1911.11.02
4,060 rows · 31,625 words · 266 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 156
τῆς 2ας Νοεμβρίου 1911.
(Τετάρτη, ὥρα 5 καὶ 15′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀναγνωθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παρακαλῶ εἰς τὴν 5ην σελίδα ἡ φράσις «ὑπολείπεται μέχρι τῆς 8ης Ἰανουαρίου ὅτε ἀποθνήσκει ἡ Βουλὴ αὕτη» νὰ μεταβληθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀβίας αἰτοῦνται ὅπως τὴν εἴσπραξιν δημ. ἐρανικῶν φόρων ἀναλάβῃ δημόσιος εἰσπράκτωρ. 2) Κάτοικοι συνοικισμοῦ Μαραθιᾶς αἰτοῦνται ὅπως ἀποτελέσωσι χωρίον. 3) Ἐνορῖται Πλάκας τοῦ δήμου Θορικίων καταγγέλλουσιν ἐπὶ διαφόροις παρανομίαις τὸν ἐφημέριόν των. 4) Οἱ ἐξ Ἀλιβερίου Ι. Σίμωνος καὶ Ν. Σίμωνος πληρώσαντες δὶς διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν αἰτοῦνται ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων. 5) Ὁ ἐν Παλαμηδίῳ ὀλιγόποινος Ἀναστ. Μπαλᾶνος αἰτεῖται ἀναστολὴν ποινῆς. 6) Στρατιωτικοὶ κατάδικοι ἐκ Ναυπλίου αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῆς. 7) Ὁ Σύλλογος σιδηρουργῶν Τριπόλεως ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ περὶ θήρας νομοσχεδίου. 8) Πρόσφυγες ἐξ Εὐξεινουπόλεως αἰτοῦνται συμπλήρωσιν ἐγκαταστάσεως· Ἡ Βουλὴ δέχεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως, ὅπως χορηγηθῶσιν αἱ κάτωθι ἄδειαι. 1) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ε. Γαρουφαλλιᾶν ἑνὸς μηνός. 2) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ι. Μπακόπουλον ἑνὸς μηνός. 3) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ε. Μαντόπουλον ἑνὸς μηνός. 4) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Σ. Ἰγγλέσην 30 ἡμερῶν. 5) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ἀλ. Παπαπαστόλου 2 μηνῶν. 6) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ι. Καναβὸν 15 ἡμερῶν. 7) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ν. Ξηρὸν 15 ἡμερῶν. 8) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ῥήγαν Χατζηρήγαν 15 ἡμερῶν. 9) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Π. Ἀλεξάκην 15 ἡμερῶν. 10) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Β. Ἀθανασούλαν 1 μηνός. 11) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Εὐστ. Μπαρδόπουλον 1 μηνός, καὶ 12) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Γ. Ἐξαρχόπουλον 20 ἡμερῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λ. Κορομηλᾶς καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ε. Μπενάκης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ παραχωρήσεως Ἐθνικῶν γαιῶν πρὸς καλλιέργειαν καπνοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σκιαδαρέσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συντάξεως τῶν Εἰρηνοδικῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Σουλτάνης ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων κλπ.» Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ν. Στράτος καὶ Π. Καρασεβδᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 12ου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταδιώξεως τῶν ἀπηγορευμένων τυχηρῶν παιγνίων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, Τεῦχ. Β) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Οἱ κύριοι Σ. Δραγούμης, Θ. Πετμεζᾶς καὶ Κ. Δεμερτζῆς ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατὶ δὲν συμπληροῦται τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου ἐν Κορωπὶ τοῦ δήμου Κρωπίας, εὑρισκομένου ἐπὶ τετράμηνον ἄνευ τοῦ ἀναγκαιοῦντος ἀριθμοῦ διδασκάλων.
§4Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, γνωρίζω εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι τὸ ἐν Κορωπὶ Ἑλληνικὸν σχολεῖον συνεπληρώθη διά τε τοῦ σχολάρχου καὶ τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου, ὅστις φοιτᾷ εἰς τὸ διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὅστις θὰ μεταβῇ μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου.
§5ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ διδάσκαλος τῶν ἑλληνικῶν μετέβη;
§6Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα.
§7Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ κωμόπολις αὕτη ἔχει πληθυσμὸν πολυάριθμον, περιλαμβάνονται δὲ καὶ οἱ Ἅγιοι Θεόδωροι, ὅτι ἔχει 100 μαθητὰς καὶ ὅτι τὰ μαθήματα ἔχουν ἀρχίσει.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγορίου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ποίας ἐνεργείας προέβη διὰ τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3877 (1910) χρηματικοῦ ἐντάλματος ἐπὶ τοῦ Ταμείου Κυνουρίας, ἀφορῶντος τὸν Δημ. Εἰσπράκτορα Ν. Κοσμόπουλον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσε τηλεγράφημα τοῦ Ταμιεύοντος Κυνουρίας εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ κατατεθέντος τηλεγραφήματος. Οἱ κύριοι Ι. Καλομενόπουλος καὶ Θ. Σκάσης ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διατὶ διέταξε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12704 τῆς 29 Ἰουλίου 1906 ἐγκυκλίου περὶ εἰσπράξεως λιμενικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τῆς αὐτῆς διαμετακομίσεως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστελλομένων, ἥν ἐγκύκλιον ἀνεκάλεσεν αὐτὸς ὁ ἐκδοὺς αὐτὴν Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1906 διαταγῆς αὐτοῦ.
§9Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἀληθῶς ἀνεκλήθη, διότι δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὸν νόμον, οὔτε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν λογικήν. Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ εἰσπραχθῇ οὐδεὶς φόρος, διότι ἐὰν ἤθελεν εἰσπραχθῇ φόρος τις θὰ εἰσεπράττετο ἓν ἑκατομμύριον δραχ., ἀλλὰ θὰ ἐστείρευεν τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον διέταξα τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἐγκυκλίου.
§10Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο νομιμωτάτη καὶ εὐχαριστῶ αὐτὸν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐξετάσῃ καὶ εὕρῃ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἦσαν αἰτία διὰ νὰ σταλῇ μία τοιαύτη διαταγὴ εἰς Σῦρον καὶ νὰ ἐξετάσῃ διατί παρέμεινεν ἡ διαταγὴ εἰς τὴν νομαρχίαν Σύρου ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ δὲν ἐστάλη εἰς τὸν τελώνην Σύρου ἢ ἀφοῦ ἐγνώσθησαν αἱ ἐπελθοῦσαι νομαρχιακαὶ μεταβολαί.
§11Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐξετέλεσα τὴν σύστασιν αὐτήν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν ἵνα ἀρθῇ ὁ μέχρι τοῦδε ὑπάρχων διὰ τοῦ Διατάγματος δασμός, διότι καὶ διὰ τὸ μέλλον θὰ εἶναι κἄτι τι κακόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ν. Συριόπουλος καὶ Κ. Γόντικας, ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατὶ καταδιώκονται οἱ κληρωτοὶ οἱ ὑπόχρεοι κατὰ νόμον, ὅπως πληρώσωσι δραχμὰς ὀκτακοσίας, ἀφοῦ ἡ αἰτία τῆς ὀφειλῆς ἐγεννήθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν πρὸ τοῦ 1900 καὶ κατὰ τὸν τελευταίως ψηφισθέντα νόμον αἱ τοιαῦται ἀπαιτήσεις ἀπεσβέσθησαν. Ἐὰν δὲ θεωρῇ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην μὴ ἀποσβεσθεῖσαν, τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ πρὸς πληρωμὴν ἑνὸς τοσούτου ποσοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι πάντες οἱ ἐκ τοιούτου λόγου ὀφείλοντες εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσι τοῦτο ἐφ’ ἅπαξ.
§13Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ὅσον βλέπω ὁ κ. Κ. Γόντικας καὶ Ν. Συριόπουλος ζητοῦσιν ὅπως ἡ ὀφειλὴ αὐτὴ ᾖ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν χρεῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμετέραν ἔννοιαν ἡ ὀφειλὴ αὕτη ἐγεννήθη τῷ 1909 δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος νόμου κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ ἐβεβαιώθη κατὰ τὸ 1910 διὰ τοὺς ὑπερβάντας τὸ 40 ἔτος τῆς ἡλικίας των φυγοστράτους. Αὐτὴ ἡ ὀφειλὴ ἐγεννήθη τῷ 1910 ἀδιάφορον ἐὰν φαίνεται ἀναγεγραμμένη εἰς προγενεστέραν ἐποχήν. Φυσικὰ ὅταν ἔρχεται εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος θέλει εἰς τὸ 1910 νὰ γεννήσῃ ἕνα νέον φόρον καὶ λέγει ὅτι: ὅσοι δὲν ὑπηρέτησαν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ δὲν ἔχουσιν ὑπερβῇ τὸ 40ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, αὐτοὶ ὑποβάλλονται εἰς μίαν ὀφειλὴν καὶ πρέπει νὰ πληρώσωσιν ἕν ποσόν, διότι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὴν ὑποχρέωσίν των, ἐνῷ ἄλλοι τὴν ἐξεπλήρωσαν, φυσικὰ λέγω, αὐτοὶ πρέπει νὰ πληρώσωσιν. Ὁ νόμος ἦλθε καὶ ἐδημιούργησε τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν κατὰ τὸ 1910, ἡ ὀφειλὴ δὲν ἀνήκει εἰς τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτοὶ τότε, μὴ ὑπάρχοντος νόμου, δὲν ἐπλήρωσαν. Ἑπομένως εἴμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου. Τώρα βλέπω ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐρωτῶσι καὶ τί θὰ πράξω. Ἐὰν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν βεβαίως ὁ νομοθέτης δὲν ἐνόησεν ὅτι δύναται νὰ εἰσπράξῃ διὰ μιᾶς 10 ἑκατομμύρια ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἐψηφίσθη μὲν τοιοῦτος νόμος κατὰ τὸ 1909, ἀλλ’ ὁ νόμος ἠστόχησε, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσι δέκα ἑκατομμύρια ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται ἐδῶ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη διὰ νὰ λάβῃ τὸν φόρον αὐτὸν ἐκ τῶν ἐν Ἀμερικῇ μεταναστῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὅλοι οἱ ἐν Ἀμερικῇ μετανάσται ἅμα μάθωσιν, ὅτι θὰ ἀπαλλαγῶσι καταβάλλοντες 800 δρ. θὰ ἔσπευδον ἐξ Ἀμερικῆς νὰ πληρώσωσιν. Γνωρίζω, ἐπειδὴ διέμεινα ἐν Ἀμερικῇ, ὅτι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σκοποῦσι νὰ ἐπιστρέψωσιν ἐν Ἑλλάδι διὰ νὰ διαμένωσιν ὀλίγον χρόνον ἢ διαρκῶς, ὅτι μόνον αὐτοὶ σκέπτονται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον καὶ μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπολογίζουσιν ἐὰν θὰ ἔχωσι τὰς 800 δραχμὰς νὰ τὰς καταβάλωσιν. Δι’ αὐτοὺς ἐγεννήθη αὐτὸς ὁ φόρος καὶ ἐδημιουργήθη αὐτὸ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη εἰς 10 ἑκατομμύρια περίπου. Ὥστε διὰ τὸ ζήτημα τὸ δεύτερον, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ ἐρωτῶσι τί σκοπῶ νὰ πράξω πρὸς πληρωμὴν ἑνὸς ποσοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι πάντες οἱ ἐκ τοιούτου λόγου ὀφείλοντες εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσι τοῦτο ἐφάπαξ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἀπαντήσω βραδύτερον, καθόσον θὰ λάβω καὶ ἄλλας πληροφορίας.
§14Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κ. Ὑπουργέ, νὰ προσέξητε τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῆς γνώμης σας· καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον, τὸ τί θὰ πράξητε ὑμεῖς, βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μοὶ γνωστοποιήσητε τί θὰ πράξητε, καίτοι ὡς Βουλευτὴς ἠδυνάμην νὰ συστήσω πρὸς ὑμᾶς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τί δέον νὰ πράξητε· δὲν ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑμεῖς, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1909 ἢ τοῦ 1910. Ὄντως ἐψηφίσθη νόμος τοιοῦτος καὶ εἶναι ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, ὁ ὁποῖος διὰ προσωρινῆς διατάξεως ἐπρονόησε περὶ τῶν ἀνυποτάκτων, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ ἐθέσπισε περὶ αὐτῶν ὅτι ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν 800 δραχμὰς καὶ οὐδεμίαν ὑπέχουσιν ἑτέραν ὑποχρέωσιν· ὁ νόμος ὅμως οὗτος δὲν ἐδημιούργησεν οὐδὲν δικαίωμα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὑπάρχουσι πολλοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναγνωρίσει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράζωσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην προσερχόμενοι μετὰ ἔτη μακρὰ ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ προσέλθωσι, καὶ πρόχειρος νόμος τοιοῦτος εἶναι ὁ ΓΚΒ, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ ἐντὸς 6 μηνῶν νὰ δύναται ὁ ἀνυπότακτος νὰ ἐξαγοράζῃ τὴν ὑποχρέωσίν του ἀντὶ 20 δραχμῶν τὸν μῆνα· ὑπάρχει ἁπλῆ ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῶν ἀνυποτάκτων πρὸς τὸ δημόσιον χρηματικῆς καταβολῆς. Φαίνεται ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἀνεγνώρισε τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τῆς χρήσεως ἐκείνου τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο νὰ καταταχθῇ ὁ ἀνυπότακτος, ὁ ἤδη καταζητούμενος. Δὲν ἀπαγγέλλει οὐδεμίαν ποινήν, ὥστε νὰ θεωρῆται ἤδη ἐπιβεβλημένη, διότι δὲν θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τοιαύτην προκειμένου περὶ πράξεως ἴσως παραγεγραμμένης. Ὑπάρχουσιν ἀνυπότακτοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνυπότακτοι πρὸ τριάκοντα ἐτῶν, καὶ εἰς ἐκείνους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι θὰ ἤρχετο ἡ πολιτεία νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν διὰ πρᾶξιν ἐκτελεσθεῖσαν πρὸ τριάκοντα ἐτῶν. Ὅλοι οἱ στρατολογικοὶ νόμοι παρέσχον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους μετὰ μακρὰ ἔτη νὰ ἐξαγοράζωσι τὴν ὑποχρέωσίν των καὶ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων ἐκείνων ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τῶν ἀνυποτάκτων, νὰ ἐξαγοράζωσιν ἀντὶ χρημάτων τὴν ὑποχρέωσίν των. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἦλθε καὶ ἀνεγνώρισεν ὁ τελευταῖος νόμος καὶ τὸ κατέστησεν ὑποχρέωσιν· ἐντεῦθεν, διότι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἀνεγράφη ὡς ἔσοδον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1909, δὲν ἕπεται, ὅτι εἶναι γεγενημένον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ 1909. Γεγενημένον εἶναι ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου κατὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη νόμος παρέχων τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀνυπότακτον νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του. Καὶ ταῦτα μὲν λέγονται διότι ἐπῆλθεν ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης, ὁ ὁποῖος νόμος διὰ τὰς ὀφειλὰς τὰς μέχρι τοῦ 1900 ἐθέσπισεν, ὅτι δὲν καταζητοῦνται ἀλλὰ μόνον αἱ ἀπὸ τοῦ 1900–1908 συμπεριλαμβανομένου, καὶ ἐζητήσαμεν ἡμεῖς τότε καὶ τὸ 1909 καὶ ὑμεῖς ἀντέστητε, κύριε Ὑπουργέ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει, διότι ἐὰν εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τότε καὶ τὴν τάξιν αὐτήν, βεβαίως δὲν θὰ ἀνθίστασθε, διότι τώρα οὔτε ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ὁ νόμος τοῦ 1909, ἐκπληροῦται, καὶ ἄδικος εἶναι ὁ νόμος καὶ σήμερον κρατοῦνται ὑπὸ τῶν Ταμιῶν σας ἄνθρωποι εἰς τὰς φυλακάς, οἱ ὁποῖοι εἶχον στερηθῆ καὶ τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων καὶ ἂν καὶ ἤθελον νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο, διότι εἶχον περιπέσει εἰς ποινὰς καὶ ἤδη, ὅτε ἀπελύθησαν ἐκ τῶν φυλακῶν, κρατοῦνται πάλιν εἰς τὰς φυλακάς, διὰ νὰ πληρώσωσι χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι. Πάντοτε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξαγοράζῃ τὴν ὑποχρέωσίν του ὁ πολίτης ἦτο προαιρετικόν, ὄχι ὅμως ὑποχρεωτικόν. Τὸ λέγει βεβαίως ὁ νόμος, ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι προαιρετικόν. Ἐγὼ σήμερον θέλω νὰ ὑπηρετήσω, καὶ πῶς δύναταί τις νὰ μοὶ ἐπιβάλῃ νὰ πληρώσω χρηματικὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω, ἐὰν μάλιστα τότε ἐξ ἀδυναμίας δὲν προσῆλθον; Τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα μένει εἰς τὸν ἀνυπότακτον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του, καὶ νομίζει ὅτι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει καὶ εἰς τὰ δικαστήρια θὰ καταφύγωσιν οἱ πολῖται. Ἐὰν ὅμως νομίζητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατανεμηθῇ καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου, ὥστε νὰ δίδηται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους νὰ πληρώνωσι καὶ αὐτοὶ μηνιαίως ἢ κατ’ ἔτος. Πρὸ τούτου δὲ νὰ συστήσητε εἰς τοὺς Ταμίας νὰ μὴ κρατῶσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, διότι εἶναι ἄδικον· νομίζω δὲ ἐξ ἄλλου ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ ζημίας, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, διότι σεῖς μὲν ἔχετε αὐτὴν τὴν γνώμην ἑρμηνεύοντες οὕτω τὸν νόμον, ἐγὼ δὲ ἔχω ἄλλην γνώμην καὶ τὸ δικαστήριον θὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὑπὸ τοῦ κ. Δελακοβία, διατὶ δὲν ἐκόμισεν εἰσέτι εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζητηθὲν ἔγγραφον τοῦ τελωνοσταθμάρχου Ἁγίας Πελαγίας.
§16Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸ καταθέσω.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τί συμβαίνει μὲ τὸν πρώην σχολάρχην Ἄσσου Ν. Λόξαν, ὥστε νὰ μὴ τοποθετηθῇ εἰς τὴν νέαν θέσιν του.
§18Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἀπαντήσω προσεχῶς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τσουρμακλὶ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γαρδικιώτης. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Θανόπουλος.
§20Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης ἢ μᾶλλον πιστεύω ὅτι λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης δὲν θὰ πράξω τι ὀχληρὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, καὶ ἡ πίστις μου ἀκριβῶς αὕτη μοὶ δίδει τὸ θάρρος νὰ ὑπομνήσω καὶ αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φέρῃ καὶ ἐπιζητήσῃ τάχιστα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ κολλήγων. Βεβαιωθῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πανταχόθεν καταφθάνουσι διαμαρτυρίαι τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Αἱ πολλαπλαῖ καταπιέσεις καὶ καταθλίψεις κατὰ τῶν ἀτυχῶν κολλήγων καὶ μάλιστα τελευταίως, ὑπὸ τῶν τσιφλικιούχων, μαινομένων κυριολεκτικῶς διὰ τὴν δοθεῖσαν κατεύθυνσιν πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἥνπερ οὐδέποτε ἤλπιζον ἐκεῖνοι, ὅτι ἤθελε λάβει, αἱ καταπιέσεις αὐταί, λέγω, μὲ ἀναγκάζουσι δραττόμενον τῆς δοθείσης μοι εὐκαιρίας, καὶ διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσῃ ἢ μόνον νὰ δώσῃ δικαιώματά τινα εἰς εἵλωτας ἢ νὰ ἀποδώσῃ λέγω δικαιώματα ἀπολεσθέντα ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀναγνωρίσῃ εἰς τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους ἀφ’ ἑτέρου αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, τὴν ἀναγκαιοτάτην καὶ ὑπὸ παντὸς φυσικοῦ καὶ ἀνθρωπίνου νόμου ὑπαγορευομένην καὶ δὴ εἰς Κράτος εὐνομούμενον, καὶ ἧς δυστυχῶς στεροῦνται μέχρι σήμερον οἱ ἀγρόται ἐκεῖνοι, ἐνῷ συγχρόνως τοῦτο ποιοῦσα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰ δεινὰ τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, οὔτε χρόνος, οὔτε καιρὸς εἶναι, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ στιγμὴ ἡ κατάλληλος νὰ ἐκτραπῶμεν τώρα εἰς κύκνεια ᾄσματα ὑπὲρ τῶν Θεσσαλικῶν πληθυσμῶν, ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ ταχέως πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφ’ οὗ οὐδεὶς ἡμῶν ἤθελεν ἀρνηθῆ ὅτι ἀποτελεῖ στῖγμα ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι ἡ ὕπαρξις λευκῶν δούλων.
§21ΧΡ. ΚΑΡΑΣ. Ἔργον σκοπιμότητος, ἔργον δικαιοσύνης θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως ἀναγνωρίζουσα καὶ ἱκανοποιοῦσα τοὺς δικαίους πόθους τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐξαιτουμένων ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ καὶ λάβῃ κατάλληλα μέτρα περὶ καθορισμοῦ τῶν σχέσεων αὐτῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνέκαθεν κρατούντων. Τὴν ἱστορίαν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλικιούχων πάντες γνωρίζομεν, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εὐρύτατος ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῆς. Τὰ πλεῖστα τῶν τσιφλικίων τῆς Θεσσαλίας κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν προπατόρων τῶν νῦν ἰδιοκτητῶν βίᾳ καὶ λόγχῃ, τὰ δικαιώματα δὲ τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι εἶχον κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκίας δὲν ἦσαν ἀπόλυτα, εἶχον περιορισμούς. Τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους τοὺς ἐπέβαλον αἱ μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν ὑφιστάμεναι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους σχέσεις. Ἐν τούτοις ἐνῷ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας οἱ γεωργοὶ ἀνέμενον βελτίωσιν τῆς οἰκτρᾶς αὐτῶν τύχης, δυστυχῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Πολιτεία ἔβυσαν τὰ ὦτα αὐτῶν εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῶν καλλιεργητῶν ἐξαιτουμένων τότε βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Οἱ ἰδιοκτῆται ὑπὸ ἰδιοτελείας κινούμενοι τότε ἐξεβίασαν τοὺς χωρικοὺς καὶ συνῆψαν μετ’ αὐτῶν ἀγροληπτικὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καταστήσει τὴν τύχην αὐτῶν ἀληθῶς δυσάρεστον καὶ δύσκολον. Ἤδη ἅπας ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς Θεσσαλίας μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἀτενίζει πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ ἀναμένει βελτίωσιν τῆς οἰκτρᾶς αὐτοῦ τύχης.
§22Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ ἀναφορὰ τὴν ὁποίαν ἀποστέλλουσιν οἱ συμπολῖταί μου καὶ τὴν ὁποίαν ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω, εἶναι ἡ ὑστάτη κραυγὴ τὴν ὁποίαν ἐκπέμπουσι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπὸ τὸ κράτος καὶ ὑπὸ τὴν βίαν τῆς λόγχης τῶν ὀργάνων σας ἐξεδιώχθησαν ἐκ τῶν οἰκιῶν των πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Εἶναι κραυγὴ τὴν ὁποίαν ἀποστέλλουσιν ἐκεῖθεν πρὸς ὑμᾶς ἰδιαιτέρως, ἡ ὁποία ζητεῖ παρ’ ὑμῶν, ὅπως ὡς τάχιστα ὑποβληθῇ ὁ κανονισμὸς ἐκεῖνος τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων, ὁ ὁποῖος θὰ θέση τέρμα εἰς τὰ ὄργια ταῦτα καὶ θ’ ἀποδώσῃ τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον διὰ τοῦ κανονισμοῦ τούτου τῶν σχέσεων τῶν ἀγροτῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Τὸν κανονισμὸν τοῦτον τὸν ἀναμένει ἐναγωνίως ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος, διότι καὶ ὑμεῖς αὐτὸς διὰ τοῦ στόματός σας ὑπεσχέθητε εἰς τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως ἠκούσθησαν, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐδώσαμεν ὑποσχέσεις πρὸς ἐκείνους. Τὸν ἀναμένουσι, λέγω, μετ’ ἄκρας ἀγωνίας, καὶ ἐπιθυμῶ ἵνα δοθῇ εἰς τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον πρὸς ἀνακούφισιν τῆς ἀγωνίας ταύτης ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία θὰ ἱκανοποιῇ τοὺς πόθους αὐτῶν. Καὶ ἵνα περισσότερον πεισθῆτε εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω καὶ διαμαρτύρομαι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων. (ἀναγινώσκει) «Κύριε Βουλευτά, λυπηρὸν δυστύχημα μᾶς συνέβη...» κτλ. Τὰ γραφόμενα, Κύριοι, εἶναι φωνὴ ἐκπεμπομένη παρ’ ἐκείνων οἵτινες εἶναι ἀπηλπισμένοι, οἵτινες τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἔχουσι καλύβην οὔτε στέγην, ἵνα στεγάσωσι τὴν οἰκογενειακήν των τιμήν, δὲν ἔχουσι γῆν, τὴν ὁποίαν νὰ θεωρῶσι πατρίδα των, ἀλλ’ εἶναι ἕρμαιον εἰς τὰς ὀρέξεις τῶν τσιφλικούχων καὶ Ὀσποδάρων, οἵτινες κατήντησαν τὸν τόπον μου, νὰ εἶναι τόπος ὀργίων καὶ δουλείας, τόπος εἰς ὃν βασιλεύει ἡ δυστυχία καὶ ἡ ἀπελπισία.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάχος. Ὁ κ. Μαντόπουλος.
§24Ε. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης.
§26Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Τὸ αὐτὸ καὶ ἐγώ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀστέγων γεωργῶν τοῦ δήμου Δωτίου περὶ διανομῆς τοῦ Καραλάρ.
§28Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Παραιτοῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τσαξίρης.
§30Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καραλάρ. Ὅταν σκεφθῶ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως μέχρι σήμερον ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητήθη τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν σκεφθῶ δηλαδὴ ὅτι ὑπέβαλε νομοσχέδιον πρὸς διανομὴν τῶν Ζαππείων κτημάτων ἀπὸ τοῦ ὁποίου προσδοκῶμεν ἄμεσα τὰ ἀποτελέσματα, ὅτε ἔχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠγόρασε μεγάλας ἐκτάσεις, ἵνα ἀποκαταστήσῃ χωρικοὺς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν θὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἔπραξεν, ὡς συνέπειαν τῶν ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα θὰ τὴν ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς. Τὸ χωρίον Καραλὰρ πωλεῖται εἰς δημοπρασίαν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἀντὶ μικροτάτου τιμήματος, ἔχει ἔκτασιν 20000 στρεμμάτων καὶ οἱ ἐν αὐτῷ χωρικοὶ ζητοῦσι νὰ ἀγορασθῶσι ταῦτα, ὡς αἱ γαῖαι τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, καὶ διανεμηθῶσιν εἰς αὐτοὺς καὶ ἄν, ὡς εἶναι πιθανόν, περισσεύσωσι γαῖαι, νὰ ἐγκατασταθῶσι καὶ ἄλλοι χωρικοί. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔδωκε δείγματα τῆς πραγματικῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν λαμβάνει διὰ τὴν ταχεῖαν ἐπίλυσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι θὰ μὲ δικαιώσῃ διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς αἰτήσεώς μου ταύτης, ὅτι καλῶς πράττω, ἀντὶ νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα ὅπως συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, προτιμῶν ὅπως εὐχαριστήσω αὐτὴν διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ληφθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος πρόνοιαν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§32Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ πρόνοιαν νὰ ἀγορασθῶσιν αὐτὰ τὰ κτήματα, διότι δύνανται νὰ ἐγκατασταθῶσι καὶ στεγασθῶσιν ἐν αὐτοῖς 50 ἕως 100 οἰκογένειαι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστολίδης. Ὁ κ. Θανόπουλος. Ὁ κ. Βλάχος.
§34Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφάσισε νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς χωρικοὺς Καρδίτσης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς χωρικοὺς Λαρίσης, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν παράπονα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς καταδίκων Παλαμηδίου περὶ ἀναστολῆς ποινῶν, ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§36Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἐλέχθησαν τόσα πολλά, ὥστε δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ ἴδια. Ἐν τούτοις παρακαλῶ ὅπως συστηθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐπεξεργάζεται τὴν πρότασιν νόμου περὶ συμπληρώσεως τῶν ἐλλείψεων τὰς ὁποίας παρουσίασεν ὁ ἐφαρμοζόμενος νῦν νόμος περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν, ὅπως συστήσητε, λέγω, εἰς αὐτὴν τὴν ταχίστην ἐπεξεργασίαν ταύτης καὶ τὴν ταχίστην ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τῆς σκληρᾶς δουλείας ἀνθρώπους ἀναξιοπαθοῦντας. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ βλέπω ὑπογεγραμμένους καταδίκους διανύοντας ἐν ταῖς φυλακαῖς 30 ἔτη, 28 ἔτη, ἄλλους δὲ 27 ἔτη. Ὁμιλῶ, Κύριοι, διότι ἔλαβον ἐπιστολὰς πολλὰς ἐκ τῶν καταδίκων ὅλων τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐθεώρησα καθῆκον ἐπιβεβλημένον, ὅπως ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαζαρῆς.
§38Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Βρανεζίου παραπονουμένων κατὰ τῆς ἑταιρείας Κωπαΐδος. Καὶ πάλιν οὗτοι διὰ τῆς αἰτήσεως των ἀναφέρονται πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ἐπιληφθῇ τῆς ἐρεύνης τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων τῆς ἑταιρείας ταύτης διὰ τῶν ὁποίων τελείως καταστρέφει τὸ χωρίον τοῦτο. Ἑπτὰ τὸν ἀριθμόν, Κύριοι, εἶναι τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ πρῶτον εἰς θέσιν Ἅγιος Ἀνδρέας, ἡ ἑταιρεία ἠνέωξεν ἓξ πόρτας σιδηρᾶς διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνανται νὰ ὑποκλέπτωνται τὰ ὕδατα τοῦ Κηφισσοῦ, δι’ ὧν οἱ χωρικοὶ τοῦ Βρανεζίου ἀρδεύουν τὰς γαίας των. Ἐπίσης εἰς θέσιν Λάππα ὤφειλε νὰ κατασκευάσῃ ἡ ἑταιρεία δέσιν διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀρδεύωσιν οἱ χωρικοὶ τοὺς ἀγρούς των. Δὲν ἔχω τὸν κατάλληλον χρόνον, ἵνα ἐξιστορήσω πρὸς ὑμᾶς ὅλα τὰ παράπονα τῶν κατοίκων Βρανεζίου, καθόσον μόνον 5 λεπτῶν χρόνον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ συνεπῶς παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῶν καταστρεπτικῶν αὐτῶν πράξεων τῆς ἑταιρείας Κωπαΐδος, πρὸς δὲ ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀστυνομίας τῆς Λεβαδείας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία ἀπεστάλη πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Δυνάμει μιᾶς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μετέβη ἐκ Λεβαδείας ἀστυνομικὸς ἐπὶ τόπου καὶ ἐξήτασε τὰ πράγματα, ὑπέβαλε δ’ ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγει, ὅτι τὰ παράπονα τῶν κατοίκων τοῦ Βρανεζίου στηρίζονται ἐπὶ βάσεως ἀσφαλοῦς, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔλαβεν ἔκτοτε ἀπόφασιν. Παρακαλῶ λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν ἔχω τὸν καιρόν, ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ πράξητε ὅ,τι τὸ δίκαιον ἐπιτάττει σχετικῶς μὲ τὴν ἑταιρείαν Κωπαΐδος, ἡ ὁποία δὲν θεωρεῖ ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν κατοίκων.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετμεζᾶς.
§40Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἄλλοτε, ἐξ ἀφορμῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ αὐτοῦ χωρίου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἑταιρεία Κωπαΐδος ἀνέκαθεν, οὐχὶ τὸ πρῶτον, ἠννόησε νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν. Ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος, ἀναλαβοῦσα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποξηράνῃ τὰς ἐκτάσεις ἐκείνας ἐπὶ τῷ ἀνταλλάγματι τῆς προνομιακῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἀποξηράνει, ὄχι μόνον τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς δὲν ἐξετέλεσεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ καλλιεργείας τῶν γαιῶν ἐκείνων καταπιέζει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τοὺς δυστυχεῖς χωρικοὺς τῆς Λεβαδείας, ὥστε τοὺς ἔχει φέρει εἰς ἀπόγνωσιν. Ἐπανειλημμένως ἀνηνέχθησαν οἱ χωρικοὶ οὗτοι εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις καὶ ἐζήτησαν παρ’ αὐτῶν, ὅπως ἔλθωσιν ἀρωγοί, ὅπως ὑποβοηθήσωσιν αὐτοὺς ἀπέναντι τῶν ἀξιώσεων τῶν παρανόμων καὶ τῶν καταπιέσεων τῆς ἑταιρείας ἐκείνης. Δυστυχῶς ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ παράπονα ταῦτα ἀπηυθύνοντο πρὸς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, ἦτο ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δὲν εἶχε λάβει ἀκόμη τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν φανταζόμεθα ὅτι ἔλαβε σήμερον, δὲν εἶχε δηλαδὴ λάβει τὴν μορφὴν Κράτους προνοοῦντος ὑπὲρ τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἶχε τὴν ὀλιγαρχικὴν ἐκείνην μορφήν, τὴν ὁποίαν ἔπληξεν ἡ ἐπανάστασις. Ἀλλ’ ἂν ἐδικαιολογεῖτο ἡ καταδυνάστευσις τῶν χωρικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν κατὰ τὸ πρώην καθεστώς, βεβαίως δὲν δικαιολογεῖται πλέον κατὰ τὸ νῦν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐσχεδίασεν ἡ ἐπανάστασις. Βεβαίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἐδόθη ἀκόμη καιρὸς νὰ μελετήσῃ ὅλα τὰ ζητήματα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠννόησεν ἡ ἑταιρεία νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύμβασιν, τὸ ζήτημα τῆς ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς τοῦ κράτους, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐξ ἀφορμῆς ἑπομένως τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βρανεζίου τοῦ δήμου Ὀρχομενίων, ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου ζητήματος περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ ἐπὶ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν. Οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ δυνάμει τῆς συμβάσεως, διότι αὐτὴ ἡ σύμβασις, ὡς ἄλλοτε θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω, δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ, ὅπως δικαιοῦται πᾶσα Κυβέρνησις παντὸς Κράτους νὰ ἐπεμβῇ ὑπὲρ καταπιεζομένων πληθυσμῶν. Δὲν δύναται ἐξ ἄλλου νὰ μᾶς παραπέμψῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν δικαστικὴν προστασίαν καὶ μόνην, ἐν ὅσῳ δύναται διὰ τῆς διοικητικῆς προστασίας νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀσφαλίσει εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς τούτους πληθυσμοὺς ὄχι μόνον τὰς ἰδιοκτησίας των, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ὑγείαν των. Αὐτὰ εἶχον νὰ τονίσω ἐνώπιον ὑμῶν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐκλογέων μου τούτων.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κτηματικοῦ συνδέσμου Κύμης περὶ ἐμπορίας οἴνων.
§42Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Κυμαίων, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκτεταμένης καὶ ἐμπερισταμένως συντεταγμένης αἰτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ληφθῶσι παρ’ αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν αἱ συστάσεις, τὰς ὁποίας ποιεῖται ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτοῦ. Αἱ συστάσεις δὲ αὗται εἰσὶν αἱ ἑξῆς: Πρῶτον ὅπως θεωρηθῇ, ὅπως καὶ εἶναι, ὑψίστης σημασίας τὸ πρὸ πολλοῦ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων νομοσχέδιον καὶ προταχθῇ καὶ συζητηθῇ δεόντως καὶ σπουδαίως ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως πάντοτε πρέπει νὰ συζητῆται πᾶν γεωργικὸν καὶ τοιαύτης σημασίας νομοσχέδιον· δεύτερον ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτείνει ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος, αἵτινες ἀπορρέουσιν ἅπασαι ἐκ μακρᾶς οἰνοπαραγωγικῆς πείρας καὶ προέρχονται ἐξ ἀγαθωτάτης προαιρέσεως καὶ περιεσκεμμένης προνοίας ὑπὲρ τῶν οἰνοπαραγωγῶν τῆς χώρας. Τὰς τροπολογίας αὐτὰς ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὐελπιστῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ταχέως πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ ἤδη εἶναι ἀναγεγραμμένον τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς Βουλῆς. Ἤδη παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πρωτίστως τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία καθοδηγεῖ καὶ ῥυθμίζει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ φέρῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὸν ἀφρὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸ ἐπὶ τοσούτους μῆνας εἰς τὰ βάθη αὐτῆς εὑρισκόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κινδυνεύει νὰ καταπνιγῇ, μαζὺ δὲ μὲ αὐτὸ κινδυνεύει νὰ καταπνιγῇ καὶ ἡ οἰνοπαραγωγὴ τῆς χώρας, νὰ φροντίσῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καταλλήλως τροπολογούμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἵνα φανῇ ὅτι φροντίζει ὄντως καὶ σπουδαίως περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου καὶ πλουτοπαραγωγικοτάτου τούτου κλάδου τῆς χώρας. Χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐμέμφθησαν τὴν Κυβέρνησιν ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἄλλοι τινες, ἀρνητικοὶ αὐτοὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχει ἑτοίμην ἐργασίαν πρὸς νομοθεσίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει σπουδαιότερον νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐμπορίας τῶν οἴνων, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῆς καταναλώσεως τῶν οἴνων ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τὸ ὁποῖον καταλλήλως τροπολογούμενον θὰ ἐξυπηρετήσῃ ὡς ἄριστα τὸν σπουδαιότατον τοῦτον ἐπαναλέγω πλουτοπαραγωγικὸν κλάδον τῆς χώρας;
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἕτοιμον;
§44Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εἶναι ἕτοιμον πρὸ πολλοῦ, ἔχει παραπεμφθῇ μάλιστα καὶ εἰς ἐπιτροπήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναμένουσιν ἤδη οἱ οἰνοπαραγωγοὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι νὰ προτάξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ συζητηθῇ καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους τοῦτο.
§45Γ. ΠΩΠ. Ἂς φέρῃ τὸν προϋπολογισμόν.
§46Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ τὸ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ μάλιστα τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα, διότι ὅλος ὁ οἰνοπαραγωγικὸς κόσμος, μετ’ ἀγωνίας ἀναμένει τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω· καὶ ἐν τέλει θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως εὐαρεστουμένη ἐπιτρέψῃ αὕτη νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ κτηματικοῦ συνδέσμου Κυμαίων, διότι ἐν αὐτῇ περιλαμβάνονται μελέται σπουδαῖαι καὶ θὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, νὰ τυπωθῇ.
§48Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καθ’ ὅσον χιλιάδες κατοίκων ἀποζῶσι μόνον ἀπὸ τοὺς Κυμαϊκοὺς οἴνους.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοσόνας. Ἀπών· ὁ κ. Μαυρίκης.
§50Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου Κυμαίων· εἶναι καιρὸς νομίζω νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν οἰνοπαραγωγήν, ἡ ὁποία κατεκρεουργήθη ὑπὸ τῶν προλαβουσῶν Κυβερνήσεων, διότι διὰ τῶν προστατευτικῶν νόμων ὑπὲρ τῆς ἐνιαίας καὶ τῆς ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων περιεφρουρήθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους αὗται καὶ μόναι, ἐνῷ καιριώτατα ἐτραυματίσθη ἡ οἰνοπαραγωγή, ὥστε οἱ οἰνοπαραγωγοὶ Κυμαίων Κοτυλαίων γυμνητεύοντες ἔφθασαν εἰς ἀπόγνωσιν· εἶναι καιρός, λέγω, νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀνορθωτικὴ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκραγεῖσαν οἰνικὴν κρίσιν, καὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον σοβαρόν, τέλειον καὶ σωστικόν, διότι τὸ ἤδη ὑποβεβλημένον εἶναι ἀτελέστατον καὶ φέρει νέον καίριον τραῦμα κατὰ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, διότι ζητεῖται νὰ μονοπωλήσῃ ἡ ἑταιρεία τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων τὸ οἰνόπνευμά της, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται μόνον ἡ ἀπόσταξις ἐκ προϊόντων τῆς ἀμπέλου, ἄρα ἀπαγορεύεται τὸ ἐξ ἀμπελωδῶν οὐσιῶν οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται ἀτελὲς καὶ τὸ ἠγόραζον πρὸς ἀνάμιξιν τῶν οἴνων των οἱ οἰνοπαραγωγοὶ πρὸς λεπτὰ 40, καὶ τούτου ἀπαγορευομένου θὰ ἀγοράζωσι ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν πρὸς δραχ. 2 ἢ 3 τὸ οἰνόπνευμά της, ἀφοῦ ἄλλο δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσαχθῇ παρὰ μόνον τῆς ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Ζητῶ λοιπὸν ὅπως ἡ Κυβέρνησις φέρῃ τέλειον νομοσχέδιον πρὸς προστασίαν τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου Κράτους καὶ γυμνητεύουσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες.
§51Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ἰδιαίτατα δὲ τὸν σεβαστὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως θέσῃ μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων τὸ νομοσχέδιον περὶ οἰνοπαραγωγῆς, διότι εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ οἶνοι νοθεύονται, καὶ ἐκ τῆς νοθείας οἱ οἶνοι οἱ ἀνόθευτοι δὲν πωλοῦνται εἰς τὰς τιμὰς εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ πωλῶνται καὶ δὲν γίνεται ἡ κατανάλωσις ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνεται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τάξῃ μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς δημοδιδασκάλων Λαρίσης περὶ συντάξεως. Ὁ κ. Σχινᾶς. Ἀπών. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Ζακύνθου Δ. Ξένου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΩΟΒʹ νόμου, ὅπως καὶ ποσὰ μείζονα τῶν 1200 δραχ. ἐξοφλῶνται τμηματικῶς (100 δραχ. κατὰ τριμηνίαν). Ὁ κ. Κλάδης.
§53Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὁ ἀναφερόμενος συμπολίτης μου Δ. Ξένος παραπονεῖται ὅτι γείτονες ἄγνωστοι ἔβαλαν ἓν χαβάνιον εἰς τὴν αὐλήν του μίαν φορὰν καὶ γενομένης ἐρεύνης ἀνευρέθη αὐτὸ καὶ κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν οἰκονομικὴν ἀρχὴν εἰς ὑπέρογκον πρόστιμον, ἐν ᾧ ἀπὸ τὸν φυσικὸν δικαστήν, ὅστις εἶναι ὁ ποινικὸς δικαστής, ἠθωώθη. Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετῆλθε διὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν του, καὶ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν δὲν ἐτελεσφόρησαν καὶ τέλος πάντων ἐγένετο αὕτη τελεσίδικος, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον ποσόν, διότι εἶναι μέγα τὸ πρόστιμον, αὐτὸς δὲ ἔχει οἰκογένειαν καὶ παιδιὰ νὰ διαθρέψῃ καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναται ἄλλο τι νὰ πράξῃ προσφεύγει εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει θερμότατα νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν του καὶ νὰ κάμῃ, ὅ τι εἶναι δυνατόν· θὰ ἀναγκασθῶ δὲ καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ εὑρίσκω τὴν μακροσκελεστάτην αὐτὴν ἀναφορὰν πολὺ δικαίαν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, ἵνα τροποποιουμένου τοῦ νόμου, καὶ διὰ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 1200 δρ. ἐπιτρέπηται ἡ καταβολὴ αὐτοῦ τμηματικῶς. Τώρα δὲν θίγω τὸ ζήτημα· ἴσως νὰ παραστῇ ἄλλη εὐκαιρία, ἄλλη ἀνάγκη νὰ θιχθῇ καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σοβαρὸν καὶ πολὺ σπουδαῖον· ἤτοι, ὅταν εἷς διὰ μίαν παράβασιν τῶν νόμων ἀθῳώνεται ἀπὸ τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, πάντοτε καὶ κατ’ ἀρχὴν δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἀναρμοδίως ἐπιβάλλεται πρόστιμον ἀπὸ ἕνα ἔκτακτον δικαστήν, οἷος εἶναι ὁ οἰκονομικός, οὐχ’ ἧττον τὸ ζήτημα εἶναι ἐξετάσιμον. Ὑπάρχουσι βεβαίως περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Δικαστήριον δύναται νὰ εἴπῃ δι’ ἄλλον λόγον, ὅτι εἷς εἶναι ἀθῷος, ὁ δὲ τελώνης πάλιν διὰ μίαν παρατυπίαν νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον, διότι καὶ αἱ παρατυπίαι ὑπὸ τοῦ τελώνου τιμωροῦνται. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τοῦτο κατὰ κανόνα ὑπ’ ὄψιν. Προκειμένου περὶ χαβανίου πρὸς κοπὴν καπνοῦ, βεβαίως ἡ ἀπόφασις τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κῦρος ἀπέναντι πάσης ἄλλης καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸ πρόστιμον. Ἀλλὰ πάλιν ὁ ἄνθρωπος λέγει ὅτι θὰ πληρώσω, ἀλλὰ δὲν ἔχω τώρα, καὶ θὰ πεθάνουν τὰ παιδιά μου ἀπὸ τὴν πεῖναν, νὰ τὰ δώσω λίγα–λίγα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Μ. Φορμάνου διαμαρτυρομένου, διότι δὲν τῷ ἐπιτρέπεται οἰκοδομὴ ἐπὶ οἰκοπέδου του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ.
§55Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ προσοχήν· πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου ἀφορῶντος κατ’ ἐμὴν γνώμην καὶ αὐτὴν τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ὑπάρχει Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ὀφείλουσιν αἱ πλευραὶ τῶν οἰκοδομῶν νὰ ἔχωσι θέσιν ὀρθογώνιον, ὅσαι δὲ δὲν ἔχουσιν, ὀφείλουσι νὰ μεταρρυθμισθῶσι καταλλήλως ὑπὸ τοῦ οἰκοδεσπότου.
§56Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι αἱ οἰκοδομαὶ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἔχωσιν ὀρθὰς γωνίας πρὸς τὴν ὁδόν.
§57Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο μέχρι τοῦδε δυστυχῶς οὐδέποτε εἶχεν ἐφαρμοσθῆ, διότι ὅλαι αἱ οἰκίαι τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ εἶναι πλάγιαι πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῆς ὁδοῦ. Τελευταίως ὅμως κάποιος ἔχων συμφέρον ἤγειρε τὸ ζήτημα θελήσας νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τούτου, καὶ προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία λαβοῦσα οὕτω ἀφορμὴν ἐκ τούτου καὶ μόνου ἐξέδωκε διαταγάς, προσεκάλεσε δὲ τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ γείτονος, τοῦ κινήσαντος τὸ ζήτημα· Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλος δυστυχὴς ἰδιοκτήτης, ὁ ἀναφερόμενος, τοῦ ὁποίου τὸ οἰκόπεδον εὑρίσκεται μεταξὺ δύο οἰκοδομῶν, αἵτινες εἶναι καὶ αἱ δύο πλάγιαι πρὸς τὴν ὁδόν, ἐζήτησε νὰ οἰκοδομήσῃ, καὶ θὰ εἶχε μέτωπον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ τακτικώτατον, καίτοι αἱ πλευραὶ ἤθελον εἶσθαι πλάγιαι. Ὅταν θὰ ἐκτίζετο ἡ οἰκοδομή του, οὐδεὶς θὰ ἐγνώριζεν ἐὰν τὰ οἰκόπεδα ἦσαν πλάγια ἢ οὔ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ. Ζητεῖ ὁ ἀναφερόμενος τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ κτίσῃ, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν τὴν δίδει ἐν ᾧ μέχρι τοῦδε ἔχει δώσει εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους τοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, παριδοῦσα τὸ Διάταγμα τοῦ 1836.
§58Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου.
§59Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι παράνομον μετὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ νῦν, ὡς καὶ τοῦ προηγουμένου, διότι τὸ Σύνταγμα, ὡς ἐνθυμεῖσθε καλῶς, λέγει ῥητῶς: «οὐδεὶς στερεῖται ἄκων τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην» ἔλεγε τὸ παλαιόν, «διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν» λέγει τὸ νέον. Καὶ εἴπατέ μοι σᾶς παρακαλῶ: ποία εἶναι ἡ δημοσία ἀνάγκη ἢ ἡ δημοσία ὠφέλεια;
§60Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ὠφέλεια.
§61Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁποία.
§62Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἀφήνονται οἱ διάφοροι ἰδιοκτῆται νὰ κτίζουν τὰς οἰκοδομὰς αὑτῶν ἀναλόγως τῆς φαντασίας των χωρὶς νὰ ὑπεισέρχηται ἡ Κυβέρνησις νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα κατὰ τρόπον καλλιτεχνικόν, θὰ παρουσιάζετο ἡ πόλις περιέργως πως ἐκτισμένη ἀναλόγως τῆς ἰδιοτροπίας ἑκάστου τῶν ἰδιοκτητῶν. Διὰ τοῦτο δὲ παντοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου λέγεται ὅτι δὲν δικαιοῦταί τις νὰ κτίσῃ ἀναλόγως τῆς φαντασίας του, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, πῶς πρέπει νὰ κτίσῃ τὴν οἰκοδομήν του, καὶ ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι αἱ οἰκίαι πρέπει νὰ παρουσιάζωσιν ὀρθὰς γωνίας. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ὀρθὴν γωνίαν, δέον νὰ λάβῃ ἀνάλογον μέρος ἐκ τῶν ἄλλων, καὶ ὁ ἄλλος ἐννοεῖται ὅτι θ’ ἀποζημιωθῇ, διότι ἂν δὲν κάμῃ τοῦτο, δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν οἰκίαι εὐπρόσωποι. Ἑπομένως ἡ ἀνάμιξις τῆς Κυβερνήσεως ἀφορᾷ ζήτημα κοινῆς ὠφελείας.
§63Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ ἀνάμιξις τῆς Κυβερνήσεως ἀφορᾷ ζήτημα κοινῆς ὠφελείας εἰς ἃς περιπτώσεις ὥρισεν ὁ κ. Ὑπουργός· δὲν ἀμφισβητῶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τοῦτο· ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄλλως ἔχουν τὰ πράγματα. Ἐὰν εἴπητε εἰς τὸν γείτονα: κόψε τὸ σπίτι σου, ὁ γείτων θὰ εἴπῃ ὅτι: δὲν τὸ πράττω. Καὶ ποῖος θὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ τὸ κόψῃ, παρακαλῶ; Τὸ Σύνταγμα σᾶς ἐμποδίζει.
§64Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἐμποδίζει.
§65Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐδοκιμάσατε νὰ κόψητε οἰκίαν ὑπὸ τοιαύτας περιπτώσεις;
§66Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ δημοσία ἀνάγκη ἢ ὠφέλεια, γνωρίζετε τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἄλλου· γίνεται ἀπαλλοτρίωσις καὶ κατὰ τὸν νόμον τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀφαιρεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του.
§67Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἢ ὠφέλεια προσηκόντως ἀποδεδειγμένη. Ταῦτα λέγει τὸ Σύνταγμα καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ποῦ εἶναι ἐδῶ ἡ ὠφέλεια ἡ δημοσία, ἡ ἀποδεδειγμένη; Ἐὰν ἐκτίζετο ἡ οἰκία ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου, ὅπως ἐζήτησεν ὁ ἀναφερόμενος, ἡ πρόσοψις θὰ ἦτο λίαν εὐπρόσωπος, δὲν θὰ ἐγνώριζε δ’ οὐδείς, ἂν ὑπάρχει ἐν τῷ μέσῳ πλάγιον ἢ ὀρθὸν ὅριον.
§68Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἡ Πολιτεία ὑποχρεωμένη νὰ μανθάνῃ ἂν εἶναι πλάγιον ἢ ὀρθὸν τὸ ὅριον.
§69Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ δημοσία ὠφέλεια. Πεισθῆτε ἀναμφισβητήτως ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§70Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομικὸν ὄντα: Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 ὁ ἰδιοκτήτης νὰ κτίσῃ τὴν οἰκίαν του μὲ ὀρθὰς γωνίας;
§71Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι· ὑποχρεοῦται νὰ ὀρθογωνίσῃ τὸ οἰκόπεδον συνεννοούμενος μετὰ τοῦ γείτονος, ἐὰν ἀμφότεροι ἔχωσιν οἰκόπεδα, καὶ ὄχι οἰκοδομάς.
§72Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Βεβαίως ναί.
§73Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι· διότι ἤδη δὲν πρόκειται περὶ οἰκοπέδου, ἀλλὰ περὶ οἰκοδομῆς.
§74Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ ὀρθογωνίσῃ σημαίνει νὰ κτίσῃ ὀρθὰς γωνίας.
§75Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι, ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Εἶναι ἐκτισμένη ἡ οἰκοδομὴ τοῦ γείτονος καὶ λέγει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κτίσῃ: κόψε τὸ σπῆτι τοῦ γείτονος· ποία εἶναι ἡ δημοσία ὠφέλεια ἡ ἐπιβάλλουσα τοῦτο; Οὐδεμία. Ὁ γείτων λοιπὸν θὰ ἀρνηθῇ, ἂν δὲν ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν οἰκοδομήν· καὶ τίς θὰ πληρώσῃ τὴν οἰκοδομήν; ἂν πρόκειται αὕτη νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ οἰκόπεδον τοῦ γείτονος, τότε τὸ οἰκόπεδον τοῦτο καθίσταται ἄχρηστον, καὶ εἶναι ὡς δήμευσις περιουσίας!
§76Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συνταγματικῶν δικαιωμάτων καὶ συνταγματικῶν θεωριῶν, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρέστησεν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως στηρίζεται εἰς νόμον.
§77Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὥστε εἶσθε ἀντίθετοι;
§78Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἴμεθα ἀντίθετοι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ προκείμενον. Λοιπὸν σύμφωνα μὲ νόμον τὸ ζητούμενον ὑπὸ τοῦ αἰτοῦντος φαίνεται παράνομον. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τότε ὁ αὐτὸς νόμος ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ ἔχῃ ἐφαρμοσθῆ, διότι δὲν ἔπρεπεν ἔκτοτε τὸ Κράτος νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κτισθῶσιν αἱ παραπλεύρως κτισθεῖσαι οἰκίαι. Ἤδη ἔρχεται τὸ Δημόσιον καὶ λέγει εἰς τὸν μέλλοντα νὰ οἰκοδομήσῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ οἰκοδομήσῃ, διότι ἡ παραπλεύρως οἰκία δὲν ἔχει κάθετον πλευρὰν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑτοιμορρόπου οἰκίας, ἡ οἰκία ἡ ἑτοιμόρροπος εἶναι κατὰ τὸν νόμον κατεδεδικασμένη νὰ κατεδαφισθῇ καὶ ἑπομένως δὲν δύναται παρὰ νὰ προβῇ νὰ κάμῃ κάθετον τὴν γραμμήν, ὡς ὁ νόμος ἀναφέρει. Ἤδη ἡ οἰκοδομὴ αὕτη εἶναι ἐκτισμένη στερεωτάτη καὶ καινουργής· ἑτοιμόρροπος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ἡ δὲ παράπλευρος γραμμὴ δὲν εἶναι κατὰ νόμον. Σήμερον ἔρχομαι ἐγὼ ὡς ἰδιοκτήτης καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, τὸ Δημόσιον, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κρατεῖτε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον καὶ τοῦ λέγετε ὅτι δὲν σοῦ παρέχομεν τὴν ἄδειαν οἰκοδομῆς ἐὰν δὲν ὀρθογωνίσητε: αὐτὴ ἡ βλάβη ἐπέρχεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ οἰκοδομήσῃ, ἢ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε τὴν ἄλλην, τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος οἰκοδομήν; Ἔρχομαι λοιπὸν σήμερον ὄχι νὰ ζητήσω τὰ αἴτια, οὔτε ἵνα συζητήσω, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο καὶ διατὶ τοῦτο δὲν ἔγινε, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ὁ χρόνος, ἀλλ’ ἔρχομαι, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ὅλα τὰ μέρη αὐτοῦ τοῦ τετραγώνου ἔλαβον αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν, διότι ἡ γωνία εἰς ἣν καταλήγει ἡ ὁδὸς εἶναι ὀξεῖα, ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ πρώτη βάσις εἶναι ὀξεῖα, ὅλα θὰ εἶναι ὀξέα. Ἑπομένως δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τελείαν καταστροφὴν διότι οὗτος, πρῶτον ἔχει συμβληθῆ μετὰ ἐργολάβων διὰ τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ κτιρίου του, ἔχει δὲ καὶ ἐγκαταλείψει τὸ ἐργοστάσιόν του ἀποφασίσας νὰ κτίσῃ ἐκεῖ ἐργοστάσιον. Ὥστε πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἄδεια νὰ οἰκοδομήσῃ, νὰ ὁρισθῇ δέ, ὅτι μέχρις οὗ καταστῇ ἑτοιμόρροπον τὸ κτίριον, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κτίσῃ τίποτε. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, παρακαλῶ δὲ ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ τότε θὰ ἴδῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος ὅτι ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου ἐπῆλθον αἱ ἀταξίαι αὐταί, καὶ νὰ προληφθῇ ἓν μέγα ἀδίκημα καὶ τὸ Κράτος νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης τῶν ἀποζημιώσεων.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας Προηγεῖται τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον αὐτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρεκάλουν κ. Πρόεδρε, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, ὅπως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 34 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγραφόμενον νομοσχέδιον «περὶ ἀμοιβῆς τῶν ὡς ἀνθρακέων χρησιμοποιουμένων ἀνδρῶν καὶ τῶν ἐν θεριναῖς ὥραις ἐργαζομένων ἡμερομισθίων καὶ τεχνιτῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ» ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον τὸ Νομοσχέδιον εἰς ά. συζήτησιν).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν καὶ περὶ ὡρῶν ἐργασίας». Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ποῖον νομοσχέδιον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Τὸ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἢ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τῆς Ἐπιτροπῆς; (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ά ἄρθρου.
§85Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ἀνάγκης νὰ ὑπερασπίσω τὸ σχέδιον τοῦ νόμου, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι εἰσηγητής. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἀναφέρω ὀλίγα ἐκ τῶν πολυπληθῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμην νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα καταδείξω ποίαν μεγάλην κοινωνικὴν πληγὴν προώρισται νὰ θεραπεύσῃ καὶ ποῖα δεινὰ προώρισται νὰ ἄρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἰδίως τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ἡ συζήτησις. Τὸ Γραφεῖον τῆς στατιστικῆς τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἀθηνῶν, ἀνεπίσημον ἐν ἀνυπαρξίᾳ ἐπισήμῳ, ἀλλὰ καλῶς λειτουργοῦν, τηρεῖ στατιστικὴν τῶν δυστυχημάτων εἰς ἐργάτας, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἀθηνῶν. Ἐκ τούτων ἀναφέρω ὑμῖν ὅσα συνέβησαν ἐντὸς τριάκοντα τεσσάρων ἡμερῶν: Ἀπὸ 18 Ἰουνίου μέχρι 26 Ἰουλίου 1911. Τὰ δυστυχήματα ταῦτα εἶναι ὀκτὼ ἐν ὅλῳ καὶ ἔλαβον χώραν (ἀναγινώσκει). «Τὸ πρῶτον εἰς τὸ ἐργοστάσιον Μπαλακάκη ἐν Ἀθήναις· ἐφονεύθη τὴν 18 Ἰουνίου ὁ ἐργάτης Στάμου. Τὸ δεύτερον συνέβη ἐν Νέῳ Φαλήρῳ· ὁ κτίστης Παρώδης καταπεσὼν ἀπὸ ὕψους 7 μέτρων ἐν τῇ οἰκοδομῇ τοῦ σταθμοῦ τοῦ ἠλεκτρικοῦ τροχιοδρόμου ἐτραυματίσθη σοβαρώτατα εἰς τὴν ὀσφυακὴν χώραν. Τὸ τρίτον: Εἰς τὸ αὐτὸ ἐργοστάσιον Μπαλακάκη ὁ ἐργάτης Κόκαλης ἀπώλεσε τὴν δεξιάν του χεῖρα περιπλακεῖσαν εἰς τὸν ἱμάντα τῆς μηχανῆς. Τὸ τέταρτον: Ὁ κτίστης Γιαννουλάτος καὶ ὁ υἱός του κατέπεσαν ἀπὸ ἰκρίωμα καὶ ἐτραυματίσθησαν σοβαρώτατα ἐν Πειραιεῖ τὴν 17 Ἰουλίου. Τὸ πέμπτον: Ὁ ἐργάτης Ἀποστολίδης ἐφονεύθη ἐκ πτώσεως ἐν τῷ ἐργοστασίῳ Ζαβογιάννη ἐν Πειραιεῖ τὴν 22 Ἰουλίου. Τὸ ἕκτον: Εἰς τὰ λατομεῖα Διονύσου ὁ ἐργάτης Ζουμῆς ἐφονεύθη συμπιεσθεὶς μεταξὺ δύο βαγονίων τὴν 23 Ἰουλίου. Τὸ ἕβδομον: Οἱ ἐργάται Μπελεγρίνης καὶ Γερογιάννης ἐτραυματίσθησαν σοβαρῶς ἐξ αἰφνηδίας ἐκρήξεως φουρνέλου εἰς τὰ λατομεῖα Πεντέλης τὴν 25 Ἰουλίου. Τὸ ὄγδοον: Ὁ μεταλλευτὴς ἐργάτης Ταπανάκιας ἐφονεύθη καταπλακωθεὶς ὑπὸ ὀγκολίθου ἐν Σουνίῳ τὴν 26 Ἰουλίου». Ἀνέφερα τὰ παραδείγματα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, μολονότι δὲν θὰ εἶχον σημασίαν ἰδιάζουσαν, οὕτω ξηρῶς ἀναφερόμενα· διότι ἔχω νὰ βεβαιώσω ἐπισήμως τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπισκεφθεὶς τρεῖς τόπους ἐκ τῶν ἀναφερθέντων εἰς τοὺς ὁποίους συνέβησαν δυστυχήματα, μετ’ ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἀθηνῶν, ἀντελήφθην ὅτι δι’ ἐλαχίστης μερίμνης, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῶν ἐργοδοτῶν, θ’ ἀπεφεύγοντο τὰ δυστυχήματα ταῦτα τῶν ἐργατῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐν τῇ ἐργασίᾳ δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προληφθοῦν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν δὲ ἄποψιν, τῆς ὑγιεινῆς τῶν ἐργοστασίων, περὶ ἧς λαμβάνει πρόνοιαν ἡ βʹ παράγραφος, δὲν ἔχω παρὰ ν’ ἀναφέρω στατιστικήν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχα τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου: (ἀναγινώσκει). «Ἐξ 650 ἐργατῶν τυπογράφων ἐν Ἀθήναις ἀπεβίωσαν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν 75 ἐκ φθίσεως τῶν πνευμόνων καὶ τοῦ λάρυγγος, 3 ἐξ ἀποπληξίας, 2 ἐξ ἄλλων νόσων καὶ εἷς μόνον ἐκ γήρατος!. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι σᾶς δίδουν, κύριοι Βουλευταί, τὸ μέτρον τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τῶν τυπογραφείων τῶν Ἀθηνῶν, μολονότι εἶναι τὰ καλλίτερον διερρυθμισμένα, κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἐργοστάσια τῶν Ἀθηνῶν. Ταῦτα τὰ παραδείγματα ἀνέφερον, ἵνα καταδείξω τὴν μεγάλην σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἰδίως τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐφ’ οὗ ἡ συζήτησις ἤδη. Ἐὰν τοῦτο κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους βεβαίως θὰ εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι εἰς τὸ μέλλον ἀπὸ τῶν τοιούτων καθημερινῶν δυστυχημάτων, ἐὰν τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Περαίνων, κύριοι Βουλευταί, τὰ ὀλίγα ταῦτα, νομίζω καθῆκόν μου, νὰ ἐξάρω τὴν ὑψίστην κοινωνικὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ νὰ τονίσω ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δύναται ἡ Βουλὴ αὕτη ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, νὰ καυχῶνται ὅτι καταθέτουσι δι’ αὐτοῦ τὸ θεμέλιον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνικῆς νομοθεσίας.
§86Γ. ΠΩΠ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Βουλήν, κύριοι Συνάδελφοι, διότι δὲν εἶναι εὐχερὲς ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὰς σεμνὰς σκιὰς τῶν ὑποβαλόντων τὸ νομοσχέδιον κυρίων Ὑπουργῶν, (ἱλαρότης) οἱ ὁποῖοι τοιαύτην ἀποδίδουσι σημασίαν εἰς ἔργον γενικωτάτης ἀληθῶς σημασίας, ὥστε ῥίπτοντες τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀφήνουσιν ἔκθετον ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προβληθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν.
§87Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις σᾶς ἀκούει, κύριε Συνάδελφε, καὶ τὸ υἱοθετῶ ἐγώ.
§88Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀναπληρῶν διαρκῶς τοὺς συναδέλφους του, παραμένων ἐνταῦθα κινδυνεύει νὰ γίνῃ ἡ βρεφοδόχος τῶν ἐκθέτων, τὰ ὁποῖα ῥίπτονται ἐδῶ. (Ἱλαρότης). Θαυμάζω τὴν ἀντοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ὁποία μέλλει νὰ εἶναι ἡ τύχη τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτε τὸ μὲν ἀρχικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἀπέρριψε πρὸ μικροῦ καὶ ἀντικατεστάθη κατὰ τύπους διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη ἡ ἐπιτροπή, ἣν ὥρισεν ἡ Βουλή, ἐνῷ ἴσως ἴσως οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοὶ δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ οὐσίαν μὲ καθιστᾷ ἀληθῶς εὐτυχῆ, διότι συμπίπτει ἡ πεποίθησίς μου πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς λόγοις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐξαγγελθείσας, ὅπως ληφθῶσι μέτρα περὶ τῶν ἐργατῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἄν μὲ εὕρῃ ἀντιφωνοῦντα ὑποβολὴ νομοσχεδίου ἐργατικοῦ, θὰ μὲ εὕρῃ μόνον ἡ δειλία ἡ Κυβερνητική, ἡ ὁποία ἐπιδεικνύεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐκεῖθεν μὲν νὰ παραπλανήσῃ τοὺς ἐργοδότας, ἐντεῦθεν δὲ νὰ παραπλανήσῃ ὡς ἐκτελοῦσα τὰς ἐπαγγελίας της τοὺς ἐργατικοὺς πληθυσμούς. Λέγει δὲ πρὸς ὑμᾶς ταῦτα πολίτης μὴ θελήσας οὐδ’ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ αὐτοῦ βίῳ νὰ κανονίσῃ τὴν ἐργασίαν του ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ ἢ τὰς ὑπερβολὰς τοῦ ὄχλου, διότι καὶ ὡς βιομήχανος ἐξετέλεσεν ἔργον, τὸ ὁποῖον συντηρεῖ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὰς αὐστηροτάτας εἰς εὐγενεῖς πεποιθήσεις συντηρητικὰς τάξεις. Θὰ ἦτο δ’ ἔξω τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς, θὰ ἦτο ἔξω τῆς παρατηρήσεως τῆς στοιχειώδους, τῆς ἐπιβεβλημένης εἰς πάντα πολίτην, ἐὰν δὲν ἀνεγνωρίζετο ὑπ’ ἐμοῦ πρῶτον, ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος τῆς γῆς ἡ θέσις τοῦ ἐργάτου εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον οἰκτρὸν σημεῖον ὡς ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν ὑπάρχει Χώρα γῆς, τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις μένει ἀδιάφορος εἰς τὰ ἑκάστοτε ἐκδηλούμενα ἐργατικὰ ζητήματα ὡς τοῦτο ἐξεδηλώθη καὶ ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ παρελθόν, ὡς ἀτυχῶς ἐκδηλοῦται καὶ νῦν, ἀναγνωρισθὲν διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐργατικῶν τούτων νομοσχεδίων. Ἡ θέσις τοῦ ἐργάτου δὲν εἶναι θέσις ἀφορῶσα ἁπλῶς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἵτινες βιοπορίζονται διὰ χειρωνακτικῆς ἐργασίας. Ἐργάται εἶναι πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς ἀπεριορίστου ἀλληλεγγύης τῆς ἐργασίας, τῆς ἐξικνουμένης ἐν τῷ καταμερισμῷ τῶν ἔργων ἀπὸ τοῦ τελευταίου χειρώνακτος μέχρι τοῦ πνευματικοῦ ἀνδρός. Αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν ἀποτελοῦσι κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὰ θέματα, ἡ δὲ προστασία τῶν ἐργατῶν ἀποτελεῖ θεμελίωσιν μιᾶς Πολιτείας. Βεβαίως δὲ τὸ θεμέλιον τοῦτο τὸ ἐργατικὸν ἐλλείπει ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ εἶναι εὐτύχημα ὅτι αἱ ἐπελθοῦσαι ἐξεγέρσεις καὶ αἱ διαμαρτυρίαι ἐγένοντο ἀφορμή, ὅπως ληφθῇ καὶ νομοθετικὴ πρόνοια ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἔπρεπε δὲ νὰ εἶναι ὑπερήφανος ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰς αὐτὴν ἔλαχεν ὁ κλῆρος, ἵνα θέσῃ ἐν ἠρεμίᾳ τὰ θεμέλια τῆς νέας πολιτικῆς ἀναπτύξεως ἐν τῇ Χώρᾳ, διότι ἂν σήμερον εἰς ἄλλα μέρη ἐξέγερσις λαϊκὴ ἐκδηλοῦται κατὰ τρόπον συγκινοῦντα, ἂν ἀλλαχοῦ ἡ ἐργατικὴ ἀλληλεγγύη ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ συγκλονίζῃ ἐκ θεμελίων καὶ θρόνους καὶ κοινωνικὰ καθεστῶτα, εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ἐργάτης ὑπομένει· ζητεῖ μόνον, καὶ ζητεῖ ἱκετεύων. Ἀλλὰ νὰ προσέξωμεν καλά, διότι ὡς βαίνουσι τὰ πράγματα καὶ κατὰ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς αὐτὰ καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις, μήπως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ σήμερον μεθ’ ὑπομονῆς ὁ κόσμος ὁ ἐργαζόμενος, ἔλθῃ καὶ τὸ ἀπαιτήσῃ· τότε δὲ βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν ἀπαίτησιν ἐκείνην. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ «περὶ τῆς προστασίας, τῆς ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν καὶ περὶ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας αὐτῶν». Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ τροποποιηθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐμφανίζεται ὁλόκληρον τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διήκει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐκδηλοῦται ἡ ἀτέλεια περὶ τὴν βάσιν τῆς μελέτης, παρεχομένης τῆς πίστεως ὅτι δὲν ὑφίσταται οὐδ’ ἐν τῷ νῷ τῆς Κυβερνήσεως ἐργατική τις πολιτική. Δὲν προσεκομίσθησαν δὲ μήτε κἂν στατιστικαὶ ἀναπόφευκτοι καὶ ζητηθεῖσαι, ὅπως γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν. Ὁμιλοῦμεν περὶ ὑποχρεώσεων ἐπιβεβλημένων εἰς ἐργοστάσια καὶ δὲν ἐρωτῶμεν: ἆρά γε μὴ ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ κλείσωμεν ἐργοστάσια, διότι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς ὅρους αὐτούς, καὶ μήπως ἐπιδιώκοντες τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα πρὸ μικροῦ, φθάσωμεν ἀπέναντι ἑνὸς κλονισμοῦ κοινωνικοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι κλονισμὸς οἰκονομικὸς ἐγγίζων πρώτας αὐτὰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις, περὶ τῶν ὁποίων μὲ ἠκούσατε μετὰ πόσου φανατισμοῦ ἐξ ἀγαθῶν προθέσεων ὁρμώμενος συνηγόρησα πρὸ ὀλίγου; Οἱ ἐργατικοὶ πληθυσμοὶ ζῶσιν ἐδῶ ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς βιομηχανίας τῆς αὐτάρκους ἀφ’ ἑνός, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς βιομηχανίας τῆς ψευδοῦς, ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις δι’ ὅλων τῶν μέσων, θέλουσα δῆθεν νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ τοὺς ἐργάτας, χάριν τῶν ὁποίων προστατεύεται ἡ βιομηχανία ἐκείνη. Καὶ εἴδομεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὅτι ἐργοστασιάρχης, τὸν ὁποῖον ἐπροστάτευσε τὸ Κράτος ἡμῶν, καὶ παρέδωκεν εἰς αὐτὸν τὰ μέσα, ἵνα μονοπωλιακῶς διαχειρίζηται κατασκευὴν ὑέλου, ἀπέβαλε τοὺς ἐργάτας αὐτοῦ καὶ μετεκαλέσατο Ἰταλοὺς τοιούτους. Ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβάλῃ, ὡς ὤφειλε, τὴν δύναμιν αὐτῆς, ἵνα εἴπῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τὸν οὑτωσὶ ἀπαρνούμενον καὶ τῆς φιλανθρωπίας τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ εἶχεν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ἥτις τῷ παρέσχε τὴν προστασίαν της χάριν τῶν ἐργατικῶν πληθυσμῶν, νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προσλάβῃ ἐκ νέου τοὺς ἐργάτας, οὓς ἀπεμάκρυνεν ἀθετῶν σύμβασιν μετ’ ἐκείνων. Ὀφείλει ὄχι λόγοις, ἀλλ’ ἔργοις νὰ μεριμνᾷ τὸ Κράτος, καὶ θ’ ἀναφέρω μὲ λύπην μου, ὅτι πλούσιος Ὑπουργὸς τῆς αὐτοφημιζομένης ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε καὶ δὲν κατεδέχθη νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς μίαν βιομηχανίαν ἀνθοῦσαν καὶ τιμῶσαν τὴν Ἑλληνικὴν χειροτεχνίαν, αὐτὸς Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου, τὴν βιομηχανίαν τῆς ἐπιπλοποιίας, ἀλλ’ ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Εὐρώπην. Ὑπὸ τοιαύτης λοιπὸν ἀντιλήψεως τῶν καθηκόντων αὐτῆς κατεχομένη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσηγεῖται τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν, δύναται νὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὴν ἐξήγησιν διατί δὲν ἐνεφάνισεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁλόκληρον τίτλον ἐργατικῆς νομοθεσίας, διατί φυγοδικεῖ ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι πλῆρες; Ὁμιλεῖ περὶ ἀσφαλείας ἐργατῶν. Ποία εἶναι ἡ ἀσφάλεια τῶν ἐργατῶν; Ἡ ἀσφάλεια τῶν ἐργατῶν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις μόνον; Καὶ ἂν ὁ δυστυχὴς οὗτος ἐργάτης συντριβῇ γηράσκων ἢ συντριβῇ διὰ βιαίου θανάτου, ποία εἶναι ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν τοῦ παρέχει τὸ νομοθέτημα τοῦτο; Εἶναι ἡ ἐκδίκησις. Θὰ ἐκδικηθῇ, διότι ἡ Πολιτεία θὰ τὸν ἐκδικήσῃ τιμωροῦσα διὰ προστίμου τὸν ἐργοδότην ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἐτήρησε τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς ἢ τοὺς ὅρους τῆς ἀσφαλείας. Καὶ εἶναι ἐπαρκὲς τοῦτο ἆρά γε; Ἔρχεσθε νὰ ἐμφανίσητε ὡς νομοθέτημα τοῦ 1911—καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπάρχει ὁλόκληρος σειρὰ κωδίκων ἐργασίας — τὸ ἀτελὲς τοῦτο δημιούργημα, τὸ ὁποῖον ἐνῷ θωπεύει ἁπλῶς τοὺς πόθους τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου, ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲν κατ’ οὐσίαν παρέχει καὶ τοῖς ἐργοστασιάρχαις;
§89Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μελετῶνται.
§90Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ μὲ διέκοψεν ὁ κ. συνάδελφος, ἤθελον τῷ παρατηρήσει, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τέσσαρα· εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἓν περὶ σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι ἕτερον περὶ ἐργασίας ἀνηλίκων καὶ γυναικῶν, καὶ εἶναι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ψηφισθὲν δὲν ἐδημοσιεύθη, τὸ περὶ συμβουλίου ἐργασίας, ἡ βάσις δηλονότι, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῶσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις μὲ διέκοψε· γνωρίζει διατί δὲν ἐδημοσιεύθη ἆρά γε ὁ νόμος ἐκεῖνος; Διότι καὶ ἐκεῖνος ἐπὶ ποδὸς συζητηθεὶς καὶ ἀτελῶς συνταχθείς, ἐπὶ ποδὸς καὶ ἀτελῶς ψηφισθείς, εἶχε διάταξιν, ἡ ὁποία κατήργει ὁλόκληρον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἐνῷ δὲ εἶναι γνωστὸν τοῦτο ἀπὸ τοῦ θέρους, δὲν ἔρχεται ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκομίσῃ ἁπλούστατον νομοθέτημα δύο λέξεων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανορθουμένου τοῦ λάθους θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐργασίας. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ἐμφανίσωμεν ὅτι λαμβάνομεν ἐπισήμως ὑπὲρ τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου; Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ δὲν ἦλθον ἀκόμη πρὸς συζήτησιν, γνωρίζει ἆρά γε ὁ διακόψας με κ. συνάδελφος, πῶς ἔπρεπε νὰ εἶναι συντεταγμένα; Γνωρίζει ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος ἐκείνων ὤφειλε νὰ εἶναι συναφὲς καὶ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβανόμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν τὴν στιγμὴν ταύτην; Ἐξητάσθη ἆρά γε ἂν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ὑπάγονται καὶ τὰ μεταλλεῖα; Σεῖς, οἵτινες ὑπὸ τὸ ὡραῖον φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ὑπὸ τὸ ὑποπράσινον φῶς τῶν λαμπτήρων τοῦ γραφείου σας καὶ σεῖς, οἵτινες ἐντὸς τῶν λαμπουσῶν αἰθουσῶν ζῆτε τὸν βίον τῆς ἀνέσεως, δὲν θὰ ἐλάβετε ἴσως τὸν κόπον ποτὲ νὰ μεταβῆτε καὶ νὰ ἴδητε τὴν δυστυχίαν τοῦ Ἕλληνος ἐργάτου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἓν καὶ μόνον τὸν σῴζει, τὸν σῴζει ὁ ἥλιος, ὁ θεὸς ἥλιος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν σῴζει ἡ κλιματολογικὴ συνθήκη παρέχουσα εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν, ὅπως λιτοδίαιτος βίος μὴ ἀνακόψῃ τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του. Ἀλλὰ μεταβῆτε νὰ ἴδητε τὸν ἐργάτην τὸν ἐργαζόμενον ἐπὶ πενταδράχμῳ ἔστω, τὸν ἔχοντα τέκνα, τὸν μὴ θέλοντα νὰ ἐφαρμόσῃ τοῦ Μάλθου τὸ δόγμα, νὰ τὸν ἴδητε ἐκεῖ φερόμενον πρὸς τὴν φθίσιν ἢ ἔχοντα συγγενῆ φθισιῶντα ἢ ἐγκαθιδρυμένον καὶ κοιμώμενον ἐκεῖ ὅπου πάσχων κατάκειται. Δὲν εἶναι ἡ στατιστικὴ τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἀξιότιμος κ. Θεοδωρόπουλος, τὸ τραγικώτερον σημεῖον τῶν γινομένων. Εἶναι μία ἱλαρὰ εἰκὼν ἐκ τῆς ὅλης σπαρακτικῆς τραγῳδίας, ἥτις ἐξελίσσεται καθ’ ἑκάστην ἐν Ἑλλάδι καὶ ἰδιαίτατα εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας, ὡς ὁ Πειραιεύς, τὰς βιομηχανικάς. Ἔπρεπεν ἐκεῖ νὰ ἴδητε σεῖς, οἵτινες μόνον ὑπὸ τὰς θωπείας τῆς ἀνέσεως αἰσθάνεσθε τὴν ὑγείαν σας νὰ ῥοδίζῃ, νὰ ἴδητε τὸ μαστίγωμα τῆς δυστυχίας πῶς συντρίβει ὑπάρξεις καὶ πῶς σαρώνει ὁλοκλήρους οἰκογενείας μὲ τὴν πνοὴν τῆς δυστυχίας τῆς νόσου, καὶ τῆς ἐλλείψεως καὶ παρηγορίας ἀκόμη. Πῶς ζῇ ὅμως ὁ ἐργάτης εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἔνθα κλιματολογικαὶ συνθῆκαι τοιαῦται δὲν ὑπάρχουσιν; Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ 1900 ἐν Παρισίοις ὁλόκληρον τὸ Βελγικὸν τμῆμα ἀπετελεῖτο σχεδὸν ἐκ προτύπων οἰκιῶν διὰ τοὺς ἐργάτας, καὶ σήμερον ἐν Βελγίῳ, ὅπου ὑπάρχει ὁ προσφατώτερος τῶν ἐργατικῶν κωδίκων, ὁ ἐργάτης γνωρίζει ὅτι μετ’ ὀλίγον ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ἄνεσιν, διότι κατωρθώθη ἐκεῖ τῆς Πολιτείας πρωτοστατούσης, ἵνα ὑπάρχωσιν οἰκήματα, τὰ ὁποῖα χρεολυτικῶς πρὸς πέντε ἢ δέκα δρ. κατὰ μῆνα μὲ ὅλας τὰς συνθήκας τῆς ὑγιεινῆς οἰκοδομηθέντα τὸν συντηροῦσιν ἐν τῷ βίῳ καὶ τῷ παρέχουσι τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ψυχῆς ὅτι ἐργαζόμενος δὲν καταβάλλει τὸν κόπον, ἵνα παράσχῃ τὰ ἀγαθὰ μόνον ὑπὲρ τῆς ὅλης κοινωνίας, ἀλλ’ ἵνα παράσχῃ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ τὰ δῶρα ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας του. Ὁ Ἕλλην ἐργάτης καὶ ὁ ἀκριβώτερον ἀμειβόμενος ζῇ ὑπὸ τοὺς μᾶλλον ἀνθυγιεινοὺς ὅρους. Ἀλλ’ ἆρά γε περὶ τούτου λαμβάνεται πρόνοιά τις; Ὁ ἐργάτης παθαίνεται ἐργαζόμενος, ὁ ἐργάτης πάσχει ζῶν καθ’ ὃν τρόπον ζῇ ἔξω τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Καὶ ἡ Πολιτεία τῷ λέγει πρὸς εἰρωνείαν ὅτι σώζεται, ἐπειδὴ κατὰ τὸ μέλλον θὰ ἀερίζωνται τὰ ἐργοστάσια! Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἐργάτης ἐκεῖνος τερματίσῃ τὸν βίον αὐτοῦ, ποῖος θὰ προστατεύσῃ τὴν οἰκογένειάν του ἢ ἂν ὁ ἐργάτης ἐκεῖνος καταβαλὼν πάντας τοὺς κόπους καὶ ὅλας αὐτοῦ τὰς πνευματικάς, τὰς ψυχικάς, τὰς μυϊκὰς δυνάμεις, γέρων πλέον, γέρων προώρως σύρηται ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, ποία ἦτο ἡ ἀμοιβὴ τῶν κόπων του; Τὸ Πτωχοκομεῖον, τὸ ἄσυλον τῶν ἀνιάτων, ἡ ἐπαιτεία, διότι καὶ ἐκεῖνα δὲν ἐπαρκοῦσι δι’ ὁλόκληρον τὴν συρομένην εἰς τὰς ὁδοὺς δυστυχίαν. Ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, συμπολίτην ἀνήκοντα εἰς οἰκογένειαν ἐκ τῶν ἀληθῶς ἀγωνισθεισῶν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Ὑπηρέτει ἐπὶ 24 ὁλόκληρα ἔτη ὡς Κυβερνήτης εἰς πλοῖον μιᾶς τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν. Οἱ ἐκ Κυκλάδων συνάδελφοι γνωρίζουσι διὰ ποῖον ὁμιλῶ. Ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς γενικῆς ἐκτιμήσεως. Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ πτωχός, διότι δὲν ἔκλεψεν, ὁ εὐσυνείδητος καὶ ἀπομένων πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του φρουρὸς ἐπὶ τῆς γεφύρας τῶν σκαφῶν ἠσθένησεν ἐκ τῶν κόπων. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀσθενήσας ἐρρίφθη εἰς τὸν δρόμον καὶ συνετηρεῖτο διὰ τῆς φιλανθρωπίας ὀλίγων συναδέλφων ἐνταῦθα εὑρισκομένων, διότι ἡ ἑταιρεία ἐκείνη τῶν ζαπλούτων καὶ τῶν ἑκατομμυριούχων τὸν ἔρριψεν εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀνίκανος διὰ τὴν θάλασσαν δὲν τοῦ ἔδιδε μίαν θέσιν εἰς τὴν ξηράν. Ἐνώπιον τοιούτων φρικιαστικῶν παραδειγμάτων ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ ἡ κοινωνικὴ ἰσορροπία καὶ ἂν δὲν εἶναι πιθανὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἡμεῖς οἱ συντηρητικοί, νὰ τὸ ἴδωμεν ἐπερχόμενον καὶ ἀνατρέπον τὰ πάντα. Διὰ τοῦτο ἡ πρόνοια πρέπει νὰ εἶναι μεγίστη προκειμένου ἰδίᾳ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν. Σᾶς ἀνέφερον τί γίνεται ἐν Βελγίῳ καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐν τῷ τοκοχρεολυσίῳ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ὄχι ἀσφάλεια ἀπειλοῦσα διὰ τῆς τιμωρίας ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐγένετο πταίστης, νὰ ἀπολέσῃ τὸν πόδα αὐτοῦ ἢ τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ ἐργάτης, τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ζωὴν αὐτοῦ ὁ ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἀσφάλεια ἀποτιμωμένη εἰς μετρητά. Τοιοῦτον εἶδος ἀσφαλείας θὰ ἐπόθουν νὰ ἴδω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν. Καὶ ἐνῷ ἐνθαρρύνομεν καθ’ ὅλους τοὺς τρόπους καὶ δι’ ὅλων τῶν συστημάτων τὰ κεφάλαια τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, τὰς παραδόξους αὐτὰς ἐπιχειρήσεις τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἴδατε τί ἔλεγε πρό τινος ὁ Ἰταλὸς Πρωθυπουργὸς θέλων νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ἰταλικὸν Κράτος τὸ μονοπώλιον τῶν ἀσφαλιστικῶν πράξεων—ἔλεγεν ὅτι ἀποδίδουσι τόκον 800%, χίλια ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, καὶ ἡ δυστυχεστέρα τῶν ἑταιρειῶν αὐτῶν ἀποδίδει ὑπὲρ τῶν ἱδρυτῶν της 300% —ἐνῷ ἔχομεν ἐδῶ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα δαπανώμενα διὰ τὰς ἀσφαλιστικὰς αὐτὰς ἑταιρείας πρὸς τὰς ὁποίας προσέρχονται οἱ πολῖται Ἕλληνες, ἐν τούτοις οὐδέποτε δέχονται μικρὰς ἀσφαλείας ἐργατῶν, ὡς συμβαίνει καθ’ ὑποχρέωσιν πανταχοῦ τῆς ἄλλης Εὐρώπης. Δὲν ἠθελήσαμεν, οὔτε νὰ σκεφθῶμεν, οὔτε νὰ εἰσηγηθῶμεν, ὅπως λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπαγάγωμεν τοὺς ἐργάτας εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἀσφαλείας τῆς ὑγείας των, ἵνα φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου ποθοῦμεν, νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς συντάξεις τῶν ἀπομάχων ἐργατῶν. Θὰ προσκτήσωμεν μέγα εὐτύχημα ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἐὰν ἐπιλύσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ νῦν. Δὲν ἔχομεν ἡμεῖς μεγάλην γεωργικὴν ἐργατικὴν τάξιν εὐτυχῶς. Σήμερον ὁ ἐργάτης τοῦ ἀγροῦ εἶναι καὶ ἰδιοκτήτης, μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποκτήσωμεν καὶ γεωργικὴν βιομηχανίαν καὶ θὰ ἴδωμεν ἐκεῖ ἐργάτας χείρονας τῶν Θεσσαλῶν δουλοπαροίκων τῶν λεγομένων κολλήγων καὶ τότε θὰ εἶναι εὐτύχημα εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας. Θὰ εἶναι εὐτύχημα καὶ εὐεργέτημα ὅτι θὰ εὕρῃ συντεταγμένον τὸν ἐργατικὸν κόσμον τὸν παλαιὸν μία τοιαύτη σειρὰ νέων θεσμῶν καὶ ἀντὶ νὰ ἔλθωσιν ἀτάκτως κύματα λαϊκῆς ὀργῆς θὰ εἰσρεύσωσιν ἐλπίδες καὶ πόθοι καὶ πραγμάτωσις αὐτῶν διὰ τῆς ῥυθμίσεως τῆς τύχης τῶν ἐργατῶν. Σήμερον γνωρίζετε κἂν ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ στραφῶμεν καὶ ποῖος εἶναι ὁ κυριώτατος κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τοὺς ἐργάτας; Εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ προλάβῃ αὐτόν, διότι θίγει τοὺς ἐργοδότας καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ συντηρῇ καὶ τὴν ὀλιγαρχίαν τῶν κεφαλαίων δίχως νὰ ἀφήνῃ ἐν παραπόνῳ καὶ τοὺς ἐργάτας καὶ οὕτω μίαν χεῖρα τείνει ἀρωγὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν ἔχοντα ἐστιλβωμένα ὑποδήματα, τὸν ἄψογον, τὸν ἀναδίδοντα ὅλα τὰ ἀρώματα, ἐνῷ μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα σύρει εἰς ἐλπίδας τὸν ἐργάτην. Τοιαύτης πολιτικῆς προσπαθείας θωπεῖαι ἐκεῖθεν καὶ τοιαύτης προσπαθείας δημοκοπίαι ἐντεῦθεν δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν ἀγαθὸν ὑπὲρ τῶν μὲν ἢ τῶν ἄλλων, εἰς τοὺς ὁποίους ζητεῖτε νὰ δώσητε φανταστικὰς παροχάς. Σήμερον τὸ κυριώτατον τῶν ζητημάτων εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ὡρῶν. Ὑπάρχει εἰς τὰ μεταλλεῖα ἐξ ἐθίμου διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται πλέον τοῦ ὀκταώρου ἡ ὑπόγειος ἐργασία, καὶ ἐν τούτοις, ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τούτῳ τὴν μαρτυρίαν εἰδικωτάτου ἀνδρὸς τοῦ κ. Νέγρη, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε οἱ ἐργάται οἱ ἐργαζόμενοι ἐν ὑπαίθρῳ νὰ μακαρίζωσι καὶ θεωρῶσιν εὐτυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται ἐγγύτερον πρὸς τὸν Ἅδην διὰ ποικίλων μηχανημάτων.
§91Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκριβῶς.
§92Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς λέγει ὁ κ. συνάδελφος, καὶ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· διότι πλὴν τῶν νομοθετημένων ἀσφαλειῶν ὑπάρχει καὶ τοῦ ὀκταώρου τὸ εὐεργέτημα. Δὲν τολμᾷ ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ θίξῃ τοῦτο.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει διάταξιν.
§94Γ. ΠΩΠ. Περιέχει διάταξιν, ἥτις καθορίζει τὸν κανονισμὸν τῶν ὡρῶν διὰ Β. Διατάγματος καὶ οὐχὶ ἀνωτέραν τοῦ ὀκταώρου, ἀλλ’ οἱ ἐργάται τῶν μεταλλείων ἐργάζονται ὀκτὼ μόνον ὥρας. Οὐδεὶς ὅμως τολμᾷ ἐξ ὑμῶν νὰ καθορίσῃ λεπτομερέστερον τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας. Διότι ἡ ὥρα τῆς ἐργασίας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδεται εἰς χρῆμα τῷ ἐργοδότῃ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀναγκάσῃ τὸν ἐργοδότην νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ, ἡ ὥρα τῆς ἐργασίας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ κατορθώσῃ νὰ δώσῃ τὴν ἄνεσιν εἰς τὸν ἐργάτην, ὅπως ἐπιμεληθῇ τοῦ ἑαυτοῦ του. Καὶ ἡ μὲν ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὸ ἀνώτατον ὅριον. Ἀλλὰ θὰ ἴδητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὔτε τοῦτο δὲν θὰ δεχθῇ. Τοῦτο λέγει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦτο βεβαιοῖ τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἰσχυρισθῆτε δὲν θὰ ἀρνηθῇ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐπεζήτησε τὴν κατάλυσιν τῆς ὀλιγαρχίας τῶν εὐαριθμοτάτων ἐν τῇ Χώρᾳ πλουτοκρατῶν. Καὶ οὐ μόνον δὲν ἐπέτυχε τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον εἴδομεν τὴν ὀλιγαρχίαν αὐτὴν ἐνισχυομένην, κατὰ τρόπον μᾶλλον ἐπικίνδυνον παρὰ κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ ἐρωτῶ ὅλους σας, ἵνα ἐν συνειδήσει μοὶ εἴπητε, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν ἑαυτῷ πρωτοβουλίαν, ἀρετήν, θέλησιν καὶ εἶναι ἀνὴρ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου ἔχων ὑπερηφάνειάν τινα καὶ ἀξιοπρέπειαν, ἂν δύναται νὰ φθάσῃ ταχέως ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἰδιοφυΐα του τὸν καλεῖ, ἂν δὲν διέλθῃ ἀπὸ τὰ Καυδιανὰ δίκρανα τῶν νέων τούτων κατακτητῶν τοῦ πλούτου. Τὰ φέουδα τοῦ παρελθόντος ἀνύψουν τοὺς πύργους διὰ νὰ κατακτήσωσι τοὺς ἀνισχύρους. Τὰ φεοῦδα τοῦ παρόντος ἀντικατέστησαν τοὺς πύργους διὰ σωροῦ χρυσίου, ὄπισθεν δ’ αὐτοῦ ὀχυρούμενοι δὲν ἀφήνουσι τὴν Πολιτείαν νὰ προβαίνῃ ἠρέμως ἐκεῖ, ὅπου τὸ συμφέρον τῶν εὐγενῶν ἀριστοκρατικῶν τάξεων ἐπιβάλλει. Καθ’ ὃν τρόπον κοινωνικῶς συνδέεσθε πάντες μετὰ τῶν ἀνθρώπων τοῦ πλούτου συνδέομαι καὶ ἐγώ, συνδέεται καὶ ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἡμεῖς ζητοῦντες ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν δὲν ζητοῦμεν τι ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ ἂν μετὰ σκληρότητος ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκείνων, οἵτινες 20–30, διαχειρίζονται τὰ πάντα κοινωνικῶς, ἵνα διαχειρισθῶσι καὶ πολιτικῶς ἴσως τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, πράττομεν τοῦτο χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας βάσις εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐργατικῆς τάξεως καλῶς ἀνατρεφομένης, καλῶς διωργανωμένης, ὥστε νὰ μὴ ἀποτελέσῃ στοιχεῖον ἀναρχίας, ἀλλὰ στοιχεῖον προόδου τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν ἐπιφυλασσόμενος, ἵνα καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα συζητήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν εἰσήχθη μέχρι σήμερον νομοθέτημα ἔχον κοινωνικὴν ἀληθῶς σημασίαν εἶναι τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Θὰ μὲ εὕρητε σύμφωνον καὶ ἐπικροτοῦντα, ἀλλὰ θὰ ἤθελον, ὅπως ἄνευ περιορισμοῦ, πρὸς μίαν καὶ μόνην κατεύθυνσιν διευθύνουσα τὰς προσπαθείας αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ λησμονήσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἄλλο τι πλὴν τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ὑποβοηθήσῃ, τῆς ἀνάγκης τοῦ ἐργάτου.
§95Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
§96Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο πράττουσα ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν νομοσχεδίων, κ. Βουλευτά, καὶ ὄχι ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἁπλῶς ἐπεξεργάζεται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῇ ἐκομίσθησαν, καὶ ἥτις δὲν δύναται, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ καλύψῃ τὴν κυβερνητικὴν εὐθύνην, ἡ Κυβέρνησις θέλουσα ὄντως νὰ εὕρῃ ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ ὁμόφωνον ἐπικρότησιν εἰς τὸ ἔργον της, δὲν πρέπει νὰ φανῇ φειδωλὴ ἐν τῇ παροχῇ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἐπιβαλλομένων. Διότι μὴ θέλουσα νὰ λάβῃ τὴν κατεύθυνσιν ταύτην θὰ ἐμφανισθῇ ζητοῦσα ἁπλῶς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ποθεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ μέρος τοῦ προγράμματός της, ἀλλ’ ἐμπλακεῖσα καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἰς τὰ δίκτυα τῆς ὀλιγαρχίας δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἐκεῖθεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ τῆς αἰθούσης).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφετζόπουλος.
§98Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν συνεκλονίσθη ἐκ τοῦ βιαίου τιναγμοῦ τῆς 15 Αὐγούστου, καὶ τὸ ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν βομβοῦν ἔδαφος ἐσείσθη ἐκ θεμελίων καὶ ἠκούσθη εὐκρινῶς ὁ κτύπος τοῦ σφυρηλατουμένου κεραυνοῦ, τῆς ὑψηλῆς ταύτης ἀληθείας, δι’ ἧς ἤθελον μεταβληθῆ εἰς θρύμματα αἱ βαναυσότητες καὶ ἀτασθαλίαι τῆς φαυλοκρατικῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος, τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα τῆς Ἑλλάδος προελθόντα εὐθαρσῶς εἰς τὸν εὐγενῆ καὶ ἅγιον τοῦτον ἀγῶνα, τὸν ἀγῶνα τῆς Προόδου καὶ τῆς ἠθικῆς ἐπικρατήσεως, ἀνεπέτασαν γηθοσύνως τὴν σημαίαν τῶν ῥιζοσπαστικωτέρων ἐργατικῶν μεταρρυθμίσεων, τὴν ὁποίαν ἐνεκολπώθη καὶ ἐνεστερνίσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, περιλαβοῦσα οὕτως ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτῆς προγράμματι ῥητὴν καὶ ἀπερίστροφον δήλωσιν περὶ θετέας Ἐργατικῆς Νομοθεσίας· πάντες καὶ πάντων συλλήβδην τῶν Σωματείων τῆς Ἑλλάδος τὰ ψηφίσματα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὡμίλουν γενικῶς καὶ ἀορίστως περὶ ἀνορθώσεως τῶν κοινῶν τῆς χώρας πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ὑπεδείκνυε καὶ τὰ μέσα καὶ τὸν τρόπον τῆς ποθητῆς ταύτης ἀναμορφώσεως, καὶ μόνον τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀβεβαιότητος καὶ τῶν συγκεχυμένων ἰδεῶν δὲν ἠρκέσθησαν ἁπλῶς εἰς ἀνεμωλίους εὐχὰς καὶ ἀόριστα αἰτήματα, ἀλλ’ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει ὑπέδειξαν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς ἀδυσωπήτου ἀνάγκης νὰ ληφθῶσιν, διὰ τὴν ἀνύψωσιν τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν τοῦ ἐργάτου ἐν Ἑλλάδι. Ἕν ἐκ τῶν τοιούτων αἰτημάτων εἶναι καὶ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδιον, ἓν τῶν αἰτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα προέβαλον εἶναι καὶ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, τὸ προνοοῦν περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ὑγιεινῆς καὶ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Βιομηχανίας. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς παρ’ ὅλων ὅσοι, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ξενιζόμενοι ἐκ τοῦ ὀνόματος Ἐργατικοὶ σύλλογοι καὶ σωματεῖα, ὑπολαμβάνουσι πεπλανημένως, ὅτι εὑρίσκονται ἐνώπιον ἐργατικῶν συνδέσμων ὁμοίων πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν Ἑσπερίᾳ, ἐρχομένων μὲ πρόγραμμα ἐχθρικὸν κατὰ τῆς πολιτείας, μὲ πρόγραμμα καθαρᾶς ἀντιπολιτεύσεως, μὲ σκοπὸν ὅπως πάσῃ θυσίᾳ διεκδικήσωσι τὰ δίκαια τοῦ ἐργάτου, ὅτι εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν καὶ τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα δὲν πρεσβεύουσι τὰς ἀρχὰς ἐκείνων, καὶ οἱ ἐργάται ἡμῶν δὲν ὁμοιάζουσι τοὺς ἐκεῖ συναδέλφους των, οἱ ὁποῖοι ὡς γνωστὸν ἐμφοροῦνται ὑπὸ κοσμοπολιτικῶν ἰδεῶν, διότι πρὸ παντὸς εἶναι Χριστιανοί, ναί, χριστιανοὶ καὶ Ἕλληνες τὴν καρδίαν καὶ τὸ φρόνημα. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρ’ ἡμῖν εὐτυχῶς ὑπὸ τὰς κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῦσι παρ’ ἡμῖν αἱ διάφοροι ἐργατικαὶ ὁμάδες, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κυρίως εἰπεῖν ἐργατικὸν ζήτημα ὡς ἐν Εὐρώπῃ, ὅπου καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἀστέγων εἶναι ἀμέτρητος καὶ ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ ἀχρειότης τῶν κατωτέρων στρωμάτων μεγάλη, καὶ τὰ ἀναρχικὰ συγγράμματα διαδεδομένα ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῆς ἀνθρωπίνης δυστυχίας πάμπολλοι, καὶ οἱ δημοκόποι πλημμυροῦντες τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ῥύμας τῶν Εὐρωπαϊκῶν μεγαλουπόλεων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐν Ἑλλάδι εὐτυχῶς ἔχομεν ὑλικὸν ἄριστον, λαὸν εὐάγωγον καὶ χειροήθη ζῶντα ἐν ἀγαθῇ λιτότητι καὶ ἐμπεποτισμένον ὑπὸ χριστιανικῶν ἀρετῶν, εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσητε, διατὶ καὶ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εὐχερές, καὶ τὸ ἔργον τῶν ἐργατικῶν σωματείων εὐχερέστερον, διότι δύνανται νὰ ζητήσωσι καὶ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἀνόρθωσιν καὶ ἀνάπλασιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων τῆς Ἑλλάδος χωρὶς τὸ παράπαν νὰ προσκρούσωσιν εἰς τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν τῶν πραγμάτων μὴ ὑποσκάπτοντα οὕτως, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνισχύοντα τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας καὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Εἶναι γνωσταὶ εἰς ὑμᾶς αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς ἐργάζονται καὶ βιοῦσι παρ’ ἡμῖν οἱ ἐργάται εἰς τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα καὶ ἔτι γνωστότερα τὰ αἴτια τῆς καθ’ ἡμέραν προστριβῆς αὐτῶν, ἐντεῦθεν δὲ πρόδηλον καθίσταται, διατί ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων καὶ τοῦ ὀξυτάτου ἀνταγωνισμοῦ ἀναπηδῶσι καθ’ ἑκάστην καὶ παρεξηγήσεις καὶ διαφωνίαι καὶ ἔριδες. Τὰς παρεξηγήσεις ταύτας, τὰς διαφωνίας ταύτας, τὰς ἔριδας ταύτας ἔρχεται νὰ προλάβῃ, νὰ ἄρῃ, νὰ ἐξομαλύνῃ, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδιον καὶ νὰ διαγράψῃ ἐπιπροσθέτως χρονικά τινα ὅρια, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡμερησίαν ἐργασίαν τοῦ ἐργάτου καὶ τὰς ὥρας τῆς ἀναπαύσεως αὐτοῦ, μέριμνα στοιχειωδεστάτη, ἥτις εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς πᾶσαν εὔκοσμον πολιτείαν, ἥτις ὀφείλει νὰ προνοῇ περὶ τῆς ὑγείας τῶν μελῶν αὐτῆς. Θὰ ἦτο ὄντως ἐγκληματικόν, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὡς αἱ προκάτοχοι νὰ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς ὑγιεινῆς τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὰς βιομηχανίας, καὶ θὰ ἦτο ἐγκληματικόν, διότι κυριώτατον μέλημα τῶν Κυβερνήσεων δέον νὰ εἶναι ἡ πρόνοια, ὡς προανέφερον, καὶ ἡ προστασία τῆς ὑγείας τῶν μελῶν τῆς πολιτείας. Κίνδυνοι ἀνὰ πᾶσαν ὥραν καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰ διάφορα ἐργαστήρια, ὑπερκόπωσις λόγῳ τοῦ μὴ καθορισμοῦ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν γεννῶσι καὶ παρουσιάζουσιν καθ’ ἑκάστην ἐνώπιον ἡμῶν κοινωνικὰ ναυάγια, κοινωνικὰ θύματα, ἀναπήρους καὶ ἀχρήστους ἐντελῶς ἐργάτας. Ἐντεῦθεν ἡ σπουδαιότης τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ σκοποῦντος τὴν κατὰ τὸ ἐφικτὸν πρόληψιν τῶν κοινωνικῶν τούτων ἀνωμαλιῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ δὲν ἐνεδεικνύετο ἁπλῶς χάριν τῆς σωματικῆς καὶ οἰκονομικῆς εὐρωστίας τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἦτο ἐπιβεβλημένη λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως, ἣν κέκτηται διὰ τὸ Κράτος. Χωρὶς νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς νομοθεσίας, αἵτινες πρὸ πολλοῦ ἐμερίμνησαν ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ὑγιεινῆς τῶν ἐργατῶν, ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ μόνον ὅτι ἡ Ἑλλὰς μέχρι τῆς χθὲς εὑρίσκετο εἰς ὑποδεεστέραν θέσιν ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ κρατῶν, ὅτι ὑπελείπετο καὶ αὐτῆς τῆς Βουλγαρίας καὶ Ῥωμουνίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων προκειμένου περὶ τῆς ὑγιεινῆς καὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σκοπιμότητα τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἰδίως, τῶν ὁποίων ἡ ὑποψηφιότης ἀπέρρευσεν ἐκ τῶν ἐργατικῶν σωματείων τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως συγχαρῶμεν τὴν Κυβέρνησιν τόσον διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅσον καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν σειρὰν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων, διότι διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀνεγνωρίσθη ἐπισήμως ὅτι καὶ ὁ ἐργάτης πρέπει νὰ θεωρῆται εἷς ἐκ τῶν ἀκρογωνιαίων λίθων τῆς κοινωνίας, διότι πρώτην ἤδη φορὰν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὁ ἐργάτης εἶναι ἡ καρδία δι’ ἧς πάλλει καὶ κινεῖται ὁλόκληρος ὁ πολιτειακὸς ἡμῶν ὀργανισμός, διότι πρώτην ἤδη φορὰν ἀναγνωρίζεται, ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ἔχῃ κυριώτατον αὑτῆς μέλημα τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν εὐημερίαν τοῦ ἐργάτου, δεδομένου ὅτι ὅπου ὁ ἐργάτης εὐημερεῖ ἐκεῖ καὶ ἡ Πολιτεία προάγεται καὶ εὐδαιμονεῖ. Ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν καὶ ἡμεῖς ἐμφορούμενοι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ μακρὰν τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων συστημάτων, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστόν, διαιροῦσιν ἐν Εὐρώπῃ τοὺς περὶ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα διατρίβοντας, ἔχοντες ὡς μοναδικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, «τὴν μέσην ναίειν» ἀφοῦ ἐν τῷ μέσῳ κεῖται πάντοτε ἡ ἀλήθεια, πατοῦντες ἀείποτε ἐπὶ στερεοῦ ἐδάφους, τοῦ ἐδάφους τῆς πραγματικότητος, καὶ μὴ παρασυρόμενοι εἰς ὀπτασίας καὶ εἰς ὄνειρα, ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πέντε προτάσεις νόμων ἀφορώσας τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς «Ἐργατικῆς Ἐρεύνης» τὴν ὀργάνωσιν τῶν «Ἑνώσεων ἀλληλοβοηθείας» τὴν ἵδρυσιν «Ἐργατικῶν διαιτητικῶν δικαστηρίων» τὴν «ἀποζημίωσιν τῶν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις παθόντων ἐργατῶν» καὶ περὶ ἄλλων συναφῶν θεμάτων, σκοποῦντες ὅπως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν ἡμῶν δυνάμεων ἐνισχύσωμεν καὶ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προφρόνως υἱοθετήσει ταῦτα διότι καὶ ταῦτα περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἣν ἐξαπέστειλε πρὸς τὰς διαφόρους ἀρχὰς τοῦ Κράτους ἅμα τῇ ἀναλήψει τῶν Ὑπουργικῶν αὑτοῦ καθηκόντων καὶ ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἐργατικὸν τῆς Κυβερνήσεως πρόγραμμα, καὶ διότι ταῦτα εἰσὶν ἀπόρροιαι μακρῶν μελετῶν καὶ μακροτέρων συζητήσεων μετὰ τῶν ἐπαϊόντων. Ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἑαυτῆς ἔργου δὲν θέλει ἀποκνήσει νὰ φέρῃ προσεχῶς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἵνα καὶ ἐπὶ τούτων ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή. Χαιρετίζω ὅθεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὡς τὴν νίκην τῶν ἐργατικῶν ἰδεῶν καὶ ὡς τὴν ἀπαρχὴν σπουδαιοτάτης ἐργατικῆς νομοθεσίας (χειροκροτήματα).
§99Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅλοι γινώσκομεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἔχει μείνει ἄνευ νομοθετικῆς μερίμνης περὶ τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν σπουδαιοτέραν παραγωγὴν τῆς φυλῆς ἡμῶν. Εἶναι τὸ μόνον Κράτος ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἔλαβε μέριμναν δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ὅλον ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ πᾶν ἐν τῇ φυλῇ ἡμῶν. Ἔχων, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εὑρίσκω, ὅτι τοῦτο οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἄθλιον κοσκυλμάτιον ἀπέναντι τῶν κωδίκων τῶν λοιπῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τί ἐγένετο ἐν Εὐρώπῃ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν ἐλησμονήσαμεν βεβαίως ὅτι αἱ συζητήσεις ἐπ’ αὐτοῦ ἐξηκολούθησαν ἐπὶ μακρόν, ὅτι διὰ συλλαλητηρίων οἱ ἐργάται ἐζήτησαν μόλις καὶ προχθὲς παρὰ τῶν Κυβερνήσεών των, ὅπως αὗται λάβωσι νομοθετικὴν μέριμναν περὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, τῆς ὑποτιμήσεως τῶν εἰδῶν τῶν ἀφορώντων τὴν πρώτην αὐτῶν τροφήν. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀξίωσιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σχηματίσῃ ἀμέσως κώδικα τῶν ἐργατικῶν νομοθετημάτων, οὐδὲ νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν αὐτῶν ἐν μιᾷ ἑσπέρᾳ, ἀλλὰ νομίζω, καὶ θὰ ἐπιτρέπηται βεβαίως νὰ τὸ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνων μετὰ προσοχῆς, δὲν εὑρίσκω οὐδὲν ἄλλο, εἰμή, ὡς ἀποτελοῦν ἐμπαιγμὸν διὰ τὸν ἐργάτην. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ὁ Ἕλλην ἐργάτης κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν Εὐρωπαῖον ἐργάτην εἶναι ὁ ἠρεμώτερος καὶ ἐργατικώτερος, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀρκεῖται εἰς ὅ,τι ἔχει, ἀρκεῖ νὰ μὴ τοῦ στερῶσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον του, αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, ὁ Ἕλλην ἐργάτης οὐδὲν ἄλλο πράττει, εἰμὴ μόνον προσέχει εἰς τὴν ἐργασίαν του, ἀλλὰ ὁ Ἕλλην ἐργάτης σὺν τούτοις εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σήμερον ἐπαιτεῖ. Εἶναι ἐντροπή, Κύριοι, κατὰ τὸ ἔτος 1911 νὰ ἐπαιτῇ ὁ ἐργάτης, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν ἐργάτην, κύριοι συνάδελφοι, ἰδίως ἐν τῇ πρώτῃ ἐμπορικῇ καὶ βιομηχανικῇ πόλει τῆς Ἑλλάδος, τῷ Πειραιεῖ, ἵνα ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ θέσις αὐτοῦ. Διὰ νὰ ἴδητε τί ὑφίσταται ὁ ἐργάτης ἐν Πειραιεῖ, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, ἂν ἔχῃ δικαίωμα οὗτος νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Πολιτείας, θὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν τῆς Ῥώμης, αἵτινες ἐκαλοῦντο ergastula. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι διὰ τὸν ἐργάτην ἐν τῇ πρώτῃ ἐμπορικῇ καὶ βιομηχανικῇ πόλει τοῦ Πειραιῶς. Τίποτε δὲν ἀπολαμβάνει ὁ ἐργάτης, ἀπέναντι τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν προσφέρει χάριν τῆς βιομηχανίας. Εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρὰ Ῥωμαίοις ἐκαλεῖτο «questus carcerarius» ἤτοι μισθὸς τῶν ἐν ταῖς εἱρκταῖς. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία ἐπαίνων, διότι εἰσηγήθη μέτρα πρὸς προστασίαν τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν—Διατί φοβεῖται; Διατί ὀρρωδεῖ νὰ συμπληρώσῃ τὰ μέτρα τὰ νομοθετικὰ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀποδείξῃ τὸ πραγματικὸν ἐνδιαφέρον αὐτῆς διὰ τὸν ἐργάτην; Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ ἄρθρου 10ου ζητεῖ δεκάωρον ἐργασίαν διὰ τὸν ἐργάτην, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅτι ὀκτάωρος ἐργασία πρέπει νὰ εἶναι ἀρκετὴ διὰ τὸν ἐργάτην, δι’ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εἶναι ἐκτεθειμένη καὶ τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια ὑπόκειται εἰς τὴν πεῖναν καὶ εἰς τὴν γυμνότητα! Πόσοι ἐν Πειραιεῖ ἔπαθον, πόσων οἱ παῖδες καὶ αἱ παῖδες δὲν ὑπηρετοῦσι δωρεὰν εἰς τὰς διαφόρους οἰκογενείας, διότι αἱ χεῖρες αὐτῶν κατέστησαν ἐκ τῆς ἐργασίας ἄχρηστοι; Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις διατί ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸ δεκάωρον τῆς ἐργασίας;
§100Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς γίνεται ἡ συζήτησις ἢ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, διότι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ἀγορεύσωσι;
§101Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις νομοθετικὴν μέριμναν οὐχὶ ἐψιμμυθιωμένην, ἀλλὰ πραγματικὴν μέριμναν διὰ τὸν ἐργάτην. Ἐὰν οὗτος ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτοῦ πάθῃ τι νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ τὸ κατάστημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζεται, νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἀσφαλίσῃ ἐκβιάζουσα εἰς ἀποζημίωσιν αὐτοῦ τὸ βιομηχανικὸν κατάστημα, ἐὰν πάθῃ τι, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ ἐν τῇ ἀθλιότητι καὶ τῇ γυμνότητι. Δὲν θέλω νὰ οἰκειοποιηθῶ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, οὐδ’ ἀνήκω εἰς ὁμάδα ἐνδιαφερομένην εἰδικῶς διὰ τοὺς ἐργάτας, ἀλλ’ εἶμαι Ἕλλην, ὡς σεῖς, καὶ ἔχω ἄμεσον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς τάξεως τῆς ἀποτελούσης τὸν πυρῆνα τῆς ὑπάρξεως τῆς φυλῆς ἡμῶν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁμιλῶν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην τάξιν, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν φυλὴν ἡμῶν. Ἀναγνώσατε τὸ 9ον ἄρθρον καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω: αἱ ἀοριστίαι αὐτοῦ εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου; Κατ’ ἐμὲ πλανᾶται ὁ νομίζων ὅτι εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 6ον λέγει ὅτι τὰ πρόστιμα δύνανται νὰ ὦσιν ἄνω τῶν 5 δραχμῶν ἀλλ’ ὄχι νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς 200. Καὶ τί πρὸς τὸν ἐργάτην, ἂν καταδικασθῇ ἐργοστασιάρχης τις εἰς τοιοῦτον πρόστιμον; Ἢ τί στοιχίζουν δι’ ἓν βιομηχανικὸν κατάστημα αἱ 200 δραχμαί; Τί δὲ θὰ κερδίσῃ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἀπεκόπησαν οἱ πόδες καὶ ἀφήνει πεινῶσαν οἰκογένειαν εἰς τοὺς δρόμους; Τὸ ἄρθρον 8ον ἐπιβάλλει ποινὴν ἐν ὑποτροπῇ μέχρι 2000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τί στοιχίζει πάλιν καὶ ἡ ποινὴ αὕτη προκειμένου περὶ ἐργοστασίου ἀξίας 1.000.000 δραχμῶν ἢ καὶ 2 πολλάκις; Καὶ ἡ μέριμνα διὰ τὸν ἐργάτην ποῦ εἶναι; Πρέπει νὰ προσέχωμεν πολύ, κ. Βουλευταί, ὅταν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἐργατικὰ νομοσχέδια δῆθεν, ὡς ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς εὐημερίας καὶ προστασίας τῶν ἐργατῶν. Ποίαν μέριμναν λαμβάνομεν διὰ τῶν νομοσχεδίων, καὶ ποῖον τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοιαύτης μερίμνης;
§102Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κηρύσσεσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§103Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἐπειδὴ μὲ διεκόψατε καὶ φαίνεσθε ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ποῖον τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον λαμβάνει πρόνοιαν διὰ τὸν ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου θὰ καταστραφῇ ἡ χεὶρ ἢ ὁ πούς;
§104Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νομοσχεδίου. Ἄλλο μέτρον προνοίας καὶ ἄλλο τρόπος ἀποζημιώσεως.
§105Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τράβα ὁ ἕνας ἀπὸ ἐδῶ, τράβα ὁ ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖ, θὰ τοῦ βγάλετε τὰ χέρια.
§106Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ μὲ καθιστᾷ καχύποπτον τὸ ὅτι βλέπω τινὰς τοὐλάχιστον τῶν ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφων ἐξεγειρομένους. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω τὸν λόγον, δι’ ὃν εἰδικῶς ἐνδιαφέρονται τόσον πολύ. Ἐγὼ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοσχέδιον, λέγω, ὅτι οὐδεμίαν μέριμναν λαμβάνει διὰ τοὺς ἐργάτας, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ψιμύθιον, εἶναι «στάκτη στὰ μάτια τοῦ κόσμου» κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ζητῶν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γνωρίσῃ, ἐὰν θὰ δεχθῇ ἐλάττωσιν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας καὶ προστασίαν ὑπὲρ τῶν ὀρφανῶν τῶν διαφόρων ἐργατῶν τῶν παθόντων ἐν τῇ ἐργασίᾳ. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προσκομίζονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποβῶσι κατὰ τῶν ἐργατῶν καὶ οὐχὶ ὑπὲρ αὐτῶν.
§107Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μετὰ χαρᾶς, κύριοι συνάδελφοι, χαιρετίζω τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ σημειώσῃ νέον στάδιον προόδου διὰ τὸν ἐργατικὸν κόσμον. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσας ὑπεστήριξα νομοσχέδια ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι μὴ ἀποβλέπων ποτὲ εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ ἀείποτε θέλων νὰ ὑποστηρίζω τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισα ὅτι εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν πρόοδον τῆς πατρίδος, πρὸς τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὕτω καὶ σήμερον θὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὀφείλει νὰ εἶναι μεγαλητέρας εὐρύτητος, ὀφείλει νὰ περιλαμβάνῃ ἐν τῇ εὐεργετικότητι αὐτοῦ καὶ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἵτινες εἰς τοὺς ἀγροὺς ἐργαζόμενοι, ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἡλιακὰς ἀκτῖνας κατὰ τὸ θέρος καὶ εἰς τὰς δριμύτητας τοῦ χειμῶνος ὑφίστανται τὰ πάνδεινα, τὰ πάνδεινα ὑποφέρουσι χωρὶς ποτὲ νὰ διαμαρτύρωνται ἐναντίον τῶν ἰσχυρῶν, ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παρόντος δὲν περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐργάται τῶν ἀγρῶν, οἵτινες ἐξαρτῶνται μόνον καὶ μόνον ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ γαιοκτήμονος καὶ ἐργάζονται δώδεκα καὶ δεκατέσσαρας ὥρας πολλάκις τὸ ἡμερονύκτιον, ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ συναντήσητε εἰς τοὺς ἀγροὺς κύπτοντας ὑπὸ τὸ ἄχθος τῆς ἐργασίας, τριακονταετεῖς καὶ ὅμως παρουσιάζοντας μορφὴν γέροντος, τελείως κεκμηκότας καὶ πάσχοντας τὰ πάνδεινα, μετὰ ἁγίας ὑπομονῆς, γυμνητεύοντας, ἐλεεινούς, πεινῶντας, οὐδέποτε ὅμως διαμαρτυρομένους. Ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τῶν ἐργοστασίων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Ταῦτα ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω, διότι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰς ἐργατικὰς τάξεις πρέπει πάσῃ δυνάμει καὶ θυσίᾳ νὰ ὑποστηρίξωμεν. Ἔχω πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἱστορικοῦ Μινιὲ περιγράφοντος θαυμασίως τὴν ἐξέλιξιν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Οὗτος λέγει ἐν τῷ προλόγῳ του ὅτι ἐὰν οἱ ἄνθρωποι ἐγνώριζον νὰ δίδωσιν, οἱ πολλὰ ἔχοντες, ὅ τι ὀφείλουσι νὰ δίδωσιν, οἱ δὲ λοιποὶ νὰ μὴ ζητῶσιν περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ὀφείλουσι νὰ ζητῶσιν, τότε ὁ ἱστορικὸς δὲν θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος ἑκάστοτε νὰ ἀναγράφῃ τὰς μελανὰς σελίδας τοῦ αἵματος καὶ τὰς τραγικότητας, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας καὶ νὰ περιβάλωμεν διὰ στοργῆς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν ψυχὴν τοῦ κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει μας τὰ ἄριστα παραδείγματα τῆς ἱστορίας. Λέγει ὁ Πάρνελ, ὁ Ἰρλανδὸς πατριώτης, ὁ ἀγωνισθεὶς εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν ὑπὲρ τῆς αὐτονομίας τῆς πατρίδος του, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ ποδηγετῶσι τὸν ἐργατικὸν πληθυσμόν, διότι ἄλλως ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος θὰ περιπίπτῃ εἰς χεῖρας τῶν δημαγωγῶν καὶ τότε θὰ ἐπέρχωνται αἱ ἀντεκδικήσεις καὶ αἱ σφαγαί, ἃς μετὰ πικρίας πολλάκις ἀναφέρουσιν, δυσοίωνοι σελίδες τῆς Ἱστορίας. Ἐὰν ἐγνώριζεν ὁ ἀτυχὴς Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας Λουδοβῖκος XVI, ὁ ἀγαθὸς τῷ ὄντι ἐκεῖνος Βασιλεύς, νὰ δώσῃ κατὰ τὴν ἀπαρχὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ὅ,τι ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἐξεγερθέντα ἐκεῖνον λαόν, ἂν ὁ κλῆρος καὶ οἱ εὐγενεῖς παρητοῦντο τῶν προνομίων αὐτῶν, ὅλων ἐκείνων τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἶχον ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν λαόν, τότε βεβαίως ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις ἤθελε λάβει τὸ πέρας αὐτῆς μετὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἄνδρες ὑπέροχοι κατήρτισαν διὰ τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Ταῦτα λοιπὸν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅπως μὴ περιπέσῃ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς διαπάλας καὶ μάχας, αἵτινες οὐδὲν ἕτερον θὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα, εἰμὴ τὴν κατάπτωσιν αὐτοῦ. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου νὰ σπεύσῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσωσι τὴν ζωὴν τοῦ ἐργάτου ὑποφερτήν, διότι πάντοτε ὑποφερτὴ θὰ εἶναι, διότι πάντοτε ὁ ἐργάτης θὰ παλαίῃ, διότι πάντοτε θὰ ὑποφέρῃ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐργάζεται εἰς τὰ ἀνήλια δωμάτια τῶν ἐργοστασίων, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐργάζεται ἐκτεθειμένος εἰς τὴν παγερὰν ἀτμοσφαῖραν τοῦ χειμῶνος καὶ ὑπὸ τὰς καυστικὰς ἡλιακὰς ἀκτῖνας τοῦ θέρους. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὑποβάλλουσαν νομοσχέδια μεριμνῶντα ὑπὲρ τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ, ἀφαιροῦντα καὶ ἀπαλλάσσοντα αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν τοκογλύφων, συνιστῶντες τὴν σύστασιν τραπεζῶν, κατὰ τὸ σύστημα τὸ εὐρωπαϊκόν, τὴν σύστασιν ταμείων συντάξεων. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, ἐλπίζων ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει συνεχίσει τὸ ἔργον αὐτῆς ἐν τῷ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἀγῶνι, δηλῶ δ’ ὅτι ἐν τῇ συνεχίσει αὐτοῦ θὰ εὕρῃ ἡμᾶς προθύμους νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτήν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§109Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κατόπιν τῆς ὄντως λαμπρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχαρίστησιν τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις ὅμως ἂν καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ κατάλληλος, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μία εὐγενὴς προσπάθεια πρὸς λύσιν τοῦ μεγίστου τούτου ζητήματος, τοῦ ζητήματος τοῦ ὁποίου δὲν ἐσκέφθημεν οὐδὲ κἂν τὴν ἀρχὴν νὰ λύσωμεν ἐν Ἑλλάδι, ἐνῷ εἰς ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη πρὸ πολλοῦ ἔχουν ἀρχίσει, διότι νόμοι προστατεύοντες τὸν ἐργάτην πρὸ πολλοῦ λειτουργοῦν ὑφιστάμενοι καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἐν Ῥουμανίᾳ καὶ ἐν Σερβίᾳ. Ἀτυχῶς αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ἐν Ἑλλάδι οὐδένα τοιοῦτον νόμον εἰσήγαγον. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸ μὲν νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εὐγενῆ προσπάθειαν αὐτῆς, τὸ δὲ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ματαίαν προσπάθειαν, διότι βλέπω πολλὰ κενά. Ἔτυχε Κύριοι, νὰ ἐπισκεφθῶ πλεῖστα ὅσα ἐργοστάσια ἐν Εὐρώπῃ ἐν τοῖς ὁποίοις ἐργάζονται χιλιάδες ἐργατῶν, σᾶς λέγω δὲ ὅτι ἐξεπλάγην ἀληθῶς πρὸ τῆς τάξεως καὶ τῆς καθαριότητος καὶ ὡς πρὸς τὴν τήρησιν τῶν ὅρων τῆς ὑγιεινῆς εἰς τὰ κέντρα ἐκεῖνα. Πῶς θέλετε νὰ ἐφαρμόσωμεν ὅλα τὰ ἀναγραφόμενα ἐδῶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα οὐδὲ εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν γραφεῖα νὰ τηρήσωμεν τοιαύτην καθαριότητα; Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ στραφῶμεν καὶ εἰς ἄλλα τρωτὰ μέρη τοῦ ζητήματος, δυνάμεθα νὰ θέσωμεν καὶ μερικοὺς ὅρους ἀσφαλείας τῆς ζωῆς τῶν ἐργατῶν, ἀσφαλείας ὄχι κατατεθειμένης εἰς τὰ ἐργοστάσια ἀλλ’ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα οἱ δυστυχεῖς ἐργάται κατόπιν πολυετοῦς ἐργασίας γηράσκοντες καὶ γενόμενοι ἀπόμαχοι μὴ ῥίπτωνται εἰς τοὺς δρόμους. Ὁμοίως ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ὅριον ἐργασίμων ὡρῶν, νὰ θέσωμεν ὡρισμένας ὥρας δι’ ἑκάστην ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο θέλω ὑπερψηφίσει εὐχαρίστως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἐκπροσωπεῖ εὐγενῆ προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐργατῶν, καὶ ὅπερ ἀποτελεῖ θεμέλιον λίθον τοῦ μεγάλου ἐργατικοῦ οἰκοδομήματος. (Χειροκροτήματα)
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης.
§111ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος κύριοι Βουλευταί, κατέχομαι ὑπὸ χαρᾶς μεγάλης ὅτι ἐγένετο ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει ἔναρξις πραγματώσεως ἐκείνου τοῦ ἀγαθοῦ τὸ ὁποῖον ἐπεδιώχθη, ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς πρὸ αἰώνων ἐζήτει, τουτέστι τῆς προστασίας τῆς ἐργασίας εἴτε βιομηχανικῆς, εἴτε ἀγροτικῆς, διότι, Κύριοι, ὁμολογουμένως ἐγκατάλειψις πλήρης ὑπῆρχεν ὑπ’ ἀμφοτέρας ταύτας τὰς ἐπόψεις. Δὲν συμφωνῶ μετά τινος τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ὁ ἡμέτερος ἀγροτικὸς πληθυσμὸς δὲν εἶναι εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ κοινωνικὸν ζήτημα, νὰ παρουσιάζῃ κατάστασιν τοιαύτην ἡ ὁποία νὰ ἀπαιτῇ τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν τοῦ νομοθέτου. Καὶ ἐκεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις εἶναι, ἡ αὐτὴ ἀδικία τῶν ὀλίγων κατὰ τῶν πολλῶν, καὶ κατὰ τῆς ἀδικίας αὐτῆς καὶ ἐγὼ μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις ἐπάλαισα, καὶ δι’ αὐτὸ τὴν στιγμὴν ταύτην αἰσθάνομαι μεγάλην χαράν, διότι παρίσταμαι εἰς τὴν νομοθετικὴν ἕναρξιν τοῦ ἔργου τούτου. Ἀλλὰ Κύριοι, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω πῶς, ἐνῷ πραγματοποιοῦνται κοιναὶ εὐχαί, ἠκούσθησαν παράπονα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν λέγω ὅτι δὲν δικαιοῦται ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψίν του, ἐγὼ θὰ προετίμων π. χ. νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν προστασίαν τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ θὰ ἤμην ἀσυνεπὴς βεβαίως ἀποκρούων τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔδωκε τὴν προτίμησιν εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν πόλεων. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπόν, γινομένης ἀρχῆς περὶ ἑνὸς καλοῦ καὶ περὶ μιᾶς τοιαύτης μεγάλης ἐργασίας, νὰ φέρηται ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ τὰ διορθωτέα, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν φροντίζει περὶ ὅλων τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐργατῶν. Καὶ τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι οἱ ἐργάται τῶν ἐργοστασίων ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀσφαλείας τῆς ζωῆς των καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀσφαλείας τοῦ γήρατος αὐτῶν καὶ ὑπὸ ποικίλας ἄλλας ἐπόψεις, τὰς ὁποίας τόσον εὐγλώττως εἷς τῶν ἀξιοτίμων ἀγορευσάντων ἐξέθηκεν; Αἱ ἐλλείψεις αὐταὶ εἶναι ἀναντιρρήτως ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διορθωθῶσι καὶ θὰ διορθωθῶσιν, ἀλλ’ ὄχι ὅλαι διὰ μιᾶς. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι ἀπορίας ἄξιον ὅτι ὁτὲ μὲν παραπονούμεθα διὰ τὴν ἀπληστίαν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ προγράμματος τῆς Ἀνορθώσεως, ὅτι δηλαδὴ καταγίνεται εἰς πολλὰ καὶ διάφορα, ἄλλοτε δὲ κατηγοροῦμεν τὴν λιτότητα αὐτοῦ. Σήμερον ἡ κατηγορία εἶναι διὰ τὴν λιτότητα. Καὶ λέγουσι: τί θὰ εἴπῃ ἐργατικὸν ζήτημα, ὅτε γίνεται μόνον λόγος περὶ τῆς ὑγείας, τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἀσφαλείας; Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ προεξάρχον ἐξ ὅλων τῶν νομοσχεδίων τῶν σχετικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν. Τὸ περὶ ὑγείας καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν εἶναι τὸ προεξάρχον, διότι πρέπει νὰ ὑπάρξωσι, Κύριοι, οἱ ἄνθρωποι, νὰ διασώσωσι τὴν ὑγείαν των, νὰ δύνανται νὰ ἐργάζωνται ἀσφαλῶς ἐν τῷ ἐργοστασίῳ, ἵνα κατόπιν ἴδωμεν διὰ τὸ μέλλον τί θὰ γίνωσιν αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν. Καὶ αἱ καλαὶ οἰκίαι περὶ τῶν ὁποίων ἀλλαχοῦ ἔλαβον μέτρα, εἶναι ἀρίστη πρόνοια καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀσφαλισθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς τώρα μόλις ἀρχίζομεν, ὅτε ἄλλοι τελειώνουσιν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὸ ἔθνος τὸ ἡγούμενον, ὡς γνωστόν, πάσης προόδου, τὸ εἰσαγαγὸν πρῶτον αὐτὸ ὅλους τοὺς κοινωνικοὺς νόμους, ἀπὸ ἓν ἤρχισαν, μέχρις οὗ ἔφθασαν ἐπὶ τέλους νὰ ψηφίσωσι νόμον περὶ συντάξεως ἀπὸ τοῦ Κράτους παντὸς γέροντος, παντὸς ὑπερβάντος τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας, καί μὴ ἔχοντος ἰδίαν πρόσοδον ἐνιαυσίαν 600 φράγκων. Καὶ εἶπεν ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅταν τὸν διέκοψαν λέγοντες: γνωρίζεις ὅτι χρειάζονται 500 ἑκατομμύρια; —γνωρίζω ὅτι ἀπαιτοῦνται 600,000,000, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ γοήτρου τῆς Ἀγγλίας, διὰ νὰ ἡγῆται παντὸς καλοῦ, νὰ εἶναι ἡ πρωτοπορεία τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπότητος, τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι μηδέν. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι χρειάζεται καὶ κάποια ὑπομονή. Βεβαίως τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν πρὸ αἰώνων ἐργαζόμενα, ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἡμεῖς ὅμως οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς μόλις σήμερον ἠρχίσαμεν, οἱ ὁποῖοι ὡς διὰ Σινικοῦ τείχους εἴμεθα κεχωρισμένοι ἀπὸ τὴν πρόοδον καὶ ἀγνοοῦμεν σχεδὸν τοὺς λεγομένους κοινωνικοὺς νόμους, δὲν ἐπιτρέπεται, μόλις ἠρχίσαμεν τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ φιλάνθρωπον, τὸ λαϊκόν, νὰ παραπονώμεθα ὅτι δὲν μᾶς παρουσιάζονται ὅλα ἀμέσως νὰ τὰ ψηφίσωμεν. Οἱ ἐργάται, Κύριοι, ἢ μᾶλλον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν ἐργατῶν, οἱ πολλοὶ νὰ εἴπω καλλίτερα, οἱ ἀδικούμενοι ἀπὸ τὸ μέχρι χθὲς καθεστώς, οἱ παρημελημένοι, θὰ μᾶς ὀφείλωσι χάριν, ἂν ἀρχίσωμεν ἔστω τὸ ἔργον αὐτό, ἂν δείξωμεν ὅτι λαμβάνομεν πρόνοιαν, ὅτι ἠρχίσαμεν τέλος συναισθανόμενοι τί πρέπει νὰ γένηται. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ἡ αἴθουσα αὐτὴ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀντήχησεν ἐκ λόγων περὶ θεσμῶν καὶ ἐλευθερίας, ἀλλὰ περὶ προνοίας τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων δὲν ἠκούσθη τίποτε. Ἤδη ἐπὶ τὰ ἔργα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας.
§113Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὀλίγιστα, Κύριοι Βουλευταί, θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι σημειώνει μίαν ἀπαρχὴν ἑνὸς μεγάλου ἔργου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησα εἶναι ὅτι ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπὴ ὀλίγον ἠσχολήθη καὶ ὀλιγώτερον ἐκοπίασεν εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἢ ἄλλος τις ἔχει τὴν περιέργειαν νὰ γνωρίσῃ τὴν σκοπιμότητα τῶν προτεινομένων, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ζητήσῃ τὰ διατάγματα τοῦ 35 καὶ 36 καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ὡραίαν ἐκείνην ἐποχήν. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τὸ ἥμισυ τοῦ παντός. Ἡ Κυβέρνησις ὄντως εἶναι ἀξία ἐπαίνου, σπεύσασα ὅπως ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξε καὶ τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ματαιώσῃ κάθε εὐγενῆ προσπάθειαν καὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μελλουσῶν, εἶναι ἡ ἀνυπαρξία εἰδικῶν προσώπων διὰ τὴν ἐπίβλεψιν ὅλων αὐτῶν.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτό.
§115Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δι’ αὐτὸ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρὸ παντὸς πρόνοιαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, περὶ ἐξευρέσεως τῶν εἰδικῶν προσώπων.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης.
§117Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἤθελον προσθέσει τι οὐσιαστικὸν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πάντες ἀνεξαιρέτως βεβαίως εἴμεθα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῦσιν αὐτοὶ εἶναι ἐλεειναὶ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ γνωστὸν εἶναι ὅτι τὰ αἴτια τῶν διαμαρτυριῶν τῶν ἐργατῶν, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν συμπάθειαν ἡμῶν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν καὶ ἐνίοτε τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας συμπάσης κατὰ τῶν ἐκμεταλλευτῶν, εἶναι νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν, τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας, τῆς ἀσφαλείας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ζήτημα τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας. Διὰ τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπέμβωμεν, εἶναι ζήτημα κανονιζόμενον ὑπὸ τοῦ ἀναλλοιώτου νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας καὶ ἀσφαλείας ἐπαρκῆ λαμβάνει πρόνοιαν τὸ ἄρθρον 1 καὶ δίδει πλέον διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἐξουσίαν εἰς τὸν πταισματοδίκην, ὅπως τιμωρήσῃ πάντα βιομήχανον ἢ ἐπιχειρηματίαν, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἕνα ἐργάτην αὐτοῦ ἢ νὰ συντηρήσῃ αὐτὸν ὑπὸ συνθήκας βλαπτικὰς τῆς ὑγείας ἢ τῆς ἀσφαλείας αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπαρκὴς πρόνοια ἀσφαλιστικὴ δὲν λαμβάνεται διὰ τὸ ζήτημα τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω πρὸς στιγμὴν τὸ ἄρθρον 2. «Ἡ πραγματικὴ ἡμερησία ἐργασία ἑκάστου ἄρρενος ἐνήλικος ἐργάτου εἰς τὰ βιομηχανικὰ ἐργοστάσια, τὰ βιοτεχνικὰ καταστήματα, εἰς τὰς σχετικὰς πρὸς οἰκοδομὰς καὶ κατεργασίαν μαρμάρων ὑπαιθρίους ἐργασίας καὶ εἰς τὰ μεταλλεῖα καὶ λατομεῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 10 ὥρας, ἡ δὲ νυκτερινὴ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 8 ὥρας». Αὐτὸ εἶναι λαμπρὸν μέτρον, ἀλλ’ ἔρχεται ἕτερον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναιρέσῃ τοῦτο καὶ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐρχόμεθα διὰ τοῦ ἐδαφίου δευτέρου τοῦ ἄρθρου 5 τὸ ὁποῖον λέγει τὸ ἑξῆς. «Διὰ Β. Διαταγμάτων τῇ προτάσει τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐργασίας δύνανται νὰ αὐξάνωνται αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας δι’ ὡρισμένας ἐργασίας ἢ ἐπιχειρήσεις ἰδιωτῶν καὶ ἐν περιπτώσει δημοσίας ἀνάγκης κλπ. Θὰ κανονίζωνται δηλ. διὰ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδίδηται τῇ εἰσηγήσει τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐργασίας τοῦ ἑδρεύοντος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας. Ἐὰν ἐλαμβάνετο πρόνοια προκειμένου βεβαίως περὶ δημοσίας ἀνάγκης, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἡ δημοσία ἀνάγκη ἴσως νὰ ἐπέβαλλε τὴν καταστροφὴν τῆς ὑγείας καὶ τῆς ζωῆς ἐνίοτε. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλων περιστάσεων ἀσχέτως τῇ δημοσίᾳ ἀνάγκῃ ἀναφερομένων ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ. Θὰ ἦτο λοιπὸν φρονιμώτερον καὶ σκοπιμώτερον, ἐὰν ἐθέτομεν ἓν ἀνώτατον καὶ ἕν κατώτατον ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ περιστρέφωνται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐργασίας.
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸ ἄρθρο 5 ὑπάρχει ἓν λάθος. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς περίοδος: Ἐὰν ἡ τοιαύτη ἐξαίρεσις συνίσταται εἰς διαρκῆ παράτασιν τοῦ χρόνου τῆς ἡμερησίας ἐργασίας εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν ἐπιχειρήσεων, ἡ παράτασις αὕτη δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν μίαν ὥραν: Πρέπει νὰ παρακολουθήσητε τὴν δευτέραν παράγραφον, ὁπότε ὑπάρχει τὸ ἀνώτατον ὅριον, τὸ ὁποῖον σεῖς θέλετε.
§119Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐδῶ καὶ τὴν εἰς τρίτην παράγραφον ὑπάρχει ἄλλη ἔλλειψις. Λέγεται ὅτι αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ πλέον καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἐπὶ πλέον τὸ ὅριον ἐκεῖνο τὴν μίαν ὥραν, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ διαρκοῦς παρατάσεως. Ἔχετε τὴν διαρκῆ παράτασιν· ἀλλ’ ἡ διαρκὴς παράτασις πῶς θὰ ἐννοηθῇ; Ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ βιομηχανικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, βεβαίως ἡ διαρκὴς παράτασις θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὅμως περὶ ἐργασίας, ἡ ὁποία θὰ διαρκῇ 6 μῆνας, ἓν ἔτος ἢ δύο ἔτη, θὰ ἐδίδετο ἡ ἔννοια ὅτι διαρκὴς παράτασις θὰ ἦτο ἡ ἐξακολουθοῦσα ἐπὶ ἕνα μῆνα;
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σημαίνει τὸ ἑξῆς: ὅτι οἱ ἐργοδόται δύνανται νὰ ἀπασχολήσωσι τοὺς ἐργάτας πέραν τοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρίου. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται προστεθῇ εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀντὶ τοῦ «διαρκοῦς παρατάσεως», νὰ τεθῇ «ἐὰν ἡ παράτασις πρόκειται νὰ ὑπερβῇ τὸν ἕνα ἢ τοὺς δύο μῆνας νὰ μὴ εἶναι μακροτέρα τῆς μιᾶς ὥρας καθ’ ἑκάστην.» Καλλίτερον ὅμως εἶναι νὰ συζητήσωμεν τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 5, ὁπότε εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα.
§121Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ περιορισμὸν ῥητόν. Ὁ σπουδαιότερος ὅρος εἶναι αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας, αὐταὶ δὲ εἶναι αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν σχεδὸν πάντα τὰ ἐργατικὰ ζητήματα καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἀνώτατον ὅριον τὸ δωδεκάωρον καὶ κατώτατον τὸ ἑξάωρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ περιστρέφωνται πάντοτε αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐργασίας.
§122Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλετε, εἶναι μεγαλητέρα παραχώρησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ πρὸς τοὺς ἐργάτας.
§123Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Λάθος ἔχετε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε πάλιν τὸ νομοσχέδιον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, θὰ ζητήσω τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἄρθρων 2, 3, 4 καὶ 5, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 5, τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυβερνητικοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 5: «Δι’ εἰδικῶν Β. διαταγμάτων ἐκδιδομένων μετὰ πρότασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐργασίας ὁρισθήσονται ἑκάστοτε, δι’ ἑκάστην βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας, ἀναλόγως τῆς φύσεως αὐτῆς». Ἡ πρόθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ὁρίσῃ ἀπὸ σήμερον τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας ἦτο βεβαίως ἀξιέπαινος, ἀλλ’ ὁ ἀναγινώσκων τὰ ἀλλεπάλληλα ταῦτα ἄρθρα, τῶν ὁποίων ζητῶ τὴν διαγραφήν, θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ ῥυθμίσῃ ἀπὸ τοῦδε ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ τοῦτο δὲ θέσασα ἓν ὅριον, ἐπέτρεψεν, ἵνα διὰ Διαταγμάτων τὸ ὅριον τοῦτο ὑπερβληθῇ ἀορίστως μέχρι τοῦ εἰκοσιτετρακώρου. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐπαρκῶς μελετημένον· νομίζω δὲ ὅτι εἶναι πρακτικώτατον ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν εἴμεθα μελετημένοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὥστε νὰ ῥυθμίσωμεν ζήτημα πολυπλοκώτατον, τὸν ὁποῖον θὰ ῥυθμισθῇ δι’ ἕκαστον εἶδος ἐργασίας ἰδιαιτέρως, ζήτημα τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ λάβῃ βεβαίως ἐν ἀρχῇ ἓν μεταβατικὸν στάδιον, μέχρις ὅτου προσαρμοσθῶμεν πρὸς τὴν νέαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ, ὅπως τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀντικατασταθῶσι διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προσάγεται ἐνώπιον ὑμῶν δὲν εἶναι τέλειον, κάθε ἄλλο· δὲν ἐξαντλεῖ τὰ ζητήματα τὰ ἐργατικά, περὶ τῶν ὁποίων ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ παροῦσα Βουλή· εἶναι ἓν μικρὸν τμῆμα τοῦ μεγάλου κύκλου τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ κατορθώσῃ κἂν νὰ ἐξαντλήσῃ ἡ παροῦσα Βουλή. Ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία πρέπει νὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν συμπληρωθῇ καὶ μετὰ μίαν δεκαετίαν, διότι καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη παρῆλθον πολλαὶ δεκαετηρίδες πρὸς τοῦτο, καὶ βεβαίως δὲν κατώρθωσαν ὅπως συμπληρώσωσι ταύτην ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην. Δὲν ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις καμμίαν εὐγνωμοσύνην παρὰ τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου δι’ ὅσα εἰσηγήθη σήμερον. Εἶναι ταῦτα ἐλάχιστον μέρος τῶν ὅσων ὀφείλονται εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προβαίνωμεν μετὰ περισκέψεως, ὥστε νὰ μὴ προσκόψωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ νὰ μὴ θίξωμεν συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλληλέγγυα πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ ἄνευ πολλῶν συζητήσεων τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ὅτι εἶναι πλῆρες, καὶ λέγω «ἄνευ πολλῶν συζητήσεων» ἵνα κατορθωθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον, διότι εἶναι ὁ μόνος τρόπος εἰς τὸ νὰ κάμωμεν κἄτι τι εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς ἡμέρας τῆς Συνόδου, νὰ μὴ παρατείνηται ἡ συζήτησις νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι θὰ ψηφισθῶσι, πέρα τοῦ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίου. Δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖται ἐπαρκῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐργατικὴ τάξις, ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, καὶ μετὰ τὴν παραχώρησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν πρώτη ἡ Κυβέρνησις κάμνει νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἀπαρχὴ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, σκοπεῖ νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις.
§126Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Μετὰ τὴν τροποποίησιν καὶ τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον. Πάντες βεβαίως εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δ’ ἠκούσθησαν ἀντιρρήσεις, ἠκούσθησαν ὄχι κυρίως ἀπὸ πεποιθήσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι δὲν εἶναι ἐξυπηρετικὰ τῆς ἐργατικῆς τάξεως τὰ ὑποβαλλόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων λόγων, ἵνα μὴ φανῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει νὰ θηρεύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου διὰ τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διατρέχει καὶ διέτρεξεν. Ἐγὼ ὡς Πρόεδρος ἐργατικοῦ σωματείου αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ἐξ ὀνόματος τῶν ἐργατικῶν σωματείων Πατρῶν νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου πρὸς τὴν παροῦσαν Βουλήν, πρὸς τὴν λαβοῦσαν τὴν πρωτοβουλίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία λίαν μετριοφρόνως διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς εἶπεν ὅτι δὲν κάμνει τοῦτο, ὅπως περιποιηθῇ τὰς ἐργατικὰς τάξεις. Ὁ ἐργατικὸς κόσμος τὸ πρῶτον εἶδεν ὅτι ἐγένετο αἰσθητὸς ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὅστις εἰργάζετο ἀπέναντι ἀμειλίκτων ἐργοδοτῶν. Ὁ ἐργάτης κινδυνεύων νὰ στερηθῇ πολλάκις τῆς ζωῆς του ἐν τῇ ἐργασίᾳ εἶχε θεωρηθῇ ὡς ἀπόβλητος τῆς Πολιτείας καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς μέσον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἄλλων. Σήμερον ὅμως ὑπερήφανος πλέον πληροῖ τὴν καρδίαν αὐτοῦ εὐγνωμοσύνης, διαβεβαιῶ δὲ ὅτι θὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἀγῶνα τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον διὰ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα, ἀλλὰ δι’ ὅλην τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πατρίδος ἡμῶν· διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὰ κεφάλαια εἶναι οἱ ἐργάται, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε παρετηρήθησαν παρ’ οὐδενὸς εἶναι οἱ ἐργάται, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται περὶ ὅλου τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας, εἶναι οἱ ἐργάται, καὶ διὰ τοῦτο ὁ συνάδελφός μου κ. Καφετζόπουλος ἐτόνισεν ὅτι τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα τῶν Πατρῶν, τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Βόλου δὲν ἐξηγέρθησαν ὁπόταν ἐξηγέρθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα ζητήσωσι τὴν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου, ἀλλ’ ἐξέφρασαν πόθους γενικωτέρους, πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, ἥτις ἔφερε τὸ Κράτος εἰς τὸ χεῖλος τῆς γενικῆς ἀβύσσου. Καὶ ὅτε ἔχομεν τοιούτους ἐργάτας ὀφείλομεν ὅλοι νὰ συνεισφέρωμεν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης των, καὶ νὰ χαιρετίσωμεν διὰ τὴν πρωτοβουλίαν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εὐχηθῶμεν δὲ ἵνα καὶ αἱ διάδοχοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμελείας, καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς προσοχῆς συνεχίσωσι τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου τὰ θεμέλια ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα).
§127ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ἐπιθυμῶν νὰ τροποποιηθῇ τοῦτο ὡς πρὸς τὰς ὥρας τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις ἐργαζομένων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐν ταῖς καμίνοις, ὅπου ἕνεκα τῆς τήξεως μολυβδούχων μεταλλευμάτων οἱ ἐργαζόμενοι προσβάλλονται ὑπὸ τῆς ἐπαράτου νόσου τῆς μολυβδιάσεως (δηλητηριάσεως). Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ἀφῆκε νὰ κανονισθῶσιν αἱ ὧραι ἐργασίας διὰ Β. Δ. δὲν προβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος. Ἐν τούτοις καὶ ἐγὼ ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ἐργατῶν μεταλλευτῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ δεινοπαθήματα τῶν ἐργατῶν συνιστῶ δέ, ἵνα κατὰ τὸν ὁρισμὸν τῶν ὡρῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδίως τοὺς ἐν ὑπογείοις ἐργασίαις ἐργαζομένους καὶ τοὺς ἐν ταῖς καμίνοις τῶν μεταλλευτικῶν ἐργασιῶν.
§128ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπιθυμῶ νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πρόνοιαν τὴν ὁποίαν ἔλαβε ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν. Ἡ ἐπιψήφισις τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων θὰ προσδώσῃ ἰδιαιτέραν ὑπερηφάνειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Χαίρω, διότι ἡ ἔκκλησις τῶν ἐργατικῶν κέντρων εὑρίσκει ἀπήχησιν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ εἶναι μία ἀπαρχὴ εὐοίωνος. Λαὸς δυστυχὴς καὶ συγχρόνως κυρίαρχος ἀποτελεῖ ἀντίφασιν. Πρώτην ἤδη φορὰν ἔπειτα ἀπὸ ἑνὸς αἰῶνος πολιτικὸν βίον τίθενται τὰ θεμέλια τοῦ μέλλοντος Ἑλληνικοῦ Κώδικος ἐργασίας. Πᾶσα βεβαίως πρόνοια πρὸς προστασίαν τῶν ἐργατῶν προλαμβάνει τοὺς γνωστοὺς κινδύνους, οὓς διῆλθον αἱ ἄλλαι κοινωνίαι. Ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς σχέσεις κεφαλαίου καὶ ἐργασίας πρὸς τὸν σκοπὸν ἐπικρατήσεως δικαίων ὅρων καὶ τῆς περιστολῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον. Πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς 10ώρου τοὐλάχιστον ἐργασίας, καθόσον στατιστικῶς ἀπεδείχθη ὅτι, ὅπου οἱ ἐργάται ἐργάζονται ὀλιγώτερον, παρουσιάζεται ὡς κοινωνικὸν ἀποτέλεσμα ἡ σωματικὴ καὶ ἠθικὴ βελτίωσις, ὡς οἰκονομικὸν ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς καὶ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀέργων. Τοιαύτη νομοθεσία ἐν Ἑλλάδι ἀποτελεῖ κοινωνικὴν μεταρρύθμισιν ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ὁμόφωνος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων.
§129Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀσπάζομαι τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διαγράφοντος τὰ ἄρθρα ταῦτα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν ἤμην ἠναγκασμένος νὰ καταθέσω τροπολογίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ σπουδαιοτέρα θὰ ἦτο ἡ ἀφορῶσα τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἤδη εἰς τὰς ὑπογείους ἐργασίας εἶναι 8, δηλαδὴ ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος.
§130Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, παρ’ ὅλην τὴν δυσφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁσάκις ἐγείρονται ἀντιρρήσεις ἐντεῦθεν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ συγχαρῶ δὲ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων κυρίων συναδέλφων, οἵτινες συνεχάρησαν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἀμελέτητον ὑπεβλήθη καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἢ πολλοστὸν ὅλου τοῦ ἄλλου κύκλου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ἔβλεπεν εὐχαρίστως ψηφιζόμενον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαιοῖ ὅτι δὲν ἀπέληξεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ καθορισμοῦ τῶν ὡρῶν, διότι δὲν ἔχει σαφῆ περὶ τούτου γνώμην. Ἀλλ’ ἐγὼ προεῖπον, ὅτι τοῦτο θὰ ἐγίνετο, διότι ὁ κανονισμὸς τῶν ὡρῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔθιγε τοὺς ἐργοδότας. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐργοδότης, κ. συνάδελφοι, συντηρῶν ἐργοστάσιον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ζῶσι 40 ἢ 50 οἰκογένειαι, γνωρίζω, δὲ καλῶς ὅτι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο προέχουσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγον, καίτοι εὑρέθην ἐνώπιον τριῶν ἀπεργιῶν ἐργατῶν, καὶ δὴ ἐργατῶν τυπογραφείου,—γνωρίζετε δὲ ὅτι ἡ ἐργασία ἡ τυπογραφικὴ καὶ τὸ ἔργον τοῦ τυπογράφου, εὑρισκομένου πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἄλλα νὰ στοιχειοθετήσῃ, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται εἰς τὴν Βουλήν, οὐκ ὀλίγας δημιουργεῖ νευρικότητας—ἐν τούτοις οἱ ἐργάται μου δὲν ἀπήργησαν. Εἶμαι λοιπὸν ἐκ τοῦ πρακτικοῦ βίου εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παράσχωσι πράγματι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δι’ ἡμᾶς τοὺς ἐργοδότας θὰ εἶναι δυσάρεστα. Τὸ μέγα δὲ δυσάρεστον δι’ ἡμᾶς εἶναι αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας. Τοῦτο δὲν τολμᾷ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐγγίσῃ. Λέγει ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι δι’ αὐτὴν ἐν τῷ συνόλῳ ἀμελέτητον. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀμελέτητον ἐν τῷ συνόλῳ, δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ἐν τῷ κανονισμῷ τῶν ὡρῶν. Πρέπει νομοθετικῶς νὰ κανονισθῇ καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ ὅσοι ἀπὸ φύσεως δὲν εἶναι διατεθειμένοι ν’ ἀκούσωσι τὸν ἄγραφον νόμον, τὸν κοινωνικόν, καὶ τὰ χριστιανικὰ παραγγέλματα, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς διατάξεις νόμου. Αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν εἰς τὸν ἐργάτην τὸ ἀντιστάθμισμα εἰς τὰς ἐργατικὰς ἀνάγκας. Διότι αἱ δυνάμεις αἱ ἀνθρώπιναι εἶναι πεπερασμέναι, δὲν δύναται δέ τις ἄνευ περιθάλψεως τῆς κυριωτέρας τῶν δυνάμεων αὑτοῦ, τῆς ψυχικῆς καὶ μυϊκῆς δυνάμεως, νὰ συντηρήσῃ βίον μακρόν. Οὕτω ἀπομένουσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οὐδὲν παρέχουσιν εὐεργέτημα τοῖς ἐργάταις, ἀπειλοῦσιν ἐξ ἄλλου νὰ μᾶς κάμωσι θεατὰς κλειομένων μικρῶν ἰδίως ἐργοστασίων. Καὶ ἐνῷ νομίζομεν ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τοὺς ἐργοδότας, συντρίβομεν τοὺς ἐργάτας, οὐδὲν πράττομεν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, καταδιώκομεν δὲ καὶ τοὺς ἐργοδότας. Διότι ἔδει ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἐλάχιστα εἶναι τὰ μικρὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα τηροῦσι καὶ δύνανται νὰ τηρήσωσιν ὅρους ὑγιεινῆς, μὴ ὑπάρχοντας οὔτε διὰ σχολεῖα ἀκόμη. Ἔχομεν ἐν μέσῳ ἡμῶν ἐργοστασιάρχας, καὶ ἐπικαλοῦμαι νὰ εἴπουν ἂν δὲν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς κίνδυνον, ἀρχομένης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, νὰ ἴδωσι κλειόμενα τὰ ἐργοστάσιά των. Ἀτυχῶς δὲν εἶχε μελετηθῆ ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία ἐπαρκῶς καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐμελέτησε καὶ ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ νομίζω, ἄλλως τε, ὅτι δὲν χρειάζεται ἰδιαιτέρα μελέτη διὰ νὰ κατανοήσῃ τις, ὅτι εἷς ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ πέρα τοῦ ὀκταώρου δι’ ὡρισμένην ἐργασίαν καὶ πέρα τοῦ δεκαώρου δι’ οἱουσδήποτε ἄλλους, ἔστω ἂν εἶναι ὑπάλληλος, ἂν ἀνήκῃ ποικιλοτρόπως εἰς μίαν τῶν ἐργαζομένων τάξεων· διότι ἐγὼ δὲν στρέφομαι πρὸς ἐκείνας τὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνωσι λεία τῆς δημοκοπίας. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ πάσης ἐργαζομένης τάξεως, ἀπὸ τοῦ χειρώνακτος μέχρι τοῦ πνευματικῶς ἐργαζομένου, διότι δὲν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τὴν ἐργασίαν ἄνευ τῆς ἀχωρίστου ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων, ὅπως τοὺς θέλει ἡ πλουτολογικὴ ἐπιστήμη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὴν πρόοδόν της τὴν σημερινήν. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν αἰσθάνεται κἂν ὁ ἐργάτης ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγε πρὸ ἑνὸς αἰῶνος ὁ Φουριέ, ὅτι ἡ ἐργασία ὀφείλει νὰ παρέχῃ καὶ τῆς ἡδονῆς καὶ τοῦ παιγνίου τὰ ἀντισταθμίσματα, δὲν ἀρκεῖ ὅτι δημιουργοῦμεν πάντοτε ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀντίληψιν τῆς ἀπολαύσεως τοῦ ἰδίου ἔργου, οὗτινος μετέσχον εἰς τὴν δημιουργίαν. Δὲν θέλετε νὰ τοῖς παράσχητε ὅσα ἐπιτάσσει ἡ ἰατρική, ἡ φυσιολογία, ὁ ἀνθρωπισμός, ἀφοῦ δὲν κανονίζετε τὰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐργάζωνται. Θὰ ἦτο βεβαίως σκόπιμον μετὰ τὴν βεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, — καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῇ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, διότι βλέπει ἡμᾶς τοὺς ὀλιγαρίθμους, μᾶς βλέπει προθύμους νὰ ὑποβοηθήσωμεν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ βάσεων πραγματικῶν στηρίζεται τὸ ἔργον της — Θὰ ἦτο σκόπιμον, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν μετὰ μίαν ἑβδομάδα, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ καταβάλλοντες πᾶσαν τὴν προσπάθειαν εἰς εἰδικὴν συνεργασίαν νὰ κατορθώσωμεν ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος, ὅπως κανονίσωμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, ἥτις πρέπει νὰ γένηται, χωρὶς νὰ διανέμωμεν τὰς θωπείας ἡμῶν μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν. Αἱ θωπεῖαι πρὸς τοὺς ἐργοδότας ἀντιτίθενται πρὸς τὸν σκοπὸν ὃν ἐπιδιώκομεν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου αἱ θωπεῖαι πρὸς τοὺς ἐργάτας ἐνθαρρύνουσι τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ἐργοδοτῶν, ἀφοῦ καὶ τὰ ἐλάχιστα τῶν αἰτηθέντων δὲν παρέχει αὐτοῖς ἡ Πολιτεία.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καίτοι μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως καὶ συμπαθείας ἤκουσα ὅσα ἀνέπτυξαν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μολονότι καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι μόνον ἓν πολλοστημόριον τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς ἐργατικῆς τάξεως, καίτοι ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὡς ὀρθὴν τὴν διδασκαλίαν, ἥτις ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν πρέπει οἱ ἐργάται νὰ θεωρῶσιν ἑαυτοὺς ἱκανοποιημένους διὰ τῆς ἐλαχίστης αὐτῆς προνοίας, ἡ ὁποία λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ ἦσαν ἀνάξιοι καλλιτέρας τύχης οἱ ἐργάται, ἂν ἕκαστον μέτρον νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέβλεπε τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως αὐτῶν, δὲν ἐχρησίμευε μόνον ὡς ὀρεκτικὸν πρὸς αὔξησιν τῶν ἀξιώσεων αὐτῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐκλείψει πᾶσα ἐκμετάλλευσις κοινωνικὴ καὶ ἤθελε κατορθωθῆ, ὥστε ἕκαστος ἐργάτης νὰ ἀπολαμβάνῃ ὁλόκληρον τὸν καρπὸν τῆς ἐργασίας του, καίτοι δέχομαι ἐπίσης, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἡ πρόνοια, ἣν λαμβάνομεν σήμερον ὑπὲρ τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐργατῶν, ἤθελεν ἐπεκταθῆ καὶ εἰς τοὺς γεωργικοὺς ἐργάτας, εἰς ἃ σημεῖα τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εὗρον ἀδικαιολόγητον ἐν πολλοῖς τὴν γενομένην ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τῶν συναδέλφων ἐκείνων ἀκριβῶς, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν ἀδιάλλακτοι ὑπέρμαχοι τῆς ἐργατικῆς ἰδέας, διότι ἐνόμιζον ὅτι, ἀφοῦ μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν ἐρχόμεθα ἡμεῖς τόσον βραδέως νὰ λάβωμεν τὴν πρώτην μέριμναν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ἔπρεπε, λέγω, τὰ πρῶτα ταῦτα ἡμῶν βήματα νὰ τύχωσιν εὐμενοῦς ἀποδοχῆς, ἐφρόνουν δὲ τοῦτο, ἀποβλέπων ὄχι τόσον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι θὰ μείνουν χάρτης ἄγραφος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελε ληφθῆ πρόνοια, ὅπως δι’ ἰδιαιτέρας ἐπιβλέψεως, ἀσκουμένης δι’ ἰδιαιτέρων ὑπαλλήλων, γίνουν αὗται παρὰ τῶν ἐργοδοτῶν σεβασταί, ἀλλὰ κυρίως ἀποβλέπων εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει πραγματικῶς τὴν οὐσιαστικωτέραν, τὴν σημαντικωτέραν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ὄχι μόνον ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐργατῶν γίνεται κυρίως διὰ τῆς παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀποφέρει ἀθέμιτα κέρδη εἰς τοὺς ἐργοδότας καὶ ἐξαντλεῖ τοὺς ἐργάτας, τ. ἔ. αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ ἔλεγχος τῆς παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι πολὺ εὐκολώτερος καὶ πολὺ ἁπλούστερος ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν παραβάσεων τοῦ ἄρθρου 1. Ἐν τούτοις παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι ἄωρος τοιαύτη διάταξις, περιορίζουσα εἰς δέκα ὥρας τὴν πραγματικὴν ἡμερησίαν ἐργασίαν. Καὶ αὐταὶ αἱ ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας δέχεται, λέγει, ἡ ἐπιτροπή, μαρτυροῦσιν ὅτι τὸ ζήτημα ἀώρως ὑποβάλλεται. Εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἀντίρρησιν θὰ παρατηρήσω τοῦτο μόνον, ὅτι τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον κυρίως δημιουργεῖ ἐξαιρέσεις, ἔχει ἐσφαλμένως ἐντελῶς διατυπωθῆ. Ἔχει ἐσφαλμένως διατυπωθῆ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐνῷ αἱ σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς, προέβλεπον, ὥστε αἱ ἐξαιρέσεις νὰ ἔχωσι περιορισμόν, νὰ μὴ δύναται δηλαδὴ νὰ ἐπιτραπῇ παράτασις τῆς ἐργασίας, εἰ μὴ κατὰ μίαν ὥραν καὶ εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ νόμῳ δύο ἀνώτατα ὅρια, ἓν γενικὸν καὶ ἓν ἐξαιρετικόν, ὅπως ἠξίωσε καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ἐν τούτοις διετυπώθη τὸ ἄρθρον οὕτω πως, ὥστε φαίνεται ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐπιτραπῇ οἱαδήποτε ἐξαίρεσις τῆς περιοριστικῆς διατάξεως περὶ χρόνου ἐργασίας καὶ τοιαύτη ἀκόμη, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐργοδότας νὰ ἀπασχολῶσι τοὺς ἐργάτας αὑτῶν ἐπὶ εἴκοσι τέσσαρας ὥρας τὴν ἡμέραν.
§133Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξέφρασεν αὐτὴν τὴν γνώμην ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς.
§134Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐδέχθη ὥστε νὰ δοθῇ τοιαύτη δικαιοδοσία εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔλαβε, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπιτροπὴ ὑπ’ ὄψιν της τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν ἐπιχειρήσεων, δὲν διεβάθμισεν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ληφθῶσιν ὅλαι αἱ κατηγορίαι τῶν ἐπιχειρήσεων ὑπ’ ὄψιν; Ὑπάρχουσι παραδείγματα ξένων νομοθεσιῶν αἱ ὁποῖαι τοιαύτην λεπτομερῆ λαμβάνουσι πρόνοιαν; Δὲν δύναται βεβαίως ποτὲ νόμος, ἔχων βάσιν οἵαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἐργάτας τελείως ἀπὸ πάσης ἐκμεταλλεύσεως, δύναται ὅμως τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτὴν νὰ τὴν περιορίσῃ μέχρι λογικῶν ὁρίων, δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν ὑπερβολικὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἐργάτου, τὴν ὑπερβαίνουσαν πᾶν ὅριον λογικόν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐθέσαμεν τὸ δεκάωρον ὡς ἀνώτατον ὅριον ἡμερησίας ἐργασίας.
§135Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς ἐργάτας;
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠγέρθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἐργάτας τῶν μεταλλείων, ἐὰν δὲ ἐγίνετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἤθελε χειροτερεύσει ἡ θέσις αὐτῶν. Ἀλλὰ τοιαῦτά τινα μόνον οἱ μὴ μελετήσαντες τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ μὴ γνωρίζοντες τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐργάζονται οἱ ἐργάται τῶν μεταλλείων ἐπιτρέπεται νὰ ἰσχυρίζωνται, διότι ἡ ἐπιτροπή, μὴ θελήσασα διὰ λόγους πρακτικοὺς καὶ ὅπως καταστήσῃ μᾶλλον εὐπρόσδεκτον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ σχέδιόν της, νὰ προβῇ εἰς λεπτομερεῖς διακρίσεις, ὅπερ δὲν ἦτο καὶ εὐχερές, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν ἢ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περιορισθῇ τὸ ὅριον τῆς ἐργασίας κάτω τοῦ δεκαώρου, διὰ τοῦτο δὲ περιέλαβε τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 διάταξιν, καθ’ ἣν δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ περιορισθῇ τὸ ἀνώτατον ὅριον ἐργασίας καὶ κάτω τοῦ δεκαώρου. Δὲν ἐφαντάσθη δὲ ποτὲ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι θὰ ἦτο δυσχερὴς ἡ ἔκδοσις τοιούτου διατάγματος διὰ τοὺς ἐργάτας τῶν μεταλλείων, ἀφοῦ ἑκουσίως σήμερον οἱ ἐργοδόται ἔχουν παραχωρήσει τὸ ὀκτάωρον καὶ ἀφοῦ, ὡς εἶναι κανονισμένη ἡ ἐργασία ἐν τοῖς μεταλλείοις, εἶναι ἀδύνατος ἡ αὔξησις τοῦ ὀκταώρου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ἐργοδόται ἔπρεπε νὰ μεταβάλωσι τελείως τοὺς ὅρους τῆς ἐργασίας, νὰ περιορίσωσι δὲ τὰς σειρὰς τῶν ἐργατῶν εἰς δύο ἀντὶ τριῶν, ὁπότε ἤθελεν αὐξηθῆ τὸ ὅριον τῆς ἐργασίας εἰς βαθμὸν μέγιστον, μὴ δυνάμενον νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῶν ἐργατῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ ἐπιτροπὴ δὲν περιέλαβεν εἰδικὴν διάταξιν διὰ τοὺς ἐν τοῖς μεταλλείοις ἐργαζομένους ἐργάτας, διὰ τοὺς ὁποίους οὐδεὶς ἐπαναλαμβάνω, ὑπῆρχε κίνδυνος ὅτι θὰ ἤθελε χειροτερεύσει ἡ θέσις αὐτῶν. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι καίτοι ἡ καθιέρωσις ἀνωτάτου χρονικοῦ ὁρίου τῆς ἐργασίας ἀποτελεῖ μίαν τῶν σπουδαιοτάτων ἀξιώσεων τῶν ἐργατικῶν τάξεων, καίτοι διὰ τῆς παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐργασίας γίνεται ἡ μεγαλητέρα ἐκμετάλλευσις τῶν ἐργατῶν, ἐν τούτοις εἰς τὰς πλείστας τῶν νομοθεσιῶν δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ καθιερώσεως γενικοῦ ἀνωτάτου ὁρίου ἐργασίας. Ἐν Εὐρώπῃ εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς ἀριθμοῦνται τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν καθιερώσει γενικὸν ἀνώτατον ὅριον ἐργασίας. Ἕν τούτων εἶναι ἡ Αὐστρία, ἡ ὁποία μόνον διὰ βιομηχανικὰ ἐργαστάσια, τοιαῦτα δὲ θεωροῦνται ἐν Αὐστρίᾳ τὰ ἀπασχολοῦντα περισσοτέρους τῶν εἴκοσιν ἐργατῶν, ἔχει καθιερώσει τὸ ἑνδεκάωρον καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ δωδεκάωρον. Εἰς τὰ πλεῖστα ἄλλα Κράτη ὑπάρχουσι μονομερεῖς νόμοι ἢ Διατάγματα ἀναφορικῶς εἰς τὸ ἀνώτατον χρονικὸν ὅριον τῆς ἐργασίας ὡρισμένων ἐπιχειρήσεων. Ἀλλὰ μολονότι ὀλίγα ὁμολογουμένως εἶναι τὰ παραδείγματα τῆς γενικῆς ῥυθμίσεως τοῦ ἀνωτάτου χρονικοῦ ὁρίου τῆς ἐργασίας, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διστάσῃ εἰς τὴν καθιέρωσιν τοιαύτης ἀρχῆς, διότι ἐν Ἑλλάδι ὁ βαθμὸς εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι προηγμένα τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα δὲν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ καθιστᾷ ἱκανοὺς τοὺς ἐργάτας νὰ διεκδικήσουν ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸν περιορισμὸν τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς ἐργασίας ἐντὸς λογικῶν ὁρίων, ἐνῷ ἀλλαχοῦ μέχρι τοιούτου βαθμοῦ ἀκμῆς ἔφθασαν τὰ σωματεῖα ταῦτα, ὥστε ἄνευ ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσαν νὰ περιορίσωσι τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ἐργασίας εἰς δέκα, εἰς ἐννέα καὶ εἰς ὀκτὼ ἔτι ὥρας.
§137Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὅπως ἐδῶ εἰς τὰ μεταλλεῖα.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μόνον εἰς τὰ μεταλλεῖα ἐδῶ, ἐνῷ ἀλλαχοῦ κατώρθωσαν διὰ τοῦ συνασπισμοῦ των οἱ ἐργάται νὰ ἐπιτύχουν τὸ ὀκτάωρον εἰς πλείστας ἄλλας βιομηχανίας...
§139Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Ἐννοεῖτε τὸ δεκάωρον ἢ τὸ ὀκτάωρον ὑποχρεωτικόν, καὶ διὰ τὸν ἐργάτην; Δηλαδὴ ἐὰν ὑποχρεωθῇ διὰ δέκα ὥρας, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκμισθώσῃ τὴν περαιτέρω ἐργασίαν του;
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὸν νόμον δὲν ὑποβάλλεται εἰς καμμίαν ποινὴν ὁ ἐργάτης.
§141Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται.
§142Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐρωτῶ, ἂν δύναται νὰ μισθώσῃ τὴν ἐργασίαν του περαιτέρω.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως δύναται.
§144Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τότε ἀπόλλυται ἡ ὑγεία του. Τότε ποία εἶναι ἡ προστασία τῆς ὑγείας του;
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸν ἐργάτην, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐργασθῇ καὶ περαιτέρω. (Διάλογοι).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον, διότι παρ’ ἡμῖν οἱ ἐργάται ἕνεκα λόγων διαφόρων, ἕνεκα ἀπρονοησίας καὶ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, δὲν κατώρθωσαν νὰ προαχθῶσι μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τοὺς ἐργοδότας ὅρους λογικούς, συμβαίνει ὥστε νὰ ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀπασχολοῦν τοὺς ἐργάτας 12, 13, 14, 15 καὶ περισσότερας ἀκόμη ὥρας. Πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως τεθῇ τέλος πάντων διὰ γενικοῦ τινος μέτρου φραγμὸς κατὰ τῆς τοιαύτης ἀσυστόλου ἐκμεταλλεύσεως. Εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐτίθετο φραγμὸς τὰ αἰσθήματα ἡμῶν ὤθουν ἡμᾶς νὰ ὁρίσωμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν περιοριστικώτερον, ὅσον τὸ δυνατὸν προστατευτικώτερον τῶν ἐργατῶν. Ἀλλ’ ἐσκέφθημεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταπνίξωμεν τὰ αἰσθήματα ἡμῶν καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ στηρίξωμεν τὴν πρότασιν ἡμῶν ἐπὶ θετικῆς βάσεως, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐγερθῶσιν ἀντιρρήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀνταγωνισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ βιομηχανία ἡμῶν, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐπικρατοῦν ἀνώτατον ὅριον ἐργασίας εἰς τὰ ξένα Κράτη, τῶν ὁποίων ἡ βιομηχανία ἀνταγωνίζεται τὴν ἰδικήν μας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὡρίσαμεν τὸ δεκάωρον ὡς ἐπιβαλλόμενον ὅριον ἡμερησίας ἐργασίας παρ’ ἡμῖν· διότι ἂν ἠθέλομεν περιορίσει τὸ ὅριον τῆς ἐργασίας εἰς ὀκτὼ ὥρας, βεβαίως ἤθελεν ἐγερθῆ ἐνταῦθα ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ἐκθέτομεν εἰς κίνδυνον τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν βιοτεχνίαν ἡμῶν, ἀφοῦ εἰς ἄλλα Κράτη ἀνταγωνιζόμενα βιομηχανικῶς ἡμᾶς εἰς πολλὰς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας, δύνανται νὰ ἀπασχολῶσι καὶ πράγματι ἀπασχολοῦσι τοὺς ἐργάτας αὑτῶν περισσοτέρας ὥρας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀπασχολήσεως τῶν ἐργατῶν εἰς τὰς ξένας βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας συνεφωνήσαμεν, ὅπως συστήσωμεν νὰ ὁρισθῇ τὸ δεκάωρον ὡς ἀνώτατον ὅριον ἡμερησίας ἐργασίας, ἐπιτρεπομένης ἐξαιρέσεως διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἴτε διὰ λόγους τεχνικοὺς εἴτε ἕνεκα διαφόρου ῥυθμίσεως τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου ἐργασίας εἰς ὁμάδας βιομηχανίας τῆς ἀλλοδαπῆς δὲν δύνανται νὰ γίνωσι βιώσιμοι ἐν Ἑλλάδι, ὑπὸ τοιοῦτον περιορισμόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύνανται οἱ ἐργοδόται εἰς τὰς τοιαύτας βιομηχανίας νὰ ἀπασχολῶσι τοὺς ἐργάτας μίαν ἔτι ὥραν πέραν τοῦ δεκαώρου.
§148Γ. ΠΩΠ. Θὰ κάμωμεν δεσμὸν προστατευτικὸν καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν ἐργατῶν; Σοσιαλισμὸς εἶναι αὐτός;
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν φέρετε ἀντίρρησιν, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας τί γίνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
§150Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἴπετε.
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι βιομηχανίαι καὶ βιοτεχνίαι, αἱ ὁποῖαι διὰ λόγους τεχνικοὺς καὶ διὰ λόγους ἀνταγωνισμοῦ ξένων βιομηχανιῶν, ἀπασχολουσῶν τοὺς ἐργάτας περισσότερον τῶν δέκα ὡρῶν, νὰ μὴ δύνανται νὰ βαστάσωσι τοιοῦτον ἀνώτατον ὅριον ἐργασίας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς ἐργοδότας πασῶν τῶν βιομηχανιῶν νὰ ἀπασχολῶσι τοὺς ἐργάτας ἐπὶ μίαν ἔτι ὥραν τὴν ἡμέραν. Εἶπον δὲ ὅτι κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.
§152Γ. ΠΩΠ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἄωρον τὴν τοιαύτην διάταξιν...
§154ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ τὸ ἄωρον αὐτὸ ὑποτίθεται καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖτε, ὅτι παραπέμπομεν εἰς ἀπώτερον μέλλον τὴν ῥύθμισιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Παρακαλῶ νὰ τὸ παραπέμψωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς προσεχέστατον μέλλον, εἰς διάστημα δύο τριῶν μηνῶν, ὅπως τὸ συμβούλιον τῶν ἐργατῶν μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Ἐὰν καθυστέρησε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπὶ τόσα ἔτη παρακαλῶ νὰ καθυστερήσῃ καὶ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀκόμη.
§155Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐντὸς τριῶν μηνῶν σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καταψηφίσατε ἂν θέλετε τὸ νομοσχέδιον.
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν Αὐστριακὸν νόμον.
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τέλος πάντων παρεμποδίζετε τὸ ἔργον τῆς Ἀνορθώσεως.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἴδιον διαρκῶς λέγετε, αὐτὸ δὲν ὑποφέρεται!
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀποβλέπετε εἰς τὴν δημαγωγίαν καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσάγει νομοθετικὴν ἐργασίαν ὅπως ψηφίσῃ αὐτὴν ἡ Βουλή. Πῶς θέλετε νὰ προταχθῇ αὔριον καὶ νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ὅταν γνωρίζομεν ὅτι ἀπὸ σᾶς θὰ εὕρῃ προσκόμματα; διατί δὲν συντελεῖτε, ὥστε νὰ μὴ παρέρχηται ὁ χρόνος ἐπὶ ματαίῳ;
§161Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν ἀπεδέχθητε τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἴπομεν οὔτε λέξιν.
§162Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τί χωρίζεσθε εἰς φίλους καὶ ἐχθρούς, ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν ἐργατῶν.
§163Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν ἠγόρευον οἱ κύριοι Καφετζόπουλος καὶ Κατσιμπίρης τοὺς ἠνείχεσθε· δὲν ἦσαν κοινωνιολόγοι αὐτοί. Αὐτοὶ εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εὑρισκόμενος ἐν διαφωνίᾳ μὲ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ἡ ἐπιτροπή. Τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὰς ἀντιρρήσεις ποῦ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἄωρον τὴν καθιέρωσιν παρ’ ἡμῖν ἀνωτάτου ὁρίου ἡμερησίας ἐργασίας, ἀναγκάζομαι νὰ τὸν παραπέμψω εἰς τὸν Αὐστριακὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἔσχεν ἄριστα ἀποτελέσματα καὶ ὁ ὁποῖος περίπου μὲ τὰς τροποποιήσεις ποῦ ὑπέδειξα περιλαμβάνει ὁμοίας διατάξεις πρὸς τὰς τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντὶ καθιερώσεως ἀνωτάτου ὁρίου ἐργασίας ἐν τῷ νόμῳ θέλει νὰ παραπέμψῃ τὸν καθορισμὸν τοιούτου ὁρίου ὡς καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν κανονικῶν διακοπῶν καὶ τῆς νυκτερινῆς ἀναπαύσεως εἰς Β. Διάταγμα. Ἐπὶ 80 ἔτη ἀνέμενεν ὁ ἐργατικὸς Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἴδῃ λαμβανόμενα προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ αὐτοῦ, ἤλπισε δὲ ὅτι τώρα ἤθελον ἀρχίσει νὰ ἱκανοποιοῦνται οἱ πόθοι του, δυστυχῶς ὅμως διὰ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρῶτον ἐργατικὸν νομοσχέδιον μεταβάλλεται εἰς πομφόλυγα. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ ἀσυγχώρητον δημαγωγίαν. Ἡ ψήφισις οὕτω πως μετερρυθμισμένων ἀνουσίων νομοσχεδίων εἶναι ἐκμετάλλευσις τῶν πόθων τοῦ λαοῦ, ὄχι ἐξυπηρέτησις αὐτῶν.
§165Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἡ ἐμφάνισίς μου θὰ ἐξεγείρῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις καὶ πρὸ ὀλίγου ἔδειξε τὴν δυσαρέσκειάν του, διότι εἷς μόνον, ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τοῦ θέματος ὡμίλησε, κατακρίνας τὸ νομοσχέδιον, μὴ συμφωνήσας μετὰ τῶν λοιπῶν. (Διαμαρτυρίαι). Ὁ συνάδελφος οὗτος κατέκρινε τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰς τροποποιήσεις τὰς ἀναγκαίας ὑπέδειξεν. Οἱ ἄλλοι ὅλοι, ὅσοι παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶπον περιττὰ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν οὐσιαστικῶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ πρῶτον τὸ ἔργον του καὶ ἔπειτα τοὺς ἀπωτέρους σκοποὺς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς παραπέμπει εἰς ἐπαγγελίας. Εὐτυχῶς παρευρίσκεται ἐνταῦθα ὁ κ. Νέγρης, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ὑποβαλὼν νομοσχέδιον περὶ ἐργατῶν, ἤκουσεν ἀρχηγὸν μεγάλου κόμματος λέγοντα, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐργατῶν βιομηχανιῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται ἐπὶ εὐρυτάτου ἐδάφους σκοποῦσα νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὰ αὐτὰ μέτρα τόσον τοὺς ἐργάτας ὅσον καὶ τοὺς ἀγρότας. Καὶ εἶπε τοῦτο ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐν γνώσει ὅτι ὄχι μετὰ τρεῖς μῆνας, ἀλλὰ μετὰ τρεῖς αἰῶνας, ἂν ἐξηκολούθει αὐτὸς κυβερνῶν τὸν τόπον, δὲν θὰ ἐλαμβάνετο τοιαύτη πρόνοια. Μὲ ἐπαγγελίας δὲν σώζεται ὁ λαός, σώζεται μὲ πράγματα. Διὰ νὰ πληρωθῇ δὲ ἐν μέρει ἡ ἐπαγγελία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸ τοῦ λαοῦ τοῦ ἀνυψώσαντος αὐτὸν μέχρι τῆς θέσεως ταύτης, ἐφρόντισε νὰ σφαγιάσῃ τὸ ἔργον του, διότι τὸ ἐκτύπησεν εἰς τὰ καιριώτερα σημεῖα. Ὁ λαὸς λοιπὸν ἤθελεν ὡρισμένα ἔργα. Ἀλλὰ ταράσσεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγων ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐργασία εἰς δεκάωρον. Εἶναι ἀστεῖον νὰ λέγεται ὅτι ἡ διάταξις ἡ ὁποία περιέχει τὸ δεκάωρον ὡς ἐλάχιστον ὅριον δύναται νὰ ζημιώσῃ τὸ ὀκτάωρον, τὸ καθιερωθὲν ἐκ τῆς συνηθείας εἴς τινας βιομηχανίας. Εἶναι ἀστεῖον νὰ λέγηται ὅτι ὁ ἐργοδότης δυνάμει τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου θὰ ἐπιβάλῃ τὴν δεκάωρον ἐργασίαν. Ὁ ἐργοδότης ἂν ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ περισσοτέραν ἐργασίαν εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς ὀκταώρου, δὲν θὰ περιέμενε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα τὴν ἐπιβάλῃ, ἀλλὰ θὰ τὸ εἶχε πράξει πρὸ καιροῦ ἀδιαφορῶν τελείως διὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐνταῦθα. Ὁ περιορισμὸς τῆς ἐργασίας εἰς ὡρισμένα ὅρια δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν παραγωγήν. Καὶ ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα ὅτι ὁσάκις ἠλαττώθη ὁ χρόνος τῆς ἡμερησίας ἐργασίας δὲν ἠλαττώθη καὶ ἡ παραγωγή.
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συζητήσατε ἐντὸς τοῦ θέματος. Πῶς θὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα καλλίτερον; Σήμερον ἢ μετὰ 3 ἢ 4 μῆνας, ὁπότε θὰ ἔχωμεν τὸ συμβούλιον τῆς ἐργασίας;
§167Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πάντοτε διεψεύσατε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε, ὅτι ὁ περιούσιος οὗτος λαὸς ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἐκανονίσθησαν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νέων πειραματισμῶν. Βιομηχανίαι νεαραὶ καὶ ἀκμάζουσαι τὸ ἐδοκίμασαν καὶ θὰ ἤρκει ὀλίγη θέλησις καὶ μελέτη, ἵνα πεισθῆτε ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη πειραματισμοῦ ὑπῆρχεν. Διότι ἄλλως δὲν ἔχετε τίποτε ἄλλο νὰ κάμητε ἢ....
§168Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φοβοῦμαι ὅτι δυσαρεστοῦνται τινὲς διότι εἰσάγονται τοιαῦτα νομοσχέδια.
§169Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔρχεσθε καὶ διϊσχυρίζεσθε εἰς τοὺς ἐργάτας ὅτι ἐγένετο ἀρχὴ καὶ ὅτι ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος μεγάλου οἰκοδομήματος. Δὲν ἀρκοῦσιν ὅμως οἱ λόγοι διὰ τὴν συντέλεσιν τοιούτων ἔργων, ὡς δὲν ἐξήρκεσε δι’ αὐτὴν ἡ ἀγόρευσίς σας πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Ξενοδοχείου. Ἐὰν εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἐντὸς 3 ἢ 4 μηνῶν θὰ εἶσθε παρεσκευασμένοι, ὅπως προσαγάγητε ἐργασίαν, ἠδύνασθε νὰ περιμένητε, διότι κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχητε τὸν καιρὸν νὰ διορίσητε τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας, αἵτινες θὰ ἐπιθεωρήσωσι τὰ ἐργοστάσια ἢ θὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ψηφίσωμεν ἀπόψε, ὅπως θέλετε. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ἐργασίας καὶ τὸ minimum τῆς ἀναπαύσεως τοῦ ἐργάτου τὸ ἐντὸς τοῦ εἰκοσιτετραώρου, χωρὶς νὰ δυσαρεστηθῇ οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες νομίζουν ὅτι πᾶς περιορισμὸς τῆς ἐργασίας θὰ φέρῃ ζημίαν εἰς τοὺς ἐργοδότας, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ὁρισθῇ εἰς δεκάωρον εἴτε καὶ ἑνδεκάωρον. Ἀλλ’ ὡς ἀντελήφθην ἠθελήσατε νὰ χαρακτηρίσητε κακῶς εἰσήγησιν γενομένην προχθές, ὅπως προτιμηθῇ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὑπεχωρήσατε εἰς εἰσηγήσεις ἐκείνου, ὅστις καὶ ἄλλοτε σᾶς ἔφερεν εἰς ὀλίσθημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξα. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ λέγητε πρὸς τοὺς ἐργάτας ὅτι ἐλάβετε ἀρχήν. Ὁ ἐργάτης θέλει οὐσίαν καὶ τὸ οὐσιῶδες εἶναι τὸ ὅριον τῆς ἐργασίας. Καὶ θὰ ἐδεχόμην ἀναγνωρίζων μερικὰς δυσκολίας καὶ προλήψεις ὑπαρχούσας, ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐζήτει αὔξησιν τοῦ δεκαώρου εἰς ἑνδεκάωρον, ἀλλὰ κάτι ὁριστικόν.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ τοῦ πράγματος δὲν ἐνδιαφέρεσθε, ἀλλὰ περὶ τοῦ τύπου.
§171Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὸν ὁρισμὸν τῶν ὡρῶν ἔστω καὶ πολλῶν, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν γίνεται οὐδεμία ἀρχὴ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος καὶ θὰ μείνωμεν μόνον μὲ ἐπαγγελίας καὶ οὐδεμίαν πραγματοποίησιν τῶν ὑποσχεθέντων.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§173Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «ἀναλόγως καὶ ἄνευ τῆς πρὸς ἀνάπαυσιν διακοπῆς αὐτῶν». (Ψηφίζονται τὸ ἄρθρον 1ον, τὸ 2ον). (Διαγράφονται τὸ 3ον, 4ον καὶ 5ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 6ον γενόμενον 3ον).
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σύνολον τῶν διὰ μιᾶς ἀποφάσεως δυναμένων νὰ ἐπιβληθῶσι προστίμων παρακαλῶ νὰ περιορισθῇ εἰς 500 δρ. Εἶναι ἀρκετὸν τὸ ποσὸν τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην). Ἄρθρον 4 (τοῦ νομοσχεδίου 7) (ἀναγινώσκεται).
§175Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀντὶ τῶν 3 χιλ. νὰ γίνουν 2 χιλιάδες. (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ λεχθὲν ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα ἄνευ ἐποπτῶν εἰδικῶν εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ θὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ περὶ αὐτοῦ προσεχῶς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5. ἐπίσης τὸ 6).
§177Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μετὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς 7ον νὰ τεθῇ τὸ 9ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. (Γίνεται δεκτὸν ὡς προὐτάθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπίσης τὸ 8 ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ. κατ’ ἄρθρον συζήτησιν).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 9ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου πληρωμῶν παρ’ ἑκάστῃ τῶν Μεραρχιῶν τοῦ Στρατοῦ καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ΓΧΠΒʹ (ὑπ’ ἀριθμὸν 3682) τοῦ ἔτους 1910, δι’ οὗ τὸ Γενικὸν Ταμεῖον τοῦ Στρατοῦ συνέστη».
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. βʹ. συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12ου ἄρθρου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852».
§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ ν’ ἀναβληθῇ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου τοῦ νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Ῥακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
§184Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν χρήζει, κύριοι Βουλευταί, μακρᾶς ἀναπτύξεως, ἴσως οὔτε συζητήσιμον δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι οἱ μισθοὶ οἱ πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος ὁρισθέντες διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς δικαστικούς, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας οὔτε πρὸς τὴν παρεχομένην παρ’ αὐτῶν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐννοῶ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν εὐλόγως δικαιοῦται ἡ Πολιτεία ν’ ἀξιοῖ παρ’ αὐτῶν. Εἶπον ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς δικαστικούς, διότι ὡς ὀρθῶς περὶ αὐτῶν παρατηρεῖται καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, παρὰ τῶν δικαστικῶν ἀκριβῶς ἡ Πολιτεία ἔχει τὰς μεγαλειτέρας ἀπαιτήσεις καὶ ἐν ταυτῷ δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς οὐδὲν ἄλλο βιοποριστικὸν ἔργον, ἐν ᾧ ἴσως εἰς ἄλλας τάξεις ὑπαλλήλων εἶναι εὐχερέστερον νὰ πορίζωνται καὶ ἄλλοθεν τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἐν γένει, ἄν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων οἱ μισθοὶ πρόκειται ν’ αὐξήσωσι, δικαιότερον εἶναι ἡ ἔναρξις τῆς αὐξήσεως ταύτης νὰ γένηται ἀπὸ τῶν δικαστικῶν. Ἀντιτάσσεται κατὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἡ γνώμη ὅτι πολλοὶ τῶν δικαστῶν πράγματι δὲν φαίνονται ἄξιοι τοιαύτης αὐξήσεως, ὅτι τουτέστιν ἐν τῷ σώματι τῷ δικαστικῷ ὑπάρχουσι πρόσωπα τῶν ὁποίων ἡ παρεχομένη ὑπηρεσία δὲν φαίνεται ἀξία μεγαλητέρας ἀμοιβῆς καὶ οὔτε ὁ καθ’ ἡμέραν βίος δικαιολογεῖ γενναιοτέραν παροχὴν μισθοῦ πρὸς τὰ πρόσωπα ταῦτα. Ἀλλ’ ἡ βάσις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή, βάσιν τῆς κρίσεως ἡμῶν δέον ν’ ἀποτελέσῃ ὁ ἄρτιος δικαστής, οἷος ὀφείλει νὰ εἶναι κατὰ κανόνα. Βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, οὔτε εἰς τὰ ἀνίκανα πρόσωπα, ἀλλὰ πρέπει νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἡ Πολιτεία δικαιοῦται νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ δικαστοῦ, τοῦ ἀνταποκρινομένου τελείως πρὸς τὴν θέσιν αὑτοῦ καὶ παρέχοντος πλήρεις τὰς ὑπηρεσίας, ἃς ὁ νόμος, ἀξιοῖ παρ’ αὐτοῦ καὶ ὁ ὁποῖος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δίκαιον ν’ ἀμειφθῇ ἀναλόγως τῆς παρεχομένης ὑπηρεσίας. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Πολιτεία παρέχουσα τὸν μισθὸν τοῦ ὁποίου εἶναι ἀξία ἡ ὀφειλομένη ὑπηρεσία, δικαιοῦται ἐπίσης ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ δικαστοῦ, ὅπως καὶ οὗτος εἶναι καθ’ ὅλα ἄρτιος καὶ παρέχῃ ἀνελλιπῆ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπικαλοῦμαι ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατ’ ἐμὲ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Ὀφείλω ν’ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι διὰ τῆς γενομένης ἀναθεωρήσεως τῷ παρεσχέθησαν τὰ μέσα, ὅπως ἀναβιβάσῃ τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν, ὅτι ἐψηφίσαμεν συνταγματικὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἡ ἀποχώρησις δικαστῶν καὶ ἕνεκεν ἀνεπαρκείας. Ἐπὶ πέντε ἤδη μῆνας ἀναμένω νὰ ἴδω νομοσχέδιον κανονίζον τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ὑποπίπτωσιν εἰς παράπτωμα, χωρὶς νὰ πάσχωσι τὴν ὑγείαν, ἐν τοσούτῳ ἀποδεικνύονται ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοὶ ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἐν τούτοις δὲν τὸ εἶδον ὑποβαλλόμενον.
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπεβλήθη καὶ ἐψηφίσθη.
§186Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπεβλήθη μόνον ὡς πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς, εἰρηνοδίκας, συμβολαιογράφους καὶ λοιποὺς ἁπλῶς μονίμους, οὐχὶ καὶ τοὺς ἰσοβίους δικαστάς.
§187Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑνιαία εἶναι ἡ διάταξις· ἐγένετο καὶ χρῆσις μάλιστα.
§188Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγένετο χρῆσις ὡς πρὸς τοὺς συμβολαιογράφους.
§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ τὸ Σύνταγμα ταυτίζει τὴν τύχην τῶν μὴ ἰσοβίων δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς ἰσοβίους τοιούτους, ἐδόθη ἑνιαία ἑρμηνεία ἀκόμη καὶ παρὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§190Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἐμὴ ἀντίληψις εἶναι ὅτι τὸ εἰσαχθὲν νομοθέτημα δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς ὅρους, οὓς εἴχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτε προετείναμεν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
§191Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ἂν δὲν νομίζητε τοῦτο ἐπαρκές, καὶ ἄλλο ὅτι δὲν εἰσήχθη.
§192Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰσηγούμενος τὴν διάταξιν ταύτην εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω, πῶς ἀντελαμβανόμην τὸν εἰσακτέον νόμον. Νομίζω δ’ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἔδει νὰ συνοδεύηται διὰ τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον νὰ καθιστᾷ εὐχερῆ τὴν ἐκκαθάρισιν ἢ ἄν θέλητε τὴν ἐξυγίασιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ἀνεπαρκῶν δικαστῶν· τὰ στοιχεῖα ὑπῆρχον ἐν τῇ Συνταγματικῇ διατάξει ῥητῶς παραπεμπούσῃ εἰς νόμον καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἔπρεπεν αὕτη νὰ συμπληρωθῇ διὰ τοιούτων νομοθετικῶν ὁρισμῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Καθὼς ἔλαβον τιμὴν νὰ εἴπω τότε εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ ὀργανωθῶσιν ἐπιθεωρήσεις κατὰ χρονικὰς περιόδους, νὰ θεσπισθῶσι περιπτώσεις καθ’ ἃς οἱ δικασταί, οἵτινες φερ’ εἰπεῖν κατὰ δύο ἢ τρεῖς περιόδους προαγωγῶν κρίνονται στάσιμοι, θὰ εἰσάγωνται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἵνα ἐξετασθῇ μήπως συντρέχῃ καὶ περίπτωσις ἀποχωρήσεως λόγῳ ἀνεπαρκείας. Τοιοῦτο νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ συνοδεύῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ ὄχι τὸ ψηφισθέν, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ βάσιν καὶ κατ’ ἔκτασιν εἶναι ἀνεπαρκέστατον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐπιπέδου ταπεινοτέρου κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ εὔλογον τῆς αὐξήσεως. Ὑπελόγισε τὰ ὀφέλη τὰ ὁποῖα προσεπόρισαν νομοθετήματα ψηφισθέντα ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλουσι προσπορίσει νομοθετήματα ὑποβληθέντα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ εὗρεν ὅτι οἰκονομεῖται ἐξ αὐτῶν τὸ ποσόν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἐπὶ πλέον πληρωμὴν τῶν δικαστῶν. Κατ’ ἐμὲ ἡ σκέψις αὕτη δὲν στηρίζεται ἐπὶ ὀρθῆς βάσεως. Δεχόμενος ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν δικαστῶν φρονῶ ὅτι ἡ πολιτεία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀρυσθῇ τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς συμπλήρωσιν ποσὸν ἐκ τοῦ γενικοῦ αὐτῆς προϋπολογισμοῦ, διότι βεβαίως δὲν ἀπαρτίζει ἄλλο κράτος τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλο κράτος ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία. Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐκφράζων γνώμην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν συνδέω ταύτην πρὸς τὰς προσδοκίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὔτε νομίζω προσῆκον νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ψήφισις ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως ἐν γένει τῶν προσδοκιῶν τούτων. Καὶ ἂν οἱ ὑπολογιζόμενοι πόροι ἀποδειχθῶσιν ὀλιγώτεροι, δὲν εἶναι λόγος νὰ ματαιωθῇ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ, οὐδὲ ν’ ἀνασταλῇ τὸ μέτρον ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἴτε ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι. Ἀφ’ ἑτέρου ψηφίζων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν προεξοφλῶ τὴν γνώμην μου καὶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου περὶ ἐνσήμου, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, θ’ ἀποδείξω ὅτι καὶ καταθλιπτικὸν θὰ εἶναι τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας καὶ αἱ ὑπολογιζόμεναι ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξεις χιμαιρικαὶ κατὰ τὸ πλεῖστον. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑπερθεματίζων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐφ’ ὅσον ἤθελε θεωρηθῆ οὗτος συνδέων αὐτὸ καὶ πρὸς τ’ ἀναφερόμενα οἰκονομικὰ μέτρα, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι δέον παρ’ αὐτῷ νὰ εἰσαχθῇ καὶ νομοθέτημα ἐξασφαλίζον τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἀπὸ τῶν ἀνεπαρκῶν στοιχείων.
§193Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Συμφωνῶ τελείως μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἶναι βάσιμος, καὶ βεβαίως ἡ αὔξησις αὕτη ἤθελε πρὸ πολλοῦ συντελεσθῆ, ἐὰν ἄλλαι ὑποχρεώσεις δὲν ἀπερρόφων τὴν προσοχὴν καὶ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Ἐγὼ αὐτὸς πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἔπαυσα διαμαρτυρόμενος καίτοι παραδεχόμενος τὸ ἱερὸν τῶν ὑποχρεώσεων περὶ ὧν ἔλαμον λόγον καὶ ἐπιθυμῶν τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν, δὲν ἔπαυσα λέγω διαμαρτυρόμενος, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἤθελόν ποτε νὰ λάβωσι ὑπ’ ὄψιν τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους θυσιάζουσαι τὰ πάντα εἰς τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις περὶ ὧν ἀνωτέρω. Τῆς κακοδαιμονίας ταύτης βεβαίως ἓν μέρος προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ γλίσχρου τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως ὑπάλληλοι πεινῶντες μὴ πιέσωσι τὸν πολίτην. Ἀλλὰ ταύτην ἔχων τὴν γνώμην καὶ συγχαίρων τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ φέρῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔχω νὰ κάμω παρατήρησίν τινα ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι μόνον οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένοι μὲ τὴν πρόοδον τῆς χώρας. Καὶ δὲν θέλω ἐν γένει ἐξετάσει τοὺς ἄλλους κλάδους, οἵτινες ἔχουσι τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὅπως ὑποστηρίξωσιν αὐτούς, ἀλλὰ θέλω ὁμιλήσει περὶ ὑπηρεσίας εἰδικῆς, περὶ τῆς ὁποίας δυστυχῶς οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐφρόντισε καὶ φοβοῦμαι, ὅτι οὐδὲ θὰ φροντίσῃ. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀνδρῶν τῆς Χωροφυλακῆς. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας, ἡ ὁποία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν χωροφυλακὴν εἶναι ὀλιγώτερον ἀρρήκτως συνδεδεμένη πρὸς τὴν πρόοδον τῆς χώρας ἢ ὅσον ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία. Καὶ τί βλέπομεν ἐκεῖ; βλέπομεν τὸν χωροφύλακα ἔχοντα ἑβδομήκοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα, ὑπηρετοῦντα δώδεκα ὥρας καὶ ἔχοντα ὑπηρεσίαν πολλάκις ἐπικίνδυνον καὶ ἐπίπονον. Καὶ τὰς ἑβδομήκοντα ταύτας δραχμὰς δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία περικόπτει καθημερινῶς ὄχι μόνον ἕνεκα τῆς συντάξεως, ἀλλὰ καὶ λόγῳ ἀδειῶν, λόγῳ ἀσθενειῶν καὶ λόγῳ τιμωριῶν πειθαρχικῶν, καὶ οὕτω βλέπομεν αὐτοὺς μὴ λαμβάνοντας οὐδ’ αὐτὰς τὰς ἑβδομήκοντα δραχμάς, αἱ ὁποῖαι βεβαίως, ἐὰν εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ δι’ ἕνα μὴ νυμφευμένον, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς οἰκογενειάρχην. Ἂς αὐξήσῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ αὐξήσῃ ἔστω καὶ κατὰ 10 μόνον δρ. τὸν μισθὸν τῶν χωροφυλάκων. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, θὰ παρεκάλουν, ὅπως καταστῇ δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ αὔξησις τῶν δικαστικῶν ἀπὸ 50% εἰς 30%. Κύριοι, μὴ σκεπτώμεθα μόνον περὶ ἐκείνων, οἵτινες κατέχουσι τὰ ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἀλλ’ ἂς φροντίζωμεν καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν χωρὶς νὰ ἔχωσι κἂν δικαίωμα νὰ ὑψώσωσι τὴν φωνήν των ἐναντίον τῆς ἀδικίας τῆς Πολιτείας.
§194Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων θὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι θὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε συμβαίνει, ὁσάκις ὑποβάλλεται νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ ὡρισμένη τάξις, ὅτι ἡ Βουλὴ πάντοτε ἀδιακρίτως κομμάτων εὑρίσκεται σύμφωνος. Ἐγὼ θὰ κάμω ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος τούτου, καίτοι κατάγομαι ἐξ ἑνὸς νομοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὴν δικαιοσύνην περισσότερον παντὸς ἄλλου. Καὶ εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ θέμα, ἀρχόμενος ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προβάλλει ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον. Ἡ Ἐπιτροπή, εὗρε καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, ὡς ἔχον ἄριστα, μάλιστα ἀπορεῖ πῶς τόσον βραδεῖα λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Εὑρίσκει τοὺς λόγους τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου πειστικωτάτους καὶ στηρίζει τὴν πειστικότητα τούτων εἰς πολλὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγει καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ζωῆς ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι περίεργος ἡ ἀντίληψις, μὲ τὴν ὁποίαν ἐξετάζονται τὰ διάφορα ζητήματα. Ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς, ἐὰν τὴν παραδεχθῶμεν, δὲν δύναται νὰ ἀφορᾷ μίαν τάξιν, καὶ δὲν ἀφορᾷ πάντοτε τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία λαμβάνει, ἀλλ’ ἀφορᾷ καὶ τὴν τάξιν, ἡ ὁποία δίδει. Ἐὰν ἡ ζωὴ κατέστη ἀκριβοτέρα, δὲν ἕπεται ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ παράγοντος κατέστη εὐθυνοτέρα, διότι δύναται τὰ παραγόμενα ὑπ’ αὐτοῦ νὰ πωλῇ ἀκριβώτερον. Ἐὰν ηὔξησεν ἡ ἀξία τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ παράγων πωλεῖ, ηὔξησεν ἐξ ἑτέρου καὶ ἡ ἀξία τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὗτος καταναλίσκει, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁλόκληρος ἡ φορολογία δὲν ἔπεσεν ἐπὶ τῶν τάξεων ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουσιν οἱ διάφοροι δικαστικοί, ἀλλ’ ἔπεσε καὶ ἐπὶ τῶν τάξεων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παράγουν, ἔπεσεν ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς καταναλώσεως, τὰ ὁποῖα ἀφθονώτερον καταναλίσκουσιν οἱ ἀγρόται, καὶ ἐκ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν περισσότερον ἐπηρεάζονται αὐτοί. Καὶ φέρει ἡ ἐπιτροπὴ ἓν μέγα ἐπιχείρημα ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἐκανονίσθησαν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ 19 ἑκατομμύρια ηὔξησαν εἰς 136, καὶ τοῦτο δὲν τοὺς ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ αὔξησις ἀπὸ 19 ἑκατομυρίων εἰς 136 ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους λαμβάνονται τὰ 136, καὶ ὄχι ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καταναλίσκουσιν αὐτά, διότι τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ αὔξησις προῆλθε κυρίως διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῆς ὑπαλληλίας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῆς. Καὶ λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι οἱ δικασταὶ συνεισφέρουσιν ἐμμέσως μέγα μέρος ἐκ τοῦ μισθοῦ των εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ τῆς φορολογικῆς ἀφαιρέσεως. Αὐτὸ ἔλειπεν! Οἱ δικασταὶ νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένοι πάσης φορολογίας, ὡς εἶναι ἀπηλλαγμένος καὶ ὁ ἀνώτατος ἡμῶν ἄρχων. Καὶ ἔχει καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ὁ ἐν Ἑλλάδι βίος, εἶναι ἐν τοῖς πλείστοις δαπανηρός, ὅσον εἰς ὀλίγα ξένα κράτη. Λέγεται τοῦτο, ὁσάκις πρόκειται νὰ στηρίξῃ τις ἐπιχειρήματα ὑπὲρ ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας, ἀλλ’ εἶναι λυπηρὸν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐπιπολαίως μίαν τοιαύτην ἰδέαν, δηλ. ὅτι ἡ ζωὴ ἐν Ἑλλάδι κατέστη δαπανηροτέρα ἀφ’ ὅτι εἰς ξένας πόλεις.
§195Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀρνεῖσθε αὐτό;
§196Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν ἐσπουδάζετε εἰς τὰς Ἀθήνας, καίτοι δὲν γνωρίζω τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεσθε θὰ ἐξωδεύετε πολὺ ὀλιγώτερα τῶν ὅσων εἰς τὴν Εὐρώπην.
§197Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔζησα εὐθυνώτερον εἰς τὸ Βερολῖνον ἀπὸ ἐδῶ.
§198Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὰ λέγονται, διὰ νὰ λέγωνται. Ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι ὅταν ἐσπούδαζον εἰς Ἀθήνας ἐχρειαζόμην τὸ ἥμισυ καὶ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι κατηνάλισκον σπουδάζων ἐν Εὐρώπῃ.
§199Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὄχι δά· νομίζω ὅτι ὁ βίος εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν Γερμανίαν εἶναι πολὺ εὐθυνώτερος.
§200Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἀκατάσχετος εἰς τὴν πρόταξιν ἐπιχειρημάτων καὶ καταφεύγει εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι παρουσιάζει δικαστικὸν τὸν λόρδον High Chancellor, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τῆς Κυβερνήσεως, Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει μισθὸν μόνον ὡς δικαστής. Ἀλλ’ ὅτε ἐξήταζε τοὺς μεγάλους μισθοὺς τῶν δικαστῶν, ἀσχέτως πρὸς τὰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας λέγει, δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ ποῖοι εἶναι οἱ μισθοὶ τῶν μὴ δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἐὰν οἱ μισθοὶ τῶν 10 ἢ καὶ 5 χιλιάδων λιρῶν δὲν εἶναι πολὺ συνήθεις εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀκόμη, ἐκτὸς τῶν μεγάλων δωρεῶν, τὰς ὁποίας δίδει ἡ Πολιτεία ὁσάκις ἐπιτελέσωσι κατόρθωμά τι, κατάπαυσιν μιᾶς ἐπαναστάσεως ἢ κατάκτησιν μιᾶς χώρας. Τοῦτο δὲν ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μάθῃ, ἀλλὰ συμπεραίνει ὅτι, ἀφοῦ ἐκεῖ λαμβάνουσι 250,000 μισθόν, μόνον οὐχὶ δὲν προέτεινε νὰ δώσωμεν τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τοὺς δικαστὰς τῆς πατρίδος μας. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ κάτι τι, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὴν Ἀγγλικὴν δικαιοσύνην, καὶ δὲν λέγω τώρα ἰδίαν γνώμην, ἀλλὰ λέγω γνώμην Γάλλου συγγραφέως ὑποστηριχθεῖσαν πρὸ δεκαετίας καὶ ἐπαναληφθεῖσαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὑπὸ Γερμανοῦ συγγραφέως. Ἀπέδειξεν ὁ πρῶτος ὅτι ἡ Γαλλία χρησιμοποιεῖ 780 δικαστάς, ὅπως ἐκτελέσωσι καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται ἐν Ἀγγλίᾳ μόνον ὑπὸ 32 δικαστῶν, εἰς τὸ αὐτὸ δὲ συμπέρασμα κατέληξε καὶ ὁ Γερμανός, ὅτι δηλαδὴ καθήκοντα 800 ὡς ἔγγιστα δικαστῶν Γερμανῶν ἐκτελοῦσιν ἐν Ἀγγλίᾳ 32 καὶ μόνον δικασταί. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤρχετο νὰ μᾶς προτείνῃ τοιαύτην αὔξησιν μισθοῦ, συγχρόνως δὲ καὶ τοιαύτην ἐλάττωσιν προσωπικοῦ, θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐχειροκρότουν τὸ τοιοῦτον μέτρον, εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλήν.
§201Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ὑπέδειξα εἰς πολλά μου αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις ὅτι θὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι.
§202Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Λαμβάνουσιν οἱ δικασταὶ τοιοῦτον μισθόν, ἀλλ’ ἐφρόντισεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μάθῃ τί λαμβάνουσιν οἱ πρῶτοι δικηγόροι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀφοῦ μὲ αὐτοὺς πρέπει νὰ γίνῃ σύγκρισις;
§203Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν γίνῃ σύγκρισις καὶ μὲ τοὺς δικηγόρους ἐν Ἑλλάδι, πάλιν συντετριμμένοι θὰ εὑρεθῶσιν οἱ δικασταί.
§204Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως οἱ μισθοὶ εἶναι μεγάλοι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ εἶναι καὶ δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς ὑπαλλήλους. Ὥστε θὰ εἶναι πολὺ καλὸν νὰ μὴ ἀνατρέχωμεν εἰς χώραν, μὲ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται καμμία σύγκρισις. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ παραθέσῃ καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀριθμούς, καὶ χωρὶς ἐγὼ νὰ καταφύγω εἰς ἄλλα ἐπιχειρήματα, θὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ ἐπιτροπή. Καὶ βλέπετε ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ ὁ εἰρηνοδίκης λαμβάνει 3.000 φράγκα, ὁ πρωτοδίκης γʹ τάξεως 3960, καὶ οἱ πρωτοδίκαι ά τάξεως 4200. Ἡ ἀναλογία εἶναι πάλιν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν, ὅταν συγκρίνωμεν αὐτοὺς μὲ τοὺς μισθοὺς τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ δὴ τῶν στρατιωτικῶν, διότι ὁ μισθὸς τοῦ Βουλγάρου ἀξιωματικοῦ εἶναι μεγαλήτερος παρ’ ὅτι ὁ τοῦ Ἕλληνος, ἐνῷ τοῦ Βουλγάρου δικαστοῦ δὲν εἶναι τόσον μεγαλήτερος ἀφ’ ὅτι ὁ τοῦ Ἕλληνος. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι μίαν τοιαύτην σύγκρισιν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει πῶς παρήχθη αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν πενίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἐξ αὐτοῦ ν’ ἀφαιρέσωμεν οὐδὲ ἓν λεπτόν, ὅπως αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν πάσῃ περιπτώσει ζῇ, ἔστω μετὰ φειδοῦς, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Ἕλλην δὲν χορταίνει οὔτε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, καὶ ποῖον ἐπιούσιον ἄρτον; Λάθος κάμνω, ἄρτος πρέπει νὰ λέγηται ὁ κατασκευαζόμενος ἐκ σίτου, ἐνῷ ὁ Ἕλλην δὲν χορταίνει οὐδὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατασκευάζεται ἐξ ἀραβοσίτου. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μοὶ ὑπέμνησεν ὅτι ἔλαβε μέριμναν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Θὰ ἐπεθύμουν ἵνα συγχρόνως μὲ τὴν μέριμναν ταύτην ἐξητάζετο καὶ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, διότι δὲν βλέπω ποῖος εἶναι ὁ λόγος νὰ προηγηθῇ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, καὶ νὰ μείνωμεν μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν, νὰ μείνωμεν μὲ τὰς ὑποσχέσεις ἐκείνας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἔχει συνηθίσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Βουλή. Ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅπως καὶ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων αὐξάνει πάντοτε, ἕως ὅτου καταντήσῃ ὁ βόας ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ καταβροχθίζῃ ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ὁ φορολογούμενος Ἑλληνικὸς λαός. Πάντοτε λέγεται ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην δὲν βλέπω δυστυχῶς ποτέ. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων κατέστη χίμαιρα· ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν φιλοτιμεῖται πῶς νὰ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου του ὡς καὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, τῇ εἰσηγήσει τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φροντίζουσι πάντοτε πῶς νὰ παρουσιάζωσιν εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργῶν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκαίαν συνέπειαν τὴν κακοδαιμονίαν τῆς χώρας. Καὶ ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ ἐμπίπτουσιν εἰς τὴν παγίδα αὐτήν, οὕτω δὲ δὲν αὐξάνονται μόνον αἱ θέσεις ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ αὐξήσωσιν αἱ παροχαί, τὰς ὁποίας ἔχει εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ αὐξάνουσι καὶ αἱ θέσεις ἐκεῖναι, ἀπὸ τὰς ὁποίας οὐδὲν ἔχει νὰ κερδίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον λοιπόν, ἂν ἡ Κυβέρνησις πράγματι σκέπτεται νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, ν’ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ. Καὶ τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι βεβαίως παράλληλα. Ἐφ’ ὅσον ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ αὐξάνουν καὶ αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν. Ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο πρόθυμος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ παράσχῃ τὴν αὔξησιν αὐτήν, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ εἶχε κανένα λόγον νὰ γογγύσῃ. Καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἐλαμβάνετο δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Πολιτείας, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ κατενόουν ὅτι ἐδῶ ἔγκειται τὸ μέγα κακόν, εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τῆς ἐργασίας, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ Ἕλλην ὑπάλληλος δὲν ἐργάζεται κατὰ μέσον ὅρον οὔτε τρεῖς ὥρας καθ’ ἑκάστην. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπόσχονται, κατὰ τὴν κρίσιν του, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Εὔχομαι ν’ ἀποδειχθῶσιν ἀληθεῖς οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι περὶ τούτου βέβαιος, πρέπει νὰ περιμένῃ τὸ ἀγαθὸν τοῦτο ταχέως. Ὁλόκληρος ἡ ἐπισώρευσις δικῶν καὶ ὑποθέσεων λόγῳ τοῦ συστήματος καὶ τῆς κακοδιοικήσεως τοῦ παρελθόντος δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ λείψῃ ἐντὸς ἑνός, δύο, τριῶν ἐτῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως, ἵνα συνδεθῇ μὲ τοῦτο. Νὰ ψηφισθῇ ἔστω καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ αὔξησις, ἀλλὰ νὰ συνδεθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὸ κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ αὐξήσῃ οὐδόλως. Μόνον τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ καλλιτερεύσητε τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν κάμνετε τοῦτο, ἀλλὰ κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀντιοικονομικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικόν. Θέλετε νὰ προβῆτε εἰς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν καὶ δὲν τολμᾶτε νὰ ζητήσητε ταύτην εὐθὺς ἀμέσως, ἀλλὰ λέγετε ὅτι θὰ γίνῃ τοῦτο βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἐντὸς τριετίας, ἵνα φορτώσητε τὸ βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι διάδοχοί σας, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐνδιαφέρησθε τόσον πολύ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν, πρέπει νὰ φέρῃ καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἐπιβαρύνσεως, καὶ νὰ μὴ γίνηται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτε Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης διεσάλπισε τὴν κατάργησιν φόρου τινός, ἀλλ’ ἐφρόντισεν ὥστε ἡ κατάργησις νὰ ἐπέλθῃ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκεῖνος δὲν θὰ ἦτο ὑπουργός, ὅπως ἐκεῖνος μὲν λάβῃ ὁλόκληρον τὴν δημοτικότητα, νὰ ἐπιρρίψῃ δὲ τὴν ἀντιδημοτικότητα εἰς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ. Ἐννοῶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα τῆς αὐξήσεως, πρέπει νὰ τολμήσῃ νὰ φορτωθῇ αὐτὴ τὸ βάρος καὶ νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ἀνάλογον βάρος, τὸ ὁποῖον θὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως. Ἀλλ’ ἐπαρηγόρησεν ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰπών, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν περιμένει καὶ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου. Ἀληθῶς παράξενος θεωρία, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπερίμενα, δὲν ἠξεύρω δὲ κατὰ πόσον συμμερίζεται ταύτην καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρουσιάσῃ καὶ τὰ ἀνάλογα μέτρα ἐλαττώσεως τῶν φόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἡ καλλιτέρευσις τῆς Δικαιοσύνης θὰ τοῦ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διώκεται καὶ δὲν συλλαμβάνεται. Ἀλλὰ ποῦ θὰ φθάσωμεν, Κύριοι, προτείνοντες αὐξήσεις δαπανῶν καθ’ ἑκάστην καὶ φροντίζοντες περὶ καλύψεως τῶν κενῶν τότε, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους παρουσιάσῃ ἐλλείμματα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς παρερχόμενος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ δικαιολογῇ τὴν ἐπιβολὴν παντὸς φόρου οὐχὶ διὰ ἐλαττώματά του, ἀλλὰ δι’ ἐλαττώματα ὀφειλόμενα εἰς τὸ παρελθόν. Δημιουργεῖται κατάστασις πραγμάτων, ὥστε οἱ προϋπολογισμοί μας νὰ παρουσιάζωσιν ἐλλείμματα καὶ μετὰ πάροδον 4–5 ἐτῶν νὰ ἔρχηται εἰς δῆθεν εἰλικρινὴς καὶ ἀξιότιμος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ, αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον, πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ φέρῃ τὰ βάρη, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπιβάλλονται οἱ φόροι κατὰ περιόδους, ἐν ᾧ δὲν ἐπιβάλλονται καὶ δαπάναι συγχρόνως μὲ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι πραγματικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων, διότι ἐφρόντισε περὶ αὐτῶν. Πῶς ὅμως θὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ αὔξησις; Δι’ ἐργασίας, τὴν ὁποίαν θὰ παραγάγουν οἱ δικασταὶ τῶν ὁποίων θὰ αὐξηθῇ ὁ μισθός; Τοῦτο θὰ ἦτο ἀληθές, ἐὰν πράγματι ἠδύνατο νὰ μᾶς πείσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ηὔξανον τὰ ἔσοδα διὰ τῆς καλλιτέρας ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς πρὸς καταβολὴν φόρων δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅτε μᾶς λέγει ὅτι θὰ διαθέσῃ τὸ προϊὸν ἑνὸς φόρου, δὲν μᾶς κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι εἰσάγει νέον φόρον. Ἐὰν ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι καλός, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ συνοδεύηται μὲ τὴν ἀνάλογον δαπάνην. Ἐὰν ὁ φόρος εἶναι καλὸς καὶ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, δύναται νὰ μὴ συνοδευθῇ καὶ μὲ μίαν αὔξησιν ἀνάλογον, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἐν μέρει ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι θὰ ἐφρόντιζε καὶ περὶ ἐλαττώσεως τῶν βαρῶν ὑπὸ τὰ ὁποῖα στενάζει. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ἐξευρεθῶσιν οἱ πόροι, ὅπως καλυφθῶσιν αἱ δαπάναι. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ καταβάλῃ πολὺ περισσότερα τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα μόνον ἐὰν δύναται νὰ καταβάλῃ, ἀλλὰ πῶς καταβάλλει ταῦτα καὶ ποῖαι αἱ συνέπειαι τῆς καταβολῆς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπετίθετο ὅταν ἐπλήρωνε 85.000.000, ὅτι ἔφθασε πλέον εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον, ἀλλ’ ἔφθασε τὰ 135 ταχέως καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1913 βεβαίως θὰ παρουσιασθῇ μὲ ἰσοζύγιον ἰδανικὸν πάντοτε 150,000,000. Θὰ αὐξάνουν τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ αὐξάνῃ ἡ μετανάστευσις καὶ ἡ πρὸς τὸν θάνατον ζωὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Νέγρης, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὴν συγκατάθεσίν του ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ πρὸς αὔξησιν τῶν μισθῶν, ἔθιξεν ἓν μόνον σημεῖον τῆς ἀχαριστίας τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πρὸς ἕνα κλάδον, τὸν ἀφορῶντα τοὺς δυστυχεῖς χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ἀκριβῶς τόσον μισθόν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι φύλακες τῆς τάξεως, ἀλλὰ φύλακες τῆς ἀταξίας, νὰ μὴ εἶναι διῶκται τῶν κακοποιῶν στοιχείων, ἀλλὰ ὑποστηρικταὶ αὐτῶν. Διότι εἶναι βεβαίως τρομερὸν νὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ νὰ μὴ λαμβάνηται πρόνοια περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐδένα τρόπον δύνανται νὰ διατηρήσωσι μίαν οἰκογένειαν, ἀλλ’ οὔτε ἑαυτοὺς μὲ τὸ ποσὸν τῶν 70 δραχμῶν μειούμενον εἰς 60 καὶ 50 λόγῳ τῆς αὐστηρότητος τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία πρὸς τὰ ὄργανά της, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα χωρὶς νὰ παρέχωσι σπουδαίας ὑπηρεσίας, φροντίζουσι νὰ αὐξάνωσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν διὰ νομίμων ἢ ἀνόμων μέσων. Ἡ αὐστηρότης τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πίπτει ἐπ’ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν, διότι δὲν ἔχουσι κανὲν ὅπλον ἀμύνης καὶ τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον μένει εἶναι «νὰ πάρουν τὰ μάτια τους» καὶ παραιτούμενοι, ὅταν λήξῃ ἡ θητεία των, νὰ ζητήσωσιν ἀλλοῦ πόρον ζωῆς, ἴσως λαμβάνοντες τὴν πρὸς δυσμὰς ἄγουσαν καὶ οὗτοι, ὅπως τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι διὰ νὰ μεριμνᾷ ἡ πολιτεία περὶ καλλιτερεύσεως τῆς θέσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀρκετοὺς ἔχουσι πόρους ὅπως ζῶσιν. Βεβαίως θὰ ἤμην ὁ αὐστηρότατος ἐπικριτὴς παντὸς μέτρου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι θὰ ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς εἷς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 130, ἢ 140 δρ. κατὰ μῆνα; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς καὶ ὡς τῷ ἐπιβάλλουσιν οἱ κανονισμοί, ὅτι εὑρίσκεται πρὸ ἀδιεξόδου; Καὶ ὅταν ἡ Πολιτεία εὑρισκομένη καὶ αὐτὴ πρὸ ἀδιεξόδου δὲν φροντίζῃ νὰ καλλιτερεύσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, ἢ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ὅλα τὰ μέρη, εἰς κανὲν κράτος τῆς Εὐρώπης, δὲν λαμβάνει τόσον ὀλίγα, ὅταν ἡ Πολιτεία λέγω, εὑρισκομένη πρὸ ἀδιεξόδου δὲν μεριμνᾷ, ὅπως αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν, βεβαίως δὲν δικαιοῦται νὰ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οὔτε θὰ ἦτο δεδικαιολογημένος ἐκεῖνος ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν αὐξάνων τὰ ἀντισηκώματα τῆς ἀπαλλαγῆς νὰ εἴπῃ ὅτι αὐξάνω τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐφρόντισα ὅπως μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαός, διότι ἰδού, οἱ ἀπαλλασσόμενοι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας θὰ καταβάλλωσιν ἓν ποσόν, ὥστε νὰ καλυφθῇ ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ· καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, οὕτως εἰπεῖν, θὰ προήρχετο καὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν καὶ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον θὰ διετίθετο τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ διετίθετο οὕτω πως· ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο καθόλου τοῦτο σήμερον δεδικαιολογημένον, ὅπως ἡ Βουλὴ συγκατανεύσῃ εἰς τὴν αὔξησιν αὐτὴν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν.
§205Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας δημοδιδασκάλους.
§206Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι παρέχουσι πραγματικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ὑπηρεσίας πολὺ ἀνωτέρας ἀπὸ τὰς προβληματικάς, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, διὰ τὴν ὁποίαν μόνον οἱ ἐπιπολαίως σκεπτόμενοι εὑρίσκουν ὅτι ἀπετέλεσεν ἐξαίρεσιν. Δὲν ἀπετέλεσεν ἐξαίρεσιν, καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς καλλίτερον σημεῖον, διότι οὐδεὶς ἄλλος κλάδος ὑπεστηρίχθη τόσον ὅσον ἡ δικαιοσύνη καὶ οὐδεὶς ἄλλος κλάδος ἐδικαιώθη καὶ ἠμείφθη καὶ ἐλατρεύθη ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν ὅσον ὁ δικαστικὸς κλάδος· ἐκεῖνος δὲ εἶναι ὁ ὁποῖος δὲν ἐξετέλεσε τελείως τὸ καθῆκον του. Δὲν ἐγένετο τίποτε διὰ τοὺς διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ ἐντεῦθεν παρέχουσι πραγματικὰς ὑπηρεσίας, ὥστε ἐὰν ἡ πολιτεία ἔχῃ ἓν σημεῖον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιδείξῃ μετὰ ὑπερηφανείας, εἶναι ἡ δρᾶσις τῶν δημοδιδασκάλων· αὐτοὶ πράγματι ἐμόρφωσαν τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ ἡ στοιχειώδης μας ἐκπαίδευσις πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἄλλων περισσότερον ἡμῶν προηγμένων λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαιοσύνην πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ δικαιοσύνη μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῇ, καὶ ἔχομεν αὐτοὺς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς τῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι καταδικάζονται ἐφ’ ὁλόκληρον τὸν βίον των νὰ λαμβάνωσι νήπια καὶ νὰ τὰ μεταβάλλωσιν εἰς ἀνθρώπους, μὲ ἀμοιβὴν ἑνὸς ἐλεεινοῦ μισθοῦ, διότι τοὺς δίδομεν μισθὸν θέσεως, οὐχὶ τοῦ βαθμοῦ των, καὶ ἔρχεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν φροντίζει περὶ αὐτῶν ἀναξιοπαθούντων, διὰ νὰ φροντίσῃ ὅπως παχύνῃ περισσότερον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ παχύνωσιν ὀλίγον μὲ τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον ἤδη λαμβάνουσιν. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον διέπει καὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ὅπως πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἰσχυρῶν, καὶ αἱ Βουλαὶ εἶναι πρόθυμοι πάντοτε, ὅπως ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀπαιτήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὰς ἐπηρεάσωσιν. Ὁ λαὸς δύναται νὰ ἀπατηθῇ μὲ ὀλίγα μέτρα, μὲ μερικὰς ὑποσχέσεις πάντοτε ἀπραγματοποιήτους καὶ νὰ ἀπατηθῇ, ὅταν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ συνδρομή του. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις εἶχον θαυμάσια προγράμματα περὶ αὐξήσεως τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων, περὶ ἐλαττώσεως τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα καταβάλλει ὁ λαός, ἀλλ’ οὐδεμία Κυβέρνησις ἐφρόντισε περὶ αὐτῶν· ἐφρόντισαν πάντοτε περὶ τοῦ κέντρου καὶ αἱ τάξεις ἐκεῖναι αἱ ἰσχυραί, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι καὶ νὰ ὠφελήσωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, ἐκεῖναι ἐπέτυχον πάντοτε ὅ τι ἐζήτησαν. Τὸ λέγω τοῦτο ἐγὼ ὄργανον τῆς Πολιτείας, ἔχων τὰ γεγονότα ὅτι ὁσάκις μία ὁμὰς ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἠθέλησε νὰ ἐπιτύχῃ τι τὸ ἐπέτυχε, καὶ ἐπέτυχεν αὔξησιν θέσεων καὶ αὔξησιν ἀποδοχῶν, χωρὶς λόγον· διότι δὲν πρέπει νὰ παρατηρήσητε ποῖος εἶναι ὁ μισθός, εἶναι καὶ ἄλλα διὰ τῶν ὁποίων αὐξάνουσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς Πολιτείας· οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνει τὸν γλίσχρον ἐκεῖνον μισθόν· ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνει χιλιάδας δραχμῶν, διότι ἡ θέσις του τοῦ ἐξασφαλίζει πολλὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶχεν, ἐὰν δὲν ἦτο πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν εἶναι ἐκτελεστής πολλῶν διαθηκῶν εἶναι λόγῳ τῆς θέσεώς του καὶ οὐχὶ τοῦ ἀτόμου του, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶχε καμμίαν θέσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην δαπάνην προτοῦ ἀκόμη δείξῃ ποῖος θὰ εἶναι ὁ προϋπολογισμός, ὁ προϋπολογισμός της, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε καὶ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἦτο προσωρινός. Καὶ ἐδικαιολογήθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ χρόνος τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της καὶ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς τότε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους δὲν ἐπέτρεπον εἰς αὐτὴν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προγράμματός της, τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηρίξῃ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸν λαόν. Ἐρχόμεθα καὶ ψηφίζομεν πάντοτε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἐκεῖνον τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις εἰλικρινής, πρέπει νὰ παρουσιάσῃ ἐλάττωσιν δαπανῶν εἴτε διὰ τροποποιήσεως τοῦ δασμολογίου εἴτε δι’ ἐλαττώσεως ἄλλων ἐμμέσων φόρων, φόρων ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Δὲν εἶναι καιρός, ὅπως αὐξήσῃ ὁ μισθὸς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων σήμερον. Νομοσχέδια τοιαύτης φύσεως πρέπει νὰ συνοδεύωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ὄχι νὰ ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ ἔγκρισιν δαπανῶν, ὅταν δὲν γνωρίζῃ αὐτὴ ἡ ἰδία, ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὸν προσεχῆ προϋπολογισμὸν καὶ ἂν τὸ Κράτος δὲν θὰ διοικηθῇ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, Κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ φανῇ πρόθυμος νὰ ἐγκρίνῃ ὄχι μόνον τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην καὶ νὰ ἐπιφυλάξῃ τὰ δικαιώματά της, διότι τότε μόνον θὰ φανῇ ἀξία τοῦ προορισμοῦ της, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν δαπανῶν, ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμόν της, διότι τότε μόνον δύναται νὰ βαδίσῃ πράγματι μετὰ σκέψεως καὶ πεποιθήσεως περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐπαληθεύσωσιν. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον. Οἱ Ὑπουργοί, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, εἰσήγαγον διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον αὔξησιν δαπανῶν καὶ ἦτο ἄγνωστος ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἕως ὅτου εἰσαχθῇ ὁ Προϋπολογισμός, διὰ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἀριθμούς, περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν ὁποίων τότε εἴχομεν πεποίθησιν, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐπαληθεύσεως τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν ἀκόμη κανένα λόγον νὰ εἴμεθα βέβαιοι. Πᾶσα αὔξησις δαπανῶν κατόπιν ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν, εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καί, ἐπαναλαμβάνω, ἂν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ αὔξησίς τις, ἡ αὔξησις πρέπει πράγματι νὰ ἀποδεικνύῃ, ὅτι δὲν θὰ συνεπιφέρῃ αὔξησιν τῶν βαρῶν πέρα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη· διότι δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπανάστασις καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπέβαλον 15,000,000 ὅλα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ἓν χρονικὸν διάστημα δύο ἐτῶν εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ ἰδανικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτε συνεμερίσθη τὸ στρατιωτικὸν κίνημα. Δὲν πρέπει νὰ ἀπατᾶται ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς μὲ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἐξευρεθῶσιν οἱ πόροι ἢ θὰ ἐπέλθωσι μεγάλα ἀγαθά. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα ἐπαναλαμβάνω, ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τότε μόνον θὰ ἔχωμεν ἐπιχειρήματα ὄχι μόνον νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν αὔξησιν δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν της εἶναι μόνον βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ βαστάζῃ. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§207Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, θὰ εἴπω δὲ δύο λέξεις καὶ θὰ εἶμαι συντομώτατος, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι νομοσχέδιον οἷον τὸ εἰσαγόμενον δὲν χρῄζει μεγάλης συζητήσεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολῇ ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ἐπὶ μακρὸν χρόνον πανδήμως ἠκούοντο διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς γλισχρότητος τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν ἡ Πολιτεία ἀπέναντι τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία στερουμένη τῶν ἀπαιτουμένων μέσων δὲν φαίνεται ἀφειδὴς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν πρωτίστως νὰ περιορίζωνται εἰς τὸν γλίσχρον αὐτῶν μισθόν, καὶ δὲν τοῖς εἶναι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποβλέπωσιν εἰς ἄλλα ὀφέλη, ἐπεβάλλετο νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις. Μετὰ πολλὰς περὶ τούτου σκέψεις ἐπῆλθεν ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἔρχεται νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, καὶ παρὰ προσδοκίαν, παρὰ τὸ δίκαιον, παρὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας προβάλλονται ἀντιρρήσεις, ὅτι πάντες οἱ ὑπάλληλοι γλίσχρως ἀμείβονται, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσιν οἱ μὲν ἀπὸ τοὺς δέ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες νὰ ἐρωτήσω αὐτούς, εἰς τίνας δημοσίους ὑπαλλήλους ἔχει ἀνατεθειμένην ἡ Πολιτεία ὑψηλοτέραν ὑπηρεσίαν; καὶ προσέτι, ἐν ᾧ χρόνῳ οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων ἀπολαύουσι ὁ μὲν ἐπιμισθίων, ὁ δὲ ποσοστῶν, καὶ ἕτερος ἄλλων ὠφελημάτων νομίμων καὶ θεμιτῶν, οἱ δὲ δικασταί μας περιορίζονται εἰς τὸν μισθὸν αὐτῶν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς οὗτος κατὰ προτίμησιν, ἐπιφυλαχθῶμεν δὲ ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ δίκαιον εἶναι καὶ συμφέρον, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§208Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κατώρθωσαν, κύριοι Βουλευταί, οἱ δικασταὶ τοὺς ὁποίους ἀποκλειστικῶς καὶ προσωπικῶς ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ πείσωσι πολὺν κόσμον ὅτι ἐπέστη καὶ πάλιν ἡ ὥρα νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς αὐτῶν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐπιδιώξαντες τοῦτο ἐπέτυχον καὶ ηὐξήθη. Οἱ δικασταὶ ζητοῦντες καὶ αὖθις σήμερον αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των, ζητοῦσι πρᾶγμα ἄδικον, καὶ ἐγώ, ὅστις ὅτε ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα ὑπερήσπισα τούτους, ὅσον ἠδυνάμην, κατὰ τῶν ἀδίκων ἐπιθέσεων πολλῶν ἐντίμων συναδέλφων, δὲν δυσκολεύομαι σήμερον νὰ εἴπω, ὅτι τοιαῦτα ἄδικα ζητοῦντες οἱ δικασταὶ κινδυνεύουσι νὰ χαρακτηρισθῶσι πλεονέκται ὑπὸ τῆς κοινωνίας.
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητοῦσιν οἱ δικασταί.
§210Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ εἴχετε τοιαύτην καλωσύνην σεῖς, ἂν δὲν σᾶς τὸ ἐζήτουν αὐτοί.
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μέρος τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος. Ποτὲ δὲν θὰ ἐδεχόμην τοιαύτην αἴτησιν ἀπὸ δικαστάς, οὔτε θὰ ἐθεώρουν ἀξιοπρεπὲς νὰ τὴν ὑποβάλω.
§212Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐδημιουργήθη τοιαύτη ἀτμόσφαιρα ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς ἐπηρεάσθητε.
§213Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου· εἶναι ἀρχή, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐκήρυξα.
§214Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐλπίζω ν’ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι καλή.
§215Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο αὐτό.
§216Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οἱ δικασταί, κύριοι Βουλευταί, πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθον, ἦσαν ἐν γνώσει τῶν μισθῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἐπλήρωνε καὶ τῇ ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώνῃ. Ἐθεώρησαν τούτους ἀρκετούς, ὅπως ζήσωσι πρεπόντως, διότι δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως πως ἡ ἐπιμονή των, ἡ πάλη, τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετέρχονται, ἵνα γίνωσι δικασταί. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι πολλάκις, συνηθέστατον τοῦτο, ἐπιμένουσι καὶ πεντάκις καὶ ἑξάκις νὰ διαγωνίζωνται, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δικαστικὸν στάδιον· εἶναι τοῦτο νομίζω μία τρανοτάτη, μία πολὺ μεγάλη ἀπόδειξις, ὅτι ἐν τῷ δικαστικῷ σταδίῳ εὑρίσκεται καὶ ἡ εὐζωΐα καὶ τὸ imperium καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν γηρατείων των. Ἀφήνω εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, νὰ δώσητε τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐνῷ πληρώνεται περισσότερον ἀπὸ τὰς ἄλλας συναδέλφους τάξεις των, περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, περισσότερον ἀπὸ τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, τόσον πολὺ περισσότερον ἀπὸ τοὺς διδασκάλους, οἵτινες κυριολεκτικῶς πένονται καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἐνῷ γνωρίζει ποῖος εἶναι ὁ πληρώνων, ἂν εἶναι πένης ἢ εὔπορος, ἀφήνω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ χαρακτηρήσητε τὴν τάξιν ταύτην, ζητοῦσαν αὔξησιν μισθοῦ καὶ κατὰ τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις.
§217Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε ἀνακριβείας. Οἱ δικασταὶ δὲν ζητοῦσιν αὔξησιν· τὴν Κυβέρνησιν νὰ κατακρίνητε, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον.
§218Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἐσχημάτισα.
§219Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§220Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Χωρὶς νὰ μὲ παρακαλέσητε, ἔχω σχηματίσει τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιραν ἐντὸς τῆς ὁποίας καὶ ὑμεῖς εἰσήλθετε καὶ ἐπεσκοτίσθητε καὶ προϊὸν ἐπισκοτίσεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ποῦ ἠκούσθη, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ οἰκοκύρην πένητα, ἀπὸ οἰκοκύρην γυμνήτην νὰ ζητῇ τις νὰ ἔχῃ ὑπαλλήλους πολυδαπάνους καὶ πολυτελεῖς; Ποῖος δὲ δικαιολογητικὸς λόγος, Κύριοι, ὑπαγορεύει τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν; Πῶς σκέπτονται καὶ ποῦ βασίζονται διὰ νὰ ζητῶσι τοῦτο; Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λέγει διὰ νὰ ζήσωσιν ἀξιοπρεπῶς, τί ἐννοεῖ μὲ τὴν λέξιν ἀξιοπρεπῶς ὁ κ. Ὑπουργός; Μήπως ἐννοεῖ τι περισσότερον τοῦ σεμνοπρεποῦς; Διότι σεμνοπρεπεῖς μόνον θέλει νὰ βλέπῃ τοὺς δικαστάς του ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Πῶς θὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς 450 δραχμὰς κατὰ μῆνα, τὰς ὁποίας δίδει ὁ κ. Ὑπουργός, πῶς καὶ ποῦ θὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ ὁ δικαστής; Πῶς θὰ τὰς χρησιμοποιήσωσιν οἱ πρωτοδίκαι τὰς δραχμὰς αὐτὰς εἰς τὴν Ἄμφισαν, εἰς τὸ Γύθειον, εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, εἰς τὴν Καρδίτσαν κ.λ.π.; Εἰς τὰς Πάτρας, Κύριοι, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ Πάτραι εἶναι ὁ τόπος ὁ ἀκριβώτερος τῆς Ἑλλάδος, δύναται ὁ δικαστὴς ἀξιοπρεπέστατα νὰ ζήσῃ μὲ τὸν ὑπάρχοντα μισθόν. Μὲ 150 δραχμὰς δύναται νὰ ἔχῃ καὶ οἴκησιν πρώτης τάξεως καὶ τροφὴν καθαρωτάτην καὶ ὅσην θέλει.
§221ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κλεισμένος εἰς τὸ δωμάτιόν του.
§222Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῆς Ἀγγλίας ἢ ἐκεῖνο τῶν Πατρῶν· τὰ πρῶτα ξενοδοχεῖα τῆς πόλεως, εἰς τὰ ὁποῖα πηγαίνουσιν Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταί· μὲ 150 δραχμὰς συμφωνοῦσιν ἐκεῖ pension, ἤτοι οἴκησιν, τροφὴν εἰς τὴν διάθεσίν των ὅσην θέλουσι, φωτισμὸν καὶ ὑπηρεσίαν, προσθέσατε τώρα καὶ 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἀκόμη δι’ ἐνδυμασίαν των, ἐξ ἐνδυμασίας τὸ ἔτος· διότι μὲ ἑξακοσίας δραχμὰς τὸ ἔτος τόσαι κατασκευάζονται· ποῖος ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, κατασκευάζει ἕξ ἐνδυμασίας τὸ ἔτος;
§223ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄγαμοι εἶναι ὅλοι;
§224Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἔγγαμος θὰ ἔχῃ λάβει καὶ προῖκα, ἥτις θὰ διπλασιάσῃ τὰς προσόδους του ἂν μή τι πλέον, διότι τὸ συνηθέστατον εἶναι οἱ δικασταὶ νὰ ἐπιτυγχάνωσι μεγάλας προῖκας. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰς γενικότητας, κ. συνάδελφε, καὶ οὐχὶ τὰς ἐξαιρέσεις. Εἶπον λοιπὸν 200 δραχμὰς οἴκησις, ἐνδυμασία, τροφή, φωτισμὸς καὶ ὑπηρεσία εἰς τὸ ξενοδοχεῖον. Θέλετε 100 δραχμὰς διὰ τὰ ἄλλα ἔξοδα του· ἰδοὺ ὅτι αἱ 300 δραχμαί, ἃς λαμβάνει σήμερον, εἶναι ἀρκεταὶ διὰ νὰ ζήσῃ πολὺ καλά. Τί θέλετε, Κύριοι, οὕτω σκεπτόμενοι, μήπως θέλετε νὰ καταστήσητε τοὺς δικαστὰς τοκιστάς; ἢ σπατάλους; Ποῦ θὰ χρησιμοποιήσωσι τὸ πλεόνασμα αὐτό, ὅπερ θέλετε νὰ τοὺς δώσητε σήμερον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοδεύσωσιν εἰς τὸ Μεσολόγγιον ἢ εἰς τὴν Ἄρταν ἢ εἰς τὸ Καρπενήσιον 450 δραχμὰς κατὰ μῆνα; Εἶσθε ξένοι ἢ Ἕλληνες; δὲν εἶσθε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, δὲν γνωρίζετε πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα εἰς τὰς ἐπαρχίας; Καὶ βεβαιότατα ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχωσι κανένα τρόπον, ὅπως ἐξοδεύσωσι τόσα χρήματα, θὰ γίνωσι ἢ τοκισταὶ ἢ θὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ τραπῶσι πρὸς βίον μὴ προσήκοντα εἰς δικαστάς, εἰς βίον σπάταλον. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ βλέπῃ τοὺς δικαστάς του ἀφωσιωμένους εἰς τὸ ἔργον των, εἰς τὸ καθῆκον των, οὐχὶ νὰ καταγίνωνται μὲ τοκαρίθμους καὶ νὰ ἐξέρχωνται τῶν ὁρίων τῆς σεμνότητος τῆς προκαλούσης τὸν σεβασμὸν τῆς κοινωνίας. Δευτέρα δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ἵνα μὴ κάμπτωνται, ὃ ἐστὶν μεθερμηνευόμενον, ἵνα μὴ δωροδοκῶνται. Ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν δικαστῶν διαμαρτύρομαι διὰ τὴν συκοφαντίαν ταύτην. Οἱ δικασταί μας δὲν δωροδοκοῦνται, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα δωροδοκίας τινος τῶν δικαστῶν, καὶ δὲν ἔπρεπεν εἰς τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα.
§225Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει τοιαῦτα πράγματα.
§226Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Λέγει «ἵνα μὴ κάμπτωνται». Τί ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αὐξάνων τὸν μισθὸν ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις ἔχει τὸ μικρόβιον τῆς διαφθορᾶς ἐν ἑαυτῷ νομίζει ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας θὰ καταστήσῃ ἠθικὸν τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Πλανᾶται. «Ἅμα τὤχει ἡ κούτρα του νὰ κατεβάζῃ ψεῖρες τίποτε δὲν τὸν ξεψειριάζει, ὅσον καὶ ἂν τὸν κτενίσῃ κανείς». Τοῦτο εἶναι παροιμία τοῦ λαοῦ καὶ αἱ παροιμίαι εἶναι σοφίαι.
§227Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ κάμπτωνται ψυχικῶς ἀπὸ τὰς βιωτικὰς μερίμνας. Περὶ τούτου πρόκειται.
§228Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι δικαιολογίαι ἐκ τῶν ὑστέρων. Τί δὲ νὰ εἴπω, Κύριοι, διὰ τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον, τί νὰ εἴπω διὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους μᾶς παρέθεσε, διὰ νὰ μᾶς καταπλήξῃ; Ἔφερε παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, ὅπως τὴν συγκρίνῃ μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ συγκρίνονται τὰ ἀνόμοια, Κύριοι; Ἡ Ἀγγλία ἔχει 46.000.000 πληθυσμὸν καὶ ἔχει 32 δικαστὰς μόνον, ἡ Ἑλλὰς ἔχει 2.500.000 πληθυσμὸν καὶ ἔχει 300 δικαστάς. Μᾶς λέγει ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη λαμβάνει ὁ τάδε δικαστὴς τόσας λίρας, ὁ ἄλλος τόσας χιλιάδας λίρας. Αὐτὰ τὰ εἰξεύρομεν, ὅτι συμβαίνουσι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀλλ’ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ συμβῶσι καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα; Εἰξεύρομεν καὶ ἄλλα ἀκόμη, εἰξεύρομεν ὅτι ὑπάρχουσι δικηγόροι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, οἱ ὁποῖοι κερδίζουσιν 100.000 λίρας· ὑπάρχουσι πολλοὶ τοιοῦτοι παρ’ ἡμῖν οἵτινες κερδίζουσιν ἂν ὄχι 100.000 λίρας, ἂν ὄχι 100.000 δραχμάς, ἂν ὄχι 100.000 δεκάρας, ἀλλ’ ἔστω καὶ 100000 μονόλεπτα; Ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται τοιαῦται συγκρίσεις; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, προορισμὸν ἔχει νὰ ἀδυνατίσῃ, προορισμὸν ἔχει νὰ ἀμαυρώσῃ τὸ ἔργον σου. Φαίνεται ὅτι δὲν ἔχετε ἀκριβῆ ἐπίγνωσιν τοῦ ἔργου σας. Εἶσθε ὁ δημιουργός του, ἀλλὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ δὲν τὴν ἐγνωρίσατε ἀκόμη οὔτε τ’ ἀποτελέσματά του. Τὸ ἔργον σας εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ ὑπόστασις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲν γνωρίζετε τοῦτο καὶ θέλετε νά τὸ μάθητε, δὲν ἔχετε ἢ νὰ συναντήσητε τὸν πρῶτον ἔμπορον τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, νὰ συναντήσητε τὸν πρῶτον καταστηματάρχην ἐπαρχιώτην, τὸν πρῶτον ἀγρότην τῆς ὑπαίθρου χώρας καὶ νὰ ἐρωτήσητε αὐτόν, μὲ ποίαν πολιτικὴν εἶσαι; Ὅλοι θὰ σᾶς ἀπαντήσουν στερεοτύπως «μὲ τὸν Βενιζέλον». Διατί; Διότι εἶδον δικαιοσύνην, διότι ἔχω ἀσφάλειαν, διότι ἡ ζωοκλοπὴ ἔπαυσε. Δὲν θὰ σοὶ εἴπωσι διὰ τὸν στρατόν, οὔτε ὅτι εἶδον πρόοδον εἰς τὸ ναυτικὸν ἢ εἰς τ’ ἄλλα πράγματα τῆς πολιτείας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θ’ ἀδυνατίσῃ τὸ ἔργον σας. Δικηγόρος ἔντιμος ἐκ Πατρῶν ἀκούσατε τί μοὶ ἔλεγεν, ὅταν ἤμην εἰς τὰς Πάτρας. Βλέπετε, κύριε Βουλευτά, τὸ δικαστήριον; Καὶ εἰς καταφατικὴν ἀπάντησίν μου προσέθηκεν, ἐπὶ τοῦ ἀετώματος αὐτοῦ ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἀνυψωθῇ λευκὴ σημαία, ἐλλείψει δικῶν. Ἐννοήσατε ποίαν σημασίαν ἔχει τοῦτο, κ. Ὑπουργέ. Εἶναι τὸ μεγαλήτερον κατόρθωμα Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§229Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ λευκὴ σημαία εἰς τὸ Δικαστήριον δὲν σημαίνει ὠφέλεια εἰς τὸν τόπον.
§230Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀλλὰ τί σημαίνει, δυστύχημα; Σήμερον πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας Βενιζελισμὸς ὑπάρχει ὡς αἵρεσις, κατ’ ὄνομα μόνον, ἐνῷ οὐσιαστικῶς, καὶ πραγματικῶς ὑπάρχει Δημητρακοπουλισμός.
§231Γ. ΠΩΠ. Τὸ σπέρμα τῆς διχονοίας.
§232Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κάμνετε λάθος. Ἐγὼ λέγω τὴν ἀλήθειαν· καὶ πάντες ἐδῶ πρέπει νὰ τὴν λέγωμεν. Πρό τινων ἡμερῶν συνήντησα ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος μετὰ λύσσης ἐπολέμησεν ὅλα τὰ νομοσχέδιά σας, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅταν τῷ εἶπον ὅτι ἀνδροῦται ὁ Βενιζελισμὸς εἰς τὸν λαὸν χάριν τοῦ Δημητρακοπούλου, μοὶ ἀπήντησε, «τὸ παραδέχομαι....
§233Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ὑπάρχει Βενιζελισμός.
§234Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ κ. Μεϊτάνης εἶναι Ζαϊμικὸς καὶ ἐν τούτοις τὸ ὁμολογεῖ.
§235Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. «...ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ δίδῃς μεγάλην ἐκτίμησιν εἰς τὸν Δημητρακόπουλον, διότι εἶναι ἀποτέλεσμα λαφυραγωγίας τὰ ἔργα του, μὲ ἐλεηλάτησεν. Αὐτὰ ὅλα εἶναι γνῶμαι καὶ μελέται ἰδικαί μου λαφυραγωγημέναι». Δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν. Εἶναι παρὼν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω τὸ ὄνομά του, ἀρκεῖ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν. Μάλιστα τὴν στιγμὴν ταύτην καθ’ ἣν σᾶς ὁμιλῶ δὲν προσβλέπω κἄν πρὸς τὸ μέρος, ὅπου κάθηται, ἵνα μὴ ἐννοήσητε ποῖος εἶναι. Μὴ ἐπιμένετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι ὀλίσθημα. Ἀκούσατέ με. Σᾶς τὸ λέγω εἰλικρινῶς. Δὲν βλέπετε ὅλους ἐκείνους, οἵτινες λυσσωδῶς ἐπολέμησαν ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ νομοσχέδιά σας, δὲν βλέπετε ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν δὲν τὸ πολεμοῦσιν; Τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν σᾶς ἐμβάλλει εἰς ὑποψίαν τινά; Καὶ ὅμως ἔπρεπε νὰ σᾶς ἐμβάλλῃ. Δὲν τὸ πολεμοῦσι διὰ νὰ περάσῃ, διὰ νὰ ψηφισθῇ, διότι δὲν ἔχουσι καμμίαν διάθεσιν νὰ σᾶς ἀποτρέψωσιν ἀπὸ τὸ ὀλίσθημά σας αὐτό. Ἂν ὅμως εἶσθε πείσμων, ἐὰν δὲν σᾶς ἀρέσκῃ νὰ ἀνακαλῆτε, ν’ ἀποσύρητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἅπαξ ἐφέρετε, ἂν τοῦτο θεωρῆτε ὡς ἀρχήν σας τὴν ὁποίαν δὲν ἐνοεῖτε νὰ παροβῆτε κατ’ οὐδένα λόγον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀρετή, ἀλλὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἐλάττωμα, τότε δέον νὰ συγκατατεθῆτε νὰ μειώσητε τοὐλάχιστον τὸ ποσοστὸν εἰς 10%, ἀφοῦ, ὡς νομίζετε, ἐξετέθητε νὰ αὐξήσητε τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστῶν. Ἐὰν ἐμμείνητε νὰ αὐξηθῇ εἰς 50%, κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἀναγκάσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ δυσφορήσῃ καὶ νὰ ἀπογοητευθῇ, νὰ μὴ τὸ πράξητε ὅμως τοῦτο, καὶ μάλιστα σεῖς, μὴ ἀπογοητεύσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τρέφει ἐλπίδας πολλὰς πρὸς ὑμᾶς.
§236Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος, ὅπως διαφωνήσω ἴσως τελείως πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα καὶ ἀγαπητόν μου φίλον. Ἀφοῦ οἱ διαχειρισταὶ τοῦ δημοσίου πλούτου εἴτε ταμίαι εἶναι οὗτοι, εἴτε τελῶναι, λαμβάνουσι σχετικῶς μεγάλους μισθούς, διατί οἱ διαχειριζόμενοι τὸν εἰδικὸν πλοῦτον νὰ μὴ λαμβάνουν μεγάλους μισθούς;
§237ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ στρατιώτης φυλάττει τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἀλλὰ πέρνει 16 λεπτὰ τὴν ἡμέραν.
§238Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ στρατιώτης φυλάττει παληοσίδηρα, ἐνῷ ὁ δικαστὴς δικάζει ἑκατομμυρίων δρχ. ἀπαιτήσεις. Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ παραβάλω τὴν πλουσίαν Ἀγγλίαν, τὴν δίδουσαν εἰς τὸν ἐφέτην 5,000 λίρας, παραβάλλω ὅμως καὶ πολὺ δικαίως τὴν πτωχὴν Σερβίαν, μὲ τὴν σχετικῶς πλουσίαν Ἑλλάδα, τὴν Σερβίαν, ἥτις εἶναι μία χώρα γεωργική, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ βίος εἶναι εὐθηνός, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ πλουτοπαραγωγικαὶ δυνάμεις ἔχουν αὐξηθῆ εἰς βαθμὸν λίαν ἐπίζηλον καὶ τὸ λέγω τοῦτο καὶ ἴσως λυπηθῇ ὁ ἀπουσιάζων Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἰς τὴν Σερβίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐπιτήδεια εἶναι πολὺ εὐθηνά, ἐν τούτοις εἰς τὴν πτωχὴν Σερβίαν ὡς εἶδον καὶ ὡς μὴ πιστεύων τοῦτο, ἢ καὶ ἴσως νομίζων ὅτι συμβαίνει λάθος καὶ εἶδον εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία καὶ ἐπείσθην περὶ τούτου, ὁ μισθὸς τοῦ πρωτοδίκου εἶναι 5.000 δραχ. Διὰ τοῦτο δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ μὴ ἔχωμεν μίαν σχετικὴν αὔξησιν, οὐχὶ βεβαίως εἰς τὸ σημεῖον τῶν 50%, τοὐλάχιστον εἰς τὸ σημεῖον τῶν 30% διαιροῦντες αὐτὸ κατὰ 10%. Νομίζω δὲ ὅτι δίκαιον ἤθελεν εἶσθαι, ὅπως ἀργότερον οἱ μισθοὶ καὶ τῶν λοιπῶν ἀναξιοπαθούντων ὑπαλλήλων αὐξηθῶσιν. Πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος ὡμίλησε περὶ ἐπιδόματος τοῦ Νομάρχου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Βεβαίως ὅταν δίδωμεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως 400 καὶ 450 δραχμὰς μόνον, ἀναγκάζομεν αὐτούς, ὅπως λαμβάνουν ἐπιδόματα ἐπισήμως ἀναγνωριζόμενα. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν ἵνα, εἰ δυνατόν, προσεχῶς φροντίσῃ καὶ διὰ τοὺς κυριωτέρους τοὐλάχιστον διοικητικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κράτους. Ὁ Νομάρχης ἐκπροσωπεῖ τὸν Βασιλέα καὶ ὅταν ὁ Νομάρχης γυρίζῃ ῥακένδυτος, γυρίζει καὶ τὸ Κράτος ῥακένδυτον. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὅπως ὄχι μόνον τῶν δικαστῶν νὰ γίνῃ αὔξησις, ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων πρὸς εὐπροσωποτέραν παράστασιν τοῦ Κράτους.
§239Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι πλέον καιρός, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν σπάταλον πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι πλέον καιρὸς νὰ σταματήσῃ αὕτη καὶ ἀναλογισθῇ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ νὰ σκεφθῇ μᾶλλον ὑπὲρ τῶν πενομένων τάξεων, οὐχὶ δὲ νὰ σπεύδῃ καὶ νὰ σπαταλᾷ τὸ δημόσιον χρῆμα ἀσκόπως δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ. Κήδεται εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν δικαστῶν, δὲν κήδεται ὅμως ὑπὲρ τῶν πενομένων πληθυσμῶν, δὲν κήδεται ὑπὲρ τῶν πτωχῶν κατοίκων.
§240Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ πενόμενοι πληθυσμοὶ τὸ ζητοῦν αὐτό, διὰ νὰ ἔχουν ταχεῖαν καὶ ἀσφαλῆ Δικαιοσύνην.
§241Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἔχετε γνῶσιν τί σκέπτονται καὶ τί ἐπιθυμοῦν οἱ πενόμενοι πληθυσμοί, διότι ἀτυχῶς μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου μετέβητε ἄλλος εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Εὐρώπης καὶ ἄλλος εἰς τὰ ἐδῶ λουτρά, δὲν μετέβητε δὲ εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ ἀντιληφθῆτε τὴν κατάστασιν, ν’ ἀντιληφθῆτε, ὁποία πενία μαστίζει τὰς πτωχὰς τάξεις.
§242Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ πεισθῆτε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ θέλει αὐτό.
§243Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἔχω ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην· ἐγὼ τὰ ἀντελήφθην αὐτά, διότι μετέβην ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ πανταχοῦ εὗρον ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν ἰδικήν σας. Ἀτυχῶς σεῖς κεκλεισμένος ἐντὸς τοῦ γραφείου σας δὲν ἀντελήφθητε τὰ πράγματα καλῶς. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποσχεθῆ...
§244Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περιοδεύων εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὡς στοιχεῖον ὁλοκληρωτικὸν τοῦ προγράμματος ἔδωσε καὶ αὐτό, τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ὁ λαός.
§245Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, πιθανὸν νὰ τὸ ὑπεσχέθητε ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπεσχέθητε ὅμως καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων.
§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖ εἶπον ῥητῶς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐκθέτων τὸ πρόγραμμά μου, ὅτι θὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶπον δὲ καθόλου, καίτοι πιεζόμενος νὰ τὸ εἴπω, ὅτι θὰ ἀπαλλοτριωθῶσι τὰ κτήματα. Καὶ ὅμως ἐνῷ δὲν τὸ εἶπον, ἐπειδὴ βραδύτερον ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ, προέβην εἰς τὸ πρᾶγμα.
§247Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πιθανὸν ἐν τῇ διανοίᾳ σας νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, ἡμεῖς ὅμως μέχρις ὥρας οὐδὲν βῆμα εἴδομεν πρὸς τὴν τοιαύτην ἀπαλλοτρίωσιν.
§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύνανται νὰ γίνουν ὅλα μαζί.
§249Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἔχω ἐναντίαν γνώμην, ἀλλὰ λέγω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲ βῆμα ἐγένετο πρὸς τὴν ἐργασίαν αὐτήν.
§250Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ διακόψῃ).
§251Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ δὲν δέχομαι διακοπάς, διότι δὲν ἔχω ὄρεξιν νὰ ἀρχίσωμεν διαλογικὴν συζήτησιν.
§252Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἐπαρχίας τὴν ὁποίαν γνωρίζω πολὺ καλὰ ὡς Θεσσαλὸς καὶ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἡ μόνη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔκαμε κάτι τι ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας.
§253Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μὴ μὲ ἐνοχλεῖτε, παρακαλῶ. Ὑπεσχέθη ἡ ἐπανάστασις καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, ὑπεσχέθη εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς ἀγροτικοὺς καὶ τοὺς ἐργατικοὺς τῶν πόλεων, ὅτι πρωτίστη αὐτῆς μέριμνα θὰ εἶναι νὰ ἐλαττώσῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον καταθλίβει τοὺς πενομένους αὐτοὺς πληθυσμούς, καὶ ἀντὶ τούτου εἴδομεν νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς πληθυσμοὺς διὰ δεκαπεντάδος ὁλοκλήρου ἑκατομμυρίων· καὶ καθ’ ὃν χρόνον ὑπόσχεται ταῦτα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, βλέπομεν νὰ προβαίνῃ ἀμειλίκτως εἰς καταδίωξιν ἐναντίον ὅλων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, οἵτινες σύρονται εἰς τὰς φυλακὰς ἀντὶ ὀλίγων κερμάτων ὀφειλομένων, καὶ τοῦτο καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν δικαστικῶν ἔρχεται νὰ αὐξήσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ τὸν μισθὸν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὅλων δὲ τῶν λοιπῶν κατὰ τὸ τρίτον, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐξάνει τὰς δαπάνας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔρχεται καὶ ἀπαιτεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ψηφίσωμεν ἡμεῖς δαπάνας, χωρὶς νὰ ἐγείρωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας. Ταῦτα πράττει ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἔρχεται σήμερον καὶ ἐπιμένει νὰ ψηφίσωμεν ἡμεῖς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, διότι λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι κήδεται ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν δικαστῶν, δὲν κήδεται ὅμως ὑπὲρ τοῦ στομάχου τῶν λιμωττόντων ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Ἀλλ’ ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ λοιποὶ Ὑπουργοὶ νὰ περιέλθωσι τὰς ἐπαρχίας, ὅπως ἀντιληφθῶσι τὴν κατάστασιν, ὅπως ἀντιληφθῶσι τὴν πενίαν, τὰ πραγματικὰ ἐκεῖνα αἴτια, ἅτινα προκαλοῦσι τὴν μετανάστευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τότε βεβαίως δὲν θὰ εἶχον τὸ θάρρος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ζητῶσιν αὐξήσεις δαπανῶν. Οὐδαμοῦ φορολογία τοσοῦτον ἐπαχθὴς ὑφίσταται, οἵα ὑφίσταται εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἀπολαμβάνουσιν οἱ φορολογούμενοι, οὔτε ἀσφάλειαν, οὔτε προστασίαν, στερούμενοι καὶ αὐτῶν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Οὐδὲν ἀπολαμβάνουσι καὶ ἐν τούτοις πληρώνουσι βαρύτατα, ὅσον οὐδεὶς ἕτερος. Ὤφειλον, εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, οἱ κ. Ὑπουργοὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ ἀντιληφθῶσι τὴν κατάστασιν καὶ τότε θὰ ἤρχοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ θὰ ἠκολούθουν πρόγραμμα ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ὁμοίας πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν ἄλλοι μεγάλοι ἄνδρες, οἵτινες ἦλθον κατόπιν πολὺ μεγαλητέρας θυέλλης ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία ἐτάραξε τὸ ἡμέτερον ἔθνος. Ἦλθεν ἄλλος Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ὁ Πὶτ ὁ νεώτερος κατόπιν πολὺ μεγαλητέρας θυέλλης, τῆς θυέλλης ἡ ὁποία ἀπεχώρισε τὴν Ἀμερικὴν ἀπὸ τῆς Ἀγγλίας συγκλονίσασα ἐκ βάθρων τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲ τῶν Κοινοτήτων ἐδήλωσε τότε, ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ ἐσωτερικὴν πολιτικήν, πολιτικὴν περισυλλογῆς· ὅτε δ’ ἠγέρθησαν οἱ ἀντίθετοι καὶ εἶπον, ὅτι πρὸς ἓν κυρίως πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ, πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, αὐτὸς ἀπήντησεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀρχήν. Αὐτὸ ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πράξῃ καὶ οὐχὶ νὰ ἔρχηται νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐναντίον τῶν παλαιῶν κομμάτων, διότι τὰ παλαιὰ κόμματα μὲ προϋπολογισμὸν κατὰ πολὺ μικρότερον προέβαινον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, συνετήρουν τὰς ὁδούς, ἔκαμον ἀποθήκας, ἔφερον ὑλικὰ παντὸς εἴδους, ἐνῷ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μὲ 15 ἑκατομμύρια περὶ πλέον οὐδὲν πράττει ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδὲν ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος. Οὕτω ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι μᾶλλον κοινωνικὸς νὰ μὴ μένῃ δὲ ἐγκεκλεισμένος ἐν τῷ γραφείῳ του, ἀλλὰ νὰ ἐξέρχηται καὶ ἀντιλαμβάνηται τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας, νὰ μεταβαίνῃ πανταχοῦ, ὅπως ἴδῃ πῶς ζῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα αὐτῶν καλλιεργοῦσι τὴν μητέρα γῆν, καθ’ ὃν χρόνον οἱ δικαστικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἀπολαύουσι πολὺ περισσότερα ἀφ’ ὅτι ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φ. Νέγρης πολὺ ὀρθῶς τοὺς χωροφύλακας, δὲν ἀνέφερεν ὅμως καὶ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, ὡς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τῶν κατωτέρων βαθμίδων τῆς ὑπαλληλικῆς κλίμακος.
§254ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τοὺς ἀνθυπολοχαγούς.
§255Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οἱ χωροφύλακες οἱ δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὰ πάνδεινα ἐν καιρῷ χειμῶνος μένοντες εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ φρουροῦντες ἐπὶ τρεῖς ὥρας συνεχῶς, λαμβάνουσιν 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαθέσῃ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ὑπὲρ τῶν δικαστῶν, διότι αὔριον ὅτε δὲν θὰ εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, βεβαίως θὰ εἶναι ὠφέλιμοι εἰς αὐτὸν οἱ δικασταί.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης.
§257ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ἔχει ἡ ἑσπέρα αὕτη, ὅπως τὰ παράπονα γίνωνται, διότι δὲν ἐπεζητήθη ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια καὶ ἐπὶ ἄλλων ὁμοίων θεμάτων, καθόσον καὶ εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐργατῶν, τὸ ἴδιον παράπονον ἠκούσθη: διατί δὲν φέρονται ὅλα τὰ περὶ ἐργατῶν νὰ τὰ ψηφίσωμεν· καὶ τώρα, ὅτε ζητεῖται αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἐρωτῶσί τινες: οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν; Δὲν ἔχουσι καὶ αὐτοὶ μικροὺς μισθούς; Λοιπὸν ἐφ’ ὅσον δὲν αὐξήσητε ὅλους τοὺς μισθούς, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητῆτε αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Κύριοι Βουλευταί, διῆλθον τὸν βίον μου ὡς δικαστής· ᾐσθάνθην ὅλην τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ θέσις αὐτή, ἀλλ’ ᾐσθάνθην καὶ ὅλην τὴν ταπείνωσιν, τὴν θλῖψιν καὶ τὴν ὀδύνην, διότι τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ ἀξίωμα σχετικῶς μὲ τὸ ὑλικὸν μέρος χωλαίνει, διότι οἱ συνάδελφοί μου, ὅλοι οἱ δικαστικοὶ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἱστάμεθα εἰς τὴν περιωπὴν τὴν κοινωνικήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε. Καὶ ἐννοεῖτε καλῶς, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς συνειδήσεως μόνον τοῦ δικαστοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἀνωτέρα ὑπονοιῶν, δὲν εἶναι μόνον ὁ κίνδυνος ἐκ δικαστῶν ἐξωνημένης συνειδήσεως, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι κίνδυνοι καὶ τοὺς γνωρίζομεν ὅλοι· εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς θέσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διατηρῆται. Τὸ κατ’ ἐμὲ εἶμαι στενοχωρημένος ἀποβλέπων εἰς τὴν ταπείνωσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀξιώματος. Καὶ ἔρχεται, Κύριοι, μία ἡμέρα ἀναμενομένη παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου, διότι, Κύριοι, εἶναι διαστροφὴ τῆς ἀληθείας, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀκούει εὐχαρίστως αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ τὴν ἡμέραν αὐτὴν θέλομεν νὰ πέσωμεν εἰς τὰ μαῦρα, νὰ πενθήσωμεν ἀντὶ νὰ χαρῶμεν, διότι πρόκειται ν’ αὐξήσωσιν οἱ μισθοὶ τῶν δικαστῶν ἡμῶν. Καὶ λέγουσι: Ποῖος δὲν θέλει τὴν αὔξησιν; Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι γενικὴ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους. Ἡ ἐπανάστασις ὅμως καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεγερθεὶς ὡμίλησε περὶ δικαιοσύνης ἀξιοπρεποῦς, ὁποία πρέπει νὰ εἶναι. Ἀλλ’ ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ὅστις θέλει νὰ ἔχῃ τοιαύτην δικαιοσύνην, πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν ὑλικὴν περιωπήν; Ἐπιτρέπονται ἐδῶ δισταγμοὶ καὶ ἀναβολαί; Σᾶς ἀνέφεραν ὅτι οἱ δικασταὶ ἔχουσιν ἄλλα πλεονεκτήματα ἕνεκα τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν θέσεως, ὅτι οἱ δικασταὶ λαμβάνουσι προῖκας, ὡσὰν ὅλοι οἱ δικασταὶ ἔχουσιν ἑτοίμους πολυφέρνους νύμφας νὰ τὰς λάβωσιν, ἵνα ζήσωσιν ἢ ὡσὰν εἰς τοῦτο ὤφειλον νὰ ἀποβλέψωσιν. Ἡ πολιτεία πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν, διότι τὴν πολιτείαν ὑπηρετοῦσιν οὗτοι... Ἀλλά, Κύριοι, ἦλθε καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις, ἡ οἰκονομική, καὶ σᾶς εἶπον· ποῦ εὑρισκόμεθα, ὁ λαὸς εἶναι πτωχός, ἡμεῖς εἴμεθα εἰς δυστυχίαν, ἡμεῖς πενόμεθα καὶ θέλομεν αὐξήσεις; Ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ αὐξήσεις, ὑπάρχουσι καὶ ἔξοδα πλέον ἢ ἀναγκαῖα, ἔξοδα ἀναπόφευκτα, ἔξοδα παραγωγικά, καὶ τοιοῦτον ἔξοδον εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ἄν θέλετε νὰ ἔχητε δικαιοσύνην πρέπει νὰ ἔχητε δικαστὰς ἱσταμένους ὑψηλὰ καὶ σεῖς πρέπει νὰ τοὺς ὑψώσητε.
§258Γ. ΠΩΠ. Σεῖς μὲ τὸν μισθὸν ποῦ εἴχετε, ἐζήσατε ἀναξιοπρεπῶς ἢ ἐκάμφθητε;
§259Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ τὸ γνωρίζω. Εἶπον ἤδη ὅτι ποικιλοτρόπως κάμπτεταί τις καὶ μολονότι δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εὑρέθην εἰς θέσιν ταπεινώσεως ἀπέναντι ἄλλων κοινωνικῶν τάξεων, ἐνῷ διὰ τὸ ἀξίωμα δὲν συνέφερε νὰ ἵσταμαι τόσον κατωτέρω αὐτῶν.
§260Γ. ΠΩΠ. Ὅταν κάμνῃ τις τὸ καθῆκον του δὲν ταπεινοῦται ποτὲ ἀπέναντι οὐδενός. Ἐπεράσατε ἔκτακτα καὶ σεῖς καὶ οἱ ἄλλοι.
§261ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐὰν θέλητε λοιπὸν δικαιοσύνην πρέπει τὴν δικαιοσύνην νὰ τὴν ὑψώσητε. Εἶναι γνωστὸν τὸ ῥηθέν ὑπό τινος περὶ τῶν Ἄγγλων δικαστῶν: Καταλύσατε ὅλας τὰς Ἀγγλικὰς ἐλευθερίας καὶ ἀφήσατέ μου μόνον τοὺς 12 δικαστὰς καὶ ὑπόσχομαι ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐπαναφέρω τὰς ἐλευθερίας. Ἡ ὑπόστασις τῶν ἐλευθεριῶν εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν· ἀκριβῶς οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν πρέπει νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, διότι ὁ ἔχων καλοπληρωνομένους δικαστὰς ἔχει τοιούτους ἱκανοὺς νὰ ἐργάζωνται, οἱ ἐλπίζοντες δὲ ὅτι διὰ τῶν νέων νομοθετημάτων τὰ ἐγκλήματα ἤθελον ἐλαττωθῆ ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ ὅτι βεβαίως καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν θὰ ἐλαττωθῇ. Ἀλλὰ λέγουσιν ἂς ἀναβληθῇ ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, μέχρις ὅτου ἐλαττωθῆ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν· Ἀλλὰ τοῦτο αἴρει τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐλαττώσεως καὶ εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ νὰ λέγωσι δὲν θέλομεν νὰ γίνῃ τίποτε. Οἱ δικαστικοὶ ἄλλως τε δὲν ἔχουσι μόνον τὴν διαχείρισιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ εἶναι βεβαρημένοι καὶ ὁσημέραι ἐπιβαρύνονται μὲ πολλὰ ἄλλα ἔργα, ἑπομένως καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος τοῦ ἀριθμοῦ δὲν πρέπει ἀμέσως ἀνεξετάστως νὰ ἐπιδιωχθῇ. Ἐνδεχόμενον τινὲς τῶν αἰτιολογιῶν τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ εἶναι ἐντελῶς βάσιμοι, ἐνδεχόμενον οἱ ὑπολογισμοὶ τῶν προσδοκωμένων ἐκ τῶν νέων νομοθετημάτων εἰσπράξεων νὰ μὴ εἶναι ἀκριβεῖς καὶ νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις πρὸ οἰκονομικῶν δυσχερειῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι, ὡς ὑπεστήριξαν καὶ ἕτεροι τῶν κ. συναδέλφων, ἡ πολιτεία εἶναι ὑπόχρεως, εἴτε φθάνουσιν, εἴτε δὲν φθάνουσι τὰ προβλεπόμενα ἔσοδα, νὰ προσθέσῃ ἐξ ἰδίων πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς ἐπιδιωκομένης αὐξήσεως, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ δικαστὰς ἀξίους τοῦ ὀνόματος τούτου.
§262Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Δικαιοσύνη, κύριοι Βουλευταί, πάντες γνωρίζομεν ὅτι εἶναι ἡ ἄγκυρα τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ δικαιοσύνη πεινῶσα καὶ πενομένη εἶναι οὐ μόνον ἀνεπαρκής, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνος κατὰ τὴν γνώμην μου. Πρῶτος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ῥακτιβάν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρέτησεν ὡς δικαστής. Ἐὰν ἠρωτᾶτο παρὰ τῶν κυρίων βουλευτῶν, διατὶ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν ὅτι δὲν θὰ ἀπεμακρύνετο, ἐὰν ὁ μισθὸς ἦτο ἐπαρκής. Ἡ ἀνεπάρκεια λοιπὸν τοῦ μισθοῦ ἀπομακρύνει τῆς ὑπηρεσίας πάντας τοὺς καλοὺς καὶ διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν καὶ τοὺς τοὺς ὀλίγους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἔτι, εἰς πρώτην εὐκαιρίαν ν’ ἀπομακρυνθῶσι. Τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε συνεζητήθη ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη τότε, φοβηθείσης τῆς πολιτείας τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν. Πρέπει ἡ Βουλὴ μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξετάσῃ τὸ παράπονον τοῦτο· αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι ηὔξησαν ἐπαισθητῶς. Ἄς ἐξετάσωμεν, ἐὰν τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτίθεται ἤδη νὰ λάβῃ ἡ πολιτεία, εἶναι ἀντίθετον πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Ἐξετάζοντες τὸν προϋπολογισμὸν 1911 μανθάνομεν τί εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ χαρτοσήμων καὶ λοιπῶν· ἐπιβάλλεται λοιπὸν ἐκ τῶν πόρων αὐτῶν καὶ δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ δὲν δικαιολογεῖται ἡ πολιτεία ἀρνουμένη εἰς τοὺς λειτουργοὺς αὑτῆς τὸν ἄρτον διὰ νὰ τραφῶσιν αὐτοὶ καὶ ἡ οἰκογένειά των, καθόσον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἔχῃ πλεόνασμα καὶ κέρδη ἐκ τῶν διὰ τὴν δικαιοσύνην φόρων. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐπαναλάβω ὅσα ἄλλοτε ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου κατὰ τὸ ἔτος 1884 περιέχει μεγαλείτερον μισθὸν ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐὰν ἡ πολιτεία ἀρνηθῇ σήμερον τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ ἐκείνων, οἵτινες διαχειρίζονται τὴν ζωήν, τὴν περιουσίαν, τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν, θέλει πράξει ἔργον ὄχι δίκαιον. Δὲν θὰ τρομάξῃ ἴσως ἡ Βουλὴ ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν σήμερον ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου παρὰ διαφόρων συναδέλφων, ἀλλὰ θὰ συντρέξῃ καὶ θὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δημοσίους αὑτοὺς λειτουργούς. Ἕν μόνον θὰ ἀξιώσωμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων τεθῇ ἐν πλήρει λειτουργίᾳ, ὅπως τὰ δικαστήρια λειτουργῶσι συμφώνως μὲ τὸν ὀργανισμόν, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ὅπως ἀποκτήσῃ ὁ λαὸς ταχεῖαν καὶ καλὴν ἀπονομὴν δικαιοσύνης. Ὁ λαὸς ἀναμένει τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δικαιοσύνης, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν λειτουργῶν αὐτῆς, θέλει εὐαρέστως ἀκούσει, πρωτίστως ὅμως θέλει τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἣν καὶ προσδοκᾷ ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
§263Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν λόγοι ἐκλογικῆς σκοπιμότητος, ὅπως κολακεύσωσι τὰς ἀδυναμίας τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἂν ἀπὸ πολιτικῆς σκοπιμότητος καλούμενοι κολακεύωμεν τὰς ἀδυναμίας τοῦ λαοῦ, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λέγωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν, διότι τότε ἐξικνούμεθα εἰς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, τότε εἴμεθα ἄξιοι τῆς ἐντολῆς τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ τῆς μεγάλης αὐτῶν ἀποστολῆς. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι 18 ἑκατομμύρια ἐπεβαρύνθη ὁ λαός, ἀλλ’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν κατὰ τὸ ἔτος 1897, καθ’ ἣν στιγμὴν προέβαινεν ἡ τότε Κυβέρνησις τῆς χώρας εἰς τὴν δημιουργίαν Πρωτοδικείων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας προέβαινεν εἰς δημιουργίαν Νομαρχιῶν. Ἀκριβῶς τοῦτο ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοῦ 1897. Εἰς μάτην ὁ λαός, τὸ μοναδικὸν θῦμα ἐκ τῆς ἀχρείας ταύτης καταστάσεως, ὁ λαὸς ὁ ἐργαζόμενος καὶ πάσχων, ὁ λαὸς ὁ ζητῶν τὸν ἄρτον τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ὁ λαὸς ὁ ὑγιὴς τὴν ψυχὴν καὶ καθαρὸς τὴν καρδίαν, εἰς μάτην ἐζήτει ἀνόρθωσιν ὅλων τῶν κακῶς κειμένων, καὶ προσέφερε πάντοτε ὅ,τι καὶ ἂν ἐζητεῖτο παρ’ αὐτοῦ, ἵνα ἴδῃ στρατὸν καὶ στόλον. Ἀλλά, Κύριοι, ἀντὶ στρατοῦ εἴδομεν τοὺς ἀστερίσκους τῶν ἐπωμίδων αὐξανομένους, ἀντὶ στόλου, εἴδομεν στόλον διασπαθίσεως, καὶ ἀντὶ οἰκονομικῆς διοικήσεως ἐχέφρονος εἴδομεν μέγαν συρφετὸν 4,000 ἀργομίσθων. Ἀκριβῶς ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσι τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοῦ 1897. Ἐὰν ὑπῆρξαν ἐλατήρια σημαντικά, τὰ ὁποῖα ἐκίνησαν στρατὸν καὶ λαόν, ὅπως προβῶσιν εἰς τὸ κίνημα, εἰς τὸ ὁποῖον προέβησαν, ἀναντιλέκτως ἓν ἐκ τούτων ὑπῆρξε, διότι ἡ δικαιοσύνη εἶχε καταστῆ ῥάκος. Δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις. Ἀλλ’ ἐὰν εἴπομεν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι πάντες οἱ κλάδοι κατέπεσαν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ θάρρους, ὅτι ἐὰν ἔμεινέ τι ὑγιὲς —καὶ τοῦτο ἂς τὸ εἴπω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ—ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀναμφισβητήτως ἔμεινεν ὑψηλὰ ὁ Ἕλλην δικαστής, μεθ’ ὅλους τοὺς ἐξευτελισμούς, μεθ’ ὅλας τὰς πολιτικὰς λεγομένας μηχανορραφίας, ἀλλὰ καὶ τὸ σπουδαιότερον μεθ’ ὅλον τὸν γλίσχρον μισθὸν αὐτοῦ. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι δικαιοσύνη πεινῶσα σημαίνει δικαιοσύνην δελεαζομένην, καὶ δικαιοσύνη δελεαζομένη σημαίνει κάτι τι ἄλλο παρὰ δικαιοσύνη. Ὅταν, Κύριοι, ζητῶμεν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν, πρὸς τί ζητοῦμεν ταύτην; Τυγχάνουσιν ἆρά γε συγγενεῖς μας; Τυγχάνουσιν ἆρά γε φίλοι μας; Μήπως τὸ πρὸς αὐτοὺς χορηγούμενον τίμημα θὰ ἔλθῃ εἰς τὰ θυλάκιά μας; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, κατὰ τὴν γνώμην ἐνίων συναδέλφων, θὰ ἵστατο περισσότερον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν δὲν προέβαινεν εἰς τὴν χορήγησιν τὴν μελετωμένην ἀναφορικῶς πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· μήπως ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας θέλει νὰ καταστῇ ἀντιδημοτικὴ διὰ τῆς μελετωμένης ἐπιχορηγήσεως; Δὲν ἤθελεν ἆρά γε νὰ φανῇ τέλος πάντων ὅτι φείδεται τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους; Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον κατεβαράθρωσεν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸν τόπον τοῦτον, εἶναι διότι δὲν ἐλέχθη ποτέ, οὐδὲ ἠκούσθη ἡ γλῶσσα τῆς εἰλικρινείας. Ἀπὸ πολλοῦ, Κύριοι, προϋπολογισμοὶ εἰκονικοὶ προσήρχοντο καὶ ἐψηφίζοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· οὐδέποτε οἱ προϋπολογισμοὶ ἦσαν ἰσοσκελεῖς, πραγματικοί, ἀλλὰ πάντοτε ἦσαν εἰκονικοί, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς πρὸς ἀποπλάνησιν καὶ ἐξαπάτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια. Εἴμεθα περισσότερον ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ θέλωμεν τὴν σπατάλην τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, εἴμεθα περισσότερον ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐδῶ πολιτικὴν ἡμῶν ὑπόστασιν στηρίζομεν μόνον εἰς τὴν εὐτυχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὡς γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὡς ἔντιμοι αὐτοῦ ἀντιπρόσωποι νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτόν· δόσε ἐξ ἐκείνων τῶν στερημάτων σου, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ σοῦ παράσχῃ δικαιοσύνην, διότι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε παράσχει τὸ Κράτος δικαιοσύνην μὲ ὅλας τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, θὰ ἔλεγον ἐγὼ πρῶτος· ἐρρέτω τοιοῦτον Κράτος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς καὶ τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιχορηγηθῇ ἡ αὔξησις αὕτη, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἔλεγον, ἢ μᾶλλον θὰ ὑπενθύμιζον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης· ἐὰν προκαλέσητε δημοψήφισμα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, θὰ σᾶς εἴπῃ· ἔχομεν Δικαστήρια οὐσίας, τὰ Ἐφετεῖα, ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι πολυτέλεια διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ μὴ αὐξήσῃ ὁ μισθὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Διὰ τοὺς ἄλλους εἶναι δίκαιον καὶ εὔλογον κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθός.
§264Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ τυγχάνω θεράπων τῆς ἐπιστήμης τῆς νομικῆς, δύναμαι μετὰ παρρησίας νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ παρακαλέσω ἰδιαίτατα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον βεβαίως δὲν θ’ ἀμαυρωθῇ, ἐφ’ ὅσον βαίνει ὅπως ἤρξατο, ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, θὰ παρακαλέσω, λέγω, αὐτόν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ μετατρέψῃ τοὺς ὅρους τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, τὴν γνώμην μου, ἴσως δὲ ἤμην ὁ σημαιοφόρος τῆς ἰδέας αὐτῆς, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις. Ἀλλ’ ἐν τούτοις μὲ ὅλην τὴν θέρμην, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν ἀτμῶν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ βίου, μὲ ὅλον τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον εἶχον, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις διὰ τοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος, εἰς τὴν παροῦσαν τουτέστιν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐκείνης μὲ ἔπεισε καὶ ἐτάχθην μὲ τὴν γνώμην του, ἐγκαταλείψας τὰς ἰδέας μου καὶ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐκράτουν ἐκ τῆς ἐπαγγελματικῆς μου πείρας, διότι ἐπείσθην ὅτι βεβαίως εἰς ἄτοπα καὶ εἰς ἀδικήματα θὰ περιέπιπτεν ἡ παροῦσα Συνέλευσις, ἐὰν ἐγίνετο ἀσπαστὸν καὶ παραδεκτὸν τὸ νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν. Ὅπως τότε ἐγκατέλειψα τὴν ἰδέαν μου ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχον, πεισθεὶς εἰς τὴν μετὰ ἀνατομικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὑποδείξεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τῶν ἐπικειμένων ἀτόπων ὅτι θὰ ἐπήρχοντο κακά, ἐνῷ τοὐναντίον βαθμιαίως θὰ ἐπήρχετο ἡ ἐκκαθάρισις, οὕτω καὶ ἤδη λέγω ὅτι οἱ πόδες τῆς δικαιοσύνης εἶναι τὸ κατώτερον προσωπικόν, τὸ ὁποῖον κυριολεκτικῶς εἶναι ὁ σάραξ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποσκάπτει τὸ ὅλον οἰκοδόμημα. Ὅτε, Κύριοι, ἔχετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰ βάθρα τῆς δικαιοσύνης πεινῶντας — καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τὰς κατωτάτας βαθμίδας, τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους μὲ 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα — ποίαν πρόνοιαν θὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ σήμερον, ὅταν πρόκειται αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς ἔχῃ μὲ 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ μετὰ τρία ἔτη ν’ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τοῦ ὑπογραμματέως τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς Εἰσαγγελίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἐμπιστεύεται σημειώσατε τὰ σπουδαιότερα, αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις, εἴτε ποινικὰς εἴτε πολιτικάς. Ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος δὲ γνωρίζομεν ὅτι, οὐδέποτε ὠλίσθησεν, ἀλλὰ τὸ κατώτατον προσωπικὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συντελεῖ ὅπως ὑποσκάπτηται τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὸ ἔρχεται ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἐνδιαφερομένων διαδίκων καὶ παριστᾷ ὅτι εἰς χεῖρας αὐτοῦ ἔγκειται τὸ δίκαιον καὶ ὄχι εἰς τὰς σκέψεις καὶ εὐσυνειδησίαν τοῦ δικαστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κύριοι Βουλευταί, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἐὰν τὸ κῦρος τῆς δικαιοσύνης ἐκλονίσθη ἐπὶ πολὺν χρόνον, δὲν ὀφείλεται τοῦτο εἰς διαφθορὰν τῶν δικαστῶν, ἴσως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος κλάδος, ὁ ὁποῖος ἐτήρησεν ὁπωσδήποτε τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ ἀμείωτον, ἀλλὰ οἱ σάρακες αὐτοί, τοὺς ὁποίους τροφοδοτεῖ ἡ Πολιτεία ἀκόμη διὰ τῆς γλισχροτάτης μισθοδοσίας, ἔρχονται εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν ἁπλουστέρων εἴτε καὶ ἄλλων, καὶ ὁ μικρόκοσμος ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι εἰς χεῖρας αὐτῶν εὑρίσκεται ἡ δικαιοσύνη. Αὐτοὶ δημιουργοῦσι τὰ πρακτορεῖα, τὰ ὁποῖα λυμαίνονται τὴν τιμὴν τῆς δικαιοσύνης. Εἰς ἕκαστον Δικαστήριον, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἴδητε τοὺς ὑπαλληλίσκους αὐτοὺς συνεννοουμένους μὲ διαφόρους πράκτορας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναστρέψῃ τοὺς ὅρους, διότι καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὕλης αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεισφέρουν τὴν μεγαλητέραν ἐργασίαν, διότι ὁ πρωτοδίκης ἐπὶ τέλους ἀνήκει καὶ εἰς μίαν τάξιν, ὅπου τῆς ἡλικίας ἡ ἀκμὴ τοῦ ἐπιβάλλει μεγαλητέρας ὑποχρεώσεις. Τί δίδετε εἰς τὸν πρωτοδίκην; Δὲν δίδετε ὅ,τι δίδετε εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, διότι ὁ εἰρηνοδίκης ζῇ εἰς ἐπαρχίαν, καὶ ἐπὶ πλέον ἔχει καὶ ἄλλα εἰσοδήματα, ἔχει τὰ προσωρινὰ μέτρα, τὰς εἰσηγήσεις καὶ ἄλλα, ἐνῷ ὁ πρωτοδίκης δὲν ἔχει τίποτε. Τί τοῦ δίδει τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Μετὰ μίαν τριετίαν τοῦ δίδει αὔξησιν ⅓, δηλαδὴ 50 δραχ., εἰς δὲ τὸν Ἀρεοπαγίτην δίδει τὸ ἥμισυ, καὶ ὁ μισθὸς τοῦ Ἀρεοπαγίτου εἶναι μεγαλήτερος ἀπὸ τὸν μισθὸν ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Ἐπίσης δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ κατώτερον προσωπικόν, διότι μὲ 70 δρ. τὸν μῆνα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι. Μοὶ φαίνεται ὅτι δικαιοτέρα θὰ ἦτο ἡ ἀναλογία, ἂν ἤρχιζεν ἐπὶ τὸ ἀφειδέστερον ἀπὸ τὰς κατωτέρας βαθμίδας καὶ ἀνήρχετο εἰς τὰς ἀνωτέρας, διότι ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Ἐφέτης δὲν ἔχουν μεγάλην ἐργασίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ νέοι ἄνθρωποι. Ἑνὸς γέροντος εἶναι ἀρκετὸς ὁ μισθὸς τῶν 500 δραχ., ἐνῷ δι’ ἕνα νέον δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ 300 δραχ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν δικαιοσύνην, ἰδιαίτατα δὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ μακαρίζῃ τὸ ἔργον ἡμῶν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δικαιοσύνην ἐπόθησε, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν εἰς τοὺς δικαστὰς αὐτοῦ, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἠπατᾶτο ἀπὸ τὰ δικαστικὰ αὐτὰ μικρόβια, βεβαιωθῆτε δὲ ὅτι δὲν θὰ λυπηθῇ, διότι αὐξάνονται οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, σᾶς διακόπτω. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 παρὰ 15′.)