1911.12.01
2,928 rows · 22,540 words · 238 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 181.
Τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1911.
(Δευτέρα, ὥρα 4 καὶ 20′ μ.μ.)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν διενεμήθησαν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν μέχρις οὗ διανεμηθῶσιν. Εἶναι τόσον εὔκολον πρᾶγμα, διὰ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν. Θὰ κάμωμεν πρῶτον τὰς ἀνακοινώσεις: 1) Ὁ Ἀπόστολος Λουτζῆς διαμαρτύρεται, διότι κακοποιηθεὶς ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων κατεδικάσθη χωρὶς κἂν νὰ κληθῇ. 2) Διδάκτορες τῆς Νομικῆς Σχολῆς ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου. 3) Ἡ κοινότης τοῦ δήμου Δολόπων τῆς Εὐρυτανίας ζητεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ συγχωνεύσεως πρὸς ἄλλην κοινότητα. 4) Ὁ Παναιγειρατικὸς Σύλλογος Ἀρφαρῶν ἐκφράζει τὴν πλήρη αὐτοῦ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι πορείαν της. 5) Ὁ ἐξ Ἀργυροκάστρου ὁπλαρχηγὸς Θεοδόσιος Πανάτης αἰτεῖται αὔξησιν τοῦ πρὸς αὐτὸν χορηγουμένου βοηθήματος. 6) Κάτοικοι Λαμίας αἰτοῦνται ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους «Μεγάλη Βρύση» καὶ τῶν πέριξ ἑλῶν. 7) Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἰθάκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν κακὴν ποιότητα τοῦ ἄρτου. 8) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἰθάκης Σερ. Ζούλας καὶ Δ. Μητρολιᾶς αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῆς. 9) Ὁ ἐκ Μπελοκομμυτίου Κ. Παραθύρας διαμαρτύρεται κατὰ παρανομιῶν τοῦ ὑπενωματάρχου Σκυλάκα Ἀναστ. 10) Κάτοικοι Βρεσθένων αἰτοῦνται κατασκευὴν ὁδοῦ. 11) Κάτοικοι Ἁγ. Παντελεήμονος αἰτοῦνται προσάρτησιν τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Δημ. Χρυσοστάλης ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τῆς ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1911 προτάσεως νόμου τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀγαπητοῦ «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Β. Δ. τῆς 29ης Μαρτίου 1835 περὶ πωλήσεως ἰατρικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Θρ. Πετμεζᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ πληρωμῆς ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἀλκ. Θανόπουλος καὶ Δ. Χ. Δεδούσης αἰτοῦσιν ἄδειαν ἀπουσίας ὁ μὲν 20ήμερον, ὁ δὲ μηνιαίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῆς διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Βασιλ. Πρεσβείας. Δι’ αὐτοῦ ζητῶ τὴν κατάργησιν τοῦ ὑφιστῶτος νόμου, νόμου ὅστις ἥνωνεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ διερμηνέως τῆς Πρεσβείας πρὸς τὴν τοῦ Γενικοῦ Προξενείου. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ πεῖρα κατέδειξαν ὅτι ἄστοχος καὶ ἐντελῶς ἄσκοπος ὑπῆρξεν ἡ ἕνωσις τῶν δύο τούτων ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χωρίζονται αἱ ὑπηρεσίαι αὗται, χωρὶς ν’ ἀπαιτηθῇ οὐδεμία περαιτέρω δαπάνη. Ταυτοχρόνως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως θέσεως διαγγελέως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ ἀνάγκη ἱδρύσεως τοιαύτης θέσεως προκύπτει κυρίως ἐκ τῆς πείρας τῶν πραγμάτων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῇ ἡ θέσις αὐτή, διότι πολλάκις εὑρίσκεται τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦτο μὲν ν’ ἀποστείλῃ ἔγγραφα ἐμπιστευτικὰ εἰς πρεσβείας καὶ εἰς προξενεῖα, τοῦτο δὲ διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ προφορικῶς ἐνίοτε ν’ ἀνακοινώνῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνακοινώνῃ ἄλλως. Ἡ ἵδρυσις τοιαύτης θέσεως θὰ συνεπαγάγῃ ἀληθῶς δαπάνην 6,000–7,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι παραγωγική, διότι πρόκειται περὶ θέσεως, ἡ ὁποία πρέπει χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους νὰ ἱδρυθῇ, ἐλπίζω δ’ οὕτως ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ ταῦτα. Καταθέτω τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ κατατεθέντα νομοσχέδια κατὰ τὸν Κανονισμὸν δέον νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Τὴν ἐπιτροπὴν θὰ ἐκλέξῃ ἡ Βουλὴ ἢ ἐξουσιοδοτεῖ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ καταρτίσῃ τοιαύτην;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Πρόεδρος νὰ καταρτίσῃ τὴν ἐπιτροπήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπονται τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διαρκῆ ἐπιτροπήν. Διατάσσεται ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὐτῶν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Μ. Μπουφίδης ἀναβάλλει κατ’ αἴτησίν του. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κωσταρίτσης κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Βωμέας.
§8Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ ἐπισύρῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κωσταρίτσης ἐκπατρίζονται ὁλονέν, μένουσι δ’ ἐν αὐτῷ αἱ γυναῖκες αὐτῶν. Τὰ ἀποσπάσματα εὑρίσκοντα ἐκεῖ καλλίτερον καταφύγιον καὶ καλλιτέραν καλοπέρασιν εἰσέρχονται εἰς τὰς οἰκίας, καὶ κοιμῶνται ἐνίοτε εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δωμάτιον ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια καὶ ὁ παρεπιδημῶν μουσαφίρης χωροφύλαξ. Ὡς ἐκ τούτου εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἱδρύσωσι ξενῶνα, τοῦτο δὲ δυσηρέστησε τὸν κ. ἐνωμοτάρχην, ὁ ὁποῖος δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑβρίζῃ καὶ νὰ διαπράττῃ παντὸς εἴδους ὄργια, τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι ἀναφέρουσιν ὀνομαστὶ ἐν τῇ ἀναφορᾷ των. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τῆς πληγῆς ταύτης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς Ἰωάννας Ῥίχτερ, διὰ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τί ἐνηργήθη, ὅπως ἀποδώσῃ αὐτῇ τὰ ἔπιπλά της ὁ ἐν Στοκχόλμῃ ἡμέτερος πρόξενος.
§10Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ κ. Ἰωάννα Ῥίχτερ ὑπέβαλεν αἴτησιν τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ, ὅπως ἀποδώσῃ αὐτῇ τὰ κατακρατούμενα ἔπιπλά της ὁ ἐν Στοκχόλμῃ ἡμέτερος γενικὸς πρόξενος, αἰτιᾶται δὲ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ὡς ὑστερήσαντος νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν του εἰς αὐτήν. Ἐκ τοῦ ὀγκώδους φακέλου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνακοινῶ πρὸς ὑμᾶς τὰ ἑξῆς: «Ἡ ὑπόθεσις εἶναι παλαιά. Ὁ Σουηδὸς ὑπήκοος κ. Ῥίχτερ ἦλθεν εἰς γάμον μὲ τὴν Ἑλληνίδα Καν Βαφία. Ὁ Ῥίχτερ κατὰ τὸ 1907 ἐζήτησε τὸ διαζύγιόν του. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς κ. Ῥίχτερ, τὸ γένος Βαφία, ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Στοκχόλμῃ ἔλαβεν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐντολὴν νὰ παράσχῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὴν κ. Ῥίχτερ, μολονότι ἡ κ. Ῥίχτερ λόγῳ τοῦ γάμου αὑτῆς ἐγένετο ὑπήκοος Σουηδὴ καὶ ἡ παρεμβολὴ τοῦ Ἕλληνος προξένου δὲν ἦτο νόμιμος. Τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον ἠθέλησε νὰ παράσχῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὴν κ. Ῥίχτερ καὶ δι’ αὐτὸ ἐνετείλατο τῷ γενικῷ προξένῳ νὰ παράσχῃ πᾶσαν προστασίαν, καὶ παρέσχε τοιαύτην ἀκεραίαν καὶ ἀρτίαν ὁ κ. γενικὸς πρόξενος, ὅστις εἶναι γνωστὸς διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχε καὶ παρέχει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διορίσας δικηγόρον καὶ παρεμβὰς εἰς τὴν ὑπόθεσιν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ διαζυγίου. Τοῦτο εἶναι τοσοῦτο βέβαιον, ὥστε ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Σουηδίας ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτὸν ἔγγραφον, ἀντίγραφον τοῦ ὁποίου ἔχω ἐδῶ, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἀναμιγνύηται εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, διότι εἶναι ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι Σουηδοὺς ὑπηκόους, καὶ παρεκάλει αὐτὸν ν’ ἀπόσχῃ. Ἀλλ’ ἡ κ. Ἰωάννα Ῥίχτερ αἰτιᾶται κυρίως τὸν γενικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Στοκχόλμῃ, διότι ζητεῖ οὗτος δαπάνας τινάς, καταβληθείσας ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ δικηγόρου καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ διερμηνέως, διότι ὁ ἐκεῖ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος δὲν γνωρίζει τὴν Ἑλληνικὴν καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ διερμηνεὺς καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα συμβιβασμοῦ ἐνώπιον τοῦ ἱερέως, δι’ ἀντιγράφων πρακτικῶν καὶ ἄλλων ἀφορώντων τὴν δίκην. Δικαιολογεῖ δὲ ὁ πρόξενος τὰς ἐν λόγῳ δαπάνας προσάγων τὰς σχετικὰς ἀποδείξεις, αἵτινες εὑρίσκονται ἐν τῷ φακέλῳ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὡς ἀνωτέρω δαπανῶν τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ γενικοῦ μας προξένου ζητεῖται ὑπ’ αὐτοῦ καὶ δαπάνη 279 φράγκων ὡς μισθώματος ἀποθήκης, ἐν ᾗ κατετέθησαν τὰ ἔπιπλα τὰ κοινὰ τέως τοῦ συζύγου καὶ τῆς συζύγου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὴν δαπάνην αὐτὴν δὲν ὤφειλε νὰ ὑποστῇ ἡ κ. Ῥίχτερ κατὰ τὸ ἥμισυ, δεδομένου ὅτι κατὰ τὸ ἄλλο ἥμισυ ὑπέστη αὐτὴν ὁ σύζυγος. Ἡ κύρωσις ὅμως, ἐκτὸς τῶν ἤδη ἐκτεθέντων, τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος ἐν Στοκχόλμῃ ὄχι μόνον δὲν ἠμέλησε τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ἀλλὰ παρέσχεν ἀρτίαν τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν κ. Ῥίχτερ, προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτήσεως τῆς κ. Ῥίχτερ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Βεϊμάρῃ, ὅστις κατὰ παράκλησιν αὐτῆς τῆς Ῥίχτερ διετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ μεταβῇ εἰς Στοκχόλμην, διὰ νὰ παραστῇ εἰς τὴν δίκην αὐτήν, ὁ ἴδιος ἀνομολογεῖ ὅτι ἡ Ῥίχτερ τρὶς ἤδη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δίκης διώρισε νέον δικηγόρον, φρονεῖ δ’ ὅτι πρέπει αὕτη νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς δίκης. Ἠδυνάμην νὰ ἐκταθῶ περισσότερον καὶ ν’ ἀνακοινώσω πλεῖσθ’ ὅσα ἐκ τοῦ φακέλου τούτου, διὰ νὰ πείσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι αἱ αἰτιάσεις τῆς Ῥίχτερ εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμοι· ἀλλ’ ὅσα ἀνεκοίνωσα ἀρκοῦσι. Τοῦτο δὲ μόνον προσθέτω, ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος πάντοτε διεξήγαγε τὴν προστασίαν τῶν ὑπηκόων ἀρτιώτατα, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον. Κατ’ ἀκολουθίαν αἱ αἰτιάσεις τῆς Ῥίχτερ, ἥτις τελευταίως διετύπωσε προφορικῶς καὶ ἀξίωσιν, ὅπως καταβάλῃ τὸ Δημόσιον τὰ ἔξοδα τοῦ μισθώματος τῶν ἐπίπλων, εἶναι ὅλως ἀστήρικτοι, ἀδίκως δ’ ἀντὶ ἐπαίνου προσάπτεται μομφὴ εἰς ὑπάλληλον καὶ δὴ ξένον ἄμισθον ἐν Στοκχόλμῃ, ὅστις γνωρίζει νὰ ὑπηρετῇ ὡς ὀφείλει τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα.
§11Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν γνωρίζω καλῶς, διότι ὁ δικηγόρος τῆς Ῥίχτερ κ. Μυλωνάκος εἶναι συμπολίτης μου, εἶναι τὰ ἑξῆς. Ἡ κ. Ἰωάννα Βαφία, πρώην Ῥίχτερ, παραπονεῖται ὅτι ὁ ἐν Στοκχόλμῃ ἡμέτερος πρόξενος κατακρατεῖ τὰ ἔπιπλά της, ἅτινα παρέλαβε δυνάμει ἀποδείξεως, ἣν ἔχω ἐνταῦθα, ὅτι παρέλαβε ταῦτα παρὰ τῆς κ. Ἰωάν. Βαφία, πρώην Ῥίχτερ, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ. Παραπονεῖται λοιπὸν αὕτη ὅτι κατακρατεῖ τὰ πράγματα ὁ ἐν Στοκχόλμῃ πρόξενος, ἐνῷ ὤφειλεν ἅμα τῇ αἰτήσει της νὰ τῇ τὰ ἀποστείλῃ. Ὅτι τὰ πράγματα ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι ἔχομεν ἰδιόχειρον ἀπόδειξίν του. Ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτρια αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα κρατεῖ ὁ πρόξενος παρὰ τὸν νόμον, λέγω, εἶναι καὶ ἡ ἑξῆς ἀπόδειξις, ὅτι ὁ πρόξενος δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμολόγησεν ὅτι τὸ Δικαστήριον διένειμε τὰ πράγματα μεταξὺ τῶν συζύγων Ῥίχτερ ὡς κοινά, καὶ ὅτι ἡ Ῥίχτερ δικαιοῦται λαμβάνειν κορώνας 500 ἐκ τῶν πωληθέντων ἐπίπλων, ἀλλ’ αὐτὸς ἀρνεῖται νὰ τὰς ἀποδώσῃ. Πρὸ δύο μόλις μηνῶν ἡ κ. Βαφία, νομίζω, ὑπέβαλεν αἴτησιν διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ λέγει ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ καταβάλῃ τὰς 748 κορώνας, ἃς ζητεῖ ὁ πρόξενος, ἀρκεῖ νὰ τῇ ἀποστείλῃ τὰ πράγματα. Τί δὲ νομίζετε ὅτι ἀπήντησεν ὁ πρόξενος; Ὅτι θὰ τὰ ἀποστείλῃ εὐχαρίστως, ἐνῷ προηγουμένως ἔγραφεν ὅτι εἶχον πωληθῆ. Ὡσαύτως, κύριε Ὑπουργέ, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου, ὅτι ὁμολογεῖ ἐγγράφως ὅτι παρὰ τῆς Ἰωάν. Ῥίχτερ ἔχει ταύτην τὴν στιγμὴν λάβει προκαταβολικῶς διὰ τὴν δίκην τοῦ διαζυγίου μετὰ τοῦ συζύγου της κορώνας 100. Πῶς; Ἔλαβεν 100 κορώνας ἐρχόμενος εἰς ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις πρὸς αὐτήν, συγχρόνως δ’ ἐγγράφως τολμᾷ δι’ ἀποδείξεως, ἣν ἀπέστειλε, νὰ ζητῇ 45 δραχμὰς διὰ διερμηνέα ἐπὶ συζητήσεων, αἵτινες ἀφεώρων τὴν Ῥίχτερ! Τέλος πάντων, κ. Ὑπουργέ, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται Ἑλληνικὸν Προξενεῖον νὰ ζητῇ 48 κορώνας διὰ διερμηνέα εἰς ὑπόθεσιν ὑπηκόου αὐτοῦ, χάριν αὐτῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Ἐξ ἄλλου μόλις ἡ κ. Ῥίχτερ πρὸ δύο μηνῶν ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ καταβάλῃ τὰς 748 κορώνας, τί ἀπήντησεν ὁ κ. πρόξενος; Ἀφοῦ προηγουμένως δι’ ἑτέρου ἐγγράφου ἔλεγεν ὅτι τὰ ἔπιπλα διενεμήθησαν ὡς κοινὰ καὶ δικαιοῦται λαμβάνειν 500 κορώνας ἡ Ῥίχτερ, ἤδη ἔρχεται καὶ ὁμολογεῖ ἐν ἐγγράφῳ ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀφοῦ ἡ κ. Ῥίχτερ εἶναι πρόθυμος νὰ καταβάλῃ τὰς ἐμὰς δαπάνας ἐκ κορωνῶν 748, εἰμὶ πρόθυμος νὰ τῇ ἀποστείλω τὰ ἔπιπλα», ἀφοῦ ἐκ καταλόγου, ἰδίου, ἐννοεῖται, φαίνεται ὅτι ἐδαπάνησε τὸ εἰρημένον ποσόν. Ἐνῷ δηλαδὴ πρῶτον ὡμολόγησεν ὅτι τὰ ἔπιπλα διενεμήθησαν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ὡς κοινὰ καὶ δικαιοῦται λαμβάνειν ἡ κ. Ῥίχτερ 500 κορώνας ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτῶν, ἤδη ἔρχεται καὶ ὁμολογεῖ ὅτι τὰ πράγματα εἶναι εἰς τὴν κατοικίαν του, συνεπῶς θέλει τὰς 700 κορώνας, ἃς δικαιοῦται λαμβάνειν διὰ τὸ ἐνοίκιον, καὶ 48 κορώνας διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ διερμηνέως. Ὅσον ἀφορᾷ ἤδη τὸ διαζύγιον, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιχείρημα σπουδαῖον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ἔχει ἀξίαν, καθόσον ὁ γάμος ἐγένετο ἐν Ζακύνθῳ συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον δὲν θὰ ἔχῃ, ὑποθέτω, μεγάλην σοβαρότητα ἡ βεβαίωσις τοῦ ὅτι τὸ διαζύγιον ἐδόθη, δὲν πιστεύω ἄλλως τε καὶ κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἐδόθη ὑπὸ τῆς Σουηδικῆς Κυβερνήσεως, διότι γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πόσον δυσχερὲς εἶναι νὰ δοθῇ διαζύγιον μάλιστα κατὰ τοὺς προαπαιτουμένους ὅρους ὑπὸ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας.
§12Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Παρακαλῶ δύο λέξεις. Τὰ ἔπιπλα δὲν εἶχον πωληθῆ.
§13Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὡμολόγησε τοῦτο ὁ πρόξενος ἐν ἐγγράφῳ πρὸς ὑμᾶς.
§14Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὄχι· δὲν προκύπτει τοῦτο ἐκ τοῦ φακέλου.
§15Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας.
§16Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ δὲν προκύπτει τοιοῦτόν τι· μέχρι πρό τινος τὰ ἔπιπλα δὲν εἶχον πωληθῆ, ἐζήτει δ’ αὐτὸς νὰ τῷ ἀποδοθῇ τὸ μίσθωμα. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν δαπάνην τοῦ μισθώματος, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ἐπίπλων ἰδιωτικῶν. Ἐζήτησε νὰ τῷ πληρωθῶσι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατέβαλε διὰ δικηγόρους, καὶ τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων διὰ τὴν κράτησιν τῶν ἐπίπλων. Εἶναι πολὺ ὀρθὸν νὰ ζητῇ αὐτὰ τὰ χρήματα ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατέβαλε ταῦτα καὶ δὲν ἐλάμβανε παρ’ ἐκείνης, ἥτις εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ καταβάλῃ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῶν 48 κορωνῶν, δὲν πρόκειται περὶ διερμηνευτικῶν δικαιωμάτων ἐν Δικαστηρίῳ, ἀλλὰ περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα κατέβαλεν ὁ πρόξενος ὅτε ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα τοῦ συμβιβασμοῦ ἐνώπιον τοῦ ἱερέως, δὲν ἐγνώριζε δὲ ἡ Ῥίχτερ τὰ Σουηδικά, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐννοήσῃ τί λέγει ὁ ἱερεὺς καὶ νὰ δύναται ν’ ἀπαντήσῃ.
§17Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον λέγει ὅτι τὰ πράγματα διενεμήθησαν καὶ δικαιοῦται ἡ κ. Ῥίχτερ λαμβάνειν 500 κορώνας, ἐν τῷ τελευταίῳ ἐγγράφῳ λέγει ὅτι κατέχει τὰ πράγματα καὶ ἀπαιτεῖ νὰ τῷ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 748 κορωνῶν.
§18Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Δὲν ἐπωλήθησαν, ἀλλ’ ἐφυλάχθησαν.
§19Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, κ. Ὑπουργέ.
§20Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐπὶ τίνος σημείου;
§21Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐπιστήσατε τὴν προσοχήν σας, καὶ διὰ τρίτην φορὰν τονίζω, κ. Ὑπουργέ, διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην, γνωρίζετε δὲ πόσον σᾶς τιμῶ, καὶ πόσον θὰ λυπηθῶ, διότι θ’ ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω πράγματα διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ τινος παραπλησίας φύσεως ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι οὐδὲ συμφέροντα νὰ λεχθῶσιν ἐνταῦθα.
§22Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν μου, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἴπητε ὅ,τι ἔχετε, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀ. Μαλασπίνας ἐρωτᾷ ἂν ἐνηργήθη τι πρὸς εἴσπραξιν τοῦ εἰς δραχμὰς 200.000 περίπου ἀνερχομένου τέλους διὰ τὴν λαθρεμπορικὴν πρᾶξιν, ἥτις ἐγένετο, ὡς ἐβεβαιώθη ὑπὸ τοῦ τελώνου Βόλου, εἰς τὰς ἐν Βόλῳ ἀποθήκας τοῦ αὐτόθι ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν κατὰ τὸ 1907. Τὸ ἐρώτημα θ’ ἀποσταλῇ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως αὐτοῦ γεννᾶται δικαίωμα ἀνταπαντήσεως.
§24Α. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς βραδύνῃ πέρα τῶν 6 ἡμερῶν;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπαντήσῃ τὴν ἐπαύριον, δύνασθε νὰ ἐγγραφῆτε ὡς ἐπερωτῶν.
§26Α. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Εἶναι δυνατὸν τοὐλάχιστον ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐρώτησις, χωρὶς νὰ διαγραφῇ;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης καλεῖται, ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράς, 1) Αἰγιέων· 2) κατοίκων Τεμένης καὶ 3) Ἰ. Βασιλειάδου φαρμακοποιοῦ.
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰς κατέθεσε.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς καλεῖται, ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράς, 1) τοῦ ἐν Βραχνεΐκοις Συλλόγου «Ἁρμονίας»· 2) ἀναφορὰν τοῦ ἰδίου Συλλόγου· 3) ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀβέρνης· 4) ἀναφορὰν τῶν ἰδίων· 5) ἀναφορὰν τοῦ Παναγ. Οἰκονομοπούλου· 6) ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δρεπάνου, Ῥαχίτικα, Ἀβέρνης καὶ Σελίν· 7) ἀναφορὰν τοῦ ἐκ Λεχαινῶν Δ. Τσιακᾶ· 8) τῶν κατοίκων Σαγέϊκα, Γερουσέϊκα καὶ Τσακώνικα· 9) κατοίκων Καλαβρύτων καὶ 10) κατοίκων Γκρέκα τῆς Αἰγιαλείας.
§30Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταθέτω τὸ πρῶτον ἀναφορὰν τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Βασιλείου τῶν Πατρῶν. Δι’ αὐτῆς πολὺ δικαίως οἱ συμπολῖταί μου ζητοῦσι τὴν ἵδρυσιν σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ παρὰ τὸν Ἅγιον Βασίλειον. Ἄλλοτε, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ ποσὸν τῶν 12,000,000 διὰ τὴν ἑταιρείαν τῶν σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου, πρῶτος ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν πράγματι ἡ ἑταιρεία σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς ἵδρυσιν τοιούτου σταθμοῦ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχων δεδομένα συνεπείᾳ προγενεστέρας ἀναφορᾶς ἀπὸ τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς ἑταιρείας, ἥτις ἐβεβαίωσεν αὐτὸν ὅτι πράγματι σκέπτεται, διότι εἶναι δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον, νὰ ἱδρύσῃ σταθμὸν ἐκεῖ. Δὲν παραλείπω δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ αὐτὸς μετέβην παρὰ τῷ κ. Μάτσᾳ, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς δὲν εὗρον ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸν γραμματέα του, ὅστις μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Νεγροπόντη θὰ πείσῃ τὴν ἑταιρείαν πρὸς ἵδρυσιν τοιούτου σταθμοῦ.
§31Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Τὸ ὑπεσχέθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργός.
§32Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταθέτω ἤδη ἀναφορὰν τοῦ συλλόγου «Ἁρμονίας» ἀπὸ τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Βασιλείου. Οὗτος ἐκ τῶν καλλιτέρων καὶ μᾶλλον δρώντων συλλόγων ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πῶς διετέθη τὸ ποσὸν τῶν 300,000 πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος διὰ τὸ ἔτος 1911, τὸ ὁποῖον ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία ἔχει ἀφιερώσει ἀκριβῶς διὰ τὴν διαφήμισιν τῆς σταφίδος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ σημείωμα, διότι ἄλλως θὰ κάμω ἐπερώτησιν. Ἑτέρα ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Ἀβέρνης, χωρίου τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς τὸν δῆμον Ἀρήνης τῶν Πατρῶν, δι’ ἧς οἱ συμπολῖται μου ἐκεῖνοι ζητοῦσι νὰ μάθωσιν ἂν ἡ ὑπηρεσία σκέπτεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ ἀγροτικῶν διανομέων καὶ εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος· ἄλλως ζητοῦσι νὰ ἱδρυθῇ ταχυδρομικὸν γραφεῖον καὶ ἐν τῷ δικαίῳ των ὡς φορολογούμενοι πολῖται, ἀφοῦ μάλιστα τροφοδοτεῖται ὁ ἐκεῖ διδάσκαλος καὶ μὲ 5 δρ. κατὰ μῆνα. Οἱ ἴδιοι συμπολῖταί μου δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς ζητοῦσιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας προβῇ εἰς διοικητικὴν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ ἐκεῖ δασοκόμου ἐκβιάζοντος αὐτοὺς διὰ καυσόξυλα τυραννικῶς. Ἑτέρα ἀναφορὰ τοῦ συμπολίτου μου Παναγιώτου Οἰκονομοπούλου παραπονουμένου κατὰ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Ἐφόρτωσεν εἰς τὸν σταθμὸν Ἀχαΐας 150 ὀκάδας ἐλαίου, ἵνα ἐκφορτωθῇ εἰς τὸν Ἅγιον Ἀνδρέαν. Τὸ ἐμπόρευμα ἐξεκίνησεν ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκφόρτωσιν τὴν πρωίαν αἱ 150 ὀκάδες ἐλαίου εὑρέθησαν 100 ὀκάδες ἐλαίου καὶ 50 ὕδατος.
§33Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον δίκης.
§34Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ λύσῃ διοικητικῶς τὴν ὑπόθεσιν, διότι εὔκολον εἶναι νὰ λέγωμεν «ἀντικείμενον δίκης», ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ διεξαγωγὴ αὐτῆς, διότι ἀντὶ τῶν πεντήκοντα ὀκάδων ἐλαίου θὰ πληρώσωμεν καὶ 300 δρ. δικαστικὰ ἔξοδα. Ἑτέρα ἀναφορὰ τριῶν χωρίων, τοῦ Δρεπάνου–Ῥαχίτικα, Ἀβέρνης καὶ Σελίν, τὰ ὁποῖα ζητοῦσιν, ἵνα ὁ συνοδὸς τοῦ ταχυδρομείου ἀφήνῃ αὐτὸ εἰς τὸν σταθμὸν Θεοφίλου. Ἐπίσης ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Σαγέϊκα, Γερουσέϊκα καὶ Τσακώνικα, ἅτινα προκειμένου νὰ γίνῃ πλειστηριασμὸς ζητοῦσι νὰ μὴ γίνῃ, διότι θὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος τοὺς κρατεῖ ἐν δουλοπαροικίᾳ. Ἑτέρα ἀναφορὰ περὶ τῆς συμπληρώσεως τοῦ Γυμνασίου Καλαβρύτων. Παρακαλῶ διὰ ταύτην τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ἑτέρα ἀναφορὰ ὑποβάλλεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως προβῇ τὸ ταχύτερον εἰς ἀπαγόρευσιν μέρους τινός.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Γκλαβᾶς καὶ Φωτήλας ἐρωτῶσιν ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε γνῶσιν καταγγελίας τοῦ Δ. Ἀνδρικοπούλου κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου Πατρῶν καὶ ἂν διέταξε ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῶν κατ’ αὐτήν, καθόσον εἶναι ἀσύμφορος τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος κατηγορίας κατὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου.
§36Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Διεξάγεται ἀνάκρισις δραστηριωτάτη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς, Θ. Πετραλιᾶς, Α. Φωτήλας, Π. Ἠλιόπουλος ἐρωτῶσιν ἂν διετάχθη ἐγκατάστασις τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας Πατρῶν–Πύργου κατόπιν μελέτης τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ κ. Λαουτάρη.
§38Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν διετάχθη, διότι ἀπαιτεῖται μέγα ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν νὰ καταβάλωμεν.
§39Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶχε μελέτην κάμει ὁ ἐπιθεωρητὴς κ. Λαουτάρης. Εἰς τὸ διάστημα ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Πύργου ἔχουσι τεθῆ τέσσαρες στῦλοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἀπόφασιν αὐτοῦ ἢ μᾶλλον κατὰ σύστασιν αὐτοῦ δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη γραμμὴ ἄνευ ἑτέρας δαπάνης, ἀπαιτεῖται δὲ μόνον σύρμα 100 χιλιομέτρων, ἕκαστον δὲ μέτρον ἀπαιτεῖ δαπάνην μόνον 4 λεπτῶν, δηλ. διὰ νὰ συνδεθῶσιν αἱ Πάτραι μὲ τὸν Πύργον ἀπαιτεῖται δαπάνη μόνον 4000 δρ. διὰ σύρμα· ἐγὼ προσθέτω καὶ ἄλλας 4000 δι’ ἐγκατάστασιν, 8000, ἄλλας δύο, 10000. Σημειωτέον ὅτι θὰ συνδεθῶσιν αἱ Πάτραι, ἡ Ἀχαΐα, τὰ Λεχαινὰ καὶ ἐν τέλει ὁ Πύργος. Ἀλλοίμονον λοιπὸν ἂν ἓν Κράτος δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς ἕνα νομὸν μόνον διὰ 10 ἢ 15 χιλιάδας! Ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος θ’ ἀποφέρῃ κέρδη σοβαρά, πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν, διὰ τὸ Κράτος. Ὥστε δὲν θέλομεν τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ ζημίαν· θέλομεν τὸ Κράτος νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν πρὸς τοὺς πολίτας καὶ νὰ καρπωθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ ὀφέλη.
§40Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ 4000 δραχμῶν, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο εὔλογον· ἂν προσθέσω καὶ ἐγὼ ἄλλας 4000, δὲν εἶναι ἀρκετά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ τηλεφωνικὴ συγκοινωνία αὕτη, διότι ἀπαιτεῖται μέγα ποσόν.
§41Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πόσον ποσὸν ἀπαιτεῖται;
§42Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προσφέρεται συμπολίτης μου νὰ κάμῃ αὐτό, ὁ διευθυντὴς τῆς ἐκεῖ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Πατρίς», ἀλλ’ ἀρκεῖ τὸ Κράτος νὰ τὸ παραχωρήσῃ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ αὐτοὶ κύριοι βουλευταὶ Γκλαβᾶς, Πετραλιᾶς, Φωτήλας καὶ Ἠλιόπουλος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν εἰς τὰ ἀποξηραντέα ἕλη περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἕλη Σοχιᾶς, Ἀμαλιάδος, Λεχουρίου, Μαζεΐκων, Λευκασίας, Καλαβρύτων, ὑπαρχουσῶν μελετῶν, τὰ ὁποῖα ζημιοῦσι τοὺς πέριξ πληθυσμούς.
§44Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἴδωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ἀραβαντινός, Νοταρᾶς, Σακελλάριος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν θὰ διαταχθῶσι τὰ δέοντα διὰ τὴν τηλεφωνικὴν ἐγκατάστασιν εἰς τοὺς δήμους Τρικάλων, Πελλήνης, Σικυῶνος.
§46Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι τὰ συνεργεῖα ἀσχολοῦνται εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν τηλεφωνικῶν γραμμῶν εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι ὑλικῶν, εἰς τὰ μέρη δὲ ταῦτα δὲν ὑπάρχουσι.
§47Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ σύντονα μέτρα, διὰ νὰ γίνῃ ἡ τηλεφωνικὴ αὐτὴ ἐγκατάστασις. Διὰ τὸν ἕνα δῆμον, τὸν δῆμον Πελλήνης, ὑπάρχει καὶ προσωπικὴ ὑποχρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οἱ δημόται ἐκεῖ εἶχον προσενεχθῆ νὰ διευκολύνωσι τὸ Δημόσιον καὶ εἶχον καταρτίσει κοινὸν ταμεῖον, καὶ δι’ ἀναφορᾶς των, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προφορικῶς εἰσηγησάμην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδήλουν ὅτι εἶναι διατεθειμένοι δι’ ἐρανικῶν χρημάτων ν’ ἀποζημιώσωσι τὸ Κράτος διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν· ἂς διατεθῇ τὸ χρῆμα εἰς ἄλλο κοινωφελὲς ἔργον, τὴν τηλεφωνικὴν δὲ συγκοινωνίαν ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου θὰ ἐγκαταστήσῃ τὸ Κράτος». Παρῆλθεν ὅμως, Κύριοι, ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος καὶ δὲν ἐγκατεστάθη ἀκόμη τὸ ὑποσχεθὲν τηλέφωνον. Εἰς τὸν δῆμον Τρικάλων ὑπάρχει ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους καὶ λόγῳ τῆς ἐν γένει κοινωνικῆς σημασίας, ἣν ἔχει δι’ ἕνα τόπον ἡ ταχεῖα ἐπικοινωνία διὰ τηλεφώνου, καὶ διότι ἕως τώρα τὰ Τρίκαλα εἶχον παραμεληθῆ ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας, ἂν καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ὑπῆρξαν τὸ φυτώριον ἐλευθέρων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των εἰς τὴν Ἐπανάστασιν, κατοικεῖται δὲ καὶ σήμερον ὑπὸ λαοῦ ὀργῶντος εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμὸν καὶ ἔχοντος ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ τὰς συναλλαγάς του νὰ ἔχῃ τηλεφωνικὴν συγκοινωνίαν. Προσφέρονται δὲ οἱ κάτοικοι, ὅπως θὰ ἠξεύρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς πάντα τὰ μέρη νὰ κάμωσι τὴν ἐγκατάστασιν μὲ ἰδικά των ἔξοδα. Τοῦτ’ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ μὲ τὰ χωρία τῆς Σικυῶνος, τὰ ὁποῖα εἶναι πλουσιώτατα καὶ τὰ ὁποῖα εἰσφέρουσι περισσοτέρους φόρους ἀναλόγως πρὸς πάντα τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ μέριμνα, ὅπως διὰ τηλεφώνου ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ συναλλαγαὶ αὐτῶν. Πρόκειται περὶ χωρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συναλλαγὰς 400 καὶ 500 χιλιάδων δραχ. κατ’ ἔτος, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητος δι’ αὐτὰ ἡ τηλεφωνικὴ συγκοινωνία καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐγκατάστασις, ἣν ζητῶ. Ἐπιπροσθέτως δὲ τονίζω τὴν ἀνάγκην τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας τῆς Παλαιᾶς Κορίνθου, διότι εἶναι τόπος ἀρχαιολογικὸς καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχῃ συγκοινωνίαν ἡ Παλαιὰ Κόρινθος μὲ τὴν Νέαν Κόρινθον, χάριν τῶν ἐπισκεπτομένων τὰς ἐκεῖ ἀνασκαφὰς ξένων. Καὶ τὴν σύστασιν αὐτὴν θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ ἰδιαιτέραν σημείωσιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαλασπίνας εἶναι ἐδῶ;
§49Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξῆλθε πρὸ στιγμῆς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐρωτήσαντα κ. Μαλασπίναν ἂν ἐνηργήθη τι πρὸς εἴσπραξιν τοῦ ἐκ δραχμ. 200 χιλ. περίπου ἀνερχομένου τέλους διὰ λαθρεμπορικὴν πρᾶξιν γενομένην ἐν Βόλῳ, καὶ δύναται νὰ λάβῃ ταύτης γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ κ. Βάρθης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τί ἐνηργήθη ἐπὶ καταγγελιῶν τοῦ Ἰ. Σπίνουλα κατοίκου Γαστουρίου τῆς Κερκύρας.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως.
§52Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἀφορᾷ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένη διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§54Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κακῶς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν ἐρώτησίν σας δὲν γράφετε κατὰ τίνος καὶ περὶ τίνος, ὥστε νὰ κρίνῃ ἡ ὑπηρεσία.
§56Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχε γίνει συζήτησις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγράφητε, ὅταν ἐρωτᾶτε, περὶ τίνος πρόκειται, διὰ νὰ δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ κρίνῃ πρὸς ποῖον Ὑπουργὸν δέον νὰ στέλλωνται αἱ ἐρωτήσεις ὑμῶν.
§58Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἂς ἀναγραφῇ αὔριον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ αὔριον, ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συμπληρώσητε τὴν ἐρώτησίν σας περὶ τίνος πρόκειται.
§60Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι ὑπόθεσις γνωστή, ἡ ὁποία ἀπησχόλησε πέρυσιν ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ῥέπουλης γνωρίζει ὅλην τὴν ὑπόθεσιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον ὅτι ὁ ἤδη Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ τίς συζήτησις ἐγένετο πέρυσι καὶ προπέρυσι. Θὰ παρακαλέσω νὰ δώσητε ὁδηγίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κ. Βελλόπουλος ἐρωτᾷ τί ἐνηργήθη ἐπ’ ἀναφορᾶς κατοίκων Ἁγ. Κωνσταντίνου περὶ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ὁμωνύμου ναοῦ εἰς ἐνοριακόν.
§62Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐστάλη ἀναφορὰ εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Φθιώτιδος, ὁ ὁποῖος ἀπήντησε σχετικῶς ὅτι ὁ ναὸς δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κοινότητα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Συγγούρης ἠρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ ὕδατος τοῦ Γοργοποτάμου καὶ τῆς παραχωρήσεως αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντᾷ ὅτι «κατὰ τὰς παρασχεθείσας μοι πληροφορίας τῶν Ἀρχῶν ἡ πηγὴ τοῦ Γοργοποτάμου κεῖται ἐντὸς ἐκκλησιαστικοῦ λιβαδίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἔχει ἐν τῇ κατοχῇ αὐτοῦ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Κατὰ τὰς αὐτὰς πληροφορίας καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον παρημποδίσαμεν τοὺς ἀντιδίκους νὰ διοχετεύσωσι τὸ ὕδωρ αὐτὸ διὰ τοῦ κτήματός των».
§64Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς 5 Μαρτίου ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν παράνομον ἐκ μέρους τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος παραχώρησιν τοῦ ὕδατος τοῦ Γοργοποτάμου εἴς τινα Ἰουδαῖον Κωνσταντίνην. Ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ προσαγάγῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, προσάγει ἄλλο ἔγγραφον ἀφορῶν ἄλλην δίκην. Καὶ οὔτε θὰ προσαγάγῃ τὰ αἰτηθέντα οὔτε θὰ τὰ παρουσιάσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνόσῳ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν λαμβάνει ἐνεργὸν μέρος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρόκειται δὲ περὶ τοῦ ὕδατος τοῦ Γοργοποτάμου, τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις θὰ χρησιμεύσῃ, διὰ νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ Μέλανος ἀντὶ τῶν τῆς Στυμφαλίας. Τὰ ὕδατα ὅμως τοῦ ποταμοῦ Γοργοποτάμου ἄνευ λόγου παρεχωρήσαμεν εἰς τὸν εἰρημένον κ. Κωνσταντίνην. Ἐφιστῶ ἑπομένως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ τὸ ἔγγραφον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δώσατέ μοι, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, σημείωσιν περὶ τίνος ἀκριβῶς ἐγγράφου πρόκειται.
§66ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα ὅπως παρεστάθη ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, τοῦ κατελθόντος ἄρτι ἐκ τοῦ βήματος, οὔτε ὁ κ. Κωνσταντίνης, ὁ πρόεδρος τῆς Ἰσραηλιτικῆς κοινότητος, εἶναι ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρείας αὐτῆς. Ἀντεπροσώπευεν ἐπ’ ὀλίγον χρόνον τὴν ἑταιρείαν ὁ ἀδελφός του, ὑπάρχουσι δ’ ἐπίσημα συμβόλαια, καὶ ἐγὼ ἔχω ἀσχοληθῆ ὡς εἰρηνοδίκης Ἀθηνῶν, διότι συνεκροτήθησαν δύο συγγενικὰ συμβούλια ἐνώπιόν μου, διὰ τῶν ὁποίων ἡ χήρα Βούλγαρη ἐπώλησε τὸ ὕδωρ εἰς τὴν ἑταιρείαν. Γνωρίζετε δὲ πάντες ὑμεῖς ὅτι χρῆσιν τοῦ ῥέοντος ὕδατος δύναται νὰ κάμῃ ἕκαστος παρόχθιος, ἑπομένως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τὸ δικαίωμα, δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ὑπάρχουσι διάφοροι μύλοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι χρῆσιν τοῦ ὕδατος τούτου· πῶς λοιπὸν αὐτοὶ ὡς δικαιοῦχοι δὲν δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ ὕδατος τούτου; Τὸ ὕδωρ τοῦτο, ἅμα χρησιμεύσῃ ὡς κινητήριος δύναμις, ἐξακολουθεῖ τὸν ῥοῦν του. Καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἦλθε πάλιν τὸ ζήτημα ἐνώπιον αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ πάλιν πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι περὶ οὐδεμιᾶς ἐνοχικῆς σχέσεως πρόκειται καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα καὶ πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον οὐδὲν δικαίωμα ἔχασεν. Οὐδεμία δίκη δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τῶν ἀδελφῶν Κωνσταντίνη, διότι ὑπάρχει δικαίωμα ὑπὲρ αὐτῶν διὰ συμβολαίων γεννηθέν. Λυποῦμαι μάλιστα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Τὸ Δημόσιον τοὐναντίον ὠφελήθη ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν 100,000 δραχμῶν.
§67Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἡ κυρία Βούλγαρη καὶ ὁ κ. Χατζίσκος ἔχουσι μόνον δύο ὀκάδας ὕδατος, ἐνῷ τὸ ὅλον ὕδωρ ἀνέρχεται εἰς πολλὰς ὀκάδας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι σκανδαλώδης.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Π. Ἀραβαντινός, Γ. Βλάσης, Σ. Χαντζάρης καὶ Ἰ. Κουρκουμέλης ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς διάσπασιν τοῦ τρὰστ τῶν σαπωνοποιῶν, δι’ οὗ ὑπετιμήθησαν οἱ ἐλαιοπυρῆνες πρὸς βλάβην τῆς γεωργικῆς τάξεως.
§69Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργός.
§71Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν.
§72Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἄν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ περιμείνητε.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Λαζαρῆς καὶ Κουτσοπέταλος ἐρωτῶσιν ἂν ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν αἰτίων τῆς πλημμύρας τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας μετέβη ἐπὶ τόπου, καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει ποῖον τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεώς της.
§74Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη ἡ ἔκθεσις. Ὅταν ὑποβληθῇ, θ’ ἀνακοινώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 17 ἐρώτησις ἀναβάλλεται αἰτήσει τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐπίσης ἀναβάλλεται καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 18. Ὁ κ. Σταμούλης καλεῖται, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν κατοίκων Καμινάδων (Καρδίτσης). Δὲν εἶναι ὅμως παρὼν καὶ διαγράφεται ἡ ἀναφορά. Ὁ κύριος Πατσουράκος ἐρωτᾷ τί ἀπεφασίσθη περὶ τῶν φοιτητῶν τῆς Φαρμακευτικῆς, τῶν ὁποίων ὡς πρῶτον φοιτήσεως ἔτος ἐθεωρεῖτο ἡ ἐν φαρμακείοις ἐτησία ὑπηρεσία.
§76Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν περὶ τούτου νὰ καταθέσω σχετικὸν νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΓʹ περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ ͵ΓΩΚΕʹ περὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου».
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑποβληθὲν ἤδη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν διαρκῆ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται δι’ αὔριον.
§78Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Πατσουράκος προχθὲς ἠρώτησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τί ἐνηργήθη ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πειραιῶς διὰ τὴν κατασκευὴν σταθμοῦ ἐν Φαλήρῳ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας τῶν Ἠλεκτρικῶν Τροχιοδρόμων. Τοιαύτη ἀναφορὰ δὲν ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐγὼ λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν παραπόνων καὶ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἔχει μὲν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν τοιούτου περιπτέρου, οὐχ ἧττον ὑπείκουσα εἰς τὰς πολλαπλᾶς αἰτήσεις θὰ κατασκευάσῃ καὶ δεύτερον περίπτερον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§80Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔχουσι τόσα καὶ τόσα λεχθῆ περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀτυχοῦς ὑπαλλήλου Καλοτύχου, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἤγειραν τοσαύτην ἀγανάκτησιν παρὰ τῇ Πολιτείᾳ, ἐν τούτοις ἀκόμη δὲν ἐμάθομεν τί ἀπέγινεν;
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ἐὰν θέλῃ νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ ἐγγραφῇ ὡς ἐπερωτῶν ἐκ νέου, διότι ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἐξαντληθεῖσαν τὴν συζήτησιν. Ἀπόκειται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της. Ἄν αὕτη δὲν ἐνεργήσῃ καταλλήλως, δικαιοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἐλέγξωσιν αὐτήν. Ἡ συζήτησις ἤδη εἶναι ἐπὶ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως. Παρακαλεῖται ὁ κ. Φλαμῆς νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§82Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Συνεχίζω τὴν διακοπεῖσαν καταγγελίαν μου κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1905 Νικολάου Καλογεροπούλου, κρίνω δὲ ὀρθόν, ἵνα ἀπ’ ἀρχῆς ὁμιλήσω ἐπὶ ταύτης, διότι ἡ ἀναγκαστικὴ διακοπὴ τῆς συζητήσεως δυνατὸν νὰ μὴ ἀφῆκεν εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, καὶ δυνατὸν ἡ διακοπή, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ συνεσκότισε τὴν καταγγελίαν μου καὶ τρόπον τινὰ νὰ παρέμεινεν ἀμφιβολία ὅτι ἐλέχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ ἀνακρίβειαι. Θὰ παρακαλέσω ὅμως, ὅπως δώσητε τὴν δέουσαν προσοχήν, διότι οὐδεὶς λόγος προσωπικὸς μὲ ὤθησε νὰ καταγγείλω τὸν Ὑπουργὸν κ. Καλογερόπουλον, διότι οὔτε κἂν τὸν γνωρίζω. Ἐνόμισα ὅτι ἅπαξ ὑπέπεσεν εἰς τὰ ὄμματά μου σκάνδαλον καὶ παρανομία κατὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου, ὁ ὁποῖος ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἔχω ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου νὰ καταγγείλω τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Κατὰ τὸ 1874 ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου προεκήρυξε δημοπρασίαν πρὸς κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων ἐν Κατακώλῳ, ἀνεκηρύχθη δ’ ἐργολάβος κατὰ τὴν δημοπρασίαν αὐτὴν εἷς Γάλλος μηχανικός, Desirée Michel. Ἡ κατασκευὴ τῶν ἔργων ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1885, ὅτε συνέβη καταιγίς, ἐπειδὴ δὲ τὰ συντελεσθέντα ἔργα δὲν εἶχον κατασκευασθῆ συμφώνως τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τοῖς ὅροις τῆς διακηρύξεως, ἡ καταιγὶς συμπαρέσυρε πάντα τὰ ἔργα, καὶ ἐζημιώθη ὁ λιμὴν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα. Ἀλλά, ὡς ἂν μὴ ἤρκει ἡ ζημία αὐτή, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς ν’ αὐξήσῃ τὴν ζημίαν διὰ παρανόμου αὐτοῦ πράξεως, νὰ ζημιώσῃ δὲ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων καὶ προσεπάθει διὰ δανείων νὰ συντελέσῃ τὰ εἰρημένα ἔργα. Μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν ἔργων τούτων ὁ Desirée Michel προσεπάθει, ἐνεργῶν ποικιλοτρόπως, νὰ κατορθώσῃ, ὅπως τῷ ἀνατεθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἄνευ δημοπρασίας, ἵνα ἔχωμεν καὶ δευτέραν καταστροφήν. Καὶ τὸ κατώρθωσε δυστυχῶς παρὰ τῇ λιμενικῇ ἐπιτροπῇ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν φρονίμως ποιοῦν καὶ νομίμως ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ διέταξεν, ἵνα τὸ ἔργον ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν. Καὶ πράγματι κατὰ τὸ 1888 προεκηρύχθη δημοπρασία, καὶ ἀνεκηρύχθη ἐργολάβος ἐπὶ νέων βάσεων ὁ μηχανικὸς Λουκᾶς Μποῦτερ. Τοῦτο δυσηρέστησε τὸν Desirée Michel καὶ ἀμέσως ἤγειρεν ἀξιώσεις κατὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου καὶ ἠκολούθησε σατανικὴν ἐνέργειαν διοικητικήν. Εὐτυχῶς ὅμως δὲν κατώρθωσε διὰ ταύτης νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως τῷ ἀναγνωρίσῃ δικαιώματα. Ἀλλ’ αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἐκεῖνο, δυστυχῶς διὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου καὶ δυστυχῶς δι’ ἐκείνους, εἰς οὓς ἀνετέθη ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας κατὰ τὸ 1895. Τῷ 1892 κατώρθωσε καὶ ἔπεισε τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ ἐκθέσεως οὐχὶ τοῦ Κελλενέκ, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλης ὁμοίας, νὰ τῷ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἀποζημίωσιν δραχμὰς 60.000. Τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν· εἶναι ἡ ἱστορικὴ ὑπ’ ἀριθ. 28 πρᾶξις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου τοῦ 1892, ἀλλὰ ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐδέχθη· τί δὲ νομίζετε ὅτι ἐσοφίσθη ὁ Desirée Michel καὶ οἱ σύμβουλοι αὐτοῦ; Ἐπειδὴ ἦτο Γάλλος τὴν καταγωγήν, ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν τὴν Πρεσβείαν, ἥτις δι’ ἐγγράφου αὐτῆς ἐζήτει πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις Desirée Michel. Τί νομίζετε ὅτι ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ 1895; Στέλλει ἀντίγραφον τῆς πράξεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, πράξεως, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἀκόμη κατασταθῆ ἔγγραφον, καὶ λέγει ὅτι ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28 τοῦ 1892 ἀποφάσεως ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν Desirée Michel 60,000 δραχμῶν. Ἡ Πρεσβεία τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀπέστειλεν εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ Desirée Michel, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεβίωσεν οὗτος, οἱ δὲ κληρονόμοι τοῦ Desirée Michel, πάντοτε τῇ συμβουλῇ γνωστῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν ὅτι ἀποδέχονται τὴν εἰρημένην ἀποζημίωσιν. Ἐκοινοποίησαν δὲ τὴν τοιαύτην δήλωσιν ἀποδοχῆς πρὸς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν Κατακώλου. Λαβόντος τότε γνῶσιν τῆς ἐγγράφου αὐτῆς ἀποδοχῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἐρωτᾶται ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἂν ἐμμένει εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν τοῦ 1892. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 90 τοῦ 1897 ἀποφάσεώς της ὄχι μόνον λέγει ὅτι δὲν ἐμμένει εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασίν της καὶ ὅτι ἀνακαλεῖ αὐτήν, ἀλλὰ προσθέτει καὶ ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχει λαμβάνειν λόγῳ ἀποζημιώσεως οὐδὲ λεπτὸν ὁ Desirée Michel, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὑποχρεοῦται εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν ἀποζημιώσεις λόγῳ τῆς κακῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου καὶ τῆς καταστροφῆς αὐτοῦ. Μετὰ ἓν ἔτος, κατὰ τὸ 1898, καλεῖται πάλιν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ δηλώσῃ ἂν ἐμμένει εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν καὶ πάλιν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή. Μεθ’ ὅλην τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσε διὰ τοῦ ἐγγράφου του τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπήντησεν αὕτη ὅτι ἀνακαλεῖ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν καὶ ἐκθέτει καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα κρίνῃ αὕτη ἂν πρόκειται περὶ σκανδάλου οὐχὶ τυχαίου, ἂν πρόκειται περὶ παραβάσεως οὐχὶ τυπικῆς τοῦ Ὑπουργείου. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε. Εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5 ἀνακλητικὴ ἀπόφασις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀποφάσεως. Ἐπειδὴ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι μακροσκελής, θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν περικοπήν, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει τὴν οὐσίαν. «Ἡ νῦν ἐπιτροπὴ προσκληθεῖσα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 22650 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα ἀποφανθῇ...κλπ.». Ἰδοὺ λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις ἡ δευτέρα, ἀνακλητικὴ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀποφάσεως τοῦ 1892. Μετὰ παρέλευσιν δύο ἐτῶν πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον προκαλεῖ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀπαντήσῃ ἂν ἐμμένει εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν, καὶ ἐκ τρίτου ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20 ἀποφάσεώς της ἐπαναλαμβάνει τὰ αὐτά, ὅτι οὐδεὶς συντρέχει λόγος ἀποζημιώσεως τοῦ Desirée Michel. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τοῦ ἔτους 1900 καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔμενεν ἐκκρεμής. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1905 ὑπουργοῦντος τοῦ Νικολάου Καλογεροπούλου ἐνεκρίθη ὑπ’ αὐτοῦ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28 πρᾶξις τοῦ 1892 τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὑποχρεώθη ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου νὰ καταβάλῃ λόγῳ ἀποζημιώσεως εἰς τὸν Desirée Michel τὸ ποσὸν τῶν 60,000 δραχμῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεται τὸ σκάνδαλον.
§83Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὁ Desirée Michel αὐτὸς ἔκαμεν ἀγωγὴν κατὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς· ἐνήργησέ τι δικαστικῶς ἢ μόνον διοικητικῶς ἐνήργει;
§84Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μέχρι τοῦ 1905 οὐδεμίαν πρᾶξιν δικαστικὴν ἐνήργησε· μόνον διοικητικῶς ἐζήτησε κατὰ τὸ 1896–1897 τὴν σύστασιν διαιτητικοῦ Δικαστηρίου. Εἰς τὴν αἴτησιν ἐκείνην ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ δὲν διώρισεν ἀντιπρόσωπον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐματαιώθη ἡ σύστασις τοῦ διαιτητικοῦ Δικαστηρίου, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἐν ἐκκρεμότητι, ἐνεργοῦντος τοῦ Desirée Michel καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων αὐτοῦ ὅπως πείσωσι τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν τοῦ 1892. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐνεκρίθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Καλογεροπούλου, ἤρχισε καὶ ἡ ὑποχρέωσις, τὸ νομικὸν δικαίωμα κατὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου. Ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν ἀνασκαφήν, διότι ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἀνασκαφὴν ὁλόκληρον, διὰ νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀνεύρῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκδοθῆ πρὸς 13 ὅλων ἐτῶν. Ἐνταῦθα, Κύριοι, θὰ ἐξηγηθῶ, διότι προχθὲς διεκόπην ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ προεκλήθην ν’ ἀπαντήσω, ἢ μᾶλλον διεψεύσθην ὅτι δὲν ὑπῆρξε δικηγόρος ὁ Νικόλαος Καλογερόπουλος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ εἶπον ἐγὼ ὅτι ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ὑποθέσεως, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἠγέρθη ἀγωγή, ὑπῆρξε δικηγόρος. Ἦτο δυνατόν ποτε ὁ Καλογερόπουλος, ὡς Ὑπουργός, νὰ εἶναι δικηγόρος τοῦ Desirée Michel ἢ τῶν κληρονόμων αὐτοῦ; Πρῶτον ὑπῆρχε νόμιμον κώλυμα ἐφ’ ὅσον ἦτο Ὑπουργός. Δεύτερον εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς δικογραφίας ὅτι δικηγόρος ἦτο ὁ κ. Ρακτιβὰν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἠγέρθη ἡ ἀγωγή, καὶ μόνον ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐμφαίνεται ἀπὸ ποίας ἡμέρας ἐγένετο ἡ ἀναίρεσις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν. Ἐγὼ, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει, διότι οὐδέποτε θέλω νὰ παραμείνῃ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι καὶ πόρρωθεν ἠθέλησα νὰ συκοφαντήσω τὸν Ὑπουργὸν Καλογερόπουλον, ἀναγκάζομαι νὰ θέσω τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Ρακτιβὰν καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοὶ δηλώσῃ ἂν γνωρίζει ὅτι ὁ Νικόλαος Καλογερόπουλος ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν Desirée Michel ἀπὸ τοῦ 1884, ὅτε ἤρχισεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη μετὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου μέχρι τοῦ ἔτους 1905, καθ’ ὃ ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν αὐτῆς.
§85Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§86Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἂν ὁ Καλογερόπουλος δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἠγέρθη ἡ ἀγωγή, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐνεκρίθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, αὐτὸ μὲ ἐνδιαφέρει, μὲ ἐνδιαφέρει δέ, διότι ἐγὼ δὲν παραδέχομαι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς Καλογερόπουλος προέβη εἰς παρανομίαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, διότι εἶναι καὶ νομικὸς καλὸς καὶ ἐγνώριζε καλῶς τὰ πράγματα καὶ τὰς συνεπείας, ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου εἶναι ὅτι ἐξ ἰδιοτελείας προέβη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀποφάσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς.
§87Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ποίαν εὐθύνην ἔχει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δι’ αὐτά;
§88Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δυστυχῶς οὔτε ἤμεθα Βουλευταὶ ἡμεῖς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταγγείλωμεν μίαν παρανομίαν ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσωμεν, ἐὰν συντρέχωσιν οἱ ὅροι τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, νὰ τὸ κάμῃ ἡ Βουλή· ἄλλως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἀστικὴν ἐπὶ ἀποζημιώσει ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Καλογεροπούλου καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Καλογεροπούλου διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν προυξένησεν εἰς αὐτήν.
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε κατηγορεῖτε τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της.
§90Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεις βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀναγράφωνται ὡς ἐπερωτήσεις, ἀσχέτως ἂν συντρέχουσιν ἢ δὲν συντρέχουσι λόγοι ἐπερωτήσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἓν γεγονὸς τοιοῦτον δὲν εἶναι τυχαῖον. Δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα εἷς Ὑπουργὸς νὰ κάμνῃ κατάχρησιν τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ νὰ παραβλάπτῃ κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου, καὶ ὅμως νὰ μένῃ ἀκαταδίωκτος.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐλέγχετε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά της; Χωρὶς λόγον ἔλεγχος ἀπόντος!
§92Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἀπόντος;
§93Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χωρὶς λόγον!
§94Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἶναι παρόντα τὰ ἔγγραφα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι τὸ πρόσωπον; Ὥστε ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ περιμένωμεν; Ὁ κ. Κουλουμβάκης συνήθισε πάντοτε μὲ τὸ κεντρὶ νὰ ἐπιλαμβάνηται τῶν συζητήσεων. Οὐδέποτε, Κύριε, σοὶ ἔδωκα ἀφορμήν, ἀλλὰ δὲν θὰ σοὶ ἐπιτρέψω ποτὲ νὰ μὲ θίξῃς, διότι θ’ ἀναγκασθῶ νὰ μετέλθω ἄλλην τακτικήν. Ἐὰν ἔχῃς λόγον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἔχῃς τὸ σθένος νὰ κατηγορήσῃς αὐτήν. Δὲν σοὶ δίδω τὸ δικαίωμα ἐγὼ νὰ μετέλθω τὸ διάμεσον τῶν σκέψεων τῶν ἰδικῶν σου. Σύ, Κύριε, ὁ ὁποῖος κάμνεις τὸν φιλελεύθερον, ἀντὶ νὰ αἰσθάνησαι ῥῖγος διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς νὰ λωποδυτήσῃ λιμενικὸν ταμεῖον ὁλόκληρον, ἔρχεσαι συνήγορος τρόπον τινά. (Χειροκροτήματα).
§95Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Παραφέρεσαι, κύριε, Φλαμῆ!
§96Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δὲν γίνεται ἔλεγχος ποτὲ ἀπόντος.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μοὶ ὑποδείξητε τὰ καθήκοντά μου.
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ νὰ γίνηται ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, γίνεται κατὰ ἀπόντος.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§100Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι παρεμπῖπτον ζήτημα.
§101Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἐνόμιζον ὅτι εἶχον ἱερὰν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀπέναντι ὑμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου νὰ καταγγείλω τὸ σκάνδαλον αὐτό, τὴν παρανομίαν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§102Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ κατ’ ἄλλων Ὑπουργῶν ἐγένοντο καταγγελίαι. Εἴπομεν νὰ συστήσωμεν Δικαστήριον καὶ δὲν γίνεται. Αὐτὸ εἶναι τὸ δυστύχημα!
§103Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Νομίζω ὅτι πράττων τοῦτο εἶμαι καὶ ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐντὸς τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Διότι πῶς ἠθέλετε νὰ ἐνεργήσῃ μία Κυβέρνησις ἐναντίον μιᾶς παρανόμου πράξεως ἐφ’ ὅσον οὔτε φάκελος ὑπῆρχεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε γνῶσιν εἶχε τοῦτο τῆς ὑποθέσεως καθ’ ὁλοκληρίαν; Πῶς ἦτο δυνατὸν ἐφ’ ὅσον δὲν καταγγελθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἡ παράνομος πρᾶξις νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἐπιλαμβανώμεθα ὑποθέσεων, διότι ἀπουσιάζουσιν οἱ Κύριοι αὐτοί; Τότε πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν πότε θὰ ἐπιτύχωσι—διότι βλέπετε ὅτι ἀπέσχον καὶ τοῦ ἀγῶνος—, πότε θὰ ἔλθωσι, διὰ νὰ τοῖς εἴπωμεν ἂν εἶναι σύμφωνοι καὶ αὐτοί, διότι πρέπει κατὰ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἀσκήσῃ ὁ κ. Κουλουμβάκης, πρέπει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐπερωτήσωμεν, νὰ τοὺς ἐρωτήσωμεν ἂν εἶναι σύμφωνοι καὶ αὐτοί! Λοιπὸν τὸ σκάνδαλον, Κύριοι, δὲν ἐσταμάτησεν ἕως ἐδῶ. Δι’ ἐγγράφου μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς πράξεως ὑπ’ ἀριθμὸν 28 ὁ κ. Καλογερόπουλος φαίνεται ἐπισπεύδων, διὰ νὰ καθαρίσῃ δὲ ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ἔστειλε καὶ ἄλλο ἔγγραφον καὶ λέγει ν’ ἀναφέρωσιν ἀμέσως διὰ πρώτου Ταχυδρομείου ἂν συνετάχθη τὸ συμβόλαιον κατόπιν τῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως Desirée Michel καὶ λιμένος Κατακώλου. Φαίνεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἤθελε τὸ δίκαιον τοῦ Desirée Michel ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον νὰ λυθῇ, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶμεν καὶ ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν πρεσβείαν, διότι εἶχον μεσολαβήσει οἱ ξένοι, καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων πρέπει νὰ εἴμεθα ταχύτεροι εἰς τὰ δάκτυλα, εἰς τὴν ἐνέργειαν! Ἔστειλε τὸ ἔγγραφον αὐτό. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ὅμως δὲν ἐσεβάσθη τὸ ἔγγραφον αὐτό, καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ κληρονόμοι νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγήν. Ἠγέρθη ἡ ἀγωγὴ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον. Ἐντεῦθεν ἀρχίζει τὸ δεύτερον σκάνδαλον. Ἐὰν παρακολουθήσητε ὁλόκληρον τὸν φάκελον, θὰ ἴδητε ὅτι, ὅτε δ’ ἤρχετο εἰς τὰ πράγματα ἡ πολιτική, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε καὶ ὁ Ὑπουργὸς Καλογερόπουλος, ἀπεστέλλοντο τὰ δριμύτατα ἔγγραφα τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅτε ἤρχοντο ἄλλαι Κυβερνήσεις, ἔστελλον ἔγγραφα καὶ ἔλεγον: νὰ προστατεύσητε τὰ συμφέροντα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου· ἐὰν μὲν συντρέχῃ λόγος νὰ συμβιβασθῆτε, νὰ συμβιβασθῆτε. Οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἔλεγον ὅτι δὲν πρέπει νὰ φαινώμεθα κακῆς πίστεως, καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀνακαλέσωμεν τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 28 ἀπόφασιν καὶ νὰ δώσωμεν ἀφορμὰς παρεξηγήσεων καὶ εἰς τοὺς ξένους, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν νὰ διεκδικήσωμεν καὶ δίκαια τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ! Διότι ὅλη ἡ κωμῳδία ἐκεῖ παίζεται εἰς βάρος του. Ἐκοινοποιήθη ἡ ἀγωγή! Δυστυχῶς, ἐπειδὴ ἀνεμίχθησαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ οἱ ἰσχύοντες τοῦ τόπου, καὶ ἐπὶ ἐποχῆς γνωστοτάτης, ἀνέλαβον τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λιμένος τὰ δύο μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ δικηγόροι! Δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχει κώλυμα νομικὸν νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ μέλος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ δικηγόρος, ἀλλ’ ἕν γνωρίζω, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ βεβαιώσωσι καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ κυρίως τοῦ Πύργου, ὅτι οἱ δικηγόροι ἐκεῖνοι ἦσαν ἐγκάθετοι τοῦ σαλονίου τοῦ Στεφανοπούλου καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναμένῃ κανεὶς τίποτε.
§104Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διωρίσθη ἐλεγκτὴς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι εἶναι; Τὰ ὀνόματα.
§106Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Καὶ ἡ ὑπόθεσις δυστυχῶς διὰ τὸν λιμένα ἔμεινεν ἀνυπεράσπιστος εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον. Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἤρκει αὐτό—διότι ἔπρεπε νὰ συντελεσθῇ ὁλόκληρον τὸ σκανδαλῶδες αὐτὸ ἔργον—κοινοποιοῦσιν ἔφεσιν ἐκπρόθεσμον καὶ ἐπὶ πλέον καὶ ἀναίρεσιν ἐκπρόθεσμον.
§107Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ ἀναίρεσις δὲν ἦτο ἐκπρόθεσμος. Τὴν ἀναίρεσιν αὐτὴν ὑπερήσπισα ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ ἔφεσις μάλιστα. Χάριν τῆς ἀληθείας, ἐπειδὴ ἤμην παρών, ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν.
§108Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἡ ἔφεσις ἦτο ἐκπρόθεσμος; Τὸ ἴδιον εἶναι. Εἶναι ὁλόκληρος ἡ δικογραφία, ἐν τῇ ὁποίᾳ φαίνεται καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Θεοδωρίδου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Οὕτω λοιπὸν κατωρθώθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρανόμου πράξεως τοῦ κ. Ν. Καλογεροπούλου νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ λιμὴν εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ μετὰ τῶν τόκων καὶ ἐξόδων. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ ποσὸν θὰ ἀνέρχηται εἰς 85,000 ἕως 90,000 δραχ. ἀσχέτως τὸ τί ἐδαπάνησεν ὁ λιμὴν πρὸς δῆθεν ὑπεράσπισιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ καὶ λόγῳ ἡλικίας καὶ λόγῳ ὅτι ἐσχάτως ἀνεμίχθην εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν γνωρίζω τοιαύτας παρανόμους πράξεις τῶν Ὑπουργῶν διὰ ποσὰ τόσον σοβαρά, καὶ σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μοὶ ἔκαμε δ’ αἴσθησιν, διότι ἦτο καὶ εἰς βάρος ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λιμενικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον καθημερινῶς δι’ ἐγγράφων ζητεῖ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ κάμῃ δάνειον ὄχι πλέον περὶ ἔργων πρὸς ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος, διότι σὺν τῷ χρόνῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ οὔτε λέμβος εἰς τὸν λιμένα. Λοιπὸν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, λέγω, νὰ καταγγείλω τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν τόσον πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ συμφέροντος τοῦ λιμένος Κατακώλου, ὅσον πρὸς τιμωρίαν τοῦ παρανομήσαντος Ὑπουργοῦ καὶ παραδειγματισμὸν ἐκείνων, εἰς οὓς ἀνατίθενται τὰ συμφέροντα τὰ δημόσια, ὅτι, ἐὰν νομίζῃ ἐξετάζουσα τὴν ὑπόθεσιν ὅτι συντρέχουσι λόγοι, ἵνα παραπεμφθῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον, ἂς ἐπικλεσθῇ ὁ ἴδιος τὴν παραγραφήν.
§109Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Πρέπει νὰ ὑποβάλητε πρότασιν ὡρισμένην.
§110Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐγὼ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν — καὶ ἐκεῖνο μὲ ἐνδιαφέρει κυρίως, διότι διὰ ποινικὸν ἀδικοφορῶ ἐφ’ ὅσον συντρέχουσι μάλιστα καὶ λόγοι παραγραφῆς — ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διατάξῃ πάραυτα τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν ἐξετάζουσα τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἐγείρῃ ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὑποχρεώσῃ τοῦτον εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀδίκως ὑπ’ αὐτῆς καταβληθέντος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν λαὸν νὰ πιστεύσῃ ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ νὰ παρανομῶσιν ἐν γνώσει καὶ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Εἶναι δὲ λυπηρόν, διότι ἡ ἐπανάστασις παρεῖδε μίαν ἐκ τῶν πρωτίστων ὑποχρεώσεων, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ ἐξετάσῃ ὅλην τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπολόγων καὶ ἐκεῖ θ’ ἀνεύρισκε πλείστας ἐγκληματικὰς πράξεις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ λαοῦ, τὰς ὁποίας διέπραξαν πλεῖστοι ὑπόλογοι καὶ ἀνῳκοδόμησαν μέγαρα ἐν μέσαις Ἀθήναις· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπανάστασις παρέλειψεν αὐτό, ὅτι οἱ ἐκπροσωποῦντες νομίμως πλέον τὴν ἐπανάστασιν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νομίμως νὰ ἐνεργήσωσιν ἐναντίον πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλήστευσαν τὰ δημόσια ταμεῖα.
§111Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ποῦ κατελήξατε; Εἰς ποίαν πρότασιν;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ὄθ. Τετενές, Δ. Βινιεράτος καὶ Ν. Χαριτᾶτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ͵ΓΤΝΔʹ νόμου περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἀθήναις Νοσοκομείου τῶν ἀφροδισίων νοσημάτων ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Νοσοκομεῖον Ἀνδρέου Συγγροῦ.» Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα ἡ συζήτησις. Ὑποβάλλω πρότασιν, ὅπως σταματήσῃ ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον θὰ διεξάγηται αὕτη εἰς τὸν αὐτὸν τόνον· ἄλλως οὐδὲ εἰς τὸ Σύνταγμα στηρίζεται, διότι αἱ ἐπερωτήσεις σκοπὸν ἔχουσιν, ὅπως ζητήσωσιν εὐθύνην πολιτικὴν ποινικήν. Εὐθύνη πολιτικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ παρὰ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐδικάσθη καὶ κατεδικάσθη, εὐθύνην ποινικὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, διότι ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἡ ποινικὴ παρεγράφη, ἑπομένως ἡ ἐπερώτησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπόν, ἄλλον λόγον παρὰ ὅπως καταγγείλῃ πρᾶξιν ἢ παράλειψιν τῆς σημερινῆς πράξεως. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνεται, ἡ συζήτησις εἶναι ἐκτὸς τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις διέπει τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Βεβαιότατα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἠλέγξαμεν δριμύτατα τὸ παρελθόν, ὅτε συνεζητοῦμεν ἐπὶ τῶν νέων διατάξεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν· εἴχομεν καθῆκον, εἴχομεν ὑποχρέωσιν, εἴχομεν συμφέρον νὰ ἐλέγξωμεν τὸ παρελθόν, παρελθὸν ὅμως ἀπρόσωπον. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σκοπὸς πολιτικός, χωρὶς νὰ ἔρχηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασις ῥητὴ καὶ ὡρισμένη, ὅπως διεξάγωνται συζητήσεις τοιαῦται κατὰ προσώπων ἀπόντων. Δὲν τὸ ἐπιτρέπει τὸ πολίτευμα, δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός, δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ κανών, ὁ κανὼν ὁ ἠθικός, ὅστις πρέπει νὰ διέπῃ τὰς πράξεις ἡμῶν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ὑμῶν ἀφορᾷ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα;
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τὸ Σύνταγμα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Λ. Φλαμῆ εἶναι, ὅπως ἐλέγξῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ διαφόρων ἔργων ἐκτελεσθέντων ἐν τῷ λιμένι Κατακώλου καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Desirée Michel. Ἑπομένως ἐπ’ αὐτῆς ἀσκεῖται ὁ ἔλεγχος.
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ἔχω πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου καὶ ζητῶ τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξω ταύτην.
§118Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἁπλῶς.
§119Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἐπερώτησις αὐτή· σκέπτεσθε νὰ ἐπερωτήσητε τὴν Κυβέρνησιν ναὶ ἢ ὄχι; Σεβασθῆτε τὸ πολίτευμά μας.
§120Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πᾶσα ἐπερώτησις ἀφορᾷ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὑποβληθῇ ὡρισμένη κατηγορία. Δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§121Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν μοὶ δίδετε, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον τὸν ἔχετε. Θὰ ἐλέγξητε τὸν Πρόεδρον ἢ τὸ Προεδρεῖον ὁλόκληρον;
§123Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁλοκλήρως ὑποβάλλω μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατέλθητε τῆς θέσεώς σας.
§124Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ (προεδρεύων). Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ ὁ τακτικὸς Πρόεδρος. (Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Ἰ. Τσιριμῶκος).
§125Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἦτο γνωστὸν ἀνέκαθεν, Κύριοι, οὐδὲ ὑπῆρχεν ἀντίρρησίς τις περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἰς οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ σκοπῇ ἢ εἰς τὴν ἀπαίτησιν εὐθυνῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ τοῦτο ἦτο πασίγνωστον, ἐνῷ τοῦτο δὲν ἠρνεῖτό τις, τοιαύτην διάταξιν ἐθέσαμεν ἐν τῷ νέῳ Κανονισμῷ, ὥστε καὶ ὁρισμὸν δίδομεν τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ὁρίζομεν ὅτι ἡ ἐπερώτησις σκοπεῖ νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ πρᾶξιν αὐτῆς ἢ παράλειψιν. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαιτοῦμεν εὐθύνας πολιτικὰς ἢ ποινικάς, δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως· ἑπομένως ἡ συζήτησις εἶναι ἐκτὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο λόγος εὐρὺς καὶ δριμὺς κατ’ ἄλλου πρώην Ὑπουργοῦ καὶ πρώην Βουλευτοῦ. Καὶ ἐζητήσαμεν καὶ ἄλλοι τὸν λόγον. Ἐθέσαμεν τὰ ζητήματα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῶσι· συνησθάνθη δὲ τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Παρῆλθεν ἐνταῦθα καὶ ἀπήντησεν, ἀληθῶς ἀπήτησε, συμμορφούμενος καὶ ἐκεῖνος πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τὸν Κανονισμόν, ὅπως διατυπωθῇ κατὰ τοῦ πρώην ἐκείνου Ὑπουργοῦ κατηγορία. Ἀδιάφορον εἰς ἐμέ, ἂν δὲν ἐγένετό τι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, διότι ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ συμπράξω μετ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἤθελον νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ ν’ ἀπαγγελθῇ ἡ κατηγορία. Εἶμαι μόνος δυστυχῶς, δὲν δύναμαι νὰ διατυπώσω ἐγὼ τὴν κατηγορίαν, θὰ ἦτο δὲ σκανδαλῶδες, θὰ ἦτο καὶ ἀπρεπέστατον, ἐὰν εἰσηρχόμην εἰς τὰς τάξεις τὰς κυβερνητικὰς καὶ ἐπεζήτουν συμπράκτορας τῶν σκοπῶν, οὓς ἐπεδίωξα. Ἡ συζήτησις ἑπομένως ἦτο ἡ προσήκουσα, καὶ ἐπεζητήθη, ὅπως καταλήξῃ προσηκόντως, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ συζήτησις παρὰ τὴν ἀγαθὴν ἐμοῦ προσπάθειαν, παρὰ τὴν ἁγνήν μου πρόθεσιν, ἐξέρχεται τῶν προσηκόντων ὁρίων. Λέγω δὲ «παρὰ τὴν ἀγαθήν μου προσπάθειαν καὶ τὴν ἁγνήν μου πρόθεσιν», διότι ἡ ἐρώτησις, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, ἡ διακοπή, οὐδένα ἄλλον εἶχε σκοπὸν ἢ νὰ ἐξακριβωθῇ πρὸς ποῖον σκοπὸν ἔβαινεν ὁ λόγος αὐτοῦ, βεβαιῶ δ’ ὑμᾶς ὅτι διέκοψα ἐν τῇ πλήρει πεποιθήσει ὅτι θέλει φθάσει εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸν σκοπὸν ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ θὰ παύσῃ παρεξηγούμενος ὑπὸ πολλῶν κυρίων συναδέλφων, παρεξηγούμενος, διότι διέβλεπον πολλοὶ κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τουλάχιστον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἁπλῶς ἀπήγγελλε κατηγορίαν, ἄνευ σκοποῦ πολιτικοῦ, ἄνευ σκοποῦ οἱουδήποτε, ἄνευ τοῦ σκοποῦ ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ βαίνωσι πᾶσαι αἱ ἐπερωτήσεις, τοῦ σκοποῦ τοῦ ἐλέγχου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι εὔκολον, Κύριοι, πρᾶγμα, εἶναι ἴσως ἐνίοτε καὶ σκόπιμον ἀκόμη, ν’ ἀπαγγέλλωνται κατηγορίαι δριμύταται κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ὑπῆρξαν Ὑπουργοί, εὔκολον καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀπόντες, σκόπιμον, διότι βεβαιότατα ἐξυπηρετεῖται τὸ παρὸν ἐκ τοῦ διεγειρομένου θορύβου καὶ τῆς ἐξεγειρομένης ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ παρελθόντος.
§126Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Αὐτὸ ἐφοβήθητε.
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ σκοπός, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι σκοπός, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιδιώκῃ πᾶς ἀνὴρ ἀληθῶς φιλεύθερος, πᾶς ἀνὴρ ποθήσας καὶ ποθῶν τὴν βελτίωσιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του, ἀτυχῶς παύει νὰ εἶναι σκοπὸς ἁγνός, παύει νὰ εἶναι σκοπὸς ἐπιτρεπόμενος καὶ ποθητός, ὅταν ἐπιδιώκηται διὰ τοιούτων μέσων, μέσων ἀντικειμένων εἰς τὸ πολίτευμα, ἀντικειμένων εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀντικειμένων εἰς τὴν εὐπρέπειαν, ἥτις πρέπει νὰ κρατῇ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἀντικειμένων εἰς τοὺς μεγάλους κανόνας τῆς κοινῆς ἠθικῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἱδρύεται καὶ τὸ πολίτευμα, ἱδρύεται καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι βεβαίως δὲν συμβιβάζεται πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς ὁ ἔλεγχος, ὁ ἄνευ σκοποῦ, ἀνθρώπων ἀπόντων. Ἐκρίθησαν, ἐδικάσθησαν, κατεδικάσθησαν ὀρθῶς, δικαίως, προσηκόντως τῇ συμπράξει πάντων ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξερχώμεθα ὁρίων τινῶν, διότι πέρα τῶν ὁρίων ἐκείνων θὰ παύσωσι νὰ εἶναι οἱ ἀδικοῦντες καὶ θὰ καταστῶσιν οἱ ἀδικούμενοι. Ἀδικοῦντες θὰ εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ νέοι ἄνδρες οἱ ἐλθόντες νὰ ἱδρύσωμεν τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς καὶ ἐρχόμενοι ἐνταῦθα νὰ ἱδρύσωμεν τοὺς κανόνας, περὶ τῶν ὁποίων ἀρκετὰ ὑπῆρξαν τὰ λεχθέντα. Ἐξαιτοῦμαι λοιπόν, ὅπως τὸ Προεδρεῖον, ὑπέχον εὐθύνην μέχρι τοῦδε διὰ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ συζήτησις, ἀπαιτήσῃ, ἵνα ἡ συζήτησις ἐπανέλθῃ ἐντὸς τῶν προσηκόντων ὁρίων. Πρόκειται περὶ ἐλέγχου κατὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διὰ πρᾶξιν αὐτῆς ἢ παράλειψιν ἐν τῇ προκειμένει ὑποθέσει τῇ συζητουμένῃ, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις πολιτικῆς εὐθύνης. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ποινικὰς εὐθύνας ἐπίσης, διότι εἶναι παραγεγραμμένη ἡ πρᾶξις, ἀλλ’ ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἀσπάζονται τὴν γνώμην ὅτι ἐν προκειμένῳ ἡ παραγραφὴ δὲν εἶναι ἐπιβαλλομένη, ἀλλὰ δύνανται νὰ τὴν παρατρέξωσιν, ἂς ἀπαγγείλωσι ῥητὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ. Μὴ πράττοντες ταῦτα κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δὲν εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος, ἐντὸς τῶν κανόνων τῆς πολιτικῆς εὐπρεπείας καὶ ἠθικῆς.
§128Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Πρόεδρος). Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀφεώρα εἰς ἔλεγχον τῆς ἐνεργείας τοῦ Προεδρείου εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐζήτησε νὰ ἐγγραφῇ, ὅπως ἐπερωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Ὑπουργὸν δὲ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφέρων ἐν τῇ ἐπερωτήσει του ἐνόει βεβαίως τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐλέγξῃ μάλιστα αὐτὸν διὰ τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα ἐν τῷ λιμένι Κατακώλου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Desirée Michel. Τὸ Προεδρεῖον ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ἂν τοῦτο ἀπετέλει ἐπερώτησιν· τοῦτο ἀναντιρρήτως ἀποτελεῖ ἐπερώτησιν. Ἄν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀναπτύσσων τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἀνέτρεξεν εἰς παρηχωμένας ἐποχὰς καὶ ἱστορικῶς ἐζήτασε τὰ τῶν ἔργων τούτων, ἐν δὲ τῇ ἐξιστορήσει τῶν γεγονότων ἤλεγξε τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Πρόεδρος νομίζω ὅτι οὐδαμῶς ἐδικαιοῦτο νὰ σταματήσῃ τὸν ἔλεγχον τοῦτον τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, διότι, ἐὰν ἤθελε προβῆ εἰς παρατήρησίν τινα καθ’ ὃν χρόνον ἤλεγχεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς τὸν τότε Ὑπουργόν, ἀναντιρρήτως ἐδικαιοῦτο ὁ τελευταῖον παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο κ. βουλευτὴς Λακωνίας νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ μεμφθῇ τὸ Προεδρεῖον, διότι παραβαῖνον τὰς φιλελευθέρας ἀρχάς, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν πάντες νὰ τηρῶμεν, ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ νὰ καλύψῃ τὰς τυχὸν παρανομίας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ καὶ τὰς εὐθύνας αὐτοῦ ἐκείνας. (Χειροκροτήματα). Τοιαύτην ἐνέργειαν ἀπὸ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου βεβαίως δὲν ἀνέμενεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, οὔτε πρέπει ν’ ἀναμένῃ.
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι βέβαια.
§130Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ εἰσηγούμενος τὸν Κανονισμὸν ἔλεγεν ὅτι διαπνέεται ἀπὸ φιλελευθέρας ἀρχάς, ὅτε ἐκόπτετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας προκειμένου περὶ διατάξεως, ἡ ὁποία ἐτίθετο ἐν τῷ Κανονισμῷ, ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δι’ αὐτῆς προυτιθέμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ σήμερον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προασπίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ περιορίσῃ ὁ τότε κοπτόμενος ὑπὲρ αὐτῆς κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας. (Χειροκροτήματα καὶ εὖγε). Ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς περιορισμὸς ἐτέθη ἐν τῷ Κανονισμῷ προκειμένου περὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τῶν Ὑπουργῶν. Ἄν ἔδωκαν πολιτικὰς εὐθύνας οἱ παρελθόντες Ὑπουργοί, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι τοὺς καλύπτει πλέον ἱερὸς πέπλος, καὶ ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κύκλον τῶν πράξεων αὐτῶν, ἵνα ἐλέγξῃ αὐτούς, καὶ χρησιμοποιήσῃ τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος εἰς διδασκαλίαν τῶν μελλόντων καὶ τῶν παρόντων Ὑπουργῶν. (Χειροκροτήματα).
§131Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία ἦλθε μετὰ μίαν ἐπανάστασιν. (Θόρυβος).
§132Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἀναντίρρητον, Κύριοι, ὅτι πολλάκις οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἀπευθύνοντες ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν δὲν περιορίζονται ἀκριβῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι λίαν δυσχερὲς νὰ διαγράψῃ τις τὰ ὅρια τοῦ λόγου, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἐπερώτησις ἢ ἡ συζήτησις ἐπ’ ἀναφορᾶς. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ θελήσητε νὰ διαγράψητε τοσοῦτον αὐστηρῶς τὰ ὅρια, περιορίζετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τὸ Κοινοβούλιον δὲ τοῦτο μεταβάλλετε εἰς συνέδριον Κράτους ἥκιστα φιλελευθέρου. Τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ ἐπεδίωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ζητήσας τὸν λόγον καὶ μεμφθεὶς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλ’ ἴσως ἄλλο τι ἐπεδίωκεν· ἤθελεν ἴσως νὰ περιορίσῃ τὴν δριμεῖαν φρασεολογίαν κατ’ ἀνθρώπων ἀπόντων. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐδικαίου αὐτὸν τὸ παράπαν νὰ μεμφθῇ τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ μὴ τηρήσει τοῦ Κανονισμοῦ. Οὔτε ὅτε διηύθυνε τὴν συνεδρίασιν ὁ Πρόεδρος οὔτε ὅτε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἀνεπλήρου αὐτόν, ἦτο δυνατὸν νὰ περιορίσωσι τὸν Βουλευτὴν ἀπὸ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἐξιστορήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως, ὡς συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ καταλήξῃ ὅπου κατήληξε προκαλῶν τὴν προσοχὴν τοῦ ἤδη κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ καλῶν αὐτόν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐνεργήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτόν. Εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐὰν δὲ ἄλλος τις εἶναι διατεθειμένος νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὁ ἤδη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ἀναπληροῦντες αὐτὸν βεβαίως δὲν θέλουσι πράξει τοῦτο ποτέ. (Χειροκροτήματα).
§133Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε περισσότερον ἐφ’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος. Ἂν ἐζήτησα τὸν λόγον, τὸν ἐζήτησα ἀκριβῶς, ἵνα ἀμυνθῶ ὑπὲρ τοῦ Προεδρείου· δὲν ἔχει ἀνάγκην βεβαίως τῆς ὑπερασπίσεώς μου τὸ Προεδρεῖον, ἀλλά, ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον, δὲν ἐγνώριζον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ὁμιλήσῃ. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς Λακωνίας κ. Κουλουμβάκης διέκοψε τὸν Βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτε δριμέως ἐπετίθετο κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Καλογεροπούλου, εἶχε δίκαιον, διότι, καθὼς παρετήρησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἦτο ὑπὲρ τὸ δέον ἡ φράσις δριμεῖα. Ἀλλά, ὅτε ἠθέλησα νὰ ἐπικαλεσθῶ διὰ τὴν ἐν γένει συζήτησιν τὸν Κανονισμόν, ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν εὑρίσκετο ἐν τῷ δικαίῳ, διότι ὁ ἴδιος παρέβη τὸν Κανονισμόν, καὶ τὸν παρέβη κατὰ τοῦτο, διότι ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ὅλης συζητήσεως προτοῦ ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ ἐπερώτησις ναὶ μὲν παρουσιάζει τι τὸ μὴ κανονικόν, διότι ἀνατρέχει εἰς χρόνον προγενέστερον, ἀλλά, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Φλαμῆς, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ ἤδη κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν, ἀδιάφορον ἂν τοῦτο εἶναι νόμιμον ἢ ὄχι, διότι ὁ Βουλευτὴς δὲν θ’ ἀνοίξῃ τοὺς κώδικας, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ἐκφράζει τὰς πεποιθήσεις του κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, συνέστησε, λέγω, νὰ κάμῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ. Ἑπομένως ὁ ἔλεγχος στρεφόμενος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν μέρει, δικαίως ἢ ἀδίκως ἀδιάφορον, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ, θὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη, τὴν ὁποίαν οὗτος ἠθέλησε νὰ κάμῃ, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ συζητήσῃ.
§134Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Καίτοι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἦτο περιττὸν νὰ ὁμιλήσω, ἀναγκάζομαι ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας μετῆλθε γλῶσσαν οὐχὶ τὴν πρέπουσαν, διότι ὡμίλησε περὶ ἠθικῶν κανόνων, ν’ ἀνέλθω καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἡμεῖς πρωτίστως σεβόμεθα τοὺς ἠθικοὺς κανόνας. Τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς δυνατὸν νὰ παραβιάζωμεν, ἐκεῖ μάλιστα, ὅπου τὸ θεωροῦμεν καθῆκόν μας, ἀλλὰ τοὺς ἠθικοὺς κανόνας ποτὲ δὲν παραβιάζομεν. Εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγράψωμεν ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Βεβαίως κατ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ, διότι ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως καὶ ὄχι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρανομίας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ βεβαίως σεβόμενος τὴν ὑπομονήν σας δὲν ἠθέλησα νὰ μακρηγορήσω καὶ θίξω καὶ ἄλλα ζητήματα καὶ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1905 καὶ περιωρίσθην ξηρῶς εἰς τὸ θέμα. Ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν τί θὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς καταγγελλομένης σήμερον διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου; Πῶς δὲν θὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν τί θὰ πράξῃ κατὰ τῶν ὑπεξαιρεσάντων τὸν σχετικὸν φάκελον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Ποῖον θὰ ἐπερωτήσω διὰ τὴν ὑπεξαίρεσιν ταύτην; Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἀκόμη: Ποῖον θὰ καταγγείλω διὰ τὴν ὑπεξαίρεσιν πάντων τῶν σχετικῶν ἀπὸ τὸ ἀρχεῖον τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου τῆς ὑποθέσεως Desirée Michel; Ἀλλ’ ἔχω ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἄλλο· ἀκούω καθημερινῶς νὰ ὁμιλῶσιν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὁμιλῶμεν δριμέως ἐναντίον ἀπόντων· ἐὰν εἴχομεν προσωπικὰς διαφορὰς, σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ὡμιλοῦμεν οὕτως. Ἐδῶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἱεράν, ἐνδιαφερόμενοι πλέον διὰ τὰ πράγματα, ἀδιαφοροῦντες τελείως διὰ τὰ πρόσωπα καὶ καταγγέλλοντες τὰ πράγματα καὶ τονίζοντες τὰ πράγματα, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν ἐθνικὴν αὐτὴν κατάστασιν, καταλαμβανόμεθα πλέον καὶ ἐκ λόγων ἀγανακτήσεως ἀπέναντι αὐτῶν, καὶ δυνατὸν νὰ ἐκφεύγωμεν μὲν τῶν ὁρίων τῶν κεκανονισμένων ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ πάντοτε δεδικαιολογημένως, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας. Πῶς ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ ἐπιληφθῇ τις τῆς συζητήσεως; Ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1905 ἦτο παρών; Ἠθέλετε νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἐπερώτησίν μας ταύτην ἐγγράφως; Θέλετε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν; Πῶς θέλετε; Εἶναι ὅμως λυπηρόν, διότι, ἂν ὁ διακόψας καὶ ὁ ὑποστηρίξας τὴν τακτικὴν αὐτὴν ἀνῆκεν εἰς τὸ παρελθόν, βεβαίως ὑπερημύνετο ὑπὲρ τοῦ παρελθόντος καὶ εἶχεν ὑποχρέωσιν, καὶ βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρίδω καὶ οὔτε ν’ ἀπαντήσω. Ἀλλ’ ὅταν βλέπητε, Κύριοι, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακωνίας, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς πρώτης Ἐθνοσυνελεύσεως κόπτεται ὑπὲρ τῶν φιλελευθέρων ἀρχῶν, πάντοτε κατηγορῶν Προεδρεῖον καὶ Κυβέρνησιν ὅτι περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἔρχεται σήμερον ἀντιθέτως, διότι ἴσως νὰ διαβλέπῃ ὅτι διὰ καταγγελίας αὐτῆς ἀφαιρεῖται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ πέπλος ἐκεῖνος τῆς φαυλότητος τοῦ παρελθόντος καὶ ἴσως νὰ νομίζῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ διὰ τῆς ὁμιλίας αὐτῆς ἐξυπηρετεῖται, ἔρχεται, λέγω, καὶ θέλει νὰ περιορίσῃ τὴν ὁμιλίαν τόσον ἐμοῦ, ὅσον καὶ τῶν μετέπειτα ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσιν, ἵνα δώσῃ διὰ τῆς τακτικῆς αὐτῆς διευκόλυνσιν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ 1905. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶναι καὶ ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ἠθικῆς.
§135Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος, ἀλλὰ δυστυχῶς παρετήρησα ὅτι πολλοὶ ἐνεγράφησαν ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, καὶ ἂν ἐγὼ δὲν λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, πολλοὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ συνεχίσωσι τὸ παρεμπεσὸν τοῦτο παρεμπῖπτον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ παρεμπίπτοντος, εἶναι ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως καὶ ἄλλην μίαν φοράν, διότι θὰ παρελκύσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ κατορθώσωμεν οὔτε ἀπόψε νὰ περατώσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§136Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Τότε διατί ὁμιλεῖτε;
§137Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁμιλῶ, διότι εἶναι ἐγγεγραμμένοι δέκα μετ’ ἐμέ.
§138Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Παραιτηθῆτε, ἵνα ἔλθωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§139Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν παραιτηθῶσιν οἱ ἄλλοι, παραιτοῦμαι καὶ ἐγώ. Τὸ Προεδρεῖον ἀνέγραψε τὴν ἐπερώτησιν ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ, διότι εἶχε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀναγράψῃ, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος πρὸ μικροῦ, οὐδὲ θὰ ἠδύνατο νὰ παραλείψῃ τὴν τοιαύτην ἀναγραφὴν τὸ Προεδρεῖον. Μήπως πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως ἢ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος; Ἀλλὰ κανόνα σκέψεων καὶ τρόπων ὁμιλίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίσωμεν. Ἂν πρόκειται περὶ τῆς φρασεολογίας, ἡ φρασεολογία ἀνήκει εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ὁμιλούντων, καὶ ἐντεῦθεν βλέπομεν διάφορον τὴν φρασεολογίαν ἑνὸς ἑκάστου. Πρόκειται ἴσως περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ ἐλέγχου τούτου; Δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου κατὰ Ὑπουργοῦ ἀπόντος οὔτε Ὑπουργοῦ παρῳχημένης ἐποχῆς. Ἐνεγράφη ἡ ἐπερώτησις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνεγράφη ἐπερώτησις, διότι τοιαύτη ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀσκεῖται, διότι τοιοῦτος δέον ν’ ἀσκηθῇ, ὡς θ’ ἀσκηθῇ. Ἐὰν ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως ἀναφέρῃ καὶ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν, τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ.
§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως οὐδείς.
§141Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως, βεβαίως θ’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς καὶ θ’ ἀναφέρωμεν πολλοὺς Ὑπουργούς, διότι ἀρχόμενοι ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ν’ ἀριθμήσωμεν πόσοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐχρημάτισαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ὁ δράστης ὅμως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰδικῶς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ εἶναι εἰδικῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτή, περὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐπερώτησις, ἔχει καταντήσει ὀλίγον μυθιστορηματικῆς φύσεως καὶ δύναμαι νὰ τῇ θέσω ἐπικεφαλίδα «Μετὰ εἴκοσιν ἔτη», εἶναι ἀκριβῶς ἓν τοιούτου εἴδους μυθιστόρημα, διότι τὸ 21ον ἔτος ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἐνήργησε τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐλάλησεν. 20 ἔτη παρῆλθον ἀφ’ ἧς συνετάχθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κατακώλου καὶ τὸ 21ον ἐνεθυμήθη Ὑπουργὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ κυρώσῃ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν εἶχε κυρωθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Βεβαίως ἀπητοῦντο νομικαὶ γνώσεις ἐπὶ τούτου· ἦτο διάσημος νομικός, καὶ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐν ἐπιγνώσει διέπραξε τὴν πρᾶξιν ταύτην, διότι καὶ ἄλλην ὁμοίαν διέπραξε, καὶ ἄλλην πρᾶξιν ἑτέρας ἀρχῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ἤλιδος μετὰ 20 ἔτη ἐπεκύρωσε καὶ αὐτήν, ἀφοῦ πεντάκις εἶχεν ἀνακληθῆ.
§142Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχει τὴν μεγαλειτέραν χρέωσιν εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ Γουδί.
§143Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶχε τὴν γνώμην ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ὅτι πράξεις τῶν ὑποδεεστέρων Ἀρχῶν, τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν δύναται νὰ τὰς ἐπικυρώνῃ μετὰ 20 ἔτη, ἀδιάφορον ἂν ἐν τῷ μεταξὺ πολλάκις ἔχουσιν ἀνακληθῆ.
§144Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Πάσας τὰς ἁμαρτίας τοῦ παρελθόντος τῶν πολιτικῶν τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, εἰς τὴν Εὔβοιαν θὰ τὰς φορτώσητε; (Χειροκροτήματα).
§145Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὴν Εὔβοιαν, διότι εἶχε τὸ σθένος νὰ βαστάσῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της πάσας τὰς κακοηθείας, ὅπως ὑμεῖς τὰς ὠνομάσατε. Πρόκειται ἆρα περὶ τῆς ἐπερωτήσεως δι’ ἔλλειψιν σκοπιμότητος; Εὑρίσκω ὅτι εἶναι σκοπιμωτάτη, διότι ἡ Βουλὴ ἀκούουσα τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος διδάσκεται διὰ τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς καθῆκον, καὶ θέλει σκεφθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ περὶ δήμων, ἂν ἡ ἐποπτεία τῆς Πολιτείας εἶναι καλὴ καὶ ἂν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἡ ἐποπτεία τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν, ἐπὶ τῶν δήμων καὶ τῶν ἄλλων σωματείων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐποπτεία, τὴν ὁποίαν βλέπομεν παρελαύνουσαν ἐκ τῆς δικογραφίας. Τοιαύτην ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας θ’ ἀφήσωμεν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, διὰ νὰ βλέπωμεν αὐτὴν νὰ διαπράττῃ τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἐκείνῃ. Καὶ θὰ εἶναι σκόπιμος μία τοιαύτη ἀναπαράστασις τοῦ παρελθόντος, μία τοιαύτη ἀφήγησις τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θὰ διδάξωσι τὴν Βουλὴν ταύτην, ἵνα σκέπτηται καὶ κρίνῃ καὶ ἐν πεποιθήσει καὶ ἐν γνώσει τῶν γεγονότων ἀποφασίσῃ.
§146Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡμεῖς κατηγγείλαμεν πράγματα τοῦ παρόντος καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκε. Ματαιοπονοῦμεν δυστυχῶς, κύριε συνάδελφε.
§147Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν καταγγελίαν σας, ἢ ἡ καταγγελία σας θὰ εἶναι ἀβάσιμος ἢ δὲν θὰ ἦτο ἐν ἐπιγνώσει τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον καταγγέλλετε. Πάντοτε ἡ καταγγελία δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ πράξῃ τι ἡ Κυβέρνησις· σκοπὸν ἔχει ν’ ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία τὰ ἐκτεθέντα. Οὔτε εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ ἂν εἶναι ἁπλῶς βάσιμος ἡ καταγγελία σας.
§148Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸ γνωρίζετε ἐν συνειδήσει ἂν κατήγγειλά ποτε ἀβασίμως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ.
§149Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὴ νομίζετε ὅτι, ἂν παρῆλθεν ἐν ἀδιαφορίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ καταγγελία σας, ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἀβάσιμος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, προκειμένου νὰ ἐλέγξω, νομίζω ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον καὶ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἐξετάσω ἂν διέπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἢ ἄλλη. Ἂν ἐλέγχω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τὴν ἐλέγχω ἐκ θετικῶν γεγονότων. Τὰ ἄλλα τὰ ἐξωτερικὰ τὰ ἀναφέρω, διὰ νὰ τὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλή, διὰ νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Σκοπὸν εἰδικὸν ἕνα καὶ μόνον ἔχω. Διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος συνάδελφος, ἀπωλέσθη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἷς φάκελος. Τί ἐνηργήθη περὶ τούτου; Ἤδη ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπέμβασιν τοῦ εἰσαγγελέως. Προεχώρησαν ἆρά γε αἱ ἀνακρίσεις; Ἀπεκαλύφθη ὅτι ἀπώλεια δημοσίου ἐγγράφου ἐγένετο ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; Τοῦτο λοιπὸν ἐγὼ ἐλέγχω καὶ εἰς τοῦτο μὲ εὑρίσκετε σύμφωνον, τί ἔκαμε καὶ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις. Προσεκομίσθη καὶ κατηρτίσθη εἷς φάκελος, καὶ οὗτος εἶναι ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὰ γραφεῖα τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὸν φάκελον ὅμως αὐτὸν προκύπτουσι γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, θὰ ἀναφέρωσιν οἱ ὑπολειπόμενοι, θ’ ἀναφέρω δὲ καὶ ἐγώ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ τὰ σπουδαῖα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα περιεῖχον καὶ σημειώσεις ἐγγράφους Ὑπουργοῦ καὶ δικαστῶν, περιεῖχον σφραγίδας ἀνθρώπων διαχειριζομένων τὰ δημόσια καὶ ἐνεργούντων ὑπὸ ἄλλην ἰδιότητα ἢ ἄλλας περιστάσεις, αὐτὰ ἐγένοντο ἀνάρπαστα. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀντικείμενον, ὥστε νὰ προκληθῇ ἰδιαιτέρως ἡ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀνακαλύψῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὡς καὶ τὸν δράστην τῆς ἐξαφανίσεως; Λέγω λοιπὸν ὅτι κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς παρέλειψαν πρᾶξιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἀπώλεια εἰς τὰ συμφέροντα τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ ἔχων ἆρά γε τὴν ὑποχρέωσιν, ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας ἐκ τοῦ νόμου Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τοιαῦτα μέτρα, ἀφ’ ἧς ἔλαβε γνῶσιν τῶν γεγονότων τούτων, ἵνα ἐξαναγκάσῃ τὴν ἤδη λιμενικὴν ἐπιτροπὴν εἴτε νὰ ζητήσῃ εὐθύνην ἀποζημιώσεως κατὰ τῶν ὑπαιτίων τῆς καταστάσεως ταύτης; Ἐπὶ τούτου εἶναι ὁ ἔλεγχος κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκλάπησαν τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὅτι παρέλειψε συγκεκριμένην ἐνέργειαν, ὅπως ἀποκατασταθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἐβλάβησαν ἐξ ὑπαιτιότητος ἄλλων προσώπων. Ὅταν ἔχωμεν ὅλα ταῦτα ἐν τάξει καὶ μετὰ τὸν ἔλεγχον τοῦτον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἄρχεται καὶ ἡ ἱστορία τῆς μακρᾶς ὑποθέσεως, καὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ ταύτῃ ἀναφαίνονται ἄλλοι Ὑπουργοί, ἄλλοτε δράσαντες καὶ δράσαντες πολὺ κακῶς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λιμένος. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡ ἐπερώτησις καὶ οἱ ἐπερωτῶντες τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδόλως αὕτη ἀντίκειται πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§150ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Συνήθως πᾶσα συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ πρέπει νὰ καταλήγῃ εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον κατὰ κανόνα καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν διατυποῦται εἰς ὡρισμένην πρότασιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ τῆς ἐπερωτήσεως σκοπὸς εἶναι νὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἑπομένως ὁ ἐπερωτῶν ὤφειλε νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον, διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λαβὼν γνῶσιν τῆς καταγγελίας δὲν ἐνήργησεν ὅ,τι ὁ νόμος τῷ ἐπιβάλλει. Ἐὰν δὲ οἱ ἐπερωτῶντες εἶχον σκοπὸν νὰ προχωρήσωσι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἤθελον νὰ διατυπώσωσι κατηγορίαν καθ’ ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα διετέλεσαν Ὑπουργοί, τότε ὤφειλον νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρότασις ἔδει νὰ ὑποβληθῇ ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πλειόνων Βουλευτῶν κατὰ τὸν Κανονισμόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐπαναφέρητε τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ, διότι οὕτω πως τιθεμένης τῆς συζητήσεως θ’ ἀποπερατωθῇ ὡς τάχιον αὕτη καὶ δὲν θὰ καταναλίσκεται πολύτιμος χρόνος τῆς Βουλῆς εἰς μάτην.
§151Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὸ θάρρος, κύριοι Βουλευταί, ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς τὸ παρελθόν, νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος παρεμπίπτοντος ζητήματος. Ἀνήκω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ σεμνύνομαι ἐπὶ τούτῳ· οὐδὲν μὲ συνέδεσε καὶ οὐδὲν μὲ συνδέει μὲ τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον τοῦ παρελθόντος, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερον, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀντικείμενον τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως. Ἂν δὲ ὑπῆρξέ τις κατὰ τὸ παρελθόν, ὁ ὁποῖος ἐπίκρανεν αὐτόν, τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι ἤμην ἐγώ. Οὐδὲ ἡμέραν οὐδὲ συνεδρίασιν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ἐφ’ ὅσον διεχειρίζετο τὰ κοινά, παρέλειψα νὰ ἐλέγξω αὐτόν, καὶ πολλάκις μετὰ πικρίας, ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο Ὑπουργός, ἦτο καὶ παρών, διότι θεωρῶ ἐγὼ ὅτι δὲν εἶναι ἀνδρικὸν οὐδὲ γενναῖον νὰ ὁμιλῇ τις περὶ ἀπόντων, καὶ μάλιστα νὰ ὑβρίζῃ αὐτούς, ὅταν εἶναι ἀπόντες. Τοιαύτην εἶχον γνώμην περὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Ὑπουργοῦ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ διατί συνετάχθησαν οἱ Κανονισμοὶ καὶ τὰ πολιτεύματα. Ἐγένοντο ἄνευ λόγου; Ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἀνήκει εἰς τὸ παρελθόν, ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν. Πολιτικαὶ εὐθῦναι δὲν δύνανται πλέον νὰ ζητηθῶσιν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔπαυσε νὰ εἶναι Ὑπουργός. Νομικαὶ εὐθῦναι δύνανται νὰ ζητηθῶσιν, ἠδύναντο καὶ δύνανται, καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν εἶχον τὸ θάρρος, ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατηγορητήριον, διότι καὶ τὸν ἀριθμὸν ἔχουσι καὶ τὴν δύναμιν· ἐὰν ὄντως πιστεύωσιν ὅτι παρέβη τοὺς νόμους ἐκεῖνος, ἂς κατηγορήσωσιν αὐτοῦ καὶ ἂς ἀποδείξωσιν τὰ καταγγελλόμενα ἂν εἶναι ἀληθῆ. Ἀλλ’ ἠκούσατε ἐπὶ δύο ἡμέρας τοῦ ἐπερωτήσαντος κ. Βουλευτοῦ, ἐλέγχοντος τὸν Ὑπουργὸν τὸν σημερινὸν ἐπὶ πράξει ὡρισμένῃ ἢ ἐπὶ παραλείψει; Διατί τότε ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν;
§152Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑμεῖς ὡμιλήσατε, κύριε συνάδελφε, ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.
§153Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ὅτε ἀνέρχονται τὸ βῆμα αὐτὸ καὶ τοὺς προστατεύει ἡ ἀσυλία καὶ ἐκτοξεύουσιν ὅσα θέλουσι καὶ ὅσα δύνανται κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν εὐθύνην πολιτικήν, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ εἴπῃ: εἶναι τὸ τοιοῦτον ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ εἶχε μὲν δίκαιον νὰ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς ἐπερωτήσαντα, ὡς εἶχεν ἡ ἐπερώτησις, ν’ ἀναπτύξῃ ταύτην, διότι θὰ ἐνόει, ὅπως καὶ ἐγὼ ἐνόουν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ νῦν. Ἀλλ’ ὅτε εἶδεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ ἀγορεύων οὐδόλως ἤθελε νὰ θίξῃ τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ὑπερβασίᾳ τινὶ ἢ ἐπὶ παραλείψει τινί, εἶχε καθῆκον νὰ ἐπαναφέρῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ τὸν ἀγορεύοντα. Καὶ κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον εἶχεν ἀπόλυτον δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτε ὁ ἀγορεύων προέβαινε μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ὁμιλίας του μὴ πράττων ἄλλο τι εἰμὴ νὰ ὁμιλῇ περὶ προσώπου, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς δὲν προέβλεψε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι παρέλειψε κατά τι τὸ καθῆκόν του. Διότι, Κύριοι, ἡ διάταξις τοῦ 58ου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία βασίζεται ἐπὶ διατάξεως συνταγματικῆς, εἶναι σαφὴς καὶ καθαρά (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπερώτησις σκοποῦσα κλπ.». Καὶ ὅτε τοιοῦτον ἔχομεν Κανονισμόν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, βοηθούμενον ὑπὸ τῆς ἀσυλίας τοῦ βήματος, νὰ φέρωμεν συζήτησιν περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει οὔτε μὲ τὴν Βουλὴν οὔτε μὲ τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς καὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ αὐτῶν κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἕκαστος θέλει, εἴτε ὑβρίζοντες εἴτε κατηγοροῦντες αὐτό; Δὲν αἰσθάνεσθε ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν; Ἐὰν τοιαύτην τακτικὴν ἀκολουθήσωμεν, δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ σοβαρῶς Κοινοβούλιον; Διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχων ὑπ’ ὄψει του ἕνα πρώην πολιτευόμενον θὰ τὸν φέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡμεῖς θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ προσώπου ἐκείνου, τὸ δὲ Κοινοβούλιον θέλει ἐκπέσει τοῦ προορισμοῦ του καὶ θέλει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δώσει ἀφορμὰς εἰς τὴν κοινωνίαν ν’ ἀπολέσῃ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει περὶ τοῦ Κοινοβουλίου.
§154ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Κανονισμός, κύριοι Βουλευταί, ἔχει ὁρίσει τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Καὶ ὁρίζει ταῦτα «ἀναφορὰς, ἐρωτήσεις, ἐπερωτήσεις, συστάσεις». Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐσκόπει νὰ ποιήσηται σύστασιν, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ τοῦτο ῥητῶς, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὅτι σκοπεῖ νὰ ποιήσηται σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐπανειλημμένως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἐγίνωσκε τὰ πράγματα ταῦτα καὶ βεβαίως δὲν ὑπέχει εὐθύνην τινά, βεβαίως δ’ ἐκεῖνος δὲν σκοπεῖ νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην. Νομίζετε λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι ἐν τάξει; Ἐνῷ δὲν ἔκαμε σύστασιν, ἤρχισεν ἀπὸ τῆς συστάσεως, ἵνα πληροφορήσῃ ἡμᾶς καὶ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι ἀληθῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διετέλει ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ἀπέκλειε τὴν εὐθύνην καὶ ἐν ταὐτῷ ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει λάβει γνῶσιν πρὸ ἱκανοῦ χρόνου ἡ Κυβέρνησις. Διότι ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶχε συζητήσει περὶ τῆς ὑποθέσεως μετὰ τοῦ νῦν κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ἠρώτησα δὲ πρὸ πόσου χρόνου καὶ ἀπήντησε πρὸ πέντε ὁλοκλήρων μηνῶν. Ἐνῷ λοιπὸν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως τοιαύτης σημασίας, περὶ τῆς ὁποίας εἶχε λάβει γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις πρὸ πέντε ὁλοκλήρων μηνῶν καὶ οὐδὲν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἐν τούτοις ἐγείρεται ὁ κ. Βουλευτής, ἐγγράφει ἐπερώτησιν καὶ λέγει ἐπανειλημμένως ὅτι οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ βεβαίως εἶναι τὰ ἀντιφατικά, αὐτὰ βεβαίως εἶναι τὰ ἔκτροπα, διότι, ἐνῷ προκειμένου νὰ ἐλεγχθῇ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνήγετο ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὸ παρελθόν, ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα...
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ.....
§156ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα, οὐχὶ μόνον κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλὰ κατὰ πάσης ἠθικῆς ἀρχῆς θὰ ἐστρέφετο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐκτεταμένη μέχρι τῶν ἄκρων ὁρίων, ἀλλ’ ἔχουσα σκοπὸν ν’ ἀποδώσῃ ἑκάστῳ τὸ προσῆκον, νὰ ζητήσῃ εὐθύνας καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖθεν, νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ γενόμενα εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ ν’ ἀπαιτήσῃ εὐθύνας καὶ παρὰ τοῦ παρόντος. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ κ. Βουλευτής, τοῦτο συνῃσθάνθη ἕτερος ἐγγεγραμμένος ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ, ὅστις ἐλθὼν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος συνῃσθάνθη τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον ἐπίεζεν αὐτόν, ὅπως ἀμέσως ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ὑποχρέωσίν του νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατὰ τὸ πολίτευμα. Καὶ ἐνῷ ἔσπευδε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀπήγγειλε διπλῆν κατηγορίαν· διότι κατέστη πρόδηλον, ἂν μὴ τι ἄλλο, ὅτι, ἂν ὑπῆρξε πρόθεσις, πρόθεσις ἐπίμεμπτος, δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις πρὸ 5 μηνῶν τουλάχιστον λαβοῦσα γνῶσιν τοῦ πράγματος οὐδὲν ἔπραξε. Ταῦτα οὕτω πράττοντες θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε καὶ ὑμεῖς «σεμνύνομαι ὅτι ὑπῆρξα βουλευτὴς τῆς διπλῆς Βουλῆς». Ταῦτα πράττοντες θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε πρὸς τὴν διπλῆν Βουλὴν «σεμνύνομαι ὅτι ὑπῆρξα μεταξὺ ὑμῶν». Ταῦτα ἔπραττεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχηται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ λέγῃ «σεμνύνομαι, διότι ὑπηρέτησα εἰς τὸ παρελθόν». Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ εἰς τοῦτο καὶ ἀντιστρέφων τὴν φράσιν του λέγω ὅτι σεμνύνεται τὸ παρελθόν, διότι εἶχε τοιούτους Βουλευτάς, θὰ σεμνύνηται δὲ καὶ τὸ παρόν, ἐὰν ἔχῃ Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι συζητοῦντες περιορίζονται ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ πολίτευμα. Ἐὰν ἐσέβεσθε τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ πολίτευμα, δὲν θὰ εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, ὥστε νὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι σεμνύνεται διὰ τὸ παρελθόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐκλήθημεν νὰ καταλύσωμεν, ἀλλὰ κατὰ πρᾶγμα καὶ οὐχὶ κατ’ ὄνομα.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάρθης ἔχει τὸν λόγον.
§158Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖται ἐπίσης καὶ ὁ κ. Γαλαβᾶς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ μομφὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου οὐδαμῶς στηρίζεται εἰς τὸν Κανονισμόν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξήγησεν ἤδη ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἀλλά, ἐνῷ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῶν μεμφομένων τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου ὅτι τοῦτο ἐν δικαίῳ εὑρίσκετο, ἐπιτρέψαν τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἠθέλησαν νὰ στρέψωσι τὴν μομφὴν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἀφῆκεν ἀπαρατήρητον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς ἐπερωτήσεώς του καὶ δὲν ἤσκησεν ἐπ’ αὐτοῦ τὸν δέοντα ἔλεγχον, ὅπως παρεμποδίσῃ αὐτὸν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι ἐξετέλει, νὰ προβῇ περαιτέρω. Τὴν δυσφορίαν εἰς τὸν ὑποβαλόντα τὸ πρῶτον τὴν παρατήρησιν ἔφερεν ἡ ὁμολογία τοῦ ἐπερωτῶντος τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οὐδαμῶς ἐνόει νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν· ἐθεωρήθη διὰ τοῦτο ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἀρνούμενος νὰ ἐλέγξῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ περιοριζόμενος νὰ κάμῃ σύστασιν εἰς αὐτήν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἀνευρέσεως τῶν ἐγγράφων τῆς δικογραφίας τῆς ἀπολεσθείσης, εὑρίσκετο ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ διέποντος τὰς ἐργασίας μας Κανονισμοῦ ὁρίζει ῥητῶς ὅτι εἰς τὸν αὐτὸν πίνακα τῶν ἐπερωτήσεων, εἰς τὴν αὐτὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐπερωτήσεων, ἀναγράφεται καὶ πᾶσα σύστασις συνισταμένη εἰς τὴν ὑποβολὴν σκέψεων καὶ γνωμῶν τοῦ συνιστῶντος περὶ δημοσίων ὑποθέσεων ἢ ἀντικειμένων δημοσίας ὠφελείας ἢ συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐρωτῶ· τούτου οὕτως ἔχοντος, ἐδικαιοῦτο ὁ ἀξιότιμος κύριον Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος νὰ λάβῃ τὸν λόγον σήμερον, ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ἐπερωτήσεων, ὅπως ἐκθέσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀπησχόλησε μέχρι τοῦδε τὴν Βουλήν, καὶ ὅπως παρατηρήσῃ μόνον διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε μέχρι τοῦδε νὰ εὕρῃ τὸν σχετικὸν φάκελον, συστήσῃ δὲ ὅπως ἐπιμεληθῇ τῆς εὑρέσεως αὐτοῦ καί, εἰ δυνατόν, περὶ ἀστικῆς διώξεως τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ; Νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ κανονικοῦ τῆς ὁμιλίας. Ἀλλ’ ἐγένετο ἔλεγχος καὶ διὰ τὴν βιαιότητα τῆς ἐκφράσεως, ἣν μετῆλθεν ὁ ῥήτωρ ἀπέναντι πρώην Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θὰ συμφωνήσω εἰς τοῦτο, ὅτι εὐκταῖον θὰ ἦτο οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλοῦντες, καὶ ὅταν ὁμιλῶσι περὶ συναδέλφων αὐτῶν, καὶ ὅταν ὁμιλῶσι περὶ πρώην συναδέλφων αὐτῶν, ὅπως ἀποφεύγωσι τὴν χρῆσιν ἐκφράσεων δριμειῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως συμβάλλουσιν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ἐλέγχου μιᾶς πράξεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς καθιερώσεως μιᾶς, ὄχι κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ μιᾶς ἠθικῆς ἀρχῆς ἀσυλίας ὑπὲρ τοῦ διαχειριζομένου ἢ διαχειρισαμένου τὰ κοινά, ἀσυλίας ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀνερεύνησιν τῆς πολιτείας αὐτῶν ἐν τῷ παρελθόντι θὰ ἐπιτρέπῃ, διότι κατὰ σύμπτωσιν ἔτυχε ν’ ἀπουσιάζωσιν ἀπὸ μιᾶς Βουλῆς, ἡ ἀπόστασις εἶναι πολὺ μεγάλη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀσυλίαν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐλέγχωνται πρόσωπα ἀπόντα ἀπὸ τὴν Βουλήν. Πάντες ἡμεῖς ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἶναι ἔλεγχος διοικητικὸς καὶ ἔλεγχος πράξεως διοικητικῆς τοῦ παρελθόντος καὶ δύναται ν’ ἀσκηθῇ οὗτος, ὅταν συνδέηται εἴτε πρὸς μομφὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀνέχεται τὴν παρανομίαν καὶ δὲν ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῆς ἢ διότι Βουλευτὴς ἐπὶ τῇ βάσει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ χρησιμοποιεῖ τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, ἵνα φθάσῃ εἰς ὑποβολὴν συστάσεως. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα. Εὔχομαι, ὅπως ὁ ἔλεγχος γίνηται πάντοτε μετὰ φειδοῦς ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐκφράσεως· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ διεκδικήσω καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ὑπολήψεως τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, εἰς οὓς ἀνήκω, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως καὶ ἐπικρίσεως τῶν πράξεων αὐτῶν, ὁσάκις τοῦτο δὲν γίνεται πρὸς ἄσκησιν προσωπικῶν σκοπῶν, ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἔχῃ σκοπὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. (Χειροκροτήματα).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προέδρου. Ὁ κ. Μιχαλέας ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τίνος ζητήματος;
§162Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ἡ πρότασίς σας ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν.
§164Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ; Πρέπει ὑφ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ ἀκόμη.
§166Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὑποστηρίζεται.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§168Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐγὼ δέχομαι, Κύριοι, καὶ κοινοβουλευτικῶς ὡς Βουλευτὴς φιλελεύθερος, ὄχι κατὰ τύπους, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν, νὰ καταγγείλω καὶ μέρος τῆς Βουλῆς καὶ μέρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι λησμονεῖ ὅ,τι πρὸ ἡμερῶν ἀκόμη ἐπηγγέλθη.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λόγος σας θὰ εἶναι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§170Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ ἀμέσως νὰ εἰσέλθω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης Βουλευτὴς παρακαθήμενος ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ ἐζήτησε, συναινούσης τῆς Βουλῆς καὶ συνομολογούσης τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πρώην Ὑπουργὸς κατηγορούμενος κριθῇ ὑπὸ εἰδικοῦ Δικαστηρίου συνιστωμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀπευθύνομαι καὶ τῷ λέγω ὅτι εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει ὑποχρέωσιν, ὅπως μὴ περιορισθῇ εἰς τοὺς λόγους, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως μεταβῇ εἰς τὰ πράγματα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, λέγω, ἂν πράγματι ἐπιθυμῇ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶναι πραγματικῶς φιλελεύθερος, ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν καὶ ἀποστολὴν νὰ καθαρίσῃ τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου, ἔχει καθῆκον, ὅπως πρὸ πάσης ἀνοργανώσεως καὶ ἀνασυντάξεως, ὅπως πρὸ πάσης ἀνορθώσεως στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς πρὸς τὸ παρελθόν, πρὸς τοὺς δράστας τοῦ παρελθόντος. Σήμερον, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατηγορεῖται Ὑπουργὸς τοῦ παρελθόντος ἁμαρτωλός. Εἶναι ἀληθὴς ἡ κατηγορία, καὶ ὅμως οἱ ἀγορηταὶ περιορίζονται εἰς λόγους, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καί, ἀντὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ συζητήσῃ, ἠθέλησε διὰ τῶν γραμμῶν καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Κανονισμοῦ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Ἂν ἡ Βουλή, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἂν ὁ ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ὅ,τι λέγουσι τὸ αἰσθάνωνται, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τὴν ἑσπέραν, ὅπως τῇ συνδρομῇ ὡρισμένων Βουλευτῶν ζητήσωσι νὰ συσταθῇ ἐπιτροπή, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταδιωχθῶσι πάντες οἱ ἔνοχοι Ὑπουργοὶ τοῦ παρελθόντος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως σιωπῶσιν, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ σιγᾷ παρὰ τὰς προτροπὰς ἡμῶν, βεβαίως οἱ λόγοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ πυροτεχνήματα, τὰ ὁποῖα θὰ καύσωσι καὶ ἡμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Συριόπουλος.
§172Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι διατεθειμένος οὐδένα ἐκ τῶν συναδέλφων νὰ θέσω εἰς ὀργήν· θὰ ἐξιστορήσω μόνον τὴν ὑπόθεσιν καὶ θ’ ἀφήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἂν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν γενομένου τοῦ πληρεξουσίου δικηγόρου τοῦ ἀντιδίκου τοῦ λιμένος Κατακώλου τῇ ἐνόχῳ ἀνοχῇ, τῇ ἐγκληματικῇ συμμετοχῇ τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς διηρπάγησαν χρήματα τοῦ λιμένος, καὶ μετὰ τοῦτο θὰ ἐπερωτήσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τί θὰ ἐνεργήσῃ πρὸς ἀνάκτησιν τῶν χρημάτων τοῦ λιμένος. Πολὺ πρὸ τοῦ 1875 ἤρξατο ἐργασία ἐν Κατακώλῳ πρὸς κατασκευὴν λιμένος. Τῇ 21 δὲ Ἰανουαρίου 1875 κατηρτίσθη σύμβασις μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Γάλλου Desirée Michel πρὸς κατασκευὴν διαφόρων ἔργων κατὰ μονάδα καὶ οὐχὶ κατ’ ἀποκοπὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδιογράμματος τοῦ μηχανικοῦ Πασχάλ. Ἡ σύμβασις ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων τούτων ὁ Γάλλος μηχανικὸς Desirée Michel, ἐνήργησε δὲ καὶ πρόσθετα τοιαῦτα διὰ τροποποιήσεων καὶ ἐξηκολούθησεν ἐργαζόμενος μέχρι τῆς 21 Δεκεμβρίου 1884, ὅτε συνεπείᾳ τρικυμίας τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα τοῦ Desirée Michel καὶ μήπω παραδοθέντα ὑπέστησαν καταστροφήν. Διότι δὲ εἶχεν ἐκτελέσει ἔργα ὑπερδιπλάσια τῶν ἀρχικῶς ἐγκριθέντων ὁ ἐργολάβος, διότι ἡ καταστροφὴ ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐπέβαλε τὴν διακοπὴν τοῦ ἔργου, ὁ μηχανικὸς τοῦ λιμένος ἐγνωμοδότησε πρὸς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν ὅτι ἐπιβάλλεται ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἔργων, ἡ δὲ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα ῥητῶς ἀπηγόρευσεν εἰς τοῦτον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα, διότι ἐγένετο ἀπόφασις, ὅπως ἐπὶ στερεωτέρων βάσεων κατασκευασθῶσι ταῦτα. Τῇ 5 δὲ Μαΐου 1886 ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ κατήρτισε νέαν σύμβασιν ἐπὶ τῇ βάσει νέων βάσεων μετὰ τοῦ Desirée Michel, ἡ ὁποία ὑποβληθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνεκρίθη, διέταξε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τότε τὴν ἐνέργειαν δημοπρασίας, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεκυρώθησαν τὰ νέα ἔργα κατ’ Αὔγουστον 1888 εἰς τὸν Λουκ. Σγούταν. Φρονῶν τότε ὁ Desirée Michel ὅτι ἠδικήθη ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ τῇ 27 Μαρτίου 1889 τὴν σύνταξιν πρωτοκόλλου διαφωνίας μονομερῶς, μὴ παραστάσης τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐζήτει δὲ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου ν’ ἀναγνωρισθῇ ἐργολάβος καὶ τῶν νέων ἔργων, ὑφ’ οὓς ὅρους συνεφωνήθη διὰ τῆς συμβάσεως τῆς 5 Μαΐου 1886, συμβάσεως τὴν ὁποίαν δὲν ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου ὁ Desirée Michel ἐζήτει, ἂν δὲν παρεχωροῦντο εἰς αὐτὸν τὰ νέα ἔργα, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «1) Νὰ ἐπιστραφῇ εἰς αὐτὸν τὸ εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς ἀπομεῖναν ὑπόλοιπον τῆς ἐγγυήσεως ἐκ δραχμῶν 20,000· 2) Ν’ ἀρθῇ ἡ ὑποθήκη ἡ ἐγγεγραμμένη ὡς ἐγγύησις ἐπὶ τῶν ἀκινήτων αὐτοῦ κτημάτων· 3) Νὰ πληρωθῇ λόγῳ ἀποζημιώσεως ἕνεκα ἀπολεσθέντων ἐν [λατομείοις ὑλικῶν] δραχ. 10,000· 4) Νὰ πληρωθῇ δι’ ἀπολεσθεῖσαν ἄσβεστον καὶ θηραϊκὴν γῆν δραχ. 10,000· 5) Νὰ πληρωθῇ διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς ἐργαλεῖα καὶ μηχανὰς ζημίαν δραχ. 19,000· 6) Νὰ πληρωθῇ διὰ φθορὰν καὶ καταστροφὴν ἐργαλείων καὶ μηχανημάτων ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δραχ. 50,000· 7) Νὰ πληρωθῇ ὅσα ἐπλήρωσεν εἰς μισθοδοσίας πρὸς ἐπιτήρησιν καὶ φύλαξιν μηχανημάτων καὶ ὑλικῶν δραχ. 75,000· 8) Νὰ πληρωθῇ ὡς διαφυγὸν κέρδος ἐκ τῆς μὴ κατασκευῆς προφυλακτηρίου τοίχου τοῦ λιμένος δρ. 30,000· καὶ 9) Νὰ πληρωθῇ διαφυγὸν κέρδος ἐκ τῆς μὴ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτελέσεως τῶν προσθέτων ἔργων δραχ. 130,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐζήτει δραχ. 344,000». Πρὸς συγκρότησιν τοῦ συνεπείᾳ τοῦ ἀνωτέρου πρωτοκόλλου διαιτητικοῦ Δικαστηρίου κατὰ τὸν νόμον ᾼΧΛΘʹ διώρισε διαιτητὴν τὸν μηχανικὸν Νικόλαον Ῥαζῆν, ἀλλὰ μὴ διορισάσης τῆς ἐπιτροπῆς τοιοῦτον αἱ ἀξιώσεις τοῦ Desirée Michel ἔμειναν ἐκκρεμεῖς. Τῇ 31 Ὀκτωβρίου ὅμως 1892 ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, θέσασα ὡς βάσιν ἓν ἔγγραφον τοῦ μηχανικοῦ τοῦ λιμένος τῆς 22ας Ὀκτωβρίου 1881, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς βλάβας τοῦ λιμένος συμβάσας τῇ 19–21 Ὀκτωβρίου 1881 καὶ οὐχὶ τὴν καταστροφὴν τὴν γενομένην κατὰ τὴν 21 Δεκεμβρίου 1884, ἐγνωμοδότησε στρεβλώσασα τὰ γεγονότα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 28 τοῦ 1892 πράξεώς της νὰ ἐπιστραφῇ πρῶτον τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐγγυήσεως ἐκ δραχμῶν 20,000, νὰ ἀρθῶσιν αἱ ὑποθῆκαι αἱ ἐγγεγραμμέναι ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ Desirée Michel καὶ νὰ πληρωθῇ οὗτος ἀποζημίωσιν διὰ πᾶσαν ζημίαν δραχ. 40,000 ἐν γένει. Μετὰ τοῦτο ἀπεβίωσεν ὁ Desirée Michel, καὶ οἱ κληρονόμοι αὐτοῦ, χωρὶς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 28 τοῦ 1892, καὶ χωρὶς ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς αὐτοὺς ταύτην, ἀπεδέχθησαν αὐτὴν τῇ 11 Αὐγούστου 1897. Τὴν ἀποδοχὴν ταύτην οὕτως ἀκύρως καὶ αἰφνιδίως γενομένην ὑπὸ τῶν κληρονόμων τῶν Desirée Michel ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἔθεσε πρὸς ἐξέτασιν, πρὸς ἐξακρίβωσιν δὲ τῶν ἀξιώσεων τοῦ Desirée Michel τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε πρὸς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀπὸ 28 Μαρτίου 1885 ἔκθεσιν τοῦ Κελλενέκ, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀρχηγὸς οὗτος τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς εἰς τὰ δημόσια ἔργα ἐγνωμοδότει ὅτι οὐ μόνον δὲν δικαιοῦται ὁ Desirée Michel νὰ λάβῃ πρὸς ἀποζημίωσίν τι ἀπὸ τὸν λιμένα Κατακώλου, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν.
§173ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἔκθεσις;
§174Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει· ἐξηφανίσθη μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων. Ἀναφέρεται ὅμως εἰς τὰς ἀνακαλούσας τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 τοῦ 1892 πράξεις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Συνῆλθε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἀπεφήνατο ὅτι δὲν ἐμμένει εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 τοῦ 1892 ἀπόφασίν της, ἀλλ’ ἀνακαλεῖ ταύτην διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 90 τῆς 22 Δεκεμβρίου 1897 πράξεως. Ὁμοίαν ἀνάκλησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28 τοῦ 1892 πράξεώς της ἐνήργησεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 5 τῆς 11 Ἰανουαρίου 1898 καὶ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 20 τῆς 6 Ἀπριλίου 1900 πράξεώς της. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ πράξεις αὐταί, διὰ τῶν ὁποίων ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἀνεγνώριζεν ὅτι ὁ Desirée Michel δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τι. Ὑπῆρχον καὶ προγενέστεραι ἀποφάσεις αὐτῆς, αἱ ὑπ’ ἀριθμοὺς 124 καὶ 135 τοῦ 1889. Πλὴν δὲ τούτων πάντων ὑπῆρχεν ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου ἐκδοθεῖσα μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Κελλενὲκ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 9984 τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1887, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφήνατο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αἰτήσεων τοῦ Desirée Michel ὅτι αἱ ἀξιώσεις του εἶναι ἀστήρικτοι. Δυστυχῶς ὅμως τῷ 1905 ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δικηγόρος τοῦ Desirée Michel εὑρὼν τὰς πράξεις αὐτὰς τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς πάσας, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας τοῦτο ἀποφαίνεται ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ οὔτε λεπτόν, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ μεγίστας ἀποζημίωσις, ἐνέκρινεν...
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος ἔτους;
§176Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1887. Μόλις ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ Κελλενὲκ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκε ἀπόφασιν καὶ λέγει ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ πληρωθῇ τίποτε ὁ Desirée Michel καὶ ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς φρονεῖ ὅτι ἐνασκῶν δικαίωμα, ὃ εἶχεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ΡΚΘʹ Β. Διατάγματος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1868, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ, νὰ μεταρρυθμίζῃ ἢ ἀπορρίπτῃ τὰς πράξεις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνέκρινε μετὰ εἴκοσιν ἓν ἔτη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 20900 τῆς 20 Δεκεμβρίου 1905 ἀποφάσεώς του νὰ λάβῃ ὁ Desirée Michel 60,000 δραχμῶν ἐναντίον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9984 τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1887 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἤτοι ἐνέκρινε πρᾶξιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἀνύπαρκτον, ἄκυρον καὶ ἀνακεκλημένην.
§177Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει ποίας προσφυγῆς; Ἐπέρασεν ἀπὸ καμμίαν ἐπιτροπήν; Ἐπέρασεν ἀπὸ κανὲν συμβούλιον ἀνεγνωρισμένον ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν;
§178Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε ἀπὸ αὐτά.
§179Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἄλλως τε ποία ἀπόφασις δύναται νὰ ὑπάρχῃ; Προϋπῆρχεν ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς εἴτε ἄλλου προσώπου;
§180Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἀνακληθείσης ἀποφάσεως ἔλεγεν ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ 60.000 δραχμῶν.
§181Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἀποφάσεις δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἡ ἐπιτροπή, κύριε συνάδελφε.
§182Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ αἰτήσεως πρὸς συμβιβασμόν.
§183Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἄ! Ἐνόησα.
§184Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν οἱ κληρονόμοι τοῦ Desirée Michel ἤγειραν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας, τῇ 15 Ἀπριλίου 1906 αἰτούμενοι νὰ ἐπιδικασθῇ αὐτοῖς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 60,000 μετὰ τοῦ τόκου τῶν· ἡ δὲ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τῶν μελῶν δικηγόρων αὑτῆς οὐδεμίαν ὑπεράσπισιν ἀντέταξε, καὶ οὕτως ἐπεδικάσθη τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁλόκληρον μετὰ τοῦ τόκου του ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως.
§185Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ὡμολόγησε τὴν ἀγωγήν;
§186Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμολόγησε τὴν ἀγωγήν. Ἀντέταξε μόνον ἔνστασιν ἐξοφλήσεως.
§187Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἔκαμεν ὑπεράσπισίν τινα;
§188Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔκαμε τίποτε. Θ’ ἀκούσητε. Ἡ μόνη ὑπεράσπισις, τὴν ὁποίαν ἀντέταξεν, εἶναι ὅτι εἶπεν ὅτι ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 28 πρᾶξις δὲν ἀποτελεῖ δικαίωμα καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ ἀξίωσις κατὰ τοῦ λιμένος ἐξωφλήθη, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀορίστως ὅμως.
§189Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπεκκλέσθη τοῦ Κελλενὲκ τὴν ἔκθεσιν, κύριε συνάδελφε;
§190Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τοῦ Κελλενὲκ οὔτε τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἀπόφασιν, περὶ ἧς ὡμίλησα ἀνωτέρω. Ἐξέδωκε λοιπὸν τὸ Πρωτοδικεῖον τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 1255 τοῦ 1906 ἀπόφασιν καὶ ἐπεδίκασε τὸ ποσὸν αὐτὸ ἄνευ ἀντιρρήσεως.
§191Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ποῖοι ἦσαν πρωτοδίκαι;
§192Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἦτο ὁ Γεώργιος Καμπιώτης ὁ καὶ εἰσηγητής, εἶναι δὲ παράδοξον αὐτὸ τὸ φαινόμενον, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν μόνην θὰ ἔχῃ ἐκδώσει, δικασταὶ δὲ ὁ Σπ. Φεγγαρᾶς καὶ ὁ Ἀν. Παπαηλιοῦ, ὁ καὶ μειονοψηφῶν ἐν τῇ ἀποφάσει. Ἐξακολουθοῦντος δὲ τοῦ πειρασμοῦ ἐγένετο ἔφεσις ἐκπρόθεσμος κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1255 τοῦ 1906 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, κατόπιν ἐγένετο ἀναίρεσις, καὶ τέλος πάντων ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1911 οἱ Βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐλάβομεν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκαλούμεθα νὰ μεσολαβήσωμεν παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐγκρίνῃ ἄλλην πρᾶξιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει αὕτη 94.000 δρχ., διὰ νὰ δώσῃ εἰς μίαν βυθοκόρον πρὸς καθαρισμὸν τοῦ λιμένος διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἰσπλεύσωσι πλοῖα ἐντὸς αὐτοῦ. Ἐγὼ γνωρίζων τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἐγνώριζον, ὅτι ὑπῆρχε σχέδιον τοῦ μηχανικοῦ Γκίνη, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι εἶναι μωρὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐκβάθυνσις τοῦ λιμένος, ἂν δὲν κατασκευασθῶσι τοὐλάχιστον τὰ ¾ τοῦ ἀντιβραχίονος, κατὰ τὸ σχέδιον αὐτοῦ, παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἕνεκα δὲ τούτου ἤγειρα τὴν ὀργὴν ἐνδιαφερομένων τινῶν διὰ τὴν νέαν ἁρπαγὴν τῶν 94.000 δραχμῶν, ἐπηκολούθησε δ’ ἄλλος ἀγὼν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἔχω ἀνάγκην ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ν’ ἀποδείξω ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν, ὅπως ἀξιοῖ νὰ πληρωθῇ ὁ Desirée Michel, καὶ τὸν δόλον τοῦ τε Ὑπουργοῦ καὶ τῶν διαχειρισαμένων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δικηγόρων καὶ μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς.
§193Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Τὸν δόλον τοῦ Καλογεροπούλου.
§194Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον τὸν δόλον.
§195Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω ὅτι μόλις ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα καὶ ἀντετέθην εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπικυρωθῇ ἡ πρᾶξις τῆς ἐκβαθύνσεως τοῦ λιμένος ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ὑπάρχει μία ὑπόθεσις καὶ παρεκάλουν νὰ εὑρεθῇ ἡ δικογραφία. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς πράγματι ἐζήτησεν, ἀλλὰ δὲν εὑρέθη ἡ δικογραφία. Συνεπείᾳ τῆς ἀποκαλύψεως ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ ἀπέλυσε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, παρέπεμψε δὲ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ ἐνεργεῖται καταδίωξις κατὰ τῶν ἐξαφανισάντων τὴν δικογραφίαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Desirée Michel, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐξέδωκε τὸ βούλευμά της ἢ ὄχι. Ἔχω ἀνάγκην ὅμως, εἶπον, ν’ ἀποδείξω τοὺς λόγους τοὺς προκύπτοντας ἐκ τῶν διαφόρων ἐγγράφων τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, λόγους ἐνδεικνυομένους ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, λόγους ἀποδεικνύοντας ὅτι οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Desirée Michel νὰ ζητῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐζήτει καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεδικάσθη, παρεῖδον δὲ τοὺς λόγους τούτους καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐπικυρώσας ἀνύπαρκτον καὶ ἄκυρον πρᾶξιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ μέλη οἱ καὶ δικηγόροι αὐτῆς. Διὰ ν’ ἀποδείξω δὲ τοῦτο, οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ κάμω, κύριοι Βουλευταί, παρὰ ν’ ἀναγνώσω τοὺς λόγους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους περισυνέλεξα μελετῶν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐπιβαλλομένους πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἀγωγῆς ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ Desirée Michel διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους ἵνα πληρωθῇ: 1)»Διότι κατὰ τὴν ἀπὸ 28 Μαρτίου 1885 ἔκθεσιν τοῦ Κελλενὲκ ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ μέγα ποσὸν εἰς τὸν λιμένα, καὶ τούτο, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὰ ἔργα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης οὐδὲ κατὰ τοὺς συντεθειμένους ὅρους καὶ συμφωνίας· 2)»Διότι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ Desirée Michel ἐπὶ τῶν πέρα τῆς ἀρχικῆς ἐργολαβίας κατασκευασθέντων ἔργων, ἀφοῦ ταύτην ἀνέλαβε κατὰ μονάδα καὶ οὐχὶ κατ’ ἀποκοπήν, καὶ εἶχεν ἐκτελέσει ἔργα ὑπερδιπλάσια τῶν ἀρχικῶς ἐγκριθέντων· 3)»Διότι ὁ μηχανικὸς τοῦ λιμένος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιφέρῃ οἱασδήποτε τροποποιήσεις πρὸς τὴν σκοπιμωτέραν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, αἵτινες ἐπέβαλον τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 6 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1850· 4)»Διότι ὁ Desirée Michel οὐδὲν προσεκτήσατο δικαίωμα ἐκ τῆς ὑπὸ τούτου μετὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καταρτισθείσης προσυμφωνίας τῇ 5ῃ Μαΐου 1886, ἀφοῦ αὕτη δὲν ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ΡΚΘʹ περὶ λιμένων Β. Διατάγματος, καθ’ ὃ οὐδεμία ἀπόφασις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως ταύτης· 5)»Διότι προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως νέων ἔργων ὁ ἀρχικὸς ἐργολάβος δὲν ἠδύνατο νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἐνεργηθεῖσαν δημοπρασίαν, καθόσον αὕτη ἐνηργήθη κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· 6)»Διότι ὁ ἐργολάβος Desirée Michel δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ κατὰ τὸν νόμον ΑΧΛΘʹ διαιτητικὸν Δικαστήριον, ἀφοῦ ἡ βάσις τῶν διαμαρτυριῶν καὶ ἀξιώσεών του δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ διαφωνιῶν ἀναφυεισῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργολαβίας καὶ δὲν ὑπήγοντο αὗται κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τούτου εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἢ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐστηρίζοντο κυρίως εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ΡΚΘʹ καὶ ΣΙΒʹ, περὶ ὧν ἁρμόδια εἶναι τὰ τακτικὰ Δικαστήρια· 7)»Διότι πρὸ τῆς παραδόσεως τοῦ ἔργου καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐν ἄρθρῳ 21 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1850 ὁριζομένων δὲν ἐπιστρέφεται τῷ ἐργολάβῳ ἡ χρηματικὴ ἐγγύησις καὶ δὲν αἴρονται αἱ ὑποθῆκαι αἱ ἐπὶ τούτῳ γεγραμμέναι· 8)»Διότι δὲν ἐδικαιοῦτο εἰς ἀποζημίωσιν ὁ ἐργολάβος δραχμῶν 10.000 δι’ ἀπώλειαν ὑλικῶν ἐν λατομείοις καὶ δρ. 10.000 δι’ ἀπώλειαν ἀσβέστου καὶ θηραϊκῆς γῆς, ἔνθεν μὲν διότι αἱ τοιαῦται ζημίαι οὐδαμόθεν ἐπιβεβαιοῦνται, ἔνθεν δὲ διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1850 αἱ ἐξ ἀμελείας ζημίαι εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἐργολάβου· 9)»Διότι δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ ἐργολάβος εἰς δραχ. 19.000 διὰ ζημίας ἐπελθούσας ἐκ θεομηνίας εἰς ἐργαλεῖα καὶ μηχανάς, ἀφοῦ καὶ ἀληθεῖς λαμβανομένας δὲν ἀνέφερε ταύτας ἐντὸς δέκα τὸ πολὺ ἡμερῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1850· 10)»Διότι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ διὰ φθορὰν ἐργαλείων καὶ μηχανημάτων, ἀφοῦ προφανῶς δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀναληφθεισῶν ἐργασιῶν ὑπερδιπλασίως ἐκτετελεσμένων, ἀλλὰ περὶ ἀναμονῆς τοῦ ἐργολάβου οἰκειοθελοῦς πρὸς ἀνάληψιν ἔργων ἀσχέτων πρὸς τὴν ἀρχικὴν ἐργολαβίαν· 11)»Διότι δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ Desirée Michel εἰς μισθοδοσίας πρὸς συντήρησιν μηχανημάτων καὶ ὑλικῶν, ἀφοῦ ἡ ἐργολαβία εἶχε περατωθῆ· 12)»Διότι διὰ τὴν περικοπὴν ἐκ τῆς ἀρχικῆς ἐργολαβίας τοῦ προφυλακτηρίου τοίχου τοῦ λιμένος δὲν δικαιοῦται νὰ πληρωθῇ ὁ Desirée Michel, ἀφοῦ ἐξετέλεσεν οὗτος ἔργα ὑπέρτερα τῶν ἀρχικῶς ἐγκριθέντων, καὶ ἀφοῦ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 6 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1850 καὶ τὸ ἐδάφ. 9 τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 126 πρὸς ἐξήγησιν τούτου ἐκδοθείσης ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1850 ῥητῶς ἐπιτρέπουσι πᾶσαν τροποποίησιν καὶ περικοπὴν οἱωνδήποτε κονδυλίων τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἀποζημιώσεως τοῦ ἐργολάβου, ἐφ’ ὅσον δὲν μειοῦται διὰ τῶν περικοπῶν τούτων ὁ ἀρχικὸς προϋπολογισμὸς κάτω τοῦ ἑνὸς ἕκτου. 13)»Διότι δὲν ἐδικαιοῦτο εἰς διαφυγὸν κέρδος ἐκ δραχμῶν 130.000 ὁ Desirée Michel, ἀφοῦ δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου ν’ ἀνατεθῶσι τὰ νέα ἔργα εἰς αὐτὸν ἄνευ δημοπρασίας· 14)»Διότι, ἀντικειμένων τῶν ἀξιώσεων τοῦ Desirée Michel εἰς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1850 περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων καὶ εἰς τὸν νόμον ΣΙΒʹ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 28 τοῦ 1892 πρᾶξιν περὶ τῶν ἀξιώσεων τούτων, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ νομοτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ 1886 ῥητῶς ἀναγράφει ὅτι «Ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ λαμβάνει ἀποφάσεις συμμορφουμένη πρὸς τὰς ἰσχυούσας διατάξεις περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ δημοσίων ἔργων». Ἐπιτρέψασα δὲ διὰ τῆς πράξεως ταύτης τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐγγυήσεων δραχ. 20.000 καὶ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως δραχ. 40.000 πρὸ τῆς ὁριστικῆς παραδόσεως τοῦ ἔργου παρέβη τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1880 καὶ τὰ ἄρθρα 3, 6 καὶ 17 αὐτοῦ, ἔτι δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ ἑπομένως ἄκυρον ἐξέδοτο πρᾶξιν, ἐξ ἧς οὐδὲν δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου ἀπορρέει· 15)»Διότι, ἀκύρου οὔσης τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 28 τοῦ 1892 πράξεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἄκυρος εἶναι καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 20900 τῆς 30 Δεκεμβρίου 1905 ἀπόφασις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ δικηγόρου τοῦ Desirée Michel· 16)»Διότι, ἀφοῦ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 90 τῆς 22 Δεκεμβρίου 1897 πράξεώς της ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀνεκάλεσε τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 28 τοῦ 1892 τοιαύτην καὶ αὕτη δὲν ὑπῆρχε τῇ 30 Δεκεμβρίου 1905, ὅτε ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 20900 ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου, αὕτη εἶναι ἄκυρος, μὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν της οὐδὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 9984 τῆς 3 Ὀκτωβρίου τοῦ 1887 ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἀπερρίφθησαν αἱ ἀξιώσεις τοῦ Desirée Michel ὡς ἀστήρικτοι· καὶ 17)»Διότι, ἀφοῦ ὁ Desirée Michel δὲν ἔζη, ἡ δὲ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἐκοινοποίησέ ποτε τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 28 τοῦ 1892 πρᾶξίν της πρὸ τῆς ἐγκρίσεως ἢ μετ’ αὐτὴν οὔτε πρὸς αὐτὸν οὔτε πρὸς τοὺς κληρονόμους του, βούλησις ἀναγνωρίσεως δικαιωμάτων δὲν ὑπῆρχε». Ἑπομένως αἱ ἀξιώσεις τοῦ Desirée Michel ἀντέκειντο καὶ πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων καὶ πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τοὺς ὁποίους δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των καὶ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οἱ δικηγόροι τοῦ λιμένος, ἵνα μὴ ἀναγνωρίσωσι πράξεις ἀκύρους καὶ δικαιώματα ἔνθα δὲν ὑπῆρχον. Ὅθεν φρονῶ, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ὅτι διὰ τοὺς λόγους τούτους ἀποδεικνύεται καὶ ὁ δόλος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὁ τῶν διαχειρισαμένων τὴν ὑπόθεσιν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ δικηγόρων αὐτῆς. Ἐπερωτῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ διὰ τὴν ἀνάκτησιν τῶν διαρπαγέντων χρημάτων τοῦ λιμένος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς δικογραφίας καὶ ἐν γένει τῶν ἐγγράφων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξεν ἀμέσως καὶ παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ἱκανοποιηθῇ ὁ λιμὴν διὰ τὴν διαρπαγὴν ταύτην. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ὑπόθεσιν, παρακαλῶ, ὅπως παραγγείλῃ εἰς τὴν ἤδη λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν μελῶν τῆς παλαιᾶς ἐπιτροπῆς, εὐτελῶν ὀργάνων τῆς φατρίας, εἰς ἣν παρέδωκε τὰ συμφέροντα τοῦ λιμένος. Διότι οὕτω θέλουσι διδαχθῆ οἱ διαχειριζόμενοι ὑποθέσεις λιμένων καὶ ἐν γένει τὰ κοινὰ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον ἀνευθύνως νὰ διαχειρίζωνται οὕτω τὰς ὑποθέσεις καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ νὰ μὴ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφα τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν καὶ ν’ ἀφήνωσιν ἐπὶ πλέον νὰ παρέρχηται ἡ προθεσμία πρὸς ἔγερσιν ἐφέσεως καὶ ἀπορρίπτωνται αἱ ἐφέσεις των κατ’ ἀποφάσεως τῶν Πρωτοδικείων ὡς ἐκπρόθεσμοι, ὡς ἀπεφάνθη ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπ’ ἀριθ. 92 τοῦ 1909, ἐπὶ τῆς ὑπὸ ἔλεγχον ὑποθέσεως.
§196Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἀπό τινος παρατηρεῖται παρ’ ἡμῖν τάσις πρὸς κατάρριψιν πάσης κορυφῆς καὶ ὑπεροχῆς ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Πιστεύσατέ με ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος μοὶ εἶναι πολὺ ἀγαπητὸς καὶ συμπαθής, ἀλλ’ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως γνωρίζων μερικὰς λεπτομερείας ἐκ συμπτώσεως πρὸ ἀρκετοῦ καιροῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διαφωνήσω ῥιζικῶς πρὸς αὐτόν.
§197Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Θὰ διαφωνήσητε πρὸς τὰ πράγματα.
§198Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον ἐπιβεβλημένον γνωρίζων ὅ,τι γνωρίζω νὰ ἐκθέσω τοῦτο πρὸ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζωνται πρώην Ὑπουργοί. Οὐδέποτε οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοί, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῶν μέχρι σήμερον πολιτευομένων, ὑπῆρξαν καταχρασταὶ οὔτε λωποδύται. Ἴσως οἱ περὶ αὐτοὺς ἔκλεψαν καὶ ὠργίασαν, οὐχὶ ὅμως οἱ ἴδιοι, διότι πάντες οὗτοι ἀπέθανον στὴν ψάθαν.
§199Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἶναι πτωχὸς ὁ περὶ οὗ πρόκειται;
§200Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κατὰ τὸ 1905 διεδόθη ὅτι ὁ Desirée Michel πλουτήσας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνεχώρησε συναποκομίσας μέγαν πλοῦτον. Ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεβίωσεν εἰς τὴν Εὐρώπην πάμπτωχος, οἱ δὲ κληρονόμοι του ἐδέχθησαν τὴν κληρονομίαν του μὲ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς. Ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Michel ἦτο Τράπεζά τις. Οὕτως ἔβαινον τὰ πράγματα, ὅτε μίαν ὡραίαν πρωίαν, καὶ δηλῶ τοῦτο ἐντεῦθεν ἐπισήμως, διότι τὸ γνωρίζω ἐξ ἐπισήμου πηγῆς, ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ κ. Καλογεροπούλου, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Θεοτόκης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν κ. Καλογερόπουλον, παρουσίᾳ καὶ τοῦ κ. Σκουζέ, ὅτι ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Γαλλίας Pontalis, ἀναπληρῶν τὸν ἀπουσιάζοντα πρεσβευτὴν ἐπίεζε τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὴν ὀφειλὴν αὐτήν. Ὁ Pontalis ἦτο νέος ἀνὴρ καὶ ἐπιδιώκων τὴν θέσιν τοῦ πρέσβεως ἐδείκνυεν ὑπερβολικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὰ γαλλικὰ συμφέροντα. Αὐτὰ γνωρίζω, ἀδιαφορῶ δὲ τίνα ἰδέαν ἔχουσιν οἱ συμπολῖταί μου ἐν Ἠλείᾳ, καθόσον νομίζω ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὁμιλεῖ ἐκ πεποιθήσεως, καὶ εἶμαι πεπεισμένος περὶ τούτου, οὕτω καὶ ἐγὼ ἐκ πεποιθήσεως ὁμιλῶ. Ὁ Pontalis ζητήσας ὅπως ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου διακανονισθῇ ἡ ὑπόθεσις ἠπείλησεν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ ζητήσῃ τὰ διαπιστευτήριά του. Ἐνθυμίζω δὲ πρὸς ὑμᾶς ὅτι πιθανὸν νὰ εὑρεθῆτε καὶ ὑμεῖς εἰς λυπηρὰν ἀνάγκην πρὸ τῶν ἰσχυρῶν, ὅπως κύψητε τὸν αὐχένα. Κατόπιν δὲ ὅλου τοῦ ἐγερθέντος θορύβου ἔλαβον οἱ ἐκδοχεῖς ἢ μᾶλλον οἱ σύνδικοι τῆς πτωχεύσεως τοῦ Michel 40,000 δρ. μόνον, αἱ ὁποῖαι μὲ τὴν ἐγγυοδοσίαν τοῦ Michel ἐξ 20.000 ἀνῆλθον εἰς 60,000. Ὀφείλω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διενεργηθῇ εὐρυτάτη ἀνάκρισις ἰδίως ἐναντίον τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν δύστηνον Ἠλείαν ἐμάστιζον ὡρισμέναι φατρίαι ἐκπνεύσασαι πλέον.
§201Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ τῶν ἀδυνατωτέρων καὶ ὄχι τῶν ἰσχυροτέρων;
§202Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ πέλεκυς τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ πέσῃ ἀμείλικτος κατὰ τῶν διαχειρισθέντων.
§203Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔγιναν κανονικῶς;
§204Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Σὺν τοῖς ἄλλοις ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐλέχθη ἐντεῦθεν ὅτι ὁ Καλογερόπουλος εἶναι λωποδύτης. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1905, ἀσχέτως πρὸς τὴν εὐμάρειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἦτο ἐνδεδειγμένος ὡς διάδοχος τοῦ θεοτοκικοῦ κόμματος, ἦτο δυνατὸν νὰ καταρρυπάνῃ τὴν ὑπόληψίν του διὰ 40,000 δραχμῶν;
§205Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀτυχῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀπασχολεῖ τὸ πρῶτον τὸ Κοινοβούλιον τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Κατακώλου, κύριοι Βουλευταί. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι ἐποχαί, καθ’ ἃς ἡ συζήτησις μάλιστα εἶχε λάβει ὄχι ἀνάλογον χαρακτῆρα ὅπως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ διεξήχθη μετὰ ζωηρότητος, λόγῳ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσίαζεν ἡ ἑκάστοτε ἐκτέλεσις ἔργων ἐν αὐτῇ. Ὀφείλω ἄλλως τε νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἴσως ἀπὸ τὰ μοναδικὰ ἔργα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἐστοίχισε 12 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τοῦτο δὲ καταδείκνυται καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς: Ὁσάκις τὸ Πολυτεχνεῖον ἐλάμβανεν ἀνάγκην, ἵνα τοὺς μαθητὰς αὑτοῦ πρακτικῶς ἀσκήσῃ, ὡδήγει διὰ τῶν καθηγητῶν του τούτους ἐπὶ τοῦ λιμένος Κατακώλου, διὰ νὰ λάβωσι τὴν δέουσαν πεῖραν. Ὅθεν δὲν ἦτο δυνατὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐστοίχισε δέκα καὶ πλέον ἑκατομμύρια, καὶ ὡς μάλιστα μέχρι τοῦδε ἐξετελοῦντο τὰ τελευταῖα ἔργα, νὰ μὴ γεννήσῃ ζητήματα σκανδαλώδη περὶ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν ἐν γένει χρηματικὴν διαχείρισιν.
§206Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πόσα ἀκριβῶς ἐστοίχισε;
§207Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς πληροφορήσω ἐκ τῶν πραγμάτων; Εἶναι ζήτημα ἂν 6,000,000 διετέθησαν διὰ τὸν λιμένα ἐκ τῶν δώδεκα. Τὸ ἀπασχολῆσαν διὰ τῆς ἐπερωτήσεως θέμα τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ πραγματευθῶ ἐπὶ πλέον ἀπὸ τῆς σκανδαλώδους του ἀπόψεως, ἀφοῦ ἄλλως τε οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐξέθηκαν τὰ κατ’ αὐτό, ἀπεδείχθη δ’ ἐκ τούτων ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν ἐπιτετραμμένων δὲν ἦτο ἀνάλογος οὔτε ἄδολος ἡ ἐν γένει διεξαγωγὴ αὐτῆς, καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἄλλο τι νὰ ζητήσῃ παρ’ ὅτι ποῖοι λόγοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ φακέλου ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μόνον τοῦ ἀφορῶντος τὸ ζήτημα τοῦτο. Διατί καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ ὑπάρχουσι, καὶ μόνον ἐπὶ τῆς παρούσης ὑποθέσεως ἀτυχῶς κατὰ σύμπτωσιν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ φάκελος οὗτος, ὅτε ἐζητήθη, διὰ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐν τῷ τόπῳ, τὸν ὁποῖον θίγει καὶ ἀφορᾷ, ἐγένετο ὅ,τι ἔπρεπε πρὸς ἀποσόβησιν τῆς κατασπαταλήσεως τοῦ λιμενικοῦ χρήματος, πρωτοστατούσης τῆς ἐγχωρίου καθημερινῆς ἐφημερίδος. Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῇ λιμενικῇ ἐπιτροπῇ, εἰς χεῖρας τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἐμπιστευθῆ αἱ ὑποθέσεις τοῦ λιμένος. Ἂν καὶ ἐπεστήθη σοβαρῶς ἡ προσοχή, ἀφῆκεν ἐν τούτοις τὴν ὑπόθεσιν, ὥστε νὰ γίνῃ ἐκπρόθεσμος ἡ ἔφεσις ὡς καὶ τυπικὴ πλέον ἀναίρεσις, τῆς ὁποίας βεβαίως ἡ τύχη ἦτο γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων, ἂν καὶ διετέθη πρὸς ὑπεράσπισίν της ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν 1000 δραχμῶν, καὶ ἀπερρίφθησαν ἀμφότεραι ὡς ἦτο ἑπόμενον. Οὕτω δ’ εὑρεθεῖσα, ὡς ἐπεδίωκε, πρὸ τετελεσμένου γεγονότος ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐμέτρησε περὶ τὰς 124,000 δραχ. Ἀλλὰ τοῦτο ἐχρησίμευσεν, ἵνα καταβαραθρώσῃ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τὴν σημερινὴν τοῦ λιμένος, διότι οἱ πόροι αὐτοῦ ἐξηντλήθησαν ἐκ τῆς πληρωμῆς τοιούτων ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι οὐδ’ ὑπόστασιν εἶχον, ὅπως ἀπεδείχθη, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ λιμὴν, ἐπειδὴ καὶ αἱ πρόσοδοί του ἠλαττώθησαν, εὑρέθη εἰς σημεῖον ἀξιοθρήνητον. Λόγῳ ἐλλείψεως χρημάτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐπιδιόρθωσις καὶ ἔργα ἐν γένει συμπληρώσεως ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων. Καὶ οὕτω πως ἀποφεύγουσιν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι νὰ παραγγέλλωσι τὰ ἀτμόπλοιά των νὰ εἰσπλέωσιν εἰς Κατάκωλον λόγῳ τῆς μεγάλης δαπάνης τῶν ἐκφορτωτικῶν καὶ φορτωτικῶν μέσων διὰ τῶν φορτηγίδων, καὶ οὕτω ζημιοῦται τὸ ἐμπόριον τοῦ τόπου ὡς καὶ ὁ λιμήν, δι’ ὃν πραγματικῶς ἐρρίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν 12 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Τούτων οὕτως ἐχόντων καὶ ἀναπτυχθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρενόμησαν ἢ παρετύπησαν εἰς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν, προτίθεμαι νὰ περιορισθῶ εἰς σύστασίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἤχθη καὶ πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ συζητεῖται τὸ θέμα τὰ ἀφορῶν τὸν λιμένα Κατακώλου. Ἡ σύστασίς μου ἀφορᾷ εἰς τὸ ὅτι δὲν πρέπει πλέον ν’ ἀναβληθῇ ἡ πρόθεσις τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης, ὥστε νὰ ληφθῶσι διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ μέτρα σύντονα, δι’ ὧν θὰ προστατευθῇ ἡ διαχείρισις τῶν λιμένων. Νομίζω ὅτι πρέπει σοβαρῶς ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ μέλλον τὸ ζήτημα, διότι, ὅπως ἔχουσι σήμερον θεσπισθῆ τὰ κατὰ τὰς λιμενικὰς ἐπιτροπάς, βεβαίως ἡ λαφυραγωγία εἶναι τὸ ἄμεσον ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ, ὅπως εἶπον, μέριμνα νομοθετική. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἔχω νὰ προβῶ καὶ εἰς ἄλλην τινὰ σύστασιν, ἐπειδὴ ἀπὸ μηνῶν πολλῶν ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς λιμήν, ὁ πολυειδῶς ἀτυχής, ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν αἴτησιν καὶ πρότασιν πρὸς ἔγκρισιν, ἵνα συνάψῃ δάνειον 300,000 δρχ. πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ λιμένος διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ ὅλου ἔργου, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐλέχθη, ἐστοίχισεν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα. Ὄντως τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέτρεψε πρὸς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν, ὥστε νὰ συνάψῃ δάνειον ἐκ 300,000 δραχ., ὅπως ἐκτελέσῃ ἔργα συντηρητικὰ ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης τοῦ μετακληθέντας καὶ μελετήσαντος τὰ ἔργα εἰδικοῦ μηχανικοῦ κ. Γκίνη, ἀλλ’ ἂν καὶ ἐγένοντο αἱ δέουσαι ἐνέργειαι ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, ἂν καὶ προέβη ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εἰς προτάσεις πρὸς τὸ μόνον ἵδρυμα, τὸ παρέχον εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ καὶ ἔχον ἄλλως τε καὶ ὑποχρέωσιν ἠθικὴν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἔργων, ἐν τούτοις οὐδεμία ἀπάντησις, οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐπετεύχθη. Ἐξ αὐτοῦ ἔλαβον ἀφορμήν, ἵνα μεταβῶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ ἀνωτέρου πιστωτικοῦ ἡμῶν καὶ ἐθνικοῦ ἱδρύματος, ἵνα τὸν παρακαλέσω, ὅπως τέλος πάντων ἀποφανθῇ περὶ χορηγήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ πρὸς συντήρησιν τοῦ λιμένος, ὅστις τείνει νὰ καταστραφῇ. Καὶ ἐπειδὴ παρέχονται ἐπαρκέσταται ἐγγυήσεις, αὐτὴ δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διαχειρίζεται τὰς προσόδους τοῦ λιμένος, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ τὸ λέγω ὅπως τὸ ἀκούσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὑπῆρξεν ἱκανοποιητικὴ ἡ ἀπάντησις καὶ οἵαν ἀνέμενον ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὸ ἵδρυμα. Ὅτε παρέστησα καὶ τὸ ἐπαρκὲς τῶν ἐγγυήσεων καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων τοῦ λιμένος, ὅτι γίνεται ὑπὸ τῆς Τραπέζης, μοὶ ἀπήντησε «δὲν ἔχομεν χρήματα, δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν». — «Κύριε διοικητά, ἡ ἀπάντησις αὐτὴ δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέμενον ν’ ἀκούσω παρ’ ὑμῶν».— «Ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα».—«Εἶναι μεγάλη ἡ ἀπονιά, εἶπον, ὥστε διὰ παράλειψιν ἐκτελέσεως ἔργων 300.000 νὰ καταστραφῶσιν ἔργα 12,000,000».— «Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, Κύριε, μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα, οὐδὲ δυνάμεθα ἤδη νὰ διαθέσωμεν πρὸς τοιούτους σκοπούς».—Ἀπήντησα· «δὲν ζητῶ τίποτε τὸ προσωπικὸν οὔτε τὸ ἀτομικόν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἔργου κοινωφελοῦς, τὸ ὁποῖον ἐστοίχισε τόσα ἑκατομμύρια...».—«Σᾶς συνιστῶ καὶ αὖθις ὑπομονήν», μοὶ ἐπαναλαμβάνει. — Λέγω· «τὴν ὑπομονὴν νὰ τὴν ἀπευθύνητε πρὸς τὰ κύματα καὶ εἰς τὴν θαλασσοταραχήν, ἐγὼ δ’ ἔχω μεγάλην ὑπομονήν», καὶ ἀπῆλθον τοῦ καταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅπως κατανοεῖτε, κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα δὲν ἐχορήγησε τὰ τόσα προνόμια εἰς τὴν Τράπεζαν χάριν τῶν διοικούντων τὸ ἐθνικὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα, οὐδ’ ἔπρεπεν αὕτη νὰ θέλῃ συστάσεις, ὅπως ἔρχηται ἀρωγὸς διὰ τὴν συντέλεσιν τοιούτων ἔργων κοινῆς ὠφελείας εἰς τοὺς τόπους μας. Ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπεμβαίνῃ οὐχὶ διὰ προσλιπαρήσεως, ἀλλὰ δι’ ἐπιβολῆς, καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὰς ὑποχρεώσεις της ἀπέναντι τῶν κοινωφελῶν ἔργων, καθόσον ἡ καταστροφή των ὡς ἐκ τῆς ἀπροθυμίας καὶ τῆς μὴ ὑποστηρίξεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν συντελεῖ εἰς συντήρησιν τοῦ γοήτρου της ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας.
§208Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Αὐτοὶ οἱ τύποι, κύριοι συνάδελφοι, ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν ἡμᾶς, ὅτε κατήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τὸ πρῶτον, νὰ ζητήσωμεν τὴν λευκὴν τοῦ λαοῦ ψῆφον ταχθέντες μὲ τὴν ἰδέαν τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας, διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρενόμησαν καὶ διέπραξαν διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ὠχυροῦντο ὄπισθεν τοῦ ἁπλοῦ τύπου τῆς παραγραφῆς τοῦ ἀδικήματος. Ὅτε κατήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, δὲν ἐλέγομεν ὅτι θ’ ἀφήσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ θὰ καλύψωμεν αὐτὸ μὲ τὴν πλάκα τῆς λήθης· ἀκριβῶς ἐλέγομεν ὅτι θὰ ἐξελέγξωμεν τὰς πράξεις αὐτῶν, θὰ καταγγείλωμεν κατηγορίας ῥητῶς καὶ ἀπεριφράστως διὰ τὴν προλαβοῦσαν αὐτῶν πολιτείαν. Δι’ αὐτὸ ἡμεῖς ἀκριβῶς ἠγόμεθα ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἄλλως τε δ’ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ συνειδήσει εἶχε πυργωθῇ ἡ ἰδέα ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ δημοσίου πλούτου εἶχε διαπραχθῆ κατάχρησις τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον ἄξιοι παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον ἦσαν οἱ διαχειρισταὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἴσως τι περισσότερον ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ. Δυστυχῶς ἐπεκράτησαν ἄλλαι σκέψεις, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκρίθη ἀναθεωρητικὴ καὶ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ὅλου ἔργου τῆς ἀνασυντάξεως τοῦ Χάρτου τοῦ Καταστατικοῦ ἠρχόμεθα νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πράξεις πάσης Ἀρχῆς εἴτε προλαβούσης εἴτε ἐνεστώσης, ἀλλ’ ὅτε ἐλησμονήσαμεν τὸ παρελθόν, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς εἶχεν ἀποκαλέσει φατρίας τὸν ἑσμὸν ἐκεῖνον τῶν παλαιῶν κομμάτων, ἠρώτησα αὐτὸν διατί ἡ παλινῳδία αὐτή, διατί αἱ ὀφιδιακαὶ αὐταὶ μεταμορφώσεις, διατί ὁ ἄνθρωπος τῆς χθὲς μεταβάλλει γνώμην καὶ ἀπόφασιν τὴν σήμερον. Εἶναι πρᾶγμα, Κύριοι, περίεργον διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἴσως ἀκολουθοῦν τὴν παρατήρησιν ἐκείνου τοῦ μεγάλου καὶ σιδηροῦ ἀρχικαγκελλαρίου· ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἀκολουθοῦσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόγραμμα. Θὰ ηὐχόμην ἀπὸ τὸ δόγμα τοῦτο μόνον νὰ ἐνεπνέετο ὁ κ. συνάδελφος. Ἀπηγγέλθησαν κατηγορίαι εἶτα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἡ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ τόπου τούτου μαρτυρεῖ ὅτι μόνον οἱ περὶ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τὰ ὑψηλὰ πρόσωπα ἐγένοντο κάτοχοι μεγάλων περιουσιῶν, ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἀδυναμίαν τούτων, ἀπέκτησαν κολοσσιαίας περιουσίας, τὸ λυπηρότατον δὲ πάντων εἶναι ὅτι ὁ κατηγορούμενος Ὑπουργὸς δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ μεγάλην περιουσίαν. Τῷ ἀποδίδεται ἡ κατηγορία τῆς νοσφίσεως τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κατακώλου, καὶ πρόκειται, Κύριοι, περὶ Ὑπουργοῦ νομικοῦ, πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἀπετέλει τὸν νοῦν καὶ τὸν βραχίονα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, πρόκειται περὶ τοῦ λαοποθήτου ἐκείνου Ὑπουργοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς εἰς μίαν στιγμὴν μετερρύθμισε τὸ Ὑπουργεῖον θεωρῶν τοῦτο ἀνεπαρκὲς καὶ φέρων ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν συμπολίτην μου κ. Γούναρην. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἀνετράπη αὐτός, καὶ ἐπανέφερεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐθεώρει πρὸς στιγμὴν ἀνεπαρκῆ, διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ πάλιν τὰς ἐρωτοτροπίας πρὸς τὰς ἀνηθίκους καὶ κολασίμους πράξεις. Δὲν πρέπει, εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ν’ ἀνεχώμεθα τὸ παρελθόν, δὲν πρέπει νὰ ἐγκαλῶμεν πολιτευτήν, ὁ ὁποῖος προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν χώραν ὁμολογουμένως! Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ὑπεραπολογία τῆς ἑσπέρας ταύτης ἀπὸ μέρους τοῦ ἐντίμου πολιτευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καθ’ ὅλα, μοὶ παρέχει τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῶν νέων ἰδεῶν, ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ ῥυθμιστὴς μιᾶς νέας πολιτικῆς κατευθύνσεως εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς φαίνεται ἴσως ὅτι ἐνοστάλγησε καὶ ἐτάχθη εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Κατὰ τί θὰ ὠφελήσῃ, εἶπεν, ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διεξάγεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Τὸ ἀδίκημα παρεγράφη· πολιτικὴν εὐθύνην δὲν φέρει ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ, ἂν δὲν φέρει πολιτικὴν εὐθύνην, δὲν δύναται νὰ συσταθῇ εἰδικὸν Δικαστήριον πρὸς παραπομπὴν τοῦ εἰρημένου Ὑπουργοῦ; Διὰ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐκτυλίσσεται τόσον εὐρέως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδὲν ἄλλο ἴσως ἐπιδιώκεται ἢ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε θὰ εἶναι λυπηρὸν ἡμεῖς προϊόντα μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συμβολίζομεν, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ἀρνητικὸν ἄπειρον τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου, θὰ εἶναι, λέγω, ἀνιαρόν, δύναται νὰ εἴπῃ τις, πρὸς τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ λαοῦ ἐλάβομεν, νὰ ἔλθωμεν καὶ ἐπικροτήσωμεν τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ παλαιὸς πολιτικὸς κόσμος ἐδημιούργησε καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀκριβῶς ἡμεῖς ἐδημιουργήθημεν.
§209Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἔχετε πρότασιν ὡρισμένην; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα; Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
§210Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαίως, κύριε ὑπεραπολογητὰ τοῦ παλαιοῦ κόσμου, ἔχομεν πρότασιν. Ὁμιλοῦμεν, Κύριοι, πολλάκις, διότι ἐλέχθη ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πολλάκις ἀθετοῦσα τὰς ὑποσχέσεις αὐτῆς ἢ παραβᾶσα τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸν λαόν, δὲν ἐξεπλήρωσε τοὺς πόθους, μὲ τοὺς ὁποίους περιέβαλεν αὐτὴν ὁ λαός. Ἀείποτε, Κύριοι, ὑπῆρξα ὀπαδὸς τῆς ἐλευθέρας γνώμης, μετὰ θάρρους ὑπεστήριξα τὰς ἰδέας μου, δὲν ἀπέβλεψα οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ ἑδώλια τὰ κυβερνητικά. Ὑπῆρξε στιγμὴ συζητήσεως σοβαρῶν νομοσχεδίων ἀποβλεπόντων τὸ κακὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅμως μόνος ἐγὼ καὶ ἴσως μετ’ ἄλλου ἐντίμου συναδέλφου μου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐτάχθημεν ἀντιστρόφως πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω ὅτι, ἐάν τις συγκρίνῃ τὸ ἀπαίσιον καὶ φαῦλον ἐκεῖνο παρελθὸν πρὸς τὴν νέαν κρατοῦσαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ κατάστασιν ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, πρέπει μετὰ θάρρους νὰ εἴπῃ καὶ ν’ ἀποδώσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας τὴν ὅλην τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ ὅτι κατὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐπελήφθη τῶν ὑποθέσεων τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ διοίκησις τῆς χώρας ὁπωσδήποτε εὐρύθμως ἐλειτούργησε καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐξήρθη εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς, ἐὰν μάλιστα λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι μᾶς ἐκληροδότησαν σωροὺς καὶ ἐρείπια.
§211Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἔλεγχος εἶναι αὐτός;
§212Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἔντιμος πράγματι ὁ ἀγών, ὁ ὁποῖος διεξάγεται ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ μέρους ἐκείνου, εἶναι πράγματι ζηλευτὴ ἡ πολιτεία σας, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι πολλάκις ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων ὑμῶν ὑπὲρ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἐν τῇ ὑψηλῇ ἰδέᾳ τῆς ἀντιλήψεως τῶν καθηκόντων ὑμῶν οἰστρηλατούμενοι ἀπὸ ὑψηλοτέρας σκέψεως, ὀνειροπολοῦντες τελειοτέραν πολιτείαν, πολλάκις εἶσθε σκληροὶ καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν καὶ ἐν τῇ σκέψει τοῦ λαοῦ καὶ ἐν τῇ στάσει ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας· ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἀγὼν ὑμῶν εἶναι πάντως τίμιος καὶ λίαν ἐπαινετός. Ἐν τέλει καταλήγων παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς τὰ καταγγελθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἰδίᾳ ὅπως προσέξῃ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς δικογραφίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς ὅλης ὑποθέσεως, τοὐλάχιστον ἀπὸ ἀστικῆς φύσεως, διότι δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς συνεπείᾳ τοῦ περὶ παραγραφῆς νόμου οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην.
§213Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὐδεμία σχέσις πολιτικὴ οὔτε κοινωνικὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μὲ συνδέῃ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Καλογερόπουλον, συμπολίτην μου καὶ τέως Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Τοὐναντίον μάλιστα αἱ πολιτικαί μας σχέσεις εἰσὶ τεταμέναι λίαν, διότι ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ πρωτεργάτης, ὁ Τυρταῖος, οὕτως εἰπεῖν, τῶν νέων μετὰ τὴν ἐπανάστασιν πολιτικῶν ἰδεῶν ἐν Καρυστίᾳ· κατηνάλωσα μάλιστα ἐγὼ ὁ πτωχὸς καὶ χρήματα ἀρκετὰ διὰ τὴν διάδοσιν τῶν νέων πολιτικῶν ἰδεῶν περιφερόμενος τὴν Εὔβοιαν, ὅπως ἐπαναστατήσω τὸν κόσμον τῆς Εὐβοίας κατὰ τῶν παλαιῶν πολιτικῶν. Δὲν ἔχουσιν ἑπομένως οἱ παλαιοὶ πολιτικοὶ τῆς Εὐβοίας μάτια νὰ μὲ βλέπωσιν οὔτε ἐγώ· τοὐλάχιστον ἐν τῷ παρόντι αἱ σχέσεις μου μετὰ τῶν παλαιῶν πολιτικῶν τῆς Εὐβοίας εἰσὶ τεταμέναι λίαν· ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἐφ’ ὅσον διοικοῦνται τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας καλῶς, ὡς διοικοῦνται ἤδη, θὰ εἶμαι ἐνθουσιώδης φίλος αὐτοῦ. Οὔτε λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος λοιπὸν ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ προχθὲς τὴν διακοπήν, ἣν ἔκαμον εἰς τὸν ἀγορεύοντα κατὰ Καλογεροπούλου κ. Φλαμῆν, ἵνα ὑπερασπισθῶ τὸν συμπολίτην μου πρώην Ὑπουργόν, ἀλλὰ λόγοι πατριωτισμοῦ καὶ μόνον ἀλληλεγγύης πατριωτισμοῦ, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀκούω Ὑπουργὸν συμπολίτην μου ἀδίκως κατηγορούμενον. Οὐχὶ λοιπὸν λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ κ. Καλογεροπούλου, προβλέπων ἴσως εἰς τὸ μέλλον, διὰ ν’ ἀποκτήσω τὴν φιλίαν τοῦ κ. Καλογεροπούλου, διὰ νὰ συνδυασθῶ εἰς προσεχεῖς ἐκλογὰς μετ’ αὐτοῦ, διότι, ἂν πρόκειται ἐλέῳ Καλογεροπούλου νὰ ἐκλεγῶ καὶ πάλιν Βουλευτής, τότε ποτὲ ἂς μὴ ἐπανέλθω ἐδῶ, ἀλλὰ τὸ ἄδικον τῶν κατὰ Καλογεροπούλου κατηγοριῶν μὲ ἠνάγκασε νὰ διακόψω τὸν κ. Φλαμῆν, ἵνα ὑπεραμυνθῶ τοῦ συμπολίτου μου. Καὶ ἀφῆκα τὸν ἀξιότιμον κ. Φλαμῆν προχθὲς νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ὁμιλίαν του, ἀλλ’ ὅτε εἶδον τὰς προφανῶς ἀνυποστάτους κατὰ Καλογεροπούλου κατηγορίας προβαλλούσας ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του καὶ τὰς ἀντιθέσεις, εἰς ἃς περιέπιπτε, τότε τὸν διέκοψα. Ὅτε εἶδον ὅτι ἡ κατηγορία δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεων, ἀλλὰ διὰ πομπωδῶν φράσεων, τὰς ὁποίας συνηθίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἀποκαλῶν κλέπτην καὶ λωποδύτην, ὑβρίζων οὕτω τὸν ἐκλεκτὸν τῆς Εὐβοίας πολίτην διὰ τῶν ἀπρεπῶν αὐτῶν φράσεων, ἐξηγέρθη φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐν ἐμοὶ τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ διέκοψα καὶ ὡμίλησα καὶ κατέρριψα τὸ ψευδὲς οἰκοδόμημα τῆς κατὰ τοῦ κ. Καλογεροπούλου σαθρᾶς καὶ ψευδοῦς κατηγορίας· καὶ ὁ κ. Ρακτιβὰν ὡμίλησε κατόπιν καὶ ἀπεδείχθη οὕτω τὸ ἀναληθὲς τῆς καταγγελίας κατὰ τοῦ κ. Καλογεροπούλου.
§214Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν ἐπείσθητε ἀκόμη;
§215Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν ἐπείσθην, κύριε συνάδελφε, διότι μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν προχθὲς καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ εἶδον ὅτι τὸ λιμενικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶχε παραλάβει τὸν φάκελον ἀπὸ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ἁμαρτωλὸν ἐκεῖνο τμῆμα, ὥστε νὰ φωτισθῶ, διότι πρὸ διετίας συνεστάθη ἰδιαίτερον λιμενικὸν τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην κ. Μπαλᾶνον, ὅστις μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε καὶ μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, διότι, ὅτε ἐλύθη ἡ ὑπόθεσις τοῦ Desirée Michel, τὸ λιμενικὸν τμῆμα ἦτο ἀκόμη τότε προσηρμοσμένον εἰς τὰ δημόσια ἔργα. Ἠρώτησα διαφόρους ἐκεῖ καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ κ. Καλογερόπουλος ἐνήργησεν ἐν πλήρει νομιμότητι, διότι, ὅτε παρέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον, ἠνωχλήθη νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὅπως πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν παρελάμβανε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠνωχλεῖτο ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, καὶ τούτου ἕνεκεν ἠναγκάζετο καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνοχλῇ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐν Κατακώλῳ ἑδρεύουσαν, ἵνα ὑποβάλῃ αὕτη νέον ψήφισμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δι’ οὗ νὰ ἐπιτρέπηται νὰ δοθῶσι τὰ χρήματα εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ Desirée Michel.
§216Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τοὐναντίον.
§217Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τοιαῦται εἶναι αἱ πληροφορίαι, καὶ ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκεν αὐτάς, μοὶ εἶπεν ὅτι καὶ ὁ κ. Στρέϊτ, πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ Κυβερνήσεως ἀχρόου Ὑπουργείου, ἐνήργησεν οὕτως. Ἀνέφερε δὲ τὸν κ. Στρέϊτ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν ὅτι, ὁσάκις ἤρχετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη ἐν τοῖς πράγμασι, τότε παρηνωχλεῖτο καὶ ἠρωτᾶτο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Κατακώλου, ἐνῷ τοῦτο ἐγίνετο εἰς πᾶσαν ἀλλαγὴν Κυβερνήσεως. Ἀδιαφόρως ποία Κυβέρνησις ἦτο, ἡ Γαλλικὴ Πρεσβεία ἠνώχλει τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιδιώκουσα τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς χάριν τῶν Γάλλων ὑπηκόων, κληρονόμων τοῦ Desiree Michel. Τὴν αὐτὴν ἐνόχλησιν ἡ Γαλλικὴ Πρεσβεία ἐποιήσατο καὶ εἰς τὸν συμπολίτην μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, ὅστις δὲν εἰσήκουσε τῆς παρακλήσεως τοῦ Γάλλου πρεσβευτοῦ, πρᾶγμα ὅπερ ἠνάγκασε τὸν Γάλλον πρεσβευτὴν νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Θεοτόκην, ὅστις ἐπενέβη καὶ παρεκάλεσε τὸν κ. Καλογερόπουλον νὰ δώσῃ ἓν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· καὶ ὁ κ. Καλογερόπουλος, κακῶς καὶ κατ’ ἐμὲ ποιήσας, ὑπήκουσε καὶ ἔλυσε τὴν πολυθρύλητον ταύτην ὑπόθεσιν, χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκη, κατὰ τὰ ἄλλα δι’ ἐνήργησε νομιμώτατα ὁ ἀδίκως κακολογούμενος συμπολίτης μου Ὑπουργός· διότι καὶ πᾶς ἄλλος εἰς τὴν θέσιν του εὑρισκόμενος Ὑπουργὸς οὕτω θὰ ἔπραττεν.
§218Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐνέκρινεν ἢ ὄχι τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν; Εἶναι παράνομος ἡ πρᾶξις αὕτη;
§219Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐνέκρινε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν, εὑρισκόμενος ἐν τελείᾳ νομιμότητι. Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§220Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἦτο καὶ πληρεξούσιος.
§221Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, οὔτε ὁ φάκελος ὑπάρχει, ἵνα πεισθῶ ἐξ αὐτοῦ. Κατηγορήθη ἐπίσης ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Καλογερόπουλος ἐνήργησε τὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀφαίρεσιν τοῦ φακέλου, καὶ δὲν περιωρίσθητε μόνον εἰς αὐτό, ἀλλ’ εἴπετε ὅτι ἐκλάπη ἴσως τῇ συστάσει του καὶ ὁ φάκελος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου· δὲν πρέπει νὰ λέγητε τοιαῦτα πράγματα σοβαρῶς.
§222Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δύνασθε ὡς συμπολίτης του νὰ τὸν ὑπερασπίζητε, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι δὲν δύνασθε.
§223Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται ἐκ τῶν Ἑλλήνων διὰ τοιαύτας μικροπρεπεῖς πράξεις νὰ κατηγορήσῃ ἕνα Καλογερόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔχει περιουσίαν 10.000.000, καὶ διευθύνει καταστήματα πρωτίστης περιωπῆς καὶ Τραπέζας, καὶ ὁ ὁποῖος διετέλεσεν Ὑπουργὸς τοσάκις καὶ ἀπολαύει γενικῆς ὑπολήψεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ εἶναι τὸ καύχημα τῆς Εὐβοίας.
§224Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Φάκελος σχετικὸς ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἑπομένως δύναται πᾶς τις νὰ συμβουλευθῇ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§225Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Μετέβην καὶ ἐκεῖ καὶ ἐμελέτησα τὰ σχετικὰ πάντα, καὶ ἐπείσθην ἐγώ. Ἀλλ’ ἂς μεταβῶσιν ἐκεῖ οἱ ἀντιφρονοῦντες, ἵνα φωτισθῶσιν. Ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, τὴν ἑσπέραν ταύτην πάσας τὰς ἁμαρτίας τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος θέλετε νὰ φορτώσητε εἰς τοὺς ὤμους τοῦ κ. Καλογεροπούλου. Θέλετε νὰ συστήσητε εἰδικὸν Δικαστήριον διὰ τὸν Καλογερόπουλον, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω νὰ παραπέμψητε προηγουμένως εἰς τὸ κοινωνικὸν Δικαστήριον τῆς Ἠλείας τοὺς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρισκομένους καὶ δρῶντας τοσοῦτον φαύλους πολιτικοὺς σας ἐν τῇ πολιτικῇ κονίστρᾳ ὡς καὶ διὰ τὴν λιμενικήν σας ἐπιτροπὴν τὴν τοῦ Κατακώλου, τὴν ἀξίαν στιγματισμοῦ, ἡ ὁποία ἐνήργησε τόσον σκανδαλωδῶς· ὁ τότε Ὑπουργὸς συμπολίτης μου οὐδὲν ἄλλον ἐξετέλεσεν εἰμὴ τὸ καθῆκόν του ὡς Ὑπουργός. Τὸ μόνον ἴσως σφάλμα του ἦτο ὅτι ὑπέκυψε λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργόν, ἵνα ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν πρώτην τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ μὴ σεβασθῇ τὰς νεωτέρας ἀνακλητικὰς τῆς πρώτης. Καταλήγων λοιπὸν λέγω ὅτι οὐδὲν πρὸς ἴδιον ἀτομικόν του συμφέρον ἔπραξεν ὁ κ. Καλογερόπουλος. Ἡ μόνη κατ’ αὐτοῦ δυναμένη νὰ στηριχθῇ κατηγορία εἶναι ὅτι, ὡς δὲν ἔπρεπεν, ὑπέκυψεν εἰς τὰς συστάσεις τοῦ κ. Θεοτόκη, παριδὼν οὕτω καὶ μόνον ὅτι ὑπεῖχε καὶ ἐκεῖνος μίαν εὐθύνην χάριν τοῦ ἀρχηγοῦ του, μὴ φανταζόμενος βεβαίως ποτὲ ὅτι θὰ εὑρίσκετο Βουλευτής, ἔχων ἄλλας ἀφορμὰς νὰ εἶναι ἐχθρός του, ὅστις ν’ ἀγῆγεν εἰς τοιοῦτον ὕψος τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ τοσοῦτον σφοδρῶς καὶ ἀδίκως νὰ κατηγορήσῃ αὐτόν.
§226Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον προκειμένου περὶ ὑποθέσεως, εἰς ἣν εἶχον λάβει μέρος ὡς δικηγόρος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μοὶ ἀποδοθῇ προκατάληψίς τις ἢ αὐθυποβολή. Καὶ ἤδη ἁπλῶς θὰ δώσω πληροφορίας τινάς, διότι προεκλήθην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου καὶ ἐν σχέσει πρὸς γεγονότα μόνον ἀποδεδειγμένα δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Κατὰ τὸ 1886 ἀληθῶς ἡ ἐπιτροπὴ Κατακώλου ἦλθεν εἰς ῥῆξιν μετὰ τοῦ τότε ἐργολάβου τοῦ λιμένος Desirée Michel, κατόπιν δὲ πολλῶν διαπραγματεύσεων ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτωτον καὶ ἀνέλαβε τὸ ἔργον ἡ ἑταιρεία τῶν ἐργοληψιῶν διὰ τοῦ Λ. Σγούτα. Ὁ ἐργολάβος ἤγειρεν ἀξιώσεις κατὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὰς ὁποίας συμφώνως πρὸς τὸν τότε ὑφιστάμενον εἰδικὸν νόμον ἐζήτησε νὰ φέρῃ εἰς τὸ διαιτητικὸν Δικαστήριον ἐν ἔτει 1889, ἀλλ’ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἠρνήθη νὰ διορίσῃ διαιτητήν, κατόπιν δ’ ἐπανειλημμένων ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότησεν ὅτι δὲν ὑπάρχει κύρωσις τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, ὅπως ἐξαναγκασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς διαιτησίαν. Μετὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ προσφύγῃ ὁ ἐργολάβος εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ τῷ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ οὔτε εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον αἱ τοιαῦται διαφοραὶ ἐξῃρέθησαν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν Γάλλος ὑπήκοος ὢν προσέφυγεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ σκεφθεῖσα, ἔκρινεν ὅτι ἦτο συμφέρον αὐτῆς νὰ λύσῃ συμβιβαστικῶς τὴν διαφορὰν ἐκείνην τῶν 300.000 δραχ., τὰς ὁποίας ἐζήτει ὁ Desirée Michel.
§227Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἡ αἴτησις ὑπεβλήθη πρὸς συμβιβασμὸν εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τῷ 1889, ἀνέφερε ποσὸν 50,000 δραχ. καὶ 20.000 διὰ τὴν ἐγγύησιν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ διαφορᾶς 300.000 δραχ., ἀφοῦ ἐζήτησεν 70.000 καὶ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ τῷ ἐπεκύρωσεν 60,000.
§228Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ καὶ κατόπιν σχετικῶν διαπραγματεύσεων, ὡς φρονῶ, ὁ μετριασμὸς ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι τόσον θὰ ἐδέχετο ἡ ἐπιτροπή, ἀλλ’ αἱ ἀξιώσεις, αἱ διατυπωθεῖσαι εἰς τὸ πρωτόκολλον, ἦσαν ὑπὲρ τὰς 300.000 δραχμῶν.
§229Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τότε πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κελλενέκ.
§230Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Λοιπὸν κατὰ τὸ 1892 ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐξέδωκε πρᾶξιν, δι’ ἧς ἀπεδέχετο συμβιβασμὸν μετὰ τοῦ Desirée Michel, κατὰ τοὺς δεκτοὺς δ’ ὑπ’ αὐτῆς γενομένους ὅρους τοῦ συμβιβασμοῦ ἀπεδίδοντο τῷ ἐργολάβῳ αἱ 20,000 δρχ. τῆς ἐγγυήσεως αὐτοῦ, καὶ 40,000 ὡς ἀποζημίωσις, ὡρίζετο δὲ χρόνος πληρωμῆς ὁ Σεπτέμβριος τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὑποδηλουμένου συγχρόνως ὅτι, ἂν δὲν ἐπληρώνετο μέχρι τότε, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς πληρωμὴν τόκων ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἔμενεν ἐκκρεμὴς ἐπί τινα χρόνον, διότι ἀπεβίωσεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Desirée Michel. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 1895 ἐπὶ ταῖς γενομέναις παραστάσεσι τῆς Πρεσβείας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλεν ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγε τὰ ἑξῆς περίπου: ὅτι δὲν ἦτο μὲν δυνατὸν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ διαιτητικοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ ὅτι κατὰ προτροπὴν καὶ σύστασιν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη συμβιβαστικὴν λύσιν ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, ῥητῶς καὶ ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ Ὑπουργείου διαλαμβανομένοις, τὴν λύσιν δὲ ταύτην ὡς ὁριστικὴν διεβίβαζεν ἐν ἔτει 1895 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν καὶ ὑπ’ αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὗτινος τὴν ὑπογραφὴν φέρει τὸ ἄνω ἔγγραφον, ἦτο ὁ Ν. Μεταξᾶς. Κατόπιν τούτου οἱ κληρονόμοι τοῦ Desirée Michel ἐδήλωσαν καὶ αὖθις ὅτι ἀποδέχονται τὸν συμβιβασμόν, εἰς ἀπάντησιν ὅμως ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐκδίδει μεταγενεστέραν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνακαλεῖ τὴν συμβιβαστικὴν αὐτὴν λύσιν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις. Κατὰ τὸν χρόνον δὲ τοῦτον δικηγόρος τοῦ Desirée Michel ἦτο ὁ κ. Καλογερόπουλος. Οὕτω παρέμεινε στάσιμος ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν ἀπέβη δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ πρᾶξις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην. Ἐν ἔτει 1905 οἱ κληρονόμοι αὐτοῦ ἠθέλησαν ν’ ἀνακοινώσωσιν ἐκ νέου ἐντονώτερον τὴν ὑπόθεσιν, τότε δὲ ἡ δικηγορικὴ ὑπεράσπισις ἀνετέθη εἰς ἐμέ, Ὑπουργὸς δὲν ἦτο τότε ἀκόμη ὁ κ. Καλογερόπουλος, ἀλλ’ ἦτο Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Δημήτριος Ῥάλλης, ὅστις διεξήγαγεν αὐτοπροσώπως τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸν ὁποῖον εἶδον ἐπανειλημμένως, ἐν σχέσει πρὸς ταύτην, ἀνεγνώριζε δ’ οὗτος τὴν ὑποχρέωσιν ἀνεπιφυλάκτως, ἣν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἐγνωστοποίησεν ὡς ὁριστικήν. Ἐν τῷ μεταξὺ πρὶν ἀκόμη ἀχθῇ εἰς πέρας ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ῥάλλη ἐπῆλθε κυβερνητικὴ μεταβολή, καὶ πραγματικῶς ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Ν. Καλογερόπουλος, ὅστις καὶ ἐξέδωκε τὰς δύο πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων λέγει ὅτι θεωρεῖ ἐν πρώτοις γενομένην ἤδη καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποδεκτὴν τὴν λύσιν τὴν ψηφισθεῖσαν ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ διαβιβαστικοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, θεωρεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι συμφέρει ὁ συμβιβασμός, ἀκυροῖ τὴν ἀνακλητικὴν πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πρώτης ἀποφάσεως. Μετὰ τοῦτο, τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιμενούσης εἰς τὴν ἄρνησιν αὐτῆς, οἱ κληρονόμοι τοῦ Desirée Michel ἤγειραν ἀγωγὴν ἐπὶ ἐκτελέσει τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐγὼ δ’ ὡς πληρεξούσιος αὐτῆς ἀνέθηκα τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐγερθείσης δίκης εἰς τὸν δικηγόρον κ. Χαρίλαον Ἀθανασιάδην ἐν Πύργῳ, ἐν Πάτραις δὲ εἰς τὸν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ συνάδελφον κ. Μιχαλακόπουλον, ἐξεδόθη δὲ ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος ἀπόφασις, ἥτις ἐπεδίκασε τὸ ποσὸν τῶν 60,000 δρχ. μετὰ τόκου μόνον ἀπὸ τῆς ἀγωγῆς, κινηθείσης τῷ 1906, ἤτοι ἔλαβον οἱ κληρονόμοι τὸ ἀρχικὸν ποσὸν τοῦ συμβιβασμοῦ ἄνευ τῶν τόκων 14 ἐτῶν. Τὸ χρῆμα ἐλήφθη δι’ ἐμοῦ, χωρὶς νὰ λάβῃ κἂν γνῶσιν ὁ κ. Καλογερόπουλος, καὶ ἀπεστάλη πρὸς τοὺς πελάτας μου ἀπ’ εὐθείας. Ἂν ὁ κ. Καλογερόπουλος ἔπταισεν, ἂν ὡς Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ δηλώσῃ κώλυμα ἢ ἐξαίρεσιν, δὲν πρόκειται ἐγὼ ν’ ἀποφανθῶ περὶ τούτου, οὔτε ἐπιθυμῶ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτοῦ· ἡλικίαν ἔχει καὶ δύναται νὰ δώσῃ λόγον. Κατ’ ἐμὲ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὑποστατοῦ ἢ βασίμου τῶν ἀξιώσεων τοῦ Desirée Michel καὶ τῶν κληρονόμων αὐτοῦ, κατόπιν τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναμφηρίστως ἐπεβάλλετο ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καλογερόπουλος. Δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ξενολατρείας, δὲν φρονῶ ὅτι οἱοσδήποτε ξένος πρέπει νὰ ἔχῃ περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ οἱονδήποτε πολίτην Ἕλληνα, ἀλλὰ πάντες εἶναι ἴσοι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλεγε πρὸς τινα ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ἓν ποσὸν καὶ τῷ ἀνεκοίνου ἀπόφασιν τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς περὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, εἶναι νόμιμον, εἶναι ἠθικὸν ἡ ἰδία Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὸν κατόπιν ὅτι δὲν ἐγκρίνει τὴν λύσιν ταύτην; Καὶ ἐρωτῶ· δύνανται αὐταὶ αἱ δικαιολογίαι νὰ λεχθῶσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὄχι πρὸς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν, ἀλλὰ πρὸς ἕνα ἰδιώτην;
§231ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§232Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, δὲν πρόκειται δὲ νὰ συνηγορήσω οὔτε νὰ ὑπεραπολογηθῶ, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, ὑπὲρ οἱουδήποτε προσώπου.
§233Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μεταξὺ τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἠσκήθη καὶ ἔλεγχος ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ νῦν διὰ δύο τινά. Πρῶτον διατί δὲν ἐπεδίωξε δικαστικῶς, ὅπως καταγγείλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ φακέλου τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων Κατακώλου, καὶ δεύτερον διατί μέχρι σήμερον δὲν προέβη εἰς περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου διατάσσων, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα τῆς ἐποπτείας τῶν ἔργων ἐν γένει τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τῶν ἄλλων, τὴν δικαστικὴν ἄσκησιν ἐκ μέρους τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ἐναντίον τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀποζημιώσῃ τοῦτο διὰ τὰς ζημίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας νομίζουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι ὑπέστη τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐκ τῆς ἐνεργείας του τῆς διοικητικῆς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη τῶν λιμενικῶν ἔργων Κατακώλου καὶ τοῦ ἐργολάβου Desirée Michel δὲν ἔρχεται πρώτην φορὰν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἑσπέραν ταύτην. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πρὸ πολλοῦ χρόνου ἔκαμον τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὑποστῆ ζημίαν ἕνεκεν τῆς διοικήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ν. Καλογεροπούλου. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἤκουσε τὰς αἰτιάσεις ἐκείνας, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ πεισθῇ περὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν κ. συναδέλφων ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελεν ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὄχι μόνον διότι αὕτη εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἁρμοδίου πάντοτε Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διότι ἐπρόκειτο περὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δὴ τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Καλογεροπούλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ εὕρῃ τὸν φάκελον τοῦτον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὑρέθη οὗτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἐζήτησε τοῦτον εἰς τὸ τμῆμα τῶν λιμενικῶν ἔργων ὡς καὶ εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν εὑρέθη· ἐζήτησε τοῦτον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν, εἰς τοὺς δικηγόρους τῆς ὑποθέσεως καὶ εἰς ἄλλας Ἀρχάς, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἔρευναι αὗται ἀπέβησαν πανταχοῦ ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος. Ὁ φάκελος μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν εὑρέθη, συνεπῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ μετέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετῆλθε φυσιοδίφης τις ἐπιθυμῶν νὰ παραστήσῃ παλαιοντολογικὸν ζῷον, προσεπάθησε δηλαδὴ ἐκ διαφόρων ἐγγράφων νὰ παρουσιάσῃ φάκελόν τινα ἀτελῆ. Καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσητε· διατί δὲν μετῆλθε μέχρι σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὴν δικαστικὴν καταδίωξιν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει τοῦ φακέλου; Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ πράξεις αὐταὶ ἀπαιτοῦσι χρόνον, διότι τὰ ἀρχεῖα καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἄλλων διαφόρων Ἀρχῶν εἶναι μεγάλα. Ὁ ἤδη Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς ὅτι θέλει προβῆ ἀμέσως εἰς μήνυσιν παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ Εἰσαγγελεῖ, ὁ ὁποῖος θέλει καταγγείλει ἀγνώστους ἐπὶ ὑπεξαιρέσει τοῦ φακέλου. Μέχρι δὲ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσως δυνηθῇ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ μᾶς δώσῃ στοιχεῖα περισσότερα, μέχρις οὗ ἡ ἁπανταχοῦ ἔρευνα μᾶς δώσῃ στοιχεῖα περισσότερα, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἦτο ἔργον σωφροσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ζητήσῃ ἀποζημίωσιν δικαστικῶς παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πάντες οἱ ὁμιλήσαντες καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ εἶχον ὑπὲρ αὑτῶν πάντα τὰ στοιχεῖα· οὐδενὸς θέλω νὰ προκρίνω τὰς γνώμας, διότι μετὰ πολλῆς σφοδρότητος καὶ μετὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ἐκ τῶν δύο μερῶν ὑπεστηρίχθησαν οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν, δὲν δυνάμεθα ὅμως δυστυχῶς ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλο τι παρὰ νὰ ζητήσωμεν ἐπισήμως νὰ εὑρεθῇ ὁ φάκελος, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ περισσότερον φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγεγραμμένοι ἕτεροι τρεῖς, οἱ κύριοι Ν. Βάρθης, Κ. Γόντικας καὶ Λ. Φλαμῆς· παραιτοῦνται ἢ ὄχι; Ἐὰν παραιτῶνται, θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Κύριε Βάρθη, παραιτεῖσθε;
§235Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ρακτιβὰν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ παραιτηθῶ.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑμεῖς, κ. Φλαμῆ;
§237Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς καταπονήσω ἐπὶ πλέον, διότι διὰ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ῥακτιβὰν ὑπεστηρίχθη βάσις ἐσφαλμένη. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τοῦ Michel. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διεβεβαίωσε καὶ ἀπέστειλε καὶ ἀντίγραφον τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγνώριζεν ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἀπετέλει σύμβασιν πλέον μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου καὶ τοῦ Desirée Michel, διατί δὲν ἀνεκάλει αὐτήν, πρὶν ἢ διαβιβασθῇ αὕτη εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἄνευ ἐγκρίσεως, ἀφοῦ μάλιστα ἐπὶ πλέον τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἀνεκάλεσεν ἡ μετέπειτα τοιαύτη διὰ τεσσάρων πράξεών της; Εὐτυχῶς διὰ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ῥακτιβὰν ἐβεβαιώθη καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον ἔμεινε σκοτεινόν, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ συκοφαντήσωμεν· ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ κ. Καλογερόπουλος, προτοῦ γίνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο πληρεξούσιος δικηγόρος τῆς ἑταιρείας Desirée Michel καὶ ὅτι ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ οὐχὶ ἐξ ἰδιοτελείας προέβη εἰς ὅ,τι προέβη. Ἐπὶ πλέον δὲ διαφωνῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀνευρεθῇ ὁ φάκελος, διὰ νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔρριπτε βλέμμα ἐπὶ τοῦ φακέλου αὐτοῦ, θὰ ἐβεβαιοῦτο ὅτι δὲν χρειάζεται ἄλλο ἔγγραφον ἢ τῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 28 ἀποφάσεως. Εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγκρίνῃ ἀπόφασιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἐκδοθεῖσαν πρὸ 23 ἐτῶν καὶ ἀνακληθεῖσαν τετράκις; Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ὑπάρχει; Τίποτε ἄλλο δὲν χρειάζεται, πᾶσα δὲ ἀναβολὴ τῆς ἐπιβαλλομένης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπεκφυγή, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀνορθωτικὴ δὲν ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ἐνεργήσῃ, διότι πρόκειται περὶ τοῦ κ. Καλογεροπούλου, τότε εἶναι περιττὸν νὰ κατέχῃ τὴν ἕδραν ταύτην.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1, 30′ τῆς νυκτός).