1911.10.17
2.398 στίχοι · 18.239 λέξεις · 191 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 143.
Τῆς 17ης Ὀκτωβρίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 133 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Καλαμῶν αἰτοῦνται, ὅπως ὁ περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν νόμος ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τοὺς καταδικασθέντας ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως ἄνευ ἀποτελέσματος· 2) Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου κατάδικος Νικόλαος Μακρυδημήτρης διαμαρτύρεται, διότι τὸ Δικαστήριον Ζακύνθου ἀπέρριψε τὴν αἴτησίν του περὶ ἀποφυλακίσεως, καίτοι ἀπέτισε τὰ ¾ τῆς ποινῆς καὶ δὲν ὑπάρχει ἑτέρα κατ’ αὐτοῦ μήνυσις· 3) Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἄνω καὶ κάτω Τσιάχματι τῶν Φαρσάλων ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς χαρισθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων, καταστραφείσης τῆς ἐσοδείας των τοῦ 1911 ἐκ θεομηνίας. 4) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ῥεθύμνης παρακαλεῖ, ὅπως εἰς τὸ ὑπόμνημα τῶν ἀλευροβιομηχάνων συμπεριληφθῶσι καὶ ἄλευρα τρίτης ποιότητος, ὧν ἡ νῆσος στερεῖται· 5) Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Αἰγίνης διαμαρτύρονται, διότι δὲν τοῖς ἐδόθη ἀναστολὴ ποινῆς, καίτοι ἐξέτισαν τὰ ¾ τῆς ποινῆς· 6) Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Τριπόλεως αἰτοῦνται χάριν τοῦ ¼ τῆς ποινῆς των ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως· 7) Ἡ Ἰσραηλιτικὴ Κοινότης Τρικκάλων αἰτεῖται, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς κυριακῆς ἀργίας· 8) Κάτοικοι τοῦ χωρίου Ῥετεντοῦ διαμαρτύρονται δι’ ἄδικον φυλάκισιν ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου των ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ Ἠλείας διὰ διάστασιν πρὸς τοὺς ἀξιοῦντας δικαιώματα μηνυτάς· 9) Ἔποικοι ὁμογενεῖς κληροῦχοι τοῦ ἐθνικοῦ χωρίου Νέας Φιλιππουπόλεως διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Πανᾶ μὴ χορηγοῦντος κτήνη, σπόρον κλπ· 10) Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀ. Σκιαδαρέσης ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος ἀπὸ Καλαμιτσίου εἰς Ἅγιον Νικήταν· 11) Φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου ζητοῦσιν ἐπαναφορὰν τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ νόμου ͵ΓΨΟϚʹ «περὶ ἀνανεώσεως ἐγγραφῆς, τῆς 3 Μαΐου 1911. 12) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια «περὶ ἀνεκκλήτου» καὶ περὶ «δικαστικοῦ ἐνσήμου»· 13) Οἱ δημοδιδάσκαλοι Φωκίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας περὶ ἀπονομῆς αὐτοῖς οἰκονομικῆς δικαιοσύνης κατασταθῶσι νόμος τοῦ Κράτους· 14) Ὁ λαὸς Τρικκάλων τελέσας μνημόσυνον ὑπὲρ τοῦ Μητροπολίτου Γρεβενῶν ἐπικαλεῖται τὴν ἀντίληψιν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν πρὸς τερματισμὸν τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως· 15) Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς Καρδίτσης παρακαλεῖ, ὅπως ταχέως διακανονισθῶσιν αἱ κολληγικαὶ σχέσεις· 16) Ὁ ἐκ Κλωσικῶν τῆς Αἰγείρας Σπυρίδων Κ. Νικολουλέας ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ παρανόμου ἐνεργείας τοῦ δασάρχου Αἰγιαλείας· 17) Ὁ Παγκαπνεργατικὸς σύλλογος Βόλου ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ λήψεως μέτρων πρὸς ἐπιστημονικὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ καὶ διάδοσιν εἰς τὰς ξένας ἀγοράς»· Ὑπεβλήθησαν αἱ κάτωθι ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν· 1) Ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐτοκινήτων»· 2) Ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 253 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας περὶ βουλευμάτων»· 3) Ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης»· 4) Ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ «ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν»· Ὑποβάλλονται ἐπίσης αἱ κάτωθι προτάσεις νόμων καὶ προσθῆκαι· 1) Τοῦ κ. Χ. Δικαίου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς διετοῦς παραγραφῆς τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΓʹ (3433) τοῦ ἔτους 1909 περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν· 2) Τοῦ κ. Ἰ. Πατσουράκου προσθήκη εἰς τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων κλπ». 3) Τοῦ κ. Ἰ. Πατσουράκου «περὶ ἐξασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ ἐν Ἑλλάδι τῶν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τῆς Κρήτης μετελθόντων τὸν δικηγόρον· 4) Προσθήκη τῶν κ. κ. Σ. Γρανίτσα, Ἰ. Τσιγκόλη, Ἰ. Παπαθανασιάδου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ͵ΓΧΞΗʹ τῆς 22 Μαρτίου 1910· 5) Τῶν κ.κ. Ἀ. Θανοπούλου, Ἀ. Σλῆμαν, Γ. Σχινᾶ, Π. Ἀγγελίδου, Σ. Βαρβιτσιώτου, Γ. Δρίβα, Ἰ. Μπρισιμιτζάκη, Δ. Γκλαβᾶ, Ἀ. Σκιαδαρέση, Δ. Βινιεράτου, Σ. Θεοδωροπούλου, Θ. Γρηγορίου, Μ. Γαλανοῦ, Κ. Γόντικα, Ἀ. Χριστοπούλου, Π. Φλέσσα, Δ. Κλάδη κλπ. «περὶ ἀνανεώσεως ἐγγραφῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου.» Πᾶσαι θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Μερλόπουλος ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν ἀπουσίας, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Δέχεται ταύτην ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§4Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ τούτου παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ αἴτησίς σας καὶ παρ’ ἑτέρου Βουλευτοῦ;
§6ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§9Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως νομίζω. Ἐπειδὴ δέ, ὅπως μοὶ παρασχεθῇ ὁ λόγος, ἔχω ἀνάγκην τῆς προσθήκης τῆς συναινέσεως καὶ ἑτέρου Βουλευτοῦ, παρακαλῶ τὸν θέλοντα ἐκ τῶν συναδέλφων νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ αὐτήν.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§11Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἐρώτησιν, παρακαλῶν νὰ σταλῇ εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως δυνηθῇ ἐγκαίρως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ζητήσω τὴν ἀπάντησιν, διότι εἶχε τὴν εὐγένειαν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἰδιαιτέρως ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος καὶ ὅτι θέλῃ φέρει τὴν ἀπάντησιν εἴτε αὔριον εἴτε μεθαύριον. Ἐνόμισα ὅμως ὅτι ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν μεταξὺ Βουλευτοῦ καὶ Κυβερνήσεως νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς ἠθέλησε νὰ εὐκολύνῃ τὰ τῶν ἐρωτήσεων μὴ ἀπασχολουμένης ματαίως τῆς Βουλῆς· ὑπέδειξε δὲ ἐν ἄρθρῳ 22 τὴν ὁδὸν τὴν τηρητέαν, ὅπως αἱ ἐρωτήσεις φθάσωσι μέχρι τῶν Ὑπουργῶν καὶ ταχέως, ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν, δοθῇ ἡ ἀπάντησις. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως προϋπενόει ὅτι ἡ ἐρώτησις ἤθελεν εἰσάγεσθαι εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγράφεσθαι εἰς τὰ Πρακτικὰ καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἤθελεν ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν γνώσει ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐρώτησις, ἐφ’ ἧς βεβαίως καὶ ἐκείνη, ὑπὲρ ἧς καὶ ἡ ἐρώτησις ἐγένετο, καὶ πᾶς Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρηται ὅσον καὶ ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐρώτησιν. Τοῦτο δὲν ἐγένετο. Εἶναι φυσικὴ ἐπὶ Κανονισμοῦ νέου ἡ παρανόησις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχει παρανόησις· καὶ ὅτι εἶναι παρανόησις ἀποδεικνύει ἡ διάταξις ἡ πρώτη τοῦ ἄρθρου 22, προσθήκη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης γενομένη εἰς τὸν ὑπὸ τῆς τελευταίας Βουλῆς τροποποιηθέντα Κανονισμόν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται «ἀνάπτυξις τῆς ἐρωτήσεως». Τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐρωτήσεως δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, οἰκονομῶν τὸν χρόνον, ἀλλὰ τὸ ὅτι ἠδυνάμην νὰ πράξω τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι καὶ μὴ γενομένης ἀναπτύξεως ἡ ἐρώτησις ἔπρεπε νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, μάλιστα καὶ ὅπως ὑπάρχῃ κατὰ τὴν παροῦσαν περίπτωσιν καὶ εἰς χεῖράς μου, διότι δὲν ἐφρόντισα νὰ κρατήσω σχέδιον καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι κατ’ ἀκρίβειαν τὰς λεπτομερείας αὐτῆς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴν ὅτι εἶχον τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐδικαιούμην νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἐρώτησίν του ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ· δυστυχῶς δὲ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω καὶ τώρα τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι τουτέστιν, ὡς ἔχει ὁ Κανονισμός, αἱ ἐρωτήσεις ὑποβάλλονται ἐγγράφως καὶ ἀναμένεται ἡ ἀπάντησις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ ἐντὸς ἕξ ἡμερῶν. Πιθανὸν ὁ Κανονισμὸς νὰ εἶναι ἐσφαλμένος, καὶ νὰ χρήζῃ τροποποιήσεως, ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει, ἐγὼ θὰ τὸν ἐφαρμόζω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἄλλως ἀποφασίσῃ. Ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ν. Βουρνάζου περὶ τοῦ δασάρχου διατελοῦντος ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου ὁ κ. Σλῆμαν.
§13ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ἵνα καὶ πάλιν ἀναβληθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι ἔχουσιν ἀντιρρήσεις;
§15Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Συναινοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλά, ἐπειδὴ εἶναι ἐπείγουσα ἡ ὑπόθεσις, παρακαλοῦμεν, ἵνα τὴν ἐρχομένην ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου συζητηθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπίσης ἀναβάλλεται ἀναφορὰ τῶν Κορινθίων φοιτητῶν μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀποστράτων ὑπολοχαγῶν, ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ὁ κ. Βάρθης.
§17Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, διότι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς, ἀπησχολημένος εἰς ἄλλας ἐργασίας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Καλάμαις καταδίκου Τσίτουρα ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§19ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πᾶς τις ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἐνθυμεῖται ὅσον καὶ ἐγώ, ὅτι πολλοὶ Βουλευταὶ εἴχομεν ὑποβάλει πρότασιν νόμου, ὅπως αὐτόχρημα χαρισθῇ μέρος τῆς ἐκτιθείσης ποινῆς ἐκ μέρους τῶν καταδίκων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἔπρεπε νὰ διασκευάσῃ ἴδιον νομοσχέδιον, ἐκεῖνο, ὅπερ ἤδη εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκτιμήσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ διασκευάσῃ, ὡς διεσκεύασε, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ νῦν εἶναι, λέγω, ἀπὸ ἱκανοῦ χρόνου νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι παρουσιάσθησαν ἄτοπα ἀπρόβλεπτα, ἀπροσδόκητα καὶ ἀνυπολόγιστα. Ὑπῆρξε μάλιστα ἡ ἀντίληψις τῶν δικαστῶν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου τόσον διάφορος ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖ, ὥστε καὶ ἀποφάσεις διαφόρου περιεχομένου εἴχομεν διαφόρων Δικαστηρίων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὑπερβαίνων τὰ καθήκοντά του, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ ἐγκυκλίους ἑρμηνευτικὰς πρὸς τὰ Δικαστήρια, ἐγκυκλίους, ἐπὶ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπαναλαμβάνω, δύναται ἀξιολογώτατα νὰ στηριχθῇ σπουδαιοτάτη ἐπερώτησις διὰ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῶν Δικαστῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων νὰ ἑρμηνεύωσι καὶ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν κρίσιν καὶ ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην. Ἡ ἔκδοσις τῶν ἐγκυκλίων ἐκείνων ἀποτελεῖ κατάλυσιν τοῦ δόγματος τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἐπέμβασιν αὐθαίρετον τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἔργα τῶν Δικαστηρίων. Περὶ τούτου ὅμως δὲν πρόκειται, λέγω, νῦν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἵνα τονίσω, εἶναι τοῦτο· ὑπάρχουσι πληροφορίαι πανταχόθεν, ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ἀναστέλλουσαι τὰς ποινὰς παρὰ τὸν νόμον. Εἶναι γνωστὸν εἰς πλείστους ἐξ ἡμῶν, ὅτι, ἀπαιτουμένης παμψηφίας τοῦ Δικαστηρίου, ὑπάρχουσι πολλοὶ δικασταί—καὶ δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ τοὺς κατακρίνω—, οἵτινες καθιστῶσι τὸν νόμον ἀνεφάρμοστον, διότι κατὰ κανόνα ἀποφαίνονται κατὰ πάσης ἀναστολῆς. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀκόμη ἀπόψεως ὁ νόμος εἶναι καταθλιπτικός, διότι ἀπαιτεῖ σειρὰν ἀτελεύτητον πιστοποιητικῶν καὶ ἐγγράφων ἐπὶ χαρτοσήμου, ἀπαιτεῖ δαπάνας πλειστάκις δυσαναλόγους διὰ τὰ βαλλάντια τῶν πτωχῶν καταδίκων.
§20Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οἱ ἐφαρμόζοντες Εἰσαγγελεῖς ἀπαιτοῦσι πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα δὲν προβλέπει ὁ νόμος.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν πταίουσιν οἱ εἰσαγγελεῖς, κύριε συνάδελφε. Δὲν παρηκολουθήσατε τὰ πράγματα· εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐξεδόθησαν ἐπανειλημμέναι ἐγκύκλιοι ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νομίζω λοιπὸν κατὰ ταῦτα, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἂν ἐξακολουθῇ σταθερὰ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς νὰ χαρισθῇ ἓν μέρος τῆς ποινῆς εἰς τοὺς καταδίκους, πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι τὰ παρουσιασθέντα ἄτοπα προεβλέφθησαν, καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ προσεπάθησα τότε νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἦτο διάφορος, ἐξεδηλώθη δὲ κατὰ τοιοῦτον ἐπιτακτικὸν τρόπον, ὥστε τότε μὲ ἠνάγκασε νὰ κατέλθω τοῦ βήματος χωρὶς νὰ δυνηθῶ ν’ ἀναπτύξω τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τότε καὶ νῦν νόμου. Τὸ πρᾶγμα, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ διορθωθῇ. Ἂς πεισθῇ περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργός, ἂς σπεύσῃ τέλος πάντων νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ καθιστᾷ ὀλιγώτερον καταθλιπτικὴν τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται σήμερον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ὁ ὁποῖος κατὰ παράλειψιν τοῦ Γραφείου δὲν φέρεται ἐγγεγραμμένος, μολονότι ἐζήτησε τὸν λόγον.
§23ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον, Κύριοι, νὰ προσθέσω δύο λέξεις, ὥστε εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε γίνει ἀφορμὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔλαβε τὸν λόγον ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ μελετηθῇ ὅ,τι θὰ εἴπω καὶ νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα, διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἄνισος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη ἐσπευσμένως, ὅπως ὅλοι ἐνθυμούμεθα, καὶ κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἠλλοίωσαν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι καταψηφίζει τὸ καθ’ ἑαυτὸν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι. Ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔθηκεν, ὡς δικαιολογίαν τοῦ νόμου, ἦτο καθαρῶς βάσις χάριτος. Βεβαίως τοῦτο δὲν ἦτο σύμφωνον μὲ τὰς κειμένας συνταγματικὰς διατάξεις. Ἡ βάσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐφαίνετο ἀφορμώμενον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν τελευταῖον, εἶναι βάσις θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, τοῦ θεσμοῦ τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπελευθερώσεως. Ἐκ τῆς συγκρούσεως δύο θεσμῶν καὶ δύο βάσεων τόσων ἀντικειμένων ἀλλήλοις καὶ ἐκ τῆς ἀτάκτου, ἂν θέλητε, ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ παραχθῶσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν σήμερον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν βάσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε θέσει ἐξ ἀρχῆς ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, ὅτι διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἤθελεν ἀσκηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος· τοῦτο δὲν θὰ ἦτο μόνον ἄρσις τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῷ Συντάγματι κυριαρχικῆς ἐξουσίας περὶ χάριτος τῆς ἀνηκούσης εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ ἀσκουμένης καθ’ ὃν τρόπον ἀσκοῦνται τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀγάγει εἰς ἀποτελέσματα θλιβερά, διότι οὐδεὶς θὰ ἠγγυᾶτο, ὅτι μεταγενεστέρα Βουλὴ δὲν θὰ ἤθελε περιορίσει ἐκ νέου τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὄχι μόνον θὰ ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν φυλακῶν ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἠθέλησε νὰ τιμωρήσῃ μὲ ὡρισμένον χρόνον ποινῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ μείζων, κατ’ ἐμέ, κίνδυνος νὰ διασεισθῇ ἡ πεποίθησις τῶν ἐγκληματιῶν, ὅτι θὰ λάβωσι —καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ ἀξία τῆς ποινῆς — τὴν ποινὴν καὶ θὰ ἐκτίσωσι τὴν ποινήν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ δικαία ἀνταπόδοσις ὑπὸ τῆς Πολιτείας τῶν πεπραγμένων ὑπ’ αὐτῶν. Τὴν βάσιν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν, ἀλλὰ τὴν ἑτέραν βάσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ νομοσχέδιον ἀφορμώμενον ἐξ ἄλλης ἀρχῆς, δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, διότι εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπελευθερώσεως τῶν καταδίκων, ἥτις λειτουργεῖ εἰς τὰ πλεῖστα τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν· ὅταν ὁ κατάδικος εἰσάγηται εἰς τὰς φυλακάς, ἐκτὸς τῆς ἀνταποδόσεως τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ἔχει ἡ Πολιτεία καὶ ἕνα ἄλλον σκοπόν, νὰ βελτιώσῃ αὐτόν. Ἂν ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐφάνη ἐπιτευχθεὶς πρὸ τοῦ πέρατος τῆς ποινῆς του, εἶναι καλὸν ἡ Πολιτεία, καὶ εἶναι ἐνισχυτικὸν διὰ τοὺς ἄλλους καταδίκους, νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἔξοδον ἐκ τῶν προτέρων, ἀσφαλίζουσα τὸ δικαίωμα διὰ τοὺς ὑπὸ ὅρον ἀπελευθερωθέντας νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακάς, ἂν ἐκ νέου ἀδικοπραγήσωσιν. Ὑπὸ τοιαύτην βάσιν τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ὀρθῶς, ἀλλὰ ἐπαρουσίασεν ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἦτο φυσικὸν νὰ παρουσιασθῶσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργεῖ ὁ νόμος, ὅπως λειτουργεῖ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ὠργανωμένας τὰς φυλακάς, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἐν ταῖς φυλακαῖς, αἱ ὁποῖαι νὰ δύνανται νὰ πιστοποιῶσι περὶ τῆς καλῆς διαγωγῆς τοῦ κρατουμένου, δὲν εἶναι εὔκολον οἱ δικασταί, εἰς τοὺς ὁποίους ἀφέθη ἡ κρίσις, ἡ δυνητικότης, νὰ παράσχωσιν ἢ μὴ τὸ εὐεργέτημα τὸ ἐκ τοῦ νόμου, νὰ ἔχωσι πιστοποιήσεις περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαγωγῆς τοῦ καταδίκου. Τί δὲ ἐγίνετο καὶ τί γίνεται; Οἱ δικασταὶ θέλοντες νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον ἄλλοτε ζητοῦσι πιστοποιητικὰ ἀπὸ τοὺς ἐπιστάτας, τὰ ὁποῖα δίδονται ἐντονώτερα ἢ ἀσθενέστερα ἀναλόγως τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ ὁ κρατούμενος ....
§24Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπειτα οἱ ἐπιστάται εἶναι νέοι.
§25Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαρουσιάσθη καὶ τὸ κακὸν ὅτι ἐζητεῖτο πιστοποιητικὸν ἀπὸ ἐπιστάτην, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζε τὸν κρατούμενον. Ἄλλοτε πάλιν συνέβαινεν, ἵνα οἱ δικασταὶ μὴ ἔχοντες πιστοποίησιν μελετῶσι τὴν δικογραφίαν καὶ τοιουτοτρόπως τίθενται ὑπεράνω τοῦ καταδικάσαντος Δικαστηρίου καὶ ἐκφέρουσι κρίσεις ἂν τὸ Δικαστήριον ἐδίκασε καλῶς ἢ κακῶς, ἔστω καὶ ἂν ἦτο ἀνώτερον, ἂν ἦτο Κακουργιοδικεῖον. Τοῦτο προῆλθε φυσικώτατα, ὡς ἦτο ἑπόμενον νὰ προέλθῃ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὁ νόμος ἀρτίαν λειτουργίαν, ἀφοῦ δὲν λειτουργεῖ ἡ διοίκησις καὶ ἐποπτεία τῶν φυλακῶν. Ὁπωσδήποτε, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θέλων νὰ ἄρῃ τὰ ἄτοπα ταῦτα, νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ νέον τι σχέδιον ἑρμηνευτικόν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, νὰ τὰ διορθώσῃ κατὰ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον, διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ ὅτι οἱ δικασταὶ ὀφείλουσι νὰ μελετῶσι τὴν δικογραφίαν ἢ ὀφείλουσι νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστοποιήσεις τοῦ ἐπιστάτου, διότι παράγεται τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι οἱ ἐπιτηδειότεροι κατορθοῦσι νὰ λαμβάνωσιν τὴν χάριν —ἂς τὴν εἴπωμεν χάριν—τὴν ἀπελευθέρωσιν, καὶ γεννᾶται παρὰ τοῖς κρατουμένοις ἡ ἰδέα ὅτι ὁ εἷς, διότι προσέφυγεν εἰς τὸν β, ἠδυνήθη νὰ τύχῃ τῆς χάριτος, ἐνῷ ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος προσέφυγεν εἰς τὸν ἄλλον δικηγόρον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ ταύτην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν δικαιοσύνην δὲν εἶναι ἐποικοδομητικόν, ἐνῷ, ἂν οἱ δικασταὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ δέχωνται ὡρισμένα στοιχεῖα, θὰ ἀπεφεύγομεν τὰ ἄτοπα πορίσματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὀφείλονται εἰς τῶν ἀργοσχόλων τὰ σχόλια. Ὁπωσδήποτε, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ διόρθωσις, πρέπει νὰ διορθωθῇ καὶ ἓν ἄλλο ἄτοπον. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς, τῆς loi de sursis de la peine, καθ’ ἣν ὁ καταδικασθεὶς ἅπαξ δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς. Τοῦτο εἶναι καλὸν διὰ τὸν ἐρχόμενον πρῶτον, ἵνα τύχῃ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς καὶ ὄχι ἀπελευθερώσεως ὑπὸ ὅρον, ἀλλ’ εἶναι κακὸν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν ἀπελευθέρωσιν ὑπὸ ὅρον, διότι, ἄν τις κατεδικάσθη πρὸ 30 ἐτῶν εἰς φυλάκισιν τριῶν ἡμερῶν διότι ἐρράπισεν ἕνα ἢ διότι ὕβρισεν ἐλαφρῶς ἕνα ἄνθρωπον, καὶ κατόπιν καταδικάζεται εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ 15 ἐτῶν, ἀρνοῦνται τὰ Δικαστήρια κωλυόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ στενοχωρούμενα πολλάκις τὴν ἀπελευθέρωσιν, διότι ὁ νόμος εἶναι τοιοῦτος, δὲν ἦτο δὲ τοῦτο λογικόν. Εἶναι δὲ μέγα τὸ ἄτοπον καὶ δι’ ἄλλον λόγον· διότι πολλάκις δὲν ἐνδείκνυται ἡ κακία αὐτοῦ τοῦ κατηγορουμένου ἐκ τοῦ ὅτι διέπραξε καὶ ἄλλο ἀδίκημα ἐν τῷ παρελθόντι, ὅταν μάλιστα ἀλλοῖον εἶναι τὸ ἀδίκημα τὸ μικρόν, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ἄλλοτε, καὶ ἀλλοῖον τὸ τελευταίως ὑπ’ αὐτοῦ διαπραχθέν· διότι τὸ ὅτι ὁ σήμερον κατάδικος ἐρράπισε συμμαθητήν του κατὰ τὴν μικρὰν ἡλικίαν καὶ κατεδικάσθη εἰς κράτησιν τριῶν ἡμερῶν, δὲν ἔχει τοῦτο σχέσιν μὲ τὸ ἀδίκημα τῆς κλοπῆς, τὸ ὁποῖον διέπραξε μετὰ χρόνον πολύν. Ἀφοῦ ἔχομεν διάταξιν ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ, ὅτι ἡ ὑποτροπή, ἡ ἐπανάληψις τοῦ ἀδικήματος, ὅτε μεταξὺ τῆς μιᾶς πράξεως καὶ τῆς ἑτέρας ἐμεσολάβησεν ὡρισμένος χρόνος, δὲν λαμβάνεται ὡς ἐπιβαρυντικὴ περίπτωσι, νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ βελτιώσῃ τὸν νόμον τοῦτον, πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραγραφὴν τοῦ ἐκτελεσθέντος ἄλλοτε ἀδικήματος εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐμεσολάβησε πλειότερος χρόνος ἢ ὁ τῆς παραγραφῆς, καὶ νὰ θεσπισθῇ ὅτι δίδεται ἡ ὑπὸ ὅρον ἀπελευθέρωσις ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει.
§26Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν προκειμένου μάλιστα περὶ νόμου ἀρτίως ψηφισθέντος καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἠγέρθησαν ἐνστάσεις. Εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως εἶναι γνωστὴ ἡ ἱστορία τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἤδη νόμον τοῦ Κράτους. Εἰς ἐκδηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν συμπάσης τῆς Βουλῆς πρὸς ἀπονομὴν χαρίτων διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ἔλαβον τὸ θάρρος ν’ ἀντιταχθῶ, νομίσας ὅτι τοιαύτη τις τακτική, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐτῆς, θὰ ἐδημιούργει ὀλέθριον προηγούμενον καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐπὶ πᾶσι καὶ πολιτικῶς ἐνδεδειγμένον μέτρον. Μετὰ τοῦτο ἡ ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑποβεβλημένη πρότασις νόμου ἐγκατελείφθη, καὶ αἱ τάσεις τῆς Βουλῆς ἐφάνησαν τραπεῖσαι περὶ ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς ἐπιτροπήν τινα, τὴν ὁποίαν συνεκάλεσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἐν πλάτει ἀνέπτυξα τὰς ἰδέας μου. Εἶπον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ μέτρον τι νομοθετικὸν σχετιζόμενον μὲ τὴν ὑποβεβλημένην πρότασιν νόμου· ἤτοι νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὑπολοίπου τῶν ποινῶν, συγγενὲς πρός τε τὸν ὀργανικὸν νόμον περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν καὶ πρὸς τὸν ἀλλαχοῦ λειτουργοῦντα διάφορον θεσμὸν τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως μετὰ τὴν ἀπότισιν ὡρισμένου μέρους τῆς ποινῆς. Ἀνέπτυξα τὰς ἰδέας μου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἵνα ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα διατυπώσωσι τὴν ὑποβεβλημένην πρότασιν νόμου. Τὴν διετύπωσαν πράγματι καὶ ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι καὶ ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀφίστατο οὐσιωδῶς τῶν ἀρχῶν, ἃς εἶχον διατυπώσει, ἀπετέλει δὲ πάντως μέτρον ἐπικίνδυνον διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν κατὰ τὴν πεποίθησίν μου. Διὰ τοῦτο διεσκεύασα ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Εἶχον δὲ ἀληθῶς δηλώσει, ὅτι θὰ κατεψήφιζον τὸ νομοσχέδιον, καὶ πράγματι τοῦτο ἔπραξα, διότι ὁμολογῶ, ὅτι, καίτοι ὁ θεσμὸς τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως λειτουργεῖ ἀλλαχοῦ εὐδοκίμως καὶ λίαν ἐποικοδομητικῶς, ἐνόμισα, ὅτι, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῶν φυλακῶν καὶ τὰ τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος, ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου παρ’ ἡμῖν θεσμοῦ εἶναι πρόωρος καὶ δύναται νὰ ἀποβῇ ἄγαν ἐπικίνδυνος. Ἐν τούτοις, τῆς Βουλῆς διατεθειμένης ὁλοκλήρου νὰ λάβῃ τοιοῦτόν τι μέτρον, ἐπεζήτησα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διεσκευάσθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἐγγυήσεις τοιαύτας, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζον ὅτι τὸ ἐνδεχόμενον κακὸν ἢ μεμακρυσμένον θὰ ἦτο ἢ ἀδύνατον θὰ καθίστατο. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς δὲ ἀπεδείχθη εὐτυχῶς, ὅτι κακὸν οὐδὲν ἐγένετο, ὅτι ὁ νόμος καλῶς ἐφηρμόσθη ὡς τοιοῦτος. Ἂν περὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἐκτίμησιν τῶν κατ’ ἰδίαν περιστάσεων ὑπῆρξαν πλάναι, δὲν εἶμαι βεβαίως εἰς θέσιν καὶ νὰ τὰς ἐκτιμήσω· ἀλλ’ ὁ νόμος ὡς τοιοῦτος, ὑπὸ ἔποψιν νομοερμηνευτικήν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαγνώσεως τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ καὶ ἡρμηνεύθη καὶ ἐφηρμόσθη ἄριστα. Μία μόνη ἐσημειώθη οὐσιώδης ὄχι παρερμηνεία πλέον, ἀλλ’ ἀβλεψία εἰς τὸν νόμον ἐν ἀρχῇ· διότι δὲν παρετηρήθη ὑπό τινος τῶν Πλημμελειοδικείων τοῦ Κράτους, ὅτι ὁ νόμος οὗτος περὶ τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπελευθερώσεως τινῶν καταδίκων συνεδυάζετο μὲ τὸν ὀργανικὸν νόμον περὶ ἀναστολῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν· ὅτι ἑπομένως ἐπεβάλλετο νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν πάντως τοὺς ὅρους τοῦ νόμου ἐκείνου, οἷον ἐὰν ὑπέστη προηγουμένως καταδίκην ὁ ζητῶν τὴν ἀπόλυσιν, καὶ πάντως νὰ διατάξωσι τὴν ἀπόλυσιν ὑπὸ ὅρον καὶ τάξωσιν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τριῶν καὶ πέντε ἐτῶν. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν ὑπῆρξαν ἐν ταῖς πρώταις ἐκδοθείσαις ἀποφάσεσι Πλημμελειοδικείου τινὸς καὶ προεκάλεσαν σχετικὴν ἐγκύκλιον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Κατὰ τὰ λοιπά, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ὁ νόμος ἐφηρμόσθη καὶ ἐφαρμόζεται ἀκριβέστατα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν δύναταί τις εἴτε ὡς ἑρμηνευτὴς εἴτε ὑπὸ νομοθετικὴν ἔποψιν νὰ παρακολουθήσῃ. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς οὐσιαστικῆς ἐκτιμήσεως, διότι, σημειώσατε, ὅτι τὰ πάντα ἀφέθησαν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ δικαστοῦ....
§27Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα.
§28Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν δὲν εἶναι σφάλμα, διότι εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἐπεζητήσαμεν κατὰ ἐνδεχομένων παρεκτροπῶν.... Τὸ ζήτημα, λέγω, τῆς ἐκτιμήσεως τῶν καθέκαστα περιστάσεων ἂν ποικίλλει κατὰ Δικαστήρια, εἶναι πολὺ φυσικόν. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν ἀναθέσαντες εἰς τὰ Δικαστήρια τὴν περὶ τῆς ἀπολύσεως κρίσιν. Διότι πρόκειται περὶ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει κινδύνους διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται μὲν ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ σύστημα φυλακῶν τελειότερον, καθιστῶν δυνατὴν τὴν βελτίωσιν τοῦ καταδίκου καὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ. Ἐκεῖ δὲ ἡ ἀπόλυσις ἐνεργεῖται ὄχι διὰ παρεμβάσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὑπὸ διοικητικῶν ἐπιτροπῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιρροὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι ἀσήμαντος. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια ταύτην, ἵνα ἔχωμεν ἐκ τούτων τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ἤδη νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν φυλακῶν καὶ τοῦ ἐλλείποντος παρ’ ἡμῖν σωφρονιστικοῦ συστήματος. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ μόνη ἐγγύησις προσηκούσης χρήσεως τοῦ μέτρου θὰ ἦτο ἡ κρίσις τῶν Δικαστηρίων· διὰ τοῦτο ἀνεγράφη ἡ διάταξις ἐντελῶς δυνητική, ἀφεθείσης τῆς ἀπολύσεως ἢ μὴ εἰς τὴν κρίσιν τῶν Δικαστηρίων. Ἐπίσης, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ μέλλουσα νομοθετικὴ μεταρρύθμισις νὰ προΐδῃ εἰδικώτερον τὰς περιπτώσεις καὶ νὰ καθορίσῃ ἄλλως τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸ Δικαστήριον ἑκάστοτε ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἀποφαίνηται ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν τὸ Δικαστήριον εὑρίσκῃ ἀτελεῖς τὰς πιστοποιήσεις τῶν φυλακῶν, βεβαίως δὲν θὰ στηριχθῇ εἰς ἐκείνας, οὔτε διὰ νὰ δεχθῇ οὔτε διὰ νὰ ἀπορρίψῃ τὴν αἴτησιν τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως· ἀλλὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ζήτημα τῆς κρίσεως τῆς ἐσωτερικῆς πεποιθήσεως τοῦ Δικαστηρίου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ξενίζῃ τινά, ἂν τὸ Πλημμελειοδικεῖον Α κρίνῃ οὕτω καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Β κρίνῃ ἄλλως, οὐ μόνον διότι ἡ διαφορὰ καὶ ἡ ποικιλία τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦσιν οἱ κατάδικοι, δύναται νὰ ὑπαγορεύῃ διαφορὰν ἀποφάσεων, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀκόμη περιστάσεις ἄλλως δύναται νὰ κρίνῃ ὁ Α καὶ κατὰ διάφορον τρόπον ὁ Β, χωρὶς οὔτε τὸν νόμον νὰ δικαιοῦταί τις νὰ αἰτιᾶται, οὔτε τὰ Δικαστήρια νὰ κατακρίνῃ. Ὑπάρχουσι διαφοραὶ ἀντιλήψεων οὐσιαστικῶν καὶ διαφοραὶ πεποιθήσεων, ἀλλὰ καὶ διαφοραὶ ἰδιοσυγκρασίας, διὰ νὰ εἴπω οὕτω. Ἄλλος εἶναι φύσει ἐπιεικέστερος καὶ ἄλλος αὐστηρότερος. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἐλάττωμα τοῦ νόμου;
§29Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ γίνῃ ἀφορμὴ ἐκμεταλλεύσεως.
§30Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ἐκμεταλλεύσεως, ὅτε ἔχετε τὸν μέγαν ἐγγυητήν, τὸ Δικαστήριον; Τὰ Δικαστήρια κρίνουσι διαφορὰς πολὺ σπουδαιοτέρας. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι αἱ οὐσιαστικαὶ κρίσεις τῶν Δικαστηρίων εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις, ποινικὰς καὶ ἀστικάς, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἀφορμὴ ἐκμεταλλεύσεως, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύνασθε νὰ φοβηθῆτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἀφορμὴ ἐκμεταλλεύσεως καὶ αἱ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, ὀρθότατα ἀφέθησαν εἰς τὴν κρίσιν τῶν Δικαστηρίων.
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν κατεπλάγην δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐλάλησε κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντοτε λαλεῖ. Ἠκούσθησαν, εἶπεν, αἰτιάσεις τινές. Πανταχόθεν κραυγαὶ ἀκούονται, ὅτι αἱ αἰτιάσεις εἶναι καθολικαί, καὶ δὲν ὑπάρχει τις ὁ μὴ αἰτιώμενος, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει ὅτι ἠκούσθησαν αἰτιάσεις τινές! Ἔχομεν ἐμπεπιστευμένα συμφέροντα μεγάλα εἰς τὰ Δικαστήρια· τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν πλήρη ἐμπιστοσύνην, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Δικαστήρια αὑτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον δικάζουσι τὰ Δικαστήρια· τὰ Δικαστήρια δικάζουσι κατὰ πλειονοψηφίαν. Καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραβλέπῃ τὰς αἰτιάσεις, τὰς καθολικάς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτε ἔρχεται ὅλος ὁ δικηγορικὸς κόσμος τοῦ Κράτους νὰ διαβεβαιώσῃ αὐτὸν ὅτι ὑπάρχουσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι κατὰ σύστημα ἀπορρίπτουσι τὰς αἰτήσεις, καὶ οὐδεμίαν ἀπολύτως δέχονται. Ἑπομένως τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασι σύμφωνον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, διότι ἔχετε ἕνα δικαστήν, ὁ ὁποῖος ματαιώνει καὶ καθιστᾷ ἀνίσχυρον παντελῶς τὴν γνώμην τῶν δύο ἄλλων δικαστῶν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρήσῃ μίαν φορὰν τουλάχιστον κατὰ τὸν βίον του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰς πρώτας του σκέψεις. Εἶναι μία περίστασις, νομίζω· ἂς μὴ τὸ πράξῃ ἄλλοτε, ἀλλὰ ταύτην τὴν φορὰν πρέπει νὰ τὸ κάμῃ εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῆς καθολικῆς γνώμης τῆς Βουλῆς καὶ τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται παμψηφία καὶ οὔτε ὁ ἀναρίθμητος ἀριθμὸς τῶν πιστοποιητικῶν ὁ ὑποβάλλων εἰς δυσαναλόγους δαπάνας τοὺς δυστυχεῖς καταδίκους. Αἱ τροποποιήσεις αὗται εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημέναι, διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν προχωρήσῃ ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, διότι δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τις πιστοποιητικὸν ἑκάστου Πταισματοδικείου τοῦ Κράτους, δηλαδὴ πιστοποιητικὰ ὅλων τῶν Πταισματοδικείων τοῦ Κράτους, ἵνα εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ τοῦ εὐεργετήματος ἐκείνου. Τὰς δύο ταύτας τροποποιήσεις εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς τὸν νόμον, κύριοι Βουλευταί, πρῶτον, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, νὰ μὴ ἀπαιτῆται παμψηφία, καὶ δεύτερον νὰ μὴ ἀπαιτῆται ἡ σωρεία τῶν πιστοποιητικῶν, διότι συμβαίνει καὶ ἓν ἄλλο ἄτοπον ἀκόμη, τὸ ὁποῖον σαφέστατα καὶ ἀναλυτικώτατα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ μόνον δύο λέξεις θὰ εἴπω ἐπὶ τούτου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προκληθῇ ἡ προσοχή τινος, τὸ νὰ ἀνατίθηται εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν κρίσιν ἄλλου Δικαστηρίου, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνο ἐξέφερε πρὸ εἰκοσαετίας ὅλης, ὅτε τὰ γεγονότα ἦσαν ἐντελῶς πρόσφατα, ὅτε αἱ ἀποδείξεις ἦσαν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ζῶσαι καὶ δὲν ἦσαν ἀποδείξεις ἐξ ἐγγράφων πεπαλαιωμένων. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὡς νῦν ἐφαρμόζεται, χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ὑπάρχωσι καθολικαὶ αἰτιάσεις.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐνοικιαστῶν κτημάτων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ζητούντων ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1912. Ὁ κύριος Ν. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ χωρίου «Κῆπος» τῆς Καρυστίας ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ὀφειλομένων ἐξ ὑπολοίπου παραχωρητηρίων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Μαυρίκης.
§33Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Παξῶν διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἄτακτον προσέγγισιν τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Κυκλαδικῆς Ἑταιρείας. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ, ὅπως ἀναβληθῇ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βουκᾶ, αἰτούντων ὅπως παραχωρηθῶσι τὰ πέριξ κτήματα, ἅπερ κατέχουσιν ἀπὸ 300 ἐτῶν καὶ ἐφ’ ὧν ἐγείρει ἀξιώσεις ἡ Μονὴ τῶν Βαρσῶν. Ὁ κ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§37Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδὴ τοῦ Δευκαλίωνος, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βουκᾶ κατεῖχον τοὺς περὶ τὸ χωρίον ἀγρίους τόπους τοὺς ἀναφερομένους ἐν τῇ προκειμένῃ ἀναφορᾷ, καὶ ἔβοσκον τὰ ποίμνιά των καὶ τὰς ἀγέλας των ἀνενοχλήτως. Σήμερον ὅμως ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἄλλα ἔθνη πεπολιτισμένα καὶ πλούσια ἐκδιώκουσι τοὺς καλογήρους καὶ λαμβάνουσι τὰς περιουσίας αὐτῶν τε καὶ τῶν Μονῶν, ὅπως μεταχειρισθῶσι ταῦτα ἐπωφελέστερον, σήμερον, λέγω, οἱ κάτοικοι τοῦ ῥηθέντος χωρίου δὲν κατέχουσι πλέον τοὺς τόπους των, διότι οἱ καλόγηροι τῆς γειτνιαζούσης Μονῆς τῶν Βαρσῶν κατώρθωσαν διὰ πολυποικίλων μέσων καὶ τρόπων νὰ παραπλανήσωσι τὰς Ἀρχὰς καὶ νὰ θέσωσι χεῖρα ἐπὶ τῶν ῥηθέντων τόπων. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος καὶ παρακαλῶ αὐτήν, ὅπως διατάξῃ τὰς Ἀρχὰς καὶ ἐπιτρέψωσι τοὐλάχιστον τὴν βοσκὴν ἐπὶ τῶν ἀγρίων τόπων, καθόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἄγριοι τόποι εἶναι κοινῆς χρήσεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερωτήσεις. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως «διατί δὲν κατέθεσεν ὡς ὑπεσχέθη πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἐργασίαν τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς ἐπιτροπῆς ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν κτημάτων ὡς ὁρίζει ἡ σύμβασις τοῦ 1881 μετὰ τῆς Τουρκίας» ὁ κ. Παπακυρίτσης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Θανόπουλος.
§39Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης. Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως «διατί εἰσέτι δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῆς ἐρεύνης ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ φακέλου τῶν Πρακτικῶν τῆς μικτῆς Ἑλληνοτουρκικῆς ἐπιτροπῆς τῆς συσταθείσης δυνάμει τοῦ 9 ἄρθρου τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συμβάσεως κλπ.» ὁ κ. Παπακυρίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§41Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὕτη διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶναι παρών.
§43Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σχετικαὶ αἱ δύο ἐπερωτήσεις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§45ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀδιαθετεῖ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐδῶ καὶ ἐπειδὴ κρατῶ τέσσαρας μῆνας τώρα εἰς χεῖράς μου τὸν φάκελον αὐτόν, δι’ αὐτὸ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον δι’ ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἀπελύθη κατὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀπελύθη παρὰ τὸν νόμον, διότι ἐστάλη ἐκ μέρους τοῦ Ἐλέγχου ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὅστις εἶναι ὁ Δ. Καμπάνης, δὲν εἶναι ἐν τάξει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν του· ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἦτο διωρισμένος ἀπὸ τριετίας, καθ’ ὅλην δὲ τὴν τριετίαν οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ εἶναι ἐλλιπής, ἐν τούτοις λόγῳ ἀσθενείας εὑρέθη ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν μετέβη μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Ἀπελύθη λοιπόν, ὄχι διότι δὲν ἦτο καλός, ἀλλὰ διότι ἔπρεπε νὰ ἀπολυθῇ καὶ νὰ διορισθῇ κάποιος ἄλλος. Αὕτη εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Μετέβην λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, διότι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ἐσχάτως, κατὰ τὸ 1905, ὁ ὁποῖος μεριμνᾷ περὶ τῶν ὑπαλλήλων, λέγει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἀπολύονται, ὅταν τὸ συμβούλιον ἀποφανθῇ περὶ τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπαντᾷ ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε. Κτυπᾷ τὸν κώδωνα καὶ ἔρχεται ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος τῷ λέγει· «Κύριε Ὑπουργέ, ὁ Ἔλεγχος τὸ ἐζήτησεν αὐτό». Τῷ λέγω τότε ἐγώ: ὁ Ἔλεγχος εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ σεῖς τί ἐκάματε ὑπηρεσιακῶς πρὸς βεβαίωσιν; Ἐστείλατε κανὲν ἔγγραφον πρὸς ἀπολογίαν τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ποῦ εἶναι τοῦτο; Τὸν παρεπέμψατε, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, εἰς τὸ συμβούλιον; Πῶς τὸν ἀπελύσατε; Κύριε, ὁ νόμος λέγει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀρεστοὶ εἰς τὸν Ἔλεγχον, μετατίθενται, ὄχι ὅτι ἀπολύονται. Τὸν μετεθέσατε; Τί τὸν ἐκάματε; Τὸν ἐπαύσατε μίαν ὡραίαν πρωίαν καὶ διωρίσατε ἄλλον, ὁ παυθεὶς δὲ αὐτὸς εἶχε δεκαοκταετῆ ὑπηρεσίαν. Σᾶς παρακαλῶ· οὕτως ἁρπάζουν τοὺς ὑπαλλήλους ἀνεξετάστως καὶ τοὺς ῥίπτουν εἰς τοὺς δρόμους; Αὐτὸ λοιπὸν τὸ γεγονὸς μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα. Ἐγὼ βεβαίως νομικὸς δὲν εἶμαι, λογικὸς ὅμως εἶμαι. Λοιπὸν μὲ τὴν λογικὴν εὑρίσκω ὅτι ἡ ἀπόλυσίς του εἶναι ἔκνομος καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνορθωτικὴν νὰ ἀνορθώσῃ ἢ νὰ διορθώσῃ αὐτό, διότι εἶναι ἄδικον.
§46ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ ὑπάλληλος;
§47ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Εἶπον ὅτι ὀνομάζεται Δημήτριος Καμπάνης καὶ εἶχε θέσιν ἐλεγκτοῦ.
§48ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἦτο καὶ λαμπρὸς ὑπάλληλος.
§49ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Λοιπὸν αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε.
§50ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι πολὺ δικαία ἡ σύστασις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκάσης.
§52Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλαμῆς. Ἀπών.
§54Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§56Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔχετε τὸν λόγον, διότι ἀπαιτοῦνται δύο. Ὁ κ. Γόντικας.
§58Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀναβάλλω.
§59Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναβάλλω, κύριε Πρόεδρε.
§60Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μίαν σύστασιν θέλω νὰ κάμω, ὅτι, ἂν καὶ πρὸ πέντε μηνῶν ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, ἐν τούτοις ἔκτοτε οὐδεμία ὑπεβλήθη σύμβασις ἐμπορική. Εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι ἐπανάληψις σχέσεων δύο Κρατῶν συνεπιφέρει καὶ ἐπανάληψιν συμβάσεων, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ζωτικώτατα συμφέροντα ἐμπορικὰ ὑπάρχουσι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐξ Ἑλλάδος ἐξαγωγὴ ἐλαίου, καπνοῦ κ.λ.π., ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐκ Ῥωμουνίας εἰσαγωγὴ σιτηρῶν καὶ λοιπῶν προϊόντων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως καὶ πάλιν φροντίσῃ καί, εἰ δυνατόν, εἰσαγάγῃ συντόμως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ μία Ἑλληνορρωμουνικὴ σύμβασις. Τὴν παράκλησιν ταύτην κάμνω, καὶ ἐλπίζω νὰ εἰσακουσθῶ.
§61Χ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐν ἔτει 1898 τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πατρῶν συνῆψε δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξ 1,000,000 πρὸς ἐξόφλησιν ὀφειλῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὸν ἐργολάβον τοῦ κυματοθραύστου. Τὸ δάνειον αὐτὸ συνήφθη ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ ἢ τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ δανείου κατὰ τὸ διάστημα τῆς χρεολυσίας, νὰ εἶναι δεκτὴ ἡ πληρωμή. Συνωμολογήθη τὸ δάνειον ἐπὶ τόκῳ 7½% τοκοχρεωλυτικόν, πρέπει δὲ νὰ ἐξοφληθῇ κατὰ τὸ 1928. Κατὰ τὸ μέχρι σήμερον διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα, ἐπειδὴ κατὰ τὸν νόμον αἱ εἰσπράξεις τοῦ ταμείου αἱ λιμενικαὶ κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ Τράπεζα ἐν ἀρχῇ δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ τόκον ἐπὶ τῶν καταθέσεων τούτων. Ἤμην καὶ ἐγὼ τότε μέλος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τῇ ἐπιμονῇ μου ὡς καὶ τῶν ἄλλων μελῶν ἡ Τράπεζα ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ τόκον 3%. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ κατατιθέμενον συνεποσώθη εἰς 1,267,000, τὸ δὲ χρέος ἐμειώθη εἰς 783,000. Εἰς τὸν κ. Νομάρχην παρέστησα τὸ τοιοῦτον, ὅτι εἶναι ἄδικον πρᾶγμα νὰ πληρώνῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον 73,000 περίπου κατ’ ἔτος ἡ τοκοχρεόλυσις καὶ νὰ λαμβάνῃ διὰ τὰς 1,267,000 δρ.36,000 περίπου, δηλ. νὰ πληρώνῃ 37,000 δραχ. περίπου κατ’ ἔτος ἐπὶ πλέον διὰ τὰ χρήματά του, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει εἰς τὴν Τράπεζαν. Ὁ κ. Νομάρχης, ὡς πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, μοὶ ἀντέλεξεν εἰπὼν ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γίνωσι κατόπιν ἔργα, τὰ λεγόμενα κρηπιδώματα, πρέπει νὰ ἔχωμεν χρήματα διαθέσιμα. Τὰ κρηπιδώματα αὐτά, κύριοι Βουλευταί, εἰσέτι δὲν ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχουσι δὲ ὑπολογισθῆ εἰς 1,800,000, διὰ νὰ γίνωσι δέ, πρέπει νὰ προκηρυχθῇ διεθνὴς διαγωνισμός· βεβαίως δὲ πρὸ τοῦ Ἰουλίου μὲ ὅλην τὴν ταχύτητα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσωσιν. Ἀλλά, καὶ ἂν πληρώσῃ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον τὰς 783,000, θὰ ἔχῃ περίσσευμα 484,000 δραχ. Εἰς ταύτας πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰς μελλούσας εἰσπράξεις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου μέχρι τοῦ Ἰουλίου, ὅτε ὑποτίθεται ὅτι θὰ γίνῃ ὁ διαγωνισμὸς καὶ θὰ ἐγκριθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Τέλος πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ καὶ ὁ τόκος τῆς καταθέσεως ταύτης πρὸς 9% τῶν εἰς τὴν Τράπεζαν κατατιθεμένων εἰσπράξεων. Τώρα μάλιστα μὲ τὴν σταφίδα εἰσπράττει 40,000 δρ. περίπου μηνιαίως, ὥστε μέχρι τέλους τοῦ ἔτους θὰ ἔχῃ ἄλλας 120,000· πρὸς δὲ καὶ 180.000 δρχ., τὰς εἰσπράξεις δηλαδὴ τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1912 μέχρι τῆς τελέσεως τῆς δημοπρασίας, καὶ 73.000 δρ., ἐκείνας δηλαδή, τὰς ὁποίας δίδει ἤδη ὡς τοκοχρεολύσιον. Μετὰ τὰς πολλὰς ἐπιβολάς μου κατωρθώθη νὰ πληρωθῶσι περὶ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 400,000 καὶ ἔμειναν ὀφειλόμεναι 384,000 περίπου, ἀπέναντι 867,000, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ λιμενικὸν ταμεῖον καταθέσει, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ χρέους. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ νομάρχης δὲν ἠθέλησε νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν πλήρη ἐξόφλησιν. Ἀνεφέρθην εἰς τὸν Ὑπουργόν, καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ, καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μοὶ ἔδωκε καμμίαν ἀπάντησιν, μολονότι ὅτε ἦλθεν εἰς τὰς Πάτρας καὶ μοὶ εἶπε νὰ ἔλθω ἐδῶ νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἦλθον, μετέβην δίς, τρίς, τετράκις, καὶ εἷς ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐκεῖ, μοὶ ἔλεγεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἰργάζετο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ τῷ εἶπον ὅτι δὲν ἦλθον νὰ τὸν πάρω οὔτε νὰ χορεύσῃ οὔτε νὰ τραγουδήσῃ· ἦλθον καὶ ἐγὼ δι’ ὑπηρεσίαν καὶ ὄχι ἰδιωτικήν, ἀλλὰ δημοσίαν, ἀλλ’ ὁ κέρβερος αὐτός, πιστὸς φύλαξ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν γνώσει ὄντος ὅτι ἤμην ἐγὼ ἐκεῖ, δὲν μὲ ἐδέχθη. Τοῦτο τὸ παράπονον φέρω εἰς γνῶσιν αὐτοῦ καί, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ διαταχθῇ ὁ νομάρχης νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος αὐτό, διότι εἶναι ἄδικον νὰ πληρώνῃ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον 37.000 περίπου κατ’ ἔτος καὶ νὰ λαμβάνῃ 24,000 μόνον, δηλαδὴ ἡ Τράπεζα κρατεῖ τὰ χρήματά μας καὶ κάμνει ὅ,τι κάμνει ὁ παππᾶς ποῦ τοῦ δίδετε τὴν λειτουργιά σας καὶ σᾶς δίδει ὕστερον μιὰ μπουκιὰ καὶ τοῦ φιλεῖτε καὶ τὸ χέρι! (ἱλαρότης). Ἐννοεῖται δὲ ὅτι, ἐὰν αὐτὸ ἐξακολουθήσῃ μέχρι τελείας ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους, θὰ πληρώσωμεν μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 400,000, 350,000 περίπου ἐπὶ πλέον, διότι τὸ χρέος ἐξοφλεῖται εἰς τὰ 1928. Καὶ πάλιν λοιπὸν παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην νὰ δεχθῇ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος αὐτὸ σύμπαν. Ἐν τῷ μεταξὺ συνέβησαν καὶ μερικὰ ἄτοπα, δηλαδὴ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐπεψήφισεν ὑπὲρ τοῦ νομάρχου 1,200 δραχμὰς κατ’ ἔτος ὡς εἰσφοράν, ὡς ἀμοιβήν, ὡς ἀποζημίωσιν, δὲν γνωρίζω. Ἠξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι τὰ ἔργα τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἄμισθα· φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀφοῦ οἱ ἔμποροι καὶ τὰ λοιπὰ μέλη δὲν μισθοδοτοῦνται, πολὺ ὀλιγώτερον ὁ νομάρχης, ὁ ὁποῖος μισθοδοτεῖται παρὰ τοῦ Δημοσίου. Καὶ μέλη μέν τινα μοὶ εἶπον ὅτι ὁ νομάρχης λαμβάνει αὐτὸ τὸ ποσόν, διότι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ μισθός του· ἀλλὰ λέγω ὅτι, ἐὰν ἦτο εἰς τὴν Τρίπολιν ἢ τὴν Λάρισαν, ὅπου δὲν ὑπάρχει λιμήν, πῶς θὰ ἐπήρκει εἰς αὐτὸν ὁ μισθός; Λοιπὸν βλέπετε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄτοπον. Ἀναφέρω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ τοιοῦτον. Λαμβάνει ἔξοδα φωτισμοῦ, ἐπίπλων κτλ. Αἱ συνεδριάσεις γίνονται, Κύριοι, ἐντὸς τοῦ γραφείου τῆς Νομαρχίας· ἔπιπλα δὲν χρειάζονται ποσῶς, διότι αἱ συνεδριάσεις δὲν γίνονται περισσότεραι ἀπὸ δέκα τὸν χρόνον· ὥστε λαμβάνει 100 δραχμὰς δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν! Τὰ λιμενικὰ χρήματα τὰ καταθέτει τὸ ἐμπόριον ὑπὲρ τοῦ λιμένος καὶ ὄχι ὑπὲρ τῶν νομαρχῶν. Τοῦτο δὲ τὸ λέγω, διότι ἐγένοντο καὶ ἄλλαι παρεκτροπαὶ εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ καταγγείλω δύο νομάρχας, μακαρίτας ἤδη, τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν τὰ χρήματα, διότι εἶχον λάβει αὐτὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δι’ ἔξοδα φωτισμοῦ, ξεῖδι, λάδι καὶ λαδόξειδον, τὰ ὁποῖα τοὺς ἠνάγκασα δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου νὰ τὰ πληρώσωσι. Τοῦτο θὰ κάμω καὶ τώρα. Τὸ παράπονον δέ, τὸ ὁποῖον ἔχω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ Ὑπουργός, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον ἀναφορὰν ἐπὶ χαρτοσήμου διὰ τὰ γιγνόμενα, μοὶ ἀπαντᾷ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ἄλλας μικρὰς δαπάνας, ὧν καταγγέλλεται ἡ σπατάλη, π. χ. δι’ ἀγορὰν ἐπίπλων, ἐπίδομα τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς (τοῦ νομάρχου δηλαδή), καὶ εἴ τινα ἄλλα σχετικά, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι εἰσὶ μέτρα διοικητικῆς μερίμνης, ὧν τὴν ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον φρονεῖ ὅτι εἶναι μόνον ἁρμόδιον νὰ ἐκτιμήσῃ». Πιστεύω ὅτι ὁ Σεφκὲτ Πασᾶς δὲν θὰ ἀπήντα πλέον σαφέστερον ἀφ’ ὅ,τι ἀπαντᾷ ἡ ὑπηρεσία. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ εἶχε καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον καὶ θὰ τὸ ὑπέγραψεν ὡς τὸ ὑπέβαλον ἀπὸ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνει αὐτοὺς τοὺς προϋπολογισμοὺς· ἐν τούτοις ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ὁ νομάρχης ἐπιστρέψῃ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, διότι ἐγὼ θὰ τὸν καταγγείλω εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ θὰ τὰ ἐπιστρέψῃ, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι. Ἐφιστῶ ἐπίσης καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ εἶναι καὶ ὁ νομάρχης εὐλαβέστερος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα τῷ ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία ἵνα διαχειρίζηται, καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβλέπῃ περισσότερον εἰς πάντα ὅστις ἤθελε παρεκτραπῆ· ἐπίσης δὲ νὰ διαταχθῇ ἐπειγόντως ἡ ἐξόφλησις τοῦ ὅλου χρέους, διότι μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν 382,000 θὰ μείνωσι πλέον 600,000, ἐὰν δὲ μείνωσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, θὰ γίνωσιν 800,000, εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἔτους, ἐὰν γίνῃ πάλιν δημοπρασία, θὰ γίνωσιν 1,000,000· ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θὰ γίνῃ διαγωνισμός, τὸ τέταρτον τῆς ἐργασίας εἶναι 450,000 τὸ ἔτος, ὥστε θὰ ἔχῃ ἀκόμη περίσσευμα καὶ 550,000 διὰ τὸ δεύτερον ἔτος· δὲν θὰ γίνῃ δὲ καὶ χρεία δανείου· ὁ κ. νομάρχης λέγει ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν κάμωμεν ἔργα, θὰ χρειασθῇ δάνειον. Πιστεύω ὅτι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον δύναται εὐχερέστατα νὰ εὕρῃ δάνειον ὄχι μὲ 7% καὶ 7½%, ὅπως ἦτο αὐτὸ τὸ Βενετσιάνικον δάνειον, ἀλλὰ δύναται νὰ τὸ εὕρῃ καὶ μὲ 5%· ἐγὼ ἔχω ἰδιώτην ἕτοιμον νὰ δανείσῃ μὲ 5%· ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ χρειασθῇ, διότι εἰς τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἐτῶν θὰ ἔχῃ καὶ περίσσευμα.
§62Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα, Κύριοι, μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, πολλῷ δὲ μᾶλλον, διότι ὁ κ. Κορόλος, διαχειρισθεὶς τὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ ὀκτὼ ὁλόκληρα ἔτη, καὶ ἀποχωρήσας ταύτης πρὸ τριετίας καὶ πλέον κατώρθωσε νὰ διορθώσῃ πολλὰ κακῶς κείμενα ἐν τῇ ἀπαισίᾳ ταύτῃ καταβόθρᾳ, ἡ ὁποία λέγεται λιμενικὸν ταμεῖον τῶν Πατρῶν. Νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι, ὅτι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πατρῶν εἰσπράττει ἐτησίως περὶ τὰς 350,000 δρχ. σχεδόν. Ἀτυχῶς δὲν ἔχω ἀκριβεῖς καὶ προχείρους σημειώσεις, ἐν τούτοις τοῦτο εἶναι αὐθεντικῶς βεβαιωμένον. Ὁ κ. Κορόλος λοιπόν, ὡς εἶπον, ἀπεχώρησε τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς πρὸ τριετίας· ἔκτοτε ἐν τῇ λιμενικῇ ἐπιτροπῇ ἔχουσι διορισθῆ πρόσωπα καθ’ ὅλα ἐντιμότατα, καθ’ ὅλα ἀξιολογώτατα, ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων τῆς πόλεως Πατρῶν· δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι, ὅταν εἷς πολίτης εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, ὅτι αἱ ἀσχολίαι αὐτοῦ θὰ τῷ ἐπιτρέψωσι νὰ φροντίσῃ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ταμείου, ὃ ἐτάχθη νὰ φρουρήσῃ, διότι σήμερον μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων προσώπων τῶν Πατρῶν, στενώτατα συνδεομένων καὶ συγγενικῶς μετ’ ἐμοῦ, δὲν τὸ κρύπτω, ἀλλ’ ἐν ἑνὶ λόγῳ ἡ διοίκησις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἔχει περιπέσει εἰς χεῖρας ἐντιμοτάτας μέν, ἀλλ’ ἀναιμικάς, εἰς ἀνθρώπους μὴ δραστηρίους· ἡ καθαρειότης τῆς παραλίας διενεργεῖται πλημμελέστατα, ἡ καθαρειότης τῆς πλατείας τῶν «Τριῶν Συμμάχων Δυνάμεων» διενεργεῖται ἀθλιέστατα· νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀπωτάτην Ἀνατολὴν καὶ οὐχὶ εἰς μίαν πόλιν τέλος πάντων, ἥτις φημίζεται ὅτι εἶναι μία τῶν πρώτων τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τούτοις ὅμως ἐγὼ νομίζω ὅτι πρὸ πολλοῦ ὤφειλε νὰ εἶναι τὸ λιμενικὸν ζήτημα τῶν Πατρῶν ἄξιον ἰδιαιτέρας μνείας, ἄξιον σπουδαιοτέρας μελέτης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον νομίζω ὅτι εἶναι Κυβέρνησις, ἥτις δύναται νὰ διορθώσῃ πολλὰ κακῶς κείμενα. Βεβαίως τὰ πάντα δὲν ἀνεμένομεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ βελτιώσῃ, δὲν ἀνεμένομεν νὰ διορθώσῃ τὰ χαίνοντα ἐρείπια τῆς φαύλης συναλλαγῆς εἰς τὸ βραχὺ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, ἀνεμένομεν ὅμως συντόμως τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Λυποῦμαι ὅτι ἡ μυριοκέφαλος, ἀσύντακτος, ἀκέφαλος καὶ δικέφαλος Ἀντιπολίτευσις ἀτυχῶς, διαρκῶς ὀργιάζει, θέλουσα σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ ἀστεΐζηται. Ἐλπίζω ὅτι διὰ δευτέραν φορὰν δὲν θὰ ἴδωσι τὸν περίβολον τῆς αἰθούσης ταύτης οἱ Κύριοι οὗτοι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς κοσμικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὸν ἀπὸ ποίους ἀποτελεῖται, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ἄνδρα ὅστις ἐξ ἀνωτέρων ἐθνικῶν λόγων μὴ δυνάμενος νὰ συμπαρεδρεύῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐν τούτοις πάντοτε μετ’ εὐμενείας προσβλέπει καὶ παρακολουθεῖ τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, ἕνεκα τῶν Κυρίων αὐτῶν καὶ ἐξέρχομαι τοῦ θέματος, ἐν τούτοις ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον προνοοῦν περὶ τῆς ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας ἐν γένει ἀνεξαρτήτου λιμενικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ πρότυπον τῆς τοῦ λιμένος Πειραιῶς, δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἐμπορευομένους εἴτε εἰσαγωγῆς εἴτε ἐξαγωγῆς, ἀπὸ ἐπιλέκτους πολίτας τῆς πόλεως καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς προέδρους τῶν δύο ἐμπορικῶν συλλόγων, τὸν Διευθυντὴν τοῦ ἐνταῦθα ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐχὶ δὲ ἀπὸ ὑπαλλήλους. Μακρὰν τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ταύτης τῆς στιγμῆς νὰ συζητῶμεν ἐπιπολαίως τὰ λιμενικὰ ζητήματα Πατρῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ φέρῃ τὴν σχετικὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ἐν τούτοις ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος Κορύλος, εἰς τὸν ὁποῖον ὄντως ὀφείλεται μέγας ἔπαινος διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῇ λιμενικῇ ἐπιτροπῇ, ὅσον ἀφορᾷ, λέγω, τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν προσῆψεν ἐναντίον ἑνὸς τῶν πλέον διακεκριμένων ὑπαλλήλων, ὑπαλλήλων μὴ ἀμειβομένων ἐπαρκῶς, δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὄντων ὑποχρεωμένων νὰ ζῶσι μὲ 500 καὶ 400 δραχμάς, νομίζω ὅτι τὸ μικρὸν ἐπίδομα τῶν ἑκατὸν δραχμῶν μηνιαίως συμβάλλει εἰς τὴν ἀξιοπρεπεστέραν παράστασιν τοῦ διοικητικοῦ τούτου ὑπαλλήλου ἀπέναντι τῶν ξένων. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος δι’ ἓν λιμενικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει 400,000 δραχμῶν ἐτησίως, νὰ γίνηται συζήτησις περὶ 100 δραχμῶν, ἃς λαμβάνει ὁ προεδρεύων αὐτοῦ νομάρχης. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Θ. Παπαϊωάννου διαγράφεται. Ὁ κ. Κορύλος ἔχει τὸν λόγον.
§64Χ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν 100 δραχμῶν μόνον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται πρὸς ἀγορὰν ἐπίπλων γραφείου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ γραφεῖον. Δίδονται ἔξοδα διὰ φωτισμόν, ἐνῷ φωτισμὸς δὲν ὑπάρχει, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ δεκάκις τοῦ ἔτους συνεδριάζει ἐν ὥρᾳ ἡμέρας.
§65Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αὐταὶ εἶναι ἐγκληματικαὶ πράξεις, καὶ πρέπει νὰ ἐπεμβῇ ἡ Δικαιοσύνη.
§66Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, ὑβρίζονται διοικητικοὶ ὑπάλληλοι (θόρυβος).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τάκης ἔχει τὸν λόγον.
§68Α. Γ. ΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπουσιάζει. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἐπερώτησίν μου. Πρόκειται περὶ τῆς συγκοινωνίας Καλαμπάκας. Δὲν ζητῶ νέαν συγκοινωνίαν, ἂν καὶ στερεῖται ἐντελῶς τοιαύτης.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπουσιάζει λόγῳ ἀσθενείας.
§70Α. Γ. ΤΑΚΗΣ. Σᾶς παρεκάλεσα νὰ παρακολουθήσητε ὑμεῖς τὴν ἐπερώτησίν μου.
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§72Α. Γ. ΤΑΚΗΣ. Ἡ ἐπαρχία μου στερεῖται ἐντελῶς ἐπαρχιακῆς συγκοινωνίας. Δὲν ζητῶ νέαν συγκοινωνίαν, διότι ἴσως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ διατάξητε νὰ ἐπισκευασθῶσι τοὐλάχιστον τὰ ὑπάρχοντα ἔργα. Πρόκειται περὶ μιᾶς γεφύρας Σαρακίνας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπτύξατε τὴν ἐπερώτησίν σας καθ’ ὅσον θὰ ἀποστείλω ἀντίγραφον αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§74Α. Γ. ΤΑΚΗΣ. Ἡ γέφυρα αὕτη κατεσκευάσθη πρὸ ἑξήκοντα ἐτῶν ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ἡ γέφυρα ὅμως αὐτὴ ἐσαλεύθη ὀλίγον, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο προλαμβάνεται, ἐὰν δαπανηθῶσι 4–5000 δραχμῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν δὲν προληφθῇ καὶ ἐφέτος ἡ πτῶσις αὐτῆς, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτὴ θὰ καταπέσῃ ἐντελῶς καὶ δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν οὔτε 800,000 οὔτε 1,000,000 δραχμῶν πρὸς ἐπισκευὴν αὐτῆς. Διὰ νὰ προληφθῇ ἓν τοιοῦτο σπουδαῖον ἔργον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον τὸ πρᾶγμα, ἐὰν δαπανηθῶσι 4–5000 δραχμῶν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς καὶ διὰ μίαν ἄλλην γέφυραν, διὰ τὴν γέφυραν «Ψεῖρα», τὴν ὁποίαν κατεσκεύασεν ἁρματωλός τις πρὸ 200 ἐτῶν. Ἐὰν κατασκευασθῇ σήμερον, ἀπαιτοῦνται 60,000 δραχμῶν, ἐνῷ μὲ 1000 δραχμὰς προλαμβάνεται ἡ καταστροφὴ αὐτῆς, διότι τὸ ἕν μέρος ἤρχισε νὰ πίπτῃ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω καὶ διὰ τὴν γέφυραν «Μουργκάνη», ἥτις συνδέει τὴν ὁδὸν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, εἶναι δ’ ἀναγκαιοτάτη ἡ γέφυρα αὕτη, διότι συνδέει εἰκοσιπέντε ὥρας συνοριακοὺς σταθμούς· ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἡ γέφυρα αὕτη, ἐπιστράτευσις δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐν καιρῷ χειμῶνος εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν Καλαμπάκας, ἰδίως δὲ εἰς τὰ δύο στρατηγικώτατα σημεῖα Βελεστίτσι καὶ Μαλακάσιον. Τὴν γέφυραν αὐτὴν εἶχεν ἀναλάβει νὰ κατασκευάσῃ τὸ ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀντὶ 15,000 δραχ., ἀλλὰ παραδόξως τοῦτο ἠρνήθη ἰσχυριζόμενον ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ ἐχαρακτηρίσθη αὕτη ὡς ἔργον δημοσίας ἀνάγκης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιμένει ὅτι πρέπει νὰ τὴν κατασκευάσῃ τὸ ταμεῖον Ἀμύνης, διότι ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς ἔργον κατ’ ἐξοχὴν στρατιωτικόν. Τέλος πάντων παρακαλῶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διατάξῃ τὴν κατασκευὴν αὐτῆς, διότι, ὁποιονδήποτε ταμεῖον καὶ ἂν πληρώσῃ, πάντοτε Ἑλληνικὸν ταμεῖον θὰ εἶναι τοῦτο, ἀρκεῖ νὰ ἐπισκευασθῇ. Δὲν πρόκειται περὶ εὐκολίας τῶν ἐπαρχιωτῶν μου—ἂς τοὺς θυσιάσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος—, πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ἐθνικοῦ ἔργου. Τὴν περὶ καυσοξύλων ἐπερώτησίν μου τὴν ἀναβάλλω, τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἀπουσιάζοντος.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§76Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης.
§78Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἷς συμπολίτης μου Δ. Παθιέρος ὀνόματι ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ καὶ εἶχε τὸ ἀποδεικτικόν του, τὸ βιβλιάριόν του εἰς χεῖράς του, διότι τὸ ἀτομικὸν βιβλιάριον δίδεται ὡς ἀπόδειξις ἀναμφισβήτητος εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀπολύονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Κατὰ λάθος ὅμως εἶχεν ἐγγραφῆ δὶς εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων· πῶς ἐγένετο ἡ ἐγγραφὴ εἶναι ἄγνωστον εἰς ἐμέ. Κατὰ τὴν δευτέραν φοράν, ὅτε ἐκληρώθη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὅτι ἦτο αὐτὸς ὁ κληρωθεὶς καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπεχρεοῦτο εἰς ἐνέργειάν τινα νομίζων ὅτι ἦτο ἄλλος Παθιέρος, διότι αὐτὸς ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του πρὸς τὴν πατρίδα. Ὁ Παθιέρος οὗτος ἐκηρύχθη ἀνυπότακτος καὶ κατεδικάσθη εἰς 800 δρ. πρόστιμον, συνελήφθη δ’ ἐσχάτως ὑπὸ τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν Ζακύνθου, περὶ αὐτῶν δὲ παραπονοῦμαι, καθόσον ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο πολὺ ταχεῖα, καὶ εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι τηλεγραφικῶς μόλις παρουσίασα τὰ ἔγγραφα διετάχθη ἡ ἀπόλυσίς του. Αἱ τοπικαὶ Ἀρχαί, νομίζω, ὤφειλον νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ βιβλιάριον καὶ τὰ ἄλλα στοιχεῖα καὶ νὰ μὴ τὸν φυλακίσωσι, διότι εἶχε τὸ ἀτομικὸν βιβλιάριον, ἐξ οὗ φαίνεται ὅτι ὑπηρέτησεν εἰς τὸν στρατόν, ἠδύναντο δὲ αἱ Ἀρχαὶ νὰ βεβαιωθῶσι περὶ τῆς πλήρους ταυτότητος, διότι ὑπῆρχε πιστοποιητικὸν ὅτι ὑπὸ τὸ αὐτὸ ὄνομα καὶ ὑπὸ τὰς λοιπὰς ἰδιότητας, ὑφ’ ἃς αὐτὸς ἐνεφαίνετο, δὲν ὑφίστατο ἐν τῷ δήμῳ Ζακύνθου ἕτερον πρόσωπον. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μὴ τὸν συλλάβωσι καὶ τὸν φυλακίσωσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ζητηθῇ ἡ διαγραφὴ τοῦ προστίμου τῶν 800 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἀπῄτει μίαν ἀλληλογραφίαν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν σύλληψιν τοῦ ἀτόμου φρονῶ, ἴσως νὰ πλανῶμαι, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη διατυπώσεων πολλῶν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ἀποφυλακισθῇ, ἔστω καὶ νὰ ἐτίθετο ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, διὰ νὰ μὴ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, ἀλλὰ νὰ μὴ φυλακισθῇ. Ὅτε ἔλαβον τὸ βιβλιάριόν του καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου Ζακυνθίων καὶ τὸ ἔφερα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας, εὐγενὴς καὶ πρόθυμος, ὡς γνωστόν, ἀμέσως χωρὶς νὰ κάμῃ οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἄλλην ἐτηλεγράφησε, καὶ ἀπελύθη. Ὤφειλον νὰ παραπονεθῶ, ἵνα, ἀπὸ τὸ μεμονωμένον τοῦτο διάβημα διαταχθῶσι καὶ αἱ ἴδιαι αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἀναγινώσκουσι τὰ ἐν τῇ Βουλῇ συζητούμενα, νὰ ὦσι προσεκτικώτεραι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων, διότι ὑπάρχουσι μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λύωσι μόναι των, διότι τὸ ἀτομικὸν βιβλιάριον τὸ διδόμενον ἅμα τῇ ἀφέσει τοῦ στρατιώτου εἶναι μία σαφεστάτη ἀπόδειξις, δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ἐθεσπίσθη, ὅτι ὑπηρέτησεν ὁ φέρων τοῦτο εἰς τὸν στρατόν. Ἠδυνάμην ἰδιαιτέρως νὰ τὰ κάμω τὰ παράπονα, ἀλλ’ αὐτὰ πρέπει νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ, προκειμένου μάλιστα περὶ τόπου, ὅπου δὲν εἰσήχθη ἡ ἰδέα τῆς Ἀνορθώσεως, ἡ ἰδέα τοῦ Βενιζελισμοῦ, ὡς τὴν λέγω ἐγώ, δι’ ἀνθρώπων διδαξάντων καὶ κατηχησάντων, ἀλλ’ αὐτομάτως ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ἐκ τῆς βελτιώσεως διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης καὶ ἐκ τῆς γενικῆς τοῦ λαοῦ ἐπιδοκιμασίας τῆς Ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως, πολλαπλασιάζονται δ’ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν οἱ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐνστερνιζόμενοι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν προκειμένου περὶ ζητημάτων τοιούτων νὰ εἶναι προσεκτικὴ ὅσον ἀφορᾷ τὰς Ἀρχάς, καθόσον καὶ κατ’ ἄλλων τοπικῶν Ἀρχῶν ἔχω παράπονα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναπτύξω τώρα ὡς ὄντα ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος καὶ ἐπὶ ἄλλης ἐπερωτήσεως.
§80Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§82Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρόκειται περὶ ἀδικημάτων συμβαινόντων κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι πολὺ τὴν παροῦσαν κατάστασιν καὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Συνέβη τὸ ἑξῆς: Εἷς ὀνόματι Ξενουδάκης ἔχει ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Εὐριπίδου καφενεῖον. Αὐτὸς ἔκαμε τὴν δήλωσίν του καὶ ἐπλήρωσεν. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον διπλότυπον, ἰδοὺ καὶ τὸ δεύτερον. Ἀλλὰ μίαν ὡραίαν πρωίαν εἷς χωροφύλαξ τῷ ἀναγγέλλει ὅτι ἔχει ἔνταλμα κατ’ αὐτοῦ. Λαμβάνει τὸ διπλότυπόν του καὶ μεταβαίνει εἰς τὸν ταμίαν, ὡς μοὶ εἶπεν. Ὁ ταμίας τὸν παραπέμπει εἰς τὸν ἔφορον. Μεταβαίνει εἰς τὸν ἔφορον. Αὐτὸς εὑρίσκει ὅτι τὰ ὀφείλει. Αὐτὸς διαμαρτύρεται. Ὄχι, θὰ πληρώσῃς, τῷ λέγει —. Καὶ πάλιν θὰ πληρώσω; — Θὰ πληρώσῃς καὶ ζήτησον τὰ λεπτὰ ἀπὸ τὸ Δημόσιον—. Πρὸς Θεοῦ, δὲν ἔχω. Τὸν συλλαμβάνουσιν ἀφήνοντες ἀνοικτὸν τὸ μαγαζεῖόν του καὶ τὸν φυλακίζουσι, μετὰ τρεῖς δὲ ἡμέρας, δὲν ἠξεύρω πῶς ἐξοικονομήσας, πληρώνει 129 δραχμάς. Ἡ ὑπηρεσία ἔπειτα τὸν βεβαιώνει ὅτι τὰ χρήματα θὰ τῷ ἐπιστραφῶσιν. Ἕως ἐδῶ βαίνουσι τὰ πράγματα καλῶς. Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐρρίφθη εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ μερικὰ πράγματα, διὰ νὰ φυλακισθῇ κανείς. Κατὰ τίνος θὰ στραφῇ αὐτὸς διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς Πολιτείας; Θὰ ἀποταθῇ εἰς ἕνα ἁρμόδιον. Αὐτὸς ὅμως δέχεται τὴν 11 ὥραν. Ἐὰν τὸν εὕρητε καὶ δὲν εἶναι ὠργισμένος μὲ τὴν Κυρίαν του, θὰ σᾶς δεχθῇ. Σᾶς τὰ λέγω, ὅπως εἶναι, διὰ νὰ λάβητε τὰ μέτρα σας ἐναντίον ὡρισμένων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ σᾶς ἐνοχλήσω ἢ ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων ζητημάτων. Νομίζω δὲ ὅτι πρέπει καὶ εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ μὲ πιστεύσητε περισσότερον, διότι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις αὐτάς, διὰ νὰ κάμνω ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὰς ὑποθέσεις μου. Δὲν ἔρχομαι λοιπὸν ποτὲ ἢ νὰ σᾶς καταγγέλλω παρανομίας. Τοῦτο δύνασθε νὰ τὸ ὁμολογήσητε. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀναβαίνει εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπαλλήλου τὴν 11ην ὥραν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ῥακένδυτος. Ἐρωτᾷ: Ποῖος εἶναι αὐτός; Τί θέλει; Εἴπατέ του ὅτι ἔχω ἐργασίαν ἢ ὅτι μὲ ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργός. Μεταβαίνει πολλὰς ἡμέρας καὶ δὲν τὸν εὑρίσκει. Προτείνω λοιπὸν τὸ τμῆμα τῶν πληροφοριῶν νὰ εἶναι κάτω εἰς τὴν θύραν, ὅπως εἰς τὰ θέατρα τὰ εἰσιτήρια, πᾶς ἄνθρωπος δέ, πτωχὸς ἢ πλούσιος, νὰ δύναται νὰ εὕρῃ ὑπάλληλον μειλίχιον, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ καὶ εἰς τὸν πτωχὸν καὶ εἰς πάντα ἀδιακρίτως ὅ,τι ζητεῖται, ὅτι δηλαδὴ ἐπεραιώθη ἡ ὑπόθεσίς του ἢ ὅτι ἐστάλη εἰς τὸ δεῖνα μέρος. Ὅταν ὅμως δέχηται ὁ ὑπάλληλος τὴν 11ην ὥραν καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, πρόκειται περὶ διορθώσεως; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν μερικῶν διὰ παρόμοιον γεγονός. Ὁ γνωστὸς ἰατρὸς κ. Ῥαζῆς προσῆλθεν εἰς τὸν ὑπάλληλον καὶ τῷ λέγει· μοῦ ζητοῦσι νὰ πληρώσω καὶ ἔκαμα αἴτησιν. Ὁ δὲ ὑπάλληλος τῷ ἀπαντᾷ: δὲν δύναμαι τώρα νὰ σᾶς δεχθῶ. Μεταβαίνει μίαν, δύο, τρεῖς, πέντε, δεκαπέντε ἡμέρας χωρὶς νὰ τὸν συναντήσῃ, ὅτε δὲ τὸν συνήντησε, τῷ λέγει ὁ κ. Ῥαζῆς· τί μὲ περιπαίζεις, Κύριε, καὶ μὲ πηγαινοφέρνεις ἐδῶ;;
§83Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὰ γίνονται κάθε ἡμέραν.
§84Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Πρέπει νὰ τὰ μάθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ νὰ τὰ διορθώσῃ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει...
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα μεταρρύθμισις τοῦ Κράτους.
§86Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρετε ὅτι ἔχω πεῖραν τοῦ κόσμου καὶ ὅ,τι λέγω δὲν εἶναι ἄνευ σοβαρότητος. Εἰς τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου νὰ εἶναι δύο θυρίδες, ἡ μία ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἡ ἄλλη ἀπ’ ἐκεῖ, ἡ μία νὰ λαμβάνῃ καὶ ἡ ἄλλη νὰ δίδῃ. Τότε θὰ εἶναι ἀνεξάρτητοι οἱ Βουλευταί. Ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία θέλει ἢ τὸ κολλάρο ἢ τὸν ἐξάδελφον τοῦ ἐξαδέλφου, διότι δυστυχῶς ἔχομεν πολλὰ τοιαῦτα, καὶ ἅμα ἀρχίσωμεν θὰ τὰ καταγγείλωμεν, διὰ νὰ διορθωθῶσι σιγὰ σιγά, διότι καὶ ὁ Θεὸς εἰς ἕξ ἡμέρας ἐποίησε τὸν κόσμον, καὶ ἑπομένως δὲν ἀπαιτῶ νὰ διορθωθῶσιν ὑφ’ ὑμῶν τὰ πάντα ἐντὸς μικροῦ, ἀλλὰ τὰ κάμνω γνωστά, διότι ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία βαδίζει οὕτω δὲν γίνεται τίποτε. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα καὶ πρῶτον αὐτὸς νὰ λάβῃ τὰ χρήματά του, δεύτερον ἡ Πολιτεία νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸν πολίτην αὐτὸν ἔγγραφον, δι’ οὗ νὰ δικαιολογῆται, καὶ τρίτον νὰ ἀνοίξητε τὰς θύρας καὶ νὰ κλείσητε τὰ παράθυρα τῶν Ὑπουργείων. (Χειροκροτήματα). Οὕτω θὰ εἰσέρχηται ὁ κόσμος νὰ εὑρίσκῃ τὸ δίκαιον, καὶ τότε δὲν χρειάζεται μεσολάβησις Βουλευτῶν. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, καὶ ὁ νοῶν νοείτω (νέα παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τῆς αὐτῆς προσοχῆς, μετὰ τῆς ὁποίας παρηκολούθησαν πάντες οἱ συνάδελφοι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυκλάδων, παρηκολούθησα καὶ ἐγὼ ταῦτα. Ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου, ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς κατηγγέλθησαν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι οὕτως ἔχουσι, διότι βλέπω ὅτι ὑπεχρεώθη ὁ πολίτης νὰ πληρώσῃ δὶς τὸν αὐτὸν φόρον. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κυκλάδων ὅτι ὄχι μόνον θὰ μεριμνήσω νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ οὕτω καταβληθέντα, ὄχι μόνον πρὸς τὸν πολίτην αὐτὸν θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην τῆς διοικήσεως διὰ τὸ ἀδίκημα, ὅπερ τῷ ἐγένετο, ἀλλὰ θὰ ζητήσω συγχρόνως, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, οἱ οὕτως ἀδικήσαντες, τιμωρηθῶσιν αὐστηρῶς. Προσθέτω ἀκόμη ὅτι τὰ καταγγελλόμενα ὡς πρὸς παρεχομένας πληροφορίας εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ἀκριβῆ. Ἔχω μόνον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τόσῳ μεγάλην ἀποδίδει σημασίαν εἰς αὐτά, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολούμεθα, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικήν της, ἔχει αὐτοὺς τούτους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ παρελθόντος. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἦτο ἀνίσχυρος νὰ ἐπιζητήσῃ μεταβολὴν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ γνωρίζετε τί ἔπραξεν, ὅτε συνεζητήθη τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἀντὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ ὑπάρχον προσωπικόν, ἦλθε νὰ ζητήσῃ ὑπὲρ τούτων τῶν ὑπαλλήλων τὴν πληρεστέραν ἐξασφάλισιν, τὴν συνταγματικήν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος, ὅπως φθάσωσι βαθμηδὸν εἰς τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, κατὰ τὰς εὐχὰς καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἦτο νὰ καταστήσωμεν ἀσφαλεστέραν τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων χειριζόμενοι, ἐννοεῖται, διαρκῶς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ὅπως μὴ μένωσιν ἀτιμώρητοι αἱ παραβάσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποδειχθῆ ὅτι δὲν ἤθελον προσαρμοσθῆ εἰς τὴν νέαν κατάστασιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν γαλακτοπωλῶν ὁ κ. Παπαϊωάννου.
§89Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἀπό τινος χρόνου ἡ Ἀστυνομία Ἀθηνῶν ἐνασκεῖ τὰ καθήκοντά της ἀπέναντι τῶν γαλακτοπωλῶν κατὰ τρόπον παρεμποδίζοντα τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν. Καθ’ ἑκάστην πρωίαν συλλαμβάνει πάντας τοὺς γαλακτοπώλας, τοὺς ὁδηγεῖ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἐκεῖ δὲ παρὰ πάντα νόμον τοὺς κρατεῖ μέχρι τῆς 11 π. μ. καὶ τότε τοῖς λέγει: πηγαίνετε νὰ πωλήσητε τὸ γάλα σας, ἀλλὰ τότε ποῦ νὰ τὸ πωλήσωσιν; Αὐτὸ δὲ γίνεται ὄχι μόνον πρὸς τοὺς νοθεύοντας τὸ γάλα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς μὴ νοθεύοντας. Ἔκαμα καὶ ἄλλοτε παραστάσεις, καὶ προσωρινῶς τὸ πρᾶγμα ἦλθεν εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ ἀπό τινος τὸ πρᾶγμα ἐπαναλαμβάνεται καθ’ ἑκάστην. Παρακαλῶ νὰ γίνωσιν αἱ δέουσαι συστάσεις εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἄλλος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ γίνηται ὁ ἔλεγχος τοῦ γάλακτος. Νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ζημιοῖ τοὺς τιμίους γαλακτοπώλας.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιδωρίκης.
§91Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὅ,τι κυρίως παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαγγελματιῶν γαλακτοπωλῶν ἐν Ἀθήναις εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Ἀστυνομία μεριμνῶσα περὶ τῆς μὴ νοθείας τοῦ γάλακτος δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται τὸ ἀνόθευτον τοῦ γάλακτος καὶ ἐξ ἄλλου νὰ ἀσφαλίζηται ἡ ἐλευθέρα ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος. Ἕνεκα τούτου τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ παραμένωσιν ἐπὶ πολλὰς ὥρας εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅπερ τοὺς παρεμποδίζει ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, ἐνῷ τοὐναντίον ὑποχρέωσις τῆς Ἀρχῆς εἶναι, ὅπως τοὺς διευκολύνῃ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅπως ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος ἐνασκήσεως τοῦ ἐλέγχου. Θὰ ἦτο προτιμότερον ἂν ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ ἐγίνετο εἰς τὰ ἴδιά των καταστήματα, ὅπου συλλέγουσι τὸ γάλα, καὶ ὄχι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξέρχονται εἰς τὰς ὁδούς, διὰ νὰ τὸ πωλήσωσιν.
§92Α. ΣΛΗΜΑΝ. Τὰ ἀνακοινωθέντα σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τῶν διαφόρων προτάσεων ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁρισμὸν τῶν διαφόρων ἑδρῶν ἔχουσιν ὡς ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας; Νομίζω ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν θελήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης τῶν δημοσιευομένων εἰς ἐφημερίδας, διότι, ἂν ταῦτα δὲν εἶχον ὡς διετυπώθησαν, θὰ ἐβλέπομεν διάψευσιν. Ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν χθὲς ἑσπέρας διὰ τῆς «Ἑστίας», καὶ μέχρι τῆς ἑσπέρας ταύτης οὐδεμίαν διάψευσιν εἴδομεν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἑπομένως θέλω ζητήσει τὴν ἄδειαν νὰ προχωρήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἡ καταγγελία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ κάμω ἐναντίον τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἡ ἑξῆς: ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐσεβάσθη τὸ γράμμα τοῦ Β. Διατάγματος, νόμου θέσιν ἐπέχοντος, διότι ἡ Βουλὴ ἔδωκεν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς τὰς ἕδρας, νομίζω δὲ ὅτι αὐτὸ ἐγένετο ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Πάντως ὅμως πᾶς τις ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι, ὡς διετυπώθησαν αἱ ἕδραι εἰς τὸ Β. Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν τὸν παρελθόντα Ἰούλιον, ὁ ὁρισμὸς τῶν ἑδρῶν ἔγινεν ἐπακριβῶς, ὡς ἐφαίνετο ἡ διάθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, ἐνῷ βλέπομεν ἐνταῦθα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπολύτως σεβόμενον τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀντιθέτως βλέπομεν τὴν ἐπιτροπὴν ξεσχίζουσαν τὰ γραφέντα εἰς τὸ Β. Διάταγμα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ κάμνουσαν προτάσεις περὶ ἑδρῶν ἀντιθέτως παρ’ ὅ,τι ἀναγράφονται εἰς τὸ Διάταγμα. Οὐδόλως θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν προσώπων, διότι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι τὰ προταθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρόσωπα εἶναι ἄριστα, πρὸ πάντων δὲ διὰ τοὺς ὑποψηφίους καθηγητὰς τῶν Μαθηματικῶν νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλή, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Καραθεοδωρῆ, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθεν ἐδῶ βεβαίως νὰ ἐπιδείξῃ συμπάθειαν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου προσώπου. Ἀλλά, ἂν ἡ κρίσις ἡ καθαρῶς ἐπιστημονικὴ τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι καλή, δὲν σημαίνει ὅτι ἐτηρήθησαν τὰ ἐν τῷ Διατάγματι διατεταγμένα. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῆς Φυσικῆς. Περὶ τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἑδρῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι πρὸς διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τῆς Φυσικῆς, ἐγένετο μέγας λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑπεστηρίχθη ἕδρα πειραματικῆς Φυσικῆς καὶ ἕδρα μαθηματικῆς Φυσικῆς, τὸ πόρισμα ὅμως τῶν συζητήσεων, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐδέχθη εἰς τὸ Β. Διάταγμα, ἦτο νὰ ὁρισθῶσι δύο ἕδραι Φυσικῆς, δηλαδὴ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐννοοῦσιν, ὅτι ὁ μέλλων νὰ διδάξῃ τὴν Φυσικὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἕκαστος τὸ ἥμισυ τῆς Φυσικῆς, ἐπειδὴ ἡ ὕλη εἶναι μεγάλη, πρέπει ταυτοχρόνως νὰ κατέχῃ γνώσεις μαθηματικῶν καὶ ταυτοχρόνως νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ χειρίζηται τὰ ὄργανα τὰ φυσικά, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται τὸ πείραμα. Δηλαδὴ δὲν ἤθελε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑπάρχῃ ἀφ’ ἑνὸς εἷς καθηγητής, ὁ ὁποῖος νὰ κάμνῃ πειράματα πολὺ ὡραῖα, τὰ ὁποῖα βεβαίως κάμνουσι μεγάλην ἐντύπωσιν γινόμενα εἰς τὸν Φιλολογικὸν Σύλλογον τοῦ Παρνασσοῦ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προαγάγωσι τὰς ἐπιστημονικὰς μελέτας τοῦ φοιτητοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἐπεθύμει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα διδάσκηται ἀπὸ τρίποδος ἡ Φυσικὴ ἄνευ πειραμάτων. Δι’ αὐτὸ ὥρισε δύο ἕδρας Φυσικῆς. Ἀλλὰ τί βλέπομεν τὴν ἐπιτροπὴν προτείνουσαν; Βλέπομεν αὐτὴν προτείνουσαν ἕνα καθηγητὴν τῆς μαθηματικῆς Φυσικῆς, ἕτερον καθηγητήν, ἢ μᾶλλον, ὑπαρχούσης διχογνωμίας, δύο ἑτέρους καθηγητὰς διὰ τὴν ἄλλην ἕδραν, τὴν ὁποίαν μετέτρεψαν εἰς ἕδραν τῆς πειραματικῆς Φυσικῆς, ἥτις δὲν ἀναφέρεται ἐν τῷ Διατάγματι, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ῥητῶς «δύο ἕδρας Φυσικῆς». Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου ψιθυρίζεται καί τι, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ μυστικὸν οὔτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἔμαθον δ’ ἐξωδίκως ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ζητήματος. Διαπρεπὴς καθηγητὴς παραιτηθεὶς πρό τινος χρόνου διὰ διαφόρους λόγους, τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ βάσιμον ἢ μή, ἐζήτησε φαίνεται, μάλιστα ὄχι ὁ ἴδιος ἐξ οἰκείας προαιρέσεως, ἀλλὰ πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς διαφόρους φίλους του, ἐζήτησεν, ἵνα ἐπαναδιορισθῇ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν. Ὁ πρώην οὗτος καθηγητὴς ὑπέβαλε φάκελον τῶν ἔργων αὑτοῦ, ἡ δὲ ἐπιτροπή, ἀντὶ νὰ ἐπιφέρῃ κρίσιν ἐπὶ τῶν ἔργων τοῦ ἐν λόγῳ πρώην καθηγητοῦ καὶ διαπρεποῦς ἐπιστήμονος, ἀναφέρει — ὡς πάντοτε διαδίδεται, καὶ τὰ ὁποῖα ἐγὼ βεβαίως δὲν δύναμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐπισημοποιήσω — ὅτι «ἐλάβομεν τὴν αἴτησιν τοῦ ἐν λόγῳ πρώην καθηγητοῦ, δὲν ἐλάβομεν ὅμως τὰ συγγράμματα αὐτοῦ». Καὶ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τὴν καλὴν πίστιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι πρόκειται περὶ λάθους καὶ ὅτι ὁ φάκελος ἀπωλέσθη καθ’ ὁδόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι περίεργον ἡ ἐπιτροπή, προκειμένου περὶ τοιούτου ἐπιστήμονος, νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ τὰ ἔργα αὐτοῦ; Δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν Κύριον αὐτὸν καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «ἀποστείλατέ μοι ἄλλα ἀντίτυπα τῶν συγγραμμάτων», ἢ νὰ κάμῃ τὸν κόπον νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην ἢ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖον τοῦ κ. Ἐλευθερουδάκη. Νομίζω ὅτι διὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους ὤφειλον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως πολὺ νὰ προσέξῃ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Δυστυχῶς ἡ Φυσικομαθηματικὴ Σχολὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὕλης, ἡ ὁποία διδάσκεται ἐκεῖ, εὑρίσκεται πολὺ μακρὰν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀντιλήψεως τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι αἱ ἐπιστῆμαι αἱ διδασκόμεναι εἰς τὴν σχολὴν ταύτην δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας μανθάνει καὶ ὁ πλέον ἐγκυκλοπαιδικὸς ἄνθρωπος καὶ δὴ πολιτευόμενος. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα προσέξῃ μήπως ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ ὑπερισχύσωσιν εἴτε παρασκηνιακαὶ ἐνέργειαι εἴτε καὶ λάθη, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐκ καλῆς πίστεως, νὰ προσπαθήσῃ δὲ διὰ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου τρόπου νὰ ἐξακριβώσῃ ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ κατάστασις τῶν ὑποδειχθέντων ὡς καθηγητῶν, νὰ ἐξακριβώσῃ δὲ ὄχι μόνον κατὰ πόσον αὐτοὶ εἶναι ἐπιστήμονες καλοί, ἱκανοὶ νὰ διορισθῶσιν ὡς καθηγηταὶ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ καὶ κατὰ πόσον οἱ ἐπιστήμονες οὗτοι οἱ θεωρούμενοι ὡς ἱκανοὶ νὰ διδάξωσιν ἔχουσιν ἐγκύψει ἀκριβῶς εἰς τὸν κλάδον τῆς ἐπιστήμης, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ Β. Διάταγμα τὸ ἱδρῦον τὰς ἕδρας. Ἐπιθυμῶ δὲ μόνον μίαν παρατήρησιν νὰ κάμω, ἵνα μὴ μακρηγορήσω, ὅτι, ὡς ἔχουσι σήμερον αἱ φυσικαὶ ἐπιστῆμαι, εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιστήμην, εὑρίσκονται τόσαι διακλαδώσεις, ὥστε εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, ἵνα ἐπιστήμων ἐμβριθέστατος — ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ — ἐμβριθέστατος, λέγω, εἰς ἕν τμῆμα τῆς ἐπιστήμης νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διδάξῃ τελεσφόρως εἰς ἕτερον τμῆμα τῆς αὐτῆς ἐπιστήμης. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπείαν ᾐτιολογημένως νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν ἔργων τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν καθορίζουσα ἀκριβῶς εἰς ποῖον κλάδον ἑκάστης ἐπιστήμης ἀνήκουσι ταῦτα. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ὑποβάλῃ λεπτομερεστάτην ἔκθεσιν περὶ ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων, περὶ ἑκάστης ἕδρας, ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτοὺς δι’ ἕκαστον τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν, ὁρίζουσα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν κρίνει ὅτι προάγουσι τὴν ἐπιστήμην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καθορίζουσα τὸ ζήτημα εἰς ποῖον τμῆμα τῆς ἐπιστήμης ἀνήκουσι τὰ ἔργα ταῦτα, ἵνα μὴ διορισθῇ τις κατὰ λάθος καθηγητὴς καταλληλότατος κατὰ τὰ ἄλλα, ἀλλ’ ὄχι ἀκριβῶς διὰ τὴν ἕδραν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ διδάξῃ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§94ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ Σάββατον, κ. Πρόεδρε, εἶχον ὑποβάλει μίαν ἐρώτησιν καὶ μίαν ἐπερώτησιν· δὲν θέλω νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σάββατον τὰς ὑπεβάλετε μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§96ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§98ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι σήμερον· ἐπιφυλάσσομαι διὰ τὴν προσεχῆ.
§99ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἀναβάλλω διὰ τὴν προσεχῆ.
§100ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἂν ἡ πρότασις νόμου ἡ ἀναγραφομένη ὑπ’ ἀριθμὸν 43 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ προβλέπουσα περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας ἐστάλη εἰς ἐπιτροπὴν ἢ πρόκειται ν’ ἀποσταλῇ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ συναινῇ, ὁρίζω ἐπιτροπὴν καὶ παραπέμπω τὴν πρότασιν ταύτην.
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον: Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ταμείου πληρωμῶν παρ’ ἑκάστῃ τῶν Μεραρχιῶν τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ΓΧΠΒʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3682) τοῦ ἔτους 1910, δι’ οὗ τὸ Γενικὸν Ταμεῖον τοῦ Στρατοῦ συνέστη».
§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 37 τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1911.» Διενεμήθη μετὰ τῆς ἐκθέσεως. Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ζητεῖ τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12ου ἄρθρου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852».
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὐτό, κ. Βουλευτά.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προπληρωμῆς ἐξόδων διατροφῆς καταδίκων καὶ ὑποδίκων». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§109ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Καὶ πάλιν ὑποβάλλω τὴν πρότασιν, κ. Πρόεδρε, ἵνα ἡ λέξις «ἀπόρων» διαγραφῇ καὶ τεθῇ ἡ λέξις «αἰτούντων», ἵνα μὴ μένωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ ἡμέρας οὗτοι νήστεις, διότι ὑποβάλλονται ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι στέλλονται διὰ τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὰς δημοτικὰς Ἀρχὰς καὶ μέχρι τῆς ἐνεργείας ἐπ’ αὐτῶν μένουσι νήστεις οἱ ἄνθρωποι.
§110Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Οὐδέποτε οἱ δήμαρχοι ἀπαντῶσιν εἰλικρινῶς εἰς τὰς αἰτήσεις αὐτάς· ἐὰν τύχῃ νὰ εἶναι φίλοι οἱ αἰτοῦντες, θὰ ἀπαντήσωσιν ἀμέσως ὑπὲρ αὐτῶν, ἐὰν δὲν εἶναι φίλοι, οὐδόλως θὰ ἀπαντήσωσιν ἢ θὰ ἀπαντήσωσι μεθ’ ἡμέρας πολλὰς ἢ μετὰ μῆνα. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μετὰ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Πετρέα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῆς ἐμμίσθων παρέδρων εἰς θέσιν πρωτοδίκου». Κάμνω γνωστὸν ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον μόνον ἐγένετο τροπολογία. Προσετέθη «ἐντὸς ἔτους ἀφ’ ἧς εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ τιμωρία».
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, βελτιοῖ κατά τι τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι κατεδείχθησαν κατὰ τὰς δύο προλαβούσας συζητήσεις, δὲν θεραπεύει ὅμως ἐντελῶς τὰς ἀδικίας, διότι εἶναι δυνατὸν μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἔτους ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν, νὰ προαχθῶσιν οἱ νεώτεροι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὀργανικοῦ νόμου θὰ προήγοντο, καὶ ἐν τοιαύτη περιπτώσει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παραμερισθῶσι, θὰ παραμείνωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἠδικήθησαν, τὸ πρᾶγμα δὲ εἶναι σκληρόν, διότι δηλητηριάζει ὁλόκληρον τὸν βίον αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ συμβαίνῃ καμμία τοιαύτη ἀδικία, τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ἐντεῦθεν, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ προτιμήσῃ ἀπεριορίστως ἐμμίσθους παρέδρους νεωστὶ καταταχθέντας ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ὑποστῶσι μίαν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ἀλλὰ θὰ τηρήσῃ σειρὰν, ὁποίαν ἐνδεικνύει αὐτὴ αὕτη ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς ὀρθῆς καταρτίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γενομένης τροπολογίας ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ συνόλου.
§114Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι δευτέρα συζήτησις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τρίτη κατηργήθη κατὰ τὸ Σύνταγμα.
§116ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ οὐσιαστικῶς δὲν κατηργήθη, καὶ καλὸν ἦτο νὰ ἐτηρεῖτο ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὁ προηγούμενος τύπος.
§117Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, παρακαλῶ, τὸν λόγον. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 12 νομοσχέδιον, ἐνῷ ἀναγράφεται ὅτι εἶναι νέον, ἐν τούτοις ἀναγράφεται ὅτι εἶναι καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λάθος.
§119Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ πρᾶγμα ἔχει μόνον φιλολογικὴν σημασίαν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων, 198 καὶ 249 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ περὶ κοινοποιήσεως τῶν διαδικαστικῶν ἐγγράφων, συνέστησα ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἀπὸ 7 κυρίους Βουλευτάς. Λόγῳ ὅμως ἀπουσίας τινῶν ἐξ αὐτῶν δὲν κατορθοῦται ἀπαρτία. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ, θὰ συμπληρώσω τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ δύο ἢ τριῶν προσώπων, ἵνα κατορθωθῇ ἀπαρτία.
§121Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους». Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς διενεμήθη.
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διενεμήθη, δὲν τὸ ἐλάβομεν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη σήμερον. Ἀναβάλλεται. Αʹ Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς διενεμήθη.
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὴν ἐλάβομεν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη σήμερον.
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§128Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§129Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκφρασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας κάμνει ἡ ἐπιτροπή.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων εἶδον, μοὶ φαίνονται σχεδὸν πᾶσαι αἱ ὑποδείξεις βάσιμοι. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη μου ἀντίληψις.
§131Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν συζήτησιν.
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν παρετήρησα καλῶς, ἀλλ’ ἐκ πρώτης ὄψεως νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§133Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπηρεάζει πολὺ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα δεχθῶ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὄχι, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ πρώτη μου ἀντίληψις εἶναι εὐμενὴς ὑπὲρ τῶν παρατηρήσεων τῆς ἐπιτροπῆς.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν φυλακῶν.
§137Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 490 ἐδ. αʹ. § 1, καὶ 530 ἐδ. αʹ § 1 καὶ 2 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».
§139Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶχον δίκαιον, ὅτε κατὰ τὰς δύο πρώτας συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου, ὁπότε ἀορίστως μόνον ἀντελήφθησαν τὰ ὦτά μου περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι μικρᾶς σπουδαιότητος, ἀλλ’ εἶναι ἀρκετὰ κεφαλαιώδους σπουδαιότητος, ἰδίως καθ’ ὃ μέρος ἐπιτρέπει τὴν ἀνέκκλητον ἐκδίκασιν τῶν διαφορῶν ὑπὸ τῶν πρωτοδικῶν μέχρι ποσοῦ 1500 δραχμῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο.
§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μόνον μέχρι 1200. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει τροπολογία τοιαύτη, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν.
§141Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἤμην ἐν γένει σκεπτικὸς διὰ τὴν προτεινομένην αὔξησιν, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τόσον μεγάλην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν δικαιολογητικήν του ἔκθεσιν ἐπάγεται διάφορα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Λέγει ὅτι: «Τὰ ὅρια ταῦτα τοῦ ἀνεκκλήτου θεσπισθέντα εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν διάφοροι ἦσαν αἱ κρατοῦσαι οἰκονομικαί, κοινωνικαὶ καὶ συναλλακτικαὶ συνθῆκαι, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν σύγχρονον ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν»—φράσις, τῆς ὁποίας γίνεται κατάχρησις εἰς ὅλας τὰς δικαιολογητικὰς ἐκθέσεις τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων,—«ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τὴν παρ’ ἡμῖν νομοθετικὴν καὶ τὴν καθόλου κοινὴν συνείδησιν συμβιβάζονται». Ὑποθέτω ὅτι πλὴν τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Βελγικῆς νομοθεσίας δὲν θὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δείξῃ παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον περιορίζεται κατὰ ποσὸν τὸ ἐκκλητὸν τῶν ἀποφάσεων, ὁρίζεται δηλαδὴ summa appellabilis. Οὔτε ἐν Γερμανίᾳ οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ—διὰ νὰ φέρω παράδειγμα τυχαῖον— καθιεροῦται ἡ τοιαύτη ἀρχή, τοῦ νὰ περιορίζηται τὸ ἐκκλητὸν τῶν ἀποφάσεων ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ. Ὥστε περὶ συγχρόνου ἐπιστημονικῆς ἀντιλήψεως ἥκιστα πρόκειται. Τώρα φέρει ἕτερα παραδείγματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα συνηγοροῦσι κατ’ αὐτὸν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὁρίου τοῦ ἀνεκκλήτου τῶν ἀποφάσεων. Λέγει ὅτι: «Αὕτη θέλει συντελέσει καὶ ὅπως περισταλῇ τῶν δικῶν ἡ παρέλκυσις, ἡ ὑποθαλπομένη ἰδίᾳ διὰ τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων». Ἐδῶ δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι πρὸ μηνῶν ἐψηφίσθη νόμος, ὁ ὁποῖος περιορίζει τὰς ἐφέσεις κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων. Ἑπομένως ὁ λόγος οὗτος δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐν Γερμανίᾳ, διότι δηλαδὴ εἶναι περιωρισμένη ἡ ἔφεσις κατὰ μόνον τῶν τελικῶν καί τινων προδικαστικῶν ἀποφάσεων δέχονται ὅτι ἀπεριορίστως κατὰ ποσὸν εἶναι δεκτικαὶ ἐφέσεως αἱ ἀποφάσεις τῶν πρωτοδίκων Δικαστηρίων, ἂν δὲ ἰσχύουσι περιορισμοί τινες, ἰσχύουσιν ὡς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν προξενικῶν Δικαστηρίων οὔσας ἀνεκκλήτους μέχρι 300 μάρκων καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων τῶν ὑπὸ τὴν Γερμανικὴν προστασίαν χωρῶν τοῦ Καμερούν, τοῦ Τόγκο κλπ. οὔσας ἀνεκκλήτους μέχρις 100 μάρκων καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐπαγγελματικῶν Δικαστηρίων. Ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου περιορίζονται αἱ ἐφέσεις προδικαστικῶν ἀποφάσεων, καταπίπτει. Ἕτερον ἐπιχείρημα εἶναι «ὅπως περιορισθῶσι τῶν διαδίκων αἱ δαπάναι καὶ ὅπως ἐλαττωθῇ τέλος τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων ἡ ἐργασία, κατορθωθῇ δὲ οὕτω βαθμηδὸν ὁ κατ’ ἀριθμὸν περιορισμὸς τῶν δικαστῶν, ὅστις καθιστῶν εὐχερεστέραν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν θέλει ὡσαύτως ἐξυπηρετήσει τῆς δικαιοσύνης τὴν ἀπονομήν». Οἱ λόγοι οὗτοι συνέχονται πρὸς πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων δικαστικῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἐτόλμησεν οὔτε ὑποθέτω ὅτι θὰ τολμήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ, δηλαδὴ τὸν περιορισμὸν τῶν Δικαστηρίων. Οὔτε τὰ Ἐφετεῖα θὰ τολμήσῃ νὰ περιορίσῃ οὔτε τὰ Πρωτοδικεῖα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς δικαιολογίας εἰς ἓν μόνον σημεῖον δυνάμεθα νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, διότι θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἄλλου νομοσχεδίου, ὅτι δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς πέρυσιν ἐνόει νὰ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν δικαστῶν περιορίζων τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν.
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν δικαστῶν· ὄχι τῶν Δικαστηρίων.
§143Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὴ παίζετε μὲ τὰς λέξεις. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ τὸν περιορισμὸν τῶν δικαστῶν ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλά, καὶ ἂν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀναγκαῖον συνακόλουθον εἶναι ὅτι θέλει αὐξήσει ἡ ἐργασία τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι δικηγοροῦμεν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ βεβαίως οὐδένα λόγον θὰ εἴχομεν νὰ μὴ ὑποστηρίξωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ προσβάλλωνται ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, θὰ προσβάλλωνται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι συμφέρον τῶν δικηγορούντων ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον τῶν πολιτῶν νὰ δικάζωνται ὑφ’ ἑνὸς Δικαστηρίου ἀνεκκλήτως μέχρι 1500 δραχμῶν. Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα ὅτι τοιουτοτρόπως περιορίζονται αἱ δικαστικαὶ δαπάναι τῶν διαδίκων, θεωρῶ κατώτερον συζητήσεως. Ἂς φροντίσῃ τὸ Κράτος νὰ παρέχῃ εὔωνον δικαιοσύνην δι’ ἐλαττώσεως καὶ καταργήσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν, καὶ ἂς μὴ ἀρνῆται τὸν δεύτερον βαθμὸν εἰς τὸ δίκαιον τῶν πτωχῶν. Ἐκτὸς ὅμως τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων ἔχει ἕτερον μεγαλύτερον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντληθὲν ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου τοῦ 1838, ἡ ὁποία ὑπεστήριξε τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ προσδιορίζοντος τὸ ἀνέκκλητον τῶν ἀποφάσεων, καὶ εἶναι τοῦτο ἡ παρατήρησις ὅτι ἀπὸ τοῦ 1830 ἕως σήμερον ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος ἢ μᾶλλον τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου κατέπεσεν, ὅτι ἑπομένως οὐσιαστικῶς περιωρίσθη ἡ ἀνέκκλητος ἁρμοδιότης τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πρωτοδικῶν κάτω τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε θέσει ὁ νομοθέτης τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τοῦ 1834· καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς μεταφράζων κατὰ λέξιν τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην (ἀναγινώσκει)· «οὐ μόνον ἡ ἀξία τοῦ χρήματος μετεβλήθη ἔκτοτε, καὶ ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων τῆς πρώτης ἀνάγκης εἶναι οὐσιωδῶς ἀνωτέρα ἢ ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐθνικὸς ἐν γένει πλοῦτος ηὐξήθη, ὥστε θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐντὸς τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1834 διαγραφέντων ὁρίων ἀνέκκλητος ἐκδίκασις τῶν διαφορῶν ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων καὶ Εἰρηνοδικείων ἐμφαίνει πράγματι τὴν σήμερον περιορισμὸν τῶν ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους δικονομικοῦ ἡμῶν νόμου ἀπονεμηθέντων εἰς τὰ Δικαστήρια ταῦτα καθηκόντων». Πρῶτον λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, εἶναι μεγάλη ἡ ἀφέλεια τοῦ Ὑπουργοῦ θεωροῦντος ὅτι ἡ ἀξία τοῦ χρήματος κατῆλθε κατὰ 65%, ὡς ὑπολογίζει. Δεύτερον εἶναι ἀνακριβὲς ὅτι ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων πρώτης ἀνάγκης ἀνῆλθε καὶ δὴ κατὰ 300%. Ἡ στατιστικὴ ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον. Ἐκ τῆς στατιστικῆς τοῦ Sauerberk διὰ τὸ Λονδῖνον καὶ τοῦ Soetbeer διὰ τὸ Ἁμβοῦργον ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ τιμὴ τῶν εἰδῶν, ἐὰν τῷ 1827 ἦτο 100, σήμερον εἶναι 73. Αὐτὰ ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ Λονδίνου. Ἐν τῇ ἀγορᾷ δὲ τοῦ Ἁμβούργου, ἐὰν ἡ τιμὴ ἦτο 100 τῷ 1847, αὕτη ηὔξησε μόνον εἰς 104 σήμερον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ σχετικοὶ ἀριθμοί. Ἐπίσης, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τοῦ σίτου, παρατηροῦμεν ὅτι, ἐὰν ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὸ 1816–1820 τὰ 1000 χιλιόγραμμα ἐτιμῶντο 364 σελ. καὶ ἐν Γαλλίᾳ 265 σελ., κατὰ τὸ 1907 ἐτιμῶντο 143 σελ., ἐν Γαλλίᾳ δὲ 178. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἐν Γαλλίᾳ, σήμερον δὲν ἀποδεικνύεται ἀληθές. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, πάλιν μεταφράζων τὴν Γαλλικὴν ἔκθεσιν, ὅτι ὁ ἐθνικὸς ἐν γένει πλοῦτος ηὐξήθη. Αὐτὸς πράγματι ηὐξήθη, ἀλλ’ ηὐξήθη ὡς ἐν Γαλλίᾳ; Καὶ ποῦ διενεμήθη ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ αὔξησις τοῦ πλούτου αὐτοῦ διενεμήθη ἀναλόγως εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἑλλάδος εἰς τρόπον ὥστε ἡ τιμὴ τῶν 1500 δραχμῶν τῆς σήμερον νὰ εἶναι ἴση πρὸς τὴν τιμὴν τῶν 500 δραχμῶν τοῦ παρελθόντος. Τοῦτο παντάπασι δὲν ἀληθεύει. Ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος δὲν κατενεμήθη ἀναλόγως εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ συνεκεντρώθη εἰς ὀλίγων χεῖρας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δύνανται νὰ δικάζωνται μέχρι 1500 δραχμῶν ἀνεκκλήτως, ἀλλὰ δὲν συμμερίζονται τὴν ἀξίωσιν ταύτην καὶ οἱ πτωχοὶ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι, ὅταν δικάζωνται περὶ 1500 δραχμῶν, δικάζονται περὶ αὐτῆς τῆς ὑποστάσεώς των τῆς περιουσιακῆς, περὶ τῆς ζωῆς, τῆς ὑγιείας, τῆς ἀνατροφῆς τῆς οἰκογενείας των, καὶ τοὺς ὁποίους, ἂν μία ἀπόφασις ἀδικήσῃ διὰ 1500 δραχμάς, ἀναγκάζει νὰ ἐκπατρίζωνται διὰ τὴν Ἀμερικήν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἀφοῦ διωρθώθη μάλιστα τὸ κακὸν τοῦ ἀπεριορίστου τῶν ἐφέσεων κατὰ προδικαστικῶν ἀποφάσεων διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου, νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι καὶ νὰ μὴ γίνωσι δεκταὶ αἱ τροποποιήσεις αὗται. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει καθῆκον θὰ ἔχῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ πολὺ τὸ ποσόν, διότι ἄλλως διὰ τῆς εἰσηγουμένης μεταρρυθμίσεως κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, κερδίζουσι μόνον οἱ δικηγόροι τῶν Ἀθηνῶν καὶ οὐδεὶς ἄλλος, χάνει ἡ δικαστηριακὴ κίνησις εἰς τὰ ἄλλα Ἐφετεῖα, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Ὅταν συνεπείᾳ τῆς καλουμένης ἀνορθώσεως τῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας παρέστη ἀνάγκη, ὥστε ἐμμίσθους παρέδρους διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγον ψηφισθέντος νομοσχεδίου, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἔστω καὶ ἑνὸς μηνὸς ὑπηρεσίαν, νὰ τοὺς κάμωμεν πρωτοδίκας, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τοιούτους πρωτοδίκας τὴν ἀνέκκλητον ἐκδίκασιν τῶν διαφορῶν μέχρι τῶν 1500 δραχμῶν, τουτέστι νὰ παραδώσωμεν ἀνέκκλητα τὰ δίκαια τῶν πτωχῶν εἰς ἀδοκιμάστους δικαστὰς πρὸς πειραματισμοὺς καὶ ἐπιδείξεις. Τὰ αὐτὰ ἐν ἀναλόγῳ μέτρῳ ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἀνεκκλήτου τῶν εἰρηνοδικειακῶν ἀποφάσεων μέχρις 100 δραχμῶν, καὶ ὀρθὸν θὰ ἦτο καὶ τὸ ἀνέκκλητον τοῦτο νὰ μὴ ψηφισθῇ, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἰς τὰ πλεῖστα Εἰρηνοδικεῖα λειτουργεῖ μόνη ἡ δικολαβία καὶ σπανίζουσιν αἱ ὑποθέσεις τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικηγόρων. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ἠκολουθήσαμεν τὸ Γαλλικὸν σύστημα εἰς τὰ 1834, οὐδαμῶς ἐπιβάλλεται νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἴδιον Γαλλικὸν σύστημα καὶ σήμερον διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων. Οἱ Γερμανοὶ εἶχον τὴν summa appelatio ἀπὸ τοῦ 1520 μ. Χ., ἀλλὰ τὴν κατήργησαν διὰ τῆς νέας δικονομίας των· ἐσκέφθησαν ὅτι εἶναι ἴσον τὸ δίκαιον τοῦ πτωχοῦ τὸ περιωρισμένον εἰς ἀντικείμενον ἀξίας 100 δραχμῶν, 500 ἢ 600, πρὸς τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἀξίζει 20,000 δραχ. τοῦ πλουσίου. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀνωτέρας σκέψεως ἀναχωρῶν εἰμὶ ἐναντίον τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων. Διὰ νὰ μὴ ἐνοχλήσω ὅμως καὶ πάλιν τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισίν του, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ, περὶ τοῦ τί θὰ συμβῇ διὰ τὰς διαφορὰς τὰς ἤδη εἰσηγμένας εἰς τὰ Δικαστήρια, κατὰ ποῖον νόμον θὰ προσδιορισθῇ τὸ ἐκκλητὸν ἢ ἀνέκκλητον αὐτῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶναι —καὶ αὐτὴ ἡ λύσις ἠκολουθήθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ— ὅτι αἱ διαφοραὶ αὗται ὑπάγονται εἰς τὸ δίκαιον τὸ ἰσχῦον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐγέρσεως ἀγωγῆς.
§144Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Εἶναι γενικὴ ἀρχὴ δικονομική.
§145Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι κάτι τι ἀντίθετον πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ἀναδρομῆς τῶν δικονομικῶν νόμων. Ἡ συζήτησις διεξήχθη ἐν Γαλλίᾳ, ἂν αἱ ἀπαιτήσεις αἱ γεννηθεῖσαι πρὸ τοῦ παλαιοῦ νόμου ποσοῦ 1200 δραχ. ἐπὶ παραδείγματι, ἂν ἦσαν αὗται ἐκκληταί, ἢ ἂν ὑπήγοντο εἰς τὸν νέον νόμον, ἀπέβλεψαν δὲ εἰς τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς καὶ οὐχὶ εἰς τὴν γέννησιν τῆς ἀπαιτήσεως. Νομίζω ὅτι παρεμφερὴς διάταξις πρέπει νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀκριβῶς διότι ἀντίθετος εἶναι ἡ δικονομικὴ ἀρχή, ὑποθέτω δὲ ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις. Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως εἶμαι ἐγὼ ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς διακρίσεως ἐκκλητῶν καὶ ἀνεκκλήτων ἀποφάσεων, τὴν ὁποίαν βλέπω δικαιολογουμένην ἀπὸ τῆς ἀστικῆς μπουρζουαζικῆς ἀντιλήψεως τῆς Γαλλίας τοῦ 1838, ἀλλ’ ἥκιστα δικαιολογουμένην ἀπὸ τῶν συγχρόνων ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι πράγματι θεωροῦσι τὸ δίκαιον ἴσον διὰ πάντας, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀξίας τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται ἡ ἔρις.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως τῇ ἐντολῇ τῆς Βουλῆς συμπληρῶ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 198 καὶ 249 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διὰ τῶν Βουλευτῶν κυρίων Ρ. Χατζηρήγα, Ἀ. Σωτηριάδου καὶ Δ. Κλάδη. Κατήρτισα δ’ ἐξ ἄλλου ἐπιτροπὴν διὰ τὴν πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν» ἐκ τῶν κυρίων Ἀ. Διομήδους, Ἀ. Παπαναστασίου, Π. Ἀλεξάκη, Κ. Ζαβιτσάνου, Σ. Λάσκαρι, Π. Ἀραβαντινοῦ, Σπ. Βλαντῆ, Κ. Δεμερτζῆ, Ἀ. Σκιαδαρέση καὶ Λ. Κογεβίνα. Ὁ κ. Δικαῖος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς διετοῦς παραγραφῆς τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΓʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3433) τοῦ ἔτους 1909 περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, Τεῦχ. Βʹ). Ὁ κύριος Κασίμης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 490 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κλπ».
§147Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἐκδίδουσι κατὰ μέσον ὅρον περὶ τὰς 800 ἀποφάσεις πολιτικὰς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν, εἶναι δὲ βεβαρημένοι καὶ διὰ πλήθους ἄλλων διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἐργασιῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς ἀσαφείας τῶν νόμων αἱ ἀποφάσεις κατὰ τὸ πλεῖστον ἢ ἐν συνόλῳ, δύναταί τις εἰπεῖν, εἶναι ἐσφαλμέναι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸν ὄγκον τὸν τόσον μέγαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν εἰρηνοδικῶν, μὲ τὴν ἀσάφειαν τῶν νόμων καὶ μὲ τὴν προεισαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν διὰ τῶν ἐγγράφων προτάσεων, διὰ τῶν ὁποίων γεννῶνται ὅλα τὰ ζητήματα, ὅσα γεννῶνται καὶ μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἷς εἰρηνοδίκης, ὁσονδήποτε κατηρτισμένος καὶ ἐὰν εἶναι, νὰ κρίνῃ ὀρθῶς τὸ δίκαιον. Αἱ πλεῖσται ἄρα ὑποθέσεις κρίνονται ἐπιπολαίως καὶ εἶναι ἐσφαλμέναι αἱ ἀποφάσεις. Διὰ τοῦτο ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀνεκκλήτου, διότι τοῦτο θὰ γίνῃ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν διαδίκων· ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως θὰ ἐκρίνετο ὁπωσδήποτε σκόπιμος ἡ εὔρυνσις τῆς δικαιοδοσίας των, θὰ ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 60 δρχ. οὕτως ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέσῳ τούτῳ ὅρῳ νὰ συμβιβασθῶμεν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ αὐτοὶ λόγοι συντρέχουσι καὶ διὰ τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐκδιδομένας ὑπὸ τῶν πρωτοδικῶν. Μόνη ἡ ἀσάφεια τοῦ ἀστικοῦ κώδικος εἶναι ἀρκετὴ νὰ πείσῃ πάντα, ὅτι οἱ Δικασταί, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ἐπιμελεῖς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι κατηρτισμένοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσωσιν ἀσφαλεῖς ἀποφάσεις. Ὅτε ἡ νομολογία τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἐπὶ τῆς αὐτῆς διατάξεως κυμαίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, τὸν ὁποῖον πάντες οἱ νομικοὶ γνωρίζουσιν, εἶναι ἆρά γε ἐπιτετραμμένον νὰ στερήσῃ τις τὸν διάδικον τοῦ δευτέρου βαθμοῦ μὲ κίνδυνον νὰ ἀπολέσῃ τὸ δίκαιον, δίκαιον τὸ ὁποῖον στοιχίζει πολλάκις αὐτὴν τὴν περιουσίαν του; Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου δυνάμεθα νὰ συμβιβασθῶμεν δεχόμενοι ὅτι ἐπὶ μὲν τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὸ ἀνέκκλητον μέχρι τῶν 1200 δραχ., διότι οἱ ἐμπορικοὶ κώδικες ὁπωσδήποτε εἶναι ἀποσαφηνισμένοι, ἐπὶ τῶν ἀστικῶν ὅμως ὑποθέσεων πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸ ἀνέκκλητον τῶν διαφορῶν, καὶ νὰ ἀναβιβάσωμεν αὐτὸ τὸ πολὺ μέχρι τῶν 800 δραχ. Πέρα τούτου φοβοῦμαι, κύριε Ὑπουργέ, μήπως ἡ μεταρρύθμισις αὕτη γίνῃ πρόξενος ζημιῶν φοβερῶν εἰς πτωχοὺς διαδίκους.
§148Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον, κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ἐξέφρασα τὴν γνώμην ἐναντίον αὐτοῦ, ἐκολακευόμην δὲ νὰ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἤρχετο πρὸς συζήτησιν τουλάχιστον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου φρονῶν ὅτι οὐ μόνον δὲν ὑπάρχει περίστασις καὶ ἐποχὴ νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἀνέκκλητον, ἀλλ’ ἐνόμιζον καὶ νομίζω ἀκόμη, ὅτι ἀντίθετος λόγος συμβαίνει, τοῦ νὰ θεσπίσωμεν δηλαδὴ τὸ ἐκκλητὸν ἐφ’ ὅλων τῶν ἀποφάσεων ἀδιακρίτως ποσοῦ. Τοῦτο δὲ τὸ λέγω ἐκ πείρας οὐχὶ μικρᾶς καὶ ἐκ τῆς σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐκκλητόν, ὁ δεύτερος βαθμὸς δηλαδή, ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων οἱουδήποτε Δικαστηρίου. Εὐθὺς ὡς περιορίσωμεν τὸ ἐκκλητόν, εὐθὺς ὡς στερήσωμεν τὸν δεύτερον βαθμόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην θὰ δημιουργήσωμεν Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ δικάζωσιν αὐθαιρέτως, νὰ δικάζωσιν ἄνευ ἐλέγχου, νὰ δικάζωσιν ὅπως κρίνουσιν οἱ δικάζοντες καὶ ἐκδίδοντες τὴν ἀπόφασιν δικασταί, ἐπαναφέρομεν, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμήν, τὸν καδῆν, τὸν δικάζοντα αὐθαιρέτως, ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι ὁ δεύτερος βαθμὸς χρησιμεύει οὐ μόνον διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, οὐχὶ διὰ τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου τοῦ κακῶς γιγνομένου ἐκ μέρους τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ πεῖρα μακρὰ μὲ ἔχει διδάξει, ὅτι χρησιμεύει πολὺ καὶ προληπτικῶς.
§149Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς φόβος τῶν εἰρηνοδικῶν.
§150Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Προληπτικῶς.
§151Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅρα καὶ «Πεῖραν Ποινικῆς Δικονομίας».
§152Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Προληπτικῶς; ἐπενεργεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως καὶ ἐνεργεῖ σπουδαίως. Γνωρίζομεν δ’ ἐκ πείρας ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις ὅτι εὐθὺς ὡς ὑποστηριχθῇ ἔνστασίς τις, διὰ τὴν παραδοχὴν ἢ ἀπόρριψιν τῆς ὁποίας δὲν χωρεῖ λόγος ἀναιρέσεως, ἡ τοιαύτη ἔνστασις ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἀπορρίπτεται ἐνίοτε μετὰ ἰταμότητος, ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ ἐνστάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν χωρεῖ λόγος ἀναιρέσεως, τότε ἀρχίζει ἡ καλλιτεχνικὴ διασκευὴ τῆς ἀποφάσεως καὶ ἡ σοβαρὰ διάσκεψις. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐπέδρασε προληπτικῶς ἢ ὄχι τὸ δυνατὸν τῆς ἀναιρέσεως; Καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἐδέχθημεν καὶ ἐψηφίσθη προηγούμενος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἔφεσις ἀπαγορεύεται κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων, ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ τὸ ἐκκλητὸν τῶν ἀποφάσεων ἀπεριορίστως. Ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὑπὸ ὅρους καὶ ἐγγυήσεις τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τοὺς διαδίκους τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσι κατὰ μιᾶς ἀποφάσεως κακῶς ἐκδοθείσης κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ εἰρηνοδίκου ἢ τοῦ πρωτοδίκου ἢ ἑνὸς νεαροῦ παρέδρου, ὁ ὁποῖος χθὲς εἰσῆλθεν εἰς τὸν δικαστηριακὸν κλάδον. Εἶναι δυνατὸν ἀκόμη αἱ ἀποφάσεις νὰ ἐκδίδωνται ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἢ πρωτοδίκου, διότι καὶ αἱ ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου ἀπὸ ἕνα ἐκδίδονται, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀπὸ τὸν εἰσηγητήν, μόνον οἱ εἰσηγηταὶ δὲ κρίνουσι καὶ ἀποφασίζουσι καὶ ἐκδίδουσι τὰς ἀποφάσεις των ὅπως θέλουσι, καὶ ἂν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι κακοδιάθετοι καὶ ἂν νυστάζωσιν, ὡς πολλάκις εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἔφεσις ἐνώπιον αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἐγρηγορούντων τοὐλάχιστον; Πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἔφεσιν ὑπὸ περιορισμούς τινας ἐναντίον πάσης ἀποφάσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ μικρὰ Δικαστήρια καὶ εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ αἱ ἀπαιτήσεις δὲν εἶναι μεγάλου ποσοῦ· εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα συμβαίνει νὰ εἶναι τεσσαράκοντα δραχ. καὶ κάτω, αἱ 40 δὲ δραχμαὶ αὐταὶ αἱ γινόμεναι ὡς ἀντικείμενον δίκης εἶναι σπουδαῖαι διὰ τοὺς διαδίκους, εὐθὺς δὲ ὡς ὁ εἰρηνοδίκης κρίνει κατὰ τρόπον αὐθαίρετον καὶ ὁ διάδικος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ κακόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοῦτο εἶναι ἄδικον. Θὰ εἴπητε, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις ἦσαν τότε, ὅτι ἐδίκαζον κατ’ ἄλλον τρόπον, ὅτι δὲν ἦσαν ἐξησφαλισμένοι, ὡς εἶναι τώρα, οὐχ ἧττον τὰ πρόσωπα πάντοτε παραμένουσι τὰ αὐτά. Καί, ἂν τότε ἐδίκαζον ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ Α ἢ τοῦ Β ἢ κατὰ τὴν ἔμπνευσιν ἢ κατὰ τὴν ὑποβολήν, σήμερον δικάζει πολλάκις ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ ἀμάθεια ἐνίοτε τοῦ δικαστοῦ. Γνωρίζω ὅτι διάδικός τις ἤγειρεν ἐναντίον χωρίου ὁλοκλήρου ἀγωγὰς δι’ ὡρισμένον ποσόν, 39.90)00, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης ἐξέδιδε τὰς ἀποφάσεις δεχόμενος τὰς ἀγωγὰς αὐθαιρέτως, ὅπως ἡ ἀγωγὴ ἔλεγεν, ἀναίρεσις δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἄλλως τε δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἐπετρέπετο τὸ ἐκκλητὸν κατὰ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων τῶν 300 ἢ 400, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου, καὶ ἐγίνοντο ἐφέσεις, θὰ εὑρίσκοντο Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέτρεπον τὰς ἀποφάσεις αὐτάς· καὶ ὅμως μὴ χωρούσης ἐφέσεως παρέμειναν αἱ παράλογοι ἀποφάσεις. Ἐὰν ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων, μὴ νομίζετε ὅτι τοῦτο θὰ συντελέσῃ εἰς ἀνύψωσιν τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχωσι περιορισμοί τινες, οὐδέποτε ὅμως ν’ ἀπαγορεύηται ἡ προσφυγὴ εἰς δευτέρου βαθμοῦ Δικαστήριον. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἄλλο τι. Μεταρρυθμίζεται ὁ ὑπάρχων νόμος ὡς πρὸς τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς ἐφέσεως προκειμένου περὶ ἀκινήτων κτημάτων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος δὲν ὑπερβαίνει τὰς 60 δραχμάς, ὑπάρχουσιν ὅμως κτήματα μεγίστην ἔχοντα ἀξίαν καὶ οὐδεμίαν ἔχοντα πρόσοδον, δι’ αὐτὰ δὲ δὲν δημιουργεῖτε νέας δίκας.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἤδη διάταξις.
§154Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρόκειται περὶ 25 δραχμῶν.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀγορεύετε.
§156Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἐξέφερα γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται τὸ ἐκκλητὸν τῆς ἀποφάσεως καθόλου.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε ἄλλο νομοσχέδιον.
§158Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ ἀναφέρω τοῦτο καταπολεμῶν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποστηρίζων ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι σκόπιμον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐναντίου ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐνόμισα ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ αἰτιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν δίδω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο θὰ συντελέσῃ, νομίζω, οὐχὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτῆς, θὰ ἦτο ἀνάγκη δὲ προτοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ζητήσῃ τις καὶ μίαν ἄλλην στατιστικὴν πληροφορίαν. Ποῖον ὑπῆρξε δηλ. τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐφετείων ἢ τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν γενομένων ἐφέσεων, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν θὰ καταφαίνηται ὁποῖαι καὶ ὁπόσαι ἀποφάσεις μετερρυθμίσθησαν ἀπὸ τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα. Αὐτὴ ἡ πληροφορία θὰ ἐδείκνυεν ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον ἢ τὸ ἀντίθετον αὐτοῦ, ὡς ὑποστηρίζω. Ἐγὼ βλέπω ὅτι εἰς τὸ ὑπουργικὸν δελτίον τῆς στατιστικῆς συλλέγεται κατὰ κλίμακα ἐπιμελῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται, ἀναφέρεται δὲ καὶ ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει τὴν ἀπόφασιν, ἐντεῦθεν δὲ κρίνεται ἡ φιλοπονία τοῦ δικαστοῦ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μεγαλειτέρα προσοχὴ εἰς τὸ ποιὸν τῶν ἀποφάσεων. Ἀφοῦ δὲ δὲν ἔχομεν ἄλλον ὀφθαλμόν, διὰ νὰ βλέπωσιν οἱ ἁρμόδιοι τὸ ποιὸν τῶν ἀποφάσεων, δὲν πρέπει νὰ κλείσωμεν τὸν μόνον ὑπάρχοντα, τὸν δεύτερον βαθμόν, δηλ. τοὐλάχιστον εἰς τὸν δεύτερον βαθμὸν εἶναι δυνατὸν ἐκ τεκμηρίου νὰ ἴδῃ τις κατὰ πόσον ἕκαστος δικαστὴς ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ κρίνῃ τὴν ἱκανότητά του. Ἐφ’ ὅσον ἕτερος ὀφθαλμὸς δὲν ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον πληροφορίαι τοιαῦται δὲν ὑπάρχουσι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἂν τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ἐκκλητὸν ἐφ’ ὅλων τῶν ἀποφάσεων πρέπει νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὰ ἤδη παρόντα. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω ἐγώ, ἡ Βουλὴ δὲ θὰ πράξῃ ὅ,τι νομίζει. Ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πολὺ σοβαρόν, διότι κλείει τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ καταφύγῃ τις εἰς τὰ Δικαστήρια, παραπονούμενος κατ’ ἀποφάσεως κατωτέρου Δικαστηρίου, θὰ εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ἀνέχηται τὴν ἀπόφασίν των μεθ’ ὑπομονῆς τοῦ βίου καὶ δὲν θὰ δύναται νὰ πράξῃ τίποτε, διότι ἡ θύρα θὰ εἶναι ἑρμητικῶς κεκλεισμένη.
§159Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, Κύριοι, ὅστις ἔπεισε τὸν νομοθέτην τοῦ 1836, ἵνα θέση ὅριον τοῦ ἀνεκκλήτου προκειμένου περὶ ὑποθέσεων, αἵτινες ἐκδικάζονται ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ τοῦ ἀνεκκλήτου προκειμένου περὶ ὑποθέσεων, αἵτινες ἐκδικάζονται ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικείων, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἦτο καὶ τὸ ὅτι δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὴν εὐθυκρισίαν τοῦ δικαστοῦ εἴτε ἐκ λόγων ἡμιμαθείας εἴτε καὶ ἐκ λόγων ἐλλείψεως τῆς προσηκούσης συνειδήσεως· λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προτείνονται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι σήμερον οἱ δικασταὶ κατέστησαν ἀνεξάρτητοι, καὶ ὅτι ἀπηλλάγησαν πάσης κομματικῆς ἐπηρείας, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτούς. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ δύο ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν, αἵτινες περιῆλθον εἰς τὸ δικηγορικὸν γραφεῖόν μου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατόν, νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον τὴν τελικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα φέρω αὐτάς, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις θὰ ἔκαμνεν εἰς ὑμᾶς κατάπληξιν. Ἀναφέρω τὸ περιεχόμενον μιᾶς ἐξ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐν τῇ μνήμῃ. Ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτήσεως 150 δρ. εἰσαχθείσης ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμῳ ἀνυποστάτου τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης ἐξεδόθη ἀπόφασις διατάξασα ἐμμαρτύρους ἀποδείξεις, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὁποίων ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις τῶν μαρτύρων· μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων ὁ εἰρηνοδίκης ἔκρινε νόμιμον νὰ ἐπιβάλῃ ἀναπληρωματικὸν ὅρκον εἰς τὸν ἐνάγοντα, ἐνῷ ὁ ἐναγόμενος κατὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου συζήτησιν προέτεινεν ὅτι δὲν ἀπεδείχθησαν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἐνάγοντος καὶ δέον νὰ θεωρηθῶσιν οἱ ἰσχυρισμοί του ὡς σφόδρα πιθανοὶ καὶ ἐπιβληθῇ αὐτῷ ἀπαλλακτικὸς ὅρκος· ἐὰν δὲ τὸ Εἰρηνοδικεῖον φρονῇ ὅτι κατεστάθησαν σφόδρα πιθανοὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἐνάγοντος καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ τῷ ἐνάγοντι ἀναπληρωματικὸν ὅρκον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἐναγόμενος ῥητῶς ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιβάλλει ἐπακτὸν ὅρκον· διετύπωσε δὲ καὶ τὸ θέμα τοῦ ὅρκου ἐν ταῖς προτάσεσί του, ἀλλ’ ὁ εἰρηνοδίκης ἐπέβαλεν ἀναπληρωματικὸν ὅρκον, τὸν δὲ ἐπακτὸν ἐθεώρησεν ὡς ἀλυσιτελῆ. Παραπονεῖται ὁ ἐναγόμενος κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, καὶ τὸ οὐσιωδέστερον παράπονόν του τὸ διατυπωθὲν ἐν τῇ ἐφέσει εἶναι ὅτι δὲν προετιμήθη ὁ ἐπακτὸς ὅρκος τοῦ ἀναπληρωματικοῦ. Εἰσάγεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν, καὶ τὸ Δικαστήριον σκέπτεται ὡς ἑξῆς· ἐκτιμᾷ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων καὶ ἐξαιρεῖ τινας. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει καὶ μάρτυς, τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις διὰ λόγους, οὓς ὁ νόμος δὲν ἀναγνωρίζει ὡς ἀποτελοῦντας λόγον ἐξαιρέσεως, τὸ Δικαστήριον σκέπτεται οὕτως· ἐπειδὴ ὁ προβαλλόμενος λόγος δὲν εἶναι νόμιμος, δὲν εἶναι ἐξαιρετέος ὁ μάρτυς, καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς βεβαιοῖ ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ζημίας εἶναι δραχμαὶ ἑκατὸν πεντήκοντα, δέχεται τὴν ἀγωγὴν ὡς ἀποδεδειγμένην. Οὐδὲν ἄλλο ἐξετάζει τὸ Δικαστήριον. Περὶ τοῦ ἐπακτοῦ ὅρκου οὐδὲ μνείαν κάμνει· τονίζει δέ, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος λόγος ὑπάρχει ἐν τῇ ἐφέσει, καὶ στηριζόμενον εἰς ἕνα μάρτυρα κατὰ παράβασιν τοῦ δικονομικοῦ κανόνος «εἷς μάρτυς οὐδεὶς μάρτυς» ἐκδίδει ὁριστικὴν ἀπόφασιν· ὑπερβαῖνον δὲ καὶ τὰ ἐσκαμμένα, διότι, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτήσεως κατανεμομένης εἰς πέντε, διότι πέντε ἐδικαιοῦντο νὰ ἀπαιτήσωσι τὸ ποσόν, ὡς ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἐνάγοντος, ἔπρεπε δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐν τῇ ἀγωγῇ ὁμολογίαν τοῦ ἐνάγοντος καὶ νὰ μερίσῃ τὴν ἀπαίτησιν εἰς πέντε, νὰ ἐπιδικάσῃ δὲ τὸ πέμπτον εἰς τὸν ἐνάγοντα, ἐπιδικάζει ἐν τούτοις ὁλόκληρον τὴν ἀπαίτησιν. Ἀπέναντι τόσῳ καταφανοῦς διαγραφῆς τοῦ δικαίου δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν πεποίθησιν πλέον εἰς τὴν εὐθυκρισίαν τῶν δικαστῶν, καὶ πρέπει νὰ εὐρύνωμεν τὰ δικαιώματα αὐτῶν; Ἀτυχῶς τοιοῦτοι δικασταί, εἰς οὓς δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις, εἶναι πλεῖστοι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ περιορίσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι δὲν ἀπηλλάγημεν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τὴν κρατοῦσαν ἐν τῷ παρελθόντι, οὔτε ἐξεκαθαρίσθη ὁ δικαστικὸς κλάδος, οὔτε εἶναι ἐφικτὸν νὰ ἐκκαθαρισθῇ ὡς πρέπει. Ὅθεν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν.
§160Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἐφαρμογὰς τῆς δικαιοσύνης παρατηρεῖται πάντοτε μία σύγκρουσις. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι κάτι τι ἰδεῶδες, εἶναι ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον περισσότερον παντὸς ἄλλου πληροῖ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου· εἶναι φυσικὸν λοιπὸν νὰ ἐπιζητῆται ἡ ἰδεώδης ἐφαρμογὴ αὐτῆς. Ἐκ τούτου θὰ ἦτο θεάρεστον νὰ μὴ δαπανᾷ τις τίποτε, ἵνα εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, οὔτε δι’ αὐτὸν τὸν συνήγορόν του, καὶ νὰ δύναται νὰ κρούσῃ οὐχὶ ἅπαξ τὴν πύλην τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τρὶς καὶ τετράκις. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἰδανικώτερα τῶν πραγμάτων, ὅταν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποστῶσι μίαν ἀβαρίαν, τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνεχθῶμεν ἐνταῦθα, φόβῳ καὶ κινδύνῳ, μήπως οὐδέποτε ἴδωμεν τὴν τελείαν καὶ ἰδεώδη ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ὁ καθορισμὸς ποσοῦ ἀνεκκλήτου ὑπάρχει ἐν πολλαῖς δικονομίαις. Προσφάτως δὲ ἐπὶ νέας Ἐπικρατείας συντασσομένης, τῆς Αἰγύπτου, ἐτηρήθη ὁ ὅρος τῶν 2.200 φράγκων διὰ τὸ ἀνέκκλητον. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐξ ἀρχῆς διετυπώθη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων τῶν δικηγορούντων ἐν Πάτραις καὶ τοῖς λοιποῖς Δικαστηρίοις τοῦ νομοῦ, ὅθεν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι, παρετήρησαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὲς καὶ ἐζήτησαν τροποποίησίν τινα καθ’ ὃν τρόπον περίπου ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος κ. Κασίμης. Καὶ ἡ ἐπιφόρτισις, ἡ σιγὴ τῶν Δικαστηρίων καὶ τὸ ἄπειρον τῶν δικαστῶν, ἂν θέλητε, ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις ἐπιφέρει πολλάκις πλάνας. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐδεχόμεθα τὴν ἰδεώδη ἐκείνην ἀρχήν, τὴν ὁποίαν εἶπον, νὰ εἶναι ἐκκληταί αἱ ἀποφάσεις πάντων τῶν ποσῶν, τότε ἤθελέ τις συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς μὴ μεταβολῆς τοῦ ὑπάρχοντος καθεστῶτος ἢ τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν ἰδεώδη κατάστασιν. Τούτου μὴ ὄντος δυνατοῦ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπέλθῃ μείωσίς τις κατὰ ποσόν, διότι ἄνευ αὐτῆς τρέχομεν ἄλλον κίνδυνον, τοῦ νὰ ἴδωμεν πολλαπλασιαζομένας τὰς ὑποθέσεις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Ἡ ὁδὸς πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον εἶναι ἀποκεκλεισμένη, διότι διὰ ποσὸν 1000 ἢ 1200 δραχμῶν οὐδεὶς διάδικος θὰ θελήσῃ νὰ διακινδυνεύσῃ 400 δρ., αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ συζητηθῇ εὐπρεπῶς μία ὑπόθεσις, δηλαδὴ μετὰ καλοῦ ὑπερασπιστοῦ, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Χρειάζεται τὸ παράβολον, χρειάζεται ἐπίσης τὸ πεντηκοντάδραχμον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ σοφίᾳ του ὁ περυσινὸς νομοθέτης ἔθηκε, τὰ χαρτόσημα, αἱ προτιμήσεις αἱ ἀναγκαῖαι, ἡ ἀμοιβὴ τοῦ δικηγόρου, ἀνερχόμενα εἰς 350 δραχ. Ὑποθέτω ὅτι δυσκόλως θὰ συνέβαινε διάδικος νὰ διακινδυνεύσῃ ποσὸν 350 δραχ. διὰ 1200, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἄλλη συζήτησις ἐνώπιον τοῦ κατ’ οὐσίαν Δικαστηρίου. Ἐγὼ δὲ βλέπω ἐκεῖ τὸν κίνδυνον καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πᾶσα ἀπόφασις ἐκδιδομένη γεννᾷ τὴν δυσφορίαν τοῦ διαδίκου. Ἐκ τούτου βλέπομεν πολλάκις παράπονα τῶν διαδίκων καὶ τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ταυτίζουσι τὸ πρόσωπόν των πρὸς τὸ τῶν διαδίκων τῶν ἐντολέων καὶ τῶν ἐντολοδόχων, κατὰ τῶν δικαστῶν. Τὰ παράπονα γεννῶνται εὐθὺς ὡς ἐκδοθῇ ἀπόφασις, ἥτις ἐκ πλάνης νομιζομένης ἢ ἀληθοῦς ἐπιδικάζει τι εἰς τὸν ἀντίδικον. Ἡ δυσφορία αὕτη, ὅταν γίνηται ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως, ἐκλείπει καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης ἀναλάμπει.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν πληρώνῃ πάλιν, ἡ δυσφορία διπλασιάζεται.
§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δυσφορία, ἂν ἀπολέσῃ καὶ κατὰ τὴν ἔφεσιν. Τότε ἀρχίζει καὶ σκέπτεται καὶ ὁ ἴδιος καὶ ὁ δικηγόρος ὅτι ἴσως ἔχει ἄδικον ὁ πελάτης του καὶ ὄχι ὁ δικαστής. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν δυσφορίαν τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν Δικαστηρίων πρέπει νὰ τὴν μειώνωμεν καὶ ὄχι νὰ τὴν ἐπαυξάνωμεν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ νὰ καταβιβάσητε τὸ ποσόν, μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι τὸ ἀνέκκλητον.
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον προτείνει νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἀνεκκλήτου εἰς χιλίας δραχμάς, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς διακρίσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ εἰσαγάγῃ ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀνέκκλητον τῶν ἀποφάσεων τῶν εἰρηνοδικῶν θὰ ἐπρότεινον νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τῶν 100 δραχμῶν. Δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ γενόμενα ἐν Κρήτῃ, ὅπου ἀπὸ ἑνδεκαετίας ἐκεῖ ἰσχύει τὸ ἀνέκκλητον τῶν ἀποφάσεων τῶν εἰρηνοδικείων μέχρις ἑκατὸν δραχμῶν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο· ἀπὸ ἑνδεκαετίας ἤδη αἱ ὑποθέσεις αἱ μέχρις ἑκατὸν δραχμῶν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου δικάζονται κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν μικροδιαφορῶν, ἡ ὁποία παρέχει τόσην δικαιοδοσίαν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Πλὴν τούτου διὰ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς ὑποθέσεως ὁ δικηγόρος δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ ἀμοιβὴν μεγαλειτέραν τῶν πέντε δραχμῶν. Ὁ εἰρηνοδίκης δύναται ἀκόμη νὰ διατάξῃ τὴν αὐτοπρόσωπον παράστασιν τῶν ἐνδιαφερομένων· δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ αὐτοὺς τούτους τοὺς διαδίκους ὡς μάρτυρας.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§165Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πρώτοις ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅπερ πολλάκις παρετήρησα καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀκόμη δικαστικῶν νομοσχεδίων συζητηθέντων· δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὑπολαμβάνεται ὅτι ὁ Ἀννίβας ἀπειλεῖ τὰς πύλας τῆς Ῥώμης. Ἀφοῦ τέλος πάντων πρόκειται τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ μέγα χρηματικὸν ποσὸν καὶ ἐπεστράτευσεν ἐπιλέκτους νομικοὺς νὰ καταρτίσωσι τοὺς δικαστικοὺς κώδικας, δυνάμει τῶν ὁποίων ὁλοταχῶς θὰ βαδίσωμεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ζημίαι, ἐὰν κρατήσωσιν αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον, διατάξεις, αἵτινες δὲν πιστεύω ὅτι αὐταὶ ἔβλαψαν σημαντικῶς, ἰσχύουσαι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, καὶ διατί κατὰ ἕνα τρόπον, τὸν ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ὠνόμασα καὶ ὑποθέτω ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται καὶ αὖθις νὰ ὀνομάσω ἐμπειρικόν, ἐκλέγομεν διατάξεις ἀπ’ ἐδῶ, διατάξεις ἀπ’ ἐκεῖ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐμπειρικῶς, ἐμπειρικώτατα, συμπτωματικῶς ἐργαζόμενοι, καταρτίζομεν τὸ μέγα καὶ γνωστὸν νομοθετικὸν δικαστικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν νεωτέραν ἀντίληψιν καὶ νομοθετικὴν συνείδησιν τῶν νεωτέρων λαῶν! Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ παρωνυχίδων, πρόκειται περὶ τῆς περιουσίας κυριώτατα τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, πρόκειται περὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου εἰς τὸν πτωχὸν λαόν, περὶ ἐκείνης τῆς ἐργασίας, ἥτις θὰ πείσῃ τοὺς Ἕλληνας πολίτας ὅτι προστατεύονται ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ ἥτις θὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ συναίσθημα τῆς νομιμοφροσύνης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδραιοῦνται τὰ πάντα, ὅλαι αἱ μεταρρυθμίσεις, διότι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτο συναίσθημα νομιμοφροσύνης, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι τοὐλάχιστον μάταια. Ὁ σκοπὸς νὰ ἐπιτευχθῇ ταχύτης εἰς τὴν περάτωσιν τῆς διαδικασίας ἀναμφιβόλως ἐμπνέει καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Βεβαίως τὰ ἰδεώδη εἶναι ἀνέφικτα, καί, ἐπειδὴ εἶναι ἀνέφικτα τὰ ἰδεώδη, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα! νὰ θέσωμεν ἔστω ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου τοὺς διαδίκους, νὰ τοὺς παρατηρήσῃ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἀναλόγως τοῦ χρώματος αὐτῶν νὰ εἴπῃ ἂν οὗτος ἔχει τὸ δίκαιον ἢ ἐκεῖνος. Καὶ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δικάζωνται αἱ μικροδιαφοραί, ὡς δικάζονται εἰς ἄλλην τινὰ χώραν, δυνάμεθα νὰ ἐπαναφέρωμεν κατὰ τὸ 1911 τὸν καδῆν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εὐκολώτατα, Κύριοι· δὲν εἶναι οὔτε εἷς, οὔτε δύο, οὔτε πέντε, οὔτε πεντήκοντα Βουλευταί, οἵτινες δύνανται νὰ φέρωσιν ἀπὸ τοῦ γραφείου των τοῦ δικηγορικοῦ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας μόνον ὁ Θεὸς δύναται νὰ καταστήσῃ δικαστικὰς ἀποφάσεις. Χθὲς μόλις ἀνεγίνωσκον μίαν ἀπόφασιν ἑνὸς ἐμμίσθου παρέδρου. Ἐχρειάσθη νὰ προστεθῇ δεύτερον χαρτόσημον, διὰ νὰ γραφῇ ἡ ἀπόφασις, καὶ εἰς τί νομίζετε ὅτι ἀσχολεῖται; Εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ ἐπὶ τῇ βάσει εἴκοσι, τριάκοντα συγγραφέων, ὅτι δὲν ἰσχύει τὸ δεδικασμένον διὰ τὸν τρίτον, ὅστις δὲν ἦτο διάδικος, καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἀποδείξῃ αὐτό, καὶ παραπέμπει καὶ παραπέμπει καὶ ἔχει λατινικὰς φράσεις καὶ ρήσεις· ἀναφέρει τί λέγει ὁ Βιντσάϊτ καὶ ὁ Ντέρμπουργ καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς, ἀναφέρει Γάλλους, Γερμανούς, Ἀμερικανοὺς καὶ περὶ τῆς ὑποθέσεως οὔτε ἰδέαν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, διότι, ὅταν λάβῃ τὴν δικογραφίαν, ἰδοὺ πῶς σκέπτεται, ὅπερ ἄλλως εἶναι λίαν φυσικόν· «ἰδοὺ στάδιον δόξης· ἐδῶ θὰ ἐπιδείξω τὴν νομικήν μου σοφίαν!»· δὲν λαμβάνει τὸν κόπον, δὲν ἔμαθεν ἀκόμη νὰ ἐρευνᾷ τίς ἔχει τὸ δίκαιον καί, ἀφοῦ εὕρῃ τίς ἔχει τὸ δίκαιον, ἀκολούθως νὰ εὕρῃ πῶς προσαρμόζεται εἰς τοὺς νόμους τὸ πραγματικὸν δίκαιον, διότι οἱ νέοι εἶναι ἄπειροι, εἶναι ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὰς μελέτας των τὰς θεωρητικάς, δὲν προεκλήθη εἰς αὐτοὺς διαφέρον ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι τὰ πράγματα δὲν τὰ εἶδον, δὲν τὰ ἐμελέτησαν ἐπὶ μακρόν, διότι συμφέροντα αὐτοὶ προσωπικὰ δὲν ἔσχον, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχει καὶ ἄλλος κίνδυνος σπουδαιότατος. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἀστικῶν ὑποθέσεων ἀσυγκρίτως, ἀνυπολογίστως τὸ πλεῖστον ἔχουσι συγκεντρώσει ἐλάχιστα δικηγορικὰ γραφεῖα, διότι καὶ ἐπὶ τούτου ὑπάρχει πρόληψις εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, οἵτινες, ὡς ἐκλέγουσι τὸν μέγαν ἄνθρωπον τὸν καταγόμενον ἀπὸ τὴν μεγάλην οἰκογένειαν, ὡς ἐπιζητοῦσι νὰ διορισθῇ εἰς τὴν σπουδαίαν δημοσίαν θέσιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐσπούδασεν εἰς τέσσαρα Κράτη καὶ γνωρίζει ὀκτὼ γλώσσας, οὕτω προλήψεις ἔχουσι καὶ τὰς ὑποθέσεις αὐτῶν ἐμπιστευόμενοι εἰς τοὺς μεγάλους δικηγόρους! Αἱ προλήψεις εἶναι ἀναρίθμητοι καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἐδῶ, λέγω, προλήψεις: «ἔχω τὴν ὑπόθεσίν μου εἰς τὸν μεγαλείτερον δικηγόρον· μοῦ εἶπον ὅλοι ὅτι εἶναι ὁ μεγαλείτερος δικηγόρος». Καὶ ὁ μεγαλείτερος αὐτὸς δικηγόρος οὔτε τὸν διάδικον γνωρίζει, οὔτε τὸν εἶδεν ἴσως ποτέ, οὔτε συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεώς του, οὔτε ἔλαβέ ποτε γνῶσιν ποία εἶναι ἡ ὑπόθεσίς του, οὔτε συνέταξεν ἀγωγήν, οὔτε συνέταξε προτάσεις, οὔτε ἔλαβε γνῶσιν ἂν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις, οὔτε ἐφαντάσθη ποτὲ ποία εἶναι ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας λαμβάνει γνῶσιν τὸ πρῶτον, ὅταν λαμβάνῃ τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ Ἐφετεῖον! Καθ’ ὅλον τὸ λοιπὸν διάστημα τοῦ χρόνου τὴν εἶχεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὸν βοηθόν του. Βοηθὸς δὲ μεγάλου δικηγόρου ἐστὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀσκούμενος δικηγόρος, δόκιμος δικηγόρος. Λοιπὸν ὑποθέσεις χειριζομένας ὑπὸ τοιούτων δικηγόρων, ἀποφάσεις ἐκδιδομένας ὑπὸ τοιούτων δικαστῶν, θὰ τὰς καταστήσητε ἀνεκκλήτους; Πράξατε ὅπως θέλετε, κύριοι Βουλευταί, πράξατε ὅπως θέλετε, διότι βεβαίως πρέπει νὰ προσέξῃ τις μήπως παρενοχλήσῃ τὴν ἀνόρθωσιν, ἀλλὰ δὲν ὠφελεῖτε τὴν κοινωνίαν. Δὲν ἦλθεν ἀκόμη ὁ καιρὸς νὰ σκεπτώμεθα πῶς θὰ καταστήσωμεν ταχυτέραν τὴν δικαιοσύνην· εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄλφα τῆς διορθώσεως τῶν πραγμάτων· πρέπει νὰ φροντίσωμεν, πῶς θὰ καταστήσωμεν ἀσφαλεστέραν δικαιοσύνην, ὄχι ταχυτέραν. Δυστυχῶς δὲν ἦλθεν ἀκόμη ὁ καιρός, ὥστε νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ ταχυτέραν κατὰ πάντα τρόπον δικαιοσύνην. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ταχέως καὶ ὁ καιρὸς οὗτος, ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἀσφαλῶς ἀπονέμηται τὸ δίκαιον. Διότι εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἀπενέμετο ἀσφαλῶς. Διότι εἶναι καὶ μερικὰ ἄλλα πράγματα περίεργα. Διατί τὸ ὅριον τῶν 800; Διατί τὸ ὅριον τῶν 1000; Διατί τῶν 1200; Τὸ θέμα τὸ ἐξήντλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ νὰ τονισθῇ· διατί εἶναι ἀνέκκλητος ἡ ἀπόφασις ἡ ἔχουσα ἀντικείμενον 500 δραχμῶν καὶ ἐκκλητὴ ἡ ἔχουσα ἀντικείμενον 800; Οἱ περισσότεροι εἶναι ἢ δὲν εἶναι οἱ πτωχότεροι; Τοὺς περισσότερους λοιπὸν πολλάκις τοὺς συντρίβει, τοὺς καταστρέφει, τοὺς ἐξολοθρεύει μία ἄδικος ἀπόφασις, ἡ ὁποία καταδικάζει 500 δραχμὰς νὰ πληρώσῃ ἀνεκκλήτως ὁ πτωχὸς ἄνθρωπος.
§166Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τοὺς χειροτερεύει ἡ ἔφεσις.
§167ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοὺς χειροτερεύει; Ἀλλ’ ἠρώτησέ ποτε ὁ κ. συνάδελφος νὰ μάθῃ πόσαι ἐκ τῶν ἐκκαλουμένων ἀποφάσεων ἐπικυροῦνται ὑπὸ τῶν Ἐφετείων καὶ πόσαι μεταρρυθμίζονται;
§168Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ κερδίζων χάνει.
§169ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι, καὶ ὅτε ἐξεδίδομεν τὴν «Δικαιοσύνην», ὅτι πάντοτε παραδοξότητας ἐγράφετε, κύριε Κλάδη, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐγὼ ὑπεστήριξα μέχρι τοῦδε, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὰς παραδοξότητας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ μὴ ὑπάρξῃ παντάπασιν ἀνέκκλητον, νὰ κατέλθωμεν δηλαδὴ καὶ κάτω ἀκόμη τοῦ κειμένου ὁρίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ γνώμη ἡ κυρία εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σπεύδωμεν—ἐργάζεται ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν νέου Κώδικος Πολιτικῆς Δικονομίας—ἂς ἀναμείνωμεν ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη. Δὲν πιστεύω ὅτι θὰ χαθῇ ἡ Ἑλλάς, ἂν μείνῃ ἀνεφάρμοστον μέρος τι ἐκ τοῦ μεγάλου δικαστικοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐπευφημήθη ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων τόσον, ὥστε, καὶ ἂν μείνῃ ἐξ αὐτοῦ μέρος τι, ἡ δόξα θὰ εἶναι πάλιν τόσον μεγάλη εἰς τὸ Ἑλληνικόν, ὅσην δὲν θὰ ἐφαντάζετο κανείς!
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρακτιβάν.
§171Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπὸ θεωρητικῆς ἐπόψεως σοβαραὶ δύνανται νὰ ἐγερθῶσιν ἀντιρρήσεις κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀρχῆς τῶν δύο βαθμῶν τῆς δικαιοδοσίας, διότι δὲν δίδεται ἐπαρκὴς λόγος διατί ἡ ὑπόθεσις θὰ ὑποβάλληται πρότερον εἰς ἀτελέστερον δικαστὴν καὶ κατόπιν θὰ λύηται ὑπὸ τοῦ κατὰ τεκμήριον σοφωτέρου, ἀντὶ ν’ ἀνατεθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν τελευταῖον.
§172ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπὸ δευτέρου δικαστοῦ· αἱ δεύτεραι σκέψεις σοφώτεραι.
§173Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τοὺς δύο βαθμοὺς τῆς δικαιοδοσίας πρὸς πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, ὁ αὐτὸς λόγος συνηγορεῖ, ὅπως ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἀποτελέσῃ τὸν κανόνα, ὅπως πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις ἀπολαύωσι τοῦ εὐεργετήματος τούτου, τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς δικαιοδοσίας. Ἐξαίρεσις δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς ἡμετέρας Δικονομίας ἐπὶ λίαν εὐτελῶν κατ’ ἀντικείμενον ὑποθέσεων. Κατὰ πόσον τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι εὐτελὲς ἢ μή, τοῦτο ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τοὺς ὁμιλήσαντας ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐπιδέχεται ἄλλως τε καὶ συμβιβαστικὴν λύσιν καὶ ὡς τοιαύτην ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξε τὸ ποσὸν τῶν 1000 δραχμῶν. Ἴσως πρέπει νὰ συντελέσῃ εἰς μείωσιν τοῦ ὁρίου τοῦ ἀνεκκλήτου τῶν εἰρηνοδικειακῶν ἀποφάσεων ἡ γνώμη τῶν ἡμετέρων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μείζονας ἐμοῦ δοσοληψίας μετὰ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης καὶ ἰδιαιτέρως τῶν βιούντων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσω κυρίως, εἶναι τὸ ἀνέκκλητον τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς πραγματικὰς ἀγωγάς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται ἐν τῇ Δικονομίᾳ ὡς ὅριον τὸ εἰσόδημα τῶν 25 δραχμῶν ἀναβιβαζόμενον ἤδη εἰς 60. Ἐγεννήθη ἡ ἀπορία τί γενήσεται ἐπὶ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποφέρουσιν εἰσόδημα καὶ ἔχουσιν ἀξίαν πολλαπλασίαν.
§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐλύθη αὐτό.
§175Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι παγίως ἐλύθη ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον πρόκειται ὅμως νὰ ψηφίσωμεν ἐκ νέου τὴν διάταξιν, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ χάσμα.
§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον παγία καὶ ἀναμφισβήτητος ἡ λύσις, ἥτις ἐδόθη, ὥστε ἀρκεῖ μία δήλωσις.
§177Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ πραγματικαὶ ἀγωγαί, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ ἕνεκα τῶν ἐγειρομένων δυσχερειῶν πρέπει νὰ ἐπιδέχωνται ἀπολύτως τὴν ἔκκλησιν.
§178Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσηγεῖσθε κατάργησιν τῆς διατάξεως;
§179Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα. Ὁ λόγος τοῦ ἀνεκκλήτου εἶναι ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ συντόμευσις τῶν δικῶν καὶ ἀντὶ τούτου γεννῶνται ἀμφισβητήσεις ἂν τὸ κτῆμα δίδει εἰσόδημα 25 δραχμῶν, διὰ νὰ κριθῇ τὸ ἐκκλητὸν ἢ μή, καὶ οὕτως ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ ἀμφισβητήσεις ἀντὶ νὰ περιορισθῶσιν.
§180Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε πολλὰς τοιαύτας ἀμφισβητήσεις;
§181Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πολλάκις ἐγένοντο.
§182Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ δεκαετίαν ἅπαξ.
§183Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δύναται ἀντιθέτως νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ ἐναγόμενος ὅτι ὁ ἐνάγων ἐμείωσεν ἀπὸ σκοποῦ τὴν ἀπαίτησίν του κατὰ τὸ εἰσόδημα, διὰ νὰ στερήσῃ τὸν ἐναγόμενον τοῦ ἐνδίκου μέσου.
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποφύγητε.
§185Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν διάταξιν, πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι τὸ εἰσόδημα δέον νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰς 50 δραχμὰς (ἀντὶ τῶν 60, διὰ νὰ ἔλθωμεν ἐν ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς τὴν ἑτέραν γενομένην μείωσιν) καὶ προσέτι ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸ κτῆμα ἀξία νὰ εἶναι ἥττων τῶν 1000 δραχμῶν.
§186Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ αὐτό.
§187ΑΝΤ. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Οἱ ὁμιλήσαντες, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνήκουσιν εἰς δύο τάξεις· εἰς τὴν πρώτην, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη κατὰ πάσης αὐξήσεως, καὶ εἰς τὴν δευτέραν, ἡ ὁποία παρεδέχθη νὰ γίνῃ αὔξησις, ἀλλ’ ὅτι τὸ ποσὸν πρέπει νὰ μειωθῇ κάτω τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένου. Οἱ ὁμιλήσαντες κατὰ πάσης τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου ὄχι μόνον δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς σημερινὰς ἀτομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἀλλά, νομίζω, οὔτε εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἐπιθυμίας τῶν διαδίκων. Δὲν μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωσιν ἀνώτερον Δικαστήριον εἰς τὸν τόπον αὐτῶν· μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία περὶ τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ πάσης αὐξήσεως, ἐνῷ δὲν ἔχουσι τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωσιν ἀνώτερον Δικαστήριον εἰς τὸν τόπον αὐτῶν, διότι, ἂν ἤθελον νὰ μεταφέρωσι τί ἐπιθυμεῖ ἡ συνείδησις τῶν διαδίκων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἔλεγον ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ἐπιθυμεῖ, ὅπως ὑπάρχῃ ποσοστὸν μεγαλύτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἤδη ἐν τῇ Δικονομίᾳ, ὅπως τὰ Δικαστήρια δικάζωσιν ἀνεκκλήτως, ἵνα παύσωσι ταχέως ἅπαξ διὰ παντὸς τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, εἴτε εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ εἴτε ἐν τῷ ἀδίκῳ. Οἱ πλεῖστοι τῶν διαδίκων θέλουσιν, ὅπως τερματίζηται ἡ δίκη, εἰ δυνατόν, ἐν τῷ πρωτοδίκῳ Δικαστηρίῳ, ἵνα μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφεύγωσιν εἰς ἀνώτερον Δικαστήριον καὶ καταναλίσκονται εἰς δαπάνας καὶ εἰς πολυχρονίους καὶ ἀτελευτήτους δίκας διὰ μικρὰ ποσά, διότι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν δικῶν προέρχονται ἐκ στρεψοδικίας, ἣν κατὰ μέγα μέρος ὑποβοηθεῖ καὶ ἡ Δικονομία ἡμῶν. Ὅταν δὲ πειρᾶταί τις, ὅπως βελτιώσῃ τὰ τῆς δικαιοσύνης, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀρχίσῃ τῆς βελτιώσεως καὶ ἀπὸ τῆς ἐκδικάσεως ἀνεκκλήτως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν διαδίκων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι μετὰ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου ὡς εἰσακτέαν εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν, τῆς αὐξήσεως δηλαδὴ τοῦ ποσοῦ εἰς χιλίας δραχμάς, ἡ διάταξις αὐτὴ φρονῶ ὅτι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς σήμερον κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ ὑλικὰς προόδους καὶ τὰς βελτιώσεις, αἵτινες ἐπηνέχθησαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἐν σχέσει μὲ τὸ προσωπικὸν τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ὑπάρχοντος ἐγγεγραμμένου ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται τὴν ἀρχήν. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἀ. Παπαναστασίου, Θρ. Πετμεζᾶ, Θ. Κουτούπη, Π. Ἀραβαντινοῦ, Ἀ. Χριστίδου, Εὐστρ. Κουλουμβάκη, Λ. Κογεβίνα, Χ. Πετρέα, Π. Ἠλιοπούλου καὶ Ἀ. Βαλσαμάκη περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἄρθρου. Συναινεῖ ἡ Βουλή, ὅπως ἡ ψηφοφορία ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8 καὶ 25′ μ. μ.).