1911.10.13
1,978 rows · 15,177 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 142
Τῆς 13ης Ὀκτωβρίου 1911.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρα 5 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 132 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· 1) Ἰδιῶται καὶ ἐνοικιασταὶ κτημάτων τοῦ νομοῦ Τρικάλων ζητοῦσιν ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1912. 2) Ὑπολοχαγοί, ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἀπόστρατοι ζητοῦσιν, ὅπως διαρρυθμισθῇ οὕτως ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς, ὥστε νὰ δύνανται νὰ διορίζωνται ὡς ἀστυνόμοι τῆς ἀγροφυλακῆς. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγροφυλακῆς. 3) Ὁ ἐν Καλάμαις κατάδικος Παντελῆς Τσίτουρας διαμαρτύρεται ὅτι, καίτοι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποφυλάκισιν συμφώνως πρὸς τὸν περὶ ἀναστολῆς νόμον, ἡ αἴτησίς του ἀπερρίφθη.
§2Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ.
Εἶναι πολλαὶ τοιαῦται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φοιτηταὶ ἐκ Μακεδονίας, Ἠπείρου, Θράκης, Κρήτης, Μικρᾶς Ἀσίας καὶ πάσης ὑποδούλου Ἑλληνικῆς χώρας ζητοῦσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς ἐγγραφὴ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Στρατούλης, Ἀ. Ἀναστασιάδης καὶ Θρ. Πετμεζᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον ΓΨΚʹ (ἀρ. 3920). Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς Τεῦχ. Βʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Αʹ πίναξ ἀναφορῶν κατὰ σειρὰν τῆς αἰτήσεως τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ν. Βουρνάζου περὶ τοῦ δασάρχου διατελοῦντος ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ ζητήσητε μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, πρέπει νὰ εἶσθε δύο.
§6ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγώ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§8Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐργασίαν τῆς ὑδραυλικῆς ἐπιτροπῆς ἐν Θεσσαλίᾳ. Καίτοι δὲν κατετέθησαν ταῦτα ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προχθὲς ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν. Δυστυχῶς βλέπω ὅτι λείπουσιν ἐκ τῆς σειρᾶς τῶν ἐπερωτήσεων, καίτοι φαίνεται ἐκ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν ὅτι ἐπεζητήθη ἡ ἀναβολή.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία ἀναφορά;
§10Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν κατέθεσαν τὰ ἔγγραφα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσατε νὰ ἀναβληθῇ; Αὐτὴ εἶναι ἐπερώτησις, δὲν εἶναι ἀναφορά.
§12Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀναφορά, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ προεδρεῖον ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν χθές, καὶ συνῄνεσε, φαίνεται δὲ καὶ ἐκ τῶν Πρακτικῶν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐὰν παρελείφθη κατὰ λάθος εἰς τὴν ἀναγραφήν, εἰς τὸ τέλος τοῦ πίνακος τῶν ἐπερωτήσεων θὰ τὴν προσθέσω.
§14Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ζητῶ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον.
§16Α. ΣΛΗΜΑΝ. Προχθές, κύριε Πρόεδρε, τῇ παρακλήσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνέβαλον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κατ’ ἐμὲ θέματος, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς θίγει πολλὰ ζητήματα. Ἐπειδή, φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ λάβῃ ὡρισμένας πληροφορίας, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ἂν νομίζει ὅτι σήμερον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἢ νὰ ἀναβληθῇ.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ καὶ πάλιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§19Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη. Ὁ κ. Ἀ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§22ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν πρωτοετῶν φοιτητῶν τῆς Φαρμακευτικῆς ὁ κ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§24Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἡ παράκλησίς μου χωρὶς νὰ τὸν περιμένω νὰ ἔλθῃ. Ἄλλως τε στενογραφοῦνται τὰ Πρακτικά. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαβιβάσῃ τὴν παράκλησίν μου. Ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου νόμου τοῦ Πανεπιστημίου ἠσκήθησαν ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς Φαρμακεῖα. Ἔχοντες οὗτοι ὑπ’ ὄψει τὸν παλαιὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν γυμνασιακῶν σπουδῶν των ἠσκήθησαν ἓν ἔτος εἰς φαρμακεῖα ἰσχυρίζονται ὅτι θεωροῦνται δευτεροετεῖς φοιτηταί. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νέον νόμον τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Τουλάχιστον αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία δίδεται. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου δὲν εἶναι τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν φοιτητῶν νὰ θεωρηθῶσιν οὗτοι δευτεροετεῖς, διότι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν τοιαύτην τοῦ νόμου διάταξιν ἐπεδόθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐὰν δὲν εἶχον τοῦτο ὑπ’ ὄψει των, βεβαίως δὲν θὰ ἐξέλεγον τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο. Ἑπομένως παρακαλῶ, ὅπως ἡ νομοθετικὴ πρόνοια δώσῃ ἀληθῆ ἑρμηνείαν, καὶ ἂν δὲν ἀντιστρατεύηται εἰς τὸν νόμον τοῦ νέου Πανεπιστημίου τὸ τοιοῦτο, νὰ θεωρηθῶσι δευτεροετεῖς φοιτηταί.
§25Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη;
§26Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὑπάρχει.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τίνος εἶναι ἡ γνώμη;
§28Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω· ἐγὼ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν. Βεβαίως, διὰ νὰ ζητῶσι νὰ ληφθῇ μέριμνα, θὰ εἴπῃ ὅτι οὗτοι εἶχον ἀσκηθῆ εἰς φαρμακεῖα καὶ ἑπομένως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγραφῶσιν ὡς δευτεροετεῖς φοιτηταί. Τὸ νέον τοῦτο μέτρον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν ἐφέτος καὶ ὄχι διὰ τοὺς παλαιούς.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴχομεν ζητήσει πλεῖστοι συνάδελφοι νὰ ἐγγραφῶμεν ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναφορὰν ταύτην, δὲν βλέπω δὲ νὰ εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι. Εἴμεθα πλεῖστοι ὅσοι ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὸ γραφεῖόν μου ἐζητήσατε ἢ ἀπ’ ἐδῶ νὰ ἐγγραφῆτε;
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπ’ ἐδῶ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἄλλοτε νὰ δίδητε γραπτὴν τὴν αἴτησίν σας.
§34Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδίκημα, Κύριοι, τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἀσκηθέντας εἰς διάφορα φαρμακεῖα συμφώνως μὲ τὸν νόμον σήμερον νὰ θέλωσι νὰ τοὺς ἐγγράψωσιν ὡς πρωτοετεῖς φοιτητὰς τῆς Φαρμακευτικῆς δίδοντες εἰς τὸν νέον νόμον ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ τοῦτο, διότι προστίθεται ἓν ἔτος ἐπὶ πλέον.
§35Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Διὰ τοὺς φοιτητὰς τῆς Φαρμακευτικῆς ὑπάρχει ἐξαίρεσις.
§36Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν τελειώσωσιν αἱ ἀναφοραί, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§38Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὶν τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ Πανεπιστημίου, ὡς γνωρίζετε, οἱ φοιτηταὶ οἱ θέλοντες νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν Φαρμακευτικὴν Σχολὴν ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωσι γνώσεις πρακτικῆς ἐφαρμογῆς ἀσκούμενοι εἰς ἓν φαρμακεῖον ἐπὶ ἓν ἔτος. Οἱ θέλοντες νὰ σπουδάσωσι φαρμακευτικὴν συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐπηκολούθησεν ἡ ψήφισις τοῦ νέου νόμου, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο νὰ προΐδωσι. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐγγραφέντες εἰς τὸ Πανεπιστήμιον κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, διότι μετὰ τὸ πέρας τῶν γυμνασιακῶν των σπουδῶν θὰ ἐνεγράφοντο εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, δὲν ἐνεγράφησαν δέ, διότι ἠσκήθησαν εἰς τὰ φαρμακεῖα. Ὑποτίθεται ὅτι ἐνεγράφησαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου. Ὁ νέος νόμος ἐφρόντισε νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς παλαιοὺς φοιτητὰς τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νέος νόμος. Συνεπῶς νομίζω ὅτι οἱ φοιτηταὶ αὐτοὶ ἔχουσιν ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ ὄχι τοῦ νέου. Νομίζω, καίτοι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ληφθῇ ἐξαιρετικὸν μέτρον δι’ ἐκείνους μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλὰ θὰ πράξῃ ὅπως ὁ νόμος περὶ Πανεπιστημίου ὑπαγορεύει μέχρι τοῦ τρέχοντος ἔτους.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἔχει τὸν λόγον.
§40Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπὶ πέντε λεπτὰ θὰ ὁμιλήσω. Πρόκειται περὶ ἀνακοινώσεως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ· ἐγὼ ὅμως τηρῶν τὸν Κανονισμὸν δὲν ἐπιτρέπω. Πρώτη ἐπερώτησις εἶναι ἡ τοῦ κ. Γ. Πὼπ. Ἐπερωτᾷ τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Πὼπ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, δηλαδὴ διὰ τὴν ἐπὶ τετράμηνον ἀποδημίαν τοῦ Στέμματος εἰς τὴν Εὐρώπην κλπ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§42Γ. ΠΩΠ. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας θὰ ἐξετίμα δεόντως τὴν κοινοβουλευτικὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησα νὰ εἰσαγάγω ἐν τῷ ζητήματι τῶν ἐπερωτήσεων, διότι δέκα ἡμέρας πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ ἐπερώτησίς μου, ἀπηύθυνα καὶ κατέθηκα ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἔλαβεν ἀναμφισβητήτως γνῶσιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, διετύπωσα δὲ τὴν ἐπερώτησίν μου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ συμμετέχουσα τῶν εὐθυνῶν νὰ ἔχῃ γνῶσιν ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνόουν νὰ ἀναπτύξω ταύτην. Τῆς τακτικῆς ταύτης τῆς κοινοβουλευτικῆς, ἥτις, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, δὲν εἶναι καὶ λίαν συνήθης, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπεκράτει ἡ συνήθεια, ὅπως ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον ἰδέας ἀντιθέτους πρὸς τοὺς κατέχοντας τὴν ἐξουσίαν καὶ ἡγέτας τῆς πλειονοψηφίας διατυπῶσι τὰς γνώμας αὑτῶν αἰφνιδίως καὶ εὑρίσκωσιν ἀπαρασκεύους τοὺς κυβερνήτας ἵνα ἐξηγήσωσι τὰ πράγματα, ἀνέμενον τὴν ἰδιάζουσαν ταύτην ἐκτίμησιν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀδυναμία ἰδεῶν καὶ ἀδυναμία ἐπιχειρημάτων, ἀποτελεῖ δὲ σύστημα ἐνέδρας πολιτικῆς ἢ ἄνευ προειδοποιήσεως ἐγκαίρου πρὸς προπαρασκευὴν τοῦ ἀντιπάλου διεξαγωγὴ πολιτικοῦ ἀγῶνος. Ἡ δ’ ἐνέδρα ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ εἶναί τι ἀσύνηθες καὶ ἀπὸ φύσεως καὶ ἀπὸ χαρακτῆρος δι’ ἐμέ. Ἠθέλησα νὰ εἴπω ταῦτα, διότι δὲν ἠδυνάμην εἰμὴ νὰ διατυπώσω τὴν λύπην μου, πῶς ἡ ἐκτίμησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐσκέφθη, ὅπως συνεχισθῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ἡ ἐπερώτησίς μου καὶ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετύπωσεν, ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ ἐπερωτῶντα καὶ εἰς τοὺς δύο συναδέλφους, οἵτινες πρὸ ἐμοῦ ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν εἶναι, νομίζω, σύνηθες τὸ γεγονός, καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἐλπίζω ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ ὡς δεδομένον, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὸ μέλλον μέθοδος τοιαύτη, διότι εἷς Εἰσηγητὴς πλειονοψηφίας δύναται ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ τερματίζῃ ἀναβάλλων ὅπως αὐτὸς θελήσῃ τὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεις. Τοῦτο ὅμως, ἐὰν ἐγένετο ἀφορμή, ὅπως συνεχίσωμεν καὶ σήμερον συζήτησιν ἀρξαμένην καὶ ἥτις διὰ ποικίλα συμφέροντα ὤφειλε νὰ εἶχε τερματισθῆ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ συνεχίσω τὰς σκέψεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἐπίστευον ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὅτι κατερχόμενον τοῦ βήματος τούτου θὰ μὲ συνώδευεν ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δι’ οὓς λόγους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν· ἀλλ’ εὗρον ἀντιθέτως νὰ μὲ συνοδεύῃ κατερχόμενον οὐχὶ ἡ εὐγνωμοσύνη αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν οὔτε ἐπεδίωξα, οὔτε ἐπεζήτησα, οὔτε ἠθέλησά ποτε, ἡ εὐγνωμοσύνη τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπαντῶν κατὰ σειρὰν εἰς τὰς διατυπωθείσας ἐπερωτήσεις μου ἐκάλυψε πᾶσαν πρᾶξιν διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς ἐρωτήσαντας, διατί ἐπιτρέπει εἰς τὸ Στέμμα ἐν οὕτω χαλεπαῖς ἡμέραις νὰ ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς πατρίδος ἡμῶν, ὅτι τοῦτο γίνεται, διότι τὸ ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἵνα ἀποδημήσῃ, ὁπόταν θελήσῃ ὁ Βασιλεύς. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς εἰς τάξιν ἀνακλήσεως ἐντίμου συναδέλφου, τὰ γενόμενα ἐν τῇ Γερμανικῇ Βουλῇ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, τί ἀπήντησεν ἀπολογούμενος ὑπὲρ τοῦ ἐγκαλουμένου Κάϊζερ ὁ ἀρχικαγκελλάριος ἐκείνου. Ἐφάνη δ’ ὁ ἀρχικαγκελλάριος φιλελευθερώτερος ἀληθῶς ἐν τῇ ἀντιλήψει, ὅτι ὑποχρέωσις τῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶναι τὸ καλύπτειν διὰ προσχημάτων τὸ Στέμμα, ἀλλὰ τὸ θωρακίζειν διὰ τῆς ἰδίας καὶ πραγματικῆς εὐθύνης καὶ ἀποδεικνύειν εἰς τὸν λαὸν ὅτι, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὑπεύθυνοι, τὰ Στέμματα δύνανται νὰ ἐλέγχωνται, ὁσάκις ἐκτρέπονται τῆς σειρᾶς, τὴν ὁποίαν θωρακίζει ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Γερμανὸς ἀρχικαγκελλάριος (ἀναγινώσκει): «Ὅτι πρέπει νὰ τηρῇ ἐν ταῖς ἰδιωτικαῖς αὐτοῦ συνδιαλέξεσι τὴν ἐπιφυλακτικότητα ἐκείνην, ἣν ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον ἑνιαίας πολιτικῆς καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία εἰς τὸ κῦρος καὶ ἀξίωμα τοῦ Στέμματος. Ἄν μὴ συνέβαινε τοῦτο, οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ διάδοχός μου θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην». Καὶ ἐβεβαίου συγχρόνως, ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ ὡμολόγησεν, ὅτι εἶχεν ἄδικον ἐν ἡμέραις οὕτω χαλεπαῖς, ὡς συνέβαινέ ποτε εἰς τὴν Γερμανίαν νὰ εἶναι ἀπὼν τῆς πατρίδος αὑτοῦ, ἔστω καὶ ὀλίγα βήματα μακρὰν εὑρισκόμενος καὶ παρακολουθῶν ἐπιστημονικὰ ἔργα προόδου. Διότι εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πνεῦμα τῶν ἐλευθεριῶν συγκλονίζει πανταχοῦ τῆς γῆς πρόρριζα θρόνους ἡδραιωμένους διὰ πραγματικῶν δεσμῶν πρὸς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐστερέωσαν αὐτούς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδεμίαν χώραν, ὅπως ἀφίηται καὶ διανοίγηται χάσμα μεταξὺ τῆς ψυχῆς τοῦ κεκλημένου νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν λαϊκὴν ἑνότητα τὴν ἐθνικὴν καὶ τῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ αὑτοῦ. Δὲν εἶναι τὰ συνταγματικὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καλύπτουσιν εὐθύνας τοιαύτας. Εἶναι τὸ μοναδικόν, τὸ μέγα συμβόλαιον τοῦ Πανελληνίου ὁλοκλήρου, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν πάντων καὶ πρῶτος ἁπάντων ὁ πρῶτος ἐξ ἡμῶν ὀφείλουσι νὰ συμπαρίστανται συμπάσχοντες καὶ συμπονοῦντες καὶ συγχαίροντες καὶ συνθριαμβεύοντες εἰς στιγμὰς δυστυχίας, εἰς στιγμὰς χαρᾶς τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ συνέταξε, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ διασχίσῃ, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως οὐδεὶς θὰ ἦτο δεκτὸς ἐφ’ ὅσον δὲν ἔκυπτεν ἐνώπιον τοῦ συμβολαίου τούτου τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς. Καὶ νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι παρέσχεν ὑπηρεσίαν καὶ ἐκδούλευσιν εἰς τὴν ἀνεύθυνον Ἀρχὴν λέγουσα, ὅτι δύναται εἰς στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ πράγματι ἐσπαράσσετο, ἐσπαράσσετο ἐκ πόθων, ἐσπαράσσετο ἐξ ἀγωνίας, καὶ ἤθελε νὰ ἔχῃ περὶ αὑτὴν οὐχὶ κἂν τὴν ὑλικήν, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν τοὐλάχιστον, τὴν ἠθικὴν μόνον συμμετοχήν, ὁποίαν αἱ ἀνεύθυνοι Ἀρχαὶ ὀφείλουσι διὰ τοῦ παραδείγματός των νὰ παρέχωσιν εἰς τοὺς λαούς, καθ’ ὃν τρόπον οἱ γονεῖς καὶ οἱ οἰκογενειάρχαι διὰ τοῦ παραδείγματος καὶ τῆς ἀρετῆς αὑτῶν παρέχουσι τὰ διδάγματα εἰς τὰ τέκνα αὑτῶν; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς ὅλοι τέκνα τοῦ Βασιλέως, ὁ δὲ Βασιλεὺς ὁ μὴ θέλων νὰ εἶναι πατὴρ τοῦ λαοῦ χωρίζεται μὲ χάσμα ἀγεφύρωτον ἀπὸ λαοῦ, ὃν ἐκλήθη νὰ ἐκπροσωπήσῃ. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ῥίπτει καθ’ ἡμῶν ὡς χλευασμὸν καὶ περιφρόνησιν τὴν γνώμην ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ῥιζοσπαστικώτεροι καὶ οἱ δημοκρατικώτεροι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θλιβόμεθα ὁλοψύχως, διότι δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὰς τάξεις ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλ’ ἂν θλιβόμεθα εἰλικρινῶς διὰ τοῦτο, τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπηύθυνε, τὴν λαμβάνομεν ἡμεῖς ὡς σημαίαν. Διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς περιφρόνησις καὶ πρὸς τὴν Ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ ἀπάρνησις τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, ἂν δὲν ἐπιστεύομεν ἐν εἰλικρινείᾳ ὅτι μόνον βασιλευομένη δημοκρατία δύναται νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τοῦ τόπου τούτου, βασιλευομένη δημοκρατία ἔχουσα σκοπὸν τὸ ἔθνος, δημοκρατία Ἑλληνική, ἐθνικόφρων. Αὐτὴ ἦτο ἡ ὕβρις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπηύθυνεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ νομίζει ὅτι ταύτην δὲν θὰ ἐδεχόμεθα μετὰ χαρᾶς καὶ ἐνθουσιασμοῦ καὶ δὲν θὰ ἠθέλομεν, ὑπὸ τῆς ἰδέας ταύτης κηδεμονευόμενοι, νὰ ὁδεύσωμεν καὶ μὲ τὰς ἀσθενεῖς ἡμῶν δυνάμεις νὰ παράσχωμεν οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν καὶ τὸ Ἔθνος. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φαίνεται ὅτι ἐνδιαθέτως φρονεῖ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει ἀκριβῶς τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς λαούς, ἵνα διευθύνωσι τὰ καθ’ ἑαυτούς. Οὐδέποτε θὰ λησμονήσω ἐγὼ τὴν μεγάλην ῥῆσιν τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρός, ὅστις εἶπεν ὅτι οἱ λαοὶ μόνοι ὀφείλουσι νὰ διευθύνωσι τὰς τύχας των, διότι οὕτως, ἔστω καὶ καταστρέφοντες, μανθάνουσιν ἔπειτα νὰ δημιουργῶσι καὶ νὰ μεγαλουργῶσι. Διὰ τὸν Ἕλληνα ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἐνέχει καὶ μείζονα ἐθνικὴν σημασίαν, διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς ἔξω πάσης πρακτικότητος ἀκόμη νὰ ἐπιζητῶμεν, ὅπως λαὸς δοῦλος τὸ πνεῦμα καὶ τὸ φρόνημα ἀποβῇ ἱκανός, ἵνα ἀπαλλάξῃ τῆς δουλείας τοὺς δούλους ἀδελφούς του. Τοιαύτη ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἦτο τάχα ζήτημα ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ θὰ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ ἐν πλήρει εὐρύτητι τὸ ζήτημα τῆς ἀναμίξεως τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς εἰς τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα; Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν θὰ ἐδέχετο εὐρύτητα μεγάλην ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ χωρίσῃ τὸν ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης πολιτικὸν αὑτοῦ βίον κατὰ τρόπον, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, μὴ ἐπιτρεπόμενον, ἰδιαίτατα κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐκλήθη ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἐπαναστατήσαντος λαοῦ, ἐκλήθη δι’ ἐκεῖνον ἀκριβῶς τὸν πολιτικὸν αὑτοῦ βίον, ὅστις δὲν ἦτο δυνατόν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἶναι ἄσχετος πρὸς τὰ ἐν τῷ Βασιλείῳ τούτῳ τελούμενα. Τοῦτο δ’ ἐπίστευε πρότερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι καλῶν τοὺς ἐν Ἀθήναις δημοσιογράφους — εἶναι δὲ δημοσιευμένη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἡ ἰδιόγραφος ἐκείνη πρόσκλησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — ἔλεγε πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων, ὅπως παρακολουθήσωσιν ἐν τῇ Κρητικῇ Συνελεύσει συζήτησιν ἐπὶ ζητήματος διακοινώσεώς τινος τῶν Δυνάμεων, καθόσον ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία τῶν Ἑλλήνων δημοσιογράφων, καθόσον «ἐπρόκειτο νὰ ἐρευνηθῇ ἡ θέσις τοῦ Στέμματος πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ζητήματα». Τοιαύτη ἡ πρόσκλησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τί θὰ ἐλέγετο ἆρά γε ἐκεῖ; Καί, ἂν ἦτο ἄσχετος ὁ πολιτικὸς βίος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν Κρήτῃ πρὸς τὰ ἐδῶ τελούμενα, μὲ ποῖον δικαίωμα πολίτου ἐλευθέρου ἐτόλμα νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τοῦ Κράτους ἡμῶν; Ἀλλ’ ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἦτο ἄσχετος, ἐγνώριζεν ὅτι ὁ ἀγὼν ἡμῶν τῶν ἐδῶ εὑρισκομένων, ἀγωνιζομένων διὰ τὴν μεγάλην πατρίδα, τῆς ὁποίας μέρος ἡ ἰδιαιτέρα πατρὶς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐγνώριζεν ὅτι ὁ ἀγὼν ἡμῶν ἦτο ἀγὼν ἀγωνιζομένων ἀπὸ κοινοῦ παραλλήλως πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, ἵνα τὰς ἰδέας ἐνταῦθα ἀναπετάσωμεν ὡς σημαίαν καὶ συγκαλέσωμεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀναγεννήσεως τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν κύπτει ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς διαπαιδαγωγήσεως ἀναξίας διὰ λαὸν ἐλεύθερον. Καὶ οὕτως ὁ κ. Πρωθυπουργός, καλύπτων διὰ τοῦ Συντάγματος τὸ ἀκάλυπτον συμβόλαιον τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς, ἀνεῦρεν, ἵνα παρηγορήσῃ ἡμᾶς, τὴν θεωρίαν ὅτι δύναται ὁ Βασιλεὺς καὶ πρέπει ὁ Βασιλεὺς ὅσον δυνατὸν ἐπὶ μακρότερον χρόνον νὰ ἀπουσιάζῃ τοῦ Κράτους ἡμῶν, διότι τοιουτοτρόπως ὁ ἀνδρωθεὶς Διάδοχος τοῦ Θρόνου προπαρασκευάζεται εἰς τὰ βασιλικὰ αὑτοῦ ἀξιώματα. Καὶ εὗρε γέροντα πρὸς δικαιολογίαν, τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τὸ ἀνθηρὸν γῆρας τῆς Μεγαλειότητός Του, ἡ ἰδιοσυγκρασία Αὐτοῦ καὶ ἡ κληρονομικότης τῆς μακροβιότητος, εὐλογία τοῦ Θεοῦ, θὰ συγκρατήσωσιν Αὐτὸν νὰ ζήσῃ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Καὶ τί θὰ γίνηται κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα; Θὰ προπαρασκευάζηται ἡ Α.Υ. ὁ ἀνδρωθεὶς Διάδοχος, ὅστις μετά τινα χρόνον θὰ γίνῃ ἴσως καὶ πάππος, θὰ προπαρασκευάζηται, ἵνα βασιλεύσῃ. Ὅταν δὲ μετὰ εἴκοσιν ἔτη γηράσῃ ὁ Διάδοχος καὶ τότε βασιλεύων πλέον καὶ Αὐτὸς ἀρχίσῃ νὰ ταξιδεύῃ, θὰ προπαρασκευάζηται κατὰ τὰς ἀποδημίας ὁ Διάδοχος τοῦ Διαδόχου. (Χειροκροτήματα). Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ παράσχωμεν εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον τὴν εἰκόνα Κράτους ἔχοντος γέροντα Βασιλέα, διαρκῶς ταξιδεύοντα, καὶ Διάδοχον ἠνδρωμένον καὶ προπαρασκευαζόμενον, ἵνα βασιλεύσῃ ταξιδεύων. (Γέλωτες).
§43Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Μήπως οἱ Σπαρτιᾶται δὲν εἶχον τοιούτους Βασιλεῖς;
§44Γ. ΠΩΠ. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐρχόμεθα νὰ παρηγορήσωμεν τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν τὴν εἰλικρινῶς πονοῦσαν, διότι ἐν ἡμέραις τοιαύταις ἀπεδήμησε τὸ Στέμμα εἰς Εὐρώπην. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα: καὶ ποῖός ποτε εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Βασιλέα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ λόγου Αὑτοῦ καὶ νὰ μεταχειρίζηται αὐτὸν καὶ νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων; Περὶ πολιτικῶν πραγμάτων ἐσωτερικῶν ἔχει λοιπὸν δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ ὁμιλῇ, διότι, ὅτι περὶ τῶν κομμάτων ὡμίλησεν ὁ Βασιλεύς, πρόκειται ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἐὰν τοῦτο ἔλεγον ἐγώ, ὅστις μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον τὴν τιμήν, εἰμὴ μόνον νὰ ἀποκληθῶ ῥᾳδιοῦργος ἐκ μέρους ἑνὸς μέλους τῆς Β. Οἰκογενείας, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε σημασίαν τινά, οὐδὲ θὰ ἐνεθάρρυνα τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ λόγου ἀπροσέκτως. Ἀλλά, ἂν τὸ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνθαρρύνων εἰς τὸ μέλλον τοιαύτας ὁμιλίας τοῦ Ἄνακτος, φαίνεται ὅτι ἔχει μεγάλην πεποίθησιν εἰς τοὺς δεσμούς, οἵτινες ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνου εἰκοσιτετραώρου συνέδεσαν τὸν Πρωθυπουργὸν πρὸς τὸν κατέχοντα τὴν ἀνεύθυνον Ἀρχὴν (αἴσθησις). Εἶναι πιθανὸν μετὰ τὸ δεδομένον τοῦτο ἡ Α. Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς νὰ δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ὥραν νὰ ἐκδηλοῖ τὰς θεωρίας Αὑτοῦ, νὰ χρησιμεύῃ ὡς ὅπλον ἐναντίον ἄλλων, οἵτινες θὰ εὑρεθῶσιν ἀγωνιζόμενοι καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδενὸς ἄλλου τίτλου θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην βεβαίως ἐκ μέρους οὐδενός, πλὴν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Θὰ εὑρίσκωνται δ’ οὗτοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐκτεθειμένοι εἰς χαρακτηρισμούς, οἵτινες θὰ προέρχωνται ἐκ συμφέροντος προσωπικοῦ καὶ ἐξ ἰδιοτελείας, ἀφοῦ παρέχεται τὸ δικαίωμα νὰ παρίστανται ὡς ἰδιῶται οἱ Βασιλεῖς. Αὐτὴ ἦτο ἡ θεωρία, ἡ ὁποία ἐκράτει κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ δυνάμει αὐτῆς τῆς θεωρίας ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐδίσταζε νὰ διακηρύσσῃ πρὸς τὸν Τύπον τὸν Ἑλληνικὸν διὰ δημοσιογράφου κατέχοντος καὶ θέσιν ἐμπιστοσύνης ἐν τῇ τότε αὐλῇ τῆς Χαλέπας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπέπρωτο νὰ προΐσταται σήμερον τοῦ Κράτους ἡμῶν, οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν, εἰμὴ νὰ προδίδῃ τὴν πατρίδα του. Ἐγὼ γνωρίζω πόσην κατέβαλον τότε προσπάθειαν, ἵνα οἱ λόγοι ἐκεῖνοι διαψευσθῶσι, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς Βασιλεῖς νὰ δημιουργῶσι προσωπικὰς ἔχθρας, διότι τὸ προσωπικὸν μῖσος δύναται ν’ ἀπολήξῃ ἐνίοτε εἰς τοιαύτας διαταραχὰς καὶ εἰς τοιούτους συγκλονισμούς, οἵτινες εἰς οὐδένα τόπον συμφέρουσιν. Τοιαύτη λοιπὸν ἦτο ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐνισχύσῃ, ἐλπίζων ὅμως ἴσως ὅτι εἶναι πιθανὸν μὲ τὰ ἡμιεπίσημα δημοσιογραφικὰ αὑτοῦ ὄργανα νὰ ῥιφθῇ καὶ καθ’ ἡμῶν, οἵτινες ἐμένομεν εἰς τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, διὰ τῶν χειλέων τῶν βασιλικῶν αὐτὸς οὗτος ὁ τίτλος, ὅστις, ἀδυνάτου τότε ὄντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐρρίπτετο ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν μετὰ τοιαύτης ἀφειδίας βδελυρᾶς. Τοιαῦτα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν δηλώσεων τοῦ Βασιλέως, προκειμένου περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ τρίτον σημεῖον, τὸ σημεῖον τῆς συμμετοχῆς τοῦ Βασιλέως εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις. Καὶ τί εἴδετε παρουσιαζόμενον ὡς θρίαμβον καὶ νίκην; Ἕν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἐπερώτησιν ἡμῶν, ὑποβληθεῖσαν ἀργὰ πολύ, τηλεγράφημα καταδιῶκον τὸν Ἄνακτα ἀπὸ τῆς Κοπεγχάγης ἴσως εἰς Παρισίους καὶ ἐκεῖθεν εἰς Φραγκφούρτην, ἦλθε νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶπεν ὅσα τῷ ἀπεδόθησαν λεχθέντα. Καὶ εἶναι νίκη τοῦτο! Καὶ δὲν γνωρίζομεν πῶς γίνονται αἱ βασιλικαὶ διαψεύσεις! Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι οἱ βασιλικοὶ λόγοι ἐκεῖνοι ἡρμήνευον τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ὀρθὰ καὶ δίκαια εἶπεν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τῷ εἶχε παρασχεθῆ νὰ ὁμιλῇ πρὸς οἱονδήποτε, ἐπὶ τίνι λόγῳ ἐζητήθη ἡ διάψευσις; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησεν ἴσως νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει τοιαύτην ἰσχύν, ὥστε νὰ λαμβάνῃ διαψεύσεις ὁσάκις τοῦτο θελήσῃ ἐκ μέρους τοῦ Ἄνακτος. Ἐλάμβανον πολὺ μεγαλειτέρας κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ διασύρωμεν, ἀλλὰ δὲν ὀφείλομεν νὰ μιμώμεθα εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα φρονοῦμεν ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθησαν. Ὁ κ. Θεοτόκης κληθεὶς Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδέχετο ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς δὲν διέψευδεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀλίγον πρότερον εἶχεν εἴπει πρὸς τὸν ἀπερχόμενον σύμβουλόν του κ. Ῥάλλην, τότε βουλευτὴν Ἀττικῆς. Καὶ ἐπανηγυρίσαμεν τότε καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγὼ μετ’ ἐκείνου τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἐξορίστου, ὡς ἐκαλοῦμεν τὸ Σύνταγμα, καὶ ὁ Βασιλεὺς εὐπειθὴς ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι οὐδὲν εἶπεν εἰς τὸν Ἕλληνα τέως Πρωθυπουργόν, καὶ τότε μόνον ὁ κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ἀνελάμβανε τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τὴν προχθεσινὴν ἀκόμη τῶν βασιλικῶν ἀνακοινώσεων πρὸς τὸν τότε Ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Κατσίναν τί ἐγένετο; Ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐρρήθησαν ὅσα ἐρρήθησαν, ὅπως καὶ τότε—λέγω γνώμας τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—«ὅπως καὶ τότε πάλιν τὸ Στέμμα καταφέρῃ δεινὸν πλῆγμα κατὰ τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως». Οἱ λόγοι τοῦ Στέμματος διεψεύσθησαν εὐθὺς τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀπεκαλεῖτο ψεύστης καὶ ἐδέχετο τοῦτο χάριν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, διότι ἡ συνέντευξις ἐκείνη καὶ αἱ βασιλικαὶ ἐκεῖναι λέξεις ἦσαν ἡ αἰτία τῶν ἀλλεπαλλήλων συλλαλητηρίων ἐν Τουρκίᾳ κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐν Κρήτῃ ἐργασίας, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν ὁδεύουσι πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι μόνον τὴν εὐμένειαν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐκεῖ, ἔνθα ἐγείρεται ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἀπειλοῦσα τὰ πάντα. Ἂν δὲ καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἐξερχόμενος τῶν συνόρων ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, πρέπει νὰ συνοδεύηται πάντοτε ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Αὑτοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο μόνος ὁ ἱπποκόμος Αὐτοῦ ὁ συνοδεύων, ἀλλ’ ἦτο ὁ στρατηγὸς ὁ διακεκριμένος ἀντὶ τοῦ ἱπποκόμου, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τὴν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων. Δηλαδὴ ἠκούσαμεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εἰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ὁμιλοῦμεν περὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν, εἷς τῶν ἀρτιωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὁ σήμερον κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Οἴκου παρὰ τῇ Α. Μ. τῷ Βασιλεῖ, εὑρίσκετο καὶ περιώδευε καὶ ἐξετέλει χρέη εἰσηγητοῦ Πρεσβευτοῦ, διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον κατηράσθημεν καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδημιουργοῦντο οἱ στρατηγοὶ τῆς πολυθρόνας καὶ οἱ ναύαρχοι τῆς κουνιστῆς πολυθρόνας, διὰ νὰ ἐθίζωνται εἰς τὰς διακυμάνσεις, φαίνεται, τῆς θαλάσσης! (Ἱλαρότης).
§45Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐπεζήτει.
§46Γ. ΠΩΠ. Εἶσθε καὶ ἀξιωματικὸς καὶ ἀγνοεῖτε ὅτι εἶναι ὑπηρεσία ἡ τοποθέτησις παρὰ τῷ Στέμματι!
§47Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἀγνοῶ, κύριε συνάδελφε, λέγω ὅμως ὅτι ὁ στρατηγός, τοῦ ὁποίου πλέκετε τὸ ἐγκώμιον, ἐπιδιώκει τὰς τοιαύτας περιστάσεις, τὸ ὁποῖον, νομίζω, δὲν συμβιβάζεται πρὸς τοὺς ἐπαίνους σας.
§48Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ γνωρίζω νὰ διατυπῶ γνώμας καὶ σκέψεις. Καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲ ὑπάρχει ἀνάξιός τις ἐν τῷ στρατῷ βεβαίως δὲν εὐθύνει ἐμὲ τοῦτο, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐπικαλεῖται τὴν ἀπομάκρυνσίν του. Ἐγὼ ἀπὸ φήμης ἐγνώρισα ὅτι εἶναι ἄριστος ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ἐγὼ ἀπὸ φήμης καὶ ἀπὸ βεβαιώσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγνώρισα τοῦτο, καὶ οὕτω θὰ συμβαίνῃ. Ὁ ἀξιωματικὸς ὅμως ἐκεῖνος οὕτω ἐργάζεται, οὕτως ἐξαποστέλλεται νὰ ἐργασθῇ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπειλοῦμεν γῆν καὶ οὐρανὸν ἐν εἰρήνῃ! (Ἱλαρότης). Ἀλλ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς τοὺς περιπάτους αὐτῶν καὶ εἰς τὰς ἐκδρομὰς αὐτῶν νὰ ὁδεύωσι μόνοι οἱ Βασιλεῖς ἄνευ τῆς συμπαραστάσεως τοῦ ὑπευθύνου αὐτῶν συμβούλου; Ἐδῶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν συνταγματικὰς ῥήσεις, οὐδ’ εἶναι κἂν ἀνάγκη, ὅπως ὑπομνήσωμεν πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλιν ὅσα εἰς ὁμοίας συζητήσεις ἐγένοντο καὶ ἐλέχθησαν ἀλλαχοῦ. Ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα τὴν κάθοδον τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἑλλάδι, τὴν κάθοδον τοῦ Βασιλέως τῆς Ἰταλίας εἰς Ἑλλάδα. Καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον ἤρχοντο ἐδῶ εἰμὴ ἁπλῶς, ὅπως κάμωσι ταξίδιον ἀναψυχῆς, ὅπως περιοδεύσωσιν εἰς χώραν ὡραίαν, ὅπως ἴδωσι λαὸν ἀναπτυσσόμενον, ὅπως χαιρετίσωσι τοὺς συγγενεῖς αὑτῶν. Ἀλλ’ ὅμως καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον συνώδευαν οἱ ὑπεύθυνοι αὐτῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοί. Ἀλλοίμονον δέ, ἂν συνέβαινε νὰ μὴ ἐγίνετο τοιοῦτόν τι· βεβαίως τότε θὰ ἐπηλήθευεν ἡ ῥῆσις τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπῆρχεν ὀκνηρός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐτέρπετο δεχόμενος τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ τί συνέβαινε μὲ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν τοῦ Ἄγγλου Βασιλέως; Ἐνόμιζέ τις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ἐκρατεῖτο ἀπὸ μίαν καὶ μόνην λέξιν, τὴν ὁποίαν τῷ εἶπεν ὅτι ὤφειλε ν’ ἀκολουθῇ εἰς πᾶσαν στιγμὴν συνομιλιῶν, τὴν λέξιν τῆς εἰρήνης. Καὶ ὅτε ἀναξίως πρὸς φιλοξενίαν ὀφειλομένην, μίαν πρωίαν εἰσήγαγον παρὰ τῷ ἀειμνήστῳ Ἐδουάρδῳ τῷ Ζʹ μίαν ἀποστολὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὅπως τὸν προκαταλάβῃ καὶ ὑφαρπάσῃ λέξεις τινάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς δημοκοπίαν καὶ πρὸς εὐόδωσιν τῆς γνώμης, ὅτι μόνον διὰ δυναστικῶν συγγενειῶν θὰ ἠδύνατο ὁ λαὸς οὗτος νὰ ὁδεύσῃ εἰς πρόοδον καὶ πραγματοποιήσῃ τὰ ἰδεώδη αὐτοῦ, ἐδέχθη μὲν ἐκεῖνος τὴν πρωίαν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ τὴν οὑτωσὶ σταλεῖσαν καὶ ηὐχήθη τὸ μοναδικὸν ἐκεῖνο, ὅπως «τὸ Ἑλληνικὸν Βασιλικὸν Ναυτικὸν προοδεύσῃ καὶ ἀναπτυχθῇ καὶ δοξασθῇ ἐν εἰρήνῃ!». Εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ἔκτοτε ὑπαγορευθεῖσα, ἡ πολιτικὴ ἡ σημερινή, καθ’ ἣν ἔχομεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν μὴ διαφέρουσαν τῆς τότε, καὶ «ἔχομεν τὸν ἡγούμενον τῆς τύχης τοῦ Κράτους ἱστάμενον μὲ τὸ θυμιατήριον τοῦ διακόνου δοξολογοῦντα ἐνώπιον τοῦ Θρόνου καὶ εὐχόμενο ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ καιρῶν εἰρηνικῶν!». (Γέλωτες). Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων πανταχοῦ τῆς γῆς, ἐκεῖ ἔνθα οἱ λαοὶ ἔχουσι συνείδησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀποστολῆς, παράστασις τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς. Καὶ οὐδεμίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὡμίλησε καθ’ ὃν ὡμίλησε τρόπον, ἐνῷ εἶναι γνωστὴ ἡ εὐαισθησία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοῦτο καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ προχθεσινὴ φάρσα πρὸς ἀναζήτησιν ἑνὸς ὑπ’ ἀριθ. 320 τραμβαγιέρη, ὁ ὁποῖος ἐδήλου, ὅτι ἡ Κρήτη ἑνοῦται, ὡς ἔμαθεν ἀπὸ πρόσωπον ἐγγὺς τῇ ὑπευθύνῳ Κυβερνήσει εὑρισκόμενον! (Ἱλαρότης). Καί, ὅτε τοιαῦτα γίνονται, θέλετε νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ᾐσθάνθη συγκίνησιν δι’ ὅσα εἶπε τὸ Στέμμα περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ πανηγυρίσῃ κατὰ τὴν λῆψιν ἑνὸς τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀνῄρει, τὸ ὁποῖον τοὐναντίον ἐβεβαίου τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθίστα συγχρόνως δῆλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρὸς τοὺς περὶ Αὐτὸν ὁμιλῶν εἶπε ταῦτα καὶ ἐκεῖθεν μετεδόθησαν πρὸς τὸν ἀναγράψαντα αὐτὰ ξένον δημοσιογράφον; Ἀλλ’ ἔρχεται ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀναφέρων, ὡς πρὸς τὰ ταξίδια, τοῦ παρελθόντος τὰ ταξίδια, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἡ Α. Μεγαλειότης καὶ τῶν ὁποίων τὸ μόνον ἐλάττωμα ἦτο ὅτι διεφημίζοντο ταῦτα ὡς συνδεόμενα μετὰ τῆς διεξαγωγῆς ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον νὰ ἀποδίδητε ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων· οὐδεμία οὐδέποτε Κυβέρνησις πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ τέρματος τῆς διεξαγωγῆς μιᾶς ἐξωτερικῆς ὑποθέσεως ἀνέφερε περὶ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ὡς ταξιδεύοντος ἐπὶ τούτῳ. Τοῦτο διεφήμιζον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ν’ ἀποπλανήσωσι τὸν λαόν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περισαίνοντες τὴν αὐλὴν ἢ τοὺς πρωθυπουργικοὺς προθαλάμους ἐπίστευον σοβαρῶς ὅτι παρεῖχον ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Στέμμα, ἐπιρρίπτοντες εἰς αὐτὸ καὶ εὐθύνας, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι δὲν προσῆκον εἰς Αὐτό. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ποίαν γνώμην ἔχει καὶ ποίαν γνώμην εἶχεν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Στέμματος ἐν αὐτῇ τῇ Κρητικῇ ὑποθέσει, καὶ ἂν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη, τῆς ὁποίας τὴν πολιτικὴν παρὰ τὴν τότε γνώμην τὴν ἐμὴν ὑπεστήριζε κατὰ τὸ 1908, ἠρνεῖτο οἱανδήποτε τοῦ Στέμματος πρωτοβουλίαν; Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρὰ τὴν τότε ἐντελῆ ἔλλειψιν συμμετοχῆς τοῦ Βασιλέως, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ φαινόμενον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον κατὰ τὰς διπλωματικὰς πράξεις, τῶν ὁποίων ἔχω ἐνταῦθα κείμενα καὶ ἀντίγραφα, δὲν συμμετεῖχεν ὁ Βασιλεύς, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πῶς ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος αὑτοῦ ἐδήλωσεν, ἂν δὲν ἐπίστευεν, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς εἰργάσθη ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων»;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν.
§50Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἀνακαλέσω τὴν φράσιν εὐαρέστως, διότι θὰ τὴν ἀνακαλέσῃ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὃν ἀνήκει.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὴν ἀνακαλέσητε ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἀγορεύετε. Ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε ἐργάζεται ἀντεθνικῶς.
§52Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ τὴν ἀνακαλῶ, διότι δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ. Σκεφθῆτε ὅμως, ὅτι ἡ παρατήρησίς σας στρέφεται εἰς ἀνάκλησιν βεβαιώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. (Αἴσθησις).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεκάλεσε τὴν φράσιν...
§54Γ. ΠΩΠ. .. Διότι ἐγὼ δὲν εἶχον οὐδεμίαν γνῶσιν τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, καθ’ ὃν τρόπον διεξήγοντο, ὁ δὲ ἀφορισμὸς εἶναι βεβαίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. (Αἴσθησις). Καί, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμίλησε περὶ καλῆς πίστεως ἀναφερόμενος εἰς τὴν καλὴν πίστιν τὴν ἐμήν, ἐρωτῶ ἂν δὲν ἤμην θῦμα καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἐκμετάλλευσις τῆς ἐν ἐμοὶ καλῆς πίστεως καὶ ἂν ὁ ἁγνός μου πατριωτισμὸς δὲν ἐσύρετο, ὥστε τοιαῦτα νὰ ἑδρεύωσιν ἐν τῇ ψυχῇ μου, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεκλήθησαν πρότερον, ἀφοῦ ἐδήλωσε διὰ τῆς προχθεσινῆς του ἀγορεύσεως, ὅτι τὰ ἀνεκάλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ὁποίων τὸν εἶχον προειδοποιήσει ὅτι θὰ ἤλεγχον, ἀφοῦ ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου ῥητῶς λέγω τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐπὶ τετράμηνον ἀποδημίαν τοῦ Στέμματος εἰς Εὐρώπην καὶ τὴν γενομένην ὑπ’ Αὐτοῦ ἀνακοίνωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὴν διεξαγωγὴν διπλωματικῶν πράξεων ἄνευ συμπαραστάσεως τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπίστευεν, ὅτι ὁ Βασιλεύς, ἀποδημῶν κατὰ τὸ παρελθόν, εἰργάζετο κατὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων». Ἡμεῖς ἀγνοοῦντες τὰς λεπτομερείας τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων ἐν τοῖς παρασκηνίοις θὰ ἤμεθα ἔκφρονες, ἀνάξιοι πολῖται, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἐπιστεύομεν ἐκείνους, οἵτινες ὑπευθύνως διεχειρίζοντο τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς τῆς Κρήτης ὑποθέσεως ἐν τῇ ἰδικιτέρᾳ αὑτῶν πατρίδι ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τοιαῦτα μοὶ ἐβεβαίου ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Τοιαῦτα ἐπίστευον. Εἶναι καιρὸς νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι ἡ ἀλήθεια σῴζει τὰ ἔθνη. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ ἀποκάλυψις τῶν γνωμῶν καὶ τῶν σκέψεων ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας ἄλλα νὰ λέγωσιν, ἄλλα νὰ κάμνωσι καὶ ἄλλα νὰ διαφημίζωσιν ἔνθεν κἀκεῖθεν καὶ δημιουργῶσι ῥεῦμα καθ’ ἑνὸς ἢ κατ’ ἄλλου δίχως νὰ ἑδραιοῦται ἡ πεποίθησις τῶν πληροφορουμένων ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως τῶν διδασκόντων. Διότι καὶ ἡ πλάνη καὶ τὸ πάθος καὶ ἡ μὴ πρόληψις μιᾶς περιστάσεως ἔχουσι συγγνώμην διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἀλλ’ οὐδέποτε ἔχει συγγνώμην ἡ κακὴ πίστις, πρὸς οἱονδήποτε καὶ ἂν ὁδηγῇ σκοπόν. Βεβαίως δὲ οὐδέποτε θὰ ἐπαινέσω τὸν πολιτικὸν ἐκεῖνον ἄνδρα, ὅστις ἔχει τὴν ἀρχὴν τοῦ Μακιαβέλλη, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ ἀποπλάνησις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἀγαθῶν ὁρμῶν τῶν ἀγαθῶν πολιτῶν ἀπὸ προθέσεως κακῆς πίστεως, ἵνα ἐκ τοῦ ταπεινοῦ ἀνέλθωσιν ὑψηλότερον. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ἀνακλήσεως εἰς τοὺς λόγους τούτους. Ἡ ψυχὴ ἡ ἰδική μου ὑφ’ ἑνὸς πόθου ὁρμᾶται, τοῦ πόθου τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος, καὶ ὅτε ἤρχετό τις καὶ μοὶ ἔλεγεν ὅτι ὑπῆρχεν ὁ ἐχθρός, ὁ ἐσωτερικός, κατὰ τοῦ μεγαλείου τούτου, ἡ ψυχή μου ἐθεώρει αὐτὸν ἐχθρὸν τῆς πατρίδος ὁπουδήποτε εὑρισκόμενον. Καὶ τὸν ἰὸν τοιαύτης ἐχθρότητος ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον νὰ μεταδώσωσι καὶ ἐν ἐμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον καὶ εἶπον τὰ πράγματα ταῦτα. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἠθέλησε, καίτοι εἶπεν ὅτι αἱ γνῶμαι τοῦ Στέμματος ἐκπροσωποῦσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ ἐξωτερικὴν συζήτησιν. Δικαίωμά του καὶ καθῆκον ἡμῶν νὰ ὑπακούσωμεν. Ἐδήλωσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι οὐδέποτε θὰ θελήσωμεν ἡμεῖς νὰ προκαλέσωμεν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἰδιαιτέρως τώρα, διότι κρίνομεν ὅτι τοιαύτη συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἄλλως φρονῇ εἰλικρινῶς διαγινώσκῃ καὶ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ διαγνώσῃ καὶ τὴν στιγμὴν καὶ τὰ ὅρια τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Θέλει νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν πρὸς τοιαύτην συζήτησιν ἂς τὸ πράξῃ· ἀλλ’ ὤφειλον ἀπαντῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διετύπωσεν ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, νὰ συστήσω αὐτῷ, ὅπως προσέξῃ πολύ, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος αὐτοῦ, μήπως ὁ ὄγκος, τὸν ὁποῖον ἡ πανελλήνιος βούλησις τῷ παρέσχεν, ὑψωθῇ κατάντικρυς πρὸς τὴν λάμψιν τῆς φλογὸς τοῦ Ἀρκαδίου καὶ πέσῃ ὡς σκιὰ πένθους ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ πατρίδος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλῶ, ὅτι, ἂν ἐπαναληφθῶσι τὰ χειροκροτήματα, θὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§56Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δι’ ὅλους ὅμως ν’ ἀπαγορεύωνται.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως δι’ ὅλους.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤμην καθόλου διατεθειμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ σήμερον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρῶν· ἐγνώριζον ὅτι τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως θὰ τὸ μετέθετε πάλιν καὶ σήμερον εἰς τὸν χρόνον τὸν ἀναγόμενον εἰς ἄλλας Κυβερνήσεις, καὶ ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτοῦ θὰ ἐστρέφετο κατὰ τοῦ Στέμματος διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἦτο ὑπεύθυνος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ λόγον, αἱ δὲ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔδωκαν ἤδη πολιτικὸν λόγον, διότι ἀπὸ πολλοῦ ἀπώλεσαν τὴν Ἀρχήν. Ἤμην λοιπὸν ἀποφασισμένος σταθερῶς νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον σήμερον. Ἀλλ’ ὅ,τι μὲ ἔφερεν ἤδη ἐπὶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ δύο καὶ μόνον στιγμάς, εἶναι ὁ διαξιφισμός, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ περιείχετο ἀληθῶς καὶ εἰς τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἀφέθη κατὰ μέρος ὑπ’ ἐμοῦ, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, ὁ διατυπώσας τὴν ἐπερώτησιν, δὲν εἶχε τὸ θάρρος κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν νὰ τὸν φέρῃ καὶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου προφορικῶς, ἐνόμισα δὲ ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἀντιπαρέλθω καὶ ἐγὼ τοῦτον, νομίζων ὅτι ἐπῆλθεν ἤδη ἡ συναίσθησις, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀτοπίας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον σήμερον, ἔστω καὶ βραδέως, ἐθίχθη τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐπερωτήσεως, μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα εἴπω δύο καὶ μόνον, ἐπαναλαμβάνω, λέξεις, καὶ νὰ δηλώσω τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι ἄγνωστον οὔτε εἴς τινα τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων οὔτε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ἐν γένει λαόν, καὶ τὸν Κρητικὸν ἰδιαιτέρως, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ἡ πολιτική μου δρᾶσις μὲ εἶχε φέρει εἰς ὀξυτάτην ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ἐν Κρήτῃ υἱὸν τοῦ Βασιλέως, καὶ κατὰ συνάρτησιν ἀναγκαίαν καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Βασιλέα. Ταῦτα δὲν εἶναι μυστικὰ εἰς κανένα. Ταῦτα καὶ γνωρίζω καὶ ἐνθυμοῦμαι, ταῦτα καὶ γνωρίζει καὶ ἐνθυμεῖται καὶ ὁ Βασιλεύς. Ἀλλ’ ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκλήθην, παρὰ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐστήριζον, ὅπως μετάσχω τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ὑπὸ ἄλλους ὅρους παρ’ οὓς ὠνειρευόμην, ὅτε ἐκλήθην, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως μετάσχω τοῦ ἐδῶ πολιτικοῦ βίου κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀφῄρει ἀπὸ ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶ τὰς ὑπηρεσίας μου, διότι ἐξεδηλοῦτο ἡ πρόσκλησις ὑπὸ τύπον δημοψηφίσματος, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ μετάσχω τοῦ ἐνταῦθα πολιτικοῦ βίου κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ζητήσασα νὰ πλήξῃ τὸ παρελθὸν ἀπέδειξε σαφῶς ἐν τούτοις ὅτι πᾶσαν τὴν ὁρμὴν αὑτῆς ἔστρεφε παντοῦ ἀλλοῦ μᾶλλον παρὰ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ἔκρινα, λέγω, ὅτι εἰς ἐμὲ ἐπεβάλλετο ἀνδρικῶς, ἀποδεχόμενον νὰ ὑπηρετήσω τὸν τόπον τοῦτον ὡς πολιτικὸς αὐτοῦ ἀνήρ, νὰ λησμονήσω πᾶσαν ἀφορμὴν ἀντιθέσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐν τῷ παρελθόντι μετὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως. (Χειροκροτήματα). Δύναμαι νὰ προσθέσω, ἀκόμη, Κύριοι, ὅτι ἀνάλογος εὐτυχῶς ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ Στέμματος. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνόμισεν ὅτι ἤμην ὁ ἐνδεδειγμένος ἀνὴρ ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐκ τῆς τόσον σαφῶς ἐκδηλωθείσης λαϊκῆς γνώμης, ὅπως ἡγηθῶ τοῦ σκάφους τῆς Πολιτείας, καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμέ, ἵνα ἀναλάβω τὴν Ἀρχήν, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, λέγω, ὅτι ἡ ἀντίληψίς μου ὑπῆρξεν ἐπίσης, ὅτι τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον δυσφορώτατα εἶχε κατ’ ἐμοῦ εἰς τὸ παρελθόν, ἐνόμισεν ὅτι καθῆκον εἶχε πρὸς τὸν τόπον, καθῆκον εἶχε πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ὑπέροχον ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν νὰ λησμονήσῃ ἐντελῶς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ δώσῃ ἀνεπιφυλάκτως τὴν χεῖρα πρὸς τὸν πολιτικὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον ἐνεδείκνυον αἱ περιστάσεις, ἵνα κατορθωθῇ τὸ σκάφος, τὸ ὁποῖον ἐφέρετο ἐν μέσῳ ὑφάλων, νὰ φθάσῃ εἰς ἀσφαλῆ λιμένα. (Χειροκροτήματα). Ἐάν, Κύριοι, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Πρωθυπουργός Του ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἐνόμισαν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἀμφοτέρους νὰ λησμονήσωσιν ἐντελῶς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ δώσωσιν εἰλικρινῶς τὰς χεῖρας ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πατρίδος, νομίζω ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ πρῶτος σύμβουλός Του ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶσι διὰ τοῦτο τὰς ἐπιδοκιμασίας τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ὄχι ποτὲ τὴν κατάκρισιν αὐτῆς. Ταῦτα καὶ μόνα εἶχον ν’ ἀπαντήσω. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§59Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὡς ἀντελήφθητε, ἀπεφύγομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, ἀκροθιγῶς δέ πως ἡψάμεθα τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τοῦ πόθεν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τῆς Ἀνορθώσεως, ἡ ὁποία εἶναι τὸ γέννημα μιᾶς ἐπαναστάσεως, γενομένης καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τοῦ πόθεν, λέγω, τὸ Στέμμα ἤντλησε τὸ θάρρος νὰ προβῇ εἰς διπλωματικὰς πράξεις ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἄνευ συμπαραστάσεως τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, ὡσαύτως καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰπόντος ὅσα εἶπε παρὰ τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ, παρὰ τὰς δεδηλωμένας γνώμας του, παρὰ τὰς ἐκπεφρασμένας καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς πολιτικὰς αὐτοῦ ἀρχάς. Ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, κατανοοῦμεν βεβαίως τὸ δυσχερὲς τῆς θέσεως τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀπέναντι τοῦ Στέμματος, τοῦ ὁποίου τυγχάνει ὁ πρῶτος σύμβουλος, κατανοοῦμεν, λέγω, τὸ δυσχερὲς τῆς θέσεώς του ἀπέναντι Ἐκείνου, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀναλάβει αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐργολαβικῶς πρότερον τὴν κατάκρισιν. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νέα ἐκεῖνα πολιτικὰ δαιμόνια, τὰς καινὰς ἐκείνας πολιτικὰς θεωρίας περὶ τοῦ ὅτι εἰς τὸ Στέμμα ὑπαγορεύεται νὰ ταξιδεύῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ διὰ πολιτικοὺς λόγους; Ἀλλά, καὶ τούτου τοῦ ἀτόπου ἀκόμη δοθέντος, εἰς ποῖον Βασιλέα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ταξιδεύῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ διὰ πολιτικοὺς λόγους; Μήπως εἰς τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παρεσκεύασε τὸν στρατόν του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἁρπάσῃ προχθὲς μόλις ὁλόκληρον ἐπαρχίαν ἀπὸ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας καὶ νὰ τὴν προσαρτήσῃ εἰς τὸ Κράτος Αὑτοῦ; Μήπως ἐπρόκειτο περὶ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος κατήρτισε τὸν στρατὸν Αὑτοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ὑπολογίζηται ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ὡς μία σπουδαία δύναμις; Μήπως ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐσχάτως μόλις κατήντησε, καίπερ ἀπέχων τοσοῦτον ἀπὸ τῆς προσφιλοῦς ἐκείνης χώρας μας, νὰ ζητῇ δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι καὶ διὰ τοῦ μόλις πρό τινος βδελυροῦ ἐγκλήματος κατήντησαν εἰς βάρος μας πάντοτε νὰ καταισχύνωσι τὸν πολιτισμόν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου μήπως ἐπρόκειτο περὶ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ὡς ἐκ τοῦ κύρους Αὑτοῦ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ Του, ὡς ἐκ τοῦ κύρους Αὑτοῦ ἀπέναντι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐπισκέπτεται, τιμᾷ τὸν λαὸν Αὑτοῦ; Ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο περὶ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἔδιδε λαβὴν εἰς τὸ νὰ ἀσχολῶνται τὰ διάφορα τῆς Εὐρώπης περιοδικὰ οὐχὶ τιμητικῶς περὶ Αὐτοῦ, πῶς θὰ Τὸν ἐχαρακτηρίζετε ὑμεῖς; Ἂν ἐπρόκειτο περὶ Βασιλέως, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ «λεξικὸν τῶν συγχρόνων» ἀφιεροῖ ὁλόκληρον σελίδα τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ μὴ τιμᾷ τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου προΐσταται, τί θὰ ἐλέγετε;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κωδωνίζων). Κύριε Πατσουράκε, δώσατε ἐξήγησιν τῶν λόγων σας.
§61Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ......
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δώσατε ἐξήγησιν τῶν λόγων σας. Δὲν ἐννοεῖτε βεβαίως τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, δηλώσατε ὅτι δὲν ἐννοεῖτε τὸν ἡμέτερον Βασιλέα.
§63Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ Βασιλέων.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι δὲν ἐνοήσατε νὰ ὑπαινιχθῆτε τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Παρακαλῶ νὰ δηλώσητε, κύριε Βουλευτά.
§65Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε· ἐγώ, ἀφοῦ τὸ θέλετε.....(Ἰλαρότης ἀριστερόθεν).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως.
§67ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ τ’ ἀποτελέσματα, κύριοι Βουλευταί; Ἦσαν οἱ καγχασμοὶ τῶν διαφόρων λαῶν διὰ τὰς δαπάνας, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ ταξιδεύῃ ὁ Βασιλεύς. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προχωρῶν εἰς τὰς δηλώσεις του προχθὲς εἶπεν ὅτι «ἤδη, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἐγήρασεν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ταξιδεύῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν». Χαίρω, διότι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δι’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπε, καίτοι περικεκαλυμμένως, εἶπεν ὅ,τι αὐτὸς ᾐσθάνετο καὶ αἰσθάνεται. Τὸ εἶπε βεβαίως περικεκαλυμμένως ὡς ἐκ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ εἶναι ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Στέμματος. Ἀλλὰ τί ἐνόει; Ἴσως ὅτι ὡς ἐκ τοῦ γήρατος θὰ συζητῇ πλέον περὶ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν καὶ περὶ τῆς μελλούσης ζωῆς; Ἀλλὰ λέγει περαιτέρω ὅτι «ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας». Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι φωρᾶται λησμονῶν τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον! Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φωρᾶται λησμονῶν, τί αὐτὸς ἔλεγεν ὀλίγον πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τί ἔγραφεν ἐν τῷ ἐπισήμῳ αὐτοῦ ὀργάνῳ τῷ «Κήρυκι» τῶν Χανίων εἰς ἀπάντησιν, τοῦ ὁποίου μίαν μόνον περικοπὴν θὰ σᾶς ἀναγνώσω εἰλημμένην, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τοῦ νῦν ἐπισήμου αὐτοῦ ὀργάνου, τῆς «Πατρίδος», ἥτις πολεμικὴ οὖσα τότε ἀπήντησεν εἰς τὸ ἰδικόν του ὄργανον. (Ἀναγινώσκει)... «Δὲν ἦτο ἆρά γε δυνατὸν ὁ κ. Ἐλ. Βενιζέλος νὰ περιμένῃ ὀλίγον νὰ γίνῃ πρῶτον ἡ ἕνωσις καὶ κατόπιν ν’ ἀναπτύξῃ τὰς συνταγματικὰς ἐκείνας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐγκύρως—διὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἰδίαν φράσιν του—διερμηνεύει τὸ τελευταῖον φύλλον τοῦ «Κήρυκος» τῶν Χανίων; Διατί τόση βία ἄνευ ἀνάγκης; Ὑπάρχει καιρὸς νὰ διορθώσῃ τὸ Ῥωμαίικο, καὶ ἂς κυττάξῃ πρὸς τὸ παρὸν τὴν Κρήτην— χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ θεωρῇ περιττὴν τὴν ἐργασίαν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται τουλάχιστον ἴσα μὲ αὐτὸν διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς μεγαλονήσου. Ἂς μάθῃ πρῶτον τί γίνεται, καὶ κατόπιν ν’ ἀποφαίνηται περὶ πολιτειακῶν θεωριῶν.... Εἴμεθα δὲ βέβαιοι ὅτι, ὅταν μάθῃ πῶς πολιτεύεται, καὶ ὅταν εὑρίσκηται μακρὰν τῆς χώρας Αὑτοῦ ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, θέλει πεισθῆ ὁ κ. Βενιζέλος ὅτι τὸν... «Ἡρακλέα ψέγει!». Τώρα ποῖος συνεφώνησε μὲ τὸν ἄλλον; Ὁ κ. Βενιζέλος μὲ τὴν «Πατρίδα» ἢ ἡ «Πατρὶς» μὲ τὸν κ. Βενιζέλον; Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς ἐφημερίδος «Πατρίδος» τότε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῷ «Κήρυκι» τῶν Χανίων. Καὶ ἤδη ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ «Κήρυκος» ὡσαύτως, τί ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν ἤδη φωρᾶται λησμονῶν τὸν κ. Ἐλευθέριον Βενιζέλον. (Ἀναγινώσκει): «Ἀτυχῶς ἡ ἐμμονὴ τοῦ Στέμματος, ὅπως ἐξακολουθῇ ἐν ταῖς περιοδείαις Αὑτοῦ διαχειριζόμενον τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ἄνευ τῆς συμπαραστάσεως τοῦ ὑπευθύνου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐναντίον θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, πρὸς ἣν ἀπὸ μακροῦ χρόνου συμμορφοῦνται καὶ αὐτοὶ οἱ ἡγεμόνες τῶν μοναρχικωτέρων Κρατῶν, προυκάλεσε τὴν λυπηρὰν παρεξήγησιν, ἥτις τὴν ἐκδήλωσίν της εὗρεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ «Συντάγματος». Αὐτὰ ἔγραφεν ὁ κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προχωρῶν περαιτέρω εἰς τὰς προχθεσινὰς δηλώσεις του εἶπε· τὸ Στέμμα εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω, πῶς συμβιβάζεται τοῦτο πρὸς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη μόλις προχθὲς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητοῦντο ἐξηγήσεις περὶ τῆς συνεντεύξεώς του πρὸς τοὺς δημοσιογράφους εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦλθεν ἀπὸ τὴν Φραγκφούρτην τοῦ Μαγχάϊμ; Ποίαν χρονολογίαν ἔχει ἡ διάψευσις ἐκείνη; Ἢ ποίαν χρονολογίαν ἔχει ἡ ἀπάντησις πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἐνῷ ἡ Νότα ἐδόθη αὐτῷ τὴν 29 Αὐγούστου ἐν Κοπεγχάγῃ; Αὐτὸ ἤθελον νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πρὸς τίνα ἐκ τῶν κυβερνησάντων τὴν χώραν μέχρι σήμερον ἀπὸ τεσσαράκοντα καὶ πλέον ἐτῶν δὲν ἦτο σύμφωνον τὸ Στέμμα; Μήπως πρὸς πάντας τοὺς παρελθόντας Πρωθυπουργοὺς δὲν ἦτο σύμφωνον; Τὰ δὲ ἀποτελέσματα πάντες τὰ γνωρίζομεν. Ἦτο σύμφωνον μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὸ λάκτισμα ἀποτελεσματικώτερον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχων συνείδησιν τούτου καὶ λησμονῶν τὰ φρονήματά του πρὸς στιγμήν, διότι, εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ τὰ ἐνθυμηθῇ πάλιν, ὅταν δὲν θὰ εἶναι εἰς τὴν Ἀρχήν, λέγει περαιτέρω εἰς τὰς δηλώσεις αὑτοῦ «ἔχοντος ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐμπιστοσύνην....». Ἂς εἶναι ὅμως βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν θὰ λάβῃ τὸ λάκτισμα ἐκ τῶν ὄπισθεν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἔμπροσθεν, ἵνα πέσῃ εἰς τὸ πέλαγος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκβράσῃ τὸ πολιτικόν του πτῶμα εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐδιδάχθη καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρχισεν ἡ τόσον εὐμετάβολος πολιτικὴ σταδιοδρομία του. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμφωνίας τοῦ Στέμματος πρὸς τοὺς κυβερνήτας μέχρι σήμερον ποῖα εἶναι! Μήπως διὰ ταύτης ἐλαμβάνετο μέριμνα, πῶς νὰ παρασκευασθῇ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν ἡ χώρα; Αἱ φροντίδες αὐτῶν περιωρίζοντο εἰς τοῦτο μόνον ἀτυχῶς. Πῶς νὰ ταξιδεύῃ ἀνετώτερον ὁ Βασιλεὺς δαπανῶντες κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ στοιχίζωσι τὰ ἀποχωρητήρια μόνον τῆς θαλαμηγοῦ 100,000 δραχμῶν. Καί, ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ μία τριήρης, εἶχε παρασκευασθῇ πρὸ τοῦτο καὶ δευτέρα τοιαύτη—ἵνα ταξιδεύῃ καὶ διδάσκηται εἰς τὴν ἐπαιτείαν, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἀπάτην τοῦ ἀτυχοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὁ μέλλων Βασιλεύς— ἡ «Σφακτηρία»! Οὕτω δ’ ἐκ τῆς συμφωνίας τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐγεννήθησαν δύο ἱεραὶ τριήρεις ἀντὶ στόλου πρὸς διεκδίκησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους. Κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν, κύριοι συνάδελφοι, εἴχομεν δύο ἱερὰς τριήρεις καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, τὴν «Πάραλον» καὶ τὴν «Σαλαμινίαν». Ἀλλὰ αἱ ἱεραὶ ἐκεῖναι τριήρεις, μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔπλεον ἐκεῖ, ὅπου ἐξεπροσωπεῖτο ἡ ἰσχύς, ἡ ἕνωσις καὶ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, αἱ δὲ σημεριναὶ ἱεραὶ τριήρεις, αἱ ἀντικαταστήσασαι τὴν «Πάραλον» καὶ τὴν «Σαλαμινίαν», «Ἀμφιτρίτη» καὶ «Σφακτηρία», ἔπλεον ἐκεῖ, ὅπου ἐξεπροσωπεῖτο ἡ ἐπαιτεία ἑνὸς ἔθνους, ἡ διάσπασις μιᾶς φυλῆς, ἡ ἐσχάτη ταπείνωσις παντὸς Ἑλληνικοῦ! Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ ὀπισθοχωρήσω πρὸς στιγμήν, ἵνα σᾶς ὑπομνήσω τι, τὸ ὁποῖον ἴσως οἱ γηραιότεροι ἐνθυμοῦνται. Ἐπὶ τριάκοντα ὁλόκληρα ἔτη ἓν καὶ μόνον ταξίδιον ἐπεχείρησεν ὁ ἀποθανὼν πρῶτος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος Ὄθων ἐκτὸς τοῦ Κράτους Αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἴσως ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως μᾶς εἴπῃ· ταπείνωσις λοιπὸν εἶναι σήμερον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀνορθώσεως, τὸ ὅτι ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια τρέμουσα διὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου της ἦλθεν εἰς ἀπ’ εὐθείας ἐξηγήσεις πρὸς ἡμᾶς διὰ πρώτην φοράν; Καὶ ἐζήτησεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διπλωματικὰς δάφνας διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, καὶ μόνον εἰς συλλαλητήριον δὲν προέβη, εἰς διαδήλωσιν τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως τῆς Ἀνορθώσεως, ὅπως μόλις πρό τινος, ἐνθυμεῖσθε, προέβη εἰς ὅμοιον συλλαλητήριον θορυβῶδες κατὰ τῆς ἐφημερίδος «Χρόνου» εἰς ἔνδειξιν τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ τῆς πρωτευούσης διὰ τὰς ἐπικρίσεις κατὰ τῆς Ἀνορθώσεως! Καὶ ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ— ἐχειροκροτήσατε! Ἀλλὰ τί, παρακαλῶ; Τίνα; Διατί; Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα συνελήφθη ὁ πρόξενος Σαράντα Ἐκκλησιῶν καὶ ἐπληρώθησαν λύτρα ὑπὸ τοῦ Κράτους, διὰ ν’ ἀπολυθῇ. Ὑμεῖς, γνωρίζετε ὡσαύτως, κ. Βουλευταί, τὸ βδελυρὸν καὶ ἀποτρόπαιον ἔγκλημα, τὴν κρεούργησιν τοῦ Μητροπολίτου Γρεβενῶν, τὴν κρεούργησιν, λέγω, τοῦ ἐθνομάρτυρος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μαρτυρικῷ αὑτοῦ θανάτῳ ὑπερέβη καὶ αὐτὸν τὸν Πατριάρχην Γρηγόριον τὸν Εʹ Μήπως, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι ἐλευθέρως καὶ πάλιν νὰ εἴπω, τὰ χειροκροτήματα ὑμῶν ἀφεώρων διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐκ τῆς συλλήψεως τοῦ προξένου μας τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἑλληνικὸν ἐν Σαράντα Ἐκκλησίαις; Μὴ ἆράγε ἦσαν διαδήλωσις διαμαρτυρίας ἐναντίον τοῦ ἀποτροπαίου ἐκείνου ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ γεγονότα βοῶντα μαρτυροῦσιν ὅτι δὲν ἐτελέσθη τῇ ἀνοχῇ, ἀλλὰ τῇ συνενοχῇ τοῦ συρφετοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διευθύνει ἀτυχῶς σήμερον τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, καὶ ὅστις ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι εἶναι ὄντως τιτλοφορεῖται μὲ τὴν ἐλεεινὴν λέξιν, ὅπως κατήντησεν ἐκεῖ πλέον, Ἕνωσις–Πρόοδος; Μὴ ἦτο, λέγω, διαδήλωσις διαμαρτυρίας πάντων ὑμῶν διὰ τὸν θάνατον ἐκείνου τὸν μαρτυρικόν; Ἀλλ’ ἀκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τί ἀκριβῶς μᾶς συμβουλεύει ἓν ἐκ τῶν ἐπισήμων ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως νὰ πράξωμεν εἰς ἀπάντησιν τῶν γενομένων ἐν Μακεδονίᾳ! Πρὸ τούτου ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς τονίσω ὅτι ἐγὼ αὐτὸς παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἄδεια, ὅπως ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ζητήσω παρὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὡς ἐκπροσωπούσης τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τῶν δούλων καὶ τῶν ἐλευθέρων, ἵνα διακοπῇ ἡ συνεδρίασις αὕτη ἐπὶ δέκα μόνον λεπτὰ εἰς ἔνδειξιν πένθους διὰ τὸν μαρτυρικὸν ἐκείνου θάνατον, ἀλλὰ μοὶ ὑπεδείχθη ἀτυχῶς ὁ Κανονισμός! Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί, ἤδη, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, καὶ τὰς συμβουλὰς τοῦ ἐπισήμου ὀργάνου τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶπον (ἀναγινώσκει): «....Δὲν μένει πραγματικῶς τίποτε ἄλλο εἰς τοὺς ἀδυνάτους παρὰ νὰ κλαίωσιν εἰς τὸν τάφον τῶν θυμάτων των». Αὐταὶ εἶναι αἱ συμβουλαὶ τῆς Κυβερνήσεως, Κύριοι, ἐκ τῶν ἐπισήμων ὀργάνων της ἐξαγόμεναι!... Πρέπει δηλονότι νὰ κλαίωμεν, πρέπει νὰ θρηνῶμεν, ἐνῷ καὶ αὐτὸς ὁ ἀδύνατος καὶ φονευόμενος ἀπειλεῖ! Καὶ τὸ τέρμα; Καὶ τὸ τέλος; Διάψευσις ὅλων τῶν λεχθέντων ἐκ τῆς Φραγκφούρτης τοῦ Μαγχάϊμ. Ἀλλὰ γνωρίζομεν πάντες, Κύριοι, ὡς καὶ προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος εἶπεν, ὅτι αἱ διαψεύσεις, γνωρίζει ἄριστα καὶ ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν Ἑλλήνων, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν, πρὸ πάντων δὲ αἱ διαψεύσεις αἱ προερχόμεναι ἀπὸ τῶν Αὐλικῶν ἀντιθαλάμων. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, κατηγγείλαμεν ὅτι ὁ Βασιλεύς, ὁ καὶ διὰ τοῦτο αἰχμάλωτος μιᾶς δρακὸς ἀξιωματικῶν ἐν ἔτει 1909, ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ εὑρισκόμενος προέβη εἰς δηλώσεις καὶ εἰς πράξεις διπλωματικάς, ἄνευ συμπαραστάσεως τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μάλιστα ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μόλις ἀνακινούμενον δονεῖ τὰς εὐγενεστέρας χορδὰς τῆς ψυχῆς παντὸς Ἕλληνος, συγκινεῖ μέχρι τῶν μυχαιτάτων πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, τόσον διὰ τοὺς ἀγῶνας τῆς νήσου ἐκείνης, τόσον διὰ τὰ αἵματα, τὰ ὁποῖα ἔχει χύσει ποταμηδὸν ἐπὶ αἰῶνας, τόσον διὰ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τῶν ἀγώνων της ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀσάλευτον ἐμμονὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἰδέαν, οὐχὶ τῆς ἐλευθερίας μόνον, ἀλλὰ τῆς ἐθνικῆς καὶ πολιτικῆς της ἀποκαταστάσεως. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, ὅσον πικρὰ καὶ ἂν εἶναι, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπεν ἐν πλάτει νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν τὸ Κρητικὸν ζήτημα, διὰ νὰ γνωρίσῃ τέλος πάντων καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τί εἶναι τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἐλεύθερον Κράτος εἶναι σήμερον ἡμικατεστραμμένον, ἂν μὴ κατεστραμμένον. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀποδοθῇ ἡ μομφή, ὡς καὶ ὑπαινιγμὸς ἐγένετο καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι θέλομεν νὰ φέρωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς δύσκολον θέσιν ἐκμεταλλευόμενοι τὰ ἱερὰ τοῦ ἔθνους, ἐν καιροῖς τοσοῦτον χαλεπῶς, ὑποχωροῦντες προτείνομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: οἱανδήποτε ἡμέραν θέλει, καὶ ὁπωσδήποτε θέλει, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, ἂν καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μας, ἂν καὶ συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δυνάμεθα νὰ ἀνακινήσωμεν τὸ ζήτημα καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Θὰ ἀναμείνωμεν μίαν δήλωσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐπιθυμῇ, διότι ἡμεῖς πάντοτε ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, εἰς τὰ ἀνοικτά. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν δηλώσῃ τοιοῦτόν τι, διότι αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις δὲν τὸ ἐπιτρέπουσιν, ἡμεῖς βεβαίως οὐχὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλ’ εἰς πρώτην συνάντησιν θὰ συγκρουσθῶμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τὸ μέγα διὰ τὸ Ἑλληνικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διιστάμεθα καὶ ἔχομεν πρὸς αὐτὴν ἀντίθετον γνώμην. Δὲν δύναμαι ὅμως, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀντιπαρέλθω ὅ,τι καθ’ ἡμῶν ἀνεγράφη κατ’ αὐτάς, καθ’ ὃν χρόνον δηλαδὴ ἡ νῆσος ἐκείνη εὑρίσκεται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, ὅπως ἔλεγον οἱ πρόγονοι ἡμῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἀντιπαρέλθω, λέγω, τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἔχουσι τηρήσει τὰ ἐπίσημα ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι ἡμῶν χωρήσαντα μέχρι τοσούτου αὐθαδείας, ὥστε νὰ κάμωσι χρῆσιν καὶ τῆς λέξεως προδοσία! Τίνες δέ; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πατρίδα, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι πόθεν εἶναι, τὰ ἀμφιβόλου ἐθνικῆς προελεύσεως καὶ γλοιώδη ἐκεῖνα ἑρπετά, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς χθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπεκάλουν προδότην, διὰ νὰ τὸν ἀποκαλέσωσι σήμερον Γίγαντα, διὰ νὰ τὸν καταβιβάσωσι καὶ πάλιν αὔριον εἰς τὸ ταπεινὸν ἐπίπεδον τοῦ προδότου! Ἐλέγχοντες, κύριοι Βουλευταί, τὴν Κυβέρνησιν βλέπετε πόσον ἀπέχομεν ἀπὸ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ θίξῃ τὸ φλέγον ἤδη ἐθνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πάντας ἡμᾶς ἐνδιαφέρει ἐξ ἴσου. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἐπὶ ἐθνικῶν ζητημάτων θὰ εἶναι ἀνάξιος τῆς πατρίδος αὑτοῦ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμβάλῃ ἀπὸ σκοποῦ εἰς δυσχερῆ θέσιν τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ ἐκείνην, πρὸς τὴν ὁποίαν ῥιζικῶς αἱ γνῶμαί του διίστανται. Ἐλέγχοντες, κύριοι Βουλευταί, τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν γνωστὴν καὶ πεπατημένην ὁδόν, ἡ ὁποία— εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου—μᾶς συνέτριψεν ἐθνικῶς. Ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν, κ. Βουλευταί, εἰς οὐδὲν ἄλλο ὑπακούομεν, εἰμὴ εἰς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μας καὶ εἰς τὸν ἁγνόν, τὸν ἄδολον καὶ εἰλικρινῆ πατριωτισμόν μας. Ἐλέγχοντες, κύριοι Βουλευταί, ἡμεῖς καὶ αὐτὸν τὸν ἀνεύθυνον ἄρχοντα δὲν σκοποῦμεν νὰ μειώσωμεν τὸ γόητρον Αὐτοῦ ἐλαυνόμενοι ἀπὸ ποταπὰ ἐλατήρια, διότι ταῦτα ἡμεῖς τουλάχιστον, θεωροῦμεν ἀνάξια ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτά, κύριοι Βουλευταί, ὑπηγόρευσεν ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως μου νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς ἀπάντησιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καταστρέφων δὲ τὸν λόγον εὔχομαι, κύριοι συνάδελφοι, ὡς πολίτης Ἕλλην, νὰ ἀποδειχθῶμεν ἡμεῖς πλανώμενοι μέχρι τέλους. Εὔχομαι, λέγω, ὡς πολίτης Ἕλλην γνήσιος νὰ ἀποδειχθῇ ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οἷον τὸν ἐφαντάσθη καὶ οἷον τὸν ὠνειροπόλησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡμεῖς μέχρι τινὸς ἀτυχῶς! Καὶ ἡμεῖς; Ἡμεῖς ἂς ἀναμείνωμεν μόνοι πλανώμενοι ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην ὅτι εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὸ ἔθνος ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (Χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§69Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν διακόπτομεν ὀλίγον;
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διακόπτομεν. Τότε διακόπτεται ἡ συζήτησις, ὅταν ἐπέρχηται μεγάλη κόπωσις.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν πέντε λεπτά.
§72Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δύο λεπτὰ νὰ διακόψωμεν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, διὰ νὰ ἀκουσθῇ ὁ ῥήτωρ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§74Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι, γνωρίζομεν καὶ ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ φωνή μας εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Γνωρίζομεν καὶ ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὅσα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀληθῆ λέγομεν, οὐδόλως θὰ ἀνησυχήσωσιν ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων λέγονται καὶ στρέφονται. Ἀλλὰ γνωρίζομεν καὶ ἀναγνωρίζομεν, καὶ εἰδοποιοῦμεν ὡσαύτως, ὅτι σπείρομεν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς, ὅστις θέλει δώσει θᾶττον ἢ βράδιον ἀγλαοὺς καρπούς, οὗτοι δὲ θὰ θρέψωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τότε καὶ μόνον τότε, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀκμάσῃ πράγματι καὶ νὰ προοδεύσῃ. Γνωρίζομεν καὶ ἀναγνωρίζομεν ὅτι αἱ ἀγορεύσεις ἡμῶν εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύουσι παρὰ εἰς τὸ νὰ ποικίλωσι τὰς ὥρας τῆς ἀνίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζομεν καὶ ἀναγνωρίζομεν ὅτι οἱ λόγοι μας καὶ αἱ γνῶμαί μας χρησιμεύουσι προσέτι, διὰ νὰ γράφωνται φλογερὰ ἀρθρογραφήματα εἰς τὰ ἔμπιστα φύλλα τῆς Κυβερνήσεως, καταναλισκομένης οὕτω τῆς πολυτίμου ἐγκεφαλικῆς οὐσίας ἀνθρώπων ἀγνώστου προελεύσεως. Γνωρίζομεν καὶ ἀναγνωρίζομεν ὡσαύτως ὅτι εἴμεθα ὁ στόχος χλευασμῶν καὶ ἐπικρίσεων ἀνικάνων καὶ παρδαλῶν ἀνθρώπων, ἀφωσιωμένων τῇ Κυβερνήσει, διότι αὐτὸ ὑπαγορεύει τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, μὴ δυναμένων νὰ συγκριθῶσι μεθ’ ἡμῶν καὶ νὰ μᾶς ἀτενίσωσιν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Καὶ δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε, πειρώμενος νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ὑφ’ ἡμῶν λεχθέντα· ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ γίνῃ καὶ νουνὸς χαρακτηρίσας ἡμᾶς ὡς δημοκρατικοὺς καὶ ῥιζοσπάστας. Δημοκρατικοὶ βεβαίως οὐδέποτε ἠδυνάμεθα ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νὰ ἤμεθα, διότι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι πολίτευμα τῶν μωρῶν. Γνωρίζομεν ἄλλως τε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἀπὸ φύσεως καὶ ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἀπὸ παραδόσεως προσαρμόζεται θαυμασίως εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Εἴμεθα ῥιζοσπάσται μέχρι μυελοῦ ὀστέων, διότι φρονοῦμεν ἀδιστάκτως καὶ πιστεύομεν, ὑπὸ καταπίκρου πείρας διδαχθέντες, ὅτι οὐδὲν θέλει ἐπιτευχθῆ λειτουργοῦντος τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, ὡς λειτουργεῖ. Ὑπῆρξε καὶ ὁ ἀπουσιάζων κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς μικρὰν ἀκόμη ἐποχὴν καὶ αὐτὸς ῥιζοσπάστης, μὲ λυπεῖ δέ, διότι ἀπουσιάζει, διὰ νὰ ἀκούσῃ ὅτι εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος τὸν ἔφερεν ἐδῶ καὶ παρακάθηται ἐνταῦθα, ὡς παρακάθηται, ἦτο, διότι ἦτο ῥιζοσπάστης ἢ διότι ἐπιστεύετο ὅτι ἦτο τοιοῦτος. Δὲν ἀπέχει ὅμως ἡ ἡμέρα δυστυχῶς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκαλυφθῇ ἐν ὅλῃ αὑτοῦ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τί ἦτο. Τὴν στιγμὴν δέ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει πεισθῆ ὅτι πραγματικῶς δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ὑπεκρίνετο τὸν ῥιζοσπάστην, εἴμεθα βέβαιοι, βεβαιότατοι ὅτι ταχέως θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἂν δὲ ὑπήρξαμεν φίλοι καὶ ὀπαδοὶ αὐτοῦ μετὰ φανατισμοῦ, ὑπήρξαμεν ἁπλῶς καὶ μόνον μὲ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἦτο ῥιζοσπάστης. Ἐν πολλοῖς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμοιάζει πρὸς τὸν Ἀπόλλωνα, ὅστις τὴν φαρέτραν πλήρη βελῶν ἐξαποστέλλει εἰς κάθε περίπτωσιν μὲ βέλη ἀνάλογα. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εὐκόλως βαλλόμεθα, καὶ πτέρναν δὲν ἔχομεν, ὅπως ἄλλοι ἔχουσιν. Ὠφείλομεν ὅμως νὰ δικαιολογήσωμεν τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἤθελε καὶ εὐηρεστήθη νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἴμεθα ῥιζοσπάσται. Ναί, εἴμεθα ῥιζοσπάσται, διότι ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσφέρει τὸ χρῆμά του, τὸ ὁποῖον ἀποκτᾷ διὰ τοῦ ἱδρῶτος καὶ οὔτε στρατὸν οὔτε στόλον ἔχει οὔτε καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι θὰ ἀποκτήσῃ τοιοῦτον. Ἀρέσκεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀγορεύῃ συχνὰ καὶ στηριζόμενος εἰς τὴν εὐστροφίαν τῶν λόγων του καὶ εἰς τὴν καλλιέπειαν νομίζει ὅτι διὰ τῶν λόγων καὶ διὰ τῆς εὐφραδείας θὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτυγχάνει διὰ τῶν ἔργων. Εἴμεθα ῥιζοσπάσται, διότι ὤθησαν τὴν ἡμετέραν πατρίδα πρὸς πόλεμον, καθ’ ὃν τρόπον πάντες γνωρίζετε, ἐξαποστείλαντες τὸν στόλον ἄνευ ἐφοδίων καὶ τὸν στρατὸν εἰς ἀληθῆ μακελλειό. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς ταῦτα, ὄχι μόνον δὲν ἐτιμωρήθησαν, προστατευόμενοι, ἀλλὰ προήχθησαν καὶ τιμῶν ἰδιαιτέρων ἔτυχον. Εἴμεθα ῥιζοσπάσται, διότι πλεῖστα δίποδα πήξαντα ἰδίαν κοινωνίαν καὶ ζῶντα κατ’ ἴδιον τρόπον ἐκμεταλλεύονται τά τε ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τῆς πατρίδος. Εἴμεθα ῥιζοσπάσται, διότι οὐδεὶς πολιτικός, τὸ λέγω πρὸς λύπην μας, εὑρέθη ῥίπτων τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον νὰ πατάξῃ, νὰ πετάξῃ, νὰ τσαλαπατήσῃ ὑπόπτους συμβάσεις καὶ πρόσωπα συστηματικῶς καὶ μεθοδικῶς ἀντιδρῶντα πρὸς πᾶσαν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Εἴμεθα ῥιζοσπάσται, διότι δὲν ἀνεχόμεθα νὰ ἐμπαίζηται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ νὰ λεηλατῆται ὑπὸ τῶν κηφήνων, τῶν τιτλούχων, τῶν ἀνικάνων καὶ τῶν ἐπιτηδείων. Εἴμεθα ῥιζοσπάσται, διότι δὲν στέργομεν νὰ μεταβληθῇ ἡ πατρὶς ἡμῶν εἰς τόπον ὀργίων, διαφθορᾶς, εἰς τόπον, ὅπου οἱ κόλακες, οἱ ἅρπαγες καὶ παντὸς εἴδους παρδαλοὶ ἔχουσι θέσιν καὶ τιμάς. Εἴμεθα ῥιζοσπάσται, διότι τέλος ἀπέκαμεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ προσφέρῃ τὸ χρῆμα καὶ τὸ αἷμά του, ὅπως ἐπιτήδειοι ζῶσιν εἰς βάρος αὐτοῦ καὶ διατρέφωνται μεγαλόσχημοι, ὅπερ ἡ πολιτικὴ σύνεσις καὶ ἡ θέσις δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ κατονομάσω. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν τὰ ἀκόλουθα: «Καὶ ἤδη ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εὑρίσκεται κατέχουσα τὴν θέσιν αὐτήν, εἴδετε τὸ Στέμμα προβαῖνον εἰς διαχείρισιν πολιτικῶν ὑποθέσεων τοιούτων ἄνευ τῆς συμπαρομαρτήσεως τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἀπαντῶμεν ἡμεῖς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἐσυνηθίσαμεν νὰ ἀντικρύζωμεν γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν· ὁ διορισμὸς τοῦ πρέσβεως ἐν Βουκουρεστίῳ εἶναι ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν εἶναι ἔργον αὐτῆς, πῶς ἔστερξε νὰ ἐξευτελίσῃ, καθ’ ὃν τρόπον πάντες γνωρίζομεν, τὴν ἡμετέραν χώραν; Εἶναι, ἐρωτῶ, σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὁ πρέσβυς ἐκεῖνος, ὁ ἔχων τόσας διπλωματικὰς γνώσεις, ὅσας ἐγὼ περὶ ἀστρονομίας; Εἶναι ἀληθὲς ἢ οὔ, ὅτι παρὰ τὸν νόμον Βασιλόπαιδες πολῖται ἔχουσιν ὑπασπιστὰς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Εἶναι ἀληθὲς ἢ οὔ, καὶ εἰς ἐποχὴν μάλιστα καθ’ ἣν ἡ πυγμὴ ἐγείρεται, ὅτι εἰς βημάτων ἀπόστασιν γήπεδα τοῦ Δημοσίου, ἀξίας ἑκατομμυρίων, κατακρατεῖ τὸ Στέμμα; Τὰ γεγονότα ταῦτα τί ἀποδεικνύουσιν; Ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ Στέμματος παραμένει ἄθικτος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ πᾶσαν στιγμὴν παίζων μὲ τὰς λέξεις προβάλλει τὸ ἀνεύθυνον, δικαιολογῶν δὲ τὰς μακρὰς ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἣν εὑρέθημεν νὰ ψηφίσωμεν τέλος πάντων, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε εἰλικρινῶς· εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποδείξῃ πρὸς τὸ Στέμμα ὅτι, ὅτε κίνδυνοι μέγιστοι ἐπαπειλοῦσι τὸ ἔθνος, ὅτε ἀγνοοῦμεν τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, ὅτε τὸ Κράτος ἐπιστρατεύεται ἐν μέρει καὶ τίς οἶδεν αὔριον ἂν δὲν ἐπιστρατευθῇ γενικῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοιαύτας στιγμὰς νὰ ἀπουσιάζῃ ὁ πρῶτος Ἕλλην, ὁ Βασιλεύς; Καὶ ὅτε οὕτω πολιτεύεται ὁ Βασιλεύς, τίς δύναται νὰ διισχυρισθῇ, ὅτι ἡ τοιαύτη πολιτικὴ ἀδιαφορία δὲν βυθίζει εἰς δυσφορίαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ μεταξὺ Στέμματος καὶ λαοῦ δὲν ἀνοίγεται χάσμα; Φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ πιστεύει, ὅτι διὰ τῆς λέξεως ἀνεύθυνος καλύπτεται ἡ εὐθύνη τῶν λεγομένων ἀνευθύνων; Αὐτὴ ἡ λογική, αὐτὴ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων διδάσκουσιν, ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἀνεύθυνος, πολλῷ δὲ μᾶλλον Ἐκεῖνος, πρὸς ὃν στρέφονται ἑκατομμύρια ὅλα βλεμμάτων καὶ χάριν τοῦ ὁποίου ὑποβάλλεται εἰς τόσας θυσίας τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα θὰ συντελέσωσιν, ὅπως καταδείξωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ γνωρίσωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τί συμβαίνει καὶ τί θὰ συμβῇ. Μὴ μουρμουρίζετε, παρακαλῶ, διότι ἡμεῖς ἀπεστάλημεν ἐνταῦθα μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν Ἀνόρθωσιν τῆς πατρίδος ἀποκαλύπτοντες τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὸν λαόν, ἀδιαφοροῦντες πόσους καὶ ποίους θὰ πλήξωμεν. Ἴσως ὁ λόγος μου εἶναι ἄτεχνος, ἴσως οἱ στοχασμοὶ ἀνόητοι, ἴσως ὅμως καὶ καυστικοί, ἀλλά, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εὐχάριστοι, διότι τέρπεται καὶ καθηδύνεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μειδιᾷ μετὰ τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου μειδιάματος. Ἀλλὰ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις εἶδεν ἄστεα πολλὰ καὶ νόον ἔγνω, νὰ μοὶ εἴπῃ ἡ λέξις ἀνεύθυνος ἔχει ὅρια; Καὶ δὲν ἔχομεν παραδείγματα τῆς ἀρχαίας καὶ νεωτέρας Ἱστορίας ὅτι ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι ἀνεύθυνος; Καὶ δὲν ἔχομεν παραδείγματα ἀναμφισβήτητα ὅτι, ὅπου ἱκανοὶ καὶ φιλοπάτριδες Βασιλεῖς ἢ Αὐτοκράτορες ἢ πρόεδροι δημοκρατιῶν ἐκυβέρνησαν τὸν λαόν, ἐκεῖ καὶ οἱ λαοὶ ἐβάδισαν πρὸς τὴν ἀκμὴν καὶ τὸ μεγαλεῖον; Καὶ δὲν ἔχομεν καὶ ἀντίθετα παραδείγματα; Ἀλλὰ πᾶσαν περίστασιν εὑρίσκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συμφέρον νὰ κάμνῃ χρῆσιν τῆς εὐγλωττίας του, ὅπως ἐπισύρῃ τὰ χειροκροτήματα τῆς παρούσης Βουλῆς θαμβώνων τοὺς ἀφελεῖς καὶ ἀγαθοὺς μὲ λόγους καὶ φράσεις ἄνευ σημασίας, τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, βεβαιότατος, ἤ, διὰ νὰ εἶμαι δίκαιος, κατὰ πολὺ βεβαίως, δὲν πιστεύει. Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ὅτι οὔτε ἔχομεν στόλον καὶ στρατόν, οὔτε θὰ ἔχωμεν. Τὸ λέγω, τὸ ὑποστηρίζω, καὶ οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι ὁμιλῶ στηριζόμενος ἐπὶ γεγονότων, ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ τὰ χειροκροτήματα εἰς οὐδὲν συντελοῦσι, διότι καὶ ἄλλοι πρωθυπουργοὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς ἔτυχον τοιούτων ἐπευφημιῶν, καὶ χειροκροτημάτων. Καὶ λοιπὸν ἀγνοεῖ ἆρα γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπίσημοι συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι χίμαιραν πᾶσαν ἐθνικὴν ἰδέαν καὶ ἀνέφικτον πᾶσαν συνέχειαν πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἔργου τῶν προγόνων μας; Ἀγνοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐν τῇ ἐπὶ τῇ ἑνώσει τῆς Ἑπτανήσου συνθήκῃ τῆς 24 Μαρτίου 1864 συνομολογηθείσῃ συμβάσει μεταξὺ Ἑλλάδος ἀφ’ ἑνὸς καὶ Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ῥωσίας ἀφ’ ἑτέρου, ἐν ᾗ ῥητῶς λέγεται ὅτι στέργουσιν εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὑπό τινας ὅρους διαλαμβανομένους ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ συνθήκῃ τῇ 14 Νοεμβρίου τοῦ 1863 μεταξὺ τῆς Αὐστρίας, Γαλλίας, Ῥωσίας, Ἀγγλίας καὶ Πρωσσίας, καὶ ἐπεξηγηθέντα κατόπιν διὰ τῶν μεταγενεστέρων πρωτοκόλλων. Τὰ σκοτεινὰ ταῦτα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα ἐγνώσθησαν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀπομνημονευμάτων Ἐρνέστου τοῦ Κοβούργου, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπὸ τῶν δυνάμεων Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ῥωσίας, μεθ’ ὧν συνεβλήθη διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος ὁ Ἐπίτροπος τοῦ ἡμετέρου Βασιλέως, ἐδόθη διὰ πρωτοκόλλου ῥητὴ καὶ κατηγορηματικὴ ὑπόσχεσις ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ παραιτήσῃ πάντα τὰ ἐπιθετικὰ σχέδια κατὰ τῶν γειτόνων της καὶ δὲν θὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἐπικρατείας οὔτε θὰ θωπεύσῃ ἐπίβουλα σχέδια κατὰ τῆς γείτονος Τουρκίας.
§75Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τότε.
§76Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἀπὸ τότε ἕως τώρα;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖ διὰ τὰ ἀπομνημονεύματα.
§78Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μάλιστα δι’ αὐτά, ὧν τὴν ἀλήθειαν ἐπεκύρωσαν τὰ μετέπειτα ἐθνικὰ γεγονότα. Ἐὰν δὲ ἔχητε τὸν πόθον καὶ τὴν δύναμιν, κ. Βουλευτά, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀνέλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀναιρέσητε τὰ γεγονότα καὶ τὰ καταγγελλόμενα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἀνεγνώσθησαν ὑπ’ ἄλλων. Ἄς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα.
§80Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα μου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλῶ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἀληθῶς ἀπίστευτα καὶ ἀπροσδόκητα, ἐν τούτοις τὰ ἀπίστευτα ταῦτα ἐγένοντο ἀντικείμενον σπουδαίας συζητήσεως ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν 18 Μαρτίου 1864, ὁ δὲ «Χρόνος» τοῦ Λονδίνου κατεχώρισε τὴν ἐπαύριον τῆς συνεδριάσεως τὰ σχετικὰ Πρακτικά, ὧν μετάφρασις ἐδημοσιεύθη τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 24 καὶ 26 Μαρτίου 1864. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι πάντα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐὰν τὸ ἡμέτερον ἔθνος εὑρίσκεται εἰς οἵαν σήμερον κατάστασιν, συμβαίνει, διότι δὲν εἰργάσθη συστηματικῶς καὶ μεθοδικῶς, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδέποτε τὸ ἡμέτερον ἔθνος παρ’ οἱανδήποτε προσπάθειαν καὶ θυσίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῇ, νὰ μεγαλώσῃ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ διισχυρισμοῦ μου νὰ ἀναγνώσω ἀποσπάσματα ἐπισήμων συμβάσεων, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος θὰ εἶναι δεμένον χειροπόδαρα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι θέμα συζητήσεως αὐτό. Ἔχετε ἐπερώτησιν περὶ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔδεσαν χειροπόδαρα τὸ Κράτος;
§82Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀπαντῶ εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι (ἀναγινώσκει) «Τὰ Κράτη εἶναι ἀδύνατον νὰ μεγαλουργήσωσιν ἄνευ ἐνδελεχοῦς καὶ μεθοδικῆς ἐργασίας κτλ.».
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συμφωνεῖτε εἰς αὐτά;
§84Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὄχι· δὲν συμφωνῶ, διότι εἶμαι πεπεισμένος ἐρευνῶν τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε οὐδὲν θὰ ἐπιτύχῃ παρὰ πᾶσαν προσπάθειαν καὶ θυσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Σᾶς γνωρίζω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁποῖαι συμβάσεις ὑπάρχουσι μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί πταίει εἰς αὐτὸ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις;
§86Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀγνοῶ τίς εἶπε τοῦτο, ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀποστολή μας ἐνταῦθα εἶναι νὰ σιγῶμεν καὶ χειροκροτῶμεν, ἔχετε λάθος. Καὶ τίς ἀγνοεῖ τὸ ὑπόμνημα τὸ πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν τότε προσωρινὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Ἀγγλίας Ἔλλιοτ; Λέγει λοιπόν: «Ἐὰν ἡ Συνέλευσις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους διατηρήσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἐὰν ἀποφύγῃ πᾶσαν κατὰ τῶν γειτόνων Κρατῶν ἐπίθεσιν καὶ ἐὰν ἐκλέξῃ Βασιλέα, καθ’ οὗ δὲν δύναται νὰ διατυπωθῇ ἔνστασις δεδικαιολογημένη, ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. θέλει ἴδει ἐν τῇ τοιαύτῃ πορείᾳ ὑπόσχεσιν μελλούσης ἐλευθερίας καὶ εὐημερίας διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅπως δοθῇ μείζων ἰσχὺς τῇ Ἑλληνικῇ μοναρχίᾳ, ἔσεται διατεθειμένη νὰ ἀναγγείλῃ τῇ Γερουσίᾳ καὶ τοῖς ἀντιπροσώποις τῶν Ἰονίων νήσων τὸν πόθον αὐτῆς τοῦ νὰ ἴδῃ τὰς νήσους ταύτας ἑνουμένας μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις, αἵτινες ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀπηυθύνθησαν, γνωρίζω ὑμῖν ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἡγεμόνος, ὅστις ἔσται τὸ σύμβολον καὶ ὁ προάγγελος ἐπαναστατικῶν ταραχῶν ἢ ἡ ἀποδοχὴ ἐπιθετικῆς κατὰ τῆς Τουρκίας πολιτικῆς, ἤθελεν ἐμποδίσει πᾶσαν ἐγκατάλειψιν προστασίας τῶν Ἰονίων νήσων ὑπὸ τῆς Α. Μ.» Ἰδοὺ ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ποίας συνθήκας εἴμεθα Κράτος. Καί, ὅτε ἔλεγεν ὅσα ἔλεγε περὶ ἐνδελεχοῦς ἐργασίας κ.τ.λ. ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἤθελον νὰ ἐμάνθανον τί ἐνόει; Μήπως εἰς ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ ὀφείλεται ἡ σήμερον οἰκτρὰ κατάστασις τοῦ Κράτους; Μήπως εἰς ἀδεξιότητα καὶ ἀφιλοπατρίαν τῶν μέχρι τοῦδε κυβερνησάντων τὴν χώραν ἢ εἴς τι ἄλλο; Ὑπάρχει ἐν μέσῳ ἡμῶν, ὡς ἀποδεικνύουσι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ πείθουσι τὰ κατὰ καιροὺς θλιβερὰ γεγονότα, χεὶρ ἀόρατος, ἥτις ἐκμηδενίζει πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ πᾶν ἔργον ἐθνικόν, ἀποπνίγει δὲ κάθε ἐλπίδα, κάθε σκέψιν πρὸς ἐπέκτασιν τῶν σημερινῶν ἡμῶν ὁρίων. Θὰ ἠρώτων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπε, ὅσα εἶπεν τῆς Βουλῆς χειροκροτούσης καὶ τοῦ λαοῦ πιστεύοντος, εἶναι ἢ ὄχι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης ἐν ἔτει 1868 ἐπετράπη; Καὶ δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον ἐματαιώθη; Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ μεγάλου Κουμουνδούρου ἐνήργησε τόσον εὐστόχως καὶ διεξήγαγε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ζήτημα, ὥστε ἡ Κρήτη νὰ χορηγῆται εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅμως ἡ Κρήτη παραμένει ἀκόμη δούλη, καὶ θὰ παραμένῃ ἴσως ἐπ’ ἄπειρον. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἀγνοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἂν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ γνωρίζει, ἐὰν τὸ ἀγνοῇ ἡ Βουλή, ἂν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ πλεῖστοι τὸ γνωρίζουσιν, ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἀγνοῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός — καὶ τὸ ἀγνοεῖ —, ὅστις εἰς τοσαύτας ὑπεβλήθη μέχρι σήμερον θυσίας χάριν τῆς Κρήτης, Θὰ γνωρίσω ἐγὼ πρὸς αὐτόν. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς εὑρέθη ἄνθρωπος, ὅστις νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν φοβερὰν ταύτην ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς λόγος, οὐδεμία ῥητορική, οὐδεμία εὐγλωττία εἶναι δυνατὸν νὰ διαψεύσῃ. Εἰς τὰ ἀπομνημονεύματα αὐτοῦ ὁ Βασιλεὺς Κάρολος τῆς Ῥωμουνίας γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἀγγλία παρενέβη ἐν Ἀθήναις, ἔνθα κατώρθωσε τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Βασιλέως νὰ παραιτηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, καίτοι τοῦτο εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Καὶ ἀφοῦ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, καταγγέλλονται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ χειροκροτῇ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὅταν ὁμιλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ἐπεκτάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, εἶναι δ’ ἐλεύθερος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐλπίζῃ καὶ νὰ πιστεύῃ ὅτι θὰ ἴδῃ τὴν πατρίδα του μεγάλην, ἔνδοξον καὶ ἐλευθέραν. Σταματῶ, διότι ἀνωφελὲς νὰ κουράζω καὶ νὰ κουράζωμαι.
§87ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀνέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν πολλάκις ἐπιδειχθεῖσάν μοι ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι πολλάκις τοσαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐπιείκεια τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ νομίσω, ἢ μᾶλλον νὰ πιστεύσω, ὅτι περιβάλλομαι ὑπό τινος εὐνοίας αὐτῆς. Ἕνεκα τούτου ἀκριβῶς ἔχω τὴν συναίσθησιν ὅτι ὑπέχω μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἐάν, τοιούτων θεμάτων συζητουμένων, δὲν περιορισθῶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ προσήκοντος καὶ δὲν συζητήσω μετὰ πάσης ἀμεροληψίας. Υἱοθέτησα τὴν ἐπερώτησιν τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω αὐτούς, ὅπως τύχω τῆς συγγνώμης αὐτῶν, διότι ἄλλως ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα, ἄλλως πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἀκόμη διότι διαφωνῶ πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ θεμάτων σχετικῶν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, οὐσιωδῶν δὲ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως. Εἶναι γνωστὸν Κύριοι, εἰς ὑμᾶς, ὅτι συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐδίστασα νὰ ἐκφράσω γνώμην, ὅτι ἀδιάφορος εἶναι εἰς ἐμὲ ὁ ἀριθμός, ὁ σκοπὸς καὶ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῶν ταξιδίων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Δὲν λησμονῶ βεβαίως τὴν ἐσχάτην κοινοτοπίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶς πολιτικὸς ἔχει καθῆκον νὰ μὴ μένῃ πάντοτε στερρῶς προσκεκολλημένος εἰς ἐκδηλωθείσας ὑπ’ αὐτοῦ γνώμας, ἀλλὰ νὰ κανονίζῃ τὴν πολιτικήν του πορείαν κατὰ τὰ ἑκάστοτε γεγονότα. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἐκληφθῇ ὑπερβολικῶς καὶ νὰ νομισθῇ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν πολιτευόμενον ἡ ἀπάρνησις κεφαλαιωδῶν γνωμῶν· ἀλλὰ δι’ ἐμὲ κεφαλαιώδης γνώμη εἶναι ὅτι ἡ σωτηρία Κράτους κοινοβουλευτικοῦ κεῖται κυριώτατα εἰς τὴν ἱκανότητα, εἰς τὴν ἐπιμέλειαν, εἰς τὴν φιλοτιμίαν, εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ εἰς τὸν ὑπερήφανον σεβασμὸν πρὸς τὸ πολίτευμα τῶν πολιτικῶν του ἀνδρῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἤμην πολὺ σκεπτικός, φθάνων εἰς κατάκρισιν αὐστηράν, ὁσάκις ἤκουον συζητήσεις, αἵτινες ἐσκόπουν νὰ ἀποδώσωσιν εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν ἀνήκουσιν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ψαρῶν συνάδελφον νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἦσαν ἐντελῶς ἄστοχα τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ, ἅτινα ἠρύσθη ἀπὸ ἱστορικῆς ὄντως συζητήσεως τοῦ Γερμανικοῦ Κοινοβουλίου. Πρέπει νὰ ζηλεύῃ πᾶς τις τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ ζηλεύῃ τις τὴν σειρὰν τῶν μεγάλων αὐτοῦ αὐτοκρατόρων, ἀλλ’ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως σήμερον εὐτυχῶς ἡμεῖς πρὸ πολλοῦ ἔχομεν ἐγκαταλίπει τὸν σταθμόν, τὸν ὁποῖον ἐσημείωσε διὰ τὴν Γερμανίαν ἡ ἱστορικὴ ἀληθῶς ἐκείνη συζήτησις. Ἡμεῖς ἀπὸ πολλοῦ εἴμεθα κύριοι ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν, ὑπεύθυνοι διὰ τὰς πράξεις ἡμῶν, ὑπεύθυνοι διὰ τὰς τύχας ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ πέρα τούτου θὰ παρεκάλουν νὰ ἔχῃ πᾶς τις ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ Βασιλεία δι’ ἡμᾶς εἶναι τὸ ὁρατὸν σημεῖον τῆς ἑνότητος τῆς ἐθνικῆς, εἶναι ἐκείνη, ἥτις διὰ τὴν συνείδησιν τῶν ἑκατομμυρίων ἀλυτρώτων Ἑλλήνων ἐκπροσωπεῖ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους ὡς ἀφετηρίας, ὡς ὁρμητηρίου πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν. (Εὖγε). Πᾶσα μείωσις τοῦ γοήτρου τῆς βασιλικῆς Ἀρχῆς διὰ τὴν συνείδησιν τῶν ἑκατομμυρίων ἀλυτρώτων Ἑλλήνων σημαίνει κατάπτωσιν τοῦ Κράτους, σημαίνει ἀρχομένην ἀδυναμίαν αὐτοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ πόθους, τὰ ἱερὰ αὑτοῦ ἰδανικά. (Χειροκροτήματα). Διὰ δὲ τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε σταθερὰ καὶ διηνεκής, ὅτι ὁ τόπος οὗτος, τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι πρότυπον εὐνομίας καὶ τάξεως, εἶναι στοιχεῖον πραγματικὸν πολιτισμοῦ καὶ προόδου διὰ τὴν συνείδησιν, λέγω, καὶ τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, τῶν ἰσχυρῶν, οἵτινες, ἀδιάφορον ἂν μόνον δυνάμει, ἢ ἄν, δυνάμει καὶ δικαίῳ, κανονίζουσι τὰς τύχας τοῦ κόσμου, πᾶσα τοιαύτη προσβολὴ τῆς βασιλικῆς Ἀρχῆς ἐν Ἑλλάδι σημαίνει κατάστασιν ἔκρυθμον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, μίαν παρένθεσιν, διότι εἶπον περὶ δημοσίας τάξεως. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συναισθάνωμαι τὴν ὑποχρέωσιν, διότι ἀκριβῶς εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, νὰ δηλώσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἀντιτίθεμαι ἀληθῶς ῥιζικῶς πρὸς τὰς πολιτικὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὑπηρετεῖ καὶ πρεσβεύει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ θὰ ταχθῶ φανατικὸς ἀντίπαλος παντός, ὅστις ἤθελε προσπαθήσει, ἤθελεν ἀποπειραθῆ, ἤθελε σκεφθῆ νὰ διαταράξῃ τὴν δημοσίαν τάξιν.
§88ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πῶς;
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι πιστεύω ὅτι πάντοτε, ὡς καὶ προλαβόντως εἶπον, πρέπει νὰ πείσωμεν πάντας ὅτι εἴμεθα πρότυπον εὐνομίας καὶ τάξεως, ἀλλ’ ἰδίᾳ κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις.
§90Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπάρχει πληροφορία περὶ διαταράξεως τῆς τάξεως, κ. συνάδελφε;
§91ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀνῆλθον, Κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀνῆλθον τουτέστιν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἀναπτύξω γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὰς γνώμας τὰς πολιτικὰς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ λεγόμενον «πολεμοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιτιθέμεθα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀγωνιζόμεθα ἀγῶνας πολιτικούς» εἶναι τρόπος ἐκφράσεως. Ἡ ἐπερώτησις, ἐπίθεσις οὖσα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ, Κύριοι, ἢ νὰ θέσῃ ἀπέναντι τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως ἄλλας γνώμας. Πρὶν εἰσέλθω ἐντελῶς εἰς τὴν παράθεσιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ πρεσβεύω, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν ἡ συζήτησις, νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐνδιαφέρει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ἂν ἐλησμόνησαν τὴν ὀξύτητα τῶν σχέσεων αὐτῶν, τὴν ἄλλοτε, εἴτε ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, εἴτε ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἴτε ἀμφότεροι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς καὶ τὸ ἔθνος, εἶναι τοῦτο· αἱ αἰτίαι, αἵτινες προεκάλεσαν τὴν ἄλλοτε ὀξύτητα τῶν σχέσεων, ἐξέλιπον ἢ ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι; Ἡ ὀξύτης τῶν σχέσεων προῆλθεν ἐκ ῥιζικῆς διαφορᾶς τῶν πολιτικῶν γνωμῶν; Ὅ,τι ἐπίστευεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐφρόνει ὁ Βασιλεύς; Ὁ Βασιλεὺς ἐγκατέλιπε τὰς γνώμας Αὑτοῦ, ἀμφότεροι ἐγκατέλιπον τὰς γνώμας των, ἢ ὁ εἷς ἐγκατέλιπεν, οὐδαμῶς δ’ ὁ ἕτερος; Ἔδωκαν τὰς χεῖρας ἐξακολουθοῦντος καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου νὰ ἔχωσι τὰς αὐτὰς πολιτικὰς γνώμας περί τε τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, περί τε τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, περί τε τῆς ὀρθότητος τῶν γνωμῶν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου, ἢ ἁπλῶς ἐλησμόνησαν τὰ προσωπικὰ πάθη, ἔδωκαν τὰς χεῖρας καὶ εἶναι αὐτοὶ καλὰ καὶ ἡμεῖς καλλίτερα; Νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις διὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ τίς ἐγκατέλιπε τὰς γνώμας αὑτοῦ, αὐτὸς ἢ ὁ Βασιλεύς; Καὶ εἶναι, Κύριοι, ἀκόμη περισσότερον ἐπιβεβλημένον τοῦτο, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις ἐσημείωσε μίαν νίκην, ἡ Κυβέρνησις παρέσχε μίαν παρηγορίαν, ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν ὅτι ἤρχισεν ἀληθῶς ἡ ἀξιοπρέπεια εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου, ὅτι ἤρχισεν ἡ ὑπερήφανος ἐμμονὴ εἰς τὰ καθήκοντα αὐτῶν πρὸς τὸ πολίτευμα. Τοῦτο ὄντως ἐσήμαινε τὸ ἀναγνωσθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως Βασιλικὸν τηλεγράφημα. Καὶ ἦτο καιρός· ἦτο καιρὸς διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων, ἦτο καιρὸς μετὰ τὸν νόμον περὶ γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ἦτο καιρὸς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν καὶ τὸν διορισμὸν ὡς πρεσβευτοῦ ἀνθρώπου, ὅστις, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, πολὺ θὰ ἦτο νὰ διωρίζετο κλητὴρ πρεσβείας. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶν, Κύριοι, τακτικῶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς δημοσιογράφους δηλώσεις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι ἀφορῶσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ Κράτους πολιτικήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐξωτερικήν· αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι ἐκπροσωποῦσι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκπροσωπῶσι, τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶπεν ὁ Βασιλεύς· «Εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι κόμματα». Δὲν ἀνήγγειλεν ἁπλῶς τὸ γεγονός, ἀλλ’ ἐξεδήλωσε καὶ τὴν χαρὰν Αὑτοῦ. Καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ· ἀληθῶς ἤρξαντο οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Κράτους τούτου νὰ αἰσθάνωνται χαράν, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι κόμματα; Σκεπτόμενός τις ταῦτα, θὰ ἔφθανεν εἰς ἄλλας σκέψεις, μήπως αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ τῶν κυβερνώντων σήμερον, ὅπως ἐκλείψωσι τὰ κόμματα ἐν Ἑλλάδι. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, ἐγώ, νὰ ἀναλάβω τὸν πανηγυρισμὸν τῶν κομμάτων, ἐγὼ ὅστις εὗρον τὴν δύναμιν ἐν τῇ βαθείᾳ συναισθήσει τοῦ καθήκοντός μου νὰ ἀντιμετωπίσω τὰ κόμματα ἐκεῖνα, ὅτε ὁ σήμερον κ. Πρωθυπουργὸς ἔσωζεν αὐτὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐγώ, ὅστις ἔπεισα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ συμπράξῃ μετὰ τῶν κομμάτων κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσι καὶ νῦν τρεῖς τῶν κ. συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵτινες ἠδύναντο νὰ μαρτυρήσωσι, πόσον μακρὰν καὶ πόσον ζωηρὰν συζήτησιν διεξήγαγον μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Μέγα Ξενοδοχεῖον, ἵνα τὸν ἐμποδίσω ἀπὸ τοῦ ὀλισθήματος ἐκείνου, ὅπως συμπράξῃ μετὰ τῶν ἐθνικῶν καταδίκων. Εἶναι μάρτυρες οἱ κύριοι συνάδελφοι, πόσην ποσότητα ἔχυσεν ἱδρῶτος ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑπὸ ποίου τρόμου κατελήφθη, ὅτε κατέδειξα εἰς αὐτὸν τὸ βάραθρον εἰς τὸ ὁποῖον παρεσύρετο, καὶ μόλις τὴν τελευταίαν ὥραν ἔστερξε συντετριμμένος νὰ ἀποσύρῃ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτοῦ ὅτι μετὰ τῶν φίλων του θὰ ἐψήφιζε τὸν ὑποψήφιον Πρόεδρον τῶν κομμάτων καὶ νὰ συμπράξῃ μεθ’ ἡμῶν, ὅπως ψηφίσωμεν Πρόεδρον τὸν ἀξιότιμον καὶ νῦν βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ῥακτιβάν. Θὰ ἦτο λοιπὸν περίεργον νὰ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν κομμάτων ἀπέναντι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι πάντοτε ἐγὼ ἐπολέμησα τὰ κόμματα καὶ οὐδέποτε ἠθέλησα, καθ’ ὅλον μου τὸν βίον, νὰ ὠφεληθῶ ἐξ αὐτῶν, νὰ ἐκμεταλλευθῶ τὴν δύναμιν αὐτῶν, ἵνα ἀκολούθως συντρίψω αὐτά. Ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς διάφορον τὸ πρᾶγμα, ὅτε ἐξαγγέλλεται χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι κόμματα, καὶ ἐξαγγέλλεται τοῦτο σήμερον, ὅτε λέγεται ὅτι ὑπάρχει δῆθεν κόμμα ἀρχῶν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, Κύριοι, ὅταν τις λέγῃ «δὲν θέλω νὰ ὑπάρχωσι κόμματα», οὐδὲν ἄλλο δηλοῖ, ἢ ὅτι δὲν θέλει νὰ ὑπάρχῃ πολίτευμα κοινοβουλευτικόν. Διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν ἢ ἐκεῖνο, καθ’ ὃ διεξάγεται πάλη ἰδεῶν, συγκερασμὸς ἰδεῶν, συγχώνευσις ἰδεῶν, ἐπικράτησις ἰδεῶν, σταθερὰ καὶ προοδευτικὴ ἐξέλιξις ἑνὸς τόπου καθημερινή. Τοῦτο ὅμως, μόνον ὑπαρχόντων κομμάτων, κατορθοῦται. Τοιαύτην πάλην, τοιοῦτον συγκερασμόν, τοιαύτην συγχώνευσιν, τοιαύτην ἐπικράτησιν ἰδεῶν ἐννοεῖ καὶ ἐπιδιώκει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἢ κατὰ πάντα τρόπον προσπαθεῖ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ, νὰ τὴν πνίξῃ; Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, σκεπτόμενος, φθάνω εἰς ἄλλην ἑρμηνείαν τῶν λόγων τῶν βασιλικῶν παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατὰ τρόπον φαινομενικῶς εὐφυᾶ ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· «Οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ σημαίνῃ ἡ φράσις αὕτη ἢ ὅτι κατελύθη ἐν Ἑλλάδι ἡ κομματικὴ διοίκησις». Δύναται νὰ σκέπτηται πᾶς τις ὡς ἂν θέλῃ, ἀλλὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν λόγων τῶν βασιλικῶν κατ’ ἐμὲ δίδουσι τὰ γεγονότα, δίδει ἡ ἀλλεπαλληλία τῶν γεγονότων, ἡ ἀνεξάντλητος σειρά. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἔχω νὰ τονίσω ἐν τῇ σειρᾷ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναφέρω, εἶναι ἡ διηνεκὴς προσπάθεια, ἡ ἀδιάλειπτος προσπάθεια, ὅπως καταρριφθῇ τὸ κῦρος παντὸς ἀνδρὸς ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅπως καταρριφθῇ τὸ κῦρος ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τούτου, ὅπως ἀνυψωθῇ πάντοτε καὶ μόνον τὸ κῦρος ἑνὸς ἀνδρός. Ἀπὸ τούτου τοῦ σημείου δὲν ἄρχεται ἡ κατάλυσις τοῦ κοινῇ βουλεύεσθαι, ἡ κατάλυσις τοῦ πολιτεύματος; Ἀπὸ τούτου τοῦ σημείου δὲν ἄρχεται ἡ προσπάθεια πρὸς ἵδρυσιν ἄλλου πολιτεύματος; Ἐλησμόνησαν τὰ πάθη, ἐλησμόνησαν τὴν ὀξύτητα τῶν σχέσεων ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ λησμονηθῶσιν αἱ μέθοδοι, νὰ λησμονηθῶσιν οἱ τρόποι, νὰ λησμονηθῶσιν αἱ ἰδέαι, αἱ γνῶμαι, αἵτινες ἐδημιούργησαν τὴν ὀξύτητα ἐκείνην τῶν σχέσεων. Διότι καὶ τότε καὶ νῦν ἀρχίζομεν ἀπὸ πολιτεύματος ἀνελευθέρου, ἀπὸ ἐμπεδώσεως ἀρχῶν ἀνελευθέρων· καὶ τότε καὶ νῦν ἀρχίζομεν ἀπὸ τῆς ἐμπεδώσεως κοινοῦ φρονήματος περὶ τῆς ὑπερόχου ἀξίας ἑνὸς ἀνδρός, ἵνα καταλήξωμεν ποῦ; Τότε εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν ἐκδίωξιν ἑνὸς Βασιλόπαιδος, ἐδῶ δὲ εἶναι γνωσταὶ αἱ θεωρίαι περὶ ἐγκληματισμοῦ μιᾶς οἰκογενείας εἰς ἕνα τόπον. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς ὅτι ἐπεζητήθη ἡ κατάρριψις τοῦ κύρους παντὸς ἀνδρὸς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπεζητήθη ἡ κατάρριψις τοῦ κύρους αὐτῆς τῆς Βουλῆς; Τίς λησμονεῖ τὸν περίφημον λόγον ὅτι ἡ Βουλή, ἡ Βουλὴ ἡ Διπλῆ, ἡ Βουλὴ ἡ ἔχουσα σκοπὸν νὰ ἀναθεωρήσῃ ἓν πολίτευμα, ἡ Βουλὴ ἡ ἔχουσα νὰ συζητήσῃ κατ’ ἐξοχὴν ζητήματα ἐπιστημονικά, οὐδεμία ἀνάγκη εἶναι, ἵνα παρουσιάσῃ τὴν ὄψιν Ἀκαδημίας, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν ὄψιν Σώματος ὁλοψύχως πειθηνίου καὶ ὑποτασσομένου; Καὶ ἀκολούθως· Τίς δύναται νὰ λησμονήσῃ τὴν προσπάθειαν πάντων τῶν ἰδιαιτέρων συμπρακτόρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως αἱ συζητήσεις ἐνταῦθα τερματίζωνται ἅμα τῷ πέρατι ἑκάστης ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀναγγέλληται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ὥς τις γίγας ἀνυπέρβλητος παρίσταται ἐνταῦθα ὁ μέγας ἀνὴρ τῶν νεωτέρων χρόνων; Τίς δύναται νὰ λησμονήσῃ ἐξ ὑμῶν τὴν φράσιν ἄλλου τινὸς Ὑπουργοῦ· «τοιαύτην τροπολογίαν ἐγὼ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ δεχθῶ, καὶ ἑπομένως ἀδύνατον εἶναι νὰ τὴν ψηφίσῃ ἡ Βουλή»! Ἀλλ’ ὑπῆρξε προσπάθεια, ἥτις δὲν κατεβλήθη, ὅπως καταρριφθῇ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς; Ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν μεγάλην καὶ αὐστηρὰν μομφήν, τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνομεν κατὰ τοῦ πολιτικοῦ παρελθόντος, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τῶν νομοσχεδίων παρεισήγοντο διατάξεις προσωπικαί, διατάξεις ἀντιτιθέμεναι πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τῶν νομοσχεδίων, διατάξεις ἀμελέτητοι, διατάξεις, τῶν ὁποίων δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλή. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη περισσότερον φλογεροὺς κεραυνούς, τοὺς ὁποίους ἐξέπεμψε κατὰ τῆς καταχρήσεως ἐκείνης κατὰ τὴν Αʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι· γιγνώσκετε Κοινοβούλιόν τι εἰς τὸν κόσμον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἐγένετο μεγαλειτέρα τοιαύτη κατάχρησις παρ’ ὅση ἐγένετο ὑφ’ ἡμῶν; Τοῦτο καταρρίπτει τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κοινὴν ὑπόληψιν ἢ ὄχι; Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐζητεῖτο ὑπὸ πολλῶν κ. κ. συναδέλφων, ἵνα διαγραφῇ ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κηρυσσόμενα κατεπείγοντα νομοσχέδια θὰ ἐψηφίζοντο κατ’ ἄλλον τρόπον ταχύτερον ἢ τὰ ἄλλα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν μία Κυβέρνησις τῆς διατάξεως ταύτης νὰ κάμῃ κατάχρησιν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἔλεγον: Δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα στοιχειώδη ἐντροπὴν καὶ κηρύσσουσα πάντα τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα. Μὲ ἐχειροκρότησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ μὲ ἐχειροκρότει δῆθεν, διότι εἶναι ἀπειράριθμα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐκήρυξε κατεπείγοντα. Ἀλλ’ ἀκόμη ὑπῆρξε σεβασμὸς πρὸς τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὑμῶν ἐπὶ γεγονότων προσφάτων, κύριοι Βουλευταί. Ἡ γνώμη ἡμῶν, σχεδὸν πάντων, ὅτε συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου νόμου τοῦ ἀφορῶντος τὸ Πανεπιστήμιον, ἦτο ἢ δὲν ἦτο, ὅπως οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἕδρας των; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἐσεβάσθη τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλ’ εἶναι μόνον ταῦτα; Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν ἐνθυμεῖται, κατὰ ποῖον τρόπον ἐπετιμήθη αὐστηρότατα διαπρεπὴς ἡμῶν συνάδελφος, καὶ λόγῳ μορφώσεως καὶ λόγῳ νοῦ, καὶ λόγῳ ἀρετῆς, καὶ λόγῳ ἐπιμελείας εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν κοινοβουλουτικῶν αὑτοῦ καθηκόντων, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος βουλευτὴς κ. Γόντικας, διότι ἐτόλμησεν, ἀπέναντι τῶν ἐξεγηγερμένων νεύρων τοῦ κυβερνήτου νὰ ἐκφράσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν γνώμην του; Τίς ἐξ ὑμῶν λησμονεῖ ὅτι ἐπετιμήθη δριμύτατα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων κ. Παπακυρίτσης, διότι εἶναι κατὰ φύσιν βραδύγλωσσος; Τίς λησμονεῖ ἐξ ὑμῶν ὅτι μετὰ τὰς τοιαύτας τραχύτητας, τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἀπεκάλουν τὴν Βουλὴν ταύτην ἀγέλην; Συντελοῦσι ταῦτα εἰς τὴν ἐμπέδωσιν νέου πολιτικοῦ βίου, συντελοῦσι ταῦτα εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ γοήτρου ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὸ πολίτευμα πάντες ἔπρεπε νὰ θεωρῶνται ὅτι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν, ἢ συντελοῦσιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ κύρους τῶν νέων ἀνδρῶν, πρὸς ταῖς ἄλλαις προσπαθείαις, ὅπως ῥιζωθῇ περισσότερον ἀκόμη ἡ ὑπάρχουσα ἄλλως γνώμη, ὅτι τὰ παλαιὰ κόμματα ἔβλαψαν τὸν τόπον; Τὰ παλαιὰ λοιπὸν κόμματα εἶναι καταδεδικασμένα ὁριστικῶς, ἡ Βουλὴ ἐξευτελίζεται καθ’ ἡμέραν, ἀνυψοῦται ἁπλῶς τὸ κῦρος ἑνὸς ἀνδρός, ἐξυπηρετοῦνται ἰδέαι κοινοβουλευτικαί; Δὲν εἶναι λοιπὸν καταφανὴς ἡ προσήκουσα ἑρμηνεία τῶν βασιλικῶν λόγων, ὅτι οἱ ἐπὶ κεφαλῆς καὶ ὑπὸ κεφαλῆς τῆς ἀνορθώσεως ἀγάλλονται, διότι θὰ κατορθώσωσιν ἴσως τάχιον ἢ βράδιον νὰ μὴ ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν πολίτευμα κοινοβουλευτικόν; Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἄλλοτε, διότι διὰ νὰ διακριβωθῇ ποία τις εἶναι ὁλοκληρωτικῶς, πρέπει νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἠρχίσαμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ἤμεθα τότε δύο ἢ τρεῖς ἀντιπολιτευόμενοι. Ἐπὶ τῇ ἁπλῇ παρατηρήσει ὅτι πρᾶξίς τις, δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξηγέρθη ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ ἐκραύγασε· «δὲν ὑπάρχει τίποτε χειρότερον τῆς τυραννίας τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ τυραννία τῆς μειονοψηφίας», διότι εἷς Βουλευτὴς ἔκαμε παρατήρησιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παρέκβασις ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ ὁριστικὸν Προεδρεῖον. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη περισσότερον, ὅτε ἠρωτῶμεν ἡμεῖς· διὰ νὰ διακοπῶσιν αἱ σχέσεις πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν, ὑπῆρξαν αἰτίαι, διὰ νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ σχέσεις ἤρθησαν αἱ αἰτίαι ἐκεῖναι;» Καὶ ἀπήντησεν εἰς ἡμᾶς· «οὔτε εἰς ἐμὲ εἶναι ἄξιον νὰ ἀπαντήσω, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ». Μετὰ τῆς εὐλαβείας ταύτης φέρεται πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, φέρεται πρὸς τὸν παράγοντα ἐκεῖνον, ὅστις, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μικρός, εἶναι ἀπαρκίτητος διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἑπομένως εἶναι σεβαστὸς παρὰ τοῦ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ νὰ εἶναι καὶ νὰ λέγηται ἀνὴρ κοινοβουλευτικός. Τὰ γεγονότα ὅμως τί ἀπέδειξαν; Εἶναι πρόσφατον τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐνέβαλεν εἰς μυχιαίτατην συγκίνησιν καὶ εἰς ἀνησυχίαν τὸ ἔθνος περὶ τοῦ ἐθνικοῦ του μέλλοντος. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντίθετος γνώμη, νὰ μὴ τολμᾷ τις νὰ σταθῇ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς τῆς ἐποχῆς. Τοῦτο λέγεται προσπάθεια πρὸς ἐμπέδωσιν κομμάτων Ἀρχῶν, τοῦτο λέγεται προσπάθεια κόμματος φιλελευθέρου, τοῦτο λέγεται προσπάθεια πρὸς ἐξυπηρέτησιν πολιτεύματος κοινοβουλευτικοῦ; Ἐνθυμεῖσθε ἀκόμη μετὰ ποίας τραχύτητος, μετὰ ποίας ὑπερφροσύνης ἀπήντησε πρὸς ἡμᾶς, ὅτε ἐλέγομεν: «τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ ὑπεύθυνος ἔκφανσις τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς, δὲν ἔχει γνώμην, δὲν ἔχει ψῆφον συζητουμένου καὶ καταρτιζομένου τοῦ πολιτεύματος». Καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ὁ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου διὰ τοῦ χθεσινοῦ αὑτοῦ συγγράμματος καὶ ἀσπάζεται τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ λέγει ὁ μοναδικὸς ἡμῶν συνταγματολόγος· κατελύσατε τὸ πολίτευμα τὸ φιλελεύθερον, ἐπαύσαμεν νὰ ἔχωμεν πολίτευμα ὡς ἔκφρασιν καὶ ἐπιταγὴν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Πόσα καὶ ποῖα, Κύριοι, δὲν εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύουσι τοιουτοτρόπως ὡς ἐγὼ ἑρμηνεύω τὰ ῥήματα τὰ βασιλικά; Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνύποπτοι λαοὶ προσεδέθησαν εἰς τὸ ἅρμα ἑνὸς ἀνδρός, δὲν εἶναι ἡ πρώτη ἱστορικὴ περίοδος ἑνὸς λαοῦ, λαοῦ μάλιστα ἀπεγνωσμένου ἐκ μακροῦ παρελθόντος, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι ἀνέτειλεν ἡμέρα καλλιτέρα, ὅτι ἤρχισε βίος πολιτικὸς σπουδαιότερος, ὠφελιμώτερος δι’ αὐτόν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων τούτων, ἡ ἀναμφιβόλως παρὰ τὸ πολίτευμα διάλυσις τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς, ἡ ἀναμφιβόλως παρὰ τὸ πολίτευμα παρεμπόδισις τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν, ἡ ἀναμφιβόλως παρὰ τὸ πολίτευμα σιωπηρὰ ἐπὶ τρίμηνον διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ ἀναμφιβόλως παρὰ τὸ πολίτευμα ἔξαρσις ἑνὸς ἀνδρός, ἡ ἐπιτίμησις παντὸς ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ τολμῶντος νὰ ἔχῃ γνώμην, ὁ ἐξευτελισμός, ἡ ὕβρις ἡ συκοφαντία, ἡ ἐπονείδιστος καὶ αἰσχρὰ συκοφαντία κατὰ πάσης ἀντιθέτου γνώμης, πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλωσιν εἰς σκέψεις, μήπως εἶναι πλέον καιρὸς νὰ μελετήσωμεν τὴν σπουδαιότητα καὶ ὀρθότητα τῆς γνώμης μεγάλου πολιτειολόγου, ὅστις λέγει· «λαός τις εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ μόνον ἐὰν εἶναι προσκεκολλημένος αὐστηρῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματός του, καὶ ἂν φροντίζῃ ὥστε τὸ πολίτευμα νὰ τηρῆται αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ δι’ αὑτοῦ». Διότι, ἂν εἶναι ἀληθές, καὶ εἶναι ἀναμφιβόλως ἀληθές, ὅτι ὁ ἀλύτρωτος Ἑλληνισμὸς ἀποβλέπει πρὸς τὴν βασιλικὴν ἀρχὴν ὡς τὸ σημεῖον τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, ὡς τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς προκοπῆς τοῦ Κράτους τούτου, εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα προκειμένου περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ ἐξελίξεως νὰ ὦμεν αὐστηροὶ τηρηταὶ ἐντὸς τοῦ κράτους τοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ προσέχωμεν, μήπως ἐὰν κατέστρεψε τὸν τόπον ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἥτις εἶχε Πρωθυπουργοὺς μηδέποτε δυσαρεστήσαντας τὸν Βασιλέα, μήπως βαραθρώσῃ, μήπως ἐνταφιάσῃ τὸν τόπον ἡ πολιτική, ἥτις ἀρχίζει νὰ ἔχῃ Πρωθυπουργούς, οἵτινες οὐχὶ ἀρνητικῶς δὲν δυσαρεστοῦσι τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ θετικῶς πλέον εἶναι εἰς Αὐτὸν κατὰ πάντα εὐχάριστοι. Δὲν ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ἡ νίκη τοῦ τηλεγραφήματος· δὲν ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς ἡ πυγολαμπὶς ἐκείνη, ἀπέναντι τόσων καὶ τόσων γεγονότων. Μᾶς ἐμβάλλει μάλιστα εἰς σκέψεις, ὡς καὶ προλαβόντως εἶπον, περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀσφαλείας τῆς βασιλικῆς Ἀρχῆς· διότι, ἐὰν αἱ γνῶμαι τοῦ Βασιλέως ἀληθῶς ἦσαν γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν διὰ τὸ περιεχόμενον τῶν γνωμῶν ἐκείνων οὐδὲν εἶχε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τί ἐπὶ ματαίῳ ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ δηλώσῃ ἂν ἔδωκε τοιαύτην ἢ τοιαύτην συνέντευξιν; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἔχωσι τὰς ἰδίας γνώμας, νὰ ἀναλαμβάνωσι τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων γνωμῶν, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις Κρατῶν, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις στηρίζεται πολὺ εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὸ κῦρος τῆς βασιλικῆς Ἀρχῆς, διαφωνοῦσαι πρὸς τὴν βασιλικὴν Ἀρχὴν παραιτοῦνται καὶ λέγουσιν ἁπλῶς· «ἔχω ἀντίθετον γνώμην, δὲν τολμῶ νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τοιαύτης γνώμης». Ἀλλὰ οὐδέποτε θέτουσι διλήμματα πρὸ τοῦ Βασιλέως. Καὶ εὑρισκόμεθα, Κύριοι εἰς τὰς ἄλλας δηλώσεις τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος»! Πρὸ διετίας ἦτο καιρός. Ἀγνοῶ, ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἀπηρνήθησαν τὰς πρὸ διετίας γνώμας ὁ μὲν ἢ ὁ δέ. Ἀλλὰ κατὰ τὰς νέας δηλώσεις ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι πολιτικὴ ἀμύνης ἀποκλειστικῶς. Ἐλέχθη ἤδη ὅτι δὲν προσήκει ἐκτεταμένη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κατὰ πᾶσαν περίστασιν πρέπει, καὶ ἐπιβάλλεται ἀκόμη, νὰ εἴπῃ τις ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται ἀβλαβῶς νὰ εἴπῃ. Εἶναι πασίγνωστον, Κύριοι, πλέον, διότι ἐπανελήφθη, μυριάκις ἐπανελήφθη, πιστεύω ἐγώ, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ κοινὴ συνείδησις, ὅτι δὲν πρόκειται παρὰ μόνον ν’ ἀποκτήσῃ τὸ συναίσθημα τῆς ἀσφαλείας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ οὕτω μεταβάλλεται ἡ πολιτικὴ φρασεολογία ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, καὶ μεταβάλλεται ἡ ἀντίληψις τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων κατ’ ἀκολουθίαν. Τὸ Κράτος λοιπὸν τοῦτο, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ἔχον Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, τὸ ἔχον Βουλευτὰς ἀντιπροσωπεύοντας τὸ ἔθνος ἔχει πολιτικὴν ἀποκλειστικῶς ἀμύνης; Ἀποφεύγει, λέγουσι, τὰς κατακτήσεις. Εἶναι τοιαῦται αἱ φράσεις αἱ προσήκουσαι εἰς τὸ Κράτος τῶν Ἑλλήνων; Καὶ εἶναι ἀπίθανον, καὶ εἶναι ἄτοπον, καὶ εἶναι ἐναντίον τῆς σειρᾶς τῶν γεγονότων νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι προσπάθεια καταβάλλεται ὅπως λησμονήσωμεν καὶ τὴν φράσιν ἀκόμη ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν θέλει νὰ κατακτήσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ παύσῃ ποτὲ νὰ διεκδικήσῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν οὐχὶ χώρας ξένας, ἀλλὰ χώρας Ἑλληνικάς, νὰ διεκδικήσῃ δίκαια ἱερά, δίκαια ἀπαράγραπτα, δίκαια ἀναπόσπαστα ἀπὸ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ Ἱστορίαν. Ἀλλά, βλέπετε, κατηντήσαμεν νὰ εἴμεθα — τὸ ἔχω εἴπει πολλάκις — θεαταὶ λόγων καὶ ἀκροαταὶ πραγμάτων. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαιτείας! Ἦσαν ἀληθῶς ὡραῖαι αἱ φράσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦτο ἐκφραστικωτάτη ἡ χειρονομία τῆς ἀριστερᾶς του χειρός, διὰ τῆς ὁποίας, κατά τινα ὑπόθεσιν, ἔκοψε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Μεγάλη πρωτοτυπία! Πρώτην φορὰν ἠκούσθη εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαιτείας προδίδει ἀδυναμίαν εἰς ἓν Κράτος καὶ ἐξευτελίζει αὐτό! Πρώτην φορὰν ἠκούσθη ὅτι ἡ ἐπαιτεία ἐξευτελίζει καὶ τὸ ἔσχατον τῶν ἀτόμων! Μεγάλαι πρωτοτυπίαι ἀκούονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου! Θὰ ἤμην βεβαίως ἀσεβής, Κύριοι, ἐὰν ἀπευθύνω παρατήρησιν πρὸς τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο ἀπρεπέστατον δι’ ἐμὲ τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφιβόλως δεῖγμα τῶν καιρῶν τὸ νὰ χειροκροτῶνται μετὰ τοιούτου ἐνθουσιασμοῦ τοιαῦται κοινοτυπίαι. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως, καὶ εἶναι ἀνάξιον ἡμῶν νὰ ἀκούωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαῦται κοινοτυπίαι, αἵτινες δὲν προσιδιάζουσιν εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας σοβαρούς. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, δὲν ὑπάρχει παιδίον μικρόν, ὅπερ νὰ ἀγνοῇ ὅτι ὁ ἐπαίτης εἶναι ἄνθρωπος εὐτελής, ὅτι τὸ Κράτος τὸ ἐπαιτοῦν εἶναι Κράτος εὐτελὲς καὶ προδίδει ἀδυναμίαν. Ναί, ἐξευτελίζει ἡ ἐπαιτεία· ἀλλὰ καὶ ναὶ ἀτιμάζει ὁ πανικός, στιγματίζει ὁ πανικός. Καὶ εἶναι καταφανεῖς αἱ προσπάθειαι τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον, τῆς πολιτικῆς τῆς λεγομένης πολιτικῆς τῆς ἀνορθώσεως, ἡ ὁποία κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, κατὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐμπνέει τὸν πανικὸν εἰς τὸ ἔθνος, διότι δὲν ὑπάρχει ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἦτο ἐμπαιγμὸς καὶ δημοκοπία ἀσύγγνωστος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν μόλις ἐγίγνετο, νὰ ἀναγγέλληται πρὸς αὐτὸν κατὰ πᾶσαν ἡμέραν· «συγκεντροῦνται Τουρκικὰ στρατεύματα εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα, ἀποσύρονται τουρκικὰ στρατεύματα ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα, μεταφέρονται πολεμεφόδια, γίνονται σκέψεις εἰς τὴν Πύλην». Πάντα ταῦτα, πράγματα ἐντελῶς ἀνυπόστατα, ἐντελῶς ψευδῆ. Χειροκροτοῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὰς ὡραίας λέξεις, τὴν πομφόλυγα περὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς ἐπαιτείας, ἀλλ’ ἀνεχόμεθα τὴν πολιτικὴν τοῦ πανικοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική, ἡ ὁποία προσπαθεῖ κατ’ ἄλλον τρόπον, δεξιὸν ἀληθῶς, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πολιτικὴν τῆς ἀμύνης, τὴν πολιτικὴν τοῦ πανικοῦ. Ἐρωτῶ πάντα ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἐρωτῶ πάντα Ἕλληνα· ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἀπὸ τὰ κύρια, ἀπὸ τὰ κεφαλαιώδη αἰτήματα τῆς ἐπαναστάσεως, ὅπως μειωθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ ἐρωτῶ νῦν ὑμᾶς· ὑπὸ τῆς Ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως, ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι κατὰ δεκάδα ἑκατομμυρίων καὶ πλέον ἢ ὄχι; Ὅτε ἐπιζητεῖται ἡ ἐξάντλησις τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἅτε, κατὰ τρόπον ἀσύγγνωστον καὶ εἰς τὸν ἁπλοϊκώτερον πολίτην, συντρίβεται ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τοῦ τόπου διὰ προσθέτων βαρυτάτων φορολογιῶν, ἐξαντλεῖται ὁ κοινωνικὸς πλοῦτος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην ἐκ τῶν ἱερῶν του δικαίων, ἐκ τῶν ἱερῶν του ὑποχρεώσεων νὰ ἔχῃ δαπάνας δυσαναλόγους στρατιωτικάς, ἐξυπηρετεῖται ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἡ προσήκουσα, ἢ τείνουσα ὁλοταχῶς καὶ ἀναποτρέπτως εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσιν ἀκόμη ἀφιλότιμοι καὶ ἀσυνείδητοι ἄνθρωποι νὰ ὑποστηρίζωσιν, εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς καταργήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου; Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἀκροθιγῶς προσεπάθησα νὰ ἐξηγήσω ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς βαρύτητος αὐτῶν. Δι’ ἐλαχίστων συνεζήτησα καὶ ἔπραξα τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Δὲν λησμονῶ, Κύριοι, ποτέ, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις κατεδίκασε τὸ πολιτικὸν παρελθόν, τὸ συνέδριον τοῦτο τῶν Βουλευτῶν ἐπαναστατῶν ἦλθεν ἐνταῦθα νὰ χαράξῃ κανόνας νέου πολιτικοῦ βίου, ἦλθεν ἐνταῦθα, ὅπως δικαιολογήσῃ τὰς ἐθνικὰς ἐλπίδας, ὅπως δώσῃ παρηγορίαν εἰς καταπεπονημένον καὶ καταρρέον Κράτος. Ἦλθεν ἐνταῦθα, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὸ πρόγραμμα μιᾶς ἐπαναστάσεως. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω μομφήν, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν περίστασιν, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διατρέχει τὸ ἔθνος ἡμῶν, Σῶμα πολιτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεδείχθη περιτράνως, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, Σῶμα πολιτικὸν ἀνίκανον νὰ δώσῃ μίαν Κυβέρνησιν, τὸ συνέδριον ἐκεῖνο, τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο Σῶμα ἀποτελεῖ κίνδυνον, μέγαν κίνδυνον διὰ τὴν χώραν. Δὲν ἠξεύρω τί δύναται νὰ συμβῇ αὔριον, δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν θὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις προτροπάδην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ ἑδώλια, τὰ ὁποῖα κατέχει, ἂν δὲν θὰ νομίσῃ ὅτι ἐπιβάλλεται ἐκ καθήκοντος εἰς αὐτὴν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει—καὶ τότε; Εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν; Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα δεδεμένοι εἰς τὴν τύχην, τὴν ἀληθῶς ἀχαλίνωτον, ἑνὸς ἀνδρός; Ἐξαρτᾶται λοιπὸν ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπὸ τῆς τύχης τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου;
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ κατατεθέντων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§93Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου χωρὶς νὰ χάσῃ τὴν θέσιν της.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκάσης ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατί δὲν κατέθηκε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.
§95ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν προτοῦ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις νὰ συναινέσῃ, ὅπως αὔριον καὶ μεθαύριον μὴ γίνῃ συνεδρίασις. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ καλέσῃ τὰς ἐπιτροπάς, ὅπως κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας ὡς καὶ τὴν Κυριακὴν ἐργασθῶσι συντόνως, διὰ νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐνώπιον αὐτῶν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς διακοπὴν δύο ἡμερῶν;
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ καλεῖται τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 4ην μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 μ. μ.).