1911.11.16
3.977 στίχοι · 29.773 λέξεις · 391 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 168
τῆς 16ης Νοεμβρίου 1911.
(Τρίτη, ὥρᾳ 4 μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν; Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. 1) Ὁ ὑποναύαρχος κ. Σαχτούρης, ἐντολῇ καὶ ἄλλων γονέων, παρακαλεῖ ὅπως μὴ παραμείνωσιν εἰς τὴν αʹ τάξιν τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων 7 μαθηταί. 2) Αἱ χῆραι Παπαναστασίου λοχαγοῦ καὶ Κατσαροῦ ταγματάρχου αἰτοῦνται εἰσαγωγὴν τῶν υἱῶν των εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων· 3) Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Διον. Κλάδης αἰτεῖται δι’ ἀναφορᾶς του ὅπως ἐπιστραφῶσιν εἴδη ἀνήκοντα εἰς τὸν Π. Τσουκαλᾶν, ἀποθανόντα ἐν πλῷ τῇ 4 Φεβρουαρίου 1910 ἐν πλοίῳ τῆς «Ἀμέρικαν–Λάϊν»· 4) Ὁ δήμαρχος Ἀνακτορίων ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ περὶ κοινοτήτων νομοσχεδίου· 5) Ὁ ἐμποροκτηματικὸς σύλλογος Μελιγαλᾶ «Κρεσφόντης» αἰτεῖται ἵδρυσιν Πταισματοδικείου· 6) Ὁ ἐν Πειραιεῖ σύλλογος «Ἀνόρθωσις» αἰτεῖται τὴν ἵδρυσιν σχολείου ἀρρένων ἐν συνοικίαις Ταμπούρια καὶ Μουσελῆ· 7) Ὁ ἐν Κερκύρᾳ ἀπόστρατος ἀνθυπολοχαγὸς Γ. Κρητικὸς αἰτεῖται αὔξησιν συντάξεως: 8) Ἡ Ἰωάννα Θ. Κολοκοτρώνη αἰτεῖται παροχὴν βοηθήματος, μὴ ἐπαρκούσης τῆς συντάξεως τοῦ ἀποθανόντος συζύγου της· 9) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Τρικκάλων αἰτεῖται προσάρτησιν τῶν δήμων Γόμφων καὶ Ἀργιθέας εἰς Τρίκκαλα· 10) Ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Κύμης παρακαλεῖ ὅπως μὴ μετατεθῇ ἐκεῖθεν ὁ ταμίας κ. Σχινᾶς· 11) Κάτοικοι Λιανοκλαδίου διαμαρτύρονται καθ’ ὅσον ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν φροντίζει περὶ ἐξευρέσεως διδακτηρίου θηλέων, οὕτω δὲ τὰ σχολεῖα εὑρίσκονται ἐν ἀταξίᾳ· 12) Ὁ κυνηγετικὸς ὅμιλος Πύργου αἰτεῖται χρηματικὸν βοήθημα: 13) Ἀπόστρατος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ αἰτεῖται νὰ διορισθῇ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου· 14) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Ναυπλίου αἰτεῖται παράτασιν τῆς πρὸς παραγραφὴν χρεῶν προθεσμίας· 15) Κάτοικοι Λαγκαδίων αἰτοῦνται παράτασιν τῆς πρὸς παραγραφὴν χρεῶν προθεσμίας· 16) Ὁ σύλλογος Κρητῶν Πατρῶν συγχαίρει τῇ Βουλῇ διὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ· 17) Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Χρυσοβελώνης καὶ Μ. Μπουφίδης ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν τῆς ἡρωΐδος τῆς Μακρυνίτσης Μαρ. Μπασδέκη περὶ βοηθήματος· Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πὼπ ὑποβάλλει ἀναφορὰν τοῦ Δήμου Καραγιάννη, κρατουμένου ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς Πύργου· Ὁ βουλευτὴς κ. Χρ. Πετρέας, ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φυγοδικίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Πετροπουλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Βινιεράτος καὶ Ι. Φουρίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀναστολῆς καὶ μετατροπῆς τῶν μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος ἐπιβεβλημένων ποινῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Σκιαδαρέσης, Α. Μονοκροῦσος, Κ. Ζαβιτσιᾶνος, Δ. Βινιεράτος, Δ. Κλάδης καὶ Σ. Καβαλλιερᾶτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀγροφυλακῆς» ἀπηρτίσθη ἐκ τῶν ἑξῆς· Ἰω. Καναβοῦ, Ἐπ. Λαμπρακάκη. Ἀθ. Χριστοπούλου, Χ, Βοζίκη, Β. Κυρέλλου, Δ. Λαζαρῆ, Κ. Γόντικα, Ἀνδρ. Καφετζοπούλου Β. Ἀθανασούλα, Σ. Λάσκαρη, Γ. Μουσούρη, Ν. Καμπάνη, Ἰω. Φουρίδου, Α. Ἀβέρωφ. Ἰω. Χρυσοβελώνη, Π. Κασίμη, Δ. Κάβουρα, Κ. Σταμούλη, Ν. Γιουβρῆ, Ἰω. Παπαλουκᾶ, Δ. Δεδούση. Ὁ κ. Θανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοδιδασκάλων Ἀθηνῶν Πειραιῶς περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς εἰς αὐτοὺς ἀφορώσης νομοθεσίας.
§3Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς δημοδιδασκάλους Ἀθηνῶν Πειραιῶς, ἀφήνω νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναμφιβόλως θὰ λαμβάνηται πρόνοια γενικωτέρα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρᾶς.
§5Χ. ΚΑΡΑΣ. Μία τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν τῆς νοσηρᾶς καταστάσεως τοῦ ἔθνους ἡμῶν, κ. Βουλευταί, εἶναι ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ ἰσχῦον παρ’ ἡμῖν ἐλλιπὲς ἐκπαιδευτικὸν σύστημα. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ ἀνομολογῶν ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς καταστάσεως ἐν ᾗ διατελοῦμεν καὶ εἰσέλθωμεν εἰς κρείττονα θέσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως ἡμῶν, δέον νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς παιδείας. Πανταχοῦ τοῖς προηγμένοις κράτεσιν πάντες οἱ λαοὶ τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπέστησαν εἰς τὴν ἀγωγὴν αὐτῶν εἰς τὴν παιδείαν. Εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν ἀπέδωκαν οἱ Γερμανοὶ τὰς νίκας αὐτῶν κατὰ τῶν Γάλλων, εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν ἀπέδωκαν οἱ Ἰάπωνες τὰς νίκας των κατὰ τῆς Μεγάλης ἀλλ’ ἀπαιδεύτου Ῥωσσίας. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει καθῆκον πρὸς τὴν παιδείαν καὶ τὴν πατρίδα ἡμῶν, νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐξαγγελθέντα παρ’ αὐτοῦ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια μεριμνήσῃ δὲ καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν διδασκάλων. Ἐπίσης δέον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν αἴτησιν τῶν διδασκαλισσῶν Ἀθηνῶν Πειραιῶς, περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως αὐτῶν. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι διὰ νὰ τύχῃ τῆς συντάξεως πρέπει νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ 60ὸν ἔτος καὶ 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Τοῦτο διὰ τὸν διδασκαλικὸν κλάδον εἶναι ὅλως ἀδύνατον, διότι ὡς γνωστὸν οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐξέρχονται τοιοῦτοι εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν εἶναι δὲ ἀδύνατον ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ σχολείῳ ἀναμένοντες σύνταξιν, ὡσαύτως παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπίσης δικαίαν ἀπαίτησιν αὐτῶν ἐξαιτουμένων ἵνα ἐξισωθῇ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν πρὸς τὴν τῶν δημοδιδασκάλων. Διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐνῷ οἱ πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι λαμβάνουσιν 150 δραχ. κατὰ μῆνα, ἐκεῖναι λαμβάνουσι μόνον 120, καίτοι ἐργάζονται ἐξ ἴσου μετὰ τῶν δημοδιδασκάλων. Ἄλλως τε μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν εἶναι σπουδαιότατον καθ’ ὅσον ἐξ αὐτῶν ἀναμένομεν τὴν μόρφωσιν μητέρων καταλλήλων ἐξ ὧν θὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν νὰ ἔχωμεν πολίτας καὶ πολίτιδας χρηστοὺς καὶ ἀποπλύνομεν οὕτω τὸ στίγμα τοῦ 1897.
§6Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας, ὅπως ἀποσταλῇ ὁ Ἰταλὸς ἰχθυολόγος καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ πρὸς μελέτην τῆς λίμνης Κουτάβου δὲν ἐξεφωνήθη. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φροντίσῃ.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑπάγῃ μάλιστα.
§8Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ φροντίσῃ ὄχι μόνον διὰ τὴν λίμνην τοῦ Κουτάβου.
§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῆς λίμνης τοῦ Κουτάβου εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι θὰ ὑπάγῃ. Τώρα ἂν εἶναι τίποτε ἄλλο συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν μας.
§10Σ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πολὺ καλά.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Ν. Ἀδριανοῦ διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ Πταισματοδίκου Θηβῶν.
§12Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Εἶναι ἐξωφρενικὰ τὰ καταγγελλόμενα παρὰ τοῦ συμπολίτου μου Ἀδριανοῦ κατὰ τοῦ Πταισματοδίκου Θηβῶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτοῦ ἐνῷ ἐδικάζετο ὑπόθεσις ἐναντίον του ἐξύβρισεν ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειαν τῶν Ἀδριανῶν, ἀνθρώπων ἐντίμων καὶ εὐυπολήπτων.
§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορά, θὰ διατάξω ἀνάκρισιν.
§14Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρεκαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ, νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅ τι κάμνει πάντοτε ἐπὶ παντὸς παρεκτρεπομένου δημοσίου ὑπαλλήλου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαζαρῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου Λεβαδείας περὶ διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ Κηφισσοῦ καὶ Ἐρκύνης.
§16Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀποστείλῃ μηχανικὸν ἐκεῖ, ἵνα ἐξετάσῃ τὸν ποταμὸν καὶ κάμῃ μελέτην, διότι ὁλόκληρος ἡ πεδιὰς κατακλύζεται ἀπὸ τὰς πλημμύρας τοῦ Ἐρκύτου καὶ καταστρέφει ἀπείρους βαμβακοφυτείας.
§17Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἔλαβε μέτρα διὰ τὸν ποταμὸν Κηφισσὸν νὰ λάβῃ μέτρα καὶ διὰ τὸν ποταμὸν Ἐρκύνης, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφός μου, φέρει μεγάλας καταστροφάς, ὅταν πλημμυρῇ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου 1911 ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Καλαμᾷ Μιχ. Φοίβα καταγγείλαντος παράβασιν τοῦ νόμου ͵ΓΖ.ʹ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν».
§19Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ μήνυσις τοῦ κ. Φοίβα δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, διότι ἡ διάταξις τοῦ νόμου ͵ΓΖʹ ἐφαρμόζεται κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου καὶ ἐπὶ πωλητῶν ποτῶν οὐχὶ ὅμως καὶ ἐπὶ ποτοποιῶν. Ἄλλως ἡ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου ἀναφορὰ αὕτη τοῦ κ. Φοίβα δὲν περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§20Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὁ ἐκ Καλαμῶν Μιχαὴλ Φοίφας διὰ τῆς ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1911 ἀναφορᾶς του....
§21Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν) Αὕτη δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου.
§22Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐκοινοποιήθη διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ ὡς ἔχω πληροφορίας ἡ ὑπηρεσία ἀπέστειλε ταύτην εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Καλαμῶν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καταγγέλλει ὅτι δύο οἰνοπνευματοποιοὶ συνέστησαν ἑταιρείαν πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ͵ΓΖʹ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐκοινοποιήθη διὰ κλητῆρος, διεβιβάσθη εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Καλαμῶν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο καμμία ἐνέργεια. Ὑπῆρχε συνημμένον τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο ὅτι συνέστη ἡ ἑταιρεία. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἦσαν οἰνοπνευματοποιοί, οἵτινες πρὶν εἶχον ἴδια ἐργοστάσια, καὶ πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου συνέστησαν ἑταιρείαν. Ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο τίποτε, οὔτε ἀναίρεσις, καὶ τὴν τοιαύτην ἀδράνειαν τῆς ἐφοριακῆς ἀρχῆς τὴν ἀποδίδει ὁ ἀναφερόμενος εἰς παρέμβασιν παλαιοῦ πολιτευομένου, ὑπέβαλε καὶ δευτέραν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο ἡμερῶν ἐνεχείρησα ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σας. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λάβητε πρόνοιαν ἵνα λειτουργήσῃ ὁ νόμος, ὅπως πεισθῇ ἡ κοινωνία ὅτι δὲν κρατεῖ τὸ παλαιὸν καθεστώς, διότι ὡς θὰ ἴδητε ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς δώσω νὰ ἀναγνώσητε, ὁ κόσμος πιστεύει ὅτι τὰ παλαιὰ κόμματα ὑπάρχουσιν ἐν ἰσχύϊ, καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐνεργοῦσι κατὰ τὰς ὑποδείξεις τούτων.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ὠλένης περὶ μειώσεως τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης. Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§24Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οἱ κάτοικοι Ὠλένης ἀναφέρονται, κύριοι Βουλευταί, ζητοῦντες τὴν μείωσιν τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης. Ὡς ἐνθυμοῦμαι πρὸ ἕξ μηνῶν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ προεκλήθη μακρὰ συζήτησις μεταξὺ ἀξιοτίμων κ. κ. Βουλευτῶν, ἧς συμμετέσχον καὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης καὶ μειώσεως αὐτῆς. Οἱ συμπολῖται μου εἶχον ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ λάβῃ μέριμνάν τινα. Διὰ τοῦτο διαρκῶς ἀπετείνοντο καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐρωτῶντες ἂν γνωρίζομεν τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῶν τότε ὑπεσχημένων. Πρὸ 7 ἢ 8 ἡμερῶν, νομίζω, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐρώτημα ἂν πράγματι σκέπτεται τι περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης ἡ Κυβέρνησις, ἵνα γνωρίσωσι τοῦτο οἱ συμπολῖταί μου. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως. Ἡ ἀναφορὰ ἡ ὁποία ὑποβάλλεται σήμερον, μοὶ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω πάλιν ἐπὶ τούτου. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, τὴν γενομένην πρὸ 6 μηνῶν, κατεδείχθη ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ῥητίνης εἶναι οὐ μόνον βαρὺς καὶ σκληρός, ἀλλὰ καὶ ἄδικος ἐν πολλοῖς, τὸν καθιστᾷ δὲ αὐστηρότερον καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως. Ὁ τρόπος δυστυχῶς, ὁ ὁποῖος κρατεῖ διὰ τὴν εἴσπραξιν πλείστων φόρων, εἶναι ὁ τῆς ἐνοικιάσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰσπράττεται διὰ τοῦ τρόπου τούτου πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δέον νὰ εἰσπραχθῇ. Ἡ ἀξία τῆς ῥητίνης κυμαίνεται μεταξὺ 25 καὶ 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὁ φόρος δὲ ἐπ’ αὐτῆς εἶναι 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, 5 λεπτὰ εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, 2 ἢ 3 λεπτὰ εἶναι τὸ δημοτικόν, ὥστε καταντᾷ νὰ τίθεται φορολογία 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον στοιχίζει 25 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐγὼ ἐκπληρῶ τὸ στοιχειῶδες καθῆκον τοῦ νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν μου, ἵνα εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις καὶ ἂς μὴ ἀκούωμαι παρ’ οὐδενός.
§25Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ νόμος περὶ ῥητίνης περιέχει χωρὶς ὑπερβολὴν 12 εἰδῶν φορολογίας, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἠλείαν εἰσπράττεται, νέον εἶδος φορολογίας ὑπὸ τὸ ὄνομα ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ἀπροσδιορίστου ἐκτάσεως δικαίωμα ῥητίνης, ἐνῷ εἰς κανὲν ἄλλο μέρος τοῦ Κράτους εἰσπράττεται τοιοῦτόν τι. Δὲν γνωρίζω ποῖαι σκέψεις ἠνάγκασαν τὴν γραφειοκρατίαν ὅπως εἰσπράττηται ὁ φόρος οὗτος, φόρος ὁ ὁποῖος οὐ μόνον εἶναι ἀπροσδιόριστος, ἀλλ’ εἶναι καὶ παράνομος καὶ ἀντισυνταγματικός, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅπως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ παραγγείλῃ εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα, ὅπως καταργηθῇ ὁ ἀποκλειστικὸς οὗτος φόρος διὰ τὴν Ἠλείαν, θελήσῃ δὲ νὰ ἐλαττώσῃ καὶ ἐν γένει τὸν ἐπὶ τῆς ῥητίνης δυσβάστακτον φόρον.
§26Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχεν ὑποσχεθῆ ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ ἐλάμβανε μέτρα περὶ μειώσεως τῆς φορολογίας τῆς ῥητίνης.
§27Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶχον ὑποσχεθῆ τοιοῦτόν τι.
§28Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴχετε ὑποσχεθῆ τοιοῦτόν τι, διότι δὲν γνωρίζετε τί ἐστὶ ῥητίνη, πῶς καλλιεργεῖται ἡ ῥητίνη καὶ πόσον βαρέως φορολογεῖται αὕτη.
§29Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶχον ὑποσχεθῆ τίποτε, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι γνωρίζω πολὺ καλλίτερα ἀπὸ σᾶς.
§30Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐγνωρίζετε, κολακεύομαι νὰ πιστεύσω ὅτι δὲν θὰ κατεδέχεσθε ποτὲ νὰ φορολογῆτε ὅπως φορολογεῖτε αὐτὸ τὸ προϊόν, δὲν θὰ κατεδέχετο τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ φόρον τοιοῦτον, οἷον εἰσπράττει. Ἡ ῥητίνη εἶναι τὸ προϊόν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς κατὰ μῆκος ἐντομῆς τῶν πεύκων, ἐργάζονται δὲ πρὸς περισυλλογὴν τῆς ῥητίνης αἱ πενέστεραι παρ’ ἡμῖν τάξεις. Πῶς φορολογεῖται ἡ ῥητίνη εἶναι γνωστόν· ποία φορολογία εἰσπράττεται ἀπὸ τὰ δημόσια δάση καὶ ποία ἀπὸ τὰ ἰδιωτικὰ ἐπίσης εἶναι γνωστόν· ὁ στατιστικὸς πίναξ φανερώνει ὅτι οὐδὲν ἄλλο προϊὸν φορολογεῖται μὲ τόσον τοῖς ἑκατόν.
§31Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀπατᾶσθε. Ποία εἶναι ἡ σημερινὴ ἀξία τῆς ῥητίνης;
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τριάκοντα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§33Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι πληρώνουσι τὸν φόρον; Ἀτυχῶς δὲν τὸν πληρώνουσιν οἱ ἰδιοκτῆται. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσκομίσητε εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται πόσα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον καὶ ἀπὸ τίνας τὰ εἰσπράττει.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἀποτυχόντων γραφέων βʹ τάξεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου περὶ ἀκυρώσεως τοῦ διαγωνισμοῦ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης. Ὁ κ. Θανόπουλος. Παραιτοῦνται. Ὁ κ. Συγγούρης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Φθιώτιδος περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸ χωρίον Φραντζῆ τοῦ λιβαδίου Πλακωτοῦ. Ὁ κ. Κουκουλέτσος. Ὁ κ. Χριστίδης.
§35Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀκούσῃ δύο λέξεις ἐπὶ παραπόνου τῶν κατοίκων Φραντζῆ, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι πλησίον τοῦ χωρίου των ὑπάρχει λιβάδιον διαλελυμένης Μονῆς, ὅτι μέρος τοῦ χωρίου Φραντζῆ ἠγόρασεν εἷς ἰδιοκτήτης τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐμίσθωσε δὲ καὶ τὸ λιβάδιον τῆς Μονῆς, καί, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀποκτήσῃ νομήν, ἔδιδε τεμάχιά τινα τοῦ λιβαδίου καὶ τὰ ἐκαλλιέργουν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου, καὶ ἐνίοτε τὰ ἐκαλλιέργει καὶ αὐτός. Καί, ἀφοῦ κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ νομήν, ἀπέβαλε τοὺς χωρικούς. Τὸ λιβάδιον αὐτὸ κεῖται πλησίον τοῦ χωρίου, καὶ οἱ κάτοικοι ἔχουσι συμφέρον ἢ νὰ τὸ μισθώσωσιν ἢ νὰ τὸ ἀγοράσωσιν. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ των λέγουσιν ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ τὸ δηλώσωσιν· ἀλλ’ ἐπὶ τούτου θ’ ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς καὶ θὰ εἰσαγάγῃ μέτρον τοιοῦτον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ τοῖς ἐπιτρέψῃ τὸ τοιοῦτον. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα αἴτησις, Κύριοι, κατοίκων Ναυπάκτου, περὶ ὁμοίας φύσεως ἀντικειμένου, τουτέστι περὶ ἐκτάσεως ἀνηκούσης εἰς διαλελυμένην Μονήν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἷς ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην πρότασιν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὴν ὑποβάλωμεν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι μόνος ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὁ κατάλληλος νὰ λάβῃ τοιαύτην πρόνοιαν, καί, ἂν νομίσῃ ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι τοιαύτην ἀξίωσιν οἱ χωρικοί, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς ἢ νὰ τὸ δηλώσωσιν ἢ νὰ τὸ ἀγοράσωσιν.
§36Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§37Γ. ΠΩΠ. Ἔχω μίαν ἀναφορὰν νὰ ὑποβάλω. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία μοὶ ἐστάλη ἐκ μέρους πολιτῶν τινων τοῦ Πύργου τῆς Ἠλείας καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνονται εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέρως, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται δὲ περὶ ἐξαιρετικῶς σημαντικοῦ γεγονότος, διότι ἐκθέτει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δικάζουσι σήμερον τὰ Δικαστήρια. Μοὶ ἀπεστάλη ἐπίσημον ἀντίγραφον ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Πύργου καταδικάσαντος καρραγωγέα τινά, διότι ἓν παιδίον ἐτραυματίσθη ὑπὸ τοῦ κάρρου του. Αὐτὸ ἦτο τὸ κατηγορητήριον. Ἡ ἀπόφασις λέγει ὅτι ἐξητάσθησαν δύο μάρτυρες, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος ὀνομαζόμενος Μόσχοβας ἐβεβαίωσεν ὅτι τοῦ καρραγωγέως ὁδηγοῦντος τὸ κάρρον του παιδίον τι ἀνηρτήθη ὄπισθεν τοῦ κάρρου καὶ ἀνετράπη καταπεσὸν καὶ ἐτραυματίσθη. Ὁ καρραγωγεὺς τὸ ἀνήγειρε καὶ τὸ περιέθαλψεν. Ὁ δεύτερος μάρτυς ἐξετασθεὶς εἶπεν ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ Μόσχοβας, εἶναι ἀπολύτως ἀκριβῆ· ὁ εἰσαγγελεὺς τότε ἐζήτησε τὴν ἀθώωσιν τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον καταδικάζει αὐτὸν εἰς τριῶν μηνῶν φυλάκισιν· τὸ πρᾶγμα θ’ ἀπετέλει ἀπροσεξίαν ἢ μωρίαν ἢ κάτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀχαρακτήριστον, προκειμένου περὶ ὑποθέσεως, ἥτις ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἑνὸς πολίτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός· πρόκειται περὶ τῆς προθέσεως, ἣν ἔχουσι νὰ καταδικάζωσι πάντα ἐνώπιόν των ἐμφανιζόμενον ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ χωρίζωσι τοὺς δικηγόρους εἰς εὐνοουμένους καὶ μή.
§38Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγητε αὐτά. Τότε ἔπρεπε νὰ τὰ ἀναγράψητε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἵνα σᾶς φέρω πληροφορίας.
§39Γ. ΠΩΠ. Τὰς πληροφορίας αὐτὰς τὰς καθιστῶσιν ἐμφανεῖς οἱ μάρτυρες καὶ ὁ εἰσαγγελεύς.
§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Δικαστήριον ν’ ἀκολουθῇ ἑκάστοτε τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως;
§41Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ παρακολουθῇ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι λέγουσι ὅτι εἶναι ἀθῷος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασίμης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης.
§43Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὁ δῆμος Ἐράνης ὑπέβαλεν ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἓν Διάταγμα τοῦ 1831 περὶ προικοδοτήσεως τῶν δήμων καὶ νὰ παραχωρήσῃ ἓν γήπεδον ἑνὸς στρέμματος, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖται σήμερον ὡς προαύλιον ἑνὸς ἐξοχικοῦ ναοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου ὁ ναὸς ἐκεῖνος καθίσταται ἄχρηστος εἰς τοὺς κατοίκους. Τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς δίκας μὲ τὸν δῆμον Ἐράνης διὰ τὸ ἓν ἐκεῖνο στρέμμα, εἶναι δ’ ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον καὶ ὁ δῆμος, θὰ εἶναι τριπλάσια τῆς ἀξίας τοῦ γηπέδου. Νὰ παραχωρηθῇ λοιπὸν τὸ γήπεδον εἰς τὸν ναόν, διὰ νὰ ἔχητε καὶ τὴν εὐλογίαν του.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Πειραιῶς Βεργοπούλου κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἀστυνόμου Κυπαρισσίας ὡς ἠθικῶν αὐτουργῶν τῆς δολοφονίας τοῦ ἀδελφοῦ του ἰατροῦ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§45ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριοι Βουλευταί, νέος τις ἰατρός, ἄριστα μορφωθείς, ἐπιμελέστατος εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν ἰατρικῶν αὐτοῦ ἔργων, δικαιούμενος ν’ ἀποβλέπῃ εἰς λαμπρὸν μέλλον, εὑρέθη κατηγορούμενος συκοφαντικώτατα ἐπὶ ἀποπλανήσει τῆς ὑπηρετρίας του. Ἡ ἀνάκρισις διεξήχθη κατὰ τρόπον πλέον ἢ ἀξιοκατάκριτον, κατὰ τρόπον, ὅστις ἐμπνέει τὴν φρίκην εἰς πάντα τίμιον ἄνθρωπον καὶ νομιμόφρονα πολίτην. Τοῦ τοιούτου τρόπου ὑπεύθυνοι κατὰ ῥητὴν καταγγελίαν τοῦ πατρὸς τοῦ ἰατροῦ ἐκείνου ἦσαν ὁ ἀστυνόμος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς Κυπαρισσίας. Καὶ οὑτωσὶ διεξαγομένης τῆς ἀνακρίσεως ὁ ἰατρὸς ἐκεῖνος ἐδολοφονήθη ἀγριώτατα ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ τῆς παθούσης, ὅστις δὲν εἶχεν ἀποπλανήσει αὐτήν. Μετὰ τὴν ἀγρίαν καὶ στυγερὰν δολοφονίαν τοῦ ἰατροῦ ἐκείνου τότε μόλις συσχεθέντες ὑπὸ τρόμου οἱ λειτουργοὶ τοῦ νόμου ἐκεῖνοι ἐπέσπευσαν τὴν ἀνάκρισιν, ἥτις διενηργεῖτο σατανικώτατα πρὸ τῆς δολοφονίας, ἐξεδόθη δὲ βούλευμα, δι’ οὗ ἀπεδεικνύετο πασιφανέστατα ἡ ἀθωότης τοῦ θύματος. Μετὰ τὴν στυγερὰν ἐκείνην, ἐπαναλαμβάνω, δολοφονίαν ὁ πατὴρ τοῦ θύματος κατήγγειλε τὸν ἀστυνόμον καὶ τὸν εἰσαγγελέα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀστυνόμον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀληθῶς—τὸ κηρύσσω τοῦτο ἀνεπιφυλάκτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου—ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον του· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν εἰσαγγελέα, τὸν εἰσαγγελέα Ἁρμυριώτην τὸν κατηγορούμενον ἐπὶ ἀσέμνῳ ἐπιθέσει κατὰ τῆς συζύγου συμβολαιογράφου τινός, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του. Καὶ δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, διότι εἶναι πασίγνωστον ὅτι προστατεύει τὸν εἰσαγγελέα Ἁρμυριώτην.
§46Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω, εἶναι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς συγκίνησιν τὴν κοινωνίαν.
§47ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂς δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Κασίμην, ὁ ὁποῖος γινώσκει τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτῆς καὶ ἐκφράζεται μετὰ φρίκης.
§48Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀναμένω τὴν ἀνάκρισιν.
§49Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, διὰ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα τοῦ πατρὸς τοῦ θύματος κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως.
§50Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἰατρός, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ κύριοι Βουλευταί, δυνατὸν νὰ ἠδικήθη ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως· ἀλλ’ ἀναμφιβόλως ἤδη ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἰατροῦ ὁ ὑποβάλλων τὴν ἀναφορὰν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀδικίᾳ, οὐχὶ διότι ἀναφέρεται, ἀλλὰ διότι δὲν ἀναμένει ἐπὶ τῶν παραπόνων του τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, εἰς τὰς ὁποίας παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐνώπιον τῶν ὁποίων διατελεῖ ἐκκρεμής. Ἐὰν ὑπῆρχε πταῖσμά τι ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ μέρους τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, ἀπὸ μέρους τῆς Διοικήσεως, βεβαίως τὰ παράπονα αὐτοῦ θὰ ἦσαν εὔλογα, καὶ ἡ ἐπὶ τούτων ἐνασχόλησις τῆς Βουλῆς θὰ ἠδύνατο νὰ νοηθῇ. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲν παρελίπομεν πρὸς ἐπιτάχυνσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀγωγῆς αὐτῆς εἰς πέρας καὶ λόγῳ τῆς φύσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ λόγῳ τῆς κατ’ αὐτὴν ἀναμίξεως δικαστικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ἐπὶ πολὺ νὰ παραμένωσιν ὑπόδικα. Δύο, κύριοι Βουλευταί, ἀπηυθύνθησαν αἰτιάσεις κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως· ἡ μία ἀναφέρεται εἰς σκάνδαλον οἰκογενειακῆς φύσεως καὶ ἡ ἄλλη εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον οἱ προαγορεύσαντες. Καὶ ἐπὶ τῶν δύο τούτων καταγγελιῶν διετάχθη ταχίστη ἐνέργεια. Δι’ ἐκείνην μὲν δικαστικὴ ἀνάκρισις, διότι ἔγκλησις δὲν ἐνεχειρίσθη· διὰ ταύτην δὲ τακτικὴ ἀνάκρισις, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. Σημειώσατε ὅτι οἱ ἀποβλέποντες εἰς τὴν σπουδαιότητα τῆς ὑποθέσεως ὄχι ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν αὐτῆς μέρος, διότι περὶ τούτου οὐδεμίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἀλλ’ εἰς μόνον τὸ γεγονός, ὅτι αἱ αἰτιάσεις καὶ καταγγελίαι στρέφονται κατὰ δικαστικοῦ προσώπου, ἐπεμελήθημεν νὰ παρακολουθήσωμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ταχεῖαν ταύτην διεξαγωγήν, ἔχομεν δὲ πληροφορίας ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν διεῖδεν ὅτι ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑποθέσεως ἐνδείκνυται ἐπιτόπιος μετάβασις πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων· ἡ ἐπιτόπιος ὅμως μετάβασις μέχρι τοῦδε δὲν κατέστη δυνατή, διότι ἐπῆλθεν ἡ ἀποχώρησις τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, θὰ κατασταθῇ δὲ δυνατή, ὅταν ὁ νέος Πρόεδρος ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν καταγγελίαν, περὶ τῆς ὁποίας διετάχθη διοικητικὴ ἀνάκρισις, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶχε μεταβῆ ἐπιτοπίως καὶ ἐπεράτωσε τὴν ἀνάκρισιν, ἐκ τοῦ πορίσματος δ’ αὐτῆς, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, δὲν προκύπτει τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἀσφαλῶς πειθαρχικὴ καταδίωξις. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἑκατέρωθεν προτεκομίσθησαν νέα στοιχεῖα, θὰ γίνῃ καὶ νέα ἀνάκρισις πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ τοῦ εἰσαγγελέως. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι καὶ αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ καὶ ἡ διοίκησις τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἐφορεύουσα τὴν λειτουργίαν τούτων, ἐνήργησαν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν πρὸς πᾶσαν ἐπιτάχυνσιν τῆς ὑποθέσεως. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ μὴ ἀποκρύψω τὴν δυσφορίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι μὲ τὴν τακτικήν, ἣν μετέρχονται ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ οἱ ὑπολαμβάνοντες ἑαυτοὺς ἀδικηθέντας ἢ ὄντως ἀδικηθέντας· διότι μετέρχονται τακτικήν, ἡ ὁποία πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἀξία ἐπιδοκιμασίας. Μετέρχονται τακτικὴν ἀξίαν κατακρίσεως, μετέρχονται τακτικὴν θορύβου δημοσιογραφικοῦ, μετέρχονται τακτικὴν ἐπανειλημμένης προσφυγῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν τρὶς μέχρι τοῦδε ἀπησχόλησαν.
§51Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ζητοῦσι τὸ δίκαιόν των.
§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ζητῶσι τὸ δίκαιόν των, ὅπως λέγει ὁ κ. ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής, βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῶσιν ὅτι τὸ δίκαιον ζητεῖται κατά τινα ὁδὸν καὶ διαδικασίαν νόμιμον· καὶ ὅτι, ὅταν τοῦτο ζητῆται κατὰ τρόπον ἀθέμιτον καὶ μὴ προσήκοντα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μεριμνᾷ περὶ ἀπονομῆς τοῦ δικαίου. Βεβαίως δ’ οὐχὶ κατὰ προσήκοντα τρόπον καὶ θεμιτὸν ζητεῖται ἐν προκειμένῳ τὸ δίκαιον· διότι ἐκκρεμοῦς οὔσης τῆς ἀνακρίσεως δὲν ἐπιτρέπεται δημοσιογραφικὸς θόρυβος καὶ οὐσιαστικὴ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ Βουλὴ εἶναι πάντη ἀναρμοδία νὰ κρίνῃ ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, πρὶν ἢ κρίνωσιν ἐπὶ τούτων νομίμως αἱ Ἀρχαί· μόνον δὲ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τούτων ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὸ διοικητικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, ἰδιαίτατα τὸν προϊστάμενον τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν ἠμέλησε τὰ καθήκοντα αὑτοῦ πρὸς ἐπίβλεψιν τῶν ὑφισταμένων Ἀρχῶν πρὸς ταχεῖαν καὶ νόμιμον διεξαγωγὴν καὶ διάγνωσιν τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ εἶναί τι ἀκατανόητον ν’ ἀσχολῆται τὸ Κοινοβούλιον μὲ τὴν οὐσιαστικὴν ἐξακρίβωσιν ὑποθέσεως ἐκκρεμοῦς οὔσης ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων.
§53Γ. ΠΩΠ. Διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις νὰ μὴ ὁμιλῶμεν, διὰ τὰς ἀποφάσεις νὰ μὴ ὁμιλῶμεν· τότε τί θὰ γίνῃ;
§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἀπείρως ὀδυνηρόν, θὰ ἦτο ἐξαιρετικῶς ἔκτροπον, ἐὰν τὰ Κοινοβούλια ἠσχολοῦντο εἰς οὐσιαστικὴν ἔρευναν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ μάλιστα ὑποθέσεων ποινικῶν, τῶν ὁποίων ἡ εὐαισθησία εἶναι προφανής, καὶ ὁ κίνδυνος τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐπιδράσεως ἐπὶ τὴν συνείδησιν τῶν Ἀρχῶν εἶναι αὐτονόητος. Ἀλλὰ καὶ ὁ θόρυβος ὁ δημοσιογραφικὸς εἶναι ἐπίσης ἀξιοκατάκριτος· δὲν εἶναι ἐπιδοκιμαστέος. Βεβαίως οὐδένα ἐξ ὑμῶν λανθάνει τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι παλαιὰ ἡ τακτικὴ αὐτή, τακτικὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφ’ ἑκάστης ὑποθέσεως τοιαύτης ἢ τοιαύτης προσῆκον ἐνομίζετο καὶ σύμφορον διὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς ἀπὸ τὴν α ἢ τὴν β πλευρὰν νὰ προκαλῶνται τοιοῦτοι δημοσιογραφικοὶ θόρυβοι εἰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Ἦτο αὕτη μία τακτική, μία μέθοδος δι’ ὡρισμένας ὑποθέσεις, ἵνα προκαταλαμβάνηται ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἡ δικαστικὴ συνείδησις. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ αὐτόχρημα ἀδίκημα, Κύριοι, ἀδίκημα εἴτε εἰς βάρος τῶν παθόντων εἴτε, κατὰ τὰς περιστάσεις, εἰς βάρος τῶν κατηγορουμένων. Καὶ δυνατὸν μὲν ἄλλοτε τὸ ἀδίκημα τοῦτο νὰ εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ δικαιολογίαν τινά, περιπτώσεις τινὰς ἐλαφρυντικάς, ἐν τῷ παρόντι ὅμως οὔτε ταύτας ἔχει. Εἶχεν ἄλλοτε ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, ἀκριβῶς τὴν οὐχὶ ταχεῖαν ἐνέργειαν, τὴν παραμέλησιν ἴσως τῶν ὑποθέσεων ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν ἢ τὴν ἀδιαφορίαν τῆς Διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν ἐποπτευόντων τὴν διαχείρισιν αὐτῆς λειτουργῶν, καὶ ἑκάστοτε ἐνομίζετο ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον τοιοῦτόν τι ἔναυσμα, τοιαύτη τις ὤθησις, διὰ ν’ ἀναζητηθῶσιν ἐκ τῶν ἀρχείων ὑποθέσεις λησμονημέναι καὶ ν’ ἀχθῶσιν εἰς πέρας. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἑκάστη προσφυγὴ παντὸς πολίτου εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκει αὐθημερὸν ἢ τὸ βραδύτερον ἐντὸς 24 ὡρῶν τὴν μελέτην καὶ τὴν διεξαγωγήν, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἥν πᾶσα ἀθέμιτος μέλησις, πᾶσα βραδύτης, μὴ δικαιολογουμένη ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ μέρους εἴτε τῶν δικαστικῶν εἴτε τῶν εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν εὑρίσκει ἀμείλικτον τὴν καταδίωξιν καὶ ἄμεσον, εἰς περίπτωσιν τοιαύτην ἔχει τι ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ τοιοῦτον ἀδίκημα, ἔχει τὴν ἐλαφρυντικὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε; Δὲν πρέπει ν’ ἀπορῇ τις καὶ ἰδίως δὲν πρέπει ν’ ἀπορῶσιν οἱ ἑκατέρωθεν ἐπιδειξάμενοι τοσοῦτον ζῆλον ὑπὲρ τοῦ παραπονουμένου, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὴν δυσφορίαν, ἀγανάκτησιν σχεδόν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχομαι· διότι ἐννοῶ τίνα ἀποτελέσματα δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτη τις τακτική, τίνα ὀλεθρίαν ἐπιρροὴν δύναται ν’ ἀσκήσῃ εἰς τὴν προσήκουσαν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων. Δὲν λανθάνει ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ἀλλαχοῦ αὐτὸ τοῦτο ἀναγράφεται εἰς τοὺς ποινικοὺς νόμους ἀδίκημα· ἀδίκημα ἀναγράφεται ἡ δημοσίευσις τῶν στοιχείων τῆς προδικασίας· ἡ ἐνασχόλησις τῆς δημοσιογραφίας ἢ αὐτῶν τῶν κατηγορουμένων ἢ αὐτῶν τῶν μηνυτῶν μὲ τὰς λεπτομερείας τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκκρεμῶν ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως. Τοιαῦται ἀνακοινώσεις, τοιαῦται δημοσιεύσεις, τοιαῦται ἐνασχολήσεις εὐκόλως δημιουργοῦσι προκαταλήψεις τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, προκαταλήψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀλέθριαι διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἴτε ὑπὲρ τῶν μηνυτῶν ἀποβαίνουσιν, εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης, εἴτε ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων, εἰς βάρος πάλιν τῆς δικαιοσύνης. Ἀπαγγέλλονται ποιναὶ ὡρισμέναι διὰ τὰς τοιαύτας παρανόμους δημοσιεύσεις, καὶ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ ἐξυβρίσεως καὶ περὶ τύπου λαμβάνει πρόνοιαν καὶ περὶ τούτου, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦν. Ἐθεωρήθη ἡ τοιαύτη δημοσία ἐνασχόλησις ὥς τι ἀπολύτως ἀντικείμενον εἰς τὴν ἀπροκατάληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Διότι σχηματίζεται δι’ αὐτῆς μία ἀτμόσφαιρα, μία κοινὴ γνώμη, μία προκατάληψις, ἡ ὁποία ὀγκοῦται βαθμηδόν, ὅταν δὲ φθάσῃ ἐνώπιον εἴτε εἰσαγγελέων εἴτε Δικαστηρίων ἡ ὑπόθεσις πρὸς κρίσιν, ἔχει νὰ πολεμήσῃ ἀγῶνα δεινὸν ἢ ἡ κατηγορία, προσπαθοῦσα νὰ στηρίξῃ τὴν ἀγωγὴν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἢ ἡ ὑπεράσπισις, ἀγωνιζομένη ὑπὲρ τοῦ ἀτόμου, ἀμυνομένου ἐναντίον τῆς Πολιτείας. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου νὰ κατακρίνω τὴν τακτικὴν ταύτην· καὶ ἐπικαλοῦμαι, ἀκριβῶς διὰ τὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γιγνόμενα, τὴν ἁπανταχοῦ καθιερωμένην ἐθιμοταξίαν τῶν Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι αἰσθάνονται τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀναρμοδιότητα διὰ τοιαύτην ἐνασχόλησιν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ δικαιολογικὰ αἰσθήματα τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἵνα ἀπέχωσιν ἀσχολούμενοι ἐπὶ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ποινικῆς μάλιστα φύσεως, αἱ ὁποῖαι κεῖνται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Ἀρχῶν, καθόσον αἱ τοιαῦται ἐνασχολήσεις καιρίως βλάπτουσι τὴν προσήκουσαν τοῦ δικαίου ἀπονομήν. Ἀλλά, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ῥύθμισίς τις ἐν τῇ τακτικῇ ταύτῃ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς δημοσιογραφίας, ἢ μέχρις ὅτου παρασχεθῇ ὁθενδήποτε τοιαύτη, βεβαίως θὰ παράσχω ἐγὼ ταύτην· καὶ τὴν παρέχω ἐνισχύων τὰς δικαστικὰς καὶ τὰς εἰσαγγελικὰς Ἀρχάς, ἵνα μηδεμίαν προσοχὴν δίδωσι μήτε εἰς δημοσιογραφικὰς ἐκστρατείας μήτε εἰς κρίσεις ἀναρμοδίως καὶ ἐν χρόνῳ οὐχὶ προσήκοντι γιγνομένας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· νὰ κανονίζωσιν ὑπὸ πᾶσαν τὴν αὐστηρότητα τοῦ ἰδίου καθήκοντος καὶ τοῦ νόμου καὶ τῶν ἁρμοδίως διδομένων ὑπὸ τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν διαταγῶν τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, καὶ νὰ γνωρίζωσιν ὅτι πᾶσα ἐπικρέμαται νόμιμος ποινὴ ἐναντίον των εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ὁπωσδήποτε παραβῶσι τὸ καθῆκον αὑτῶν. Ἀλλ’ ὅμως μηδεμίαν ἀπολύτως προσοχὴν νὰ δίδωσι μήτε εἰς μόρφωσιν γνώμης μήτε εἰς ἐπιτάχυνσιν τῶν ἔργων των εἰς τὰς τοιαύτας ἢ τοιαύτας ἀναρμοδίως γιγνομένας παρακελεύσεις ἢ τοὺς δημοσιογραφικοὺς θορύβους· πράττουσαι αἱ δικαστικαὶ ἢ αἱ εἰσαγγελικαὶ Ἀρχαὶ καλῶς πρέπει νὰ γνωρίζωσιν ὅτι καὶ τὸν νόμον τηροῦσι, καὶ τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα εὐλαβοῦνται, καὶ πρὸς τὰς περὶ τούτων ἀντιλήψεις τῆς προϊσταμένης αὐτῶν Ἀρχῆς τελείως συμμορφοῦνται.
§55Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, αἰσθάνομαι οὐχὶ ἀγανάκτησιν, ἀλλ’ ὀργήν, ἐὰν καὶ εἷς ἐξ ὑμῶν εὑρεθῇ, ὅστις νὰ μὴ δεχθῇ ὅτι δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἐὰν δὲν ἀσχολῆται περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, καὶ μάλιστα ἡ ποινική. Ἀπὸ τριῶν ὁλοκλήρων μηνῶν, Κύριοι, καὶ πλέον κατηγγέλθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος ὑπεξῄρεσεν ἔγγραφα σπουδαιότατα ἐκ τῆς δικογραφίας καὶ ἐνήργησε πράξεις καταπτύστους, αἵτινες θὰ ἔφερον εἰς πέρας τὴν ἀνάκρισιν, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκετο σήμερον οὐχὶ παραπονούμενος ὁ ἰατρός, ἀλλ’ εἰς τὸν Ἅδην, διότι εἶναι, λέγω, εἰς τὸν Ἅδην ὁ ἰατρὸς ἐκεῖνος. Ὁ πατὴρ αὐτοῦ εἶναι ὁ καταγγέλλων ὅτι τὸ τέκνον αὐτοῦ τὸ προσφιλέστατον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐθυσίασεν ἅπασαν τὴν ὕπαρξιν αὑτοῦ, διὰ νὰ τὸ ἀποκαταστήσῃ ἐπιστημονικῶς, ἐγένετο θῦμα στυγερωτάτης δολοφονίας. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἐδόθη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καταγγελία ἀπὸ τριῶν καὶ πλέον, ἐπαναλαμβάνω, μηνῶν, οὐδεὶς ἀπὸ Ναυπλίου ἐξεκίνησε πρὸς τὴν Κυπαρισσίαν ἀνώτερος δικαστικός, οὐδὲ εἷς ἔχει ἐξετασθῆ μάρτυς, οὐδὲ μία ἔχει γίνει ἐνέργεια.
§56Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§57Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τί πλέον; Ἐνεργεῖται ἀνάκρισις διὰ τὴν στυγερωτάτην ἐκείνην δολοφονίαν τοῦ ἀτυχοῦς θύματος καὶ τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν διώκει ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος καὶ τὴν ἀνάκρισιν ἐπιβλέπει καὶ διευθύνει ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος! Καὶ ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν βλέπῃ ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους μετεβλήθησαν εἰς δολοφόνους.
§58Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τοιούτους μάλιστα δολοφόνους! Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον. Ὀφείλω καὶ ἐγώ, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀγανακτήσει εὑρισκόμενοι καὶ ἐν τῷ δικαίῳ κατέφυγον εἰς τὸ τελευταῖον καταφύγιον, τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ θεωρῶ καὶ ὑβριστικὸν ἐναντίον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτηρίσθημεν ὡς θορυβοποιοὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε, κύριε Βουλευτά. Ὁμιλῶ περὶ τῶν παθόντων. Οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ εἴπω περὶ τῆς Βουλῆς.
§60Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔπρεπεν ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψει του καὶ ὁ λαὸς τὸ esprit de corps τῶν δικαστικῶν καὶ φοβεῖται καὶ διὰ τοῦτο καταφεύγει εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του. Δὲν ἐπιθυμῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τοιοῦτον θάρρος εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς· τοὐναντίον μάλιστα ἔπρεπε νὰ ψέξῃ αὐτὰς διὰ τὴν βραδύτητα, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν διὰ μίαν τόσῳ στυγερὰν πρᾶξιν. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἄλλα νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ ὁποῖα θ’ ἀχθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου ἐναντίον δικαστικῶν ἀκριβῶς δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτόνισα πρὸ ὀλίγου, διὰ τὸ esprit de corps μεταξὺ αὐτῶν. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὅτι χθὲς τὴν ἑσπέραν προέβη εἰς παρατηρήσεις ἐναντίον ἐντίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, διότι παρενεῖρεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ φυγοδικίας νομοσχεδίου πρᾶξιν γενομένην ἐν Γυθείῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μὲν κατηγορούμενος δικασθεὶς ἐτοποθετήθη εἰς κρείττονα θέσιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, ὁ δὲ πατὴρ τῆς προσβληθείσης καὶ ἐκείνη, γνωστοῦ καὶ ἀναμφηρίστου ὄντος ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο ἐντὸς τῆς οἰκίας του, ἀφοῦ ἐδιώχθη προηγουμένως ὁ γραμματεὺς τῆς ἀνακρίσεως, εἶναι ἐν ταῖς φυλακαῖς. Καὶ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος ἠκούσατε τί εἶπε πρὸς ὑμᾶς. Ἐπίσης ἠκούσατε τί σχετικὸν ἐτονίσθη χθές. Ἀλλὰ τί ἠθέλετε νὰ πράξῃ ὁ συμπολίτης μου Χαλουλάκος, ὅτε εἰς αὐτὸν καταδικασθέντα εἰς 45 ἡμερῶν φυλάκισιν καὶ ζητοῦντα ἀναστολὴν τῆς ποινῆς, ἰσχυριζόμενον ὅτι δὲν κατηγορήθη ἄλλοτε, ὁ Πρόεδρος τῷ ἀπαντᾷ· «Δὲν κατηγορήθης ὄντως σύ, ἀλλὰ πολλάκις ὅμως κατηγορήθη ὁ πατήρ σου»; Ποῦ ἠθέλετε νὰ καταφύγῃ ὁ πολίτης αὐτός, ὁ ὁποῖος τὸ τέκνον αὐτοῦ ἐθεώρησε δολοφονηθὲν ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, τῶν ὁποίων ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε ὑπεράσπισιν· καταδίωξιν μάλιστα ἀνέλαβον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων. Πρῶτον ἀντικείμενον· συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας δραχμῶν 5000 ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ κεφ. 17, ἄρθρου 1 τῆς χρήσεως τοῦ 1912 λόγῳ συνδρομῆς εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δεύτερον ἀντικείμενον· συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 285,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1911». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μέρμηγκας.
§63Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔρχεται ὡς ἀπάντησις εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκεν ἤδη πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης. Τότε εἶχον εἴπει ἐγὼ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἀσφαλῶς αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, αἵτινες θ’ ἀπαιτηθῶσι καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὡς καὶ τὰς προηγουμένας, θὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ἵνα ἐπιτύχωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν ὑγειονομικὴν ἡμῶν ὀργάνωσιν, τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ παρασχεθῇ ἐγγύησις ἐναντίον τῶν ἀπειλούντων τὴν δημοσίαν ὑγείαν κινδύνων, τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ παραστῶμεν ὡς Κράτος ὠργανωμένον καὶ δυνάμενον νὰ ταχθῇ εἰς τὴν χορείαν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ δεχθῇ τοῦτο, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑγειονομικοῦ νόμου, διότι, εἶπεν, αἱ δαπάναι εἶναι τοσαῦται, ὅσας δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγκρίνῃ. Διεμαρτυρήθην τότε καὶ ἔλεγον ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν μετὰ τὰς διακοπὰς τοῦ θέρους ἔμελλε νὰ εὕρῃ ἡμᾶς καὶ αὖθις εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς τελείας ἐλλείψεως πάσης ὑγειονομικῆς ὀργανώσεως, ὅτι θὰ ἐκήρυττον.... Εἰς τὴν λέξιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς διακόψας με εἶπε· «θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἀπὸ τοῦδε ὁρίσητε καὶ ἄλλους ἐξ εἰδικοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα μετ’ αὐτῶν ἀποτελέσητε ἐπιτροπήν, ἥτις ἐπεξεργαζομένη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὸ θέρος θέλει προσκομίσει αὐτὸ κατὰ τὴν προσεχῆ ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, καὶ τότε θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ· εἶπε ταῦτα, ἐνῷ ἐσκόπουν νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι θὰ ἐκήρυττον ὡς ἐχθρὰν πρὸς τὴν δημοσίαν ὑγείαν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις ζητεῖ νὰ ἐξοικονομῇ τὰς περιστάσεις δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων μεγαλειτέρων τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θ’ ἀπῃτεῖτο πρὸς ἀπόκτησιν πλήρους ὑγειονομικῆς νομοθεσίας. Περὶ τὰς 250,000 δραχ. ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀπόκτησιν νόμου ὑγειονομικοῦ ἀρτίου, οὗτινος ἡ ἐπεξεργασία ἔχει ἤδη περατωθῆ, καὶ ὁ Ὑπουργός, ὅστις τότε ἀντέτεινε, διότι εὕρισκε τὴν δαπάνην μεγάλην, ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου ζητεῖ 285,000 δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ ἔτους 1911, ἐπαναλαμβάνει δηλ. ὅ,τι ἐγίνετο καὶ ἐν τῷ παρελθόντι. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐζητήθησαν τὸ μὲν 1908 130,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, τὸ δὲ 1906 212,000 καὶ τὸ 1902 210,000 δραχμῶν. Κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἱστορία αὕτη, ἵνα διατηρῆται ἡ δημοσία ὑγεία παρ’ ἡμῖν εἰς κατάστασιν ἀρχέγονον, ἣν ἰδοὺ πῶς ζωγραφίζει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐπίσημον ὑγειονομικὸν σῶμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ Ἰατροσυνέδριον, οὗ ὁ Πρόεδρος ἐνυπογράφως ῥίπτει κατὰ πρόσωπον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Πολιτείας τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄνευ ὑπερβολῆς τινος ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς οὔτε ὑπηρεσίαν οὔτε νομοθεσίαν ὑγειονομικὴν ἔχει καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ Κράτος παρέχει τὴν εἰκόνα ἀρχεγόνου Πολιτείας». Καὶ ταῦτα, ἐνῷ πάντα τὰ κρατίδια τοῦ Αἵμου, οὐδὲ τῆς Κρήτης, ἐὰν δύναται καὶ αὕτη νὰ θεωρηθῇ αὐθύπαρκτον Κράτος, ἐξαιρουμένης, ἔχουσιν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν ἀρτίαν, ἡμεῖς δ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κατωτάτην βαθμίδα, μὴ ἔχοντες μηδὲ στοιχεῖα ὑγειονομικῆς νομοθεσίας. Ἡ Βαυαρικὴ νομοθεσία εἶχε προνοήσει περὶ τῶν βάσεων τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ αὗται σιωπηρῶς κατελύθησαν, καὶ οὕτως, ἐνῷ ἐν ἔτει 1859 ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους 19,400,000 δραχμ. ἐν συνόλῳ καὶ ἐπὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 2,480,000 δρχ. ὑπῆρχε δαπάνη ἐγκεκριμένη δι’ ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν 391,000 δραχ., ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1908 ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους 134,000,000, δηλαδὴ ἑπταπλασίου περίπου, καὶ ἐπὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 18,540,000 δραχμ. πόση εἶναι ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία παρέχει διὰ τὴν ὅλην ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, αὐξηθέντος ἔκτοτε καὶ διὰ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου; Τῷ 1859 εἴχομεν 391,000 δραχ., τῷ 1908 ἔχομεν 326,000 δραχ., ὥστε, ἐνῷ τὸ Κράτος ηὐξήθη καὶ αἱ ἀπαιτήσεις αἱ ὑγειονομικαὶ ἐμεγεθύνθησαν καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπταπλασιάσθη, ἀλλ’ ἡ δαπάνη ἡ ὑγειονομικὴ ὑπεβιβάσθη ἐπὶ τοσοῦτον, καὶ ταῦτα, ἐνῷ ἡ Βουλγαρία ἐν ἔτει 1909 ἔχει ἔξοδα δι’ ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν 4,687,000. Καὶ ὅμως ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν ἔπειτα νὰ μετρῶμεν τὸ ἀνάστημα ἡμῶν πρὸς τὸ τῶν ἄλλων Κρατῶν, λέγομεν δὲ καὶ ὅτι βαίνομεν τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τῆς ἀνορθώσεως. Ὅ,τι ἔλεγον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, δύναμαι ἤδη νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δηλ. εἶναι ἐχθρὰ τῆς δημοσίας ὑγείας ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ζητεῖ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις 285,000 δραχ., ἐνῷ διὰ δαπάνης ἐτησίας μόνον 250,000 θὰ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος πλήρη ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν. Δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπηγγέλθη τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ἔτι δὲ καὶ ἐν τῇ συνελεύσει του κόμματος τῶν φιλελευθέρων ἐν τῇ Λέσχῃ πάλιν τοῦτο ἐτόνισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§64Γ. ΠΩΠ. Μεταβαίνετε εἰς τὴν Λέσχην τώρα;
§65Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὄχι, διότι εἶδον ὅτι ὑπέστη καίριον τραῦμα ἡ ἔννοια τῆς λέξεως φιλελεύθερος, ἀλλὰ δὲν προσήκει ἐνταῦθα ὁ λόγος περὶ τούτου. Ἀλλὰ μόνον ἑνὸς Ὑπουργοῦ τοὺς λόγους δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν γνώμην ταύτην; Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τί ἔλεγε πρὸ τινων ἡμερῶν; Ἔλεγεν ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι τινές, ὡς ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐξεύρῃ τὸ Κράτος, ἐὰν θέλῃ νὰ λέγηται Κράτος. Ποία δὲ ἡ σύγκρισις τῆς ἀνάγκης ἐκείνης τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑγειονομικῆς ὀργανώσεως! Ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς ἰατροὺς Βουλευτάς, οἵτινες ἔχουσι καθῆκον ἐντελῶς ἐξαιρετικόν, ὅπως ἐγερθῶσιν ἕκαστος καὶ φωτίσωσιν ὑμᾶς τοὺς ἄλλους, τοὺς μὴ ἐμβαθύνοντας τοσοῦτον εἰς τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος. Ζητοῦμεν μόνον νὰ ὀνομασθῶμεν πεπολιτισμένον Κράτος, διότι εἴμεθα εἰσέτι ἀπολίτιστοι. Ἂς εἴπῃ τις γνώμην ἐναντίαν τῆς γνώμης μου ταύτης. Πῶς δυνάμεθα νὰ ὀνομαζώμεθα πεπολιτισμένον Κράτος, ὅτε δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας; Τί ἄλλο ζητοῦμεν; Κατ’ ἔτος ἀποθνήσκουσι 10,000 ἄνθρωποι ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ ἐκ φυματιώσεως, πάσχουσι δὲ περὶ τὰς 80–100,000 συνεχῶς. Μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1905 ἐνόσησαν περὶ τὰς 90,000 ἄτομα ἐξ ἑλονοσίας. Ἂν θέλητε, μὴ ὑπολογίσητε κἂν τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας, ὑπολογίσατε μόνον τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν· διότι, ὅταν μέλος τι τῆς οἰκογενείας νοσῇ, τίς ἡ δαπάνη διὰ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ; Ἡμεῖς δέ, οἱ στρατιωτικοὶ ἰδίως ἰατροί, γνωρίζομεν ὁποίους ἄνδρας δεχόμεθα, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, ὅσοι δὲ γνωρίζομεν τὴν ζωὴν τῶν ἐπαρχιῶν ἔχομεν ἁπτὴν τὴν ἐντύπωσιν τῶν ἐκ τῶν νόσων τούτων καταστροφῶν, ἃς ὁ ἀείμνηστος Ἀφεντούλης τοσοῦτον δραστικῶς ἐχρωμάτισε λέγων: «Οὐδεμία γωνία γῆς ἔμεινεν ἄσκαφος, ἀναροτρίωτος ὑπὸ τάφων». Καὶ ταῦτα γίνονται ἔτι ἐν Ἑλλάδι, ἐνῷ διερχόμεθα περίοδον ἀνορθώσεως: ταῦτα γίνονται ὑπὸ Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπηγγέλθη τὴν ἀνόρθωσιν. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ὑπάρχει νομοσχέδιον ἕτοιμον περὶ τῆς ὑγειονομικῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον μάλιστα οἱ πλεῖστοι τῶν ἰατρῶν Βουλευτῶν διεξήλθομεν καὶ ἐμελετήσαμεν, νὰ φέρῃ νομοσχέδιον μόνον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Τοῦτο δὲ κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνεται, ὅπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα αὐτὸ λέγει, ὁμολογοῦσα ὅτι κατ’ ἔτος γίνεται δαπάνη ὁμοία. Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε πόσος τρόμος κατέλαβε τὸ Πανελλήνιον σύμπαν ἐκ τοῦ φόβου τῆς χολέρας καὶ ποία εὐγνωμοσύνη ἐθνικὴ ἐξεδηλώθη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἔσπευδε πρὸς πάντα τὰ σημεῖα, καθ’ ἃ ἠπειλεῖτο εἰσβολὴ τῆς νόσου; Ἡμεῖς θὰ ἐζητοῦμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως, ἀντὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς ὑγειονομικὸν ἐπιθεωρητὴν βʹ τάξεως, διοργανώσῃ τὴν ὅλην ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν. Τί θὰ ἐλέγομεν περὶ στρατηγοῦ, ὅστις, ἐνῷ ἔχει ἐντελῶς ἀνοργάνωτον τὸ ἑαυτοῦ στράτευμα, ἐν τούτοις σπεύδει πρὸς πάντα τὰ σημεῖα, ὅπως ἴδῃ ἂν οἱ βαθμοφόροι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, καθῆκον ὅπερ αὐτὸς δὲν ἐφρόντισεν, ὡς ὤφειλε, νὰ καθορίσῃ; Ἐὰν ἤθελεν ἐμφανισθῆ λῃστοσυμμορία εἰς τι μέρος, ὀφείλει νὰ σπεύσῃ ἀμέσως ἡ Χωροφυλακὴ πρὸς καταδίωξιν αὐτῆς· ἂν ὅμως ἀναφανῇ χολέρα εἰς τὸ Κατάκωλον ἢ εἰς τὰς Καλάμας, τί θὰ συμβῇ; Δι’ αὐτὴν οὐδεμία Χωροφυλακὴ ὠργανωμένη, οὐδεμία ὑπηρεσία ὑγειονομικὴ ὑφίσταται, οὐδὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ οὔτε πρὸς ἐξακρίβωσιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον οὐδὲ πρὸς καταπολέμησιν τῆς νόσου. Ἴσως θὰ σπεύσῃ καὶ ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος, τοῦ ἐπίσης μὴ εἰδικοῦ, τοῦ μὴ ἰατροῦ, τοῦ δικηγόρου! Ἀλλ’ ἐρωτᾶται· τί ἐκώλυσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τί ἐκώλυσε τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν νόμου τοιούτου, ἐνῷ ἡμεῖς κρούομεν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, διότι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἄρξηται ταχέως ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, ἀφοῦ θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἑτοιμασίας πολυαρίθμων Β. Διαταγμάτων, παρασκευῆς τῶν καταλλήλων προσώπων, προμηθείας τῶν χρησίμων εἰδῶν κ. ο. κ.; Τίς λοιπὸν ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας τοιαύτη δείκνυται ἀβελτερία; Οἱ παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ γινώσκομεν τὸ πρᾶγμα· οἱ κατέχοντες νῦν τὰς θέσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οἱ ὁποῖοι φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἅμα ὡς γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θ’ ἀποβληθῶσι τῶν θέσεων αὐτῶν ὡς ἐντελῶς ξένοι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἔχουσι συμφέρον, ὅπως ματαιώσωσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Δυστυχῶς οἱ Ὑπουργοὶ πάντοτε γίνονται ὄργανα τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς νομίζουσιν ὅτι, ὅταν Βουλευτής τις καταγγέλλῃ τι, ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἐχθρὸς καὶ θέλει νὰ παρακωλύσῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δέχονται ὅ,τι οἱ ὑπάλληλοι ὑποβάλλουσι πρὸς αὐτοὺς καὶ φέρουσιν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δέχονται δὲ πολλάκις οὐδὲ μικρὰν τροποποίησιν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐδέχθησαν διδασκαλίαν παρὰ τῶν ὑπαλλήλων. Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἀποτείνομαι εἰδικῶς πρὸς τοὺς ἰατροὺς Βουλευτάς, κύριε Καρύλε, κύριε Λαμπρινόπουλε καὶ λοιποί, ἐὰν εἰς νεωτέρας ἐκλογὰς τολμήσητε καὶ εἴπητε «ἀγαπητοὶ συμπολῖται, ἐξεπληρώσαμεν τὸν προορισμόν, δι’ ὃν ἐξελέγημεν· ἐκ τοῦ λαοῦ προήλθομεν καὶ διὰ τὸν λαὸν εἰργάσθημεν· πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, ἐψηφίσαμεν», ἐὰν τολμήσητε καὶ εἴπητε τοιαῦτα, τότε μέλλετε ν’ ἀκούσητε φωνήν τινα ὄπισθεν τῶν ὤτων ὑμῶν, λέγουσαν· «ὄχι, δὲν ἐδείχθητε ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς ὑμῶν, διότι εἴχετε καθῆκον ὡς ἰατροὶ νὰ ἐπιμείνητε, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀναμένεται ἡ ὑγεία, δηλ. ἡ σωτηρία τοῦ τόπου». Καὶ δὲν ἔχω μὲν τὴν ἀπαίτησιν νὰ καταψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θ’ ἀκουσθῇ ἡ συνήθης ἐπῳδὸς τοῦ Προέδρου «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», ἀλλ’ ἀναμφιβόλως οἱ λόγοι μου οὗτοι θὰ παραγάγωσι τὴν δέουσαν ἐντύπωσιν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀδύνατον νὰ παρίδῃ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναλάβει διὰ δηλώσεων ἐπανειλημμένων περὶ ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος αὑτοῦ, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§66Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐδήλωσα ὅτι ὅλον τὸ μακρὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ ἐψηφίζετο ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης.
§67Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Μεταξὺ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα παρήλασαν πρὸ ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑστάτην θέσιν τοῦτο;
§68Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἑκατὸν ἄρθρα.
§69Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Οὐδεμία ὅμως ἀντίδρασις κατ’ αὐτοῦ θὰ παρείχετο, διότι ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὸν ἔλεγχον πάντων τῶν εἰδικῶν. Οὔτε τὴν ἀντίδρασιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας δὲν θὰ εὕρισκεν.
§70Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπ’ ἀφορμῇ, κύριοι Βουλευταί, τῆς συζητήσεως ἀναπληρωματικῆς τινος πιστώσεως σχετικῶς μὲ τὴν ὑγειονομικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας εὗρε τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀναπτύξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡραίους λόγους σχετικῶς μὲ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας ἐν Ἑλλάδι. Οἱ ὡραῖοι οὗτοι λόγοι εὗρον ἀληθῶς εὐτυχῆ τὴν ἀπήχησιν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἔθιξε θέμα σπουδαῖον, θέμα ἐθνικῆς ὠφελείας, οἷον εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ὑγείας ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὑπῆρχεν ἆρά γε ἀνάγκη πάντες οἱ ὡραῖοι οὗτοι λόγοι νὰ συνοδευθῶσι μὲ μίαν ἐπίκρισιν δριμυτάτην κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀξιώματός του ἐδείχθη κατώτερος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας περὶ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ὑγειονομικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία ὤφειλε νὰ ὑπάρξῃ καλλίτερον ὠργανωμένη ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἴδωμεν τὸ ἀγαθὸν τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας ὑγείας; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, ὡς τοῦτο ἐξάγεται ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐπανέλαβε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι τὸ διάστημα τῆς πρώτης περιόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης ἦτο ἐλάχιστον πρὸς τοιαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι ἐπερατώσαμεν τὸ Σύνταγμα κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουνίου, καὶ ἐψηφίσαμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἔκρινεν ἐπεῖγον νὰ ψηφισθῶσι τότε. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρεκάλεσε τότε τοὺς ἁρμοδίους ἐν τῇ Βουλῇ νὰ στηρίξωσιν αὐτὰ εἰς τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἔργου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει μελέτην μακρὰν καὶ ἀρτίαν, ἵνα παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Καί, ἐνῷ οὐδαμόθεν ὑπῆρξε τῶν εἰδικῶν τούτων ἡ συνδρομή, γνωρίζει ἄρα ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔλαβε μόνος οὐδεμίαν μέριμναν περὶ τὴν παρασκευὴν τοῦ νομοθετήματος καὶ ἔρχεται νὰ ἐπικρίνῃ αὐτὸν διὰ τὴν ἀμεριμνησίαν του ταύτην; Πόθεν ἐξάγει τὰ ἀπελπιστικώτατα συμπεράσματα; Πότε κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὤφειλε νὰ ψηφισθῇ ἢ ἁπλῶς νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Βουλήν; Βεβαίως κατὰ τὸ δεύτερον διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὸ ἤδη. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· κακίζει διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον νῦν ὑποβολὴν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δυστυχῶς ἀσθενοῦντα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ δευτέρου αὐτοῦ τμήματος, διότι ἐπεθύμει ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ν’ ἀπέστελλεν ἐκ τοῦ θεραπευτηρίου του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἢ νομίζει ὅτι ὁ προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτου ἔργου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ὡμολόγησεν ὅτι ἀπαιτεῖ μελέτας μεγάλας, καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ ἠρνήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τοιοῦτό τι σχέδιον, καὶ ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι παρέλειψε τοῦτο; Καὶ γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ἂν ἐκ τῶν πρώτων ἔργων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπανερχομένου εἰς τὴν Βουλὴν δὲν θὰ εἶναι καὶ τὸ ἔργον τοῦτο; Ἀλλὰ νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ὤφειλε τὴν Κυβέρνησιν ταύτην νὰ κατακεραυνώσῃ, διότι δὲν ἔλαβε πρόνοιαν νὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον ἀμέσως ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ νὰ τὸ ψηφίσῃ τὸν Νοέμβριον, διότι ἔδει νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ τὸν Δεκέμβριον. Καὶ τί καλὸν θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς κατὰ Δεκέμβριον ἐφαρμογῆς αὐτοῦ; Καὶ δὲν ἔχομεν χρόνον ἐν τῷ μεταξὺ καὶ χρόνον πολύν, ὅπως μεριμνήσωμεν πῶς νὰ βελτιώσωμεν τὴν ὑγειονομικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ κατὰ τὴν ἄνοιξιν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη, ὅτε πρὸ μικροῦ περιεκυκλώθημεν ὑπὸ τῶν ἀσθενειῶν, αἵτινες ἠπείλουν τὴν Ἑλλάδα; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας βεβαίως ὡμίλησεν ὡς ἰατρὸς καὶ οὐχὶ ὡς Βουλευτής, διότι, ἐὰν ἐνεθυμεῖτο τὸν δεύτερόν του τίτλον, δὲν θὰ κατεκεραύνου τὸν συνάδελφόν μου, ὅστις κατώρθωσε νὰ προλάβῃ τὸν κίνδυνον διὰ τῆς ὑπαρχούσης ὑπηρεσίας, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν εὐθύνην εἶχε, διότι γνωρίζει εἰς ποίαν κατάστασιν ἀφῆκε τὴν ὑπηρεσίαν τὸ παρελθόν. Καὶ εὑρέθη ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ κατηγορήσῃ Ὑπουργόν, εἰς τὰς προσωπικὰς προσπαθείας τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ἐπέμβασιν καὶ τὴν ἀφοσίωσιν, χάσαντος ὁλόκληρον τὴν ὑγείαν του εἰς τὸ ἔργον, ὀφείλεται ἡ ἀποσόβησις τοῦ κινδύνου, εὑρέθη νὰ τὸν κατακεραυνώσῃ διὰ τὴν ὑπερτέραν πατρικὴν αὐτοῦ στοργήν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν, ἵνα προασπίσῃ τὴν ὑγείαν, τὸ πολυτιμότερον ἀγαθὸν τοῦ τόπου! Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας δὲν ἐλησμόνησεν ἀκόμη τὸ στρατιωτικόν του ἐπάγγελμα καὶ ὁμιλήσας στρατιωτικῶς εἶπε πρὸς ἡμᾶς· «καὶ νομίζετε ὅτι ὁ στρατηγὸς ὁ σπεύδων πρὸς πάντα τὰ ἄκρα τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐπιστατήσῃ προσωπικῶς, κατορθώνει, ὥστε ν’ ἀποκρούσῃ τὸν κίνδυνον, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ τὸ Κράτος, ὅταν θέλῃ νὰ ἴδῃ αὐτὸ προασπιζόμενον κατὰ παντὸς ἐχθροῦ ὡς ἡ ἀσθένεια;». Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἀντιστρέφων τὸ ἐπιχείρημα· ἐὰν ἔχωμεν τελείως κατηρτισμένα πάντα τὰ ὄργανα τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ κοιμηθῇ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ὑπηρεσίας καὶ δὲν ὤφειλε πανταχοῦ νὰ σπεύσῃ καὶ ἴδῃ, ἂν οἱ ἐντεταλμένοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τοῦ Κράτους ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των; Καὶ ἂν εἰς τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ διοικητής, καὶ ὅταν εἶναι ὠργανωμένη ἡ ὑπηρεσία, δὲν ὀφείλει τοῦτο ἔτι περισσότερον, ὅταν δὲν ἔχωμεν τοιαύτην ὑπηρεσίαν; Καὶ διὰ τοιαύτην ἀγαθοεργὸν πρᾶξιν ἔρχεται νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἐξετέλεσε ταύτην ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑγείας του, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὸ κοινὸν ἀγαθόν; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§71Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἄνευ τοῦ κ. Ῥέπουλη θὰ εἶχεν εἰσέλθει ἡ χολέρα.
§72Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διὰ τὴν πίστωσιν δὲν λέγω τι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτω νὰ πιστεύῃ ὅτι, καὶ ἂν ἦτο ὠργανωμένη ἡ ὑπηρεσία καὶ μάλιστα κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει εἰς τὴν Βουλήν, πάλιν ἡ πίστωσις αὕτη ἦτο ἀναγκαία ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς ἐπιμονῆς, ἣν ἡ νόσος αὕτη ἐδείκνυε πανταχόθεν κυκλώσασα τὸν τόπον, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀπόκρουσίς της ἀπῄτει ἐξαιρετικὰ μέτρα καὶ δαπάνας.
§73Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 285,000 ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν πρὸς ἀπόκρουσιν νόσων λοιμωδῶν, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ὁ λόγος. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ὀφείλομεν ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης νὰ συστήσωμεν καὶ πάλιν, ὅπως ληφθῶσι ταχέως μέτρα, διότι θὰ εὑρίσκηται τὸ Κράτος, ὡς διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, εἰς τὴν ἀνάγκην, ὥστε ἑκάστοτε νὰ δαπανᾷ ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν ἐπιδιωκομένην ὀργάνωσιν τῆς δημοσίας ὑγείας. Εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος Μαΐου ἐπερωτήσας νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως τότε ἐπὶ τοῦ κινδύνου, ὅστις μᾶς ἠπείλει ἐκ τῆς χολέρας, ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Εἶπον τότε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι γνωρίζοντες τὸ τελείως ἀνοργάνωτον τῆς ὑγειονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας πρέπει νὰ σπεύσητε, ὅπως μεταρρυθμίσητε τὸν σχετικὸν νόμον καὶ υἱοθετήσητε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ἐκ μέρους τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ὅπως γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καθόσον ἡ ἐξ αὐτοῦ δαπάνη θὰ εἶναι μία ἐκ τῶν παραγωγικωτέρων, δὲν εἶναι δὲ ὡς αἱ ἕτεραι δαπάναι θεωρηθεῖσαι ὡς παραγωγικαὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος τὸ τόσον κραταιὸν καὶ θαυμαζόμενον μόνον διὰ τὰς ἀποικίας διαθέτει 800,000,000 χάριν τῆς δημοσίας ὑγείας. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὤφειλε τὸ Κράτος νὰ λάβῃ τοιαῦτα μέτρα, διότι διέπεται ὑπὸ τῆς νομοθεσίας τοῦ 1836, ἐνῷ ἡ δημοσία ὑγιεινὴ ἔκτοτε ἐπετέλεσε τόσας προόδους καὶ κατετρόπωσε τόσας νόσους λυμαινομένας ἄλλοτε τὴν ἀνθρωπότητα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἀνεξαρτήτως τῆς ζητουμένης πιστώσεως πρέπει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ὄχι κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ προσεχέστατον μέλλον νὰ λάβῃ μέτρα νομοθετικὰ σοβαρὰ καὶ νὰ μὴ ἐπαφίηται εἰς τὰ τῆς στιγμῆς καὶ τὰ ἐμπειρικά, διότι, ἂν ἐφέτος ἡ Ἑλλὰς ἐξέφυγε τὸν κίνδυνον τῆς χολέρας, δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἀληθῶς δὲν ἐφείσθη κόπων ἀτρύτων πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς νόσου ταύτης, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὸ συχνὰ ἐπαναλαμβανόμενον, καὶ εἰς τὸν Θεὸν τῆς Ἑλλάδος.
§74Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι περιττὸν νὰ ὀργανωθῇ ἡ ὑπηρεσία, διότι ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ φροντίσῃ νὰ μὴ πάθωμεν εἰς τὸ μέλλον.
§75Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω τόσον εἰς τὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὥστε πάντοτε νὰ μᾶς προστατεύῃ. Τὰ ὑγιειονομικὰ μέτρα δὲν πρέπει νὰ περιορίζωνται εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς, καθόσον ὁ κίνδυνος ἐπαπειλεῖ καὶ ἐπὶ τόσων ἄλλων μερῶν παραλιακῶν, καὶ φέρω παράδειγμα, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, τὸν λιμένα Κατακώλου. Τίς δύναται, ἂν παρουσιασθῇ ἓν κροῦσμα χολέρας λ.χ., νὰ διαγνώσῃ αὐτό; ὁ τελώνης ἢ ὁ λιμενάρχης, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ἐπίβλεψιν; Καὶ ἂν ἡ χολέρα μετεδίδετο, εἶναι ζήτημα κατὰ πόσον θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ. Θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον νὰ μελετήσωμεν τοσούτῳ μακρὸν νομοσχέδιον τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ μετὰ τῆς ἀναλόγου σοβαρότητος, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως υἱοθετήσῃ....
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν υἱοθετῶ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἀσφαλῶς εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν.
§77Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ υἱοθετήσητε τὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν Ἑλλάδι, διότι ἀφορᾷ 2500 ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 1836 διέπονται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου, ἔχει ψηφισθῆ δὲ ἡ πρότασις αὕτη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης.
§79Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτε, Κύριοι, ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, δηλαδὴ κατὰ τὸ μέσον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἡ χολέρα εἶχε περιζώσει τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὑπέβαλε τὰς δηλώσεις της, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἦτο ἀνεπαρκές, καὶ ὅτι θὰ κατέφευγεν εἰς τὴν ἀνάγκην συμπληρωματικῆς πιστώσεως. Ἑπομένως ἡ αἴτησις ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ὁ συνάδελφος ἐκ Λακωνίας κ. Μέρμηγκας ἔψεξε τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, διότι ἀνεγράφη ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πῶς ἀνεβίβασεν εἰς 350,000. Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι πολὺ μικρότερον, καθόσον ὑπὸ κεφάλαιον 4 βλέπομεν ὅτι ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν 647,000, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο μόνον τὸν τίτλον τῆς δημοσίας ὑγείας φέρει, περὶ παντὸς δ’ ἄλλου μεριμνᾷ πλὴν τῆς δημοσίας ὑγείας, διότι διατίθεται διὰ τὸ Μαιευτήριον, διὰ τὸ Νοσοκομεῖον τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ὀφείλομεν εἰς πρωτοβουλίαν τῆς ἀξιοτίμου δεσποίνης κυρίας Συγγροῦ, τὸ Φρενοκομεῖον Κερκύρας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ζητήματα δημοσίας ὑγείας. Ἡ δαπάνη διὰ Φρενοκομεῖα δύναται νὰ εἶναι ζήτημα δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλ’ ὄχι δημοσίας ὑγείας. Αὐτὰ ἀπορροφῶσι τὰς 400,000 καὶ ἀφήνουσι 200,000 δραχ. διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Ἀλλά, ἂν ἡ Πολιτεία διαθέτει ἐλάχιστον ποσὸν διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἡ διάθεσις τοῦ ποσοῦ εἶναι μᾶλλον ἀξιοκατάκριτος, διότι δημοσία ὑγεία ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι καὶ οὐδὲν ποσὸν διατίθεται πράγματι ὑπὲρ αὐτῆς. Αἱ καθάρσεις χρησιμεύουσι πάντοτε ὡς μέσον ἱκανοποιήσεως προσωπικῶν ἀναγκῶν μόνον, ὡς μέσον ἐκβιάσεως· ἡ ναυτιλία τρέμει τὰς καθάρσεις, οὐχὶ διότι στενοχωροῦσιν αὐτὴν ἢ δὲν τὴν ἀφήνουσι νὰ ἐργάζηται ἐλευθέρως, ἀλλὰ διότι τὴν ὑποβάλλουσιν εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ, ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἴδῃ ἑαυτὴν καταστρεφομένην. Ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα ἐκ δρ. 200,000, ἀναγράφονται εἰς ἓν ἄρθρον ἄνευ ἐξηγήσεως· ὅτε δ’ ἀναγράφονται ἀλλαχοῦ λεπτομέρειαι διὰ 800 καὶ 1000 δρ., ὡς δύνασθε νὰ ἴδητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐνταῦθα ἀθροιστικῶς γράφεται ἓν ποσόν, ὅπως ἡ δαπάνη διατίθηται ἀνεξελέγκτως, καὶ γίνεται χρῆσις ἐκτάκτων πιστώσεων χάριν διαφόρων προσώπων ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, ἄνευ γνώσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ψηφίζουσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μέρμηγκας ἔψεξε τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐδὲν λαμβάνει μέτρον ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγείας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ σημεῖον τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔστρεψε τὸ παράπαν τὴν προσοχήν της. Παρέβαλε τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς δικαστὰς καὶ ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν λαμβάνει μέτρα διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ εἴπῃ τίς εἶναι ἡ τάξις ἡ ἐνδιαφερομένη διὰ ταύτην. Βεβαίως διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία δὲν ἐφρόντισε καὶ οὐδέποτε θὰ φροντίσῃ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, θὰ ἔχωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐλέγχωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πάντοτε θὰ ὑπόσχηται, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐκτελῇ, διότι οὔτε τάξις ὡρισμένη ἐνδιαφέρεται οὔτε ὁμὰς ὑπαλλήλων, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, τὴν λῆψιν μερίμνης περὶ αὐτῶν. Πάσχουσιν αἱ μεγάλαι ὁμάδες τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖναι εἶναι εὐχερὲς ν’ ἀπατηθῶσιν εἰς τὴν κρίσιμον στιγμὴν δι’ ὀλίγων ὑποσχέσεων καὶ νὰ ἐνθουσιασθῶσι καὶ νὰ μακαρίσωσιν αὐταὶ ἑαυτάς, διότι ἤγγικεν ἡ ὥρα τῆς καλλιτερεύσεως τῆς θέσεώς των, ἀλλὰ μέριμνα δὲν θὰ ληφθῇ, διότι δὲν δύναται εἷς ἕκαστος τῶν ἀποτελούντων τὰς ὁμάδας ταύτας νὰ φωνάξῃ, ἡ δὲ Πολιτεία δὲν ἐνδιαφέρεται, διότι δὲν ὑπάρχει τάξις ἰσχυρῶν, ἥτις νὰ τῇ ἐπιβάλλῃ τὸ τοιοῦτον καθῆκον. Οἱ δικασταὶ ὀφείλουσι τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν αὑτῶν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν θέλησίν του, καὶ ἐπῄνεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ κατηγόρησα αὐτὸν ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως.
§80Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τὴν ἐπέβαλεν ἡ ἀνάγκη.
§81Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ πληρωθῶσι καλῶς οἱ δικασταί, ἀλλ’ ἦτο ἐπιτακτικωτέρα ἀνάγκη νὰ γίνωσιν ἄλλαι δαπάναι, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἦτο ἡ ἐπιτακτικωτέρα πασῶν.
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν κατηναλώθη ἀρκετὸς χρόνος διὰ τὴν αὔξησιν αὐτήν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη;
§83Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Περὶ τίνος θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§85Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ζητεῖται μία δαπάνη...
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν μας.
§87Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ποσῶς ἂν θὰ χάσητε ἢ δὲν θὰ χάσητε τὴν ὥραν. Εἶμαι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι παρίστανται μέχρι τῆς πρωίας, παρακάθημαι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην διαρκῶς, καὶ τοῦτο ζημιοῖ καὶ ἐμὲ ὅσον καὶ εἴ τινα ἄλλον.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προσπαθεῖτε μὲ πάντα τρόπον νὰ γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρα ἐργασία ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§89Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία γίνεται, εἶναι καλλίτερον νὰ μὴ γίνῃ.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς σας.
§91Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι εἰργάσθη ἡ Βουλή, διὰ νὰ δώσῃ 1½ ἑκατομμύριον εἰς μισθούς.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κωλυσιεργεῖτε.
§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῆτε οὕτω. (Θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλετε νὰ μὴ ἐπιτρέπητε νὰ μᾶς λέγωσιν ὅτι κωλυσιεργοῦμεν.
§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐφαρμόσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν Κανονισμόν.
§95Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ὡμίλησα οὔτε 10 λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ κατηγορήθην ὅτι κωλυσιεργῶ.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, διότι εἰς ὥραν, καθ’ ἣν οἱ Βουλευταὶ μετέβησαν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐφέρατε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§97Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἔφερα.
§98Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐφέραμεν τὴν ἔνστασιν.
§99Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἐκπληροῦτε σεῖς τὸ καθῆκόν σας καὶ ἑπομένως δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§100Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἕνα λόγον ἐπὶ πλέον νὰ τηρῶσι τὴν αὐστηρὰν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν πολλάκις τὸ θέμα δικαιολογεῖ, διότι θὰ παραδεχθῆτε ὅτι ὁ ἀντιπολιτευόμενος εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν παθητικήν, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν, λέγω, εἰς αὐτοὺς νὰ τηρῶσι γλῶσσαν εὐπρεπῆ, ἐψηφίσαμεν ἕνα Κανονισμόν, νομίζω δ’ ὅτι πολὺ περισσότερον ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιρρίπτῃ εἰς τοὺς ἀγορεύοντας τὴν δεινοτέραν τῶν ὕβρεων, διότι κωλυσιεργία σημαίνει τὴν παρεμπόδισιν τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἑπομένως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§101Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· τὴν κατηγορίαν τὴν ἀπαγγέλλω καθ’ ὑμῶν καὶ κατὰ τῶν φίλων σας. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§102Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλητε.
§103Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κάθισε κάτω. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐμὲ δὲν ἐρεθίζει προσωπικῶς ποσῶς ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§105Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι κάρφος εἰς τὸν ὀφθαλμόν σας.
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μοὶ εἶναι συμπαθέστατος, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπῄνεσα, ἀλλ’ ἤλεγξα συγχρόνως, διότι συσχετίζεται μὲ ἄλλας πράξεις ἢ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ διακόπτει, συνιστῶ εἰς αὐτὸν ὅτι θὰ ἦτο πολὺ καλλίτερον νὰ προσέχῃ, διότι εἰς ἐμὲ πολλάκις δὲν ἐφέρθη μετὰ τῆς αὐτῆς εὐπρεπείας, μετὰ τῆς ὁποίας ἐγὼ πρὸς αὐτὸν ἐφέρθην. Ζητεῖται μία δαπάνη λόγῳ ὑγείας, καὶ βεβαίως ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι, ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ὑγείας, δὲν ἔλαβε, καὶ μόνον ἐσχάτως εἶπεν ὅτι ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ πρῶτον μέλημα αὐτῆς. Καὶ βεβαίως δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι χειροτέρα τῆς χολέρας εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἡ καταστροφὴ ἡ ἐκ τῶν ἑλῶν προερχομένη, διότι ἡ μάστιξ αὐτὴ εἶναι μόνιμος, καὶ ἂν δὲν ἀποθνήσκωσιν οἱ ἐξ αὐτῆς προσβαλλόμενοι, μένουσιν ὅμως εἰς κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μᾶς παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λακωνίας. Μοὶ ἐπιτρέπεται καθ’ ἣν στιγμὴν συζητοῦμεν περὶ ὑγείας νὰ εἴπω ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχει τὸ ἐλάχιστον κονδύλιον διὰ τὴν χορηγίαν φαρμάκων εἰς τοὺς ἀπόρους.
§107Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§108Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ζητεῖτε τὴν ἔγκρισιν μιᾶς δαπάνης.
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Γενομένης ἤδη.
§110Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τότε εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ ψήφισις τῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι τυπικὴ ἐργασία, διότι ἄλλως δὲν θὰ συνεζητοῦντο τρεῖς φορὰς. Φρονῶ ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσω περὶ δαπανῶν ἀφορωσῶν τὴν ὑγείαν, διότι ἡ ἀναπληρωματικὴ αὕτη πίστωσις ἔπρεπε νὰ χορηγηθῇ δι’ ἄλλους λόγους μᾶλλον ἐπείγοντας. Ὁ ἀξιότιμος προσωρινὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μὴ λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῆς ὑγείας, ἐδικαιολογήθη καθ’ ὃν τρόπον δικαιολογοῦνται πάντοτε οἱ Ὑπουργοί, προτάσσοντες τὴν ἀνεπάρκειαν χρόνου, ἀλλ’ οὐδεὶς χρόνος θὰ ἐπαρκέσῃ, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι κατηρτισμένη καλῶς, ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ βοηθήσωσι τὸν Ὑπουργόν. Τότε μόνον φροντίζουσιν ἐκεῖνοι, ὅταν πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν ἰδίων συμφερόντων, διότι ὅσα νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν σχετικῶς μὲ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν εἶχον ἕνα σκοπόν, τὸ ἄνοιγμα θέσεων, ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ὑγείας δὲν ὑπάρχει ὁ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενος, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς μόνος του.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρμηγκας.
§112Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε καθῆκον νὰ ὀργανώσῃ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, ὄχι δὲ νὰ τρέχῃ μόνον καὶ νὰ συντρέχῃ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν διατεταγμένων. Ἰδοὺ διατί ἐμέμφθην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ ἐργασία ἡμῶν κατὰ τὸ θέρος, ὅτε ὡμίλουν καὶ ἔλεγον ταῦτα, ὁ Ὑπουργὸς διακόψας με εἶπεν ὅτι συνιστᾷ ἐπιτροπὴν ἐκ μέρους μου καὶ ἄλλων Βουλευτῶν, ὅπως ἐπεξεργασθῶμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ φέρωμεν ἔκθεσιν περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ οὐδεμία ἐπιτροπὴ ἐσχηματίσθη. Μόνον δὲ ὅταν ἀπειλῆται ἡ ἐμφάνισις τῆς χολέρας καὶ πανώλους σπεύδει εἰς λῆψιν μέτρων σπασμωδικῶν. Μέμφομαι ὑμῶν ὅτι ὑποστηρίζετε τὸν ἐμπειρισμὸν καὶ τὴν ἀνεπιστημοσύνην ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ. Δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ ὀνόματος αἱ ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι τοῦ Κράτους, αἵτινες γίνονται κατὰ τρόπον μοιραῖον καὶ τυχαῖον. Τοῦτο λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν νὰ διεπώμεθα ὑπὸ ἐμπειρισμοῦ ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἥτις εἶναι σημαντικωτάτη πασῶν. Οὕτω δ’ ὁμιλῶν δὲν ἐνεργῶ πρὸς ἐπαγγελματικὸν ὄφελος τῶν ἰατρῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον πρὸς προστασίαν τῆς κοινωνίας κατὰ τῆς δυστυχίας. Ἔχετε πρόσφατον ἀπόδειξιν τῆς ὀργανωτικῆς ταύτης ἀβελτερίας τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ἐπιδημία μηνιγγίτιδος ἐνέσκηψε τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀπειλεῖται δὲ νὰ ἐνσκήψῃ καὶ πάλιν. Στέλλεται παντοῦ ὀρὸς ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ πόσοι ἰατροὶ τῶν ἀποκέντρων μερῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἕνεσιν προσηκόντως;
§113Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§114Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἀληθέστατον, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ἰατροὶ ἐκπαιδευθέντες εἰδικῶς καὶ ἀσκηθέντες εἰς ἐκτέλεσιν τοιούτων ἐργασιῶν· τοῦτο κακίζομεν, τὴν ἐξακολούθησιν τῆς παροχῆς τοιούτων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ὑπὸ Βουλῶν χειροκροτουσῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπευθύνομαι ἰδιαζόντως πρὸς τοὺς συναδέλφους ἰατρούς, τοὺς ὁποίους ὅλως ἰδιαιτέρως βαρύνει ἡ εὐθύνη.
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἦτο πολὺ φυσικὸν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία ζητεῖται, ν’ ἀκουσθῶσι μέρος τουλάχιστον τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Μέρμηγκα. Ἀλλ’ ἐλησμονήθη τοῦτο, ὅτι αἱ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι φέρονται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως σήμερον ἐκ μέρους τοῦ κ. Μέρμηγκα, δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας ἠξίου, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, προταχθῇ καὶ ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς. Συνομολογῶ μετ’ αὐτοῦ ὅτι δὲν τιμᾷ παντάπασι τὸ Κράτος ἡμῶν οὐδ’ ἀποδεικνύει πολιτισμὸν προηγμένον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία διατίθεται διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, εἶναι τόσον εὐτελής, εἶναι τόσον μικρά, εἶναι μικροτέρα παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐδαπανῶμεν πρὸ ἡμίσεος αἰῶνος, καὶ μικροτέρα παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ἀντίζηλα ἡμῶν, δαπανῶσι διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τούτου τεθέντος καὶ τούτου γνωστοῦ ὄντος, ὡς ἀνεγνωρίσθη ἀπ’ ἀρχῆς ἤδη καὶ διὰ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτῶ· εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ αἰτίασις, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον, ὡς συνετάχθη ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, περιέχει περὶ τὰ ἑκατὸν ἄρθρα, δὲν προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφισθῇ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ αὐτῆς; Ἐλέχθη ποτὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιλαμβάνεται μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφισθῶσιν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ;
§116Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν ἐζητήσαμεν τοῦτο, ἀλλὰ νόμον ὑγειονομικόν.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑγειονομικόν, ὅπως ἤδη εἶπον, περιλαμβάνει ἑκατὸν ἄρθρα. Εἶναι λοιπὸν ἔργον μακρᾶς ἐργασίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφισθῇ τοῦτο. Οὐδ’ ἰσχυρίσθη ποτὲ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ταύτην ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ, οὐδ’ εἶναι βάσιμος ἡ δικαιολογία ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὡρισμένη τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία νὰ ἐνδιαφέρηται καὶ νὰ πιέζῃ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνδιαφέρεται περὶ τῆς ψηφίσεως τούτου. Οὐδὲν δικαίωμα σᾶς παρέσχεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πολιτικὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἰσχυρίζησθε ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε. Ἀλλὰ διακόπτων τὸν ἕτερον Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας παρετήρησα ὅτι ἡ ἐπίκρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐστρέφετο ἀκριβῶς ἔξω τοῦ κύκλου τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὅτι οὐχὶ εἰς στιγμὴν ἀγανακτήσεως διὰ τὴν παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὡς κρίσιν ὥριμον, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Κουτούπην τὴν κατηγορίαν ὅτι δυστυχῶς διὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκεῖνος καὶ οἱ φίλοι του διεξάγουσι τὰς ἐργασίας, παρεμποδίζουσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, κωλυσιεργοῦσιν, ἂν δ’ ἰδιαιτέρως ἐφάνην αὐστηρότερος πρὸς τὸν κ. Κουτούπην, τοῦ ὁποίου προσωπικῶς ἐκτιμῶ ἄριστα καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα, ἐφάνην τοιοῦτος, διότι ἀπὸ τὸν κ. Κουτούπην, τὸν κ. Πετμεζᾶν καὶ τοὺς φίλους αὐτῶν ἔχω πολὺ μεγαλειτέραν ἀξίωσιν παρὰ ἀπὸ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπολιτεύονται τὴν Κυβέρνησιν. Ἀκριβῶς ἡ μόρφωσίς των, ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ μικροῦ κόμματός των, τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως τὸ κόμμα τοῦ μέλλοντος, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μὲ κάμνουσι ν’ ἀξιῶ νὰ εἶναι διάφορος ἡ πολιτική των ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἀπέναντι Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας αἱ ἀρχαὶ εὑρίσκονται πολὺ πλησιέστερον πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ προγράμματος τῶν κυρίων κοινωνιολόγων παρὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν τοῦ παρελθόντος. Ἀντὶ τούτου τί παρατηροῦμεν; Εἰς πάντα σχεδὸν τὰ νομοσχέδια, εἰς ἕκαστον τῶν ἄρθρων τῶν νομοσχεδίων πάντες οἱ ἀποτελοῦντες ἓν μικρὸν κόμμα, τὸν πυρῆνα μᾶλλον κόμματος, ἔρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ λαμβάνουσι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου ἕκαστος ἐξ αὐτῶν, πάντες, πολλάκις δ’ ἔξω ἀκριβῶς τοῦ θέματος. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδωθῇ τὸ ἔργον ἡμῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδωθῇ τὸ ἔργον ἡμῶν, ὅτε παρατηρεῖται αὐτὴ ἡ τάσις, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ πρόφασιν πρὸς παρεμπόδισιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς; Πῶς ἀξιοῦτε ὅτι δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸν κύριον σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον συνεκλήθη ἡ Βουλὴ αὕτη, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων, τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ, τῆς διανομῆς τῶν Ζαππείων Θεσσαλικῶν κτημάτων κλπ.;
§118Γ. ΠΩΠ. Ποῦ εἶναι αὐτά;
§119Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔλθωσιν ἐν καιρῷ ὑπὸ συζήτησιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θέλει ἡ ἐργασία αὕτη γίνει, ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ κατάχρησιν τοῦ ἄλλως ἀναμφισβητήτου δικαιώματος τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὸ νὰ ἔρχηται ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ἑκάστου νομοσχεδίου ἕκαστος ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν μικρὰν ταύτην ὁμάδα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ εὐοδωθῇ τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλητε τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν φροντίζει καὶ περὶ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, καὶ ἰδιαίτατα καὶ περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας, διότι δὲν ὑπάρχει τάξις τις, ἡ ὁποία νὰ πιέζῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπέδειξεν ἐπαρκῶς ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν πιέζεται ὑπ’ οὐδενὸς οὔτε ἀνισχύρου οὔτε ἰσχυροῦ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐχάραξεν εἰς ἑαυτήν, οὐδὲ ὑπὸ φίλων της δὲ Βουλευτῶν ἢ πολλῶν ἢ ὀλίγων πιέζεται. Ἀπέδειξε τοῦτο ἑκάστοτε. Πῶς ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, δύνασθε ν’ ἀπευθύνητε αὐτῇ τὴν κατηγορίαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγείας, διότι δὲν ὑπάρχει ὡρισμένη τάξις, ἡ ὁποία ν’ ἀσκῇ πίεσιν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ τοιαύτη τακτικὴ ἀποβλέπει εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει παρὰ τὸ νὰ καταστήσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς στεῖρον. Θὰ παρακαλέσω τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, στρεφόμενος πρὸς αὐτήν, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀναμφισβητήτως εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς τάσεως, ὅπως τὸ ἔργον ἡμῶν ἀποβῇ στεῖρον, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται μεταβολὴ τῆς μέχρι τοῦδε τακτικῆς ταύτης. Θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, Κύριοι, ταχέως—καὶ προτείνω τοῦτο ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης— ν’ ἀρχίσωμεν νὰ ἐργαζώμεθα καὶ τὴν νύκτα καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἐὰν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν θελήσωσι νὰ ὑποβληθῶσι καὶ πάλιν εἰς τοὺς ἐκτάκτους κόπους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ πρῶτον διάστημα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ὁπότε ἐξεπεραιώθη τόση ἐργασία, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν ἐπιτυχῶς εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως προσέρχωνται ἄνευ ἀδιαφορίας καὶ τακτικῶς εἰς τὰς συνεδρίας ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἐνστάσεων ἀπαρτίας, ὅταν ἐργαζώμεθα πάλιν πέρα τοῦ μεσονυκτίου. (Χειροκροτήματα).
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀφείλω σύντομον ἀπάντησιν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶχε μὲν τὴν καλωσύνην νὰ ἐκφρασθῇ ἀρκετὰ κολακευτικῶς διὰ τὴν ὁμάδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, ἀλλ’ ἐξεφράσθη ἀκριβῶς διὰ νὰ εἴπῃ ὅσα αὐστηρὰ εἶπε κατὰ τῆς πορείας ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται πολὺ ἐγγύτερον πρὸς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν παρὰ ἡ πολιτικὴ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἐδηλώσαμεν ὅτι ἠθέλομεν ὑποστηρίξει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς πάντα σχεδὸν τὰ μεγάλα ζητήματα ὑπεστηρίξαμεν αὐτὴν ὅσον ἠδυνάμεθα. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποτάξωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων καὶ νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα ἡμῶν ἀφήνοντες νὰ παρέρχωνται ἀσυζητητὶ πάντα τὰ νομοσχέδια αὐτῆς τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, ὡς εἶναι συγκεκροτημένη ἡ Βουλή, τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ ὑποστῶσιν αὐστηρὸν ἔλεγχον, ὡς ἁρμόζει νὰ γίνηται εἰς πᾶν Κοινοβούλιον. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ εὐάριθμος ὁμὰς ἡμῶν θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον σύσσωμος ἐπὶ παντὸς ἄρθρου παντὸς νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Ἐγὼ αὐτὸς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἔλαβον τὸν λόγον εἰμὴ ἐπὶ δύο ἢ τριῶν νομοσχεδίων, ὡμίλησα δὲ πάντοτε συντομώτατα. Ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι πρέπει τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίζωνται ἐντελῶς ἀσυζητητὶ καὶ σωρηδόν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ συμφωνήσωμεν, ὄχι μόνον διότι τοῦτο εἶναι ἥκιστα κοινοβουλευτικόν, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἐντελῶς ἀμελέτητα, συνετάχθησαν δέ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπὶ τοῦ γόνατος. Τοιαῦτα νομοσχέδια, κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν ὁποίων ἔσχομεν πολλὰς ἀντιρρήσεις, δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθωσιν ἀσυζητητί, τοῦτο δὲ θὰ πράξωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐπὶ ὁμοίων περιπτώσεων, διότι νομίζομεν ὅτι ἠθέλομεν εἶσθαι κακοὶ φίλοι τῆς ἀνορθώσεως καὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ἐκλείομεν τὸ στόμα ἡμῶν, ἐὰν δὲν κατεβάλλομεν πάσας τὰς προσπαθείας ἡμῶν, ὅπως ἢ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐπιβλαβῶν τῆς ἀρχῆς ὡρισμένων νομοσχεδίων ἢ ὅπως ἐπιτύχωμεν ἐπωφελεῖς τροπολογίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἂν ἄλλως ἐπράττομεν, ἠθέλομεν συντελέσει τὸ καθ’ ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ μεταβληθῇ, ὡς προσφυέστατα εἶπεν ἄλλοτε ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ Βουλὴ εἰς Λέσχην χειροκροτοῦσαν πρὸς βλάβην, πρὸς κατάπτωσιν τοῦ πολιτεύματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέληξε νὰ συστήσῃ συντονωτέραν ἐργασίαν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ περάτωσις τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτην σύστασιν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι δύναται ἡ ἐργασία ἡμῶν νὰ ῥυθμισθῇ καθ’ ὃν τρόπον διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ παρατάσεως αὐτῆς δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτός. Τὸ οἰκτρὸν θέαμα τῆς τοιαύτης ἐργασίας εἴδομεν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν. Ἡ ἀγανάκτησις ἐξ αὐτῶν κατέλαβε τότε τὸν κόσμον ὁλόκληρον καὶ ἔγινεν αἰσθητὴ ἀπ’ αὐτὸν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διερμηνευθεῖσα ὑπ’ ἀρκετῶν Βουλευτῶν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν ἐκ τῆς συντόνου ἐργασίας, διότι ἡμεῖς δίδομεν τὸ παράδειγμα τῆς ἐπιμελοῦς ἐργασίας διὰ τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν καὶ εἰς τὰς ἐργασίας ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι πρέπει ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ λογικὰ ὅρια, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἶναι σοβαρά, εἰλικρινὴς καὶ νὰ ἔχῃ ὠφέλιμα ἀποτελέσματα.
§121Γ. ΠΩΠ. Εἶναι πιθανόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης ἀκούοντες τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγοῦ ὑμῶν νὰ ὑποθέσωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔν τε τῇ πλειονοψηφίᾳ καὶ τῇ μειονοψηφίᾳ οὐδὲν πράττει ἢ νὰ παρακωλύῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως. Συζητουμένου νομοσχεδίου ὄντως σοβαρωτάτου, οἷον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πίστωσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἀπήχησεν ἡ φωνὴ τοῦ εἰδικωτάτου συναδέλφου ἐκ Λακωνίας κ. Μέρμηγκα, ἠκούσαμεν δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ διατυπωθῶσι περὶ τῆς ἐπιβεβλημένης τῷ Κράτει μερίμνης διὰ τὴν ἄμυναν καὶ ἐκ τῶν ἔξωθεν ἀπειλουμένων νόσων, ἄμυναν πάντοτε ἀσκουμένην διὰ τῶν προχείρων μέτρων. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν του καὶ διδαχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ οὐδὲν ἄλλο πράττεται εἰμὴ παρακώλυσις τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἰδιαιτέρως δ’ ὅτι ὑπὸ τῶν ὀλίγων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένων ἀναστέλλεται ὁ χρόνος τοῦ θριάμβου τῆς περιφήμου αὐτῆς ἀνορθώσεως. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν ἔριδα τοῦ οἴκου τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῶν προθαλάμων της, εἰς τὸν ὁποῖον κατέταξε τὴν ὁμάδα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κοινωνιολόγων, δὲν πρόκειται ν’ ἀναμιχθῶ ἐγώ. Ἀλλ’ εἶπεν ὅτι οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὐθύνονται διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βεβαίως ἡμεῖς μετ’ ἀνακουφίσεως θὰ ἐβλέπομεν ἀνατρεπόμενον ἄρδην τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον οὔτε πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, οὔτε πρὸς τοὺς πόθους τῆς ἐπαναστάσεως, οὔτε πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν τὸ ἔθνος παρέσχε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουσι λοιπὸν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ἐντελῶς ἀντιθέτους ἔχοντες γνώμας πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διευθύνουσι τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ κρίνουσιν ὑποχρέωσιν αὑτῶν νὰ συζητῶσι, διὰ νὰ προλαμβάνωσι τοὐλάχιστον ἀτοπωτάτας τινὰς λεπτομερείας τῶν ψηφιζομένων νομοσχεδίων. Ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουσιν ὅτι παρακωλύεται τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Τίνος νομοθετικῆς ἐργασίας; Τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν παρεσκεύαζεν ὁ γηραιὸς ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος κ. Χριστίδης, ἵνα τὴν υἱοθετήσῃ ἐν ἀρχῇ ὁ πατρυιὸς αὐτῆς μακαρίτης Σιμόπουλος, διὰ νὰ ἔλθῃ μετὰ εἰκοσιπέντε ἔτη ὁλόκληρα νὰ τὴν υἱοθετήσῃ ὁ θετὸς αὐτῆς πατήρ, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; (Ἱλαρότης). Τίνα εἶναι τὰ νομοθετήματα αὐτά, τὰ λαοσωτήρια, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς παρακωλύομεν νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα θὰ σώσωσι τὸ Κράτος ἡμῶν; Εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ ἄρθρου 271 τοῦ Ποιν. Νόμου, εἶναι ἡ σύμβασις δὲν γνωρίζω μετὰ τίνος ἑταιρείας ἀτμοπλοϊκῆς; Ἀναγνώσατε τὰ 46 νομοθετήματα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ ὁμολογήσατε ὅτι πρέπει νὰ κατηγορήσητε ἐπὶ ἀχαριστίᾳ τὴν Κυβέρνησιν, διότι γενομένης τῆς συζητήσεως μετὰ προσοχῆς ἐκ μέρους πάντων ἐκείνων, τῶν ὀπωσδήποτε δυναμένων νὰ ἔχωσι γνώμην, εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν θέσιν νὰ λέγῃ ὅσα εἶπεν οὐχὶ πρὸς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἵνα ἀκουσθῶσιν ἔξω τῆς αἰθούσης ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις μόνον ὡς ἀχάριστος δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, διότι εὑρίσκουσα συζήτησιν σοβαρὰν δὲν ἐμφανίζεται ἐν τῇ γυμνότητι αὑτῆς, ἡ ὁποία διαφαίνεται ἐκ τῶν τῆς Ἡμερησίας ταύτης Διατάξεως. Ποῦ εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἀνορθωτικός, ὃν οὕτως ἐβαπτίσατε καὶ ἐξηγγείλατε πρὸ ἑνὸς σχεδὸν ἔτους; Ποῦ εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ κοινοτήτων, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα ἀναβάλλετε νὰ φέρητε ἐνώπιον ἡμῶν, ἵνα συζητήσωμεν; Ποῦ εἶναι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι οἱ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ οἱ ὀργανισμοὶ τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας; Οὐδὲν τούτων προσεκομίσατε. Καὶ ἔχετε τὴν ἀπαίτησιν νὰ πείσητε τὸν λαὸν ὅτι ἀνταποκρίνεσθε πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ὑμῶν ὡς κυβερνητῶν, ὅτε ἐγκαλεῖτε ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ὠφείλετε νὰ εὐγνωμονῆτε, διότι ἑκατὸν πεντήκοντα συνάδελφοι διαρκῶς παριστάμενοι ἐδῶ σᾶς βοηθοῦμεν, ἵνα συνεχίσητε τοὺς ἀστεϊσμοὺς αὐτοὺς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, καὶ ἀναμένομεν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον θὰ κρίνητε εὔθετον, ἵνα φέρητε σειρὰν σοβαρῶν νομοθετημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα τώρα μόλις 15 ἡμερῶν προθεσμία παρέχεται εἰς ἡμᾶς, ἵνα συζητήσωμεν, ὅπως κατανοήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι τὸν ἐμπαίζετε εἰς τὰ ἱερώτερα αὐτοῦ;...
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· 25 συνεδριάσεις ἀπομένουσι.
§123Γ. ΠΩΠ. Μὴ νομίζετε ὅτι ὁ βίος ὁ πολιτικὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιοῦτος, ὥστε καὶ τὰς ὑπολειπομένας 28, ὡς λέγετε, συνεδριάσεις νὰ τὰς διέλθωμεν ἄνευ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν ἀφαιρέσητε λοιπὸν τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δὲν μᾶς μένουσι περισσότεραι τῶν 15–18 συνεδριάσεων. Τότε δὲ θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ φέρῃ τὸ νέον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, θὰ μᾶς φέρῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος πλὴν τῶν νέων βαρῶν ἐκ φόρων 15,000,000, δι’ ὧν ἐπεβαρύνατε κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη τὸν λαόν, θὰ προσθέτῃ εἰς ἀντίκρυσμα καὶ νέας δαπάνας τοῦ Κράτους, περὶ τὰ 10,000,000 εἰς μισθολόγια νέα καὶ σπατάλας. Καὶ θὰ θέλητε νὰ προχωρήσωμεν ἄνευ συζητήσεως; Εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὐλαβεῖται τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς, νὰ θέλῃ, ὅπως ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ὁ τοιοῦτος οἰκονομικὸς νόμος τοῦ Κράτους συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ; Ἐπὶ πόσας δ’ ἡμέρας θέλετε νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων; Εἶναι ἆρά γε μικρὸν τὸ θέμα; Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε πάντες ὅτι πρόκειται περὶ θεμελιώδους μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ καθεστῶτος ἐν Ἑλλάδι; Ἀλλὰ σεῖς φρονεῖτε ὅτι διὰ ταῦτα θὰ ἐπαρκέσῃ ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι ἐν ὀλίγοις τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξαγγέλλει ὅτι ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ, συντηρῶν μίαν διπλῆν Βουλὴν ἐπὶ δώδεκα ὁλοκλήρους μῆνας. Καὶ ἄν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται μὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὸ λάθος δὲν εἶναι τῆς Βουλῆς. Εἶναι τῆς ἀνηκούστου, τῆς σχεδὸν ἐγκληματικῆς ἀδιαφορίας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπαρνηθεῖσα τὰς ὑποσχέσεις αὑτῆς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀφήνει ἐλλείψει ἄλλης ἐργασίας τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου, οὗτινος τὴν πατρότητα διεκδικεῖ ἄλλος, ἐνῷ γνωρίζει ὅτι μετὰ 15 ἡμέρας λήγει τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ ὅτι συντρίβονται οὕτω τὰ ὄνειρα καὶ αἱ προσπάθειαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον φόρους ἐδώκατε ὡς νομοθέται καὶ μόνον ἐλπίδας σκορπίζετε ἀφειδῶς, κατηγοροῦντες διὰ λόγων τοὺς ἄλλους, ἐνῷ τὰ ἔργα πρόκεινται κατήγοροι τῆς κυβερνήσεως ὑμῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§124Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη μία πρότασις μὲ ὡρισμένας αἰτιολογίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε πιστεύσει ὅτι ἡ ἀντίληψις ἡμῶν περὶ τῆς πίστεως, μετὰ τῆς ὁποίας ἐλάλησε περὶ τοῦ ἔργου αὑτοῦ καὶ τῆς πολιτείας του, θὰ μᾶς ἔπειθεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαντήσωμεν μὲ τὸν αὐτὸν τόνον καὶ τὴν αὐτὴν τραχύτητα, καὶ ἐν τοιαύτη περιπτώσει θὰ παρέμενεν εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ὅπως κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτοῦ, διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν ἡ πρότασις συμφέρει εἰς ἡμᾶς καὶ ὑμᾶς. Εἶναι ἀξιέπαινος, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι τοιαύτην ἔχει πίστιν εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἑπομένως ἔχει ὅλην τὴν πρόθεσιν νὰ ὑπερασπίσῃ κατὰ πάντα τρόπον τὴν ἀρτιότητα τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὡς φιλελεύθερος ἀνήρ, ὡς ἀρχηγὸς κόμματος φιλελευθέρων, νομίζω, ὑπολαμβάνω, πιστεύω, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ λέγωμεν «πιστεύομεν εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν, τὴν αὐτὴν δὲ πίστιν πρέπει ν’ ἀναγνωρίζῃ εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν». Διότι ἡμεῖς χωρὶς νὰ ἀνήκωμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν σήμερον κρατοῦσαν, χωρὶς ν’ ἀνήκωμεν εἰς τοὺς συμμάχους τῆς πλειονοψηφίας, ὑφιστάμεθα ἀγρίας προσβολὰς καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ὄχι εἰς τὸ ἀπώτερον, ἀλλ’ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον θὰ διαδεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν. Σᾶς εἶναι ἄγνωστον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν αἱ ἐφημερίδες, αἵτινες ὑπερασπίζουσι τὴν πολιτικὴν τῶν παλαιῶν κομμάτων καὶ κατακρίνουσι τὴν πολιτικὴν τοῦ κρατοῦντος κόμματος, περισσότερον καταφέρονται καθ’ ἡμῶν παρὰ κατ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς; Λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσητε ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ μεμονωμένοι, ἡμεῖς οἱ ἀπέναντι τῆς παμψηφίας μιᾶς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τῶν τοσούτων προσβολῶν τολμῶντες νὰ ὑποστηρίζωμεν γνώμας καὶ ἰδέας, δὲν πιστεύομεν εἰς αὐτάς; Ἐὰν δὲ πείθησθε ὅτι πιστεύομεν εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ εἶσθε ἄνδρες φιλελεύθεροι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μᾶς ἀναγνωρίσητε ὅτι δικαιούμεθα κατὰ τὸν τρόπον τὸν προσήκοντα νὰ τολμῶμεν νὰ ὑποστηρίζωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ κόμμα αὐτῆς, κατὰ τοιοῦτον τρόπον προκαλοῦσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις σήμερον εἶναι τόσον ἀσθενής, καὶ ἑπομένως πρὸ παντὸς ἀπαιτεῖται ἀπέναντι αὐτῆς γενναιότης. Στοιχεῖον ὅμως πρῶτον τῆς γενναιότητος ἡ ἐπιείκεια. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχετε νὰ ὠφεληθῆτε πιέζοντες ἀνθρώπους μεμονωμένους, οἵτινες ἔρχονται ἐνταῦθα νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων, μὴ παρέχοντες χρόνον ἱκανόν, χρόνον ἐνίοτε πολύν, ἵνα παρασκευασθῶσιν, ὅπως συζητήσωσι μετὰ τῆς εὐλαβείας μέν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐν γένει προσήκει ἀπέναντι μιᾶς παμψηφίας Βουλῆς. Ἡ εὐλάβεια, ἥτις κυρίως προσήκει εἰς μίαν παμψηφίαν Βουλῆς, εἶναι νὰ ἔρχηται ἡ Ἀντιπολίτευσις παρεσκευασμένη νὰ συζητῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ παμψηφία ν’ ἀκούῃ. Ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμὸν ἢ δὲν ὑπάρχει διάταξις περὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας; Διατί δὲν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διατί δὲν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως αὐτῆς; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἂν δὲν πρόκειται ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας νὰ ὑποβάλληται καθ’ ὥρας μεταμεσονυκτίους, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ ἑδώλια τῶν Βουλευτῶν εἶναι κενά, ἂν δὲν πρόκειται ἡ ἔνστασις αὕτη νὰ ὑποβάλληται τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέρχεται εἷς ρήτωρ εἰδικώτατος εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, ὁ συμπολίτης μου κ. Κουτούπης, καὶ ἐὰν ἀποχωρῶσιν οἱ Βουλευταὶ ὁμοθυμαδόν, πότε θ’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποβολῆς τοιαύτης ἐνστάσεως; Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συμφωνήσωμεν ἐπί τινων γνωμῶν. Ἀνεγνώρισα ὅτι συμβαίνει πολλάκις ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ἐγὼ αὐτός, νὰ ὑπερβαίνωμεν ὅριά τινα. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τὸ ὑφ’ ἡμῶν ἀναγνωριζόμενον, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἀποτελουμένη καὶ αὕτη ἀπὸ ἀνθρώπους, συμβαίνει καὶ αὕτη νὰ ὑπερβαίνῃ ὅριά τινα. Ἐπιτρέψατέ μοι μάλιστα νὰ νομίζω ὅτι ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ ἀγαθῆς ἀναμφιβόλως ὁρμώμενος προθέσεως, παρασυρόμενος δὲ ἀξιεπαίνως ἐκ τῆς πίστεως τῆς ἑδραίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῶν ἔργων του, ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ἐδικαιολογεῖτο ἐκ τούτων, θὰ ἦτο ὁπωσδήποτε οὐχὶ ἄξιον ἐπαίνου, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἔχει δικαίωμα ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρατηρῇ τοὺς ἀγορεύοντας Βουλευτὰς καὶ νὰ παρατηρῇ Βουλευτήν, ὅστις ὁμιλεῖ ἐπὶ νομοσχεδίου ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἐπὶ παραρτήματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, Βουλευτὴν δέ, ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, εἴπέρ τις καὶ ἄλλος εἶναι εἰδικὸς εἰς τὰ οἰκονομικά. Τὸν ἐδικαιολόγησα ἤδη, τὸν ἐδικαιολόγησα εἰλικρινῶς, πιστεύω δὲ νὰ πείθηται ἡ Βουλὴ ὅτι εἰλικρινῶς τὸν ἐδικαιολόγησα, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἔχετε παράδειγμα ὅτι ἐφοβήθην ποτὲ τὰς σκέψεις μου, ὅτι ἐδυσκολεύθην νὰ ἐξωτερικεύσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σκέπτομαι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι πραγματικῶς. Ἀλλ’ ἕως ἐκεῖ. Προέτεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης ἀρχίσωμεν νὰ συνεδριάζωμεν καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Θὰ ἐρωτήσω αὐτόν· πιστεύει τὸ ἔργον τῶν συνυπουργῶν του ἀλάθητον; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ τοῦτο. Ἐὰν δὲν τὸ πιστεύῃ ἀληθῶς, συμφέρει εἰς αὐτόν, συμφέρει εἰς τὸ κόμμα του, συμφέρει εἰς τὴν χώραν ἔργον περιέχον λάθη νὰ τύχῃ νομοθετικῆς κυρώσεως μετὰ τῶν λαθῶν του; Δὲν τὸ πιστεύω, κύριοι Βουλευταί. Νομίζω, περιοριζόμενος εἰς ταῦτα, ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς σκέψεις του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων ἑνὸς κόμματος πειθαρχοῦντος εἰς τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ νὰ ἐνδείξῃ κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον τὴν βούλησιν αὐτῆς ἡ Βουλή, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὰς σκέψεις του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰς γνώμας μας καὶ αἱ γνῶμαι ἡμῶν εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς σας, ἔχομεν δικαίωμα ἐκ τοῦ πολιτεύματος, Κύριοι, ὅπερ ἔθεσεν ἡμᾶς εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὄχι μόνον ἵνα συζητῶμεν ἁπλῶς καὶ ἀποδεικνύωμεν ὅτι τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐσφαλμένα, ἀλλά, ὅταν ἀκραδάντως ὦμεν πεπεισμένοι ὅτι πρόκειται περὶ μέτρων βλαβερῶν ἢ ὀλεθρίων εἰς τὴν χώραν, νὰ μὴ περιοριζώμεθα ἁπλῶς εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ψήφισιν ἢ τὴν ἀποχώρησιν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀμυνθῶμεν κατὰ πάντα τρόπον, ὅστις δὲν θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντικείμενος εἰς ἀρχὰς ἠθικάς, ὅπως μὴ κατασταθῶσι νόμοι τοῦ Κράτους ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ κατασταθῶσιν. Εἶναι πλάνη, Κύριοι, πλάνη οἰκτρά, θλιβερὰ διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον τὸν κοινοβουλευτικόν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ κρατῇ ἡ γνώμη ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀποτελεῖται παρὰ ἀπὸ ἀνθρωπάρια, ἅτινα ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀπαγγέλλουσι λόγους τινάς. Εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου αἱ Ἀντιπολιτεύσεις διεξάγουσιν ἀγῶνας, μετέρχονται μέσα, οὐχὶ ἄντικρυς ἀντικείμενα εἰς τοὺς ἠθικοὺς κανόνας, ἀλλὰ μέσα ὑπαγορευόμενα ὑπὸ τῆς φιλοπατρίας αὑτῶν, ὑπὸ τῆς βαθείας συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος αὑτῶν, μέτρα ἐπίκαιρα, μέτρα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκουσι πρόσφορα, ὅπως ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα των. Γνώμονα τῆς ἐργασίας ἡμῶν, γνώμονα τῆς πορείας ἡμῶν δὲν θὰ θέσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν, ἀλλὰ τὴν συνείδησιν ἡμῶν, τὴν πίστιν ἡμῶν, τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὴν πατρίδα μας. Διὰ τοῦτο λοιπόν, πρὶν ἢ φθάσωμεν ἡμεῖς εἰς μέτρα τινὰ ἀμύνης, νομίζω, καὶ, ἂν θέλητε, παρακαλῶ, ὅπως ἀναθεωρήσῃ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν τὰς σκέψεις αὑτοῦ καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν εἰς μέτρον ἄσκοπον, εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ βλάψῃ μὲν ὑμᾶς πρὸ πάντων, ἀλλὰ θὰ βλάψῃ καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ὑπηρετοῦμεν, τὴν ἰδέαν τὴν κυρίαν, τὴν ῥιζικήν, τὴν κεντρικήν, διότι, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἐπανάληψιν, περισσότερον ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἴμεθα σήμερον ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς προσβολὰς ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπολιτεύονται τὸ κυβερνῶν κόμμα σήμερον, τὸ ὁποῖον θὰ διαδεχθῶσιν αὔριον, τοὺς ὁποίους θὰ διαδεχθῇ τὸ κόμμα τῆς ἀνορθώσεως, ἐνῷ ἡμεῖς οὐδέποτε θὰ εὕρωμεν, καθὼς φαίνεται, καταφύγιον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου πρὸς μεταποίησιν καὶ ἐξαγωγὴν σίτου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς)
§126Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ νομοσχεδίου, περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ἀλλ’ ἤθελον νὰ συστήσω τοῦτο· αἱ περιστάσεις αἱ ἐμπορικαί, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ Μεσόγειος, ἐπιβάλλουσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, νὰ σπεύσῃ νὰ τὸ ψηφίσῃ, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ βοηθήσῃ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν.
§127Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον αὔριον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει νὰ συσταθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ τύπου, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της.
§129Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε τυπικῶς καὶ προέβη εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας. Ὥρισεν εἰσηγητήν, ὁ εἰσηγητὴς ἡτοίμασε τὴν ἐργασίαν του, ἀλλὰ κατόπιν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συνῆλθε πλέον, καίτοι τρὶς ἐκλήθη, ἐγὼ δ’ ἀπηλπίσθην καὶ δὲν προέβην ὡς πρόεδρος εἰς τετάρτην κλῆσιν, διότι εἶδον ὅτι οὐδεμία προθυμία ὑπάρχει. Παρεκάλεσα τὸν εἰσηγητὴν κ. Ζαβιτσᾶνον νὰ ἑτοιμάσῃ τὴν ἔκθεσίν του καὶ νὰ τὴν ὑποβάλωμεν μὲ τὴν ὑπογραφήν του καὶ μὲ τὴν ὑπογραφήν μου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ εὑρίσκηται ἐν ἀδίκῳ.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§131Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ παρελθὸν Σάββατον εἷς τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν τίνα μέτρα θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ λάβῃ, ὅπως φέρῃ διόρθωσιν εἰς ἀμφισβήτησίν τινα τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐφέσεων, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι ἀναβολὴ κατατάξεως δίδεται μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἤδη ἔτους θὰ εἶχον νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως. Ἐμελέτησα τὸ πρᾶγμα, καὶ δυστυχῶς ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία δὲν ἐπιτρέπει θεραπείαν, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐφέσεων εἶναι ἀμετάκλητος. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐφέσεων ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον· τουλάχιστον αὐτὴ ἦτο ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐδόθη παγίως. Ἕνεκα κακῆς ἴσως διατυπώσεως τοῦ νόμου, διότι οὐδέποτε ὑποθέτω ὅτι ὁ νομοθέτης καλούμενος νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον περὶ τοῦ πράγματος ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ κατεπεῖγον καὶ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ ὁρίζεται ὅτι «ἀναβολὴ κατατάξεως χορηγεῖται προσέτι καὶ εἰς τοὺς προσάγοντας αὐθεντικὴν ἀπόδειξιν ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς κατατάξεως τῆς ἀπογραφῆς των ἐνεγράφησαν φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἢ οἱασδήποτε ἄλλης σχολῆς». Διότι σήμερον τί συμβαίνει; Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κληρώσεως πρέπει ὁ κληρωτὸς νὰ ἔχῃ ἀποδεδειγμένον ὅτι εἶναι φοιτητὴς ἢ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἢ ἐν ἑτέρᾳ σχολῇ, ἐνῷ ἡ ἀπογραφὴ καλεῖ τοῦτον τὴν 1 Ὀκτωβρίου, αἱ δὲ ἐγγραφαὶ γίνονται συνήθως τὸν Σεπτέμβριον. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον οἱ ἤδη κατὰ τὸν Σεπτέμβριον κατατεταγμένοι ἔν τινι σχολῇ ἀποδεικνύοντες τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς νὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος καὶ ὄχι νὰ στρατεύωνται ἐκεῖνο τὸ ἔτος καὶ τὸ ἄλλο νὰ ζητῶσιν ἀναβολὴν κατατάξεως.
§132Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἤδη τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον εἰς μίαν αἴτησιν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ ἔλυσε τὸ ζήτημα, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 41 ἐπιτρέπεται ἡ ἀναβολὴ καὶ εἰς τοὺς τοιούτους.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν καὶ παραπέμπεται εἰς τὴν διαρκῆ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπήν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ ταμείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1911». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12ου ἄρθρου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852».
§134Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Θὰ ζητήσω καὶ πάλιν ἀναβολὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὑπεβλήθη πάλιν χθὲς νέα τροπολογία· ἑπομένως δὲν εἴχομεν τὸν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν. Ἔχομεν πληθὺν νόμων.
§135Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἔλαβον κἄν.
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ αἴτησις ἀναβολῆς, διότι διενεμήθη ἀπὸ χθές. Ἐν τούτοις δὲν διστάζω νὰ δεχθῶ, ὅπως ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§137Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μεθαύριον.
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· αὔριον.
§139Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀνεύρωμεν πάντας τοὺς νόμους.
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ τοὺς εὕρητε.
§141Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι πολὺ δύσκολον. Πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ἴδωμεν πάντα τὰ γραφεῖα, διὰ νὰ εὕρωμεν τοὺς νόμους.
§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν γίνεται συμβιβαστικῶς ἡ πρότασις αὕτη δεκτή, παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε.
§143Γ. ΠΩΠ. Καὶ μίαν τροπολογίαν ἤθελον νὰ προσθέσω, κύριε Πρόεδρε.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δότε μοί την, παρακαλῶ, διὰ νὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται, κύριε Πρόεδρε;
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτό; Μάλιστα· διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Θὰ εἶναι ὅμως πρῶτον πάλιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρου Δικαστηρίων ἐν Τριπόλει». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§148Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τελευταῖον, εἰς τὸ τελευταῖον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κάβουρας.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ 4ον.
§152Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἄλλο.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ τὸ τέταρτον, καὶ θὰ λάβητε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§154Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἶναι τροπολογία. Πρὶν τελειώσῃ τὸ ἄρθρον. Ἐπειδή, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἐνδεχόμενον ἕνεκα ἀνεπαρκείας χρόνου νὰ μὴ προφθάσῃ νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἢ καὶ ὑποβαλλόμενος νὰ μὴ ψηφισθῇ ἕνεκα ἀνεπαρκείας χρόνου νόμος γενικὸς περὶ ἀπαλλοτριώσεως, εἶναι δὲ πολὺ ἐνδεχόμενον ἐν τῷ μεταξὺ νὰ παρουσιασθῶσι πλεῖσται ἀνάγκαι ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων κτημάτων, εἴτε διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν εἴτε διὰ τὴν κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων εἴτε ὑδραυλικῶν εἴτε δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν, μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν τούτων μάλιστα εἶναι δύο ἐπείγουσαι — τὸ ἕλος τοῦ Ἁγίου Φλώρου, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει συναφθῆ καὶ δάνειον μετὰ τῆς Τραπέζης, καὶ ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν εἰς τὸν Πάμισον —, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα φρόνιμον καὶ ὀρθὸν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 2, 3 καὶ 4 τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμόζονται εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις ἀποζημιώσεως δι’ ἀναγκαστικὰς ἀπαλλοτριώσεις μέχρις ἐπιψηφίσεως γενικοῦ νόμου περὶ ἀπαλλοτριώσεως συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Διότι ὁ ΑΧΜΒʹ νόμος κατηργήθη διὰ τοῦ Συντάγματος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι δίκαιον χάριν τῶν παρουσιασθησομένων ἀναγκῶν νὰ δεχθῇ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἥτις ὠφέλειαν πραγματικῶς ἔχει νὰ φέρῃ.
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν.
§156Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἀποδείξεων τῶν ἀποδοχῶν τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς ἀλλοδαπῆς Ἀποστολῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν».
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Βάσις τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ κυβερνητικόν.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω πρὸ αὐτοῦ κάτι τι. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 40 καὶ 41, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, διὰ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ διανεμηθῶσιν. Εἶναι ὑπηρεσιακὰ καθαρῶς.
§162Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42, κύριε Πρόεδρε· συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας βοηθήματος εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ Χημείου θανόντων πυροσβεστῶν Π. Δ. Καραγιαννίδου, Π. Τσαβλῆ καὶ Κ. Ζαΐμη».
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, καὶ τὸ 42 ἂς γίνῃ.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 40 νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βόλῳ ἑδρευούσης ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας Πηλίου» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41 νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Γκότεμβουργ ἑδρευούσης Σουηδικῆς ἀτμοπλοΐας «Ivenska Levant Linien Dán Brostrom» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42· συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας βοηθήματος εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ Χημείου θανόντων πυροσβεστῶν Π. Δ. Καραγιαννίδου, Π. Τσαβλῆ καὶ Κ. Ζαΐμη».
§165Γ. ΠΩΠ. Διὰ τὴν τροπολογίαν ὡς πρὸς τὸ ὄνομα ἔχω νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε. Διωρθώθη τὸ ὄνομα;
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διωρθώθη. Νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας βοηθήματος εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ Χημείου θανόντων πυροσβεστῶν Π. Δ. Καραγιαννίδου, Π. Τσαβλῆ καὶ Κ. Ζαΐμη».
§168Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ διὰ τὸν τρίτον θανόντα πυροσβέστην Κ. Ζαΐμην βοήθημα θὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλένην Κ. Ζαΐμη.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§170Γ. ΠΩΠ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης νὰ ψηφισθῇ παρακαλῶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 45. Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, μετὰ ἐπιψήφισιν τῆς ὁποίας νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Πρόκειται περὶ τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐκδικάσεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἐξελέγξεως καὶ ἐκδικάσεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν).
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ καταρτισθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν».
§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βάσις τῆς συζητήσεως θὰ εἶναι τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου θὰ εἴπω τὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας θὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν στηριζόμενος κυρίως ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκεται τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς).
§177Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ὅριόν τι, καθ’ ὃ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς πάντα ὀφειλέτην νὰ κρατῇ καὶ ν’ ἀποκρύπτῃ ποσόν τι. Ὅτε ὡμίλησα κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεφυλάχθην, ὅπως σήμερον ἀποκρούσω δόγμα ἀνακηρυχθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πᾶσα εἰκονικότης εἶναι ἀθέμιτος. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἓν μόνον καθῆκον πάντοτε, ἔχει πολλάκις πολλὰ καθήκοντα, συμβαίνει δὲ πολλάκις νὰ εὑρεθῇ ἐν μέσῳ δύο καθηκόντων ἢ καὶ πλειόνων ἀκόμη συγκρουομένων πρὸς ἄλληλα. Ὑποθέσατε ὅτι ὀφειλέτης τις ἔχει καθῆκον, ὡς πᾶς ὀφειλέτης, ἐπιβλητικόν, νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος τούτου ἔχει ἄλλο καθῆκον, νὰ σώσῃ μέλος τῆς οἰκογενείας του εὑρισκόμενον π. χ. ἐν Νοσοκομείῳ, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ ἐγχείρησις σπουδαιοτάτη. Δὲν νομίζετε ὅτι, εὑρισκόμενος ἐν τῇ συγκρούσει τῶν δύο αὐτῶν καθηκόντων, δικαιοῦται, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει χρηματικόν τι ποσόν, νὰ παρακρατήσῃ εἴτε μέρος αὐτοῦ εἴτε ὁλόκληρον, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐπιβλητικώτερον; Ἕνεκα τούτου καὶ ἀκριβῶς ἵνα μὴ εἰς ἀνηθικότητα παρασύρηται ἐκ τοιούτου τινὸς νόμου ὁ ὀφειλέτης, ὅστις εἶναι τίμιος ἄνθρωπος καὶ ἐνάρετος καὶ χρηστός, ἀκριβῶς λέγω ὅτι διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ποσότης τις, ἥτις νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς ἀνίχνευσιν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐπιβάλληται ὅρκος, νὰ μὴ ἐπιβάλληται κράτησις. Νομίζω ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν μίαν ποσότητα 300 δρ. παραδ. χάριν, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἰσχύωσιν αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§178Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Προβλέπεται, κύριε Ὑπουργέ, ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν κηρύσσεται ἔνοχος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πωλεῖ μέρος τῆς περιουσίας του ἄνευ ἀνταλλάγματος.
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ σκοποῦ· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δολία προαίρεσις. Ὅταν ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ βλάβη τῶν δανειστῶν, ὁ νόμος δὲν ἔχει ἐφαρμογήν.
§180Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Νομίζω ὅτι πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένου ἀδικήματος ἢ ἀφορμῆς εἰς καταχρήσεις ἢ εἰς παρερμηνείαν ἀντὶ τῶν λέξεων «ἄνευ ἰσοτίμου καὶ ἀξιοχρέου ἀνταλλάγματος» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἄνευ ἀναλόγου πραγματικοῦ ἀνταλλάγματος».
§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ ἔννοια εἶναι περίπου ἡ αὐτή.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον.
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, διότι αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 2ον τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει).
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δύο πρῶτοι στίχοι θὰ ἔχωσιν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις......»
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§187Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει ὀρθῶς. Τὸ νομοσχέδιον λέγει· «Ἐὰν ἐγένετο ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις», ἐνῷ ἡ ἔννοια εἶναι ὄχι ἐὰν ἐγένετο ἤδη ἐκτέλεσις...
§188Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἐὰν συνετελέσθη. Φυσικὰ αὐτὸ ἐννοεῖ· δὲν ἐννοεῖ τὴν περάτωσιν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§190Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ κατὰ γλωσσικὴν διαρρύθμισιν διάφορον, προτείνω νὰ διατυπωθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει)· «Ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ εἰρηνοδίκης μετὰ προηγουμένην ἀκρόασιν τοῦ ὀφειλέτου κλητευομένου πρὸς τοῦτο ἐπιμελείᾳ τοῦ δανειστοῦ ὁρίζει δικάσιμον, καθ’ ἣν ἐπίσης κλητεύεται ὁ ὀφειλέτης». Τρίτη παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ἡ δικάσιμος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ βραδύτερον τῆς πρώτης συνεδριάσεως τοῦ Δικαστηρίου μετὰ παρέλευσιν 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς κλήσεως πρὸς τὸν ὀφειλέτην. Ἅπασαι αἱ πράξεις τοῦ προέδρου γράφονται παρὰ πόδας τῆς αἰτήσεως».
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 7, 8, 9). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§192Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς, ἂν δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ ἡ κατάλληλος θέσις νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν σκέπτεται νὰ διατηρήσῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὰς γυναῖκας.
§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§194Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπίσης θέλω νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην σκέψιν, ἂν δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ τιμωρήσῃ δι’ ἠπιωτέρας ποινῆς τῆς ποινῆς τῆς συνήθους ψευδορκίας τὴν ψευδῆ διαβεβαίωσιν τῶν ὀφειλετῶν.
§195Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐκεῖνο ἔγινεν ἁπλοῦν πλημμέλημα, καὶ εἶναι ὁπωσδήποτε ἐπιεικὴς ἡ ποινή. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ τὸ ἄρθρον 11).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§197Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ποιήσηται δήλωσιν ἑρμηνευτικήν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ συμπεριλάβῃ διάταξιν κανονίζουσαν ἐπὶ τὰ βελτίω τὴν φαινομενικὴν τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου. Λέγει τὸ ἄρθρον ὅτι· «Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης προβῇ εἰς τὴν ἔνορκον δήλωσιν, τότε μόνον ὑποχρεοῦται ἀπέναντι ἄλλου δανειστοῦ εἰς νέαν τοιαύτην, ὅταν δύναται νὰ βεβαιωθῇ ὅτι ἀπέκτησε μετὰ ταῦτα περιουσίαν κ.τ.λ.». Ἐὰν αὐτὸς οὗτος ὁ δανειστὴς ἢ τρίτος τις ἄλλος αἰτήσηται νὰ ἀποδείξῃ τὴν εἰκονικότητα τοῦ ὅρκου...
§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσβάλῃ ὡς εἰκονικὸν τὸν ὅρκον ὁ δανειστής, κατ’ αἴτησιν τοῦ ὁποίου ἐδόθη. Ὡς πρὸς ἄλλον δανειστὴν ἐπίσης ἡ εἰκονικότης δὲν προσβάλλεται, ἀλλὰ γίνεται ὅ,τι λέγει τὸ ἄρθρον.
§199Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ὀφειλέτης θὰ ὀμόσῃ ὅτι δὲν ἔχει ἄλλην περιουσίαν· ἐγὼ ὁ δανειστὴς δύναμαι νὰ προσβάλω τὴν σύμβασιν αὐτὴν ὡς εἰκονικήν, ἐξ ἧς ἀπορρέει καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δὲν ἔχει περιουσίαν.
§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον ἂν εἶναι δυνατὸν τοῦτο κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς ἐνταῦθα· τέμνεται νομοθετικῶς καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ποίαν ἰσχὺν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ δεδικασμένον καὶ ὁ ὅρκος μεταξὺ τοῦ Α καὶ τοῦ Β διὰ τὸν ἄλλον δανειστήν;
§201Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐδῶ καθιερώνετε τὴν διάταξιν καὶ λέγετε «ἐὰν ὁ ὀφειλέτης προέβη εἰς τὴν ἔνορκον δήλωσιν κ.τ.λ.», ἀλλ’ ὁ ὅρκος ἐπιβαρύνει καὶ τὸν τρίτον, καὶ ὁ τρίτος οὗτος νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ κωλύηται, ὅπως προβῇ εἰς ἀκύρωσιν συμβολαίων εἰκονικῶν.
§202Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἔνορκος δήλωσις τοῦ ὀφειλέτου πρέπει νὰ πλήττῃ καὶ τὸν τρίτον μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῇ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἀπέκτησε νέαν περιουσίαν. Τοῦτο, ἐννοεῖται, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως, ὄχι διὰ τὰ ἄλλα σημεῖα. Τὸ μέσον τῆς ἐκτελέσεως δι’ ἐπιβολῆς ὅρκου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ δανειστής, ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ βεβαιώσῃ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὅτι ἀπέκτησεν ὁ ὀφειλέτης νέαν περιουσίαν.
§203Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο αἱ δηλώσεις αὗται νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, ὥστε ν’ ἀποτελῶσιν ἑρμηνείαν, διότι τὸ Δικαστήριον ἠμπορεῖ νὰ ἐπηρεασθῇ.
§204Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15.
§206Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ μεταρρυθμισθῇ οὕτως· «Ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται κατὰ τῶν ἐπιτρόπων ἀνηλίκων ἢ ἀπηγορευμένων, ὄχι ὅμως κατὰ γυναικῶν καὶ κατὰ ἀχειραφέτων ἀνηλίκων».
§207Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἂν εἶναι ἐπίτροποι γυναῖκες.
§208Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικά. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον τοῦτο).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16.
§210Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 16 ν’ ἀναγνωσθῇ ὡς ἐτροπολογήθη κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γκλαβᾶ.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 2–14 δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῶν ἀπαιτήσεων, αἵτινες ἐγεννήθησαν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἐτροποποιήθη).
§212Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς 17 ἄρθρον ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Κασίμη.
§213Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει νόμος ἐψηφισμένος ἀπὸ τοῦ 1897, καθ’ ὃν (ἀναγινώσκει) «τὰ διὰ συμβολαίων συνομολογηθέντα δάνεια καλλιεργείας ἀναγράφονται ἐπιμελείᾳ τοῦ δανειστοῦ εἰς τὰ δημόσια βιβλία, ἀποκτῶσι δὲ δικαίωμα προεισπράξεως ἐπὶ τοῦ καρποῦ τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐχρονολογήθη τὸ δάνειον». Συνεπείᾳ τοῦ ἐν τῇ τροπολογίᾳ νόμου διηυκολύνθη σπουδαίως ἡ παροχὴ δανείων καλλιεργείας ἰδίᾳ πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τοιούτων. Ὁ περαιτέρω μηχανισμὸς τρόπον τινὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν δανείων τούτων εἶναι ὁ ἑξῆς: Ὁ δανειστὴς ἐν καιρῷ ἐπέβαλε κατάσχεσιν ἐπὶ τοῦ καρποῦ, ἵνα εἶναι ἀσφαλής, καὶ μετὰ τὴν συλλογὴν ὁ ὀφειλέτης ἐξώφλει φοβούμενος νὰ ὑφαιρέσῃ ἕνεκα τῆς ἐπιβεβλημένης κατασχέσεως, ἐδαπάνα δὲ διὰ τὴν κατάσχεσιν 15 ἕως 18 δρχ. Οὕτως ἠσφαλίζοντο οἱ δανεισταὶ καὶ παρεῖχον δάνεια καλλιεργείας εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἐπῆλθεν ὁ νέος νόμος περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, καθ’ ὃν μετὰ τὴν κατάσχεσιν ἀμέσως πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ διαδικασία τοῦ πλειστηριασμοῦ ὁλοκλήρου, πρέπει νὰ ἐκδοθῶσι προγράμματα καὶ νὰ λήξῃ ὁ πλειστηριασμὸς ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου. Ὁ δανειστὴς σήμερον σκέπτεται ὡς ἑξῆς: ἐὰν μὲν χορηγήσῃ τὸ δάνειον καλλιεργείας, ἵνα ἐξασφαλισθῇ, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ κατάσχεσιν καὶ ὅλην τὴν διαδικασίαν τοῦ πλειστηριασμοῦ, δηλαδὴ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ μικρὸν χρέος τοῦ ὀφειλέτου μὲ 80 δρχ. εἴτε καὶ πλειοτέρας, ὥστε νὰ εἶναι οὕτω τοκισμένον ὄχι πρὸς 6 ἢ 8 ἢ 10, ἀλλὰ πρὸς 60%. Αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κτηματικὸς σύλλογος Πύργου καὶ συνέταξεν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀπεστάλη πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις, καθ’ ἃ ἐγράφη, διεβίβασεν αὐτὸ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ συμφέρον τῶν ὀφειλετῶν, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ πρὸς αὐτοὺς χορήγησις δανείων, προτείνει δὲ ὅ,τι προτείνω ἀκριβῶς ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου.
§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§215Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δηλαδὴ ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς δανειστὰς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ κάμωσι κατασχέσεις καὶ ὅλης τῆς διαδικασίας τοῦ πλειστηριασμοῦ ἐπιβαρύνοντες τὰ μικρὰ δάνεια ποικιλοτρόπως, ἵνα διανεμηθῶσιν αὐτά.
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 17ον.
§217Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι ἡ ἑξῆς· «Τὸ συμβόλαιον ἐγγράφεται εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 969 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας βιβλίον κατασχέσεων. Ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς οἱ καρποὶ τοῦ ἔτους τῆς χορηγίας τοῦ δανείου θεωροῦνται κατεσχημένοι, οὐδεμία δ’ ἐπιβάλλεται περαιτέρω διαδικαστικὴ πρᾶξις ἐκτελέσεως μέχρι τῆς παραλαβῆς τοῦ καρποῦ καὶ τῆς παραδόσεως αὐτοῦ εἰς μεσεγγυοῦχον». Μόνον ὑπὸ τοιούτους ὅρους δύνανται νὰ χορηγηθῶσι δάνεια.
§218Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὰ δάνεια εἶναι σύγχρονα, τί γίνεται;
§219Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ καθορίζει ὁ νόμος. Ἐὰν προφθάσῃ τις καὶ ἐγγράψῃ τὸ συμβόλαιόν του αὐτό, θεωρεῖται κατεσχημένον.
§220Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω· πῶς ἐγγράφεται τὴν αὐτὴν ἡμέραν;
§221Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἡ προτέρα ἐγγραφὴ θὰ θεωρῆται ὡς προηγηθεῖσα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κασίμη τίθεται ὡς ἄρθρον 17ον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κασίμη ὡς ἄρθρον 17ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§223Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σκιαδαρέση ὡς ἄρθρον 18ον. (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σκιαδαρέση ὡς ἄρθρον 18).
§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 53 πρότασις νόμου, τινὲς δ’ ἐπ’ αὐτῆς τροποποιήσεις θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΩΜΑʹ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1901 περὶ περιθάλψεως τῶν ἐν μεταλλουργείοις καὶ μεταλλείοις παθόντων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐτοκινήτων».
§227Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ ἂν θὰ ἐδέχετο τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§228Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς πλείστας σχεδὸν πάσας. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου περὶ φυγοδικίας.
§230Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς βάσις συζητήσεως θέλει χρησιμεύσει τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, ὡς 1ον ὅμως ἄρθρον θ’ ἀναγνωσθῇ ἐντελῶς τὸ τῆς ἐπιτροπῆς. (Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς).
§231Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπερθεματίζει εἰς τοὺς ἀρχικοὺς αὑτοῦ σκοπούς, δεχόμενος τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
§232Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλαττοῦνται αἱ ποιναὶ κατὰ πολύ.
§233Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιόν σας πραγματεύεται περὶ φυγοδίκων κατηγορουμένων ἐπὶ κακουργήματι, ἡ ἐπιτροπὴ, πολὺ κακῶς ποιοῦσα, ἐπεκτείνει τὴν φυγοδικίαν καὶ ἐπὶ πλημμελημάτων. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὕτη τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀδικωτάτη.
§234Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἤμην κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, αἱ διατάξεις ὅμως αὐτοῦ σχεδὸν εἰς πάντα τὰ ἄρθρα εἶναι τόσον αὐστηραί, ὥστε πρέπει εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν νὰ κάμῃ ὑποχωρήσεις ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ εἶναι πράγματι ὠφέλιμον. Καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον νομίζω ὅτι μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς ἐκδίδονται τὰ κατασχετήρια καὶ τὰ ἐντάλματα καὶ τὰ βουλεύματα ἀκόμη, δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀδίκημα πλέον εἰδικὸν τὴν φυγοδικίαν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατασχετηρίου τοῦ βουλεύματος, ἀλλὰ νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀδίκημα ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως, διότι τὰ βουλεύματα καὶ τὰ κατασχετήρια δὲν βασανίζονται τόσον, ὥστε νὰ ἐκδοθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀληθείας τοῦ δικαίου, ἐνῷ μία ἐρήμην ἀπόφασις....
§235Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποία ἐρήμην ἀπόφασις ἐπὶ κακουργημάτων;
§236Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Νομίζετε ὅτι πολλάκις, ἐνῷ ἡ πρᾶξις εἶναι πλημμέλημα καὶ εὑρίσκεται ὡς τοιαύτη, δὲν ἐκδίδεται κατασχετήριον χαρακτηρίζον αὐτὴν ὡς κακούργημα; Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ὡς ἀδίκημα πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ φυγοδικία τότε, ὅταν ἀσεβήσῃ ὁ φυγόδικος εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, διότι μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν χθὲς περὶ τῆς εὐκολίας μεθ’ ἧς ἐκδίδονται τὰ βουλεύματα, περὶ τῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς ἐκδίδονται τὰ κατασχετήρια, δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ μὴ προσερχομένου ἐγκαίρως ὡς ἀδίκημα καὶ νὰ τὸν τιμωρῶμεν μὲ τόσον αὐστηρὰς ποινάς, διότι αἱ ποιναί, τὰς ὁποίας ἀπαγγέλλει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὡς βάσις, νομίζω ὅτι καὶ αὐταὶ εἶναι αὐστηραί, ὅταν τεθῇ ὡς βάσις τὸ ἀπὸ τοῦ κατασχετηρίου ἢ βουλεύματος. Ἐπὶ παραδείγματι, ἂν εἷς ὑποπεσὼν εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως εἰς βαθμὸν πλημμελήματος ὑποπέσῃ κατὰ τὸν χρόνον τῆς φυγοδικίας καὶ εἰς ἕτερον ἀδίκημα, τὸ τῆς παρανόμου ὑλοτομίας, ἔχει ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του δύο πλημμελήματα, τῶν ὁποίων ἡ ποινὴ θὰ εἶναι ἑνὸς μηνὸς ἢ καὶ 20 μόνον ἡμερῶν διὰ τὰ δύο. Θέλετε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ φυγοδίκου αὐτοῦ νὰ θέσητε τὴν ποινὴν τῆς φυγοδικίας δύο ἐτῶν ἢ καὶ ἑνὸς ἔτους, ὡς ἔχει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς; Νομίζω ὅτι ἡ συνέπεια μιᾶς τόσον ἐλαφρᾶς πράξεως, ἑνὸς τόσον ἐλαφροῦ κυρίου ἀδικήματος, δὲν πρέπει νὰ εἶναι τοσοῦτον βαρεῖα ὡς ποινὴ τοῦ παρακολουθοῦντος ἀδικήματος. Ἀλλὰ δὲν συνέβη πολλάκις σεῖς ὡς ἔνορκος νὰ χαρακτηρίσητε ὡς ἄδικον ἐπίθεσιν πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶχε θεωρηθῆ κακούργημα; Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς πρέπει νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι τότε μόνον διαπράττει τὸ ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας ὁ πολίτης, ὅταν ἀσεβήσῃ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν παραχώρησιν πρέπει νὰ τὴν κάμητε, κύριε Ὑπουργέ.
§237Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πλημμελημάτων νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ ἰδιώνυμον ἀδίκημα.
§238Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο ἐναντίος.
§239Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ πλημμέλημα.
§240Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τότε δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§241Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ μείνωσι τὰ πλημμελήματα τῆς ζωοκλοπῆς.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας.
§243Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὅσοι, Κύριοι, γνωρίζετε τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς μου, βεβαίως δὲν θὰ παραξενευθῆτε διατί ἐγὼ ἐπὶ ζητήματος εἰδικοῦ καὶ ἀπαιτοῦντος εἰδικὰς γνώσεις καὶ σπουδὰς λαμβάνω τὸν λόγον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μένει ἄκαμπτος καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν.
§244ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§245Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν ἐξήγησιν νὰ φιλονικήσω ὅτι εἶμαι ἄκαμπτος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν ἐλάττωσιν τῶν ποινῶν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθην· ἐπίσης ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐντελῶς τὰ πλημμελήματα, καὶ ἐδέχθην ν’ ἀφαιρεθῶσιν. Ὥστε εἶμαι εὐλύγιστος.
§246Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφάνη κατά τι ἐνδοτικός, ἂν δὲν δεικνύει πεῖσμα καὶ στοργὴν ὡς συνήθως εἰς τὰ νομοσχέδιά του, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὔτε πόρρωθεν δὲν εἶναι δημιούργημα αὐτοῦ.
§247Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι υἱοθετημένον ὑπ’ αὐτοῦ.
§248Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἡ εὐκαμψία λοιπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατὰ λέξιν ἀντιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1892.
§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς φορὰς ὑπεβλήθη.
§250Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κατὰ τὸ 1892 ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης Πρωθυπουργὸς τότε πανίσχυρος καὶ ἔχων, κ. Πρωθυπουργέ, πλειοψηφίαν ἀπόλυτον, τὴν ὁποίαν ἐκέρδισεν, ἀφοῦ ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης ἐδέχθη κλωτσιὰν παρὰ τοῦ Στέμματος, ὁ ἀείμνηστος, λέγω, Τρικούπης, ἔστερξε κατόπιν παραστάσεων καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκ μέρους φίλων τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡμεῖς δ’ ἐρχόμεθα ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911, ὅτε ἀργᾷ καὶ ἀκμάζει ἡ ἀνόρθωσις, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σχεδὸν πάντες ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πτύσσομεν, ἄλλοι μὲν ἀφελῶς, ἄλλοι δὲ πονηρῶς, τὸ φαῦλον παρελθόν, τὰ δημιουργήματα τοῦ φαύλου παρελθόντας, ἐρχόμεθα, λέγω, καὶ υἱοθετοῦμεν, ὅπως ἐπιτελέσωμεν τὴν ἀνόρθωσιν.
§251Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ νομοσχέδια δὲν ἦσαν φαῦλα.
§252Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἡ ζωή, κύριοι Βουλευταί, τῶν βιβλίων καὶ ἡ ζωὴ τῆς πράξεως διαφέρουσι πολύ. Ἴσως ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι συζητήσιμον, ἀλλ’ ὁ ἔχων καὶ μικρὰν πεῖραν δὲν δύναται παρὰ νὰ πιστεύσῃ καὶ ν’ ἀποδεχθῇ ἀδιστάκτως ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὐδεμίαν ἔχει ἐπωφελῆ σκοπιμότητα, καὶ οὐδόλως θὰ συντελέσῃ πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν συνετάχθη. Δὲν θὰ ἐξετάσω, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως· ἄλλως γνωρίζετε πάντες ὅτι δὲν εἶναι οἱ τέλειοι νόμοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιτυγχάνουσι τὸ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου ἐπιδιωκόμενον. Οἱ νόμοι τότε μόνον ἀποδίδουσι τοὺς ἐπιδιωκομένους καρπούς, ὅταν οἱ ἐφαρμόζοντες αὐτοὺς δημόσιοι λειτουργοὶ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνθρωπίνως ἐνάρετοι καὶ τέλειοι. Εἶναι δὲ γνωστὸν ἐπίσης ὄχι μόνον εἰς τοὺς περὶ τὰ νομικὰ εἰδικῶς ἀσχολουμένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας ὁπωσδήποτε ἐγκυκλοπαιδικὴν μόρφωσιν ὅτι, ὅσον οἱ νόμοι εἶναι αὐστηρότεροι, τόσον ἡ παράβασις αὐτῶν εὐκολωτέρα καὶ ὁ κίνδυνος μεγαλείτερος. Διὰ τῆς αὐστηρότητος ταύτης τοῦ νομοσχεδίου νομίζει ὁ νομοθέτης, ἢ μᾶλλον ὁ υἱοθέτης, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐπιπολάζει σήμερον εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα. Οἱ διατρίβοντες τὴν ζωὴν αὑτῶν εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα καὶ τὰ λοιπὰ Δικαστήρια γνωρίζουσιν ὅτι περὶ τὰς 45 ἕως 50 χιλιάδας φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι. Λέγει δὲ ἡ δικαιοσύνη ὅτι εἶναι προκριτώτερον ἐὰν δέκα ἔνοχοι ἀθωωθῶσι, παρὰ ἐὰν καταδικασθῇ εἷς ἀθῷος.
§253Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Χίλιοι.
§254Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶναι λοιπὸν προτιμότερον κατ’ ἐμὲ νὰ ἐπιπολάζωσι τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρὰ νὰ ἐγκλεισθῶσιν, ὡς ἐνεκλείσθησαν ἄλλοι εἰς παρελθόν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄξιοι τοιαύτης τιμωρίας. Ἀλλὰ μήτοι ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχεν, ὅπως προικίσῃ τὸ Κράτος μὲ δικαστὰς ἀξίους τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν; Μήπως ὁ υἱοθετήσας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ πλήξῃ ὡρισμένα σημεῖα τῆς Ἑλλάδος, ἐπεδίωξε νὰ προικίσῃ τὸ Κράτος μὲ φυλακάς, ἀνθρωπίνας καὶ ὑποφερτάς, Πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς νὰ διαμορφώσῃ τὸν λαόν, καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς παιδείας. Ἐγὼ πρῶτος πρὸ ἡμερῶν συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε περιέμενον νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§255Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἦτο ὑποβεβλημένον.
§256Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὸ ἠγνόουν. Καὶ μόνον στενοκέφαλοι ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶσιν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα. Διότι ὁ μὲν ἔχων τὸ σθένος, καὶ ἐν δικαίῳ εὑρισκόμενος, εἴτε ἐν πταίσματι εἴτε ἐν κακουργήματι, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ λάβῃ ποσῶς ὑπ’ ὄψιν του τοῦτο, ὁ δὲ μὴ ἔχων τὸ δίκαιον, ἀλλὰ διὰ τὸν α ἢ β λόγον ὑποπίπτων εἰς πταῖσμα ἢ ἔγκλημα ἐντελῶς ἀδιαφορεῖ ἂν θὰ προστεθῇ καὶ ἕτερον βάρος, καὶ τὸ βάρος τοῦτο τὸ προστιθέμενον εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ, οὐδεμίαν εὐεργετικὴν ἐπιρροὴν θὰ ἀσκήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν τοῦτο οὐδένα πραγματικὸν σκοπὸν ἔχει. Δὲν ἔχει παρὰ νὰ πλήξῃ τὴν τάξιν καὶ τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ αἰσθανθῶσι τὸ πλῆγμα τόσον αὐστηροῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ὁ νόμος εὐεργετικῶς καὶ ἐπιεικῶς λειτουργῇ. Ἀλλὰ τί δὲν ἐπεχείρησεν ἡ ἀνόρθωσις νὰ θεραπεύσῃ, καὶ τί οἱ ἀφελεῖς δὲν πιστεύουσιν ὅτι δὲν ἐθεράπευσε; Καὶ ἐξεγείρεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἢ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἢ ἀπὸ τῶν ἑδωλίων ὑπάρχωσι Βουλευταὶ ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι νὰ μὴ ἐξανίσταται κανεὶς καὶ νὰ μὴ ἐξεγείρηται καὶ ἀγανακτῇ, ὅταν βλέπῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ὑποβαλλόμενον; Καὶ ὑποβάλλεται ὑπὸ τίνος; Ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πιστεύεται ὅτι εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ νομικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος.
§257Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ὅ,τι ἂν εἴπῃς πρέπει.
§258Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πραγματικῶς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐκήδετο τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἤθελε νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην, ἀντὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔπρεπε νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς ἄλλα πράγματα, ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὴν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπέτρεπον, τὴν παιδείαν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ τὰ λαμπρότερα νομοθετήματα εἶναι ἱκανὰ νὰ φθείρωσι καὶ νὰ καταστρέψωσι τὴν καλλίστην Πολιτείαν, ἐφ’ ὅσον οἱ πολῖται αὐτῆς εἶναι ἀμόρφωτοι καὶ οἱ δικασταὶ διεφθαρμένοι, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ χειρότερα τῶν νομοθετημάτων εἶναι ἱκανὰ νὰ δώσωσιν ἀκμὴν εἰς ἕν ἔθνος, ὅταν οἱ λειτουργοὶ τῶν νομοθετημάτων εἶναι ἀκέραιοι καὶ ἐνάρετοι. Ἀλλὰ τοιούτους δικαστὰς δὲν ἔχετε, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε τοιούτους, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε δημιουργήσει φυλακὰς ὑποφερτάς, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν διαπλάσσετε τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπεβάλετε δὲ τοῦτο ἁπλῶς καὶ μόνον ὄχι ὅπως εὐεργετήσητε τὸν τόπον ἐνισχύοντες καὶ προστατεύοντες τοὺς ἀγαθοὺς πολίτας, ἀλλ’ ὅπως τεθῇ εἷς ἐπὶ πλέον λίθος ἐπὶ τῆς πυραμίδος τῆς φωταυγοῦς καὶ κραταιᾶς Ἀνορθώσεως.
§259Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Προεκάλεσε δεδικαιολογημένως μεγάλην συζήτησιν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον χθές, διότι διὰ τούτου χαρακτηρίζεται ἡ φυγοδικία ὡς ἰδιώνυμον ἀδίκημα, ἐνῷ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν εἶναι ἀδίκημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε δικαίως ὅτι ἡ ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τοῦτο. Δέχομαι τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου κηρυσσόμενος ἐγὼ τουλάχιστον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ μεγάλης φειδοῦς πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸν καθορισμὸν ποινῶν προκειμένου περὶ τῆς φυγοδικίας, ἀφοῦ αὐτὴ ὁμολογουμένως δὲν εἶναι ἀδίκημα. Διὰ τοῦτο θὰ ἠρκούμην εἰς τὴν παραδοχὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ μετριασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξε τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ Ὑπουργικὸν σχέδιον λέγει: «Ἐὰν ἡ φυγοδικία δὲν παρετάθη πλέον τοῦ ἔτους, διὰ φυλακίσεως ἑνὸς μηνὸς μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἄλλως διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους». Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ἕξ μῆνας, ἐγὼ δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ μέχρι τριῶν μηνῶν. Φοβίζει πάντας τὸ ὅτι ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς φυγοδίκων ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλά, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἐν ὅλῳ 10,000, πόσοι νομίζετε ὅτι εἶναι οἱ ἐπίφοβοι φυγόδικοι; ἴσως 200 ἢ 500, οἱ δὲ ἄλλοι φυγόδικοι εἶναι ἐν τοῖς χαρτίοις τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων.
§260Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφους τὰς τροπολογίας σας, διὰ νὰ μελετηθῶσι προσηκόντως.
§261Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη ἐπίσης, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἄρθρου ἡ διάταξις ὅτι, ἐὰν ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος διὰ τὸ κακούργημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατεδιώχθη, νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν ποινὴν τῆς φυγοδικίας, διότι θὰ εἶναι ἀκατανόητον ν’ ἀθωωθῇ τις διὰ τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν καταδιώκεται, καὶ νὰ καταδικασθῇ διὰ τὴν φυγοδικίαν.
§262Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν θέλητε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία σας, ὑποβάλετε αὐτήν, ἵνα τυπωθῇ καὶ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ συζητηθῇ.
§263Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐσκόπουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μὴ προτιθέμενος βεβαίως ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅπως ὑποστηρίξω τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἀφορᾷ κυρίως αὐτὴν ταύτην τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἠναγκάσθην ὅμως νὰ παραιτηθῶ καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐπεφυλάχθην, ὅπως σήμερον ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης γνώμην μου ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου συζητοῦντες ἀνέφερον καὶ ἄλλοι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἀρυόμενοι τὰ γενικὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς πλημμελείας, ἣν προτίθεται νὰ καλύψῃ ἡ τροπολογία μου, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ τὰ ὑπὲρ τῆς γνώμης μου αὐτῆς ἀναπτυχθέντα ἤδη ἐπιχειρήματα, περιοριζόμενος μόνον εἰδικῶς ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας, ὅπως ἀναπτύξω τοὺς ὑπὲρ ταύτης ἀμέσως συνηγοροῦντας λόγους. Ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ ἐν τῷ ἐπεξεργασθέντι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς χαρακτηρίζονται ὡς φυγόδικοι οἱ διωκόμενοι εἴτε συνεπείᾳ βουλεύματος εἴτε συνεπείᾳ ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐπίσης δὲ τὸν αὐτὸν χαρακτηρισμὸν ἔχουσιν οἱ φυγόποινοι, οἱ καταδιωκόμενοι δηλαδὴ συνεπείᾳ ἀποφάσεως. Καὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συνηγορῶν πάντοτε συμμερίζομαι τὴν ἀνάγκην τῆς Πολιτείας, ὅπως λάβῃ κατασταλτικὰ μέτρα κατὰ τῆς φυγοδικίας. Μολονότι ὅμως καὶ ἐγὼ κήδομαι ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας δὲν θεωρῶ ὀρθὸν νὰ παρορᾷ τις τελείως καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν τούτων τῶν μελῶν τῆς Πολιτείας, αὐτῶν τούτων τῶν ἑκάστοτε ἀδικησάντων. Καὶ ὁ μὲν φυγόποινος, ὁ πράγματι φυγόποινος, ὁ διωκόμενος δηλαδὴ συνεπείᾳ ἀποφάσεως, ὁ καὶ μᾶλλον ἐπικίνδυνος εἰς τὴν Πολιτείαν, αὐτὸς βεβαίως ὀρθὸν εἶναι νὰ διώκηται διὰ τὸ ἐκτελούμενον ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας, διότι ἡ μὲν Πολιτεία ἐκ τούτου ἔχει νὰ προσπορισθῇ μεγάλην ὠφέλειαν, καθόσον θὰ συντελέσῃ, ἂν ὄχι τελείως νὰ ἐκλείψωσιν οἱ φυγόδικοι, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε νὰ περιορισθῶσιν, ὁ δὲ καταδικασθεὶς καὶ διωκόμενος συνεπείᾳ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης φυγοδικίας, λέγω δ’ ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης φυγοδικίας, διότι θᾶττον ἢ βράδιον οὗτος θὰ συλληφθῇ, ἐνῷ ἀπειθῶν διὰ τῆς φυγοδικίας νομίζω ὅτι ὑφίσταται ἔτι μεγαλειτέραν ποινὴν καὶ θὰ ὑφίσταται ἔτι μείζονα διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ὑφίσταται δὲ μάλιστα τρεῖς ποινάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ τὸν ἀναγκάσῃ φυσικῷ τῷ λόγῳ μόνον τοῦ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν, διότι θὰ ὑφίσταται τὴν οὕτως εἰπεῖν ποινὴν τῶν κινδύνων καὶ στερήσεων καὶ τῶν ἄλλων ζημιῶν τῆς φυγοδικίας, θὰ ὑποστῇ τὴν ποινὴν τοῦ ἰδιωνύμου ἀδικήματος τῆς φυγοδικίας καὶ τὴν ποινὴν τῆς ἀποφάσεως, ἥτις κατεδίκασεν αὐτόν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τοὺς κατηγορουμένους καὶ φυγοδίκους, τοὺς συνεπείᾳ ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ, συνεπείᾳ τοῦ κατασχετηρίου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς μέγαν δισταγμόν, διὸ καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν. Πάντες, νομίζω, γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, τὰ γινόμενα ἄτοπα ἑκάστοτε ἐκ μέρους τῆς ἀνακρίσεως, πάντες γνωρίζετε ἐπὶ πόσον χρόνον παρατείνεται πολλάκις ἡ προφυλάκισις τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ὅτι ὡς ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης προφυλακίσεως ἐκ μέρους τῆς ἀνακρίσεως πλειστάκις ἔχομεν τὸ ἀπαλλακτικὸν βούλευμα τοῦ Συμβουλίου ἢ τὸ βούλευμα τὸ παῦον πρὸς καιρὸν ἢ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον δίδει ἀλλοῖον χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν πρᾶξιν. Καὶ τὴν ἤδη χαρακτηρισθεῖσαν διὰ τῆς μηνύσεως καὶ ἀνακρίσεως πρᾶξιν ὡς κακούργημα μεταβάλλει δίδων τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ πλημμελήματος καὶ διατάσσει τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κατηγορουμένου ἐκ τῶν φυλακῶν. Αὐτὸς εἶναι καὶ εἷς τῶν κυριωτέρων λόγων, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἑκάστοτε κατηγορούμενοι δυστροποῦσι νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς Ἀρχῆς, φοβούμενος δηλαδὴ τὴν προφυλάκισιν καὶ τὴν συνήθη παράτασιν αὐτῆς. Ὅλως περιττὸν θεωρῶ ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς παραδείγματα τῆς τοιαύτης παρατάσεως, διότι καὶ πολλὰ ἐλέχθησαν παραδείγματα καὶ διότι νομίζω ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα νὰ προσθέσῃ εἰς ταῦτα, διότι θὰ γνωρίζῃ καὶ ἄλλας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ πολὺ ἔμειναν προφυλακισμένοι καὶ εἶτα ἀπηλλάγησαν. Ὁ φόβος λοιπὸν αὐτῆς τῆς προφυλακίσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνακριτοῦ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν οἱ διάφοροι φυγοδικοῦντες καὶ δὲν προσέρχονται εἰς τὴν Ἀρχήν. Ὑπάρχει λοιπὸν μέγας κίνδυνος ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ν’ ἀδικήσῃ τὸν πολίτην ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο μέσον ἀφίεται ἐκ τοῦ νόμου, εἰμὴ μόνον ἡ οὕτως εἰπεῖν ἄμυνα διὰ τῆς μὴ προσελεύσεως ἑκουσίως ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν Ἀρχῶν. Τί ὅμως ἐκ τούτου ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ Πολιτεία; Δύνασθε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δεχθῆτε ὅτι ὁ φυγόδικος ἕνεκα ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἑνωθῇ μετ’ ἄλλων καὶ θέλει τραπῆ πρὸς τὴν λῃστείαν; Ἀλλά, καὶ ἂν πράγματι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπικίνδυνος εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἂν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐπρόκειτο νὰ ἐγκληματήσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν θὰ αἰτιᾶται διὰ τὴν τοιαύτην του διαγωγὴν αὐτὴν τὴν Πολιτείαν καὶ οὐχὶ ἐκεῖνον; Διατί αἱ ἀνακριτικαὶ Ἀρχαὶ ἐπὶ τοσοῦτον τηροῦσιν ἐκκρεμεῖς τὰς ὑποθέσεις, ἐν ᾧ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως περατώσωσιν αὐτάς; Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, καὶ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὡς ἀποτέλεσμα θὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν αὐθορμήτως οἱ κατηγορούμενοι. Τὸ τοιοῦτον δὲν θέλω ὑποστηρίξει καὶ διὰ τοὺς καταδιωκομένους συνεπείᾳ βουλεύματος τοῦ συμβουλίου, διότι ἐκλείπουσι πράγματι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑφίσταται ἡ αὐτὴ ἀνάγκη τῆς προστασίας ὅσον διὰ τοὺς διωκομένους συνεπείᾳ ἐντάλματος, λέγω δ’ ὅτι ἐκλείπουσι, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχουσιν ἀρκοῦσαν ἐγγύησιν αὐτὴν ταύτην τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου τῶν τριῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι μολονότι κατὰ νόμον εἶναι ὑποχρεωμένοι τὰς ἐνδείξεις τοὐλάχιστον νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν πρὸς παραπομπὴν τοῦ κατηγορουμένου, παρέχουσιν ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ εὑρίσκωσι πράγματι στοιχεῖα, ὅπως παραπέμψωσι τὸν κατηγορούμενον, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἔχομεν τὸ κυριώτερον ἀκόμη ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης, ὅτι ὅσον οὔπω ὁ κατηγορούμενος θέλει κληθῆ καὶ κριθῆ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, καθότι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος μέχρι τῆς κλήσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον δὲν θέλει ἐμφιλοχωρήσει μακρὸν διάστημα, ὥστε, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγκλεισθῆ εἰς τὰς φυλακάς, δὲν θὰ παραπονῆται διὰ κράτησιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Ἡ τροπολογία μου, Κύριοι, εἰς τοῦτο συνίσταται, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, μολονότι συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναμαι νὰ παραβλάψω τελείως τὸ συμφέρον τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἔρμαια τοὺς πολίτας εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἀνακριτικῆς Ἀρχῆς. Ἡ τροπολογία μου δὲ σύγκειται εἰς τοῦτο μόνον, νὰ προστεθῇ «ὅστις ἐπὶ κακουργήματι κατηγορούμενος διὰ βουλεύματος» καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ τετάρτου στίχου τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 ἡ λέξις «κατασχετηρίου...». Ἐλπίζω ὅτι συμμεριζομένη τὴν γνώμην μου ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ τὴν τροπολογίαν μου ταύτην.
§264Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχω νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐδοκήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτής. Νομίζω δὲ σπουδαίαν τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἥτις ἀφορᾶ τὴν ἀπάλειψιν τῆς λέξεως «κατασχετηρίου» ἐν τῷ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίῳ, θεωρῶ δὲ ταύτην σπουδαιοτέραν ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηλείφθησαν αἱ λέξεις, ἃς φοβούμενοι ἐπιζητοῦσι νὰ ἀποκλείσωσι, φράσσοντες ἑρμητικῶς τὰς θύρας τοῦ νόμου καὶ δεσμεύοντες ὑπεράγαν τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐνέργειαν τοῦ δικαστοῦ τοῦ ἐντεταλμένου τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων περιπτώσεων, ἀλλ’ εἶναι τὸ συνήθως συμβαῖνον ἐν τῇ πράξει, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω σαφέστερον. Συμβαίνει δὲ συνήθως τὸ ἑξῆς: Κατηγορεῖταί τις ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει δι’ ὅπλου. Ἡ ἄδικος αὕτη ἐπίθεσις εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἀνακρίσεων διαπλάσσεται εἰς ἀπόπειραν ἀναιρέσεως, «πλημμέλημα», καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας αἱ ποιναὶ τῆς φυγοδικίας ἐφαρμόζονται μόνον ἐπὶ τῶν ἐπὶ κακουργήματι κατηγορουμένων. Θὰ εἶναι δέ, Κύριοι, δῶρον ἄδωρον, ἂν ἀπαλλάξωμεν τῆς ἐπὶ φυγοδικίᾳ ποινῆς τοὺς ἐπὶ πλημμελήματι κατηγορουμένους ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαλείψωμεν ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τὴν ἔννοιαν ὅτι αἱ ποιναὶ τῆς φυγοδικίας ἄρχονται ἀπὸ τοῦ κατασχετηρίου καὶ μόνον, θὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, ἂν ὁρίσωμεν ὅτι αἱ ποιναὶ θ’ ἄρχωνται ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος, ὅπερ καὶ μόνον μετὰ κύρους, δύναταί τις εἰπεῖν, δίδει τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν κατηγορουμένην πρᾶξιν ὡς κακούργημα ἢ πλημμέλημα. Λέγων ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φοβοῦνται πάντοτε καταστρατηγήσεις τῶν νόμων, ἀποβλέποντες εἰς τὰς ἐξαιρέσεις καὶ εἰς τὰς ἐξιδιασμένας καὶ μᾶλλον ἀπιθάνους περιπτώσεις· ἑπομένως ἔχομεν ἓν κακούργημα ἢ μᾶλλον πραγματικῶς μὲν ἓν πλημμέλημα, μεταμορφούμενον ὅμως εἰς κακούργημα, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ στάδιον τῆς προδικασίας· πᾶσαι αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας ἠλπίζομεν ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη, χαρακτηριζομένη δικαίως καὶ εὐστόχως ὡς πλημμέλημα, θὰ ἐπιφέρῃ διὰ τοὺς ἐπὶ φυγοδικίᾳ κατηγορουμένους, αἴρονται, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη χαρακτηρίζεται ὡς κακούργημα, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ὡς γνωρίζετε πάντες. Τί δὲ συμβαίνει ἀκολούθως; Ἐκδίδεται ἓν ἔνταλμα καὶ κατόπιν διὰ λόγους τυπικοὺς ἓν κατασχετήριον· ἑπομένως ὁ ἐπὶ ἀδίκῳ πραγματικῇ ἐπιθέσει κατηγορούμενος, ὁ ἔνοχος δηλαδὴ πραγματικῶς ἀδίκου ἐπιθέσεως ἔχει κατ’ αὐτοῦ μίαν κατηγορίαν ἀποπείρας ἀναιρέσεως καὶ ἓν κατασχετήριον, καὶ ἑπομένως θ’ ἄρξωνται κατ’ αὐτοῦ αἱ συνέπειαι τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἂν μείνῃ ὅπως ἔχει. Ἐὰν ὅμως τάξωμεν τὰς συνεπείας του ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, εἶμαι σύμφωνος, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ζητῶ, διότι τοῦτο καὶ μόνον δίδει τὸν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀκριβῆ τῆς πράξεως χαρακτηρισμόν, ἀπὸ τότε ἄρα δέον ν’ ἄρχηται ἡ πραγματικὴ φυγοδικία καὶ νὰ ἐπιβάλλωνται αἱ ἐπὶ ταύτῃ ποιναί· ἄλλως ἀφήνοντες τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει δεικνύμεθα ἀσυνεπεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ἀναιροῦμεν τὴν ἀρχήν, ἣν ἐν αὐτῷ ἐθεσπίσαμεν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας δύναται νὰ διαπραχθῇ μόνον ὑπὸ τῶν ἐπὶ κακουργήματι κατηγορουμένων, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἀδίκημα τοῦτο θὰ θεωρῆται τετελεσμένον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατασχετηρίου, ὅπερ ὅμως κατασχετήριον ἐκδίδεται καὶ κατὰ τῶν ἐπὶ πλημμελήματι κατηγορουμένων, πρὸ παντὸς δὲ πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ διὰ βουλεύματος χαρακτηρισμοῦ τῆς κατηγορουμένης πράξεως.
§265Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ χθές, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὑπέδειξα τὴν τροποποίησιν αὐτήν, ὅπως ἡ φυγοδικία ὡς ἰδιώνυμον ἀδίκημα θεωρῆται ἀπὸ τῆς τοιχοκολλήσεως τοῦ βουλεύματος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶπον καί τινας τῶν λόγων χθές. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ βελτίωσις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένη διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· πρῶτον, ἐὰν ὑπάρχῃ μία δικαιολογία διὰ τὴν φυγοδικίαν, εἶναι ἡ τῆς προφυλακίσεως· δὲν δικαιολογεῖ τὸν φυγόδικον τίποτε ἄλλο παρὰ τῆς προφυλακίσεως τὸ ἐνδεχόμενον, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἀνακριταί, οἱ εἰσαγγελεῖς εἰς τὰ ζητήματα τῶν προφυλακίσεων δυστυχῶς καὶ μετὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα δὲν εἶναι ἐπιεικεῖς· ὑπάρχει λοιπὸν μία δικαιολογία· φεύγουσι τὴν προφυλάκισιν τὴν ἐνδεχομένως ἀδικαιολόγητον, ἄδικον προφυλάκισιν, καὶ ὑπάρχει μία δικαιολογία νὰ μὴ ἐμφανισθῇ τις. Ἐπὶ πλέον ἔχομεν τὸ ἑξῆς, ὅτι μέχρι τοῦ βουλεύματος ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως δίδεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, δίδεται ἀπὸ μίαν παραγγελίαν τοῦ εἰσαγγελέως πρὸς τὸν ἀνακριτήν, ἀμελέτητον ἐντελῶς, στηριζομένην μόνον εἰς μίαν στιγμιαίαν ἐξέτασιν μιᾶς μηνύσεως, λείπει δ’ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως· ὡς δὲ συνήθως συμβαίνει, διαβιβάζονται εἰς τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην ἀντίληψιν τοῦ εἰσαγγελέως κρίνονται.
§266Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη. Ἐγὼ κατενόησα τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἀφήνετε εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τὴν ἀνάπτυξιν;
§267Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§268Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν τὰ εἴπωμεν τώρα καὶ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἔχομεν τρίτην συζήτησιν.
§269Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὀλίγον νὰ σκεφθῶ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐνόησα τελείως τὰς σκέψεις σας καὶ τὰς τροπολογίας.
§270Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Οὐδεμία δὲ μεταβολὴ πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖ, ὅπου ἔχομεν «τοῦ κατασχετηρίου», θὰ εἴπωμεν «τοῦ διατάσσοντος τὴν σύλληψιν βουλεύματος». Καὶ τοῦτο ἔχω νὰ παρατηρήσω, κύριοι Βουλευταί. Ὡμίλησα καὶ χθὲς περὶ τῶν πλημμελημάτων, ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωρίζετε ὅτι διατάσσεται σύλληψις ἐπὶ πλημμελήματι μόνον τῶν ἐπὶ ζωοκλοπῇ καὶ ζωοκτονίᾳ κατηγορουμένων, εἰς αὐτὰ δὲ τὰ ἀδικήματα ὑποπίπτουσιν οἱ χείριστοι τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἶναι ταῦτα ἐκ τῶν ἀτιμωτικωτάτων καὶ τῶν μοχθηρῶν ἐγκλημάτων, δυνάμεθα νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὰ πλημμελήματα ταῦτα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τοῦτο μοι τὸ ὑπηγόρευσε καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ἑξῆς, ὅτι μὴ διαγραφομένης διαδικασίας ἐν τῇ Ποινικῇ ἡμῶν Δικονομίᾳ κατὰ φυγοδικοῦντων ἐπὶ πλημμελήματι ἔχομεν διαδικασίαν τῶν φυγοδικούντων ἐπὶ κακουργήματι μόνον. Λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μὲ τὴν συντόμευσιν τῆς παραγραφῆς, τί θὰ συμβῇ, Κύριοι; Τὸ εἶπον καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· εἷς διάσημος ζωοκλόπος φοβερός, εἷς ζωοκτόνος φοβερός, εἷς ἐξ ἐπαγγέλματος λαθρέμπορος, τί θὰ κάμῃ; Θὰ φυγοδικήσῃ ἐπὶ τριετίαν, θὰ ἔρχηται δὲ νὰ τὸν βοηθῇ ἡ Πολιτεία δίδουσα εἰς αὐτὸν ἀμνηστίαν, διότι μετὰ τριετίαν τὸ ἀδίκημα παραγράφεται.
§271Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν διαδικασίαν εἰς τὴν Δικονομίαν μας;
§272Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν καθόλου εἰς τὴν Δικονομίαν μας. Ὁ φυγοδικῶν διὰ πλημμέλημα δὲν δύναται κατὰ τὴν Δικονομίαν μας νὰ δικασθῇ ἐρήμην, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος σοβαρός, εἶναι αὐτός. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§273Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τώρα θὰ ψηφισθῇ οὕτω καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ τὸ συζητήσωμεν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 2, κύριε Ὑπουργέ;
§275Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 τῆς ἐπιτροπῆς.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§277Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξεύρῃ καταλληλοτέραν ἔκφρασιν διὰ τὴν «ἕνωσιν», ἡ ὁποία ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἕνωσιν πρὸς ἐγκληματικοὺς σκοπούς.
§278Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω προσήκουσαν τὴν ἔκφρασιν.
§279Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὄχι πᾶσα οἱαδήποτε τυχὸν ἕνωσις;
§280Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα ἕνωσις. Ἡ διάταξις εἶναι προληπτική. Βεβαίως τυχαία ὅλως καὶ στιγμιαία συνάντησις δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους τῆς διατάξεως.
§281Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Διότι ἀκριβῶς ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἕνωσιν» τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως κολασίμου πράξεως.
§282Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἀντιτίθεται, ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλετε νὰ τὸ μεταρρυθμίσω; Θὰ τὸ σκεφθῶ.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. Τῆς ἐπιτροπῆς;
§284Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τῆς Κυβερνήσεως προτείνω νὰ διατυπωθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει).
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται).
§286Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν ἐπιβάλληται ποινή, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀθωωτική, ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων εἶναί τι ὑπερβολικόν.
§287Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἀποτελεῖ ἴδιον ἀδίκημα.
§288Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τυχαίου πράγματος· πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς ποινῆς τοὐλάχιστον 4 ἐτῶν.
§289Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά. Ὑπάρχει ἴσως πλάνη, τὴν ὁποίαν δὲν νομίζω δεδικαιολογημένην πολύ, διότι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀθωωθῇ διὰ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἐν φυγοδικίᾳ, δὲν εἶναι ἔνοχος, ἄρα δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν αἱ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀπαγγελλόμεναι ποιναί. Εἶναι πλημμέλημα ἁπλοῦν ἡ φυγοδικία καὶ θὰ τιμωρηθῇ ὡς αὐτοτελὲς ἀδίκημα κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον.
§290Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Θὰ δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία, ὥστε θὰ καταδικάζωνται οἱ ἀθῷοι.
§291Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀθωωθῇ, βεβαίως δὲν θὰ εἶναι ἔνοχος.
§292Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπεθύμουν σχετικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 4 νὰ προτείνω τὸ ἑξῆς. Τὴν ποινὴν νὰ μὴ ἐφαρμόζῃ τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων παρὰ μετ’ ἀπόφασιν περὶ τῆς οὐσιαστικῆς ἐνοχῆς τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων.
§293Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰς σκέψεις ἡμῶν. Πρόκειται περὶ πλημμελήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ δικάσῃ, ἀφοῦ ἔρχεται πλέον κεκαθαρμένη ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιόν του.
§294Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι πλημμέλημα, δὲν ἀποκρούει τὴν σκοπιμότητα τοῦ μέτρου.
§295Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος καὶ μείνῃ ὡς ἁπλοῦν πλημμέλημα ἡ φυγοδικία, ὁ ἀνώτερος ὅρος εἶναι ἕξ μηνῶν φυλάκισις.
§296Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχει ὁ φόβος τῆς ἐμπνεύσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων θέλει κρατήσει τὸν κατηγορούμενον.
§297Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ μόνος λόγος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Οἱ σύνεδροι, οἱ ὁποῖοι ὡς τακτικοὶ δικασταὶ εἶναι συνηθισμένοι εἰς ἐπιβολὴν τῶν ποινῶν, θέλουσιν ἐξετάσει ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν κ. Λαγοπάτην καὶ ἐμὲ νὰ ὑποβάλωμεν τὴν τροπολογίαν, ἥτις διενεμήθη σήμερον. Ἐκ πείρας γνωρίζω καὶ πολλάκις ἔχω ἴδει τοὺς κ. συνέδρους ἀγανακτοῦντας κατὰ τῶν ἐνόρκων, διότι αὗτοι ἀπήλλαξαν ἐντελῶς τὸν κατηγορούμενον. Δὲν μοὶ ἐμπνέει δὲ τὴν πεποίθησιν νὰ χορηγήσωμεν ἓν τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς συνέδρους, ὥστε νὰ ἐπιβάλωσι ποινὴν κατὰ μὲν τὸ νομοσχέδιόν σας ἑνὸς ἔτους φυλακίσεως, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἕξ μηνῶν φυλακίσεως, διότι νομίζω ὅτι θέλει γίνει κατάχρησις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχομεν εἰς αὐτούς, καὶ θέλουσιν ἐπιβάλει τὴν ποινήν, διότι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων διὰ τὴν α ἢ β περίπτωσιν ἀπήλλαξεν ἐντελῶς τὸν κατηγορούμενον, καὶ τὸν λόγον τοῦτον δέον νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Λαγοπάτη ὑποστηριχθεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πετμεζᾶ, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ν’ ἀποφαίνηται καὶ περὶ ὑπάρξεως τῆς φυγοδικίας, ἐν καταφατικῇ δ’ ἀποφάσει τῶν ἐνόρκων, τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινήν.
§298Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι ταῦτα προτείνοντες οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀντιτίθενται εἰς τὴν κρατοῦσαν νομολογίαν, διότι λέγει ὅτι περὶ πλημμελήματος ἀποφαίνεται τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτάκουστον, διότι ἡ πρότασις τῶν κυρίων συναδέλφων οὐδαμῶς ἀντιτίθεται εἰς τὴν κρατοῦσαν Ποινικὴν Δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ποινῆς καὶ μόνης, καὶ ὅταν περὶ πλημμελήματος πρόκειται.
§299Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ πλημμελημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς τὰ Δικαστήρια τῶν συνέδρων.
§300Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὰ Δικαστήρια τῶν συνέδρων δὲν ἀνατίθενται τὰ πλημμελήματα παρὰ μόνον τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν κακουργιοδικῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἀποφαίνεται οὐσιαστικῶς καὶ ἀκολούθως τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων ἐπιβάλλει τὴν ποινήν. Κατ’ οὐδεμίαν δηλαδὴ περίπτωσιν τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων ἀποφαίνεται περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων εἰς μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν ἀποφαίνεται προκειμένου περὶ τῆς καλουμένης διαδικασίας τῶν ἀπόντων καὶ φυγοδίκων, ἀλλὰ καὶ τότε ἐπακολουθεῖ ἡ ἀνακοπή, καὶ ἔρχεται τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων καὶ ἀποφαίνεται καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Δὲν ἐπίστευον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐλεγχθῆ ἀγνοῶν τὰ στοιχειώδη τῆς Ποιν. Δικονομίας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακριβωθῇ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἄλλο τι. Ἡ δευτέρα περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 1 λέγει· «ἐὰν διαρκούσης τῆς φυγοδικίας κατέστη ἔνοχος πλημμελήματος, διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον δύο ἐτῶν, ἐὰν δὲ κακουργήματος, διὰ φυλακίσεως 4 ἐτῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον». Ὑποθέσατε λοιπὸν ἕνα κατηγορούμενον φυγοδικοῦντα καὶ ὑποπεσόντα κατὰ τὴν φυγοδικίαν εἰς πρᾶξιν ἀξιόποινον, ἀκολούθως δικαζόμενον καὶ ἀθωούμενον διὰ τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ἐφυγοδίκει. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ ἐπιβληθῶσιν αἱ ποιναὶ τῆς πρώτης περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 1 καὶ οὐχὶ τῆς δευτέρας, οὐχὶ διότι τὸ ἄρθρον 4 τὸ συζητούμενον λέγει «ἐὰν ὁ φυγοδικῶν παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ τῇ πράξει, δι’ ἣν ἐφυγοδίκει, ἢ ἐπὶ πράξει, διαρκούσης τῆς φυγοδικίας, τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων ἀποφαίνεται περὶ τῆς φυγοδικίας, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων, καὶ πάντοτε μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν ταύτην». Δηλαδὴ διὰ τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ἐφυγοδίκησε, καὶ ἐὰν ἀθωωθῇ διὰ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῆς φυγοδικίας κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἔνοχος τῆς δευτέρας πράξεως. Λοιπὸν ζητοῦμεν, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἀθῷος διὰ τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐφυγοδίκησεν ἐν ἀρχῇ, νὰ μὴ ἐπιβάλληται ἡ ποινὴ τῆς δευτέρας περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 1, ἀλλὰ τῆς πρώτης περιπτώσεως τοὐλάχιστον, δηλαδὴ νὰ μετριασθῇ ἡ ποινή, διότι ἡ λέξις ἔνοχος, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν περιλαμβάνει καὶ τὰς δύο περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 1, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὴν δευτέραν, ὅτε ἐγένετο ἔνοχος μετὰ τὴν φυγοδικίαν· δὲν ἀφορᾷ τὴν πρώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν, καὶ ἂν ἀθωωθῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 4, θὰ ἔχῃ τὴν ποινὴν τῆς δευτέρας περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 1.
§301Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινὴν τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπηρεάζηται μὲ τὴν ἀντίληψιν περὶ δολίας προαιρέσεως διὰ τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία θὰ παρακολουθῇ, δηλαδή, ἐὰν οἱ δικασταὶ ἔχωσι κακὴν ἰδέαν περὶ τοῦ κατηγορουμένου, θὰ ἐκσπῶσιν ἐναντίον του.
§302Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Πῶς τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων θὰ γνωρίζῃ ἂν ὁ κατηγορούμενος μετὰ τὴν φυγοδικίαν ὑπέπεσεν εἰς ἀδίκημα; Συνεπείᾳ ἀποφάσεως καταδικαστικῆς;
§303Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις νομίμως καὶ κανονικῶς καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ὁ κατηγορούμενος κατὰ τὸν χρόνον τῆς φυγοδικίας. Ἐὰν δὲν εἰσαχθῇ τοιαύτη κατηγορία, δὲν θὰ δικασθῇ δι’ αὐτήν, ἀλλὰ μόνον δι’ ὅ,τι παρεπέμφθη. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ποιναὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ πρώτου ἄρθρου, πρέπει νὰ συντρέξωσιν αἱ προϋποθέσεις αὐτοῦ. Λέγει τὸ ἄρθρον· ἐὰν διαρκούσης τῆς φυγοδικίας κατέστη ἔνοχος πλημμελήματος. Ἄρα, ἐὰν δὲν κατέστη, οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἐδάφιον τοῦτο.
§304Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐνισχύεται ἡ σύγκρουσις μεταξὺ συνέδρων καὶ ἐνόρκων. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἰδέαι τῶν συνέδρων διὰ τοὺς ἐνόρκους. Πᾶσα ἀπόφασις ἀθωωτικὴ ὑπὸ τῶν ἐνόρκων ἀπαγγελλομένη θεωρεῖται ὡς προερχομένη ἐκ σφάλματος ἢ ἔχθρας ἢ ἀντιθέσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι τρέμοντες νὰ παρουσιασθῶσι πρὸ τῶν Δικαστηρίων. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ μετριασθῶσιν αἱ ποιναί.
§305Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμετριάσθησαν.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν δεκάτην. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§308Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν διασάφησιν. Λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι, ἂν ὁ φυγόδικος καταδικασθῇ ἐπὶ πράξει, δι’ ἣν ἐφυγοδίκει, ἢ ἐπὶ πράξει, δι’ ἣν παρεπέμφθη. Ἂν καταδικασθῇ δι’ ἄλλην πρᾶξιν, καὶ γινώσκετε ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασιν μεταβάλλονται τὰ κατηγορητήρια μέχρι μεταβολῆς καὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως, τότε τί θὰ γίνῃ;
§309Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ αὐτὸ εἶναι.
§310Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Θὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα: Κατηγορεῖταί τις ἐπὶ ἀπαγωγῇ, συνηθέστατα δ’ αἱ ἀπαγωγαὶ καταλήγουσιν εἰς ἀδίκους ἐπιθέσεις· μένει τὸ ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ποινὴ θὰ ἐκτιθῇ μετὰ τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν εἰς τὴν ἄδικον ἐπίθεσιν ἢ ὄχι; Κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ὄχι.
§311Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός· ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν κειμένων δικονομικῶν νόμων ἡ μεταβολὴ τῆς κατηγορίας, βεβαίως θεωρεῖται ταυτότης τῆς πράξεως, εἶναι γνωστοὶ δὲ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὴ ἡ μεταβολὴ τῆς κατηγορίας.
§312Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Θὰ ἐκτιθῇ αὐτὴ ἡ ποινὴ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται πρὸς τὴν κυρίαν πρᾶξιν, ἢ θὰ δύναται νὰ συγχωνευθῇ πρὸς ἄλλην ποινήν;
§313Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχώνευσις δύναται νὰ γίνῃ μεταξὺ τῆς πράξεως, δι’ ἣν ἐφυγοδίκει, καὶ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσε καθ’ ὃν χρόνον ἐφυγοδίκει. Βεβαίως ἔχει πλήρη ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 109 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπως καὶ δι’ ἄλλην πρᾶξιν οἱανδήποτε. Τὸ μόνον ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 109 καὶ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συγχώνευσις, εἶναι ἡ ποινὴ τοῦ αὐτοτελοῦς ἀδικήματος τῆς φυγοδικίας.
§314Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δὲν συγχωνεύονται λοιπὸν οὔτε πρὸς ἀλλήλας οὔτε πρὸς ἄλλας.
§315Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§316Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἦσαν ἀναγκαῖαι αἱ ἐξηγήσεις αὐταί, διότι θὰ ἐγεννῶντο ἀμφιβολίαι.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Φικιώρης.
§318Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὴν κυριωτέραν ἀφορμὴν ἀναμφισβητήτως πρὸς εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔδωκεν ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων ὁ ἐμφαινόμενος εἰς τὰ βιβλία τῶν εἰσαγγελιῶν, τὸν ὁποῖον μάλιστα λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φαίνεται ὑπερθεματίσασα ἐν πολλοῖς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι καὶ ὁ πραγματικὸς. Οὔτε 10.150 φυγάδικοι ὑπάρχουσιν οὔτε 35.363 φυγόποινοι. Καθ’ ὅσον γνωρίζω ἐκ τῶν βιβλίων τῆς εἰσαγγελίας τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1863 διαγραφὴ τῶν τεθνεώτων καὶ φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων δὲν ἔχει γίνει, καὶ οὕτω φέρονται ἅπαντες οἱ ἔκτοτε φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι ἐν τοῖς βιβλίοις, ὥστε νὰ εὑρίσκῃ τὴν εὐκαιρίαν ὁ πρὸ τόσων ἐτῶν μελετήσας τὰ πράγματα τῆς χώρας καὶ τὴν θεραπείαν τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Χριστίδης νὰ λέγῃ ὅτι τὸ Βασίλειον τούτο εἶναι Βασίλειον φυγοδίκων. Οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν φερομένων εἰς τὰ βιβλία τῶν εἰσαγγελιῶν ὡς φυγόποινοι καὶ φυγόδικοι εἶναι τεθνεῶτες, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, ὅπως ἐκκαθαρίσωσι τὰ βιβλία των, ἵνα μὴ τὸ Κράτος παρίσταται ὡς Κράτος φυγοδίκων. Ὁπωσδήποτε, δοθείσης τῆς ἀφορμῆς εἴτε ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου εἴτε καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων, ἐκρίθη ἀναγκαῖον καὶ ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχήν, καὶ οὐδεὶς βεβαίως δύναται ν’ ἀντείπῃ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περιστολῆς τῆς φυγοδικίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ φαινομένου σήμερον ἐν τοῖς βιβλίοις φυγοποίνων καὶ φυγοδίκων. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐκρίθη τοῦτο ἀναγκαῖον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, ὅπως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν πρὸς περιστολὴν τῆς φυγοδικίας, μὴ φέρωσι καὶ εἰς ἀδικίας. Δὲν θέλω καὶ δὲν ἐπεχείρησα οὔτε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς οὔτε ἐν τῇ συζητήσει ἄλλων ἄρθρων νὰ λάβω τὸν λόγον, προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ἄρθρου 6 νομίζω ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ τοῦτο, διότι δὲν ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν μόνον εἰς τὸν φυγοδικοῦντα, τοῦ ὁποίου τὴν φυγοδικίαν χαρακτηρίζομεν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἰδιώνυμον ἔγκλημα, ἀλλ’ ἐπιβάλλει ποινὴν καὶ εἰς τοὺς μετ’ αὐτοῦ συναλλασσομένους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἶναι ὅλως ἐν ἀγνοίᾳ τῆς τοιαύτης ἰδιότητος τοῦ μεθ’ οὗ συναλλάσσονται, ἂν δηλ. εἶναι πράγματι φυγόδικος ἢ φυγόποινος. Ἂν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς —διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπερθεματίζει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ—, αὕτη ζητεῖ ὄχι μόνον νὰ ἀκυρῶνται αἱ μετὰ τρίτων πράξεις του αἱ γενόμεναι ἀπὸ τῆς φυγοδικίας του, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς πράξεως. Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα τελοῦνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μένῃ ἄγνωστος ἐπὶ πολὺ ὁ δράστης αὐτῶν καὶ ν’ ἀνακαλύπτηται μετὰ μῆνας, μετὰ ἔτη πολλάκις, ὅτε καὶ καταδιώκεται. Φαντασθῆτε λοιπὸν ὁπόσον μέγα ἀδίκημα θὰ ἐπέρχηται, ἀκυρουμένων πασῶν τῶν πρὸ διετίας πολλάκις δικαιοπραξιῶν αὐτοῦ. Εἶναι δίκαιον ὁ μετ’ αὐτοῦ συναλλαχθεὶς ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐγκλημάτων του νὰ χάσῃ πάντα τὰ δικαιώματά του; Εἶναι φοβερὸν νὰ παρουσιάζηται τοιοῦτόν τι, καὶ ὑπὸ ἐπιτροπῆς μάλιστα, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς! Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον περιορίζεται μόνον ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐκεῖνο δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, διότι πόσοι φυγόδικοι περιφέρονται ἐλευθέρως ἀναστρεφόμενοι μεθ’ ἡμῶν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ὅτι εἶναι φυγόδικοι; Ἐὰν τὰς πράξεις αὐτῶν θεωρῶμεν ἀκύρους, θὰ βλάψωμεν τρίτους ὅλως ἀθώους. Νομίζω ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται τὸ τοιοῦτον, καὶ θὰ συγκατατεθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸν ἀναμφισβήτητον τοῦτον λόγον, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ἀντιλέγων, νὰ διαγράψῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς.
§320Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, ν’ ἀρχίσω μὲ μίαν σύγκρισιν ὄχι καὶ τόσον κολακευτικὴν διὰ τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 κατήργησε τὸν πολιτικὸν θάνατον, ἡ δ’ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1911 πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ ὑπό τινα μορφὴν ἐκ νέου τὸν πολιτικὸν θάνατον! Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 κατήργησε τὸν πολιτικὸν θάνατον ὡς ποινὴν ἐπὶ καταδίκων, τὸ δὲ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ ἄρθρον 6, ἐπιβάλλει τοιαύτην ποινὴν καὶ εἰς μὴ καταδίκους! Εἶναι, Κύριοι, προφανές, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 6 προτείνεται περιορισμὸς τῆς περιουσιακῆς ἱκανότητος τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ τιμωρήσῃ, ὅπως διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὸ φέρῃ εἰς τὴν ὀφειλομένην ἀπέναντι τοῦ Κράτους ὑποταγήν. Πρόκειται περὶ περιουσιακῆς ἀνικανότητος, ἡ ὁποία λαμβάνει οὐσιαστικῶς ἐν μὲν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ χαρακτῆρα ποινῆς ἐναντίον τοῦ φυγοδικοῦντος, ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς χαρακτῆρα τοιαύτης ποινῆς, ἐπιβαλλομένης καὶ εἰς χρόνον πρὸ τῆς φυγοδικίας. Καθιεροῦται δηλαδὴ ἕν εἶδος ἀναδρομικῶς ἐκδηλουμένης ποινῆς, ἡ ὁποία μάλιστα ἐπιβάλλεται οὐ μόνον κατὰ τοῦ φυγοδίκου, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ κατὰ πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς φυγοδικίας συνηλλάγησαν μετ’ αὐτοῦ. Εἶναι οὐσιαστικῶς ποινή, ἐκδηλουμένη ἀναδρομικῶς ἀπὸ τῆς καταδίκης, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φυγόδικον· εἶναι ποινὴ κοινωνική, ὅσον ἀφορᾷ τὸν συναλλασσόμενον μετὰ τοῦ φυγοδίκου. Ἀλλὰ τοιαύτας ποινὰς οὐδεὶς ποινικὸς νόμος ἀναγνωρίζει. Οὐδεὶς ποινικὸς νόμος πλήττει τὸν μεθ’ οὗ συναλλάσσεται ὁ ἐγκληματίας, ἀλλὰ πλήττει τὸν ἐγκληματίαν, πᾶσα δ’ ἀνικανότης περὶ τὴν συναλλακτικὴν κίνησιν τῆς περιουσίας τοῦ ἐγκληματήσαντος, ἡ ὁποία θὰ ἐπέδρα ἐπὶ τῆς εὐσταθείας τῶν κοινωνικῶν συναλλαγῶν, εἶναι ἀδικαιολόγητον νομοθετικὸν ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον μόνον ἐξαιρετικοὶ λόγοι θὰ ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι. Πράγματι, ὁσάκις ἡ νομοθεσία μας ἐδέχθη μίαν τοιαύτην ἀνικανότητα, τὴν ἐδέχθη ἐκ λόγων ἀνάγκης, ὡς ἐπίσης ὁσάκις ἐδέχθη ἀναδρομὴν τῆς τοιαύτης ἀνικανότητος, ἥτις πλήττει τὰ συμφέροντα τρίτων, τὴν ἐδέχθη μόνον ἐκ λόγων ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τίς ἀνάγκη ὑπάρχει, ἵνα δεχθῶμεν τοιαύτην ἀνικανότητα; Ὑπάρχουσιν αἱ προϋποθέσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κατάδικος στερεῖται διὰ νομίμου ἀπαγορεύσεως τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του; Τί ζητεῖ τὸ ἄρθρον 6; Ζητεῖ νὰ δεσμεύσῃ τὸν φυγόδικον ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς περιουσίας τοῦ διὰ τίνα λόγον; Διὰ νὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Πολιτείας; Δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ποινὴ ἡ ἄλλη, ἡ ὁποία τῷ ἐπιβάλλεται; Δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἀπειλὴ τῆς ποινῆς νὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ ὑποκύψῃ; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀμφιβάλλει ὁ νομοθέτης περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ποινῆς, ἣν εἰσάγει, ὅτε σὺν τῇ ποινῇ ἐκείνῃ ἐπιβάλλει καὶ τοιαύτην ἀνικανότητα, ὡς οἱονεὶ πρόσθετον ποινήν. Ἀλλ’ εἶναι αὕτη ποινὴ ὄχι μόνον κατὰ τοῦ φυγοδίκου, στερουμένου τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας αὐτοῦ καθ’ ὃν χρόνον φυγοδικεῖ, ἀλλ’ εἶναι πρὸ παντὸς καὶ κυρίως πλῆγμα κατὰ τῶν συναλλαγῶν. Πρέπει πᾶς συναλλασσόμενος μετὰ τοῦ φυγοδίκου, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει τι καταφανὲς στίγμα, διὰ νὰ διακρίνεται, νὰ ζητῇ καὶ πιστοποιητικὸν ὅτι ὁ μεθ’ οὗ πρόκειται νὰ συναλλαγῇ δὲν εἶναι φυγόδικος, διότι ἄλλως δὲν θὰ δύναται νὰ εὕρῃ τὸν μεθ’ οὗ νὰ συναλλαγῇ.
§321Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ τὸ ἑξῆς. Εἶχε παραπεμφθῆ τις εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἦτο δὲ καὶ κληρωτὸς τῆς ἀπογραφῆς τῆς ἐφετινῆς· προσῆλθεν εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Σπάρτης, παρουσιάσθη, ἐνεδύθη καὶ ἦτο στρατιώτης ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς χθές, καὶ μόλις χθὲς συνελήφθη καὶ μετεφέρθη. Αὐτὸς ὁ στρατιώτης ἠδύνατό ποτε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἦτο φυγόδικος; Πᾶς συναλλασσόμενος μετ’ αὐτοῦ δὲν θὰ εὑρίσκετο ἐν δεδικαιολογημένῃ πλάνῃ; Δι’ αὐτὸ οὐδεμίαν θέσιν ἔχει ἡ διάταξις.
§322Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὄντως προφανὲς τὸ πρᾶγμα, ὅτι ἡ διάταξις ὡς μὲν διετυπώθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπουργικῷ, δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα, ὅπως ὅμως διεμορφώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι κατέστη τερατώδης. Διὰ τοῦτο ζητῶ καὶ ἐγὼ πάσῃ δυνάμει τὴν ἀπάλειψιν ταύτης.
§323Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶχον τὴν τιμήν, Κύριοι, πρῶτος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ αὐτῆς, ἐπεφυλάχθην ὅμως ἐν ᾗ περιπτώσει διετηρεῖτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ἐπιτροπῆς νὰ κηρυχθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου: Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὄχι νὰ δηλώσῃ, ἀλλὰ νὰ δώσῃ ἓν ἴχνος ἐλπίδος ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καθήμεθα ν’ ἀσχολώμεθα ἐπὶ πραγμάτων, τῶν ὁποίων τόσον ζωηρῶς ἄλλοι συνάδελφοι ὑπέδειξαν τὸ ἐπιστημονικῶς σόλοικον. Κατὰ τί θὰ διέφερεν ἡ περίπτωσις τῆς ἀκυρότητος τῶν συμβάσεων τοῦ φυγοδίκου ἀπὸ τοῦ ἐὰν τῷ ἀπηγορεύομεν νὰ μνηστευθῇ, διότι εἶναι φυγόδικος, ἢ ἐὰν ἠθέλομεν κηρύξει νόθον τὸ παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤθελε γεννηθῆ ἐφ’ ὅσον αὐτὸς εἶναι φυγόδικος; Ὑποθέσατε ὅτι εἷς διαπράττει ἓν ἀδίκημα, καὶ ὁ μηνυτὴς δὲν ἀποφασίζει νὰ τὸν καταμηνύσῃ. Οὗτος ἀπέρχεται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶναι κατηγορούμενος, καὶ κατόπιν μετὰ 15 ἡμέρας ὑποβάλλεται μία μήνυσις κατ’ αὐτοῦ, διότι ἐσκέφθη τότε ὁ μηνυτὴς νὰ τὸν καταγγείλῃ, δὲν γνωρίζει δ’ ὁ κατηγορούμενος ὅτι εἶναι φυγόδικος, διότι εἶναι εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Φαντάζεσθε τὰ ἄτοπα. Μὲ συγχωρεῖτε ἂν φαίνωμαι ὠργισμένος τόσον, παρὰ τὴν συνήθειάν μου, τοῦ νὰ μὴ ἀποτείνωμαι εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ὀργήν, διότι δὲν ὑπάρχει καὶ λόγος. Ἀλλ’ εἶναι μία ἐξέγερσις, ἡ ὁποία γεννᾶται ἐν ἐμοὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἔχω ἐπιμόνους τινὰς ἰδέας. Ἐὰν π. χ. συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα περὶ Γερουσίας σοβαρῶς καὶ ἔβλεπον ὅτι ἐκινδύνευε νὰ γίνῃ δεκτόν, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἔλθω εἰς χεῖρας ἐνταῦθα, διότι ἐνόμισα πάντοτε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κἂν συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἕν ἀπὸ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι προσβάλλουσι τὴν ἀνθρωπίνην ἀξίαν καὶ τὰς βάσεις τοῦ φιλελευθέρου πολιτεύματος, εἶναι καὶ τοῦτο. Ἐὰν ἔλθῃ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἡ διάταξις αὕτη, θὰ ἐπανέλθω ἀκόμη δριμύτερον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπιχειρημάτων, διὰ νὰ ἐμβάλωμεν εἰς τὴν κεφαλὴν σας τὸ ὀρθόν, κύριε Ὑπουργέ. Ἐὰν δὲν θελήσητε νὰ μεταπεισθῆτε, οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ σᾶς μεταπείσῃ. Σᾶς διακρίνει πολιτικὸν πεῖσμα, ὄχι πεῖσμα ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, διότι δὲν σᾶς θεωρῶ ἄξιον νὰ ἔχητε τοιοῦτον πεῖσμα, ἀλλὰ τὸ τῆς ἐπαγγελματικῆς, τῆς ὑπουργικῆς ἐπιμονῆς σας τὸ πεῖσμα νὰ τὸ ἀφήσητε πρὸς στιγμὴν προκειμένου περὶ τοιαύτης διατάξεως.
§324Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδὲν πολιτικὸν πεῖσμα ἔχω· ἀκούω τὰς γνώμας πάσας, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν πιθανὸν νὰ μὴ εὕρητε τὴν διάταξιν ταύτην, πιθανὸν δὲ καὶ νὰ τὴν εὕρητε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ εἴμεθα τότε εἰς θέσιν νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§325Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά.
§326Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη καὶ θεωρῶ περιττὸν καὶ ἄσκοπον ν’ ἀπασχοληθῶ ἐπ’ αὐτοῦ, πολὺ δὲ δικαίως ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπαγγέλλεται πολιτικὸς θάνατος. Ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄνω ἄρθρου, τοῦτο ἀναφέρει ὅτι ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐκποίησις καθὼς καὶ πᾶσα παροχὴ ἐμπραγμάτου δικαιώματος. Δὲν δύναται νὰ καταστρατηγηθῇ ἡ διάταξις αὕτη; Ὁ φυγόδικος δύναται νὰ συντάξῃ ἓν συμβόλαιον ἢ ἓν γραμμάτιον πληρωτέον εἰς πρώτην ζήτησιν, καὶ ὁ δανειστὴς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ θὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην.
§327Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄπισθέν μου διαμαρτύρονται, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατὰ τὰ 9/10 οἱ φυγόδικοι εἶναι ἀγράμματοι.
§328Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο οὐδεμίαν ἐξασκεῖ ἐπιρροήν, καθόσον δύναται ὁ ἀγράμματος ἀπερχόμενος ἀπὸ τὸν δῆμον Λετρίνων καὶ ἐρχόμενος εἰς ἄλλον δῆμον νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ὤφειλε λ.χ. πεντακοσίας δραχμὰς πληρωτέας εἰς πρώτην ζήτησιν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ὁμολογίας ταύτης δύναται κάλλιστα ὁ δανειστὴς ἀκωλύτως νὰ ἐγγράψῃ προσημείωσιν. Ἀφήνω τὸ ὅτι παγιδεύονται οἱ τρίτοι, διότι ὁ τρίτος ὁ συναλλασσόμενος δὲν γνωρίζει ἂν ὁ συναλλασσόμενος καὶ εὑρισκόμενος νῦν ἐν Κυνουρίᾳ διέπραξεν ἀδίκημα ἐν Ἠλείᾳ καὶ εἶναι φυγόδικος.
§329Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. «Ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος εἰς τὸν ἐν φυγοδικίᾳ διατελοῦντα». Ἐν φυγοδικίᾳ διατελεῖ τις ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως κατασχετηρίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι φυγόδικος πρὶν παρέλθῃ εἷς μήν.
§330Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐν φυγοδικίᾳ ἀξιοποίνῳ.
§331Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Λοιπὸν ἐννοεῖτε ἀξιόποινον φυγοδικίαν; Πολὺ καλά. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ ἄρθρον 30, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπὶ πλημμελήματι, οἱ φυγόποινοι λεγόμενοι, τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς εἶναι φυγόποινος καταδικασθεὶς εἰς 10 ἡμερῶν φυλάκισιν εἰς τὰς Καλάμας, ὅπου ὑπηρέτησε στρατιώτης, χωροφύλαξ, τελωνοφύλαξ κ.λ., καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ φυγόδικος κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου καὶ δύναται νὰ τιμωρηθῇ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι λίαν αὐστηρὸν δι’ ἐκεῖνον νὰ κηρύσσωνται ἄκυροι αἱ πράξεις ἐπὶ ζημίᾳ τῶν τρίτων; Θὰ ἤθελον νὰ διασαφηνισθῇ τοῦτο, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε διατηρηθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ νὰ τεθῇ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος σχετικῇ, διὰ νὰ μὴ περιλάβωμεν καὶ τὸν ἀθῷον τρίτον. Ἀλλά, διὰ νὰ μετριασθῇ ἀκόμη περισσότερον, οὐ μόνον πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 30 φυγόποινοι τῆς ἀκυρότητος αὐτῆς, ἀλλά, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀποδεχθῆτε τὴν τροποποίησιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, νὰ περιορισθῇ ἡ ἀκυρότης αὕτη οὕτω: «Τιμωρεῖται δυνάμει παραπεμπτικοῦ βουλεύματος ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου»· ὥστε νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀκυρότης μόνον εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φυγόδικος παρεπέμφθη δυνάμει ὁριστικοῦ βουλεύματος ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, διότι τότε θὰ εἶχε σημασίαν τινά, ἄλλως εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς ἀκυρότητος αὐτῆς θὰ πλήξῃ συμφέροντα καὶ τῶν φυγόδικων, ἀλλὰ καὶ τῶν τρίτων.
§332Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ θεωρητικῶν λόγων ἴσως δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ὀρθὸν τὸ παράπαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐν τούτοις ἡ πρακτικὴ χρησιμότης αὐτοῦ ἔταξε καὶ ἐμὲ ἐν τῇ σειρᾷ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ τιμωρῆται ἡ φυγοδικία ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, ἔπρεπε νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ, εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία κατ’ οὐδένα λόγον δικαιολογεῖται. Εἶναι δὲ περίεργον ὅτι ὑπῆρξαν πολλαὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνομίσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν ὅτι δι’ ἀκυροτήτων ἀπαγγελλομένων ἐν τοῖς νόμοις ἤθελον διορθωθῆ τὰ ἄτοπα, εἶναι δ’ ἀκόμη περιεργότερον ὅτι, ἐνῷ οὐδεμία ἐπῆλθε διὰ τοῦ συστήματος τούτου βελτίωσις, πάντοτε νομίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι τὰ ἄτοπα διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου. Προχείρως ἐνθυμοῦμαι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν εἰς λάθη τοιαῦτα πολιτικοὶ ἄνδρες ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων τοῦ τόπου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1887 ὁ μακαρίτης Τρικούπης δι’ αὐστηροτάτης διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν εἰς τὸν νόμον περὶ τελῶν χαρτοσήμου, ἐζήτησε νὰ ἐξαναγκάζῃ τοὺς πολίτας νὰ χαρτοσημαίνωσι τὰς καθημερινῶς διαμειβομένας ἐπιστολάς των. Ἔθηκε τοσοῦτον αὐστηράς, Κύριοι, διατάξεις, ὥστε ἠνάγκασε καὶ τὰ Δικαστήρια αὐτά, ἀποβλέποντα εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου, νὰ καταστρατηγῶσι τὸν νόμον. Ἔχομεν τελευταίως ψηφισθέντα νόμον, τὸν περὶ φορολογίας τῶν δωρεῶν καὶ κληρονομιῶν. Ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐψηφίσθη εὐθὺς μετ’ ὀλίγον ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς νόμος, διὰ νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἀκυρότητες, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα νὰ κραυγάζωσιν αὐτόχρημα κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐκείνου. Ὑπῆρξε πρότασις νόμου πέρυσι, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγγέλλετο θάνατος, νομικὴ ἀνικανότης καὶ πολιτικὴ ἀνικανότης κατὰ παντός, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὑπεστηρίχθη πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος θὰ ἦτο ἡ πανάκεια, δι’ ἧς ἤθελον ἐκλείψει αἱ πρὸς τὸ Δημόσιον καθυστερήσεις. Εὐτυχῶς ἐπεκράτησεν ἡ σύνεσις, καὶ δὲν ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα παραδείγματα ἔρχονται σωρηδὸν ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὴν μνήμην μου καὶ μὲ πείθουσιν ὅτι τασσόμενος μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται κατὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, εὑρίσκομαι ἐν τῇ ὀρθῇ γνώμῃ. Λόγος πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ μέτρου τούτου προεβλήθη ὅτι δι’ αὐτοῦ προλαμβάνεται ἡ εἰκονικὴ μεταβίβασις τῆς περιουσίας τοῦ φυγοδίκου, καὶ οὕτως ὁ πράγματι δικαιούμενος νὰ λάβῃ ἀποζημιώσεις παρ’ αὐτοῦ δύναται ἀνεμποδίστως νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος τοῦ σκέπτεσθαι μᾶς φέρει ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτως σκεπτομένους πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐσκέφθημεν ψηφίζοντες νόμον περὶ τῆς προστασίας τῶν δανειστῶν κατὰ τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν· ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μετέλθῃ τοιαῦτα μέσα, ὑποπίπτει εἰς τὴν ποινὴν τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν καὶ ἡ ποινὴ αὕτη εἶναι ἀρκετή, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐπιβολῆς καὶ ἑτέρας, ἥτις μάλιστα στρέφεται καὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς ἄλλων, ὅλως ἀθώων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε σκέψις νὰ γίνεται περὶ φόβου τοιούτου, ἡ εἰκονικὴ μεταβίβασις προσβάλλεται καὶ ἀποδεικνύεται καὶ διὰ μαρτύρων. Συνέπεσε βεβαίως εἰς τὸν βίον τῶν δικηγορούντων νὰ συναντήσωσι τοιαύτας περιστάσεις καὶ διὰ δικαστὴν εὖ κρίνοντα, δέχομαι δὲ καὶ ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὡς ἐκτὸς πάσης συζητήσεως ὅτι πρόκειται περὶ δικαστῶν εὖ κρινόντων, διότι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ κακῶς κρινόντων, τότε καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον θὰ ἐνεπιστεύετο εἰς χεῖρας ὄχι δεξιάς. Διὰ δικαστὴν λοιπὸν εὖ κρίνοντα καὶ μόνη ἡ μεταβίβασις δικαιώματος μετὰ τὴν καταδίωξιν, αὐτὴ αὕτη θὰ ἦτο λίαν ἐνδεικτικὴ ὄχι ἀληθοῦς μεταβιβάσεως. Ἀλλά, καὶ ὀρθῶς ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον συνάδελφον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεται κἂν ὁ σκοπὸς περὶ ἀποτροπῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς περιουσίας τοῦ φυγοδίκου, διότι ἀρκεῖ ἓν γραμμάτιον, ἓν συμβόλαιον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ συνταχθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ προσημείωσις, ἵνα ἐπέλθῃ τὸ ποθούμενον. Ἐκτὸς τούτου μία ἀγωγὴ ἀνύπαρκτος, στηριζομένη εἰς ψευδὲς δάνειον πρὸ πενταετίας λ. χ. γενόμενον, καὶ μία δίκη, ἐν ᾗ δικάζεται ἐρήμην ὁ φυγόδικος, ἀρκοῦσιν, ἵνα ἐπιτευχθῇ τελεσίδικος ἀπόφασις καὶ ἐγγραφῇ ὑποθήκη. Εἶναι ἀδύνατον νὰ προλάβωμεν πάσας τὰς πονηρίας τὰς κατὰ τοῦ νόμου. Μοὶ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ εἴπω ὅτι οἱ Ἰταλοὶ λέγουσιν ὅτι γινομένου τοῦ νόμου εὑρίσκεται καὶ ἡ πονηρία, ὥστε ἡ πονηρία πάντοτε θὰ εὑρίσκηται. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεται κἂν ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐνῷ ἔχομεν ἄλλα μέσα ἀποκλείοντα εὐκόλως τὸν θέλοντα νὰ εἶναι κακόπιστος ὀφειλέτης. Ἐκτὸς τούτου προεβλήθη καὶ ἄλλος λόγος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· προεβλήθη ἡ ὑπεράσπισις καὶ προστασία αὐτοῦ τούτου τοῦ φυγοδίκου. Ἐλέχθη ὅτι πολλάκις οἱ φυγοδικοῦντες μεταβιβάζουσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν καὶ εὑρίσκονται πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην καὶ τὰ ὁποῖα καταχρῶνται τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτήν. Νομίζω ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι σοβαρός· ἂν πρόκειται ὁ φυγόδικος νὰ μεταβιβάσῃ τὴν περιουσίαν του εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ καταχρασθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην του ταύτην, θὰ ἦτο δίκαιον ἔργον νὰ ὑποστῇ τὴν τιμωρίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θὰ πάθῃ διὰ τὴν πονηρίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἄξιος ἄλλης τιμωρίας. Ἀλλὰ πῶς ὁ φυγόδικος δὲν θὰ εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ πρὸς προστασίαν ἑαυτοῦ καὶ τὴν ἀπειλὴν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν, περὶ καταχρήσεως ἐμπιστοσύνης; Ταῦτα εἶναι ἀρκετά· ὡς ὀρθῶς παρετήρησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δὲν πρέπει νὰ στερήσωμεν τὸν φυγόδικον τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως οὔτε πρέπει νὰ στήσωμεν παγίδα καὶ κατ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον συναλλαχθῆ τυχὸν μετ’ αὐτοῦ. Ἄλλως κατ’ ἀνάγκην θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη, φεύγων εἷς ἄνθρωπος ἔξω τῆς χώρας εἴτε ἐντὸς τῆς χώρας, περιοδεύων ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν, θὰ ἦτο ἀνάγκη, λέγω, ἵνα βεβαιώσῃ τὴν συναλλακτικήν του ἱκανότητα, νὰ προμηθευθῇ καὶ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ βιβλίον νομικῆς ποιότητος, ὡς τὰ βιβλιάρια τῶν ὑπηρετριῶν, τὰ ὁποῖα τελευταίως ἐπέβαλεν ἡ Ἀστυνομία Ἀθηνῶν, καὶ φέρῃ αὐτὸ μεθ’ ἑαυτοῦ ὡς σημεῖον τῆς ἱκανότητός του, καθησυχάζων τοὺς μεθ’ ὧν θὰ συναλλάσσηται. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ἂς εἶναι δὲ βέβαιος ὅτι πράττων τοιουτοτρόπως καὶ ἐγκαταλείπων μίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει συμμορφωθῆ πρὸς τὸ σήμερον κρατοῦν πνεῦμα ἐν ταῖς ποινικαῖς νομοθεσίαις, αἱ ὁποῖαι, ἐξελισσόμεναι ὡς ἀπαιτεῖ ἡ νεωτέρα πρόοδος, ὄχι μόνον ἀπέρριψαν πρὸ πολλοῦ τὸν πολιτικὸν θάνατον, ἀλλὰ καὶ τείνουσιν, ὅπως καταστήσωσιν ἀραιοτέρας τὰς περιπτώσεις τῶν νομικῶν ἀνικανοτήτων, τῶν παρακολουθουσῶν τὰς ποινάς· ἄλλως εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἡ νομικὴ ἀνισότης εἶναι πολὺ βλαβερά, καὶ τοιαύτην νομικὴν ἀνισότητα ζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Ὁ χρεοκόπος, ὁ δολοφόνος, πότε κηρύσσεται εἰς νόμιμον ἀπαγόρευσιν; Ὄχι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως. Ἐνῷ λοιπὸν δεχόμεθα ὅτι ἐκεῖνον μόνον ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως δύναται ὁ νόμος νὰ στερήσῃ τῆς ἱκανότητος πρὸς τὸ δικαιοπρακτεῖν, τὸν ἐπὶ ἁπλουστέρᾳ παραβάσει φυγόδικον θέλομεν νὰ καταστήσωμεν ἀνίκανον πρὸς τὸ δικαιοπρακτεῖν πολὺ πρότερον, ἅμα τῇ καταδιώξει. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει συγκατατεθῆ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως ταύτης.
§333Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πιστεύω ὅτι κατεδείχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου· συνεπῶς πᾶσα περαιτέρω συζήτησις παρέλκει.
§334Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπαλλάσσομαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, διότι θεωρῶ ἱκανὰ τὰ λεχθέντα ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω δι’ ἐλαχίστων μίαν πρότασιν. Καθὼς εἶπον καὶ χθές, θὰ ἤμην σύμφωνος νὰ διασκευασθῇ τὸ νομοσχέδιον ἅπαν εἰς ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, ὅπερ νὰ ἔχῃ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Τιμωρεῖται διὰ ποινῆς ἡ ἕνωσις δύο ἢ πλειόνων φυγοδίκων ἐνόπλων περιερχομένων εἰς διάφορα μέρη».
§335Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν Ἑλλάδι.
§336Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν Ἑλλάδι. Τοῦτο καὶ μόνον τὸ ἄρθρον θὰ ἐδεχόμην ν’ ἀπετέλει ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν ἑξῆς σκοπὸν καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ἵνα πειθαναγκάσω εἰς προσέλευσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀπειλοῦνται ὑπὸ βαρυτάτης ποινῆς, ἀλλ’ οἵτινες εἶναι ἑπόμενον νὰ καταλήξωσιν εἰς ληστὰς ἢ τουλάχιστον νὰ παρασυρθῶσιν εἰς διάπραξιν βαρείας τινὸς ἀξιοποίνου πράξεως. Διότι, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων, τῶν διαπραξάντων βαρέα ἐγκλήματα, οὔτε ἐγὼ θὰ συζητήσω, οὔτε τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐπίδρασίν τινα. Οἱ ἀπειλούμενοι ὑπὸ βαρείας ποινῆς, ὑπὸ ποινῆς ἰσοβίων δεσμῶν, ὑπὸ ποινῆς θανάτου ἢ καὶ προσκαίρων ἔτι δεσμῶν πλέον τῶν δεκαπέντε ἐτῶν βεβαίως δὲν θὰ προσέλθωσι, τὸ δὲ νομοσχέδιον τοῦτο, καθιστάμενον νόμος, δὲν ἔχει νὰ πλήξῃ αὐτοὺς παντάπασιν, οὔτε θὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθιστάμενον νόμος, ἔχει νὰ πλήξῃ, νὰ τιμωρήσῃ, πολλάκις δὲ καὶ νὰ καταστρέψῃ ἀνθρώπους, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲ πιθανότης ὑπάρχει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι λησταί, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι φυγοδικοῦσι, διότι πρέπει, κατὰ τὸ πλεῖστον πρέπει, νὰ φυγοδικῶσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φαίνεται ὅτι δὲν θὰ κρατήσῃ ἡ γνώμη, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεσθῇ ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου. Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ γνώμη αὕτη ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπόν της ἤδη διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν πέντε ἄρθρων; Οἱ φυγόδικοι τιμωροῦνται καὶ τιμωροῦνται δι’ ὡρισμένης ποινῆς, τιμωρεῖται δὲ καὶ ἡ ἕνωσις αὐτῶν. Τί χρησιμεύουσιν αἱ ἄλλαι διατάξεις; Τί χρησιμεύει ἡ διάταξις αὕτη ἡ ὑπὸ πάντων καταδικαζομένη; Τί χρησιμεύει ἡ συμμαχία τῆς Πολιτείας μετὰ τῶν φυγοδίκων; Τί χρησιμεύει ἡ μεταβολὴ πάντων τῶν πολιτῶν εἰς χωροφύλακας; Οὐδαμῶς χρησιμεύουσι ταῦτα πάντα. Τί χρησιμεύει ἡ διάταξις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν πλῆθος συμπολιτῶν ἡμῶν εὑρισκομένων ἐν Ἀμερικῇ, καταδικασθέντων εἰς πέντε ἡμερῶν φυλάκισιν, εἰς τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν, οἵτινες εἶναι φυγόποινοι, καὶ ἐντελῶς ἄδικον καὶ ἄτοπον καὶ ἐπιβλαβὲς εἶναι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς συνεπείας τοιούτου νόμου, ἂν ἐπανέλθωσι, καί, ἂν ἐπανέλθωσι, διατί νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἐργασίας αὑτῶν ἢ νὰ σπεύσωσι νὰ ἔλθωσιν ὁμοθυμαδὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις ταύτας; Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰ ψηφισθέντα πέντε ἄρθρα καὶ νὰ διαγραφῶσι πάντα τὰ λοιπά. Δὲν ἐλπίζω ὅτι ἡ γνώμη μοῦ αὕτη θὰ γίνῃ δεκτή, ἀλλ’ εἰς ἱκανοποίησίν τινων δηλῶ ὅτι δὲν θὰ συζητήσω ἐγὼ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων, καὶ δὲν συζητῶ, διότι εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι, ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 καὶ μόνον, πλὴν τοῦ ὅτι θὰ καταργηθῇ ὑπὸ τῆς πρώτης Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ, θὰ ὑπάρξῃ καὶ αἰτία, ὅπως καταργηθῇ καὶ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ μείνωσι τὰ πέντε ἄρθρα αὐτοῦ.
§337Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰμὴ τὴν παράκλησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις στέρξῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Χθὲς ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐξοβελιστέον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Πάντως θὰ συμφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄσκοπος. Ἂν πρόκειται ν’ ἀποκτήσῃ σκοπιμότητά τινα, ἀναντιρρήτως πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν προτείνει ταύτην ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, δηλαδὴ πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν ἀναδρομήν, διότι ἄλλως οὐδὲν πράττομεν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ διάταξις δὲν εἶναι σκόπιμος, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ γενικωτέρους λόγους εἶναι καταδικαστέα, καλὸν θὰ ἦτο νὰ στέρξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἀπάλειψιν αὐτῆς τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ ἐγὼ εἶπον προχθὲς καὶ ἄλλοι ῥήτορες ἀνέφερον ὅτι προνοεῖ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ ἡμετέρα νομοθεσία καὶ προστατεύει τοὺς ἐπιδιώκοντας τὴν ἱκανοποίησιν τῶν πολιτικῶν αὑτῶν ἀξιώσεων, θεωροῦσα ἀκύρους τὰς πράξεις τῶν ὀφειλετῶν των, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς καταδολίευσιν αὐτῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν, ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6).
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§339Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης ἔψεξε καὶ σήμερον καὶ προχθὲς τὰς κατὰ τοιοῦτον τρόπον συμμαχίας τῆς Πολιτείας μετὰ τῶν φυγοδίκων, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι καὶ κωμικά τινα ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1ον εἶναι δυνατὸν ὁ φυγόδικος νὰ ὑπόκειται εἰς ποινὴν φυλακίσεως κ. λ. π. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ φυγόδικος αὐτὸς νὰ ἔχῃ ὑποπέσει καὶ εἰς ἄλλο ἔγκλημα καὶ οὕτως εἰπεῖν ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς ποινῆς αὐτῆς, διότι θὰ παραδώσῃ ἄλλον φυγόδικον. Ἀλλ’ ἤκουσα λεγόμενον καὶ ἀστεῖόν τι, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ συλληφθεὶς ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως νὰ διατείνηται ὅτι αὐτὸς συνέλαβε τὸν ἄλλον, ὅτι δὲν εἶναι ὁ συλληφθείς, ἀλλ’ ὁ συλλαβών, καὶ οὔτε ἡ σοφία τοῦ Σολομῶντος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τίς εἶναι ὁ συλληφθείς.
§340Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, θὰ προσθέσω ὀλίγας μόνον λέξεις, προηγουμένως ὅμως θὰ ζητήσω συγγνώμην παρὰ τῶν τόσων νομικῶν τῶν παρευρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι μὴ ὢν νομικὸς λαμβάνω τὸ θάρρος ἐπὶ ὅλως νομικοῦ ζητήματος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Διότι νομίζω ὅτι πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου πρέπει εἰς ἓν νὰ ὑπαχθῶσιν, εἰς τὸ δεινὸν ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἔρχονται νὰ φέρωσι κατὰ τῆς κοινωνίας κυρίως, διότι εἶναι πραγματικῶς ἀνήθικα, διότι εἰς οὐδὲν ἕτερον τείνουσιν ἢ νὰ γεννήσωσιν ἀνήθικα συναισθήματα παρὰ τῷ λαῷ, τὴν ἰδέαν τῆς ἀμοιβῆς ἐπὶ συλλήψει ἄλλων ἀτόμων, νὰ γεννήσωσι τὰ ποταπώτερα αἰσθήματα εἰς τοὺς πολίτας. Ἐγώ, ἐὰν εὑρεθῶ ποτε εἰς θέσιν νὰ φιλοξενήσω ἢ νὰ περιθάλψω φυγόδικον, βεβαίως οὐδέποτε θὰ τὸν καταδώσω, ἔστω καὶ ἂν γνωρίζω ὅτι πιθανὸν νὰ ὑποστῶ τὴν ποινήν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι σεῖς εἶσθε φυγόδικος, κ. Ὑπουργέ, βεβαίως ἐγὼ οὐδέποτε θὰ σᾶς καταδώσω, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ σεῖς δὲν θὰ καταδώσητε ἐμέ, ἐὰν τοῦτο συνέβαινεν εἰς ἐμέ.
§341Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ προτιμήσω νὰ τιμωρηθῶ.
§342Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ συμφωνῶ πρὸς ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος κ. Κουτούπης.
§343Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν λέγετε ὅτι θὰ δημιουργηθῇ μία βιομηχανία πρὸς εἴσπραξιν 400 δραχμῶν;
§344Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ σκέπτομαι νὰ καταφύγω εἰς αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα, ἐπειδὴ εἶμαι ἄνευ ἐπαγγέλματος, συνταξιοῦχος ἤδη. Πλὴν τούτου ἀντίκειται τὸ πνεῦμα τῶν ἄρθρων τούτων εἰς τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα δογματίζουσι τὴν φιλοξενίαν καὶ εὐσπλαγχνίαν τῶν κατατρεχομένων. Τὸ νὰ τεθῇ ἡ φυγοδικία ὡς ἀδίκημα εἰδικὸν ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας.
§345Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶχε δημιουργηθῆ μία βιομηχανία μαρτύρων;
§346Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται εἰμὴ νὰ γεννήσῃ ποταπὰ αἰσθήματα παρὰ τῷ λαῷ, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ καταστρέψωσι πάντα τὰ ἁγνὰ συναισθήματα, τὰ ὁποῖα συναντᾷ τις ἰδίως εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, τὸ τῆς φιλοξενίας τῆς ὀφειλομένης πρὸς πάντα τὰ ἀδύνατα ἄτομα, ἡ ἀρωγὴ πρὸς τοὺς ὑπὸ καταδίωξιν ἀδυνάτους. Οὕτω νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄριστα θὰ πράξῃ συμπτύσσων πάντα τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἰς ἓν καὶ μόνον, ἵνα ἀποφύγῃ πάσας αὐτὰς τὰς ἐπικινδύνους διὰ τὰ δημόσια ἤθη προστριβάς. Αὐτὰ νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει).
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται).
§348Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀνέχεται νὰ συζητῇ καὶ διὰ βοῆς δὲν ἀπέρριψε χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τὸ μυστακοφόρον αὐτὸ τέκνον τοῦ κ. Χριστίδου....
§349Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί μυστακοφόρον;
§350Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Διότι ἐνεπλέχθη εἰς τοὺς μύστακάς του ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλή. Ἀφοῦ, λέγω, ἀνέχεται νὰ συζητῇ, θὰ ἐξακολουθήσωμεν χρονοτριβοῦντες. Ὅτι εἶναι τέκνον τοῦ κ. Χριστίδου, περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, διότι ὄχι εἷς νομομαθής, ἀλλ’ ὁ ἔχων στοιχεῖα μορφώσεως, ἂν ἤθελε μελετήσει ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον, ἤθελε πεισθῆ ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτά, 6, 7 καὶ 8, εἶναι ἐντελῶς ἀπορριπτέα, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπαγγέλλεται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πῶς καὶ διὰ τίνος τρόπου θὰ φρονηματίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως καὶ εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης καὶ εἰς τὰ ἔργα τοῦ πολέμου ἀναδειχθῇ, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι τὰ Κράτη πάντα καὶ τὰ ἔθνη ἐπιδιώκουσι πῶς νὰ διαμορφώσωσι λαὸν ἐνθουσιώδη, αἰσθηματίαν, εὔρωστον, τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔρχεται νὰ δημιουργήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου του ἕνα λαὸν εὐνοῦχον, διότι μόνον τοιοῦτος λαὸς εἶναι δυνατὸν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, καὶ λέγει· «Ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς τῆς φυγοδικίας ὁ φυγόδικος, ὅστις συνέλαβε καὶ παρέδωκεν εἰς τὰς Ἀρχὰς φυγόδικον διαπράξαντα φόνον ἢ ἀναίρεσιν». Ἐγώ, Κύριοι, εἶμαι ἐκ Λακωνίας, καὶ ὑποθέσωμεν ὅτι εἶμαι φυγόδικος, ἔρχεται δὲ εἷς ἄλλος φυγόδικος νὰ μὲ συλλάβῃ καὶ μὲ συνέλαβε. Γνωρίζετε τίνας συνεπείας θὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα τοῦτο; Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ διαμόρφωσις τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἐθίμων. Συμφωνῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ μέσον. Διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ συμβῇ αὐτό, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου βεβαίως ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμός, ὡς ἀξιοῦμεν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Πολιτεία, ἡ ὁποία προστατεύει τοὺς προδότας καὶ τοὺς καταδότας, εἶναι καταδεδικασμένη νὰ χαθῇ, εἶναι Πολιτεία ἄνευ προορισμοῦ, καὶ προωρισμένη μόνον νὰ δημιουργήσῃ ἓν ἀπέραντον στρατόπεδον βδελυρῶν προδοτῶν καὶ χυδαίων ἀνθρωπαρίων. Καὶ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ λέγει· «Ὅστις ἐν γνώσει τροφοδοτεῖ ἢ δέχεται εἰς τὴν οἰκίαν του, κρύπτει φυγόδικον ἢ ὁπωσδήποτε διευκολύνει τὴν ἀπόκρυψιν ἢ δραπέτευσιν τοῦ φυγοδίκου, τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως ἑνὸς μέχρις ἕξ μηνῶν, ἐὰν ὁ φυγόδικος ὑπάγηται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἄρθρου 1, στίχ. αʹ, ἄλλως μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον ἕξ μηνῶν». Ἐγώ, Κύριοι, πρὸ μιᾶς ἡμέρας κατοικῶ εἰς τὴν νέαν μου κατοικίαν καὶ ἐφιλοξένησα φυγόδικον ἐν γνώσει. Τί κρῖμα νὰ μὴ ἔχῃ ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ὑπάγω εἰς τὴν φυλακήν! Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἐὰν εἷς ἄνθρωπος συνεμορφώθη πιστῶς καὶ κατὰ γράμμα πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ πρὸς τοὺς τύπους τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τίνα ἰδέαν θὰ σχηματίσητε περὶ τοῦ ἀτόμου τούτου; Ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ νόμοι ὡς καὶ πάντα τέλος πάντων τὰ βοηθητικὰ μιᾶς Πολιτείας δὲν ἔχουσιν ἄλλον σκοπὸν παρὰ πῶς νὰ δημιουργῶσιν ἀγαθούς, ἐνάρετους καὶ χρηστοὺς πολίτας. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν, κύριε Χηνιάδη, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖς νὰ μὲ διακόπτῃς, εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος καταδίδει ἕτερον μὴ σπεύδοντα νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὁ ὁποῖος καταδίδει ἕνα ἀτυχήσαντα, νὰ εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος. Ἐγώ, Κύριοι, ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας ἤμην εἰς τὰς φυλακάς, τοῦτο δ’ ὅμως δὲν ἐμποδίζει νὰ πιστεύω ὅτι εἶμαι εὐθὺς ἄνθρωπος καὶ ἐνάρετος. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ αὐτὸ, ἐφυγοδίκησε.
§351Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι· κατηγορήθην.
§352Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§353Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός.). Δὲν ἐφυγοδίκησα ὅμως.
§354Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ τελειώνω μὲ τὸ ἑξῆς· ἐάν, κύριε Πρωθυπουργέ, εἶσθε ἀνίκανος νὰ φυγοδικήσητε, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ εἶσθε ἀνίκανος νὰ εἶσθε οὐ μόνον Πρωθυπουργός, ἀλλ’ οὔτε καὶ Βουλευτής.
§355ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ νομοθετημάτων προκαλουμένων ὑπὸ περιστάσεων ἐξαιρετικῶν, ἐξαιρετικὰ εἶναι καὶ τὰ μέτρα, ἐκ τούτων δὲ βεβαίως δυσφορία τις γεννᾶται, καὶ τὴν δυσφορίαν αὐτὴν αἰσθάνονται καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν μέτρων αὐτῶν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, θὰ τὰ ψηφίσωσιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς πολλὴ χρειάζεται προσοχή, διότι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ ἐκτάκτων μέτρων, πολὺ δὲ περισσότερον δι’ ἡμᾶς, οἵτινες δυστυχῶς ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις πολιτειακὰς καὶ πολὺ συχνὰ εὑρισκόμεθα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Οὕτω καὶ ἡ φυγοδικία ἔγινε χρόνιον νόσημα, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὴν δημοσίαν τάξιν. Διὰ τοῦτο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις, εὗρε γενικὴν ἀποδοχήν, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὰς λεπτομερείας εἰς τὰ καθέκαστα καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, Κύριοι, κατέστησεν ἰδιώνυμον ἀδίκημα τὴν φυγοδικίαν καὶ συγχρόνως ἀποβλέπει εἰς τὴν τιμωρίαν καὶ τῶν ἀμελούντων τὴν καταδίωξιν καὶ τῶν ὑποθαλπόντων τοὺς φυγοδίκους. Αὐταὶ εἶναι αἱ τρεῖς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰ τρία προέχοντα σημεῖα. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἰδιωνύμου τούτου ἀδικήματος ἡ ἐκ τῆς τιμωρίας τοῦ φυγοδίκου αὐτοῦ ἐπενέργεια θὰ εἶναι πολὺ μικροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ τιμωρία τῶν ὑποθαλπόντων καθὼς καὶ ἡ τιμωρία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀμελοῦσι τὸ καθῆκόν των περὶ τὴν καταδίωξιν. Ὅθεν τὰ δύο τελευταῖα ἐπέσυρον ἰδίως τὴν προσοχήν μου. Ἕν ἐκ τῶν ἄρθρων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπόθαλψιν τῶν φυγοδίκων εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 8. Καὶ κατ’ ἀρχὴν οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν περὶ αὐτοῦ. Βεβαίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποθάλπει φυγόδικον, οὐδεμιᾶς συγγνώμης εἶναι ἄξιος· δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τῶν εὐγενῶν τῆς ξενίας αἰσθημάτων, τῶν ἀρχαϊκῶν, τῶν Ἑλληνικῶν, ὡς ἠθέλησαν νὰ τὸν παραστήσωσι, διότι ἀπέναντι ἐχθρῶν τῆς κοινωνίας — καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ φυγόδικοι — αἰσθήματα τοιαῦτα δὲν χωροῦσιν. Ἡ ἀντίληψίς μου τοὐλάχιστον εἶναι ὅτι, ἐὰν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, χωρὶς νὰ χάσω τίποτε ἐκ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ μου, δὲν θὰ ὑπέθαλπον φυγόδικον ἐν τῷ οἴκῳ μου.
§356Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ τὸ ἔκαμνον.
§357ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν πειράζει· ἀντιλήψεις εἶναι αὐταί. Ἐκεῖ ὅμως, ἔνθα ἔχω νὰ κάμω παρατήρησίν τινα καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑποθάλπων δὲν ὑποθάλπει διότι θέλει νὰ ὑποθάλψῃ, ἀλλὰ διότι δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἄλλως παρὰ νὰ ὑποθάλψῃ, ὅταν δηλ. εὑρίσκηται ὑπὸ τὸ κράτος δεδικαιολογημένου φόβου· διότι, Κύριοι, ἡ παρουσία φυγοδίκου δὲν εἶναι ἀκίνδυνος. Καὶ εἶναι τόσον ἀνάξιον λόγου πρᾶγμα διὰ πάντα ἄνθρωπον, ὥστε ἀνεξετάστως νὰ καταδικάσωμεν πάντα ὑποθάλποντα.
§358Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὅταν ἐν γνώσει ὑποθάλπῃ.
§359Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὄχι ἐν γνώσει μόνον. Δὲν ἀρκεῖ τὸ ἐν γνώσει, δηλ. ὅτι πρόκειται περὶ φυγοδίκου, ἀλλὰ πρέπει νὰ συντρέχῃ καὶ τὸ ὅτι ὑποθάλπει διότι θέλει νὰ ὑποθάλψῃ τὸν φυγόδικον, ἐπειδὴ δὲν διατρέχει κίνδυνον.
§360ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρα 82 καὶ 84 φαίνεται ὅτι τὰ ἐλησμονήσατε.
§361Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἄν διαγράφωσι τὸ ἴδιον, κ. συνάδελφε, τὰ ἄρθρα αὐτὰ τὰ περὶ συνεργείας τοῦ Ποιν. Νόμου, τότε θὰ ἐπερίττευε τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ἤδη ἰδιαίτερον ἄρθρον· νὰ τὸ ἀναγνώσω: «Ὅστις ἐν γνώσει τροφοδοτεῖ ἢ δέχεται εἰς τὴν οἰκίαν του, κρύπτει φυγόδικον ἢ ὁπωσδήποτε διευκολύνει τὴν ἀπόκρυψιν ἢ δραπέτευσιν τοῦ φυγοδίκου». Δημιουργοῦνται λοιπὸν νέαι περιστάσεις συνεργείας, τόσαι περιστάσεις εἰδικαί, κάτι ἐξαιρετικὸν καὶ ἰδιόρρυθμον, ὥστε πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ τιμωρήσωμεν, δηλ. ὁ ὑποθάλπων, θέλει νὰ ὑποθάλψῃ τὸν φυγόδικον ἢ εἶναι θῦμα τοῦ φυγοδίκου. Ἂν δικαιολογῆται ἡ τοιαύτη διάκρισις, πρέπει νὰ γίνῃ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον, καλὸν εἶναι νὰ τὸν κάμωμεν σαφῆ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία διασάφησις τοῦ μέρους αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποθάλπουσιν, ἀλλ’ εἶναι θύματα τῶν περιστάσεων. Ἡ τροπολογία δέ, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἶναι ἡ ἑξῆς. Εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ὡς ἐδάφιον 2: «Τὰ ἀνωτέρω δὲν ἐφαρμόζονται, ἐὰν ἡ ὑπόθαλψις ἐγένετο ὑπὸ τὸ κράτος δεδικαιολογημένου φόβου».
§362Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κατοικεῖτε εἰς μίαν ἐξοχήν, ἔρχεται εἷς φυγόδικος κατηγορούμενος ἐπὶ ἐλαφρᾷ πράξει, εἶναι χειμὼν καὶ βρέχει, καὶ σᾶς λέγει· εἶμαι φυγόδικος καὶ θέλω νὰ μὲ ἐμβάσητε εἰς τὸν οἶκόν σας.
§363Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Νὰ μὴ τὸν ἐμβάσητε.
§364Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ τὸν καταδικάσητε εἰς θάνατον.
§365Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ διὰ νὰ μὴ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον, Κύριοι, ἔρχομαι καὶ εἰς μίαν ἄλλην τροπολογίαν, ἣν ἔχω ἐπὶ τοῦ 18ου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει περὶ διοικητικῶν, στρατιωτικῶν καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων ὡς καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων ἐπιτετραμμένων τὴν καταδίωξιν, ὅτι δηλ., ἂν οὗτοι προκαλούμενοι ἁρμοδίως εἰς ἐνέργειαν μέτρων ἀναγομένων εἰς τὴν καταδίωξιν ἀμελήσωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τουλάχιστον τριῶν μηνῶν. Ἐδῶ βλέπετε ὅτι ἡ εὐθύνη καὶ ἑπομένως καὶ ἡ τιμωρία διὰ τὴν ἀμέλειαν ἄρχεται μόνον ἀφ’ ἧς στιγμῆς συντελεσθῇ ἡ φυγοδικία, ἐνῷ νομίζω ὅτι ἠδύνατο καὶ νὰ προληφθῇ αὕτη. Δὲν εἶναι, φρονῶ, ἀνάγκη νὰ πρόκειται περὶ φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον ἤδη εἰς τὰ ὄρη, καὶ τότε μόνον οἱ ὑπάλληλοι καλούμενοι νὰ τοὺς καταδιώξωσιν, ἂν ἀμελήσωσι, νὰ τιμωρῶνται. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη, ἵνα τιμωρηθῇ ὁ φυγόδικος, νὰ ἐξεδόθη τὸ βούλευμα, καθόσον μόνον τότε ἄρχεται τὸ ἰδιώνυμον ἔγκλημα τῆς φυγοδικίας, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐντεταλμένους καὶ ἀμελοῦντας τὴν καταδίωξιν δὲν βλέπω διατί πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσητε μόνον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἀφ’ ἧς δηλ. ἐξεδόθη τὸ βούλευμα. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, διὰ νὰ κόψωμεν τὴν ῥίζαν τοῦ κακοῦ, πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν στιγμὴν τῆς τροπῆς εἰς φυγήν, ἀπὸ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐντεταλμένοι εἶναι παρόντες καὶ βλέπουσι τελούμενον τὸ ἀδίκημα καὶ ἀδιαφοροῦσι. Καθ’ ἑκάστην δηλ. βλέπομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐν δημοσίᾳ ἀγορᾷ ἐγένετο συμπλοκὴ καὶ ἐφονεύθη ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ φονεὺς δὲν συνελήφθη. Ἐρωτῶ· δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἂν ὑπῆρχε ἐξουσία τις ἐκεῖ καὶ τί ἔκαμε διὰ τὴν μὴ φυγὴν τοῦ δράστου; Καί, ὅτε τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐσταύρωσαν τὰς χεῖρας ἐπὶ τοιούτων καταδήλων ἐγκλημάτων, δὲν βλέπω τί ἄλλο χρειάζονται, διὰ νὰ τιμωρηθῶσι.
§366Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κωλυσιεργεῖτε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μέμφεται ἡμῶν ὅτι κωλυσιεργοῦμεν καθ’ ὃν χρόνον οἱ ὀπαδοὶ τῆς Κυβερνήσεως κωλυσιεργοῦσιν.
§367Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ προσθήκη, κατὰ τὴν ὁποίαν ν’ ἀσφαλίζηται ἡ τιμωρία τῶν ἀμελούντων νὰ προβῶσιν εἰς σύλληψιν ἐπὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματι. Ὅσοι δηλ. ἦσαν παρόντες ἠδύναντο νὰ συλλάβωσι καὶ ἠμέλησαν. Περὶ τούτου ἔχω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω.
§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα, 9, 10 καὶ 11). Ἄρθρον 12ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§369Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω γενικῶς τὴν γνώμην μου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου καὶ ἐπὶ τῶν ἀμέσως ἑπομένων. Διὰ τῶν ἄρθρων τούτων δίδεται ἀμοιβὴ πρὸς ἀσφαλῆ καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων. Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι σύστημα τοιοῦτον, ὥστε νὰ τύχῃ τῆς ἐπικροτήσεως τοῦ Σώματος. Κατὰ θεωρίαν τὸ ἔργον τῆς καταδιώξεως ἀνήκει εἰς τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, κατὰ δὲ τὴν πρᾶξιν ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἡ παροχὴ χρηματικῶν ἀμοιβῶν γίνεται μόνον ὡς ἔκτακτον μέτρον, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦται ὡς τακτικὸν μέτρον πρὸς καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ὑπάρχει εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τὸ σύστημα τῆς ἀμοιβῆς, ἥτις δίδεται καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, αἱ περιστάσεις ὅμως αὗται εἶναι ὅλως ἔκτακτοι, ἐνῷ τὸ δημιουργούμενον σύστημα εἶναι σύστημα κανονικῆς καταδιώξεως τῶν φυγοδικούντων δι’ ἐπικουρίας προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τὰ καταλληλότερα πρὸς καταδίωξιν φυγοδίκων. Δὲν διασαφινίζει δὲ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου τίς θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώνῃ αὐτὴν τὴν ἀμοιβήν, ἂν θὰ τὴν πληρώνῃ τὸ Δημόσιον ἢ ὁ κατηγορούμενος, ὡς περιλαμβανομένην εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δίκης.
§370Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Κράτος θὰ τὰ πληρώνῃ.
§371Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πολὺ συντελεστικώτερον θὰ ἦτο, ἐὰν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν λοιπῶν ὀργάνων τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς ἐπετυγχάνετο τὸ σκοπούμενον. Τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προτεινομένη βοήθεια τῆς Ἀρχῆς παρὰ προσώπων ἀνεπιτηδείων, διαφθαρμένων δὲ ἠθικῶς, διότι εἰς αὐτούς, ὡς πολίτας, ἐμπνέεται ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ συντέλεσις εἰς τὴν ὑποβοήθησιν τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν τοῦ πολίτου, ἀλλ’ εἶναι κάτι τι, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀμείβηταί τις χρηματικῶς. Ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις, καθ’ ἥν, κατὰ τὴν κρατοῦσαν τοὐλάχιστον σύγχρονον ἀντίληψιν, ὁ πολίτης πρέπει νὰ συντρέχῃ τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα τῆς Ἀρχῆς, εἶναι ἡ περίπτωσις αὕτη· δὲν πρέπει δὲ ἡ Πολιτεία νὰ ἐμπνέῃ τοιαῦτα αἰσθήματα εἰς τὰ κοινωνικὰ στοιχεῖα, ὅτι δηλαδὴ δύνανται ταῦτα νὰ ζητήσωσιν ἀμοιβὴν διὰ στοιχειώδη αὐτῶν ὡς πολιτῶν καθήκοντα, συντρέχοντες τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα. Ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι ὀρθόν, ὅπως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε διακινδυνεύσει τὴν ζωήν του ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, νὰ λαμβάνῃ τὴν γλίσχρον ἀμοιβήν, ἣν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Τὸ ὅλον σύστημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τόσον ἀνεπιστημονικὸν καὶ ἀφιλοσόφητον, ὥστε νομίζω ὅτι εἶναι ἀποκρουστικόν. Ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12, ἵνα δηλώσω τὴν γνώμην μου ὅτι ἀποκρούω τὸ ὅλον τοῦτο σύστημα τὸ διατυπούμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπὸ τοῦ δωδεκάτου ἄρθρου καὶ ἐντεῦθεν.
§372Γ. ΠΩΠ. Δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φυγοδικίας, διότι ὑπέθετον ὅτι τὸ τέκνον αὐτὸ τοῦ κ. ἐκ Φθιώτιδος συναδέλφου, τὸ ὁποῖον ἐν νομίμῳ γάμῳ μετὰ τῆς φαυλοκρατίας γεννηθὲν παρουσιάσθη ἐνήλικον μεταξὺ ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιμείνῃ ἐπὶ τοσοῦτον. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁμιλῶν περὶ τοῦ χρόνου ἀπεκάλεσεν αὐτὸν τὸ πολυτιμότερον τῶν ἀγαθῶν διὰ τὴν περίοδον τοῦ πολιτικοῦ βίου, τὸν ὁποῖον διερχόμεθα. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ πέντε πρῶτα ἄρθρα αἱ ἀντιρρήσεις δὲν θὰ ἦσαν σοβαραὶ καὶ θὰ ἠδύναντο μᾶλλον νὰ μὴ συγγραφῶσι τὰ ἄρθρα ταῦτα. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἕκτου ἄρθρου καὶ ἐντεῦθεν εἶναι παράδοξον, ἵνα μὴ εἴπω τι ἀνώτερον, ὅπως χαρακτηρίσω τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πῶς ἀφήνει ἡ Κυβέρνησις τὴν Βουλὴν νὰ συνεχίζῃ συζήτησιν ἐπὶ ἄρθρων νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου ἐν γένει καὶ τοῦ κοινωνικοῦ δικαίου ἰδίᾳ, τὸ ὁποῖον ἐμόρφωσε σειρὰ ἐθίμων ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Νομίζει τις ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδέποτε εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἤθη, οὐδέποτε εἰς τὴν ψυχήν, οὐδέποτε εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἕλληνος πολίτου καὶ δὴ τοῦ διαβιοῦντος εἰς τὰ χωρία. Αἱ διατάξεις περὶ ὑποθάλψεως τῆς λῃστείας, αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν, δὲν κατώρθωσαν, ὅπως συγκαλύψωσι τὴν ἀνανδρίαν τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν, διότι δὲν γνωρίζω τίνες ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε κατέγιναν μὲ τὰ Δικαστήρια ἢ ἐνδιέτριψαν μὲ τὰ δράματα τὰ μικρὰ τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τίνες ἐξ ὑμῶν δύνανται ν’ ἀποδώσωσιν εἴς τινα τὴν κατηγορίαν εἰς βαθμὸν κακουργήματος ὡς ὑποθάλψαντα λῃστάς, ἐνῷ ἀποδεικνύεται ὅτι ὄχι μόνον ὁ τρόμος ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ἀποκρύπτῃ τοὺς κακούργους, ἀλλ’ ὅτι ἡ κυριωτάτη ἀφορμή, ἐκ τῆς ὁποίας ἐνεπνέετο ὁ τρόμος, ἦτο ἡ ἀνανδρία τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου γνωρίζετε ὅτι διὰ τὰς ἀμοιβὰς, αἱ ὁποῖαι ἐκανονίσθησαν ἑκάστοτε, τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικάς, θὰ δημιουργήσωμεν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως θὰ ἀποτελῇ στίγμα διὰ μίαν κοινωνίαν ἀξιοῦσαν νὰ φαίνηται ὅτι εἰσέρχεται εἰς πολιτισμὸν καὶ πρόοδον. Πᾶσαι αἱ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι εἶναι ἄμυνα κατὰ τῆς λῃστείας, αἱ ὁποῖαι ἐδυσφήμησαν τὸν τόπον, ἦσαν διατάξεις ἐπιβληθεῖσαι ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ἐν τῷ Κράτει καταστάσεως καὶ θὰ εἶχον τὸν λόγον των τότε, ἀλλὰ σήμερον τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὴν φήμην ἐνδιαιτητηρίου λῃστῶν. Ἂν δ’ ὑφίστανται φυγόδικοι, δὲν εἶναι αἰτία τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν οὔτε οἱ ὑποθάλποντες οὔτε οἱ μὴ καταδίδοντες αὐτούς, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἔλλειψις φυλακῶν καὶ ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ὅταν ταῦτα ἀρθῶσιν ἐκ τοῦ μέσου, θὰ μειωθῇ ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ ἐλάχιστον ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδικούντων. Ὑμεῖς αὐτοὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ μὴ ὁμολογήσητε ὅτι, ὁσάκις ἐμφανίζεσθε, οὐχὶ τώρα ἀνδρωθέντες, ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθητε εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον τὸν κοινωνικόν, ὁσάκις ἐνεφανίσθητε πρὸ Ἀστυνομίας ἢ Δικαστηρίου, κατελήφθητε ὑπὸ δέους ἀλλοκότου, μήπως εἰσερχόμενοι εἰς τὸ δικαστικὸν ἢ ἀνακριτικὸν γραφεῖον δὲν ἐξέλθητε ἐκεῖθεν ἄτρωτοι ἠθικῶς. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ διάταξις περὶ τῶν ἀμοιβῶν. Τίνες θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν προερχόμενοι θὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὑτῶν εἰς διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ μεταβάλῃ εἰς ἀλληλομαχόμενα στρατόπεδα τὰ χωρία τῶν ἐπαρχιῶν των; Εἰς ὁλοκλήρους ἐκτάσεις θὰ προκαλέσητε μίση κοινωνικά, καὶ τὸν φυγόδικον τὸν διωκόμενον διὰ μικρὸν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συνυπήγετο περισσότερον τῆς διμήνου ἢ καὶ τῆς διετοῦς φυλακίσεως, θὰ μετέβαλλον εἰς φονέα καὶ λῃστήν. Διότι, ὅταν μεταβῇ ὁ χωροφύλαξ νὰ συλλάβῃ τὸν ἔνοχον, ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς ἴσως θὰ καταθέσῃ τὰ ὅπλα. Ἀλλ’ ὅταν ἴδῃ τὸν σύντροφον καὶ συγχώριόν του ἐρχόμενον ἀναξίως καὶ ὑπούλως, ἀσυμβιβάστως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, ὅστις μισεῖ τὸν καταδότην, θὰ ἐγείρῃ τὰ ὅπλα του, ἵνα τὸν φονεύσῃ. Τοῦτο θὰ ἔπραττε πᾶς ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ἔβλεπεν ἀπέναντί του τοιοῦτον χυδαῖον συμπολίτην του. Αὐτὰ δὲ τὰ μίση μεταξὺ προσώπων θὰ γίνωσι μίση μεταξὺ τῶν οἰκογενειῶν, καὶ θὰ εὕρητε ὁλόκληρα χωρία ἀλληλομαχόμενα, ἵνα ἐκδικήσωσι τοὺς φονευθέντας οἱ μὲν ὑπὸ τῶν φυγοδίκων, τοὺς ὁποίους μεταβάλλετε εἰς ληστάς, οἱ δὲ τοὺς φυγοδίκους, τοὺς ὁποίους προσπαθοῦσι νὰ συλλάβωσιν οἱ ἐχθροί των ἐπὶ χρήμασιν Ἰούδα ἢ προδοτικῶς. Σᾶς παρέστησαν καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ζωηρότατα τὰς συνεπείας τῆς διατάξεως, ὅταν δύο φυγόδικοι θὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν ἀλληλοκρατούμενοι καὶ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἑκάτερος αὐτῶν συνέλαβε τὸν ἕτερον. Φαντασθῆτε καὶ ἂν τρίτος ἀξιοῖ ὅτι συνέλαβε καὶ τοὺς δύο καὶ ζητεῖ τὰς 800 δραχμὰς ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Αὐτὰ εἶναι θέματα κατάλληλα διὰ κωμειδύλλια ἢ θεατρικὰς ἐπιθεωρήσεις, οὐχὶ δ’ ὅμως καὶ κατάλληλα, ὅπως εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν καὶ δημιουργίαν νόμων. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως ἀπαλειφθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 6ου καὶ πέρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν Βουλή, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐμφανίζηται ὡς ἐκπροσωποῦσα τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὡς ἔχουσα γνῶσιν τῶν λαϊκῶν πραγμάτων, νὰ θελήσῃ νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν νομοθεσίαν τοιοῦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄξιον οὔτε τῆς Βουλῆς οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ὁποῖον ὡς κακὸν παράπτωμα τοῦ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ δύναται νὰ θεωρηθῇ. (Ἱλαρότης καὶ χειροκροτήματα).
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14).
§374Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι λαμπρόν, διότι ἐπιδικάζει ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς συντελέσαντας πρὸς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν φυγοδίκου, νομίζω ὅμως ὅτι ἡ παράγραφος καθ’ ἣν «τὰ περὶ συντάξεως ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, χωροφύλακας καὶ ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς», δὲν ἔχουσι θέσιν.
§375Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὸ ἀντικείμενον τοῦ παρόντος νόμου.
§376Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἂν πάθωσιν ἐν ὑπηρεσίᾳ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, θὰ λαμβάνωσι σύνταξιν συνεπείᾳ τοῦ ἄλλου νόμου· τίς ἡ ἀνάγκη νὰ θέσωμεν τοιαύτην διάταξιν, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ νόμου λαμβάνουσι σύνταξιν;
§377Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰδικῶς δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν μεταρρυθμίζονται οἱ νόμοι περὶ συντάξεων.
§378Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται· πρέπει νὰ τὸ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν.
§379Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετασθῇ. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 14 ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα μέχρι καὶ τοῦ 24). Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§380Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς προηγουμένας διατάξεις ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν ἐρήμην δικασθέντα τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς κατ’ οὐσίαν, διότι τάσσεται εἰς αὐτὸν ἐλαχίστη προθεσμία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν καταδικασθέντα, ὅπως τῷ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ ἀπὸ βαρυτάτης καταδίκης, οἵα ἡ καταδίκη εἰς ἐγκληματικὴν ποινήν.
§381Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἕξ μῆνας θεωρεῖτε ἀνεπαρκεῖς;
§382Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θεωρῶ σκόπιμον τὴν μεταβολὴν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐρήμην ἐπὶ κακουργήματι δικασθέντας, γινομένην καθ’ ὃν τρόπον γίνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὄχι διότι ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς ἔτους ἢ τῶν δύο ἐτῶν δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀλλὰ διότι εἴμεθα ἀπαράσκευοι νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα ἐν παρόδῳ, ὡς ἕν τμῆμα τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη τείνει νὰ ἐξασφαλίσῃ ὄχι μόνον τὴν ἅπαξ κατ’ ἀντιμολίαν ἐκδίκασιν τῆς ποινικῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν δὶς κατ’ ἀντιμολίαν, νομίζω, ὅτι βαίνομεν ἀναχρονιστικῶς ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸν ἐρήμην καταδικασθέντα τὸ δικαίωμα νὰ δικασθῇ ἅπαξ κατ’ ἀντιμολίαν.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης.
§384Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπειδὴ συσχετίζεται μὲ τὸ ἄρθρον 7. Καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν δύο δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ὅτι, ἂν καταδικασθῇ ἐρήμην εἰς ἰσόβια δεσμὰ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν συνέδρων δι’ ἀπόπειραν φόνου, ἐνῷ πράγματι αὐτὸς ἔκαμε μίαν ἄδικον ἐπίθεσιν δι’ ὅπλου, καὶ ἂν δὲν προσέλθῃ ἐντὸς διετίας ν’ ἀνακόψῃ, θεωρεῖται καταδικασθεὶς ἀνεκκλήτως. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς παράλογον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βασανίσῃ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην. Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 25 ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα μέχρι τοῦ 30). Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται).
§385Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 6, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ἀφοῦ τέλος πάντων κρίνεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγκαῖον πρὸς περιστολὴν τῆς φυγοδικίας, ὅπως καταστήσωμεν τοῦτο ὀλιγώτερον ἐπιζήμιον καὶ ἄδικον.
§386Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μεταρρύθμισιν.
§387Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ γίνωσι μεγάλα ἀδικήματα, ἂν δὲν τροποποιηθῇ ὡς πρὸς τοὺς διαμένοντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους.
§388Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε μεταρρύθμισίν τινα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Κασίμης, τὴν ὁποίαν θεωρῶ σκόπιμον· δηλαδὴ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐὰν διαμένωσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ», νὰ προστεθῇ δ’ ἐδάφιον ἴδιον ἔχον οὕτως· «Οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου διαμένοντες ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θεωροῦνται φυγόδικοι καὶ ἐφαρμόζονται καὶ κατ’ αὐτῶν αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, ἐὰν δὲν προσέλθωσιν ἢ συλληφθῶσιν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐπανόδου των ἐν τῇ ἡμεδαπῇ».
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 31, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§390Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ ὥρα προκεχωρηκυῖα, καὶ δὲν πρόκειται ἀπόψε νὰ ὁμιλήσω, κατὰ τὴν τρίτην ὅμως ἀνάγνωσιν θ’ ἀναγνώσω ἐν παραβολῇ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1892, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἔχει ἀντιγραφῆ κατὰ λέξιν, ὄχι ὅτι ἁπλῶς ἔχει δανεισθῆ φράσεις τινάς, ἀλλ’ ἔχει ἀντιγραφῆ αὐτολεξεί.
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 μ. μ.)