1913.11.29
2,179 rows · 16,901 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 29 Νοεμβρίου 1913
(Παρασκευή, ὥρα 4, 45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται). Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Ὁ τραυματίας στρατιώτης Κωνσταντῖνος Στάϊκος, καταστὰς ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ δοθῇ παρὰ τῆς Δημαρχίας ἓν τῶν περιπτέρων, διὰ νὰ δυνηθῇ ὡς μικρέμπορος νὰ ζήσῃ· Οἱ κάτοικοι Βυτίνης καὶ Γρανίτσης τοῦ δήμου Νυμφασίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα βόσκησις εἰς τὰ πέριξ χωρία καὶ δάση των· Οἱ ἐκκαθαρισθέντες ὑπάλληλοι τῶν Δημοσίων ἔργων ζητοῦσι τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκκαθαριστικῶν ἀποφάσεων· Οἱ ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς Τρικκάλων κρατούμενοι κατάδικοι ἱκετεύουσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς των· Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενος κατάδικος Π. Σάντος παρακαλεῖ, ὅπως ἀνασταλῇ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς του· Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κρατούμενος κατάδικος Σπυρίδων Βίκος παρακαλεῖ, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ποινή του· Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καλομενόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν 1) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων καὶ 2) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ»· Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰ. Τερζάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν»· Οἱ βουλευταὶ κ. Ν. Ξηρός, Ἰ. Ξηρὸς καὶ Ἰ. Δελμοῦζος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας»· Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων· 1) περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων· καὶ 2) περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως· Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων· 1) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δρ. 2,294,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Ναυτικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως 1913. 2) περὶ ἐγκρίσεως τῆς κατασκευῆς μιᾶς ἀποθήκης ἐντὸς τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος Πειραιῶς καί τινων ἄλλων ἔργων εἰς αὐτὸ καὶ ἐγκρίσεως τῆς δαπάνης τῆς κατασκευῆς της κλπ. 3) περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 1 Ἰουνίου, 23 Ἰουλίου καὶ 25 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. τριῶν Β. Διαταγμάτων περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Μαΐου, Ἰουνίου, Ἰουλίου, Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου ἐ. ἔτους· 4) περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δρ. 150.253.36 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1912· 5) περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δρ. 17.100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913· 6) περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ἔτος 1913 κατὰ δρ. 5.000.000· καὶ 7) περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1913 Β. Διατάγματος περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσωρινῆς προκαταβολῆς ἐκ δρ. 500.000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Κ. Δεμερτζῆς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Αὐγούστου 1913 Β. Διατάγματος περὶ καταρτισμοῦ εἰδικῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἐπιτροπήν. Ἡ πρότασις νόμου «περὶ τοῦ τύπου τῶν δωρεῶν ἀκινήτων πρὸς κοινότητας καὶ δήμους ἐν Ἑπτανήσῳ» παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ τῶν κ. Ν. Χαριτάτου, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Β. Πουλιάση, Κ. Λομβάρδου κ. Π. Φίλιππα. (Ὅρα ἁπάσας τὰς ὑποβληθείσας ἀνωτέρω τροπολογίας ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν, καὶ τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια ἐν Ἀρχείῳ Βουλῆς). Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§2Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπεθύμουν νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ ἀποστράτευσις, ὡς ἐνεργεῖται, δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι αὐτόχρημα ἐγκληματική. Μετέβην εἰς Τρίπολιν, Κύριοι, ἵνα συναντήσω τοὺς ἀπολυομένους συγγενεῖς μου καὶ φίλους μου. Παρέστην εἰς τὸ θέαμα ν’ ἀπογυμνώνωνται οἱ ἀπολυόμενοι μαχηταὶ καὶ μὲ θερμοκρασίαν ὑπὸ τὸ μηδὲν οἱ ἥρωες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπανῆλθον ἀπὸ τὰς μάχας καὶ τοὺς ὁποίους ἐσεβάσθησαν αἱ σφαῖραι αἱ ἐχθρικαί, κινδυνεύουσι ν’ ἀποθάνωσιν ἐκ τοῦ ψύχους. Εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἀποστρατευόμενοι ἐκεῖθεν νὰ μεταβαίνωσι πεζῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη συγκοινωνία, εἴκοσι καὶ τριάκοντα ὥρας εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἄνευ χλαίνης, μὲ τὰ ξεσχισμένα καλοκαιρινὰ ἐνδύματά των, μὲ αὐτὰ τὰ ῥάκη, τὰ ὁποῖα δὲν καλύπτουσι τὰς σάρκας των. Τοῖς ἀφῄρεσαν τὰς χλαίνας καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα βαναυσώτατον, βίᾳ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας αὐτὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τηλεγραφικῶς νὰ διατάξῃ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς ὅτι πρέπει νὰ σέβωνται τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν μαχητῶν δύο πολέμων. Κύριοι, ἂν παρίστατό τις ἐξ ὑμῶν εἰς τὸ θέαμα τῆς ἀπογυμνώσεως, δὲν θὰ ἠδύνατο παρὰ νὰ καταληφθῇ ἀπὸ φρίκην. Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ γνωσθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον ἐν Τριπόλει εἶναι κεκλεισμένον ἐπὶ πενθήμερον, καὶ διατί; Διότι στερεῖται προσωπικοῦ. Ὥστε οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ λάβωσι πληροφορίας ἀπὸ τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον σχετικὰς πρὸς τὴν ἀπόλυσίν των εὑρίσκουσι τοῦτο κεκλεισμένον. Ἐγὼ αὐτὸς μετέβην καὶ εὗρον κεκλεισμένην τὴν θύραν καὶ σκοπὸν μὲ ἐφ’ ὅπλου λόγχην, ἵνα μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν εἴσοδον οὐδενί. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἐνῷ ἔδει νὰ ὦσιν ἀναπεπταμέναι ἅπασαι αἱ θύραι καὶ νὰ παρέχωνται πᾶσαι αἱ πληροφορίαι αἱ σχετικαί. Τὰ ζητήματα ὅμως ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γνωσθῶσιν ἀμέσως εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ἵνα διατάξῃ τηλεγραφικῶς ν’ ἀνοιχθῶσιν αἱ πύλαι τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου καὶ νὰ μὴ ἀφαιρέσωσι τοῦ λοιποῦ τῶν ὑπολειπομένων τέλος πάντων τὰ ἐνδύματα, διότι, ἂν ἔπαθον πολλοί, νὰ μὴ πάθωσι καὶ οἱ ἄλλοι.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ χρεωθῶσι δι’ αὐτά.
§4Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πολὺ κακῶς, ἀλλὰ καλλίτερον νὰ χρεωθῶσι παρὰ νὰ κινδυνεύωσι ν’ ἀποθάνωσιν ἀπὸ τὸ ψῦχος. Νομίζω ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ χρέωσις παρὰ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ἐνδύματος αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἔλαβον πρὸ 15 μηνῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει δι’ αὐτοὺς τόσην ἱστορίαν.
§5Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ὑπάρχει ῥητὴ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἀφαιρῆται ὁ ἱματισμὸς ἀπὸ τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτοῦ. Οὐχ ἧττον αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ θὰ διαβιβασθῶσιν ἀμέσως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ληφθῇ πᾶσα μέριμνα, τιμωρηθῶσι δὲ οἱ τυχὸν παραβάται τῆς διαταγῆς ταύτης.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει μὲ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, ὅπως ἀντιπροσωπευθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἑορτὰς τὰς γενησομένας τὴν προσεχῆ Κυριακὴν ἐν Κρήτῃ, ἂν στέργει νὰ ἐκπροσωπηθῇ διὰ τοῦ Προεδρείου αὐτῆς καὶ μόνον. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλω διὰ λόγους καθαρῶς πραγματικοὺς σχετιζομένους πρὸς τὰς ἐκεῖ περιστάσεις καὶ πρὸς τὴν φιλοξενίαν τὴν ἐπίσημον, ἡ ὁποία θὰ ἐπεβάλλετο, ἐὰν ἐξελέγετο Πρεσβεία Βουλευτῶν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχω τὴν συναίνεσιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.... Ἀκούω εὐχαρίστως ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν πρότασιν ταύτην.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Π. Ἀγγελίδης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μυλογούστης τῆς Ἐλασσόνος.
§11Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν πολὺ νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.....
§12Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀναβάλλεται.
§13Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Δὲν δύναται ν’ ἀναβληθῇ, διότι εἶναι ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων ἐκείνων τῶν σπουδαιοτάτων τὰ ὁποῖα νομίζω ἐγὼ ὅτι πρέπει ἀμέσως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβωσιν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν. Εἶναι ἴσως τὸ πρῶτον τηλεγράφημα, ἡ πρώτη διαμαρτυρία, ἡ ὁποία στέλλεται ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τῶν νέων χωρῶν, διότι αἱ Ἀρχαὶ ἐκεῖ ἔχουσι λησμονήσει τελείως τὴν ἀποστολήν των. Οἱ χωρικοὶ τῆς Μυλογούστης τῆς Ἐλασσόνος διαμαρτύρονται καὶ ἀπειλοῦσιν ὅτι θὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ χωρίον των, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατάστασις ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ δυστυχῶς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου διαμαρτύρονται ὅτι πρὸ τῆς καταλήψεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐδαπάνησαν κατὰ τὸ ἔτος 1908 λίρας 1200, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ λάβωσιν ἓν πιστοποιητικὸν ἐκ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ κτηματολογίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι τὸ χωρίον Μυλογούστα δὲν εἶναι τσιφλίκιον, ἀλλὰ κεφαλοχώριον. Τί ἔγινεν ὅμως ἀφ’ ἧς στιγμῆς μετέβησαν εἰς τὸν Καζᾶν τῆς Ἐλασσόνος αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί, ἰδιαιτάτη δὲ ἡ Ἀστυνομικὴ ἀρχή; Ὁ πρῶτος ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρώην καθεστώς, καὶ τὸ πρώην καθεστὼς ἦτο δι’ αὐτὸν τὸ ὑπάρχον πρὸ δεκαετίας. Ἐδέησε νὰ ἔλθω καὶ παρουσιασθῶ ἐγὼ μόνος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐπέμβῃ, καὶ κατόπιν παρακλήσεών μου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ὁδηγίας τί ἐννοεῖ μὲ τὸ καθεστώς. Ἐτελειώσαμεν ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον καὶ ἔρχεται ὁ ἐνωμοτάρχης Φιλιώτης, ὁ ὁποῖος βασιζόμενος ἐπὶ τῆς βασιλικῆς διαταγῆς ὅτι οἱ ἐπήλυδες πρέπει νὰ ἐξωσθῶσιν ἐκ τῶν οἰκιῶν τὰς ὁποίας βίᾳ κατέλαβον καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ πρώην κάτοχοι αὐτῶν, βασιζόμενος, λέγω, ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος ἐπὶ τῆς διαταγῆς αὐτῆς, καίτοι εἶχε μετατεθῆ μετὰ τοῦ ἀστυνόμου Λάρδη δι’ ὅσα κατὰ τῶν χωρικῶν ἔπραξαν, τί ἔκαμεν; ἔστειλε 10 χωροφύλακας καὶ τοὺς διέταξε νὰ ἐξώσωσι τοὺς χωρικοὺς ἐκ τῶν λιβαδίων των καὶ νὰ ἐγκαταστήσωσι μέσα τὰ ζῷα τοῦ Κατσινίκα ὁ ὁποῖος ἐτύγχανεν ἐνοικιαστὴς τῶν λιβαδίων τοῦ χωρίου. Ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτός, κ. Βουλευταί, προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὄχι βεβαίως ἐκ ζήλου πρὸς τὸ καθῆκόν του, ἀφοῦ ἦτο γνωστὸν ὅτι ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μόνον θὰ διηύθυνε τὴν Ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ἕνεκεν ἄλλου λόγου ἀπωτέρου, διότι τὰ λιβάδια αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουσι μίσθωμα 2500 λιρῶν κατ’ ἔτος, καὶ ὁ δῆθεν ἰδιοκτήτης ἦτο βεβαίως διατεθειμένος νὰ δαπανήσῃ καὶ 500 λίρας, ἀρκεῖ νὰ ἐλάμβανε τὴν κατοχήν. Φαντασθῆτε λοιπὸν ὅτι ἀφήνομεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς τῶν λιβαδίων αὐτῶν ἀπὸ τὸν ἐνωμοτάρχην Φιλιώτην γνωστότατον ἐν Ἐλασσόνῃ διὰ τοὺς ἄθλους του καὶ τὸν ὑπενωμοτάρχην Δομένικον Γιαννούλην ὀνόματι, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ πίνῃ 5 ὀκάδας κρασὶ τὴν ἡμέραν! (γέλωτες). Τηλεγραφικῶς κατήγγειλα τὸν ἐνωμοτάρχην τοῦτον καὶ διετάχθη εὐτυχῶς νὰ φύγῃ ἀπ’ ἐκεῖ, ἀπεστάλη δὲ νέος ἀστυνόμος. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἄννα μετέστημεν εἰς τὸν Καϊάφαν. Πάλιν νέος ἀστυνόμος ἔρχεται, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν ἐπὶ τῆς βασιλικῆς διαταγῆς βασιζόμενος ἢ ἴσως ἐπὶ ἰδικιτέρων κακῶν εἰσηγήσεων τοῦ μετατεθέντος ἐνωμοτάρχου διέταξε τὴν ἀποβολὴν τῶν χωρικῶν ἐκ τῶν λιβαδίων των καὶ τὴν εἰς αὐτὰ εἰσαγωγὴν τῶν ζῴων τοῦ Κατσινίκα, ὅστις μεθ’ ἑνὸς Ἑβραίου Ἀβάρα τυγχάνει ἐνοικιαστὴς τῶν κτημάτων τῶν κληρονόμων Ῥεσὶτ Πασᾶ· ὁ πρῶτος δὲ οὗτος εἶναι γνωστὸς διώκτης τῶν χριστιανῶν, ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ὁ ἐντιμότατος εἰρηνοδίκης Γρανίτσας εἶχε καταγγείλει ἐπὶ δωροδοκίᾳ καὶ κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου Κοζάνης. Ἀλλ’ ὁ εἰρηνοδίκης Γρανίτσας, ὁ ἀληθὴς γρανίτης τὸν χαρακτῆρα, ὁ εἰρηνοδίκης αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἐκτελεστὴς τοῦ καθήκοντός του, μετετέθη διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀναφέρω. Καὶ ἤδη λαμβάνω ἄλλο τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ εἰρηνοδίκης Ἐλασσόνος συνοδευόμενος καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπιστάτου Κυριάκου, γνωστοῦ φονέως τοῦ Ἀντίπα, προέβη εἰς κατάσχεσιν παντὸς ὅπερ εὗρεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ἤτοι σιτηρῶν, ἀραβοσίτου κλπ., ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, ἃς παρὰ τοῦ Κυριάκου τούτου ἔλαβε. Διατρέχομεν ἔσχατον κίνδυνον ἐκ πείνης ἡμεῖς καὶ τὰ τέκνα μας, παρακαλοῦμεν Κυβέρνησιν μᾶς προστατεύσῃ. Μετέβη νὰ κατάσχῃ συνεπείᾳ μηνύσεως τοῦ Κυριάκου ἐναντίον τῶν χωρικῶν· ὑπ’ αὐτοῦ λοιπὸν συνοδευόμενος τί ἔκαμεν; Ἐξήτασε μάρτυρας ὑποδεικνυομένους ὑπὸ τοῦ Κυριάκου ὅτι ὁ δεῖνα εἶχεν 100· τοῦ ἐλάμβανον τὰ 35, ἤτοι τὸ τρίτον. Διεμαρτύρετο ὁ χωρικὸς ὅτι δὲν εἶχε παραγωγὴν 100, ἀλλὰ μόνον 40 κοιλῶν, καὶ τὸ τρίτον ἦτο 13½ καὶ ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοῦ ἀφῃρεῖτο ὁλόκληρος ἡ παραγωγή. Ἀλλὰ τότε παρὰ τοῦ κ. εἰρηνοδίκου ἐλάμβανε τὴν ἀπάντησιν ὅτι, ἂν ἔχῃ δίκαιον, θὰ τὸ εὕρῃ μεθαύριον, ὅταν ἡ ὑπόθεσις δικασθῇ. Ἀλλὰ τί ἐν τῷ μεταξὺ θὰ φάγῃ ὁ χωρικὸς δὲν ἐσκέπτετο ὁ κ. εἰρηνοδίκης. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐπεμβῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρῶτον κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐπίσης δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεφέρθην, νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα κατὰ τῶν χωροφυλάκων καὶ ἀστυνόμων, διότι τὸ χωρίον αὐτὸ ἀποφέρει 2000 λίρας κατ’ ἔτος μίσθωμα, τὰ ζητήματα δὲ τῆς διακατοχῆς νὰ μὴ λύωνται ἀπὸ ἕνα ἐνωμοτάρχην. Ἠξεύρετε δὲ τί εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτός, ὁ Φιλιώτης, ὅτε τῷ εἶπον: Σὺ αὔριον θὰ φύγῃς· πρὸς τί ἐνεργεῖς τοιαύτας πράξεις, τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἐντιμότερος τῶν ὑπαλλήλων ἂν ἐνήργει θὰ ἔδιδε δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ ὁ ἄλλος ὅτι τὸ ἐλατήριον δὲν εἶναι τὸ καθῆκον, ἀλλὰ τὸ χρῆμα; Μοὶ ἀπαντᾷ ὅτι αὐτός, καὶ ἓν λεπτὸν ἂν εἶναι ἀστυνόμος, θὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν διαφόρων, ἐνωμοτάρχης ὅστις ἐξευτέλισε τὸ ἀστυνομικὸν γόητρον καὶ παρὰ πλείστων κατοίκων τοῦ Καζᾶ Ἐλασσόνος λέγεται ὅτι ἡ τοποθέτησίς του ἐκεῖ τῷ προσεπόρισε 15,000 δραχμῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι δραστήρια μέτρα διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ν’ ἀποσταλῶσι δικασταὶ καὶ ἀστυνόμοι ἐντιμότατοι καὶ γνῶσται τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, διὰ νὰ μὴ ἀκούωμεν καθημερινῶς τοιαῦτα ἔκτροπα καὶ διασαλεύηται τὸ κῦρος τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως.
§14Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μετὰ προσοχῆς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου, καθόσον εἶναι αἶσχος ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οἱ διάφοροι ἀστυνόμοι νὰ προβαίνωσιν εἰς ἔργα δικαστικὰ καὶ διὰ ζητήματα ἀγροτικά, τὰ ὁποῖα μόνον οἱ εἰρηνοδίκαι δύνανται νὰ λύσωσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος κατόπιν τῶν συστάσεών μου διέταξεν, ἀλλ’ ἡ διαταγή του δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, νὰ διατάξῃ καὶ πάλιν καὶ νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ.
§15ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν προλαλησάντων δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι ἢ νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην.
§16Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπόθεσις εἶναι σαφής. Πρὸ τοῦ νέου καθεστῶτος ὑπῆρξεν ἀγὼν διακατοχῆς μεταξὺ τῶν χωρικῶν Μυλογούστης καὶ ἑνὸς Ὀθωμανοῦ διεκδικοῦντος τὸ χωρίον αὐτό. Δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸν σχετικὸν φάκελον, ἀλλ’ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφερομένων χωρικῶν συνάγεται ὅτι οἱ χωρικοὶ ἔχουσιν ἐφοδιασθῆ μὲ πιστοποιητικὰ ἐκ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ κτηματολογίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται, ὅτι τὸ χωρίον αὐτὸ οὐδέποτε ὑπῆρξε τσιφλίκι, ἀλλ’ ἀνῆκεν εἰς τοὺς χωρικούς. Ὡς γνωστὸν δὲ τὰ βιβλία τὰ εἰλημμένα ἐκ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει κτηματολογίου ἔχουσι πλήρη ἀποδεικτικὴν ἰσχύν. Εἰς τὸ τηλεγράφημα λέγεται καὶ κάτι τι ἄλλο, ὅτι δηλαδὴ ἐδικάσθη ἡ ὑπόθεσις ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν δικαστηρίων, ἅτινα ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Πῶς λοιπὸν ἔρχονται τώρα Ἀρχαὶ ὄχι δικαστικαί, ἀλλὰ διοικητικαὶ καὶ ἐπεμβαίνουσιν εἰς ὑπόθεσιν δικαστικὴν σπουδαιοτάτην καὶ παρανόμως ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τῶν χωρικῶν τὸ τρίτον τῆς παραγωγῆς; Δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ τοῦ τρίτου αὐτοῦ. Διότι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ τρίτου θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ ζήτημα προδικαστικὸν ἀναγνωρίσεως δικαιωμάτων εἰς τὸν Ὀθωμανόν. Ἴσως νὰ ἐνήργησαν ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον αἱ Ἀρχαί, διὰ νὰ φαινώμεθα ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἰσόνομον καὶ πρὸς τοὺς Ὀθωμανούς. Δὲν ἔχω ἀντίρρησίν τινα ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον, τὰ δικαιώματα νὰ παραμένωσι σεβαστὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς Ἕλληνας καὶ ὡς πρὸς τοὺς Τούρκους.
§17Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἀληθῶς αἱ διαμαρτυρίαι δὲν προέρχονται ἀπὸ ἐκλογικὸν συμφέρον ἀλλ’ ἀπὸ τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ συντρέχωμεν πάντες τοὺς χωρικούς μας. Ἐζητήσαμεν δὲ νὰ μᾶς δοθῇ ὁ λόγος, ἵνα ἀπὸ κοινοῦ ἐκφράσωμεν τὴν διαμαρτυρίαν μας διὰ λογαριασμὸν τῶν χωρικῶν δι’ ὅσα ὑφίστανται. Ἴσως θὰ ἐγεννήθη εἴς τινας ἐξ ὑμῶν ἡ ἀπορία διατί δὲν κατέφυγον εἰς προσωρινὰ μέτρα, διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἴσως θὰ γνωρίζητε ποία διαδικασία, πόσαι διατυπώσεις καὶ ποία δαπάνη ἀπαιτεῖται, ἵνα καταφύγωσιν εἰς προσωρινὰ μέτρα. Καὶ διατί αἱ Ἀρχαὶ δὲν ἀναγκάζουσι τὸν Ὀθωμανὸν νὰ κάμῃ αὐτὸς προσωρινὰ μέτρα, διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον ἔχει δικαίωμα κατοχῆς ἢ κυριότητος; Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑφίστανται ἐν τῇ κατοχῇ ἔπρεπεν αἱ Ἀρχαὶ νὰ τοὺς συντρέξωσι καὶ ὄχι νὰ τοὺς ἀποβάλωσι βίᾳ καὶ μάλιστα νὰ τοὺς κατάσχωσι τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ συστήσῃ εἰς τὰς Ἀρχὰς νὰ προστατεύσωσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ πάντας οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους, διότι, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα Κράτος εὐνομούμενον, πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν δικαιοσύνην εἰς ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς ἀδιακρίτως φυλῆς.
§18ΧΡ. ΚΑΡΑΣ. Πρέπει νὰ λάβῃ ἀμέσως μέτρα ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, διότι εἶναι λυπηρόν, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πανταχοῦ τῆς Τουρκίας οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ὑφίστανται ἀπηνεῖς διωγμούς, ἡμεῖς νὰ ἐνισχύωμεν τὸν διωγμὸν αὐτὸν καταδιώκοντες ἀδίκως τοὺς ὁμοφύλους χωρικούς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης.
§20Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ συστήσω προσέτι εἰς αὐτήν, ὅπως παραγγείλῃ εἰς τὰς Ἀρχὰς τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα κατέχονται ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν νὰ εἶναι λίαν προσεκτικαί, προκειμένου νὰ λαμβάνωνται διοικητικὰ μέτρα πρὸς λύσιν διαφορῶν δικαστικῶν, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς θέσιν, ὡς αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, νὰ μετανοήσῃ διὰ τὴν πολιτικήν της, διότι ἡ ἐσφαλμένη πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν ν’ ἀκολουθήσωσιν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις ἅμα τῇ προσαρτήσει τῆς Θεσσαλίας ἦτο αἰτία νὰ γεννηθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον βασανιζόμεθα τώρα ἐπὶ ἔτη, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν λύσιν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέξῃ πολύ, νὰ εἶναι λίαν φειδωλὴ εἰς τὴν κατάργησιν ἢ ἀναγνώρισιν δικαίων, τὰ ὁποῖα ἢ εἶχον ἢ δὲν εἶχον ἀποκτήσει οἱ ἐκεῖ καλλιεργηταὶ τῶν τσιφλικίων.
§21Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἡ ὑπόθεσις θὰ ἐξετασθῇ μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἐν τῷ πνεύματι τῆς πλήρους ἀπονομῆς τοῦ δικαίου καὶ ἐν ἰσότητι μεταξὺ ὅλων τῶν ὑπηκόων. Θὰ ἐπιστηθῇ πᾶσα φροντὶς νὰ διατελῶσι κεχωρισμένα τὰ ὅρια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῶν τῆς διοικητικῆς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατατίθενται διάφοροι ἀπαντήσεις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν βουλευτῶν κ. Κ. Σταμούλη, Β. Τουρκοβασίλη καὶ Δ. Γκλαβά, ὧν παρακαλοῦνται νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κ. Βουλευταί. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λαρίσης ὁ κ. Γ. Βλάχος.
§23Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παροῦσαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Λαρίσης, ὥστε νὰ μὴ εἶναι οὗτοι ὑποκείμενοι εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, οἱ ὁποῖοι προστατεύουσι περισσότερον τὰ κούτσουρα παρὰ τοὺς ἀνθρώπους.
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁ ἐπιθεωρητής, Κύριοι, ὁ ἐκεῖ δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς στενοκεφάλους. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσητε ὅτι ἡ ἀνάγκη ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον τῆς ἀνθρακοποιίας καὶ ἡ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑλοτομία θὰ ἐξακολουθήσῃ, σᾶς ἐρωτῶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μετὰ πάροδον ὀλίγων ἐτῶν; Θὰ ἐξαντληθῶσιν ὅλα τὰ δάση, ὅτε τὸ πρόβλημα αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν θὰ παρουσιασθῇ φοβερώτερον. Αἱ διαταγαὶ τὰς ὁποίας ἔδωκα, ὡς θὰ ἔδιδε τοιαύτας πᾶσα Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἤθελε νὰ φεισθῇ τῶν δασῶν, αἱ διαταγαὶ εἶναι: ἐπιτρέψατε εἰς τοὺς κατοίκους νὰ ὑλοτομῶσι πρὸς ἀνθρακοποιίαν ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου καταστροφὴ τῶν δασῶν.
§25ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸν ζῆλον τὸν ὁποῖον δεικνύει διὰ τὸν πλοῦτον τὸν δασικὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ἐὰν ἐλάμβανεν ἠπιώτερα μέτρα, καὶ αἱ διαταγαί του ἦσαν ὀλιγώτερον αὐστηραὶ πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὡς πρὸς τὴν ὑλοτομίαν.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρεῖτε αὐστηρὰν τὴν διαταγὴν ταύτην;
§27ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὀλιγώτερα δικαιώματα πρέπει νὰ παρέχωνται εἰς τοὺς ἐπιθεωρητάς, καθόσον αὐτοὶ ἀντιλαμβάνονται τὰ τῶν δασῶν ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως καὶ οὐχὶ τόσον ἀπὸ ἀπόψεως προσαρμοζομένης καὶ εἰς τὰς τοπικὰς ἀνάγκας.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θέλετε ν’ ἀντιληφθῇ τὰ τῶν δασῶν, ἂν δὲν ἀντιλαμβάνηται αὐτῶν ὁ ἐπιστήμων δασολόγος;
§29Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ διαταγὴ τὴν ὁποίαν ἐδώκατε εἶναι ὡσὰν νὰ ἐλέγετε νὰ μὴ ὑλοτομῶσι διόλου, διότι, ὅταν ἀφήσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίζῃ πότε ἐπέρχεται καταστροφὴ τοῦ δάσους, αὐτὸς θὰ ἀποφαίνηται ὅτι καὶ ἡ παραμικροτέρα ὑλοτομία πρὸς ἀνθρακοποιίαν καταστρέφει τὸ δάσος.
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον ἠθέλετε νὰ διατυπώσω τὴν διαταγήν;
§31Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἠθέλετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τὴν διατυπώσω;
§32Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν παρατηρεῖται μόνον εἰς τὴν πόλιν τῶν Τρικκάλων ἡ ἔλλειψις ξυλανθράκων, ἀλλ’ ἁπανταχοῦ τῆς Θεσσαλίας, ὁπόθεν καθημερινῶς φθάνουσι διαμαρτυρίαι. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔλλειψις ξυλανθράκων ἐκεῖ ὅπου ὁ χειμὼν ἐνέσκηψε δριμύτατος, ὥστε ἡ τιμὴ αὐτῶν κατ’ ὀκᾶν ἔφθασεν εἰς 30 καὶ 40 λεπτά. Τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἐργάτου δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν ἀγορὰν ἀνθράκων. Καὶ ἡ αἰτία δὲν εἶναι ἐκείνη, ἣν ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργός, ἀλλὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἁρμοδία δασικὴ ὑπηρεσία καταστήσασα δι’ αὐτῶν ἀδύνατον τὴν ὑλοτομίαν καὶ τὴν ἀνθρακοποιίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν παῦσιν τῆς ἀνθρακοποιίας ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι πολλάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπισκεφθῶ αὐτὸν καὶ τῷ ἐκθέσω ταῦτα συνεπείᾳ διαμαρτυριῶν τῶν συμπολιτῶν μου. Παρὰ τῇ ἁρμοδίᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου ἐκράτησεν ἡ γνώμη ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τὰ θεσσαλικὰ δάση ἡ ἐκ τοῦ συστάδην ὑλοτομία καὶ νὰ ἐπιτραπῇ τοιαύτη μόνον σποραδικῶς. Τοῦτο ἤρκεσε νὰ παύσῃ πᾶσα ὑλοτομία καὶ ἀνθρακοποιία καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, διότι καθίστατο ὄχι δυσχερής, ἀλλ’ ἀδύνατος τοιαύτη ὑλοτομία. Τότε διετάχθη ὁ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν νὰ μεριμνήσῃ καὶ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ὁ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητής, ὅστις ἦτο κατὰ τοῦ μέτρου τῆς σποραδικῆς ὑλοτομίας καὶ εἶχεν ὑποδείξει διὰ τὰ πλεῖστα τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δασῶν δι’ ἐκθέσεών του καὶ κατόπιν ἐπιτοπίου μεταβάσεως ὡς τὸ μόνον συμφέρον καὶ δυνατὸν εἶδος ὑλοτομίας τὸ τῆς ἐκ τοῦ συστάδην, μετὰ μῆνα περίπου καὶ μετὰ ἐπανειλημμένας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου κατώρθωσε νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀληθῶς περίεργον ἐγκύκλιον πρὸς τὰ δασαρχεῖα. Παρήγγειλε διὰ τῆς ἐγκυκλίου του νὰ μὴ χορηγηθῶσιν ἄδειαι δι’ οὐδὲν δάσος οὔτε καὶ δι’ ὅσα ὁ αὐτὸς ἐπιθεωρητὴς κατόπιν ἐπιτοπίου μεταβάσεώς του εἶχεν ὑποβάλει ἐκθέσεις καὶ ἐγνωμάτευε καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑλοτομίας ἐν αὐτοῖς. Ἐὰν δὲν ἐξετάσωσιν, ἔλεγε, καὶ ἐξακριβώσωσιν οἱ κατὰ τόπους δασάρχαι τὴν ἡλικίαν τῶν δένδρων ἐξ ὧν ἀποτελεῖται ἕκαστον δάσος, καὶ ἐὰν τὸ δάσος ἀποτελῆται ἐκ δένδρων ἡλικίας ἄνω τῶν 60 ἐτῶν νὰ γίνηται σποραδικὴ ἡ ὑλοτομία, ἐὰν δὲ ἐκ δένδρων ἡλικίας κατωτέρας, νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐκ τοῦ συστάδην. Ποῖοι νὰ ἐξετάσωσι τοῦτο τὸ καθαρῶς ἐπιστημονικὸν ζήτημα; Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας ἐπιστημονικὰς γνώσεις, ὥστε νὰ δύνωνται νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν ἡλικίαν τῶν δένδρων; Ἡ ἐν λόγῳ ἐγκύκλιος ὄχι μόνον ἄσκοπος, ἀλλὰ καὶ ἀνεφάρμοστος τυγχάνει, διότι πλὴν τοῦ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος διὰ μὴ ἐπιστήμονα δασολόγον ἡ τοιαύτη ἐξακρίβωσις, ἀλλὰ καὶ χρόνον πολὺν ἀπαιτεῖ, ἐνῷ κοινωνικὴ ἀνάγκη ἐκ τῶν πρωτίστων ἐπιβάλλει τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνθρακοποιία.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέσατε τὴν τελευταίαν διαταγήν μου.
§34Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε ἔλαβε γνῶσιν τῶν διαμαρτυριῶν τῶν κατοίκων τῶν Θεσσαλικῶν πόλεων, ἔσπευσε τηλεγραφικῶς νὰ παραγγείλῃ τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ λάβῃ ἠπιώτερα μέτρα ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀνθρακοποιία, ἀλλὰ φοβοῦμαι πολὺ μήπως καὶ μετὰ τὴν ὑπουργικὴν διαταγὴν δὲν θὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν καὶ ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς θ’ ἀνακαλύψῃ νέαν μέθοδον ὑλοτομίας παραπλησίαν ἐκείνων ἃς μέχρι σήμερον μᾶς παρουσίασεν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδει νὰ διατάξῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνεται ἡ πρὸς ἀνθρακοποιίαν ὑλοτομία ὡς γίνεται ἀπὸ τριακονταετίας μέχρι σήμερον, καὶ ὅταν κατορθωθῇ καὶ γίνωσι πίνακες περὶ τοῦ εἴδους τῶν δασῶν, τότε ἂς ἐφαρμοσθῶσιν αἱ νέαι μέθοδοι ὑλοτομίας. Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ καταστραφῶσιν ἐπὶ δύο μῆνας τὰ δάση διὰ τὴν μὴ ἐπιστημονικὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀφοῦ δὲν κατεστράφησαν ἐπὶ τριάκοντα ἔτη.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης ἔχει τὸν λόγον.
§36Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐλέχθησαν ἀρκετὰ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλήν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι ἔστειλε μίαν τηλεγραφικὴν διαταγὴν πρὸς τὸν κ. Κοκκίνην καὶ τὸν διέταξεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸν διέταξε. Κατόπιν τῆς διαταγῆς αὐτῆς παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω· ἐνηργήθη τίποτε; Ἡμεῖς σήμερον ἐλάβομεν τηλεγραφήματα ἀπὸ ἐκεῖ ὅτι τὰ κάρβουνα εἶναι ἀκριβότερα ἀπὸ τὸ ψωμί. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τόσην δυστυχίαν ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ πολέμου, ὅπως καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ, ἐκεῖνοι ἐκ τῶν γεωργῶν καὶ αὐτῶν τῶν κτηματιῶν ἀκόμη οἱ ὁποῖοι δὲν ἔσπειραν ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσι μὲ 30 λ. τὴν ὀκᾶν τὰ κάρβουνα; Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ ἐντονωτάτην διαταγήν, διότι εἰς τὴν Ἁγυιὰν μετέβη ὁ κ. Κοκκίνης καὶ ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι τόσα ἄχρηστα ξύλα ξηρά. Δὲν πρόκειται διὰ τὴν μεγάλην μανίαν καὶ τὰς φροντίδας δῆθεν τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ κ. ἐπιθεωρηταὶ διὰ τὰ δάση, διὰ νὰ φανῶσιν ὅτι εἶναι σπουδαῖοι, ὅτι ἔχουσι σπουδάσει εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἔχουσι σπουδάσει πολλὰ πράγματα καὶ ἑπομένως ὅ,τι αὐτοὶ λέγουσιν εἶναι καὶ τὸ μόνον ὀρθὸν καὶ πρέπον νὰ γίνῃ, ἀλλὰ πῶς τώρα, ὅτε ἀποθνήσκουσιν ἐκ τοῦ ψύχους οἱ ἄνθρωποι, πῶς, λέγω, θὰ τοὺς σώσωμεν; Εἶπον λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Κοκκίνης ἀπεφάνθη ὅτι ἐκ τῆς περιφερείας ἐκείνης δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι 300.000 ὀκάδες κάρβουνα. Ὁ ἄλλος ἐπιθεωρητὴς εἶπεν ὅτι δύνανται νὰ ἐξαχθῶσιν 75,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὑπάρχει λόγος ποσῶς ν’ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν διαφωνίαν αὐτὴν τῶν κ. ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ νὰ σκεφθῇ καλῶς πῶς θὰ ἐπιτύχῃ νὰ διορθωθῇ τὸ ἐξακολουθοῦν κακόν, πῶς θὰ ἐλαττώσωμεν τὴν τιμὴν τῶν ξυλανθράκων, ὥστε νὰ μὴ πωλῶνται πρὸς 30 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σκεφθῇ ὅπως πρέπει καὶ θὰ στείλῃ ἓν τηλεγράφημα ἐντονώτατον εἰς τὸν Κύριον αὐτὸν καὶ νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος, ἂν δοθῇ ἄδεια διὰ 300,000 ὀκάδας ξυλανθράκων καὶ ἐξοικονομηθῇ τὸ κοινόν, ἀφοῦ ὁ εἷς λέγει ὅτι δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι 300,000 καὶ ὁ ἄλλος 75,000. Λοιπὸν ἂς συμμορφωθῶμεν μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἑνός, διὰ νὰ γλυτώσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων, ἀλλὰ νὰ σωθῇ καὶ ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος ψοφᾷ ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τὸ ψῦχος.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁσάκις παρουσιάσθη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν μοὶ ἐγένετο παρόμοιον παράπονον, πάντοτε ἐφρόντισα νὰ δώσω διαταγὴν νὰ σταλῇ ἄλλος ἐπιθεωρητής. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀδικήσωμεν τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὅτι ὁ μὲν ἔχει τοιαύτην γνώμην, ὁ δὲ τοιαύτην, διότι παντοῦ καὶ εἰς πᾶσαν ἐπιστήμην ὑπάρχει διχογνωμία. Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἐδέχθην πάντοτε τὴν γνώμην τὴν ἐπιεικεστέραν διὰ τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ τοῦτο γνωρίζετε πάντες.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸ ἄλλο ζήτημα ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης εἶπεν, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ δάση.
§40Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτό τι.
§41ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶχε σταλῆ εἰς Θεσσαλονίκην πρὸς ὀργάνωσιν τῆς ἐκεῖ δασικῆς ὑπηρεσίας, ὅτε δ’ ἐπέστρεψεν ἐνταῦθα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβῇ. Κατόπιν ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος, ὅτε δ’ ἐπληροφορήθη ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐγκυκλίου ἦτο ἀδύνατος, τότε μετέβη ὁ ἐπιθεωρητής, τῷ εἶπον δὲ ὅπου εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος τότε νὰ δώσῃ τάχιστα τὴν ἄδειαν τῆς ἀνθρακεύσεως.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ δύο μῆνας τοὐλάχιστον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§44Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκε πλείστας ὅσας ὁδηγίας. Ἡμεῖς εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο. Πρέπει ὅμως νὰ παράσχῃ πᾶσαν εὐκολίαν ἐφ’ ὅσον ἔχει τοιαύτην πρόθεσιν, διὰ νὰ ἀρθῇ πᾶσα παρεξήγησις, ἥτις γεννᾶται ἀπὸ τὸν πρῶτον ὁμιλήσαντα. Πολλοὶ τῶν δασικῶν βασιζόμενοι εἰς σύγγραμμά τι ἴσως, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «τὰ δάση ἐν Θεσσαλίᾳ», βάσιν ἔχον τὴν «Κατεστραμμένην Κοιλάδα», ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει των, ὅτι δύναται καὶ τώρα ἡ φανταστικὴ ἔννοια τῆς φύσεως τῶν δασῶν ν’ ἀναπαρασταθῇ καὶ ν’ ἀναβλαστήσῃ οὕτως ἡ φύσις ὥστε νὰ τραγῳδοῦν αἱ ἀηδόνες, νὰ τρέχωσιν ὑπὸ σύσκια ὑψηλὰ δένδρα δορκάδες καὶ νὰ παραμένωσιν ὑπὸ τὰ ῥυάκια διάφορα ἄλλα ζῷα. Αὐτὴ εἶναι μία ἔννοια τὴν ὁποίαν δύναται νὰ συλλάβῃ τις ἀναγινώσκων μυθιστορήματα. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τοιαύτη ἰδέα ἀποτελεῖ χίμαιραν, διότι τὰ δάση ἐξυπηρετοῦσι σπουδαιοτάτας ἀνάγκας κατὰ τὴν ἰατρικὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐξυπηρετοῦσι καὶ τὰς οἰκιακὰς καὶ ἑτέρας ἀνάγκας τῶν κατοίκων. Πλησιάζει ἐν τούτοις νὰ καταστῇ τὸ κάρβουνον δυσεύρετον καὶ προϊὸν πολυτελείας. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἤθελον νὰ συστήσω, ὅτι καλὸν εἶναι δάση τινά, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν οὔτε δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τίποτε, νὰ χρησιμεύωσι τοὐλάχιστον πρὸς ξύλευσιν καὶ ἀνθρακοποιίαν, ὅπερ μέλλει σπουδαιότατα νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τοῦ βίου, ἰδίᾳ τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ τῶν μὴ οἰκονομικῶς εὐρώστων.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§46Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον, παραιτοῦμαι.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παππαποστόλου ἐπίσης. Ὁ Χ. Καρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§48Χ. ΚΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια.
§49Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ νόμου ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ἀστυνομικὰς Ἀρχὰς νὰ ὁρίζωσι τὴν τιμὴν ὄχι μόνον τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀμφίσσης.
§51Ν. ΞΗΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Ἀμφίσσης ἐπανειλημμένως ἐζήτησαν τὴν ὑπαγωγήν των εἰς τὸν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας. Ὡς εἶναι γνωστόν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος, ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἔκδοσις Β. Διατάγματος. Φαίνεται ὅμως, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν στέργει εἰς τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ κάτοικοι διαμαρτύρονται ἐπανειλημμένως. Ἤθελον παρακαλέσει ὅθεν τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ καὶ ψηφίσῃ τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν, ἵνα καὶ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἀμφίσσης ἀναγκαστικῶς ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πρότασις καὶ ἐπιθυμία τῶν κατοίκων ἐκπεφρασμένη.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Ξηρὸς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§53Ι. ΞΗΡΟΣ. Τὴν αὐτὴν ποιοῦμαι παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Κ. Δελμοῦζος καὶ Κ. Λιδωρίκης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἀπόντες. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Π. Σπυράκης ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ ταύτης. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης ἔχει τὸν λόγον,
§57Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ ζητήσω τὴν εὐμενῶς παρασχεθεῖσάν μοι παρ’ ὑμῶν ἄδειαν, ἵνα ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος ἐπειγούσης φύσεως, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτήν. Σήμερον τὴν μεσημβρίαν ἀκριβῶς ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, δι’ οὗ μοὶ ἀγγέλλεται, ὅτι ἔλαβε χώραν στυγερὰ δολοφονία, ἥτις κρατεῖ ἐν ἀφάτῳ συγκινήσει καὶ ἀγανακτήσει τὴν κωμόπολιν αὐτήν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ἀπαισίου καὶ βδελυροῦ τούτου ἐγκλήματος καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε.
§58Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πότε ἐγένετο ἡ δολοφονία αὐτή;
§59Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν εἰς τὸν Ἅγιον Πέτρον τῆς Κυνουρίας.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ τίνος;
§61Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Καθ’ ἑνὸς συμπολίτου μου Κωνσταντίνου Οἰκονόμου, ἐκ τῶν τὰ πρῶτα ἐκεῖ φερόντων.
§62Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ν’ ἀνεκοινώθη τι.
§63Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ αἱ ἐπιτόπιοι Ἀρχαὶ αἱ ἐπιληφθεῖσαι τῶν ἀνακρίσεων εἶναι ἀνεπαρκέσταται, διὰ τοῦτο θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξητε τηλεγραφικῶς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν τακτικὸν ἀνακριτὴν Τριπόλεως νὰ ἐπιληφθῶσιν ἀνακρίσεων, ἵνα διαφωτισθῇ τὸ ἔγκλημα καὶ ἐπέλθῃ ἀμείλικτος τιμωρία κατὰ τῶν ἐνόχων. Ἡ δολοφονία, Κύριοι, ἧς τὸ ὄνομα ἀποτροπιάζει πᾶσαν ψυχήν, εἰς τὸν τόπον μας εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε ἦτο ἄγνωστος καὶ ὡς λέξις καὶ ὡς πρᾶξις καὶ διὰ τοῦτο πάνυ δικαίως κρατεῖ ἐν ἀρρήτῳ συγκινήσει καὶ μεγάλῃ ταραχῇ τοὺς κατοίκους ἐκεῖ, οἵτινες πάνυ δικαίως ἀξιοῦσι τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς.
§64Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἀνακριτικὴ Ἀρχὴ θὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν της.
§65Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν ὑπάρχει ἐξουσία δυναμένη νὰ ἐπιληφθῇ τοιαύτης ὑποθέσεως, διότι τὴν μὲν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν ἐκπροσωπεῖ εἷς παλαιὸς καὶ γηραιὸς χωροφύλαξ, τὴν δὲ δικαστικὴν εἷς εἰρηνοδίκης νεωστὶ ἀφικόμενος καὶ ἀγνοῶν τὸν τόπον.
§66Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ εἰρηνοδίκης ὀφείλει νὰ ἐπιληφθῇ.
§67Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνεπαρκής. Ἀγνοεῖ καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα. Τὸ ἔγκλημα εἶναι τόσον στυγερὸν καὶ τοιαύτην ἐντύπωσιν προυξένησεν, ὥστε πρέπει νὰ μεταβῇ τακτικὸς ἀνακριτής.
§68Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ μεταβῇ.
§69Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Κατανοεῖτε τὴν ἀπειρίαν τοῦ εἰρηνοδίκου μὴ σπεύσαντος νὰ σᾶς ἀνακοινώσῃ τοιοῦτο στυγερὸν ἔγκλημα. Νομίζω ὅτι ἡ παλαιὰ Ἑλλάς, ὡς εἶναι γνωστόν, χάριν τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων ἀδελφῶν της ἔχυσε καὶ ἄφθονον αἷμα καὶ ὑπέστη οἰκονομικὴν καταστροφὴν καὶ κατώρθωσε τοιουτοτρόπως νὰ διπλασιάσῃ τὴν χώραν, διὰ τοῦτο ἀξιοῖ, ὅπως ἤδη, ὅτε ἀποκατεστάθησαν τὰ πράγματα ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀποδώσῃ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν ζωὴν τῶν κατοίκων καὶ δικαιοσύνην εἰς αὐτοὺς, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως εὑρίσκοντο εἰς ἄκραν ἀποσύνθεσιν καὶ τελείαν καταστροφήν. Διὰ τοῦτο αὖθις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς καὶ ἐπειγόντως τὴν μετάβασιν ἀνακριτοῦ πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἐγκλήματος.
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πότε ἐγένετο τὸ ἔγκλημα;
§71Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἐπιδώσω τὸ τηλεγράφημα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Πρῶτον ἀντικείμενον: Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 490, § 1, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ 353 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὡς μετερρυθμίσθη κατὰ τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ νόμου ͵ΓϠΙΘʹ περὶ προμηθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ παροχῆς εἰς τοὺς χωρικοὺς γεωργικῶν εἰδῶν»). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§73Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τί θὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Δέχεται τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς;
§74Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἐντελῶς μονομερής.
§75Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 1.
§76Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ναί. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅριον ἡλικίας τίθεται τὸ 70 διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας, τὸν πρόεδρον καὶ εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸ 65 διὰ τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ζητεῖται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ οἱ ἐφέται καὶ ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν εἰς τὸ 70 ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑπάγεται εἰς αὐτὸ ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτῶν εἶναι προϊστάμενοι τῶν ἐφετῶν, εἶναι δὲ κατὰ βαθμὸν ἀνώτεροι καὶ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀρεοπαγίτας, δικαίως δὲ διὰ τοῦτο τοποθετοῦνται μετὰ τῶν ἀρεοπαγιτῶν εἰς τὸ 70 ἔτος, οἱ δὲ ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ οἱ ἐφέται καὶ οἱ πρόεδροι Πρωτοδικῶν καὶ εἰσαγγελεῖς κλ. ὑπάγονται εἰς τὸ 65 ἔτος.
§77Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διαιρεῖτε τοὺς δικαστὰς εἰς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους. Ἀνώτεροι εἶναι τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον δέχεται τὸ 70, κατώτεροι δὲ ἀπὸ τοῦ ἐφέτου καὶ κάτω συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὡς ἑξῆς, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἐφέται καὶ πρὸ παντὸς οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν δὲν ἔχουσιν εὐρὺ τὸ στάδιον τῆς προαγωγῆς, διότι οἱ ἀντεισαγγελεῖς οὗτοι δὲν ἔχουσι θέσεις εἰσαγγελέων Ἐφετῶν διὰ νὰ προαχθῶσιν ἢ καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι τοιαῦται συμπληροῦνται δι’ ἐφετῶν ἢ εἶναι συμπεπληρωμέναι δι’ ἀνθρώπων νεωτάτων, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς προασπίσῃ. Διὰ τοὺς πρωτοδίκας, πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἐσκέφθη ὅτι τὸ 65 ἔτος εἶναι ἀρκετόν, διότι μέχρις αὐτῆς τῆς ἡλικίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Θὰ προαχθῶσι καὶ θὰ γίνωσιν ἐφέται. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν εὑρίσκεται σοβαρὰ ἀντιλογία καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστόν, ἂς λεχθῇ καὶ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν μὴ ἔχοντες συμπληρώσει τὸ 35 ἔτος, ὑπηρεσίας, ἵνα λάβωσιν ὁλόκληρον τὸν μισθόν των ἢ σύνταξιν, καὶ ἐφ’ ὅσον πρὸ παντὸς οὐδεμία γίνεται βλάβη, νομίζω ὀρθὸν νὰ τεθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς τὸ 70, ἀφοῦ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ τὰ ἔργα των δύνανται νὰ ἐκτελῶσι καὶ ἄνω τῶν 65 ἐτῶν. Πρόκειται περὶ ἀντεισαγγελέων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἤδη. Ἐὰν θέλητε, δύνασθε νὰ δεχθῆτε διαφοράν τινα μεταξὺ τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν μεταξὺ τοῦ 65 καὶ 70 ἔτους. Μήπως καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν ἔλαβε τὸ πρᾶγμα προσωπικὸν χαρακτῆρα; Νομίζω ὅτι ἔχετε νομιμοφανῆ τουλάχιστον δικαιολογίαν ὅτι πρόκειται περὶ ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα κρυπτόν. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπων ὑπηρετησάντων ἐπὶ μακρὰ ἔτη, 20 καὶ 22, εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν θὰ εἶναι σκληρὸν δι’ αὐτοὺς νὰ μὴ λάβωσι σύνταξιν, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι συμπληρῶσι 25ετῆ ὑπηρεσίαν καὶ οἰκογενειάρχαι καὶ πτωχοὶ ὡς εἶναι νὰ μὴ δύνανται νὰ ζήσωσιν; Ἔχομεν καὶ ἄλλον λόγον ἀκόμη. Εἰσάγετε νόμον διὰ τοὺς ἀνεπαρκεῖς. Ἐάν τις εἶναι ἱκανός, μὴ συμπληρώσας τὸ 70 ἔτος εἶναι ἀνεπαρκής. Ἀνοίγεται εὐρεῖα ἡ θύρα, ὥστε νὰ τεθῇ ἐκποδών. Δὲν νομίζω ἄλλως τε ὅτι ἡ ἡλικία τῶν 70 ἐτῶν εἶναι μεγάλη, καὶ ὡς γενικὸν μέτρον ἂν ληφθῇ διὰ τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Πρέπει νὰ συντελέσωμεν νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν οὕτω τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσι καὶ προσφέροντες ὑπηρεσίας· διατί νὰ τοὺς ἀποστρατεύωμεν;
§78Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ τῶν ὑπογραμματέων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν προαγωγὴν περιμένουσιν οὔτε αὔξησιν μισθοῦ καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Νομίζω ὅτι τὸ 68 εἶναι κατάλληλον ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς.
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπρότεινε σχετικὴν τροποποίησιν ὡς πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσηγηθὲν νομοσχέδιον τίθεται ἓν ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τὰ μέλη δηλαδὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν πρόεδρον καὶ εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἕτερον διὰ τοὺς λοιπούς. Ἡ διαστολὴ αὕτη δὲν ἠδυνήθην ἀκριβῶς νὰ ἐννοήσω ποῖον ἔχει τὸ ἔρεισμα. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου φέρεται σχετικῶς ὅτι ἡ ζημία ἡ ὁποία προσγίνεται ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων εἰς τὸ 60ὸν ἔτος εἶναι ἐλάσσων, ἀλλ’ ἡ ζημία δὲν πρέπει νὰ τεθῇ, νομίζω, ὡς βάσις τῆς διακρίσεως, ἐφ’ ὅσον ὡς ζημίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐννοεῖ τὴν ὑλικὴν τοιαύτην, τὴν ἐκ τοῦ μισθοῦ.
§80Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὴν ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας ἐννοῶ.
§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε τὴν ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ θέσητε ὡς πρὸς πάντας ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνώτερον ὅριον, διότι, ἂν γίνηται ζημία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν, δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἀποχώρησις. Ὑποθέτω ὅτι ὡς βάσιν ἡ ἀποχώρησις ἔχει τὸ ἀντίθετον, ὅτι, ἂν παραμένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ δικασταί, εἶναι ζημία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὄχι ὅτι ἡ ἀποχώρησις εἶναι ζημία, διότι ἀκριβῶς τὸ ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἰσόβιοι σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ παραμένωσιν ἐνόσῳ ζῶσιν, ἀλλὰ διότι εἶναι δυνατόν, ὅταν φθάσωσιν εἰς ἓν ὡρισμένον ὅριον ἡλικίας, νὰ μὴ εἶναι ἐπαρκεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τοῦτο τίθεται τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀκριβῶς δηλ. διὰ νὰ μὴ γίνηται ζημία ἐκ τῆς παραμονῆς των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν δύναται κἂν νὰ νοηθῇ ὅτι ἀποχωροῦσιν οἱ δικασταὶ ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας πρὸς ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ μόνη ζημία εἶναι ἡ ὑλική, καθόσον καὶ ἀποχωροῦντες μισθοδοτοῦνται. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν κανονισμὸν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῆς ἀποχωρήσεως, ὅπερ θὰ κριθῇ ἀναλόγως τῆς φύσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἐπηρεασμοῦ ὃν ἀσκεῖ ἡ ἡλικία κατὰ κανόνα εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀσκοῦντος αὐτὴν ὑπαλλήλου. Καὶ ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀνεξαρτήτως βαθμῶν εἶναι περίπου ἡ αὐτὴ θὰ ἔπρεπεν ἴσως ἓν ὅριον ἡλικίας νὰ τεθῇ γενικῶς ὡς πρὸς πάντας, ὡς καὶ ἄλλαι ξέναι νομοθεσίαι ἔπραξαν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδεὶς λόγος ὑφίσταται διακρίσεως ὁρίου ἡλικίας μεταξὺ εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ὧν ἡ ὑπηρεσία εἶναι καθ’ ὅλα ἡ αὐτή, μᾶλλον δὲ περιωρισμένος εἶναι ὁ κύκλος τῆς ἐνεργείας τῶν ἀντεισαγγελέων, οἵτινες, τιθεμένου ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς εἶναι ἐπαρκεῖς εἰς ἡλικίαν 70 ἐτῶν, δέον νὰ θεωρηθῶσιν ἐπίσης ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των μέχρι τῆς αὐτῆς ἡλικίας. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποθέτω ὅτι θὰ δεχθῇ ἂν μὴ γενικώτερον νὰ τεθῇ ἓν ὅριον ἡλικίας ἀποχωρήσεως ἁπάντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, πάντως νὰ τροποποιηθῇ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσηγηθὲν νομοσχέδιον συμφώνως πρὸς τὰ ὑποδειχθέντα καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ τεθῇ, τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας ὡς ὅριον ἀποχωρήσεως καὶ διὰ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν.
§82Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅσον ἀφορᾷ διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς, ἀφοῦ τὸ εἶδος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπογραμματέως εἶναι τοιοῦτον ὥστε νὰ μὴ ἐξαντλῶνται τόσον πολὺ εἰς ἡλικίαν 65 ἐτῶν, νὰ ὁρίσῃ ὅριον μεγαλείτερον. Ὑπάρχουσι καὶ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ ἀτύχημα ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ καὶ ὁλόκληρον τὴν ἐνεργητικότητά των κατέτριψαν εἰς αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῶσιν ἀπροστάτευτοι ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ ἀπέναντι τῶν τόσων κόπων των τοῖς δοθῇ τοὐλάχιστον αὐτὴ ἡ χάρις καὶ αὐξηθῇ δι’ αὐτοὺς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.
§83Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Καὶ ἐγὼ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως αὐξηθῇ τὸ ὅριον τῶν ὑπογραμματέων, ἀφοῦ αὐξάνεται διὰ τοὺς ὑποθηκοφύλακας, οἱ ὁποῖοι φυλάττουσι περιουσίας πολὺ μεγάλας.
§84ΗΛΙΑΣ ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἡ ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας ἀποχώρησις τοῦ δικαστοῦ λόγῳ τῆς μειώσεως τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ ἄνθρωπος προϊόντος τοῦ χρόνου. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁ χρόνος σέβεται τὰ ἀξιώματα καὶ ἄλλας παράγει συνεπείας ὡς πρὸς τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους, καὶ ἄλλας ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, ἄλλας ὡς πρὸς τοὺς δικαστὰς τῆς μέσης τάξεως καὶ ἄλλας ὡς πρὸς τοὺς ἀνωτέρους. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει μείωσιν εἰς τοὺς ἐφέτας, τοὺς ἄγοντας τὴν ἡλικίαν τῶν 65 ἐτῶν, δὲν ἐπάγεται τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα εἰς τοὺς ἀρεοπαγίτας, διότι σέβεται τούτους καὶ πρέπει νὰ διανύσῃ τις μακρότερον χρονικὸν διάστημα, ὅταν εἶναι ἀρεοπαγίτης, διὰ νὰ ὑποστῇ τὴν μείωσιν αὐτήν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἀντὶ ὅλων τῶν συζητήσεων, σκοπιμώτερον θὰ ἦτο, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῆς ἡλικίας, ἡ ὁποία ἐπιφέρει ἐξάντλησιν καὶ ἐξασθένησιν, κανονίζων ἓν ὅριον ἡλικίας δι’ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους.
§85ΧΡ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Δὲν ἀποδίδω μεγάλην σπουδαιότητα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας ἀπὸ καθαρῶς δικαστικῆς ἀπόψεως. Εἴτε 65 ἐτῶν εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, εἴτε 70 ἐτῶν, ἡ ὑπηρεσία ἡ δικαστικὴ δὲν τρέχει τὸν κίνδυνον οὔτε νὰ ὠφεληθῇ οὔτε νὰ ζημιωθῇ. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι τὸ πρᾶγμα μᾶλλον κοινωνικὴν σπουδαιότητα ἔχει παρὰ δικαστικήν. Ἐκ συνταγματικῆς ὑποχρεώσεως καὶ ἐκ συμφέροντος ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ὁρίσωμεν ὅριον ἡλικίας. Τὸ διάστημα τῆς πενταετίας μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιρροὴν εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἐὰν ἁρμονικώτερον ἠθέλομεν σκεφθῆ, δὲν θὰ ἐδυσκολευόμεθα νὰ καταλέξωμεν ὡς πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀνωτέρω δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν. Τὴν ἀνάγκην ὅμως τῆς αὐξήσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας θεωρῶ αἰσθητοτάτην, προκειμένου περὶ τοῦ σώματος τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραμματέων, διότι εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 65 ἐτῶν περιλαμβάνεται μέγα μέρος τῶν δικαστικῶν τούτων ὑπαλλήλων. Φοβοῦμαι μὴ ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δημιουργήσῃ κενὰ δυσαναπλήρωτα εἰς τὰ δικαστικὰ γραφεῖα. Καὶ παραδέχομαι μὲν ὅτι πάντοτε οἱ ὑπογραμματεῖς πρέπει νὰ ἔχωσι νεωτέραν ἡλικίαν τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ μὴ ἐκτείνωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ περιλάβωμεν ἐν τῇ σκοπουμένῃ ῥυθμίσει καὶ τοὺς ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντας δικαστικοὺς γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς. Νομίζω ὅτι λόγοι ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης ἐπιβάλλουσιν, ἵνα διὰ μιᾶς μεταβατικῆς διατάξεως προφυλάξωμεν ἀπὸ τοῦ μικροῦ ὁρίου ἡλικίας τοὺς ὑπηρετοῦντας ἤδη δικαστικοὺς γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς. Θὰ ἦτο προσῆκον ν’ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα χρόνον, ἵνα βαθμηδὸν ἔλθωσιν ἄλλοι καὶ μὴ ἐρημωθῶσιν ἀποτόμως τὰ δικαστικὰ γραφεῖα. Θεωρῶ ὅτι ἡ συζήτησις μεγαλειτέραν ἔχει σημασίαν προκειμένου περὶ τῶν ὑπογραμματέων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ἤδη διατελοῦντας ὑπογραμματεῖς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐν τῷ μέλλοντι νέους δικαστικοὺς ὑπογραμματεῖς, ἂς ἰσχύσῃ ἡ ὑπὸ ἐπιψήφισιν ὀργανικὴ διάταξις τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν 65 ἐτῶν.
§86Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς πρὸς τοὺς συμβολαιογράφους καὶ φύλακας τῶν ὑποθηκῶν, φρονῶ ὅτι τὸ 75 ὅριον εἶναι μικρότατον ὅριον.
§87Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι.
§88Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φαντάζομαι, Κύριοι, ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν 75 ἐτῶν καὶ ὅτι ἔδει νὰ ἀναβιβασθῇ. Οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ φύλακες τῶν μεταγραφῶν ἀσκοῦσι μὲν τὰ ἔργα των ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀναβιβάσωμεν τὸ ὅριον τῶν 75 ἐτῶν, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον καθιεροῦται ἐξαιρετικῶς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τῶν ὑπογραμματέων τὸ ὅριον πρέπει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὰ 68 ἔτη, ὥστε μόνον ἡ ἡλικία τῶν 68 νὰ εἶναι κώλυμα διὰ τὴν τακτικὴν ἄσκησιν τῶν ἔργων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς κυριωτέρας διατάξεως, τῆς παραγράφου τρίτης τοῦ ἄρθρου, ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 θέτομέν τι τεκμήριον τῆς ἀνικανότητος ἕνεκεν ὁρίου τινὸς ἡλικίας, τὰ ὁποῖα προσδιορίζομεν εἰς 70 ἔτη διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας καὶ 65 ἀπὸ ἐφέτου καὶ κατωτέρω. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα στηρίζονται εἰς ἓν πλάσμα, εἰς τὸ τεκμήριον ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ φθάσας εἰς τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα τὴν σωματικὴν καὶ πνευματικὴν διὰ ν’ ἀσκήσῃ τὰ ἔργα του καὶ μάλιστα ἔργα δικαστικά. Προκύπτει λοιπὸν ἡ ἕνεκα καταπτώσεως τῶν δυνάμεων ἀνεπάρκεια ἐκ τῆς παρελεύσεως ἐτῶν τινων, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος· ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ἀνεπάρκειαν ἔχομεν νενομοθετημένην διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου καὶ τῆς τελευταίας παραγράφου, διότι ἡ τελευταία παράγραφος λέγει (ἀναγινώσκει)· «Καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἄνω ὁρίου προβεβηκυῖα ἡλικία συνεπαγομένη ἀδυναμίαν πρὸς προσήκουσαν ἐκπλήρωσιν δικαστικῶν καθηκόντων οἱουδήποτε τῶν εἰς τὴν αʹ παράγραφον ὑπαλλήλων ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὴν νόμιμον λόγον ἀποχωρήσεως κτλ.». Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πάροδος τῶν ἐτῶν δύναται εἰς ἄλλα μὲν ἄτομα νὰ φέρῃ πραγματικὴν ἐξάντλησιν καὶ ἀνεπάρκειαν καὶ ἀδυναμίαν, εἰς ἄλλα δέ, προνομιοῦχα ἐκ φύσεως, δύναται νὰ μὴ φέρῃ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Εἶναι λοιπὸν ἐνδεχόμενον πρωτοδίκης φθάσας εἰς τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας του νὰ εἶναι ἀκμαιότατος, νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ἱκανότητα διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων· τοὐναντίον δὲ ἀρεοπαγίτης, φθάσας εἰς τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐπάρκειαν αὐτήν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν ὡς ἀπόλυτον ἀλήθειαν τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον θέτει ὁ νόμος, διότι τὸ θέτει ὡς πλάσμα, καὶ ὡς τεκμήριον. Ἔχομεν δὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον καθ’ ἣν εἶναι δυνατόν, ἐκ λόγων ἀνεπαρκείας σωματικῆς καὶ πνευματικῆς, καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου τοῦ ὁρίου ν’ ἀποχωρήσῃ ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ἕνεκεν ἀνεπαρκείας. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀδίκημα καὶ διὰ τὸν δικαστὴν καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην νὰ νομοθετήσωμεν καὶ τὸ δεύτερον ὅριον τοῦ 1 ἄρθρου, τῶν 65 ἐτῶν.
§89ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος, κύριε Πρόεδρε, ἀσπάζομαι καὶ ἐγώ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ὅριον τοῦτο, ἀφοῦ διὰ τοῦ προκειμένου ἄρθρου ἔχει δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ παύσῃ λόγῳ ἀνεπαρκείας τοὺς μὴ χρησίμους, νὰ κρατῇ δὲ μέχρι τῶν 70 τοὺς χρησίμους. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀφοῦ ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις ἀνεπαρκείας.
§90Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν διάταξιν τὴν εἰδικήν, διότι ἐκ πείρας εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι πολλάκις διστάζουσι νὰ ἐφαρμόζωσιν οἱ ἁρμόδιοι τοιαύτας διατάξεις, πρὸ παντὸς δ’ ὅταν πρόκειται περὶ ὁρίου ἡλικίας σχεδὸν δὲν ἐφαρμόζονται. Τοῦτο δὲ λέγει καὶ Γερμανὸς συνάδελφός τις δικαστὴς εἰς τι περιοδικὸν ἐξ οὗ προῆλθε καὶ ἡ διάταξις.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον συνεβουλεύθητε ὁρίζει γενικὸν ὅριον ἡλικίας, παραπέμπει δὲ εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον καὶ εἰς ἄλλας νομοθεσίας, αἵτινες ὁρίζουσι τὸ 70ὸν ἔτος. Ἐὰν ἐλάβετε αὐτὸ ὡς βάσιν, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀκολουθήσητε καθ’ ὅλα.
§92Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἀναμφισβητήτως παρέχει τεκμήριον ἀνικανότητος, τὸ τεκμήριον δὲ τοῦτο δὲν εἶναι πλασματικὸν ἀτυχῶς, ἀλλ’ εἶναι ἀληθές. Καὶ δύναταί τις ἐξ ἀμέσου πείρας, ὅτε ἔκαμψε τὴν μέσην ἡλικίαν, νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν ἰδίων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουσι νὰ ὑπολείπωνται. Συνεπῶς τὸ τεκμήριον εἶναι ἐκ τῶν πραγματικῶς ἀληθῶν. Ἄλλο τι ὅμως ἐπεθύμουν νὰ παρατηρήσω. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τίθεται ἐν τῷ νόμῳ ἀνάλογον τοῦ βαθμοῦ, ἐνῷ ἴσως τὸ ἀντίθετον θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ· νὰ τεθῇ ἀντιστρόφως ἀνάλογον. Ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον π. χ. ὅτι εἷς ἀρεοπαγίτης ἢ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις καλεῖται ν’ ἀπασχοληθῇ εἰς σοβαρώτερα ζητήματα, χρειάζεται ἀκμαιότητα καὶ ἰσχυροτέρας πνευματικὰς δυνάμεις. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὁρίζει νὰ εἶναι ἀνώτερον τοῦ τοῦ πρωτοδίκου, ὁ ὁποῖος ἁπλούστερα ζητήματα λύει. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει δικαιολογίαν εἶναι τὸ ὅριον διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς. Οὗτοι ἔχουσιν ὅλως διόλου τεχνικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐνασκῶσι καὶ συγχρόνως νὰ ὁμιλῶσι καὶ νὰ σκέπτωνται περὶ ὅλων τῶν συντρεχόντων ζητημάτων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ διανοητικὴ ἀνικανότης καὶ ἡ ὑπαλληλικὴ ἱκανότης νὰ παραμείνῃ ἀκμαία. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς δυσκολεύεται νὰ δεχθῇ τροπολογίαν ἐκ τοῦ ὅτι ἠκολούθησε τὴν ἀναλογίαν βαθμοῦ καὶ ὁρίου, τὸ σπουδαιότερον ὅμως διὰ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς τροπολογίας εἶναι ὅτι θὰ ἦτο δυσαρμονία νομογραφικὴ νὰ τάξῃ τις τοὺς ὑπογραμματεῖς μαζὶ μὲ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν εἰς αὐτὸ μόνον ἔπρεπε ν’ ἀφομοιωθῶσι μὲ τοὺς ἀνωτέρους, ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ τοῖς κάμῃ τὴν χάριν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν εὑρίσκω οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἐφ’ ὅσον τὸ ἔργον τῶν ὑπογραμματέων εἶναι ἐντελῶς μηχανικὸν καὶ δύναται ὑποδεεστέρας ἢ ἀτονωτέρας διανοίας ἄνθρωπος νὰ ἐξασκήσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον θαυμάσια.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§94Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἔχει σφηνωθῆ ἐν μέσῳ τῶν διατάξεων περὶ ἀνεπαρκείας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταφερθῇ μετὰ τὸ ἄρθρον 10.
§95Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§96Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, περὶ τῶν προέδρων τῶν Ἐφετῶν, διότι σήμερον μὲ τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια καὶ οἱ ἀρεοπαγῖται ἀποτελοῦσι μέλη τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου μετὰ τῶν προέδρων τῶν Ἐφετῶν.
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνέκαθεν αὐτὸ ἐγίνετο.
§98Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρουσιάζεται μία εὐκαιρία σήμερον καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω τὴν γνώμην τώρα μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ μὲ τὴν δημιουργίαν τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται, νὰ ὑπαχθῇ καὶ ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν ἐκεῖ ἔνθα ὑπάγονται καὶ οἱ ἀρεοπαγῖται καὶ οὕτω λύεται τὸ ζήτημα αὐτό.
§99Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν βραχεῖαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐν σχέσει πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2. Κατ’ αὐτὴν ἐκ τῶν ἐχόντων τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον ἐκλέγει τοὺς προακτέους, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἀρχαιότητος, οὕτως ὥστε μεταξὺ ἰσοδυνάμων προτιμᾶται ὁ ἀρχαιότερος. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἐρωτῶ· ποῖον εἶναι τὸ δυναμόμετρον διὰ νὰ κρίνωμεν, ὅτι τὸ συμβούλιον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἀρχαιότητος; Ἐφ’ ὅσον τὸ συμβούλιον εἶναι κυρίαρχος κριτὴς τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ τιθεμένων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀποφαίνεται κυριαρχικῶς περὶ τῶν προακτέων, ἡ παρεμβολὴ τῆς διατάξεως περὶ ἀρχαιότητος παρέλκει. Δὲν ἔχομεν τὸ μέτρον, δὲν ἔχομεν τὸν γνώμονα διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν, ἂν κατὰ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισε τὸ συμβούλιον προτεῖνάν τινα ὡς προακτέον, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ στοιχεῖον τῆς ἀρχαιότητος καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλωμεν τοιαύτην διάταξιν, ἡ ὁποία φαίνεται μειοῦσα τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸ Ἀνώτατον δικαστικὸν Συμβούλιον, ἵνα κρίνῃ περὶ τῶν προακτέων.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§101Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν εἰσάγονται εἰδικαὶ ἐπιθεωρήσεις ἢ γενικαί;
§102Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου εἰδικαί, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἀνεπαρκείας. Ἀλλά, ἂν θελήσωμεν νὰ διατάξωμεν ἐπιθεωρήσεις δι’ ὅλους τοὺς δικαστάς, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν γενικάς. Ἡ ἔννοια ὅμως εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ εἰδικῶν ἐπιθεωρήσεων.
§103Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν εἰσήγετο παρ’ ἡμῖν τὸ σύστημα, τὸ ὑποχρεωτικόν, γενικῶν ἐπιθεωρήσεων, ἀλλὰ κατὰ χρονικὰ διαστήματα, ὄχι ὅπως ὑπῆρξε γνώμη, μικρά, διότι ὑπάρχει ἐκ τούτου καὶ κίνδυνος ν’ ἀσκηθῇ τρομοκρατία κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ κατὰ μακρότερα διαστήματα 3, 4 ἢ 5 ἐτῶν, τὸ σύστημα τοῦτο, ἐνῷ θ’ ἀπέδιδε καλὰ ἀποτελέσματα, θ’ ἀπέδιδεν ἅμα καὶ τὸ σπουδαῖον ἀρνητικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι, ὅταν τὸ δικαστικὸν σῶμα ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι οὐχὶ μόνον εἰς εἰδικὰς περιστάσεις θὰ γίνεται ἐπιθεώρησις, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ γενικὴ ἐπιθεώρησις παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἢ τῶν ἀπεσταλμένων αὐτοῦ, καθ’ ἣν θὰ κριθῇ ὁ δικαστής, ὄχι τυπικῶς περὶ τοῦ ἂν ἐκπληροῖ ἀκριβῶς τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ θὰ κριθῇ ἡ δικαστικὴ ἐπάρκεια ἢ ἀνεπάρκεια αὐτοῦ, θὰ ἔχωμεν ἐκ τούτου λίαν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τῶν κατὰ μακρὰ χρονικὰ διαστήματα γενικῶν ἐπιθεωρήσεων εἰσαγόμενον θέλει ἀποτελέσει ἰσχυρὸν ἐλατήριον πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλάδου, χωρὶς βεβαίως ν’ ἀποκλεισθῶσιν αἱ εἰδικαὶ ἐπιθεωρήσεις, ὁσάκις παρουσιασθῇ εἰδικὴ ἀνάγκη.
§104Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἄρθρου ἐλαττοῦνται αἱ ἐγγυήσεις τῆς κοινωνίας περὶ τῆς ἐπαρκείας ἑκάστου τῶν δικαστῶν, διότι ἀναμιμνῄσκομαι τὰς ἑξῆς περιστάσεις. Ὅταν ὁ ἐνεργήσας εἴτε τὴν εἰδικὴν εἴτε τὴν γενικήν, ὅπως θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπιθεώρησιν θεωρήσῃ, ὅτι ὁ ὑποστὰς τὴν ἐπιθεώρησιν δικαστὴς εἶναι ἀνεπαρκής, κατόπιν δὲ οἱ τρεῖς ἐκ τῶν δικαστῶν εἴτε τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἴτε τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν θεωρήσωσιν ὅτι εἶναι ἐπαρκής, τότε ἡ ἐπάρκεια τοῦ δικαστοῦ δὲν τίθεται πλέον ὑπὸ τὴν κρίσιν οὐδενὸς ἄλλου, ἐνῷ, ἂν ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δικαστοῦ ἐκρίνετο παρὰ τῆς ὁλομελείας εἴτε τοῦ Ἐφετείου εἴτε τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἀναμφιβόλως καὶ ἡ κοινωνία θὰ εἶχε μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἐπαρκείας ἑνὸς δικαστοῦ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ τρεῖς δικασταί, μεταξὺ τῶν ὁποίων, προκειμένου περὶ τῶν ἐφετῶν, συγκαταλέγεται καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου, νὰ θεωρήσωσιν ἕνα δικαστὴν ἐπαρκῆ, ἀλλὰ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἴτε τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν νὰ τὸν ἐθεώρουν ἀνεπαρκῆ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ κρίσις τῆς ἐπαρκείας ἑκάστου δικαστοῦ δὲν εἶναι πλήρης, ἢ τοὐλάχιστον αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ κοινωνία δὲν εἶναι πλήρεις. Διὰ τοῦτο θὰ προετίμων ἡ κρίσις περὶ τῆς ἐπαρκείας νὰ μὴ περιωρίζετο εἰς τοὺς τρεῖς ἀρεοπαγίτας ἢ ἐφέτας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐπαρκείας νὰ κρίνῃ εἴτε ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου εἴτε τοῦ Ἐφετείου.
§105Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πῶς θὰ ἐπιληφθῇ ἡ ὁλομέλεια;
§106Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν.
§107Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν εἶναι ἐντελῶς ἀπαλλακτική;
§108Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ Συμβουλίου.
§109Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οἱ τρεῖς θὰ εἴπωσιν, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ.
§110Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἄν εἴπωσιν ὅτι εἶναι ἐπαρκής;
§111Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ σταματήσωμεν τότε, μένει ὅμως καὶ πάλιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ κρίσις, ἂν διαφωνῇ, νὰ εἰσαγάγῃ τὸν κρινόμενον εἰς τὸ Συμβούλιον.
§112Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὑπάρχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 8, ἀλλὰ σπανιώτατα ὁ Ὑπουργὸς θὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ὅταν τρεῖς δικασταὶ ἀποφανθῶσιν ὅτι εἶναι ἐπαρκής. Δυνατὸν ὅμως εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἢ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν νὰ ὑπάρχωσι 4 ἢ 5 δικασταί, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ καὶ νὰ ἔχωμεν οὕτω βεβαιωμένην μίαν ἀνεπάρκειαν τοῦ δικαστοῦ. Εἶμαι διὰ τοῦτο κατὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ τὸ καταψηφίσω.
§113Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Φρονῶ ὅτι ὡς ἔχει διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔδει νὰ παρεῖχε. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν ἥτις κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας. Ὡς γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ἂν ἓν μέλος τῆς τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, ὁ ἀρεοπαγίτης, μεταβῇ εἰς Πάτρας λ. χ. πρὸς ἐνέργειαν ἐκεῖ ἀνακρίσεων, βεβαίως τὸ δικαστικὸν ἐκεῖνο μέλος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου θέλει μορφώσει τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ ἐκ τῶν εἰσηγήσεων αἵτινες θὰ γίνωσι πρὸς αὐτὸν ἐν Πάτραις. Καὶ τίνας ἐκεῖ θὰ συναντήσῃ; Μέλη τοῦ δικαστικοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ἐκεῖ, εἴτε λόγῳ προσωπικῶν παθῶν εἴτε ἕνεκεν ἑτέρων λόγων, δύναται νὰ ἔχῃ ἀντιπαθείας μεταξὺ τῶν συναδέλφων του, ὅτε αἱ εἰσηγήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ἀρεοπαγίτην δὲν θὰ εἶναι αἱ προσήκουσαι. Οὕτως ὁ ἀρεοπαγίτης θὰ μορφώσῃ τὴν πεποίθησίν του ἐκ τῶν εἰσηγήσεων τὰς ὁποίας ἐμόρφωσεν ἐκεῖ ἐπιτοπίως, οἱ ἕτεροι δὲ δύο συνάδελφοί του, μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξ ἁβρότητος πρὸς αὐτὸν δὲν θὰ θελήσωσι νὰ διαφωνήσωσι πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὡς εἰσηγητὴς ὑποβάλλει. Γνωρίζετε πάντες, μάλιστα δὲ οἱ μεταξὺ ὑμῶν δικηγόροι, ὅτι τοῦ ἑνὸς πάντοτε ἡ γνώμη ἀποτελεῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐδῶ. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ φέρει τὰ στοιχεῖα τῆς ἀνεπαρκείας διὰ τὸν ὑπὸ κατηγορίαν διατελοῦντα δικαστήν, ἀναμφισβητήτως οἱ συνάδελφοί του, λόγῳ ἐπαγγελματικῆς ἁβρότητος, θὰ συμφωνήσωσι πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος. Ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζει πολλὰ παραπτώματα. Ἐὰν ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ ἀρεοπαγίτης λόγῳ ἀδυναμίας, διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι καὶ ὁ ἀρεοπαγίτης εἶναι ἄνθρωπος, ἔχει σχέσεις μετὰ δικαστῶν, ἢ πέντε μέλη τῆς ὁλομελείας, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ἔχουσι συγγενεῖς, φίλους, δεσμούς, σχέσεις κοινωνικὰς μετὰ τῶν πέντε τούτων μελῶν τῆς ὁλομελείας, κηρυχθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀνεπαρκείας, οἱ δὲ ἄλλοι πέντε ὑπὲρ τῆς μὴ ἀνεπαρκείας, δὲν φρονεῖτε ὅτι τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ μῆνιν διὰ τοὺς πέντε ἢ ἑπτὰ οἱ ὁποῖοι θὰ κηρυχθῶσιν ὑπὲρ ἢ κατὰ καὶ θὰ ἔχῃ συνεπείας ὀλεθρίας διὰ τοὺς τυχὸν εἰς τὸ μέλλον ὑποπεσόντας εἰς σφάλματα τοιαῦτα ὥστε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου; Καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας ζητοῦμεν. Φρονῶ δ’ ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν παρέχονται μεγαλείτεραι ἐγγυήσεις, διότι ὅλων βεβαίως ἡ μόνη προσπάθεια εἶναι, ὅπως φρουρήσωμεν πρὸ παντὸς τοὺς ἱκανοὺς καὶ παταχθῶσιν ἀσφαλῶς οἱ ἐν ἀνεπαρκείᾳ εὑρισκόμενοι. Ἐὰν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἐφετείου ἤθελεν ἐπιληφθῇ τῆς ἐκδικάσεως τῶν κατηγοριῶν τῶν οὕτω κατηγορουμένων, φρονῶ ὅτι θὰ ἐξησφαλίζοντο περισσότεραι ἐγγυήσεις, διότι τὸ Ἐφετεῖον ἐποπτεύει, ἐφορεύει, ἀλλὰ καὶ παρακολουθεῖ τὴν ἐνέργειαν παντὸς δικαστοῦ καὶ δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ συλλέξῃ τὰς πληροφορίας καὶ τὰ πορίσματά του ἐκ τῶν δρόμων.
§114Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς θὰ γνωρίζῃ τὸ Ἐφετεῖον τοὺς δικαστὰς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι διωρισμένοι εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τῆς περιφερείας του;
§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οἱ ἐφέται τοὺς γνωρίζουσιν, ἐὰν θελήσωσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκει τὴν τροπολογίαν μου ἀνταποκρινομένην εἰς τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως ταύτης, νὰ δεχθῇ αὐτήν.
§116Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ μεταξὺ μέχρι τῆς δευτέρας κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ σκεφθῇ περὶ γενικωτέρας τινὸς ἐπιθεωρήσεως, ἔστω καὶ κατὰ μικρότερον χρόνον, ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δ. Γκλαβᾶ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου συναινέσει τῆς Βουλῆς). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§117Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί· ἡ ἀντίληψις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν, ὅτι εἶναι κατώτεροι δικασταί, ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ ἀντίληψις αὕτη κατ’ ἐμὲ εἶναι πεπλανημένη εἰς ἄκρον καὶ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλας ζημίας εἰς τὴν δικαιοσύνην ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνῷ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους δικαστὰς τοὺς ἄνω τῶν εἰρηνοδικῶν λαμβάνει τὴν ἐγγύησιν ν’ ἀποφαίνηται περὶ αὐτῶν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διὰ τοὺς εἰρηνοδίκας θεωρεῖ ἀρκοῦσαν ἐγγύησιν ν’ ἀποφανθῶσιν οἱ δύο δικασταὶ καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου. Ἀφήνω ὅτι τοῦτο εἶναι μία μείωσις τοῦ ἠθικοῦ τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ καὶ ἐλαττοῦται καὶ κατὰ τοῦτο ἡ ἐγγύησις ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ περὶ τῆς ἐπαρκείας ἑκάστου εἰρηνοδίκου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον φρονῶ ὅτι εἶναι δυσμενὴς ἡ διάταξις διὰ τὸν εἰρηνοδίκην. Γνωρίζετε πάντες ὅτι εἰς τὰς πόλεις ὅπου τὰ Ἐφετεῖα κατοικοῦσι καὶ διάφοροι ἐμπορευόμενοι εἴτε πολιτευόμενοι, εἴτε δικηγόροι ἢ ἄλλα ἀσκοῦντες ἐπαγγέλματα, καταγόμενοι δὲ ἐκ τῶν δήμων εἰς οὓς ὑπηρετοῦσιν εἰρηνοδίκαι· γνωρίζετε πόσον προχείρως σχηματίζονται εἰς κύκλους καὶ κάμνουσι κρίσεις περὶ τῶν δικαστῶν τούτων εἴτε δυσμενεῖς εἴτε εὐμενεῖς. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ κριταὶ πρέπει ν’ ἀπέχωσι πολὺ τοῦ κρινομένου. Ὁ κριτὴς πρέπει πάντοτε ἐξ ἀπόπτου ν’ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ κρινομένου.
§118Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ κρίσις ἀπόκειται εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἐφετείου.
§119Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἀποβλέπω μόνον εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν. Ἀποβλέπω καὶ εἰς τὴν ἐπάρκειαν, καὶ ἡ ἐπάρκεια θὰ κρίνηται πάντοτε ὑπὸ δύο μελῶν τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Τοῦτο σᾶς διαφεύγει πάντοτε καὶ ὅμως τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι πρῶτον περὶ τῆς ἐπαρκείας, ἡ δὲ κοινωνία περὶ τούτου ἐνδιαφέρεται πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ὅτι ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος δικάζει καὶ ἀπονέμει τὸ δίκαιον, εἶναι ἐπαρκής. Δὲν ἔχει δ’ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ὅτι εἶναι ἐπαρκής, ὅταν θὰ κρίνωσι περὶ αὐτοῦ μόνον δύο ἐφέται μετὰ τοῦ προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ὁ λόγος δὲ τὸν ὁποῖον δυνατὸν νὰ προβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἔχει τόσας ἐργασίας, ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀπασχοληθῇ μὲ τὴν κρίσιν καὶ περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν, δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρός, διότι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἐνισχύσεως τῆς δυνάμεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀσφαλίζοντες ὁπωσδήποτε τὴν ἐπάρκειαν τοῦ εἰρηνοδίκου μὲ ἐγγυήσεις κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἴσας πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας λαμβάνομεν διὰ πάντα ἄλλον δικαστήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§120Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδῶ λέγει· «οἱ μάρτυρες ἐξετάζονται διὰ χειραψίας». Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἐνόρκως.
§121Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§122Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ διαδικαστικὸν μέρος παρατηρῶ ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς πρώτης παραγράφου λέγεται· «ὁ ὑπάλληλος εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἐπιθεώρησις, δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων». Ἀλλὰ, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι θὰ συντάσσηται ἔκθεσις ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ τὸν ὑπάλληλον ἀκατάλληλον, ἡ ἔκθεσις αὕτη δέον νὰ γνωσθῇ κατ’ ἐπίσημον τρόπον εἰς τὸν ὑπάλληλον. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐλάμβανε γνῶσιν ὁ ὑπάλληλος κοινοποιουμένης ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τῆς ἐκθέσεως εἰς αὐτόν, διότι δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον πάντοτε εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ὑπαλλήλου, ὁσάκις γίνεται εἰδικὴ ἐπιθεώρησις περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ ἰδίᾳ, νὰ λαμβάνῃ ἄλλως γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως, διότι αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν θὰ νομίζῃ τὸν ἑαυτόν του πολὺ ἐπαρκῆ καὶ δὲν θὰ τῷ ἐπιτρέπῃ ἡ φιλοτιμία νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν, ἂν αὕτη τὸν κρίνῃ μὴ ἐπαρκῆ. Διὰ τὸ διαδικαστικὸν λοιπὸν μέρος, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ ἦτο καλλίτερον, ἂν ἐκοινοποιεῖτο ἡ ἔκθεσις πρὸς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, ὁσάκις αὕτη τὸν κρίνει ἀνεπαρκῆ, ἵνα δύναται νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις.
§123Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Συνεχίζω τὴν σκέψιν τοῦ κ. συναδέλφου καὶ παρατηρῶ ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 5 καθιεροῦται ἓν εἶδος φανερᾶς ἀνακρίσεως, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπὸ ἐξέτασιν δικαστικὸν ὑπάλληλον νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ πολὺ φιλελευθέρου ἀληθῶς πνεύματος ἐνεπνεύσθη ὁ νομοθέτης ἵνα παράσχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονας ἐγγυήσεις εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον. Ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος ἵνα διαγνωσθῇ ἡ ἐπάρκεια ἢ μὴ ἐπάρκεια τοῦ ὑπαλλήλου, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ ἐπάρκεια δὲν θὰ κριθῇ μόνον ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ συμπεριφέρεσθαι ἢ καὶ ἐκ τῆς χαλαρᾶς τυχὸν ἀντιλήψεως τῶν ὅρων εὐπρεπείας. Θὰ εἶχον τὴν γνώμην λοιπόν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμιζε κατ’ ἀρχὴν σκόπιμον νὰ ἐλάμβανε ταῦτα ὑπὸ σημείωσιν, νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ ἕνα τρόπον, ὥστε καὶ ἡ φανερότης τῆς ἀνακρίσεως νὰ μὴ εἶναι τόσον εὐρεῖα καὶ νὰ δοθῇ μείζων ἐλευθερία εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀποστελλομένου ἑκάστοτε πρὸς ἐπιθεώρησιν. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εἶναι κατάλληλον νὰ ἔλεγον ὅτι αἱ μαρτυρίαι οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἐνόρκως, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλ’ οὐδὲ διὰ χειραψίας οὐδὲ νὰ εἶναι κἂν ἐπίσημοι. Ὁσάκις, κύριε Πρόεδρε, μεταβῇ εἷς ἐπιθεωρητὴς καὶ ζητήσῃ μαρτυρίας θετικάς, σαφεῖς, θὰ εὑρεθῇ πρὸ πολιτῶν οἱ ὁποῖοι ἢ δὲν συναισθάνονται τὸ καθῆκόν των—καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δὲν εἴμεθα πολὺ προηγμένοι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ὥστε ἕκαστος νὰ νομίζῃ καθῆκόν του νὰ καταγγέλλῃ ὅ,τι γνωρίζει— θὰ εὑρεθῇ λοιπόν, ὡς ἔλεγον, πρὸ τοιούτων πολιτῶν ἐχόντων τοιαύτην ἀντίληψιν, ὁπότε ὁ ὅρκος θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ ψευδορκήσωσιν, ἢ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν μαρτυριῶν νὰ βεβαιωθῇ ἀντικειμενικῶς ἀνεπάρκεια, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἑπόμενον νὰ ἐμφανίζηται ἐν χαρακτηριστικῇ εἰκόνι, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ὑπὲρ ταύτης ἀπόδειξις. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι τοῦτο θέλει ἐπεξήγησίν τινα. Θὰ ἔλεγον, παραδείγματος χάριν, ἐὰν ὁ ἐπιθεωρητὴς μεταβῇ—καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς κατὰ πᾶν τεκμήριον εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας, καὶ πεῖραν ἔχει καὶ ἀντίληψιν καὶ τίμιος εἶναι καὶ ἠθικός, διότι, ἐὰν ταῦτα δὲν συντρέχωσιν, ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ καμμιᾶς βάσεως—ἐὰν λοιπόν, λέγω, ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς ὁ ἔχων περὶ ἑαυτοῦ αὐτὰ τὰ τεκμήρια μεταβῇ μὲ δικαιοδοσίαν, οὗτος βεβαίως θὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἴδιος μίαν ἀντίληψιν. Ἐὰν εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐδίδετο ἰσχύς, κῦρος, ὥστε νὰ παραπέμπηται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου, εὑρίσκω ὅτι ἀσφαλέστερον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διαγνώσωμεν τοὺς ἀνεπαρκῶς ἔχοντας. Τοιουτοτρόπως τὴν γνώμην αὐτὴν ἔχω γενικωτέραν καὶ προκειμένου νὰ ἐκλεγῇ δικαστής, καὶ προκειμένου νὰ κρίνηται ἡ ἐπάρκεια ἢ ἀνεπάρκεια αὐτοῦ. Ἡ ἐπίσημος βεβαίωσις, ἡ ἐπίσημος μαρτυρία οὐδὲν ἐγγυᾶται. Ἐάν, παραδείγματος χάριν, ὁ ἐπιθεωρητὴς μεταβῇ καὶ δεχθῇ τὴν ἐπίσκεψιν τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίως θὰ κρίνῃ, καὶ ἀντιληφθῇ αὐτοὺς αἴφνης ταπεινούς, καὶ εὐχερῶς θὰ δύναται νὰ τοὺς διαγνώσῃ καὶ ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τὸν χαιρετίσωσιν ἢ θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν, τοῦτο δι’ ἐμὲ θὰ ἦτο ἀσφαλέστερον ἢ 15 ἔνορκοι μαρτυρίαι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὑρίσκω ὅτι δὲν ἐλαττοῦνται αἱ ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει δικαίωμα εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν περὶ ἀμέσου ἀντιλήψεως αὐτοῦ.
§124Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑφίσταται τοιοῦτόν τι.
§125Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἐξάγεται τοῦτο ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον μάλιστα κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ προσάγῃ καὶ ἀποδείξεις.
§126Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μία ἀπόδειξις εἶναι καὶ ἡ ἰδία ἀντίληψις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§127Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐὰν τοῦτο οὕτως ἔχῃ, ἔχει καλῶς, ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει τὸ ἄρθρον.
§128Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ προστεθῇ, νὰ τεθῇ δηλαδὴ «στηριζομένης εἴτε εἰς ἰδίαν ἀντίληψιν εἴτε εἰς μαρτυρίαν τρίτου».
§129Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ ὅτι μόνον διὰ μαρτυρικῶν μέσων ἐπιτρέπεται ν’ ἀποδειχθῶσι τὰ γεγονότα τὰ καταγγέλλοντα ἀνεπάρκειαν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπερίττευε νὰ προστεθῇ ὅτι οἱ ἐπὶ τούτῳ μάρτυρες, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν τοιοῦτοι, ἐξετάζονται διὰ χειραψίας κλπ., ὅτε σαφῶς θὰ ἐξήγετο, ὅτι ἓν μέσον ἀποδείξεως εἶναι καὶ οἱ μάρτυρες, μὴ ἀποκλειομένων τῶν λοιπῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, ὧν ἓν καὶ τὰ τεκμήρια, εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§130Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἡ νομοθεσία ἡμῶν παρέχει εἰς πάντα κατηγορούμενον καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται ἡ ταπεινοτέρα μομφὴ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων τῆς δικογραφίας, δὲν εἶναι ποσῶς συνεπὲς πρὸς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν νὰ στερήσωμεν τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον κατηγορούμενον ὅλων τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως αὐτοῦ κατὰ μιᾶς καταδίκης. Ἐδῶ δὲ ἡ καταδίκη εἶναι πολὺ σοβαρωτέρα ἐκείνης εἰς ἣν καταδικάζεται πᾶς ἄλλος κατηγορούμενος κοινός· ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑνὸς δικαστοῦ, περὶ καταδίκης ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφήν του τὴν ἠθικήν, τὴν καταστροφήν του τὴν ὑλικήν, τὴν ἀπώλειαν τῆς συντάξεώς του, τὴν καταστροφὴν τῆς οἰκογενείας του. Λοιπὸν πρέπει νὰ τῷ δώσωμεν εὐρέα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως κατὰ τῆς κατηγορίας ἡ ὁποία ἐπικρέμαται κατ’ αὐτοῦ. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων τῆς δικογραφίας. Θὰ ἔλεγον δ’ ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι καλεῖται εἰς ἀπολογίαν· νὰ καλῆται ὡρισμένως εἰς ἀπολογίαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Τώρα λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι καλεῖται ὑπὸ τῆς ὁλομελείας, ἀλλὰ πότε; Ἀφοῦ ἐσχηματίσθη ἤδη ἐναντίον του βαρὺ τεκμήριον, ἀφοῦ οὕτως εἰπεῖν ἐξεδόθη ἐναντίον του ἓν παραπεμπτικὸν βούλευμα. Πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ὑπόμνημα, ἀλλὰ δὲν καλεῖται εἰς ἀπολογίαν ὡρισμένως, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ λάβῃ καιρὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπόμνημα ἢ νὰ μὴ τῷ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀνακριτὴς ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐμφανισθῇ καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰ τῆς ἀπολογίας του. Διὰ τοῦτο θὰ ἔλεγον νὰ τεθῇ πρὸς μείζονα ἐγγύησιν τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου τὸ δικαίωμα πρὸς ἀπολογίαν, νὰ καλῆται εἰς ἀπολογίαν, αὐτὴν δὲ τὴν ἀπολογίαν νὰ ὑποβάλῃ ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας, διότι φαντασθῆτε ἕνα πτωχὸν δικαστὴν νὰ ἔρχηται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ὅπου εἶναι, διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀπολογίαν του εἰς τὴν ὁλομέλειαν ἐν Ἀθήναις· ὀρθότερον μοὶ φαίνεται νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ πρωτοδίκης νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀπολογίαν του.
§131Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων δέον νὰ διαλαμβάνωσιν ὡρισμένα γεγονότα κλπ.».
§132Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὅπως τὸ ἄρθρον 2 διατυποῦται ἔχει ὡς ἑξῆς. «Αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων δέον νὰ διαλαμβάνωσιν ὡρισμένα γεγονότα καὶ τὰς ἀποδείξεις αὐτῶν». Ποῖαι εἶναι αἱ ἀποδείξεις; Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ ἐκεῖναι τὰς ὁποίας οἱ κείμενοι νόμοι καθιεροῦσι. Γίνεται περαιτέρω λόγος περὶ τῶν μαρτύρων (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐπὶ τούτων μάρτυρες ἐξετάζονται ἐνόρκως συντασσομένης ἰδίας ἐκθέσεως· δικαιοῦται δὲ ὁ ὃν ἀφορᾷ ἡ ἐπιθεώρησις ὑπάλληλος νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων καὶ ὑποβάλῃ ὑπόμνημα». Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναφερθῇ εἰδικῶς, διότι καὶ τὸ μέσον τῆς αὐτοψίας περιλαμβάνεται εἰς τὰς ἀποδείξεις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως θέλομεν νὰ παρεισαγάγωμεν συμπεράσματα ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἢ ἔνδυμα τῆς ἀντιλήψεως τοῦ ἀνακριτοῦ, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνακριτοῦ τὴν ἀπόφασιν. Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὴν περισυλλογὴν τῶν γεγονότων, τῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδείξωσι τὴν ἀνικανότητα ἢ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ ὑπὸ ἔλεγχον δικαστοῦ, ἄλλως θὰ παρεισαγάγωμεν καὶ τὸ μέσον τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀντιλήψεως τοῦ ἀνακριτοῦ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λαγοπάτης.
§134Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν εὑρίσκω, Κύριοι, ὅτι συντρέχει ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον φοβεῖται ὁ προλαλήσας, διότι τὸ ἄρθρον ὑποχρεοῖ τὸν ἐπιθεωρητὴν ν’ ἀναγράφῃ ὡρισμένα γεγονότα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσθέτω ἐγὼ εἶναι ὅτι τὰ ὡρισμένα γεγονότα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι κλασσικῶς ἀποδεδειγμένα, ἀλλὰ νὰ εἶναι πιθανὰ καὶ πραγματικὰ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ μάρτυρες πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἐπίσημον ἔνορκον κατάθεσιν, θὰ ἐπεθύμουν δ’ ἀκόμη νὰ ἐδίδετο δικαίωμα εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ συλλέγῃ ἀνεπισήμως πληροφορίας, κεῖται δὲ εἰς τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξεύρῃ ποικύτας καὶ μετὰ μείζονος προσοχῆς νὰ ζητῇ αὐτάς. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις, ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος τῆς διαγνώσεως τῶν ἐκκαθαριστέων ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐστηρίζετο εἰς πληροφορίας τοιούτου εἴδους, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὐδόλως ἔχει ὁ Ἕλλην τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης προσερχόμενος νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλήθειαν καταγγέλλων, ἀλλ’ ὅταν καλῆται νὰ παράσχῃ πληροφορίας μὴ φοβούμενος ὅτι ἐκτίθεται εἰς τὴν ἐκδίκησιν τοῦ δικαστοῦ βραδύτερον, ὅταν ὑπὸ τοιαύτας ἐγγυήσεις καλῆται, θὰ τὰς παράσχῃ, θὰ εἴπῃ π. χ. αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μοὶ φαίνεται ἀξιοπρεπής, εἶχε περὶ αὐτοῦ τὴν πεποίθησιν καὶ κρατεῖ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἡ πεποίθησις ὅτι εἶναι ἱκανὸς νὰ δωροδοκηθῇ. Ἀλλὰ τοῦτο ἐπισήμως δὲν δύναται νὰ τὸ καταθέσῃ, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταδιωχθῇ καὶ ἐπὶ συκοφαντίᾳ, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ γεγονότα. Νομίζετε ὅτι, ἂν περὶ ἑνὸς δικαστοῦ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἰδέα, καὶ ἂν δὲν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐδωροδοκήθη, αὐτὸς εἶναι κατάλληλος νὰ εἶναι δικαστής; Εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις ἡ χρηστότης τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον θὰ κριθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν ἀπὸ ἓν συμβούλιον ὁλόκληρον.
§135Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐνθυμοῦμαι ἐσχάτως, ὅτε ἀρεοπαγῖται περιώδευον εἰς τὰς ἐπαρχίας πρὸς συλλογὴν πληροφοριῶν προκειμένου περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν δικαστῶν ἐκείνων τῶν κεκτημένων τὰ προσόντα πρὸς προαγωγήν, ἐκάλουν τοὺς δικηγόρους καὶ ἐζήτουν σχετικὰς πληροφορίας, ἀλλ’ οὐδέποτε αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι ἦσαν ἀρκεταὶ διὰ νὰ μορφώσωσι πεποίθησιν περὶ τοῦ ὑφισταμένου ζητήματος παρ’ αὐτῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ψηφίζεται ὁρίζεται εἰδικὴ ἐπιθεώρησις, οἱ εἰδικοὶ δὲ οὗτοι ἐπιθεωρηταί, διὰ νὰ ἐνεργήσωσιν εἰδικὴν ἐπιθεώρησιν, θὰ λάβωσι τοιαύτην ἀφορμὴν εἴτε ἐξ οἰκείας κρίσεως εἴτε ἐκ καταγγελίας ἰδιώτου εἴτε κατὰ παραγγελίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἡ μὲν ἀνεπάρκεια τοῦ δικαστοῦ δὲν θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ μαρτυρικῶν καταθέσεων, θὰ κριθῇ ἐκ τῶν ἀποφάσεων καὶ βουλευμάτων τὰς ὁποίας ἐξέδωκε. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς χρηστότητος καὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας, τοιαῦται ἀποδείξεις δὲν πρέπει νὰ συλλέγωνται καὶ μορφῶνται ἐκ πληροφοριῶν, ἀλλ’ ἐκ μαρτύρων ἐνόρκως ἐξεταζομένων. Λοιπὸν καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§136Λ. ΝΑΚΟΣ. Καίτοι εἶμαι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος, λόγῳ τῶν προσώπων, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήσεις θὰ ἔχωσι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἐν τούτοις εὑρίσκω τὴν γνώμην τοῦ κ. Λαγοπάτη πολὺ ὀρθήν, ὅπως ὁ ἐπιθεωρητής, ἀνεξαρτήτως τῶν βεβαιώσεων καὶ καταθέσεων τῶν μαρτύρων, ἐκφράζῃ καὶ τὴν ἰδίαν του γνώμην τὴν ὁποίαν ἤθελε σχηματίσει ἐκ τοῦ συνόλου τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τῆς ἐρεύνης του. Εἶναι ἴσως ὁ μόνος τρόπος νὰ μὴ ὑπεκφεύγωσιν ὅσοι ζητοῦσιν ἀπὸ τὸ γράμμα τῶν νόμων διεξόδους ὅπως μὴ ἐκφράσωσι γνώμην καὶ κάμωσιν ἐχθρούς. Εἶπον ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιθεωρήσεων. Δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅσα ὅλοι γνωρίζετε, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου ταύτην. Θὰ ἠδυνάμην λ. χ. νὰ εἴπω πρὸς ἐκείνους οἵτινες συζητοῦσιν ἂν αἱ καταθέσεις τῶν μαρτύρων τοὺς ὁποίους θὰ ἐξετάζῃ ὁ ἐπιθεωρητὴς πρέπει νὰ εἶναι ἔνορκοι ἢ ὄχι, θὰ ἠδυνάμην, λέγω, νὰ ὑπομνήσω ὅτι τὸ ἀνώτατον συμβούλιον εὑρέθη καὶ πρὸ ἐνόρκου καταθέσεως ὅτι δικαστὴς ἔκρουσε τὴν πρωίαν τὴν θύραν τῆς συζύγου ἀνθρώπου τὸν ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ἐφυλάκισεν αὐθαιρέτως. Καὶ ἐν τούτοις τὸν δικαστὴν αὐτὸν ἀπήλλαξε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ τὸν ἔφεραν καὶ εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν διώρισαν καὶ ἀνακριτήν! Θὰ ἠδυνάμην καὶ ἄλλα ἀκόμη νὰ προσθέσω καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε μὲ τὸ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ εὕρωμεν ἐγγυήσεις ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων λαμβάνομεν πρόνοιαν ἐδῶ πρὸς ἔλεγχον τῶν δικαστῶν. Εἰς ἐπικουρίαν τῆς γνώμης τοῦ κ. Λαγοπάτη ἤθελον προσθέσει καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον σοφὸς νομοθέτης ἐπιβάλλει. Ὁ Σουηδὸς νομοθέτης ἐπιβάλλει τουτέστιν εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ πιστοποιῇ ἂν δικαστής τις ἀπώλεσε τὴν κοινὴν ἐμπιστοσύνην ἀνεξαρτήτως τῆς βεβαιωμένης ὡρισμένης κατηγορίας. Τόσην σημασίαν δίδει ὁ σοφὸς Σουηδὸς νομοθέτης εἰς τὸ γεγονὸς τῆς κοινῆς ἐμπιστοσύνης, ὥστε ἐπιβάλλει τὴν ἀποχώρησιν δικαστοῦ ἀπολέσαντος τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν. Οὐδεὶς ἀληθῶς δύναται ἀλλ’ οὐδὲ πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ὡς δικαστὴν εἰς μίαν κοινωνίαν ἄνθρωπον ὅστις ἀπώλεσε τὴν κοινὴν ἐμπιστοσύνην, ὁ ὁποῖος ἐξέπεσεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἰδοὺ τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ὡς λόγος ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν. Μόνον οὕτως ἀληθῶς ὁ ἐπιθεωρητής, ἀλλὰ καὶ οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος θὰ ἐνόουν ἴσως τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀπέναντι τῆς κοινωνίας ἀμνηστεύοντες δικαστὴν κατὰ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ συνείδησις καταβοᾷ καὶ θὰ εἶναι δύσκολον ν’ ἀρνηθῶσι τὴν καταβοὴν ταύτην τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ δύνανται τότε ἄνευ ἐπιχειρήματος περὶ τοῦ ἐναντίου νὰ τοῖς εἴπωσιν ὅτι προδίδουσι τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας ἡ ὁποία τοῖς ἐνεπιστεύθη ταῦτα, ὀχυρούμενοι, ὅπως τὸ κάμνουσι σήμερον, ὄπισθεν τοῦ συνήθους ἐπιχειρήματος ὅτι δὲν ἐβεβαιώθησαν αἱ κατηγορίαι. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι οὐδὲν περιμένω ἀπὸ τὰς ἐπιθεωρήσεις, ὅπως ἔχει μάλιστα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου καὶ διὰ τοῦτο θέλω ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν ἑνοχὴν τοῦ δικαστοῦ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ὑπάρχει οὕτω τὸ συνέδριον τοῦτο, ἡ μόνη ἄγκυρα σωτηρίας, πρὸς ἔλεγχον. Δώσατε εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἀφοῦ τὸν ἀπεξενώσατε παντὸς δικαιώματος ἐκδηλώσεως εὐνοίας διὰ μεταθέσεως ἢ προαγωγῆς, δώσατε εἰς τοῦτον τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἔδωκα ψῆφον κατὰ πάσης μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου διὰ τὰς μεταθέσεις καὶ προαγωγάς, ἀλλ’ ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς καταδίωξιν. Ἀπὸ τὰς ἐπιθεωρήσεις μὴ περιμένετε τίποτε. Θαυμάζω μάλιστα τοὺς διστάζοντας ν’ ἀποδεχθῶσι τὰς τακτικὰς ἐπιθεωρήσεις ὡς δυναμένας νὰ ἐκθέσωσι τὸ γόητρον τῶν δικαστῶν. Τίποτε δὲν ἐκτίθεται ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅλα συμβιβάζονται. Καὶ διὰ τὸν ἀνακριτὴν τὸν ὁποῖον ἀνέφερα ἐστάλη εἰδικὸς ἐπιθεωρητής, καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν ὑπεδέχθη εἰς τὸν σταθμὸν ὁ ἐπιθεωρούμενος μὲ τὴν φράσιν: «Καλῶς τὸν Μπαρμπαγιάννη», καὶ συνέφαγον ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐπιθεωρούμενος, τὴν δὲ πρωίαν εἶχε τὴν ἀφέλειαν ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ ζητῇ νὰ ἐξετάσῃ καὶ μάρτυρας διὰ τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀμφιτρύωνός του, καί, ἀφοῦ ἐξήτασε τοιούτους, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ὅτι τίποτε δὲν εὗρε τὸ ἐπιλήψιμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πολὺ ὀρθῶς ἐκράτησεν ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ καὶ αὐτὸς τοὺς δικαστὰς εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀναμένετε τίποτε ἀπὸ τὰς ἐπιθεωρήσεις καὶ τὰ ἀνώτατα συμβούλια, ἀφοῦ οἱ Κύριοι αὐτοὶ διαχειρίζονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα, ὥστε νὰ ἐμπνέωσι τὴν ἀπελπισίαν εἰς τὴν κοινωνίαν περὶ ἐλέγχου τῶν δικαστῶν καὶ καταστολῆς τῶν παρεκτροπῶν αὐτῶν, καὶ πρέπει πάντες εἰλικρινῶς καὶ ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἰδεῶν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου.
§137Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ διαφωνήσω ῥιζικῶς πρὸς τὸν προλαλήσαντα, διότι, ἂν ὑπάρχει τι τὸ ἔκτροπον εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις, εἰς τοῦτο πταίει τὸ Σῶμα τὸ δικηγορικόν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ δικηγόρος καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω, διότι παρῆλθον 15 ἐπιθεωρηταὶ καὶ οὐδεὶς μετέβη, οὔτε ἐγὼ νὰ καταγγείλωμεν πράξεις διὰ τὰς ὁποίας εἴχομεν ἁπτὰς ἀποδείξεις. Λοιπόν, ἂν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τὰς πράξεις τῶν δικαστῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τιμωρῶνται, ἀποφεύγωμεν νὰ τὰς καταγγείλωμεν, πταίει ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὁ ἐπιθεωρητής; Τί θέλετε νὰ σᾶς κάμῃ εἷς ἐπιθεωρητὴς εἰς 24 ὥρας, καθ’ ἃς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιθεωρήσῃ πολιτικὰς καὶ ποινικὰς ὑποθέσεις, διὰ ν’ ἀνεύρῃ τὰς ἐλλείψεις τοῦ δικαστοῦ; Ἄν οἱ δικηγόροι δὲν ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ τὰς ὑποδείξωσι, δὲν πρέπει νὰ παραπονῶνται. Ἑπομένως ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι καλῶς ἔχουσιν αἱ διατάξεις ὡς εἶναι τεθειμέναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἔχει....
§139Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ «ἐνόρκως»;
§140Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ δέχομαι.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§142Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευταὶ συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ προστεθῇ εἰδικὴ διάταξις, δηλ. καὶ ἡ ἀτομικὴ ἐκτίμησις τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζηται μόνον ἡ ἐπάρκεια τῶν δικαστῶν ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως μόνον, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ αὐτῶν ἀρτιότης, διότι, ἐὰν τοιαύτην τινὰ ἐγγύησιν εἴχομεν, βεβαίως ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης, δὲν θὰ συνέβαινον ἔκτροπα. Ἐτέθη εἷς οἰκογενειάρχης εἰς τὴν φυλακήν, διότι ἐτόλμησε νὰ καταγγείλῃ εἰρηνοδίκην παρανομήσαντα, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγου ἐτιμωρήθη εἷς πρωτοδίκης ἐν Σπάρτῃ ἔχων εἰς βάρος του πλεῖστα ἔκτροπα, ὁ ὁποῖος ἐδίκαζε τῇ ἐπινεύσει τῶν γυναίων τῶν τριόδων καὶ τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγὴ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα. Ἐὰν τοιοῦτο δικαίωμα εἶχεν ὁ ἐπιθεωρητής, βεβαίως δὲν θὰ ἐβλέπομεν τὰ ὄργια ἐκεῖνα, δηλαδὴ νὰ λαμβάνῃ συστάσεις παρὰ τῶν γυναίων τούτων προηγουμένως καὶ κατόπιν νὰ συνεδριάζῃ συμμορφούμενος πρὸς αὐτάς. Ἐπιτακτικὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἀνάγκη αὐτὴ καὶ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν πολὺ τὴν προσοχήν μας, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν καὶ ἡμεῖς νὰ πάθωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχομεν τὸ θάρρος πολλοί. Ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος ἐπιδρᾷ. Δὲν δύναται ὁ πολίτης ν’ ἀπευθυνθῇ μετὰ θάρρους καὶ καταγγείλῃ τοιοῦτον δικαστήν, διότι, ἐὰν καταγγείλῃ, βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος ὅτι θὰ τεθῇ εἰς τὴν φυλακήν, καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸν πολίτην καὶ οἰκογενειάρχην Ἰω. Παπανικολάκον ἐκ Μολάων, τολμήσαντα νὰ καταγγείλῃ ἕνα εἰρηνοδίκην καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν ἑνὸς ἀνακριτοῦ Σπάρτης, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ τεθῇ εἰς τὰς φυλακάς, ἔνθα καὶ ἤδη εὑρίσκεται. Μεθ’ ὅλα τὰ ὑπομνήματα τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον μόνον πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπεπέμφθη ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος ἐκ Σπάρτης.
§143Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Συνοψίζων τὴν γνώμην μου ἐκ τῆς συζητήσεως λέγω ταῦτα, ὅτι πρὸ παντὸς δέχομαι ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ χειραψία διὰ τοῦ «ἐνόρκως». Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα φρονῶ ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ συζητουμένου ἀδιστάκτως συνάγεται ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ἀποδεικτικὸν μέσον καὶ τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν, προκειμένου περὶ τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα αὐτὸς οὗτος ἀντελήφθη, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προσθήκης. Τὸ ἄλλο ὅμως, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐντύπωσιν αὐτοῦ ἐκ πληροφοριῶν ἀδεσπότων καὶ ἀνεξελέγκτων, ἀποκρούω ἀπολύτως· ὥστε δέχομαι νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον μὲ μόνην τὴν πρώτην τροποποίησιν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§145Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο τινὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐν σχέσει πρὸ τὸ ἄρθρον 6, τὴν πρώτην σχετιζομένην πρὸς τὴν διάταξιν τὴν ἀντλοῦσαν συμπέρασμα περὶ ἀνεπαρκείας τοῦ δικαστοῦ ἐκ τοῦ ὅτι παρῆλθε διάστημα μεταξὺ τῶν προβιβασμῶν, καθ’ οὓς παρελείφθη δικαστής τις, τρίμηνον, καὶ τὴν ἑτέραν ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου. Εὑρίσκω, Κύριοι, ὅτι τὸ διάστημα τῶν τριῶν μηνῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει κατ’ ἐλάχιστον ὅρον νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τοῦ πρώτου προβιβασμοῦ καὶ τοῦ δευτέρου καὶ τοῦ τρίτου, ἵνα ἐντεῦθεν κριθῇ ὁ δικαστὴς ὡς παραπεμπτέος εἰς τὸ Συμβούλιον ἐπὶ σκοπῷ ἀποχωρήσεως ἕνεκεν ἀνεπαρκείας, εἶναι ἐλάχιστον. Ἐὰν ἡ προαγωγὴ εἰς βαθμίδα ἀνωτέραν ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ εἶναι συνέπεια καὶ βράβευσις τῆς ἱκανότητος τοῦ δικαστοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν, ἀφ’ ὅτου παρελείφθη κατὰ τοὺς γενομένους προβιβασμοὺς ὁ δικαστὴς, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἱκανότητα ἐκείνην ἥτις ἀποτελεῖ τὸ γνώρισμα τῆς ἀξίας αὐτοῦ καὶ τὴν βάσιν πρὸς βράβευσιν τῆς ἱκανότητος, ἵνα τύχῃ βαθμοῦ ἀνωτέρου. Ἡ ἱκανότης, ἂν πρόκειται περὶ ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος, —καὶ βεβαίως περὶ τοιαύτης πρόκειται — δὲν ἀποκτᾶται εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν, ἀλλ’ οὔτε εἰς διάστημα ἓξ μηνῶν ἀποκτᾶται, διότι ἑξάμηνον εἶναι ὅλον ἐκεῖνο τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τριῶν ἀλλεπαλλήλων προβιβασμῶν κατὰ τοὺς ὁποίους νὰ ὑστερήσῃ ὁ δικαστής, ἵνα παραπεμφθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ χρειάζεται πολλαπλάσιον τούτου χρονικὸν διάστημα νὰ παρέλθῃ, ἵνα ἀποκτηθῇ ἡ ἱκανότης ἐκείνη τῆς ὁποίας ἐστερεῖτο κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῶν προβιβασμῶν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν παραλειφθεὶς ἐκ τῶν προβιβασμῶν δικαστής. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης, Κύριοι, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ τὸ ὅριον τῶν τριῶν μηνῶν, ν’ αὐξηθῇ τοὐλάχιστον εἰς ἓν ἔτος, ὥστε νὰ μεσολαβήσωσι δύο ἔτη μεταξὺ τριῶν ἀλλεπαλλήλων περιόδων προβιβασμῶν, ἵνα ἐντεῦθεν συναχθῇ τὸ τεκμήριον ὅτι ὁ παραλειφθεὶς εἰς τρεῖς ἀλλεπαλλήλους προβιβασμοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ νὰ ἐπιτρέπηται ἐντεῦθεν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἵνα τοῦτο κρίνῃ. Ἀλλ’ ἆρά γε μὴ τυχὸν ἡ παράλειψίς του ἐγένετο οὐχὶ δι’ ἔλλειψιν ἱκανότητος, ἀλλὰ δι’ ἄλλο τι μειονέκτημα; Μὴ τυχὸν ἡ παράλειψις ἐγένετο ἕνεκεν ἐλλείψεως χαρακτῆρος, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀξιοπρεπείας καὶ ἤθους τοῦ δικαστοῦ, προσόντων ἐγγυωμένων τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Ἐὰν οὗτος εἶναι ὁ λόγος, τότε, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἐνέργειαν προβιβασμῶν εἰς τρεῖς ἀλλεπαλλήλους περιόδους, ἵνα συμπεράνωμεν νομίμως ὅτι ἐντεῦθεν συνάγεται τὸ τεκμήριον τῆς ἀνικανότητος τοῦ δικαστοῦ καὶ τῆς κατὰ δίκαιον λόγον ἀποπομπῆς αὐτοῦ ἐκ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειψις τοῦ δικαστοῦ ὡς πρὸς τὸ ἦθος καὶ τὸν χαρακτῆρα τὸν χρηστόν, τότε εἶναι εὐθὺς ἀμέσως ἀποπεμπτέος ὁ δικαστὴς οὗτος καὶ ὑπάρχει ἀσφάλεια ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ἀσφάλεια ἡ ἐγγυωμένη τὴν ἀποπομπὴν τοῦ τοιούτου δικαστοῦ τοῦ φωρωμένου ὡς πάσχοντος ἔλλειψιν χαρακτῆρος καὶ ἔλλειψιν ἤθους δικαστικοῦ. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης ὅτι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου ἡ σχετιζομένη πρὸς τὴν ἱκανότητα τοῦ δικαστοῦ — ἐμμένω δὲ εἰς τὴν γνώμην καὶ ἐλπίζω ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀποδέχονται τὴν γνώμην ταύτην —, ὅτι ἡ ἔλλειψις, λέγω, ἱκανότητος ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἐκ τῆς παραλείψεως κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρωθῇ εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν, ὡς θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐντεῦθεν εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν οὕτω νομοθετήσωμεν, νὰ δημιουργήσωμεν ἀδικήματα, ἀδικήματα ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα ἤθελον εὑρίσκεσθαι εἰς τοιαύτην τινὰ κατηγορίαν, ἀλλ’ ἀδικήματα καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν δικαιοσύνην καὶ ἄρα ἀδικήματα εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν κοινωνίαν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ὁ τόσον εὐδοκίμως καὶ τόσον θαυμασίως διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θὰ εὑρεθῇ αὐτὸς οὗτος εἰς τὴν ἀνάγκην — διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ — νὰ ἔλθῃ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ζητήσῃ τὴν κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τοῦ παράγοντος ἀδικήματα καὶ διὰ τὰ ἄτομα καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἡ ἑτέρα παρατήρησίς μου, Κύριοι, ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου. Κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον ἡ παράλειψις τοῦ δικαστοῦ εἰς τρεῖς ἀλλεπαλλήλους προβιβασμοὺς θεωρεῖται τεκμήριον ἀνικανότητος καὶ συνεπῶς ἐνδεικνύει τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὸ συμβούλιον, ἵνα τοῦτο κρίνῃ ἂν πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ ἕνεκεν ἀνεπαρκείας. Ὀρθῶς κρίνων καὶ ἐκθέτων τὴν κρίσιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ λέγει ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐνέχει μειονεκτήματα, καὶ ἐνέχει ἀληθῶς μειονεκτήματα, διότι τὸ Συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπεται ὁ οὑτωσὶ παραλειφθεὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς δικαστικοὺς ἐνδέχεται ν’ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις δικαστικῆς ἀνεπαρκείας. Καὶ ἐν τούτοις τότε ὁ δικαστής, ὁ παραλειφθεὶς ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτῷ, ἐξακολουθεῖ ὑπηρετῶν μὲ μεμειωμένην τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ κῦρος τὸ δικαστικὸν μετὰ τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς Πολιτείας. Καὶ ἀληθῶς εἶναι μεμειωμένος κατὰ τὴν ὑπόληψιν, καίτοι δὲν ἐθεωρήθη ἀνεπαρκής, ὁ μὴ ἔχων κῦρος καὶ αὐθεντίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς ὁ ἀπονέμων τὸ δίκαιον. Τὸ ἄτοπον δὲ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρόκειται νὰ διορθώσῃ διὰ τῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν εἰσάγει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Ἡ διάταξις τῆς προηγουμένης παραγράφου τῆς ὁριζούσης ὅτι εἰσάγεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὁ παραλειφθεὶς εἰς τρεῖς προβιβασμοὺς δικαστής, ἡ διάταξις, λέγω, αὕτη τῆς δευτέρας παραγράφου δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς ἐφέτας καὶ εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν. (Ἀναγινώσκει) «Ἡ διάταξις τῆς προηγουμένης παραγράφου δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς ἐφέτας καὶ ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν ἐν τοιαύτῃ παραλείψει αὐτῶν κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς εἰς ἀνωτέρας θέσεις καὶ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν ἐν τοιαύτῃ παραλείψει αὐτῶν κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς εἰς θέσεις εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, ἐὰν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν τρίτην καὶ ἑπομένας παραλείψεις ἤθελε προσθέσει ῥητῶς ἐν ταῖς αἰτιολογίαις τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως ὅτι ἡ παράλειψις τοῦ προπορευομένου ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἀρχαιότητος γίνεται χωρὶς νὰ θεωρῆται οὗτος ἀνεπαρκὴς δι’ ἣν θέσιν κατέχει. Ἐν ἐλλείψει τοιαύτης μνείας ἰσχύει καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἄνω διάταξις». Ἐνόμισεν ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι οὕτω θεραπεύεται τὸ ἄτοπον καὶ τὸ ἐπιζήμιον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον παράγει ἡ ἰσχύουσα μέχρι τοῦδε διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δικαστὴς ἐθεωρεῖτο κατὰ τεκμήριον ἀνεπαρκὴς διότι παρελείφθη εἰς τοὺς προβιβασμούς; Δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ τοῦτο ὁ Ὑπουργός, διότι εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἔλεγεν ὅτι λογίζεται ὡς ἀνεπαρκής, διότι τὸ Συμβούλιον τὸ Ἀνώτατον οὐδεμίαν ἐποιήσατο μνείαν, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως διαφορά, προκειμένου περὶ δικαστοῦ παραλειφθέντος, τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν οὐδεμία γίνεται μνεία περὶ αὐτοῦ ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν κατονομάζεται ὡς ἀνεπαρκής. Πότε δὲν θεωρεῖται ὅτι παράγεται τεκμήριον ἀνεπαρκείας ἕνεκα παραλείψεως εἰς τρεῖς ἀλλεπαλλήλους προβιβασμοὺς κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει; Τὸ τεκμήριον τοῦτο δὲν παράγεται, ἐὰν τὸ Συμβούλιον τὸ Ἀνώτατον ἐν τῇ ἀποφάσει ἐν τῇ ὁποίᾳ μνημονεύει τοὺς προακτέους ὁρίσῃ ὅτι παραλείπονται οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ὑποψηφίων πρὸς προβιβασμόν, χωρὶς ἡ παράλειψις νὰ ὀφείληται εἰς ἀνεπάρκειαν. Ἐὰν ταῦτα ὁρίζωνται, τότε δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τῆς προηγουμένης παραγράφου· ἐὰν ὅμως σιωπᾷ ἡ ἀπόφασις, ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ὀνομασία τῶν παραλειφθέντων ὡς ἀνεπαρκῶν. Εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν καθ’ ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι εἰς ἀνεπάρκειαν ὀφείλεται ἡ παράλειψίς των ἐκ τῶν προβιβασμῶν, ἀφοῦ δὲν ἐμνημόνευσεν αὐτῶν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ ὅτι ἄρα πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον.
§146Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ θὰ εἰσαχθῶσι.
§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, λέγω, τὸ ἄτοπον τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ προγενεστέρου νόμου κατὰ τὸν ὁποῖον ὀνομαστὶ ἀναφέρονται οἱ ἀνεπαρκεῖς.
§148Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ προγενέστερος νόμος ἀφήνει εἰς αὐτοὺς τὴν θέσιν χωρὶς νὰ παραπέμπῃ αὐτοὺς ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα νόμον ὁσαιδήποτε παραλείψεις καὶ ἂν ἐγένοντο, μένουσι στάσιμοι.
§149Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μαζί σας· ὑμεῖς ὁ ἴδιος ὅμως ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν τὸ ἄτοπον τοῦτο ἐπιδιώκετε νὰ θεραπεύσητε.
§150Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐκ τῶν ἐνόντων.
§151Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει)· «Ἐν ἐλλείψει τοιαύτης μνείας ἰσχύει καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἄνω διάταξις». Τί λέγει δὲ ἡ διάταξις αὕτη; Λέγει (ἀναγινώσκει)· «Πρωτοδίκαι, πρόεδροι Πρωτοδικῶν κλπ., οἵτινες ἤθελον παραλειφθῆ τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν καὶ κατὰ χρονικὰ διαστήματα ἀπέχοντα ἀλλήλων τρεῖς τοὐλάχιστον μῆνας. Ἐν προβιβασμοῖς εἰσάγονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἵνα οὗτος ἀποφανθῇ ἂν συντρέχει περίπτωσις παύσεως αὐτῶν λόγῳ ἀνεπαρκείας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των». Τὸ ἄτοπον τοῦ προγενεστέρου νόμου ζητεῖ ν’ ἄρῃ ὁ νέος νόμος, ἤτοι τὸ νὰ ἔχωμεν δικαστὴν μὲ ἠλαττωμένην ὑπόληψιν καὶ ἄνευ τοῦ κύρους καὶ τῆς αὐθεντίας τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ δικαστής. Καὶ ἐλαττοῦται ἡ ὑπόληψις τοῦ δικαστοῦ, ὅταν παραπέμπωμεν αὐτὸν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ, ὅταν ἐπιτρέπωμεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Α δικαστὴς παρελείφθη ὡς θεωρηθεὶς ἀνεπαρκής, νὰ σιγήσῃ δὲ περὶ τοῦ Β δικαστοῦ· ὥστε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σιωπώσης μὲν τῆς ἀποφάσεως ἀλλὰ βοῶντος τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου θὰ θεωρηθῇ ἀνεπαρκὴς καὶ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὁ μὴ μνημονευθεὶς δικαστής.
§152Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν εἰσηγητὴν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου δι’ οὓς λόγους ἀναφέρει ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει. Λόγους ἀνεπαρκείας δημιουργοῦμεν ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος νόμου πλείστους ὅσους. Καὶ ἡ προβεβηκυῖα ἡλικία καὶ ἡ ἀνικανότης εἶναι λόγοι ἀνεπαρκείας, καὶ ὅλοι οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὸ σχέδιον νόμου καὶ εἰς τὸν ἰσχύοντα μέχρι τοῦδε νόμον. Ἄν ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν ἐντελῶς τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν ζητῶ, οὐχὶ χάριν τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ χάριν αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα θὰ καταλήξωμεν τοῦ ἐπιδιωκομένου διὰ τοῦ σχεδίου νόμου σκοποῦ. Ἐὰν δ’ εἰς τοῦτο συμβάλωμεν καὶ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀσφαλῶς θὰ καταλήξωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λέγω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον παραλειφθῆ τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ αὐτῶν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐλαττωματικῆς ὑπολήψεως ἢ ἱκανότητος. Εἶναι δυνατὸν καὶ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὅπως καὶ εἰς πάντα κλάδον, ἄνθρωπός τις νὰ ἵσταται καλῶς ἐν τῇ θέσει τὴν ὁποίαν κατέχει, νὰ μὴ δύναται δὲ νὰ καταλάβῃ ἀνωτέραν θέσιν. Εἶναι δυνατὸν ἀπ’ αὐτὸν νὰ μὴ λείπῃ οὔτε ἡ χρηστότης οὔτε ἡ τιμιότης οὔτε ἡ ἱκανότης διὰ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχει, νὰ λείπῃ ὅμως τὸ προσὸν τῆς ἱκανότητος διὰ τὴν ἀνωτέραν θέσιν.
§153Λ. ΝΑΚΟΣ. Διατί νὰ μὴ τὸν προβιβάσῃ;
§154Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ. Ἐὰν λείπῃ τὸ προσὸν τῆς ἱκανότητος, δικαίως καὶ ἐννόμως καταλαμβάνει τὴν θέσιν τὴν ἀνωτέραν ὁ κατ’ ἐκλογὴν νεώτερος, ἀφοῦ ἔχομεν τοιοῦτον στάδιον. Καὶ ἐδῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ εἴμεθα τόσοι ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι· θὰ εἴπῃ μὲ τοῦτο ὅτι, ὅταν οἱ νεώτεροι γίνωσιν Ὑπουργοί, πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ ἀρχαιότεροι; Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον οὐδένα θὰ θεωρῇ ὅτι πρέπει νὰ παραλείψῃ, καθόσον θὰ φοβῆται ὅτι οὗτος θὰ εἰσαχθῇ ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Θ’ ἀκούητε ψιθυριζόμενον καὶ γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ λεγόμενον· τὸν δεῖνα δικαστὴν δὲν ἐτιμωρήσαμεν, δὲν παρελείψαμεν ἀπὸ τοὺς προβιβασμούς, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν σύνταξίν του καὶ διὰ νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Θὰ συμβῇ τὸ ἀντίθετον τοῦ προσδοκωμένου. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸ ἔχον δικαίωμα προβιβασμοῦ θὰ προαγάγῃ τὸν δικαστὴν εἰς τὴν ἀνωτέραν θέσιν, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν σύνταξίν του, τὸ μέλλον του καὶ διὰ νὰ μὴ στενοχωρηθῶσι τὰ παιδιά του, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχητε καλὸν ἄνθρωπον καλῶς ἱστάμενον εἰς τὴν κατωτέραν θέσιν θὰ τὸν ἔχητε κακῶς ἱστάμενον εἰς τὴν ἀνωτέραν θέσιν. Ἀπὸ τοιούτου σκοποῦ καὶ πνεύματος ὁρμώμενος θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καθὼς καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸν καὶ εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐπείθετο καὶ νὰ ἔστεργεν εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
§155Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Κατὰ τὴν τοιαύτην διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀπέμεινα σχεδὸν μόνος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι τὰ ἄλλα μέλη αὐτῆς διεφώνησαν πρὸς τὴν γνώμην μου. Τώρα ἐπεκαλέσθητε καὶ ἕτερον ὀψιφανὲς ἐπιχείρημα, κ. συνάδελφε, τὸ ὁποῖον δὲν θεωρῶ ὡς πολλοῦ λόγου ἄξιον. Σπουδαία, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἡ παρατήρησις, ἥτις καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἔγινε καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνεται, ὅτι μετὰ τὴν τρίτην παράλειψιν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τιθέμενον εἰς τὸ δίλημμα ἢ ν’ ἀποβάλῃ τινὰ ἐκ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἢ νὰ τὸν προαγάγῃ, θὰ προτιμήσῃ τὸ δεύτερον. Αἱ σκέψεις αὗται θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνωσιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅλον οἰκοδόμημα τῆς δικαστικῆς ἀποκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὴν ἄκραν ἀρχὴν τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἡ Πολιτεία. Διατί δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι, ὅ,τι θὰ σκεφθῇ τὸ Συμβούλιον μετὰ τὴν τρίτην παράλειψιν, δὲν θὰ τὸ σκεφθῇ καὶ μετὰ τὴν πρώτην ἢ δευτέραν; Νομίζω ὅτι βάσιν ψυχολογικὴν τὸ ἐπιχείρημα δὲν ἔχει. Ἡ ψυχολογία εἶναι ὅτι ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, διὰ λόγους πολιτειακῆς φύσεως, νὰ ἐμπιστευθῇ ὁλοκλήρως τὴν διοίκησιν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, παρέχουσα αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἀποκαθάρῃ τὸ Σῶμα ἐκ τῶν ἀναξίων αὐτοῦ μελῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 6 ἔχει καλῶς καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§156Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πράγματι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει διττὸν σκοπόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ἀνικάνων δικαστῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Συμβούλιον, ὅπως κατὰ τὰς προαγωγὰς ἐξετάζῃ καὶ τὴν ἀρχαιότητα, διότι παρ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Γόντικας εἶναι βέβαιον ὅτι εἰς τὰς κατωτέρας θέσεις οἱ δικασταὶ πάντοτε ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ ἡ φιλοδοξία αὕτη εἶναι ἀληθῶς εὐγενής, μένοντες δ’ ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰς κατωτέρας θέσεις διπλῆν ὑφίστανται μείωσιν, ὑποκειμενικῶς ἀποθαρρυνόμενοι καὶ ἄνευ ζήλου ἐργαζόμενοι καὶ ἀντικειμενικῶς ἐλαττούμενοι ἐν τῇ ὑπολήψει τοῦ κόσμου, ὅστις βλέπει αὐτοὺς στασίμους. Αὐτὸ τὸ ἄτοπον προτίθεται νὰ ἄρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐξαναγκάζον τὸ Συμβούλιον ὅπως λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἀρχαιότητος κατὰ τοὺς προβιβασμούς. Οὕτω δὲ λαμβάνει κύρωσιν καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, περὶ ἧς ὡμίλησε πρότερον ὁ κ. Μερλόπουλος. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτὴν ἡ περίπτωσις αὕτη ἀποχωρήσεως ἐπ’ ἀνεπαρκείᾳ ἀναπληροῦται ἐκ τῆς ἑτέρας, τῆς ἐκ τῶν ἐπιθεωρήσεων προκυπτούσης ἀποχωρήσεως; Δυστυχῶς ὄχι, διότι ὅλαι αἱ λαμβανόμεναι ἐγγυήσεις δὲν ἀσφαλίζουσιν ὅτι θὰ γίνῃ πάντοτε καὶ ἐν καιρῷ ἡ ἐπιθεώρησις καὶ θὰ καταλήξῃ ὅπου δεῖ, εἰς τὴν παραπομπὴν τουτέστι τοῦ ὑπαλλήλου ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας, ἐνῷ αἱ τρεῖς παραλείψεις ἀποτελοῦσι τεκμήριον ἐξ αὐτῆς τῆς κρίσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου παραγόμενον, ὅπερ καὶ ἐπιβάλλει τὸν ἔλεγχον τοῦ δικαστοῦ. Ἀπαντῶν καὶ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Μερλόπουλον λέγω ὅτι δὲν περιμένομεν κατὰ τὸ μεσολαβοῦν μεταξὺ τῶν παραλείψεων διάστημα νὰ βελτιωθῇ ὁ ἀνεπαρκὴς δικαστὴς καὶ καταστῇ ἐπαρκής. Ὡς ἐγγύησις μόνον τίθεται ἡ τρίτη παράλειψις, διότι ἡ μία δὲν θὰ ἦτο ἀσφαλὲς κριτήριον, σκεπτόμεθα δ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν πρώτην παράλειψιν νὰ ὑπάρχῃ δικαστὴς ἀνωτέρας μορφώσεως, οὗτινος ἐπιβάλλεται ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγή, καὶ διὰ τοῦτο σκοπεῖται πλέον ἡ τρίτη παράλειψις, ἡ ὁποία ὅμως πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς διάστημα βραχύτερον τῶν ἓξ μηνῶν, διότι δὲν εἶναι σκόπιμον ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ μένῃ ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς μὲ τὸ στίγμα τῆς παραλείψεως, ἄνευ τοὐλάχιστον μερικωτέρας ἐρεύνης περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ. Εἰσαγόμενος δὲ εἰς τὴν ὁλομέλειαν καὶ κρινόμενος ἔτι διατηρητέος διὰ ῥητῆς αὐτῆς ἀποφάσεως ἐξαγνίζεται ὁπωσδήποτε καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς καλῶς διεξάγων τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ἔχει.
§157Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἔχει ὀρθῶς, διότι οἱ ἀνεπαρκεῖς δικασταί, οἱ παραπεμφθέντες μέχρι τοῦδε δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις, ἔχουσιν ὑποστῆ μείωσιν τῆς θέσεώς των. Ὥστε φρονῶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς δικαστήριον.
§158Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐπιχειρήματός σας εἶναι καὶ ἡ ἰδέα ἡ ἰδική μας.
§159Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 6, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀρχαῖοι δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἀπεκλείσθησαν τῶν προβιβασμῶν τρὶς καὶ τετράκις, νὰ θεωρηθῶσιν ἤδη ἀνεπαρκεῖς καὶ εἰσαχθῶσιν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι θὰ βελτιωθῶσι τοὐναντίον δὲ χρησιμεύουσιν ὡς ἐμπόδιον εἰς τὴν προαγωγὴν ἄλλων νεωτέρων ὑπαλλήλων.
§160Λ. ΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§161Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διότι, ἂν ἀπεδείχθησαν ἀνίκανοι διὰ τὴν προαγωγὴν δὶς καὶ τρὶς μέχρι τοῦδε, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παραμένωσιν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δικαστικήν, καθόσον γίνονται πρόξενοι βλάβης. Ταύτην τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ εἰσαγάγητε’ «οἱ τρὶς παραλειφθέντες μέχρι τοῦδε τῆς προαγωγῆς δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἰσάγονται ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ ψηφισθησομένου νόμου εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ».
§162Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βελέντζα εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ πιστεύω ὅτι οὗτος θὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Ἄν ὑπάρχωσι δικασταὶ τρὶς παραπεμφθέντες καὶ ἑπομένως μὲ ἠθικὸν μειωμένον, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσαγάγῃ τὴν πρότασιν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, πιστεύσατε ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀπομείνῃ, διότι ὅλοι θὰ προβιβασθῶσι.
§163Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄχι.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γκλαβᾶ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἀπορρίπτεται συναινέσει τῆς Βουλῆς καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δ. Γκλαβᾶ.) Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 6–11 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 12).
§165Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 ἀφορᾷ κυρίως τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον· οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου εἶναι ὁ ὀργανικὸς 1910 καὶ ὁ τοῦ 1912 ὁ εἰσαγαγὼν τροπολογίας τινάς. Ἡ σκέψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσαγαγόντος τὴν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 12, τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου ΓϠΝΑʹ τοῦ 1911, εἶναι ὅτι ἠθέλησε τὸ ἀνεξάρτητον, τὸ ἐντελῶς κεχωρισμένον τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου ἀπὸ τοῦ ἄλλου δικαστικοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διὰ τῆς εἰσαγομένης διατάξεως δὲν ἐξυπηρετεῖται ἡ σκέψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν θεσμοθετοῦμεν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἔχωμεν κλάδον εἰσαγγελικὸν ἀνεξάρτητον τοῦ λοιποῦ δικαστικοῦ κλάδου, δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὸ πρᾶγμα τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἰσάγομεν εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, ἀποκόπτοντες τὴν εἰσαγωγὴν τῶν εἰσαγγελέων τῶν ὑπηρετούντων, καθ’ ὃν χρόνον εἰσάγομεν, λέγω, ξένα στοιχεῖα, ἐὰν θεωρήσωμεν, ὡς πρέπει, ξένα τὰ ἐκ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος εἰσαγόμενα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν σκοπὸς βεβαίως τῆς τοιαύτης διατάξεως θὰ εἶναι, ὅπως ἐκ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου προέρχωνται οἱ μέλλοντες νὰ μεταβαίνωσιν ἀργότερον εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς θέσεις τῶν Ἐφετειῶν ἢ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀφαιρεθῇ διαγραφομένη ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐφέτας ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ὡς ἐφέτου.
§166Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς ἐφέτου.
§167Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὄχι, πρωτοδίκου. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπομεν τοῦτο, διατί ἀποκλείομεν καὶ δὲν συνυπολογίζομεν καὶ τὸν χρόνον τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸν τῆς εἰσαγγελικῆς, ὅπως συνυπελόγιζεν ὁ νόμος ͵ΓΣΑʹ τοῦτο εἰς τὸν χρόνον τῆς προαγωγῆς τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ὑπάρχουσι, κ. Βουλευταί, στοιχεῖα εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἰδίως οἱ προελθόντες ἐκ τοῦ Σώματος τῶν δικαστῶν.
§168Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ προελθόντες ἐκ τοῦ Σώματος τῶν δικηγόρων.
§169Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Προσέξατε· εἶπον τοῦτο· ὅτι οἱ ἐκ τοῦ κλάδου τῶν δικαστῶν προελθόντες εἰσαγγελεῖς, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνώτεροι, ἀλλ’ εἶναι ἴσοι πρὸς τοὺς ἀρίστους τῶν ἐκ τῶν δικηγόρων προελθόντων. Ὑπάρχουσιν, ἔλεγον, εἰσαγγελεῖς ἐκ πρωτοδικῶν, οὓς τὸ Συμβούλιον ἔκρινε διὰ τὰς θέσεις τὰς ἀνωτέρας καὶ τοὺς προήγαγε, διότι διεῖδεν εἰς αὐτοὺς ἰδιαιτέραν ἐπίδοσιν ἢ καὶ ἄλλην ἱκανότητα μεγαλειτέραν. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ὀνόματα εἰσαγγελέων οἱ ὁποῖοι προῆλθον ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ κατέσχον τὰς μεγαλειτέρας θέσεις παραγκωνίζοντες ἄλλους· οὔτε θέλω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἐκ τοῦ Σώματος τῶν δικαστῶν, διότι ἡ ἐκ τοῦ σώματος τῶν δικηγόρων λῆψις εἶναι ἱκανὴ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενά. Παρουσιάζονται ὅμως ἀδικίαι τινὲς διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀφορῶσαι δὲ τινὰς τῶν δικαστῶν οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο εἰσαγγελεῖς.
§170Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν θέλωσι νὰ ἐπανέλθωσι δικασταί, τοῖς δίδεται τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου· ὄχι νὰ μείνωσιν εἰσαγγελεῖς καὶ νὰ ὑποβάλωσιν ὑποψηφιότητα διὰ τὰς θέσεις τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν· ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο.
§171Ν. ΞΗΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὸ κάμητε, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγετε ἄλλην διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖτε ἐπικουρίαν ἐκ τῶν παραιτηθέντων εἰσαγγελέων, διὰ νὰ συμπληρώσητε τὰ κενά, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθῶσιν, εἰσάγετε δηλ. διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζετε ὅτι ἔχουσι χρονικὸν διάστημα νὰ ἐπανέλθωσιν ὅσοι ἐπέταξαν τὰ χαρτιά, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἀδικοῦνται ἢ ὅτι παρὰ τὴν ἀξίαν των ὑπηρετοῦσι, διατί δὲν θέλετε νὰ συνυπολογίσητε καὶ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν;
§172Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀντιθέτως· δέχομαι νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν βαθμίδα καὶ ἡ εἰσαγγελικὴ καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των.
§173Ν. ΞΗΡΟΣ. Διατί δὲν θέλετε ἀντιθέτως· τὴν δικαστικὴν εἰς τὴν εἰσαγγελικήν; Μήπως ἡ εἰσαγγελικὴ δὲν εἶναι δικαστική;
§174Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι κατωτέρα βαθμίς.
§175Ν. ΞΗΡΟΣ. Τότε διατί θέλετε νὰ τοὺς ἐπαναφέρητε καὶ νὰ τοὺς κάμητε πρωτοδίκας; Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ Εἰσαγγελία εἶναι ἀνωτέρα.
§176Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ θέλουσιν οἱ ἴδιοι.
§177Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ ἐπροτείνατε ὑμεῖς. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι σχετικὴ διάταξις πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἔχουσα οὕτως· «Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν διορίζονται οἱ ἔχοντες ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν συνόλῳ πρωτοδίκου καὶ εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν ἢ ἐν συνόλῳ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν πρωτοδίκου, εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν καὶ ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν».
§178Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶπον ὅτι εἶναι κεκλεισμέναι αὗται αἱ θέσεις.
§179Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅταν ἀνοίξωσι, νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα νὰ μὴ τοὺς ἀποκλείσητε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἰσάγετε δὲν ὑπεκκαίετε τὸν ζῆλόν των· θὰ μαρανθῶσι δέ, διότι εἶναι κεκλεισμέναι αἱ θέσεις καὶ δὲν προβλέπεται προαγωγή τις. Ἐὰν ὅμως τοῖς ὑπολογισθῇ ὁ χρόνος τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, περισσότερον ζῆλον θὰ ἔχωσι διὰ τὴν βελτίωσίν των καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Ἡ ἅμιλλα καὶ ἡ προθυμία διὰ νὰ γίνωσι καλλίτεροι θὰ τοὺς κάμωσι νὰ μορφώνωνται καὶ καλλίτερον καὶ περισσότερον.
§180Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ θέσις τῶν εἰσαγγελέων ἦτο ὀρθὸν καὶ θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ δίδηται εἰς τοὺς δικηγόρους, ὀρθῶς δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδει εἰς τοὺς δικηγόρους κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτὰς τὰς θέσεις. Πολλοὶ ἐκ τῶν πρωτοδικῶν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν κλάδον τὸν δικαστικὸν ταχέως, ἐζήτησαν νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὸν κλάδον τὸν εἰσαγγελικόν. Ἄν ἤδη ὁ δικαστικὸς κλάδος ἔχει μεγαλειτέραν προκοπὴν καὶ πρόοδον εἰς ἀνωτέρους βαθμούς, ὁ δὲ εἰσαγγελικὸς δὲν ἔχει τοιαύτην προκοπήν, ἂς αἰτιῶνται ἑαυτούς, διότι ἀφῆκαν τὰς θέσεις των καὶ ἔλαβον θέσεις ἄλλων. Ὁ ὑφιστάμενος νόμος, ὅτι δύνανται οἱ εἰσαγγελεῖς, ἀφοῦ λάβωσι βαθμὸν καὶ μισθὸν εἰσαγγελέως, νὰ προάγωνται εἰς πρωτοδίκας, ὀρθῶς καταργεῖται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι δίκαιον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, ἀφοῦ ἅπαξ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἦσαν δικασταὶ καὶ θέλουσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς τοῦτο, προσυπολογιζομένου τοῦ χρόνου τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν δικαστικήν. Περὶ τούτου ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§181Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Περὶ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν εἰς τὸν νόμον τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν, δι’ ἧς παρέχεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθωσιν ὡς πρωτοδίκαι, συνυπολογιζομένου καὶ τοῦ χρόνου τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14).
§183Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ πληροφορήσῃ τίνα ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 14 τροπολογία. Ἐὰν ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ἀναμφισβητήτως εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν. Τὸ καλλίτερον τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ κάμωμεν εἶναι ὁλόκληρον τὸν νόμον τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ τροπολογήσωμεν νὰ τὸν ξεσχίσωμεν, διότι ἀφ’ ἑνὸς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ γνωμοδοτῇ περὶ παύσεως οἱουδήποτε ὑπαλλήλου δικαστικοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι ὁ παρὼν ἀλλ’ οἱοσδήποτε ἄλλος, θὰ δύναται νὰ διορίσῃ ἄνευ γνωμοδοτήσεως. Τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἠδυνήθην ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτό, καθόσον δὲν γίνεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ μνεία περὶ αὐτῆς τῆς τροπολογίας.
§184Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ τροποποιήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν ἀναδιορισμὸν τῶν παυομένων, ὁρίζει δ’ ὅτι οἱ παυόμενοι ἀναδιορίζονται εὐθὺς ὡς κενωθῇ θέσις, ἐὰν ἤθελον λάβει γνωμάτευσιν περὶ ἀναδιορισμοῦ· θεωρεῖται δηλαδὴ ὁ ἀναδιορισμὸς ὑποχρεωτικός. Αὐτὸ θέλω νὰ καταργήσω, νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωτικὸς ὁ ἀναδιορισμὸς διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλά, μόνον ἐὰν ἤθελεν ἐγκρίνει ὁ Ὑπουργός, ν’ ἀποστέλλῃ τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον δύνανται μεθ’ ὡρισμένον χρόνον νὰ προκαλέσωσι νέαν γνωμοδότησιν τοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἐξ εὐσπλαγχνίας πολλάκις παρέχεται καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως αὐτῆς ὑποστηρίζεται, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ τοποθέτησις τοῦ δικαστοῦ τοῦ παυθέντος καὶ τυχόντος αὖθις συγγνώμης εἰς τὴν πρώτην κενωθεῖσαν θέσιν. Τοῦτο ἄγει εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ περιορίσω.
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον περὶ τῶν παυθέντων. Ἂν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 26, θὰ ἴδητε ὅτι ἀφορᾷ διαφόρους περιστάσεις. Ἰδοὺ τί λέγει· «περὶ διορισμοῦ δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀποφαίνεται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον κλπ.». Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τῶν παρέδρων. (Ἀναγινώσκει) Ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν ἄρθρων 9 καὶ 10 κλπ.». Δὲν ἀναφέρεται λοιπὸν μόνον εἰς ἕνα καὶ ἂν θέλητε νὰ τὸ περιορίσητε, πρέπει νὰ τὸ εἴπητε ῥητῶς.
§186Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Λέγει «παυθέντος».
§187Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πάλιν δὲν λύεται τὸ ζήτημα· πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διασάφησις.
§188Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 26 προκύπτει ἀντίθετος ἑρμηνεία πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Διότι λέγει ἡ τελευταία παράγραφος· «Τοιαύτη γνωμοδότησις δὲν ἀπαιτεῖται προκειμένου περὶ διορισμοῦ εἰσαγγελέως, ἀντεισαγγελέως καὶ γραμματέως παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν θὰ ἔλθῃ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκει). «Κατὰ πᾶσαν δὲ περίπτωσιν κλ.». Καθ’ ὅσον δηλ. θέλει αὐτὸς δύναται νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα. Ἐφ’ ὅσον προτίθεται νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν κενῆς τινος θέσεως διὰ παυθέντος ὑπαλλήλου, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα ἢ προαιρετικῶς, δύναται τουτέστι νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα, καθ’ ὅσον κρίνει ἀναγκαῖον τοῦτο καὶ οὐχὶ διότι ὑποχρεοῦται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τοῦ γράμματος, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι τόσον ἀντίθετος πρὸς ὁλόκληρον τὸν νόμον, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι εἶναι αὐτὴ πράγματι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώσητε. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διασαφηθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς ἀνατροπὴν τοῦ νόμου, διότι, ὡς τοὐλάχιστον φαίνεται, ἡ νέα διάταξις, ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 6, ἔχει ὡς σκοπὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα νὰ δύναται ν’ ἀναδιορίζῃ τοὺς παυθέντας ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ συμβουλίου. Αὐτὴ ἡ ἔννοια ἐξάγεται.
§189Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ μελετήσω ἀκόμη μίαν φορὰν καὶ θὰ διατυπώσω τὸ ἄρθρον σαφέστερον, ὥστε νὰ μὴ γεννᾷ ἀμφιβολίας. Πρέπει νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 26, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Τσαλδάρης, ἔνθα ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ γνωμοδοτήσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ δικαστηρίου εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν ὑπήγετο ὁ παυθεὶς δικαστικὸς ὑπάλληλος καὶ ἀφ’ ἑτέρου λέγει ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη γνωμοδότησις προκειμένου περὶ ἀναδιορισμοῦ παυθέντος εἰσαγγελέως ἢ ἀντεισαγγελέως ἢ γραμματέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἰς ταῦτα ἤδη προστίθεται τοῦτο, ὅτι κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἡ ἀποστολὴ τοῦ σχετικοῦ ἐρωτήματος πρὸς ἀναδιορισμὸν παυθέντος ὑπαλλήλου ἀπόκειται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὑποβληθῇ ἢ μή, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀποστολή, ὅπως ἡρμηνεύετο, διότι κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε πρακτικὴν ἐθεωρεῖτο ὑποχρεωτικὸς καὶ ὁ διορισμὸς εὐθὺς ὡς ὁ παυθεὶς κατώρθου νὰ λάβῃ μίαν γνωμοδότησιν. Αὐτὸ θέλω νὰ θεραπεύσω ἢ τίποτε ἄλλο.
§190Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ.
§191Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ τὸ διασαφηνίσω, κ. Πρόεδρε.
§192Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μικρὰν παρατήρησιν ἤθελον νὰ φέρω, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν τὴν ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ τοποθέτησις γραμματέων βʹ τάξεως εἰς Εἰρηνοδικεῖα αʹ τάξεως θεωρεῖται ὡς προαγωγὴ ὀρθῶς, ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα ὅτι πρέπει νὰ εἶναι δύο τάξεις Εἰρηνοδικείων καὶ χρειάζονται αἱ ὁριζόμεναι γνωμοδοτήσεις. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ μὴ αἱ μέχρι τοῦδε τοποθετήσεις τῶν γραμματέων ἐγένοντο τυχαίως, ὁπότε ἀδικοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τυχαίως εὑρέθησαν εἰς Εἰρηνοδικεῖα βʹ τάξεως.
§193Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἂν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ἴδητε τὸ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ Εἰρηνοδικῶν, θὰ ἴδητε ὅτι κανονίζονται ἐκεῖ.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 15–17 καὶ τὸ σύνολον). Ἂν ἡ Βουλὴ συναινῇ, νὰ ψηφισθῇ τὸ δεύτερον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί. Ἐπειδὴ ἀναμένονται διάφοροι ἐκθέσεις νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν, ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν συναινεῖ νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι μέχρι τῆς μεθεπομένης Δευτέρας.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ διακοπὴ γίνεται δεκτή.
§199Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τοῦ διαστήματος αὐτοῦ νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐπωφεληθῶσιν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαί.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8–10′ μ. μ.)