1911.05.15
3.011 στίχοι · 22.793 λέξεις · 307 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 90.
Τῆς 15ης Μαΐου 1911.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 10 καὶ 45′ π. μ., παρόντων 178 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κάτοικοι Ἀμαλιάδος πληρώσαντες φόρον οἰκοδομῶν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τούτου ζητοῦσι νὰ τοῖς ἐπιστραφῇ οὗτος· 2) Ὁ λαὸς Ἀγρινίου συγχαίρει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια καὶ ἰδίᾳ διὰ τὸ περὶ τοκογλυφίας· 3) Οἱ κάτοικοι Καρουσάδων ἐξαιτοῦνται ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου τῶν κυρίων Βουλευτῶν Κερκύρας· 4) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Καρδίτσης αἰτοῦνται τὸν μετριασμὸν τῆς ποινῆς των κατὰ τὸ τρίτον· 5) Οἱ κάτοικοι Πορταριᾶς αἰτοῦνται, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ἐπὶ δύο μῆνας ἀπόσταξις τῶν στεμφύλων μέχρι τῆς λήψεως ὁριστικοῦ μέτρου· 6) Οἱ κάτοικοι Ἄνω Βόλου ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ἀπόσταξις τῶν στεμφύλων μέχρι τῆς λήψεως ὁριστικοῦ μέτρου· 7) Ὁ σύλλογος τεχνιτῶν Πύργου «Ὁμόνοια» ζητεῖ ἐπιψήφισιν τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας· 8) Οἱ κάτοικοι Ῥαχτάδων ἐξαιτοῦνται ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου τῶν κυρίων Βουλευτῶν Κερκύρας· 9) Ὁ σύλλογος τῶν ἐν Λαμίᾳ ξυλουργῶν παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἐργατικὴ νομοθεσία, ἀποδεχομένης τῆς Βουλῆς τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἐργατικοῦ κέντρου Ἀθηνῶν· 10) Οἱ κάτοικοι Πειραιῶς αἰτοῦνται ἐπιψήφισιν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν φρονοῦσιν ὅτι θέλει ἐπέλθει δικαστικὴ ἀνόρθωσις· Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κουλουμβάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 104 τοῦ Συντάγματος. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀναφορῶν κύριοι Βουλευταί, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ, πρῶτον νὰ καταρτίσω ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων», διότι περὶ τούτου δὲν μοὶ ἔχει ἔτι δοθῆ ἐξουσιοδότησις. Δεύτερον, κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ κτιρίου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, παρίσταται ἀνάγκη νὰ γίνῃ μελέτη τις περὶ τῆς διευθετήσεως τοῦ χώρου τοῦ Βουλευτηρίου τοῦ κενωθησομένου ἐκ τῆς μεταθέσεως τῆς Βιβλιοθήκης εἰς τὸ νέον κτίριον. Καὶ ναὶ μὲν τὸ κτίριον αὐτὸ ἔχει ἀνάγκην δεκαμήνου διὰ νὰ περατωθῇ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἡ μελέτη ἐγκαίρως, καὶ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη τῶν φώτων τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἡ μελέτη θὰ περιορισθῇ εἰς τὴν διασκευὴν τοῦ κενωθησομένου χώρου καὶ τὸν προορισμὸν τῶν κενωθησομένων δωματίων, νομίζω δὲ ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ συνόλου τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μόνον. Δέον ἐπίσης ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς μεγάλου ἀριθμοῦ διπλῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσι χῶρον χωρὶς νὰ εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ γίνῃ εἷς ἔλεγχος καὶ ἐκκαθάρισις αὐτῶν τῶν βιβλίων. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν τριῶν αὐτῶν ἐπιτροπῶν, τῆς μιᾶς διὰ τὴν μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων, τῆς ἑτέρας διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ κενωθησομένου χώρου καὶ τῶν δωματίων τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τῆς τρίτης διὰ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἐκκαθάρισιν τῶν βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης. Δέχεται ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§4ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ προταχθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν ποτοποιῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ πρωιναὶ συνεδριάσεις ἔχουσι διατεθῆ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀναφορῶν, διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ λάβῃ ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ γνῶσιν τῶν παραπόνων τῶν ἀναφερομένων. Ἄν τώρα διαθέσωμεν τὰς πρωινὰς συνεδριάσεις διὰ τὸ ζήτημα τῶν ποτοποιῶν, κινδυνεύομεν πάλιν νὰ ἴδωμεν τὰς ἀναφορὰς ἀνερχομένας εἰς 180, χωρὶς νὰ ἐξαντληθῇ ποτὲ ἡ περὶ αὐτῶν Ἡμερησία Διάταξις. Ἐγὼ προτείνω τὸ ἑξῆς: τὴν προσεχῆ Πέμπτην νὰ διατεθῇ ὁλόκληρον τὸ ἀπόγευμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῶν ποτοποιῶν καὶ νὰ ἐξαντληθῇ αὕτη συγχρόνως.
§6ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἑπομένως ἤρχετο ἡ σειρὰ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ποτοποιῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι, ἀλλ’ οὐχ ἧττον κάμνω τὴν πρότασιν αὐτὴν ῥητῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπόγευμα τῆς προσεχοῦς Πέμπτης νὰ διατεθῇ διὰ τὸ ζήτημα τῶν ποτοποιῶν· ἂν τὴν Πέμπτην δὲν γίνῃ συνεδρίασις λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ τῆς ἡμέρας, ὁ ἔλεγχος θὰ γίνῃ τὴν Παρασκευήν. Ἀλλά, Κύριοι, σᾶς κάμνω τὴν σύστασιν ὅτι κινδυνεύουσι τὰ ζητήματα τῆς Προνομιούχου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ποτοποιῶν ἀφ’ ἑτέρου νὰ γίνωσιν ἀναγνώσματα, ὡς διεξάγεται ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Διὰ τοῦτο συνιστῶ, ὅπως σήμερον τὸ ἀπόγευμα περατωθῇ ἡ συζήτησις τῆς Προνομιούχου, τὴν Πέμπτην δ’ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τῶν ποτοποιῶν καὶ περατώσωμεν ταύτην μὲ τέλος τῆς συνεδριάσεως, διότι οὕτω θὰ προβῶμεν περαιτέρω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες ἄλλως ἅπασαι μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Λοιπὸν δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ οἰνοπνεύματος τὴν Πέμπτην τὸ ἀπόγευμα;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ συγχρόνως καί τι ἕτερον· ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ, ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ τῆς Προνομιούχου, δηλαδὴ ἑκάστου Βουλευτοῦ ὁμιλοῦντος εἴκοσι λεπτὰ τῆς ὥρας, διότι εἶναι ἐγγεγραμμένοι τεσσαράκοντα νὰ ὁμιλήσωσι.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦ οἰνοπνεύματος ἔχομεν πάντες μείνει σύμφωνοι, οὐδὲ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξαιρουμένου. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν πρότασιν, νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις τὴν Πέμπτην.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασιν, νὰ τὴν ὑποβάλητε τὸ ἀπόγευμα, μένοντες σύμφωνοι μετὰ τῶν ἐκ Πελοποννήσου κυρίων Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἀφήσατε ν’ ἀκουσθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ τοῦ κόσμου, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὔτε ἡ συζήτησις τῶν ποτοποιῶν θὰ γίνῃ οὔτε τῆς Προνομιούχου.
§13Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Μὴ θυμώνετε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θυμώνω. Ἐγὼ θὰ παρίσταμαι ἐδῶ εἴτε περὶ ἀναφορῶν εἴτε περὶ ποτοποιῶν πρόκειται. Ἀλλὰ ὑμεῖς θὰ συζητῆτε περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων μέχρι τῆς μεσημβρίας, χωρὶς νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸ θέμα. Ἐὰν ἔχητε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν ἄνευ συζητήσεως, τὸ ἀπόγευμα δύνασθε νὰ τὴν ὑποβάλητε. Ἐπαναλαμβάνω· εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κ. Λαζαρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§15Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Λίαν εὐλόγως ἀλλὰ καὶ δικαίως, κύριοι Βουλευταί, οἱ κάτοικοι τῆς Ἀραχώβης συνελθόντες πρὸ καιροῦ ἐν πανδήμῳ συλλαλητηρίῳ ἐζήτησαν, ὅπως ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἰδίως ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις λάβῃ μέριμναν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀραχώβης μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον συναντᾶται μετὰ τῆς ὁδοῦ τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ, τοῦ ἀπὸ Λεβαδείας δηλαδὴ μέχρι Διστόμου. Τὸ τμῆμα τοῦτο, ἀποστάσεως δέκα χιλιομέτρων, εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀναγκαῖον, ὥστε τὰ μέγιστα συμβάλλει καὶ εἰς τὴν ἐμπορίαν καὶ εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν, καθόσον οἱ περιηγηταὶ ἐρχόμενοι σιδηροδρομικῶς μέχρι τοῦ Λέοντος τῆς Χαιρωνείας θὰ δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἐκεῖθεν δὲ διὰ τῆς Ἀραχώβης διερχόμενοι νὰ κατέρχωνται καὶ πρὸς τοὺς Δελφούς, καὶ εἶτα εἰς τὴν Ἰτέαν πρὸς περιήγησιν ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς αὕτη ἔχει καὶ τὴν ἄλλην, ὡς εἶπον ὑμῖν, σπουδαιότητα, τὴν σπουδαιότητα δηλονότι τὴν ἐμπορικήν, καθόσον θὰ συνδέσῃ δύο ἐπαρχίας, τὴν τῆς Λεβαδείας μετὰ τῆς ἐπαρχίας Ἀμφίσσης, θὰ συνδέσῃ τουτέστι τὴν ἀνατολικὴν μετὰ τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχουσι βεβαίως σημεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξηγήσω, ἀλλὰ τὰ σημεῖα ταῦτα δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀναστείλωσι πᾶσαν ἐνέργειαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης. Λέγω μόνον ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι δέκα χιλιομέτρων καὶ θὰ δύναται εὐκόλως νὰ συγκοινωνῇ ἡ ἐπαρχία Λεβαδείας μὲ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀμφίσσης. Ὅπως δὲ γνωρίζετε, ἡ ἐπαρχία Ἀμφίσσης εἶναι ἐλαιοπαραγωγὸς χώρα, ἡ δὲ ἐπαρχία Λεβαδείας μᾶλλον σιτοπαραγωγὸς καὶ βαμβακοπαραγωγός, καὶ οὕτω θὰ δύναται διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης πᾶς ἔμπορος τῶν μερῶν τούτων, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς ἐμπορικὰς σχέσεις ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἀμφίσσης καὶ Λεβαδείας, νὰ συγκοινωνήσῃ πάντως διὰ τοῦ τμήματος τούτου τῆς ὁδοῦ Ἀραχώβης. Δὲν εἶναι δὲ καὶ μέγιστον τὸ χρηματικὸν ποσόν, ὅπερ θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τμήματος τούτου, διότι πρόκειται περὶ δέκα χιλιομέτρων ὡς ἔγγιστα. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ ἐξηγήσω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κατασκευῆς, ἀλλὰ περὶ συμπληρώσεως τῆς ὁδοῦ ἀρχομένης ἀπὸ σημείου τινὸς τῆς ὁδοῦ τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ, ὅπερ ὀνομάζεται Στενή, καὶ φθανούσης μέχρι τοῦ σημείου, ἔνθα ἔχει κατασκευασθῆ ἤδη ἓν τμῆμα τῆς ὁδοῦ τῆς Ἀραχώβης τὸ ἐπεκτεινόμενον πρὸς τὴν Λεβάδειαν. Διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου δὲν ὑπάρχουσι μεγάλα τεχνικὰ ἔργα καὶ ἐκβραχισμοί, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον μεγάλας δαπάνας.
§16Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ὅπως καὶ ἀπὸ Ἀραχώβης μέχρις Ἰτέας.
§17Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ἀπὸ Ἀραχώβης μέχρις Ἰτέας ὑπάρχει ἡ ὁδός. Εἶναι δὲ ἡ ὁδὸς αὕτη οὔτε ὀκτώ, οὔτε δέκα, οὔτε δώδεκα μέτρων πλάτους, ἀλλὰ μόνον πέντε. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ μέριμναν περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καθόσον οἱ Ἀραχωβῖται, καίπερ καταβάλλοντες ἀγογγύστως πάντας τοὺς φόρους αὑτῶν, ἐν τούτοις στεροῦνται τοῦ στοιχειώδους μέσου τῆς συγκοινωνίας, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται καὶ αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι τῆς Ἀμφίσσης καὶ τῆς Λεβαδείας νὰ συγκοινωνήσωσιν οὐδαμῶς ἄνευ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ ὁ ἀρχαιολογικὸς σκοπὸς τῶν περιηγητῶν μεγάλως συμβάλλει πρὸς τὴν κατασκευὴν τούτου. Σᾶς βεβαιῶ δ’ ὅτι τὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον θὰ κάμῃ τις ἀπὸ τοῦ Λέοντος τῆς Χαιρωνείας ἀναχωρῶν καὶ μέσῳ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ διερχόμενος, ἐκεῖθεν δὲ διὰ τῆς Ἀραχώβης εἰς τοὺς Δελφοὺς μεταβαίνων, πάντως ὀλιγώτερον χρόνον ἀλλὰ καὶ χρῆμα θὰ δαπανήσῃ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θανόπουλος «ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν συγγενῶν τῶν ἐπιτυχόντων ἀξιωματικῶν διὰ τὴν σχολὴν κατὰ τὸ ἔτος 1910–1911».
§19Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀναστέλλω ἕως ὅτου ἔλθῃ, διὰ νὰ τελειώνωμεν σήμερον.
§21Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν τὴν ἔχω ἀπασχολήσει ποτὲ ἐπὶ ἀναφορῶν, ἐὰν εὐηρεστεῖτο νὰ προετάσσετο ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 57 τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ τῶν ἐξ Αἰγίου ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου αἰτούντων ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως φόρων, ἡ ὁποία βεβαίως ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποσχεθῆ νὰ ὑποβάλῃ περὶ διακανονισμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν εἰς τὸ Δημόσιον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρόταξιν; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ὅμως προηγεῖται. Ἀπών. Ὁ κ. Δογάνης. Ἀπών. Ὁ κ. Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§23Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑπεβλήθη τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ ἐξ Αἰγίου, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται οἱ ἐκεῖ κάτοικοι διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐηρεστεῖτο, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ ἔκαμνε δηλώσεις πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν καὶ κατὰ πόσον θὰ ὑποβληθῇ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπασχολεῖ σπουδαίως ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οὐδεὶς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους τοῦ Δημοσίου, διότι ἄλλως τὸ Κράτος βεβαίως δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ. Πᾶς πολίτης ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ. Βεβαιῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι εἶναι πάντες πρόθυμοι νὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ μὲ τὴν κατάστασιν, ἣν ἔφερεν ἡ κρίσις τῆς σταφίδος, ἔχει συσσωρευθῆ τοιοῦτον ποσὸν παλαιῶν χρεῶν, ὥστε καθεὶς ὀρρωδεῖ νὰ μεταβῇ νὰ πληρώσῃ τὰ αἰτούμενα γνωρίζων ὅτι μένει ὄπισθέν του μὲ τόκον 20% καὶ τὰ πρόσθετα ὁλόκληρος περιουσία, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸν καταδιώκωσιν. Ἐὰν ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν αὐτῶν, τὸ μὲν Δημόσιον θὰ ὠφεληθῇ, διότι πάντες θὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των, οἱ δὲ πολῖται θ’ ἀπαλλαγῶσι τῶν φόβων τῶν διαρκῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων πιέζονται, καὶ διὰ τοῦτο καθυστεροῦσι καὶ τοὺς νῦν φόρους καὶ τοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, φοβούμενοι τὴν καταδίωξιν διὰ τὰ παλαιὰ χρέη.
§24Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, καθόσον εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας, ἀλλὰ σχεδὸν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι γενίκευσιν. Πρόκειται περὶ Αἰγιαλείας.
§26Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων. Μολονότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ διακανονίζῃ τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη τῶν πολιτῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας θὰ ἐπεμελοῦντο τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων μόνον τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ ἑνὸς ἔτους ἐκ τῶν ὀφειλομένων, ἐν τούτοις τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς ἐξουσίας παραβαίνοντα τὴν ἐπίσημον ταύτην διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐξακολουθοῦσι νὰ πιέζωσιν εἰς μέγαν βαθμὸν τοὺς ὀφειλέτας, καὶ νὰ ζητῶσι πάντας τοὺς καθυστερουμένους φόρους καὶ μάλιστα εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχήν, ὅπου δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οἱ πολῖται νὰ καταβάλωσι τοὺς φόρους των, ἐνῷ διαφέρουσι τὰ πράγματα, ὅταν ἀρχίσῃ ἡ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν κατὰ μῆνα Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον. Πάντως ὅμως θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη· νὰ δώσῃ διαταγὰς εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ὅπως παύσῃ περαιτέρω ἡ ἀπηνὴς αὕτη καταδίωξις τοῦ Δημοσίου μέχρι τουλάχιστον τοῦ Σεπτεμβρίου, ὅτε θὰ εἶναι τουλάχιστον εἰς θέσιν οἱ πολῖται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των.
§27Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ τῶν ἐξ Αἰγίου ὀφειλετῶν, συμπίπτει πρὸς τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 37 νομοσχέδιον τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν νομοθετικῶν ἔργων.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἀντικείμενον συζητήσεως εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 57 ἀναφορά. Σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσητε ἐπ’ αὐτοῦ.
§29Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγω αὐτὸ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἤθελον παρακαλέσει αὐτόν, ὅπως δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ταχέως θὰ μεριμνήσῃ καὶ θὰ φέρῃ ἴδιον νομοσχέδιον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρασκευάζει τοιοῦτον.
§31Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε, κύριε Πρόεδρε; Εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν ἢ τῆς διαλύσεως, ὡς λέγουσι, τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις αὕτη ἀφ’ ἑνὸς ἀσφαλίζει μίαν δόσιν τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ προσοχὴ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας δυνάμεως, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀσχολοῦνται πρὸς καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν, θὰ στραφῇ μόνον πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα αὐτό, καθόσον τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας δυνάμεως ἀσχολοῦνται σήμερον μόνον περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§33Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑπῆρξε πάντοτε εὐπειθὴς ὁ λαὸς εἰς τὰ παραγγέλματα τῆς Πολιτείας· ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐσχάτως εὑρέθη εἰς οἰκονομικὴν στενοχωρίαν καὶ παρηγγέλθησαν τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας δυνάμεως ν’ ἀσκήσωσι πᾶσαν πίεσιν ὁπωσδήποτε πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνίστα εἰς τοὺς ταμίας τουλάχιστον διὰ τοὺς δύο μῆνας τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ σταφιδοπαραγωγῆς ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν, διότι δὲν ἀρκεῖ ὅτι τοὺς καταδιώκουσιν ἀμειλίκτως, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι τὸ ἑξῆς: προσέρχονται εἰς τοὺς εὐπόρους, ζητοῦσιν ὁπωσδήποτε νὰ πληρώσωσι καὶ τοῖς λέγουσι «πηγαίνετε εἰς τὴν ἀνόρθωσιν», διότι ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσι, θὰ εἶναι ὁ ἐργατικὸς κόσμος. Μὴ περιμένετε ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Οἱ ἄλλοι τοὺς πλούτους τοὺς ὑπόπτους ἐδημιούργησαν ἀπὸ τὴν συναλλαγήν, ἀπὸ τὴν φατρίαν, ἀπὸ τὴν ἰσχὺν τῶν κομμάτων. Λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς μὴ περιμένετε τίποτε. Νὰ περιμένητε ἀπὸ τοὺς τιμίους ἐργατικούς (χειροκροτήματα). Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἔδειξε μέριμναν ὑπὲρ τοῦ τόπου τούτου, νὰ λάβῃ μέριμναν.
§34Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ εὐχαρίστως προβαίνω εἰς τὰς ἑξῆς δηλώσεις. Ἀνέβαλλον ἐπ’ ὀλίγον τὴν ὑποβολὴν σχεδίου νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ καταρτισθῇ τοῦτο μεμελετημένον καὶ ἀρτιώτερόν πως τῶν νόμων, τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὸ παρελθόν, οἵτινες οὔτε τὸν ὀφειλέτην οὔτε τὸ Δημόσιον ὠφέλησαν. Ἐπανειλημμένως ἐψηφίσθησαν νόμοι περὶ ἀνανεώσεως χρεῶν καὶ νόμοι παρατείνοντες τὰς προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως καὶ ὅμως οἱ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦσι ταὐτὰ σχεδὸν νὰ ὀφείλωσι, διότι οὐδὲν σχεδὸν μέτρον εἶχε ληφθῇ, ἵνα πραγματικῶς ἀνανεώσωσιν οἱ ὀφειλέται τὰ χρέη των καὶ ἀποτίσωσιν αὐτά. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω, θὰ λαμβάνηται πρόνοια, ὅπως καὶ οἱ φορολογούμενοι ἀληθῶς ἐλαφρυνθῶσι καὶ τὸ Δημόσιον εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα. Ἐνόσῳ ὅμως δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίαν εἰσπρακτορικὴν καὶ ταμιακὴν κατάλληλον δὲν δύναμαι νὰ ὑποσχεθῶ εἰς τοὺς φορολογουμένους ὅτι τοιαῦτα μέτρα θὰ εἶναι εὐεργετικὰ αὐτοῖς. Διὰ τοῦτο ἀνέβαλον τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν, ἵνα συγχρόνως αὐτῷ ὑποβάλω μέτρα περὶ βελτιώσεως τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν εἰσπρακτόρων, οὕτως ὥστε οἱ εἰσπράκτορες εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι ὄργανα χρήσιμα, ὄργανα τὰ ὁποῖα θὰ βοηθῶσι τοὺς φορολογουμένους εἰδοποιοῦντες αὐτοὺς τί ὀφείλουσι νὰ καταβάλωσι καὶ πότε ὀφείλουσι νὰ τὸ καταβάλωσι καὶ ὄχι νὰ μεταβαίνωσιν ἐπὶ τόπου, μόνον ὅταν ἔχωσι τὰ ἐντάλματα συλλήψεως εἰς χεῖράς των. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἕτοιμα καὶ θὰ ὑποβληθῶσιν, ὡς ἐλπίζω, λίαν προσεχῶς. (Χειροκροτήματα).
§35Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εἴσπραξις γίνεται διὰ πάντας τοὺς κατοίκους καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσι πάντες. Εἶναι δίκαιον ν’ ἀναβληθῇ ἡ εἴσπραξις μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, ὁπότε θὰ γίνῃ ἡ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν.
§36Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τιμωρῶν τὴν εἴσπραξιν τόκων ἄνω τῶν 10%, νομίζω ὅτι εἶναι ἤδη ἐγκληματικὴ ἡ ἀξίωσις τοῦ Δημοσίου νὰ ἐπιμένῃ εἰς εἴσπραξιν πλέον τῶν 10%. Παρακαλῶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν πολιτῶν.
§37Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ καταδίωξις εἶναι ἀμειλικτοτέρα καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐξόντωσις εἶναι μεγαλειτέρα καὶ ἡ ὑπονόμευσις περισσοτέρα, διότι οἱ εἰσπράκτορες ἀνήκουσιν εἰς τὸν παλαιὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ θέλουσι τὴν ἐξόντωσιν ἐκείνων, ὁποῖοι φωνάζουσιν ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως.
§38Γ. ΠΩΠ. Ἐπί τινος ἐπείγοντος ζητήματος, κ. Πρόεδρε, θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συναινέσῃ ἡ Βουλή.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§41Γ. ΠΩΠ. Ἐξ ἰδιωτικῶν πληροφοριῶν καὶ ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ ἐν Λευκάδι εὑρισκομένου συναδέλφου κ. Βάρθη, πληροφορούμεθα ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἐν Λευκάδι ἀπόρων εἶναι οἰκτροτάτη. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματός του ὁ συνάδελφος κ. Βάρθης ζητεῖ τάχιστα νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς ἀπόρους, οἵτινες ὑφίστανται δεινὰ μαρτύρια. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀναμφιβόλως θὰ ἔχῃ ὁμοίας πληροφορίας, ὅπως τηλεγραφικῶς σπεύσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἰδιαίτατα δὲ τοὺς ἀτυχεῖς Λευκαδίους.
§42ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ πληροφορίαι αἱ ἐπίσημοι δὲν φαίνονται νὰ εἶναι κατὰ πάντα σύμφωνοι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας διαβιβάζει τὸ τηλεγράφημα. Ἐγὼ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εἶχον τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Λευκάδος ζητοῦντος τὴν ἄμεσον ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν νομάρχην νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Μολονότι δὲν φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀμέσου ἀρωγῆς τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ἧττον ἐζήτησα νὰ μὲ πληροφορήσωσι τηλεγραφικῶς ἂν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη.
§43Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον προσθέσει ἀκόμη ὅτι ζητοῦσι τὴν σύστασιν τοπικῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προβῇ εἰς τὴν διανομὴν οἱουδήποτε βοηθήματος. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νοταρᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ψηφίσματος τοῦ δήμου Τρικάλων τῆς Κορίνθου.
§45Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Πρόκειται περὶ ψηφίσματος τοῦ δήμου Τρικάλων τῆς Κορινθίας, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσωσιν, ὅπως κατασκευασθῇ ὁδὸς ἀπὸ Ξυλοκάστρου ἢ Ῥίζης μέχρι Ζούγρας τῶν Τρικάλων. Διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης μεγάλως θὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι εἶναι ἡ μόνη περίστασις, καθ’ ἣν δύναται νὰ γίνῃ κάτι, δεδομένου ὅτι κατέρχονται διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς περὶ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν σταφιδοκάρπου.
§46ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τὰ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πολὺ καλά, διότι εἶναι ἀπὸ ἐκεῖ.
§47Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἀφ’ ἑτέρου ἐσκόπουν νὰ διερμηνεύσω τὰς γνώμας τῶν συμπολιτῶν μου, οἵτινες θέλουσι νὰ κηρυχθῇ ἡ Ἑνιαία ἔκπτωτος, περὶ οὗ καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ παροῦσα στιγμὴ δὲν εἶναι κατάλληλος.
§48Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμπρά.
§49Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ὀργανώσῃ ὑπηρεσίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐλέγχηται ἡ Ἑνιαία, δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ καὶ ὑποθέτω ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε διὰ τῆς ὀργανώσεως ὑπηρεσίας, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Ἑνιαίαν καὶ ἀπαλλάξωμεν τοὺς παραγωγοὺς ἀπὸ τὴν Λερναίαν αὐτὴν Ὕδραν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§51Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δῆμος Τρικάλων τῆς Κορινθίας εἶναι σχεδὸν ἀπόκληρος τῆς ἄλλης κοινωνίας. Καὶ προχθὲς ὡμιλήσαμεν ἐν ἐκτάσει περὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσι τοὺς κατοίκους Τρικάλων τῆς Κορινθίας. Καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι πλὴν τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἐλπίζω νὰ γίνῃ, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει πεισθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ καὶ τηλεφωνικὴ γραμμή, ἡ ὁποία νὰ συνδέσῃ τὸ Ξυλόκαστρον μετὰ τῶν Τρικάλων, τούτου δὲ γενομένου θέλουσιν ὁπωσδήποτε ἀνακουφισθῆ τὰ χωρία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στεροῦνται πάσης συγκοινωνίας.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§53Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Τὰ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παράπονα εἶναι εὔλογα, διότι ἡ κωμόπολις Τρικάλων τῆς Κορινθίας ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἑπτακοσίας οἰκογενείας, ἦτο δ’ ἄλλοτε ἕδρα Ἐπισκόπου καὶ ὑποδιοικήσεως. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας ὑπάρχουσι δύο ἕτεραι κωμοπόλεις, ἤτοι ἡ Καρυὰ καὶ ἡ Γελλήνη, αἵτινες ἀποτελοῦνται ἐκ τετρακοσίων οἰκογενειῶν ἑκάστη καὶ αἵτινες στεροῦνται καθ’ ὁλοκληρίαν ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας, διότι ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ἔχουσι συγκοινωνίαν ταχυδρομικὴν μόνον τὰ Τρίκαλα, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἦσαν καὶ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα τῶν ὀρεινῶν κωμοπόλεων, κινδυνεύουσι νὰ ἐρημωθῶσιν ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῆς εἰρηνοδικειακῆς ἕδρας καὶ τῆς ἐμπορικῆς πανηγύρεως. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὰ Τρίκαλα παράγουσι καὶ σταφιδόκαρπον 2,000,000 λίτρων καὶ διὰ πάντας αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπιβάλλεται ἡ σύστασις καὶ κατασκευὴ τηλεφωνικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία ἄλλως τε δὲν ἀπαιτεῖ καὶ μεγάλην δαπάνην.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§55Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 35 ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Σκλαταίνης τοῦ δήμου Γόμφων τῆς Καρδίτσης. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρόταξιν τῆς αἰτήσεως ταύτης, διότι ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τὸν διωγμόν, ὃν ὑφίστανται διάφοροι κάτοικοι διαφόρων μερῶν ἐκ τῶν εἰσπρακτόρων. Τοιοῦτον διωγμὸν ὑφίστανται καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Σκλαταίνης τοῦ δήμου Γόμφων τῆς Καρδίτσης, οἱ ὁποῖοι καταδιώκονται ἀπηνέστατα ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων δι’ ὀφειλόμενα χρέη εἰς τὸ Δημόσιον. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὸ ἐν λόγῳ χωρίον κατεστράφη, παθὸν καθίζησιν, ἀπὸ τριῶν δ’ ἐτῶν μένουσιν οἱ κάτοικοι εἰς τὸ ὕπαιθρον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προταχθῇ ἡ αἴτησις αὕτη.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τῆς αἰτήσεως τῶν κατοίκων Σκλαταίνης τοῦ δήμου Γόμφων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§57Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τότε τί θὰ γίνῃ; Ἔχομεν καὶ ἄλλας ἀναφοράς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα τὴν Βουλὴν ἂν παραδέχεται τὴν πρόταξιν τῆς ἀναφορᾶς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ναί. Ἀφοῦ ἐπετρέψαμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ ἀναφορᾶς, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον, πρέπει καὶ ἐδῶ νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν συζήτησιν, ὅστις δὲ ἄλλος ἔχει ἄλλην αἴτησιν περὶ ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων, παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν. Ὁ κ. Ἀ. Βαβυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§59Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ χωρίον Σκλάταινα τοῦ δήμου Γόμφων τῆς Καρδίτσης κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1907 ἔπαθε καθίζησιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας πλεῖστα οἰκήματα κατέρρευσαν καὶ ὡς ἐκ τῆς κινήσεως τοῦ ἐδάφους πολλοὶ ἀγροὶ διερράγησαν καὶ παρεσύρθησαν ὑπὸ τῶν καταπεσόντων χωμάτων. Ἕνεκα τούτου ἡ τότε Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τοὺς ἀστέγους αὐτοὺς βοηθήματα 3,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν, ὁ δὲ δῆμος Γόμφων ἐχάρισε τὸν δημοτικὸν φόρον, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Σήμερον δυστυχῶς συλλαμβάνονται οἱ πολῖται διὰ πληρωμὴν φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐτῶν 1907 καὶ 1908 καὶ τὸ σπουδαιότερον ὄχι μόνον διὰ τοὺς φόρους τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς χαρισθέντας δημοτικοὺς φόρους. Θὰ παρακαλέσω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, διὰ νὰ χαρισθῇ ὁ δημόσιος φόρος τοῦ 1907 καὶ 1908, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι ἔχουσι καταστραφῆ ἐντελῶς, πρὸς δὲ νὰ διαταχθῇ ὁ ταμίας Καρδίτσης ν’ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν φόρων, οἵτινες ἔχουσι χαρισθῆ. Ἡ Κυβέρνησις τότε, ἐνῷ εἶχε δώσει 3,000 δραχμὰς πρὸς διανομήν, τὸ ἑπόμενον ἔτος 1908 ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 4,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν διενεμήθη, καὶ προσέτι ὑπεσχέθη ν’ ἀνεγείρῃ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ χωρίου, ἅπερ οὐ μόνον δὲν ἔπραξεν, ἀλλ’ ἔρχεται ἤδη νὰ εἰσπράξῃ καὶ φόρους παρ’ ἀνθρώπων μενόντων ἐν ὑπαίθρῳ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐν πάσῃ περιπτώσει διατάξῃ τὸν ταμίαν Καρδίτσης νὰ παύσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν χαρισθέντων δημοτικῶν φόρων τῶν ἐτῶν 1907 καὶ 1908.
§60Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Σκλαταίνης τοῦ δήμου Γόμφων τῆς Καρδίτσης. Διότι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει μέτρα περὶ τῶν παθόντων ἐν Λευκάδι καὶ ἀποστέλλει βοηθήματα, οὕτω πως καὶ περὶ τοῦ χωρίου αὐτοῦ, ὅπερ ἔπαθε καθίζησιν καὶ κατεστράφη, δέον νὰ λάβῃ μέτρα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὄχι μόνον ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τοὺς κατοίκους τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου, ἀλλ’ ἀποστείλῃ καὶ βοηθήματα, ἐὰν εἶναι δυνατόν. Καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, διότι οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται πρὸ ἀπηνοῦς καταδιώξεως.
§61Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ὅτι δύναται νὰ πληρωθῇ φόρος παρ’ ἀνθρώπων πενομένων καὶ οὐδὲν παραγαγόντων. Διότι οἱ καθυστερούμενοι φόροι εἶναι τοῦ 1907 καὶ 1908, ὅτε εἶχε τελείως καταστραφῆ ἡ παραγωγή. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ὁ συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην τὰ αἰτήματα καὶ παράπονα ταῦτα τῶν συμπολιτῶν του νὰ διαπιστώσῃ.
§62Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν.
§63Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἄφεσιν τῶν φόρων εἰς ἀνθρώπους, πρὸς οὓς μᾶλλον πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ φόρους.
§64Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν διὰ τὰ ἔτη 1907 καὶ 1908.
§65Ε. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι αὐτοὶ κατεστράφησαν κατὰ τὰ ἔτη αὐτά.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης. Ἀπών.
§67Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων ὁ Ἐπίσκοπος, ὅστις περιῆλθεν εἰς ἀνικανότητα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ, λαμβάνει ἐπίδομά τι, τὸ ὁποῖον ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς δρ. 300.
§68Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τρόπος ἐκκαθαρίσεως.
§69Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἷς τῶν κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι περιέστησαν εἰς τὴν ἀνικανότητα, εἶναι καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Λαρίσης Ἀμβρόσιος, ὅστις κατεδικάσθη ἐπὶ διαφόροις παραπτώμασιν ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἐξέπεσε παντὸς βαθμοῦ ἱερατικοῦ.
§70Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ἀδικήματος.
§71Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἰσχύει, κανονίζει τὸ ἐπίδομα τοῦτο διὰ τοὺς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον εἰς ἀνικανότητα, διὰ φυσικὸν λόγον φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐκταθῇ ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας καὶ διὰ τὸν Ἐπίσκοπον τοῦτον, ὅστις ὑπηρέτησε τὴν Πολιτείαν ἐπὶ τριάκοντα ἔτη καὶ ἔμεινεν ἐσχάτως εἰς τοὺς δρόμους ἄνευ οὐδεμιᾶς περιουσίας.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δικαιότατον. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐπιτυχόντων ὑπαξιωματικῶν ὁ κ. Θανόπουλος.
§74Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω δικαιοτάτην, κύριοι Βουλευταί, τὴν διαβιβασθεῖσαν ὑπὸ τῶν συγγενῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀναφοράν, οἵτινες παραπονοῦνται, καὶ πολὺ δικαίως, ὅτι οἱ συγγενεῖς αὐτῶν, οἱ ὑπαξιωματικοί, καίτοι ὑπεβλήθησαν εἰς ἐξετάσεις καθ’ ὅλας τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπῄτει ὁ νόμος καὶ κατὰ τοὺς κρατοῦντας πέρυσι καὶ νῦν ἰδίους νόμους καὶ κατὰ τὰ Διατάγματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξακολουθεῖ ἡ σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν λειτουργοῦσα, δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὴν σχολήν. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἢ μᾶλλον ἀναγκαιοτέρα καὶ τὰ νεῦρα, δύναταί τις εἰπεῖν, τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι πάντοτε καὶ εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος καὶ εἰς τὴν καθημερινὴν αὐτῶν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων δεικνύουσι μεγάλην ἐθελοθυσίαν καὶ αὐταπάρνησιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των, πρέπει νὰ τοῖς ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον.
§75Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐκεῖνοι εἶναι τὰ νεῦρα τοῦ στρατοῦ, ὡς εἴπετε.
§76Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, εἶναι δὲ ἀνατεθειμένη εἰς αὐτοὺς καὶ ἡ στοιχειώδης μόρφωσις τοῦ στρατιώτου καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς παραγκωνίζωμεν καὶ κατὰ τοιοῦτον ἄδικον τρόπον, ὥστε ν’ ἀπογοητεύωνται καὶ ν’ ἀποβάλλωσι πᾶσαν ἐλπίδα, ἣν εἶχον κατατασσόμενοι, ὅτι θὰ ἐκπληρωθῶσι μίαν ἡμέραν τὰ ἰδανικὰ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰς ἐξετάσεις κατὰ τὸ ἔτος 1910 καθ’ ὅλας τὰς νομίμους διατυπώσεις καὶ τῶν ὁποίων ἠκυρώθη ὁ πίναξ, ἀφοῦ εἰσήχθησαν ἐν τῇ σχολῇ, ἐφέτος τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἀπώλεσαν καὶ ἓν ἔτος, ὅπερ ἔχει μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον ἄνευ ἐξετάσεων.
§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ εἰσακούσω τὴν σύστασίν σας, διότι διεξήχθησαν οὐχὶ νομίμως τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ αἱ ἐξετάσεις ἠκυρώθησαν.
§78Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, καὶ κατὰ τὸν παλαιότερον νόμον καὶ κατὰ τὸν νεώτερον ἐξακολουθούσης καὶ σήμερον τῆς σχολῆς νὰ λειτουργῇ, παρανόμως ἠκυρώθησαν αἱ ἐξετάσεις αὐτῶν.
§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως λειτουργεῖ ἡ σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ δικαίως ἠκυρώθησαν.
§80Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠκυρώθησαν αἱ ἐξετάσεις καὶ ἐπανελήφθησαν· ἠκυρώθησαν καὶ αἱ δεύτεραι;
§81Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκυρώθη ὁ πίναξ, καίτοι ἡ σχολὴ ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργῇ ὑπὸ τὰ αὐτὰ Β. Διατάγματα, καθ’ ἃ εἶναι παράνομος ἡ μὴ ἐπικύρωσις τοῦ πίνακος.
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγένοντο ἐξετάσεις, αἱ πρῶται ἠκυρώθησαν, διετάχθησαν δεύτεραι, αἵτινες ἐγένοντο, κατηρτίσθη ὁ πίναξ τῶν ἐπιτυχόντων, οἱ ἐπιτυχόντες ἐκεῖνοι, χωρὶς ν’ ἀκυρωθῇ ὁ πίναξ τῶν δευτέρων ἐξετάσεων, καθόσον ἐγὼ γνωρίζω, δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ σχολεῖον, διότι δὲν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν.
§83Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πάλιν πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι μοῦ ἐζητήθη κατάθεσις τοῦ φακέλου, τὸν ὁποῖον πρὸ χρόνου κατέθηκα. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρκῇ ἡ κατάθεσις αὐτὴ καὶ θέλητε νὰ κάμητε ἐπερώτησιν, ἂς ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα.
§85Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ δικαίας συστάσεως.
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα εἰδικὴ θὰ ἦτο προτιμότερον. Δὲν εἶναι παράδοξον ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἔχῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του πληροφορίας ὡρισμένας. Καὶ δὲν εἶναι παράδοξον παντάπασι, διότι δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες καὶ πιστεύοντες καὶ δογματίζοντες ὅτι πρέπει παντάπασι νὰ κλεισθῇ τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ἀπέδωκε μαθητὰς χειροτέρους ἀπὸ τὸ ἄλλο σχολεῖον. Ἐν τούτοις οἱ ἄλλοι ἐκ τῶν Εὐελπίδων, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν ἰσχύϊ σήμερον, ἔχουσι, δύναταί τις εἰπεῖν, μονομανίαν νὰ κλεισθῇ τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτατος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οὔτε ἀσφαλεῖς πληροφορίας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὔτε θὰ εἰσαχθῶσιν ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι φυσικὸν ὅτι αἱ πληροφορίαι μου αἱ ὑπηρεσιακαὶ εἶναι πολὺ ἀσφαλέστεραι τῶν ἀνευθύνων, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἔνθεν κἀκεῖθεν παρὰ προσώπων ἐνδιαφερομένων. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω ὅτι δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ μὴ εἰσαγωγὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ σχολεῖον δὲν ἐγένετο ἐκ πνεύματος ἐχθρικοῦ, ὅτι ἡ ὑπόνοια αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀσύστατος, διότι τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀπέδωκε θαυμαστοὺς καρποὺς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θέλει ἀποδώσει, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ συγχώνευσις τῶν δύο σχολῶν, ἵνα λείψωσιν αἱ διακρίσεις. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ δώσω τὴν βεβαίωσιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσαχθησομένων ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ σχολεῖον θὰ εἶναι ἐξαιρετικῶς μέγας ἐφέτος, ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσαχθησομένων εἰς τὸ σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων δὲν θ’ ἀνέρχηται οὔτε εἰς τὸ πέμπτον ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαχθησομένων εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἀλλά, ἂν ἀκύρως ἐγένοντο τὰ πράγματα ἐν τῷ παρελθόντι, ἐγὼ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπικυρώσω τὰ κακῶς γενόμενα. Ὅπως δὲ μὴ ζημιωθῇ τις τὸ παράπαν ἐκ τῶν ἐχόντων προσόντα εἰσαγωγῆς δι’ ἐξετάσεων εἰς τὴν σχολήν, παρέτεινα τὸν χρόνον πρὸς εἰσαγωγὴν ἐπὶ ἓν ἔτος ὁλόκληρον, διὰ νὰ μὴ ἀποκλεισθῶσι λόγῳ ὁρίου ἡλικίας οἱ εἰσηγμένοι. Ὥστε οὐδὲν θ’ ἀπολέσωσι, διότι θὰ δώσωσιν ἐκ νέου ἐξετάσεις. Οἱ νομίζοντες ὅτι εἶναι ἱκανοὶ οὐδεμίαν ζημίαν θὰ ὑποστῶσιν. Οἱ ἀμφιβάλλοντες περὶ τῆς ἐπιτυχίας των δυνατὸν νὰ ἔχωσι παράπονα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν ὁμιλῶ.
§88ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐκ τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ δίκαιον, προκύπτει μία κρίσις διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς περὶ αὐτούς, ὅτι, ἀφοῦ τὰ μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς Διατάγματα ἐκανόνιζον τὴν λειτουργίαν τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τοῦ τῶν Εὐελπίδων καὶ ἀφοῦ δὲν ἐξεδόθη εἰδικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τοῦ 1893, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εἰς τὸν νόμον ͵ΓΛΑʹ καὶ εἰς ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τοῦ νόμου ͵ΓΦΛϚʹ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, ἵνα εἰσαχθῶσιν οὗτοι —οἱ ὑπαξιωματικοὶ—εἰς τὸ σχολεῖον, προκύπτει, λέγω, ἡ γνώμη ὅτι ἡ ὑπηρεσία λαμβάνει δύο μέτρα καὶ σταθμά. Διότι, ἐὰν ἦσαν ἄκυροι αἱ ἐξετάσεις αὐταὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον, ἀλλὰ δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ σχολεῖον, τότε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔπρεπε νὰ ἦταν ἄκυροι τόσον αἱ ἐνιαύσιοι, ὅσον καὶ αἱ ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ αἱ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἐγένοντο ἀξιωματικοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν φάκελον, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι συζήτησιν θεωρητικήν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων νὰ λείψωσιν αἱ θεωρητικαὶ συζητήσεις. Ἐὰν ἡ δήλωσις αὕτη δὲν εἶναι ἀρκετὴ εἰς τὴν Βουλήν, δύναται νὰ προκαλέσῃ ψῆφον μομφῆς, ἀλλ’ οὐδεμίαν συζήτησιν θὰ δεχθῶ θεωρητικὴν ἐπὶ ζητημάτων στρατιωτικῶν.
§90ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικὰ εἶναι σχετικὰ μὲ τὰ νομικά.
§91Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι κακῶς ἐξετέλεσα τὸν νόμον, νὰ μὲ μεμφθῆτε, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ δεχθῶ συζήτησιν θεωρητικὴν οὔτε θ’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς Βουλευτάς, οἵτινες θὰ προκαλέσωσι τοιαύτην. Δὲν πρέπει νὰ διεξάγωνται ἐνταῦθα συζητήσεις τοιαῦται συνδεόμεναι μὲ τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, αἵτινες πρό τινος προυκάλεσαν κλονισμόν, ὅστις εὐτυχῶς τελείως κατεστάλη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ δεχθῶ, ὅπως ἐκ νέου ἀρχίσῃ τοιαύτη κίνησις. (Χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Π. Ἀθανασοπούλου ὁ κ. Νέγρης.
§93Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Π. Ἀθανασοπούλου εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουσι νὰ συγκινήσωσι πάντας ἡμᾶς. Πρόκειται περὶ πολίτου, ὁ ὁποῖος εὑρισκόμενος ἐν Ἀμερικῇ εὐθὺς ὡς ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἔτρεξεν εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, ἐπολέμησε δὲ εἰς τὰς πρώτας τάξεις ἐν Βελεστίνῳ, ὅπου καὶ ἐπληγώθη. Ἡ πληγή του ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἐθεραπεύετο καὶ ἐνομίσθη ὅτι εἶχεν ἐπουλωθῆ, ἔκαμε τὴν ἀναφορὰν αὑτοῦ, ὅπως λάβῃ τὴν σύνταξιν καὶ ἔλαβε τὴν σύνταξιν τῶν 17 δραχμῶν, δηλ. τὴν διδομένην εἰς τοὺς μὴ ἐντελῶς ἀνικάνους πρὸς ἐργασίαν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ πληγὴ αὐτοῦ ἐδεινώθη καὶ εὑρίσκεται σήμερον ἐν Ἀμερικῇ ἀνίκανος διὰ πᾶσαν ἐργασίαν ἐπαιτῶν τὸν ἄρτον αὑτοῦ καὶ μὲ τὴν πληγὴν χαίνουσαν. Βεβαίως τὰ πράγματα παρουσιάζονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ δυσκόλους περιστάσεις· εἶναι δύσκολον νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ προσωπικὴν σύνταξιν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διευκολυνθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἂν θέλωμεν πάντες νὰ συντρέξωμεν ἀρχομένης τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοῦτο, διότι ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἀρχικῶς ἡ σύνταξις τῶν 17 δραχμῶν, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνόμιζεν ὅτι ἀληθῶς ἐπρόκειτο περὶ μὴ ἐντελῶς ἀνικάνου πληγωμένου. Ἤδη, ὅτε ἀποδεικνύεται ὅτι πρόκειται περὶ ἐντελῶς ἀνικάνου, νομίζω ὅτι εὔκολον εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως, νὰ συστήσῃ, λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ προσώπου ἀξίου νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν τῶν ἐντελῶς ἀνικάνων.
§94Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἑνώσω τὴν παράκλησίν μου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Φρονῶ ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον προκαλούμενον ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως τοῦ ἀτυχοῦς Ἀθανασοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δεύτερος τραυματίας ἐπιζῶν, καὶ ὁ ὁποῖος σύρεται εἰς τὰς ὁδούς. Καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησίν του νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ καὶ προσωπικὸν νομοσχέδιον νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ αὐτοῦ.
§95Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀναφορὰν αὐτήν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γιαννίτσης ὁ κ. Δαζέας.
§97Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ κωμόπολις τῆς Γιαννίτσης ἀπέχουσα δύο ὥρας τῶν Καλαμῶν καὶ κειμένη ἐπὶ ὑψηλοτάτου λόφου χρησιμοποιεῖται ὡς κατάλληλον καταφύγιον ὑπὸ τῶν φυγοδίκων, ἀφόβως ἐκεῖ συχναζόντων, διότι, καίτοι ἡ κωμόπολις κατοικεῖται σχεδὸν ὑπὸ 800 κατοίκων, στερεῖται ἀστυνομικῆς ἐπιβλέψεως, δὲν ἔχει δὲ συγκοινωνίαν μὲ τὰς ἐγγύτερον αὐτῆς Καλάμας ἢ ἄλλο μέρος οὔτε τηλεφωνικὴν οὔτε τηλεγραφικήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου συνέβη πρό τινος γεγονός, ὅπερ κυρίως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς κατοίκους νὰ συγκροτήσωσι καὶ συλλαλητήριον καὶ ν’ ἀναφερθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, γεγονὸς ἱκανὸν νὰ κινήσῃ τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας τοὐλάχιστον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων καὶ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐνέργειάν του, διότι πρὸ δύο μηνῶν κατέπεσε μία γυνὴ ἀπὸ ἓν ἐλαιόδενδρον καὶ κατεμωλωπίσθη, ἀλλ’ ἕως ὅτου μεταβῇ εἰς Καλάμας ἀπεσταλμένος καὶ ἔλθῃ ὁ ἰατρός, ἡ γυνὴ ἐξέπνευσε δι’ ἔλλειψιν ἐγκαίρου ἰατρικῆς συνδρομῆς, ὅπερ βεβαίως δὲν θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ὑπῆρχε τηλεφωνικὴ συγκοινωνία καὶ εἰδοποιεῖτο οὕτως ὁ ἰατρὸς ἀμέσως. Δὲν εἶναι δὲ ζήτημα μέγα ἡ ἀποκατάστασις συγκοινωνίας τηλεφωνικῆς τῆς κωμοπόλεως ταύτης μετὰ τῶν Καλαμῶν, διότι ὑπάρχει ἡ γραμμὴ ἡ συνδέουσα τὸν παρακείμενον δῆμον τῆς Ἀβίας καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ δύναται νὰ γίνῃ μία διακλάδωσις πρὸς τὴν Γιαννίτσαν, ἀνὰ μέσον τοῦ ἐκεῖ ἐλαιῶνος, καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς γραμμῆς δὲν θ’ ἀπαιτηθῶσιν οὔτε 50 στῦλοι. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοιαύτης συγκοινωνίας τηλεφωνικῆς, ὀλιγοδαπάνου λίαν ἄλλως τε, συγχρόνως δ’ ὅπως ἐνισχύσῃ τὸν ἀστυνομικὸν ἐκεῖ σταθμόν, ὁ ὁποῖος σήμερον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ἄνδρα μόνον, διότι εἶναι καὶ ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κωμόπολις καὶ ὑποφέρει, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὰς ἐπισκέψεις φυγοδίκων.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρομανιάτης.
§99Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Γιαννίτσης εἶναι πολὺ δεδικαιολογημένη, κύριε Ὑπουργέ, διότι, ἐνῷ ἀπέχει δύο ὥρας τῶν Καλαμῶν, οὐδεμίαν ἔχει συγκοινωνίαν μετὰ τῆς πόλεως ταύτης. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ λόγος δημοσίας ἀνάγκης ἐπιβάλλει τὴν ὕπαρξιν τῆς συγκοινωνίας αὐτῆς, διότι ἕνεκα ἐλλείψεως τηλεφωνικῆς ἢ ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας ἔχει γίνει τὸ κρησφύγετον τῶν φυγοδίκων. Ἐκτὸς δὲ τούτων δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ μεγάλη δαπάνη πρὸς ἀποκατάστασιν τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας, διότι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ τὰ δένδρα ἀκόμη δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς στῦλοι τοῦ τηλεφώνου, ἡ δὲ γραμμὴ ἡ ὑφισταμένη μεταξὺ Καλαμῶν καὶ Ἀβίας ἀπέχει ἡμίσειαν ὥραν τῆς κωμοπόλεως. Ὥστε δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ μεγάλη δαπάνη. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ συνιστῶ καὶ τὴν αἴτησιν τὴν ἄλλην, ὅπως γίνῃ συγκοινωνία μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Καλαμῶν, περὶ τῆς ὁποίας εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἐγένετο λόγος, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τόσῳ μεγάλαι κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι σήμερον δὲν ἱκανοποιοῦνται διὰ τὴν ἔλλειψιν τοιαύτης συγκοινωνίας.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δικαῖος.
§101Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Κουλουμβάκη ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μαγευτικώτερον καὶ ὡραιότερον ἐπίνειον τῆς πόλεως Καλαμῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, λόγῳ τῆς μεγάλης παραγωγικότητος τοῦ μέρους, ἔχει δὲ πληρώσει μυρίους φόρους, ἐν τούτοις εἶναι ξένοι πάσης συγκοινωνίας, παντὸς δεσμοῦ μετὰ τῆς πόλεως τῶν Καλαμῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ ἀξίωσις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ζητούντων ν’ ἀπολαύσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἔδωκεν εἰς τὰ πλέον ἀπομεμακρυσμένα μέρη, καὶ ἡ ἔλλειψις τοῦ ὁποίου προκαλεῖ συρροὴν λῃστῶν καὶ φυγοδίκων κατὰ ἑκατοντάδας ἐτησίως, διότι ἐκεῖ οἱ Κύριοι οὗτοι εὑρίσκουσιν ἄνετον διαμονήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ λάβῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τοῦ ὀλιγοδαπάνου τῆς κατασκευῆς, νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως καὶ νὰ διατάξῃ τὰ εἰκότα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουρτάκης.
§103Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλέσθη καὶ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν αὐτὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων Γιαννίτσης, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ μηδαμινῆς δαπάνης.
§104Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, διότι εἰς τὴν κωμόπολιν ἐκείνην δὲν ὑπάρχει ἰατρός. Ὁ σπουδαιότερος λόγος εἶναι αὐτός.
§105Ε. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς συγκοινωνίας αὐτῆς, διότι θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα καὶ τῆς κωμοπόλεως καὶ τῆς πόλεως Καλαμῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτής.
§107Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Γιαννίτσης πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν, διότι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐστερημένοι πάσης συγκοινωνίας. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἔχουσι μίαν ὁδὸν πρὸς τὰς Καλάμας, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οὔτε συρματίνην τοιαύτην, θὰ ἦτο δ’ ἐντελῶς ἄδικον, ἂν δὲν ἔσπευδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ τηλεφωνικὴν συγκοινωνίαν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐλαχίστης δαπάνης. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ ἐκφράσω ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ ἀποδοχῆς τῆς αἰτήσεως ταύτης.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἀρχιτέκτονος Ἀ. Ἀνδρεοπούλου ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§109ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δύο λέξεις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§111ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ μία ἀναφορὰ πολίτου ἐναντίον Ἀρχιεπισκόπου, κεφαλῆς δηλ. τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ παραβάσεων καθαρῶς ἐκκλησιαστικῶν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ διόλου συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, διότι εἶναι ἀνάρμοστον νὰ διασυρθῇ Ἀρχιεπίσκοπος ἐν τῇ Βουλῇ διὰ ζητήματα καθαρῶς θρησκευτικά. Δηλ. προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶν θέμα ἀφορῶν ἔλεγχον δημοσίου ὑπηρεσίας δύναται νὰ συζητηθῇ ἐνταῦθα. Ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν ἀναφανῶσι λόγοι ἢ φράσεις λοιδορίας κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τότε παρεμβαίνων θὰ διακόψω τὴν συζήτησιν. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Κανονισμόν.
§113Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πάντοτε, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου, ἵνα ὑποστηρίζω τὰ δίκαια παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνῆλθον τὸ βῆμα ὑπὸ τὸ κράτος ἀμφιβολίας, διότι δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον πρέπει νὰ καταστήσω τὴν Βουλὴν κοινωνὸν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. Θὰ ηὐχόμην, ὁμολογῶ, νὰ μὴ ἤρχετο ἡ ὑπόθεσις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλά, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθε, βεβαίως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συζητήσω. Θὰ ηὐχόμην δὲ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι πιστεύω ὅτι, ἂν τὰ πάντα ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ προσετρίβησαν εἴτε ἐν μέρει εἴτε ἀπολύτως, δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ θάρρους ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ αὕτη δὲν προσετρίβη. Δυνατὸν τὰ πρόσωπα νὰ προσετρίβησαν καὶ νὰ μὴ ἐκπροσωπῶσι τὴν ἰδέαν τῆς Ἐκκλησίας, πάντως ὅμως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἵσταται εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, εἰς ἣν τὴν ἔταξεν ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὡς διερμηνεὺς τῶν παραπόνων τοῦ λαοῦ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συζητήσω. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ἔχει γνῶσιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργός.
§114Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ἀναφορά, κύριε συνάδελφε, διεβιβάσθη εἰς ἐμέ, ἐγὼ δὲ τὴν διεβίβασα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Προτοῦ λοιπὸν λήξῃ ἡ ἐνέργεια τῆς Συνόδου δὲν κρίνω σκόπιμον νὰ γίνῃ συζήτησις· κατόπιν δύνασθε νὰ ἐπικρίνητε, ἂν δὲν ἀποδεχθῇ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν πραγμάτων παρουσιάζεται ὡς ἀληθές, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἀναφορὰ δὲν εἶναι ἀληθὴς κατὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ συζήτησις θὰ ἦτο ἐναντίον καὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας, τὴν ὁποίαν πάντες ἐπιθυμοῦμεν οἱ Ἐπίσκοποι ἡμῶν νὰ ἔχωσιν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖ τοὺς κ. Βουλευτὰς τοὺς ζητήσαντας τὸν λόγον νὰ παραιτηθῶσιν.
§116Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἐκ τοῦ νόμου ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως.
§117Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παράκλησιν προσωπικὴν ὑπέβαλον πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ἐφ’ ὅσον διεβιβάσθη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου.
§118Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν δύναμαι νὰ συνεχίσω τὸν λόγον. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν τούτοις μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν ἐκ πεποιθήσεως πεισθῶ ὅτι δὲν ἐγένετο δικαία ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων ἐν τῇ κρίσει τῆς Συνόδου.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαλανὸς παραιτεῖται ἐπίσης;
§120Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐπειδὴ ἐκ πεῖρας μακρᾶς καὶ πικρᾶς γνωρίζω ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος οὐδέποτε ἐπελήφθη ὑποθέσεως ἀφορώσης Ἐπίσκοπον, μόνον δὲ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Ἐπισκόπου Λαρίσης Ἀμβροσίου ἐνήσκησε τὴν ἑαυτῆς δικαιοδοσίαν, ἤθελον, λέγω, νὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μὴ περιμείνῃ ἐπὶ μακρὸν καὶ ἀόριστον χρόνον τὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ νὰ ὁρίσῃ προθεσμίαν τινά, παρερχομένης δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης ἀκάρπου νὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλήν.
§121Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασις αὕτη καί, ἂν δὲν ἀπαντηθῇ τι εἰς τὴν ἀναφορὰν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος παραιτεῖται· ὁ κ. Βάρθης ἐπίσης.
§123Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 34 ἀναφορᾶς ἡ συζήτησις πρέπει μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ν’ ἀναβληθῇ, διότι καὶ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, μέχρι πέρατος τῆς ὑποθέσεως.
§124Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἀντὶ νὰ κάμωμεν πάντα ταῦτα, δὲν λαμβάνομεν ἓν μέτρον διὰ πάντας τοὺς Ἐπισκόπους τοῦ Κράτους;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συναινέσῃ ἡ Βουλή, ἵνα τὴν ὑπ’ ἀριθ. 34 ἀναφορὰν ἀφορῶσαν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Μονῆς τοῦ Γηροκομείου Πατρῶν ἀποστείλω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν σήμερον, διότι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἐπέκτασις ἄλλης ἀναφορᾶς περιληπτικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑποβληθείσης πρὸ ἡμερῶν καὶ ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θ’ ἀποσταλῇ δὲ καὶ αὕτη, συγκατανευούσης τῆς Βουλῆς, ὅπως συσχετισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν παύω νὰ τονίσω ὅτι ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἡγουμένου πρὸς τὴν Βουλὴν ἔχει τι τὸ ἔκτροπον, διότι ἠδύνατο νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχὰς καὶ ὄχι εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λέγῃ· «Πρὸς Θεοῦ ὑψώσατε φωνήν, ἵνα ἐπιληφθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι ἐνεργειῶν κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου.
§126Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ τις ἀντίρρησιν, διότι οὐδέποτε ἀπευθύνεται ἀναφορὰ πρὸς τὴν Βουλὴν καθ’ ὑπέρβασίν τινα. Ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπερτάτη Ἀρχή, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνηται ἀπολύτως, χωρὶς νὰ παραβαίνῃ τὴν ἱεραρχίαν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὅμως εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, δὲν δύναται νὰ ὑβρίζῃ διὰ τῆς Βουλῆς τοὺς προϊσταμένους του. Διαγράφεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 34 ἀναφορά.
§128Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ἀναφορά, κύριε Πρόεδρε, τοῦ Ἡγουμένου εἶναι ἀπρεπέστατα συντεταγμένη καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅτι ὅσοι θέλουσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, θὰ λάβωσι τὸν λόγον κατόπιν ἐπερωτήσεως, διότι ἡ ἀναφορὰ ἀποστέλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον... Ἐπὶ ὑπομνήματος τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Κύμης τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§130Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κτηματικὸς σύλλογος Κυμαίων διὰ τοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος ὑπομνήματός του ἐκθέτει τὴν καταστροφὴν τῶν χρυσοφόρων κυμαϊκῶν οἴνων, ἐν ταὐτῷ δὲ προτείνει καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ, ἅτινα κρίνει οὗτος ὡς ἀναγκαῖα νὰ ἐπενεχθῶσιν. Ἓν τῶν προτεινομένων μέτρων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν εἰς τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον περὶ συστάσεως Ταμείου ἀμύνης τῶν οἰνοπαραγωγῶν. Ἡ τακτοποίησις δ’ αὕτη ὑπὸ τύπον προτάσεως νόμου ὑπογεγραμμένη καὶ ὑπὸ πάντων τῶν Εὐβοέων συναδέλφων μου ἔχει οὕτως..... (ἀναγιγνώσκει ὁλόκληρον τὴν πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου οἰνοπαραγωγῆς», ὅπως ὑπέβαλε ταύτην εἰς τὴν Βουλήν). Διὰ τῆς προτάσεώς μας ταύτης καθίσταται ἐφαρμόσιμος ὁ νόμος ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς «περὶ συστάσεως Ταμείου ἀμύνης οἰνοπαραγωγῶν», ὅστις, καθ’ ὃν τρόπον εἶχε ψηφισθῆ, ἦτο ἀνεφάρμοστος, διότι ἀπῄτει ὅπως ἡ πλειονοψηφία τῶν οἰνοφόρων δήμων ἑκάστης ἐπαρχίας ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ συσταθῇ Ταμεῖον ἀμύνης ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον παντάπασι δὲν εἶναι εὔκολον, διότι εἶναι δυσχερὲς νὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ Κράτει ἐπαρχία ἄλλη πλὴν τῆς Κεφαλληνίας καὶ Κερκύρας, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ὁμοίας φύσεως οἴνους καὶ τῆς ὁποίας ἐπαρχίας οἱ δῆμοι νὰ ζητήσωσι νὰ ὑπαχθῶσιν ἐκ νέου εἰς τὴν ἤδη καταργηθεῖσαν στρεμματικὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων, χάριν συστάσεως Ταμείου ἀμύνης οἰνοπαραγωγῶν, διότι οἱ πλείονες δῆμοι πωλοῦσι τὸ προϊόν εἰς γλεῦκος καὶ δὲν συμφέρει αὐτοῖς νὰ τὸ ἐναποταμιεύωσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καί τινες δῆμοι μὴ δυνάμενοι νὰ πράξωσι τοῦτο, καίτοι διακαῶς τὸ ἐπιθυμοῦσιν, ἤτοι νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν των εἰς γλεῦκος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς δήμους εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένη πρότασις νόμου. Ὑπῆρξεν ἐποχή, Κύριοι, καθ’ ἣν ὁ μαῦρος οἶνος τῆς ἐπαρχίας μου ἐχύνετο εἰς τὰς ὁδούς, διὰ νὰ τεθῇ εἰς τὰ δοχεῖα ὁ οἶνος τῆς νέας ἐσοδείας, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸν ἡ αὐτὴ δυστυχῶς τύχη ἀνέμενε. Δι’ αὐτοὺς καὶ πολλοὺς ἄλλους λόγους πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη, νομίζω δὲ περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν τὴν τόσον σπεύδουσαν δικαίως εἰς τὰ ἔργα της, ἐκθέτων πρὸς ὑμᾶς διὰ μακρῶν μαύρων λόγων τὴν μαύρην τύχην τῶν μαύρων Κυμαϊκῶν οἴνων. Καὶ ἀρκοῦμαι ἤδη νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα προτάξωσι καὶ ψηφίσωσι τὴν πρότασίν μου ταύτην καὶ γίνῃ αὕτη νόμος τοῦ Κράτους πρὸς σωτηρίαν ἀρκετῶν οἰνοφόρων δήμων τοῦ Κράτους.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρίκης.
§132Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἑνώνω τὰς συστάσεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καθόσον ἤδη ὁ νόμος ͵ΓΦΛΓʹ εἶναι ἀνεφάρμοστος, ὅπως ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διότι ἀπαιτεῖ, ὅπως κατὰ πλειονοψηφίαν ἀποφανθῶσιν οἱ οἰνοφόροι δῆμοι ἑκάστης ἐπαρχίας, ἂν πρέπει νὰ συσταθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς ἀμύνης τῶν οἰνοπαραγωγῶν. Ἤδη διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς ἐπιδιωκομένης, ἂν εἷς ἢ πλείονες τῶν δήμων θελήσωσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν νόμον, δύνανται νὰ τὸ ἐπιτύχωσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν πρότασιν ταύτην, ἵνα διὰ τῆς ψηφίσεως ταύτης κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ψηφισθέντος νόμου.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Εὐρωστίνης ὁ κ. Χριστόπουλος.
§134ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγραφῇ, κύριε Πρόεδρε.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖτε εἰς τὴν διαγραφήν; Διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Λίμνης ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§136Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ κοινότης τῆς κωμοπόλεως Λίμνης τῆς Εὐβοίας ἀπὸ δεκαετηρίδων ὑφισταμένη ἀποτελεῖ ἓν ἄριστον καὶ κράτιστον κοινοτικὸν σωματεῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα διὰ τὰ τοιαύτης φύσεως ἐν τῷ Κράτει ὑπάρχοντα σωματεῖα, διότι διὰ πλείστων ὅσων ἐξωραϊστικῶν ἔργων προσέδωκεν εἰς τὴν πολίχνην αὐτῆς τῆς Εὐβοίας ὄψιν Εὐρωπαϊκωτάτης κωμοπόλεως. Ἔχει δὲ τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχῃ εἰς τὴν κατοχήν της ἡ κοινότης αὕτη ἀρκετὴν ἀκίνητον περιουσίαν, μεταξὺ δὲ τῆς ἀκινήτου περιουσίας της ἔχει καὶ μεταλλεῖον μαγνησίτου, ἤτοι λευκόλιθον. Τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ ἐπί τι χρονικὸν διάστημα, ἀφ’ ἧς δηλονότι ἔλαβε τὴν ἔγκρισιν πρὸ εἰκοσιπενταετίας καὶ ἐντεῦθεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐξεμεταλλεύθη μόνη της ἡ κοινότης, πρό τινων ὅμως ἐτῶν ἐξεμίσθωσε τὸ ὀρυχεῖον αὐτὸ εἰς τοὺς Δεσπόζιτον, Σκουζέν, Σερπιέρην καὶ λοιπὴν σπεῖραν τῶν Ἑλλήνων μεταλλευτῶν καὶ μεταλλειοφάγων, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐξεμίσθωσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν μεταλλευτικὴν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία πάλιν συνεβλήθη μὲ τὴν Ἀγγλοελληνικὴν ἑταιρείαν τοῦ λευκολίθου, ἀλλ’ αὕτη τὸ ἀφῆκεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀνεκμετάλλευτον. Τούτων πάντων ἕνεκα κατέφυγεν ἡ κοινότης Λίμνης εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεντήθη καὶ ἄλλων μεταλλειοφάγων ἡ ὄρεξις, ἰδίᾳ μετὰ τὸν πέρυσι περὶ μεταλλείων ψηφισθέντα νόμον, καὶ κινδυνεύει ἤδη τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τῶν μεταλλειοφάγων, μικρῶν τε καὶ μεγάλων ἐπισήμων τε καὶ ἀσήμων. Δυστυχῶς ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, εἶναι ὅμως παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ γίνῃ διαγγελεὺς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ ἀπὸ κοινοῦ προσπαθήσωσι καὶ διὰ παντὸς τρόπου δυνηθῶσι νὰ διασώσωσιν ἀπὸ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας τῶν μεταλλειοφάγων αὐτῶν τὴν σημαντικωτάτην αὐτὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος.
§137Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὅπως πᾶσαι αἱ κοινότητες—καὶ εὔχομαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας θὰ δημιουργήσωμεν διὰ τοῦ νέου νόμου, νὰ μὴ ὁμοιάσωσιν εἰς αὐτάς—, οὕτω καὶ ἡ κοινότης Λίμνης ἠμέλησε παντελῶς τὰ δικαιώματά της καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀπώλεια αὐτῶν. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ μεταλλείων ἄδειαν ἐξορύξεως ὀρυχείου ἠδύνατο νὰ δοθῇ μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπέβαλεν ὁ νόμος καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐντὸς 6 μηνῶν ὁ λαμβάνων τὴν ἄδειαν ποιήσηται ἔναρξιν τῆς ἐργασίας. Ἡ κοινότης Λίμνης ἔλαβε τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ δὲν ἐξηκολούθησεν ἐργασίας καὶ συμφώνως τῷ νόμῳ ἡ ἄδεια ἠκυρώθη. Ἐπῆλθεν ὁ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος ὑπεχρέωσε τοὺς ἀρχικοὺς δηλωτὰς νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς δηλώσεις των. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠγρύπνουν, ὑπέβαλον δηλώσεις καὶ διετήρησαν τὰ δικαιώματά των, ἡ κοινότης ὅμως ἐξηκολούθει νὰ καθεύδῃ καὶ σήμερον μόλις ἐξύπνησε καὶ εὗρε συνήγορον τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐκ καθήκοντος βεβαίως ἀνέλαβε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· ἂς μάθῃ ὅμως ἡ κοινότης ὅτι τὰ δίκαια εἶναι τῶν ἀγρυπνούντων.
§138Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§139Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ κάτοικοι χωρίων τινῶν τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, γειτνιαζόντων πρὸς τὴν θάλασσαν, συλλέγουσιν κατὰ τὸ θέρος, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου καὶ συνάδελφος, ποσότητά τινα ἐκ τῶν ἁλάτων τῶν πηγνυομένων ἐπὶ τῶν βράχων, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιλοῦσιν εἰς τὰς οἰκιακάς των ἀνάγκας. Ἡ συλλεγομένη ποσότης εἶναι ἐλαχίστη, διότι ὀλίγα χωρία γειτνιάζουσιν εἰς τὰς ἀκτάς, καὶ μέχρι τοῦ 1908 οὐδέποτε παρημποδίσθησαν ἀπὸ τὴν συλλογὴν τοῦ οὕτω παραγομένου ἅλατος. Ἀπὸ τοῦ 1908 καὶ ἐντεῦθεν οἱ χωροφύλακες, αἱ τελωνιακαὶ Ἀρχαί, καταδιώκουσιν αὐτοὺς ἀπειλοῦσαι μὲ κατασχέσεις τοῦ ἅλατος, μὲ καταγγελίας κλπ., καὶ τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται κατάστασις ἀνώμαλος. Δὲν θὰ ζητήσωσιν οὔτε προνόμια οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου οὔτε ἀναστολὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου χάριν αὐτῶν· Θὰ ζητήσωσιν αὐστηρὰν τῶν νόμων ἐφαρμογήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ὑπάρχει διάταξις νόμου ἰσχύουσα μέχρι τοῦδε, δι’ ἧς ν’ ἀπαγορεύηται ἡ συλλογὴ τοῦ οὑτωσὶ πηγνυμένου ἅλατος, ἀλλ’ ἐκ τῶν κρατούντων νόμων περὶ ἁλυκῶν καὶ ἁλαταποθηκῶν ἐγεννήθη σύγχυσις εἰς τὰς τελωνιακὰς Ἀρχάς, αἵτινες τοιουτοτρόπως παραβιάζουσι τὸν νόμον. Ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1833 ὁμιλοῦντα περὶ ἐθνικῶν ἁλυκῶν, ὁ ὁποῖος καθορίζει ποῖαι εἶναι αἱ ἐθνικαὶ ἁλυκαί, αἱ καλλιεργήσιμοι καὶ αἱ μὴ καλλιεργήσιμοι. Τοιαύτας ὁρίζει τοῦ Μεσολογγίου, τῆς Δομβραίνης, τῆς Ἀττικῆς καὶ τοῦ Ζητουνίου εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, αἱ τῆς Θερμησίας καὶ τῶν Λεχαινῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ἡ ἐπὶ τῆς νήσου Μήλου. Ὁ νόμος οὗτος λέγει ὅτι ὅσον ἅλας παραχθῇ ἀπὸ τὰς ἐθνικὰς ἁλυκὰς αὐθαιρέτως καλλιεργηθείσας πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ νὰ κατασχεθῇ, τὸ δ’ ἔξωθεν εἰσαγόμενον νὰ πληρώσῃ φόρον. Ἐπῆλθε μετὰ ταῦτα ὁ νόμος τοῦ 1861, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὰς πολλὰς ἁλαταποθήκας καὶ ὥρισε ποῦ θὰ ἱδρυθῶσιν ἁλαταποθῆκαι, ἐπίσης δὲ καθώριζε καὶ τὰς ἁλυκὰς, τὰς δυναμένας νὰ καλλιεργηθῶσι, καὶ ἀνέγραψε τὰς ἁλυκὰς τῆς Ἀναβύσσου, τῆς Θερμησίας, Μεσολογγίου, Λαμίας, Δομβραίνης, Λεχαινῶν, τοῦ Κοπανᾶ τῆς Χαλκίδος, τῆς Μήλου καὶ τῆς Νάξου. Κατωτέρω δέ, ἀφοῦ καθώριζε πῶς πρέπει νὰ γίνεται ἡ καλλιέργεια τοῦ ἅλατος εἰς τὰς ἁλυκὰς αὐτὰς καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐνεργῆται ἡ πώλησις τοῦ ἅλατος, λέγει· «Ἡ συλλογὴ καὶ ἐμπορία αὐτοπήκτων ἢ τῶν ἐκ θαλασσίου ἢ ὀρυκτομιγοῦς ὕδατος πηγνυομένων ἁλάτων ἀπαγορεύεται». Αὕτη εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι στενῶς συνδεδεμένη μὲ τὰς ἁλυκὰς τὰς καλλιεργημένας καὶ μὴ καλλιεργημένας, χωρὶς οὐδεμίαν ἐπέκτασιν νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις αὕτη καὶ ν’ ἀπαγορεύῃ νὰ συλλέγηται τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πεπηγμένον εἰς τοὺς βράχους. Κατόπιν ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν τῆς 9ης Ἰανουαρίου 1886, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι συνιστῶνται εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, ὁμιλεῖ περὶ μεταφορᾶς καὶ ἐπὶ τέλους ἀναγράφει ἐν διατάξει τοῦ ἄρθρου 3 ὅτι ἐπιτρέπεται ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἐργολάβον ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν. Κατωτέρω ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις ἐν ἄρθρῳ 4, ἡ ὁποία λέγει· «καλλιεργοῦντες ἢ συλλέγοντες λαθραίως ἅλας ἢ ἐν γνώσει μεταφέροντες, πωλοῦντες ἢ κατέχοντες ἅλας μὴ προερχόμενον ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν ὑποβάλλονται εἰς πρόστιμον 100–1000 δραχ.». Αὕτη ἡ διάταξις ἀφορᾷ τὰς ἁλυκὰς τὰς καλλιεργησίμους, τὰς καλλιεργουμένας καὶ μή. Δι’ αὐτὸ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἐπισταμένην μελέτην τῆς διατάξεως ταύτης, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει πεισθῆ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττουσιν αἱ ἐν Λακωνίᾳ Ἀρχαί, εἶναι παράνομον. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις τοῦ νόμου τῆς 23ης Ἰανουαρίου 1888, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ καταδίωξις τῶν λαθραίως πηγνυόντων ἢ συλλεγόντων ἅλας ἀνατίθεται εἴτε εἰς ἐπιτηρητὰς διοριζομένους καὶ ἀμειβομένους συμφώνως πρὸς τὰ περὶ ἐπιτηρητῶν τῆς καλλιεργείας ὁριζόμενα ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3 τοῦ παρόντος νόμου εἴτε κλπ.»· καὶ ἐπὶ τέλους ὑπάρχει τὸ Διάταγμα τοῦ 1888, τὸ ὁποῖον διορίζον καὶ τὸ προσωπικὸν ὁρίζει τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιτηρητῶν καὶ ἐν ἄρθρῳ 14 ἀναγράφει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐπιτηρηταὶ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῶν λαθραίως πηγνυόντων ἢ συλλεγόντων ἅλατα προΐστανται τοῦ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως προσωπικοῦ, ὀφείλουσι δὲ νὰ προλαμβάνωσι τὴν λαθραίαν πῆξιν ἅλατος κλπ.». Ἐκ τῆς μελέτης λοιπὸν πασῶν τῶν διατάξεων αὐτῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὁριζόμενα διὰ τοῦ τελευταίου Διατάγματος θέλει πεισθῆ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ὑπομονὴν μετ’ ἐπιστασίας νὰ μελετήσῃ ταύτας ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττουσιν αἱ Ἀρχαί, εἶναι παράνομον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ, ἐπειδὴ ἤδη ἐπέστη τὸ θέρος καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι συγκρούσεις μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἐπιδιωκόντων νὰ καταπιέσωσι πρὸς χρηματισμὸν τοὺς πολίτας, νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας.
§140ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ζήτημα δι’ ἡμᾶς ἐξεταστέον ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων. Πρώτη ἄποψις, Κύριοι, εἶναι τῆς εὐτελείας τοῦ πράγματος, διότι πρὸ παντὸς τοῦτο δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρόκειται περὶ ἅλατος συναγομένου εἰς μίαν ποσότητα 100,120, 90, 80, 150, 200 ἔστω ὀκάδων ἐν ὅλῳ, συμβαίνει δὲ ἐνίοτε νὰ μὴ συλλέγηται παντάπασιν ἅλας· πρόκειται δηλαδὴ περὶ ζημίας τοῦ Δημοσίου δύο δραχμῶν, τριῶν, ὀκτώ, δέκα. Δευτέρα ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ὅτι, διὰ ν’ ἀνακαλύψωσι τοὺς παρανόμως συλλέγοντας ἅλας τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, μεταβαίνουσιν εἰς τὰ χωρία καὶ ἐνεργοῦσι κατ’ οἶκον ἐρεύνας, εἰσέρχονται εἰς τὰς οἰκίας, εὑρίσκουσιν ἐκεῖ μίαν πτωχὴν γυναῖκα μόνην καὶ τὴν βασανίζουσιν ἐρευνῶντες πάσας τὰς γωνίας τῆς οἰκίας. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τρίτη ἄποψις, κύριε Ὑπουργέ, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἠδύνατο θαυμασίως καλὰ νὰ συζητηθῇ, ἂν ὑπάρχουσι νόμοι ἀπαγορεύοντες τὴν τοιαύτην συλλογὴν ἅλατος, καὶ δεύτερον, ἐὰν ὑπάρχωσιν, ἰσχύουσιν ἆρά γε καὶ διὰ τὴν Μάνην; Διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς δικαιώματος ἰδιωτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἀπὸ ἀμνημονεύτων αἰώνων οἱ κάτοικοι ἐκεῖ. Ἀπέναντι ποίου δημοσίου, κύριε Ὑπουργέ; Τοῦ ἰδίου ἑαυτῶν δημοσίου, διότι ἡ Μάνη προσηρτήθη αὐτοβούλως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ βεβαίως δὲν προσηρτήθη, ἵνα ἀπολέσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε, καὶ βεβαίως αἱ ἀρχαὶ τοῦ τε δημοσίου καὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν καὶ ὁμοίαν ἰσχὺν εἰς τὴν Μάνην ὡς ἔχουσι καὶ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλληνικὴν χώραν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ νομικῶς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ παρεμποδίσητε τὴν συλλογὴν ἅλατος, τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦσιν ἀπὸ ἀμνημονεύτων αἰώνων κατὰ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν ἀπέναντι μὴ ὑπάρχοντος δημοσίου. Εἶναι ἐντελῶς διάφοροι αἱ ἀρχαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κριθῇ τὸ ζήτημα νομικῶς. Ὥστε, καὶ ἂν ὑπάρχωσι νόμοι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, δὲν ἰσχύουσιν οἱ νόμοι οὗτοι διὰ τὴν Μάνην. Βεβαίως ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀπαράγραπτος, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε περιουσία, ἡ ὁποία νὰ μετεβιβάσθη. Εἶναι ἓν δικαίωμα ἀστικὸν τῶν κατοίκων, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν ἀπὸ ἀμνημονεύτων αἰώνων, καὶ τὸν ὁποῖον ἔχουσι παρὰ τίνος παρελθόντος; Ἀγνώστου. Ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὅμως πραγματικῶς εἶχον, καί, ἐπαναλαμβάνω, αὐτοβούλως προσαρτηθέντες εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος βεβαίως δὲν προσήρτησαν ἑαυτούς, ἵνα ἀπολέσωσι δικαιώματα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ σᾶς ἤρκει νὰ σκεφθῆτε ὅτι πρόκειται περὶ ὀκάδων τινῶν ἅλατος διά τινα χωρία, καὶ λέγω «διά τινα», διότι καὶ ἐκεῖνοι εἶχον τοὺς λόγους των, ὥστε νὰ μὴ κτίζωσι τὰ χωρία των εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλ’ εἰς τὰ ὄρη, καὶ διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ὀλίγων ἐκείνων ὀκάδων ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐκστρατεύουσιν εἰς τὰ διάφορα χωρία καὶ ἐνεργοῦσι κατ’ οἶκον ἐρεύνας, πλειστάκις δὲ συνέβη, ὥστε πτωχοὶ ἄνθρωποι, ἵνα ἀποφύγωσι τὰς ἐρεύνας αὐτῶν τὰς ἐπανειλημμένας, κατέβαλον λύτρα.
§141Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀπὸ ἀναριθμήτων ἐτῶν οἱ συμπολῖταί μου οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ παράλια τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου κέκτηνται τὸ δικαίωμα, μεταβιβασθὲν αὐτοῖς ἐκ κληρονομίας τῶν προγόνων των, τῆς συλλογῆς τοῦ εἰς τὰς ἀποκρήμνους ἀκτὰς τῆς παραλίας τῶν χωρίων πηγνυομένου ἅλατος, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται πρὸς ἰδίαν χρῆσιν. Τὸ συλλεγόμενον τοῦτο ποσὸν εἶναι ἐλάχιστον καὶ ἀνάξιον λόγου, διότι δὲν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 200 ὀκ. ἐν ὅλῳ καὶ διὰ τοῦτο συνηθέστατα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα παρέβλεπον καὶ δὲν κατεδίωκον τοὺς συλλέγοντας τοῦτο. Ἀτυχῶς ὅμως τὰ σήμερον ἀστυνομικὰ ὄργανα δεικνύουσιν ὑπέρμετρον ζῆλον περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ οὐ μόνον ἐμποδίζουσι τὴν συλλογὴν τούτου, ἀλλὰ καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὰς οἰκίας τῶν κατοίκων ἐνεργοῦσιν ἐρεύνας καὶ προβαίνουσιν εἰς κατάσχεσιν τοῦ συλλεχθέντος. Ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα ἰσχυρισθεὶς ὅτι κατὰ τὸν νόμον τὸ ἅλας τοῦτο δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τῶν μονοπωλίων, διότι εἰς αὐτὰς ὑπάγεται μόνον τὸ εἰς ἁλυκὰς καλλιεργούμενον, διότι αἱ ἁλυκαὶ μόνον ἔχουσιν ἐκχωρηθῆ εἰς τὴν ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων. Κατὰ πόσον τοῦτο στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ἂς ἐξετάσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἐὰν ὅμως ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, τότε παρακαλῶ τοῦτον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὄχι βεβαίως ἐπισήμως, διότι ἔχει εὐθύνην τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων, ἀλλ’ ἀνεπισήμως, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ὅτι ὁ ζῆλός των περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑπέρμετρος, ὡς συνέβη πρὸ ἡμερῶν, καὶ προυκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας τῶν συμπολιτῶν μου. Δὲν δέχομαι ὅτι εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθέν, ὅτι ἡ γενομένη ἐνέργεια ἔχει ἄλλον σκοπόν, ἀλλ’ ὅτι γίνεται χάριν προστασίας τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων. Τοιαύτη ὅμως προστασία διὰ συμφέροντα μηδαμινὰ καὶ ἀνάξια λόγου, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ποσοῦ ἅλατος οὐχὶ μεγαλειτέρου τῶν 200 ὀκ., προκαλοῦσα συλλαλητήρια καὶ διαμαρτυρίας μεγάλου ἀριθμοῦ πολιτῶν, δύναται, φρονῶ, νὰ λείψῃ. Ὡς ἐκ τούτου παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δώσῃ ὁριστικήν τινα λύσιν εὔνουν πρὸς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν πτωχῶν συμπολιτῶν μου. Παρόμοια ἅλατα πήγνυνται καὶ συλλέγονται καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ὡς ἐν Μήλῳ, οὐδέποτε ὅμως καὶ ἐκεῖ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ ἐζήτησε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συλλογὴν καὶ κατάσχῃ τὰ συλλεχθέντα ἅλατα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλή, ἵνα συζητηθῇ καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 45 ἐπερώτησις, ἡ ἔχουσα τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, ἤτοι ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Λεύκτρου περὶ συλλογῆς ἅλατος.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§145Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου προτάσσει ὡς δικαιολογίαν τοῦ μέτρου τῆς καταδιώξεως τῶν συλλεκτῶν ἅλατος ἐν Μάνῃ ὅτι ἐπενέβη ὁ Ἔλεγχος. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ Ἔλεγχος θ’ ἀσχοληθῇ πολὺ διὰ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς αὐτόν, διότι οἱ κάτοικοι ἑνὸς μέρους μικροῦ τοῦ Κράτους συλλέγουσιν ἐλαχίστην ποσότητα ἅλατος. Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο ὀφείλεται μᾶλλον εἰς ὑπερβολικὴν προθυμίαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες εὑρίσκουσιν ἀφορμὴν νὰ ἐπεμβαίνωσι καὶ νὰ λαμβάνωσι κατὰ διαφόρους τρόπους δῶρα, ὅπως γνωρίζομεν πάντες, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἁρμόδιος τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως θὰ λάβω ἀφορμὴν καὶ ἄλλοτε ν’ ἀποδείξω, ὑπερβολικὴν καταβάλλει μέριμναν πρὸς ἐξυπηρέτησιν οὐχὶ δικαίως τῶν συμφερόντων τοῦ Ἐλέγχου. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας ὡμίλησε περὶ ἰδίων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Μάνη. Πρέπει νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι βεβαίως, ἀσχέτως πρὸς τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σημαντική, οἱ κάτοικοι φέρουσι βαρέως, ὅπως ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως χάσωσιν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον. Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς μικροῦ ποσοῦ. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι λόγῳ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἀμερικῆς ἦτο μικρὸς ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Ἀγγλία ἐπὶ τοῦ τεΐου, μόνον καὶ μόνον ἵνα δείξῃ τὴν κυριαρχίαν αὑτῆς. Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον ἂν οἱ κάτοικοι τῆς Μάνης κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον θεωροῦσι τὴν ἀφαίρεσιν ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπὸ ἀμνημονεύτων αἰώνων. Πάντες νομίζουσιν ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Μάνης ἐξαιροῦνται τῶν ἀμέσων φόρων. Δὲν ὑπάρχει χώρα, Κύριοι, εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ ὁποία νὰ φορολογῆται βαρύτερον ἀπὸ τὴν Μάνην, διότι οἱ κάτοικοι αὐτῆς δὲν παράγουσι τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ καταναλίσκηται ἐν τῷ τόπῳ. Πᾶν, ὅ,τι καταναλίσκεται, εἰσάγεται διὰ τῶν Τελωνείων καὶ ὑπόκειται εἰς τοὺς βαρυτάτους φόρους τῆς εἰσαγωγῆς, τὸ προϊὸν δέ, τὸ ὁποῖον παράγει ἡ χώρα, ἔλαιον καὶ βαλανίδιον, ἐξάγεται καὶ φορολογεῖται εἰς τὰ Τελωνεῖα, καὶ φορολογεῖται βαρύτατα. Ἑπομένως, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι τελείως ἐγκαταλελειμμένοι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ἄνευ συγκοινωνίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς προστασίας, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ σκληρὸν ν’ ἀπολέσωσιν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πολὺ περισσότερον ἠθικῶς τοὺς πιέζει ἢ ὑλικῶς τοὺς ζημιοῖ. Πρέπει νὰ γνωσθῇ ὅτι τόσον ᾐσθάνθησαν τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους, ὥστε προέθησαν καὶ εἰς συλλαλητήριον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἄλλον λόγον, ἀκριβῶς τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν κάμνουσιν οἱ χωροφύλακες κατ’ ἀγριώτατον τρόπον εἰσερχόμενοι εἰς τὰς οἰκίας τῶν κατοίκων. Γνωρίζετε δὲ κατὰ τίνα τρόπον ἐνεργεῖται ἡ ἔρευνα, καὶ πῶς αἰσθάνεται τοῦτο μία γυνή, ἡ ὁποία ἴσως δὲν ἔχει ἄλλον προστάτην εἰ μὴ μόνον τὰ θυγάτριά της, νὰ δέχηται τὰς ἐπισκέψεις καὶ τὰς ἐρεύνας τῶν ἀγρίων αὐτῶν χωροφυλάκων. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λάβῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ζήτημα κοινῆς ἐπερωτήσεως Βουλευτῶν ζητούντων δῆθεν ἵνα ὑποχρεώσωσι τοὺς ἐκλογεῖς των· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ ταραχάς, καὶ ἀκριβῶς δὲν γνωρίζω ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς Λακωνίας ἀπεστάλη τοιοῦτον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι συνῆλθον εἰς συλλαλητήριον καὶ διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν καταπάτησιν ἑνὸς προνομίου, τὸ ὁποῖον εἶχον, καὶ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι ταραχαί. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ γενόμενον ἀδίκημα, ἵνα μὴ συμβῶσι δυσάρεστα.
§146ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὴν Μάνην συνέβη εἷς χωροφύλαξ νὰ δέσῃ ὁλόκληρον χωρίον, διότι ἐνήργει ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου ἀμερολήπτως. Ἀλλὰ συνέβη καὶ πολλάκις ἀπόσπασμα ἀποτελούμενον ἀπὸ 40–60–70 ἄνδρας ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Καλαμῶν δεδεμένον ὁλόκληρον, διότι ἐνήργει ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου καὶ τοῦ προσήκοντος.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἁμαξηλατῶν Λαμίας ὁ κύριος Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§148Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μετ’ εὐμενείας ἀκούσῃ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἁμαξηλατῶν Λαμίας, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν ἐπιδιόρθωσιν μιᾶς ὁδοῦ ἀπὸ τῶν Ἁλυκῶν Γατζοῦς μέχρι τῆς πόλεως Λαμίας, εἰς διάστημα ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας, δηλαδὴ ἀποστάσεως δύο περίπου χιλιομέτρων. Εἶναι μία ὁδὸς ἀναγκαιοτάτη, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος καὶ ἡ ὁποία κατεστράφη τελείως, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα εἶναι τελείως ἀδιάβατος καὶ συνεπῶς ἀποβαίνει τελείως ἀδύνατος ἡ μεταφορὰ τοῦ ἅλατος. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι δι’ αὐτῆς μόνον γίνεται ἡ μεταφορὰ τοῦ ἅλατος, ἕνεκα δὲ τῆς καταστροφῆς τῆς ὁδοῦ ἀναγκάζεται τὸ Δημόσιον ν’ ἀποζημιοῖ περισσότερον τοὺς μεταφέροντας τὸ ἅλας.
§149ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἁμαξιτὸς ἡ ὁδός;
§150Ν. ΞΗΡΟΣ. Βεβαίως· μία ἐπισκευὴ χρειάζεται, οὐχὶ κατασκευὴ νέας ὁδοῦ.
§151ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ εἰσαγάγω, ἐλπίζω, ἐντὸς τῆς σήμερον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείου ὁδοποιίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζω ὅτι θέλει εὐκολυνθῆ ἡ ἐπισκευὴ τῶν ὁδῶν διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας.
§152Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἡ μερικὴ κατασκευὴ τοῦ τμήματος τούτου οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου θέλει ἐξυπηρετήσει, ἀλλὰ καὶ τὴν συγκοινωνίαν δύο μεγάλων χωρίων τοῦ δήμου Λαμιέων θὰ ἐξυπηρετήσῃ, χωρίων πολυανθρώπων, τὰ ὁποῖα διὰ μόνον τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πληρώνουσι πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον 24.000 δραχμῶν ἐτησίως, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ παρέχῃ καὶ ἀντάλλαγμα διὰ τὴν τοιαύτην φορολογίαν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Ἡ δικαιολογία ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, διότι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν ἀκριβῶς ἐξυπηρέτησαν τὸν ἀγῶνα ὑμῶν, καὶ ἀκριβῶς ἡ ψῆφος αὐτῶν ἐνίσχυσε τὴν ἐπικράτησιν τοῦ κόμματος ὑμῶν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀριστομένους διὰ καταγγελίαν τοῦ ἐφημερίου των Ἀ. Ἀνδρικοπούλου ὁ κύριος Κάβουρας ἔχει τὸν λόγον.
§154Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Οἱ κάτοικοι Ἀριστομένους παραπονοῦνται ἀφ’ ἑνὸς διὰ παρανομίας ἱερέως τινός, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐπαναλάβω, διότι ἀναφέρονται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἡ ὁποία θὰ σταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παραπονοῦνται, δὲν γνωρίζω ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, διά τινα ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἀναβάλλονται αἱ ἐξετάσεις τοῦ Γυμνασίου. Αἰτιολογία τῆς ἐγκυκλίου φέρεται ἡ διακοπὴ τῶν μαθημάτων μερικῶν Γυμνασίων λόγῳ τῆς νόσου μηνιγγίτιδος, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναφανῆ. Ἀλλά, ἐνῷ ἔπρεπε διὰ τὸν λόγον τοῦτον ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐξετάσεις τῶν Γυμνασίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διέκοψαν τὰ μαθήματά των, διετάχθη γενικῶς ἡ ἀναβολὴ τῶν ἐξετάσεων πάντων τῶν Γυμνασίων δι’ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα. Ἐὰν ἄλλος λόγος δὲν ὑπάρχῃ τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἐγκύκλιον, ἡ ὁποία εἶναι ἄδικος διὰ τὰ Γυμνάσια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως ἐξηκολούθησαν τὰ μαθήματά των.
§155Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ τοῦ παραπόνου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος ἐναντίον ἐγκυκλίου ἐκδοθείσης τελευταίως καὶ ἡ ὁποία παρηρμηνεύθη ἀτυχῶς. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη λέγει ὅτι αἱ ἐξετάσεις πάντων τῶν σχολείων τοῦ Κράτους θὰ γίνωσι κατὰ τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἰουνίου συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ ταύτῃ ἐλέγετο πρὸς τοῖς ἄλλοις ὅτι ὁρίζομεν τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἰουνίου καὶ διατάσσομεν νὰ μὴ γίνωσι διακοπαὶ πρὸ τῶν ἐξετάσεων, ὡς συνήθως, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ χρόνου τοῦ ἀπολεσθέντος ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς διακοπῆς τῶν μαθημάτων λόγῳ τῆς νόσου μηνιγγίτιδος. Συνέπεσεν ὅμως νὰ ὑπάρξωσι Γυμνάσιά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχεν ὁ λόγος ὁ ἐξαιρετικὸς τῆς διακοπῆς τῶν μαθημάτων, καὶ τὰ Γυμνάσια ταῦτα ζητοῦσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὰ ὁριζόμενα διὰ τῆς ἐγκυκλίου. Ἀλλὰ ὁ ὁρισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἐξετάσεων οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν διακοπὴν λόγῳ τῆς νόσου. Ὁ ὁρισμὸς τοῦ χρόνου ἐγένετο ἕνεκα τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ γίνωσιν αἱ συνήθεις διακοπαὶ πρὸ τῶν ἐξετάσεων εἶναι μέτρον εἰς ἄκρον λυσιτελὲς καὶ διὰ τὴν ὑγείαν καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μαθητῶν, διότι, ἂν μένῃ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ὁ μαθητὴς καὶ εἶναι ἐπιμελής, θὰ καταπονηθῇ ἀσφαλῶς, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ τι ἐπὶ πλέον· ἂν δὲ δὲν εἶναι ἐπιμελής, βεβαίως θ’ ἀπομάθῃ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔμαθε. Δι’ αὐτὸ ἐκρίθη λυσιτελὲς νὰ μὴ διακοπῶσι τὰ μαθήματα, ἀλλά, ἵνα μὴ καταπονηθῶσιν οἱ μαθηταί, ἀπεφασίσθη νὰ γίνωνται μόνον τὴν πρωίαν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δικαῖος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀριστομένους.
§157Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἡ ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορὰ ἀφορᾷ παράπονα τῶν κατοίκων Ἀριστομένους κατὰ τοῦ ἐφημερίου των Ἀνδρικοπούλου, παράπονα δέ, τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ διετίας περίπου, καὶ δι’ ὧν καταγγέλλεται ὁ εἰρημένος ἐφημέριος ὡς ἀκόλαστος καὶ μέθυσος. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται καὶ διότι καὶ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἔχει ἐπιληφθῆ τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ δύο ἐτῶν. Ἀλλὰ τὸ παράπονον εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ δύο ἐτῶν ὑπάρχει ἡ καταγγελία αὕτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ὁριστικὴ λύσις μεταξὺ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ ἱερέως, ὥστε ἢ ὁ ἱερεὺς ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας τῶν κατοίκων ἢ οἱ κάτοικοι ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ ἱερέως, ἂν εἶναι ἔνοχος.
§158Ε. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ συστήσω καὶ ἐγὼ τὴν ταχεῖαν λύσιν τῆς διαφορᾶς αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἄτοπον νὰ μένῃ ἐπὶ πλέον ἐκκρεμής.
§159Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ συστήσω εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς νὰ προβῶσι ταχέως εἰς τὴν ἀπαιτουμένην ἐνέργειαν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν καταστηματαρχῶν τῆς συνοικίας Βάθειας ὁ κ. Μαμάης.
§161Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τῶν καταστηματαρχῶν ἰδίως τῆς ὁδοῦ Καματεροῦ, ὅπου εἶναι διπλῆ ἡ γραμμὴ καὶ πολὺ στενὴ ἡ ὁδὸς καὶ ἕνεκα τοῦ μεγάλου συνωστισμοῦ γίνονται δυστυχήματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, νὰ διατάξῃ τοὐλάχιστον τὴν ἑταιρείαν, ὅπως μὴ εἰσέρχωνται δύο τραῖνα ταυτοχρόνως ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, καὶ δεύτερον νὰ μετριάσῃ τὴν ταχύτητα τοῦ δρόμου, διότι θὰ συμβῶσι δυστυχήματα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ εὐθύνηται καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Διέρχομαι καθ’ ἑκάστην ἐκεῖθεν καὶ βλέπω τί γίνεται. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων ὁδῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ταχύτης.
§162ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε πολλάκις τὴν Βουλήν. Ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι ἀπέμεινα μόνος διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς στρώσεως διπλῆς γραμμῆς εἰς στενὰς ὁδούς. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ κακῶς γενόμενα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπογίνωσι, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀρθῇ ἡ ἑτέρα τῶν γραμμῶν ἐκεῖ. Δὲν μένει παρὰ νὰ διατάξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέστησεν ὁ συνάδελφος καὶ τὸ ὁποῖον διέταξα ἤδη καὶ ἐπὶ ἄλλων ὁδῶν, καὶ ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Καματεροῦ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν σωματείων Καλαμῶν ὁ κ. Πετρομανιάτης.
§164Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ ἄρσεως φορολογίας καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι διατεθειμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν ταύτην. Παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην τῶν συντεχνιῶν Καλαμῶν, ἵνα μὴ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν οἱ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα σφαζόμενοι ἀμνοί. Εἶναι ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσαι αἱ οἰκογένειαι σφάζουσιν ἕνα ἀμνὸν χάριν τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, εἶναι δὲ λίαν ἀντιπαθητικὴ ἡ παρουσία τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει πρωτόκολλα δι’ ἀμνούς, οἱ ὁποῖοι δὲν σφάζονται. Ἐπὶ τέλους, ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ φορολογία κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν εἶναι ἀρκετὴ καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν χαρίσῃ, θὰ ἐτόλμων νὰ τῷ συστήσω ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ῥίψῃ ἐπὶ τῶν καταναλισκομένων ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σφάζονται εἰς τὰς οἰκογενείας κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, διότι ὁ φόρος αὐτός, ὡς λαμβάνεται, φαίνεται ἐπαχθέστατος.
§165Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς ἐπαχθοῦς φορολογίας. Ν’ αὐξήσῃ ἡ φορολογία διὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας· νὰ γίνῃ ἀπὸ μίαν δραχμὴν καὶ δέκα.
§166Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο ἄνευ βλάβης τοῦ Δημοσίου. Ἴσως τὸ Δημόσιον καὶ ὠφέλειαν νὰ ἔχῃ. Εἶναι ἐπαχθέστατον τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, καθ’ ἣν βασιλεύει ἡ χαρά, νὰ βλέπωσιν αἱ οἰκογένειαι τὸν σπαχῆν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸν οἶκον αὐτῶν καὶ νὰ ζητῇ τὸν φόρον. Εἶναι παρὰ πολὺ αὐτό.
§167ΑΘ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσῳ ἁπλοῦν, ἀλλ’ ἀρκούντως σπουδαῖον, ἀπόδειξις αὐτὴ αὕτη ἡ ἀναφορὰ τῶν Καλαμίων καὶ ἡ παράκλησις αὐτῶν, ὅπως μεσιτεύσωμεν πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς τυραννίας αὐτῆς τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὰς οἰκογενείας παρορῶντες τὸ ἅγιον τῆς ἡμέρας, ἵνα εἰσπράξωσι τὸν φόρον. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ εὑρίσκετο ἄλλος τρόπος εἰσπράξεως αὐτοῦ τοῦ ἐσόδου τοῦ Δημοσίου χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς ἡμέρας.
§168Ε. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δύναται νὰ οἰκονομηθῇ τὸ ζήτημα, διότι ὑπάρχει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἑκάστη οἰκογένεια ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σφάζῃ ἕνα ἀμνὸν χωρὶς νὰ φορολογῆται.
§169Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§170Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶχον καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ πεποίθησιν ὅτι ὁ ἔντιμος κ. Ὑπουργὸς θὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου, καὶ ὅτι ἐν τῇ εὐγενείᾳ, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει πάντοτε εἰς παρομοίας περιστάσεις, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§172Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἷς τῶν προαγορευσάντων εἶπεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει τί εἰσπράττει. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εὑρίσκω βαρὺν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμνῶν καὶ μελετῶ τρόπον, ὅπως μειωθῇ οὗτος ὀλίγον, αὐξανομένου τοῦ τῶν βοῶν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν κτηνοτρόφων Ἀστακοῦ διαγράφεται. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 5ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά.
§175ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ποῖα Πρακτικά;
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς 14ης Μαΐου.
§177ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν διενεμήθησαν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω ὅτι πολλοὶ τῶν συναδέλφων κρατοῦσι τοιαῦτα. Ὑπάρχει σοβαρὰ ἀντίρρησις περὶ τῆς μὴ διανομῆς τῶν Πρακτικῶν;
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά).
§181Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν ὄχι μόνον βλέπω ὅτι σημειοῦται εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι τὸ ἄρθρον 98 ἐψηφίσθη, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἀναγράφεται κἂν ὅτι ὑπ’ ἐμοῦ ἐγένετο διαμαρτυρία περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη. Πρέπει νὰ εἴπω δὲ καὶ τοῦτο: Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου ἀνῆλθον εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ ἐγγράψῃ, διότι ἐσκόπουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98 νὰ ὁμιλήσω. Ὅτε ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον, ἐγὼ δὲν ἀπεμακρύνθην τῆς θέσεώς μου, εἰδοποίησα δὲ τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι εἶχον τὸν λόγον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὥρα ἦτο μία παρὰ δέκα καὶ ἐπρόκειτο νὰ φύγωμεν, φαίνεται ὅτι δὲν μὲ ἤκουσαν, ἀλλ’ οὔτε ἠδυνάμην νὰ ἐντείνω τὴν φωνήν μου εἰς τὴν διαπασῶν, ὅπως τὴν ἐντείνῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, οὐδὲ ἠδυνάμην νὰ πετάξω εἰς τὸ βῆμα.
§182Γ. ΠΩΠ. Δὲν λέγουσι τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἐψηφίσθη.
§183Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ Πρακτικὰ λέγουσιν ὅτι γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 98.
§184Γ. ΠΩΠ. Εἰς ποίαν σελίδα;
§185Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα ἕκτην. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη. Νομίζω ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή. Δηλῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς ὅτι ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ παρεκάλεσα μάλιστα πρὸς τοῦτο τὸν κ. Πρόεδρον. Ἡ ταχεῖα ψήφισις τοῦ ἄρθρου καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου ὅτι ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον δὲν εἶναι πρὸς διατήρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ πρὸς μείωσιν αὐτοῦ. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν σπουδήν, ἥτις γίνεται. Ὁ κ. Πρόεδρος, ὅταν ἀναγινώσκῃ ἓν ἄρθρον, πρέπει νὰ λέγῃ ὅτι κηρύσσει τὴν συζήτησιν περατωμένην. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἐψηφίσθη καὶ δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ψηφισθέν. Ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἐλεγκτῶν καὶ τῶν παρέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἠδυνάμην δὲ ν’ ἀνέλθω πετῶν εἰς τὸ βῆμα, διότι ὁ διάδρομος ἦτο πλήρης ἀπὸ Βουλευτὰς καὶ ἡ ὥρα ἦτο μία παρὰ δέκα, οὐδὲ ἠδυνάμην εἰς πέντε λεπτὰ νὰ τελειώσω μίαν ἀγόρευσιν περὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου θέματος.
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ καλὴ πίστις τοῦ Προεδρείου δὲν δύναται, πιστεύω, νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ. Βεβαίως φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος εἶχε ζητήσει τὸν λόγον καὶ ἐκ πλάνης δὲν ἐδόθη. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη. Ὅτε ὑπέβαλε τὰς διαμαρτυρίας του ὁ κ. ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸν ἐκάλεσεν ὄντως νὰ ἔλθῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀνεχώρησεν. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον τοῦτο θεωρεῖται ψηφισθὲν καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ πλαστογραφήσωμεν τὰ Πρακτικά, νὰ θεωρήσωμεν δὲ τὴν ἐπιψήφισιν μὴ γενομένην, ἐνῷ αὕτη ἐγένετο.
§187ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ παρετήρησα τὰ ἑξῆς. Ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος ὑπέβαλε τὰς τροποποιήσεις, ἐγὼ ὑπέθεσα ὅτι περιελαμβάνοντο πᾶσαι αἱ τροποποιήσεις καὶ ἑπομένως καὶ ἡ τροποποίησις διὰ τὸ 65ον ἔτος. Ἕνεκα τῆς ταραχῆς ὅμως δὲν ἀντελήφθην ἂν περιλαμβάνεται ἡ διάταξις αὐτή. Ὅτε ἦλθεν ὁ κ. Κουτούπης, δὲν ἀντελήφθη ἂν ἐψηφίσθη ἢ ὄχι τὸ ἄρθρον αὐτό, ἠρώτησα δὲ τὸν κ. Σῖμον, ὅστις μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἐψηφίσθη.
§188Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐγὼ οὐδὲν εἶπον.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν ἔχω νὰ δώσω. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη. Ἐὰν θέλητε ὅμως, δύνασθε νὰ ὑποβάλητε ψήφισμα. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸ ἄρθρον 98 ἐψηφίσθη καὶ ὁ κ. Κουτούπης ἐγνώριζεν ὅτι ἐψηφίσθη καὶ διεμαρτυρήθη ὅτι δὲν τῷ ἐδόθη ὁ λόγος. Διατί διεμαρτυρήθη; Διεμαρτυρήθη ἀκριβῶς διότι ἐθεωρήθη ψηφισθὲν τὸ ἄρθρον. Δι’ αὐτὸ διεμαρτυρήθη. Τότε ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔλαβε.
§190Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἐγένετο, τὸ ὁποῖον τελευταῖον παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ἀφοῦ μετὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας τὸν ἐκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἐδήλωσεν ὅτι τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη.
§191Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς τακτικῆς ταύτης. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἐπηκολούθησε συζήτησις μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἐμοῦ καὶ ἐπανέλαβον ὅτι εἶχον σκοπὸν νὰ ζητήσω τὸν λόγον. Ἡ σπουδὴ ὅμως τοῦ κ. Προέδρου νὰ κηρύξῃ τὴν συζήτησιν περατωμένην μὲ ἐνέβαλεν εἰς ἀμφιβολίαν ὅτι ἔσπευδε νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον πολὺ ταχύτερον τοῦ δέοντος. Ἐγὼ παριστάμην ἐκεῖ καὶ δὲν ἡτοιμαζόμην νὰ φύγω, διότι ἐνδιεφερόμην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος ἐπανέλαβεν ὅτι τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη καὶ κατόπιν τῆς δηλώσεως ταύτης ἔλαβον τὸν πῖλόν μου καὶ ἀπῆλθον. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην ὅτι ἐκλήθην νὰ ὁμιλήσω, δὲν ἀμφισβητῶ ὅμως τὴν καλὴν πίστιν τοῦ κ. Προέδρου καὶ τὴν ἐπιμέλειαν, μεθ’ ἧς διευθύνει τὰς συνεδριάσεις. Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω ὅτι εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ καὶ ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν πλήρει τάξει. (Τὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§192Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος, ἀπὸ τοῦ βήματος). Τὰ πράγματα ἔχουσιν ἀκριβῶς ὡς ἑξῆς· ὁ κ. Κουτούπης εἶχε ζητήσει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν κατάλογον τὸν τηρούμενον ἐν τῷ Προεδρείῳ διὰ τὸ ἄρθρον τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ὅτε προσῆλθε νὰ ἐγγραφῇ, τὸν ἠρώτησα ἂν εἶχε σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν μακράν, τῷ ἔκαμα μάλιστα καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης ὕλης πρὸς συζήτησιν σπουδαίαν, ἐὰν εἰς ζητήσῃ τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσῃ θεωρητικῶς, ἀναφλέγομεν συζήτησιν καὶ δι’ εἴκοσιν ἄλλους καὶ δὲν τελειώνομεν ποτέ. Τότε μοὶ εἶπε: «γράψατέ με καὶ βλέπομεν». Κατῆλθεν ἐν δισταγμῷ. Τὸν ἐνέγραψα. Ὅτε δ’ ἀνῆλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὑπέβαλε τὰς τροπολογίας, δι’ ὧν ἐξωμοίωσε τὸ ἄρθρον τοῦτο πρὸς τὰ περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑποβληθέντα, ἠρώτησα τὴν Βουλήν: «ὑπάρχει ἄλλος τις νὰ λάβῃ τὸν λόγον;». Ἠρώτησα δὲ ἀρκετὰ βραδέως, ὥστε, ἂν οἱοσδήποτε ἦτο ψυχικῶς ἕτοιμος, εἶχε τὴν σκέψιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, λέγω δὲ ψυχικῶς ἕτοιμος, διότι πολλάκις παρασκευαζόμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν, ἀλλὰ βλέποντες ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀκούσῃ, βλέποντες ὅτι τὸ ζήτημα δὲν παρουσιάζει τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐνδιαφέρον παραιτούμεθα· διὰ τοῦτο λέγω ψυχικῶς ἕτοιμος καὶ ὄχι ὑπὸ ἔποψιν μελέτης ἕτοιμος. Τὴν στιγμὴν λοιπὸν ἐκείνην ὁ κ. Κουτούπης φαίνεται ὅτι δὲν εἶχε πλήρη τὴν ἀπόφασιν νὰ ὁμιλήσῃ, ὑπῆρχεν ὅμως ἐπαρκὴς χρόνος, ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ εἶναι πτερωτός, διὰ νὰ πετάξῃ ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐκήρυξα τὴν συζήτησιν περατωμένην καὶ ἔθηκα τὸ ἄρθρον ὑπὸ ψήφισιν. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον, ὁ κ. Κουτούπης διεμαρτυρήθη ἀμέσως ὅτι δὲν τῷ εἶχε δοθῆ ὁ λόγος. Τότε ἐγὼ τῷ λέγω: «Ὁρίσατε νὰ ὁμιλήσητε, κύριε Κουτούπη» καὶ μοὶ ἀπαντᾷ ἀμέσως: «αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγορεύσω», καὶ ἀπῆλθε. Τὸ ἄρθρον ἦτο ἐψηφισμένον ἐν τάξει, ἐδόθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Κουτούπην, διὰ νὰ τῷ διευκολυνθῇ ὁ λόγος. Τώρα ὁ κ. Κουτούπης εἶπε πρὶν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ἐγὼ ἔσπευδον νὰ κηρύξω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Δὲν ἔσπευσα οὔτε σπεύδω ποτὲ νὰ κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην παρὰ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν ὥρας ἀτελευτήτους, διὰ ν’ ἀκούωμεν θεωρίας μὴ ἐφαρμοσίμους εἰς τὰ πράγματα. Ἐὰν ἠθέλετε νὰ ὁμιλήσητε τὴν πρωίαν ἐκείνην περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε ὁποτεδήποτε, διότι εἶναι μεταβατικὴ ἡ διάταξις αὐτή, καὶ τοιαῦται διατάξεις δύνανται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑποβληθῶσιν. Ἀλλὰ συνήθισα νὰ πιστεύω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ ἐλπίζω ὅτι παρέσχον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξασκῶν τὰ καθήκοντά μου ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Προεδρείου τὰ ἐξασκῶ ἄνευ πάθους καὶ μεροληψίας, δι’ οἱονδήποτε εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἔξω ταύτης ἐνδιαφερόμενον.
§193Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἓν πρᾶγμα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, πῶς ἐκλήθη ὁ κ. Κουτούπης νὰ ὁμιλήσῃ, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον ἐθεωρήθη ἐψηφισμένον;
§194Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ εἶπον, συμβιβαστικῶς.
§195Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε τὸ ἑξῆς: Πῶς τὸν ἐκαλέσατε νὰ ὁμιλήσῃ, ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον;
§196Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ ἐπανειλημμένως θὰ ἴδητε ὅτι συνέβη. Ὑμεῖς παρίστασθε τόσους μῆνας ἐδῶ καὶ θὰ εἴδετε ὅτι συμβαίνει, ὅταν κηρύσσηται ἡ συζήτησις περατωμένη καὶ διαμαρτύρηται Βουλευτής τις καὶ ζητῇ τὸν λόγον, τῷ λέγομεν: «ὁρίσατε, Κύριε», καὶ τοῦτο ἐπιεικῶς. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνήρεσε τὴν ἀπόφασιν τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου, διότι ὁ κ. Κουτούσης ἐκλήθη νὰ ὁμιλήσῃ.
§197Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἠρώτησα πῶς ἐκαλέσατε νὰ ὁμιλήσῃ τὸν κ. Κουτούπην.
§198Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἅμα ἠρνήθη ὁ κ. Κουτούπης νὰ ὁμιλήσῃ, ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον.
§199Γ. ΠΩΠ. Τὸ ζήτημα ἐτέθη ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦτο ἴσως εἶναι σημαντικόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποφασίσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φαινόμεθα πλαστογραφοῦντες τὰ Πρακτικά. Ἐγὼ βεβαίως φρονῶ νὰ μείνωσι τὰ Πρακτικὰ ὡς ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπανηρχόμεθα, βεβαίως δὲν θὰ ἐφαινόμεθα πλαστογραφοῦντες τὰ Πρακτικά, διότι καὶ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐμφανίζουσι τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδήλωσεν ὅτι ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον, ἐπῆλθε στιγμὴ συμβιβασμοῦ καὶ κατὰ ταύτην ἔδωκε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας δὲν ἠθέλησε τὴν ὥραν ἐκείνην ν’ ἀγορεύσῃ. Συνεπῶς αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχεν ἀναιρέσει τὴν πρώτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, εἶχεν ἀνακαλέσει τὸ ὅτι τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη καί, διὰ νὰ εἶναι ἐν τάξει, ἔπρεπε μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας νὰ ἐπανερωτήσῃ.
§200Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἠρωτήθη καὶ πάλιν ἡ Βουλή. Ὑμεῖς ὁμιλεῖτε ἐπὶ γεγονότων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἦσθε παρών.
§201Γ. ΠΩΠ. Ἤμην παρών· κατὰ τοῦτο δὲ εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἀμφιβολία ἡ ὑφισταμένη, διότι τοῦτο οὔτε ἐγὼ εἶχον ἀντιληφθῆ οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, τὸν ὁποῖον ἰδὼν ἐξερχόμενον ἠρώτησα τί θὰ πράξῃ, καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὅτι θ’ ἀγορεύσῃ.
§202Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ Πρακτικῶν, σᾶς βεβαιώνει ὁ Πρόεδρος καὶ ὄχι οἱ ἀνεύθυνοι.
§203ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπεκυρώθησαν τὰ Πρακτικά;
§204Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι.
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπεκυρώθησαν τὰ Πρακτικά, εἶναι δυνατόν, διὰ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις καὶ ὁ θόρυβος, νὰ μὴ ἐπικυρωθῶσιν ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Νὰ ἐπαναρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, χωρὶς νὰ γίνωμεν οὔτε πλαστογράφοι οὔτε τίποτε ἄλλο, διότι ἡ συζήτησις καταλήγει, ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν ἔλεγον, χωρὶς νὰ θορυβῶσιν οἱ ἀγνοοῦντες τὸν Κανονισμὸν καὶ οἱ μὴ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἦλθον ἐνταῦθα ἔχοντες ἓν καθῆκον, νὰ μελετήσωσι τὸν Κανονισμόν. Ἔλεγον δὲ καὶ πρὸ ἡμερῶν ὅτι, πρὶν ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικά, δὲν θεωρεῖται λήξασα ἡ συζήτησις, δὲν θεωρεῖται ληφθεῖσα ὁριστικῶς ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ μὴ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ καὶ νὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον, χωρὶς νὰ γίνεται ὁ θόρυβος αὐτός.
§206Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς ποίαν ψυχικὴν κατάστασιν διετέλουν δὲν εἶναι ἁρμόδιος ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ γνωρίζῃ. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῇ τὴν ψυχικήν μου κατάστασιν, καὶ ἐπιμένω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ψυχική μου κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐπέμεινα νὰ ὁμιλήσω καὶ δὲν ἀπεμακρύνθην ποσῶς τῆς θέσεώς μου. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν βεβαίως τὴν ψυχικήν μου κατάστασιν ν’ ἀντιληφθῇ, ἀφοῦ δὲν ἀντελήφθη ἐμέ, ὅστις ὄρθιος ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἐζήτουν νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ τὸν δικαιολογῶ διὰ τοῦτο, διότι εἰς τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐγίνετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπὸ πολλοὺς Βουλευτὰς εἰς τὴν ὁρμήν των νὰ περάσωσι καὶ νὰ ἐξέλθωσι τῆς αἰθούσης, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ ἀντιληφθῇ ὅτι ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε μετὰ τὴν διαμαρτυρίαν μου, ἦτο ὄχι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον. Πιθανόν, ὅτε εἶχον ἀναχωρήσει ἢ καὶ ἴσως πρὶν ἐξέλθω, νὰ μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος, ἐγὼ ὅμως ἀπελπισθεὶς κατόπιν τῶν διαμαρτυριῶν μου, ὅτι τὸ ἄρθρον θεωρεῖται ἐψηφισμένον, ἀνεχώρησα.
§207ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ἐγένετο ἡ πρόσκλησις νὰ λάθητε τὸν λόγον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Παπαναστασίου καὶ τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ.
§208Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς ἄλλον τινὰ νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ἀντελήφθη ἢ ὄχι, ὅτι ἐγὼ ἀντελήφθην ὅτι ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον. Εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος διὰ τοῦτο. Παραδέχομαι, ἀφοῦ τὸ δηλοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος. Μοὶ ἐδόθη ὅμως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ τὸ ἀντιληφθῶ. Ἀφοῦ ἐπέμεινα ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον καὶ ἀφοῦ δὲν μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος, εἶδον ὅτι δὲν ἔχω νὰ πράξω ἄλλο τι παρὰ νὰ ἐξέλθω.
§209Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφοῦ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Κουτούπη θ’ ἀφεώρα τὴν μεταβατικὴν διάταξιν περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσι τὰ Πρακτικὰ καὶ κατόπιν.
§210Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ. Χωρὶς συμβιβασμὸν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ κάμητε.
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑμεῖς βεβαιοῦτε τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Κουτούπη ἠρώτησε πάλιν τὴν Βουλήν.
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία ὅτι, ἂν ὑποβληθῇ τοιοῦτον ψήφισμα, εἶναι συζητήσιμον.
§213Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὔτε σημειοῦται εἰς τὰ Πρακτικὰ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ διαμαρτυρία μου. Πῶς δικαιολογεῖται μία διαμαρτυρία γενομένη μὲ τοιοῦτον τόνον οὔτε κἂν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά;
§214Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δώσατε σημείωσιν, ἵνα τεθῇ.
§215Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι τὴν στιγμὴν ταύτην, ἂν ἐψηφίσθη ἢ ὄχι τὸ ἄρθρον. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ τοῦ ὅτι ἐγένετο κακόν τι διότι δὲν ἠγόρευσα ἐγώ, διότι γνωρίζω ὅτι οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ ἔφερεν ἡ ἀγόρευσίς μου. Πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Βουλευτοῦ καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Προεδρείου περισσότερον παρὰ ἐμοῦ.
§216Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον οὐδενὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ φυλάξῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν του. Τὴν φυλάττει μόνον του, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ τὴν φυλάξωσι, δὲν λαμβάνει καθόλου ὑπὸ σημείωσιν.
§217Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν.....
§218Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Φυλάξατε τὴν ἰδικήν σας ἀξιοπρέπειαν καὶ ἀφήσατε τὴν ἰδικήν μου.
§219Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδικόν σας τὸ Προεδρεῖον καὶ δὲν ἐνδιαφέρεσθε μόνον ὑμεῖς, ἀλλ’ ὅλη ἡ Βουλή, ἐνδιαφέρομαι δὲ καὶ ἐγώ, διότι εἶμαι Βουλευτής.
§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἐνδιεφέρεσθε διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προεδρείου, δὲν θὰ ἐκάμνετε τὴν συζήτησιν αὐτὴν τόσην ὥραν.
§221Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Γεννᾶτε ζητήματα διαρκῶς.
§223Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν ζήτημα ἐγέννησα. Τώρα μόνον ἠναγκάσθην νὰ πράξω τοῦτο, διότι, κύριε Πρόεδρε, ἐβιάσθητε νὰ κηρύξητε τὴν συζήτησιν περατωμένην. Διαμαρτύρομαι καὶ πάλιν. Ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Προέδρου δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι τόσον δηκτικὴ πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Στράτος δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονῇ ὅτι καίπερ μὴ καθήμενος ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου δὲν παύει νὰ εἶναι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν πρέπει νὰ φέρηται οὕτω πρὸς τοὺς Βουλευτάς.
§224Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι κάτω· δὲν εἶμαι Πρόεδρος.
§225Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν εἶσθε μόνον Βουλευτής, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔπρεπεν ὁ Βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ Προεδρείου, ὅτι φροντίζει περὶ αὐτῆς. Ὁ Βουλευτὴς ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Προεδρείου.
§226ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν βλέπετε τόσην ὥραν ὅτι ἀπευθύνεται μομφὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου; Πῶς ἀνέχεται τὸ Προεδρεῖον τόσην ὥραν ν’ ἀπευθύνηται μομφὴ κατ’ αὐτοῦ καὶ ν’ ἀκούῃ τοῦτο μὲ τοιαύτην ἀφέλειαν; Αὐταὶ εἶναι αἱ μέθοδοι, τὰς ὁποίας εἰσάγομεν, καὶ δὲν ἐξεγείρεσθε διὰ τὴν ἀξιοπρέπειάν σας.
§227Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Γελῶ ἐγώ· τίποτε ἄλλο δὲν κάμνω.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχίαν, παρακαλῶ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς.
§229ΑΝ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δι’ ἐγγράφου αἰτήσεως ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν λόγων, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας καὶ ἄνευ ἀναβολῆς ἐνισχύσεως τῆς μεθορίου φρουρᾶς Ἄρτης διὰ μοίρας βαρέος πυροβολικοῦ καὶ διετύπωσα τὴν παράκλησιν, ὅπως ἀνακοινωθῇ, εἰ δυνατόν, πᾶσα σχετικὴ σκέψις καὶ ἀπόφασις. Ὡς ἀπάντησιν ἔσχον τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν δύναται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς τοιούτου εἴδους ἀνακοινώσεις, ἕνεκεν εὐνοήτων ὑπηρεσιακῶν λόγων, καὶ τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην, τὴν ἔν τινι μέτρῳ ὀρθὴν καὶ εὔλογον, ἐνόουν νὰ σεβασθῶ ἀπολύτως καὶ ν’ ἀποφύγω πᾶσαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δημοσίαν συζήτησιν, ἂν μὴ τὸ ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἄπρακτον, μὲ ὤθει νὰ πιστεύσω ὅτι οὐδαμῶς ἀπεδόθη ἡ προσήκουσα σημασία καὶ ἐκτίμησις ἐπὶ τῶν λόγων τῆς συστάσεώς μου καὶ τῶν ἐλατηρίων, ἅτινα ὑπηγόρευσαν αὐτήν. Γνωρίζει κάλλιστα ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δυστυχῶς οὐχὶ ἀσυνήθη παρ’ ἡμῖν τὰ ἀπρόοπτα γεγονότα δημιουργούμενα καὶ δυνάμενα νὰ δημιουργηθῶσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐκ τῆς δολοπλόκου καὶ προκλητικῆς στάσεως τῆς γείτονος Ἐπικρατείας. Γνωρίζει ἐπίσης ὅτι ἀτελέστατα ἀτυχῶς τὰ μέσα τῆς ὑφισταμένης κατὰ ξηρὰν συγκοινωνίας μετὰ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς Ἠπείρου.
§230ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι κατάστασις αὐτή; Ἔχομεν Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὰ στρατιωτικὰ πράγματα καὶ εἶναι ἁρμόδιον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας.
§231ΑΝ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε δηλώσει ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὴν σύστασίν μου....
§232Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ὀργῇ). Οὐδεμίαν δήλωσιν ἔκαμον. Τουναντίον σᾶς ἐδήλωσα καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως ὅτι οὐδεμίαν ἔχω νὰ κάμω δήλωσιν. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνησύχει, εἶχε καθῆκον νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ εὕρῃ προσωπικῶς νὰ μοὶ εἴπῃ τὰς ἀνησυχίας του, ν’ ἀκούσῃ τὰς πληροφορίας μου καὶ νὰ καθησυχάσῃ. Ἀλλὰ θέλει νὰ κάμῃ θόρυβον ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τίποτε περισσότερον.
§233Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνέχει ἄλλην σημασίαν. Πρόκειται περὶ μέτρων ἀμύνης....
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τώρα συζήτησις αὐτή.
§235Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἠκούσαμεν οὔτε περὶ τίνος πρόκειται.
§236Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅταν θὰ ἐξηγηθῶ, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἀλλὰ περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Θὰ πεισθῆτε ὅτι ἐγὼ δὲν θίγω ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτουσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ὁπότε δύνασθε νὰ μὲ ἀποδοκιμάσητε. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σπεύδει εἰς τὰς κρίσεις του. Ἄν ζητῶ τὸ πυροβολικόν, θὰ σᾶς ἀποδείξω, διὰ ποῖον λόγον τὸ ζητῶ. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τίνας λόγους ἀναγκάζομαι νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο.
§237Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδένα λόγον ἀπολύτως γνωρίζω δικαιολογοῦντα τὸ πρᾶγμα.
§238Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὅταν ἐκθέσω συμφέροντα τῆς χώρας, τότε ν’ ἀποδοκιμάσητε τὰς συστάσεις μου.
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς ἀποδοκιμάσω, ἔχω ὅμως δικαίωμα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ὅτι διὰ τοιαύτην συζήτησιν δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ ὥρα.
§240Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι τοιαύτη συζήτησις δὲν συμφέρει, διατί ἐπιμένετε;
§241Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἐμὲ πρόκειται περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἄλλο συνίσταται παρὰ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, παράδειγμα τοῦ ὁποίου παρέχει αὐτὴ αὕτη ἡ γείτων Ἐπικράτεια ἐνισχύουσα ὁσημέραι τὴν μεθόριον γραμμήν. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει, παραιτοῦμαι.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τριγώνης.
§243ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μοὶ εἴπῃ διατί δὲν κατέθηκε τὰς ἐκθέσεις περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἐπιμελητοῦ τοῦ Ἀρεταιείου νοσοκομείου.
§244Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδέποτε μοῦ ἐζητήσατε τοιοῦτόν τι.
§245Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐζήτησα.
§246Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μοῦ ἐζητήσατε λόγον διατί ἀπέλυσα τὸν ἐπιμελητὴν αὐτόν. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Μοῦ ἐζητήσατε δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ διορισμοῦ, ἐὰν τὰ εἶχον. Τὰ ἔγγραφα τοῦ διορισμοῦ τὰ κατέθηκα ἐνταῦθα.
§247ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ τώρα κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, ἡ ἐπερώτησις ἐτελείωσεν.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρμηγκας ἔχει τὸν λόγον.
§249Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἤδη ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνῆκον ἔτι εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ ἐγνώριζον ὅτι ἡ προμήθεια τῶν μυδραλλιοβόλων δὲν διεξήχθη ἐν πλήρει τάξει· νῦν δὲ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δύναμαι νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόδειξιν ὅτι κατὰ τὴν προμήθειαν ταύτην ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρξεν ἀτυχὴς καὶ ὅτι μάλιστα ἤγαγε μέχρι τοσούτου, ὥστε καὶ ἐπέμβασις ἐπῆλθε ξένης Δυνάμεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦδε οὐδὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν παραγγελθέντων μυδραλλιοβόλων, ἀλλὰ προσεπορίσαμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ζημίαν καὶ ἐμπαιγμόν. Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. Κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐπαναστάσεως, ἤτοι τὴν 14 Αὐγούστου 1909, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀπεφάσισε τὴν παραγγελίαν μυδραλλιοβόλων πρὸς ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἐπηκολούθησε διακήρυξις πρὸς διαγωνισμόν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεγράφησαν οἱ ὅροι ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς κατασκευῆς τῶν πολυβόλων θὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ἀξιωματικῶν Ἑλλήνων καὶ ὅτι καὶ προθεσμία παραδόσεως ὤφειλε νὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ μελλούσῃ νὰ συναφθῇ συμβάσει. Ἐπηκολούθησαν ἄλλαι συνεδριάσεις τῆς ἐν τῷ μεταξὺ ἀντικατασταθείσης ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης καὶ ἐπιτροπῶν ἄλλων εἰδικῶν, παρὰ τῶν ὁποίων ἀπεφασίσθη ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ προμήθεια τῶν μυδραλλιοβόλων, ἐξεφράσθη δὲ καὶ γνώμη ὑπὲρ τῆς προτιμήσεως καταστήματός τινος Ἀγγλικοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπιστεύθη ὅτι ἔμελλε νὰ παράσχῃ σύστημα ἀνεγνωρισμένον καὶ εἰσηγμένον εἰς στρατοὺς ξένους. Ἀλλ’ ἤδη τῇ 30 Ἰανουαρίου 1910 ἡ νέα τότε ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Δραγούμη ἀπεφάσισεν, ὅπως ἀνασταλῇ πᾶσα ἐνέργεια πρὸς τὴν τοιαύτην προμήθειαν ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως διαταχθῇ ἡ προσκομιδὴ συγκριτικῶν μελετῶν. Οὕτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶχε μετάσχει τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, προυκάλεσε διὰ διαταγῆς αὐτοῦ ἀπόφασιν τοῦ τεχνικοῦ συμβουλευτικοῦ τμήματος, ὅπερ καὶ ἐγνωμάτευσεν ὅτι θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὴν ἐνέργειαν δοκιμαστικῶν μελετῶν, ἵνα οὐ μόνον καθορισθῇ τὸ προτιμότερον εἶδος, ἀλλ’ ἔτι διευκολυνθῇ καὶ ἡ σύνταξις τῶν τεχνικῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου καὶ τοῦ ἔργου τῆς μελλούσης νὰ παραλάβῃ αὐτὰ ἐπιτροπῆς. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὁπότε τῇ 23 Ἀπριλίου 1910, δηλαδὴ μετὰ τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως περὶ ἀναστολῆς πάσης παραγγελίας, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Δυνάμεως, εἰς ἣν ἀνῆκε τὸ ἁπλῶς μνημονευθὲν ὡς δυνάμενον νὰ προτιμηθῇ κατάστημα ἐκεῖνο, ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἀνεκοίνου πρὸς αὐτὸν ὅτι θεωρεῖ τὸ Κράτος ἡμῶν ὑπόχρεον ὅπως ἀγοράσῃ πολυβόλα, τὰ ὁποῖα δῆθεν κατεσκεύασεν ἤδη τὸ κατάστημα ἐκεῖνο διὰ λογαριασμὸν τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ἥτις εἰς οὐδεμίαν εἶχε προέλθει—οὐδὲ ἠδύνατο νὰ προέλθῃ—μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης συμφωνίαν ἢ συνεννόησιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον οὐδὲ σύναψιν συμβάσεως μετ’ οὐδενὸς καταστήματος. Ἀνέφερε δ’ ὁ πρεσβευτὴς ἐκεῖνος ὡς λόγους δεσμεύσεως τοῦ Κράτους ἡμῶν δικαιολογίας τοιαύτας, αἵτινες ἐμποιοῦσιν ἐντύπωσιν τρομακτικήν. Οὕτω λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἦτο ὑπεύθυνος ν’ ἀγοράσῃ τὰ πολυβόλα, ἀφοῦ ταῦτα εἶναι ἕτοιμα, τῆς κατασκευῆς αὐτῶν ἀρξαμένης δῆθεν ἀπὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1909 διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλλάδος.
§250Γ. ΠΩΠ. Ποῖον κατάστημα;
§251Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Βίκερς Μαξίμ. Κατασκευὴ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἄνευ προηγουμένης τινὸς συμφωνίας! Ἀπόδειξις δέ, λέγει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος παρέχεται ἔτι καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς: ὅτι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ κατετέθη ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ καταστήματος παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν ἐγγύησις ἐκ δραχμῶν 80.000. Ὑπὸ τίνος; Ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου διὰ λογαριασμὸν ἰδικόν του;! Ἄνευ συμφωνίας τινὸς καὶ ῥήτρας; Καὶ αὐτὸς εἶναι λόγος σοβαρός, λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν ὑπεύθυνον. Δεύτερον διότι τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ παρέδωκε πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ καταστήματος ἓν σχέδιον κινητοῦ οὐραίου τοῦ ὅπλου(!) Καὶ τρίτον διότι τῇ 3 Μαρτίου 1910, ἐνῷ δῆθεν τὸ κατάστημα κατεσκεύαζε ταῦτα, τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε τὴν τροποποίησιν μερικῶν λεπτομερειῶν, ταῦτα πάντα ἐννοεῖται, χωρὶς περὶ τούτου νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν ἔγγραφον ἢ συμφωνία ἢ συμβόλαιον ἢ ἄλλο τι. Ταῦτα ἔγραψεν ὁ πρεσβευτὴς καὶ ἠξίωσεν, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀγοράσῃ τὰ πολυβόλα ταῦτα, ἅτινα δῆθεν κατεσκευάσθησαν διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς, ἀλλὰ χωρὶς αὐτὴ νὰ ἔχῃ εἴδησιν. Τί ἐπηκολούθησεν;
§252Γ. ΠΩΠ ΚΑΙ Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠγοράσθησαν;
§253Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Κάτι τι χειρότερον. Ἤδη τῇ 8 Ἰουνίου ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀφοῦ ἐλήφθη ποσὸν χρημάτων προερχόμενον ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, γνωρίζομεν δὲ μετὰ πόσων παλμῶν καρδίας στέλλονται τοιαῦτα χρήματα, ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τοῦ Κράτους—ἀπεφάσιζεν, ὅπως τὸ ποσὸν αὐτὸ δοθῇ πρὸς προμήθειαν πολυβόλων πρὸς τὸν ὡς οἷόν τε ταχύτερον ἐφοδιασμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεδρίαζε καὶ ἀπεφάσιζε τοιαύτην ἐσπευσμένην προμήθειαν, ἐνῷ ἡ ξένη Δύναμις ἐπέβαλε ν’ ἀγοράσωμεν τὰ δῆθεν διὰ λογαριασμὸν ἡμῶν κατασκευασθέντα πολυβόλα, καὶ τῇ 3ῃ Ἰουλίου ἐγένετο σύμβασις ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ἡμῶν ὑπεχρεοῦτο νὰ παραλάβῃ παρὰ τοῦ καταστήματος ἐκείνου τὰ ὡρισμένα 24 πολυβόλα, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐπὶ τῇ ἀποστολῇ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ. Καὶ τί ἀποδεικνύει ἡ σύμβασις αὐτή; Ὅτι ἐγένετο χωρὶς προηγουμένας συγκριτικὰς δοκιμάς, ὡς ὥριζε σαφῶς τὸ τεχνικὸν συμβουλευτικὸν τμῆμα, διότι ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ξένην ἐπιρροήν, ἵνα ἀγοράσῃ τὰ κατασκευασθέντα πολυβόλα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Τὸ κύριον εἶναι ὅτι οὐδεμία ὡρίζετο προθεσμία παραδόσεως διὰ τὰ πολυβόλα, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἦσαν ἕτοιμα, ὅπερ δὲ πρωτάκουστον, προκατεβάλλετο καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὐτῶν—καὶ ταῦτα χωρὶς τινος ἐξασφαλίσεως ἐκ μέρους τοῦ καταστήματος—. Ὁ ἐπὶ τούτῳ ἀποσταλεὶς Ἕλλην ἀξιωματικός, τοῦ ὁποίου τὴν ἔντιμον ὑπηρεσίαν ὀφείλω νὰ ἐξάρω, διότι αὕτη ἔσωσε τὸ Κράτος ἀπὸ ἄγους τοιούτου, οἷον θὰ προσεπόριζεν ἡ παραλαβὴ τῶν ἀχρήστων πολυβόλων—ὁ ἀξιωματικὸς ὀνομάζεται Βλάσης Περικλῆς—ἐλέγξας τὴν ποιότητα τῶν πολυβόλων, εὗρεν ὅτι ταῦτα δὲν ἠδύναντο ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἀπῃτοῦντο. Καὶ οὕτω συμβαίνει ὅτι μετὰ παρέλευσιν 19 ὅλων μηνῶν, ἀφ’ ὅτου τὸ κατάστημα ἐκεῖνο δῆθεν κατεσκεύασε τὰ πολυβόλα, δὲν ἔχομεν οὐδὲ ἕν. Προθεσμία παραδόσεως δὲν ὑπάρχει, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς κατακρατεῖται ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, διότι τὸ κατάστημα ἐκεῖνο λέγει πρὸς αὐτόν: ἀπορρίπτετε ὅσον θέλετε· θὰ σᾶς κατασκευάσωμεν ἄλλα. Προθεσμία δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ποινικὴ ῥήτρα. Ἔχομεν δὲ προκαταβάλει καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας. Οὕτως εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία εἰς κατάστασιν προκαλοῦσαν τὸν οἶκτον. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Ἀμύνης εἶπε πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ὅτι ἐπείγει ἡ προμήθεια τῶν πολυβόλων· ἐνῷ δὲ συνάπτεται μετὰ τοιαύτην γνωμάτευσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ σύμβασις, οὐδεμία ὁρίζεται ἐν αὐτῇ προθεσμία παραδόσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ γνωρίζομεν ὅτι τὰ πολυβόλα ταῦτα εἶχον ἀπορριφθῆ ὑπὸ ἄλλου Κράτους, διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἦσαν κατεσκευασμένα, ταῦτα δὲ τὰ ἀπερριμμένα ἐζήτησεν ὁ κ. πρεσθευτὴς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς ὅπως ἀγοράσωμεν. Τὸ τελικὸν γεγονὸς εἶναι ὅτι μένομεν ἄνευ πολυβόλων, ἐνῷ ἔχομεν προκαταβάλει τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὐτῶν, καὶ δὴ χωρὶς προθεσμίαν παραδόσεως. Ἡ διάθεσις ὄχι πλέον τοῦ δημοσίου ἀλλὰ τοῦ ἱεροῦ χρήματος ἐγένετο κακῶς, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου προυκάλεσε ζημίαν καὶ ἐμπαιγμόν· διὰ πάντα δὲ ταῦτα ὀφείλω ὡς Βουλευτὴς νὰ ζητήσω λόγον παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεξήγαγον τὰ τῆς ὑποθέσεως ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἡ περαιτέρω ἐνέργεια ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§254Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ συζήτησις ἡ γενομένη ἢ μᾶλλον τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας νομίζω ὅτι δὲν εἶχον λόγον τινά, διότι στεροῦνται ἀντικειμενικοῦ σκοποῦ.
§255Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἔχουσι τὸν σκοπὸν τοῦ ἐλέγχου.
§256Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τίνος εἴδους; ἐλέγχου; Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατηγορεῖται ὅτι συνῆψε τὴν σύμβασιν δι’ αὐτά, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰ πράγματα.
§257Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Καὶ δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐλέγξωμεν τὰ πράγματα;
§258Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω ὅτι ὁ ἔλεγχός σας ὡς ἐκ τούτου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ στραφῇ οὐχὶ εἰς τὸ Ἐσωτερικόν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Καίτοι δὲν ἔχω πλήρεις τὰς πληροφορίας, ὅσας ἔπρεπε νὰ ἔχω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐν τούτοις γνωρίζω τὸ ἱστορικὸν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει τὸ Κράτος ἡμῶν διὰ παραγγελίαν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε καταρτισθῆ εἰσέτι ἡ σύμβασις, εἶναι δεδικαιολογημένον. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν εἴπει ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἡ κατασκευή, διότι ἦτο ἀποφασισμένον νὰ παραλάβωσιν ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τὰ πολυβόλα καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς βεβαιώσεως τοῦ τότε ἐκπροσωποῦντος τὸ Κράτος Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τοῦ ξένου καταστήματος ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῆς κατασκευῆς. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ παρατήρησις εἶναι δεδικαιολογημένη. Δὲν ἐξεβιάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅπως συνάψῃ σύμβασιν. Συνῆψε σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε πραγματικῶς νὰ συνάψῃ ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ αὕτη, διότι ἔμενον νὰ κανονισθῶσι λεπτομέρειαί τινες ἐπουσιώδεις. Τὸ λεγόμενον ὅτι πλεῖστα τῶν ἐργαλείων τῶν πολυβόλων δὲν εὑρέθησαν ἀνταποκρινόμενα εἰς τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν εἶναι ἀκριβές, διὰ τοῦτο δὲ καὶ δὲν παρεδόθησαν καὶ καθυστερεῖ ἡ παραλαβὴ αὐτῶν. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἠδύναντο νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι σήμερον σκοπίμως.
§259Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ὅτι διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δίδεται παραγγελία χωρὶς ὅρους, χωρὶς προθεσμίαν παραδόσεως καὶ ἡ προκαταβολὴ τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας, πῶς ἄλλως δύναται νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος πρὸς τοὺς ὑπευθύνους;
§260Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μήπως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα;
§261Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐνέργειά μου ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ καθήκοντά μου ὡς ἀντιπροσώπου.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ «Ἑνιαία». Οἱ ἐγγεγραμμένοι εἶναι 45. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε προχθές, ἵνα ἕκαστος τῶν ῥητόρων ὁμιλῇ τὸ πολὺ ἐπὶ 20 λεπτά.
§263ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 10 λεπτά.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν καὶ 10 λεπτά, ἐὰν θέλητε. Ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§265ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς μακρὰς καὶ εὐγλώττους ἀληθῶς ἀγορεύσεις, αἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος ἠκούσθησαν, ὁμολογῶ ὅτι αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ἀνίσχυρον νὰ προσθέσω τι ἐπὶ τῶν καταγγελθέντων σκανδάλων τῆς Ἑνιαίας. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ θελήσω νὰ καταπονήσω τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνων ὅσα οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι μετὰ τόσης πειστικότητος ἀνέπτυξαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θὰ παρέλειπον ὅμως οὐσιῶδες καθῆκον καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν, ἥτις ἀείποτε ἀντετάχθη κατὰ παντὸς ἡμιμέτρου, ὅπερ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἠθέλησαν νὰ λάβωσι πρὸς προστασίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, θὰ παρέλειπον, λέγω, οὐσιῶδες καθῆκον, ἐὰν παρερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα δὲν παρετήρουν ὅτι αἱ δηλώσεις, εἰς ἃς προέβη κατὰ τὴν τελευταίαν περὶ Ἑνιαίας συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, δὲν ἦσαν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀνέμενε παρ’ αὐτοῦ ὁ σταφιδικὸς κόσμος. Δὲν θέλω βεβαίως διὰ τούτου οὐδὲ πόρρωθεν νὰ μεμφθῶ τῆς Κυβερνήσεως· τοὐναντίον ἐκτιμῶ τόσον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀνώμαλον ταύτην κατάστασιν καὶ εἰς τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι συνέβαινον ἐν τῷ παρελθόντι, ὅσον καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς, ἵνα παρακολουθήσῃ μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος τὴν διαχείρισιν τῆς ἑταιρείας ἐφαρμόζουσα ἐφεξῆς πραγματικὸν καὶ αὐστηρότατον ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου τόσον βαθέως ἔχει ῥιζωθῇ ἡ ἀντιπάθεια πρὸς τὴν Προνομιοῦχον ἑταιρείαν καὶ τόσον μέγας εἶναι ὁ κατ’ αὐτῆς πόλεμος, ὥστε πρέπει καλῶς νὰ νοηθῇ ὅτι πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει, πλὴν τῆς ἐκπτώσεως, δὲν θέλουσιν ἱκανοποιήσει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Καὶ ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ὑπ’ οὐδενὸς σχεδὸν ἠμφεσβητήθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι ἡ ἑταιρεία παρεβίασε θεμελιώδεις διατάξεις τῆς συμβάσεως, διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς συμβάσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ τις ὅτι θέλουσιν ἀποκατασταθῇ τοσοῦτον εὐκόλως αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῆς πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος ἱδρυθείσης ἑταιρείας ταύτης; Ἐπιβάλλεται λοιπὸν ἡ ἔκπτωσις, καὶ τοῦτο μόνον δύναται νὰ καθησυχάσῃ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἐν εὐλόγῳ ἤδη τελοῦντας ἐρεθισμῷ.
§266Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον μέσον ἀντικαταστάσεως προτείνετε;
§267ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δεχθῇ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, θὰ συζητήσωμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶναι τελεσφορώτερον πρὸς προστασίαν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν.
§268Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ νὰ ἴδωμεν· τί θὰ γίνωσιν αὐτοί;
§269ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα προδικαστικὸν τρόπον τινὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως τῆς Ἑνιαίας, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε τὴν κήρυξιν τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ παραλίπωμεν νὰ ὑποδείξωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως μὴ συγκλονισθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἀποσοβηθῇ δὲ καὶ ἡ κρίσις, ἥτις ἤθελε τυχὸν ἐπέλθει ἐκ τῆς ἀποτόμου ἐκπτώσεως τῆς Προνομιούχου. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος σήμερον ἡ ἔκπτωσις, διότι αἱ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας κατηγγέλθη ἡ ἑταιρεία, περιέπεσον εἰς παραγραφήν. Πλὴν τοῦ ὅτι ὅμως νομίζω ὅτι αἱ πράξεις, αὗται δὲν παρεγράφησαν, διότι ἀποτελοῦσιν ἀδίκημα, ὅπερ κατ’ ἐξακολούθησιν ἐγένετο μέχρις ἐσχάτων, ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία καθ’ ἑκάστην παρέχει δείγματα τῆς κακοπιστίας αὐτῆς ἀπέναντι τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἐκτελεῖ δὲ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται, ἂν ὄχι πρὸς τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς συμβάσεως, πάντως ὅμως πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτῆς. Πρό τινων ἡμερῶν δύο συνάδελφοι καὶ ἰδιαίτεροι συμπολῖταί μου εὑρισκόμενοι ἐν Πάτραις καὶ περιπατοῦντες ἐπὶ τῆς προκυμαίας παρετήρησαν πρὸ τῶν ἀποθηκῶν σταφιδεμπόρου τινὸς χιλιάδας σάκκων ῥυπαρῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦτο γεγραμμένη ἡ μάρκα «Ζαπάντι». Σημειώσατε ὅτι ἡ ποιότης «Ζαπάντι» ἀποτελεῖ τὴν δευτέραν ἐκλεκτὴν ποιότητα μετὰ τὴν τοῦ «Παναρίτι», ἴσην πρὸς τὴν τῆς Βοστίτσης. Οἱ κ. συνάδελφοι, γνωρίζοντες ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος «Ζαπάντι» πωλεῖται εἰς ὡρισμένους σταφιδεμπόρους, οἵτινες ἐπιμελῶς συσκευάζοντες τοῦτον ἐντὸς καλλιτεχνικῶν κιβωτίων ἀποστέλλουσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς Ἀγγλίαν καὶ ἀλλαχοῦ, κατελήφθησαν ὑπὸ ἀγανακτήσεως καὶ ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ποιήσωνται παρατηρήσεις τινὰς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ σταφιδεμπόρου, ὁ ὁποῖος ἀπέστελλεν ὑπὸ ξένων φίρμαν προϊὸν χειρίστης ποιότητος. Ὁ κατὰ τύχην ὅμως παριστάμενος τὴν στιγμὴν ἐκείνην γενικὸς γραμματεὺς τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας ὀνόματι Γαλανόπουλος ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παρεμβῇ, καὶ διὰ γλώσσης δριμείας καὶ ἀπρεποῦς παρετήρησεν εἰς τοὺς κ. συναδέλφους ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἐλέγξωσι τοὺς ὑπαλλήλους, καί, ἐνῷ ὡμολόγησεν ὅτι οἱ σάκκοι περιεῖχον ὄντως καρπὸν κατωτάτης ποιότητος, προσέθηκεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει νόμος ῥητῶς ἀπαγορεύων τὸ τοιοῦτον, οἱ κ. Βουλευταὶ εὑρίσκονται ἐν ἀδίκῳ ποιούμενοι τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσαντο πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἐπικαλοῦμαι μάλιστα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται ὅτι ἡ συσκευὴ θέλει γίνεσθαι ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς προέρχεται ὁ σταφιδόκαρπος, ἵνα οὕτως ἀποφύγωμεν ὁριστικῶς τὴν ἀντιποίησιν ξένης φίρμας· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἀναμφιβόλως ὁ σταφιδόκαρπος ἐκλεκτῆς ποιότητος θὰ πωλῆται εἰς πολλῷ μείζονα τιμὴν ἐκείνης, εἰς ἣν πωλεῖται σήμερον· ἀλλά, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐκλείπουσιν ἆρά γε τὰ στοιχεῖα τῆς ἀπάτης, καὶ δὲν ἀποδεικνύεται διὰ τούτου περιτράνως ὅτι ἡ ἑταιρεία, τῆς ὁποίας κύριος σκοπὸς εἶναι ἡ διαφήμισις τῆς σταφίδος, ὄχι μόνον δὲν πράττει τοῦτο, ἀλλὰ διὰ τῶν πράξεων αὑτῆς συντελεῖ εἰς τὴν δυσφήμισιν τοῦ προϊόντος;
§270ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε;
§271Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§272ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρεία ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς κακῆς ποιότητος. Λέγεται τοῦτο ῥητῶς ἐν τῇ συμβάσει.
§273ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω τοῦτο, ἂν καὶ ἡ ἑταιρεία δὲν ἐξεπλήρωσεν, ὡς ἀπεδείχθη, τὴν ὑποχρέωσίν της ταύτην. Ὁμιλῶ ὅμως περὶ τῆς φίρμας, διότι ἐνδέχεται ὁ περιεχόμενος ἐν τοῖς σάκκοις σταφιδόκαρπος νὰ μὴ εἶναι ἐντελῶς χειρίστης ποιότητος, νὰ εἶναι ἀνεκτός, ἔχει ὅμως τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρεία νὰ μὴ ἀνέχηται τὴν ἐξαγωγὴν προϊόντος κακῆς ποιότητος ἐντὸς σάκκων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀναγεγραμμένη φίρμα Κορινθιακή, διότι τὸ τοιοῦτον συντελεῖ εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν καλῶν ποιοτήτων, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ τὴν δυσπιστίαν ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς.
§274Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ δύνασθε νὰ ζητήσητε ὑμεῖς οἱ Κορίνθιοι, ὅπως τὸ ἐζήτησαν καὶ οἱ Αἰγιεῖς, καὶ ἐγένετο.
§275Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρὸ παντὸς τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν τῶν Κορινθίων, καὶ διὰ τοῦτο προηγουμένως παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν.
§276Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ζητήσατέ το ὑμεῖς ὡς Βουλευτής.
§277ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε συνάδελφε· ὅταν ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς ἑταιρείας ἀποστέλληται πρᾶγμα χειρίστης ποιότητος ὑπὸ φίρμαν Κορινθιακήν, τοῦτο ἀποτελεῖ καλὴν ἢ κακὴν πίστιν; Ναὶ ἢ οὔ; Καὶ δὲν ἀποτελεῖ συμπαιγνίαν καὶ ἀθέμιτον μετὰ τῶν ἐμπόρων συνεννόησιν τῆς Ἑνιαίας;
§278Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀστυνόμος ἡ ἑταιρεία.
§279ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἀστυνόμος ὀφείλει νὰ εἶναι. Καὶ ὅταν ἐκπροσωπῆται ὑπὸ τοῦ Γαλανοπούλου, ὅστις....
§280Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὁ Γαλανόπουλος δὲν εἶναι ἡ ἑταιρεία· ἡ ἑταιρεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξαχθῇ προϊὸν μὴ ἐμπορεύσιμον.
§281ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μὴ διὰ τοῦ γενικοῦ αὐτῆς γραμματέως ποιήσηται τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, διότι ἐτόλμησαν οὗτοι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας. Οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ δύνανται νὰ βεβαιώσωσι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα.
§282Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ......
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἐκ τοῦ βραχυτάτου χρόνου τῶν ἀγορεύσεων δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διακοπαί.
§284ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον, ἀφοῦ μάλιστα τοῦτο ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κυρίου Προέδρου. Ἔχω ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ νομοῦ, ὃν ἰδιαιτέρως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶμαι φίλος, νὰ διακηρύξω ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται μέτρον ῥιζικὸν καὶ δὲν ἀποφασίζεται ἡ ἔκπτωσις τῆς ἑταιρείας, οὐχὶ μόνον δὲν καθησυχάζομεν καὶ δὲν ἱκανοποιοῦμεν τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑποδαυλίζομεν τὴν κοινωνικὴν ἀναρχίαν, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου κ. Γκλαβᾶ, καὶ τὴν ἐξέγερσιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἡ ὁποία θᾶττον ἢ βράδιον θέλει ἐκδηλωθῆ καὶ μετὰ συνεπειῶν οὐχὶ εὐαρέστων. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§285Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκιαδαρέσης καταθέτει πρότασιν νόμου ὑπογεγραμμένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τῶν ἐξ Ἑπτανήσου βουλευτῶν κυρίων Κ. Ζαβιτσάνου, Λ. Κογεβίνα, Λ. Μαβίλη «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓΦΛΓʹ τῆς 14 Ἰανουαρίου 1910» τυπωθησομένην πρὸς διανομήν. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κύριος Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Ὁ βουλευτὴς κ. Καφετζόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ παροχῆς προνομίου κατασκευῆς βιομηχανικοῦ προϊόντος ἐκ χλωρᾶς σταφίδος», ὡς καὶ ἑτέραν «περὶ ἀπονομῆς προνομίου κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ σταφιδοκάρπου ἢ σταφυλῶν» τυπωθησόμεναι πρὸς διανομήν. Ὁ βουλευτὴς κ. Κουτούπης ὑποβάλλει ψήφισμα ἔχον ὡς ἑξῆς: Ψήφισμα «Ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ παρόντος Συντάγματος οἱ πρόεδρος, ἀντιπρόεδρος, ἐλεγκταὶ καὶ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπαλλάσσονται τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ὡς ἄνω προθεσμίας τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θέλει προβῆ εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν κενωθησομένων ἐκ τῶν ἀπαλλαγέντων καὶ τῶν λοιπῶν ἐχόντων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα λογιστῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ λοιπῶν». (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, τεῦχος Αʹ).
§287Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐκπλαγῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἑνιαίας, ἡ ὁποία ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἦτο ἀνταξία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ὡς ἐπιστήμονος οἰκονομολόγου, δὲν ὑποθέτω, λέγω, ὅτι θὰ ἐκπλαγῇ, ἐὰν εἴπω ὅτι τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν, ἥκιστα ἱκανοποίησαν ἐμέ, ἥκιστα δὲ ἱκανοποίησαν καὶ τοὺς ἐντολεῖς ἐμοῦ, τῆς Κορινθίας. Δὲν ἱκανοποίησαν δ’ ἐμέ τὰ συμπεράσματα ταῦτα, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἦσαν λογικὰ συμπεράσματα τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας μετ’ ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας ἔθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀναντίρρητον, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ συλλόγου ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ προκληθῇ συζήτησις γενικὴ οὐχὶ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐπεισοδιακοῦ τῆς Ἑνιαίας, ἀλλ’ ἐν γένει περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ, τὸ ὁποῖον διέρχεται κρίσιν εἰκοσαετῆ, κρίσιν τοιαύτην, εἰς τὴν ὁποίαν προσφυῶς θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ ὁ χαρακτηρισμός, ὁ δοθεὶς ὑπὸ μεγάλου οἰκονομολόγου εἰς τὰς τοιαύτας κρίσεις, ὅτι ἀποτελεῖ λευχαιμίαν τοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἔδει νὰ ἐπισπάσηται τὸ ζήτημα τὴν προσοχὴν τὴν ἀμέριστον τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἐξήτασε τοῦτο, χωρὶς ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐξαγάγῃ τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λογικῶς ἔδει νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῶν βάσεων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀνεχώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν μόνων βάσεων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐπιστήμων οἰκονομολόγος εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ὑπερπαραγωγῆς ἀφορώσης τὸ προϊὸν ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἀποτελεῖ τὸ ⅓ τοῦ ὅλου ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὑπὸ τὸ κρατοῦν κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν καθεστώς, προκειμένου περὶ κρίσεως ὀφειλομένης εἰς ὑπερπαραγωγήν, μέσον ἄλλο θεραπείας δὲν ἐνδείκνυται εἰμὴ ἡ ἀκώλυτος λειτουργία τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Τὸ νὰ τεθῇ εἰς λειτουργίαν ἀκωλύτως ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἦτο ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν οἱ ἐπιστήμονες Βουλευταὶ παρελθουσῶν Βουλῶν ὑπεστήριξαν. Δυστυχῶς αἱ παρελθοῦσαι Βουλαί, αἱ πλειονοψηφίαι αὐτῶν καὶ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἔλυσαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀντιθέτως· ἔλυσαν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, κατὰ τὸν αὐτὸν κομπογιαννιτικὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπελήφθησαν τῆς λύσεως καὶ ἄλλων ζητημάτων. Ἀληθῶς παρεσύρθησαν ὑπὸ τῶν διαφόρων σταφιδιάτρων, ὅπως τοὺς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἔντιμος συνάδελφος κ. Μεϊτάνης, οἱ ὁποῖοι πράγματι ὑπῆρξαν ἡ ἀκρίς, ἡ φυλλοξήρα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι ἐφευρέθησαν καὶ ἐφηρμόσθησαν λύσεις ἥκιστα ἐπιστημονικαί, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τοῦτο τὸ ἐξαιρετικόν, ὅτι ἐγένοντο ἐπὶ ἀδίκῳ ζημίᾳ τῆς παραγωγῆς τῆς Κορινθίας, τῆς Αἰγιαλείας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν, τὰ ὁποῖα παρῆγον καὶ παράγουσι σταφίδα καλῆς ποιότητος. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἐρρυθμίσθη κατάντικρυς ἀνεπιστημονικὸν τρόπον, εἰσαχθείσης τὸ πρῶτον τῆς λεγομένης «παρακρατήσεως». Ἀλλ’ ἐνῷ σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀδίκῳ ζημίᾳ τῶν παραγωγῶν τῆς καλῆς ποιότητος, ἐνῷ ἔχομεν πάντες τὰ πορίσματα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ῥηθείσης ῥυθμίσεως, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν γραμμῶν, διὰ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διαφαίνονται ὅτι εἶναι ἥκιστα ἐποικοδομητικά, παρ’ ἐλπίδα, ἀντὶ νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἡ ῥιζικὴ θεραπεία τῶν κακῶν, προτείνονται πάλιν μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἴσως τὰ ἐπεισοδιακὰ φαινόμενα νὰ ἄρωσιν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν διανοίγουσιν ὁρίζοντα ὑγιοῦς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Ἐνδιαφερόμενος ἰδιαιτέρως διὰ τὴν Κορινθίαν ὀφείλω νὰ ἐξάρω σημεῖά τινα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι διὰ τῆς γενομένης ῥυθμίσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἐγένετο ἀδικία καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καθόλου καὶ ἰδιαιτέρα ἀδικία εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς κατάγομαι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶν εἰς τοὺς ἰσχυρισθέντας ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς Ἐνιαίας καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος συνιστᾷ ἀπώλειαν τῶν παραγωγῶν ἔδωκε τὴν προχειροτέραν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ δώσῃ, ἀπάντησιν ἡ ὁποία ἀνατρέπει πραγματικῶς τὰς ὑποβληθείσας ἀντιρρήσεις, διότι αἱ ἀντιρρήσεις ἐκεῖναι ἐνεφανίσθησαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀστήρικτοι. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς παρακρατήσεως ὑφίσταταί τις ζημίαν, τὴν ζημίαν δὲν τὴν ὑφίσταται ὁ παραγωγός, ἀλλ’ ὁ καταναλωτής. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀληθὲς μόνον ἐφ’ ὅσον ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει εἷς παραγωγὸς ἑνὸς συνολικοῦ ποσοῦ παραγωγῆς, μιᾶς ὡρισμένης συνολικῆς ἀξίας. Ὑπὸ τοιαύτην προϋπόθεσιν ἡ ἀξία, ἥτις δίδεται σήμερον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ παρακρατήματος εἰς τὸ σύνολον τῆς πωλουμένης σταφίδος, πράγματι εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς ὅλης παραγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν κοινωνίαν τὴν Ἑλληνικήν, δὲν εἶναι τοῦτο· τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν κοινωνίαν τὴν Ἑλληνικήν, εἶναι ἂν ἐπιτρέπεται εἰς Κράτος θέλον νὰ οἰκοδομήσῃ οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἐπὶ ἐπιστημονικῶν βάσεων, νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ὑφίσταται ζημίαν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ὑφίσταται ζημίαν ἡ ὁλικὴ παραγωγή, ἐπειδὴ ἡ κατανάλωσις πληρώνει ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τῆς παραγωγῆς, ἣν ὅμως δὲν καταναλίσκει ὁλόκληρον, καὶ ἑπομένως ζημίαν ὑφίσταται μόνος ὁ καταναλωτής. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ἐπιτρέπεται νὰ λέγεται τοῦτο, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀληθὲς ὅτι καταβάλλονται κεφάλαια καὶ ἐργασία διὰ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν χρησιμεύει ὅλον πρὸς κατανάλωσιν, οὕτω δ’ ἔχομεν μίαν ἐπὶ ματαίῳ καταβολὴν ἐργασίας καὶ κεφαλαίου, πρᾶγμα λίαν ἀξιοκατάκριτον. Ἀλλ’ ἔχομεν συναφῶς καὶ τὴν ἄλλην ὄψιν. Τὸ Κράτος, ὅτε εὑρέθη πρὸ τῶν ἀξιώσεων τῆς ὑπερπαραγωγῆς καὶ ἐσκέφθη νὰ παρεμβῇ ῥυθμιστικῶς εἰς τὴν παραγωγήν, ἀντὶ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν, ἣν ἐσκέφθη καὶ ἠκολούθησεν ἡ Βραζιλία ἐνεργήσασα τὴν Valorisation τοῦ καφέ, ἀντὶ δηλ. νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ Κράτος εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ του, ἑπομένως εἰς βάρος πάντων τῶν πολιτῶν, τὸ πλεονάζον ποσὸν τῆς παραγωγῆς, εἰσήγαγε τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως καὶ ὑπεχρέωσε τοὺς παραγωγοὺς καλῆς ποιότητος νὰ γίνωσιν ἀναγκαστικοὶ ἀγορασταὶ τοῦ κακῆς ποιότητος καρποῦ. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν ἐν συνόλῳ ἡ παραγωγὴ δὲν ἐζημιώθη λόγῳ τῆς παρακρατήσεως εἰς τὰς σχέσεις της πρὸς τὴν κατανάλωσιν, πάντως ὅμως, ἀναντιρρήτως καὶ ἀδιστάκτως εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν παραγωγῶν πρὸς ἀλλήλους ὠφελήθησαν μὲν οἱ παραγωγοὶ τῶν κακῶν ποιοτήτων, ἐζημιώθησαν δὲ οἱ παραγωγοὶ τῶν καλῶν ποιοτήτων, οἵτινες ἐκ τῶν θυλακίων των πληρώνουσιν αὐτοὶ τὰς ζημίας τῶν ἄλλων. Αὕτη εἶναι ἡ οὐσία τῆς περιφήμου παρακρατήσεως. Ἦτο ῥιζικῶς ἐσφαλμένον ἐπιστημονικῶς τὸ σύστημα τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν παραγωγήν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ κανονίσῃ αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνεργατικότητος σοσιαλιστικῶς· ἦτο ῥιζικῶς ἐσφαλμένον νὰ παρεμβαίνῃ τὸ Κράτος ἀδικοῦν τὰ συμφέροντα μεγάλου μέρους τῶν παραγωγῶν καὶ δὴ τῶν παραγωγῶν καλῆς ποιότητος, τῶν Αἰγιέων καὶ Κορινθίων κ.λ.π... Ἡ ἐφαρμογὴ δ’ ἀπέδειξεν ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους ὄχι μόνον δὲν ὠφέλησεν, ἀλλὰ καὶ ἔβλαψε τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, διότι παρετάθη ἡ κρίσις. Ἡ ἐξακολούθησις τῆς κρίσεως ἐδημιούργησε δεύτερον ἄτοπον, διότι ἐχρησίμευσεν, ὥστε νὰ ἐφευρεθῇ ἕτερον μέσον θεραπείας στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντιοικονομικοῦ καὶ ἀδίκου ἐδάφους τῆς παρακρατήσεως, τὸ σύστημα τῆς Ἑνιαίας, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὡμίλησε τόσον περικεκαλυμμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ δίδωμεν εἰς τοὺς λόγους του ὅτι εἶναι σύστημα στηριχθὲν ἐπὶ ἐσφαλμένων οἰκονομικῶν βάσεων, σύστημα τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν πτώχευσιν, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ νὰ σταθῇ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σταθῇ διὰ παραβιάσεων τῆς συμβάσεως.— Σημειώσατε καλῶς: — Διατήρησις Ἑνιαίας σημαίνει παραβίασιν διαρκῆ τῆς συμβάσεως, ὑπονόμευσιν τῶν συμφερόντων τῶν παραγωγῶν. Λοιπὸν κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα εἶναι σήμερον καθαρῶς τεθειμένον, καὶ κατὰ τὴν ἰδικὴν μου ἰδέαν ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρεθεὶς πρὸ τοῦ κακοήθους ὄγκου τῆς Ἑνιαίας, ὁ ὁποῖος ἐπλάσθη ἐπὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, νὰ λάβῃ τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι τὸν ὄγκον αὐτὸν ἀποκόπτει. Ὀφείλομεν βεβαίως καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν αὐτὴν τὴν λύσιν, νὰ μὴ ἀποκρύπτωμεν ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς μας ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ ῥιζικὸν θὰ προκαλέσῃ κλονισμόν, καὶ κλονισμὸν διαρκείας οὐχὶ ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ μακρότερον. Ἡ οἰκονομικὴ ὅμως ἐπιστήμη διδάσκει ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσιν εἰμὴ κατὰ τοιοῦτον ῥιζικὸν τρόπον. Αὐτὴν τὴν λύσιν ἡμεῖς τονίζομεν, τόσῳ δὲ μᾶλλον δεδικαιολογημένως, ὅσῳ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἐκ παραδειγμάτων τῆς πείρας ὅτι πάντα τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς ἐλήφθησαν, εἶναι μέτρα κομπογιανίτικα. Μόνον ἡ ἀκώλυτος λειτουργία τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως θὰ σώσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Τώρα βεβαίως ἔχει τὸ πρᾶγμα δυσκολίαν, διότι πρόκειται περὶ κεφαλαίων ἐνδεδυμένων εἰς γῆν, στερεοποιημένων, Ἀλλ’ ὅταν ἀναλογίζωμαι ὅτι ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη διαρκεῖ ἡ κρίσις καὶ μάλιστα διὰ τῶν νέων φυτειῶν ἐπετάθη τὸ κακόν, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον ν’ ἀνεχθῶμεν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Καὶ εἰς ἄλλα μέρη συνέβησαν κρίσεις, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὴν οἰνοπαραγωγήν· προεκλήθη καὶ ἐκεῖ ἐξέγερσις· αἱ τελευταῖαι ἐπαναστάσεις ἐν Καμπανίᾳ εἶχον τὴν αἰτίαν των εἰς τὴν ὑπερπαραγωγὴν τοῦ οἴνου· δὲν ἔλαβον ὅμως ἐν Γαλλίᾳ τοιαῦτα μέτρα, ὁποῖα ἡμεῖς ἐδῶ ἐλάβομεν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ ὑποθέτω ὅτι δικαιολογοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστοποιῶ, ὅτι οὔτε οἱ ἐντολεῖς μου οὔτε ἐγὼ ἐμείναμεν ἱκανοποιημένοι ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς ἔχει κατανοήσει καὶ θέλει ὁ ἴδιος νὰ ἐξυγιασθῇ ῥιζικῶς ἡ κατάστασις, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζόμενος μὲ αὐτὸν τὸν ὄγκον τῆς Ἑνιαίας εἰς τὴν ῥάχιν του. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ὑπομνήσω καί τι ἄλλο: Ἡ σταφὶς δὲν ἔπασχεν ἕως τώρα μόνον ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς, ἀλλ’ ἔπασχε καὶ ἐκ τῆς κακῆς πίστεως καὶ τῆς ἀναρχίας, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἐμπόριον. Τοῦτο ἐγίνετο καὶ θὰ γίνεται ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος δὲν λάβῃ μέτρα, οὕτως ὥστε τὸ ἐμπόριον νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν νόμον τῆς καλῆς πίστεως καὶ τοῦ συμφέροντος τῶν συναλλαγῶν. Ὅτε συνεστάθη ἡ Ἑνιαία, ὡς χρύσωμα τοῦ καταποτίου ἐχρησιμοποιήθη καὶ ἡ ὑπόσχεσις ὅτι χάρις εἰς αὐτὴν θ’ ἀρχίσῃ ὁ νόμος τῆς καλῆς πίστεως νὰ κανονίζῃ τὸ ἐμπόριον. Ἠκούσατε ὅμως ὁποῖαι καταχρήσεις γίνονται ὑπὸ τῆς Ἑνιαίας καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς τοῦ σήματος «Ζαπάντι», ὁποῖαι καταχρήσεις γίνονται τοῦ σήματος «Παναρίτι». Ἀντὶ νὰ πατάσσωνται αἱ τοιαῦται κακοήθειαι ὑπὸ τῆς Ἑνιαίας, τοὐναντίον εὑρίσκουσιν εἰς αὐτὴν προστασίαν. Εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν νὰ στέρξωμεν ἡμεῖς καὶ ν’ ἀνεχθῶμεν ἡμεῖς ἐπὶ πλέον ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος ἀφ’ ἑνὸς μὲν στηρίζεται εἰς μίαν ἀντιοικονομικὴν καὶ ἄδικον βάσιν λύσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς ἐκ τῆς συγκροτήσεώς του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετῇ ποτε τὸν νόμον, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ σέβηται τὴν σύμβασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξετάζῃ μόνον πῶς νὰ σωθῇ ὁ ἴδιος ἢ νὰ σώσῃ τοὺς παραγωγούς, διότι εἰσῆλθεν εἰς ἕνα στραβὸν δρόμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζει πῶς νὰ ἐξέλθῃ.
§288Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Νὰ τὴν ἀναγκάσωμεν νὰ κάμῃ νέαν σύμβασιν μὲ αὐστηροτέρους ὅρους.
§289Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ παρατήρησίς σας μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ διορθώσω μερικὰς ἀνακριβείας λεχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ νέα σύμβασις μετὰ τῆς Ἑνιαίας, διὰ νὰ κανονισθῶσιν ἀκριβέστερον μερικὰ ζητήματα, ἐκ μέρους δὲ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς Ἑνιαίας ἀντετάχθη· πῶς εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἓν ἐκβιαστικὸν μέσον, νὰ προκαλέσωμεν νέαν σύμβασιν μὲ τὴν Ἑνιαίαν; Νομίζω ὅτι οἱ ταῦτα εἰπόντες ἑκατέρωθεν δὲν ἔλαβον τὸν κόπον πρὶν ὁμιλήσωσι νὰ μελετήσωσι βαθύτερον τὰ πράγματα. Τὸ Κράτος, ἐὰν θέλῃ σοβαρῶς νὰ σκεφθῇ ὄχι μόνον περὶ τῆς Ἑνιαίας, ἀλλὰ περὶ πασῶν τῶν ἑταιρειῶν, μεθ’ ὧν ἔχει συμβάσεις, δὲν ἔχει ἀνάγκην διὰ συμβατικῶν κανόνων νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικήν του εἰς περίπτωσιν παραβάσεως τῶν συμβάσεων. Δύναται διὰ κανόνων τοῦ ἐξ ἀντικειμένου δικαίου, διὰ τῆς κυριαρχίας του, ὡς Κράτος, νὰ θέσῃ περιορισμοὺς καὶ νὰ τάξῃ ὅπως θέλει τὸ Κράτος συνεπείας τῶν παραβάσεων. Ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Ἑνιαία ἔχει σύμβασιν μὲ τὸ Κράτος δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι ἴση πρὸς αὐτό, πάντοτε εἶναι ὑποτεταγμένη νὰ ὑποστῇ νέαν βαρυτέραν νομοθεσίαν, ἀρκεῖ, ὡς εἶπον, τὸ Κράτος σοβαρῶς νὰ θελήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην. Εἰς λεπτομερείας δὲν εἰσέρχομαι, διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ δώσω διέξοδον εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν. Ἐνόμιζον καὶ νομίζω ὅτι ἡ διπλῆ Βουλὴ καὶ ἡ ἀνορθωτικὴ περίοδος, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, καὶ τὸ ἀνορθωτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ κάμωσιν, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα μετὰ γενναιότητος, ὅπως ἐμπρέπει εἰς τὴν περίστασιν, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν λύσιν τὴν ῥιζικήν, τὴν λύσιν ἡ ὁποία θὰ εἶναι ὄχι μόνον ὁ ῥιζικὸς τερματισμὸς τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἀναντιρρήτως θὰ σημάνῃ καὶ τὴν ὁριστικὴν ἐξυγίασιν τῶν καθόλου οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Αὐτὰ ἐγὼ εἶχον νὰ εἴπω ἢ μᾶλλον τόσα μόνον μοὶ ἐπέτρεψε νὰ εἴπω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὁ ἀποφασισθεὶς περιορισμὸς τῆς διαρκείας τῶν ἀγορεύσεων, δηλῶ δὲ καὶ πάλιν ὅτι παντάπασι δὲν ἱκανοποιήθην ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ ἂν εὗρον ταύτην ὡς πρὸς τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἔθηκεν, ἀνταξίαν τῆς ἐπιστημονικῆς του φήμης. Παρακαλῶ μόνον, ὅπως μὴ φοβηθῇ τὰ ἐκ τῶν βάσεων τούτων λογικῶς ἀναγκαῖα συμπεράσματα νὰ ἐξαγάγῃ καὶ μετὰ θάρρους νὰ εἰσηγηθῇ τὰ ῥιζικῆς θεραπείας μέτρα, ἅτινα ὑποστηρίζω.
§290Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην καὶ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὅλως ἀκαίρως καὶ ἀλυσιτελῶς ἐπανῆλθε τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· τὴν γνώμην μου δὲ ταύτην ἐπέρρωσαν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καίτοι δὲ ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, δὲν θὰ ἐλάμβανον τοῦτον παρακαίρως διδόμενόν μοι, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀναιρέσω ἀνακριβείας τινάς, αἵτινες ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἴσως νὰ συμπληρώσω κατά τι τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ ἔγκριτος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Βουρλούμης, ὁ βαθὺς ὁμολογουμένως ἀπὸ ἐμπορικῆς ἀπόψεως γνώστης τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐμνημόνευσε δύο μέτρων, τὰ ὁποῖα προυτάθησαν ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐνάρξεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος πρὸς ἀποσόβησιν τῆς κρίσεως, τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως καὶ τοῦ μέτρου τῆς ἐξαπλώσεως τῆς καταναλώσεως. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι καὶ τρίτον μέτρον εἶχε προταθῆ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, ἐξετέθη δ’ ἐνώπιον καὶ τῶν δύο ἐν Πάτραις σταφιδικῶν συνεδρίων. Τὸ μέτρον τοῦτο ἦτο ὁ περιορισμὸς τῆς παραγωγῆς εἴτε ἀμέσως διὰ τῆς ἐκριζώσεως μέρους τῶν σταφιδοφυτειῶν εἴτε ἐμμέσως διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως πρὸς ἀποξήρανσιν ἀναλόγου μέρους τῆς παραγομένης σταφίδος. Ἀτυχῶς τὸ μέτρον τοῦτο ἐχλευάσθη τότε τὸ μέτρον τοῦτο, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐπροπηλακίσθη, τότε, ἐχρειάσθησαν δὲ δεκαὲξ ὁλόκληρα ἔτη, διὰ νὰ κατανοηθῇ, καὶ ἰδοὺ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους αὐτὴ ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία εἰς αὐτὸ κατέφυγε, τὸ ἐθεώρησεν ὡς σωτηρίαν της καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐφαρμογήν του, ἀτυχῶς ὅμως ἀτελῶς. Ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, μέτρον τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος ἐντεῦθεν ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐντελῶς ἐναντίον πάσης οἰκονομικῆς ἐπιστήμης· ἡ παρακράτησις ὅμως ἐχαρακτηρίσθη ὡς τοιοῦτον μέτρον ὄχι σήμερον· ἐχαρακτηρίσθη ἀπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως πρὸς ἐφαρμογήν της, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἐν Πάτραις σταφιδικοῦ συνεδρίου. Ἀτυχῶς δὲν εἰσηκούσθησαν οἱ ταῦτα τότε λέγοντες· ἡ δὲ παρακράτησις ἐφαρμοσθεῖσα, ἐνῷ βεβαίως δὲν κατώρθωσε νὰ λύσῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, κατώρθωσεν ἄλλο τι πολὺ μεγαλείτερον, νὰ μονιμοποιήσῃ τουτέστι τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, ἥτις θὰ παρήρχετο βεβαίως, ὡς παρῆλθον καὶ ὡς παρέρχονται ὅμοιαι κρίσεις ἐπὶ πάντων τῶν γεωργικῶν προϊόντων· κατώρθωσε, λέγω, νὰ μονιμοποιήσῃ τὴν σταφιδικὴν κρίσιν καί, δύναμαι νὰ εἴπω, νὰ πτωχεύσῃ ὁλόκληρον τὸν σταφιδικὸν πληθυσμόν. Ἡ παρακράτησις ἐφηρμόσθη ἐπὶ δεκαὲξ ἔτη ὑπὸ ποικίλας μορφάς, διότι ἡ παρακράτησις διὰ τοῦ Δημοσίου λειτουργήσασα, ἡ παρακράτησις διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τελευταῖον διὰ τῆς Προνομιούχου εἶναι τὸ αὐτὸ μέτρον ὑπὸ διάφορον διεύθυνσιν. Ἀψευδὴς μάρτυς ὅτι ἡ παρακράτησις δὲν κατώρθωσε νὰ λύσῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνασχόλησις τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπὶ δεκαὲξ ἤδη ἔτη εἰς ἑκάστην Σύνοδον ἀσχολεῖται πάντοτε μὲν ἅπαξ, ἐνίοτε δὲ καὶ δίς, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Τέλος ἡ παρακράτησις ἐφηρμόσθη διὰ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας. Οἱ ὑποστηρίξαντες τότε τὸ μέτρον τοῦτο ἐθεώρουν ὡς πανάκειαν τὴν ἵδρυσιν τῆς Προνομιούχου, ἡ διάψευσις ὅμως τῶν ἐλπίδων των, τὴν ὁποίαν προέβλεπον καὶ τοῖς προεῖπον οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει σήμερον ἀφορμήν, διὰ νὰ κραυγάζωσιν οἱ τότε ὑποστηρικταὶ τοῦ μέτρου καὶ ζητῶσι πάλιν κατὰ τὸ σύνηθες αὐτοῖς νέας τροποποιήσεις ἢ νέα μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς· ἀλλ’ οἱ τότε ὑποστηρίζοντες τὴν Προνομιοῦχον, σήμερον δὲ ἄκροι πολέμιοι ταύτης, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των ὅτι ἡ ἑταιρεία ἡ Προνομιοῦχος δὲν εἶναι φιλανθρωπικόν τι κατάστημα, ἀλλ’ εἶναι ἑταιρεία ἀνώνυμος, καὶ εἰς τοὺς διευθυντάς της πρὸ πάντων ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων αὐτῆς, ἡ μέχρι τοῦδε δὲ πορεία των καταδεικνύει ὅτι τελείως ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσίν των. Ἡ ἀνοχὴ δέ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἡ εὐμένεια ἴσως, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν πάντοτε πρὸς τὴν ἑταιρείαν ταύτην, ἔδωκαν ἴσως τὸ θάρρος εἰς τοὺς διευθύνοντας τὴν ἑταιρείαν νὰ προβῶσι καὶ εἰς παραβάσεις τινὰς τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως ὑποχρεώσεών των. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ἐγώ, διότι ἐλέχθη ἐπανειλημμένως πρὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι βούλευμα τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν ἐπηκολούθησεν ἕτερον τοιοῦτον τῶν ἐν Καλάμαις. Ἄλλοτε θὰ ἐνθυμῆται ἴσως ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ Προνομιοῦχος ἐδέχθη νὰ λάβῃ ἀντὶ τοῦ εἰς εἶδος παρακρατήματος χρῆμα, καὶ ἐπηκολούθησεν ἡ περίφημος «παρένθεσις». Πᾶσαι αὐταὶ καὶ ἕτεραι μικροπαραβάσεις τῆς συμβάσεως δέον νὰ ἑλκύσωσι σπουδαίως βεβαίως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως· δέον νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς ῥιζικὰ μέτρα, ἀλλ’ ὄχι ὅμως, ὅπως ἄλλοτε, ῥυμουλκουμένη ὑπὸ τῆς κοινῆς κραυγῆς, νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Προνομιοῦχον· διότι, διὰ νὰ κινήσῃ τις τὸ εὖ κείμενον, ἔστω καὶ κακόν, δέον νὰ ἔχῃ ἕτοιμον τὸ διάδοχον σύστημα, τοιοῦτον δὲ ἀτυχῶς πλῆρες οὐδὲν νέον παρουσιάζεται, τὸ δ’ ἀπ’ ἀρχῆς προταθέν, τὸ τοῦ περιορισμοῦ τῆς παραγωγῆς δηλ., δὲν ἐμελετήθη εἰσέτι μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ ὀρθῶς ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐποπτεύσῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὴν Προνομιοῦχον καὶ θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως μὴ αὕτη προέλθῃ εἰς νέας ὑπερβασίας. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τοῦτο νὰ φροντίσῃ ὄχι μόνον διὰ τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἐπιστημόνων ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐδήλωσεν, ἀλλὰ διὰ κεντρικῆς ὑπηρεσίας ἱδρυομένου εἰδικοῦ σταφιδικοῦ τμήματος ἢ γραφείου ἔν τινι τῶν Ὑπουργείων, εἴτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εἴτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, διότι, ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐφηρμόζετο ἔκτοτε, ὡς ἀπὸ τοῦ πρώτου σταφιδικοῦ συνεδρίου προυτάθη ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ συνεδρίῳ ἐκείνῳ ἀντιπροσώπου τοῦ δήμου Καλαμῶν, ἴσως δὲν θὰ ἐλαμβάνομεν τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Προνομιούχου· τὸ τμῆμα δὲ τοῦτο τὸ σταφιδικόν, τὸ εἰδικῶς ἱδρυθησόμενον, νὰ ἐξετάσῃ τὸν μέχρι τοῦδε βίον τῆς Προνομιούχου, τὰς σχέσεις αὐτῆς τόσον πρὸς τὴν σταφιδοπαραγωγήν, ὅσον καὶ πρὸς τὴν μακαρίᾳ τῇ λήξει Σταφιδικὴν Τράπεζαν· διότι πρέπει νὰ γνωσθῇ ἀπὸ τὸν σταφιδικὸν πληθυσμὸν πῶς κατωρθώθη τὰ πολλὰ ἑκατομμύρια τῆς σταφίδος, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποθηκευθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, πῶς κατωρθώθη ἡ μετοχὴ αὐτὴ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς εἰς τὰ κέρδη τῆς Προνομιούχου, νὰ ἐξατμισθῶσι καὶ νὰ μείνῃ χρεώστης αὐτὴ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, μετὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν 20,000 μετοχῶν της καὶ 700,000 δραχμῶν πρὸς τὴν Προνομιοῦχον. Προσέτι τὸ κεντρικὸν τμῆμα τὸ ἱδρυθησόμενον, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ σύστασίς μου, εἴς τι τῶν Ὑπουργείων, ἀποστολὴν θὰ ἔχῃ νὰ μελετήσῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὸ διάδοχον σύστημα διὰ τὴν ἐποχὴν τῆς λήξεως τοῦ προνομίου, διότι ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν, εἰς τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας, καὶ νὰ μὴ βαυκαλιζώμεθα ὑπὸ ματαίων ἐλπίδων ὅτι θὰ ἐλευθερωθῶμεν πρότερον δι’ ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας, καθόσον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν φρόνησιν νὰ μὴ περιπλακῶμεν μὲ τοιαύτας συμβάσεις, ἤδη δ’ ἅπαξ ἐμπλεχθέντες θὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας τῆς ἀπρονοησίας μας· νὰ παρασκευάσῃ, λέγω, τὸ διάδοχον σύστημα καὶ νὰ κατορθωθῇ οὕτω ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἐν καιρῷ ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν ἐκμεταλλευτῶν τῆς δυστήνου σταφιδοπαραγωγῆς ἥτις, ἐνῷ ἤξιζε καλλιτέρας τύχης, τόσον κακῶς περιεπλέχθη. Λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τῆς Προνομιούχου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον αὐτὴ ἡ Προνομιοῦχος πολὺ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου της νὰ μᾶς ἐγκαταλείψῃ.
§291Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Μὴ τὸ φαντάζεσθε.
§292Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τὸ ἀναμφισβήτητον.
§293Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν ἀληθεύῃ εἴδησίς τις, τὴν ὁποίαν τελευταῖον ἔχω ἐκ τῆς Γερμανίας, ὅτι μεγάλη μερὶς οἴνων τῆς Οἰνοποιητικῆς μένει ἐκεῖ ὑπόδικος, καταγγελθεῖσα ὡς οὐχὶ ἐκ φυσικοῦ οἴνου προερχομένη, ἀλλ’ ἐκ τεχνητοῦ, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς τῶν οἴνων τῆς Οἰνοποιητικῆς πραγματοποιηθῇ ἐν Γερμανίᾳ, ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως αὐτὴ ἡ Προνομιοῦχος ζητήσῃ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψῃ, τότε δὲ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕτοιμον διάδοχον σύστημα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ δὲν θὰ διστάσω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν οὐ μόνον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν σύκων νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀντίληψίν του, διότι καὶ ἡ συκοπαραγωγὴ ἤρχισεν ἀπειλουμένη ἀπὸ πολλοῦ ἀπὸ τὸν αὐτὸν κίνδυνον, ὅστις προυκάλεσε τὴν παρακράτησιν τῆς σταφίδος καὶ ἴσως πολὺ ταχέως θὰ ζητηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς παρακρατήσεως καὶ ἐπὶ τῶν σύκων.
§294Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ πρὸ ἡμερῶν ἀγορεύσει του περὶ τῆς Ἑνιαίας ὡμίλησε περὶ τῶν ἀνακουφιστικῶν μέτρων, ἅτινα θὰ λάβῃ διὰ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Δὲν εἶπεν ὅμως ἡμῖν τίνα καὶ ὁποῖα μέτρα θὰ λάβῃ ὑπὲρ τῶν ἐπίσης ἐξ ἀφορμῆς τῶν παραβιάσεων τῆς Ἑνιαίας πασχόντων οἰνοπαραγωγικῶν πληθυσμῶν τῆς χώρας. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ ἔντιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῇ ὅτι ἡ Ἑνιαία, ὑφισταμένη καὶ ὁδεύουσα ἐν μέσῳ παραβάσεων καὶ καταχρήσεων, τὰς ὁποίας ἐξακολουθητικῶς ἤδη ἐπὶ ἡμέρας ἀκούομεν ἐκτυλισσομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν παραβλάπτει μόνον τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἀλλὰ καταστρέφει πολλαπλῶς καὶ πρὸ παντὸς τὰ συμφέροντα καὶ ἡμῶν τῶν οἰνοπαραγωγῶν. Ἡ ἑταιρεία ἡ Ἑνιαία, αὐτὸ τὸ τερατῶδες ἑταιρικὸν ἐξάμβλωμα, ὅπερ ἔφερεν εἰς φῶς ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀπελπισία, εἰς ἣν διετέλει ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ὅστις σταφιδικὸς κόσμος ἀπεφάσισε τότε κατὰ τὸ «ὁ πνιγόμενος ἀπὸ τὰ μαλλιά του πιάνεται», ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπενόησεν ἡ δεξιά, ἡ πεφωτισμένη καὶ πολυμήχανος διάνοια τοῦ ἀειμνήστου Πεσμαζόγλου, διὰ νὰ περισώσῃ τὰς εὐνοουμένας τότε ἑταιρείας Ζάννου καὶ Ῥὼς καὶ Χαριλάου καὶ Κανελλοπούλου, ὁμοῦ δὲ μὲ αὐτὰς νὰ περισώσῃ καὶ τὰ ἐν ταῖς ἑταιρείαις ταύταις χρηματικὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, τῆς ὁποίας ἐκεῖνος ἦτο γενικὸς διευθυντής — ταῦτα κατ’ ἐμέ εἰσι τὰ αἴτια, ἅτινα συνέλαβον, συνέπτυξαν καὶ εἰς φῶς ἔφερον τὸ τέρας τὸ καλούμενον Ἑνιαία —, ἡ ἑταίρα αὐτὴ Ἑνιαία μὲ τὴν ἀνταξίαν τῆς μητρὸς αὐτῆς κόρην, τὴν Οἰνοποιητικήν, διεκλαδώθησαν ἔκτοτε ἀνὰ τὸ ἔθνος ὅλον καὶ ὡς ὀκτάποδες διὰ τῶν πλοκάμων των περιέσφιγξαν ὁλόκληρον τὸν ἀμπελουργικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, τόν τε σταφιδικὸν καὶ τὸν οἰνοπαραγωγικόν, τὸν δὲ μεγαλείτερον πλοκαμόν της ἡ κόρη, ἡ Οἰνοποιητικὴ ἔχει ῥίψει ἐφ’ ἡμῶν τῶν δυστυχῶν οἰνοπαραγωγῶν καὶ ἐκμυζᾷ ἀδιακόπως καὶ ἀφθόνως τὸν πλοῦτον καὶ τὴν ζωὴν ἡμῶν. Μία τῶν μεγαλειτέρων καταχρήσεων τῆς κόρης τῆς Οἰνοποιητικῆς, τὴν ὁποίαν αὕτη διαπράττει εἰς βάρος ἡμῶν, εἶναι, τί νομίζετε; ἡ οἰνοποίησις τοῦ ὕδατος. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἅπαξ, καὶ ὅπως φανερώσῃ τοῖς ἀνθρώποις τὴν θείαν αὑτοῦ προέλευσιν καὶ δύναμιν, ἐποίησε τὸ πρῶτον αὑτοῦ θαῦμα ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας, μεταβαλών, μετουσιώσας τὸ ἐντὸς μόνον τῶν ὑδριῶν τῆς γαμηλίου οἰκίας ὕδωρ εἰς οἶνον, οὐδέποτε δὲ ἄλλοτε ὁ Θεάνθρωπος ἐπανέλαβε τὸ θαῦμά του ἐκεῖνο. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἀθεόφοβοι, οἱ περὶ τὴν Ἑνιαίαν καὶ τὴν Οἰνοποιητικὴν διάφοροι βουτηταὶ καὶ θαυματοποιοί, ἐπὶ ἔτη μακρὰ ἐξακολουθητικῶς ἔργα Θεοῦ ἀντιποιούμενοι μεταβάλλουσι τὰ ὕδατα τῆς Πελοποννήσου ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ, καὶ τὰ ὕδατα τῆς Μελίτης ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, εἰς οἴνους σταφιδίτας καλουμένους, τοὺς ὁποίους ὅμως οἴνους κατεργαρικῶς ὡς οἴνους ἐκ σταφυλῆς ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως πωλοῦσι καὶ διὰ τῶν ὑδατοοίνων αὐτῶν τῶν κατασκευαζομένων, ὡς γνωστόν, κατ’ ἀναλογίαν ἐκ μιᾶς ὀκᾶς σταφίδος καὶ 5–6 ὀκάδων ὕδατος καταπλημμυροῦσι τὰς ἀγορὰς τοῦ Ἐξωτερικοῦ, δυστυχῶς δὲ καὶ αὐτὰς τὰς ἀγορὰς τοῦ Ἐσωτερικοῦ, εἰς ἃς τοσοῦτον ἀφθονοῦσι μέχρι χυσίματος ἐνίοτε οἱ φυσικοὶ Ἑλληνικοὶ οἶνοι, καὶ τοῦτο πρὸς ἄμετρον καταστροφὴν τῶν φυσικῶν ἐκλεκτῶν Ἑλληνικῶν ἐκ σταφυλῆς οἴνων. Ἐκ τῆς τολμηρᾶς ταύτης νοθεύσεως τῶν οἴνων ὑπὸ τῆς Οἰνοποιητικῆς ἤντλησαν θάρρος καὶ μερικοὶ αἰσχροκερδεῖς οἰνέμποροι καταγόμενοι ἐξ οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅπως ἀνηγγέλθη ἡμῖν, τοῖς Βουλευταῖς Εὐβοίας, σήμερον καὶ προέβησαν εἰς τὴν νοθείαν, κατὰ τὸ σύστημα τῆς Ἑνιαίας, ἐν Κύμῃ καὶ ἐξάγουσιν οἴνους Κυμαϊκοὺς νοθευμένους πρὸς καταστροφὴν τοῦ προϊόντος ἐκείνου. Ὁ ἔμπορος αὐτός, ὁ ποιήσας τὴν νόθευσιν ἐκείνην, εἶναι ὁ κ. Π. Πιπινέλης, τὸν ὁποῖον καταγγέλλω ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προβῇ δραστηρίως εἰς ἀνακρίσεις καὶ τιμωρίαν τῶν συμμετασχόντων εἰς τὴν νοθείαν ταύτην. Ἄλλη ἀκόμη κατάχρησις τῆς κόρης Οἰνοποιητικῆς εἶναι ὅτι αὕτη, τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ βοηθείᾳ πάντοτε τῆς σεπτῆς αὑτῆς μητρὸς Ἑνιαίας, συνεσώρευσεν ἐπιτηδείως εἰς τὰς ταχυδακτυλουργικὰς αὑτῆς χεῖρας καὶ τὸ Μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀποκαλῶ δὲ Μονοπώλιον τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τὸ ὁποῖον Μονοπώλιον εἶχε πάθει τύφλαν αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος νὰ ἐκμεταλλευθῇ, πρὸς ἴδιον καὶ μέγα αὑτοῦ ὄφελος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἑκουσίως, πιθανῶς δὲ καὶ σκοπίμως, παρέδωκεν εἰς χεῖρας τῶν προνομιακῶς προνομιούχων ἐπιτηδείων τῆς Προνομιούχου Ἑνιαίας, ἵνα οὕτως ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ καὶ τοῦ ἑτέρου ἐναπομείναντος προϊόντος τῆς οἰνοπαραγωγῆς, τοῦ ἐκ στεμφύλων δηλονότι προερχομένου. Ἀφοῦ μᾶς κατέστρεψαν τὸν χυμὸν τῆς σταφυλῆς διὰ τῆς οἰνοποιήσεως διὰ τοῦ Μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος, μᾶς κατέστρεψαν καὶ τὸ ἐναπομεῖναν στέμφυλον τῆς σταφυλῆς, ἵνα οὕτως ἐπέλθῃ τέλειον τὸ ξετίναγμα ἡμῶν τῶν δυστυχῶν οἰνοπαραγωγῶν. Ἵνα μὴ μακρηγορῶ, Κύριοι, καταπονῶν καὶ ἀπασχολῶν τὴν τοσοῦτον ἄλλως τε ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης καταπονηθεῖσαν ἤδη Βουλήν, καταπαύω τὸν λόγον, συνιστῶν καὶ παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀνορθώσεως, ἵνα λάβῃ αὕτη ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ὑπόθεσιν τῆς «Ἑνιαίας», ἣν ἀπὸ ἐτῶν μετὰ μεγίστης προσοχῆς παρακολουθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῆς «Ἑνιαίας» ἡ σκανδαλώδης ὑπόθεσις εἶναι αἱ Συμπληγάδες πέτραι διὰ τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν. Τιμὴ εἰς ἐκεῖνον τὸν Ὑπουργόν, ὅστις κατορθώσῃ νὰ τὰς διέλθῃ· τὰς διῆλθεν εἷς, ὁ κ. Γούναρης, ὅστις περιεφρόνησε καὶ ἠθέλησε νὰ πατάξῃ τὴν βρωμερὰν αὐτὴν Ἑνιαίαν· ἔπεσε μέν, ἐδοξάσθη δέ· καὶ σήμερον ἀνὰ τὰ στόματα τοῦ κόσμου φέρεται ὡς ὁ μέλλων Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἀρκεῖ. Παρακαλῶ ἐπίσης, ὅπως ἡ Κυβέρνησις περικόψῃ διὰ καταλλήλου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον νὰ εἰσαγάγῃ, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, περικόψῃ, λέγω, τὸν πλόκαμον τοῦ ὀκτάποδος τῆς Οἰνοποιητικῆς, τοῦ ἐφ’ ἡμῶν τῶν οἰνοπαραγωγῶν δίκην ἐφιάλτου ἐπικαθημένου καὶ ἐκμυζῶντος τὸ αἷμα καὶ τὴν ζωὴν ἡμῶν. Παρακαλῶ αὐτήν, ἵνα μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ ἡμίμετρα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νὰ λάβῃ ἐν χερσὶ μάχαιραν χειρουργικὴν καὶ νὰ περικόψῃ τὸ κακόηθες ἀπόστημα τῆς Ἑνιαίας, ὅπερ ἀνεφύη ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ σώματος καὶ θὰ καταπνίξῃ τοὺς εὐγενεῖς αὐτοῦ χυμούς, ἵνα οὕτω καταλύσῃ τὴν σπεῖραν τῶν φαυλοπλουτοκρατῶν τὴν στεγαζομένην ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος ἀνοικοδομηθέντος ἐναγοῦς οἴκου τῆς Ἑνιαίας. Ἄλλως, ἂν δὲν εἰσακούσῃ τῆς συστάσεώς μου ταύτης ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως, ἀφεύκτως θὰ ἐπέλθῃ μεγίστη ἡ καταστροφὴ τοῦ οἰνοπαραγωγικοῦ πλούτου τῆς χώρας, μέγισται δὲ καὶ ἀνεπανόρθωτοι θὰ ἐπακολουθήσωσι ταύτην τὴν καταστροφὴν αἱ ἰδιωτικαὶ καὶ αἱ ἐθνικαὶ ζημίαι.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πολυζωγόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰ ὀρφανὰ πατρὸς καὶ μητρὸς τῶν πεσόντων ἀξιωματικῶν ἐν τῷ πολέμῳ τοῦ 1897». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ὁ κ. Δ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§296Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὅταν, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος Μαρτίου τὸ σταφιδικὸν συνέδριον συνῆλθεν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι Ἀθηνῶν ἐκάλεσε διαφόρους Βουλευτὰς καὶ μή, εἶχον δὲ τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ καὶ ἐγώ, ὅπου ἔσπευσα, διότι ἐνόμισα ὅτι καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας ἔπρεπε νὰ σπεύσω, ἵνα λάβω μέρος καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτου θέματος. Μετέβην εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα Ἀθηνῶν, ὅπου συνῆλθε τὸ σταφιδικὸν τοῦτο συνέδριον καὶ τὸ ὁποῖον πολὺ σοβαρῶς διεξῆλθε τὸ ζήτημα, κακῶς δ’ ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὅτι τὸ συνέδριον αὐτὸ δὲν ἦτο ἄξιον λόγου, ἐνῷ εἰς τοῦτο ἀντεπροσωπεύετο ὁμολογουμένως ὑπὸ πολλῶν συλλόγων σταφιδοπαραγωγῶν καὶ σταφιδοκτημόνων. Ὡμολόγησα ἐκεῖ τὴν ἀπειρίαν μου, διότι δὲν εἶχον ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου ἀσχοληθῆ εἰς τὰ σταφιδικὰ ζητήματα, εἶχον ὅμως γενικὰς ἰδέας καὶ ἠδυνάμην νὰ λάβω μέρος, εἶχον, ἐπαναλαμβάνω, γενικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει πᾶς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ τὰ μελετᾷ. Ἐνόμισα ἀμέσως ὅτι εἶχον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἱεράν, ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑνιαίας νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι ἐναντίον τῆς ἰδέας τῆς ἐκπτώσεως τῆς Ἑνιαίας, ὅτι δηλονότι ἔπρεπε νὰ κηρυχθῶ συντηρητικὸς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρις ὅτου ἐξονυχισθῇ καὶ μελετηθῇ δεόντως τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ τοῦτο, ὄχι μόνον διότι ἐθεώρουν ὅτι ἡ Ἑνιαία ὠφέλησε τὴν σταφιδοπαραγωγήν, ἀλλὰ διότι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶμεν τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν κατόπιν τόσων ἀγώνων καὶ θορύβου κατηρτίσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν, διότι ἔδει νὰ μὴ φαινώμεθα πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ κόσμου ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ξένων χρημάτων, διὰ νὰ σώσωμεν προϊόν πολύτιμον, καὶ ὅτε αὐτὰ τὰ χρήματα εἰσῆλθον ἐν τῷ τόπῳ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς σταφίδος νὰ φανῶμεν ἡμεῖς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σοβαρὰ εὔλογος ἀφορμή, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, ὅτι προσελκύομεν τὰ ξένα κεφάλαια καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν θέλομεν νὰ τὰ καταστρέψωμεν. Τοὐναντίον, Κύριοι, πρέπει νὰ εἴμεθα ἄνθρωποι καλῆς πίστεως. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι συντηρητικός, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Ἑνιαίας. Δὲν μετέβαλον γνώμην ἐκ πασῶν τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζω δ’ ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ κηρυχθῶ συντηρητικὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι καὶ μεθ’ ὅλα τὰ λεχθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι ἡ Ἑνιαία ὠφέλιμος.
§297ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι βλαβερωτάτη.
§298Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διὰ νὰ πεισθῶ περὶ τούτου, κατὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μεταβῶ εἰς τὴν πατρίδα μου, διὰ νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα μετὰ τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ σταφιδεμπόρων τῆς Ζακύνθου. Πρέπει νὰ γνωρίζητε πάντες ὅτι καὶ οἱ σταφιδέμποροι καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς Ζακύνθου πάντοτε ἐφάνησαν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος καλῆς πίστεως ἄνθρωποι, προυτίμησαν δὲ νὰ ζημιωθῶσι παρὰ νὰ βλάψωσι τὸ προϊόν των. Δὲν πιστεύω ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ εἶναι καὶ εἷς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ βεβαιώσῃ τοῦτο καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ ὅτι οἱ σταφιδέμποροι Ζακύνθου καὶ εἰς τὰς Πάτρας καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐζημιώθησαν, ποτὲ δὲ δὲν ἐφάνησαν ἄνθρωποι κακῆς πίστεως εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος.
§299ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§300Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἑπομένως τὰς γνώμας καὶ τὰ πορίσματα τοιούτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν διὰ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, πρέπει νὰ τὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Κατὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν Ζακυνθίων, κατελήξαμεν εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα συνιστῶμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐπὶ τούτοις ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἐντὸς φακέλου τὰ τοιαῦτα πορίσματα, διὰ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς πᾶσαν μελέτην, προσέτι δὲ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν εἰδικῶν. Εἶπον καὶ προχθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Ἑνιαίας ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔθεσεν εἰς τὴν θέσιν του τὸ ζήτημα. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ λυσιτελέστερον, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει ἡ ἔκπτωσις τῆς ἑταιρείας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἄλλην ἑτοίμην νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ, ἐκτὸς ἂν πτωχεύσῃ ἡ σημερινή, τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι.
§301ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ ὑπερασπιστής της, ὁ κ. Βουρλούμης, ὅτι θὰ γίνῃ μίαν ἡμέραν.
§302Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ μὴ γίνῃ, διότι θὰ ἐπέλθῃ χάος καὶ θὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἀλλὰ οἱ ἴδιοι οἱ ἔμποροι τῆς σταφίδος δὲν δέχονται ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἓν γεγονὸς ἀποδεδειγμένον οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας ἐν γνώσει αὐτῆς κατεστρατήγουν τὴν σύμβασιν. Διότι ἐκεῖ ἔγκειται τὸ ζήτημα, ἂν πράκτορες τῆς ἑταιρείας, μακρὰν τῆς ἕδρας αὐτῆς συνεννοούμενοι μετὰ τῶν ἐμπόρων, παρεβίαζον τὴν σύμβασιν. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν ἀπεδείχθη μέχρι σήμερον.
§303ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠκούσατε τὰς παραβάσεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἑταιρείας;
§304Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Περὶ τῶν ἐμπόρων ἤκουσα, ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦ ἐμπόρου εἶναι τοιοῦτον, νὰ προβαίνῃ εἰς καταστρατηγήσεις, ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἢ νὰ ὠφεληθῇ ἢ ν’ ἀποκρούσῃ καταστροφάς. Ὑπὸ ἔποψιν βεβαίως ἠθικὴν δὲν εἶναι καλὸν τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον δὲν βασίζεται ἐπὶ τῆς ἠθικῆς. Λοιπὸν οἱ συμπολῖταί μου, τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον νὰ κηρυχθῇ ἡ ἑταιρεία ἔκπτωτος, διότι τὸ τοιοῦτον ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῆς πλειονότητος τῶν παραγωγῶν καὶ ἐμπόρων. Ἐν τούτοις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ μέτρον τι ἀπὸ τοῦδε, οἱονδήποτε, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κριθῇ ἡ Ἑνιαία ἔκπτωτος ἢ ἡ ἰδία ἤθελεν ἀποχωρήσει. Προσέτι τὰ δελτία τῆς παρακρατήσεως νὰ μὴ ἐκδίδωνται ἀνεξελέγκτως, ἀλλὰ νὰ ἐξελέγχηται ἡ παράδοσις εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ καρποῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσι τὰ δελτία, δι’ ἐπιτροπῆς δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ τοιοῦτον εἶναι σοβαρόν, διότι ἐκδίδονται πολλὰ δελτία, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ποσόν, τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς ἀποθήκας. Νὰ ἐξελέγχηται ἐπίσης ἡ παράδοσις τοῦ παρακρατήματος εἰς τὰ ἐργοστάσια ὑπ’ εὐθύνην τῶν τελωνειακῶν Ἀρχῶν διὰ τὴν παράδοσιν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ σταφιδοκάρπου, διότι ἤδη δὲν παρακολουθοῦσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Αὐτὸ ἔρχεται εἰς ἐπίρρωσιν τοῦ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§305ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ὁμολογεῖτε, εἶναι παράβασις τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως.
§306Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τῆς συμβάσεως. (Ἀναγινώσκει σχετικὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως). Ἄλλο σπουδαῖον ζήτημα εἶναι ἡ ἀνάληψις τῶν ἐνεχύρων. Διὰ νὰ τεθῇ ἐν τῇ συμβάσει ὅτι τὰ ἐνέχυρα αὐτὰ ἀναλαμβάνονται μέχρις ὡρισμένου ὁρίου χρονικοῦ, τοῦτο ἐγένετο βεβαίως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, δὲν ἐπιτρέπεται δ’ ὁ ἔμπορος ν’ ἀγοράζῃ τὰ ἐνέχυρα καὶ νὰ τὰ ἀφήνῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρείας. Λέγουσιν ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς εὐκολίαν, ἀλλ’ ἡ εὐκολία αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὸν θεμελιώδη σκοπὸν τῆς συμβάσεως, διότι, ὅταν ὑποχρεοῦνται οἱ ἐνεχυριάσαντες ν’ ἀναλάβωσι τὰ ἐνέχυρα, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ μένωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας, ἵνα ἀναγκασθῶσι νὰ πωλήσωσι τὸ πρᾶγμα καὶ μὴ βαρύνῃ τὴν παραγωγήν. Αὐτά, Κύριοι, εἶχον νὰ προσθέσω εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ τόσας ἡμέρας τὴν Βουλήν.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ).