1911.12.08
3.379 στίχοι · 26.197 λέξεις · 212 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 187.
τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1911.
(Πέμπτη, ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά... (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Κάτοικοι τοῦ χωρίου Βελωτᾶ διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Εὐρυτανίας προτιθεμένου νὰ καταργήσῃ τὸ σχολεῖόν των καὶ ἀνασυστήσῃ τὸ τῆς Ἀνδρανόβης· 2) Κτηματίαι ἐκ Καλαμῶν αἰτοῦνται κατάργησιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν ἐλαιοπυρήνων· 3) Ὁ Σύλλογος τῶν ἐν Φθιώτιδι Μακεδόνων ζητοῦσι διορισμὸν ὑποτρόφων ἐκ τοῦ Βελλιείου κληροδοτήματος· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἰ. Ἀβάζος, Ἀ. Μαλασπίνας, Δ. Πετσετάκης καὶ Δ. Ζαμᾶνος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων»· Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως χημικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ»· Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ῥούσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 122 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων». Θέλουσιν ἅπαντα ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀ. Περιστέρης αἰτεῖται ἄδειαν ἀπουσίας μηνός. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται ἡ ἄδεια αὕτη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Θανόπουλος.
§4Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐγένετο σχετικῶς πρὸς τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ χωρίου Καρδίτσης;
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθησαν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβάζος ἐπ’ ἀναφορᾶς συνταξιούχων ἐξ Οἴας.
§7Ι. ΑΒΑΖΟΣ. Οἱ ἀναφερόμενοι συνταξιοῦχοι Οἴας ἔχουσι πληρέστατα δίκαιον παραπονούμενοι. Κατέρχονται πολλάκις εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ταμείου, ὁ δὲ ταμίας ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι. Παρακαλῶ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαβάνος.
§9Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Οἱ κάτοικοι Οἴας τῆς ἐπαρχίας Θήρας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ταμίου Θήρας ὅτι ἀποφεύγει τὴν πληρωμὴν τῆς συντάξεως αὐτῶν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι φέρεται οὐχὶ πρεπόντως πρὸς αὐτούς. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐπειθόμην ὅτι αἱ αἰτιάσεις αὐτῶν εἶναι ὄχι μόνον δίκαιαι, ἀλλὰ καὶ ἄξιαι νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν μέριμναν τοῦ ἐντίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διότι καταπατοῦνται καὶ παραγκωνίζονται δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσιν ἀγογγύστως νὰ ὑπηρετῶσιν οἱ τεταγμένοι πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν δημόσιοι ὑπάλληλοι. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ καὶ ἰδίως οἱ ἐκ τῶν ναυτικῶν ἐπαρχιῶν καταγόμενοι κύριοι Βουλευταί, μὲ ποίους κόπους καὶ μόχθους οἱ ναῦται κερδίζουσι τὸν ἄρτον αὑτῶν. Ἀκόμη γνωρίζει ἡ Βουλὴ πῶς οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀποσπῶνται τοῦ ἔργου αὑτῶν συντετριμμένοι καὶ ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν· καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον; Ἡ ἐξ ὀλίγων κερμάτων σύνταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπαναπαύονται, διὰ νὰ διέλθωσι τὰς ὀλίγας ταύτας ἡμέρας τῆς ζωῆς των. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις παρίστανται σήμερον οἱ παραπονούμενοι εἰς τὴν Πολιτείαν ὅτι ὁ τεταγμένος τὴν πληρωμὴν τῆς συντάξεως αὑτῶν ὄχι μόνον τοὺς ὑποβάλλει εἰς τοὺς μόχθους καὶ τὰς δαπάνας ὁδοιπορίας πολυώρου, ἀρνούμενος τὴν πληρωμὴν εἰς αὐτοὺς τῆς συντάξεως, ἀλλ’ ἀκόμη τοὺς ὑποβάλλει καὶ εἰς ἐξευτελισμούς, τοὺς προπηλακίζει. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνώσω ταύτην. (Ἀναγινώσκει)... Βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, πόσον παραπονοῦνται οἱ συμπολῖταί μου. Πᾶν σχόλιον ἐπ’ αὐτῶν θεωρῶ περιττόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς Θύρας τὸν ταμίαν ἐκεῖνον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν μὲ τμῆμα ὁλόκληρον λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῇ ἀμερολήπτως τὸ καθῆκόν του. Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι ὑπῆρχον ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς των, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι συνδέονται δι’ ἀρρήκτων δεσμῶν μετὰ τοῦ παρελθόντος, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φρονηματίσῃ τὸν ταμίαν αὐτόν, διότι εἰς τὸ σημεῖον ἀκριβῶς αὐτὸ εὑρίσκω τὸν ἐπικινδυνωδέστερον ἐχθρὸν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος.
§10Α. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συσταθῇ εἰς τὸν ταμίαν αὐτὸν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ περισσότεραν εὐλάβειαν πρὸς τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι κατηνάλωσαν ὁλόκληρον τὸν βίον αὑτῶν πρὸς ἀπόκτησιν τῆς μικρᾶς των συντάξεως.
§11Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Οἴας ὡς δεδικαιολογημένην.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κριεζᾶ, Ζερδίτσας, Κουστουμάλου καὶ Ζαπαντίου, περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Δύστου».
§13Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἤδη, ὁπότε αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐγγίζουσιν εἰς τὸ τέρμα αὑτῶν, οἱ κάτοικοι τῶν πέριξ χωρίων τῆς λίμνης τῆς Ἀχερουσίας, δι’ ἧς ὁ Χάρων διαπορθμεύει τὰς ψυχάς, Δύστου καλουμένης, οἰκοῦντες πληθυσμοὶ ῥίπτουσι κραυγὴν ὀδύνης πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν, ἣν ἐξ αὐτῆς ὑπέστησαν· καὶ ὁ πόνος καὶ ὁ πόθος αὐτὸς τῶν συμπολιτῶν μου τοῦ νὰ ἴδωσι τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς κατηραμένης ταύτης λίμνης συντελουμένην μὲ ὠθοῦσιν ἄκοντα ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ λέγω ἄκοντα, διότι αἰσθάνομαι ὅτι ἐπὶ ματαίῳ ἴσως σᾶς ἀπασχολῶ, διότι ἡ πρόνοια περὶ τῆς ἀποξηράνσεως, ἥτις δὲν ἐλήφθη κατὰ τοὺς 8 ἤδη παρελθόντας ἐργασίμους μῆνας τῆς Βουλῆς, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι καὶ τώρα δὲν θὰ ληφθῇ. Μὴ νομίσητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μὲ ὠθεῖ, ἐγγιζουσῶν ἤδη τῶν ἐκλογῶν, ὑστερόβουλός τις πολιτικὸς σκοπός. Ὁρκίζομαι εἰς ὑμᾶς ὅτι εἷς καὶ μόνος σκοπὸς μὲ ὠθεῖ, μὲ σπρώχνει, ἡ ἄρσις τῶν βασάνων ἐκ τῶν κακομοιριασμένων συμπολιτῶν μου, μεθ’ ὧν συζῶ καὶ συμπάσχω ἐν τῷ ἀπὸ φυσικῆς ἀπόψεως ὡραίῳ, ἀλλ’ ἀτυχεῖ ἐκείνῳ τόπῳ. Διότι ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ περιαυτολογήσω καὶ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι εἴτε ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη Δύστος εἴτε μή, ἐγὼ ἐψηφιζόμην μετ’ ἀγάπης περισσῆς ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τῆς Καρυστίας ὅλης, καὶ θὰ ψηφίζωμαι, ὡς ἐλπίζω· διότι καὶ εἰς τὰς δύο τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς πρῶτος ἐκ τῶν ὑπερτεσσαράκοντα ὑποψηφίων μικρῶν τε καὶ μεγάλων ἦλθον εἰς τὴν Καρυστίαν ὅλην, εἰς τὴν Καρυστίαν τὴν ἀποτελοῦσαν τὸ ἥμισυ ἀκριβῶς τοῦ νομοῦ Εὐβοίας· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐκεῖνο μοὶ ἐπιβάλλει καὶ φροντίδας καὶ ὑποχρεώσεις μεγαλειτέρας ἀπέναντι τῶν τοσοῦτον τιμησάντων με συμπολιτῶν μου. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ὅτι ἐλάβομεν μὲν μέτρα ἀρκετὰ ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ἀλλὰ μέτρα σοβαρὰ καὶ ἄξια λόγου, μέτρα συντελοῦντα ἀμέσως καὶ οὐσιωδῶς εἰς τὴν παραγωγὴν δὲν ἐλάβομεν, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν τοιαῦτα κατὰ τὸ στάδιον τῆς μοναδικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς ταύτης. Τούτου ἕνεκα ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς ψάλω ἕνα ὕμνον μικρὸν πρὸς τὴν γεωργίαν, ἵνα ἴσως ἐκ τούτου συγκινηθῇ ἡ προστάτις αὐτῆς θεὰ Δημήτηρ καὶ ἐπιφοιτήσῃ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ὑμῶν καὶ φωτίσῃ τὰ πνεύματα ὑμῶν καὶ θελήσητε νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Δύστου, διότι ἐλησμονήσαμεν, φαίνεται, ὅτι ἡ γεωργία ἐστὶ μήτηρ καὶ τροφὸς πάντων ἡμῶν, καὶ ὅτι, ὅταν αὕτη πάσχῃ καὶ ὑποφέρῃ, τὰ πάντα καὶ οἱ πάντες ἐν τῇ χώρᾳ συμπάσχομεν· πάντες οἱ κλάδοι τοῦ δένδρου τῆς Πολιτείας μαραίνονται καὶ ξηραίνονται, ὅταν ἡ ῥίζα τοῦ δένδρου αὐτοῦ, ἥτις εἶναι ἡ γεωργία, δὲν ἀρδεύηται καὶ δὲν λιπαίνηται καλῶς. Προέλθετε ὅθεν, καὶ προσέλθετε, κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ ἀρδεύσατε καὶ λιπάνατε ὡς καλὸς κηπουρὸς τὴν ῥίζαν τοῦ δένδρου τῆς γεωργίας, οὗτινος τὰ φύλλα πρὸ πολλοῦ ἤρξαντο μαραινόμενα· νὰ μὴ ὁμοιάσητε ὑμεῖς τοὺς προκατόχους ὑμῶν ἀμελεῖς καὶ νωθροὺς κηπουροὺς τῆς Πολιτείας. Προσέξατε ἀκόμη, κύριε Πρωθυπουργέ.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποτείνησθε, κ. συνάδελφε.
§15Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διέπει τὰ τῆς Πολιτείας. Διότι, λέγω, ἡ γεωργία εἶναι τὸ θεμέλιον τοῦ οἴκου τῆς Πολιτείας· προσέξατε εἰς τὰ θεμέλια τοῦ οἴκου, οὗ ἐτάχθητε οἰκοδεσπότης, διότι ὁ οἶκος πρὸ πολλοῦ ἤρξατο κλονιζόμενος ἐκ θεμελίων, καὶ καθ’ ἣν ὥραν ὁ οἶκος ἐκ θεμελίων κλονίζεται δὲν ἐπιτρέπεται τῷ οἰκοδεσπότῃ νὰ πυργοποιῇ ἐπὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ νὰ τὸν στολίζῃ ἐξωτερικῶς, ἀλλὰ πρωτίστη ἐργασία τοῦ καλοῦ οἰκοκύρη εἶναι νὰ στερεώσῃ τὰ θεμέλια αὐτοῦ καὶ κατόπιν νὰ προβῇ εἰς τὴν διακόσμησιν αὐτοῦ. Ἐνισχύσατε λοιπὸν τὴν γεωργίαν· ἡ γεωργία ἂς γίνῃ τὸ σύμβολον καὶ ὁ σκοπὸς πάντων ἡμῶν, διότι, ὅπου ἡ γεωργία ἀκμάζει καὶ ἀνθεῖ, ἐκεῖ καὶ ὁ πλοῦτος περισσὸς ὑπάρχει. Πάντες λοιπὸν μικροί τε καὶ μεγάλοι, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι ἂς ἐνισχύσωμεν αὐτὴν ὅση ἡμῖν δύναμις, καί, ὅταν αὕτη ἐνισχυθῇ καὶ στερεωθῇ ἐπὶ βάσεων καλῶν, τότε πάντα τὰ ἄλλα καλὰ ἔρχονται εἰς τὴν χώρας μόνα των. Ἐμπρὸς λοιπόν, καλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐργασίαν ἱεράν. Θελήσατε καὶ βοηθήσατε πάντες ὑμεῖς διὰ τῆς ψήφου σας νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ λιμνῶν τῶν ἀειμνήστων Κουμουνδούρου καὶ Κεχαγιᾶ, καὶ ἂς καταστήσωμεν αὐτὸν γενικὸν καὶ προνοοῦντα περὶ ἀποξηράνσεως πάσης λίμνης, παντὸς ἕλους καὶ τέλματος ἐν τῷ Κράτει. Ἂς λάβῃ λοιπὸν τὸ προνόμιον αὐτό, τὸ ὁποῖον δίδει ὁ νόμος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἐν χερσὶν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂς ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς προσεχοῦς ἀνοίξεως νὰ δίδῃ εἰς ἑταιρείας λίμνας καὶ ἕλη πρὸς ἀποξήρανσιν, ἵνα οὕτω δώσῃ ἐργασίαν εἰς χιλιάδας γεωργικῶν χειρῶν καὶ ὑγείαν καὶ ζωὴν εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων ἀνθρώπων ἑλονοσούντων ἤδη. Εἰδικῶς περὶ τῆς λίμνης Δύστου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ προέβαλεν ἄλλοτε τόσον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅσον καὶ εἰς ἰδιαιτέραν μετ’ αὐτοῦ συνομιλίαν, ὅτι ἡ λίμνη τῆς Δύστου εἶναι ἰδιόκτητος καὶ δὴ τοῦ κ. Κοντοσταύλου. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἀληθές, διότι μέγα μέρος ταύτης ἀνήκει εἰς τοὺς πέριξ οἰκοῦντας πληθυσμούς.
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ ὅτι τὴν διακατέχει ὁ κ. Κοντόσταυλος.
§17Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν. Ἔχουσιν οἱ πέριξ πληθυσμοὶ γαίας κατακλυζομένας ὑπὸ τῶν ὑδάτων τριγύρω τῆς λίμνης. Σφετεριστὴς λοιπὸν τῆς λίμνης θέλει νὰ γίνῃ ὁ Κύριος αὐτός, διότι δὲν ἔχει τίτλον ἰδιοκτησίας ἐπ’ αὐτῆς καὶ τώρα ἐσχάτως ἐνοικιάζει τὴν λίμνην ταύτην εἰς διαφόρους, ἵνα ἀποκτήσῃ δικαιώματα κατοχῆς ἐπ’ αὐτῆς ὅλης· λιμνοφάγος γὰρ ὁ ἀνήρ.
§18Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὄχι προσωπικά.
§19Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτης τῆς λίμνης ὁ κ. Κοντόσταυλος· ἂς παραδεχθῶμεν, λέγω, πρὸς στιγμὴν ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές. Μήπως καὶ εἰς τὴν Κωπαΐδα δὲν ὑπῆρχον ἰδιόκτητοι γαῖαι; Μήπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, παντοῦ ὅπου ὑπάρχουσι λίμναι καὶ ἕλη, δὲν ὑπῆρχον ἰδιόκτητοι γαῖαι; Μήπως καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι θὰ ἀποξηράνῃ τὰ ἕλη διὰ τοῦ πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, δὲν ὑπάρχουσιν ἰδιόκτητοι γαῖαι; Θὰ ὀρρωδήσῃ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις πρὸ τοιούτων ἰδιοκτητῶν ἢ σφετεριστῶν τῶν λιμνῶν καὶ θ’ ἀναιρέσῃ τὴν ὑπόσχεσίν της περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἣν ὑπόσχεσιν ἔδωκε τοσοῦτον ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρό τινων μηνῶν καὶ ἐπανέλαβε πρὸ ἡμερῶν; Δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ γίνῃ ποτὲ τὸ τοιοῦτον. Τότε πρὸς τί ἐψηφίσθη ἡ διάταξις περὶ δημοσίας ὠφελείας τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας δέον ν’ ἀπαλλοτριῶνται ἐκτάσεις γαιῶν τοιαῦται κατειλημμέναι ὑπὸ ἀπλήστων ἰδιωτῶν καὶ πρὸς ἄρσιν αὐτῶν τῶν μολυσματικῶν ἑστιῶν, λιμνῶν, ἑλῶν καὶ τελμάτων ἐν τῷ Κράτει; Ἢ μήτοι τάχα ἡμεῖς οἱ δύστηνοι Δυσταῖοι κατεδικάσθημεν ἐνόσῳ ἔχομεν γείτονα τὸν κύριον αὐτὸν Κοντόσταυλον, τὸν ἐπὶ γενεαλογίᾳ αὐτὸν προγονόπληκτον, τὸν αὐλικὸν δ’ ἅμα, θὰ πάθωμεν αὐτὸ τὸ κακὸν νὰ μὴ ἀποξηρανθῇ αὐτὴ ἡ λίμνη ποτὲ εἰμὴ τότε καὶ μόνον, ὅταν θελήσῃ καὶ εὐδοκήσῃ ὁ μεγαλώνυμος τύραννός μας; Ἀλλὰ γνωρίζει βεβαίως καὶ ἐπίσταται καλῶς ὁ ἔντιμος κύριος Πρωθυπουργὸς ὅτι παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐποχὴ τῆς τυραννίας, διότι, ἂν δὲν παρήρχετο αὕτη, δὲν θὰ εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ἐκάθητο οὗτος εἰς τὸν θῶκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ σήμερον, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐγὼ θὰ ὡμίλουν ταύτην τὴν στιγμὴν πρὸς ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως ἐξελέξατο αὐτὸν καὶ ἡμᾶς διὰ παμψηφίας πρωτοφανοῦς εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη τοῦ κόσμου, θεωρήσας ὡς ἀρχιπληβεῖον αὐτὸν μεταξὺ πάντων τῶν ἄλλων ἡμῶν πληβείων τῶν παρακαθημένων αὐτῷ, καὶ ὡς τοιούτους καὶ αὐτὸν καὶ ἡμᾶς ἀξιοῖ καὶ θέλει νὰ παραμένωμεν. Οὐαὶ ὑμῖν καὶ ἡμῖν, ἐὰν ἀλλάξωμεν πορείαν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθε μία ὥρα, κύριε Βουλευτά.
§21Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τότε παύω τὸν λόγον μου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαριτᾶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς κατοίκων Ἁγίας Θέκλης περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς δίκης τοῦ Δ. Στεφανάτου.
§23Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Οἱ κάτοικοι Ἁγίας Θέκλης ἀναφέρουσι, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ συγχώριός των κατεδικάσθη εἰς ἰσόβια δεσμὰ καὶ στερεῖται οὗτος τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας ἀπὸ δεκαπενταετίας· συνέβη δὲ τοῦτο, καθόσον αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀναφερόμενοι κατέθεσαν ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων ἀνακριβῆ πράγματα ἐναντίον του. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν τοιαύτην ἀναφορὰν νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ διατάξῃ ἀνακρίσεις, διότι, ἐὰν εἶναι πράγματι ἀληθῆ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐκθέτουσιν αὐτοὶ οἱ πεντακόσιοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπογράψει τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, καὶ ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ, πιστεύω ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἐλευθερία, τῆς ὁποίας στερεῖται ἀπὸ δεκαπενταετίας.
§24Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν παράκλησιν καὶ θὰ τὴν διαβιβάσω μετὰ συστάσεως πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα.
§25Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Τὴν διεβίβασαν πρὸς τὴν Βουλήν, κύριε Ὑπουργέ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαριτᾶτος ἐπίσης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Θ. Χατζημουλίνου περὶ συνδρομῆς πρὸς ἔκδοσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς τοῦ ἀδελφοῦ του Ἀρσενίου.
§27Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Τὴν συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Αἰγίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν ἐλαιοπυρήνων.
§29Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Αἰγίου διαβιβάζει παράπονα διὰ τὸ γενόμενον τρὰστ τῶν σαπωνοποιείων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξέπεσεν ἡ τιμὴ τῶν ἐλαιοπυρήνων καὶ ζητεῖ παρὰ τῆς σεβαστῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα καὶ προβῇ εἰς κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου, διότι ὁ φόρος οὗτος εἶναι προφανῶς φόρος προστατευτικός, καθόσον ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον μόνον περὶ τὰς 10,000 δραχμῶν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει βλάπτει τοὺς παραγωγούς, οἵτινες ἀναγκάζονται νὰ ἐκποιῶσιν εἰς τιμὴν ἐξευτελιστικὴν τὸ προϊόν αὐτῶν ἐντὸς τοῦ Ἐσωτερικοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐτέθη κατὰ τὸ 1870, ὁπότε ἡ βιομηχανία αὕτη εὑρίσκετο εἰς νηπιώδη κατάστασιν, ἀρθῇ σήμερον, διότι ἡ βιομηχανία ἔκτοτε ἠνδρώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην πλέον προστασίας. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρακαλῶν αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Γκλαβᾶς καὶ Φωτήλας ἀπόντες. Ὁ κ, Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§31Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐλαιοπυρήνων, μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ καταργήσῃ τὸν δασμὸν τὸν ἐξαγωγικόν, περιορίζομαι διὰ τοῦ κ. Προέδρου νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου φέρουσαν 151 ὑπογραφάς, δι’ ἧς καταφέρονται κατὰ τοῦ τρὰστ τῶν ἐλαιοπυρήνων, πρὸς τούτοις ὅμως ὑποβάλλω καὶ τηλεγράφημα τριῶν ἐργοστασιαρχῶν Ζακύνθου, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι αἱ τιμαὶ ἀπ’ ἐναντίας τῶν ἐλαιοπυρήνων δὲν ὑπεβιβάσθησαν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σταθμίσῃ τὰ πράγματα. Ἐγὼ τάσσομαι μὲ τὸ μέρος τῶν πλειόνων, καὶ πλείονες εἶναι οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐλαιόδενδρα καὶ ἑπομένως τοὺς ἐλαιοπυρῆνας, ἐὰν δὲ τὸ τρὰστ σήμερον εἶναι ἐναντίον, ἡ τιμὴ θὰ ἐλαττωθῇ. Ἀλλά, μολονότι ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῶν πλειόνων, οὐχ ἧττον φρονοῦμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐποπτεύει τὰ συμφέροντα πάντων ἐν γένει ἐν τῷ Κράτει, δέον νὰ σταθμίζῃ τὰ πράγματα, καὶ ἂν ἴδῃ ὅτι δὲν εἶναι τόση ζημία, ὅση παρίσταται, τοὐναντίον δὲ ὅτι εἶναι μείζων ζημία, ἐὰν κλεισθῶσι πάντα τὰ ἐργοστάσια διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ δασμοῦ, βεβαίως δὲν θὰ κατηγορήσωμεν ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν, διότι θὰ λάβῃ τὸ μέρος τῆς βιομηχανίας. Ἐγὼ τάσσομαι πρὸς τὸ μέρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐλαιοπυρῆνας, τῶν ὁποίων βλάπτεται ἡ τιμὴ ἕνεκα τοῦ τράστ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ὅμως νὰ ἀποφανθῶ ὁριστικῶς, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εὕρῃ ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τῶν πλειόνων ἔγκειται τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, θὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν της.
§32Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ κ. Ἀργυροπούλου, διότι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀναφορᾶς καὶ βεβαιοῦται ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν, ὑπάρχουσιν ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ Γυμνασιάρχου, τὸν ὁποῖον δηλῶ ὅτι δὲν γνωρίζω οὔτε κατὰ πρόσωπον οὔτε ἐξ ὀνόματος, πολλαὶ καταγγελίαι, καὶ ἅπασαι μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Ἐὰν δίκαιαι ἢ ἄδικοι εἶναι αἱ τοιαῦται, τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς· σήμερον, ἀλλὰ τὴν δικαιοσύνην, μᾶς ἐνδιαφέρει ὅμως πολὺ ἡ ταχίστη ἀποπεράτωσις οὐ μόνον τῶν σήμερον ἐναντίον τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος διδασκάλου, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοιαῦται ὑπάρχωσιν ἐναντίον οὑτινοσδήποτε λειτουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δέον κατὰ προτίμησιν καὶ ὅσον οἷόν τε τάχιον νὰ λαμβάνωσι πέρας, διότι ἡ βραδύτης των δίδει εὐκαιρίας εἰς τοὺς διδασκομένους, οἵτινες ἄλλως τε ποτὲ δὲν εἶναι ηὐχαριστημένοι ἀπὸ τοὺς διδασκάλους των κατὰ τὰς περιόδους τοῦ διδάσκεσθαι καὶ μανθάνειν, νὰ κάμνωσι πολλὰ τὰ σχόλια εἰς βάρος των. Οὕτως, ἀντὶ ἐν τοῖς διδακτηρίοις νὰ ἐξαφανίζωνται αἱ ἔνστικτοι ἢ κτηταὶ ἐκ τοῦ περιβάλλοντος προδιαθέσεις, τοὐναντίον αὐξάνονται καὶ πληθύνονται, πρὸς δὲ ὁ ὀφειλόμενος σεβασμὸς τοῦ διδασκομένου πρὸς τὸν διδάσκοντα, καὶ συνεπῶς τοῦ μικροτέρου πρὸς τὸν μεγαλύτερον, τοῦ κατωτέρου πρὸς τὸν ἀνώτερον οὐ μόνον ἐκλείπει, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀντικαθίσταται ἐνδομύχῳ; ἐν ἀρχῇ ἀπὸ ἓν εἶδος περιφρονήσεως καὶ χλευασμοῦ, ἀκολούθως δὲ ἐκδηλοῦται, καὶ οὕτω τὸ συναντῶμεν σήμερον πάντοτε ἔν τε τῇ κοινωνίᾳ καὶ οἰκογενείᾳ. Ἐκ τῶν τοιούτων ἐντυπώσεων καὶ ἐμμέσων ἐκδηλώσεων πλέον τῶν διδασκομένων, καὶ οἱ διδάσκοντες, ἂν καὶ ἔχωσι ἢ θὰ ἔχωσι τὰς ἀρίστας προδιαθέσεις διά τε τοὺς μαθητάς των καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν, μαραίνεται ὁ τοιοῦτος ζῆλος των καὶ ἀσυναισθήτως, ἀκουσίως, γίνονται ἐπιζήμιοι, διότι πᾶν ἄλλο καλλιεργοῦσι καὶ ἀποδίδουσιν, ἢ ὅ,τι ἡ συνείδησίς των κελεύει, καὶ ἡ Πολιτεία ἀπαιτεῖ. (Ἱλαρότης). Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ οἱ περὶ τοὺς διδασκομένους γονεῖς καὶ συγγενεῖς συνάπτουσι πάντοτε ἐπὶ τῶν τοιούτων συζητήσεις εἰς βάρος συνήθως τοῦ διδάσκοντος· οὕτως οἱ μὲν διδάσκοντες καὶ ὁ ἐν γένει πλέον ἐκπαιδευτικὸς κλάδος ἀδικοῦνται ἐκ τῆς ἀδρανείας τῆς Δικαιοσύνης, ἡ δὲ Πολιτεία ζημιοῦται ἠθικῶς τε καὶ κοινωνικῶς, διότι δυνατὸν νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τῶν διαφόρων ἐκπαιδευτηρίων, ἐχόντων διδασκάλους ὑπὸ οἱανδήποτε κατηγορίαν, ὡς ἄριστοι μαθηταὶ εἰς τὰ γράμματα, ν’ ἀποδίδωνται ἄριστοι ἐπιστήμονες εἰς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ θὰ φέρωσι πάντοτε ἐν ἑαυτοῖς ἀνεπτυγμένας τὰς κακὰς προδιαθέσεις, γιγαντωμένα τὰ κακὰ ἔνστικτα, καὶ θὰ φανῶσιν ἄριστοι μὲν ἐπιστήμονες, ἀλλὰ χείριστοι πολῖται. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης τῶν Βουλευτῶν).
§33Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαβυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Πόρτας Παζὰρ αἰτούντων τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Τύρνας εἰς Πόρταν.
§35Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Πόρτας Παζὰρ παραπονουμένων ὅτι ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου Πύρρας μετετέθη ἐκ τῆς κωμοπόλεώς των εἰς τὸ χωρίον Τύρναν καὶ παρακαλούντων ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ ἕδρα εἰς Πόρταν Παζάρ, διότι πάντες οἱ δῆμοι οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου αὐτοῦ, ἤτοι οἱ δῆμοι Αἰθίκων, Κοθωνίων καὶ Ἀθαμάνων εἶναι πλησιέστερον πρὸς τὴν Πόρταν ἢ πρὸς τὴν Τύρναν. Ἡ ἕδρα μετετέθη πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους τῇ εἰσηγήσει ἑνὸς πρώην πρωτοδίκου Τρικκάλων καὶ νῦν συνταξιούχου Βογιατζῆ. Δὲν γνωρίζω ἐκ ποίων ἐλατηρίων ὡρμήθη οὗτος καὶ πῶς τὸ Συμβούλιον ἀπεφήνατο ὑπὲρ τῆς μεταθέσεως τῆς ἕδρας εἰς Τύρναν. Ἡ Τύρνα εἶναι τὸ ἀπώτερον χωρίον τοῦ δήμου Αἰθίκων καὶ μόνον 3–4 χωρία πλησιάζουσι πρὸς αὐτήν, πάντα δὲ τὰ λοιπὰ ἀπέχουσι πολύ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς δικιοδοσίας τοῦ Εἰρηνοδικείου τούτου, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μεταθέσεως τῆς ἕδρας δι’ ἀναφορῶν ἀπευθυνθεισῶν πρός τε τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦσι νὰ μετατεθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκ Τύρνης εἰς Πόρταν Παζὰρ ἢ νὰ εἶναι μεταβατικὴ ἡ ἕδρα, ἑπτὰ μὲν μῆνας εἰς Πόρταν Παζὰρ καὶ πέντε μῆνας εἰς Βιστίτσαν, ὡς ἦτο καὶ πρότερον. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως, ἐὰν δὲν πείθηται εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν κατοίκων διὰ τῶν διαβιβασθεισῶν αὐτῷ ἀναφορῶν καὶ εἰς τὴν ὑφ’ ἡμῶν ποιουμένην σύστασιν, νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Τρικκάλων καὶ μετὰ τοῦτο εἰσηγηθῇ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιτρέποντος τὴν μετάθεσιν, καθόσον, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ νεωτέρου νόμου, δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ ἡ ἕδρα Εἰρηνοδικείου ἀπὸ ἑνὸς μέρους εἰς ἄλλο ἄνευ νόμου, καὶ μόνον ἡ μεταβατικὴ ἕδρα δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ καταργηθῇ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βούτσης εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Ν. Ῥαφτόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§37Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τοῦ ἐργατικοῦ συνδέσμου Λειβαθοῦς, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑφ’ ἡμῶν πρό τινος καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας. Ὁ ἐργατικὸς σύνδεσμος τῆς Λειβαθοῦς, περιοχῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐκ δύο δήμων καὶ ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς συστάσεώς του ἐργάζεται ἐκεῖ ἐπωφελῶς, ἐκθέτει ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν αὐτῆς, ὧν ὁ σπουδαιότερος εἶναι ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἔχει ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἤδη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπεξεργαζόμενον, θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται ἡ εὐπραγία τοῦ τόπου. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ ἐργατικοῦ συνδέσμου, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει δύο δήμους, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτε ἐπεξεργαζόμενον ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὄχι μόνον τὴν σκοπιμότητα, ἀλλὰ καὶ ὅτι αἱ δαπάναι, ἐφαρμοζομένου τοῦ μέτρου τούτου, θέλουσιν ἐπιβαρύνει ἀποκλειστικῶς τὸν λαὸν τῆς Κεφαλληνίας, ὁ ὁποῖος ἐπεκρότησεν ἐμοθύμως διὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τετενὲς ἔχει τὸν λόγον.
§39ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Συνιστῶμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀναφοράν.
§40Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν συνιστῶ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιβιεράτος. Ἀπών. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§42Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μονεμβασίας αἰτουμένων ὅπως ὁρισθῇ ἡ Μονεμβασία ὡς ἕδρα κεντρικῶν φυλακῶν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμενῆ προσοχὴν τῆς τε Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτῆς. Ὡς γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ ἐσχάτως παρ’ ἡμῖν ψηφισθέντος περὶ φυλακῶν νόμου ὡρίσθη, ὅπως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἐκ τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὰς ἕδρας τῶν κεντρικῶν φυλακῶν. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως ὅτι ἡ Μονεμβασία εἶναι νησὶς ἀπόκρημνος, περιτετειχισμένη δι’ ἰσχυροτάτου ἑνετικοῦ φρουρίου, καὶ ὃ φυσικῷ τῷ λόγῳ παρέχει πλήρη ἀσφάλειαν εἰς τὴν φύλαξιν τῶν βαρυποίνων καταδίκων. Πλὴν ὅμως τούτου καὶ ἄλλοι λόγοι συνηγοροῦσιν, ὅπως αὕτη ὁρισθῇ ὡς ἕδρα κεντρικῶν φυλακῶν. Ἐντὸς τοῦ φρουρίου ὑπάρχουσι μεγάλα κτίρια διατηρούμενα ἐν ἀρίστῃ καταστάσει καὶ δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς στρατιωτικῆς φρουρᾶς, διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ διευθυντοῦ καὶ ἐν γένει τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν, ὡς ἐργοστάσια τῶν καταδίκων, ἀπομονωτήρια, Νοσοκομεῖον κλπ. Ταῦτα πάντα, κύριοι συνάδελφοι, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τούτου ἕνεκα μεγίστη οἰκονομία θέλει προσγίνει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν καταδίκων εἶναι ἐπίσης λελυμένον ἄνευ δαπάνης τοῦ Δημοσίου, διότι ἐντὸς τοῦ φρουρίου ὑπάρχουσιν ἀπέραντοι δεξαμεναὶ διατηρούμεναι ἐν καλῇ καταστάσει, αἵτινες ἐπαρκοῦσι τελείως πρὸς ὕδρευσιν· ἐκτὸς ὅμως τούτου ὁ δῆμος Μονεμβασίας εἶναι διατεθειμένος ἰδίαις δαπάναις νὰ ὑδρεύσῃ τὴν κωμόπολιν καὶ τὰς φυλακάς, ἀρκεῖ νὰ ὦσι βέβαιοι περὶ τῆς ἱδρύσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς οἰκονομίας ταύτης βεβαίως θὰ ληφθῇ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πλήρης ἀσφάλεια περὶ τὴν φύλαξιν τῶν καταδίκων, διότι ἐκεῖ λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ τόπου θὰ εἶναι ἀρκετὴ μία διμοιρία στρατιωτῶν, ἵνα φυλάξῃ καὶ 2,000 καταδίκους ἀκόμη, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωμεν σημαντικὴν καὶ ἐκ τούτου οἰκονομίαν εἰς χρῆμά τε καὶ ἄνδρας, οὓς ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θ’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τοῦ ἀληθοῦς προορισμοῦ των. Εἰς ταῦτα, Κύριοι, δέον νὰ προστεθῇ ἡ ἀφθονία καὶ εὐθηνία τῶν τροφίμων πρὸς συντήρησιν τῶν καταδίκων, ὅπερ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παρίδωσιν οἱ ἁρμόδιοι. Ταῦτα πάντα ἐν ὀλίγοις, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τὰ συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως κεντρικῶν φυλακῶν ἐν Μονεμβασίᾳ, δὲν πρέπει ὅμως νὰ παροραθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ ἡ λαμπρὰ καὶ φωτεινὴ σελίς, ἣν ἡ κωμόπολις αὕτη κατέχει ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κωφεύσωμεν εἰς τὴν ἱκέτιδα ἐπίκλησιν αὐτῆς, κινδυνευούσης νὰ ὑποστῇ τὸν ἐξ ἀσφυξίας θάνατον ἐντὸς τῶν συνθλιβόντων αὐτὴν τεραστίων τειχῶν της. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ φωνή μας αὐτὴ θέλει εὕρει εὐμενῆ ἀπήχησιν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἁρμοδίων, ἰδιαιτέρως δὲ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ἀντιλαμβανόμενος, εἰ δυνατόν, ἰδίοις ὄμμασιν ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς καὶ σπεύσῃ ν’ ἀποδώσῃ τὴν ζωὴν καὶ τὸ δίκαιον εἰς τόπον ἄξιον πάσης προστασίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας.
§43Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω γνῶσιν τοῦ ζητήματος, ὁμολογῶ δὲ τὴν σπουδαιότητα τῶν λόγων, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτής. Πρὸς τοῦτο κατήρτισα ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν, ἡ ὁποία θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, μελετῶσα ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, εἰς αὐτὴν δὲ θέλω παραπέμψει καὶ τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορὰν συνιστῶν αὐτὴν προσηκόντως.
§44Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχω ἄλλο ἢ νὰ γνωρίσω αὐτῷ ὅτι καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ὅτε ἐπεσκέφθη ὁ ἴδιος τὴν Μονεμβασίαν, ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅτι εἶναι κατάλληλος διὰ τοιαύτας φυλακάς. Συνιστῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ εὐμενῶς.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καθάργιος; Τίποτε. Οἱ κύριοι Τετενές, Καλομενόπουλος καὶ Ἐξαρχόπουλος ἐρωτῶσιν ἂν ὁ κριτὴς κ. Ἐλευθερόπουλος ἀπεδέχθη τὸν διορισμόν του ὡς καθηγητοῦ καὶ ἂν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν ὑποψήφιον καθηγητὴν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς.
§46Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Ἐλευθερόπουλος ὑφηγητὴς τῆς ἐν Ζυρίχῃ Φιλοσοφικῆς Σχολῆς διωρίσθη μέλος τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς κρίσιν τῶν ἔργων τῶν ὑποψηφίων διὰ τὰς ἕδρας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ κ. Ἐλευθερόπουλος κατ’ ἀρχὴν ἀπεδέχθη τὸν διορισμὸν τοῦτον· ἐλθὼν ὅμως ἐν Ἑλλάδι παρουσιάσθη εἰς τὸν τότε κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ κατόπιν ἐδήλωσε μετὰ τὴν γνῶσιν τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὡρίζετο τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ὅτι αὐτὸ ἦτο ἐλάχιστον, μὴ ἐπαρκοῦν εἰς τὴν τρίμηνον παραμονὴν ἑνὸς κριτοῦ ἐνταῦθα· ὅτι δὲν ἠδύνατο ἑπομένως ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τιμὴν τοῦ διορισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν αὐξηθῇ. Εἰς τὸν κ. ὑφηγητὴν ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι λυπεῖται, διότι δὲν δύναται νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσόν, διότι ὁ νόμος τὸ ἀπαγορεύει.
§47Γ. ΠΩΠ. Ὁ κύριος Ἐλευθερόπουλος ὅμως ἔλαβε τὰς 500 δραχμάς.
§48Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κ. ὑφηγητὴς ἐγνώρισεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ παραμείνῃ ἐδῶ διὰ τὴν κρίσιν τῶν καθηγητῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ἀπερχόμενος ὅμως ἀφῆκεν εἰς ἐμὲ ἐπιστολήν τινα, ἐν ᾗ ἔλεγεν ὅτι περιείχετο ἡ γνώμη σχετικῶς μὲ τοὺς ὑποψηφίους τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς καθηγητάς. Εἶπον εἰς τὸν κ. καθηγητὴν ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ γνωμοδότησιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπεδέχετο τὴν θέσιν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἐδέχθην αὐτὴν ὡς σημείωμα ἁπλοῦν, οὐχὶ ὅμως ὡς γνώμην τοῦ κριτοῦ, διότι αὐτὸς ἀντικατεστάθη, σήμερον δὲ ὑπάρχει ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐνασχολεῖται εἰς τὴν τοιαύτην κρίσιν καὶ ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§49Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἂν ὁ κ. Ἐλευθερόπουλος εἶχεν ἀποδεχθῇ τὸν διορισμόν του ὡς κριτοῦ τῶν ὑποψηφίων τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Συγχρόνως ὅμως εἶχον παρακαλέσει αὐτόν, ἵνα πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ἐλευθερόπουλος, ἀποδεχθεὶς τὴν θέσιν αὐτήν, ἔδωκεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐκάμετε αἴτησιν καταθέσεως ἐγγράφων.
§51Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ κύριος Ἐλευθερόπουλος ἁπλοῦν σημείωμα ὑπέβαλε, τὸ σημείωμα δ’ αὐτὸ εἶναι ἡ δικαιολογία τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ ψηφίσματος ἔλαβε, θὰ παρακαλέσω θερμῶς, ὅπως τὸ σημείωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλ’ εἶναι δικαιολογία τῆς ἀποζημιώσεως, κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὕτη.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἐρωτᾷ «ποῖα μέτρα θὰ ληφθῶσι πρὸς περιφρούρησιν τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ πρὸς περιστολὴν τῆς ἀρχαιοκαπηλίας».
§53Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι γνωστὰ τὰ μέτρα, κ. Πρόεδρε, δὲν βλέπω δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἑπομένη ἐρώτησις ἀναβάλλεται, ἀπουσιάζοντος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§55ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου Ἀθηνῶν καὶ 20 ἐργατικῶν σωματείων τῶν ἐπαρχιῶν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφοράς, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων νόμων περὶ κυριακῆς ἀργίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἐπέκτασις τοῦ εὐεργετήματος καὶ ὑπὲρ ἄλλων ἐργατικῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται καταπληκτικῶς. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὄντως ἔχει ἀπόφασιν, ὡς ἀποδεικνύει διὰ τῶν ψηφιζομένων μέτρων, νὰ προστατεύσῃ τὰς ἐργατικὰς τάξεις, θὰ λάβῃ μέτρα καὶ ὑπὲρ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν ἐκ τῶν κεφαλαιωδῶν διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν. (Ἀναβάλλεται ἡ ἀναφορὰ κατοίκων Χατζημουσταφᾶ περὶ παρατάσεως χρεολυσίων δόσεων· 2) ἡ ἀναφορὰ τοῦ Κυθηραϊκοῦ συνδέσμου περὶ χορηγίας βοηθήματος τοῦ Δ. Ῥούς· 3) τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Λαπαθῶν κατὰ τοῦ ἐκ Πατρῶν δικηγόρου Γ. Ἀργυροπούλου).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Βραχατίου «Προμηθεὺς» περὶ ἐπισκευῆς ἔργων τοῦ χειμάρρου Ζαπαντίου ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἀπών. Ὁ κ. Νοταρᾶς.
§57Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Νὰ σταλῇ, παρακαλῶ, ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν αὐτῇ, διότι εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τῶν κατοίκων τοῦ Βραχατίου. Πρόκειται περὶ μιᾶς δαπάνης διὰ τὴν συντήρησιν μιᾶς γεφύρας, ἄνευ τῆς ὁποίας δαπάνης θὰ καταπέσῃ ἡ γέφυρα, καὶ θὰ χάσωμεν ἓν μέγα ἔργον.
§58Γ. ΒΛΑΣΗΣ. Ὁ χείμαρρος Ζαπαντίου μικρὸν ἀπέχων ἐκ τοῦ χωρίου Βραχατίου τοῦ δήμου Κορινθίων ἐντὸς τῆς τελευταίας δεκαπενταετίας τετράκις ἐπλημμύρησεν. Ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ χειμάρρου τούτου οὐ μόνον ἐπηνέχθησαν σημαντικαὶ ζημίαι εἰς 4 χωρία πλησίον τοῦ χειμάρρου τούτου κείμενα, ἀλλὰ καὶ σοβαρῶς ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων διεκινδύνευσε. Πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου τούτου κατεσκευάσθησαν ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα ἐν τῷ χειμάρρῳ τούτῳ πλησίον τοῦ χωρίου Ζευγολατίου καὶ πλησίον τοῦ χωρίου Βραχατίου, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰς 40,000 δραχμῶν. Κατὰ τὴν ἀρτίως ὅμως ἐνσκήψασαν θύελλαν τελείως κατέρρευσαν τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα τοῦ χωρίου Ζευγολατίου καὶ σχεδὸν κατεστράφησαν καὶ τὰ τοῦ χωρίου Βραχατίου, καθόσον ὑπεσκάφησαν τὰ θεμέλια καὶ ταῦτα κατέστησαν ἑτοιμόρροπα, εἶναι ἕτοιμα νὰ καταρρεύσωσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἐκ νέου τόσον τῶν καταρρευσάντων ἐντελῶς τοῦ χωρίου Ζευγολατίου, ὅσον καὶ τῶν τοῦ χωρίου Βραχατίου, διότι, ὡς προεῖπον, 40,000 δρ. ἐδαπάνησεν ἡ Πολιτεία διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, μία δὲ μικρὰ δαπάνη, ἐλαχίστη, 3–4 χιλιάδων δραχμῶν, εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν καὶ ν’ ἄρῃ τὸν κίνδυνον. Οὐδὲν ὑπερβάλλω, κύριοι Βουλευταί, λέγων ὅτι τοιοῦτος πανικὸς συνέχει τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων τούτων, ὥστε ἐν ὥρᾳ βροχῆς μετὰ δειλίας κατορθοῦσι νὰ διανυκτερεύσωσιν ἐν ταῖς οἰκίαις των. Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζει ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἀπό τινων ἐτῶν ὑφίστανται σκληρὰν δοκιμασίαν ἀσπλάγχνως ὑπὸ πενίας κατατρυχόμενοι καὶ μαστιζόμενοι; Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν αἰσθάνεται ψυχικὴν ὀδύνην καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι οἱ δυστυχεῖς οὗτοι βιοπαλαισταὶ διὰ τοῦ ἱδρῶτος τῆς ἐργασίας των προσπορίζονται τὸν ἄρτον, ἀλλὰ μόνον τὸν ἄρτον των, Εἶναι ἀνάγκη ἡ Πολιτεία νὰ ἔλθῃ ἀρωγός, διὰ νὰ δυνηθῇ τοὐλάχιστον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ζωὴν αὐτῶν. Βεβαίως γνωρίζω τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν τῆς χώρας, ἀλλὰ τονίζω ἐπίσης ὅτι δέον νὰ προσθέσωμεν αἷμα, ὑγείαν καὶ ζωὴν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἔθνους, ἵνα καταστήσωμεν αὐτὸν εὔρωστον πρὸς ἐκπλήρωσιν τοιούτων ἱερῶν ὑποχρεώσεων, ἵνα ἡ χώρα τῆς ἀρχαίας μεγαλοφυΐας, ἐξ ἧς ἀνέτειλεν ὁ πολιτισμὸς καὶ τῆς ὁποίας ὁ καλλιτεχνικὸς πυρσὸς τοσοῦτον φωτοβόλως ἐφώτισε τὸν κόσμον, ἂν δὲν δυνηθῇ ν’ ἀνατείλῃ τὸ ἀρχαῖον κάλλος καὶ μεγαλεῖον εἰς τὴν θαυμασίαν τῆς ἀρχαιότητος αἴγλην, δυνηθῇ τοὐλάχιστον νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυρέλλος ἐρωτᾷ «διατί δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαταγὴ περὶ ἀποπληρωμῆς τοῦ ἐκ δραχμῶν 38,000 χρέους τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πατρῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν».
§60ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διετάχθη ὁ νομάρχης Πατρῶν, πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πατρῶν, ὅπως σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν τὸ κατατεθὲν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα ἀποπληρώσῃ τὸ σύνολον τοῦ χρέους, διότι τὸ ἥμισυ ἔχει πληρωθῇ, ἀρθείσης τῆς κατασχέσεως.
§61Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι, ἐνῷ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις αὐτὴ καὶ διετάχθη ἡ πληρωμή, δὲν ἐξετελέσθη, καὶ τοῦτο διότι εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν ἐπεκράτησε μία ἰδέα πρωτότυπος. Περιμένουσι μήπως εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν γίνῃ ἀναίρεσις, ὡσανεὶ ἡ ἀναίρεσις νὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν πληρωμήν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ 38,000, διὰ τὰς ὁποίας πληρώνει τὸ λιμενικὸν ταμεῖον 80 δραχ. τὴν ἡμέραν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θέλει νὰ τὰ πληρώσῃ.
§62Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ διατάξω τὸν νομάρχην νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν.
§63Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοί σας δὲν ἐκτελοῦσιν. Ὁμοιάζουσι μὲ τὰ αὐγά, τὰ ὁποῖα καίτοι τὰ βάπτουσι, πάλιν ἀπὸ κάτω εἶναι ἄσπρα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χηνιάδης ἐρωτᾷ «τί ἐνηργήθη ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐμπόρων Τροπαίων περὶ ἐπισκευῆς τῆς ἀπὸ τοῦ 1906 καταστραφείσης γεφύρας ἐπὶ τοῦ Λάδωνος καὶ ἀποπερατώσεως τῶν ὁδῶν Τριπόλεως–Πύργου».
§65Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Βλέπω ὅτι δὲν ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργός.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἀπαντᾷ, τί νὰ κάμωμεν;
§67Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Οἱ συμπολῖταί μου ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Πύργου. Ἡ ὁδὸς αὕτη ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ ἦτο ἐθνικὴ ὁδός. Τώρα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1909 ὑπεβιβάσθη καὶ ἐγένετο ἐπαρχιακὴ ὁδός. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει χρήματα διαθέσιμα ν’ ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδός. Ἡ γέφυρα παρεσύρθη τῷ 1906 καὶ ἐπὶ τοῦ τμήματος τούτου οὐδεμία ἐπισκευὴ ἐγένετο.
§68Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ὑπαίτιος ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐπεσκεύασε τὴν γέφυραν καὶ δὲν ἀπεπεράτωσε τὴν ὁδόν.
§69Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης διαρκῶς ἦτο Βουλευτής, πολλάκις δὲ συμπολιτευόμενος, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται καὶ ἐπιρρίπτει τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἐπεσκεύασε τὴν γέφυραν καὶ δὲν ἀπεπεράτωσε τὴν ὁδόν. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη συνδέει ὅλην τὴν Πελοπόννησον, νὰ διατάξῃ νὰ ἐπισκευασθῇ ἡ γέφυρα καὶ ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδός.
§70Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διετάχθη ὁ μηχανικὸς νὰ κάμῃ τὴν σχετικὴν μελέτην.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται δι’ αὔριον. Εἰσερχόμεθα ὡς ἐκ τούτου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§72Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Λακωνίας καὶ Κερκύρας κύριοι Πατσουράκος καὶ Βάρθης ὑπέβαλον διὰ τοῦ κ. Προέδρου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλοῦσιν αὐτήν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπὸ 1 7βρίου μέχρι σήμερον ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τροπὴν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Μετὰ τοῦτο δὲ οἱ κύριοι Βουλευταὶ καθορίζουσι καὶ ὡρισμένως τινὰ ἰδίᾳ ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα ζητοῦσιν ἵνα κατατεθῶσι πρὸ τῆς ἡμέρας, ἥτις εἶναι ὡρισμένη πρὸς συζήτησιν τοῦ ὑπομνήματος τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει γνώμην ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐν λόγῳ ἐγγράφων δὲν εἶναι σύμφορος, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν κατέθηκεν αὐτά.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀναγγελθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφου τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως. Ὁ κ. Πὼπ.
§74Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν...
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.
§76Γ. ΠΩΠ. (Ἀπὸ τοῦ βήματος). Ἀπηυθυνόμην, κύριοι συνάδελφοι, ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἀπηυθυνόμην δὲ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διετυπώθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος ἐν ἀρχῇ, ὡς μέλλοντος νὰ εἰσηγηθῶ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν δὲν ἐσκόπουν νὰ προβῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ προέβαινον, αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἐνίσχυσαν τὴν γνώμην ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιζητήσω ὄχι πλέον, ὡς ἐδήλωσα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν, τὰ ὅρια καὶ τὴν ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ τοιούτου θέματος, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ αὐτὸ σχεδὸν τοῦτο τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ προεβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνέγραψε τὸ ὄνομά μου ὡς πρώτου, διότι ἤμην ὁ ζητήσας ἅμα τῇ καταθέσει τοῦ ἐγγράφου τῆς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποδείξῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ὑπέδειξε τὴν σήμερον, ἡ δὲ Βουλὴ ἀποδεχθεῖσα προέβη εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς. Συνεπῶς φρονῶ, ὅπως δοθῇ κατεύθυνσις εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἔχομεν πρόσφατον καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, ὧν ἔχομεν ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἡμεῖς ἀποκτήσει δικαιώματα γνώσεως, γνώσεως οὐχὶ ἐπισήμου, καὶ συνεπῶς δικαιώματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμβάλωσιν εἰς δυσχερείας τὴν Κυβέρνησιν ἐν τοιαύτῃ περιστάσει κρισιμωτάτῃ ἐθνικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ ἡ ἀνακοίνωσίς των κρίνεται μὴ ἐπιτετραμμένη, φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ ἄλλην τινὰ ὑποχρέωσιν. Βεβαίως δὲ τοιαύτην δυσχέρειαν ἡμεῖς δὲν θὰ ἠθέλομεν νὰ προβάλωμεν ἐνώπιον τοῦ ὄντως δυσχεροῦς ἔργου τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς. Δι’ αὐτὸ θὰ παρκαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συμφώνως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύει ἡ διάθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς αὐτὴν σκέψεις ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς ἢ ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος ἐγγράφου, ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἀνακοινώσεως τῆς ἐπαναστατικῆς ἐν Κρήτῃ Συνελεύσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἔχει νὰ ποιήσηται καὶ ἀνακοινώσεις μετὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ὑποβολὴν τοῦ ἐγγράφου τῆς ἐπαναστατικῆς ἐν Κρήτῃ Συνελεύσεως. Διὰ τοῦτο πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ ἐνεγράφην πρῶτος, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως διατυπώσῃ καὶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, συγχρόνως δὲ ποιήσηται καὶ τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ εἶχε. Διὰ τῶν ἀνακοινώσεων τούτων τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ δυνηθῶμεν ἀναμφισβητήτως εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν ὁμαλὴν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὐχαριστῶν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι μὲ ἐνέγραψεν ἐξ ἰδίας εἰκασίας καὶ ἐξ ἰδίας σκέψεως ὡς πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, θὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως καὶ πάλιν ἐπεκτείνων τὴν εὐμένειάν του μὲ ἐγγράψῃ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν σᾶς ἐνέγραψεν ἐξ εὐμενείας. Ἀνεκοινώθη ἔγγραφον ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου δ’ αὐτοῦ οἱ Βουλευταὶ δικαιοῦνται ὅπως ζητήτωσι καὶ λάβωσι τὸν λόγον. Ἐζητήσατε πρῶτος τὸν λόγον καὶ ἐζητήσατε νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς σᾶς ἐνέγραψε πρῶτον συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει. Οὔτε εὐμένειαν οὔτε δυσμένειαν δύναται νὰ δείξῃ πρὸς τὴν Βουλήν.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ μάθῃ ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀνακοινωθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφου τῆς ἐν Κρήτῃ Συνελεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ ὅλη γνωρίζει ἤδη τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀνακοινωθέντος ἐγγράφου ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία, προτοῦ ἀνακοινωθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦτο καὶ προτοῦ ἀκόμη ἀποσταλῇ εἰς τὴν Βουλήν, διεξήχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων γνωμῶν ἔλαβεν ἀφορμὴν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐκφράσασα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου, δύναται κάλλιστα νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θέλει προβῆ εἰς τὰ ἔργα τῆς κατὰ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§79Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἔχω πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε πρότασιν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ 10 Βουλευτῶν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν;
§81Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ φέρω.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἢ κομίσητε τοιαύτην πρότασιν, δὲν δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον. Ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος θὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν, θὰ εἶναι γνωστός. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§83Γ. ΠΩΠ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου δὲν ἐρρίφθη, κύριοι συνάδελφοι, καίπερ ἀπροόπτως ἐρχομένη, οὔτε ἀσκόπως, ἀλλ’ οὔτε μὲ ἔλλειψιν πρακτικῆς σημασίας. Βεβαίως ἦτο παρατύπως ὑποβεβλημένη ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, κατόπιν τῶν δηλώσεων τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ εὑρεθῶσι πλέον τῶν 10 Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπιζητήσωσι τοιαύτην τινὰ συζήτησιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἵτινες καθιστῶσι πλέον ἀναπόφευκτον οὐχὶ ἁπλῆν συζήτησιν, οὐχὶ ἁπλῆν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαμεν, διότι ἐφρονοῦμεν ὅτι τὰ μεσολαβήσαντα ἀπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς σήμερον γεγονότα ἦταν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ὄχι ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ὅτι εἰς πλεῖστα σημεῖα τῶν ἀνακοινώσεων αὑτῆς ἐπλανήθη. Καὶ ὅτι τῆς πλάνης ἐκείνης τὰ ἀποτελέσματα ἐκδηλοῦνται τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλὴν κατέστησε σκεπτικήν, ἀλλὰ κατέστησε συγχρόνως καὶ ὀλίγον δύσθυμον, δύναμαι νὰ εἴπω.
§84Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Παντάπασι.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παντάπασι.
§86Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεκοινοῦτο διὰ τοῦ Προεδρείου τὸ ψήφισμα τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, οἵτινες ἀγωνίζονται ἀγῶνα ἐθνικόν, διὰ χειροκροτημάτων, δι’ ἐπιδοκιμασιῶν, ὡς ἀπῄτει ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ τὴν ἀνακοίνωσιν ἐκείνου.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλο τὸ αἴσθημα.
§88Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς δὲ ἡ τοιαύτη τῆς Βουλῆς ἐμφάνισις καὶ αἱ παρατηρήσεις τῆς Βουλῆς αἱ γενόμεναι τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἦτο ἐντελῶς κεχωρισμένη ἡ ψῆφος αὐτῆς, ἥτις ἐδόθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὴν ψῆφον ἐκείνην τῆς ψυχῆς, ἥτις ἀπηχεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τῶν γενομένων χειροκροτημάτων. Ἐδόθη ψῆφος πολιτικῆς ἐμπιστισύνης ὅλως διάφορος ἀπὸ τὴν ψῆφον ἐκείνην, ἥτις ἀφεώρα τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόθεσιν. Ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου δὲ τούτου ἀκριβῶς θὰ ἤθελον νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τούτου εἶναι τὸ θέμα ἐκεῖνο, ὅπερ προσήκει ἐν ὅλῃ τῇ ἐκτάσει αὐτοῦ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φρονεῖ ὅτι οὐδὲν δεινὸν ἔπραξε διακοινῶν ἐκεῖνα, ἅτινα διεκοίνωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος συζήτησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φρονεῖ ὅτι αἱ συνέπειαι αἱ προελθοῦσαι ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων ἐκείνων καὶ ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἦσαν συνέπειαι τοιαῦται, ὥστε προήγαγον τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόθεσιν, προήγαγον ταύτην καὶ ἐκεῖ, ἔνθα διεξάγεται ὁ ἀγών, καὶ ἐκεῖ, ἔνθα πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα καὶ ἐντὸς τούτου τοῦ Κράτους, ὅπου τὰ χειροκροτήματα ἡμῶν τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐξεπροσώπησαν ἀκριβῶς τοὺς παλμοὺς καὶ τοὺς πόθους ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ εἶναι κεχωρισμένη ἡ ψυχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἡ δοθεῖσα ἂν ἐφόβιζεν ἐμὲ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἦτο ἀκριβῶς ἡ ἔννοια τῆς παρεξηγήσεως, ἡ ὁποία θὰ παρείχετο εἰς ταύτην ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ εἶχον λόγους νὰ πιστεύωσιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀποκρούει τὴν εἴσοδον Βουλευτῶν ἐρχομένων ἀπὸ τῆς Κρήτης, ὅτι θὰ ἐδίδετο πρὸς τὴν ψῆφον ἐκείνην τὴν μορφωθεῖσαν ὡς ζήτημα πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης ἡ ἔννοια ἀποκρούσεως μιᾶς ἐξεγέρσεως καθαρῶς ἐθνικῆς πρὸς οὐδεμίαν ἰδιοτέλειαν ἀποβλεπούσης εἰμὴ μόνον πρὸς πραγμάτωσιν ἑνὸς πόθου ἐθνικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι πόθος παντὸς Ἕλληνος.
§89Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ τίνος δὲν εἶναι;
§90Γ. ΠΩΠ. Ἀλλ’ ἐὰν παρακολουθήσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν ἐν τῷ ἔξω ἡμιεπισήμῳ τύπῳ, ἐὰν παρακολουθήσητε τὴν αἴσθησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ψῆφος ὑμῶν παρήγαγεν ἐντὸς τοῦ Κράτους, θὰ ἴδητε ὁπόσον ἐπιζημία ὑπῆρξεν ἡ παρεξήγησις αὕτη δι’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται ὡς ἡμεῖς, οἱ μεθ’ ἡμῶν συζῶντες, οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν, νὰ κατανοήσωσιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ψήφου καθαρῶς πολιτικῆς ἐννοίας καὶ οὐχὶ περὶ ψήφου ἐχούσης ἐθνικήν τινα ὑπόστασιν. Αἱ ἡμιεπίσημοι ἐφημερίδες, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, αἱ ἐρχόμεναι ἀναφέρουσι ῥητῶς ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις (ἀναγινώσκει): «ἔφερε τὸ Κρητικὸν ζήτημα εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις Βουλὴ ἐπεδοκίμασε διὰ πασῶν τῶν ψήφων ἐναντίον μιᾶς καὶ δι’ αὐτῶν τῶν ψήφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν πολιτικὴν τοῦ Βενιζέλου, ἀποφασίσασα νὰ μὴ δεχθῇ Κρῆτας Βουλευτάς». Ταῦτα λέγει ἡ ἡμιεπίσημος Γερμανικὴ ἐφημερίς. Καὶ προσθέτει εἰσέτι ἄλλη ἐφημερίς, ἡμιεπίσημος Αὐστριακή, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Κρητῶν Βουλευτῶν παμψηφεὶ πλὴν μιᾶς μόνον ψήφου. Ταῦτα λέγουσι τὰ ἡμιεπίσημα φύλλα τὰ ξένα, τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀπὸ τῆς ἐντυπώσεως ταύτης ἠθέλησε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν λαὸν ἡ φωνὴ καὶ διαμαρτυρία τοῦ πρὸ μικροῦ διεξάγοντος ὑπευθύνως τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους ἡμῶν ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Ὑπουργοῦ κ. Καλέργη. Ἀλλ’ ἤδη τὰ γινόμενα οὐκ ἀπογίνονται· ἐδόθη ὁ τόνος τοῦ ἀδικήματος κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ νῷ αὐτῆς νὰ ὑπάρχῃ καὶ στιγμὴ σκέψεως ἀποχωριζούσης τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας, τοὺς διεξαγομένους ἔξω αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ κἂν ἐξ ὑποδούλων ἀδελφῶν, ἀλλ’ ἐξ ἐλευθέρων ἀδελφῶν, ἐχόντων ὡς καὶ ἡμεῖς δικαιώματα, ἵνα ἐκπροσωπήσωσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλληνικῆς γνώμης καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἑλληνικῶν ἰδεῶν. Δὲν θ’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς λόγους ἐκείνους, οἵτινες ἔπεισαν τὸν Κρητικὸν λαόν, ὅπως προβῇ εἰς ὅσα προέβη σύμφωνα πρὸς τὴν ψυχὴν ὑμῶν, ἀπὸ τῶν ψηφισμάτων, καθ’ ὃν τρόπον ἐψηφίσατε, κύριοι Βουλευταί. Ἀνέπτυξα ἐνώπιον ὑμῶν ἤδη κατὰ τὴν πρώτην ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος συζήτησιν ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν, τὴν καθαρῶς διπλωματικήν, τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, καὶ τῆς ἀναπτύξεως ἐκείνης ἀποκρυσταλλώματα καὶ συμπεράσματα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἶναι ὅσα διατυποῦνται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῶν ἐν Κρήτῃ συνελθόντων, ἵνα ἀπευθύνωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὸ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ἐλάβετε γνῶσιν, ὡς ἐκτυπωθέντος εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖ ἀναφέρονται τρία, τὰ κυριώτατα σημεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κρήτη ἐπαναστατήσασα ζητεῖ, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Μέσῳ τῶν τριῶν τούτων κυριωτάτων σημείων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τρεῖς κεχωρισμένας ἀλλήλων καὶ μεμακρυσμένας ἐποχάς, καταφαίνεται, ὁποῖον εἶναι τὸ δοθὲν εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν δικαίωμα ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, αἵτινες προσωρινῶς εἶχον τὴν διακατοχὴν τῆς νήσου, νὰ ἐπιζητήσωσι τελείαν τὴν λύσιν ἐκκρεμότητος, ἥτις ὁλονὲν ἀπεμάκρυνεν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ καθίστα τὴν ἐν τῇ νήσῳ διαβίωσιν ἀπολύτως δυσχερῆ καὶ οὐχὶ ἄνευ κινδύνου σοβαρωτάτου. Οἱ Κρῆτες ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν περιόδων τούτων τοῦ Διεθνοῦς βίου τῆς Κρήτης λέγουσιν ὅτι οἱ λόγοι καὶ οἱ τίτλοι δὲν εἶναι ἁπλῶς αἰσθηματικοὶ καὶ ὑποκειμενικοί, ἀλλ’ ἐνέχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐνδεικνύουσι τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν ἐπιβολήν των. Τοῦτο οὐδενὸς τὴν πίστιν ἀποφεύγει, τοῦτο ἀναμφισβητήτως πιστεύει καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ προϊστάμενος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο πιστεύουσι πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες κρίνουσι τὴν Κρήτην ὡς ἔχουσαν δικαιώματα, ἵνα ἑκάστοτε αἰτῆται τὴν ἐθνικὴν αὑτῆς ἀποκατάστασιν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοὺς μὲν ὑποκειμενικοὺς ἐκείνους λόγους, τοὺς λόγους ἐκείνους καὶ τοὺς τίτλους τοὺς μὴ αἰσθηματικοὺς ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ εὗρεν ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἀπήχησιν ἔξω τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου, ὡς λόγους οὐ μόνον ὑποκειμενικούς, ἀλλ’ ὡς λόγους καθαρῶς προσωπικῆς ἀντιδράσεως ἐναντίον τοῦ ἀσκουμένους ἐν τῇ νήσῳ καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐζήτουν ἄλλοι τινὲς ἐν Ἀθήναις, οἱ περίφημοι ἐλλοχῶντες, οἵτινες εἶναι πάντες ἐκεῖνοι οἱ μὴ φρονοῦντες ὅσα ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἡ Ἐπαναστατικὴ ἐν Κρήτῃ Κυβέρνησις ἀπηύθυνεν ἔγγραφον καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ἐγγράφου δ’ ἐκείνου μνημονεύει τι, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ μνημονεύσω ἐνώπιον ὑμῶν. Ἠκούσατε δὲ τὴν ἐκ τῆς ἀναμνήσεως τῶν γεγονότων ἐκείνων ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Λέγουσιν ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυναν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οἱ συμπατριῶται αὐτοῦ καὶ τὰ ἑξῆς: «τὸ μέτρον, τοῦ ὁποίου ποιούμεθα τὴν χρῆσιν ὡς τοῦ καταλληλοτέρου καὶ δραστικωτέρου πρὸς τὸν σκοπόν μας προυτάθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1908 ὑπὸ τῶν τότε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Πολιτείας εὑρισκομένων, ἐν οἷς συγκαταλέγεσθε καὶ ὑμεῖς». Λέγουσι τοῦτο ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκυβέρνησαν ὑπὸ τοῦ νῦν κυβερνῶντος τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὑποθέτω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θελήσῃ νὰ διαψεύσῃ ἐκείνους, οἵτινες συμπράττοντες μετ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, τῆς ὁποίας μετεῖχεν, εἶναι νῦν ἡγέται καὶ συμπράκτορες τοῦ εὐλογημένου κινήματος, τὸ ὁποῖον ἐκίνησεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν. Καὶ τότε, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς προϊστάμενος τῆς ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς ἐν Κρήτῃ τοιαύτας εἶχε γνώμας, εὕρισκε δικαιολογίαν τινά, μὴ πραγματοποιῶν αὐτὰς ἀμέσως, δικαιολογίαν μόλις ἀκουομένην καὶ μόλις συγκρατουμένην ὑπὸ τῆς αἰσιοδοξίας, ἥτις ἐνεπνέετο καὶ εὐλόγως πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν μετὰ τὴν διοίκησιν τοῦ 1908, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε πίστιν ὅτι ταχεῖα θὰ ἦτο ἡ λύσις καὶ εἶχε καταστήσει λίαν ὀρθῶς πράττων αἰσιόδοξον τὸν Κρητικὸν λαόν, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὴν τύχην τῆς Κρήτης, ἂν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἡ αἰσιοδοξία. Οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ συγκρατήσῃ αὐτόν, οὐδεμία δύναμις σκέψεως καὶ οὐδεμία ὁρμὴ ψυχικῆς ἐμπνεύσεως θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ μέτρων, τὰ ὁποῖα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐξεδήλουν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, θὰ ἦσαν ἡ συντριβὴ ὁλοκλήρου τῆς τύχης αὐτοῦ καὶ ἑπομένως μεγάλου μέρους, τοῦ κυριωτάτου μέρους, τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως. Ἡ δὲ ψῆφος τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς ἀπεγνωσμένας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεις ἔτεινε καὶ τῆς αἰσιοδοξίας τὸ δώρημα ν’ ἀφαιρέσῃ. Ἀλλ’ εἴδομεν ἤδη ὅτι οἱ Κρῆτες ἐπανεστάτησαν, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ψῆφος ἡ δοθεῖσα δὲν κατίσχυσαν παντάπασιν, ἵνα μεταπείσωσι τοὺς ἐπαναστατήσαντας, ὅπως συνεχίσωσι τὸ ἔργον αὐτῶν. Ἀπὸ τοῦ σημείου δὲ τούτου τῆς ψήφου ἡμῶν μέχρι τῆς σήμερον καὶ τῆς ἀντιθέσεως ταύτης τῆς ἐκ διαμέτρου ἀφισταμένης τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ σχέδια ἐκείνων, οἵτινες ἐπανεστάτησαν αἰτούμενοι τὴν μερικὴν αὐτῶν ἀποκατάστασιν, ἐγεννήθησαν περιπλοκαὶ μεγάλαι, εἰσῆλθε τὸ ζήτημα εἰς νέαν μορφὴν καὶ εἰς νέαν ὀξύτητα, θὰ παρακαλέσω δ’ ὑμᾶς νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀφηγήσεως τῶν πραγμάτων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα. Δι’ αὐτῶν δὲν ἐπρόκειτο παντάπασι νὰ ἐγκαλέσωμεν καὶ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, διότι ἐσκέφθημεν ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ τοιαύτη, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς πολιτικὴν συζήτησιν, ὅτι θὰ ἤρκει ἡ ἀνάπτυξις γνωμῶν καὶ θεμάτων, ἡ ἀφήγησις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο καὶ ἡ ὡς ἐν κατόπτρῳ ἀναπαράστασις αὐτῶν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα καταδείξωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πλανηθεῖσα, ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἐνώπιον διλήμματος, διλήμματος παμμεγίστου, τοῦ διλήμματος εἰς τὴν πολιτείαν, ἥτις μοιραίως θ’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὴν Κρήτην, διότι θὰ ἔφερε τὰς τῆς ἀπαισιοδοξίας συνεπείας, καὶ εἰς τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, ἵνα κατευθυνθῇ πρὸς ταύτην ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς, ἵνα δίδοντες τὰς χεῖρας, ἀλλὰ χειραγωγοῦντες συγχρόνως οὕτως ἄνευ συζητήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων πολιτικῶν, αἵτινες θ’ ἀφήνοντο διὰ τὸ μέλλον εἰς εὐθετωτέρας στιγμάς, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν τὸ θέαμα πραγματικῶς συμπράττοντος λαοῦ ἐλευθέρου πρὸς λαὸν ἡμιελεύθερον, μόλις ἀπελεύθερον, ζητοῦντα ν’ ἀποκτήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ ὠφείλοντο, ζητοῦντα ν’ ἀνακτήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφειλόμενα πρὸ ἑνὸς ἀκόμη ἔτους τοῦ ἀφῃροῦντο. Οἱ Κρῆτες ἐπανεστάτησαν καὶ ἀπεφάσισαν τὴν ἀποστολὴν Βουλευτῶν εἰς Ἀθήνας. Ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπαναστατήσωσιν ἢ οὔ, ἐξεθέσαμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, ἐξέθηκε τὰς γνώμας αὑτῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπεφάνθη ἐπὶ τούτου ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔθετο πολιτικὸν ζήτημα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συμπίπτομεν εἰς τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναστατήσωσιν, ἔρχεται ἤδη τὸ δίλημμα: Τί πρέπει νὰ γίνῃ; Ἔρχεται τὸ μέγα τοῦτο ἐρώτημα, πρὸ τοῦ ὁποίου δὲν ἔπρεπε νὰ προβάλῃ τὰς δηλώσεις αὐτοῦ τὰς γενομένας κατὰ τὸ παρελθόν, τὰς ἀτυχεῖς εἰς προβλέψεις δηλώσεις ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἀκριβῶς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συζήτησιν, ἵνα τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον μεταβάλλοντες εἰς ἀγῶνα πανελλήνιον, δυνηθῶμεν ὅπως ἐνισχύσωμεν τὸν ἀγῶνα τοῦτον.
§91ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἅ! ἅ!
§92Γ. ΠΩΠ. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ὁ ἐκ τῶν 44, ὁ κ. Θεοδωρίδης ἐφαντάσθη, φαίνεται, ὅτι εἰς τὴν ψυχὴν τὴν ἐμὴν μὴ νέου ἀνδρὸς ἐγεννήθη ἰδέα, ἵνα ἀνάψωμεν πυρκαϊὰν ἐπαναστάσεως καθ’ ὅλην τὴν ὑπόδουλον χώραν. Δὲν ἔπαθον τοιοῦτόν τι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι ἐν ἠρεμίᾳ καὶ γαλήνῃ θὰ διέλθητε τὸ γῆρας ὑμῶν ἐφ’ ὅσον ἔχετε τοιαύτην ἀνορθωτικὴν Κυβέρνησιν. Ἔλεγον συνεπῶς πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀκριβῶς ὠφείλομεν, ὅπως ἑνώσωμεν τὴν πανελλήνιον ψυχὴν ὑπὲρ τῶν ἀγώνων ἐκείνων, οἵτινες ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν ἀποκαταστάσεως ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἐργάζονται, καὶ ἑκάστη δύναμις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον, ὤφειλε νὰ δράσῃ καθ’ ἑαυτήν, νὰ δράσῃ ἠθικῶς ἐνισχύουσα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀπολύτως ὑλικὴν ὑποστήριξιν ἐπεζήτησαν οὔτε ἀπὸ τοῦ Κράτους τούτου οὔτε ἀπὸ ἄλλου τινὸς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἐσκέπτοντο ὅτι βαρύνει αὐτοὺς ὁ ζυγὸς μιᾶς δουλείας. Οὐδὲν ἐζήτησαν ἐκ τοῦ Κράτους ἡμῶν οἱ ἐπαναστατήσαντες· ἐζήτησαν ἁπλῶς ὅπως οἱ πόθοι αὐτῶν καὶ αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν μὴ παρεξηγηθῶσι, μὴ διαστραφῶσιν, ὅπως περιβληθῶσι διὰ τῆς ἁγνότητος, ἥτις τοὺς διαπνέει, καὶ εὕρωσι τὴν ἠθικὴν ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους τοῦ ἐλευθέρου λαοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔρχονται τείνοντες τὰς χεῖρας καὶ ἐπιζητοῦντες ἵνα ἡνωμένη ἡ χεὶρ ἐκείνη εἰς μηδένα κίνδυνον ἐκθέσῃ καὶ εἰς μηδεμίαν ἀνωμαλίαν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀποκρουσθῇ ὡς χεὶρ βδελύττουσα, ὡς χεὶρ γλοιώδης καὶ ἀποκρουστικὴ ἔχουσα τὴν ἔμπνευσιν αὑτῆς ἀπὸ ταπεινὰ καὶ μικρὰ ἐλατήρια.
§93Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγγράψατέ με, κ. Πρόεδρε.
§94Γ. ΠΩΠ. Οἱ Κρῆτες, ἂν ἐσκέφθησαν ν’ ἀποστείλωσι Βουλευτάς, ἔπραξαν τοῦτο, διότι ἦτο τὸ μόνον ἐνδεικνύμενον μέσον μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὑτῶν ὅπως ἐπαναστατήσωσιν, ἵνα ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ αὑτῶν ἄνευ ἐσωτερικῆς διαταραχῆς τῶν ἐν τῇ νήσῳ πραγμάτων. Καὶ ἐπέτυχον τοῦ πρώτου τούτου βήματος· 24 ἔνοπλα συλλαλητήρια ἐγένοντο ἐν τῇ νήσῳ πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως καὶ οὐδόλως διεταράχθη ἡ τάξις. Ἦτο ἀναμφισβήτητον ὅτι γενομένης τῆς ἐπαναστάσεως πᾶν ἄλλο μέτρον θὰ προυκάλει ἐντὸς τῆς νήσου ἀνωμαλίας μεγίστας, ὅτι πλὴν τούτου θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ προστριβῆς πρὸς τὰς Δυνάμεις τοιαύτης, ὥστε νὰ ἤρχοντο εἰς ἄμεσον ἀντίθεσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διακατέχουσι τὴν νῆσον, πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐπαναστατοῦντες ἁπλῶς θὰ ἐλάμβανον μέτρον ὀξύτερον, μέτρον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπηυθύνετο κἂν καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο ἀμέσως κατὰ τῶν Δυνάμεων, ἵνα προκαλέσωσι καὶ ἄμεσον καὶ ἀδύνατον πλέον τὴν ἀποφυγὴν τῆς προστριβῆς τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς γνώμας τῶν ἰσχυρῶν προστατῶν αὐτοῦ.
§95Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§96Γ. ΠΩΠ. Ἐπόθησαν δὲ ἀπευθυνθέντες πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διότι θὰ ἦτο τὸ μέγα, τὸ πανίσχυρον ἐπιχείρημα τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, ἡ σύμπραξις τῆς κοινῆς γνώμης ἐν Ἑλλάδι, τῆς ἀνευθύνου κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία διὰ τοὺς μικροὺς ἀποτελεῖ τὸ μέγιστον τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τὴν μεγίστην δύναμιν, ἵνα λεχθῇ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ λήξῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἡ ὁποία συνταράττει ὁλόκληρον τὴν ἐθνικὴν ψυχήν. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐζήτει ἄλλοτε ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐζητοῦμεν ὑπὲρ ἡμῶν συμπράττοντες μετὰ τῶν ἐν Κρήτῃ ἐξεγερθέντων καὶ μονομερῶς ἐπαναστατησάντων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Δηλιγιάννη, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐλέγομεν δι’ ὑπομνημάτων· «Ἐλθὲ νὰ παραμείνῃς θεατὴς ἀμέτοχος καὶ ἀμερόληπτος, διότι οὕτω δίδεις πρὸς ἡμᾶς τὴν κοινὴν γνώμην ὁλόκληρον, ἀλλὰ μὴ παρεμβαίνεις ὡς Κυβέρνησις ἐθνική, μὴ καταδικάζεις τὸ κίνημα μὴ θέλουσα νὰ ἐνισχύσῃς αὐτό· ἄφησε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἄφησε τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἐλευθέραν εἰς τὰς σκέψεις αὐτῆς· μὴ ζητεῖς ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐναντίον ἡμῶν, οἵτινες ἀγωνιζόμεθα ἑνωτικὸν ἀγῶνα· διότι, ἐὰν πράξῃς τὰ ἀντίθετα, τὸν ἀγῶνα τῶν Κρητῶν θὰ καταδείξῃς ἀγῶνα προσωπικὸν καὶ οὐχὶ ἐθνικόν. Ἐὰν ἀφήσῃς ἐλευθέραν τὴν δημοσίαν γνώμην, ἵνα συμμετέχῃ τῶν ἐν Κρήτῃ τελουμένων, ἀναμφισβητήτως πράττεις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε εἶχε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ σημερινὴ ἔχει. Ἐσκέπτετο ὅτι διεξήγετο ἀγὼν προσωπικὸς ἐκεῖ· ἐσκέπτετο ὅτι οὐδεὶς ἄλλος σκοπὸς ὁδηγεῖ ἐκείνους, οἵτινες συνηγουμένου τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπήρχοντο, ἵνα ἀναπετάσωσι τὴν σημαίαν τῆς ἑνώσεως, τριακόσιοι μόλις ἄνθρωποι, εἰς μίαν κορυφὴν ἑνὸς ἱστορικοῦ ὑψώματος τῆς Κρήτης· ἐπίστευεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ῥαδιουργηθεῖσα ἀπὸ τοὺς φρονοῦντας τότε ὅτι ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις ἔπρεπε ν’ ἀποτελῇ δυναστικὸν ζήτημα, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον εἰμὴ ἐγίνοντο ὄργανα ἐκείνων, οἵτινες ἐπόθουν νὰ ἴδωσιν ἀνωμαλίας ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, ἐκείνων, οἵτινες ἐπόθουν ἵνα κατακτήσωσι λάφυρα τῆς ἐξουσίας, ἵνα κατακτήσωσι θέσεις καὶ ἀξιώματα ἐδῶ καὶ ἐν Κρήτῃ, ὅπως ἱκανοποιήσωσι προσωπικοὺς αὑτῶν πόθους, προσωπικοὺς αὑτῶν ὑπολογισμούς. Ἀλλὰ ταῦτα φρονοῦσα ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη ἔμεινεν ἀπὸ τοῦ ἐμφανοῦς ἀμέτοχος καὶ οὔτε ψῆφον Βουλῆς ἐζήτησεν, οὔτε κατεσπίλωσε τὸ ἐπ’ ὀλίγον ἔστω ἀρξάμενον ἑνωτικὸν κήρυγμα κατὰ τὸ 1905. Ἀλλ’ ἐνέμεινεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη καὶ ἐνίκησεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη· εἶναι δὲ ἡ μοῖρα τῆς Κρήτης εἰς πᾶσαν αὐτῆς ἐπανάστασιν κάτι νὰ κερδίζῃ, καὶ ἀναμφισβητήτως καὶ ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης παρ’ ὅλην τὴν ἐξ ἐπισήμου Ἑλλάδος ἀντίδρασιν, παρ’ ὅλην τὴν διαστροφήν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς δημοσίας γνώμης, ἔχω ἀπόλυτον αἰσιοδοξίαν, αἰσιοδοξίαν ἀπολήγουσαν εἰς πίστιν ἀκράδαντον, ὅτι οὐδὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐπὶ τὰ πρόσω πορείαν, τὴν πρόοδον, τὴν προαγωγὴν τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως ἐν τῇ ἐθνικῇ αὐτῆς στασιοδρομίᾳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐσκέπτετο διὰ τὴν Κρήτην Πρωθυπουργὸς ὢν καθ’ ὃν τρόπον ἐσκέπτετο διὰ τὴν Κρήτην διαμένων ἐκεῖ εἴτε ὡς κυβερνήτης εἴτε ὡς ἐπαναστάτης. Εἶναι δόγμα τοῦ ἀρχηγοῦ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Κρήτης ὁ Κρητικὸς λαὸς πρέπει νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην. Τοῦ δόγματος τούτου δὲν θέλει νὰ ποιήσηται χρῆσιν, ἀλλὰ τοῦ δόγματος τούτου ὑπῆρξεν ἰσχυρὰ ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῷ Κρητικῷ λαῷ, καὶ οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποβάλῃ τὴν γνώμην ταύτην, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ὁ δογματίσας εἴτε οἱ δογματίζοντες πολιτικοὶ ἄνδρες καθ’ ἣν στιγμὴν ἐμφανισθῶσιν ἀθετοῦντες τὰ δόγματα αὑτῶν προεκάλεσαν καὶ λίαν εὐλόγως ἀμέριστον τὴν δυσπιστίαν εἴτε περὶ τὴν κρίσιν αὑτῶν εἴτε περὶ τὰς διαθέσεις αὑτῶν εἴτε περὶ τοὺς σκοποὺς αὑτῶν. Ἐνῷ δὲ οὕτως ἐδογμάτιζεν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, χωρίζει νῦν, Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος αὐτός, τὴν Κρήτην εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν ὑφίστανται νῦν, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ πνοὴ τῆς ἰδέας καὶ διέλυσε πᾶν νέφος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ σκιάσῃ τὰς σκέψεις τῶν ἐν Κρήτῃ νῦν μεταβαλόντων τὸν ἀγῶνα εἰς παγκρήτιον ἐξέγερσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπόθει νὰ ἀκούσωσιν αὐτὸν οἱ ἐπαναστατήσαντες, πρὸς οὓς ἀπηυθύνετο, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπηύθυνε διὰ τοῦ προέδρου τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς ἐν Κρήτῃ, δι’ αὐτοῦ ἐκείνου, ὅστις ἐξεπροσώπει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐν Κρήτῃ ἐξουσίαν, τῆς ὁποίας ἡ διατήρησις ἐκρίνετο εὐλόγως ἀνάγκη ἀνυπέρβλητος. Ἔγραφε πρὸ μηνὸς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν ἐνεργοῦντα οὕτω πρόεδρον τῆς ἐκεῖ Ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἑξῆς: «Παρακαλῶ νὰ καλέσῃς τοὺς αὐτόθι φίλους μας καὶ τοῖς ἀνακοινώσῃς ὅτι τὸ σκευωρούμενον κίνημα καταδικάζω ὡς ἐγκληματικὸν καὶ ὅτι ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, μεθ’ ὧν συνηγωνίσθην αὐτοῦ, δὲν θὰ μετάσχῃ τοιούτου κινήματος μέλλοντος νὰ ἔχῃ ἀσφαλῶς συνεπείας διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου». Ἤδη διὰ πρώτην φορὰν ἀπευθύνεται τοιοῦτον ἔγγραφον, διότι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας κατηγόρουν καὶ τῶν ὁποίων παριστάμην καὶ ἐγὼ κατήγορος, οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ κατηγορηθῶσιν ὅτι δὲν ἀπηυθύνθησαν πρῶτον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐξηγέρθησαν, ἵνα μετ’ ἐκείνων συζητήσωσι, καὶ οὐδέποτε αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἔσπευσαν νὰ καταγγείλωσιν ἐπισήμως μὲ τὸ κῦρος αὐτῶν δι’ ἐγγράφου, χωρὶς νὰ σκέπτωνται τὰς συνεπείας τοιαύτης καταγγελίας, ὅτι ἡ ἐξέγερσις, ἔστω καὶ ἐλαχίστης μερίδος τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἐγκληματικήν. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, καθ’ ὧν, ἐχόντων ἰδιαίτατα ὡς ὁ Κρητικὸς βαθύτατα εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἐνστερνισμένην τὴν γνώμην τῆς ἐθνικῆς των ἀποκαταστάσεως, ῥίπτονται ἀπὸ ἐπίσημα χείλη τοιοῦτοι φοβεροὶ λόγοι, χωρίζοντες εἰς ἐγκληματίας ἐκείνους, οἵτινες ἐπιζητοῦσι τὴν ταχεῖαν ἀποκατάστασιν τῆς πατρίδος των, καὶ χωρίζοντες εἰς σώφρονας καὶ μὴ καὶ ὑποδεικνύοντες τοῖς ἄλλοις ὅτι ὀφείλουσι νὰ γίνωσι τιμωροὶ τῶν ἐγκληματούντων κατὰ τῆς ἰδίας πατρίδος. Τοῦτο ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ μοῖρα τῆς Κρήτης καὶ ἡ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπέτρεψεν, ἵνα ἐπιτύχῃ ἡ ἔννοια τοιούτου χωρισμοῦ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε ν’ ἀφεθῶσιν ἢ ἐλεύθεροι νὰ συνεχίσωσι τὸν ἀγῶνα, ὅστις συνεχίζεται νῦν παγκρητικός, ἢ ἔπρεπε νουθετούμενοι ἁπλῶς καὶ ἔνθεν κἀκεῖθεν νὰ κληθῶσιν, ὅπως συζητήσωσιν ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ σήμερον νίκη διὰ τῆς ἐξεγέρσεώς των. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ῥίπτει ἔλαιον εἰς πυρὰν ἀναφθεῖσαν, εὐτυχῶς ἔσχεν ἀντίθετον τὴν ὄψιν, ὅπως ἀντίθετον τὸ ἀποτέλεσμα ἔσχε καὶ ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν Κρήτην καὶ διανομὴ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἡμῶν παρ’ ὅλας τὰς συμπαθείας καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἀδελφικὴν στοργὴν καὶ παρ’ ὅλον τὸν πόθον τῶν Κρητῶν ὅπως παρακαθίσωσιν ἰσότιμοι καὶ ἰσάδελφοι μέσῳ ἡμῶν. Ἔσχε δὲ τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, διότι ἔγγραφα τοιαῦτα ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ἀποτελέσματα ἀντίθετα τῶν ἐπιδιωκομένων, διότι οὕτω μόνον προάγονται αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις καὶ δὲν ἀλληλοσπαράσσονται ἀναξίως οἱ λαοί. Ἀλλ’ ἆρά γε, ἐὰν ἀφίετο ἡ Κρήτη ἐν τῇ ἐξεγέρσει αὐτῇ, ὡς ἐφρόνουν οἱ ἐπαναστάται, δὲν ἔχει ὁ Κρὴς τὴν πατρίδα Πρωθυπουργὸς ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων Κρητικῶν ἐπαναστάσεων, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι δὲν θὰ ἦτο τόσον κακὴ ἡ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ ν’ ἀποτύχῃ μία Κρητικὴ ἐξέγερσις; Δὲν γνωρίζει ὅτι ὁπωσδήποτε γενόμεναι αἱ ἐξεγέρσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε εὐτυχῶς ἔχουσαι τὴν ἀντίδρασιν ἐξ Ἑλλάδος, εἰμὴ διὰ πρώτην φορὰν νῦν, οὐδέποτε ἀπέτυχον; Καὶ ἔχομεν τὴν σειρὰν τῶν ἐπαναστάσεων τοῦ 1841, τοῦ 1854. Ἐκέρδισεν ἐπαναστατήσασα ἡ Κρήτη, ἐκέρδισε τὴν ἀπαλλαγήν τῆς ἀπὸ φόρους κτηνώδους βαρβαρότητος καὶ ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866, καθ’ ἣν ἀντέδρων ἐπίσης καὶ Εὐρώπη καὶ Τουρκία, καὶ ἡ Κρήτη ἐκέρδισε τὸν ὀργανικὸν αὐτῆς νόμον. Καὶ ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1871, καὶ ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1882, καθ’ ἣν ἐκερδήθη ὑπὲρ τῆς Κρήτης τὸ βακουφικὸν ζήτημα. Καὶ ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκερδήθη ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας. Καὶ ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1898 πρὸ τῆς καθόδου τοῦ πρίγκιπος Γεωργίου, ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1906, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην, κατὰ τῆς ὁποίας ὑπῆρξε δεινὴ ἀντίδρασις ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅμως ἡ ἐπανάστασις τοῦ Θερίσου ἔφερε τὴν Ἁρμοστείαν τοῦ κ. Ζαΐμη. Οὐδεμία Κρητικὴ ποτὲ ἐπανάστασις ὑπῆρξεν ἐν ἀποτυχίᾳ, τοῦ Θερίσου δὲ ἡ ἐπανάστασις, ἥτις οἰκτρῶς ἐντεῦθεν κατεπολεμήθη καὶ κατὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης ὑπῆρξεν ἀντίδρασις ἐπὶ τούτῳ ἡνωμένη, ἐν τούτοις ἐπέδειξεν ἐν τέλει τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῆς. Καὶ ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι θὰ ἦτο τόσον δειλὸν διὰ τὴν Κρήτην τὴν βλέπουσαν ὅτι δι’ ἐπαναστάσεως, μόνον διὰ διαμαρτυριῶν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τῶν μακρῶν αὐτῆς ἀγώνων, ὅτι θὰ ἦτο ἐγκληματικὸν διότι οἱ κορυφαῖοι πολιτικοὶ ἄνδρες αὐτῆς, διότι οἱ κορυφαῖοι τῶν πολεμικῶν αὐτῆς ἀρχηγῶν ἐσκέφθησαν ὅτι ἦτο τέλος καιρὸς νὰ παύσῃ κατάστασις πραγμάτων ἐν τῇ νήσῳ, ἥτις ὡδήγει εἰς ἀπομάκρυνσιν τῆς Κρήτης ἀπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἕως πότε θ’ ἀνέμενον; Θ’ ἀνέμενον μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλα δικαιώματα ἐκ τῆς ἀκινησίας τῶν Κρητῶν θὰ ἐπεδικάζοντο ἐπὶ τῆς Κρήτης. Εἶναι ἀρχή, εἶναι ὅρος ἀπαράβατος τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ὅτι ἡ ὑφισταμένη κατάστασις ἔν τινι χώρᾳ λαμβάνει τὸν χαρακτῆρα τῆς μονιμότητος, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει συμφέρον νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς καταστάσεως ταύτης, δὲν ἐπιζητεῖ διὰ διεθνοῦς πράξεως τὴν ἀνατροπήν. Ποῖος νῦν ἔχει τὸ συμφέρον ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως, ἀπὸ τοῦ δόγματος τούτου τοῦ διεθνοῦς, τοῦ κεκυρωμένου πλέον, ποῖος, λέγω, ἔχει τὸ συμφέρον, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἐκκρεμοῦς ταύτης καταστάσεως, ἵνα μὴ ἀποτελέσῃ μονιμότητα ἡ κατάστασις αὕτη; Βεβαίως ταύτην δὲν εἶχεν ἡ Τουρκία. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ εἶχεν, ὡς δικαίωμα ἐπιβεβλημένον πλέον, ὡς ὑποχρέωσιν, ὡς ἀνάγκην ὁ Κρητικὸς λαός. Ἐὰν μέχρι προχθὲς δὲν ἐκινεῖτο τὸ Κρητικὸν ζήτημα, τὸ συμφέρον τῆς Τουρκίας ἦτο ν’ ἀνακινήσῃ τοῦτο ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, ἵνα ἡ ἀπὸ τοῦ 1908 καὶ ἐντεῦθεν κατάστασις ἀνατραπῇ, διότι θ’ ἀπετέλει μονιμότητος καθεστώς, ὅπερ ἐξεδήλου ἁπλῶς Τουρκικὴν ἐπικυριαρχίαν διὰ τῆς ἐκ λευκοσιδήρου σημαίας ἐπὶ τῆς νησῖδος τῆς Σούδας. Ἀλλ’ ἤδη μετὰ 14 ἐτῶν ἀγῶνας καὶ μετὰ τὴν ἐγγύησιν τῶν Δυνάμεων τὰ ἀερώδη ταῦτα δικαιώματα τὰ ἐπικυριαρχικὰ μεταβάλλονται εἰς κυριαρχικὰ δικαιώματα ἐπιβεβλημένα ἀπὸ ἔτους περίπου, ἀποτελοῦντα πλέον κατάστασιν ἐν τῇ νήσῳ, τῆς ὁποίας ἡ ἀκινησία θὰ παρεῖχε τύπον ὁριστικῆς μονιμότητος ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶχον συμφέρον ν’ ἀνακινήσωσι τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν, καὶ οἱ ἔχοντες συμφέρον ἦσαν οἱ λαμβάνοντες τὰ δικαιώματα ταῦτα. Ὁ Κρητικὸς λαὸς ὅμως, ὁ γνώστης καὶ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ, ὁ γνώστης καὶ τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς ὑποθέσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγκαταλίπῃ εἰς τὴν τύχην αὐτοῦ ἄνευ ἀνακινήσεως τὸ Κρητικὸν ζήτημα· καὶ ὀρθῶς διαβλέπων τὰ πράγματα, καὶ ὀρθῶς ἀποσκοπῶν πρὸς τὸ τέρμα προέβη εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ἐξερράγη. Καὶ εἴδομεν ὅτι ὁ μὲν ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπέτυχεν εἰς τὰς προβλέψεις αὐτοῦ, οἱ δὲ ἐπαναστάται οἱ ἐγκαλούμενοι ὡς ἀγνοοῦντες τὰ πράγματα ἐπέτυχον, καὶ ἐπέτυχον μέγα μέρος τῆς προσπαθείας αὐτῶν ἐν τῷ ἀγῶνι. Ποία εἶναι ἡ ἐπιτυχία ἡ ἐκ τοῦ ἀγῶνος τούτου προελθοῦσα; Οἱ Κρῆτες Βουλευταὶ ἀποφασίσαντες νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ὃν τρόπον αἱ σκέψεις αὐτῶν ἐμόρφωσαν καὶ τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ διετύπωσα ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, κατώρθωσαν, ἵνα ἀνακινήσωσι τὴν ὑπόθεσιν αὐτῶν καὶ ἐσκέφθησαν ὅτι δύο ὑπῆρχον αἱ ὁδοί, αἵτινες διηνοίγοντο πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας φέροντας μετ’ αὐτῶν καὶ τὴν ἐθνικήν των ὑπόθεσιν. Ἡ μία ὁδὸς ἦτο, ἡ ἀπιθανωτέρα ἴσως, ἡ ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων ἄμεσος ἀποδοχὴ τῆς ἀποστολῆς. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, ἡ ἐπανάστασις ἐπετύγχανε καὶ τὸ ζήτημα ἐλύετο καὶ ἡμεῖς δὲν θ’ ἀπησχολούμεθα, ἐγὼ δὲ πρῶτος θὰ ἐγέραιρον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ δεύτερον μέρος εἶναι ἡ παρεμπόδισις ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου τῶν Κρητῶν ἐπαναστατῶν. Καὶ τοῦτο συνέβη. Αἱ Δυνάμεις κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τῶν Κρητῶν παρενέβησαν, παρενέβησαν κατὰ τρόπον οὐχὶ ἀήθη, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς παρεμβάσεως τῶν ἰσχυρῶν ἀπέναντι τῶν ἀδυνάτων. Ἀλλὰ παρενέβησαν τοιουτοτρόπως, διότι ἀνεγνώριζον αἱ ἴδιαι ὅτι ἦτο ἠθικὸς ὁ ἀγὼν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ ἀγὼν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ δὲν ἀπετελεῖτο οὔτε ἀπὸ ἐμπρηστὰς τῆς δημοσίας τάξεως οὔτε ἀπὸ πειρατὰς ζητοῦντας νὰ διαρπάσωσι τὴν ἡσυχίαν ἑνὸς Κράτους, τὸ ὁποῖον λέγομεν ὅτι ἀναπλάττομεν, ἀνεγνώρισαν ὅτι ἦτο ἡ ἐκδήλωσις ἐκείνη ὁρμὴ ἀνάγκης. Καὶ μολονότι προέβησαν αἱ Δυνάμεις διὰ τῆς ἰσχύος αὐτῶν εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξήγειρον τὴν δημοσίαν συνείδησιν καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὡς τὴν ἐξήγειρον παντοῦ τῆς γῆς, ὅπου ὑφίστατο τὸ δόγμα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν λαῶν, δὲν δύνανται νὰ συνεχίσωσι πλέον ὑπὸ τοιοῦτον τύπον καὶ ὑπὸ τοιοῦτο πρόσχημα παρεμβάσεως καὶ διατηρήσεως τῆς διεθνοῦς δῆθεν εἰρήνης πράξεις ἀντιβαινούσας πρὸς τὰ διεθνῆ νόμιμα, πρὸς τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον οἱ μεγάλοι λαοὶ ἀπέναντι μικροῦ λαοῦ, ἀπέναντι λαοῦ, ὅστις ὅσα τῷ ἐνετείλαντο αἱ Προστάτιδες Δυνάμεις ὅτι ὀφείλει νὰ τηρήσῃ, ἵνα τὰ ἐπιτύχῃ, τὰ ἐτήρησε μέχρις ἑνός, ἐνῷ ἐκεῖναι ἐν πάσῃ στιγμῇ ἠθέτησαν τὰς ὑποσχέσεις των καὶ προυκάλουν τὴν δικαίαν δυσπιστίαν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, τὴν ἄδικον δυσπιστίαν κατὰ τὸ φαινόμενον, διότι πρὸς πᾶν ἄλλο εἰργάζοντο αἱ Προστάτιδες Δυνάμεις ἢ νὰ σπεύσωσιν εἰς προσεχὲς ἢ καὶ ἀπώτερον μέλλον τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἐμφανίζεται ἀκριβῶς ἡ ὀξύτης τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἀπετέλει καὶ τὴν ὁριστικὴν ἐπιτυχίαν ἑνὸς κεφαλαιώδους μέρους τοῦ προγράμματος τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως. Ἀνακινεῖται τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἡ βία τῶν πραγμάτων ἐπισπεύδει τὴν λύσιν αὐτοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις, τοῦτο τὸ κυριώτατον ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν, ἔρχεται σήμερον καὶ παραπέμπει εἰς ἀνακοινώσεις ὅλως ἀσχέτους πρὸς τὴν νέαν τροπὴν τοῦ ζητήματος, ἀνακοινώσεις αἱ ὁποῖαι ἴσως γενόμεναι τότε ἐξ ὑπερμέτρου εὐλαβείας πρὸς δοθείσας ὑποσχέσεις ἀψόγου τῆς Ἑλλάδος παραμονῆς δὲν ἔχουσι πλέον τὴν θέσιν των. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπετέλεσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφρόνει ὅτι τὰ καθήκοντα αὐτῆς καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αἱ διεθνεῖς ἀπέναντι τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας τῇ ἐπέβαλλον νὰ ἐπιτελέσῃ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου παύει ὑφισταμένη πλέον ἡ Κυβέρνησις ὡς διεθνὴς παράστασις τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρητικῆς ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπέναντι τῆς δημοσίας γνώμης τῆς παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Καὶ οὕτω πράξασα ἡ Κυβέρνησις καὶ παραπέμψασα ἡμᾶς εἰς τὰς προηγουμένας αὐτῆς δηλώσεις δεικνύει ἐπιμονήν, ἥτις εὔχομαι νὰ μὴ ἀποβῇ πρὸς ζημίαν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως, διότι τὸ ζήτημα πλέον τίθεται ἄλλως, τὸ ζήτημα τίθεται: οἱ Κρῆτες μετὰ τὴν ἐπιμονὴν ταύτην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουσι νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὴν ἄδικον βίαν τὴν ἀσκηθεῖσαν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ὀφείλουσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν ἀγῶνα αὐτὸν καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν ὡς ἡ ὑπόδειξις ἡ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ζητεῖ νὰ παρασύρῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ μετὰ τῆς ὑποθέσεως νέαν ἴσως γνώμην τῆς Βουλῆς; Ἢ δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον πλέον εἰς τὴν Βουλὴν ἡμῶν ν’ ἀφήσῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν ἐλεύθερον, ἵνα ἀσκήσῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ, ν’ ἀφήσῃ τὴν δημοσίαν συνείδησιν ἀπηλλαγμένην πάσης ἐπιβολῆς γνώμης κύρους, ἵνα συνταχθῇ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀγωνιζόμενοι ἀγωνίζονται κοινὸν ἀγῶνα, καὶ ὡδήγησαν εὐτυχῶς τὸν ἀγῶνα τοῦτον μέχρι τῆς διεθνοῦς αὐτοῦ συζητήσεως, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας ἀποπερατώσεως τῆς διεθνοῦς συζητήσεως; Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ψυχῇ τινος ἐξ ὑμῶν καὶ ἐν τῇ σκέψει τινὸς ἐξ ὑμῶν ἡ γνώμη ὅτι μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον σήμερον νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κρήτην νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἤρεμα αὐτῆς ἔργα. Ἄς ἀφήσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα παρίσταται διεθνῶς, νὰ παρίσταται πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔχει ἀναλάβει τὰς ὑποχρεώσεις τῆς τηρήσεως ἀμετόχου τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος πάσης ἀναμίξεως εἰς ὑπόθεσιν τοιαύτην. Ἄς τὴν ἀφήσωμεν ἐλευθέραν ν’ ἀσκήσῃ τὰς σκέψεις καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς, ἀλλ’ ἂς μὴ θελήσωμεν ἡμεῖς ὡς Βουλή, ὡς ἐθνικοὶ ἀντιπρόσωποι, νὰ παρασυρώμεθα εἰς ἀνάμιξιν καθαρῶς τῆς ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, ἀνάμιξιν διὰ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ζητήσωμεν σήμερον εὐθύνας, ἀλλὰ θὰ ζητήσωμεν εὐθύνας, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα. Ἄς ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν μόνην ἀπὸ σκοποῦ ἐργαζομένην ὡς αὕτη κρίνει τὸν σκοπὸν ἐπιβεβλημένον, καὶ ἡμεῖς ἂς συνταχθῶμεν μὲ ὅλην τὴν ψυχὴν ἡμῶν, βωβοὶ ἔστω. Ἄς συνταχθῶμεν ἠθικῶς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀγωνίζονται ἀγῶνα ἐπιβεβλημένον εἰς πάντα ἐξ ἡμῶν, ἵνα νικηφόρον καταστήσωμεν αὐτόν. Ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος ζητοῦσιν, ὅπως ἀκολουθήσωσι τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς οἱ Κρῆτες ἐπαναστάται καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, καὶ εἴπωσι τὸ τερατῶδες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαίως μόνον μετὰ βδελυγμίας δύναται νὰ συλλάβῃ σκέψις ἐπὶ στιγμήν τινα καὶ τὸ ὁποῖον μόνον σιχαμερὰ γλῶσσα δύναται ν’ ἀρθρώσῃ εἰς φράσεις, νὰ ὑπογράψωσι δήλωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἔγκλειστοι καὶ ἐκβιαζόμενοι ἐκεῖ, δήλωσιν ὅτι παραιτοῦται διὰ τοῦ λόγου τῆς τιμῆς των πάσης τῆς ἐθνικῆς αὑτῶν ὑποθέσεως! Τοῦτο οὐδεὶς ἐπιζητεῖ νὰ πράξῃ. Θὰ ἦτο τερατῶδες, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν ὡς στιγμιαία σκέψις διήρχετο ἐκ τῆς διανοίας ἑνὸς ἀκούοντος ἔστω καὶ δι’ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος εἰς τὴν παρακέλευσιν ὅτι εἶναι Ἕλλην. Ἀπομένει συνεπῶς, μὴ ὑπογραφομένου τοιούτου τινὸς πρωτοκόλλου, ἡ ἐπάνοδος τῶν Κρητῶν εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν ἔργα. Ἀλλ’ ἆρά γε ἀνεμέτρησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπελογίσατε, κ. Βουλευταί, ὁποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι τοιαύτης ἐπανόδου τῶν Κρητῶν εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν; Καθ’ ἡμᾶς ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως εἶναι πᾶσα ἀνάγκη, ὅπως τὸ Κρητικὸν ζήτημα εὕρῃ λύσιν τινά, καὶ θὰ τὴν εὕρῃ, διότι ἡ περιπλοκὴ ἡ τελευταία ἡ γενομένη διὰ τῶν ξένων πολεμικῶν ἐν Σούδᾳ σπεύδει πρὸς τοῦτο, ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι, ἵνα ἔχῃ ἐπιλυθῆ ἀναμφισβητήτως πρὸ τοῦ Μαρτίου, καὶ δὲν ὑποθέτω νὰ ἔχῃ τις ἀμφισβήτησιν περὶ τούτου, οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἄλλος τις ἐξ ὑμῶν. Ἐπισπευδομένης τῆς λύσεως διὰ τῆς περιπλοκῆς, ἥτις σήμερον ὑφίσταται, διὰ τοῦ συνεχοῦς κοχλασμοῦ τοῦ ἀναβράζοντος ἤδη Κρητικοῦ ζητήματος, θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀπηλλαγμένη μεριμνῶν, καὶ ἀπηλλαγμένη κατὰ τρόπον αἴσιον περὶ τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως κατὰ τὸν προσεχῆ Μάρτιον, ὁπότε θὰ τεθῶσιν ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς ἴσως διασκέψεως ὑποθέσεις μεγίστης σημασίας ἀφορῶσαι ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολικὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως ἐπικαλοῦμαι αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰς γνώσεις τῶν Κρητικῶν πραγμάτων, ἵνα εἴπῃ τί θὰ γένηται καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐπανερχόμενοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπανεστατημένοι πλέον, φέροντες βαρύθυμοι τὴν ἀνάγκην τῆς προσφάτου ὑποταγῆς εἰς βίαν ἀσκηθεῖσαν, καθ’ ὃν τρόπον ἠσκήθη ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, μὲ Ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπήν, οἵα ἐκείνη, ἥτις σήμερον διακυβερνᾷ τὰς τύχας τῆς Κρήτης καὶ τῆς ὁποίας πρόεδρος εἶναι ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνε διάγγελμα κατὰ χιλιάδας ἐντύπως διανεμηθὲν περὶ διαιρέσεως τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ εἰς ἐγκληματίας, διότι ἐπανεστάτησαν, καὶ εἰς ἄλλους ἔχοντας ὑποχρέωσιν πάσῃ θυσίᾳ ν’ ἀποτρέψωσι τοὺς ἐγκληματίας κατὰ τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἐπαναστάτας ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐπανερχόμενοι ἐκεῖνοι θὰ θελήσωσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης; Ἢ μήπως ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι, ὡς ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἠσθενισμένην, τὴν μόλις ἱσταμένην, τῆς ὁποίας τὸ φρόνημα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν προσεπάθησαν νὰ καταρρίψωσι καὶ τῆς ὁποίας τὸ κατέρριψαν αἱ τελευταῖαι δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ πατὴρ Ζεὺς πρὸς τὸ τέκνον του τὴν Ἀφροδίτην: «Οὔ τοι, τέκνον ἐμόν, δέδοται πολεμικὰ ἔργα, ἀλλὰ σὺ γʹ ἱμερόεντα μετέρχεο ἔργα γάμου», ὅτι τὸ αὐτὸ δύναται νὰ εἴπῃ καὶ πρὸς τὴν Κρήτην; Δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ εἰς Ἀφροδίτην καὶ τὴν Κρήτην, τὴν Ἀθηνᾶν, ἥτις σοφὴ καὶ πάνοπλος ὁδεύει ἐκεῖ, ὅπου ὤφειλε νὰ ὁδεύῃ χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κοινῆς πατρίδος. Καὶ ἴδωμεν, ὅταν ἐπανέλθωσιν οἱ Κρῆτες καὶ ἀκολουθήσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτούς, ἵνα ἐπιδοθῶσι καὶ πάλιν ἐπὶ τὰ ἴδια καὶ ἵνα ἐκλέξωσι καὶ οὗτοι νέαν αὐτῶν Βουλὴν καὶ προχωρήσωσιν εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης κατευοδούμενοι οὕτω. Ἀλλὰ μετὰ μίαν ἐπανάστασιν Παγκρητικὴν τοιαύτη μετατροπὴ τοῦ ζητήματος ἀπὸ ἐθνικοῦ καθαρῶς εἰς ζήτημα ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, ἔχει ἀναμφισβήτητον, ἱστορικῶς κεκυρωμένην συνέπειαν αὐτὴν ταύτην πλέον τὴν ἀναρχίαν. Ἀπὸ τοῦ 1908, κύριοι συνάδελφοι, ἕως σήμερον δύο Συνελεύσεις τακτικαὶ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἀπετρίβησαν καὶ ἐννέα Ἐκτελεστικαὶ ἐπιτροπεῖαι διεδέχθησαν ἀλλήλας. Πάντες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οἱ ἐν τῇ νήσῳ προστριβέντες διὰ τῶν οὕτω διαλυομένων καὶ συγκαλουμένων Συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἐμπνέουσι πλέον ἐμπιστοσύνην παρὰ τῷ Κρητικῷ λαῷ, καλουμένῳ ἵνα ἠρέμως ἐπιλέξηται αὐτάς, ὅτε ἔχομεν ἐννέα ἤδη Ἐκτελεστικὰς ἐπιτροπείας, αἱ ὁποῖαι ἀπετρίβησαν μετὰ τῶν κορυφαίων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἐκείνων οἵτινες μετεῖχον αὐτῶν, εἶναι ἆρά γε ἐπιτετραμμένον νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ ἔργα καὶ ὡς αὐτόνομος καὶ ἀνεξάρτητος Πολιτεία νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν Ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θ’ ἀναμένῃ, ὅπως ἡ Ἑλλὰς παρασκευαζομένη μεταβάλῃ ἑαυτὴν εἰς πάνοπλον δύναμιν, δυναμένην ἐν καιρῷ ν’ ἀντιδράσῃ καὶ κατὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, εἰς τὴν ὁποίαν παρέσχε διὰ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαιώματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ μεταβάλῃ σχεδὸν τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν εἰς ὑπόθεσιν Ἑλληνοτουρκικῆς διαφορᾶς; Διότι ἔχει καὶ ἄλλην πεπλανημένην βάσιν τῶν σκέψεων αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἔχει τὴν γνώμην ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ὑπάρχῃ Κρήτη ὡς ὑπόθεσις Ἑλληνοτουρκικῆς διαφορᾶς ἢ νὰ ἐμφανίζηται αὕτη ὡς Εὐρωπαϊκὸν ζήτημα, διότι φρονεῖ, ὅπως πιστεύουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ὑπέρμετρον τὴν ἀφέλειαν καὶ μορφώνουσιν οὐχὶ πολιτικὰ κόμματα, ἀλλὰ μορφώνουσι πολιτικὸν φανατισμὸν ὁδηγούμενον κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα, διότι φρονεῖ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πιστεύοντες ὅτι θὰ εἶχε μείζονα σημασίαν, ἂν τὸ Κρητικὸν ζήτημα ἐξηκολούθει νὰ εἶναι Εὐρωπαϊκὸν ἢ ἂν ἀνεκηρύσσετο ὡς ὑπόθεσις Ἑλληνοτουρκικῆς διαφορᾶς, καθ’ ὃν τρόπον ἐμμέσως ἀνεκήρυξε τοῦτο ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή, ἵνα ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ νὰ ἐλέγξωμεν αὐτόν, θὰ ἴδωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὄψις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, παρουσιαζομένου ὡς ὑποθέσεως Ἑλληνοτουρκικῆς διαφορᾶς ἢ ὡς ὑποθέσεως καθαρῶς Εὐρωπαϊκῆς, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν ὄντως δὲν πλανᾶται φρονῶν ὅτι ἡ ἀνάδειξις τῆς Κρήτης ὡς Εὐρωπαϊκῆς ὑποθέσεως εἶναι χείρων τῆς ἀναδείξεως αὐτῆς ὡς ὑποθέσεως δυναμένης νὰ προκαλέσῃ σύρραξιν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, διότι αἱ συρράξεις ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ἐπίμαχα μέρη, ἡ δὲ Κρήτη βεβαίως δὲν εἶναι ἐπίμαχον μέρος προκειμένου περὶ συρράξεως Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Καὶ ἔχομεν τὴν ἱστορίαν ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦδε, ὅτε μετὰ μίαν ἧτταν τῆς Ἑλλάδος ἐδόθη ἡ Κρήτη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω τὴν γνώμην, καὶ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην ἤδη ὑπάρχει ἐκεῖθεν ἄλλως τε ἐκ τῶν γεγονότων ἀντλοῦσα ὡς ἡ ἐμὴ τὴν δύναμιν αὑτῆς ἡ γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἡ γνώμη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ κίνημα τὸ ἀρξάμενον, τὸ κίνημα τὸ εὑρισκόμενον εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον, νὰ λήξῃ καὶ νὰ τερματισθῇ οὕτως ἀδόξως κατὰ τρόπον, ὅστις θὰ ἐνίσχυε δύο τινά· θὰ ἐνίσχυεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν γνώμην ὅτι τὸ κίνημα ἐκεῖνο οὐδένα εἶχεν ἐθνικὸν σκοπόν, οὐδεμίαν ἐθνικὴν ἀποστολὴν πλὴν τῶν προσωπικῶν λόγων, καὶ ἑπομένως θὰ ἀπετέλει δεινὸν κατὰ παντὸς κινήματος τοῦ μέλλοντος ἐπιχείρημα. Ὅτε ἔχομεν τοῦτο καὶ ὅτε ἀναμφισβητήτως διὰ τοιαύτης ὑποχωρήσεως γελωτοποιεῖται καὶ κατασυντρίβεται μία ἐξέγερσις, ἥτις εὐτυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην κατέχει ὁλόκληρον τὸν Κρητικὸν λαὸν καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἀπήχησις ἡ ἐπίσημος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήγειρε τὴν ψυχὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἐχειροκρότησε καὶ ἐπευφήμησε τὴν ἀνακίνησιν ἐκείνην τῆς Κρητικῆς ψυχῆς, ὅτε ἔχει τοιαύτην πλέον τὴν ὄψιν ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις ἐν τῇ ὑποχωρήσει αὑτῆς, ὤφειλε πρὸς ὑμᾶς καὶ ὤφειλεν ἰδιαίτατα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ γεννηθῇ ἡ σκέψις ὁποίαν κατεύθυνσιν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Ἡ κατεύθυνσις εἶναι μία· ἡ κατεύθυνσις εἶναι, ὅπως ἀφήσωμεν τὴν Κρήτην, ἵνα δρῶσα ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ μετὰ τῆς Εὐρώπης, ἔχουσα ὑπὲρ ἑαυτῆς ἀμέριστον τῆς δημοσίας γνώμης ἐν Ἑλλάδι τὴν ἔγκρισιν, ἀσχέτως, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, πρὸς τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς πράξεις, δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ οὐ μόνον ἄτρωτος ἀλλὰ καὶ νικήτρια οὐδ’ ὀφείλουσιν αἱ Κυβερνήσεις νὰ συνδέωσι τὴν τύχην αὐτῶν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν μὲ τὸν χωρισμὸν τῆς δημοσίας γνώμης εἰς ὁμάδας συνησπισμένας, ὅτι οἱ Κρῆτες οἱονεὶ ὀφείλουσι νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ εἰς ὁμάδας συνησπισμένας, ὅτι ἐγκληματοῦσι κατὰ τῆς πατρίδος των καὶ ἐγκληματοῦσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν πράττωσι τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐγεννήθη ἡ ὑπόνοια ὅτι, ἂν ἤρχοντο ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι Κρῆτες Βουλευταί, ἐνῷ εἰς αὐτὸν ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα νὰ κλείσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ν’ ἀποκλείσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν εἴσοδον, ἐγεννήθη, λέγω, ἡ ὑπόνοια ὅτι, ἂν ἤρχοντο ἐδῶ καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, μετέβαινε νὰ δεξιωθῇ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤρχοντο εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος, ὅτι θὰ ἐγίνοντο ἀνατροπαὶ ἐν τῷ Κράτει, ὅτι θὰ διεταράσσοντο αἱ διεθνεῖς σχέσεις, ὡσανεὶ ἠκούσθη ποτὲ ὅτι ἐγένοντο πόλεμοι Κρατῶν διότι οἱ λαοὶ συγκροτοῦσι συλλαλητήρια ἢ διότι ἡ δημοσία γνώμη εὑρίσκεται ἐπικαλουμένη τῶν προστατῶν τῆς Κρήτης τὴν προσοχὴν ἐπὶ ἐξεγέρσεως, ἥτις εἶναι ἐξέγερσις πανελλήνιος, ἐξέγερσις πανελληνίου ψυχῆς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι καχύποπτος· ἡ Κυβέρνησις ἐλθοῦσα ἅπαξ εἰς τὴν σκολιὰν ὁδὸν τῆς σκέψεως ὅτι κατ’ αὐτῆς καὶ ἰδιαιτάτα κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως στρέφεται ὁλόκληρος ὁ Κρητικὸς ἀγών, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀπαλλαγῇ τοιούτου ἐφιάλτου δεινοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελῶν ὕβριν πρὸς τὴν Κρήτην καὶ πρὸς τὸν ἀγῶνα τὸν Κρητικὸν ἠθέλησε νὰ ἐμφανίσῃ καὶ φάσματα ἀνατροπῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἀτυχῶς κατέχεται ἡ κυβερνητικὴ ψυχή. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, τῶν ὁποίων οἱ κυβερνῆται ὑπολαμβάνουσιν ὅτι πᾶσα ἀντίθετος γνώμη καὶ πᾶσα ἀντίθετος σκέψις οὐδὲν ἄλλο ἀποσκοπεῖ, ἔστω καὶ ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων στρεφομένη, εἰμὴ μόνον ὅπως ἐκμεταλλευθῇ ταύτην καὶ ὑποκαταστήσῃ ἑαυτὴν εἰς τὰ θέλγητρα τῆς Ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν κατέχει. Ἀλλ’ ἡ θελκτικὴ ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοιαύτας δεινὰς συνθήκας καὶ τοιαύτας δεινὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπέκλωσε καὶ ἡ ἐργασία τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς ὅλης ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ τῆς ὁποίας τὸ βάρος ἐνέχει ἔν τινι μέτρῳ καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι τόσον θελκτικὴ ἡ Ἀρχὴ καὶ εἶναι ὀλίγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐτόλμων ἴσως νὰ ὁδεύσωσι πρὸς τὸν Γολγοθᾶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ ὅτι ἵσταται τὴν στιγμὴν ταύτην αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Μειδιῶσι).
§98Γ. ΠΩΠ. Γελᾶτε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἡ μορφὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ἀληθῆ βεβαιῶ. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἐκείνους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι μόνον τὰ ῥόδα καὶ οὐχὶ τὰς ἀκάνθας ἀντιλαμβάνονται, ἀναλαμβάνοντες πολιτικὰς ἐξουσίας καὶ κυβερνῶντες τὰς χώρας. Ἀλλ’ ἡ καχυποψία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ δίδῃ τὴν ἐντολὴν ν’ ἀπελαύνηται τῆς Ἑλλάδος εἷς Κρὴς ὑποψήφιος, ἐλθὼν εἰρηνικῶς ἐνταῦθα μετὰ τῆς οἰκογενείας του, ν’ ἀπελαύνηται πολίτης Ἕλλην ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους δι’ ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου, παρὰ πάντα νόμον γραπτόν, παρὰ πάντα νόμον ἠθικόν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ μίαν στιγμὴν ὡραίας ἐμφανίσεως πρὸς ἐμὲ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ἦτο ὑποψήφιος Βουλευτής, ὁπότε ἡγούμενος ἰσχυρᾶς πολιτικῆς μερίδος ὁ κ. Θεοτόκης ἐπεσκέφθη αὐτὸν ἐν τῷ ξενοδοχείῳ του, κατεχόμενος καὶ ἐκεῖνος ὑπὸ τοῦ δέους ὅτι, ἂν ἤρχετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδῶ, ἀμέσως ἡ Τουρκία θὰ μᾶς ἐκήρυττε τὸν πόλεμον καὶ ἀμέσως θὰ εἰσέβαλλον ἐδῶ, ἵνα μὴ ἔλθῃ τὸ μέγα τοῦτο θηρίον, τὸ ὁποῖον θὰ κατέστρεφε μὲν τὸ φαῦλον παρελθόν, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου φαύλου παρελθόντος ἀνίστατο ἰσχυρὰ ἡ Τουρκικὴ Ἐπικράτεια, ἕτοιμος νὰ εἰσβάλῃ, ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν συνάντησιν ἐκείνην ἐξωργισμένον εὐλόγως ἐν ὅλῃ τῇ πατριωτικῇ αὐτοῦ ὁρμῇ, διαμαρτυρόμενον καὶ λέγοντα ὅτι ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς ἐτόλμησε κατ’ ἰδίαν νὰ τῷ εἴπῃ νὰ μὴ πολιτευθῇ, διότι δὲν εἶναι Ἕλλην ὑπήκοος. Ἐξηγέρθη ἡ ψυχή του καὶ ἔλεγεν, ἐνθυμηθεὶς τὸν ἐπαναστάτην καὶ τὸν ἰσχυρὸν ἄνδρα τῆς χειρός, ὅτι βεβαίως θ’ ἀνήρπαζε τὸν βέβηλον καὶ ἀσεβῆ νὰ τὸν ἀποτινάξῃ πέρα τοῦ ἐξώστου τοῦ ξενοδοχείου τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἤκουεν ἀπὸ ἕνα Πρωθυπουργὸν ὅτι ὁ Κρὴς δὲν εἶναι Ἕλλην πολίτης.
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο ἡ φρασεολογία μου αὐτή, κύριε Βουλευτά· βεβαιωθῆτε ὅτι κακῶς τὴν ἐνθυμεῖσθε.
§100Γ. ΠΩΠ. Οὐδέποτε μὲ ἀπέλιπεν ἡ μνήμη. Ἀλλ’ ἀφαιρῶ τὴν φρασεολογίαν καὶ ἀφήνω τὴν εἰκόνα, διότι ἡ εἰκὼν αὕτη θὰ ἦτο φυσικὴ συνέπεια, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσκέπτετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐσκέπτετο πᾶς πολίτης, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἔλεγον ὅτι ὁ Κρὴς ὁ ἐρχόμενος ἐδῶ, καὶ ἐρχόμενος μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον ἤρχετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κλητὸς ἵνα κυβερνήσῃ τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν εἶναι πολίτης Ἕλλην. Καὶ ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπολείπει, ὡς οὐδέποτε μὲ ἀπολείπει, ἀφαιρῶ ἐν τούτοις τὸν τρόπον τῆς φρασεολογίας, ἵνα παράσχω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἁβρότητα τῶν χειλέων καὶ τῆς φράσεως, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ πρὸς τιμήν του ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν τὴν τραχύτητα τῶν αἰσθημάτων τῆς ψυχῆς τὴν ὥραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅστις δὲν ἔχω τὴν τραχύτητα ἐκείνην οὔτε τὴν δύναμιν τῶν βραχιόνων ἐν τῇ ψυχῇ, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ πολεμήσαντες, ὡς ἐπολέμησεν ὁ προϊστάμενος σήμερον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν εἶχον ταύτην, βεβαίως θὰ ἀνετίνασσον μακρὰν τοῦ παραθύρου μου ἐκεῖνον, ὅστις οὕτω θὰ μοὶ ἀπηυθύνετο, ἐὰν ἤμην Κρὴς ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ οὕτω σκεφθείς, ὁ οὕτω διαμαρτυρηθείς, ὅτι ἐτόλμησε Πρωθυπουργὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατ’ ἰδίαν νὰ ὀνομάσῃ μὴ πολίτην Ἕλληνα Κρῆτα πολιτευτήν, ἦλθε σήμερον καὶ διὰ διεθνοῦς αὐτοῦ πράξεως, ἐχούσης διεθνῆ μορφήν, ἀπέπεμψε πολίτην Ἕλληνα ὡς ἀλλοδαπὸν παρ’ ἀξίαν, ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, συνοδευόμενον ὑφ’ ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, καθ’ ὃν τρόπον συνοδεύονται οἱ ἐπικίνδυνοι ἄεργοι καὶ ἀργόσχολοι ἀλλοδαποί, μέχρι τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ πατρίδος. Εἶναι ἆρά γε ταῦτα πάντα ἁπλῶς ἀσυνέπειαι σκέψεων καὶ γνωμῶν ἢ εἶναι καὶ τοῦτο ἓν φαινόμενον συγκεχωρημένον κατ’ ἐμὲ μιᾶς ὅλης παθολογικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία κατέχει τὴν Κυβέρνησιν, φανταζομένην διαρκῶς ὅτι ἐναντίον της στρέφεται πᾶσα ἐξέγερσις ἐπὶ οἱῳδήποτε σκοπῷ καὶ ἐπ’ αὐτῷ τῷ ἐθνικωτέρῳ τῶν σκοπῶν; Μήπως τὰ φαινόμενα ταῦτα τῆς πανταχόθεν περιφρουρήσεως δὲν εἶναι φαινόμενα ἀκριβῶς ἐνισχύοντα τὴν παρατήρησιν ταύτην; Καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ ἐγκαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ καὶ πάλιν προκαλέσωμεν τὴν καχυποψίαν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος ποιήσηται καὶ τὰς δηλώσεις καὶ τὰς ἀνακοινώσεις, ἵνα διαγράψῃ τὸ θέμα καὶ τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Γρυπάρης, ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ὅτι πολλὰς ἔχει ἀνακοινώσεις καὶ ἔγγραφα μυστικὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μὴ δυνάμενα ν’ ἀνακοινωθῶσι, μεταξὺ δὲ τῶν ἐγγράφων τούτων τῶν μυστικῶν ὑπάρχει καὶ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη ὑπὸ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ἔγγραφον τηλεγράφημα τοῦ Βασιλέως πρὸς τοὺς Κρῆτας, οἱ Κρῆτες δὲ ἠπείθησαν καὶ πάλιν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ Στέμμα, καὶ ἔχομεν καὶ τὸ φαινόμενον τ’ ἄλλο, ὅτι τὸ Στέμμα, ἀναμφισβητήτως τῇ ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως, ἀνομολογεῖ τὸ ἀδικαιολόγητον αὐτῶν καὶ προσπαθεῖ, ἵνα μεταπείσῃ τοὺς Κρῆτας ἐπαναστάτας. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐξετάσω οὔτε τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς τοιαύτης ὄψεως οὔτε τὸ διεθνὲς αὐτῆς μέρος, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ οἱ Κρῆτες μὴ ὑπακούσαντες εἰς τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, τὸν ὁποῖον ὡς Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων καὶ οὐχὶ Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος θέλουσι νὰ γνωρίζωσι, μὴ ὑπακούσαντες δέ, ἐνῷ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ἵστανται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ᾐσθάνοντο ὅλον τὸ κῦρος τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν Κρητικήν, ἐξεδήλωσαν ὅτι σαφῶς διεῖδον τὰ πράγματα καὶ παρουσίασαν εἰς τὸν ῥιζοσπαστικώτερον πολιτικὸν ἀρχηγὸν ἐν Ἑλλάδι ὅτι τὸ Στέμμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπεύθυνον φωνήν, ἰδιαίτατα ἐπὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, καὶ συνεπῶς τὴν φωνὴν ταύτην εἶχον οὐχὶ δικαίωμα, ἀλλ’ ὑποχρέωσιν, νὰ παρακούσωσιν οἱ Κρῆτες καὶ τὴν παρήκουσαν. Ἐγὼ δέ, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπεθύμουν μετὰ τὴν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων τούτων, ὅπως μὴ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μετατρέψῃ καὶ πάλιν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν εἰς ζήτημα καθαρῶς πολιτικόν. Θέλω ν’ ἀπαλλαχθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συζητήσεως, καθ’ ὃν τρόπον θὰ διεξαχθῇ εἰς ὑπόθεσιν καθαρῶς ἐθνικῆς κατευθύνσεως, εἰς ὑπόθεσιν, ἥτις ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς, λαμβανούσης νέαν τροπήν, θὰ πείσῃ ἴσως τὴν Κυβέρνησιν ὅτι οὐδὲ ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἐνταῦθα ἐγκαλοῦντες οὐδ’ ἤλθομεν ἐγκαλοῦντες, τοὐλάχιστον πρὸς τὸ παρόν, ἀλλ’ ἀνεμνήσθημεν ἡμεῖς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἱστορία μᾶς παρέδωκεν ὡς κορύφωμα τῆς φιλοπατρίας τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων, ἀνεμνήσθημεν, ὅτε οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι ἐξήρχοντο τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου αὑτῶν, εἴτε εἰς πρεσβείαν μεταβαίνοντες εἴτε ὡς στρατηγοὶ εἰς πόλεμον, δὲν ἔπαυον νὰ ἐπαναλαμβάνωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ δίκαιος ἀνὴρ πρὸς τὸν πολιτικὸν αὑτοῦ ἀντίπαλον, ἀλλὰ συστράτηγον: «Εἰ βούλει ἐπὶ τῶν ὅρων τὴν ἔχθραν ἀπολίπωμεν». Τοῦτο ἤλθομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν εἶναι συζήτησις περιοριζομένη εἰς τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, εἶναι συζήτησις, ἥτις ἀφορᾷ τὴν τύχην ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἔννοια Κράτους ἀλλὰ καὶ ἔννοια Ἑλληνισμοῦ ἄνευ ἐλευθέρας καὶ Ἑλληνικῆς Κρήτης. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§101Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀφοῦ, κύριοι Βουλευταί, οὔτε ἡ ὁμόθυμος ψῆφος τῆς Βουλῆς οὔτε αἱ παρακλήσεις καὶ ἱκεσίαι αἱ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀπευθυνθεῖσαι πρὸ ἡμερῶν πρὸς τοὺς Κρῆτας δὲν ἠμπόδισαν αὐτούς, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ταύτης ὑποθέσεως, ἥτις ἀσφαλῶς θὰ εἶχε κατ’ εὐχὴν πραγματοποιηθῆ, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι πολιτικὴ πρόνοια, καὶ ἐὰν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ἀνθρωπίνης δικαιοσύνη. Δύο ζητήματα προβάλλονται σήμερον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν Κρητῶν, ὅπως ἀποδεχθῶμεν τὴν κάθοδον αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ παρακαθίσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ἰσχυρὸν ἐπίταγμα τῶν Μ. Δυνάμεων, ὅπως μὴ ἀποδεχθῶμεν αὐτούς. Βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ διδαχθεῖσα ἀπὸ τὰ πικρὰ τοῦ παρελθόντος παθήματα δὲν θὰ στέρξῃ νὰ ἐμπέσῃ καὶ πάλιν εἰς δευτέραν παγίδα, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ οὐδέποτε θ’ ἀποδυθῶσιν ἑκουσίως ὑπὸ τὰς σημερινὰς διεθνεῖς συνθήκας εἰς ἀγῶνα ἐντελῶς ἄνισον καὶ ὀλέθριον. Βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένοι ἐκ τῆς ἀδυσωπήτου καταστάσεως τῶν πραγμάτων ν’ ἀποκρούσωσι τὴν πρότασιν τῶν Κρητῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ὑποχρεωμένος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ ἐπ’ οὐδεμιᾷ προφάσει καταδικάσωσιν ἐπ’ ἄπειρον, ὅπως οἱ Κρῆτες Βουλευταὶ μὴ παρακαθίσωσιν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Οὐδὲν ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν κατὰ τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας διὰ τὴν ἄδικον αὐτῶν ἀπόφασιν εἰμὴ μόνον ἁπλῆν διαμαρτυρίαν· οὐδὲν ἔχομεν νὰ προσφέρωμεν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν ἐν Κρήτῃ εἰμὴ μόνον συμβουλὰς καὶ παραινέσεις. Ἔχουσιν ἐκεῖνοι ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον, ὅπως ἀκούσωσι καὶ ὑπακούσωσιν εἰς τὴν ὁμόθυμον ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰς παραγγελίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε, Κύριοι, τὸ ζήτημα τίθεται καθαρῶς: Ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις εἶναι ὑπόθεσις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἢ εἶναι ἀποκλειστικῶς Εὐρωπαϊκή; Τὸ Κρητικὸν ζήτημα εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς εἶναι ζήτημα Εὐρωπαϊκῆς φύσεως. Εἰς τὰς χεῖρας τῆς Εὐρώπης, εἰς τὰς χεῖρας τῶν Προστατίδων Δυνάμεων κρέμαται ἡ τύχη τῆς Κρήτης. Ἡ Εὐρώπη δυστυχῶς ὡς ἐκ τῆς ἰσχύος αὐτῆς εἶναι ἐλευθέρα νὰ διαθέσῃ αὐτὴν κατὰ βούλησιν. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐφ’ ὅσον τὸ Κρητικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα Εὐρωπαϊκόν, εἶναι λογικόν, εἶναι συμφέρον καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὴν Κρήτην ν’ ἀντιτασσώμεθα πρὸς τὴν θέλησιν τῶν Μ. Δυνάμεων; Ἐφ’ ὅσον οὔτε ἡ Ἑλλὰς οὔτε ἡ Κρήτη δύνανται ν’ ἀντιταχθῶσι, καὶ ν’ ἀντιταχθῶσι διὰ τῶν ὅπλων, κατὰ τῆς θελήσεως τῶν ἰσχυρῶν, ἐπιτρέπεται ν’ ἀποδυθῶσιν εἰς ἀγῶνα, τοῦ ὁποίου τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων; Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τοὺς ἀδελφοὺς Κρῆτας: ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὴν κάθολον αὐτῶν εἰς Ἀθήνας, ὅπως παρακαθίσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μεθ’ ἡμῶν, λύεται ἆρά γε διὰ τῆς πράξεως ταύτης τὸ Κρητικὸν ζήτημα; Ὄχι. Ἐφ’ ὅσον αἱ Προστάτιδες Δυνάμεις ἀνθίστανται ἐπιμόνως διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζετε, εἰς τὴν κάθοδον τῶν Κρητῶν ἐν Ἀθήναις, ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κρήτη νὰ στέρξωσι καὶ πίωσι μέχρι τρυγὸς τὸ κατάπικρον τοῦτο ποτήριον. Ἀλλ’ ἐὰν παρακούοντες καὶ εἰς τὰς ἐπιταγάς, ὄχι συμβουλάς, τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἀποδεχθῶμεν τοὺς Κρῆτας ἀδελφοὺς ἐνταῦθα, τί συμβήσεται; Ἀσφαλῶς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης διὰ τῆς εἰσόδου τῶν Κρητῶν Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ἐπιτυγχάνεται ἐφ’ ὅσον αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ἀνθίστανται εἰς τοῦτο, ἐνδέχεται ὅμως ἢ μᾶλλον εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος θέλει ἔλθει εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι Βουλευταί, τίθεται γυμνὸν τὸ ἐρώτημα ἂν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ νικήσῃ ἢ νὰ νικηθῇ. Διότι θὰ ἦτο μωρία ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀποδυθῇ εἰς ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων ἠσφαλισμένον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτυχίας της. Θὰ ἦτο μωρία καὶ καταστροφὴ καὶ προδοσία διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν ἤθελεν ἐπαναλάβει τὴν κωμῳδίαν τοῦ 1897. Καὶ ἀφοῦ, κύριοι Βουλευταί, οὐδὲν ἔχει νὰ καρπωθῇ ἀπὸ μίαν σύγκρουσιν πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, διατί νὰ ἐπιζητηθῇ μία τοιαύτη σύγκρουσις ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας; Ἀλλά, ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ διατηρήσεως τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος, θὰ ἦτο αὐτόχρημα παραφροσύνη καὶ προδοσία ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποδυθῇ εἰς πόλεμον, ἵνα διατηρήσῃ ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ σημερινὸν καθεστώς. Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπακούσῃ. Ναὶ ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ὑπείκουσα εἰς τὰς προτροπὰς καὶ τὰς ἐπιβολὰς τῶν ἰσχυρῶν θὰ ὑπακούσῃ καὶ θὰ καταστείλῃ τοὺς παλμοὺς τοὺς ἐθνικούς, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ καταπνίξῃ αὐτούς. Δὲν θὰ λησμονήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ ὅτι χάριν τῆς Κρήτης, χάριν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας χείμαρροι αἱμάτων ἐπότισαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ τὴν Κρήτην, καὶ ὄνειρον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους ἐνεκολπώθημεν, εἶναι ἀδύνατον ὑπείκοντες εἰς τὰς διαταγὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν μιᾷ στιγμῇ νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἔλεγέ τις ἁψίκορος· σύ, ἄνανδρε πολῖτα καὶ ἀνάξιε ν’ ἀντιπροσωπεύῃς τὸν Λακωνικὸν λαὸν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ζητεῖς νὰ μεταβληθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς φύλακας τῶν ἀρχαίων ἡμῶν κειμηλίων, εἰς χρηματιστὰς καὶ διερμηνεῖς, καὶ ἡ κυκνόλευκος ἡμῶν νὰ καταβιβασθῇ, ἀντικαθισταμένη διὰ τῆς λευκῆς ὡς σημείου διαρκοῦς εἰρήνης καὶ καταισχύνης; Ὄχι· ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ἡ Κρήτη καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ ἐλευθέρα καὶ ἡ ὑπόδουλος, ἐπουλοῦσα τὰς πληγὰς ἃς προυξένησαν οἱ ἀντίπαλοι καὶ ἐχθροὶ αὐτῆς, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἐνισχύουσα τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτῆς πόρους καὶ παρασκευαζομένη μετὰ φανατισμοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν τὴν κρίσιμον νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἱερὰ καὶ ἀπαράγραπτα αὐτῆς δικαιώματα. Καὶ ἡ στιγμὴ τῆς ἐκδικήσεως καὶ διεκδικήσεως, κύριοι Βουλευταί, ἡ μεγάλη καὶ κρίσιμος δὲν ἀπέχει πολύ. Ἡ ἀπληστία τῶν χρηματιστῶν τῆς Εὐρώπης, ἡ ἐμπορικὴ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν λαῶν θᾶττον ἢ βράδιον θ’ ἀνάψωσι τὴν πυρκαϊὰν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μετ’ ἐπιμονῆς ἡ Εὐρώπη ἀποφεύγει. Ἐπειδὴ εἶμαι ἁπλοῦν μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, οὐδὲν μὲ κωλύει νὰ εἶμαι σαφέστερος. Ὁ μεταξὺ τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ἀγγλίας ἐμπορικὸς ἀνταγωνισμός, ἡ αὔξησις τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς Γερμανίας, ὁ καθ’ ἅλματα αὐξανόμενος αὐτῆς πληθυσμὸς ἀναποδράστως θ’ ἀναγκάσῃ αὐτήν, ὅπως ζητήσῃ χώρας, ἵνα δύναται νὰ πωλῇ τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου της. Ἔχει ἀνάγκην καὶ θὰ ζητήσῃ ν’ ἀποκτήσῃ ἀποικίας, ἀλλὰ τοιαῦται δὲν ὑπάρχουσι πλέον, διότι αἱ δύο Προστάτιδες Δυνάμεις κατέλαβον σχεδὸν πάντα τὰ εὔφορα μέρη τοῦ γνωστοῦ κόσμου. Τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἰσχυροὺς ἀνταγωνιστὰς καὶ ἀντιπάλους. Ἀγγλία καὶ Γερμανία παρασκευάζονται, παρασκευάζονται μάλιστα μετὰ λύσσης καὶ φανατισμοῦ· ὅταν δὲ ἡ μία ἐξ αὐτῶν νομίσῃ τὴν κατάλληλον στιγμήν, θὰ ἐπιπέσῃ κατὰ τῆς ἑτέρας. Κατὰ τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην στιγμὴν ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη, ἡ συνδεομένη διὰ συμμαχιῶν καὶ προσεγγίσεων, καὶ τὰ Κράτη τοῦ Αἵμου θὰ εἶναι ἠναγκασμένα νὰ συμμετάσχωσι τῆς φοβερᾶς πολεμικῆς συναυλίας καὶ ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ εὑρεθῇ ἀκμαία καὶ εὔρωστος ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Τότε κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην ἡμέραν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἀσφαλῶς δὲν ἀπέχει πολύ, καθ’ ἣν θ’ ἀλλάξῃ ἡ φυσιογνωμία τῆς Εὐρώπης, ὁ Ἑλληνισμὸς πρέπει νὰ εὑρίσκηται παρεσκευασμένος καὶ πρὸς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ καταναλίσκῃ τὰς δυνάμεις αὑτοῦ εἰς τοιαῦτα μικροζητήματα. Διότι, ἂν συγκρίνητε τὸ σημερινὸν ζήτημα πρὸς τὸ ζήτημα τὸ μέγα τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, θέλετε ἴδει ὅτι τὸ σημερινὸν εἶναι μικρὸν ζήτημα. Ἡ ἐλευθέρα αὐτὴ γωνία δὲν ἔχει μόνον ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Κρήτην, ἔχει ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς ἄλλους ὑποδούλους ἀδελφούς. Ἡ Κρήτη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε, τὸ ἐπέτυχε κατὰ τὰ 9/10, καὶ τὸ ⅒, τὸ ὁποῖον ἀπομένει, τὸ λέγω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅπως τὸ ἀκούσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κρήτης, ὁ Κρητικὸς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχωσιν ἢ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Βεβαίως ἡ Κρήτη θὰ εἶχεν ἀπὸ πολλοῦ τὴν ἐλευθερίαν της, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἕκαστος Κρής, πᾶς Ἕλλην νὰ ῥίπτῃ καὶ ἀπὸ μίαν πέτραν εἰς τὴν Σούδαν μεταβαλλομένην οὕτω εἰς ξηράν. Ἡ Κρήτη, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθὲς ὅτι οὔτε χρυσωρυχεῖα ἔχει οὔτε ἐκτεταμένας πεδιάδας. Ἔχει ὅμως τὸν λιμένα τῆς Σούδας, ὅστις ἐπικρέμαται ὡς δαμόκλειον ξίφος καὶ εἰς ἐλαχίστην παρεκτροπὴν ἢ τῆς τύχης δυσμένειαν θὰ κόψῃ καὶ τὸν λαιμὸν τῆς Κρήτης καὶ τὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁ Κρητικός, ὅπως σταθμίζοντες καλῶς τὰς σημερινὰς διεθνεῖς περιστάσεις ἀποφύγωσι μετ’ ἐπιμελείας πᾶσαν ἀφορμὴν συρράξεως ἀπολύτως ἄκαρπον καὶ λίαν κινδυνώδη, διότι, ἄν, ὑπακούοντες εἰς τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας μας, ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τοὺς ἀδελφοὺς Κρῆτας ἐνταῦθα, ἀσφαλῶς ἡμεῖς πρῶτοι ἢ μᾶλλον ἐκεῖνοι πρῶτοι καὶ ἡμεῖς ἀκολούθως ἠθέλομεν πικρῶς μεταμεληθῆ. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, αἱ προστάτιδες λεγόμεναι Δυνάμεις ἐπιμένουσαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦσι παρὰ τῶν Κρητῶν καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως οἱ Κρῆτες οὐδέποτε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ στέρξωσι, διότι δὲν δύνανται, διότι δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται, θελήσωσι νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν βίαν, πρᾶγμα κατ’ ἐμὲ ἀδύνατον, ἂς ἐφαρμόσωσιν αὐτήν. Ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ μένῃ ξένη καὶ οὐδετέρα. Καὶ ἂν θελήσωσι διὰ τῆς ἰσχύος αὐτῶν νὰ καταστρέψωσι πᾶσαν ἔμψυχον Ἑλληνικὴν ὕπαρξιν, ἡ Ἑλλὰς θὰ στέρξῃ εἰς τοῦτο, καὶ ἂς μένωσι τὰ ὄρη αὐτῆς καὶ τὰ τῆς Κρήτης, τὰ ὁποῖα θὰ μαρτυρῶσι λέγοντα ὅτι ἐνταῦθα ὑπῆρξέ ποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις φωτίσας τοὺς ὀλετῆρας αὐτοῦ ἔστερξε νὰ καταστραφῇ, ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ ἐνδώσῃ. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον.
§103Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Δραγούμης καὶ ἐπιθυμῇ νὰ προηγηθῇ, εὐχαρίστως παραχωρῶ τὴν θέσιν μου.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ παραχωρήσητε ὑμεῖς τὴν θέσιν σας, διότι πλὴν ὑμῶν καὶ ἄλλοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι πρὸ τοῦ κ. Δραγούμη.
§105Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Βεβαίως, προκειμένου νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Δραγούμης, πάντες θὰ ὑποχωρήσωσι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχονται πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι, ὅπως προηγηθῇ ὁ κ. Δραγούμης;
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, διότι μοὶ παρεχώρησαν τὴν τάξιν αὐτῶν, οὐχὶ δι’ ἄλλο τι ἢ μόνον διότι ἔχω ἐλαφρὰν ἐλπίδα ὅτι οἱ λεχθησόμενοι λόγοι εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωσιν εἰς τακτικὴν τροχιὰν τὴν συζήτησιν, δυστυχῶς ἐκτραπεῖσαν. Ἴσως δὲ οἱ λόγοι μου οὗτοι πρέπει μᾶλλον ν’ ἀποταθῶσι πρὸς τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἢ τοὺς ἔξω αὐτῆς εὑρισκομένους. Διότι νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρκούμενος εἰς συζήτησιν γενομένην καὶ ψῆφον δοθεῖσαν ἐπὶ ὅλως ἄλλου ἐδάφους, θέματος ἀκεραίου, νὰ εἴπῃ ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ προσθέσῃ ταύτην τὴν ὥραν. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἂν προσέθετέ τι, ὅπερ ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ, ἡ συζήτησις θὰ εὑρίσκετο ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ κύκλου, ὃν διέγραψεν εἰς αὐτὴν ἡ ὑποβολὴ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἐκ Κρήτης ἐλθόντος. Διότι ὑποβολὴ ἐγγράφου τοιούτου, καὶ ἂν δὲν προήρχετο ἐκ σωματείου τοιούτου, πάντως εἶχε λόγον νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πάντως εἶχε λόγον νὰ λάβῃ οὐχὶ πραγματικῶς ἀπόφασίν τινα τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἔκφρασιν τοῦ αἰσθήματος τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ ἐγγράφου, ἥτις πάντως διὰ τῆς συζητήσεως γινομένη, οὐχὶ διὰ ψηφοφορίας, ἤθελε βεβαίως εἶναι ἐπαρκὴς ἀπάντησις εἰς τὰ ἐν Κρήτῃ συμβαίνοντα. Ἂν προέκειτο ἐκ τῆς καρδίας ἡμῶν νὰ ἐξαγάγωμεν, ὡς ἠθέλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ψαρῶν, τὰ πορίσματα, ἅτινα καὶ ἐκεῖνος ἀνέμενεν· ἂν ἄνωθεν ἦτο ὑπηγορευμένον αἱ καρδίαι ν’ ἀποφαίνωνται ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων ὁποῖον τὸ προκείμενον, ἤθελον εἴπει εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην τὴν ὥραν μετ’ ἐμοῦ σύμπασα νὰ χειροκροτήσῃ τὴν Κρήτην ζητοῦσαν τὰ δίκαια αὐτῆς.... (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς ἄκρας), ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε χειροκροτήσει καὶ πάντα τὸν Ἕλληνα τὸ γένος τὸν ἁπανταχοῦ εὑρισκόμενον, ὅστις ἤθελε διατυπώσει τὰ δίκαια τὰ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἀνήκοντα. Ἀλλὰ διότι πάντων ἡ ψυχὴ ὁμοφώνως ἀποφαίνεται οὕτως ὑπὲρ τοῦ γένους, ὅπερ ζητεῖ ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπώλεσε καὶ ὅπερ κατὰ δίκαιον ἀνήκει εἰς αὐτό, τοῦτο δὲν σημαίνει καὶ ὅτι αἱ πράξεις τῶν ἀνθρώπων τῶν κατὰ μέρος, τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Κρατῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ γένος τοῦτο, πρέπει, ἀκολουθοῦσαι μόνης τῆς καρδίας τὴν φωνήν, νὰ μὴ κανονίζωνται, ὅπως πᾶσα ἀνθρωπίνη πρᾶξις ἔχουσα πρακτικὸν σκοπόν, ὑπὸ τῆς λογικῆς. Καὶ ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων εἶναι ἀμείλικτος· ἐδιδάχθημεν δ’ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξεγείρωνται οἱ ἄνθρωποι κατὰ τῶν πραγμάτων, διότι οὐδὲν μέλει εἰς τὰ πράγματα, ἐὰν ἐξεγείρωνται, ἐὰν θυμῶνται κατ’ αὐτῶν. Τὰ πράγματα εἶναι ἀμείλικτα, καὶ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν αὐτὰ καὶ χειριζώμεθα τὰ περὶ αὐτὰ κατὰ τρόπον, ὥστε καὶ ἐκ τῆς κακῆς τροπῆς νὰ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν κέρδος, ἐὰν δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον τοῦτο. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις, ἐντὸς τοῦ κύκλου περιστρεφομένη τούτου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς πόρισμα, ὅπερ ἤθελεν ἐπιτρέψει καὶ εἰς τοὺς ἐνταῦθα καὶ εἰς τοὺς ἐκεῖ νὰ πιέσωσιν ὀλίγον τὴν καρδίαν αὐτῶν καὶ νὰ ἀναμένωσι, διότι ἤγγικεν ἡ ὥρα. Τί συνέβη, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐψηφίζομεν, ἢ μᾶλλον αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐνταῦθα συνεζητοῦμεν τὰ ἔξω τῶν ἐπισήμων κύκλων προηγγελμένα καί, καθὰ ἐφαίνετο, βέβαια καὶ ἀκριβῆ; Συνέβαινεν ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν, τὴν 10 Νοεμβρίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡμεῖς ἐνταῦθα συνεζητοῦμεν καὶ εἴχομεν τὴν προαίρεσιν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν ἐκείνην τὴν ἐνίσχυσιν, ἥτις εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δίδηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἔργου, κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐν Κρήτῃ ἔγγραφον φέρον 70 καὶ πλέον ὑπογραφὰς τετιμημένων πολιτικῶν τῆς χώρας ἐκείνης διέγραφε πρόγραμμα κηρυχθὲν εἰς τὸν λαόν, πρόγραμμα ἐπαναστατικόν. Τὸ πρόγραμμα τὸ ἐπαναστατικὸν εἶχε τοῦτο τὸ λίαν ἐπαγωγόν, τοῦτο, ὅπερ, καὶ ἄν τις τυχὸν δὲν συνεβούλευε τοιαύτην πολιτείαν ἐπαναστατικήν —καὶ βεβαίως ὁ ἀγορεύων δὲν ἤθελε συμβουλεύσει—, ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο τὸ μέγα ἀγαθόν, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν Κρήτῃ, ὅτι γενόμενον συνετέλεσεν, ὥστε τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν τὸ ἀπό τινος χρόνου ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τεθειμένον ν’ ἀναφανῇ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Καὶ τοῦτο εἶναι κέρδος, οὗτινος πρέπει νὰ δραχθῶμεν. Διότι ἐγένετο τὸ κακόν, ἐγένετο τὸ ἀνώμαλον, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἔχει καὶ ὄψιν, ἥτις δύναται νὰ φανῇ εἰς ἡμᾶς χρήσιμος, ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἱκανότητα νὰ χρησιμοποιῶμεν τὰ τοιαῦτα ἐκ περιστάσεως ἀγαθά. Μήπως ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, ὅτε ἐκηρύχθη, μήπως εἶχε τὴν ἔγκρισιν τῶν κορυφαίων κατὰ τὰς γνώσεις καὶ ἰδίως τὴν πολιτικὴν ἐμπειρίαν Ἑλλήνων, αὐτῶν ἐκείνων, οὓς κατελθόντας ἔπειτα εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ συμμετασχόντας τοῦ ἀγῶνος ἐτίμησε καὶ ἔθηκεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἔργων; Εἶχε σχεδὸν πάντων τὴν κατάκρισιν· ἀλλ’ ἠγέρθη ὁ ὄγκος ὁ Ἑλληνικὸς κάτωθεν τῶν ζωηροτέρων, καὶ ἐκήρυξε προώρως, ὡς ἐνόμιζον ἐκεῖνοι, τὴν ἐπανάστασιν. Καὶ ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἐχύθησαν αἵματα καὶ αἵματα, καὶ αἱ ταλαιπωρίαι ὑπερῆραν τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἕλληνος καὶ αἱ σφαγαὶ ἐτράπησαν ἁπανταχοῦ, ὅπου ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν γένος, ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἐτελεσφόρησε· καὶ εἰς ταύτην ὀφείλομεν ὅτι ταύτην τὴν ὥραν εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα συζητοῦντες καὶ συσκεπτόμενοι περὶ ἐκείνου, ὅπερ πάντως θέλει ἔλθει, περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης. Ἔχομεν λοιπὸν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἐκ τῆς δοθείσης ἀφορμῆς δυνάμεθα νὰ πατήσωμεν, καὶ ἐπιτρέπον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα μήπως εὕρωμεν θέσιν· μήπως ἔχωμεν νὰ σταθῶμέν που ἐνταῦθα καὶ ἀνταλλάσσοντες τὰς ἰδέας καὶ συζητοῦντες πέμψωμεν ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἐρχόμενοι οὕτως ἐπίκουροι εἰς τῆς ψυχῆς τὰς ἐκδηλώσεις· μήπως τὸ ἔδαφος εἶναι προσφορώτερον, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης μόνον πράξεως ἐμφανίζεται. Οἱ Κρῆτες τὴν πρώτην ἡμέραν ἐν τῷ κηρύγματι ἐκείνῳ τῶν 70 οὐδὲν ὥριζον· καὶ ἐκεῖνο τὸ κήρυγμα μοὶ ἔδωκε τὸ θάρρος νὰ εἴπω κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐνταῦθα ὅτι ἔχω πολὺ περισσοτέραν αἰσιοδοξίαν ἢ ὅ,τι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο, ὡς ἦτο συντεταγμένον μεμετρημένως, οὐδὲν προεδίκαζεν ὁριστικῶς, κατ’ εὐτυχίαν· διότι τὸ σπουδαιότερον τῶν δύο θεμάτων, ἅτινα ἔθετο ἡ ἐπανάστασις, ἐλύθη κατὰ τὴν ὑπόδειξιν τὴν ἐντεῦθεν προελθοῦσαν· διότι δὲν κατέλυσαν ἐκεῖ τὴν ἐπιτροπήν, ἣν εἶχον ὅλην τὴν ὁρμὴν ὅπως καταλύσωσιν ἐν Κρήτῃ κινούμενοι ὑπὸ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τοῦ ἐπαναστατικοῦ.
§110Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν.
§111ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν βεβαίως, ὅπως οὔτε εἰς τὸ ἄλλο δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν πλήρη· διότι τὰ τοιαῦτα ἦταν μόνον τρόποι ἐκδηλώσεως θετικῆς τοῦ αἰσθήματος, ὅπερ εἶχον, τρόποι δ’ ἐκδηλώσεως θετικῆς τῆς — ἂς εἴπωμεν τὴν λέξιν, καίτοι δὲν δέχονται αὐτὴν — τῆς ἀνυπομονησίας, ἥτις ἴσως μετὰ τόσα παθήματα εἶχε καί τινα δικαιολογίαν. Ἦτο, λέγω, εὐτύχημα, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶπον ἐν τῷ κηρύγματι αὐτῶν ἢ μόνον τοῦτο· «πόρισμα δὲ μακρᾶς καὶ ἐμπεριστατωμένης μελέτης τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις, ὅπως καλέσωμεν ὑμᾶς εἰς ἔνοπλα παγκρήτια κατ’ ἐπαρχίας συλλαλητήρια, ἵνα διαδηλώσητε καὶ αὖθις τὸν ἀναλλοίωτον πόθον καὶ τὴν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὅπως ἐπιδιώξῃ διὰ πάσης θυσίας τὴν ἐθνικὴν αὑτοῦ ἀποκατάστασιν, ἐκλέγων ἀντιπροσώπους πρὸς συγκρότησιν ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἐκκρεμῆ ἐθνικὴν ταύτην ὑπόθεσιν».
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο ν’ ἀπασχολήσῃ σήμερον τὴν Βουλήν, ἦτο ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἐπιθυμία ὑπό τινων ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ὅπως ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἐγγράφου τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως, ἀγγέλλοντος τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅπως ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους, διὰ νὰ συμπαρεδρεύσωσι μεθ’ ἡμῶν, ἐκδηλώσωσιν ἃς εἶχον γνώμας ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου.
§113ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τοῦτο θὰ περιορισθῶ. Ἐκεῖ θὰ φθάσω.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀπολύτως ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο πρόθυμος νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς θὰ εἶχε κατὰ νοῦν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως εἰς ζητήματα ἐξωτερικά...
§115Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χαίρω διὰ τοῦτο.
§117Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο πρόωρος ἡ σπουδὴ ὑμῶν· καὶ ἴσως καὶ ἀδικαιολόγητος ἀπέναντι ἐμοῦ, οὗτινος γνωρίζετε τὴν ἐν τοιούτοις ζητήμασι προφύλαξιν.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί· ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ζητήσω συγγνώμην· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ σοβαρόν, ὥστε νὰ ἐξηγήσῃ διατί ἀνησύχησα ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς σας.
§119Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δέχομαι εὐχαρίστως τὴν παρατήρησιν· καὶ λέγω ὅτι εἶναι πρωθύστερος, ἢ μᾶλλον ὑστερόπρωτος αὕτη, διότι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ διαγράψῃ τὸν κύκλον τῆς συζητήσεως...
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸν διέγραψεν.
§121Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ περιορισθῶ ἐντὸς ἐκείνων, ἅτινα προεκάλει ἡ ἐπιστολή, μεταχειριζόμενος κατ’ ἀνάγκην τὰ σχετικὰ εἰς ἐξήγησιν τῆς ἰδέας, ἵνα φθάσω νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ὁμιλῶ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων τῆς Κρήτης ἐν Ἑλλάδι εἶναι σιωπηρῶς καταλελυμένον.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω νὰ μεταδώσω ὑμῖν τὴν πληροφορίαν ταύτην...
§123Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ζητῶ πληροφορίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ γνωρίζω τίποτε· θέλω νὰ εἴπω ἁπλῶς τὴν κρίσιν μου.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§125Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι σιωπηρῶς καταλελυμένον. Οὐδὲ ἠδύνατο ἄλλως νὰ συμβῇ.
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τούτου μόνον ἡ Κυβέρνησις δέχεται τὴν συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποστολῆς Βουλευτῶν, ὅπως συμπαρεδρεύσωσι μεθ’ ἡμῶν.
§127Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως οὐδὲ χρειάζεται συζήτησις, ἐὰν ὅσα θὰ λεχθῶσι φανῶσιν ἀνταποκρινόμενα εἰς τὸ αἴσθημα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἄνευ ἐξαιρέσεως οὐδὲ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι τὸ πρόγραμμα ἀφῆκεν ὅλα γενικῶς μόνον διαγεγραμμένα, αἱ δὲ κατόπιν πράξεις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἔφερον ἐνταῦθα τὸ ζήτημα· αἱ πράξεις αὗται, αἱ γενόμεναι μετὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις διεξήχθη ἐνταῦθα· διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, αἱ πράξεις τοῦ συλλαλητηρίου ἔχουσι χρονολογίαν τῆς 13 Νοεμβρίου, ἡμέρας Κυριακῆς. Ἐκεῖ ἀπεφασίσθησαν τὰ πράγματα, καὶ ἔπειτα συνῆλθεν ἡ Ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις, ἥτις προέβη εἰς τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐνταῦθα ἐστάλησαν. Εἶπον ὅτι εὐτυχῶς δὲν ἐθίχθη ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπή, καὶ ἐκ ταύτης τῆς πλευρᾶς εἴμεθα ἐντελῶς ἥσυχοι. Ἤθελεν εἶναι ἀληθὴς ἀπόνοια, ἂν ἐθίγετο καὶ θρὶξ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἐθίγετο ἐπαναστατικῶς. Ἄν τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα αὐτήν, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως τῆς κανονικῆς, μετεβάλλοντο, ἦτο τὸ ζήτημα ἄλλο. Ἄν ὅμως ἀνετρέπετο ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπὴ ἐπαναστατικῶς, ἀντικαθισταμένη ὑπὸ ἐπιτροπῆς τῆς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, βεβαίως ἠθέλομεν ἔχει τὰ πράγματα τῆς Κρήτης χειροτερευμένα. Ἔρχομαι, οὕτως ἀπομονώσας τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἀκριβῶς ἡ συζήτησις, νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Οἱ Κρῆτες καθ’ ὃν χρόνον ἐν τῇ Συνελεύσει ἀπεφάσιζον ἀποστολὴν ἀντιπροσώπων ἐνταῦθα, ἦσαν σαφέστατα εἰδοποιημένοι ἀπ’ εὐθείας, ἐπανειλημμένως ὑπὸ τῶν τεσσάρων Δυνάμεων, αἵτινες εἶναι κάτοχοι τῆς νήσου καὶ κηδεμόνες αὐτῆς καὶ ἐπόπται ἀνώτεροι τῆς Πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως τῆς Κρήτης. Ἦσαν σαφῶς εἰδοποιημένοι δι’ ἐγγράφων, ἅτινα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καθ’ ἣν ὥραν συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τοῦ τοσοῦτον σπουδαίου. Δὲν εἶναι δ’ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὅτι τὰ πράγματα εἶναι παλαιότερα, καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον παρατείνεται ἡ ἐπ’ αὐτῶν σιωπὴ καὶ δὲν ἐμφανίζεται διαταραχή τις ἐν τῇ νήσῳ δι’ ἐξεγέρσεως, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ καθεστὼς ἐν αὐτῇ γίνεται μονιμώτερον καὶ ἐπέρχεται εἶδός τι παραγραφῆς, μὴ ἐπιτρεπούσης βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Πρῶτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ παραγραφή, διότι μένει ἐκεῖ ὀρθία, ἐπανειλημμένως λεχθεῖσα ἡ ὑπόσχεσις τῶν Δυνάμεων—λεχθεῖσα κατὰ τὸ 1908 καὶ τὸ 1909 καὶ τὸ 1910—, ἡ ὑπόσχεσις ὅτι μετ’ εὐμενείας θέλουσιν ἀποβλέψει, κατὰ τὴν πρώτην εὐκαιρίαν, ὅπως καταρτίσωσιν ὁριστικῶς τὸν διακανονισμὸν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης· ὑπόσχεσις, ἥτις καὶ ἐξ ἄλλων ἐγγράφων ὡρισμένως προκύπτει. Ἀλλὰ καὶ ἀνακοινώσεις ἐπανειλημμέναι, κατὰ τοὺς παρελθόντας τούτους χρόνους, περὶ τούτου πρὸς τὴν Τουρκίαν ἐγένοντο, αἵτινες δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ἔχωσί τι τὸ εὐάρεστον εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Ὑπῆρξεν ἀδύνατον οὐδαμόθεν ν’ ἀρυσθῇ τὴν παραμικρὰν ἐλπίδα ἡ Τουρκία ὅτι ἔχει ἄλλο τι νὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς Κρήτης, οὐδὲν ἄλλο κατέχουσα ἐκεῖ παρὰ τὴν σημαίαν μόνον τὴν ἐν Σούδᾳ, ἢ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἡ τῆς ἀνάγκης, νὰ δεχθῇ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων διὰ τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῆς τύχης τῆς Κρήτης, τὸν μὴ Ὀθωμανικόν, τὸν Ἑλληνικόν. Ὑπάρχει λοιπὸν τὸ ἔγγραφον τῆς 12 Φεβρουαρίου 1910, ὅπερ ἔχω εὐτυχῶς ἔντυπον ἐνταῦθα εἰς τὴν Ἰταλικὴν Βίβλον, τὸ ἐπιδοθὲν τότε εἰς τοὺς Κρῆτας καὶ γενόμενον γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ 1910, συντεταγμένον μὲν τῇ 5 Φεβρουαρίου, ἐγχειρισθὲν δὲ τῇ 12 Φεβρουαρίου, λέγει τὰ ἑξῆς: «Οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας, Ῥωσίας καὶ ὁ διευθύνων τὸ Ἰταλικὸν Γενικὸν Προξενεῖον, κατ’ ἐντολὴν τῶν Κυβερνήσεων αὑτῶν, ἀνακοινοῦσι τῇ Ἐκτελεστικῇ ἐπιτροπῇ ὅτι αἱ τέσσαρες Δυνάμεις ἀδυνατοῦσι νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν συμμετοχὴν τοῦ λαοῦ τῆς νήσου εἰς τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐπικειμένας ἐκλογάς. Ἂν δὲ παρὰ τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν τῆς ῥητῆς ἀντιρρήσεως τῶν τεσσάρων Δυνάμεων τοιαύτη συμμετοχὴ ἐφαίνετο μέλλουσα νὰ προκύψῃ, αὗται θέλουσι καταβάλει πρόνοιαν ἀποτελεσματικήν, ὅπως παρακωλύσωσι τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς.
§128Γ. ΠΩΠ. Πῶς προεκλήθη ὅμως;
§129Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω πῶς προεκλήθη. Προεκλήθη κατὰ τρόπον, δι’ ὅν, ὡς τὰ πράγματα ἐγένοντο ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, πρέπει νὰ εἶναι εὐγνώμονες πρὸς αὐτὰς καὶ οἱ Κρῆτες καὶ ἡ Ἑλλάς. Διότι καὶ πρὸ τούτου τοῦ ἐγγράφου ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὰς Δυνάμεις νὰ φανῶσι μὲν αὐστηραί, ὡς εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ ὡς συνέφερε κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην εἰς τὴν Κρήτην, αὐστηραὶ οὐχὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἀνακοινώσωσι δ’ ἐπὶ τέλους ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν Πύλην, ἥτις ἔκτοτε τοσοῦτον δυσαρέστως διετέθη διὰ τὴν τροπὴν τῶν πραγμάτων, ἐν ὥρᾳ καθ’ ἣν ἤκμαζεν ἔτι ἡ νεοτουρκικὴ Κυβέρνησις,—πέρυσιν, ὄχι σήμερον—, ὥστε νὰ μὴ καταστήσῃ δημοσίαν τὴν τελευταίαν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων, ἣν ἐθεώρησε λίαν δυσάρεστον. Καὶ ἐγινώσκομεν μὲν ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐφανταζόμεθα ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἐβεβαιοῦτο καὶ ὑπὸ τοῦ δημοσιεύσαντος τὴν Βίβλον ταύτην, ὅστις φαίνεται ὅτι οὐδένα ἔχων λόγον νὰ φανῇ τρυφερὸς πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν παρέθηκεν ἐνταῦθα ἔγγραφον ἐμπιστευτικόν, λέγον ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις κρίνασα οὐχὶ φιλικὴν τὴν διακοίνωσιν, ἣν ἔλαβεν, ἐδήλωσεν ὅτι ἠναγκάζετο νὰ μὴ δημοσιεύσῃ αὐτὴν φοβουμένη ἐξέγερσιν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Καὶ οὕτη μὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ τελευταία ἀπαγόρευσις. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀπαγόρευσιν ἐν ἔτει 1909. Ἔχομεν ἀπαγόρευσιν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1909, ὅτε ἀνήρχετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ τότε βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης, ὅστις ἐδίσταζε νὰ δεχθῇ τὴν ἐντολήν, διότι δὲν ἠδύνατο, καθ’ ὃ πρόγραμμα εἶχε, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ συγκαλέσῃ ἄλλην, φόβῳ ἀποστολῆς Βουλευτῶν ἐκ Κρήτης. Καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, σκεπτόμενοι περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἠδυνήθημεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐνταῦθα τὰ τῆς συγκλήσεως τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δὲν παρῆλθεν ἡμέρα, δὲν παρῆλθεν ὥρα ἄνευ ἀνησυχιῶν διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, θρασυνομένης ἀπέναντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ διπλασιαζούσης τὴν τόλμην, διότι δυστυχῶς κατεῖχε τὴν Εὐρώπην φόβος διαταραχῆς τῶν ἀνατολικῶν πραγμάτων. Ἐπὶ δέκα δὲ μῆνας αἱ ἐσωτερικαὶ ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος ἐκυβερνῶντο μετὰ προσοχῆς ἀπαύστου, πῶς θὰ συμβιβασθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῆς πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ ἀπέναντι τῆς γείτονος καὶ ἀπέναντι τῶν μεγάλων Δυνάμεων· διὰ μόνης δὲ τῆς ἰδίας αὐτῆς φρονήσεως καὶ διὰ τῶν πράξεων αὐτῆς προσεπάθει ἡ Κυβέρνησις νὰ διέλθωμεν ἡσύχως τὸν χρόνον, καθ’ ὃν τὰ σύνορα ἡμῶν δὲν εἶχον οὐδὲ κἂν τὴν συνήθη ἐν εἰρήνῃ δύναμιν, ἐνῷ τὰ σύνορα ἀπὸ μέρους τῆς Τουρκίας, ἐκτὸς τοῦ ὄπισθεν συνεσωρευμένου στρατοῦ, εἶχον τριπλασίαν δύναμιν.
§130Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις.
§131Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα συνέβαινον μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. Λοιπὸν λέγω ὅτι, ἂν τοιαύτη ἦτο, ἦτο πατρικὴ ἀληθῶς ἡ συμβουλὴ τῶν Δυνάμεων πρὸς τοὺς Κρῆτας, συμβουλὴ διδομένη οὐχὶ ἁπλῶς διὰ τὸ συμφέρον τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ διὰ τὸ διπλοῦν συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἴδῃ ταχύτερον, ὡς ἐπιθυμοῦμεν, λυομένην τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποφύγῃ ἐνοχλήσεις, δι’ ἃς ἦτο ἀπαράσκευος ν’ ἀνταποκριθῇ. Αὗται δὲ παρεκωλύθησαν. Οἱ Κρῆτες ἤθελον πράξει ἔργον φρόνιμον, ἂν δὲν ἔθιγον τὸ ζήτημα τοῦτο ταύτην τὴν ὥραν. Τὸ ζήτημα ἐθίχθη· τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν μήπως ἔχωμέν τι νὰ πορισθῶμεν ἐκ τούτων τῶν γενομένων. Ἡ κατὰ τὰ λοιπὰ φρόνησις ἡ δεικνυομένη ἐν Κρήτῃ εἶναι λίαν παρήγορος. Καὶ ἀσφαλίσαντες τὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς ἃς ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ὡς πρὸς τοὺς πληρεξουσίους, οἵτινες ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ μετακινηθῶσιν ἀπὸ τῆς Κρήτης πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Οἱ πληρεξούσιοι εἶναι λυπηρὸν ὅτι ἀναγκάζεταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εὑρίσκονται μέρος μὲν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, μέρος δ’ ἐν θαλάσσῃ. Εἰς τοὺς ἐν θαλάσσῃ εὑρισκομένους οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ, ὅστις θέλει εἴπει ὅτι κακῶς πράττουσιν ἀρνούμενοι νὰ ὑπογράψωσιν ἔγγραφον. Ἄνδρες τοιαύτης περιωπῆς καὶ τοιαῦτα ἐνεργοῦντες πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι θέλουσιν ὑπογράψει ἀναίρεσιν τοῦ αἰσθήματος καὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν τῆς ἐλευθέρας; Λυποῦμαι δέ, διότι δὲν διεγνώσθη ἐπαρκῶς ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων, μετὰ τόσων ἐτῶν συγχρωτισμόν, ὁ χαρακτὴρ τῶν Κρητῶν, ὥστε νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος ν’ ἀπολύσωσι τοὺς κρατουμένους ὑπὸ ἄλλον ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀκούσωσι μόνον μετὰ προσοχῆς τὰς προφορικὰς αὐτῶν συμβουλὰς. Ἤθελον ἀπολύσει ἄνδρας, οἵτινες ἄνευ δόσεως ὑποσχέσεως πέποιθα ὅτι δὲν ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τὸ αὐτό, εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ ἄλλως τε καὶ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐκπληρωθῇ· ἄνδρες δὲ τοιοῦτοι βεβαίως δὲν ἤθελον ἐκτεθῇ πρὸς τοῖς ἄλλοις εἰς τὸ γελοῖον νὰ συλληφθῶσιν ἐκ νέου, ἐνῷ καὶ εἶναι καταφανὲς ὅτι καὶ ὀλιγώτερον ἢ ὅσον ἐν ἀρχῇ ἐπιστεύθη δύνανται οὕτω νὰ συντελέσωσιν εἰς πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, ὃν προέθεντο, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ὅτι τῶν Προστάτιδων ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀπόφασις ἀμετάκλητος. Εἰς παραπλησίαν θέσιν ἐλεύθεροι εὑρίσκονται καὶ οἱ μὴ ἐπιβάντες τοῦ πλοίου. Οὗτοι βεβαίως εἰς οὐδένα θὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ εἴπωσιν ὅτι μετέβαλον γνώμην—οὐδὲ ζητεῖται παρ’ αὐτῶν νὰ εἴπωσιν ὅ,τι δήποτε. Παρ’ αὐτῶν ἀναμένεται—, ἐγὼ δὲ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τοῦτο καὶ θέλει συμβῆ, οὔτε ἔχων ἰδίας πληροφορίας οὔτε θέλων νὰ λάβω τὴν στιγμὴν ταύτην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως— ὅτι ἤδη ἐν ἑαυτοῖς, σιωπῶντες, λυπούμενοι διὰ τὴν ἀποτυχίαν ἔργου, ὅπερ ἐνόμιζον τελεσφόρον, θέλουσιν ἀπόσχει. Καὶ κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον τὸ ζήτημα θέλει εὕρει, κατ’ ἐμέ, λύσιν εὐτυχῆ, καταλεῖπον μόνα πραγματικὰ ἐκεῖνα τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα θέλουσι χρησιμεύσει ἔπειτα εἰς τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν. Ἡ ἀπόφασις ἡ ληφθεῖσα ἐν Κρήτῃ ἐν ὥρᾳ μεγάλης ψυχικῆς ἐξάψεως, συγγνωστῆς κατὰ τοῦτο, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ἄλλος λαός, ὅστις ὑπέφερε καὶ ἐκαρτέρησεν ὅσον οἱ Κρῆτες—ζητῶ συγγνώμην· δὲν εἶναι παρόντες ἐνταῦθα οἱ λαβόντες τὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ διὰ μέσου τῆς Βουλῆς ταύτης παρ’ αὐτῶν—, ὑπῆρξεν ἀπόφασις ἄστοχος. Βλέποντες ποῦ βαίνουσι δὲν ἔβλεπον καὶ ἂν ἡ ὁδός, ἣν ἐξέλεγον, φέρει εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα. Καὶ πρὸ ὀλίγου ἤκουσα τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Μιχαλέα εἰπόντος τοῦτο, ὅπερ εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εὑρίσκονται ἐνταῦθα. Δὲν θὰ εὑρίσκοντο βεβαίως, ἵνα προκαλέσωσι διαδηλώσεις οὔτε φιλυπουργικὰς οὔτε ἀνθυπουργικάς. Θὰ ἤρχοντο, ἵνα συνεργασθῶσι μεθ’ ἡμῶν. Εἰς ποίαν συνεργασίαν; Νὰ ψηφίζωσι νόμους, ἵνα ἐφαρμόζωμεν αὐτοὺς ἡμεῖς ἐνταῦθα; Νὰ θελήσωσιν ἴσως νὰ προνοήσωσι διὰ τὸ μέλλον, ψηφίζοντες νόμους διὰ τὴν Κρήτην, καθ’ ὃν χρόνον ἔχοντες ἤδη ἐψηφισμένην ἐν Κρήτῃ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναγνωρίσωσιν ἀδυναμίαν ἐφαρμογῆς ὅσων ἐψήφισαν;
§132Γ. ΠΩΠ. Αὐτοὶ γνωρίζουσι τί ἤθελον.
§133ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ παρακαλῶ, ἐκ τούτου ὁποῖον ἄλλο κέρδος ἐπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα; Τὰ πράγματα καὶ μετὰ τοῦτο ἐν Κρήτῃ θὰ ἔβαινον αὐτὴν ἐκείνην τὴν ὁδὸν τῆς διαμαρτυρίας, ἣν βαίνουσι ταύτην τὴν ὥραν, μεῖον τῆς ἐπιζημίου ἀνωμαλίας. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἐν τῷ θέματι πάντως καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν πρωτοστατεῖ τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον. Πρωτοστατοῦν δ’ αὐτὸ πρέπει νὰ ῥυθμίζῃ τὴν πορείαν. Πρωτοστατοῦντα ἐν αὐτῷ εἶναι ὁ παράγων ὁ προστιθεὶς τὴν δύναμιν· εἶναι τὸ ταμεῖον τὸ παρέχον τὰ νεῦρα τοῦ πολέμου· ἡ χώρα ἡ ἔχουσα παρασκευήν, εὐτυχῶς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1904 πολὺ μέχρι ταύτης τῆς ὥρας προαχθεῖσαν. Πάντες ὅσοι ἔχουσιν ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὺς—καὶ εἰς τοιούτους λογαριασμοὺς βαθύτερον ἐνέχεται ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς— τοιαῦτα πρέπει νὰ ὑπολογίζωσι· τοιαῦτα δὲ καὶ ἡμεῖς νὰ ὑπολογίζωμεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἑλλὰς πολλὰ ἔχει νὰ προβλέψῃ, πρὸς πολλὰ σημεῖα ἔχει νὰ τρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς καὶ τὴν δρᾶσιν, ὅτι ἡ παραμικρὰ συντάραξις τῆς ἐργασίας τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς μεμελετημένης καὶ ἀληθῶς ὀτρηρᾶς, σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ εἰς τρόπον, ὥστε ὄχι μόνον ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ νὰ ἔχωμεν ἀπωλείας. Εἰς κέρδος δὲ πάντοτε πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν, ἔχοντες καὶ τὴν δύναμιν νὰ χαλινῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ νὰ στέργωμεν νὰ ὁδηγῶσιν ἡμᾶς οὐχὶ πάντες, ἀλλὰ παραδεχόμενοι ν’ ἀκολουθῶμεν τὰς γνώμας τὰς προερχομένας ἐκ τῶν μᾶλλον πεφωτισμένων, τοιοῦτοι δὲ εἶναι πάντοτε, οἱοιδήποτε καὶ ἂν κατέχωσι τὰς θέσεις, οἱ κυβερνῆται. Εἰς αὐτοὺς συγκεντροῦνται πάντα τὰ νήματα τῆς πολυπλοκωτάτης Ἑλληνικῆς ἐνεργείας, καὶ ἐκεῖνοι μόνοι δύνανται νὰ διαθέσωσιν εἰς αὐτὴν τὰς γνώσεις, τὴν ἱκανότητα, τὰ μέσα, τὰ ὄργανα τὰ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου. Τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, ἀπαιτεῖται ὑπομονή. Οὐδέποτε δὲ ὑπομονὴ θὰ ἦτο ἱερώτερον καθῆκον ἢ ὅσον ταύτην τὴν ὥραν. Διότι, ἀνεξαρτήτως ἡμῶν, οὐδὲν εἰς τοῦτο πραξάντων, ἀλλ’ οὐδὲ δυναμένων νὰ πράξωμεν, ἔχομεν σήμερον τεθειμένα τὰ ζητήματα ἐπὶ ἐδάφους ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ εὐνουστέρου πρὸς τῶν ἀδυνάτων τὰς ὑποθέσεις. Εἶναι τὰ πράγματα διατεθειμένα σήμερον κατὰ τρόπον, ὥστε, ἐὰν δέχησθε ὅτι οἱ κυβερνῆται τῶν μεγάλων Κρατῶν ἔχουσι τὸν νοῦν αὐτῶν, καθὼς πανταχόθεν διαφαίνεται, σπεύδουσι πρὸς ῥύθμισιν τῶν παντοίων λογαριασμῶν, δικαίων καὶ ὀλιγώτερον δικαίων, ὑψηλῶν καί πως ταπεινοτέρων. Καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ταχέως νὰ σπεύσωσι, διότι οὐδεὶς φαίνεται πρόθυμος, ὅπως ἐμπλεχθῇ εἰς σύγκρουσιν. Ἐὰν ταῦτα οὕτως ἔχωσι, δύνασθε κάλλιστα νὰ προσδιορίσητε τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὰ ζητήματα τὰ περὶ ἡμᾶς θέλουσι τεθῇ· ζήτημα δὲ ἐκ τῶν περὶ ἡμᾶς εἶναι καὶ τὸ Κρητικόν. Τὴν προθεσμίαν δὲ ὁρίζουσιν αἱ συνήθειαι τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Οἱ Βούλγαροι, ὅτε διεξῆγον τὰ κινήματα αὑτῶν, τὰ διαρκέσαντα τέσσαρα ἔτη, ὥριζον πάντοτε τὸν Μάρτιον. Παρακαλῶ, δανεισθῆτε ἀπὸ τῶν Βουλγάρων τὸν ὁρισμὸν τοῦτον, καὶ δεχθῆτε ὅτι τὸν Μάρτιον πρέπει, συμφέρει τὰ πράγματα νὰ εἶναι ἐν τάξει, διότι, ἐὰν δὲν εἶναι ἐν τάξει, θὰ ἔχωμεν θόλωμα τοιοῦτο, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ τί θέλει συμβῆ. Ὑπεμείναμεν πόσα ἔτη; Ἀπὸ τοῦ 1898, ὅτε ἐγένετο ἐκεῖνο τὸ ἀληθὲς θαῦμα, τὸ σῶσαν τὴν Κρήτην, μέχρι σήμερον 14 ἔτη. Νὰ μὴ ὑπομείνωμεν ἀκόμη τέσσαρας, τρεῖς ἥμισυν μῆνας; Νὰ ὑπομείνωμεν. Καὶ οἱ Κρῆτες οἱ ἀκράτητοι ἂς συγκρατηθῶσι μίαν ἔτι φοράν.
§134Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ τοῖς εἴπητε πάλιν τὰ αὐτὰ μεθαύριον;
§135ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμιλοῦμεν ὡς ἄνθρωποι. Ἂν ἤμην Θεός, θὰ σᾶς ἀπήντων ὡς Θεός. Δυστυχῶς πολὺ ἀπέχω.— Λοιπόν—καὶ ἐδῶ ἔρχεται ἡ λέξις, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔγραψε· θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἶχε γράψει αὐτήν, οὐχὶ δι’ ἄλλο τι ἢ διότι αἱ λέξεις λαμβάνουσιν ἐκ παρεξηγήσεως χαρακτῆρα, ὃν δὲν ἔχουσιν, αὕτη δέ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐκ τῶν λέξεων ἐκείνων, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶσι, — Θὰ ἦτο «ἔγκλημα» πάντων ἡμῶν, καὶ τῶν ἐνταῦθα, καὶ τῶν ἐν Κρήτῃ, καὶ ἁπανταχοῦ ὅπου ὑπάρχουσιν Ἕλληνες, ν’ ἀποβάλωμεν τὴν ὑπομονήν, καθ’ ἣν ὥραν τὰ πάντα εἰς ἡμᾶς ἐπιβάλλουσιν αὐτήν. Τὰ πάντα περὶ ἡμᾶς καὶ τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν· διότι παρ’ ἡμῖν, οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἐσχημάτισέ τις περὶ τοῦ ἔργου τῶν σημερινῶν κυβερνητῶν ἢ τοῦ ἔργου τῶν πρότερον κυβερνητῶν, ὅμως εἶναι βέβαιον ὅτι, ἀγαθῇ τύχῃ, ἀπὸ τοῦ 1904 μέχρι τῆς σήμερον ἐγένετο συνεχὴς ἐργασία πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐκείνων τῶν ἀθλίων ἐλλείψεων, αἵτινες ἐπεβάλλετο νὰ πληρωθῶσιν, ὅπως ἐν τῇ προσηκούσῃ ὥρᾳ εὑρισκώμεθα ὄχι ἀνίκανοι πρὸς ἄμυναν τῶν ἰδίων ἡμῶν συμφερόντων καὶ δικαίων κινδυνευόντων. Ἐὰν δὲ εἶναι βέβαιον — καὶ εἶναι βέβαιον — ὅτι κατὰ τὴν Ἄνοιξιν θὰ εἴμεθα πολὺ ἑτοιμότεροι ἢ ὅ,τι σήμερον,θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, ἀναλόγως πρὸς τὰς δυνάμεις ἡμῶν πάντοτε, δὲν εἶναι φρόνιμον ν’ ἀναμείνωμεν, ὥστε τότε νὰ βαρύνωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πλάστιγγα ὡς ἕτοιμοι, καὶ ἐπιτύχωμεν καὶ κέρδος τι χρόνου, ἀλλὰ καὶ κέρδος τι ὅρων τοῦ συμβιβασμοῦ;
§136Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφήνομεν τὸ μέλλον; τὸ παρόν.
§137ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἐτοποθέτησα τὴν προθεσμίαν μου εἰς τὸ παρόν, ἐντὸς Δεκεμβρίου καὶ Μαρτίου, καὶ εἶπον, ὅτι κατὰ πάσας τὰς πιθανότητας δι’ ἀποφυγῆς χειρόνων θὰ φθάσωμεν εἰς λύσιν. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποκλείσῃ, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ διοικοῦντες τὰς μεγάλας ὑποθέσεις τοῦ κόσμου, τὰ εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀπρόβλεπτα· εἶναι δυνατὸν πάντα ταῦτα ν’ ἀνατραπῶσι· καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τοιαύτην τοῦ παντὸς σύγχυσιν, ὥστε ἀναγκαίως καὶ ἡμεῖς θὰ εὕρωμεν ἐκεῖ θέσιν. Εἴτε οὕτως ἴδητε τὰ πράγματα εἴτε ἄλλως ἴδητε αὐτά, ἡ ἀλήθεια εἶναι αὕτη, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει, οὕτω πολιτευόμενοι, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν, ἔχοντες καὶ ἡμεῖς παραπλεύρους ἢ μᾶλλον εὑρισκόμενοι καὶ ἡμεῖς πλησίον ἄλλων, νὰ εὕρωμεν στήριγμα, ὅπερ ταύτην τὴν ὥραν ἀδύνατον εἶναι νὰ ἔχωμεν. Ἀπ’ ἐναντίας, ἄλλως πράττοντες, δυνατὸν καὶ νὰ κινήσωμεν αὐστηρὰς πρὸς ἡμᾶς διαθέσεις. Εὐτυχῶς, Κύριοι, κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη τῶν Δυνάμεων αἱ διαθέσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐγένοντο πολὺ εὐμενέστεραι. Συνετέλεσεν εἰς τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν διακοπὴν τὴν μικράν, τὴν ἕνεκα τῆς τελευταίας ἀνωμαλίας, ἡ σώφρων πολιτεία τῶν Κυβερνήσεων· συνετέλεσε πολὺ εἰς τοῦτο ἡ σώφρων τροπή, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν ἐξέγερσιν τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1909, διότι δὲν ἐφαντάζοντο ἔξω ὅτι ἦτο δυνατὸν λαός, περὶ οὗ διεσπείρετο ἁπανταχοῦ —καὶ ὃν ἀγνοοῦσι δυστυχῶς— ὅτι ἐξηγέρθη πρὸς καθαίρεσιν τῆς δυναστείας, οὐχὶ μόνον δὲν ἤθελε νὰ καθαιρέσῃ τὴν δυναστείαν, ἀλλὰ καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπαναστάσεως, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν οἱ ἐξεγερθέντες τὸ πᾶν εἶχον εἰς χεῖρας, διετήρησεν ἡ δυναστεία πᾶσαν τὴν εὐλάβειαν, πᾶν τὸ σέβας, πᾶσαν τὴν φρούρησιν, καὶ ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες οὕτω προσηνέχθησαν ἔχοντες τὴν δύναμιν μόνοι, ἔστερξαν καὶ παρεχώρησαν τὴν δύναμιν ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τοὺς πολιτευομένους, καὶ συνετέλεσαν οὕτως εἰς τὸ μέγα ἀγαθὸν νὰ ψηφισθῇ ἐνταῦθα, κατὰ τρόπον ἀληθῶς ἄξιον θαυμασμοῦ, τὸ νέον πολίτευμα, οὐδὲν θεμελιῶδες θίξαν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ταῦτα ἀποτελοῦσι λόγους πραγματικούς, οἵτινες ἐνέπνευσαν πίστιν περισσοτέραν εἰς τοὺς ξένους πρὸς τὴν Ἑλλάδα· οἵτινες βλέποντες ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξακολουθεῖ νὰ πολιτεύηται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον σωφρόνως, καὶ ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ σωφροσύνῃ δὲν ὑπάρχει διάκρισις συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων, βεβαίως, ἂν δὲν ὀλισθήσωμεν, ἂν δὲν παρασύρῃ ἡμᾶς ὀλίσθημά τι, θέλουσι διατεθῆ οὕτως, ὥστε νὰ ἔχωμεν —καὶ ἔχομεν ἤδη— καὶ ἡμεῖς εὔνοιαν, ὅσης πρότερον δὲν ἤμεθα κάτοχοι. Τύχη τοῦ ἑλληνικοῦ γένους εἶναι τὸ νὰ ταλαιπωρῆται. Ταλαιπωρεῖται ἀπ’ αἰώνων, ἀλλὰ πῖπτον καὶ ἐγειρόμενον φαίνεται ὡς ὁ Ἀνταῖος ἐκεῖνος, ὅστις μετὰ τὴν πτῶσιν ἀνελάμβανε μείζονας δυνάμεις. Τοῦτο ἔδειξεν ἡ Ἑλλὰς ἐξεγερθεῖσα· τοῦτο ἔδειξεν ἡ Κρήτη ἐξεγερθεῖσα, τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ δείξῃ καὶ πάλιν τὸ Ἑλληνικόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δείξωμεν τὴν καρτερίαν ἐκείνην καὶ σήμερον, ἣν εἶχον οἱ πρόγονοι ἡμῶν, δι’ ἣν ὑπὲρ πάντα τὰ μεγάλα κατορθώματα πρέπει νὰ θαυμάζηται ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις. Ὅσα καὶ ἂν συνέβησαν ἀτυχήματα— καὶ τὰ ἀτυχήματα ἤγαγον τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος εἰς μείωσιν εἰς τὸ ἥμισυ, — μέχρι τέλους τοῦ ἀγῶνος, ἄνευ ἄρτου, χόρτοις τρεφόμενος ὁ λαὸς οὗτος, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, οὐδέποτε εἶπεν ὅτι θὰ προσκυνήσῃ. Καὶ ἐξηνάγκασε καὶ αὐτὴν τὴν ἄκαρδον πολιτικὴν νὰ εἰσέλθῃ ἐνταῦθα φρουρὸς καὶ ἀμύντωρ καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς βαρβάρους πορθητὰς ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν. Ἡ καρτερία ἐκείνων ἦτο τοιαύτη, οἵαν μόνη ἡ σημερινὴ καρτερία τῶν Κρητῶν — ἂν ἀποβάλωσι τὴν τελευταίαν ταύτην ἀνυπομονησίαν— δύναται νὰ παραστήσῃ. Συνέβη νὰ ἔχω ἀνὰ χεῖρας εἰκόνα τῆς καταστάσεως τοῦ ζητήματος τοῦ ἑλληνικοῦ μεταξὺ 1827 καὶ 1832· καὶ ἐνόμισα καλὸν ν’ ἀντιγράψω αὐτὴν ἐξ ἐπισήμου βιβλίου Ῥωσικοῦ, ὅπως ἐμφανίσω ἐνταῦθα, καὶ θαυμάσωμεν τὴν καρτερίαν τῶν ἡμετέρων προγόνων, οἵτινες τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τοῦ ἀγῶνος ὑπομείναντες, ἔτι καὶ ἀφοῦ ἠλευθερώθησαν ἐταλαιπωροῦντο καὶ ἔπασχον· ἀλλὰ καὶ ὅπως λάβωμεν παράδειγμα ἀπ’ αὐτῶν καὶ βεβαιότητα ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι ὅ,τι συνέβη εἰς αὐτοὺς θέλει συμβῆ καὶ εἰς τὴν Κρήτην. Εἷς τῶν ὑπογραφέων τῶν πρωτοκόλλων καὶ τῶν τελευταίων πράξεων τοῦ 1832, ἐπὶ μακρὰ ἔτη πρέσβυς τῆς Ῥωσίας ἐν Λονδίνῳ, καὶ ἄλλος συνυπογράψας μετ’ αὐτοῦ ὡς δεύτερος ἀντιπρόσωπος, ἀμφότεροι ἄνδρες μεγάλης ἀξίας, ἠσχολοῦντο εἰς τὰ τῆς ἑλληνικῆς ὑποθέσεως. Ὁ πρῶτος συνειργάζετο μετὰ τοῦ Κάνιγγ μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ θανάτου αὐτοῦ· συνειργάζετο δὲ κατ’ ἐντολὴν τοῦ αὐτοκράτορος Νικολάου ἐρχομένου εἰς συνεννοήσεις δι’ αὐτοῦ μετὰ τοῦ Κάνιγγ, διότι εἶχον ἀμφότεροι κοινὸν πόθον νὰ ἴδωσι τὴν Ἑλλάδα ἐλευθέραν. Ῥῶσος αὐτοκράτωρ καὶ μεγαλουργὸς Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, σύμφωνοι, ἀπεδέχοντο τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὅπως ἐχαράσσετο, δὲν ἦτο ἀξία οὔτε τοῦ παρελθόντος αὑτῆς οὔτε καὶ τοῦ μέλλοντος, ὅπερ ἀνέμενον. Δυστυχῶς ὁ θάνατος ἦλθε καὶ αὐτὸς νὰ προσδώσῃ ζημίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐκκρεμῆ δ’ εὑρίσκοντο τὰ πράγματα ἀνελθόντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μεγάλου ἐν Βατερλὼ νικητοῦ, καὶ οὐχὶ φίλου τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ἔγραφε ταῦτα ἐν ἰδικιτέρᾳ ἐπιστολῇ ὁ Λεΐβεν, ὁ πρῶτος τῶν ἀντιπροσώπων, εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὑτοῦ, εἰς τὸν καγκελλάριον κόμητα Νεσσελρώδ. Συμπτύσσων τὰς ἐπιστολὰς καὶ ἱστορῶν τὰ συμβαίνοντα ὁ δημοσιεύσας τὴν ἐπίσημον βίβλον περιλαμβάνει εἰς τὸ κείμενον ἔν τισιν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν αὐτὰς τὰς λέξεις τοῦ Λεΐβεν (ἀναγινώσκει): «Ὅθεν, εὐλόγως ἀθυμῶν ὁ πρίγκιψ Λεΐβεν ἔγραφε πρὸς τὸν κόμιτα Νεσσελρώδ, ὅτι «ἀμείλικτος Ἄτη» ἐφαίνετο διώκουσα τὴν ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν. Οὐδὲν ἄλλο ζήτημα παρειλκύετο ἐπὶ τοσοῦτον χρονοτριβούμενον, συχνὰ πυκνὰ ἔκθετον εἰς τῆς τύχης τὰς μεταπτώσεις. Ἐντὸς δώδεκα μηνῶν τέσσαρες ὑπουργικαὶ ἀλλαγαὶ μετέβαλλον τὰ πράγματα ἐν Ἀγγλίᾳ· ἐν δὲ Παρισίοις αἱ ὑπουργικαὶ κρίσεις διεδέχοντο ἀλλήλας ἄνευ διακοπῆς. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ δοὺξ Οὐέλλιγκτων ἐγένετο Πρωθυπουργός....Οἱ Ὑπουργοὶ κατείχοντο ὑπὸ τῆς ἕξεως ν’ ἀναβάλλωσι τὰς ὑποθέσεις εἰς τὴν αὔριον, ἄνευ ὁριστικῆς ἀποφάσεως. «Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ εἷς Κάνιγγ, ὅπως τὰ πράγματα ἔχωσιν ἄλλως». Ταῦτα κατὰ τὰ ἔτη 1827–1828. Ἰδοὺ νῦν, καὶ κατὰ τὸ 1832, τί λέγει ὁ ἕτερος τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ῥωσίας τῶν συνυπογραψάντων τὰ πρωτόκολλα, ὁ Ματουσέβιτς (ἀναγινώσκει): Οὕτω τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα ἔμενε πάντοτε ἀνοικτόν... Διήρκεσεν ἐκκρεμὲς μέχρι τοῦ ἔτους 1832, ἕνεκα νέων περιπετειῶν σοβαρωτάτων, αἵτινες ὑπεσκέλισαν αὐτὸ εἰς δευτέραν τάξιν, ἀναγκάσασαι τὰς Δυνάμεις ν’ ἀφοσιώσωσι πᾶσαν αὑτῶν τὴν μέριμναν εἰς συμφέροντα ἐπιτακτικώτερα. Τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβάντα κατ’ ἀνάγκην διέκοψαν τὰ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων διαβούλια.... «Αὐτὴ ἡ θάλασσα (λέγει αὐτολεξεὶ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ματουσέβιτς) οὔτε περισσότερον εὐμετάβλητος εἶναι οὔτε περισσότερον κλυδωνίζεται ἢ ὅσον τὸ ἀτελεύτητον τοῦτο ἑλληνικὸν ζήτημα». Καὶ ἐτελείωσε τὸ ζήτημα· καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐλευθέρα. Κατὰ παρόμοιον τρόπον κλυδωνισθὲν ταχέως νῦν, ὄχι εὔχομαι, ἀλλὰ πέπεισμαι, θὰ περατωθῇ καὶ τὸ Κρητικόν. Καὶ τότε ἐνταῦθα ἀδελφικῶς θὰ ἐναγκαλισθῶμεν τοὺς Ἕλληνας ἡμῶν συναδέλφους. (Χειροκροτήματα).
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι ὅπως ὁμιλήσωσιν ἦσαν διατεθειμένοι νὰ παραιτηθῶσι τοῦ λόγου, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον διαγράφει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καθ’ ὅσον τυχὸν ἡ συζήτησις ἐξῆλθε τοῦ στενοῦ τούτου κύκλου, θὰ ἔλεγον πρὸ τούτου ὅτι ἐκφράζω τὴν εὐχήν, ὅπως αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι οἱ ἐν Κρήτῃ παρῃτήθησαν τῆς ἰδέας ν’ ἀποστείλωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των, ὅπως συνεδρεύσωσι μεθ’ ἡμῶν, ἀποδειχθῇ ἀληθής. Καθ’ ὅσον ἡ συζήτησις ἐξῆλθεν ἔξω τοῦ στενοῦ αὐτοῦ κύκλου, ἕκαστος θὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνεπὴς πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε διαρκούσης τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, δὲν θὰ μετάσχῃ αὐτῆς.
§139Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐπὶ τούτων δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὸν λόγον, ἀρκεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται ὅτι ἀποδέχεται ταῦτα.
§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§141Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις; Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἤρχισεν ἀκόμη.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις θὰ συνεχισθῇ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι.
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ συζήτησις δὲν ἐτέθη ἔτι, συνεπῶς δὲν ἔληξεν ἀκόμη.
§145Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει λόγους νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ κινηθὲν ἤδη ζήτημα ἐξ αἰτίας αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ἕνεκα τῶν δηλώσεών της κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, γεννᾷ φόβους καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συζητῇ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ νομίζει συμφέροντας εἰς τὸ ἔθνος, βεβαίως δὲν ἔχομεν κανένα λόγον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιφυλασσόμεθα, ὅπως ἐν καιρῷ τῷ δέοντι γίνῃ ἡ συζήτησις ἐν εὐρυτάτῃ κλίμακι. (Χειροκροτήματα).
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ συνεργαζόμενοι Βουλευταὶ ἔχομεν ἐπὶ τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως, ἐξεθέσαμεν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίαν, καθ’ ἣν συνεζητήθη αὕτη. Ὑπεστηρίξαμεν τότε ὅτι τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, τὰ θίγοντα τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ διεξάγωνται ὑπὸ τῆς καθεστηκυίας Ἀρχῆς. Ὑπεστηρίξαμεν προσέτι ὅτι ἡ Βουλή, μὴ ἔχουσα τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ὅπως μορφώσῃ γνώμην ἐπὶ τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπὶ τῆς στάσεως, ἣν ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ἐπ’ αὐτῆς, δὲν ἠδύνατο οὔτε νὰ ἐγκρίνῃ, οὔτε ὅμως καὶ ν’ ἀποκρούσῃ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὤφειλε μᾶλλον νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη μετὰ μείζονος κύρους διεξαγάγῃ τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἐπιφυλασσομένη πάντοτε ἡ Βουλή, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων. Μετὰ τὴν συνεδρίαν ἐκείνην ἐπηκολούθησαν τὰ γνωστὰ γεγονότα· ἐπηκολούθησαν αἱ ἀποφάσεις τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως, αἱ ἀνεπίσημοι δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀποστολὴ τῶν Κρητῶν Βουλευτῶν, ἡ σύλληψις αὐτῶν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ἡ σύλληψις Κρητὸς Βουλευτοῦ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ εἰς τὴν Κρήτην, καὶ τέλος ἡ ἀποστολὴ πρὸς ἡμᾶς τοῦ ἐγγράφου τῆς 29 Νοεμβρίου τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις. Πάντα ταῦτα τὰ γεγονότα κατ’ ἀνάγκην φέρουσιν ἐκ νέου τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν εἰς συζήτησιν. Καὶ σήμερον πάλιν ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβάλωμεν γνώμην ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν περὶ τῆς διευθύνσεως τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους· ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὰς ἀνεπισήμους ἐκείνας δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ εἶναι ἱκαναὶ νὰ ἐνσπείρωσι τὸν πανικὸν εἰς τὸ ἔθνος εἰς τόσον κρισίμους περιστάσεις, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, λέγω, διὰ τὰς ῥηθείσας δηλώσεις καὶ πράξεις, διότι αὗται ἐγένοντο ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως. Λέγω δ’ ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως, διότι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον διαπνέει σήμερον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὴν βελτίωσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς αὐτὴν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἥτις τῇ παρέχει τὴν δύναμιν νὰ κανονίζῃ οὕτως ἢ ἄλλως τὴν πορείαν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ δικαιολογῇ αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐμπνέῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὸν πανικὸν εἰς τὸ ἔθνος. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ἀπέναντι αὑτῆς λαὸν οὕτως ὁμονοοῦντα, οὕτω πειθαρχοῦντα ἀναφορικῶς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις, διαπνεόμενον ὑπὸ τοιούτου πατριωτικοῦ φρονήματος, ἑτοίμου εἰς μεγίστας νὰ προβῇ θυσίας χάριν τῶν δικαίων ἐθνικῶν συμφερόντων του, ὤφειλε ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰς ἐξωτερικὰς περιπλοκὰς μετὰ μεγαλειτέρου θάρρους. Ἐκτὸς τούτου ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ ὁμόρου Κράτους εὑρισκομένου σήμερον εἰς λίαν στενόχωρον θέσιν. Βεβαίως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δὲν ἠθέλησέ ποτε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν στενόχωρον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἐπανειλημμένως ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια. Ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τῆς Τουρκίας καὶ ἐντεῦθεν ἐπανειλημμένως ἡμεῖς ἐξεδηλώσαμεν τὰς φιλικὰς ἡμῶν προθέσεις πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν πλὴν ἄλλων λόγων καὶ σκοπῶν ἐκπολιτιστικῶν καὶ διότι ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ εὐημερία τοῦ Κράτους τούτου, ὅπως καὶ ἡ εὐημερία τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν φιλικῶν μεταξὺ αὐτῶν σχέσεων, ἀλλὰ φιλικαὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξωσιν, ἐφ’ ὅσον τὰ ἐθνικὰ δίκαια τοῦ ἑνὸς λαοῦ δὲν γίνονται σεβαστά, παρὰ τῶν ἑτέρων, ἐφ’ ὅσον ζήτημα τόσον σημαντικὸν δι’ ἡμᾶς, ὅπως τὸ Κρητικόν, μένει ἐκκρεμὲς παρὰ τὸ δίκαιον, παρὰ πᾶσαν λογικήν. Τοσοῦτο μᾶλλον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις τὴν θέσιν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, καθόσον εἶναι πλέον ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς καταστάσεως ἐν Κρήτῃ οὐδὲν οὐσιαστικὸν ὄφελος ἄξιον λόγου προσδοκᾷ ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια. Βεβαίως ἱστορικοὶ λόγοι ἐδημιούργησαν στενὰ τὰ ὅρια ἡμῶν, ὡς Κράτους καὶ κατέστησαν ἡμᾶς ἀδυνάτους, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι οἱ ἀγῶνες μικρῶν καὶ ἀσθενῶν ἐπήνεγκον τὸν διαμελισμὸν ἐν πολλοῖς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν καὶ νὰ παραβλέπωμεν ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀδιάλλακτος, ἡ ἀντιτιθεμένη τελείως πρὸς τοὺς χριστιανικοὺς λαοὺς τοὺς ἐντὸς αὐτῆς καὶ τοὺς γειτονικοὺς πρὸς αὐτὴν ἀπειλοῦσι σήμερον νὰ ὠθήσωσιν αὐτὴν εἰς τὸ βάραθρον. Ταῦτα πάντα ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ μεγαλειτέρου θάρρους ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν τόσον εἰς τὴν συμπεριφορὰν αὑτῆς ἀπέναντι τῶν Κρητῶν, ὅσον καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτῆς εἰς τὰς Προστάτιδας Δυνάμεις. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι, καίτοι οὐδὲν ἀνεκοινώθη, εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι δὲν θὰ παρέλειψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς πάντα τὰ κατάλληλα διαβήματα, ὅπως παραστήσῃ εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις τὸ ἀδύνατον τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς καταστάσεως ἐν Κρήτῃ, καταστάσεως, ἡ ὁποία δημιουργεῖ πλήρη ἀναρχίαν ἐν τῇ νήσῳ, ἡ ὁποία ὠθεῖ εἰς ἀπόγνωσιν τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ἡ ὁποία θέτει εἰς θέσιν στενόχωρον, εἰς θέσιν ἀνυπόφορον τὸ ἐλεύθερον Κράτος. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ὅτι, ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἔπραξεν ἐμφορουμένη ἀπὸ αἰσθήματα πατρικῆς αὐστηρότητος, ἡ Βουλὴ ὅμως ὀφείλει νὰ δείξῃ σήμερον δείγματα μητρικῆς φιλοστοργίας. Ἡ Κρητικὴ Συνέλευσις ζητεῖ, ὅπως ἡμεῖς ἀποφασίσωμεν νὰ δεχθῶμεν τοὺς Κρῆτας πληρεξουσίους καὶ ἐπιτρέψωμεν νὰ παρακαθήσωσιν οὗτοι μεθ’ ἡμῶν. Ποῖα εἶναι τὰ αἰσθήματα ἡμῶν γνωρίζουσιν οἱ Κρῆτες· ἐπίσης δὲν ἀγνοοῦσιν ὅτι τὴν τελευταίαν λέξιν ἐπὶ τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως δὲν θὰ εἴπῃ ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ αἱ προστάτιδες Δυνάμεις, ἐὰν ἐν τούτοις προέβησαν εἰς ὅσα προέβησαν, τοῦτο ἀναμφισβητήτως προέρχεται ἐκ τῆς ἀπογνώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὠθεῖ τὸν Κρητικὸν λαὸν ἡ σημερινὴ κατάστασις. Ἐγεννήθησαν οἱ Κρῆτες καὶ ἔζησαν μὲ ἕνα διακαῆ πόθον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἠγωνίσθησαν καὶ οἱ πρόγονοί των καὶ αὐτοὶ καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἱκανοποίησιν, παρὰ πάσας τὰς ἐπισήμους βεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, βλέπουσιν ἀναβαλλομένην ἀδικαιολογήτως ἐπ’ ἀόριστον. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι φυσικόν, περιελθόντες εἰς ἀπόγνωσιν οἱ Κρῆτες, νὰ ζητῶσι παρ’ ἡμῶν πράγματα ἐπικίνδυνα, τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν ἠθέλομεν ἐκτελέσει, δὲν ἤθελον λύσει αἰσίως τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Διὰ τοῦτο εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀφ’ ἑνὸς νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Κρῆτας πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ δικαιώσωμεν αὐτοὺς διὰ πάντα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν, ὀφείλομεν δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν παρελείφθη νὰ συκοφαντηθῇ, ὡς μὴ ὤφελεν, ὁ ἀγὼν ὁ Κρητικὸς ὁ τελευταῖος, τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον τὰ ἐλατήρια ἦσαν ἁγνὰ καὶ πατριωτικά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ὡς ἐτόνισεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, ἐπωφελῆ διὰ τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη διὰ τοῦ Προέδρου αὑτῆς ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Κρητικὴν Συνέλευσιν ὅτι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἤκουσε τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἐγγράφου αὐτῆς καὶ συγχαίρουσα αὐτὴν διὰ τὰ πατριωτικά της αἰσθήματα συνιστᾷ εἰς αὐτὴν προσαρμογὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰς συστάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι αὗται δὲν θὰ βραδύνωσι, συμφώνως πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτῶν δοθείσας ὑποσχέσεις, νὰ ἱκανοποιήσωσι τοὺς κοινοὺς ἡμῶν ἐθνικοὺς πόθους, τοὺς ὁποίους ἐξέθρεψαν ὑπεράνθρωποι θυσίαι καὶ ἀγῶνες μακρῶν αἰώνων.
§147ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπλανᾶτο ὁ κύριος συνάδελφος, θὰ ἐπλανᾶτο πολὺ καὶ θὰ μὲ ἠδίκει περισσότερον, ὑπολαμβάνων ὅτι δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μετὰ δέους. Συναισθάνομαι βαθέως καὶ ἀντιλαμβάνομαι ἀκριβῶς ποία εἶναι ἡ θέσις ἑνὸς Βουλευτοῦ μεμονωμένου, Βουλευτοῦ μὴ ἀνήκοντος εἰς κόμμα πολιτικὸν οἱονδήποτε, ἐρχομένου νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν Συνέλευσιν ὁλόκληρον. Θὰ ἐπλανᾶτο ἔτι μᾶλλον ὁ κύριος συνάδελφος, ὁ ὑπολαμβάνων ὅτι δὲν κατέχομαι ὑπὸ δέους ἀκόμη περισσοτέρου, ἀκριβῶς διότι πρὸ ἡμερῶν εὑρέθην μόνος ἀπέναντι θετικῶς ψηφισάντων διακοσίων δύο συναδέλφων. Κατέχομαι, κύριοι συνάδελφοι, λέγω, ὑπὸ δέους, ἐπιλαμβανόμενος τοιαύτης συζητήσεως, ἵνα εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ ὅτι παρεξέκλινεν ἀληθῶς, παρεξέκλινε θλιβερῶς ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τῶν προσηκόντων αὐτῇ ὁρίων. Δύο τῶν κυρίων συναδέλφων εἶχον ζητήσει τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κυρίου Ὑπουργοῦ ἔρχεται καὶ δηλοῖ ἁπλῶς, δηλοῖ ἁπλούστατα, δηλοῖ φυσικώτατα, δηλοῖ κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν ὅτι δὲν θεωρεῖ ἀναγκαῖον, δὲν θεωρεῖ σύμφορον, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα. Καὶ ἤκουσα παρευθὺς χειροκροτήματα πείσματος, χειροκροτήματα ἀντιθέσεως πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὡσανεὶ ἐκεῖνοι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν κειμένην νομοθεσίαν, καὶ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα μόνον ἂν θεωρήσῃ τοῦτο σύμφορον. Ἀπὸ τοιαύτης ψυχολογικῆς καταστάσεως λοιπὸν ἀντιμετωπίζομεν συζήτησιν τόσον σοβαράν, συζήτησιν ἐνδιαφέρουσαν αὐτὴν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ πατρίδος; Αὐτὸς εἶναι ὁ νοῦς, αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχρά, λέγω, διάνοια, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τοιαύτης σοβαρότητος, λέγω, ζήτημα; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις βεβαίως ὅτι ἡ συζήτησις τῆς ἑσπέρας ταύτης πρέπει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐγγράφου τῆς ἀναγγελίας μιᾶς Ἑλληνικῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ κατὰ ποίαν μέθοδον καὶ πρὸς ποῖον συμπέρασμα, πρὸς ποίαν, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν ὀρθῶς καὶ παρ’ ἡμῖν λέξιν, πρὸς ποίαν σκοπιμότητα τοιαύτης συζητήσεως τὴν προσήκουσαν; Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅπως παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα ὅστις ἂν θέλῃ τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ εἴπῃ τὰς σκέψεις του ἢ τὰς γνώμας του. Ὥστε πρόκειται Σῶμα πολιτικὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς σύλλογον φιλολογικὸν καὶ ν’ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἀλληλοδιαδόχως διάφοροι Βουλευταὶ ἀπαγγέλλοντες λόγους; Καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεκρότησεν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς εἶπεν, ὅπως ἐγκαταλείψῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐξωτερικῆς τοῦ Κράτους πολιτικῆς, διεύθυνσιν τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων, ἡ Κυβέρνησις, ἐπιτρέψῃ δὲ αὐτὴν εἰς τὸν λαόν, εἰς τὸ ἔθνος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν λέξιν, ἧς ἔκαμε χρῆσιν. Καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, ἂν δὲν μὲ ἠπάτησεν ἡ ἀντίληψίς μου, ἐπευφημήθη! Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς εἶπεν, ὅπως ὑπομείνωμεν, ὅπως ἔχωμεν ὑπομονὴν μέχρι τοῦ Μαρτίου, καί, ἂν δὲν συμβῇ τίποτε κατὰ τὸν Μάρτιον, νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν μέχρι τοῦ ἄλλου Μαρτίου.
§148Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι οὕτω.
§149ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι φυσικὴ συνέπεια, κ. συνάδελφε, ἀφοῦ εἴπετε ὅτι πάντοτε τὰ ζητήματα ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν καὶ κατὰ κανόνα ἀπαράβατον παρασκευάζονται κατὰ Μάρτιον, πρέπει ν’ ἀναμένωμεν τὸν ἐρχόμενον Μάρτιον, καί, ἂν μηδὲν τότε συμβῇ, ἀφοῦ πάντοτε τὰ ζητήματα γεννῶνται μόνον κατὰ Μάρτιον, πρέπει νὰ ἀναμένωμεν τὸν ἄλλον Μάρτιον, εἶναι, λέγω, φυσικὴ συνέπεια τῶν λόγων τοῦ σεβαστοῦ κυρίου συναδέλφου τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Καὶ θὰ παύσωμεν βέβαια ἔχοντες ὑπομονὴν κατὰ τὸ ἔτος, ὅπερ δὲν θὰ ἔχῃ Μάρτιον! Καὶ ὁ σεβαστὸς κ. Βουλευτὴς ἐπευφημήθη ζωηρότατα καὶ ἐνθουσιωδέστατα! Ἦτο ἑπόμενον, Κύριοι, ἦτο ἑπόμενον τοιουτοτρόπως νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἂν θέλωμεν ν’ ἀρχίσωμεν ἀληθῶς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλούμεθα τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ συζητήσωμεν, πρέπει νὰ θέσωμεν τὰ ζητήματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν θέμα πολιτικὸν νὰ ἔχῃ προορισμόν, ὅπως ἀπαγγέλλωνται ἐν αὐτῷ ἀκαδημαϊκοὶ λόγοι. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς ἐγγράφου, ὅπερ ἀπέστειλε μία Ἑλληνικὴ Συνέλευσις, σεβαστὲ συνάδελφε ἐξ Ἀττικῆς, οὐχὶ ἓν σωματεῖον. Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἀνεγνώσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ προεκάλεσεν ἐπευφημίας καὶ χειροκροτήματα. Ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅπως διεξαχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Ἀμειλίκτως, ἀναποφεύκτως ὑπὸ τρεῖς καὶ μόνον μορφὰς ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως: ἢ θ’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν συζήτησιν, τοὐλάχιστον πᾶσαν ἀπάντησιν πρὸς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἢ θὰ ἀπαντήσωμεν ἀποφατικῶς ἐπ’ αὐτοῦ, ἢ θὰ ἀπαντήσωμεν καταφατικῶς. Ἢ θὰ εἴπωμεν ὅτι σιωπῶμεν, ἢ θὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν δεχόμεθα τοὺς Κρῆτας Βουλευτὰς νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, ὅπως συμπαρεδρεύσωσι μεθ’ ἡμῶν, ἢ θὰ εἴπωμεν: ἀναμένομεν ὑμᾶς, συνάδελφοι ἐκ Κρήτης... Ἀλλὰ πρὸ τούτων, πρὶν ἢ εἰς ἓν τῶν τριῶν φθάσητε συμπέρασμα, πρὶν ἢ λάβω ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὁλοκλήρους τὰς σκέψεις μου περὶ τοῦ προσήκοντος συμπεράσματος, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως θεωρήσω ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον νὰ παραστήσω ὑπὸ ποίας ἡμεῖς ἐν τῇ ὁλότητι τοῦ Σώματος εὑρισκόμεθα περιστάσεις, ποία εἶναι ἡ παράστασις ἡμῶν, ποῖον τὸ κῦρος ἡμῶν, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τοιαύτην συζήτησιν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἰς ἓν συμπέρασμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ἐδίστασα πρὸ ἡμερῶν νὰ εἴπω, ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχουσι πάντες οἱ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι καὶ ἀλύτρωτοι, ἀτομικῶς καὶ συλλογικῶς, νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους τούτου, νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς ἐπιταγὰς τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔλεγον καὶ τότε, λέγω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τοῦ χθεσινοῦ ἐν Κρήτῃ πολιτικοῦ, τοῦ χθεσινοῦ ἐν Κρήτῃ κομματάρχου, ἐκείνου, ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ ὁποίου καὶ σήμερον ὑπάρχει καὶ δρᾷ πολιτικὸν ἐν Κρήτῃ κόμμα καὶ καθορίζει πολιτικὴν ὁλόκληρον...
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κρίνω ἀναγκαῖον νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν: ἀφ’ ἧς ἀνεχώρησα ἐκ Κρήτης, οὐδενὸς ἐκεῖ κόμματος εἶμαι ἀρχηγός. Τὸ ἐδήλωσα κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὑπέχω τὰς εὐθύνας τῆς πολιτικῆς ἑνὸς κόμματος, τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἤμην ὁ ἡγέτης, οὔτε ἄλλη θὰ μοὶ ἐπετρέπετο ἀνάμιξις ἐμοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλ. Κυβερνήσεως εἰς τὴν διεύθυνσιν κόμματος ἐν Κρήτῃ. Ἐὰν τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐργασίαν διηύθυνον ἐν Κρήτῃ, μὴ εὑρίσκον ἄλλον προχειρότερον τίτλον, μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἀναχώρησίν μου, ἐξακολουθῇ νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα ἐμοῦ, καὶ τοῦτο καὶ ἐν Ἑλλάδι συνέβη μετὰ τὴν ἔκλειψιν ἀρχηγοῦ, νὰ τιτλοφορῆται τὸ κόμμα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλείψαντος ἡγέτου, αὐτὸ δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα, ὅτι ἐγὼ ἡγέτης κόμματος δὲν εἶμαι ἐν Κρήτῃ.
§151Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δηλοῖ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν στιγμὴν ταύτην οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀντιτίθενται πρὸς ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἐλάλησα, διότι ἐγὼ εἶπον ὅτι ὑπάρχει καὶ δρᾷ ἐν Κρήτῃ πολιτικὸν κόμμα, φέρον τὸ ὄνομα αὐτοῦ· ταῦτα εἶπον. Δὲν ἤκουσα δ’ ἐγὼ τὸ πρῶτον ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὄχι μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀλλά, νομίζω, καὶ κατὰ τὴν πρώτην Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Καὶ τότε ἐδόθη εἰς ὑμᾶς εὐκαιρία νὰ δηλώσητε τοῦτο, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἐκ τούτου ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξετάζω ἐγὼ αὐτά, οὐδαμῶς μεταβάλλονται. Διότι ἐγὼ ἔλεγον πρὸ ἡμερῶν καὶ λέγω καὶ σήμερον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ πολιτικοί, οἱ ἀντίθετοι πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐν Κρήτῃ, οἱ ἔχοντες προσφάτους ἀναμνήσεις κομματικοῦ φανατισμοῦ, τὸν ὁποῖον εὐτυχῶς ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει δὲν εἴδομεν ἀκόμη, δὲν εἶναι καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι νὰ ὑποκύπτωσι μετὰ πάσης εὐλαβείας εἰς τὰς συμβουλὰς αὐτοῦ, εἰς τὰς ἐπιταγὰς αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο περίεργον, ἂν δὲν ἐγεννᾶτο καὶ δυσπιστία ἐν ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν μετὰ τὰς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Κρήτη ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἁρμοστειακὸν καθεστώς! Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀκόμη περιεργότερον, ἐὰν δὲν ἐγεννᾶτο δυσπιστία ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν συντηρητικῶν ἐκείνων πολιτευτῶν, τῶν ἡγουμένων τοῦ κινήματος, οἵτινες ἐλάμβανον συμβουλὰς καὶ ἐπιταγὰς ἐκ μέρους ἐκείνου, ὅστις εἶχεν ἐξεγείρει ἐκεῖ, πρό τινων ἐτῶν, μίαν... ὀνομαζομένην καὶ ἐπανάστασιν! τὴν καλουμένην τοῦ Θερίσου, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν ἔλεγον, ἡ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῶν Προστατίδων Δυνάμεων νὰ θέσωσιν ὑπὸ ἔλεγχον διοικητικὸν καὶ ὑπὸ ἔλεγχον οἰκονομικὸν τὴν Κρήτην, καὶ ὑπῆρξε μέγα τὸ εὐτύχημα τὸ ἐθνικόν, διότι δεξιῶς ἐχειρίσθη τότε τὸ ζήτημα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δεξιῶς ἐχειρίσθη ἰδίως αὐτὸ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, καὶ ἐπηκολούθησεν ἡ διακοίνωσις τῆς 1ης Αὐγούστου 1906, ἡ ἀποτρέψασα τὰς συμφορὰς τοῦ ἀπενενοημένου ἐκείνου κινήματος, εἰς τὸν ἡγέτην τοῦ ὁποίου ἔχετε τὴν ἀξίωσιν σήμερον νὰ ὑπακούωσιν εὐλαβῶς οἱ Κρῆτες. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐγὼ ἀκραδάντως πιστεύων εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου, παρὰ πᾶσαν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐναντιότητα, πιστεύων εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης, καθ’ ἣν πρέπει κατὰ πᾶσαν περίστασιν νὰ ὑποκύπτωσιν οἱ Ἕλληνες εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐξέτεινα πρὸ ἡμερῶν τὰς σκέψεις μου μέχρι τοῦ σημείου ὅτι ἔπρεπε παραχρῆμα νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ αὕτη, διότι ἀνεγνώριζον τὴν ἀλήθειαν ὅτι δυσχερὴς ὑπόθεσις παρουσιάζετο ἐνώπιον τοῦ ῥυθμιστοῦ τῆς παρ’ ἡμῖν πολιτείας, ὅπως μεταβάλῃ τὸ κυβερνητικὸν καθεστώς, ἀλλ’ ἐφρόνουν, ὅπως πολλάκις ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ φρονῶ καὶ πιστεύω καὶ προκαλῶ τὴν ἐναντίαν ἀπάντησιν, ἂν δὲν εἶναι ἀπολύτου ἀληθείας τὸ δόγμα ὅτι πᾶσα Βουλὴ εἰς οἱονδήποτε Κράτος κοινοβουλευτικόν, ἀδυνατοῦσα νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν, ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τὴν χώραν, διότι ἢ θὰ κεντηθῇ ἡ ὄρεξις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς καταχρήσεις καὶ αὐθαιρεσίας καὶ θὰ ὑποδουλώσῃ τὴν Βουλήν, ἢ θὰ ἐξεγερθῇ ἐπὶ τέλους ἡ δοκιμαζομένη συνείδησις μιᾶς Βουλῆς, ἐκτιμώσης τὰς περιστάσεις προσηκόντως, δοκιμαζομένη, λέγω, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς πολὺ χειρότερα. Ἀλλὰ τὸ πεῖσμα! Πάντοτε τὸ πεῖσμα! Οὐδέποτε αἱ διατάξεις τοῦ πολιτεύματος! Οὐδέποτε τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν! Οὐδέποτε ἡ σκοπιμότης τῶν περιστάσεων, τὴν ὁποίαν τόσον συχνὰ διδάσκουσι πρὸς ἡμᾶς! Ἂς ἴδωμεν ποῦ ὁδηγεῖ τὸ πεῖσμα, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπελήφθημεν τὸ πρῶτον τῆς συζητήσεως ταύτης, μέχρι σήμερον. Παρέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἔχετε πρόσφατον, πιστεύω, καὶ ζωηρὰν τὴν ἀνάμνησιν τῶν ἐκφράσεων αὐτοῦ: Οἱ ἐγκληματοῦντες! οἱ παραπαίοντες! οἱ θέτοντες ἐν κινδύνῳ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα! οἱ ἀπονενοημένοι! καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ τραχεῖς, οἱ λόγοι, ἐπιτρέψατέ μοι τὸν χαρακτηρισμόν, οἱ ἀνοίκειοι ἐδημοσιεύοντο μετὰ σπουδῆς!
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἁπλούστατα, πλαστογραφεῖτε τὰς δηλώσεις μου.
§153ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰς μεταδίδω πιστότατα, ἁπλούστατα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόλου, κύριε Βουλευτά, δὲν τὰς μεταδίδετε πιστῶς.
§155ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πιστότατα, κύριε Πρόεδρε.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§157ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ γνώμη σας.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι γνώμη μου, διότι εἶναι τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά.
§159ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φέρετέ τα λοιπὸν νὰ τὰ ἀναγνώσωμεν.
§160Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Δὲν ἦσαν προσωπικαὶ αἱ ἐκφράσεις. Ἦσαν ἀπηλλαγμέναι προσωπικοῦ χαρακτῆρος.
§161ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ αἱ ἐκφράσεις ἐκεῖναι, αἱ τοιαύτης ὑφῆς, αἱ τοιαύτης τραχύτητος, μετὰ σπουδῆς, λέγω, ἐδημοσιεύοντο ἐν φυλλαδίῳ, ὅπερ ἀπεστάλη δι’ εἰδικῆς ἀποστολῆς, ἵνα κυκλοφορήσῃ ἐν Κρήτῃ κατὰ χιλιάδας ἢ κατὰ μυριάδας. Θαυμάσιον τὸ μέσον καὶ δεξιώτατον, ὅπως ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν χθεσινῶν ἀντιπάλων της, τῶν φανατικῶν ἀντιπάλων της. Ἀλλ’ ἔπρεπε, Κύριοι, ν’ ἀποτρέψωμεν τὸ δίλημμα τὸ δεινόν, ν’ ἀποφύγωμεν τὴν τρομερὰν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως ἢ τὸν πόλεμον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, Κύριοι, οὔτε δὲ ὑπ’ ἐμοῦ μόνον, οὔτε ὑπὸ πολλῶν ἄλλων, μόνον ἅπαξ καὶ μόνον δὶς ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἓν τῶν κυριωτάτων καθηκόντων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ἦτο νὰ δώσῃ τὴν ἠρεμίαν, τὴν γαλήνην, τὴν ἡσυχίαν εἰς τὴν χώραν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν παρ’ ἡμῖν. Θαυμασίως! Ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητήσαμεν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἐξησφαλίσθη ἡ δημοσία τάξις τελείως! Θαυμαστῶς καὶ ὑπερόχως καὶ ἐντελῶς ἐξησφάλισεν εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις τὴν γαλήνην τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Δὲν πιστεύω ἐγώ, Κύριοι, τὸ λέγω εἰλικρινῶς, τὸ λέγω μετὰ πάσης παρρησίας, δὲν πιστεύω εἰς τὰς εἰδήσεις ὅτι παρετηρήθησαν ἄτακτα κινήματα, ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα, ὅτι παρετηρήθη ἀσέβεια πρὸς τοὺς νόμους μεταξὺ τοῦ στρατεύματος. Κατὰ πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, τὸ διαψεύδω ῥητότατα. Ἀλλ’ ἐν τούτοις....
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως.
§163Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως κύριε Πρόεδρε, διότι εἶπον ὑπὸ ποίαν εὑρισκόμεθα θέσιν καὶ κατάστασιν, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τοιαύτην συζήτησιν, ὑπὸ τοιαύτην δὲ ἢ τοιαύτην εὑρισκόμενοι κατάστασιν οὕτως ἢ οὕτω θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα, τοιαύτην ἢ τοιαύτην θὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, σχετικῶς πρὸς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, λέγω, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τμήματα τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων κατὰ πάσας τὰς ἡμέρας ταύτας διατάσσονται νὰ μένωσιν ἐν ἐπιφυλακῇ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὡρισμέναι ὁδοί, ὁλόκληροι ὁδοί, διὰ τῶν ὁποίων ὡρισμένα διέρχονται κατὰ τὰς νυκτίους ἰδίᾳ καὶ τῆς ἡμέρας ἀκόμη ὥρας ὀχήματα, φρουροῦνται ὑπὸ πολυαρίθμου δυνάμεως χωροφυλάκων, μέχρι σημείου ὥστε ἀφρούρητοι νὰ μένωσιν αἱ δύο τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πόλεις. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὄργανα τῆς ἐνόπλου δυνάμεως ἀρκετὰ τὸν ἀριθμόν, κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν, συστηματικῶς εὑρίσκονται εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς, εἰς τὰ καπνιστήρια τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Εὑρίσκονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κεκλημένοι νὰ εὑρίσκωνται.
§165Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, διότι πραγματικῶς παρετήρησα καὶ ἐγὼ τοιαῦτα ἄτομα.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὁποῖα ἔχουσι δικαίωμα νὰ παραμένωσι κατὰ διαταγὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§167Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συνομιλήσωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λόγῳ τῶν μυστικῶν χωροφυλάκων καὶ πολλῶν ἄλλων προσώπων.
§168ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πολυάριθμος φρουρὰ ἐκ στρατιωτῶν, δὲν ἀρκοῦσιν οἱ τεταγμένοι σκοποὶ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς εἰσόδους τοῦ Βουλευτηρίου, εἰς τὰς ἐσωτερικὰς εἰσόδους τῆς αἰθούσης, ἀλλὰ καὶ πολυάριθμος δύναμις χωροφυλάκων κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν εὑρίσκεται εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς καὶ εἰς πάσας τὰς γωνίας τοῦ Βουλευτηρίου.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρίσκονται τεταγμένοι διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐλέγξητε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διότι ἔχει φρουρὰν εἰς τὸ Βουλευτήριον, τότε εἰς ἄλλην συνεδρίασιν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον τόση φρουρὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, τὴν φρουρὰν αὐτὴν θὰ τὴν καλῶ.
§170Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τὴν καλῆτε. Ἐγὼ ἀνακοινῶ τὸ πρᾶγμα, καὶ θέλω νὰ συναγάγω ἐκ τούτου συμπεράσματα.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε.
§172Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε αὐτεξουσιότητα εἰς τὴν ἀντίληψίν μου καὶ εἰς τὴν κρίσιν μου.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὑμεῖς οὐδεμίαν ἐπιτρέπετε ἀντίληψιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§174ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλέγχετε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διότι ἔχει πέντε χωροφύλακας εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ Βουλευτηρίου!
§176ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύνασθε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ δώσητε ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας νὰ ἑρμηνεύσητε τὰ πράγματα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν μὲ ἐγκαλέσητε. Δὲν ἐνεκαλέσατε τὸν Πρόεδρον ὅτι κακῶς πράττει.
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι πρόσφατον δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν εὐθύνεται τὸ Προεδρεῖον μόνον. Δὲν πρόκειται ν’ ἀπαγγείλω ἐγὼ μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου. Ἐγὼ παρατηρῶ μίαν κατάστασιν καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ κατὰ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, συνάγω τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ συναγάγω. Ἐλεύθερος εἶναι πᾶς τις νὰ ἑρμηνεύσῃ ἄλλως τὰ πράγματα καὶ ἄλλα συμπεράσματα νὰ συναγάγῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ συναγάγῃ ἀλλοῖα συμπεράσματα, ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι πρὸ τεσσάρων, νομίζω, ἡμερῶν, εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων κατὰ ὥρας μεταμεσονυκτίους διήρχετο μίαν τῶν ὁδῶν, διὰ τῶν ὁποίων διαβαίνουσιν ὡρισμένα ὀχήματα...
§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτά;
§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἷς δὲ ἀστεῖος, φαίνεται, ἄνθρωπος ἀγανακτῶν πιθανῶς διὰ τὰ συμβαίνοντα, λέγει πρὸς αὐτόν: «Καλησπέρα σας· καλῶς ἤλθετε, κύριε Πωλογεώργη»! Ἐπανάστασις αὐτόχρημα παρουσιάσθη ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, διότι ἀπειράριθμα ἦσαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ὁπλιτῶν καὶ βαθμοφόρων, τὰ ὁποῖα προσέτρεξαν νὰ πολιορκήσωσι τὸν πολιτευτήν, τὸν Βουλευτήν, τὸν εὑρισκόμενον μεταξὺ τῆς συζύγου του καὶ τῆς ἀδελφῆς του!
§181ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὰ πιστεύομεν.
§182Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν τὰ πιστεύητε, βλέπω τὸν κ. Βουλευτὴν ἀπέναντί μου καὶ δύναμαι εὐθὺς νὰ τὸν προκαλέσω καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θ’ ἀπαντήσῃ καταφατικῶς.
§183ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§184ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτή, λοιπὸν Κύριοι, εἶναι ἡ ἠρεμία, αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν τόπον, μὲ ἐπιφυλακὰς τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, μὲ ἐπιφυλακὰς τῶν ὁδῶν τῆς πρωτευούσης, μὲ μετακλήσεις συνταγμάτων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, μὲ φρουρὰς πολυαρίθμους καὶ ἀσυνήθεις ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ὁ Πρόεδρος πρὸ ἡμερῶν μόλις μετ’ ἀκρατήτου ὀργῆς ἔλεγε πρὸς ἕνα τῶν κυρίων συναδέλφων ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: «Σᾶς ἐννοῶ, τοὺς συνωμότας, τοὺς στασιαστάς»! Τὰ λέγω ἐγὼ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, τὰ σημειῶ καὶ τὰ ἑρμηνεύω, διότι ἔχω τὸ θάρρος νὰ προκαλέσω οἱονδήποτε νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν διά τινος λόγου, διά τινος πράξεώς μου δὲν ἐξεδήλωσα πάντοτε τὴν ἀκράδαντον ἐπιθυμίαν μου νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἡσυχία εἰς τὸν τόπον τοῦτον, νὰ ὑπηρετηθῇ ἀληθῶς ἡ δημοσία τάξις. Ἀλλὰ δὲν τὴν βλέπω ὑπηρετουμένην καὶ ἐξασφαλιζομένην τὴν ποθητὴν τάξιν, καὶ δὲν τὴν βλέπω, διότι βεβαιότατα εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ πολίτευμα, διότι βεβαιότατα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Συνέλευσις αὕτη τὰς ἐργασίας αὑτῆς ὡς Σῶμα νομοθετικόν, μία Συνέλευσις κληθεῖσα ἐπὶ τῷ ἀποκλειστικῷ σκοπῷ ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ πρὸς οὐδὲν ἄλλο, διότι, λέγω, εὑρισκόμεθα βεβαιότατα ἐκτὸς τοῦ πολιτεύματος μὲ Βουλὴν μονομερῆ, ἀποτελοῦσαν ἁπλῶς μίαν παμψηφίαν. Εἶναι λόγος οὗτος, Κύριοι, μετριοφροσύνης· μὴ παρεξηγεῖτε αὐτούς. Εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος ἄσπονδος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ὁ πολιτικὸς τοῦ κύρους τῆς ἐπιβολῆς, τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς γενικῆς, ὥστε νὰ διαφωτίσω τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ συγκρατῶ αὐτήν, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ μετάσχω εὐθύνης τινός. Ἀλλ’ εἶμαι πάντως πολίτης καὶ Βουλευτὴς βλέπων τὰ συμβαίνοντα, παρατηρῶν τὴν κατωφέρειαν, πρὸς τὴν ὁποίαν φερόμεθα, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις οὔτε Βουλὴ δυναμένη ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ Κρητικὸν ζήτημα εἰς ὀξύτατον ὡς ἔφθασε σημεῖον.
§185Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καὶ Κυβέρνησις ὑπάρχει καὶ Βουλὴ καὶ λαός. Τί εἶναι αὐτὰ ποῦ λέγετε;
§186Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§187Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ πρώτη φορά, Κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἡγούμενοι τοῦ σημερινοῦ Κρητικοῦ κινήματος ἠπείθησαν εἰς τὰς συμβουλάς, εἰς τὰς διαταγὰς θέλω νὰ εἴπω, τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Ἠπείθησαν οἱ φιλοβασιλικώτατοι καὶ συντηρητικώτατοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀπειθείᾳ ταύτῃ ὑπάρχει μόνον ἡ ἀσέβεια ἐκ μέρους ἐκείνων πρὸς τὸν συμβολίζοντα τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα; Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως, ἡ ἡγουμένη τῆς παμψηφίας μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἡ Κυβέρνησις τῆς πυγμῆς, τοῦ θάρρους, τῆς ἐπιβολῆς τοῦ κράτους τῶν νόμων, ἡ Κυβέρνησις ἡ ἄκαμπτος, ἡ φοβερὰ καὶ τρομερὰ Κυβέρνησις ἠνείχετο νὰ διαβιβάζῃ τὰς συμβουλὰς αὑτῆς ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων δι’ ἑνὸς ἰδιώτου καὶ εὑρίσκει ἐν ἑαυτῇ ἀκόμη τὸ κῦρος νὰ διευθύνῃ τὴν χώραν καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὸ Κρητικὸν ζήτημα! Τίς ἀγνοεῖ ἐξ ὑμῶν, τίς ἐκ τῶν Ἑλλήνων δὲν ἐπληροφορήθη ὅτι ἀνὴρ κατὰ πάντα ὑπέροχος καὶ πολίτης κατὰ πάντα σεβαστὸς καὶ χρηστότατος, ἀλλ’ ἰδιώτης πάντοτε, ὁ κ. Στέφανος Σκουλούδης, εἶναι ἐκτελεστὴς τῶν συμβουλῶν καὶ διαταγῶν τῆς Α. Μεγαλειότητος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀναμένει νὰ ἴδῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας ἐκείνης, διὰ νὰ κρίνῃ, ἂν θὰ παραμείνῃ ἀκόμη εἰς τὴν Ἀρχήν, ἵνα κανονίσῃ τὰ ζητήματα τῶν ἐκλογῶν; Ἀλλ’ εἶναι ἡ ἄλλη ἄποψις τοῦ ζητήματος· Θὰ παρασυρθῇ, λέγουσι, τὸ Κράτος εἰς πόλεμον! Εἶναι ἡ λογικὴ τῆς ἀψόγου στάσεως. Δὲν θέλω νὰ εἴπω Κύριοι, τὸ ἀληθὲς ἄλλως τε, τὸ ἀκριβὲς καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Τουρκία καὶ κατὰ τὸ 1885 ἠνείχετο νὰ ἐπιστρατευώμεθα ἐπὶ 8 μῆνας ὁλοκλήρους, νὰ προκαλῶμεν κατά τινας ἡμέρας ὁλόκληρον τὸν συνασπισμὸν τῆς Εὐρώπης, νὰ διαλαλῶμεν ἀνὰ τὸν κόσμον σύμπαντα ὅτι θὰ εἰσβάλωμεν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἤπειρον καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ἀπεστάλη ἀπειλητικὴ διακοίνωσις· καὶ αἱ συμπλοκαὶ ἐγένοντο μόνον ἀφοῦ ἠρχίσαμεν αὐτὰς ἡμεῖς. Καὶ κατὰ τὸ 1897 ἀπεβιβάσθησαν τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος ἐν Κρήτῃ, ἐκηρύξαμεν ἐπιστράτευσιν, ἠπειλήσαμεν ν’ ἀνάψωμεν πυρκαϊὰν ἀνὰ τὴν Ἀνατολήν, ἐπληρώσαμεν στρατευμάτων τὰ Θεσσαλικὰ πεδία, καὶ ὁ πόλεμος ἤρξατο μόνον ὅτε διετάχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σώματα ἀνταρτικὰ νὰ εἰσελάσωσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν μᾶλλον προσφάτων γεγονότων. Οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ τις νὰ ἀρνηθῇ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ προσήκουσα ἦτο ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους τούτου· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὡσαύτως ὅτι αἱ προκλήσεις τῆς Τουρκίας, αἱ ἀπειλαὶ αὐτῆς καὶ ἀκολούθως αἱ διακοινώσεις αἱ ἐξευτελίζουσαι τὸ Κράτος τοῦτο, ἡ ἐπανάστασις κατόπιν τῶν διακοινώσεων ἐκείνων, ἀφοῦ εἶχεν ἐπέλθει ἡ πτῶσις μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἐπηκολούθησεν ἡ πτῶσις μιᾶς ἄλλης, ὅτι πάντα ταῦτα, ἡ συρροὴ αὐτῶν τῶν γεγονότων ἐπῆλθε μόνον ὅτε ὑπῆρξε κυβερνήτης τις, ὅστις διεξήγαγεν ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης διαπραγματεύσεις καὶ ἠθέλησε νὰ προσανατολίσῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους τούτου ἀναφορικῶς πρὸς τὸν καταμερισμὸν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Μετὰ τοῦτο εἴχομεν τὴν συρροὴν τῶν γεγονότων, τὰς πτώσεις τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, ἔπειτα τὴν ἐπανάστασιν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τί; Τί, ἐρωτῶ; Τὴν μάχαιραν ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, «διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνθρωπίνη δύναμις ἱκανὴ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς Κρῆτας, ὅπως ἔλθωσι καὶ συμπαρεδρεύσωσι μετὰ τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν»! Ἀλλ’ ὅτε κατωρθώθη νὰ πέσῃ καὶ ἡ τρίτη Κυβέρνησις, νὰ ἔλθῃ Κυβέρνησις ἡ ἀρεστὴ πρὸς τὸν ἐκ Κρήτης μετακληθέντα σωτῆρα, εὐθὺς ἀμέσως ἡ περίεργος διακοίνωσις τῶν Δυνάμεων, ἡ ἀληθῶς περίεργος, ἡ ἀληθῶς σημαντικωτάτη, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, εὐθὺς ἀμέσως πλέον καταπαύουσιν αἱ ἀπειλητικαὶ διακοινώσεις τῆς Τουρκίας, καταπαύουσι τὰ ῥαπίσματα κατὰ τοῦ Κράτους, παύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς νὰ λέγῃ «δὲν ὑπάρχει ἀνθρωπίνη δύναμις ἱκανὴ νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ, ὅπως συμπαρεδρεύσωμεν μεθ’ ὑμῶν», καὶ εὐθὺς ἀμέσως αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι, πρὸς τὰς ὁποίας κατὰ τὴν παρασκηνιακὴν συμφωνίαν δὲν θὰ προέκειτο νὰ προσανατολισθῶμεν, ὡς ἀποτελοῦσαι, λέγω, τὴν τετράδα τῶν Προστατίδων Δυνάμεων, ἀπευθύνουσι τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦσαν βαρύταται αἱ συνέπειαι, ἐὰν ἐτόλμων οἱ Κρῆτες Βουλευταὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα τὰ ἀναμφισβήτητα, τὰ ἱστορικά, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι οὐχὶ πλέον περίεργος, οὐχὶ περιεργοτέρα, οὐχὶ περιεργοτάτη, ἀλλ’ ἄτοπος ἡ γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὤφειλον οἱ Κρῆτες, οἱ ἡγούμενοι τοῦ σημερινοῦ κινήματος, νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς συμβουλὰς καὶ τὰς ἐπιταγὰς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Νὰ παρασυρθῇ τὸ Κράτος εἰς πόλεμον; Ποῦ εἴδετε τὰς ἀπειλὰς τοῦ πολέμου; Εἴδετε ἕνα στρατιώτην Τοῦρκον βαίνοντα πρὸς τὰ σύνορα;
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θιγόμενα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσωσιν ἄλλο τι ἢ μόνον ὑποκριτικοὺς γέλωτας, ἢ ἄλλως δάκρυα, ἐὰν ἄλλαι ὑπῆρχον συνειδήσεις. Ἀλλὰ ποία ἀκόμη πολιτικὴ σωφροσύνη, ποία ἐθνικὴ πολιτική, ποία ἀξιοπρέπεια Κυβερνήσεως, ποία ἀξιοπρέπεια προσωπικὴ ἐπιτρέπει εἰς ἕνα κυβερνήτην νὰ λέγῃ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα εἰς ἕνα λαὸν νὰ φοβῆται τὸν πόλεμον, εἰς ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει προορισμὸν συχνὰ νὰ ἐπιθυμῇ τὸν πόλεμον; Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Κράτους τούτου, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή, αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογία τῆς ἱδρύσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ὑπάρξεώς του, νὰ θεωρῇ διαρκῶς προσεχῆ τὸν πόλεμον. Ὁ λαὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ σέβηται τὴν Κυβέρνησίν του, νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὰς διαταγὰς καὶ τὰς συμβουλὰς αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ἀξιοπρέπειαν, ὅταν θέλῃ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτῆς, ἢ ὅταν θέλῃ νὰ ἐξυπηρετήσῃ σκοτίαν πολιτικὴν ἐμβάλλουσαν τὸν πανικὸν εἰς ἕνα λαόν, τοιοῦτον ἔχοντα προορισμόν.
§190Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν λέγει νὰ φοβῆται· λέγει νὰ παρασκευάζηται.
§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ εἴπῃ: «Τί; Θέλετε νὰ παρασυρθῶμεν εἰς πόλεμον;».
§192Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τί ἄλλο ἠθέλετε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τὸν πόλεμον;
§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί ἄλλο ἤθελον νὰ εἴπῃ; Πρῶτον ἤθελον νὰ εἴπῃ τοῦτο τὸ ἀληθὲς κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν οὔτε τὸ ἐλάχιστον νέφος εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ ὁρίζοντος, νέφος πολεμικόν, ὅτι ἑπομένως ἦτο ἀδικαιολόγητος καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑποψία καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι ἦτο δυνατὸν τὸ Τουρκικὸν Κράτος ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ν’ ἀποφασίσῃ πόλεμον. Πρῶτον τοῦτο κατὰ τὴν σημερινὴν περίστασιν, ἀλλ’ εἶχον ἐπὶ πλέον τὴν ἀξίωσιν, ὅπως μηδεμία Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ ἔρχηται ἐνταῦθα καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἔμμεσον ἢ ἄμεσον ἐμβάλλῃ τὸν πανικὸν εἰς τὸ ἔθνος. Αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἀξιοπρεπεῖς δὲν παρέχουσιν αἰτιολογίας μέχρι τῶν ἐλαχίστων λεπτομερειῶν τῆς πολιτικῆς των, τῆς ἐξωτερικῆς των πολιτικῆς εἰς τὴν δημοσιότητα. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν ἀπάντησιν; Εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει τοῦτο; Τὸ ἔγγραφον ἀνεγνώσθη, τὸ ἔγγραφον ἐχειροκροτήθη, ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ προυκάλεσεν ἐπευφημίας. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Κρῆτες Βουλευταί, πρὸς τοὺς ὁποίους τόσας ἔδωκε συμβουλὰς ἀνδρισμοῦ ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔδωκε τόσας συμβουλὰς αὐταπαρνήσεως, ἐν τῷ μεταξὺ εὑρίσκονται αἰχμάλωτοι. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅπως δώσωσιν ὑπόσχεσιν τιμῆς ὅτι δὲν θὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα. Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ μένωσιν αἰχμάλωτοι ἐπὶ πόσον χρόνον; Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ παρεμβῇ ἡ Κυβέρνησις ἡ βενιζελική, ὅπως ἀπελευθερώσῃ αὐτοὺς τῆς αἰχμαλωσίας; Δὲν θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν: «Οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ ὅ,τι ὑμεῖς ἐπεθυμήσατε, ὅ,τι ὑμεῖς ἐνεδείξατε, ὅ,τι εἴπετε καὶ ὑπεστηρίξατε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅ,τι συμφέρει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος; Ἐφ’ ὅσον δὲν δίδουσιν εἰς ἡμᾶς λόγον τιμῆς ὅτι δὲν θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἡμεῖς, ἵνα ἐξυπηρετήσωμεν τὴν πολιτικήν σας, ἔχομεν ὅλην τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν προθυμίαν νὰ κρατήσωμεν αὐτοὺς αἰχμαλώτους»; Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ ἐξακολουθῇ νὰ διευθύνῃ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν, ὡς Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους;
§194Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Πῶς κρατοῦνται ἀκόμη;
§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς ἀντίθετοι τοῦ Βενιζελισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, ὡς προσπαθοῦντες ν’ ἀνακόψωσι τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως!
§196Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἡ παγκόσμιος Ἱστορία οὐδέποτε ἀνέγραψε τοιοῦτον γεγονός.
§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ ν’ ἀπαντήσωμεν ἀποφατικῶς ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐχειροκροτήσαμεν καὶ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τοῦ ὁποίου ἐπευφημήσαμεν; Πράξατέ το λοιπόν! Πράξατέ το. Οἱ ἄνθρωποι τῆς πυγμῆς καὶ τοῦ θάρρους τῆς γνώμης τὸ εἶπον πρὸ ἡμερῶν. Διατί δὲν τὸ λέγουσι καὶ σήμερον;
§198ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ λέγουσι καὶ σήμερον.
§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πράξατέ το λοιπόν· προκαλέσατε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδητε τὴν πολιτικήν σας τὴν ἐθνικὴν οἱ ἄνδρες τῆς πυγμῆς, τοῦ θάρρους καὶ τῆς ἐπιβολῆς, οἱ ἀποκαλοῦντες πρὸ ἡμερῶν τὸ κίνημα ἀπονενοημένον! Ὅτε λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀποσιωπῶσα τὸ πρᾶγμα ἀποφεύγουσι νὰ ἐκφράσωσι γνώμην ὡς Σῶμα πολιτικὸν κατὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἵνα τηρήσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀξιοπρέπειαν, ἵνα εἴπωσιν ὅτι ἀποτελοῦσι Σῶμα πολιτικὸν καὶ οὐχὶ σύλλογον φιλολογικόν, ὅτε δὲν δύνανται ν’ ἀπαντήσωσιν ἀποφατικῶς, ὅτε δὲν δύνανται ν’ ἀπαντήσωσι καταφατικῶς, ὅτε ἔχει χάσει τὸ κῦρος αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπέναντι τῶν Κρητῶν καὶ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, ὅπως μεσολαβήσῃ πρὸς σωτηρίαν τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν τῶν αἰχμαλώτων, ὅτε ἡ δημοσία τάξις παρ’ ἡμῖν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται, ὅτε εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν πολὺ πέρα, πρέπει ἢ δὲν πρέπει ἄλλος νὰ ἔχῃ τὸν λόγον; Ὡς πολίτης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν ῥυθμιστὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἔχω τὸ δικαίωμα εὐλαβῆ ν’ ἀπευθύνω ἀναφορὰν πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ εὐθύνης πολιτικῆς· ἐκεῖ ὅπου κινδυνεύει ἡ ἐθνικὴ ἑνότης κινδυνεύει ἡ δικαιολογία τῆς ὑπάρξεως ἐκείνου, ὅστις τὴν συμβολίζει.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάρθης.
§201Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην, ἂν δὲν σφάλλωμαι, εἶχε προβῆ εἰς δηλώσεις ὅτι θὰ δεχθῇ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, ἐνῷ κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν ἔρχεται ἀντιθέτως πρὸς ὅσα εἶπε καὶ δηλοῖ ὅτι οὐδόλως θὰ συμμετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις. Κατόπιν τῆς δηλώσεως ταύτης ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα ν’ ἀπόσχωμεν καὶ νὰ μὴ μετάσχωμεν τῆς συζητήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον κυρίως ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι διὰ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ οὐδὲν ἕτερον τελεῖ εἰμὴ νὰ διαλύσῃ τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Αὐτὰ καὶ μόνον εἶχον νὰ προσθέσω.
§202Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μὲ ἐγγράψητε, ὅπως δευτερολογήσω συνεπείᾳ παρατηρήσεών τινων τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ καὶ διακοπῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος κ. Πατσουράκος καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος κύριος Βάρθης ὀρθῶς ἀντιληφθέντες τὰ τῆς ὑποθέσεως παρῃτήθησαν τοῦ λόγου κατόπιν τῶν τελευταίων δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι φυσικὸν νὰ μιμώμεθα τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐν τῷ τρόπῳ τῆς σκέψεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινοβουλευτικὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ εἰμὴ νὰ προσθέσω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν ταύτην· τὴν συζήτησιν ταύτην προεκάλεσε τὸ ἔγγραφον τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ χειροκροτημάτων ὑπεδέχθη ἡ Βουλή· τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο ἐγένετο, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτὸς ὡς Πρωθυπουργὸς ἐλάμβανε δεύτερον ἔγγραφον, μᾶς εἶπε δ’ ὅτι καὶ τὰ ὅρια καὶ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἐξωτερικῶν θεμάτων ἐπαφίεται ἀπολύτως εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω δ’ ἐνταῦθα τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμιζεν ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅπως ἀμέσως γίνῃ ἡ συζήτησις, ἀναβληθῇ αὕτη διὰ τὴν σήμερον Πέμπτην. Ἡμεῖς δὲ οὐδεμίαν ἐπὶ τούτου εἴχομεν ἀντίρρησιν ν’ ἀναβληθῇ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον καὶ ἀφορμήν, ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι δὲν δύναται νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως καὶ δὴ ἐπὶ ὁρίων συζητήσεως, τὰ ὁποῖα παρεκαλέσαμεν νὰ διαγράψῃ. Τοῦτο παρέσχεν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους ἀφορμὴν νὰ εἴπωσιν ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν καὶ νὰ μὴ ἀσχολώμεθα εἰς συζήτησιν κοινοβουλευτικήν, ἡ ὁποία οὐδένα εἶχε σκοπὸν καὶ εἰς οὐδὲν θ’ ἀπέληγεν ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ δηλώσωμεν ὅτι ἐκάμαμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ γενόμενον πρὸς ἡμᾶς, πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἔγγραφον. Κατόπιν τούτου ἦτο φυσικὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δύναται ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ προΐδῃ ὅτι δὲν θὰ τῇ ἦτο ἐπιτετραμμένον λόγῳ τοῦ συμφέροντος, τοῦ ὁποίου τὴν σημασίαν καὶ τὴν δύναμιν ἡ ἰδία δύναται νὰ κατέχῃ, νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ὥρισε. Καὶ ἡμεῖς συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς διεγράψαμεν, ὅτι οὐδόλως εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκφεύγωμεν εἴτε τῆς συζητήσεως εἴτε τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἐξωτερικοῦ θέματος καὶ δὴ ἐκκρεμοῦς καὶ δὴ τοιαύτης λεπτότητος, οἷον τὸ Κρητικόν, ἠναγκάσθημεν νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ λόγου. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ μετὰ δύο ἄλλων συναδέλφων παρῃτήθην ὡσαύτως.
§203Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτε ἀνεγνώσθη τὸ ἔγγραφον, ἐδήλωσα ὅτι δέχομαι συζήτησιν, ἐδήλωσα δ’ ὅτι ἐμμένω ἐντελῶς εἰς τὰς αὐτὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ἠρνήθην νὰ δεχθῶ συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ κύκλου τοῦ προσήκοντος καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλα θέματα.
§204Γ. ΠΩΠ. Μᾶς ἐνδιαφέρει τοῦτο τὸ γεγονὸς καὶ τοῦτο τονίζω, ὅτι θεωροῦμεν ἐντελῶς φυσικὴν καὶ λίαν εὔλογον τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ν’ ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως....
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§206Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ζητῶ τὴν εὐμένειάν σας δι’ ὀλίγα λεπτά. Ἴσως εἶναι ἡ τελευταία φορά, καθ’ ἣν ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως, διότι πολιτευόμενος ὡς πολιτεύομαι βεβαίως ἔχω ἀσφαλῆ τὴν ἀποτυχίαν. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ καὶ ὅσοι παρηκολούθησαν τὸ ἔργον αὐτῆς ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Συχνὰ ὑπῆρξα ἀντίπαλος, καὶ ἀντεπολιτεύθην αὐτὴν εἰς πλεῖστα ζητήματα, εἰς τὸ σημερινὸν ὅμως ζήτημα, ζήτημα ἐθνικῆς ἀπόψεως καὶ σπουδαιότητος ὑψίστης, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ταχθῶ μὲ τὸ μέρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὕτη κατὰ τὴν γνώμην μου εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ. Δὲν ὁμιλῶ, ὅπως ἐξυπηρετήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πολὺ ἐνδεχόμενον οἱ λόγοι μου νὰ ἐρεθίζωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, χειριζομένης τὸ Κρητικὸν ζήτημα ὡς τὸ χειρίζεται σήμερον, ν’ ἀπαρέσκῃ εἰς αὐτόν. Τὸ καθῆκον ὅμως πάσης Κυβερνήσεως ὑπευθύνου εἶναι νὰ πράττῃ τὰ συμφέροντα, τὰ πρέποντα καὶ ὄχι τὰ ἀρέσκοντα. Κυβέρνησις ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος ἔχει ὑποχρέωσιν ἱερὰν οὐδὲν νὰ ἐπηρεάζῃ αὐτὴν ἀντικείμενον πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον. Τώρα ἐρωτῶ· πῶς ἔρχονται νὰ σπρώξωσι τὸ Κράτος πρὸς πόλεμον διὰ τῆς καθόδου τῶν Κρητῶν, ἥτις, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ πρὸ διετίας ἢ τριετίας, σήμερον, ὡς ἔχει ἡ διεθνὴς κατάστασις, ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ ἐθνικῶν συμφορῶν; Τοῦτο βεβαίως δὲν ἐμποδίζει ἡμᾶς, καὶ ἐπιβάλλεται μάλιστα νὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν ὅτι, ἂν σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται, κύριον εἰς ἡμᾶς ἀπομένει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῶμεν αὐτούς. Καὶ ἡ σημερινὴ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην καὶ ἀπόφασιν αὐτῆς, ἀλλὰ ταῦτα πάντα κανονίζει ἡ σκληρὰ πραγματικότης, αὐτὰ τὰ γεγονότα, αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Θέλετε νὰ δεχθῶμεν τοὺς Κρῆτας; Τοὺς δεχόμεθα, ἀλλ’ ἀσφαλῶς ἡ Κρήτη θὰ μείνῃ ὡς εἶναι σήμερον, χωρὶς ν’ ἀποκλείηται ἡ ἐπιδείνωσις, διότι αἱ συνθῆκαι αἱ διεθνεῖς ἐπιβάλλουσι τοῦτο, ἡ θέσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος σήμερον σημαίνει τελείαν ἐκμηδένισιν τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος τῆς Τουρκίας, τὸ ὁποῖον παντὶ σθένει αὕτη θέλει ν’ ἀποφύγῃ. Θέλετε πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ προκύψῃ; Ἐγὼ δέχομαι νίκην Ἑλληνικήν, παραδέχομαι ἀκόμη τὸν Ἑλληνικὸν Στρατὸν παρελαύνοντα νικηφόρον. Τί ἔχομεν νὰ κερδήσωμεν; Τίς ἐγγυᾶται ὅτι οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Σέρβοι καὶ οἱ Ῥωμοῦνοι δὲν θὰ κινηθῶσι; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῖος ἄνθρωπος, ποία Κυβέρνησις, ποία Βουλὴ θὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τόσους ἐχθρούς; Καὶ συμφέρει; Συμφέρει σήμερον τὴν Ἑλλάδα νὰ θέσῃ ἐπὶ τάπητος τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα; Καὶ δὲν συμφέρει εἰς ἡμᾶς πάντας ἐλευθέρους καὶ ὑποδούλους, ὅπως τὸ ἐν Τουρκίᾳ καθεστὼς παραμένῃ ἐφ’ ὅσον τὸ δυνατὸν μακρότερον, ὅπως δοθῇ εἰς ἡμᾶς καιρὸς ν’ ἀνασυντάξωμεν τὰς πολεμικὰς ἡμῶν δυνάμεις; Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Κρήτη ὅτι δὲν εἶναι ἡ Τουρκία ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν, ἀλλ’ ἄλλοι ἐποφθαλμιῶντες εἰς πρώτην εὐκαιρίαν τὴν κατάκτησιν Ἑλληνικῶν χωρῶν. Ὡμίλησα, Κύριοι, χάριν τῆς Ἱστορίας. Οἱ λόγοι μου ἐὰν ἀκουσθῶσιν, ἔχει καλῶς, ἀλλά, ἐὰν τὸ ἀντίθετον συμβῇ, ἀσφαλῶς, χωρὶς νὰ εἶμαι μάντις, συμφοραὶ θὰ ἐπισωρευθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἐλευθέρου καὶ ἐπὶ τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ.
§207Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἐνθουσιώδη κ. συνάδελφον ἔχων τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλε ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τῆς Κρητικῆς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὸ ἔργον τοῦτο.
§209Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις κάμνει ὅ,τι θέλει.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν κάμνει ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι θέλει· τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου διέπονται ὑπὸ Κανονισμοῦ, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἀνεκοινώθη τὸ ἔγγραφον.
§211Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Οὐδὲ ὤφειλε κατ’ ἐμὲ νὰ προκληθῇ συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι τὸ Κρητικὸν ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα πολέμου, εἶναι ζήτημα διεθνοῦς δικαίου, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα τὴν ὁδόν, ἣν ἀκολουθεῖ, πολιτευομένη ὡς πολιτεύεται, οὐδὲν ἄλλο πράττει εἰμὴ νὰ πολιτεύηται προδοτικῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα! (διαμαρτυρίαι).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ)