1911.05.14
2.073 στίχοι · 15.385 λέξεις · 173 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89.
Τῆς 14 Μαΐου 1911.
(Τρίτη).
Προεδρία κ. Ν. Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 10.40′ π. μ.
ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 186 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ βιβλιοπῶλαι Βόλου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΑʹ. 2) Κτηματίαι Ἀθηνῶν ζητοῦσι τροποποίησιν τοῦ νόμου ͵ΓΦΛϚʹ τοῦ 1909· 3) Ὁ ἐν Καΐρῳ δικηγόρος Η. Μανωλακάκης καταγγέλλει τὸν ἐκεῖ πρόξενον διὰ διαφόρους παραβάσεις καὶ ἀκηδίαν· 4) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Λαρίσης ζητοῦσι χάριν τοῦ ⅓ τῆς ποινῆς των· 5) Οἱ κάτοικοι Πετροχωρίου τοῦ δήμου Παμφίας αἰτοῦνται νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν κοινότητα τὸ μικρὸν ἐκκλησιαστικὸν λιβάδιον Ἅγ. Γεώργιος ἢ Φωτισμὸς ἐλλείψει ἐπαρκοῦς κτηματικῆς περιφερείας· 6) Ὁ νομάρχης Λακωνίας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Μαλευρίου, δι’ οὗ ἐκφράζεται εὐχὴ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Συζήτησις «περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος». Προχωροῦμεν εἰς τὸ ἄρθρον 95. Ἐπὶ τοῦ 91 ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ τὸ ἀπόγευμα. Ἐπὶ τροπολογίας εἰς τὸ ἄρθρον 95 ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅπως ἔλεγον καὶ χθές, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 95 τοῦ Συντάγματος ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐξαιρῶνται ἐκ τῶν ἐνόρκων μόνον τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μὴ δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶμαι συνεπὴς πρὸς ὅσα ἄλλοτε ὑπεστήριξα ἐντεῦθεν, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος. Ἔλεγον τότε ὅτι ὁ βίος τῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπαλλήλων καθὼς καὶ τῶν πολιτικῶν κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν πρέπει νὰ εἶναι καθρέπτης, τουτέστι τόσον ὁ ἰδιωτικός, ὅσον καὶ ὁ δημόσιος αὐτῶν βίος νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον παντὸς δυναμένου νὰ ἐλέγξῃ· ἀρκεῖ βεβαίως νὰ μὴ παραβῇ θετικὰς καὶ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, νὰ μὴ ἐξυβρίζῃ, νὰ μὴ συκοφαντῇ. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ εἰσαγάγῃ ἀτιμωρησίαν, ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὑπό τινος. Τουναντίον ἔχει ἄλλον σκοπόν· ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς ἄλλο Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τρόπον δημοσιώτερον θὰ ἐξετάζωνται καὶ θ’ ἀποφασίζωνται τὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα, εἰδικῶς δὲ προκειμένου περὶ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων διὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ πραγματικοὶ παραβάται τῶν θετικῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου θὰ τιμωρῶνται ἀσφαλέστερον καὶ μᾶλλον ὡρισμένως, διότι εἶναι γνωσταὶ αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ γίνονται καθημερινῶς εἰς τὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα· εἶναι δὲ φυσικὸν αἱ καταχρήσεις αὗται νὰ συμβαίνωσι, διότι δικάζουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προκατάληψίν τινα ἐναντίον τῶν κατηγορουμένων δικάζοντες διὰ παραβάσεις ἀπευθυνομένας κατὰ τὴν κρίσιν των κατὰ τοῦ σώματός των. Δὲν εἶναι βεβαίως δίκαιον νὰ δικάζωσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς κατὰ παραβάσεων αὐτοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι καλούμενοι νὰ δικάσωσι παραβαίνουσι τοὺς νόμους. Τὰ παραδείγματα εἶναι πλέον ἢ ἄφθονα. Ὡς ἐδέχθημεν περιορισμὸν τοῦ τύπου προκειμένου περὶ συμφερόντων τῆς χώρας, καὶ ὑπεστήριξα τὸν περιορισμὸν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἂν καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου εἶναι ἐλευθερία τοῦ λαοῦ, προκειμένου περὶ ἐλέγχου τοῦ βίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι κίνδυνος ἐξυπακούεται, ὅτι τὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα θὰ μένωσιν ἀτιμώρητα. Ἐφ’ ὅσον στρέφονται μόνον κατὰ τοῦ βίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ προλάβωσιν ἄτοπα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀδικήματα ταῦτα δὲν θὰ τὰ δικάζωσιν οἱ δῆθεν ὑβριζόμενοι, οἱ ποιούμενοι κατάχρησιν ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ἀλλὰ θὰ δικάζῃ ἄλλου εἴδους Δικαστήριον, λαϊκὸν Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου διὰ τῆς μακρᾶς διαδικασίας τῆς κρατούσης ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τῶν ἐνόρκων θὰ ἐξονυχίζωνται τὰ πράγματα, θ’ ἀποδεικνύωνται ἂν στρέφονται εἰς ἔλεγχον κατὰ τοῦ βίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ἂν στρέφονται κατὰ τοῦ βίου αὐτῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ. Ὑπάρχουσι παραδείγματα ἄπειρα εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ τὰ παραδείγματα ταῦτα λέγουσιν ὅτι ὁσάκις εἰσήχθη κατηγορούμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων καὶ ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου μόνον κατὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐστρέφετο ὁπωσδήποτε κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτῶν βίου διὰ φράσεων δριμειῶν, διὰ φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἔθιγον τὸν ἰδιωτικὸν βίον αὐτῶν, τὰ Δικαστήρια τῶν ἐνόρκων εἰς τοιαύτας περιπτώσεις λέγουσι τὰ παραδείγματα ὅτι ἐφάνησαν αὐστηρά, ἐφάνησαν ἀμείλικτα. Προκειμένου ὅμως, κύριοι Βουλευταί, περὶ καθαρῶς ἐλέγχου διὰ πράξεις δημοσίων ὑπαλλήλων τὰ Δικαστήρια τῶν ἐνόρκων βεβαίως ἀπέλυσαν κατηγορουμένους, καὶ ὤφειλον νὰ τοὺς ἀπολύσωσι, διότι ἐλέγχει τις μόνον, ὅταν καταδεικνύηται ὁ ἔλεγχος, ἀδιαφόρως ἂν ἡ φρασεολογία τοῦ γράφοντος, τοῦ ἐπικρίνοντος, ἦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον διατετυπωμένη, ὥστε εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ διαχειριζομένου τὴν ἐξουσίαν νὰ γεννᾶται ἡ πεποίθησις ὅτι πρόκειται περὶ ὕβρεως, ἐνῷ πρόκειται πραγματικῶς περὶ ἐλέγχου διατετυπωμένου ἀδιαφόρως διὰ τοιαύτης ἢ τοιαύτης φρασεολογίας. Θὰ προληφθῇ ἀκόμη καὶ ἕτερον κακόν, τὸ ὁποῖον καταδεικνύεται ἐν τῇ πρακτικῇ, ὅταν τις ἐλέγχῃ τὰς πράξεις δημοσίου τινὸς ὑπαλλήλου. Ὑπάρχουσι παραδείγματα, γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν καὶ συμβαίνουσι, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ δημοσίευμα ὁλόκληρον τίθεται ἐπὶ τῆς τραπέζης, ὅταν ἐλέγχηταί τις, ὁ ὁποῖος τυγχάνει νὰ εἶναι ἰσόβιος, καὶ ὁ μέλλων νὰ δικάσῃ ἢ ὁ κατηγορῶν ἀφαιρεῖ ὅσας νομίζει ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσῃ φράσεις, χωρίζει ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι κατ’ αὐτὸν τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως, καταχωρίζει ταύτας εἰς τὸ κατηγορητήριον καὶ αἱ φράσεις αὗται ἀποτελοῦσιν ἐξύβρισιν κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ Δικαστηρίου, καί, ἐνῷ πρόκειται περὶ καθαροῦ ἐλέγχου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του, θεωροῦνται ὅτι προσέβαλον τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδέχθημεν τοιοῦτον περιορισμὸν προκειμένου περὶ ἰδιωτικοῦ βίου, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ἄρθρον 14 ἐσυνταγματοποιήσαμεν πλήρη τὴν εὐθύνην οὐ μόνον τοῦ συγγραφέως διατριβῆς τινος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐκδότου καὶ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος, εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἐμπιστευθῶμεν πλέον τὴν τιμωρίαν αὐτῶν εἰς τοὺς θεωρουμένους ὅτι ὑβρίζονται καὶ νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων εἰς τὰ λαϊκὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμπιστευόμεθα τὴν ζωήν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἂν μέχρι σήμερον ἡ ἀνάγκη δὲν κατεδείκνυε τοῦτο διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 14, ὡς ἐψηφίσθη, καθίσταται ἀνάγκη ἀπαραίτητος, ὅπως ψηφισθῇ καὶ ἡ τροπολογία αὕτη, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ταύτην ἐνταῦθα. Ἔχομεν παραδείγματα, ἅτινα ἀνέφερα, κατὰ τὰ ὁποῖα μηνυτὴς ἀφήρεσε περίοδον ὁλόκληρον, ἐξήγαγε νόημα, ἐκ τοῦ νοήματος δὲ κατὰ τὴν γνώμην του ἀπετελεῖτο τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως, ἐνῷ πραγματικῶς ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου, ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὑπεστήριξεν, ἐξύβρισε, καὶ δυστυχῶς καταδικάζονται οἱ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐλέγχοντες. Καὶ ἀναμιμνήσκομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον περὶ τοῦ Δαβίδ, ὅτι ἔλεγε δῆθεν οὗτος «οὐκ ἔστι Θεός», ἐνῷ πραγματικῶς δὲν εἶπε τοῦτο, ἀλλὰ παρέλειπον τὰς προηγουμένας λέξεις ὅτι «εἶπεν ὁ ἄφρων», δηλαδὴ εἶπεν ὁ Δαβὶδ ὅτι «εἶπεν ὁ ἄφρων ὅτι οὐκ ἔστι Θεός». Τοῦτο συμβαίνει καὶ σήμερον, καὶ δύναται πᾶς οἰκείως ἔχων πρὸς τὰ Δικαστήρια ν’ ἀναμιμνήσκηται ὅ,τι συμβαίνει καθημερινῶς. Χωρὶς λοιπὸν νὰ παρίσταται κίνδυνός τις, χωρὶς νὰ εἰσάγωμεν τὴν ἀτιμωρησίαν, τοὐναντίον εἰσάγοντες ἐκδίκασιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῶν ἐνόρκων, νομίζω ὅτι προστατεύομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, νομίζω ὅτι θὰ καταστήσωμεν προσεκτικοὺς πλέον τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὸ μέλλον κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας των, καὶ εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν ἀπόλυτον τὴν ἐλευθερίαν, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν καὶ ἀπόλυτον τὸν ἔλεγχον, διότι ὁ ἔλεγχος ὁ δημοσιογραφικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ προσεκτικοὺς τοὺς ὑπαλλήλους κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας των. Ἐὰν δέ τις ἐν τῷ ἐλέγχῳ, τὸν ὁποῖον νομίζει ὅτι ἀσκεῖ, ἐκτραπῇ εἰς ὕβρεις ὅλως ἰδιωτικῆς, ὅλως οἰκογενειακῆς φύσεως, δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλωμέν ποτε ὅτι Δικαστήρια, οἷα τὰ Δικαστήρια τῶν ἐνόρκων, δὲν θὰ τιμωρήσωσι τὸν οὕτω πως παρεκτραπέντα. Ἐνῷ ὅμως τοῦτο θὰ γίνηται, θὰ προλάβωμεν τὸ ἕτερον κακόν, τοῦ νὰ μὴ γίνηται κατάχρησις, μία τυραννία, μία δεσποτεία ὑπὸ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται δεσποτικῶς καὶ τυραννικῶς νὰ τιμωρῶσι πάντα ὅστις ἔλαβε τὴν γραφίδα ὁπωσδήποτε καὶ ἐδημοσίευσεν εἰς ἐφημερίδα ἔστω καὶ τὸν ἐλάχιστον ἔλεγχον, ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην παρατήρησιν. Τὰ πράγματα εἶναι καταφανῆ, τὰ δὲ ἀποτελέσματα εἶναι ἔτι καταφανέστερα. Νομίζω ὅτι θὰ εἰσαχθῇ τάξις, ἐὰν οὕτω ψηφισθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰδικιτέρως ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν, διότι θὰ προληφθῶσιν ἀδικήματα εἰς τὸ μέλλον· θὰ κρίνωνται εὐρύτερον τὰ πράγματα, θὰ κρίνωνται ὡριμώτερον καὶ δὲν θὰ διατρέχωσι τὸν κίνδυνον οἱ γράψαντες, οἱ ἐλέγξαντες νὰ δικασθῶσιν ὑπ’ αὐτῶν τῶν μηνυτῶν των, ὄντων καὶ δικαστῶν· ὁ ἴδιος μηνυτὴς καὶ ὁ ἴδιος ἢ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ θὰ εἶναι καὶ δικαστής. Δὲν θ’ ἀναφέρω παραδείγματα, διότι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἠκούσθησαν μυρία ὅσα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἄνευ προδικασίας, ἀλλ’ ἁπλῶς μὲ ἓν χειρόγραφον, διότι εἷς δημοσιογράφος ἀνήγγειλε μίαν εἴδησιν, ἥτις κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ μηνυτοῦ, ὁ ὁποῖος τυγχάνει νὰ εἶναι εἰσαγγελεὺς ἢ δικαστής, περιέχει στοιχεῖα ἐξυβρίσεως, εἰσάγεται ὁ δημοσιογράφος οὗτος ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, τιμωρεῖται ἀπὸ τοὺς ἰδίους δικαστάς· καὶ οὕτω θὰ γίνηται καὶ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλευθεροτυπία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταργεῖται, ἡ πραγματικὴ ἐλευθεροτυπία. Καὶ ὅταν κραυγάζωμεν ἐντεῦθεν καὶ λέγωμεν ὅτι θέλομεν τὴν ἐλευθεροτυπίαν προκειμένου καὶ περὶ βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, προκειμένου περὶ κρισίμων περιστάσεων θὰ διστάσωμεν ἴσως νὰ καθιερώσωμεν πραγματικὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, προκειμένου περὶ ἐλέγχου πράξεων δημοσίων ὑπαλλήλων; Φρονῶ ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὁ τύπος κατ’ ἐξοχὴν πρέπει νὰ εἶναι ἐλεύθερος. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξωμεν, δεσμεύομεν τὸν τύπον, δεσμεύομεν τὸν ἔλεγχον, δεσμεύομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐλέγχου τῆς καταχρήσεως τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κακῶς διαχειρίζονται τὴν ἐξουσίαν των. Βεβαίως, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, δὲν ζητοῦμεν ἀτιμωρησίαν, ζητοῦμεν ἐγγυήσεις, ζητοῦμεν δικαιοσύνην ἐκ μέρους ἀνθρώπων μὴ ἐνδιαφερομένων, ἐκ μέρους ἀνθρώπων μὴ προκατειλημμένων, ζητοῦμεν δικαιοσύνην ἐκ μέρους τοῦ λαϊκοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον, ὡς διεμορφώθη καὶ θὰ διαμορρῶται, ἐφ’ ὅσον ἀναπτύσσεται ἡ Πολιτεία, παρέχει τὸ ἐνδόσιμον ὅτι διὰ τούτου ἀπονέμεται καὶ θ’ ἀπονέμηται εἰς τὸ μέλλον ἀσφαλεστέρα καὶ δικαιοτέρα ἡ δικαιοσύνη, θὰ κρατῇ δὲ ἡ πεποίθησις παρὰ τῷ λαῷ καὶ τῷ δικαζομένῳ ὅτι τοὐλάχιστον δὲν δικάζεται ὑπὸ τῶν μηνυτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν λαϊκῶν Δικαστηρίων. Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν, θεωρῶ δ’ ὅτι εἶναι ἀπολύτως περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ δεκτόν, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη μία τυραννία, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ τολμῶμεν ν’ ἀναλάβωμεν τὴν γραφίδα, ἵνα ἐλέγξωμεν πᾶσαν κατάχρησιν καὶ πᾶσαν παρανομίαν ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τούτων διαπραττομένην (χειροκροτήματα).
§3Γ. ΠΩΠ. Εὖγε!
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς ὅσα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ διάταξις ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἧς ἐζητήθη ἡ τροποποίησις, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, οὐδ’ αὐτὸς ὁ προλαλήσας ἠμφεσβήτησεν, ὅτι καλῶς ἔχει κατὰ θεωρίαν. Ζητεῖ μόνον νὰ τροποποιήσωμεν τὴν καλῶς τεθειμένην διάταξιν. Διατί; Διότι ἐγένοντο καταχρήσεις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐπιτρέπεται διὰ τὴν γενομένην ἐν τῷ παρελθόντι κατάχρησιν καλῶς τεθειμένης διατάξεως νὰ τροποποιήσωμεν ἐπὶ τὰ χείρω τὴν διάταξιν ταύτην, ὅπως προλάβωμεν οὕτω καταχρήσεις πρὸς ὡρισμένην κατεύθυνσιν, ἀλλὰ δημιουργήσωμεν νέας, πολὺ χειροτέρας, κατ’ ἀντίθετον κατεύθυνσιν; Ἐρωτῶ· ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ, ὅπως ὁ ἰδιωτικὸς βίος του τελῇ ὑπὸ τὴν αὐτὴν προστασίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τελεῖ καὶ ὁ τῶν ἰδιωτῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει νὰ εἶναι ἀνοικτὸς ὁ βίος αὐτοῦ, ἐκτεθειμένος καὶ ὁ ἰδιωτικὸς αὐτοῦ βίος εἰς τὴν ἔρευναν παντός, καὶ συμμερίζομαι πληρέστατα αὐτὴν τὴν ὑπερηφάνειαν καὶ τὴν ζητῶ δι’ ἐμαυτόν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐπιβάλω εἰς πάντας. Εἶναι δικαίωμα καὶ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ ζητήσῃ ὅπως ὁ ἰδιωτικός του βίος τελῇ ὑπὸ τὰς αὐτὰς προστατευτικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ὁ βίος παντὸς πολίτου. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἰδιωτικὸς βίος τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι στενῶς συνδεδεμένος πρὸς τὴν δημοσίαν δρᾶσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, εἶναι ὀρθὸν ὅτι τὸ προέχον στοιχεῖον εἶναι ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου βίου τοῦ ὑπαλλήλου. Ἀλλ’ ἐκεῖ, λέγουσι, παρετηρήθησαν καταχρήσεις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τί θὰ συμβῇ, ἂν ἔχητέ τινα, ὁ ὁποῖος ἔχει ἰδιαιτέρας προσωπικὰς ἀφορμὰς πρός τινα δημόσιον ὑπάλληλον, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἔρχηται νὰ διαταράττῃ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ ὑπαλλήλου, ζητῶν νὰ παραπέμπηται οὗτος εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια, ἐπωφελούμενος τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Ἡ δικαιοσύνη τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων τιμᾶται μεγάλως ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὡς προληπτικὸν μέτρον ἡ παραπομπὴ εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια δὲν θὰ ἐνεργῇ ἐπὶ τῆς βουλήσεως τῶν διατεθειμένων νὰ ὑποπέσωσιν εἰς καταχρήσεις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Δὲν θὰ λειτουργῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προληπτικῶς, ὅσον ἡ γνῶσις τῆς ταχείας ἐκδικάσεως, ἥτις ἐπετυγχάνετο διὰ τῶν κοινῶν Δικαστηρίων ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, ἐνῷ διὰ τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων ἔχετε πολὺ νὰ περιμείνητε. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ μὴ θέλωμεν καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν νὰ τροποποιηθῇ διάταξις καλῶς ἔχουσα, διὰ νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν δι’ ἄλλης, τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφισβητοῦμεν ὅτι ἔχει κακῶς, ἀλλὰ προτιμῶμεν νὰ ῥυθμίσωμεν τὸ πρᾶγμα συνταγματικῶς κακῶς, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ ἐντεῦθεν μειονεκτήματα καὶ τὰς ἐντεῦθεν καταχρήσεις, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰς καταχρήσεις τὰς ἄλλας, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ διατάξεως καλῶς ἐχούσης. Ἐν τούτοις οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν, εἶναι ἄξιοι πολλῆς προσοχῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ θεραπείας ἐπαρκοῦς τοῦ κακοῦ τοῦ καταγγελλομένου ἐντεῦθεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ περιορισθῇ εἰς τρεῖς γραμμὰς τοῦ Συντάγματος, εἰς τὰς ὁποίας ἐπαρκὴς πρόνοια δὲν δύναται νὰ ληφθῇ. Δύναται περὶ τούτου νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοῦ νόμου περὶ τύπου, ὅπου δύναται νὰ ληφθῇ καὶ πᾶσα ἄλλη πρόνοια ἰδίως ἐν σχέσει πρὸς ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα εἰδικώτερον ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, τὰ ἀφορῶντα ἀκριβῶς τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ δικάσῃ, ὅπως αὕτη μὴ δικάζῃ τὰ κυρίως ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ ἀδικήματα, διότι τὸ πνεῦμα τοῦ σώματος εἶναι παρ’ αὐτῇ ἱκανῶς ἀνεπτυγμένον· δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοῦ ὀργανικοῦ περὶ τύπου νόμου, ὅπου δύνανται ἐν πολλαῖς διατάξεσι νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι ταῦτα ἐν συνταγματικῇ διατάξει, καὶ διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἂν αἱ καταχρήσεις κατὰ τὴν ἄλλην διεύθυνσιν ἤθελον ἀποδειχθῆ μεγαλείτεραι παρ’ ἐκείνας, τὰς ὁποίας πρόκειται σήμερον νὰ κολάσωμεν, θὰ εἶναι δυνατὸν δι’ ὑστέρου νόμου εἴτε νὰ ἀνατρέψωμεν τὰς διατάξεις ἐκείνας εἴτε νὰ συμπληρώσωμεν. Ἓν μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δηλῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος ὅτι ὁσάκις ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου βίου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν περιλαμβάνει παρέργως καὶ ἔρευναν τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀναγόμεναι εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι συμπλέκονται μετὰ τοῦ δημοσίου βίου, βεβαίως κατάχρησις εἶναι ν’ ἀποχωρισθῶσιν αἱ ἔρευναι αὗται, διὰ νὰ θεωρηθῇ ἡ πρᾶξις, εἰς ἣν ἀναφέρονται, ὡς ἴδιον ἀδίκημα καὶ νὰ λαμβάνῃ ἰδίαν δικαιοδοσίαν. Ἀλλά, ὅταν πρόκειται περὶ ἐχθρικῶν ἐπιθέσεων ἑνὸς ἀτόμου κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἑνὸς ὑπαλλήλου, πρέπει νὰ παρέχηται εἰς τὸν ὑπάλληλον ἡ αὐτὴ προστασία, ἡ ὁποία παρέχεται ἐν γένει εἰς τὸν πολίτην. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς δὲν δύνανται, πιστεύω, οἱ προλαλήσαντες νὰ ἐπιμείνωσιν, ὅπως τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι σχετικὴ διάταξις, δεχόμενοι ὅτι δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοῦ περὶ τύπου ὀργανικοῦ νόμου.
§5ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εὑρίσκω ὡς ἐπαρκῆ δικαιολογίαν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τὸ λεχθὲν ὅτι ἀπέρρευσεν ἡ πρότασις ἐκ γενομένων κατὰ τὸ παρελθὸν καταχρήσεων, διότι ἀκριβῶς τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀρίστην δικαιολογίαν τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως, τὸ ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις — καί, ἂν θέλητε νὰ πιστεύσητε οἱ μὴ νομικοί, ἐγένοντο πολλαὶ καταχρήσεις —. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀποσκοποῦσι πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ νὰ προλάβωσι καταχρήσεις εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εὑρίσκω θεωρητικῶς ἄτοπον παντάπασιν — ἂν ἤθελέ τις εἴπει ὅτι εἶναι ἄτοπος ἡ διάταξις συγκρινομένη πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν ἄλλην νομοθεσίαν, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ—, ἀλλ’ ἀπολύτως, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἄτοπον, τὸ νὰ ὑπάγηται δηλαδὴ ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων καὶ ὄχι ἐνώπιον τῶν πλημμελειοδικῶν, ἀφοῦ ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι μετά τινα ἔτη ἐν γένει τὰ Πλημμελειοδικεῖα θ’ ἀποτελῶνται ἀπὸ λαϊκοὺς δικαστὰς καὶ θὰ δικάζωσι καλλίτερον. Καὶ δὲν ἐγένετο ἀκόμη μέχρι τοῦδε τοῦτο, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ λειτουργήσῃ ὁ ἀπὸ 18 περίπου ἐτῶν θεσμὸς περὶ ἐνόρκων ἐπί τινα ἔτη ἀκόμη, ὥστε μέγα πλῆθος πολιτῶν κατοικούντων εἰς τὰς πόλεις νὰ ἀποκτήσωσι δικαστικὴν ἀντίληψιν, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος πάντοτε. Δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν παρατήρησιν ὅτι θὰ βραδύνῃ ἡ δίκη, διότι τὸ ἐναντίον θὰ συμβαίνῃ. Σήμερον, ὅταν τις κατορθώνῃ νὰ ἔχῃ ὄχι πολιτικὴν ἰσχύν, ἀλλὰ κοινωνικὰς σχέσεις ἁπλῶς, εὐχερὲς εἶναι ν’ ἀπομακρύνῃ τὴν δίκην τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ μῆνας καὶ ἔτη, ἐνῷ ἡ δίκη τοῦ Κακουργιοδικείου εἶναι δύσκολον ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐπὶ ἔτη. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ὑπάρχουσι σπουδαῖοι λόγοι, πεῖρα σοβαρά, ἡ ὁποία μᾶς ἄγει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑποστηρίζομεν τοῦτο, ἐνῷ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι πάντως ἐπιβάλλεται μία τις ποινή, στέργομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν κόπων καὶ ἡμεραργιῶν — διότι θὰ εἶναι ὁ κατηγορούμενος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ θὰ δικασθῇ ἐν Ἀμφίσσῃ ἢ ἐν Λαμίᾳ — στέργομεν, λέγω, ταῦτα πάντα, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει μέχρι σήμερον, στέργομεν τὴν διάταξιν, καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ προβάλωσι καί τινες ἔτι καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι πάντως θὰ ὦσιν ὀλιγώτεραι. Ἀλλ’ ἂν κατασταθῇ καὶ δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσι τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν, καὶ τὰ τοῦ τύπου καὶ τὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰ τῶν πολιτῶν, εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ θεωρῆται ἄτοπος ἡ διάταξις αὕτη θεωρητικῶς, μετά τινα ἔτη δυνάμεθα κατὰ τὴν νέαν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος νὰ ἐπαναστρέψωμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι οὐ μόνον δὲν θὰ συμβῇ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θὰ εἰσαγάγωμεν, ὡς προεῖπον, λαϊκοὺς δικαστὰς εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, διότι δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι κατ’ ἐξοχὴν ὁ ποινικὸς δικαστὴς πρέπει νὰ ἔχῃ πολὺ ἀνεπτυγμένην κοινωνικὴν ἀντίληψιν, καὶ οἱ δικασταὶ οἱ σημερινοὶ δὲν ἔχουσι τοιαύτην ἀντίληψιν ἀνεπτυγμένην, καὶ εἶναι ἀνάγκη τὸ ἄτοπον αὐτὸ νὰ σταματήσῃ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ μελετήσωμεν τὸ πρᾶγμα ὅπως πρέπει. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅταν θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον, ἂν θὰ εἶμαι Βουλευτής, θὰ προτείνω νὰ ὑπαχθῶσιν ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων καὶ αἱ προφορικαὶ ἐξυβρίσεις ἀκόμη τῶν δικαστῶν. Εἶναι ἀφόρητος ἡ παράστασις τῶν Κυρίων αὐτῶν· εἰσέρχονται εἰς τὰ καφενεῖα τῶν διαφόρων πόλεων ὡς νὰ εἶναι ἡγεμόνες! Δὲν πιστεύω νὰ εἶναί τις, ὅστις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι εἶδε δικαστὰς ὑβρίζοντας καὶ ἀπειλοῦντας ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἕδρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰ καφενεῖα. Ἡ αὐθάδειά των εἶναι, λέγω, ἀφόρητος. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίσῃ τις ὅτι ὑπάρχουσι σήμερον ἔνορκοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συγχωρήσωσι, θὰ ἀθωώσωσιν ἕνα αὐθάδη, ὅστις θὰ φερθῇ αὐθαδῶς πρὸς ἕνα δικαστήν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωσι καὶ οἱ δικασταὶ ὅτι ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ εἶναι εὐπρεπεῖς τὴν συμπεριφοράν, ἀξιοπρεπεῖς καὶ σεμνοὶ τὴν παράστασιν, ὅπερ δὲν συμβαίνει σήμερον. Τετυφωμένα τινὰ παιδάρια, πολλάκις χθεσινὰ παιδάρια, περιπατοῦσιν εἰς τὰς πλατείας τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων δίκην Ταμερλάνων. Εἶναι μία κατάστασις αὕτη, ἡ ὁποία δὲν ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην, διότι πῶς θέλετε νὰ πεισθῇ ὁ πολίτης ὅτι ἀπονέμεται ἀληθὴς δικαιοσύνη ἀπὸ τὸν τετυφωμένον αὐτὸν νεανίσκον, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι ἵσταται ὑπεράνω ὅλης αὐτῆς τῆς κοινωνίας, διὰ τὴν ὁποίαν συμβαίνει νὰ ἐκτελῇ τὴν ἀγγαρείαν ὅπως ἐκδίδῃ ἀποφάσεις τινὰς δι’ αὐτὰ τὰ ὀντάρια, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται Ἕλληνες πολῖται; Αὐταὶ αἱ ἀντιλήψεις εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξηγμέναι καὶ δικαιολογοῦσι μίαν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία, ἔστω κατὰ θεωρίαν, δὲν εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§7Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐκδίκασις ὡρισμένων ἀδικημάτων κατὰ τὸ ἄρθρον 95 ὑπὸ τῶν ἐνόρκων παρίσταται ὡς ἐγγύησις καὶ προνόμιον ὡρισμένης τάξεως ὑποπιπτούσης εἰς πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ δὴ τῆς τάξεως τῶν δημοσιογραφούντων, ἀντιστρέφονται προκειμένου περὶ τῆς ἑτέρας περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀδικοῦντες καὶ δικαζόμενοι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἂν οἱ ἔνορκοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ μὴ ἐξαντλήσωσι τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου προκειμένου περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ προκειμένου περὶ δημοσιογραφούντων, βεβαίως ὅμως εἶναι διατεθειμένοι, δύναταί τις δηλ. νὰ τὸ ἀποδεχθῇ ὡς τὸ πιθανώτερον, νὰ τὴν ἐξαντλήσωσι πρὸς αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅταν ἔχωσι δικαζόμενον ὑπάλληλον δι’ ἀδίκημα κατὰ πολίτου. Παύει τὸ esprit de corps, τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει ἀσύγγνωστον ἐπιείκειαν, ὅταν δικάζωσι τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἰδίως δὲ τοὺς δικαστικούς, οἱ τακτικοὶ δικασταὶ καὶ ἔρχεται τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ὡς ἀληθὲς Δικαστήριον νὰ κρίνῃ μετ’ αὐστηρότητος τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἀδικεῖ τὸν πολίτην. Αὐτὴ ἡ σκέψις μὲ ἐνέπνευσεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Μοὶ ἐφάνη δὲ τόσον μᾶλλον δεδικαιολογημένη ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, διότι διὰ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος ἐλήφθη πρόνοια ν’ ἀποκεντρώσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους. Εἶναι ἀπαραίτητον λοιπὸν ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας τῆς μεγάλης, τοῦ νὰ αὐτοδιοικῶνται εἰς τὰς προσωπικάς των σχέσεις οἱ ὑπάλληλοι, τὴν ὁποίαν παρέχομεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν τὸ ἀντίρροπον ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἀφήνομεν πλήρη ἐλευθερίαν μόνον διὰ νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, ἤθελον παραβῆ τὸν νόμον, τὴν στιγμὴν ταύτην πρέπει νὰ δωσιδικήσωσι, νὰ δώσωσι δίκην ἐνώπιον δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἐμπνέωνται ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς συναδελφότητος. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ μοὶ ἀντετάχθη ὅτι, ἂν παραπέμψωμεν τὰ πλημμελήματα τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τοὺς ἐνόρκους, θὰ παρουσιάσῃ τὸ πρᾶγμα ἴσως δυσχέρειαν, διότι οἱ ὑπάλληλοι δυνατὸν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς παραβάσεις καθηκόντων ἀναγεγραμμένας εἰς νόμους εἰδικοὺς καὶ τεχνικούς, τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσι καλῶς, οὔτε νὰ σταθμήσωσι προσηκόντως οἱ ἔνορκοι. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τῆς τροπολογίας μου νὰ ὑπαγάγωμεν πάσας τὰς παραβάσεις τοῦ καθήκοντος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τοὺς ἐνόρκους, ἡ ἀντίρρησις θὰ ἦτο πράγματι σοβαρά, χωρὶς ὅμως νὰ δικαιολογῇ καὶ τὴν φρασεολογίαν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ κ. Διομήδους καὶ Πετμεζᾶ, μὴ συμπραττόντων τῶν ἄλλων μελῶν, διετύπωσε τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεώς μου.
§8Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐξ οἰκείων τὰ βέλη.
§9Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐκ τῶν ὑποστηριξάντων.
§10Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν διετύπωσαν διὰ φράσεως, ἥτις ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἀστιατρικὰς ἐκθέσεις.
§11Γ. ΠΩΠ. Τί λέγει;
§12Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀμφιβόλου σκοπιμότητος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· οὐχὶ αἱ παραβάσεις τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάγωνται εἰς τοὺς ἐνόρκους. Ἔκαμα κατάλογον ποῖα εἶναι τὰ ἀδικήματα τὰ εἰδικά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων· καὶ εἶναι ταῦτα ἡ δωροδοκία, ἡ καταπίεσις, ἡ ἀποσιώπησις τῆς ἰδίας συμμετοχῆς, ἡ κατάχρησις τῆς ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, ἡ ὑπέρβασις τῶν καθηκόντων, ἡ ἀπιστία καὶ ἡ ἄρνησις ὑπηρεσίας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων τῶν γενικῶν περιπτώσεων ἐξυβρίσεως ἢ τραυμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιφέρονται ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ποιουμένων κατάχρησιν τῆς ἀρχῆς των. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβητήτου σκοπιμότητος ἡ διάταξις αὕτη, τῆς ὁποίας ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι τόσον μᾶλλον ἐπιτακτική, ὡς εἶπον, διότι λαμβάνεται πρόνοια διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ νὰ ὁπλίσωμεν τὴν ἐξουσίαν τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τὴν ὁπλίζομεν, ἵνα ἐνεργῶσι κατὰ νόμον καὶ οὐχὶ παρὰ τὸν νόμον. Ἐὰν ἐνεργήσωσι παρὰ τὸν νόμον κατὰ πολιτῶν, πρέπει νὰ δικασθῶσιν ἀπὸ πολίτας καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς συναδέλφους των.
§13Γ. ΠΩΠ. Τώρα μάλιστα, ὅτε ἐξωμοιώσαμεν τοὺς εἰσαγγελεῖς πρὸς τοὺς δικαστάς.
§14ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μολονότι ἐκτιμῶ, κύριοι Βουλευταί, τὰς σκέψεις καὶ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ κ. Γόντικα, ἐν τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὰς σκέψεις αὐτοῦ ταύτας, καθόσον ὁ δημόσιος βίος τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι τόσον στενῶς συνδεδεμένος μετὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτοῦ βίου, ὥστε δύναταί τις εἰπεῖν ὅτι εἶναι ἀχώριστος καὶ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὅριον τίς εἶναι ὁ ἰδιωτικὸς καὶ τίς εἶναι ὁ δημόσιος. Καὶ ἐν παραδείγματι· ἐξερχόμενοι εὑρίσκομεν δημόσιον ὑπάλληλον ἐντὸς οἰνοπωλείου μεθυσκόμενον καὶ κατακυλιόμενον καὶ καταγγέλλομεν αὐτόν. Ἡ τοιαύτη πρᾶξίς του ἀφορᾷ τὸν δημόσιον βίον του ἢ τὸν ἰδιωτικόν; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικόν του βίον· ἐν τούτοις εἶναι τόσον στενῶς συνδεδεμένον τὸ παράπτωμα τοῦτο μετὰ τοῦ δημοσίου αὐτοῦ βίου, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται χωρισμός. Δεύτερον παράδειγμα· προσβάλλει τις τὴν αἰδῶ δι’ ἀκολάστων πράξεων τελουμένων ἐντὸς τοῦ οἴκου του, ἔχων ἀναπεπταμένας τὰς θύρας. Τὸν ἰδιωτικόν του βίον ἀφορᾷ τὸ παράπτωμα τοῦτο ἢ τὸν δημόσιον; Δυνάμεθα νὰ τὸν χωρίσωμεν; Φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν τὸν ἰδιωτικὸν ἀπὸ τὸν δημόσιον βίον, ὀρθότερον δ’ εἶναι αἱ ἐξυβρίσεις αἱ διὰ τοῦ τύπου γινόμεναι κατὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια. Ἡ Πολιτεία ἀξιοῖ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἵσταται εἰς τὴν περιωπήν, ὅπου ἐτέθη, καὶ εἰσέρχεται καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν πράξεων ἀφορωσῶν τὸν ἰδιωτικόν του βίον· καὶ σᾶς ἀναφέρω δύο παραδείγματα. Δικαστής τις λαμβάνει σύζυγον ἀπὸ τὰ χαμαιτυπεῖα· αὐτὴ ἡ πρᾶξις ἀφορᾷ τὸν δημόσιον ἢ τὸν ἰδιωτικόν του βίον; Θ’ ἀνεχθῇ ἡ Πολιτεία νὰ σύρηται τὸ ὄνομα τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ ὡς λαβόντος σύζυγον ἐκ τῶν χαμαιτυπείων; Πότε κατὰ νόμον ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον;
§15Γ. ΠΩΠ. Ἔγινεν αὐτό· ἀπεκλείσθη δὲ ὑπὸ τῶν συναδέλφων του.
§16Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγινε· καὶ τὸν ἔπαυσαν ἀμέσως.
§17ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος θ’ ἀναφέρω θέλων νὰ τὸν ἐλέγξω διὰ τοῦ τύπου, καταγγέλλομαι ἐπὶ ἐξυβρίσει. Πῶς θὰ καταδιωχθῶ, ὡς προσβαλὼν τὸν ἰδιωτικὸν ἢ τὸν δημόσιον βίον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου;
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τοῦτο ἀποτελῇ διὰ τὸν δικαστὴν πειθαρχικὸν παράπτωμα, καὶ ἀποτελεῖ βαρύτατον πειθαρχικὸν παράπτωμα, βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἐξυβρίσεως, ἀλλ’ ἐνδεχομένως περὶ συκοφαντίας.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ δέχονται αὐτό.
§20Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα. Ἔχετε λοιπὸν δικαίωμα κατηγοροῦντές τινα ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦτον παράπτωμα πειθαρχικὸν καὶ ἐγκαλοῦντες αὐτὸν πρὸς τοῦτο νὰ εἴπητε ὅτι προσφέρεσθε νὰ εἴπητε τὴν ἀλήθειαν.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀπορρίπτονται πᾶσαι αἱ ἐνστάσεις κατὰ τρόπον ἀπερίγραπτον.
§22ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐρωτῶ· ἐνώπιον τίνος Δικαστηρίου θὰ εἰσαχθῶ; Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους θὰ εἰσαχθῶ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ τῆς ἐξυβρίσεως γενομένης διὰ πρᾶξιν ὁρῶσαν τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον, ἐνῷ ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ἐλέγξω τὸν δημόσιον αὐτοῦ βίον. Μάλιστα ἐπὶ τοσοῦτον ἐξετάθη ἡ ἐποπτεία τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία προεῖδε καὶ διά τινων διατάξεων ἀναγεγραμμένων ἐν τοῖς σχετικοῖς νόμοις εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι νόμιμος ὁ γάμος τοῦ στρατιωτικοῦ ἐκείνου, ὅστις λαμβάνει σύζυγον ἄνευ ἀδείας καὶ ἐπὶ πλέον ὥρισε καὶ ὅριον προικός. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Πολιτεία ἐνασκεῖ τοιαύτην ἐποπτείαν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίσωμεν τὸν ἰδιωτικὸν ἀπὸ τοῦ δημοσίου βίου; Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἀδιακρίτως αἱ ἐξυβρίσεις κατὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὀρθότερον εἶναι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια.
§23Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν εὑρίσκω τὴν γνώμην τοῦ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντος κυρίου συναδέλφου, ὅτι ὁ ἰδιωτικὸς βίος δὲν εἶναι διεσταλμένος κατὰ θεωρίαν τοὐλάχιστον τοῦ δημοσίου βίου, ὀρθήν. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ὑπεστήριζεν ὅτι ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου δύναται νὰ ἔχῃ τις μέτρον περὶ τοῦ δημοσίου βίου τοῦ ὑπαλλήλου καὶ τοῦ χαρακτῆρος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δημοσίων καθηκόντων, θὰ ἤμην συμφωνότατος, ὁπότε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διασταλῇ ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῶν Δικαστηρίων ὁ ἰδιωτικὸς ἢ ὁ δημόσιος βίος. Τὰ παραδείγματα τοῦ κ. συναδέλφου, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐπισύρωσι πειθαρχικῶς τὴν τιμωρίαν, ἴσως δὲν ὑπάγονται εἰς τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας τὴν ἔκτασιν πρὸς τιμωρίαν μόνον, ἀλλ’ ἀναφέρονται εἰς ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐπαγόμενα ἀπόλυσιν.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι πειθαρχικὴ ἐξουσία.
§25Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τουτέστιν ὁ ἰδιωτικὸς βίος κρίνεται εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ἀλλά, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἔχομεν ἐκ τοῦ νόμου ἀναγνώρισιν ὅτι δὲν ὑπάρχει διαστολὴ μεταξὺ τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου βίου. Ἀπὸ θεωρίας θὰ εἶχον καὶ ἄλλον τινὰ δισταγμόν, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ἔκαμνε νὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διατεθῇ τις εὐμενέστερον ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τῶν κ. συναδέλφων, ὅτι, καὶ ὅταν ἡ ὕβρις ἀναφέρηται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, κατὰ κανόνα ἔχει ἀφορμὴν τὸν δημόσιον βίον, ὁπότε καὶ πάλιν τὸ αὐτὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, οἱ αὐτοὶ λόγοι συντρέχουσι νὰ μὴ ἐμπιστεύηταί τις τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτου εἴδους παραβάσεων εἰς ὑπαλλήλους ἐπίσης, συναδέλφους ἴσως τῶν ὑβρισθέντων, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἂν δὲν εἶναι συνάδελφοι ἐν τῷ αὐτῷ κλάδῳ, οὐχ ἧττον διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους δυσμενέστατα ἔχουσι πρὸς τὸν τύπον, εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπίσης ὑποκείμενοι. Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω καὶ μίαν εἰσέτι κατάχρησιν, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου τούτου, ὅτι κατὰ κανόνα, νομιμώτατα ἄλλως τε, αἱ παραβάσεις τοῦ τύπου εἰσάγονται δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως. Χαρακτηρίζονται δι’ ἐξαντλήσεως πάσης εὐφυΐας, περισσῆς παρ’ Ἕλλησι δυστυχῶς, βαπτίζονται εἰς ὕβρεις ἀναφερομένας εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, καὶ ὅταν ἔχωσι κλασσικὴν μορφὴν ὕβρεων ἀναφερομένην εἰς τὸν δημόσιον βίον, εἰσάγονται δὲ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, ὁπότε τις δὲν ἔχει τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἀναιρέσεως, ἵνα διαμαρτυρηθῇ ἀποτελεσματικῶς κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας, ἔχων τὴν ἐλπίδα ὅτι τὰ ἀνώτερα Δικαστήρια σωφρονέστερον καὶ νομιμώτερον ἤθελον κρίνει. Εἰς ὁμοίας περιστάσεις εὑρέθην εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνασκήσω ἔνδικόν τι μέσον ἰδίας ἐφευρέσεως· ἐδημοσίευσα π. χ. κατόπιν μιᾶς τοιαύτης παραπομπῆς διευθυντοῦ ἐφημερίδος αἴτησιν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα, τὴν ὁποίαν εἶχον βεβαίως τὴν σωφροσύνην νὰ μὴ ἐπιδώσω χειρόγραφον, διότι θὰ ἐξετιθέμην εἰς τὴν ἐκδίκασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐδημοσίευσα, λέγω, αἴτησιν ἐντονωτάτην, ἴσως δυναμένην νὰ θεωρηθῇ ὑβριστική, διὰ τῆς ὁποίας κατήγγελλον ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ Δικαστήριον δι’ ἀμέσου κλήσεως γίνεται ἐπὶ τῷ εἰδικῷ σκοπῷ νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, γίνεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐκδικηθῇ τὸν δημοσιογράφον ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ, κατὰ τοῦ ὁποίου συντρέχουσι καὶ προσωπικαὶ ἀφορμαί. Καὶ ἠδικήθην, εἶναι ἀληθές, δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου, τῆς ἥκιστα νομίμου, ἀλλ’ ἐκβιαστικῆς μᾶλλον, νὰ ἐπιτύχω τὴν ἀναγνώρισιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν Δικαστηρίων τῶν ἐνόρκων, ἀκυρωθείσης τῆς κλήσεως. Ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν θὰ ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐστερημένον κινδύνων διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ καθορίσωμεν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐνόρκων διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, διότι θὰ εἶναι δυνατόν, ἡ πεῖρα τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου θεσμοῦ νὰ μᾶς ἐδίδασκεν ὅτι θὰ γίνωνται παρεκτροπαὶ σοβαραὶ ἀντιθέτου φύσεως, ὁπότε, ἵνα θεραπεύσωμεν τὸ κακόν, θὰ ἐχρειάζετο νέα ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος.
§26Γ. ΠΩΠ. Τί κακόν;
§27Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τῆς ἀτιμωρησίας.
§28Γ. ΠΩΠ. Διατί αὐτὴ ἡ κατάρα κατὰ τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων;
§29Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια καὶ ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἐκδικάσεως παραπτωμάτων ὑπαλλήλων ἀνωτέρων παρ’ ὅλην τὴν φιλίαν καὶ τὸ μέχρι δημοκρατισμοῦ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τοὺς Ἕλληνας, γνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρξαν αὐστηρότατα.
§30Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὅτι τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια δικάζουσιν αὐστηρότατα τὰς παραβάσεις τοῦ τύπου.
§31Γ. ΠΩΠ. Ποία ἡ ἔννοια τῆς αὐστηρότητος;
§32Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἡ ἔννοια τῆς μὴ ἀτιμωρησίας τῶν ἀδικημάτων.
§33Γ. ΠΩΠ. Ἅπαξ εἰσήχθη ὑπόθεσις δημοσιογράφου εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος ἐτιμωρήθη, ἦτο δὲ ἐκ τῶν δικηγόρων τοῦ κατηγορουμένου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§34Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμπαριστάμην, ἀλλὰ μὴ θέλετε ν’ ἀναμίξητε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἡ τιμώρησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης ἐπῆλθε, διότι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ διὰ λόγους περιβάλλοντος, ἐπῆλθε διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναφέρω ἐνταῦθα. Ποία εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς κειμένης συνταγματικῆς διατάξεως; Ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ δικάζωσιν αἰτιάσεις ἢ ὕβρεις κατὰ συναδέλφων αὐτῶν, διότι διάκεινται πρὸς ἀλλήλους εὐμενῶς ἐκ συναδελφότητος. Ἀλλά, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι καὶ οἱ πολῖται οὐδόλως διάκεινται εὐμενῶς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Δι’ ὃν λόγον, Κύριοι, δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ δικάζωσι παραβάσεις ἀναφερομένας εἰς συναδέλφους των, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν πρέπει ἀπολύτως νὰ ἐμπιστευώμεθα καὶ εἰς πολίτας νὰ δικάζωσιν ἐπίσης παραβάσεις ἀναφερομένας εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, πρὸς οὓς ὁ λαὸς δυσμενῶς ἔχει.
§35ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μέχρι σήμερον δὲν ἔχομεν παράδειγμα, διότι ἐνώπιον Κακουργιοδικείου εἰσήχθησαν δίκαι ἀφορῶσαι τὸν δημόσιον βίον· εὐθὺς ὡς εἰσαχθῶσι δίκαι δι’ ἐξυβρίσεις ἀφορώσας πραγματικῶς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, τότε θὰ εἶναι τὰ λαϊκὰ δικαστήρια αὐστηρότερα καὶ δικαιότερα.
§36Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὅτι θὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλά, ἂν δὲν γίνῃ τοῦτο, τίνι τρόπῳ θὰ θεραπεύσωμεν σφαλερὰν συνταγματικὴν διάταξιν; Θὰ ἔχωμεν τότε πλήρη ἀτιμωρησίαν τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ τύπου.
§37ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡ πλήρης ἀτιμωρησία θὰ εἶναι προτιμοτέρα τῆς ἀκολασίας, ἡ ὁποία παρατηρεῖται σήμερον.
§38Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Διὰ νὰ συμπεράνω, θὰ ἔλεγον ταῦτα. Αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς δικαιολογικὴ βάσις τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ἐκτὸς ὅταν ἡ αἰτία τῆς θεραπείας τῶν καταχρήσεων αὐτῶν εἶναι ἀθεράπευτος, εἶναι ῥιζική. Ἀλλὰ φοβοῦμαι νὰ λάβωμεν συνταγματικὴν πρόνοιαν, διότι τὰ ἐντεῦθεν ἐνδεχόμενα ἄτοπα θ’ ἀποβῶσιν ἀθεράπευτα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπηγγέλθη ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν νομοθετικὴν περὶ διαρρυθμίσεως τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου, ἡ ὁποία ἂν ἐδεικνύετο σφαλερά, θὰ εἴχομεν πρόχειρον τὸ μέσον τῆς θεραπείας.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ καταχρήσεις αἱ γενόμεναι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀναγνωρίζονται παρὰ πάντων, ἡ θεραπεία ὅμως τούτων δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλὰ δι’ ὀργανικοῦ νόμου.
§40Σ. ΣΙΜΟΣ. Βεβαίως μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω συζητήσεως. Ἀλλ’ ἂν δὲν γίνῃ νόμος περὶ τύπου, ὅπως ἐψηφίσθη τὸ 16 ἄρθρον περὶ τύπου, σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐνάσκησις τῆς δημοσιογραφίας ἐν Ἑλλάδι.
§41Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐξετάσω διὰ δευτέραν ἤδη φορὰν ὁποία τις εἶναι ἡ θέσις τοῦ τύπου σήμερον ἐν τοῖς συνταγματικοῖς πολιτεύμασι· δὲν θὰ θελήσω ἐπίσης νὰ ἐξετάσω ὁποίων καὶ ὁπόσων ἀγαθῶν πρόξενος εἶναι ὁ τύπος εἰς κοινωνίας στενάς, οἵα εἶναι ἡ ἰδική μας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὕτη ὅτι ὑπῆρξαν, ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρχωσι δικασταὶ κατὰ τὸ πλεῖστον, οἱ ὁποῖοι γινόμενοι ὄργανα τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας θὰ σύρωσι μέχρι τῶν φυλακῶν ἀνθρώπους, οἵτινες ἀπὸ ἀγαθοῦ τοῦ συνειδότος ἐξωτερικεύουσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν σκέψιν, πράττουσι δὲ τοῦτο ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Πολιτείας, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Βασιλικῆς δυναστείας, μόνον καὶ μόνον ἵνα προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τελευταῖον ὑπηρέτην τῆς Αὐλῆς. Τὸ λέγω τοῦτο στηριζόμενος ἐπὶ παραδειγμάτων. Ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος ἐξωτερίκευσε διὰ τοῦ τύπου τὰς σκέψεις αὐτοῦ, πάντως δὲν ἤθελε νὰ ὑβρίσῃ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὴν Μεγαλειότητα τοῦ ἔθνους· πάντως ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότος ὡρμήθη. Ἐν τούτοις ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, διὰ νὰ καύσῃ λιβανωτὸν καὶ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἰσχυροὺς ἢ τοὺς λάμποντας, ἔσυρε τὸν πολίτην εἰς τὰς φυλακάς. Καὶ ποῖος ἐκ τῶν διευθυντῶν τοῦ τύπου δὲν ἐσύρθη εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν διεπομπεύθη συγχρόνως; Ποῖος ἐξ αὐτῶν διέφυγε τοὺς ὄνυχας τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ καύσωσι λιβανωτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν; Πάντες οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων. Βλέπετε δὲ διατί ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια; Ὄχι διότι δὲν θέλουσι νὰ καταδικάσωσιν ἐξ ἀλληλεγγύης, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ διότι ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ἔγραψε καὶ ὄχι ἀπὸ προσωπικοῦ πάθους ἐναντίον τούτου ἢ ἐκείνου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀθῳώσεως τῶν ὁρκωτῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ μᾶς προβάλλονται αἱ καταχρήσεις. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι αἱ καταχρήσεις εἶναι ὁ κανών· συνεπῶς αὐτὸς πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα σπουδαιοτάτη, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτης διατάξεως. Κατὰ τὸν Ἰταλικὸν νόμον, Κύριοι, πάντα τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων. Λοιπὸν δὲν θὰ ἐπιμείνω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τροπολογίαν ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὴν τοῦ κ. Γόντικα, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συντάσσομαι νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ αὕτη κατὰ ἕν βῆμα, διὰ νὰ περιορισθῇ ὁ κλάδος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνεγνωρισμένως ἐπικίνδυνος εἰς τὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι τοῦ κινδύνου τοῦ πρώτου αἱρετώτερος εἶναι ὁ δεύτερος, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἰδίως νὰ ὑποχωρήσῃ κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον, νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ δικαστικὸς κόσμος.
§42Σ. ΣΙΜΟΣ. Διὰ πάντας δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των οἱ ὑπάλληλοι φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια, διότι πρέπει νὰ γίνῃ μία διαστολή.
§43Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ κάμητε διαστολήν. Ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ἓν παράδειγμα ἐκ τοῦ ἰδικοῦ μου βίου. Ἀκούσατε, παρακαλῶ. Ἐδημοσιεύθη ὅτι ὀρέγεται ὁ Α ὑπάλληλος τὰς Καλάμας «σὰν ὁ σαργὸς τὸ ψωμοτύρι». Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι ἐξύβρισις διὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ συνεπῶς ὁ ὑποφαινόμενος, ὡς ἠθικὸς αὐτουργός, κατεδικάσθη εἰς διετῆ φυλάκισιν. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἤλλαξαν καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ θὰ μετανοήσωμεν, ἂν δὲν φροντίσωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ. Δικαστής ἐκ τῶν ἀρίστων ἐν τῷ Κράτει ἠξεύρετε τί μοι εἶπεν, ὅτε ἐδικάσθην κατ’ ἀνακοπήν; Μοὶ εἶπεν ὅτι οὐδὲν θὰ κατορθώσω, διότι οἱ ἔνορκοι δὲν δύνανται νὰ τὸν προσβάλωσιν. Ἀλλ’ ἡ ἀλληλεγγύη αὐτὴ εἶναι εἰς τὸν κόσμον ἐκεῖνον καὶ ὄχι εἰς τὸν ἰδικόν μας κόσμον, ὁ ὁποῖος ἐν ἠρεμίᾳ πνεύματος καὶ συνειδήσεως ἐξετάζει τὰ πράγματα. Βεβαίως, ἐὰν παρεπεμπόμην ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ ὁρκωτὸν Δικαστήριον, θὰ ἔρριπτε τοῦτο κατὰ πρόσωπον τὸ τοιοῦτο βούλευμα αὐτῶν ἢ ὄχι; Ἢ μήπως ἠθέλετε νὰ μὲ καταδικάσωσιν ὡς ἠθικὸν αὐτουργόν, διότι ἔγραψεν ἄλλος ὅτι καθηγητής τις ὀρέγεται τὰς Καλάμας ὡς «ὁ σαργὸς τὸ ψωμοτύρι»; (γέλωτες). Καὶ ἡ φράσις αὕτη ἐθεωρήθη ἐξύβρισις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου! Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐναντίον τῆς καταστάσεως αὐτῆς πρὸς ὄφελος αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ καὶ τοῦ συμφέροντος ἀκόμη τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας.
§44Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μὲ δικαστὰς καὶ χωροφύλακας φάγε, πιὲ καὶ νταραβέρι μὴν ἔχεις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἀπαγορευθῇ εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν νὰ κάθηνται Βουλευταί! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἐκύρωσε τοῦτο τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐ μόνον δὲν φαίνεται προσήκουσα ἡ ἐν συνταγματικῇ διατάξει διατύπωσις καὶ ἀναγραφὴ τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν, ἀλλά, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν εἶναι καὶ δυνατή. Εἶναι τοσαῦται αἱ ἀπόψεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐμφανίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο, ὥστε ἡ προσήκουσα διατύπωσις, ἐπαναλαμβάνω, εἰς συνταγματικὴν διάταξιν εἶναι ἀδύνατος. Συμβαίνουσι πολλάκις καταχρήσεις εἴτε περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων εἴτε περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων νὰ ἐμφανίζωνται ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν ὡς ἀτέλειαι συνταγματικαί, ἐνῷ εἶναι ἢ ὀργανικῶν νόμων ἀτέλειαι ἢ ἔτι ὀλιγώτερον, καθαρῶς ἑρμηνευτικαὶ παρεκτροπαί, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία εἶναι ἀδύνατος ἀπολύτως καὶ δι’ ὀργανικοῦ νόμου πολλάκις, κατὰ μείζονα δὲ λόγον διὰ συνταγματικῆς προστασίας. Ἡ κυριωτάτη παρατήρησις, ἡ ὁποία εἵλκυσε τὴν προσοχὴν πάντων, εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν — καὶ δὲν ἔχω νὰ ἀμφισβητήσω σχεδὸν τίποτε ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην—δημοσιεύματα ἐλέγχοντα τὸν βίον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, συχνότατα δὲ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, περιέχοντα δὲ ἐν ἑαυτοῖς, εἴτε ἀληθῶς εἴτε καθ’ ὑπόνοιαν, φράσεις καὶ ἐννοίας ἀναγομένας εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἀποκεφαλίζονται, ἀποκόπτονται, τεμαχίζονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μεμονωμέναι λαμβανόμεναι ὡρισμέναι φράσεις χαρακτηρίζονται ὡς ἀποτελοῦσαι ἐξύβρισιν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ἢ ἐνίοτε καὶ βαπτίζονται ὡς τοιαύτην ἔχουσαι ἔννοιαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης παραφθορᾶς παραπέμπονται οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν πλημμελειοδικῶν, ἐνῷ ἔπρεπεν ἐν συνόλῳ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ δημοσιεύματος καὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔλλειψις τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἔλλειψις οὔτε κἂν τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι παράβασις νόμου ὑφισταμένου καὶ κακὴ βεβαίως ἑρμηνεία ἀπομακρυνομένη τῆς ὀρθῆς τοιαύτης, ἡ ὁποία παγίως ἐδόθη ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, καὶ ἡ ὁποία ἔχει περιαφθῆ καὶ τὸ κῦρος τῆς νομολογίας τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου· εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἐκείνη, καθ’ ἣν εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς βεβαίως ἡ ἁρμοδιότης δὲν ὑπάρχει χωριστὴ διὰ τὰς ἐξυβρίσεις τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ ἰδίᾳ διὰ τὰς εἰς τὸν δημόσιον βίον ἀναγομένας, ἀλλὰ μία καὶ μόνη. Ἀφοῦ εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δημοσίευμα ἀμφότεραι αἱ ἐξυβρίσεις συνετελέσθησαν, ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Κακουργιοδικείου εἰς τὰ ἀδικήματα τὰ ἀφορῶντα τὸν δημόσιον βίον, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κανονίζει τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τοῦ συναφοῦς ἀδικήματος τῆς προσβολῆς τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Ἑπομένως δι’ ἀμφότερα ἁρμόδιον πρέπει νὰ θεωρῆται τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἐὰν τοῦτο δὲν συμβαίνῃ—δυστυχῶς δὲ δὲν συμβαίνει— τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει παράβασις νόμου καὶ οὐχὶ ἔλλειψις τοιούτου.
§47Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πῶς θὰ τὰ διορθώσωμεν;
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς εἴπω πῶς θὰ τὰ διορθώσωμεν, ὅπως διορθοῦνται πᾶσαι αἱ παραβάσεις τῶν νόμων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου εἶναι ἤδη πρόνοια τοιαύτη εἰλημμένη· διότι ἀνήγγειλα πρὸ πολλοῦ ὅτι παρασκευάζεται νομοσχέδιον περὶ τύπου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτεταμένον, κῶδιξ ὁλόκληρος, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὰς ποικίλας περιστάσεις καὶ τὰς κανονίζει προσηκόντως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ περίστασις ἄλλη, καθ’ ἣν δημοσιεύματα ἐντελῶς ἀναγόμενα εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, εἶναι ἐν τούτοις τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἐπηρεάζουσιν ἀμέσως τὸν δημόσιον βίον, φαίνεται ὁ ἔλεγχος κατάκρισις ὡρισμένης πράξεως, ἡ ὁποία καθ’ ἑαυτὴν ἀποτελεῖ ἐξύβρισιν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ἀλλ’ ἐξύβρισιν τοιαύτην, ἡ ὁποία πλήττει ἀμέσως—τονίζω τὴν λέξιν—καὶ ἐπηρεάζει τὸν δημόσιον βίον.
§49Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν τὸ ὁρκωτὸν Δικαστήριον;
§50Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ τὸν τιμωρήσωσιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίον τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων· ἀκριβῶς δὲ τοιαῦται παρέχουσαι ἔδαφος καταχρήσεων ἀφορμαί, ἀκριβῶς ἐκεῖναι κατὰ τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν, ἡ ὁποία, ὡς σᾶς εἶπον, λαμβάνεται, θὰ ὑπαχθῶσιν ἐκεῖ, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐνόρκων. Δὲν δύνασθε ὅμως ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκουσι βεβαίως ἐμφάνισιν εἰς τὸν σοβαρὸν τύπον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατοι, καθ’ ἃς λαθρόβιά τινα ἔντυπα ὀχυρούμενα ὄπισθεν τῆς ἐλευθεροτυπίας προβαίνουσιν εἰς συκοφαντικὰ καὶ βδελυρὰ δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα πλήττουσι τὰ περισσότερα σημεῖα τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἰδίᾳ, ἐκεῖνα δὲ τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰ δημόσια αὐτῶν καθήκοντα καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει πᾶσα ἀντίληψις καὶ νομοθετικὴ καὶ δικαστικὴ νὰ τὰ καλύψῃ καὶ τὰ προστατεύσῃ δι’ ὡρισμένων φραγμῶν. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς—καὶ ἀναμφισβητήτως κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀληθές—, βεβαίως εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ περιληφθῇ ἡ ζητουμένη διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, καθ’ ὃν χρόνον δὲν θὰ εἶναι δυναταὶ αἱ διακρίσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ προστατεύσωσι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δέονται προστασίας ἰδιαιτέρας. Ἤθελον εἰπεῖ καὶ ἤθελον παρακαλέσει, καίτοι δὲν διίσταμαι κατ’ οὐσίαν, νὰ μὴ γίνῃ ἐπιμονὴ περισσοτέρα εἰς τὸ πρᾶγμα, νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἡ νομοθετικὴ δὲ πρόνοια θὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν καθολικὴν ἀξίωσιν, ἡ ὁποία εὐχαρίστως παρατηρῶ ὅτι εἶναι καὶ τῆς Βουλῆς ἀξίωσις.
§51ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον, Κύριοι, ἔθηκεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ζήτημα, μοὶ καθιστᾷ πολὺ περιωρισμένην τὴν ἰδιωτικήν μου ἀγόρευσιν. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποκερδίσωμεν κάτι τι ἐν τῷ Συντάγματί μας οὐσιαστικὸν ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ εἶναι ἐκεῖνο, εἰς ὃ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ἐγένετο κατάχρησις συστηματικὴ ἐν τῷ παρελθόντι, προκειμένου περὶ προσβολῆς κατὰ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία εἶχε μικτὸν χαρακτῆρα, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἠδύνατο τὸ Δικαστήριον διὰ τοῦ ἐλαχίστου, τὸ ὁποῖον περιέχει ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, νὰ ἐξαιρέσῃ τῆς δικαιοδοσίας τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων τὰ ζητήματα αὐτὰ τῆς δικιοδοσίας αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὐτὴν τὴν κατάχρησιν δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν ἐν τῷ μέλλοντι δίδοντες διὰ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ἀντίθετον κατεύθυνσιν τῆς γενομένης κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐν τῷ παρελθόντι, ἐὰν περιλάβωμεν μόνον πρὸς δήλωσιν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῆς λέξεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 95 τοῦ Συντάγματος τὴν λέξιν «ἀποκλειστικῶς» Δηλαδή: «τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσιν ἀποκλειστικῶς τὸν ἰδιωτικὸν βίον». Τὸ κέρδος εἶναι μικρόν, δὲν εἶναι ὅμως ἀποκρουστέον.
§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφήσατε νὰ τὰ κανονίσωμεν διὰ τοῦ νόμου.
§53Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰσήχθησαν κάτοικοι Σκοπέλου εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Βόλου κατηγορούμενοι διὰ τὸ ἑξῆς. Εἶχον γράψει εἰς τὴν ἐφημερίδα ὅτι ὁ ἀστυνόμος Σκοπέλου ἀσκῶν τὰ ἀστυνομικὰ αὑτοῦ καθήκοντα περιέρχεται τὰς συνοικίας τῆς πόλεως Σκοπέλου καὶ ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι κρύπτεται λαθρεμπόριον εἰς τὰς οἰκίας των εἰσέρχεται εἰς αὐτὰς καὶ θωπεύει τὰς εὐειδεῖς ὑπηρετρίας αὐτῶν. Οἱ ἀτυχεῖς λοιπὸν αὐτοὶ κατηγορούμενοι εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Διεμαρτυρήθη ὁ ὑπερασπιστὴς—καὶ εἶναι ἐκ τῶν ὑπερασπιστῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ καθήκοντά των.—Εἶπε πρὸς τοὺς δικαστάς: «τέλος πάντων, δι’ ὄνομα Θεοῦ γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον κρίνονται τὰ πράγματα, γνωρίζω τὴν ψαλίδα, διὰ τῆς ὁποίας κόπτετε καὶ διχοτομεῖτε αὐτὴν τὴν κρίσιν τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου· χάριν ὑμῶν αὐτῶν δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτῆς τῆς ψαλίδος σας». Οἱ δικασταὶ τὴν ἔκαμον, καὶ οἱ κατηγορούμενοι κατεδικάσθησαν!
§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα δὲν βλέπω τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Εἶναι δημόσιος βίος. Καὶ τούτου ἕνεκεν ἡ κατάκρισις ἐγένετο, ἐνῷ πρόκειται περὶ πλημμελήματος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι ταῦτα.
§55ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρητικῶς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιωτικὸς βίος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ εἶναι ἐντελῶς διάφορος τοῦ δημοσίου βίου. Νὰ ὑπάρχωσι δηλαδὴ πράξεις, αἱ ὁποῖαι συμπλεκόμεναι παρουσιάζονται ὡς ἐξύβρισις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τοῦ ὑπαλλήλου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει τοιαύτη περίστασις, θεωρητικῶς εἶπον—διότι πρακτικὴν μεγάλην σημασίαν δὲν ἔχει—, θὰ ἔχῃ σημασίαν τὸ νὰ τονίσωμεν ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, ὁσάκις τὰ τελευταῖα ταῦτα δὲν ἀφορῶσιν ἀποκλειστικῶς τὸν ἰδιωτικὸν βίον».
§56Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐξηντλημένον εἶναι τὸ θέμα, κύριοι Βουλευταί, ἀλλ’ εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν γνώμην του. Εὑρισκόμεθα ἀναμφισβητήτως πρὸ μιᾶς καταχρήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα. Οὐδεὶς δὲ λόγος ὑπάρχει νὰ τὰ ἀναβάλωμεν ἢ νὰ τὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως δι’ εἰδικοῦ νόμου τὰ κανονίσῃ, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ τὰ λάβωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος. Ὁ κίνδυνος τῆς καταχρήσεως εἶναι ἐντελῶς ἀνύπαρκτος. Ποία κατάχρησις δύναται νὰ γίνῃ; Ὅτι οἱ πολῖται συνήθως δὲν θὰ καταδικάζωνται ὑπὸ τοῦ ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου, θὰ προβαίνωσιν οὕτως εἰς ἐξύβρισιν κατὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοιουτοτρόπως θὰ περιπέσωμεν εἰς ἄλλην κατάχρησιν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόνοια αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀνύπαρκτος. Μόνον ἡ παραπομπὴ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου θὰ ἀποτελῇ αὐτὸ καὶ μόνον ποινήν; Ἀλλὰ προσθέτως εἶναι βεβαιωμένον ὅτι οἱ ἕλληνες πολῖται περιεφρούρησαν ἴσως ὅσον δὲν ἔπρεπε τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνάξιοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ προστατευθῶσιν. Ἄρα τὴν κατάχρησιν δὲν φοβοῦμαι, ἐνῷ τὴν κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ πλήξητε, ἔχω ἐδῶ ὁλοζώντανην καὶ χειροπιαστήν. Ἔχω δὲ τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα ὄχι μόνον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Κακουργιοδικείου ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων ἐπὶ ἐξυβρίσει διὰ τοῦ τύπου, ἀλλ’ ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι ἔχει καταργηθῆ. Οἱ δικηγόροι τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας ὑπέβαλον ἀναφορὰν κατηγοροῦντες τοὺς δικαστάς των. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν καὶ ἡ ἀναφορὰ αὐτῶν διυλίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ δικηγόροι παρεπέμφθησαν ἐπὶ ἐξυβρίσει τῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐτὸ τὸ γεγονὸς μόνον; Μήπως τολμῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν ἀναφορὰν παραπόνων κατὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον, ὅτι θὰ τιμωρηθῶμεν;
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ληφθῆ συνταγματικὴ πρόνοια περὶ αὐτοῦ.
§58Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐλήφθη συνταγματικὴ πρόνοια περὶ αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐξυβριστικαὶ φράσεις.
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ λησμονεῖτε τὸ ἀκόλουθον. Ἡ κατάχρησις αὐτὴ ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν. Ὑπάρχουσιν ἤδη τέσσαρες ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τέσσαρες ἀγορεύσεις τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, συνεπείᾳ καταγγελιῶν ἐναντίον ὑπαλλήλων καὶ δικαστῶν καὶ ἀστυνόμων καὶ Δικαστηρίων ἀκόμη, ἐναντίον Πλημμελειοδικείων, διότι εἰσήχθησαν ὑποθέσεις τοιαύτης φύσεως καὶ κατεδικάσθησαν οἱ ἀναφερόμενοι διὰ φράσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς των ἢ εἰς τὰς μηνύσεις των. Ἤδη ἔχουσιν ἐκδοθῆ πέντε ἀποφάσεις, πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐπῆλθε κολασμός.
§60Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Χωρὶς ἐν τούτοις τὸ κακὸν νὰ θεραπευθῇ.
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι μὲ τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ἀνωτέρα ἐποπτεία, δὲν θὰ ἐπαναλαμβάνωνται εἰς τὸ μέλλον αὐτά.
§62Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀκριβῶς θέλω νὰ λάβω ἐγγυήσεις δι’ ἐμαυτόν, ἀφοῦ δύναμαι νὰ τὰς λάβω.
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι συζητητέον. Δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικόν.
§64Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Διότι τὸ θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον, δι’ αὐτὸ θέλω νὰ τὸ περιφρουρήσω διὰ συνταγματικῆς διατάξεως.
§65Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω τι. Μόνον θὰ ἐκφράσω τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν, ὅπως κανισθῶσι ταῦτα διὰ νόμου, δι’ οὗ νὰ τιμωρῶνται ἀποτελεσματικῶς αἱ ὑπερβασίαι τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων καὶ σώζωνται οὕτως οἱ πολῖται ἀπὸ τὰς αὐθαιρέτους ἀποφάσεις. Διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πάντοτε ἐπεκράτησε πνεῦμα συναδελφότητος, ὀσάκις ὑπάρχουσι δίκαι κατὰ ὑπαλλήλων.
§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ πάντων κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§67Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μάλιστα. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ, ὅπως πάντες οἱ ὑπάλληλοι δικάζωνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν κοινωνίαν. Βεβαίως ἡμάρτησαν τὰ ἔνορκα Δικαστήρια. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ εὕρῃ τρόπον, δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω.
§68Γ. ΠΩΠ. Μὴ ὑποτεθῇ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁμιλῶ ὡς δημοσιογράφος ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Πρόκειται περὶ ζητήματος ἐξαιρετικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει πάντας τοὺς ὁπωσδήποτε θέλοντας νὰ διατυπώσωσι τὰς γνώμας αὑτῶν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου. Μόνον ἔχει τοῦτο τὸ ἐξαιρετικόν, ὅτι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε εἰσήχθη ὑπόθεσις ὁμοίας φύσεως. Ἐν τούτοις καὶ ἐγὼ εἰς δεδομένην περίστασιν εὑρέθην λόγῳ ἄλλων δημοσιευμάτων γενομένων εἰς τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ἑκάστοτε διευθυνομένας ἐφημερίδας νὰ προσαχθῶ καὶ ν’ ἀπολογηθῶ δι’ ὅσα ἄλλοι ἔγραψαν περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἄλλων, ἐν σχέσει ὅμως πρὸς τὸν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τὸν ἰδιωτικὸν βίον κεχωρισμένον ἀπὸ τὸν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐὰν δὲν ἐπεκράτει τὸ δέος καὶ ὁ τρόμος, ὁ ὁποῖος παρεκώλυε τοὺς δημοσιογράφους τότε νὰ διατυπώσωσι τὰ τοῦ δημοσίου βίου τῶν ὑπαλλήλων, δὲν θὰ ἠκούομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παρελάσωσιν, ὡς ἐν κινηματογράφῳ, ὅσα παρήλασαν περὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων καὶ θὰ συνετελεῖτο ἔκτοτε ἡ ἐκκαθάρισις. Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι μίαν φορὰν συνασπισθέντων πλειόνων δημοσιογράφων, ὅπως κατηγορήσωσι δικαστικὰ πρόσωπα, ἐπῆλθεν ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν κατηγορηθέντων δικαστῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶναι ἀπών, λέγω ὅτι καὶ οὗτοι ἐδημοσιογράφησαν, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤχθη εἰς τὰς φυλακάς, ἐπειδὴ ἐξύβρισε δῆθεν τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἑνὸς ἱεράρχου ἐν Κρήτῃ, ὁ ὁποῖος εἶχε λάβει ἐντολήν, ἵνα περιερχόμενος καταγγέλλῃ τὸν Ἕλληνα Πρωθυπουργὸν ὡς προδίδοντα τὸ ἔθνος. Καὶ ἔγραψεν ἀμυνόμενος καὶ δι’ αὐτὸ ἤχθη εἰς τὰς φυλακάς, κριθεὶς ὅτι κατηγόρησεν ἰδιωτικὸν βίον. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤγετο ἀπὸ Δικαστηρίου εἰς Δικαστήριον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι παρέστην τότε κατὰ τὴν δίκην ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν κατηγορήθη ἐξυβρίσας τὸν ἰδιωτικὸν βίον προσώπου ἀνωτάτου, διότι εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον παρετίθεντο γεύματα κατὰ τρόπον προκαλοῦντα δημοσίᾳ σκάνδαλα. Καὶ ἔλεγεν ἀπολογούμενος ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: «Ἐάν, κύριοι δικασταί, ὑμεῖς παραθέσητε γεῦμα δικάζοντες συγχρόνως καὶ ἔλθω ἐγὼ καὶ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ πραττόμενον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸ καθῆκόν σας καὶ δύνασθε νὰ μεταβῆτε εἰς ἄλλο δωμάτιον, διὰ νὰ γευματίσητε, εἶναι ὕβρις τοῦτο; Εἶναι ὑπόθεσις τοῦτο τοῦ ἰδιωτικοῦ ὑμῶν βίου;». Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἔχων τοιαύτας ἰδέας....
§69Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθῶ καὶ νῦν νὰ τὰς ἔχω.
§70Γ. ΠΩΠ. Δὲν τὰς ἔχετε, διότι, ἐὰν εἴχετε αὐτὰς τὰς ἰδέας, θὰ ἐλέγετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ συνταγματικὴ διάταξις τοιαύτη. Πρόκειται περὶ κανόνος, εἶναι δὲ ὁ κανὼν ὁ ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἔρχεται δ’ ἀκόμη εἰς ἀντίφασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διότι χθὲς ὁμιλῶν ἔλεγεν ὅτι θέλει νὰ δίδῃ καιρόν, ὅπως τὰ κατ’ ἔγκλησιν ἀδικήματα μὴ εἰσάγωνται μέχρι τοῦ ἀκροατηρίου.
§71Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§72Γ. ΠΩΠ. Τὰ ἐγκλήματα τοῦ τύπου, ὡς γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου, δικάζονται κατ’ ἔγκλησιν καὶ ἐν τούτοις ἔρχεσθε καὶ λέγετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδηται καιρὸς εἰς τὸν ἐγκαλοῦντα, ὅπως ἀποσύρῃ τὴν ἔγκλησίν του. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν πᾶν δικαστικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐθίγετο δι’ οἱανδήποτε λεπτομέρειαν τοῦ δημοσίου αὑτοῦ βίου, κατήγγελλε καὶ εἰσῆγε δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως πάντοτε τοὺς καταγγέλλοντας αὐτόν, ὥστε ἀληθῶς νὰ τρομοκρατήσωσι τοὺς ἐλέγχοντας αὐτούς. Ἐὰν τοιοῦτον δικαίωμα δὲν παρείχετο ἔκτοτε εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς, δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην σήμερον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, διότι ὁ δικαστικὸς κλάδος θὰ εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ ἔκτοτε. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέβαλε γνώμην, καὶ μετέβαλε γνώμην διὰ τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον κατηγγέλθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι εἰς πάντα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκράτησαν ἐλευθερίαι, αἱ ὑποθέσεις αἱ ἀφορῶσαι τὸν τύπον εἰσήχθησαν πάντοτε εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα, οἱ δικάζοντες δ’ ἐν αὐτοῖς εἶναι αὐστηρότεροι παντὸς ἄλλου. Ἔχομεν τὰ Πλημμελειοδικεῖα, τὰ ὁποῖα πιεζόμενα ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων δὲν εἰσάγουσιν εἰς αὐτὰ ὑποθέσεις κατὰ δημοσιογράφων, αἱ ὁποῖαι ἐπλήγωσαν ὁλοκλήρους οἰκογενείας, ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη τοιαῦται ὑποθέσεις εἰσαγόμεναι ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων θὰ ἐτιμωροῦντο, ὡς θὰ ἐτιμωροῦντο καὶ ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν. Δὲν εἶναι σύμφωνος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι προχθὲς κατηγγέλθη ἐντεῦθεν ὅτι ἐν Πύργῳ εἷς δημοσιογράφος κατήγγειλεν ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἐξύβρισε τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν κακοήθη. Ἐλέχθη καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ ἐν Πύργῳ εἰσαγγελεὺς εἶναι ἀρτίως μεμορφωμένος καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ ἐν γένει ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἠθικήν· καὶ ἐν τούτοις ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτὸς κατήγγειλε τὸν δημοσιογράφον καὶ ὁ δημοσιογράφος δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἤχθη, ἵνα δικασθῇ ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τοῦ εἰσαγγελέως.
§73Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐναντίον τοῦ εἰσαγγελέως ἠσκήθη πειθαρχικὴ ἐξουσία.
§74Γ. ΠΩΠ. Ἠσκήθη, ἀλλ’ οὐχὶ διότι εἰσήγαγε δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τὸν δημοσιογράφον, ἀλλὰ διότι ὕβρισε κακοήθη τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν. Δὲν θέλω νὰ φαντασθῶ ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἄνθρωπος τόσα δεινὰ ὑποστάς, ἄνθρωπος πραγματικῶς δημοσιογράφος, ὡς εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πάντοτε ὁσάκις πρόκειται περὶ δικαστοῦ ἐξανίσταται διάθερμος συνήγορός του. Εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐκινδύνευσεν ἡ ἔννοια τοῦ νόμου καὶ ἡ ἔννοια τῆς συγκροτήσεως τοῦ Κράτους νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Ἰταλικῆς ἀναγεννήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θαυμάζει μόνον τὸν δικαστὴν καὶ οὐδένα ἄλλον. Τὸ δίκαιον τοῦ δικαστοῦ εἶναι ὅπως ἄλλοτε τὸ δίκαιον τοῦ ἡγεμόνος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θαυμάζει τὸν δικαστὴν καὶ ὁ δικαστὴς ἔχει πάντοτε δίκαιον. Μετὰ μίαν λοιπὸν ἐπανάστασιν γενομένην διὰ τῆς εὐγενοῦς πρωτοβουλίας τοῦ τύπου δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἔχωμεν νέας ὑπὲρ τοῦ τύπου ἐγγυήσεις; Ζῇ ὁ τύπος πλέον εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε ἐπ’ ἀμοιβῇ οἱᾳδήποτε χρηματικῇ εἴτε τῇ ἐπιδράσει προσώπου θὰ θελήσῃ νὰ θίξῃ τὸν ἰδιωτικὸν βίον οἱουδήποτε, χωρὶς νὰ ὑποστῇ μείωσιν τερατώδη τῆς ὑπάρξεώς του; Ἀλλά, καὶ ἂν θίξῃ ποτὲ τὸν ἰδιωτικὸν βίον, θὰ πράξῃ τοῦτο, διότι θὰ θέλῃ νὰ συνδέσῃ αὐτὸν πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐγὼ θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξαιρετικῶς σπουδαῖον, πολὺ σπουδαιότερον παρ’ ὅ,τι τὸ θεωρεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Δραγούμης. Διότι ὁ κ. Δραγούμης ἀπό τινος χρόνου, ἀγνοῶ πῶς, παραιτήσας τὰς φιλελευθέρας αὐτοῦ γνώμας εἰσηγήθη ἐνταῦθα πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν πράξεις δυνάμεναι ν’ ἀπορρεύσωσιν ἐκ μιᾶς ἐπαναστάσεως. Ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ κρίνωμεν καὶ ἡμεῖς τί ἔχομεν μέχρι τοῦδε ψηφίσει, δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς θὰ ἔχῃ μικρὰν μερίδα εἰς τὰ σημεῖα τῆς ἀπολυταρχίας ἐν τῇ κακῇ πολλάκις ἀντιλήψει τῶν πραγμάτων εἰς τὰ ψηφισθέντα ὑφ’ ἡμῶν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι θὰ πράξητε οὐχὶ ἄμυναν ὑπὲρ τοῦ τύπου. Διότι πρέπει καὶ τοῦτο τέλος πάντων νὰ τονισθῇ. Μὴ φαντασθῆτε ὅτι αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τύπου εἶναι προνόμιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δημοσιογραφοῦσιν. Αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τύπου ἀνήκουσιν ὀλιγώτερον πάντων εἰς τοὺς δημοσιογραφοῦντας. Αὗται ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς πάντας. Ὅταν δὲ θέλω νὰ παρασκευάσητε τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν ἡμεῖς, ζητοῦμεν νὰ τὰς παρασκευάσητε ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἔχει μακρὰν τὴν ζωήν. Ἡ Βουλὴ αὕτη διαλυομένη τοὺς ἡμίσεις τοὐλάχιστον ἐξ ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, θὰ παραπέμψῃ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ θὰ μείνωσιν οἱ ἄλλοι ἡμίσεις, διὰ τοὺς ὁποίους εὔχομαι νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν σώματι καὶ ἐν παμψηφίᾳ συνεχίζοντες τὴν μέθοδον αὐτῆς τῆς ἀνορθώσεως (ἱλαρότης). Οἱ ἄλλοι ἡμίσεις ὅμως, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρισκώμεθα ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐλέγχωμεν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν ἔλεγχον καὶ ἔλεγχον αὐστηρόν, τὸν ἔλεγχον δὲ τοῦτον ἠθελήσαμεν καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ νὰ περιορίσωμεν καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς. Θλίβομαι διότι πρὸς τοὺς περιορισμοὺς τούτους τοῦ ἐλέγχου δὲν ἔρχεται εἰς δευτέραν γραμμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ αὐταρέσκως θέλων ν’ ἀποκαλῆται καὶ αὐτὸς φιλελεύθερος (χειροκροτήματα).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 95 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τριγώνη, εἰς τὸν ὁποῖον δίδω τὸν λόγον πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτῆς.
§76ΑΘΑΝ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Δύο σκέψεις οὐσιώδεις ἠνάγκασαν τοὺς φίλους τῆς ἐλευθερίας νὰ ὑπαγάγωσι τὰ ἐγκλήματα τοῦ τύπου εἰς τοὺς ἐνόρκους. Πρῶτον ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα εἶναι φύσεως οὐσιωδῶς μεταβλητῆς μὴ ἐπιτρεπούσης εἰς τὸν νομοθέτην νὰ ὁρίσῃ αὐτὰ μετ’ ἀκριβείας, καὶ εἰς τὸν δικαστὴν νὰ τὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς ὡρισμένους χαρακτῆρας. Ἡ πρόθεσις τοῦ συγγραφέως, αἱ περιπτώσεις, ὑφ’ ἃς ἐγράφη τὸ ἄρθρον, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πρὶν ἢ κηρυχθῇ τιμωρητέος καὶ πρὶν ἀναγνωρισθῇ τοῦτο τιμωρητέον. Ὑπάρχει ἐνταῦθα ἐκτίμησις λίαν λεπτή, ἐφ’ ἧς οἱ κανόνες τῆς νομολογίας εἰσὶ πάντοτε ἄφωνοι, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἡ γνώμη τοῦ κοινοῦ εἶναι πάντοτε πεφωτισμένη· διὰ τῆς γνώμης ταύτης ὁ τύπος εἶναι ἀληθῶς δικαστέος, καὶ οἱ ἔνορκοι εἰλημμένοι ἐκ τῆς ὁμάδος τῶν πολιτῶν εἶναι τὸ φυσικὸν ὄργανον τῆς κοινῆς ταύτης γνώμης. Ἐπὶ πλέον αἱ κατὰ τοῦ τύπου καταδιώξεις ἔχουσι σχεδὸν πάντοτε χαρακτῆρα πολιτικόν· εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ ἀπόφασιν ἐπικρατεῖ πάντοτε τὸ τοιοῦτον πνεῦμα. Ἡ ὑποβολὴ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ὠθεῖ ἀναποδράστως ταῦτα εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν καὶ ἀφαιρεῖ ἐξ αὐτῶν τὸν τῆς ἀμεροληψίας χαρακτῆρα, ὅστις ἐξασφαλίζει αὐτοῖς τὸν σεβασμὸν τῆς κοινωνίας. Ἡ μόνη ἰδέα ὅτι καταδικάζοντα γίνονται ὄργανα τῆς πολιτικῆς ῥίπτει ἐφ’ ὅλης τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς χροιὰν δυσυποληψίας, ἥτις μειοῖ τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τῶν ἀποφάσεων. Ἡ ἀρχὴ ἑπομένως ὅπως ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀδικημάτων τοῦ τύπου ἀνήκῃ εἰς τοὺς ἐνόρκους εἶναι ἀνεγνωρισμένη. Ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ὅμως αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει κάποια δυσχέρεια. Πρὶν ἢ κανονισθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς τῶν ἐγκλημάτων τοῦ τύπου εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα, πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις πῶς πρέπει νὰ συσταθῇ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου οἱ ἔνορκοι λαμβάνονται μόνον μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης, ἐν ᾗ ἑδρεύει τὸ Πρωτοδικεῖον. Ὅπως δὲ καταρτίζεται τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι εἶναι ἐκτὸς τῆς συγκροτήσεως τοῦ Δικαστηρίου τούτου, ἐνῷ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα ταύτην ἔχει τὴν βάσιν, ὅτι δικάζονται οἱ πολῖται ἀμοιβαίως. Δὲν θέλω σήμερον νὰ κρίνω ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων τοῦ τύπου, ὅπως καταρτίζονται σήμερον τὰ Δικαστήρια, δὲν εἶναι τὰ κατάλληλα νὰ κρίνωσι τὰ ἐλατήρια τῆς ἰδέας, τὰ ὁποῖα ὠθοῦσι τὸν συγγραφέα ἑνὸς ἄρθρου, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν φῶτα περισσότερα καὶ ἀνάπτυξις μᾶλλον καλλιεργημένη. Καὶ ἄλλοτε ἐρρίφθη ἡ ἰδέα, ἵνα τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων τοῦ τύπου, σχηματίζηται εἰδικώτερον ἀπὸ πρόσωπα δυνάμενα νὰ ἐμβαθύνωσιν εἰς τὰ ἐλατήρια τοῦ συγγραφέως καὶ νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἔγραψεν ὁ συγγραφεύς. Οἱ ἔνορκοι ἀρτίως δικάζουσι τὰ ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ βίου, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται κοινὴ ὀρθοφροσύνη καὶ δὲν ἀπαιτοῦνται γνώσεις ἰδιαίτεραι. Ἡ τροπολογία μου λοιπὸν ἀφορᾷ τὰ ἐγκλήματα τοῦ τύπου νὰ δικάζωνται ὑπ’ ἐνόρκων εἰδικῶς κατηρτισμένων, ὥστε νὰ ἔχωσι τὰ ἀπαιτούμενα ἰδιαίτερα προσόντα, τὰ ἀναγκαῖα φῶτα καὶ τὴν ἀναγκαίαν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου θὰ δυνηθῶσι καὶ αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι σήμερον στεροῦνται τοῦ μέσου, νὰ δικάζωσιν εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὑπάρχει κατάλληλον ὑλικόν, διὰ ν’ ἀποτελεσθῇ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, θὰ εὑρεθῶσιν ἐπιστήμονες, μεγαλέμποροι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι καὶ μόνοι ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεώς των εἶναι κατάλληλοι νὰ κρίνωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία μου καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις καὶ ἐπ’ αὐτῆς. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πετρομανιάτου, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὡρισμένον ἄρθρον, ἀλλ’ εἰς τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐθεώρησα καλὸν νὰ συζητηθῇ.
§78Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἂν καὶ γνωρίζω, Κύριοι, ἐκ τῶν προτέρων τὴν τύχην τῆς τροπολογίας μου νομίζω ὅμως ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξω αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἀφήσω αὐτὴν ἔκθετον, διότι φρονῶ ὅτι ἔχει σημασίαν καὶ ἀξίαν, διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἰδέα, ἡ ὁποία ἔχει ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ἢ διοικητικὰ Δικαστήρια ἡ ἐπιβολὴ προστίμου μέχρι ποινῆς 10 δραχμῶν. Δὲν λέγω τοῦτο μόνον ἐγώ, ὅτι ἔχει ὡριμάσει τοῦτο, δὲν λέγω, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ὑπάρχει τοῦτο, ἀλλὰ χθὲς ἀκόμη παρετήρησα ὅτι, ὅτε συνῆλθε τὸ Πανελλήνιον Συνέδριον ἐν Πάτραις, ἔνθα ἀπὸ πάντων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος εἶχον μεταβῆ, παρετήρησα ὅτι μία τῶν εὐχῶν ἦτο, προκειμένου περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς ἀστυνομίας τῆς ὑπαίθρου χώρας, ὅπως ληφθῇ πρόνοια, ὥστε ὁ ἀστυνόμος νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν προστίμου εἰς τοὺς ἀγροζημιωτάς. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι πρόκειται περὶ τροπολογίας τόσον ἀσημάντου, τὴν ὁποίαν νὰ δύναταί τις νὰ ἀπορρίψῃ ἀσυζητητί. Ὄχι μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης ὑπάρχουσιν αἱ διατάξεις αὗται, καὶ ναὶ μὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ τὰ ἀστυνομικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι δὲν δύνανται νὰ δημιουργηθῶσι, διότι εἶναι δαπανηρά, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐπιβολὴ προστίμου 10 δραχμῶν ἕνεκα τῆς ἀπαιτουμένης ταχύτητος περὶ τὴν ἐκδίκασιν πταισματικῶν τινων παραβάσεων, ὅπως οἱ πολῖται ἐξοικειωθῶσιν εἰς τὴν ἄμεσον ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων πταισματικῶν παραβάσεων. Ἂν σήμερον δὲν ἔχομεν ἀστυνομίαν τελείαν — τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθὲς — δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ δι’ αὔριον, ὅταν δέ τις θέτῃ συνταγματικὴν διάταξιν, δὲν τὴν θέτει διὰ σήμερον, οὔτε νομίζω ἐγὼ ὅτι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι τόσον ταχεῖα, ὅπως ὑπό τινων ὑπολαμβάνεται. Ἀλλοίμονον, ἂν αἱ μεταρρυθμίσεις τῶν Συνταγμάτων εἶναι τόσον ταχεῖαι, ὥστε νὰ γίνωνται ἀνὰ 5 ἢ 10 ἔτη, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχει τις ἢ νὰ ὑπομνήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρέσβευον οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ διατηρῇ τις νόμους ἔστω καὶ ἀτελεῖς παρὰ νὰ τοὺς μεταβάλλῃ συχνά, διότι αὐτὸ θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ συνείδησις ἑνὸς λαοῦ δὲν ἵσταται εἰς καλὸν σημεῖον, οὔτε νομίζω ὅτι διατρέχουσι κίνδυνον αἱ ἐλευθερίαι ἑνὸς λαοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· διατί νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πταισματοδίκην καὶ ὄχι εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς εἶναι νομικός, ὅπως καὶ ὁ πταισματοδίκης; Διατί ὁ πταισματοδίκης νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν προστίμου καὶ ὄχι ὁ ἀστυνόμος, εἷς ἀνθυπομοίραρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιστήμων, ἐπίσης κάτοχος τῶν γνώσεων τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐπιβολὴν προστίμου μέχρι 10 δραχμῶν; Ἰδοὺ τί εἶπε χθὲς τὸ συνέδριον ἐν Πάτραις: «ὁμοφώνως παραδέχεται τὴν ἀνάγκην, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν δικαίωμα ἐπιβολῆς προστίμου κατὰ τῶν ἀγροζημιωτῶν». Δύνασθε, ἂν θέλητε νὰ περιφρουρήσητε περισσότερον τοὺς πολίτας, νὰ δώσητε εἰς αὐτοὺς δικαίωμα ἐφέσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀστυνόμου τῆς ἐπιβαλούσης πρόστιμον 10 δραχμῶν.
§79Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ θὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἀναπληρῶν τὸν ἀστυνόμον;
§80Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Αὐτὰ θὰ κανονίσῃ ὁ νόμος, ὅστις δύναται νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν πταισματικῶν παραβάσεων τῶν διαπραττομένων εἰς τὰς πόλεις, περὶ τῶν ὁποίων κυρίως ὑπάρχει ἀνάγκη. Εἶναι λεπτομέρειαι κανονισθησόμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναλόγως τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία· ἡ γενικὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὥστε νὰ εἶναι ἐλευθέρα ἐν τῷ μέλλοντι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο. Δύναμαι, Κύριοι, νὰ γνωρίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι πολλοὶ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐπανέρχονται εἶτα εἰς τὰς πατρίδας των, διότι ἐν Ἀμερικῇ ὑπάρχουσι τὰ ἀστυνομικὰ ταῦτα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα κολάζουσιν εὐθὺς ἀμέσως τὰς μικρὰς παραβάσεις, ὅτι συνήθισαν ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα καὶ ἐπανερχόμενοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι πολὺ εὐλαβέστεροι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐνταῦθα. Διατί; Διότι γνωρίζουσιν ὅτι ἅμα κάμῃ πταισματικὴν παράβασιν ἐκεῖ ὁ Ἕλλην ἀμέσως τιμωρεῖται, χωρὶς νὰ συρθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον, οὕτω δ’ ἐξοικειοῦται πρὸς τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους καὶ γίνεται καλὸς πολίτης.
§81Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἀμερικανικῆς Ἀστυνομίας.
§82Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἰς τὰ Συντάγματα λαμβάνονται γενικαὶ ἀρχαί, δὲν νομοθετοῦμεν δὲ διὰ τὴν σήμερον μόνον, ἀλλὰ διὰ πολλὰ ἔτη.
§83Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς ἡ τροπολογία σας δὲν προσήκει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§84Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἄρθρον αὐτοτελὲς δι’ αὐτήν. Μετὰ τὸ «πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι ἠτιολογημένη καὶ ν’ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει» νὰ προστεθῇ· «ἐπιτρέπεται καὶ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπιβολὴ ποινῆς προστίμου μέχρι δραχμῶν δέκα ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν καὶ ἄλλων διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ ὑπὸ εἰδικῶν νόμων ὁρισθησόμενα». Σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀξίωσις μεγάλου μέρους τῆς κοινωνίας· θὰ διευκολυνθῇ καὶ αὐτὸς ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πολὺ ηὐχαριστημένος νὰ καταβάλῃ ἀμέσως τὸ πρόστιμόν του καὶ νὰ μὴ καλῆται εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καὶ νὰ χάνῃ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν του.
§85Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ σᾶς καταστήσω γνωστόν ὅτι ἡ παρατήρησις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀσχολεῖσθε ἤδη, προυκάλεσε καὶ τὴν ἡμετέραν προσοχήν, καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσομεν καὶ συνεζητοῦμεν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν, εἶχε δὲ καὶ διατυπωθῆ τοιαύτη προσθήκη. Ἀλλὰ δὲν ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις τῆς ἀναγραφῆς τοιαύτης τινὸς διατάξεως, διότι ἐθεωρήθη ἐπικίνδυνος καὶ πρόωρος.
§86Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι λέγων ταῦτα ὑπηρετῶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι μεταγενέστεραι γενεαί, ὅταν ἔλθωσι ν’ ἀναθεωρήσωσι τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην, βεβαίως θὰ κρίνωσιν ὅτι ἔδει νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὴν διάταξιν ταύτην.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀλλαχοῦ, χωρὶς νὰ τρέξῃ τις τὸν κίνδυνον ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τὴν ἐπιβολὴν προστίμου, ἔστω καὶ δεκαδράχμου, ἐλύθη τὸ ζήτημα προσηκόντως. Ἐλύθη καὶ ἀλλαχοῦ, ἐλύθη καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν Κρήτῃ ὧδέ πως· ἡ ἔκθεσις τοῦ ὀργάνου τῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ τὴν πταισματικὴν παράβασιν, παραπέμπεται εἰς τὸν δημόσιον κατήγορον, ὁ ὁποῖος σημειοῖ ἐπ’ αὐτῆς τὴν πρότασίν του περὶ τῆς ἐπιβλητέας ποινῆς ἐν περιθωρίῳ ἢ ἂν πρόκειται περὶ προστίμου γράφει τὸ ἐπιβλητέον πρόστιμον δέκα δραχμῶν, εἴκοσι δραχμῶν. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ προστίμου κατὰ τὴν γνώμην τοῦ δημοσίου κατηγόρου μὴ ὑπερβαίνοντος τὰς εἴκοσι δραχμὰς ἢ κρατήσεως μὴ ὑπερβαινούσης τὰς τρεῖς ἡμέρας, ἡ ἔκθεσις παραπέμπεται εἰς τὸν πταισματοδίκην, οὗτος δὲ παρὰ πόδας τῆς ἐκθέσεως γράφει τὴν ἀπόφασίν του ὡς ἑξῆς: «ἐπιβάλλομεν πρόστιμον πέντε δραχμῶν», «ἐπιβάλλομεν κράτησιν δύο ἡμερῶν». Τοῦτο κοινοποιεῖται εἰς τὸν τιμωρηθέντα, ὁ ὁποῖος, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀποφύγῃ τὴν δίκην, τότε πληρώνει τὰς πέντε δραχμὰς καὶ ἀπαλλάσσεται, ἐὰν δὲ νομίζῃ ὅτι ἠδικήθη, ὅτι δὲν ἔπραξε τὴν πταισματικὴν παράβασιν, τότε ἀνακόπτει τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως τὸ Δικαστήριον.
§88Κ. ΜΑΝΟΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ ἐπιβάλλῃ τὸ πρόστιμον ὁ ἀστυνόμος.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί νὰ τὸ ἐπιβάλλῃ ὁ ἀστυνόμος καὶ νὰ λείπῃ οὕτω πᾶσα ἐγγύησις;
§90Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Παρατηρῶ τοῦτο τὸ παράδοξον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι πρότασις ἀπορριφθεῖσα ἤδη ἐπανέρχεται πάλιν πρὸς συζήτησιν· διότι ἡ πρότασις αὕτη ἀπερρίφθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 28.
§91Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀνεβλήθη· δὲν ἀπερρίφθη.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήχθη πρὸς ψηφοφορίαν τότε, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε ν’ ἀναβληθῇ.
§93ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀρθῶς ἐλέχθησαν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι· ὁ νομοθέτης εἶναι ἐλεύθερος νὰ νομοθετήσῃ. Πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα τοιουτοτρόπως, ὥστε οὐχὶ ἀστυνομικὸν ὄργανον, ἀλλὰ δικαστικὸν ὄργανον ταχύτατα νὰ προβαίνῃ εἰς ἀποφάσεις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη καὶ ἡ συζήτησις αὕτη. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Πρώτη ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, ἡ ὁποία ἔχει ὧδε «ἐπίσης τὰ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πλημμελήματα τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ ἰδιωτῶν».
§95Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἠκούσθη ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι σύμφωνος κατ’ ἀρχήν. Ἐπὶ τοιούτων ἀδικημάτων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ὅπως ἡ δικαιοδοσία ἀνατεθῇ εἰς ἄλλην ἀρχήν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι ἡ ὥρα.
§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἀποσύρεται. Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Τριγώνη, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων. Τὰ δὲ τοῦ τύπου ὑπὸ εἰδικῶν Δικαστηρίων ἐνόρκων. Εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα ὑπάγονται: 1) Τὰ κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς ἐγκλήματα· 2) Τὰ ἀφορῶντα τὴν συκοφαντίαν κατὰ ἰδιωτῶν· 3) Τὰ τῆς ἐξυβρίσεως κατὰ παντὸς προσώπου· 4) Τὰ προσβάλλοντα τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ· 5) Ἐν περιπτώσει ἀποδόσεως ἐγκληματικῆς τινος πράξεως κατὰ δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ κατὰ παντὸς προσώπου ἐνεργοῦντος ὑπὸ δημόσιον χαρακτῆρα σχετικῶς πρὸς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας του, ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων. 6) Ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ ἐπὶ ἐγκλημάτων, καθ’ ἃ ἐπιτρέπεται ἡ τῆς ἀληθείας ἀπόδειξις κατὰ τὰ ἀνωτέρω, δὲν δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ κεχωρημένης τῆς δημοσίας ἀγωγῆς· ἀποσβέννυται δὲ αὐτοδικαίως ἐπὶ τῇ ἀποσβέσει τῆς δημοσίας ἀγωγῆς. 7) Ἡ δημοσίευσις Πρακτικῶν ἐστενογραφημένων ἢ ἀναλυτικῶν καὶ εἰδικῶν τοῦ τύπου ἐπιτρέπεται μόνον ἀδείᾳ τοῦ Προέδρου».
§99Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὴν περιορίζω εἰς τὸ πρῶτον μέρος.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν αὕτη ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τριγώνη, ὡς περιωρίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Κατόπιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πετρομανιάτου ἔχουσα οὕτως: «Ἐπιτρέπεται καὶ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπιβολὴ ποινῆς προστίμου μέχρι δραχμῶν δέκα ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν καὶ ἄλλων διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ ὁρισθησόμενα ὑπὸ εἰδικῶν νόμων». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Κατόπιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἰ. Πατσουράκου ἔχουσα οὕτω: «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τοῦ τύπου δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων»· διαγραφομένης τῆς τελευταίας περιόδου: «ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον». Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πατσουράκος τὴν ἀποσύρει.
§101Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κ. Γόντικα ἔχουσα οὕτω: «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, πλὴν τῶν ἀφορώντων τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μὴ δημοσίων ὑπαλλήλων». Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης ὑπάρχει ὑποτροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Καφετζοπούλου, ἔχουσα οὕτω: «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, πλὴν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μὴ ἀσκούντων δημοσίαν ὑπηρεσίαν». Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Γόντικας ἀποσύρει τὴν ἰδικήν του, ἵνα μείνῃ ἡ τοῦ κ. Καφετζοπούλου.
§103Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ἡ τοῦ κ. Θ. Πετμεζᾶ, ἔχουσα οὕτω: «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τύπου, ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσιν ἀποκλειστικῶς τὸν ἰδιωτικὸν βίον».
§105Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν ἀπομένει ἡ πρότασις τοῦ κ. Καφετζοπούλου, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καφετζοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καφετζοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται πολλοί)· Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀμφίβολον. Ἑπομένως καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα θὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει πρότασις.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 15 Βουλευτῶν· εἶπον ὅμως καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα, διότι ἐκ τῶν ὑπογεγραμμένων κ. Βουλευτῶν ἐλάχιστοι εἶναι παρόντες. Ἤδη αἱ ψηφοφορίαι, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 91 καὶ 95 θὰ γίνωσι τὸ ἀπόγευμα. Τώρα ἔρχεται τὸ ἄρθρον 98 ἔχον οὕτως: «Οἱ ἐλεγκταὶ καὶ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἰσὶν ἰσόβιοι καὶ δὲν παύονται εἰμὴ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 88, ἀποχωροῦσι δὲ ὑποχρεωτικῶς οἱ μὲν πάρεδροι, κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν δεύτερον, οἱ δὲ ἐλεγκταὶ κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν ἕβδομον, ὁ πρόεδρος δὲ καὶ ἀντιπρόεδρος κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν ἔνατον ἔτος τῆς ἡλικίας συμπεπληρωμένον. Τὰ προσόντα τῶν ἐλεγκτῶν καὶ παρέδρων ὁρίζονται διὰ νόμου».
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐξ ἀναλογίας πρὸς τὸ ἄρθρον 88 πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 98 ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 98.— «Οἱ ἐλεγκταὶ καὶ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἰσὶν ἰσόβιοι καὶ δὲν παύονται, εἰμὴ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 88, ἀποχωροῦσι δὲ ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου κανονιζομένου ὁρίου ἡλικίας, ὅπερ δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀνώτερον τοῦ 75ου, μηδὲ κατώτερον τοῦ 65ου ἔτους. Τὰ προσόντα τῶν ἐλεγκτῶν καὶ παρέδρων ὁρίζονται διὰ νόμου».
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 98, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§111Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐψηφίσθη. Ἠρώτησα ἂν ζητεῖ τις τὸν λόγον καὶ δὲν ἀπηντήσατε. Τώρα πλέον ἐψηφίσθη.
§113Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§114Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ, κύριε Πρόεδρε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κύριε Κουτούπη. Ὁμιλήσατε.
§116Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ πλέον ἐψηφίσθη;
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ.μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ῥακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
§119Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶμαι εὐτυχὴς δυνάμενος νὰ κάμω σήμερον τὴν εἰσήγησιν τοῦ τελευταίου τμήματος τῆς ἐκθέσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, περιλαμβάνοντος τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ ὑπὸ τὰ κεφάλαια τῶν Γενικῶν καὶ Εἰδικῶν διατάξεων. Ἤδη, ὅτε ἀνεπτύχθησαν τὰ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, κατεδείχθη ἡ χρησιμότης ἢ μᾶλλον ἡ ἀνάγκη τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων δι’ ὡρισμένας διαφοράς, ἐν αἷς διάδικος εἶναι ἡ διοίκησις, καὶ τὰς ὁποίας δὲν συμφέρει ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια διὰ λόγους σκοπιμότητος. Ὁ θεσμὸς οὗτος τῶν Δικαστηρίων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑπάρχει εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη σχεδόν, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὴν Ἀγγλίαν καὶ Ἀμερικήν, ἔνθα τὰ τακτικὰ Δικαστήρια ἐπέχουσι θέσιν καὶ Συμβουλίων Ἐπικρατείας ἀκόμη, δυνάμενα καὶ νὰ ἀκυρώσωσι τὰς διοικητικὰς πράξεις. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ παντοῦ σχεδὸν ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῶν Δικαστηρίων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, τὸν θεσμὸν δ’ αὐτὸν ἐδέξατο ὡς ἐξαίρεσιν καὶ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν τοῦ 1864, ἀναγράψαν κατ’ ἀρχὴν ὅτι αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἐξαιρέσεις δι’ εἰδικοῦ νόμου, καθ’ ἃς δύνανται νὰ συσταθῶσι Δικαστήρια καὶ δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐπὶ τῶν διαφορῶν τούτων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ οὐσιῶδες εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δύο βαθμῶν τῆς δικαιοδοσίας. Μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι τὸν δεύτερον βαθμὸν καὶ κατ’ ἰσχυρότερον λόγον τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως δέον νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτό, τοῦτο δὲ προστίθεται ἐν 2ῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 101. Ἐπίσης μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας δύναται νὰ ἱδρυθῇ σκοπιμώτερον εἰδικὸν Δικαστήριον πρὸς ἄρσιν τῶν συγκρούσεων μεταξὺ δικαστικῶν Ἀρχῶν καὶ διοικητικῶν, ὡς καὶ μεταξὺ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ ἄλλων διοικητικῶν Ἀρχῶν. Τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Δικαστήριον ὑποδεικνύεται ἤδη ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ὡς δυνάμενον νὰ συγκροτηθῇ ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ ἀρεοπαγιτῶν καὶ συμβούλων Ἐπικρατείας. Τὴν βάσιν ταύτην ἐδέξατο καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου ἔταξε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἢ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθησόμενον ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἴδομεν ὅτι ἀνέκαθεν ὑπῆρχον εἰδικαὶ διατάξεις ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπιβάλλουσαι τὴν σύνταξιν νόμου περὶ προσόντων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐξασφαλίζουσαι ἰσοβιότητα εἰς τοὺς δικαστάς. Τὰς διατάξεις ταύτας συνεπληρώσαμεν ἤδη ἐν τῷ περὶ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ τμήματι τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀνάλογος πρόνοια ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς διοικήσεως. Περὶ αὐτῶν τὸ ἀρχικὸν ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος ὥριζε τοῦτο μόνον, ὅτι τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων θέλουσι θεσπισθῆ διὰ νόμου. Τοιοῦτοι νόμοι ἀληθῶς ἐψηφίσθησαν καὶ ὀρθὸν εἶναι ἡ ἀρχὴ αὕτη νὰ διατηρηθῇ, ἀναγραφομένη καὶ αὖθις ἐν τῷ Συντάγματι. Πλὴν τούτου ὅμως, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ τὰς ἰδέας, αἵτινες ἐπεκράτησαν τελευταῖον ἰσχυρῶς, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῶν διοικητικῶν. Ἐπὶ τούτῳ ἐτέθη ἰδία διάταξις ἐν τῷ 2ῳ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 102, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀπὸ τοῦ ὁριστικοῦ αὐτῶν διορισμοῦ εἰσὶ μόνιμοι ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι· πλὴν δὲ τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως, δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, οὔτε ἀπολύονται ἢ ὑποβιβάζονται οὔτε μετατίθενται, ἄνευ εἰδικῆς ἀποφάσεως κατὰ νόμον ὠργανωμένου συμβουλίου, καθ’ ἧς ἐπιτρέπεται προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ εἰδικώτερον ὁριζόμενα εἰς μὲν τὸν ὑπάλληλον ἐν ἀπολύσει ἢ ὑποβιβασμῷ, εἰς δὲ τὸν Ὑπουργόν, κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν». Τῶν προσόντων τούτων καὶ τῆς μονιμότητος ὀρθὸν ἦτο νὰ ἐξαιρεθῶσιν ὡρισμένοι ὑπάλληλοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται εἴτε ἰδιάζουσα ἱκανότης εἴτε ἐμπιστοσύνη μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν ὑπαγωγὴν αὐτῶν εἰς τοιαύτας διατάξεις. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ πρέσβεις, οἱ διπλωματικοὶ πράκτορες, οἱ νομάρχαι, καὶ ἄλλοι τινές, τοὺς ὁποίους ἀναφέρομεν ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὑπὸ τύπον πάντοτε δυνητικὸν ἐπιτρεπομένης ἁπλῶς καὶ οὐχὶ ἐπιβαλλομένης τῆς ἐξαιρέσεως, οὕτως ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ νομοθέτης κρίνει ὅτι τινὰς τῶν ὑπαλλήλων τούτων δύναται νὰ ὑπαγάγῃ εἰς μονιμότητα, νὰ μὴ ἔχῃ κώλυμα πρὸς τοῦτο. Ὡς ἀφετηρία τῆς μονιμότητος ἐτέθη ὁ ὁριστικὸς τοῦ ὑπαλλήλου διορισμός, διότι πολλάκις οἱ νόμοι περὶ προσόντων ἀναγράφουσι στάδιόν τι παρασκευαστικῆς δοκιμασίας, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ φανῇ ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὑπὸ δοκιμασίαν, εἶναι ἄξιος νὰ λάβῃ ὁριστικῶς τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπαλλήλου, ἑπομένως τὸ στάδιον τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξασφαλίζηται διὰ μονιμότητος, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐθεσπίσαμεν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι καθίστανται μόνιμοι ἀπὸ τοῦ ὁριστικοῦ αὐτῶν διορισμοῦ. Ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ, τῷ ἀφορῶντι τοὺς ὑπαλλήλους, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως περιληφθῇ καὶ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς ζημίας, τὰς προξενουμένας ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἄλλοτε ἐλύετο σταθερῶς ὑπὲρ τῆς εὐθύνης τοῦ Δημοσίου, τελευταῖον ὅμως ἡ νομολογία ἐκυμάνθη, κατέληξε δὲ εἰς σύστημα μικτόν, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον θεωρεῖται ἀνεύθυνον ἕνεκα δόλου τοῦ ὑπαλλήλου ἐπὶ τῇ βάσει ἀπηρχαιωμένων τινῶν διατάξεων τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου ἀναφερομένων εἰς τὰς τότε κοινότητας, ὑπεύθυνον δὲ χαρακτηρίζεται ἐπὶ ἀμελείας τῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ὀρθὴ ἀρχὴ εἶναι νὰ εὐθύνηται ἀπολύτως τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τοῦ ἰδιώτου, δύναται δὲ κάλλιστα τὸ Δημόσιον ν’ ἀσκήσῃ δικαίωμα ἀναγωγῆς κατὰ τοῦ πταίσαντος ὑπαλλήλου, διὰ τὸν πολίτην ὅμως εἶναι πρέπον νὰ ἔχῃ ὑπεύθυνον ἀπέναντί του αὐτὸ τὸ Δημόσιον, ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖ ὁ ὑπάλληλος, ποιούμενος κατάχρησιν τῆς δοθείσης αὐτῷ ὑπὸ τῆς Πολιτείας δυνάμεως. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην προτείνεται νὰ προστεθῇ τελευταῖον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 102, ὁρίζον ὅτι τὸ Δημόσιον θεωρεῖται ὑπεύθυνον διὰ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Ἐνῷ ἐν τούτοις περὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ὑπῆρχε καὶ ἄλλοτε ἡ γνώμη, ἥτις σήμερον καθιεροῦται ῥητῶς διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ εὐθύνης τοῦ Δημοσίου, αἱ πράξεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀνέκαθεν δὲν παρέχουσι τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν βλαπτόμενον ἐκ δόλου ἢ ἀμελείας τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Εἰς ἄλλας Πολιτείας χορηγεῖται ἀληθῶς δικαίωμα ἀποζημιώσεως, ἐν μέτρῳ τοὐλάχιστον, καὶ διὰ τὰς ὑπὸ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν προσγινομένας ζημίας εἰς τοὺς ἰδιώτας, παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν ἐγένετο τοιοῦτόν τι δεκτόν, οὔτε εἶναι πιθανὸν νὰ θεσπισθῇ προσεχῶς. Τὸ μέσον, ὅπερ παρέχεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὸν βλαπτόμενον, εἶναι ἡ ἀγωγὴ τῆς κακοδικίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτυγχάνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀποζημίωσις τοῦ παθόντος, ἀλλὰ καὶ ἡ περιστολὴ τῶν τοιούτων ὑπερβασιῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ὧν ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ ἐπὶ μᾶλλον, ὅταν κινδυνεύωσι νὰ ὑποστῶσι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀδίκου ἢ ἀπερισκέπτου αὐτῶν ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἡ βοήθεια αὕτη, ὑπὸ τὸ ὑφιστάμενον νομοθετικὸν καθεστώς, εἶναι αὐτόχρημα χιμαιρική, διότι ἡ ἀγωγὴ τῆς κακοδικίας περιβάλλεται διὰ περιορισμῶν καὶ φραγμῶν τοιούτων, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἀπολύτως τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς. Ἰδίως διὰ τὴν ἔγερσιν ἀγωγῆς προαπαιτεῖται ἄδεια παρεχομένη ὑπὸ συμβουλίου κατόπιν βεβαιώσεως τῆς πράξεως, ἀφοῦ κριθῇ τρόπον τινὰ προκαταβολικῶς ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τὸ βάσιμον τῆς ἀγωγῆς, ἐννοεῖται δ’ ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς τοῦτο. Διόπερ ὁμοφώνως ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ὅρου τούτου τῆς ἀδείας. Εἰς τὴν ἀγωγὴν ὅμως τῆς κακοδικίας ἐνυπάρχουσι καὶ ἄλλαι δυσχέρειαι: τό τε Δικαστήριον καὶ ὁ ἕτερος διάδικος ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ σῶμα, καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ esprit de corps, τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει τὴν ἀπόδοσιν ἔν τινι μέτρῳ τοῦ δικαίου. Ἐὰν τοῦτο εἶναι γενικῶς ἀληθές, ἔτι μᾶλλον εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐπὶ τῶν ἀγωγῶν κακοδικίας τῶν ἀπευθυνομένων κατὰ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον σήμερον τάσσεται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεως αὐτῶν τούτων τῶν ὑποδεεστέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι προφανὲς ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα μέριμνα διὰ τὰς ἀγωγὰς κακοδικίας κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τῶν ἐξομοιουμένων αὐτοῖς μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, τοὺς ὁποίους ἐπίσης δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἀπολύτως ἀνεξελέγκτους. Ἡ Δικονομία ὁρίζει ὅτι ἐν ἀγωγῇ κακοδικίας κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου παραπέμπεται αὕτη εἰς ἓν Ἐφετεῖον ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ βεβαίως αὐτὸ εἶναι σήμερον ἐντελῶς ἀνεπαρκές, διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν διατύπωσιν εἰδικοῦ Δικαστηρίου διὰ τὰς ἀγωγὰς κακοδικίας κατὰ ἀρεοπαγιτῶν, μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Δικαστήριον δὲ τοῦτο ἐθεώρησεν ὅτι δύναται νὰ καταρτισθῇ λαμβανομένου ἑνὸς μέλους διὰ κληρώσεως ἐξ ἑκάστου τῶν σωμάτων τούτων, προσέθηκε δ’ ἐπίσης καὶ ἕνα δικηγόρον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου πειθαρχικοῦ συμβουλίου καὶ ἕνα καθηγητὴν τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Παρατηρῶ ἐνταῦθα ὅτι κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς ἐκθέσεως ἐγένετο λάθος, κατὰ τὸ ὁποῖον φέρεται ὅτι τὸ Δικαστήριον θὰ ἀποτελῆται «καὶ ἐκ τριῶν καθηγητῶν», μολονότι ἐξελέγχεται τοῦτο ἀμέσως, διότι ἀνωτέρω ὁρίζεται τοῦτο πενταμελές, λέγεται δὲ καὶ περαιτέρω «λαμβανομένου ἐξ ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου σώματος». Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ διορθωθῇ καὶ δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο, ἐὰν λείψῃ τὸ «τριῶν» καὶ τεθῇ «τῶν». Εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ πρωτοδικῶν, ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέων, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα ἐν ἀρχῇ, διότι ὑπάρχει πάντοτε τὸ ἐμπόδιον τοῦ esprit de corps. Δὲν ἐπιβάλλεται ὑποχρεωτικῶς ὅμως ἡ ὑπαγωγὴ αὕτη, ἀλλὰ ἀπόκειται εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος νὰ κρίνῃ ἂν καὶ πότε δύναται νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὰς ἀγωγὰς ταύτας εἰς τὸ εἰρημένον Δικαστήριον. Ἀνεξαρτήτως τῆς ἀστικῆς αὐτῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ ἀγωγὴ τῆς κακοδικίας, ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη ἐπίσης καὶ περὶ τῆς πειθαρχικῆς εὐθύνης τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ ἀνώτατα ταῦτα δικαστικὰ σώματα, καθόσον εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὡς πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον ὑπάρχει ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ σπανιώτατα καὶ ἴσως οὐδὲν παράδειγμα ὑπάρχει κατὰ τὴν τελευταίαν 30ετίαν ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐπίσης παρετηρήθη ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑπόκειται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἐξησκήθη ἡ πειθαρχικὴ αὐτοῦ ἐξουσία. Ἐπίσης οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἄνευ πειθαρχίας τινός. Καὶ διὰ τοῦτο συνιστᾶται ἀνώτερον πειθαρχικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον καταρτίζεται ἐκ δύο μελῶν ἐξ ἑκάστου τῶν σωμάτων τούτων καὶ δύο καθηγητῶν τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀναγομένων εἰς ἓν τῶν σωμάτων τούτων, τὰ μέλη τὰ ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ δὲν θὰ μετέχωσι τοῦ Δικαστηρίου. Προκειμένου περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἶναι βεβαίως προσῆκον νὰ γίνῃ ἡ αὐτὴ διόρθωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ εἰς τὸ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ἄρθρον 66, τουτέστι ν’ ἀπαλειφθῇ ὁ τρόπος τῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Πλὴν τούτου ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ τὸ μυστικὸν τῆς ψηφοφορίας, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ φανερὰ ψηφοφορία, μάλιστα προκειμένου περὶ ἐκλογῶν κοινοτήτων. Τὸ ἄρθρον 106 τοῦ Συντάγματος ὥριζεν ὅτι «ἡ ἐθνοφυλακὴ διατηρεῖται», ἀντὶ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ ἔθηκε διάταξιν εὐρυτέραν, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Δανικοῦ καὶ Νορβηγικοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία φέρει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Πᾶς Ἕλλην, δυνάμενος φέρειν ὅπλα ὑποχρεοῦται νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑπὲρ πατρίδος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων». Καθιεροῦται ἡ καθολικὴ στρατολογία καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος. Σπουδαιότατον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, περὶ τοῦ ὁποίου πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ἡ ὑπάρχουσα διάταξις εἶναι ὑπεράγαν δεσμευτική, οὔτε κατέστη δυνατὸν νὰ τηρηθῇ καὶ κατὰ τὴν προκειμένην ἀναθεώρησιν. Τὸ σύστημα, ὅπερ ἐδέχθη ἡ ἐπιτροπή, εἶναι τὸ ἑξῆς: Κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῶν νέων διατάξεων αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων κατὰ τὸν ἑξῆς τύπον: Ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ⅔ τῶν ψήφων αὐτῆς εἰς δύο συνεδριάσεις, ἀφεστώσας ἀλλήλων κατὰ ἕνα μῆνα, προτείνει τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων διατάξεων, ἀποφασίζει δὲ περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων νέα Βουλή, ἥτις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προέλθῃ ἀμέσως διὰ διαλύσεως τῆς ὑφισταμένης Βουλῆς. Ἁπλῶς λέγομεν ὅτι ἡ προσεχὴς Βουλή, κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον θ’ ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ ὁριστικὴν μορφὴν εἰς τὰς διατάξεις, αἵτινες ἐκρίθησαν ἀναθεωρητέαι καὶ πάλιν διὰ πλειονοψηφίας τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Εἰς τὸ 109 ἄρθρον προτείνομεν νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀναθεωρήσεων τούτων τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃν τρόπον ἐτέθη ἀρχικῶς ἐν ἐφαρμογῇ τὸ Σύνταγμα. Τέλος ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συμφωνεῖ εἰς ἰδίαν τροπολογίαν προτεινομένην ὑπὸ τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφου κ. Ἰγγλέση, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεις δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσιν εὐχερέστερον τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Φρονεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἱκανῶς εὐχερὴς κατέστη ἤδη ἡ ἀναθεώρησις διὰ τοῦ τρόπου, ὅστις ὑπεδείχθη, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ περιβάλωμεν εἰδικῶς διὰ δυσπιστίας τὸν θεσμὸν τοῦ συμβουλίου. Οὕτως ἡ ἐπιτροπὴ περαίνει τὸ ἔργον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν ἡ Βουλή, ἐλπίζει δ’ ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ ληφθεῖσαι καὶ αἱ ληφθησόμεναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς θέλουσι συντελέσει εἰς πραγματικὴν βελτίωσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§120Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐκφρασθῶσι τὰ συγχαρητήρια καὶ ἡ εὐαρέσκεια τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τριακονταμελῆ ἐπιτροπήν, ἥτις προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ ἐπεράτωσε τὸ τόσον ἐπωφελὲς ἔργον της. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπῃ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι συναινεῖ, ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὰ συγχαρητήριά της εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἐξόχως εὐδόκιμον ἐργασίαν αὐτῆς, τὴν ὁποίαν κατέβαλε πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου της (Χειροκροτήματα).
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος διερμηνεύει καλῶς τὸ ζήτημα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδίως δὲ νὰ προστεθῇ ὅτι ἰδιαιτέρως τὰ συγχαρητήρια καὶ αἱ εὐχαριστίαι τῆς Βουλῆς ὑποβάλλονται εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς (χειροκροτήματα), καθὼς καὶ εἰς τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς (χειροκροτήματα).
§124ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ ἡ τιμὴ ὅτι, ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταχθεὶς ἐν ἐπιτροπῇ, ἐν ᾗ συνεχωνεύθην, συμμερίζομαι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀρίστης αὐτῆς ἐπιμελείας καὶ ἐργασίας. (Χειροκροτήματα).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε, θέλω ἐκδηλώσει διὰ δύο λέξεων ὅτι τὸ ἔργον, οὗτινος ἡγήθη ὁ ἀξιότιμος κ. Δραγούμης, ἦτο ἔργον ἄξιον τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ καθήκοντος, ἥτις διέκρινεν ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν αὐτοῦ βίον. (Εὖγε, εὖγε! ζωηρὰ χειροκροτήματα). Προχωροῦμεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσω τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προόδου τῆς συζητήσεως. Ἔχομεν δύο ἄρθρα ὑπὸ ψηφοφορίαν, τὸ 91, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη ἀπὸ χθὲς ὀνομαστικὴ κλῆσις ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη, καὶ αἱ τροπολογίαι τοῦ ἄρθρου 95. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ, ἡσυχίαν, διὰ νὰ μὴ συμβῇ κανὲν λάθος. Θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ 91 ἄρθρου. Κατὰ πρῶτον ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τῶν ἕξ κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑποβεβλημένη ἀρχικῶς, ἔχουσα οὕτως: Ἄρθρον 91.—«Ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, δύναται δι’ εἰδικοῦ νόμου, συζητουμένου καὶ ψηφιζομένου διὰ μιᾶς κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν τῷ συνόλῳ συζητήσεως, νὰ κηρυχθῇ ἡ χώρα ἢ τμῆμα αὐτῆς εἰς κατάστασιν πολιορκίας, ν’ ἀνασταλῇ προσωρινῶς ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4, 5, 6, 8, 10–12, 14 καὶ 20 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ σύστασις καὶ λειτουργία δικαστικῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἐδαφίῳ μέτρα δύνανται, πρὸς ἀποτροπὴν ἀμέσου κινδύνου, νὰ ληφθῶσι καὶ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ, δέον νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ Περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, πρὸς διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν διαταχθέντων μέτρων».
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Ἰ. Πατσουράκου, ἥτις ἀποσύρεται ὡς συγχωνευθεῖσα ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσα οὕτως: «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν. Εἰδικὸς νόμος, ὅστις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἂν ἐψηφίσθη πρότερον νὰ μεταρρυθμισθῇ, κατὰ τὸ διάστημα τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς θέλει κανονίσει κλπ.».
§128Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Μέρμηγκα ἔχουσα οὕτως: «Ἀντὶ τῆς φράσεως: «ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως» νὰ τεθῇ ἡ φράσις: «ἢ πανδημίας χολέρας ἢ πανώλους, ἢ καταστρεπτικῆς θεομηνίας». Ἀποσύρεται;
§130Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Καίτοι ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα αὐτῆς, ἀποσύρω αὐτήν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θρ. Πετμεζᾶ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἔχουσα οὕτως: «Εἰς τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος, ὡς τοῦτο διατυποῦται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς: «Τὸ τρίτον ἐδάφιον νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ νόμος οὗτος τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Περὶ τῆς ἐγκρίσεως ἢ ἄρσεως τῶν ὁρισμῶν τοῦ Διατάγματος τούτου ἡ Βουλή, συγκαλουμένη ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ Περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, ἀποφασίζει διὰ πράξεως, ψηφιζομένης ἐν μιᾷ μόνον ἀναγνώσει».
§132ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ. Αὐτὸ δὲν ἐτέθη ὡς βάσις. Ἐτέθη ὡς βάσις τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὡς βάσις εἶναι τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ ἄλλα εἶναι τροπολογίαι. Ἐκαθαρίσθη αὐτό.
§134ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀποσύρετε;
§136ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά. Ἐπίσης ὡς τροπολογία εἶναι τὸ προσχέδιον τῆς μειονοψηφίας τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχουσα οὕτως: «Ἄρθρον 91. Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς προσωρινῆς, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4, 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 20 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἕνεκεν ἐξωτερικοῦ κινδύνου εἴτε καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν εἴτε εἰς ὡρισμένον μόνον τμῆμα αὐτῆς, ἀπειλούμενον ὑπὸ ἐχθρικῆς προσβολῆς. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου θέλουσι ῥυθμισθῆ τὰ τῆς ἐν ταῖς αὐταῖς περιπτώσεσι κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐκτάκτων Δικαστηρίων. Ὁ νόμος οὗτος τίθεται εἰς ἐφαρμογήν, καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει, ἐν μὲν τῇ περιπτώσει τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως δι’ εἰδικοῦ νόμου, ψηφιζομένου ἐν μιᾷ μόνῃ ἀναγνώσει καὶ μὴ ἰσχύοντος πέρα τοῦ μηνὸς ἄνευ νέας, ὁμοίως γενομένης, ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἐν δὲ τῇ περιπτώσει τοῦ πολέμου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδομένου κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν πρὸς ἔγκρισιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν αὐτοῦ διὰ νόμου κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ψηφιζομένου, οὗτινος ἡ ἰσχὺς παύει αὐτοδικαίως ἅμα τῇ λήξει τοῦ πολέμου. Πρὸς λῆψιν τῶν ἀνωτέρω ἀποφάσεων συγκαλεῖται ἡ Βουλή, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ Περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη». Ἐλπίζω ὅτι συναινοῦσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ν’ ἀποσυρθῇ καὶ αὐτή, διὰ νὰ μὴ κάμωμεν ψηφοφορίαν.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 91 οὐδεμία ὑπάρχει τροπολογία. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει, διὰ τὴν περίπτωσιν ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς, ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5, 6, 10, 11, 12, 14, 20 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος, τὰ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν Δικαστηρίων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§140Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἠθέλησα ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, δηλῶ ὅτι τὸ καταψηφίζω.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ὁμιλία τώρα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου.
§142ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως τὸ τρίτον ἐδάφιον «Τίθεται δέ...» δύναται νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὸ προηγούμενον, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ φράσις.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διωρθώθη αὐτό.
§144ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· δὲν τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Πρόεδρος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης λέγει νὰ συγχωνευθῇ μὲ τὸ δεύτερον ἐδάφιον. Θὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἀλλὰ κατόπιν τὸ συγχωνεύομεν λεκτικῶς. Λοιπόν, παρακαλῶ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Τίθεται δὲ ὁ νόμος οὗτος κατὰ πάσας ἤ τινας μόνον αὐτοῦ διατάξεις εἰς ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδιδομένου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προστίθεται δὲ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ὡς ἴδιον ἐδάφιον.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θ’ ἀποτελέσῃ ἴδιον ἐδάφιον.
§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§149ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς, κ. Πρόεδρε, ἡ φράσις «ὁ νόμος», διότι τώρα ἔχομεν ἕνα μόνον νόμον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§151Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα· περιττόν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τεθῇ ἓν «οὗτος», διορθοῦται.
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιττὸν εἶναι τὸ «οὗτος».
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐκλείψῃ καὶ τὸ «οὗτος»; Ἐκλείπει. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει· σύνδεσις εἶναι μόνον. Λοιπὸν τὸ ἐδάφιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ συγχωνευθῇ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἔχει οὕτω: «Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἤ τινας μόνον αὐτοῦ διατάξεις εἰς ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδιδομένου». Τὸ ὅλον δὲ τώρα τροπολογηθὲν δεύτερον ἐδάφιον ἔχει οὕτως: «Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει, διὰ τὴν περίπτωσιν ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς, ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5, 6, 10, 11, 12, 14, 20 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος, τὰ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν Δικαστηρίων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς. Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἤ τινας μόνον αὐτοῦ διατάξεις εἰς ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδιδομένου». Κατὰ συνέπειαν τώρα θὰ εἰσαγάγω τὸ τρίτον ἐδάφιον ὡς τροπολογίαν τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ προσχεδίου, ἀπαλειφομένης τῆς λέξεως «οὗτος»: «Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄνευ ἀδείας αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ Περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, ὅπως διὰ πράξεως αὐτῆς ἀποφασίσῃ τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Β. Διατάγματος. Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 63 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος».
§155Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει «ἀκυρότητος τοῦ Β. Διατάγματος»· δὲν ἐξάγεται τὸ νόημα.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σαφέστατα.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία, καθ’ ἣν προστίθεται τέταρτον τελευταῖον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 91, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ Διατάγματος τούτου, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐκτείνεται πέρα τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἴρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, ἀδείᾳ πάλιν τῆς Βουλῆς».
§158Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τεθῇ· «τῶν ἀνωτέρω Διαταγμάτων», διότι εἶναι δύο εἰδῶν.
§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸ διορθώσωμεν· δὲν ὑπάρχει δυσκολία.
§161ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ τελευταίου Διατάγματος.
§162Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι δύο εἰδῶν Διατάγματα, ἓν ὅταν εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή, καὶ ἕτερον, ὅταν δὲν εἶναι παροῦσα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὰ δύο ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐγκρίνονται, τὸ ἓν προτέρᾳ ἀδείᾳ, καὶ τὸ ἄλλο ὑστέρᾳ. Λοιπόν: «Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀνωτέρω Β. Διαταγμάτων, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐκτείνεται πέρα τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἴρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, ἀδείᾳ πάλιν τῆς Βουλῆς».
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πάντοτε περὶ ἑνὸς Διατάγματος πρόκειται.
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύο εἰδῶν Διατάγματα ὑπάρχουσιν. Ἑκάστοτε περὶ ἑνὸς πρόκειται.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θ’ ἀναγνωσθῇ τώρα, Κύριοι, τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον, ὡς συνηρμολογήθη. Ἄρθρον 91.— «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει, διὰ τὴν περίπτωσιν ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς, ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5, 6, 10, 11, 12, 14, 20 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος, τὰ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας, καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν Δικαστηρίων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς. Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἤ τινας μόνον αὐτοῦ διατάξεις εἰς ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδιδομένου. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄνευ ἀδείας αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ Περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, ὅπως διὰ πράξεως αὑτῆς ἀποφασίσῃ τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Β. Διατάγματος. Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 63 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος. Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀνωτέρω Β. Διαταγμάτων, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐκτείνεται πέρα τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἴρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, ἀδείᾳ πάλιν τῆς Βουλῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§167Γ. ΠΩΠ. Δὲν κάμνομεν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 95;
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή;
§169Γ. ΠΩΠ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δοκιμαστικῶς διὰ τὴν τροπολογίαν δι’ ἀναστάσεως καὶ τότε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφοφορίας.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένητε νὰ γίνῃ, εἶναι ἀνάγκη.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία καὶ καθ’ οἱανδήποτε στιγμήν. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω πρῶτον δι’ ἀναστάσεως. Ἄρθρον 95, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Καφετζοπούλου. Ἄρθρον 95. — «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, πλὴν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μὴ ἀσκούντων δημοσίαν ὑπηρεσίαν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ἢ μᾶλλον τὴν προσθήκην ταύτην εἰς τὸ ἄρθρον 95 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§172Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀμφίβολον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀμφίβολον. Ἀπερρίφθη. Ἀλλά, ἐὰν θέλητε ψηφοφορίαν ὀνομαστικήν, νὰ γίνῃ. Ἀμφισβητουμένης, Κύριοι, τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Προέδρου, γίνεται ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Ὁ κ. Ἰ. Πατσουράκος καὶ ὁ κ. Ἰ. Κουρτάκης παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καφετζοπούλου λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἀναγινώσκεται ἅπαξ ἔτι. Κύριοι Βουλευταί, ἡσυχία· παρακαλῶ. Ἄρθρον 95.— «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, πλὴν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μὴ ἀσκούντων δημοσίαν ὑπηρεσίαν.» Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρώτη φράσις: «τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου» εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Ἡ τροπολογία εἶναι τὸ δεύτερον: «πλὴν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μὴ ἀσκούντων δημοσίαν ὑπηρεσίαν». Ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος εἶναι ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν προσθήκην ταύτην λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία). (Γενομένης διαλογῆς ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ). (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.).