1913.11.28
1.357 στίχοι · 10.221 λέξεις · 108 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 28 Νοεμβρίου 1913
(Πέμπτη, ὥρα 4, 45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται). Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Οἱ πληρεξούσιοι Μυλογούστου τῆς Ἐλασσόνος διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἀστυνόμου ὡς διαρπασάντων τὸ τρίτον τοῦ εἰσοδήματος τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς των· Οἱ κάτοικοι Λαρίσης διαμαρτύρονται ὅτι 5–6 ἀνθρακέμποροι συνασπισθέντες ἀνύψωσαν τὴν τιμὴν τῶν ἀνθράκων· Ὁ πρόεδρος τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Νησίου ζητεῖ ὅπως μὴ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. Χ. Δικαίου «περὶ καταργήσεως του λιμενικοῦ φόρου»· Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδείου κρατούμενος κατάδικος Γ. Σαρρῆς παρακαλεῖ, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ποινή του· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Βόλου κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς τύχης των· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Μελιγαλᾶ «Ἑρμῆς» παρακαλεῖ, ὅπως συσταθῇ εἰδικὸν Πταισματοδικεῖον εἰς τὸν δῆμον Οἰχαλίας· Οἱ κάτοικοι Πρεβέζης ζητοῦσιν, ὅπως συσταθῇ καὶ ἐκεῖ Πρωτοδικεῖον, ὡς καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας· Οἱ κάτοικοι Ἀγουλινίτσης διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς τροποποιήσεως τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως χλωρᾶς σταφίδος ὡς παρακρατήματος· Οἱ κάτοικοι Ἀμφίσσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ νόμος «περὶ κυριακῆς ἀργίας» ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῇ πόλει των· Οἱ κάτοικοι Κρεστένων τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ ἐπισκευασθῶσιν αἱ τρεῖς καταστραφεῖσαι γέφυραι τοῦ χωρίου των, καθόσον ἐπαπειλοῦνται πλεῖστα δυστυχήματα· Ὑποβάλλονται μετὰ τοῦτο αἱ κάτωθι τροπολογίαι· Ὁ συνάδελφος κ. Δ. Βινιερᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους ΓϠΛΖʹ νόμου τοῦ 1911»· Ὁ αὐτὸς συνάδελφος κ. Βινιερᾶτος καθὼς καὶ ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων». Οἱ συνάδελφοι κ. Γ. Λαμπρινόπουλος καὶ Κ. Γόντικας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». Ὁ συνάδελφος κ. Μ. Στελλάκης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως ἐπὶ ἀποφάσεως τῶν Πλημμελειοδικῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. Ν. Χαριτᾶτος, Δ. Βινιερᾶτος, Ν. Ῥαφτόπουλος, Π. Φίλιππας καὶ Β. Πουλιάσης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 841–844 τοῦ Ἰονίου Ἀστικοῦ Κώδικος τύπων περὶ δωρεῶν». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως» καὶ ͵ΓΩΚΗʹ «περὶ κεντρικοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ἀ. Μιχαλακόπουλος καταθέτει ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Βελέντζα. Ὁ βουλευτὴς κ. Ρ. Ῥάλλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Βουρλούμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ». Ἅπασαι θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Μὴ ὑπαρχούσης εἶτα ἀντιρρήσεως χορηγεῖται ἄδεια 20 ἡμερῶν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Σ. Χατζηγάκην. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Σκεμιτλῆ τῆς Ἠπείρου.
§2Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Οἱ κάτοικοι Σκεμιτλῆ τῆς Ἠπείρου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τῆς Ἠπείρου, προκειμένου περὶ τῶν δασῶν καὶ τῶν γαιῶν τῆς κοινότητος τοῦ χωρίου των. Οἱ κάτοικοι οὗτοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ χωρίον των πυρποληθὲν ὑπὸ τῶν Τουρκαλβανῶν καὶ νὰ καταφύγωσιν εἰς ἄλλα χωρία τῆς Ἠπείρου κατεχόμενα ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀτυχῶς ὅμως ἤδη ἡ Γενικὴ Διοίκησις τῆς Ἠπείρου λαμβάνει μέτρον κατὰ τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος ἐντελῶς δημευτικὸν ἐπιχειροῦσα τὴν ἐκμίσθωσιν τῶν γαιῶν καὶ δασῶν τῆς κοινότητος ὡς δῆθεν δημοσίων καὶ προκηρύσσει δημοπρασίαν πρὸς τοῦτο. Καὶ δικαιολογεῖται μὲν ἡ Γεν. Διοίκησις ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ἐνῷ προσεκλήθησαν οἱ κάτοικοι νὰ παρουσιάσωσι τοὺς τίτλους των, δὲν παρουσίασαν αὐτούς· δὲν ἠθέλησε δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαιολογίαν τῶν κατοίκων τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου, ὅτι τοὺς τίτλους αὐτῶν ἀπώλεσαν κατὰ τὴν πυρπόλησιν τῶν οἰκιῶν των, καὶ ὅτι ὑπέδειξαν εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ μάθῃ περὶ τῆς κατοχῆς καὶ τῆς κυριότητος τῶν γαιῶν καὶ τῶν δασῶν τῆς Κοινότητος, δύναται νὰ πληροφορηθῇ τοῦτο παρὰ τοῦ κτηματολογίου τῆς Τουρκίας τοῦ εὑρισκομένου ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρουσίασαν καὶ μισθωτήρια συμβόλαια, συνταχθέντα ἐπὶ Τουρκοκρατίας διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι μέχρις ἐσχάτων κατεῖχον καὶ ἔκαμον χρῆσιν τῶν γαιῶν τούτων καὶ τῶν δασῶν ἐκμισθοῦντες ταῦτα ὡς κοινοτικά. Καὶ ταῦτα ἡ Γεν. Διοίκησις δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅπως προεῖπον, ἐπισπεύδει τὴν ἐκμίσθωσιν τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων τῆς κοινότητος. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι ἀληθῆ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα, γνωρίζω ὅμως ὅτι ἡ Γεν. Διοίκησις τῆς Ἠπείρου δεικνύει ἄκαιρον σπουδὴν εἰς ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν φρονῶ ὅτι πρέπει τόσον ἀβασανίστως καὶ μετὰ τόσης σπουδῆς νὰ λύωνται εἰς στιγμὰς οἷαι αἱ σημεριναί, διότι οὐδένα τὸ Δημόσιον διατρέχει κίνδυνον, ἵνα ἀπολέσῃ περιουσίαν τινά. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι διὰ δάσος κοινότητός τινος ἐξεδόθη ἄδεια πρὸς ὑλοτομίαν ὡς ἐθνικοῦ. Τὸ δάσος τοῦτο ἀνῆκεν εἰς τὴν κοινότητα Μαλακασίου τῆς Καλαμπάκας, ἀλλ’ ἡ διαχάραξις τῶν ὁρίων κατὰ τὸ ἔτος 1887 ὑπήγαγε τὸ δάσος τοῦτο εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Ἐπικράτειαν, καὶ ἀπετέλει ἔκτοτε τμῆμα τοῦ Ἠπειρωτικοῦ Τουρκικοῦ ἐδάφους. Ἤδη ὅμως ὑπάγεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τῆς Ἠπείρου, καὶ διὰ τὸ δάσος τοῦτο ἀκριβῶς ἐξεδόθη ἄδεια πρὸς ὑλοτομίαν ὡς ἐθνικοῦ, ἐνῷ τὰ ἄλλα δάση, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὴν αὐτὴν κοινότητα Μαλακασίου, τῶν ὁποίων συνέχεια ἀποτελεῖ καὶ τὸ δάσος αὐτό, καὶ κεῖνται ἐντεῦθεν τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς, εἶχον χαρακτηρισθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ὡς ἰδιόκτητα, ὡς ἀνήκοντα δηλ. εἰς τὴν κοινότητα ταύτην. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τῆς Ἠπείρου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σκεμιτλῆ καὶ νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν λύσιν ζητημάτων, προκειμένου περὶ τῆς ἐπὶ γαιῶν καὶ δασῶν κυριότητος τῶν διαφόρων κοινοτήτων, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ δείξῃ μεγαλείτερον σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν κοινοτήτων, αἵτινες, ὡς εἶναι γνωστόν, πολλὰς ὑπηρεσίας κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ἔχουσι προσφέρει.
§3Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὰ μέτρα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάσος τῆς κοινότητος περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γαρδικιώτης, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα προέρχονται μᾶλλον ἐκ τοῦ κέντρου, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ διέπον τὴν κεντρικὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι δὲ τὸ πνεῦμα τοῦτο παραπλήσιον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βασιλεύει διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἰδίως διὰ τὰ ὀρεινὰ χωρία τὰ λεγόμενα κεφαλοχώρια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι περιουσίαν κοινοτικὴν καὶ δὴ καὶ δάση, τὰ ὁποῖα ὅμως τὸ Δημόσιον τελευταίως ἐπεχείρησε νὰ καταλάβῃ διοικητικῶς καὶ διεκδικεῖ δικαστικῶς. Δὲν εἶναι ὀρθόν, κ. Πρόεδρε, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἡ ὁποία πρὸς ἄλλους πολίτας τοὺς ὁποίους παρέλαβεν ἐν τοῖς κόλποις αὑτῆς, τοὺς Μουσουλμάνους ἐννοῶ, δὲν μεταχειρίζεται τοιαῦτα μέτρα, πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀποδεδειγμένα δικαιώματα ἐπὶ ἀκινήτου περιουσίας, ὡς ἡ παραπονουμένη κοινότης, νὰ λαμβάνῃ διοικητικὰ μέτρα διὰ τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὴν κοινότητα νὰ νέμηται τὸ δάσος της, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία της ἢ τουλάχιστον εἰς τὴν διακατοχήν της. Ἐὰν ἀνεύρῃ τὸ Δημόσιον ὅτι ἡ κοινότης ὑπεισῆλθεν εἰς δικαιώματα ξένα, εἰς δικαιώματα αὐτοῦ, δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀγωγῆς. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν ἡ κοινότης σήμερον θελήσῃ νὰ κάμῃ προσωρινὰ μέτρα, θ’ ἀνατρέψῃ τὴν προκαλουμένην σήμερον ἐνέργειαν ἐκ μέρους τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσωσι τὰς δεούσας συστάσεις εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἵνα μὴ προχωρήσῃ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν καὶ εἰς προκήρυξιν δημοπρασίας περὶ μισθώσεως τῶν τοιούτων δασῶν.
§4ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς καὶ θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα.
§5Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, δὲν πραγματεύεται μόνον ὅ,τι ἀνέφερον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ἀλλὰ πραγματεύεται καὶ περὶ τῶν καλλιεργησίμων γαιῶν. Βεβαίως καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Γενικῆς Διοικήσεως προέρχεται ἐκ τοῦ κέντρου, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν πρώτην ἐνέργειαν τῆς ἐνταῦθα Πολιτείας, τῆς διεκδικήσεως τρόπον τινὰ τῶν κοινοτικῶν δασῶν. Ἐὰν δὲν εἶχον τὴν γνώμην αὐτήν, θὰ κατέκρινον ἁπλῶς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τῆς Ἠπείρου, ἡ ὁποία περισυνέλεξε ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐκ τῶν διαφόρων ἐντεῦθεν ἀξιωμάτων, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέθηκε τὰ περισσότερα διοικητικὰ καθήκοντα.
§6Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσβάλλετε τὰ πρόσωπα· ὀνομάσατέ τα.
§7Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὀνομάσω τὰ πρόσωπα, διότι ὑποθέτω ὅτι τὸ κέντρον γνωρίζει αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ἐκεῖ σπουδαίας διοικητικὰς θέσεις, γνωρίζουσι δὲ πάντες ἴσως ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἔρχονται εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὸ μέρος ἐκεῖνο ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις τῆς Ἠπείρου διευθύνεται ἀπὸ πρόσωπα...
§8Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Ζωγράφον.
§9Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Ζωγράφος περισυνέλεξεν ἐκεῖ ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχε καὶ διηύθυνον τὴν ἀκίνητον περιουσίαν του ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ διέρχεται ἐφ’ ἁμάξης μετ’ αὐτῶν, εἶναι δὲ γνωστὰ πάντα ταῦτα.
§10Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ψεῦδος αὐτό.
§11Ν. ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ. Διαψεύδω τὸ γεγονὸς αὐτό, κ. συνάδελφε.
§12Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Οἱ κ. συνάδελφοι ὁμιλοῦσι καὶ ἐπιτίθενται ἐναντίον μου ἐκ προκαταλήψεως μὴ γνωρίζοντες τὸ πρᾶγμα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὴν διακοπήν, κ. συνάδελφε.
§14ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ ἀναφορὰ δὲν ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ζωγράφου. Ὅταν Βουλευτὴς στηριζόμενος ἐπὶ μιᾶς ἀναφορᾶς δὲν περιορίζηται νὰ ψέγῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἀλλ’ εἰσέρχηται καὶ εἰς προσωπικὰς μομφὰς κατ’ ἀνθρώπου ἀπόντος, χωρὶς νὰ καταγγέλλῃ ὡρισμένα γεγονότα, ὥστε νὰ ζητῇ τοὐλάχιστον λόγον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.
§15Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν παρηκολουθήσατε τὴν σειρὰν τῶν λόγων μου, ἄλλως θὰ ἐβλέπετε ὅτι δὲν ἐπετέθην προσωπικῶς κατὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Εἶπον μάλιστα ὅτι εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ προέβη ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὁρμωμένη ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐκ τοῦ κέντρου, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν πρώτην ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμνε τοῦτο ὡς πρὸς τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος μάλιστα τοῦ τελευταίου τούτου θὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ λάβω ἄλλοτε τὸν λόγον. Ἐπὶ τοῦ παρόντος λέγω ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ δὲν πραγματεύεται μόνον περὶ τῶν δασῶν ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν καλλιεργησίμων γαιῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατυπώσεις τὰς δι’ ἐνοικιάσεως ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ κάτοχοι αὐτῶν δὲν ἐκαλλιέργησαν κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πολέμου ταύτας. Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ καλλιεργήσωσιν ταύτας ὑπὸ τὴν καταδίωξιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο διαρκούσης τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ὅτε μάλιστα εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ κοινότης αὕτη κατεστράφη ὁλοσχερῶς, ὅτι αἱ οἰκίαι τῶν κατοίκων ἐκάησαν ὡς καὶ τὰ ὑπάρχοντά των, καὶ ὅτι ἀπεδήμησαν ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον; Δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὐδὲ τοὺς τίτλους των νὰ ἔχωσιν, ἵνα τοὺς προσαγάγωσι καὶ ἀποδείξωσιν οὕτω τὴν κυριότητα αὐτῶν ἐπὶ τῶν κτημάτων των. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐνοικίασιν τῶν δασῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουσιν οἱ κάτοικοι καὶ τὴν κυριότητα καὶ τὴν κατοχήν, καὶ τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν δύνανται ν’ ἀποδείξωσι διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐκθέτουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των καὶ τοὺς ὁποίους ἐξέθηκαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Ἐπὶ πλέον δὲ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐνοικίασιν τῶν καλλιεργησίμων γαιῶν, διότι ἄνευ αὐτῶν οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν οὔτε εἰς τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὄχι μόνον τὰς οἰκίας των νὰ ἀνοικοδομήσῃ ἀλλὰ καὶ τὰ πρὸς ζωάρκειαν αὐτῶν νὰ τοῖς παράσχῃ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκολουθοῦσι πέντε ἐρωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπουσιάζοντα. Ἀναβάλλονται αὗται. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί ἡ Ἐπισκοπὴ Ἠλείας δὲν ἀπομακρύνει τὸν προσωρινὸν ἐφημέριον Π. Παπαδόπουλον τοῦ χωρίου Σκοβάλια τῆς Ἤλιδος, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας αἰτήσεις τῶν κατοίκων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἐνῷ ἔχει ἀναγνωρισθῇ ἕτερος τακτικὸς ἐφημέριος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν».
§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. βουλευτοῦ ὑποβάλλω ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί δὲν διωρίσθη διδασκάλισσα ἡ Ἑλένη Χριστιανοπούλου εἰς τὸ Ἀλῆ–Τσελεπῆ τῆς Οἰχαλίας προταθεῖσα διὰ πλειονοψηφίας ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ διωρίσθη ὡς τοιαύτη ἡ Ζέρβα, ἥτις μόλις ὑπὸ δύο δημοτικῶν συμβούλων ἐψηφίσθη».
§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν διορισμὸν ἠκύρωσεν ὁ ἁρμόδιος νομάρχης κατὰ νόμον· ἐζήτησα τηλεγραφικῶς πληροφορίας, ἵνα δώσω τὴν ἀπάντησιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διατί ἀπηγορεύθη ἡ ὑλοτομία ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν δασῶν Περιβολίου τῆς ἐπαρχίας Γρεββενῶν»
§21Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε τὴν ἀπάντησιν τῆς ὁποίας ἔλαβον γνῶσιν μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ περιφέρεια Γρεββενῶν ὑπάγεται εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἤπειρον. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ κοινότης Γρεββενῶν ἔχῃ δάσος ἰδιόκτητον, τὸ ὁποῖον διεχωρίζετο ἐπὶ τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας διὰ φιρμανίου, τὸ ὁποῖον φιρμάνιον ἦτο κατακεχωρισμένον εἰς τὰ σχετικὰ βιβλία τὰ λεγόμενα τεφτὲρ–Κουλεσῆ ... Ἀντίγραφον τοῦ φιρμανίου τούτου ὑπεβλήθη εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Ἐπὶ πλέον ἡ κοινότης Περιβολίου ἀπὸ τοῦ 1774, δηλαδὴ ἀπὸ 150 ἐτῶν, καταβάλλει εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον φόρον ὡς ἐπὶ ἰδιοκτήτου κτήματος, οὐδέποτε δὲ ἐπὶ τῆς κοινότητος ταύτης ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι ἐν Τουρκίᾳ περὶ διαχειρίσεως τῶν δημοσίων δασῶν, δηλαδὴ οὐδέποτε ἐνῳκιάσθησαν ἐπὶ δημοπρασίας τὰ κτήματα ταῦτα. Τοὐναντίον τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν τούτων ἔχει ἡ κοινότης Περιβολίου καὶ τὰ εἰσοδήματα χρησιμοποιεῖ ὡς κοινοτικά, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος. Ἅπαξ μόνον, κατὰ τὸ 1638, ὡς ἐνεθυμοῦντο οἱ πρόγονοι τῶν σημερινῶν κατοίκων Περιβολίου, Μουτεβελῆδες καὶ ἄλλοι Τοῦρκοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐπεχείρησαν νὰ καταστήσωσι τὰ δάση ταῦτα βακουφικὰ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τάχα ταῦτα ἦσαν προωρισμένα ὅπως ἀποτελέσωσιν ἴδια βακούφια. Ἡ κοινότης Περιβολίου ἀνηνέχθη εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1775 ἐξέδωκε τὸ φιρμάνιον τὸ ὁποῖον προανέφερα καὶ τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξε τῆς ὑποτελείας τὸ δάσος τοῦτο ἀπὸ τοῦ βακουφικοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὸ καὶ παρεχώρησε πλήρη τὰ δικαιώματα τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἰδιοκτησίας εἰς τὴν κοινότητα Περιβολίου. Οἱ τίτλοι οὗτοι καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν διοικητικὸν ἐπίτροπον Γρεββενῶν. Ὁ διοικητικὸς ἐπίτροπος Γρεββενῶν ἐξήτασε τὸ ζήτημα καὶ ἐνέκρινε τὴν παροχὴν ἀδείας ὑλοτομίας τοῦ δάσους τούτου, οὐχ ἧττον ἡ Γενικὴ Διοίκησις Μακεδονίας ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν ἐπὶ τῶν δασῶν τούτων.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἰδιοκτήτων;
§23Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὡς κοινοτικῶν. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις τὰ ἐθεώρησε δημόσια καὶ ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, δηλαδὴ τὸ φιρμάνιον καὶ τὰς ἀποδείξεις πληρωμῆς δικαιωμάτων ὡς κοινοτικῶν δασῶν, νὰ διατάξητε δ’ ἐπὶ πλέον καὶ διοικητικὴν ἀνάκρισιν, ἵνα βεβαιωθῇ ὅτι τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον οὐδέποτε ἠξίωσε δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν τούτων. Τούτου δ’ ἀποδεικνυομένου ἀληθοῦς ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς τὴν κοινότητα ταύτην Περιβολίου τῶν Γρεββενῶν, ἡ ὁποία πολλὰ ὑπέστη κατὰ τὸ διάστημα τῆς δουλείας καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ πολλὰς ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα, θὰ παραχωρηθῶσιν ἢ μᾶλλον θὰ διατηρηθῶσι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καὶ τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον εἶχεν ἀναγνωρίσει εἰς αὐτήν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ἰ. Δελμοῦζος καὶ Ν. Ξηρὸς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τί ἀπέγινεν ἡ σχετικὴ μελέτη τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων κ. Βεροιοπούλου ἡ ἀφορῶσα τὴν ἄμεσον καὶ πρόχειρον ἐπισκευὴν τῆς γεφύρας Βαθυρρεύματος τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ἀμφίσσης–Λαμίας καὶ ἥτις μελέτη προυκλήθη κατόπιν ἀναφορᾶς τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων Ἀμφίσσης, ζημιουμένων μεγάλως λόγῳ τῆς ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον τελείας διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁποίας ἐλαχίστη δαπάνη ἤθελεν ἐξαρκέσει».
§25ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔχει προκηρυχθῆ ἤδη δημοπρασία διὰ τὴν 8ην Δεκεμβρίου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 12 ἐρώτησις τοῦ κ. Π. Πολυχρονιάδου ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀναβάλλεται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κριεκούκης «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα συμπληρώσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐν Μεγάροις Ἑλληνικοῦ σχολείου, καθόσον ὁ ὑπηρετῶν ἤδη ἐν αὐτῷ μόνος, ὑπέργηρος ἄλλως τε, ἑλληνοδιδάσκαλος δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν μαθητῶν καὶ τῶν τριῶν τάξεων».
§27Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ ἐν Μεγάροις Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἔχει καὶ τοὺς τρεῖς διδασκάλους διωρισμένους, ἀτυχῶς ὅμως οὗτοι εὑρίσκονται ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κριεκούκης «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν ταμίαν Μεγαρίδος ν’ ἀρχίσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀντιτίμων τῶν ἐπιταχθέντων κτηνῶν κλπ., καθόσον δὲν ἤρχισεν εἰσέτι ἡ τοιαύτη πληρωμὴ παρὰ τὴν γενομένην πρὸ ἑβδομάδος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ σχετικὴν δήλωσιν». Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 3 ἐπερώτησις περὶ τῆς δολοφονίας τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως, ἀναγραφεῖσα κατὰ παραδρομήν, ἀναβάλλεται μέχρι τῆς προσαγωγῆς τῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Ὁ κ. Α. Περρωτῆς «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τίνα λόγον οἱ ἐπιτυχόντες ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου κατὰ τὴν ἐν τῷ Πρακτικῷ Λυκείῳ δοκιμασίαν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ΑΧΝΒʹ ἀπεκλείσθησαν τῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ».
§29ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπεκλείσθησαν, διότι ἀπέτυχον εἰς τὰς ἐξετάσεις των· ἀλλ’ ἴσως τὰ πράγματα γνωρίζει καλλίτερον ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§30Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Σκοπὸς τῆς παρούσης ἐπερωτήσεως, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον, ὅπως ἀναγνωρισθῇ καὶ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τέσσαρας ἢ πέντε ἀποκλεισθέντας σπουδαστὰς τῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων παρὰ τὸν νόμον, ἀλλ’ ὅπως δοθῇ ἀφορμὴ καὶ παύσῃ μία παρανομία ἀπὸ μακροῦ χρόνου κρατοῦσα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐμερίμνησε σοβαρῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅπως τὴν καταστείλῃ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ΑΧΝΒʹ τοῦ 1888 δεκτοὶ εἰς τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις τῆς σχολῆς τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν εἶναι οἱ φέροντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου τοῦ Κράτους κατόπιν ἐπιτυχοῦς δοκιμασίας εἰς ἃ μαθήματα δὲν ἠκροάσθησαν ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦτον προσῆλθον ἱκανοὶ ἀπόφοιτοι κατὰ τὸ παρὸν ἔτος, ὅπως ὑποστῶσι τὴν ἐνιαυσίαν ἐξέτασιν εἰς τὰ μαθήματα δηλ. τὰ ὁποῖα δὲν ἐξητάσθησαν ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἀλλ’ εὑρέθησαν πρὸ ἀνενδότου ἐπιμονῆς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Λυκείου, ὁ ὁποῖος ἠξίου παρ’ αὐτῶν νὰ ἐξετασθῶσιν οὐχὶ εἰς τὰ μαθήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἠκροάσθησαν, ἀλλὰ συνολικῶς εἰς ὅλα τὰ μαθήματα, ἐνῷ τὰ μαθήματα ἐκεῖνα εἰς ἃ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσι κατὰ νόμον συνοψίζονται εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὸ μάθημα τῆς περιγραφικῆς γεωμετρίας. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε οἱ σπουδασταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποκύψωσι καὶ ἐξετασθῶσι συνολικῶς. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συνολικῆς ἐξετάσεως ὑπῆρξεν ὅτι, ἐνῷ πολλοὶ ἐπέτυχον καὶ μάλιστα θριαμβευτικῶς εἰς τὸ μάθημα τὸ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου, ὑστέρησαν εἰς τὴν συνολικὴν ἐξέτασιν, ἴσως ἐκ τοῦ λόγου ὅτι εἶχον ἐπιδοθῆ εἰς τὸ μάθημα ἐκεῖνο περισσότερον, νομίσαντες ὅτι εἰς μόνον αὐτὸ θὰ ἐξετασθῶσι. Τὸ Πρακτικὸν Λύκειον κατήρτισε πίνακα ἐμφαίνοντα τὸν βαθμὸν ἑκάστου, ἀπέστειλε δὲ τοῦτον εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον. Τὸ Πολυτεχνεῖον, ὀρθῶς φρονοῦν ὅτι κακῶς καὶ παρανόμως ἐξητάσθησαν εἰς ὅλα τὰ μαθήματα, εὐθὺς ὡς ἔλαβεν γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου ἀπέστειλεν ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου συνίστα, ὅπως ἀκυρωθῶσιν αἱ ἐξετάσεις καὶ ἐπαναληφθῶσι μόνον εἰς τὸ μάθημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν ὁ νόμος. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα εὑρίσκηται ἐν τάξει πρὸς ἑαυτόν, ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἂν δηλ. τὰ μαθήματα τὰ διδασκόμενα εἰς τὰ Γυμνάσια διδάσκονται κατ’ ἴσην ἔκτασιν καὶ εἰς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον. Τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας δοθείσης καταφατικῆς, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωικῶν προέβη εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐξετάσεων καὶ διέταξε τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, ὅπως προβῇ εἰς ἐξέτασιν μόνον συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ὁ κ. διευθυντὴς τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου, ἄπορον τίνα προϊσταμένην Ἀρχὴν ἀναγνωρίζων, δὲν ἐδέχθη τὴν μονομερῆ ἐξέτασιν, ἀλλ’ ἀπέστειλεν ἐπιβοηθητικὸν ἔγγραφον πρὸς τὸ Πολυτεχνεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγεν ὅτι ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν βαθμολογίαν τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει τοῦτο καὶ ἂς καλέσῃ ἐκείνους τοὺς ὁποίους νομίζει ὅτι πρέπει νὰ καλέσῃ. Πρὸ τῶν τοιούτων διχογνωμιῶν εὑρεθὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Πολυτεχνεῖον, ὅπως δεχθῇ τοὺς συνολικοὺς καὶ τοὺς κατὰ νόμον ἐπιτυχόντας. Τὸ Πολυτεχνεῖον ἐτοιχοκόλλησε τὴν τοιαύτην διαταγὴν καὶ προσεκλήθησαν οἱ σπουδασταὶ πρὸς ἐξέτασιν. Ἀλλά, ἐνῷ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα καὶ ἐπρόκειτο νὰ προσέλθωσιν πρὸς ἐξέτασιν, ἡ ὑπόθεσις, προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παραδόξως κατέληξεν εἰς τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ κρατήσῃ ὅ,τι μέχρι σήμερον παρὰ τὸν νόμον ἐκράτει. Καὶ λέγω παρὰ τὸν νόμον, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι ῥηταί. Ὁ νόμος ΑΧΝΒʹ δὲν κατηργήθη καὶ συνεπῶς δὲν χωρεῖ ἄλλη ἑρμηνεία, ἂν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει τις ὁ θέλων νὰ δημιουργήσῃ νέαν τινὰ ἑρμηνείαν, νομίζω ὅτι ἡ κατάλληλος ὁδὸς δὲν ἦτο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ Νομικόν, τοῦ ὁποίου οὐδόλως ἐζητήθη ἡ γνώμη. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς αὐτούς, οὐδὲ πρέπει νὰ στηριχθῇ σοβαρῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντετάχθη εἰς τοὺς προσελθόντας νὰ πληροφορηθῶσι τὴν αἰτίαν καὶ ἀφορμὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὅτι δηλ. μακρὰ συνήθεια ἐκράτησεν, ὅπως συνολικῶς ἐξετάζωνται. Ἡ συνήθεια αὕτη ἡ μακρά, παρ’ ὅλην τὴν μακρότητα αὐτῆς, δὲν ἀπέβαλεν οὔτε τὸν παράνομον αὐτῆς χαρακτῆρα οὔτε βεβαίως κατέστη ὁ καταλληλότερος τρόπος τοῦ καταργεῖν τοὺς νεωτέρους νόμους. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς αὐτὸν νῦν ἰδιαιτέρως, πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα εἰς τοὺς σπουδαστὰς ἐκείνους, πιστεύω δ’ ὅτι θέλει πράξει τοῦτο, ἐνθυμούμενος μετὰ πόσου θυμοῦ ἔλεγεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, μὴ τυχὸν πέσῃ θῦμα νόμος οὐχὶ βεβαίως αὐτοῦ, ἀλλ’ ὀργάνων του ἢ καὶ τρίτου τινός. Πράττων ἄλλως θὰ ἐκινδύνευεν οὐχὶ δι’ ἄλλης χειρός, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἰδίας του χειρὸς νὰ τὸν καταστήσῃ θῦμά του.
§31Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰ ἔγγραφα, θ’ ἀπαντήσω ὅμως ἀπὸ μνήμης καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Ἀληθῶς ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι παρὰ τῷ Πρακτικῷ Λυκείῳ εἰς τὰ μαθήματα ἅτινα δὲν ἐδιδάχθησαν ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἀνέκαθεν δὲ ὁ νόμος ἡρμηνεύθη ὅτι περιλαμβάνει ὄχι μόνον τὰ μαθήματα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐδιδάχθησαν διόλου εἰς τὸ Γυμνάσιον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διδάσκονται πληρέστερον εἰς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον. Πρὸς τοῦτο μάλιστα συνεκροτήθη καὶ μία τάξις ἐν τῷ Πρακτικῷ Λυκείῳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀσκοῦνται οἱ ἀπόφοιτοι Γυμνασίου εἰς σειρὰν πέντε ἢ ἕξ μαθημάτων. Ἐφέτος κατὰ πρῶτον ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι αἱ ἐξετάσεις ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν εἰς μόνον τὸ μάθημα τῆς περιγραφικῆς γεωμετρίας. Καὶ τὸ ζήτημα ἀληθῶς ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὸ πρόγραμμα τῶν διδασκομένων μαθημάτων. Ἀλλ’ ἡ δοθεῖσα πληροφορία ἐκ παρεξηγήσεως δὲν ἦτο πλήρης, διότι περιεῖχε τὸ πρόγραμμα καὶ ὄχι τὴν ἔκτασιν τῶν διδασκομένων μαθημάτων. Ἕνεκα τούτου, ὅτε τὸ ζήτημα παρεπέμφθη ἐκ δευτέρου διὰ λόγους ἀκυρώσεως τῶν ἐξετάσεων ὡς πρὸς ἐκείνους οἵτινες εἶχον ἀποτύχει εἰς τὸ σύνολον, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας δι’ ἐγγράφου του ὑπεστήριξεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ παλαιὰ τακτικὴ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον. Συνεπείᾳ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἦτο τὸ μόνον ἁρμόδιον ὅπως ἄρῃ τὴν διχογνωμίαν. Ὄντως δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη ὑπὲρ διατηρήσεως τοῦ συστήματος τοῦ ἐφαρμοσθέντος ἐπὶ 25ετίαν καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ μὴ ἐπιτυχόντες εἰς τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἐν τῷ Λυκείῳ εὐρύτερον, δὲν ἦτο δυνατόν, ἵνα γίνωσιν δεκτοὶ εἰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις. Συνεπείᾳ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ δοθεῖσα λύσις ἦτο ἀσύμφωνος πρὸς τὸν νόμον. Ἴσως πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος, ἀλλ’ ὡς ἔχει νομίζω ὅτι ἡ δοθεῖσα λύσις οὐδενὸς δύναται νὰ ἐγείρῃ βάσιμα παράπονα.
§32Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας;
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα τοῦ Ὑπουργείου ἀπήντησα ξηρῶς τὰ ὀνόματα τῶν μαθημάτων. Ὅτε ἦλθε τὸ δεύτερον ἐρώτημα, συγκεκριμένως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῶν ὡρισμένων μαθημάτων, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ὅτι εἶναι διάφορα τὰ μαθήματα τὰ διδασκόμενα ἐν τῷ Πρακτικῷ Λυκείῳ. Συνεπείᾳ λοιπὸν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης ἐγεννήθη ἡ διχογνωμία καὶ ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὴν γνώμην ταύτην.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις τῶν κ. Β. Τουρκοβασίλη καὶ Ι. Μπουρνιᾶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀναβάλλονται λόγῳ ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§35Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ δύο ἡμερῶν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λεωνίδας ἐρώτημα πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν ἔχον οὕτω· «νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ πλοίαρχος τοῦ Β. Ναυτικοῦ κ. Γκίνης ὑπέβαλεν αἴτησιν πρὸς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον περὶ ἐνεργείας ἀνακρίσεων περὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ πεπραγμένων ὡς διοικητοῦ μοίρας κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, ἂν ἐνεργήθη τοιαύτη ἀνάκρισις καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται». Ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. πλοίαρχος ὑπέβαλε τοιαύτην αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, παρεκάλεσε δὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν του, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος στενώτατα τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Προσέθηκε δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ διοίκησις θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἡ ἀπάντησις αὕτη παρέσχεν εὐκαιρίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Σπετσῶν νὰ καθορίσῃ τὸ πνεῦμα τῆς ἐρωτήσεώς του, διότι εἶπεν ὅτι εὐχαριστεῖ τὸν κ. Ὑπουργόν, συγχρόνως δὲ θὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ ἐνεργήσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν δραστηριώτερον, διότι προσήκει εἰς τὸν κ. Γκίνην νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν θέσιν ἐν τῷ ναυτικῷ καὶ τὸν ἀνάλογον βαθμόν, διότι καὶ αὐτὸς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του κλπ. Ὄχι κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Σπετσῶν συναδέλφου, ἀλλὰ κατόπιν τῆς συμπληρώσεως τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ ἐζήτησα νὰ ἐγγραφῶ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Προφανῶς δὲν εἶμαι ἐν κυριολεξίᾳ λέγων «ἐζήτησα νὰ ἐγγραφῶ δι’ ἐπερώτησιν», διότι, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτῆς ἡ ἐπερώτησις περιέχει μομφήν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἔχω ν’ ἀπευθύνω μομφὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δὲν ἔχω συγκεκριμένην πρᾶξιν αὐτοῦ ἐνώπιόν μου, τὴν ὁποίαν νὰ θεωρῶ ἀξιόμεμπτον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα εἶναι τοῦτο. Ἐὰν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς περιωρίζετο εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀπαντήσεώς του, εἰς τὸ ὅτι δηλ. δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Σπετσῶν ζητῶν περισσοτέρας πληροφορίας, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος στενώτατα τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, δὲν θὰ εἶχον τίποτε νὰ προσθέσω, διότι πράγματι πρόκειται περὶ ζητήματος θεμελιωδεστάτου συναπτομένου στενώτατα μὲ τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, πρόκειται δὲ περὶ ζητήματος ἀφορῶντος πρόσωπον ἀξιωματικοῦ ὁ ὁποῖος κατέχει ἀνώτατον βαθμὸν ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ τοῦ ναυτικοῦ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἡ πατρὶς ἐνεπιστεύθη τὴν διοίκησιν μοίρας ἐν καιρῷ πολέμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσέθηκεν ὅτι ἡ διοίκησις θέλει λάβει ὅλα τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ ἐνέβαλεν εἰς σκέψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὑφ’ ἣν μορφὴν παρεστάθη τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλήν, ὑφ’ ἣν μορφὴν καὶ ὑφ’ ὃ πνεῦμα διετύπωσε τὴν ἐρώτησίν του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς ἐνεργείας ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ προεξοφλῶν μάλιστα ἀπὸ τοῦδε τὴν γνώμην μου, διότι θεωρῶ ὅτι οὐδεμία περαιτέρω ἐνέργεια, οὐδὲν περαιτέρω μέτρον εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ, διότι νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ὡς παρουσιάζεται μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς εἶναι ζήτημα λῆξαν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ ὅστις ἐστερήθη τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ, ὅπως διετύπωσεν ὁ ἐρωτήσας συνάδελφος. Ὁ πλοίαρχος Γκίνης οὐδενὸς βαθμοῦ ἐστερήθη. Περὶ τοῦ πλοιάρχου Γκίνη, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γίνωσιν οἱ ναυτικοὶ προβιβασμοί, ἀπεφάνθη δι’ ἐκθέσεως αὐτοῦ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στόλου ἁπλῶς ὅτι ὀφείλει νὰ συμπληρώσῃ πρῶτον τὰ προσόντα αὐτοῦ ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ πλοιάρχου καὶ εἶτα νὰ κριθῇ ἂν εἶναι προβιβαστέος ἢ ὄχι. Οὔτε στάσιμον κἂν δὲν ἐχαρακτήρισε τὸν πλοίαρχον Γκίνην ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στόλου, ὥστε οὔτε δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ κ. πλοίαρχος δι’ αὐστηρὰν τυχὸν κρίσιν νὰ θεωρήσῃ τρωθεῖσαν τὴν φιλοτιμίαν του καὶ νὰ προκαλέσῃ μέτρα πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς δράσεώς του πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ὑπολήψεώς του. Ὁ κ. Γκίνης δὲν προυβιβάσθη, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στόλου εἶπεν ὅτι ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ τὸν χρόνον ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα, ὥστε νὰ κριθῇ ἔπειτα ἂν εἶναι προβιβαστέος ἢ ὄχι. Ὤφειλε νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι πρὸ τοῦ κ. Γκίνη ἕτερος διακεκριμένος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐτιμήθη ἐπίσης διὰ διοικήσεως μοίρας ἐν καιρῷ πολέμου, ὁ πλοίαρχος κ. Δαμιανὸς προηγούμενος κατ’ ἀρχαιότητα τοῦ κ. Γκίνη καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁμοίαν ἔκθεσιν ὑπέβαλεν ὁ ναύαρχος, δὲν ὑπέβαλε τοιαύτην αἴτησιν. Πρέπει ὅμως ἀκόμη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, ὡς ἐγένοντο οἱ προβιβασμοί, οἵτινες ὑπεδείχθησαν δι’ ἐκθέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στόλου, ἀνεστράφη ἐν πολλοῖς ἡ τάξις τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Προυβιβάσθησαν νεώτεροι, προηγηθέντες τῶν ἀρχαιοτέρων ὁμοιοβάθμων των διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στόλου ἐθεώρησεν ἐπιβάλλοντας τὴν τοιαύτην κατὰ προτίμησιν προαγωγήν, καὶ αὐτοὶ δὲ δὲν παραπονοῦνται. Ἑπομένως ὀφείλει ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι, ἂν μὴ μετὰ τῆς πρεπούσης ἐμβαθύνσεως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, ἀνοίγει ἓν ζήτημα ῥιζικόν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ὑπάρχει· ἀνοίγει τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως, τῆς ἐπανεξελέγξεως τῶν πρὸς προβιβασμὸν προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν γενομένων προβιβασμῶν, ἀνοίγει δηλ. ἕνα κίνδυνον, πρὸ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν θὰ εἶναι εὐκταῖον νὰ εὑρεθῇ τὸ ἔθνος, τὸν κίνδυνον δικῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐξαντληθῶσι προσωπικαὶ διαιρέσεις. Εἶπον ὅτι θεωρῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα, καὶ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην. Ἂν εἷς ἀξιωματικὸς ἔδει νὰ προβιβασθῇ κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς ἢ οὔ, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξηρτήθη ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ στόλου. Εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον, εἶναι λίαν πιθανόν, προκειμένου περὶ ἀνθρώπου καὶ ἀνθρωπίνης κρίσεως, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ στόλου καὶ νὰ ἐπλανήθη εἰς τὰς κρίσεις του, ἀλλά, ἂν ἐπλανήθη εἰς τὰς κρίσεις του περὶ τῶν προβιβαστέων καὶ μὴ προβιβαστέων ἀξιωματικῶν, θὰ ἐπλανήθη πάντως περὶ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀντίληψιν τῆς δράσεώς των. Περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὅμως τῶν ὑποτεταγμένων εἰς αὐτόν, περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους εἶχε καὶ ὡδήγησεν αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, περὶ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τις ὅτι εἶχεν ἀμεσωτάτην ὁ Ναύαρχος ἀντίληψιν. Ἡ κρίσις ἑπομένως τοῦ Ναυάρχου, προκειμένου περὶ τῶν διοικητῶν τῶν μοιρῶν καὶ τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, εἶναι κρίσις ἀπορρέουσα ἐκ τῆς ἀμεσωτάτης ἀντιλήψεως τοῦ Ναυάρχου τοῦ στόλου, ἀκριβῶς δὲ διὰ τοῦτο καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἐπεβάλλετο προκειμένου περὶ τῶν προβιβασμῶν νὰ ἐξαρτηθῇ ὁ προβιβασμὸς ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ναυάρχου. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ κατηγορίας τὴν ὁποίαν αὐτὸς οὗτος ὁ Ναύαρχος νὰ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καταγγέλλων καὶ ζητῶν τὴν παραπομπὴν εἰς δίκην ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξέθηκεν ἕως τώρα γεγονότα, τὰ ὁποῖα νὰ πείσωσι τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ περὶ τούτων ἀνάκρισις, ἐφ’ ὅσον ἁπλῶς πρόκειται περὶ τῆς κρίσεως τοῦ Ναυάρχου ἂν εἷς ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ προβιβασθῇ τώρα ἢ ἂν πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸ μέλλον νὰ κριθῇ ἂν εἶναι προβιβάσιμος ἢ ὄχι, νομίζω ὅτι περὶ τοῦ τελευταίου τούτου ζητήματος ἐὰν πρόκειται, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν θέλησιν καὶ τὴν κρίσιν ἑνὸς ἑκάστου κριθέντος ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ἑαυτὸν ὅτι ἠδικήθη διότι δὲν προυβιβάσθη, νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον ἀνακρίσεως, νὰ τὸ φέρῃ εἰς νέαν ἐξέτασιν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου, τὸν ὁποῖον τελευταίως ἐψήφισεν, ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα, ἡ ὀρθὴ περὶ αὐτῶν τούτων τῶν πραγμάτων ἀντίληψις, ὁδηγεῖ εἰς τὴν γνώμην ὅτι προκειμένου περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν περὶ τῶν ὁποίων ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ δρᾶσίς των κατὰ τὸν πόλεμον, τὴν δὲ δρᾶσιν αὐτὴν ἐξετίμησεν ἐξ αὐτοψίας ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ στόλου, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος κριτὴς πλέον ἔγκυρος τοῦ Ναυάρχου διὰ ν’ ἀποφανθῇ. Δὲν φαντάζομαί ποτε ὅτι εἶναι δυνατὸν οὐδὲ ὡς ὑπόνοιαν κἂν νὰ ἐκφράσῃ τις ὅτι ἐμπάθεια ἢ ἄλλος λόγος ἠδύνατο νὰ συσκοτίσῃ τὴν κρίσιν τοῦ Ναυάρχου. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοιαύτη ὑπόνοια θὰ ἦτο καὶ βλασφημία νὰ ἐκφρασθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προκειμένου περὶ τοῦ Παύλου Κουντουριώτου, νομίζω ὅτι ἡ κρίσις αὐτοῦ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι τελεσίδικος. Ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συσταθῇ ἀνακριτικὸν συμβούλιον καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἡ δρᾶσις τοῦ κ. πλοιάρχου ἄνευ καταγγελίας ὡρισμένης ἐκ μέρους τοῦ Ναυάρχου, ἄνευ τῆς θελήσεως καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ ἁρμοδίου νὰ ἔχῃ τοιαύτην πρωτοβουλίαν Ὑπουργοῦ. Ἡ εἴδησις αὕτη μοὶ φαίνεται ἀδύνατος, διότι ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς φαντάζεσθε ὅτι προκειμένου περὶ τῆς πολεμικῆς δράσεως τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ ἄλλος τις ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς τὸν πόλεμον, ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοὺς ἔβλεπε διαρκῶς καὶ ἀνέμενεν ἀπ’ αὐτοὺς νὰ πράξωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, τὸ κατὰ τὴν κρίσιν του συντελεστικώτερον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ πολέμου; Δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ναυάρχου; Διότι διὰ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. πλοιάρχου καὶ διὰ τῶν προσηκόντων μέτρων περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν δι’ αὐτῶν ἐνόησε νὰ προσδώσῃ συνεπείας εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Γκίνη, οὐδὲν ἄλλο θέλει γίνει εἰμὴ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἔλεγχον ἡ κρίσις τοῦ Ναυάρχου εἰς ζητήματα διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὁ μόνος ἁρμόδιος ν’ ἀποφανθῇ. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· εἰς τὸν ἄνδρα εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθημεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς πατρίδος, εἰς τὸν ἄνδρα ὁ ὁποῖος ὡδήγησε τὸν στόλον εἰς τὴν δόξαν καὶ τὴν νίκην, εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐκάρφωσε δύο ἄστρα εἰς τὸν οὐρανὸν τῆς Ἑλλάδος, τὰς δύο ἡρωικὰς ναυμαχίας, ἐπιτρέπεται ἡ δυσπιστία ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ποῖος ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν του ἦτο προβιβαστέος καὶ ποῖος δὲν ἦτο; (Ἐπιδοκιμασίαι). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου αὐτὰς καὶ ἀποδίδων τὴν προσήκουσαν εἰς αὐτὰς σοβαρότητα καὶ κηδόμενος αὐτόχρημα τῆς ἐθνικῆς μας ἀξιοπρεπείας, θέλει τερματίσει ἐν τῇ γενέσει της τὴν διὰ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. πλοιάρχου ἐγκαινιζομένην τακτικήν, ἡ ὁποία δὲν τείνει εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον εἰς τὸ νὰ διασαλεύσῃ τὴν πειθαρχίαν τοῦ Ναυτικοῦ, παρὰ μόνον εἰς τὸ νὰ ἐνσπείρῃ τὴν διχόνοιαν εἰς τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ.
§36Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐρωτώμενος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Σπετσῶν. Εἶπον ὅτι τωόντι, ὑπεβλήθη αἴτησις ἐκ μέρους τοῦ πλοιάρχου κ. Π. Γκίνη ὅπως ἐξετασθῇ ἡ δρᾶσις αὐτοῦ κατὰ τὸν πόλεμον· εἶπον προσέτι ὅτι δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀνακοινώσω καί τι πλέον, διότι θεωρῶ ὅτι ἡ περαιτέρω ἀνακοίνωσις ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὸ στάδιον τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας ἤθελε παραβλάψει τὴν ὑπόθεσιν. Εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορισθῶ καὶ σήμερον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐσκόπει νὰ μὲ ἐπερωτήσῃ καὶ ἐποιήσατο τὰς συστάσεις τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Βεβαίως δὲν ὑπῆρχε περίπτωσίς τις ἐπερωτήσεως, διότι δὲν εὑρίσκετο ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ἐνεργείας οἱασδήποτε τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον νὰ ἠδύνατο νὰ ἐπερωτήσῃ. Τὰς συστάσεις τὰς ὁποίας διετύπωσε πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποδέχομαι εὐγνωμόνως, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἴπω τι καὶ ἐπὶ τῶν συστάσεων τούτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τὸν διαβεβαιώσω εἶναι ὅτι αἰσθάνομαι βαθύτατα τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἐφαρμόσω τοὺς κειμένους νόμους. Ἐὰν οἱ κείμενοι νόμοι ἐπιτρέπωσι τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, θὰ προβῶ εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἐὰν δ’ οἱ κείμενοι νόμοι ἐπιτρέπωσιν ἄλλην ἐνέργειαν, θὰ προβῶ εἰς ἄλλην.
§37Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐπιβάλλει ἡ πειθαρχία.
§38Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιβάλλειν τὴν πειθαρχίαν, τὸ ἐφαρμόζειν δηλαδὴ τοὺς νόμους. Ἀναγνωρίζω ὅλην τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἀναγνωρίζω καὶ ὅλην τὴν σοβαρότητα τῶν προσωπικῶν ζητημάτων ἐν τῷ ἡμετέρῳ Ναυτικῷ· ἀλλ’ ἀναγνωρίζων τὴν σοβαρότητα ταύτην παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διισχυρισθῶ ὅτι θὰ προσπαθήσω ν’ ἀνταποκριθῶ πρὸς τὴν σοβαρότητα τῶν ζητημάτων τούτων. Θὰ προσπαθήσω ὅπως μακρὰν πάσης μεροληψίας ἐπιβάλλω τὸν νόμον καὶ ἑδραιώνω τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Ναυτικῷ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 8 ἐπερώτησις τῶν κ. Σπυράκη καὶ Τσακοπούλου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀναβάλλεται λόγῳ ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§40Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Δὲν πειράζει.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Χριστοδουλιᾶς «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διαταχθῇ ταχέως ἡ ἐπιστροφὴ τῆς χιλιοδράχμου ἐγγυήσεως τοῦ ἀπὸ διετίας παραιτηθέντος δημοσίου εἰσπράκτορος τοῦ ταμείου Εὐρυτανίας Κ. Ἀθανασούλα, ἥτις ἀδικαιολογήτως ὅλως κατακρατεῖται ἀκόμη».
§42Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Σήμερον μόλις ἔλαβον γνῶσιν.
§43Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἀφορᾶ εἶναι νὰ συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως ὑποδείξῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους νὰ δεικνύωσι τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον προκειμένου περὶ ἀποδόσεως χρημάτων ὅπερ δεικνύουσι προκειμένου περὶ εἰσπράξεως χρημάτων ἀπὸ τοὺς διαφόρους ὀφειλέτας. Ὁ συμπολίτης μου ἀδικεῖται καταφώρως. Καθυστερεῖται αὐτῷ ποσὸν χιλίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέγα κεφάλαιον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 10 καὶ 11 ἐπερωτήσεις τῶν κ. Π. Πετροπουλάκη κλπ. καὶ Β. Τουρκοβασίλη κλπ. ἀναβάλλονται λόγῳ ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 12. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν προτίθεται νὰ παρατείνῃ τὴν διάρκειαν τοῦ δικαιοστασίου μὴ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν νομίμων προθεσμιῶν ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῆς καταρτίσεως πίνακος κατατάξεως, τῇ ὁριζομένῃ κατὰ τὸν νόμον ΓΧΟΔʹ, κατὰ τὴν ἐκρίζωσιν ἢ ἀποκοπὴν σταφιδαμπέλων. Διότι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τῶν τ’ ἐνυποθήκων δανειστῶν καθὼς καὶ τῶν ὀφειλετῶν σταφιδοκτημόνων».
§45Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, ν’ ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ ὅσων ἀναγράφει ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Κακῶς καὶ κατὰ παραδρομήν, ὑποθέτω, ἀνεγράφη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλῶς ἀνεγράφη, διότι πρόκειται περὶ συστάσεως.
§47Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακαλῶ τὴν παρατήρησίν μου, ὅτι κακῶς ἀνεγράφη, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι πρόκειται περὶ συστάσεως ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, συστάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σκέπτεται ἢ ἔχει λάβει ἀπόφασιν ὅπως ἐκδώσῃ νέον Β. Διάταγμα περὶ παρατάσεως τοῦ δικαιοστασίου. Κατὰ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον, ὅλαι αἱ δικαστικαὶ προθεσμίαι ἵστανται, ὁ νόμος ὅμως ΓΧΟΔʹ τοῦ 1910, ὁ ἀκυρώσας τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος περὶ ἐκριζώσεως ἢ ἀποκοπῆς σταφιδαμπέλων, συνέταμε τὰς προθεσμίας τὰς δικονομικὰς εἰς τὸ ἥμισυ, ὅταν πρόκειται περὶ συντάξεως πινάκων διὰ τὴν διανομὴν τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐκριζουμένης σταφιδαμπέλου. Καὶ ἐφ’ ὅσον διήρκει ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις ἐδικαιολογεῖτο ἐκ παντὸς λόγου ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐκ τοῦ νόμου ἀπορρεουσῶν προθεσμιῶν, ὅστις παραπέμπει εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Παυσάσης ὅμως τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ ἐντεῦθεν, τὸ συμφέρον καὶ τῶν δανειστῶν τῶν ἐνυποθήκων ἐπὶ ὑποθήκῃ σταφιδικῶν κτημάτων καὶ τῶν ὀφειλετῶν σταφιδοκτημόνων ὑπαγορεύει, ἵνα αἱ προθεσμίαι μὴ ἱστῶνται εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ προβαίνωσιν ἐλευθέρως, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ὃν ἀνέφερα, ΓΧΟΔʹ, αἱ προθεσμίαι συντομευθεῖσαι εἰς τὸ ἥμισυ χρησιμεύουσιν, ἵνα καταρτισθῇ ὁ πίναξ τῆς κατατάξεως, τὸ δὲ τίμημα τῆς ἐκριζουμένης σταφιδαμπέλου κατατίθηται παρά τινι τῶν συμβολαιογράφων μέχρι τῆς συντάξεως τοῦ πίνακος καὶ τῆς ὁριστικότητος αὐτοῦ, ὅτε τὸ τίμημα τῆς ἐκριζωθείσης σταφιδαμπέλου διανέμεται μεταξὺ ἐνυποθήκων δανειστῶν καὶ ἰδιοκτήτου. Ληξάσης ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ., δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἀναστέλλωνται εἰς τὸ ἑξῆς αἱ προθεσμίαι αὗται· ἀναγκαῖον εἶναι νὰ προβαίνωσιν ἐλευθέρως διὰ τὴν σύναψιν τῶν πινάκων, ἥτις καθυστερεῖται ἤδη ἀπὸ διετίας. Τοῦτο δὲ ἵνα καὶ εἰς τοὺς δανειστὰς τοὺς ἀναμένοντας νὰ λάβωσι τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν χρημάτων ἀποδοθῇ ὅ,τι ἀνήκει, καὶ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας καταβληθῇ τὸ τίμημα ἢ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχουσιν ἐνυπόθηκοι δανεισταί. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα ἐξαιρέσῃ τὰς προθεσμίας περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ὁ νόμος τοῦ 1910 πρὸς τὸ συμφέρον τῶν δανειστῶν καὶ τῶν σταφιδοκτημόνων.
§48Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐλήφθη ἀπόφασις ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ ὑπεβλήθη Β. Διάταγμα παρατεῖνον τὸ δικαιοστάσιον ὑφ’ ἣν μορφὴν σήμερον ὑφίσταται μέχρι τῆς 10 Ἰανουαρίου ἐ. ἔτους, ὁπότε λήγουσιν αἱ ἑορταί. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ οὐδεμία μεταβολὴ θὰ ἐπέλθῃ. Μετὰ ταῦτα θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου μου, παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἀποσταλῇ ἀντίγραφον τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, διὰ νὰ κάμω τὴν ἀνάπτυξιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 13 ἐπερώτησις τοῦ κ. Σταμούλη ἀναβάλλεται λόγῳ ἀπουσίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 καὶ 2 νομοσχέδια ἀφορῶντα ἀμφότερα τὴν ταχυδρομ. καὶ τηλεγραφ. ὑπηρεσίαν τῆς Κρήτης συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀποδεχομένης τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναβάλλονται δι’ αὔριον. Ἤδη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3: Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῆς γεωργικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς νέας χώρας». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου μέχρι φράγκων χρυσῶν 30,000,000 πρὸς πληρωμὴν ἀπαιτήσεων ἐκ προμηθειῶν». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετατροπῆς τῶν ἐκτάκτων στρατοδικείων Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων καὶ καταργήσεως τῶν στρατοδικείων Λέσβου καὶ Χίου».
§50Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀναβάλλεται δὲ συναινέσει τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 490, § 1, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ 353 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§52Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω· δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις.
§53Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μολονότι κατ’ ἐμὲ δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος κρίνεται κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ μοὶ ἐγένετο παρατήρησις καὶ ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων, διετύπωσα τροπολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν παραμένουσιν ἐκδικαζόμεναι...
§54Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἑτοίμην τροπολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ εἰσηγμέναι δίκαι δικάζονται κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον.
§55Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καίτοι θεωρῶ ὅτι εἰσηγμέναι δίκαι θεωροῦνται αἱ ἀναγραφεῖσαι εἰς τὰ πινάκια, ἡ δὲ ἰδική μου τροπολογία εἶναι πλατυτέρα, ἐν τούτοις δὲν διστάζω νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν σας.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποτελέσῃ ἡ τροπολογία αὕτη ἰδιαίτερον ἄρθρον;
§57Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δύναται νὰ τεθῇ ὡς δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1.
§58Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπαναλαμβάνω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἥτις ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὡς διετυπώθη καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, δηλαδὴ ὅτι οὐδένα εὑρίσκω λόγον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§59Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον εἶπον νὰ ἐλαττωθῇ τὸ πρόστιμον.
§60Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 490, § 1, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐξακολουθῶ ἔχων τὴν γνώμην τὴν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αἱ συζητήσεις αἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἐνίσχυσαν ταύτην ἀντὶ νὰ τὴν μετατρέψωσιν. Ὑποστηρίζω λοιπὸν ταύτην, ἂν καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ συναινέσῃ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφερον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ λέγω ὀλίγας λέξεις. Προκειμένου νὰ μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι ὑποτίθεται ὅτι ὑπάρχει λόγος τις, ἡ κοινὴ συνείδησις, π.χ. ἡ κοινὴ γνώμη ἀξιοῦσα τὴν μεταβολὴν ταύτην. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς σκοπιμότητος ἐξεταστέον ἂν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, πῶς δὲ ἐξεδηλώθη αὕτη. Ἡ ὁλομέλεια τῆς ἐπιτροπῆς ἀπαρτιζομένη ἀπὸ μέλη διαφόρων ἀποχρώσεων τῆς Βουλῆς παμψηφεὶ ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 490 τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Καὶ πάντες οἱ κ. Βουλευταὶ οἱ ὁμιλήσαντες πλὴν ἑνός, νομίζω, ἰσχυρίσθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις τοιαύτης μεταβολῆς.
§61Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ οἱ σιωπήσαντες;
§62Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, ἀλλ’ ἔχει δίκαιον ἐφ’ ὅσον τεκμαίρεται ἡ ψηφοφορία. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο ἡ ψηφοφορία νὰ λυθῇ διὰ τεκμηρίου, δὲν ἠξεύρω μήπως οἱ σιωπήσαντες ὡμίλουν διὰ τῆς ἀρνητικῆς ψήφου των. Αἱ γνῶμαι τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν ὁμιλούντων λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ψηφίζωνται οἱ διάφοροι νόμοι. Τὰ ἐπιχειρήματα ἐξήντλησαν οἱ κ. συνάδελφοι οἱ ὁμιλήσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπομένει τὸ ζήτημα τῆς ποιότητος τῶν εἰρηνοδικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπανέρχομαι. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι ἡ ποιότης τῶν εἰρηνοδικῶν ἐν μέρει εἶναι καλή, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἔλαβε τὸν κόπον κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας του νὰ ἐξετάσῃ τὸν φάκελον περὶ εἰρηνοδικῶν ἢ μᾶλλον τὰς ἐκθέσεις διαφόρων εἰσαγγελέων περὶ τῆς ποιότητος αὐτῶν. Ἐπληροφορήθην ἐσχάτως ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχει ἔκθεσις εἰσαγγελέως περὶ εἰρηνοδίκου διατελοῦντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἰσέτι, ὅστις ἐδίκασε κατηγορούμενον ἐπὶ ζωοκλοπῇ. Εἰς παρατήρησιν δὲ γενομένην πρὸς αὐτὸν ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως πῶς ἐδίκασε ζωοκλοπίαν μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἀπήντησεν ὅτι ἦτο ἀθῷος ὁ κατηγορούμενος. Ἐὰν ἦτο ἔνοχος, δὲν θὰ ἐδίκαζε!
§63Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ποῖος ὁ εἰρηνοδίκης;
§64Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καθῆκον νὰ καταγγέλλω πρόσωπα. Εἶπον ὅτι ἐπληροφορήθην ἐκ μέρους εἰσαγγελέως, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτη ἔκθεσις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἠρώτησα ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξήτασε τὸν φάκελον αὐτὸν καὶ ἂν ἐνόμιζεν ὅτι συντελεῖ τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιόν του προκειμένου περὶ ποιότητος τῶν εἰρηνοδικῶν. Καὶ ἐὰν οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι γνωστοὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ποιότητα αὐτῶν, εἶναι γνωστοὶ ποῖοι καὶ οἱ ἀναπληρωταὶ αὐτῶν, ὄχι μόνον εἰς τὰς κωμοπόλεις ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς πόλεις; Οἱ γραμματεῖς ἔχουσι τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα καὶ τὰς νομικὰς γνώσεις, ἀφοῦ θέλετε νὰ δικάζωσι κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν εἰρηνοδικῶν, ἥτις δὲν διαφέρει κἂν τῆς τῶν πρωτοδικῶν; Ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας νομικὰς γνώσεις νὰ δικάζωσι μέχρι ποσοῦ 600 δραχμῶν; Ποῖοι οἱ γραμματεῖς; Ἐσχάτως ἔχουσι διορισθῆ νέοι δικηγόροι ἢ μὲ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, ὑπάρχουσιν ὅμως πλεῖστοι ἔχοντες μόνον ἀπολυτήριον σχολαρχείου. Σᾶς λέγω ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῇ ἐμῇ τοὐλάχιστον τρεῖς ἢ τέσσαρες γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων προέρχονται ἐκ τῆς τάξεως αὐτῆς, εἷς μάλιστα εἶναι καὶ ἐντελῶς κωφός. Καὶ αὐτὸς θὰ δικάζῃ μέχρις 600 δραχμῶν; Ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 300 ἦτο πολύ, τῶν 600 εἶναι χειρότερον. Εἰς τὸν εἰρηνοδίκην μάλιστα, ὡσεὶ νὰ μὴν ἐπήρκουν αἱ πολλαὶ ἀσχολίαι του, προσετέθησαν καὶ ἄλλαι πολλαὶ διὰ τῶν νόμων· τοῦ ἀφῃρέθησαν δὲ τὰ καθήκοντα τῶν ὑποθηκοφυλάκων, ἐξ ὧν ἀπελάμβανόν τι.
§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολλά.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔρχεται ὁ νόμος περὶ κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ποῖα τὰ καθήκοντα τῶν εἰρηνοδικῶν; Ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ. Μόνον διὰ νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰ ὅρια τῶν διαφόρων κοινοτήτων θὰ παρέλθῃ τόσος χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας νὰ δικάσωσι πολιτικὰς ὑποθέσεις. Θὰ δικάζωσι λοιπὸν οἱ γραμματεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο στοιχεῖον δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα τῶν πόλεων μετὰ πόσον χρόνον ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τὰ πινάκια τῶν διαφόρων Εἰρηνοδικείων συζητοῦνται αἱ πολιτικαὶ ὑποθέσεις; Πολὺ βραδύτερον ἀφ’ ὅσον συζητοῦνται αἱ ἐγγραφόμεναι εἰς τὰ πινάκια τῶν Πρωτοδικείων. Τοῦτο τί σημαίνει; Σημαίνει τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ συνεπῶς τῶν ἀναπληρωτῶν των. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἔχομεν τοὺς ἀναπληρωτὰς καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὅπως αὐτοὶ ἔχωσι δίπλωμα Νομικῆς ἢ εἶναι δικηγόροι, ἢ τουλάχιστον ἔχωσι νομικὰς γνώσεις στοιχειώδεις, ἵνα δικάσωσιν, ἐφ’ ὅσον ἡ ποιότης των δὲν ἐγγυᾶται ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν εἰρηνοδικῶν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο περιττόν, ἐμνημόνευσα δ’ ὡς εἰσηγητὴς τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ταύτην ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω.
§67Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν, ὁ Ὑπουργός, ὁ ἐπιφανὴς νομικός, ὁ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δικηγορήσας εἰς τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἑπομένως ἐν ἐπιγνώσει τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων τῶν δικαστικῶν, ἐξέφρασε τὴν ἑξῆς βαρυσήμαντον γνώμην, ὅτι δὲν δίδει ψῆφον ὑπὲρ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν πρωτοδικῶν πρὶν γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῶν.
§68Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πρὶν εἰσαχθῇ ὁ νόμος περὶ ἀνεπαρκείας, τὸν ὁποῖον σήμερον εἰσάγω.
§69Λ. ΝΑΚΟΣ. Ναί, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκκαθάρισις οὔτε ἔγινεν οὔτε θὰ γίνῃ. Τώρα κατὰ ποῖον εἱρμόν, κατὰ ποῖον συνδυασμόν, κατὰ ποίαν λογικὴν νομίζει ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι ἀνώτεροι ἠθικῶς ἀπὸ τοὺς πρωτοδίκας δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἐπίσης κατὰ ποίαν πάλιν λογικὴν ὑπέβαλε συγχρόνως εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδίκας τὸ ψωμί των, τὸ ὁποῖον εἶχον, δηλαδὴ τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, τὸ ὁποῖον δίδει ἤδη εἰς τοὺς συμβολαιογράφους, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου προσειλκύοντο καὶ ἐκλεκτοί τινες εἰς τὸν κλάδον αὐτόν; δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, λέγω, πῶς, ἐνῷ ἐκμηδενίζει τὸν μόνον λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἐλπὶς νὰ βελτιωθῇ τὸ ποιὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, τὰς ἐκ τῶν Ὑποθηκοφυλακείων ἀπολαβάς, πῶς, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀσφαλῶς θὰ ὑποβιβάσῃ τὸ ποιὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, συγχρόνως ὅμως αὐξάνει τὴν δικαιοδοσίαν των. Ταῦτα μόνον ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§70Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ μάλιστα ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 353 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 490 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλέχθη, καὶ ὀρθῶς ἐλέχθη, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐξηντλήθησαν καὶ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρατήρησις ἥτις δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Ἔχομεν ἐπεκτείνει τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ εἰρηνοδίκου ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας δύναται νὰ δικάσῃ ἀνεκκλήτως, καὶ δύναται νὰ δικάσῃ ἀνεκκλήτως μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100 δραχμῶν. — Ἤδη ἐπιτρέπομεν εἰς αὐτὸν νὰ δικάσῃ καὶ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 600 δραχμῶν ἐκκλητῶς.
§71Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον.
§72Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Περὶ τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη ἤδη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἐνομοθετήθη, ὅτι ἔχει δικαιοδοσίαν ὁ εἰρηνοδίκης νὰ δικάζῃ ἀνεκκλήτως μέχρις 100 δραχμῶν, δὲν πρόκειται. Πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἂν συμφέρει ν’ ἀναγνωρισθῇ ἐξουσία εἰς τὸν εἰρηνοδίκην νὰ δικάζῃ ἐκκλητῶς μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 600 δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν νομοθετημένων δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω. Ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Συμφέρον κοινωνικὸν εἶναι ἡ λῆψις τοιούτων μέτρων, ὥστε νὰ περιορίσωμεν τὴν ῥοπὴν τῶν πολιτῶν εἰς τὰς διενέξεις τὰς δικαστικὰς καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δικῶν. Διὰ τοῦ παρόντος ὅμως νομοσχεδίου βλέπω ὅτι εἶναι βέβαιον ὅτι θ’ αὐξήσωμεν τὰς δίκας. Εἶναι ἐπίσης δυνατὸν νὰ ἐγερθῶσι παράπονα ἐκ μέρους τῶν δικηγορούντων παρὰ Πρωτοδίκαις, διότι πολλαὶ τῶν ὑποθέσεων, ἐκεῖναι δηλαδὴ αἵτινες ἀντικείμενον ἔχουσι διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν 300 μέχρι τῶν 600 δραχμῶν, μεταφέρονται πλέον ἀπὸ τῶν Πρωτοδικείων εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, οὕτω δ’ ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοῦ κύκλου τῆς δικηγορικῆς ἐργασίας τῶν παρὰ Πρωτοδίκαις δικηγόρων πολλαὶ ὑποθέσεις. Ἀλλὰ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐπαγγελματικὸν παράπονον, ἀλλὰ τὴν κοινωνικὴν ζημίαν ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς νομοθετήσεως τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 490 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ ἡ ἀπόρροια τῆς διατάξεως θὰ εἶναι ὅτι ὁ μὲν εἰρηνοδίκης ἐπὶ πλέον θὰ δικάζῃ ἐκκλητῶς ἀπὸ 100 μέχρις 600 δραχμῶν, ἢ ἀκριβέστερον ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 300 μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 600 δραχμῶν, εἰς ἃ ἐκτείνεται ἤδη ἡ δικαιοδοσία του. Πᾶσαι δὲ αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει δικάζει ἐκκλητῶς θὰ μεταβιβάζωνται δι’ ἐφέσεων εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ἵνα ἐκεῖ ὑποστῶσι τὸν δεύτερον ἔλεγχον ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου. Οὕτως, ἐνῷ αἱ ὑποθέσεις αἱ μεταξὺ 300 καὶ 600 δραχ. ἤθελον δικάζεσθαι, παραμενόντων τῶν νόμων ὡς εἶναι ἤδη οὗτοι, ἀπὸ τοὺς πρωτοδίκας ἀνεκκλήτως, θέλομεν ἔχει εἰς τὸ μέλλον δύο δίκας ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὑποθέσεων, τῶν ἐχουσῶν ἀντικείμενον μεταξὺ 300 μέχρις 600 δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὲ καὶ ἄτοπον καὶ ζημία γίνεται, διότι ἔργον τοῦ νομοθετεῖν, ἐν καλῇ καὶ εὐρύθμως ὠργανωμένῃ Πολιτείᾳ, εἶναι τὸ περιορίζειν τὰς δίκας καὶ τὸ ἀποτρέπειν τοὺς πολίτας ἀπὸ τῶν διενέξεων τῶν δικαστικῶν, καὶ οὐχὶ τὸ πολλαπλασιάζειν τὰς δίκας. Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν, φρονῶ δ’ ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν αὔξησιν τῆς ἐξουσίας τῶν εἰρηνοδικῶν, ἀλλ’ οὐχὶ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 600 δραχμῶν.
§73Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἄλλο νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημητρακόπουλος εἰς τὴν Βουλήν, σοφὸν πράγματι ἐν τῇ ἐμπνεύσει καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεκρότησεν ἡ Βουλὴ σύσσωμος διὰ χειροκροτημάτων, ὡς ἐνθυμοῦμαι, δυστυχῶς ὅμως ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ λαβὴν εἰς μεγάλας ὑπερβασίας καὶ εἰς μεγάλας βλάβας τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, καὶ τὸ κάτω τῆς γραφῆς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τῶν προσωρινῶν μέτρων ἐδώκαμεν ἀφορμὴν εἰς μερικὰ ὄργανα Εἰρηνοδικείου νὰ χρηματίζωνται εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης, εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς δικαστικῆς καὶ τοῦ κόσμου ἐν γένει. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοιούτων νομοσχεδίων νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, διότι ἐρχόμεθα εἰς ἀμεσωτέραν ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν κόσμον, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν, καὶ πᾶς τις βλέπων ἐγγύτερον τὴν κατάστασιν αὐτὴν αἰσθάνεται ἀηδίαν καὶ ἀποστροφὴν πρὸς τὰ τελούμενα. Βεβαίως ἐπεκτείνετε τὴν δικιοδοσίαν ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ποσόν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς προβῆτε εἰς ἐκκαθάρισιν. Δὲν ὑπῆρξεν ἱκανὴ ἡ ἐκκαθάρισις ἡ ὁποία ἐγένετο μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ὑλικὸν τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κόσμου ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπησαν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ μορφῇ καὶ ἀξιοπρεπείᾳ. Δίδομεν δικαιοδοσίαν ἀπὸ δρ. 100 μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 600. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ἡ ὑπερτάτη βαθμὶς τῆς κοινωνικῆς κινήσεως, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης ὁ ὁποῖος θὰ μεταβῇ ἐκεῖ, δὲν θὰ συναναστρέφηται τὸν Α ἢ τὸν Β ἢ τὸν Γ, ἀλλὰ θὰ συναναστρέφηται τὸν πλούσιον, τὸν δυνάμενον νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε περιουσίαν, λόγῳ τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, καὶ πάντοτε αἱ κοινωνικαὶ ἐπιδράσεις, ὡς Ὑπουργὸς γνωρίζετε, ὀλεθρίως ἐπέδρασαν καὶ ἐπὶ τῆς σκέψεως τοῦ δικαστοῦ καὶ ἐπὶ τῆς σκέψεως οἱουδήποτε ὑπαλλήλου. Ἄνθρωποι εἶναι, ἀδυναμίας ἔχουσιν, ἐλαττώματα ἔχουσιν, ἀρετὰς δυνατὸν νὰ ἔχωσιν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἄνθρωποι εἶναι. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι εἰρηνοδίκης τῆς ἐπαρχίας μου προεξώφλει τοὺς μισθούς του εἰς τὸν δήμαρχον τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης. Τί περιμένετε λοιπόν, ὅταν ὁ εἰρηνοδίκης ὁ ἀπονέμων τὴν δικαιοσύνην εὑρίσκηται εἰς τοιαύτας σχέσεις μὲ τὸν δήμαρχον;
§74Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ὁ νῦν;
§75Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὄχι, ἀπεστάλη δυστυχῶς εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα, διὰ νὰ δώσῃ τὰ φῶτά του. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τὸ ὄνομα· θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἰδιαιτέρως, διότι ὁ Κύριος αὐτὸς ἀπεστάλη εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα νὰ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην καὶ ἴσως ἴσως νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐξήσκει μετὰ μεγαλειτέρας ἐπιτηδειότητος. Ὅτε λοιπὸν ἔχομεν τοιαῦτα δεδομένα, ὅτε ὅλοι μας γνωρίζομεν, ὅτι ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς — δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτό, ὅτι ὁλόκληρος ὁ εἰρηνοδικειακὸς κόσμος δὲν ἵσταται εἰς τὴν θέσιν του —, δὲν εἶναι σπουδαῖον, ἐὰν αὐξήσωμεν ἢ δὲν αὐξήσωμεν τὴν ἔκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν εἰρηνοδικῶν σχετικῶς πρὸς τὸ ποσόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἶναι φειδωλότερος εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν εἰρηνοδικῶν ἕως ὅτου διὰ γενναίου ἐγχειρήματος, καὶ τολμήσατε, κύριε Ὑπουργέ, προβῆτε εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ κλάδου αὐτοῦ, ὁπότε ὄχι μόνον 600 δρ., ἀλλὰ χιλίας, δύο καὶ τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς ἡμεῖς θὰ προτείνωμεν.
§76ΕΥΣ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι λεπτομερῶς διεξήχθη τὸ ζήτημα, καίτοι δὲν εἶμαι δικηγόρος καὶ ἴσως εἶμαι ἀναρμόδιος, ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἀπὸ δύο ἐπόψεων πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρῶτον ἀπὸ ἐπόψεως σκοπιμότητος καὶ ὠφελείας καὶ δεύτερον ἂν εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὴν κοινωνίαν ὑπὸ ἔποψιν ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Καὶ ὅτι μὲν τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ κοινωνικῆς ἐπόψεως καὶ κοινωνικῆς ὠφελείας εἶναι σκόπιμον δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι τὰ Πρωτοδικεῖα δὲν κεῖνται ἐγγὺς τῶν κατοίκων, γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι χωρία μεμακρυσμένα, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσιν ὥρας πολλὰς ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου, ἅτινα θὰ ἐκέρδιζον ἐκ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ δαπάνας καὶ χρόνον.
§77Λ. ΝΑΚΟΣ. Τώρα θὰ πηγαίνῃς καὶ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, θὰ πηγαίνῃς καὶ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον.
§78ΕΥΣ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἡσυχάσατε, κ. συνάδελφε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι δικηγόρος, θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ πράγματα καλλίτερον ἐμοῦ. Ἢ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπέχουσιν ὥρας πολλὰς ἀπὸ τὴν ἕδραν τῶν Πρωτοδικείων νὰ εὑρίσκωσι τὸν δικαστήν των ὅσον τὸ δυνατὸν πλησίον, καὶ ὁ ὁποῖος δικαστὴς θὰ παρέχῃ ὅλα τὰ ἐχέγγυα διὰ τὴν ἀκριβῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα καλλίτερον θὰ γνωρίζῃ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως; Οὔτε συμμερίζομαι τὴν γνώμην ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι δὲν εἶναι ἱκανοὶ ν’ ἀπονέμωσι δικαιοσύνην καὶ διὰ ποσὸν μέχρι τῶν 600 δραχμῶν. Τοὐναντίον θεωρῶ τοὺς εἰρηνοδίκας ἀξίους τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης· ἀκατανόητον μοὶ φαίνεται πῶς, ἀφοῦ ἐμπιστευόμεθα εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας νὰ δικάζωσιν ἀνεκκλήτως μέχρις 100 δρ., φοβούμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἐκκλητὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν μέχρις 600 δρ. Ἀφοῦ εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας ἐμπιστευόμεθα τὴν διαχείρισιν τῶν προσωρινῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, εἶναι ἀμφίστομον φάσγανον, τίνα κίνδυνον διατρέχομεν ἐμπιστευόμενοι αὐτοῖς νὰ δικάσωσι μέχρις 600 δραχμῶν ἐκκλητῶς; Ἂν τοιοῦτος κίνδυνος ὑφίστατο, ἔπρεπε νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἐκκλητὸν καὶ ἀπὸ 100 δρ. νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 50· καὶ αὐτὸ εἶναι συζητητέον καὶ ὄχι νὰ φοβώμεθα διότι ἐπεκτείνεται ἡ ἐκκλητὴ δικαιοδοσία τῶν εἰρηνοδικῶν. Κατὰ ταῦτα εὑρίσκω σκοπιμώτατον τὸ νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἔχουσι πολλὰς ἀσχολίας καὶ ἔπρεπε ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν καθηκόντων τοῦ ὑποθηκοφύλακος, δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἀφαιρεθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, διότι, καίτοι ἐπιβαρύνονται μὲ πρόσθετον ἐργασίαν, ἐν τούτοις ἀνακουφίζονται οἰκονομικῶς μεγάλως, διότι ἀπολαμβάνουσι κάτι, ὅπερ ἐν τοῖς σημερινοῖς γλίσχροις μισθοῖς εἶναι ἰσχυρὸν ἐλατήριον πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν πολλαπλῶν καὶ βαρέων αὐτῶν καθηκόντων.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§80ΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπεβάλετε τροπολογίαν, κ. Ὑπουργέ;
§81Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ὑπάρχει τροπολογία.
§82ΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει;
§83Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ μένω μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὰς 25.
§84Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἐδέχθην τὰς 25.
§85ΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ γίνῃ 20, νὰ διπλασιασθῇ τοὐλάχιστον.
§86Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ 50, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ 25.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2). Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ νόμου ͵ΓΦΙΘʹ περὶ προθεσμίας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ παροχῆς εἰς τοὺς χωρικοὺς γεωργικῶν εἰδῶν» Ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκεται).
§88ΣΤΕΦ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία ἰδική μου.
§89ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας σας, τοῦτο περιελήφθη εἰς τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν.
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διενεμήθη.
§91Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε καὶ διὰ τῆς ὁποίας θέλετε νὰ δύναται ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία νὰ πωλῇ ἐπὶ πιστώσει, αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι τοῦτο θὰ φέρῃ ναυάγιον ὄχι μόνον τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ καὶ ἀπορρόφησιν τοῦ δανείου.
§92Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ τόκον;
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ χάσῃ καὶ τὸ κεφάλαιον καὶ τὸν τόκον καὶ θὰ μείνῃ μὲ τὴν παρηγορίαν ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ τόκον. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ μιᾶς τροπολογίας νὰ ῥυθμίσωμεν ἓν ζήτημα πολὺ μέγα, ὁποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς γεωργικῆς πίστεως. Ἄν συνοδεύσητε τὴν τροπολογίαν σας μὲ τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν σας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παράσχωσιν ἀσφαλείας εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν, θὰ ἦτο τότε αὕτη συζητήσιμος. Ἤδη θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀρκεσθῆτε εἰς ὅσα δίδονται σήμερον, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἐδήλωσα ἤδη, ὅτι μεταξὺ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπασχολήσει λίαν προσεχῶς τὴν Βουλὴν θὰ εἶναι καὶ ἡ ῥύθμισις τῆς γεωργικῆς πίστεως, καὶ ὄχι μόνον ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἱδρύματα νὰ παρέχωσι πίστιν εἰς τοὺς γεωργούς.
§94ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, νὰ δηλώσητε ἂν διὰ τῆς φράσεως τῆς περιλαμβανομένης εἰς τὸ ἄρθρον μόνον ἐννοεῖτε συνεργατικοὺς συνδέσμους κ. λ. π.
§95Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
§96ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐλέχθη, ἀνεγράφη ἤδη.
§98Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ τὸ μέγιστον ποσὸν τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ καὶ τοῦ θείου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράζῃ ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία καὶ τοῦτο ὄχι διὰ νὰ προστατευθῇ τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ διότι δύναται νὰ προκύψῃ ὁ ἑξῆς κίνδυνος. Τὸ ἐμπόριον γνωρίζον ὅτι τὰ εἴδη αὐτὰ κατέστησαν ἀντικείμενον ἐμπορίας τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας!...
§99Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον διὰ τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν εἰς τὸ Κράτος εἶναι ζημία, διότι δέχεται τὸ Κράτος νὰ πληρώνῃ καὶ τοὺς τόκους.
§100Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν νὰ προμηθευθῇ θειικὸν χαλκὸν καὶ θεῖον. Δυνατὸν ὅμως νὰ συμβῇ, ὥστε τὸ ἐμπόριον νὰ μὴ κάμῃ ἐγκαίρως προμηθείας καὶ νὰ ἔχωμεν ἔλλειψιν τῶν εἰδῶν αὐτῶν. Ἄν ὅμως καθορισθῇ τὸ maximun τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία νὰ προμηθευθῇ, τότε τὸ ἐμπόριον γνωρίζον ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ προμήθεια διὰ τὰς ἀνάγκας θὰ ἐξακολουθήσῃ προμηθευόμενον. Αὐτὸ εἶχε γίνει διὰ τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἠγόρασεν ὡρισμένον μικρὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον οὔτε κατηναλώθη μάλιστα. Τὸ μέτρον χρησιμεύει ὡς ἀσφαλιστικὴ δικλὶς τῆς παραγωγῆς κατὰ τῆς ἐνδεχομένης κερδοσκοπίας τοῦ ἐμπορίου. Νὰ ὁρίσητε ἓν ποσὸν θειικοῦ χαλκοῦ καὶ ἓν ποσὸν θείου, τὸ ὁποῖον θὰ προμηθεύηται ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ κερδοσκοπία ἤθελε ζητήσει τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν γεωργῶν.
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν προτεινομένην τροπολογίαν.
§102Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Νὰ μὴ τὴν δεχθῆτε, κύριε Ὑπουργέ· δὲν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ τοὺς γεωργούς.
§103ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη ἐξ ἀρχῆς ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ὅτι οἱ ἔμποροι, εὑρίσκοντες τοὺς κτηματίας εἰς μεγάλας ἀνάγκας κατὰ τὴν ἐποχὴν εἰδικῶς ἐκείνην, καθ’ ἣν ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους διὰ νὰ ζητήσωσι θειικὸν χαλκὸν καὶ θεῖον, διέπραττον εἰς βάρος τῶν κτηματιῶν αἰσχροκέρδειαν, τοὺς ὁποίους ὅλοι ὅσοι ἔζησαν εἰς κτηματικὰς περιφερείας ἔχουσι θλιβερὰν τὴν ἀνάμνησιν. Ἔφερον ἐκ Τεργέστης θειικὸν χαλκόν, τὸν ὁποῖον ἠγόραζον πρὸς 1 δρ. καὶ τὸν ἐπώλουν πρὸς 3 καὶ 4 δρ. Ἄν ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ τοκογλυφίας, ἡ ἐκμετάλλευσις, περὶ ἧς σᾶς ὡμίλησα, ἦτο μεγαλειτέρα ἀπὸ ἐκείνην, περὶ ἧς προνοεῖ ὁ νόμος περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας. Ἄν θέσωμεν λοιπὸν ὅριον εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ ποσοῦ παρὰ τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας, τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἐξηντλεῖτο καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτοῦ θ’ ἀνακύψῃ πάλιν τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ αἰσχροκέρδεια. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὁρισμὸν ἀνωτάτου ὁρίου καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος εἰς τοῦτο. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§104Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀνακολουθίας ἐν τῷ νόμῳ νὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 3, διότι, ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 1 περιλαμβάνεται ἡ ἀξία μόνον καὶ αἱ δαπάναι τῆς ἀγορᾶς, εἰς τὸ ἄρθρον 3 περιλαμβάνονται οἱ τόκοι καὶ τὰ ἔξοδα. Χάριν τῆς ἑνότητος τῆς ἐν τῷ νόμῳ παρίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νόμου, καὶ ὅλα ταῦτα ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὸ Δημόσιον.
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δεκτόν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ.
§107Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, διότι καὶ σήμερον ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται. Τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι ὥριμα καὶ ἀναβάλλονται. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι συναινέσει αὐτῆς κατήρτισα τὰς ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῶν χθὲς ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ὡς ἑξῆς: Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 1) περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας 2) περὶ δικαστηρίου συγκρούσεων καθηκόντων καὶ 3) περὶ δικαστηρίου ἀγωγῆς κακοδικίου ἐκ τῶν βουλευτῶν Γ. Ἰατρίδου, Π. Ἀραβαντινοῦ, Σ. Κροκιδᾶ, Ν. Τριανταφυλλάκου, Π. Πολυχρονιάδου, Χ. Δικαίου, Π. Μερλοπούλου, Π. Λαγοπάτη, Λ. Νάκου, Β. Κυρέλλου καὶ Ν. Καμπάνη. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 4) περὶ πειθαρχικοῦ συμβουλίου 5) περὶ Ἀντιβασιλείας 6) περὶ ἀνακοινώσεων διὰ τοῦ τύπου ἐκ τῶν βουλευτῶν Π. Ἀραβαντινοῦ, Δ. Κριεκούκη, Π. Τσαλδάρη, Κ. Γόντικα, Κ. Σπυρίδου, Π. Ἰατροπούλου, Γ. Καντιάνη, Ι. Μπουρνιᾶ καὶ Ἰωάν. Ξηροῦ. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 7) περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 546 τοῦ Ποινικοῦ νόμου 8) περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου 9) περὶ ὁπλοφορίας ἐκ τῶν βουλευτῶν Ἰ. Καλαντζοπούλου, Ἰ. Μπακοπούλου, Δ. Σωτηρίου, Κ. Λιδωρίκη, Ε. Γεωργιάδου, Μ. Μπουφίδου, Γ. Φικιώρη, Γ. Κοσσόνα καὶ Δ. Μπούσδρα. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 10) περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας 11) περὶ κοινοποιήσεων διαδικαστικῶν πράξεων 12) περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συμβατικοῦ τόκου διατάξεων ἐκ τῶν βουλευτῶν Γ. Ἰατρίδου, Π. Ἀραβαντινοῦ, Σ. Κροκιδᾶ, Νικολ. Ξηροῦ, Δ. Γαλαβᾶ, Ν. Γαρδικιώτου, Κ. Χρυσοχοΐδου, Ἀθ. Χριστοπούλου καὶ Δ. Κριεκούκη. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· 13) περὶ τροποποιήσεως τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν· 14) περὶ προστασίας τοῦ ὀνόματος καὶ σήματος τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ· καὶ 15) περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓϠΟΗʹ τοῦ 1912 «περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου» ἐκ τῶν βουλευτῶν Ἰ. Φαρμάκη, Μ. Νεγροπόντη, Π. Ἀλεξάκη, Ἀ. Παπαλουκᾶ, Δ. Χατζηγιάννη, Ἰ. Ἀθανασάκη, Ἀ. Σακελλαρίου, Δ. Κανελλοπούλου, Ἀ. Παπαποστόλου, Κ. Σπυρίδου καὶ Ἀ. Γρίβα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.)