1911.05.13
4.011 στίχοι · 30.464 λέξεις · 271 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 88.
Τῆς 13ης Μαΐου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 40′ μ. μ., παρόντων 188 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διενεμήθησαν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθησαν εἰς τὴν θύραν...
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν μᾶς ἐδόθησαν Πρακτικά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναβάλλεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἡ Ἠλέκτρα Ζαλούχου, διευθύντρια τῆς βʹ δημοτικῆς σχολῆς Πειραιῶς ζητεῖ ἄδειαν πρὸς ἐπέκτασιν τῶν σπουδῶν της λαμβάνουσα καὶ τὸν μισθόν· 2) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ ἐκδόσεως ἑρμηνευτικοῦ ψηφίσματος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος· 3) Τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων Ἄρτης ζητεῖ αὔξησιν μισθοῦ· 4) Ὁ δήμαρχος Κολλωνίδων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου περὶ διατηρήσεως τῆς «Ἑνιαίας»· 5) Οἱ κηδεμόνες τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Μεσολογγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως αἱ ἐξετάσεις ἀρχίσωσιν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Ἰουνίου· 6) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Τριπόλεως ζητοῦσι χάριν· 7) Οἱ κάτοικοι Γουρίτσης τοῦ δήμου Παμφίας ζητοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ὁ νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἵνα κηρύξῃ ἐκπτώτους τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν γαιῶν τῆς Μονῆς Μυρτιᾶς ζητοῦντος παρὰ τῶν ὑπομισθωτῶν ὑπέρογκον μίσθωμα· 8) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας ζητοῦσι μεταφοράν· 9) Οἱ κάτοικοι Ἀριστομένους διαμαρτύρονται διὰ τὴν παράνομον ἀπόλυσιν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ ζητοῦσιν ἀνάκλησιν ταύτης· 10) Ὁ ἐκ Γαϊτσῶν τῆς Λακωνίας Ἰ. Κατελοῦζος, πρώην λοχίας, ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς του ὡς παθὼν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897· 11) Οἱ κάτοικοι Βαλανείου τοῦ δήμου Ἀκρολοφιτῶν ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου τῶν κυρίων Βουλευτῶν Κερκύρας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 91.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως θὰ γίνῃ εἰσήγησις;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, διότι σήμερον διενεμήθη ἡ ἔκθεσις.
§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ αὐτοῦ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγγίζει, κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ εἰς τὸ τέρμα τοῦ συντακτικοῦ αὐτῆς ἔργου. Μετὰ τοῦτο θ’ ἀρχίσῃ σύντονος ἡ ἐνασχόλησις αὐτῆς εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον. Ἐν τούτοις δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὰ μέσα τοῦ Μαΐου, ὅτι μέχρι τῶν θερινῶν διακοπῶν δὲν ὑπάρχει πιθανότης νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ ὅλου νομοθετικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὑποβεβλημένων τουτέστι καὶ ὑποβληθησομένων κυβερνητικῶν νομοσχεδίων.
§12Γ. ΠΩΠ. Ὥστε θὰ ἐπανέλθωμεν τὸν Ὀκτώβριον;
§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκαίως· ἑπομένως κατὰ τὸ ὑπολειπόμενον χρονικὸν διάστημα θὰ γίνῃ ἐπιλογή τις τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, πρὸς ἐπιψήφισιν πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ἐξ αὐτῶν. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐνόμισα προσῆκον νὰ ὑποβάλω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τετάρτην σειράν, τὴν προτελευταίαν, τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, ὅπως ἔχῃ εὐρύτερον ἐνώπιον αὐτῆς τὸν κύκλον τῆς ἐκλογῆς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἤθελε θεωρήσει μᾶλλον ἐπείγοντα καὶ ἀναβολῆς ἀνεπίδεκτα πρὸς ἐπιψήφισιν. Εἰς τὴν σειρὰν ταύτην ἀνάγονται τὰ ἀκόλουθα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς: 1) Σχέδιον νόμου «περὶ συμβατικοῦ τόκου, τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας». (Χειροκροτήματα). Αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰσὶν αἱ ἀκόλουθοι. Ἐν πρώτοις ἐπὶ τῶν δανείων ὁ συμβατικὸς τόκος ὑποβιβάζεται κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς 10%.
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολύ, πολύ.
§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβάσεις ὑπερβαίνουσαι τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τούτου χαρακτηρίζονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὡς τοκογλυφικαί, διὰ διαρρυθμίσεως δὲ καὶ καταλλήλου διασκευῆς τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναγορεύεται ἡ πρᾶξις εἰς ἀδίκημα ἰδιώνυμον ποινικῶς κολαζόμενον καθ’ ὡρισμένας διατάξεις. (Εὖγε). Λαμβάνεται εἰδικὴ πρόνοια περὶ κανονισμοῦ τῶν εἰκονικῶς ἢ ὁπωσδήποτε καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν κεκαλυμμένων συμβάσεων, τῶν συμβάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι καλύπτουσιν εἴτε τοκογλυφικὰς εἴτε αἰσχροκερδεῖς συμβάσεις, περὶ τῶν ὁποίων εὐθὺς ἀμέσως θὰ διαλάβωμεν. Ἀποτέλεσμα τῆς παραβάσεως τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἡ ἀκυρότης καὶ ὁ ποινικὸς κολασμός, ἀστικαὶ τουτέστι καὶ ποινικαὶ εὐθῦναι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν, παρατηρῶ τὰ ἀκόλουθα. Ἑπόμενον ἦτο αἱ διατάξεις αὗται δημοσίας οὖσαι τάξεως καὶ φύσεως νὰ πλήξωσι καὶ τὰς ἤδη συντετελεσμένας καὶ συνημμένας συμβάσεις καὶ τὰς πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀκυρότητος. Ἀλλὰ καὶ ἡ ποινικὴ εὐθύνη ἔπρεπε νὰ ἐκταθῇ, καὶ ἐξετάθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, πέρα τοῦ ὁποίου ἡ ἐπέκτασις δὲν ἦτο δυνατή. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις αὐτή, ἡ σύστασις τοκογλυφικῶν συμβάσεων γενομένων ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλ’ εἰς τὸν προσήκοντα σκοπὸν φθάνομεν, ἐὰν ἀναγορεύσωμεν ὡς ἀδίκημα, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀναγορεύεται ὡς ἀδίκημα ἡ ἐπιδίωξις πρὸς εἴσπραξιν τοιούτων συμβάσεων τοκογλυφικῶν πέρα τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωριζομένου νομίμου τόκου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἡ μεταπώλησις ἢ ἐκχώρησις τοιούτων τοκογλυφικῶν ἀπαιτήσεων συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ αὐτὸ τοῦτο ἰδιώνυμον ἀδίκημα.
§16Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἐὰν γίνῃ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως;
§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελεσιδικία κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι σεβαστή. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀναχωρήσει ἀπὸ διάφορον ἀντίληψιν, θὰ γίνῃ διαρρύθμισις εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν δανείων μέγας κύκλος ἄλλων αἰσχροκερδῶν συμβάσεων κεῖται ἐντελῶς εἰς ἄλλο ἔδαφος, εἰς τὰς λεγομένας πιστωτικὰς συμβάσεις ποικίλων ἀντικειμένων, ὑπὸ τῶν ὁποίων πλήττονται κυρίως οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοί. Πιστωτικαὶ συμβάσεις χαρακτηρίζονται, ὡς εἶναι εὐνόητον, ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πλεονεκτικὴ ἀντιπαροχὴ δίδεται εἰς τὸ μέλλον, τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι πλήττουσι τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας καὶ ἰδίως πρὸς καλλιέργειαν, λαμβάνουσιν ὡρισμένας παροχὰς μὴ δυνάμενοι νὰ ὑπολογίσωσι τὸ μέγεθος τῆς ἀντιπαροχῆς, ἢ πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ὑπόσχονται ἀντιπαροχὴν πλεονεκτικὴν παρεχομένην εἰς τὸ μέλλον, συνισταμένην δὲ κυρίως εἰς τὸ προϊὸν τῶν κτημάτων των. Αἱ συμβάσεις αὐταὶ πλήττονται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὅπως καὶ αἱ τοκογλυφικαί, τουτέστιν ἀπαγγελλομένης τῆς ἀκυρότητος, ἐφ’ ὅσον ὑπερβαίνουσι τὸ προσῆκον μέτρον τῆς ἀσκουμένης ποινικῆς καταδιώξεως ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς τοκογλυφίας. Μεταξὺ δύο συστημάτων, τὰ ὁποῖα κρατοῦσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κριτήριον τῶν αἰσχροκερδῶν συμβάσεων, ἐξελέξαμεν ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον μετὰ καθορισμὸν γενόμενον ἐν τῷ νόμῳ τὸ λοιπὸν καταλείπεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ συμφώνως τουτέστι πρὸς τὸ σχέδιον τοῦ Αὐστριακοῦ ποινικοῦ κώδικος τοῦ κανονίζοντος τὸν κολασμὸν τῶν αἰσχροκερδῶν δικαιοπραξιῶν, ὁρίζοντος δ’ ὅτι κολάσιμος εἶναι ἡ δικαιοπραξία, ὅταν ἡ ἀντιπαροχὴ εἶναι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων δυσανάλογος πρὸς τὴν γενομένην παροχήν. Πότε ὑπάρχει ἡ δυσαναλογία αὕτη; Ποία ἡ ἐκτίμησις τῶν περιστάσεων, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐκτιμήσεως δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπολύτως δυσανάλογος ἡ παροχὴ πρὸς τὴν ἀντιπαροχήν; Τοῦτο θέλει κρίνει ἑκάστοτε ὁ δικαστὴς τῆς οὐσίας. Τρίτη τάξις συμβάσεων καὶ δικαιοπραξιῶν, αἱ ὁποῖαι προστατεύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ἀστικοὺς καὶ τοὺς ποινικούς, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὰς χρηματιστικὰς ἐπιχειρήσεις, περιορίζονται δὲ εἰς τὸν κύκλον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ σύναψις τοιούτων συμβάσεων ἀναγομένων εἰς χρηματιστικὰς ἐπιχειρήσεις, ἰδίως κερδοσκοπικάς, αὗται γίνονται διὰ παραπλανήσεως ἢ δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἀγνοίας ἢ τῆς ἀνάγκης ἢ τῆς ἀπειρίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ παγιδευόμενα πρόσωπα. Τοιαῦται περίπου εἶναι αἱ θεμελιώδεις βάσεις, εἰς τὰς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. 9) Ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὰ προσωρινὰ μέτρα εἰς τὰς περὶ διακατοχῆς διαφοράς. Διατελεῖ ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ τῶν πληγῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς βάρος τῶν κυρίων καὶ κατόχων ὑφίστανται ἤδη καὶ εἰς βάρος τῶν Δικαστηρίων ἐξ ἀφορμῆς τῆς κρατούσης τακτικῆς περὶ προσωρινῶν μέτρων εἰς τὰς περὶ διακατοχῆς διαφοράς. Ὅ,τι ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία προεῖδε, θελήσασα κυρίως νὰ καθορίσῃ ἓν ἁπλοῦν ἀστυνομικὸν μέτρον, ἵνα ἄρῃ ἐκ τοῦ παραχρῆμα ἀπειλουμένας συγκρούσεις καὶ βιαιοπραγίας, κατήντησε ν’ ἀναχθῇ εἰς δίκας τακτικάς, πολυτελεῖς καὶ πολυπλόκους, αἵτινες ἅπαξ καὶ δὶς οὐχὶ σπανίως ἀνέρχονται καὶ τὴν κλίμακα αὐτοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθίστανται τὰ πράγματα εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῶν θέσιν, τὴν ὁποίαν προεῖδεν ἢ μᾶλλον ἐπεθύμησε καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον δίκη περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀπαραιτήτως θὰ περατωθῇ τὸ πολὺ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. (Χειροκροτήματα). Ἐλήφθη δὲ πρόνοια, ὅπως ἡ τοιαύτη περάτωσις τῆς συζητήσεως μὴ δημιουργῇ κανὲν ἀπολύτως πρόσκομμα, τερματίζῃ τὴν δίκην, ἀσφαλίζῃ δὲ τὴν οὐσιαστικὴν καὶ αὐτὴν τὴν προσωρινὴν δίκην κατὰ τρόπον, τοῦ ὁποίου ἡ σκοπιμότης νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος πάσης ἀμφιλογίας. Τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὁ εἰρηνοδίκης λαμβάνει αἴτησιν περὶ λήψεως προσωρινῶν μέτρων. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ὁρίζει τόπον καὶ χρόνον πρὸς ἐκδίκασιν αὐτῆς, κοινοποιεῖται αὐτὴ ἐν πρωτοτύπῳ, παρίσταται ὁ εἰρηνοδίκης ἐπιτοπίως, τὴν στιγμὴν δ’ ἐκείνην λαμβάνει πληροφορίας ἐκ τῶν ἐνόντων, ἐξετάζει αὐτοστιγμεὶ πάντας τοὺς παρουσιασθέντας καὶ ὑφ’ ἑκατέρου τῶν διαδίκων κληθέντας καὶ παρευρεθέντας μάρτυρας, λαμβάνει πληροφορίας παρὰ τῶν διαδίκων, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα καὶ ἐν γένει ἐκ τῶν ἐνόντων σχηματίζει τὴν ἰδίαν πεποίθησιν εἰδικῶς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀπειλουμένης βιαιοπραγίας καὶ δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ παραχρῆμα ἐκδιδομένης τέμνει τὴν διαφοράν, εἴτε ἀπαγορεύει εἰς ἀμφοτέρους τοὺς διαδίκους εἴτε εἰς τὸν ἕτερον τούτων, καὶ ἐν γένει ἐξαντλεῖ πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰδικῶς τὸ νομοσχέδιον δίδει. Εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑπόθεσις ἤθελεν ὀπωσδήποτε, ἔστω καὶ διὰ τὴν προσωρινὴν ἀντίληψιν, παρουσιάσει περιπλοκάς, εἰδικῶς δὲ εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε παρασταθῆ ἀναπότρεπτος ἡ ἀνάγκη τῆς μελέτης ἐγγράφων, παρέχεται εἰς τὸν εἰρηνοδίκην τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ ἐκδώσῃ παραχρῆμα προσωρινὴν ἀπόφασιν ἢ μᾶλλον διάταξιν καταχωριζομένην ἐν τοῖς πρακτικοῖς, λαμβάνων διὰ ταύτης τὸ προσωρινὸν μέτρον τῆς ἄρσεως τῶν συγκρούσεων, ἰδιαίτατα διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως εἰς ἑκάτερον τῶν διαδίκων τῆς ἐνεργείας πράξεώς τινος, ἐντὸς δὲ τριῶν ἡμερῶν ἐπ’ ἀπειλῇ χρηματικῆς ποινῆς ὑποχρεοῦται νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἄνευ ἄλλης τινὸς διατάξεως ἀποδείξεων, ἄνευ ἐπιβολῆς ὅρκου κἄν. Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε συμβῆ ἐρημοδικία, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου οὐδὲν ἀπολύτως ἐπιτρέπεται ἔνδικον μέσον, ἄρα οὐδὲ ἀνακοπή, διὰ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν ἀστυνομικὸν χαρακτῆρα καὶ εἰς τὴν ταχύτητα, ἥτις ἀπαιτεῖται εἰς τὴν φύσιν τῆς ὑποθέσεως, διεσκευάσθη ἡ ἐρήμην δίκη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ πληρῶται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου. Ὑποχρεοῦται ὁ εἰρηνοδίκης εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελεν εἴτε ὁ ἐνάγων ἀπουσιάσει εἴτε ὁ ἐναγόμενος ἀπολειφθῇ, ἐξ ἐπαγγέλματος νὰ ἐξετάζῃ τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἤθελεν ἐξετάσει, ἐὰν παρίσταντο οἱ διάδικοι.
§18Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ Καλλιγᾶ!
§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζεται ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως καὶ ἡ τομὴ τῶν συγκρούσεων καὶ ἐρίδων, αἱ ὁποῖαι ἐνεφανίσθησαν εἰς τὰς περὶ διακατοχῆς διαφορὰς, ἐντὸς τριῶν κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἡμερῶν. Μετὰ τοῦτο ὑπολείπεται ἡ κανονικὴ ὁδός, τὴν ὁποίαν καὶ κυρίως ἠθέλησε νὰ τάμῃ ἡ δικονομία, ἡ τακτικὴ δίκη περὶ διακατοχῆς. Πρὸς τοῦτο ὁ εἰρηνοδίκης μεταξὺ τῶν προσωρινῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει εἴτε ἐπιδικάζων εἰς τὸν Α. ἢ τὸν Β. προσωρινῶς ἢ ἐπὶ ἐγγυήσει ἢ ἄνευ αὐτῆς τὴν νομήν, τάσσει ὡρισμένην προθεσμίαν πρὸς ἔναρξιν τῆς περὶ διακατοχῆς διαφορᾶς. Οὕτω μεθοδεύεται ἡ περὶ διακατοχῆς δίκη, ἄρχεται δ’ ἀμέσως καὶ ταχέως ἡ κυρία διαφορά, ἥτις θ’ ἀπολήξῃ εἰς ὁριστικὴν τομήν, οὐσιαστικήν, τῶν ἐριζομένων ἀξιώσεων. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῆς ταχύτητος, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐτάμη ἡ διαφορὰ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν προσωρινῶν μέτρων καὶ ἐπεδικάσθη, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ πλημμέλειά τις ἢ πλάνη περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, πλάνη, ἡ ὁποία κατὰ τὴν πρόοδον τῆς περὶ διακατοχῆς κυρίως δίκης, ὅτε πληρέστερον ἐμφανίζεται ἡ οὐσιαστικὴ ἀνάπτυξις τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἤθελεν ἐμφανισθῆ, συνεπλέξαμεν μὲ τὴν δίκην περὶ διακατοχῆς καὶ τὸ δυνατὸν τῆς ἀνακαθάρσεως αὐτῆς τῆς περὶ προσωρινῶν μέτρων δίκης, αὐτῆς τῆς προσωρινῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ εἰρηνοδίκης. Ἐπετρέψαμεν δὲ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως, ἐὰν κατὰ τὴν πρόοδον τῆς τακτικῆς δίκης περὶ διακατοχῆς ἤθελε νομίσει προσῆκον ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀπόφασις τοῦ εἰρηνοδίκου δι’ ἰδίας διατάξεως ἢ μᾶλλον δι’ ἰδίας ἀποφάσεως, ἥτις καὶ αὕτη εἰς οὐδὲν ἔνδικον μέσον ὑπόκειται, δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν προσωρινῶς εἶχε τάξει ὁ εἰρηνοδίκης. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Δικαστηρίου τοῦ κρίνοντος τὴν περὶ διακατοχῆς δίκην εἶναι τῆς αὐτῆς προσωρινῆς φύσεως· ἐκτελεῖται ἀμέσως, εἰς οὐδὲν ὑπόκειται ἔνδικον μέσον παρὰ μόνον εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον, ἂν κατὰ τὴν πρόοδον τῆς δίκης μέχρι πέρατος τῆς ὑποθέσεως ἤθελε νομίσει ἀναγκαῖον, δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Τοιουτοτρόπως συμπορεύεται τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως τοῦ Δικαστηρίου τῆς οὐσίας τοῦ κεκλημένου νὰ τάμῃ ὁριστικῶς καὶ κατ’ οὐσίαν τὴν διαφορὰν μὲ τὴν λῆψιν τῶν προσωρινῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προσωρινὰ μέτρα, ἐννοεῖται, ἀποβάλλουσι πᾶσαν ἰσχύν, ὅταν τὸ Δικαστήριον φθάσῃ εἰς τὴν ὁριστικὴν τομὴν τῆς ὑποθέσεως. Τρίτον νομοσχέδιον σκοπεῖ τὴν πλήρωσιν ὡρισμένου κενοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον παρὰ πᾶσαν τὴν μικρότητα αὐτοῦ παρεμβάλλει πράγματα ἐν τῇ πρακτικῇ, οὐχὶ δὲ σπανίως ἐγέννησεν ἔριδας καὶ ἀμφισβητήσεις πολὺ μεγαλειτέρας τῆς σπουδαιότητος τοῦ κενοῦ τούτου καὶ τῆς ταχύτητος καὶ τῆς εὐχερείας, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ πλήρωσις αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τῶν προθεσμιῶν τῶν παρεκτεινομένων λόγῳ ἀποστάσεως ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἢ διατριβόντων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, περὶ τῶν ὁποίων, ὡς εἶναι γνωστόν, δὲν ὑπάρχει γενικὴ διάταξις ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ. Ἀνεξαρτήτως δ’ εἰδικῶν τινων διατάξεων, ὡρισμένα θέματα προβλεπουσῶν, ὑπάρχουσι περιπτώσεις πολλαί, περὶ ὧν ἐλλείπει πᾶσα διάταξις. Τοιαῦται λ.χ. εἶναι ἡ κλῆσις πρὸς ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικείων κατὰ τὰς συνοπτικὰς καὶ ἐμπορικὰς ὑποθέσεις, ἡ κλῆσις πρὸς ἐμφάνισιν καὶ ἐξέτασιν μαρτύρων καὶ καθεξῆς. Ἕτερον νομοσχέδιον κανονίζει τὴν περίστασιν, ἡ ὁποία περισσότερον ἐγένετο αἰσθητὴ ἐν τῇ πράξει καὶ ἀφορᾷ τοὺς διαδίκους τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς. Πέμπτον νομοσχέδιον ὑποβαλλόμενον σήμερον ἀφορᾷ θεσμὸν κεκλημένον ν’ ἀναδιοργανώσῃ ἐκ βάθρων τὴν εἰρηνοδικειακὴν παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνην. Ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀρτιωτέρας συγκροτήσεως τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης εἴμεθα πάντες πεπεισμένοι. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν κατ’ ἀπομίμησιν τῆς Γαλλικῆς ἀφωρμήθη ἐκ τῆς ἐκδοχῆς ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης κυρίως δὲν εἶναι δικαστής, εἶναι ἁπλοῦς συμβιβαστής, παρεμβαίνων καὶ χρησιμοποιῶν τὴν πεῖραν αὑτοῦ καὶ τὴν εὐθυκρισίαν του, ὑπέλαβε δὲ ἡ νομοθεσία ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν οὕτως νὰ τάμῃ τὴν διαφορὰν ἄνευ κόπου. Ὁ νομοθέτης ἠπατήθη, διότι ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη μετέτρεψεν ἐν τῇ πρακτικῇ τὸν εἰρηνοδίκην εἰς δικαστήν. Αὐτὴ ἡ νομοθεσία συνεφελκομένη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τῆς καθημερινῆς πείρας συνεπορεύθη πρὸς τὴν μετατροπὴν ταύτην καὶ ἐθεώρησε καὶ αὕτη τοῦτον ὡς τακτικὸν δικαστήν. Ἀπόδειξις τούτου ὑστάτη πασῶν εἶναι ἐκείνη ἡ νομοθετικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπεχρέωσε τοὺς διαδίκους νὰ ὑποβάλλωσιν ἐγγράφους προτάσεις ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τὰ κρείττω, διότι, ὅσον μικρὸς κατὰ ποσὸν καὶ ἀριθμὸν καὶ ἂν ᾖ ὁ κύκλος τῶν ὑποθέσεων, ὁ ὁποῖος ὑπάγεται εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, διὰ τοὺς διαδίκους, τοὺς ὁποίους κυρίως ἀφορῶσιν, ἔχουσι σπουδαιότητα ἴσης, ἂν μὴ μείζονος, δυνάμεως πρὸς τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ ὑποθέσεις μεγαλειτέρου ἀντικειμένου δι’ ἄλλους διαδίκους ἐνώπιον τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων δικαζομένους. Ἀλλὰ καὶ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα γεννῶνται εἰς εὐτελεῖς κατὰ ποσὸν ὑποθέσεις, δὲν εἶναι διὰ τοῦτο εὐτελῆ καὶ ταῦτα καὶ ἥσσονος σπουδαιότητος καὶ δυσχερείας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐνώπιον τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων. Πᾶσα ἀπόπειρα ἐν τούτοις πρὸς ἀνόρθωσιν, ἃς μεταχειρισθῶ καὶ ἐνταῦθα τὴν λέξιν, τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου διὰ μεταβολῆς τῶν προσόντων, δι’ ἀναζητήσεως ἐγγυήσεων οἱωνδήποτε, διὰ θεμελιώσεως ἐξετάσεων πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸν κλάδον προσκρούουσιν εἰς μίαν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν ἀπολύτως ἀναπότρεπτον καὶ ἀπολύτως ἀνυπέρβλητον. Ἐφ’ ὅσον οἱ εἰς τὸν κλάδον ἐκεῖνον εἰσαγόμενοι δὲν ἔχουσι τὴν ἐλπίδα τῆς προαγωγῆς, ἐφ’ ὅσον γνωρίζουσιν ὅτι ἐκεῖ εἰσῆλθον, ἵνα ἐκεῖ ἀποθάνωσιν ἄνευ περαιτέρω ἐλπίδος, δὲν εἶναι εὔκολον, δὲν εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ γίνωσι κρείττονες ἑαυτῶν. Ὁσασδήποτε ἐγγυήσεις ἂν λάβητε κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν, δὲν θὰ ἐπιτύχητε τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπιτύχητε διὰ τὸν κλάδον· ἢ ἂν ἐπιτύχητε ταῦτα ἀναμφισβητήτως ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ θὰ ὑπολειφθῶσιν ἐν τῇ ἐλπίδι καὶ τῷ ἐνθουσιασμῷ καὶ δὲν θὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλαχοῦ παρετηρήθησαν ταῦτα καὶ ἐν Αὐστρίᾳ εἰσήχθη τὸ ἑνιαῖον τῆς προελεύσεως τῶν δικαστῶν καὶ ἡ βαθμὶς τοῦ εἰρηνοδίκου ἐθεωρήθη ὡς ἡ πρώτη βαθμίς, ἀφ’ ἧς ἠδύνατο εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα ν’ ἀφορμηθῇ ὁ δικαστικὸς λειτουργός. Πρὸς τοιαύτην τινὰ μίμησιν δέον νὰ τείνωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀναμφιβόλως δὲ ἡ νέα κωδικοποίησις καὶ ὁ νέος ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος συνεπείᾳ τῶν ἐσχάτως ληφθέντων μέτρων θὰ προικίσῃ τὴν ἡμετέραν χώραν, θὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ τούτου τοῦ σχεδίου. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ βελτιώσωμεν τὰ πράγματα ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ παρασκευάσωμεν τὸ δυνατὸν τῆς προσεχοῦς ὁριστικῆς αὐτῶν βελτιώσεως ἄνευ νέων κλονισμῶν, ἄνευ προγραφῶν καὶ ἀδικιῶν. Τοῦτο ἐπιδιώκει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, διότι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου πᾶσα κενουμένη θέσις εἰρηνοδίκου δὲν θὰ πληρῶται ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς ὑφεστῶτας νόμους ἔχουσι τὰ πρὸς διορισμὸν εἰρηνοδίκου προσόντα, ἀλλὰ μετατίθεται εἰς τὴν κενουμένην θέσιν εἷς τῶν πρωτοδικῶν, ὁριζόμενος ἑκάστοτε ἀπὸ τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Οἱ οὕτω μετατιθέμενοι πρωτοδίκαι οὔτε τὰς ἀποδοχάς των οὔτε τὴν θέσιν αὐτῶν ἀποβάλλουσιν, ἀλλ’ ἁπλῶς μετατίθενται ἀπὸ ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν, ἵνα ἐκτελῶσι χρέη εἰρηνοδίκου, καὶ μετὰ τοῦτο ἐπανέρχονται εἰς τὰς τάξεις των καὶ ὁρίζονται ἄλλοι ἀντ’ αὐτῶν. Ἵνα τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὡρίσθη τοῦτο, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ δὶς πρωτοδίκης εἰς θέσιν εἰρηνοδίκου, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἄλλοι μὴ ὑπηρετήσαντες οὐδ’ ἅπαξ. Ἐπίσης καὶ περὶ τὴν τοποθέτησιν λαμβάνεται πρόνοια, ὥστε νὰ προτιμῶνται εἰς τὰς κεντρικὰς θέσεις ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς θέσεως τοῦ πρωτοδίκου μετατίθενται εἰς πλήρωσιν θέσεων εἰρηνοδικῶν. Διὰ τοῦτο εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε τυχὸν κενωθῆ θέσις τις ἐν πρωτευούσῃ νομοῦ, μετατίθεται ἀπ’ εὐθείας πρωτοδίκης εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, ἂν ὅμως εἰς ἀπόκεντρόν τι μέρος ἤθελε κενωθῆ θέσις εἰρηνοδίκου, μετατίθεται εἰρηνοδίκης ἄλλος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ὅπως τὴν θέσιν τὴν κεντρικὴν καταλάβῃ ὁ πρωτοδίκης. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ ἐκτοπίζωνται ἐκ τοῦ κέντρου οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ θὰ καταλαμβάνωνται ὑπὸ πρωτοδικῶν ἀπονεμόντων τὴν δικαιοσύνην ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ ἀξία καὶ ἡ παίδευσις αὐτῶν, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως ἡ συνείδησις ὅτι ἡ θέσις εἶναι δοκιμασία διὰ τὰ περαιτέρω, ὅτι ἡ τύχη του θέλει κριθῆ καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης ἴσως ἕνεκα τοῦ μονομελοῦς καθ’ ὑπέρτερον τρόπον καὶ κατ’ ἀκριβεστέραν διάγνωσιν, διὰ νὰ καταλάβῃ τὰς ἀνωτέρας θέσεις (χειροκροτήματα). Ἐνομίσαμεν τοιοῦτον εἰσάγοντες σύστημα ὅτι ἐκ τῶν κανόνων τῆς δικαιοσύνης εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν εὐεργετικήν τινα πρόνοιαν δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἤδη εἰρηνοδικῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἔχει ἐν ἑαυτοῖς τὰ στοιχεῖα τῆς προκοπῆς καὶ προόδου, καὶ διὰ τοῦτο περιελάβομεν εἰδικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ ὑπάρχοντες εἰρηνοδίκαι οἱ ἤδη ὑπηρετοῦντες δικαιοῦνται μέχρι συμπληρώσεως τοῦ 45ου ἔτους τῆς ἡλικίας των νὰ προσέλθωσι καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς συνήθεις διαγωνισμοὺς μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἰσάγονται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῶμεν, διότι ὑπάρχουσιν εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον ἱκανοὶ νέοι ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι δι’ ἔλλειψιν ἄλλου σταδίου κατέφυγον εἰς τὸν κλάδον ἐκεῖνον, θὰ δυνηθῶμεν καὶ διὰ τούτου ἀκόμη τοῦ μέσου νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν τῆς προσηκούσης καταρτίσεως καὶ τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ κλάδου αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι περίπου, καθ’ ὃν χρόνον θ’ ἀποκτήσωμεν τὸν νέον δικονομικὸν κώδικα, τὸν νέον ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, θὰ ἔχωμεν ἕτοιμον τὸ ὑλικόν, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀπεσκοποῦμεν, χωρὶς καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν· νὰ εὐρύνωμεν δηλονότι τὸν κύκλον τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀστικῶν ὑποθέσεων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ποινικῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Ἕκτον ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον εἶναι τὸ «περὶ καταργήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου».
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δόξα τῷ Θεῷ!
§21Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕβδομον ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Βελλειανείου δόγματος καὶ τῆς Νεαρᾶς 134», ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὴν ὑπὸ τῆς γυναικὸς ἀναδοχὴν ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων. Ὄγδοον σχέδιον νόμου εἶναι τὸ «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας αἱ οὕτω μεταρρυθμιζόμεναι εἶναι δευτερευούσης τινὸς σημασίας καταλύουσαι τύπους περιττούς, ἁπλουστεύουσαι ἄλλους. Μία μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐξοχὴν ἐξαίρω καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀφίσταται τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσχυούσης Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Γαλλικῆς Δικονομίας, ἀρχῶν κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἅπαξ ἐπιδοὺς ἔγκλησιν διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ κατ’ ἔγκλησιν διωκόμενα δὲν δύναται πλέον ν’ ἀνακαλέσῃ ταύτην οὐδὲ νὰ σταματήσῃ τὴν πρόοδον τῆς δίκης, διότι ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ αὐτεπαγγέλτως ἐνεργοῦσα ἄγει εἰς φῶς καὶ εἰς πέρας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν ψυχικῇ ὁρμῇ ἴσως καὶ ἀβασανίστως ἠθέλησε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ὁ ἐγκαλέσας. Ἀφίσταται, λέγω, ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις τῶν ἀρχῶν τούτων καὶ εἰσηγεῖται τὰς ἀρχὰς τῆς Γερμανικῆς καὶ εἰδικώτερον τῆς Ἰταλικῆς Δικονομίας, ἥτις ἀναχωρεῖ ἀπὸ ἀντιθέτου ἐκδοχῆς· ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ὁ νομοθέτης ἐνόμισεν ὅτι ὑπάρχουσιν ὡρισμένα ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία δὲν ἐνδιαφέρεται παρὰ μόνον ἂν καὶ καθ’ ὅσον ἐνδιαφέρεται ὁ παθών, καὶ ὅτι δύναται πολλάκις τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Πολιτείας νὰ ἔρχηται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ παθόντος, ὁ ὁποῖος, καίπερ παθών, ἔχει ἴσως συμφέρον νὰ μὴ φέρῃ εἰς φῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε συνέβησαν, καὶ θεωρεῖ συνεπὲς πρὸς τὴν ἐκδοχὴν ταύτην, ἐξ ἧς ἀνεχώρησεν, ὅπως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπεδόθη μήνυσις, παρέχῃ ἡ νομοθεσία τὸ δικαίωμα, ἵνα ὁ ἐγκαλέσας ἀνακαλῇ τὴν δοθεῖσαν ἔγκλησιν. Τοῦτον τὸν θεσμὸν εἰσάγομεν νῦν καὶ ἡμεῖς, ἐπιτρέπομεν δέ, ὅπως ἐπὶ παντὸς τῶν κατ’ ἔγκλησιν διωκομένων ἀδικημάτων ὁ ἐγκαλέσας ἔχῃ δικαίωμα κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς δίκης καὶ κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίου συζήτησιν, μέχρις ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔγκλησιν αὐτοῦ, πληρώνων, ἐννοεῖται, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς δίκης. Ἡ καινοτομία εἶναι οὐσιώδης ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ οὐσιώδης καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Διότι δὲν ἀγνοοῦμεν πάντες οἱ ὁπωσδήποτε οἰκείως ἔχοντες πρὸς τὰ δικαστικὰ πράγματα ὅτι κατ’ οὐσίαν σχεδὸν τὸ αὐτὸ ἐγίνετο καὶ ἤδη μὲ μίαν διαφορὰν ὅτι ἐγίνετο ψευδομαρτυρία, τὸ σοβαρώτερον πάντων, καὶ ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου μὲ τὰ ἔξοδα, πλειστάκις δὲ ἄλλη παρανομία, ἡ παράρριψις τῶν τοιούτων ὑποθέσεων καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν ἀρχείων τῶν ἀνακριτικῶν καὶ τῶν εἰσαγγελικῶν, ἀκριβῶς διότι συμφέρον εἶχε καὶ ἐξεδήλωσεν αὐτὸς ὁ ἐγκαλῶν νὰ μὴ φέρῃ εἰς φῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἅπαξ ἀπεφάσισε καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου προυκάλεσε τῆς Ἀρχῆς τὴν ἐπέμβασιν. Τὸ ἔνατον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἶναι δὲ κεκλημένον νὰ πληρώσῃ κενὸν οὐσιωδέστατον, ἀφορῶν εἰς ἀδίκημα πλῆττον ἰδίως τὰς συναλλαγὰς καὶ ἰδιαίτατα τὴν ἐμπορικὴν τάξιν. Πρόκειται περὶ τῆς καταχρήσεως ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία πλειστάκις παρουσιάσθη ἰδίως κατὰ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγάς, πολλάκις δ’ εὑρέθησαν αἱ Ἀρχαὶ αἱ δικαστικαὶ εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ εἴπωσιν ὅτι πράξεις τοιαῦται ἀφορῶσιν ἀντικείμενα πολιτικῆς διαφορᾶς, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχουσιν ἀνάμιξιν τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια. Καὶ ἐνῷ ἐξοφθάλμως παρίστατο ἐν τῇ συνειδήσει τῇ δικαστικῇ τὸ ἀδίκημα τῆς κλοπῆς, πολλάκις κολοσσιαίας κλοπῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸν πρῶτον λόγον ἔδει νὰ ἔχῃ ὁ εἰσαγγελεύς, ἠναγκάζοντο πολλάκις τὰ Δικαστήρια νὰ παραπέμπωσι πρὸς χλεύην τῆς Δικαιοσύνης τὸ τοιοῦτον πραξικόπημα εἰς τὰ Πολιτικὰ Δικαστήρια. Πλειστάκις παρουσιάσθησαν ἔμποροι λῃστευθέντες ὑπὸ ὑπαλλήλων αὑτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσπράττωσιν ἀπαιτήσεις ὀφειλομένας εἰς τὸν ἔμπορον, εἰσέπραξαν τοιαύτας ἀφορώσας κολοσσιαῖα ποσὰ καὶ κατεχράσθησαν αὐτάς, ὁ δὲ ἔμπορος ἔμεινεν ἐντελῶς ἀπροστάτευτος· διότι ὁσάκις ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον τὰ Δικαστήρια ἀπήλλαξαν τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, χαρακτηρισθείσης τῆς πράξεως ὡς ἀποτελούσης ἀντικείμενον πολιτικῆς διαφορᾶς. Καὶ μόνον ὁσάκις τὸ μέγεθος τοῦ ἀδικήματος προυκάλει ἰδιαιτέρως τὸν ἀποτροπιασμόν, συνέβη ὥστε ἡ δικαστικὴ συνείδησις πιέζουσα τοῦ νόμου τὰ κείμενα ν’ ἀνεύρῃ στοιχεῖα ἀδικήματος ποινικῶς κολαζομένου. Τὸ κενὸν τοῦτο πληροῦται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Δέκατον νομοσχέδιον ὑποβάλλομεν, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ ἀπαγωγῆς. Ἑνδέκατον νομοσχέδιον «περὶ ζωοκτονίας καὶ ζωοκλοπῆς». Τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ εὐθὺς μετ’ ὀλίγον. Ὀφείλω δὲ νὰ ἐξάρω τὴν εἰσαγωγὴν ὡς καθολικοῦ μέτρου, διὰ πᾶσαν ἐπιβαλλομένην ποινήν, τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, ὅπως ὁ καταδικαζόμενος ἐκτοπίζηται ἐπί τινα χρόνον. Δωδέκατον νομοσχέδιον «περὶ μετατροπῆς τῶν μικρῶν ποινῶν κρατήσεως ἢ φυλακίσεως εἰς χρηματικὰς διαφοράς». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει τὴν ἀκόλουθον βάσιν· ἐνέχει πρωτοτυπίαν τινὰ φαινομενικήν, πράγματι ὅμως περιέχει κύρωσιν τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἡ σύγχρονος ἐπιστήμη καὶ αἱ θετικαὶ νομοθεσίαι ἤγαγον. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀκόλουθος· ποιναὶ κρατήσεως ἢ φυλακίσεως ὑπερβαίνουσαι τὴν μίαν ἑβδομάδα, μικρότεραι δὲ τοῦ ἑνὸς ἔτους δύνανται μετὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ ἡμίσεος ἐξ αὐτῶν νὰ μετατραπῶσιν εἰς χρηματικὰς ποινὰς κατ’ αἴτησιν αὐτοῦ τοῦ καταδικασθέντος καὶ ἐν τῇ φυλακῇ διατελοῦντος. Ἡ μετατροπὴ γίνεται, ἀναλόγως βεβαίως τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως τοῦ καταδικασθέντος, τῆς διαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἐν τῇ φυλακῇ — ἐννοεῖτε ὅτι ἐξαιρεῖ τοὺς καταδικαζομένους ἐπὶ ζωοκλοπῇ καὶ ζωοκτονίᾳ (ἐπιδοκιμασίαι) —· γίνεται ἡ μετατροπὴ εἰς χρηματικὴν ποινὴν ὁριζομένην ἀπὸ τριῶν δραχμῶν μέχρις 75 καθ’ ἡμέραν κρατήσεως ἢ φυλακίσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, στηρίζεται εἰς τὰς ἀκολούθους δικαιολογικὰς ἀντιλήψεις. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκθέσω τὰς δικαιολογικὰς βάσεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθην, καὶ τὴν δικαιολογικὴν ἄποψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἰσχύει πολλαχοῦ καὶ εὐδοκίμως λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως· ἐκεῖνος ὁ θεσμός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κατάδικος, ὁ ὁποῖος ἀπέτισε τὰ ⅔ τῆς ποινῆς, δύναται ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους ν’ ἀπολυθῇ ἢ νὰ χαρισθῇ εἰς αὐτὸν τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς. Ὁ θεσμὸς οὗτος, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, καὶ ἰδίως ὡς ἐνεστώτως ἔχουσι τὰ τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ· ἐν τούτοις εἶναι ἀξία παρατηρήσεως ἡ ἀρχή, ἀπὸ τῆς ὁποίας δικαιολογεῖται, ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους μετὰ τὴν καταδίκην χαρίζεται ἐντελῶς τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς, χαρίζεται τὸ τρίτον τῆς ποινῆς. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς ἄλλην νομοθετικὴν ἀντίληψιν, τὴν νομοθετικὴν ἀντίληψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν σκοπιμώτερον ἐκρίθη καὶ δραστικώτερον διὰ τοὺς ἀδικοπραγοῦντας αἱ ποιναὶ διὰ τὰ ἐλαφρὰ ἀδικήματα, αἱ ἐλαφραὶ ποιναὶ νὰ μὴ στρέφωνται εἰς στέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ νὰ εἶναι χρηματικαὶ ποιναί. Ἀρχὴ ἡ ὁποία εὗρε κύρωσιν εἰς τοὺς νεωτέρους Ποινικοὺς Νόμους, ἀρχὴ ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως θέλει ἐπικρατήσει καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἀρχὴ ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ἀπὸ τοῦδε, διότι θὰ πλήξῃ πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπερ ὑποθέτει κανονικὴν αὐτοῦ ἐν συνόλῳ ἀνακάθαρσιν. Εἶναι ὅμως οὐσιώδης ἡ ἀντίληψις τῆς σκοπιμότητος, ὅπως αἱ μικραὶ ποιναὶ μὴ ὦσι στερητικαὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Συνδυάζοντες τὰς ἀντιλήψεις ταύτας ἐμορφώσαμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ προσήκοντος ὁρίου, ἐὰν κατελήγομεν εἰς τὸ σημεῖον ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ ποινῆς ἀπὸ μιᾶς ἑβδομάδος μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἀπέτισε δὲ ὁ εἰς ταύτην καταδικασθεὶς τὸ ἥμισυ, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μετατροπὴ τοῦ ὑπολοίπου χρόνου εἰς χρηματικὴν ποινήν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ μετατροπὴ αὕτη θὰ γίνῃ, ἐὰν θέλῃ καὶ συμφωνήσῃ ὁ καταδικασθεὶς πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίσῃ ὁ εἰσαγγελεύς. Εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπέρχεται διαφωνία μεταξὺ τοῦ καταδικασθέντος καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, ἀποφαίνεται τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὁριστικῶς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, εἶναι προωρισμένον ἐν συναφείᾳ μετὰ δύο ἄλλων ὑποβεβλημένων ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, τοῦ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν καὶ τοῦ περὶ προφυλακίσεως, νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποδίκων μὲν κατὰ πολύ, τῶν δὲ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐν γένει κρατουμένων κατὰ σημαντικὸν ἐπίσης ἀριθμόν.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι κρατοῦνται;
§23Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοὺς 950 εἶναι οἱ προφυλακισμένοι. Ἐφαρμοζομένων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, θέλει κατασταθῇ δυνατὸν ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ, 650 περίπου ἐκ τῶν ὑποδίκων οἱ μὲν ἄνευ ἐγγυήσεως, οἱ δὲ διδομένης ἐπαρκοῦς ἐγγυήσεως, ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ν’ ἀπολυθῶσιν. Ἐπίσης οἱ ἄλλοι δύο θεσμοὶ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν, περὶ τῆς ὁποίας πραγματεύεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ὑποβεβλημένον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ μετατροπῆς τῶν μικρῶν ποινῶν, εἶναι προωρισμένα τοὺς ἐλαφροποίνους καταδίκους νὰ ἐλαττώσωσιν ἐπαισθητῶς. Ἡ συμπλήρωσις θὰ γίνῃ διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ φυλακῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕτοιμα καὶ προσεχῶς θὰ ὑποβληθῶσι. (Ἐπιδοκιμασίαι). Τελευταῖον τῶν σήμερον ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, δέκατον τρίτον, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων. Ἐλάβομεν ἤδη πρόνοιαν, Κύριοι, περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Ἀθήναις πρὸς ἐγκατάστασιν πάντων τῶν Δικαστηρίων, προεκηρύξαμεν δὲ διεθνῆ διαγωνισμὸν πρὸς ἐκπόνησιν τῶν ἀπαιτουμένων σχεδίων, καὶ ἐμεριμνήσαμεν, ὅπως λάβῃ τὸ μέτρον τοῦτο τὴν προσήκουσαν διαφήμισιν. Ἔχομεν δὲ ἤδη πλήρεις γνωστοποιήσεις ὅτι εἰς πάντα σχεδὸν τὰ Εὐρωπαϊκὰ κέντρα, ὅπου ἡ τέχνη ἀκμάζει, διεφημίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ τελειότερον καὶ ἀρτιώτερον τῶν σχεδίων. Ἐν καιρῷ θέλει ὑποβληθῆ βεβαίως ἴδιον νομοσχέδιον προνοοῦν καὶ κανονίζον τὰ περὶ τούτου, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τῆς ἀνεγέρσεως. Ἀλλὰ παραλλήλως ἐλάβομεν πρόνοιαν καὶ περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν μεγάρων πανταχοῦ τοῦ Κράτους. Πῶς ἔχουσι τὰ περὶ τούτου ἴσως δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς. Ὑπῆρχε κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέου Συγγροῦ πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις, ὅπου δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα· διετέθη δὲ τοῦτο καὶ ἀνηγέρθησαν δικαστικὰ μέγαρα εἰς τὴν Ἄμφισσαν, ὅπου ἐδαπανήθησαν 130.000, εἰς τὸ Ναύπλιον, ὅπου ἐδαπανήθησαν 310.000 δραχμῶν, εἰς τὴν Χαλκίδα, ὅπου ἐδαπανήθησαν 200.000 δραχμῶν, εἰς Λαμίαν, ὅπου περίπου τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐδαπανήθη, καὶ εἰς τὸν Βόλον, ὅπου ἔχει δαπανηθῆ μέχρι σήμερον ποσὸν 70.000 δραχμῶν, ὑπολείπεται δὲ καί τι ποσὸν πρὸς συμπλήρωσιν. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀνεγερθέντων τούτων δικαστικῶν καταστημάτων ὑπάρχουσι δικαστικὰ καταστήματα δημόσια ἐν Σπάρτῃ, Κερκύρᾳ καὶ Καρδίτσῃ. Εἰς πάντα τὰ λοιπὰ μέρη ἡ Δικαιοσύνη στεγάζεται εἰς μίσθια καταστήματα, τῶν ὁποίων ἡ κατάστασις εἶναι γνωστή, ἴσως δὲ εἶναι γνωστὴ καὶ ἡ δαπάνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται τὸ Δημόσιον. Ἡ δαπάνη δέ, δύναμαι νὰ εἴπω, Κύριοι, εἶναι τερατώδης ἀπέναντι τῆς παροχῆς, ἡ ὁποία χορηγεῖται εἰς τὸ Δημόσιον· ἐὰν δ’ ἦτο δυνατὸν εἰς ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν ἤδη νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας, ἐὰν ἦτο δυνατὸν καὶ ταύτας τὰς συμβάσεις τὰς περὶ μισθώσεως νὰ ὑπαγάγω, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου λύσις τῶν αἰσχροκερδῶν μισθώσεων. Διότι τὰ μισθώματα, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ Κράτος δι’ ἐρείπια μεμισθωμένα, εἶναι τερατώδη ἀπένατι τῆς ὠφελείας τῆς ἀληθοῦς, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ταῦτα.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἀντικαταστάσεώς των;
§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς τὸ Κράτος δεσμεύεται διὰ συμβάσεων πολυετῶν. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἑπτάμηνον χρονικὸν διάστημα συνέβη νὰ λήξῃ ἡ μίσθωσις ἐνίων ἐκ τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, δυστυχῶς ἐκ τῶν κατωτέρων. Ἐγένετο ἐνέργεια δημοπρασίας πρὸς νέας μισθώσεις. Κατὰ ταύτας ἀφωρμήθην ἐκ τῆς ἀφετηρίας ὅτι ἡ παροχὴ πρὸς τὸ Δημόσιον δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀντιπαροχήν, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον χορηγεῖ. Καὶ διὰ τοῦτο πάσας ἐν γένει τὰς προκηρύξεις ἔκαμα διὰ ποσὰ πολὺ χαμηλότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον πρότερον εἰς τὰς ληξάσεις μισθώσεις. Σχεδὸν πανταχοῦ, Κύριοι, ἐπετύχομεν ἐκπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκύρωσαν τὰς ἀντιλήψεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς. Διότι πανταχοῦ σχεδὸν ἐπετύχομεν ἐκπτώσεις 25, 30, 45, πολλαχοῦ καὶ 50 τοῖς ἑκατόν, θ’ ἀπορήσητε δὲ μανθάνοντες ὅτι καὶ εἰς 60% ἀνῆλθον αἱ ἐκπτώσεις, τὰς ὁποίας ἐπετύχομεν. Εἶναι δ’ ἄξιον σημειώσεως ὅτι αἱ νέαι ἐνοικιάσεις πολλάκις ἐγένοντο εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ καταστήματα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ τέως ὑπῆρχον, καὶ ἐγένοντο πολλάκις δι’ ἑκουσίας προσφορᾶς καὶ δι’ ἑκουσίας ὑποτιμήσεως, εὐθὺς ὡς ἐσχηματίσθη παρὰ τοῖς ἐκμισθωταῖς πεποίθησις ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ γεγενημένον. Ὡς ἔχουσιν ἤδη τὰ πράγματα, Κύριοι, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐτησίως πληρώνει τὸ Κράτος δι’ ἐνοίκια δικαστικῶν καταστημάτων, ἀνέρχεται εἰς 175,000 δραχμῶν. Ὑπολογισμοί τινες ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν διά τινος οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ Κράτος τὴν ἵδρυσιν ἰδίων δικαστικῶν καταστημάτων, ἰδίων δικαστικῶν κτιρίων, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ στεγασθῇ ἡ δικαιοσύνη, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ σκοπεῖ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἑκάστου δικαστικοῦ μεγάρου εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα, συνομολογῇ χρεολυτικὸν δάνειον, ἑκάστοτε δὲ ἀναγράφῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὴν ἀπαιτουμένην χρεολυτικὴν δόσιν. Τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἴδητε εἰς τὸ σήμερον διανεμόμενον. Τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξάρω, εἶναι τοῦτο· ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ὃν εἰσηγούμεθα, θὰ κατασταθῇ δυνατὸν προϊόντος τοῦ χρόνου ν’ ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος ἰδιόκτητα δικαστικὰ μέγαρα, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέας δαπάνας, τοὐναντίον δὲ μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τῶν δικαστικῶν τούτων μεγάρων ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν περαιτέρω ἐνοικίων. Ἴσως μάλιστα ἡ σπουδαιοτέρα ἄποψις δὲν εἶναι ἡ οἰκονομική· ἴσως ἡ σπουδαιοτέρα ἄποψις εἶναι ἐκείνη, ἥτις καὶ πανταχοῦ ἐνομίσθη τοιαύτη, ἡ τῆς ἐξωτερικῆς εὐπρεποῦς παραστάσεως τῶν Δικαστηρίων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁπλῶς καλαισθητικὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν κοινῶς λαμβανομένην, ἀλλ’ ἐπιδρᾷ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν πολιτῶν ἐν γένει, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τῶν διαδίκων, καὶ πανταχοῦ ἐθεωρήθη ὅτι συνδέεται στενῶς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀρτίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Τσαξίρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, ἥτις θ’ ἀποσταλῇ πρὸς ἐκτύπωσιν. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 91 (ἐκ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς) (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ἄρθρον 91 δύναται ὀρθότερον νὰ διατυπωθῇ ὅπως ἀναγράφεται εἰς κείμενον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτάς, μὴ φέρον δὲ τὴν ὑπογραφήν τινος. Νομίζω ὅτι διενεμήθη εἰς πάντας. Κατὰ τὴν διατύπωσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἀναστολὴ καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν περίστασιν πολέμου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίστασιν τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως κατὰ τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω τῳόντι ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, δι’ εἰδικοῦ ἑκάστοτε νόμου, ἐπιτρέπηται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς ἐν καιρῷ πολιορκίας καὶ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐκτάκτων Δικαστηρίων, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐνταῦθα οἱ αὐτοὶ λόγοι, ὅπως ἐπέρχωνται οἱ περιορισμοὶ οὗτοι, ἰδίως εἰς τὰ μέρη, ὅπου πρόκειται νὰ γίνῃ συγκέντρωσις στρατιωτική. Κατὰ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ, γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως γένηται δεκτὸς κατ’ ἀρχὴν ὀργανικὸς νόμος ῥυθμίζων τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ συγχρόνως ὁρίζεται ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου κατὰ κανόνα μόνον δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ χωρήσῃ, καὶ μόνον ἐν περιπτώσει πολέμου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι παροῦσαι, τότε δύναται διὰ Β. Διατάγματος προσυπογραφομένου ὑπὸ πάντων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ὑπάρχωσι καὶ ποινικῶς ὑπεύθυνοι ἀπέναντι αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὴν δευτέραν ταύτην περίστασιν λαμβάνεται ἡ ἐγγύησις ὅτι διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ, συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, ὅπως ἀποφανθῇ αὕτη εἴτε περὶ τῆς διαρκείας εἴτε περὶ τῆς ἄρσεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐλήφθησαν. Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ὥριζεν ὅτι ἡ παράτασις ἢ ἡ ἄρσις τῶν μέτρων τῶν διαταχθέντων διὰ Διατάγματος θὰ γίνηται διὰ νόμου· ἀλλὰ τοῦτο εἶχε τὸν κίνδυνον ὅτι καθίστα κριτὴν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἠδύνατο αὕτη νὰ μὴ ἐγκρίνῃ διὰ κυρώσεως τὸν ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμον καὶ ἑπομένως νὰ διατηρήσῃ τὴν ἰσχὺν τῶν ἐξαιρετικῶν τούτων μέτρων. Ἀλλὰ περαιτέρω προτείνεται καὶ αὐτὴ ἡ ἐγγύησις, ἀκόμη διὰ τὴν περίστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέτρα ἐλήφθησαν ὄχι ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει, ἀλλ’ ἐν ἐπιστρατεύσει, ὅτι δηλ. εἴτε διὰ Διατάγματος ἐπεβλήθησαν καὶ διὰ πράξεως τῆς Βουλῆς ἐκυρώθησαν, εἴτε ἀπ’ εὐθείας διὰ νόμου ἐθεσπίσθησαν, ἀποβάλλουσι τὴν ἰσχὺν αὐτῶν αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς των διάστημα, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν διὰ πράξεως τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας θὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως διατυποῦται. Μόνον μία μικρὰ τροποποίησις παρακαλῶ νὰ γίνῃ· ἀντὶ «δέον νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ» νὰ λεχθῇ «συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ». Ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «δέον» ἐκ τοῦ γʹ. ἐδαφίου.
§29Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἀπαύγασμα ἀνάγκης σκληρᾶς παριστᾷ ἡ πρότασις αὕτη περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τῶν παρεχόντων τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, αἵτινες κρίνονται ἀναγκαῖαι κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τὸ σκληρὸν τοῦτο μέτρον ἐπιβάλλεται πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως περιστείλῃ κυριώτατα δύο στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀναφαίνονται καὶ κυριαρχοῦσιν ἰδιαίτατα κατὰ τὴν περίπτωσιν πολέμου, δηλ. πρῶτον τὴν χαλάρωσιν καὶ ἀπόσβεσιν τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλαλληλίας, τὴν ὁποίαν γεννᾷ ἰδίως ἡ θέα τῶν ἀθρόων δυστυχημάτων καὶ ἡ συνεχὴς ὡς εἰπεῖν ἐπικοινωνία μετὰ τοῦ θανάτου καὶ δεύτερον καὶ τὴν περιφρόνησιν τοῦ φόβου τῆς τιμωρίας, τὴν προξενουμένην ὡς ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος περὶ τοῦ μέλλοντος ἔτι καὶ τοῦ προσεχεστάτου. Τὰ δύο λοιπὸν ταῦτα, πρῶτον τὴν χαλάρωσιν τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλαλληλίας καὶ δεύτερον τὴν ἀφοβίαν πρὸς τὴν τιμωρίαν, πρόκειται νὰ πατάξῃ τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο κρίνεται δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις αὕτη. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιστρατείαν. Κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, εἰς ὃν μετέσχον, εἶδον τὰ ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐλλείψεως τοιαύτης συνταγματικῆς προνοίας, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν δὲν ὑπάρχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι, διότι αἱ ἐπιστρατεῖαι δὲν παράγουσιν οὔτε τὴν ἐξαγρίωσιν τῶν ἠθῶν οὐδὲ τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐπικειμένης τιμωρίας· ὥστε θὰ ἐξέφραζον τὴν γνώμην, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν πολέμου. Ἀντὶ ὅμως τούτου θὰ παρεκάλουν, ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω γνώμην ἄλλην ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ὅτι δηλ. ὑπάρχουσι δύο ἄλλαι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτηθῇ ὅμοιον μέτρον αὐστηρόν, ἤτοι ἀναστολὴ τῆς ἰσχύος τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Πρώτη ἡ περίπτωσις πανδημίας χολέρας ἢ πανώλους, καθ’ ἥν, ἐν ᾧ ὁ θάνατος θερίζει καὶ ἡ συμφορὰ γενικεύεται, τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα προάγονται εἰς τελείαν περιφρόνησιν τῆς ζωῆς τοῦ ἄλλου, τιθέμενα ἐκτὸς παντὸς νόμου ἠθικοῦ καὶ φυσικοῦ, ἔτι δὲ ἀποκτῶσι καὶ ἀφοβίαν πρὸς τὴν τιμωρίαν, ἡ ὁποία ἐν τοιαύταις ἡμέραις φαίνεται εἰς αὐτοὺς τοσοῦτον ἀμφίβολον ἂν θὰ δυνηθῇ ποτε νὰ ἐξασκηθῇ· καὶ δευτέρα ἡ περίπτωσις θεομηνίας, ἰδίως σεισμοῦ καταστρεπτικοῦ. Ὡς παράδειγμα τούτου ἐναργὲς ἔχομεν τὸν κατὰ τὸν τελευταῖον σεισμὸν τῆς Σικελίας συμβάντα, ὅτε στοιχεῖα κακοποιὰ ἐλῄστευον ἡμιθανεῖς ἀνθρώπους, ἀπέκοπτον δακτύλους, ὅπως ἀφαιρέσωσι τὰ δακτυλίδια κ.ο.κ. Τότε δὲ καὶ ἠναγκάσθη ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Τὸ ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν ὑπόκειται εἰς τὸν διττὸν τοῦτον κίνδυνον τῆς πανδημίας καὶ τῆς θεομηνίας, τοῦτο γνωρίζομεν πάντες. Διὸ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὅπως ἀντὶ τῆς ἐπιστρατείας ὁρισθῇ ἡ περίπτωσις πανδημίας καὶ θεομηνίας διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσχύος τῶν ἐν λόγῳ ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Οὐδ’ εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ νομισθῇ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ χρησιμοποιήσῃ περίπτωσιν τοιαύτην πρὸς ὑπονόμευσιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου.
§30ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀναφορικῶς εἰς τὸ ἄρθρον 91ον τοῦ Συντάγματος, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ τὸ ἀπαράδεκτον λόγῳ τῆς μεταρρυθμίσεως θεμελιωδῶν διατάξεων, διότι, ἐὰν ὑπάρχωσι θεμελιώδεις διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀναμφισβητήτως πρωτίστως θεμελιώδεις εἶναι αἱ ἀφορῶσαι τὰ δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων. Τοῦτο ἀναγνωρίζεται καὶ ὑπὸ τῶν ἡμετέρων συγγραφέων καὶ ὑπὸ τῶν ἀλλοδαπῶν, καίτοι εἰς τὰ ἄλλα Συντάγματα δὲν γίνεται διάκρισις θεμελιωδῶν καὶ μὴ διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὰ δημόσια δίκαια θίγουσιν ὕψιστα προσωποπαγῆ δικαιώματα, προϋπάρχοντα καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος ἀκόμη. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀντιτάξω τὸ ἀπαράδεκτον ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τούτων, διότι ἡ μὴ ἐπέκτασις τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν εἰς μεταρρυθμίσεις θεμελιωδῶν διατάξεων ἀπέρρευσεν ἐξ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἐξ ἄλλου τινὸς ἐξωτερικοῦ τύπου. Ὡς ἐκ τούτου δύναται, νομίζω, νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη καὶ νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις ἡμῶν καὶ ἐπὶ θεμελιωδῶν διατάξεων χωρὶς νὰ γίνῃ ἐπανάστασις. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἀντιτάσσω, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τῶν τροπολογιῶν τούτων τὸ θεμελιῶδες καὶ συνεπῶς τὸ ἀπαράδεκτον, οὐσιαστικῶς ὅμως θὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν πολέμου ἀκόμη εἶναι λίαν ἀμφισβητούμενον ἂν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ κατάργησις ἢ ἡ ἄρσις τῶν προστατευουσῶν θεμελιώδη δίκαια διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζων ὅτι εἰς περίπτωσιν πολέμου ὑπέρτατον συμφέρον τῆς Πολιτείας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν προσωρινὴν ἄρσιν τῶν διατάξεων αὐτῶν δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἐν περιπτώσει πολέμου, ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐπιστρατεύσεως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς θεωρεῖται τόσον ἀναγκαία ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, διότι, ὁτιδήποτε καὶ ἂν ἤθελε συμβῆ, οἱ ὑπάρχοντες νόμοι καὶ αἱ ὑπάρχουσαι καθεστηκυῖαι ἀρχαὶ εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως προστατεύωσι τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας. Οἱαδήποτε ἐξέγερσις καὶ ἂν ἤθελε συμβῆ, ἡ καταστολή της διὰ τῆς ἐνόπλου δυνάμεως θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ χωρὶς νὰ προσκόψῃ εἰς τὰ ἀνεγνωρισμένα δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων. Ὅταν δὲ δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐξέγερσις δεινὴ κατὰ τῆς ἐννόμου τάξεως, τότε οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ν’ ἀνασταλῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν σύστασιν τῶν Δικαστηρίων, τὰς ποινάς, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι κτλ., οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ καταργηθῶσι πάντα ταῦτα τὰ θεμελιώδη δίκαια, ἅτινα ἐξασφαλίζουσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν τυραννικῶν ὑπερβασιῶν τῆς καθεστηκυίας ἀρχῆς, ἥτις, ἂν ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ ὑπὸ συζήτησιν τροπολογία, θὰ ἠδύνατο, καλοῦσα τοὺς ἐφέδρους εἰς ἐπιστράτευσιν, νὰ καταλύσῃ τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προστατευομένας προσωπικὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, νὰ καταργήσῃ τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐρχόμεθα καὶ ἀναγνωρίζομεν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τὸ δυνατὸν μόνον εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, εἶναι ἐντελῶς σόλοικον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν στρατιωτικῶν Δικαστηρίων, διότι τίποτε ἄλλο δὲν προτείνεται εἰμὴ ἡ μετάθεσις εἰς δεδομένας περιστάσεις τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς καὶ τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια. Ὁ κ. Μέρμηγκας, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐτάχθη ἐναντίον τῆς κηρύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, ὑπεστήριξε τὸ ἐπιτρεπτὸν τῆς κηρύξεως αὐτοῦ ἐν περιπτώσει εἴτε πανδημίας εἴτε θεομηνίας. Ἀλλ’ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι εἰς περίπτωσιν σεισμοῦ, ὅταν ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας καὶ ἡ κατάργησις τῆς ἐννόμου τάξεως πλήρης, ὡς ἐκ τῆς ψυχικῆς ταραχῆς τῶν ἀνθρώπων ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου δὲν δύναται ν’ ἀποτρέψῃ τὰ ἀδικήματα. Πάντοτε θὰ ἔλθῃ βοηθὸς ὁ νόμος τῆς ἐννόμου τάξεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὁπότε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου εἶναι περιττή, ὁπότε τὰ τακτικὰ Δικαστήρια εἶναι ἱκανά, ὅπως ἐπαναφέρωσι τὴν τάξιν, ὅπως καταστήσωσι σεβαστὸν τὸν νόμον, χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη τῆς καταργήσεως τῶν ἐγγυήσεων τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν, διότι οἱ ἰσχύοντες νόμοι ἐπιτρέπουσι τὴν λῆψιν συντελεστικῶν μέτρων πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἀδικημάτων καὶ τιμωρίαν τῶν ἀδικούντων. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἐναντίον πάσης ἐπεκτάσεως ἐφαρμογῆς τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ἐκτὸς εἰς περίπτωσιν πολέμου καὶ πάλιν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τροποποιήσεως τῆς διατυπώσεως τοῦ σχεδίου, διότι ὡς ἔχει ἐπιτρέπει ἐν περιπτώσει κηρύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου τὴν σύστασιν Δικαστηρίων ἄνευ νόμου, ἐπίσης τὴν ἄνευ νόμου ἐπιβολὴν ποινῆς, ὅπερ, εἶμαι βέβαιος, δὲν ἐσκόπουν νὰ προτείνωσιν οἱ συντάξαντες τὸ σχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προβαίνω εἰς ἀντίκρουσιν τοιαύτης τινὸς ἐννοίας τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ἥτις ἤθελεν εἶσθαι τερατώδης.
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθὼς φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου συζήτησις θὰ διεξαχθῇ καὶ θὰ λήξῃ οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον καὶ μετὰ τῆς προσοχῆς, ὥστε νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀντιλήψεις ἐκεῖναι...... μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἐμή· καθὼς φαίνεται, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς συνήθως φθάνομεν, ὥστε νὰ μὴ ἐπιδοκιμάζηται τὸ πρᾶγμα ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες σκέπτονται..... ὡς συμβαίνει νὰ σκέπτωμαι καὶ ἐγώ. Ἔχω ἀνάγκην πρὸ παντὸς νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ πρὸ δύο ἡμερῶν, ὅτι πρῶτον καθῆκον πάντων ἡμῶν ἐνταῦθα εἶναι μετὰ σοβαρότητος καὶ νὰ λέγωμεν καὶ ν’ ἀκούωμεν. Ἔχω ἀνάγκην πρῶτον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου: πρόκειται περὶ διατάξεως συνταγματικῆς, ἥτις σπανίως, σπανιώτατα θὰ τυγχάνῃ ἐφαρμογῆς, εἰς περιστάσεις ἐντελῶς ἐξαιρετικάς. Δὲν πρόκειται νὰ ῥυθμισθῇ μία συνήθης κατάστασις πραγμάτων· προβλέπει ἡ διάταξις περὶ περιστάσεων, αἵτινες ἐξαιρετικῶς παρουσιάζονται εἰς τὸν βίον τῶν λαῶν, τῶν σημερινῶν μάλιστα. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται περὶ περιστάσεων ἐξαιρετικῶν, ἐξαιρετικαὶ πιθανὸν νὰ εἶναι καὶ αἱ καταχρήσεις. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ φανῇ παράδοξον εἴς τινα ἂν ἀναπτυχθῶσι περιστάσεις ἐξαιρετικαί, καθ’ ἃς κατάχρησις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα φοβερά, ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν θὰ εἶναι ἄλλος παρὰ ἡ κατάργησις τοῦ πολιτεύματος, ἥτις εἶναι κίνδυνος νὰ ἐπέλθῃ ὁριστική. Διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, κυριώτατα ἓν ἐλεύθερον πολίτευμα κινδυνεύει κατὰ ἕνα πόλεμον ἢ μετὰ ἕνα πόλεμον. Συνέβη καὶ τὸ ἀντίθετον, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἀντίθετον. Ἀλλὰ συνέβη πολλάκις καὶ θὰ συμβαίνῃ ὡσαύτως καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Δι’ ἐκείνους, κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες συνέβη νὰ παρακολουθήσωσιν ὅλην τὴν φανεράν, ἀλλὰ καὶ μυστικὴν κίνησιν παρ’ ἡμῖν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι διεξήγοντο συνεννοήσεις ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, συνεννοήσεις σπουδαῖαι καὶ σοβαραί, καὶ κατηρτίζοντο σχέδια σπουδαιότατα νὰ καταλυθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα. Ἐὰν ἡ ἀνόρθωσις ἐλάμβανε τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε νὰ λάβῃ, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀνεγνώριζεν ὅτι εἶναι Συνέλευσις Συντακτική, βεβαιότατα θὰ εἴχομεν καθῆκον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ν’ ἀποκαλύψωμεν πάντα ταῦτα καὶ θὰ ἠδυνάμεθα εὐχερῶς ν’ ἀποδείξωμεν τὰ τότε τεκταινόμενα.
§32Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ τώρα διατί;
§33Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζητε τέλος πάντων!
§34Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὅταν λέγῃς μίαν ἀλήθειαν, νὰ τὴν ἀκούωμεν.
§35Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τὴν ἀκούσητε. Δὲν σημαίνει ὅμως τίποτε νὰ τὴν ἀκούσητε ὑμεῖς καὶ νὰ τὴν εἴπω ἐγώ, κύριε συνάδελφε.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι σχῆμα ῥητορικόν.
§37Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι σχῆμα ῥητορικόν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω, ἦσαν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ πάντα τὰ ἄλλα συνετέλεσαν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις.
§38Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἦσαν τόσον μεγάλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τολμήσωσιν;
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πολὺ μεγάλοι!
§40Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ οὐδένα κίνδυνον θὰ διέτρεχον;
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ οὐδένα κίνδυνον θὰ διέτρεχον. Καὶ ἦσαν ἐκεῖνα, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ὁποῖα κυριώτατα συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ὑπάρχῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις.
§42Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ καταγγείλωσι κάτι τι σχετικὸν πρὸς τὰ τότε, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς κατεδιώχθησαν, ἀτυχῶς, καὶ ἐφυλακίσθησαν καὶ ἄλλα ἔπαθον.
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι, ἐὰν παρηκολουθεῖτε τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου καὶ Σεπτεμβρίου, πάντες ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἴχετε πεισθῆ, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων, ὅστις παρουσιάσθη εἰς ἡμᾶς τότε, ὥστε νὰ πολεμήσωμεν τὸν σχηματισμὸν μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ νὰ στέρξωμεν, ὅπως συνδράμωμεν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἦτο πολὺ συγγενὴς πρὸς ὅσα εἶπον πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου. Οὐδεμίαν, Κύριοι, παρέχουσιν ἐγγύησιν αἱ διατάξεις περὶ εἰδικῶν νόμων· οὔτε ἐλαχίστην ἐγγύησιν παρέχουσιν οἱ νόμοι οὗτοι, οὔτε ἐλαχίστην παρέχει ἐγγύησιν μία Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἔρχηται κατὰ τὰς προβλεπομένας ἐν τῇ διατάξει περιστάσεις καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ λέγηται ὅ,τι καὶ σήμερον συχνά: —«Τί θέλετε νὰ πράξωμεν; Νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις; Νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ χάους;». Πάλιν τὸ χάος θὰ παρουσιάζηται! Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὑπῆρξαν περιστάσεις σήμερον, κατὰ τὰς ἐργασίας ἡμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐψήφισαν Βουλευταὶ συνταγματικὰς διατάξεις οὐχὶ ἐντελῶς σύμφωνα πρὸς τὴν συνείδησίν των, διότι: «χάος!». Φαντασθῆτε πόσον ἀπειλητικώτερον θὰ παρουσιάζηται τὸ χάος ἐν ἡμέραις γενικῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ πολέμου. Καὶ πάλιν ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί. Πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων. Μία περίστασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποφασίζει περὶ τῆς μελλούσης τύχης ἑνὸς ἔθνους· μία ἡμέρα πολλάκις, μία ὥρα ἴσως εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν ἀποφασίζεται ἡ τύχη ἑνὸς λαοῦ καθ’ ὁλοκλήρους αἰῶνας· καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις νὰ φθάνωμεν ἐκ μηδαμινῶν αἰτίων. «Κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἀδελφέ, πάντες ἐκάθηντο εἰς τὰς τραπέζας τῶν καφενείων καὶ κατήρτιζον σχέδια στρατηγικά! Αὐτοὶ ἤθελον ξύλον! ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς συλλάβῃ ἀπὸ τοῦ ὠτίου καὶ νὰ τοὺς τυφεκίσῃ!». Καὶ διότι εὑρίσκοντο ἄνθρωποί τινες ἀδολεσχοῦντες, ἄνθρωποί τινες ἐπιπόλαιοι, ἄνθρωποί τινες παρασυρόμενοι ἐκ τούτου ἢ ἐκείνου καὶ ἐχάρασσον τὰς ἀθῴας ἐκείνας καὶ ἀκινδύνους ἐν πάσῃ περιπτώσει γραμμάς, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταρτίζωμεν τοιαύτας συνταγματικὰς διατάξεις; Ἀλλὰ λέγουσιν ἄλλοι· «ἐν Θεσσαλίᾳ γνωρίζετε τί συνέβη; Μίαν ἡμέραν εἰς τὸ χωρίον τὸ ἰδικόν μου ἐκλάπησαν δεκαπέντε βόες· εἰς ἓν ἄλλο χωρίον εἴχομεν μάθει ὅτι τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐκλάπησαν πέντε ἵπποι». Καὶ διὰ τοῦτο, διότι ἔγιναν κλοπαί τινες, πρέπει νὰ καταρτίσωμεν τοιαύτας συνταγματικὰς διατάξεις; Καὶ λέγουσιν ἄλλοι· «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ποῖα ὄργια διεπράχθησαν ὑπὸ τῶν λεγομένων σταυραετῶν!». Καὶ διότι κατήλθομεν εἰς ἕνα πόλεμον παντελῶς ἀσύντακτοι καὶ ἀπαράσκευοι καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀστυνομία τοῦ στρατεύματος, ἀστυνομία, περὶ τῆς ὁποίας προβλέπουσιν οἱ κανονισμοὶ πάντων τῶν στρατῶν, καὶ ἐγένοντο τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ ἀνοχὴ τοῦ Κράτους, ἀνεχομένου τὴν «Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν» ἐπὶ ἔτη, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ φαντασιοπληξία μερικῶν ἀνθρώπων ὅτι θ’ ἀνατρέψωσι τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης, ἐξαποστέλλοντες ὁμάδας τινὰς ἀνταρτῶν, ἢ ἡ ἀσυνειδησία μερικῶν ἀντιπολιτευομένων μὴ προϋπολογιζόντων πάντως καὶ τούτων τὰ ἐνδεχόμενα τρομερὰ ἀληθῶς ἀποτελέσματα, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα πῶς πρέπει νὰ καταρτίσωμεν καὶ τὸ σημερινὸν Κράτος καλλίτερον καὶ τὸν μέλλοντα στρατὸν ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ καταρτίζωμεν τοιαύτας συνταγματικὰς διατάξεις; Ποία εἶναι ἡ διάταξις, κύριοι Βουλευταί; Ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως ταύτης; Ἀναστέλλεται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὸ μέρος τοῦ πολιτεύματος τὸ ῥυθμίζον καὶ ἀσφαλίζον τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας. Ποῖον εἶναι τὸ τέταρτον ἄρθρον; «Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος». Δηλαδή, ἐὰν ἀνασταλῇ ἡ διάταξις τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5, τὸ ὄργανον τῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζῃ ὁ εἰδικὸς νόμος, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ὅταν θελήσῃ, νὰ συλλαμβάνῃ πάντα πολίτην.
§44Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὅταν θέλωσι πολλοί, θὰ δύνανται νὰ τὸ κάμωσιν.
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἔχει οὕτως: «Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου δικαστοῦ». Ποίου εἴδους Δικαστήριον θὰ ὁρίσῃ αὐτὸς ὁ εἰδικὸς νόμος, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτίσῃ μία Βουλή, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ λέγηται ἴσως μόνον «θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ χάους», ἀλλ’ ἥτις καὶ θὰ εὑρίσκηται ἴσως ἐν μέσῳ λογχῶν; Ποίου εἴδους Δικαστήριον θὰ εἶναι; Τὸ Δικαστήριον τοῦ φρουράρχου καὶ ὑποφρουράρχου τῆς Βουλῆς; Ποῖον θὰ εἶναι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο; Ὁ ἀστυνόμος ἑνὸς τμήματος; Ὁ ὑποφρούραρχος τῆς πόλεως θὰ εἶναι; Ποῖον θὰ εἶναι τὸ Δικαστήριον; Τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζῃ ὁ εἰδικὸς νόμος! Ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκηται ἐν καταστάσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀπειλῆται ὑπὸ χάους, βεβαίως δὲν θὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον νόμον. Καὶ ἀναμφιβολώτατα ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ μὴ ἀπειλουμένη ὑπὸ χάους καὶ λογχῶν δὲν θὰ καταρτίσῃ τοιοῦτον νόμον, καὶ ἡ διάταξις αὕτη θὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστος. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν ἐκείνην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοὺς νόμους αὐτοὺς θὰ τοὺς καταρτίζῃ Βουλὴ ἐν μέσῳ χάους ἢ καὶ ἐν μέσῳ λογχῶν.
§46Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ ὡραῖα τὰ λέγετε. Χρειάζεται ψυχραιμία μεγάλη καὶ σκέψις, διὰ νὰ σκεφθῶμεν καλῶς.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ σᾶς εἴπω. Εἶναι εὔκολον πρᾶγμα ὁ διοικητὴς ἑνὸς συντάγματος νὰ λάβῃ διαταγήν, ὅπως ἐκτελέσῃ μίαν ἐντολὴν σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τοὺς νόμους, ἀλλ’ εἶναι ὁπωσδήποτε δυσκολώτερον νὰ διαταχθῇ, ὅπως ἐκτελέσῃ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι καταφώρως ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ νόμου. Εἶναι πιθανὸν ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης νὰ διαταραχθῇ καὶ νὰ συγκινηθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τῆς ἰδικῆς τοῦ δυνάμεως τὴν τήρησιν τῶν ἐλευθεριῶν του, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἴσως τόσον πολὺ πιθανὸν πρᾶγμα, ὅταν ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν βλέπῃ ὅτι, ὅ,τι ἂν γίνηται, γίνεται κατὰ τὸ Σύνταγμα, κατὰ τοὺς νόμους, διότι θὰ εὑρίσκωνται Βουλευταὶ καὶ τότε, ὡς ὁ ὁμιλῶν, ὥστε νὰ λέγωσι: «μὰ τέλος πάντων ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ χάους θὰ ψηφίζωμεν;»· εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ ὑπάρχωσι καὶ τότε Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ λέγωσιν· «αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν, αὐτὸ δὲν εἶναι πραγματικῶς ἀνόρθωσις, δὲν εἶναι σοβαραὶ αἱ ἀπειλαί, τὰς ὁποίας προβάλλει τὸ χάος· δὲν ὑπάρχει χάος· δὲν ἀπειλεῖταί τις διὰ χάους»..., ἀλλ’ εἶναι πιθανώτατον ὅτι θὰ ὑπάρχωσι καὶ τότε Πρωθυπουργοί, οἵτινες θὰ λέγωσι.... σαρκάζοντες ἢ ἁπλῶς ἔστω εἰρωνευόμενοι..... «ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ψηφίσῃ!». Ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι αὕτη. Καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις τοῦτο, ὅτι ὁ παρὼν κίνδυνος εἶναι πάντοτε μεγαλείτερος κατὰ τὰς περισσοτέρας περιστάσεις, εἶναι φοβερώτερος τοῦ ἀπωτέρου κινδύνου, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὑποθέτω, νὰ ὑπολάβῃ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι τοιαῦται περιστάσεις, τὰς ὁποίας περιγράφω, εἶναι παντελῶς ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῶσιν ἔν τινι ἔθνει. Ἀλλά, ὅσον, λέγω, καὶ ἂν θεωρήσητε τοῦτο ὡς πιθανώτατον, δὲν θὰ αἰσθανθῆτε βεβαίως τὸν φόβον καὶ τὴν συγκίνησιν καὶ τὴν ταραχὴν συναισθημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς καταλάβωσιν, ἐὰν εὑρεθῆτε ἐντὸς τοιούτων περιστάσεων. Λοιπὸν καὶ ἡ Βουλὴ ἡ τότε θὰ εὑρίσκῃ φοβερώτερον, τὸ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ τὸ θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐν ἡμέραις ἐπιστρατεύσεως καὶ πολέμου, θὰ τὸ εὑρίσκῃ φοβερώτερον παρὰ τὰ διεκτραγῳδούμενα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι, διότι ἰδοὺ ὅτι τὴν προσήκουσαν συγκίνησιν δὲν προκαλοῦσι καὶ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ διεκτραγῳδούμενα σήμερον. Καὶ τότε ὁμοίως θὰ λέγωμεν· «εἶναι δυνατὸν μία Κυβέρνησις νὰ φθάσῃ εἰς τοιαύτας καταχρήσεις; δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διευθύνει τὰς ἐργασίας μας, ἡ Κυβέρνησις τῶν ἐκλεκτῶν μας Ὑπουργῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τοιαῦτά τινα, τὰ ὁποῖα μόνον ἀπὸ ἀντιπολιτευτικοῦ πνεύματος λέγονται· δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις»· καὶ θὰ ψηφισθῇ ὁ εἰδικὸς νόμος. Καί, ὅταν θὰ ἐπέλθωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτά, θὰ λέγωσι: «καλῶς τὰ ἔλεγεν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος». Καλῶς ἐκεῖνος τὰ ἔλεγεν, ἀλλ’ οὐδεὶς καλῶς ἤκουεν. Ἐρωτῶ, Κύριοι· ποία ἡ ἀνάγκη τῶν διατάξεων τούτων; Ἔχω ἀκούσει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶπον καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀνάξια πάσης συζητήσεως. Ὅταν ὑπάρχῃ Κράτος εἰς τὴν θέσιν του καὶ στρατὸς ὠργανωμένος, ὅπως πρέπει, οὔτε κλοπαὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται οὔτε σταυραετοὶ νὰ ὑπάρχωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ σχέδια εἰς τὰς τραπέζας τῶν καφενείων εἶναι ἀνάξια παντὸς λόγου. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἤκουσα λεγόμενον, καὶ εἶναι σοβαρόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης διὰ νὰ μὴ παρατηρηθῇ, εἶναι τὸ λεχθὲν περὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν στρατιωτικῶν ἐν πολέμῳ, τουτέστιν ἡ ἐγκατάλειψις θέσεως ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἡ βιαιοπραγία κατ’ ἀνωτέρων, ἡ ἐξύβρισις ἀνωτέρου, αἱ λαφυραγωγίαι ὑπὸ στρατιωτικῶν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλά, διὰ νὰ πλήξωμεν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτης συνταγματικῆς διατάξεως; Δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς μία δικονομία τῶν Στρατοδικείων, ὥστε ἄλλως νὰ συντεθῇ τὸ Στρατοδικεῖον ἐν πολέμῳ, ἄλλως νὰ ἐνεργῆται ἡ ἀνάκρισις καὶ ἄλλως νὰ διεξάγηται ἡ δίκη, δηλαδὴ ταχύτατα;
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνάλογον τοῦ σχεδίου εἶναι καὶ αὐτό.
§49Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι κάτι τι ἀνάλογον, διότι δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ στρατιωτικοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀθώου πολίτου, ὁ ὁποῖος βλέπει ὅτι ἡττήθη ὁ στρατός, καὶ ἐν τῇ ὁλοψύχῳ δυσφορίᾳ του λέγει πικρούς τινας λόγους...
§50Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε λαμβάνει μίαν ἐπιστολήν.
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰπέ τις ὅτι ἔπταισεν ὁ δεῖνα ἀρχηγὸς καὶ ἐν τῇ ἐκρήξει τῆς πατριωτικῆς ἀγανακτήσεως λέγει ὁ ἀθῷος πολίτης ἐν τῇ ὁδῷ Σταδίου μίαν πικρὰν λέξιν ἄνευ σκοποῦ καὶ προθέσεως, καὶ ἐν τούτοις τὸν συλλαμβάνουσι καὶ τὸν ὁδηγοῦσιν εἰς τὰς εἱρκτὰς καὶ πιθανὸν νὰ τὸν τυφεκίσωσι! Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι τὰ πράγματα ὅσον τὰ νομίζει τις ἀκίνδυνα. Ἡ ἐπανάστασις ἡ στρατιωτικὴ ἐγένετο, ὅπως καταλύσῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ Στρατοῦ. Ἐὰν ἡ ἐπανάστασις ἡ στρατιωτικὴ τοῦ Γουδῆ ἐγίνετο ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ, βεβαιότατα ἐγὼ δὲν θὰ ὡμίλουν τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ὑμεῖς δὲν θὰ ἠκούετε. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιούτους φόβους, διότι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ θὰ ἐνεπνέοντο ἀπὸ ἐξόχως φιλελεύθερα φρονήματα καὶ ὁ ἡγούμενος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐνεπνέετο καὶ ἐμπνέεται ἀπὸ βαθύτατον καὶ τὰ μάλα ἐνδόμυχον σεβασμὸν πρὸς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα.
§52Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ πάντοτε θὰ ἐμπνέηται.
§53ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι πάντοτε θὰ ἐμπνέηται καὶ εἰς τὸ μέλλον εἶναι τοὐλάχιστον ἄτοπον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν ἀνθρωπίνως, εἶναι νὰ εὐχηθῶμεν νὰ ἐμπνέηται πάντοτε καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐμπνέηται πάντοτε, καὶ θὰ προσπαθήσωμεν ἀληθῶς, πραγματικῶς ἐκτελοῦντες στοιχειωδέστατον καθῆκον πρὸς τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα, πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, ἐάν, καταρτίζοντες τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ συζητοῦντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν παρέχωμεν διαρκῶς ἐνδείξεις πρὸς κατευθύνσεις, αἵτινες δὲν εἶναι κατευθύνσεις πολιτικοῦ ἐλευθέρως σκεπτομένου. Γίνονται, Κύριοι, πολλὰ ἐκ προθέσεως ἐν τῷ κόσμῳ, ἀλλ’ ἐπίσης πολλά, ἂν μὴ καὶ πλείονα, γίνονται ἄνευ προθέσεως. Δὲν εἶναι αὗται κατευθύνσεις ἐνδεικνύουσαι σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, μελετήσητε μετὰ προσοχῆς καὶ τὴν προτεινομένην διάταξιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐνδεχόμενα νὰ συμβῶσι παρ’ ἡμῖν, καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς δῆθεν κινδύνους, τοὺς κατ’ ἐπίφασιν κινδύνους, τοὺς ὁποίους προτίθεται ν’ ἀποτρέψῃ ἡ διάταξις αὕτη, ἐάν, λέγω, μετά τινος ψυχραιμίας μελετήσητε τὰ πράγματα, θὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ θέσωμεν τοιαύτην διάταξιν, ἐὰν δηλαδὴ ἐξακολουθήσωμεν πάντες ἐν τῷ Βασιλείῳ τούτῳ, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, σεβόμενοι τὸ πολίτευμα. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, διότι, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ, κατὰ τὰ ἀνθρωπίνως ἐνδεχόμενα, Κύριοι,—διατί ἀποκρούετε μίαν περίστασιν ἀπροσδόκητον, ἀλλὰ τέλος πάντων ἀνθρωπίνως δυνατήν;— ὡς διδάσκει ἡ Ἱστορία, μία καὶ μόνη ἀρκεῖ, ὅταν ἔχητε μίαν τοιαύτην συνταγματικὴν διάταξιν εἰς τὰς χεῖρας μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις, λέγω, θὰ συνέβαινεν ἴσως νὰ μὴ σέβηται ὁλοψύχως τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, ἐὰν ἔχητε τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς ἀχαλινώτως φιλοδόξου ἡγεμονικοῦ βλαστοῦ, ἐπανερχομένου ἔστω νικητοῦ ἐκ τοῦ πεδίου τοῦ πολέμου, νομίζετε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κινδυνεύσῃ τὸ πολίτευμα τὸ ἐλεύθερον;
§54Κ. ΜΑΝΟΣ. Ἂς γίνῃ νικητὴς καὶ ἂς κινδυνεύσῃ τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα.
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴθε νὰ ἔλθῃ!
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τελειώνω, Κύριοι.......Περιμένετε ὅμως, διότι ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τοῦ κ. Πετραλιᾶ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὁμιλεῖ. Παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσητε.
§58Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀντίληψίς σας δὲν εἶναι ἀκριβής.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ ἰδική σας εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ ἐντελῶς πρέπουσα, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ὁμιλοῦσιν, ἐνῷ ἐγὼ ἀγορεύω.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ κάμνωσι παρατηρήσεις. Ἀποτείνεσθε πρὸς τὸν Πρόεδρον, ἂν ἔχητε νὰ κάμητε παρατηρήσεις.
§62Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ προσθέσω τι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε πολὺ καλά.
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περαίνων τὸν λόγον κάμνω τὴν σύστασιν ταύτην. Ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις προβλέπει ἡ διάταξις αὕτη. Ἐντελῶς ἐξαιρετικοὶ εἶναι οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους θέλει ν’ ἀποτρέψῃ. Ἐντελῶς ἐξαιρετικοὶ — δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε — εἶναι καὶ οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἐγκυμονεῖ. Ζυγίσατε μεταξὺ τῶν ἐξαιρετικῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπισχνεῖται, καὶ τῶν ἐξαιρετικῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἀπειλεῖ, καὶ κρίνατε καὶ ἀποφασίσατε.
§65Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ διανεμηθέντος ἐνυπογράφου σχεδίου τροπολογιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν ἔσχον καὶ ἀγανάκτησιν ἐν ταὐτῷ, ὥστε δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω πολλά. Δηλῶ μόνον ὅτι θέλω καταψηφίσει τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι θίγει τὰς θεμελιωδεστέρας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ καταλύει τὰς τελειοτέρας ἐγγυήσεις τοῦ φιλελευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος. Αὐτὰ μόνον εἶχον νὰ εἴπω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης, ἡ ὁποία θὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν θὰ τὸ ψηφίσῃ, νὰ προσήγετο ὁ νόμος ὁ εἰδικός, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίζῃ τὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Βουλή, ἡ ὁποία λαμβάνει αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐν τῷ Συντάγματι ἐθέσαμεν διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται πρόστιμον 200 δραχμ. καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπουσιώδη, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ἀφοῦ νομίζετε ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ὑπαγορεύουσι τὴν ψήφισιν τοιαύτης διατάξεως, νὰ θέσωμεν καὶ τὰς περιστάσεις ἐκείνας τὰς ὡρισμένας, κατὰ τὰς ὁποίας ἀναστέλλεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία; Καὶ εἶναι ἀνάγκη γενικῆς ἐπιστρατείας καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικρατῇ εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἓν τοιοῦτον μέτρον καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδουλωθῇ οὕτως ὁλόκληρος ἡ Ἐπικράτεια, διότι θὰ γίνῃ πόλεμος; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδουλώσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν ἐκ τῶν προτέρων; Δὲν συμφωνῶ καθόλου πρὸς τοῦτο, Κύριοι.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὡς φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ φράσιν προλαλήσαντος συναδέλφου, μετὰ μεγάλης προσοχῆς βεβαίως θὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς συνήθως γίνεται διὰ πάντα τὰ ἄρθρα. Καὶ ὄχι μόνον μετὰ προσοχῆς, ἀλλὰ καὶ συζητήσεως μακρᾶς, ὅπως μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον ἐγένετο. Δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἄλλος ἀξιότιμος προλαλήσας ἐντεῦθεν διὰ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. Τοὐναντίον νομίζω ὅτι μέχρι τοῦδε καὶ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων ἐγένοντο ἐν μεγίστῃ προσοχῇ καὶ σοβαρότητι, τὴν ὁποίαν ἀπῄτουν αἱ περιστάσεις. Τοῦτο δὲ θὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ κατ’ ἐξοχὴν σπουδαῖον. Ὡς δὲ καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα, διαφωνοῦμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν διαφόρων περιστατικῶν. Διεφωνήσαμεν μέχρι τοῦδε, καὶ κατὰ κανόνα ἡ διαφωνία ὑπάρχει κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἑνὸς εἶναι ἐπικρατεστέρα τῶν πολλῶν, οὐδὲ πρέπει ν’ ἀξιοῖ τις διότι αὐτὸς τὸ νομίζει οὕτω, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην εἶναι ἄξιοι ἐπιτιμήσεων, ἄξιοι παρατηρήσεων, ἄξιοι συμβουλῶν διότι δὲν ἀκολουθοῦσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτός. Ἀείποτε βεβαίως καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι πάντες, ὡς ἔχουσι τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, κύπτουσι πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειονοψηφίας, περιοριζόμενοι ἁπλῶς εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἰδίας των γνώμης. Δέχομαι ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη· κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον ἡ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ἐκφραζομένη διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν πλειόνων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε συνταγματικαὶ διατάξεις ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τοὐλάχιστον πάντοτε ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως συμφώνως πρὸς τὴν συνείδησιν ἑκάστου τῶν ψηφιζόντων καὶ ἀναλόγως πρὸς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος εἶχε, καὶ πρὸς τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὄχι διαφορετικά. Ἐάν τις παρακολουθήσῃ τὰς μέχρι σήμερον γενομένας ψηφοφορίας εἰς τὰς διατάξεις τὰς συνταγματικάς, βλέπει τοῦτο πλέον ἢ καταφανῶς, βλέπει τοῦτο λίαν φανερῶς, βλέπει Βουλευτὰς ψηφίζοντας κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, διαφωνοῦντας πρὸς ἀρχηγὸν κόμματος, διότι οὐδέποτε συνταγματικὴ διάταξις ἐτέθη ὡς πολιτικὸν ζήτημα ἐκτὸς εἰς περίπτωσίν τινα, μίαν, νομίζω, μέχρι τοῦδε ἢ δύο, ὁπότε συνεδέετο μὲ ζήτημα ἐσωτερικῆς τάξεως ἀφορῶντος τὸν διευθύνοντα τὴν Κυβέρνησιν, τοὺς διοικοῦντας τὸν τόπον. Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἕκαστος τῶν ψηφιζόντων εἶχε τὴν γνώμην του. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ὁμολογῶ· ἐψήφισα ἀναλόγως τῆς συνειδήσεώς μου καὶ φέρω πλήρη τὴν εὐθύνην διὰ πᾶν, τὸ ὁποῖον ἐψήφισα μέχρι τοῦδε.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ζητημάτων μὴ ἀναγομένων εἰς τὸ Σύνταγμα.
§68Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως ὑπάρχουσι πολιτικὰ ζητήματα εἰς τὰς Βουλὰς καὶ βεβαίως οἱ Βουλευταὶ ἀκολουθοῦντες ἓν πρόγραμμα ἢ τὴν Κυβέρνησιν ψηφίζουσι κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ἔστω καὶ ὅταν τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἰδίαν των γνώμην δι’ ἕκαστον ζήτημα, ἀλλ’ εἰς ζητήματα ὄχι συνταγματικά, εἰς ζητήματα νομοθετικὰ συνδεόμενα πρὸς τὸ πρόγραμμα μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον νομίζει ὅτι πρέπει νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγράμματος τούτου καλεῖ τοὺς φίλους της καὶ ὀπαδοὺς αὐτῆς νὰ ἐργάζωνται καὶ ψηφίζωσι συντρέχοντες αὐτὴν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, ἐλευθέραν τὴν γνώμην εἶχον παντοῦ καὶ πάντοτε, ψηφίζων ἀναλόγως τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς πεποιθήσεώς μου, ὡς καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τοῦτο πράττει.
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι πλανᾶσθε.
§70Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι πλανῶμαι. Ἕκαστος ἐψήφισε κατὰ τὴν συνείδησίν του, ἂν δὲ ἠκολούθησε τὸν Α. ἢ Β. εἰς τὰς σκέψεις του, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως ἢ συνέπεσε νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὸν οὕτω φρονοῦντα καὶ ν’ ἀκολουθήσῃ ἐκεῖνον καὶ ὄχι ὑμᾶς ἢ ἄλλον. Εἰσερχόμενος εἰς τὸ συζητούμενον ζήτημα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 91 εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δηλῶ ὅτι εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν μειονοψηφίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἐγένετο ἐν αὐτῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου συζήτησις μακρά, διότι δὲν παρεγνωρίσθη οὔτε ἡ σοβαρότης τοῦ ἄρθρου, οὔτε αἱ ἐνδεχόμεναι ἰδιαίτεραι περιπτώσεις, οὔτε οἱ ἐνδεχόμενοι κίνδυνοι, οὔτε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν δεδομέναις περιστάσεσι καὶ εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις. Ἐπὶ ἡμέρας ἠσχολήθη ἡ ἐπιτροπὴ συζητοῦσα, τὸ δὲ πόρισμα ἔχει καταδειχθῆ ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων. Πρώτην φορὰν βεβαίως φαίνεται τοῦτο, εἰς τὴν ἔκθεσιν νὰ διατυπωθῇ γνώμη πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας εἰς ἄρθρα ἴδια. Τοῦτο ἐγένετο ἕνεκα τῆς σοβαρότητος τοῦ ἄρθρου τούτου, πράγματος περὶ τοῦ ὁποίου πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Διεφωνοῦμεν ἐξ ἀρχῆς πρός τινας τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων καὶ διαφωνοῦμεν μέχρι σήμερον. Διαφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο. Πάντες ὁμιλοῦμεν ἐντεῦθεν καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἔσχον τὴν ἀφορμὴν καὶ τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, περὶ κινδύνων τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, περὶ τούτου ἢ ἐκείνου, ἀναλόγως τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἕκαστος περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Ἔσχον καὶ ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ κατ’ ἐξοχὴν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐννοῶ τὰς ἐλευθερίας ὄχι ἐν λόγοις, ἀλλ’ ἐν ἔργοις. Διότι ἐκλαμβάνονται ἐλευθερίαι τινὲς τοῦ λαοῦ μόνον ἐν λόγοις, νὰ λέγωμεν ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ ἀδιάφορον ἂν δὲν εἴμεθα. Ἐν δὲ τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, ὅταν προστατεύηται τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἢ ἡ ἰδιοκτησία τῶν ἀτόμων ἀναλόγως τῆς ἐποχῆς, ἀναλόγως τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιασθῶσιν. Ὅπου ὑπάρχει τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὅπου λειτουργεῖ ἡ τάξις, ὅπου ἕκαστος κύπτει πρὸ τοῦ νόμου, ἐκεῖ ἐγὼ αἰσθάνομαι ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἐλεύθερος, διότι ἔχει ἕνα καὶ μόνον ἄρχοντα, τὸν νόμον. Τὸν νόμον ὅταν σέβωνται πάντες, τότε εἶναι ἐλεύθεροι. Ὅταν ἐναντία γνώμη κρατήσῃ περὶ τῆς ἰσχύος ἑνὸς νόμου, εἶναι πρόχειρα τὰ μέσα εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος, εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν λαὸν διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ αὐτοῦ πολιτεύματος νὰ διαρρυθμίσῃ τὸν νόμον κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ἀναλόγως πρὸς τὴν ἐποχήν, πρὸς τὰς γνώσεις καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑπάρχει νόμος καὶ ἐφ’ ὅσον πάντες εἶναι πιστοὶ ὑπηρέται τοῦ νόμου, τότε ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλευθερία ἡ πραγματικὴ καὶ οὐχὶ ἡ ἐν λόγοις ἐλευθερία. Ἡ ἀνάγκη τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 91 κατεδείχθη οὐχὶ σήμερον ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ. Δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 1864, ὅτε ἐθεσπίσθη τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν ἤδη Σύνταγμα, δὲν εὑρέθη πολλάκις εἰς ἀφορμήν, ἵνα δοκιμάσῃ ἐν τοῖς πράγμασι τὰς ἐλλείψεις, τὴν ἀνάγκην τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου, δὲν εὑρέθη πολλάκις εἰς ἀφορμὴν νὰ δοκιμάσῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς κεῖται τὸ ἄρθρον 91, ὡς κεῖται εἰς τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον Σύνταγμα· ἅπαξ καὶ μόνον εὑρέθη εἰς πραγματικὴν κατάστασιν καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἄλλας περιστάσεις, κατὰ τὸ 1897, γνωρίζουσι δ’ οἱ παρακολουθοῦντες τὰ πράγματα τότε ὅτι ἔσχον ἀντίληψιν ὅλως ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔσχεν ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας ἐντεῦθεν ἀξιότιμος συνάδελφος, πάντοτε δὲ συνεζητεῖτο ὅτι τὸ ἄρθρον 91 ἔχρῃζε μεταρρυθμίσεως καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ εἰς διαφόρους συζητήσεις. Καὶ πολιτευόμενοι πολλάκις ὁμιλοῦντες ἀνεγνώριζον τὴν ἀνάγκην τῆς διαρρυθμίσεως κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὡς εἶχε διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον 91. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ προηγουμένη Βουλή, ἥτις ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν, μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ὡς ἀναθεωρητέα, συμπεριέλαβε καὶ τὸ ἄρθρον 91 κατ’ ἐξοχήν, ἵνα προνοήσῃ περὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων, «διότι θεωρεῖται ἀπαραίτητον»—εἶπεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη—«ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τῶν ἄρθρων 4, 5, 6, 8, 10, 12, 14 καὶ 20». Δὲν εἶναι λοιπὸν ἰδία ἐφεύρεσις αὐτή, τὴν ὁποίαν παρουσιάζομεν ἡμεῖς οἱ προτείνοντες τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρὸ ἡμῶν προέτεινε τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀνάγκης, ἡ ὁποία κατεδείχθη πολλάκις, εἶναι πόρισμα συζητήσεων ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κατ’ ἰδίαν ἢ δημοσίᾳ μεταξὺ πολιτευομένων καὶ μή, εἶναι ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγκη κατεδείχθη ἀκριβῶς κατὰ τὸ ἔτος 1897, καὶ κατόπιν τοιαύτης ἀνάγκης ἔρχεται σήμερον ἡ Βουλὴ ἀσχολουμένη εἰς διαρρύθμισιν ἢ ἀναθεώρησιν ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει διαρρυθμισθῆ τὸ ἄρθρον 91. Δύο γνῶμαι ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ συζητοῦνται σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ· γνώμη περὶ μὴ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου δὲν ἠκούσθη μέχρι τῆς στιγμῆς. Πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἐπιτακτική ἐστὶν ἡ ἀνάγκη τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον διαρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ αἱ γνῶμαί εἰσι διῃρημέναι καὶ ἡ μὲν μία γνώμη ὑποστηρίζει ὅτι μόνον ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει πρέπει νὰ λαμβάνωνται τὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα, ἡ δὲ ἄλλη γνώμη ἡ μειονοψηφοῦσα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δέχεται τοῦτο καὶ ἐν περιπτώσει γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων. Τρίτη τις γνώμη παρουσιαζομένη σήμερον εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ...
§71ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑπὸ ποίαν ἔποψιν εἶναι τρίτη ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§72Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ μίαν μόνον φράσιν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ διὰ τὴν γενικὴν ἐπιστράτευσιν καὶ ἀντετάχθησαν ἐπιχειρήματα ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς γνώμης. Ἐπείσθη ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν ἀναστολὴν τῶν συνταγματικῶν τούτων διατάξεων καὶ ἐν περιπτώσει γενικῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἕνεκεν ὅμως τῶν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων, ἕνεκα τῆς κρατούσης γνώμης καὶ τῆς δυσπιστίας, ἡ ὁποία κρατεῖ παρὰ τῷ λαῷ ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῶν ἐλευθεριῶν, ὅπως ἐννοοῦσί τινες τὰς ἐλευθερίας, ἕνεκα, λέγω, τῆς δυσπιστίας αὐτῆς καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου ὅτι ἄλλοτε ἐπιστράτευσις ἐπὶ μακρὸν χρόνον διήρκεσεν, ἐδέχθη νὰ καθορίσῃ, ὡς βλέπετε ἐν τῇ διατυπώσει τῆς μειονοψηφίας, τὸ ἄρθρον, ὡς τὸ διετύπωσεν· ἐδέχθη, προκειμένου περὶ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, μίαν φράσιν, μίαν περίπτωσιν, ἡ ὁποία παρελείφθη σήμερον. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἐδέχθη τοῦτο εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως παραλείψασα τὸ «ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων». Ἡ φράσις αὐτή ...
§73ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι μία πρόσθετος ἐγγύησις.
§74Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν φράσιν οὐχὶ τυχαίως, ἀλλὰ μετὰ μακρὰν συζήτησιν...
§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν παρέλειψα ὡς αὐτονόητον. Ἄν νομίζητε ὅτι εἶναι ἀναγκαίαν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§76Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς ἐγὼ λέγω τί ἀντετάχθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διὰ νὰ πεισθῆτε. Ἐλέχθη ὅτι γενικὴ ἐπιστράτευσις εἶναι δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ καὶ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν ἀπειλεῖται πόλεμος, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐξωτερικῶν κινδύνων. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὅτι ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην, ὅτι δηλ. γενικὴ ἐπιστράτευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ εἰμὴ εἰς τοιαύτην καὶ μόνην περίστασιν· οὐχ ἧττον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο, οἱ φοβούμενοι ὅτι εἶναι δυνατὸν ἕνεκεν ἐσωτερικῶν λόγων, ἕνεκεν ἐσωτερικῶν κινδύνων Κυβέρνησίς τις, ποιουμένη κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ κηρύξῃ ἐπιστράτευσιν γενικήν, πρᾶγμα ἀδύνατον, καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἀπειλεῖται ἐξωτερικὸς κίνδυνος, ἤθελον εὕρει ὅτι ἡ φράσις τιθεμένη ἄνευ προνοίας τινὸς ἐν γενικῇ ἐπιστρατεύσει ἁπλῶς, ἄνευ τῆς προσθήκης τῆς περιπτώσεως ἐξωτερικῶν κινδύνων, θὰ ἦτο δυνατὸν τὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν πάντες ἐννοοῦμεν οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην αὐτὴν ὡς πρᾶγμα χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον, νὰ τὴν καταστήσωμεν εἰς ὡρισμένην περίστασιν ὡς μέσον αὐθαιρεσιῶν κυβερνητικῶν. Τὸ ὅτι, Κύριοι, παρουσιάζονται ἐξαιρετικαί τινες περιστάσεις κατὰ τὴν σταδιοδρομίαν τῶν Κρατῶν εἶναι πρᾶγμα ἀναντίρρητον. Βεβαίως εἶναι ὅλως ἐξαιρετικαὶ αὐταὶ αἱ περιστάσεις, ἀλλὰ κατὰ ταύτας εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἶναι ἐπιτακτικῶς ἀναγκαῖον, ὥστε ἡ προσοχὴ τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου νὰ συγκεντρῶται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, νὰ μὴ περιορίζηται διὰ τούτων ἢ ἐκείνων τῶν δικονομικῶν διατάξεων, νὰ μὴ ἀπασχολῆται εἰς ἄλλα πράγματα, ἀλλὰ νὰ εἶναι συγκεντρωμένη ἐν ταῖς χερσὶ τῆς Κυβερνήσεως ἅπασα ἡ ἰσχύς, τὸ κῦρος καὶ ἡ ἐπιβολή, ἥτις χρειάζεται εἰς τοιαύτας ἐξαιρετικὰς περιστάσεις νὰ ἐξαρτῶνται ἐξ ἑνὸς σημείου καλῶς ἢ κακῶς, ἐκ τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ τύχη τῆς χώρας κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην στιγμήν.
§77Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂς ψηφίσωμεν δικτατωρίαν, κύριε συνάδελφε, διότι τοῦτο εἶναι χειρότερον.
§78Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Προκειμένου περὶ ἐμπολέμου καταστάσεως πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι δὲν ἀπέχομεν πολὺ τῆς δικτατωρίας καὶ πρέπει ὅλη ἡ προσοχὴ τοῦ Κράτους, ὅλη ἡ δύναμις αὐτοῦ νὰ συγκεντρῶται εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, διὰ τῆς βουλήσεως αὐτοῦ ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν τύχην του. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄλλη σκέψις, ἄλλη δύναμις, ἄλλη βούλησις νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν τὸ Κράτος παίζει τὴν τύχην του εἰς ὡρισμένον τμῆμα ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ.
§79ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅπως κατὰ τὸ 1897!
§80Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς διότι συνέβη τῷ 1897 καθίσταται ἀναγκαία ἡ διαρρύθμισις τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς ἔχει διαρρυθμισθῆ.
§81ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τοὐναντίον· τότε ἔπαιζον εἰς βάρος τοῦ ἔθνους καὶ ζητεῖτε τώρα νὰ ἔχωσιν αὐτοὶ πάντα τὰ δικαιώματα.
§82Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν φρονῶ ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον τὰ παράπονα καὶ αἱ ὑποψίαι αὐταί· ἐφ’ ὅσον ὁ λαὸς ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀντιλαμβάνεται καὶ ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ ἀντιπρόσωποί του ἐμπιστεύονται τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας εἰς τὸ Α. ἢ Β. πρόσωπον δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι θὰ διοικῶσι συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου, νὰ ὑποπτευώμεθα πάντοτε αὐτοὺς καὶ ν’ ἀντιλαμβανώμεθα ἐχθροὺς Ὑπουργοὺς δημιουργηθέντας καὶ διατηρουμένους ἐν τῇ ἀρχῇ διὰ τῆς βουλήσεως ἡμῶν, διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν.
§83Γ. ΠΩΠ. Τότε διατί ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις;
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§85Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὀρθότατον.
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοιαύτας σκέψεις σχηματίζει ὁ κοινοβουλευτικὸς νομοθέτης, ὁ συνήθης νομοθέτης. Ἀλλ’ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ῥυθμίζει καὶ τὰς σκέψεις τοῦ συνήθους νομοθέτου, ὥστε βλέπετε ὅτι ἄλλαι πρέπει νὰ ὦσιν αἱ σκέψεις μιᾶς συνήθους Βουλῆς καὶ ἄλλαι μιᾶς Συντακτικῆς.
§87Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν σᾶς ἐνόησα, ἴσως ἕνεκα τοῦ γεννηθέντος θορύβου. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, μία καὶ μόνη θὰ εἶναι ἡ περίστασις ἐκείνη, καθ’ ἣν ἀποφασίζεται ἡ τύχη τῶν Κρατῶν καὶ τοῦ Ἔθνους, κατὰ τὴν ὁποίαν περίστασιν εἶπον ὅτι πρέπει τὰ πάντα νὰ εἶναι συγκεντρωμένα, ἡ προσοχὴ πᾶσα νὰ εἶναι συγκεντρωμένη, εἰς τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἔρχεται ὁ κίνδυνος· πρέπει πᾶσα ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ δύναμις νὰ εἶναι εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς χώρας.
§88Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Διὰ νὰ φέρωσι καὶ μεγαλειτέραν εὐθύνην.
§89Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα· καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἀνασταλῶσιν ὡρισμέναι συνταγματικαὶ διατάξεις, αἵτινες εἶναι ὠφέλιμον ν’ ἀνασταλῶσι διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν ἐκείνην περίστασιν. Καὶ διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ κύριον σημεῖον τῆς διαφωνίας γίνεται συζήτησις περὶ ἐμπολέμου καταστάσεως καὶ τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐρωτῶ: τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν πῶς ἐννοοῦμεν; ἀπὸ πότε ἀρχομένην καὶ πότε λήγουσαν; Ὅταν λέγωμεν ἐμπόλεμον κατάστασιν, πάντες τὴν ἐννοοῦμεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπισήμως κηρύσσεται ὁ πόλεμος...
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§91Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅταν ὅμως λέγῃ τις ἐμπόλεμον κατάστασιν, πράγματι—δὲν ἠξεύρω τυπικῶς,—ὅπως ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι, ἡ ἐμπόλεμος αὐτὴ κατάστασις ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Κράτος σκεφθὲν ὡρίμως ἀποφασίζει νὰ ῥίψῃ τὸν κύβον καὶ ἀρχίζει τὴν προπαρασκευήν.
§92ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος αἰωνίως παρασκευάζεται.
§93Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε· ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς διαρκῆ ἐμπόλεμον κατάστασιν· θὰ ἔχωμεν λοιπὸν διαρκῶς ἀναστολὴν τῶν ἐλευθεριῶν;
§94Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἀρχίζει τὴν προπαρασκευὴν ὄχι ὡς νοεῖται ἡ προπαρασκευὴ σήμερον γινομένη, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τὸ Κράτος κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ἢ ἠχεῖ τὴν σάλπιγγα καὶ καλεῖ τοὺς δυναμένους νὰ φέρωσιν ὅπλα, καλεῖ τοὺς δυναμένους νὰ εἶναι στρατιῶται, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, ἵνα ἐπιζητήσωσιν ἄλλα δικαιώματα καὶ ἄλλα ἰδανικά, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κράτος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἡ χώρα εὑρίσκεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, καὶ ἡ στιγμὴ ἐκείνη εἶναι τόσον σοβαρά, ὥστε πάντες οἱ πολῖται, ἀφήνοντες μέρος τοῦ ἑαυτοῦ των, θυσιάζοντες προσωρινῶς μέρος τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, δέον νὰ ἐμπιστευθῶσι τὴν τύχην των εἰς ὡρισμένην κατεύθυνσιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ κινδύνου ἀπειλουμένου κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλης κατευθύνσεως, πρόκειται περὶ συγκεντρώσεως μιᾶς ἑνιαίας σκέψεως καὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν ἔκτακτον ἐκείνην περίστασιν κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπουσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας κατὰ τὴν εἰδικὴν ἐκείνην περίστασιν.
§95ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προσέξατε μήπως ἐξαρτήσητε τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ χωροφύλακος.
§96Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ χθὲς εἶπον ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος, κεχωρισμένη, μὴ παρακολουθοῦσα τὰ πολιτειακὰ πράγματα, μὴ δυναμένη μηδ’ ὑποχρεουμένη νὰ σκέπτηται διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐξωτερικῶς, εἶναι δὲ τοὐναντίον ὑποχρεωμένη νὰ ἀκολουθῇ τύπους προδιαγεγραμμένους καὶ τύπους ὡρισμένους. Οἱ τύποι ὅμως αὐτοὶ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις δι’ ὡρισμένα ἀδικήματα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβαίνωσιν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Εἶναι δυνατὸν μία μακρὰ ἀνάκρισις περὶ ἑνὸς ἀτόμου, μία μὴ ἐπιτρεπομένη κατ’ οἶκον ἔρευνα κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, μία μὴ ὑπακοὴ δικαστοῦ εἰς τάς διαταγὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ ἐπιφέρῃ καταστροφὰς καὶ κινδύνους.
§97ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμωμεν διὰ νόμου;
§98Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν τὸ ἔχομεν ἂν νομίζητε ὅτι τὸ ἔχομεν, πλανᾶσθε.
§99Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τυφεκίζῃ...
§100Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως γενικῶν διατάξεων, διὰ τὰς ὁποίας θὰ προνοήσῃ εἰδικὸς νόμος, ἀλλ’ εἰδικὸς νόμος οὐχὶ ψηφιζόμενος, ὅπως ἤκουσα παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης. Δύναται τοῦτο νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δύναται καὶ ἄλλος εἰδικὸς νόμος νὰ καθορίζῃ τὴν δικονομίαν καὶ τὰς περιπτώσεις, καὶ χρήσιμον θὰ ἦτο, ἐὰν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιβάλλωσι τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοιούτου νόμου, νὰ ψηφισθῇ οὗτος ὑπ’ ἄλλης Βουλῆς, ὥστε νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ σκέψις ἄλλης Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ δυνηθῇ νὰ βελτιώσῃ τὸ ψηφιζόμενον ὑφ’ ἡμῶν σήμερον· διότι ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ μεταβάλληται ἑκάστοτε ἀναλόγως τῶν σκέψεων τοῦ Κράτους, τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀργανικὸς νόμος θὰ γίνῃ ὁρίζων κατὰ τίνα τρόπον θὰ περιορίζωνται αἱ ἐλευθερίαι, ἔπειτα δέ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος, εἰς ἑκάστην περίστασιν, θὰ ἐπακολουθῇ εἰδικὸς νόμος ἐπιτρέπων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανικοῦ νόμου καὶ ὁρίζων τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ.
§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλή, ἵνα ψηφίζῃ νόμους.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ἐλάττωμα εἶχεν ἡ διατύπωσις ἡ πρώτη τοῦ σχεδίου ὅπως διετυπώθη ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν, ὅτι ὥριζεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐκδίδεται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀνάγκης· ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατυπώσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἀνεγνωρίσθη ὑφ’ ἡμῶν ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνῃ ὀργανικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὁρίζῃ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσιν οἱ ὁρισμοὶ αὐτοῦ, ἔπειτα δὲ εἰς πᾶσαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, νὰ ἐπακολουθῇ ἑκάστοτε εἰδικὸς νόμος, καὶ πέρα δὲ τῆς μερίμνης ταύτης αἴρεται ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ αὐτοδικαίως μετὰ δύο μῆνας, ἂν δὲν ἐπακολουθήσῃ νέα σύγκλησις τῆς Βουλῆς καὶ νέα ἄδεια.
§104Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν τὸν ὀργανικὸν νόμον ἡμεῖς;
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι νὰ ψηφισθῇ ὑφ’ ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ εἶναι νόμος.
§106Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφίζεται ὁ νόμος οὗτος ἡ διάταξις αὕτη εἶναι νεκρά. Ἕτερος εἰδικὸς νόμος εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις θὰ ψηφίζηται, ὅπως τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ ὀργανικοῦ νόμου εἰς μέρος τῆς Ἐπικρατείας ἢ τὸ ὅλον. Προκειμένου δὲ περὶ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου· διότι ὑποθέσατε ὅτι εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κηρύσσεται γενικὴ ἐπιστράτευσις, ἀπόστολοι προπαγάνδας, ἄλλοι ἄνθρωποι ἐναντία φρονοῦντες καὶ νομίζοντες ὅτι δὲν πρέπει ἡ ἐπιστράτευσις νὰ κηρυχθῇ περιέρχονται τὴν χώραν καὶ δι’ ὁμιλιῶν προσπαθοῦσι νὰ πείσωσι τοὺς πολίτας νὰ μὴ προσέλθωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα· θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι αὐτοὶ θὰ τιμωρηθῶσι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ δὲν θὰ τὸ ἀμφισβητήσω βεβαίως· ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας ἀπαιτεῖ ἄμεσον καὶ παραδειγματικὴν τιμωρίαν, προληπτικήν, προληπτικωτάτην, διότι, ἂν δὲν ἐξασφαλίσωμεν τὴν προσέλευσιν τῶν ἀνδρῶν τῶν καλουμένων, δὲν θὰ ἔχωμεν ποτὲ ἐμπόλεμον κατάστασιν. Λοιπὸν εἰς εἰδικὰς περιστάσεις καὶ ὑπὸ τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους προβλέπει τὸ ἄρθρον 91, λέγω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ τοιαύτη διάταξις. Ἀκριβῶς ἡ ἀνάγκη αὕτη παρουσιάσθη τῷ 1897, ὅτε ἠμφεσβητήθη ἂν ἠδύναντο νὰ συσταθῶσι Δικαστήρια στρατιωτικά, ἵνα δικάσωσι τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πόλεμον ἢ τὴν ἐπιστράτευσιν στρατιωτικοὶ ὄντες δὲν ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των· τοῦτο ἠμφεσβητήθη, καίτοι ὑπῆρχεν ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας στρατιωτικῆς καὶ ἄλλοι νόμοι ῥυθμίζοντες ταῦτα ἢ ἐκεῖνα, ἡ δὲ κατάστασις τῆς πολιορκίας εἶναι ἀνεγνωρισμένη ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ καὶ πρὸ τοῦ 1844 καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ἠμφεσβητήθη ὅμως ἂν ἴσχυε μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864.
§107Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ μόνον εἰς φρούρια.
§108Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ μήπως δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πολιορκίας τμῆμά τι τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον εἶναι κατειλημμένον ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖται διὰ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ; Καὶ δύνανται οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, ὅσοι εὑρίσκοντο κατὰ τὸ 1897 ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, νὰ εἴπωσι ποίαν γνώμην ἔχουσι περὶ τούτου καὶ ἂν ἦτο ἀναγκαία ἐκεῖ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀσχέτως ὅμως τούτων αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς χώρας ἐπιβάλλει τοῦτο· διότι, ἐὰν δὲν δώσητε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ οὕτω καταρτιζόμενα κατόπιν νόμου ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν ἀρχῶν, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ δικάζωσι, θ’ ἀφήσητε νὰ δολοφονῶνται ἄνθρωποι κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Α. καὶ τοῦ Β. πατριώτου ἐξ ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι προτιμότερον θὰ εἶναι, ἀντὶ νὰ δολοφονῶνται χωρὶς ν’ ἀκουσθῶσι, νὰ καταδικάζωνται εἰς θάνατον ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων Δικαστηρίων.
§109Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὴ τὰ λέγετε στρατιωτικὰ Δικαστήρια. Ἔκτακτα Δικαστήρια νὰ τὰ ὀνομάζητε. Ἐν Γερμανίᾳ σύγκεινται τὰ τοιαῦτα Δικαστήρια ἀπὸ τακτικοὺς πολιτικοὺς δικαστὰς καὶ προεδρεύονται ἀπὸ τακτικὸν δικαστήν.
§110ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία τοιαῦτα Δικαστήρια καθιεροῖ.
§111Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι ζήτημα καθαρῶς ὀργανικοῦ νόμου. Ὁ νόμος δύναται νὰ τὰ καταρτίσῃ ἢ ἀπὸ στρατιωτικοὺς ἢ ἀπὸ πολιτικοὺς δικαστάς, δύναται νὰ τὰ καταρτίσῃ πολυμελῆ ἢ ὀλιγομελῆ· τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ τιμωρία πρέπει νὰ εἶναι ἄμεσος, νὰ καταλυθῶσι συνταγματικαί τινες διατάξεις δι’ ὡρισμένα Δικαστήρια. Καὶ προκειμένου περὶ τῆς γνώμης, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἡ ἔκτακτος αὕτη δικαιοδοσία πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται μόνον διὰ τοὺς στρατιωτικούς, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ νόμος ἐξομοιοῖ ὡρισμένην τάξιν ἀνθρώπων πρὸς τοὺς στρατιωτικούς, δηλαδὴ τοὺς ἀκολουθοῦντας τὸ στράτευμα κατόπιν ἀδείας τῆς ἀρχῆς. Πάντες οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσι τὸ στράτευμα κατόπιν ἀδείας τῆς ἀρχῆς, βεβαίως θὰ δικασθῶσιν ὡς οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη τάξις, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὰ στρατεύματα ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς, τάξις, ἡ ὁποία ἠκολούθησε τὸ στράτευμα καὶ κατὰ τὸ 1897. Εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τί θὰ ἐπιδείξητε; Τὰ ἐντάλματα τοῦ ἀνακριτοῦ;
§112Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ πολέμου τοῦ 1897.
§113Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ ὅπως πᾶς ἄλλος περὶ τοῦ πολέμου αὐτοῦ, διότι τὸν ἐγεύθην ἐπὶ πολὺ καὶ γνωρίζω περὶ αὐτοῦ πολλά, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἢ ἄλλοι ἴσως ἀγνοεῖτε. Ὑπάρχει, λέγω, τάξις πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσι τὸ στράτευμα κατ’ ἰδίαν βούλησιν, οἱ ὁποῖοι δρῶσι καὶ ἐνεργοῦσιν εἰς τμῆμα τῆς χώρας κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ὅπως αὐτοὶ θέλουσι, καὶ ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῶσι καὶ τιμωρηθῶσιν ἀμέσως δὲν νομίζετε ὅτι αὐτοὶ δὲν θὰ φοβηθῶσι τὰ ἐντάλματα τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τὰς ἀνακοπὰς τῶν βουλευμάτων;
§114Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ τάξις;
§115Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ παραδείγματι οἱ ἀντάρται οἱ παρακολουθήσαντες τὸν πόλεμον. Ὑπάρχει, λέγω, ἀνάγκη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως εἰς πᾶν ἄλλο Κράτος, νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι τῆς ἐκτάκτου δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ ἄλλης τάξεως πολιτῶν, καὶ λέγω τοῦτο, ἵνα ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης ὅτι μόνον στρατιωτικοὶ πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ συσταθησόμενα ἔκτακτα Δικαστήρια. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὑπήκοοι ἑνὸς Κράτους ὑπάρχουσι πολλοί, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τινὲς ἔχοντες τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπηκόου Ἕλληνος, ἀνήκοντες ὅμως εἰς ἄλλην φυλήν, φυλὴν σκεπτομένην κατ’ εἰδικάς τινας περιπτώσεις κατὰ τρόπον ὅλως ἐξαιρετικόν, κατὰ τρόπον ἐπιβουλευόμενον τὰ συμφέροντα τῆς χώρας εἰς ὡρισμένον τμῆμα. Τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον τὸν οὕτως ἐργαζόμενον, τὸν συνεννοούμενον μετὰ τοῦ ἐχθροῦ θὰ τὸν ἀφήσητε νὰ ὑπάγηται εἰς τὰς κοινὰς δικονομικὰς διατάξεις; Καὶ δὲν πρέπει διὰ τὰ συμφέροντα αὐτὰ τῆς χώρας νὰ ὑφίστανται αἱ ἐξαιρετικαὶ αὗται διατάξεις ὡς ἀπειλὴ τοὐλάχιστον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις, ὥστε καὶ ἀλληλογραφία νὰ κατάσχηται ἐν εἰδικῶς ὡρισμένῳ τόπῳ καὶ χρόνῳ; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, ὅπως ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν δικτατωρίαν ἐν Ἑλλάδι ἢ τὴν κατανάλωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Καὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι παρέχουσιν ἅπασαν τὴν δύναμιν, ἵνα προασπίσωσιν αὐτὴν ταύτην τὴν δύναμιν τοῦ Κράτους; Καὶ ὅταν τις ἔχῃ τὴν ἰσχὺν καὶ θέλῃ νὰ μεταβάλῃ μίαν πολιτικὴν κατάστασιν κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, θὰ ὑπάρξωσι Συντάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν ἐμποδίσωσιν; Ὅταν ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ θέλησις τοῦ στρατοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιθυμῇ νὰ μεταβληθῇ μία πολιτειακὴ κατάστασις, δὲν ζητεῖ νὰ μάθῃ ἂν ἐπιτρέπεται τοῦτο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τὸ πολίτευμα εἶναι ἐμπεπιστευμένον εἰς τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ· ὅταν ὑπάρχῃ ἡ δύναμις τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμεῖ οὗτος νὰ ὑφίσταται.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν γνωρίζετε ὅτι πέρυσιν ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ εἰς ἔκτακτον περίστασιν ἐγένετο σκέψις νὰ καταλυθῇ τὸ πολίτευμα καὶ ν’ ἀνακηρυχθῇ μοναρχία;
§117Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Γνωρίζω πολὺ καλῶς καὶ ἐγκαίρως τότε ἐπληροφορήθην σκέψεις ὁμάδος τινὸς μὴ ἐκδηλωθείσας ἐν πράγμασιν. Ἀλλ’ ἡ ὁμὰς ἐκείνη λίαν ὀλιγάριθμος βεβαίως δὲν ἐσοβαρεύετο. Ἀπεφάσισε ἢ διενοήθη κατ’ ἴδιον τρόπον καὶ κατ’ ἰδίαν σκέψιν, ἢ ἐλογάριαζε κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν χωρὶς τὸν ξενοδόχον. Ἀλλ’ ὅτε θὰ ἤθελεν ἢ ἀπεφάσιζε νὰ δοκιμάσῃ τὴν τοιαύτην ἰσχὺν καὶ νὰ τὴν ἐξωτερικεύσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, τότε θὰ ἔβλεπε κατὰ ποίας ἰσχύος εἶχε νὰ παλαίσῃ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λαοῦ, μὴ φοβεῖσθε, προστατεύεται ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ λαοῦ, καὶ πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων του ἀκριβῶς ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 91 ὡς ὑφ’ ἡμῶν διετυπώθη, ἵνα ἔχῃ τὰ μέσα πρόχειρα καὶ νόμιμα κατὰ πάσης ἐπιβολῆς τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους εἰς λίαν ἐκτάκτους καὶ ὡρισμένας εἰδικὰς περιπτώσεις.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§120Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως, εἰ δυνατόν, τὸ Σάββατον μὴ γίνηται συνεδρίασις τὴν ἑσπέραν, καθόσον πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των παρὰ τοῖς προσφιλοῖς αὑτῶν ὄντοις (ἱλαρότης).
§121Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δύναται νὰ γίνῃ δεκτή, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ μεταβαίνωσι παρὰ τοῖς προσφιλέσιν αὐτοῖς οὖσιν· ἑπομένως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως κατὰ Σάββατον συνεδριάζωμεν μόνον τὴν πρωίαν;
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§124Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὀρθῶς, ὀρθότατα, Κύριοι, ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἐθεωρήθη ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ Συντάγματος, οὗτινος τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιλαμβανόμεθα, εἶναι σπουδαία, σπουδαιοτάτη. Τὸ 91ον ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι (ἀναγινώσκει): «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσιν». Ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὸ 1897, ὅτε ἐγένετο γενικὴ ἐπιστράτευσις καὶ μετέπειτα ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, συνετέλεσεν, ὥστε νὰ καταδειχθῇ ἡ ἔλλειψις ἐκτάκτων Στρατοδικείων, ἅτινα ἔδει νὰ συσταθῶσιν ἅμα τῇ γενικῇ ἐπιστρατεύσει καὶ τῇ κηρύξει τοῦ πολέμου. Τοῦτο, λέγω, συνετέλεσεν, ὥστε οἱ στρατιῶται γνωρίζοντες ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἔκτακτα Στρατοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα, ἅμα ὑπέπιπτον εἰς παράπτωμά τι, εὐθὺς ἀμέσως νὰ παραπεμφθῶσιν, ἰταμῶς ἐφέροντο πρὸς τοὺς πάντας. Ταυτοχρόνως δὲ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ γνωρίζοντες τὴν ἔλλειψιν ἐκτάκτων Στρατοδικείων ἀπέφευγον πᾶσαν παρατήρησιν καὶ ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτῶν, ὅπερ τὰ μάλα συνετέλεσεν, ὥστε ἡ πειθαρχία ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον νὰ διασαλευθῇ εἰς τὸ στράτευμα. Οἱ στρατιῶται οὐ μόνον ἠρνοῦντο νὰ ἐκτελέσωσι τὰς διαταγὰς τῶν ἀξιωματικῶν των, ἀλλὰ καὶ ἐλιποτάκτουν προβαίνοντες εἰς παρανομίας καὶ μεταδίδοντες τὸν πανικόν.
§125Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς τὰ λησμονήσωμεν αὐτά.
§126Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τοῦτο δεικνύει ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως ἡ ἀπαγορευτικὴ αὕτη διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος συμπληρωθῇ διὰ τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένης προσθήκης, διότι ἡ ἔλλειψις ὁμοίας διατάξεως συνετέλεσε κατὰ πολύ, ὡς προεῖπον, κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον, ὥστε νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸ στράτευμα ἡ ἀπειθαρχία καὶ παραλύσῃ τοῦτο. Κράτη μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν ἔχουσι τεθειμένην τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὰ Συντάγματά των καὶ ἕτερα Κράτη μόνον διὰ Β. Διατάγματος θέτουσιν εἰς ἐφαρμογὴν τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Τοιαῦτα Συντάγματα εἶναι τὸ Σύνταγμα τῆς Ἱσπανίας, τῆς Βυρτεμβέργης, τῆς Πρωσσίας, ἐν ᾧ παρ’ ἡμῖν θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τούτῳ ἐντὸς πενθημέρου συγκαλουμένης, ἐφ’ ὅσον ἀπουσιάζει. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878, περὶ καταστάσεως πολιορκίας, κηρύσσεται ὁ στρατιωτικὸς νόμος ὄχι μόνον κατὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐνόπλου στάσεως. Ἡ Ἰταλία ἔχει ἐπίσης τοιαύτην διάταξιν, πρὸ δύο δ’ ἐτῶν, ὅτε ἐγένοντο αἱ σεισμικαὶ δονήσεις ἐν Σικελίᾳ, τότε ἐκεῖ ἐκήρυξε τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος ἐπιστρατεύεται γενικῶς καὶ κηρύσσει τὸν πόλεμον καὶ εὑρίσκεται αὐτὴ αὕτη ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους ἐν κινδύνῳ, καθ’ ἣν στιγμὴν καλεῖ τὸν πολίτην ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ ὁ πολίτης σπεύδει νὰ θυσιάσῃ ὅ,τι πολύτιμον καὶ ἱερὸν ἔχει ὑπὲρ τοῦ Κράτους, αὐτὴν ταύτην τὴν ζωήν του, ἔντιμοι συνάδελφοι φοβοῦνται μὴ θιχθῶσιν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ πολίτου, μὴ θιχθῇ τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ ἀσύλου του, μὴ θιχθῇ τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν του, μὴ θιχθῇ ὁ τύπος. Ἀλλὰ κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμάς, καθ’ ἃς τὸ Κράτος ἔχει ἐστραμμένην ὅλην τὴν προσοχήν του πρὸς τὰ σύνορα, καθ’ ἃς τὸ Κράτος ἐπιστρατεύεται καὶ πάντες οἱ πολῖται σπεύδουσιν, ὡς εἶπον, πρὸς τὰ σύνορα καὶ ἀφήνουσι τὰς ἑστίας των ἀπροστατεύτους, ἀναμφισβητήτως τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, γινώσκοντα ὅτι δὲν παρακολουθοῦνται ὑπὸ αὐστηροῦ νόμου, θὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς τοιαύτης ἀπουσίας καὶ ἀπασχολήσεως τῶν πολιτῶν, ἵνα διαπράξωσι πᾶν ὅ,τι ἔκνομον εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θεωρῶ ὅτι, ὡς ἐτροποποιήθη ἡ προσθήκη αὕτη, τῆς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἰσηγήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει ὡς ἄριστα. Λογίζομαι δ’ εὐτυχὴς ὅτι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑπερψηφίσω τῆς προσθήκης ταύτης ἐν τῇ ἤδη ἰσχυούσῃ διατάξει τοῦ 91ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθόσον ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἐν κρισίμῳ τοῦ Κράτους στιγμῇ τὰ μάλα θέλει συντελέσει αὕτη πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς ἀσφάλειαν αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους.
§127Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πιθανόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ πλανᾶται πολλάκις ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς σκέψεις του καὶ πιθανὸν νὰ πλανῶμαι καὶ ἐγώ. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχω τὸ ἀλάθητον, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πάντοτε αἱ σκέψεις μου ὡρμήθησαν ἀπὸ εἰλικρινείας. Μέχρι πρὸ ὀλίγης ὥρας δὲν εἶχον δώσει πολλὴν προσοχὴν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, ἀλλ’ ὅτε ἐμελέτησα τὸ ἄρθρον 91, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρέβαλον αὐτὸ πρὸς τὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἄρθρα τῶν Συνταγμάτων τοῦ 1844 καὶ 1864 καὶ ἐπείσθην ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἄρθρου, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Τοὐναντίον μάλιστα ἐπείσθην ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ἄρθρου καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ τὸ σταθμίσῃ προτοῦ ψηφίσῃ. Ἐν πρώτοις λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς προγόνους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν ἔτει 1844 καὶ ἐν ἔτει 1864 διετύπωσαν τὰς περὶ τούτου γνώμας αὑτῶν ἐν τοῖς σχετικοῖς ἄρθροις. Αὐταὶ ἀκριβῶς αἱ σκέψεις τῶν προγόνων ἡμῶν μὲ ἠνάγκασαν νὰ σκεφθῶ καὶ σταθμίσω ὅτι ἔπρεπεν ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἂν μή τι ἄλλο, νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰς προσθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν δικαιολογοῦνται ἐπαρκῶς οὔτε ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ μείζονα λόγον. Διότι τί ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὅτε ἐψήφιζον τὰ ἄρθρα 89 καὶ 91 κατὰ τὸ 1864; Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι πάντοτε ὑπῆρχε φόβος καὶ κίνδυνος νὰ γίνῃ κατάχρησις τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία θὰ παρέχηται εἰς μίαν Κυβέρνησιν, νὰ χειρισθῇ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ συνταγματικὸν ἄρθρον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὥρισε ῥητῶς ὅτι ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ οἱανδήποτε ὀνομασίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσι. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι φοβοῦμαι ὄχι βεβαίως ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν καλῆς πίστεως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις τοῦ δικιώματος, τὸ ὁποῖον θὰ δώσωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἢ ἐν καιρῷ πολέμου—ἀφήνω τὸ δεύτερον, διότι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς, ἐπὶ τοῦ πρώτου δ’ ἐκηρύχθησαν πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ Ἕλλην τοῦτο ἢ ἐκεῖνο—ἐπιτρέψατέ μοι, λέγω, νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο εἶναι ὕβρις κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παραπονώμεθα ἐναντίον αὐτοῦ, ὅταν ἔχωμεν ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα τοῦ 1897, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὸν ὀργασμόν, μετὰ τοῦ ὁποίου ἔσπευδον ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀδιάφορον ἂν τὸ Κράτος ἦτο παρεσκευασμένον. Ὁ πολίτης Ἕλλην ἦτο, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἕτοιμος πάντοτε νὰ θυσιάζῃ τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς πατρίδος του. Δὲν θὰ τῷ ἐμπνεύσωσι τὸν πατριωτισμὸν αἱ εἰδικαὶ διατάξεις οὔτε τοῦ Συντάγματος οὔτε τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι, διότι ἐνθυμούμεθα πάντες πῶς ἔσπευδον, ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἔσω Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἔξω, νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, διὰ ν’ ἀποθάνωσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ἐὰν τὸ Κράτος ἦτο παράλυτον καὶ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρόν, δι’ αὐτὸ βεβαίως δὲν εὐθύνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐρχομένους καὶ ἰδίως ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας μετὰ ποίου ἐνθουσιασμοῦ ἦλθον νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Ἀλλὰ λέγουσι μερικοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων· νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως νὰ λάβῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον; Ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς ἀπαντήσω καὶ ἐγὼ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς τονίζουσι· «δὲν ἐνθυμεῖσθε τὸν πόλεμον τοῦ 1897;». Νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς ἀπαντήσω· δὲν ἐνθυμοῦνται τόσα ἄλλα πλὴν τούτου, καὶ τόσους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἦσαν τὰ μόνα θύματα τοῦ πολέμου ἐκείνου, διὰ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θ’ ἀμφισβητήσωμεν τὸν ἀληθῆ πατριωτισμόν; Ἀλλοίμονον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἁρπάσῃ καὶ εἰς ἀπόστασιν ὀλίγων βημάτων νὰ τοὺς τυφεκίσῃ. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἐπιμένω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ εἶναι ἐναντίον τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό, ὡς ἐτέθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον ἡμῶν. Δὲν θέλω νὰ στηριχθῶ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Παπαναστασίου, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι ὄντως εἶναι ἀπαράδεκτον, καθόσον πρόκειται περὶ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θὰ μεταρρυθμίσῃ σχεδὸν ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα· διότι τί λέγει; (Ἀναγινώσκει:) «Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει κλπ.». Ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ἄρθρον 4ον ἀκριβῶς λέγει ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· «οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Καὶ ἔρχεται περκιτέρω τὸ ἄρθρον 8ον καὶ λέγει: «Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ». Ὅτε λοιπὸν διὰ μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματος αἴρονται πλεῖσται ἄλλαι διατάξεις αὐτοῦ, νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις πᾶν ἄλλο παρὰ μὴ θεμελιώδης εἶναι καὶ συνεπῶς μὴ συζητητέα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θεμελιωδεστάτη.
§129Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως, διότι ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην διάταξιν θεμελιώδης. Ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προχωρήσω καὶ ἔτι περαιτέρω. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν τὰ παραδείγματα ἐξ ἐκείνων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα, καίτοι ἔχουσιν ἐν ἰσχύϊ νόμον τοιοῦτον, ἐν τούτοις εἰς ἐλαχίστας περιπτώσεις τὸν ἐφήρμοσαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ἐπὶ τούτου, εἶναι ὅτι νοσταλγοῦμεν ἴσως τὰ συμβαίνοντα εἰς γεῖτον Κράτος καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἴσως ἐπιζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω, κύριοι Βουλευταί, εἰμὴ τοῦτο: Προτοῦ ἀκόμη δώσῃ τὴν ψῆφόν του ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου μόνον ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀποβάλλει μέρος τῶν ἐλευθεριῶν του, δύναται νὰ φαντασθῇ τοιαύτην διάταξιν. Νά μοι ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε καλῶς καὶ νὰ σταθμίσητε τί πρόκειται νὰ ψηφίσητε. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ μετανοήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλὰ νὰ προσέξωσι καλῶς, μήπως, ὅταν θὰ μετανοήσωσι, θὰ εἶναι ἴσως πολὺ ἀργά, καὶ τότε δὲν θὰ ἔχωσι πρὸ αὐτῶν τὸ χάος, τὸ ἀπειλούμενον σήμερον ἢ αὔριον, ἀλλὰ τὸν Ἅδην, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐκ ἔσται μετάνοια. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, ἤ, ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς προστεθέν (ἀναγινώσκει)...Ἐπίσης δὲ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου νὰ προστεθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν. (ἀναγινώσκει): «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσιν. Εἰδικὸς νόμος, ὅστις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ, καί, ἂν ἐψηφίσθη πρότερον, νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς, θέλει κανονίσει κλπ.». Ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις. Πάντως ἐκεῖ εἶμαι ἐναντίας γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Μόνον ἐν περιπτώσει πολέμου καὶ μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς.
§130Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§131Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μειονοψηφήσας, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ὑπόχρεον, ἵνα ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς τοὺς δισταγμούς, οἵτινες ἐγεννήθησαν παρ’ ἐμοί, καὶ τὰς ἰδέας, αἵτινες ἔπεισάν με, ὅπως μειονοψηφήσω ἐν αὐτῇ, καὶ μεταδώσω ὑμῖν τοὺς δισταγμοὺς τούτους, ὡς μετέδωκα αὐτοὺς καὶ τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπῆρχε καὶ ἐδάφιόν τι, τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον, ὅπως βλέπω ἐν τῇ ὑπὸ ψήφισιν διατυπώσει, ἀπηλείφθη. Εἶναι τὸ ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον: «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσιν». Ἀλλ’ ἡ ἀπάλειψις αὕτη ἐγκλείει κινδύνους....
§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀποκατασταθῇ· νὰ τὸ προσθέσωμεν.
§133Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, εἴτε τοῦτο, Κύριοι, προστεθῇ εἴτε παραλειφθῇ, εἶναι τὸ αὐτό, διότι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν δὲν μεταβάλλεται. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἐνῷ προσέθετο τὸ ἐδάφιον τοῦτο, τὸ πρῶτον, προσέθετο οὐχ ἧττον ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ ἄρθρον, νόμος εἰδικὸς νὰ ὁρίσῃ τὴν κατάστασιν πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐκτάκτων Δικαστηρίων. Εἴτε λοιπὸν προσετίθετο τὸ πρῶτον ἐδάφιον εἴτε ἔλειπε τοῦτο, πάντως παρέμενεν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ θεσπίσῃ τὴν ἵδρυσιν ἐκτάκτων Δικαστηρίων διὰ τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας περιστάσεις. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐξετάζοντες τὸ προκείμενον ἄρθρον ἐπανερχόμεθά πως εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου 8ου τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 91 ἀναγράφον ὅτι δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσιν οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ συμπλήρωσις τοῦ ἄρθρου 8ου. Εἶναι τόσον βέβαιον ὅτι μία διάταξις συμπληροῖ τὴν ἑτέραν, ὥστε τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα ἐν τῷ ἄρθρῳ 71 αὐτοῦ ἔχει καὶ τὰς δύο ταύτας διατάξεις εἰς μίαν συντεθειμένας, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 71 αὐτοῦ φέρεται: «Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ τῶν φυσικῶν αὑτοῦ δικαστῶν. Διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ συσταθῶσι Δικαστήρια ἢ ἐπιτροπαὶ ἔκτακτοι». Ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον 8ον ἀφήκαμεν ἄθικτον καὶ ἐπανερχόμεθα νῦν νὰ μειώσωμεν ἢ περιορίσωμεν ὁπωσδήποτε τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 ἀναφερομένας ἐγγυήσεις. Ὅθεν εἶναι ἐπιβεβλημένον πάντως νὰ καθορίσωμεν κατ’ ἀνάγκην νῦν συζητοῦντες περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ 91, καὶ τὰς ἐλευθερίας τὰς ἐξασφαλιζομένας διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8ου. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ φυσικοῦ δικαστοῦ; Τί σημαίνει φυσικὸς δικαστής; Δύναταί τις ἆρά γε νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι ὁ δικαστὴς ὁ ὁριζόμενος ἑκάστοτε ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν; Δύναταί τις ἴσως ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τῆς λειτουργίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καθ’ ὃν τρόπον ἑκάστοτε ἤθελε κρίνει προσῆκον; Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μέχρι χρόνου τινὸς νομίζῃ ὅτι τὰ πολυμελῆ ἐκ τακτικῶν δικαστῶν Δικαστήρια ἀπένεμον τὴν δικαιοσύνην οὐχὶ καλῶς, δὲν δικαιοῦται νὰ τροποποιήσῃ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως ἱδρύουσα Δικαστήρια μὴ πολυμελῆ ἢ Δικαστήρια μὴ ἀπαρτιζόμενα ἐκ τακτικῶν δικαστῶν; Βεβαίως ὄχι. Ἀποβαίνει λοιπὸν δύσκολος ἡ ἀκριβὴς ἀπόδοσις τῆς ἐννοίας τοῦ φυσικοῦ δικαστοῦ. Ὁ φυσικὸς δικαστὴς ὅμως, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην, κατὰ τὴν ἄρχουσαν γνώμην τῶν πλείστων συνταγματολόγων, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιορίζομαι νὰ σᾶς ἀναφέρω κορυφὴν συγγραφικὴν καὶ ἐπιστημονικήν, τὸν Ἰταλὸν Brunialti, φυσικὸς δικαστὴς εἶναι ἐκεῖνος ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος ἦτο ἤδη νενομοθετημένος καθ’ ἣν ὥραν εἶχε γεννηθῆ τὸ ἀδίκημα, ὅπερ πρόκειται νὰ κριθῇ, ἡ πρᾶξις, ἥτις πρόκειται νὰ δικασθῇ· εἶναι ὁ δικαστής, ὅστις δὲν πλάσσεται νῦν, διὰ νὰ δικάσῃ νῦν δὲν πλάσσεται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ δικάσῃ νῦν τὴν περίπτωσιν τὴν παρουσιαζομένην, ἀλλ’ εἶναι ἤδη νενομοθετημένος, ὅτε τίκτεται ἡ περίπτωσις ἡ κριτέα. Πᾶσα λοιπὸν σύστασις Δικαστηρίου ἢ ἐπιτροπῆς, γινομένη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ δικάσῃ περίπτωσίν τινα πράξεως, καταστάσεως ἢ ἀδικήματος προσώπου τινός, ἢ προσώπων πλειόνων, ἅτινα νῦν τὸ πρῶτον κινοῦσι τὴν ἔρευναν, τὴν περιέργειαν, κινοῦσι τὴν ἐνέργειαν, τὴν δρᾶσιν τῆς Πολιτείας, δὲν εἶναι σύστασις φυσικοῦ Δικαστηρίου, φυσικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἶναι σύστασις ἐκτάκτου Δικαστηρίου, ἐκτάκτου ἐπιτροπῆς. Τούτου τεθέντος, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ φυσικὰ Δικαστήρια, οἱ φυσικοὶ δικασταί, αἱ φυσικαὶ ἐπιτροπαὶ εἶναι οἱ ἀναγεγραμμένοι ὑπὸ τῶν νόμων, ὅπως δικάζωσι τὰς πολιτικὰς ἢ ἀστικὰς διαφορὰς, τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, τὰς διοικητικὰς ὑποθέσεις· εἶναι λ. χ. τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ Πρωτοδικεῖα, Ἐφετεῖα καὶ λοιπὰ ποινικὰ Δικαστήρια, αἱ διάφοροι διοικητικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, τὰ ἤδη νενομοθετημένα, τὰ προξενικὰ Δικαστήρια, ἐπίσης δὲ καὶ τὰ δικάζοντα οὐχὶ πάσας τὰς ὑποθέσεις οὐδὲ περὶ πάντων κατὰ κανόνα τῶν προσώπων, ἀλλ’ ἐξαιρετικάς τινας ὑποθέσεις ἢ πρόσωπα, οἷα τὰ Στρατοδικεῖα, Ναυτοδικεῖα, Ἱερατικὰ Δικαστήρια. Ἀλλὰ δύνανται μὲν νὰ μεταβάλλωνται ταῦτα κατὰ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως ἢ τῆς λειτουργίας ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν δύναται ὅμως ποτὲ αὕτη νὰ πλάσῃ ἔκτακτον εἰδικὸν Δικαστήριον ἢ νὰ ἱδρύῃ διοικητικὰ ἔκτακτα Δικαστήρια ἢ συμβούλια, διὰ νὰ δικάσωσι προσωρινῶς ὡρισμένα πρόσωπα ἢ ὡρισμένας περιπτώσεις. Ἔχει ὑψίστην σημασίαν, κύριοι Βουλευταί, ἡ διάκρισις καὶ χρήζει διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν ἰδιαζούσης προσοχῆς· εἰδικώτερον, λέγω, δι’ ἡμᾶς, διότι ἀτυχῶς ἐδείχθη ὅτι εἴμεθα τόσον ἀνεκτικοὶ ἐνίοτε, ὥστε ἐπιτρέπομεν τὴν λειτουργίαν ἐκτάκτων νόμων καὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων καὶ ἐκτάκτων συμβουλίων καὶ ἐπιτροπῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἐξαιρετικὴ ἐπαναστατικὴ κατὰ τῶν θεσμῶν περίστασις. Ἐδικάσθησαν, Κύριοι, πολλοὶ ἀναπολόγητοι. Τίς δύναται ἆρά γε ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια δὲν συνᾴδει ποσῶς πρὸς τὸ πολίτευμα τὸ φιλελεύθερον, τὸ πολίτευμα τὸ ἐξασφαλίζον τελείαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ὅτι εἶναί τι χειρότερον ἀκόμη καὶ τῆς φρικώδους διαδικασίας τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, ἡ ὁποία, σεβομένη φαινομενικῶς τὰ ἀνθρώπινα δίκαια, ἔπλασεν εἰκονικὴν ἀπολογίαν τῶν κατηγορουμένων; Καὶ τίς δὲν γνωρίζει ὅτι εἶναι κοινωνικὸν ὄνειδος ὁ νόμος περὶ λῃστῶν; Καὶ τίς δὲν γνωρίζει ποσάκις δὲν ἐγένοντο ἀδικήματα καὶ ποσάκις ὑπὸ τὸ κώλυμα καὶ τὴν αἰγίδα τοῦ νόμου δὲν διεπράχθησαν αὐτόχρημα δολοφονίαι ἀτιμώρητοι; Ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην ἀπάθειαν, ὅταν ἀνεχώμεθα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Πολιτείας νὰ λειτουργῶσι νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι νόμοι φιλελεύθεροι, δὲν εἶναι νόμοι συνταγματικοί, πρέπει νὰ εἴμεθα, Κύριοι, πολὺ προσεκτικοί, μήπως εἰς τοιαύτας ἐκτρόπους ἐνεργείας δώσωμεν συνταγματικὴν χροιάν, μήπως δώσωμεν συνταγματικὴν ἐξασφάλισιν εἰς ἐκτάκτους ἐπιτροπὰς καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ διαπράξωσιν ὄργια ὑπενθυμίζοντα περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας αἰσχύνεται ἡ Ἱστορία τῶν ἐθνῶν. Τίς δὲν συμφωνεῖ, Κύριοι, ὅτι τὰ Δικαστήρια καὶ αἱ ἐπιτροπαί, τὰ ἐκτάκτως συνιστώμενα, οὐδέποτε ἐξυπηρετοῦσι τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης; Τίς ἀγνοεῖ — καὶ ἐλέχθη φανερῶς τοῦτο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος — ὅτι ταῦτα, οὑτωσὶν ἐκτάκτως ἱδρυόμενα, ἐξυπηρετοῦσι καθαρῶς πολιτικοὺς σκοπούς; Εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διὰ τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δεσμεύεται ἐντὸς τῶν τύπων, δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία λέγει: γενέσθω δικαιοσύνη καὶ ἀπολεσθήτω τὸ πᾶν· δὲν εἶναι ἐπαρκὴς λοιπὸν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Καὶ ζητεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου ἔκτακτος ἐξουσία, ἐξουσία τοιαύτη, ἥτις ἄνευ τύπων νὰ δύναται νὰ ἐξυπηρετῇ τοὺς πολιτικοὺς σκοπούς, τοὺς συμφέροντας. Οἱ πολιτικοὶ σκοποὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ σκοποὶ κρίνονται πολλάκις οὐχὶ καλῶς, καὶ δὴ ἐν ἀνωμάλοις περιστάσεσι, τότε δὲ θὰ ἔχωμεν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν θυμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀριθμήσωμεν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν ἐγγυήσεων τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα νομίζομεν καὶ προσδοκῶμεν ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν δι’ ἐκτάκτων καὶ βιαίων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συναντήσωμεν καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν. Τὰ πρῶτα θὰ εἶναι βέβαια καὶ πολλά. Οὐδὲ ἡ περίπτωσις ἀκόμη πολέμου δικαιολογεῖ τὰς βιαιότητας ταύτας. Ἐλέχθη ὅτι οὕτω θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐπιτελοῦντα τὸ καθῆκόν του, ἐὰν λειτουργήσῃ ἔκτακτον Δικαστήριον, ἐφαρμόζον τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Ἐγὼ δὲ λέγω· ἀλλοίμονον εἰς τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα χωρὶς νὰ φροντίσωσι νὰ συνηθίσωσι τοὺς πολίτας αὑτῶν εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἀγωγὴν ἀπὸ τῶν κόλπων ἔτι τῆς οἰκογενείας, ἀπὸ τῶν βάθρων αὐτοῦ τοῦ σχολείου, ἀναμένουσιν ἀνοήτως νὰ καταρτίσωσι Κράτος καὶ στρατὸν δι’ ἐκτάκτων Δικαστηρίων καὶ ἐκτάκτων βιαιοτήτων. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἡ Ἱστορία, Κύριοι, μᾶς ἐδίδαξεν ὅτι παρουσιάσθησαν περιστάσεις ἀνώμαλοι, καθ’ ἃς ἐλειτούργησαν ἔκτακτοι ἐπιτροπαί, ἐπιτροπαί, πρὸ τῆς κρίσεως τῶν ὁποίων καταργεῖται πᾶν δικαίωμα καὶ πᾶσα ἐλευθερία, ἀσφαλιζομένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, παρουσιάσθησαν τοιαῦται περιστάσεις, ἀλλ’ ἀφῆκαν ἐποχὴν μελανήν, ἐποχὴν ὀνείδους καὶ ὀλέθρου. Ἐλειτούργησαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὡς εἶναι γνωστόν, πολιτικαὶ ἐπιτροπαί, ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν ἀστεροεσσῶν αἰθουσῶν, ἀλλά, ἀντὶ ἀστέρες νὰ καθοδηγῶσι πρὸς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς οὐρανίου ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐχρησίμευον μόνον διὰ νὰ στολίζωσι τὰ μαῦρα ἔργα ἐπαράτων ἐπιτροπῶν, δι’ ἃς ἀπὸ τὸν μέγιστον ἱστορικὸν τοῦ κόσμου, τὸν Μακώλεϋ λέγεται ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ἦσαν δολοφόνοι, ἦσαν Δικαστήρια δολοφόνων. Εἶχον παρέλθει ἔτη ὁλόκληρα, αἰῶνες ὅλοι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἶχον ἐκλίπει τὰ ὄργια ἐκεῖνα καὶ ὅμως ἔγραφεν ὁ Μακώλεϋ ὅτι ὑπῆρχον εἰσέτι εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ μετ’ ἀποτροπιασμοῦ ζωηραὶ αἱ ἀναμνήσεις, αἱ ἐντυπώσεις, ἃς τὸ ἀπαίσιον αὐτῶν ἔργον εἶχεν ἀφήσει. Ὅτε λοιπὸν τοιαύτας ἐκτάκτους ἐπιτροπὰς καὶ τοιαῦτα Δικαστήρια πρόκειται, Κύριοι νὰ ἱδρύσωμεν, ἔστω καὶ δι’ ἐκτάκτους περιστάσεις, πρέπει νὰ συζητήσωμεν μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ δυσχερῶς νὰ παραδεχθῶμεν αὐτά. Ἤκουσα λεχθὲν ὅτι δὲν ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὰς διατάξεις ταύτας, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο ἀνάγκη ν’ ἀνατρέξωμεν ἐκτὸς τῆς Ἱστορίας καὶ εἰς τὴν σύγχρονον κατάστασιν τῶν νεωτέρων Κρατῶν. Ἐξ ὅσων ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω Κύριοι, ὑπάρχουσι Κράτη, καὶ Κράτη τὰ ὁποῖα ἔχουσι νεωτέραν συνταγματικὴν νομοθεσίαν, ἐστερημένα τελείως τῆς διατάξεως ταύτης· ὑπάρχουσι Κράτη, τὰ ὁποῖα ὁ Ἰταλὸς συνταγματολόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου πρὸ ὑμῶν, ἀναφέρει διὰ τοῦτο μετ’ εὐφήμου καὶ τιμητικῆς μνείας καὶ μεταξὺ τῶν Κρατῶν τούτων ἀναφέρει τὸ Βέλγιον, ἀναφέρει τὴν Σερβίαν, ἀναφέρει τὴν Ῥωμουνίαν, δὲν θὰ ἀναφέρῃ ὅμως ἴσως πλέον, ὅπως ἀνέφερε μέχρι τοῦδε, καὶ τὴν Ἑλλάδα. Τὰ Κράτη ταῦτα τυγχάνουσιν εὐφήμου μνείας, διότι λέγει ὅτι εἶναι ἐκδηλώσεις παθολογικαί, ἐκδηλώσεις βάρβαροι Κρατῶν, αἱ ἐκδηλώσεις αἱ προκαλοῦσαι τὴν ἵδρυσιν ἐκτάκτων Δικαστηρίων καὶ ἐπιτροπῶν, ἐκδηλώσεις ἐπιφέρουσαι ὀπισθοδρόμησιν τῆς προόδου τῶν Κρατῶν ἐπὶ σειρὰν αἰώνων. Ἴδωμεν ἐν τούτοις ἂν καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, περὶ τῶν ὁποίων τοσαῦτα ἐλέχθησαν, ὑπάρχει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἐκτάκτων Δικαστηρίων, οἷα πρόκειται νὰ ἱδρύσωμεν ἡμεῖς μετὰ πάροδον τοσούτων ἐτῶν ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤκμασαν, οὔτε ἀκμάζουσι κοινοβουλευτικῶς· ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν Πρωσσίαν· τὸ Πρωσσικὸν Σύνταγμα τῆς 31 Ἰανουαρίου 1850 ἐν ἄρθρῳ 63 ἐπιτρέπει, ἵνα μόνον «ἐν περιπτώσει διαταράξεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐκτάκτων καὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν καὶ ὑπὸ τὴν εὐθύνην πάντων τῶν Ὑπουργῶν ἐκδίδηται Διάταγμα ἔχον ἰσχὺν νόμου» — ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν Διάταγμα, ὅταν εἶναι αἱ Βουλαὶ νόμος· περίπου τὸ σύστημα τὸ διὰ τοῦ ψηφιστέου ἄρθρου εἰσαγόμενον — «ἀλλὰ πάντοτε οὐχὶ ἀντίθετον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος». Ἂς ἴδωμεν τὴν Σαξωνίαν ἐν παραγράφῳ 88· ἂς ἴδωμεν αὐτὴν ταύτην τὴν Αὐστρίαν, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1867. Οὐδὲν Κράτος ἀνέχεται σήμερον τὴν ἵδρυσιν ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν καὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τὴν Γαλλίαν....
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Αὐστρίαν φρονεῖτε ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ στρατιωτικὸς νόμος καὶ τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια ὠργανωμένα δι’ ὀργανικῶν νόμων;
§135ΑΝΔ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεχίσω; Καὶ θ’ ἀπαντήσω. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, Κύριοι, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια, τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τὰ Ναυτοδικεῖα, εἶναι ἐξαιρετικὰ μέν, διότι περὶ ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων δικάζουσιν, ἀλλ’ ὅμως εἶναι τακτικὰ Δικαστήρια καὶ ὄχι ἔκτακτα, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως, εἶπον δ’ ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς πάντα τὰ προηγμένα Κράτη σήμερον σύστασις ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν καὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων, εἶπον ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ ἔτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἐκτάκτων Δικαστηρίων καὶ ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν. Ἐπιτρέπεται τοῦτο μόνον: ἡ ἐφαρμογὴ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δι’ ὡρισμένα ἀδικήματα. Ἕτερον ὅμως ἑκάτερον. Ἄλλο τοῦτο καὶ ἄλλο ἐπίτρεψις ἐκτάκτων Δικαστηρίων.
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον εἶναι ἀνάλογον. Ὀργανικὸς νόμος, καθ’ ὃν ὁρισμὸν ἀκριβῶς ἐδώκατε προηγουμένως, θὰ ἱδρύσῃ ταῦτα ὡς τακτικὰ Δικαστήρια, ὄχι δ’ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ μετὰ τὴν παρουσιασθεῖσαν ἀνάγκην.
§137Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει ἡ σύγχυσις, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν, κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξάγεται, τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, τῆς ἀφετηρίας δηλαδή, ἡ ὁποία ἕπεται τῆς καταστάσεως πολλάκις, καὶ τῶν ἐκτάκτων Δικαστηρίων, τῶν συνιστωμένων ἐν πολέμῳ. Ἡ διαφορὰ εἶναι μεγίστη καὶ ἀπὸ ἱστορικῆς μορφῆς καὶ ἀπὸ νομικῆς. Ἐὰν ἐβαίνομεν ἐπὶ ἑνὸς πεδίου, θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα καὶ θὰ ἤμεθα πάντες σύμφωνοι.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, ὅπως ὡρισμένα ἀδικήματα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δικάζωνται, οὐχί, τὸ τονίζω, ἀπὸ ἔκτακτα Δικαστήρια ἢ ἐκτάκτους ἐπιτροπάς, ἀλλ’ ἀπὸ τακτικὰ Δικαστήρια, κατὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον· ἐπιτρέπεται δηλαδὴ ὡρισμένον ἀδίκημα νὰ χαρακτηρισθῇ ἁπλούστατα ὡς στρατιωτικὸν ἀδίκημα καὶ ὡρισμένοι ἄνθρωποι νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἐχθροὶ τῆς χώρας καὶ ὡς ὑπαγόμενοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν· ἐπιτρέπεται δηλαδὴ εἰς τοὺς κατοίκους ὡρισμένου τόπου νὰ εἴπῃ τὸ Κράτος: «ὅπως ὁ ὅμορος ἐχθρὸς θέλει νὰ προσβάλῃ ἔξωθεν τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Κράτους, τοιουτοτρόπως καὶ ὑμεῖς θέλετε νὰ προσβάλητε τὴν ἐσωτερικὴν αὐτοῦ τάξιν καὶ ἀκεραιότητα· σᾶς θεωρῶ λοιπὸν ἐχθρούς· σᾶς θεωρῶ διαπράττοντας στρατιωτικὸν ἀδίκημα: σᾶς θεωρῶ δικαστέους ἀπὸ στρατιωτικὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ Δικαστήρια τακτικά, οὐχὶ ἔκτακτα Δικαστήρια». Ὑπάρχει δέ, Κύριοι, διαφορὰ μεγίστη, ὅσον δὲν δυνάμεθα ἴσως ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ὑπολογίσωμεν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ταύτην ἐν τῷ νῷ ἡμῶν. Διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ γίνῃ ἔκτακτος στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία καὶ ἐξουσία διὰ μίαν μόνην περίστασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ λειτουργῶσιν ἐκεῖνοι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰς συνήθεις περιστάσεις ἐψηφισμένοι. Ἄλλως τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἱδρύσωμεν διὰ νόμου, νόμου ὅστις μεταβάλλεται μὲ ἐπιτροπὰς δικαζούσας ἄνευ διαδικασίας, ἄνευ ἀνακρίσεων, ἄνευ ἀπολογίας, ἄνευ ὑπερασπίσεως, νὰ ἱδρύσωμεν αὐτόχρημα δεσποτισμόν, ἂν οὐχὶ ἐν τῷ προσώπῳ ἑνός, ἀλλ’ ἐν τῷ προσώπῳ πλειόνων κυβερνητῶν...
§139Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐὰν εἰς τὰ σύνορα συμβῇ ἐγκληματική τις πρᾶξις, ὁ διαπράξας αὐτὴν θ’ ἀποσταλῇ νὰ δικασθῇ εἰς τὸ ἐδῶ ἑδρεῦον Στρατοδικεῖον;
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πρόθυμος εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου νὰ δώσω οἱανδήποτε ἄλλην ἐξήγησιν. Ἀλλ’ ἤδη ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐὰν εἰς τὰ σύνορα εἶναί τις δικαστέος, τίς θέλετε νὰ εἶναι;
§141Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Οἱοσδήποτε ἀξιωματικός, στρατιώτης ἢ ἐκ τῶν παρακολουθούντων τὸ στράτευμα.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁστισδήποτε. Ἔστω. Ὑπάρχει, κύριε συνάδελφε, στρατιωτικὴ νομοθεσία πλήρης καὶ τακτικὴ καὶ οὐδὲν ὑπάρχει ἐμπόδιον ὅπως ἱδρυθῇ ἐκεῖ μετατιθέμενον Στρατοδικεῖον, διότι οὐδεὶς λόγος ἐπιβάλλει, ὅπως τὸ Στρατοδικεῖον ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις. Δύνανται, κύριε συνάδελφε, νὰ μελετηθῶσι, διότι δὲν ἐμελετήθησαν κατὰ τὴν πάροδον τῶν τελευταίων ἐτῶν δυστυχῶς αἱ νεώτεραι στρατιωτικαὶ ποινικαὶ νομοθεσίαι καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἰταλίας, ἥτις θεωρεῖται ὡς ἡ ἀρίστη. Θὰ ἴδωμεν ὅτι ἄλλη διαδικασία ὑπάρχει διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα ἐν ὥρᾳ πολέμου καὶ ἄλλη διὰ τὰ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης. Διὰ τὰ ἐν ὥρᾳ πολέμου δύναται νὰ ἱδρυθῇ διαδικασία σύντομος, ταχυτέρα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ Δικαστήριον ἔκτακτον· θὰ δικάσῃ ἡ ἰσχύουσα στρατιωτικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη· οὐδεὶς ἔκτακτος δικαστὴς θὰ γίνῃ διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, προσωρινῶς· θὰ δικάσῃ ἐκεῖνος ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος παγίως δικάζει, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνεφάνη ἡ πρᾶξις, ἐδίκαζε. Καὶ ἔχει τοῦτο σημασίαν, Κύριοι, διότι πολλάκις παραφερόμενοι οἱ νομοθέται ἀπὸ στιγμιαίας ἰδέας, ἀπὸ προσωρινὰς ὀξείας ῥοπὰς νομίζομεν ἴσως ὅτι χρειάζεται ἄλλος τις, πλὴν τοῦ ἰσχύοντος, νόμος δρακόντειος, ὅτι χρειάζονται ἄλλοι δικασταὶ παρὰ τὰ τακτικῶς λειτουργοῦντα Δικαστήρια· ἔχει μεγίστην διαφοράν, διότι, ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ ψηφίζωμεν ἐκτάκτως διὰ νόμου ἔκτακτα Δικαστήρια, τρέχομεν τὸν μέγαν κίνδυνον νὰ ψηφίσωμεν ἀτελῆ νομοθεσίαν, ἥτις δὲν θὰ εἶναι ἄλλο τι ἢ ἀπόρροια στιγμιαίου ἐνθουσιασμοῦ ἢ στιγμιαίας ἐξάψεως ἢ στιγμιαίας παραφορᾶς καὶ θὰ παραγάγῃ θύματα καὶ συμφοράς. Δὲν πρέπει λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ εἰδικὸς νόμος νὰ ψηφίζηται, ὅταν ἐμφανίζηται ἡ περίστασις. (Ἀνυπομονησίαι ζωηραὶ καὶ διάλογοι). Δύναμαι, Κύριοι, νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἴσως τὸ μόνον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον συνησθάνθην βαθύτατα ὅτι ἔχω ὕπατον καθῆκον ὅπως ὁιλήσω, καὶ νὰ ὁμιλήσω μετὰ θέρμης, διότι συναισθάνομαι καὶ νομίζω ἀληθῶς, ἔχων γεγονότα ἄλλως τε, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπέχουσι μακρὰν τοῦ χρόνου ἡμῶν, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν δὲν γνωρίζει νὰ ἐκτιμᾷ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας προσηκόντως, ὅτι ὁ πολίτης ὑποδουλοῦται καὶ πτήσσει πρὸ τῶν ἀδικιῶν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβωμεν πάντα τὰ προληπτικὰ μέτρα, διότι νομοθετοῦμεν διὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ὅταν λέγω λοιπὸν αὐτὰς τὰς γνώμας μου, σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐνεστερνίσθην κατόπιν μακρᾶς μελέτης τῶν πραγμάτων. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ἔχω τὴν εὐμενῆ ἀκρόασιν καὶ τὴν προσοχὴν πάντων ὑμῶν, διὰ ν’ ἀκροασθῆτε τὰς ἰδέας μου ταύτας καὶ ὅσας μὲν εὕρητε ἀληθεῖς δέξασθε, ἄλλως ἀποκρούσατε αὐτάς, ἀλλ’ ἀκροασθῆτε τούτων, ἵνα μὴ μείνῃ ποτὲ τὸ παράπονον ὅτι οὐδενὸς ἠκούσθη ἡ φωνὴ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν μοὶ φαίνεται τὰ μάλιστα ἐπιβεβλημένον ν’ ἀκουσθῇ ἰσχυρῶς. Ἔχομεν, Κύριοι, ἀλλαχοῦ λειτουργοῦντα τὸν στρατιωτικὸν νόμον, ἀλλὰ λειτουργεῖ ἐκεῖ ὁ στρατιωτικὸς νόμος ὁ ὑφιστάμενος, ὁ ὁποῖος εἶναι τακτικὸς στρατιωτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἰσχύει διὰ πᾶσαν περίπτωσιν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ποτὲ ἐκτάκτων Δικαστηρίων καὶ ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς θέλει διατυπωθῇ ὁ ὀργανικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον μέλλομεν νὰ ψηφίσωμεν, συγκατανεύσητε, ἵνα ἐξαλειφθῇ ἡ εὐχέρεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ νὰ ἱδρύῃ ἔκτακτα Δικαστήρια καὶ ἐκτάκτους ἐπιτροπάς. Ἄς εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῆς δράσεως τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, ἂς δοθῇ ἐπέκτασις αὐτῶν οἱαδήποτε ἐπὶ ἀδικημάτων ἄλλων, ἀλλ’ ἂς μὴ γίνωνται ἔκτακτα Δικαστήρια καὶ ἔκτακτοι ἐπιτροπαὶ δι’ ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις καὶ προσωρινῶς...
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ διατυποῦται ἡ δευτέρα παράγραφος.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιέχεται.
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ τὸ διορθώσωμεν. Καὶ μάλιστα παρουσιάσθη μία τροπολογία ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ὁ ὀργανικὸς οὗτος νόμος νὰ τροποποιῆται τὴν ὥραν ἐκείνην.
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ πρότερον, ὅτε ὡμίλησα, τὸ εἶπον, ὅτι ὡρμήθην ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ νὰ τροποποιήσω καὶ ἐγὼ τὸ ἀρχικόν μας σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, διότι εἶχε τοῦτο τὸ ἐλάττωμα.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐν τῷ ἄρθρῳ 91, ἐκεῖ ὅπου φέρεται «τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐκτάκτων Δικαστηρίων», αὐτὸ πρέπει νὰ διαγραφῇ...
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ δίδετε σημασίαν εἰς τὴν λέξιν· μὴ σᾶς πειράζει αὐτή, διότι ἐδώκατε ὑμεῖς τὸν ὁρισμὸν τί εἶναι τὸ ἔκτακτον Δικαστήριον, ἐνῷ ἡμεῖς δι’ ὀργανικοῦ νόμου θὰ ὁρίσωμεν Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι τακτικὰ καὶ αὐτά, ἀλλ’ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις λειτουργοῦντα. Θὰ τροποποιήσωμεν τὴν ἔκφρασιν.
§150Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἰσθάνομαι ἀληθῶς χαράν, ἐὰν τοῦτο γίνῃ, καὶ μάλιστα γίνῃ καλλιτέρα τις διατύπωσις, ἀπαλειφομένης τῆς μὴ τεχνικῆς λέξεως «ἔκτακτα Δικαστήρια», καὶ δέον νὰ περιορίσωμεν τὸ πεδίον τῆς συζητήσεως εἰς τὴν σκοπιμότητα τῆς διατάξεως, ὑφ’ ὃν τύπον λειτουργεῖ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ.
§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἦτο τρομερόν, ἐὰν τὸ ἐναντίον ὡρίζομεν!
§152Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ παρεξήγησις αὕτη ὀφείλεται εἰς ἀδυναμίαν τῆς ἐμῆς ἀντιλήψεως, ζητῶ νὰ μοὶ παρασχεθῇ πλήρης συγγνώμη...
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πταίει ἡ διατύπωσις ἡ ἰδική μου, διότι λέγει τὴν λέξιν «ἐκτάκτων», ἀλλὰ πρότερον ἐξήγησα ῥητῶς ὅτι δέχομαι τῆς ἐπιτροπῆς τὴν τροποποίησιν, διότι ἔχει τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι δι’ ὀργανικοῦ νόμου ἐκ τῶν προτέρων κανονίζει αὐτὰ τὰ πράγματα.
§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι πολὺ πλέον ἐξεταστέον τὸ ζήτημα μόνον ὑπὸ τὴν ὀλιγώτερον ἀνησυχητικὴν ὄψιν, τὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν αἰσθάνομαι, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν στενοχωρίαν καὶ τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον ἠσθάνθην, ὅτε εἶδον ὅτι ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ψηφιστέας διατάξεως περιελαμβάνετο καὶ ἡ ἐπίτρεψις τῆς συστάσεως ἐκτάκτων Δικαστηρίων. Θὰ συνιστῶνται λοιπὸν οὐχὶ ἔκτακτα Δικαστήρια, ἀλλὰ τακτικὰ Δικαστήρια, θὰ δικάζωσι δὲ ὡρισμένα ἀδικήματα. Τοῦτο ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ καὶ γίνεται ἀκόμη. Ἐὰν ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ θέσω ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν καὶ ἄλλας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ μελέτη καὶ ἡ πεῖρα ἐκεῖ ἀπηρίθμησε, θὰ ἴδητε ὅτι καὶ περὶ τῆς ὠφελιμότητος τοιαύτης τινὸς διατάξεως ἐγείρεται μεγάλη ἀμφιβολία. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι πολλὰς ἐφαρμογὰς τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου καὶ τῆς καταστάσεως πολιορκίας ἔχομεν ἐν Ἰταλίᾳ. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἐπρόκειτο περὶ δυναστειῶν πεσουσῶν, περὶ δυναστειῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐφοβοῦντο ὅτι ἤθελον ἐμποδίσει τὴν πλήρωσιν τοῦ ὑπάτου ἐθνικοῦ πόθου, τῆς ἑνότητος τῆς Ἰταλίας καὶ τότε ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσι τὰ ἔκτακτα μέτρα καὶ τὰ ἔλαβον. Οἱ πρόγονοι ὅμως ἡμῶν ψηφίζοντες τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ὑπὸ τὸν φόβον τῆς παλινορθώσεως πεσούσης δυναστείας δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπιτρέψωσι τὰ ἴδια μέσα, διότι ἤδη ἤρχισαν καταδικαζόμενα, καὶ λέγω τοῦτο διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἠρνήθησαν εἰς αὐτὸν τὸν μέγαν Καβοὺρ νὰ δώσωσι τὸν στρατιωτικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν ἅπαξ εἰς αὐτόν. Δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Παρετηρήθη ὅτι ὁσάκις προυκλήθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου καὶ τῆς καταστάσεως πολιορκίας, ἕνεκα σπουδαίων ἐξωτερικῶν ταραχῶν, αἵτινες εἶχον πολλάκις ἀφορμὴν τοὺς ἐξωτερικοὺς ἀτυχεῖς πολέμους — τίς δὲν ἐνθυμεῖται τοὺς πολέμους κατὰ τῆς Αἰθιοπίας; — παρετηρήθη, λέγω, ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν τὰς ζωηρὰς κραυγὰς καὶ τὰς διαμαρτυρίας πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ διακεκριμένων νομομαθῶν. Τόμοι ὁλόκληροι ἐγράφησαν κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης τῆς πολιορκίας, κρίσεις κυβερνητικαὶ ἐγένοντο, ἔπεσεν ὁ Rudini τῷ 1898, διότι διχόνοιαι βαθεῖαι ἐγεννήθησαν ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν του, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔπεσον τρία διαδοχικῶς Ὑπουργεῖα. Ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου, καὶ τί ἀπεδείχθη, νομίζετε; Ἀπεδείχθη ὅτι οὐδὲν σωτήριον ἀποτέλεσμα ἔσχεν. Ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ κατὰ τὸ 1898 τοῦ νόμου τούτου εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε πόλεμον οὔτε ἐπιστράτευσιν εἶχον.
§156Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔσχον καὶ ἀτυχῆ πόλεμον, τὴν εἰς Ἀφρικὴν ἐκστρατείαν. Ἔπεσε τῷ 1898 ὁ Rudini καὶ ἦλθε τὸ Ὑπουργεῖον Peloux καὶ ἐφήρμοσε τὸν στρατιωτικὸν νόμον καὶ τὴν κατάστασιν πολιορκίας. Ἐν Ἰταλίᾳ δὲ τῷ 1898 ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Como καὶ τῆς Speria ἐκ πολιτικῶν λόγων, καὶ αὐστηροὶ δικασταὶ ἐστάλησαν, αὐστηρόταται ἦσαν αἱ ποιναί, ἦσαν βαρύταται, ἀλλ’ ἡ εἰρήνευσις, τὴν ὁποίαν ἐπόθουν νὰ φέρωσι διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτάς, ἐνῷ ἐπῆλθε ταχέως εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἐλειτούργει τακτικώτερον ὁ νόμος. Ἔφερα τὸ παράδειγμα τοῦτο τὸ ἐκ τῆς πείρας, Κύριοι, διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι πάντοτε χρήσιμος ὁ στρατιωτικὸς νόμος, καί, ἂν ἐκεῖ δὲν εἶναι χρήσιμος, ἐνταῦθα ἔχω τὸν φόβον ὅτι θὰ εἶναι λίαν ἐπιβλαβής, διότι θὰ ἐξάπτῃ περισσότερον τὰ πάθη. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἅπαντες ἀγόμενοι ἀπὸ ἱεροῦ ζήλου καὶ ἐκ πατριωτισμοῦ ἐνθέου ἐνομίζομεν ὅτι ἠθέλομεν ἀπαρτίσει στρατιὰν παντοδύναμον, ἡ ὁποία θὰ ἔφθανε νικηφόρος εἰς τὸ τέρμα τῶν πατριωτικῶν ὀνείρων ἡμῶν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὰ μάλιστα συνετὸς ἀνὴρ πολιτικός, ἄγαν φιλόπατρις ἀνήρ, ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἑτοίμη πρὸς πόλεμον καὶ ὅτι ὁ πόλεμος ἔσται καταστρεπτικός. Τὸν ἀπεδοκίμασε μετὰ πάθους ἡ ἐξημμένη κοινὴ γνώμη καὶ ὁ πατριωτικὸς τύπος ἐκλήθη προδότης· ἐὰν δ’ ὑπῆρχε στρατιωτικὸν Δικαστήριον, θὰ ἐλειτούργει βεβαίως ἐναντίον του τοῦτο. Εἶναι συνήθης ἡ ἔξαψις καὶ ἡ παραφορὰ τῶν λαῶν εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Πάντες γνωρίζετε ποῖος ἦτο ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ὁ ἐξενεγκὼν τὴν μεγάλην ἐκείνην ἀλήθειαν. Ἦτο ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι δι’ ἡμᾶς θὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος μέγας διαπράξεως ἀδικημάτων κατὰ παντὸς ἀντιφρονοῦντος. Εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ κατάστασις εἶναι ἐμπόλεμος, εἰς τὰς περιστάσεις τῶν γενικῶν ἐπιστρατεύσεων, ἐπακολουθοῦσι τοιαῦται ἐσωτερικαὶ ἐξάψεις, τοιαῦται ζωηρότητες καὶ ταραχαί, ὥστε, ἐὰν θελήσωμεν διὰ στρατιωτικῶν Δικαστηρίων, ἐὰν θελήσωμεν διὰ δυνάμεως στρατοῦ, διὰ τῆς βίας, νὰ καταπνίξωμεν τὰς λαϊκὰς θυέλλας, αἱ ὁποῖαι μόναι ἀφιέμεναι ἐκσπῶνται εἰς μηδέν, θὰ ἔχωμεν βιαίας συρράξεις στρατοῦ καὶ λαοῦ. Εἶναι τόση ἡ δυσφορία ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις μέλλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Γνωρίζομεν ὅτι κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας αἱ Κυβερνήσεις διαδέχονται ταχέως ἀλλήλας, καὶ ὅμως μεγίστη σύνεσις εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα δίδηται κατεύθυνσις τῶν ἔργων τῶν Δικαστηρίων μὲ πολιτικὴν δυναμένην ν’ ἀγάγῃ εἰς ἀδικήματα. Θὰ εὕρωμεν ἆρά γε τὴν σύνεσιν ὑπάρχουσαν εἰς πάσας τὰς Κυβερνήσεις; Αὐτοὶ εἶναι οἱ δισταγμοί, οἱ ὁποῖοι μὲ κάμνουσι, Κύριοι, νὰ ὀρρωδῶ, ὅταν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν πρὸς καιρὸν τὰ σπουδαιότερα ἄρθρα τὰ ἀσφαλιστικὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, ὅταν πρόκειται νὰ συλλάβωμέν τινα ἄνευ δεδικαιολογημένης αἰτίας, ὅταν πρόκειται νὰ τὸν προφυλακίσωμεν ὅσον χρόνον θέλομεν, ὅταν πρόκειται νὰ τὸν ἀφαιρῶμεν ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος, ὅταν πρόκειται νὰ μὴ δύνανται νὰ συνέρχωνται οἱ πολῖται Ἕλληνες ἐλευθέρως, ὅταν πρόκειται νὰ μὴ δύνανται νὰ δημοσιεύωσι τοὺς στοχασμούς των, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται διὰ τῶν στοχασμῶν των νὰ ἐκφράσωσι τὴν δυσφορίαν των, ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1897, νομίζοντες ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ τεταγμένοι πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος δὲν ὑπερήσπισαν ταύτην ὡς ἔπρεπεν, ὅταν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, καὶ τὸ ἄρθρον 95, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὅταν πρόκειται ταῦτα πάντα τὰ ἱερά, τὰ ὕπατα δικαιώματα νὰ καταργηθῶσιν, ὁμολογῶ ὅτι ἑσμὸς μεγάλων φόβων κατέχει τὴν ψυχήν μου. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ ὑπὸ τοῦ μέλλοντος.
§157Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 91, κύριοι Βουλευταί, δύναται νὰ προστεθῇ τὸ σημερινὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἔχει οὕτω: «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ ὁποιονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσι». Συγχρόνως φρονῶ ὅτι εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ ἐμοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ δεύτερον ἐδάφιον, μετὰ τὴν λέξιν «ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως» νὰ προστεθῇ «ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων», δηλαδὴ θὰ διατυπωθῇ οὕτως: «Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει, διὰ τὴν περίπτωσιν ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς, ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 κ. λ. π.», ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Γόντικας, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι μόνον ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων πρόκειται νὰ κηρυχθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Προσθέτω ὅτι ἀρχικῶς δὲν εἶχε τεθῇ ἡ φράσις αὕτη, διότι δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι δύναται νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστράτευσις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐξωτερικὸς κίνδυνος. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐξωτερικὸς κίνδυνος, ἡ ἐπιστράτευσις θὰ διαταχθῇ, διότι θὰ συγκληθῇ τὸ ἔνοπλον ἔθνος, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀνάγκας.
§158Γ. ΠΩΠ. Ἐκάμαμεν ἤδη ἕνα πόλεμον κωμῳδίας· δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ μίαν ἐπιστράτευσιν κωμῳδίας.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συνιστῶ, ὅπως προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ πρώτου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 91, ἡ ἑξῆς πρότασις: «Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταρρυθμισθῇ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ἢ τῆς ἐπιστρατεύσεως», ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας.
§160Γ. ΠΩΠ. Ὁ νόμος θὰ ψηφισθῇ;
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ νόμος θὰ ψηφισθῇ ἐν καιρῷ καὶ ἔχω πιθανότητα ὅτι θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς· ἀρκεῖ νὰ θέσωμεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταρρυθμισθῇ, ὅπερ εἶναι εἷς πρόσθετος ἐξαναγκασμὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἐγκαίρως θεσπίσῃ αὐτόν. Λοιπὸν θὰ ἔχῃ οὕτω: «Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ».
§162ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἄλλη τροποποίησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 καὶ 8;
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· τώρα θὰ ἔλθω εἰς τὰ λοιπά. Μετὰ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας συνιστῶ νὰ παρεισαγάγωμεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, μετὰ τὴν πρόνοιαν, ἡ ὁποία ἐλήφθη, ὅπως περιορισθῇ ἡ ἰσχὺς τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου εἰς δύο μῆνας, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον δύναται νὰ ψηφισθῇ ἀδεῶς ὑφ’ ἡμῶν, διότι, ἐνῷ οὐδεὶς κίνδυνος πραγματικὸς ὑποκρύπτεται περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, παρέχει εἰς τὸ Κράτος κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις τοῦ ἔθνους πάντα τὰ μέσα ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις ταύτας.
§164Γ. ΠΩΠ. Συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, προκειμένου περὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου, πιθανὸν τοῦτο νὰ συζητήσωμεν. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ὀγδόου ἄρθρου καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις, ὥστε νὰ μὴ στερῆται τις τῶν δικαστῶν του, νὰ μὴ παραδίδηται δηλαδὴ ὁ πολίτης εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ὅπως δικασθῇ. Δι’ αὐτὸ πρέπει τὸ ἄρθρον 8 ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μείνωσι τὰ ἄρθρα 5 μέχρι τοῦ 20, διότι ὑπάρχει ἀντίφασις.
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· δύναται τὸ ἄρθρον 8 ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι, ἀφοῦ ἀναγράφεται ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἄρθρον 91, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει, ὅπως εἰδικὸς νόμος κανονίσῃ τὰ τῆς διαδικασίας, πρέπει αὐτὸ νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἵδρυσιν τῶν ἐκτάκτων Δικαστηρίων ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῇ τεχνικῇ. Ὥστε δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 8.
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ τὸ ἄρθρον 4.
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Δέχομαι καὶ τοῦτο διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.
§168Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς ὁ νόμος ὁρίζει.
§169ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 91 δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὸ ἄρθρον 8.
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ: «τῶν οἰκείων Δικαστηρίων» ἢ «τῶν πρὸς τοῦτο Δικαστηρίων».
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ Δικαστήρια ταῦτα εἶναι προφανῶς ἐξαιρετικὰ Δικαστήρια, λειτουργοῦντα μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις.
§172Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ θέσωμεν: «τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθέντων Δικαστηρίων.»
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ τεθῇ: «Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς κηρύξεως καταστάσεως πολιορκίας καὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας...».
§174Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. «Δικαστηρίων» ἁπλῶς.
§175Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. «Δικαστηρίων πολεμικῶν».
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. «Εἰδικῶν Δικαστηρίων».
§177Φ. ΝΕΓΡΗΣ. «Τὰ τῆς συστάσεως καὶ δικαιοδοσίας τῶν Δικαστηρίων».
§178ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἐξαιρετικὰ Δικαστήρια ὑπάρχουσι· τὰ ἔχομεν. Ἐξαιρετικὸν Δικαστήριον εἶναι τὸ Ἐμποροδικεῖον, καὶ ὁ Διομήδης ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ ῥητῶς λέγει ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῶν Δικαστηρίων καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ἀντὶ τοῦ ὅρου ἐκτάκτου νὰ γίνῃ ἡ χρῆσις τοῦ ἐξαιρετικοῦ.
§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· παρακαλῶ ἀντὶ τοῦ ἐκτάκτων νὰ τεθῇ ἐξαιρετικῶν, δυναμένων εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ λειτουργῶσι.
§180Γ. ΠΩΠ. Χειρότερον εἶναι τὸ ἐξαιρετικῶν.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ πράγματα ἔχουσι σημασίαν καὶ ὄχι ἡ λέξις. Ἐγὼ μετὰ πολλῆς προθυμίας ἐδέχθην τὰς διαφόρους διακοπάς, διότι θέλω ν’ ἀποδείξω τὴν καλὴν πίστιν ἡμῶν ζητούντων νὰ διατυπωθῶσι τὰ πράγματα κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ ὁπλίζῃ τὸ Κράτος μὲ τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ ἐθνικὴ ὑπόστασις τίθεται ἐν κινδύνῳ, χωρὶς συγχρόνως νὰ δημιουργῶνται κίνδυνοι διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν. Μετὰ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας προέτεινα νὰ ἐπέλθωσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὴν προτεινομένην τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 91 ὄχι μετ’ ἐνδοιασμοῦ, ὄχι μετὰ δισταγμοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι συμπληροῦται τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εἰς μέρος, ἔνθα ἦτο ἐλλιπέστατον. Διότι πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἐψηφίσθη ὑπὸ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο φυσικὸν ν’ ἀναγκάσωσι τοὺς συντάκτας τοῦ Συντάγματος ν’ ἀποβλέψωσι μόνον εἰς τὰς ἐνδεχομένας καταχρήσεις τῆς ἐξουσίας καὶ μικρὸν κατὰ μικρόν, ἀσυναισθήτως, νὰ καταντήσωσι ν’ ἀφοπλίσωσι τὸ Κράτος καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς τίθεται ἐν κινδύνῳ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ὑπόστασις αὐτοῦ, μόνον καὶ μόνον διότι μονομερῶς ἐξήταζον τὰ πράγματα. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὅλη ἡ προσοχή, ἡ ὁποία κατεβλήθη παρ’ ἡμῶν, ὅπως κατοχυρώσωμεν τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ἀφορᾷ τὸν συνήθη βίον, τὸν κανονικὸν βίον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, καθ’ ἃς περιστάσεις τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν πολέμῳ, καθ’ ἃς περιστάσεις συγκαλεῖται ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις τῶν πολιτῶν, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὰς ἐξωτερικὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, πάντες οἱ Ἕλληνες πολῖται ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ θυσιάσωσι μέρος τῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζονται εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κατορθώσῃ τὸ Κράτος νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ὑπερτάτους αὐτοῦ σκοπούς, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμύνης αὐτοῦ, τὴν ἀνάγκην τῆς διεκδικήσεως τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ δικαίων. (Χειροκροτήματα). Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι κινδυνεύομεν διὰ τούτου νὰ ἱδρύσωμεν δικτατωρίαν. Καὶ ὅμως ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον δὲν καταλύεται ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως τὸ πολίτευμα ἡμῶν τὸ συνταγματικόν, τὸ φιλελεύθερον, τὸ κοινοβουλευτικόν, ὄχι μόνον δὲν ἱδρύεται δικτατωρία, ἀλλὰ λαμβάνεται καὶ περαιτέρω ἐγγύησις οὕτως ὥστε, ἐνῷ, ὁμαλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ Βουλὴ αὐτοδικαίως συνέρχεται μόνον κατὰ Ὀκτώβριον, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ συνήθη καὶ κανονικά της ἔργα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἔχομεν στρατιωτικὸν νόμον, δι’ ἐπιστράτευσιν γενικήν, ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἂν πρόκειται νὰ παραταθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, διότι ἄλλως ἀποβάλλουσι τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἱδρύσωμεν δικτατωρίαν οὔτε ἐν ταῖς ἐξαιρετικαῖς περιστάσεσιν· ἐξακολουθοῦμεν ἔχοντες συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν τὸ πολίτευμα ἐντελῶς. Ἀλλ’ ὁπλίζομεν τὰς ἐξουσίας, ὁπλίζομεν τὴν δικαιοσύνην μὲ τὰ ἀναγκαῖα ὅπλα, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Κράτος. Οὔτε ὑπάρχει ἄλλως τε φόβος τις, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐξουσία αὕτη, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως ὀχυρωθῇ δι’ ὅπλων ἀποτελεσματικωτέρων κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτὴν περίστασιν θὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὸ Κυβερνήσεώς τινος πρὸς κατάθλιψιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ ἢ πρὸς ἵδρυσιν, καὶ ἔξω τοῦ νόμου, τῆς δικτατωρίας. Ὅπου ἀπειλεῖται ἡ δικτατωρία, ταύτην δὲν ἱδρύουσιν οἱ νόμοι κυρίως ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι· ὅπου ὑπάρχει ἡ ἰσχὺς καὶ ὅπου ὑπάρχει ἡ θέλησις καὶ ὅπου τὸ ἔδαφος εἶναι παρεσκευασμένον διὰ τὸν δικτάτωρα, ὁ δικτάτωρ ἔρχεται· ἀλλ’ ὁ δικτάτωρ ἔρχεται ὄχι ὅπου οἱ νόμοι λειτουργοῦσι κανονικῶς, ὄχι ὅπου ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους λαμβάνει ὑπόστασιν ἀληθῆ, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀναρχία, ἡ πολιτικὴ ἀκολασία παρασκευάζει τὸ ἔδαφος (χειροκροτήματα ζωηρά). Καὶ ἂν ἐκεῖνο, ὅπερ τις τῶν ῥητόρων ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ὑπῆρξεν ἰδέα ἐγκαθιδρύσεως περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἐγκαθιδρύσεως πολιτεύματος συντηρητικωτέρου, ἂν εἶναι ἀληθές, εἶμαι βέβαιος ὅτι τοιαῦται σκέψεις ὁθενδήποτε ἐπεφοίτησαν, ἐπεφοίτησαν μόνον διότι ἡ πολιτικὴ ἀκολασία, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ δῆθεν ἐλεύθερον πολίτευμα ἐλυμάνθη τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη, παρεσκεύασε τὸ ἔδαφος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἱδρυθῇ τὸ πολίτευμα τὸ ἀπολυταρχικόν. (Χειροκροτήματα). Οὐδένα λοιπὸν φόβον ἔχομεν ψηφίζοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν ὅτι πρόκειται νὰ παρασκευάσωμεν περιορισμὸν εἰς τὰς ἐλευθερίας μας, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην ἢ τετάρτην φορὰν νὰ εἴπω ὅτι ἄλλο τι δὲν κάμνομεν παρὰ νὰ ὁπλίσωμεν τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀφωπλισμένον ἐκ τοῦ καθεστῶτος Συντάγματος, κατὰ τὰς δεινὰς περιστάσεις τὰς μεγάλας, καθ’ ἃς ἀποφασίζει τὸ ἔθνος νὰ θέσῃ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ ἐν κινδύνῳ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς αὐτοῦ, τῶν ζωτικωτάτων αὐτοῦ συμφερόντων καὶ τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ δικαίων, ἀπεφασίσαμεν, ὅπως συμπληροῦντες τέλος τὸ πολίτευμα ἡμῶν ὁπλίσωμεν τὸ Κράτος διὰ πάντων τῶν ἀναγκαίων μέσων, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀπαιτήσεις. (Χειροκροτήματα). Καὶ δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀρνηθῶμεν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1864, ἀλλ’ ἰδίως ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνοήθη καὶ ἐφηρμόσθη τὸ πολίτευμα τοῦτο, εἶχε καταντήσει ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους σχεδὸν ν’ ἀποσβεσθῇ, εἶχε καταστῆ σχεδὸν ἀερώδης, οὕτως ὥστε, προκειμένου καὶ περὶ ἐξωτερικῶν κινδύνων, νὰ μὴ ἐπιβάλληται τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς νὰ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντεπεξέλθῃ καθ’ οἱασδήποτε συστάσεως ὀλίγων τινῶν ἑκατοντάδων ἀνθρώπων. Δὲν νομίζω δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅταν ζητῶμεν παρ’ ὑμῶν σήμερον νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Κράτος, ὅπως εἶναι εἰς θέσιν εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις τοῦ ἐθνικοῦ βίου ν’ ἀντιμετωπίζῃ τελεσφόρως τοὺς σκοποὺς τοῦ Κράτους, ὅτι θέτομεν ἐν κινδύνῳ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Κράτους. Ἐκπλήττομαι ὅτι ὁ φίλος μου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος ἠμφεσβήτησεν ὅτι τοιαύτην ἐξουσίαν ἔχουσι πανταχοῦ σχεδὸν εἰς τὰ μᾶλλον φιλελεύθερα Κράτη. Ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἰσχύει ἀναμφισβητήτως, ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως ἡ κήρυξις τοῦ λεγομένου πολιτικοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς πολιορκίας.
§182ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμφεσβήτησα αὐτά.
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸ ἓν μέρος οὔτε εἰς τὸ ἄλλο βλέπομεν ὅτι τοῦτο ἤγαγεν εἰς κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν τούτοις ἄσκησις τῶν δικαιωμάτων τούτων ἐγένετο ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπως γνωρίζετε πολὺ καλά, καὶ διὰ τὴν περίστασιν κηρύξεως μιᾶς ἀπεργίας, μιᾶς ἐπιδημίας, ἑνὸς σεισμοῦ, καὶ ἀληθῶς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Μέρμηγκα εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς, διότι καὶ εἰς τοιαύτας ἀκριβῶς περιστάσεις δύναται νὰ ἐνδεικνύηται ἡ ἀναστολὴ ἐν μέρει τῆς ἀπολύτου ἐνασκήσεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων χάριν ἐκπληρώσεως ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὔτε εἰσηγήθημεν τὴν διὰ τοιαύτας περιστάσεις κήρυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου οὔτε δεχόμεθα νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ἀκριβῶς διότι δὲν θέλομεν οὔτε ἀμφιβολίαν νὰ ἐγείρωμεν εἰς τὰ πνεύματα καὶ ὑμῶν καὶ τῶν πολιτῶν, νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρατηγηθῇ ὑπὸ Κυβερνήσεως θελούσης νὰ καταστρατηγήσῃ τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐξουσίαν, διότι καὶ εἰς περίστασιν ἑνὸς σεισμοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν περίστασιν, διὰ νὰ κηρύξῃ εἰς ἓν μέρος τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Ἀλλὰ προσθέτω ἀκόμη: Πῶς φοβεῖσθε ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ ἐγκαθίδρυσιν τῆς δικτατωρίας, ὅταν ταύτας δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις μόνον ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, εἰς περιστάσεις δηλ., καθ’ ἃς καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίστασιν πᾶσαι αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἅπας ὁ στρατὸς εἶναι συγκεντρωμένος πρὸς ἓν σημεῖον, εἰς μίαν τοπαρχίαν ὡρισμένην; Φαντάζεσθε ὅτι ἐν καιρῷ πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, δι’ ἐξωτερικοὺς κινδύνους γενομένης, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκρατήσῃ τὸν στρατὸν τὸν ἐπιστρατευθέντα οὐχὶ συγκεντρωμένον ὅπου χρειάζεται αὐτόν, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς θελήσεις της; Καὶ φαντάζεσθε ὅτι εἰς πολίτευμα ἐλεύθερον ὑπὸ θεσμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσον στενῶς συνυφασμένοι πρὸς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐπεδίωκε νὰ καταστρατηγήσῃ πρὸς τοιούτους σκοποὺς τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν, ἡ ὁποία παρέχεται ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπὸ τοιαύτας ἐγγυήσεις; Διὰ ταῦτα εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλετε ψηφίσει τὴν διάταξιν αὐτὴν ἄνευ ἐνδοιασμοῦ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁπλίζετε τὸ Κράτος διὰ τὰς περιστάσεις τοῦ ἐθνικοῦ βίου τὰς τρομεράς, καθ’ ἃς τίθεται ἐν κινδύνῳ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ὑπόστασις χάριν τῶν ὑψηλοτέρων συμφερόντων τοῦ ἔθνους. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§184ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νῦν, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ῥητῶς ἐδήλωσεν ὅτι τυχαία ἦτο ἡ ἀπάλειψις τῆς αʹ παραγράφου τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἦτο ἀντίγραφον τῆς διατάξεως τοῦ κειμένου Συντάγματος, τῆς παραγράφου, καθ’ ἣν δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσι, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θέλομεν βαδίσει, ἵνα ἐπενέγκωμεν ἐξαίρεσιν, ἥτις εἶναι καθαρῶς περιορισμός. Καὶ πρῶτον ἐκ τῆς ἀντιγραφῆς τῆς ἀπαγορευτικῆς ταύτης διατάξεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς, ὡς ἀποτελοῦσα τὸν κανόνα, ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ ἐξαίρεσις ἐν σχέσει πρὸς τὸν κανόνα· ἐκ τοῦ κειμένου δὲ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπερ κατὰ τοῦτο δὲν ἐθίχθη ὑπὸ τῆς τροπολογίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύεται ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τὰς δικαστικὰς ἐπιτροπάς. Αἱ δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ μένουσιν ἀπηγορευμέναι. Οὕτω δὲ ὑπολείπεται μόνον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἔκτακτα Δικαστήρια, ἅτινα κανονικώτερον, ὀρθότερον ἴσως εἶναι νὰ ὀνομασθῶσιν ἐξαιρετικά, καίτοι αἱ λέξεις, καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη, ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν· ἴσως τὸ «ἔκτακτα» ἠχεῖ ὀλιγώτερον κακῶς, ἀλλὰ τὸ «ἐξαιρετικὰ» εἶναι ἀκριβολογώτερον, διότι τὸ ὁριζόμενον εἶναι ἐξαιρετικὸν τοῦ κανόνος, καθ’ ὃν τὰ ἄλλα Δικαστήρια, τὰ συνήθη Δικαστήρια, δικάζουσι τὰς ὑποθέσεις· ὄντα ἐξαιρετικὰ κατὰ τοῦτο γίνονται ἔκτακτα, ὅτι ὁρίζονται εἰδικῶς δι’ ὡρισμένας οὐχὶ συνήθεις περιπτώσεις. Λοιπὸν ἔχομεν σαφὲς ὅτι αἱ ἀπαισίας μνήμης δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ παντελῶς δὲν εἰσάγονται διὰ τοῦ σχεδίου τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐσκόπουν ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα, ὅπως προτείνω τὴν ἐκ τοῦ κειμένου διαγραφὴν τῶν μνημονευομένων ἄρθρων 4 καὶ 8, καθόσον ἀληθῶς μάτην περιλαμβάνονται ταῦτα, — ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἶχον ὑποδείξει τὸ ἄρθρον 8, ἀλλ’ ἔπειτα τὸ πρᾶγμα ἐλησμονήθη καὶ περιελήφθη—, διότι καὶ τὰ δύο ἄρθρα παραπέμπουσιν εἰς νόμους, περὶ νόμων ψηφιστέων πρόκειται καὶ ἑπομένως, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ ὁ νόμος, δὲν θέλει προσκρούσει εἰς τὰ ἄρθρα ταῦτα, καὶ ἂν ἀναγράψωμεν ταῦτα ἐν τῷ νόμῳ. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδικάζεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Τὸ ἄρθρον 8 λέγει: «Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ». Ἄρα καὶ ἐδῶ, ἐπειδὴ ὁ νόμος θὰ ὁρίσῃ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις τὸν δικαστήν, δυνάμεθα ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὸν νόμον.
§185Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ ἄρθρον 14, κύριε συνάδελφε, ἔχομεν ψηφίσει ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἐφημερίδων «Δύναται, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει ν’ ἀπαγορευθῇ....» κλπ. Ν’ ἀφεθῶμεν καὶ ἐδῶ εἰς τὸν νόμον.
§186Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι περιορισμὸς τοῦτο.
§187Γ. ΠΩΠ. Διατί ἐπιμένετε νὰ τεθῇ ὑπὸ λογοκρισίαν ὁ τύπος;
§188ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι περιωρισμένον. Νομίζω ὅτι τῶν δύο τούτων ἄρθρων ἡ μνεία ὅλως διόλου ἀβλαβῶς δύναται νὰ παραλειφθῇ. Τούτων οὕτως ἐχόντων μένει νὰ ἐξετασθῇ ἐκεῖνο τὸ ζήτημα, ὅπερ νομίζω ὅτι ἤδη ἐλύθη εἰς τὴν συνείδησιν πάντων, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισεν ὅτι ὅσα εἶπε δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὴν περίστασιν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς στρατιωτικῆς δίκης, ἣν περιέλαβεν ὁ ποινικὸς νόμος καὶ ἥτις κατηργήθη ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἡ στρατιωτικὴ δίκη ἀφεώρα εἰς ὅλως διόλου εἰδικὰς περιπτώσεις καὶ ἰδίᾳ κατονομαζομένας, ὁμοίας ἐκείνων, ἃς κατωνόμασεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας κ. Μέρμηγκας καὶ μετὰ τοῦτον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἐκεῖ ἀπέναντι πλεονασμοῦ εἰδικῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἤρχετο καὶ προέβλεπεν ἡ Ποινικὴ Δικονομία περὶ στρατιωτικῆς δίκης καὶ ἐκεῖ βλέπετε ὅτι λέγει (ἀναγινώσκει): «ἡ στρατιωτικὴ δίκη διατάσσεται ἕνεκα τῶν ἑξῆς κακουργημάτων· 1) ἕνεκα στάσεως, ἂν αὕτη ἐξετάθη καὶ κατέστη ἐπίμονος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἡσυχίας καὶ ἀσφαλείας εἶναι ἀνάγκη ἐκτάκτων μέτρων· 2) ἕνεκα φόνου, ληστείας, πειρατείας καὶ πυρπολήσεως, ἂν τὰ κακουργήματα ταῦτα ηὔξησαν οὕτως ὥστε τὰ συνήθη βιαστικὰ μέσα δὲν ἐξαρκοῦσι πλέον εἰς ἀποκατάστασιν τῆς ἡσυχίας». Αὗται εἶναι αἱ περιπτώσεις τῆς στρατιωτικῆς δίκης. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πᾶν ἄλλο ἢ τοιαύτη τις περίπτωσις προβλέπεται· σημειώσατε δὲ τοῦτο καλῶς, διότι ταύτης τῆς δίκης ὁ φόβος καὶ ἡ φρίκη ἔφερε τὸν συντάκτην τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 89, ἥτις ἀπηγόρευε τὰ ἔκτακτα Δικαστήρια. Αὕτη ἡ διάταξις οὕτω περιωρισμένως ἔχουσα καὶ οὕτω περιωρισμένως ληφθεῖσα ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν ἔκτασιν τοῦ διατακτέου ἐν τῷ Συντάγματι παρήγαγε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, καθ’ ἣν ἀπαγορεύονται αἱ ἔκτακτοι ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ ἔκτακτα Δικαστήρια. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτων· ἐκ τούτου ἄρα ἐκλείπει πᾶς φόβος ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπαναλάβωμεν ἐκεῖνα, ἅτινα κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἀπολυταρχίας, ἐπὶ Ὄθωνος, ἐλειτούργησαν ἐν Ἑλλάδι.
§189Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάγωνται οἱ πολῖται εἰς τὸ Στρατοδικεῖον;
§190ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω. Σήμερον προβλέπονται δύο μόνον περιπτώσεις. Σημειώσατε, — ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνω — ὅτι μίαν τῶν περιπτώσεων τούτων τῆς πειρατείας κοινὸς προβλέπει νόμος καὶ δι’ αὐστηροτέρων διατάξεων, ἀλλ’ οὐδὲ οὗτος παραπέμπει εἰς ἔκτακτον Δικαστήριον· καὶ κατὰ τοῦτο οὐδόλως διαφέρει ὁ νόμος οὗτος ἀπὸ τῶν ἄλλων κοινῶν. Ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τί ζητεῖται; Ζητεῖται ἐκ τῶν προτέρων ὑπὸ νόμου νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλουσι δικάζεσθαι πάντες, οὐχὶ μόνον οἱ στρατιωτικοί, οὐχὶ μόνον οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ἐξομοιούμενοι πρὸς αὐτούς, ἀλλὰ πάντες οἱ πολῖται ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως καὶ πολέμου. Ἀποκλείεται ἄρα πᾶσα ἐσωτερικὴ βλέψις διὰ τὴν ἵδρυσιν τοιούτων Δικαστηρίων, διότι καὶ ὁ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως διακανονισμὸς τῶν τοιούτων πραγμάτων ἀφορᾷ εἰς ἐξωτερικὰς περιστάσεις καὶ οὐχὶ εἰς ἐσωτερικάς. Τούτου οὕτως ἔχοντος, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δύο γνωμῶν: τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις πιθανόν, ἐνδέχεται, νὰ εἶναι καὶ τῶν ἐνταῦθα πλειόνων ἡ γνώμη, καὶ τῆς μειονοψηφίας, ἥτις συμπίπτει μετὰ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογῶ ὅτι, καίτοι εἶναι μᾶλλον ἀκόλουθος ἡ πρόβλεψις τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, διότι διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν ἐν δυσὶ σταδίοις ἐφαρμόζονται τὰ αὐτά, διστάζω πολὺ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἐπιτρέπεται ἐν Ἑλλάδι ἀπέναντι τῶν κινδύνων, ὅσοι ἐμφανίζονται κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπιστρατεύσεως, νὰ προνοήσωμεν περὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων. Διότι εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐτόνισε πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι φίλοι ἄκροι τῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι ἐν ὥραις ἐνθουσιασμοῦ καὶ παραφορᾶς θὰ εἴμεθα καὶ ἀκριβεῖς φύλακες αὐτῆς. Ὁ χαρακτὴρ ὁ Ἑλληνικὸς καὶ τὰ πράγματα τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ὑπάρχει φόβος μήπως ἐν ὥρᾳ ἀκράτου ἐνθουσιασμοῦ, καθ’ ὃν βαίνομεν ἐπὶ τὰ σύνορα κραυγάζοντες ζήτω ἐνθουσιωδῶς καὶ δεικνύοντες θέαμα λαοῦ, ἔχοντος ἀπόφασιν τὸ πᾶν νὰ θυσιάσῃ, ὑπάρχει φόβος μήπως παρασυρθῶμεν εἰς πράξεις σφαλερὰς καὶ θυσιάσωμεν τὰς ἐλευθερίας, ἵνα κερδίσωμεν τί; Καὶ διὰ τοῦτο θέλω διστάσει νὰ πεισθῶ ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ὅ,τι καὶ ἐν καιρῷ πολέμου· τοσοῦτο περισσότερον, καθόσον ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς παραδόσεως καὶ τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔχει, μετὰ τοῦ μεγάλου ἰδεώδους, ὅπερ παρακολουθεῖ καὶ κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ παρακολουθῇ αὐτήν, ἐὰν δὲν θέλῃ ν’ ἀπολέσῃ τὸ πᾶν ὡς δύναμις ἐθνική, γεννᾷ φόβον μήπως ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εὑρισκομένη ἡ Ἑλλὰς καὶ παρὰ τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς παραφερομένη πολλάκις εἰς προσπάθειαν νὰ πράξῃ τι, καὶ διότι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ἀναγκαζομένη νὰ ὑποχωρῇ, εὑρεθῇ καὶ πάλιν ἐκτεθειμένη, — ἐὰν μάλιστα συμπέσῃ νὰ ἔχῃ ἢ ἀσθενῆ τὴν θέλησιν ἢ ἄβουλον Κυβέρνησιν — καὶ δὲν ἔλειψαν τοιαῦται Κυβερνήσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα —, νὰ ἐπανίδῃ ὅ,τι εἶδε δὶς ἤδη ἐντὸς δωδεκαετίας, ὅ,τι εἶδεν ἐν ἔτει 1885, δεκαοκτάμηνον ἐπιστράτευσιν, ὅ,τι εἶδεν ἐν ἔτει 1897 ἓξ ἢ ἑπτὰ μηνῶν ἐν εἰρήνῃ ἐπιστράτευσιν. Τοῦτο ἐπανελήφθη ἐντὸς χρόνου ὀλιγωτέρου τῆς δωδεκαετίας δίς, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ ὅτι θὰ ἀποφύγωμεν ὁμοίαν ἐπανάληψιν, ὅσον καὶ ἂν τῶν ἡμετέρων ὑποθέσεων ἐπιμεληθῶμεν κρεῖττον· διότι εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν τοιαύτη, ἀπέναντι οὐ μόνον γείτονος ἰσχυροτέρου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, ἣν παρέχει ἡ Εὐρωπαϊκὴ συγκρότησις ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὑποθέσεις τῶν μικρῶν καὶ ἰδιαίτατα ἡμῶν, ὥστε φόβος ὑπάρχει μήπως ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου καὶ πάλιν τὸ αὐτὸ ἐπαναληφθῇ, ὅτε καὶ θὰ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον, ἔχοντες τοιούτου εἴδους ἐπιστράτευσιν νὰ ἔχωμεν καὶ νόμον ἐπιστρατεύσεως ἐξαιρετικόν. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς προτάσεως, ἀποτελέσας δὲ μέρος τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἄλλως εἶναι ἄριστα διατετυπωμένη. Ἐν περιπτώσει ἐμπολέμου καταστάσεως μετὰ θάρρους δέχομαι τὴν εἰσαγωγὴν τοιαύτης διατάξεως· ὅτε ἐμφανίζεται ἐμπόλεμος κατάστασις, μία μόνον σκέψις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἐκείνη, ἣν δὲν θέλω ἀποφύγει νὰ εἴπω. Προκειμένου περὶ σωτηρίας, ὁ νόμος τῆς σωτηρίας πρέπει νὰ κρατήσῃ. Τότε ὀφείλομεν πάντες τὸ πᾶν νὰ θυσιάσωμεν· ἔθνος ὅπερ δὲν ἀποφασίζει τὸ πᾶν νὰ θυσιάσῃ ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἀποδεικνύεται ἔθνος ἀνίκανον νὰ κατορθώσῃ τι. Πρέπει μάλιστα νὰ κατασταθῇ καὶ ἐκ τούτου γνωστὸν ἁπανταχοῦ ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσφεύγει εἰς τὸ ὅπλον τοῦτο τὸ συνταγματικόν, διότι ἔχει σκοπὸν καὶ ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐκθεατρίσῃ τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, ὅπως ἐξεθεατρίσθη αὕτη κατὰ τὸ ἔτος 1897. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐπιλαμβάνομαι τῆς τροπολογίας, ἥτις κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρῶτον ἵνα πιστοποιήσω ἐκ νέου ὅτι ἔχομεν τὴν πρώτην παράγραφον, ἥτις ἐν ἀρχῇ ἀπηλείφθη ἄνευ προθέσεως ἀναιρέσεως τῆς ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ ἀρχῆς· καὶ ἔπειτα ὅπως παρατηρήσω ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος πρὸς τὴν τρίτην εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει, ἥτις πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ· διότι ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ καὶ τῇ ἑπομένῃ λέγεται ὅτι ὁ νόμος οὗτος — ὁ ψηφισθησόμενος ὅπως κανονίσῃ γενικῶς τὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν συνταγματικῶν διατάξεων — τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν καθόλου ἢ ἐν μέρει ἐν μὲν τῇ περιπτώσει τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως — διότι περὶ ταύτης πρακτικῶς ἡ διάκρισις — δι’ εἰδικοῦ νόμου ψηφιζομένου ἐν μιᾷ μόνῃ ἀναγνώσει, ἐν δὲ τῇ περιπτώσει τοῦ πολέμου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐκδιδομένου κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπούσης δὲ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος συγκαλεῖται αὕτη ἐντὸς πέντε ἡμερῶν πρὸς ἔγκρισιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν αὐτοῦ. Ἡ διατήρησις εἶναι ἡ κατάστασις, ἣν προβλέπει τὸ προηγούμενον ἐδάφιον· ἀλλ’ εἰς τὸ προηγούμενον ἐδάφιον ἡ κατάστασις αὕτη ὁρίζεται δι’ εἰδικοῦ νόμου· διὰ τίνα λόγον ἐκεῖ νὰ ὁρίζηται δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἐνταῦθα δέ, ὅτε μεσολαβεῖ Διάταγμα, νὰ γίνεται διὰ πράξεως;
§191ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐδῶ θέλετε νόμον;
§192ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ὁ ὑπογράψας τὸ Διάταγμα θὰ εἶναι πρόθυμος βεβαίως νὰ ὑπογράψῃ καὶ ἂν ἡ ἔγκρισις πρέπει νὰ γίνῃ καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο καὶ εἰς τὴν προηγουμένην παράγραφον. Ἐψηφίσθη ἐν Διατάγματι νόμος· ἡ ἔγκρισις πρέπει νὰ δοθῇ διὰ νόμου. Ἔπειτα ἡ ἄρσις πρέπει νὰ διεξάγηται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐπέρχηται ἀμέσως ἡ ἀκύρωσις τοῦ Διατάγματος, ὅπερ διέταξε τὰ τῆς συγκλήσεως. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς περίπου νομίζω ὀρθὸν νὰ λεχθῇ τὸ πρᾶγμα μετὰ τὴν δευτέραν περίοδον τῆς γʹ παραγράφου: «Διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος .... Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ὁ νόμος δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ ψηφισθεὶς δὲν κυρωθῇ καὶ δημοσιευθῇ, τὰ ἐν τῷ Β. Διατάγματι ὁριζόμενα θεωροῦνται αὐτοδικαίως ἄκυρα καὶ τὸ Β. Διάταγμα ἄνευ ἀναβολῆς ἀνακαλεῖται».
§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι.
§194ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ αὐτό· διότι οὕτως εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἔχετε τὸν νόμον, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἔχετε τὴν κήρυξιν αὐτοδικαίως ἀκύρου τοῦ Β. Διατάγματος καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ καθῆκον ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτό. Εἶναι θετικώτερον τοῦτο. Ἡ πρώτη περίπτωσις τελείως ἀφομοιοῦται πρὸς τὴν τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου περίπτωσιν τὴν ἄνευ Β. Διατάγματος, ἡ δὲ δευτέρα περίπτωσις ἔχει καὶ τὴν διάταξιν τὴν περὶ ἄρσεως τοῦ Διατάγματος, τοῦτο δὲ λέγεται εἰδικῶς, τιθεμένης καὶ προθεσμίας, ἧς πέρα, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἢ ἂν ψηφισθεὶς δὲν κυρωθῇ καὶ δὲν δημοσιευθῇ, θεωρεῖται ἄκυρον τὸ Β. Διάταγμα, ὑποχρεοῦται δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτό. Ἔχει διαφοράν τινα, ὡς νομίζω. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπαναλαμβάνων ὅτι συμφωνῶν πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς ἐξαιρέσεως τῆς προστιθεμένης εἰς τὸ ἄρθρον 91 ἐν περιπτώσει πολέμου ἀντικρούω τὴν ἐπέκτασιν εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως· νομίζω δ’ ὅτι, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐὰν τυχὸν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως προτείνομεν, πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ κείμενον τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ γένηται δ’ ἐκεῖ ἡ προσθήκη αὕτη ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσα. Ἐὰν τυχὸν ἐπεκταθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἑτέρας καταστάσεως, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τῆς προσθήκης τῆς διακρίσεως ταύτης ἐφ’ ὅσον αὕτη κριθῇ ἀναγκαία.
§195Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Μεθ’ ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν, Κύριοι, περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῷ Συντάγματι, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ διακρίνω τὰ ἰδιαίτερα ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ.
§196Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πρῶτον ὠφέλημα εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ πανικός.
§197Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐνῷ ἀντιθέτως διαβλέπω εἰς αὐτὸ πολλοὺς τοὺς κινδύνους, οἵτινες δύνανται νὰ φέρωσι μέγιστα κακά, ἐνῷ αἱ ὠφέλειαι, καθὼς εἶπον, θὰ εἶναι ἐλάχισται ἢ τελείως θὰ ἐλλείπωσιν. Εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, Κύριοι, ὑπάρχουσι τὰ ἄρθρα 145 μέχρι 150, τὰ ὁποῖα πραγματεύονται τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν στρατιωτικῶν ἢ πολιτῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως ὡς καὶ τὸν τρόπον συστάσεως τῶν Δικαστηρίων καὶ συνεπῶς δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐν ἐφαρμογῇ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα καὶ ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν ἐν καιρῷ πολέμου κήρυξιν στρατιωτικοῦ νόμου εἰς τὸ πεδίον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Δι’ αὐτὴν λοιπὸν μόνην τὴν αἰτίαν δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσι τοῦτον τὰ ἄρθρα τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἐπὶ πλέον ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 3 λέγοντος ὅτι: «Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ ἐν ἐδαφίῳ 1ῳ εἰδικὸς νόμος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ διὰ Β. Διατάγματος προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ δέον νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ ἐντὸς 5 ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, ὅπως διὰ πράξεως αὐτῆς ἀποφασίσῃ τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Διατάγματος». Δύναμαι, λέγω, νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀπεύχομαι τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς ἔχει. Ἀλλά, ἐὰν ψηφισθῇ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον τοῦτο, διότι ἐφ’ ὅσον μὲν ὑπάρχει Βουλή, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τρόπον τινὰ ἢ ἀσφαλῶς ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ἡ ἀπόφασις αὐτῆς εἰς τὸ νὰ θέσῃ ἐν ἐφαρμογῇ εἰδικὸν νόμον ἐπιβάλλοντα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, θὰ εἶναι ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦτο δοθῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ μόνον, δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ μόνον θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο μεγάλη βλάβη, ἂν ἐπεβάλλετο πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ν’ ἀποφασίσῃ καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ στρατιωτικοῦ νόμου, διότι ἐντὸς τῶν πέντε ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς συγκλήσεως δύνανται νὰ γίνωσιν εἴκοσι πέντε, μία Κυβέρνησις δύναται νὰ κάμῃ ὁτιδήποτε θέλει, ἔχουσα ὡς βοηθὸν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους, ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Συνεπῶς νομίζω ὅτι θὰ ἦτο χρησιμώτατον, ἐὰν διεγράφετο ἡ παράγραφος αὐτή, καὶ ἐπεβάλλετο πάντοτε ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νόμου κήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου.
§198Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὅταν, κύριοι Βουλευταί, λέγωμεν κατάστασιν πολιορκίας ἢ στρατιωτικὸν νόμον, δύο ἐννοίας ταυτοσήμους ἐντελῶς, ἐννοοῦμεν ὑποκατάστασιν τῶν ἐκτάκτων στρατιωτικῶν εἴτε καὶ τακτικῶν στρατιωτικῶν ὀργανώσεων εἰς τὰς πολιτικὰς δικαιοδοσίας τὰς πάντοτε τακτικάς, ὑποκατάστασιν δ’ ἐπιβαλλομένην ἕνεκα ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ λόγων. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κατανοήσωμεν τὴν χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ, δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς συλλήψεως τῶν στοιχειωδῶν ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπαγορεύονται ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς καταστάσεως πολιορκίας ἢ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, μόνον δ’ ἐλλείψεις ἀκριβοῦς ἀντιλήψεως τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ ὡς μέσου προστατευτικοῦ, ὡς κοινωνικῆς ἐξουσίας ἐχούσης τὸν προορισμὸν τὸν ἐγκείμενον εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἀτομικῶν, τῶν φυσικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, μόνον, λέγω, τοιαύτη ἔλλειψις θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ φαινόμενον ὅτι ὑπῆρξάν τινες, οἵτινες ἠμφεσβήτησαν τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν σκοπιμότητα τοῦ θεσμοῦ τούτου, παριστῶντες καὶ περιβάλλοντες τοῦτον διὰ τῆς φαντασίας των μὲ μυρίους πολιτικοὺς κινδύνους, ἀναγομένους εἰς τὴν στέρησιν τῶν ἐλευθεριῶν, τῶν ἀτομικῶν ἢ πολιτικῶν, τοῦ λαοῦ. Τὸ Κράτος, κύριοι Βουλευταί, ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἢ ἐν ὁμαλαῖς συνθήκαις τοῦ κοινωνικοῦ βίου προστατεύει τὰ ἀτομικὰ, τὰ φυσικὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου διὰ τῶν ἐν αὐτῷ ἐγκαθεστηκυιῶν τακτικῶν ἐξουσιῶν καὶ τακτικῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ὅταν τὸ Κράτος ἐξέλθῃ τῆς καταστάσεως τῆς ὁμαλῆς, ὅταν τὸ Κράτος ἀπομακρυνόμενον ἀπὸ τῆς ἰδέας τῆς εἰρήνης ἀπειλῆται ὑφ’ ἑνὸς ἐξωτερικοῦ κινδύνου,—καὶ ὅταν λέγωμεν ἀπειλῆται τὸ Κράτος, ἐννοοῦμεν ἀπειλούμενον καὶ τὸ κοινωνικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον σκέπεται ὑπὸ τοῦ Κράτους—, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης γεννῶνται ἐξαιρετικὰ καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις, ἐπιβαλλόμεναι τόσον εἰς τὸ Κράτος, ὅσον καὶ εἰς αὐτὸν τὸν λαόν. Αἱ ὑποχρεώσεις αὗται συνίστανται κυρίως εἰς τὴν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν δυνάμεων αὐτοῦ τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ κινδύνου τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἤθελεν εὑρεθῇ ὑποχρεωμένον εἰς τὴν τοιαύτην συγκέντρωσιν τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν του δυνάμεων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ νὰ προορίσῃ μέρος τῶν δυνάμεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐν στιγμῇ εἰρήνης ἀφιέρου ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν διασφάλισιν τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως, εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῶν κινδύνων τῶν ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ τοιαύτη συγκέντρωσις, ἡ ὁποία δημιουργεῖ μίαν ἐλάττωσιν τῶν ἐσωτερικῶν, οὕτως εἰπεῖν, δυνάμεων τοῦ Κράτους, γεννᾷ καὶ ἕνα ἄλλον κίνδυνον, ὄχι ὀλιγώτερον σοβαρὸν τοῦ Κράτους, τὸν κίνδυνον τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐχθροῦ, τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐκείνου ἐχθροῦ, εἰς τὴν ἀποτροπήν τοῦ ὁποίου καλεῖται, καὶ ὅστις διαταράσσει τὴν ἐσωτερικὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Τὸ Κράτος λοιπὸν κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας εὑρίσκεται ἐν μέσῳ δύο κινδύνων, ἐν μέσῳ τοῦ ἐξωτερικοῦ κινδύνου, πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ ὁποίου ὀφείλει ἀπερίσπαστον καὶ μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τὰς διατιθεμένας νὰ στραφῇ, καὶ ἐν μέσῳ τοῦ ἑτέρου κινδύνου τοῦ ἐσωτερικοῦ, εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ ὁποίου θὰ εὑρεθῇ ἐν ποιᾷ τινι ἀδυναμίᾳ. Καὶ ἐνῷ, ἀναγνωρισθέντος τοῦ πρώτου κεφαλαίου, ὑπεστηρίχθη ὅτι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς τοῦ κηρύγματος τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως μέχρι τέρματος τοῦ πολέμου, ὅτι τὸ Κράτος θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν τακτικῶν του ἐξουσιῶν, διὰ τῶν τακτικῶν του ἀστυνομικῶν ὀργανώσεων, διὰ τῶν τακτικῶν δικαστικῶν ὀργανώσεων ν’ ἀποκρούσῃ τὸν ἐσωτερικόν του κίνδυνον, λησμονεῖται ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐὰν καλῶς ἐννοῶμεν τὴν γενικὴν ἐπιστράτευσιν, τὸ Κράτος θὰ ὑπολειφθῇ εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν ἀκόμη αὐτῶν, διότι καὶ ἀστυνομικὴ δύναμις θὰ εἶναι ὀλιγωτέρα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης ἐξουσίας καὶ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θὰ ὑπολειφθῶσιν αὐτὰ ταῦτα τὰ ὄργανα τὰ δικαστικά, διότι καὶ ταῦτα θὰ κληθῶσιν, ἵνα προσφέρωσι τὴν ὑστάτην ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν πατρίδα· οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων θὰ ὑπολειφθῶσι καὶ θὰ ἐξαντληθῶσι, Δικαστήρια κακουργιοδικῶν δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ συγκροτηθῶσι, διότι τὸ Κράτος δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε δημοσίαν δύναμιν οὔτε συνέδρους οὔτε ὁρκωτοὺς δικαστάς· τὰ κατώτερα ποινικὰ Δικαστήρια θὰ εὑρεθῶσιν ἐν ἐλαττωματικῇ καταστάσει, διότι εἰρηνοδίκας τὸ Κράτος δὲν θὰ ἔχῃ, διότι τὸ αὐτὸ καθῆκον καὶ οὗτοι θὰ κληθῶσι νὰ ἐπιτελέσωσιν ἀπέναντι τῆς πατρίδος, ἡ δὲ ἀστυνομικὴ δύναμις θὰ διατεθῇ ὁλόκληρος ἢ κατὰ μέγα αὐτῆς μέρος, πρὸς ὃν σκοπὸν θὰ διατεθῇ καὶ ἡ λοιπὴ στρατιωτικὴ δύναμις τῆς χώρας· οὐδ’ εἶναι πρέπον ν’ ἀπασχολῆται τὸ Κράτος εἰς τὴν διασφάλισιν τῆς ἐσωτερικῆς ἐννόμου τάξεως διαθέτον ὅσην ἐν εἰρήνῃ δύναμιν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀμερίστως πρέπει νὰ εἴμεθα ἐστραμμένοι. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ἀνάγκη, ἧς ἕνεκα ἡ κήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου καὶ ἡ κατάστασις πολιορκίας εἶναι ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη μόνον ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς γεννηθῶσιν οἱ ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι ἀμέσως πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ ἀπερίσπαστον τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ διαρκῶς ἐστραμμένην κατὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐχθροῦ. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν ἀδυναμίᾳ εὑρισκόμενον τὸ Κράτος δὲν ἔχει μόνον ν’ ἀνησυχήσῃ διὰ τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου κινδύνους ἀπὸ καθαρῶς στρατιωτικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ ἔχει νὰ θεραπεύσῃ καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐννόμου τάξεως, ἐν τῇ ἀσφαλίσει τῆς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένον ἵνα ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων σκεφθῇ περὶ ἐκτάκτων ἀστυνομικῶν ὀργανισμῶν καὶ περὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς κηρύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκειται περὶ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, πρὸ τῆς ὁποίας θὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἐνόπλῳ καταστάσει, διότι οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ οἱ ἐξωτερικοὶ γεννῶνται ἀφ’ ἧς στιγμῆς εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κηρύξῃ τὴν γενικὴν ἐπιστράτευσιν.
§199Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς διαψεύδει τὸ 1897.
§200Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Λησμονεῖτε ὅτι τότε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὄχι τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὸ κοινωνικὸν σῶμα διὰ πολιτοφυλακῆς, τὴν ὁποίαν ἵδρυσε μόνον του, νὰ ὑπεραμυνθῇ τῆς περιουσίας, ζωῆς καὶ τιμῆς τῶν οἰκογενειῶν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ πολιτοφυλακὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία συνεκροτήθη ἄνευ πολιτικῆς ὀργανώσεως, βεβαίως ἡ κατάστασις τῆς ἀσφαλείας θὰ ἦτο πολὺ διάφορος. Καὶ δὲν ἔπρεπεν ὑμεῖς νὰ λησμονήσητε ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος ἐκινδύνευε τὸν ἔσχατον κίνδυνον τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας του, ὅτι ἐν μέσαις Ἀθήναις συνετελεῖτο αἰσχίστη στάσις, κατὰ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος κατέστη ἀδύνατον ν’ ἀντιτάξῃ τὴν δύναμίν του, ἵνα μὴ παρουσιασθῇ τὸ ἄγριον θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας. Ὅτε δὲ διὰ τοῦ Συντάγματος θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς καταστάσεως πολιορκίας ἢ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, μὴ λησμονῶμεν ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν εἰμὴ λύομεν τὰ συνταγματικὰ δεσμὰ καὶ λύομεν τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρισκόμενος ὑπὸ ἐξαιρετικὰς συνθήκας, ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν συνταγματικὴν ἐλευθερίαν, δὲν θὰ δύναται εἰς κρισίμους στιγμὰς νὰ προβαίνῃ αὐτὸς δι’ ἑαυτοῦ διὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διὰ τῆς ἰδίας του συνειδήσεως νὰ θυσιάσῃ μέρος τῶν ἀτομικῶν του δικαιωμάτων, ἵνα σώσῃ τὴν ἐλευθερίαν του, ἵνα σώσῃ τὴν τιμὴν καὶ ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, ἵνα σώσῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν τιμήν, τὴν περιουσίαν, αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν του ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου πρέπει ἀμερίστως νὰ ἔχῃ στρέψει τὴν προσοχήν του. Μὴ συζητῶμεν λοιπὸν περὶ στερήσεως ἢ κινδύνου τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, διότι ἀκριβῶς ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι προστατευτικὸς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, εἶναι προστατευτικὸς αὐτῶν τῶν φυσικῶν δικαιωμάτων, μέρος τῶν ὁποίων ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ λαός, ὅταν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ θυσιάσῃ, ἵνα περισώσῃ τὸ ὅλον. Ἔχω, Κύριοι, τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν δὲν ἀσφαλίσωμεν τὸ Κράτος, ὅταν μάλιστα εἴμεθα μάρτυρες τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, ἐὰν δὲν δώσωμεν εἰς αὐτὸ τὰς δυνάμεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τῷ χρειάζονται, διὰ ν’ ἀμυνθῇ εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις κατὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ ἐχθροῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ στερήσεως ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ περὶ προστασίας αὐτῶν διὰ τῆς προσκαίρου θυσίας μέρους, ὅπως περισωθῇ τὸ ὅλον.
§201Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο διατεθειμένη, κύριοι Βουλευταί, ν’ ἀποδεχθῇ, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ περὶ ἐπιστρατεύσεως ῥήτρα, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος μακρᾶς συζητήσεως, διότι θὰ ἤμεθα πάντες διατεθειμένοι νὰ παράσχωμεν, παρ’ ὅλας τὰς κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἀτελείας καὶ ἐλλείψεις ἐπικινδύνους ἴσως, ἐπί τινων μέτρων, ὁμοίας διατάξεως συνταγματικῆς, νὰ παράσχωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, ὑφ’ οὓς θὰ διατυπώσω ὅρους περὶ συστάσεως τοιούτων Δικαστηρίων, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ τοσούτου ζήλου καὶ ἐπιθυμίας ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις. Διότι ἄλλως τε καὶ ἡ ἀρχή, ἀφ’ ἧς ἀφωρμήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτοὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐνώπιον ἡμῶν πρὸ μικροῦ προέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φωνάζουσι σαφῶς ὅτι περὶ τοῦ πολέμου λαμβάνεται ἡ πρόβλεψις. Ἐλησμονήθη ὅμως ὁ τρόπος τῆς συγκροτήσεως τῶν Δικαστηρίων. Ἀφοῦ δ’ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐκπηγάζοντα ῥύακα, ὁ ὁποῖος πρόκειται ἀνέτως ν’ ἀρδεύσῃ εὐγενεῖς προσπαθείας, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, ὅπως μεταβάλλωμεν εἰς πλήμμυραν τὸ ῥεῦμα τοῦ ῥύακος καὶ ἡ πλήμμυρα νὰ καταπνίξῃ μεγαλειτέραν ἔκτασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ βλαστάνουσι πᾶσαι ἀπολύτως αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε μετὰ πάθους καὶ μετὰ ζήλου ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως, διότι ἐθεώρησεν αὐτὴν κεφαλαιώδη καὶ ὡμίλησε περὶ συντηρήσεως Κράτους καὶ περὶ ἐννοίας Κράτους, ὡσεὶ τὸ Κράτος τοῦτο εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ κινδυνεύῃ καὶ ὡσεὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς λόγχης εἰς πᾶσαν περίστασιν, διὰ νὰ συγκρατήσῃ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Ὡμίλησε περὶ Κράτους καὶ περὶ δικτατωρίας καὶ τῶν αἰτιῶν, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι τὰς δικτατωρίας, καὶ ὡσεὶ ἀνομολογῶν ὅτι ὁ ἴδιος δὲν ἐγένετο δικτάτωρ καὶ ἐπικαλούμενος τὴν ἡμετέραν ἐπὶ τούτῳ εὐγνωμοσύνην ἀπεδείκνυεν ὅτι μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν διαπράττονται ἀκολασίαι εἶναι στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναταί τις ν’ ἀναγορευθῇ δικτάτωρ καὶ δὲν ἔχει τότε συνεπῶς ἀνάγκην τῆς ἐνόπλου δυνάμεως. Ἀλλὰ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουσιν ἀκολασίαι πολιτικαί, ἀλλ’ ὑπάρχουσι φιλοδοξίαι προσωπικαὶ ἀπολυταρχίας, ὅταν ἔχῃ τις τὴν ἔνοπλον δύναμιν, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπολυταρχικὰς αὑτοῦ ἰδέας καὶ νὰ γίνῃ δικτάτωρ. Ἐὰν ὅμως ἀνέτρεχεν εἰς τὴν ἱστορίαν ἐθνῶν συνταγματικῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐμάνθανεν ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ οὐχὶ δι’ ἱκανοποίησιν δικτατωρικῶν προθέσεων, ἀλλὰ τοὐναντίον δι’ ἀνακούφισιν λαοῦ, τὸν ὁποῖον κατεδυνάστευεν ἡ ὑπέρμετρος ἐλευθερία, ἐτέθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Καὶ ὅμως εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν στρατιωτικὸν ὀφείλονται αἱ ἀπαίσιαι σφαγαὶ τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως ἐν Παρισίοις ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἐκηρύσσετο τὸ δόγμα τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως. Οἱ κίνδυνοι ὁμοίων συνταγματικῶν διατάξεων ἀνασυντεθειμένων ἐνταῦθα εἶναι μεγάλοι, εἶπον δ’ ὅτι ὑπάρχει μεγίστη σύγχυσις περὶ τῆς ἀφετηρίας, ἥτις προυκάλεσε τὴν πανταχοῦ ἐπιβολὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἐν ἀρχῇ. Ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἔχετε καὶ τὴν κήρυξιν τῆς καταστάσεως πολιορκίας, οὐδέποτε δ’ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει Κράτος τι ἔλαβεν ἀφορμὴν τὴν κήρυξιν καταστάσεως πολιορκίας ἐκ τῆς ἐκρήξεως πολέμου. Ὁ στρατιωτικὸς νόμος καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ μόνον μετὰ τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ Γουλιέλμου τοῦ Ιʹ ἐπιβληθεὶς ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ καὶ μετεβλήθη, διότι καὶ ἐκεῖ ὅμοια ἔκτακτα μέτρα ἐφηρμόζοντο, ὅτε πλέον οὔτε τοῦ πολίτου ἡ ζωὴ ἐν ἀσφαλείᾳ ἐτέλει οὔτε ἡ περιουσία αὐτοῦ. Ὁ δὲ στρατιωτικὸς νόμος ἦτο ζήτημα ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ οὐχὶ ἀμύνης κατὰ τῆς διαφθορᾶς τῆς ψυχῆς τοῦ πολίτου ἐναντίον τοῦ ἐπερχομένου ἐχθροῦ. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ μόνον κατὰ τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀνήρπασεν ὁ ὄχλος πτωχόν τινα ἀρτοποιόν, ἀποκρύπτοντα τοὺς ἄρτους αὐτοῦ, καὶ τὸν ὡδήγει, ἵνα τὸν κρεμάσῃ ἀπό τινος φανοῦ μιᾶς πλατείας τῶν Παρισίων, μόνον τότε ἐφηρμόσθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος, ἀλλ’ ἐφηρμόσθη διὰ νὰ συντηρήσῃ τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν. Τοιοῦτοι ὅμως κίνδυνοι δὲν ἀπειλοῦσι τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν ἐν Ἑλλάδι. Ὥστε μένει ἡ κήρυξίς του ἐν περιπτώσει πολέμου. Ἀλλά, προκειμένου περὶ πολέμου, θὰ ἦτο λόγος τις δι’ ἡμᾶς νὰ ἐφαρμοσθῇ διάταξις οὕτω διατυπουμένη; Ὅπου ὑπάρχουσι πόλεμοι, ὑπάρχουσιν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι, οἵτινες ἐφαρμόζουσι καὶ συντηροῦσιν ἄριστα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν νὰ συντηρήσωμεν καὶ ἡμεῖς, λαμβάνοντες τὰ διδάγματα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ πολέμου τοῦ 1897 εἶναι περίεργον ὅτι λαμβάνομεν αὐτὸν πάντοτε ὡς ἀφετηρίαν, διὰ νὰ περιορίσωμεν πᾶσαν ἐλευθερίαν. Αὐτὸν ἔχομεν ὡς πρόσχημα, προκειμένου νὰ περιορίσωμεν καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Αὐτὸν λαμβάνομεν καὶ σήμερον ὡς πρόσχημα, ἵνα παράσχωμεν ὅπλον ὁμοίας φύσεως εἰς κυβερνήτας, τίς οἶδε ποίους, τοῦ μέλλοντος. Εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον οὐδεὶς ὑπῆρξεν ὁ ἐχθρός! Ὁ μόνος ἐχθρὸς ὑπῆρξαν οἱ μικροὶ καὶ ταπεινοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ τυφεκισθῶσιν! Ἐνθυμοῦμαι δὲ τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, ὅτε τὸν εἶδον τὴν παραμονὴν τοῦ πανικοῦ τῆς Λαρίσης δακρύοντα νὰ μοὶ λέγῃ ὅτι «τὴν στιγμὴν ταύτην ἔλαβον τηλεγράφημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐτυφεκίσθησαν δύο στρατιῶται ἀπειθήσαντες καὶ τραπέντες εἰς φυγήν». Καί, ὅτε τῷ εἶπον «βεβαίως δακρύεις, διότι μόνον οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι ἐτυφεκίσθησαν», ἔκυψε τὴν κεφαλὴν καὶ παρῆλθε. Καὶ ἐν τούτοις ἐπικαλούμεθα τὸν πόλεμον αὐτόν, διὰ νὰ εὕρωμεν νέαν μέθοδον αὔριον νὰ παραδώσωμεν τὰ πάντα εἰς ἐκδίκησιν στρατιωτικήν, τὸν πόλεμον αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀτυχῶς εὕρομεν, χωρὶς τὸν στρατιωτικὸν νόμον, ἀνδραγαθήσαντας, κατὰ τὴν νέαν δὲ ταύτην θεσμοθέτησιν δὲν θὰ ὑπάρξωσι μόνον ἀνδραγαθήσαντες, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξωσι καὶ οἱ προδόται οἱ ἐμποδίσαντες τοὺς γενναίους διὰ ν’ ἀνδραγαθήσωσι, τὰ ἐκτεθέντα μεγαλουργήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διέπραττον, ἂν δὲν εὕρισκον τὸν χωρικὸν ἐκεῖνον, τὸν δημοσιογράφον, τὸν ἄγνωστον καὶ ἀνίδεον πολίτην, τὸν ὁποῖον θὰ ἀγάγωσι νὰ τυφεκίσωσιν ἐν μιᾷ πλατείᾳ, διότι αὐτοὶ τοῖς ἔπταισαν, ὥστε νὰ μὴ ἀνδραγαθήσωσιν, ἐπειδὴ δῆθεν θὰ καταπροδίδωσι μεμπτόν τι ἢ δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκῶς γενναῖοι!... Αὐτοὶ δ’ εἶναι οἱ κίνδυνοι οἱ πραγματικοί, ἂν θελήσωμεν καὶ ἐν πολέμῳ ἔτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διδαγμάτων τοῦ 1897 νὰ ἐφαρμόσωμεν στρατιωτικὰ Δικαστήρια. Τί λέγει δὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Αἴρει πᾶσαν ἀνεξαιρέτως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, διότι αὐτὸ σημαίνει κατάστασις πολιορκίας. Καὶ δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις. Κατάστασις πολιορκίας σημαίνει παράδοσιν τῶν πάντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε; Ἀρχόμενος τοῦ λόγου σας εἴπετε ὅτι, ἐὰν θὰ ἐδεχόμεθα νὰ διαγράψωμεν τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, θὰ ἦσθε σύμφωνος, τώρα ὅμως προχωροῦντος τοῦ λόγου βλέπω ὅτι εἶσθε ἐναντίος καὶ διὰ τὸν πόλεμον ἀκόμη.
§203Γ. ΠΩΠ. Σᾶς εἶπον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν θὰ ἤμην ἐναντίος, ἀλλὰ καὶ προκειμένου περὶ πολέμου, ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε, διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὁποία εἶναι ἡ γνώμη μου.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἴσως σᾶς παρέσυρον οἱ λόγοι σας.
§205Γ. ΠΩΠ. Οἱ λόγοι οὐδέποτε μὲ παρασύρουσι. Δὲν μὲ παρασύρει παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐν τῇ συνειδήσει, οὔτε τὰ χειροκροτήματα μὲ φέρουσι πέρα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ τὰ ὁποῖα πάντως πιστεύω καὶ οὔτε αἱ ἀποδοκιμασίαι μὲ φέρουσιν ὄπισθεν τοῦ χαρακώματος τῆς συνειδήσεως, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἔχω τεθωρακισμένας τὰς γνώμας μου. Σᾶς εἶπον, διὰ νὰ φθάσω εὐθὺς ἀμέσως ἐκεῖ, ὅπου θὰ κατέληγον, ὅτι δὲν ἔχω δυσπιστίας, προκειμένου περὶ ἐκτάκτων ἐν πολέμῳ Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς δὲν ἐφηρμόσθησαν κατὰ τὸ 1897, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι ἐπεθύμουν ἐν πολέμῳ προκειμένου ἀκόμη καὶ περὶ καθαρῶς στρατιωτικῶν δικαιωμάτων δὲν πρέπει νὰ ὑφίστανται Πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ μικτὰ Δικαστήρια. Ἐὰν δὲ ἐβλέπετε τὸ ἔντυπον τοῦτο, θὰ ἐμανθάνετε ὅτι ὑπάρχει τροπολογία ὁμοία διότι κατ’ ἐμὲ οὐδ’ ἐν εἰρήνῃ εἶναι ἐπιτετραμμένον στρατιωτικὸς νὰ ἔχῃ δικαστὴν στρατιωτικόν, πολὺ δὲ μᾶλλον πολίτης ἢ καὶ στρατιωτικὸς ἐν πολέμῳ νὰ δικάζηται ἀπὸ στρατιωτικούς.
§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν λέγει τοιοῦτόν τι τὸ ἄρθρον.
§207Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο λέγει.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λέγει ὅτι ὀργανικὸς νόμος θὰ κανονίσῃ τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια.
§209Γ. ΠΩΠ. Δηλαδὴ θέλετε ν’ ἀφήσωμεν μίαν συνταγματικὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἴσως θὰ ἐκμεταλλευθῶσι κατὰ τὸ μέλλον. Δηλώσατε ὅτι δέχεσθε νὰ τεθῇ ὅτι ἡ σύστασις πολιτικῶν Δικαστηρίων καὶ ὅτι ταῦτα θ’ ἀπαρτίζωνται πάντοτε ἐκ τακτικῶν δικαστῶν καὶ πρὸ τῆς ἐπιμονῆς σας διὰ τὸ ὅλον ἄρθρον σᾶς τὸ παρέχομεν....
§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον;
§211Γ. ΠΩΠ. Οὐδὲν πρόκειται περὶ νόμου, ἀλλὰ περὶ δηλώσεως εἰς διατύπωσιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραδοθῶμεν εἰς τὸν στρατιωτικὸν δικαστὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ἔστω ὄχι τοῦ μεγάλου κινδύνου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου διέγραψα, ἀλλ’ ἔστω καὶ μιᾶς ἐξάψεως ποθοῦντος πατριωτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς πλήρους ἀπωλείας τῆς διανοίας ἐκ τῆς συγχύσεως ἑνὸς μαχομένου, ὅστις καὶ καλεῖται νὰ δικάσῃ, ἔχων μάλιστα τὴν ἀσφάλειαν ὅτι, ἂν πλανηθῇ καὶ ἡ πλάνη του εἶναι ἔγκλημα, τὸ ἀνεύθυνον τοῦ δικαστοῦ θὰ τὸν στεγάζῃ. Πρόκειται περὶ δημιουργίας νέας δικαστικῆς Ἀρχῆς, νέου δικαστικοῦ σώματος ἀπολύτως ἀνευθύνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει νὰ λογοδοτήσῃ πρὸς οὐδένα, εἰμὴ μόνον πρὸς τὴν συνείδησιν ἑαυτοῦ, συνείδησιν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐσκοτισμένη ὑπὸ τῶν κινδύνων τῶν ἐθνικῶν καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, διὰ ν’ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον, ἀποβλέπουσα εἰς ἀντικειμενικὰς παραστάσεις καὶ οὐχὶ εἰς ἐνδιαθέτους διαθέσεις. Μὴ λησμονεῖτε προσφάτως τί ἐγένετο εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι συνταγματικόν, ὡς ἁρμόζει εἰς σύγχρονα Κράτη, ὅτε συνεταράσσετο ὑπὸ ἐσωτερικῶν κλονισμῶν, τὴν Ἰσπανίαν. Ἐσημειώθη ἐκεῖ ἡ ἀτίμωσις τῆς συγχρόνου γενεᾶς ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς δικαιοσύνης ἡ ὑπὸ τοιούτου Στρατοδικείου γενομένη πράγματι δολοφονία τοῦ Φερρέρ. Οὕτως ἐκμεταλλεύονται τοιαύτας συνταγματικὰς διατάξεις αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ περιστείλωσι τὰς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ συγκαλύψωσι τὰς εὐθύνας αὐτῶν καὶ ἀποδώσωσιν αὐτὰς τὰς εὐθύνας εἰς ἄτομα τῇδε κἀκεῖσε λαμβανόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνην τινὰ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διατυποῦντα τὰς γνώμας των. Βεβαίως προκειμένου περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦσι τὸν στρατὸν ὑπὸ εἰδικὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διατάξεις, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ μικτά, ὡς πάντοτε τὰ θέλω, στρατιωτικὰ Δικαστήρια. Τοῦτο συμβαίνει πανταχοῦ, ἐν Γαλλίᾳ δὲ προσφάτως ἀκόμη θὰ ἀναγνώσητε πάντες μετὰ συγκινήσεως πραγματικῶς πατριωτικῆς ὅτι ἐν Μαρόκῳ Ἕλλην τροφοδότης τοῦ στρατοῦ, ἐπειδὴ δ’ εἶχε κηρυχθῆ ὁ στρατιωτικὸς νόμος, ὑπήγετο ἀκριβῶς εἰς τὰς στρατιωτικὰς διατάξεις, ἦτο καὶ αὐτὸς στρατιώτης, ἐσύρθη οὐχὶ ὡς ἁπλοῦς ἄγνωστος πολίτης ἐν τάφῳ, ἀλλ’ ἐτέθη ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ φερέτρου, τιμαὶ στρατιωτικαὶ τῷ ἀπεδόθησαν καὶ ἐπὶ τῆς σοροῦ αὐτοῦ ἠκούσθησαν λέξεις λατρείας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τὴν ἀληθῶς Ἑλληνικήν. Τούτους βεβαίως τοὺς μέσῳ τοῦ στρατοῦ οὕτως ἐργαζομένους πολίτας ἀφήσατέ τους νὰ δικάζωνται ὡς στρατιώτας, ἀλλὰ μὴ θελήσητε νὰ καταστήσητε στρατοκρατίαν, καθ’ ἥν περίπτωσιν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσητε καὶ περὶ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ὁμοίας διατάξεις. Εἶναι μεγάλοι οἱ κίνδυνοι ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου ὡς διετυπώθη. Καὶ φοβοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ μέλλον θὰ λέγητε ὑμεῖς, οἵτινες τὸ ὑποστηρίζητε, ὅτι ἄλλοι ἦσαν οἱ σκοποί, ἄλλαι αἱ προθέσεις, αἱ ὁποῖαι καθωδήγησαν τὰς σκέψεις σας. Ἀλλὰ τότε θὰ καλώμεθα, ὄχι πλέον διὰ νὰ ἀγωνιζώμεθα ἁπλῶς πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐκείνου τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔρχηται ἔξωθεν, ἀλλὰ θὰ καλώμεθα νὰ ἀγωνιζώμεθα καὶ πρὸς ἀνάκτησιν τῶν ἐλευθεριῶν, τῶν ὁποίων θὰ στερηθῶμεν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ὅρου τῆς γενικῆς ἐπιστρατείας ὡς ἀσκόπου, ἀλλὰ καὶ ἐπικινδύνου, καὶ νὰ καθορισθῇ ῥητῶς ὁπωσδήποτε, ἂν ὄχι ἐν τῷ Συντάγματι, τοὐλάχιστον διὰ δηλώσεως γινομένης δεκτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι τὰ στρατιωτικὰ αὐτὰ Δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ εἶναι μικτά, πάντως θ’ ἀποτελῶνται ἀπὸ πολιτικοὺς τακτικοὺς δικαστάς. Οὕτω τοὐλάχιστον θὰ ἔχωμεν μίαν ἐγγύησιν ὅτι μὴ δυνηθέντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ περισώσωμεν τὰς ἐλευθερίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, τοὐλάχιστον θὰ εὕρωμεν στιγμὴν κατὰ τὸ μέλλον νὰ ἐκδικήσωμεν τὰς ἀδίκους τιμωρίας ἡμῶν αὐτῶν, τῶν συγγενῶν ἡμῶν, τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν.
§212Σ. ΣΙΜΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§213Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, διότι καὶ ἡ ὥρα δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ θέμα σχεδὸν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐξηντλήθη. Τὴν γνώμην μου εἶπον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ὑπῆρξα ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς μειονοψηφίας καὶ ἑπομένως δὲν συνεφώνησα οὔτε συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ἀναγκαῖον ἢ τὸ σκόπιμον τῆς κηρύξεως στρατιωτικοῦ νόμου εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, διὰ λόγους, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἔντιμος συνάδελφος κ. Παπαναστασίου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνιστᾷ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τῆς ὁποίας προΐσταται, τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως, ὡς ὑπ’ αὐτοῦ διετυπώθη, θὰ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ στρατιωτικὸς νόμος κηρύσσεται διὰ Β. Διατάγματος, λαμβάνεται μία ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἀληθῶς δὲν εἶναι ἐπουσιώδης, ἡ ἐγγύησις ὅπως συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν καὶ ἀποφασίσῃ αὕτη περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ περὶ τῆς ἄρσεως τῶν ὁρισμῶν τοῦ Β. Διατάγματος· ἡ ἐγγύησις ὅμως αὕτη, διὰ νὰ εἶναι πραγματική, πρέπει νὰ συνοδεύηται καὶ μὲ τὴν ἄμεσον ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ Διατάγματος ἰσχὺν τῆς ἀσυλίας τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, διότι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν νομοθετοῦμεν ἐν τῷ Συντάγματι, βεβαίως δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι ἡμεῖς δεχόμεθα ὡς κανόνα, ὅτι δηλ. δὲν θὰ γίνῃ κατάχρησις τῆς παρεχομένης ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐὰν ἤθελέ τις φαντασθῇ Κυβέρνησιν μειονοψηφοῦσαν, ἡ ὁποία κηρύσσει τὸν στρατιωτικὸν νόμον καὶ συγκαλεῖ, διότι ἀπαιτεῖται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ φαντασθῶμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη θέλει νὰ ἐνισχυθῇ καταδιώκουσα τοὺς ἀντιδοξοῦντας, ἐὰν δὲν τεθῇ ἡ τροπολογία, ὅπως εἶπον, τότε θὰ εἶχε τὸ μέσον μία τοιαύτη Κυβέρνησις μειονοψηφοῦσα νὰ καταδιώξῃ, νὰ συλλάβῃ, νὰ φυλακίσῃ Βουλευτὰς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου τοῦ κηρυχθέντος διὰ Β. Διατάγματος καὶ νὰ παρουσιάσῃ μίαν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία νὰ ἐγκρίνῃ τὰ ἔκτροπα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως.
§214ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς τὸ διατυπώνετε;
§215Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅτι: Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 63 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος. Μίαν τοιαύτην διατύπωσιν θὰ συνίστων.
§216ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Πάσας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, διὰ νὰ προλάβωμεν κατάχρησιν, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ τὰς δεχθῶ.
§217Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καταργεῖται τὸ ἄρθρον 63;
§218Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἐφαρμόζεται ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς Συνόδου, διότι ἄλλως δυνατὸν νὰ παρακωλύσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄφιξιν Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους φοβεῖται, φυλακίζουσα δυνάμει τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου.
§219Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ὁ στρατιωτικὸς νόμος.
§220Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, πταίει ἡ Βουλὴ πλέον. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει. Ὁ στρατιωτικὸς νόμος θὰ ἰσχύσῃ. Ὥστε εἶναι μία ἐνίσχυσις αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως. Τώρα βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ παρεῖλκεν ἡ εἰδικὴ μνεία ὅτι τὰ Δικαστήρια ταῦτα τὰ ἔκτακτα πρέπει νὰ συνίστανται κατὰ πλειονοψηφίαν τουλάχιστον ἐκ πολιτικῶν δικαστῶν.
§221ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κυρίως ἐκ πολιτικῶν δικαστῶν. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτὰ νὰ λέγωνται, ἀφοῦ εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἐθέσαμεν πολιτικούς.
§222Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί, ἀλλὰ θὰ ἦτο μία συνταγματικὴ ἐγγύησις. Ἀποβλέπων ὅμως εἰς τὸ ὅτι εἰδικὸς νόμος θὰ ψηφισθῇ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ποτὲ ὅτι κοινοβουλευτικὴ πλειονοψηφία δὲν θὰ ῥυθμίσῃ τὰ πράγματα κατὰ τρόπον καὶ ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἓν Κράτος στρατοκρατικόν, ὡς ἡ Πρωσσία, ἔχει καθιερώσει. Τώρα πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, ἐν συναφείᾳ πρὸς μίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶχον νὰ προσθέσω τι, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ γίνῃ, εἶναι ὄχι τὸ νὰ ἐπιτρέπηται νὰ κηρυχθῇ ὁ στρατιωτικὸς νόμος καὶ ἐν περιπτώσει ἐπιδημίας μεγάλης, θεομηνίας κ.τ.λ., ἀλλὰ νὰ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια νομοθετικὴ ἐνισχύουσα τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τιμωροῦσα αὐστηρότερον τὰς παραβάσεις τῶν ὑγειονομικῶν διατάξεων ὡς καὶ ἡ ἔκδοσις ὑγειονομικοῦ νόμου.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης δευτερολογίαν.
§224Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λαμβάνω, Κύριοι, τὸν λόγον, ἵνα ὁμολογήσω ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ἄτοπον νὰ μὴ δεχθῶ ὡς ὑποχωρούσας τὰς ὑπονοίας μου, ὡς ἐν ὑφέσει τοὺς δισταγμούς μου καὶ τοὺς φόβους μου μετὰ τὰς γενομένας δεκτὰς τροπολογίας. Ἐν τούτοις θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τοῦτο. Ἰδοὺ ὅτι ἀρξαμένης τῆς συζητήσεως καὶ προχωρησάσης ὡς προυχώρησεν ἦλθον ἀποτελέσματα, διὰ τὰ ὁποῖα πάντες εἴμεθα ηὐχαριστημένοι. Καὶ θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὅπως αἰσθάνωμαι ἰδιαιτέραν εὐφροσύνην πρὸς τοῦτο, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μου ἔχω καὶ συνάδελφοι δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ὅτι συνετέλεσα θετικῶς, ὅπως βελτιωθῇ ἡ συνταγματικὴ διάταξις ὡς μέχρι τοῦδε ἐβελτιώθη. Παρακαλῶ ὅμως, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν πάντες ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀληθῶς ἡ δικτατωρία, ἡ κατάλυσις τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος εἶναι εὐχερεστέρα, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ Κράτος ἰσχυρόν. Ἀλλὰ Κράτος ἰσχυρὸν ὅταν λέγωμεν ἐννοοῦμεν τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει θεσμοὺς καλῶς κατηρτισμένους, θεσμοὺς τιθεμένους μετὰ δυνάμεως καὶ γοργότητος εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐφαρμογήν. Τοῦτο δὲ συμβαίνει κυριώτατα, οὐ μόνον ὅταν οἱ θεσμοὶ ἐκεῖνοι, αὐτοὶ καθ’ ἑαυτούς, εἶναι ἄρτιοι, οὐ μόνον ὅταν οἱ διάφοροι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ καλῶς χειρίζωνται τοὺς θεσμοὺς ἐκείνους καὶ μετὰ δυνάμεως καί τινος γοργότητος, λέγω, ἐφαρμόζωσιν οὗτοι αὐτούς, ἀλλὰ καὶ ὅταν τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς ἔχωσιν ἐν ταῖς ψυχαῖς πάντες οἱ πολῖται, καὶ ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἔχῃ ζωηρότατα τὰ αἰσθήματα τῆς νομιμοφροσύνης, τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τῆς πατρίδος του, ἡ ὁποία ἀγάπη ἐμπνέει πρὸς αὐτοὺς ζωηροτέραν, θερμοτέραν τὴν φιλοπατρίαν. Καὶ ὅταν οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ τὸ ἰσχυρὸν Κράτος, ἔλεγέ τις: «ποία ἡ ἀνάγκη τῶν συνταγματικῶν διατάξεων; Ὅταν οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ τὸ ἰσχυρὸν Κράτος, ὁ προσπαθῶν τοιοῦτο Κράτος νὰ καταρτίσῃ δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρῇ ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην τοιούτων συνταγματικῶν διατάξεων. Ἡ ἀνάγκη τοιούτων συνταγματικῶν διατάξεων ὑπάρχει μόνον, ὅταν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ νοσηρότης εἰς τὸ Κράτος, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κύριος Μιχαλακόπουλος. Νοσηρὰς καταστάσεις προβλέπουσιν αἱ τοιαῦται διατάξεις, καὶ ἵνα μὴ αἱ νοσηραὶ καταστάσεις φθάσωσιν εἰς τὰ ἔσχατα, ὡς ὑποτίθεται, τίθενται αἱ διατάξεις αὗται.
§225Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὀχλοκρατικὴ κατάστασις.
§226Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ὀχλοκρατικὴ κατάστασις νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὑφ’ ἡμῶν καλουμένη νοσηρά; Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρξε παρ’ ἡμῖν ἰσχυρὸν Κράτος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπῆρξεν ἀκολασία εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ ἀκολασία προυκάλεσαν τὰ τελευταῖα γεγονότα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, διὰ νὰ εἶναι συντεταγμένον ἐπὶ ἰσχυρῶν θεσμῶν, διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ τελευταία ἐπανάστασις καὶ ἐξετάθη ἐκεῖ ὅπου ἐξετάθη καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς σήμερον καὶ θέτομεν τοὺς κεφαλαιώδεις θεσμοὺς τοῦ Κράτους. Ἔχω ἀνάγκην δὲ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ τοῦτο ἀκόμη. Θέτετε τοιαύτας διατάξεις καὶ διὰ τὸν καιρὸν μιᾶς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι μία γενικὴ ἐπιστράτευσις δύναται νὰ διαρκέσῃ ἓν καὶ δύο ἔτη — καὶ πρέπει νὰ φοβηθῆτε τὴν ἐπιτυχίαν κυρίως μιᾶς τοιαύτης διατάξεως νὰ φοβηθῆτε τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς τοιαύτης διατάξεως κατόπιν μιᾶς προηγηθείσης ἀκολασίας.
§227Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Γνωρίζετε τί στοιχίζει μία ἐπιστράτευσις;
§228Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ φοβηθῆτε, λέγω, τὴν ἐπιτυχίαν μιᾶς διατάξεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἤθελε φανῆ ἀποτέλεσμα εὐχάριστον, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προχωροῦντες ἀπὸ τοῦ κακοῦ πρὸς τὸ χεῖρον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν φιλελευθέρων θεσμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἔσχατα, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει συναισθήματα παγιωθείσης τάξεως εὐάρεστα, ἐκ μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία θὰ κρατῇ ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, καὶ ἑπομένως θὰ φθάσωμεν, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἕνα λαὸν ηὐχαριστημένον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη. «Ἡ Βουλὴ ἡ ἀποτελουμένη ἐξ Ἑλλήνων, ἡ Βουλὴ ἡ ἀποτελουμένη ἐξ ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς ἀκολασίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλύσῃ τὰς ἐλευθερίας, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ Ἕλληνες Βουλευταὶ νὰ ἐπιβουλεύωνται τὸν τόπον των;». Ἀλλ’ ἐὰν στηρίζησθε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξ Ἑλλήνων Βουλευτῶν ἀποτελουμένην, τότε τί χρειάζεται τὸ Σύνταγμα; Ἐμπιστευθῆτε τότε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ἀφοῦ θ’ ἀποτελῆται αὕτη ἀπὸ Ἕλληνας Βουλευτάς. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν θὰ κατεργάζηται καὶ θ’ ἀσφαλίζῃ αὕτη τ’ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας· καὶ τότε ποίαν ἀνάγκην ἔχετε τῶν θεσμῶν, μὲ τοὺς ὁποίους σᾶς περιβάλλει τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι μόνον θεσμοὶ ἐλεύθεροι ἀπαρασαλεύτως ἐξασφαλίζουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων ὑμῶν καὶ ὅτι μόνη ἡ ἐλευθέρα ἐξέλιξις τῶν θεσμῶν τούτων κατὰ τοὺς χρόνους καὶ τοὺς καιροὺς ἀσφαλίζει τὴν ἐλευθέραν καὶ καθολικὴν τοῦ ἔθνους πρόοδον, ὅτι δὲ τοιαῦται διατάξεις, ἐπαγγελλόμεναι τὴν τάξιν εἰς ἐποχήν τινα, στραγγαλίζουσι τὸ πνεῦμα τῆς καθολικῆς τοῦ λαοῦ ἐλευθέρας ἐξελίξεως καὶ προοδευτικῆς τάσεως; Δὲν προβάλλει δὲ ὁ κίνδυνος τῶν ἐλευθεριῶν, μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχῃ Κράτος ἰσχυρόν, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ ὅταν ὑπάρχῃ Κράτος ἰσχυρόν. Οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἰσχυρότερον Κράτος ἐν τῷ κόσμῳ παρὰ κατὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Ναπολέων ἦτο πρῶτος Ὕπατος. Οὐδέποτε τὸ Κράτος εἶχε τόσην ἰσχύν, ὅσην εἶχε τὸ Κράτος τὸ Γαλλικόν, ὅτε ἐπανήρχετο ὁ Ναπολέων ὁ πρῶτος ἐκ τῆς ἐν Μαρέγκῳ νίκης. Ἐν τούτοις μετ’ αὐτὴν ἐγένετο Αὐτοκράτωρ. Ἄς ἔλθῃ εἷς τοιοῦτος, ἠκούσθη μία φωνή, καὶ ἂς καταλυθῇ τὸ ἐλεύθερόν μας πολίτευμα. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶναι ὁ Ναπολέων, καὶ εἶναι ὁ Βουλανζέ;
§229Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν εἶναι κάτι τι χειρότερον;
§230Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδέποτε μία νίκη ἐν πολέμῳ ἀξίζει ὅσον ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία, διότι ἡ μὲν νίκη, καὶ ὅταν ἔτι εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα προηγηθέντος ἐλευθέρου βίου, δὲν εἶναι παρὰ ἓν γεγονός, ἐνῷ ἡ ἐλευθερία εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ἡ μόνη δύναμις τῆς προόδου. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν, ἀφοῦ κατεδηλώθη ὅτι θὰ γένηται δεκτὴ πᾶσα προσήκουσα τροπολογία, θὰ ἐτόλμων καὶ ἐγὼ νὰ διακινδυνεύσω, ὑποβάλλων μίαν τροπολογίαν, καὶ νὰ εἴπω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ διατύπωσις τῆς δευτέρας παραγράφου νὰ διετυποῦτο οὕτω: «Τὰ τῆς κηρύξεως καταστάσεως πολιορκίας». Τὴν ἔκφρασιν ταύτην θὰ ἐθεώρουν παντελῶς παρέλκουσαν, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει θεωρῶ ὀρθὸν νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν Δικαστηρίων ἐκ τακτικῶν δικαστῶν διὰ τοὺς πολίτας, καθὼς καὶ Στρατοδικείων διὰ τοὺς στρατιωτικούς». Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἔκφρασις θὰ καθίστατο ἐντελῶς σαφὴς καὶ δὲν θὰ παρεῖχεν ἀφορμὴν πρὸς ἐνδοιασμούς, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§231Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Εἶμαι κεκηρυγμένος ὁλοψύχως ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἐφανταζόμην δ’ ὅτι ἤθελεν αὕτη προκαλέσει τοσοῦτον ζωηρὰν ἀντίδρασιν. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι καὶ λύπην ἠσθάνθην ἀκόμη, ὅτε εἶδον ὅτι διακεκριμένοι ῥήτορες, ῥήτορες, Κύριοι, διακεκριμένοι καὶ διὰ τὸ βάθος τοῦ πατριωτικοῦ φρονήματος καὶ διὰ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα αὐτῶν, προῆλθον εἰς συζητήσεις περὶ δικαίων τοῦ πολίτου, καὶ περὶ συνταγματικῶν δικαίων, καὶ διὰ ποίαν περίστασιν; Ὅταν θὰ εὑρισκώμεθα ἐνώπιον τῶν κινδύνων τῆς πατρίδος! Διότι περὶ τοιαύτης περιπτώσεως πρόκειται σήμερον νὰ κανονίσωμεν. Ἀλλ’ οὕτω συζητοῦντες φαινόμεθα ἀρνούμενοι εἰς τὸν Ἕλληνα πολίτην τὸ αἴσθημα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς ἐθελοθυσίας, ὁπότε ἤθελεν εὑρίσκεσθαι οὗτος ἐνώπιον κινδύνων τῆς πατρίδος. Καὶ οἱ τοιαῦτα ὑποστηρίζοντες ἔχουσιν ἆρά γε ἐν νῷ ὅτι εἰς τοιαύτας στιγμὰς κρισίμους δύναται νὰ εὑρεθῇ πολίτης Ἕλλην μὴ πρόθυμος ὄχι δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὴν ζωὴν νὰ θύσῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος; Ἢ ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ πολιτικὸς ἀνὴρ Ἕλλην, ὅστις καταδολιευόμενος τὰς διατάξεις, ἃς μελετῶμεν νὰ θεσπίσωμεν, ἤθελε σκεφθῆ καὶ ἤθελε τολμήσει νὰ μετέλθῃ δι’ αὐτῶν ἐκμετάλλευσιν ἐν παραμοναῖς κινδύνου τῆς πατρίδος; Ἀλλά, προκειμένου νὰ θέσωμεν κανόνας ἐν τῷ Συντάγματι διὰ στιγμὰς τοιαύτας κρισίμους τῆς πατρίδος, δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, ν’ ἀμφισβητῶμεν τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ ἐθελοθυσίας, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Ἱστορία μαρτυρεῖ ὅτι πάντοτε προφρόνως προσεφέρθη πᾶς Ἕλλην. Διὰ τοῦτο, λέγω, ἠσθάνθην λύπην, διότι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ὑπεστηρίχθησαν τοιαῦται ἰδέαι. Καὶ ἐγένοντο αἱ συζητήσεις καὶ ἔξω τοῦ ζητήματος, διότι ἔξω τοῦ ζητήματος καθίστανται αἱ συζητήσεις, ὅταν καὶ πάλιν συζητῶμεν περὶ συνταγματικῶν δικαίων, ἐνῷ περὶ αὐτῶν μὲν πάντων ἤδη ὁμοψήφως ἔχει ἀποφανθῆ ἡ Συνέλευσις, χωρὶς οὐδεμία οὐδαμόθεν ν’ ἀκουσθῇ ἐναντία γνώμη, δὲν ἔχωμεν δ’ ὑπ’ ὄψει ὅτι ὁ θεσμός, περὶ οὗ τώρα συζητοῦμεν, ἀναφέρεται εἰς ἐκτάκτους καὶ σοβαρωτάτας περιστάσεις, ἀφορῶν τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος ἐν ὥρᾳ κινδύνου αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον, Κύριοι, διὰ νὰ φέρω μίαν παρατήρησιν ἐκ τοῦ φόβου, ὅστις ἐγεννήθη καὶ εἰς ἐμὲ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, φόβου ὁ ὁποῖος μοὶ ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου ἐκείνου, οὗτινος ἐμνήσθη, τοῦ νομικοῦ ὅρου τοῦ καθιερωμένου καὶ ὡς θεμελιώδους ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, καθ’ ὃν οὐδεὶς πρέπει ν’ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸν φυσικὸν αὑτοῦ δικαστήν. Ἡ ὑπόμνησις τοῦ ὅρου τούτου ἔφερε καὶ ἐμὲ εἰς τὴν ἀπορίαν, μήπως τῳόντι παραβιάζεται διὰ τῆς μελετωμένης διατάξεως ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχὴ τοῦ δικαίου, ἐφ’ ἧς ἑδράζεται καὶ ἡ ὀρθὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπονομή. Καὶ ἐρωτῶ ἐμαυτόν· ποίας πράξεις καλοῦνται τὰ ἔκτακτα Δικαστήρια εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ δικάσωσι; Μήπως τάχα, ὡς διατυποῦται ὁ μελετώμενος θεσμός, ἀφήνει εἰς αὐτὰ ἐλευθερίαν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῶσι νὰ δικάσωσι καὶ πράξεις ἐκτελεσθείσας πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ λειτουργία τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν Δικαστηρίων; Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον, τότε εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τὰ Δικαστήρια τὰς πράξεις ἐκείνας τὰς κατὰ τὸν χρόνον τῆς λειτουργίας αὐτῶν γενομένας, καὶ μόνας ταύτας ἀποκλειστικῶς νὰ δικάζωσι. Καὶ θὰ ἔλεγέ τις ὅτι, ἀφοῦ νόμος πάγιος μέλλει νὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας τῆς λειτουργίας τῶν ἐκτάκτων Δικαστηρίων, θέλει διαλάβει καὶ περὶ τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅμως ἀποσκοπῶν εἰς τὸ μέγεθος τῆς ἐξουσίας, ἣν διὰ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἐμπιστευόμεθα εἰς τὰ ἔκτακτα Δικαστήρια, θεωρῶ ἴσης σπουδαιότητος καὶ ἄξιον, ἵνα διὰ τῆς αὐτῆς διατάξεως καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι περιτοιχίσωμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστηρίων τούτων. Τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον φόβος νὰ περιπέσωσι τὰ ἔκτακτα Δικαστήρια εἰς παρανόησιν τῆς ἀποστολῆς των, ὥστε νὰ δικάσωσί ποτε πρᾶξιν, ἔστω καὶ κατὰ μίαν στιγμὴν πρότερον πραχθεῖσαν, πρὶν ἢ ἐκδοθῶσι τὰ Διατάγματα τῆς λειτουργίας αὐτῶν, ὅπερ εἶναι τρομερὸν καὶ ν’ ἀναλογισθῇ τις ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ συμβῇ, ὁπότε βεβαίως θὰ κατήντα νὰ δικάζηταί τις οὐχὶ ἀπὸ τὸν φυσικόν του δικαστήν.
§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ὀργανικὸς νόμος θὰ κανονίσῃ αὐτά.
§233Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄτοπον ἐν μιᾷ λέξει νὰ περιλάβωμεν....
§234Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποίαν λέξιν;
§235Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον καὶ ἐν τέλει τοῦ πρώτου κώλου νὰ προστεθῇ· «διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς λειτουργίας αὐτῶν τελουμένας πράξεις». Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω, ὅπως διασφαλισθῶμεν ἀπὸ παντὸς φόβου ὅτι τὰ ἔκτακτα αὐτὰ Δικαστήρια θὰ ἠδύναντο νὰ παρεκβῶσιν εἰς ἐκδίκασιν πράξεων τελεσθεισῶν πρὶν ἢ ταῦτα τεθῶσιν εἰς λειτουργίαν, παρασυρόμενα ὑπὸ τῶν ἐν ὥρᾳ κινδύνου παρομαρτουσῶν ἐξάψεων καὶ συγχύσεων.
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς πάσας τὰς ὑποβληθείσας παρατηρήσεις οὐδ’ ἐκείνων ἀκόμη ἐξαιρουμένων, αἵτινες προβλέπουσι περὶ περιπτώσεων σχεδὸν ἀδυνάτων. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ, ὅπως μηδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀφεθῇ ἀμφιβολία ὅτι συνιστῶντες εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου θέτομεν ὁπωσδήποτε ἐν κινδύνῳ τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, τινὰς ἐκ τῶν παρατηρήσεων τούτων. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ὁριστικῶς νομίζω ὅτι δύναται νὰ διατυπωθῇ οὕτω· πρῶτον ἐδάφιον: «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν». Τὸ δεύτερον ἐδάφιον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ κειμένῳ, τὸ ὁποῖον σᾶς διενεμήθη, μὲ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τοῦ ἄρθρου 8 καὶ μὲ τὴν μεταβολὴν τῆς λέξεως «ἐκτάκτων» διὰ τῆς λέξεως «ἐξαιρετικῶν». Περαιτέρω δὲ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ συγκροτηθῶσι τὰ Δικαστήρια ταῦτα μὲ διάφορον σύνθεσιν, ἂν πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν ἢ πολιτικῶν, δὲν νομίζω σκόπιμον νὰ περιλάβωμέν τι ἐν τῷ ἄρθρῳ, διότι ταῦτα θ’ ἀφεθῶσιν εἰς τὸν ὀργανικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ τὰ ῥυθμίσῃ. Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι δὲν εἶμαι μακρὰν τῆς ἰδέας, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη, διὰ τὴν συγκρότησιν αὐτῶν οὐχὶ μόνον ἐκ στρατιωτικῶν ἀλλὰ καὶ ἐκ πολιτικῶν προσώπων, ὅπως θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 98. Τὸ τρίτον ἐδάφιον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτως· «Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς. Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἢ τινας μόνον αὐτοῦ διατάξεις εἰς ἐφαρμογήν, καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδιδομένου». Ὁ λόγος, δι’ ὃν διὰ τῆς τροποποιήσεως ἀνεχωρήσαμεν ἀπὸ τὴν ἔκφρασιν «διὰ νόμου», σκοπὸν ἔχει νὰ προλάβῃ τὴν διάφορον διατύπωσιν τοῦ ἐδαφίου τούτου ἀπὸ τὸ ἑπόμενον. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, καὶ νόμον ἂν ὀνομάσωμεν τοῦτο, διότι δὲν εἶναι νόμος, ἀλλὰ πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς γινομένη, ἀποκαθιστῶμεν οὕτω τὰ πράγματα, ὅπως πράγματι ἔχουσι, χωρὶς νὰ ὀνομάζωμεν νόμον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νόμος οὔτε ἐξωτερικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς οὔτε ἐσωτερικῶς, ἀφοῦ δὲν τὸν ἀφήνομεν νὰ ψηφισθῇ κἂν μὲ τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται, προκειμένου περὶ νόμων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον: «ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄνευ ἀδείας αὐτῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ Περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, ὅπως διὰ πράξεως αὐτῆς ἀποφασίσῃ τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος». Οὕτω τίθενται ἐν ἁρμονίᾳ αἱ δύο αὐταὶ διατυπώσεις. Προσετέθη εἰς τὸ ἐδάφιον αὐτὸ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ τὸ ἑξῆς: «Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 63 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος». Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τοῦτο θὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀνωτέρω Βασιλικῶν Διαταγμάτων, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐκτείνεται πέρα τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἴρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ἀδείᾳ πάλιν τῆς Βουλῆς», διότι θὰ ἐκδοθῇ τότε νέον Διάταγμα ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς. Οὕτω νομίζω ὅτι δὲν παρελείψαμεν τίποτε καὶ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον.
§237Γ. ΠΩΠ. Αὐταὶ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ γραφῶσιν εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά.
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς μὴ τὰς κάμωμεν ἀποφάσεις. Ὑπάρχουσιν εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῶσιν εἰς τὰ Ἐπίσημα. Ἐλπίζω ὅτι θὰ μείνωμεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰ περὶ Στρατοδικείων, ἔνθα θὰ κάμω τὰς δηλώσεις ἐπισημότερον.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§240ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δυνάμεθα, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, διότι θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως, καθόσον οἱ μὴ θέλοντες νὰ ψηφίσωσι τὴν ἐπιστράτευσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωσι τὸ ἄρθρον, ἂν δὲν χωρισθῇ, ἀφοῦ εἶναι σύνθετον, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη προτάσεως ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀπαίτησις ὀνομαστικῆς κλήσεως ἂς ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία. Θὰ παρακαλέσω νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα.
§242ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις αὕτη, καὶ προχωροῦμεν εἰς τὰ ἑπόμενα.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 93 (ἀναγινώσκεται): Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἰω. Μπουρνιᾶ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη, καταχωριζομένης ἐν αὐτῇ λεπτομερῶς τῆς γνώμης ἑκάστου τῶν ἐκδόντων δικαστῶν, καὶ ν’ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει μετὰ τῶν πρακτικῶν διασκέψεως, ἐν οἷς καταχωρίζεται λεπτομερῶς καὶ ἡ γενομένη εἰσήγησις». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπουρνιᾶ καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 93 ἔχον ὡς ἑξῆς:) Ἄρθρον 93.—«Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι εἰδικῶς ᾐτιολογημένη καὶ ν’ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει».
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 97.
§245Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρακαλῶ· πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχει πρότασις ἰδική μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 95.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 95 τοῦ Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον». Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου, καθ’ ἣν «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται παρὰ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου»· διαγράφεται δηλαδὴ ἡ τελευταία περίοδος «ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον».
§247Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὴ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὑπῆρξαν δικασταί, οἵτινες ἔσυραν εἰς τὰς φυλακὰς διευθυντὰς ἐφημερίδων, διότι οὕτως ἤθελον.
§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐταὶ ἦσαν καταχρήσεις.
§249Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂς συγχωνευθῇ ἡ τροπολογία μου εἰς τὴν τοῦ κ. Γόντικα.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας ἔχει ὑποβάλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου πλὴν τῶν ἀφορώντων τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μὴ δημοσίων ὑπαλλήλων».
§251Γ. ΠΩΠ. Ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Γόντικα, περιλαβοῦσαν καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πατσουράκου, διότι προκειμένου περὶ δημοσίου ὑπαλλήλου δὲν πρέπει νὰ γίνηται διάκρισις ἰδιωτικοῦ βίου, εἶναι δὲ παθὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξ αἰτίας παρεμβάσεως ἰδιωτικοῦ βίου εἰς ὑποθέσεις τοῦ δημοσίου βίου, καὶ νομίζω ὅτι τὰ δημόσια πρόσωπα, ὅπως εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἰδιωτικὸν βίον, διότι ὁ ἰδιωτικὸς βίος σχετίζεται μὲ τὴν παράστασιν αὐτῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀφοῦ δὲ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρίστανται εἰς τὴν τρίτην θέσιν ἀτμοπλοίου ἢ σιδηροδρόμου διότι τοῦτο θεωρεῖται ἀναξιοπρεπές, πῶς δυνάμεθα ἕνα εἰσαγγελέα, ἕνα δικαστὴν νὰ μὴ κατηγορήσωμεν, ὅταν εἶναι ἀναξιοπρεπής; Καὶ εἰσάγονται ἤδη οἱ δημοσιογράφοι κατηγορούμενοι εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ πάντες ὑπέστησαν δεινοὺς διωγμούς. Προχθὲς ἐν Πύργῳ εἴχομεν τοιοῦτον κροῦσμα. Μᾶς κατηγγέλθησαν δεινοὶ διωγμοὶ δημοσιογράφου, ὅστις ἔψεξε τὸν ἰδιωτικὸν βίον εἰσαγγελέως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἰδιαιτέρως ν’ ἀναμνησθῇ τῶν ὅσα ἔπαθε καὶ ἐκ τῶν παθημάτων αὐτῶν διδαχθεὶς νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν.
§252Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κινδυνεύομεν, Κύριοι, ἕνεκα καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ παρελθόντι κατὰ μίαν διεύθυνσιν, νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι διάπραξιν τῶν καταχρήσεων κατ’ ἄλλην διεύθυνσιν ἐπικινδυνωδεστέραν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ὁ ἰδιωτικὸς βίος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ μείνῃ ἀπροστάτευτος ἀπὸ πάσης προσβολῆς.
§253Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ μείνῃ ἀπροστάτευτος. Θὰ κρίνηται ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων.
§254Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί δὲν τὰ θέλετε καὶ διὰ τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἰδιώτας; Νομίζω ὅτι εἰς τὰ ἄλλα Δικαστήρια θὰ εἶναι ταχυτέρα ἡ ἐκδίκασις.
§255Γ. ΠΩΠ. Ἂς γίνῃ τοὐλάχιστον ἡ ἐξαίρεσις διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, διὰ νὰ σωθῶμεν ἐξ αὐτῆς τῆς μερίδος.
§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί νὰ μειώσωμεν τὴν θέσιν των;
§257Γ. ΠΩΠ. Τοὺς ἀπαλλάσσομεν μιᾶς προστριβῆς καὶ μιᾶς ὑπονοίας, διότι ὑπάρχει τὸ esprit de corps.
§258Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον.
§259ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐν τῷ Γαλλικῷ Συντάγματι λέγεται ὅτι πάντα τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων.
§260Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔσχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία συμφωνεῖ πρὸς ἑτέραν τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας συναδέλφου. Δὲν φρονῶ ὅτι γενομένης δεκτῆς τῆς τροπολογίας μειοῦνται τὰ δικαιώματα τῶν ὑβριζομένων, ἂς εἴπωμεν, δικαστικῶν ἢ δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια ὑπάγονται ἀδικήματα σοβαρώτερα, ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν περισσοτέρων ἐγγυήσεων καὶ διότι ἡ διαδικασία εἶναι διαφορετικωτέρα καὶ ἡ ἀνάκρισις γίνεται ὑπὸ διαφορετικὰς συνθήκας παρεχούσας πλήρη ἐγγύησιν. Ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑπαγάγωμεν ὡρισμένην τάξιν ἀνθρώπων εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια, δὲν φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι μείωσις, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἕν προνόμιον ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ νὰ δικάζωνται κατ’ ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν καὶ ὑπὸ ὁρκωτῶν Δικαστηρίων οἱ ἐξυβρίσαντες αὐτοὺς ὁπωσδήποτε. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι σκόπιμος ἡ τροπολογία αὐτή; Εἶναι πρᾶγμα παγκοίνως γνωστὸν ὅτι σήμερον εἶναι ἀδύνατον ἄνθρωπός τις οἱοσδήποτε νὰ ἐλέγξῃ δικαστικὸν πρόσωπον δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, διότι ἀμέσως δὲν δικάζεται, ἀλλὰ καταδικάζεται.
§261Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸς διὰ τὴν φράσιν «ἐς Φιλίππους» ἐδικάσθην εἰς δύο ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ μὴ γραφεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ.
§262Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἶσθε οὔτε ὁ πρῶτος οὔτε ὁ τελευταῖος· εἶναι ἄπειρα τὰ παραδείγματα.
§263Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον δι’ αὔριον· ἂν θέλητε, νὰ ψηφίσωμεν τὸ 97. Τὸ ἄρθρον 97, κύριοι Βουλευταί, προυτείνετο καὶ διὰ τοῦ σχεδίου ἡμῶν, τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως Βουλευτῶν, καὶ προτείνεται καὶ διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως διετυπώθη, κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων ἐπὶ τῶν κοινῶν ἀδικημάτων τῶν διαπραττομένων ὑπὸ στρατιωτικῶν. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφήσῃ ὡς εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι μὲ τὴν προσθήκην μόνον τῶν ἀφορώντων τὰς θαλασσίας λείας, δηλαδὴ τὸ ἄρθρον θὰ εἶχεν οὕτω: «τὰ περὶ Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων, πειρατείας, ναυταπάτης καὶ Δικαστηρίων λειῶν κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων». Βεβαίως εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος ὅτι τὰ κοινὰ ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν πρέπει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν κοινῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ συγχρόνως ὀφείλω ν’ ἀναγνωρίσω τοῦτο, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν εἶναι ὥριμος, θὰ μεταχειρισθῶ καὶ πάλιν τὴν ἔκφρασιν, ἡ δημοσία γνώμη, ἂν ὄχι τοῦ πολλοῦ κόσμου, πάντως ὅμως τῆς τάξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ διάταξις αὕτη. Νομίζω δ’ ὅτι αἱ νομοθετικαὶ καινοτομίαι πρέπει νὰ μὴ εἶναι ἐσπευσμέναι, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπεμακρύναμεν τοὺς στρατιωτικοὺς ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀφαιρέσαντες ἕν δικαίωμα, ὅπως ἐθεωρήθη, καὶ προνόμιον κατὰ τὴν θέσπισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἀλλὰ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὀρθῶς ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης ἐπαχθὲς δι’ αὐτοὺς τούτους τοὺς στρατιωτικούς, διότι ἀποτρέπει αὐτοὺς ἀπὸ τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀφιερώσωσιν ὅλον αὐτῶν τὸν βίον, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο πολιτικόν — ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀκριβῶς ἡ τάξις αὕτη ἡ ἀξία πάσης συμπαθείας δὲν ἔχει γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχουσα ἡ λοιπὴ δημοσία γνώμη, δὲν θὰ ἦτο πολιτικόν, ἂν ἀμέσως μετεπίπτομεν διὰ πάντα τὰ ἀδικήματα εἰς τὴν δικαιοσύνην τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Θὰ προσέθετον ἀκόμη ὅτι δυστυχῶς αἱ διαθέσεις τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν δὲν εἶναι τόσον ἀπηλλαγμέναι παρεξηγήσεων, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ παραπέμπωμεν πάντα τὰ κοινὰ ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰ κοινὰ Δικαστήρια. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἷς σταθμὸς μεταβατικὸς εἶναι ἐπιβεβλημένος καὶ ζητῶ τὴν διατήρησιν τῆς διατάξεως ὡς ἔχει ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, ἵνα ὁ νόμος ῥυθμίζῃ ἑκάστοτε ταῦτα κατὰ τὸ προσῆκον. Βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν ὅτι ἀπὸ τοῦδε θεωρῶ ἐπιβεβλημένην τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ Στρατοδικείων, ὅπως παρεμβληθῶσιν εἰς αὐτὰ πολιτικοὶ δικασταί, καὶ οὕτω τοῦτο χρησιμεύσῃ ὡς σταθμὸς ἕως ὅτου ὡριμάσῃ ἡ κοινὴ γνώμη, ὅπως τὰ ἀδικήματα τὰ κοινὰ ἀνατεθῶσι προσεχῶς εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια.
§264Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον καὶ ἐλαττώσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν διετύπωσε νῦν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εἰσαγάγῃ πολιτικοὺς δικαστὰς εἰς τὰ Στρατοδικεῖα καὶ Ναυτοδικεῖα, εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφορος.
§265Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ὅταν θὰ προσαχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§266ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἶχον τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδὲν κωλύει τὸ Σύνταγμα νὰ καταργηθῇ τὸ Ἀναθεωρητικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις τί γίνεται εἰς αὐτό. Δικάζουσιν ἀφῃρημένας νομικὰς ἐννοίας ἄνθρωποι παντελῶς ἀκατάρτιστοι νομικῶς. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι δὲν κωλύει τὸ Σύνταγμα νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον, τοῦτο δὲ χάριν αὐτῶν τούτων τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι συμβαίνει πολλάκις νὰ καταδικάζωνται καὶ μένωσιν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως καταδικασμένοι διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν βάσιν εἰς τοὺς νόμους εὑρίσκουσιν.
§267Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἐννοεῖται ὅτι θὰ γίνῃ.
§268Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπερωρίμασε παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἡ ἰδέα περὶ καταργήσεως τῶν Στρατοδικείων. Ἡ σχετικὴ διάταξις ἡ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσα διῄρεσε τὸν λαὸν καὶ τὸν στρατὸν εἰς δύο τάξεις. Ἡ ἀτιμωρησία ἀπεθράσυνέ τινας τῶν στρατιωτικῶν μέχρι τοσούτου, ὥστε οὐδὲ τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν νὰ σέβωνται.
§269Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Πολιτεία ἦλθε νὰ δώσῃ τὰ ἔργα αὑτῶν εἰς τοὺς στρατιωτικούς, ἵνα παρασκευασθῇ στρατὸς ἄξιος τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους, πάντες οἱ στρατιωτικοὶ ἀφωσιώθησαν εἰς τὰ ἔργα των.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 97 τροπολογία τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει οὕτω: «Τὰ περὶ Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων, πειρατείας καὶ ναυταπάτης κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων, οἵτινες ὅμως δὲν δύνανται νὰ ὑπαγάγωσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ναυτοδικείων καὶ Στρατοδικείων, εἰμὴ τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα». Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 97 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐτροποποιήθη: Ἄρθρον 97.— «Τὰ περὶ Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων, πειρατείας, ναυταπάτης καὶ Δικαστηρίων λειῶν κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 45′ τῆς νυκτός).