1911.05.03
3.941 στίχοι · 28.973 λέξεις · 363 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 79.
τῆς 3 Μαΐου 1911
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας, προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Θ. Πέρρου περὶ ὥραν 5 καὶ 40 μ. μ. παρόντων 189 Βουλευτῶν ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ ἐκ Καλαβρύτων Σ. Σπανὸς διαμαρτύρεται, διότι τηλεγράφημά του παραδοθὲν ἐκ Καλαβρύτων τὴν 9 Ἀπριλίου 1911 διὰ τὴν Στρέζοβαν δὲν παρεδόθη. 2) Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Δουνέϊκα, Ἀλποχωρίου καὶ Κερτιζεΐκου τῶν δήμων Ἐλίσσης καὶ Λετρίνων παρακαλοῦσιν, ὅπως συστηθῇ τῇ ἑταιρείᾳ τῶν σιδηροδρ. Π.Α.Π. νὰ διαταχθῇ ἡ στάσις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 401 ἁμαξοστοιχίας εἰς Δουνέϊκα. 3) Ὁ Ἠλίας Π. Πατριαρχέας τέως τελωνοσταθμάρχης ἐκκαθαρισθεὶς ζητεῖ ἐπαναφοράν. 4) Οἱ κάτοικοι Πύλου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Πύλου. 5) Οἱ σταφιδοκτηματίαι τοῦ δήμου Σικυῶνος ζητοῦσι νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ «Ἑνιαία». 6) Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Πρινίλας, Πάγων, Βατωνιῶν, Βελονάδων, Κληματιᾶς, Καβαλουρίου, Κινοπιαστῶν, Στρινέλλα, Ψωραρῶν καὶ Νυμφῶν τῆς Κερκύρας ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου τῶν κ. Βουλευτῶν Κερκύρας. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Ν. Βάρθης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἐκτελέσεως τῶν τοκογλυφικῶν δανείων». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰ. Μπακοπούλου ἔγγραφα σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τοῦ Σ.Π.Α.Π. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δογάνης.
§2Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Εἶναι δικαιοτάτη ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖται πᾶσα καλλιέργεια, δὲν δύνανται οἱ πτωχοὶ κτηματίαι νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους, διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν οὐδὲ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας καὶ τῶν ἄλλων πρώτων ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσι. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν καὶ ἐγώ, ὅπως προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη νόμου.
§4Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Βουλή.
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι ζητήματα αὐτὰ κατὰ τὴν γνώμην μου ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως ταύτης νόμου, ἠδύνατο κάλλιστα πρῶτον νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπιτύχῃ τοῦτο, ὄντος παρόντος ἐνταῦθα καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἤθελε συγκατανεύσει εἰς τοῦτο, τότε ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ταύτης. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προτάσεως ταύτης ὡς καὶ πάσης ἄλλης προτάσεως σχέσιν ἐχούσης μὲ τὸν δημόσιον Προϋπολογισμόν, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα εἰς πάντα τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τοῦτον τὸν τύπον. Ἀλλά, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀποφάσεις σχετιζομένας μὲ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα τῆς χώρας, φρονῶ ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις. (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Ἀ. Στράτος).
§6Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 νομοσχέδιον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πᾶσα μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως πρέπει νὰ ζητηθῇ ἀπὸ δέκα Βουλευτάς. Συνεπῶς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§8Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ τηρῆτε αὐτὸ πάντοτε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε θὰ τὸ τηρῶ, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ κατέχω τὴν ἕδραν. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὑπὸ συζήτησιν εἶναι τὰ ἄρθρα 85 καὶ 86, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθῶσιν ἑνιαίως κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ψηφισθῶσι κεχωρισμένως, ὡς ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Τὰ ἄρθρα ὡς διετυπώθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 85.—Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τακτικὰ καὶ ἔκτακτα, ὁ ἀριθμὸς δὲ αὐτῶν ὁρίζεται διὰ νόμου. Οἱ τακτικοὶ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταξὺ διπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων, ἐκλεγομένων διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας τῶν τακτικῶν συμβούλων. Ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου αὐτῶν εἶναι δεκαετής, ἐκεῖνοι δέ, ὧν ἡ ὑπηρεσία ἔληξε, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου. Τὰ καθήκοντα τῶν τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου πλὴν τῶν τοῦ καθηγητοῦ τῶν νομικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ἔκτακτοι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ⅔ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τακτικῶν, ἡ δὲ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ὁρίζεται διετής, ἐπιτρεπομένου τοῦ ἀναδιορισμοῦ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διετίας. Οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας μετέχουσι τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συμβουλίου μετὰ δικαιώματος ψήφου μόνον ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 82, ἐδ. αʹ». «Ἄρθρον 86.—Τὰ προσόντα τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως αὐτῶν διαρκοῦντος τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θέλουσι κανονισθῆ διὰ νόμου. Κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας οἱ τακτικοὶ σύμβουλοι ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§10Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 85, κύριοι Βουλευταί, ἔχω νὰ ὑποβάλω μερικὰς σκέψεις, διότι νομίζω ὅτι πρέπει εἰς πολλὰ σημεῖα αὐτοῦ νὰ τροποποιηθῇ. Τὸ ἐδάφιον βʹ λέγει: «Οἱ τακτικοὶ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταξὺ διπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων, ἐκλεγομένων διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας τῶν τακτικῶν συμβούλων». Νομίζω ὅτι ἴσως ἤθελε παρουσιασθῆ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐκ συμφέροντος, εἴτε συγγενικοῦ, εἴτε φιλικοῦ, εἴτε οἱουδήποτε, διότι πάντοτε τὰ τοιαῦτα συμφέροντα πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, θὰ προτείνωσι δύο μέλη, ὄχι ἐπειδὴ ἔχουσι τὴν ἀξίαν, ἵνα διορισθῶσι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἐπειδὴ συνδέονται μὲ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διὰ τοιούτων συγγενικῶν ἢ φιλικῶν δεσμῶν καὶ συνεπῶς νὰ εὑρεθῇ δεδεσμευμένον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ διορίσῃ μεταξὺ δύο ἀνικάνων τὸν ἱκανώτερον. Συνεπῶς νομίζω ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο ν’ ἀφεθῇ ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ τῶν συμβούλων καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν εἰς τὸν νόμον. Ἐπίσης καὶ ἑτέραν σκέψιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ ἐδάφιον εʹ, ἔχω δὲ μάλιστα καὶ τροπολογίαν τοιαύτην ὑποβάλει: «Ἔκτακτοι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ⅔ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τακτικῶν, ἡ δὲ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ὁρίζεται διετής, ἐπιτρεπομένου τοῦ ἀναδιορισμοῦ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διετίας». Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἀντὶ νὰ τεθῇ τὰ ⅔, νὰ ἐτίθετο ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτάκτων μελῶν νὰ εἶναι ἐλάσσων τῶν τακτικῶν καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἐπὶ πλέον δὲ παρατηρῶ καὶ παράλογον πρᾶγμα ἀσύνηθες εἰς τὴν δικονομίαν τῶν Δικαστηρίων. Λέγει τὸ τελευταῖον ἐδάφιον: «Οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας μετέχουσι τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συμβουλίου μετὰ δικαιώματος ψήφου μόνον ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 82, ἐδαφ. αʹ». Δηλαδὴ θὰ παρουσιάζηται τὸ φαινόμενον ὅτι εἰς τὰς ἄλλας περιπτώσεις καὶ μὲν συνεδρεύουσιν οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι καὶ ἑπομένως ἔχουσι γνώμην, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὐτῶν θὰ εἶναι ἁπλῶς συμβουλευτικὴ καὶ ἄνευ ἀξίας, θὰ κανονίζωνται δὲ τὰ τοῦ Συμβουλίου μόνον ἀπὸ τακτικὰ μέλη. Νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐμπιστοσύνη εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐκτάκτους συμβούλους, θὰ ἦτο προτιμότερον αἱ συνεδρίαι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ γίνωνται μόνον διὰ τῶν τακτικῶν μελῶν, καὶ συνεπῶς τὰ τακτικὰ αὐτὰ μέλη, τὰ ὁποῖα, θὰ λαμβάνωσι πάντα μέρος, καὶ θὰ ἐσχημάτιζον γνώμην ἀσφαλῆ ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς μελέτης τῆς ὑποθέσεως, θ’ ἀποφαίνωνται καὶ γνώμην κατὰ πλειονοψηφίαν. Ἴσως μάλιστα θὰ παρουσιασθῇ εἰς πολλὰς περιπτώσεις τὸ περίεργον, ὥστε, ἐνῷ ἡ πλειονότης τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ συσκεφθῶσιν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, θὰ εἶναι κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, ἐπειδὴ τὰ ἔκτακτα μέλη δὲν θὰ ἔχωσι δικαίωμα ψήφου καὶ θὰ ὑπερτερῶσι πλείονα μεταξὺ των τὰ τακτικά, τὰ ὀλιγώτερα ὅμως ἐκ τοῦ συνόλου τῶν συσκεπτομένων, καὶ οὕτως ἡ πρότασις τῆς μειονοψηφίας πραγματικῶς θὰ φέρηται ὡς πρότασις ὁριστικὴ καὶ ὡς γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι, ἂν ἐγίνετο τροπολογία τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν ἀποτελῶσι τὸ Συμβούλιον τὸ ἐκδικάζον τὴν ὑπόθεσιν πέντε μέλη, τὰ τρία νὰ εἶναι ἐκ τῶν τακτικῶν συμβούλων καὶ τὰ δύο ἐκ τῶν ἐκτάκτων, ἀλλὰ πάντως νὰ ἔχωσι δικαίωμα ψήφου πάντα τὰ μέλη, ὡς ἐγίνετο μέχρι πρό τινος εἰς τὰ Δικαστήρια τῇ προσλήψει δικηγόρων. Εἰς τὸ ἄρθρον 86 ἐπίσης: «Τὰ προσόντα τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως αὐτῶν διαρκοῦντος τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θέλουσι κανονισθῆ διὰ νόμου». Ἰδίως εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσι διὰ νόμου καὶ μερικὰ ἀσυμβίβαστα πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν συμβούλων.
§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν κωλύεται ὁ νόμος νὰ τὸ κάμῃ.
§12Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἔχει καλῶς. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἃς καὶ νομίζω ὀρθάς, ἡ δὲ Βουλὴ δύναται νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν.
§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διεξαχθεῖσα μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νομίζω ὅτι ἐξήντλησε καὶ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ δύο ἄρθρα, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις πρόκειται νὰ γίνῃ σήμερον. Νομίζω ὅτι διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 85 καὶ τοῦ ἄρθρου 86 δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τῆς συζητήσεως τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. Ἐν τῷ σχεδίῳ ἡμῶν ἀναφέρεται ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν τακτικῶν μελῶν δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐλάσσων τοῦ 7. Ἡ διάταξις αὕτη νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμος, διότι τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς οὐδὲν θέτει ὅριον, καὶ φαίνεται τὸ πρᾶγμα ἐπικίνδυνον. Ὡρίσαμεν δὲ ἡμεῖς ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτάκτων μελῶν δὲν δύναται νὰ εἶναι μείζων τῶν 15. Νομίζω ὅτι πρέπει ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων μελῶν νὰ περιορισθῇ εἰς 10 κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πόσα θὰ εἶναι τὰ τακτικά.
§15ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σχέδιον ἡμῶν ἀναφέρει ὅτι τὰ τακτικὰ μέλη δὲν δύνανται νὰ εἶναι ὀλιγώτερα τῶν 7 οὔτε περισσότερα τῶν 15, τὰ δὲ ἔκτακτα συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς λέγομεν ὅτι εἶναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον 10. Ἐὰν τὰ τακτικὰ μέλη εἶναι μόνον 7, βεβαίως τὰ ἔκτακτα θὰ εἶναι 10. Ἡμεῖς θέτομεν μόνον τὸ ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅριον τοῦ ἀριθμοῦ. Ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τὴν ἰδικήν μας τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ τακτικὰ μέλη ἔχουσι βαθμὸν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἐξομοίωσιν, καὶ διότι ἐπὶ τέλους τὰ ἀποτελοῦντα τὸ Σῶμα τοῦτο μέλη θὰ ἔχωσι θέσιν ἴσως διοικητικῶς ἀκόμη ἀνωτέραν ἀπὸ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ περιορίσωμεν τοῦτο εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 86. Ὁρίζεται ἐν αὐτῷ ὅτι τὰ τακτικὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἡ ἀνάθεσις τῆς ὑποδείξεως αὐτῶν εἰς πολυμελῆ σωματεῖα δὲν εἶναι πολὺ ἐπιτυχής, καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος δὲν ἔχομεν παραδείγματα ἐνθαρρυντικὰ πρὸς τοῦτο. Ἀναπτύσσεται ὁ νεποτισμός. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ οἱ πρῶτοι διορισμοί, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνανέωσις αὐτῶν δέον νὰ γίνηται ἐπὶ εὐθύνῃ πολιτικῇ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Περαιτέρω ὁρίζεται ὅτι ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου αὐτῶν εἶναι δεκαετής. Συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσθέσῃ τὰς ἑξῆς διατάξεις, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ μὲν ἑνὸς τρίτου τῶν μελῶν, διὰ κλήρου ὁριζομένων, θὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ ὑπηρεσία ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ἕκτου ἔτους τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, τοῦ δὲ ἑτέρου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ὀγδόου, καὶ τοῦ τελευταίου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ δεκάτου ἔτους.
§16Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς διὰ κληρώσεως ἀποχωρήσεως μετὰ ἑξαετίαν θὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ ἀνεύρωμεν τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ τὸν πρῶτον διορισμόν. Θὰ εἶναι δύσκολον νὰ προσληφθῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατέχουσι θέσιν τινὰ καὶ ἐπάγγελμα. Ἐγκαταλείπουσι τὴν θέσιν των καὶ τὸ ἐπάγγελμά των, ὅταν ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ διορισθῶσιν ἐπὶ μίαν ἑξαετίαν;
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἄξιαι πολλῆς προσοχῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀνανέωσιν σύγχρονον δι’ ὅλα τὰ μέλη ἐπίσης εἶναι σοβαρός. Θὰ ἐπρότεινον λοιπὸν διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ μὲν ἑνὸς τρίτου τῶν μελῶν, διὰ κλήρου ὁριζομένων, νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ ὑπηρεσία ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ὀγδόου ἔτους τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, τοῦ δὲ ἑτέρου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ δεκάτου, καὶ τοῦ τελευταίου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ δωδεκάτου ἔτους. Αὐτὰ διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν δεκαετίαν. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον προτείνω ὅπως προστεθῇ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὰ καθήκοντα τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰσὶν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου, πλὴν τῶν τοῦ καθηγητοῦ τῶν νομικῶν καὶ πολιτικῶν σπουδῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ καὶ τῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ἔχει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Δέον ὅμως νὰ σημειωθῇ ὅτι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ σύγχρονος ἐνάσκησις τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ ἡ φράσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ «τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ».
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας.
§19Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Εὔχομαι, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ὁ νέος θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δι’ οὗ ἐπιδιώκεται ἡ ἐνίσχυσις τοῦ πολιτεύματος, καταστῇ καὶ στῦλος αὐτοῦ ἀδιάσειστος. Κατεψήφισα τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὄχι διότι δὲν ἀναγνωρίζω τὴν μεγάλην αὐτοῦ σκοπιμότητα, οὐδὲ παραγνωρίζω ὅτι δύναται νὰ ἐμπεδώσῃ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ προστατεύσῃ τοῦτον ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν Ἀρχῶν· θεωρῶ μάλιστα τὸν θεσμὸν τοῦτον ἀπαραίτητον ἵνα παρεντεθῇ ἐν τῷ πολιτεύματι, ἤδη ὅτε τὸ Κράτος ἀναδημιουργεῖ τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ κατ’ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, ἵνα οὕτω τεθῇ ἀντίρροπος δύναμις, ἀναγκαία νὰ ἰσορροπήσῃ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν χειρίζονται οἱ ὑπάλληλοι ἐν τῷ ἀποκεντρωτικῷ συστήματι καὶ ἵνα καὶ οὗτοι τοιουτοτρόπως ὑπαχθῶσιν ὑπὸ ἴδιον ἔλεγχον, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τούτου. Ἀλλὰ κατεψήφισα τοῦ θεσμοῦ τούτου δι’ ἕνα λόγον καὶ μόνον, διότι μὲ ἐφόβιζε καὶ μὲ φοβίζει ὁ τρόπος τῆς συγκροτήσεώς του καὶ τῆς διαβιώσεώς του, ὡς εἶναι ταῦτα διαγεγραμμένα ἐν τοῖς ὑπ’ ὄψει ἡμῶν σχεδίοις. Καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου καθιεροῦται τῳόντι τετάρτη πολιτικὴ ἐξουσία ἐν τῷ πολιτεύματι. Εἶναι ἡ ἐξουσία αὕτη ἰσοδύναμος πρὸς τὰς ἄλλας, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι αὕτη ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καταστρέψῃ ὅ,τι αἱ ἄλλαι δημιουργοῦσιν. Εἶναι ἐξουσία ἀπόλυτος καὶ ἐξουσία μάλιστα ἀνωτέρα ἐκείνης, τῆς ὁποίας τὰς πράξεις ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καταργῇ. Ποῖα τάχα εἶναι τὰ γνωρίσματα τῶν ἄλλων συνταγματικῶν μας ἐξουσιῶν; Τὸ ἀπόλυτον καὶ ἀνεύθυνον· ἀπόλυτος καὶ ἀνεύθυνος εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν νομοθετικῶν αὑτῆς καθηκόντων. Ἐπίσης ἀπόλυτος καὶ ἀνεύθυνος ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐν ταῖς ἀποφάσεσι, τὰς ὁποίας λαμβάνει· ἀπόλυτος καὶ ἀνεύθυνος εἶναι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν τῷ προσώπῳ ἐκείνου, ὅστις ἐν συνόλῳ τὴν ἐκπροσωπεῖ. Κατὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν πρῶτος διετύπωσεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτής, εἰπὼν ὅτι τετάρτην ἐξουσίαν δημιουργοῦμεν, ἀντετάχθη τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἐξουσία ὡς αἱ ἄλλαι τρεῖς, αἱ ἀναγνωριζόμεναι ἐν τῷ Συντάγματι ἀλλ’ ὁμοιάζει πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ μὴ τάχα καὶ ἐκείνη δὲν εἶναι ἐξουσία ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Ἐν ἄρθρῳ 87 τοῦ Συντάγματος μνημονεύεται καὶ ἐκείνη, τασσομένη παραπλεύρως τῆς δικαστικῆς, ὡς ἐξουσία ἰσόβιος. Λέγει τὸ ἄρθρον 87 ὅτι τὰ ψῆφον ἔχοντα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ἰσόβια. Ἂν δὲ οὐδὲν ἀναφέρει περὶ συστάσεως Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦτο ἐξηγεῖται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἀνεῦρε δημιουργημένην τὴν ἐξουσίαν ταύτην διὰ νόμου καὶ τὴν διετήρησε. Οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν ἔχω ὅτι καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καθίσταται μία μεγάλη ἐξουσία τοῦ Κράτους. Εἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν φρονούντων ἀνέκαθεν ὅτι καὶ πολιτικὴν καὶ νομικὴν ἱκανότητα ἔχομεν πρὸς τοιοῦτον ἐγχείρημα. Καὶ καθ’ ὅσον ἀνατίθενται εἰς αὐτὸ καθήκοντα ἐκδικάσεως ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξουσία παράπλευρος, ὡς ἐξουσία ἀδελφὴ τῆς δικαστικῆς, καθ’ ὅσον δ’ ἀνατίθεται εἰς αὐτὴν ἐποπτεία καὶ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπίσης ἀδελφὴ δίδυμος τῆς ἐκτελεστικῆς, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀναλαμβάνει καθήκοντα ἀκυρώσεως τῶν πράξεων καὶ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν εἶναι μία ἰδιάζουσα, νέα ὅλως ἐξουσία. Ἀποβλέπων λοιπὸν εἰς τὴν τοιαύτην σπουδαιότητα τῆς νέας ταύτης ἐξουσίας, ἡ ὁποία θὰ συνδράμῃ τὰς ἄλλας ἐξουσίας πρὸς εὔρυθμον ἀποκεντρωτικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι πολλῆς προσοχῆς ἄξιον πλέον τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς δημιουργίας καὶ τῆς διαβιώσεως τῆς Ἀρχῆς ταύτης. Πρέπει νὰ συνταγματοποιηθῇ κατὰ τρόπον συνᾴδοντα πρὸς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καθ’ ἣν αἱ ἐξουσίαι ἅπασαι πρέπει ν’ ἀπορρέωσιν ἐκ τοῦ ἔθνους. Καθ’ ὃν τρόπον ὅμως κανονίζεται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἀντίκειται ὅλως πρὸς τὴν θεμελιώδη ταύτην ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὄχι μόνον ἀντίκειται, ἀλλὰ τείνει εἰς τὸ νὰ δημιουργήσῃ κάτι τι νέον, ἄηθες εἰς τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα, τείνει ἴσως νὰ δημιουργήσῃ μίαν μικρὰν Βουλὴν λόρδων. Διότι μετὰ τινα χρόνον, ἀφ’ ἧς διορισθῶσι τὰ πρῶτα μέλη αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τί θὰ γίνεται κατόπιν; Αὐτὰ ταῦτα τὰ μέλη θὰ ὑποδεικνύωσι τοὺς διαδόχους τῶν χηρευουσῶν θέσεων. Καθιεροῦται ἄρα σύστημα κληρονομικῆς διαδοχῆς τῶν θέσεων...
§20ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεσύρθη αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν.
§21Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τὸ ἀντελήφθην, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων ποία δύναται νὰ εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τὸ ἕτερον σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τοῦ συνεδρίου τούτου διορίζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπίσης δὲν νομίζω ὅτι τηρεῖ πιστῶς τὴν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐξουσίαι πρέπει ν’ ἀπορρέωσιν ἀπὸ τὸ ἔθνος. Φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως διὰ νόμου κανονισθῇ τρόπος ἐκλογῆς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διὰ ψηφοφορίας ἐνεργουμένης ὑπὸ ἐκλογέων ὡρισμένων προσόντων, ἢ ὡρισμένων κοινωνικῶν τάξεων, ὡς ἤθελεν ὁρισθῆ διὰ τοῦ νόμου τούτου....
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε θὰ γίνῃ χωριστὴ ἐξουσία.
§23Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Καὶ ὅπως τὴν θέλομεν, ἔχουσαν λαϊκὴν καταγωγὴν καὶ λογοδοτοῦσαν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διότι ὅπως τὴν δημιουργοῦμεν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταστῇ ὄργανον τῆς διοριζούσης τὰ μέλη αὐτῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὅμως ὄργανον θὰ εὕρῃ ἀντιμέτωπον αὔριον ἡ διάδοχος Κυβέρνησις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι ἐναντίος, καὶ θὰ καταψηφίσω καὶ πάλιν τοῦ ἄρθρου 85 τοῦ κανονίζοντος τὸν τοιοῦτον τρόπον τῆς συστάσεως, ἤτοι τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι φοβοῦμαι ὅτι, διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, διὰ τοῦ διορισμοῦ δηλονότι, δημιουργοῦμεν εἰς τὸ μέλλον, ἂν μὴ μίαν μικρὰν Βουλὴν λόρδων, πάντως ὅμως μίαν Ἀρχήν, παρεμβαλλομένην μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν καὶ παραλύουσαν τὰς συνταγματικὰς ἐγγυήσεις καὶ εὐθύνας.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
§25Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν μου ἐδήλωσα ὁποίαν σημασίαν δίδω εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλά, ἂν δίδω τοσαύτην σημασίαν, ἐννοεῖται ὅτι θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ πάντα τὰ μέτρα, ὅπως καταρτισθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἀνεξάρτητον, καὶ ἐξέφρασα τότε τὴν γνώμην ὅτι ἡ παρουσία τῶν ἐκτάκτων μελῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο φαίνεται παρεμβάλλουσα τὴν ἐπιρροὴν τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προετοιμάζει τὰ νομοσχέδια καὶ ἔχει τὰ μέσα νὰ τὰ προετοιμάζῃ, ὡς εἶπον ἡμῖν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις, διὰ τῶν ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας ἤδη ἔχομεν νομοθετήσει, τὰ νομοσχέδια αὐτῆς θ’ ἀντιπροσωπεύωσι μεμελετημένην τὴν γνώμην αὐτῆς. Εὐθὺς λοιπὸν ὡς ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐκφράσει τὴν γνώμην της, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἔχει παρουσιάσει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ νομοσχέδιον αὐτῆς, νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἔχει πλέον θέσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζον ὅτι θὰ ὑπάρχωσιν ἔκτακτα μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἀνώτεροι ὑπάλληλοι διοικητικοί, εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ ἀνώτεροι οὗτοι ὑπάλληλοι θὰ ἐμπνέωνται ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ εἶναι τοῦτο ἐπικίνδυνον, ἰδίως ὅτε βλέπομεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων θὰ εἶναι σχεδὸν παρεμφερὴς πρὸς τὸν τῶν τακτικῶν; Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὅπως προλάβωμεν τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλει ἀφαιρέσει ἐν μέρει τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔκτακτα μέλη, ὧν ἄλλως δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην. Ἡ μόνη ἀνάγκη εἶναι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπευθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύεται ὑποβάλλουσα τὰ νομοσχέδια, εὐθὺς δ’ ὡς κάμῃ τοῦτο ἡ παρουσία της εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι περιττή. Ταῦτα λέγω καὶ σήμερον, καὶ νομίζω ὅτι συμφέρον εἶναι, ὅπως λειτουργῇ ὅσον ἔνεστι τελειότερον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἵνα λείπωσιν ἐξ αὐτοῦ τὰ ἔκτακτα μέλη.
§26Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδένα λόγον ἔχω, ἵνα ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὰ τῶν μεταρρυθμίσεων, αἵτινες ὑποβάλλονται ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον σύστημα ἔχουσι καὶ πλεονεκτήματα καὶ μειονεκτήματα. Εἰς ἓν ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιμείνω. Ἐπιμελῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέσχε νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ σχεδίῳ αὐτῆς ὡς συμβιβαζομένην τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας· τὸ τοιοῦτον μὴ συμβιβαστὸν δὲν προέβλεπεν ἡ πρότασις τῶν ἕξ, ἐνομίσθη δ’ ὅτι εἰς Σῶμα, ὅπερ πρέπει νὰ μείνῃ ἀμόλυντον ἀπὸ πάσης ὑπονοίας ἀναμίξεως πολιτικῆς εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίζηται ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ μένῃ ἀνοικτὴ ἡ θέσις εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θέλει δεχθῆ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Σώματος, ἵνα διορισθῇ Ὑπουργός, ὅπως, ἀποχωρῶν κατόπιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστούμενος νὰ προσέξῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἀντιρρήσεως ἡμῶν δὲν θέλει διστάσει νὰ θυσιάσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς ἀναγνωρίζων ἀσυμβίβαστον τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἤθελε διαπραχθῆ σπουδαῖον σφάλμα, ἐὰν τυχὸν ἐπεμένομεν νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ὅπως προτείνεται, διότι τότε φοβοῦμαι μήπως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καταστῇ τὸ φυτώριον τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες γίνονται ἀναγκαῖοι κατὰ τὴν ὥραν τῆς κρίσεως. Τότε θέλομεν ἔχει ἑτοίμους τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν προσωρινῶν καὶ μεταβατικῶν Κυβερνήσεων, τῶν ὑπηρεσιακῶν, θὰ ἔχωμεν δὲ ἕτοιμον φυτώριον τῶν ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ συμφέρον ἔχομεν νὰ μὴ προκαταδικάσωμεν τοιοῦτον ἵδρυμα, ἐξ οὗ ἀναρτῶμεν πολλὰς ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον.
§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§28ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀγαπητός μου φίλος ἐξ Ἀρκαδίας μετετόπισε τὸ ζήτημα, ἵνα δυνηθῇ νὰ τοποθετήσῃ ὅσα ἐτοποθέτησεν ἐνταῦθα μετὰ πολλῆς εὐνοίας πρὸς τὸ Σῶμα, ὅπερ κατεψήφισεν.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατεψήφισα, ἀλλ’ εἰς τὰς λεπτομερείας εἶμαι ὑπέρ.
§30ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἐν τούτοις νὰ εἰσακούσῃ μᾶλλον τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ θέματος ἀναγομένου εἰς ἵδρυμα, ὅπερ δὲν ἐψήφισε μὲν ἐκεῖνος, ἐγὼ δὲ ἐψήφισα.
§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Νομίζετε ὅτι, διότι κατεψήφισα, ὀφείλω νὰ καταδολιευθῶ καὶ τὰς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν διατάξεις;
§32ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ κατέχησθε ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας ἡ γνώμη ὑμῶν ἵνα ἀποδειχθῇ ὀρθή, καὶ ὀρθοτέρα μάλιστα, ὡς ἐκ τῶν ὀλισθημάτων, ἅτινα ἐπέρχονται ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τοιαύτης προτάσεως. Ἐγὼ εἶπον γενικῶς ὅτι πρέπει νὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι θέλει ἐμπνεύσει πεποίθησιν ὅτι δὲν θ’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν πολιτικὴν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· τὸ ὅτι δὲ δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύωνται δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω. Ἀλλὰ πῶς θέλει πιστευθῆ ὅτι δὲν ἀναμιγνύεται, ὅτε καλεῖται ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἔστω, νὰ μετάσχῃ τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἔχει ὡρισμένα τινὰ προσόντα, καὶ δέχεται, ἵνα συνεξέλθῃ ἔπειτα τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν αὕτη ἀποχωρήσῃ, ὅπως εὕρῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ ἐκεῖ ἑτοίμην; Τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἦτο εὔκολον νὰ προβλέψῃ τις, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ τὴν ἀναφέρῃ ἐνταῦθα, ὅτι δηλαδὴ τοῦτ’ αὐτὸ δύναται νὰ πράξῃ κάλλιστα Κυβέρνησίς τις καλοῦσα ἕνα τῶν συμβούλων, κρατοῦσα αὐτὸν ὡς Ὑπουργὸν ὅσον καιρὸν εἶναι χρήσιμος, διατηροῦσα τὴν θέσιν κενὴν καὶ ἐξαποστέλλουσα πάλιν αὐτὸν διὰ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν ταύτην. Ὑπάρχει παράδειγμα εἰς ἄλλα Σώματα. Ναί· εἶναι δυνατόν· ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἔχῃ χαρακτῆρα τοιοῦτον, ὥστε δύσκολον θὰ ἦτο νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε πράξει τοιοῦτόν τι καὶ ἥτις θὰ εἶχεν ἐκ τούτου καθημερινὰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἐξεγέρσεις, διότι κρατεῖ θέσιν κενήν, ἵνα ἐξαποστείλῃ τὸν συνάδελφον εἰς τὴν θέσιν τὴν κενήν· ἐνῷ, ἂν ἐμπεριληφθῇ ἐνταῦθα ἡ διάταξις ἡ τοιαύτη, τότε θὰ δύναται ἀνευθύνως νὰ παραλάβῃ αὐτόν, καίτοι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης βεβαίως θέλει πληχθῇ τὸ Σῶμα, ὡς ἀποστεῖλαν ἀντιπρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀναμιγνυόμενον εἰς τὴν πολιτικὴν κατὰ τὸν ἐνεργότερον τῶν τρόπων, ἀλλὰ κατὰ τὸν κομματικώτερον τῶν τρόπων, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλή, ὅπως πᾶσαι αἱ Βουλαί, νὰ εἶναι διῃρημένη εἰς κόμματα. Ἐπὶ τοῦ ἄλλου, ἐφ’ οὗ ἐπεμείνατε, εἶναι τὸ παράδειγμα διδακτικώτερον ἔτι. Βεβαίως ὑμεῖς, ἐὰν ἐπιτρέψητε οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας νὰ γίνωνται Ὑπουργοὶ μὴ ἀπολλύντες τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἦσαν διωρισμένοι, βεβαίως θέλετε διευκολύνει ἐν ὥραις κρίσεως, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται νὰ καθοδηγῆται τὸ Στέμμα εἰς τὸ νὰ ποιῆται χρῆσιν προσώπων, ὅταν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν κομμάτων, ὅσον τὸ δυνατὸν ξένων πάσης ἐπιδράσεως ἰδιοτελοῦς πολιτικῆς, ἐν τοιαύταις ὥραις βεβαίως θέλετε διευκολύνει τὰς ὀρέξεις ἐκείνων, οἵτινες τυχὸν ῥέπουσιν εἰς τὸ νὰ πλάττωσιν οὐχὶ τοιαύτας Κυβερνήσεις, λίαν ἐπιζημίως καὶ διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, λίαν ἐπιζημίως ἐπὶ πλέον καὶ διὰ τὴν ὑπόστασιν τὴν ἀκηλίδωτον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Εἶναι τὸ πρᾶγμα τοιοῦτο, ἐφ’ οὗ πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν. Δὲν φαίνονται ἴσως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁποῖα εἶναι τὰ δυνατὰ ἐπακόλουθα. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι, ἐὰν τοῦτο, ὅπερ ζητεῖτε, μείνῃ, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας θέλει κατασταθῆ ὕποπτον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς Σῶμα προωρισμένον νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τοὺς εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν πειρασμούς· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ εἶναι φρόνιμον, ἐὰν στέρξωμεν νὰ στερηθῶμεν ταύτης, ἂς εἴπωμεν, τῆς πολυτελείας, τοῦ νὰ ἔχωμεν Ὑπουργοὺς λαμβανομένους ἐκεῖθεν καὶ πάλιν ἐν ἀσφαλείᾳ βαίνοντας ἐκεῖ, ὁπόθεν ἐλήφθησαν. Καὶ φρόνιμον θὰ εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νομίζω ὅτι καὶ οὐδὲν ἐκ τούτου θέλει ζημιωθῆ τὸ ποιὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν θέλουσιν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ μέλη, ἅτινα θὰ βαπτίζωνται Ὑπουργοί, ὑποβαλλόμενοι εἰς ἀνωτέραν δοκιμασίαν, ὅπως ἐπιθυμεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα ἐπανέλθωσιν ἔπειτα εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν ἀνυψωμένοι, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοσοῦτο ταπεινοῦντες ἐπὶ πλέον τοὺς ταπεινοτέρους συναδέλφους αὐτῶν, οἵτινες δὲν θὰ ἡσυχάζωσιν ἢ μόνον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ αὐτοὶ μίαν ἡμέραν θὰ εὐτυχήσωσι ν’ ἀνυψωθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ ὕψος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ, ὥστε νὰ διαγραφῇ τὸ συμβιβαστὸν κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, νὰ μείνῃ δ’ ὡς εἶχε τὸ ἀσυμβίβαστον. Κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας. Ἀπών. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§34ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα τοῦ ἂν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ὁ διορισμὸς συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας ὡς Ὑπουργῶν δὲν μοὶ φαίνεται ἄξιον τόσῳ μεγάλης προσοχῆς, οἵα ἀπεδόθη καὶ ἀπὸ τοὺς δύο προαγορεύσαντας. Οὔτε οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας θὰ κινδυνεύσωσι νὰ ἀναμιχθῶσι καὶ κηλιδωθῶσιν εἰς τὴν πολιτικήν, ἐὰν μερικοὶ ἐξ αὐτῶν ἤθελον διορισθῆ Ὑπουργοί, οὔτε πάλιν ἤθελε κινδυνεύσει σοβαρῶς ἡ σύστασις ἀχρόων Ὑπουργείων, ἐὰν ἤθελον ἀποκλεισθῆ ἐκ τοιούτων Ὑπουργείων τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη πολλάκις παρίσταται ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἀχρόων Ὑπουργείων. Λέγων δ’ ἄχροα Ὑπουργεῖα δὲν ἐννοῶ τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα παρ’ ἡμῖν πολλάκις ἐκλήθησαν ἄχροα, τὰ σχηματιζόμενα ἀπὸ τὴν ἐλαχίστην μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρτιζόμενα ἀπὸ πρόσωπα ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς εὑρισκόμενα. Μὴ ἀποκλειομένης λοιπὸν καὶ παρ’ ἡμῖν τῆς ἀνάγκης τῆς συστάσεως τοιούτων Ὑπουργείων εἶναι συμφέρον κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερος ὁ κύκλος ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ δύναται ὁ ἡγεμὼν ν’ ἀναθέτῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ τάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ἔλαβον τὸν λόγον κυρίως, διότι δὲν εἶδον νὰ ἐγερθῇ καμμία ἀντίρρησις κατὰ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν μονιμότητα τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τῆς περιωρισμένης δηλ. θητείας αὐτῶν. Πάντες ἐτονίσαμεν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κυρίως εἶναι σῶμα δικαστικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ἐχέγγυα τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν λοιπῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος θὰ δύνανται ν’ ἀντικαθίστανται τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ τοιαύτη ἀρχὴ ἐφηρμόσθη καὶ ἐπὶ ἄλλου σώματος παρ’ ἡμῖν, τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, νομίζω δ’ ὅτι ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἀπεκομίσαμεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς τοιαύτης ἀρχῆς εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, δὲν εἶναι οὕτως ἐνθαρρυντική, ὅπως τὴν ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς τοιαύτης διατάξεως. Θὰ προετίμων νὰ μὴ ἀναγραφῇ τι περὶ τοῦ χρόνου τῆς θητείας τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῷ Συντάγματι, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἐν αὐτῷ ἡ ἰσοβιότης αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ὑπεστήριξα. Διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τελεσφόρως ὡς Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν, εἶναι ἀπαραίτητον, κατὰ τὴν γνώμην μου, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα, νὰ περιλάβῃ εἰς τοὺς κόλπους του διὰ τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν καὶ πρόσωπα ἐκτὸς τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ὑπηρεσίας λαμβανόμενα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκόμιζον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ πνεῦμα τῆς μεταρρυθμίσεως, τὸ πνεῦμα τὸ πρακτικόν. Ἀλλά, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον 85, ἀποκλείεται ἡ τοιαύτη συμπλήρωσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτάκτων μελῶν ὡς καὶ ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν.
§35Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ὁρισθῶσιν ὀργανικῶς ἐπικουρικά.
§36ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τί θὰ εἴπῃ ἐπικουρικά; Τότε δὲν θὰ ἔχωσι ψῆφον.
§37Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐννοεῖ ἄνευ ψήφου.
§38ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ ἔχωσι ψῆφον, ὄχι μόνον διὰ νὰ εἶναι μᾶλλον πεφωτισμέναι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωσι καὶ περισσότερον κῦρος αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀναφορικῶς εἰς τὰς νομοπαρασκευαστικὰς ἐργασίας. Διὰ τοῦτο προτείνω ἢ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ τετάρτη παράγραφος ἤ, ἂν τοῦτο θεωρῆται ἀδύνατον, νὰ προστεθῇ μία σύντομος διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτρέπηται νὰ γίνῃ ἡ ῥηθεῖσα συμπληρωτικὴ μεταρρύθμισις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας βραδύτερον. Λέγω δὲ βραδύτερον, διότι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ τοῦτο ἀμέσως, ἀφοῦ δὲν ἔχει παρασκευασθῇ τὸ ἔδαφος, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ὁδὸς πρὸς τοιαύτην μεταρρύθμισιν. Ἔχω δὲ διατυπώσει τὴν σχετικὴν τροπολογίαν ὡς ἑξῆς: «διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσι καὶ θέσεις αἱρετῶν συμβούλων».
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προκειμένου περὶ νομοσχεδίου δὲν ἔχει πολλὴν ἀξίαν τὸ πρᾶγμα.
§40ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι πρέπει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ὑψωθῇ εἰς θεσμὸν διευκολύνοντα καὶ προάγοντα πράγματι τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας.
§41ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος διαφωνῶν πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν παρὰ τὴν εὐλάβειαν, ἣν τρέφω πρὸς τὰς γνώμας του. Διαφωνῶ δέ, καίτοι δὲν ἔχω τὴν πεῖραν τοῦ μακροῦ του πολιτικοῦ βίου. Δὲν νομίζω ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ συμβιβαστὸν τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο δύναται ἐντεῦθεν νὰ διαφθαρῇ ὡς ἐκ τῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως θέλει εἰσχωρήσει. Δὲν διαβλέπω ὁποία ζημία θὰ ὑπάρξῃ διὰ τὸ πολίτευμα καὶ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἐὰν ἐπιτρέπηται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος οἱ Ὑπουργοὶ νὰ λαμβάνωνται καὶ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, χωρὶς ἐν τῷ μεταξὺ νὰ χάνωσι τὴν θέσιν των, ἀρκεῖ νὰ μὴ συγχωρῆται ν’ ἀσκῶσι συγχρόνως καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἀξιώματα. Τί ζητεῖται κυρίως διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν διατάξεως ταύτης; Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι, ὅπως ὁ ἐκ τῶν συμβούλων διοριζόμενος Ὑπουργὸς διατηρῇ καὶ τὴν θέσιν του ὡς συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, χωρὶς ν’ ἀσκῇ καὶ τὴν ἐκ ταύτης λειτουργίαν. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἐὰν δηλ. δὲν διετήρει τὴν θέσιν του ὁ διοριζόμενος Ὑπουργὸς ἐκ τῶν συμβούλων, θὰ παρῃτεῖτο εἰκοσιτέσσαρας ὥρας πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ Ὑπουργείου, καὶ θὰ ἐδίδετο ἀφορμὴ νὰ γίνηται συμπαιγνία ὄχι ἐποικοδομητική. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δραγούμης φοβεῖται ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ προσδοθῇ πολιτικὴ ἀποστολή, θὰ προσλάβῃ πολιτικὴν χροιὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ δὲν βλέπω ἐκ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν δικαιοδοσιῶν αὐτοῦ ποία δύναται νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἀποστολή, τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἢ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως διὰ ταύτης κατορθώσωσι νὰ ἐπιτύχωσι θέσεις Ὑπουργοῦ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ διερωτῶμαι· εἶναι προτιμότερον οἱ ἄνδρες οἱ διοριζόμενοι εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας περιστάσεις ὡς Ὑπουργοὶ νὰ λαμβάνωνται ἐξ ἄλλων τάξεων ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ὑπηρεσιῶν κειμένας ἢ νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔργον ἔχουσι ν’ ἀφιερώνωσι τὸν χρόνον των εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν πραγμάτων τῆς χώρας; Κατὰ πόσον τὸ συμφέρον τῆς Διοικήσεως, διότι τοῦτο κυρίως προέχει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, παραβλάπτεται ἐκ τοῦ ὅτι δημόσιος ὑπάλληλος ἀσκῶν ἀνώτερον ἀξίωμα καὶ ἀσχολούμενος διηνεκῶς εἰς τὰ ζητήματα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς νομοθεσίας κατὰ πόσον ζημιοῦται, λέγω, τὸ συμφέρον τῆς Διοικήσεως, ἐὰν αὐτὸς προσκαίρως μόνον ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποδείξῃ τὸ Ὑπουργεῖον, καταλαμβάνει τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ; Κατὰ τί ζημιοῦται τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς χώρας, ἐὰν ἐπὶ χρόνον βραχὺν ζητῆται Ὑπουργὸς ἐκεῖθεν καὶ ὄχι ἐξ ἄλλων τάξεων, δυνάμενος μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων νὰ ἐπανέλθῃ ὁμαλῶς εἰς ἣν προηγουμένως εἶχε θέσιν; Διὰ τοὺς λόγους τούτους διαφωνῶ πρὸς τὸν σεβαστόν μοι προαγορεύσαντα.
§42Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§44Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἔντιμος ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου εἶπε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀναγκάζεται νὰ διαφωνήσῃ ἀποδεχόμενος οὐχὶ ἐπὶ ζημίᾳ τὴν καθιέρωσιν τοῦ μὴ ἀσυμβιβάστου τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὸ τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἠρώτησεν· ἆρά γε ποία εἶναι ἡ ἐκ τούτου ζημία; Ἐγὼ ἀντερωτῶ· Ἐὰν παραληφθῇ τις ἐκ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας Ὑπουργὸς εἰς Ὑπουργεῖον, ὅπερ θὰ διαρκέσῃ ἓν ἢ δύο ἔτη, οὗτος ἐξερχόμενος μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν κενὴν μένουσαν ἐν τῷ μεταξὺ θέσιν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, ἆρά γε τὰ δύο ταῦτα ἔτη διῆλθεν οὐδεμίαν συνάψας σχέσιν συμπαθείας, οὐδένα δεσμὸν μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ; Εἶναι δυνατὸν ἐπὶ δύο ἔτη διατελέσας Ὑπουργὸς κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ πολλαὶ πράξεις ὑπεβλήθησαν εἰς ἀκύρωσιν ὑποκείμεναι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην, ἣν θὰ εἶχεν, ἂν ἔμενεν αὐτὸς μακρὰν τῶν θελγήτρων τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας; Βεβαίως ὄχι· διότι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν πρᾶξίς τις εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ ἐν ἑαυτῷ τὸ συναίσθημα εὐθύνης διὰ τὴν α ἢ β πρᾶξιν.
§45Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἐξαιρεθῇ.
§46Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξαιρεθῇ; Οὐδεμίαν ἐγὼ ἔχω ἐμπιστοσύνην οὐδὲ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις. Ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος εἶπεν ὅτι κατὰ τὸ 1844 παρελήφθησαν ἐκ τοῦ Συμβουλίου οἱ Ὑπουργοὶ οἱ καταλύσαντες τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οὕτω δὲ δύνανται ἀβλαβῶς καὶ νῦν νὰ παραληφθῶσιν. Ἀλλὰ τότε ὁ Βασιλεὺς Ὄθων δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποταθῇ εἰς ἄλλους ἢ εἰς ἄνδρας, οἵτινες εἶχον κῦρος, εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ Ἀγῶνος, οἵτινες καὶ προέτειναν τὴν κατάργησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἀνεγνώρισαν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτοὺς μετὰ τὰ γενόμενα νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§47Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Συνέλευσις τὸ κατήργησε.
§48Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτοὶ συνεψήφισαν τὴν κατάργησιν.
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκ τούτου εὑρίσκω ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Λαμβάνομεν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς κάμνομεν Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, κατόπιν δ’ ἐπανέρχονται εἰς τὸ στράτευμα. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε πρὸ ὀλίγου περὶ συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας ἐπανερχομένων εἰς τὸ σῶμά των, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν καὶ μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους;
§50Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀδύνατον. Πρόκειται περὶ ἰδιαιτέρας τάξεως, ἧς ἡ ἐμφάνισις εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν προέρχεται ἐξ εἰδικῶν λόγων. Ἄλλως τε δὲ καὶ ὁ στρατιωτικὸς δὲν θὰ ἔχῃ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς σῶμα, ἐν ᾧ θέλει ἐπηρεάζεσθαι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων τῶν διοικητικῶν· διότι δὲν θὰ ἔχῃ νὰ δικάσῃ ὁ στρατιωτικὸς, ὅπως ἔχει νὰ δικάσῃ ὁ σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας πρᾶξιν διοικητικήν, ἂν αὕτη εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος.
§51Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρετήρησα καὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς σύμφωνον μὲ τὴν ἰδικήν σας, καὶ ἐν τούτοις ἐγὼ ἐπιμένω.
§52Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι δυνατὸν νὰ χρωματισθῇ πολιτικῶς, ἐὰν μάλιστα συμπέσῃ οἱ ἐρχόμενοι εἰς τὰ πράγματα νὰ παραλαμβάνωσιν ἕνα ἐξ αὐτῶν, ὅπως ἔχωσιν ἔπειτα ἀντιπρόσωπον ἐν τῷ Συμβουλίῳ, ὅπως σχηματίσῃ ἐν αὐτῷ κόμμα. Ἐκ τούτου—καὶ ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς— θὰ ἔχωμεν ἀντίθεσιν, ἥτις θὰ γεννήσῃ σύγκρουσιν παθῶν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ἔργον ἡμῶν μέχρι τοῦδε βαίνει λίαν εὐοιώνως, προκαλέσαν τὴν προσοχὴν τῶν περὶ ἡμᾶς. Ἂς φροντίσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτὸ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας διατάξεις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δύνανται νὰ γεννήσωσιν ὑπόνοιαν· μία δὲ καὶ μόνη ὑπόνοια εἶναι κακὴ διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἐψηφίσθη μὲν αὐτὸ μετὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐψηφίσθη τῇ ἐγγυήσει φιλελευθέρας Κυβερνήσεως ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ παράσχῃ χρήσιμον ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἐὰν ὅμως φαντασθῇ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν φιλελευθέρα Κυβέρνησις, ὄχι ἡ νῦν ἀλλ’ ἄλλη, νὰ παραλάβῃ καὶ ἐκ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἕνα ὡς Ὑπουργόν, νὰ κρατήσῃ αὐτὸν ἐπὶ ἓν ἔτος ἢ δύο ἔτη καὶ ν’ ἀποστείλῃ αὐτὸν ἔπειτα εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἆρά γε δὲν θὰ γεννηθῇ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἦλθον εἰς συνεννοήσεις; Τοῦτο θὰ βλάψῃ καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόληψιν τῆς φιλελευθέρας Κυβερνήσεως, διότι θὰ γεννηθῇ εὐκόλως ἡ σκέψις ὅτι ὑπάρχει ποιά τις συναλλαγὴ ἐπὶ τῇ προβλέψει ὅτι εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην τὴν ἀνοικτὴν θὰ τοποθετηθῇ πάλιν ἐκεῖνος, ὃν ἠθέλησεν Ὑπουργόν. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ φίλου ἐκ Σπετσῶν Βουλευτοῦ εἰπόντος· μήπως δὲν δύναται καὶ Ὑπουργὸς νὰ κληθῇ, καὶ πάλιν ἔπειτα νὰ σταλῇ ἐκεῖ; Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δύναται· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναλάβει εὐθύνην, πᾶσα δ’ εὐθύνη προστιθεμένη εἰς ἄλλην εὐθύνην συντελεῖ, ὥστε ταχύτερον νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ εἴπω ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης προϋποθέσεως, προϋποθέσεως περιπτώσεως ἐξαιρετικῆς· διότι βεβαίως θὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις λίαν ἀνώμαλος τὸ νὰ κρατήσῃ τις ἔξω τῆς θέσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς Ὑπουργὸν τὸν ἐκ τοῦ Συμβουλίου παραληφθέντα σύμβουλον καὶ ἔπειτα νὰ διορίσῃ πάλιν αὐτόν, ὅταν ἐξέλθῃ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ κενῇ θέσει. Τὸ χείριστον πάντων τοῦτο θὰ ἦτο. Τοῦτο, τὸ χείριστον πάντων, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ἀσυμβιβάστου γίνεται κανονικόν. Εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς λέγω. Τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, θὰ εἶναι ἀτύχημα δι’ αὐτὸ τὸ ἱδρυόμενον Συμβούλιον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἤμην ὁ προτείνας τὴν ἀπάλειψιν τοῦ συμβιβαστοῦ καὶ τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον, εἶχον δὲ τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδω ἐκεῖ πάντας ὁμοφώνως ἀποδεχθέντας τὴν γνώμην μου ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως.
§53Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τοὺς πάντας ὑποθέτω ὅτι δὲν ἤμην ἐγώ.
§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντες οἱ παρόντες τότε εὑρέθησαν ὁμόφωνοι νὰ διαγράψωμεν τὸ συμβιβαστὸν καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι ὅτι ταύτην τὴν ὥραν ἠγέρθη ζήτημα, δι’ ὃ ἐγὼ εὑρέθην ἠναγκασμένος νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν γνώμην μου, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς αὐτήν.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· ἀπαιτεῖται χρῆσις εἰδικῶν φακῶν, διὰ ν’ ἀνεύρῃ τις κηλῖδας εἰς τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἀποδεχθῇ, καὶ οἱ φακοὶ αὐτοὶ βεβαιωθῆτε ὅτι πρέπει νὰ περιέχωσιν αὐτοὶ τὰς κηλῖδας, διὰ ν’ ἀνευρεθῶσιν εἰς τὸ πρᾶγμα, εἰς ὃ ἀναζητοῦνται νὰ ἀνευρεθῶσιν. Ἡ διάταξις εἶναι σκόπιμος, κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ἑνὸς διὰ νὰ ἐξυψώσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀφ’ ἑτέρου διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ φόβον διὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, φόβον, διότι θὰ ἔχωμεν ἓν φυτώριον διὰ τὴν λῆψιν ἐξ αὐτοῦ Ὑπουργῶν ἀχρόων Ὑπουργείων, ἐγὼ θεωρῶ πλεονέκτημα τοῦ θεσμοῦ καὶ ὄχι μειονέκτημα. Ἂν αἱ ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις ἀποτελοῦσιν ἀνάγκας πολιτικὰς καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ἡ διευκόλυνσις τῆς εὑρέσεως τῶν καταλλήλων προσώπων πρὸς συντέλεσιν Κυβερνήσεως ὑπηρεσιακῆς εἶναι συμφέρον οὐχὶ ἁπλῶς προσωπικὸν τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὴν συγκρότησιν ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Διατί ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους φοβεῖσθε, ὅταν ἔχητε ἓν Σῶμα τόσον ὑψηλὰ ἱστάμενον, ἀκριβῶς διότι περιβάλλεται μὲ τὰς ἐγγυήσεις, μὲ τὰς ὁποίας τὸ περιβάλλομεν, καὶ ἀκριβῶς διότι ἔχει πάσας τὰς ἐξουσίας καὶ τὰς δικαιοδοσίας, τὰς ὁποίας τῷ ἀπονέμομεν; Διατί φοβεῖσθε ὅτι, ἔχοντες ἓν τοιοῦτον Συμβούλιον, δυνάμεθα νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς συγκρότησιν τῶν ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων, ἀφοῦ ἀκριβῶς, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο εἶναι τὸ πλεονέκτημα τοῦ θεσμοῦ, ἂν καὶ φοβεῖσθε, ὅτι θέλουσι χρησιμοποιηθῇ τίς οἶδε πρὸς τίνας ἀνομολογήτους σκοπούς; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς τοὺς συγκροτοῦντας ἑκάστοτε τὰς Κυβερνήσεις νὰ παραλάβωσιν ὁσαδήποτε μέλη θέλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπηρεσιακὴν καὶ νὰ βεβαιώσωσιν αὐτοὺς ὅτι αἱ θέσεις των θὰ θεωρηθῶσι κεναί, καὶ θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτε θὰ ἔληγεν ἡ ἐν τῇ ὑπηρεσιακῇ Κυβερνήσει ἀποστολὴ αὐτῶν; Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ παράδειγμα Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου...
§56Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου.
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅστις ἐγένετο Ὑπουργὸς καὶ τοῦ ὁποίου ἡ θέσις ἔμεινε κενή, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ οὗτος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν;
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Βελιμέζης καὶ ὁ Κετσέας.
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφήνοντες τὰ πράγματα νὰ διεξάγωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον οὐχὶ ὁμαλόν, οὐχὶ σύμφωνον, οὐχὶ προβλεπόμενον καὶ ῥυθμιζόμενον ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, ἀφήνομεν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ὅταν ἔλθωσι νὰ γίνωσι μέλη τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ἐκτεθειμένα ὑπὸ ἕνα κίνδυνον ἐπιδράσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάρξῃ ἐν τούτῳ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἂν δὲν ἀρέσκῃ ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν, νὰ μὴ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἧς ὡρμήθησαν καὶ προσελήφθησαν νὰ μετάσχωσι μιᾶς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως; Θὰ εἶναι ἀκριβῶς μία ἐγγύησις τὸ γεγονὸς ὅτι, προσκαλούμενοι ἐκ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἵνα μετάσχωσι Κυβερνήσεως ὑπηρεσιακῆς, δὲν χάνουσι τὴν θέσιν των, ἀλλ’ εἰς πᾶσαν στιγμήν, ὅταν εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραιτηθῶσιν ἢ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον, θὰ ἔχωσιν αὐτοδικαίως τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ τέως. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἐπὶ χρόνον μακρόν, καὶ τοῦτο τὸ προσθέτω, ἵνα ἴδῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ φόβος αὐτοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρακωλύηται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἔχει σύστασιν, διότι πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας ἑνός, δύο, τριῶν μηνῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὅτι κινδυνεύομεν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἄλλην κατάχρησιν, τὴν κατάχρησιν καθ’ ἣν καλούμενός τις, ἵνα σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, θὰ προσλάβῃ μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ἕνα ἐκ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ κατορθώσῃ, χαριζόμενος οὕτω πρὸς αὐτόν, νὰ τὸν ἔχῃ ὄργανόν του μετὰ ταῦτα ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ὡς συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅλοι οἱ φόβοι καὶ ὅλοι οἱ ἐνδοιασμοί, οἱ ὁποῖοι γεννῶνται εἰς τὸ πνεῦμα ἡμῶν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ οἱ ὑποῖοι δύνανται ν’ ἀγάγωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν λῆψιν τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἀποφάσεως, πρέπει νὰ εἶναι φόβοι καὶ ἐνδοιασμοὶ σοβαροὶ καὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι νὰ δικαιολογῶνται ἐξ αὐτοῦ τοῦ παρελθόντος, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως παρ’ ἡμῖν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· φαντάζεσθε ὡς δυνατὸν ὅτι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ καλουμένη ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν θὰ παραλάβῃ ὡς τακτικὸν μέλος τοῦ Ὑπουργείου ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ τὸ κρατήσῃ ἓν καὶ δύο ἔτη καὶ νὰ τὸ ἀφήσῃ νὰ ἐπιστρέψῃ μετὰ ταῦτα, ὅτε θὰ ἐξήρχετο τῆς Ἀρχῆς; Νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο ἀληθῶς κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις τοιαύτη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ κατεβιβάζετο εἰς τοιοῦτον σημεῖον συναλλαγῆς, ὁποῖον φοβεῖται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς; Βεβαίως αἱ διαβεβαιώσεις τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται, ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς ὅτι, ὀψέποτε τὸ Φιλελεύθερον κόμμα θὰ ἐκαλεῖτο εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ θὰ μετεῖχον Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ κόμματος τούτου, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρήσω ὅτι θὰ ἦτο νόθευσις τοῦ πολιτεύματος, ἂν προσελαμβάνετο καὶ ἂν ἐδεχόμην νὰ προσληφθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἕν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§60ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔκαμον ὑπόθεσιν δι’ ὑμᾶς.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον, εἶπον δ’ ὅτι αἱ διαβεβαιώσεις τῶν προσώπων ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς νῦν ἢ τοὺς ἐνδεχομένους ἀντιπάλους ἐν τῷ μέλλοντι εἶμαι ἐντελῶς ἥσυχος ἀπέναντι Κυβερνήσεως ἀντιπάλου, ἡ ὁποία θὰ ὑπέπιπτεν εἰς τὸ θεμελιῶδες σφάλμα κατὰ τὴν συγκρότησιν αὐτῆς νὰ κατέλθῃ εἰς τοιοῦτον σημεῖον συναλλαγῆς, ὥστε νὰ προσλάβῃ καὶ μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὐδὲ θὰ ἤμην δυσηρεστημένος νὰ τὸ ἴδω ἂν δὲν ἦσαν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε νὰ εὔχωμαι νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ κατάστασις, καὶ δὲν θ’ ἀνησύχουν, διότι θὰ εἶχον τοιαύτην ἀντίπαλον Κυβέρνησιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἀφόβως νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν ὅπως ἔχει. Τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Παπαναστασίου ἰσχυριζόμενον, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ μετέχωσι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὑποθέτω ὅτι ταῦτα θέλει νὰ μετέχωσι κατὰ τὴν ἐκπόνησιν ἰδίως τῶν νομοσχεδίων ἢ διὰ τὴν βάσανον τῶν Διαταγμάτων τῶν ἐκτελεστικῶν, φρονῶ ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε τακτικὰ οὔτε κἂν ἔκτακτα, ἀλλ’ ὁ ὅλος θεσμός, ὅπως διατυποῦται ἐν τῷ Συντάγματι, οὐδαμῶς παρακωλύει, ὅπως κατὰ τὴν ἐκπόνησιν τοιούτων νομοσχεδίων ἢ σχεδίων Διαταγμάτων ἐπιτρέπηται ἡ πρόσληψις καθ’ ὑπόδειξιν ἐξ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ἢ διαφόρων προσώπων διαφόρων τάξεων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι ψῆφον ἀποφασιστικήν, ἀλλὰ θὰ ἔχωσι ψῆφον συμβουλευτικήν, ἡ δὲ συμβουλευτικὴ ψῆφος θὰ ἔχῃ τοσούτῳ μᾶλλον μεγάλην ἀξίαν, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ γνώμης, τὰ δὲ πρόσωπα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε, προσλαμβανόμενα καὶ ἐκθέτοντα τὰς γνώμας αὐτῶν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπηρεάσωσι κατὰ τὸ δυνατόν, καθόσον εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξωσι, τὰς γνώμας τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ὁριστικῶς ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν νόμων, ἢ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὁριστικῶς ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ τὰ ἄρθρα μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν.
§62Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως κατόπιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι περιττὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις τὴν ἀντίθετον γνώμην, διότι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπειδὴ ὅμως εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, πρὶν ἢ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴπῃ ὅσα εἶπε, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Δέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι οὐδεμία κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις θὰ προσλάβῃ ὡς Ὑπουργὸν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ θὰ κρατήσῃ αὐτὸν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, διότι τοῦτο δὲν θὰ συμφέρῃ εἰς αὐτὴν καὶ θὰ ἐπιφέρῃ ῥῆγμα εἰς τὸ κόμμα διὰ τῆς ματαιώσεως μιᾶς φιλοδοξίας. Ὁ κίνδυνος εἶναι διὰ τὰ ἄχροα Ὑπουργεῖα, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ ἄχροα Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα γίνονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δύνανται πολὺ νὰ ἐπηρεάσωσι τὸν χαρακτῆρα τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπεστήριξα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως εἶμαι ἐναντίον τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεώς του. Ὡς θεσμὸς εἶναι ἄριστος, καὶ παρ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ περιμένωμεν πολλὰ εἰς τὸ μέλλον, δὲν πρέπει ὅμως νὰ περιμένωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τόσα πολλὰ ἐξ αὐτοῦ, καθόσον τὰ μέλη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ Συμβούλιον θέλει συγκροτηθῆ, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένα τῶν ἀδυναμιῶν τῆς γενεᾶς μας. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν θὰ εἶναι νέοι, οὐδεμίαν ἄλλην φιλοδοξίαν θὰ ἔχωσι παρὰ μόνον θὰ ἔχωσι γεροντικήν τινα ἀδυναμίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἢ ἡ ἀπόκτησις παρασήμου ἢ ἡ ἐπιθυμία ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ἀνώτερον ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ, νὰ γίνωσιν Ὑπουργοί. Ἐνθυμοῦμαι καὶ παραδείγματα. Ἔτυχε νὰ γνωρίσω τὴν κακοήθειαν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ γνωρίσω καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετῆλθον δύο ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, καὶ ἠθέλησαν, διότι διενήργουν ὑπηρεσίαν τινά, νὰ μεταχειρισθῶσι καὶ ἐμὲ ὡς ὄργανον κακοήθων ἐνεργειῶν. Ὥστε θὰ ἦτο πολὺ καλὸν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τοῦ πειρασμοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς διαφθορᾶς, ἡ ὁποία τὸ ἀπειλεῖ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν μέλη αὐτοῦ ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τί ἐμποδίζει νὰ προσλαμβάνωσι καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν θέσιν των διοριζόμενοι καὶ πάλιν;
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ γεννηθῇ κατάστασις πραγμάτων τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀσφαλὴς ἡ ἐπάνοδός του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν Βουλευτὴς ὑπεστήριξαν ὅτι θὰ εἶναι καλὸν σχηματιζομένου ἀχρόου Ὑπουργείου νὰ προσλαμβάνωνται Ὑπουργοὶ ἔχοντες γνώσεις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἦσαν καλοὶ Ὑπουργοὶ οἱ ἔχοντες ὑπηρεσιακὰς γνώσεις, θὰ ἦτο περιττὸν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ θὰ ἦτο εὔκολον νὰ λαμβάνωνται ἐκεῖθεν οἱ Ὑπουργοί. Νομίζω ἀκριβῶς ὅτι αἱ γνώσεις, τὰς ὁποίας οὗτοι θὰ ἔχωσιν, εἶναι ἀκατάλληλοι. Καὶ ἐπειδὴ ἐθίχθη καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων, νομίζω ὅτι οἱ καταλληλότεροι διὰ τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν εἶναι οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ναυτικοί, διότι οὗτοι θέλουσι νὰ ἐφαρμόζωσιν ἰδίας γνώμας, ἐνῷ δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζωσιν ἰδίας γνώμας, ἀλλὰ τῆς ὑπηρεσίας, τῶν Ἐπιτελείων. Θὰ ἴδητε εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅτι σπανιώτατα, καίτοι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ διακεκριμένοι στρατηγοὶ καὶ ναύαρχοι, ὅτι σπανιώτατα προσλαμβάνονται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων ἀξιωματικοί. Καὶ τὸν λόγον δὲν θὰ τὸν εἴπω ἐγώ, τὸν εἶπεν ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συσταθεῖσα ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπεστήριξε τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι Ὑπουργοὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἄνδρες γενικῶν γνώσεων, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ συμβιβάζωσι τὰς γνώμας τῆς ὑπηρεσίας, τὰς γνώμας τῶν Ἐπιτελείων, τὰ ὁποῖα εἶναι πλησίον αὐτῶν, ἐνῷ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, θὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ ἰδίας γνώμας καὶ δὲν θὰ λαμβάνῃ παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὑποβάλλει ἡ ὑπηρεσία. Ἔπειτα ποῖα εἶναι τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων; Ἀφοῦ διὰ μίαν γενεὰν δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως μορφωθῶσιν ὑπάλληλοι, καὶ αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις δὲν ἐφρόντισαν νὰ μορφώσωσιν ὑπαλλήλους, θὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα θὰ εἶναι ἐπιβλαβής. Οἱ κ. Ὑπουργοὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὰ φῶτα τῆς ὑπηρεσίας, πιστεύω δ’ ὅτι ὀλίγον θὰ ἐφωτίσθησαν ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἔχουσι πλησίον των. Ἑπομένως ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, εἶναι ἐντελῶς περιττὴ διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν ὑπουργικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Εἰς ἄχροα Ὑπουργεῖα δὲν θὰ προσληφθῶσιν ὡς Ὑπουργοὶ ἄνθρωποι πείρας, εἰμὴ ὅταν εἶναι ἀδύνατον νὰ προσληφθῶσιν ἄνθρωποι ἐκ μέρους τῶν κομμάτων. Ὅθεν σχετικῶς πρὸς τοῦτο ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Παπαναστασίου, ὅπως τὰ ἔκτακτα μέλη τοῦ Συμβουλίου μὴ προσλαμβάνωνται ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, ὡς ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Νέγρης. Ἡ πεῖρα αὐτῶν δὲν θὰ εἶναι μέγα στοιχεῖον, ἀφοῦ ἄλλως τε τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔχωσιν ἐκτὸς τῶν γνώσεων καὶ πεῖραν, ἂν ὄχι μεγαλειτέραν, τοὐλάχιστον ἴσην πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Δὲν νομίζω ὅτι εἷς ὑπάλληλος, οἱοσδήποτε τμηματάρχης θὰ ἠδύνατο νὰ φωτίσῃ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅταν ταῦτα ἔχωσιν ὑπηρεσίαν δύο καὶ τριῶν ἐτῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ἔχωσιν ἀποκτήσει, ἂν ὄχι μεγαλειτέραν, τοὐλάχιστον ἴσην πεῖραν μὲ τοὺς ὑπαλλήλους. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τρόπον, ὥστε ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὰ ἔκτακτα μέλη αἱρετὰ ἐκ μέρους τῶν διαφόρων σωματείων.
§65Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφιστάμην, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς γνώμης νὰ γίνωσι τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου καὶ ἰσόβια. Εἶδον μάλιστά τινα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσα τὴν τοιαύτην σκέψιν, μοὶ διετυπώθη δὲ ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐπισήμως ἢ ἁπλῶς καὶ ἰδιαιτέρως ἀντηλλάχθησαν σκέψεις, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἐκινδυνεύομεν, ἐὰν τὰ μέλη ἦσαν ἰσόβια, νὰ καταντήσῃ τὸ Συμβούλιον νὰ μὴ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὴν κίνησιν τὴν πραγματικὴν καὶ νὰ ἔχωσι τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ἀπηρχαιωμένας ἰδέας καὶ ὅτι εἶναι προτιμότερον τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἔχῃ τις μᾶλλον ὡς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς του παρὰ ἐκ τῆς ἰσοβιότητος. Προσηρμόσθην πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, δηλῶν ὅτι, καὶ ἂν τὸ ἐναντίον θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂν θελήσῃ νὰ τὰ κάμῃ ἰσόβια, οὐδεμίαν θὰ ἔχω ἀντίρρησιν.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§68Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ὤφειλον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ μέλους τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐτάχθην δὲ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀσυμβιβάστου. Ὥστε εὐνόητον εἶναι ὅτι μετὰ μεγίστης προσοχῆς παρηκολούθησα τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γενομένην συζήτησιν, ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως ἐπείσθην ὅτι τὸ ζήτημα δὲν παρουσιάζεται ὡς ἔχον μεγάλην σπουδαιότητα διὰ τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις, τουτέστι διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν πολιτικὴ μερὶς καλεῖται, ἵνα σχηματίσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Προκειμένου δηλονότι περὶ κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις καὶ ἑπομένως καὶ κατάχρησις τῆς διατάξεως, τῆς καθιερούσης τὸ συμβιβαστὸν τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου πρὸς τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Προκειμένου δὲ τοὐναντίον περὶ μὴ κοινοβουλευτικοῦ, ἤτοι περὶ ἀχρόου Ὑπουργείου, θεωρῶ τὴν διάταξιν σκόπιμον, καθόσον ἀφήνει μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν ἐκλογῆς προσώπων κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν ἀχρόων Ὑπουργείων. Παρὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἀρχὰς πάντων ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι τὰ ἄχροα Ὑπουργεῖα εἶναι Ὑπουργεῖα πολιτικῆς ἀνάγκης. Νομίζω δ’ ὅτι εἰς τοιαῦτα Ὑπουργεῖα, Ὑπουργεῖα ὑπηρεσιακῆς ὅλως φύσεως, συμφέρον εἶναι νὰ μὴ περιορίζηται εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκλογῆς τῶν καταλλήλων προσώπων· τοιαῦτα δὲ φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου. Ἀπ’ αὐτῶν δὲ τῶν ἀπόψεων ὁρμώμενος θέλω ταχθῆ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ψηφίζων ὑπὲρ τοῦ συμβιβαστοῦ, ὅπως διετυπώθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§69ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Συμφωνῶ, κύριοι Βουλευταί, μὲ τὴν γνώμην τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ὑπεύθυνον τῶν Ὑπουργῶν εἶναι μεγάλη ἐγγύησις πρὸς καταλληλοτέραν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα σώματα, τὰ ὁποῖα εἰδικώτερον ἠδύναντο νὰ κρίνωσι τοὺς καταλληλοτέρους διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου. Τοιοῦτον σῶμα εἶναι τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἁρμοδιώτερον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν προσώπων καὶ ὑποδείξῃ ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Συντάσσομαι ὅθεν κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἰδέας περὶ διορισμοῦ τῶν συμβούλων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ἓν τρίτον ἢ τὸ τέταρτον ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ προτείνηται ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ γνῶσιν εἰδικωτέραν περὶ τῶν προσώπων. Πλὴν τούτου νομίζω ὅτι ἡ διετὴς θητεία, ἡ ὁποία ὡρίσθη τόσον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ προσχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν, νομίζω ὅτι εἶναι μικρὰ καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ θητεία πρέπει νὰ εἶναι μεγαλειτέρα. Εἰς τοῦτο ἤθελε συντελέσει, νομίζω, καὶ μία προσθήκη, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον τῶν συμβούλων νὰ διορίζηται ἀπὸ τῶν ἀμέσως κατωτέρων ὑπαλλήλων, τῶν εἰσηγητῶν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἄλλων.
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος θὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα.
§71ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν ὅτι οἱ καθηγηταὶ τῆς Σχολῆς τῆς Νομικῆς ὡς καὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν εἶναι μέλη τῶν ἀνωτάτων ἐπιτροπῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ὥστε, ἂν διορίζωνται καὶ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θὰ εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ ἐλέγχοντες καὶ ἐλεγχόμενοι.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος θὰ κανονίσῃ πάντα ταῦτα.
§73Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Δύο μόνον λέξεις θὰ εἴπω, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Φρονῶ ὅτι δὲν θὰ γίνῃ χρῆσις τῆς ἐκλογῆς μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς Ὑπουργῶν ἢ μόνον πρὸς συμπλήρωσιν ἀχρόων Ὑπουργείων. Ἡ θέσις τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας οὖσα θέσις παθητικὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰ θέλγητρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἐνεργὸς ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ χάριν τῶν θελγήτρων τούτων πολλὰ θὰ εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλλωσιν οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως γίνωνται ἀρεστοὶ ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου θὰ ἐλπίζωσιν ὅτι θὰ δύνανται νὰ προσδοκῶσιν ὅτι θέλουσι προαχθῆ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὕτω θὰ καταστήσωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας φυτώριον τῶν Ὑπουργείων τῶν ἀχρόων. Φρονῶ ὅτι, ἂν καθιερωθῇ τὸ ἀσυμβίβαστον, οὐδὲν θ’ ἀπολέσωσι τὰ ἄχροα Ὑπουργεῖα, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου θὰ εἶναι μεγάλη ζημία διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα ὅτι ὡς σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ γίνωσι κόλακες τῆς Αὐλῆς, ὅπως ἐπιτύχωσιν ἓν χαρτοφυλάκιον εἰς τὰ ὑπηρεσιακὰ λεγόμενα Ὑπουργεῖα. Διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ ἀσυμβιβάστου καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένωσιν οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες, διότι μὲ ὅλην τὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὑπὲρ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ θεσμοῦ, τοὐναντίον θὰ καταβιβάσωσι τὴν θέσιν ταύτην καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ, ἐὰν καθιερώσωμεν ὅτι ἡ θέσις τοῦ συμβούλου Ἐπικρατείας δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Θὰ ψηφίσωμεν κεχωρισμένως τὸ ἄρθρον 85. Πρῶτον θὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Φουρίδου, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται «μετὰ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 85 φράσιν «τῶν δὲ ἐκτάκτων» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «οὐδέποτε μείζων τῶν τακτικῶν». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀποσύρεται μετὰ τοῦτο ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 85 τροπολογία τοῦ προσχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τακτικὰ καὶ ἔκτακτα. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ὁριζόμενος διὰ νόμου, τῶν μὲν τακτικῶν δὲν δύναται νὰ ᾖ ἐλάσσων τῶν ἑπτά, οὐδὲ μείζων τῶν δεκαπέντε, τῶν δὲ ἐκτάκτων οὐχὶ μείζων τῶν δεκαπέντε. Τὰ τακτικὰ μέλη ἔχουσι βαθμὸν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰ δὲ ἔκτακτα λαμβάνονται ἐκ τῶν ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ ὁριζομένῳ ὑπὸ τοῦ νόμου». Δεύτερον τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἣν «διαγράφονται τὰ ἐδάφια 2, 3, 4, 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου 85 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπίσης τροπολογία τῶν αὐτῶν ἓξ Βουλευτῶν ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ ἄρθρου 85 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τακτικὰ καὶ ἔκτακτα. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ὁριζόμενος διὰ νόμου, τῶν μὲν τακτικῶν δὲν δύναται νὰ ᾖ ἐλάσσων τῶν ἑπτὰ οὔτε μείζων τῶν δεκαπέντε, τῶν δὲ ἐκτάκτων οὐχὶ μείζων τῶν δέκα. Τὰ ἔκτακτα μέλη λαμβάνονται ἐκ τῶν ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ ὁριζομένῳ ὑπὸ τοῦ νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἤτοι τὸ ἄρθρον 85 ἔχει μετὰ τὰς τροπολογίας ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 85. — «Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τακτικὰ καὶ ἔκτακτα. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ὁριζόμενος διὰ νόμου, τῶν μὲν τακτικῶν δὲν δύναται νὰ ᾖ ἐλάσσων τῶν ἑπτὰ οὔτε μείζων τῶν δεκαπέντε, τῶν δὲ ἐκτάκτων οὐχὶ μείζων τῶν δέκα. Τὰ ἔκτακτα μέλη λαμβάνονται ἐκ τῶν ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ ὁριζομένῳ ὑπὸ τοῦ νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 85, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 86. Ὁ κ. Φουρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἔχουσαν οὕτως: Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 86 νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Πρὸς καταρτισμὸν ἀπαρτίας καὶ ἔκδοσιν νομίμου ἀποφάσεως ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία μείζονος ἀριθμοῦ τακτικῶν μελῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀποσύρεται ἡ ἑξῆς τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν: «Τὰ τακτικὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου αὐτῶν εἶναι δεκαετής, ἐκεῖνοι δέ, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἔληξε, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου. Τὰ καθήκοντα τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰσὶν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου, πλὴν τῶν τοῦ Ὑπουργοῦ. Οὐδέποτε δὲ ἐπιτρέπεται ἡ σύγχρονος ἐνάσκησις τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ προσόντα τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τούτων, διαρκούσης τῆς δεκαετοῦς θητείας των, καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα τὴν ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 86 ἔχουσα οὕτω: «Τὰ τακτικὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου αὐτῶν εἶναι δεκαετής, ἐκεῖνοι δέ, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἔληξε, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ μὲν ἑνὸς τρίτου τῶν μελῶν, διὰ κλήρου ὁριζομένων, θὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ ὑπηρεσία ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ὀγδόου ἔτους τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, τοῦ δὲ ἑτέρου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ δεκάτου, καὶ τοῦ τελευταίου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ δωδεκάτου ἔτους». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν αὐτῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου δευτέρου ἔχουσα οὕτω: «Τὰ καθήκοντα τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰσὶν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου, πλὴν τῶν τοῦ καθηγητοῦ τῶν νομικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ καὶ τῶν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ σύγχρονος ἐνάσκησις τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν αὐτῶν Βουλευτῶν, καθ’ ἣν προστίθεται τρίτον ἐδάφιον ἔχον οὕτως: «Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ προσόντα τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τούτων διαρκούσης τῆς θητείας, τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον ἐκ νέου. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 86.—«Τὰ τακτικὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου αὐτῶν εἶναι δεκαετής, ἐκεῖνοι δέ, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἔληξε, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ μὲν ἑνὸς τρίτου τῶν μελῶν, διὰ κλήρου ὁριζομένων, θὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ ὑπηρεσία ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ὀγδόου ἔτους τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, τοῦ δὲ ἑτέρου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ δεκάτου, καὶ τοῦ τελευταίου τρίτου ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ δωδεκάτου ἔτους. Τὰ καθήκοντα τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰσὶν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου πλὴν τῶν τοῦ καθηγητοῦ τῶν νομικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ καὶ τῶν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ σύγχρονος ἐνάσκησις τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ προσόντα τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τούτων διαρκούσης τῆς θητείας, τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 86 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§75Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θέλομεν καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος.
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ θὰ τὰ κανονίσῃ ὁ νόμος. Θὰ παρακαλέσω, ἂν ὁ εἰσηγητὴς τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ εἰσηγηθῇ ἐργασίαν, νὰ κάμῃ τὴν εἰσήγησιν ταύτην, διὰ νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συνεχίσωμεν.
§77Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ διακοπὴ 10 λεπτῶν.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς δεκάτης.
§79Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν διακοπὴν θὰ ὑποβάλητε ἔκθεσιν;
§81Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὂχι· θὰ κάμω εἰσήγησιν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ὥστε τώρα θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου δευτέρου τοῦ νόμου ΓΧΞΓʹ (3663). Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κλάδης.
§83Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, διὰ νὰ προστεθῇ....
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπέβαλον τροπολογίαν.
§85Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Προτείνετε νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ κακουργήματα.
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προέτεινα, ἀλλὰ δὲν ὑπέβαλον τροπολογίαν.
§87Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει. Δὲν ὑπάρχει λόγος κατὰ τὴν ἰδέαν μου νὰ ἐξαιρεθῶσι τὰ κακουργήματα ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀφῆκεν ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν εἰς τοῦτο, νομίζω δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ περὶ παραγραφῆς διατάξεις ἐφαρμόζονται εἰς πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν. Ὅπως μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἐγκληματίου οὐδεὶς λόγος περὶ ποινῆς δύναται νὰ γίνῃ, οὕτω πως καὶ περὶ τῆς παραγραφῆς. Ἡ παραγραφὴ εἶναι ὁ θάνατος τῆς ποινῆς. Διὰ τοῦτο ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ἐναντίου νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον πειστικά. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιεικεστέρου νόμου συνεζητήθη καὶ εὗρεν ἀντιγνωμοῦντας ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαβάθμισιν τῶν ποινῶν καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀξιοποίνου τῆς πράξεως. Ἂν ἐκδοθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἄλλην διαβάθμισιν ποινῆς, τότε γεννᾶται ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἐπιεικέστερος νόμος. Ἐὰν ἐκδοθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς κολάσιμον πρᾶξίν τινα, τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεώρει τοιαύτην ὁ προηγούμενος νόμος, τότε γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἐπιεικεστέρου νόμου. Ὅταν ὅμως ἡ Πολιτεία λέγῃ, ὅτι μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν θεωρῶ παραγεγραμμένον τὸ ἔγκλημα, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ἂν τὸ ἔγκλημα ἐτελέσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἑπτὰ ἔτη ἢ προηγουμένως. Ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὴν ὁποίαν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπεκαλέσθη, δὲν ἀφορᾷ τὴν παραγραφήν, ἀλλὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων ὡς κολασίμων, καὶ ἐκεῖ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ νομοθέτης νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Ὅταν θεωρηθῇ ἀπεσβεσμένον τὸ ἔγκλημα λόγῳ παρελεύσεως χρόνου, διότι τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως δὲν δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσι, διότι ὡς ἐκ τῆς προόδου τῆς κοινωνίας καὶ τῶν διαθέσεων τῶν ἀνθρώπων ἡ κοινωνία θεωρεῖ τὴν πάροδον τῶν ἐτῶν αὐτῶν ἀρκοῦσαν, ὥστε νὰ θεωρηθῇ τὸ ἀξιόποινον παραγεγραμμένον, θὰ ἦτο ἀνακόλουθον, ἂν ἔλεγεν ὅτι τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἐτελέσθη κατὰ τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν, τὸ θεωρῶ παραγεγραμμένον, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτελέσθη προηγουμένως. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι σόλοικον, καὶ οὐδέποτε ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ πταίσματα ὁ νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχύν, ὄχι ὅμως καὶ διὰ τὰ κακουργήματα. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ αὐτὸς ὁ νόμος ὡς τὸ ἐθεώρησε καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ εἶπεν ὅτι κακῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτὸς καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔτη τῆς παραγραφῆς, ἄλλο ζήτημα. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρώην καθεστώς, ἂς φέρῃ νόμον τοιοῦτον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐψηφίσθη εἷς νόμος καὶ λέγει ὅτι θεωρεῖ ἀπεσβεσμένον τὸ ἔγκλημα διὰ τῆς παρελεύσεως μιᾶς ἑπταετίας δὲν ἐπιτρέπεται, χωρὶς νὰ στραγγαλίσωμεν τὴν λογικήν, νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ νόμος ἐφαρμόζεται διὰ τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν κακουργήματα καὶ ὄχι διὰ τὰ προηγούμενα, θεωρῶν τὸ ἀξιόποινον ἀποσβεσθὲν διὰ τὰ τελευταῖα καὶ ὄχι διὰ τὰ πρῶτα. Τοῦτο εἶναι σόλοικον καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ τὴν νομολογίαν δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσηγηθῇ τοῦτο, ἀλλ’ ἀφῆκε τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ περιλάβῃ καὶ τὰ κακουργήματα, ἐκτὸς ἂν θέλῃ ν’ ἀλλάξῃ τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ὁρίζῃ τὴν παραγραφὴν δεκαετῆ καὶ ὄχι ἑπταετῆ.
§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν σχέσει πρὸς τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία προτείνεται, ὅπως περιληφθῶσι καὶ τὰ κακουργήματα, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Βοζίκης ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ γεγονότος, ἂν οἱ λόγοι οἱ ὁδηγήσαντες τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ἀντίθετον ὡς πρὸς ταῦτα ἑρμηνείαν ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμενοι καὶ ἤδη. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἠρύσθην ἐξ ἐπισήμου ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, μὲ ὁδηγοῦσιν εἰς ἀπάντησιν καταφατικήν. Ἐξακολουθοῦσι τουτέστιν ὑφιστάμενοι οἱ λόγοι τῆς δημοσίας τάξεως, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν παρέκβασιν ἀπὸ τῆς ὀρθῆς ἐπιστημονικῆς ἐκδοχῆς εἰς τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἕνεκα τούτου ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσι τὰ κακουργήματα. Αὐτὰ μόνον ἤθελον νὰ εἴπω.
§89Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα κριθῇ ἡ ὀρθότης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δέον πρὸ παντὸς νὰ σαφηνισθῇ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαραίτητος ἀνάγκη εἶναι νὰ θιχθῶσι καὶ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, ἅτινα, καίπερ μὴ λυόμενα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, συνδέονται ὅμως ἀρρήκτως πρὸς αὐτὸ καὶ ἐγέννησαν τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ. Μεταξὺ τῶν νομοθετημάτων τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τοῦ 1910 ὑπῆρξε καὶ ὁ νόμος οὗτος, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβάλλοντο οὐσιωδῶς αἱ διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Ποινικοῦ Νόμου περὶ παραγραφῆς, ἰδίως διὰ τῆς συντμήσεως τῶν προθεσμιῶν τῆς παραγραφῆς. Ὁ νόμος οὗτος ἅμα τῇ δημοσιεύσει του ἐξήγειρε τὴν συγκίνησιν ὄχι μόνον τοῦ νομικοῦ κόσμου.....
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κρίνεται ὁ νόμος αὐτός.
§91Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μὲ ἀφήσητε νὰ τηρήσω τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου, διότι τὰ ζητήματα αὐτὰ πάντα συνδέονται. Ὁ νόμος οὗτος ἐξήγειρε τὴν κοινὴν συγκίνησιν οὐ μόνον τοῦ νομικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ συμπάσης τῆς κοινωνίας, λόγῳ τῶν ἀπειλουμένων ἐξ αὐτοῦ κινδύνων ἐπὶ τῆς ἐννόμου τάξεως. Ἐν διατριβῇ μου δημοσιευθείσῃ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπέκρινα τὸν νόμον τοῦτον, συγκρίνας αὐτὸν πρὸς τὰς λοιπὰς Εὐρωπαϊκὰς νομοθεσίας, καὶ ἐξήγαγον τὸ πόρισμα ὅτι ὁ νόμος οὗτος θ’ ἀποτελέσῃ μοναδικὸν φαινόμενον ἐν τῇ καθόλου ποινικῇ νομοθεσίᾳ, διότι ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ νομοθεσίᾳ ὑπάρχει τοσοῦτον βραχὺς χρόνος παραγραφῆς, ἰδίως τῶν κακουργημάτων, ὅσον ἐν αὐτῷ. Καὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία: τίς ὁ λόγος τῆς τοιαύτης νομοθετικῆς ἡμῶν ἀπομονώσεως; Ἀρά γε ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης εἶναι παρ’ ἡμῖν τοσοῦτον ἀσφαλής, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ διαφύγῃ τὰ δίκτυα αὐτῆς καὶ οὐδεὶς ἑπομένως κακοῦργος δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης [συντμήσεως τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς; Βεβαίως οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ δυνάμενος νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο. Ἡ ἀφορμὴ τοῦ νόμου ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐλέχθη ὅτι αἱ καταδιωκτικαὶ Ἀρχαὶ διέκοπτον ἐπανειλημμένως τὰς παραγραφὰς δι’ εἰκονικῶν διακοπῶν, ἕνεκα δὲ τῶν λόγων τούτων ἔβριθον τὰ ἀρχεῖα ἐκ τοιούτων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων καὶ οὕτως εἰπεῖν διῃωνίζοντο αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Ἐὰν τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐβεβαιοῦτο, βεβαίως δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος τρόπος πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τούτου ἡ σύντμησις τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς. Ὑπῆρχε τὸ μέσον τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ, ν’ ἀπαγορευθῶσι τουτέστιν αἱ εἰκονικαὶ διακοπαὶ καὶ νὰ περιορισθῇ ἡ διακοπὴ μόνον ἐν αἷς περιπτώσεσιν ὑπῆρχε πραγματικὸς λόγος διακοπῆς. Ἀφ’ ἑτέρου ὑπῆρχε τὸ μέσον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, κατὰ τὸ παράδειγμα καὶ ἄλλων νομοθεσιῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς παραγραφῆς χρόνος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παραταθῇ πέρα ὡρισμένου ὁρίου. ] Ἀλλ’ οὐδαμῶς βεβαίως διὰ τῆς συντμήσεως τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς θὰ ἐπετυγχάνετο τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, οὐ μόνον δὲ δὲν θὰ ἐπετυγχάνετο τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔπρεπε νὰ προσδοκᾶται ἀποτέλεσμα, διότι οἱ κεκλημένοι νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, συναισθανόμενοι τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἠπειλεῖτο ἐκ τῆς τοιαύτης συντμήσεως τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς, ἤθελε πολλῷ συχνότερον καὶ ἐπιμελέστερον διακόπτει τὰς παραγραφάς, διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὸν κίνδυνον τὸν ἐκ τῆς συντμήσεως τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς πηγάζοντα. Ἀντὶ ἑπομένως ὁ νόμος νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, τοὐναντίον ἀντέκειτο πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ποιότητος τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ὀπισθενεργείας τοῦ νόμου τούτου. Ἀληθῶς κατὰ θεωρίαν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ ὅτι εἰς τοὺς ἐπιεικεστέρους ποινικοὺς νόμους προσήκει ἀναδρομικὴ δύναμις. Ἀλλ’ ἐπίσης ὁμοφώνως εἶναι παραδεκτὸν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀρχὴ τότε μόνον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐκδεδηλωμένη ἡ ἐναντία θέλησις τοῦ νομοθέτου. Καὶ ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσηγήσατο τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ὀρθὴ μὲν κατὰ θεωρίαν εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ προσδίδουσα τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τοὺς ἐπιεικεστέρους ποινικοὺς νόμους, ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔχομεν ἐκπεφρασμένην τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου, ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως ἀπεδέξατο ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι καὶ νομικῶς ὀρθὴ καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως σωτηρία: Λέγω νομικῶς ὀρθή, διότι στηρίζεται πρῶτον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου 1910, τουτέστιν ἡμέρας προγενεστέρας τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ὁ ὁρισμὸς δὲ οὗτος τοῦ νόμου, συνδυαζόμενος πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπῆρχε διάταξις δίδουσα ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον καὶ παρατείνουσα τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν τῷ παρελθόντι διαπραχθέντα ἐγκλήματα, συνδυαζόμενος, λέγω, πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου ἦτο, ὅπως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου, ἀπὸ τῆς δεκάτης πέμπτης Μαρτίου 1910, ἐπὶ πράξεων τελεσθεισῶν μετὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου στηρίζεται καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 706 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§92Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὀλίγον συντομώτερα.
§93Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ μὴ ὁμιλήσω;
§94Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὁμιλήσατε, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως εἴμεθα σύμφωνοι. Πρόκειται νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὄχι νὰ κρίνωμεν αὐτόν.
§95Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κρίνω τὸν νόμον, ἀλλὰ συζητῶ ἐπὶ τῆς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔλυσεν ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῆς παραγραφῆς τῶν κακουργημάτων καὶ τῆς παραγραφῆς τῶν πλημμελημάτων. Ἔχω ἀνάγκην λοιπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ διάκρισις εἶναι ἀναγκαία, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ καταδείξω καὶ ποῖος εἶναι ὁ νόμος καὶ ποῦ στηρίζεται ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§96Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐφαρμοζομένου ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν συνεπείᾳ τῆς πρώτης πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐθέσατε.
§97Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ἐνόμιζον ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ σοβαρὰ συζήτησις· ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ τοιαύτη, τότε παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὁμιλήσατε.
§99Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀνέμενον καὶ ηὐχόμην, ἵνα ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον τροποποιοῦν ἢ μᾶλλον καταργοῦν τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἀπὸ τούτου τὸν ἀπέτρεψεν ἡ γνώμη ὅτι, ἐπικειμένης τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, θὰ ἦτο προσῆκον ν’ ἀφήσῃ εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθη τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ τὴν μελέτην ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδαμῶς θίγεται τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τοῦ τροποποιουμένου νόμου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ὁ κυριώτατος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐγὼ διαγιγνώσκω, εἶναι ἡ μονιμοποίησις τῆς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅσον ἀφορᾷ τὰ κακουργήματα, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς ἡ παῦσις τῆς διακυμάνσεως τῆς νομολογίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγραφὴν τῶν πλημμελημάτων, ὡς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, θέλω ψηφίσει ὑπὲρ αὐτοῦ, καθόσον δι’ αὐτοῦ ἐμπεδοῦται ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅσον ἀφορᾷ τὰ κακουργήματα, ἥτις, ὡς εἶπον, καὶ νομοθετικῶς ὀρθὴ εἶναι καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως σωτηρία.
§100ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω λόγον νὰ θεωρήσω ἀδιάφορον, ὅπως τινὲς τῶν προλαλησάντων, τὴν διαστολὴν μεταξὺ πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων. Τουναντίον ἡ φύσις αὐτὴ τῶν δύο τούτων ποινῶν τοῦ ἀδικήματος μὲ πείθει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διαστολὴ αὕτη καὶ ὅτι ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται αὐτὴν τὴν διαστολήν, καθόσον τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει ὅτι ἐπὶ πλημμελημάτων μόνον ἡ ἔννοια τοῦ προηγουμένου νόμου δὲν ἦτο νὰ ἀποκλείσῃ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαχθείσης συντμήσεως τῆς παραγραφῆς, ὡς ἀπεφάνθη καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἄρα ἐκ τοῦ ἐναντίου τὸ νομοσχέδιον ἀφήνει ἐννοούμενον ὅτι ἐπὶ κακουργημάτων εἶναι πεπλανημένη ἡ κρατήσασα μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ νόμου ἰδέα ὅτι ἠθέλησε ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ ἐπὶ τούτων, ἐνῷ ἤθελε τὸ ἐναντίον.
§101Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὡς ἑρμηνευτικὸν νόμον τὸν ἐκλαμβάνετε;
§102Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἀλλά, ὅπως καὶ ἂν θεωρηθῇ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν σκοπιμότητα, καὶ τὸ σκόπιμον εἶναι νὰ κάμωμεν τὴν διαστολὴν ταύτην. Ἦτο εὐχῆς ἔργον, Κύριοι, ἐπὶ διαφόρων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα καὶ ν’ ἀρχίσωμεν οὕτως εἰπεῖν νέον λογαριασμόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον εἰς πάσας τὰς περιστάσεις νὰ γίνῃ αὐτό, ἐκείνη δὲ ἡ περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ μὴ γίνῃ τοῦτο, εἶναι τὰ κακουργήματα. Διότι, Κύριοι, φαντασθῆτε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν λέγω ἡ ἀθρόα προσέλευσις φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ φόβητρον τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ μερικῶν ἐξ αὐτῶν, καὶ ὀλίγων. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ ὅτι εἶναι πάμπολλοι· συντάσσομαι μὲ τοὺς ὑποστηρίζοντας ὅτι πρόκειται περὶ ὀλίγων, ἀρκεῖ ὅτι πρόκειται περὶ κακουργημάτων, καὶ ὅτι τινὲς τούτων ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ἐπιφοβώτατοι, ἵνα προσέξωμεν.
§103Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Θεοδωρίδη, δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ.
§104Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ δύο λέξεις ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ διετύπωσα τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑπὲρ τῆς διαστολῆς.
§105Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ τὸ ἀποσύρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς λόγῳ τῶν πολλῶν συζητήσεων.
§106Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ κατέρχομαι τοῦ βήματος, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γίνω ἡ ἀφορμή, ἀλλ’ οὔτε ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος.
§107Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, εἶναι ὀρθοτάτη. Κατὰ δύο τρόπους ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς ἄτοπον, εἴτε διὰ τῆς νομοερμηνευτικῆς ὁδοῦ εἴτε διὰ θετικῆς διατάξεως. Διὰ τῆς νομοερμηνευτικῆς ὁδοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι τότε ἀναγκαίως θὰ ἔχωμεν συνακόλουθον πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχὴν νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὰ κακουργήματα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑπάρχει ἀνάγκη διαστολῆς μεταξὺ πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων, διὰ θετικῆς διατάξεως πρέπει νὰ γίνῃ αὕτη. Διὰ τὰ πλημμελήματα λοιπὸν καὶ τὰ πταίσματα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ ῥύθμισις τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀνταποκρινομένου πρὸς τὴν κοινὴν συνείδησιν, διὰ θετικῆς διατάξεως. Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδέαν καὶ τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι διὰ θετικῆς διατάξεως ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ κακουργήματα. Λόγοι δημοσίας τάξεως συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ ἐναντίου, διὰ νὰ μὴ ἀφήσητε ἔκθετον τὴν δημοσίαν τάξιν εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ εὑρεθῶσι παραγεγραμμένα κακουργήματα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν τῷ μέσῳ χρόνῳ μεταξὺ 10 καὶ 7 ἐτῶν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἱ Ἀρχαὶ κατὰ τὰς ἐπισήμους ἀνακοινώσεις λόγῳ τοῦ ἀπροόπτου τοῦ πράγματος δὲν ἔλαβον πρόνοιαν, ὥστε νὰ διακόψωσι τὴν παραγραφὴν τῶν εἰς βαθμὸν κακουργήματος ἀδικημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι σεβαστὸν ἀριθμόν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον, γινόμενον δεκτὸν ὡς ἔχει, θὰ ἐπιτύχῃ ἐντελῶς τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει.
§108Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ, ἂν εἶναι ἑρμηνευτικὸς ὁ νόμος ἢ νέος.
§109Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νέος εἶναι.
§110Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Πρέπει νὰ δηλωθῇ ἐν τῷ, διότι θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς ἄτοπον.
§111Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἑρμηνευτικός.
§112Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι ἑρμηνευτικός, ἔχει καλῶς, διότι ἐδηλώθη πρὸ ἡμερῶν ὅτι πρόκειται περὶ νόμου ἑρμηνευτικοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ ἠρώτησα. Εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2ου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δηλωθῇ ῥητῶς ὅτι τὸ κακούργημα πρέπει νὰ παραγράφηται μετὰ 10ετίαν.
§113Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νόμου.
§114Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νόμου, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ σκοπιμώτατα νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν, διότι ἐλάμβανε τὴν ἀρχὴν νὰ ὁρίζῃ τὰς δίκας ἐπὶ τῶν κακουργημάτων τὸ 9ον ἔτος, καὶ τοῦτο εἶχε σκοπόν, διότι, ἐὰν προσδιώριζε τὰς δίκας τὸ 2ον ἔτος, μετὰ 12ετίαν θὰ ἐχορήγει τὴν παραγραφὴν εἰς ἀνθρώπους καταδικασθέντας εἰς θάνατον καὶ εἰς ἰσόβια δεσμά. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐνταῦθα ὅτι τὰ κακουργήματα παραγράφονται μετὰ 10ετίαν.
§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ σκέψεις τῶν ἐντίμων εἰσηγητῶν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταβληθῶσι μὲ ὁσαδήποτε ἐπιχειρήματα καὶ ἂν λεχθῶσιν ἐκ μέρους τῶν ἀντιφρονούντων. Δύναται νὰ εἶναι ποικίλαι αἱ πεποιθήσεις αἱ ἀπορρέουσαι καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικὰς παρατηρήσεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σκοπιμότητα, ἐν τούτοις θὰ ἔλεγον πρὸς πάντας ὑμᾶς ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ εἴμεθα κεκηρυγμένοι κατὰ τῶν ἐγκληματησάντων, διότι εἶναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν ἔννομον τάξιν. Καὶ ἂν μὲν πρόκειται περὶ τῆς σκοπιμότητος ταύτης, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀντιστρατευθῶ πρὸς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλά, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἐπιστημονικῶς, θὰ ἔλεγον ὅτι ἡ ἐπιστήμη καὶ συνεπῶς ἡ ἀλήθεια, διότι μία εἶναι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἀλήθεια, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκτείνεται τὸ εὐεργέτημα τῆς παραγραφῆς ἀναφορικῶς διὰ τὸ πλημμέλημα καὶ διὰ τὸ πταῖσμα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ θάρρους ὅτι ἀνατρέπομεν τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐπιστήμης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλάκις ἡ ἐπιστήμη ὑποχωρεῖ πρὸ τῶν γενικωτέρων βλέψεων καὶ συμφερόντων τῆς Πολιτείας, ὁμολογῶ ὅμως, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι ἐνόσῳ λέγομεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀμνηστίαν, διὰ νὰ ἐπαπειλήσωσι τὴν χώραν ταύτην 800 κακοῦργοι, ὁμολογῶ καὶ ὀφείλω νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ Πολιτεία ἡμῶν εὑρίσκεται ἐν καταστάσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ μὴ δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἔστω καὶ 800 ἢ 600 κακούργους. Δύναται τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον, ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὁμολογεῖ ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς 800 ἐγκληματίας, ἔστω καὶ μὲ τὴν γενικὴν ἀνατροπὴν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου.
§116Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Δὲν δύναται νὰ κριθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καθαρῶς ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ κυρίως πρέπει νὰ κριθῇ ἀπὸ τῆς μεγάλης σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀπορῶ δὲ πῶς καὶ ἐλάχιστοι ἔτι ἔχοντες τὴν γνώμην ταύτην συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει ἡ παραγραφὴ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν κακουργημάτων, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ποίαν σημασίαν ἔχει καὶ ποίαν μεγάλην σκοπιμότητα ἡ διασάλευσις τῆς δημοσίας τάξεως. Νομίζω δ’ ὅτι εἶναι μεγάλη ἠθικὴ καὶ κοινωνικὴ εὐθύνη ἡμῶν ἁπάντων, ἂν θελήσωμεν σήμερον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ παραγραφὴ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἐπὶ τῶν κακουργημάτων, ὅτε ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνεγνώσαμεν ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι 800 κακοῦργοι θ’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ δώσω τοιαύτην ψῆφον, νομίζω δ’ ὅτι καὶ πάντες οἱ κ. Βουλευταὶ δὲν θὰ δώσωσι ψῆφον, καὶ δι’ αὐτὸ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§117Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἡ σκοπιμότης, κύριοι συνάδελφοι, ἀναμφισβητήτως ἐνδεικνύει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὑπεβλήθη. Ἴσως μάλιστα εὐλόγως θὰ ὑπηγόρευε καὶ τὴν σκέψιν νὰ ηὔξανεν ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς τῶν κακουργημάτων διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: διότι κατὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ὡς δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς τοὺς νομικοὺς ἐξ ὑμῶν, ἐπὶ κακουργημάτων οὐσιαστικῶς χωρεῖ παραγραφὴ μόνον τοῦ ἀξιοποίνου, ὄχι δὲ καὶ τῆς ἀποφάσεως, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ὁποτεδήποτε καὶ ἂν προσέλθῃ ὁ ἐρήμην καταδικασθεὶς ἐπὶ κακουργήματι, δικάζεται κατ’ ἀντιμολίαν, γινομένης πάντοτε δεκτῆς τῆς ἀνακοπῆς, ἀλλ’ οὕτω δὲν ὑπάρχει παραγραφὴ τῆς ἀποφάσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν πλεονεκτοῦσι τὰ κακουργήματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀπέναντι τῶν πλημμελημάτων.
§118ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἑρμηνεία δοθεῖσα ἐκ τῆς σκοπιμότητος, διότι τὸ ἀληθὲς γράμμα τοῦ νόμου λέγει ὅτι ἡ παραγραφὴ χωρεῖ μετὰ ἓξ μῆνας, μετὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀπόφασις γίνεται ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος.
§119Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἔχετε πρόχειρον ἐν τῇ μνήμῃ σας τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου· οὐδεὶς ἀντιφρονῶν ὑπάρχει· ὑμεῖς μόνος εἶσθε, ὁ ὁποῖος φρονεῖτε οὕτω, διότι πάντες οἱ συγγραφεῖς καὶ πᾶσαι αἱ νομολογίαι τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς Δικονομίας δέχονται ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως χωρεῖ διὰ τὰς συνεπείας μόνον τῆς ποινῆς, στέρησιν δικαιωμάτων καὶ τὴν ἐκ ταύτης ἐπερχομένην ἀπαγόρευσιν κ.λ.π., ἀλλ’ ἐκτέλεσις ποινῆς εἶναι ἀδύνατος. Ἐγὼ διστάζω νὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον ἐκ τοῦ ἑξῆς λόγου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία μοὶ ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι δέχεται καὶ αὐτὸς ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα, παρ’ ὅλην τὴν περὶ τοῦ ἐναντίον ὑπεράσπισιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Ἠλιοπούλου, καὶ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς σκοπιμότητος ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ παρέκκλισιν ἀπὸ τῶν παραδεδεγμένων ὑπὸ πάντων τῶν ἐπιστημόνων, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου τοῦ ἐψηφισμένου καὶ τοῦ μέχρι σήμερον ἰσχύοντος εἶναι ὅτι ἐκτείνονται αἱ διατάξεις αὐτοῦ περὶ παραγραφῆς καὶ ἐπὶ τῶν κακουργημάτων, παρὰ τὴν εὐφυεστάτην μέν, ἥκιστα δὲ ἐπιστημονικὴν γνώμην τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλά, ὅταν λέγωμεν ὅτι ἐπῆλθε παραγραφή, τί ἐννοοῦμεν ἐπιστημονικῶς καὶ λογικῶς καὶ κατὰ τὴν συνήθη τέλος πάντων ἔννοιαν τῆς λέξεως; Ἀπεσβέσθη τὸ ἀξιόποινον, δὲν ὑπάρχει πρᾶξις, εἶναι ὡσὰν δὲν ἐγένετο πρᾶξις ἀξιόποινος. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δημιουργεῖται ἐκ τοῦ νόμου κατάστασις πλήρους ἀνυπαρξίας τῆς πράξεως· κατὰ νόμιμον τουτέστι τεκμήριον ὑποτίθεται ὅτι δὲν ἐγένετο πρᾶξις. Ἂν λοιπὸν δεχθῶμεν τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον ἐκ τῶν ὑστέρων ἐξαιροῦν τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις παρεγράφησαν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἐν τίνι δικαιώματι δυνάμεθα ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ δημιουργήσωμεν ἐγκλήματα, ὅσα τέως δὲν ὑπῆρχον; Δὲν προσκρούομεν τάχα, ἂν μὴ εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πάντως εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς ἄνευ νόμου ἐκ τῶν προτέρων καθορίζοντος τὴν τιμωρητέαν πρᾶξιν;
§120Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν προστεθῇ ὅμως ἡ διάταξις εἰς τὸν νόμον;
§121Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀναχωρῶ πάντοτε ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ νόμος ὁ μέχρι τοῦ νῦν ἰσχύων, διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν κακουργημάτων.
§122Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν.
§123Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀλλ’ ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἐφεύρεσις εὐφυεστάτη, ἀλλ’ ἥκιστα ἐπιστημονική, ἐφεύρεσις μάλιστα, ἡ ὁποία ἐν ἐμοὶ ἐγέννησε τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔλειψα καὶ δημοσίᾳ νὰ διατυπώσω, ὅτι ἐνδεικνύομεν ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, ἔλλειψιν συνειδήσεως τῆς ἀξίας τῶν νόμων, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἦτο προτιμότερον οἱ 5000 κακοῦργοι, τῶν ὁποίων κατὰ τὸν Ἄρειον Πάγον θὰ παραγραφῇ τὸ ἀξιόποινον, ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος καὶ ν’ ἀπειλήσωσιν ἔστω τὴν δημοσίαν τάξιν, ἢ νὰ παραβιασθῇ εἷς νόμος καὶ νὰ κρημνισθῇ σύρριζα ὁλόκληρον τὸ ἔννομον καθεστώς. Καὶ γνωρίζουσι πολὺ καλῶς οἱ κ. συνάδελφοι ὅτι ἐπανειλημμένως ἔλαβον τὴν ἀφορμὴν ν’ ἀνεύρω κατ’ ἐξοχὴν τὸ σφάλμα κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν τούτῳ, ἐν τῇ ἐλλείψει συναισθήσεως τῆς ἀξίας τῶν νόμων καὶ σεβασμοῦ πρὸς αὐτούς. Ἀναχωρῶν λοιπὸν ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ὅτι ἡ παραγραφὴ ἐκτείνεται καὶ εἰς τὰ κακουργήματα, ἔλεγον καὶ ἐπαναλέγω ὅτι, ὅταν λέγωμεν ὅτι ἐξηλείφθη τὸ ἀξιόποινον, ἐννοοῦμεν ὅτι ἐξηλείφθη ἡ πρᾶξις, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρᾶξις, ὅτι δὲν ἐγένετο πρᾶξις. Τοιαύτης νομικῆς καταστάσεως τιθεμένης ἐκ τοῦ νόμου, ἔρχεται ἤδη ὁ ὑπὸ ψήφισιν νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει· ὅσαι πράξεις ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθὸν ὑπὸ αὐτὰς καὶ ἐκείνας τὰς περιπτώσεις, τὰς θεωρῶ τιμωρητέας. Δηλ. εἶναι τὸ αὐτό, ὡσὰν νὰ ἐξεδίδετο εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγε π. χ. ὅτι, ὅστις χθὲς ἐθεάθη εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος διαβαίνων τὴν δεῖνα ὥραν, τιμωρηθήτω σήμερον. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὄψιν ἔχω ἀπορίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶπον ὅτι θὰ ἐτόλμων νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ περὶ διαρρυθμίσεως τῆς παραγραφῆς ἀναμφισβητήτως θ’ ἀπασχολήσωσι ταῦτα σοβαρῶς τὸν κ. Ὑπουργόν, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς νομοθετικὰ μέτρα, διότι τὰ τῆς παραγραφῆς ἔχουσι πλημμελέστατα, ἐπιδιώκεται δὲ ἡ διακοπὴ τῆς παραγραφῆς κατὰ τρόπον πολὺ ἐγγίζοντα πρὸς τὸ ἔγκλημα ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν. Οἱ τιθέμενοι δὲ ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὡς λόγοι διακόπτοντες ἢ ἀναστέλλοντες τὴν παραγραφὴν εἶναι οὕτως ἀόριστοι καὶ ἐστερημένοι ἐπιστημονικῆς βάσεως, ὥστε δίδουσι πολλὰς εὐκαιρίας καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου, ὥστε ἐνδείκνυται ἡ ἐπιστημονικωτέρα διαρρύθμισις αὐτῶν καὶ ἡ αὔξησις τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς τῶν κακουργημάτων διὰ τὸ μέλλον.
§124Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ πταίσματα.
§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Συμπεριλαμβάνονται.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς φράσις: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Χαριτάτου καὶ Πετροπουλάκη. (Ἀπορρίπτεται). (Γίνεται δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.)
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λειτουργίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπειῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–2 τοῦ νομοσχεδίου).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου.
§132Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὴν Βουλήν· νομίζει αὕτη ὅτι ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὑτῆς δικαιώματι δύναται εἰς οἱονδήποτε πρόσωπον καλούμενον πρὸς ἐξέτασιν νὰ μεταβαίνῃ αὐτὴ ἡ Βουλὴ πρὸς αὐτό, ἢ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο νὰ ἔρχηται πρὸς αὐτήν; Οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν κατέχῃ πλὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Βασιλοπαίδων, ὀφείλει νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δίδῃ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι χρήσιμοι εἰς αὐτὴν διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον. Τοῦτο δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς ἐπιτροπῆς· διὰ τοῦτο ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μειώσωμεν τὴν λάμψιν τοῦ Σώματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία τῶν Ἑλλήνων. Οὐδενὸς δ’ ἐκ τῶν προσώπων ἡ ἀξιοπρέπεια ἔχει νὰ πάθῃ, οἱανδήποτε καὶ ἂν κατέχῃ τάξιν εἰς τὴν ὑπαλληλικὴν κλίμακα τῆς Πολιτείας, εἴτε τὴν πολιτικὴν εἴτε τὴν ἐκκλησιαστικὴν εἴτε τὴν στρατιωτικήν, ἂν λάβῃ τὴν τιμὴν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τὰς πράξεις αὐτάς, τὰς ὁποίας ἀνέθηκεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀνέθηκεν εἰς ὡρισμένα μέλη αὑτῆς τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠρνήθησαν νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑπόχρεα ἐκ τοῦ νόμου νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πολὺ σκόπιμος διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ὁ ἀνακριτὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβαίνῃ πρός τινα πρόσωπα, ὅπως ἐνεργῇ τὴν ἀνάκρισιν, διότι μόνος ἀποφασίζει τὸ σχέδιον τῆς ἀνακρίσεως, μόνος συλλαμβάνει τὸ σχέδιον τῶν ἐρωτήσεων, ἀλλὰ προκειμένου περὶ πολυμελῶν Δικαστηρίων, οἷον εἶναι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, εἶναι ὑποχρεωμένα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων, διότι ἕκαστος σύνεδρος ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ εἰς αὐτὸν ἐρωτήσεις, τὴν κρίσιν δ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐρωτήσωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιπροσωπεύσωσιν οἱ ἄλλοι. Τώρα πῶς θέλετε νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ἤδη ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ περὶ οἱασδήποτε ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ συστήσῃ, ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, ὅπου αἱ Κυβερνήσεις ζητοῦσι καὶ συνιστῶνται τοιαῦται ἐπιτροπαί, πῶς θέλετε ἕκαστος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἐπιτροπήν, νὰ λαμβάνῃ τὸ μελανοδοχεῖον καὶ τὴν γραφίδα καὶ νὰ τρέχῃ ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν νὰ εὑρίσκῃ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ὑποβάλλῃ εἰς ἐξέτασιν; Νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῆτε τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ ὀφείλετε νὰ ὑποχρεώσητε οἱονδήποτε νὰ προσέρχηται ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ διὰ τοῦτο εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε ταύτην τὴν στιγμήν, δὲν ἔχει τὴν γενικὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν φαίνεται παρουσιαζομένη. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πάντα τὰ πρόσωπα, οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν κατέχωσιν, ὑποχρεοῦνται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ νὰ μαρτυρήσωσι καὶ νὰ χορηγήσωσι τὴν πληροφορίαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ δύο ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία καθιέρωσε καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαγορεύεται εἰς τὰς Ἀρχὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς μαρτυρίας ὡρισμένων προσώπων, νὰ ἐξαναγκάζωσι ταῦτα νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν καὶ καταθέτωσι τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων αὗται ἔχουσιν ἀνάγκην. Καὶ τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν ποινικὴν νομοθεσίαν κυρίως οἱ Βασιλόπαιδες, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποχρεοῦνται ἄνευ βασιλικῆς συνευδοκήσεως νὰ προσέρχωνται, καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς. Περὶ τούτου λοιπὸν πρόκειται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ὡς ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν στρέφεται ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς πρώτης τάξεως, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς....
§134Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὁποῖοι πηγαίνουσιν ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης μάλιστα ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων. Πρόκειται ν’ ἀνακαλυφθῶσιν ἐγκλήματα καὶ ἐπιβληθῶσι ποιναὶ βαρύταται μέχρι τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν. Καὶ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας προσέρχονται οἱ Ἀρχιερεῖς ὑπὸ περιορισμούς, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ ἡ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασις αὐτῶν, καὶ μετὰ τὴν κατάθεσίν των ἀπέρχονται. Δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα ἡ Βουλὴ πρὸς τοιούτους σκοποὺς νὰ στρέψῃ τὰ ἔργα τῶν ἐπιτροπῶν, διότι τοῦτο ἤθελε παραβιάζει τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν πρόκειται νὰ ὑπηρετηθῇ ἁπλῶς πολιτικὸς σκοπός, σκοπὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα· νὰ καθοδηγήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅπως ζητήσῃ εὐθύνας πολιτικὰς ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν ἢ νὰ μελετήσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ τὴν κατάστασιν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἢ νὰ ἐρευνήσῃ ἄλλα ζητήματα πολιτικῶς χρήσιμα ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ποινικῆς εὐθύνης. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ὅτι ἴσης σπουδαιότητος καὶ ἀποστολῆς εἶναι καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀνακριτικῆς καὶ δικαστικῆς Ἀρχῆς διωκούσης τὰ κακουργήματα καὶ ἐχούσης ἀνάγκην ἑπομένως νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πράγματα διὰ τῆς προσωπικῆς ἐμφανίσεως, πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται πανταχοῦ καὶ εἶναι ἔργον καθαρῶς πολιτικόν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως. Διότι, ἂν τὰ πράγματα ἐξετασθῶσιν ἀπὸ ἀπόψεως Ἑλληνικῆς, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, νομίζω ὅτι οὔτε τὰ αἰσθήματα τὰ θρησκευτικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ εὕρητε σύμφωνα, ὅπως προσέρχωνται οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ ἐξετάζωνται διὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐνώπιον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐξαναγκάζωνται πρὸς τοῦτο ὑπ’ αὐτῆς οὔτε τὰς ἀντιλήψεις, αἵτινες κρατοῦσιν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους καθοδηγοῦσαι πολλάκις καὶ περιορίζουσαι ἡμᾶς εἰς τὴν λῆψιν τοιούτων μέτρων θὰ δυνηθῆτε νὰ εὕρητε εὐμενεῖς ὑπὲρ τοιαύτης τινός ἐκδοχῆς. Νομίζω ὅτι ἐξηγήσεις μεγαλείτεραι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶναι περιτταί.
§136Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες τὸ γνωρίζομεν, ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει καὶ αὐτό.
§137Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὔστοχος. Τὸ ἄλλο σημεῖον εἶναι ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπέφερε παρατηρήσεις ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς παρετήρησεν. Ἀλλὰ καὶ τροπολογία τις ὑπάρχει, καθ’ ἣν ἔπρεπεν ἀνωμοτὶ νὰ ἐξετάζωνται οἱ μάρτυρες. Ὑποστηρίζεται δὲ διὰ τῆς τροπολογίας ὅτι πολλάκις εἶναι σκοπιμωτέρα ἡ ἀνώμοτος ἐξέτασις πρὸς μείζονα πίστωσιν τῶν γεγονότων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ ἐπιτροπή.
§139Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι ἐμοῦ.
§140Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι ἀκριβής. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον παρέχει εὐχέρειαν καὶ εἰς τοῦτο ἀκόμη, διότι δὲν καθιστᾷ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἔνορκον ἐξέτασιν ὑποχρεωτικήν. Δικαίωμα μόνον παρέχει εἰς αὐτήν. Δυνατὸν δὲ νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται περιστάσεις, οἷαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐσημείωσαν οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν, καθ’ ἃς κρίνει σκόπιμον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐνόρκως ἢ οὔ, ἔχει δ’ εὐχέρειαν νὰ ἐξετάσῃ ἐκ τοῦ νόμου οὐχὶ ἐνόρκως, ἀλλὰ δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας νομίζει ὅτι πρέπει πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας νὰ προσφεύγῃ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ μέσον, τὸ τοῦ ὅρκου.
§141Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κανονίσω τὴν θέσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέναντι τῶν ἐξεταζομένων, ἀλλὰ τὴν τῶν ἐξεταζομένων ἀπέναντι τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι καθ’ ἣν περίπτωσιν προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καθαρῶς πολιτικὸν χαρακτῆρα, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν ἀλήθειαν πράγματός τινος περὶ ὡρισμένου τινὸς προσώπου, δὲν συλλογίζεσθε ὁποία θὰ εἶναι ἡ δυσκολία τοῦ προσώπου αὐτοῦ ν’ ἀναφέρῃ φήμας καὶ γνώμας καὶ ὅσα ἤκουσε σημαντικά, ὅταν δύνανται τὰ μέλη νὰ εἴπωσιν αὐτῷ νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἐνόρκως τὰ αὐτά;
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιότατα. Ἐὰν θελήσητε ν’ ἀποδώσητε σημασίαν εἰς τὸ ἔργον τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν, ἐὰν θέλητε νὰ δώσητε σπουδαιότητα, ἐὰν θέλητε τὰ ἔργα τούτων νὰ εἶναι δεδικαιολογημένα καὶ ἐστηριγμένα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, προσκομιζομένου ἐνώπιον αὐτῆς τοῦ ὑλικοῦ τούτου, νὰ στηρίξῃ πεποιθήσεις πολιτικὰς ἅμα καὶ πολιτικὰς εὐθύνας, πρέπει νὰ δώσητε πάντα τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διασφαλισθῇ ἡ μείζων ἐξακρίβωσις τῶν γεγονότων. Ἐὰν δ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῇ τις καὶ τὰ ἀλλαχοῦ γιγνόμενα, θὰ ἔβλεπε ὅτι κρατεῖ πανταχοῦ σχεδὸν ἡ ἐκδοχὴ αὕτη· νόμος Ὁλλανδικὸς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος καθιεροῖ ὁμοίας διατάξεις· νόμος Βελγικὸς καθιεροῖ ὁμοίας διατάξεις, ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχουσιν ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ καὶ ἄνευ νόμου μάλιστα, ἐνόρκως ἐξετάζουσαι τοὺς μάρτυρας. Ἐν Γαλλίᾳ δέ, ὅπου ἐπίσης δὲν ὑπάρχει νόμος, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει κανονισμῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων διεξάγονται τὰ περὶ τούτου, ὅτε κατὰ τὰ 1882 ἐγεννήθησαν τὰ σκάνδαλα τοῦ Παναμᾶ, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν· τὴν ἑπομένην τῆς συστάσεως ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, ἵνα συστηματικῶς κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχον μεταξὺ ἄλλων διατάξεων καὶ τοιαῦται ἀναγράφουσαι ὑποχρέωσιν τῶν μαρτύρων, ἵνα ἐνόρκως καταθέτωσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι δ’ αὕτη ἡ ὀρθὴ ἐκδοχὴ τοῦ πράγματος, ἐὰν πρόκειται σπουδαίως νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ στηριχθῇ μετά τινος βασιμότητος ἡ ἐπὶ τῶν γνωμῶν αὐτῆς καὶ τῶν πληροφοριῶν αὐτῆς κληθησομένη νὰ κρίνῃ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία.
§143Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας ὅτι βεβαίως οἱ Ἐπίσκοποι ὀφείλουσι νὰ ὑποτάσσωνται ὅπως καὶ πάντες οἱ ἄλλοι εἰς τοὺς νόμους, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει ἰδιαιτέρα ἄποψις, ἀπὸ τῆς ὁποίας τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, διότι οὐδένα, φρονῶ, διαλανθάνει ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἐφερόμεθα ὑμεῖς ἐν τοιούτῳ ζητήματι πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ εὕρῃ ὄχι εὐχάριστον ἀντίκτυπον παρὰ τῇ γείτονι αὐτοκρατορίᾳ, ἡ ὁποία θ’ ἀξιώσῃ νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς ἱεράρχας τῆς περιοχῆς της, καθὼς ἡμεῖς τοὺς ἰδικούς μας.
§144Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Μὴ τὰ λέγετε αὐτά.
§145Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν ἄποψιν ἤθελον νὰ τονίσω καὶ φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται. Ἐὰν δὲ δὲν θέλητε νὰ λέγωνται αὐτά, δὲν ἔπρεπε τότε ν’ ἀνοίγητε ζητήματα τοιαῦτα.
§146Γ. ΠΩΠ. Τὸ κυριώτατον ζήτημα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς ὅρκου εἰς τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι θὰ καλῶνται, ἵνα ἐξετασθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς μεταβάσεως μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἀνακρίνωσιν ὡρισμένα πρόσωπα, τοῦτο ἴσως θὰ εἶχε τὸ ἑξῆς μόνον ἄτοπον· προκειμένου περὶ κοινωνικῶν ζητημάτων, περὶ ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι συγκροτοῦνται ὑπὸ προσώπων ἀνηκόντων εἰς διάφορα Σώματα πολιτικὰ καὶ πολιτικὰς κοινωνίας, δὲν θὰ ἦτο χρήσιμος ἡ ταυτόχρονος πάντων αὐτῶν τῶν προσώπων μετάβασις, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ μορφώσωσι γνώμας, ὅπως γίνεται καὶ εἰς κοινὰ ἀκόμη Δικαστήρια, προκειμένου καὶ περὶ ἐνόρκων, ὅπου κατ’ ἄλλον τρόπον κρίνουσι καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ κατὰ τὸ πνεῦμα τὸ κοινωνικὸν ἐκεῖ, κατὰ τὸ πνεῦμα τὸ πολιτικὸν ἐδῶ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι ἀλλαχοῦ ἡ νομικὴ συνείδησις ἐπέβαλεν εἰς τοὺς προσερχομένους νὰ μαρτυρῶσιν ἐνόρκως.
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ σκοπιμότης.
§148Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ σκοπιμότης, ἀλλὰ καὶ ἡ νομικὴ συνείδησις εἴπετε, ἀλλὰ καὶ σκοπιμότης καὶ νομικὴ συνείδησις εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα προκειμένου περὶ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Παναμᾶ ἀφῆκαν ἐν ἐκκρεμότητι τὸ εἰδικὸν νομοσχέδιον, διότι ἐκρίθη καθαρῶς πολιτικὸν τὸ ζήτημα, καὶ ἔπρεπε νὰ δοθῇ παμμεγίστη εὐρύτης εἰς τὴν ἔρευναν ἐπ’ αὐτοῦ. Ὅταν δὲ καλῆτε μάρτυρας νὰ καταθέσωσιν ὅσα γνωρίζουσι καὶ σιωπῶσιν, ἰδίᾳ ὅταν ἀναφέρωνται εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καὶ λόγῳ περιωπῆς καὶ θέσεως καὶ ἰσχύος εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐμπνέωσι τὸν φόβον, καὶ ὅταν ἔχητε ἐνώπιον ὑμῶν δεδηλωμένον ὅτι ἡ πρόσκλησις οἱουδήποτε πολίτου, καὶ τοῦ μᾶλλον ἀνεπτυγμένου, ἐνώπιον αὐτῆς ταύτης τῆς Ἀρχῆς, ἐνώπιον αὐτοῦ τούτου τοῦ Δικαστηρίου, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ὅρκος, τὸν καθιστᾷ δειλὸν μέχρις ἐνδείξεως ὥστε νὰ λησμονῇ καὶ ὁ μᾶλλον ἀνεπτυγμένος τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει οὐχὶ ἀπέναντι τῶν δικαζομένων, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγύης, δὲν νομίζετε ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θὰ καλῆτε ἀπέναντι Σώματος κοινοβουλευτικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀντιπροσωπεύωνται πάντα τὰ κόμματα καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ εἰς πᾶσαν ἐμφάνισιν αὑτοῦ δύναμιν τεραστίαν, ὅτι θὰ πτοηθῇ ὁ μάρτυς ἐκεῖνος; Τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ καλούμενος, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι παρακολούθημα πάσης κακῆς προθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι ὁ ὅρκος καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἔδωκε; Πρὸς τίνα λόγον θέλετε νὰ ἐπιβάλητε τὸν ὅρκον; Ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀποτυγχάνῃ τὸ ἔργον τῶν ἐπιτροπῶν, ὅταν θὰ κρίνωσι πολιτικὰ ζητήματα, οἷον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἀκριβῶς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως τότε ἔχετε πάντα λόγον, ὅπως θελήσητε, ἵνα δικάζητε ἐνόρκως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται· ἀλλ’ ὅταν ἔρχωνται διὰ γλωσσικὸν ζήτημα, διὰ ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἴσως ἐμπράγματος ἀπόδειξις ὑφίσταται, ἀλλ’ ὑφίσταται ἀπόδειξις πολιτική...
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει δικαίωμα ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τὸν ὁρκίσῃ.
§150Γ. ΠΩΠ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ὁρκίσῃ, καὶ αὐτὸς καθ’ ἣν περίπτωσιν κληθῇ νὰ ὁρκισθῇ νὰ ἀρνηθῇ, ἤ, ἐὰν κληθῇ καὶ ἀρνηθῇ μετὰ τὴν γενομένην ἀνωμοτὶ ἐξέτασιν αὐτοῦ, ὀφείλει ν’ ἀποδείξῃ διατί ἀρνεῖται τὸν ὅρκον, ἵνα μὴ καταγγελθῇ· καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ὑπάρχει οὐχὶ ἁπλῶς ὁ κίνδυνος ὅπως μὴ ἀπολήξῃ εἰς κανὲν συμπέρασμα ἀνακρίσεως ἡ ἐπιτροπή, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ὁ μέγας νὰ μὴ φθάσωμεν οὔτε ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἰς μόρφωσιν πολιτικῆς τινος γνώμης. Εἴδετε πρὸ μικροῦ ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος, ὅστις ἐκλήθη, ἵνα ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὲν προσῆλθε, δὲν ἐδίστασε νὰ διατυπώσῃ δι’ ἐπιστολῆς του ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγνώριζε. Δὲν θὰ ἠδύνατο οἱοσδήποτε νὰ εἴπῃ τὰ αὐτὰ πράγματα, γενικά, ἀόριστα καὶ πολιτικά, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα μορφώσῃ γνώμας καὶ ἵνα ἀναπτύξῃ ἔπειτα ταύτας; Διότι πολλάκις καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ οὐδεμίαν εὐθύνην πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ οὔτε ἄλλος τις ἴσως πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ εὐθύνας τινάς· πρόκειται ὅμως νὰ νομοθετήσῃ καὶ πρόκειται κατ’ ἐξοχὴν περὶ πολιτικοῦ θέματος. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ πολιτικοῦ θέματος, μὴ θέλετε νὰ παράσχητε καὶ πάλιν τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ζητεῖτε νὰ παρακωλύσητε τὸ ἔργον τῆς ἐξεταστικῆς ταύτης τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Βεβαίως δὲ τοιαύτη δὲν θὰ ἦτο ἡ πρόθεσις ὑμῶν, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει. Ἐγὼ θέλω νὰ πεισθῶ ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐναντίου, ὅτι, ἵνα περιφρουρήσητε τὴν συγκέντρωσιν ἀληθῶν πληροφοριῶν πραγματικῶν καὶ οὐσιαστικῶν, ἐπράξατε τοῦτο. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ προκειμένου περὶ ζητήματος τόσον γενικοῦ, ὅσον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ διευκρινήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ εὑρεθῆτε ἀκριβῶς εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, καὶ θὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον ὑμῶν μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν θὰ σᾶς εἴπωσι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲν θ’ ἀποκαλυφθῇ διὰ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, καὶ θὰ θεωρῶνται μόνον μωροὶ καὶ ἀνόητοι καὶ ἄξιοι τιμωρίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ χρηστοῦ συνειδότος παρασυρόμενοι ἀπὸ ἁγνὴν αὑτῶν ὁρμὴν νομίζουσιν ὅτι ἡ περιφρούρησις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἀποτελεῖ περιφρούρησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων (ἐπιδοκιμασίαι).
§151Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, Κύριοι, ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει οὔτε εἰρηνοδικειακὴν ἐξουσίαν οὔτε παρεδρικήν, ὅπως τὴν ὀνομάσωμεν διοικητικὴν ἢ δικαστικήν. Ἐνόμισα ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων τῆς Βουλῆς ἐκτελοῦσα ἐντολὴν τῆς Βουλῆς ἐκπροσωπεῖ αὐτὴν τὴν Βουλήν, ἥτις ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν κοινοβουλευτικὴν ἢ πολιτικὴν ἐξέτασιν καὶ οὐχὶ διοικητικήν. Περὶ τοῦ ὕψους δὲ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐγὼ ἔχω μεγάλην ἰδέαν. Νομίζω ὅτι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, τὸ λαϊκὸν αὐτὸ ἀξίωμα, εἶναι τὸ ὕπατον τῶν ἀξιωμάτων, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν οὔτε περὶ εἰρηνοδικειακῆς ἐξουσίας οὔτε περὶ παρεδρικῆς ἐξουσίας, ὅπως τὴν ὀνομάσωμεν διοικητικήν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα μεγάλην μου τιμήν, ὅτε μονὰς ἐγὼ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ αὐτῷ ἐξελέγην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ μοὶ ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ νὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ἄσμενος ἐδέχθην τὴν τιμὴν αὐτήν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἔχουσα αὐτὴν τὴν συναίσθησιν προσεπάθησεν ἅπασα νὰ κρατήσῃ πολὺ ὑψηλὰ τὸν προορισμὸν αὑτῆς, ὄχι νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν πάρεδρον, διότι δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε περὶ δικαστικῆς ἀνακρίσεως οὔτε περὶ διοικητικῆς, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, οὔτε ἀνακριτικὰ καθήκοντα ἔχει ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἐξετάσῃ ἐπιβάλλουσα ὅρκον εἰς τοὺς μάρτυρας· ἡ ἐπιτροπὴ συνεστάθη ἀπὸ ἐννέα Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων ἔχουσι τὸν κοινὸν νοῦν, ὅπως συμπεριφέρωνται πρὸς τοὺς ἐξεταζομένους ἀναλόγως τῆς περιωπῆς αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἕνα καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐξητάσαμεν κατὰ κοινὴν συνεννόησιν πρὸς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, οὔτε τὴν ταυτότητα αὐτοῦ ἐλάβομεν, διότι ἦτο γνωστὸς εἰς ἡμᾶς. Ἐμφανισθεὶς κατέθηκεν ὅ,τι ἐγνώριζε. Πρὸς τί ὠφελεῖ ὅμως νὰ ὁρκίσωμεν τοὺς μάρτυρας; Μήπως πρόκειται νὰ ἐκδώσωμεν ἡμεῖς βούλευμα ἀθωωτικὸν ἢ παραπεμπτικόν; Τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ συλλέξῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἡ ὑφισταμένη, θὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴν τὴν ἐντολὴν ἔχει καὶ οὐδεμίαν ἄλλην. Ἀλλὰ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, ἐπιμένω, χωρὶς νὰ θελήσω ν’ ἀναπτύξω ἄλλα ἐπιχειρήματα, διότι νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ Δικαστηρίου. Τί εἶναι τὸ ὁρκωτὸν Δικαστήριον; Εἶναι εἷς κλάδος μιᾶς ἐξουσίας, ἡ ὁποία κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀνεξάρτητος. Τί εἶναι Βουλή; Βουλὴ εἶναι τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἐν τῇ ὁποίᾳ Βουλῇ συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ δικαστικὴ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δὲν εἶναι κανὲν Συμβούλιον Δημοτικόν, ὥστε νὰ μὴ καταδέχηταί τις νὰ προσέρχηται ἐνώπιον αὐτοῦ. Εἶναι ἠναγκασμένος νὰ προσέρχηται ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Τὰ περαιτέρω πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου εἶναι περιττά. Δὲν εἶναι ἐγωιστικὸν νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, διότι ἀποτελῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ οὐδένα ἔχει πρακτικὸν σκοπόν. Ἕνα σκοπὸν ἔχει, νὰ διευκολύνῃ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνταράσσει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Παρακκαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ οὐδενός, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἐγένετο γνωστὸν καὶ εἶναι εἷς ὑπηρέτης τῆς Ἐκκλησίας.
§152Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δύο εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἶναι τὸ ζήτημα ἂν πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μεταβῇ παρ’ ὡρισμένῳ προσώπῳ, διὰ νὰ λάβῃ τὴν κατάθεσίν του, ἢ ἂν πρέπει νὰ προσκαλέσῃ τὸ πρόσωπον αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος νὰ μὴ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην του, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τρέφει ἀπόλυτον σεβασμόν. Τί θὰ πάθῃ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἐὰν μεταβῇ εἰς τὴν Μητρόπολιν; Δὲν συμφωνῶ ποσῶς μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον, διότι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἵσταται ἡ Ἐκκλησία πολὺ ὑψηλά, οἱονδήποτε δὲ βαθμὸν ἂν φέρῃ ὁ ἀνήκων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, πάντοτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τρέφει ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς αὐτόν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ πείσματος, διότι ἀσφαλῶς πρόκειται περὶ ὡρισμένης περιπτώσεως, ἡ ὁποία ἐγέννησε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν.
§153Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἐξηγεῖτε τὸ πεῖσμα;
§154Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἤκουσα εἰς τοὺς διαδρόμους νὰ συζητῶσι καὶ νὰ λέγωσιν ὅτι πρέπει οἱ καλόγηροι νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§155Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν διαχειρίζομαι τὰ κτήματά μου. Ἴσως μάλιστα, ἐὰν θέλωσι νὰ μὲ ὑποβιβάσωσιν εἰς εἰρηνοδίκην, ὁπωσδήποτε θὰ δηλώσω ὅτι ὡς εἰρηνοδίκης δὲν ἐσπούδασα. Ἡμεῖς ὡς ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἀνακρίσεων ἐπληροφορήθημεν ὅτι ἀξιοσέβαστον πρόσωπον παρεπιδημεῖ ἐν Ἀθήναις· τὸ ἐκαλέσαμεν, ἀλλὰ μᾶς ἐδόθη ἀπάντησις ὅτι πρέπει νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον. Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὑπάγῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ξενοδοχεῖον;
§156Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ κῦρος τῆς ἐπιτροπῆς θὰ κατέπιπτεν, ἐὰν μετέβαινεν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον, διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἕνα ἀριθμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ γνώμη σας εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἴπετε, ἡ δὲ ἰδική μου εἶναι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν Ἐκκλησίαν θέλει πολὺ ὑψηλὰ ἱσταμένην, πρέπει δὲ νὰ συντελέσωμεν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ἵσταται ἡ Ἐκκλησία ὑψηλά, δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἐγὼ γνωρίζω πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα αὔριον, ἐὰν κληθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ προσέλθωσιν, ὅπως ἐξετασθῶσι, διὰ τὸν φόβον μήπως ἀνακριθῶσιν ἐνόρκως. Δὲν ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προερχόμενος ἀπὸ τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμεμιγμένος εἰς τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἀνωτάτην κατέχοντες θέσιν, οἱ ὁποῖοι ὀρρωδοῦσιν ὄχι μόνον νὰ προσέλθωσιν, ὅπως ἐπιβάλλεται εἰς αὐτούς, οἰκειοθελῶς νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των, ἀλλ’ ἀποφεύγουσιν ἐπὶ πραγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἦσαν αὐτόπται μάρτυρες, φοβούμενοι μήπως ὁρκισθῶσι. Κατὰ μείζονα λόγον ἐνταῦθα, ὅταν πρόκειται νὰ κληθῇ ἄνθρωπος ἁπλοϊκὸς νὰ καταθέσῃ σπουδαῖα πράγματα. Πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνταράσσει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τὸ ὁποῖον θὰ τὸ συνταράσσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Πρόκειται περὶ εἰδικῆς, ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ σοβαρώτατον ζήτημα, περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν ἡσυχίαν τοῦ Κράτους διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ εἴμεθα μάρτυρες εἰς τὸ μέλλον μεγάλων κακῶν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ αἱματοκυλίσῃ καὶ πάλιν τὸ ἔθνος, ἂν δὲ δὲν τὸ αἱματοκύλισε προχθές, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἤθελον νὰ ἐξωθήσωσι τὰ πράγματα. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ἐπιτροπὴ θέλει νὰ διευθετήσῃ τὰ πράγματα. Προχθὲς ἀκόμη ξένος ὑπήκοος ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προσέλθω νὰ ἐξετασθῶ, διότι δὲν θέλω νὰ ὁρκισθῶ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πιθανὸν νὰ νομίζῃ ὅτι θὰ εὑρεθῶσι μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν πρόκειται νὰ ὁρκισθῶσιν, ὑπάρχει μία τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ κ. Λιδωρίκη, ἡ ὁποία λέγει· «Ἡ ἐπιτροπὴ δικαιοῦται νὰ ἐξετάζῃ μάρτυρας καὶ νὰ διατάττῃ πραγματογνωμοσύνην. Πάντες δ’ οἱ καλούμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὀφείλουσι νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον αὐτῆς· ἄλλως διατάττεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἡ βιαία αὐτῶν προσαγωγή. Ἡ τροπολογία αὕτη νομίζω ὅτι θεραπεύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ κ. Ὑπουργός. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὡς πρὸς δὲ τὸ δεύτερον θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστραφῇ, ἀκριβῶς δὲ θὰ καταστραφῇ διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν θεσπίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λιδωρίκη βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λιδωρίκη, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ πρακτικὴ καὶ δύναται τῇ συστάσει μου νὰ γίνῃ δεκτή. Θὰ προστεθῇ δηλαδὴ ἡ φράσις «δύναται ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ νὰ περιορίσῃ ὁπωσδήποτε τὴν τοιαύτην ἔκτασιν τῆς ἐξουσίας αὐτῶν».
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης θὰ ὁμιλήσῃ;
§160Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν θὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ συζητήσω. Ἐγὼ παρακολουθῶ μετὰ μεγάλης ἀπαθείας τὰ γενόμενα.
§161Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἐπανέλθῃ ὑπὸ ἀγριωτέραν μορφὴν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λιδωρίκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λιδωρίκη περὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 9. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λιδωρίκη περὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Λιδωρίκη.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λιδωρίκη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἀποζημιώσεις τῶν προσώπων, ὧν ἐζητήθη ἡ συνδρομὴ κατὰ τὴν ἐξέτασιν, κανονίζονται συμφώνως πρὸς τὴν διατίμησιν ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις ἢ τῇ ἀποφάσει τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὰ ἰσχύοντα περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁδοιπορικῶν αὐτῶν δαπανῶν, ἐπιβαρύνουσι δέ, ὡς καὶ πᾶσαι αἱ ἐκ τῆς ἐξετάσεως δαπάναι, τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, ἥτις διώρισε τὴν ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν). Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ἀθηνογένης ὑποβάλλει πρότασιν περὶ προσθήκης εἰς τὰ περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦ 88 μέχρι τοῦ 98. Ἐστάλη πρὸς τύπωσιν καὶ αὔριον θὰ διανεμηθῇ. Ἡ εἰσήγησις θὰ γίνῃ αὔριον πρὸ τῆς διακοπῆς, διὰ νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ προχειροτέρα. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς) Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας καὶ τοῦ ὁμωνύμου Πρωτοδικείου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὁ κ. Τριγώνης.
§166Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας, κύριοι Βουλευταί, ἀποτελεῖται ἀπὸ 2 δήμους· εἷς δῆμος, ὁ δῆμος Παρακαμπυλίων, εἶναι ἐγγύτατα τοῦ δήμου Ἀγρινίου, ἀπέχει δὲ τοῦ Καρπενισίου, τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου, πλέον τῶν 16 ὡρῶν. Οἱ κάτοικοι τῶν δήμων τούτων δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ πράξεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διὰ πράξεων τῶν ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, προκληθεισῶν συνεπείᾳ Διατάγματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτησαν ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας δικαστικῶς καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν ἐκεῖ ὅπου εἶναι πλησιέστερον. Περὶ τούτου ἔχω ὑποβάλει καὶ πρότασιν ὑπ’ ἀρ. 31. Δὲν ἔχω ἐγὼ ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους δήμους νὰ ὑπαχθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Καρπενισίου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων θὰ ἦτο ἀδικία νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ δῆμος αὐτός, ὅστις εἶναι ἐγγύτατα τοῦ Μεσολογγίου, νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καρπενισίου καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Παρακαμπυλίων, αἱ πράξεις τῶν Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι προυκλήθησαν πρό τινων ἐτῶν, ἐξ ὧν θὰ καταδειχθῇ ὅτι διακαὴς ἐπιθυμία καὶ ἀνάγκη τῶν κατοίκων εἶναι νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ τοῦ Μεσολογγίου.
§167Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ τὴν φορὰν ταύτην δὲν θὰ διαψεύσω τὴν προσωνυμίαν τοῦ φιλελευθέρου καὶ δημοκρατικοῦ, ἣν μοὶ ἀπέδωκεν ὁ φίλος μου κ. Κουλουμβάκης. Οἱ Εὐρυτανεῖς ζητοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, διότι ἡ συγκοινωνία τῶν ἀνατολικῶν δήμων τῆς Εὐρυτανίας βεβαίως εἶναι εὐκολωτέρα μὲ τὰς Ἀθήνας παρὰ μὲ τὰς Πάτρας, βεβαίως ὅμως δὲν δυνάμεθα δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἐπαρχίαι εἴτε δῆμοι εἴτε πόλεις προνομιοῦχοι. Ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἡ Κεφαλληνία ἀγωνίζεται διὰ πάντων τῶν Συλλόγων δικηγορικῶν, ἐμπορικῶν, διὰ διαρκῶν ἀναφορῶν καὶ ζητεῖ, ὅπως ὑπαχθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, διότι καὶ ἡ συγκοινωνία εἶναι πολὺ πυκνοτέρα καὶ εὐκολωτέρα ἀπὸ τὰς Πάτρας καὶ διότι οἱ Κεφαλλῆνες οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχουσι μὲ τὴν Κέρκυραν.
§168Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὄχι δά.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητοῦμεν ἄλλο νομοσχέδιον, δὲν συζητοῦμεν περὶ Κεφαλληνίας.
§170Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ γνωρίζητε, ἂν ἔχει κοινὸν μὲ τὴν Κέρκυραν.
§171Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§172Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐπιδοκιμάζω πληρέστατα ὅσα λέγει ὁ κ. Ῥοῦφος.
§173Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δύνασθε νὰ ἔχητε ὑμεῖς ἄλλην γνώμην. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, ὅτι καὶ κατὰ τὰς δύο φοράς, καθ’ ἃς ἐξελέγην Βουλευτὴς εἰς τακτικὰς Βουλάς, ἔλαβον ἀπείρους ἐπιστολὰς καὶ τηλεγραφήματα μετὰ τῶν Βουλευτῶν ἐκ Κεφαλληνίας, διὰ τῶν ὁποίων παρεκαλούμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν.
§174Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα, κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας. Ἀπὸ πολλῶν χρόνων διακαὴς πόθος τῶν Κεφαλλήνων εἶναι νὰ ὑπαχθῇ τὸ Πρωτοδικεῖόν των εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν.
§175Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε.
§176Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὁ λόγος δὲ τῆς παραδοχῆς τῆς παρακλήσεως ταύτης τῶν συμπολιτῶν μου εἶναι καὶ ὑλικὸς καὶ ἠθικός, διότι οἱ Κεφαλλῆνες ἔχουσιν ἀτελεστάτην μετὰ τῆς Κερκύρας συγκοινωνίαν. Ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος μόνον συγκοινωνοῦσιν ἀτμοπλοϊκῶς, ἐν καιρῷ δὲ χειμῶνος καὶ ἡ συγκοινωνία αὕτη καθίσταται ἀδύνατος.
§177Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅτε συνεστάθη τὸ Πρωτοδικεῖον Εὐρυτανίας, ἐπαρχίας ἀποτελούσης τὸ πέμπτον κατ’ ἀριθμόν, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ κατ’ ἔκτασιν τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, οἱ Εὐρυτᾶνες ἐχαιρέτισαν τὴν ἵδρυσιν τοῦ Πρωτοδικείου αὐτοῦ ὡς χειραφέτησιν καὶ ὡς ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ τῶν βασάνων, τὰ ὁποῖα ὑφίσταντο κατερχόμενοι εἰς τὸ Μεσολόγγιον. Συγκοινωνία οὐδεμία ὑπῆρχε, καὶ ἐκινδύνευον οἱ μάρτυρες, οἱ διάδικοι, οἱ δικηγόροι ἡμεῖς νὰ κατακρημνισθῶμεν εἰς τὰ βάραθρα, καὶ κατηρχόμεθα εἰς πολλὰ μέρη κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται οἱ ἄγριοι. Οἱ αὐτοὶ λόγοι συνηγοροῦσιν εἰς τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ Πρωτοδικείου τούτου εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, διότι μία μόνον ἀρτηρία ὑπάρχει, ἡ συγκοινωνοῦσα πρὸς τὴν Λαμίαν. Πρὸς τὸ Μεσολόγγιον εἴτε διὰ Προυσσοῦ εἴτε διὰ τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ τὸν ὁποῖον ἀπηθανάτισεν ἡ σάτυρα ἀρχαίου γνωστοῦ σατυρογράφου, ἂν προχωρήσητε, δὲν θὰ εὕρητε μέσον συγκοινωνίας ἀνθρώπινον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος ἔπεισαν ἡμᾶς ἅπαντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας νὰ ὑπογράψωμεν τὴν πρότασιν νόμου, δι’ ἧς προτείνομεν, ὅπως ὑπαχθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Εὐρυτανίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν τοπικῶν τούτων λόγων ὑπάρχει καὶ ἄλλος, ὅτι οἱ Εὐρυτᾶνες οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰς Πάτρας, οὔτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν ἀπὸ ἐτῶν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἔχουσιν αὐτόθι παροικίαν πολυαριθμοτάτην ἀκμάζουσαν, στῦλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀξιολογώτατον, οὔτε ἐκεῖνοι ἔχουσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὰς Πάτρας, διότι διέρχονται ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς μεταβαίνοντες εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἂν οἱ Εὐρυτᾶνες ἐζήτουν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, ἡ τοιαύτη ἀξίωσις αὐτῶν θὰ ἦτο παράλογος, ὡς ὑπέδειξε καὶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὰς Ἀθήνας, διότι εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἀπείρως καλλιτέρα παρὰ εἰς τὰς ἐπαρχίας. (Διαμαρτυρίαι).
§178ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οἱ αὐτοὶ δικασταὶ δὲν εἶναι παντοῦ;
§179Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος ὁ κοινωνικὸς εἶναι ἀμεσώτερος ἐν Ἀθήναις. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν ἡμᾶς, ὅπως ζητήσωμεν τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ Πρωτοδικείου μας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὴν ἐπαρχίαν μόνον ἐκ τῶν βλεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἔρριψε πρὸς τὸν Χάρτην, τὴν πρότασιν ὅπως ὑπαχθῇ ὁ δῆμος Παρακαμπυλίων εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀγρινίου καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου, τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν θεωρῶ ἀπαράδεκτον, διότι ὁ δῆμος Παρακαμπυλίων, ὁ ὁποῖος πρόκειται ν’ ἀποθάνῃ αὔριον, δὲν ἔχει κἂν ἴδιον Εἰρηνοδικεῖον, ἵνα ὑπαχθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου. Ἔχει Εἰρηνοδικεῖον μεταβατικόν, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει τὸ μὲν θέρος εἰς Προυσσόν, τὸν δὲ χειμῶνα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, τὸν Ἅγιον Βλάσιον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων διὰ τῆς συζητουμένης προτάσεως πρόκειται νὰ κανονισθῇ ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν καὶ ὄχι νὰ κανονισθῇ ἡ περιφέρεια τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας, ὥστε ν’ ἀποσπασθῇ ἓν αὐτῆς τμῆμα καὶ ὑπαχθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὰ χωρία τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων εὑρίσκονται ἐγγύτερον πρὸς τὸ Μεσολόγγιον ἢ πρὸς τὸ Καρπενίσιον. Ὑπάρχουσι χωρία, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι πέντε καὶ ἓξ ὥρας ἀπὸ τὸ Καρπενίσιον, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ Μεσολογγίου τὸ ἀπώτατον χωρίον τοῦ δήμου αὐτοῦ χωρίζεται ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου δι’ ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας καὶ ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, διότι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Μεσολογγίου, ἡ ἕδρα τοῦ Πρωτοδικείου, κεῖται εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι οἱ ἀντιτιθέμενοι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία πρότασις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη συζητοῦμεν, οὔτε δύναται νὰ γίνῃ δεκτή. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον οὔτε δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ οὔτε νὰ συζητηθῇ κἂν ἡ ἑτέρα πρότασις, ἥτις ὑποβάλλεται περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Καρπενισίου εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν.
§180ΙΩ. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοιαύτας προτάσεις, θὰ καθιερωθῇ μία κακὴ ἀρχή, καὶ τὸ πλεῖστον τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους, θὰ ἐγείρωσιν ἀξιώσεις εὐλόγους, στηριζομένας ἐπὶ τῶν αὐτῶν λόγων, θὰ ζητήσωσι, λέγω, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἄλλα Ἐφετεῖα. Αὔριον θὰ ἴδωμεν τοὺς πληρεξουσίους ἐκ Κορινθίας νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου, ὅπως τὸ Πρωτοδικεῖόν των ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν.
§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μείνατε ἥσυχος.
§182Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Θὰ ἴδωμεν τοὺς πληρεξουσίους τῆς ἐπαρχίας Κεφαλληνίας νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου των εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, καὶ θὰ ἔχωσι πολὺ δίκαιον, διότι εἶναι πλησιέστατα εἰς τὰς Πάτρας. Ἐκτὸς τούτου, ἂν ὡς δικαιολογία τῆς προτάσεως νόμου φέρηται, ὅτι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας μὲ τὰς Πάτρας εἶναι δύσκολα μὲ τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, καὶ ὁ λόγος αὐτὸς ἠνάγκασε τοὺς πληρεξουσίους νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, διατί δὲν ἐζήτησαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης, μετὰ τῆς ὁποίας εὑρίσκονται εἰς καλλιτέραν συγκοινωνίαν;
§183Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάγεται ἡ Λαμία εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης, θὰ ὑπαχθῇ ἡ Εὐρυτανία;
§184ΙΩ. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἐκτὸς ἂν λόγος οὐσιώδης καὶ μὴ ἐκδηλούμενος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἐλπίζουσι καλλιτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος. Ἐὰν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, τότε πάντα τὰ Πρωτοδικεῖα τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, ἵνα ἀπολαμβάνωμεν δικαιοσύνης καλλιτέρας Φρονῶ δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὴν ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ Εὐρυτανίας, διότι ἐγὼ λέγω καὶ γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας συναλλάσσεται μὲ τὰς Πάτρας, τοῦτο δὲ τὸ βεβαιῶ, διότι ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας ἐμπορεύεται μὲ τὰς Πάτρας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκοινωνίαν, ἐκτὸς τῶν τριῶν ἀγροτικῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι πλησιάζουσι πρὸς τὴν Λαμίαν, οἱ ἄλλοι ἔχουσι συντομωτέραν συγκοινωνίαν πρὸς τὸ Μεσολόγγιον καὶ τὰς Πάτρας. Ἐὰν λοιπὸν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, θὰ ἔχωμεν προτάσεις ὁμοίας οὐχὶ ὀλίγας ἐκ μέρους ἄλλων Βουλευτῶν ἄλλων Πρωτοδικείων.
§185Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Θὰ πολεμήσω τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατ’ ἀρχήν, καθόσον θεωρῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἡμίμετρον, τὸ ὁποῖον προώρως εἰσάγεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι προκειμένου νὰ διαρρυθμίσωμεν τὰ τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν καὶ τῆς δικαιοδοσίας ἑνὸς ἑκάστου Δικαστηρίου συμφώνως πρὸς τὰς συνθήκας τῆς νέας συγκοινωνίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, νομίζω, λέγω, ὅτι ἔδει νὰ μὴ ὑποβληθῇ ὡς μία μονομερὴς πρότασις περὶ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ α ἢ β Πρωτοδικείου εἰς ὡρισμένον Ἐφετεῖον, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον ἔπρεπε καὶ νὰ ληφθῇ, καὶ παρακαλῶ πρὸς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἓν γενικὸν μέτρον, ἵνα ἀνασκοπηθῇ ἡ δικαστικὴ δικαιοδοσία τῶν διαφόρων Δικαστηρίων τοῦ Κράτους καὶ ταξινομηθῇ ἐπὶ νέας βάσεως συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν. Διότι διὰ τῶν τοιούτων ἡμιμέτρων παρεμποδίζεται ἡ γενικὴ διόρθωσις τῆς Δικαιοσύνης. Φρονῶ ὅτι, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, ἐπιβάλλεται ἐκ συμφέροντος αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅπως ἔχωμεν πράγματι πάντα τὰ Ἐφετεῖα εἰς τὸ ὕψος αὐτῶν, ἐπιβάλλεται, λέγω, γενικὴ ἀνασκόπησις τῆς δικαστικῆς διαιρέσεως. Ἰδιαίτατα δ’ ὀφείλω νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀκριβῶς λόγοι τῆς νέας συγκοινωνίας ἐπιβάλλουσι τὴν ὑπαγωγὴν τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ὅσον καὶ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, εἰς τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης. Μόνον διὰ τοιαύτης γενικῆς ἀνασκοπήσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς δικαιοσύνης ἐν γένει, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ, θέλει κατορθωθῆ, ὅπως ἀποδοθῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἡ δικαιοσύνη, ἥτις δέον ν’ ἀποδοθῇ, διότι δὲν πιστεύω ὅτι μόνον ἐν Ἀθήναις ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ πανταχοῦ, καὶ ἰδιαίτατα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅπως ἐμπεδωθῇ πραγματικῶς τὸ αἴσθημα καὶ ἡ πεποίθησις τοῦ λαοῦ περὶ τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νόμου, ἵνα εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἑνιαῖον γενικὸν μέτρον περὶ τῆς δικαστικῆς διαιρέσεως, διότι εἶναι ὁ μόνος πραγματικῶς ἁρμόδιος, ὅστις δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων νὰ εἰσαγάγῃ τέλειον καὶ πλῆρες νομοσχέδιον.
§186Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κηρύσσομαι, κύριοι Βουλευταί, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω ὅτι οἱ ἁρμοδιώτεροι ἵνα κρίνωσι τὰ τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν συναλλαγῶν αὐτῶν εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα ἀφορᾷ καὶ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ τονίσω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τὰ τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν ἔχουσι διαρρυθμισθῆ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐξυπηρετῶσι πραγματικῶς τὰ συμφέροντα καὶ τῶν διαφόρων μερῶν καὶ τῶν διαφόρων τόπων, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα κεῖνται πολὺ πλησιέστερον εἰς δικαστικὰς ἄλλας περιφερείας, καὶ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος, ὥστε οἱ κάτοικοι ἄλλων περιφερειῶν, μεταβαίνοντες ὅπως δικασθῶσιν εἰς τὰ οἰκεῖα Δικαστήρια, νὰ διέρχωνται διὰ τῶν τόπων ἐκείνων, ἔνθα ἔχουσιν ἱδρυθῆ Δικαστήρια, νὰ τὰ ἐγκαταλείπωσιν ὄπισθεν αὐτῶν, ἵνα μεταβῶσι καὶ δικασθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάγονται. Δὲν θέλω νὰ φέρω κανὲν παράδειγμα· δὲν ὁμιλῶ συγκεκριμένως· ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ λέγω ὅτι, ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Εὐρυτανίας ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ συμφέροντά των δὲν ἐξυπηρετοῦνται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, εἰς τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ὑπάγονται καὶ μὲ τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν συγκοινωνίαν ἔχουσι, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ εἰσακούσῃ τῶν παραπόνων ἐκείνων.
§187Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι οἰκογενειακά· αὐτὰ ἀφορῶσι τὴν Δικαιοσύνην.
§188Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ πάθῃ τι ἡ Δικαιοσύνη, ἐὰν τὸ Πρωτοδικεῖον Εὐρυτανίας μετατεθῇ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Ἐφετείου εἰς τὸ ἄλλο, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα ἐκείνου, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς Ἐφετεῖον, μεθ’ οὗ ἔχουσι συγκοινωνίαν τῆς ὁποίας ἤδη στεροῦνται. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ θὰ ὑποβάλω εὐλαβῶς τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὰ τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν, ὅπως ἔχουσι νῦν, καί, ἂν ἴδῃ που ἐλαττώματα καὶ κρίνῃ πρόσφορον νὰ μεταρρυθμίσῃ ταύτας, νὰ προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν γεωγραφικὴν θέσιν ἑκάστου Πρωτοδικείου, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν κατοίκων, τὰ ἐμπορικά των συμφέροντα, τὰς συναλλαγάς, τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων ἢ Δ. Συμβουλίων, καὶ τὰ ψιφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει πάντων τούτων γίνῃ διαρρύθμισις τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν ἐξυπηρετοῦσα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν τόπων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς ταύτης τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ τὰ συμφέροντα καὶ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ὑπέρογκα ἀληθῶς τέλη εἰς τοὺς μάρτυρας, ὡς ἐκ τῆς προσηκούσης δὲ διαρρυθμίσεως τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν θέλει ἐπέλθει μεγάλη οἰκονομία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§189Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσαγάγῃ πίνακα ἐμφαίνοντα ποία ἡ κίνησις τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας, διότι ἐκ τοῦ πίνακος αὐτοῦ δυνατὸν νὰ καταδειχθῇ ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ μέτρα ῥιζικώτερα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει μιμηθῆ τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος διερρύθμισε τὰ τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, καὶ ὅτι θέλει λάβει πρόνοιαν, ὅπως διαιρέσῃ τὰς δικαστικὰς περιφερείας συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν καὶ συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μίαν παράκλησιν δικαίαν ἐκ μέρους τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, ἡ ὁποία διὰ δημοψηφισμάτων ἐπανειλημμένως ἐγένετο γνωστὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἡ ἐπαρχία αὕτη ὑπαχθῇ δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Ἠλείας, ἐπὶ πλέον δὲ δηλῶ ὅτι θέλω ὑποστηρίξει τὴν προσθήκην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ῥούφου, ὅπως ὑπαχθῇ δικαστικῶς τὸ Πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφων εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν.
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σχέδιον νόμου ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑποβάλλεται ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἵνα ψηφίσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, βεβαίως δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸν πόθον τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν ταύτην νόμου, ἀλλὰ πρέπει νὰ φωτισθῇ, καὶ ἰδιαίτατα ἐπὶ τῶν δύο βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ πρότασις αὕτη. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται ὅτι δύο εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει τὸ Πρωτοδικεῖον Εὐρυτανίας νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται μέχρι τοῦδε. Πρῶτον ὅτι οὐδεμία σχέσις καὶ ἐπικοινωνία συνδέει τὸ Καρπενίσιον μὲ τὴν περιφέρειαν Πατρῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κατὰ τὴν ὀργάνωσιν τὴν παλαιὰν τὰ περισσότερα Δικαστήρια, τὸ Καρπενίσιον καὶ ὅλη ἡ Εὐρυτανία ὑπήγετο εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν κανὲν παράπονον δὲν ἠκούσθη κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπαγωγῆς. Πρότασις νόμου δὲν ὑπεβλήθη ποτέ.
§191Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Πῶς δὲν ὑπεβλήθη;
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ σας ἐκθέσει δὲν τὴν ἀναφέρετε, ἵνα ἴδωμεν ποίαν τύχην ἔλαβεν. Ἀλλ’ αὐτὸ καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ἡ Εὐρυτανία ὑπήγετο εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ τὴν διαφώτισιν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή. Ἀλλὰ δεύτερος λόγος προβαλλόμενος εἶναι ὅτι οὐδὲν μέσον συγκοινωνίας ὑπάρχει μεταξὺ Καρπενισίου καὶ Πατρῶν. Ἐπειδὴ ἡμεῖς γνωρίζομεν τὸ ἐναντίον, ἤθελον παρακαλέσει καὶ ὑποβάλλω πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως βεβαιωθῇ ἂν ὑπάρχει πραγματικῶς τοιαύτη ἔλλειψις συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν δύο τούτων μερῶν. Νομίζω λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήσις μέχρις ὅτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι μεταξὺ Καρπενισίου καὶ Ἀθηνῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ μεταξὺ Καρπενισίου καὶ Πατρῶν ἀφ’ ἑτέρου, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Γνωρίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη ἀντιτίθεται πρὸς τοὺς πόθους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσιν, ὡς ἐκπροσωποῦμεν καὶ πάντες ἡμεῖς, οὐ μόνον τὴν ἰδιαιτέραν των ἐπαρχίαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Γνωρίζω ἐπίσης, ὅπως γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς κάλλιον ἐμοῦ, κ. Πρόεδρε, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐξεφράσθη ἐπιθυμία τοιαύτη δι’ ἄλλο Πρωτοδικεῖον. Οἱ Κεφαλλῆνες ἐπανειλημμένως ἐξέφρασαν ζωηρὰν τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν.
§193Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πότε τὴν ἐξεδήλωσαν;
§194Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐπανειλημμένως τὴν ἐξεδήλωσαν.
§195Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Πρὸ ἕξ ἐτῶν διορισθεὶς νομάρχης Κεφαλληνίας, ἄπειρα διεβίβασα ψηφίσματα τοῦ λαοῦ τῆς Κεφαλληνίας, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν.
§196Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅμως κατὰ τοιοῦτον τρόπον προβαίνωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἀποσπῶμεν ἀπὸ τὰ διάφορα Ἐφετεῖα τὰ Πρωτοδικεῖα, ἀναλόγως τῶν πόθων ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐπιφέρωμεν πληθώραν ὑποθέσεων εἰς τὰ μὲν καὶ ἀναιμίαν εἰς τὰ δέ. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν θὰ εἶναι κατάλληλον τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ κάμῃ τοιαύτην ἐργασίαν καὶ θὰ ἐδεχόμην νὰ ἐγίνετο μελέτη, ἡ ὁποία θὰ ἐκανόνιζε τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἐφετείων, ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ ἀναβολῆς καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῆ ταύτην.
§197Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσιν ἐκ τῆς Κεφαλληνίας, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεκίνησαν τοὺς στρατιώτας, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν στάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν.
§198ΣΠ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Οἱ Κεφαλλῆνες οὐδέποτε ὑπεκίνησαν εἰς στάσιν. Οἱ Κεφαλλῆνες εἶναι οἱ πρῶτοι πατριῶται καὶ τὸ ἔδειξαν πάντοτε.
§199Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ προσκομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Χάρτην, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ μάθωμεν ποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Εὐρυτανίας καὶ Πατρῶν, δὲν εἶναι σοβαρὰ οὔτε ἥρμοζε νὰ ἐξενεχθῇ τοιαύτη πρότασις ἐκ μέρους συναδέλφου τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, διότι οὗτος ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ πῶς συνδέεται τὸ Καρπενίσιον μετὰ τῶν Πατρῶν.
§200Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή.
§201Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Τὸ γνωρίζει ἡ Βουλή. Ἥκιστα δὲ ἁρμόδιοι εἰς τὸ νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἦσαν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν συνάδελφοι καὶ δὴ οἱ δικηγόροι, διότι ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας ὑπάγεται μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου καὶ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. Ὑπάρχει λόγος καὶ σήμερον, ὅτε ἀπεσπάσθη ἡ Εὐρυτανία καὶ ἔχει ἴδιον Πρωτοδικεῖον, νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν; Ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ Καρπενισίου μέχρι τοῦ Ἀγρινίου εἶναι ἀπόστασις 24 ὡρῶν, εἰς τὸ μέσον δὲ εἶναι τὸ ὄρος...
§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀραράτ!
§203Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Πραγματικῶς! Εἶναι τὸ ὄρος Παναιτωλικόν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέσσαρας μῆνας κατὰ τὸν χειμῶνα διακόπτει πᾶσαν συγκοινωνίαν.
§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς ἔχετε τὸ Παναιτωλικὸν ἀπέχον δύο ἡμέρας καὶ συγκοινωνοῦν διὰ βατῆς ὁδοῦ μὲ τὸ Καρπενίσιον.
§205ΙΩ. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ τοιαύτης σοβαρᾶς προτάσεως δὲν πρέπει ν’ ἀστειεύησθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ λυποῦμαι πολὺ ὅτι εὑρέθησαν συνάδελφοι νὰ θεωρῶσι τὴν πρότασιν ταύτην οὐχὶ σοβαράν. Νομίζω δ’ ὅτι εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον τῶν ἐθνικοτήτων καὶ ἔχουσιν οἱ λαοὶ τὸ δικαίωμα ν’ αὐτοδιοικῶνται, καὶ τοῦτο ἀναγνωρίζεται ὑπὸ πάντων τῶν λαῶν, νομίζω ὅτι καὶ οἱ κατὰ τόπους λαοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσιν εἰς ποίαν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν θὰ ὑπάγωνται. Ἂν λοιπὸν καὶ οἱ Κεφαλλῆνες ὁμοθύμως ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς ἐμποδίσῃ; Ἀλλὰ σήμερον νομίζω ὅτι ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀξιώσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλέσωμεν τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μᾶς συντρέξωσιν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, διότι ἔχομεν δικαίωμα, ζητοῦντες ν’ ὑπαχθῶμεν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν.
§206Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ταύτην τὴν στιγμὴν συζητεῖ ἡ Βουλή, μὲ ἄγει εἰς τὴν σκέψιν ὅτι πραγματικῶς ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέριμνα γενικωτέρα ἐν σχέσει πρὸς τὰς περιφερείας καὶ τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστου Ἐφετείου. Εἶναι ἀληθές, ἀληθέστατον, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ εἶναι πέντε Ἐφετεῖα εἰς τὸ Κράτος, καὶ πέντε πρέπει νὰ εἶναι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀλιγώτερα, αἱ περιφέρειαι ἐκανονίσθησαν, ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, κατὰ τὸ ἑκάστοτε συμφέρον τῶν διαφόρων ἰσχυρῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐφ’ ὅσον ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τείνει μόνον εἰς τὴν τροποποίησιν μιᾶς ὡρισμένης δικαστικῆς περιφερείας, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἶναι βέβαιον ὅτι ὄχι μόνον ζήτημα ἀποστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων καὶ τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῇ σχετικῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μᾶς ἀγάγωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Α δικαστικὴ περιφέρεια πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Β Ἐφετεῖον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἔχει ἀρκοῦσαν περιφέρειαν, ἀλλὰ στερεῖται καὶ τῶν περιφερειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δεδικαιολογημένως ἔδει νὰ ὑπήγοντο εἰς αὐτό. Καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἐφαρμόζει ὅλως ἰδιάζουσαν νομοθεσίαν, δηλ. τὴν νομοθεσίαν τοῦ Ἰονίου Ἀστικοῦ Κώδικος· εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο ἐχρησίμευσεν ἀνέκαθεν καὶ χρησιμεύει ὡς εἶδος Ἀκυρωτικοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς νομολογίας ἐκείνης. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐρωτῶ· εἶναι δίκαιον εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας νὰ μὴ ὑπάγωνται τὰ Πρωτοδικεῖα Ζακύνθου καὶ Λευκάδος; Ἕνεκα τίνων λόγων προσεκολλήθησαν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν; Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου κυρίων Μαβίλη, Κογεβίνα καὶ Βάρθη, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅπως τοῦ λοιποῦ αἱ περιφέρειαι τῶν Πρωτοδικείων Λευκάδος καὶ Ζακύνθου ὑπάγωνται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας.
§207Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετατιθεμένης τῆς ἕδρας εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.
§208Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Οὐδέποτε, διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ Κέρκυρα ὑπῆρξε πάντοτε ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι εἶχε δικαιώματα πολὺ μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἔδωκε πολὺ εὐχαρίστως, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἀποκατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει. Πρέπει δ’ ἐπίσης νὰ γνωρίζητε καλῶς ὅτι εἰς πάντα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν διάφορα ἄλλα μικρότερα Κράτη, πάντοτε τὰ κεκτημένα δικαιώματα ἔμειναν σεβαστά. Ἂν σήμερον ἡ Ἰταλία ἔχει πληθώραν Πανεπιστημίων, ἂν σήμερον ἡ Ἰταλία ἔχει πληθώραν Δικαστηρίων, τοῦτο ὀφείλεται, διότι τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἴτε τὰ Πανεπιστήμια εἴτε τὰ Δικαστήρια, ἦσαν πρωτεύουσαι, καὶ ἐθεωρήθη ἐπιβεβλημένον, ὅπως ἀναγνωρισθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν πρωτευουσῶν ἐκείνων. Τοῦτο δ’ ἐγένετο καὶ ἐν Γερμανίᾳ, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ Βουλευτὴς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Κερκύρας, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς θυσίας μεγάλας καὶ διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἱκανοποιημένη. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑποβάλλονται μεμονωμέναι προτάσεις, χωρὶς νὰ ἐπισκοπηθῇ τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας, θὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κηρυχθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι τοῦτο θὰ πράξῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, διότι πράγματι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὁρισμὸν τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν, ἀλλὰ νὰ μελετηθῇ γενικῶς ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους καὶ ὄχι νὰ ληφθῇ μέτρον μεμονωμένον.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ προκαλέσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ.
§210Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Τοιαύτην σύγχυσιν γλωσσῶν καὶ ἰδεῶν οὐδέποτε ἐφανταζόμην εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Πολλάκις ἐπὶ πολλοῖς ἐθαύμασα, ἀλλ’ οὐδέποτε ὁμολογῶ ἐξενίσθην ὅσον ξενίζομαι τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτε ὑποβάλλονται τοπικὰ νομοσχέδια, τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, στενῶς τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ εὑρίσκονται διερμηνεῖς σκέψεων ἥκιστα ἀλτρουϊστικῶν. Εὑρίσκονται ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἐπιλαμβάνονται τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα ἴδια συμφέροντα ἐξυπηρετήσωσι, διὰ λόγον τείνοντα εἰς ματαίωσιν τῶν συμφερόντων λαοῦ φιλονομωτάτου καὶ διακριθέντος πάντοτε διὰ τὴν ὑποταγὴν εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον. Τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ ἐκείνου μόνον ἡμεῖς τὰ γνωρίζομεν, καὶ μόνον ἡμεῖς κηδόμενοι τῶν συμφερόντων αὐτοῦ ἔσχομεν τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλά, ἀφοῦ τοιαύτη ἀντίδρασις ἠγέρθη εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι δεχόμεθα τὴν ἀναβολήν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποσύρομεν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅτι ἀποσύρεται πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς εἶναι περιττή. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολ. Δικονομίας».
§212Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θίγονται δύο σημεῖα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας οὐχὶ ἀκριβῶς συναφῆ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐφαπτόμενα ἐν μέρει· τὰ ζητήματα τῶν ἀκυροτήτων καὶ τὰ τῶν λόγων ἀναιρέσεως. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς νομικοὺς ἐξ ὑμῶν ὅτι δύο σχολαὶ ὑπάρχουσι, δύο συστήματα δικονομικὰ κρατοῦσι παρά τε τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ταῖς κειμέναις νομοθεσίαις τῶν διαφόρων Πολιτειῶν· τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ δικαστὴς περιορίζεται ἐντὸς ὡρισμένων διατάξεων καὶ διατυπώσεων, ὧν ἡ ἀθέτησις ἐπάγεται ἀκυρότητα καὶ ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλει ὁ δικαστὴς ν’ ἀπονέμῃ τὸ δίκαιον, καὶ τὸ ἕτερον σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὸν δικαστὴν παρέχεται ὅσον ἔνεστι πλήρης ἐλευθερία, ὅπως ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον κατὰ τὴν πεποίθησιν αὑτοῦ, χωρὶς νὰ δεσμεύηται ὑπὸ τοῦ τύπου τῶν δικονομικῶν διατάξεων. Τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι τὸ κρατοῦν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ καὶ παρουσιάζει ἀληθῶς πολλαπλᾶς ἀτελείας. Ἐν πρώτοις εἶναι ἀντιφατικὸν κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ δεσμεύομεν τὸν δικαστὴν κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὑπὸ διαφόρους τύπους, χορηγοῦμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν τῆς ἐλευθερίας κρίσεως κατ’ οὐσίαν· ἐπὶ παραδείγματι διὰ τὴν ἐξέτασιν μαρτύρων ἀπαιτοῦνται πλείονες διατυπώσεις, ἄνευ τῶν ὁποίων ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς μαρτυρίας, ἀλλά, ὅταν φθάσῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς οὐσίας, εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ πράγματα, τὰ γεγονότα, τὰς ἀποδείξεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν πρὸ αὐτοῦ, ὡς οὗτος ἤθελε κρίνει ὀρθόν. Ἐνῷ λοιπὸν ἐξ ἑνὸς δεσμεύεται κατὰ τὸ τυπικὸν μέρος, ἐξ ἄλλου μένει ἐλεύθερος κατὰ τὴν οὐσίαν, ἡ δέσμευσις δ’ αὕτη κατὰ τὸ τυπικὸν μέρος εἶναι λίαν μειονεκτική, διότι πολλάκις εἴτε ἀναγκάζεται νὰ θυσιάσῃ τὴν οὐσίαν διὰ τὸν τύπον, εἴτε νὰ στραγγαλίσῃ τὸν νόμον, διὰ νὰ διασώσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ φρονεῖ ὡς δίκαιον κατ’ οὐσίαν. Καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον εἶναι προδήλως οὐχὶ πολὺ ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν δικαιοσύνην. Ἐπὶ τοῦ ἑτέρου συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ὁσημέραι ἐν ταῖς νεωτέραις νομοθεσίαις, παρατηρεῖται ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δικαστοῦ, ὅστις νὰ ἐμπνέῃ πλήρη πεποίθησιν κατά τε τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ καὶ τὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης δύναταί τις εὐλόγως ν’ ἀντιτάξῃ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει τοιούτου δικαστοῦ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα, ἑπομένως ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως τὸ δεύτερον σύστημα εἶναι ἀναντιρρήτως ὀρθότερον τοῦ πρώτου. Ἕν βῆμα πρὸς τὸ δεύτερον τοῦτο σύστημα ἔκαμεν ἤδη ἡ νομοθεσία ἡμῶν διὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου ͵ΓΦΟΓʹ, δι’ οὗ εἰδικῶς ἐπὶ συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων εἰς διαταγὴν ἐθεσπίσθη ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ νὰ διατάξῃ ἀποδείξεις «περὶ τῶν μὴ δι’ ἐγγράφων ἀποδεικνυομένων γεγονότων τῶν θεμελιούντων τὴν κατὰ τῆς ἀγωγῆς ὑπεράσπισιν τοῦ ἐναγομένου» ἢ ν’ ἀπορρίψῃ ὡς ἀπαραδέκτους τὰς σχετικὰς ἐνστάσεις καὶ προτάσεις, εἰσαγομένας εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Δεύτερον βῆμα πρὸς τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι τὸ προτεινόμενον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνστάσεις ἀκυρότητος. Ἀρχικῶς τὸ ἄρθρον 201 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὥριζεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀκυρότης δικαστικῆς τινος πράξεως ὑπάρχει, ὅταν ἡ πρᾶξις εἶναι διατεταγμένη ἢ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος ἢ ὡς οὐσιώδης». Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι προφανῶς πλημμελής, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς πράξεως, ἀλλὰ περὶ τῆς διατυπώσεως, ἧς ἡ παράλειψις δύναται νὰ φέρῃ ἢ μὴ ἀκυρότητα· ἄλλως ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἐν γένει, αἱ πράξεις αἱ διατασσόμεναι ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δέον νὰ θεωρηθῶσιν οὐσιώδεις· ἑπομένως ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ὅτι τότε ὑπάρχει ἀκυρότης, ὅταν ἡ διατύπωσις διατάσσηται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος ἢ ἀφορᾷ οὐσιῶδες μέρος τῆς πράξεως, ὥστε ἡ ἔλλειψις αὐτῆς νὰ συνεπάγηται ἔλλειψιν αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως. Ὁπωσδήποτε ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου κατέληξεν ἡ πρακτικὴ εἰς τὸ νὰ θεωρῇ πάσας τὰς δικονομικὰς διατάξεις ὡς ἐπαγομένας ἀκυρότητα, πλὴν ἐκείνων, ἐφ’ ὧν εἰδικῶς ὁ νόμος ἀπαγγέλλει ἕτερα ἀποτελέσματα. Καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἑρμηνεύων τοὺς λόγους ἀναιρέσεως, καὶ εἰδικῶς τὸ ἐδάφιον 5 τοῦ ἄρθρου 807, κατὰ τὸ ὁποῖον ὡς λόγοι ἀναιρέσεως ἀναγράφονται ἡ μὴ τήρησις τύπου διαδικαστικοῦ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, διατεταγμένου ἢ δυναμένου νὰ προβληθῇ κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς δίκης, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὰς διατάξεις τὰς δικονομικάς, αἵτινες θεσπίζουσι διατυπώσεις ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, ἀλλ’ ἐξέτεινε τοὺς λόγους τῆς ἀναιρέσεως εἰς πάσας τὰς οὐσιώδεις διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, οὕτως ὥστε ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου τίθενται πᾶσαι αἱ ἐνστάσεις καὶ προτάσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς οὐσίας. Τὸ ἄτοπον αὐτὸ ἄγει βεβαίως εἰς τὴν ἐξαφάνισιν πλείστων ὅσων ἀποφάσεων διὰ λόγους σχετικῶς μικρᾶς σημασίας, καὶ καλὸν εἶναι νὰ διορθωθῇ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπαγγέλλεται ἡ διόρθωσις ἀμφοτέρων τῶν ἄνω σημειωθεισῶν ἐλλείψεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὶν ἢ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἐζήτησεν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν γνώμην ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος. Ἐν ἐκείνῃ ἤδη τῇ ἐπιτροπῇ ἔφερον οὐσιώδη ἀντίρρησιν ἀναγομένην εἰς τὸ 7ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προτάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει λόγος ἀναιρέσεως (ἀναγινώσκει: «Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πράγματα μὴ προταθέντα ἢ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πράγματα προταθέντα καὶ ἔχοντα κατὰ νόμον οὐσιώδη ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης». Τὸ ἀρχικὸν σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς ἡμᾶς τότε ἔφερε «πράγματα ἔχοντα οὐσιώδη ἐπιρροὴν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου», τοῦτο δὲ καθίστα τὸν Ἄρειον Πάγον Δικαστήριον οὐσίας, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου περιώριζε τοὺς λόγους τοὺς νομικοὺς τῆς ἀναιρέσεως. Ἡ παρατήρησίς μου αὕτη ἐγένετο δεκτή, καὶ διωρθώθη τὸ ἐδάφιον αὐτό, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὑπάρχει λόγος ἀναιρέσεως, ἂν τὸ Δικαστήριον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πράγματα ἔχοντα οὐσιώδη ἐπιρροὴν κατὰ νόμον εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης. Παρέμεινεν ὅμως ἐκ παραδρομῆς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναφερομένη εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν καὶ παρουσιάζουσα ἀντίφασιν πρὸς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει κατὰ τὸ μέρος τοῦτο. Τὴν αὐτὴν ὁμοίως ἀντίρρησιν προέβαλον καὶ ἐπὶ τοῦ 9ου ἐδαφίου, κατὰ τὸ ὁποῖον λόγοι ἀναιρέσεως εἶναι καὶ ἄλλοι· «Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν προσαχθείσας ἀποδείξεις, πλὴν ἂν ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει αἱ ἀποδείξεις δὲν εἶχον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου οὐσιώδη ἐπίδρασιν εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς», τουτέστι καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἔλαβε τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον προσαχθείσας ἀποδείξεις, προτείνεται νὰ ἐξαρτηθῇ ὁ λόγος τῆς ἀναιρέσεως ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἂν αἱ ἐπικληθεῖσαι ἀποδείξεις εἶναι οὐσιώδεις ἢ μή. Ἐνταῦθα αἱ παρατηρήσεις μου δὲν εἰσηκούσθησαν. Πρὸς τυπικὴν δὲ θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τὸ ἐδάφιον τοῦτο διετυπώθη ἀντιθέτως, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναιρέσεως, ἂν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποφανθῇ ὅτι δὲν εἶναι οὐσιῶδες τὸ ἐπικληθὲν ἀποδεικτικὸν μέσον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένον, διότι εἶναι ἠναγκασμένος ὁ διάδικος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως νὰ φέρῃ ὅλην τὴν οὐσίαν, ν’ ἀναλύῃ μαρτυρίας κλπ., θ’ ἀσχολῆται δὲ ὁ Ἄρειος Πάγος πολὺ εἰς ταῦτα, ἅτινα δὲν εἶναι ἔργον αὐτοῦ. Ἐντεῦθεν προτείνω νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς ἡ δευτέρα φράσις. Ἐκτὸς τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, ἢ μᾶλλον προσθήκην, τὴν ἑξῆς. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπέρχεται ὁπωσδήποτε οὐσιώδης μεταρρύθμισις τῶν σχετικῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν ἤδη νὰ ὑπῆρξαν κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα προσβάλλονται διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης. Ἄν π. χ. διάδικός τις ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὸν παλαιὸν νόμον καὶ τὴν κατ’ αὐτὸν ὑπάρχουσαν ἀκυρότητα πράξεώς τινος τοῦ ἀντιδίκου του δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν κατ’ οὐσίαν, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ θεωρηθῇ ἤδη ἡ πρᾶξις ἔγκυρος. Ἐπίσης ἐπὶ αἰτήσεων ἀναιρέσεως, αἵτινες ἠγέρθησαν βασίμως κατὰ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν, θὰ ἦτο ἄτοπον ν’ ἀπορρίπτωνται.
§213Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶδον τὴν τροπολογίαν σας.
§214Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶσθε σύμφωνος;
§215Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§216Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τότε οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ῥιζικῆς νομοθετικῆς μεταβολῆς, διότι θὰ ἠδύναντο νὰ περιληφθῶσι καὶ ἄλλα δικονομικὰ θέματα, ἴσως δὲ ἔδει νὰ ἐξαντληθῶσι καὶ αἱ κατ’ ἰδίαν διατάξεις, αἱ ἀπαγγέλλουσαι ἀκυρότητα ῥητῶς, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι βεβαίως ἀντικείμενον τῆς γενικῆς μεταρρυθμίσεως τῆς Δικονομίας. Τὸ πρῶτον ὅμως βῆμα πρὸς τὸ νεώτερον δικονομικὸν σύστημα νομίζω ὅτι εἶναι χρήσιμον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ ἰδίως εἶναι ὠφέλιμον καὶ ἀπὸ ἑτέρας ἀπόψεως, τῆς βαθμιαίας εἰσαγωγῆς τῶν ἐλευθεριωτέρων αὐτῶν διατάξεων παρ’ ἡμῖν, τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον βῆμα, ὡς εἶπον, ἀπετέλεσεν ὁ νόμος περὶ συναλλαγματικῆς; καὶ τὸ ἕτερον δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἰς τὰς λεπτομερείας ἴσως λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον, διότι ἔχει κάποιαν ἐργασίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ εἰδικὴ τοῦ δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν, ἡ προεδρευομένη ἀπὸ τὸν κ. Εὐκλείδην, ἡ ἐργασία δ’ αὕτη εἶναι ἀξία λόγου καὶ ἴσως λάβω ἀφορμὴν νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς, ἂν πεισθῶ ὅτι ὑπάρχει λόγος μεταρρυθμίσεως καὶ ἑτέρων διατάξεων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατ’ ἀρχὴν κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰς δύο αὐτὰς μεταβολάς, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§217Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θ’ ἀναβάλω διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι παραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τῶν δύο βαθμῶν τῆς διαδικασίας, χωρεῖ ἀναίρεσις; Εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἀναίρεσις καὶ νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος ἡ πρᾶξις κατὰ παράβασιν τῆς ἀρχῆς τῶν δύο βαθμῶν τῆς διαδικασίας; Διότι ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀνεύρω εἰς αὐτὴν τὴν παράγραφον ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἀναίρεσις.
§218Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα διατυπώσεως τοῦ λόγου τῆς ἀναιρέσεως. Εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ὡς τρίτον ἄρθρον εἶναι ὀρθοτάτη καὶ θὰ περιληφθῇ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν του παρατήρησιν, νομίζω ὅτι δύναται κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ συζητηθῇ, διότι ἔχει τὰ ὑπὲρ αὑτῆς, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ μειονεκτήματά της, καὶ ἴσως ἡ ὀρθοτέρα γνώμη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμελετήθησαν ὀπωσδήποτε αἱ λεπτομέρειαι. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῶσι πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου). Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 2.
§220Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω τὸν λόγον. Βεβαίως ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ συζητήσω εὐρύτερον, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, διὰ νὰ διευκολυνθῇ τότε ἡ συζήτησις, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρῶτον εἰς τὸ ἐδάφιον ὑπ’ ἀριθ. 5 τοῦ δευτέρου ἄρθρου· προκειμένου περὶ μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου 807 λέγει: «5) Ἐὰν κατὰ παράβασιν δικονομικῶν ὁρισμῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν περὶ ἐπιδόσεων ἐδικάσθη ἀκύρως ἐρήμην ὁ διάδικος». Τὴν διάταξιν ταύτην εὑρίσκω τόσον γενικήν, ὥστε τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς περιστολῆς τῶν στρεψοδίκων ἐνστάσεων διὰ παραβιάσεις τῶν διατυπώσεων περὶ ἐπιδόσεως, νὰ μὴ τὴν ἐπιτυγχάνητε. Θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀκολουθηθῇ περισσότερον ἡ διατύπωσις τῆς Αὐστριακῆς Δικονομίας, καθ’ ἥν, ἐὰν κατασταθῇ ἀδύνατος εἰς τὸν διάδικον ἡ ἐμφάνισις διὰ παραβίασιν τύπων περὶ ἐπιδόσεως, τότε καὶ μόνον ἐπέρχεται ἀναίρεσις. Διότι ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου σας «ἐὰν παρωράθησαν οἱ δικονομικοὶ ὁρισμοὶ περὶ ἐπιδόσεως» ἀπὸ τῆς προθεσμίας τῶν ἐπιδόσεων μέχρι τῆς συντάξεως τῶν ἀποδεικτικῶν ὑπάρχει εἷς σωρὸς διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πᾶσαι οὐσιώδεις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διατυπώσεως ἐφ’ ὅσον αἱ οὐσιώδεις διατυπώσεις δὲν ὁρίζονται εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἀλλὰ γίνεται παραπομπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 2, δὲν ἐπιτυγχάνετε τὸ σκοπούμενον.
§221Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν σας διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§222Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ ἔλθῃ αὔριον εἰς συζήτησιν, βεβαίως, διότι σήμερον εἴχομεν καὶ συνταγματικὴν συζήτησιν.
§223Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Ἅμα εἶναι τροπολογία, δὲν τὸ φέρομεν.
§224Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ φέρω ἐγὼ τροπολογίαν. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν Αὐστριακὴν Δικονομίαν.
§225Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί.
§226Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἑπομένως καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἠκολουθοῦμεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἐδάφιον τὴν αὐτὴν διατύπωσιν.
§227Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ αὐτὴ διατύπωσις.
§228Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν αὐστριακὴν διατύπωσιν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ διάφορος· «ἐὰν κατασταθῇ ἀδύνατος εἰς τὸν διάδικον ἡ ἐμφάνισις ἰδίᾳ κατὰ παράβασιν τῶν περὶ ἐπιδόσεως διατάξεων», διότι ἄλλως θὰ εἶχε πάντοτε εἷς κακόπιστος διάδικος λόγον ἀναιρέσεως ἕτοιμον, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ μίαν παρατυπίαν ἐπιδόσεως, καὶ νὰ μὴ ἐμφανισθῇ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσῃ νὰ δικασθῇ ἐρήμην. Δεύτερον ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον 9 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν φύσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν Δικαστήριον οὐσίας, διότι τὸν καθιστῶμεν ἐν μέρει Δικαστήριον οὐσίας, ὅταν ἐπιτρέπωμεν εἰς αὐτὸν νὰ ἀναιρῇ ἀποφάσεις, ἐὰν τὸ Δικαστήριον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφκ, ἀφοῦ ἐκτιμᾷ ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀσκοῦσιν οὐσιώδη ἐπιρροὴν εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι οὕτως οὐ μόνον ὁ Ἄρειος Πάγος μεταβάλλεται εἰς Δικαστήριον τῆς οὐσίας, ἀλλὰ καὶ ἡ συζήτησις καθίσταται συζήτησις οὐσίας, οὕτως ὥστε ὡς δικηγόρος, ὅταν θὰ πρόκειται νὰ πείσω τὸν Ἄρειον Πάγον περὶ τοῦ τοιούτου ἀναιρέσεως λόγου ἢ ὅταν μοὶ φέρῃ ὁ ἀναιρεσείων λόγον ἀναιρέσεως τοιοῦτον καὶ ἀναγκασθῶ ν’ ἀμυνθῶ, θὰ εἶμαι ὑπόχρεος ν’ ἀναπτύξω ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν οὐσιαστικῶς καὶ νὰ παρενείρω τὴν οὐσίαν, διὰ νὰ πείσω τὸ Δικαστήριον ὅτι ἔχει ἢ δὲν ἔχει οὐσιώδη ἐπίδρασιν εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς τὸ ἔγγραφον. Τὴν καινοτομίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν αἰτιολογῶ ἔκ τινος παρεκτροπῆς, τῆς ὁποίας ὑπαίτιοι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, τὴν εὑρίσκω ἀδικαιολόγητον, διότι μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἤδη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 808 θὰ ἔλεγον ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ὡς ὑπῆρχεν εἰς τὴν Δικονομίαν καὶ δέον νὰ βελτιωθῇ, διότι ἡ παράβασις τῶν δύο βαθμῶν τῆς δικαιοδοσίας δὲν εἶναι πλέον λόγος ἀναιρέσεως διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου 808 ὡς μετεβλήθη, ἐνῷ βεβαίως τοιαύτην πρόθεσιν καταργήσεως τοῦ λόγου τούτου ἀναιρέσεως δὲν εἶχεν ἐν νῷ ὁ κ. Ὑπουργός.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθηκῶν».
§230Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δωδεκάτη ἡ ὥρα.
§231Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ προχωρήσωμεν. Αὐτὸ θὰ ψηφίσωμεν καὶ φεύγομεν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3.) Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχουσι διάφοροι τροπολογίαι. Πρῶτον τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Δικαίου. Τὴν ὑποστηρίζετε;
§233Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Μάλιστα.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε. Ὁ κ. Δικαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§235Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶδον τὴν τροπολογίαν σας. Περιέλαβον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζετε, ἀκολουθήσας τὸ Γερμανικὸν σύστημα. Ἄλλο τι δὲν δύναται νὰ προστεθῇ.
§236Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Δέχεσθε;
§237Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διετυπώθη κατὰ προσήκοντα τρόπον. Τώρα ἐξετάσατε ὑμεῖς.
§238Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν;
§239Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως. Ἔχω τροποποιήσει τὸ ἄρθρον. Δὲν τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει;
§240Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶδον.
§241Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀφήσατέ το, διότι ἐγὼ εἶδον τὴν τροπολογίαν σας.
§242Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τὸ ἐδάφιον 4 τοῦ ἄρθρου 4 ἔχει: «Οἱ διατελοῦντες ἐν καταστάσει νοσηρᾶς διαταράξεως τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ, ἀποκλειούσῃ τὴν ἐλευθέραν βούλησιν, ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς παροδική· ὡς καὶ οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης διατελοῦντες ἐν καταστάσει ἀσυνειδησίας ἢ παροδικῆς διαταράξεως τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ». Οὕτω διετυποῦτο ἡ τάξις αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχικῶς. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4, ἐσκόπησα εἰς τὴν θεραπείαν ἑνὸς ἀτόπου, διότι, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 4 σκοπεῖ τὴν ἐξάντλησιν τῶν περιπτώσεων τῆς ἀνικανότητος πρὸς σύνταξιν διαθήκης, ὁ περιορισμός, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ἐν τῷ σχεδίῳ διὰ τῆς φράσεως: «ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς παροδική», προφανῶς ἐγκαταλείπει ἀπρόβλεπτον τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἐν λόγῳ κατάστασις εἶναι παροδική.
§243Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προεβλέφθη ἡ ἄλλη κατωτέρω· λέγει: «ὡς καὶ οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης διατελοῦντες ἐν καταστάσει ἀσυνειδησίας ἢ παροδικῆς διαταράξεως τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ».
§244Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ναί. Νὰ ἴδωμεν τώρα ἂν ἡ προσθήκη αὕτη πληροῖ τὴν περίπτωσιν τῆς παροδικῆς καταστάσεως. Δὲν τὸ ἔχω ἰδεῖ.
§245Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πληροῖ ἀναντιρρήτως. Ἓν θὰ ἦτο τὸ ζήτημα, διότι διαστέλλονται αἱ δύο περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἔννοιαν.
§246Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἔννοιαν.
§247Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἀναντιρρήτως συμπληροῖ;
§248Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί.
§249Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν. Κατὰ τὰς διατάξεις τὰς κρατούσας παρ’ ἡμῖν τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅριον ἡλικίας ἱκανότητος πρὸς γάμον ἐπὶ μὲν τῶν θηλέων εἶναι τὸ δωδέκατον συμπεπληρωμένον, ἐπὶ δὲ τῶν ἀρρένων τὸ δέκατον τέταρτον. Λόγῳ ἴσως ἱστορικῶν παραδόσεων καὶ λόγῳ κλιματολογικῶν συνθηκῶν εἶναι πασίγνωστον ὅτι δὲν εἶναί τι τὸ ἄηθες παρ’ ἡμῖν τὸ συνάπτειν γάμον ὑπὸ τῶν θηλέων εἰς τὴν ἡλικίαν τοῦ 12 ἔτους, καὶ ὑπὸ τῶν ἀρρένων εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 14 ἐτῶν, καὶ τοῦτο συμβαίνει παρ’ ἡμῖν συνήθως, ὁσάκις πρόκειται περὶ ὀρφανῶν τῶν οἰκογενειῶν· διὰ ποικίλους λόγους σπεύδουσι ταῦτα εἰς τὴν σύναψιν γάμου καὶ ἀποκαθιστῶσιν ἰδίαν οἰκογένειαν· κηρύσσονται χειράφετα· ἔχουσι τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐπιχειρεῖν τόσας καὶ τόσας πράξεις διαχειριστικὰς τῆς περιουσίας των· καὶ ἐνῷ ὁ ἀστικὸς νόμος λαμβάνει τὴν πρόνοιαν ἵνα φρουρήσῃ τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἕνεκα λόγων ἀναγομένων εἰς τὴν διαχείρισιν, δὲν εἶναι βεβαίως φρόνιμον καὶ σκόπιμον, ἵνα, διὰ τὸν μετὰ θάνατον τοὐλάχιστον χρόνον, μὴ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἱκανότητα νὰ διαθέσωσι τὰ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ των.
§250Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἡλικία εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν ἐτηρήθη.
§251Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ καταργήσωμεν τὴν ἡλικίαν, ἐὰν θέλητε νὰ εἴπωμεν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὸ θῆλυ καὶ τὸ ἄρρεν δὲν ἔχουσι τὴν ἱκανότητα νὰ συνάψωσι πρὸ τοῦ 12 καὶ τοῦ 14 γάμον, ἄλλο ζήτημα.
§252Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομοθετοῦμεν περὶ γάμου. Ἔχομεν περὶ διαθηκῶν.
§253Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Περὶ διαθηκῶν. Ἀλλ’ ὁ καθορισμὸς ὁρίου ἡλικίας εἰς τὸ δέκατον ἕκτον ἔτος ἀνικανότητος πρὸς σύνταξιν διαθήκης ἐγκαταλείπει τὴν οἰκογένειαν ἀπροστάτευτον, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἱδρυμένην οἰκογένειαν.
§254Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον δὲν ἔγινε ποτὲ πράγματι.
§255Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ.
§256Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δώδεκα ἐτῶν κοράσιον;
§257Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς πείρας. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν οἰκογενειάρχην ἄγοντα ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 16 ἐτῶν, ἀλλὰ μὴ ἔχοντα τὴν ἱκανότητα νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν του διὰ τὸν μετὰ θάνατον χρόνον. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν τροπολογίαν ἐθεώρησα σκόπιμον.
§258Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν διαθέτει ὁ νόμος. Ὑπάρχει ἡ ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχή. Ζημία δὲν εἶναι.
§259Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Πολλὰ τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς, διότι πολλαὶ συγγενικαὶ βλέψεις εἰς τοιαύτην ἡλικίαν ἐξυπηρετοῦνται, ὅταν δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἀσφαλισθῶμεν κατὰ τῶν κινδύνων αὐτῶν διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ οἰκογενειάρχου νὰ διαθέσῃ τὰ κατ’ αὐτὸν ὅπως αὐτὸς θέλει. Εἶναι μεγάλοι κίνδυνοι.
§260Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κίνδυνοι.
§261Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους διαβλέπετε, εἶναι σοβαρώτατοι, εἰς τὴν τοιαύτην ἡλικίαν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀντιθέτου σημείου, ἐκ τῆς διαθήκης, ὄχι ἐκ τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος παρέχει εἰς τὸν διαθέτην.
§262Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν μὲ ἐνοήσατε. Τοὺς κινδύνους ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ τοὺς διΐδητε. Οἱ κίνδυνοι εἶναι ἄλλοι.
§263Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Εἰς τοιαύτην ἡλικίαν οἱ κίνδυνοι εἶναι ἄλλοι· εἰς τοιαύτην ἡλικίαν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ προστατεύσῃ τις αὐτόν. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει εἷς γόνος καὶ εἶναι συμφέρον αὐτὸς νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὸ μέσον, μετὰ τῆς τοιαύτης εὐκολίας δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ καὶ ὁ γεννήτωρ, δύνανται δὲ νὰ ἐπέλθωσι καὶ πολλὰ κακά. Νομίζω ὅτι θὰ εἴμεθα συνεπέστεροι πρὸς τὴν καθ’ ὅλου ἱκανότητα τοῦ ἐπιχειρεῖν νομικὰς πράξεις, ἐὰν ταυτίσωμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τόσον διὰ τὴν σύνταξιν τῆς διαθήκης, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἱκανότητα πρὸς γάμον. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω καὶ οὐδεμίαν ἄλλην.
§264Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τέταρτον ἐδάφιον, διότι βλέπω ὅτι παρίσταται ἀνάγκη ἀναπτύξεως τούτου. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο διῃρέθη εἰς δύο περιόδους· εἰς τὴν πρώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνίκανοι πρὸς σύνταξιν διαθήκης εἶναι «οἱ διατελοῦντες ἐν καταστάσει νοσηρᾶς διαταράξεως τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ, ἀποκλειούσῃ τὴν ἐλευθέραν βούλησιν, ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς παροδική»· καὶ εἰς τὴν δευτέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνίκανοι πρὸς σύνταξιν διαθήκης εἶναι «καὶ οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης διατελοῦντες ἐν καταστάσει ἀσυνειδησίας ἢ παροδικῆς διαταράξεως τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ». Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ἑκατέρα τῶν προτάσεων τούτων ἀφορᾷ διακεκριμένας περιστάσεις. Ἡ πρώτη ἀφορᾷ νοσηρὰν διανοητικὴν κατάστασιν μόνιμον, μὴ οὖσαν ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεώς της παροδικήν, οἵα ἐστὶν ἡ παραφροσύνη, ἡ μανία, ἡ βλακεία. Δηλαδὴ προβλέπει κατάστασιν διανοητικὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἀκολουθουμένων τῶν νομίμων διατυπώσεων ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν. Κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην εἶναι σημαντικὸν τὸ ζήτημα τῆς ἀποδείξεως, ὅπερ διατίθεται οὕτως. Ὁ προσβάλλων διαθήκην τινὰ ὑποχρεοῦται ν’ ἀποδείξῃ μόνον ὅτι ὁ διαθέτης ἦτο ἐν νοσηρᾷ διαταράξει τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της δὲν ἦτο παροδική, ἤτοι ν’ ἀποδείξῃ ὅτι οὗτος ἔπασχεν ἐκ παραφροσύνης, μανίας κλπ., χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποδείξῃ καὶ ὅτι ἐν δεδομένῳ χρονικῷ σημείῳ, κατὰ τὴν ἡμέραν δηλαδὴ τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης, εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν πλημμελῆ. Διότι, ἐὰν ἀποδείξῃ ὁ ἐνάγων ὅτι ὁ συντάξας τὴν διαθήκην διετέλει εἰς κατάστασίν τινα τοιαύτην, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις αὐτοῦ ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νοσήματος κατὰ τοὺς ψυχιατρικοὺς καὶ τοὺς καθόλου ἐπιστημονικοὺς κανόνας δὲν ἦτο παροδική, ἀπέδειξε τὸ πᾶν. Διὰ νὰ σώσῃ τὴν διαθήκην ὁ ὑπὲρ αὐτῆς ἀμυνόμενος, θὰ εἶναι ἠναγκασμένος ν’ ἀποδείξῃ αὐτὸς ὅτι ὑπῆρχον φωτεινὰ διαλείμματα, καὶ ὅτι κατὰ ταῦτα συνετάχθη ἡ διαθήκη. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐδαφίου τούτου, ὅπερ ἐπίσης ἔχει ληφθῆ ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἔχει ὑπ’ ὄψει ἄλλην περίπτωσιν. Λέγει δὲ ὅτι ἀνίκανοι πρὸς σύνταξιν διαθήκης εἶναι «καὶ οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης διατελοῦντες ἐν καταστάσει ἀσυνειδησίας ἢ παροδικῆς διαταράξεως τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ». Ἡ περίοδος αὐτὴ προβλέπει περιστάσεις ἐντελῶς διαφόρους ἀπὸ τὰς πρώτας. Διότι ἀφορᾷ τὸν διαθέτην εὑρισκόμενον εἴς τινα τῶν καταστάσεων ἐκείνων, αἵτινες διαταράττουσιν ὅλως παροδικῶς τὴν λειτουργίαν τοῦ νοῦ, ἢ προκαλοῦσιν ἔλλειψιν συνειδήσεως, ἄνευ φυσιολογικῆς τρόπον τινὰ καὶ μονίμου διανοητικῆς νοσηρᾶς ἀλλοιώσεως. Τοιαῦται καταστάσεις εἶναι λ. χ. ἡ τοῦ πυρετοῦ, τῆς ὑπνώσεως, τῆς μέθης τῆς ἀποκλειούσης τὴν συνείδησιν τῶν πραττομένων κλπ. Εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας ὁ ἐνάγων προσβάλλων τὴν διαθήκην εἶναι ἠναγκασμένος ν’ ἀποδείξῃ ὅτι κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ ὥραν, τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης εἶχον συμβῆ τὰ περιστατικὰ ταῦτα, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τούτου ὁ διαθέτης ἐνήργησεν.
§265Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου ἐννοεῖτε ν’ ἀποκλείσητε τὴν...
§266Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· κατέστησα δῆλον ὅτι ὁ ἐνασκῶν ἀγωγὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης περιπτώσεως, διὰ νὰ τελεσφορήσῃ αὕτη καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς διαθήκης, ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ τὴν κατάστασιν τοῦ διαθέτου καὶ συγχρόνως ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ νόσος ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της δὲν ἦτο παροδική, ἤτοι ὅτι ἔπασχεν ἐκ μανίας ἢ βλακείας ἢ παραφροσύνης, ἐκ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, ἥτις ἄγει εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν. Καὶ οὐδὲν πλέον.
§267Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις;
§268Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἐπιτρέπεται. Διὰ τοὺς δικαστικῶς ἀπαγορευομένους εἶναι ζήτημα, ὡς γνωρίζετε, στασιαζόμενον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς περιστάσεις τῆς μὴ κεκηρυγμένης ἀπαγορεύσεως, τὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἠκολουθεῖτο ἡ εἰδικὴ διαδικασία, τηρουμένων τῶν νομίμων διατυπώσεων, θὰ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἐπεκράτησεν ὅτι ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις ὅτι ἡ διαθήκη συνετάχθη διαρκοῦντος φωτεινοῦ διαλείμματος.
§269Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τὰ Πρακτικὰ νὰ γραφῇ ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ψηφίζομεν.
§270Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς διετήρησα τὰς λέξεις τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας.
§271Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς πρώτης προτάσεως τοῦ τετάρτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4 καὶ εἰς αὐτὴν ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις;
§272Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· περὶ αὐτῆς ὁμιλῶ.
§273ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χ. Δικαίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Πέρρος ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ξηροῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ἔχουσα οὕτως: «Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ φράσις: «Ἐν γένει ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα πρὸς σύνταξιν διαθήκης σκοποῦνται ὅ τε χρόνος τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης καὶ ὁ τοῦ θανάτου τοῦ διαθέτου, οὐδέποτε δὲ ὁ διάμεσος χρόνος, καθ’ ὃν πᾶσα ἐπισυμβαίνουσα, ἀλλ’ ἐκλείπουσα βραδύτερον ἀνικανότης, δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς διαθήκης», καὶ τοῦτο, διὰ νὰ κανονισθῇ νομοθετικῶς καὶ ῥητῶς τίς ὁ ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα σκοπούμενος χρόνος».
§275Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας μου προτείνω, ὅπως νομοθετικῶς κανονισθῇ τίς ὁ σκοπούμενος χρόνος τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης καὶ τοῦ θανάτου.
§276Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας. Στασιάζετε μὲ τὴν ἑρμηνείαν. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὑπενοήθη, δὲν δυνάμεθα ὅμως καὶ νὰ τὸ κάμωμεν νόμον.
§277Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἐφ’ ὅσον ὁρίζεται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἔχει συμφέρον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὸ ἀντικείμενον αὐτό.
§278Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀσάφειαν.
§279Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ σκοπουμένου χρόνου διὰ τὸ κῦρος τῆς διαθήκης.
§280Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν εἶναι παράφρων τις καὶ συντάξῃ διαθήκην, βεβαίως ἡ διαθήκη εἶναι ἄκυρος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Ἔχει ὑποβληθῆ αἴτησις περὶ ἀπαγορεύσεως καὶ ἐγὼ συντάσσω διαθήκην, κατόπιν ἐκδίδεται ὁριστικὴ ἀπόφασις, ἡ διαθήκη θὰ εἶναι ἄκυρος.
§281Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ θ’ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Εἶναί τις ὑγιὴς καὶ συντάσσει διαθήκην, κατόπιν καθίσταται παράφρων, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὑγιᾶ κατάστασιν καὶ ἀποθνήσκει. Ἑπομένως ἐδῶ ὑπῆρξε χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε παράφρων, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ κανονίσωμεν νομοθετικῶς.
§282Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου λέγει «Τὸ αὐτὸ ἰσχύει». Ποῖον ἰσχύει;
§283Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς διαθήκης. Νομίζω ὅτι εἶναι σαφές.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δικαίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀθανασάκη ἔχουσα οὕτως: «Ἕλλην ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συντάσσει διαθήκην, εἴτε κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ἐν τῷ τόπῳ τῆς συντάξεως τύπους, εἴτε κατὰ τοὺς τύπους τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου κλπ.»
§285Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι εἰς τὰς ἀκροτελευτίους διατάξεις.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ βλέπω ὅτι εἶναι ἐπὶ τοῦ πέμπτου ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀθανασάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πέρρου, ἥτις ἀποσύρεται. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λάσκαρι, ἥτις ἔχει οὕτως: «Εἰς τὸ ἄρθρον 6, ἐδάφιον 3, μετὰ τὴν ἔκφρασιν «καθ’ ἑαυτὴν ἀκυρότητα τῆς ἰδιογράφου διαθήκης» προστίθεται «ὅταν ἐκ στοιχείων ἀντλουμένων ἐξ αὐτῆς τῆς διαθήκης δύναται νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς συντάξεώς της». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Χ. Πετρέα.
§287Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον γνῶσιν ὅτι συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθηκῶν. Ἐπειδὴ ἀπουσίαζον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἡ συζήτησις περὶ διαθηκῶν ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ἄλλοτε σοβαρῶς. Ἄλλως τε ἦλθεν ἡ συζήτησις ἐξ ἀπροόπτου, καὶ δὲν ἔχομεν γνῶσιν.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 νὰ τροποποιηθῇ οὕτως: «Ἁπλαῖ προσθῆκαι ἐν περιθωρίῳ ἢ ἐν ἡμερογράφῳ δέον νὰ ὑπογράφωνται ὑπὸ τοῦ διαθέτου· ἄλλως λογίζονται ὡς μὴ γεγραμμέναι. Διαγραφαὶ δέ, παρεγγραφαὶ λογίζονται ὡς μὴ ὑπάρχουσαι, ἐφ’ ὅσον δὲν βεβαιοῦνται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ διαθέτου ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἐγένοντο, τὰ δὲ ξέσματα ἐπάγονται ἀκυρότητα τῆς διαθήκης καθόλου ἢ ἐν μέρει ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἀλλοιοῦσι τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης καθόλου ἢ ἐν μέρει». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Ῥούφου.
§289Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτῆς ἐτροπολογήθη τὸ ἄρθρον.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀποσύρεται. Τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα ἔχουσα οὕτως: Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 6 νὰ προστεθῇ «καθὸ ἀφορῶσι μέρος ἐγκαταστάσεως ἢ περιουσίας». (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως). Τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου.
§291Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τὴν ἀποσύρω. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 6.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7, ἀποσυρομένης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Πέρρου. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου, δι’ ἧς προτείνεται ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου 8. Ὁμοία τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα.
§293Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ὑπέβαλον τὴν γνώμην, προκειμένου περὶ τῶν γινωσκόντων γραφήν, ὅτι ἄδικον θὰ ἦτο νὰ στερήσωμεν αὐτοὺς τοῦ δικαιώματος νὰ συντάσσωσι διαθήκας ἰδιογράφους· ἀφοῦ αὐτοὶ δύνανται νὰ γράψωσι μόνοι των, ἔχουσι σώας τὰς φρένας καὶ συνείδησιν τῶν γραφομένων, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γνωρίζωσι ν’ ἀναγινώσκωσι χειρόγραφα; Τοῦτο θὰ εἶχεν ἀξίαν προκειμένου περὶ μυστικῶν διαθηκῶν, διότι ἐκεῖ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλος ὁ γραφεὺς τῆς διαθήκης, καί, ἂν ὁ διαθέτης δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναγινώσκῃ χειρόγραφα, ἠδύνατο ν’ ἀπατηθῇ, προκειμένου ὅμως περὶ ἰδιογράφου διαθήκης, ἀφοῦ ὁ ἴδιος θὰ τὴν γράψῃ, διατί θὰ τὸν στερήσωμεν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἂν δὲν δύναται ν’ ἀναγινώσκῃ χειρόγραφα, ἀφοῦ πλεῖστοι ὅσοι ἐγγράμματοι δὲν δύνανται ν’ ἀναγινώσκωσι χειρόγραφα καὶ ἑπομένως πλεῖσται ὅσαι διαθῆκαι θὰ προσβάλλωνται ὡς ἄκυροι, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ διαθέτης δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναγινώσκῃ χειρόγραφα; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὡς πρὸς τοὺς γινώσκοντας γραφὴν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου.
§294Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Αὐτὴν τὴν βάσιν ἀκριβῶς ἔχει καὶ ἡ ἰδική μου τροπολογία. Ἂν δεχθῶμεν ἐπὶ ἑνὸς ἀριθμοῦ 100 ἀνθρώπων ἐγγραμμάτων γινωσκόντων νὰ γράφωσιν ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ μὴ δυνάμενοι ν’ ἀναγινώσκωσι χειρόγραφα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ διάταξις αὕτη θὰ παράσχῃ ἀφορμὴν εἰς ἀμφισβητήσεις καὶ εἰς δίκας, προσβαλλομένων τῶν διαθηκῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἱκανότητα νὰ διατυπώσωσιν ἐγγράφως τὰς διαθήκας των. Εἶναι λοιπὸν σφόδρα ἐπικίνδυνον ν’ ἀνοίξωμεν στάδιον εἰς δικαστικὰς ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ ἂν εἶχεν ὁ διαθέτης τὴν ἱκανότητα ν’ ἀναγινώσκῃ χειρόγραφα, δὲν εἴχομεν δὲ καὶ τὸ μέτρον τῶν χειρογράφων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δύναταί τις ν’ ἀναγινώσκῃ, διότι καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ εἴς τινας περιστάσεις εἴμεθα ἀνίκανοι ν’ ἀναγνώσωμεν χειρόγραφα.
§295Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι, κύριε Πρόεδρε, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι γράφουσι τόσον κακῶς, ὥστε εἶναι δύσκολον ν’ ἀναγνώσωσι τὰ ἴδια αὐτῶν χειρόγραφα. Τί θὰ ληφθῇ λοιπὸν ὡς βάσις, ἐξ ἧς θ’ ἀποδειχθῇ ἂν δύναται ν’ ἀναγνώσῃ τις χειρόγραφα; Φρονῶ ὅτι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συντάξωσι διαθήκας παρὰ μόνον οἱ γνωρίζοντες καὶ νὰ ὁμιλῶσι καὶ νὰ γράφωσι....
§296Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἰδιογράφων· ἃς συντάξωσι δημοσίας.
§297Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἡ διάταξις εἶναι ἐπικίνδυνος, διότι ἢ ἔχομεν ἐγγραμμάτους δυναμένους νὰ γράψωσι καὶ συνεπῶς ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ συντάξωσι διαθήκας ἢ δὲν ἔχομεν ἐγγραμμάτους, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις τῆς ἱκανότητος ν’ ἀναγινώσκωσι χειρόγραφα.
§298Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τροπολογίαν τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πέρρου καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). (Ἀποσυρομένης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Λάσκαρι ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 9–12). Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου.
§301Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ εἰς τοῦτο· κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου οἱ ἱερεῖς κηρύσσονται ἀνίκανοι πρὸς τὸ μαρτυρεῖν συστατικῶς ἐν τῇ διαθήκῃ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἀνικανότητος τοῦ ἱερέως, ἀφοῦ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ δύναταί τις ν’ ἀνεύρῃ μείζονας ἐγγυήσεις.
§302Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἀνικανότης αὐτὴ ὑπάρχει καὶ σήμερον δὲν προτείνεται καινοτομία.
§303Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ μὴ ἐμπλέκωνται οἱ ἱερεῖς εἰς τοιαῦτα κοσμικὰ ζητήματα.
§304Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἡ διαθήκη εἶναί τι ἱερόν.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 13 ὡς καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 14, ἀποσυρομένης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας τοῦ κ. Δικαίου). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου.
§307Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι σπουδαία τροπολογία. Ἐν ἄρθρῳ 15 τοῦ νομοσχεδίου λέγονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... ἀπαγορεύεται δὲ ἡ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διαθήκης παρουσία παντὸς ἄλλου πλὴν τοῦ διαθέτου καὶ τῶν συμπραττόντων προσώπων. Ἡ παράβασις τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος ἐδαφίου δὲν ἐπάγεται ἀκυρότητα τῆς διαθήκης». Ἡ μὴ παρουσία προσώπων ἄλλων πλὴν τοῦ διαθέτου καὶ τῶν μαρτύρων ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος εἶναι τόσον σοβαρὰ, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται σοβαρὰς ἀμφισβητήσεις. Διότι τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διαθήκης δύνανται νὰ παρίστανται καὶ ἄλλοι, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζωσι τὴν βούλησιν τοῦ διαθέτου, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§308Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύεται ὅτι ἐπηρέασε τοῦτο ποτέ;
§309Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Καὶ μόνη ἡ ἰδέα ὅτι ὄπισθεν τῆς θύρας Θὰ ὑπάρχῃ ὠτακουστὴς δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἐμποδισθῇ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, διότι ἄλλως θ’ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν τοῦ δωματίου τοῦ διαθέτου εἰς πάντα βουλόμενον.
§310Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἂν ἐπηρεάσῃ ἡ παρουσία, ὑπάρχει λόγος ἀκυρότητος.
§311Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἀκριβῶς δὲν πρέπει ν’ ἀνοίξωμεν στάδιον ἀπεράντων ἀμφισβητήσεων ἂν ἐπηρέασεν ἢ ὄχι. Τοῦτο δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν, ἂν ἡ τροπολογία μου, ἥτις ἀπαγγέλλει ἀκυρότητα, ἐὰν παρίστανται καὶ ἄλλα πρόσωπα πλὴν τοῦ διαθέτου καὶ τῶν μαρτύρων κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης, ἂν τεθῇ εἰς τὸ τέλος ὡς συνέχεια τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ὅπου ἀναγράφονται αἱ ἀκυρότητες, ἐνῷ τώρα εἶναι εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαγγέλλει ἀκυρότητα....
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας του.
§313Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐκ πείρας ἔχω διδαχθῆ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πολλάκις πρόσωπα ἐξεβίασαν ἄλλους, τοὺς ὁποίους ἤθελον νὰ κληρονομήσωσι, νὰ συντάξωσι διαθήκην, ὁποίαν αὐτὰ ἐπέβαλον εἰς αὐτούς· κατωρθώθη δὲ νὰ μὴ συνταχθῇ ἡ διαθήκη συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιβολάς, διότι ἡ διαθήκη ἦτο μυστικὴ καὶ δὲν κατέστη γνωστὸν τί περιελάμβανεν. Ἐὰν ἀρκεσθῶμεν εἰς περιφρούρησιν τῆς μυστικότητος διὰ μόνης τῆς ἐπιβαλλομένης πειθαρχικῆς ποινῆς εἰς τὸν συμβολαιογράφον καὶ δὲν κηρύξωμεν ἄκυρον τὴν διαθήκην, κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ὁποίας παρίστανται καὶ ἄλλοι πλὴν τοῦ διαθέτου καὶ τῶν συμπραττόντων προσώπων, οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωμεν ἢ νὰ ἴδωμεν περιουσίας ὁλοκλήρους διατιθεμένας παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου. Διὰ ποῖον λόγον ἅμα ὡς βεβαιωθῇ ὅτι παρίσταντο πρόσωπα ἄλλα νὰ μὴ ἀπαγγέλληται ἀκυρότης τῆς διαθήκης; Θέλουσι σφετερισθῆ πρόσωπα τοῦ δρόμου περιουσίας, τὰς ὁποίας οἱ διαθέται ἤθελον νὰ διαθέσωσιν ἄλλως.
§314Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ὅτι τὰς τροπολογίας πάσας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, ἐμελέτησα μίαν πρὸς μίαν, ἐδέχθην δέ, ἵνα περιλάβω ἐκείνας εἰς τὸ νομοσχέδιον, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν διαταράττουσι τὰς βάσεις αὐτοῦ καὶ τὰς ἀντιλήψεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὁρμᾶται. Ἡ τροπολογία αὕτη ἀποτελεῖ μάκρυνσιν ἐντελῆ ἀπὸ τῶν ἀντιλήψεων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὁρμᾶται τὸ νομοσχέδιον. Αἱ ἀντιλήψεις δ’ αὗται εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας ἀπὸ τῶν αὐστηροτήτων ἐκείνων, ἕνεκα τῶν ὁποίων πολλαὶ ἠκυρώθησαν διαθῆκαι. Ἐπικαλοῦνται τὴν πρακτικήν, καὶ ἐγὼ ἔχω πεῖράν τινα τοῦ πράγματος. Γνωρίζω δ’ ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν διαθηκῶν, αἱ ὁποῖαι προσεβλήθησαν εἰς τὰ Δικαστήρια, προσεβλήθησαν διὰ τὸν λόγον ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτῶν παρίστατο πάντοτε καὶ ξένον πρόσωπον, ὅπερ πάντοτε σχεδὸν εἶναι ἀληθῶς. Διότι οὐδέποτε διαθήκη τοιαύτης φύσεως ἐγένετο ἄνευ τῆς γνώσεως τῶν εὐεργετουμένων προσώπων. Τὰ Δικαστήρια δέ, ὅπως σώσωσι τὰς διαθήκας, παρέβλεπον τὰς προσκομιζομένας ἀποδείξεις ἢ οἱ διάδικοι παρεσκεύαζον ψευδομάρτυρας εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι δύναται σπουδαίως νὰ ἐπιμείνῃ τις, ὅπως ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἁπλοποίησιν τῆς διατυπώσεως ταύτης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τοσοῦτον συνεχῶς προκαλεῖται καὶ ἐνασκεῖται δικαστικὸς ἀγὼν πρὸς ἀκύρωσιν τῶν διαθηκῶν.
§315Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν χρήζει σπουδαίας σκέψεως. Ἡ προτεινομένη διάταξις πρέπει, νομίζω, νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ. Πολλάκις ἐκ διαφόρων λόγων ὁ πατὴρ διατίθεται μετὰ μείζονος στοργῆς ὑπὲρ ἑνὸς τέκνου καὶ θέλει νὰ ἱκανοποιήσῃ κατά τινα λόγον τέκνα τινὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων. Ἐὰν δὲν ἀπαγορεύηται ἡ παράστασις, τότε ὁ διαθέτης θ’ ἀναγκασθῇ νὰ διατυπώσῃ τὴν τελευταίαν αὑτοῦ βούλησιν ἐναντίον τῆς ἀληθοῦς αὑτοῦ βουλήσεως.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δικαίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετρέα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἤδη θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 15.— «Ὁ διαθέτης δηλοῖ προφορικῶς τὴν τελευταίαν αὑτοῦ βούλησιν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τῶν λοιπῶν συμπραττόντων προσώπων. Ὁ διαθέτης δύναται νὰ ὑπαγορεύῃ ἐκ σχεδίου ἢ νὰ ποιῆται χρῆσιν σημειώσεων. Τὰ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διαθήκης συμπράττοντα πρόσωπα δέον νὰ εἶναι παρόντα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς πράξεως. Οἱ μάρτυρες ὁρκίζονται ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τοῦ διαθέτου ὅτι θὰ τηρήσωσι μυστικὰς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης μέχρι τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς· ἀπαγορεύεται δὲ ἡ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διαθήκης παρουσία παντὸς ἄλλου πλὴν τοῦ διαθέτου καὶ τῶν συμπραττόντων προσώπων. Ἡ παράβασις τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος ἐδαφίου δὲν ἐπάγεται ἀκυρότητα τῆς διαθήκης». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16.
§317ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ τῆς διαθήκης συντάσσεται πρᾶξις ἑλληνιστί. Ἡ πρᾶξις αὕτη δέον νὰ περιέχῃ: 1) Τὴν ἡμέραν, τὸν μῆνα, τὸ ἔτος καὶ τὸν τόπον τῆς συντάξεως αὐτῆς· 2) τὸν προσδιορισμὸν τοῦ διαθέτου, ὥστε νὰ μὴ γεννᾶται ἀμφιβολία περὶ τῆς ταυτότητος· 3) τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τῶν λοιπῶν συμπραττόντων προσώπων· ἔτι δέ, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, τὴν ἕδραν τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τὸ ἐπάγγελμα καὶ τὴν κατοικίαν τῶν λοιπῶν συμπραττόντων προσώπων· 4) Τὴν δήλωσιν τῆς τελευταίας βουλήσεως τοῦ διαθέτου καὶ τὴν μνείαν ὅτι ἐτηρήθησαν τὰ ἐν ἄρθρῳ 15, ἐδαφ. αʹ καὶ βʹ, διατασσόμενα. Ἡ πρᾶξις πρέπει νὰ ποιῆται μνείαν ὅτι ἐτηρήθησαν τὰ ἐν ἄρθροις 14 καὶ 15, ἐδ. γʹ, διατασσόμενα· ἡ παράλειψις τῆς διατυπώσεως ταύτης δὲν ἐπάγεται ἀκυρότητα τῆς διαθήκης».
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Δαζέα. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§319Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μίαν παρατήρησιν, κ. Πρόεδρε, ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16. Ἐὰν ὁ διαθέτης εἶναι ξένος, γνωρίζων μὲν τὴν Ἑλληνικήν, ἀλλ’ ὑπογράφων εἰς τὴν γλῶσσάν του τὴν ξένην, παρουσιάζεται ἓν κενὸν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι δύναται ὁ διαθέτης νὰ ὑπογράφῃ καὶ εἰς ξένην γλῶσσαν.
§320Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μέρος τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης δὲν εἶναι ἡ ὑπογραφή, τὴν ὁποίαν θὰ θέσῃ ὁ διαθέτης εἰς τὴν ξένην γλῶσσαν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 16 ὡς ἀνεγνώσθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 17).
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι· πρώτη εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χρυσοβελόνη, πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ὁποίας ἔχει τὸν λόγον.
§322ΙΩ. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὁ κίνδυνος ὁ μέγας, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖται εἰς τὰς διαθήκας τὰς δημοσίας ἕνεκα τῆς παραλείψεως τῆς ὑπογραφῆς εἰς πάντα τὰ φύλλα μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὲ ἀκροασθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποδίδει μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς συμβολαιογράφους καὶ ἐκ τούτου γεννᾶται ὁ κίνδυνος ὅτι διαθήκη τις πολύφυλλος ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν συμπραττόντων προσώπων μόνον εἰς τὸ τελευταῖον φύλλον δύναται εὐχερῶς ν’ ἀλλοιωθῇ ὑπὸ τοῦ συμβολαιογράφου δυναμένου ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ προηγούμενα φύλλα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι γεγραμμένα διὰ τῆς χειρός του.
§323Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Λαρίσης κ. συνάδελφος νομίζω ὅτι εἶναι προφανὴς καὶ μέγιστος. Πάντες εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι αἱ διατάξεις αἱ τυπικαί, τῶν ὁποίων ἡ τήρησις ἐπεβάλλετο, καὶ ἕνεκα τῆς παραλείψεως τῶν ὁποίων εἴχομεν τὰς πολλὰς ἀκυρότητας τῶν διαθηκῶν, πρέπει νὰ περιορισθῶσιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς τυπικὰς ἐκείνας διατάξεις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένοντο καὶ διαθῆκαι πλασταὶ καὶ πλαστογραφίαι ἐμεσολάβησαν τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἠλλοίωσαν τὴν βούλησιν τοῦ διαθέτου.
§324Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χρυσοβελόνη.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Πετρέα.
§326Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὴν ἀποσύρω, κ. Πρόεδρε.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χρυσοβελόνη ἔχουσα οὕτως: «ἐπὶ πολυφύλλων πράξεων αὗται δέον νὰ ὑπογράφωνται καὶ εἰς τὸ τέλος ἑκάστου φύλλου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 17 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ τὸ ἄρθρον 18 ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 19.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου.
§329Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι βάσιμος, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ αὐτήν· διότι, ἐὰν ὁ διαθέτης εἶναι κωφὸς καὶ ἀδυνατῇ νὰ ἀναγινώσκῃ χειρόγραφα, λαμβάνονται ἀρκοῦσαι ἐγγυήσεις ἐν τῷ ἄρθρῳ· ἀλλά, ἐὰν εἶναι τυφλός, τί γίνεται; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς ἐγγυήσεις ταύτας καὶ διὰ τὸν τυφλόν.
§330Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τυφλὸς ἀκούει.
§331ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ ὁ τυφλὸς μὲ τὸν κωφόν.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δικαίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20). Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα.
§333Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 22–29). Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 30 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα ἔχουσα οὕτως: Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 30 νὰ προστεθῇ «Ἐκτὸς ἐὰν ἐγράφη ὑπ’ αὐτοῦ ἰδιοχείρως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου.
§335Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἀποσύρεται.
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Δαζέα ἔχουσα οὕτως: «Ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 31 νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «κατὰ τὴν ἐν τῇ διαθήκῃ βεβαίωσιν τοῦ συντάσσοντος αὐτὴν» καὶ νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου αἱ λέξεις «ὅπερ δέον καὶ νὰ βεβαιῶται ἐν τῇ ἐκθέσει». Οἱ παραδεχόμενοι ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 31–38). Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δικαίου.
§337Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἀποσύρεται ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 39 καὶ 40).
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 41 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα.
§339Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἀποσύρεται. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 41–43).
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 44 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Γρυπάρη ἔχουσα οὕτως: Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 44 μετὰ τὴν αʹ § προστίθεται ὡς βʹ ἡ ἑξῆς: «Προκειμένου ὅμως περὶ συμβολαιογράφου ἑδρεύοντος ἐν πρωτευούσῃ Εἰρηνοδικείου, ἡ πρωτότυπος διαθήκη τοῦ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ διαθέτου παραδίδεται τῷ εἰρηνοδίκῃ, ὅστις ἀναγινώσκει αὐτὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, κατόπιν ὑποβάλλει αὐτὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, κρατουμένου ἐπισήμου ἀντιγράφου ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Εἰρηνοδικείου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 44–47). (Ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Χ. Πετρέα.
§341Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἀποσύρεται.
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 48 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 49 (ἀναγινώσκεται).
§343Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ 2ον ἐδάφιον λέγει ὅτι· «Ἐὰν ἡ δημοσιευθεῖσα ἰδιόγραφος διαθήκη ἐκηρύχθη κατὰ τὸ ἐδ. αʹ κυρία, εἰκάζεται γνησία μέχρις ἀνταποδείξεως». Ἕως ἐδῶ ἔχει καλῶς ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἐπάγεται: «Ἐὰν ἐπὶ πενταετίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς δὲν ἠμφεσβητήθη ἡ γνησιότης τῆς διαθήκης ἐν δίκῃ μεταξὺ τινος τῶν ἐκ ταύτης ἑλκόντων δικαιώματα καί τινος τῶν ἐκ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς βλαπτομένων». Αὐτό, νομίζω, εἶναι περιττόν.
§344Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζεται τὸ τεκμήριον.
§345Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μέχρι τῆς παρελεύσεως τῆς πενταετίας δὲν θὰ ὑπάρχῃ τεκμήριον;
§346Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου τεκμήριον.
§347Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δύναται νὰ παραλειφθῇ, ἀφοῦ ἡ διαθήκη ἐκηρύχθη κυρία.
§348Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἀφοῦ πάντοτε ὑπάγεται εἰς ἀνταπόδειξιν, οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἔχει.
§349Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ πενταετίαν μετατίθεται τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως.
§350Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸ καθεστὼς ἡ κήρυξις τῆς διαθήκης ὡς κυρίας δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ὡς τεκμήριον.
§351Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§352Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐτηρήθη. Ἤδη δίδεται δύναμις τεκμηρίου.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα ἔχουσα οὕτω: Τὸ ἄρθρον 49, ἐδ. βʹ, νὰ τροποποιηθῇ οὕτως· «Ἐὰν ἡ δημοσιευθεῖσα διαθήκη ἐκηρύχθη κατὰ τὸ ἐδ. αʹ κυρία, εἰκάζεται γνησία μέχρις ἀνταποδείξεως. Τὸ πρὸς ἀνταπόδειξιν τῆς γνησιότητος δικαίωμα διαρκεῖ ἐπὶ τριακονταετίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς διαθήκης».
§354Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια εἰς τὸ μέρος αὐτὸ τῆς διατάξεως τοῦ σχεδίου, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ διαθήκη δύναται ν’ ἀνοιχθῇ καὶ ἐνώπιον ἄλλου Πρωτοδικείου. Ὥστε, ἂν οἱ ἐνδιαφερόμενοι κατοικῶσιν ἐν Ἀθήναις καὶ ἡ διαθήκη κηρυχθῇ κυρία εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσης, ὁ δ’ ἐνδιαφερόμενος σιωπήσῃ ἐπὶ πενταετίαν, τί θὰ γίνῃ; Δὲν θὰ εὑρεθῶσιν αὐτοὶ ἀποκεκλεισμένοι; Δὲν θὰ στερηθῶσι τῶν κληρονομικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι;
§355Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν χάνουσι τὰ δικαιώματά των.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πετρέα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ εἶτα τὰ ἄρθρα 49–52). Ἄρθρον 53 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα ἔχουσα οὕτως: Ἐν ἄρθρῳ 53 μετὰ τὰς λέξεις «Ἕλλην ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συντάσσει» νὰ προστεθῇ «καὶ ἀνακαλεῖ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 53 καὶ 54). Ἄρθρον 55 (ἀναγινώσκεται).
§357Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 52 ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν μήπω δημοσιευθεισῶν διαθηκῶν προσώπων ἀποβιωσάντων πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου». Εἶναι μία πρακτικὴ διάταξις προβλέπουσα πρακτικήν τινα περίστασιν.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐνταῦθα τοῦ κ. Ἀθανασάκη, ἔχουσα οὕτως: «Ἡ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου σύνταξις ἢ ἀνάκλησις διαθήκης ἢ κωδικέλλου κρίνεται εἴτε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ τέως ἰσχύοντος δικαίου εἴτε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 55, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 56 (ἀναγινώσκεται).
§359Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ τοῦ 16 νὰ γίνῃ 18.
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ξηροῦ ἔχουσα οὕτω: «Μετὰ τὰς λέξεις «ἱκανοὶ νὰ συντάξωσι διαθήκην» νὰ τεθῇ «ἰσχύουσαν μέχρις ἐνηλικότητος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 56, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 57 (ἀναγινώσκεται).
§361Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις, ὡς εἶναι διατετυπωμένη, εἶναι ὀλίγον αὐστηρὰ καὶ ἠθέλησε νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ τῶν παραβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπάγονται ἀκυρότητα, καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπάγονται ἀκυρότητα ἐν σχέσει πρὸς τὴν τιμωρίαν τοῦ συμβολαιογράφου. Τὸ ἄρθρον, συγκρῖνον τὰς δύο περιστάσεις, λέγει τὰ ἑξῆς: «Συμβολαιογράφος παραβαίνων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ διάταξίν τινα τοῦ παρόντος νόμου, εἴτε ἐπαγομένην ἀκυρότητα εἴτε μή, ὑποβάλλεται εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου δραχμῶν ἑκατὸν καὶ προσέτι προσκαίρου παύσεως τριῶν μέχρις ἓξ μηνῶν». Αὐτὴ ἡ συρροὴ τῶν ποινῶν καὶ διὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται περὶ παραβάσεως ἐπαγομένης ἀκυρότητα καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται περὶ παραβάσεως, ἥτις δὲν ἐπάγεται τοιαύτην, φέρεται ὡς ἁπλῆ μόνον διάκρισις καὶ διατυποῖ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Συμβολαιογράφος παραβαίνων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ διάταξίν τινα τοῦ παρόντος νόμου ὑποβάλλεται εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου δραχμῶν ἑκατὸν μέχρι πεντακοσίων· ἂν δὲ ἡ παράβασις ἐπάγηται ἀκυρότητα, ὑποβάλλεται προσέτι καὶ εἰς ποινὴν προσκαίρου παύσεως τριῶν μέχρις ἓξ μηνῶν. Δύναται δὲ κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ ν’ ἀπολυθῇ ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας».
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δαζέα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 57ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶτα γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 π. μ.).