1911.11.15
3.255 στίχοι · 24.584 λέξεις · 256 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 167
τῆς 15ης Νοεμβρίου 1911.
(Τρίτη, ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν; Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως κυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Τεχνῖται καὶ ἐργάται ἐργοστασίου ὑελουργίας Δ. Ἀργυροπούλου αἰτοῦνται ὅπως μὴ ἀρθῇ ἡ προστασία αὐτοῦ. 2) Ὁ Σύλλογος τεχνοεργατῶν Λαμίας αἰτεῖται ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐκεῖ γυμνασιάρχου. 3) Κατάδικοι στρατιωτικοὶ ἐκ Παλαμηδίου αἰτοῦνται ταχεῖαν κλήτευσιν πρὸς ἀπαγγελίαν ἐκκρεμοῦς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας. 4) Ἔμποροι δημητριακῶν προϊόντων αἰτοῦνται τὴν ψήφισιν τοῦ «περὶ προστασίας τῶν δανειστῶν» νομοσχεδίου. 5) Ἡ Πηνιὼ χήρα Μπουρνάζου καταγγέλλει τὸν κ. Ζυμβρακάκην ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει καὶ ἀπαγορεύσει ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός της ὡς αὐγοπώλιδος. 6) Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀμπελακίων ζητοῦσι νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ κόψωσι καυσόξυλα πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν. 7) Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σκιαδαρέσης αἰτεῖται ἀναστολὴν καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δήμου Κερκύρας. 8) Ὁ κατάδικος Γρ. Κυτσάνης ἢ Βαρδιάνης αἰτεῖται ἀναστολὴν ποινῆς. 9) Κάτοικοι τοῦ χωρίου Μαρμάρου καὶ Κουκνικάδων Κερκύρας ζητοῦσιν ὑπαγωγὴν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἐπιλιμνίων. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μάνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12ου ἄρθρου τοῦ ΧΕʹ νόμου τοῦ 1852». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Χρυσοχοΐδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἐμμέσου δημοτικοῦ φόρου τῶν μεταφερομένων ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον ἐλαιῶν πρὸς ἔκθλιψιν καὶ ἐπαναφορὰν τοῦ ἐλαίου». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ νόμου ΓΦΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ καὶ περὶ κατατάξεως ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων μαθητῶν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀπὸ 17 Μαρτίου 1911 Β. Δ. ὁρισθέντος ἀριθμοῦ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βαλσαμάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Λαγοπάτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, Α. Φωτήλας Μ. Φωτιάδης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἀτελοῦς ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀπόρων φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου. Θέλουσιν ἅπαντα ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Βʹ) Αἰτήσεις περὶ ἀδειῶν δὲν ἀνακοινῶ σήμερον, διότι εἶναι συμπεπληρωμένος ὁ ἀριθμός. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Πέρρος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ποῖα μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστᾶ ἐξ οὗ μαστίζονται οἱ κάτοικοι καὶ ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι μελέται καὶ ἐργασίαι πρὸ δεκαετίας.
§3Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγένετο μελέτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σχετικῶς μὲ τὸ ἕλος τοῦτο, ἡ ὁποία παρεδόθη εἰς τὸν κ. Πέρρον, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν ἐπεστράφη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀκόμη. Εἴπετε ὅτι τὴν ἐστείλατε, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εὑρίσκεται.
§4Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν φάκελον καὶ ἦλθε πράγματι ὁ φάκελος εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὡς φαίνεται ἀπὸ τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, ἐστάλη οὗτος ἐκ νέου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκεῖ θὰ ἀπωλέσθη. Ὁ τμηματάρχης τοῦ ἁρμοδίου τμήματος κ. Μαζαράκης ὁμολογεῖ ὅτι τὸν παρέλαβε καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα. Μεταξὺ τοῦ ἑνὸς τμήματος καὶ τοῦ ἄλλου ἀπωλέσθη. Δὲν πταίω ἐγώ. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἤδη τὴν ἐρώτησιν, διότι χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνακοινώσας τὸν κατάλογον τῶν ἑλῶν τῶν ὑπὸ μελέτην, δὲν ἀνέφερε καὶ τὸ ἕλος τοῦτο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι τὸ σπουδαιότερον ὅλων τῶν ἑλῶν. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ τὴν σημασίαν τοῦ ἕλους τούτου, σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι ὅλοι οἱ κάτοικοι καθ’ ὅλον τὸ θέρος μετοικοῦν, διότι δὲν δύνανται νὰ κατοικήσουν εἰς τὸ μέρος αὐτό. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπωλέσθη ὁ φάκελος αὐτός, δὲν ἕπεται ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ διαταχθῇ νέα μελέτη.
§5Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι βέβαια, ἀλλὰ δὲν δύναται τώρα νὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν 43.
§6Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Διατί;
§7Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διότι δὲν ὑπάρχει μελέτη.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις μέχρις οὗ εὑρεθῇ ὁ φάκελος. Ὁ κ. Πέρρος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ὁ ἁρμόδιος ἐπιθεωρητὴς καὶ ὁ ὑπομηχανικὸς Κυνουρίας ὑπέβαλον 1) σχέδιον κατασκευῆς δημοτικοῦ σχολείου ἐν Κοσμᾷ τοῦ Δήμου Σελινοῦντος, δι’ ὃ ὁ ἐκεῖ ἱδρυμένος σύνδεσμος προσέφερε δραχ. 10,000 καὶ οἰκόπεδον δωρεάν· 2) Προϋπολογισμὸν δαπάνης καὶ σχέδιον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἡμιτελοῦς κτιρίου, ὅπερ ἡ κοινότης Ἁγ. Ἰωάννου Θυρέας παρεχώρησε πρὸς χρῆσιν δημοτικοῦ σχολείου.
§9Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρόκειται νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς δημοπρασίαν περὶ τὰ 100 σχολεῖα, μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας θέλει ὑποβληθῆ ὁ κατάλογος, ὅλων τῶν σχολείων καὶ ἐλπίζω ὅτι μεταξὺ αὐτῶν θὰ εἶναι καὶ αὐτό.
§10Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ γίνῃ κανὲν σχολεῖον εἰς ὅλον τὸ Κράτος, διότι δὲν θέλουν οἱ μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς ἄλλα κόμματα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρίκης ἐρωτᾷ: 1) Διατί τὰ βαγόνια τοῦ σιδηροδρόμου Π.Δ.Σ. δὲν ἔχουσιν ὑελοφράκτους διαδρόμους πρὸς δίοδον τῶν ὑπαλλήλων πρὸς θεώρησιν καὶ συλλογὴν τῶν εἰσιτηρίων, ἀναρριχῶνται δ’ οὗτοι ἀπὸ βαγονίου εἰς βαγόνιον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των καθ’ ἣν ὥραν τρέχει ὁλοταχῶς ὁ σιδηρόδρομος; 2) Διατί δὲν ὑπάρχει περίπτερον διὰ τοὺς ἐπιβάτας εἰς τὸν σταθμὸν Σχηματαρίου.
§12Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἑταιρεία εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τεσσάρων περιπτέρων ἐν τῇ γραμμῇ αὐτῆς ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισαν. Κατόπιν ὅμως εὑρέθη ὅτι συμφωνότερον θὰ ἦτο διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἐπιβατῶν ὅπως κατασκευασθῶσι δύο ὑπόστεγα ἐν Ἀθήναις καὶ τρία ἐν ἐπαρχίαις. Κατεσκεύασε λοιπὸν ἡ ἑταιρεία δύο ἐνταῦθα, ἓν εἰς τὰς Θήβας καὶ ἓν εἰς τὴν Λεβαδείαν, μένει λοιπὸν νὰ κατασκευασθῇ ἓν ἀκόμη ἀλλὰ δὲν εὑρίσκει τὸν κατάλληλον τόπον ποῦ νὰ τὸ κατασκευάσῃ. Εἰς τὴν Λάρισαν ἢ εἰς τὸ Δεμερλῆ ἢ εἰς τὸ Σχηματάρι; Γίνονται διαπραγματεύσεις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑταιρείας περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§13Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ Σχηματάρι εἶναι ἀναπόφευκτον.
§14Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μήπως εἰς τὸ Δεμερλῆ δὲν εἶναι ἀναπόφευκτον, ποῦ γίνονται αἱ μεταβιβάσεις τῶν ἐμπορευμάτων; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ ἐρωτήματος ἔχω νὰ ἀπαντήσω τὰ ἑξῆς· τὰ βαγόνια κατεσκευάσθησαν κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ πρώτη Γαλλικὴ ἀποστολὴ καὶ τὸ ὁποῖον ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε δὲν πταίει ἡ ἑταιρεία. Εὐκταῖον θὰ ἦτο βεβαίως ὅπως μεταβληθῇ ὁ τύπος τῶν παλαιῶν βαγονίων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ὅλας τὰς ἁμαξοστοιχίας. Τὰ νέα βαγόνια, τὰ ὁποῖα θὰ τίθενται διὰ τὴν ταχεῖαν ἁμαξοστοιχίαν μετὰ τῶν συνόρων, θὰ γίνωσι κατ’ ἄλλον τύπον, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ βαγόνια ὁ σημερινὸς τύπος δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, διότι ἡ σύμβασις εἶναι ῥητή, ἐγένετο δέ, ὡς εἶπον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδιογράμματος τῆς πρώτης Γαλλικῆς ἀποστολῆς.
§15Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ὑποστέγου, θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ πάλιν νὰ συντελεσθῇ, διότι τὸν μὲν χειμῶνα ἐκτίθενται εἰς τὸ ψῦχος καὶ τὴν βροχὴν τὸ δὲ θέρος εἰς τὸν καύσωνα, οἱ ταξιδιῶται οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ Χαλκίδος, συνήθως δὲ γίνονται καθυστερήσεις τῶν ἁμαξοστοιχιῶν περισσότερον καὶ τῆς ἡμισείας ὥρας, ἄλλως τε δὲ ἄνευ τοῦ περιπτέρου καὶ κιγκλιδώματος εἶναι ἐκτεθειμένοι οἱ ἐπιβάται εἰς μυρίους κινδύνους, διότι εὑρίσκονται ἐν τῷ μέσῳ δύο ἁμαξοστοιχιῶν κατ’ ἀντίθετον φοράν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ βαγόνια, εἶναι πραγματικῶς φοβερὸν νὰ ἀναρριχῶνται οἱ ὑπάλληλοι ἐκτιθέμενοι εἰς τόσον μέγαν κίνδυνον. Νομίζω δὲ ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἑταιρεία νὰ ἔχῃ βαγόνια τελείου τύπου διὰ νὰ μὴ συμβαίνωσι δυστυχήματα εἰς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀφίνουν τὴν οἰκογένειάν των εἰς τοὺς 5 δρόμους καὶ συνέβησαν τοιαῦτα ἀλλεπάλληλα δυστυχήματα. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸ ὑπόστεγον καὶ πάλιν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συντελεσθῇ, διότι εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρίκης ἐρωτᾷ· διατί ἡ γέφυρα Πλατάνας (Κύμης) ἐπὶ 4ετίαν μένει ἡμιτελὴς καὶ εἶναι ἀδύνατος ἡ συγκοινωνία τῶν χωρίων Ποταμίας–Ὀξυλίθου κλπ. μετὰ τῆς Κύμης κατὰ τὸν χειμῶνα; 2) λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περὶ ἀποπερατώσεως τῆς γεφύρας ταύτης;
§17Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀναβάλλεται.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου 1911 ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Καλαμᾷ Μιχ. Φοίβα καταγγείλαντος παράβασιν τοῦ νόμου ͵ΓΖʹ «περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν».
§19Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, συγχρόνως ὅμως παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἡ ἐρώτησις ἀντὶ Ἰανουαρίου Ἰουνίου, διότι κακῶς ἐξετυπώθη, καὶ τὸ ὄνομα λέγεται ὄχι Φοίβα, ἀλλὰ Λάφη.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ καὶ ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Κάβουρας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ἐξετελέσθη τὸ ἀπὸ 17 Ἰουλίου 1911 Β. Διάταγμα περὶ ἱδρύσεως δημοτ. σχολείων ἐν Ζέζᾳ καὶ Καλυβίοις (Οἰχαλίας) ἂν δὲ δὲν ἐξετελέσθη, διὰ τίνα λόγον, 2) διατί τὸ Ἐποπτ. Συμβούλιον τῆς Δημοτ. Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐπρότεινε τὴν ἵδρυσιν κοινῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς τὰ χωρία Ζέζα καὶ Καλύβια ἀφοῦ τὸ τοπικὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ αὐτῶν. Ἡ ἀπάντησις ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γόντικας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί μέτρα ἐλήφθησαν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπ. συλλόγου Πύργου περὶ κατασκευῆς ἐπιστεγάσματος ἐν τῷ τελωνείῳ Κατακώλου καὶ διατί δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπὸ 17 Μαρτίου καὶ ὑπ’ ἀριθμ. 25.788 διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν τελώνην Κατακώλου. Ἀναβάλλεται ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Γόντικας ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν τί μέτρον ἐλήφθη διὰ τοὺς 7 μαθητὰς τῆς Στρ. Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, οἵτινες προήχθησαν ἐφέτος ἐκ τῆς πρώτης τάξεως, ὅπως μὴ ἐπαναλάβωσιν αὖθις τὰ αὐτὰ μαθήματα ἐν τῇ 1ῃ τάξει καὶ συνεξετασθῶσι μετὰ τῶν ἐφέτος εἰσαχθέντων εἰς τὴν πρώτην τάξιν πρὸς βλάβην τῆς ἀρχαιότητός των.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη, οὔτε δύναται νὰ ληφθῇ νομίμως. Οἱ μαθηταί, περὶ ὧν ὁ λόγος ἀποτυχόντες εἰς τὰς ἐξετάσεις εἶχον μείνει εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν συνέβη δὲ ὥστε τοῦ νεωτέρου νόμου ἐλαττώσαντος τὰ ἔτη τῆς φοιτήσεως ἀπὸ 5 εἰς 4, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κατατμηθῇ ἡ ὅλη ὕλη, ἡ διδακτέα εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, συνέβη, λέγω, ὥστε αὐτοὶ ἀντὶ τῶν 5 ἐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ κάμωσιν οἱ ἀρχικῶς εἰσελθόντες δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου εἰς τὰς ἄλλας τάξεις μαθηταί, αὐτοὶ θὰ κάμωσιν 6, ἐνῷ οἱ εἰσερχόμενοι σήμερον δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου θὰ κάμωσι μόνον 4. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἓν ἔτος ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερπηδήσουν σήμερον μίαν τάξιν. Ἐπροτάθη νὰ σχηματισθῇ ἓν ἰδιαίτερον τμῆμα δι’ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου. Θὰ ἠδυνάμεθα διὰ νόμου νὰ τὸ κανονίσωμεν, ἀλλὰ θὰ ἐπεβαρύνομεν τὴν Σχολὴν μὲ μίαν πρόσθετον τάξιν ἄνευ τινὸς λόγου. Ἐπροτάθη νὰ κανονισθῇ δι’ αὐτοὺς μία ἰδιαιτέρα ἀρχαιότης, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔκρινεν ὅτι ἦτο ἡ ἀπόφασις αὕτη δικαία, διότι εἶναι μὲν ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι καλλίτεροι ἀπὸ τοὺς νέους, διότι ἔμειναν δὶς εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τεκμήριον, τὸ ὁποῖον δύναται κάλλιστα νὰ ἀναιρεθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ καμμία πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν.
§22Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔλαβον τὴν τιμήν, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμω τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, διότι νομίζω ὅτι ἔχει εἰσχωρήσει καὶ κάποιον σφάλμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, τὸ σφάλμα δὲ τοῦτο τὸ νομίζω ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς 17 Αὐγούστου 1910, ὅτε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται ἡ εἰσαγωγὴ μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ἕνεκα τοῦ ἐπακολουθήσαντος νόμου, ὁ ὁποῖος ἐτροποποίησε τὴν σχολὴν αὐτήν. Ὅτε ὅμως ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα αὐτό, τὴν 17 Αὐγούστου 1910, ὑπῆρχον μαθηταὶ τῆς πρώτης τάξεως, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἀκολουθήσωσι τὰ μαθήματα ἐν τάξει πρώτῃ, ἐνῷ κατὰ τὸ Διάταγμα, πρώτη τάξις δὲν ὑφίστατο. Καὶ ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὅτι ὑπῆρχον μαθηταί, ἢ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ εἶναι γνωστόν, διότι ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1910 εἶχον ἐκδοθῆ τὰ ἀποτελέσματα καὶ εἶχον μείνει 7 εἰς τὴν πρώτην τάξιν. Τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Ἔπρεπε κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐκανονίζετο ἡ θέσις τῶν μαθητῶν αὐτῶν καὶ ἡ σχέσις, τὴν ὁποίαν ἔχουσι πρὸς τὴν Σχολήν. Τοῦτο ἐκανονίσθη καὶ οἰκονομήθη κάπως ἀργότερον, διότι ἤρχισε καὶ πρώτη τάξις νὰ λειτουργῇ. Ἐδῶ εὑρίσκω τὸ σφάλμα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Τί ἐπηκολούθησε κατόπιν; Οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ἀπορριφθέντες ἔμειναν ἓν ἔτος εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν, δυνάμει δὲ τοῦ τελευταίου νόμου, τοῦ μεταρρυθμίζοντος τὴν Σχολὴν καὶ συγχωνεύοντος τὰς 5 τάξεις εἰς τέσσαρας, οὗτοι ἂν καὶ προήχθησαν ἐφέτος εἰς τὴν δευτέραν τάξιν, ἐν τούτοις θὰ φοιτήσωσι πάλιν εἰς τὴν πρώτην, τρίτον ἤδη ἔτος, ἐπειδὴ δὲ εἰσῆλθον δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου, θὰ φοιτήσωσιν οὐχὶ 4 ἔτη, ἀλλὰ 5, ἤτοι ἐν ὅλῳ 6 μὲ τὸ ἓν ἔτος, τὸ ὁποῖον καθυστέρησαν, ἤτοι ἔχουσιν ἤδη 3 ἐτῶν φοίτησιν εἰς τὴν πρώτην τάξιν, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἐνῷ εἶναι αὐτοὶ εἰς τὸ τρίτον ἔτος, παρὰ τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, τῆς ἀρχαιότητος κτλ.—διότι ἡ φοίτησις ἐν τῷ σχολείῳ ὑπολογίζεται εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἡ σύνταξις αὐτῶν ἄρχεται ἅμα τῇ εἰσόδῳ αὐτῶν εἰς τὴν Σχολὴν—εἶναι ὑποχρεωμένοι, λέγω, νὰ ἀκολουθήσωσι τὰ μαθήματα μετὰ 40 ἑτέρων εἰσελθόντων ἐφέτος. Νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ἄδικον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως στρατιωτικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πειθαρχίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀρχαιότητος, μαθηταὶ νὰ ἀκολουθῶσιν ἐπὶ τρία ἔτη τὰ αὐτὰ μαθήματα καὶ νὰ εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν μὲ μαθητὰς εἰσερχομένους τὸ πρῶτον ἐφέτος. Διὰ τοῦτο θὰ ἐνόμιζον, ἂν ἡ ὑπηρεσία, ἀφοῦ μελετήσῃ καλῶς τὸ πρᾶγμα, τὸ εὕρισκεν ἀναγκαῖον, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἰδιαίτερον τμῆμα δι’ αὐτοὺς λόγῳ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης, νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ἀρχαιότητά των. Τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἐξετάσεις νὰ ἐξετασθῶσι μόνον αὐτοὶ μεταξύ των καὶ νὰ κριθῶσιν ἂν εἶναι ἱκανοὶ ἢ ὄχι, νὰ μὴ κριθῶσι δὲ μετὰ τῶν ἄλλων μαθητῶν τῶν εἰσελθόντων ἐφέτος, διότι τοῦτο νομίζω κατὰ τὴν κρίσιν μου ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, πειθαρχίας καὶ ἀρχαιότητος, καὶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ ληφθῇ κάποια πρόνοια περὶ τούτου. Ἐὰν δὲν εἶναι ἱκανοί, βεβαίως θὰ μείνωσιν εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν καὶ θὰ ἀποβληθῶσι δυνάμει τοῦ νόμου, νὰ μὴ μείνωσιν ὅμως μὲ τοὺς νέους μαθητὰς καὶ νὰ μὴ συνεξετασθῶσι καὶ συνδιαγωνισθῶσι μετ’ αὐτῶν.
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἑξῆς συμβαίνει, Κύριοι. Ἐκεῖνο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου σήμερον ἐλαττοῦται ἡ θέσις αὐτῶν, εἶναι ὅτι ἔμειναν εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν ἐπὶ δύο ἔτη. Ἐὰν ἔλειπε τοῦτο, τὰ πράγματα θὰ ἦσαν τακτικά. Ὑποθέσατε ὅτι πέρυσιν εἴχομεν εἰσαγομένους εἰς τὴν Σχολὴν μαθητάς. Αὐτοὶ θὰ εἰσήγοντο εἰς τὴν πρώτην τάξιν. Ἐφέτος ἔπρεπε νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν δευτέραν, ἀλλ’ ἐκ τῆς δευτέρας τάξεως πάλιν, λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νεωτέρου νόμου, θὰ εἰσήγοντο εἰς τὴν πρώτην, ἵνα ἀκούσωσι τὰ αὐτὰ περίπου μαθήματα. Τοῦτο συμβαίνει καὶ δι’ αὐτούς, μὲ τὸ πρόσθετον ἐλάττωμα ὅτι ἔχουσι καὶ ἓν ἔτος χάσει, διότι τὴν πρώτην φορὰν δὲν ἐπροβιβάσθησαν. Σημειωτέον καὶ τοῦτο, ὅτι τῆς νέας πρώτης τάξεως τὰ μαθήματα δὲν εἶναι ὅμοια μὲ τὰ μαθήματα τῆς πρώτης τάξεως τοῦ πενταταξίου σχολείου. Τὰ μαθήματα τῆς πρώτης τάξεως τοῦ τετραταξίου σχολείου ἀποτελοῦσι τὸ ἓν τέταρτον τῆς ὅλης διδακτέας ὕλης, ἐνῷ τὰ μαθήματα τῆς πρώτης τάξεως τοῦ πενταταξίου σχολείου ἀποτελοῦσι τὸ ⅕ τῆς ὅλης διδακτέας ὕλης. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ποία εἶναι ἡ διαφορά. Ἐφέτος αὐτῶν φυσικὰ θὰ εἶναι εὐκολωτέρα ἡ θέσις, διότι θὰ γνωρίζωσι τὰ πλεῖστα τῶν μαθημάτων καὶ θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ ἐργασθῶσιν ὀλιγώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀλλ’ αὐτά, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖτε, ἀφοῦ ἅπαξ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἰδιαιτέραν τάξιν, αὐτό, λέγω, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖτε, νὰ τηρήσωμεν μίαν ἀρχαιότητα χρονολογικήν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ σήμερον στρατιωτικῶς παραδεδεγμένα, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει ἡ ἡλικία καὶ τὰ ἄσπρα μαλλιὰ νὰ δίδουν καὶ τοὺς περισσοτέρους βαθμοὺς καὶ τὰ περισσότερα γαλόνια. Ἐὰν αὐτὸ δύναται νὰ διατηρηθῇ ἀκόμη διὰ τοὺς κατωτέρους βαθμούς, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν καὶ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐφοίτησαν ἓν ἔτος περισσότερον, καὶ ἂν ἀποδειχθῶσιν ἐλάττονες τῶν ἄλλων, πρέπει νὰ προηγῶνται ὅμως αὐτῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο μοὶ ἀπηυθύνθη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ ὑποναυάρχου κ. Σαχτούρη ἔχουσα οὕτως. (Ἀναγινώσκει). «Κύριε Πρόεδρε. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὁ ὑποφαινόμενος ὑποναύαρχος Σαχτούρης Ἀλ. κατ’ ἐντολὴν καὶ τῶν γονέων Καμπούρογλου Δ. ἀρχιάτρου, Ῥωσέτη Σ. ταγματάρχου, Σπυρομήλιου ταγματάρχου, Δροσινοῦ ἐπιάτρου, Παπούλια ταγματάρχου καὶ Ῥιζοπούλου Ἰω. ἰδιώτου, νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀκροασθῇ μετ’ εὐμενείας τῶν κατωτέρω ἐκτιθεμένων. Τὸ ἀπὸ 17 Αὐγούστου 1910 Β. Διάταγμα προϋπέθετε τὴν μὴ ὕπαρξιν μαθητῶν εἰς τὴν 1ην τάξιν (παλαιὰν) τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων κατὰ τὸ ἔτος 1910–1911 καὶ διὰ τοῦτο ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν μαθητῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ἐν τούτοις ὅταν ἐξεδίδετο τὸ ἐν λόγῳ Β. Διάταγμα, ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου πρὸ μηνὸς καὶ πλέον, (διότι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων εἶχον ἐκδοθῆ κατὰ τὸ πρῶτον 10ήμερον τοῦ μηνὸς Ἰουλίου 1910) ὅτι 7 μαθηταὶ ἔμενον καὶ διὰ δεύτερον ἔτος εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν. Ἡ ἀβλεψία αὕτη, ἕνεκα τῆς ὁποίας οὐδὲν ὡρίζετο διὰ τοὺς μαθητὰς τούτους, οὓς τὸ Β. Διάταγμα ἐθεώρει ὡς μὴ ὑπάρχοντας, καθόσον ἀνέφερε μόνον 4 τάξεις, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ μὴ καθορίζηται ἡ θέσις τῶν 7 τούτων Εὐελπίδων, οὕτως ὥστε εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν κανονισθῇ ἡ θέσις των, νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οὗτοι νὰ διανύσωσι καὶ ἐκ τρίτου μαθήματα, εἰς ἃ ὑποστάντες τὸν παρελθόντα Ἰούνιον τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις ἐπέτυχον εὐδοκίμως καὶ προήχθησαν, καὶ συνάμα νὰ ἐξαναγκασθῶσι νὰ συμμαθητεύσωσι μετὰ νέων, οἵτινες εἰσὶ κατώτεροι κατὰ τὰς γνώσεις, ἀφοῦ οὗτοι διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σχολεῖον διηγωνίσθησαν εἰς τὰ αὐτὰ μαθήματα, εἰς ἃ καὶ οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Εὐέλπιδες πρὸ διετίας. Κατὰ συνέπειαν, κύριε Πρόεδρε, δίκαιον εἶναι φρονοῦμεν, ὅπως οἱ Εὐέλπιδες οὗτοι μὴ ὑποχρεωθῶσι νὰ διακούσωσι καὶ ἐκ τρίτου τὰ αὐτὰ μαθήματα νὰ διατηρήσωσι δὲ τὴν ἀρχαιότητά των, καθὸ πρὸ διετίας κατατεταγμένοι εἰς τὸ σχολεῖον, μέχρι τῆς ἐκ τοῦ σχολείου ἐξόδου των, ἀπαρτίζοντες ἴδιον τμῆμα, ἀφοῦ θὰ ἀκολουθῶσι τὴν σειρὰν σπουδῶν πέντε ἐτῶν καὶ νὰ ὑφίστανται τὰς ἑκάστοτε ἐξετάσεις πρὸ τῶν νεωτέρων των, τουτέστι τῶν νεοκαταταχθέντων τῆς 4ετοῦς φοιτήσεως. Κύριε Πρόεδρε. Ἐλπίζομεν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐθυδικίᾳ θὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀφήσῃ τὰ ἑπτὰ αὐτὰ παιδία νὰ ἔχωσιν ἐν τῇ καρδίᾳ των τὸ αἴσθημα, ὅτι μόλις εἰσέρχονται εἰς τὸ στάδιόν των ἡ Πολιτεία τὰ ἀδικεῖ καὶ τὰ ἀπογοητεύει. Εὐπειθέστατος Ἀλ. Δ. Σαχτούρης Ὑποναύαρχος» Τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν παραδίδω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§25Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ ἱκανότης πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν καὶ ὄχι ἡ ἀρχαιότης δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι ἄλλο ἢ ὅτι τὴν εὑρίσκω ὀρθήν· ἐπειδὴ ὅμως διετέλεσα καὶ ἐγὼ μαθητὴς στρατιωτικῆς σχολῆς θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅταν εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν συμμαθητεύωσι καὶ ἀρχαιότεροι ὑπάρχει τί τὸ ἀσύνηθες, τὸ ὁποῖον καλὸν εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν.
§26Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χαίρω ὅτι διετελέσατε μαθητὴς στρατιωτικῆς σχολῆς καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν φυσικὴν αὐτοῦ ὄψιν· ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὴν βʹ τάξιν ἢ εἰς τὴν γʹ τάξιν μένει τις δύο ἔτη μὴ προβιβασθείς· ἔχει ἀρχαιότητα οὗτος μεταξὺ τῶν ἄλλων;
§27Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν οὗτοι εἶναι καλλίτεροι τῶν κατὰ πρῶτον φέτος καταταχθέντων εἰς τὴν πρώτην τάξιν, θὰ προηγηθῶσι κατὰ τὴν σειρὰν τῆς προαγωγῆς εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ θὰ ἀποκτήσωσιν ἀρχαιότητα ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μείνωσιν εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν περισσότερον χρόνον ἀπὸ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ μείνωσιν ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὴν σχολήν. Θὰ μείνωσιν ἓν ἔτος περισσότερον, διότι ἔμειναν εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν ἐπὶ δύο ἔτη.
§29Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ μόνον ζητοῦμεν νὰ γίνῃ νὰ ἐπιτραπῇ ὅπως οἱ 7 διαγωνισθῶσιν ἰδιαιτέρως πρὸς ἀλλήλους.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7 ἐρώτησις ἀνεβλήθη ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤδη προσελθόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλεῖται ἐὰν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ. Ἡ ἐρώτησις ἔχει ὡς ἑξῆς: Τί μέτρα ἐλήφθησαν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπ. Συλλόγου Πύργου περὶ κατασκευῆς ἐπιστεγάσματος ἐν τῷ τελωνείῳ Κατακώλου καὶ διατί δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπὸ 17 Μαρτίου καὶ ὑπ’ ἀριθ. 25.788 διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν τελώνην Κατακώλου.
§31Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ δηλώσεως τῆς ἑταιρείας τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου Κατακώλου, ἥτις ἀναλαμβάνει νὰ κατασκευάσῃ τὸ στέγασμα αὐξανομένου τοῦ πληρωνομένου ἤδη μισθώματος εἰς δραχμὰς 75 κατὰ μῆνα.
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τῆς 17 Μαρτίου 1911 ἔχει δοθῆ διαταγὴ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν τελώνην Κατακώλου περὶ κατασκευῆς τοῦ στεγάσματος αὐτοῦ· τὰ ἐμπορεύματα ἐν τῷ τελωνείῳ Κατακώλου εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὸ ὕπαιθρον, οἱ δὲ ἔμποροι οἱ εἰσάγοντες ἐμπορεύματα πληρώνουσι δικαίωμα ἀποθήκης. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ζητοῦσι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἀφοῦ πληρώνουσιν εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὸ δημόσιον ἀπολαμβάνει, νὰ κατασκευασθῇ ἓν ἐπιστέγασμα. Ἡ ὑπηρεσία ὅπως εἶπον ἔδωκε τὴν σχετικὴν διαταγὴν περὶ κατασκευῆς τοῦ ἐπιστεγάσματος αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅπως ἤδη βλέπω συνδυάζεται ἡ κατασκευὴ τοῦ ἐπιστεγάσματος αὐτοῦ μὲ συμφωνίαν πρὸς τὴν ἑταιρείαν. Τί θὰ κοστίσῃ τὸ στέγασμα αὐτὸ ὥστε νὰ πληρώνῃ (75) δραχμὰς κατὰ μῆνα τὸ Δημόσιον; Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἐπιστέγασμα αὐτό, διότι τὰ ἐμπορεύματα καταστρέφονται τὸ ἔργον δὲ δὲν θὰ κοστίσῃ πλειότερον τῶν 4 ἢ 5 χιλιάδων δραχμῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασίμης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διατί ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη βραδύνει ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης 2) τί ποσὸν ἐπληρώθη μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς ἐναπομείναντας ὑπαλλήλους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης μετὰ τὴν σύστασιν τῆς προνομιούχου· γʹ) ἂν ἔλαβεν ἢ μέλλει νὰ λάβῃ ἀπόφασιν περὶ οἰκονομικωτέρου τρόπου περατώσεως τῆς ἐξελέγξεως τῶν διαχειρίσεων, ἵνα παύσῃ ἡ ἀδικαιολόγητος διάθεσις χρημάτων τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν ὑπὲρ ὑπαλλήλων ἐχόντων συμφέρον νὰ παραταθῇ ἡ ἐξέλεγξις ἐπ’ ἄπειρον.
§34Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο περὶ τούτου ἐρώτησις, ὑπάρχει δὲ περὶ τούτου κατατεθειμένη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὑποδεικνύει τροποποίησιν τοῦ διατάγματος· ἀλλ’ οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ ἐδίστασαν ἀμφιβάλλοντες ἐὰν θὰ ἠδύνατο διὰ Βασ. Διατ. νὰ τροποποιηθῇ προγενέστερον Βασ. Διάτ. καὶ ἀφῆκαν τοῦτο ἵνα διὰ νομοθετικοῦ μέτρου λυθῇ. Ὡς πρὸς τὸ βʹ ἐρώτημα, ὑπάρχει κατατεθειμένη ἔκτοτε πρὸ μηνῶν εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις ἀναφέρουσα τί ποσὸν ἐπληρώθη μέχρι τότε εἰς τοὺς ἐναπομείναντας ὑπαλλήλους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς μισθούς. Γνωρίζετε ὅτι ἠλαττώθησαν αἱ δαπάναι διὰ μισθοὺς εἰς τὸ τρίτον, ἀλλὰ τελευταίως προσεκλήθη ὁ νῦν Διευθυντὴς ἵνα ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ συνενοηθῶμεν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§35ΠΑΝ. ΚΑΣΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε, ὅτι ὑπῆρχε Σταφιδικὴ Τράπεζα μακαρίᾳ τῇ λήξει ἤδη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ. Ὅταν συνέστη ἡ Προνομιοῦχος παρέμεινεν ἡ Σταδικὴ Τράπεζα, τηροῦσα τοὺς λογαριασμούς της μετὰ τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ ἐπὶ τῷ μοναδικῷ σκοπῷ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς παραδόσεως εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ σταφιδοκάρπου. Σημειώσατε ὅτι διετέθη διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν τὸ ποσὸν τῶν 30.000 δραχμῶν ἔκτοτε ὁ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχων σταφιδόκαρπος παρεδόθη, ἑπομένως διὰ τῆς παραδόσεως ὁ ἔλεγχος ἐπερατώθη, παρέμεινε δὲ ὁ ἔλεγχος τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων διὰ τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως θὰ ἐπήρκουν ἓξ μῆνες εἰς δύο καὶ μόνον πεπειραμένους ὑπαλλήλους. Διατί ἐν τούτοις τὸ ἀπομεῖναν προσωπικὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἐπεράτωσε μετὰ ὁλόκληρον ἑξαετίαν τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπολόγων ὅστις ἐναπέμεινε; Διατί ἐναπέμεινεν ἀνεξέλεγκτος ἡ διαχείρισις ἡ χρηματικὴ τῶν ὑπολόγων, ἐνῷ ἡ σταφιδικὴ διαχείρισις ἐξηλέγχθη διὰ τῆς παραδόσεως; Ἁπλούστατα, Κύριοι. Διὰ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος διετήρησε τὰ ὑπολείμματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκανονίσθη, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξέλεγξις τῶν ὑπολόγων δὲν ἔχει περατωθῆ, θὰ ἐξακολουθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης μισθοδοτούμενοι καὶ κατατρώγοντες τὰ λείψανα τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Ὄταν, Κύριοι, ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, περιμένετε νὰ περατωθῇ ἡ ἐξέλεγξις τῶν ὑπολόγων; Φαντάζεσθε ὅτι θὰ εἶναι τόσον μωροὶ οἱ ὑπάλληλοι, ὥστε νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐπεράτωσαν τὸν ἔλεγχον, ὅτι δὲν ἔχουν πλέον λογαριασμοὺς πρὸς ἐξέλεγξιν; Περιμένετε νὰ εἴπουν αὐτοί: «Θὰ πᾶμε εἰς τὰ σπίτια μας;» Δὲν πιστεύω νὰ τὸ περιμένετε τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, διότι δὲν θὰ εἶναι τόσον μωροί. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ θὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἐξέλεγξις τῶν ὑπολόγων, θὰ ἐξακολουθῇ τὸ φάγωμα τῶν 30,000 δραχμῶν. Διατί ἐξακολουθεῖ, Κύριοι, ἡ πληρωμὴ μισθῶν εἰς ὑπαλλήλους τῆς ἀνυπάρκτου Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς δραχμὰς 250 μηνιαίως, διατὶ ἐξακολουθεῖ ἡ πληρωμὴ μισθῶν εἰς τὸν γραμματέα τῆς ἀνυπάρκτου Σταφιδικῆς Τραπέζης 450 δραχμῶν κατὰ μῆνα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας; Κατὰ τοιοῦτον τρόπον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ βλέπουσι ὅτι καταβιβρώσκονται καὶ τὰ τελευταῖα λείψανα τὰ χρήσιμα δι’ αὐτούς. Διὰ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος χειμῶνος ἔπαυσε πᾶσα διαχείρισις καὶ ἐξέλεγξις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἔπαυσε καὶ πᾶσα μισθοδοσία. Ἦτο φυσικὸν ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἐργασία, νὰ παύσῃ καὶ πᾶσα μισθοδοσία. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, νὰ προσλάβητε ἕνα ὑπάλληλον ἔν τινι τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ διατηρῇ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Τραπέζης μετὰ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, διὰ νὰ παύσῃ πλέον τὸ πρυτανεῖον, τὸ ὁποῖον κινεῖ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καβαλιεράτος ἐρωτᾷ τί ἐγένετο διὰ τὴν πρὸ ἔτους καὶ πλέον προταθεῖσαν χάριν τοῦ καταδίκου Κεφαλληνίας Φωτεινοῦ Σπαθῆ, θύματος δικαστικῆς πλάνης.
§37Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐμελέτησα, Κύριοι, τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, συνεπείᾳ παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπείσθην ὅτι συντρέχουσιν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδικαιολόγουν τὴν σύστασιν πρὸς ἀπονομὴν Β. χάριτος. Ὁ Σπαθῆς αὐτός, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ εἴκοσιν ἐτῶν μετ’ ἄλλων ὡς ἔνοχος φόνου. Ἀλλὰ καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων καὶ ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ἐνασκήσας τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἀπεφάνθησαν ἔκτοτε ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως συντρέχει λόγος καὶ οὐδὲν στοιχεῖον προέκυψεν ἐκ τῆς διαδικασίας, τὸ ὁποῖον νὰ ἐδικαιολόγει τὸν μετριασμὸν τῆς ποινῆς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι μετά τινα ἔτη συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν ἐνδιαφερομένων ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἐκεῖ μετέβη εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ἐξήτασε τοὺς πλείστους τῶν κατοίκων ἐκεῖ καὶ ἐξήγαγε τὸ συμπέρασμα ὅτι πρόκειται περὶ δικαστικῆς πλάνης. Τὸ συμπέρασμα τοῦτο ὑπέβαλεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἐσχημάτισεν ἐπίσης τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἐν τούτοις δύο σημεῖα μὲ καθιστῶσι διστακτικὸν εἰς ἀποδοχὴν τοῦ συμπεράσματος τούτου. Πρῶτον ὅτι ἡ γνώμη τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν εἶναι ὑστέρα, μετὰ παρέλευσιν πενταετίας δηλ. ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος σχηματισθεῖσα. Προέρχεται δὲ ἐξ εἰσαγγελέως, ὅστις δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν δίκην, ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ λαβὼν μέρος εἶχεν ἀλλοίαν γνώμην. Καὶ δεύτερον ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ εἰσαγγελέως ἡ γενομένη μετὰ παρέλευσιν πενταετίας ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος, ἐστράφη εἰς τὴν ἐξέτασιν μὴ αὐτοπτῶν μαρτύρων, διότι κατὰ σύμπτωσιν δυσεξήγητον, οἱ ὑπάρχοντες καὶ κατὰ τὴν δίκην ἐξετασθέντες μάρτυρες δὲν εὑρίσκοντο εἰς Κεφαλληνίαν, καθ’ ὃν χρόνον μετέβη ἐκεῖ ὁ εἰσαγγελεύς. Εὐτυχῶς ὑπάρχει διπλοῦν στάδιον πρὸς ἐξακρίβωσιν, ἂν ὄντως πρόκειται περὶ δικαστικῆς πλάνης, ὅτε καθῆκον ἡμῶν θὰ ἦτο ἡ σύστασις τῆς ἀπονομῆς βασιλικῆς χάριτος. Τὸ πρῶτον εἶναι νὰ καταγγελθῶσιν οἱ μάρτυρες οἱ κατὰ τὴν δίκην ἐξετασθέντες, διότι ἐνδείξεις τινὲς κατ’ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἄλλη δίδεται εὐκαιρία, ἀρκετὰ χρήσιμος, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Οἱ ἕτεροι δύο κατηγορούμενοι ὡς συστασιῶται τοῦ καταδικασθέντος, πρόκειται νὰ δικασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Κερκύρας τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ ἐρευνηθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐν τῷ συνόλῳ καὶ νὰ προκύψωσιν ἱκανὰ στοιχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ δύναταί τις μετ’ ἀσφαλείας νὰ στηριχθῇ περὶ τῶν ἐνεχομένων εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ μελετήσω καὶ αὖθις τὴν ὑπόθεσιν μετὰ ταῦτα καὶ ἂν συντρέχῃ περίπτωσις νόμιμος καὶ πεισθῶ περὶ τῆς ἀθῳότητος τοῦ καταδικασθέντος, θὰ μεριμνήσω ὅπως τῷ χορηγηθῇ βασιλικὴ χάρις.
§38Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐζήτουν νὰ ἀποδοθῇ χάρις εἰς ἄνθρωπον καταδικασθέντα εἰς βαρεῖαν ποινήν, ποινὴν προσκαίρων δεσμῶν, ἐὰν δὲν εἶχον ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται κατάδικος εἶναι ὄντως θῦμα δικαστικῆς πλάνης. Καὶ τούτου ἕνεκα αἰσθάνομαι ὑψίστην ὑποχρέωσιν νὰ ὑψώσω φωνὴν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης. Ἐκτὸς τῆς προτάσεως τῶν εἰσαγγελέων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπάρχουσι πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλῶς πῶς ἔλαβε χώραν τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐτιμωρήθη τόσον βαρέως ὁ κατάδικος Σπαθῆς. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ὁ κατάδικος οὗτος, πάντες οἱ ἔντιμοι καὶ φιλάνθρωποι πολῖται, ὕψωσαν φωνὴν διαμαρτυρίας καὶ τὴν φωνὴν ταύτην τῆς διαμαρτυρίας ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος διέταξε τὸν παρὰ Πλημμελειοδίκαις εἰσαγγελέα κ. Τσουκαλᾶν, τὸν ὁποῖον φρονῶ ὅτι ἐξετίμα καὶ ἐκτιμᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ὄχι μόνον συνέταξεν ὑπὲρ αὐτοῦ ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἓν ἀριστοτέχνημα ἐπιστημονικόν, ἀλλὰ καὶ ὅτε μετέβην εἰς τὸ γραφεῖον αὐτοῦ ἵνα τῷ ζητήσω πληροφορίας μοι ἀπήντησεν ὅτι εἶναι εὐτυχής, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν λίαν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς θῦμα δικαστικῆς πλάνης. Τοιαύτην διαβεβαίωσιν ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Τσουκαλᾶ, ὁ ὁποῖος παραμένει ἐν Ἀθήναις καὶ νομίζω ὅτι εἶναι λίαν εὐχερὲς νὰ ζητηθῇ, ἵνα τὰ ἐπαναλάβῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ὅπως διετύπωσε τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶμαι ὑπόχρεως νὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἀναμείνω, διότι κατὰ τὴν νέαν διαδικασίαν θὰ προσέλθωσι πάντες οἱ μάρτυρες, οἱ μάρτυρες οἱ αὐτόπται καὶ οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐμὲ εἶναι τελείως ἄχρηστοι, διότι εἶναι τὰ ἐρείπια τῆς κοινωνίας, εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους συλλέγουσιν οἱ ἐπιτήδειοι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μαρτυρίας τῶν ὁποίων τὰ δικαστήρια ἐκδίδουν ἀποφάσεις εἰς βάρος τῆς κοινωνίας· ἐν τούτοις, ἀφοῦ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἐκεῖνοι θὰ καταθέσωσι μετανοοῦντες τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἔλθωσιν ἀρωγοί. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ νὰ διατάξῃ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ν’ ἀποσταλῇ εἰς αὐτὸν ἡ δικογραφία, τὴν ὁποίαν νὰ μελετήσῃ καὶ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, διότι εἶναι ἁμαρτία νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ φυλακῇ ἄνθρωπος ἀθῷος, διότι ἔγινε θῦμα δικαστικῆς πλάνης.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος ἐρωτᾷ, ἐὰν ἐλήφθη πρόνοια περὶ παρακωλύσεως ἐκδόσεως οἰκονομικῶν πιστοποιητικῶν ἐξοφλήσεως ὀφειλῆς σταφιδοκτημόνων πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὑπὸ ὑπαλλήλων τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας, εἰς ἣν αὕτη ἐξεχώρησε τὰς ἀπαιτήσεις της κατὰ τῶν ὀφειλετῶν της.
§40Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος μοὶ εἶπε καὶ προφορικῶς ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ ἐξοφλήσεως, ὧν ἡ ἀξία εἶναι δραχμαὶ τέσσαρες κατὰ χιλιόλιτρον ἐκδίδονται πρὸς μίαν καὶ ἡμίσειαν καὶ πρὸς μίαν. Συμπεραίνει ἐκ τούτου ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Προνομιούχου ἐκδίδουσιν ἀνεξελέγκτως τὰ τοιαῦτα. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα, εἶναι δύσκολον ὅμως νὰ ἔχω ἀμέσως ἀποδείξεις τοιούτων καταχρήσεων. Ἐξακολουθῶ τὰς ἐρεύνας μου.
§41Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κατὰ πρῶτον εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν προφορικῶς τῷ κατήγγειλον. Διὰ νὰ τῷ διευκολύνω τὰς ἐρεύνας πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὅταν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα διὰ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας κατελύθη, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις αὑτῆς ἐξεχώρησε δυνάμει τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Προνομιοῦχον ἑταιρείαν. Ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ εἰσπράττῃ διὰ λογαριασμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τουτέστι τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει ἡ Τράπεζα, ἀπαιτήσεις αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ δυνάμει τῆς συμβάσεως εἶναι καὶ μέτοχος τῆς Προνομιούχου διὰ ποσὸν πέντε ἑκατομμυρίων. Λέγω δὲ τοῦτο διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τί γίνεται εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν.
§42Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι πλέον Σταφιδικὴ Τράπεζα.
§43Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις, διὰ νὰ παύσῃ; Τότε θὰ παύσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ὅταν θὰ γίνῃ, τότε θὰ καθαρισθῇ, ἐὰν εἶναι ὀφειλέτης ἢ πιστωτής. Λοιπὸν οἱ παραγωγοὶ πωλοῦντες τὸ προϊόν των εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παρουσιάζωσι καὶ καταθέτωσι εἰς τὸν ἀγοραστὴν ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τῆς Προνομιούχου πιστοποιητικὸν διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δηλοῦται σαφῶς τὸ ὄνομα τοῦ παραγωγοῦ, τὸ ποσὸν τοῦ παραχθέντος προϊόντος καὶ ἂν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ πρὸς τὴν Προνομιοῦχον. Ἂν ὁ παραγωγός, ὁ πωλῶν τὸν σταφιδόκαρπον αὑτοῦ πρὸς τὸν ἔμπορον, δὲν παρουσιάσῃ τοιοῦτο πιστοποιητικόν, ὁ ἔμπορος δικαιοῦται νὰ κρατῇ τέσσαρας δραχμὰς ἀπὸ τὴν τιμὴν δι’ ἑκάστην χιλιάδα, τὴν ὁποίαν παραδίδει ὁ παραγωγός. Λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Προνομιούχου, ὁσάκις ὁ παραγωγὸς προσέρχεται διὰ νὰ λάβῃ τοιοῦτο πιστοποιητικὸν τοῦ φέρουν προσκόμματα, πρῶτον ὅτι δὲν πείθονται ὅτι παρήγαγε τοιοῦτο ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι ἐπώλησεν εἰς τὸν Ἄλφα ἔμπορον, ἂν εἴπῃ ὁ παραγωγὸς ὅτι ἐπώλησε δέκα χιλιάδας σταφιδόκαρπον, οἱ ὑπάλληλοι λέγουσιν εἰς αὐτόν: δὲν πειθόμεθα ὅτι παρήγαγες δέκα χιλιάδες, θὰ σοῦ δώσωμεν πιστοποιητικὸν διὰ πέντε χιλιάδας. Τί νὰ κάμῃ ὁ παραγωγός, λαμβάνει τὸ πιστοποιητικόν, ἀλλὰ μόλις ἐξέλθῃ τοῦ γραφείου τῆς Προνομιούχου ὑπάρχουν ἔξω οἱ ἔμπιστοι καὶ τοῦ λέγουν: ἔχομεν ἡμεῖς πιστοποιητικὸν διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον σοῦ λείπει καὶ σοῦ δίδομεν καὶ ἀντὶ νὰ πληρώσῃς τέσσαρας δραχμὰς εἰς τὸν ἔμπορον ἡμεῖς σοῦ δίδομεν μὲ μίαν δραχμήν. Λαμβάνει λοιπὸν τοιοῦτο πιστοποιητικὸν καὶ ἐξοφλεῖ τοὺς λογαριασμούς του καὶ τοιαῦτα πιστοποιητικὰ εἶναι ἄπειρα καὶ εὑρίσκονται εἰς ὡρισμένας χεῖρας πωλούμενα καὶ ἀντὶ 75 λεπτῶν. Εἶναι λοιπὸν μία κατάχρησις σπουδαιοτάτη, ἡ ὁποία γίνεται. Ἐὰν δ’ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διατί γίνεται τοῦτο ἀπὸ μέρους τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἐν γνώσει αὐτῆς γίνεται, διότι ἔχει συμφέρον ἡ ἑταιρεία αὕτη νὰ μὴ ὑπάρξῃ ποτὲ μέτοχος ὁ παραγωγός. Τοῦτο ἦτο τὸ ἔργον τῆς ἑταιρείας πάντοτε καὶ δι’ αὐτὸ κατεπολέμησε πάντοτε τὴν παραγωγήν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος ἐρωτᾷ, «ἂν θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐπισκευῆς τῆς πρὸ 5ετίας κατασκευασθείσης δημοσίας ὁδοῦ, τῆς ἑνούσης τὴν κωμόπολιν ταύτην μετὰ τῶν Πατρῶν, κινδυνευούσης νὰ καταστραφῇ πρὸς βλάβην τῶν κατοίκων».
§45Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγένετο δημοπρασία καὶ ἐνεκρίθησαν ἤδη τὰ πρακτικά.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ὄθ. Τετενές, Α. Βαλσαμάκης, Σ. Καβαλλιερᾶτος, Σ. Φορέστης, Δ. Βινιεράτος ἐρωτῶσι: «Τί ἐνηργήθη ἐπὶ αἰτήσεως τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας, αἰτούντων ὅπως ἀποσταλῇ ὁ Ἰταλὸς ἰχθυολόγος καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ πρὸς μελέτην τῆς λίμνης «Κουτάβου» ὅπου ἄλλοτε ἀνεπτύχθη καὶ ἐλειτούργει ἰχθυοτροφεῖον».
§47Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ, Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.
Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργός.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Θ. Μιχαλόπουλος, Δ. Γκλαβᾶς, Ν. Βάρθης, Α. Θανόπουλος, Γ. Σχινᾶς, Ν. Πετροπουλάκης, Χ. Καρᾶς, Ν. Γαρδικιώτης. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοδιδασκάλων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς εἰς αὐτοὺς ἀφορώσης νομοθεσίας.
§49Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πασίγνωστον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Πολιτεία ἡμῶν μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὐτῆς ὅσον ἔδει καὶ δὲν ἐπέδειξε τὴν προσήκουσαν μέριμναν ὑπὲρ πάντων τῶν κλάδων τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι παράδοξον, ἂν δὲν ἐπέδειξε τὴν προσήκουσαν μέριμναν καὶ περὶ σπουδαιοτάτου ἐπίσης κλάδου, πολὺ σπουδαιοτέρου παρ’ ὅσον ἴσως φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ κλάδου, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ δημοδιδασκαλικοῦ καὶ τοῦ ὑποδιδασκαλικοῦ. Λέγω δὲ τὸν κλάδον τοῦτον σπουδαῖον καὶ τὸν θεωρῶ σπουδαῖον, ὄχι μόνον διὰ τὸ πλῆθος τῶν μελῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποτελεῖται, τῶν ὑπερτετρακισχιλίων, —διότι ἔχομεν 4400 περίπου διδασκάλους καὶ διδασκαλίσσας—, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέγα πλῆθος τῶν Ἑλληνοπαίδων, τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν πρὸς μόρφωσιν, τὸ μεγαλείτερον ὑλικὸν καὶ ἠθικὸν κεφάλαιον τοῦ ἔθνους αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος ἐν σπέρματι καὶ δυνάμει. Διότι πράγματι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος τοῦ μέλλοντος ἐμπιστευόμεθα εἰς τὰς χεῖρας τοῦ προσωπικοῦ τούτου. Εἶναι δὲ οἱ φοιτῶντες εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα Ἑλληνόπαιδες σήμερον 250,000 παῖδες ἡλικίας 7–12 ἐτῶν, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες ἕνεκα τῆς σημερινῆς ἀκαταστασίας τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως μένουσι δυστυχῶς ἀπαίδευτοι. Ἐξαίρει δ’ ἔτι μᾶλλον τὴν σπουδαιότητα τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν εὔπλαστον ταύτην ἡλικίαν τῶν 7–12 ἐτῶν εἶναι δυνατὸν ἢ μεγάλη ὠφέλεια νὰ προσγένηται εἰς τοὺς παῖδας τούτους ἢ μεγάλη ζημία, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία ὀφείλει πάντως νὰ καταβάλλῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς πλήρη, ὅπως ἔχῃ τὰ ἄριστα δυνατὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ ἐλλείψεις καὶ ἀτέλειαι, ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς, θὰ ἴδωμεν νομίζω, ὅτι τὰ 90% τῶν ἐλλείψεων τούτων βαρύνουσι τὴν ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Ἐκ τοῦ κλάδου τούτου προέρχεται καὶ ἡ ἀναφορὰ αὐτή, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Αἰτοῦνται δύο τινὰ αἱ ἀναφερόμεναι διδασκάλισσαι, πρῶτον βελτίωσιν οἰκονομικὴν τῆς θέσεως αὑτῶν, δεύτερον δὲ ἐλάττωσιν τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως. Λόγος συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ πρώτου αὐτῶν αἰτήματος εἶναι ὅτι διὰ τὴν μόρφωσιν αὑτῶν κατέβαλον καὶ καταβάλλουσιν οὐχὶ ὀλιγωτέρους καὶ κόπους καὶ χρόνον καὶ δαπάνας ἐκείνων τοὺς ὁποίους καταβάλλουσιν οἱ ἄρρενες αὑτῶν συνάδελφοι· ὑπὸ ἔποψιν μάλιστα δαπανῶν ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καταβάλλουσι καὶ περισσοτέρας, διότι καταβάλλουσι καὶ δίδακτρα ἐπὶ ἔτη πολλά. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὑπηρεσίας των, εἶναι ἐπίσης γνωστὸν καὶ ὁμολογεῖται ὑπὸ πάντων ὅτι ἐπιδεικνύουσι συνήθως —τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν— ἐπιμέλειαν, ἀφοσίωσιν, οἰκοκυρωσύνην καὶ ζῆλον εἰς τὸ ἔργον των, πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ νὰ ἀναγνωρισθῶσι πρέπει καὶ νὰ ἐκτιμηθῶσι καὶ νὰ ἀμειφθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ καὶ γενικὸς λόγος συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ αἰτήματος αὐτῶν, τὸ ὅτι μετὰ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τοῦ ὑπαλλήλου συνδέεται ἀρρήκτως ἡ βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο δὲ οὐ μόνον, διότι μέχρι τινὸς καὶ οἴκοθεν ἐπέρχεται ἡ δυνατὴ βελτίωσις τῆς ἐργασίας τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ καὶ διότι ὅταν ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἀμείβῃ κλάδον τινὰ πρεπόντως, ἔχει τὰ ἑξῆς ἔτι ἀγαθὰ ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς ταύτης, πρῶτον ὅτι ὁλονὲν ἀποκτᾷ προσωπικὸν ἐκλεκτότερον ἐν τῷ μέλλοντι καὶ δεύτερον ὅτι δύναται νὰ ἐγείρῃ, ὡς εἶναι ὀρθόν, ἀξιώσεις περισσοτέρας ἀπὸ τοῦ προσωπικοῦ τούτου. Τὸ δεύτερον αἴτημα τῶν ἀναφερομένων διδασκαλισσῶν εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐλάττωσις τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπ’ ὀλίγον μόνον χρόνον αἱ διδασκάλισσαι παραμένουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§50Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Διατί δὲν παραμένουσιν;
§51Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμβαίνει τοῦτο εἰς ἄλλους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὸ ν’ ἀποχωρῶσι δηλ. οἱ ὑπάλληλοι μετὰ ἕξ, ὀκτώ, τὸ πολὺ δέκα ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ὡς συμβαίνει εἰς τὸν κλάδον τοῦτον. Ἀλλὰ καταλείπουσιν ὅμως καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο αἱ διδασκάλισσαι τὰς νομίμους καταβολὰς ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Ὠφελεῖται λοιπὸν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ἐκ τοῦ κλάδου τούτου πολλά, χωρὶς οὐδὲν ὑπὲρ τῶν ἀθρόως πρὸ τοῦ γενικοῦ ὁρίου τῆς συντάξεως ἀποχωρούντων ὑπαλλήλων τοῦ κλάδου τούτου νὰ διαθέτῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω δίκαιον μετὰ τὸ δέκατον ἢ τὸ δωδέκατον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας ἐκ τῶν πολλῶν καταβολῶν, τὰς ὁποίας ὁ κλάδος οὗτος ἀφήνει εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, μέρος νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνας τὰς διδασκαλίσσας, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν τὸ ὅριον τοῦτο μετὰ δὲ τὸ δέκατον πέμπτον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτὰς ἀνάλογον σύνταξιν. Φρονῶ δὲ ὅτι τοῦτο εἶναι συγχρόνως δίκαιον καὶ συμφέρον οὐ μόνον εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν πολιτείαν ἐν γένει καὶ τὴν κοινωνίαν, διότι μετὰ τὸν χρόνον τοῦτον τῶν δώδεκα ἢ δεκαπέντε ἐτῶν αἱ ὑπερτριακονταετεῖς ἤδη τὴν ἡλικίαν διδασκάλισσαι φυσικὸν εἶναι νὰ μὴ ἔχωσι πλέον τὴν ἀναγκαίαν ὄρεξιν ὅπως συνεχίσωσι τὸ διδασκαλικὸν ἔργον, οὐδὲ πρέπει, νομίζω, διὰ τοῦ δελεάσματος τῆς συντάξεως νὰ ἀναγκάσωμεν αὐτὰς εἰς τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ εἰς αὐτὰς νὰ ἀποδώσωμεν τὰ ἑαυτῶν δίκαια καὶ εἰς τὴν διδασκαλικὴν ὑπηρεσίαν νὰ εἰσαγάγωμεν νέας δυνάμεις, διδασκαλίσσας δηλ. διὰ νεωτέρων καὶ τελειοτέρων παιδαγωγικῶν καὶ διδακτικῶν μεθόδων καὶ τρόπων κατηρτισμένας. Ταῦτα συνιστῶ ὡς δίκαια καὶ γενικῶς συμφέροντα καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ λοιποὶ ὑποθέτω ὅτι ἀρκοῦνται εἰς τὰ λεχθέντα.
§53Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μετ’ ἀγωνίας ἀναμένει ὁ λαός, ἰδίως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν πρόοδον καὶ τὸ μεγαλεῖον παντὸς ἔθνους.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας ἀναβάλλονται αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ διὰ τὴν αὔριον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας Οἱ βουλευταὶ κύριοι Σ. Φορέστης, Σ. Καβαλλιεράτος, Ε. Βινιεράτος, Α. Βαλσαμάκης, Δ. Γκλαβᾶς, Ὄθ. Τετενές, Α. Μονοκροῦσος, Λ. Καφετζόπουλος, Ν. Δελακοβίας, Θ. Μιχαλόπουλος, Π. Μαυρίκης, Κ. Ἀλαβάνος, Τ. Παπαδάμ, Ι. Κασδόνης καὶ Α. Φωτήλας ὑποβάλλουσι πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ἐγὼ ἀμελετητί.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοχοΐδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἐμμέσου δημοτικοῦ φόρου τῶν μεταφερομένων ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον ἐλαιῶν πρὸς ἔκθλιψιν καὶ ἐπαναφορὰν τοῦ ἐλαίου. Πλείονες τῶν δέκα Βουλευτῶν ζητοῦσιν ὅπως προταχθῇ ἡ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρότασις νόμου περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἀνανεώσεων ἐγγραφῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτάσσεται. Ἄλλοι Βουλευταὶ ζητοῦσι τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 75 προτάσεως νόμου περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν.
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ προταχθῇ.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προταχθῇ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη (θόρυβος).
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται νὰ προταχθῇ.
§63Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 75 προτάσεως νόμου περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄλλοι Βουλευταὶ ἀρκετοὶ ζητοῦσι νὰ προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 82 πρότασις νόμου περὶ πληρώσεως τῶν Πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρόταξιν.
§67Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀπορρίψῃ ἡ Βουλὴ τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως ταύτης.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 82 προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§70Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπρότεινε καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως ταχθῇ προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τῆς παρατάσεως τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν, νὰ τυπωθῇ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Παρῆλθον ὅμως ἔκτοτε πέντε ἡμέραι καὶ οὐδὲ προσήχθη κἂν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδ’ ἐτυπώθη ἀκόμη τὸ ὡς εἴρηται νομοσχέδιον. Τὸ ζήτημα συναισθάνεσθε ὅλοι ὑμεῖς βεβαίως ὅτι εἶναι σπουδαιότατον, δὲν ἀφορᾷ δὲ ἐμὲ προσωπικῶς, καίτοι εἶμαι φαρμακοποιός, ἐὰν λάβητε τὸν κόπον καὶ μελετήσητε τὸν νόμον «περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν», τὸν ψηφισθέντα ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως Κ. Μαυρομιχάλη, θὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὰς 15 διατάξεις αὐτοῦ δὲν ὑπάγονται οἱ φαρμακοποιοί. Φαίνεται, ὅτι ἔχει ἀγάπην καὶ ἐξαιρετικὴν ἐκτίμησιν καὶ ὑπόληψιν πρὸς τὸν κλάδον μου, πρὸς τοὺς φαρμακοποιοὺς ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὑπήγαγεν εἰς τὰς διατάξεις τῆς παραγραφῆς τῶν ἀνοικτῶν λογαριασμῶν. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ὅπως προτιμήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ συζητήσωμεν ταχύτατα, διότι εἶναι ὡς ἐκ τῆς ἐγγιζούσης λήξεως τῆς προθεσμίας, τὸ φλέγον ἐσωτερικὸν ζήτημα τοῦ ἔθνους, δι’ ὃ μετὰ πεποιθήσεως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐνδιαφέρεται σύμπαν τὸ ἔθνος.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἀληθῶς.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ταχθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διήμερος προθεσμία.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἔκθεσις ἑτοίμη καὶ ὑποβάλλεται μετὰ ἡμίσειαν ὥραν.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δοθῇ πενθήμερος προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐπεξεργάζεται τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια διὰ νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της διὰ νὰ δυνηθῶμεν τὸ ταχύτερον νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτῶν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τάσσεται προθεσμία πενθήμερος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. Προυτάχθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 67 πρότασις νόμου περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἀνανεώσεων ἐγγραφῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου περὶ φυγοδικίας. Ὁ κ. Μ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§76Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· θὰ ἀνεγνώριζον ἄλλως τὸν ἁδρὸν ἐπιστήμονα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐὰν ἦτο ἔργον ἰδικόν του· εἶναι ἔργον τοῦ μακαρίτου Α. Σιμοπούλου.
§77Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα, καὶ τὸ ὁποῖον τὸ ἔκαμον ἐγώ (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα).
§78Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι λοιπὸν ἔργον τοῦ μακαρίτου Α. Σιμοπούλου, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ εἰκοσαετίας περίπου. Ὅταν δὲ λέγω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ Σιμοπούλου, ἐννοῶ ὅτι αὐταῖς λέξεσι, τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἔχει καὶ νῦν πλὴν μιᾶς ῥήτρας, ἥτις καθιστᾷ αὐτὸ τραχύτερον, σκληρότερον, ἀπανθρωπότερον. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, μετὰ τὸ προοίμιον τοῦτο ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι δὲ κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, διότι ἀναζητήσας ἔν τε τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὕρηται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν γενικαῖς ἄλλαις μελέταις ἕνα κἂν λόγον δικαιολογοῦντα τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀνεύρω. Ἀνεζήτησα λόγους ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη ὑπῆρξεν ὅλως ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνεζήτησα λόγους ἐν τῇ πρακτικῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ πρακτικὴ οὐδένα λόγον παρέχει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν βάθρον, ὅπως ὑποβαστάσῃ αὐτό. Ἡ ὕπαιθρος χώρα, λέγουσιν οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ νομοσχεδίου, καταμαστίζεται ὑπὸ τῶν φυγοδίκων, φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ φυτώριον τῶν ἑταιρειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι διακρίνονται ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν, ὡς γράφει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τῶν λῃστοφυγοδίκων, ὑπὸ τὴν πτέρναν τῶν ὁποίων στενάζει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθὲς καθ’ ἑαυτό, ἀλλὰ συνειθίζω νὰ πολεμῶ τὰς ἐναντίας ἰδέας, λαμβάνων ὡς βάσιν, δεχόμενος ὡς ἀληθὲς πᾶν ὅ,τι οἱ ἀντίπαλοι ἰσχυρίζονται. Δέχομαι λοιπὸν ὅτι τὴν ὕπαιθρον χώραν τῆς Ἑλλάδος καταλυμαίνεται ἡ φυγοδικία, δέχομαι πραγματικῶς, ὅτι ἐξ αὐτῆς ἐκκολάπτεται τὸ φυτώριον τῆς λῃστείας, τὸ ὁποῖον τῳόντι ἀσχημίζει καὶ ἀτιμάζει τὴν χώραν ἡμῶν καὶ ἔρχομαι ἤδη ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νὰ ἐξετάσω, ἐὰν πραγματικῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ περισταλῇ τὸ κακὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπερεπλεόνασεν, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ὁποῖον ῥυπαίνει τὴν χώραν ἡμῶν· σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι ἐὰν καὶ ἓν μόνον ἴχνος εὕρω ἐλπίδος, ἢ ἔστω καὶ ὠχρὰν σκιὰν ὑπεμφαινομένης ἐλπίδος ἐὰν εὕρω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θεραπεύεται τὸ ἀνήκεστον τῆς φυγοδικίας κακόν, τὸ ὁποῖον κατατρύχει μέχρι σήμερον τὴν χώραν ἡμῶν θὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς λύσιν τοῦ ἀπορήματος τούτου θέλει ἀγάγει ἡμᾶς εὐκόλως ἡ ἑξῆς σειρὰ συλλογισμῶν. Διατί, Κύριοι, φυγοδικοῦσιν οἱ ὑποπίπτοντες εἰς ἐγκλήματα; Ἐσκέφθητε σεῖς ποτε τὴν ψυχολογίαν τοῦ φυγοδικοῦντος; Ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶναι δικηγόροι καὶ δικηγόροι ποινικῶν ὑποθέσεων, ὅσοι ἀναστρέφονται μετ’ ἐκείνων, οἵτινες προσάγονται ἐνώπιον ποινικῶν δικαστηρίων, ἐκεῖνοι, ἐὰν μάλιστα εἶχον καὶ τὴν δύναμιν νὰ μελετῶσι τὴν ψυχολογίαν τῶν κατηγορουμένων ἐκείνων, ἐκεῖνοι γνωρίζουσι διατὶ φυγοδικοῦσιν οἱ ὑποπίπτοντες εἰς ἐγκλήματα. Ἴσως εἷς λόγος τῆς φυγοδικίας εἶναι ἡ τέως κακὴ κατάστασις τῶν φυλακῶν, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν, ὅτι θὰ διορθώσῃ· ἴσως εἶναι αἰτία τῆς φυγοδικίας αἱ μακραὶ προφυλακίσεις· ἴσως εἶναι αἰτία τῆς φυγοδικίας αἱ πολλάκις μετὰ περιφρονήσεως πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου γινόμεναι πρόχειροι καὶ τυχαῖαι καὶ ἀβασάνιστοι προφυλακίσεις, ἀλλ’ ὑπὲρ πάντα ταῦτα, αἰτία τῆς φυγοδικίας εἶναι τὸ φυσικὸν συναίσθημα τοῦ ὀρρωδεῖν τὴν δίκην, τοῦ τρέμειν τὴν ποινήν. Πόσοι ἐξ ἡμῶν Κύριοι, ἔχοντες ἀνάγκην θεραπευτικοῦ τινος μέσου, ἐπαγομένου ἀλγηδόνας σωματικὰς δὲν ὠρρωδήσατε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν θεραπείαν ἐκείνην, ἐγγυωμένην ἄλλως τὴν ὑγείαν ὑμῶν, δειλιῶντες νὰ ὑποστῆτε τὰς ἀλγηδόνας τὰς σωματικάς; Ὁ φυγοδικῶν λοιπὸν πρωτίστως καὶ κυριώτατα φυγοδικεῖ, διότι φοβεῖται τὴν ποινήν. Τὸ ἀκατάβλητον τοῦτο συναίσθημα τοῦ πρὸ τῆς ποινῆς φόβου εἶναι ὁ κυριώτατος λόγος τῆς φυγοδικίας, ἀλλ’ ἐὰν ὁ φόβος πρὸς τὴν ποινήν...
§79Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόβος ὅμως αὐτὸς δὲν τὸν ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγκληματήσῃ.
§80Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ κατόπιν. ....... ἀλλ’ ἐάν, λέγω, ὁ φόβος πρὸς τὴν ποινήν, ἀφοῦ ὑποπέσῃ τις εἰς τὸ ἀδίκημα, εἶναι ἡ κυριωτάτη τῆς φυγοδικίας αἰτία, πρὸς τῷ συναισθήματι δὲ τούτῳ, ἐὰν ὑποβοηθῶσι τὴν ἰδέαν τῆς φυγοδικίας καὶ ἄλλαι γνωσταὶ περιπτώσεις, διατί, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ πρόσθετον ποινὴν ἐπὶ τῷ νεοτεύκτῳ ἀδικήματι τῆς φυγοδικίας, διατί, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐλπίζετε ν’ ἀποτρέψητε τοὺς ἐγκληματοῦντας ἀπὸ τὴν φυγοδικίαν; Ὁ φυγοδικῶν νῦν, διότι ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς ἀναιρέσεως, διατί ἆρά γε δὲν θὰ φυγοδικήσῃ ὅταν ἀπειλῆται ὑπὸ μιᾶς νέας ποινῆς, προσθέτου ποινῆς, ἐπιβαλλομένης ἐπὶ τῇ φυγοδικίᾳ καὶ κατ’ ἐπίτασιν τῆς διὰ τὸ ἀδίκημα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν, ἐπιβλητέας; Εἶναι ὁ συλλογισμὸς οὗτος τοσοῦτον σιδηροῦς, εἶναι ὁ κλοιὸς αὐτοῦ τόσον στενός, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῇ τις ἀπ’ αὐτοῦ. Θὰ ἐνόουν τὴν ψυχολογίαν αὐτὴν τῆς φυγῆς δικίας νὰ καταπολεμήσωμεν δι’ ἄλλων μέσων ἧττον ἐπαχθῶν, ἀνεκτῶν ἐπιστημονικῶς καὶ τὰ μάλα συντελεστικῶν. Διὰ τῆς ἐπιτάσεως λόγου χάριν τῶν ποινῶν, ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ὁ φυγοδικῶν ἐν τῇ φυγοδικίᾳ, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἐλπίσωμεν μετριασμὸν αὐτῆς.
§81Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πάσχει καὶ δὲν πηγαίνει εἰς τὸν ἰατρὸν ὅτι κάμνει καλά;
§82Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κάμνει κακά.
§83Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Τότε διατί ὑποστηρίζετε τοῦτο;
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτοὶ κάμνουν κακά· ἀλλὰ καὶ ὅσοι ζητοῦν συμβουλὰς ἑκατὸν ἰατρῶν καὶ λαμβάνουν φάρμακα ἑκατὸν ἰατρῶν ταυτοχρόνως εἶναι παράφρονες.
§85Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν Βουλευτὴν Λακωνίας ἀλλ’ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω σαφέστερον. Σᾶς λέγω καὶ εἰς τοῦτο ἐὰν ἔχητε ἀπάντησιν διὰ διακοπῆς ὀφείλετε νὰ προβῆτε, σᾶς λέγω καὶ μεθ’ ὑμῶν ἐρωτῶ τοὺς ὑπερμάχους τοῦ νομοσχεδίου, διατί ἐλπίζουσιν ὅτι θὰ ἀποτρέψωσι τὴν φυγοδικίαν δι’ ἐπιβολῆς ποινῆς κατ’ αὐτῆς; Τί φοβεῖται ὁ φεύγων τὴν δίκην; Τί ἄλλο ἀπὸ τὴν ποινήν; Σᾶς ἐρωτῶ.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐλπίζει εἰς τὴν ἀθώωσιν. Τὸ ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας εἶναι τυπικὸν πλέον.
§87Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐλπίζει νὰ ἀθωωθῇ δικαζόμενος, ἀλλ’ ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς εἶναι καθ’ ὑμῶν. Ὅταν λοιπὸν τοιαύτην βάσιν θέσωμεν, ὅταν ἀπ’ αὐτῆς τῆς προχείρου καὶ ἐντελῶς ἐμπειρικῆς ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ σταθῇ, δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν ἀπὸ θεωρίας; Ὑπάρχει τις, ὁ πιστεύων, ὅτι δύναται ἡ θεωρία νὰ συντρέξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Καὶ θὰ ἐρωτήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπολαμβάνουσι τοῦτο δυνατόν, εἰς τίνα κατηγορίαν ἀδικημάτων τάσσουσι τὸ ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας, τὸ ἰδιώνυμον αὐτὸ καὶ καινοφανὲς καὶ πρωτάκουστον ἀδίκημα;
§88Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπειθείας κατὰ τῶν ἀρχῶν.
§89Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σεῖς ἔχετε μελετήσει τὸν ποινικὸν νόμον καὶ γνωρίζετε τί εἶναι ἀπείθεια κατὰ τῆς ἀρχῆς, τί εἶναι θρασύτης κατ’ αὐτῆς, τί εἶναι στάσις, τί εἶναι ἀντίστασις. Νομίζετε ὅτι περιέχει κανὲν τῶν στοιχείων, καμμίαν τῶν προϋποθέσεων τούτων τὸ ἀδίκημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὕτω προχείρως καὶ οὕτω ἐμπειρικῶς πλάττομεν ἐπὶ τῇ ψευδεῖ βάσει ὅτι ὑπερεπλεόνασε τὸ κακὸν τῆς φυγοδικίας ἐν Ἑλλάδι; Πολλάκις, Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσι θεσμοθεσίας τὸ πρῶτον εἰσαγομένας ἐν Ἑλλάδι, κατέφυγον εἰς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα καὶ ἐζήτησαν νὰ μεταφυτεύσωσι θεσμοθεσίας ὑπαρχούσας ἐν ἄλλαις χώραις εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οἱ ἀγαπῶντες τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, οἱ λάτρεις αὐτῶν δὲν προσέφυγον εἰς τὴν προσφιλῆ τακτικήν των, διότι δὲν θὰ εὕρισκον οὐδεμίαν συνδρομήν, οὐδεμίαν βοήθειαν. Ποῦ, ἐρωτῶ τὸν ἁδρόν, ὡς ὠνόμασα αὐτόν, ἐπιστήμονα κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ποῦ ἀνέγνωσε κἄν, δὲν ἐρωτῶ αὐτόν, ποῦ ἀνεῦρε διάταξιν, ποῦ ἀνεῦρε νόμον, ἀλλὰ ποῦ ἀνέγνωσεν ἁπλῶς εἰς συγγραφέα δόκιμον ἢ ἀδόκιμον, ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους τόσον συχνὰ ἐπικαλεῖται καὶ μετὰ τόσου κύρους ἑρμηνεύει καὶ ἀποδέχεται τὰς ὀρθάς των γνώμας, μίαν ἔστω λέξιν δικαιολογοῦσαν τοὐλάχιστον ἂν μὴ πλάττουσαν τὸ ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας;
§90Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ζωοκτονία θεωροῦνται καὶ ἀναγράφονται ἀδικήματα ἀλλαχοῦ; Ὑπάρχει ἀλλαχοῦ ὁ νόμος περὶ ληστείας;
§91Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ ὅλων αὐτῶν.
§92Γ. ΠΩΠ. Ἐκ τῆς ἐρημοδικίας τοῦ Μπενάκη ἐνεπνεύσθη τὸ νομοσχέδιον.
§93Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι Κράτη, τὰ ὁποῖα παρ’ ὅλην τὴν ἄλλην εὐνομίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ἔχουσι καὶ παρεμφερῆ ληστείαν πρὸς τὴν ἰδικήν μας.
§94Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πολὺ χειροτέραν, εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἰδίως εἰς τὴν νότιον.
§95Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐν Ἰταλίᾳ τῷ ὄντι ἀκμάζει ἡ ληστεία, ὡς ἄλλοτε ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Γαλλίᾳ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος. Ἐν Ἱσπανίᾳ καὶ ἰδίως εἰς τὰ σύνορα μεταξὺ Ἱσπανίας καὶ Γαλλίας τὸ ἀδίκημα τῆς ληστείας διαπράττεται ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον διεπράττετο ἐν Ἑλλάδι ἄλλοτε. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα ὅμως δὲν ἐψήφισαν νόμον περὶ ληστείας, διότι εἶναι Κράτη μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ καί, ὁσάκις ὑφίστανται τὰ μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ Κράτη ὀνείδη καὶ ἀσχημίας ἐκ τῆς ληστείας ῥυθμίζουσι τὰ καθ’ ἑαυτὰ μόνα καὶ ἄνευ ἐξωτερικῆς ἐπηρείας· ἡμεῖς ὅμως ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ ληστείας, ὁ ὁποῖος ἀσχημίζει τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον ἀσχημίζει τὴν χώραν μας ἡ ληστεία. Τὸν νόμον αὐτὸν γνωρίζετε πάντες ὑπὸ ποίας ὀδυνηρὰς περιστάσεις ἐψηφίσαμεν. Δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὸ λέγωμεν· τὸν ἐψηφίσαμεν ὑπὸ τὴν πτέρναν ἀγρίας ἀλλὰ καὶ ἀδίκου ἐξωτερικῆς πιέσεως κατόπιν τῆς ληστείας τοῦ Δήλεσι.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἡ ληστεία ἐξέλιπε.
§97Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι ἡ ἐξάλειψις τῆς ληστείας εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐὰν ἐξέλιπεν ἡ ληστεία ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἐξέλιπε, διότι ἐπυκνώθη ἡ συγκοινωνία, προήχθη ἡ παιδεία, διεδόθη ὁ πολιτισμός.
§98Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Κυριώτατα ἐξέλιπεν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου.
§99Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κυριώτατα καὶ μοναδικὰ δὲν ἐξέλιπεν ἡ ληστεία, διότι ἐψηφίσαμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος διὰ τοὺς μελετῶντας αὐτὸν ἀποτελεῖ ἀγωνίαν, διὰ τὸ Κράτος δὲ ἀποτελεῖ καταισχύνην.
§100Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπενεγκὼν τὴν καταστροφὴν τῆς ληστείας. Τοῦτο ὁμολογεῖται ἐν Μεσσηνίᾳ.
§101Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπορῶ, ὅταν ἀκούω παρ’ ἀνθρώπων νέων τοιούτους ἀπελπιστικοὺς ἀφορισμούς. Σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι αἰσθάνομαι βαθεῖαν ὀδύνην, σχεδὸν οἵαν αἰσθάνομαι καὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ περὶ ληστείας νόμου, ὅταν ἀκούω τοιαῦτα ἀπὸ ὑμᾶς τοὺς νέους ἄνδρας, νέους ὑπὸ τὴν κυρίαν τῆς λέξεως σημασίαν.
§102Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Καὶ εἰς ἡμᾶς φαίνεται περίεργον, ὅτι ἀγνοεῖτε τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου.
§103Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τὴν πένθιμον καὶ ταπεινωτικὴν αὐτὴν ἱστορίαν· ἂς μὴ ἐπανέλθωμεν. Ὅσοι λοιπὸν νομίζουσιν ὅτι γενόμενοι παραβάται ὅλων τῶν ἐπιστημονικῶν ἀληθειῶν, καταλύοντες πᾶσαν ἔννοιαν δικαιοσύνης, δύνανται νὰ καθιερώσωσι θεσμὸν ὑποσχόμενον τὴν καταπολέμησιν πράξεως, κατὰ τὴν γνώμην των, μόνον ἀξιοποίνου, φρονῶ ὅτι δὲν βασίζονται ἐπὶ στερεῶν βάσεων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐδείχθη ἤδη ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ θεωρίας καὶ ἀπὸ πρακτικῆς, εἰς ἐπίμετρον ἀντιτίθεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐρχόμενον ἀντιμέτωπον πρὸς ὅλας τὰς διατάξεις τῆς κρατούσης παρ’ ἡμῖν ποινικῆς νομοθεσίας, πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον διέπνεε νομοθεσίαν γενομένην ὑπὸ ἀντιλήψεις νομοθετικὰς πολὺ πεπαλαιωμένας.
§104Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Ὁ στρατολογικὸς νόμος δὲν ἐπιβάλλει ποινὰς διὰ τοιούτου εἴδους ἀπειθείας, τρίμηνον πρόσθετον κλ;
§105Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ ποινικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ μὲν 76 λέγει: «Σύζυγοι, συγγενεῖς, ἀνιόντες καὶ κατιόντες, ἀδελφοί, συγγενεῖς ἐξ ἀγχιστείας μέχρι τοῦ δευτέρου βαθμοῦ, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ πολιτικοῦ δικαίου, ἐπίτροποι ἢ ἐπιμεληταὶ τοῦ ἐνόχου ἀπαλλάττονται τῆς εἰς τὸ ἄρθρον 74 ὡρισμένης ποινῆς τοῦ φυλακισμοῦ, ἐὰν ἔπραξαν τὰς εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἀριθ. 1 καὶ 2 εἰρημένας βοηθείας, μόνον χάριν προσωπικῆς ὑπερασπίσεως τοῦ συζύγου, συγγενοῦς ἐξ αἵματος ἢ ἐξ ἀγχιστείας, ἢ τοῦ ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειάν των εὑρισκομένου». Ἐν ἄρθρῳ δὲ 130. «Ὅστις, ἔχων γνῶσιν ἑνώσεως ἢ ὁποιουδήποτε σχεδίου ἀφορῶντος τὴν ἐκτέλεσίν τινος τῶν εἰς τὰ ἄρθρα 123–128 ἀναφερομένων κακουργημάτων, δὲν ἀναγγέλλει τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν εἴδησιν, τιμωρεῖται διὰ τὴν παρασιώπησιν ταύτην μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον δύο ἐτῶν καὶ μὲ χρηματικὴν ποινὴν χιλίων ἕως τεσσάρων χιλιάδων δραχ. καί, ἐὰν ἡ ἕνωσις ἢ τὸ σχέδιον ἐπερατώθη, μὲ εἱρκτήν. Αἱ ποιναὶ αὗται ἐφαρμόζονται καὶ ὅταν ὁ ἔχων γνῶσιν τῆς ἑνώσεως ἢ τῶν σχεδίων ἀπεδοκίμασε ταῦτα ἢ ἠναντιώθη εἰς τὴν ἐκτέλεσίν των, ἢ προσεπάθησε νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς αὐτουργούς των. Ὁ σύζυγος (ἢ ἡ σύζυγος) τοῦ κακουργήσαντος προσώπου κλπ.». Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ νομοθετικὴ ἀντίληψις ἡ πρὸ 100 καὶ 200 ὁλοκλήρων ἐτῶν. Δὲν ἐνόμισε προσῆκον νὰ ἐπιβάλῃ οὐδεμίαν ποινὴν οὐδὲ τὴν τῆς συνεργίας εἰς τοὺς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν καταδίδουσι τὸν ἐγκληματίαν, τὸν φυγοδικοῦντα. Καὶ θέλετε σεῖς νὰ ἐπιβάλλητε ποινὴν εἰς αὐτὸν τὸν φυγοδικοῦντα, διότι δὲν παραδίδει ἑαυτόν; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πλήρης ἀνατροπὴ τῶν θεμελίων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ ἡμέτερος ποινικὸς νόμος; Θὰ καταδικάσητε τὸν φυγόδικον, διότι δὲν προσῆλθεν εἰς τὰς ἀρχάς; Θὰ καταδικάσητε τὸν φυγόδικον, διότι δὲν κατέδωκεν ἑαυτὸν καὶ τὸ κρησφύγετόν του, ἀλλὰ δὲν θὰ καταδικάσητε καὶ κατ’ αὐτὸ ἔτι τὸ νομοσχέδιον τὸν πατέρα, τὸν σύζυγον, τὴν σύζυγον καὶ τοὺς ἄλλους συγγενεῖς κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου εἰς οὐδεμίαν ποινήν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσητε αὐτὴν τὴν ἀντινομίαν; Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις γνωρίζει ἐν πᾶσι νὰ εὑρίσκῃ τὰς ἀντινομίας καὶ τὰς παριστᾷ μὲ τὰ ζωηρότερα χρώματα, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον ἀναιρεῖται ὑπὸ τοῦ 8 ἄρθρου; Ὑπ’ ἐκείνας τὰς οὑτωσὶ ἀπηρχαιωμένας ἀντιλήψεις δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν νόμον νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς συγγενεῖς ὡρισμένου βαθμοῦ καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς νομοθετικὰς ἀντιλήψεις σεῖς οἱ ὁποῖοι νομοθετεῖτε ὑπὸ πνεῦμα κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερον, θὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἐπιβάλλομεν μὲν εἰς τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, εἰς τὸν σύζυγον, εἰς τὴν σύζυγον καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς ἀποκρύπτοντας τὸν φυγόδικον ποινήν, ἀλλ’ ἐπιβάλλομεν τοιαύτην εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον. Δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο βεβαίως ἡ Βουλή· διότι ἐδῶ τίθενται κανόνες δικαίου, ἀλλὰ τοιοῦτος κανὼν δικαίου, ὁ ὁποῖος αὐταναιρεῖται δι’ ἄλλης διατάξεως, τὴν ὁποίαν θὰ κληθῆτε νὰ ψηφίσητε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ τεθῇ. Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι εὐτυχῶς ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§106Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε, ἀφοῦ τὸ υἱοθέτησα.
§107Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν σημαίνει ἀληθῶς τίποτε, ἀφοῦ τὸ υἱοθετήσατε, ἀλλὰ τὸ υἱοθετήσατε μὲ ὅλας τὰς ἐγγενεῖς αὐτοῦ πλημμελείας, τὸ υἱοθετήσατε διὰ μιᾶς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἥτις ἔδωκεν εἰς ἐμὲ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐπολέμει τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν υἱοθέτει αὐτό· ἓν «ὅμως» ἀναγραφόμενον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἤρκεσε νὰ μετατρέψῃ τὸν ἄκρον πολέμιον εἰς θετὸν τοῦ νομοσχεδίου πατέρα· ἀλλ’ ἐφ’ ἑνὸς πενιχροῦ «ὅμως» οὑτωσὶ τραχέως πλήττεται τὸ πνεῦμα τῆς καθόλου νομοθεσίας. Τί λέγει εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὁ κ. Ὑπουργός; Ἀναγράφει ὅλους τοὺς λόγους, ὅλα τὰ τεθέντα νομοθετήματα διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζει ὅτι τὸ κακὸν τὸ ὑπάρχον ἐν Ἑλλάδι τῆς φυγοδικίας, θὰ ἐκλίπῃ, καὶ εἶμαι σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ, ὅτι σπουδαία συμβολὴ εἰς τελείαν ἀποκάθαρσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀπὸ τῆς φυγοδικίας, εἶναι τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν (ἀναγινώσκει) ἡ ἐπίτρεψις τῆς προσωρινῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις αὐτοῦ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐπὶ κακουργήματι κατηγορουμένων ἡ πλήρης σχεδὸν κατάργησις τῆς ἐρημοδικίας καὶ τῶν ἀναβολῶν καὶ ἡ ἀπειλὴ τῆς καταδίκης τῶν ψευδῶν μηνυτῶν». Ταῦτα καὶ ἄλλα νομοθετήματα ἀκόμη ἰδίᾳ δὲ τὸ νομοθέτημα περὶ φυλακῶν ἐγγυῶνται βεβαίως τὴν ἐλάττωσιν ἂν ὄχι τὴν πλήρη ἐξάλειψιν τῆς φυγοδικίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνῷ ταῦτα τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ υἱοθετηθέντος, ὡς εἶπον, μετὰ τῶν ἐγγενῶν αὐτῷ πλημμελειῶν, παρατάσσει μετὰ τῆς εὐσυνειδησίας, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἐν τούτοις ἐπιφέρει «ὅμως τὸ κακὸν τῆς φυγοδικίας ὑπάρχει», καὶ ἀσπάζεται τὴν βάσιν καὶ τὰς λεπτομερείας, τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ πάντες θὰ περιέμενον ἴσως, οἱ ἐπιστήμονες δ’ ἰδιαίτατα μεταξὺ ἡμῶν, ν’ ἀκούσωσι μίαν θεωρίαν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀφορμᾶται πλέον εἰς τὴν υἱοθεσίαν αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος...
§108Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεγαλητέρα θεωρία τῆς ἀνάγκης δὲν ὑπάρχει οὐδεμία.
§109Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος διακόπτει, λέγων, ὅτι μεγαλήτερος θεὸς τῆς ἀνάγκης δὲν ὑπάρχει, καὶ τῷ ὄντι δὲν ὑπάρχει, θὰ ἐρωτήσω αὐτόν, πόσος χρόνος ἆράγε παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου τὰ θεσμοθετήματα ἐκεῖνα, ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ ἀποφέρωσι τοὺς προσδοκωμένους καρπούς, τῶν ὁποίων ματαιουμένων θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ «ὅμως» τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχει ἐφαρμογήν; Τινὲς ἐκ τῶν νόμων αὐτῶν ἀκόμη δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, ἄλλοι λειτουργοῦσι πρὸ 5 καὶ 6 μηνῶν. Αἴ! εἴδομεν ἤδη τὰ ἀποτελέσματα, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα ὑπῆρξαν ἀλυσιτελῆ, ὥστε νὰ ὀφείλομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν νόμον τῆς ἀνάγκης, εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ὁ ἐπιστήμων Ὑπουργὸς καταδικάζει, δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, διότι τὸν ὠνόμασε νόμον ἐσχάτης ἀνάγκης; Ἀλλὰ τέλος πάντων καὶ ὅταν ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς ἀνάγκης εὑρισκώμεθα, ὅταν ὑπὸ τὸ κράτος σιδηρᾶς ἀνάγκης νομοθετῶμεν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦτο μὲν νὰ μὴ ὑπερπηδῶμεν θεμελιώδεις τινας τοῦ δικαίου ἀρχάς, τοῦτο δὲ τὴν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας καὶ τῆς ἀνάγκης νομοθεσίαν ἡμῶν, νὰ καταβάλλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως καθιστῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἠπιωτέραν, ὅσον τὸ δυνατὸν γλυκυτέραν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι παρακολουθοῦσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καθιστᾷ τὴν θεσμοθεσίαν αὐτοῦ ἀφόρητον αὐτόχρημα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐγνώριζε τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, ἐὰν δὲν ἐγνώριζεν ἰδίᾳ, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀνακριτῶν, προκειμένου νὰ κρίνωσι περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ κατηγορουμένου, ἀποφαίνονται μετ’ ἀδιαφορίας, ἥτις πολλάκις, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἐδικηγόρει, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ πῶς εἰσήγαγε τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὅπως καὶ ὅσοι δικηγοροῦσι γνωρίζουσιν ὅτι δικασταί, οὐχὶ βεβαίως πάντες, διότι οἱ πολλοὶ εὐσυνειδήτως ἐπιτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ, ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως εἶναι τόσον ἀφελεῖς τόσον ἀδιάφοροι δύναμαι νὰ εἴπω, ὥστε πολλάκις θαυμάζει τις πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμπέσῃ ἡ ἀμελέτητος, ἡ ἀφιλοσόφητος καὶ ἐν πᾶσι πρόχειρος γνώμη αὐτῶν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως καὶ πλὴν τῶν ἐκ τῆς πείρας μου ἀπείρων παραδειγμάτων ἅτινα ἠδυνάμην ν’ ἀναφέρω ὑμῖν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος, διότι ἔχω τὴν ἄδειαν νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ὀνόματός του, μὲ ἐβεβαίου πρὸ ὀλίγου ὅτι ἐξ ἐπισήμου στατιστικῆς ἣν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐζήτησε συνάγεται ὅτι εἷς δικαστὴς ἐν Πάτραις, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν μοὶ εἶπεν, ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὢν ἀνακριτὴς δὲν ἐγνωμάτευσεν οὐδέποτε, οὐδ’ ἅπαξ, Κύριοι, τὸ τονίζω ὅτι ὁ ἐξετασθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ κατηγορούμενος ἦτο ἀπολυτέος.
§110Γ. ΠΩΠ. Αὐτοὶ οἱ ψευδοκυστηροὶ εἶναι ἡ μάστιξ τῆς Δικαιοσύνης.
§111Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι οἱ τετυφωμένοι, οἵτινες εἶναι κινδυνωδέστεροι τῶν δικαζομένων.
§112Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ πρωτοδίκης Φωτόπουλος.
§113Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω οὐδὲ κατ’ ὄνομα.
§114Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .... ὁ ὁποῖος ἐπὶ δύο ἔτη ὡς ἀνακριτὴς οὐδεμίαν ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι προφυλακιστέος.
§115Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Φαίνεται ὅτι ἐστέλλοντο ὅλοι οἱ ἔνοχοι εἰς αὐτόν.
§116Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι πικρά, ὡς προσήκει, ἡ χαριτολογία ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἐγγυᾶται ὅτι θὰ λάβητε τὰ δέοντα περὶ αὐτοῦ μέτρα.
§117Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθές, κ. Μπουφίδη, ἦσαν προφυλακισμένοι 45 ἄνθρωποι ἐξεδόθη δ’ ἔπειτα βούλευμα ἀποφαινόμενον ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀντικείμενον πολιτικῆς διαφορᾶς!
§118Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀσύνηθες τὸ γεγονὸς τοῦτο νομίζω δὲ ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ὅστις ἀγνοεῖ ὅτι δυστυχῶς μεταξὺ τῶν ἀρίστων δικαστῶν μας, ὑπάρχουσι πολλοὶ οὕτω κρίνοντες τὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπεθέτομεν ὅτι τὰ τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν διεξάγονται ἐν πᾶσι κατὰ τρόπον μὴ προκαλοῦντα πολλάκις τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας, διεξάγονται καθ’ ὁμαλὸν τρόπον, καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο, ἀλλ’ ἰδίᾳ δὲν θὰ ἐδικαιολογοῦντο ποτὲ διατάξεις του τινὲς ὡρισμέναι αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι τὸ νομοσχέδιον τὸ τραχὺ καθ’ αὑτό, τραχύτατον καὶ ἀφόρητον ὡς εἶπον. Ἐν ἄρθρῳ 4 προσετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ ὑπ’ αὐτοῦ μεταρρυθμισθέν, προσετέθη ἐν τέλει ἡ ἑξῆς φράσις «καὶ πάντοτε μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν ταύτην».
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν μετ’ ἐλπίδων ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων.
§120Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὥστε βεβαίως αὐτὸ εἶναι μεταξὺ τῶν ἐξοβελιστέων.
§121Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω νὰ συμφωνήσωμεν.
§122Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις πολεμῶν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου εἶμαι ὑπεχρεωμένος νὰ τονίσω τὸ μέρος αὐτὸ διότι ἐκ τούτου....
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐπλήξατε τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ φυγοδικία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναχθῇ εἰς ἀδίκημα λοιπὸν τί «ἐκ τούτου»;
§124Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Φοβοῦμαι τὴν Λερναίαν, διότι ἀποκόπτομεν μίαν κεφαλὴν καὶ γεννᾶται ἄλλη. (Ἀναγινώσκει) «Καὶ πάντοτε μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν ταύτην». Τίνα ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις αὕτη; Ἐάν, Κύριοι, παρηκολουθήσατε συνεδριάσεις Κακουργοδικείων, θὰ ἐξηγήσητε εὐχερῶς τὸ κινδυνῶδες τῆς διατάξεως ταύτης. Εἰς πολλὰς ἐξ αὐτῶν, μὲ ἐλαχίστας ἀξιεπαίνους ἐξαιρέσεις, οἱ Πρόεδροι τῶν Συνέδρων ἐν τῇ διαδρομῇ τῆς διαδικασίας καθίστανται αὐτόχρημα ἀντίδικοι τῶν κατηγορουμένων· ἡ τοιαύτη ἀντίθεσις καθ’ ὅλην τὴν ἀκροαματικὴν διαδικασίαν εἶναι φυσικὸν νὰ γεννᾷ αἴσθημά τι ἀγανακτήσεως, ἂν ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐλευκάνθημεν ἐν τοῖς ποινικοῖς δικαστηρίοις εἴδομεν διαφόρους ἐκφάνσεις ἀγανακτήσεως ἐκ μέρους τῶν Προέδρων, ἡ προχειροτέρα δ’ εἶναι ἡ μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν τὴν ἀθωωτικὴν ὀργίλη παραίνεσις τοῦ Προέδρου πρὸς τὸν κατηγορούμενον «νὰ πᾷς νὰ σκοτώσῃς ὅποιον θέλεις καὶ θὰ ἀθωωθῇς». Ἄλλη ἔκφανσις, εἶναι ἡ μετὰ περιφρονήσεως ἐκσφενδόνισις ἐπὶ τῆς ἕδρας τῆς ἐτυμηγορίας, ἄλλου εἴδους περιφρόνησις πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἐνόρκων εἶναι ἡ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς ἀηδὴς καὶ ἀπρεπὴς εἰρωνεία, ἥτις πολλάκις ἐγένετο ἀφορμὴ ἐπεισοδίων. Δύναμαι μάλιστα νὰ φέρω ὑμῖν παράδειγμα Προέδρου ἀσεβήσαντος πρὸς ἐνόρκους μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς κατελέγετο. Καὶ ἠναγκάσθην μετὰ πολλῆς δριμύτητος καὶ πικρίας νὰ ἐπαναφέρω τὸν παρεκτραπέντα ἐκεῖνον πρόεδρον εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἔνορκοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέτωσιν τοὺς Προέδρους εἰς τὴν θέσιν των; Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς ἀπέναντι τῶν προέδρων στάσεως τῶν ἐνόρκων, περὶ οὗ δὲν πρόκειται νῦν, ἐν τίνι αἰσθήματι δικαιοσύνης θὰ δικάσῃ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, τὸ ἀγανακτῆσαν διὰ τὴν ἀθώωσιν τοῦ κατηγορουμένου, τὸ προπηλακίσαν καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἐνόρκους, ἐν τίνι λέγω αἰσθήματι καὶ ἐν τίνι μέτρῳ θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον ἐπὶ φυγοδικίᾳ τὴν τιμωρίαν; Δὲν φρονεῖτε ὅτι ἐκ τῶν προτέρων πρέπει νὰ εἶναι βέβαιος ὁ ἀθωωθεὶς ἐκεῖνος ὅστις εἶδε τὴν αὐγὴν τῆς ἐλευθερίας μίαν στιγμὴν εἰς τὸν ὁρίζοντα τὸν ζοφερὸν εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο, δὲν φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ ὑποστῇ τὴν ἀνωτάτην τῶν ποινῶν; Καὶ ὅταν τοῦτο οὕτω σαφῶς καταδηλοῦται, νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ψηφίσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφ’ οὗ ὡς ἀρχὴν αὐτοῦ ἐθέσατε τὴν ἐλπίδα τῆς ἐξαλείψεως τῆς φυγοδικίας; Πῶς θὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν διὰ νὰ δικασθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐλπίζων ὅτι δύναται νὰ ἀθωωθῇ διὰ τὴν κυρίαν πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται θὰ ἔχῃ τὴν ἀπειλὴν βαρυτάτης καταδίκης διὰ τὴν φυγοδικίαν του; Ἄλλη διάταξις ἐπίσης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ ὅπως ἀναιρέσητε ἀπὸ τῶν βάθρων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἡ ἑξῆς, ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος εἰς τὸν ἐν φυγοδικίᾳ διατελοῦντα πᾶσα σύμβασις ἢ πρᾶξις ἀφορῶσα εἰς τὴν μεταβίβασιν κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας αὐτοῦ ἢ τὴν παραχώρησιν οἱουδήποτε ἐμπραγμάτου δικαιώματος. Ἄν, Κύριοι, ἐπίπτομεν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τὸν Ἄρην εἰς τὴν γῆν, ἐὰν ἠγνοοῦμεν πλήρως καὶ ἐμπορίαν καὶ κίνησιν συμφερόντων, καὶ ἀνάγκην τῶν πρὸς τὸ ζῆν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τοιαύτας διατάξεις, οἵας περιέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Πῶς θέλετε, Κύριοι, διότι ὑπέπεσέ τις εἰς ἓν ἀδίκημα, μεθ’ ὃ ἴδιος ὑπέπεσεν εἰς τὸ δεύτερον ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας, πῶς θέλετε νὰ σταματήσητε ὅλην τὴν κίνησιν τῆς ἐμπορικῆς του ζωῆς, ἐὰν εἶναι ἔμπορος, ὅλην τὴν κίνησιν τῆς ἐπαγγελματικῆς του ζωῆς, ἐὰν εἶναι ἐπαγγελματίας, ὅλην τὴν κίνησιν τῶν συναλλαγῶν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου αὐτοῦ περιουσίας;
§125ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ.
§126Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν κρίνονται τὰ ζητήματα οὕτω· δύνασθε μὲν ἀνευθύνως νὰ λέγητε «ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ» ἀλλ’ ὁ νομοθέτης δὲν δύναται νὰ λέγῃ οὕτω· ὁ νομοθέτης ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ ὅλων τῶν περιστάσεων. Εἶναι ἀνάξιος νομοθέτης ἐλευθέρου Κράτους ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν λαμβάνει πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ πολίτου ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἤθελε παραβῆ τὸν τιθέμενον νόμον. Νομοθέτης παρορῶν τὴν ἀρχὴν ταύτην κατασπιλώνει τὴν σύγχρονον ἐποχὴν καὶ ἀναμιμνήσκει τοὺς χρόνους τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως.
§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς προσέλθῃ.
§128Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ὅταν δὲν προσέλθῃ πρέπει νὰ καταστραφῇ καθολοκληρίαν; πρέπει νὰ μὴ ζήσῃ; πρέπει νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημά του, τὸ ἐμπόριόν του;
§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρέπει, πρέπει.
§130Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶσθε μοναδικοὶ σεῖς οἵτινες λέγετε τὸ «πρέπει, πρέπει». Σᾶς παρασύρει ἡ πεπλανημένη γνώμη τῆς ὑπερπλεονάσεως τῆς φυγοδικίας καὶ ἡ ἐλπὶς τῆς ἐξαλείψεως αὐτῆς. Σᾶς προσκαλῶ ὅμως νὰ συνέλθητε, νὰ κατανοήσητε τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς διατάξεως. Μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς μεμονωμένας περιπτώσεις τῆς καταδολιεύσεως τῶν παθόντων διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῆς περιουσίας καὶ τῆς μεταβιβάσεως αὐτῆς, τοῦτο συμβαίνει, εἶναι ἀληθές, καὶ πολλάκις τὰ δικαιώματα τοῦ παθόντος καταστρατηγοῦνται, ἀλλὰ διότι συμβαίνει τοῦτο δὲν ἔπεται ἐντεῦθεν ὅτι πρέπει ἡμεῖς νὰ διαπράξωμεν ἓν μεγαλείτερον ἀδίκημα. Ἐὰν εἶσθε ἄξιοι τῆς μεγάλης ὑμῶν ἐντολῆς εὕρετε τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὰ δύο κακὰ νὰ θεραπεύσητε, ὡς θὰ σᾶς ὑποδείξω ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου, ἐὰν δὲν ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Κύριοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον, διότι ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ ἀπευθύνομαι ἰδίᾳ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς ἔχει, τὸν παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναμελετήσῃ καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς γνωρίζει νὰ μελετᾷ.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι τὸ ἔχω μελετήσει εὐθὺς ἔκτοτε, ἀφ’ ἧς παρεσκευάσθη.
§132Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκολακευόμην νὰ πιστεύω ὅτι δὲν τὸ ἐμελετήσατε ποτέ. Γνωρίζων ὑμᾶς, γνωρίζων τὸ πνεῦμα ὑμῶν, γνωρίζων τὴν ἐπιστημονικὴν ὑμῶν ἱκανότητα ἐνόμιζον ὅτι εἴχετε παραλείψει τοῦτο καὶ δὲν ἐμελετήσατε ποτὲ αὐτό.
§133Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τρόπος νὰ τὸν θυμιατίζετε.
§134Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γνωρίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν συνείθισα νὰ θυμιατίζω κανένα. Συνείθισα νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς καὶ νὰ ἀποδίδω τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Δὲν δύναμαι ὁμιλῶν περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, νὰ μὴ εἴπω ὅτι εἶναι κραταιὸς ἐπιστήμων. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ λέγητε ὅτι θυμιατίζω αὐτὸν καθ’ ὃν χρόνον μὲ ἀκούετε μὲ τόσην δριμύτητα ἀποκρούοντα τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅτε εἴδετε ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου μετὰ τῆς αὐτῆς καὶ μείζονος δριμύτητος ἀπέκρουσα ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν ἀπευθύνεσθε λοιπὸν οὐδ’ ἁρμοδίως πολὺ δ’ ὀλιγώτερον δικαίως πρὸς ἐμὲ ὁμιλοῦντες περὶ λιβανωτῶν καὶ θυμιαμάτων. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν μὴ θυμιατιζόμενον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναμελετήσῃ τὸ νομοσχέδιόν του αὐτό, νὰ τὸ ἀναμελετήσῃ ὡς ἐπιστήμων οἷος εἶναι, νὰ ἀναμετρήσῃ τὰς παραβάσεις τὰς ἐπιστημονικάς, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται δι’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀναμετρήσῃ ἐπίσης καὶ τὴν ὑπαγορεύσασαν αὐτὸ ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὅσον καὶ ἂν ὑπερτιμᾷ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ὑπερτέραν τῶν παραβάσεων. Ἐὰν εὕρῃ ὅμως ὑπερτέραν τῶν παραβάσεων τὴν ἀνάγκην τὴν ἐπιτάσσουσαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὸ ἀναμελετήσῃ ἰδίως εἰς τὰς λεπτομερείας.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφιστᾶτε τὴν προσοχήν σας ἐφ’ ἑνὸς σημείου τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ δὲν νομίζετε ἀναγκαῖον νὰ ἐνθυμηθῆτε ἐκ νέου τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον ἐδώκατε εἰς τὸν νόμον περὶ λῃστείας καὶ ἐπικηρύξεως; Δὲν νομίζετε ὅτι ἐξάπαντος αὐτὸ τὸ στῖγμα πρέπει νὰ ἀρθῇ, καὶ ὅτι εἶναι ἴσως τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀρθῇ τοῦτο, ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου;
§136Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ἐμφορούμενος ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι φυτώριον τῆς λῃστείας εἶναι ἡ φυγοδικία θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ κατέδειξα ὑμῖν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι πλέον τὰ ἀπὸ θεωρίας ἄτοπα τοῦ νόμου περὶ λῃστείας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀπὸ τῆς πράξεως.
§137Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὡς καὶ διὰ τὸν περὶ ληστείας νόμον.
§138Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θέλετε λοιπὸν εἰς τὸ στῖγμα ἐκεῖνο τοῦ περὶ ληστείας νόμου νὰ προσθέσητε καὶ ἄλλο; Αὐτὴ ἡ ὁμοιοπαθητικὴ θεραπεία νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἀνοικεία ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπικίνδυνος. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐὰν οὕτως προβαίνωμεν ἀπὸ σφαλερῶν εἰς χείρονας νόμους σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ νομοθεσία μας θὰ καταστῇ πρωτότυπος.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διορισθεῖσα Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως προθεσμίας τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ἐπίσης καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ νόμου ΓΦΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ καὶ περὶ κατατάξεως ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων μαθητῶν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀπὸ 17 Μαρτίου 1911 Β. Διατάγματος ὁρισθέντος ἀριθμοῦ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Βʹ)
§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ἐντεταμένην τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἀλλ’ ἰδιαίτατα ἐντεταμένην ἐπικαλοῦμαι διὰ πρώτην ὄχι, ἔστω διὰ τελευταίαν φορὰν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλοῦμαι, λέγω, ἐντεταμένην τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ὁ ἀντιπολιτευόμενος ἐγώ, διότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς πολιτικῆς του, δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ μὴ τοῦ ἔργου του, ἀλλὰ πρόκειται, Κύριοι, τουλάχιστον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ τὴν γνώμην, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπικαλοῦμαι καὶ αὖθις ἐντεταμένην αὐτοῦ τὴν προσοχήν, νὰ ἀποφύγωμεν στῖγμα τῆς συγχρόνου ἐποχῆς, στῖγμα τῆς συγχρόνου ἐπιστήμης. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ ἑξῆς. Οἱ χείριστοι τῶν ἀνθρώπων εἶναι πρῶτον οἱ κουτοί, δηλαδὴ οἱ βλάκες, κατὰ δεύτερον λόγον οἱ δειλοί, κατὰ τρίτον οἱ φιλάργυροι. Εἶναι ἀδύνατον ὁ βλάξ, μὴ ἔχων ἐκδηλώσεις καὶ συναισθανόμενος ἀπομόνωσίν τινα ἀπὸ τοῦ περιβάλλοντος νὰ μὴ εἶναι πλήρης μοχθηρίας· εἶναι ἀδύνατον ὁ δειλός, ὅστις διαρκῶς περίφροντις εἶναι περὶ τοῦ σαρκίου του νὰ μὴ μισῇ τὸ ἀνθρώπινον γένος, νὰ μὴ εἶναι ἀδιάφορος πρὸς τὴν δυστυχίαν τῶν ἄλλων· εἶναι ἀδύνατον ὁ φιλάργυρος, ὁ δοῦλος τοῦ μεταλλίνου κερματίου, ὁ δοῦλος τῆς δεκάρας, νὰ μὴ εἶναι μοχθηρός, καὶ νὰ μὴ νομίζῃ ὁ μοχθηρὸς ὅτι θέλει ἐξασφαλίσει τὴν πολύτιμον ὕπαρξίν του, ὅτι θέλει εἶναι ἀσφαλὴς ἐν τῇ ἀπολαύσει τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα συνέλεξε πολλάκις διὰ λωποδυσιῶν, ἐὰν κατορθώσῃ νὰ ἐξολοθρεύσῃ πάντα κίνδυνον, πάντα ἀτακτοῦντα, θέλω νὰ εἴπω πάντα οἱονδήποτε θέτοντα κατὰ τὴν ἀντίληψίν του ἐν κινδύνῳ τὴν χλιδὴν αὐτοῦ καὶ ἀσφάλειαν. Τοῦ τοιούτου εἴδους οἱ ἄνθρωποι κυριώτατα εὑρίσκονται εἰς τὴν μεσαίαν τάξιν, ἐκείνην ἰδίᾳ, ἥτις εἴτε ἐκ τύχης ἄλλης, εἴτε ἐκ κληρονομίας ἔχει περιουσίαν τινὰ καὶ φοβεῖται μήπως διακινδυνεύσῃ τὸ οἰκοκυριό της. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν αὐτούς, τοὺς λεγομένους οἰκοκυραίους, καθημένους εἰς τὰ καφενεῖα καὶ ὀδυρομένους, διότι δύο καθάρματα, δύο τέρατα, δύο κοινωνικὰ ἐκτρώματα, κατὰ τὰς ἐκφράσεις των, ἀλληλοερραπίσθησαν εἰς τὴν ὁδόν! «δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή· πρέπει οἱ νόμοι νὰ εἶναι δρακόντειοι, πρέπει νὰ ἐξολοθρεύσωσιν αὐτὰ τὰ τέρατα!» Ἀλλ’ ὁ ἐπιστήμων, καὶ παλληκαρᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀλλοίμονον εἰς μίαν κοινωνίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἤθελεν ἐκλίπει τὸ ἔγκλημα καθολοκληρίαν. Ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐγκλήματος, ὁ περιορισμὸς μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου, εἶναι τὸ πρῶτον καθῆκον πάσης Πολιτείας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἡ σκέψις ἐκείνη τοῦ δειλοῦ καὶ τιποτένιου οἰκοκύρη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαφανισθῇ τὸ ἔγκλημα μέχρις ἑνὸς εἶναι σκέψις μαλακίου, παληανθρώπου. Γινώσκετε, κύριοι συνάδελφοι, νομιμοφρονέστερον πολίτην, σωφρονέστερον ἄνθρωπον, ἐναρετώτερον πολιτευτήν, σεμνοτέραν ὕπαρξιν μεταξὺ ἡμῶν τοῦ κυρίου ἐπ’ ἀδείᾳ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἐπὶ ἕξ μῆνας ἦτο φυγόδικος· ἐγὼ εἶχον μεριμνήσει νὰ εὕρω πρὸς αὐτὸν ἀσφαλὲς μέρος, ὅπως προφυλαχθῇ, ἐπὶ ἕξ ὁλοκλήρους μῆνας φυγοδικῶν.
§141Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέθαλπες φυγόδικον!
§142ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Εἶπον ἀλλοίμονον εἰς μίαν κοινωνίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἤθελεν ἐξαφανισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἔγκλημα, διότι ἡ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξαφάνισις παντὸς εἴδους καὶ παντὸς ἀδικήματος ἀποδεικνύει τὴν ἐξαφάνισιν πάσης ζωῆς. Βεβαιότατα ὑπάρχουσι πολλὰ εἴδη ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φροντίζῃ πᾶσα Πολιτεία, σεβομένη ἑαυτήν, ὅπως ἐξαφανισθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι πρέπει νὰ φροντίζῃ πᾶσα Πολιτεία ὅπως ἐξαφανισθῇ ἡ ληστεία, πρέπει νὰ φροντίζῃ πᾶσα Πολιτεία ὅπως ἐξαφανισθῶσιν ἄλλα ἀδικήματα τὰ ὁποῖα προσβάλλουσιν ἄλλας τινὰς ὡρισμένας ἀντιλήψεις, ἀλλ’ ἡ ἐξαφάνισις παντὸς εἴδους ἀδικήματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐν κοινωνίᾳ, ἡ ὁποία ἔχει ζωήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ἐδιδάχθη θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ποινὴ δικαιολογεῖται ὁλοκλήρως ἐπὶ τοῦ ἐκφοβισμοῦ. Θέτομεν τὰς ποινὰς ἔλεγον διὰ νὰ ἐκφοβίσωμεν τοὺς κακούργους, διὰ νὰ ἐκφοβίσωμεν τοὺς μὴ κακούργους, ἵνα μὴ καταστῶσι κακοῦργοι. Καὶ ἡ θεωρία αὕτη κατέπεσεν ἅμα ὡς ἀπήντησαν οἱ κατὰ τῆς θεωρίας τοῦ ἐκφοβισμοῦ, «θέλετε νὰ ἐκφοβίσητε, τιμωρήσατε ὅλα τὰ ἀδικήματα διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Διὰ τῆς ποινῆς αὐτῆς θέλετε ἐκφοβίσει, ἀλλ’ ἡ ἐκφόβισις θέλει συνεπαγάγει τὴν ἀπόγνωσιν, καὶ τότε θὰ γιγαντώσητε τὸ ἔγκλημα». Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ ἐξέτασις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει δῆθεν τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει δῆθεν τοῦ βίου τῶν ἀγροτῶν, εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ ὁποίου προσεκλήθημεν ἡμεῖς, οἱ γεννηθέντες καὶ ἀνατραφέντες μεταξὺ τῶν ἀγροτῶν, ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐξ ἀποστάσεως εἶδον πάντοτε τοὺς ἀγρότας καὶ πάντοτε ἔν τινι φιλυποψίᾳ, διότι συνέβαινε πρό τινων ἐτῶν Ἕλληνες ἀγρόται συνήθως νὰ ὁπλοφορῶσι. Καὶ εἶπον οὗτοι πρὸς ἡμᾶς, «ἀγνοεῖτε καὶ δὲν παραδέχεσθε ὅτι εἶναι ἀκαταμέτρητα τὰ πλήθη τῶν φυγοδίκων;» Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι παντάπασι, ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον δὲν ἐξετάζω διατί εἶναι τόσον πολλοὶ οἱ φυγόδικοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πολλοὶ οἱ φυγόδικοι καὶ πρὶν στηρίξω ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀκριβῶς διότι εἶναι πολλοὶ οἱ φυγόδικοι, ἐρωτῶ: ἐὰν ἦσαν λησταὶ ἐν Ἑλλάδι ὅσοι εἶναι σήμερον οἱ φυγόδικοι ὑπάρχει τις ἐξ ὑμῶν, ὅστις νομίζει, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἢ θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ περὶ ληστείας νόμος; Σταματῶ, διότι θέλω νὰ σταματήσητε καὶ ὑμεῖς, διότι θέλω νὰ ἐντείνητε τὴν σκέψιν ὑμῶν, ποία θὰ παρουσιάζετο κατάστασις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χώραν, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἐὰν ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος περὶ ληστείας ὑπαρχόντων ληστῶν τόσων πολλῶν, ὅσοι εἶναι σήμερον οἱ φυγόδικοι.
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§144ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι ἐφηρμόζετο, ὑποθέσατε ὅτι μία Κυβέρνησις θὰ εἶχε τόσα χρήματα ὥστε νὰ καλέσῃ στρατεύματα ἔξωθεν μισθοφορικά, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ ληστείας, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ φρίκη καὶ ἡ ἀπόγνωσις. Διότι πρέπει νὰ βαδίσῃ πρὸς τὴν πρόοδον ἡ κοινωνία δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ βαδίσῃ βιαίως, διότι ὁ βιαζόμενος σκοντάπτει, ὅπως λέγει ἡ παροιμία. Ἀλλ’ εἶναι ἀκαταμέτρητα τὰ πλήθη τῶν φυγοδίκων! Ἀτυχῶς ἀπέθανε συνάδελφος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, παλαιότατος δικηγόρος, ὀξύτατος δὲ εἰς τὴν διαχείρισιν ποινικῶν ὑποθέσεων, καὶ παλαιὸς πολιτευτής, ὁ μακαρίτης Λεωνίδας Καπετανάκης. Ὅταν ἦλθέ ποτε εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν ἐχαιρέτισα καὶ συνωμιλήσαμεν περὶ τῶν ἐν Καλάμαις πραγμάτων μοὶ ἐξεδήλωσεν ἀπόγνωσιν αὐτόχρημα, διότι δύο ἀνακριταὶ ἄπειροι εἶχον πληρώσει τὴν Μεσσηνίαν φυγοδίκων. Εἶναι περίεργοι, Κύριοι, αἱ παραδόσεις, αἱ τυραννοῦσαι κλάδους τινὰς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐγνώρισα ἀνώτερον δικαστικόν, ἐπειδὴ ὁ κ. Μπουφίδης ἐλάλησε περὶ πρωτοδίκου, εἰσαγγελέως νῦν ἐφετῶν, τοῦτο τὸ περίεργον μάλιστα παρουσιάζοντα, ὅτι ἦτο ἐπιεικὴς ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ὅτι δηλ. κατηγόρει τὰς ὑποθέσεις ἐμπνεόμενος ὑπὸ ἐπιεικίας, ὁ ὁποῖος ὅταν ἐξετέλει τὰ εἰσαγγελικά του καθήκοντα κατὰ τὴν ἀνάκρισιν πάντοτε, πλὴν ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, ἔγραφε «προφυλακιστέος, προφυλακιστέος, προφυλακιστέος». Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, Κύριοι, πρώτη ἀνάγκη νὰ μελετήσωμεν τὰ πράγματα τοῦ τόπου μας, καὶ ἐγώ, κατατασσόμενος ἐν τούτῳ μεταξὺ τῶν πλείστων ἐξ ὑμῶν, ὅλων θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, διότι συνέβη νὰ τὸ φέρῃ ἡ σειρὰ τοῦ λόγου μου, τὸ εἶπον πολλάκις, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἁπλῆ παρατήρησις, ἀπαιτεῖται καὶ παρατήρησις ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, ἀπαιτεῖται σύστημα εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην ἐπιχειρεῖ ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει τὰ φῶτα τῆς ἐπιστήμης, ὅστις ἔχει τὰ φῶτα τῆς ἱστορίας, ὅστις δύναται νὰ συμβουλευθῇ καὶ ξένας νομοθεσίας. Γίνεται συχνὰ ἐπίκλησις τῶν ξένων νομοθεσιῶν, γίνεται συχνὰ ἐπίκλησις τῶν κρατούντων ἐν Γερμανίᾳ. Ἐν Γερμανίᾳ, Κύριοι, εἰς τὰ 1898 ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποζημιοῦνται ὅσοι, καταδικασθέντες ἐκ πλάνης, ἀπεδείχθησαν ἔπειτα κατὰ ὡρισμένον τρόπον ἐκ τοῦ νόμου ἀθῷοι. Εἰς τὰ 1904 ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποζημιοῦνται οἱ προφυλακιζόμενοι ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ προφυλακιζόμενοι καὶ ὑπαρχουσῶν τόσων κατ’ αὐτῶν ἐνδείξεων, ὥστε νὰ προεφυλακίζοντο καὶ ὑπὸ τοῦ τελειοτέρου ἀνακριτοῦ. Ὄχι ὁ προφυλακισθεὶς ἐκ πλάνης, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὅστις θὰ προφυλακισθῇ, ἔστω καὶ ἂν χειρίζηται τὴν ὑπόθεσίν του καὶ ὁ ἄριστος τῶν δικαστῶν. Ὅταν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι προφυλακίζωμεν μετὰ τῆς εὐκολίας, μετὰ τῆς ὁποίας προφυλακίζομεν, ὅταν ἐκδίδωμεν τὰ ἐντάλματα μετὰ τῆς εὐκολίας μετὰ τῆς ὁποίας τὰ ἐκδίδομεν, ὅταν οὐδεμία ἀποζημίωσις δίδηται εἰς τὸν προφυλακιζόμενον, καὶ διὰ τὸν παραλόγως δικαζόμενον, ὅταν ἔχητε, κύριε Ὑπουργέ, σύστημα φυλακῶν ἀποτρόπαιον, τὸ ὁποῖον σύστημα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὸ ἔχητε ἐπὶ δεκαετηρίδας ἀκόμη, διότι προχθὲς ἀκόμη ἐθέσαμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος εἰς λειτουργίαν θὰ τεθῇ διὰ νέου νόμου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ Καῖσαρ τῆς Ἐπιστήμης, ὅστις ἔχων τόσην πεποίθησιν εἰς ἑαυτὸν λαφυραγωγεῖ τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Χρηστίδου, ὅταν ἔχητε ταῦτα πάντα, πῶς δικαιολογεῖσθε δεχόμενοι τοιαῦτα νομοσχέδια;
§145ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι οὕτω κατηρτισμένον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσπάσῃ τις μέρος ἐξ αὐτοῦ. Εἶναι συντεταγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἐσχηματισμένην ἤδη ὁ λαὸς καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ὁ συντάκτης αὐτοῦ (εὖγε).
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὔκολον εἶναι, Κύριοι, νὰ εἴπῃ τις πρὸς τὸν Ἕλληνα πολίτην: «Καλεῖσαι νὰ προσέλθῃς». Ἀλλὰ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς μίαν φυλακήν, ἔστω καὶ κολάζουσαν, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὸν Παλαιὸν Στρατῶνα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν φυλακὴν αὐτὴν μίαν ἡμέραν, μίαν ὥραν, ἓν λεπτὸν τῆς ὥρας καὶ ἂν ἐφαντάσθητέ τι ἀποτροπαιότερον, βδελυρώτερον, τότε ἐγὼ ἔχω ἄδικον. Εἶναι εὔκολον, πρᾶγμα, Κύριοι, νὰ λέγῃ τις «κατηγορεῖται, νὰ προσέλθῃ», συμβουλαὶ ἔντιμοι, ἀληθῶς ἀνθρωτικαὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. Νὰ προσέλθῃ βέβαια, ἀλλὰ νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ ἀνάκρισις εἰς ἕνα, εἰς δύο, εἰς τρεῖς μῆνας ἔστω, ὄχι νὰ πρόκειται νὰ ὁδηγηθῇ τις εἰς τὸν Παλαιὸν Στρατῶνα καὶ ἐκεῖ νὰ μείνῃ ἐπὶ 10 μῆνας, ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, ὄχι νὰ συμβῇ ἔπειτα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσίς του πεντάκις, ἑξάκις, ἑπτάκις. Συμπολιτῶν μου τινῶν ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν ἀνεβλήθη δεκάκις καὶ τετράκις! Εἶναι πολὺ μεγάλα, Κύριοι, τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα προῆλθον εἰς τὸν τόπον μας ἐκ τῆς δράσεως τοῦ τύπου καὶ μάλιστα τοῦ ἀνεξαρτήτου καὶ ἀνεπηρεάστου. Ὁ τύπος οὗτος εἶναι ὁ κυριώτατος παράγων, ὁ συντελεστής, ὁ σύμβουλος τῆς ἐπελθούσης παρ’ ἡμῖν γενικῆς προόδου καὶ πολιτικῆς μεταβολῆς. Ἀλλὰ εἶναι καὶ πολὺ μεγάλα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τοῦ τύπου ἐκείνου, ὅστις δημιουργεῖ, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, μεγάλους ἄνδρας! Ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ταῦτα; Ἀναμένετε τὴν ἐλάττωσιν τῆς φυγοδικίας καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐγκληματικότητος; καὶ θέτετε ἀπὸ τοῦδε τὸν νόμον τοῦτον, ἕνεκα τῶν φυλακῶν, αἵτινες θὰ κτισθῶσι, θὰ ὀργανωθῶσι, θὰ λειτουργήσωσι κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ ὅστις νόμος θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν διὰ νόμου. Εἶναι πράγματα αὐτά, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ συζητῶμεν σοβαρῶς ἢ εἶναι πράγματα αὐτὰ διὰ νὰ θρηνῇ τις ὡς Ἕλλην καὶ διὰ νὰ γελᾷ εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος πᾶς μὴ Ἕλλην; Ἔρχομαι εἰς τὰ καθέκαστα, εἰς τὰς διατάξεις μίαν πρὸς μίαν τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει). «Ὁ συλλαβὼν καὶ παραδοὺς εἰς τὴν Ἀρχὴν φυγόδικον κατηγορούμενον ἐπὶ ἀναιρέσει ἢ φόνῳ διαπραχθέντι πρὸ τῆς φυγοδικίας ἢ κατ’ αὐτὴν λαμβάνει ἀμοιβὴν δραχ. 400». Ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι στίφη ὁλόκληρα θὰ ἐκστρατεύσωσι πρὸς ἄγραν φυγοδίκων, διὰ νὰ λάβωσι 400 δραχμάς; (ἱλαρότης) Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ μεγαλουργὸν καὶ σοφώτατον, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸ νομοσχέδιον. Ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι ἕκαστος φυγόδικος, θέλων νὰ προσέλθῃ, θὰ προσκαλῇ ἕνα συγγενῆ του ἢ φίλον του διὰ νὰ τὸν παραδώσῃ, ὅπως λάβῃ τὰ ἔξοδα τῆς δίκης; Μὰ εἶναι κατάστασις αὐτή; Εἶναι ὑπόχρεως μία διπλῆ Βουλή, μία Ἐθνοσυνέλευσις, νὰ συζητῇ ἀγωνιωδῶς χάριν τοῦ πείσματος ἑνὸς ἀνθρώπου, τοιαῦτα νομοσχέδια; Εἶναι Ἐθνοσυνέλευσις αὐτή, νὰ καταναλίσκῃ τὰς πολυτίμους αὐτῆς ὥρας, τὸν πολύτιμον αὐτῆς χρόνον, συζητοῦσα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐσκουπίσθησαν ἀπὸ τὰ διάφορα συρτάρια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης; Ἔρχεται τώρα ἄλλη διάταξις (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς τῆς φυγοδικίας ὁ φυγόδικος, ὅστις συνέλαβε καὶ παρέδωκεν εἰς τὰς ἀρχὰς φυγόδικον, διαπράξαντα φόνον ἢ ἀναίρεσιν». Συμμαχία δηλαδὴ τῆς Πολιτείας μετὰ τῶν φυγοδίκων! Μάλιστα, Κύριοι, συμμαχία τῆς Πολιτείας μετὰ τῶν φυγοδίκων! «Ἡ καλλιτέρα λύσις», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης! Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ν’ ἀπαλλαγῇ τινων ἐπικινδύνων ἔστω ἀνθρώπων διὰ τοῦτο πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ὀντάρια, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ λέγῃ: «καθῆστε, ἐγερθῆτε, καθῆστε, ἐγερθῆτε». Ἡ καλλιτέρα λύσις εἶναι νὰ ἀθωωθῶσιν ἐντελῶς ὅλοι οἱ φυγόδικοι οἱ συλλαμβάνοντες φυγοδίκους! Εὐχαριστημένος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀδιαφορεῖ ἂν παραβαίνηται στοιχειώδης ἀρχὴ ἠθική, ἀδιαφορεῖ ἂν τοῦτο ἀποτελῇ στῖγμα διὰ τὴν πολιτείαν, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ἀποτελεῖ στῖγμα διὰ τὴν πολιτείαν, ἥτις συμμαχεῖ μετὰ τῶν φυγοδίκων. Ἄλλη διάταξις (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ἢ ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται τιμωροῦνται ὡς συνεργοὶ φυγοδικίας εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἢ ἂν παρέλιπον νὰ καταδείξωσιν ἀμέσως εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τὸν τόπον τῆς διατριβῆς τοῦ φυγοδίκου». Ὅλοι οἱ δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπηρέται καταδιωκτικὰ ὄργανα τῶν φυγοδίκων. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πᾶς πολίτης μέχρις ἑνὸς μέτρου μεταβάλλεται εἰς καταδιωκτικὸν ὄργανον τῶν φυγοδίκων. Θὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτοὺς ἡ ὁπλοφορία, θὰ ὁπλοφορῶσι πάντες οὗτοι, ἀφοῦ θὰ καταδιώκωσι τοὺς φυγοδίκους; Διότι θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσφαλίζωσιν αὐτοὶ ἑαυτούς, δημιουργοῦντες ἔριδας καὶ πάθη πρὸς τοὺς φυγοδίκους; Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶναί τι ἀκίνδυνον νὰ καταδιώξῃ τις φυγόδικον Ἕλληνα. Βεβαίως, τὸ τονίζω, Ἕλληνα, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του κανεὶς τὰς κρατούσας συνηθείας μιᾶς κοινωνίας διὰ νὰ νομοθετῇ. Βεβαίως θὰ εἶναι θαυμάσιον καὶ βεβαιότατα πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ὁλοταχῶς βαδίσωμεν καὶ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἄσκησις παντὸς δικαιώματος παρεχομένου ὑπὸ τοῦ νόμου ὄχι μόνον δὲν προκαλεῖ πάθη, ὄχι μόνον δὲν προκαλεῖ κατάκρισιν κοινωνικήν, ἀλλὰ περιποιεῖ τιμήν. Ἀτυχῶς ὅμως δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὸ διαμφισβητῇ τις ἐξ ὑμῶν. Τὸ ἄρθρον 16 ἔχει (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 16. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς ὁ Δήμαρχος ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ τὰ πρὸς καταδίωξιν πρόσφορα μέτρα εἰδοποιῶν ἀμελλητὶ καὶ τὰς πλησιεστέρας στρατιωτικὰς ἀστυνομίας καὶ διοικητικὰς ἀρχάς, ἄλλως τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου». Καὶ κατωτέρω τὸ ἄρθρον 17 λέγει: «Διοικητικοί, στρατιωτικοὶ καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι ἢ ὑπηρέται, ἐπιτετραμμένοι τὴν καταδίωξιν τῆς φυγοδικίας ἢ προσκαλούμενοι ἁρμοδίως εἰς ἐνέργειαν μέτρων ἀναγομένων εἰς τὴν καταδίωξιν, ἐὰν ἀμελήσωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, τιμωροῦνται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν μὲ φυλάκισιν τουλάχιστον ἑνὸς μηνός». Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι βεβαίως πρέπει νὰ εἶναι ὡπλισμένοι καὶ βεβαίως ὁ δήμαρχος δὲν θὰ καταδιώξῃ μόνος τοὺς φυγοδίκους. Θὰ συμπαραλάβῃ καὶ ἄλλους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχῃ ὁπλίσει, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται ὅπως εἶναι διαρκῶς ὡπλισμένοι, τοὐλάχιστον ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον καὶ μετὰ ταῦτα, ἀφ’ ὅτου θὰ ἐπιχειρήσωσι τὴν σύλληψιν ἢ θὰ ἐπιτύχωσι τὴν σύλληψιν ἑνὸς φυγοδίκου. Λοιπὸν μεταβάλλονται ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰς χωροφύλακας; Καὶ δαπανᾷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους 8.500.000 ἴσως 9.000.000 ἐφέτος διὰ τὴν χωροφυλακήν, ἐνῷ ἔλυσε τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας Θαυμάσια ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διατάσσων τοὺς Ἕλληνας νὰ ἐκστρατεύσωσι κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἂν ὁ φυγόδικος δὲν θὰ εὕρῃ ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους εἴτε φίλων του, εἴτε συγγενῶν του, ὅταν θὰ ἴδῃ ἐκστρατεύοντας τοὺς ἀνθρώπους τοῦ δημάρχου, πολλάκις μάλιστα ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους ὑποπτεύονται ὅτι δὲν εἶναι οἱ λόγοι τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν νόμον καὶ τῆς μερίμνης διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὅταν εἶναι τόσα τὰ πρόσωπα τῶν φυγοδίκων, ὅταν εἶναι τόσα τὰ πρόσωπα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ θὰ ἐκστρατεύσωσιν οἱ μὲν κατὰ τῶν δέ, τίς ἀνάγκη ὑπάρχει χωροφυλακῆς; Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον προσδοκᾶτε οὕτω τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκᾶτε αὐτήν, ἀλλὰ θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ συναισθανθῆτε, ὅτι ὑπῆρξε κακὴ ἡ μοῖρα τῆς Βουλῆς ταύτης, διὰ νὰ ὑποχρεοῦται νὰ συζητῇ ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων. Ἀκούσατε μίαν ὡραίαν διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος κτλ. Ἐν πρώτοις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω πολλὴν προσήλωσιν εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Ἐν πρώτοις νομίζω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματική, ἀποτελεῖ ἓν μέρος τοῦ καταργηθέντος πολιτικοῦ θανάτου, διότι ἀναμφιβόλως μία ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου εἶναι καὶ αὕτη. Ἀλλὰ πῶς ἐξασφαλίζετε τοὺς τρίτους; Ἔχει συμβῆ εἰς ὅλους ἐξ ἡμῶν νὰ συναντηθῶσι μετὰ φυγοδίκων, ἀγνοοῦντες ὅτι εἶναι φυγόδικοι. Κύριοι, θὰ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ἓν παράδειγμα, σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ πιστεύσητε. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον μεταβῆ εἰς Καλάμας. Ὑπερήσπισα ἕνα κατηγορούμενον τοῦ ἐκεῖ Κακουργιοδικείου τὴν πρώτην Νοεμβρίου. Πιστεύετε ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω; Ἦτο ἀντιπρόσωπός μου καὶ κατὰ τὴν μίαν ἐκλογὴν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην. Ἀντιπρόσωπός μου, κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς 8 Αὐγούστου καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς 28 Νοεμβρίου. Ἀκολούθως τὸν ἔβλεπον καθ’ ἑκάστην ἐν Ἀθήναις καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου ἐφέτος συνελήφθη...ἦτο φυγόδικος ἔκτοτε!
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἷς λόγος περισσότερος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§148ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζετε; Νομίζετε, ὅτι ἀσφαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων; Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει μέχρι τῆς 4ης τάξεως τοῦ Γυμνασίου, ἦτο ἐνδεδυμένος θαυμάσια, ἤρχετο εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος ὅλας τὰς ἡμέρας, δὲν ὑπῆρξε κέντρον κοινωνικόν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν παρίστατο, καθ’ ἑκάστην ἤρχετο εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς, μὲ ὅλους τοὺς συμπολίτας μου εἶχε σχέσεις. Τί εἶχε συμβῆ; Εἶχεν ὑποπέσει εἰς πρᾶξίν τινα, τὴν ὁποίαν εἶχε χαρακτηρίσει τὸ ἓν συμβούλιον ὡς πλημμέλημα καὶ τὸ ἕτερον συμβούλιον ὡς κακούργημα.
§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶχε πράξει;
§150ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶχε μεταβάλει κάποιο πιστοποιητικόν. Νομίζετε, λοιπόν, ὅτι ἀσφαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων διὰ τοικύτης διατάξεως; Νομίζετε, ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, ὅταν ὁ φυγάδικος περιέρχηται εἰς ἀπόγνωσιν;
§151Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. (Διακόπτει μὴ ἀκουόμενος).
§152ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὰ ἀφήνετε αὐτά, κύριε Μπουρνιᾶ; Φαίνεται ὅτι ἀρέσκεσθε νὰ σᾶς λέγουν συχνὰ ὅτι παρουσιάζετε τὴν εἰκόνα τῆς αὐταρεσκείας. Δὲν σᾶς ἀρκεῖ νὰ συναισθάνησθε ὑμεῖς τοῦτο περὶ ὑμῶν αὐτῶν, ἀλλὰ θέλετε νὰ προκαλῆτε τὴν περιέργειαν; Εἶναι ἑπόμενον νὰ σᾶς βασκάνουν! Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι πᾶσα Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ νομοθετῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐλαττῶνται τὰ γινόμενα ἐγκλήματα, νὰ ἀποτρέπωνται καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν οἱ πολῖται ἀπὸ τοῦ νὰ διαπράττωσιν ἐγκλήματα. Ἀλλ’ εἶναι Πολιτεία ἄφρων, εἶναι ἄγαν ἄφρων ἡ Πολιτεία ἐκείνη, ἥτις θέτει νόμους ἐμπνέοντας τὸν τρόμον εἰς τοὺς πολίτας καὶ ὁδηγοῦντας εἰς τὴν ἀπόγνωσιν αὐτοὺς—αὐτοὺς ἔστω τοὺς ἐπιρρεπεῖς εἰς παρεκτροπὰς, εἰς παραβάσεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Εἶναι κακὸς σύμβουλος ἡ ἀπόγνωσις διὰ τοὺς ἐπιρρεπεῖς μάλιστα εἰς τὰ ἀδικήματα, καὶ εἶναι οὐχὶ πλέον ἐχθροί, ἀλλὰ πολὺ κακοὶ ἐχθροί, χείριστοι ἐχθροί, ἐπικινδυνώτατοι ἐχθροὶ οἱ ἐπιρρεπεῖς ἀκριβῶς εἰς τὸ ἔγκλημα περιερχόμενοι εἰς ἀπόγνωσιν. Νὰ προσέλθῃ, λέγει, καὶ πρέπει νὰ προσέλθῃ, διὰ νὰ μὴ καταστῇ λῃστής, ἤκουσα λεγόντων τινῶν. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ καταστῇ λῃστής, τοὐλάχιστον πιθανώτατα θὰ καταστῇ λῃστὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἐνῷ εἶναι φυγόδικος, κύριε Μαμάη, ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἐὰν ἀθωωθῇ θὰ καταδικασθῇ πιθανῶς εἰς τεσσάρων ἐτῶν τοὐλάχιστον φυλάκισιν.
§153Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ βλέπω ἐγώ.
§154ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ βλέπετε; Ἔχετε τὴν τελευταίαν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 1 ἥτις λέγει: «Ἐὰν διαρκούσης τῆς φυγοδικίας κατέστη ἔνοχος πλημμελήματος διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον δύο ἐτῶν, ἐὰν δὲ κακουργήματος διὰ φυλακίσεως τεσσάρων ἐτῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον», καὶ ἔχετε ἄρθρον 4: «ἐὰν ὁ φυγοδικῶν παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ τῇ πράξει δι’ ἣν ἐφυγοδίκει, ἢ ἐπὶ πράξει διαρκούσης τῆς φυγοδικίας, τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἀποφαίνεται περὶ τῆς φυγοδικίας οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων καὶ πάντοτε μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν ταύτην», κύριε Μαμάη!
§155Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Νίπτω τὰς χεῖρας τότε! (Ἱλαρότης).
§156ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν κολάζει τὸ πρᾶγμα τὸ ὅτι λέγει, Κύριε, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1: «ἐὰν διαρκούσης τῆς φυγοδικίας κατέστη ἔνοχος πλημμελήματος», διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 λέγει: «ἐὰν ὁ φυγοδικῶν παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον ἐπὶ τῇ πράξει δι’ ἣν ἐφυγοδίκει, ἢ ἐπὶ πράξει, διαρκούσης τῆς φυγοδικίας, τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἀποφαίνεται περὶ τῆς φυγοδικίας οἱαδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων», ἡ ἐτυμηγορία εἴτε διὰ τὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν εἶχε πράξει πρὸ τῆς φυγοδικίας, εἴτε διὰ τὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν διέπραξε μετὰ τὴν φυγοδικίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ προφανὴς ἔννοια τῆς διατάξεως.
§157ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τιμωρεῖ λοιπὸν τὴν φυγοδικίαν.
§158ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τιμωρεῖ τὴν φυγοδικίαν μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον τεσσάρων ἐτῶν καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἶναι ἀθῷος, καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος κατηγγέλθη ψευδῶς καὶ ἀτίμως, καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος κατεδαπάνησεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἔθεσεν εἰς κίνησιν ὅλους τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ, ὑπέστη μαρτύρια, ἐπὶ ἔτη ἴσως ὁλόκληρα, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ σώσῃ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ κινδυνεύουσαν, νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν αὐτοῦ, νὰ σώσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς οἰκογενείας του, νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Καὶ ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν, συντετριμμένος μὲν ὑπὸ πᾶσαν ὑλικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ κατορθώσας νὰ σώσῃ τὴν τιμήν, θέλει νὰ ἐκπέμψῃ στεναγμὸν ἀνακουφίσεως, ἐπέρχεται ὁ μέγας Καῖσαρ τῆς νεωτέρας ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ λέγει εἰς αὐτόν: «ὄχι, καταδικάζεσαι εἰς πέντε ἐτῶν φυλάκισιν»! Αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀνέχηται ἡ ἐποχή, δὲν εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ στιγματίζῃ ἡ ἐπιστήμη, δὲν εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα νὰ μὴ τρέπωνται εἰς φυγήν, νὰ μὴ ῥαβδίζωνται ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἔχοντος στοιχειώδη λογικὴν καὶ ἠθικότητα.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς εἶναι ἀναγεγραμμένος, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ ἢ κατά;
§160Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἀντιλέγων.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας. Ἐπίσης. Ὁ κ. Λαμπρακάκης· ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἢ κατά;
§162Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπερ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§164Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, κύριοι Βουλευταί, τὴν Βουλὴν συζητῶν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ σκοπιμότης εἶναι τόσον πρόδηλος, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐὰν πολλὰ παρελείφθησαν ἀπὸ τοὺς μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντας τὴν χώραν μία οὐσιώδης οὐσιωδεστάτη παράλειψις ἦτο καὶ ἡ μὴ λῆψις μέτρου νομοθετικοῦ κατὰ τῆς φυγοδικίας, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἴπῃ ἀπείθεια καὶ ἀσέβεια πρὸς τὰς ἀρχάς, ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ἀληθῆ τῶν πάντων τρομοκρατίαν. Καὶ ἐνῷ οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὸν τόπον ἀντελαμβάνοντο τὴν τρομοκρατίαν, τὰ δεινὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς ὑπεβάλλετο ἡ κοινωνία, τὸ στίγμα τὸ ὁποῖον ἡ φυγοδικία ἐνεκόλαπτεν εἰς αὐτὴν τὴν Πολιτείαν, οὐδὲν μέτρον νομοθετικὸν κατὰ τῆς φυγοδικίας ἐλάμβανον· ἐλάμβανον ἀντιθέτως μέτρα δρακόντεια, αὐστηρότατα, ἀτιμάζοντα ἴσως τὸν τόπον, κατὰ τῆς λῃστείας καὶ ἄφηνον ἀτιμώρητον τὴν φυγοδικίαν, ἄφηνον ἀτιμώρητον τὸ φυτώριον τῆς λῃστείας. Ἦτο καιρὸς λοιπόν, Κύριοι, νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, καὶ μέτρον οὐχὶ τόσον αὐστηρόν, ἀλλὰ πολὺ τούτου αὐστηρότερον, μέτρον τὸ ὁποῖον ἀναμφιβόλως θὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, μέτρον τὸ ὁποῖον ἀναμφιβόλως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἀπό τινος, ἀπὸ τῆς μεταβολῆς καὶ ἐντεῦθεν, αἰσθητῶς ἐβελτιώθη. Καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν λόγον ἐπικαίρως εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἰσάγεται καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ἔγκλημα περιεστάλη, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας αἰσθητῶς ἐβελτιώθη, οἱ φυγόδικοι περιωρίσθησαν, καὶ εἶναι ἐπίκαιρος ἤδη τοιοῦτος νόμος νὰ ψηφισθῇ, ἵνα μὴ ἀνακύψῃ πάλιν τὸ κακόν. Τὰ ἐπιχειρήματα, Κύριοι, τῶν προαγορευσάντων πιστεύσατε ὅτι δὲν μὲ ἔπεισαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ κακοῦ, διότι φρονοῦσιν ὅτι ὁ ψυχολογικὸς λόγος τῆς φυγοδικίας εἶναι ὁ φόβος τῆς ποινῆς, φρονοῦσιν ὅτι ὁ ψυχολογικὸς λόγος τῆς φυγοδικίας εἶναι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν προφυλακίσεων, εἴτε ἀδικαιολογήτων εἴτε αὐστηρῶν. Δὲν εἶναι μόνον οἱ λόγοι αὐτοί. Ὁ ψυχολογικὸς λόγος τοῦ φυγοδικοῦντος εἶναι ἡ ἐλπὶς ὅτι διὰ τὴν κυρίαν πρᾶξιν μίαν ἡμέραν ἐπωφελούμενος μιᾶς περιστάσεως θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπαλλαγήν του. Αὐτὸς καὶ μόνος εἶναι ὁ κυρίως ψυχολογικὸς λόγος. Καὶ ἄλλο τι· διότι κατὰ ἐκτέλεσιν τῶν ἀδικημάτων δὲν ὑπάρχει παροῦσα ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχή. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ φόβος τῆς ποινῆς μόνον, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ εὕρῃ περίστασιν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπαλλαγήν του κατὰ τὸ παρελθόν.
§165Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἄχ παρελθόν!
§166Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ ἐλπὶς αὕτη δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ λόγων ἀβασίμων· δὲν ἔλειπον αἱ ὑποσχέσεις αἱ διδόμεναι πρὸς αὐτούς: μὴ προσέλθητε, διότι ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποστήριξίν σας καὶ ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ καὶ στιγμῇ θὰ σᾶς ἀπαλλάξωμεν. Ἡ ἐνθάρρυνσις πανταχόθεν ὑπῆρχε καὶ αὐτὴ συνετέλει εἰς τὴν φυγοδικίαν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν τί θὰ συμβῇ ἐὰν εἷς ἀναιρετὴς πρόκειται νὰ τιμωρηθῇ μὲ τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, τῶν προσκαίρων δεσμῶν ἢ μὲ εἱρκτήν, θὰ φοβηθῇ, ἐὰν προστεθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ποινὴν καὶ ἡ ποινὴ τῆς φυγοδικίας; Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. ἐκ Λαρίσης συνάδελφον καὶ δὲν μοὶ ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν, διότι εὑρέθη πρὸ ἐπιχειρήματος ἀκαταμαχήτου ὅτι ἀπὸ μὲν τὴν μίαν πρᾶξιν ἐλπίζει ἀπαλλαγήν, ἐνῷ ἀπὸ τὴν φυγοδικίαν δὲν ἐλπίζει, διότι καθίσταται τὸ ἀδίκημα ἐντελῶς τυπικόν. Καθίσταται τὸ ἀδίκημα τυπικὸν μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος ἢ τοῦ κατασχετηρίου, ἐὰν δὲ δὲν προσέλθωσι πάντες αὐτὸς θὰ καταδικασθῇ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου μὴ ἐπιτρεπομένου εἰς αὐτὸ ἀλλοίαν νὰ κάμῃ ἐφαρμογήν. Φυγοδικεῖ ἕνα μῆνα μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ βουλεύματος ἢ τοῦ κατασχετηρίου, δὲν δύναται παρὰ νὰ καταδικασθῇ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, οὐδεὶς δικαιολογητικὸς λόγος δύναται νὰ τὸν σώσῃ, ἐνῷ διὰ τὴν ἄλλην πρᾶξιν φαντάζεται, ὅτι οἱ δικαιολογητικοὶ λόγοι δύνανται νὰ τὸν σώσωσιν. Δὲν φρονεῖτε λοιπὸν ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς θὰ συντελέσῃ, ὥστε οἱ κατηγορούμενοι νὰ μὴ ἐντρέπωνται εἰς τὴν φυγοδικίαν, ἀλλὰ νὰ προσέρχωνται συναισθανόμενοι ὅτι θὰ ὑποστῶσι μίαν ποινὴν ἀναμφισβητήτως ἀσφαλῆ ἐνῷ διὰ τὴν ἄλλην, ὡς σᾶς εἶπον, τὴν τῆς πράξεως, ἔχουσιν ἐλπίδα καὶ μεγίστην ἐλπίδα νὰ ἐπιτύχωσιν ἀπαλλαγήν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, αὐτὸ δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ κακοῦ; Εὑρίσκω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς θεωρίας, καὶ οὐδαμοῦ ἰσχύει, ἐνῷ ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου καὶ δὴ τὰ πεπολιτισμένα κράτη καὶ φυγοδικία καὶ ληστεία ἴσως εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν ἀπὸ ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἔχομεν τὴν ληστείαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Ἱσπανίαν. Μᾶς εἶπον, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ ἀποτελοῦσι στῖγμα διὰ μίαν Πολιτείαν. Τίς λέγει ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν εἶναι διὰ μίαν Πολιτείαν πεπολιτισμένην τιμητικοί, ἀλλ’ εἶναι νόμοι ἐπιβαλλόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἐπιβαλλόμενοι ὅπως εἶναι καὶ ὁ νόμος περὶ ληστείας, οὕτω καὶ αὐτὸς ὁ νόμος ἕνεκεν ὑπερτάτης ἀνάγκης ἐπιβάλλεται, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, ὁ δὲ νόμος αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ ἐπ’ ἄπειρον μέρος τῆς νομοθεσίας τοῦ κράτους, εἶναι προσωρινὸς νόμος, εἶναι πρόσκαιρος, εἶναι νόμος διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀσφαλείας, εἶναι νόμος διὰ νὰ δώσῃ ἡσυχίαν εἰς τοὺς μαστιζομένους. Καὶ ὅταν ἡ ἀποκατάστασις πλήρως ἐπέλθῃ, αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ κοινωνία, αὐτὴ ἡ Πολιτεία θὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς διαγραφῆς αὐτοῦ ἐκ τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι πολὺ τιμητικός, ὡς εἶναι καὶ ὁ νόμος περὶ ληστείας, ἀλλ’ εἶναι νόμος ἰθαγενὴς καὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, μίαν ἡμέραν ἀποκατασταθῇ πλήρης ἡ τάξις, δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν οἱ νόμοι οὗτοι οὔτε θέσιν ἐν τῇ ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ. Σᾶς εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ 10,000 φυγοδίκων, μὴ τρομάζετε, περὶ τόσων δὲν πρόκειται, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἐντάλματα 5–10,000 αὐτὰ δὲν ἀφορῶσι πραγματικοὺς φυγοδίκους. Ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων, ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι Βουλευταί, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, διότι κατάγομαι ἀπὸ πολυτάραχον νομόν, ἔχει περιορισθῆ εἰς μέγιστον βαθμόν, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ ἑνὸς νόμου τοιούτου βεβαίως δὲν θὰ συνταράξῃ τὴν τάξιν, δὲν θὰ τρομάξῃ τὴν κοινωνίαν, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος. Διότι καὶ ὁ νόμος περὶ ληστείας, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου καὶ Βονίτσης εὗρε περὶ τοὺς 400 ἐπικεκηρυγμένους ληστάς, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ἐφαρμοσθεὶς ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα, ἅπαντες δ’ οἱ λησταὶ ἐξοντώθησαν. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι εἰς ἀτμόπλοιον ἑλληνικὸν ἐπεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1867 εἰς ἐπίνειον τοῦ Βάλτου περὶ τοὺς 280 λησταί, οἵτινες ἐστάλησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Α. Κουμουνδούρου εἰς Κρήτην διὰ νὰ πολεμήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἐπαναστατησάσης τότε Κρήτης. Καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη καὶ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ταχίστην ἐξόντωσιν τῆς ληστείας, μέχρι δὲ τοῦ 1871 οὐδεὶς τῶν ληστῶν ὑπῆρχε σχεδὸν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ. Ὁ νόμος εἶναι δρακόντειος, ἀλλ’ ἔφερεν ἀποτελέσματα, δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἴμεθα πεπολιτισμένον κράτος μὲ τὴν φυγοδικίαν καὶ τὴν ληστείαν τρομοκρατούσας τὸν τόπον. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ πλέον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὰς λεπτομερείας ἔχω νὰ φέρω παρατηρήσεις τινας καὶ κυρίως τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐπὶ τῆς πρώτης διατάξεως, διότι τὰς ἄλλας δὲν τὰς εὑρίσκω αὐστηράς, οὔτε καὶ αὐτὴν τὴν διάταξιν τῆς ἐκδικάσεως τοῦ ἀδικήματος τῆς φυγοδικίας ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, διότι ἐὰν εἶναι δικαστήριον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, διότι δὲν εἶναι ξένον μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων τῆς κυρίας ὑποθέσεως παρ’ ὧν δύναται νὰ μάθῃ τὴν κατὰ τὴν φυγοδικίαν διαγωγὴν τοῦ κατηγορουμένου· ἔχομεν ἀποτελέσματα λαμπρὰ τῶν δικαστηρίων τῶν ἐνόρκων, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀποτελέσματα ὄχι μόνον σκανδαλώδη, ἀλλὰ καὶ ἀτιμάζοντα τὴν δικαιοσύνην. Δὲν εἶναι ὀρθὸν λοιπὸν νὰ ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ἀδικήματος τῆς φυγοδικίας. Δὲν εὑρίσκω, Κύριοι, αὐστηρὰν οὔτε τὴν διάταξιν τῆς ἀκυρότητος τῶν πράξεων τῶν φυγοδίκων, διότι διατί νὰ λέγωμεν εἰς τὸν φυγόδικον εἶσαι φυγόδικος μέν, ἀλλὰ πρόσελθε νὰ κάμῃς συμβολαιογραφικὰς πράξεις, οὔτε τοῦτο ἀποτελεῖ οἱονεὶ πολιτικὸν θάνατον, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος.
§167Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Μήπως, καὶ σήμερον δὲν δύναται ὁ φυγόδικος εἰς τὰς φυλακὰς νὰ συντάξῃ οἱονδήποτε ἔγγραφον.
§168Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Βεβαίως δύναται· ἔχω ἀκόμη ἄλλην μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς· οὐχὶ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατασχετηρίου, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος νὰ τιμωρῆται ἡ φυγοδικία. Καὶ τοῦτο τὸ ὑποστηρίζω ἐκ τοῦ ἑξῆς, διότι ἐὰν ψηφίσωμεν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατασχετηρίου ἢ τοῦ βουλεύματος, θὰ παρεμβάλλωμεν μέγιστα προσκόμματα εἰς τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῶν ἀνακρίσεων. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ πλεῖστα κατασχετήρια εἶναι ἐντελῶς τυπικά, ἐκδίδονται ἵνα περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ἐκτὸς ἐὰν παρατείνεται ἐπὶ πολὺ ἡ ἀνάκρισις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμφέρει εἰς τὴν δικαιοσύνην ἀπολύτως. Δεύτερον τὸ διάστημα τὸ περιλαμβανόμενον μεταξὺ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατασχετηρίου καὶ τοῦ βουλεύματος ὡς ἔχει σήμερον ἡ ἀνακριτικὴ κατάστασις ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι μακρόν.
§169Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν διαταχθῇ περαιτέρω ἀνάκρισις;
§170Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ τιμωρῆται ἡ φυγοδικία, δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος. Ζήτημα ἑνὸς μηνὸς εἶναι. Ἐὰν διαταχθῇ περαιτέρω ἀνάκρισις θὰ ἰσχύῃ τὸ κατασχετήριον.
§171Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Θέλετε τὴν φυγοδικίαν ἅμα ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, ἄρα φυγοδικία συνεπείᾳ κατασχετηρίου δὲν θὰ ὑπάρξῃ.
§172Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα· δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος δι’ αὐτὸ καὶ θὰ κανονισθῇ καὶ τὸ ἑξῆς δι’ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι πλημμελήματά τινα εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ὑποπίπτοντες εἶναι χειρότεροι τῶν κακούργων καὶ ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων αὐτῶν θὰ δύναται τὸ δικαστήριον νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν. Τὰ πλημμελήματα δὲ αὐτὰ εἶναι ἡ ζωοκλοπία, ἡ ζωοκτονία, ἡ λαθρεμπορία καὶ ἡ κλοπή, δὲν εἶναι ἄλλα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ μᾶλλον ἐπικίνδυνοι ἄνθρωποι καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ τιμωρῶνται, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ δύναται νὰ κανονισθῇ, ἐὰν ἡ φυγοδικία τιμωρῆται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βουλεύματος, διότι τὸ βούλευμα παραπέμπει εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ ζωοκλοπῇ καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατάσσῃ τοῦτο τὴν σύλληψιν καὶ προφυλάκισιν αὐτῶν. Λοιπὸν διορθουμένου τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸ μέρος τοῦτο θὰ συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοί, διότι ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ οἰκονομηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ βούλευμα δὲ θὰ κανονίσῃ κατὰ τίνων κατηγορουμένων ὑπάρχουν τόσαι ἐνδείξεις, ὥστε νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ μία κατηγορία, ὄχι λοιπὸν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατασχετηρίου, διότι τοῦτο εἶναι ἁπλῆ πρόσκλησις τοῦ κατηγορουμένου νὰ ἔλθῃ, διότι ἄλλως θὰ εἰσαχθῇ καὶ ἄνευ τῆς παρουσίας αὐτοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον ἡ ὑπόθεσις, τοῦτο ἀναπληροῖ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου ἐνῷ ἀπὸ τοῦ βουλεύματος θὰ κανονίζωνται θετικώτερον τὰ πράγματα. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§174Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι Βουλευταί, μετὰ μεγάλης προσοχῆς τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προαγορευσάντων ῥητόρων, ὡμίλησαν δὲ οἱ κατακρίναντες ἐξ αὐτῶν μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας καὶ θερμότητος, ὥστε καθίσταται δυσχερὴς ἡ θέσις τοῦ θέλοντος ἐπίσης καὶ αὐτοῦ νὰ κατακρίνῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου ἀγόρευσιν θὲν θὰ περιμείνητε ἑπομένως οὔτε εὐγλωττίαν οὔτε θερμότητα, θὰ προσπαθήσω νὰ περιορισθῶ εἰς ψυχρὰν οὐσιαστικὴν συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ εἰκοσαετίας συλληφθὲν ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ Ἕλληνος νομοθέτου, δὲν ἔτυχεν εἰς τὸ παρελθὸν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, παρουσιάζεται σήμερον ἐφωδιασμένον διὰ δύο σπουδαιοτάτων ἐρεισμάτων, τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη πρὸς ἐπεξεργασίαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρακολουθήσω μίαν ἑκάστην τῶν ἐκθέσεων τούτων χωριστά. Κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις εἰδικοῦ νόμου περὶ φυγοδικίας διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπερεπλεόνασαν οἱ φυγόδικοι, ἀποτελοῦσι δ’ οὗτοι τὸ φυτώριον ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτρέφονται οἱ λῃσταί. Δὲν συνοδεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν καὶ διὰ στατιστικῶν πινάκων, οἱ ὁποῖοι νὰ παρέχωσιν εἰς ἡμᾶς εἰκόνα τοῦ πλήθους καὶ τοῦ ποιοῦ τῶν φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι νὰ παρέχωσιν εἰς ἡμᾶς ἐν συγκρίσει καὶ ἀντιπαραβολῇ ἀριθμοὺς προσώπων καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα συλλήψεως καὶ ἀριθμοὺς ἀθωωθέντων εἰς τὰς ἐπακολουθησάσας δίκας. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ τοιοῦτοι πίνακες θὰ ἦσαν χρησιμώτατοι διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντιληφθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ἐὰν πράγματι τοιοῦτος σπουδαῖος κίνδυνος ὑφίσταται ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, οἷος περιγράφεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁπωσδήποτε, ὑπὸ τὴν ἐκδοχὴν ὅτι οἱ φυγόδικοι εἶναι πράγματι τὸ μέγα δεινόν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέτρεξεν εἰς τὰς αἰτίας τῆς φυγοδικίας καὶ ἀνεῦρε μὲν τινὰς ἐξ αὐτῶν καὶ ἐνόμισεν ὅτι διά τινων μέτρων, ἅτινα εἰσηγήθη, ἐθεράπευσε τὰς αἰτίας ταύτας, ἀλλ’ ἀνεῦρεν ἐπὶ πλέον ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀρθῶσιν αἱ αἰτίαι, αἵτινες ἐκτρέφουσι τοὺς φυγοδίκους, ἀλλὰ πρέπει, διὰ νὰ καταστείλωμεν ἐντελῶς τὴν φυγοδικίαν, νὰ δημιουργήσωμεν αὐτὴν ὡς ἰδιώνυμον ἀδίκημα καὶ αὐστηροτάτας ἐναντίον αὐτοῦ νὰ θέσωμεν ποινάς. Οἱ λόγοι οἵτινες δημιουργοῦσι τοὺς φυγοδίκους, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι οἱ ἑξῆς τρεῖς. Εἶναι πρῶτον ὁ φόβος τῆς προφυλακίσεως, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος παρατείνεται ὑπὲρ τὸ δέον πολλάκις. Δεύτερον εἶναι ὁ φόβος τῶν ψευδῶν μηνύσεων, καὶ τρίτον ἡ κακὴ κατάστασις τῶν φυλακῶν. Δύο λόγοι, οἱ πρῶτοι οὓς ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀνάγονται εἰς ἕνα γενικώτερον λόγον, ἀνάγονται αὐτὸ τοῦτο εἰς τὴν πλημμέλειαν τῆς διαχειρίσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Διότι ἐὰν αἱ προφυλακίσεις παρατείνωνται ὑπὲρ τὸ δέον, ἐὰν ἐκδίδωνται ἐντάλματα συλλήψεως ἐπὶ τῇ βάσει ψευδῶν μηνύσεων, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν λειτουργεῖ ὡς ὤφειλε νὰ λειτουργῇ, διότι ἐὰν ἡ δικαιοσύνη ἐξεπλήρου, ὡς ὤφειλε, τὰ καθήκοντά της, οὔτε εὐκόλως θὰ ἐδέχετο τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, οὔτε θὰ παρέτεινεν ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, ὑπὲρ τὸ δέον, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀσχοληθεὶς εἰς τοὺς δύο πρώτους λόγους παρεῖδεν ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι λόγοι λεπτομερείας καὶ οὕτω παρεῖδεν ἕνα ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων λόγων τῶν ἐκτρεφόντων τὴν φυγοδικίαν, τὴν πλημμελῆ διαχείρισιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν σήμερον περὶ τῶν αἰτίων τῆς φυγοδικίας δίκαιον θὰ ἦτο ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ μελετήσῃ ἐνδελεχέστερον τὸ ζήτημα τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι ἐὰν ἀρθοῦν αἱ ἀτέλειαι τῆς διαχειρίσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀσφαλῶς θὰ δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν τὴν ἐντεῦθεν ἐλλάττωσιν τῆς φυγοδικίας. Αἱ ἀτέλειαι ὅμως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δὲν συνέχονται μὲ τὸν ποινικὸν νόμον ἢ μὲ διατάξεις οὐσιαστικοῦ ποινικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ συνέχονται μὲ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ἰδίως δὲ μὲ τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἀνακριτικῆς ὑπαλληλίας. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν σῶμα ἀνακριτῶν καὶ ὡς λειτουργεῖ σήμερον ἡ ἀνακριτικὴ ὑπηρεσία, σημαίνει αὐτόχρημα ἄρνησιν ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας. Οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι παρ’ ἡμῖν, τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι περὶ ὀλίγου δυστυχῶς ποιούμεθα τὴν ἀνακριτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ αὐτοὶ οἱ καλοὶ δικασταὶ περὶ ὀλίγου ποιοῦνται αὐτήν, δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων. Καὶ τοῦτο τὸ φαινόμενον συνέχεται μὲ τὴν ἐν γένει πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐξετάζων καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἀνακριταὶ δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ ἐπιμελέστεροι οὔτε οἱ ὀξυνούστεροι τῶν δικαστῶν, οὔτε θέλουσιν οὗτοι νὰ παραμένωσιν ὡς ἀνακριταί, ἀφ’ οὗ ἐν τῇ ἀνακριτικῇ ὑπηρεσίᾳ οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐλπίδα προαγωγῆς κατὰ μισθὸν ἢ βαθμόν, ὥστε νὰ ἀφοσιώνωνται εἰς τὰ ἀνακριτικά των ἔργα καὶ ἀποκτῶσι πεῖραν καὶ ἐφαρμόζωσιν αὐτὴν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ μὴ παρουσιάζωνται τὰ ἔκτροπα, τῶν ὁποίων τινὰ θὰ σᾶς ἀναφέρω, ἵνα ἴδητε ὅτι τὸ μέγα αἴτιον τῆς φυγοδικίας εὑρίσκεται ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην. Καὶ θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι εἶναι παράλογον καὶ ἄδικον, ὅταν ἡ δικαιοσύνη λειτουργῇ, ὡς λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, ὅταν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἐγκληματῇ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, νὰ θέλωμεν ἡμεῖς νὰ τιμωρήσωμεν τὴν ἔμφυτον ἄμυναν τοῦ ἀτόμου κατὰ τῆς ἐγκληματούσης πολιτείας. Ἵνα ἐνθυμηθῆτε ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω δύο μόνον παραδείγματα κλασικὰ τῆς ἀτελείας καὶ ἀστοχίας τῶν ἀνακριτικῶν ὀργάνων ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἀποδεικνύοντα τὸ μὲν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἱκανὸς νοῦς, ὥστε νὰ συλληφθῶσιν οἱ πραγματικοὶ ἔνοχοι ἀποτροπαίου ἐγκλήματος, τὸ δὲ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἱκανὸς νοῦς, ὥστε νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀθωότης τῶν συλληφθέντων. Κατὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ παντοπώλου Κατσίχτη ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ εἶχεν εἰς χεῖράς της τοὺς κατόπιν ἀποδειχθέντας ἐνόχους τῆς δολοφονίας, ἀλλ’ εἶχε σχηματίσει καὶ τὴν αὐθαίρετον πεποίθησιν ὅτι οἱ συλληφθέντες δὲν ἦσαν ἔνοχοι, ἐνῷ δὲ προσήρχοντο αὐθορμήτως μάρτυρες ἵνα ἐξετασθῶσι περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν συλληφθέντων ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ τοὺς ἀπέπεμπεν· ὑπῆρχεν ἰατροδικαστικὴ ἔκθεσις ἐν τῇ δικογραφίᾳ, καθ’ ἣν οἱ ἰατροδικασταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποφανθοῦν ὅτι ὑπῆρξεν αὐτοκτονία τοῦ Κατσίχτη, ἀλλ’ ἐζήτουν ὅπως δι’ ἀναλύσεως τοῦ περιεχομένου τῶν σπλάγχνων τοῦ φονευθέντος συμπληρωθῇ ἡ πραγματογνωμοσύνη, καὶ ἐνῷ ὑπῆρχε τοιαύτη ἔκθεσις, καθιστῶσα ἀπαραίτητον τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἰατροδικαστικῆς πραγματογνωμοσύνης, ἐν τούτοις τὸ μέτρον τοῦτο δὲν διετάχθη, ἀλλ’ ἀπελύθησαν οἱ συλληφθέντες. Καὶ εἰς τυχαίαν σύμπτωσιν, εἰς τὴν ἐξομολόγησιν ἑνὸς ψυχορραγοῦντος πρὸς τὸν Ἰατρόν του, ὀφείλεται ὅτι ἀπεκαλύφθησαν οἱ ἔνοχοι, ἐδικάσθησαν καὶ ἐξετελέσθη ἡ ποινὴ κατ’ αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι δέ, καὶ τὸ λέγω ἵνα ἴδητε πόσον συνέχεται τὸ ζήτημα, ὅπερ πραγματευόμεθα, μὲ τὴν ἐν γένει πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ὅτι ὅταν ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ὑποστηρίζων τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἤλεγξε δημοσίᾳ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντὶ νὰ ἐπαινέσῃ τὸν Ἀντεισαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἁμαρτήσαντας ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους ἐζήτησε νὰ τιμωρήσῃ τὸν Ἀντεισαγγελέα, διότι ἀπεκάλυψε τὰ λάθη τῆς ἀνακρίσεως. Ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον παράδειγμα. Κατὰ τὴν γνωστὴν δολοφονίαν τοῦ Διονύσου συνελήφθη εἷς ἀθῷος, Σαρρῆς ὀνόματι, ὅστις ἐπεκαλεῖτο καὶ ἀπεδείκνυε τὸ ἄλλοθι, ἀλλ’ ὁ ἀνακριτὴς μὴ δυνάμενος νὰ ἀνεύρῃ τοὺς ἀληθεῖς ἐνόχους ἐκράτει τὸν Σαρρῆν προφυλακισμένον, μόνον δὲ ἐνώπιον τοῦ λαϊκοῦ δικαστηρίου ἀπεκαλύφθη τὸ ἄλλοθι καὶ ἡ σχεδὸν ἐγκληματικὴ ἀμέλεια τοῦ ἀνακριτοῦ, ἥτις προὐκάλεσε καὶ ἰσχυρὰς διαμαρτυρίας ἐν τῷ τύπῳ.
§175Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὸ 4 μηνῶν δὲν ἠθῳώθη ὁ Κωστόπουλος, προφυλακισμένος ἐπὶ 7 μῆνας;
§176Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ δὲν ηὐτοκτόνησεν ὁ τμηματάρχης Βυζαντινὸς διὰ νὰ μὴ προφυλακισθῇ;
§177Γ. ΠΩΠ. Ὁ Πούλιος διὰ τὴν σιδηρᾶν ῥάβδον δὲν ἠθῳώθη;
§178Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. 150 προφυλακισμένοι εἰς τὰς Πάτρας δὲν ἠθῳώθησαν;
§179Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνακριτὴς ἐν Λευκαδίᾳ, ὅστις δὲν εἰξεύρω διὰ τίνας ἰδιαιτέρους λόγους, ἐξήντλησεν ὅλας τὰς παραγράφους τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐναντίον τοῦ δικηγόρου κ. Λουκᾶ Νάκου, χωρὶς οὐδεμία ἔνδειξις ἀδικήματος νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἐξέδωκεν ἐντάλματα κατ’ αὐτοῦ διὰ διαφόρους κατηγορίας καὶ ἐπὶ λῃστείᾳ ἀκόμη καὶ ἀναιρέσει. Καὶ ἐξηγέρθη σύσσωμος ὁ δικηγορικὸς κόσμος τῆς πρωτευούσης πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ συνεσκέφθη καὶ προέβη ἐκ συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης εἰς ἔντονα διαβήματα, ὅπως περατωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ὑπόθεσις, ἀπεδείχθη δὲ ὅτι ἦσαν ἐντελῶς ἕωλα καὶ ἀνεμώλεια τὰ στηρίγματα τῆς κατηγορίας ἐκείνης, οὐχὶ δὲ ἀπροσωπόληπτος ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἀνακριτοῦ ἐκείνου. Σήμερον δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἀκροπόλει ἄρθρον, ὅπερ πρέπει νὰ κάμῃ ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, διότι περιέχει βαρύτατας μομφὰς ἐναντίον ὀργάνων τῆς ἀνακρίσεως. Φέρει ἐπικεφαλίδα τὴν ἑξῆς: «Οἰκτρὰ παρασκήνια. Ὁ πολὺς τάδε. Τὸν νοῦν σας, κ. Δημητρακόπουλε», καὶ καταγγέλλεται δι’ αὐτοῦ ὅτι ἐνῷ πολίτης κατήγγειλε δικαστικὸν λειτουργὸν ὅτι ἐπεβουλεύθη τὴν οἰκογενειακήν του τιμήν, ὁ μὲν δικαστικὸς λειτουργὸς μένει ἀνενόχλητος, ὁ δὲ πολίτης εἶναι ὑπόδικος.
§180Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ κατηγγέλθη. Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν.
§181Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐνεργεῖται ἡ κατὰ τοῦ πολίτου ἀνάκρισις ἀπὸ δικαστὴν φίλον τοῦ καταγγελθέντος λειτουργοῦ.
§182Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δημοσιεύματα ἀδέσποτα.
§183Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι δημοσιεύματα ἀδέσποτα, διότι δημοσιεύονται ὑπὸ τὸ κῦρος ἐφημερίδος σοβαροτάτης καὶ λίαν ἐγκρίτου, ἐχούσης δ’ ἐπίγνωσιν τῶν ποινῶν τῶν ἐπιβληθησομένων εἰς αὐτήν, ἐὰν εἶναι ψευδεῖς αἱ κατηγορίαι. Ἕνεκα παραδειγμάτων τοιούτων, ὁποῖα ἐμνημόνευσα, ἔχει καταπέσει παρὰ τῷ λαῷ ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν ἀμεροληψίαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν.
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόλου δὲν ἔχει καταπέσει.
§185Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν ὑπὸ τοῦ σοβαροῦ τύπου δημοσιεύωνται τοιαῦται καταγγελίαι, δημιουργεῖται παρὰ τῷ λαῷ ἡ πεποίθησις ὅτι δὲν ἔχει δικαιοσύνην καὶ διὰ νὰ ἀνορθωθῇ ἡ δικαιοσύνη καὶ λείψῃ ἡ φυγοδικία, ἀπαιτεῖται πρὸ παντὸς νὰ ἐπέλθῃ ταχίστη ἐκκαθάρισις τῶν δικαστῶν.
§186Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγένετο ἤδη.
§187Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τίποτε ἀκόμη δὲν ἐγένετο ἀπέναντι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ γίνῃ.
§188Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ Γύθειον διεπράχθη παρ’ ἀνακριτοῦ ἀπόπειρα κατὰ τῆς τιμῆς οἰκογενείας καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἀπηλλάχθη καὶ εἶναι ὑπόδικος ὁ πατὴρ καὶ ἡ κόρη. Θὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§190Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐδέχθη ὁ γραμματεὺς ἀπόλυσιν, διότι κόρακας κοράκου μάτι δὲν βγάζει καὶ εἶναι ὑπόδικοι οἱ Ἕλληνες πολῖται καὶ μία ἀθῴα γυνή.
§191Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε παρακαλῶ τὴν ἀθῴαν γυναῖκα, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτός. Ἂν ἔχητε παράπονα νὰ ὑποβάλλητε ἐπερώτησιν καὶ ἂν εἶναι ταῦτα εὔλογα θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, θὰ γίνῃ ἡ καταδίωξις ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὸ καθῆκόν των κατὰ τὴν γνώμην ὑμῶν.
§192Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἠθωώθησαν.
§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε ὅτι ἠθωώθησαν; ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι ὑπεύθυνοι θὰ καταδιωχθῶσιν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι θὰ εἶσθε τόσον δίκαιος, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτὸς κατὰ παρεμβολήν.
§194Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔφερα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὐθύνουσιν ὑμᾶς, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ συνίστων πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε γνῶσιν τῆς καταγγελίας τῆς «Ἀκροπόλεως».
§195Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ἤδη γνῶσιν, εἶναι εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν».
§196Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω, κύριοι Βουλευταί, ἐνταῦθα τὸ τελευταῖον τεῦχος τῆς «Θέμιδος», εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καταχωρισμένη ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐξ ἧς πιστοποιεῖται τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ ν’ ἀκούσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι χαρακτηριστικὸν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ δικαιοσύνη (ἀναγινώσκει). Ἐπειδὴ ἀφ’ οὗ ὡς προκύπτει ἐκ τῆς δικογραφίας ἀφ’ ὅτου ὁ παρὰ τοῖς ἐν Κορίνθῳ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελεὺς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 315 ἐγγράφου αὐτοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν τὴν δικογραφίαν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἤτοι τὴν 21 Μαΐου 1903 μέχρι τῆς 19 Μαΐου 1910, ὅτε ἐτοιχοκολλήθη τὸ κλητήριον ἐπίκριμα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν...». Ἀπὸ τοῦ 1903 ἕως τὸ 1910 διετηρεῖτο ἐκκρεμὴς ἡ προδικασία ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως!
§197Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσα ἄλλα παραδείγματα.
§198Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Φέρω αὐτὸ ὡς τελευταῖον, διότι ἐκ συμπτώσεως τὸ εὗρον ἄλλοτε ἀναζητῶν ἐν τῇ «Θέμιδι».
§199Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἦτο δυνατόν, κύριε Βουλευτά, νὰ μὴ συμβαίνωσι τοιαῦτά τινα, ὅταν ἔχητε δεδομένον, ὅτι ὑπῆρχον 13000 δικογραφίαι ποινικῶν ὑποθέσεων ἐκκρεμῶν. Τί ἠθέλετε νὰ γίνῃ; Ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι τὰ δικαστήρια; Τώρα μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων κατὰ δεκάδας χιλιάδων.
§200Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον, ἠξεύρω μόνον τί ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τί γίνεται ἀκόμη καὶ τώρα. Ὅλη λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἔλλειψις νοῦ, ἡ ἔλλειψις γνώσεων εἰδικῶν, ἡ ἔλλειψις καρδίας ἀπὸ τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, ἡ κακὴ ὀργάνωσις αὐτῶν, αἱ κακαὶ συνθῆκαι τῆς καταλήψεως τῶν θέσεων τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, ὅλα αὐτὰ ἀνάγονται εἰς τὸν γενικώτερον λόγον τῆς πλημμελείας τῆς διαχειρίσεως τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἐφ’ ὅσον αὐτὴ δὲν θεραπεύεται, μὴ περιμένητε ποτὲ ὅτι θὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν τῆς φυγοδικίας. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ὑπῆρχε καὶ ἄλλος γενικώτερος λόγος εἰς τὸ παρελθόν, ὅστις ἐξέθρεψε τὴν φυγοδικίαν καὶ τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω εἰς τὴν ὑμετέραν ἔκθεσιν, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἐτόνισαν ἄλλοι ῥήτορες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὑπῆρχεν ἡ τοπικὴ πολιτικὴ ὑποστήριξις τῶν φυγοδίκων καὶ ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν εἰς τοὺς τοπικοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας. Καὶ ὡς τρίτος γενικώτερος λόγος τῆς ἀκμῆς τῆς φυγοδικίας, διαφυγὼν καὶ αὐτὸς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑπῆρξεν ἡ ἔλλειψις τῆς καταδιώξεως. Ἀφ’ ἧς ἀπεδόθη ἡ καταδίωξις εἰς τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα, ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὴν χωροφυλακήν, καὶ ἐλειτούργησαν ἐλεύθερα κομματικῶν πιέσεων τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα, ἠκούσαμεν μὲν βεβαίως παράπονα περὶ βαρβάρου ἢ βαναύσου συμπεριφορᾶς τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων, ἐγένετο ἀκόμη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως ἡ διαγωγὴ ἑνὸς ἀνθυπασπιστοῦ τῆς χωροφυλακῆς, συμπολίτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λειτουργεῖ ἡ καταδίωξις συστηματικῶς καὶ ἀπηλλάγησαν διάφοροι ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπῆρχον φυγόδικοι, ἐκ τῶν φυγοδίκων ἐκείνων. Ἄν λειτουργήσῃ ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων, οἱ φυγόδικοι θὰ ἐκλίπουν, δὲν ὑπάρχει ἑπομένως οὐδεὶς λόγος νὰ δημιουργήσωμεν τὴν φυγοδικίαν εἰς ἰδιαίτερον ἀδίκημα. Ἐὰν εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ ὕπαρξις φυγοδίκων ἐκτὸς τῶν φυλακῶν ἀναστρεφομένων ἐλευθέρως εἰς τὴν κοινωνίαν, ὁ κίνδυνος οὗτος ἐκλείπει τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θέτει χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχή. Ἐὰν ὅμως ἀντὶ τούτου πλάσητε ἀδικήματα καὶ δὲν φροντίζητε περὶ τῆς καταδιώξεως τῶν φυγοδίκων, τότε ὁ κίνδυνος τῆς κοινωνίας θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε. Αὐτὴ ἡ στοιχειώδης σκέψις κάμνει τὸν μέγαν σύγχρονον νομοδιδάσκαλον τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, τὸν Φραγκῖσκον Λίστ, διὰ δύο γραμμῶν τοῦ βιβλίου του νὰ καταδικάζῃ ὡς ἄσκοπα τὰ μέτρα τὰ τιμωροῦντα τὸν φυγόδικον ἢ τὸν κατάδικον τὸν δραπετεύοντα ἰδίᾳ δυνάμει ἐκ τῶν φυλακῶν. Σημειωτέον προσέτι ὅτι τὰ αἴτια τῆς φυγοδικίας, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, δὲν ἐξέλιπον οὔτε θὰ ἐκλείψωσι διὰ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐξέλιπεν ἢ ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ἐκλείψῃ τὸ ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων κακόν; Τὸ ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς προφυλακίσεως; Ἀλλὰ τὰ ἐντεῦθεν κακὰ ἀποδεικνύω ὅτι δὲν θὰ ἐκλείψουν, ἀφ’ οὗ εἶναι τόσον κακὴ ἡ ἐν γένει διαχείρισις τῆς Ποιν. Δικαιοσύνης, περὶ διορθώσεως τῆς ὁποίας δὲν λαμβάνεται καμμία μέριμνα, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ θεωρῆται ὡς ἀδίκημα ὅ τι ἀποτελεῖ ἄσκησιν τοῦ ὁρμεμφύτου τῆς ἐλευθερίας ἐκ μέρους τοῦ πολίτου. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ὁ ἄλλος λόγος, τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς δικαιολογεῖ τὴν φυγοδικίαν· τὸν λόγον τοῦτον, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ τὸν ἐξαφανίσῃ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ φυλακῶν. Ἅμα γίνουν αἱ φυλακαὶ καὶ ἅμα πεισθῇ ὁ κόσμος, ὅτι αἱ φυλακαὶ εἶναι καλαί, τότε βεβαίως θὰ ἐκλείψῃ καὶ ἡ ἐντεῦθεν φυγοδικία καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀναγκαῖος πρὸς τοῦτο οὐδεὶς νόμος. Γράφει ὅμως καὶ ἓν ἄλλο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβές. Γράφει εἰς τὴν ἔκθεσιν του ὅτι ἐπῆλθεν ἤδη οὐσιώδης βελτίωσις τῆς τύχης τῶν καταδίκων διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ληφθέντων μέτρων· δὲν γνωρίζω τίνα μέτρα ἐννοεῖ: Νομοθετικά; Δὲν ἐλήφθησαν. Ἐννοεῖ διοικητικά; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτη περιπτώσει ὀφείλω νὰ καταγγείλω δημοσίᾳ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ φέρω ἓν παράδειγμα πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἴδουν πάντες ὅτι παντάπασιν δὲν ἐβελτιώθη ἐπὶ Ἀνορθώσεως ἡ τύχη τῶν καταδίκων εἰς τὰς φυλακάς. Εἷς συμπολίτης μου ἐκ Φενεοῦ, ὅστις κατὰ τετραπλᾶς ἰατρικὰς ἐκθέσεις ἐκρίθη ὡς ἔχων ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐγχειρήσεως, ἀγωνίζεται ματαίως ἵνα κατορθώσῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Νοσοκομεῖον καὶ ὑποστῇ τὴν ἐγχείρησιν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μέχρι σήμερον. Ὅταν ἐπὶ τέλους ἐδόθησαν αἱ ἀναγκαῖαι διαταγαὶ ὅπως εἰσαχθῇ εἰς τὸ νοσοκομεῖον, τότε ἔμαθεν ὅτι ὑπάρχει διαταγὴ κατὰ τὴν ὁποίαν, διὰ νὰ ὑποστῇ τὴν ἐγχείρησιν, πρέπει νὰ πληρώσῃ φυλακτικὰ 150 δραχμ. τὰς ὁποίας αὐτὸς δὲν ἔχει καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τὴν ἐγχείρησιν καὶ θὰ ἀποθάνῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς φυλακάς. Εἶναι βελτίωσις τῆς τύχης τῶν καταδίκων αὐτή;
§201Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἐπιδοκιμάζω τὴν παρεμβολὴν εἰς τὴν συζήτησιν γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ ἐξελέγξω.
§202Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Φέρω παραδείγματα, καὶ τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα φέρω γνωρίζετε καλῶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαψευσθῶσι.
§203Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τὰ ἐξελέγξω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§204Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι δὲν εὐθύνεται ἡ ὑπηρεσία ἡ ἰδική σας ἐν τῇ ἀνωτέρω περιπτώσει, ἀλλ’ εὐθύνεται ἡ ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἀποκρύπτει ἀπὸ τὸν κατάδικον καὶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐνεργοῦντα ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἀνάγκην τῆς προκαταβολῆς τῶν 150 δραχμῶν, ἀπωλέσθη δὲ εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς ἀστυνομίας ἡ ἔκθεσις ἡ ἰατρικὴ καὶ παρέστη ἀνάγκη νὰ προκληθῇ νέα ἔκθεσις ἰατρικὴ διὰ νὰ μάθωμεν τὴν διαταγὴν τῶν 150 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, διὰ τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι ἐξέλιπεν.
§205Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τὸ γεγονὸς ἂν ἐξέλιπε καὶ ἄλλο ἂν ἐβελτιώθη.
§206Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλοίμονον ἂν θεωρῆτε ὅτι ὑπάρχει βελτίωσις, ὅταν σᾶς φέρω τοιαῦτα παραδείγματα ἀπανθρωπίας πρὸς τοὺς καταδίκους. Ὥστε ἐὰν ἔχω ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ κατὰ τῆς αὐστηρότητος αὐτοῦ νὰ ἀντιτάξω τι, ἔχω νὰ ἀντιτάξω ὅτι δὲν μὲ πείθει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐξέλιπον αἱ αἰτίαι τῆς φυγοδικίας καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ἐπὶ πλέον διατήρησις τῆς φυγοδικίας δέον νὰ θεωρῆται ὡς ἀπόρροια ἰδιαιτέρας ψυχικῆς διαθέσεως τῶν φυγοδίκων, ἐπιβαλλούσης τὴν μέριμναν, ἵνα διὰ ποινῆς περισταλῇ αὕτη.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως δὲν εἶναι αὕτη, εἶναι ὅτι ἐπλήγησαν αἱ αἰτίαι καὶ πηγαὶ τῆς φυγοδικίας διὰ τῶν ψηφισθέντων νόμων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργήσωσιν ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν καὶ ἐνεστώτως ὑπάρχει ἀνάγκη λήψεως μέτρων· ταῦτα λέγει ἡ ἔκθεσις.
§208Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Αὕτη μοῦ ἐνθυμίζει τὴν χαριτωμένην φράσιν τοῦ Πλάτωνος περὶ τῶν σοφιστῶν, οἵτινες «ὥσπερ ἐκ φαρέτρας ῥηματίσκια αἰνιγματώδη ἀνασπῶντες ἀποτοξεύουσι, κἂν τούτου ζητῇς λόγον λαβεῖν, τί εἴρηκεν, ἑτέρῳ πεπλήξει καινῶς μετωνομασμένῳ». Τοιουτοτρόπως ἡ ἐπιτροπὴ μᾶς τοξεύει κατ’ ἀρχὰς μὲ ἕν «Τὸ σέβας καὶ ἡ εὐπείθεια πρὸς τὸ Κράτος εἶναι πρωτίστη πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρέωσις» εἶτα δὲ μὲ ἕν ῥητὸν τοῦ ἀειμνήστου Σαριπόλου.
§209ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὰ αὐτά;
§210Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὰ εἶναι γενικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν εἰς συζήτησιν περὶ μέτρων πρακτικῆς πολιτικῆς. Ἂν θελήσωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς εἰς τὰς γενικὰς ἀρχάς, πρέπει πρῶτον νὰ ἀξιώσωμεν ὅπως τὸ Κράτος αὐτὸ σεβασθῇ τὸν ἑαυτόν του ὡς Κράτος, καὶ ὅπως ἡ Δικαιοσύνη σεβασθῇ τὸν ἑαυτόν της ὡς Δικαιοσύνη. Σᾶς ἀνέφερα παραδείγματα ἀποδεικνύοντα ὅτι ποινικὴν δικαιοσύνην δὲν ἔχομεν, ὅτι ἀνακριτικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἔχομεν, καὶ ὅταν τὸ Κράτος ἐγκληματῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπέναντι τῶν πολιτῶν ἔρχεται καὶ μεταρρίπτει τὴν εὐθύνην τῆς ἰδικῆς του κακῆς καταστάσεως εἰς τὸν ὑπόδικον, εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει κατὰ 75% ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν πιθανότητα ὅτι εἶναι ἀθῷος.
§211ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἔχωμεν καὶ Ποινικὸν Νόμον.
§212Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. «Κἂν τούτου ζητῇς λόγον λαβεῖν, τί εἴρηκεν, ἑτέρῳ πεπλήξει καινῶς μετωνομασμένῳ περανεῖς δὲ οὐδέποτε οὐδὲν πρὸς οὐδένα αὐτῶν» ἔλεγεν ὁ Πλάτων, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῶν σοφιστῶν. Ὥστε ἐπικυροῖ τὸ ῥητὸν τοῦ Πλάτωνος ὁ κ. Βουλευτής, μὲ τὴν διακοπὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ μὲ δικαιολογεῖ νὰ μὴ ἀπαντήσω. Κύριοι, θέτουσα ἡ ἐπιτροπὴ τοιαύτας γενικὰς ἀρχὰς παρίσταται ἀντιλαμβανομένη ὅτι ὁ φυγόδικος εἶναι ὄχι ἄνθρωπος καὶ μέλος κοινωνίας ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἓν ἀλγεβρικὸν ψηφίον ἀναγκαῖον διὰ μίαν ἐξίσωσιν. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτην ἀντίληψιν περὶ τῶν ἀνθρώπων οὔτε τοὺς θεωρῶ καταλλήλους διὰ νὰ ἐκτελῶσι χρέη ἀλγεβρικῶν ψηφίων. Λέγω, ὅτι εἶναι καλὸν τὸ σέβας καὶ ἡ εὐπείθεια πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ καλὸν εἶναι τὸ Κράτος νὰ μὴ θίγῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Καὶ ἂν ὅμως συνέβαινε, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ εἶχεν ἀληθινὴν Δικαιοσύνην καὶ πάλιν θὰ ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ἐλευθερίας τοῦ φυγοδίκου. Ἀναγινώσκω ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ ἀντίθετος ἀρχὴ τῆς τιμωρίας τῶν φυγοδίκων καὶ δραπετῶν εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Ἡ ἔκθεσις ἐξέθαψε συγγραφεῖς ἀποθανόντας ὄχι μόνον τὸν θάνατον τὸν φυσικόν, ἀλλ’ ἀποθανόντας καὶ τὸν θάνατον τὸν ἐπιστημονικόν. Ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Feuerbach τοιαῦται δοξασίαι ἔχουν καταπέσει. Αἱ τοιαῦται δοξασίαι ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου κατὰ τὴν ὁποίαν ὅσοι προσκαίρως καταδικασθέντες ἀπεδίδρασκον κατεδικάζοντο εἰς διαρκῆ καὶ ἰσόβια δεσμά, ὅσοι εἰς ἰσόβια δεσμὰ ἦσαν καταδικασμένοι κατεδικάζοντο εἰς τὰ μέταλλα, καὶ ὅσοι εἰς τὰ μέταλλα καταδικασμένοι ἀπεδίδρασκον, οὗτοι ἀπεκεφαλίζοντο. Ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἡ ὁποία ἀνενεώθη εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Καρολίνας, εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον τοῦ σκληροῦ μεσαίωνος, κατέπεσεν ἤδη ἀπὸ τῶν τελευταίων χρόνων τοῦ μεσαίωνος καὶ δὲν θὰ εὕρητε εἰς οὐδενὸς Κράτους τὴν νομοθεσίαν διάταξιν τιμωροῦσαν τὸν φυγόδικον, τιμωροῦσαν τὸν κατάδικον ὅστις ὑπείκων εἰς τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ἐλευθερίας ζητεῖ νὰ δραπετεύσῃ. Λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἡ φυγοδικία εἶναι μήτηρ πάσης ἐγκληματικότητος, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῆς χρηστομαθείας ὅτι καὶ ἡ ἀργία εἶναι μήτηρ πάσης κακίας, διατί δὲν κάμνετε μίαν διάταξιν νὰ τιμωρῆτε τοὺς ἀργούς; Διατί δὲν κάμνετε μίαν διάταξιν νὰ τιμωρῆτε τοὺς χασισοπότας ὡς χασισοπότας ὄχι ὡς ἐγκληματοῦντας, ἢ τοὺς χαρτοπαίκτας ὡς χαρτοπαίκτας;
§213ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ κάμνομεν.
§214Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι εὔκολον νὰ τὸ λέγητε ὅτι τὸ κάμνομεν, νὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι φρόνιμον νὰ γίνῃ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον καταρρίπτει ἐντελῶς τὴν βάσιν, τὴν πρόσθετον βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας οἰκοδομεῖ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ἡ παρατήρησις αὐτῆς ὅτι (ἀναγινώσκει): «προαγομένου τοῦ πολιτισμοῦ λέγει ὁ Troploug τὰ καταναγκαστικὰ μέσα περιορίζονται. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1835 ὁσημέραι προβαίνομεν εἰς αὐστηροτέρων μέτρων τὴν ἐφαρμογήν. Σημεῖον ἄρα ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἐβελτιώθημεν πολιτικῶς κλπ.» Ἡ ὁμολογία ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπὸ αὐστηρῶν εἰς αὐστηρότερα ἑκάστοτε μέτρα βαίνει, παριστᾷ ὅτι τὸ ἡμέτερον Κράτος δὲν εἶναι πεπολιτισμένον. Αὕτη δὲ ἡ ὁμολογία ὤφειλε νὰ ἀγάγῃ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν σκέψιν μήπως τὰ αὐστηρότερα μέτρα δὲν εἶναι καὶ τὰ καλλίτερα, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι καὶ τὰ καλλίτερα, διότι ποτὲ δὲν εἶναι τὰ κατασταλτικὰ μέτρα, ὁσονδήποτε αὐστηρὰ καὶ ἂν εἶναι, καλλίτερα ἀπὸ τὰ προληπτικά, προληπτικὰ δὲ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν, εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, εἶναι ἡ διάδοσις τῶν γραμμάτων διὰ τοῦ σχολείου. Αὐτὰ δὲ ὅταν λέγωμεν, βεβαίως δὲν ὁμιλοῦμεν διὰ μόνου τοῦ αἰσθήματος τῆς καρδίας, ἀλλ’ ὁμιλοῦμεν καὶ διὰ τοῦ νοῦ, νοῦ ὅμως παρατηροῦντος καὶ φιλοσοφοῦντος καὶ ψυχολογοῦντος ἐπὶ τῶν συνθηκῶν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, οὐδὲν παραμένει πλέον ἐπιχείρημα δικαιολογοῦν—ἴσως ὑπερτιμῶ τὴν ἐμὴν ἐπίθεσιν, ἀλλ’ ἐνοῶ ταύτην μὲ τὰς ἐπιθέσεις τῶν πρὸ ἐμοῦ εὐγλώττως ἀγορευσάντων ῥητόρων—τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ τοιούτου μέτρου, τοῦ χαρακτηρισμοῦ δηλονότι τῆς φυγοδικίας ὡς ἰδιωνύμου ἀδικήματος. Ἂν καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἐπρόκειτο νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ἀναλογισθῆτε τὴν γνώμην τοῦ μεγάλου Λίστ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τοιαῦτα μέτρα εἶναι οὐ μόνον ἀφύσικα, διότι προσβάλλουσι τὸ φυσικὸν ὁρμέμφυτον πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλ’ εἶναι συνάμα καὶ ἄσκοπα. Ἄλλοι συνάδελφοι, ἰδίως δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, ὡς πρὸς τὸ τέταρτον ἄρθρον, καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλα ἄρθρα κατέδειξαν ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει σήμερον ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δὲν δικαιολογεῖται ἐκ τῆς μελέτης τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, ἀλλ’ εἶναι συνάμα καὶ ἐπικίνδυνον, εἶναι δὲ καὶ μέτρον, προσθέτω, ἀνελεύθερον. Συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι ὑπὸ προσωπεῖον πολιτικὸς θάνατος καὶ δὲν εἶναι προσῆκον νὰ εἰσαχθῇ τοιαύτη διάταξις σήμερον κατὰ τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ, βεβαίως ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ὑπὸ τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ ἐπιτροπή, διότι οὐδὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἀκυρότητος τῶν πράξεων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς φυγοδικίας· ἀπὸ τῆς συντελέσεως τοῦ ἀδικήματος πρέπει νὰ καταστήσητε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἀνίκανον καὶ πολιτικῶς νεκρόν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἔχητε λελυμένον τὸ ζήτημα ὅτι ὁ φυγόδικος εἶναι καὶ ἔνοχος. Καὶ ἐδῶ καταφαίνεται τὸ ἀνεπιστημονικὸν καὶ βάρβαρον τῆς διατάξεως. Ἐὰν ἐνδιαφέρεσθε νὰ προστατευθοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ παθόντος, δὲν ὑπάρχουν ἆρά γε ἄλλα μέτρα ἐπιστημονικὰ καὶ ἐλεύθερα; Ὑπάρχει βεβαίως τὸ ἄρθρον 409 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὑπάρχει ἡ Παυλιανὴ ἀγωγὴ τὰ ὁποῖα προστατεύουσι τὴν πραγματοποίησιν τῶν πολιτικῶν ἀξιώσεων τοῦ παθόντος. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ θεσμοθετηθῇ διάταξις ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὑπὸ προσωπεῖον ὁ καταργηθεὶς πολιτικὸς θάνατος. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα τρωτά, ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλ’ ὀρθὸν εἶναι ἐν τῇ συζητήσει τῇ κατ’ ἄρθρον νὰ καταδειχθῶσι ταῦτα· ὁπωσδήποτε διὰ νὰ σᾶς φέρω καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα τῆς ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου, μνημονεύω ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἀναγνωρίζεται ὡς ἰδιώνυμον ἀδίκημα «ἡ ἕνωσις δύο ἢ πλειόνων φυγοδίκων». Φαντασθῆτε ἐὰν δύο ἢ πλείονες φυγόδικοι ἀναχωρήσουν ἐξ Ἑλλάδος ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐκεῖ συνεταιρισθοῦν. Καὶ ἡ ἕνωσις αὕτη ἀποτελεῖ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιβαρυντικὸν στοιχεῖον τοῦ ἀδικήματος τῆς φυγοδικίας.
§215ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ μόνον αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν δέχομαι ἀπὸ ὅλον τὸ νομοσχέδιον· νὰ διαγραφῶσιν ὅλαι αἱ διατάξεις καὶ νὰ μείνῃ ἡ ἕνωσις τῶν φυγοδίκων.
§216Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ ἐλέγχω τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 2 καὶ φέρω τοῦτο ὡς παράδειγμα λέγων ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀφήσητε αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν χαρακτηρίζουσαν ἀορίστως ὡς στοιχεῖον ἀδικήματος τὴν ἕνωσιν φυγοδίκων. Ὡσαύτως εἰς τὸ ἄρθρον 8 ὑπάρχει μεγάλη ἀοριστία ὡς πρὸς τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος. Καὶ ὁ τροφοδοτῶν φυγάδικον ἐν γνώσει μέν, ἀλλὰ πιεζόμενος ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἀκόμη τιμωρεῖται. Τοῦτο εἶναι ἀνατροπὴ τῶν βάσεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ἴσως κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν κατ’ ἄρθρον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Θὰ εἶχον ὅμως τοῦτο νὰ προσθέσω ἀκόμη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ μοῦ ἔκαμαν ἐντύπωσιν ὅτι Βουλευταὶ ἐξ ὡρισμένων ἐπαρχιῶν καταγόμενοι ὑποστηρίζουσι τὸ νομοσχέδιον μετὰ θέρμης καὶ παριστῶσιν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἰδιαιτέρως διὰ τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς περιστολὴν τῆς φυγοδικίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ μᾶλλον προσῆκον θὰ ἦτο νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἰσχύσῃ δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ἄνθρωποι εἰς κακοὺς καὶ ἐγκληματίας. Νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ Διατάγματος εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς ὁρμᾶται ὁ κ. Λαμπρακάκης, τοῦτο εἶναι δίκαιον.
§217Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν εἶναι φυγόδικοι εἰς τὴν Κορινθίαν;
§218Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι· οἱ συμπολῖταί μου εἶναι οἱ νομοταγέστεροι πολῖται. Λῃστὰς δὲν τρέφει ἡ πατρίς μου.
§219Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Τότε τί σᾶς ἐνδιαφέρει ὁ νόμος;
§220Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι, ἐὰν ὑπάρξωσι καὶ ἄκακοι φυγόδικοι, δυνατὸν ὁ νόμος αὐτὸς νὰ τοὺς μεταβάλῃ εἰς κακούς, εἰς λῃστάς, ἢ νὰ τοὺς ἐκπατρίσῃ. Εἰς τὴν Κορινθίαν ὁ λαὸς εἶναι ἥμερος, ἐργατικός, διότι ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ ἄφθονα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ηὐτύχησε δὲ νὰ ἔχῃ καλοὺς διδασκάλους καὶ σχολεῖα. Φροντίσατε καὶ σεῖς νὰ ἀνυψώσητε τὸ ὑλικὸν καὶ τὸ ἠθικὸν ἐπίπεδον τῶν συμπολιτῶν σας. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο, τοὺς φυγοδίκους δὲν τοὺς ἐκτρέφει τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος· ἡ μεγαλητέρα πληγὴ ὑπάρχει εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὑπάρχει εἰς τὰ μέρη τὰ παραμεθόρια τὰ πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν. Ἐξ ἐκείνων ἰδίως τῶν μερῶν ἔρχονται καὶ θὰ ἔρχωνται διαρκῶς λῃστοφυγόδικοι, ἐφόσον δὲν λαμβάνομεν μέριμναν, ἢ εἶναι δυσχερὲς νὰ ληφθῇ ἡ προσήκουσα μέριμνα πρὸς ἐνδελεχῆ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν τῆς παραμεθορίου γραμμῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἐφόσον δὲν λαμβάνομεν μέριμναν περὶ ὀργανώσεως τῆς ἀγροφυλακῆς. Ἡ ὀργάνωσις τῆς ἀγροφυλακῆς ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἐπίπεδον ὕπαιθρον χώραν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν περιστολὴν τῆς φυγοδικίας. Τοιαῦτα μέτρα ἐὰν ἐπείγησθε νὰ λάβωμεν, εἶμαι σύμφωνος περὶ αὐτῶν. Δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ λαμβάνωμεν μέτρα, καθ’ ὧν θὰ μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ αὕτη ἀνατρέχουσα εἰς τὸν Ἀριστοτέλην ζητεῖ νὰ θέσῃ τοὺς φυγοδίκους ἐκτὸς νόμου καὶ δίκης, νὰ ἀντιτάξω τὴν Ἀριστοτέλειον παρατήρησιν: «Ὥσπερ γὰρ καὶ τελεσθὲν βέλτιστον τῶν ζῴων ἄνθρωπός ἐστιν, οὕτω καὶ χωρισθὲν νόμου καὶ δίκης χείριστον πάντων». Εἶπον, Κύριοι. Ἂς προσέξωμεν νὰ μὴ δημιουργήσωμεν χειρίστους πολίτας. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ παρακαλέσω οἱ ἀκούοντες τὸ ὄνομά των νὰ δηλώσωσιν, ἂν εἶναι ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§222ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ὑπὲρ θὰ παρακαλέσω νὰ παραιτηθῶσιν. Ἂς ὁμιλήσωσιν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παναγιώτης Πετροπουλάκης.
§224Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης.
§226Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν ἄνθρωπον τῆς ἡμέρας, πρὸς τὸ δεξιὸ χέρι τῆς Κυβερνήσεως τῆς σήμερον, καὶ πρὸς τὰ ἔργα αὐτοῦ, πρὸς τὸν εἰσηγητὴν λέγω τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶμαι ἠναγκασμένος μεθ’ ὅλα ταῦτα νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸ νομοθετικὸν τοῦτο μέτρον πρώτην ἴσως φορὰν εἰς πρῶτον ἐξ ὅλων τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ τὴν ἀντίθετον ταύτην γνώμην ἐξήγαγον καὶ ἐκ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία τὸ συνοδεύει. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει ἕν τυπικὸν ἰδιώνυμον ἀδίκημα, τὸ ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας, χωρὶς νὰ περιέχῃ οὐδὲ τὰς ἐλαφρυντικὰς ἐκείνας περιπτώσεις, οὐδὲ νὰ παρέχῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς δικαιοσύνης τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀναγκαστικῶς ὑπηγόρευσαν εἰς τὸ ἀδικήσαντα τὸ ἀδίκημα. Διότι: οἱοσδήποτε λόγος, οἱαδήποτε αἰτία καὶ ἂν ὤθησε τὸν φυγοδικήσαντα εἰς τοῦτο, εἶναι καὶ θεωρεῖται κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔνοχος. Κύριος δὲ σκοπὸς τῆς ὑπαγορεύσεως τοῦ νομοθετήματος τούτου, ὡς ἀντελήφθην ἐξ αὐτοῦ, εἶναι ὁ περιορισμὸς κατὰ τὸ πλεῖστον τῆς καταστάσης πλέον κοινωνικῆς πληγῆς, τὴν ὁποίαν οἱ προλαλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπεκάλεσαν στῖγμα, τῆς φυγοδικίας· ἀλλ’ ἔχω νὰ ἀντείπω, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀπελαθῇ ἡ λῃστοσυμμορία τῶν φυγοδίκων, ὄχι μόνον δὲν θὰ περιορισθῶσι τὰ ἀδικήματα τὰ γιγνόμενα ὑπὸ τῶν φυγοδικούντων, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ αὐξηθῶσι, διότι ἐκεῖνος, ὅστις κατηγορούμενος ἐπὶ κακουργήματι φυγοδικεῖ ἀδικαιολογήτως, ἐκεῖνος δὲν ἔχει φόβον τὴν τιμωρίαν διὰ νὰ μὴ προσέλθῃ, ἀλλὰ φυγοδικεῖ, διότι εἶναι φύσεως ἐγκληματικῆς, θὰ ἐπαυξάνωμεν δὲ περισσότερον μὲ ἕνα ἔτι λόγον (τὸ δεύτερον ἀδίκημά του), τὴν πρόθεσίν του νὰ ἐγκληματήσῃ· διότι, ὅτε ἔχων ἕνα λόγον, ὅτι διέπραξεν ἓν ἀδίκημα δὲν προσέρχεται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἵνα λογοδοτήσῃ, θὰ ἔχῃ ἕνα δεύτερον λόγον, ἓν δεύτερον ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐνισχύει ἔτι μᾶλλον τὴν πρώτην πρόθεσίν του, νὰ μὴ προσέρχηται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ λόγον. Ἔπειτα, ἵνα δημιουργήσητε ἓν τοιοῦτον ἀδίκημα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσητε τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα, ὡς καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶπον, καὶ τὴν ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως καὶ καταρτισμοῦ κατάστασιν τῶν δικαστῶν πρὸς δὲ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Βεβαίως ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ εἴπω, ἢ ὅτι ἡ δικαιοσύνη σήμερον, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς καταρτίσεως τῶν δικαστῶν, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ εὐχάριστον ἐκεῖνο σημεῖον, ὥστε νὰ προσέρχηταί τις μετ’ ἐμπιστοσύνης, ἀσφαλής, ὅτι ψυχραίμως ὁ δικαστὴς μέλλει νὰ τὸν κρίνῃ. Εὑρέθην, Κύριοι, αὐτὸς ἐγὼ ὑπὸ παρομοίαν περίστασιν, καὶ ἐνῷ δικαστής τις, ἐκ τῶν ἀνωτέρων μάλιστα, πρὸ δέκα ἡμερῶν διὰ χειραψίας μὲ συνέχαιρε διὰ τὴν στάσιν μου εἰς ἔκτακτόν τι κίνημα αὐθόρμητον τῶν συμπατριωτῶν μου ἐν Καρδίτσῃ, ὅτι «συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις τότε ἡ εἰρηνικὴ τῆς χώρας, ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἐκτὸς μιᾶς ἡμέρας μετὰ ταῦτα προσέρχεται, ἐκδίδει ἀμέσως κατασχετήριον, χωρὶς νὰ μὲ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν, καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀναχωρεῖ μετὰ 15 δὲ ἡμέρας, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, ἐκδίδεται βούλευμα παραπεμπτικὸν ἄνευ ἀπολογίας, καταστάσης ἀδυνάτου, διότι δὲν μοὶ παρέσχον τὸν καιρὸν καὶ δὲν μὲ ἐκάλεσαν νὰ προσέλθω. Μὲ παρέπεμψαν δὲ νὰ καθήσω ποῦ; εἰς τὰς τρώγλας ἐν μέσῳ σμήνους κωνώπων, μέσα εἰς τὰ ἀχούρια, τὰ ὀνομαζόμενα σήμερον, εἰρωνικῶς, σωφρονιστήρια καὶ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, νὰ καθήσω ἐκεῖ ὁλόκληρον τὸ θέρος ποῖος, Κύριοι, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐδέχθην παρ’ αὐτοῦ ὅστις μὲ παρέπεμψε συγχαρητήρια, ὅτι διὰ τῆς στάσεώς μου ἔσωσα τὴν εἰρήνην τῆς χώρας! Ἦτο δικαιολογημένη ἡ περίστασις ὅπως φυγοδικήσω μέχρις ὅτου προσδιορισθῇ ἡ δίκη ἢ ὄχι; Ἔπρεπε νὰ μοὶ εἴπῃ ἡ Πολιτεία σὲ τιμωρῶ καὶ ἐκ δευτέρου, διότι τίθεσαι ἀπέναντι ἐμοῦ, ἡ ὁποία ἐγκληματῶ ἐναντίον σου, μὴ ἐρχόμενος νὰ φυλακισθῇς; λέγει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων ὑποχρέωσιν τοιαύτην ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιόν του, ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀποφυλακίσεως διὰ προσωπικῆς ἐγγυήσεως, ἥτις ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὸ κακούργημα ὅπερ τιμωρεῖται δι’ εἱρκτῆς, ὅτι ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐπιδιώκεται διὰ τῆς φυγοδικίας· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἀπὸ τοῦ Μαΐου εὑρίσκεται συμπολίτης μου προφυλακισμένος μέχρι σήμερον, διατάσσεται δὲ ἐπανειλημμένως ὁ ἀνακριτὴς ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ὑποβάλῃ περαιωμένην τὴν δικογραφίαν καὶ οὗτος δημιουργεῖ μάρτυρας μόνος του.
§227Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μόνος του;
§228Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Νὰ τὸ ἐξετάσητε καὶ θὰ τὸ ἰδῆτε· ἄλλως τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ τὸ φέρω καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Χωρὶς νὰ ἀναφέρωνται που μάρτυρες ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ἀφ’ οὗ ἐκράτησε τὴν δικογραφίαν ἐπὶ δύο μῆνας χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ οὐδένα μάρτυρα, ἔπειτα ὅτε ἀνεφέρθη ὁ κρατούμενος πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ὅτι κρατεῖται χωρὶς νὰ ἐνεργῆταί τι, καὶ μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς Εἰσαγγελίας Λαρίσης, αὐτὸς ἔκαμε κλήσεις πρὸς δύο μάρτυρας καὶ ἐξέδωκε καὶ ἔνταλμα πάραυτα κατ’ αὐτῶν, ἀνθρώπων οὓς καθημερινῶς ἔβλεπεν εἰς τὸ γραφεῖόν του, ἵνα οὕτω δικαιολογηθῇ. Ὁ κατηγορούμενος δὲ αὐτός, ἄνθρωπος εὔπορος, προσῆλθε νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν, ὅσην ἤθελε τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον ἀπέρριψε δύο αἰτήσεις του. Τὸ δὲ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται, δὲν εἶναι, σᾶς βεβαιῶ, μέγα, εἶναι ἀδίκημα τὸ ὁποῖον θὰ χαρακτηρισθῇ ἀσφαλῶς πλημμέλημα. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλο. Κατηγορεῖτό τις ἐπὶ ἁπλῇ ἀδίκῳ ἐπιθέσει καὶ διότι προσῆλθε μετὰ βουλευτοῦ ἔχοντος δικαίωμα ὡς δικηγόρου νὰ παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, νὰ ἐξετασθῇ μετὰ συνηγόρου, διὰ νὰ δείξῃ ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς ὅτι εἶναι ὑπέρτερος παντὸς ἐπηρεασμοῦ καὶ ὅτι δὲν ὑπείκει εἰς οὐδενὸς τὴν ἐπέμβασιν, πιέζει τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν προφυλακίζει δι’ ἁπλῆν ἄδικον ἐπίθεσιν, ἣν ἐχαρακτήρησεν ἀπόπειραν ἀναιρέσεως, καὶ μετὰ τέσσαρας μῆνας ἐκδίδεται βούλευμα ἀπαλλακτικόν.
§229ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς τῆς ἀγωγῆς τοῦ κακοδικίου;
§230Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὅταν λειτουργήσουν αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ θὰ εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπικροτήσω· ὅταν διορθωθῶσι τὰ ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ τὰ καταστήματα αὐτῶν λάβωσι τοιαύτην διαρρύθμισιν, ὥστε νὰ ζῶσιν ἐν αὐτοῖς ἄνθρωποι, τότε πρῶτος ἐγὼ θὰ χειροκροτήσω ἓν τοιοῦτο νομοθέτημα. Ἐφ’ ὅσον ὅμως σήμερον ἡ δικαιοσύνη εἰς τοιαύτην εὑρίσκεται κατάστασιν, καθεὶς δ’ ἐξ ἡμῶν ἔχει παράδειγμα νὰ ἀναφέρῃ, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη ἕκαστος παρερχόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀπαριθμῇ περισσότερα, ἐφόσον λέγω ἕκαστος ἡμῶν ἔχει ἓν παράδειγμα τοιαύτης ἀνωμαλίας τῆς δικαιοσύνης, τοιαύτης ψυχολογικῆς καταστάσεως τῶν δικαστῶν καὶ ἰδίως ἐκείνων, οἵτινες ἐπιτελοῦντες τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, ἐσυνείθησαν ὥστε πάντοτε νὰ διαβλέπωσιν ἐνοχὴν καὶ εἰς τὸν ἀθωότερον τῶν κατηγορουμένων, διαπνεόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ προφυλακίζωσι μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸ δίκαιον οὔτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ τοὺς δώσωμεν ἀκόμη ἓν ὅπλον ἐναντίον τῆς κοινωνίας, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζουσι καλῶς. Θὰ ζημιώσωμεν δὲ πολὺ περισσότερον τῆς ὠφελείας καὶ μὴ ἐλπίζητε ποτὲ μὲ τοιοῦτον νομοθέτημα καὶ μὲ τοιαύτην κατάστασιν δικαστικῶν πραγμάτων νὰ ἀνυψωθῇ ἡ λευκὴ σημαία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐπιδιώκῃ ἡ Πολιτεία, ἐπὶ τῶν σωφρονιστηρίων της. Ἡ Πολιτεία ἔχει συμφέρον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ περιστέλλῃ τὰ ἀδικήματα, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως αὐτοῦ δημιουργεῖ νεώτερα. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἁπλῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους θέλει ζημιώσει καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν δηλῶ ὅτι θέλω τὸ καταψηφίσει.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου.
§232Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, κύριοι Βουλευταί, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ὑμῶν τοῦ νὰ μὴ καταναλωθῇ μείζων χρόνος· θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλιγίστας παρατηρήσεις. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐξετάζω τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πρακτικῆς σκοπιμότητος· εἰς δύο κατηγορίας δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ ὑποπίπτοντες εἰς ἀδικήματα. Εἰς τὴν αʹ. κατηγορίαν ὑπάγονται οἱ ἐκ περιστάσεως ἐγκληματοῦντες, εἰς τὴν βʹ. κατηγορίαν οἱ ἐκ γενετῆς τοιοῦτοι. Οἱ ἐκ περιστάσεως ἐγκληματοῦντες ἀνήκουν ἴσως εἰς τὴν τάξιν τὴν ἀστικήν, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέπεσαν ἄλλοτε εἰς ἀδίκημά τι. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μὴ προσερχόμενοι εἰς τὴν δικαιοσύνην διὰ μυρίους λόγους, εἴτε διότι φοβοῦνται τὴν προφυλάκισιν, εἴτε διότι ἐλπίζουσι νὰ διαρρυθμίσωσι τὰς ὑποθέσεις των, εἴτε διότι προσδοκῶσιν αἰσιωτέρας περιστάσεις, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὑποπεσόντες εἰς ἓν καὶ μόνον ἀδίκημα, ὅταν τραπῶσιν εἰς τὴν φυγοδικίαν ὑποπίπτουσιν εἰς μυρία ἄλλα μικρὰ ἀδικήματα, διότι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ποινὴ τοῦ μεγαλητέρου ἐγκλήματος εἰς ὃ ὑπέπεσαν θὰ περιλάβῃ ἐν ἑαυτῇ διὰ τῆς συγχωνεύσεως καὶ τὰς μικροτέρας ποινάς. Ἐθίζονται λοιπὸν εἰς τὴν διάπραξιν μικρῶν ἀδικημάτων, ὀλίγον δὲ κατ’ ὀλίγον συνειθίζουσιν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ καταλήγουσιν ἑνούμενοι μετ’ ἄλλων καθιστάμενοι μάστιξ κοινωνικὴ καὶ ἀποτελοῦσι τὴν ὁμάδα τῶν λῃστοφυγοδίκων. Ἐὰν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ἐκ τῶν περιστάσεων, ἐγνώριζον ὅτι ἡ φυγοδικία ἤθελε χαρακτηρισθῇ ὡς ἴδιον ἀδίκημα καὶ ὅτι τὰ μικρότερα ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑποπέσει, ἤθελον τιμωρηθῆ ἀθροιστικῶς μετὰ τῆς ποινῆς τῆς μεγαλητέρας, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἤθελον προσέλθει εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἐπανέλαβον, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: Ἡ προφυλάκισις πτοεῖ τοὺς κατηγορουμένους. Ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐψηφίσαμεν νόμους ἐλαττοῦντας τὴν προφυλάκισιν. Ἐχορηγήσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως· ἐπετρέψαμεν εἰς τοὺς κατηγορουμένους νὰ ἀνακόπτωσι τὰ βουλεύματα τῆς προφυλακίσεως· ἐὰν δὲν ἀρκεσθῇ ὁ κατηγορούμενος εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀνακριτοῦ, εἰς τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς πέντε ἐφέτας, ἐὰν δὲ καὶ οἱ ἐφέται εὕρωσιν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐπροφυλακίσθη δικαίως, ποία ἡ συνέπεια; Εἶναι ἀναντίρρητον πλέον ὅτι αὐτός, ὁ προφυλακισθεὶς καὶ ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου, εἶναι καὶ ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης πράξεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστῇ ὅπως δήποτε μίαν ποινήν, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν φυλακήν, εἰς τὴν τρώγλην ἔστω αὐτήν, ὁ ἄνθρωπος οὗτος λοιπόν, ὁ ἐκ τῶν προτέρων διὰ τῆς γνώμης τοῦ Ἐφετείου προφυλακιζόμενος καὶ διατελῶν ἐν βεβαιότητι ὅτι θὰ καταδικασθῇ, ὑφίσταται, Κύριοι, καμμίαν ζημίαν, ἐὰν προσέλθῃ καὶ προφυλακισθῇ; Ἄλλοι νόμοι ἐπιεικέστεροι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ ἄλλων Βουλῶν· ἡ προφυλάκισις συνυπολογίζεται εἰς τὴν ποινήν. Ὅλα λοιπὸν τὰ μέσα ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ἔχει λοιπόν τινα λόγον νὰ ἐξακολουθήσῃ φυγοδικῶν; Θὰ προστατεύσωμεν, Κύριοι, αὐτοὺς τοὺς ἰδίους φυγοδίκους, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον ἔγκλημα ἀνῆκον εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐξόχων πολιτῶν, διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν μικροτέρων ἀδικημάτων καθίστανται φύσει ἐγκληματίαι καὶ καταστρέφουσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι αὐτοὺς τοὺς ἰδίους. Ἀλλὰ ἀνέφερον, κύριοι Βουλευταί, παραδείγματα κακῆς χρήσεως τῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ ἡ κακὴ χρῆσις τῆς ἀνακριτικῆς ἐξουσίας δὲν δικαιολογεῖ τὴν μὴ λῆψιν ἑνὸς τοιούτου μέτρου. Τὸ μέτρον τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἰδιώνυμον ἀδίκημα ἡ φυγοδικία εἶναι ἐνδεδειγμένον ἀπὸ μακρᾶς ἐποχῆς· δὲν κατώρθωσαν δὲ νὰ ἐπιτύχωσι τοῦτο αἱ προηγούμεναι Βουλαί, διότι εὕρισκον ἀντιδράσεις κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἀπὸ Βουλευτὰς ἀναχωροῦντας ἀπὸ ἐλευθερίους ἰδέας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐὰν εἰσήγετο πρὸ δεκαετίας, ἴσως ἴσως δὲν θὰ ὑπῆρχον οἱ φυγόδικοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διατρέχουσι σήμερον ὅλην τὴν χώραν καὶ ἐγκολάπτουσι στίγμα, Κύριοι, εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν Ἑλληνικήν. Φρίκη ὅταν ἀναλογισθῇ τις ὅτι ἀριθμοῦνται εἰς 35,000 οἱ φυγόδικοι οἱ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος σχεδόν· μέγιστος πληθυσμὸς τοῦ Κράτους μετετράπη εἰς φυγοδίκους. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν αὐτοί, οἱ κηρυσσόμενοι κατὰ τοῦ νόμου, οἱ κηρυσσόμενοι κατὰ τῆς κοινωνίας, ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας;
§233Γ. ΣΧΙΝΑΣ. 35,000 φυγοδίκους εἴπετε;
§234Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Βεβαίως. Αὐτὴ εἶναι ἡ στατιστική.
§235Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πόθεν ἔχετε τὴν στατιστικήν, κύριε συνάδελφε;
§236Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ὑπάρχει εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§237Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἔδωκα εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§238Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ἡ ἔκθεσις τῶν ἐπὶ κακουργήματι φυγοδίκων ἢ ὅλων;
§239Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ὅλων. Διὰ νὰ πολεμήσωσι, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀρχὴν οἱ ὁμιλήσαντες κατ’ αὐτῆς ἐπελήφθησαν τῆς ἐξετάσεως λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἀληθῶς ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ ἀπαλειφθῶσι, διατάξεις αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν ὁλόκληρον τὸ νομοθέτημα δυσάρεστον.
§240Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Τὰς συζητοῦμεν, Κύριε, κατὰ τὰ ἄρθρα.
§241Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς ὁποίας κηρύσσονται ἀστικῶς ἀνίκανοι οἱ φυγόδικοι νὰ συνάψωσι συμβάσεις, εἶναι ἐσφαλμένη· ἔτι δὲ σφαλερωτέρα εἶναι ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν προσέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὄχι μόνον καθιεροῖ διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς τὴν ἀνικανότητα ἀπὸ τοῦ κατασχετηρίου, ἀλλὰ ἀνάγει αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἡμέραν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἀδικήματος.
§242Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὰ συζητήσωμεν αὐτὰ κατ’ ἄρθρον.
§243Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἠθέλησαν λοιπὸν νὰ πολεμήσωσι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν συζητοῦντες ἐπὶ τῶν ἐσφαλμένων μερῶν τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντικείμενον τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι ὅλοι ὅσοι ἀνεστράφησαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των μετ’ ἀνθρώπων τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς τάξεως ὅλοι θὰ σπεύσωσι νὰ ψηφίσωσι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, Κύριοι, ἕνα ἀκόμη τίτλον εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§244Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ συνέπεσε νὰ ἀναστραφῶ μετὰ φυγοδίκων καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι μοῦ ἦσαν συμπαθέστατοι, διότι ἦσαν θύματα τῆς Δικαιοσύνης.
§245Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι κατὰ τῆς φυγοδικίας. Βεβαίως δὲν πρέπει οἱ φυγόδικοι νὰ προστατεύωνται. Πρέπει ὁσάκις ἐγκληματῶσι νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ δίδωσι λόγον τῶν πράξεών των. Ἀλλ’ ἔχομεν δύο εἰδῶν φυγοδικίας· ἔχομεν τὰς φυγοδικίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὰ ὄρη καὶ οἵτινες μεταβάλλονται συνήθως εἰς λῃστάς, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ φυγοδίκους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ πολῖται, φιλόνομοι, εὐπειθεῖς πολῖται, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην περίστασιν ἀναβάλλουσι δι’ ἕνα μῆνα ἢ δύο μῆνας τὴν προσέλευσιν αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσωσι λόγον τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἀλλὰ ὅσα μέτρα καὶ ἂν λάβωμεν ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὰ ὄρη ὡς λῃσταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβωμεν διὰ τῶν νόμων καὶ τὴν ἐπιβολὴν ποινῶν εἰς αὐτοὺς λόγῳ φυγοδικίας καὶ νὰ ἀναγκάσωμεν τούτους νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ δικαστήρια· κατ’ οὐδένα λόγον εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν οἱ λῃσταὶ εἴτε οὗτος εἶναι Χαρδαλιᾶς, εἴτε Κολοφωτιᾶς, εἴτε Σκουμπρῆς, εἴτε οἱοσδήποτε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ αὐτὸς ἀναγκαζόμενος ἀπὸ μιᾶς τοιαύτης ἀφορμῆς νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὸ δικαστήριον. Ἔχομεν ὅμως τὸ μέγα πλῆθος τῶν λεγομένων φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπὸ τὰς τάξεις μας καὶ ἀπὸ τὰς τάξεις τῶν ἀγροτῶν καὶ ἀπὸ τὰς τάξεις τῶν φιλονόμων πολιτῶν. Φαντασθῆτε ὅμως τί κακὸν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τοὺς πολίτας τούτους, ὅταν διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον ἀναβάλλοντες νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταδιώκωνται μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος ὡς φυγόδικοι· θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ὅλοι οἱ πολῖται θὰ ὁδηγῶνται εἰς τὰς φυλακὰς ὡς φυγόδικοι καὶ θὰ τιμωρῶνται μὲ τὸ ἰδιώνυμον τοῦτο ἀδίκημα τῆς φυγοδικίας. Εἷς μάλιστα λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ φυγοδικία πλεονάζει εἰς τὸν τόπον ἡμῶν εἶναι διότι ὁ πολίτης δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην καὶ πεποίθησιν κυρίως εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀποδεδειγμένον, εἶναι ἐρριζωμένον εἰς τὴν ψυχὴν ἑκάστου πολίτου καὶ ἑπομένως ὁσάκις νομίζῃ ὅτι εἴτε ἀδίκως κατηγορεῖται, εἴτε ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως εὔκολα, εἴτε διότι νομίζει ὅτι ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ προσέλθῃ νὰ ἀνακριθῇ δὲν ἐμπνέει τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην οὔτε τὸ ἀδέκαστον καὶ τὸ ἀμερόληπτον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ κάθε δικαστής, καὶ δι’ αὐτὸ ἀναβάλλει δι’ ὀλίγας ἡμέρας διὰ νὰ προσέλθῃ ἐγώπιον τῆς δικαιοσύνης. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύψω, ὅτι εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις παρατηρεῖται ἀνευλάβεια πρωτοφανὴς ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν τῶν πολιτῶν ἐλευθερίαν. Ἔχω καὶ ἐγὼ πικρὰν πεῖραν τούτων, ὅσην ἀκριβῶς ἔχει καὶ ὁ ἐκ Καρδίτσης ἀγορεύσας συνάδελφος. Δικασταὶ συνέλαβον μέγαν ἀριθμὸν ἀγροτῶν μὴ γνωριζόντων διὰ τίνα λόγον συνελήφθησαν, ἐφυλάκισαν αὐτοὺς ἐπὶ 5 καὶ 6 μῆνας μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ταύτην τὴν στιγμήν. Καὶ ὅταν οἱ συλληφθέντες παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου οἱ ἔνορκοι διηρώτων ἀλλήλους διὰ τίνα λόγον συνελήφθησαν, καὶ τί ἆρά γε ἔπραξαν, ἐνῷ οἱ κατηγορούμενοι διεμαρτύροντο λέγοντες ὅτι δὲν γνωρίζουσι τίποτε, δι’ ὃ πανηγυρικώτατα καὶ οἱ ἔνορκοι μᾶς ἠθώωσαν. Τί λέγετε λοιπὸν ὅταν ἔχητε ζωντανὰ τοιαῦτα παραδείγματα δικαστικῆς ἀκρισίας; ὅταν 28 ἄνθρωποι ἐκλείσθησαν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 5 μῆνας διὰ νὰ ἐξέλθωσιν εἶτα ἀθῷοι τῶν φυλακῶν. Ἄλλοι 28 ἢ 30 ἐκ Καρδίτσης ἔσχον τὴν αὐτὴν τύχην καὶ οὕτω περίπου 60 οἰκογενειάρχαι ἔμειναν ἐπὶ πέντε μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς ἄνευ λόγου καὶ ἀφορμῆς.
§246Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Διὰ τίνα λόγον;
§247Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Κατ’ ἐμὲ δι’ οὐδεμίαν κατηγορίαν, ἴσως διὰ τὴν κατηγορίαν ὅτι οἱ ἀγρόται ἐκεῖνοι ἐπεζήτησαν, χρώμενοι τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον εἶχον ὡς Ἕλληνες πολῖται, τὴν ἐλευθερίαν αὑτῶν, διότι τοῦτο ἐθεωρήθη ἴσως ἔγκλημα ὑπὸ τῶν δικαστῶν καὶ διὰ τοῦτο ἐκλείσθησαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἰς τὰς φυλακάς, καὶ διότι ἤθελον αὐταὶ αὗται αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ὡς μὴ προλαβοῦσαι τὰς γνωστὰς λυπηρὰς σκηνάς, νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἀνικανότητα τῶν ἀρχῶν καὶ συγκαλύψωσι τὰ πράγματα καὶ τὰς δολοφονίας, ἀπέστειλαν εἰς τὰς φυλακὰς ἄνευ λόγου καὶ ἀφορμῆς τόσους οἰκογενειάρχας. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν εἶναι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς οὔτε δικασταὶ ὑπάρχουσι τοιοῦτοι ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἔχωμεν πλειστάκις ἐμπιστοσύνην, καὶ τὸ περισσότερον ὅτι δὲν ἔχομεν φυλακάς, εἰς τὰς ὁποίας νὰ δύνηται νὰ προσέλθῃ ὁ πολίτης χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν φόβον ὅτι δὲν θὰ χάσῃ τὴν ὑγείαν του. Τὰ δύο αὐτὰ ἐλατήρια εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πείθουσιν ἐμὲ ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος μὴ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§248Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ προσπαθήσῃ νὰ περιορίσῃ τὴν φυγοδικίαν εἶναι ὅσον ἔνεστιν ἐπαινετή. Ἀλλὰ θέλει κατορθώσει τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἄμοιρον ἀδικιῶν; Τὰ δύο ταῦτα ζητήματα δι’ ὀλίγων λέξεων θέλω ἐξετάσει. Ἀκολουθήσας μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰς συζητήσεις ἐπείσθην τὸ πρῶτον ὅτι δὲν θέλουσι κατορθώσει αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου νὰ περιορισθῇ ἡ φυγοδικία καὶ ἐλπίζω ὅτι περὶ τούτου εὐκόλως θὰ πεισθῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν εἶχε τὴν πεποίθησιν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ φυγοδικία ἐπρόκειτο νὰ ἐλαττωθῇ καὶ νὰ ἐλαττωθῇ σπουδαίως ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἄμεσος συνέπεια τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο ἕτερον νομοσχέδιον καταργοῦν τὴν προφυλάκισιν. Ἀναμφισβητήτως ἐὰν εἶσθε βέβαιος, κ. Ὑπουργέ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας θὰ λάβωσιν οἱ φυγόδικοι ἀμέσως τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν ἀρχήν, πολὺ εὐκολώτερον θὰ τὴν λάβωσιν, ἂν δὲν ἔχουν τὸν φόβον τῶν προφυλακίσεων. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ πιστεύετε, καὶ ἀφοῦ δὲν πιστεύετε τοῦτο δὲν πιστεύετε καὶ τὸ πρῶτον, ὅτι θὰ προσέλθωσιν ἕνεκεν τοῦ νομοσχεδίου σας, οἱ φυγόδικοι ἵνα προφυλακισθῶσι, διότι ἐὰν πιστεύητε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ προσέρχωνται ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου σας νὰ προφυλακισθῶσι, πολὺ εὐκολώτερον θὰ προσήρχοντο νὰ δικασθῶσιν ἄνευ προφυλακίσεως, διότι οἱ φυγόδικοι, ὡς εἶπον ἕτεροι συνάδελφοι, δὲν προτέρχονται ἐκ τοῦ φόβου τῆς προφυλακίσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ διαρκέσῃ ὄχι ἕνα καὶ δύο μῆνας, ἀλλὰ καὶ δέκα μῆνας. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, 35 χιλιάδες φυγόδικοι, ὡς ἀναφέρετε, ὅτι ἔχομεν, εἶναι δυνατόν, ἂν παρουσιάζωνται καὶ αἱ 35 χιλιάδες, νὰ καταδικασθῶσιν ὅλοι; Θὰ μοὶ εἴπητε ὄχι.
§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχωσιν.
§250Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι παρουσιάζονται ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου· δὲν θὰ ἀθωωθῶσιν ἐκ τῶν 35 χιλιάδων αἱ 10,000; Ἐγὼ παραδέχομαι τοὺς 5000 ἀθῴους ἔστω καὶ τοὺς 1000. Ἐπιτρέπεται ἔστω καὶ χάριν κοινοῦ συμφέροντος νὰ ἐπιβάλλητε ποινὰς εἰς ἀθῴους ἀνθρώπους; Ἕνεκα τῶν 35,000 θέλετε ν’ ἀναγκάσητε καὶ τοὺς 10,000 ἀθῴους νὰ ὑποστῶσι ποινήν. Διατί; Διότι φυγοδικοῦσιν! Ἀλλὰ φυγοδικοῦσιν, διότι αἰσθάνονται ἑαυτοὺς ἀθῴους καὶ φυγοδικοῦσιν ὅπως ἀποφύγωσι τὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν διαπράττει ἐναντίον αὐτῶν ἡ Πολιτεία. Νομίζω λοιπόν, ὅτι οὔτε τὸ δίκαιον μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μήτε σκόπιμον εἶναι, οὐδὲ θὰ συντείνῃ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς προσδοκᾷ. Δὲν εἴμεθα δὲ συνεπεῖς πρὸς ἡμᾶς, ἄν, ὅτε ἐλαττώνομεν τὴν ποινὴν διὰ τοὺς εὑρισκομένους ἐν ταῖς φυλακαῖς, προβῶμεν εἰς τὸ ν’ αὐξάνωμεν τὰς ποινὰς διὰ τοὺς ἐκτὸς τῶν φυλακῶν εὑρισκομένους. Εἶναι τοῦτο ἀκριβῶς ἐναντίον τῶν ὅσων μέχρι τοῦδε ἐπράξαμεν. Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἄλλως τε τὴν σήμερον ὅλαι αἱ Πολιτεῖαι ἔχουσι τὴν τάσιν νὰ ἐλαττώνωσι τὰς ποινὰς καὶ ὄχι νὰ τὰς αὐξάνωσιν. Διὰ ἅπαντας τούτους τοὺς λόγους εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
§251Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ πεποιθήσεως, Κύριοι, ἐπιστημονικῆς ἐπίστευον, ὅτι πάντες ὅσοι ἐσκέφθησαν νὰ λάβωσι τὸν λόγον περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, θὰ ἦσαν ἐπὶ τοσοῦτον ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε πρῶτοι νὰ σπεύσωσι νὰ χειροκροτήσωσι τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶτα νὰ λάβωσι τὸν λόγον. (Χειροκροτήματα). Εἴτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, Κύριοι, τὸ συνέταξε μόνος, εἴτε συνέλαβε τὴν αὐτήν, ἣν καὶ ἐγὼ ἰδέαν, εἴτε τὸ ἀνέγνωσε, διότι εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι νὰ μελετῶσι, γνωρίζουσι νὰ ἐκτιμῶσι, γνωρίζουσι νὰ ἐκλέγωσι καὶ νὰ πραγματοποιῶσι (χειροκροτήματα) εἰς ἐμὲ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ εἴπω ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὸ ἔτος 1892 καθ’ ἣν ἐδημιουργήθη μία κατάστασις ἐν τῷ Κράτει ἐντελῶς ἔκρυθμος. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τότε ἠκολούθησαν τὰ πράγματα δύνανται νὰ ἐνθυμηθῶσι.
§252Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν νομίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι καταδικάζονται εἰς ἀειφυγίαν οἱ ἐγκληματίαι διὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§253Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Τοιαύτη, Κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ κατάστασις, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο εἰς οὐδένα, ὅστις ἠσθάνετο τὸν ἀληθῆ πόνον ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, καὶ ὅστις ἠδύνατο νὰ χαράξῃ δύο γραμμὰς καὶ νὰ τὰς παραδώσῃ εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον τῶν ἰδεῶν νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο. Μοὶ ἐπεβλήθη τότε ἐκ τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλοπατρίας ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ ἐκδώσω ἐφημερίδα, τὴν Συνταγματικὴν Πυξίδα, κατὰ παράλληλον βάσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἴριδος, ἥτις ἐξεδόθη μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἡμῶν ὡς κράτους, καὶ ἐδημοσίευσα τότε πολλὰ ἄρθρα πολιτικὰ καὶ συνέλαβον ἐν νῷ, ἐφ’ ὅσον μοὶ ἦτο δυνατόν, ἀναλόγως τῶν γνώσεών μου καὶ ἐδημοσίευσα πρόγραμμα κυβερνητικὸν διὰ συνεχῶν ἄρθρων. Ἐν τέλει δὲ τὸ ἐδημοσίευσα ἐν εἴδει φυλλαδίου καὶ τὸ ἔπεμψα εἰς τοὺς τότε πολιτευομένους, καὶ ἐπὶ πλέον εἰς ἕνα, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔτρεφον ἀπεριόριστον σεβασμὸν καὶ ὑπόληψιν, τὸν μακαρίτην Παπαφράγκον, τότε Γενικὸν Γραμματέα τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τότε, Κύριοι, εὑρέθην εἰς τὴν θέσιν νὰ σκεφθῶ περὶ ὅλων τῶν σημείων, τῶν δυναμένων νὰ ταράξωσι τὴν κοινωνικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους καὶ ἔθεσα τὰς γνώμας μου ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἁρμοδίων, ἵνα σκεφθῶσι καὶ λάβωσι τὰ προσήκοντα μέτρα, πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν. Τότε μεταξὺ τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν καὶ διοικητικῶν ἐν γένει μέτρων ὑπέδειξα τὰς βάσεις τοῦ περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμου καὶ τὸν τρόπον τῆς δηλώσεως τῶν ἐπαγγελματιῶν. Περὶ διαρκῶν Κακουργοδικείων, περὶ ἐνόρκων, περὶ κατασκευῆς πολεμικῶν πλοίων ἄνευ δημοσίου χρήματος, περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, καὶ περὶ ἄλλων μέτρων περὶ ἑνὸς ἑκάστου κλάδου τῆς Δικαιοσύνης· εἰς τὴν δημοσιευθεῖσαν τότε μελέτην μου ἐλήφθη ἡ βάσις τῶν νόμων τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν διαρκῶν κακουργοδικείων τοῦ δικηγορικοῦ φοροσήμου, τοῦ λαχείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, τῶν ποινικῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τοῦ περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ἐπίσης ὑπέδειξα καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ κατὰ τῆς φυγοδικίας. Ἔστειλα, Κύριοι, τὸ πρῶτον τότε πλῆρες τὸ νομοσχέδιον περὶ φυγοδικίας εἰς τὸν μακαρίτην Σιμόπουλον, ὅστις παρ’ ὅλας τὰς ἐκφρασθείσας ἀμφιβολίας ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Δηλιγιάννη περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ μέτρου, εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν δώσαντος ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου, ἀλλὰ δὲν ἐπετεύχθη ἡ ψήφισίς του, ὥστε ἔκτοτε, Κύριοι, ἔγραψα καὶ περὶ φυγοδικίας, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγορευθῇ εἰς ἰδιώνυμον ἀδίκημα· ἐνταῦθα ἀναγινώσκω τὸ μέρος τοῦτο τῶν μελετῶν μου (ἀναγινώσκει). Δὲν δύναται δὲ οὐδεὶς νομικὸς νὰ ἀμφισβητήσῃ, Κύριοι, ὅτι πρᾶξίς τις ὡς ἡ τῆς φυγοδικίας δὲν δύναται νὰ συνεπιφέρῃ καὶ συνεπείας καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ τιμωρητέα, ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τῶν συνεπειῶν τῆς φυγοδικίας διὰ τὸν φυγόδικον, δύναται νὰ κριθῇ μὴ ἀναγκαῖον, μὴ σκόπιμον, ὅπως ὁ φυγόδικων στερῆται τῆς διαθέσεως τῆς περιουσίας του; ἀναντιρρήτως ναί, διότι στερήσεις ἐπὶ χρόνον ἐπιτρέπονται, μὴ λησμονῶμεν δ’ ὅτι ὁ καταδικαζόμενος ἐπὶ κακουργήματι τινι στερεῖται τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του ἐπὶ χρόνον καὶ μέχρις ἀποκαταστάσεώς του; Πόθεν ἡ ἀνικανότης αὕτη πρὸς διαχείρισιν; Δὲν εἶναι μία τῶν συνεπειῶν τοῦ ἐγκλήματος; Ἐκφράζω τὰ συγχαρητήριά μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶχε τὸ θάρρος νὰ παρίδῃ τὰς τοιαύτας ἀντιρρήσεις, αἵτινες καὶ ἄλλοτε προεβλήθησαν καὶ ἐματαιώθη ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου του καὶ μετὰ 22 ὅλα ἔτη ἀφ’ ἧς τὸ ὑπέβαλον, ἀρυόμενος τὰς πεποιθήσεις του ἐκ τοῦ ἀπολύτου δικαίου, νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ καὶ νὰ τὸ εἰσαγάγῃ πρὸς ψήφισιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς φυγοδικίας. Ὁ θεσμοθέτης, Κύριοι, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀπόλυτον δίκαιον, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις ὑπὲρ τοῦ πολιτειακοῦ καὶ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Ὅταν τις, Κύριοι, ξεσχίσῃ τὸ συνάλλαγμα τὸ πολιτειακὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς μέλος τοῦ λαοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ λαοῦ, ἔρχεται ἀντιμέτωπος τῆς πολιτείας καὶ ἀρέσκεται νὰ ἐγκληματῇ. Τότε ἐρωτῶ δὲν ἔχομεν περιύβρισιν τῶν θεμελιωδῶν γραπτῶν βάσεων τῆς πολιτείας; Καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν περιύβρισιν τοῦ νόμου; Ἀναμφιλέκτως θὰ ἔχωμεν ἀπείθειαν πρὸς τὰς καθεστηκυίας ἀρχάς, ὡς λέγει καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις; Καὶ πάλιν ἐρωτῶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν πολιτείαν.
§254Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἀρχῆς, δὲν ἀφήνετε τὰ λοιπὰ διὰ τὰ ἄρθρα;
§255Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω μόνον τοῦτο, ὅτι ὁ φιλοσοφικὸς λόγος εἶναι ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου εἰλημμένος, καὶ ὅτι δύναται ἡ πολιτεία, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὰς διαφόρους περιστάσεις, νὰ διαμορφώσῃ μέρος τοῦ δικαίου διὰ νόμου πρὸς περιστολὴν ἀδικήματος, ὅπερ ταράσσει τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, ἵνα διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐφεξῆς φρουρῇ πᾶσαν λαϊκὴν ἔννομον δράσιν καὶ ἀσφαλίζῃ τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἐν γένει ἐπιβάλλῃ τὸν σεβασμὸν τοῦ νόμου. Καταλήγων ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ τεθῇ νέος σταθμὸς ἐν τῷ ποινικῷ δικαίῳ καὶ οἱ ἐν εὐρείᾳ κλίμακι ἀσχολούμενοι θὰ εἴπωσιν «ἐκ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος νέον ἐπιστημονικὸν φῶς» ἡ δὲ Ἑλλὰς θὰ ἀποκτήσῃ καὶ τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἠθικὴν αὐτῆς πίστιν.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 198 καὶ 249 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις.