1911.11.01
5.089 στίχοι · 38.700 λέξεις · 408 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 155
τῆς 1ης Νοεμβρίου 1911.
(Τρίτη, ὥρα 5 μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεμία.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βρανεζίου τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἑταιρείας Κωπαΐδος ὡς ἀδικούσης καταφώρως αὐτούς. 2) Κατάδικοι κρατούμενοι ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐν Παλαμηδίῳ αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῶν. 3) Ἄστεγοι γεωργοὶ τοῦ δήμου Δαδίου αἰτοῦνται νὰ τοῖς διανεμηθῇ τὸ κτῆμα Καραλὰρ ἀγορασθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. 4) Ὁ Δημ. Ξένος ἢ Ζωγονῆς κάτοικος Ζακύνθου ζητεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ ͵ΓΩΟΒʹ νόμου, ἵνα καὶ ἐπὶ ποσοῦ μείζονος τῶν δραχ. 1200 κανονισθῇ τμηματικὴ καταβολὴ δρ. 100 κατὰ τριμηνίαν. 5) Ὁ Χρ. Μ. Φορμᾶνος διαμαρτύρεται, διότι δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ οἰκοδομήσῃ ἐπὶ οἰκοπέδου του ἐν τῇ ὁδῷ Ἑρμοῦ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθογώνιον. 6) Κατάδικοι φυλακῶν Λαμίας αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῶν. 7) Δημοδιδάσκαλοι Λαρίσης ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ συντάξεως αὐτῶν νομοσχεδίου. 8) Σύνδεσμος Αἰγίνης «Πρόοδος» παρακαλεῖ, ὅπως αἱ κεντρικαὶ φυλακαὶ ἱδρυθῶσιν ἐκεῖ. 9) Ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Κυμαίων ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων νομοσχεδίου. 10) Ὁ κατάδικος Πύλου Γ. Μακρόπουλος αἰτεῖται ἀναστολὴν ποινῆς. 11) Ὁ Κ. Δηλιγιάννης ὑποβάλλει νέον σύστημα ἐκλογικῆς κάλπης πρὸς ἄδολον ἐκδήλωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ζητοῦσιν ἄδειαν οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. Καζαντζῆς 12 ἡμερῶν, Λ. Μαβίλης 10 ἡμερῶν, Θ. Πετραλιᾶς 28 ἡμερῶν, Π. Δεληβοριᾶς ἑνὸς μηνός, Ι. Μαλλιαρόπουλος μιᾶς ἑβδομάδος, Α. Αἰλιανὸς 15 ἡμερῶν, Λ. Κουτσοπέταλος 20 ἡμερῶν, Κ. Χαντζάκος ἑνὸς μηνὸς καὶ Ι. Τερζάκης 10 ἡμερῶν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ χορηγηθῶσιν αἱ ἄδειαι αὗται εἰς τοὺς ῥηθέντας κυρίους Βουλευτάς;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Π. Γκίνης καὶ Α. Διομήδης ὑποβάλλουσι 1) πρότασιν νόμου «περὶ τελῶν ναυτολογίας καὶ δικαιωμάτων πρὸς σύνταξιν ἐκ τοῦ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου Ἑλλήνων ἐργατῶν θαλάσσης ὑπηρετούντων ἐπὶ πλοίων ὑπὸ ξένην σημαίαν καὶ 2) πρότασιν νόμου «περὶ συντάξεων τῶν ἀρχικελευστῶν βʹ τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Μιχαλέας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ πληρώσεως τῶν πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καλομενόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Βʹ)
§6Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως δοθῇ τοὐλάχιστον ἑρμηνεία περὶ ἐφαρμογῆς εἰδικοῦ τινος ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν ἀφορμὴν ταύτην μοὶ παρέσχε τὸ τέρμα τῆς χθὲς τὴν ἑσπέραν γενομένης συζητήσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι συμφώνως πρὸς εἰδικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις ἐπερωτήσεως διεξάγεται μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ ἐπερώτησις; Ὑπῆρχεν ἐπερώτησις ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Λακωνίας κ. συναδέλφου περὶ διορισμοῦ τοῦ καθηγητοῦ Μενάρδου, ἐπερωτώμενος δ’ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὑπῆρχε χθὲς ἐπερώτησις τοιαύτη;
§8Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπῆρχεν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδὲ ἄλλο τι θέμα ἐγγεγραμμένον πρὸς συζήτησιν ὑπῆρχεν. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας χρώμενος τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ὁμιλῇ ἀνὰ πᾶσαν ὥραν, ὡμίλησε κατὰ τὴν συζήτησιν ἄλλου θέματος.
§10Γ. ΠΩΠ. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου τινὸς δὲν θὰ ἐγίνετο κἂν λόγος. Ἑρμηνεία δ’ ἀποσκοπεῖ τὸν καθορισμὸν σημείων τινῶν, ἀφ’ ὧν ἀφορμώμενοι θὰ κανονίσωμεν ἡμεῖς οἱ ὀλιγάριθμοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προλαμβάνωμεν τοιαύτας διαρρυθμίσεις τῶν συζητήσεων καὶ νὰ δυνηθῶμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀπαντῶμεν ἀμέσως, ὅταν μᾶς δίδουσιν αἰφνιδίας ἀπαντήσεις εἰς διακοπτομένας συζητήσεις ἐπερωτήσεων. Ὁ ἐπερωτήσας κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς διετύπωσε τὰς γνώμας αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ διεκόπη. Τοῦτο δὲν ἦτο δικαίωμα ἡμῶν, ἀλλ’ ἦτο δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς. Χθὲς ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας, καθ’ ὃ ἔχων δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα ἐπιλαμβάνηται παντὸς θέματος καὶ κατὰ πᾶσαν ὥραν ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰς προηγουμένας ἡμέρας νὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ὅτι ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἑπομένως διὰ τῆς πράξεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ ἠδίκει ἑαυτόν, ἐὰν ἄφηνε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἦτο προπαρεσκευασμένος ν’ ἀπαντήσῃ τὴν ἐπιοῦσαν τοὐλάχιστον. Δὲν ἦλθεν ὅμως νὰ κάμῃ ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἦλθε νὰ κάμῃ ἀνακοινώσεις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας τὴν ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Συνεπῶς κατὰ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τερματισθῇ μὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐρωτωμένη ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐπὶ τούτου εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς συνεχείας, πρόκειται νὰ γνωρίζωμεν κατὰ τὴν προσεχῆ ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, πῶς θὰ ἀρχίσῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ νέας ἐπερωτήσεως.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§13Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι ἐμφανὴς ἁπλοποίησις τῶν πραγμάτων, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἡμεῖς πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ πρέπει συγχρόνως νὰ διδαχθῶμεν, πῶς θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ εὑρισκώμεθα ἀντιμέτωποι μιᾶς ἀπαντήσεως καλυπτομένης διὰ τῆς ἀναβολῆς, ἐφ’ ἧς ἡ πλειονοψηφία ἀποφαίνεται.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμα τοῦ Προέδρου δὲν εἶναι νὰ συνεχίσῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅπως λύσῃ τὴν συνεδρίασιν εἰς οἱανδήποτε ὥραν θέλει. Ἡ Βουλὴ ἤθελε χθὲς νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις τὴν 9¼ μ. μ., ὅπως προχθὲς ἤθελε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις τὴν 9 μ. μ.
§15Γ. ΠΩΠ. Ὡς ἠκούσατε δὲν ἠρνήθην τοῦτο, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅτι δύναται νὰ κηρύξῃ περατωθεῖσαν τὴν συζήτησιν τὴν συνεχισθεῖσαν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐκτελεῖ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἠρώτησε τὴν Βουλήν, ἂν θέλει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπήντησεν ὅτι δὲν θέλει.
§17Γ. ΠΩΠ. Ἀλλ’ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία εἰσηγουμένου τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις δὲν ἔληξε καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην ἡ συζήτησις θὰ ἀρχίσῃ προκειμένου περὶ ἐλέγχου ἐκεῖ ὅπου ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, δηλαδὴ χωρὶς νὰ ἐγγραφῇ ὁ αἰτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας θὰ συνεχίσῃ τὴν ἐπερώτησίν του ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὸν προκαλέσαντα τὴν συζήτησιν, τοῦτο δὲ εἶναι σημαντικόν, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν ἑνὶ Κοινοβουλίῳ δὲν εἶναι μόνον τὸ ξηρὸν γράμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἀξίωσιν σήμερον νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας;
§19Γ. ΠΩΠ. Ὄχι.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον δὲν εἶναι συνεδρίασις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων θὰ ὁμιλήσητε τὴν Πέμπτην. Σήμερον εἶναι ἡμέρα συζητήσεως τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§21Γ. ΠΩΠ. Ἐπεκυρώσατε τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τὸν λόγον τότε.
§23Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς δὲν εἶχον δικαίωμα, διότι μόνον θὰ συνεζήτουν περὶ μεταβολῆς φράσεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταγγέλλετε ὅτι δὲν τηρεῖται ὁ Κανονισμός, διότι ἀνέγνωσα ἡμερησίαν διάταξιν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων;
§25Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου περὶ προτάσεως ἀφορώσης τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς εἰς πᾶσαν στιγμὴν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ συζήτησις.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ ἐτηρεῖτο ἄλλοτε ὁ Κανονισμός, σήμερον ὅμως ὁ Κανονισμὸς τηρεῖται καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λάβητε τὸν λόγον. Ἐὰν ἴδητε κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις ἀπὸ τοῦ Α ἢ τοῦ Β θέματος καὶ δὲν εἶναι σύμφωνον τὸ Προεδρεῖον πρὸς ὑμᾶς, τότε θὰ ζητήσητε τὸν λόγον. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις σήμερον ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ὅπως ἐγένετο.
§27Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἑρμηνείαν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα διὰ ψηφοφορίας νὰ ζητήσωμεν τοῦτο. Ἐζήτησα ἑρμηνείαν ἐφ’ ἑνὸς σπουδαιοτάτου καθ’ ἡμᾶς θέματος, διότι ἐξαρτᾶται, ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς τὸ μέλλον ἐπερώτησιν ἢ ὄχι, ἀφοῦ θὰ ἔρχηται ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς καὶ θὰ ἀπαντᾷ μετὰ μίαν ἑβδομάδα, ἐν ᾧ δὲν ἔχει δικαίωμα. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι ἡ χθὲς γενομένη συζήτησις δὲν ἐτερματίσθη κοινοβουλευτικῶς κανονικῶς ἀλλὰ θὰ συνεχισθῇ κατὰ τύπους κανονικῶς τὴν Πέμπτην.
§28Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὄντος σήμερον ἀντικειμένου ἐπερωτήσεως προβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Κουτούπης ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν χρησιμοποιουμένων κοπτῶν στρατιωτικῶν στολῶν ἐν τῇ ἀποθήκῃ Πειραιῶς, ἂν ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἂν οἱ ὡς τοιοῦτοι πληρωνόμενοι εἶναι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀποθήκης, ἢ ἐκρίθησαν ὡς ὑπεράριθμοι καὶ ἀνίκανοι. Νὰ κατατεθῶσιν ἀντίγραφα τῶν μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Ἀποθήκης ἐγγράφων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θ’ ἀπαντήσῃ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ δὲν κανονίζει τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τῶν καταδίκων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου οὐδεμία τοιαύτη μέριμνα ἐνεργεῖται. Ὁ κ. Ἰ. Βέρροιος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν θὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑποδιδασκάλων τοῦ Κράτους συμφώνως πρὸς τὸ ὑπ’ αὐτῶν ὑποβληθὲν ὑπόμνημα, ὅπερ ἐκρίθη ὡς λαοσωτήριον τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ.
§30Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ὑποβάλω σχετικὰ νομοσχέδια, ἐὰν ὅμως εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόμνημα δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πύργου περὶ ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ Πύργου–Τριπόλεως.
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορά, κύριοι Βουλευταί, ἔχει ὑποβληθῆ παρὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου καὶ παρ’ ὅλων τῶν σωματείων, πρόκειται δὲ περὶ πράγματος περιεχομένου ἐν τῇ ἀναφορᾷ, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, ἔχει ἀπασχολήσει πολλὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ὡς καὶ τὴν παροῦσαν ὡς ἐκτελεστικὴν Ἀρχήν. Ἐὰν δὲ σήμερον ἐκεῖνοι ἀναφέρωνται καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, πράττουσι τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἵνα ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ σκόπιμον καὶ τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἵνα ψηφίσῃ τὰ μέσα, ὅπως ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ λάβῃ πρόνοιαν καὶ φροντίσῃ περὶ ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, ἐξ ἄλλου δέ, ἵνα αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ παρακληθῇ καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου, διότι πρόκειται περὶ ἔργου ἀρξαμένου ἀπὸ εἴκοσι πέντε ἐτῶν. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἐπικοινωνία τῶν δύο νομῶν Ἀρκαδίας καὶ τῆς Ἀχαιοήλιδος, ἰδίᾳ δὲ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας καὶ Γόρτυνος. Ὑπάρχει ταυτότης συμφερόντων καὶ πολλαπλῶν ἀναγκῶν τῶν δύο τόπων. Ἐν ᾧ λοιπὸν προεχώρησε κατὰ τὰ ⅘ τὸ ἔργον, μένει ἀσυντέλεστον τὸ ὑπόλοιπον μικρὸν τμῆμα ἀπὸ τὴν ἄκραν τῆς Γόρτυνος μέχρι τῆς ἀρχαίας Ὀλυμπίας. Ἡ ἐκκρεμότης δ’ αὕτη περὶ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου ἐμποδίζει τὴν συγκοινωνίαν καὶ δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπός, δι’ ὃν κατεσκευάσθη ἡ ὅλη ὁδός, ἐσχάτως δὲ κατέπεσαν καὶ δύο γέφυραι, καὶ οὕτως ἀποβαίνει ἐντελῶς ἀδύνατος ἡ συγκοινωνία καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες πρὸς τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο μέρος κτήματα εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταβαίνωσι πρὸς καλλιέργειάν των, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμπορευόμενοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταβαίνουσι καὶ ἐπανέρχωνται. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων πάντα τὰ σωματεῖα τοῦ Πύργου παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τοῦ τμήματος.
§33Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι λυπηρόν, ἐν τούτοις καὶ ἀληθές, ὅτι εἷς τῶν μεγαλειτέρων νομῶν ἐκτάσεως 5,000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων στερεῖται παντελῶς ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, διότι αἱ ἁμαξιταὶ ὁδοί, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ λέγω τοῦτο οὐχὶ πρὸς ἔπαινον τῶν μέχρι τοῦδε κυβερνησάντων, εἶναι μόνον 245 χιλιόμετρα. Ἰδίως οὐδεμία ὁδὸς ὑπάρχει συνδέουσα ἐπαρχίαν πρὸς ἐπαρχίαν. Ἐν τούτοις θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ τονίσω πρὸς ὑμᾶς νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ μικροῦ αὐτοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Γόρτυνος Ἠλείας, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐμπορικῶν συμφερόντων μόνον τῆς πόλεως Πύργου καὶ εἰδικῶς τῶν χωρίων, ἀλλὰ περὶ μεγίστων συμφερόντων ὁλοκλήρων γεωργικῶν πληθυσμῶν μεταφερόντων ἐμπορεύματα ἢ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐπιτείδεια εἴτε ἐξ Ἠλείας εἰς Γόρτυνα ἢ τἀνάπαλιν, ἅτινα ἐπιβαρύνονται διὰ βαρυτάτων ἀγωγίων, ἀναγκάζονται δ’ ἕνεκα τούτου νὰ μεταναστεύωσιν ἀθρόοι εἰς τὴν Ἀμερικήν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει θερμῶς ὑμᾶς, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἥτις ἔχει καὶ μεγαλητέραν σημασίαν καὶ οὐχὶ καθαρῶς ἐμπορικήν, ἂς προσέξῃ δὲ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὗ ἰδιαιτέρα πατρὶς εἶναι ἡ Γορτυνία.
§34Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τῶν κυρίων προλαλησάντων. Πρόκειται περὶ ἀναγκαιοτάτου ἔργου.
§35Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐν γένει κατάστασις τῶν ὁδῶν εἶναι ἀπελπιστική. Ἐγὼ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ὑπῆρχε γέφυρα εἰς τὸ πέμπτον στάδιον τῆς ὁδοῦ Πύργου–Πατρῶν, ἡ ὁποία ἔπεσε καὶ δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία μεταξὺ Πύργου καὶ τοῦ χωρίου Ἀλποχωρίου. Ἐπίσης ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Πύργου Πηνειίων, δι’ ἧς ἀπεκλείσθη τὸ χωρίον Κατσαροῦ ἀπὸ τοῦ Πύργου πεσούσης γεφύρας τινός. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν ὁδόν, διότι δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία διὰ τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τῶν χωρικῶν.
§36Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν συλλόγων Πύργου. Ἡ κατάστασις, ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, τῶν δημοσίων ὁδῶν εἶναι ἐλεεινοτάτη. Καὶ ὄχι μόνον ἡ ὁδὸς Πύργου–Πατρῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ δημοσία ὁδὸς Πύργου –Δίβρης–Καλαβρύτων. Καὶ ἐκείνη κατηρειπώθη καὶ κατέπεσαν αἱ γέφυραι καὶ οὕτω πηγαίνουν χαμένα 1 ἑκατομμύριον δραχ. περίπου τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν. Εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς κατασκευὴν τῶν γεφυρῶν ἰδίως ἐπὶ τοῦ Ἐρυμάνθου ποταμοῦ ἵνα μὴ πνίγηται ὁ κόσμος. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχήν, ἐξαιτοῦμαι δὲ πρὸς τούτοις καὶ τὴν ἰδιαιτέραν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ ἐκ προσωπικῆς ἀντιλήψεως.
§37Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ δὲν ἔχω ἢ νὰ ἑνώσω τὰς παρακλήσεις μου μετὰ τῶν κυρίων ἀγορευσάντων καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δικαιοτάτη αἴτησις τῶν συντεχνιῶν καὶ συλλόγων τοῦ Πύργου.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλης ἀναφορᾶς.
§39Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Λυποῦμαι μὴ εὑρεθεὶς πρό τινων ἡμερῶν εἴς τινα συνεδρίασιν καθ’ ἣν ἐθίχθη τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς ἱδρύσεως Γεωργικῆς τραπέζης καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπήντησεν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βουρλὰ εἶχον ὑποβάλει ἀναφοράν, καθότι εἰς τὰ χωρία αὐτὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας μαίνεται ἡ τοκογλυφία. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως, εἰ δυνατόν, τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ συμβατικοῦ τόκου καὶ λάβῃ ἐν μέρει ἀναδρομικὴν δύναμιν μὲ ἠπιώτερα μέτρα, ὅπως ἀπαλλαχθῇ ὁ κόσμος ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων. Ὡσαύτως ὅπως λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως γεωργικῆς Τραπέζης, διότι νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἐπεβαρύναμεν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 140,000,000 καὶ εἶναι καιρὸς πλέον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐνισχύσεως τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας.
§40Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔσχον τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξ ἀφορμῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐκ Σκουροχωρίου συμπολιτῶν μου περὶ ἱδρύσεως κτηματικῆς Τραπέζης νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας τῶν κτηματικῶν καθόλου τάξεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν παντελῆ ἐγκατάλειψιν, τὴν ὁποίαν οἱ κτηματικοὶ πληθυσμοὶ ὑφίστανται ἐκ μέρους τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ ἰδιαίτατα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, ὑποχρεωμένη ἐκ τοῦ διέποντος αὐτὴν κανονισμοῦ νὰ παρέχῃ κατ’ ἔτος μεγάλα ποσὰ διὰ γεωργοκτηματικὰ δάνεια, κατώρθωσεν ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι νὰ καταργήσῃ σχεδὸν εἰς τρόπον ὥστε οἱ γεωργοὶ ἀφέθησαν ἐντελῶς εἰς τὴν διάθεσιν τῆς τοκογλυφίας. Ἔσχον ἐπίσης τὴν εὐκαιρίαν νὰ διεκτραγῳδήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τὰς ὀλεθρίας συνεπείας τοῦ βραχυπροθέσμου τῶν δανείων καὶ τοῦ βαρέος τόκου, ὑφ’ ὃν συνηθέστατα συνάπτονται τὰ κτηματικὰ δάνεια καὶ ἐν γένει τὸ σύστημα τὸ δανειακὸν τῶν κτηματικῶν συναλλαγῶν καὶ ἐξῆρα ἐξ ἑτέρου τὰ σωτηριώδη ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε παράσχει ἀσφαλῶς εἰς τὸ Κράτος ἡ ἵδρυσις καὶ ἐνσάρκωσις μιᾶς κτηματικῆς τραπέζης. Οἱ εὐφυεῖς μηχανισμοὶ τῶν Κτηματικῶν Τραπεζῶν, εὕρημα ὅλως νέον τῆς ἀναπτύξεως τῶν συναλλαγῶν, ἐγγυῶνται τὴν παροχὴν δανείων οὐχὶ εἰς βραχυπροθέσμους προθεσμίας, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς μακροτάτας προθεσμίας καὶ ἐπὶ χρεολυσίῳ καὶ ἐπὶ τόκῳ μικροτάτῳ. Ἐπὶ πλέον δὲ ὄχι μόνον διὰ τῶν δανείων τούτων κατορθοῦται ἡ ἐξάλειψις τῶν ὑποθηκῶν ἄνευ τῆς ἀποδόσεως τοῦ ἀρχικῶς ληφθέντος κεφαλαίου, ἀλλὰ κατορθοῦται ἐπὶ πλέον καὶ τὰ ἀκίνητα νὰ κυκλοφορῶσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ ὡς τὰ κινητὰ καὶ λύεται οὕτω τὸ αἰώνιον τῆς κοινωνίας πρόβλημα, τοῦ νὰ κυκλοφορῶσι καὶ τὰ ἀκίνητα παρὰ τὴν φυσικήν των ἀδράνειαν ὡς τὰ κινητά, καὶ ἔτι πρός, ὡς τὰ τραπεζογραμμάτια καὶ αἱ συναλλαγματικαί. Ἀσχέτως ὅμως τῶν συνθηκῶν τούτων, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελεῖ ἡ σταφιδοκτημοσύνη ὁ νεαρὸς περὶ τοκογλυφίας νόμος ἐπήνεγκε τὸ τελευταῖον κατ’ αὐτῆς πλῆγμα, διότι τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια ὀρρωδοῦντα πρὸ τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου τούτου ἐκρύβησαν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν μετεστράφησαν εἰς ἄλλας κερδαλεωτέρας ἐπιχειρήσεις, ἄνευ δικῶν ἀτελευτήτων, κατασχέσεων, ἀνακοπῶν, ἀναστολῶν καὶ ἄλλων μυρίων, ἅτινα παρομαρτοῦσιν τὰ ἐπὶ κτηματικῇ πίστει δάνεια. Τοιουτοτρόπως οἱ κτηματίαι ἐτέθησαν οὕτως εἰπεῖν ἐκτὸς συναλλαγῆς, διότι αἱ μὲν Τράπεζαι μετέστρεψαν πρὸ πολλοῦ τὰ κεφάλαιά των ἀπὸ τῆς ἀκινήτου κτήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ οἱ ἰδιῶται ἀποφεύγουσι τοὺς κτηματίας καὶ τοιουτοτρόπως οὗτοι ἔφθασαν κυριολεκτικῶς εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβατικοῦ τόκου ἡμεῖς, οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἠσθάνθημεν ἰδιαιτέραν χαράν, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ διεβλέπομεν τὴν ἀπαρχὴν τῆς λύσεως τοῦ ἀκανθώδους μὲν ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀλύτου ζητήματος τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν, δυστυχῶς ὅμως ἡ Κυβέρνησις παρὰ τὰς ἀρχικὰς αὐτῆς πεποιθήσεις ἐκάμφθη κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ἐτροποποίησε τὸ νομοσχέδιον, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν, οἷον ἡμεῖς δὲν ἀνεμένομεν κἄν. Ἀπουσιάζοντες καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς Βουλῆς τότε δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὑψώσωμεν κραυγὴν διαμαρτυρίας διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐκείνου. Εὐτυχῶς ὅμως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀθεράπευτον καὶ διὰ τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι μόνον ὅταν δοθῇ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ἀναδρομικὴ δύναμις θὰ δυνηθῶμεν νὰ προλειάνωμεν τὴν ὁδόν, ὥστε νὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν εἰς τὸν ποθητὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἰδιαιτέρως ἔπραξεν ὑπὲρ τῶν κτηματικῶν τάξεων. Ὁ τελευταῖος νόμος περὶ τοκογλυφίας, οἱ περιορισμοὶ τῶν τοκογλυφικῶν δανείων εἰς οὐδὲν ὠφέλησαν τοὺς κτηματικοὺς πληθυσμούς, τοὐναντίον ἐδυσχέραναν τὴν θέσιν αὐτῶν, διότι δὲν κατορθώνουν νὰ εὑρίσκουν, ὄχι μόνον ὅσα ἀπαιτοῦνται ἔξοδα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, ἀλλ’ οὐδὲ ἕνα σάκκον ἀλεύρου διὰ νὰ ζήσωσι τὰ τέκνα των, ἀκριβῶς δὲ διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν ἐνδείκνυται ἁπλῶς, ἀλλ’ εἶναι, νομίζω, ἐπιβεβλημένον ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐξ αὐτῆς τῆς ἀνοικονομήτου καταστάσεως τῶν κτηματικῶν πληθυσμῶν νὰ προέλθῃ εἰς τὸ μέσον ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ σπεύσῃ πρὸ παντὸς νὰ σπεύσῃ, διότι ἐὰν νομίσωμεν καὶ πάλιν, ὅπως ἐνόμιζον ὅλαι αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ὡρίμασεν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι οἱ οὕτως ὁμιλοῦντες θὰ ἀδικήσωσι τὴν νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις αἰσθάνεται βαθύτατα τὰς ἀνάγκας του καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μὴ διαβουκολῆται ὑπὸ τῶν Κλεώνων καὶ τῶν Λυκίσκων τῆς σημερινῆς ἐποχῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παραιτοῦμαι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
§44Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὰ πειστικῶς, νομίζω, ἐζωγράφησεν ὁ κ. συνάδελφος τὴν κατάστασιν καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συμμερισθῇ τὴν γνώμην αὐτοῦ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφετζόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς γονέων Πατρῶν διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ εἰσαγωγὴν τῶν θυγατέρων των εἰς τὸ ἐκεῖ διδασκαλεῖον.
§46Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὅστις νὰ ἐξετάσῃ τὰ αἰτήματα.
§47Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ παράπονα εἶναι δίκαια. Ἐὰν κατετίθεντο τὰ ἔγγραφα θὰ ἔβλεπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὅτι εἶναι δίκαια. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ δειχθῇ ἐπιείκεια καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος τῶν μαθητριῶν.
§48Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Παραπονοῦνται, κύριοι Βουλευταί, πολλοὶ γονεῖς, ἢ πάντες οἱ γονεῖς τῶν μαθητριῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐξητάσθησαν, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον τοῦ Ἀρσακείου τῶν Πατρῶν καὶ ἀπερρίφθησαν. Ἡ ἐξέτασις ἐγένετο ὡς ἑξῆς — Ὄχι βέβαια ὡς ἐγίνετο ἄλλοτε, ἀλλὰ κατὰ σύστημα νεωτεριστικόν—Ἐγένετο ἐξέτασις τῶν μαθητριῶν, τὰ γραπτὰ τῶν ἐξετάσεων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει ἐπιτροπὴν εἰδικήν, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε τὰ γραπτὰ τῶν μαθητριῶν, ποῖον δὲ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς βαθμολογίας; Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἐπικρίνω καὶ νὰ ῥίψω μομφὴν ἐπὶ τῶν προσώπων τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ λέγω τοῦτο ὅτι, τὸ ⅓ τῶν μαθητριῶν αἵτινες ἐξητάσθησαν ἵνα εἰσέλθουν ἀπερρίφθησαν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲ ἐκεῖναι αἱ μαθήτριαι, αἱ ὁποῖαι καθ’ ὅλην τὴν ἐπίδοσιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους εἶχον ἀνώτερον βαθμὸν ἀπὸ τὰς μαθητρίας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τὸ διδασκαλεῖον καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω τὴν ἐπιτροπήν, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἱκανότης αὐτῶν, τοιαῦτα ἦσαν τὰ γραπτὰ τὰ ὁποῖα ἐξήλεγξε καὶ ἐβαθμολόγησεν. Ὅπως δήποτε ὅμως οἱ γονεῖς δικαιοῦνται νὰ παραπονῶνται, διότι ἡ βαθμολογία τοιούτων ἐξετάσεων δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τῆς κρίσεως τῶν ξένων κριτῶν οἵτινες ἐξήλεγξαν τὰ γραπτά, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάζηται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ ἡ ἐπίδοσις καθ’ ὅλον τὸ σχολικὸν ἔτος, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ἀξίας καὶ ἱκανότητος ἑκάστης μαθητρίας εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐδίδαξαν αὐτὰς καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι τοιαῦτα ζητήματα θὰ γεννῶνται. Πάντως εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς μίαν στιγμὴν τῶν ἐξετάσεων νὰ ἐπέλθῃ ἀποτυχία εἰς μαθήτριαν, ἡ ὁποία ἦτο ἀρίστη καθ’ ὅλον τὸ σχολικὸν ἔτος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μιᾶς ἄλλης ἀπόψεως μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξετάσω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς βαθμολογίας καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας· ὅταν εἰς ἓν σχολεῖον οἱονδήποτε τὸ ⅓ τῶν μαθητριῶν ἀπορρίπτεται, ἀφοῦ ἐδιδάχθη κατὰ σειρὰν ἐπὶ 7 ὁλόκληρα ἔτη εἰς αὐτὸ τὸ σχολεῖον καὶ ἀπελύθησαν πᾶσαι, ὅταν τὸ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ κατὰ τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις ἀπορρίπτηται, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ σπουδαιοτέρας ἀπόψεως, ἵνα κριθῇ ἂν πράγματι ἡ ἐπίδοσις εἶναι ἀρκετή, ἂν τὸ σύστημα τῆς διδασκαλίας εἶναι ἱκανὸν νὰ μορφώσῃ τοιαύτας μαθητρίας ἢ τοιούτους μαθητάς, διότι δὲν εἶναι ποτὲ ὀρθὸν νὰ βλέπωμεν ὅτι ἀπὸ μίαν τάξιν τὸ ⅓ ἀπορρίπτεται καὶ μάλιστα εἰς τάξιν τελευταίαν σχολικὴν καὶ εἰς ἐξετάσεις, αἵτινες εἶναι εἰσιτήριοι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν νὰ παρατηρήσῃ μήπως ἡ διδασκαλία εἶναι ἀνεπαρκὴς ἐν τῷ Ἀρσακείῳ ἐκείνῳ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνεπάρκεια τοῦ συστήματος τῆς διδασκαλίας, τότε νὰ γίνῃ διόρθωσις αὐτοῦ. Λέγω δὲ τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ἔχω λόγους βασίμους, ἰσχυρούς, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, οὐδὲ εἶναι συγκεχωρημένον εἰς ἐμὲ νὰ τοὺς εἴπω.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τοὺς εἴπητε.
§50Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν μοὶ εἶναι συγκεχωρημένον. Ἔχω λόγους βασίμους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης ἀποστείλῃ ἐπιθεωρητὴν ἱκανόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ συστήματος τῆς διδασκαλίας καὶ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Ἀρσακείου χάριν τῆς σπουδαζούσης ἐκεῖ νεότητος τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§52Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀρκετὰ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος· συνενώνω καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου, ὅπως, εἰ δυνατόν, γίνωσι δεκταὶ αἱ αἰτήσεις τῶν γονέων, καθ’ ὅτι εἶναι λυπηρὸν μαθήτριαι, αἵτινες ἔλαβον βαθμὸν 9, 8 καὶ 7½ νὰ θεωρηθῶσι στάσιμοι καὶ νὰ μὴ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον, ἄλλαι δὲ λαβοῦσαι 6 καὶ 5 νὰ εἰσαχθῶσι. Παρακαλῶ πολύ, ὅπως ἐξαντληθῇ πᾶσα δυνατὴ ἐπιείκεια.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§54Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουρᾶκος. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν προσφύγων Σ. Τσηροπούλου καὶ Σ. Ζάκκα περὶ βοηθήματος.
§56Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· μεταξὺ τῶν προσφύγων ἐκ Βουλγαρίας ἦσαν 2 ἢ 3 ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους, ἐπειδὴ δὲν ἦσαν γεωργοί, δὲν ἐδόθησαν γαῖαι καὶ ὑφίστανται ἤδη τὰ πάνδεινα. Καλὸν θὰ ἦτο λοιπὸν νὰ τοῖς δοθῇ βοήθημά τι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§58Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐπιτυχόντων καὶ μὴ εἰσαχθέντων εἰς τὴν τηλεγραφικὴν σχολήν.
§60Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, ὅτι ἐκ τῶν ὑποστάντων τὴν ἐξέτασιν εἰς τὴν τηλεγραφικὴν σχολὴν ὑπερεκατὸν μαθητῶν ἐκρίθησαν ἐπιτυχόντες ὑπὸ τῶν ἐξεταστῶν 46, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰσήχθησαν 30 μόνον. Δὲν εἶναι δίκαιον, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐκρίθησαν ὡς ἐπιτυχόντες καὶ οἱ ὑπόλοιποι 16, νὰ παραλειφθῶσι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον, ὡς ἡ ὑπηρεσία ἀνομολογεῖ, ὑπάρχουσιν ἀρκετὰ κενά, ὥστε καὶ διὰ τοὺς ὑπολοίπους 16 νὰ ὑπάρχῃ τρόπος, ὅπως ἐξοικονομηθῶσιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κρίνῃ βάσιμα τὰ παράπονά των καὶ νὰ διατάξῃ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τῶν ὑπολοίπων 16 ἐπιτυχόντων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστίδης. Ἀπών. Ὁ κ. Πατσουρᾶκος.
§62Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοὺς ἐπιτυχόντας ὑπολοίπους 16. Οἱ ἐπιτυχόντες, ὡς ἐλέχθη ἤδη, εἶναι 46 ἐν ὅλῳ· εἰσήχθησαν 30 ὑπολείπονται 16. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται χάριν τοῦ δικαίου καὶ χάριν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἵνα εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν τηλεγραφικὴν σχολήν, διότι θὰ ἦτο ἀδικία νὰ μὴ εἰσαχθῶσιν, ἀφοῦ ἐπέτυχον ἄλλως τε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ σωματείου τῶν καθεκλοποιῶν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἐργασίας τῶν ἐλευθέρων καθεκλοποιῶν διὰ τοῦ περὶ ὀργανώσεως φυλακῶν νομοσχεδίου. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
§64Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως ῥίψῃ ἓν συμπαθὲς καὶ δίκαιον βλέμμα ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.....
§65Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νόμου.
§66Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. ..... ὅπως ἐπέλθῃ ἰσορροπία μεταξὺ τῶν ἐλευθέρων ἐργατῶν καὶ τῶν καταδίκων.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρόπουλος.
§68ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ λάβῃ μέριμναν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν καὶ τῆς ὑπαρχούσης συμβάσεως μεταξὺ ἐργοστασιαρχῶν καὶ τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ καταδίκων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν καθεκλοποιίαν χάριν τοῦ συμφέροντος καὶ τῶν ἐλευθέρων ἐργατῶν καθεκλοποιῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἀτυχῶν καταδίκων.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλῆμαν. Ἀπών. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἐπί ἀναφορᾶς κατοίκων Κερκύρας περὶ μὴ καταργήσεως τῆς Σχολῆς τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν.
§70Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἂς προηγηθῇ ὁ κ. Μανωλίτσης καὶ ἕπομαι ἐγώ.
§71Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ τις σήμερον ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ τὴν σοφωτέραν γνώμην ἐὰν ἤθελεν ἐκφέρει, καὶ αὐτὴ ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη θὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποστολῆς. Ἡ ἀποστολὴ ἔστω καθ’ ἑαυτὴν ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρόσχημα τῆς διοικήσεως ἡμῶν ἐν τῇ σημερινῇ στρατιωτικῇ μας καταστάσει, πάντως ὅμως τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα τὰ διέπει εἷς ἐνδοιασμός, ἐνδοιασμὸς καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν ἡμῶν ἔναντι τῆς ἀποστολῆς ἱκανωτάτων ἄλλως τε νὰ ὑποδείξωσι καὶ κατανείμωσι τὴν δύναμιν τῆς Χώρας κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τομέων καὶ τὴν ἀξίαν τῶν σημείων, ἐνδοιασμὸς ἐκ μέρους τῆς ἀποστολῆς μὴ θελούσης ἄνευ μακρᾶς παρατηρήσεως καὶ μελέτης, ἀλλὰ καὶ μὴ ὑποτιμώσης τὴν ἀξίαν τῶν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν, νὰ προβῇ ἀνεπιφυλάκτως εἰς τὴν ἔκδοσιν διαταγῶν καὶ σχεδίων ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν συμβαίνει ὅμως τοῦτο, Κύριοι, καὶ διὰ τὴν λῆψιν ἑνὸς μέτρου ἐκπαιδευτικοῦ ὡς τὸ ζήτημα τῆς σχολῆς τῶν ἐφέδρων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οὔτε τὰ ἐπιτελεῖα ἡμῶν ἠσχολήθησαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀπόδειξις, ὅτε κατὰ τὸ 1897 εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία νὰ ζητήσῃ τὴν ἐνίσχυσιν ἐκ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ εἰς τὰ ἐπίσημα γραφεῖα της οὔτε πίνακα τοιούτων ἀξιωματικῶν καὶ ἔλαβε τὰς πληροφορίας ταύτας ἀπὸ τὸν ἰδιώτην κ. Κουτσουκόπουλον παρέχοντα πάντοτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὰς ἀκριβεστέρας πληροφορίας, καὶ ὁ ὁποῖος διένειμε καὶ τὸ φυλλάδιον αὐτὸ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, τὸ ὁποῖον περιέχει πλήρη στατιστικὴν διὰ τὴν σχολὴν τῶν ἐφέδρων· ἀλλά, λέγω, ἂν δὲν ἠσχολήθησαν τὰ ἐπιτελεῖα ἡμῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν θὰ ἀποδειχθῇ καὶ ἡ ἀποτυχία εἰς βάρος τῆς ἀποστολῆς, καθ’ ὅσον τὰ ἀποτελέσματα εἶναι τοῦ μέλλοντος, ἀπόδειξις ὅτι ἀποστολὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπέδειξε τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐφέδρων· ἀποστολὴ ἡ ὑποδεικνύουσα τὴν ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος, δηλ. τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀμφότεραι αἱ ἀποστολαὶ τοῦ αὐτοῦ εὐγενοῦς καὶ φίλου ἡμῶν Κράτους, τοῦ αὐτοῦ δὲ βαθμοῦ, οἱ ἀρχηγοὶ ἀμφοτέρων τῶν ἀποστολῶν. Τίς δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀσφαλεστέρας γνώμης; ποῖον ἄλλο γεγονὸς εἰμὴ ἡ ἐπιτυχία τοῦ μέχρι τοῦδε λειτουργοῦντος θεσμοῦ; Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ἂν μὴ φωνὴ τριακονταπενταετοῦς ὑπηρεσίας μοὶ ἐπέβαλλε νὰ φέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἄλλως τε τελευταίως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικήσω ἐπ’ ὀλίγον ἐν τῇ στρατιωτικῇ των ἐκπαιδεύσει. Οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, τὰ ἐπίλεκτα αὐτὰ μέλη τῆς Πολιτείας, τὰ μέλλοντα νὰ διοικήσωσιν αὐτὴν τὴν Πολιτείαν, εἴτε ὑπὸ τὰς σκηνὰς ἐκπαιδευθῶσιν εἴτε ὑπὸ τοὺς πολυτελεῖς στρατῶνας τῆς Κερκύρας, γνωρίζουσιν ἐξ ἀνατροφῆς καὶ παιδεύσεως ποῖον τὸ καθῆκον των κατὰ τὴν ὑπερτάτην τῆς πατρίδος ἀνάγκην. Τὸ ἀπέδειξαν τὰ γεγονότα, τὸ ἀνέγραψαν ξένοι, τὸ ἀνέγραψε τὸ ἐπίσημον κείμενον τοῦ Κράτους, αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσαν τὰ πέντε λεπτά. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. (Ὁ κ. Μανωλίτσης κατέρχεται τοῦ βήματος).
§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προχωρήσῃ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς. Ἡ τήρησις τοῦ Κανονισμοῦ ἀφίεται εἰς τὸν Πρόεδρον. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡρίσθη ἐν τῷ Κανονισμῷ ὅτι ἡ ἀγόρευσις τῶν ἀναφορῶν δὲν παρατείνεται πλέον τῶν 5 λεπτῶν. Ἵνα μὴ φαίνηται αὐστηρὸν τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς παρατείνονται τὰ 5 λεπτά. Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι, ἂν πράξωμεν τοῦτο, τὸν περιορισμὸν αὐτὸν θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὸν καταργήσωμεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπῃ τὰς σκέψεις του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε δι’ ὀλίγων μοὶ ἐξέθηκε, θὰ ἀκούσω αὐτὸν εὐχαρίστως καὶ πάλιν. Συγχρόνως δὲ βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ εἰσαχθῇ ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὅτε θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§76Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Αἱ τοπικαὶ Ἀρχαὶ τῆς Κερκύρας μετὰ τῶν συμπολιτῶν μου ἀπηύθυναν χθὲς ἀναφορὰν ὑποβληθεῖσαν ἐνώπιον ἡμῶν, διὰ τῆς ὁποίας προκαλοῦσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς μελετωμένης καταργήσεως τῆς σχολῆς τῶν ἐφέδρων. Τὸ κατ’ ἐμέ, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καθ’ ὅσον δέχομαι καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅτι τὰ παράπονα ἐκεῖνα εἶναι βάσιμα, διότι ἡ γνώμη περὶ καταργήσεως τῆς σχολῆς δὲν εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία συμφέρει νὰ ἐπικρατήσῃ. Δι’ ἐλαχίστων θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, συμμορφούμενος ἄλλως τε καὶ πρὸς τὴν ἔμμεσον ὑπόδειξιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ζήτημα συζητηθῇ ἐν πλάτει, ὅταν θέλει ὑποβληθῆ ὁ σχετικὸς κανονισμός. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἐξ ἄλλου ὅτι ἤθελεν εἶσθαι περιττὸν νὰ ὑποδείξω τινὰ σημεῖα, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος ἐν γνώσει ὅλων τῶν λεπτομερειῶν καὶ καταλήξῃ εἰς τὰ ἐπιβαλλόμενα συμπεράσματα. Δὲν θὰ ἐξετάσω βεβαίως τὸ ζήτημα ἀπὸ καθαρῶς τοπικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δηλαδὴ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, καὶ διότι φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς τοιαύτης ἐρεύνης, ἵνα καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ πρέπει νὰ καταλήξῃ, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ἐπίσης ἀδιστάκτως ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς καταργήσεως τῆς σχολῆς, βεβαίως ὡς γνωρίζουσα κάλλιστα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Κερκύρας καὶ τὰς τοπικὰς αὐτῆς περιστάσεις, θὰ σπεύσῃ δι’ ἀντισταθμισμάτων νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ζημίαν, ἥτις προσγίγνεται εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα. Ἑπομένως ἐξεταστέον τὸ ζήτημα ἂν ἡ κατάργησις εἶναι σκόπιμος καὶ ἂν ἐπιβάλλεται. Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ πᾶς τις συνομολογεῖ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς εἴτε ἔφεδρος εἴτε καὶ τακτικὸς τοιοῦτος καταρτίζεται πάντως πλήρως καὶ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὸ στράτευμα, ἔνθα κατατασσόμενος, ἂν ἀμελήσῃ τὴν περαιτέρω ἐκπαίδευσιν, βεβαίως ἄσκοπος ἤθελεν ἀποβῆ ἡ ἐν τῷ σχολείῳ ἐκπαίδευσίς του. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἡ τελειότης καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν διαφόρων στρατευμάτων παρέχει ἡμῖν τὸ μέτρον τῆς ἰδιαιτέρας θεωρητικῆς μελέτης, εἰς ἣν δέον νὰ ὑποβληθῇ ὁ ἀξιωματικὸς πρὶν ἢ καταταχθῇ εἰς τὸ στράτευμα. Διὰ τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ ἡ ἐν τῷ σχολείῳ ἐκπαίδευσις τῶν ἀξιωματικῶν διαρκεῖ μόνον 9 μῆνας, ἡ δὲ περαιτέρω ἐκπαίδευσις καὶ σπουδὴ γίνεται ἐν τῷ στρατεύματι, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι τοιοῦτον μέτρον θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπιτυχῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι. Τούτων ὁπωσδήποτε οὕτως ἐχόντων καὶ ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζεται ἡ πανθομολογουμένη χρησιμότης τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἐξεταστέον ἐστὶ τὸ ζήτημα μόνον ἂν ἡ ἰδιαιτέρα θεωρητικὴ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐκπαίδευσις δέον νὰ γίνηται ἐν ἰδιαιτέρᾳ σχολῇ, ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο, ἢ δέον νὰ ἐνεργῆται εἰς τὰ διάφορα τάγματα, ὡς φαίνεται σκοπεύει νὰ καθιερωθῇ κατὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῆς σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὑπὲρ τοῦ δευτέρου συστήματος μία μόνον παρατήρησις χωρεῖ, ὅτι τοῦτο συμβαίνει εἰς πολλὰ Κράτη, ἰδίως δ’ ἐν Γαλλίᾳ, ἐκ τῆς ὁποίας, ὡς εἰκός, ἐπηρεαζόμεθα εἰς τοιούτου εἴδους ζητήματα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ ἀστοχώτερος τρόπος διοργανώσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ ἐκ τῶν ἄλλων Κρατῶν ἀπομίμησις, ἄνευ μάλιστα τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς γνώσεως τῶν ὑφισταμένων διαφορῶν. Βεβαίως ἐν Γαλλίᾳ, ὡς καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, θὰ εἶναι κατορθωτὴ ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη, διότι καὶ τὰ Σώματα εἶναι μεγαλήτερα καὶ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι διάφορος, ὑπὸ τοιούτους δ’ ὅρους συγχωρεῖται ἡ ἐφαρμογὴ συστημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσφορήσωσι παρ’ ἡμῖν. Ὥστε πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἡμετέρας συνθήκας, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τοῦτο πράττοντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον φαίνεται ἐπιθυμοῦσα νὰ καταλήξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἐξετάζοντες τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα, ἔχομεν ἐν πρώτοις τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ἡ Σχολὴ τῶν Ἐφέδρων μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργεῖ, ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐπιστοποιήθησαν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοῦτο καὶ μόνον εἶναι; Νομίζω ὅτι σπουδαῖον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Σχολῆς τῶν Ἐφέδρων εἶναι καὶ τὸ ὁμοιόμορφον τῆς ἐξασκήσεως, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρτιωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα ἐκπαίδευσις. Εἶναι γνωσταὶ αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας συνήντησεν ἑκάστοτε ἡ ὑπηρεσία διὰ νὰ τοποθετήσῃ εἰς τὴν Σχολὴν καθηγητὰς ἀξίους τῆς περιωπῆς τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ τοσαύτας δυσχερείας συνήντησε πάντοτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ τοποθετήσῃ καθηγητὰς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νῦν ἰσχύοντος συστήματος, ἐρωτῶ ὑμᾶς πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ ἐκπαίδευσις νὰ εἶναι πληρεστέρα ὑπὸ τὸ κράτος συστήματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως θ’ ἀπαιτήσῃ πλείονας διδασκάλους, οἵτινες ἐπὶ πλέον διαρκῶς θὰ μετακινῶνται, κατὰ τρόπον, ὥστε καὶ αὐτοὶ δυσχερέστερον θὰ καταρτίζωνται καὶ ἀνωφελεῖς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν θὰ ἀποβαίνωσιν; Ἀτυχῶς τὰ πέντε λεπτά, ἅτινα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ μοὶ χορηγοῦνται πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἀναφορᾶς, συμπληρωθέντα μὲ ἐμποδίζουν νὰ προχωρήσω, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὰς γνώμας μου.
§77Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ καθαρῶς στρατιωτικοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, ὑπάρχουσι καί τινα πράγματα ἐκ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὸ καθῆκον αὐτὴ νὰ προκαλέσῃ εὐρεῖαν συζήτησιν. Διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ καθαρῶς στρατιωτικοῦ μέρους, λέγω, ἀλλὰ περὶ τοῦ τοπικοῦ, ἀφορῶντος ὄχι μόνον τὴν Κέρκυραν, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ὄχι μόνον θέλει πεισθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ θέλουσι πεισθῆ καὶ οἱ ξένοι ὀργανωταὶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησις τῆς σχολῆς, τὴν ὁποίαν ἵδρυσεν ὁ Vossair ἐν ἔτει 1888. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως ἐπ’ αὐτοῦ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὀργανωταὶ καὶ αὐτὸ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον θὰ πεισθῶσιν ὅτι ἡ κατάργησις τῆς εἰρημένης σχολῆς θὰ εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς Ἑλβετοποίησιν τῆς Ἑλλάδος.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βάρθης, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ Χωρίου Γιαννάδων τοῦ δήμου Παραλίων.
§79Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πεννάδων εἶχον ὑποβάλει ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν βοήθημα λόγῳ τῆς ἐνσκηψάσης εὐφλογίας. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρῶτον, ὅπως κατηγορήσω τὸν Νομάρχην Κερκύρας καὶ ὅλας τὰς ἀρχάς, διότι ἐκ τῆς ἀβελτηρίας αὐτῶν, τῆς ἀμελείας αὐτῶν καὶ τῆς ἀνοχῆς αὐτῶν ἐνέσκηψεν ἡ νόσος ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐξηπλώθη καταπληκτικῶς ὄχι μόνον ἐν τῇ πόλει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐξοχῇ.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πταίει καὶ ὁ Δήμαρχος.
§81Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ὁ δήμαρχος δὲν εὐθύνεται καθόλου. Δεύτερον θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ὡρισμένως ὁρίσῃ βοήθημά τι διὰ τοὺς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰς χωρίον ἀριθμοῦν οὐχὶ ἄνω τῶν 800 κατοίκων ἀνῆλθον εἰς 60. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ βοήθημά τι, νὰ προβῇ δ’ ἀπόψε εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐφ’ ὅσον διὰ τὸ δεύτερον ἐρώτημα ἔχω σχετικὴν ἐπερώτησιν ὑποβάλει ἀφορῶσαν τὸν Νομάρχην Κερκύρας καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ὁποῖος καὶ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον ἐναντίον τῶν ἀρχῶν Κερκύρας καὶ τῶν συμπολιτῶν μου. Οὕτω θὰ ὁμιλήσωμεν ἐκτενέστερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἄλλοτε. Ἀπόψε ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὁρίσῃ τὸ βοήθημα· (ὁ ῥήτωρ σιωπᾷ ἀναμένων ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βουλευτά, ἐξακολουθήσατε.
§83Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀναμένω νὰ ὁρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βοήθημα.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν εἶναι ὁ προσήκων τρόπος συζητήσεως αὐτός.
§85Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καθ’ ὃν τρόπον συζητοῦνται αἱ ἀναφοραὶ αὐταί, δὲν ἐκπληροῦσιν οὐδένα σκοπόν. Πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντᾷ ἀμέσως καὶ ὡρισμένως εἰς τὰς ἀναφορὰς ταύτας, διότι ἄλλως δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ. Τὴν ἄλλην φορὰν ὡρίσθησαν 5000 δρχ. διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς τῆς Λευκάδος. Ἔκτοτε ὅμως παρῆλθον 4 μῆνες καὶ οὐδὲν βοήθημα ἐχορηγήθη. Ἡμεῖς λαμβάνομεν καθ’ ἑκάστην ἐπιστολάς, διὰ τῶν ὁποίων πολὺ δικαίως μᾶς ὑβρίζουν καὶ λέγουν ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν εἰμὴ νὰ δημοκοπῶμεν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποχωρήσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐὰν δὲν ὁρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ βοήθημα. Ἄλλως τε εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα διὰ νὰ λέγωμεν λέξεις· ὀφείλει νὰ ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τί φρονεῖ....Θέλομεν λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐννοεῖ νὰ δώσῃ τὸ προσῆκον μάθημα, προβαίνων εἰς τιμωρίαν τοῦ Νομάρχου ἢ ὄχι; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§86Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Θὰ συστήσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν, χωρὶς βεβαίως νὰ συνοδεύσω τὰς συστάσεις μου ταύτας μὲ τὰ τόσον τραγικὰ συμπεράσματα, μὲ τὰ ὁποῖα συνώδευσε τὴν ἀναφορὰν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, τοῦ ὁποίου τὰ συμπεράσματα εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀδικαιολόγητα ὅσῳ εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ προλαλήσας συνάδελφος δὲν γνωρίζει καλῶς τὸ ζήτημα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκεν ἤδη διαταγὴν εἰς τὸν νομάρχην Κερκύρας νὰ διαθέσῃ τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς χεῖρας του ἐκ τῆς διαχειρίσεως τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ νόσος εὐλογία ἐλυμαίνετο ὑπὸ περιστάσεις λίαν ἐπικινδύνους τὴν πόλιν τῆς Κερκύρας. Ἰδιαιτέρως ὅμως συνιστῶ ὅπως τὸ περίσσευμα τοῦτο αὐξήσῃ, καθόσον πολὺ φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὸν σκοπόν, πρὸς ὃν διετέθη. Εἶναι ὁμολογουμένως πρωτοφανὲς τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς τόσον μικρὸν σχετικῶς μέρος νὰ ὑπάρχωσι δηλαδὴ 26 κρούσματα εὐλογιώντων, νὰ μαστίζωνται δὲ οἱ κάτοικοι ὑπὸ τῆς νόσου λόγῳ τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσιν καὶ νὰ ἀπειλῆται καθημερινῶς ἡ ἐπέκτασις τῆς νόσου. Ἐπιβάλλεται κυρίως ἡ λῆψις αὐστηροτάτων μέτρων καὶ ἐλπίζω, ὅτι αἱ ἀρχαὶ θὰ λάβωσι τὰ μέτρα ταῦτα, ὅπως ἀπομονωθῶσιν οἱ πάσχοντες, διότι ἕνεκα τῆς μὴ ἀπομονώσεως ἔχει διαδοθῇ ἡ νόσος.
§87Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ὀλίγων λέξεων.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων.
§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§90Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἐζήτησα προηγουμένως τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χαριτᾶτος.
§92Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Τελευταίως ἐψηφίσθη νόμος περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ὁποίου κατεδείχθησαν πλεῖσται αὐτοῦ ἀτέλειαι. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται οὐ μόνον ἐκ τῶν ἀναφορῶν, τὰς ὁποίας οἱ διάφοροι κατάδικοι ὑποβάλλουσιν ἑκάστοτε πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν σοβαρῶν λόγων, καὶ ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἀνέφερον διάφοροι ῥήτορες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑποστηρίζοντες τὰς ἐν λόγῳ ἀναφορὰς καὶ τὰ ὁποῖα κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, περιοριζόμενος νὰ ὑποβάλλω πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου· ἀναφερόμενος δ’ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως παρακαλῶ ὅπως θεωρηθῇ ἡ πρότασίς μου κατεπείγουσα, ψηφισθῇ δ’ ὡς τοιαύτη κατ’ ἀρχήν, καὶ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν — Ἡ πρότασίς μου αὕτη εἶναι συνυπογεγραμμένη ὑπὸ ἑκατὸν περίπου Βουλευτῶν, ὅπερ ἀποδεικνύει τὴν πρὸς τοῦτο θέλησιν τῆς Βουλῆς.
§93Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, νὰ θεωρηθῇ κατεπείγουσα.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνηγοροῦμεν καὶ ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς προτάσεως νὰ θεωρηθῇ κατεπείγουσα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται, κύριοι Βουλευταί, πρότασις ὅπως τροποποιηθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις καὶ προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Χαριτάτου διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ συζητηθῇ μετὰ ταῦτα. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ προταχθῇ;
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν θ’ ἀποσταλῶσι πᾶσαι αἱ σχετικαὶ προτάσεις καὶ ἀναφοραί, ὅπως μελετήσῃ καὶ προσαγάγῃ τὸ πόρισμα. Ἀφίεται ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν Πρόεδρον ἢ θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν;
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφίεται εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόδρε, ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§100Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπέβαλον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν Δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, τῶν ὁποίων ἡ προαγωγὴ ἐσταμάτησε...
§101Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν καὶ αὕτη.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν διαρκῆ ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε νὰ προταχθῇ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Προτάσσεται τὸ δεύτερον.
§105Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῆς μεταβολῆς θὰ εἴπω τινα, κύριε Πρόεδρε. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸ τροποποιηθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἄπειρον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δραγούμης.
§107ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς θέματα πρώτην ἀληθῶς φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος ταύτης ἐμφανιζόμενα, θέματα δὲ γενικώτερον μὴ μελετηθέντα ἐν Ἑλλάδι. Ἡ σωφρονιστικὴ ἐργασία ἐπιστημονικῶς προήχθη τοσοῦτον, ὥστε ὁλόκληρον κλάδον ἐπιστήμης ἀπετέλεσεν· εἰς τὸν κλάδον δὲ τῆς ἐπιστήμης ταύτης ἐν Ἑλλάδι ὀλίγοι ἐνεφανίσθησαν μύσται. Ἀνέτοιμος πανταχόθεν ἡ Βουλή, ἐδέχθη πρότασιν ἀνετοίμων· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος, ὁ μὴ ἐπιδοθεὶς εἰς τοιαύτας μελέτας, ἄνευ συμβούλων περὶ ἑαυτόν, νὰ ἐμφανισθῇ καὶ ἀξιώσῃ ὅτι εἶναι ἕτοιμος. Τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐμφανιζόμενον ἦτο ἐνδεδειγμένον ὅτι ἔπρεπε νὰ τύχῃ πλήρους ἐκείνης τῆς ἐξετάσεως, ἥτις εἶναι δυνατὴ ἐν Ἑλλάδι, εὑρισκομένων ὁπωσδήποτε ἐπιστημόνων, ἰδίως δ’ εὑρισκομένων τῶν ἐπιστημόνων τῶν προσεγγιζόντων εἰς τὰ ζητήματα τὰ τοιαῦτα ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ μετ’ ἀπορίας παρετήρησα ἀναγνοὺς ἔξω τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν δὲν ἐγένετο δεκτή.
§108Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Περὶ δευτέρας παραπομπῆς.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρώτη παραπομπή.
§110Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγένετο πρώτη παραπομπή, ἀλλ’ ἐξητάσθη ἐπιπολαίως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§111ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, περὶ δευτέρας παραπομπῆς πρόκειται. Διότι βεβαίως, ὅπως ἐμφανίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἡ πρώτη αὐτοῦ ἐξέτασις ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι νομοσχέδιον· ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἁπλῆ καταγραφὴ τῶν ἰδεῶν τοῦ ὑποβαλόντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ ἐπὶ ποδός, κατὰ τρόπον λίαν ἐπιτυχῆ ὡς καταγραφὴ ἰδεῶν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον λίαν ἀνεπιτυχῆ ὡς σύνταξις νομοσχεδίου. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλως. Ὅπως δ’ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς περιέλαβεν ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ὁμολογίαν ὅτι ἦτο ἀνέτοιμος νὰ συντάξῃ νομοσχέδια, διότι τὰ πάντα παρέπεμψεν εἰς πάντα ἄλλον ἢ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· καὶ ἐξηναγκάσθη ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ ἐζήτησε προθεσμίαν δύο μηνῶν, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν εἰς τὸ μέλλον μελέτην αὐτοῦ, νὰ παρατείνῃ ταύτην τὴν προθεσμίαν ἐπὶ ἓξ μῆνας, ὡς ὑποθέτω, ὑποχωρήσας εἰς τὰς ἐνταῦθα διαμαρτυρίας. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Ὑπουργός, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ, ἔχει ἀνάγκην ἓξ μηνῶν, ὅπως μελετήσῃ καὶ προχωρήσῃ εἰς τὰ περαιτέρω, δὲν ἦτο φρονιμώτερον νὰ καρπωθῇ τοὺς μῆνας τούτους ἀπὸ τοῦδε, καὶ περισσοτέρους ἴσως, καὶ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐρχόμενος μετὰ ἓξ μῆνας ἔπειτα ἐνταῦθα ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ὥριμον;
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἀναμένῃ ὁ φυλακισμένος κόσμος.
§113ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖος φυλακισμένος κόσμος; Εἶναι ἴσως περιττὸν νὰ γίνωνται διακοπαί, ἵνα λέγωνται πράγματα, ἅτινα καὶ αὐτὸς ὁ λέγων γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχουσι βάσιν. Ἀναμένει ὁ φυλακισμένος κόσμος ἀπὸ τοῦ 1836, ὅτε Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα ἀνάγκην Βουλῆς, διότι ἦτο Κυβέρνησις μοναρχική, ὑπέγραψε καὶ ἐδημοσίευσε τὸν πρῶτον νόμον· καὶ διότι ἀπὸ τοῦ 1836 δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦδε, οὐχὶ ἐξ ἐλλείψεως προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐκ σφαλμάτων τῆς συστάσεως τῆς Πολιτείας, ὁποία κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα ὑπῆρχε, δὲν κατωρθώθη οὐδὲ κατὰ βῆμα νὰ προβῶμεν ἐν τῷ θέματι τούτῳ, πρέπει νὰ ἔλθωμεν σήμερον ἐν μιᾷ νυκτὶ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον ἀμελέτητον;—διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι μεμελετημένον — πρᾶγμα ὅπερ βεβαίως δὲν εἶναι εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πρὶν ἢ φθάσῃ τις νὰ φέρῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον ἐδῶ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἤδη περὶ ἑαυτὸν ἁπάσας ἐκείνας τὰς πληροφορίας, ἁπάσας ἐκείνας τὰς μελέτας, ἅπασαν ἐκείνην τὴν εἰδικὴν συνεργασίαν, ἧς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς ἐνεστώσας. Ὑπὸ ποίας συνθήκας; Βιαζόμεθα νὰ περατώσωμεν ἔργα παντοῖα κατεπείγοντα, πρώτης τάξεως πολιτειακῶς, καὶ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν προθεσμίαν 2 μηνῶν καὶ 8 ἡμερῶν. Τὴν 8 Ἰανουαρίου ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν θὰ ὑπάρχῃ.
§114Γ. ΠΩΠ. Μπᾶ!
§115ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα νὰ διαμαρτυρηθῇ περὶ τούτου, διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι οὕτως ἔχομεν ἀποφασισμένον· καὶ ἤθελεν ἀποτελέσει πραξικόπημα πᾶσα πέρα τῆς 8 Ἰανουαρίου παράτασις τῆς ζωῆς τῆς Βουλῆς ταύτης.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τοιαύτη ἐγένετο δήλωσις σαφὴς καὶ ἀπερίφραστος ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως τυχαίας, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς σκοπιμότητος.
§117ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο τὸν διακόψαντά με, ἵνα δείξῃ τὴν ἀμφιβολίαν αὐτοῦ, ἠθέλησα ἀμέσως νὰ πείσω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται λόγος περὶ τῆς Βουλῆς ταύτης πέρα τῆς 8 Ἰανουαρίου.
§118Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ μεταβληθῇ ἡ σκοπιμότης.
§119Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἠρωτήθη ποτὲ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ μόνον ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της, διότι εἶναι κυρίαρχος.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ Συντάγματος.
§121ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα ὡς διαμαρτυρίαι ἰδιαίτεραι δύνανται νὰ ἔχωσι θέσιν, ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγηται, ὅτε ἕν Σῶμα εἶναι ἤδη γνωστὸν ὅτι ἀποθνήσκει τὴν 8 Ἰανουαρίου, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι θὰ ζήσῃ.
§122Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐὰν ἐξωτερικοὶ λόγοι ἐπιβάλωσι τὴν μὴ διάλυσιν ταύτης;
§123ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλομεν ἢ δὲν θέλομεν, εὐαρεστούμεθα ἢ δὲν εὐαρεστούμεθα, τοῦτο θέλει συμβῆ, καὶ μὴ ζητεῖτε τὰ πράγματα νὰ μεταβάλητε, ὅτε ἐπὶ τοῦ ἄλλου βίου γινώσκομεν ὅτι τὸ τέρμα τὸ ἐπικεκλωσμένον θὰ ἔλθῃ τὴν ἡμέραν, ἣν προσδιώρισεν ὁ Θεός. Λοιπὸν ὅτε εὑρισκόμεθα ἐντὸς τόσον βραχείας προθεσμίας, καὶ ἔχομεν τοσαῦτα ἔργα νὰ ἐκτελέσωμεν, πῶς ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐγκαταλιμπάνοντες τὰ ἄλλα, τὰ ἐπείγοντα, σπουδαῖον, ἂν καταρτισθῇ σπουδαίως, ἀλλὰ βεβαίως μὲν μὴ ἔχον τι τὸ ἐπεῖγον, βεβαίως δὲ δυνάμενον νὰ κατασταθῇ καλὸν καὶ ἄξιον ψηφίσεως, ἂν δοθῇ προθεσμία πρὸς μελέτην αὐτοῦ ἐκ πάντων ἐκείνων τῶν στοιχείων, ἅτινα θέλουσι συντελέσει ὅπως καταρτισθῇ ἀληθῶς νομοσχέδιον! Ἔχομεν, Κύριοι, καὶ εἶναι ἀξιοπαρατήρητον, ἔχομεν ἐξ ἐντολῆς τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφίσωμεν 5 ἢ 6 νόμους.
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἀγωνίζεσθε νὰ καταρτίσητε τὸ πρόγραμμα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως; Ἐπὶ τίνος ὁμιλεῖτε;
§125ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔχητε τὴν ἀξίωσιν ὑμεῖς ὁ κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτικὸς νὰ κανονίσητε τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐργασίαν, καὶ νὰ κανονίσητε τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω δὲν θὰ ἐπιμείνητε εἰς τοιαύτην ἀξίωσιν.
§127ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοιαύτην ἀξίωσιν δὲν εἶχον, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ ἔχων αὐτὴν δὲν θὰ ἐπιμείνω. Ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπομονὴν νὰ ἀκούωσι καὶ τὸ πέρας ἑκάστης περιόδου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέσα εἰς ὅλας μου τὰς χριστιανικὰς ἀρετὰς ἔχω καὶ ταύτην, τὴν ὑπομονήν.
§129ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὴν ἐδείξατε ταύτην τὴν ἑσπέραν. Εἶπον ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν τοιαῦτα λέγων νὰ κανονίσω πορείαν ἀρτίων κυβερνητῶν, οἵτινες οὔτε ἔχουσιν ἀνάγκην οὔτε θὰ ἐδέχοντο ποτὲ νὰ κανονίσῃ ἄλλος εἰς αὐτοὺς τὴν πορείαν, ἄλλως δὲ καὶ τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο εἰς ἐμὲ λίαν δυσάρεστον, θὰ ἤμην δὲ καὶ ἀπαρασκεύαστος. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα, θέλω ν’ ἀποδείξω ὅτι προβαίνομεν εἰς τοιαῦτα ἔργα ἐσπευσμένως, ἐνῷ ἔχομεν ἄλλα εἴτε ἐκκρεμῆ, εἴτε ὑποβλητέα, ἅτινα δέονται σπουδῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἄλλα, ἅτινα συνδέονται μετὰ τῆς περαιτέρω λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος, οἷον ἐψηφίσθη, καὶ ἔχομεν ἐπιταγὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφίσωμεν αὐτά, περὶ τούτων μέχρι ταύτης τῆς ὥρας οὐδεμίαν εἴχομεν πρότασιν.
§130Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Περὶ κακοδικίου ἐπὶ τῇ ὑποθέσει.
§131ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἓξ–ἑπτὰ τὰ θέματα, ἅτινα δέονται νομοθετικῆς προνοίας. Δὲν κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν προσήγαγεν αὐτά· ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἂν προέκειτο νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἐπεῖγον, θὰ ἦτο ἄξιον νὰ παρατηρήσῃ τις, ὅτι μᾶλλον ἐπείγοντα ἦσαν τὰ ἄλλα, ἢ τοῦτο δι’ ὃ ἐπειγόμεθα. Εἶναι δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὲρ πᾶσαν ἔποψιν ἄξιον προσοχῆς, διότι τὰ θέματα δὲν εἶναι οὕτω μεμελετημένα, ὥστε τὴν ἀρχήν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς αὐτὸς οὗτος ἔθηκεν εἰς τὸ σύστημα, νὰ δύναται νὰ τηρήσῃ ἀκεραίαν, —ὡς ἀπέδειξεν. Διότι, ἐνῷ ἔχει τεθειμένην ἀρχὴν τὸ μονωτικὸν σύστημα νὰ ἰσχύῃ ἐπὶ ὑποδίκων καὶ ὀλιγοχρονίων καταδίκων, τῶν ἐπὶ ἕνα μῆνα καταδίκων, ἐνῷ τοῦτο ἔχει ὡς ἀρχὴν καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ τῇ αἰτιολογικῇ, ὅτι θεωρεῖ ῥιζικήν (ἀναγινώσκει): «ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη ἤδη ἀλλαχοῦ, αἱ παλαιαὶ περὶ τῶν διαφόρων συστημάτων ἐκτίσεως τῆς ποινῆς ἔριδες δύνανται σήμερον νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος. Οὐδεμία χωρεῖ πλέον ἀμφιβολία, ὅτι οὐ μόνον ἡ ὑποδικία ἀλλὰ καὶ ἡ βραχυχρόνιος φυλάκισις, ὅπως ᾖ ὄντως ἀποτελεσματικὴ δέον νὰ ἐκτίνηται κατὰ τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα. Ἀπομάκρυνσις ἑπομένως ἡμῶν ἀπὸ τούτου διά τε τοὺς ὑποδίκους καὶ τοὺς τοιούτους καταδίκους θὰ ἐσήμαινεν οὐσιώδη ἀναρχίαν ἐν τῇ σωφρονιστικῇ ἀποστολῇ τοῦ νέου τῶν φυλακῶν συστήματος». Ἐνῷ τοιαύτη τίθεται ἀρχή, ἔρχεται ἐν τῇ τροπολογίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποχωρῶν εἰς δηλώσεις γενομένας ἐνταῦθα καὶ καταργεῖ τὸ ἥμισυ τῆς ἀρχῆς ἐξαιρῶν τοὺς ὑποδίκους.
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τοὺς ἐξαιρεῖ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§133ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσηγάγετε νομοσχέδιον εἰπόντες τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα ὡρισμένον ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς ὑποδίκους καὶ κατὰ δεύτερον λόγον διὰ τοὺς καταδίκους εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν, τὸ μικτὸν διὰ πάντας τοὺς ἄλλους. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχή· τὸ ἓν τμῆμα τῆς τοιαύτης ἀρχῆς κατεκερματίσατε, καὶ ἐνῷ ἐλέγετε, ὅτι τοιαύτη παράλειψις τῆς ἀρχῆς θὰ ἔφερε σύγχυσιν καὶ ἀνατροπήν, τὴν τοιαύτην σύγχυσιν καὶ τὴν ἀνατροπήν, ἂν καλῶς τὰ ἀναγνωσθέντα ἐνόησα, ὑμεῖς εἰσάγετε διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο ὅμως ἐν παρόδῳ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πρώτην φορὰν διὰ νομοσχεδίου ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς Βουλῆς νὰ κενώσῃ ὅλον αὑτῆς τὸ δικαίωμα εἰς τὰς χεῖρας τῶν μὴ ἐχόντων δικαίωμα, οὐχὶ μόνον ἐπ’ ἐκείνων, ὅσα ἐν τῷ τύπῳ ἀνέγνων, ὅτι ἐλέχθησαν ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων. Ἐκεῖνο ὃ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ κακὰς ἕξεις ἐγένετο καὶ ὅπερ κατηγορεῖται ὑπὸ πάντων τῶν γραψάντων ἐπὶ τοῦ θέματος, —τῶν πρωτίστων Γάλλων συγγραφέων,— κατηγορεῖται ὡς ἀληθὴς πληγὴ τῆς Γαλλικῆς Πολιτείας, ἐκεῖνο ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἐγκαινίσωμεν, ἵνα εἰσαγάγωμεν αὐτὸ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τῆς τοιαύτης πληγῆς.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε τὰ νομοθετικὰ διατάγματα;
§135ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοῶ τὴν παραπομπὴν ἐκείνου, ὅπερ κεῖται εἰς τὰς χεῖρας μόνης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς· καὶ τὴν παραπομπὴν ὅλων, διότι τίποτε δὲν ἀφέθη· καὶ τὴν παραπομπὴν τῶν μὲν εἰς βασιλικὰ διατάγματα ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθησόμενα, τῶν δὲ εἰς διατάγματα, ἅτινα θέλουσιν ἀκολουθεῖ τὸ ἓν τὸ ἄλλο, ἐκ συνηθείας, ὅπως πάντοτε, ὅπου τοιαύτη ἀρχὴ ἐπεκράτησε, συμβαίνει. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει δεσμὸν ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος· δὲν ἠθέλησεν ὁ θεσμοθέτης νὰ παραδώσῃ εἰς ἡμᾶς ἐδῶ ἀξίωμα καὶ ἐλευθερίαν, ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς κατόχους ἐξουσίας, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ ἀπὸ ἡμῶν εἰς ἄλλους· εἶναι ἀληθὴς ἐξουσία δὲν εἶναι ἀξίωμα τὸ ἀποδοθὲν εἰς τὴν Βουλήν. Εἴμεθα κάτοχοι ἐντολῆς, εἴμεθα κάτοχοι ἁρμοδιότητος· τὴν ἐξουσίαν δέ, τὴν ἐντολήν, τὴν ἁρμοδιότητα ταύτην ἡμεῖς, αὐτὴν δὲν ἔχομεν ἴδιον κτῆμα, ὅπως μεταβιβάσωμεν εἰς ἄλλους, ἀλλ’ ἔχομεν παρακαταθήκην, ἥτις πρέπει νὰ μείνῃ εἰς χεῖρας ἡμῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ μείνωμεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Συντάγματος· διότι ἂν δὲν θέλωμεν νὰ μείνωμεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Συντάγματος γινόμεθα ἄξιοι σαρώματος. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων δεικνύει εἰς ἡμᾶς τί ὁρίζει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅτι δύναται νὰ πράξῃ περὶ τὸν νόμον, ὅστις θὰ ἐκδοθῇ. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος λέγει· «ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου». Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον δικαίωμα ἐν σχέσει πρὸς τὸν νόμον, ὅπερ παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸν Βασιλέα, τὸ νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, εἴτε λαμβάνει ἐντεῦθεν εἰδικὴν διὰ τοῦ νόμου ἐντολὴν εἴτε καὶ δὲν λαμβάνει. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλη διάταξις, ἥτις συμπρακολουθεῖ εἰς τὴν διάταξιν τὴν ἀναγνωσθεῖσαν ἤδη, ὅπως καὶ πᾶσαν ἄλλην διάταξιν, ἐν ᾗ ὁ λόγος περὶ βασιλικῆς ἐξουσίας. «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι»· Τὸ Σύνταγμα τοῦτο μόνον ἀπονέμει ῥητῶς εἰς τὸν Βασιλέα· ἐὰν ἡμεῖς ψηφίσωμεν σήμερον νόμον, ἵνα ἀπονείμωμεν ἄλλο, ὁ νόμος ὃν θέλομεν ψηφίσει δὲν θέλει συνάδει πρὸς τὸ Σύνταγμα, θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Καὶ θέλουσι φέρει εὐθύνην ἐκεῖνοι οἵτινες ἤθελον εἰσαγάγει αὐτόν. Καὶ παρατηρήσατε πρῶτον πῶς ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου· (ἀναγινώσκει) «οἱ εἰς ποινὴν φυλακίσεως μέχρις ἑνὸς μηνὸς κατάδικοι ἀποτίνουσι τὴν ποινήν των κατὰ κανόνα ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως, ἐγκλειόμενοι ἕκαστος χωριστὰ εἰς κελλία». Τοῦτο τὸ «κατὰ κανόνα» δεικνύει ὅτι θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐξαίρεσις· τὴν ἐξαίρεσιν δὲ δὲν τὴν ψηφίζομεν ἡμεῖς. Ἔπειτα (ἀναγινώσκει): «πάντες οἱ λοιποὶ κατάδικοι οἱ ἐν ταῖς δικαστικαῖς ὡς καὶ οἱ ἐν ταῖς κεντρικαῖς φυλακαῖς κρατούμενοι, ἀποτίνουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν κατὰ τὸ μικτὸν σωφρονιστικὸν σύστημα κλπ., τὸ σύστημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον οἱ ὑπόδικοι θέλουσι διανύει τὴν ὑποδικίαν αὐτῶν κανονισθήσονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος». Ἀλλὰ παρακαλῶ, Κύριοι· ποῖον εἶναι τὸ σύστημα αὐτό; Ἡ Βουλὴ εἶναι τοσοῦτον ὑποτεταγμένη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μάθῃ, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα ὅπερ θέλει παρακολουθήσει τοὺς ὑποδίκους ἐν τῇ φυλακῇ; τὸ πρᾶγμα εἶναι τερατῶδες καὶ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Βουλή, ἥτις τοιαύτην ἔδειξεν ἐπιμονὴν πρὸς τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλει εὕρει ἱκανοποίησιν, ὅτι τοιαύτη ἐδόθη εὐρεῖα δικαιοδοσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ προσθήκῃ τῇ νέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «οἱ ἰδιαίτεροι κανόνες τῆς διανύσεως τῆς ὑποδικίας ἢ τῆς ἀποτίσεως τῆς ποινῆς, αἱ περιπτώσεις τῆς ὑπαγωγῆς ὡρισμένων καταδίκων ὑπὸ σύστημα ἀπομονώσεως ἢ μικτόν, ἢ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς ἀγροτικὰς φυλακάς, κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ὁ τρόπος τῆς ἀναλήψεως διαχειρίσεως καὶ διαθέσεως τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, εἴτε εἰς τούτους, εἴτε εἰς τὸ Κράτος ἀνήκουσι, τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ἐν γένει λειτουργίας τῶν φυλακῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ἐπιβολὴν καὶ ἀπότισιν πειθαρχικῶν ποινῶν κτλ. κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος». Παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὰ κατὰ μέρος σημεῖα τοῦ ἄρθρου τούτου, ἅτινα εἶναι ἄξια νὰ μνημονευθῶσι. Τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως· περὶ αὐτοῦ εἴπομεν καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθωμεν. Ὁ τρόπος τῆς ἀναλήψεως, διαχειρίσεως καὶ διαθέσεως τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων εἴτε εἰς τούτους εἴτε εἰς τὸ Κράτος ἀνήκουσιν». Ἂν ἀνήκωσιν εἰς τούτους εἶναι περιουσία ἰδιωτικὴ ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τοῦ νόμου, ἂν δ’ ἀνήκωσιν εἰς τὸ Κράτος εἶναι περιουσία κειμένη ὑπὸ τὸν λογιστικὸν νόμον. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἀνεγνωρισμένης ἰδιωτικῆς περιουσίας τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων αὐτῶν, καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ ἐν τῷ νόμῳ τεθειμένου, νὰ διαχειρισθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος; (Ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ἐν γένει λειτουργίας τῶν φυλακῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ἐπιβολὴν καὶ ἀπότισιν πειθαρχικῶν ποινῶν», αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ποῖαι εἶναι; Ὑπὸ τίνος νόμου διεσκευάσθησαν; Πῶς θὰ τεθῶσιν εἰς τὸ Διάταγμα; Ποῖαι ποιναὶ θὰ τεθῶσιν ἐκεῖ; Διατί δὲν ὁρίζει ἀπὸ τοῦδε ταύτας ὁ Ὑπουργός, ἵνα τεθῶσιν ἐντὸς τοῦ νόμου; Καὶ ἂν τεθῶσι χρηματικαὶ ποιναὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβιβάσῃ τὸ αὐτῇ ἀνῆκον εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ὥστε αὐτοὶ νὰ ὁρίσωσι διὰ Διατάγματος χρηματικὰς ποινάς; Καὶ ἂν εἶναι ποινὴ στερήσεως μισθοῦ ὑπαλλήλων, τίνι δικαιώματι τὴν στέρησιν θέλει ὁρίσει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ οὐχὶ ἡ Βουλή, ἥτις καὶ μόνη ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν δύναμιν νὰ πράξῃ τοῦτο; Τὰ τῆς ἀλληλογραφίας ἴσως ἠδύνατό τις νὰ παραλίπῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μνημονεύσῃ τις ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ εἰς τὴν ἐσχάτην ποινὴν καταδίκου τὰ τῆς ἀλληλογραφίας σκέπονται ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ πρέπει νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ μήπως ὁ κανονισμὸς τῶν τῆς ἀλληλογραφίας εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ θίγηται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἔρχεται ὅμως τὸ τελευταῖον τοῦτο τὸ κατ’ ἐμὲ ἔτι χεῖρον· «καθὼς καὶ περὶ προστασίας τῶν καταδίκων καὶ τῶν ληπτέων ὡς πρὸς τούτους ἀστυνομικῶν μέτρων μετὰ τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν αὐτῶν, κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος». Πρόκειται περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως. Πρόκειται καθαρῶς περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως· καὶ γνωρίζομεν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι νενομοθετημένον, κεῖται νόμος περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἀλλὰ νόμος περιπεσών, καὶ εὐλόγως περιπεσὼν εἰς ἀχρηστίαν. Θέλομεν δ’ ἔλθει ἐνταῦθα διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἀναστήσωμεν τὸν νεκρὸν τοῦτον, τὸν ὀδωδότα, ἵνα παραδώσωμεν χιλιάδας ἐξερχομένων ἐκ τῶν φυλακῶν ὄχι μόνον κακούργων, ἀλλὰ καὶ ἀτυχῶν —εἶναι ἴσως οἱ περισσότεροι— εἰς τὴν ἀρέσκειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας οὕτως ἢ ἄλλως ἀντιλαμβανομένης τὰ πράγματα καὶ κανονιζούσης τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν κατὰ τρόπον, ὅστις δυνατὸν καὶ νὰ ἀναγάγῃ ἡμᾶς εἰς χρόνους παρωχημένους ἀπολυταρχικῶς κυβερνωμένων Κρατῶν; Ἄρθρον 10· (ἀναγινώσκει): «Ἵνα διορισθῇ τις διευθυντὴς οἱασδήποτε τῶν δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἀνεγερθησομένων φυλακῶν δέον νὰ ἔχῃ ἡλικίαν οὐχὶ ἐλάσσονα τῶν 30 ἐτῶν, οὐδὲ μείζονα τῶν 60, νὰ φέρῃ δίπλωμα Νομικῆς ἢ Ἰατρικῆς σχολῆς ἑλληνικοῦ ἢ ξένου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου καί, ἢ νόμιμον πιστοποίησιν εἰδικῶν σπουδῶν ἐπὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἢ τῆς σωφρονιστικῆς ἐπιστήμης ἐν ἀνεγνωρισμένῳ ἀλλοδαπῷ Πανεπιστημίῳ, ἢ πενταετῆ τοὐλάχιστον ἐνάσκησιν τῆς ἰατρικῆς ἢ τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ἐνώπιον πολυμελοῦς δικαστηρίου ἢ διετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν διευθυντοῦ σωφρονιστηρίου ἢ ἐπιστάτου εἰς τὰς ἤδη ὑπαρχούσας φυλακάς, ἢ ἴσου χρόνου ὑπηρεσίαν οἱανδήποτε εἰς τὰς δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἀνεγερθησομένας· προσέτι δὲ καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν διαγωνισμῷ, οὗτινος ὁ ὀργανισμὸς καὶ πάντες οἱ ὅροι τῆς διεξαγωγῆς καὶ αἱ λεπτομέρειαι κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου». Εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ μεταβεβλημένον, ὅπερ διενεμήθη ταύτην τὴν ἑσπέραν. Καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο, διότι τοῦτο δεικνύει ὁποία ἡ ἀξία τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ ταῦτα οὐχὶ μόνον διὰ τὰς δικαστικὰς φυλακάς, ἀλλὰ καὶ τὰς κεντρικὰς φυλακὰς καὶ τὰς ἀγροτικὰς φυλακὰς οἱ ἐπιστάται τῶν φυλακῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ λυμεῶνες, λυμεῶνες διακεκριμένοι, θὰ διορίζωνται, ὅπως διευθύνωσι τὰς φυλακὰς ὑπὸ ὅρον τινὰ διαγωνισμοῦ! τίνος;
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε ποῖοι ἐπιστάται; Πρόκειται περὶ ἐπιστημόνων· ὄχι τῶν ἐπιστατῶν.
§137ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιστάτης ἐπιστήμων εἶναι χείρων τοῦ ἐπιστάτου τοῦ ἀνεπιστήμονος, διότι ὅστις ὢν ἐπιστήμων ἐδέχθη καὶ εἰσῆλθεν εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ πολὺ ἰσχυρᾶς ἠθικῆς κράσεως, ὥστε νὰ μὴ ἐβαπτίσθῃ εἰς τὸν βόρβορον εἰς ὃν κατέφυγε....
§138Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θὰ ἔχωσι καὶ εὐθύνας αὐτοὶ οἱ ἐπιστάται. Δὲν θὰ εἶναι ἐγκαταλελειμμένοι ὅπως ἄλλοτε.
§139ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ ὁποῖος ἀληθῶς συμφυρμός, ἐν μιᾷ παραγράφῳ, ἀλληλοσυγκρουομένων καὶ ἀντιτιθεμένων πρὸς ἀλλήλας ἰδεῶν! Καὶ τοῦτο διὰ τὰς φυλακὰς τὰς κεντρικάς, τὰς πέντε τὸν ἀριθμόν, κατ’ Ἐφετεῖον. Ἄρθρον 11. (ἀναγινώσκει) «Οἱ ἀποτελέσοντες τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τῶν φυλακῶν, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος καὶ τοῦ προορισμοῦ τούτων, τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ὁ βαθμός, ὁ μισθός, καὶ τὰ προσόντα ἑκάστου τούτων ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου». Βλέπετε ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες μίαν ἔχομεν ἐντολήν, νὰ κανονίζωμεν τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἐν νομοθετικῇ πράξει, ἐν ὀργανώσει καὶ ἐν προϋπολογισμῷ, ἡμεῖς ἐνταῦθα θεωρούμεθα παντελῶς ἄχρηστοι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μισθοδοτουμένων ὑπαλλήλων! παραχωρεῖται τυφλὰ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν! Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ γνωρίζωμεν μέχρι κεραίας τὰ στοιχεῖα τὰ μέλλοντα νὰ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν τοῦ ἑκάστοτε προϋπολογισμοῦ· καὶ εἰς ἡμᾶς δὲν εἶναι δεδομένον νὰ κρίνωμεν ποῖα εἶναι ταῦτα, ὅπως περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος ἡμεῖς φροντίσωμεν, ὡς ἔχοντες τοῦτο τὸ καθῆκον! Πόσοι ὑπάλληλοι θὰ διορισθῶσι δὲν γνωρίζομεν. Ποῖοι μισθοὶ θὰ ὁρισθῶσι δὲν γνωρίζομεν. Καὶ ζητοῦσιν ἀφ’ ἡμῶν οὕτω νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον! Τοιοῦτό τι, Κύριοι, οὐδέποτε ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι, οὐδέποτε μέχρι ταύτης τῆς ὥρας. Πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς πάντας τοὺς ἀπὸ τοῦ Ὄθωνος μέχρι σήμερον κυβερνήσαντας τὴν Ἑλλάδα. Τοιοῦτο νομοσχέδιον τοιαῦτα περιλαμβάνον, οὐδέποτε ἄλλοτε προστάθη. (Ψίθυρος). Ποῖος μὲ διέκοψε; Θὰ εἰπέ τι τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ.
§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι οὐδέποτε.
§141ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί. Τοιοῦτο, μετὰ τοιαύτης ἐντολῆς εὐρείας, μεταβιβαζούσης τὴν ἐξουσίαν, τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν). «Ὁ ἀριθμὸς ὅμως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος δι’ ἑκάστην φυλακὴν ὁρίζεται εἰδικῶς καὶ ἐφάπαξ μετὰ τὴν ἀνέγερσιν καὶ παραλαβὴν ταύτης διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐκδιδομένου κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ μετὰ προηγουμένην σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως.» Παρατηρεῖτε τοῦτο, ὅπως ἤδη προανήγγειλα εἰς ὑμᾶς. Αἱ φυλακαί, ὅσα καὶ ἂν ἔχωμεν ἑκατομμύρια, θέλουσιν ἴσως δεκάδα ἐτῶν, ἵνα κατασκευασθῶσιν. Καὶ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἥτις θέλει ἀντιπροσωπεύεσθαι ὑπὸ τῶν σημερινῶν ἢ ὑπὸ ἄλλων οἱωνδήποτε κυβερνητῶν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὴ ἑκάστοτε νὰ κανονίζῃ κατὰ τὴν πρόοδον καὶ τὰς φυλακὰς πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα, ἅτινα ἀνήκουσιν ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν εἰς μόνην τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. (Ἀναγινώσκει). «Τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ Διευθυντοῦ καὶ ἑκάστου τῶν συγκροτούντων τὸ λοιπὸν προσωπικόν, τὰ περὶ διορισμοῦ αὐτῶν, ὁρκίσεως, πειθαρχίας καὶ παύσεως, θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος». Τοῦτο παρέρχομαι ἐπανερχόμενος εἰς τὰ ἐν ἀρχῇ. Πρόκειται ἐκεῖ περὶ πραγμάτων σχετιζομένων καὶ πρὸς ἄρθρον εἰδικὸν τοῦ Συντάγματος, τὸ πραγματευόμενον περὶ προσόντων, πρὸς ἄρθρον εἰδικὸν τοῦ Συντάγματος πραγματευόμενον περὶ προσόντων τοιούτων, ἅτινα ὑπὸ δεδομένους ὅρους διὰ τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους καθιστῶσι τὴν μονιμότητα. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὕτως ἔχον καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ ὁρισμοῦ τῶν προσόντων παραδοθῇ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅσον καὶ ἂν θέλετε τοὺς Κυβερνήτας αὐστηρούς, γεννᾶτε πηγὴν συναλλαγῆς καὶ τοῦ χειρίστου εἴδους συναλλαγῆς. Ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ ἀναβολῆς οἱ λόγοι λαμβάνονται διάφοροι, οὐχὶ πάντοτε ἐκ τῆς αὐτῆς σειρᾶς καὶ θέλει χρησιμεύσει εἰς τὸν σκοπόν μου καὶ τὸ ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 12ον. «Ἡ ἄμεσος ἐπίβλεψις τῆς λειτουργίας ἑκάστης τῶν ἀνεγερθησομένων φυλακῶν ἀνατίθεται εἰς εἰδικὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου καὶ τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς φυλακῆς Πρωτοδικείου. Τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν ἐφοριῶν τούτων ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἀντὶ τοῦ Νομάρχου, ἐν αἷς πόλεσι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος, μέλος τῆς Ἐφορίας ἀποτελεῖ ὁ Εἰρηνοδίκης. Λοιπόν, βλέπετε· εἰς ταύτας τὰς νέας φυλακάς, ἐξ ὧν ἀναμένομεν βελτίωσιν τῶν ἡμετέρων πραγμάτων ῥιζικήν, ὁρίζεται ὅτι ἔφορος θὰ εἶναι ὁ νομάρχης, ὁ πρόεδρος τῶν πρωτοδικῶν καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ νομάρχης ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ πρωτοδικείου, ὁ εἰρηνοδίκης. Παρατηρήσατε δὲ ὅτι ταῦτα λέγονται καὶ διὰ τὰς κεντρικὰς καὶ διὰ τὰς ἀγροτικὰς φυλακάς, δηλαδὴ διὰ φυλακὰς ἀσχέτως πρὸς τὸν νόμον, διὰ φυλακὰς ἐχούσας χαρακτῆρα κεντρικόν, εἴτε μία εἴτε πέντε εἶναι αὗται. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ὁ νομάρχης τίνος νομοῦ ὁ μέλλων νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς; Ὁ πρόεδρος τίνος δικαστηρίου; Ὁ Εἰρηνοδίκης τίνος εἰρηνοδικείου ὁ μέλλων νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν νομάρχην; Καί, ἔστω, δυνάμεθα νὰ συλλέξωμεν τοὺς ἐφόρους τούτους. Ἀλλ’ εἰς κεντρικὰς φυλακὰς ὁ νομάρχης, ὁ πρόεδρος τῶν πρωτοδικῶν, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν! ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐξ ἀνδρῶν διὰ τὸ ἔργον ὅλως ἀνωτέρα ἐν οἷς βεβαίως πρέπει νὰ ἔχητε τὸν πρόεδρον τῶν ἐφετῶν, ἐν οἷς θὰ ἔχητε τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, ἐν οἷς θὰ ἔχητε εἰδικὸν ἐπιστήμονα ἰατρόν, ἐν οἷς θὰ ἔχητε καὶ ἄλλους ἔξω τῆς ἐμμίσθου ὑπηρεσίας, ὥστε ν’ ἀποτελεσθῇ σῶμα ἀληθῶς παρέχον ἐγγύησιν, ὅτι τελεσφόρως θὰ ἐπιβλέψῃ τὰ τῶν φυλακῶν. Ἐγὼ αὐτὸς ὡς Πρόεδρος μετέσχον τοιαύτης ἐπιτροπῆς καὶ γνωρίζω ὁποία εἶναι ἡ ἀχρηστία τοῦ τοιούτου Συμβουλίου, καὶ ὅταν ἔτι ἀποτελῆται τὸ Συμβούλιον τοῦτο ὑπὸ χρηστῶν ἀνδρῶν, διότι τὸ σύστημα εἶναι κακὸν. Μετὰ τοιούτου συστήματος ἀδύνατον ἢ νὰ συγκομίσητε τὴν αὐτὴν ἀποτυχίαν, ἣν μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ἔσχομεν εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἡ Κέρκυρα εἶχε σωφρονιστήριον ἀκμάζον πρὶν ἢ εἰσέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν νῆσον· ἀλλὰ διότι οἱ διοριζόμενοι ἦσαν οἱ κατάλληλοι ἤλθομεν ἡμεῖς καὶ παρελάβομεν αὐτό...
§142Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἄριστα λειτουργεῖ σήμερον, ἀτυχῶς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
§143Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν σήμερον, ἐγὼ ὁμιλῶ μόνον περὶ ἐκείνων, ἅτινα γινώσκω. Ἐγὼ ὑπηρέτησα εἰς Κέρκυραν καὶ εἶδον τὰς φυλακάς, ὑπηρέτησα καὶ εἰς Κεφαλληνίαν καὶ εἶδον τὰς φυλακὰς καὶ λέγω ὅτι δὲν πρέπει εἰσάγοντες ἐνταῦθα νομοσχέδια, ἔργα προόδου νὰ διατηρῶμεν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ἅτινα ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν πρώτων στοιχείων τῆς διαστροφῆς τῶν φυλακῶν, ἃς παρελάβομεν ἐν καλῇ ὀργανικῇ καταστάσει. Διότι τὸ σωφρονιστήριον Κερκύρας ἐλειτούργει ἄριστα, οὐδὲ εἶναι τὸ κατάστημα σωφρονιστήριον κατεδαφιστέον, ὅπως βλέπετε ὅτι λαμβάνει τὴν ἄδειαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κατεδαφίσῃ αὐτό, ὅπως οὐδ’ αἱ φυλακαὶ Κεφαλληνίας, εἶναι κατεδαφιστέαι, δι’ ἃς λαμβάνει ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαλλοτριώσῃ αὐτὰς μετὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Βουλῆς εἰς λευκόν. Εἶναι φυλακαὶ ἄξιαι διατηρήσεως, ἀναπτύξεως, βελτιώσεως, ἀλλὰ κυρίως ἄξιαι διατηρήσεως· καὶ πταίει μόνον ἡ διοίκησις, ἣν ἔχουσιν αἱ φυλακαὶ ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, ταύτην ὅμως δυστυχῶς ἐρχόμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ παρατείνωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ταῦτα εἶπον, Κύριοι, ἵνα παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ἀφοῦ ἀναγνωρίζει ἐν ἄρθρῳ 6, ὅτι ἀνάγκην ἔχει ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφισθησομένου νόμου, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ κανονισθῇ «ἡ σειρὰ καθ’ ἣν θέλει γίνει ἡ ἀνέγερσις τῶν νέων φυλακῶν τοῦ Κράτους, ὁ ἀριθμός, ἡ θέσις καὶ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἀποφασίζηται ἑκάστοτε ἡ ἀνέγερσις τῶν κεντρικῶν ἰδίᾳ καὶ τῶν ἀγροτικῶν φυλακῶν», ἀφοῦ τοιαύτην προθεσμίαν θεωρεῖ ἀναγκαίαν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίσασα ὅτι δὲν εἶναι ἑτοίμη καὶ ἐξαλείψασα τοὺς δύο μῆνας, ἵνα καταστήσῃ τὴν προθεσμίαν εὐρυτέραν, νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως προσαγάγῃ αὐτὸ πλῆρες, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν προσεχῆ Βουλὴν ἡ ὥρα τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς περὶ ἧς ἀμφιβολίαν οὐδεμίαν ἐγὼ ἔχω, ὅτι θέλει ἔλθει ἰσχυρά· τότε νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον μεμελετημένον καὶ ἀπεψιλωμένον ἀπὸ πασῶν ἐκείνων τῶν διατάξεων, αἵτινες μεταγγίζουσι τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ θυλάκιον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· Τότε ἐὰν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον οὗτινος ὁ σκοπὸς εἶναι ἀγαθὸς καὶ αἱ αἰτιολογίαι ἄξιαι προσοχῆς, τότε βεβαίως πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Σήμερον ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου θέλει πραχθῇ ὀλίσθημα, οὐχὶ μόνον κυβερνητικόν, ἀλλὰ καὶ βουλευτικὸν καὶ ἕκαστος ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἄλλην εὐθύνην, θὰ συγκομίσωμεν ἀπερχόμενοι τῆς θέσεως ταύτης πλήρη τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ὅτι ἀφῃρέσαμεν ἕνα λίθον καὶ λίθον ἀκρογωνιαῖον ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, ὅπερ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν. (Χειροκροτήματα).
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑπὸ κατάπληξιν, Κύριοι Βουλευταί. Ἤκουσα ἀτυχῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοσαῦτα συνταγματικά, πολιτικά, κοινοβουλευτικὰ καὶ νομικά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐρρήθησαν παρὰ τοῦ γενικῶς καὶ εὐλόγως θεωρουμένου ὡς πολυίδμονος πολιτικοῦ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἄρτι κατῆλθεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν θέλω νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν οὗτος πρὸς τὸν κανονισμόν, ὥστε εἰς πρότασιν ἀναβολῆς νὰ ἀναμίξῃ πολλὰ ἄσχετα ὅλως καὶ νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ συζητήσῃ κατ’ οὐσίαν ἐπὶ πάντων τῶν ἄρθρων καὶ νὰ ἀνασκευάσῃ καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα τὸ νομοσχέδιον. Λέγω μόνον, ὅτι ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ τοιούτων τινῶν διδαγμάτων ὑποτύπωσις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὥστε νὰ νομίζῃ τις ὅτι ὑπελήφθη ἡ Βουλὴ αὕτη ἐντελῶς ἀστοιχείωτος καὶ συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς καὶ πολιτικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς, ὥστε νὰ κριθῇ ἀξία νὰ λεχθῶσι πρὸς διδασκαλίαν αὐτῆς τοιαῦτα τινα, τὰ ὁποῖα ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω, ὅτι ἡ στοιχειώδης εὐλάβεια πρὸς τὴν ὑπόστασιν τοῦ σώματος θὰ ἤρκει νὰ ἀποτρέψῃ. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὁ σεβαστὸς πολιτευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐνόμισε καλὸν νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δωρεὰν τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἦτο ἐνδεδειγμένον καὶ προσῆκον νὰ κανονίσῃ τὰς κοινοβουλευτικὰς καὶ νομοθετικὰς ἐργασίας αὐτῆς. Καὶ ὑπέδειξεν ὅτι ἄλλη ἦτο ἡ ὁδὸς ἡ ἐνδεδειγμένη εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλα ἦσαν τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα νομοσχέδια· ὑπέδειξεν ὅτι πρωτίστως εἴχομεν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρωμεν ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καθίστανται ἀναγκαῖα ἤδη ἐκ τῶν νέων συνταγματικῶν διατάξεων. Ἡμεῖς πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν εἴμεθα ἐκ τῶν νεωτέρων πολιτευομένων· καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐξίσου πρὸς ἐμὲ νέος πολιτευόμενος ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων πολιτευόμενος, εὐτυχήσας δὲ νὰ συμπαρεδρεύῃ μετὰ τοῦ εὐτυχῶς ἐπὶ μακρότερον χρόνον κυβερνήσαντος τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐνεθυμήθη τὴν διδασκαλίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἀφειδῶς καὶ τοσοῦτον πλουσίως διεμοίρασε σήμερον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 περιέχει ὁμοίας διατάξεις περὶ ἐκδόσεως ὀργανικῶν νόμων ἐπὶ πολλῶν καὶ διαφόρων ζητημάτων· διατάξεις μάλιστα πολὺ περισσότερον ἐπιτακτικὰς τῶν περιεχομένων εἰς τὸ νέον Σύνταγμα· διατάξεις, αἵτινες ἔτασσον καὶ ὡρισμένας προθεσμίας ἀκόμη ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσιν ὀργανικοὶ νόμοι, ἵνα μεταγγίζωσιν εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Κράτους τὰς ἐλευθερίας τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο εἰσήγαγεν. Καὶ ὅμως κυβερνήτης αὐτὸς, ἐπὶ δεκαετίαν κυβερνήσας τὴν χώραν σχεδὸν συνεχῶς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις κληθεὶς ἐπὶ τὴν ἀρχήν, δὲν ἐνεθυμήθη τὴν διδασκαλίαν ἐκείνην, οὔτε τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην διέγραψε πρὸς ἡμᾶς· καὶ δὲν ἐπεμελήθη ποτὲ νὰ φέρῃ τοὺς ὀργανικοὺς ἐκείνους νόμους, τοὺς ὁποίους ὅμως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἔχει ἑτοίμους κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ θὰ συμπληρώσῃ ἐν πᾶσι, καὶ θὰ φέρῃ ἐν καιρῷ πρὸ τῆς Βουλῆς, μετὰ τοῦ συνόλου τῶν νομοθετικῶν αὐτῆς μέτρων, προσέχουσα νὰ μὴ ἀφήσῃ οὐδὲ στιγμὴν νὰ ἀπολεσθῇ ἐπὶ ματαίῳ ἐκ τοῦ χρόνου τοῦ ὑπολειπομένου ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ καὶ ἐξ ἐκείνου ὅστις θὰ ἐπακολουθήσῃ εἰς τὴν νέαν τοιαύτην, ἐὰν συνεχισθῇ ὁ Κυβερνητικὸς αὐτῆς βίος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς διδασκαλίας ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς ἥψατο καὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ὀργίλῃ ἐπιθέσει καὶ ἤλεγξεν αὐτὸ, διότι παραπέμπει πλείστας διατάξεις εἰς ἐκτελεστικὰ διατάγματα· ἤλεγξεν αὐτὸ καὶ ὡς ἀόριστον ἀορίστους αἰτιάσεις διατυπώσας. Ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὡς ἀμελέτητον, καὶ ἐν τῇ ὁρμῇ του δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκρατηθῇ καὶ ἐνεφάνισεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λανθάνοντα λόγον, δι’ ὅν θεωρεῖ τοῦτο ἀμελέτητον. Διότι, εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτής, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔσχε περὶ ἑαυτὸν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ εἰδικὰς ἔχοντα γνώσεις, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ καθοδηγήσωσιν αὐτὸν εἰς πλήρη καὶ ἀρτίαν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο τὸ κρίνει ἀμελέτητον ἐκ προκαταλήψεως. Ἔλαβον τὴν τιμήν, Κύριοι, εἰσηγούμενος τὸ δικαστικὸν πρόγραμμα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, νὰ εἴπω πρὸς αὐτὴν ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα καὶ τὰ ὑποβληθησόμενα δὲν εἶναι ἔργον τῶν Ὑπουργικῶν ἀντιθαλάμων, δὲν εἶναι ἔργον τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, εἰς ἃς συνήθως παρεδίδοντο τὰ νομοσχέδια, ἵνα καταρτίζωνται ὑπὸ πολλῶν, ἀλλ’ ἔργον σπουδαστηρίου καὶ μελέτης. Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ ὅτι καὶ ἐγὼ ζητῶ καὶ λαμβάνω τὰς γνώμας καὶ τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας καθόλου, ὅταν φωτίζωνται ὑπὸ νοῦ ἀρτίου καὶ πείρας ἑδραίας ἔστω καὶ διὰ στοιχειώδη ὑπηρεσιακὰ ζητήματα· ἀλλ’ ὅταν ἡ ἄνοια καὶ ἡ ἀβουλία πρυτανεύει, ὅταν ἡ ἀμάθεια κυριαρχεῖ καὶ ἡ ἀσυνεσία δεσπόζει, βεβαίως ἐγὼ συμβουλὰς δὲν ζητῶ. Διὰ τοῦτο δὲν περιεστοιχίσθην παρ’ ἐκείνων, οὓς ὑπονοεῖ ὁ κ. Βουλευτής. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἤλεγξε τὸ νομοσχέδιον, διότι προβλέπει καὶ παραπέμπει πλεῖστα ὅσα καὶ ἄφθονα ζητήματα, ἅτινα καὶ ἐσημείωσεν ἤδη, εἰς ἐκτελεστικὰ διατάγματα. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἆρά γε δύσκολον, ἀφοῦ ἐπεχείρησε νὰ δείξῃ ἑαυτὸν κάτοχον καὶ τοιούτων ζητημάτων ὁ κ. Βουλευτής, ἢ τοὐλάχιστον νὰ δείξῃ ἑαυτὸν πρόθυμον νὰ λαμβάνῃ συμβουλὰς ἐκεῖθεν, ἔνθα δὲν ἔστερξε νὰ λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο ἆρά γε δύσκολον νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, ἵνα ἴδῃ ἂν τοιαῦτα ζητήματα περιλαμβάνονται εἰς ὀργανικοὺς νόμους ἢ καὶ εἰς ἐκτελεστικὰ διατάγματα; Νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τοὺς Ἰταλικοὺς νόμους καὶ ὀργανισμούς, ἵνα ἴδῃ ἂν ταῦτα εἰς νόμους ἢ διατάγματα περιλαμβάνονται; Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἦσαν δύσκολα εἰς αὐτόν, ἦσαν τάχα ἐπίσης δύσκολα καὶ εἰς τὸν πρὸς ἡμᾶς συνιστώμενον ἴδιον αὑτοῦ Μέντορα; Θὰ ἦτο ἆρά γε δυσχερὲς νὰ ἀνατρέξῃ εἰς αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν τὴν ἤδη ὑφισταμένην καὶ ἰσχύουσαν, ἵνα ἴδῃ ὅτι κἄτι τι ἀνάλογον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τόσον δριμέως ὡς πρωτάκουστον ἔψεξεν, συμβαίνει καὶ εἰς ταύτην; Ἦτο δύσκολον νὰ ἴδῃ τὸν νόμον περὶ τοῦ Ἀφερωφείου Ἐφηβείου, τὸν νόμον περὶ κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν καὶ νὰ ἀντιληφθῇ ἐκεῖθεν τοὐλάχιστον ὅτι παρόμοιαι διατάξεις παραπέμπουσιν εἰς ἐκτελεστικὰ διατάγματα, ὅτι ταῦτα ἐπηκολούθησαν καὶ ὅτι ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμὸς τῶν φυλακῶν ἐκείνων προκειμένου περὶ ἐργασίας καὶ τῶν λοιπῶν ζητημάτων σχεδὸν ὅλων, τὰ ὁποῖα ἔθιξε, διατυποῦται εἰς Β. Διατάγματα ἰσχύοντα ἤδη καὶ ἐφαρμοζόμενα; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο. Ἁρμοδιώτατον ἑαυτὸν ὑπολαμβάνων εἰς συνταγματικὴν καὶ πολιτικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν διδασκαλίαν, ἐπεχείρησε νὰ μεταδώσῃ ἡμῖν ταύτην αὐτόκλητος ὑπὸ τόνον καὶ ὕφος διδασκάλου πρὸς μαθητὴν καὶ δὴ ἀμαθῆ μαθητήν, μὴ ἔχοντα τὰ στοιχεῖα νὰ ἀντιληφθῇ ἀμέσως ὑποτύπωσιν ἐπιστημονικῶν ἰδεῶν, ἀλλ’ ἔχοντα ἀνάγκην εἰδωλοποιήσεως καὶ τῶν ἁπλουστέρων ἐννοιῶν. Μὲ καταπλήσσει, Κύριοι, ἡ ἐπιδειχθεῖσα ἀστοχία καὶ ἐν τούτῳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· μὲ καταπλήσσει καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ διδασκαλία αὕτη ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ἐφαρμόζει ἢ ἐφήρμοσεν ὁ κ. Βουλευτής. Πείθομαι μᾶλλον ὅτι ἡ ἐπιθυμία του ἵνα ἀνακόψῃ, εἰ δυνατόν, τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἴσως οἱ διάφοροι εἰδικοὶ δὲν θεωροῦσιν ὥριμον ἢ σύμφορον διὰ τὸν τόπον, ἐξώκειλεν εἰς θεωρίας καὶ εἰς διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν πρῶτος πάντων, ὑποθέτω, αὐτὸς οὗτος θέλει ἀποστέρξει. Ἀνέγνωσεν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἵνα διδάξῃ ὅτι τὰ νομοθετικὰ διατάγματα εἶναι ἄκυρα ὡς ἀντικείμενα εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ εἶναι στοιχειώδης ἡ διδασκαλία τοῦ Δημοσίου Δικαίου, καὶ παρ’ ἡμῖν σταθερῶς ἐφηρμόσθη πάντοτε, καὶ ἀλλαχοῦ πάντοτε ἐφαρμόζεται, καθ’ ἣν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἐκτελεστικὰ τῶν νόμων διατάγματα κατὰ τὴν συνταγματικὴν ἐξουσιοδότησιν τὴν κειμένην εἰς ὡρισμένον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἔχει ἐξουσίαν καὶ νομοθετικὰ ἀκόμη Διατάγματα νὰ ἐκδίδῃ εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε τύχει ῥητῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τόσον στοιχειῶδες καὶ τόσον γενικῶς παραδεδεγμένον, ὥστε θὰ ἠδίκει τις τῆς Βουλῆς τὴν ἀντίληψιν, ἐὰν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς ἀνάπτυξιν αὐτοῦ. Ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν οὐδέποτε οὔτε φιλονεικεῖται, οὔτε εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ φιλονεικηθῇ ὅτι δικαιοῦται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατ’ ἐπίτρεψιν τῆς νομοθετικῆς νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὰ Διατάγματα οἱασδήποτε ὕλης, περιεχομένου ἢ ἐκτάσεως. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ συζητηθῇ καὶ πρέπει νὰ συζητῆται εἶναι ἄλλο. Εἶναι τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι πολιτικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς ἐνδεδειγμένη· ἐὰν εἶναι τουτέστι σκόπιμον ἑκάστοτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταγγίζῃ, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν αὐτὴν λέξιν, τὴν ἰδίαν της δύναμιν εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν πρέπει κατὰ πᾶσαν τὴν ἔκτασιν νὰ ἀσκῇ τὰ ἴδια αὑτῆς δικαιώματα· κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἄσκησιν νομοθετικῶν δικαιωμάτων τὴν ῥύθμισιν νομοθετικῆς ὕλης εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, μόνον εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς πρόκεινται εἰς ῥύθμισιν ζητήματα, ἅτινα εἶναι ἀδύνατον ἢ τοὐλάχιστον οὐχὶ σκόπιμον νὰ ῥυθμισθῶσιν ἀμέσως ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Μόνον ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην εἶναι τὸ ζήτημα ἐξεταστέον. Ὑπὸ ταύτην ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσιν ἀρχαὶ καὶ ὅρια ἐκ τῶν προτέρων· ἀλλ’ ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἡ ζητουμένη ἐξουσιοδότησις. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως οὐδαμῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ῥηθῇ ὅτι ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη, καὶ ὅτι ἡ ἐκτέλεσις νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατ’ ἐπίτρεψιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι συνταγματικῶς ἀδύνατος. Δύναμαι μάλιστα νὰ προσθέσω ὅτι ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτυπωθῇ εἰς Σύνταγμα, τοιαύτη ἀπαγόρευσις, βεβαίως ἡ Πολιτεία ἐκείνη ἡ τοιοῦτον Σύνταγμα ἔχουσα δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν δεδομέναις περιστάσεσι νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως· διότι ὑπάρχουν περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἀδύνατος εἶναι ἡ ἄμεσος ἐνάσκησις ἐπὶ ὡρισμένων λεπτομερειῶν, ἔστω νομοθετικῆς φύσεως, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ σκόπιμος εἶναι ἡ μετάδοσις ταύτης εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Θὰ ἐπεδείκνυεν ἑπομένως ἔλλειψιν πολιτικῆς προνοίας, ἂν ἤθελέ τις νὰ θεμελιώσῃ συνταγματικὴν διάταξιν καθιστῶσαν ἀδύνατον πολλάκις τὴν προσήκουσαν ἐκτέλεσιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι σκοπητέον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τοῦτο· εἶναι αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ περίστασις ἡ ἐνδεικνύουσα τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν; Εἶναι σκόπιμον εἰς τὴν ἄλφα ἢ εἰς τὴν βῆτα περίστασιν νὰ περιβληθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὴν τοιαύτην δύναμιν; Καὶ βαίνων περαιτέρω ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὡμίλησε περὶ ποινῶν, ὡμίλησε τουτέστι περὶ ὡρισμένων περιστάσεων κατὰ τὰς ὁποίας ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, λόγου χάριν προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς ποινῆς, περὶ τῶν ὁποίων ἤδη δὲν πρόκειται. Ἀπαντῶ, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφιλονεικήθη ἀσθενῶς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ· ἀλλ’ οἱ παρακολουθοῦντες στοιχειωδῶς ἔστω τὰς ἐπιστημονικὰς ἐν τούτῳ συζητήσεις γνωρίζουσιν ὅτι ἡ κρατοῦσα καὶ ἡ ὀρθοτάτη μεταξὺ τῶν δημοσιολόγων γνώμη καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν περίστασιν εἶναι ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἰσχυρὰ καὶ συνταγματικῶς ἐπιτετραμμένη. Διότι ὅταν εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, τῆς ποινῆς ἔστω, ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα περὶ τῆς ἀνάγκης νόμου, δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀμέσως καταρτιζόμενος· ἐννοεῖ νὰ εἴπῃ ἁπλῶς ὅτι ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ παρέμβασις πρὸς ῥύθμισιν τῶν τοιούτων ἀντικειμένων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἀνάγονται ταῦτα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὅμως ἡ νομοθετικὴ παρέμβασις ἀσκεῖται οὐ μόνον ἀμέσως, ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως. Τώρα ἂς ἔλθωμεν καὶ ἐπὶ τὰ πράγματα. Διότι ἀνεξαρτήτως τῶν γενικῶν παρατηρήσεών του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἦλθε καὶ ἐπὶ εἰδικὰς τοιαύτας, ἀφορώσας τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ ἐπειδὴ θὰ ἦτο πολὺ νὰ παρακολουθήσω ὅλα τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔθιξεν, θὰ ἐκλέξω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὡς ὀδυνηρότερον καὶ πάντων ἐγκληματικώτερον καὶ πάντων ἀδικώτατον καὶ τερατωδέστατον ἐτονίσθη ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτήν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἰδιαιτέρως ἔψεξαν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ὁμιλοῦντος περὶ τοῦ προσωπικοῦ. Ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ ἔχῃ ἐνώπιον αὑτῆς τὸν τόνον τῆς φωνῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ τὴν εἰκόνα ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε τὴν φρίκην αὐτοῦ, διότι τὸ πρῶτον παρουσιάζεται τοιοῦτον νομοσχέδιον, καὶ τὸ πρῶτον τοιαύτη τερατωδία, οἵα τις ἡ διατυπουμένη ἐν τῷ 11ῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, δικτυποῦται καὶ πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται ἡ αὐθάδης ἀξίωσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἵνα λάβῃ τοιαῦτα παρὰ τῆς νομοθετικῆς δικαιώματα!! Διακοπὴ τις ἐκ τῆς αἰθούσης προελθοῦσα ἔτεινε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων, διότι ἡ ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων εἶναι ὅτι ὁλόκληρος ἡ νομοθεσία ἡμῶν στηρίζεται εἰς ἀφθονίαν νομοθετικῶν διαταγμάτων κατ’ ἐπίτρεψιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδεδομένων. Ἀλλὰ θὰ φανῇ ἴσως περίεργον καὶ εἰς τὸν ἀντιλέγοντα κ. Βουλευτήν, ὅτι θὰ ἐμφανίσω πρὸς αὐτὸν καὶ μετ’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐλπίζω νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τοῦ πράγματος, περίστασιν πολλῷ ταύτης τερατωδεστέραν, ἵνα καὶ ἐγὼ εἰσέλθω εἰς τὸν αὐτὸν χαρακτηρισμόν, περίστασιν τὴν ὁποίαν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀγνοῇ ὁ κ. Βουλευτής. Ὑπάρχει ὁ νόμος ΑΡΚϚʹ τῆς 27 Ἀπριλίου 1883 περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, τὸ ἄρθρον δὲ 27 τοῦ νόμου τούτου λέγει τὰ ἑξῆς. «Ἐν τῇ περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος γίνῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει διορίσει τὸ ἀναγκαιοῦν προσωπικόν, συστήσει τὰ ἀπαιτούμενα ἐργοστάσια καὶ ὀργανώσει τὴν ὑπηρεσίαν διὰ Βασιλ. Διατάγματος, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον διὰ τὸ 1883 παρέχεται πίστωσις ἐκ δραχμῶν 300 χιλιάδων». Ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐξέδωκε Βασιλ. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὠργάνωσεν ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν, συνέστησεν ἐργοστάσια, διώρισε προσωπικὸν ἀποτελούμενον ἀπὸ διευθυντάς, ἀπὸ ἐλεγκτάς, ἀπὸ βοηθούς, ἀπὸ κλητῆρας, καθώρισε τὰ προσόντα καὶ ὥρισεν ὅλους τοὺς μισθούς, τὰ περὶ διορισμῶν καὶ παύσεων. Καὶ τὸν νόμον τοῦτον, Κύριοι, ὑπέγραψε καὶ εἰσήγαγεν ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν ἀνδρῶν ὁ πάντων ἐγκρατέστατος, καὶ ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἀντιλήψει ὁ πάντων εὐαισθητότατος.
§145Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί θὰ ἐγινόμεθα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ παρελθὸν νὰ τὸ ἀντιγράφωμεν.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς ταύτης, παρὰ τὰ ποικίλα αὐτῆς πλεονεκτήματα, ἔσχε καὶ τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ μειονέκτημα· νὰ ἐξαναγκάζῃ πολλοὺς νὰ παρίστανται ἐνταῦθα ἀκούσιοι ἀκροαταὶ πρωτοτύπων θεωριῶν, παντοδαπῆς ὕλης καὶ προελεύσεως· ἀκροαταὶ συνθετικῶν δοκιμίων καὶ ἀσκήσεων πολιτικῶν, κοινοβουλευτικῶν, ἐπιστημονικῶν, ὑποβαλλομένων μὲ τὴν μετριόφρονα ἀξίωσιν διδασκαλίας αὐστηρᾶς. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἠθέλησεν ὅμως οὗτος νὰ θίξῃ καὶ σημεῖα τινὰ τοῦ νομοσχεδίου, παρεμβάλλων τὴν σκέψιν του εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς αἴτησιν. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ παράσχω εἰς αὐτὸν συμβουλήν τινα ἢ σύστασιν οἱανδήποτε. Ἔχω ὅμως, νομίζω, τὸ δικαίωμα νὰ τῷ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν. Καὶ ἡ παράκλησίς μου εἶναι αὕτη. Ἐπειδὴ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ θὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ παραμείνῃ κατ’ αὐτήν, ἵνα συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Τότε θὰ ἀκούσωμεν, εἴτε τὴν ἐξ ἰδίων μελέτην, εἴτε ἐκ συμβουλῶν ἀπὸ πηγὰς τῶν ὁποίων σέβεται τὴν ἁγνότητα καὶ τὸν πλοῦτον, τὰς ἐπὶ τούτου σκέψεις του. Θὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του, θὰ ἀκούσῃ τὴν ἡμετέραν, ἐλπίζω δὲ ὅτι κατάντημα τῆς ὅλης συζητήσεως θὰ εἶναι τοῦτο. Νὰ εὑρεθῇ καὶ οὗτος εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ προηγουμένως εὑρέθην, ἀλλὰ μὲ μίαν διαφοράν. Μοὶ συνέστησεν ὅταν ὡμίλει ὑπομονήν. Καὶ ἐγὼ ἔπαυσα διακόπτων τοῦτον, καὶ ἤσκησα μέχρι τέλους τὴν χριστιανικὴν ἀρετὴν τῆς ὑπομονῆς ἀκούων αὐτόν. Ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἂν παραμείνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ μετάσχῃ ταύτης, καὶ εἴπῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀσκήσῃ ἄλλην χριστιανικὴν ἀρετήν, τὴν ἀρετὴν τῆς μεταμελείας. (Χειροκροτήματα).
§147Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι ἀγόρευσις, ἥτις τὸν πρόλογον εἶχε τοιοῦτον, ὥστε νὰ περιλάβῃ πρῶτον τὸν ἀγορεύοντα εἰς τὴν ἀμάθειαν περὶ τὰ σωφρονιστικὰ καὶ ἔπειτα πάντας τοὺς ἄλλους, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἤθελε τοσοῦτον θίξει τὴν εὐαισθησίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις βεβαίως δὲν ἐσπούδασε περὶ τὰ σωφρονιστικά, ὅπως ὁμιλήσῃ, ὅπως ὡμίλησε νομίσας ὅτι ἠθέλησα ἐγὼ νὰ ἀρνηθῶ εἰς αὐτὸν τὴν πανθομολογουμένην αὐτοῦ ἀξίαν τὴν νομικήν. Νομικὴ σπουδὴ εἶναι ἄλλο· καὶ πάνσοφος νομικός, ἂν δὲν ἠσχολήθη εἰς τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ταύτην τὴν ὥραν πρόκειται, θὰ ἐγίνωσκεν ἐκεῖνα ὅσα ὅλοι γιγνώσκομεν...
§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν εἶχον τὸ δικαίωμα θὰ σᾶς ἔλεγον: ποῦ γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἠσχολήθην.
§149Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. καλλιεργοῦντες αὐτὰ δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ καὶ μελετῶντες κἄπως ἵνα συζητήσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ἐάν τις ἡμῶν τῶν ἐνταῦθα—δὲν γνωρίζω ἐὰν διαπράττω ὑπερβολήν—ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐσπούδασε τὰ σωφρονιστικὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἰσχυρισθῇ πρᾶγμα ἀνακριβές.
§150Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ σπουδάσω;
§151Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως δὲν ἐδόθη καιρὸς ποτὲ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ταῦτα, ὢν ἀνέκαθεν καὶ μετὰ τόσης ἐπιτυχίας πολυάσχολον εἰς ἄλλον κλάδον πολὺ εὐρύτερον, τοῦ δικαίου.
§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μόνη σωφρονιστικὴ ἀπόπειρα, ἣν ἐπεχείρησα νὰ ἐφαρμόσω εἰς ὡρισμένον ὑπάλληλον ἀπέτυχε.
§153Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι μόλις ἤρχισα τὴν πρώτην περίοδον τοῦ λόγου μου ἔχω δύο διακοπάς.
§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι ἡ τελευταία.
§155Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑπομονὴ ἐλησμονήθη.
§156Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἤσκησα πρότερον, ὄχι διαρκῶς.
§157Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐν Ἑλλάδι, οἵτινες ἰδίως ταύτας τὰς ὥρας πανταχόθεν συλλέγομεν συμβούλους ξένους καὶ ὀργανωτάς, ἂν ἠθέλομεν νὰ πράξωμέν τι καλόν, τοῦτο θὰ ἦτο νὰ καλέσωμεν ὀργανωτὰς τῶν σωφρονιστικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα ἡ πρόσκλησις ἄλλοτε ἐπὶ Τρικούπη ὀργανωτοῦ. Δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα, διότι μόλις ἀνεχώρησεν ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος ὀργανωτὴς ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ συνταχθέντα ὑπ’ ἐκείνου ἐτέθησαν εἰς τὸ ἀρχεῖον καὶ ἀμφιβάλλω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀνεῦρεν αὐτά, ἂν ἐζήτησε νὰ τὰ ἴδῃ.......
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γνωρίζω.
§159Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. τοὐλάχιστον ἀκέραια, ἐὰν σώζονται. Συνήθως εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἡμῶν τὰ ἔγγραφα δὲν ἀνευρίσκονται.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν ἔχωσι καλοὺς τμηματάρχας.
§161Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συνηθέστατα σπουδαιότατα ἔγγραφα δὲν ἀνευρίσκονται, καὶ διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ ὑποθέσω, ὅτι καὶ αὐτὰ δὲν εὕρετε ὑμεῖς ἀκέραια εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· τοῦτο δὲν εἶναι ὑμέτερον πταῖσμα βεβαίως, εἶναι πταῖσμα ὅλων ἡμῶν, οἵτινες ἀνεχόμεθα τοιαύτην ὀργάνωσιν. Λοιπὸν τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές, ὅτι εἴμεθα ἀδόκιμοι περὶ τὰ σωφρονιστικὰ καὶ ὄντες ἀδόκιμοι περὶ τὰ σωφρονιστικὰ πρέπει κατὰ λόγον μείζονα μηδὲν νὰ ἐπιχειρῶμεν ἐσπευσμένως ἀλλὰ πάντως μεθ’ ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονος μελέτης καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονος προσκλήσεως εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἁρμοδιωτέρων. Τοιαύτην ἀξίωσιν, κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ νὰ δώσω συμβουλὰς ἐπὶ θέματος ἐφ’ οὗ δὲν ἠσχολήθην ποτε, δὲν εἶχον· καὶ ἂν νομίζητε ὅτι ἠξίωσα θέσιν συμβούλου παρ’ ὑμῖν παρακαλῶ νὰ μεταβάλητε γνώμην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοσοῦτον ἀπεδείχθη ἐπὶ ἄλλου κεφαλαίου μὴ φροντίσας νὰ ἀνανεώσῃ τὴν μνήμην αὐτοῦ, νὰ τὴν ἀνακαινίσῃ, ὥστε ὡμίλησε περὶ τοῦ θέματος τοῦ συνταγματικοῦ βεβαιώσας τὴν Βουλήν, ὅτι τοιοῦτον θέμα πλέον δὲν συζητεῖται σπουδαίως καὶ προσέτι, ὅτι τὸ παράδειγμα ἐν τούτῳ εἶναι ἡ Γαλλία καὶ ἐξεδήλωσεν ἀπορίαν πῶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν ὁ ἀγορεύσας πρὸ αὐτοῦ, ἵνα ἀναγνωρίσῃ ὅτι, ὅτε ἡ Γαλλία δίδει τὸ παράδειγμα, δὲν ἐξολισθαίνομεν τοῦ ἐδάφους τοῦ πολιτικοῦ τοῦ ἐλευθέρου, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, μιμούμενοι τὴν Γαλλίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐφρόντισα συντόμως νὰ εἴπω ἐν ἀρχῇ ὅτι ἀκριβῶς ἐν Γαλλίᾳ ἐλέχθη ὑπὸ διαπρεποῦς νομομαθοῦς καὶ συγγραφέως τοῦ Haurion, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν κατέστη πληγὴ τοῦ πολιτεύματος ἡ τοιαύτη ἐξολίσθησις εἰς νομοθετικὰ διατάγματα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν φράσιν ταύτην.
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ φιλονεικῶ αὐτό.
§163Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἐφιλονεικήσατε πρὸ ὀλίγου καὶ ὀφείλετε νὰ λάβητε ἤδη τὴν ἀμοιβὴν τῆς φιλονικίας.
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν τὸ λέγει κανείς;
§165ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Haurion λέγει — ἐπιτρέψατέ μοι ὄχι διὰ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναγνώσω τὸ Γαλλικὸν πρῶτον καὶ ἔπειτα θὰ εἴπω τὸ Ἑλληνικὸν — (ἀναγινώσκει) «cette idée de délégation est la plaie du droit constitutionnel français.» «Πληγὴ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου τῆς Γαλλίας κατήντησεν ἡ ἰδέα τῆς ἀναθέσεως τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν». Καὶ ἂν εἶναι πληγὴ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἥτις ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἀπέκτησε παραγραφὴν ἐκ τῆς τοιαύτης μακρᾶς συνηθείας, θέλομεν ἡμεῖς τὴν πληγὴν ταύτην νὰ ἐνοφθαλμίσωμεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος ἵνα θίξωμεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς πολίτευμα, περὶ οὗ μετὰ τόσης ἐπιμελείας ἐφροντίσαμεν πρὸ ὀλίγων μηνῶν! Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός: καὶ δὲν ὑπάρχει πλῆθος νομοθετικῶν διαταγμάτων εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἀλλαχοῦ καὶ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς πλῆθος; Μάλιστα· ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Γαλλίαν, ὑπάρχουσιν ἄξια νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὸν Καιάδαν δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον, ὃν λέγει ὁ Haurion καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄξια δι’ ἄλλον λόγον νὰ κατακριθῶσιν......Ἀλλὰ τοιαῦτα νομοθετήματα μετὰ τοιούτων παραπομπῶν, ἂν ἔχωμεν κατὰ τύχην κανέν, ἀποτελοῦσιν ὀλίσθημα, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, ἀλλὰ βεβαίως τοιοῦτον ὁποῖον σήμερον οὐδὲν ὑπῆρξε ποτέ· καὶ θέλω δείξει πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὅσα εἴπετε καὶ ἐν τούτῳ ἦσαν ἀνακριβῆ, ἢ μόνον διὰ τὰς λεπτομερείας, καθὼς ἀνέπτυξα συντόμως μὴ θελήσας νὰ καταναλώσω πλείονα χρόνον. Εἶπον καθαρῶς, ὅτι μόνον ἐκεῖνα τὰ διατάγματα, ἅτινα φροντίζουσι περὶ λεπτομερειῶν ἐκτὸς τοῦ κύκλου τοῦ διαγεγραμμένου ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μόνον ἐκεῖνα τὰ διατάγματα εἴτε ἐξ ἐντολῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἴτε καὶ ἄνευ τοιαύτης ἐντολῆς δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Καὶ τοῦτο λέγουσιν οἱ συγγραφεῖς οἱ πρῶτοι τῶν Γάλλων καὶ τοῦτο λέγουσι περιέργως μετὰ παραδειγμάτων, ἅτινα φαίνονται ὡς εἰ ἔλαβον ἐκ τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου, ὅπερ δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀκόμη ἐξέλθει τῆς κεφαλῆς ὑμῶν. Ὁ Esmein, —ὑποθέτω, ὅτι τὸ κῦρος τοῦ Esmein ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις γνωρίζει τοὺς συγγραφεῖς, διότι βεβαίως εἶναι πολυμαθής. — Ὁ Esmein λέγει: «le pouvoir legislatif n’ est point pour les Chambres un droit propre».—τὸ νομοθετικὸν δικαίωμα, ἡ νομοθετικὴ δύναμις δὲν εἶναι κτῆμα ἴδιον τῶν Βουλῶν, «c'est une fonction que la constitution leur confie»—εἶναι λειτουργία ἐμπεπιστευμένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἰς αὐτὰς— «non pour en disposer à leur gré» ὄχι ἵνα διαθέτωσιν αὐτὸ κατὰ τὸ δοκοῦν «mais pour l'exercer elles mêmes d'après les règles constitutionnelles»—ἀλλ’ ἵνα ἐξασκῶσιν αὐταὶ αὗται τοῦτο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Θέλει καὶ ἄλλο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης;
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν φέρητε ὅλην τὴν φιλολογίαν θὰ ἴδητε συζητήσεις μακρὰς χωρὶς νὰ κερδίσῃ τίποτε ἡ κοινοβουλευτικὴ μορφὴ τοῦ πράγματος.
§167ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξακολουθήσατε....Πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἐξεδόθη εἰς τελευταίαν ἔκδοσιν ὁ δεύτερος τόμος τοῦ Duguit γνωστοτάτου, ἐκ τῶν πρώτων συγγραφέων τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου ἐν Γαλλίᾳ, ὅστις εἶναι καὶ ἐπιεικέστερος τῶν ἄλλων καὶ δέχεται ἐξαιρέσεις τινὰς καὶ κλίνει πως πρὸς τὴν πλευράν, ἣν τόσον ἐνθουσιωδῶς ἐνηγκαλίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ὁ Duguit λέγει «le parlement n’ est pas titulaire d’ un prétendu pouvoir législatif»—Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀξιωματοῦχος λεγομένης τινος ἐξουσίας νομοθετικῆς (παραχωρηθείσης δηλαδὴ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος) «il a une certaine compétence; ... la compétence n’ est pas un droit qui se transmet, c’ est un pouvoir». Ὅ,τι λέγει καὶ ὁ ἄλλος, «ἔχει ὡρισμένην ἁρμοδιότητα», τὸ αὐτὸ πρᾶγμα δι’ ἄλλων λέξεων ὑπὸ ἄλλην οὐσιαστικὴν μορφήν: «ἔχει ὡρισμένην ἁρμοδιότητα ἡ δὲ ἁρμοδιότης δὲν εἶναι δικαίωμα ὅπερ μεταβιβάζεται, εἶναι δύναμις», ἥτις μόνον συνταγματικῶς δύναται νὰ μεταβιβασθῇ καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει κωλῦον Σύνταγμα μόνον διὰ νόμου. Ταῦτα λέγουσι τρεῖς οὓς ἐφρόντισα νὰ σημειώσω, ὅτε χθὲς ἑσπέρας εἶδον ὅτι ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τρίτην συζήτησιν, τρεῖς, οἵτινες εὐτυχῶς εἶναι τῆς τελευταίας ὥρας. Αἱ γνῶμαι αὗται δὲν εἶναι πεπαλαιωμέναι, εἶναι γνῶμαι, αἵτινες μόλις πρὸ μικροῦ ἐξεκολάφθησαν, ἀληθῶς κατὰ συνέχισιν παλαιοτέρων γνωμῶν. Λέγουσι δὲ οἱ ταύτας ἔχοντες ὅτι σήμερον πλέον ἢ ἄλλοτέ ποτε πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τοῦτο. Ὁ Duguit λέγει τοῦτο εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ περὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἡμεῖς διὰ τοῦ Συντάγματος σχεδὸν ἀφῃρέσαμεν ἀληθῶς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ παρεχωρήσαμεν αὐτὸ εἰς ἐπιτροπάς, μικρὸν δὲ μόνον κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ προσθήκης ἑνὸς «καὶ» ἀφῆκε τὸ Σύνταγμα ὑπόλοιπον ἐξουσίας, οὐδέποτε ἐξασκηθησομένης, εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν τιμήν, διὰ τὴν ἐπιφάνειαν· ἀλλὰ βεβαίως οὐδέποτε θὰ τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς Ἀρεοπαγίτην ἡ Κυβέρνησις, θὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν ἐκεῖνο τὸ Δικαστήριον, ὅπερ εἰδικῶς ὡρίσθη ἐν τῷ Συντάγματι. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ σχεδὸν δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ γίνηται λόγος περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὡς ἐξουσίας ἀνηκούσης ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Διὰ τοῦ ὅρου μάλιστα juridictionnaliser, ὃν μεταχειρίζονται, δεικνύουσι τὴν ἀνάγκην τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀπ’ εὐθείας ἐξασκήσεως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, τῆς πειθαρχικῆς ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων ἐξουσίας. Καὶ πάλιν ἐνταῦθα ὁ Duguit λέγει ὅτι λεπτομερείας ἐκτελεστικὰς μόνον ὁ νομοθέτης δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ διατάξεις ἐν αἷς περιλαμβάνονται ποιναί, ποιναὶ δὲ θεωροῦνται καὶ αἱ πειθαρχικαί, αἵτινες ὅτε ὑπερβαίνουσι τὸ σύνηθες μέτρον, θίγουσι τὸ χρῆμα, ἢ ἄλλα δικαιώματα δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ὁρισθῶσιν ἢ ὑπὸ νόμου ἀπ’ εὐθείας. Ἀλλὰ καὶ ἄν, λέγει, ὁ νόμος ἀπαιτῇ ὅρους ἱκανότητος τὸ διάταγμα δύναται νὰ καθορίσῃ ἀκριβέστερον τοὺς ὅρους τούτους, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον αὐστηρούς. Οὕτω καὶ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐνταῦθα θίγεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς εἰς διάταγμα παραπομπῆς τοῦ καθόλου ὁρισμοῦ τῶν προσόντων ἔρχεται πάλιν ἡ ἐπιστήμη καὶ διδάσκει ὅτι πάντα ταῦτα δὲν ἐλέχθησαν τὸ πρῶτον ἐνταῦθα, ὡς ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐγράφησαν καὶ ἐπανελέχθησαν ἁπανταχοῦ, μόνον δ’ ἂν ἀποβλέψῃ τις εἰς ἐκεῖνα τὰ Κράτη ἅτινα καὶ ταῦτα ἔχουσι σπουδαίους συγγραφεῖς ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκραιφνῶς συνταγματικὰ ἀλλ’ ἔχουσι μᾶλλον μορφὴν μοναρχικήν, μόνον ἐκεῖ δύναται νὰ εὕρῃ ἀμφισβητουμένην τὴν γνώμην ἣν πρὸ μικροῦ διὰ τοῦ στόματος τριῶν συγγραφέων ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς. Οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι ὅτε ἐταράσσετο ἡ Πολιτεία καὶ δὲν εὕρισκον τρόπον διεξόδου ἀπέβλεπον εἰς ἄνδρας ἐξέχοντας οἵτινες ἦσαν πρόθυμοι νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην καὶ διώριζον αὐτοὺς συγγραφεῖς αὐτοκράτορας· ἔλεγον εἰς αὐτούς: διακείμεθα εἰς μεγάλην ἀνησυχίαν μὴ διακρίνοντες πῶς ἡ πόλις, δηλαδὴ ἡ Πολιτεία, δύναται σωθῇ καὶ νὰ οἰκηθῇ καλῶς, δηλαδὴ νὰ ζήσῃ ἐν εἰρήνῃ καλῶς· ὑμᾶς κρίνομεν ἁρμοδίους, εἰς ὑμᾶς δίδομεν ἀπόλυτον ἐντολήν, ἐξετάσατε, μελετήσατε τὰ ζητήματα καὶ φέρετε εἰς ἡμᾶς, —πάλιν εἰς τὸν λαόν,—τὴν ὠφέλιμον πρότασιν, ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα. Καὶ οἱ αὐτοκράτορες συγγραφεῖς συνέτασσον ὅ,τι εἰς αὐτοὺς ἐφαίνετο εἰς τὴν πόλιν συμφέρον, πρόσφορον εἰς τὴν ὥραν, προσῆγον αὐτὸ εἰς τὸν λαόν, ὁ δὲ λαὸς διὰ ἀνατάσεως τῶν χειρῶν παρεδέχετο τὴν πρότασιν. Καὶ πάλιν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν λαόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπ’ οὐδενὸς προσκληθεὶς ἀνεκήρυξεν ἑαυτὸν συγγραφέα αὐτοκράτορα, συνέγραψε τὸ σχέδιον αὐτό, καθ’ ὃν τρόπον προεῖπον, καὶ ἔφερε πρὸς ἡμᾶς, ὅπως ψηφίσωμεν αὐτό. Ὅστις εὐαρεστεῖται θὰ ψηφίσῃ αὐτό, ἐγὼ βεβαίως θὰ καταψηφίσω. Καὶ ἐπειδὴ καίτοι ἐγὼ ἔχω μεγάλην ὑπομονὴν δὲν εὑρίσκω λόγον νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν ὅτε τὸ ὅλον εὑρίσκω ἄξιον ἀποδοκιμασίας, θὰ ἀφήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συζητήσῃ τὰ ζητήματα μετ’ ἄλλων νεωτέρων.
§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τὸν νόμον τοῦ 1883;
§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἆ, μάλιστα. Περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1883 ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω καίτοι δὲν ἤμην ἐκ τῶν ὑπογραψάντων αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις ἐπεκαλέσθη εἰς ἐπικουρίαν καὶ ἀνέγνωσεν αὐτόν, ἔσφαλεν, διότι ἐκεῖνος ὁ νόμος ἦτο νόμος προσωρινός, ὄχι διαρκής. Ἐφρόντισε δὲ ὁ ὑποβαλὼν αὐτὸν καὶ ὥρισε τὰς πιστώσεις ζητῶν νὰ λάβῃ αὐτὰς ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐξοχώτατος κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ, ὁ ἐξοχώτατος νοῦς τοῦ Τρικούπη ἐζήτει καὶ ἐλάμβανε πιστώσεις, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου εἰς ὃν ἀνεφέρετο, ἐπὶ ὑπαλλήλων ὅσους ὤριζεν ὁ τότε ὀργανισμός, γνωρίζομεν δὲ ὅτι τότε προσόντα δὲν ὑπῆρχον ἐψηφισμένα, διότι αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἐξετέλεσε τὴν ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ 1884, εἰσαγαγὼν νόμον αὐστηρότατον περὶ προσόντων, ὅστις καὶ ἐψηφίσθη, ὅστις ὅμως ἔζησεν ὀλίγον χρόνον.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπεστήριξε πρότασιν ἀναβολῆς, ἀλλὰ πρότασις ἀναβολῆς τοιαύτη δὲν ὑπεβλήθη συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§171Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλομεν τοιαύτην.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβαλλομένη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ζητοῦμεν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Βουλευτοῦ ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ ἀναβολῆς». Ἀλλὰ πρότασις δέκα Βουλευτῶν περὶ ἀναβολῆς δὲν ὑπάρχει.
§173Γ. ΠΩΠ. Τὴν συμπληρώνομεν, κύριε Πρόεδρε. Θὰ τὴν φέρωμεν πάλιν μετὰ 2 λεπτά.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀποβλέπει ὅπως τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Ἀλλὰ πρότασις περὶ ἀναβολῆς δὲν ὑπάρχει.
§175Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν υἱοθετοῦμεν ἡμεῖς.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐγερθῆτε ὅσοι ὑποστηρίζετε τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἵνα ἴδωμεν ἂν εἶσθε δέκα. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν δέκα). Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ἔχει πρῶτος ὁ κ. Πὼπ.
§177Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο εἶχον ζητήσει ἐγὼ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως ὑποδείξας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον, δὲν θὰ ἦτο κἂν ἀσύμφορον πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν ὀφειλομένην εὐγνωμοσύνην, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπως μὴ παρασύρῃ ταύτην εἰς τὴν ψήφισιν ἐν συνόλῳ μὲν τοῦ νομοσχεδίου, εἰδικώτερον δὲ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ πλέον πᾶσαν ἔννοιαν συμμετοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου εἰς πράξεις ὁριζομένας ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι εἰς τὴν φωνὴν ἡμῶν τῆς προχθὲς προσετέθη ἡ φωνὴ τοῦ κύρους, καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς πείρας, τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου, ὅστις τὴν αὐτὴν σκέψιν διετύπωσε ζητῶν, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ὅπως ἐπιμελέστερον συνταχθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ ἰδιαίτατα, ὅπως τοῦτο κανονισθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Παρετήρησα καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ εἰσηγηθῶμεν ἐνταῦθα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀνατρέπουσιν ἐκεῖνα ἅτινα συνταγματικῶς πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν, σπεύδομεν νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, «ἐὰν ἔλειπε τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, ἀγνοῶ ποῖα ἐπιχειρήματα θὰ ἠδύνατο νὰ προσκομίσῃ ἡ νῦν Κυβέρνησις ὑπὲρ ἑαυτῆς». Ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσηγουμένη τοιαῦτα ἔκνομα καὶ παράνομα καὶ ἀντισυνταγματικὰ μέτρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραβολὴν τοῦ εἰσαγομένου θεσμοῦ πρὸς τὰ ἔξω κρατοῦντα, σαφῶς διετύπωσεν ἀπαντῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὥστε νὰ μὴ θελήσω ἐγὼ νὰ ἐπιμείνω, ἀνέγνωσε γνώμας προσφάτων συγγραμμάτων ἀναιρούσας ἄρδην ὅσα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ εἴπῃ περὶ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἆρά γε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσεκόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς παράδειγμα ἐκ τοῦ παρελθόντος, προσεκόμισεν αὐτὸ ἐν γνώσει τῆς ἀνακριβείας τοῦ ἐπιχειρήματος, ἢ προσεκόμισεν αὐτὸ ἐπιτροχάδην ἀναγνώσας τὸν νόμον τοῦ 1883 καὶ λαβὼν αὐτὸν καθ’ ὑποβολὴν καὶ καθ’ ὑπόδειξιν, ὡς κατηγόρησεν ὅτι καθ’ ὑποβολὴν καὶ καθ’ ὑπόδειξιν ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος· θέλω νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ὁ ἔνοχος τοιαύτης ἀνακριβοῦς διατυπώσεως πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ παρεσύρθη ἐξ ὑποδείξεως ἐλλοχῶντος φίλου, καὶ ὄχι ἐξ ὑποδείξεως ἐλλοχῶντος ἐχθροῦ του, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐφαντάσθη ὅτι παρεσύρθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Θέλω νὰ ἀνατρέψω, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβα τὸν λόγον, νὰ ἀνατρέψω τὴν συσχέτισιν τῶν διὰ τοῦ νόμου τούτου εἰσηγουμένων πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ κομίσῃ πρὸς παραβολὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ διατάξεις αἱ Συνταγματικαὶ εἶναι ῥηταὶ καὶ κατηγορηματικαί, πρόκειται δὲ περὶ ἐπιταγῆς συνταγματικῆς καὶ δὲν πρόκειται κἂν περὶ ἑρμηνείας ὁμοίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἑρμηνείας ἀναγομένης εἰς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κ. Δραγούμης καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ὁρίζεται, πῶς ἐκδίδονται τὰ Β. Διατάγματα δι’ ἐκτελέσεις νόμων. Πρόκειται νῦν περὶ παραβάσεως ἀπαγορευτικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ τονισθῇ, διότι ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἐσχάτως ἑρμηνευθεῖσαν πρὸ ὀλίγου συζητηθεῖσαν καὶ ψηφισθεῖσαν παρέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατυπώσας ὡς συνέταξε τὸ 11ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Σὺν τῇ ἀπαγορευτικῇ δὲ ταύτῃ διατάξει τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς νομοθετικῆς ἰσχύος τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων παρέβη νέαν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, πρόσφατον καὶ αὐτὴν οὖσαν, τὴν ἀφορῶσαν τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται ῥητῶς: «Μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου». Συνεπῶς δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ ἐντελῶς ἀντιθέτου πράγματος, πρόκειται περὶ ἀπαγορευτικῆς διατάξεως Συνταγματικῆς, τὴν ὁποίαν παρέβη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη, ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορευτικὴ τοῦ ἄρθρου 61. Εἶναι ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ καὶ εἰδικῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 ἡ διάταξις τῆς αʹ. παραγράφου τοῦ ἄρθρου 102, ἥτις λέγει ῥητῶς: «Τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου.» Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον καὶ προκειμένου περὶ μισθῶν καὶ προκειμένου περὶ προσόντων ὑπάρχει ἡ Συνταγματικὴ ἐπιταγή, ὅτι εἰδικῶς ὁρίζονται διὰ νόμων, ποία εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα διὰ Διατάγματος κανονίσῃ μισθούς, κανονίσῃ προσόντα; Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ ἄλλο τι εἰμὴ νὰ κομίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὸν νόμον ͵ΡΚΣΤʹ τοῦ 1883 τὸν ἀφορῶντα περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ἡ Ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 27, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρετήρησα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἰδίας αὐτοῦ ἐμπνεύσεως. Διότι καὶ εὐφυὴς εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δικανικότητα ἔχει, βεβαίως δὲ τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν θὰ ἀπετόλμα νὰ τὸ πράξῃ, ἐὰν εὑρίσκετο ἔξω τοῦ δικαστηρίου τούτου ἀσκῶν ἄλλο ἐπάγγελμα, καὶ θέλων νὰ εὕρῃ ἐλαφρυντικὰ ὑπὲρ ἄλλου τινός, προσώπου πλέον. Τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐγκαυχώμενος ὅτι μιμεῖται τὸ παρελθὸν καὶ ἵνα καταπλήξῃ ἡμᾶς ἀκούσατε τί λέγει: «Ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἥν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος γίνῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς θέλει διορίσει τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν, συστήσει τὰ ἀπαιτούμενα ἐργοστάσια καὶ ὀργανώσει τὴν ὑπηρεσίαν δυνάμει Β. Διαταγμάτων, ἀφοῦ λάβῃ τὴν πρὸς ταῦτα ἀναγκαίαν πίστωσιν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον διὰ τὸ ἔτος 1883 χορηγεῖται πίστωσις ἐκ δραχμῶν 300,000 καταλογιζομένων κατὰ τὸ ἄρθρον 134 τοῦ λογιστικοῦ νόμου ὑπὸ τὴν μερίδα προκαταβολαὶ καὶ δάνεια εἰς βάρος τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 εἰσπρακτέου δικαιώματος». Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ μᾶς λέγει, ὅτι οὐδέποτε λαμβάνει τὴν γνώμην ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους διακρίνει ἀσυνεσίαν καὶ ἄνοιαν. Ἤθελον νὰ ἐγνώριζον ποῖος εἶναι ὁ φίλος αὐτοῦ, ὅστις κατώρθωσε νὰ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν μεθόδου ἀναγνώσεως, οὐχὶ πλέον ἁπλῆς ἀνοίας καὶ ἁπλῆς ἀσυνεσίας: Τὶ λέγει δὲ τὸ ἄρθρον 134 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, εἰς ὃ παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον; Λέγει ὅτι: (Ἀναγινώσκει:) «τὰ εἰδικὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων κρίνεται νὰ δοθῇ τὸ δάνειον ἢ ἡ προκαταβολή, προκαλούμενα καὶ προσυπογραφόμενα ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, κοινοποιοῦνται πάντοτε εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μόνος ζητεῖ ἑκάστοτε ἔκτακτον πίστωσιν καὶ ἐντέλλεται τὴν πληρωμὴν κλπ. Βλέπομεν λοιπὸν ὅτι πρόκειται περὶ νόμου κανονίζοντος τὰ εἰδικὰ Διατάγματα καὶ ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν ἰσχύι ἔκτοτε ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι προκειμένου περὶ οἱασδήποτε ὑποθέσεως ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ἄρθρου 35, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπαγορευτικόν, ἐπετρέπετο ὁ διακανονισμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως διὰ Β. Διαταγμάτων, οὔτε σεῖς θὰ ἐλαμβάνετε τὸν κόπον νὰ ἔρχησθε ἐδῶ. (Ἀναγινώσκει): Προκαλούμενα καὶ προσυπογραφόμενα, κοινοποιοῦνται πάντοτε εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μόνος ζητεῖ ἑκάστοτε ἔκτακτον πίστωσιν καὶ ἐντέλλεται τὴν πληρωμήν.» Τοῦτο λέγει τὸ Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑπάρχει σχέσις τις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τοῦ ἄρθρου 11ου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ νομοθέτης εὑρισκόμενος ἐνώπιον ἐξαιρετικῆς ἀνάγκης, τῆς ἀνάγκης ἐπιβολῆς φόρου, δὲν ἐγνώριζε κἂν ἀκόμη κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐγίνετο ἡ ἐφαρμογὴ τῆς φορολογίας ταύτης καὶ ἐσκέφθη ἀναχωρούσης τῆς Βουλῆς νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ μέσον αὐτὸ ἐντὸς ὅμως τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ διότι καθώρισεν ὅτι παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίστωσιν 300,000 δρ. Ἐπὶ πλέον αὐτοῦ οὐδὲν ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ ἡ τότε Κυβέρνησις, καὶ οὕτω ἡ Βουλὴ ἐχορήγει τὴν πίστωσιν, ἀλλὰ τὴν ἐχορήγει δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ 134 ἄρθρον αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται καὶ πόθεν θὰ λαμβάνωνται τὰ ποσὰ ταῦτα, διότι δὲν λαμβάνονται ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ εἰδικοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει καὶ τὸ μέρος καὶ τὴν εἴσπραξιν ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ λαμβάνωνται τὰ χρήματα κατ’ ἀπόφασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἤθελον ἀπευθυνθῆ ὄχι πλέον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶπον καὶ προχθές, εἶναι ἀμετάπειστος καὶ περὶ ἑνὸς καὶ μόνου μεριμνᾷ, περὶ τοῦ ἀλαθήτου αὐτοῦ, ἀδιαφορῶν ἂν ὅσα εἰσηγεῖται εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀρκεῖ νὰ εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ ἀντίληψιν, τὴν εὐρεῖαν μέν, ἀλλὰ τὴν κατεχομένην ἀπὸ τὸν πόθον νὰ μὴ εὑρίσκῃ οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν, οὐδεμίαν ἀντίδρασιν. Ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἐν τῷ βάθει τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει ὅτι ὀρθὰ καὶ δίκαια εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ πιστεύσω ὅτι ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀντιληπτοῦ καὶ εἰς τοὺς λαβόντας στοιχειώδη μάθησιν τῆς ἀναγνώσεως καὶ τῆς παραβολῆς τῶν νόμων θὰ ἤθελε νὰ παρασύρῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἄρνησιν ὑποταγῆς εἰς ἀπαγορευτικήν, ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν. Ἀλλ’ ἐσυνηθίσαμεν νὰ βλέπωμεν ἐμφανιζομένην ἑκάστοτε τὴν Κυβέρνησιν ἐνώπιον ἡμῶν, λέγουσαν ὅτι καλύπτει διὰ τῆς εὐθύνης αὑτῆς τὰς παραβάσεις τῶν νόμων καὶ ἔχομεν ἤδη νέαν ὁρμὴν Κυβερνητικήν, ὄχι πλέον πρὸς μεταβολὴν νόμου εἰδικοῦ, νόμου συνεπαγομένου ἴσως καὶ ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ νόμου καταστατικοῦ, αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁρμώμενοι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ διότι δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ τοῦτο, ἀλλὰ διότι ἀποσκοποῦμεν εἰς τὴν δημιουργίαν νομοθετικοῦ ἔργου ἀνταποκρινομένου καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας καὶ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν πάντες ὑπέχομεν, τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸ Πολίτευμα. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου βλέπομεν ἐκεῖνον, ὅστις καὶ ἐπιστημονικῇ μορφώσει καὶ θέσει καὶ ἀποστολῇ ἐκλήθη ὡς ἐφορεύων τῶν νόμων, νὰ ἔρχηται καὶ νὰ ζητῇ τὴν ψῆφον ἡμῶν εἰς παράβασιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος.
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι τολμηρότερον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὁμιλῇ τις ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς νομοσχεδίου, ἔχοντος ἀντικείμενον τὸν διακανονισμὸν ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, παρὰ νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸν γενικὸν πόθον τοῦ ἔθνους εἰσηγούμενος οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς διεβεβαίωσεν ὅτι πάντα τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι προϊόντα τῶν ὑπουργικῶν προθαλάμων, ἀλλ’ εἶναι προϊόντα τοῦ σπουδαστηρίου. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὸν νοῦν αὐτοῦ καὶ τὴν εὐρυμάθειαν, δὲν ἠμποροῦμεν, παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἔκπληξίν μας, πῶς τὸ σπουδαστήριον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρήγαγε τοιοῦτον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἕκαστον ἄρθρον μαρτυρεῖ τὴν σπουδήν, μετὰ τῆς ὁποίας συνετάχθη. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν περίφημον διάταξιν περὶ τῶν ἀγροτικῶν φυλακῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐγκλείωνται καὶ οἱ φοβερώτεροι τῶν κακούργων, οἱ καταδικασθέντες εἰς πρόσκαιρα δεσμά, ἐπίσης οἱ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντες, ἀφοῦ ἀποτίσουν εἰκοσαετῆ ἐγκάθειρξιν ἐν ταῖς κεντρικαῖς φυλακαῖς καὶ μὴ ἔχοντες φυσικὰ πολλὰς ἐλπίδας ὅτι θὰ ἐξέλθωσι ποτὲ τῶν φυλακῶν τῶν ἀγροτικῶν, αἱ ὁποῖαι, παρὰ τὴν γενικὴν ἰδέαν, τὴν διέπουσαν τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μικτὸν σύστημα, θέλουν ὀργανωθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῆς συμβιώσεως. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς ἄλλας διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας διὰ Β. Διατάγματος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίζωνται ἀστυνομικὰ μέτρα, ἔχοντα κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν χαρακτῆρα ποινῆς, καὶ διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονίζηται ὁ τρόπος τῆς φυλακίσεως τῶν ὑποδίκων. Τέλος ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν περίφημον διάταξιν, καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῇ ὁ ἀριθμός, ὁ μισθὸς καὶ τὰ προσόντα ἐν γένει τῶν ἑκατοντάδων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἀπαραίτητοι, ὅπως λειτουργήσουν αἱ διάφοροι φυλακαὶ τοῦ Κράτους. Διὰ τῆς γενικῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ἡ Βουλή, ἐζήτησεν ὄχι νὰ ματαιωθῇ ἡ ὀργάνωσις τῶν φυλακῶν, ἀλλὰ νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς μετριοφρονέστερον νομοσχέδιον, ἀποβλέπον εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν κληροδοτημάτων πρὸς ἀνέγερσιν ὡρισμένων φυλακῶν, εἰς ὡρισμένους τόπους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου σχεδίου καὶ μελέτης, ὅπως οὕτω, κατόπιν τῆς πείρας τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσωμεν, προβῶμεν εἰς τὴν ἀνίδρυσιν καὶ τῶν ἄλλων φυλακῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει μεγαλειτέραν φιλοδοξίαν, θέλει νὰ ὀργανώσῃ καὶ συντάξῃ ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους διὰ μιᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ δικαίως ἀποκρούει τοιοῦτον γενικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπαρκῶς μελετημένον, καὶ δικαίως ἀρνεῖται νὰ ἐπιτρέψῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου νομοσχεδίου τὴν σύναψιν δανείου εἰς ποσὸν ἀπεριόριστον καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπίσης ποσοῦ τελείως ἀπροσδιορίστου. Δικαίως ἀρνεῖται ἡ Βουλὴ νὰ περιβάλῃ μὲ νομοθετικὸν κῦρος διατάξεις ἀντικειμένας εἰς τὸ Σύνταγμα, διατάξεις ἐντελῶς πρωτοτύπους, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν δικαιολογία. Πλὴν τῶν πρωτοτυπιῶν τὰς ὁποίας κατέδειξε καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς σήμερον, σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλην μίαν πρωτοτυπίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρωτοτυπίαν, ἡ ὁποία δεικνύει πῶς ἐξελίσσεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἀντίληψίν του περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως σκέπτηται καὶ ἀποφασίζῃ περὶ νομοθετικῶν πραγμάτων, τὴν πρωτοτυπίαν, καθ’ ἣν ἡ ἵδρυσις τῶν κεντρικῶν φυλακῶν δὲν θὰ γίνῃ ὅπως ἡ ἵδρυσις τῶν Δικαστηρίων, δι’ ἣν κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγηθέντα καὶ ψηφισθέντα νόμον ἔχουσιν ἰσχύν, ὡς ἦτο φυσικόν, τὰ κρατοῦντα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν Δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ κατὰ τρόπον κανονισθησόμενον διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἐνῷ προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως οἱουδήποτε σοβαροῦ δημοσίου ἔργου οἱ κείμενοι νόμοι προβλέπουν κατὰ ποῖον τρόπον γίνεται ἡ ἐκτέλεσις, πῶς ἐνεργεῖται ἡ δημοπρασία, ὅπως δοθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, ποίους ὅρους πρέπει νὰ ἐκπληροῖ ὁ ἐργολάβος, πῶς θὰ γίνεται ἡ παραλαβὴ τοῦ ἔργου, πῶς ἡ πληρωμὴ τοῦ ἐργολάβου καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐξ ἀντιθέτου διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ στοιχίσουν ἑκατομμύρια ὅλα, οὐδὲν τούτων κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ τηρηθῇ, ἀλλὰ διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως, παραλαβῆς πληρωμῆς κλπ. Ἴσως ἀντείπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἐνταῦθα, διότι διὰ τὰς φυλακὰς θέλουν χρησιμοποιηθῆ καὶ οἱ κατάδικοι. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτός ποτε ἤθελε προβληθῆ ἰσχυρισμός, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι σπουδαῖος. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι σπουδαῖος πρῶτον, διότι εἶναι δυνατὸν διὰ διατάξεως νὰ καθορισθῇ καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν καταδίκων καὶ ἡ ἐφαρμογὴ ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν συμφορωτέρα διὰ τὸ Κράτος ἐκτέλεσις δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ δὲν ἤθελεν εἶσθαι σπουδαῖον τὸ ἐπιχείρημα καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι διὰ λόγους σωφρονιστικοὺς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἐργασίας οἰκοδομικῆς εἰς τοὺς καταδίκους, μέλλοντας οὕτω νὰ ἔλθωσιν ἀναγκαίως εἰς συγχρωτισμὸν μὲ ἐλευθέρους ἐργάτας.
§179Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦτο;
§180ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν κτιρίων ὁρίζεται ὅτι: «ἡ ἐκτέλεσις τῶν κτιρίων θέλει ἐνεργηθῆ συμφώνως πρὸς τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως Δημοσίων ἔργων ἐν γένει· ἐξ ἀντιθέτου ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου λέγει τὸ ἑξῆς: «Τὰ τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐφαρμογῆς τῆς ἐγκριθησομένης μελέτης, εἰς ἣν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐκδιδομένην μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως, πρὸς ἐργασίαν καὶ οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους κατάδικοι, τὰ τῆς ἐπιβλέψεως, τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν, τὰ τῶν πληρωμῶν καὶ τὰ τῆς παραλαβῆς, κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου κατὰ πρότασιν τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν». Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δηλαδὴ ὅσον ἀφορᾷ τὰς φυλακὰς τροποποιοῦνται τὰ ἰσχύοντα περὶ Δημοσίων ἔργων.
§181Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν φυλακισμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς τὰς ἀνεγερθησομένας.
§182ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὰς φυλακὰς τὰς ἀνεγερθησομένας δὲν θὰ εἶναι κανεὶς κατάδικος! Δὲν εἶναι τὸ οὐσιῶδες ζήτημα τοῦτο, ἂν θὰ χρησιμοποιηθῶσιν οἱ κατάδικοι. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων θὰ γίνῃ ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ὁρίζονται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων. Εἶπον ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ προβληθῇ ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν ἀνίδρυσιν τῶν φυλακῶν καὶ οἱ κατάδικοι, καὶ λέγω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἦτο σοβαρὸς ἰσχυρισμός, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυασθῶσι καὶ τὰ δύο.
§183Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐπιτρέπετε;
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως λεπτομερειῶν. Ἡ συζήτησις ἀφορᾷ τὴν ἀναβολήν, ὑμεῖς δ’ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν, κύριε Βουλευτά.
§185ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε, ὁμιλῶ· διότι εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ τὰ δύο νὰ συνδυασθῶσι, καὶ ἡ χρησιμοποίησις τῶν καταδίκων καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων περὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο σοβαρὸς ὁ ἰσχυρισμός, ἐπαναλαμβάνω, καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι δὲν εἶναι συμφέρον ἕνεκεν λόγων σωφρονιστικῶν νὰ ἀνατίθηται ἡ ἐκτέλεσις εἰς καταδίκους τοιούτων οἰκοδομικῶν ἔργων, ὁπότε θὰ γίνῃ ἀνάγκη νὰ ἔρχωνται εἰς ἄμεσον συγχρωτισμὸν οἱ κατάδικοι μὲ ἐλευθέρους ἐργάτας, καὶ διότι ἐπιπλέον ἡ τοιαύτη ἄνευ ἀμοιβῆς ἐργασία τῶν καταδίκων θὰ ἦτο ἥκιστα ἀποτελεσματικὴ καὶ ἑπομένως, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ δαπάνη τῆς φυλάξεως τῶν καταδίκων, δὲν θὰ ἐπέφερεν οἰκονομίαν τινά. Ἐναντίον ὅλων τῶν βασίμων ἀντιρρήσεων ἡμῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς περιωρίσθη νὰ ἐπικαλεσθῇ παράδειγμα ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐξηγέρθημεν κατὰ τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ καὶ ὡς κυριωτάτη ἀρχὴ τοῦ προγράμματος ἡμῶν, πάντων ἡμῶν, ἦτο ἡ ἄρνησις τοῦ παρελθόντος δι’ ὅσα κακῶς κατ’ αὐτὸ ἐπράχθησαν, δὲν δυνάμεθα δὲ τώρα παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἀγανάκτησίν μας, διότι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων ἠγέρθη ἡ ἀξίωσις, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ μιμώμεθα τὸ παρελθόν. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§186Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ ὁποίου πρόκειται, κατῆλθον τοῦ βήματος, ἠσθάνθην ὀδύνην τινὰ, διότι ἐνόμισα ὅτι εἶχον ἐκφρασθῆ δριμύτερον ἢ ὅσον ἐπέτρεπε ἡ ἀνατροφή μου ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, προσεπάθησα δὲ κατόπιν νὰ δικαιολογήσω διὰ τῆς συμμετοχῆς μου εἰς τὴν συζήτησιν ἐφ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας κατὰ τοῦ συνόλου αὐτοῦ διετύπωσα, τὴν μομφὴν τῆς συγχύσεως καὶ τὴν μομφὴν τῆς ἀοριστίας, αἱ ὁποῖαι διαπνέουσι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὅμως τοῦ τροπολογημένου νομοσχεδίου, ἰδίως δὲ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν αἰσθάνομαι καμμίαν μεταμέλειαν διὰ τὴν δριμύτητα μεθ’ ἧς ἔψεξα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ τὸν εἰσηγητὴν αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντῶν εἰς πικρὰ μαθήματα, δοθέντα αὐτῷ ἀπὸ τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτήν, ὡμολόγησεν ὅτι εἶναι νέος εἰς τὸν πολιτικὸν βίον. Καὶ ἄνευ τῆς ὁμολογίας του ὅμως, μόνον ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, μόνον ἐκ τοῦ τρόπου, λέγω, δι’ οὗ κατέρριψεν ἓν μέγα ζήτημα ἐκ τοῦ ἐπιπέδου τῆς πολιτικῆς συζητήσεως —τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως—εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς δικηγορικῆς ἐπιχειρηματολογίας, θὰ ἐπείσθητε πάντες, ὅτι εἶναι πράγματι νέος ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐστερημένος πολιτικῆς ἀνατροφῆς καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὁμολογίας του διὰ νὰ τὸ μάθωμεν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἐὰν ἔχῃ νὰ παρουσιάσῃ πολλὰ τὰ καλὰ, ἔχει ὅμως καὶ τοῦτο τὸ ἔκτροπον νὰ παρουσιάσῃ, ὅτι γίνεται τις ἀκροατὴς καινοφανῶν θεωριῶν συνταγματικῶν, καινοφανῶν κοινοβουλευτικῶν δογμάτων. Ὡς βουλευτὴς καὶ μέλος τοῦ Σώματος αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστρέψω πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ φιλοφρόνημα καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἐὰν ἔχῃ πολλὰ τὰ καλὰ ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ παρουσιάσῃ, ἔχει ὅμως καὶ τὸ ἔκτροπον, ὅτι παρουσιάζονται πρὸ αὐτῆς ὑπουργοὶ ἀποτολμῶντες νὰ εἰσάγωσι τοιαῦτα σχέδια νόμων, τὰ ὁποῖα κατερρακώθησαν ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σας.
§188Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σχέδιον νόμου τοῦ ὁποίου ἡ ἀοριστία καὶ ἡ σύγχυσις εἶναι τοσαύτη, ὥστε οὐδεὶς καλῆς πίστεως συζητητὴς παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατώρθωσε νὰ ἀποκρύψῃ τὴν εὐχήν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μείνῃ ἀψήφιστον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶπον, ὅτι κατέρριψε τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὀφείλεται νὰ συζητῶνται ζητήματα συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν ἐν Κοινοβουλίοις εἰς ζήτημα δικηγορικῆς ἐπιχειρηματολογίας. Ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἠκολουθήθησαν αἱ αὐταὶ μέθοδοι, τὰς ὁποίας ἠκολούθησεν ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἠκούσατε ἀπὸ πολιτευτὴν γηράσαντα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅτι οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθὸν παρουσιάσθη νομοσχέδιον τοιοῦτο, ζητοῦν δι’ ὅλων τῶν διατάξεων αὐτοῦ οὐδὲν μὲν νὰ ῥυθμίσῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, τὰ πάντα δὲ ν’ ἀφελῶσιν, ὅπως ῥυθμισθῶσιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν συμπληρώσῃ τὰς μελέτας του περὶ φυλακῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει κἂν ἀρχίσει. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ σκοπιμότης ἐπιβάλλει τὴν τοιαύτην ἀοριστίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐγκαταλείπων τὸ πεδίον τῆς συζητήσεως τῆς θεωρητικῆς περὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν ὠλίσθησεν εἰς τὸ πεδίον τὸ ἀόριστον καὶ συγκεχυμένον τῆς σκοπιμότητος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ πεδίου τούτου τὸν ἐκδιώκει ἡ λογική, ἡ στοιχειώδης λογική. Ὅταν πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῶσιν ἔργα ὅπως εἶναι αἱ φυλακαί, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα, διὰ νὰ καταρτισθῶσι τὰ σχέδια, διὰ νὰ γίνῃ οἰκοδόμησις, θὰ ἀπαιτήσωσι πάροδον χρόνου καὶ χρόνου μακροῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν τρὶς καὶ τετράκις νὰ πέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, οὐδεμία σκοπιμότης ἐπιβάλλει νὰ σπεύσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ Διαταγμάτων ῥυθμίσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος μόνης τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ. Πόσον ἡ στοιχειώδης λογικὴ ἀντιμάχεται πρὸς τὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποδεικνύει αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον. Φαντασθῆτε, κύριοι Βουλευταί! Εἶναι κανονικόν, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι νόμιμον, εἶναι σκόπιμον τὸ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ διαθέσῃ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους πρὸς σύναψιν χρεολυτικῶν δανείων ἀπροσδιορίστου ποσοῦ, εἶναι σκόπιμον καὶ νόμιμον νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων ἀξίας ἑκατομμυρίων ἄνευ μειονοδοτικῆς δημοπρασίας, εἶναι νόμιμον καὶ σκόπιμον, λέγει ὁ Ὑπουργός, νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ αὐτὴ ποινάς, νὰ κανονίσῃ ἀστυνομικὰ μέτρα ἐναντίον πολιτῶν· εἶναι νόμιμον καὶ σκόπιμον, λέγει ὁ Ὑπουργός, νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ὁρίσῃ θέσεις, ὅπως ὁρίσῃ μισθοὺς καὶ βαθμούς, ὅπως ὁρίσῃ λόγους παύσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅμως κατὰ τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργὸν διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ Ἀβερώφειον ἢ τὰς κεντρικὰς φυλακὰς τὰς γυναικείας ἡ ἐφορία αὐτῶν ἅπαξ τοῦ μηνὸς καὶ οὐχὶ δίς, ἀπαιτεῖται νόμος! Τὴν τοιαύτην λεπτομέρειαν τῆς ἐπισκέψεως τῶν φυλακῶν Ἀβέρωφ καὶ τῶν κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν ὑπὸ τῶν ἐφοριῶν τὴν κανονίζει τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Τὸ ἄρθρον λέγει· «ἡ διοικοῦσα ὅμως τὰς κεντρικὰς γυναικείας φυλακὰς ἐφορία ἀπαρτίζεται ἐφεξῆς ἐκ τῶν αὐτῶν μελῶν, ἐξ ὧν καὶ ἡ διοικοῦσα τὸ ἐφηβεῖον Ἀβέρωφ, ὡς πρὸς ἀμφοτέρας δὲ τὰς φυλακὰς ταύτας ἡ ἐφορία θεωρεῖται ἐν ἀπαρτίᾳ, ἂν εἶναι παρόντα τρία τοὐλάχιστον τῶν μελῶν αὐτῆς». Τὴν ἀπαρτίαν λοιπὸν τῆς ἐφορίας τὴν κανονίζομεν διὰ νόμου! Ἀλλὰ καὶ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως τὴν κανονίζομεν διὰ νόμου, διότι λέγει περαιτέρω τὸ αὐτὸ ἄρθρον. «Καὶ ἀποφασίζει κατὰ πλειονοψηφίαν ἐπικρατούσης ἐν ἰσοψηφίᾳ τῆς ψήφου τοῦ Προέδρου. Αἱ ἐπισκέψεις τῆς ἐφορίας γίνονται ἅπαξ τοῦ μηνὸς ὡς πρὸς ἑκατέραν τῶν φυλακῶν τούτων». Φαντασθῆτε λοιπὸν ὅτι ἐν ᾧ τοιαῦται λεπτομέρειαι κανονίζονται διὰ νόμου, αἱ ἄλλαι οὐσιώδεις σχέσεις λόγῳ σκοπιμότητος πολιτικῆς ἀπαιτεῖται νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν παγγνωσίαν, τὴν πανσοφίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ εἶναι μόνον τοῦτο; Εἶναι μόνον ἡ ὄψις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συζήτησιν ἐθίξαμεν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν προσέδωκε τὸ κῦρος τῆς ἐμπειρίας τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἀρτίας ἐπιστημονικῆς αὐτοῦ καταρτίσεως ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής; Εἶναι μόνη ἡ ὄψις ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ νὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἔκδοσιν Βασ. Διαταγμάτων πρὸς ῥύθμισιν πραγμάτων τῆς ἁρμοδιότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κατὰ τρόπον ἥκιστα Συνταγματικόν, διότι εἶναι τρόπος ἥκιστα κοινοβουλευτικός; Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 13, θὰ ἴδητε ὅτι πάλιν παρὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε διὰ νὰ μὴ ἀγορεύσω τὴν τελευταίαν φορὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἤθελε παραλίπει τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ὑπάρχει τὸ αὐτὸ δεύτερον ἐδάφιον καὶ εἰς τὸ τροπολογημένον σχέδιον. Δι’ αὐτοῦ δὲ ζητεῖ ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέψῃ ὄχι πλέον εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ εἰς τὸν Ὑπουργόν, νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς λειτουργίας τῶν ἀνεγερθησομένων φυλακῶν.
§189Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπε προχθές, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς κανονιστικῆς ἐξουσίας.
§190Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου, διότι ὅ τι, ἀνάγεται εἰς τὴν οἴκοθεν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦτο πάντοτε ἐξυπακούεται.
§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Διὰ τῶν αὐτῶν Διαταγμάτων δύναται νὰ ὁρισθῇ ὅπως δευτερεύουσαι κανονιστικαὶ λεπτομέρειαι, ἰδίᾳ αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἐσωτερικὴν τῶν φυλακῶν λειτουργίαν καθορισθῶσι δι’ ἰδίου κανονισμοῦ ἐγκρινομένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῶν ἀνεγερθησομένων φυλακῶν». Καὶ ἀληθῶς εἰς τὴν ὑπουργίαν αὐτοῦ ἀνήκει τὸ μέρος τοῦτο.
§192Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ φύγῃ· διότι ἄλλως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς χορηγηθησομένης ἐντολῆς δύνανται νὰ ἐκδοθῶσιν ὑπουργικοὶ κανονισμοὶ μὲ περιεχόμενον Β. Διατάγματος.
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποπτεύεσθε, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον τὸ νομοσχέδιον πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶπον;
§195Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅτι θὰ φύγῃ τὸ δεύτερον ἐδάφιον.
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε σεῖς;
§197Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως καὶ θέλω καὶ πρέπει.
§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναπτύξατε τὴν γνώμην σας, χωρὶς νὰ διευθύνητε τὴν Βουλήν.
§199Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶσθε ἁρμόδιος νὰ ἀπευθύνητε συστάσεις καὶ νὰ κάθεσθε ἥσυχος.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βουλευτά.
§201Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, διότι εἶναι πράγματι καινοφανὴς εἰς τὰ χρονικά μας. Ἐγὼ ἐζήτησα αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν. Ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ ἀναγνωρίσωμεν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς ἁρμοδιότητός του ἔχει; Τότε περιττὸν νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν.
§202Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ συζητήσωμεν τότε θὰ ἀπαντήσω, ἐὰν θ’ ἀφαιρεθῇ ἢ ὄχι.
§203Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἤθελον πρὶν ἀφήσω τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἀντικοινοβουλευτικότητος τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς νέος ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ φαίνεται ὅτι δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου μας. Ἐὰν ἐμελέτα θὰ ἤξευρεν ὅτι πρὸς τὴν ἐποχὴν τῆς παντοδυναμίας τοῦ Τρικούπη συμπίπτει ἡ φωνὴ ἡ ἀκουσθεῖσα ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τοῦ 1883 ὑπῆρξαν αἱ πρῶται κραυγαὶ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἄς μὴ μᾶς φέρωσι λοιπὸν παραδείγματα ἀπὸ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, καθ’ οὗ ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ὁ λαὸς καὶ ἐζήτησε θεραπείαν τῆς καταστάσεως καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἐπέτυχε ταύτην διὰ τοῦ νέου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οὕτω καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα ἰδίως αὐτοῦ ἀσυστόλως παραβιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς ἐμὲ δὲν κάμνει ἐντύπωσιν ἡ παραβίασις αὕτη. Ἐψηφίσθη καὶ ἄλλο νομοσχέδιον δεικνῦον, πόσον ὀλίγον εὐλαβεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος· τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃ, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος, ἵνα παυθῇ ὑπάλληλος, ἀπαιτεῖται ἀπόφασις διοικητικοῦ συμβουλίου, κατ’ αὐτὸ ἀρκεῖ γνωμοδότησις ἁπλῆ. Τοιοῦτος ὁ σεβασμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ νέον Σύνταγμα! Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠπόρησε, διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐλέγχων τὸ νομοσχέδιον ἐπ’ ἀοριστίᾳ δὲν ἀνέφερε καὶ ὡρισμένας συγκεκριμένας περιπτώσεις καταδεικνυούσας τὴν ἀοριστίαν ταύτην. Ἡ καλὴ πίστις ἐπέβαλλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀγνοῇ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν πάντα τὰ ἄρθρα ἐξηλέγχθησαν ἀπὸ ὅλους τοὺς ῥήτορας καὶ τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας ὡς περιέχοντα διατάξεις ἐπικινδυνωδεστάτας καὶ καθ’ ἑαυτὰς καὶ ἰδίως λόγῳ τῆς ἀοριστίας των. Ἐγὼ ἰδιαιτέρως ἐπανειλημμένως ἀγορεύσας κατέδειξα τὴν ἀμελετησίαν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἀμελετησίαν τὴν φυσικήν, δι’ ἣν δὲν κακίζω τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ πείσῃ τινά, δὲν δύναται κἂν νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἔστω καὶ μακρόθεν εἶδε λειτουργούσας τοιαύτας φυλακάς, οἵας φαντάζεται ὅτι ὑποτυπώνει εἰς τὸ νομοσχέδιόν του· τὴν ἀμελετησίαν τὴν διακρίνουσαν τὸ νομοσχέδιον ὑπηνίχθη βουλευτὴς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ἐπαναλαβὼν ὅ τι εἴπομεν πρότερον ἡμεῖς. Πῶς ἐφαντάσθητε ὅτι θὰ ὀργανώσητε φυλακάς, ἀφοῦ δὲν ἔχετε τὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ ποινικοῦ νόμου; Τίνα ποινικὸν νόμον θὰ ἀκολουθήσωμεν; Τίνα ἀντίληψιν σωφρονιστικὴν ἔχετε; Μήπως τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐξάγομεν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιόν σας, τῆς διακρίσεως τῶν καταδίκων καὶ τῆς ἐπ’ αὐτῶν ἐφαρμογῆς τῶν σωφρονιστικῶν μέτρων ἀναλόγως τοῦ μήκους τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη νόμου; Ἐὰν ναί, φωρᾶσθε ἐντελῶς ἀγνοοῦντες τὰς νεωτέρας τάσεις τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ νεώτερα πορίσματα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς σωφρονιστικῆς ἐπιστήμης. Δὲν διακρίνει σήμερον ἡ ἐπιστήμη, τῆς ὁποίας πολὺ συχνὰ κάμνει κατάχρησιν ὁ ἄγευστος αὐτῆς κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τοῖς νομοσχεδίοις του, προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ποινῆς, ἐγκλήματα καὶ μῆκος ποινῶν, ἀλλὰ ἐγκληματίας καὶ κατηγορίας ἐγκληματιῶν. Τοῦτο τὸ στοιχειῶδες θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν συνεβουλεύετο ξένους, ἀφοῦ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἐπιστήμονας, καίτοι ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν ἐντριβέστατοι εἰς τὰ τοιαῦτα ἐπιστήμονες.
§204Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μία σχολὴ παρεδέχετο ταῦτα.
§205Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὴ κατίσχυσε σήμερον.
§206Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τουναντίον. Ἡ ἀντίθετος σχολή.
§207Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς παραπέμπω, κύριε συνάδελφε, εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφον, ὅστις εἶναι καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι σήμερον, ἂν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ὀργανώσεως φυλακῶν μεμελετημένης, ὀφείλομεν νὰ μὴ κάμωμεν τὴν διαστολὴν κατὰ μῆκος ποινῶν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ συμβιβάσῃ θεωρίας ἀνηκούσας εἰς διαφόρους σχολὰς καὶ ἐποχάς, ἀλλὰ κάμνομεν ἄλλας διαστολάς, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς φωρώμενος ὅτι ἀγνοεῖ δικαιώνει τὴν ὑποψίαν ὅτι περὶ ἑνὸς μόνου ἐνδιαφέρεται, ὄχι περὶ ὀργανώσεως φυλακῶν, ἀλλὰ περὶ διαθέσεως τῶν ἑκατομμυρίων τῶν κληροδοτημάτων.
§208Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Διὰ νεωτέρου νόμου δύνανται νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα.
§209Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον δι’ ἀορίστου καὶ συγκεχυμένης φράσεως ζητεῖ ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ ἀπὸ τοῦδε χρημάτων ἱερῶν. Εἰς τοῦτο δὲν στέργω. Τοὺς νόμους δύνασθε νὰ τοὺς μεταβάλλητε. Ἀλλὰ τὰ χρήματα, ἅτινα διετέθησαν, δὲν θὰ τὰ ἔχητε πλέον. Τὴν ἀμελετησίαν διαβλέπομεν περαιτέρω, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ζήτημα τῆς παντελοῦς ἀοριστίας τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προβλέπεται ὅτι θὰ ὀργανωθῇ ἡ ἐργασία ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡς λίαν σπουδαῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου νομίζω ὅτι σᾶς ἀνέφερον τοὺς σχετικοὺς Γαλλικοὺς καὶ Πρωσσικοὺς νόμους. Ἤδη σᾶς ἀναφέρω τὸν νόμον τῆς Πολιτείας τῆς Νέας Ὑόρκης τοῦ 1897 καὶ τῆς Μασσαχουσέτης τοῦ 1898, οἵτινες δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων δι’ ἐργολαβίας. Ἐὰν τοιαύτη πρόνοια, ὅπως μὴ ἐπέρχηται σύγκρουσις τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων πρὸς τὴν τῶν ἐντίμων βιοπαλαιστῶν, λαμβάνεται διὰ νομοθετικῶν μέτρων ἐκεῖ, ποίαν πρόνοιαν περὶ προστασίας τῶν ἐλευθέρων βιοτεχνῶν λαμβάνετε ἐνταῦθα; Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην τρέφω εἰς τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀφ’ ἧς ἀπαντῶν οὗτος πρὸς τὸν κ. Ἀγαπητὸν ἰσχυρίσθη ὅτι θὰ συντάξῃ αὐτὸς καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς διακηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀφ’ ἧς εἶπεν ὅτι ἔχει καὶ ἀρχιτεκτονικὰς γνώσεις, ἔπαυσα νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτόν. Καὶ διὰ τὰ νομικὰ ἀκόμη αὐτοῦ φῶτα καὶ διὰ κάθε τι. Δὲν σᾶς ἀρκοῦν (θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς λεπτομερείας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων) μόνον αὐτὰ τὰ σημεῖα, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου πράγματι ἀμελετήτου γραμμένου ἐπὶ τοῦ γόνατος, μὲ ὡραίας λέξεις καὶ μὲ ἠχηρὰν ἐπικεφαλίδα καὶ μὲ ὑπόσχεσιν περὶ προνοίας διὰ τὴν γεωργίαν, διὰ νὰ καταπλήξωμεν τὸν λαόν, χωρὶς νὰ ἀσχολώμεθα σοβαρῶς περὶ φυλακῶν καὶ μὲ κίνδυνον διασπαθίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, τὰ ὁποῖα παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν διατιθέμενα, ἴσως νὰ ἐπετύγχανον τὸν σκοπόν των; Τὰς πολλαπλᾶς ἀοριστίας τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐξηλέγξαμεν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν; Καὶ σήμερον ὅσοι ἀναγινώσκετε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς Β. Διάταγμα ἐπιτρέπει τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν διαγωνισμοῦ πρὸς σύνταξιν σχεδίου τῶν κτιρίων; ὅτι εἰς Β. Διάταγμα ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων μειονοδοτικῆς δημοπρασίας ἐπιτρέπει τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων πρὸς ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν, ὅτι εἰς Β. Διάταγμα ἀφήνει τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν, καὶ τὸ ζήτημα τῆς συνομολογήσεως δανείων ἀπροσδιορίστων κατὰ ποσόν; ὅτι εἰς Β. Διάταγμα ἀφήνει τὰ ἀστυνομικὰ μέτρα τὰ κατὰ τῶν καταδίκων; Γνωρίζετε τί σημαίνει, Κύριοι, ἡ φράσις αὕτη; Γνωρίζετε ὅτι σημαίνει ἐπιβολὴν πραγματικῆς ποινῆς; Μήπως ἡ ἄλλη διάταξις περὶ πειθαρχίας τῶν καταδίκων δὲν εἶναι πραγματικὴ ποινή; Διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχίαν οἱ κατάδικοι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, καθ’ ὧν ὡς πειθαρχικὰ μέτρα ἐφαρμόζονται ἁπλῶς τὸ νὰ στερῶνται τῆς προαγωγῆς των καὶ νὰ στερῶνται τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι πολῖται ἔγκλειστοι, τῶν ὁποίων οἱαδήποτε αὐστηροτέρα ἐγκάθειρξις ἀποτελεῖ προσβολὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς αὐτοὺς προασπίζει τὸ Σύνταγμα; Μήπως δὲν ἀφήνει τὰ πάντα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας εἰς Β. Διάταγμα χωρὶς νὰ λαμβάνηται οὐδεμία μέριμνα ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστήμη ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται, διὰ νὰ μὴ κινδυνεύῃ ἡ ἐργασία τῶν ἐλευθέρων ἐντίμων πολιτῶν; Μήπως τὰ τῶν μισθῶν καὶ τῶν θέσεων, τὰ πάντα, δὲν ἀφήνονται εἰς Β. Διάταγμα; Μήπως εἰς Β. Διάταγμα δὲν ἀφήνεται ὁ κανονισμὸς τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ τὴν ὑποδικίαν τῶν ὑποδίκων; Ἡ ἀοριστία τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν γεννᾷ εἰς τὰς ψυχάς σας τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἥκιστα σοβαροῦ, νομοσχεδίου ἥκιστα ἀνταποκρινομένου πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος τούτου, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι Βουλευταί, συντάσσομαι μὲ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ θεωρῶ καὶ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ ἀμελέτητον, τὸ θεωρῶ καὶ ἐπικίνδυνον, τὸ θεωρῶ ὡς ἀνατρέπον ἐντελῶς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος, πρὸ παντὸς ὅμως ἀνευλαβὲς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Σῶμα τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος.
§210ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, ἀλλὰ νὰ ἐπιστρέψωμεν ταχύτερον.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν 10ην ἀκριβῶς. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 9 μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§214Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀνέρχομαι καὶ ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως σᾶς ἀπασχολήσω, ὀλίγας στιγμὰς μὲ ὅλον τὸν φόβον νὰ γίνω ἀφορμὴ νὰ ληφθῇ καὶ ἄλλο ἐκ Πατρῶν τηλεγράφημα ἀποδοκιμάζον τὴν ἐνέργειάν μου καὶ τῶν μετ’ ἐμοῦ μαχομένων, ὡς φερόντων κωλύματα εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§215Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἦλθε κανὲν τηλεγράφημα;
§216Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τηλεγράφημα ἐνισχύον τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ θαρραλέως πρὸς τὰ πρόσω καὶ μὴ ἀποβλέψῃ εἰς τὰς ἀναξίας λόγου ἀποπείρας τῶν προσπαθούντων νὰ ματαιώσωσι τὸ ἔργον αὐτῆς. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐσχάτως ἤρχισεν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀνορθώσεως καὶ δὲν θὰ λησμονῆτε τὴν γενομένην πρὸ ὀλίγων, ὀλιγίστων ἡμερῶν ἀγόρευσιν, πρόποσιν μᾶλλον, περὶ ἀνορθώσεως ἑνὸς εἰδικωτάτου, ἑνὸς ἐπιχειρηματίου ξενοδόχου, ὁ ὁποῖος τόσον χαίρει διὰ τὴν ἀνόρθωσιν, ὥστε νὰ ἐξακολουθῇ νὰ κατέχῃ καὶ νὰ καταλαμβάνῃ μέρος τοῦ πεζοδρομίου πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, πρὸς εὐόδοσιν, ἐννοεῖται, τῆς Ἀνορθώσεως.
§217Γ. ΠΩΠ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§218Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Λάμψας, ὁ ὁποῖος ἔχει καταλάβει τὸ ἥμισυ τοῦ πεζοδρομίου πρὸς ἰδίαν χρῆσιν κεραυνοβολῶν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τὸ δύσμοιρον αὐτὸ ἔθνος καὶ ὑμνῶν τὸ ἔργον τῆς Ἀνορθώσεως. Θὰ ἐπίστευον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδέποτε τοιοῦτον νομοσχέδιον κατόπιν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, οὐδέποτε νομοσχέδιον ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν ἐξακολουθήσει συζητούμενον, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔσπευδε νὰ ἀποσύρῃ αὐτό, καὶ θὰ ἔσπευδε ν’ ἀποσύρῃ αὐτό, διότι νομίζω ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικώτερος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ λέγω τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου δύο νόμους, τὴν ψήφισιν τῶν ὁποίων ἐζήτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νόμους σχετικοὺς μὲ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ μὲ τὴν ἐν τῷ πολέμῳ ναυτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς ἐντελῶς ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν, εὑρισκομένης ἐνταῦθα μιᾶς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, τῆς ὁποίας ὁ χρόνος τῆς ἐνταῦθα διαμονῆς θὰ εἶναι βραχύς. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις, λέγω, καθ’ ἃς θὰ ἐπετρέπετο ἴσως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ζητήσῃ διὰ διαταγμάτων νὰ κανονίσῃ τι, τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν περίπτωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ κανονίσῃ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων τὴν ὀργάνωσιν πλείστων ὅσων ζητημάτων, ἀλλὰ δὲν ἐζήτει οὔτε θέσεις νὰ ὀργανώσῃ, οὔτε προσόντα νὰ κανονίσῃ καὶ πάλιν ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ τοιαύτη ἄδεια, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καθόσον μερικὰ τῶν διαταγμάτων τούτων θὰ ὑπήγοντο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ σᾶς ἀναγιγνώσκω τὰ σημεῖα ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων θὰ μεριμνήσωσι Βασιλικὰ Διατάγματα προκαλούμενα πάντοτε μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ναυτικῆς ἀποστολῆς, τοῦ ὁποίου ἐπαναλαμβάνω ἡ διαμονὴ ἐνταῦθα θὰ εἶναι πολὺ βραχεῖα. Πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἐντελῶς ἐκτάκτων περιστάσεων εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἀνωμαλία τις περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ πῶς κανονίζονται (ἀναγινώσκει): «ἡ δικαιοδοσία καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν μελῶν τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, ἡ συγκρότησις καὶ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ» κλπ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἴδητε οὐδαμοῦ ζητουμένην ἄδειαν, ὅπως ὁρισθῶσι θέσεις καὶ ὁρισθῶσι προσόντα, ἀπ’ ἐναντίας ἐγένετο μέριμνα, ὅπως ἐξαιρεθῶσι σημεῖά τινα καὶ ἀκριβῶς μὲ ὅλην τὴν ἀνάγκην, ὅπως συστηθῇ καὶ ναυτοφυλακή, δι’ ὃν λόγον ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνωσι καὶ φυλακαὶ διὰ τοὺς καταδίκους, δὲν ἐζητήθη ἄδεια, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὀργανώσῃ ναυτοφυλακήν, καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε κρίνει ὀρθόν, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν, ὅπως ὀργανώσῃ ναυτοφυλακήν, μολονότι ἦτο μεταξὺ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα χρήζουσι συντόνου προσοχῆς ἡ ὀργάνωσις τῆς ναυτοφυλακῆς, καίτοι δὲν θὰ ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθῶσι πολλαὶ θέσεις, οὔτε νὰ πραγματοποιηθῶσι πολλαὶ δαπάναι, διότι διὰ τῶν ὑπαρχόντων ὀργάνων ἤθελε γίνει ἡ ὀργάνωσις τοιαύτης φυλακῆς, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τὴν σύστασιν 31 φυλακῶν, τῶν ὁποίων τὸ προσωπικόν, ἂν κρίνωμεν ἐκ μιᾶς μόνης φυλακῆς ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν, ἤτοι τῆς φυλακῆς τοῦ Σωφρονιστηρίου Συγγροῦ, θὰ ἀνέλθῃ εἰς σοβαρὸν ποσόν. Ἀπαιτεῖται δι’ ἑκάστην φυλακὴν δαπάνη 17,000 ἤτοι διὰ τὰς 31 φυλακὰς δαπάνη 527000 δραχμῶν μὲ προσωπικὸν 600 προσώπων. Ζητεῖται λοιπὸν ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ οὐδενὸς κωλύματος προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν 600 ὅλων προσώπων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην ἰσαρίθμων χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον γίνεται εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτη συζήτησις κατὰ πόσον θὰ ἐπιτραπῇ ἡ αὔξησις ἑνὸς ἢ δύο γραφέων, ἔρχεται νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια νὰ διορισθῇ ὁλόκληρον τάγμα προσωπικοῦ μὲ μίαν κολοσιαίαν δαπάνην 600000 δρ. καὶ ἡ δαπάνη αὕτη πρόκειται νὰ εἶναι διαρκὴς καὶ οὐχὶ δι’ ὀλίγον χρόνον. Καὶ ἀνέτρεξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ εὕρῃ παράδειγμα, ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν ἀναδρομήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἀνατρέξας μέχρι τοῦ 1883, προσεκόμισεν ἕν παράδειγμα διὰ νὰ ἀποδείξῃ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ὅτι ὑπῆρχεν ἐξαιρετικὴ περίστασις, ὅπως γίνῃ τὸ ἔκτακτον αὐτὸ δι’ ἕν μόνον ἔτος καὶ διὰ μίαν δαπάνην 300000 δραχμῶν. Ὁλόκληρον τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καταδικάσει, τοῦ ὁποίου καταδικάζομεν πᾶσαν ἡμέραν ἐνεργείας καὶ πᾶσαν πρᾶξιν δὲν ἠδυνήθη νὰ μᾶς παρουσιάσῃ παρὰ ἓν μόνον τοιοῦτον γεγονός.
§219Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἀπειρία.
§220Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ νομοθεσία.
§221Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει κανέν.
§222Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λέγῃ, ὅτι θὰ παρατάξῃ σειρὰν τοιούτων παραδειγμάτων καὶ περιέμενον νὰ παρατάξῃ ταύτην καὶ δὲν θὰ μὲ ἐξέπληττεν, ἂν παρουσίαζεν ὁλόκληρον πίνακα, διότι ἀκριβῶς ὁ σκοπὸς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι ἡ διόρθωσις τῶν κακῶς γενομένων.
§223Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά· μὴ τὸ κάμνομεν ἔτσι, ὅτι ὅλα ὅσα ἐγίνοντο εἰς τὸ παρελθὸν ἦσαν κακά.
§224Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ τοιοῦτόν τι.
§225Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν ὑπῆρξεν, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποδεικνύει ὅτι καίτοι ἀνεγνωρίσθη τὸ ἔκτακτον τοῦ πράγματος καὶ ὅτι ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις τὴν λῆψιν ἐξαιρετικοῦ μέτρου, ἀνεγνωρίσθη ἐν τούτοις ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἷς μέγας περιορισμὸς καὶ ἐτέθη ὁ μέγας περιορισμὸς καὶ εἰς δαπάνην καὶ εἰς χρόνον. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε, ὅτι ὁ κόσμος ἀνησυχεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου ἀνησυχεῖ, διότι ἔρχονται φωναὶ ἐκ τῶν φυλακῶν νὰ γίνωσι φυλακαὶ ὅπως–ὅπως. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ γίνωσι φυλακαὶ ὅπως–ὅπως, ἀλλὰ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν φυλακήν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ, ὅπως φαντάζεται ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ λειτουργήσωσιν αἱ ἱδρυθησόμεναι φυλακαί, ἡ φυλακὴ τῆς Κερκύρας, ἀλλ’ ἡ φυλακὴ αὐτὴ δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν αὐτῆς, τὸν ὁποῖον προτίθεται. Διατί; Θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ σήμερον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅ,τι ἔχει ἐν νῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ἡ θέλησις νὰ κτίσωμεν φυλακὰς καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν ἓν καλὸν σύστημα, ἀλλὰ πρέπει νὰ καθορισθῇ τὸ σύστημα καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ τὸ σύστημα, οἱαδήποτε δαπάνη θὰ ἀποβῇ εἰς μάτην καὶ ὄχι μόνον δὲν θὰ καλλιτερεύσωμεν τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ θὰ χάσωμεν ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα καταλλήλως διατιθέμενα θὰ βελτιώσωσι τὴν τύχην τῶν φυλακισμένων. Ἀπηριθμήθησαν, Κύριοι, ὑπὸ διαφόρων ἀγορευσάντων πρὸ ἐμοῦ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ τὴν προηγουμένην τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εἶναι καλῆς πίστεως, ὑπάρχει παράβασις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὰ ἄρθρα 8, 9 καὶ 10 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐπίσης παρὰ τὸν νόμον εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2, δυνάμει τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἱδρυθῶσιν ἔργα χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως ἔργων πέρα ὡρισμένου τινὸς ποσοῦ. Θὰ ἐπιτρέψητε εἰς ἐμὲ νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ εἰς ἄλλα τινὰ σημεῖα, διὰ νὰ γνωσθῇ πόσον ἐσπευσμένως συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον. Ἔχομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα σκοπόν, εἶναι παράλογος καὶ σᾶς ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν εἰς τὴν βʹ. παράγραφον τοῦ ἄρθρου 6, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει) «Ὁ ἀριθμὸς τῶν κελλίων, ἅτινα θέλει περιλάβει ἑκάστη δικαστικὴ φυλακή, ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ ἀναλόγως πρὸς τὰς κατὰ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον τῆς ἀνεγέρσεως ταύτης ἀνάγκας... κ.λ.π.» Σᾶς παρακαλῶ δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως ταύτης; Ὁ ἀριθμὸς τῶν κελλίων ἑκάστης φυλακῆς θὰ ὁρισθῇ ἀναλόγως τοῦ τόπου· καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν δικαστικῶν φυλακῶν καλῶς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν κεντρικῶν φυλακῶν, μήπως θὰ ὑπάρχωσιν ὡρισμένα κτίρια καὶ δι’ ἑκάστην κεντρικὴν φυλακήν, ὥστε νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἱδρυθῇ; Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι μόνον διὰ τὰς δικαστικὰς φυλακάς, εἶναι δι’ ὅλας. Δὲν δύνασθε νὰ θέσητε ὁμοίαν διάταξιν διὰ δύο κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς ἀλλήλας. Ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει μόνον διὰ τὴν τελευταίαν φυλακήν, διότι τότε μόνον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλακισμένων· ἀλλ’ ὅταν δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ὅταν πρόκειται περὶ φυλακῆς ἥτις θὰ περικλείσῃ 500 καὶ 800 φυλακισμένους δὲν ἔχει τοῦτο ἐφαρμογήν, ἐκτὸς ἄν εἴχομεν φυλακὰς περιφερειῶν ἢ ἂν οἱ φυλακισμένοι ὡς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπήγοντο εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Τὴν προσοχὴν σας ἐφιστῶ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει «τὰ μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον γήπεδα ἐφ’ ὧν ἀνεγερθήσονται αἱ φυλακαὶ καὶ ἐκεῖνα δι’ ὧν θέλει διέλθει ὑδραγωγεῖον πρὸς χρῆσιν αὐτῶν ἀπαλλοτριωθήσονται συμφώνως πρὸς τὰς περὶ ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης διατάξεις τοῦ νόμου». Διατάξεις τοῦ νόμου!, εἶναι ὅμως πληθώρα νόμων κανονιζόντων τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως· εἶναι 10, 15 νόμοι, ἕκαστος τῶν ὁποίων περιέχει ἰδιαιτέρας διατάξεις.
§226Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ νέος νόμος μετὰ τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα.
§227Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕκαστος δὲ τῶν ὑπαρχόντων νόμων ὁρίζει μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ὁρίσῃ τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ποῖος τῶν νόμων τούτων θὰ ἰσχύσῃ; Ποίαν ἐπιτροπὴν θὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὶ θὰ εἴπῃ εἰς ἑαυτὸν εὑρισκόμενος εἰς ἀμηχανίαν ἀκριβῶς λόγῳ τῆς διατάξεως ταύτης;
§228Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς ἀμηχανίαν δὲν θὰ εὑρεθῇ· θὰ ἐκδώσῃ μίαν ἐγκύκλιον καὶ θὰ τὴν ἑρμηνεύῃ.
§229Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὕτω δύνανται νὰ λύωνται ὅλα τὰ ζητήματα. Ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ ἀποδείξω μετὰ πόσης σπουδῆς συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργός, ὅτι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀνίδρυσιν 31 φυλακῶν 9 ἕως 10 ἑκατομμύρια καὶ ἀφαιρέσει τῶν 3.000.000 τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζονται ὑπὸ τῶν κληροδοτημάτων τῶν δύο ἀειμνήστων δωρητῶν, ἀπαιτοῦνται 6 ἕως 7 ἑκατομμύρια καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ ἀπαιτούμενον χρεολύσιον θὰ καλύπτηται ἐκ τῆς δαπάνης εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται ἡ πολιτεία δι’ ἐνοίκιον φυλακῶν ἐγκατεστημένων εἰς ἰδιωτικὰ οἰκήματα. Δι’ ἐνοίκια φυλακῶν σήμερον καταβάλλει τὸ Κράτος 78,000 δραχμῶν, τὸ προσωπικὸν τῶν φυλακῶν θὰ μείνῃ τὸ ἴδιον καὶ μόνον μένει τὸ ποσὸν τοῦ 1.221.000 ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλπίζει ὅτι θὰ καλυφθοῦν ἐξ ὁλοκλήρου ἢ ἐν μέρει, ὥστε ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ καλυφθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὸ τοκοχρεολύσιον, διότι βεβαίως διὰ τῶν 78.000 τῶν ἐνοικίων δὲν ἀναμένει νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο. Πόσον πλανᾶται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δύναμαι νὰ ἀποδείξω φέρων τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν οἱουδήποτε ἔθνους, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἐργασία ἡ παρεχομένη ὑπὸ τῶν φυλακισμένων δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὰ ἔξοδα συντηρήσεως αὐτῶν καὶ ἑπομένως ὄχι μόνον οἰκονομία δὲν θὰ προέλθῃ, ἀλλὰ καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο κατὰ 120.000 δραχμῶν πρέπει νὰ αὐξήσῃ. Καὶ δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνην 400 ἢ 500 χιλιάδων δραχμῶν διὰ νὰ ἀποκτήσῃ καλλιτέρας φυλακάς, ἀλλὰ τοῦτο τὸ εἶπον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ κἄτι ἴσον πρὸς τὸ δὴ λεγόμενον καὶ τὴν πήταν ὁλάκερη καὶ τὸ σκυλὶ χορτάτο. Ταῦτα τὰ λέγω διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι ἀμελέτητον τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παραπεμφθῇ καὶ πάλιν εἰς ἐπιτροπήν.
§230Γ. ΠΩΠ. Ἀφοῦ ὑπήγαγε καὶ τοὺς κληρικοὺς εἰς τοὺς κοινοὺς ἐγκληματίας.
§231Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ, ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος ὡς ἔχει, εἶναι ὅτι τὰ 3.000.000 τῶν εὐγενῶν δωρητῶν θὰ καταστραφῶσιν, ἵνα ἀποτραπῶσι καὶ οἱ ἄλλοι ἔχοντες σκοπὸν νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτας δωρεὰς ἀπὸ τούτου. Δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος, κατὰ τίνα τρόπον θὰ διεξάγηται ἡ ἐργασία. Κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὴν ἐργασίαν ἐκτελουμένην δι’ ἐργολαβίας, διὰ νὰ προσάψωμεν ἓν ὄνειδος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν, διότι τὸ ὑπάρχον σύστημα εἶναι πολὺ προτιμότερον ἐκείνου κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐργάζωνται δι’ ἐργολαβίας, τὸ ὁποῖον θὰ μεταβάλῃ 6.000 Ἕλληνας φυλακισμένους εἰς δούλους.
§232Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἄς μὴ ἐγκληματοῦν, ἵνα μὴ τίθενται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ γίνωνται δοῦλοι.
§233Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τότε ἂς τοὺς κόψωμεν, καὶ οἱ 14 τοὺς ὁποίους ἀπεκεφαλίσαμεν μίαν ἡμέραν ἂς γίνουν ἑκατοντάδες. Ἀλλ’ ὑπάρχει σπουδὴ νὰ γίνωσι φυλακαὶ καὶ πρέπει καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ γίνωσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀφοῦ καὶ ὁ χρόνος ἐπείγει, ὡς ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂς σπεύσωμεν ὅπως δι’ ἑνὸς νόμου ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δι’ ἑνὸς διατάγματος κανονίσῃ τὰ τῶν κοινοτήτων, τὰ τοῦ δασμολογίου κ. τ. λ. καὶ οὕτω ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ λήξῃ τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ νὰ μὴ κρατήσῃ τὴν Βουλὴν ταύτην οὔτε μέχρι τῆς 8ης Ἰανουαρίου.
§234ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι περιέμενον ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον θὰ εὕρισκε περισσότερον εὔνουν ἐκείνην τὴν μερίδα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀντιπολιτεύεται τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ῥυθμίσεως τοῦ συστήματος φυλακῶν ἀνθρωπίνων εἶναι τόσον κατεπείγουσα, τόσον κοινῶς ἀνεγνωρισμένη, ὥστε πᾶσα σπουδὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἐδείκνυεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν ταχεῖαν μελέτην καὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἐχειροκροτεῖτο μετὰ χαρᾶς, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς φίλους αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, εὑρίσκομαι ἐνώπιον μιᾶς διαδόσεως καὶ πολλῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἰδίᾳ τῆς λεγομένης κοινωνιολογικῆς ὁμάδος, ὅτι πρόκειται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐξουσιοδοτουμένη ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀφιερώθησαν διὰ τὸν ἅγιον σκοπόν, ἵνα μὴ μένωσιν ἀχρησιμοποίητα, διότι ὄντως, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ μεταβολή, θὰ ἔμενον ἐπὶ δεκάδας ἔτι ἐτῶν ἀχρησιμοποίητα. Καὶ ὀρθὸν ἦτο τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἄρτι καταβάντος τὸ βῆμα ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἐξουσιοδοτηθῶμεν, ἵνα διὰ διατάγματος δυνηθῶμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ χρῆμα τοῦτο... Ναί, Κύριοι, τοῦτο ζητοῦμεν ἀκριβῶς νὰ ἐξουσιοδοτηθῶμεν, ὅπως ἐπὶ τέλους τὰ χρήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀργὰ ἐπὶ τόσα ἔτη, χρησιμοποιήσωμεν, διὰ τὸν μέγαν καὶ ἅγιον σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον προωρίσθησαν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξάγεται ὑπὸ τῆς ὁμάδος, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, μετεφέρθη καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐπιπέδου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ. Καὶ ἦτο ἀξία βεβαίως πολλῆς προσοχῆς ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία προεβλήθη ὑπ’ ἐκείνου· ἀλλὰ λυποῦμαι εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδηλώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς ἀνὴρ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ ἠδυνήθη νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κανονιστικὸν δικαίωμα ἄλλο δὲν ἔχει παρὰ τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἀπονεμόμενον εἰς τὸν Βασιλέα δικαίωμα, νὰ ἐκδίδῃ κανονιστικὰ διατάγματα.
§235ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συγγνώμην· τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσίς μου.
§237ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, εἶπον ὅτι ἔχει αὐτό, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτεπαγγέλτως νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία περιοριζόμενα μόνον εἰς τὰς λεπτομερείας ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ διαγεγραμμένου αὐτῇ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα τὸ κανονιστικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, τὸ ἐκδίδειν κανονιστικὰ διατάγματα περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, καὶ ἑπομένως περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι δὲν προεβλέφθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται καὶ ἐπὶ θεμάτων ὕλης, ἡ ὁποία ἀνήκει ἀναμφισβήτως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δύναται, λέγω, καὶ ἐπὶ τοιαύτης ὕλης νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ῥυθμίσῃ ὄχι πλέον τὰς συνήθεις λεπτομερείας, τὰς ὁποίας δύναται ἰδίῳ δικαιώματι νὰ κανονίσῃ καὶ νὰ ῥυθμίσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντος αὐτῇ δικαιώματος, ἀλλὰ νὰ ῥυθμίσῃ καὶ οὐσιωδέστερά τινα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἀνῆκον εἰς τὴν ὕλην προφανῶς τὴν ῥυθμιζομένην ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ ἐγένετο ἡ ἐπίκρισις ὅτι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ταύτης ἐθεωρήθη χρήσιμον νὰ γνωρίζωμεν ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐξέλιξις τοῦ παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος. Καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὑπόμνησις τῶν ἀρῶν κατὰ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε πλέον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ οὗτινος ἐγένετο ἐπίκλησις ἵνα γνωσθῇ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐξέλιξις τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὸ παρελθόν, διότι καὶ αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ φαῦλον παρελθόν; Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ἐν τῷ πόθῳ ὅπως ἀνεύρῃ ἔρεισμα γνωμῶν παρακεκινδυνευμένων, παρηρμήνευσε, θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω, καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Duguit, ὅστις ἀποκρούων τὴν θεωρίαν τῆς délégation de pouvoir καὶ ὀξέως καταφερόμενος κατ’ αὐτῆς, ὅπως καὶ ὁ Hesmein, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν ἐκτελεστικήν, ἵνα ῥυθμίζῃ διὰ διαταγμάτων καὶ ὕλην, ἡ ὁποία ἄλλως θὰ ἦτο ῥυθμιστέα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐξετάζει πῶς γίνεται τοῦτο καὶ πῶς δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ τοῦτο, καὶ ἀποκρούει τὴν ἀντίρρησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία φρονεῖ ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν κανονίζει ποία εἶναι ἡ ὕλη ἡ ὑπαγομένη εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ποία εἰς τὴν ἐκτελεστικήν, καὶ λέγει ὅτι αὐτὸ δυνάμεθα νὰ τὸ δεχθῶμεν εἰς τὰς ἄλλας περιστάσεις, ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ δεχθῶμεν ἐπὶ τῶν περιστάσεων ἐκείνων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος, καθ’ ἃς χορηγεῖται πλῆρες τὸ δικαίωμα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τοιαύτην, ὅπως ῥυθμίσῃ ὕλην ἀναγομένην καθαρῶς εἰς τὸν κύκλον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως εἶναι ἡ ἐπιβολὴ φόρων, καὶ ἥτις ὅμως μεταδίδεται ἔγκυρος εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν;
§239ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω, ὅτι ἀκριβῶς ὑπέμνησα ὅτι ὁ Duguy ὑποδεικνύει μετὰ πολλῆς τῆς τακτικότητος καὶ μετὰ πολῆς τῆς ὑποδείξεως, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ἐκλίπῃ.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοὐναντίον· οὐ μόνον δὲν ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ ἐκλίπῃ, ἀλλ’ ἀκριβῶς διδάσκει ὅτι τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τείνομεν καθ’ ἑκάστην, ἀποκρούει μόνον τὴν θεωρίαν τῆς délégation de pouvoir, ἡ συζήτησις δὲ περὶ τῆς délégation de pouvoir ἀξίαν ἔχει παρὰ Γάλλοις ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ recours pour excès de pouvoir. Ἐρευνᾶται παρὰ Γάλλοις ἂν ἡ μετάδοσις αὐτῆς τῆς ἐξουσίας καθιστᾷ τὸ ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ῥυθμιζούσης κατ’ ἐξουσιοδότησιν αὐτὰ τὰ θέματα, ἔργον νομοθετικὸν ἢ ἔργον ἐκτελεστικόν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ προσβολὴ αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, τοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν ἐσχάτως θεσμοθετηθέντος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἐν περιπτώσει ὑπερβασίας τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὁ Duguy εἶναι τῆς γνώμης ὅτι βεβαίως εἶναι δεκτὴ ἡ προσβολή, διότι δὲν πρόκειται περὶ délégation de pouvoir, ἀλλὰ περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὴν πρᾶξιν ταύτην πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ οὐχὶ πρᾶξιν νομοθετικήν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ προσβολὴ ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Καὶ ταῦτα μὲν ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως· ἀλλ’ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἐρωτᾶται: ἂν δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ εὐρύτερον τὸ δικαίωμα τοῦτο, τῆς ῥυθμίσεως διὰ διαταγμάτων ὕλης ἄλλως ὑπαγομένης εἰς τὴν νομοθεσίαν, ἂν δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἆρά γε πρακτικῶς εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ ἄδεια, ἡ ὁποία ζητεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίστασις, ἡ ὁποία νὰ εἶναι πλειότερον ἐνδεδειγμένη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δοθῇ εἰς ταύτην ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἐξουσιοδότησις ἡ ζητουμένη, παρὰ τῆς ὁποίας Βουλῆς ἀπολαμβάνει πλήρους ἐμπιστοσύνης, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὑπάρξῃ πλέον ἐνδεδειγμένη περίστασις ταύτης, ὅταν πρόκειται περὶ πλήρους καὶ ῥιζικῆς ὀργανώσεως μιᾶς ὅλης ὑπηρεσίας; Διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ τροποποιήσεως ἢ μεταρρυθμίσεως τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πλήρους καὶ ῥιζικῆς ἀνοργανώσεως τοῦ κλάδου τούτου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνοργάνωσιν οὐδὲν βοήθημα θὰ μᾶς δώσῃ τὸ παλαιὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον καλὸν εἶναι νὰ μὴ τὸ ἐνθυμηθῶμεν καθόλου, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου μόνον μαθήματά τινα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀτελείας. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσι: τί βιάζεσθε περὶ φυλακῶν, ἀφοῦ ἀσχολεῖται ἤδη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ νὰ καταρτίσῃ νέον ποινικὸν νόμον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης, καὶ διατί βιάζεσθε νὰ κατασκευάσητε φυλακάς; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι: Εἶναι ἀληθῶς ἀξία κατακρίσεως ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐπιχειρῇ ἀπὸ τοῦδε νὰ λύσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῆς ἱδρύσεως φυλακῶν στηριζομένων ἐπὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ὑπάρχωσι κελλία διὰ τὴν ἀπομόνωσιν ἐφαρμοζομένου εἴτε πλήρως τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος εἴτε τοῦ μικτοῦ, εἶναι ἀξιοκατάκριτος διὰ τοῦτο; καὶ ἡ ἵδρυσις τοιούτων φυλακῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ παρεμπόδισίν τινα εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ νέου ποινικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι θὰ ῥυθμίσωσιν ἴσως κατὰ σύστημα διάφορον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ποινῶν δι’ ἕκαστον εἶδος στερήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας; Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἦτο πρόνοια τοῦ εἰσηγηθέντος τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀφήσῃ εἰς τὸ Διάταγμα τὸ κανονιστικὸν τὴν ῥύθμισιν τῆς τοιαύτης ἐξουσίας, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἔχῃ περισσότερα στοιχεῖα, ὅπως ῥυθμίσῃ ταύτην, ὅταν θὰ παραδοθῇ καὶ ἡ πρώτη φυλακὴ ἀκόμη εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν; Ἀλλὰ διὰ νὰ διατραγῳδηθῇ τὸ ἀμελέτητον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ τερατῶδες τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἐλέχθη πρὸς ὑμᾶς: Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί πρόκειται νὰ ἀναγνωρίσητε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Τὸ δικαίωμα τῆς ῥυθμίσεως τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβάλωνται εἰς τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένους. Καὶ ἐξηγέρθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς κατὰ τῆς τοιαύτης ῥυθμίσεως τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, ἥτις δύναται νὰ θίξῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη καταδεδικασμένα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποινικοῦ νόμου ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς στέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ ῥυθμίσῃ διὰ διατάγματος κατὰ τίνα τρόπον δέον νὰ βιῶσι καὶ τίς θὰ εἶναι ἡ πορεία αὐτῶν διὰ τὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς εὐταξίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, ἐκπλήττομαι, ἐὰν ἀληθῶς πιστεύετε αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτής. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν καὶ κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἐγὼ αὐτός, ὁ ὑποστηρίζων τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ὑπεστήριξα, καὶ τὴν σκοπιμότητα ὅπως ἐν προκειμένῳ γίνῃ χρῆσις αὐτῆς, ἐγὼ αὐτὸς ἔχω προσωπικούς τινας ἐνδοιασμούς, ἐὰν πρέπει καὶ εἰς δυσχερεῖς ἀκόμη περιστάσεις νὰ γίνεται χρῆσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τοῦ διὰ κανονιστικῶν διαταγμάτων διακανονισμοῦ ζητημάτων, περὶ ὧν τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει ῥητῶς τὴν ἀνάγκην τῆς διὰ νόμου ῥυθμίσεως αὐτῶν. Ἐὰν εἶχον πεποίθησιν περὶ τοῦ ἐναντίου, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ τὴν διακηρύξω ἐντεῦθεν καὶ ἂν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἀληθῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἄλλως εἰς τὴν ῥύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου ἄνευ καὶ αὐτῆς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, θὰ ἐλάμβανον τὸ θάρρος νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι τὰ τοῦ ἄρθρου 11 ὁρίζοντος τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τῶν φυλακῶν δὲν ἔχουν χαρακτῆρα κατεπείγοντος, διότι ὁ ἀριθμὸς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀναγκαίου δι’ ἑκάστην φυλακὴν ὁρίζεται εἰδικῶς καὶ ἐφ’ ἅπαξ μετὰ τὴν ἀνέγερσιν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς μετὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς πρώτης φυλακῆς. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ εἶναι παροῦσα. Πρὸς ἀποφυγὴν περαιτέρω ἐρευνῶν καὶ συζητήσεων ἐπὶ ζητήματος καθαρῶς θεωρητικοῦ δέχομαι μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀντὶ τῆς διατάξεως ταύτης ὁρισθῇ, ὅτι εἰδικὸς νόμος θὰ κανονίσῃ ταῦτα, ἀλλὰ τοῦτο μόνον τὸ ζήτημα, τὸ τοῦ καθορισμοῦ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων τῆς ἱεραρχίας, δηλαδὴ τῆς ὑπαλληλικῆς καὶ τὸ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Πάντα τὰ ἄλλα θὰ ῥυθμισθοῦν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§241Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀστυνομικῶν μέτρων ἐπίσης;
§242Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τῶν διαρκούσης τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς; Βεβαίως.
§243Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς.
§244Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ μείνῃ. Ἀλλ’ εἶπον τοῦτο καὶ δέχομαι τὴν τροποποίησιν ταύτην ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ λήξῃ ταχέως ἡ συζήτησις. Ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ κάποιαν συνδρομὴν ὀφειλομένην ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῆς ἀσθενοῦς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ὑπόλοιπος χρόνος τῶν ἐργασιῶν κατὰ τὴν δήλωσιν τὴν γενομένην πρὸ καιροῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἄλλως τὴν ἐπιβαλλομένην καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ὁ ὑπόλοιπος χρόνος τῆς ἐργασίας μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐδήλωσα ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διαλυθῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθῇ νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς δοθῇ τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως, ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος εἶναι βραχύς, τὸ δὲ ἔργον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπομένει ἀκόμη εἶναι μακρόν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ γίνεται μομφὴ καθ’ ἡμῶν, διότι ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα καθ’ ἣν σειρὰν ἡμεῖς θέλομεν νὰ προτιμήσωμεν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα τὰ ἄλλα τὰ σπουδαιότερα, ὅπως ἀξιοῦν οἱ κύριοι, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἕτοιμα οὐχὶ ἐξ ἁπλῆς ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ μέμφωνται ἡμῶν διὰ τοῦτο, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ διεξῆγον τὴν συζήτησιν κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ ἐλπίσῃ τις ὅτι θὰ ἀχθῇ ταχέως εἰς τέρμα, διότι ἡ συζήτησις, καθ’ ὃν τρόπον διεξάγεται, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι φέρει χαρακτῆρα κωλυσιεργικόν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ τῆς αὐτῆς ὁμάδος εἰς ἕκαστον ἄρθρον διὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα λαμβάνουν τὸν λόγον ὅλοι οἱ ῥήτορες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὁμάδα καὶ ἂν πρόκειται κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ συζητῆται ἕκαστον ἄρθρον ἀπὸ ἀξιολόγους ῥήτορας, δυναμένους νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὴν ὥραν, πότε πρόκειται νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν; Ἐπεθύμουν νὰ καταστήσω γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θ’ ἀνεχθῇ ὅπως τὸ ἔργον αὐτῆς ματαιωθῇ, καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ διακηρύξω, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸ ἔργον αὐτῆς θὰ θελήσουν νὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἀμφισβητεῖται ὅτι ἀπολαμβάνει ἀκόμη τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς ἀναμφισβητήτου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ καθ’ ὃν χρόνον μᾶς ὑπολείπονται ἀκόμη ὀλίγαι ἐργάσιμοι συνεδριάσεις, ἔχομεν δὲ τόσον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀξιοῖ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πρόγραμμά της, οἱ ἐκπροσωποῦντες τόσην μικρὰν κοινοβουλευτικὴν δύναμιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχουν καθῆκον μηδαμῶς στερούμενοι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτούς, καὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία εἶναι διαφωτιστικὴ πολλάκις τῶν ζητημάτων νὰ μὴ κάμωσι κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν διὰ νὰ μὴ παρεμποδίζουν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τούτου ἀναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἂν μή τι ἄλλο, νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τοὺς φίλους της νὰ παραμένουν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ μέχρι τῆς πρωΐας, διὰ νὰ κατωρθωθῇ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον της. Τοῦτο δὲν θὰ εἶναι προσῆκον, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἔργον ἀμύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἡ μικρὰ ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ὠθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§245Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἀγανάκτησις, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου ἦτο κατ’ ἐμὲ τελείως ἀδικαιολόγητος. Ἐπεχείρησεν ὁ σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ὑποδείξῃ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐφθάνομεν ταχύτερον εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τὰς συστάσεις ἐκείνας, τὰς ὀρθάς, τὰς ἀποδεικνυούσας μέγιστον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὄχι τὰς παρεξήγησεν, ἀλλὰ τὰς ὑπεδέχθη διὰ τρόπου θίγοντος ἐπιβλαβῶς τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατῇ εἰς τὰς συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ. Καὶ μετὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ παραπονεῖται κατὰ τῶν ὀλίγων ἀντιπολιτευομένων, ὅτι παρακωλύομεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἔργον, ποῖον παρακαλῶ; Τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον δὲν προητοίμασεν ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη οὐδὲ παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλήν; διότι διακηρύττομεν μὲν ὅτι ἔχομεν σπουδαῖα νὰ ἐπιτελέσωμεν μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης τελευταίας Συνόδου, ἀλλὰ τὰ σπουδαῖα ταῦτα δὲν προσήχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καταναλίσκομεν δὲ τὸν χρόνον συζητοῦντες τὰ δικαστικά, ὡς ν’ ἀπετέλουν ταῦτα τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, ὡς ταῦτα καὶ μόνον νὰ ἐδικαιολόγουν τὴν διατήρησιν τῆς Βουλῆς. Παράπονα λοιπὸν τοιαῦτα κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐδικαιοῦτο, νομίζω, βασίμως νὰ ἀπευθύνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ συντελῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μὴ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα νομοσχέδια, νομοσχέδια οὕτω πως διεσκευασμένα, ὥστε νὰ προκαλῶσιν οἵας προκαλοῦσι συζητήσεις. Θὰ ἔπρεπε δ’ ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀπολαύων ἀληθῶς ἀμερίστου τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ...
§246Γ. ΠΩΠ. Δὲν τὸ ἐξεύρομεν· εἰς τὰς ἐκλογὰς θὰ τὸ ἴδωμεν.
§247Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν εἶναι διατεθειμένος ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως.
§248ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§249Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα· εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλη ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως συνεκεντρώθη εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ὁ λαὸς ζητῶν ἀνόρθωσιν, δὲν ἀποβλέπει εἰς τὰ καθέκαστα πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τρέφει ἀκόμη ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνῷ εἰς τοῦτον ἀνέθηκε τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος καὶ φυσικῶς ἀπὸ τούτου δικαιοῦται νὰ ἀναμένῃ τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνθαρρύνει, διότι καίτοι δὲν πιστεύει οὔτε ἐπιδιώκει, ἐνθαρρύνει παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ὑποθάλπουσι τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι καὶ τόση ἀνάγκη νὰ σεβώμεθα τὰς διατάξεις ἐκείνας καὶ ἀκόμη ὑποθάλπει τὰς εἰρωνείας, αἱ ὁποῖαι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπηυθύνοντο κατὰ τῶν προσώπων ὅσα ἐλάμβανον ὡς σημαίαν πολιτικὴν τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἤκουσα ἀκόμη αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ἐγὼ συναδέλφους ὁμιλοῦντας μετὰ εἰρωνείας περὶ τῶν θεσμῶν, καὶ ἠγανάκτησα, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀσέβειαν πρὸς τοὺς θεσμούς, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀκόμη καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς καταλύσεως τῶν θεσμῶν. Ἐφθάσαμεν, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς νὰ συζητήσωμεν ἀναποφεύκτως καὶ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Τὸ ἀπαράδεκτον εἶναι ἄσχετόν τι πρὸς τὴν ἀναβολήν, ἀλλ’ εἶχέ τινα λόγον ὡς ἐπιχείρημα ὑποβαλλόμενον καὶ τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο μᾶς ἤγαγεν εἰς νομοθετικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐπῆλθεν εὐτυχῶς ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ τακτοποιήσῃ, διότι ἐὰν ἐμένομεν ἄνευ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἠκολουθοῦμεν τὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλομεν φθάσει εἰς κατάλυσιν τοῦ Συντάγματος. Ἐλέχθησαν, Κύριοι, ἐπιχειρήματα περὶ νομοθετικῆς ἐντολῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω νὰ τονίσω — μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν καὶ ποσάκις ἐλέχθη — εἶναι ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ ἄνευ ῥητῆς τοῦ Συντάγματος διατάξεως κυριαρχεῖ ἐν τῷ Συντάγματι μία ἀρχή, ἡ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον δίδομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νομοθετικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἐπὶ τοσοῦτον τείνομεν εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ σύγχυσις αὕτη τῶν ἐξουσιῶν γινομένη πλήρης ἀποτελεῖ τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος. Χάριν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἱδρύθη τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Προεβλήθη ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, προεβλήθη διὰ λόγους ἐλλείψεως κατεπείγοντος, προεβλήθη διὰ λόγους ἀμελετήτου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§250ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀκόμη θὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν πρότασιν ἀναβολῆς μετὰ τὰ λεχθέντα;
§251Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ ἀναβολῆς συζητῶ ἐγώ.
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὴν ἀπέσυραν τέλος πάντων.
§253Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποσύρωσιν.
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ φύγωμεν τὴν πρωΐαν ἀπ’ ἐδῶ!
§255Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἂν θὰ φύγωμεν τὴν πρωΐαν οὐδαμῶς ἐνδιαφέρει ἐμέ· οὔτε δύναται νὰ λεχθῇ πρὸς ἐμέ, διότι δὲν θ’ ἀπετέλει ἄμυναν κατ’ ἐμοῦ.
§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι· ἀληθῶς, κύριε Βουλευτά· Δὲν τὸ εἶπον διὰ σᾶς.
§257Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐλέχθη λοιπὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀμελέτητον. Θὰ ἤθελον νὰ μὴ ᾖ τοιοῦτο. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ἂν τοῦτο εἶναι ἀποδεδειγμένον. Τὸ νομοσχέδιον κατὰ κακὴν σύμπτωσιν ἀποτελεῖται ἀπὸ 13 ἄρθρα. Καὶ ζητεῖ πόσα διατάγματα, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Δέκα τρία! (Ἱλαρότης).
§258Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ 13 νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν!
§259Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σᾶς καταδιώκει αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς καὶ εὔχομαι νὰ ἀποβῇ εἰς καλόν.
§260Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὰς 3 τοῦ μηνός! (Μειδιάματα).
§261Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δεκατρία Διατάγματα ζητεῖ δι’ ἑνὸς νόμου νὰ τῷ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ. Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι 13 μεγάλα θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ τὰ κανονίσῃ διὰ Διαταγμάτων, ἢ δὲν ἐμελετήθησαν ἐπαρκῶς ἢ νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐμελετήθησαν, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἔχῃ σχηματίσει πλήρη τὴν γνώμην καὶ περὶ τῶν 13 τούτων θεμάτων· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἐκεῖνος σχηματίσει πλήρη τὴν γνώμην καὶ περὶ τῶν 13 τούτων θεμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ γνώμην ἀσφαλῆ, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαύτην, διὰ νὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ διὰ Διατάγματος. Κρατεῖ, κύριοι συνάδελφοι, μία τακτικὴ συγκεντρωτικὴ δι’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, μία τακτικὴ καθ’ ἣν θέλει ὁ Ὑπουργός, θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πάσας τὰς ἐξουσίας εἰς τὰς χεῖρας, διὰ νὰ τὰς διευθύνῃ ἐκείνη. Τῆς φαίνεται ὅτι τὸ νὰ ἔχῃ ἄλλος ὁμοίαν τινὰ ἢ παράλληλον ἐξουσίαν εἶναι τοῦτο μείωσις ἢ ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀγαθοῦ. Εἶναι φυσικὸν τοῦτο διὰ πᾶσαν ἀρχήν, φυσικώτερον δὲ διὰ τὸν Ὑπουργόν, διότι εἶναι ἐκ φύσεως συγκεντρωτικός, καὶ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τρόπον φοβερὰ ὑπερβολικόν. Δὲν θέλουσι νὰ ὑποβάλωσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τόσα θέματα—τὰ 13—θέματα σπουδαῖα, διατί; Θεωροῦσι τὴν Βουλὴν ἀκατάλληλον ἢ ἀνίκανον νὰ συζητήσῃ περὶ τοιούτων θεμάτων; Ἢ συμβαίνει ἄλλο τι; Διότι σημειώσατε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ θεμάτων δυναμένων νὰ κανονισθῶσιν ὡς συνήθως διὰ Β. Διατάγματος, δὲν πρόκειται περὶ λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ νόμος, δὲν πρόκειται περὶ κανονισμῶν ἐσωτερικῶν, πρόκειται περὶ θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων μέχρι σήμερον διὰ νόμου ἀπεφαίνετο ἡ Πολιτεία, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον νόμοι ἐκανόνισαν, καὶ τὰ θέματα πάντα ταῦτα θέλει ἀποκλείων τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τῶν κειμένων νόμων νὰ τὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διαταγμάτων. Διατί τοῦτο; Ἐὰν δὲν θεωρῇ τὴν Βουλὴν ταύτην ἀκατάλληλον νὰ ψηφίσῃ τοιαῦτα θέματα, θὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὰ θέματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως. Διότι ζητεῖ διὰ τοῦ 2 ἄρθρου τὴν ἄδειαν νὰ κανονίσῃ οὐχὶ ἁπλῶς τὰ τῶν σχεδίων τῶν φυλακῶν, οὐχὶ ἁπλῶς τὰ τοῦ συστήματος τῶν φυλακῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς δαπάνης καὶ τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν δαπανῶν καὶ τὰ τῆς ἐγκρίσεως τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τῆς κατασκευῆς τῶν κτιρίων διὰ Β. Διατάγματος· νὰ ἐγκρίνῃ διὰ Β. Διατάγματος ἐνεργείας κυβερνητικάς, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι κείμενοι νόμοι κανονίζοντες μετὰ λεπτομερείας τὰ τοῦ θέματος. Διατί θέλει νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων νόμων; Διὰ νὰ διευκολυνθῇ; Ἀλλὰ τὸ ὅτι κεῖνται περὶ τοιούτων θεμάτων νόμοι ἀποδεικνύει ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Β. Διάταγμα καὶ ὅτι ἐὰν πάντα τὰ ἄλλα ἐμελέτησε, τοὐλάχιστον τοῦτο δὲν τὸ ἔχει μελετήσει, ὅτι ὑπάρχει νομοθεσία κανονίζουσα τὰ τῆς κατασκευῆς δημοσίων κτιρίων, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ὀλίγη πεποίθησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι σπεύδουσα ἡ Κυβέρνησις εἰς περάτωσιν τοῦ ἔργου θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὰς συζητήσεις, συζητήσεις αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς κατανάλωσιν χρόνου. Ἀλλὰ δὲν προέρχεται ἐκ τῆς μικρᾶς ἐκείνης μερίδος κατὰ τῆς ὁποίας ἀπηυθύνθη ταύτην τὴν ἑσπέραν τὸ κατηγορητήριον, προέρχεται παρ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, καὶ μία στατιστικὴ τῆς Βουλῆς ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι τὸν περισσότερον χρόνον κατηνάλωσαν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καλῶς κατ’ ἐμέ, διότι ὀφείλουσι νὰ συζητῶσι καὶ καλῶς συζητοῦσιν. Διατί σπεύδει; Διατὶ δὲν θέλει νὰ συζητήσῃ τὰ θέματα ἡ Βουλή; Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ τι τὸ κατεπεῖγον; Ἔπρεπε νὰ εἶχε κηρυχθῇ ὁ πόλεμος, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀπασχολῇ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν; Τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει. Ἐλλείπει ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἱκανότητα τῆς Βουλῆς νὰ συζητῇ τοιαῦτα θέματα; Ἀλλὰ τοιαύτην Βουλὴν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ τὴν διαλύσῃ καὶ θὰ ἔπρεπε κατὰ τοῦτο νὰ ταχθῇ μὲ τὴν γνώμην ἡμῶν τῶν φρονούντων ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κανονισμὸν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐνοχλῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς τὸν ἠνώχλησε προηγουμένως· δὲν ὑπάρχει πεποίθησις εἰς τὴν Βουλήν.
§262ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατὶ νὰ ἀποδίδετε ἔλλειψιν πεποιθήσεως καὶ νὰ μὴ ἀποβλέπετε εἰς τὸ ἁπλούστατον γεγονός, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι μικρός, ἐὰν δὲ πρόκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ λάβῃ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, δὲν θὰ προφθάσωμεν ἕως εἰς τὰς ὀκτὼ Ἰανουαρίου.
§263Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῦ εἶναι ἡ ἐργασία σας ἡ κατεπείγουσα; Αἱ διορθώσεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι κατεπείγουσα ἐργασία; Τὸ περὶ φυλακῶν εἶναι κατεπείγουσα ἐργασία; Ἐργασία εἶναι τὸ δημοτικόν, αὐτὸ τὸ ἐννοῶ.
§264ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ σπεύσῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§265Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸν δεύτερον μῆνα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη· θὰ τελειώσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ὑποβληθῇ διὰ τὸν ὁποῖον αἰσθάνεσθε ἀνάγκην. Ἀκόμη δὲν ἠτοιμάσατε προϋπολογισμὸν τοῦ 1912, τὸν ὁποῖον εἴχετε ἀπαγγείλει ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1911 καὶ ὁμιλεῖτε περὶ κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι ἐπείγοντα τὰ νομοσχέδια τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ τοιαῦτα δὲν ἐφέρατε, ἐφ’ ὅσον δὲ παρουσιάζετε τὰς δικονομικὰς διορθώσεις, σᾶς λέγομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει κατεπεῖγον καὶ καταναλίσκομεν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ. Νομίζω ὅτι ἐν τάξει θὰ εἴμεθα καὶ θὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτὰς τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προκαλεῖ διὰ νὰ φαίνηται ὅτι ἔχει ἐργασίαν, διὰ νὰ καταναλίσωμεν χρόνον, ἕως ὅτου ἑτοιμάσῃ τὰς ἰδίας της ἐργασίας· Θὰ παρακαλέσω δ’ αὐτὴν νὰ σπεύσῃ ὅπως ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ Σύνταγμα, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους καὶ μετὰ τοῦτο νὰ διαλυθῶμεν διὰ νὰ μὴ κατατρίβηται ἡ Βουλὴ ἐπὶ βλάβῃ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ βλάβῃ τῆς Ἀνορθώσεως.
§266Γ. ΠΩΠ. Μὲ φέρει καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐλθόντος ἵνα ἐπανορθώσῃ ἀληθῶς πρᾶξιν ἥκιστα κοινοβουλευτικήν, τῆς ὁποίας καὶ τὴν εὐθύνην φέρει μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν χωρίζω τὴν Ὑπουργικὴν ἀλληλεγγύην, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ τρόπῳ τῆς ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτη διάστασις, ὥστε ἀναμφισβητήτως αἴρονται ἔν τινι σημείῳ τὰ ὅρια τῆς ἀλληλεγγύης τῆς Ὑπουργικῆς. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχειρίσθη τὴν ὑπόθεσιν τῆς ὑποχωρήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς γενομένας ἐντεῦθεν παρατηρήσεις ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔρχεται ἀκριβῶς εἰς ἀντίκρυσμα τῶν εὐλόγων παρατηρήσεων καὶ τῶν μομφῶν τῆς ὀλιγαρίθμου ἀντιπολιτεύσεως. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου προκειμένου ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἑνδεκάτου ἄρθρου μὴ θέλων ἐγὼ μετὰ φίλων συναδέλφων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένων νὰ παρατηρήσω ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ προβάλωμεν τὸ ἀπαράδεκτον, ἐζήτησα μετ’ ἐκείνης τῆς συγκαταθέσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀδυνάτους ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀδυνάτους τοὺς ἐμπνευσμένους ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι σήμερον καὶ προσκομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον ῥυθμιζόμενον πρὸς διατάξεις ἐπιτακτικὰς τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑποδείξεων ἐκείνων μᾶς προσεκόμισεν αὐτὸ τὸ ἴδιον νομοσχέδιον δῆθεν τροποποιημένον καθ’ ὃν τρόπον εἶχεν ὑποβληθῆ. Ἦλθεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, νὰ προσθέσῃ τὸ κῦρος τῆς κοινοβουλευτικῆς του πείρας εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν, ἀδυνάτων ἀριθμητικῶς ὅπως ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι πρέπει νὰ πράξῃ. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ πράξῃ ὅ,τι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν. Ἠδύνατο ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου αἴρονται ἀπαγορεύσεις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λέγοντος, ὅτι εἶναι καιρὸς μὲν νὰ παύσωσιν, ὅπως παρέχωνται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πληρεξούσια νομοθετικὰ διὰ Διατάγματος εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἐν τούτοις καὶ ὅτι δὲν ὑφίσταται σοβαρὰ ἀντισυνταγματικότης. Ἐν τούτοις ἐδιδάχθη καὶ ὡμολόγησεν ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις εἰσηγηθεῖσα τοιαύτης νομοθετικῆς διατάξεως καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἠθέλησε νὰ παρασύρῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποστερηθῇ δικαιώματός της, συνδεομένου πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινοβουλίου, ἀπωλείας τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως περιφρουρήσῃ δικαίωμα ἀναγόμενον εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἐν τῇ ἀσκήσει συνταγματικῶν δικαιωμάτων. Αὗται ἦσαν αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν ἡμᾶς ἵνα ἐπιμείνωμεν. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀντιλήψεις καὶ αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἔπεισαν ἐν τέλει καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἵνα διὰ ποικιλοτρόπων θωπειῶν ἀναγκάσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀλαθήτου προσέθηκε καὶ τὴν ἀδυναμίαν τῆς νεότητος ὡς μόνην χάριν, ἵνα προσκομίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν διατάξεις περίπου συνταγματικὰς καὶ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου ἠδυνάμεθα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος σαββάτου νὰ φθάσωμεν. Καὶ εἶναι ἆρά γε τῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει συναδέλφων ἐπίδρασις ἡ καρκινοβατοῦσα νομοθετικὴ κίνησις καὶ ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς ἄλλους συναδέλφους, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδιά του; Δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ἐξ ἀδυναμίας ἢ δὲν θέλει, ὡς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν συζητικότητα τῆς Βουλῆς ταύτης; Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην μομφήν, ὅτι δέχεται νὰ παρίσταται ἐνταῦθα ἐκπροσωπῶν πλειονοψηφίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν οὔτε τὴν στοιχειώδη ταύτην πίστιν ἔχει ὁμολογῶν ἑαυτὸν προερχόμενον οὐχὶ ἐκ τῆς ἐλευθέρας σκέψεως πλειονοψηφίας τοιαύτης, ἀλλὰ στηριζόμενον εἰς τὴν ἑτέραν τῶν δύο δυνάμεων, τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει στοιχειώδη ὑποχρέωσιν πάσης Κυβερνήσεως εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας προΐσταται ἀνήρ, τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ἐπὶ τοσοῦτον ἐκπεσοῦσαν τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ χαρακτῆρος ὥστε νὰ ὁμολογῇ τοιαύτην πολιτικὴν προέλευσιν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ παρίδωμεν οὐχὶ πλέον τὴν ἐπανάληψιν ἀλλὰ τὴν δημιουργίαν μεθόδων ἀσυνήθων πρὸς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς ἐπὶ μειώσει τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι ἠπόρησα ἀκούων ὅτι εἴμεθα οἱ παρακωλύοντες τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἀφήσωμεν τοιαύτας ἀποπείρας ἀσυζητήτους. Θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ συζητῶμεν τὰ νομοσχέδια, ἵνα ἀποφεύγῃ τὴν ἔρευναν τῶν διατάξεών των καὶ τὸν ταυτόχρονον νομοθετικὸν ἔλεγχον; Ἂς τὸ εἴπῃ καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ θελήσωμεν οὐδὲ ἓν νομοσχέδιον νὰ συζητήσωμεν. Ἢ νομίζει ὅτι εἴμεθα ἀργόσχολοί τινες, οἵτινες μὴ ἔχοντες ἄλλο τι καλλίτερον νὰ πράξωμεν ἀνερχόμεθα ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλήν; Ἢ νομίζει ὅτι ἀντὶ διασκεδάσεως ἢ ἀντὶ τῶν καφφενείων καὶ τῶν περιπάτων διασκεδάζομεν ἐνταῦθα ποικιλοτρόπως; Ἕκαστος ἔχει καὶ τὰς ἰδίας του ἀσχολίας, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παρακολουθῇ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον ἀντλῶν τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει ἐκ τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ. Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἔργον τὸ κυβερνητικόν, τὸ ὁποῖον προσεκομίσθη καὶ δὲν ἠθελήσαμεν ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν; Ἰδοὺ ὅτι μόλις ἐφάνη ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα τὸ δίκαιον τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν περὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος, περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅπως μὴ δωρήσωμεν εἰς οὐδεμίαν πλειονοψηφίαν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς παρέσχεν ἡ ἐντολή, ὅτι ἐκπροσωποῦμεν τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν νομοθετικὰ δικαιώματα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἰδοὺ ὅτι ὑποχωροῦμεν καὶ παραβλέπομεν καὶ τὰ ἄλλα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἄρθρα. Διότι ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ῥίψῃ τὸ ζήτημα εἰς ὑπόθεσιν δυσπιστίας διαχειριστικῆς, ὡσεὶ νὰ ἐσκόπει τις νὰ ἐγκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρόκειται νὰ διαχειρισθῇ κακῶς τὰ χρήματα. Καὶ οὕτως ἄλλως λεχθέντων τῶν πραγμάτων καὶ ἄλλως ἑρμηνευθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἀδικωτάτης μομφῆς, ὅτι ἠκούσθη ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν κοινωνιολόγων ἢ ἄλλον τινὰ εὑρισκόμενον ἐν τῇ πτέρυγι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ ἓν καὶ μόνον, νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα τῶν κληροδοτημάτων. Ἐγὼ αὐτὸ μόνον εἶπον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν νόμον κανονίζοντα τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα κατασπαταλῶνται, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἄλλο τι ἀγαθώτερον ἢ καλλίτερον τῆς ταχίστης διαθέσεως αὐτῶν καθ’ ὃν τρόπον οἱ διαθέται ἐζήτησαν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, δι’ ἣν διαμαρτυρόμεθα ἐπὶ ματαίῳ, ἡ διάταξις, καθ’ ἣν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἀφίεται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐπὶ ἀορίστῳ ποσῷ κεφαλαίου ἐναντίον παντὸς λογιστικοῦ νόμου, ἐναντίον πάσης ἀρχῆς συνταγματικῆς κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ ἐναντίον στοιχειώδους κοινοβουλευτικοῦ ἐθίμου· νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 10, 20, 50 καὶ 100 ἑκατομμυρίων, ἀδιάφορον, ἐπὶ τῇ βάσει ἐντελῶς διαφόρου νόμου, τοῦ νόμου περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν μεγάρων. Τὸ σύστημα τὸ ἴδιον καθιστᾷ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους ἐνυποθήκους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δυναμένην, ὡς εἶπον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅταν φανῇ κακόπιστον τὸ Δημόσιον, νὰ ἐκθέτῃ τὰς φυλακὰς εἰς πλειστηριασμὸν μετὰ τῶν καταδίκων καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἔξωσιν τῶν κρατουμένων! Καὶ δὲν θέλετε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων; Δὲν θέλετε νὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν νὰ προσκομίσητε τάχιστα ἀναγκαιότερα καὶ σοβαρότερα πρὸς νομοθεσίαν ἔργα; Δὲν ἔπρεπε νὰ συστήσωμεν νὰ μᾶς δώσητε τὸ περίφημον περὶ κοινοτήτων νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θέλετε νὰ φέρητε, διότι δὲν τὸ ἔχετε προπαρασκευάσει; Δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς ζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν; ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν κίνδυνον, ἵνα διὰ δωδεκατημορίων συνεχίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ἐνῷ συγχρόνως μετὰ τοῦτο θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνεχώμεθα, ὅπως δι’ ἁπλῶν διαταγμάτων κυβερνήσητε μέχρι τοῦ πέρατος τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς νέας; Δὲν εἴμεθα οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μειονοψηφίαν οἱ θέλοντες νὰ παρακωλύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν.
§267ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε ὅμως νὰ διευθύνητε τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ δὲν εἶσθε πλειονοψηφία.
§268Γ. ΠΩΠ. Δὲν θέλομεν νὰ διευθύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ἐπιτραπῇ, εἰς ἡμᾶς νὰ ἐρωτήσωμεν, διατί δὲν προσκομίζετε ἐν καιρῷ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Καὶ διατί οὕτως ἀμελοῦντες δὲν θέλετε νὰ ἐπιτρέψητε εἰς ἡμᾶς οὔτε νὰ συζητήσωμεν; Θέλετε καὶ τοῦτο νὰ ἀρνηθῆτε; Διότι, ὅτε ἐπιρρίπτετε εἰς τοὺς ὀλίγους νέους συναδέλφους τὴν μομφὴν ὅτι κωλυσιεργοῦσιν, θέλετε νὰ ἀποτρέψητε αὐτοὺς τῆς συζητήσεως. Ἐγώ, πρὸς τοὺς συναδέλφους πάντας ἀποτεινόμενος τονίζω ὅτι ἡ εὐμένεια τὴν ὁποίαν πρὸς τὴν ὀλιγάριθμον ἀντιπολίτευσιν ἐπέδειξεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, εἶναι εὐμένεια τιμῶσα ἰδιαιτέρως τὸ Σῶμα τοῦτο καὶ ἐνδυναμώνουσα ἡμᾶς τοὺς ἀσθενεῖς καὶ νέους, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμεθα, ἵνα πολλάκις ἀντικρύσωμεν ἰδέας μέχρι φανατισμοῦ ἐξικνουμένας. Ἀλλὰ τὴν εὐμένειαν ταύτην δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν καλὴν ὑμῶν ἀνατροφὴν ἢ τὴν προσπάθειαν, ὅπως δώσητε σεμνότητα εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Τὴν ἀποδίδω κυρίως εἰς τὴν πλήρη ἀντίληψιν τῆς πλειονοψηφίας ὅτι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ τῆς προσπαθείας πρὸς κατεύθυνσιν, διότι καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς δι’ ἕνα σκοπὸν ἀγωνιζόμεθα, τὸν τοῦ ἀγαθοῦ τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν παρεμβάλλεται ἡ προσπάθεια ἐκείνων τῶν ἐντολέων σας, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τῶν ἔργων της ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνατρέψῃ τοὺς πόθους, ὧν τὴν ἱκανοποίησιν παρέχει ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ σύμπτωσις τῶν πόθων τῆς Βουλῆς φθάνει μέχρι τῶν ὑπουργικῶν θώκων, διότι γύρω αὐτῶν θραύεται πᾶσα εὐγενὴς ἔμπνευσις ὥστε νὰ βλέπωμεν ὅτι, μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ὑπάρχει Κυβέρνησις τοῦ παρελθόντος, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ εἶναι ἴσως Βουλὴ τοῦ μέλλοντος.
§269Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, διότι ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατέστησε δυνατὴν τὴν ὑποχώρησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς δύο ἐκ τῶν κυριωτάτων σημείων τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν ὁποίων ἐπεμείναμεν. Ἡ ὑποχώρησις αὕτη ἀποδεικνύει ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐναντίον μας περὶ κωλυσιεργίας εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ τῷ εἴπω ὅτι ταῦτα δεικνύουν καὶ μικράν τινα εὐγνωμοσύνην ἐκ μέρους του, διότι ἡ μικρὰ ἀντίδρασις, ἣν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν φέρομεν ἐναντίον μερικῶν ἐκ τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, ἂν μή τι ἄλλο, συντελεῖ τοὐλάχιστον εἰς τὸ νὰ συνειθίζῃ τὰ νεῦρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἀνέχωνται μεγαλυτέραν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς θὰ εὕρῃ εἰς τὸ μέλλον, ὁπότε θὰ εὑρεθῇ πρὸ συμπαγεστέρας καὶ ὀχληροτέρας Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅτε πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, εἶπον ὅτι εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον, εἰς παραμονὰς μάλιστα ἐκλογῶν, νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν, διότι ὁ κόσμος, μὴ γνωρίζων τὸ νομοσχέδιον, φαντάζεται ὅτι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ κατὰ τὸν τελειότερον τρόπον ὀργάνωσις τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους καὶ διότι εἶναι πολὺ εὔκολον εἰς τοὺς φέροντας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀντιταχθῇ ὅτι καταφέρονται κατὰ τῆς ἰδέας ἐν γένει τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων συστημάτων. Τοιοῦτόν τι ἐπιχείρημα ὅμως δὲν ἐπερίμενα ποτε ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε μεταχειρισθῆ ἐναντίον μας, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡμεῖς καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἴχομεν κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν καὶ διότι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν οὐδέποτε ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς γενικῆς ἰδέας τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων συστημάτων. Ἐν τούτοις ἐνομίσαμεν ὅτι μᾶς ἐπεβάλλετο νὰ κατακρίνωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι νομίζομεν ὅτι τῆς ἀναβολῆς τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν μεγαλήτερον κίνδυνον διατρέχει τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τὴν κακὴν ἀρχὴν τῆς λύσεως αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, ὁ κ. Πρόεδρος παρ’ ὅλας τὰς θεωρητικὰς αὐτοῦ πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε, κατέληξεν εἰς τὸ νὰ συμφωνήσῃ μαζῆ μας ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον, δὲν εἶναι συμφέρον διὰ τὸ Κράτος νὰ παρέχῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς εὐρεῖαν κλίμακα τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Βεβαίως συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐκδίδῃ ἐκτελεστικὰ διατάγματα. Ἀλλ’ ὁ ὅρος, ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς νόμου, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ καθορισθῇ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ποτὲ ἐπιτετραμμένον νὰ τεθοῦν νομοθετικαὶ διατάξεις διὰ διατάγματος. Ἐπὶ πλέον, ὡς πολὺ ὀρθῶς ὑπεστήριξεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς καὶ ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πολλάκις ἐπιβεβλημένον ὁ καθορισμὸς λεπτομερειῶν νόμου τινός, νὰ ἀνατίθεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐντὸς πάντοτε τῶν ἐν τῷ νόμῳ διαλαμβανομένων ὁρίων. Ἀλλὰ τοῦτο πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν μεταβίβασιν τῶν νομοθετικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναφορικῶς εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν φυλακῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἐνίοτε εἶναι ἀπαραίτητον νὰ μεταβιβάζηται τὸ νομοθετικὸν δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς εὐρυτέραν κάπως κλίμακα ἐπὶ ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ διοργανωθῇ νέος κλάδος διοικητικός, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δοθῇ κάπως εἰς εὐρυτέραν κλίμακα τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσω, διὰ ποῖον λόγον ἡ ὀργάνωσις νέου τινος κλάδου καθιστᾷ περιττὴν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων; Ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν αἰτιολογία τις τῆς τοιαύτης ἐξαιρέσεως; Δὲν πρέπει βεβαίως ὡς αἰτιολογία τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως νὰ φέρηται ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ πλειονοψηφία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι αἱ ἀξιώσεις τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ἑκάστη Κυβέρνησις εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε παρὰ πάσης Κυβερνήσεως νὰ δύνανται νὰ ἐγερθοῦν, πρέπει νὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, νὰ μὴ ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀντίρρησίν τινα, μὲ ἄλλους λόγους νὰ μὴ δύναται νὰ εἶναι περιεχόμενον νόμου. Καὶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐπὶ πλέον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐρωτήσω, κατὰ τί ἡ ὀργάνωσις τοῦ νέου κλάδου τούτου ἐπιβάλλει τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαιώματος, ὅπως διὰ διατάγματος καθορισθῇ ὁ ἀριθμός, ὁ μισθός, καὶ αἱ λεπτομέρειαι τῶν θέσεων αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι πρὸς λειτουργίαν τῶν φυλακῶν;
§270Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὰ ἀπηλείφθησαν.
§271Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ναί, ἀλλὰ περιείχοντο εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐρρίφθη μομφὴ ἐναντίον μας, ὅτι ἐπολεμήσαμεν τὸ νομοσχέδιον ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως μόνον. Καὶ διότι ἡμεῖς, καὶ πάντες οἱ Βουλευταὶ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν, εἴμεθα ἆρά γε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὸ σύστημα τῶν ἀγροτικῶν φυλακῶν, ὅπως περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ εἶναι ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον, εἶναι, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ἥκιστα σοβαρόν; Καὶ διότι εἴμεθα ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν, διατὶ μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ δεχθῶμεν τὴν ὀργάνωσιν φυλακῶν δικαστικῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐγκλείωνται πάντες οἱ κατάδικοι μέχρι φυλακίσεως 5 ἐτῶν; Διότι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἱδρύσεως τῶν φυλακῶν, διατὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ μᾶς φέρῃ πληρέστερον σχέδιον, σαφέστερον σχέδιον τῆς ὀργανώσεως τῶν κεντρικῶν φυλακῶν;
§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρέπει ἀπαραιτήτως τὸ σχέδιον διὰ νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ εἶναι τῆς ἀρεσκείας σας;
§273Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν ἔχετε σεῖς τοιοῦτον σχέδιον;
§274Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ φέρωμεν τοιοῦτον σχέδιον. Αἱ ἀξιώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύουν ὅτι ἔχει διάφορον ἀντίληψιν περὶ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἡμᾶς. Δὲν ἀποβλέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τόσον εἰς τὸ ποιὸν τῶν νομοσχεδίων, ὅσον εἰς τὸ ποσὸν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἀπὸ τοὺς κύκλους τοὺς κυβερνητικοὺς δὲν παραλείπεται πολλάκις νὰ τονίζηται ὁ ἀριθμὸς τῶν νόμων κυρίως, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ ἐξετάζηται καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν. Καταλήγων, Κύριοι συνάδελφοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰς ἀδικαιολογήτους αἰτιάσεις αὐτοῦ, οὔτε τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, οὔτε τὰς γενικωτέρας αὐτοῦ καὶ ἀσυστάτους κατηγορίας περὶ ἀντιδράσεως ἡμῶν κατὰ τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως. Ἡμεῖς ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀντιτάξωμεν τὰς ἁγίας μας προθέσεις καὶ τὴν ἐργασίαν μας εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§275Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐφρόνουν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἤθελε προκληθῆ ψηφοφορία, δι’ αὐτὸ δὲ ὑπέγραψα περὶ τούτου σχετικὴν αἴτησιν καὶ ἐνόμιζον, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν παρεῖλκε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, διότι διὰ τῆς ψήφου τὴν ὁποίαν θὰ ἔφερον θὰ ἐξεδηλοῦτο σαφῶς ἡ περὶ τούτου γνώμη μου· ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀπέσυραν τὴν περὶ τούτου αἴτησιν αἰσθάνομαι, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφέρω δι’ ὀλίγων εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς συζήτησιν τὴν γνώμην μου. Καὶ ἐφόσον μὲν βάσις τῆς ἐγερθείσης συζητήσεως ἦτο ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποστηριζομένη γνώμη, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ἐν εὐρείᾳ κλίμακι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβιβάσῃ δικαιώματα ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εὕρισκον μόνον ὅτι ἡ ψηφοφορία αὕτη εἶχε σκοπὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῶν γνωμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντίθετον περὶ τούτου γνώμην εἶχον, ἀλλ’ ὅτι πάντως πέρα τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπὸν δυνάμενον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν τύχην, λέγω, ἤτοι τὴν ἐπιψήφισιν ἢ μὴ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διχογνωμῶν κατ’ ἐμὴν κρίσιν φανερῶς πλέον πρὸς τὴν μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐξενεχθεῖσαν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀντίθετον ὑπεστήριξε καὶ ἐξέφερε γνώμην, εἶπε τουτέστιν, ὅτι καίτοι παρὰ σοφῶν συγγραφέων ὑπεστηρίζετο ἡ γνώμη, αὐτὸς διστάζει εἰς τὴν παραδοχήν, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβε ἐντελῶς ἄλλον χαρακτῆρα, ὅτι ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις ἔλαβε σοβαρώτερον χαρακτῆρα. Τὸ νομοσχέδιον ὅλον, ὅπως εἶναι δῆλον εἰς πάντα ἀναγιγνώσκοντα τοῦτο, στηρίζεται ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καθ’ ἣν εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ θεωρίαν συνταγματικὴν καὶ πολιτειακὴν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβιβάσῃ μέρος τῶν ἑαυτῆς δικαιωμάτων ἐν εὐρείᾳ κλίμακι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐφ’ ὅσον δὲ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο καὶ ὑπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην εἶναι συντεταγμένον, ἦτο ἐπιτετραμμένον ἢ μᾶλλον ἦτο ὀρθὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐχόμενον στερρῶς τῆς θεωρίας ταύτης νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιψήφισιν τούτου καὶ τὴν ἀπόρριψιν τῆς περὶ ἀναβολῆς προτάσεως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως εὑρέθημεν πρὸ τοῦ κ. Προέδρου....
§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, διότι μὲ παρεξηγήσατε, ἂν φρονεῖτε ὅτι ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εὐρεῖα μετάθεσις τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος.
§277Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἔχετε ἐνδοιασμούς.
§278Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ 4 ἢ 5 σημεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖται ὡρισμένος νόμος, ἀλλὰ κατὰ κανόνα εὐρυτάτη εἶναι ἡ μετάδοσις τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος.
§279ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ γίνεται.
§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς σκοπιμότητος, τὸ ὁποῖον εἶναι συζητήσιμον.
§281Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τουλάχιστον ἡ ἰδική μου ἀντίληψις, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συζητῶν ἐπὶ τοῦ οὐσιωδεστάτου ἀληθῶς τούτου ζητήματος ἐξέφερεν ἐνδοιασμούς......
§282Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδοιασμοὺς εἰς δύο ἢ τρία σημεῖα.
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν φόρου, τὴν ἐπιβολὴν ποινῆς, τὴν ψήφισιν προϋπολογισμοῦ καὶ εἴ τι ἄλλο· εἰς αὐτὰ ἐνδοιάζω ἀληθῶς, ἂν δύνανται νὰ γίνωσι διὰ Διατάγματος.
§284Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ ἐντελῶς ἄλλης ἀρχῆς, ἂν δὲν σφάλλωμαι, ὡρμήθη.
§285Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει μεγάλη εὐρύτης κατὰ συνταγματικὴν ἐπίτρεψιν, ἀλλὰ κοινοβουλευτικῶς καὶ πολιτικῶς πρέπει νὰ εἶναι διστακτικὴ ἡ Βουλὴ νὰ παρέχῃ τὴν ἐπίτρεψιν καὶ νὰ τὴν παρέχῃ ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ. Αὐτὰ εἶναι ἀκαδημαϊκαὶ γνῶμαι, πολιτικῶς εἴμεθα τελείως σύμφωνοι.
§286Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὑμεῖς δὲν εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα διστακτικοί, ἀλλ’ εἴπετε ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἂν αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλωσι τὴν τοιαύτην μεταβίβασιν.
§287Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ διστάζῃ καὶ νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς ἀνάγκην ἀναπότρεπτον.
§288Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐγὼ διὰ νὰ ἀποφύγω τὸ μέρος τοῦτο, φρονῶ, ὅτι τὸ ὅλον νομοσχέδιον στηριζόμενον ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔγραψε καὶ ὑπεστήριξε, ὅτι δύναται ἐν εὐρεῖ μέτρῳ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὰ ἑαυτῆς δικαιώματα καὶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντιθέτως αὐτὸς ἐξέφρασε δισταγμὸν περὶ τούτου, φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεθ’ ὅλας τὰς ὑποχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐν αὐτῷ ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ εἶναι συντεταγμένον ἐπὶ τοιαύτης ἐπιστημονικῆς βάσεως, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἔχει, καὶ ὅτι εἶναι σκόπιμος, σκοπιμωτάτη ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, ὅπως ἔλθῃ κατόπιν ἐπὶ ἄλλης βάσεως συντεταγμένον, τελειότερον καὶ πλέον εὐάρμοστον εἰς τὰς νεωτέρας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο ἐπειδὴ δὲν μοὶ ἐδίδετο ἀφορμή, ὅπως ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου ταύτην διὰ τῆς ψηφοφορίας, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως δὲν ὑπάρχει.
§290Γ. ΠΩΠ. Ὑπῆρχεν, ἀλλ’ ἀπεσύρθη.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται):
§292Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, διὰ δύο λέξεων νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν αἱ διατάξεις περὶ ἐκτελέσεως Δημοσίων ἔργων θὰ ἰσχύσωσι καὶ ἂν ἀκολουθῶν τὸ λαμπρὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ ἐδέχετο ὅπως λάβῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἱδρύσῃ τὴν μίαν φυλακὴν χωρὶς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν φυλακῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία θὰ ἀρχίσῃ μετὰ ἔτη πολλά, ἂν δὲν θὰ ἐδέχετο ὅπως μετὰ τὴν ἵδρυσιν δύο φυλακῶν τῶν δύο συστημάτων ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις, διότι δὲν βλέπω διατὶ νὰ λαμβάνωμεν πρόνοιαν περὶ ἐκτελέσεως ἔργων 10 καὶ 12 χιλιάδων δραχμῶν καὶ νὰ μὴ λαμβάνωμεν πρόνοιαν περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἑκατομμυρίων.
§293Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἦτο ἀνάγκη ὅμως νὰ προστεθῶσι πολλαὶ λεπτομέρειαι σχέσιν ἔχουσαι πρὸς τὴν ἐργασίαν τῶν καταδίκων, καὶ ἄλλαι ἀκόμη διατάξεις προσιδιάζουσαι εἰς τὰς φυλακὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ κανονισθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καθ’ ὅσον εἶναι ἀνεπαρκεῖς ὡς πρὸς ταύτας οἱ νόμοι περὶ Δημοσίων ἔργων. Δὲν εἶναι ὅμως ἀνάγκη, νομίζω, νὰ δηλωθῇ ὅτι κατὰ τὰ λοιπὰ οὗτοι οἱ νόμοι θὰ τηρηθῶσι.
§294Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ μελετηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἔτους 1889 τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ποινικοῦ κώδικος ἐκεῖ· ἀρχίζει σχεδὸν μὲ τὰς ἰδίας λέξεις, ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὀργανώσῃ τὰς φυλακὰς κτλ». Ὁ νόμος ὁ Ἰταλικὸς ἔχει 23 ἄρθρα, ἐξεδόθη δὲ κανονιστικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ 890 περίπου ἄρθρα. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, καὶ ἀνοικοδομηθῶσι φυλακαί, συνεστάθη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐστάλη καὶ ἐπεθεώρησεν ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, περιλαμβάνει δὲ βεβαίως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην καὶ μηχανικὸν ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων. Ἡ ἐπιτροπή αὕτη ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ Ὑπουργεῖον ἔπεμψε τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ μετὰ ταῦτα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἔδει νὰ συντάσσωνται τὰ ἀρχιτεκτονικὰ σχέδια περὶ ἀνεγέρσεως ἑκάστης φυλακῆς, τηρουμένων τῶν γενικῶν κανόνων τῶν καθιερωμένων ὑπὸ τῶν γενικῶν νόμων περὶ Δημοσίων ἔργων.
§295ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸς εἶναι περιορισμὸς ἐκ τῶν κειμένων νόμων, ὅστις πρέπει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ ἄρθρον· νὰ ἀναγραφῇ δὲ ὁ περιορισμὸς οὐχὶ μόνον κατὰ τοὺς νόμους περὶ Δημοσίων ἔργων ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς νόμους περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§296Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ. Τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τροπολογίαν, συνισταμένην ἀπὸ δύο μέρη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὸ 2ον μέρος μόνον, μὲ ἀλλαγὴν ἐν τούτοις μιᾶς λέξεως, ἡ ὁποία ὅμως ἀλλαγὴ τῆς λέξεως ἔχει σημασίαν. Ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐκπόνησις τῶν σχεδιαγραμμάτων τῶν φυλακῶν καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ μόνον κατὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε προηγουμένως ἐγκριθῆ εἰς προηγούμενον διαγωνισμὸν κατάστημα φυλακῶν τοῦ αὐτοῦ «τύπου» καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγραψε τοῦ αὐτοῦ «εἴδους». Εἶναι διαφορὰ μεγάλη· δυνατὸν δύο φυλακαὶ νὰ εἶναι τοῦ αὐτοῦ εἴδους χωρὶς νὰ εἶναι καὶ τοῦ αὐτοῦ τύπου.
§297Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὥστε θὰ κάμωμεν φυλακὰς διαφόρων τύπων;
§298Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Τότε ἀντὶ τῆς λέξεως «εἴδους» νὰ θέσητε «τύπου».
§299Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς νὰ θέσωμεν τύπου ἀφοῦ περὶ εἴδους φυλακῶν ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§300Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἶδος καὶ τύπος δὲν εἶναι τὸ αὐτό, διότι δύνασθε νὰ κατασκευάσητε φυλακὰς τοῦ αὐτοῦ εἴδους, ὅπως π. χ. κεντρικάς, αἱ ὁποῖαι ὅμως νὰ εἶναι διαφόρου τύπου. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας μου δὲν ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Εἰς τὸ πρῶτον τοῦτο μέρος προτείνω ὅπως τοὐλάχιστον κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προγράμματος τῶν φυλακῶν, σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ ξένος εἰδικὸς ἀρχιτέκτων ἐπὶ τούτῳ προσκαλούμενος. Ὁ κ. συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπερ εἶναι κράτος πολὺ περισσότερον ἡμῶν προηγμένον, ἐθεώρησαν ἐπιβεβλημένον πρὶν καταρτίσωσι τὸ σύστημα φυλακῶν νὰ σχηματίσωσιν ἐπιτροπὴν μεγάλην, ἡ ὁποία νὰ περιέλθῃ ὅλας τὰς ξένας χώρας καὶ μελετήσῃ τὰ συστήματα τῶν φυλακῶν.
§301Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὰς ξένας φυλακὰς ἀλλὰ τὰς φυλακὰς τοῦ κράτους, διὰ νὰ ἴδῃ ποῖαι ἐξ αὐτῶν εἶναι χρησιμοποιήσιμοι ἢ ποῖαι μεταβολαὶ δύνανται νὰ γίνωσιν, ὥστε νὰ πληρῶνται οἱ ἀπαιτούμενοι ὅροι.
§302Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς προέτεινεν ἐξ ἄλλου, ὅπως ἔλθῃ ξένος ὀργανωτής, ὁ ὁποῖος νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας τῶν φυλακῶν καὶ αὐτὸς νὰ συντάξῃ τὰ προγράμματα. Ἐγὼ προτείνω τι εὐκολώτερον, νὰ προσκληθῇ εἷς ξένος εἰδικός, ὁ ὁποῖος νὰ ἐργασθῇ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν μόνον εἰς τὴν σύνταξιν τῶν προγραμμάτων αὐτῶν. Ἐρωτῶ διατὶ δὲν ἐγένετο δεκτὴ αὐτὴ ἡ πρότασις; μήπως διὰ λόγους οἰκονομίας; καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, προκειμένου νὰ δαπανηθῶσι 5 ἑκατομμύρια, 10 ἴσως ἑκατομμύρια, διατί νὰ μὴ δαπανηθῶσι καὶ 10 ἢ 20 χιλιάδες ἐπὶ πλέον, ἵνα ἔλθῃ εἷς εἰδικός, ὁ ὁποῖος θὰ συμβουλεύσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν;
§303ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν σαφῶς, διότι τὸ νὰ ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι τὰ πράγματα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, δὲν εἶναι νομίζω τὸ προσῆκον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθὼς καὶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι μετακλητός· δύναται αὔριον ἄλλος νὰ ὑπάρχῃ ἀντ’ αὐτοῦ καὶ δύναται ἐκεῖνος νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸς τοιαύτην ὑποχρέωσιν δὲν ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Τὸ τὶ εἶπεν ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ἂν δὲν ἀπέληξεν εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπέχουσαν θέσιν νόμου, οὐδὲν σημαίνει. Τὸ προτεινόμενον τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἰδικὴ διάταξις, διαγράφουσα τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει κινηθῆ προκειμένου νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα ἑκατομμυρίων, κατὰ τρόπον, οὗτινος τὸν προσδιορισμὸν ἀγνοοῦμεν ἡμεῖς, διότι ἐπιφυλάσσει εἰς ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι καὶ προσεκτικὴ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε βεβαιοῖ ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι θὰ ἐφαρμοσθῶσι· διότι τὸ διαγεγραμμένον ἐνταῦθα σύστημα καθιστᾷ ἀδύνατον ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν θὰ ἀναμιχθῶσι καὶ οἱ κατάδικοι εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, καθιστᾷ, λέγω, ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τῶν κειμένων, τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τοῦ περὶ δημοσίων ἔργων· τὸ στοιχεῖον τῆς παρεμβάσεως τῶν καταδίκων ὡς ἐργατῶν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ἣν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐκ τούτου θέλει προκύψει κολοσσιαία οἰκονομία, ἵνα ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, τὸ στοιχεῖον, λέγω, τοῦτο, τῆς παρεμβάσεως τῶν καταδίκων ἀνατρέπει ἄρδην ὅλην τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων, καὶ κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἰδικὸς νόμος ὁρίζων τὸν συνδυασμὸν τῆς παρεμβάσεως ταύτης τῶν καταδίκων ὡς ἐργατῶν πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν πολύ, καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ἡμεῖς μὲν διὰ νὰ σαφηνισθῶσι τὰ πράγματα καὶ εἴμεθα μέχρι τέλους βέβαιοι ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὅπως δεῖ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἵνα μὴ κατηγορηθῇ ποτὲ ὅτι ἐβεβαίωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πράγματα ἀδύνατα μὲ τὸ σύστημα τὸ νόμῳ ὑφιστάμενον.
§304Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι Βουλευταί, θὰ προσθέσω ἀφ’ ἑνὸς μὲν συνηγορῶν καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ὡς περιορισμοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι τὰ τῆς ἐκτελέσεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐγκριθησομένης μελέτης θέλουσι γίνει κατὰ τοὺς ὅρους τῶν νόμων περὶ δημοσίων ἔργων, δηλαδὴ πρωτίστως μὲ τὴν ἐγγύησιν τῆς μειονοδοτικῆς δημοπρασίας, καὶ ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τοῦτο τὸ θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον νὰ τὸ ἀξιώσῃ ἡ Βουλὴ προστατεύουσα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἀπὸ κακῆς διαχειρίσεως τῶν ζητημάτων τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐφαρμογῆς τῶν σχεδίων πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν. Ἀλλ’ εἶπον τόσα καὶ μετὰ τόσης πειθοῦς οἱ προαγορεύσαντες, ὥστε δὲν ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἐπὶ πλέον. Θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης ἀφ’ ἑτέρου νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, ὅτι διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ προγράμματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ κληθῶσι νὰ ὑποβάλωσι σχέδια ἐν διαγωνισμῷ οἱ διάφοροι ἀρχιτέκτονες, πρέπει νὰ συμβουλευθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ φῶτα ξένου εἰδικοῦ ἀρχιτέκτονος. Ἐὰν λάβω ὑπ’ ὄψιν ὅτι μία φυλακή, τὴν ὁποίαν εἶδον, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐστοίχισε κατ’ ἀκριβεστάτας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, 3½ ἑκατομμύρια μάρκα, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ ἔργου ἢ μικρᾶς ἀξίας ἔργου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν φυλακὴν ἐκείνην χωροῦσι 1500 κατάδικοι. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι παρ’ ἡμῖν 3000 κατάδικοι πρέπει νὰ κλεισθῶσιν εἰς δύο τοιαύτας φυλακάς, προφανῶς πρόκειται περὶ ἔργου 8 ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν ἵδρυσιν δύο τοιούτων κεντρικῶν φυλακῶν. Ὥστε, ὅταν πρόκειται νὰ διατεθῶσι χρήματα τοσαῦτα διὰ τὴν ἀνέγερσιν φυλακῶν, εἶναι στοιχειώδης μέριμνα, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει πλέον ἡ εὔρυθμος οἰκονομία, τὴν ὁποίαν γνωρίζει καὶ ὁ τελευταῖος ἔμπορος, διὰ νὰ μὴ γίνωσι τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐπὶ ματαίῳ, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς τοῦ ἔργου, ἀπὸ τῆς καταρτίσεως τοῦ προγράμματος νὰ δαπανήσωμεν ὀλίγα χρήματα διὰ τὴν μετάκλησιν εἰδικοῦ ξένου ἀρχιτέκτονος — διότι οἱ ἰδικοί μας δὲν ἔχουσιν ἐργασθῆ εἰς τοιαύτας φυλακὰς — ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς σύμβουλος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίσης θὰ ἐπεθύμουν ῥητῶς νὰ τονισθῇ ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἔσται διεθνής. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ διὰ τὰ μέγαρα τῶν δικαστηρίων ὁ διαγωνισμὸς διεκηρύχθη διεθνής, ὥστε νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «διεθνής» εἰς τὸν πέμπτον στίχον τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως σημεῖον, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονισθῇ, εἶναι τοῦτο. Διὰ Β. Διατάγματος θέλει κανονισθῆ ἡ ἐργασία κατὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν τῶν καταδίκων. Τίνων καταδίκων; Ὑπέδειξα καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πολιτικοὶ κατάδικοι. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα οἱ πολιτικοὶ κατάδικοι χρησιμοποιηθῶσι καὶ διαπομπευθῶσιν εἰς ἐργασίαν τοιαύτην; Εἶμαι δὲ βέβαιος γνωρίζων τὰ φιλελεύθερα αἰσθήματα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ εἰδικῶς ὡς ἐγγύησις νὰ τεθῇ, ἴσως καὶ δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου νὰ τονισθῇ, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ πολιτικοὶ κατάδικοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην οὐδ’ εἰς καμμίαν ἄλλην ἐργασίαν. Τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τοῦτο δὲ καὶ ἐνδείκνυται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ μοῦ εἴπῃ: Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὰ προΐδω αὐτὰ εἰς τὸ Β. Διάταγμα, καὶ φαντάζεσθε ὅτι σεῖς ὁ ἀγορεύων ἔχετε τὰ φιλάνθρωπα ταῦτα αἰσθήματα καὶ τὴν σοφίαν καὶ ὅτι στεροῦμαι αὐτῶν ἐγώ, ὁ Ὑπουργός; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Σήμερον συζητοῦμεν νομοσχέδιον καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ τεθῶσιν αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις, ἐφ’ ὅσον χορηγεῖ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τοιαύτην τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω τίποτε ἄλλο. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, καὶ πάλιν νὰ τονίσω, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων ἐμφανίζεται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 7, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιστήμης πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐργασίας πάντες οἱ πολιτικοὶ κατάδικοι. Οἱ πολιτικοὶ κατάδικοι εἶναι ἰδιαίτερος τύπος καταδίκων, ὁ ὁποῖος παντοῦ καὶ πάντοτε ἀπολαύει σεβασμοῦ μεγαλητέρου, ἢ ὅσον τὰ ἀνθρώπινα δίκαια τῶν ἄλλων καταδίκων.
§305Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος κ. συναδέλφου εἰπόντος ὅτι μία κεντρικὴ φυλακὴ ἐν Βερολίνῳ ἐστοίχισε 3½ ἑκατομμύρια μάρκα ἤτοι 4.000.000 δραχμῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις βεβαίως σοβαρῶς σκέπτεται πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπέβαλε τὸ παρὸν νομοσχέδιον σκοποῦσα νὰ διαθέσῃ ὁσαδήποτε χρήματα χρειάζονται οὐ μόνον ἐκ τῶν ὑπαρχόντων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μὴ ὑπαρχόντων τοιούτων, ὡς ἐμφαίνεται ἄλλως τε καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 4. Θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰδικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἔχει τὰ μέσα πρὸς ἀνέγερσιν μιᾶς φυλακῆς τοιαύτης περίπου, δηλαδὴ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ὑποστῇ τὸ Κράτος τόσην μεγάλην δαπάνην. Εἶναι γνωστὸν βεβαίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐξαιρετικῶς, ὅτι ἔχομεν τὸ φρούριον τῆς Μονεμβασίας ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ χῶρος ἀρκετὸς ὑπάρχει καὶ ὑγιεινότατος τόπος εἶναι καὶ ὕδατα ἄφθονα ἔχει καὶ κτίρια ἐπίσης ἕτοιμα σχεδὸν τῆς πρώτης φυλακῆς, καὶ ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον διὰ τὰς ἄλλας φυλακάς.
§306Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ διατὶ ὄχι εἰς τὸ Ῥίον, κύριε συνάδελφε;
§307Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διότι εἶναι τὸ μέρος ἀνθυγιεινόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην, διότι ἡ σύστασις αὕτη δὲν ἀφορᾷ τὴν ὑποστήριξιν μόνον τμήματος τοῦ νομοῦ μου, ὡς ἴσως ἐνδιαφέρεται ὁ διακόψας με κ. συνάδελφος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πραγματικῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς πρώτης φυλακῆς, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς πρότυπον διὰ τὰς λοιπάς. Τὸ φρούριον τῆς Μονεμβασίας, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, παρέχει ὅλα τὰ μέσα πλὴν τῶν ἄλλων δὲ εἶναι καὶ ὑγιεινότατον· ἀλλὰ θὰ ἦτο σὺν τούτοις ὡσαύτως ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔχει καὶ Ἱστορίαν, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς δευτέραν μοῖραν καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασιν ταύτην διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς πρώτης φυλακῆς ἐκεῖ δι’ ὅσους λόγους καὶ προφορικῶς ἀπὸ πολλοῦ ἀνέπτυξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατ’ ἐπανάληψιν.
§308Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ μικρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχω ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκοδομικήν, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ φέρω τὰς ἀκολούθους παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐὰν θέλητε, δύνασθε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ὅτι εὑρίσκω ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν καταδίκων εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν κτιρίων, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκετε ἴσως ἐκ λόγων οἰκονομίας, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Διότι ἕκαστον κτίριον διὰ νὰ οἰκοδομηθῇ καὶ φθάσῃ εἰς τὸ πέρας του ἀπαιτεῖ τριῶν εἰδῶν ἐργασίας. Ἐν πρώτοις ἀπαιτεῖ ἀριθμόν τινα κτιστῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς θὰ ὑπάρχουν τόσοι κτίσται, καλοὶ τεχνίται, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν οἰκοδομὴν μιᾶς φυλακῆς; Καὶ ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβῃ τὴν οἰκοδομὴν τῆς φυλακῆς ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Κατόπιν ἔχομεν τὴν ξυλουργικήν, ἡ ὁποία παρουσιάζει ἄλλας δυσχερείας. Κατόπιν ἔρχεται ἡ ξυλουργικὴ τῆς πολυτελείας τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν, ὡς καὶ ἡ ἀσβεστοχριστική. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν καταδίκων ὄχι μόνον δὲν θὰ φέρῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἴσως τὸ ἐναντίον.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σ. Ἀγαπητοῦ, καὶ ἡ τοῦ κ. Σ. Ἰγγλέση. (Ἀπορρίπτονται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 3ον).
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (Ἀναγινώσκεται).
§311Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὀλίγά τινα, παραιτούμενος ἄλλων, ἅτινα ἤκουσα ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων λεχθέντα. Πρῶτον ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς ὅτι ἔρχεται Κράτος καὶ δέχεται ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ παραχωρήσῃ, ἵνα δανεισθῇ χρήματα, ὑποθήκην. Τὸ πρᾶγμα μέχρι τοῦδε ἐθεωρεῖτο ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ Κράτους, οὗτινος ἡ ὑπόστασις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν. Τοιαύτη διάταξις, ἐὰν γνωσθῇ καὶ ἔξω, δυνατὸν καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς μείωσιν τῆς πίστεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐγνώριζον ὅτι τὸ ζήτημα περὶ ὑποθήκης γεννᾶται ἐπὶ Σιδηροδρόμων· μετὰ πολλῆς δὲ περισκέψεως ἀπέβλεψαν πάντοτε καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ προκειμένου νὰ ψηφίσωσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐκεῖ ἐμφανίζεται ἡ ἑταιρεία, ἥτις ὅμως χειρίζεται περιουσίαν δημοσίαν, ἣν ἐπὶ ὡρισμένα ἔτη καρποῦται, ὅπως ἔπειτα ἀπολήξῃ εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου. Καὶ λαμβάνεται ἐκεῖ πᾶσα προφύλαξις εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑταιρικῆς διαχειρίσεως ὑποκείμενον εἰς τὴν ὑποθήκην. Δὲν ἐγνώριζον ὅμως ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ παραχωρῇ ὑποθήκας δημοσίων κτημάτων, ἵνα δανεισθῇ. Ἡ πίστις ἡμῶν σήμερον ἀπεδείχθη κατὰ τὰ τελευταῖα δάνεια ὅτι φέρει εἰς τόκον 5 1/18% καὶ ἄνευ ὑποθήκης καὶ ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ ἐλέγχου, διότι ἐὰν εἴχομεν καὶ παρέμβασιν τοῦ ἐλέγχου, θὰ εἴχομεν ἴσως δανειζόμενοι ἐλάττωσιν τινὰ τόκου. Σήμερον δ’ ἔρχονται καὶ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς: Ἐπιτρέψατε εἰς τὸ δυστυχὲς Κράτος, τὸ πτωχόν, νὰ δανεισθῇ πρὸς 6% καὶ μετὰ ὑποθήκης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ πίστεως αὐτοῦ, βεβαίως καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο θέλει ψηφισθῆ.
§312Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Συνεχίζων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς λέγω ὅτι τοσοῦτον μᾶλλον σήμερον πρέπει νὰ λείψῃ ὁ ὅρος αὐτός, καθόσον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ δάνεια ταῦτα συνάπτονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφρόντισεν ἡ νομοθεσία νὰ δώσῃ πλεῖστα ὅσα προνόμια καὶ δικαιώματα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἄρθρον 3. Ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι γνωστὸν ὅτι δίδει ἐλάχιστον τόκον εἰς τὰς καταθέσεις εἰς πρώτην ζήτησιν. Ἡ πρόνοια δὲ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως ὁρίζῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν καταθέσεων τῶν τοιούτων ποσῶν μόνον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀποτελεῖ ἓν μέγα προνόμιον ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς εἰς τὸ Κράτος νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, ἐκτὸς τοῦ βαρέος τόκου, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνῃ ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον λαμβάνει διὰ τὰς καταθέσεις του, νὰ προσφέρῃ καὶ τὴν ἐγγύησιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος. Ὅταν ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου, εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μοὶ ἐδόθη ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπω ὀλίγα, ὥστε νὰ νομίζω ὅτι ἔπεισα τὴν Βουλὴν ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ ἀποκτήσωμεν φυλακὰς ἀδαπάνως, εἶναι ἐντελῶς πεπλανημέναι. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐμποδίζω τὴν πρόοδον τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀρκοῦμαι εἰς αὐτά.
§313Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου θὰ εἶχον νὰ προσθέσω τοῦτο· ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐσφαλμένοι, προκύπτει ἀναντιρρήτως ἐκ τῆς συγκρίσεως, τί εἰσφέρουσι προσθέτως Κράτη πεπολιτισμένα, ἔχοντα φυλακὰς ἀξίας τοῦ πολιτισμοῦ των, ὑπὲρ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Ὑπολογίζεται ὅτι συνεισφέρουσι τὰ Κράτη 80 λεπτὰ τὴν ἡμέραν κατὰ κεφαλὴν καταδίκου προσθέτως ὑπὲρ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κατάδικος ἐκ τῆς ἐργασίας του. Ἐὰν ἤθελέ τις νὰ κάμῃ ἀναλογίας διὰ νὰ εὕρῃ πόσον πρέπει νὰ εἰσφέρῃ ἡ Ἑλλὰς πρὸς συντήρησιν τῶν καταδίκων της, ἂν θέλῃ ν’ ἀποκτήσῃ δικαιώματα νὰ λέγηται πεπολιτισμένον Κράτος, τότε θὰ πεισθῇ τις, καὶ θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοικονομήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων τι, ὥστε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ χρεολυτικὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ μετὰ τόσης ἀφειδίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἂν πράγματι εἰσερχώμεθα εἰς ὁδὸν ἀνθρωπιστικήν, εἰς ὁδὸν ἐκπολιτιστικὴν τῶν σωφρονιστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, πρέπει τὸ Κράτος τοῦτο νὰ εἰσφέρῃ καὶ περιπλέον πρὸς συντήρησιν τῶν καταδίκων, καὶ τοιουτοτρόπως αἴρεται παντελῶς ἡ οἰκονομικὴ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ᾠκοδόμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅλον αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα.
§314Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰσηγούμεθα μέτρον ὅλως καινοφανές, μέτρον ἀληθῶς παράδοξον. Ἀναμφισβητήτως ἔχομεν τὸ προηγούμενον τῆς ἀνεγέρσεως τῶν δικαστικῶν μεγάρων, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε κατὰ τὸν ἐπίψογον ἐκεῖνον τρόπον, τὸν ὁποῖον παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς τὸ σύστημα τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ συνομολογήσεως δανείου προστίθεται ἤδη παράγραφος ἄλλου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν νὰ συνομολογῇ δάνεια διὰ τὴν ἀνέγερσιν φυλακῶν. Ἔχομεν εἰσέτι ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν μόνον σχέδιον ἀνεγέρσεως φυλακῶν· δὲν γνωρίζομεν οὔτε πόσον ἑκάστη ἐξ αὐτῶν θὰ στοιχίσῃ πρὸς ἀνοικοδόμησιν οὔτε πόσον θὰ εἶναι τὸ σύνολον τῶν φυλακῶν αὐτῶν. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἠρευνήσαμεν, θὰ ἠδυνάμεθα μετακαλοῦντες ξένον ὀργανωτὴν διὰ θεωριῶν, ὅπως μετεκαλέσαμεν τὸν Γάλλον συνταγματολόγον Δουγκέ, νὰ εὕρωμεν τρόπον ὑπεκφυγῆς. Ἀλλὰ πῶς θὰ δυνηθῶμεν κατὰ τὸ μέλλον νὰ σώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὅστις εὑρίσκων συμπεπληρωμένην τὴν χαρίεσσαν ἀνόρθωσιν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, θὰ θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν ἐν τῇ ἐξελίξει της εἰς μεγαλομανίαν καὶ θὰ ἀποφασίσῃ ν’ ἀνεγείρῃ φυλακὰς κατὰ τὸ σύστημα τὸ πρότυπον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρέχει φυλακὰς, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἦσαν φρούρια καὶ πολυτελῆ μέγαρα; Καὶ παρέχομεν ἤδη διὰ μιᾶς ἁπλῆς διατάξεως διὰ πέντε γραμμῶν ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Κυβερνήσεις τοῦ μέλλοντος, ὅπως δαπανήσωσι καὶ δέκα καὶ εἴκοσι καὶ τριάκοντα ἑκατομμύρια κατὰ τὴν ἀρέσκειαν καὶ πολλάκις κατὰ τὴν φρενοπληξίαν τῶν Ὑπουργῶν τοῦ μέλλοντος, χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δανείζωνται ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς βαρεῖς ὅρους! Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρέχομεν καὶ ἄλλο ἐπικίνδυνον ὅπλον, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συνομολογῆται τὸ δάνειον τοῦτο. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους αὐξάνει κατὰ τὸ μέλλον, ὅπως πάντες εὐχόμεθα, θὰ ἔχωμεν δώσει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ἵνα συνεννοούμενος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς 6%, ἐνῷ εἶναι πιθανὸν νὰ εὕρῃ δάνειον πρὸς 3%· ἂν δὲ ἀντιθέτως τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς Χώρας ὁδεύσωσιν ἐκεῖ, ὅπου τὰ ὠθοῦμεν βιαίως διὰ τῶν μέσων τῶν ποικίλων τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἀνορθώσεως, θὰ εὑρεθῇ ἡ Χώρα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἴδῃ μειουμένην τὴν πίστιν αὑτῆς, καὶ πιθανὸν νὰ δανείζηται ἐπὶ τόκῳ μείζονι τοῦ 6%, ὁπότε ἄχρηστος ὁ νόμος. Καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς περιστάσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἄποψιν τοῦ πράγματος εὑρισκόμεθα ἐνώπιον νομοθετικῆς διατάξεως ἐπικινδύνου ἀφ’ ἑνός, ἀσκόπου ἀφ’ ἑτέρου. Θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ φρόνιμον, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν δήλωσιν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πρόκειται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ δὲν πρόκειται νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς ἑξαμήνου ἢ τριμήνου, νὰ περιορίσωμεν κατὰ τοῦτο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ ἡ Βουλή, νὰ τὸ περιορίσῃ τοὐλάχιστον εἰς τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ αἰσιοδοξία ἡ ἰδία τοῦ παρέχει νὰ πιστεύῃ ὅτι θὰ μείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι: —Παραχωρήσατέ μοι τὴν συνομολόγησιν δανείου πρὸς δοκιμαστικὰ ἔργα προτύπων φυλακῶν, μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐπὶ παραδείγματι, καὶ ἀφήσατε συγχρόνως, ὅπως ἡ συνομολόγησις ἑκάστου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει δανείου γίγνηται διὰ νόμου. Ὑποθέτω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἔβλαπτε παντάπασι τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὔτε τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας—τοὐναντίον θὰ ἐνίσχυεν ἀμφοτέρους—καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ εἰσαγάγῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν τῆς τροποποιήσεως ταύτης τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§316ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον 5 ὅτι: «Ἐν ἀγροτικῇ φυλακῇ, δύνανται νὰ ἐκτίσωσι τὴν ποινὴν αὐτῶν, κατὰ διαταγὴν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως, οἱ καλὴν ἐπιδείξαντες ἐν ταῖς φυλακαῖς διαγωγὴν καὶ εἰς εἱρκτὴν ἢ πρόσκαιρα δεσμὰ καταδικασθέντες μετὰ τὴν ἀπότισιν τῶν ⅚ τῆς ποινῆς των, οἱ εἰς ἰσόβια δεσμὰ διατελοῦντες μετὰ παρέλευσιν εἴκοσιν ἐτῶν ἀπὸ τῆς καθείρξεώς των, καὶ οἱ κατάδικοι, οἵτινες διὰ λόγους ὑγείας δὲν δύνανται νὰ ἀποτίσωσι τὴν ποινήν των ἐν τῷ κελλίῳ». Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ ἀντὶ τῶν ⅚ νὰ τεθῇ τῶν 3/6 ἢ τῶν 4/6, διότι δεδομένου ὅτι ἡ συνήθης ἐγκληματικὴ ἡλικία ποικίλλει ἀπὸ τῆς ἡλικίας τῶν 20 ἐτῶν μέχρι τῆς τῶν 40, θὰ εἶναι δυνατὸν εἷς τριακονταετὴς καταδικαζόμενος εἰς ἰσόβια δεσμὰ νὰ μεταφερθῇ εἰς φυλακὴν ἀγροτικὴν μετὰ 20 ἔτη καὶ νὰ διανύσῃ τὸ ὑπόλοιπον διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀρκετὸν εἰς κεντρικὴν φυλακήν. Ἐνῷ ἀντιθέτως εἷς καταδεδικασμένος εἰς 20 ἐτῶν φυλάκισιν δέον κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑποστῇ τὰ κακὰ τῆς κεντρικῆς φυλακῆς ἐπὶ 17 καὶ πλέον ἔτη. Τοῦτο εἶναι ἄνισον. Διότι ὁ καταδεδικασμένος εἰς περισσοτέρων ἐτῶν φυλάκισιν ἀπολαύει τῶν ἀγαθῶν τῆς ἀγροτικῆς φυλακῆς πολὺ πλειότερον παρὰ τὸν καταδεδικασμένον εἰς ὀλιγωτέρων ἐτῶν φυλάκισιν. Ἐνδείκνυται ὅθεν διόρθωσις τοῦ ἀτόπου διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ποσοστοῦ ὃ δέον νὰ διανυθῇ ἐν τῇ κεντρικῇ φυλακῇ, καθ’ ὃ μέτρον ἤθελεν εὕρει ὀρθὸν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
§317Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην γενικὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μετὰ τὴν σημερινὴν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ὑποτεθῇ ποτέ, ὅτι ἐψήφισα ὑπὲρ οἱασδήποτε ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Πάσας τὰς κατεψήφισα διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἠκούσατε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 5 ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ παρατηρήσω εἶναι τοῦτο, ὅτι γίνεται ἐν αὐτῷ λόγος καὶ περὶ τῶν διὰ χρέη κρατουμένων, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ θὰ φυλακίζωνται. Νομίζω, ὅτι ἀπάδει εἰς τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος ἡ φυλάκισις ἀνθρώπων διὰ πολιτικὰ χρέη καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἐκ τούτου τοῦ λόγου, ὡς ἀπάδουσα πρὸς τὸ νεώτερον πνεῦμα πρέπει παντελῶς νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ἡ νομοθεσία ἡμῶν. Ἐπίσης, ὡς εἶπον ἀγορεύων καὶ ἐν ἄλλῃ περιστάσει, θεωρῶ, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς χρήσεως τῶν φυλακῶν τῶν ἀγροτικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἱδρυθῶσι τόσον ταχέως, ὁ περιορισμὸς τῆς χρήσεως αὐτῶν διὰ τοὺς εἰς εἱρκτὴν ἢ εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ καταδικασθέντας,—ὁμιλῶ δὲ μόνον περὶ περιορισμοῦ ἂν καὶ εἶμαι ἐναντίος τῆς χρησιμοποιήσεως ὑπὸ τὰς Ἑλληνικὰς συνθήκας τῶν ἀγροτικῶν φυλακῶν διὰ βαρυποίνους ὅπως προορίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης—ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἀπὸ τῆς βάσεως τῆς σωφρονιστικῆς ἐπιστήμης, κατὰ τὴν ὁποίαν σωφρονιστικὴν ἐπιστήμην δὲν διακρίνονται οἱ κατάδικοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐν ὑπαίθρῳ διαβίωσις καὶ ἐργασία ἀναλόγως τῶν ποινῶν εἰς τὰς ὁποίας ἔχουσι καταδικασθῆ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον εἶναι μεταρρυθμιστέον, ἵνα καὶ οἱ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν φυλακίσεως, ἐάν ποτε ἱδρυθῶσι τοιαῦται φυλακαί, καὶ οἱ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν φυλακίσεως ὑφ’ ὡρισμένους ὅρους καὶ συνθήκας, τοποθετῶνται εἰς τὰς ἀγροτικὰς φυλακάς, χωρὶς μάλιστα νὰ συγχέωνται πρὸς τοὺς καταδίκους τοὺς καταδικασθέντας εἰς εἱρκτὴν ἢ εἰς πρόσκαιρα δεσμά. Τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἐπιστήμη.
§318Γ. ΠΩΠ. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλεῖ καὶ περὶ τῶν κληρικῶν. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ νόμου τῆς ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας. Δυνάμει ἐγκυκλίου οἱ καταδικαζόμενοι κληρικοὶ ἀποστέλλονται εἰς εἰδικὸν τμῆμα τῶν φυλακῶν, δυνάμει ὅμως τῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν σήμερον, οἱ καταδικαζόμενοι ἱερεῖς καὶ μέχρι βαθμοῦ ποινῆς, ἡ ὁποία δὲν συνεπάγεται καθαίρεσιν ὑπόκεινται εἰς τοὺς κοινοὺς ἐγκληματίας καὶ θὰ τοποθετῶνται εἰς τὰς φυλακάς, εἰς τὰς ὁποίας συνήθως ἐγκλείονται οἱ μικροὶ κατάδικοι διὰ πράξεις τοῦ ταπεινοτέρου εἴδους τῆς παραβάσεως τοῦ Ποινικοῦ νόμου. Θὰ εἶναι δὲ θλιβερὸν καθ’ ἣν περίπτωσιν κατορθοῦντες νὰ ὑπαγάγωμεν τοὺς ἱερεῖς εἰς τοὺς κανόνας περὶ ἐγκλείσεως καταδίκων καὶ ὑποδίκων, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ θεάματος νὰ βλέπωμεν ἕνα κληρικόν, διὰ τὸν ὁποῖον οὔτε ἡ Πολιτεία, οὔτε ἡ Ἐκκλησία ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ σχῆμα, νὰ τὸν βλέπωμεν συμφυρόμενον μετὰ λωποδυτῶν καὶ ἐγκληματιῶν ἀσεβούντων πρὸς τὸ σχῆμα κατ’ ἀντίθεσιν καὶ πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἐπανορθωτικῆς ποινῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη ὁ κληρικὸς αὐτός. Ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ἡμῶν καὶ πρὸς τὸν κληρικὸν τὸν ἐκπροσωποῦντα τὴν ἐκκλησίαν νὰ ἐπιδεικνύωμεν ἑκάστοτε πᾶσαν προσοχὴν καὶ μέριμναν· εἶναι δὲ πολλάκις πιθανὸν ἱερεὺς ἐγκαλούμενος καὶ καθ’ οὗ ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ ἠγέρθη νὰ εἶναι ἀθῷος. Φαντασθῆτε δὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸ θεῖον ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν ὑψίστων αὐτοῦ καθηκόντων νὰ συγκυλίεται μετὰ κακῶν ἐγκληματιῶν. Διὰ τοὺς κληρικούς, προκειμένου περὶ τῆς μαρτυρίας αὐτῶν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, παρέσχεν ὁ Καταστατικὸς νόμος τῆς ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου ἰδιαιτέρας διατάξεις, τὸ δὲ Κράτος προκειμένου περὶ κλήρου ἔχει καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις, αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ διαφύγωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἠδύναντο τὰ μαθήματα τὰ ἐντεῦθεν παρεχόμενα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὅπλα εἰς ἐκείνους, πρὸς οὓς δὲν ἔπρεπε νὰ παράσχωμεν οὐδὲν ὅπλον, ἵνα ἀρυόμενοι ἐπιχειρήματα στρέψωσιν αὐτὰ ἐναντίον τῆς θρησκείας τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, ὅπως ἀπαλείψωμεν τὴν διάταξιν ἐκείνην, καθ’ ἣν εἰς τὰς κοινὰς διατάξεις περὶ ἐγκληματιῶν ὑπάγονται καὶ οἱ ἱερεῖς. Εἶναι περιττὸν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως μακρότερον καὶ ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ κλήρου καὶ ἀπὸ ἐθνικῆς καθαρῶς αἰτίας, ἥτις μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας.
§319Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ἐκ Ψαρῶν Βουλευτήν, διὰ τὴν ὄντως πατριωτικὴν αὐτοῦ σκέψιν· διὰ τοῦτο δὲ θερμότατα παρακαλῶ, ὅπως, εἰ δυνατόν, ληφθῇ σπουδαιοτάτη μέριμνα ὑπὲρ τοῦ κλήρου διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. συνάδελφος τόσον εὐγλώττως ἐτόνισε.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§321Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μετὰ λύπης μου βλέπω, ὅτι ἀντιπαρέρχεσθε ἐν τελείᾳ σιγῇ.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§323Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀφῆκε τὴν Βουλὴν νὰ ἐννοήσῃ, καθόσον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, ὅτι θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ τροποποιήσῃ τὰς διαφόρους ἐπιτροπὰς εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ἐνεργειῶν περὶ τῶν ὁποίων λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§324Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτροποποιήθη εἰς τὸ τέλος. Πρέπει νὰ συνέλθωσιν ἐν συμβουλίῳ καὶ νὰ γνωμοδοτήσωσι πάντες οἱ Εἰσαγγελεῖς.
§325Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκτὸς τούτου θὰ ὑπεστήριζον ὅτι δὲν πρέπει μόνον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους.....
§326Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διατὶ δὲν μᾶς δίδεται ἀπάντησις; Ἐδώσαμεν ἐν λευκῷ τὴν ἐντολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς φυλακάς, ἐν τούτοις διὰ τοὺς κληρικοὺς πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις.
§327Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει διάταξις, ὅτι ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου στηριζομένην εἰς γνωμοδότησιν τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους ὡς καὶ τοῦ ἐνεργήσοντος τὴν ἐπιθεώρησιν θὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις. Θὰ ἐπεθύμουν τοιοῦτον ἔργον νὰ μὴ ἀνατεθῇ μόνον εἰς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, διότι δύνανται νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὅπως εἴμεθα βέβαιοι ὅτι αἱ φυλακαὶ θὰ κτισθῶσιν ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ κτισθῶσιν καὶ ὅτι θὰ τηρηθῇ ἡ προσήκουσα σειρὰ μεταξὺ τῶν διαφόρων πόλεων, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἄλλη ἐπιτροπὴ νὰ κανονίσῃ τὸ τοιοῦτον. Ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν ὅπως μετέχωσιν οὐχὶ μόνον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ ἄλλα στοιχεῖα, καὶ ὑπέδειξα ὅτι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν ἔπρεπε νὰ προσδιορίσῃ 2 πρόσωπα.
§328Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6ον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
§330Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ἵνα καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο κάμῃ τὴν ὑποχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 11 καὶ εἰς τὸ ἀφορῶν τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν.
§331Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως.
§332Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται νὰ ὁρισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἡ εἰς τὸ ἄρθρον 8 περίπτωσις τῶν ἀστυνομικῶν μέτρων, καὶ οὐχὶ ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ Β. Διατάγματος. Πρόκειται δὲ περὶ τοῦ 7 ἄρθρου νῦν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε τὴν ὑποχώρησιν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον προκειμένου διὰ τοὺς ὑποδίκους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐδηλώσατε ὅτι Β. Διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ περὶ φυλακίσεως τούτων, ἀντὶ τοῦ ὁριζομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Παρακαλῶ δ’ ἔτι πλέον περὶ τούτου, διότι νομίζω ὅτι τὰ λοιπὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ὑπεχωρήσατε, ἀφορῶσι τυπικοὺς λόγους. Ἐνῷ τὸ προκείμενον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, τὸ συμφέρον δηλαδὴ τῶν ὑποδίκων, οἵτινες ἴσως διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθησομένου συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὡς ὑπεβλήθη ἀρχικῶς, ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς διατάξεις τῆς ἀπομονώσεως, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι πολὺ βαρεῖαι δι’ ὑποδίκους, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν εἶναι ὑποκύπτοντες εἰς τὴν προφυλάκισιν καὶ δὴ εἰς τὴν ἀπομόνωσιν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ὑποδικίας νὰ ἀθωωθῶσιν εἶτα διὰ βουλεύματος. Σήμερον φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ τοιοῦτον δι’ εἰδικοῦ νόμου, καὶ οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ εἰς μέλλουσαν Κυβέρνησιν λαβὴν καταχρήσεων.
§333Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔθηκα ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις. Καὶ ὡς εἶχε τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, καθιέρου κατὰ κανόνα τὸ μονωτικὸν σύστημα. Ὑπάρχει ἐδάφιον ἰσχῦον καὶ παραμένον καὶ διὰ τοὺς καταδίκους, καθ’ ὃ εἰς ὡρισμένας ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις δύνανται καὶ οἱ εἰς τὸ μονωτικὸν σύστημα ὑποβληθέντες νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς σύστημα διάφορον. Ὁ κανονισμὸς τῶν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων δύναται νὰ λάβῃ τοιαύτην ἔκτασιν καὶ μορφήν, ὥστε νὰ ἀποβῇ, σχεδὸν εἰπεῖν, προαιρετικὴ ἡ ἀπομόνωσις τῶν ὑποδίκων. Ἵνα κανονισθῶσι λεπτομερέστερον τὰ πράγματα ἀφῆκα τὸ Β. Διάταγμα καθ’ ὑπόδειξιν τῆς Βουλῆς.
§334Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Προκειμένου περὶ λεπτομερειῶν δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κανόνος ῥυθμίζοντος τὸν τρόπον τῆς φυλακίσεως τῶν ὑποδίκων. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ καθιερώσῃ τὸ μονωτικὸν σύστημα διὰ τοὺς ὑποδίκους. Ὄχι βεβαίως καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ αὗται δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, ἀλλ’ ὁ κανὼν διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται τὸ σύστημα. Καὶ θὰ ἦτο συνεπῶς προτιμότερον νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου ὁ τρόπος τῆς φυλακίσεως τῶν ὑποδίκων κατὰ κανόνα, ἀφοῦ προσβάλλονται διὰ τούτου δικαιώματα τῶν πολιτῶν, οἵτινες δυνατὸν νὰ ὦσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀθῷοι, καὶ ὑποκύψωσιν εἰς οὕτως εἰπεῖν ποινὴν διὰ τῆς ἀπομονώσεως.
§335Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον λέγει, κατὰ κανόνα, ὅστις ὅμως προϋποθέτει καὶ ἐξαιρέσεις. Παρακαλῶ αὗται νὰ ὁρισθῶσιν.
§336Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§337Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑποδίκους νομίζω ὅτι τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα εἶναι δεδικαιολογημένον· ὁσάκις πρόκειται περὶ καταδίκων...
§338Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφιστάμεθα.
§339Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τοιούτων τῶν ὁποίων τὴν μόνωσιν ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας.
§340Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐργασίας νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ παρουσιάσῃ μίαν μεγάλην δυσκολίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας τῶν φυλακισμένων. Βεβαίως ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ γίνῃ ἡ ἐργασία τῶν φυλακισμένων, ἐὰν δι’ ἐργολαβίας ἢ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους· ὁπωσδήποτε ὅμως τὸ ποσὸν τὸ ὑπὲρ τῶν φυλακισμένων εἶναι μικρόν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἐκτελεῖται γενικῶς ἡ ἐργασία ἐν Ἑλλάδι καὶ τὴν παραγωγικότητα αὐτῆς. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ποία ἡ παραγωγὴ τῆς ἐργασίας τῶν φυλακισμένων εἰς ἄλλα Κράτη κατὰ διάφορα συστήματα καὶ εὑρίσκω ὅτι τὸ μεγαλύτερον ποσὸν ἐργασίας ἀνδρὸς εἶναι 1,60 καὶ τὸ μικρότερον 26 λεπτῶν, τῆς δὲ γυναικείας ἐργασίας τὸ μεγαλήτερον ποσὸν εἶναι 75 λεπτά, τὸ δὲ μικρότερον 20 λεπτά. Λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκτελεῖται ἡ ἐργασία ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελῆται εἰς τὰς φυλακὰς, ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι θὰ εἶναι μέγα κατόρθωμα, ἐὰν ὁ Ἕλλην φυλακισμένος παράγῃ δι’ οἱουδήποτε συστήματος 30–40 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐὰν δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ ⅓, θὰ λαμβάνωσι 15 μόνον λεπτά, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη προηγμένα, ὅπου ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῆς ἐργασίας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ ἔχουν πεπειραμένους ἐργοδηγούς, ἡ ἐργασία τῶν φυλακισμένων ἀποτελεῖ τὸ ⅓ ἢ τὸ ¼ τῆς ἐλευθέρας ἐργασίας, ἀλλὰ κατέρχεται ἐνίοτε εἰς τὸ ⅒. Φαντασθῆτε λοιπὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ ἐργασία ἀμείβεται τόσον ὀλίγον, πόσον θὰ ἀμείβηται ἡ ἐργασία τοῦ φυλακισμένου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι πολὺ ἀτελής. Θὰ εἶναι θαῦμα νὰ κατορθώσουν νὰ παραχθῶσιν ἐκ τῆς ἐργασίας ἑκάστου φυλακισμένου 40 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀναλογία τῶν 15 λεπτῶν δὲν θὰ εἶναι οὐδὲν ἐλατήριον διὰ νὰ παραγάγῃ ἐργασίαν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέραν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καθορίσῃ μεγαλύτερον ποσοστὸν διὰ τοὺς φυλακισμένους καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει διὰ τοῦ χρόνου ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ ποσοστὸν τὸ χορηγούμενον εἰς τοὺς φυλακισμένους εἶναι μέγα, νὰ δοθῇ περισσότερον ποσοστὸν ὑπὲρ τοῦ Κράτους.
§341Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θεωρῶ τόσον μέγα τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, τῆς ὑποδικίας, ὥστε μὲ ὅλον τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον αἰσθάνομαι ὅτι διατρέχω, νὰ χαρακτηρισθῶ ὅτι κάμνω κατάχρησιν μεγάλην τῆς καλωσύνης σας, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ τονίσω καὶ αὖθις, ὅτι τίποτε δὲν πράττει ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἠλέγχθησαν ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 7, ὡς εἶχε, ἐφ’ ὅσον κρατεῖ ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς διανύσεως τῆς ὑποδικίας. Ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παράσχῃ τὴν τοιαύτην ἄδειαν. Ἀνέφερα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ ποίους ὅρους καθίσταταί τις ὑπόδικος ἐν Ἑλλάδι καὶ πόσον χρόνον διαρκεῖ ἡ ὑποδικία, οὕτως ὥστε νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἐὰν ταχθῇ ἡ ὑποδικία θέλει διανυθῆ εἴτε κατὰ κανόνα εἴτε κατ’ ἐξαίρεσιν ὑπὸ σύστημα ἀπομονωτικόν, ὑπὸ σύστημα ἀπομονώσεως τῶν ὑποδίκων εἰς κελλία, διότι τοῦτο σημαίνει ἀπομονωτικὸν σύστημα· τὸ σύστημα τοῦτο θέλει εἶσθαι βαρβαρώτατον. Τὴν γνώμην μου ταύτην συνεμερίσθησαν πολλοὶ ῥήτορες τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο, ἀπεριφράστως ἐκδηλωθεῖσα, ὅπως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς ἐν κελλίοις ἀπομονώσεως τῶν ὑποδίκων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς διάφορον τῆς ἀπομονώσεως τοῦ ὑποδίκου ἀπὸ παντὸς κινδύνου συναφείας πρὸς τοὺς ἔξωθεν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἑρμηνεύω τὰ αἰσθήματα ὅλου τοῦ Σώματος, ἐὰν ζητήσω ὅπως ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς καὶ ἡ γενομένη τροποποίησις εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης περιόδου τοῦ 7 ἄρθρου. Δύνανται τὰ τῆς ὑποδικίας, μέχρις ὅτου ἱδρυθῶσιν αἱ νέαι φυλακαὶ νὰ παραμείνωσιν ὡς ἔχουσιν· δὲν θὰ πάθῃ τίποτε ἡ διαχείρισις τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἔχει ὅμως σπουδαίως νὰ πάθῃ ὁ ἀνθρωπισμός, ἐὰν ποτε κατίσχυεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὰς γνωστὰς συνθήκας οἱ ὑπόδικοι ὑποχρεοῦνται νὰ διαβιῶσιν ἀπομεμονωμένοι. Τοῦτο θὰ ἐσήμαινε καταδίκην τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων εἰς τὴν οἰκτροτέραν ποινήν, εἰς τὴν ποινὴν τῆς προσβολῆς τῆς ὑγείας των καὶ τῆς σωματικῆς καὶ τῆς διανοητικῆς. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ περιληφθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, ὅπως τὴν διατύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ γνωστὸν λόγιον «ἄλλαξε ὁ Μανωλιὸς καὶ ἔβαλε τὰ ῥοῦχα ἀλλοιῶς.» Καλὸν εἶναι νὰ στέρξῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαλειφθῇ διάταξις αὕτη, μετὰ δὲ τὴν ἵδρυσιν τῶν φυλακῶν καὶ ἀφ’ οὗ ὡριμάσωσιν αἱ μελέται καὶ σκέψεις παρὰ τῇ Κυβερνήσει δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἄλλος νόμος κανονίζων τὸ θέμα τοῦτο.
§342Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θὰ διαφωνήσω ἐν μέρει πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι δὲν περιμένω ἐκ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω, οὐδεμίαν μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον, τὸ ἔκαμα μόνον διὰ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐμμένω εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 7 ἄρθρου, δηλαδὴ πρῶτον εἰς τὸ μὴ ἀναγκαῖον τῆς καθιερώσεως ὡρισμένου συστήματος διὰ τοῦ ἐκδοθησομένου Β. Διατάγματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἀκόμη τοὺς καταδίκους, καὶ δεύτερον διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ πάλιν κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς συστήματος τηρήσεως τῶν ὑποδίκων ἐν ἀπομονώσει.
§343Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ἡ τροποποίησις.
§344Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ σκοπεῖτε νὰ κάμητε· καὶ τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν σας εἶναι συγκέντρωσις τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων ἐν τῷ αὐτῷ κτιρίῳ. Ναὶ ἢ οὔ; Θὰ κάμητε νέας φυλακάς;
§345Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ γίνουν.
§346Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἑπομένως θὰ ἐφαρμόσητε τὸ αὐτὸ σύστημα.
§347Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί, ἀφ’ οὗ ἔχομεν μικτὸν σύστημα;
§348Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχετε, ὡς τὸ νομίζετε, διότι τὸ σύστημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἱδρύετε τὰς φυλακάς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταδίκους, εἶναι σύστημα ἀπομονώσεως.
§349Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς συνέβη εἰς σᾶς νὰ μὴ μελετήσητε τὸ νομοσχέδιον; διότι εἰς τὰς δικαστικὰς φυλακὰς δὲν θὰ εἶναι μόνον οἱ ὑπόδικοι καὶ οἱ βραχύποινοι, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ οἱ μέχρις ἑνὸς ἔτους φυλακίσεως.
§350Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ὅτε τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως τὸ ἀποκρούω θεωρητικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶ, οὔτε διὰ τοὺς ὑποδίκους.
§351Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν καθιεροῦται.
§352Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ τονίσω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακωνίας κ. Κουτούπης. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ ὅπως ἀντιθέτως πρὸς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου ἀμείβηται ἡ ἐργασία ὁριζομένων τῶν ⅔ ὑπὲρ τοῦ καταδίκου καὶ τοῦ ἑνὸς τρίτου ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Εἰς τοῦτο μὲ ὠθεῖ καὶ ἡ σκέψις πόσον ὀλίγον ἀμείβεται ἡ ἐργασία ἐν Ἑλλάδι. Παρακαλῶ ὅπως ἀποδοθῇ ποιά τις προσοχὴ εἰς ταύτην τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία φαίνεται νῦν ὡς τείνουσα νὰ ῥυθμίσῃ ζήτημα μικρᾶς σημασίας.
§353Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν μέσην ὁδόν. Νὰ δίδηται τὸ ἥμισυ εἰς τὸ Κράτος, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τοὺς καταδίκους· διότι ἀνθρώπους συνειθισμένους εἰς τὴν ἀργίαν δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς συνειθίσωμεν εἰς ἐργασίαν, ὅταν δὲν ἔχωσιν ὡρισμένον κέρδος. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐργάζωνται, ὅταν πρόκειται νὰ λαμβάνωσι μόνον τὸ ⅓ καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, ὅπως δεχθῆτε τὴν μέσην αὐτὴν λύσιν.
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βαλσαμάκη, ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§355Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν ὑπογράφω καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θεοδωροπούλου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§357Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μίαν ἐξήγησιν ἐπεθύμουν νὰ δώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν κανονίζονται διὰ Β. Διατάγματος πλὴν ἄλλων καὶ τὰ περὶ τῶν ληπτέων ὡς πρὸς τοὺς καταδίκους ἀστυνομικῶν μέτρων μετὰ τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν αὐτῶν. Ὑπετέθη ὅτι δι’ αὐτοῦ πρόκειται εἴτε νὰ παραταθῇ ἡ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐπιβεβλημένη ποινή, εἴτε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις. Δὲν εἶναι ἡ διάνοια ἡμῶν οὐδ’ ἡ πρόθεσις ἡμῶν τοιαύτη. Ἡ διάταξις ὑπηγορεύθη ἐκ πρακτικῆς ἀνάγκης. Σκοπεῖται δὲ δι’ αὐτῆς, ὅπως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀποφυλακίσεως λαμβάνονται προφυλακτικὰ μέτρα χρήσιμα εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἰδίως, χωρὶς οὔτε ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀποφυλακιζομένου νὰ παραβιάζηται, οὔτε ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ὡς νοεῖ ταύτην ὁ ποινικὸς νόμος, νὰ ὑποβάλληται. Αἴφνης ὑπεδείχθη ἡμῖν δι’ ἐγγράφου τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον διὰ τὰ καθήκοντα αὑτῆς τὸ μέτρον νὰ λαμβάνῃ τὰς εἰκόνας ὡρισμένων καταδίκων ἐπὶ κλοπῇ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀποφυλακίσεώς των, ἢ νὰ γίνεται ἀνθρωπομέτρησις τούτων. Τοιαῦτα ὑπεδείχθησαν εἰς ἡμᾶς δι’ ὡρισμένης τάξεως καταδίκους. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις, πρὸς ἀποφυγὴν δὲ παρερμηνείας νὰ διατυπωθῇ αὕτη ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «.....καὶ τῶν ληπτέων ὡς πρὸς τούτους ἀστυνομικῶν μέτρων κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολύσεώς των». Μὲ αὐτὰς τὰς δηλώσεις, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.
§358Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπαναφέρω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ζήτημα τῆς φυλακίσεως τῶν κληρικῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα, καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ ἀπουσίαζον...
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ μακρῶν.
§360Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. .. ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ ἱερεῖς, εἴτε ὑπόδικοι εἴτε κατάδικοι, νὰ φυλακίζωνται μετὰ τῶν λαϊκῶν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Τὴν ἀρχὴν αὐτῆς τῆς ἐξαιρέσεως ὑπὲρ τῶν κληρικῶν παρατηρῶ, ὅτι ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§361Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ παρατηρήσεις τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§362Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἴδητε, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐξυπηρετῶ τὴν ἰδέαν τὴν ἰδικήν σας. Λέγετε ἐν τῇ ἐκθέσει «ἂν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τῶν ἐκδοθησομένων Β. Διαταγμάτων καὶ τῶν κανονισμῶν τῶν φυλακῶν δύνανται καὶ ἴδια νὰ ληφθῶσι μέτρα ἐν σχέσει πρὸς τοὺς κληρικούς, ἀφορῶντα τὴν διάγνωσιν τῆς προφυλακίσεως ἢ τῆς ποινῆς τὴν ἔκτισιν».
§363Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς.
§364Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ὅπως διατυποῦται τὸ ἄρθρον 8 περὶ τῶν κανόνων τῆς διανύσεως τῆς ὑποδικίας ἢ τῆς ἀποτίσεως τῆς ποινῆς, δὲν φαίνεται ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν τῶν κληρικῶν καὶ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς γνώμην, ὅπως ἐν ἄρθρῳ 8, στῖχος 1ος τεθῇ «οἱ ἰδιαίτεροι κανόνες τῆς διανύσεως τῆς ὑποδικίας ἢ τῆς ἀποτίσεως τῆς ποινῆς «ἐν γένει καὶ διὰ τοὺς κληρικοὺς εἰδικῶς». Νὰ δοθῇ οὕτως ἐντολὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος ἐξαίρεσιν διὰ τοὺς κληρικοὺς καθ’ ὃν ἐκεῖνος ἐγκρίνῃ τρόπον.
§365Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπαναφέρω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ζήτημα τῆς δι’ ἐργολαβίας ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Τὸ σύστημα τοῦτο πρέπει ῥητῶς νὰ ἀποκλεισθῇ τῆς ἐφαρμογῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι σύστημα καταδικασμένον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Νομίζω, ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀποκλείεται ἡ δι’ ἐργολαβίας ἐκμετάλλευσις τῆς ἐργασίας ν’ ἀφεθῇ δ’ αὕτη νὰ ὀργανωθῇ ὑπὸ τὸ ἕτερον τῶν δύο ἄλλων συστημάτων, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὸ τυγχάνον τῆς παγκοίνου ἀναγνωρίσεως ὡς τὸ ὀρθότερον, τὸ σύστημα τῆς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους ὀργανώσεως τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀστυνομικὰ μέτρα καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας διεσάφησε τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, πάλιν παραμένει ἓν σημεῖον ἀοριστίας, τὸ ὁποῖον καλὸν θὰ ἦτο νὰ διεσαφηνίζετο καὶ αὐτὸ ἐν τῷ νόμῳ, ἵνα οὐχὶ ἐπὶ πάντων τῶν καταδίκων, ὅπως εἶπε καὶ ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δύναται νὰ διατάσσηται ἡ λῆψις τοιούτων ἀστυνομικῶν μέτρων. Ἐπὶ τῶν κατὰ πρώτην φορὰν καταδικαζομένων, ἐπὶ τοῦ ἐκ συμπτώσεως ἐγκληματίου, ἐπὶ τοῦ ἐκ πάθους ἐγκληματίου δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἐγκολαφθῇ ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς ἀνθρωπομετρήσεως τῆς ὑπάρξεως ἀνθρωπομετρικῶν στοιχείων εἰς τὰ κατάστιχα τῆς ἀστυνομίας ἢ τῆς ὑπάρξεως δακτυλοσκοπημάτων αὐτοῦ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλει ῥητὴν τροπολογίαν ὡς προσθήκην εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου, τὴν ἑξῆς.
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει.
§367Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καθ’ ἣν «αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐργασίας ὑποχρεωτικῆς»—«καθὼς καὶ περὶ ἀστυνομικῶν μέτρων» παρακαλῶ νὰ προστεθῇ—«δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν καταδίκων διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα». Ἂν θέλῃ προαιρετικῶς, ἂς ἐργασθῇ, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς κατάδικος δὲν εἶναι κοινὸς ἐγκληματίας, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποχρεώσητε νὰ ἐργάζηται, διότι δὲν θὰ ἴδητε πουθενά, ὅτι τὸν πολιτικὸν κατάδικον ἀναγκάζουν νὰ ἐργασθῇ πλὴν μόνον εἰς τὴν Ῥωσσίαν. Ὁ πολιτικὸς ἐγκληματίας διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἐγκληματίας εὑρίσκεται ὡς ἐκ τῆς ἐξελίξεως αὐτοῦ πρὸς τὰ πρόσω ἐν ἀσυμμετρίᾳ πρὸς τὴν κοινωνίαν ἡ μὴ προσαρμογή του πρὸς τὴν κοινωνίαν τὴν σύγχρονον ὀφείλεται καὶ ἀποδεικνύει ὅτι αὐτὸς εἶναι μία ἐξέλιξις τῆς κοινωνίης πρὸς τὰ πρόσω, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἐγκληματίαι εἶναι μία ἐξέλιξις τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ὀπίσω. Φαντασθῆτε ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πολιτικὸς κατάδικος ὑπεχρεοῦτο νὰ ὑπάγῃ νὰ σπάζῃ πέτρες.
§368ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πλειονοψηφία ἐμπιστεύεται νὰ κανονισθῶσι πάντα ταῦτα ὑπὸ τοῦ διατάγματος.
§369Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ὑπεβλήθη μία τοιαύτη τροπολογία, τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἀνήκω, δὲν θὰ τὴν ἀφήσῃ ἀψήφιστον.
§370Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βοζίκη περὶ κληρικῶν, θὰ δεχθῇ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι εἰς τὴν ἀναφορὰν ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ.
§371Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπεσχέθην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἀλλ’ ὅτι θὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας προνοίας.
§372Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὡς πρὸς τὴν ἐργασίαν.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροπολογήθη καὶ τὸ ἄρθρον 9 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10).
§374Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει νομίζω ὑποβεβλημένη τροπολογία ἀφορῶσα εἰς τὰ προσόντα τῶν διευθυντῶν τῶν φυλακῶν, τῶν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου καθιερουμένων. Ἡ τροπολογία αὕτη ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κ. Μανέτα νομίζω ἀπαιτεῖ νὰ φέρῃ δίπλωμα Πανεπιστημίου κλπ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς γνωμοδοτεῖ ὅτι προκειμένου περὶ προσόντων διευθυντοῦ φυλακῶν καὶ οἱ φέροντες δίπλωμα φιλοσοφικῆς σχολῆς δύνανται νὰ καταλάβωσι τοιαύτην θέσιν. Ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ ἐγὼ καὶ διὰ τὰς παιδαγωγικὰς γνώσεις τὰς ὁποίας ἔχουσι περισσότερον οἱ τῆς φιλολογίας καὶ διότι, προκειμένου περὶ διαγωνισμοῦ καὶ περὶ νέας δοκιμασίας εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῶσι, δὲν ἔχει ἡ ὑπηρεσία νὰ ζημιωθῇ, διότι θὰ ἐκλέξῃ τὸν καταλληλότερον. Δὲν βλέπω δὲ τί προσδίδει περισσότερον τοῦ διπλώματος τῆς φιλολογικῆς σχολῆς τὸ δίπλωμα τῆς σχολῆς τῆς ἰατρικῆς. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ βλέπῃ τοὺς φυλακισμένους ὁ διευθυντὴς ὡς ἰατρός, βεβαίως ἔχει πλεονεκτήματα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ τὸν μεταχειρισθῶμεν ὡς ἰατρόν. Ὁ διδάκτωρ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς ὡς ἔχων παιδαγωγικὰς γνώσεις εἶναι καταλληλότερος νὰ διευθύνῃ φυλακάς, καταλληλότερος καὶ ἀπὸ τὸν νομικόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ βλαβῇ ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§375Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς τροποποιήσεως τῶν προσόντων τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔκρινεν ὀρθὸν νὰ προσθέσῃ καὶ μερικὰ προσόντα τὰ ὁποῖα θὰ ηὐχόμην νὰ ἔλειπον. Βλέπομεν ὅτι (ἀναγινώσκει)· «δύνανται νὰ διορισθῶσιν οἱ ἔχοντες διετῆ τουλάχιστον ὑπηρεσίαν κλπ».
§376Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαιτεῖται καὶ δίπλωμα ἐννοεῖται. Ἤδη ὑπάρχουσι διπλωματοῦχοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§377Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαταχθῇ εἷς διαγωνισμός, λόγῳ τῶν προσόντων. Δὲν εἶναι κοινὰ τὰ προσόντα δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς προσερχομένους.
§378Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κανονισθῶσι ταῦτα διὰ τοῦ Διατάγματος.
§379Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πῶς οἱ ἰατροὶ θὰ γνωρίζωσι ποινικὸν δίκαιον.
§380Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Στοιχεῖα μόνον ἀπαιτοῦνται.
§381Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῶν διακοπῶν, τὰ ὁποίας ἔκαμε πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Λακωνίας ἐδικαιολόγησε πληρέστατα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγὼ περὶ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἐὰν δὲ δὲν δέχηται αὐτήν, ἂς δεχθῇ τουλάχιστον νὰ ἀπαλείψῃ καὶ τὴν περὶ ἰατρῶν διάταξιν.
§382Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ διαγραπτέον, τοῦτο θὰ ἦτο τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν ἔννοιαν, οὐδὲ προπαρασκευάζουσιν αἱ νομικαὶ σπουδαὶ τὸν διευθυντὴν τῶν φυλακῶν. Ἡ οὐσία τῶν καθηκόντων τοῦ διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν δὲν εἶναι ἡ διαχείρισις τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος, ὅσον εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐπικοινωνία καὶ ἡ προσωπικὴ διεύθυνσις ἐκ μέρους τοῦ διευθυντοῦ τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς τῶν καταδίκων. Σήμερον—καὶ τοῦτο φαίνεται ἀναγνωρίζων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παραδεχόμενος τὸ δίπλωμα τῆς ἰατρικῆς σχολῆς—ὁ ἐγκληματίας θεωρεῖται ὡς εἷς παθολογικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀπομονωθῇ, νὰ ὑποβληθῇ δὲ εἰς τὴν κατάλληλον θεραπείαν, μέχρις ὅτου ἀποκτήσῃ ἠθικὴν ὑγείαν, ἱκανὴν ὥστε νὰ ἀποδοθῇ πάλιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει εὐνόητον εἶναι ὅτι, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ τοιαύτη ψυχοθεραπευτικὴ ἀγωγὴ ἐπὶ τοῦ ἐγκληματίου, τοῦ καταδίκου, ἀπαιτεῖται ὅπως ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εἶναι διαπεπιστευμένος ὁ κατάδικος, ἔχῃ γνώσεις καὶ τῆς φυσιολογικῆς ψυχολογίας καὶ τῆς ψυχοπαθολογίας. Τοιαύτας γνώσεις κατὰ πρῶτον λόγον ἔχουσιν οἱ ἰατροὶ ὡς εἰδικῶς ἀσχοληθέντες· ἀλλὰ κατὰ δεύτερον λόγον καὶ ἐκ παραλλήλου πρὸς τοὺς ἰατροὺς ἔχουσιν οἱ διπλωματοῦχοι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς.
§383ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ διδάσκαλοι!
§384Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι οἱ διδάσκαλοι, ἀλλ’ οἱ διπλωματοῦχοι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, οἱ φιλόσοφοι, οἱ ἔχοντες γνώσεις παιδαγωγικάς, οἱ ἔχοντες γνώσεις ψυχολογικάς, οἱ ἔχοντες εἰδικευθῆ εἰς σπουδὰς ἐγκληματικάς, εἰς σπουδὰς ψυχιατρικάς. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐγὼ θὰ προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, νὰ προστεθῇ δὲ ὡς προσὸν τὸ δίπλωμα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Ἐπὶ πᾶσι νὰ ἀπαιτηθῇ ἡ εἰδίκευσις εἰς τὴν σωφρονιστικὴν ἐπιστήμην, νὰ ἀπαλειφθῶσι δὲ ἐκ τοῦ ἄρθρου αἱ φωτογραφίαι αἱ ὑπάρχουσαι διαφόρων φίλων, ἐπιστατῶν, δεσμοφυλάκων καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἔχῃ τις νὰ τονίσῃ, εἶναι τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι οἱονδήποτε σωφρονιστικὸν σύστημα καὶ ἂν ἀκολουθήσῃ εἴτε αὕτη ἡ Κυβέρνησις, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη, οὐδὲν θὰ πράξῃ, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ διαπιστευθῇ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Οἱ de Mets, Crotton, ἦσαν διευθυνταὶ φυλακῶν καὶ κατέστησαν ταύτας πρότυπα, καὶ ἥνωσαν τὰ ὀνόματά των μετ’ αὐτῶν, κατέστησαν δέ, λέγω, ταύτας πρότυπα τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἀκολουθεῖ ἡ σωφρονιστικὴ ἐπιστήμη. Ὅτε δέ τις ἔχει τοιαῦτα παραδείγματα ἔμπροσθέν του, ὅτε ἔχει παραδείγματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον ψυχολόγοι, βεβαίως δὲν δύναται νὰ συμφωνήσῃ οὔτε διὰ τοὺς νομικούς, ἀλλ’ οὔτε καὶ διὰ τοὺς ἐπιστάτας καὶ δεσμοφύλακας, τοὺς ὁποίους προέτεινεν ἐν τῇ τροπολογίᾳ του κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§385ΣΩΚΡ. ΑΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν εἰσηγητὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργόν, διαφωνῶν μετὰ τῶν προλαλησάντων κ.κ. συναδέλφων Βοζίκη καὶ Ἀραβαντινοῦ, ν’ ἀπαλείψῃ τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ἰατροὺς διάταξιν, ἅτε ποσῶς μὴ συνδεομένους κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, οὐδὲ συνδυαζομένου τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, μὲ τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἐπιδιώξαντες καὶ ἀποτυχόντες τὰς κενὰς θέσεις τῶν καθηγητῶν τῆς ἰατρικῆς σχολῆς, πρόκειται νὰ καταλάβωσιν ἀντ’ αὐτῶν τὰς δημιουργηθησομένας τοιαύτας τῶν διευθυντῶν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους! (γέλωτες) Θὰ παρακάλουν ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ καὶ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι θέσιν τοιαύτην δέον νὰ ὑποβληθῶσι προηγουμένως εἰς διαγωνισμόν. Τουτέστιν ἀντὶ νὰ εἰσάγωνται διὰ διαγωνισμοῦ, ν’ ἀνατίθηται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ δικαστηρίου τῶν πρωτοδικῶν, προκειμένου περὶ δικηγόρων, εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν ἐξήσκησαν ἢ ἐξασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν. Τὸ Δικαστήριον δὲ τοῦτο διὰ πλειονοψηφίας μετ’ ἀκρόασιν τοῦ Εἰσαγγελέως ν’ ἀποφαίνηται, ἐὰν τὸ πρόσωπον περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἢ οὐ ἱκανὸν νὰ καταλάβῃ τὴν ὡς εἴρηται θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ ἐξ ἴσου ἀναγκαία, διότι μόνον τὸ δικαστήριον εἰς ὃ ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμά του ὁ δικηγόρος, εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ καὶ δὴ ἐὰν ἑνοῖ οὗτος ἐν τῷ προσώπῳ του τὰ διὰ τὴν θέσιν ταύτην ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐν παρόδῳ δὲ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδεμίαν πεποίθησιν ἔχω εἰς τοὺς ὅπως πάντες γνωρίζομεν παρ’ ἡμῖν διεξαγομένους διαγωνισμούς, οἵτινες οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἐκπληροῦσιν ἐν Ἑλλάδι εἰμὴ νὰ ἐκλέγωνται μὲν καὶ πρόσωπα ἀξίας, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πρόσωπα ἀνάξια, ἀνίκανα πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, οὐχ’ ἧττον τῆς εὐνοίας τῶν διενεργούντων τοὺς διαγωνισμούς.
§386Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐκείνους τοὺς ὁποίους διωρίζομεν ἡμεῖς, οἱ πολιτευόμενοι ἀπ’ εὐθείας ἦσαν καλλίτεροι.
§387Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πόσους διώρισες;
§388Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ πάντοτε διώριζον.
§389ΣΩΚΡ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω τὸ ἑξῆς.
§390Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν τὰ ἠξεύρετε καλλίτερον ἀπὸ ἡμᾶς, εἴμεθα φαυλοκράται!
§391ΣΩΚΡ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ κατάγομαι ἀπὸ φαυλοκράτας, οὐχ ἧττον εἶμαι εὐτυχής, διότι στεροῦμαι τοιούτων γνώσεων, αἵτινες βασιλεύουσιν ἐν ὑμῖν.
§392Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὄχι γνώσεις· ἔχομεν τὴν πεῖραν.
§393Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τοιαύτην πεῖραν δὲν ζηλεύω· τοὐναντίον, ἀρκοῦμαι εἰς τὸ θάρρος τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὁποίαν διατυπῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λέγων ὅτι οἱ διαγωνισμοὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως μέχρι τοῦδε διεξάγονται, δὲν ἐκπληροῦν οὐδένα ἄλλον προορισμόν, εἰ μὴ πῶς νὰ ἐξυπηρετῆται ἡ συναλλαγή, περὶ ἧς τόσος θόρυβος γίνεται ἀσκόπως, ὡς παρατηρῶ. (Ἀπορρίπτονται αἱ τροπολογίαι τῶν κ.κ. Μιχαλοπούλου καὶ Βοζίκη, γίνεται δὲ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 ὡς ἔχει).
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11ον (ἀναγινώσκεται).
§395Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ διαγραφῇ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ δεύτερον κῶλον τοῦ πρώτου ἐδαφίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12ον (ἀναγινώσκεται).
§397Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Τὸ εἶπον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ ἄμεσος ἐπίβλεψις τῶν ἀνεγερθησομένων φυλακῶν ἀφίεται νὰ ἐξασκῆται ὑπὸ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνειθισμένοι πᾶσαν τὴν εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένην, πέρα τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, ἐργασίαν, νὰ τὴν θεωρῶσιν ὡς ἀγγαρείαν. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ὀρθότερον, τόσῳ δὲ μᾶλλον εἶναι δικαιολογημένη ἡ μομφὴ αὕτη, ὅσῳ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν σχέσει πρὸς τὸ Ἐφηβεῖον καὶ τὰς γυναικείας φυλακὰς εἰς τὸ ἄρθρον 13, περιορίζει τὴν ὑπὸ ἐφοριῶν ἐξ ὑπαλλήλων συγκειμένην ἐπίσκεψιν ἀπὸ δύο ἡμερῶν κατὰ μῆνα, ὡς εἶχον οἱ προγενέστεροι νόμοι, εἰς μίαν. Αὐτὴ ἡ τροπολογία ἀκριβῶς πρέπει νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστράφη ἡ προσοχὴ τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἄρθρῳ 12 εἶναι ἥκιστα κατάλληλα διὰ νὰ ἐμπιστευθῇ τις εἰς αὐτὰ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν τῆς λειτουργίας τῶν φυλακῶν. Τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν ἔχουσι τὸν καιρὸν διαθέσιμον, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν διάθεσιν, ὅπως ἀσκήσωσι τὸ ὑψηλὸν πράγματι λειτούργημα τοῦ ἐπόπτου τῶν φυλακισμένων. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι πρόσωπα εἴτε αἱρετὰ εἴτε ἄλλα, νὰ καθορισθῇ δὲ ἀντιθέτως πρὸς τὴν εἰσαγομένην τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 13 ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν, ὅπως ἐπισκέπτωνται ἐπανειλημμένως καὶ πραγματικῶς τὰς φυλακὰς καὶ μὴ ἀρκῶνται εἰς τυπικὰς ἐπιθεωρήσεις.
§398Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι, ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς φρονῇ ὅτι τὸ ἀστικὸν στοιχεῖον προστιθέμενον ἤθελεν ἴσως χαρίζεσθαι εἴς τινας τῶν φυλακισμένων, νὰ ἀποτελέσῃ ἐπιτροπὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ πλειονοψηφία νὰ λαμβάνηται ἐκ τοῦ ὡραίου φύλου.
§399Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης) Μάλιστα, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην διορίζονται καὶ δύο πρόσωπα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (Ἀναγινώσκεται).
§401Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα δευτερευούσας λεπτομερείας κανονιστικὰς νὰ τὰς κανονίζῃ δι’ Ὑπουργικῆς διαταγῆς, ἄνευ τοῦ κύρους τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν περὶ τοιούτων κανονισμῶν πρόκειται, περὶ κανονισμῶν ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας ἐντελῶς δευτερευούσης φύσεως, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ εἰδικὴ μνεία ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 13. Ἐὰν πρόκειται ὅμως περὶ ἄλλου τινός, τότε ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ συγκατετιθέμην, ὅπως παραχωρηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, δι’ Ὑπουργικῆς διαταγῆς νὰ κανονίζῃ θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος εἴτε τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, εἴτε τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐπίσης ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν τάσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὴν ἀνορθωτικὴν αὐτῆς ἀντίληψιν καὶ ἐπὶ τοὺς φυλακισμένους, ἡ τελευταία φράσις τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ τῆς ὁποίας οἱ κατάδικοι ἐν τῷ ἐφηβείῳ Ἀβέρωφ καὶ ταῖς κεντρικαῖς γυναικείαις φυλακαῖς στεροῦνται τῆς ἐπισκέψεως τῆς Ἐφορίας μίαν φορὰν τὸν μῆνα. Ὑπὸ τὸ σημερινὸν καθεστὼς δὶς τοῦ μηνὸς γίνονται αἱ ἐπισκέψεις· ἤδη ζητεῖται αἱ ἐπισκέψεις νὰ γίνωνται μόνον ἅπαξ τοῦ μηνός.
§402Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μίαν τοὐλάχιστον.
§403Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο δὶς τοὐλάχιστον κατὰ μῆνα καὶ δὲν ἐγίνετο οὔτε μία κατὰ διετίαν. Ἐπειδὴ ἀπεφασίσθη ἤδη νὰ τηρῆται ὁ νόμος, εὑρέθημεν ἐνώπιον δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων. Λοιπὸν περιττὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν διατάξεις καλὰς καὶ ἀνεφαρμόστους· ὀρθὸν εἶναι νὰ νομοθετήσωμεν τοῦτο τὸ δυνάμενον νὰ γίνῃ. Πρὶν εἶχε νομοθετηθῆ νὰ γίνῃ δὶς τοῦ μηνὸς καὶ δὲν ἐγίνετο οὔτε ἅπαξ κατὰ διετίαν.
§404Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τοῦτο θὰ ἦτο λόγος νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ ἐφορία. Ὅτε εἰς τὴν Ἐφορίαν ὑπάρχει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς πόσας ἐργασίας θέλετε νὰ ἐπαρκῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ μέριμνα περὶ φυλακῶν, ὅταν ἐξακολουθῇ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ ἀντιπρόεδρος αὐτοῦ καὶ ὁ νομάρχης νὰ μένωσι μέλη τῆς Ἐφορίας. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ κ. Ὑπουργὸς διαψεύδει τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ περὶ μερίμνης ὑπὲρ τῶν φυλακισμένων· μόνον διὰ νὰ διατηρῇ αὐτὸ τὸ καθεστὼς καὶ μόνον διὰ νὰ συμβιβάσῃ τὰ πράγματα πρὸς τὴν συνείδησίν του, διότι δὲν δύναται νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, εἰσάγει νὰ νομοθετήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν οἱ κατάδικοι εἰς τὸ ἔλεος καὶ τὴν συνείδησιν τῶν ἐπιστατῶν των. Νομίζω ὅτι δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους πρέπει νὰ καταψηφισθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§405Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅτι μία τοὐλάχιστον ἐπιθεώρησις δέον νὰ γίγνηται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν δυσκολίᾳ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐκλέξῃ πρόσωπα κατάλληλα, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀποτελέσῃ τὰς ἐφορίας τῶν φυλακῶν, καὶ τοῦτο, διότι ἀκόμη δὲν ἔχει συμπληρωθῆ ὁ ὀργανισμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο καταλληλότερον νὰ ληφθῶσι τὰ πρόσωπα αὐτά. Ἑπομένως καὶ ἡ προσπάθεια τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν νέα πρόσωπα ἀναγνωρίζει μόνον αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἐγχείρημα ἐμπειρικὸν καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων, τεῖνον νὰ θεραπεύσῃ τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον τότε μόνον θὰ πληρωθῇ, ὅταν τοιαῦτα πρόσωπα σχηματισθῶσι διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ὀργανισμῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἔκφρασιν «τοὐλάχιστον», ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείωμεν καὶ ἄλλας ἐκτάκτους ἐπιθεωρήσεις.
§406Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποκλείονται.
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὴν πρότασιν περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν τὴν παρέπεμψα εἰς τὴν διαρκῆ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν, μὴ καταρτισθείσης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦ συνόλου ἡ ψήφισις ἀναβάλλεται. Αὔριον πρῶτον θὰ εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐργατῶν.
§408Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ συστήσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συνέλθῃ καὶ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι μεθαύριον θὰ φέρωσι πάλιν πρότασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 55′ μ. μ.).