1911.05.02
4.959 στίχοι · 37.834 λέξεις · 332 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78.
Τῆς 2ας Μαΐου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ν. Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 10 καὶ 35′ π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 184 Βουλευτῶν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἡ Ἀργυρὼ Ἀναγνωστοπούλου κάτοικος Σουρμπάνι τῆς Καλλιφωνίας παραπονεῖται διὰ παρανομίαν τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου. 2) Οἱ κάτοικοι Γιαννιτσοῦς τοῦ δήμου Μακρακώμης ζητοῦσιν, ὅπως συντελεσθῇ ἡ ἐγκατάστασις τοῦ τηλεφώνου, ἡ ὁποία ἔχει διαταχθῆ πρὸ πολλοῦ. 3) Διάφοροι κάτοικοι Μελιγαλᾶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέτρον διὰ τοὺς κλητῆρας. 4) Οἱ κάτοικοι Εὐροπουλίου τοῦ δήμου Ποταμογειτόνων τῆς Κερκύρας ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ζαβιτσάνου ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἐν ὅλῳ ἀναγεγραμμέναι ἀναφοραί, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουσι ζητήσει τὸν λόγον πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν, 138. Καθ’ ἡμέραν ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Βουλὴν πολλαὶ ἀναφοραί, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπίσης διάφοροι συνάδελφοι λαμβάνουσι τὸν λόγον. Ἐὰν λοιπὸν δὲν κατορθώσωμεν εἰς ἑκάστην συνεδρίαν νὰ ἐξαντλῶμεν ἀριθμὸν ἀναφορῶν διπλάσιον τοὐλάχιστον τῶν ἐγγραφομένων, δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ κατέλθῃ ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀλλὰ τοὐναντίον θ’ αὐξάνῃ. Λοιπὸν παρακαλῶ ἐν ὀνόματι τῶν δικαίων τῶν παραπονουμένων τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συντομεύωσι τὸν λόγον, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνῃ ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀναφορῶν διαστάσεις συζητήσεως. Νὰ γίνωνται συστάσεις σύντομοι καὶ συνοπτικαί, ἵνα κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος καὶ ἐπιληφθῶσιν οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ τῆς θεραπείας τῶν παραπονουμένων. Πρῶτος τὸν λόγον ἔχει ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν γαλακτοπωλῶν Ἀθηνῶν ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου.
§2Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ὀλίγον θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν προκειμένου περὶ τοῦ νόμου τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ὡς γνωστόν, διάφοροι κατηγορίαι ἐπαγγελματιῶν ὑπήχθησαν εἰς τὸν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας, μεταξὺ δὲ τούτων περιελήφθησαν καὶ οἱ ζαχαροπλάσται καὶ οἱ γαλακτοπῶλαι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρελείφθη νὰ ἐξετασθῇ, ἦτο νὰ ἐξετασθῇ ποίου εἴδους ἦτο ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐνασκοῦσιν οἱ ἐπαγγελματίαι οὗτοι, οἱ ζαχαροπλάσται καὶ οἱ γαλακτοπῶλαι. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐξητάζετο, βεβαίως δὲν θὰ περιελαμβάνοντο οὗτοι εἰς τὴν κυριακὴν ἀργίαν, ἐνῷ ἐξ ἑτέρου δὲν περιελήφθησαν καὶ μένουσιν ἀνοικτὰ κατὰ τὰς Κυριακὰς τὰ ζυθοπωλεῖα. Ἐλησμόνησαν ὅτι, προκειμένου ἰδίως περὶ τῶν γαλακτοπωλείων, τὸ γάλα εἶναι ἓν προϊόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἀναβολήν, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δύναται τὸ γάλα τῆς Κυριακῆς νὰ πωληθῇ τὴν Δευτέραν, ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ γάλα εἶναι ἡ κυριωτέρα τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐπέχουσα θέσιν φαρμάκου, διότι εἶναι τροφή, τῆς ὁποίας γίνεται χρῆσις εἰς τὰ νοσοκομεῖα καὶ παντοῦ.
§3ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι μᾶς ἔκλεισαν καὶ τὰ φαρμακεῖα καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ ἀρρωστήσωμεν!
§4Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τάχα δὲν συντρέχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι καὶ διὰ τὰ ζυθοπωλεῖα; Καὶ μήπως οἱ ὑπάλληλοι τῶν ζυθοπωλείων δὲν θέλουσι καὶ αὐτοὶ τὴν κυριακὴν ἀργίαν; Οἱ γαλακτοπῶλαι καὶ οἱ ζαχαροπλάσται θεωροῦσι καὶ αὐτοὶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ θεσπισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ δίδῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν καταστημάτων τούτων τὸ δικαίωμα ν’ ἀναπαύωνται μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος. Ἐπιθυμοῦσι λοιπὸν καὶ ἐξαιτοῦνται, ὅπως ἡ ἡμέρα αὐτὴ μὴ εἶναι ἡ Κυριακή, ἀλλὰ μία ἄλλη τις ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Δευτέρα, ἡ Τρίτη ἢ ἡ Τετάρτη, διότι, ὡς γνωστόν, τὴν Κυριακὴν καὶ μόνον οὗτοι περιμένουσι νὰ κερδίσωσι, διότι δυστυχῶς τὰ ἄλλα καταστήματα ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ζυθοπωλείων ἐκμεταλλεύονται τὴν ἐργασίαν των καὶ πωλοῦσι γάλα, ἐνῷ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔχουσιν ὡς κύριον ἐπάγγελμα, δὲν δύνανται νὰ πωλήσωσιν, ὅπως εἶναι τὸ «Πανελλήνιον» καὶ τὰ «Ἡνωμένα βουστάσια». Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις αὐτῶν, καὶ δέον νὰ τροποποιηθῇ ὁ σχετικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ καὶ εἰς αὐτοὺς τὴν Κυριακὴν μὲν νὰ ἐργάζωνται, νὰ ὁρισθῇ δὲ μία ἄλλη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ παρέχηται ἡ ἀνάπαυσις αὕτη εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν.
§5Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Δύναταί τις, Κύριοι, μετὰ παρρησίας νὰ εἴπῃ ὅτι μία τάξις πολιτῶν, ἡ ὁποία ἐγκατέλιπε τὰ ὀρεινὰ μέρη καὶ ἐπεδίωξε νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς πόλεις νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὸν ἄρτον της, εὑρίσκεται ἐν διωγμῷ. Ὑπῆρξεν αὕτη ἡ διάκρισις, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον ὁ προλαλήσας, τοῦ νὰ ὑποστηρίζωνται δηλαδὴ τὰ «Ἡνωμένα βουστάσια» τὰ καφενεῖα, τὸ «Πανελλήνιον» καὶ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκει κανεὶς καὶ γάλα, νὰ μὴ ὑποστηρίζωνται δὲ τὰ καθαρῶς γαλακτοπωλεῖα. Αἰσθάνομαι βαθὺν τὸν πόνον, διότι ὡς πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου δὲν ἐλήφθη καμμία προστασία ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Οὐ μόνον, Κύριοι, δὲν δύνανται κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν οἱ γαλακτοπῶλαι ν’ ἀνοίξωσι τὰ καταστήματά των, ἀλλὰ καὶ ὅπου ἴδωσι τούτους τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα διανέμοντας γάλα κατ’ οἶκον καθ’ οἱανδήποτε ἡμέραν, τοὺς συλλαμβάνουσι καὶ τοὺς ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅπως ἐπιθεωρήσωσι τὸ γάλα των, καὶ παρέρχεται ὁ χρόνος ἀπὸ τῆς πρωίας μέχρι τῆς μεσημβρίας, χωρὶς οὗτοι νὰ δυνηθῶσι νὰ μείνωσιν ἐλεύθεροι. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως παραπονοῦνται οἱ γαλακτοπῶλαι διὰ τὴν κυριακὴν ἀργίαν, εἶναι ὅτι αὐτοὶ ἔχουσιν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις χιλιάδων δραχμῶν διὰ συμβολαίων μετὰ τῶν ἐχόντων τὰ ποίμνια, ὅταν δὲ εἷς γαλακτοπώλης δὲν δυνηθῇ νὰ πωλήσῃ τὸ γάλα μιᾶς ἡμέρας, ζημιοῦται 100 καὶ 150 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, διότι δὲν δύναται νὰ κάμῃ οὔτε βούτυρον οὔτε ὀξύγαλα (γιαοῦρτι) οὔτε ἄλλο τι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν Ἀστυνομίαν, ὅπως μὲ τὰ ὄργανα αὐτῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον φέρωνται πρὸς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἐπαγγελματίας. Τί δὲ συμβαίνει κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν εἶναι ἄξιον προσοχῆς. Εἶναι ἀληθῶς βασανιστήριον. Μετὰ τοῦτο δὲ τοὺς εἰσάγει εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον. Καὶ ποίαν διάταξιν ἐφαρμόζει τὸ Πταισματοδικεῖον, νομίζετε, κατ’ αὐτῶν; Τὸ ἄρθρον 583 τοῦ Ποιν. Νόμου, καθ’ ὃ «ὅστις νοθεύει τὰ τρόφιμα μετ’ ἄλλων εἰδῶν καὶ καθιστᾷ ἓν ἄλλο εἶδος νέον ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν τιμωρεῖται». Εἶναι ἡ περίπτωσις αὕτη, ὁσάκις τις πωλεῖ γάλα, ἔστω καὶ μὲ ἠλαττωμένην δύναμιν, διότι τουτέστι περιέχει ὕδωρ; Ἄλλην διάταξιν δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσι, καί, διότι εἶμαι νομικός, θὰ παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε. Ἠδύναντο, Κύριοι, νὰ τοὺς τιμωρήσωσιν ἐπὶ ἀπάτῃ, διότι, ἐνῷ λέγουσιν ὅτι ἔχουσι καθαρὸν γάλα, δὲν ἔχουσι καθαρόν. Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς δυστυχεῖς γαλακτοπώλας, καὶ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τούτους ν’ ἀνοίγωσι τὰ καταστήματά των κατὰ τὴν Κυριακήν.
§6Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου.
§7Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα· διατί ὄχι;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Κλάδης.
§9Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του ὡς πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν Ἐφημερίδων, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ἔν τισι. Τότε διεβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ φροντίσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας. Περιορίζομαι σήμερον νὰ παραπονεθῶ, διότι δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀναφορᾶς τῶν γαλακτοπωλῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας, μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ κάμω, θὰ κάμω καὶ ἐν σχέσει μὲ τοὺς γαλακτοπώλας.
§10ΑΘ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἔχω ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της καὶ συντελέσῃ νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος αὐτός, διὰ τοῦ ὁποίου ἀληθῶς πιέζεται μία τάξις ἐπαγγελματιῶν, ἐπὶ πλέον δὲ πάσχει καὶ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, διότι ἡ ἀνάγκη τοῦ γάλακτος, ὡς γνωρίζομεν, εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς αἰσθητή, καὶ πρέπει πάντοτε τὸ προϊὸν αὐτὸ νὰ εἶναι πρόχειρον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει πρότασιν νόμου σχετικὴν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 2 ἐδαφ. 7 τοῦ νόμου ͵ΓΧΙϚʹ τῆς 11 Μαρτίου 1910». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς) Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἁλιέων Λευκάδος ὁ κ. Σκιαδαρέσης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Κογεβίνας ἔχει τὸν λόγον.
§12Λ. ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ὁ λιμενάρχης Λευκάδος κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἔλαβε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν διὰ τῆς ἀναφορᾶς των, παραιτοῦμαι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανωλίτσης.
§14ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔλαβε τὰ μέτρα της ἡ Κυβέρνησις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐθεραπεύθη τὸ κακόν.
§16Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἔλαβε μέτρα. Τότε παραιτοῦμαι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ δημάρχου Ναυπλίου ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης. Ἀπών. Ὁ κ. Τερζάκης. Ἀπών. Ὁ κ. Δελακοβίας.
§18Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν συζήτησιν, ἀφοῦ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἤρθη ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Λ. Φλαμῆς, Δ. Γκλαβᾶς, Ν. Συριόπουλος, Χ. Μεϊτάνης, Π. Μανωλίτσης, Κ. Παπακυρίτσης, Ν. Ῥαφτόπουλος καὶ Κ. Γόντικας ζητοῦσι τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 59 ἀναφορᾶς.
§20Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἔχω τὸν λόγον. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβάλληται ἡ Ἡμερησία Διάταξις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀφοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξαντλήσεως τῶν ἀναφορῶν ὡρίσθη ἡ πρωινὴ συνεδρίασις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε, χωρὶς ν’ ἀνακοινώσω περὶ τίνος πρόκειται. Νὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Ζητοῦσι τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 59 ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀνδραβίδας «ἐξαιτουμένων ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων».
§22Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ πρόταξις, διότι καὶ ἐγὼ θὰ προτείνω πρόταξιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἀρχίσῃ συζήτησις ἐπὶ προτάσεως μακρᾶς, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ καταναλωθῇ ἡ συνεδρίασις μὲ τὴν περὶ προτάξεως πρότασιν καὶ τότε θὰ εἶναι ματαία ἡ λῆψις τοῦ μέτρου νὰ κάμωμεν συνεδρίασιν τὸ πρωί, ἐὰν καταναλώσητε τὴν συνεδρίασιν εἰς συζήτησιν περὶ προτάξεων.
§24Λ. ΦΛΑΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 59 ἀναφορᾶς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§26ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἀναφοράν, διὰ νὰ λάβῃ μέτρα.
§27ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεδέχθη ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιστρόφως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων Ἀθηνῶν ὁ κ. Κυταριόλος ἔχει τὸν λόγον.
§29ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Παρακαλῶ θερμότατα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἵνα λάβῃ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων, δι’ ἧς αἰτοῦνται ἐπικαλούμενοι τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἐκ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὡς μὴ ἐργαζομένων πλέον, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου εἰς τὸ ἐλάχιστον, δηλαδὴ εἰς δραχμὰς 10 κατ’ ἐπαγγελματίαν, ἀνεξαρτήτως ἂν τὸ ἁμάξιον ᾖ δίτροχον ἢ τετράτροχον. Ὄντως οἱ ἐπαγγελματίαι οὗτοι στεροῦνται τέλεον ἐργασίας ἀφ’ ὅτου πυκνὸν δίκτυον σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας ἐγένετο ἐν Ἀττικῇ, ἐπ’ ἀγαθῷ πάντοτε τοῦ τόπου καὶ τῶν κατοίκων. Εἶναι μοιραῖον, κ. Ὑπουργέ, αἱ ἐπιτελούμεναι πρόοδοι καὶ εὐπορίαι εἴτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, εἴτε ἐν τῇ τέχνῃ, εἴτε ἐν τῇ βιομηχανίᾳ ν’ ἀπηχῶσι δυσμενῶς ἐπὶ ὡρισμένης τάξεως ἐπαγγελματιῶν, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ σωματεῖον, τὸ ὄντως λαμπρὸν καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἄξιον τιμῆς, τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων. Διότι τὰ ἀγώγια, ἅτινα ἄλλοτε εἶχον διὰ τὴν μεταφορὰν ἐμπορευμάτων, προϊόντων καὶ παντὸς εἴδους χρειωδῶν, ὡς μετακομίσεως γλεύκους π. χ., σιτηρῶν, βάμβακος κτλ. εἰς Ἐλευσῖνα, Μέγαρα, Μάνδραν, Μεσόγεια χωρία, Λαύριον, Θήβας, Λεβάδειαν ἐξέλειπον διὰ τοὺς ἁμαξοκαρραγωγεῖς, διότι τὴν μεταφορὰν ταύτην πραγματοποιοῦσι σήμερον οἱ σιδηρόδρομοι. Εἰς τοσοῦτον δὲ περιῆλθον πενίας οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ὥστε κατὰ τὸν μόλις πρό τινος λήξαντα σφοδρότατον χειμῶνα ἠναγκάσθησαν νὰ καύσωσι τὰ ἁμάξια αὐτῶν χρησιμοποιοῦντες τὴν ξυλείαν αὐτῶν πρὸς θέρμανσιν καὶ ἐπώλησαν τοὺς ἵππους αὐτῶν, τὸ μὲν ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας ἑαυτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, τὸ δὲ διότι δὲν εἶχον ν’ ἀγοράσωσι φορβήν. Τὴν τοιαύτην ἀπέλπιδα κατάστασιν τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων κατιδοῦσα ἡ πρὸ τῶν δύο Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν ἁπλῆ Βουλὴ ἠλάττωσε τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων, τῶν μὲν διτρόχων ἀπὸ δρ. 37,80 εἰς 16 καὶ 30 λ., τῶν δὲ τετρατρόχων ἀπὸ δραχμὰς 41,50 εἰς 23,95. Ἀλλὰ καὶ τοῦτον τὸν φόρον ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εἰσακούσῃ τὰς παρακλήσεις καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων, βέβαιος ὤν ὅτι οὕτω πράττων πράττει ἔργον μεγίστης δικαιοσύνης καὶ ὑψίστης φιλανθρωπίας.
§30Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καλλίτερον θὰ ἔκαμνε νὰ κόψῃ τὴν διατίμησιν.
§31ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συνενώσω τὰς ἐμὰς συστάσεις πρὸς τὰς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναφορᾶς. Ἡ τάξις αὕτη τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ἁμαξοκαρραγωγεῖς δηλαδή, ὑποφέρουσιν ἐκ μεγίστης περιστολῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, περιστολῆς, ἡ ὁποία ἔχει φέρει αὐτοὺς εἰς ἀπόγνωσιν. Ἡ κατάστασις αὕτη δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη καὶ ἐγένετο ἀφορμή, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅπως ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ αὐτῶν· ἀλλὰ καὶ τὰ μέτρα αὐτά, τὰ εἰς τὸ παρελθὸν ληφθέντα, δὲν κρίνονται ἐπαρκῆ ὑπὸ τῶν ἀναφερομένων, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσιν, ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον, νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ ἐκπληρώσωσι, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγώ, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου τούτων καὶ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος· ἐὰν δὲ δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, τοὐλάχιστον νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον εἰς βαθμὸν πολὺ κατώτερον, ἐπιτρέπων συνάμα εἰς αὐτοὺς τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ καθυστερουμένου φόρου, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν πολὺ δυσκόλως δύνανται νὰ ἐξοικονομήσωσιν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§33Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω εἰμὴ μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ κατορθώσῃ, ὥστε νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον τῶν καρραγωγέων καὶ ἁμαξηλατῶν εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ τοῦτον νὰ διακανονίσῃ εἰς τρόπον, ὥστε κατὰ δόσεις νὰ τὸν δίδωσι, διότι, ὅταν λέγητε εἰς ἀνθρώπους πτωχοὺς νὰ δώσωσιν ἀμέσως 50 δραχμάς, δὲν δύνανται νὰ τὰς δώσωσι, διότι ὡς ἐκ τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία μαστίζει τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα, ὑπάρχει μεγίστη ἀνέχεια. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου.
§34ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη, διότι ἕνεκα τῆς πυκνώσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου καὶ τῆς συγκοινωνίας ἠλαττώθησαν τὰ ἔσοδα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ συνεπῶς, ἐπειδὴ τὸ εἰσόδημά των εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ πρίν, δίκαιον εἶναι καὶ πρέπον νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος.
§35ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ὁ λαὸς πληρώνει τοὺς ἐμμέσους φόρους καὶ τῶν τοιούτων ἐμμέσων φόρων δὲν ἀπαλλάσσονται καὶ οἱ καρραγωγεῖς, τοιαύτη φορολογία βιοπαλαιστῶν τοιούτων, ὁποῖοι εἶναι οἱ καρραγωγεῖς, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἄδικος καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἔπρεπε τὸ ταχύτερον νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τοιαύτη κατηγορία βιοπαλαιστῶν, ὁποῖοι οἱ καρραγωγεῖς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπόκειται νὰ λάβῃ μέτρα, δι’ ὧν ν’ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις δυστυχῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἔχω ἄλλο τίποτε νὰ προσθέσω.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥούσης. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς θεραπείαν τῶν παραπόνων.
§37Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ στενοχωρία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ καρραγωγεῖς, εἶναι καταφανής, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ προέρχηται ἐκ λόγων ἄλλων ἢ ἐκείνων δι’ οὓς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν πάντα τὰ ἐπαγγέλματα ὑποφέρουσι. Πέρυσιν ἢ προπέρυσιν ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος καὶ ἠλαττώθη οὐσιωδῶς. Τώρα λέγετε ὅτι εὑρίσκονται εἰς δεινὴν θέσιν οἱ καρραγωγεῖς ἀδυνατοῦντες νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτὸν τὸν ἠλαττωμένον φόρον, διότι τὰ κέρδη των δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Ἐζήτησα νὰ κάμω στατιστικὴν τῶν ὑπαρχόντων κάρρων, ἐξ ἧς βλέπω ὅτι ἐργάζονται νῦν περίπου ὅσα καὶ ἄλλοτε κάρρα. Ἡ κρίσις, ἡ ὁποία τόσον ἐπέδρασεν ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐπαγγελμάτων, δὲν ἐπέδρασε τόσον ἐπὶ τῶν καρραγωγέων· καὶ εἶναι πιθανὸν ἑπομένως ὅτι τὰ παράπονα προέρχονται ἔκ τινων ἐξ αὐτῶν, ὄχι ἐξ ὅλων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς δύσκολον οἰκονομικὴν θέσιν. Νομίζω ὅτι, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν καρραγωγέων, ἡ ὁποία ἐπῆλθε πρὸ ἑνὸς ἔτους, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ γίνῃ καὶ νέα ἢ τοὐλάχιστον σημαντικὴ ἐλάττωσις. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ φόρος εἶναι πολὺ βαρύς, διότι ἔχομεν ἐδῶ κατώτερον ὅριον διὰ τὰ κάρρα 23 δραχ., ἤτοι 2 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἀλλ’ εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν θέσις ἐχειροτέρευσε.
§38Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατηρήσω δύο τινά. Ἐν πρώτοις ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἀναφορὰ τοῦ Συνδέσμου τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀναφορὰ καρραγωγέων τινῶν, ὡς ἀντελήφθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ εἶναι ἀναφορὰ πάντων τῶν καρραγωγέων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συντεταγμένοι εἰς σωματεῖον, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ πολὺ καλῶς καὶ συγκεντροῖ πάντας τοὺς καρραγωγεῖς. Ἑπομένως αἱ δηλώσεις τῆς ἀναφορᾶς δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὡς δηλώσεις ἀπορρέουσαι ἔκ τινων καρραγωγέων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ πάντων τῶν καρραγωγέων. Ἐκτὸς τούτου θ’ ἀναφέρω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀ. Θεοδωρίδης ἀνέφερεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον λίαν ἀξιεπαίνως θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν συμβαδίζει πρὸς φορολογίαν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀποκερδαίνουσι τὸν ἄρτον των διὰ τῆς ἐργασίας των, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἓν ἐλάχιστον εἰσόδημα, οἱ ὁποῖοι εἶναι μικροεισοδηματίαι εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ φορολογῶνται. Μὲ τοιοῦτον λοιπὸν μέτρον κρινόμενα τὰ αἰτήματα τῆς τάξεως τῶν καρραγωγέων νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ τύχωσιν εὐνοϊκωτέρας ὑποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐλπίζω ὅτι ὄντως θέλουσι τύχει τοιαύτης.
§39Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Εἶναι περίεργος, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀντίληψις ἡ κρατοῦσα παρὰ ταῖς δημοσίαις Ἀρχαῖς ἐν Ἑλλάδι περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ Κράτους. Εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον εἶναι παραδεδεγμένον ὅτι τὸ Κράτος ἱδρύθη νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν πολίτην καὶ ἐνισχύσῃ αὐτὸν εἰς τὴν παραγωγήν του, παρ’ ἡμῖν ὅμως καὶ ἰδίως παρὰ ταῖς δημοσίαις Ἀρχαῖς ὑπάρχει ἡ ἰδέα ὅτι τὸ Κράτος ἱδρύθη, διὰ νὰ ὑπάρχῃ Κράτος, ὁ δὲ προορισμὸς τοῦ πολίτου εἶναι νὰ πληρώνῃ, ὅπως τὸ Κράτος θέλει, τοὺς φόρους αὐτοῦ. Μία ἐκδήλωσις τῆς τοιαύτης παρ’ ἡμῖν ἀντιλήψεως περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους προεκάλεσε καὶ τὸ γεγονός, διὰ τὸ ὁποῖον παραπονοῦνται οἱ ἔμποροι Πειραιῶς καὶ ἰδίως οἱ σιτέμποροι διὰ τῆς ἀναφορᾶς, ἥτις συζητεῖται ταύτην τὴν στιγμήν. Πρόκειται περὶ τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς καὶ δὴ περὶ τοῦ ἐκτελωνισμοῦ τοῦ σίτου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσάγων ἐμπορεύματα ὀφείλει νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ Τελωνεῖον τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, τοῦτο δ’ ἀναλαμβάνει τὴν φύλαξιν μέχρι τῆς καταβολῆς τοῦ τέλους καὶ παραλαβῆς τῶν ἐμπορευμάτων. Ὁ σῖτος ὅμως καὶ ἡ ξυλεία, ἕνεκα τοῦ ὀγκώδους αὐτῶν καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ χώρου τοῦ Τελωνειακοῦ καταστήματος Πειραιῶς ἐναποτίθενται εἰς μίαν προβλῆτα τοῦ λιμένος Πειραιῶς, εἰς τὴν προβλῆτα τῆς Τρούμπας. Ἀλλ’ ἴσως θέλετε ὑποθέσει ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἐναποτίθενται ὑπάρχει ὑπάλληλος τοῦ Δημοσίου, ὅστις παραλαμβάνει τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος δι’ αὐτὰ καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ λογοδοτήσῃ ἐν περιπτώσει ἀπωλείας. Ἴσως ὑποθέσητε ὅτι ἔχει ληφθῆ πρόνοια, ὅπως τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα ἐφ’ ὅσον μένουσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς τελωνειακῆς Ἀρχῆς διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον τὸν ἀπαιτούμενον φόρον, προφυλάσσονται ἀπὸ τὰς διαφόρους ἐπηρείας τῆς ἀτμοσφαίρας καὶ ἐν γένει, ὅτι προφυλάσσονται ἀπὸ πάσης ἐπιθέσεως τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Δυστυχῶς οὐδὲν τούτων συμβαίνει, ὁ σῖτος καὶ ἡ ξυλεία μένουσιν εἰς τὴν προβλῆτα τῆς Τρούμπας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς τελωνειακὸς ὑπάλληλος, ἐντεταλμένος τὴν παραλαβὴν αὐτῶν καὶ φύλαξιν καὶ συνεπῶς ὑπεύθυνος. Τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς πάσας τὰς ἐπηρείας τῆς ἀτμοσφαίρας, διότι τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον τοποθετοῦνται, εἶναι ἐντελῶς ἄστεγον καὶ ἑπομένως ἡ πρώτη βροχὴ τὰ καταστρέφει. Ἐπὶ πλέον τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὴν διαρπαγὴν τοῦ πρώτου τυχόντος, διότι ὁ χῶρος δὲν εἶναι περιεφραγμένος ποσῶς καὶ συνάμα οὐδεὶς φύλαξ ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νά φυλάττῃ αὐτά. Τί δὲ συμβαίνει; Καθ’ ἑκάστην διάφοροι ἐργάται καὶ ἄπειροι ἀγυιόπαιδες εἰσέρχονται ἐκεῖ καὶ σχίζοντες τοὺς σάκκους ἀποκομίζουσι ἐξ ἑκάστου αὐτῶν δύο καὶ πλέον ὀκάδας σίτου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἔγγραφον τοῦ Ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζεται ὅτι ἐκ τῶν τοιούτων μικροκλοπῶν κλέπτονται καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα 10.000 ὀκάδων σίτου. Φαντασθῆτε ποία ζημία ἐπέρχεται καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους Πειραιῶς καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, διότι οἱ λωποδύται δὲν ἔχουσι βεβαίως τὴν εὐγένειαν νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Τελώνου καὶ νὰ πληρώσωσι τὸν εἰσαγωγικὸν φόρον. Φαντασθῆτε ποῖον ὄνειδος προσάπτεται εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος, διότι ἐνδιαφέρονται καὶ ἔμποροι ἀλλοδαποί, οἱ ὁποῖοι σχηματίζουσι τὴν χειρίστην ἰδέαν περὶ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ χρονολογεῖται ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων καὶ δὲν βαρύνει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φοβεῖσθε νὰ μὴ ἐπικρίνωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν;
§41Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχετε ἕν ἔτος, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ κάμητε.
§43Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἀλλά, ἂν δὲν βαρύνῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἡ γένεσις τοῦ κακοῦ, τὰ μέγιστα ὅμως θὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτὴν ἡ παράτασις τῆς τοιαύτης ἀγρίας καταστάσεως, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἀκόμη, διότι ὑπάρχουσι πρόχειρα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὐτή.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι στοιχειώδη ζητήματα.
§45Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Τὸ κακὸν δύναται ν’ ἀρθῇ διὰ δαπάνης πολὺ μικρᾶς σημασίας. Κατά τινα πρόχειρον ὑπολογισμόν, διὰ δαπάνης 100,000 δραχμῶν δύναται νὰ περιφραχθῇ ὁλόκληρον τὸ μέρος αὐτό, νὰ κατασκευασθῇ μία στέγη, κάτωθι τῆς ὁποίας νὰ ἐναποτίθενται τὰ ἐμπορεύματα, καὶ εἰς διαφόρους ἀποστάσεις νὰ τοποθετηθῶσι φυλακεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ἐπιτηρῶνται τὰ ἐμπορεύματα. Πρωτίστως ὅμως πρέπει νὰ διορισθῇ εἷς ἀποθηκάριος, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ὑπεύθυνος εἰς πᾶσαν στιγμήν. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μικρᾶς σημασίας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαββανάκος εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§47Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Πολίτης, ὡς καὶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Βοζίκης περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς φορολογουμένους. Αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος ἐθεώρουν καύχημά των νὰ καταργῶσι διαφόρους θέσεις, ἀδιαφοροῦσαι περὶ τῆς τύχης τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἀδιαφοροῦσαι περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον πρὸς τοὺς φορολογουμένους. Ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι περὶ τῆς προβλῆτος τῆς Τρούμπας, σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἡ λιμενικὴ τοῦ Πειραιῶς ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προβλῆτα, ἀφῄρεσε κατ’ ἀνάγκην τὰ πρότερον ὑπάρχοντα κιγκλιδώματα, καὶ ἔκτοτε οὐδεμία προστασία παρέχεται εἰς τὰ ἐμπορεύματα. Ἡ περιφέρεια δὲ τῆς προβλῆτος ἐγένετο μεγαλειτέρα, καὶ ἑπομένως οἱ κλέπται δύνανται ἀκόμη εὐκολώτερον νὰ κλέπτωσι τὰ πράγματα. Τὸ Δημόσιον οὐδέποτε σχεδὸν ἀντελήφθη ὅτι ἀκριβῶς τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτει δικαίωμα ἀποθηκεύσεως, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἀποθηκευομένων. Οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ κάμῃ τὸ παραμικρόν, συντελούσης δὲ καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὑπαλλήλων, τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς εὑρέθη εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν ὄχι μόνον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τοὺς ἐμπόρους. Ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ, θὰ εἶναι κατά τι μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Γ. Πολίτης. Διέταξα νὰ γίνῃ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης. Πλὴν τούτου δέ, ὡς γνωρίζετε, μελετᾶται καὶ ἡ ὅλη διαρρύθμισις τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς.
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ προσωρινῶς μέριμνά τις;
§50Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θὰ ληφθῇ.
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἑπτὰ μῆνας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ.
§52Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις εἶχον πολὺ πλείονα χρόνον καὶ οὐδὲν ἀληθῶς ἔπραξαν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυζωγόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου.
§54Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ λιμένος Κατακώλου. Ἄλλοτε ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος δι’ ἀναφορᾶς του ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος Κατακώλου νὰ συνάψῃ δάνειον διὰ τὴν ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος Κατακώλου. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις δὲν στέργει εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ θὰ ἐκβαθύνῃ τὸν λιμένα μὲ τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας ἔχει.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ πρόσοδοι εἶναι ἐπαρκεῖς;
§56Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι. Καὶ ἂν δὲν εἶναι, τὸ ἔργον θὰ γίνῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἀναλόγως τῶν προσόδων, διότι ὁ λιμὴν ἔχει φθάσει εἰς ἓν σημεῖον, ὥστε τὰ ἀτμόπλοια δὲν δύνανται νὰ καταπλεύσωσι. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον θὰ ἐνοικιάσῃ μίαν βορβοροφάγον, ἀναλόγως δὲ τῆς ἐργασίας θὰ γίνηται καὶ ἡ πληρωμή. Ἐλπίζει ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ὅτι μὲ τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας ἔχει, θὰ δυνηθῇ νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργός.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§58Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσπαθήσητε τέλος πάντων ν’ ἀρθῇ αὐτὸ τὸ ἄτοπον.
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦσθε ἐδῶ, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις;
§60Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο νὰ γίνῃ δάνειον, ἀλλὰ τώρα διὰ τῆς νέας αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύργου, ζητεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐκβάθυνσις, φυσικώτατα δ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν. Ἰδοὺ τὰ πράγματα. Ἓν μικρὸν τείχισμα θὰ γίνῃ, διότι εἰσρέουσιν ἐντὸς χώματα, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὄχι μόνον πλοῖα, ἀλλ’ οὐδὲ λέμβος δύναται νὰ πλησιάσῃ.
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ ἀναφορὰ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ θὰ μελετηθῇ, ἐν τούτοις δύναταί τις ἀπὸ τοῦδε νὰ παρατηρήσῃ ὅτι, ἂν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν ἐσόδων αὐτῆς νὰ συντελεσθῇ ἓν ἔργον τοσούτῳ σπουδαῖον, τῆς ἐκβαθύνσεως, βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπίτρεψιν δανείου, ἐν τούτοις θὰ μελετηθῇ ἡ ἀναφορά.
§62Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σέβομαι τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως διορθωθῇ τὸ κακὸν αὐτό, ἀλλά, ἐπειδὴ οἱ δύο ἁρμοδιώτεροι Ὑπουργοί, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπουσιάζουσι ταύτην τὴν στιγμήν, θὰ παρακαλέσω νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι τοῦτο εἶναι προσῆκον καὶ πρέπον· ἄλλως θέλομεν νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν ὅμως δὲν στέργητε εἰς τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως, θὰ ἐξακολουθήσω.
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ εἰδικὸς ἔχει ἀνάγκην μελέτης.
§64Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸν μῆνα Μάϊον· γνωρίζετε δ’ ὅτι ἀπὸ τὸν λιμένα Κατακώλου ἐνεργεῖται μέγα ἐμπόριον, τὸ πλεῖστον τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐπικαλεσθῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρεπονέθησαν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι ὅτι θὰ παύσωσιν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ προσεγγίζωσιν εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου, καὶ παριστάμεθα ἐνώπιον τοῦ κινδύνου ὄχι μόνον τῆς στάσεως τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν ἀναφοραὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε ἰσχυρίσθη ὅτι πιθανὸν τὸ ἔργον νὰ μὴ δύναται νὰ συντελεσθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ λιμένος, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται ῥητῶς πᾶσαι αἱ ἐλλείψεις καὶ ἀνάγκαι τοῦ λιμένος. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, διὰ τοῦ ζητουμένου αὐτοῦ ἔργου, ὅπως ἐπαναληφθῶσιν αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι σπατάλαι, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἐγίνοντο ἐπὶ τοῦ λιμένος Κατακώλου, διότι δὲν πρέπει νὰ μὴ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι 14,000,000 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸν λιμένα αὐτὸν καὶ εἰσέτι δὲν ἐπετεύχθη ἡ κατασκευή του. Τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης πολιτικῆς μερίμνης. Ἤδη, κύριοι Βουλευταί, ὁ Ἐμπορικὸς σύλλογος, ζητεῖ διὰ τῶν ὑπαρχόντων χρημάτων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ἐνοικιάσῃ μίαν βορβοροφάγον, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ εἰσέλευσις εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου τῶν πλοίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀρνεῖται τὸ τοιοῦτον, ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει παραστήσει τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς τὸν συνάδελφόν του καὶ θέλει εἰσακουσθῆ ἡ δικαία καὶ εὔλογος παράστασις ὁλοκλήρου τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου τῆς Ἠλείας.
§65Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ καθήκοντος νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Κατακώλου. Διὰ τὸν λιμένα αὐτὸν ἐδαπανήθησαν εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ θὰ ἦτο βεβαίως προτιμότερον, ὅτε ἐδαπανᾶτο τὸ γενναῖον αὐτὸ ποσόν, νὰ ἐλαμβάνοντο τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μελετῶνται νῦν, ὅτε θὰ ἦτο καλλιτέρα ἡ θέσις τοῦ Πύργου καὶ τῶν παρακειμένων μερῶν ἀπὸ τοῦ Κατακώλου μέχρι τοῦ Πύργου. Δυστυχῶς ὅμως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἠξεύρω τίνες σκέψεις καὶ γνῶμαι ἐπεκράτησαν καὶ ἐγένετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγινε, καὶ ἐζημιώθη καὶ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον καὶ ὁ λαὸς ἐκεῖνος 13.000.000. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο, καὶ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην ἀντιλαμβάνομαι ὅτι εἶναι ὁ πάτρων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου. Θὰ ἦτο ἀριστεῖον τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τέλος πάντων μέτρα διὰ τὸν Πύργον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο εἰς καλλιτέραν θέσιν ὑπὸ ἐμπορικὴν ἔποψιν, δυστυχῶς ὅμως λόγῳ τῶν κατὰ καιροὺς στάσεων τῶν Κυβερνήσεων μόνον διὰ τὸ λιμενικὸν ἐκεῖνο ταμεῖον εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐλεεινῇ ἐκείνῃ καταστάσει. Ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ διαβιβάσῃ τὰς συστάσεις μας ταύτας.
§66Λ. ΦΛΑΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ὅλα τὰ λεχθέντα ὀφείλω νὰ προσθέσω τινὰ καὶ κυρίως διὰ τὴν ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου του κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προκαλέσῃ προσφορὰς ἐκ μέρους τῶν ἑταιρειῶν ἐκείνων, αἵτινες κατέχουσι βορβοροφάγους, καὶ νὰ ἐξετασθῇ ὁποία θὰ εἶναι ἡ δαπάνη καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους δύναται νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸ λιμένα Κατακώλου μία βορβοροφάγος. Νομίζω ὅτι τὸ ἔργον εἶναι σπουδαιότατον καὶ λίαν ἐπεῖγον, δὲν εἶναι δ’ ἀνάγκη νὰ συναφθῇ προηγουμένως δάνειον, καὶ διαφωνῶ κατὰ τοῦτο πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι ἀκριβῶς τὸ ἔργον δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐκ τῶν πόρων τοῦ λιμένος, χωρὶς νὰ ὑφίσταται ὁ λιμὴν τὰς συνεπείας τοῦ δανείου, ὅπερ θὰ μένῃ κατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ θὰ πληρώνῃ τόκους καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν κάμνει χρῆσιν. Ὁ λιμὴν ἔχει σήμερον εἰς τὴν διάθεσίν του ἐκ τῶν πόρων του περὶ τὰς 40.000 δρ. καὶ τὸν Αὔγουστον ἄλλας 35,000. Τὸ ἔργον τῆς ἐκβαθύνσεως ἔχει ὑπολογισθῆ εἰς 94.000 δρ., ἀλλ’ ὑπελόγισεν ὁ κ. Γκίνης πρὸς 1 δραχ. τὸ κυβικὸν μέτρον, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια τοῦ πράγματος εἶναι, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Πειραιῶς, 0,80 κατὰ κυβικὸν μέτρον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχομεν 80.000 δρ. Ἔχομεν λοιπὸν τὰς 75.000, τὸ δὲ ἔργον θὰ πληρώνηται συντελούμμενον, ἐὰν δ’ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν δάνειον, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ δάνειον διὰ μιᾶς, διότι θὰ πληρώνωμεν τόκους. Θὰ κάμωμεν τὸ δάνειον, ἐὰν μᾶς χρησιμεύσῃ. Ὁ κ. Γκίνης, ὁ μηχανικός, εἰς τρία σημεῖα μελετήσας ἐπιμένει, εἰς τὴν ἐκβάθυνσιν, εἰς τὸν λιμενοβραχίονα, καὶ εἰς τὴν διαπλάτυνσιν τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ. Τὰ δύο δύνανται νὰ γίνωσι μὲ μικρὸν δάνειον, καὶ ἐπιμένω νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συναδέλφου του νὰ προκαλέσῃ τὸ ταχύτερον προσφορὰς ἐκ μέρους τῶν ἑταιρειῶν, τῶν ἐχουσῶν βορβοροφάγους, νὰ ἐξετάσῃ δὲ τίνα εἶναι τὰ δικαιώματα αὐτῶν καὶ ὁποῖον τὸ χρηματικὸν ποσὸν σήμερον εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους προτείνουσι τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου, διὰ τὰ ὁποῖα μέλη τοὐλάχιστον ἐγὼ ἔχω ἀρίστην ἰδέαν, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἀπειλεῖται ὁ λιμὴν ἀπὸ πάσας τὰς ἑταιρείας ὅτι δὲν θὰ προσεγγίζωσιν ἀτμόπλοια εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου, ἐὰν δὲν τὸν ἐκβαθύνωσιν. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ καὶ ἐπείγει. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω.
§68Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι πολὺ ὀλίγοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων θὰ παραξενευθῶσιν ὅτι ἀναμιγνύομαι εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι θὰ εἶναι γνωστὸν βεβαίως ὅτι εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων Ζακύνθιοι ἔχουσι χύσει ἱδρῶτα πολὺν καὶ ἔχουσι θυσιάσει πολλὰ χρήματα. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ὑψώσω καὶ ἐγὼ φωνὴν ὑπὲρ τοῦ δανείου. Ὁ λιμὴν Κατακώλου ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐθεωρεῖτο ἐν παρακμῇ ὡς ἐκ τοῦ Σιδηροδρόμου Π.Α.Π.· τώρα ὅμως, ὅτε πάλιν ηὐξήθησαν τὰ ἀτμόπλοια καὶ αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, ἔλαβε πάλιν τὴν σημαντικότητα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ἄλλοτε. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἔχει χρήματα καὶ θέλει νὰ κάμῃ ἐργασίαν ἐν τῷ λιμένι, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, διότι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα αἱ λιμενικαὶ ἐπιτροπαὶ εἰσπράττουσιν, εἰσπράττονται ἀποκλειστικῶς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ μένωσι νεκρά. Πολὺ δὲ περισσότερον πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκβάθυνσις, διότι τὰ ἀτμόπλοια δὲν προσεγγίζουσι πλέον. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ συλλόγου Νησίου ὁ κ. Κάβουρας.
§70Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Περὶ λιμενικῶν καὶ πάλιν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, διότι τῆς ὑποθέσεως ἔχει ἤδη ἐπιληφθῆ ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη. Ἀλλὰ μὲ ἐκβιάζει πρὸς τοῦτο τηλεγράφημα τῶν ἐμπορικῶν σωματείων Παμίσου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παρίδῃ ἡ Βουλή· πρόκειται περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου, περὶ ὧν ἐπελήφθη ἡ Δικαιοσύνη. Ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπεστάλη ἤδη, ἀλλ’ ἀπεστάλη ἐλλιπὴς καὶ ἀπωλέσθησαν διάφορα ἔγγραφα, ἐξ ὧν θ’ ἀπεδεικνύοντο, ἂν αἱ διάφοροι ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γίνωσι, καὶ ἐπιστοποιήθη ὅτι ἔγιναν, ἂν ἐγένοντο πράγματι.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ποῖον γραφεῖον ἀπωλέσθησαν;
§72Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ νομομηχανικοῦ Μεσσηνίας, καὶ πρόκειται, ὡς διατείνονται οἱ τηλεγραφοῦντες συμπολῖταί μου, περὶ καταχρήσεων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὁλόκληρος ὁ Μεσσηνιακὸς λαὸς πληρώνει δυνάμει εἰδικῆς φορολογίας 150.000 δρ. κατ’ ἔτος, καὶ δεδικαιολογημένως εὑρίσκονται ἐν ἐξεγέρσει οἱ Μεσσήνιοι, διὰ διαφόρων δὲ συλλαλητηρίων παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιληφθῇ ἀποτελεσματικῶς τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Πρόκειται δὲ περὶ καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς ἐγένοντο, ὡς λέγεται, διότι ὁ νομομηχανικὸς ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἐργολάβου τοῦ ἀναλαβόντος τὸ ἔργον ἦτο κρύφιος συνεταῖρος τούτου, τοῦτο δ’ ἀποδεικνύουσι τὰ πράγματα. Διότι, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν ἐγένετο δημοπρασία ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης τοῦ μηχανικοῦ τοῦ ἐργασθέντος πρὸς τοῦτο ἐπὶ 15ετίαν, αὕτη κατόπιν ἀπεδείχθη ἀνεκτέλεστος, καὶ ἐγένετο μελέτη ἀνεκτέλεστος σκοπίμως, ἵνα μὴ δύναται νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν πᾶς τις.
§73Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης;
§74Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ποινικῆς ὑποθέσεως σήμερον τῆς ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλὰ περὶ ἄλλης ὑποθέσεως σχετικῆς ὡς θ’ ἀκούσητε, καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον κυρίως τὸν λόγον, οὐχὶ δὲ διὰ τὴν ποινικήν.
§75Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταύτην νομίζω ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξητε, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης.
§76Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ὁ μηχανικὸς ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἐργολάβου ἦτο συνεταῖρος αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ θὰ συστήσω ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς θέσεώς του ὁ νομομηχανικὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀπορῶ πῶς εὑρίσκεται ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, ἀφοῦ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοσαῦται καταχρήσεις ἐγένοντο· καὶ ἰδοὺ πῶς. Προεκηρύχθη δημοπρασία, σημειώσατε δ’ ὅτι τὰ σχεδιαγράμματα πάντα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου ἔκαμεν ὁ νομομηχανικὸς οὗτος, ὁ Μοσχίδης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 15ετίαν ὁλόκληρον ἐλάμβανε χρήματα ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς 100.000 δρ., ἀκριβῶς διὰ τὴν μελέτην ταύτην, τὴν ἔκαμε δὲ οὕτω πως, ὥστε νὰ εἶναι ἀνεκτέλεστος καὶ μὴ δυνηθῇ ἄλλος ἐργολάβος ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ὁ ἐργολάβος, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχε συνεννοηθῆ. Ἀτυχῶς δι’ αὐτὸν κατὰ τὴν πρώτην δημοπρασίαν δὲν ἐπέτυχεν ὁ σκοπός του, διότι ἕτερος ἐργολάβος, ὁ Μάτσας, ἀνέλαβε τὸ ἔργον, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐπειδὴ ὑπῆρχε προσυνεννόησις μετὰ τοῦ μετέπειτα ἐργολάβου Μασουρίδου, ὁ Μάτσας καταπιεζόμενος ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ, —γνωρίζουσι δὲ οἱ εἰδικοὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται ὁ μηχανικὸς νὰ πιέσῃ τὸν ἐργολάβον, ὅταν δὲν εἶναι σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ—, ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸ ἔργον ἦτο ἀνεκτέλεστον, ὡς εἶχεν ἐν τῷ σχεδιαγράμματι, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ ὁ Μάτσας καὶ νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Μετὰ πάροδον μηνῶν προεκηρύχθη καὶ δευτέρα δημοπρασία καὶ ἐπειδὴ καὶ ἡ δευτέρα αὕτη διὰ τοὺς ὅρους αὐτῆς ἦτο ἀνεκτέλεστος, σημειωτέον ὅτι ὁ μηχανικὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν πρώτην μελέτην, ἥτις ἦτο ἀνεκτέλεστος, ἔκαμε καὶ τὴν μελέτην ταύτην ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐργασθεὶς ἐπὶ 15ετίαν, ἔκαμε καὶ τὴν νέαν μελέτην, λέγω, κατώρθωσε δὲ ὥστε ν’ ἀποκλεισθῇ πᾶς ἄλλος ἐργολάβος καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν ὁ ἤδη ἐργολάβος, ὑπὲρ οὗ ἐνδιεφέρετο. Διὰ τῆς μεθόδου δὲ κατόπιν τῆς μετατροπῆς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως κατωρθώθη ὥστε, ἐνῷ εἶχε προϋπολογισθῆ τὸ ἔργον εἰς 760.000 δρ. περίπου, ν’ ἀνέλθῃ εἰς 830.000 δρ. ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ μὲ νέας βλέψεις διὰ τὸ μέλλον. Ἵνα ἴδητε δὲ τὸν τρόπον τῶν καταχρήσεων, ἀναφέρω μόνον τὰ ἑξῆς γεγονότα, ἅτινα λέγονται: Μεταξὺ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα τμηματικῶς ἐγίνοντο ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῶσι καὶ δύο προχώματα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν εἶχον νὰ ἐμποδίζωσι τὰς προσχώσεις τῆς ἐκβολῆς τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ἀπὸ τὴν θάλασσαν. Εἶχεν ἀποφασισθῆ δὲ νὰ γίνωσι, νομίζω, 20.000 τετρ. μ. ἀπὸ χορτοπλίνθους, προϋπελογίσθη δ’ ἕκαστον κυβικὸν μέτρον χορτοπλίνθου εἰς 7 δρ. Ἐνῷ δέ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν μελέτην ἔλαμεν ὁ μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 15 ἔτη εἰργάσθη ἐπ’ αὐτῆς, μόλις ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ὁ ἤδη ἐργολάβος, ζητεῖ ὁ ἴδιος ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ μηχανικοῦ τὴν μετατροπὴν τῆς συμβάσεως, διότι, λέγει, δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ζητεῖ, ἀντὶ νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία μὲ χορτοπλίνθους, ὁπότε ἀσφαλῶς θὰ ἐστοίχιζε πολύ, διότι χορτόπλινθοι θὰ μετεφέροντο ἀπὸ ἀποστάσεως 500 χιλιομέτρων, προτείνει νὰ γίνῃ, τὸ πρόχωμα δι’ ἁπλοῦ χώματος, ἀνελάμβανε δὲ τὸ ἔργον αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐργολάβος ἀντὶ 6 δρ. τὸ κυβικὸν μέτρον, μετὰ πάροδον ὅμως ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραδοχῆς τῆς τροποποιήσεως ὁ ἐργολάβος ὑπεξεμίσθωσε τὴν ἐργασίαν εἰς ἄλλους ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς τὸ τετρ. μέτρον, ἀπὸ τὴν μετατροπὴν δ’ αὐτὴν καὶ μόνην ὠφελήθη 60.000 δρ. εἰς βάρος τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Ἐπρόκειτο προσέτι νὰ γίνωσιν ἐκτὸς τῶν προχωμάτων αὐτῶν οἱ βραχίονες τοῦ λιμένος διὰ τεχνητῶν ὀγκολίθων, ὑπελόγισε δὲ ὁ μηχανικὸς τοὺς ὀγκολίθους νὰ γίνωσιν εἰς ὡρισμένον μέγεθος ἐν τῇ συγγραφῇ ἀναφερόμενον, ἤτοι 60 Χ 40 Χ 30. Κατόπιν ὅμως ἐζήτησεν ὁ ἴδιος ὁ μηχανικὸς ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ ἐργολάβου τὴν μετατροπὴν ἐπὶ τῷ ἰσχυρισμῷ ὅτι οἱ ὀγκόλιθοι πρέπει νὰ γίνωσι μὲ ἄλλο μέγεθος λίθων, διότι, ἐὰν γίνωσιν εἰς τόσον μέγεθος, ὅσον εἶχεν ὁρισθῆ ἐν τῇ συγγραφῇ τῶν ὑποχρεώσεων, δὲν θὰ εἶναι στερεοί. Διὰ τὴν μετατροπὴν δὲ ταύτην ζητεῖ ὁ ἐργολάβος 60.000 δρ. Καὶ τὰς μετατροπὰς ταύτας, ἐπαναλαμβάνω πάλιν νὰ τονίσω, ἐζήτει ὁ ἴδιος ὁ ἐργολάβος καὶ ἀπεδέχετο ὡς ὀρθὰς ὁ μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 15ετίαν ἐμελέτα τὸ ἔργον, καὶ ἔπρεπεν ἔκτοτε νὰ εἶχε κάμει μελέτην ἀκριβῆ.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§78Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὁ Μοσχίδης. Ἀλλὰ τῶν καταχρήσεων αὐτῶν ἐπελήφθη ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, καὶ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι ἐπὶ πλέον, οὔτε δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα ἀποστείλασα πραγματογνώμονας ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐργασίας. Ἀλλά, ὡς νὰ μὴ ἤρκουν αἱ καταχρήσεις αὗται, ὁ ἐργολάβος δι’ ἄλλης μεθόδου, ἤτοι δι’ αἰτήσεώς του, ζητεῖ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν 200.000 δρ. Πρόκειται δὲ ἤδη ἡ ὑπόθεσις νὰ εἰσαχθῇ εἰς διαιτητικὸν Δικαστήριον, δι’ ὃ ἀκριβῶς ἔλαβον τὸν λόγον.
§79Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί μᾶς ἐνδιαφέρουσιν αὐτά;
§80Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Πρόκειται περὶ τούτου, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ διαιτητικὸν Δικαστήριον δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§81Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀναρμοδιότητος κατὰ τὸ 4ον ἄρθρον.
§82Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κατὰ τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ Διατάγματος καὶ τοῦ νόμου τοῦ σχετικοῦ τὸ διαιτητικὸν Δικαστήριον εἶναι ἁρμόδιον ν’ ἀποφανθῇ μόνον (ἀναγινώσκει): «ἐὰν ἡ διαφορὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἢ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως καὶ τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων». Ἐδῶ δὲ πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως καθαρᾶς, διότι δὲν ἀμφισβητεῖ ὁ ἐργολάβος μὲ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν οὔτε τὴν ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως οὔτε τὴν συγγραφὴν τῶν ὑποχρεώσεων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ ζητεῖ ἀποζημίωσιν, διότι (ἀναγινώσκει): «ζητεῖ δι’ αὐτὸ 190.000 δραχ. κτλ.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ αἰτήσεως ἀποζημιώσεως, καὶ φρονῶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δέον κατ’ ἀνάγκην καὶ δυνάμει τοῦ νόμου νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ νομικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἀποφανθῇ ἂν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ διαιτητικοῦ Δικαστηρίου ἡ διαφορὰ αὐτή. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, νὰ παραπεμφθῇ ἡ δικογραφία εἰς τὸ νομικὸν συμβούλιον.
§83Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεκροτήθη τὸ διαιτητικὸν Δικαστήριον;
§84Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὄχι. Ἡμεῖς ἀκριβῶς ζητοῦμεν πρὶν συγκροτηθῇ τὸ διαιτητικὸν Δικαστήριον καὶ ἐπιληφθῇ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως, νὰ σταλῇ δ’ αὕτη εἰς τὸ νομικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ τοῦ διαιτητικοῦ Δικαστηρίου. Ἀκριβῶς αὐτὸ θέλομεν νὰ προλάβωμεν, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα κάμω τὴν σύστασιν ταύτην.
§85Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§86Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ 24 ἐτῶν ἐκτελοῦνται εἰς τὴν Μεσσηνιακὴν πεδιάδα, τὴν καταπλημμυρουμένην ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ἔργα ὑδραυλικά, ἐσχάτως δὲ ἐν συνδυασμῷ πρὸς αὐτὰ καὶ λιμενικὰ τοιαῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια ὅλα, τὰ ἔργα μένουσι καὶ θὰ μένωσι δυστυχῶς ἐπ’ ἄπειρον ἀνεκτέλεστα, ἐὰν δὲν ληφθῇ σοβαρὰ κυβερνητικὴ μέριμνα. Ὁ Μεσσηνιακὸς λαός, ὅστις διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς πεδιάδος ταύτης ἀναμένει τὴν σωτηρίαν ἑκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων γῆς καὶ τὴν ἐκ τούτου ὑλικὴν αὐτοῦ ἀνόρθωσιν καὶ εὐημερίαν, ἀπὸ πολλοῦ ὑφίσταται εἰδικήν τινα φορολογίαν, ἀλλὰ προϊόντος τοῦ χρόνου παρετήρησεν ὅτι τὰ χρήματα αὐτοῦ, τὰ ἱερά, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἱδρῶτός του περισυλλέγονται, δὲν κατηναλίσκοντο κυρίως διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἔργου, ἀλλ’ ὅπως πληρῶσι τὰ θυλάκια πολυωνύμων ἐργολάβων καὶ μηχανικῶν καὶ ἄλλων, οἵτινες ἐπέπεσον κατὰ τοῦ ταμείου τούτου καὶ τὸ λεηλατοῦσιν ἀσυστόλως. Ἕνεκα τούτου ὁ Μεσσηνιακὸς λαὸς ἐπανειλημμένως ἐξηγέρθη καὶ διὰ συλλαλητηρίων καὶ ἀναφορῶν καὶ ἄλλων μέσων ἐζήτησε παρὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων τὴν ἠθικὴν αὐτῶν συνδρομὴν καὶ ἐπέμβασιν, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι πάντοτε, δυστυχῶς πάντοτε, εἰς τὸ παρελθόν, οὐδεμία ἐδόθη προσοχή, οὐδεμία ἀκρόασις εἰς τὰ δίκαια αἰτήματα καὶ τὰς κραυγὰς καταστρεφομένου λαοῦ. Ἤδη τὸ κακὸν ἐκορυφώθη. Ὁ λαός, ὅστις ἤλπιζε τέλος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, τελείως σήμερον ἀπηλπίσθη, ὅτε ἡ ἀποκάλυψις πλείστων καταχρήσεων καὶ σκανδάλων κατέδειξεν αὐτῷ πῶς τὸ χρῆμα αὐτοῦ κατασπαταλᾶται καὶ πῶς ἐδαπανήθησαν ὑπερτριπλάσια τῶν ἀπαιτουμένων χρήματα, καὶ ὅμως τὸ ἔργον οὔτε κατὰ τὸ ἥμισυ συνετελέσθη. Ἡ ἀπειρία τῶν καταχρήσεων καὶ σκανδάλων, αἱ κατάφωροι συνεννοήσεις μηχανικῶν καὶ ἐργολάβων, ἡ δημιουργία ζητημάτων πρὸς ἀποζημιώσεις καὶ διαιτησίας ἐμποιοῦσι κατάπληξιν εἰς τὸν ἀκούοντα. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ μετατροπὴ τῆς ἐπενδύσεως τῶν πρανῶν τῶν ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ἀπὸ σκοποῦ γενομένη, ὅπως δῆθεν φέρῃ οἰκονομίαν τῷ ταμείῳ 9,000 δραχ., ἀπέφερε κέρδος τῷ ἐργολάβῳ 60,000 δρ. Ἡ κατασκευὴ τῶν τεχνικῶν ὀγκολίθων, ἀπὸ σκοποῦ γενομένη παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ καὶ τὴν θαλασσίαν ἀκτήν, ἐδημιούργησε πλεῖστα ὅσα ζητήματα ἀποζημιώσεων πρὸς προφύλαξιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς καταβυθίσεως καὶ ἐν τέλει τὴν ἀνάγκην τῆς προσωρινῆς μετατροπῆς τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ἥτις, πλὴν τῶν ἐπιπροσθέτων δαπανῶν, ἐγκυμονεῖ καὶ τὸν μέγαν κίνδυνον τῆς διὰ μιᾶς πλημμύρας τελείας καταστροφῆς τῶν ἔργων τῶν ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ, πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν καὶ δημιουργίαν κολοσσιαίων ἀπαιτήσεων ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου. Ἀπωλέσθησαν πλὴν τούτου ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ μηχανικοῦ, ἵνα μὴ εἴπω ὑπεξηρέθησαν, τὰ βιβλία τῆς προηγουμένης ἑταιρείας Μάτσα, κηρυχθείσης ἐκπτώτου, διὰ τῶν ὁποίων κατεφαίνετο ἡ ποσότης τῶν μεταφερθέντων καὶ χρησιμοποιηθέντων πετρωμάτων, ἀξίας δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπεζημιώθη καὶ αὖθις ὁ δεύτερος ἐργολάβος. Ἐπληρώθη δηλαδὴ καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος ἐργολάβος. Ἀπωλέσθησαν αἱ δὶς γενόμεναι διατομαὶ καὶ τόσα ἄλλα, ὧν οὐκ ἔστι τέλος. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν δὲ πάντα ταῦτα, ἐσχάτως ἐγένετο ἀπόπειρα διαρπαγῆς 150,000 δρ. διὰ τῆς μεθόδου τοῦ δανείου τῇ ὑποθήκῃ ἐργαλείων τοῦ ἐργολάβου ἐλαχίστης ἀξίας, εὐτυχῶς ματαιωθεῖσα τῇ ἐγκαίρῳ ἐξεγέρσει τοῦ λαοῦ καὶ τῇ ἐπεμβάσει τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ δὲ τὴν ματαίωσιν τοῦ δανείου τούτου ἐδημιουργήθησαν ψευδεῖς ἀπαιτήσεις ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου διὰ 200,000 ὅλας δραχμῶν, αἵτινες εἰσήχθησαν εἰς διαιτητικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον πρόκειται προσεχῶς ν’ ἀποφανθῇ.
§87Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἀγωγὴ αὕτη ἠγέρθη, ἀφοῦ ἐπελήφθη ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη τῆς ὑποθέσεως καὶ ἔπειτα;
§88Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ δεκαοκτὼ ὅλους μῆνας.
§90Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνεκα τούτου ὁ λαὸς εὑρίσκεται ἀπό τινος ἐν ἐπικινδύνῳ ἐξεγέρσει καὶ ἐναγωνίως ἀναμένει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν λῆψιν σοβαρῶν μέτρων πρὸς παρακώλυσιν τῶν τερατωδῶν τούτων καταχρήσεων καὶ ταχεῖαν συντέλεσιν τῶν ἔργων. Καὶ ἡμεῖς δὲ οἱ Βουλευταί, οἱ ἕλκοντες τὴν καταγωγὴν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, συναισθανόμενοι βαθύτατα τὸ ψυχικὸν ἄλγος τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ἐγείρομεν φωνὴν διαμαρτυρίας πρὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν μέχρι τοῦδε συνδρομὴν αὐτῆς, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα καὶ ῥιζικὰ μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν καταχρήσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐνεργήσῃ πᾶν ὅ,τι θὰ ἦτο σκόπιμον πρὸς ταχεῖαν συντέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλως τε δὲν θέλει ἐπιβαρυνθῆ ποσῶς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ὄντων ἐπαρκῶν τῶν ἐκ τῶν εἰδικῶν φόρων εἰσπραττομένων καὶ τοῦ Μεσσηνιακοῦ λαοῦ προθύμου νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν ἀκόμη, ἂν αὕτη ἤθελε κριθῆ ἀναγκαία, ἀρκεῖ νὰ ἴδῃ ταχέως συντελούμενον τὸ ἔργον τοῦτο, μεθ’ οὗ ἔχει συνδέσει τὴν ὑγείαν καὶ εὐδαιμονίαν του.
§91Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἶναι ἐν ἐξεγέρσει καὶ ἡ ἐξέγερσις αὕτη εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι δύο ἐπαρχίαι δαπανῶσι κατ’ ἔτος χιλιάδας δραχμῶν, χωρὶς νὰ βλέπωσι συντελούμενα τὰ ἔργα ταῦτα τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου. Ἡ Δικαιοσύνη ἤδη ἐπελήφθη τῶν γενομένων καταγγελιῶν καὶ θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἔλεγέ τίς τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης προτοῦ νὰ ἀκούσῃ τὴν τελευταίαν λέξιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω, εἶναι, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἀναβληθῇ ἡ ἐκδίκασις τῆς πολιτικῆς διαφορᾶς μεταξὺ ἐργολάβου καὶ Δημοσίου μέχρι περατώσεως τῶν ἐνεργειῶν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἐὰν εἶναι δυνατὸν μάλιστα νὰ ὑπήγετο αὕτη εἰς τὸ μετ’ ὀλίγον συσταθησόμενον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μετὰ δὲ τὴν περάτωσιν τῆς ποινικῆς δίκης ἀφεθῇ ἥσυχον τὸ Δικαστήριον, ὥστε νὰ δικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτῆς πρὸς καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις κρατεῖ ἐν ἐξεγέρσει ὁλόκληρον τὸν τὸν πληθυσμὸν τῆς Μεσσηνίας.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βρεστενίτσα τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σῖμος.
§93Σ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸν νομόν Ἄρτης ὑπάρχει ἓν χωρίον εἰς τὸν δῆμον Τετραφυλίας Βρεστενίτσα, ἀποτελούμενον ἀπὸ 300 οἰκογενείας. Τὸ χωρίον αὐτὸ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν ἐκκλησιάζεται ἐν ὑπαίθρῳ, διὰ τὸ μὴ ἔχειν μέσα πρὸς ἀνοικοδόμησιν ναοῦ. Θὰ εἴπητε ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀνάξιον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρέπει νὰ παραπέμπωνται τοιούτου εἴδους ἀναφοραὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐβαρύνθησαν ἀποτεινόμενοι εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ἵνα ἔλθωσιν εἰς ἀρωγὴν αὐτῶν, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ἀποταθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ περιλάβῃ μικρόν τι βοήθημα διὰ τὸ μέρος τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν ἐκκλησιάζεται ἐν ὑπαίθρῳ· ἄλλως ὁπωσδήποτε δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαῦται ἀναφοραί, ἀλλά, ὅταν ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμός, νὰ γνωρίζῃ καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ψηφίσματος τοῦ δήμου Μελιτειέων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. Ἀπών. Ὁ κ. Βάρθης. Ἀπών. Ὁ κ. Κογεβίνας. Ἀπών. Ὁ κ. Βελλιανίτης. Ἀπών. Διαγράφεται. Ἐπὶ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ἀμφιπαγιτῶν. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. Ἀπών. Ὁ κ. Βάρθης. Ἀπών. Ὁ κ. Κογεβίνας. Ἀπών. Ὁ κ. Βελλιανίτης. Ἀπών. Ὁ κ. Λάσκαρις. Ἀπών. Διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν λεμβούχων Κερκύρας οἱ αὐτοί. Ἀπόντες. Διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καρδίτσης περὶ παροχῆς δωρεὰν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χριστίδης. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Ι. Τσαξίρης ὑποβάλλει πρότασιν περὶ δωρεᾶς μαρμάρων διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀνδριάντος εἰς τὸν Jean Moréas ἐν Παρισίοις.
§95Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κ. Βουλευταί, κατάλογον τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνέστη εἰς Παρισίους διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀνδριάντος εἰς τὸν Jean Moréas· ὁ κατάλογος οὗτος περιλαμβάνει τὰ σπουδαιότερα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον ἡ Γαλλία τόσον εἰς τὴν ἐπιστήμην, ὅσον καὶ εἰς τὰς τέχνας.
§96Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τί λέγετε Jean Moréas; Εἴπατε Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ὀνομάζει μὲ τὸν τίτλον, ὑφ’ ὃν εἶναι γνωστὸς εἰς τὸν φιλολογικὸν κόσμον καὶ μὲ τὸν ὁποῖον ἐδοξάσθη, καὶ ὀρθῶς ποιεῖται χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος.
§98Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὁ Jean Moréas ἦτο Ἕλλην, ὑπὸ τὴν Γαλλικὴν ἐνδυμασίαν· τὰ ἔργα του διετήρησαν ἄθικτον τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν του καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἔμπνευσιν. Ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ὁ συμπατριώτης μας κατώρθωσε νὰ καταλάβῃ εἰς τὴν Γαλλικὴν φιλολογίαν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ διαπρεπὴς φίλος του Maurice Barrès, Γάλλος ἀκαδημαϊκὸς καὶ ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων συγχρόνων συγγραφέων, δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὁ μεγαλείτερος ποιητὴς τῆς τελευταίας γενεᾶς. Διὰ τὸν γνωρίζοντα μέχρι τίνος ἐπιζήλου σημείου ὁ μέγας αὐτὸς λαὸς καλλιεργεῖ τὴν φιλολογίαν εἶναι τοῦτο μία μεγάλη, πολὺ μεγάλη τιμὴ διὰ τὸν τόπον, ὅστις τῷ ἔδωκε τὴν ζωήν. Ἄν δὲ οἱ ἀνδριάντες, κ. Βουλευταί, εἶναι τὸ μόνον ὑλιστικὸν ἴχνος—διότι τὸ ἔργον των ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀθανασίαν—, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συγκρατήσῃ ἡ ἀνθρωπότης ἐκ τῶν μεγάλων μορφῶν, αἱ ὁποῖαι διῆλθον δι’ αὐτῆς, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πρέπον προκειμένου περὶ τοῦ Jean Moréas, ἵνα ἡ ὕλη, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τοῦτο, κατάγηται ἐκ τῆς γῆς ταύτης πρὸς διάδοσιν τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης, πρὸς τὴν ὁποίαν τοσοῦτον συνετέλεσε διὰ τοῦ μεγαλοφυοῦς ἔργου του.
§99Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνεκοινώθη ἡ ἀναφορὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνέστη διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀνδριάντος εἰς τὸν Jean Moréas. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι προκειμένου περὶ ποιητικῆς κορυφῆς, διὰ τὴν ὁποίαν σεμνύνεται ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ πατρίς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ συνεισφέρῃ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο δεῖγμα εὐγνωμοσύνης καὶ ἐκτιμήσεως πρὸς τὸ μεγάλον τῆς πατρίδος τέκνον, θέλει δὲ τοὐναντίον σπεύσει, ὅπως ἀποστείλῃ κάλλιστον μάρμαρον, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ λαξευθῇ ὁ ἀνδριὰς αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς Ἀ. Παπαγιαννοπούλου καὶ Χ. Διδάχου περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§101Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συνιστῶ ταύτην ἐνθέρμως καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς. Ἀπών. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν δημοτῶν Τευθρώνης ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§103Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε μέτρα καὶ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκιῶν Ἀθηνῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαμάης.
§105Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων, διότι αὐτοὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἐνοίκιον εἶναι μικρὸν ἀπὸ πέντε μέχρις εἴκοσι δραχμῶν κατὰ μῆνα, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντεπεξέλθωσιν, ὅταν οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν πληρώνωσιν αὐτοὺς καὶ ὑφίστανται τὰς δυσκολίας τοῦ νόμου περὶ ἐξώσεως.
§106Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον τὴν ἀναφορὰν καὶ ἔχω ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα.
§107Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τότε δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§108Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀλίγα τινὰ θὰ προσθέσω, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι πρόθυμος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην· τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε, διότι, ἂν σχετισθῇ τὸ ζήτημα μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωσι συμβόλαια ἢ τοὐλάχιστον μὲ τὴν εὐκολίαν ὁσάκις παρουσιάζεται εἰς τὸ Δικαστήριον ὁ ἔχων τὴν ἰδιοκτησίαν νὰ ἀπαιτῇ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπόδειξις ἐπὶ χαρτοσήμου, νὰ ἐκδίδηται ἡ ἀπόφασις ἀμέσως καὶ ἄνευ χρονοτριβῆς. Οὕτω καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὠφεληθῇ καὶ θὰ δοθῇ ἀξία εἰς αὐτὰς τὰς οἰκίας, αἱ ὁποῖαι σήμερον καταντῶσι νὰ μὴ ἔχωσιν ἀξίαν.
§109Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ σχετισθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὲ μίαν μεταρρύθμισιν τοῦ προδικαστικοῦ ἡμῶν συστήματος ὅσον ἀφορᾷ τὰς μικροδιαφοράς. (Διαγράφεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 19 ἀναφορά, ἀπόντων τῶν ἐγγεγραμμένων).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ κ. Κ. Ζάκα, διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Πρόοδος» τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§111Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἔχει τοποθετηθῆ εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς ὁ κ. Ἠλιόπουλος, ὅστις, δὲν ἠξεύρω πῶς, κατώρθωσε καὶ ἔχει δημιουργήσει θύελλαν· τὸν περιβάλλουσιν ὀλίγοι εὐνοούμενοι καὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἐναντίον του. Ἐγένετο ψήφισμα πρὸς ἀπομάκρυνσίν του, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης, καὶ ἔχει δημιουργηθῆ κατάστασις τελείως ἔκτροπος κοινωνικῶς. Ἐκεῖ ἐκδίδει ἑβδομαδιαίαν ἐφημερίδα ὁ Κ. Ζάκας περιέχουσαν τὰ νέα τῆς Ἀμαλιάδος. Ἔγραψε λοιπὸν εἰς τὴν ἐφημερίδα του καὶ ἀφηγήθη τὰ διατρέχοντα· ὁ κ. διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τὸν κατήγγειλε, καὶ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου.
§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος;
§113Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσωσιν, ὅπως συσταθῇ διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν ὁ ἄνθρωπος αὐτός, διότι ἔχει δημιουργήσει μίαν κατάστασιν εὐνοουμένων καὶ μή.
§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξετέθησαν ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;
§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχουσι σταλῆ ἀλλεπάλληλοι ἀναφοραί. Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ποίαν ἐπίδρασιν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος.
§116Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς δικαστὰς οὐδεμίαν.
§117Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἰς τοὺς μάρτυρας, ἀλλά, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, καὶ πλησίον τῶν δικαστῶν, διότι πάντες ἡμεῖς οἱ κοινοὶ βροτοὶ ἱστάμεθα ἐξ ἀποστάσεως πρὸς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, ἐνῷ ὁ κ. διευθυντὴς εὑρίσκεται ἐγγύτερον λόγῳ τῆς θέσεώς του. Εἶναι δυνατόν, ἀνθρωπίνως ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν θὰ ἐπιδράσῃ ὁ διευθυντὴς ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκονται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κοινωνικοῦ ἐπιπέδου;
§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ διευθυντοῦ τοῦ ὑποκαταστήματος Ἀμαλιάδος, καὶ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Πύργου.
§119Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις· σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐξεδικάσθη.
§120Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐρήμην ἐδικάσθη. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πολιτευτήν, ἂν θέλῃ αὐτὸς νὰ φέρῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ὑπάγῃ ὡς μάρτυς ὑπερασπίσεως, ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὄχι τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας, οἵτινες ὑπὸ ψυχολογικὰς περιστάσεις κατέθεσαν ὅσα κατέθεσαν, ἀλλὰ ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὸν κ. διευθυντήν; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκεῖθεν· δὲν ἔχει ἄλλως τε νὰ χάσῃ τίποτε τὸ ἐκεῖ ὑποκατάστημα οὔτε αἱ συναλλακτικαὶ σχέσεις τῆς Τραπέζης θὰ μειωθῶσι, διότι οὔτε ὑπερτάτη κορυφὴ ἀπαιτεῖται διὰ τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἀμαλιάδος, θὰ ὑπάρχῃ δ’ ἄλλος τῆς αὐτῆς ἀξίας, ὅστις νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δογάνης. Ἀπών. Ὁ κ. Γόντικας.
§122Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ ἀναφερόμενος, κύριε Πρόεδρε, ἀνέγραψεν ἐν τῇ ἐφημερίδι αὐτοῦ ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος, κατὰ δὲ τὴν νεωτέραν δικαστικὴν ἀντίληψιν πᾶσα πληροφορία ἢ ἀναγραφὴ εἰδήσεως ἀποτελεῖ ἐξύβρισιν. Ἐγένετο μήνυσις, καὶ ἡ ὑπόθεσίς του εὕρηται ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Καὶ περὶ αὐτοῦ μὲν θὰ εἴπῃ τὴν τελευταίαν αὑτῆς λέξιν ἡ δικαιοσύνη, καί, ἐφ’ ὅσον οἱ ἁρμόδιοι νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ ἐπεμβῶσι κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, ἂς τὸ πράξωσι, νομίζω ὅμως ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καὶ ἕνεκα ἄλλων ἀφορμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐσχάτως, ἐπιβάλλεται νὰ εἰσαχθῇ ὅσον τάχιστα ὁ περὶ τύπου νόμος, διότι κινδυνεύει τις διὰ πᾶσαν εἴδησιν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τις περὶ τοὺς κατέχοντας δημοσίαν θέσιν, καὶ διὰ πάντα ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ, νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ Δικαστήριον κατὰ τὴν νεωτέραν ἀντίληψιν καὶ νὰ μὴ δύναται οὔτε ἔλεγχον νὰ κάμῃ περὶ παντὸς ἀσκοῦντος οἱανδήποτε ἀξίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀναφορᾶς, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι ὄντως πολλὰ ἔκτροπα παρουσιάζονται.
§123ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβαίνει κάτι τι περίεργον εἰς τὴν Ἠλείαν. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι δύο δημοσιογραφικὰ ὄργανα, ἡ «Πατρίς», ἡ ὁποία ἐκδίδεται καθημερινῶς ἐν Πύργῳ, ἐξυπηρετεῖ μίαν μεγίστην κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ διαφωτίζει τὸ κοινὸν ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, καὶ ἡ «Πρόοδος», ἡ ὁποία ἐκδίδεται εἰς τὴν Ἀμαλιάδα, εἰς τὸ ζωηρότατον κέντρον τῆς Ἠλείας. Ἂν αἱ ἐφημερίδες αὐταὶ τολμήσωσι ν’ ἀναγράψωσι κάτι τι κοινωνικόν, ἐπικρέμαται ὁ κίνδυνος νὰ διασυρθῶσιν ἀμέσως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον τῆς Ἠλείας, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ἐγκαίρως γνῶσιν καὶ νὰ δύνανται νὰ προσκομίσωσι μάρτυρας ὑπερασπίσεως. Ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὄντως ἀξιεπαίνως ἔδειξεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν παρατηρουμένων ἀτόπων, εἰδικῶς δ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Ζάκαν ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου πρὸς ὅσα εἶπον οἱ κ. συνάδελφοι καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχή.
§124Ι. ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος τελευταίως νόμου περὶ ἐνοριῶν ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον γίνεται συνήθως εἰς τὰ μικρὰ χωρία, νὰ δίδηται εἰς εἶδος ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἱερέων, νομιμοποιεῖται, κατὰ τὸ δημοσιευθὲν ὅμως ἐκτελεστικὸν Διάταγμα ἐξαιροῦνται τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν τὰ μέρη τὰ μὴ ἔχοντα πληθυσμὸν ἄνω τῶν 3,000 κατοίκων. Εἰς τὰ μέρη αὐτὰ δίδεται συνήθως ὑπὸ τῶν κατοίκων ἡ ἀμοιβὴ εἰς τοὺς ἱερεῖς, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ νόμου τὰ μικρὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶλλον ἔπρεπε νὰ νομιμοποιηθῇ τὸ ὑπάρχον ἔθιμον. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων αὐτῶν.
§125ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν συνιστῶ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς ὁ κ. Σπετσέρης. Ἀπών. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Ἑλλήνων Νέας Ὑόρκης ὁ κ. Κουλουμβάκης. Ἀπών. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§127Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οἱ ὁμογενεῖς ἐκ τῆς Νέας Ὑόρκης ἐτηλεγράφησαν εἰς ἡμᾶς, ὅσον καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ συνιστῶσι τὸ ἐνωρίτερον τὴν ἵδρυσιν Ἐπισκοπῆς. Φρονῶ ὅτι ἡ σκοπιμότης τῆς συστάσεως μιᾶς ἐπισκοπικῆς ἕδρας ἐν Ἀμερικῇ ἀπὸ θρησκευτικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι αἱ 300.000 Ἑλλήνων εἶναι ἀνάγκη νὰ διδαχθῶσι τὰ τῆς θρησκείας, καὶ πολλοὶ Ἑλληνόπαιδες ἔχουσιν ἀνάγκην μορφώσεως καὶ διαπλάσεως ἠθικῶς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴν κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§128Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, κ. Βουλευταί, ἀλλ’ εἰδικῶς θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἄλλοτε ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ κλῆρος, διῃρημένος εἰς δύο στρατόπεδα, τὰ ὁποῖα καταισχύνουσι τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα. Εἶναι δὲ διῃρημένος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃ διαιρέσει καὶ τὸν τύπον, οὕτως ὥστε ἡ μία τῶν ἐφημερίδων νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν μίαν μερίδα, ἡ ὁποία εἶναι τεταγμένη ὑπὲρ τοῦ Α ἱερέως, ἡ δὲ ἄλλη τῶν ἐφημερίδων προΐσταται καὶ ὑποστηρίζει τὸν ἕτερον ἱερέα τῆς αὐτῆς κοινότητος, καὶ ἔχει ἐπέλθει τοιαύτη κατάπτωσις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θρησκευτικὸν μέρος, ὥστε ἐπιβάλλεται τάχιστα ἡ ἀναγραφὴ κονδυλίου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ ἱδρύσεως Ἐπισκοπῆς καὶ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ πάλιν παρατηρῶ ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει εἰς ποῖον οἰκτρὸν σημεῖον εὑρίσκεται ἡ κατάστασις τοῦ κλήρου μας ἐν Ἀμερικῇ, διὸ ἐπιβάλλεται ἄμεσος ἡ διόρθωσις τοῦ κακοῦ.
§129Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ κακόν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ συμπολίτης μου συνάδελφος, εἶναι μέγα καὶ παρατηρεῖται πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Εἴθε νὰ ὑπάρχῃ ἱερεὺς καὶ ἂς εἶναι αἱ κοινότητες διῃρημέναι εἰς δύο. Βεβαίως ἡ ἀναφορὰ δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν αἴτησιν ἱδρύσεως Ἐπισκοπῆς, ἀλλὰ καὶ ἱδρύσεως σχολείων. Τὰ κακὰ τῆς μεταναστεύσεως γνωρίζομεν πάντες, ἀλλ’ εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα τὰ κακὰ τῆς μεταναστεύσεως ἀπὸ θρησκευτικῆς ἀπόψεως εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ μετανάστευσις περιορίζεται εἰς τὸ ἓν μόνον τῶν φύλων. Ὁ λόγος εἶναι, διότι τὸ ἕτερον φῦλον μένον ἐδῶ ἀδικεῖται διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἄρρενος φύλου καὶ διότι τὸ ἄρρεν φῦλον μένον ἐκεῖ λησμονεῖ τὴν πατρίδα, ἐνῷ διὰ τῆς μεταναστεύσεως καὶ τοῦ ἑτέρου φύλου καὶ ὁ ἐθνισμὸς διατηρεῖται καὶ ἡ ἐπιθυμία πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὴν πατρίδα.
§130Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ ἐπιβάλωμεν νὰ λαμβάνωσι καὶ τὰς γυναῖκάς των.
§131Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ μετανάστευσις ὅμως τῶν θηλέων ἐκεῖ ἐπέφερε τὴν γέννησιν τέκνων καὶ ἡ γέννησις τῶν τέκνων ἐπιβάλλει τὴν ἵδρυσιν σχολείων τόσον εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Βεβαίως τοῦτο εἶναι δυνατὸν μόνον μὲ κάποιαν συμμετοχὴν τῶν κοινοτήτων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται νὰ διατηρήσῃ τὸν ἐθνισμὸν καὶ τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μας καὶ ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐπὶ χρόνους μακροὺς τόσας καὶ τόσας θυσίας, πρέπει νὰ ὑποστῇ καὶ τὴν θυσίαν ταύτην πρὸς διατήρησιν τοῦ φρονήματος τῶν ὁμογενῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἐθνισμὸς ἀπειλεῖται. Ἄνευ τῶν θυσιῶν τούτων ὄχι ὀλίγοι Ἕλληνες ζῶντες ἐν τῷ μέσῳ τόσων ἑκατομμυρίων ξένων θὰ χάσωσι τὸν ἐθνισμόν των. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς Ἐπισκόπου εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε καὶ ἐλέχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε ν’ ἀποστείλῃ Ἐπίσκοπον. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλεται τώρα περισσότερον καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἑνὸς Ἐπισκόπου δι’ ὅλην τὴν Ἀμερικὴν εἶναι ἀνεπαρκής. Ποία εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη ἐπίδρασις τῆς θρησκείας πρὸ παντὸς εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν γνωρίζουσι καλλίτερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Γνωρίζω ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ μόνος συνεκτικὸς δεσμὸς τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν βιούντων ὁμοεθνῶν. Εἰς αὐτὸ τὸ Λονδῖνον, ὅπου οἱ Ἕλληνες εἶναι τόσον ἀνεπτυγμένοι, ὅπου ἡ ἐπίδρασις τῆς θρησκείας ἴσως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἥσσονος ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης ἢ εἰς Ἀμερικήν, παρατηρεῖται ὅτι τὸ κέντρον τῆς διατηρήσεως τοῦ ἐθνισμοῦ εἶναι καὶ ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποσταλῇ εἷς Ἐπίσκοπος ἐν Ἀμερικῇ, ἀλλὰ πλείονες. Ἡ ὕπαρξις τῶν Ἐπισκόπων θὰ κανονίσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἱερέων, διότι οἱ ἱερεῖς ἐν Ἀμερικῇ δὲν εἶναι οἱ καλλίτεροι. Μεταξὺ τούτων εἶναι πολλοὶ τυχοδιῶκται, πολλοὶ οἱ ὁποῖοι μὴ δυνηθέντες ἐνταῦθα νὰ εὕρωσι πόρον ζωῆς κατέφυγον ἐκεῖ, καὶ οἱ ἐκεῖ ὁμοεθνεῖς μας προετίμησαν ἀντὶ νὰ μένωσιν ἄνευ ἱερέων νὰ ἔχωσιν ἕνα οἱονδήποτε φέροντα τὸ ἱερατικὸν σχῆμα. Εἶναι ζήτημα σπουδαῖον τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας ἡμῶν ἐν Ἀμερικῇ. Πρόκειται περὶ ἑκατοστύων χιλιάδων Ἑλλήνων, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἀφοῦ τὸ Κράτος μας μὲ ὅλην τὴν οἰκονομικήν του δυσπραγίαν ἐννοεῖ νὰ δαπανᾷ ἑκατομμύρια διὰ τοὺς ὁμοεθνεῖς αὐτοῦ, πρέπει νὰ προσθέσῃ ὀλίγας χιλιάδας διὰ τοὺς ἱερεῖς ἐν Ἀμερικῇ διὰ τὴν διατήρησιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἀκμάζουσι, δύνανται νὰ μετέχωσι τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἐλλείπει ἡ ὀργάνωσις. Εἶναι πολὺ φυσικὸν ἄνθρωποι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγροτικοὶ καὶ ἀγράμματοι νὰ μὴ γνωρίζωσι τὸν καταλληλότερον τρόπον περὶ ὀργανώσεως τῶν κοινοτήτων, διὰ νὰ συμμετέχωσιν εἰς τὰς δαπάνας χάριν τῶν σχολείων καὶ τῆς θρησκείας. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγνωρίζων τὸ αἴσθημα τῆς ὀργανώσεως θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καθόσον ν’ ἀναστείλωμεν τὸ ῥεῦμα τῆς μεταναστεύσεως δὲν εἶναι εὔκολον. Ἂς φροντίσωμεν λοιπόν, ὅπως μὴ χαθῇ ὁ ἐθνισμὸς ἡμῶν καὶ ἡ θρησκεία μας. Τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα φέρει ἡ μετανάστευσις, δηλαδὴ τὴν αὔξησιν τοῦ πλούτου ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ μὴ ἐξουδετερωθῶσι διὰ μεγαλειτέρων ἀπωλειῶν. Εἶναι δέ, ὡς ἐννοεῖ πᾶς τις, πολὺ μεγαλειτέρα ἡ ζημία ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν ὁμοεθνῶν μας ἀπὸ τὴν ὑλικὴν ὠφέλειαν, ἣν ἐξ Ἀμερικῆς ποριζόμεθα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν δημοτῶν Κραννῶνος ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀλαγονίας ὁ κ. Θεοδωρόπουλος.
§133ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγραφῇ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτσομητόπουλος.
§135Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Βρανεζίου τοῦ δήμου Ὀρχομενίων ὁ κ. Λαζαρῆς. Ἀπών. Ὁ κ. Σακελλαρίου.
§137Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Οἱ κάτοικοι Βρανεζίου τοῦ δήμου Ὀρχομενίων τῆς Λεβαδείας παραπονοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των διὰ καταφώρους παραβάσεις τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς ἑταιρείας Κωπαΐδος τῆς ἑδρευούσης ἐν Λονδίνῳ. Αἱ παραβάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ κάτοικοι τοῦ Βρανεζίου ἀπεκλείσθησαν πάσης συγκοινωνίας μετὰ τῆς Λεβαδείας καὶ τῶν περιχώρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσιν οἱ ἀγροί των, διότι ἡ ἑταιρεία διὰ τῶν παραβάσεων τῆς συμβάσεως κατέστησεν εἰς αὐτοὺς ἀδύνατον τὴν ἄρδευσιν τῶν ἀγρῶν των, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχουσι σπείρει ἰδίως βάμβακα, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀποζῶσιν οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου τοῦ δήμου. Ἡ κυριωτέρα παράβασις εἶναι ὅτι, παρὰ τὴν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία νὰ σεβασθῇ πάντα τὰ ὑπάρχοντα δικαιώματα τῶν ἀγροτῶν, κατέστρεψε τὸ φράγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατώρθωνον ν’ ἀρδεύωνται οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου, ἀντικαταστήσασα αὐτὸ διὰ σωλήνων ἀκαταλλήλων, καταστήσασα δ’ οὕτως ἀδύνατον τὴν ἄρδευσιν τῶν ἀγρῶν των. Κατεστράφησαν δύο γέφυραι πρὸ πενταετίας, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία δὲν ἀναλαμβάνει νὰ κατασκευάσῃ αὐτάς, οἱ κάτοικοι μένουσιν ἀποκεκλεισμένοι πάσης συγκοινωνίας. Ἡ αὐτὴ ἑταιρεία, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν προϊόντων της, κατεσκεύασε φράγμα ἄνωθεν τοῦ χωρίου περὶ τὰ 70 μέτρα, οὕτω δὲ χύνονται τὰ ὕδατα εἰς τὸ χωρίον καὶ καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν κατὰ τὸν χειμῶνα. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὅπερ εἶναι σπουδαιότατον, μὴ ἐπιτρέψῃ δὲ τοιαύτας παραβάσεις σαλευούσας τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὸ κράτος τῶν νόμων.
§138Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἱ καταγγελλόμεναι ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου παραβάσεις σχετίζονται μὲ τὸ ζήτημα τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει καταλάβει, ὡς αὐτόχρημα Κράτος ἐν Κράτει, ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος οὐ μόνον δὲν ἐξετέλεσεν ἐπακριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῶν ψηφισθέντων νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποξηράνῃ ὡρισμένας ἐκτάσεις, ἀλλὰ κατεπίεσε καὶ καταπιέζει ἐπὶ τοσοῦτον τοὺς δυστυχεῖς ἀγρότας, ὥστε τοὺς ἔχει φέρει εἰς ἀπόγνωσιν. Οἱ συμπολῖταί μου οὗτοι ἀνηγέχθησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, καὶ διὰ μακροῦ μάλιστα ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ ἔγκριτος συμπολίτης των καὶ ἐν τῇ δικηγορίᾳ συνάδελφός μου κ. Λουκᾶς Νάκος, διεξετραγῴδησαν τὰς παραβάσεις τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας ταύτης καὶ ἐζήτησαν παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὡς ἤδη οἱ κάτοικοι Βραχνεζίου παρὰ τῆς παρούσης, τὴν θεραπείαν τῶν παραπόνων αὐτῶν. Δυστυχῶς οὐκ ἦν φωνή, οὐκ ἦν ἀκρόασις, διότι ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος λίμνης ἦτο τότε ὁ ἰσχυρότερος κομματάρχης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τοὺς παραπονουμένους συμπολίτας μου τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, τοιοῦτος δὲ κομματάρχης δὲν συνέφερε νὰ δυσαρεστηθῇ. Καὶ διότι δυστυχῶς ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος εἶχεν ἀκόμη κατορθώσει, ὥστε νὰ προσελκύσῃ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ παρέχωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν οὐχὶ εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς πληθυσμούς, τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωσιν. Εὐτυχῶς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο — κατὰ τὸ ὁποῖον ὀλίγοι κομματάρχαι, ὀλίγαι ἑταιρεῖαι, σύνδεσμοι πλουτοκρατῶν ἔδιδον τὰ στοιχεῖα τῆς κομματικῆς ἐπικρατήσεως καὶ ἀπέστελλον τοὺς λαϊκοὺς ἀντιπροσώπους εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην—, τὸ καθεστώς, λέγω, ἐκεῖνο εὐτυχῶς παρῆλθε καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς οἱ διάφοροι πληθυσμοὶ θ’ ἀναδεικνύωσιν αὐταὶ καὶ μόναι τοὺς Βουλευτάς των, ὅπως καὶ τοὺς ἀνέδειξαν κατὰ τὰς παρούσας ἐκλογάς. Ἐλπίζω ἐπίσης, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ τηρῇ ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας ἐκείνης τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, ἀλλὰ θὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν ἑταιρείαν νὰ σεβασθῇ τὰς ὑποχρεώσεις της. Διότι ὁ σεβασμὸς οὗτος συνδέεται ὄχι μόνον μὲ περιουσιακὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὑγείαν αὐτὴν ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, ἠναγκασμένων νὰ ἐκπατρισθῶσι, καθόσον ἡ ἑταιρεία, φροντίζουσα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον περὶ τοῦ συμφέροντός της, θεωρεῖ ὡς ἀνδράποδα καὶ κτήνη τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀγρότας, τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζει οἰκονομικῶς. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Βρανεζίου τοῦ δήμου Ὀρχομενίων πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπερίσπαστον προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς πρὸς τὸ γενικώτερον ἀκόμη ζήτημα τῆς στάσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης ἀπέναντι τῶν συμβατικῶν αὐτῆς ὑποχρεώσεων, τὸ ὁποῖον ἡ αὐτὴ ἀναφορὰ ἀνακινεῖ.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί ζητοῦσιν οὗτοι;
§140Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ζητοῦσι: 1) Νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρεία νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ φράγμα, τὸ ὁποῖον κατέστρεψεν αὕτη πρό τινος, ἐξ οὗ παρεμποδίζεται ἡ ἄρδευσις τῶν κτημάτων των· 2) ν’ ἀνοικοδομήσῃ δύο γεφύρας πρὸ πενταετίας, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, καταστραφείσος, καὶ 3) ν’ ἀνοίξῃ ῥεῖθρον, φραχθὲν ἐλλείψει ὀφειλομένης συντηρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία κατὰ τὴν σύμβασιν ὑπεχρεοῦτο. Ἐκ τῆς ἐμφράξεως ταύτης κατακλύζονται τὰ κτήματα τῶν ἀναφερομένων ὑπὸ ὑδάτων καὶ καθίστανται ἀνεπίδεκτα καλλιεργείας, χωρὶς νὰ ἐνεργήσῃ κανείς τι ἐναντίον τῆς ἑταιρείας, παραβαινούσης οὕτω καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ...
§141Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι δὲν κατεσκεύασε τὸν αὔλακα καλά ...
§142Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Διότι οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ εἶναι ἄποροι καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀντισταθῶσι κατὰ τῆς ἑταιρείας τῆς Κωπαΐδος, ἡ ὁποία, ὡς ἰσχυρὸς παράγων, τοὺς καταπιέζει, τὸ δὲ Κράτος, ὡς γνωρίζετε, ἦτο εἰς τὸ παρελθὸν ἀνίσχυρον ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν ὀλίγων καὶ ὑπὲρ τῶν πολλῶν, τῶν ἐχόντων τὸ δίκαιον ὑπὲρ αὑτῶν. Αὐτὴν τὴν ἄμυναν ἐναντίον τῶν ὀλίγων καὶ ὑπὲρ τῶν πολλῶν, τῶν ἀδικουμένων, ἀπεκδέχομαι παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει αὕτη λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου τούτων. (Χειροκροτήματα).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν γονέων Ἀμφίσσης ὁ κ. Μαρλᾶς ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Κουλουμβάκης. Ἀπών. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν καταδίκων Σπάρτης ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§144Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν τῆς Σπάρτης ζητοῦσιν ἐλάττωσιν τῆς ποινῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἐπανειλημμένως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε γνῶσιν. Ἐπίσης παραπονοῦνται ὅτι διαβιοῦσιν ὑπὸ κακὰς συνθήκας. Αὐτὸ εἶναι γενικὸν ζήτημα, καὶ βεβαίως θὰ λυθῇ τότε, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μαζὶ μὲ τὰ διάφορα ἄλλα μέτρα ἀποφασίσῃ νὰ λύσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι σπουδαῖον.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρδιτσομαγούλας ὁ κ. Θανόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Σχινᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Μαντόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Κουκουλέτσος. Ἀπών. Ἐπ’ ἀναφορᾶς διαφόρων πολιτῶν διὰ τοὺς κρατουμένους τροχιοδρομικοὺς ὑπαλλήλους ὁ κ. Νεγροπόντης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον· ἐξεδόθη βούλευμα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Πετμεζᾶς, Κουτούπης, Ἀραβαντινός, Ῥακτιβάν, Σακελλαρίου καὶ Στρατούλης παραιτοῦνται;
§148ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἱερέων Καστορίου τῆς Τανίας ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ Μπακόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι παρών. Ὁ κ. Πέρρος. Ἀπών. Ὁ κ. Πετρόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Βούτσης.
§152Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, διότι πρόκειται περὶ ἱερέων ἀναφερομένων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητούντων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν. Λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, σᾶς παρακαλοῦμεν ἐξ ὀνόματος τῶν ἀναφερομένων νὰ δηλώσητε εἰς τὴν Βουλὴν ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὁ εἰδικὸς εἰς τὰ χωρία, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰς τὰ χωρία τῶν διατυπώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος ἐκεῖνος, διότι αἱ ἐνορίαι εἰς τὰ χωρία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι κεχωρισμέναι. Δὲν ζητοῦσι λοιπὸν τίποτε πλέον, παρὰ μόνον νὰ λαμβάνωσιν ὅ,τι καὶ σήμερον λαμβάνουσι, μεταβαλλομένου μόνον τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως, ἐκεῖ δηλαδή, ὅπου σήμερον φέρουσιν ἐπ’ ὤμου τὸ ταγάρι καὶ ζητοῦσι τὸ δικαίωμά των, νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου.
§153Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ ὁλοκληρωτικῶς τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἱερέων, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπιτρόπων.
§154Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐπειδὴ διάφοροι ἀναφοραὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν, ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐματαιώθη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τούτου, ἀλλ’ ἀνεστάλη, ἀνεστάλη δέ, διότι ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι τὰ προκαταρκτικά, διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου ἀποτελεῖ πολλὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφορῶσι μόνον ζητήματα οἰκονομικά. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου εἶναι δυνατή, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐν συνόλῳ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ τμηματικῶς, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀνεστάλη διὰ τὰ χωρία, ἵνα γίνῃ τμηματικῶς.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Μέρμηγκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἥτις θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μπουχνετῆ ὁ κ. Πολυζωγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§156Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπουχνετῆ ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τοῦ 1909. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἔλαβεν ἤδη πρόνοιαν ἡ Βουλή, καὶ ἑπομένως πᾶσα συζήτησις παρέλκει. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἀποστείλῃ ἕνα μηχανικόν, ἵνα ἐκτιμήσῃ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Γόντικας, Βέρροιος, Γκλαβᾶς καὶ Φλαμῆς παραιτοῦνται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Ἰωάννου Τελεβάντη ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§158Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ διαγραφῇ.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Κορίνθου ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§160Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Κορίνθου δυσφορεῖ, διότι ἡ εἰσαγγελικὴ ἕδρα παρὰ τῷ ἐκεῖ Πρωτοδικείῳ εἶναι κατ’ οὐσίαν κενή. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τύπους εἶναι διωρισμένος δικαστής, ὅστις ὅμως δὲν ἐκτελεῖ καὶ τὰ καθήκοντά του. Ἐκφράζει λοιπὸν τὴν εὐχήν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μεριμνήσῃ, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ παρὰ τῷ ἐκεῖ Πρωτοδικείῳ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος καὶ κατ’ οὐσίαν νὰ δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του. Ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι νομιμωτάτη καὶ δικαιοτάτη, διότι τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου εἶναι βεβαρημένον μὲ πολλὴν ἐργασίαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπασχολῆται εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα δικαστής, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Δικαστηρίου.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐποίκων ὁμογενῶν τοῦ χωρίου Ῥιζομύλου ὁ κ. Ἀποστολίδης ἔχει τὸν λόγον.
§162Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἀπουσιάζουσι δυστυχῶς οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Γεωργίας. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνέγνωσα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καταγίνεται εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀγορὰν γαιῶν πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν μὴ τυχόντων κλήρου ἐποίκων ὁμογενῶν, ἀρκοῦμαι εἰς τοῦτο καὶ δὲν ἐπεκτείνω τὸν λόγον.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ὁμοίας ἀναφορᾶς τῶν ἐποίκων ὁμογενῶν τοῦ χωρίου Ῥιζομύλου ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Χριστόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§164Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀμαλιάδος ὁ κ. Πολυζωγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§166Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§168Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, ἐπίσης δὲ παραπέμψῃ καὶ πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν.
§169Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ ἐπίσης καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 48, ἡ ὁποία εἶναι ὁμοίας φύσεως.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἡ πρότασις νόμου ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Γκλαβᾶ, ὡς καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 48 ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῶν δήμων Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν.
§171Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παρακληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀποφάσεών της. Ὑπάρχει ἡ ἀναφορὰ τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἡ ὁποία ἐξηφανίσθη.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξηφανίσθη. Βεβαιοῦτε ἓν ἔγκλημα ὡς γενόμενον, χωρὶς νὰ εἶσθε βέβαιος.
§173Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνεφανίσθη.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο αὐτό, διότι, ὡς εἴπετε πρότερον, δικαιοῦταί τις νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἐγένετο καὶ ἔγκλημα. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἔχει ὑποβάλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ πασῶν τῶν ἀναφορῶν. Προχθὲς ἐπὶ τῇ συστάσει σας παρεκάλεσα τὸν κ. Πετροπουλάκην, ἵνα ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἐπ’ αὐτοῦ καὶ μόνον καθυστερεῖ.
§175Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τοιαύτην ἀναφορὰν δὲν ἐλάβομεν. Ἠρώτησα τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ὅτι οὔτε αὐτὸς ἔλαβε τοιαύτην.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ ὑπεβλήθη ἔντυπος καὶ τὸ φυλλάδιον ἀπεστάλη εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι διαφόρων Ἡγουμενοσυμβουλίων. Ἐπ’ ἀναφορᾶς προσφύγων Στενημαχιτῶν ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Βλάχος. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§177Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐν τῇ πόλει τοῦ Βόλου πρό τινος χρόνου πολυπληθὴς ὁμὰς Στενημαχιτῶν ἐζήτησε νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ δήμου, ὅπως τῇ παραχωρήσῃ μέρος πρὸς συνοικισμόν. Ὁ δῆμος εὑρισκόμενος εἰς ἀπορίαν χρηματικὴν δὲν ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ τὰ μέσα τῆς τοιαύτης ἐγκαταστάσεως, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπετάθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι προκαταβολικῶς ἀποδεδειγμένον ὅτι οἱ Στενημαχῖται οὗτοι εἶναι καθ’ ὅλα ἄξιοι ὑποστηρίξεως λόγῳ τῆς φιλεργίας αὐτῶν, τὸ Δημόσιον δὲν θὰ πράξῃ ἔργον σπατάλης φροντίζον εἴτε ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ δήμου Παγασῶν εἴτε ἀφ’ ἑαυτοῦ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τούτων πλησίον τοῦ Βόλου, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦται γαῖαι, ἵνα μὴ οὗτοι εἶναι φερέοικοι, δυνηθῶσι δὲ νὰ ἐγκατασταθῶσι καὶ ζήσωσι καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα ζητοῦντες βοήθειαν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν προσφύγων Στενημαχιτῶν καὶ τῶν κατοίκων Βόλου ὁ κ. Ἀποστολίδης ἔχει τὸν λόγον.
§179Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Πρὸ δύο ἐτῶν, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Λεβίδου, οἱ κάτοικοι Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης, ὡς καὶ οἱ κάτοικοι Καλαμπάκας ἐζήτησαν, ἵνα ὁ θεσσαλικὸς σιδηρόδρομος συστήσῃ ἁμαξοστοιχίαν ἡμερησίας συγκοινωνίας μετὰ τῆς ἁμαξοστοιχίας Ἀθηνῶν–Λαρίσης, ὅπως αἱ πόλεις αὗται συγκοινωνῶσι καθημερινῶς μετὰ τῆς πρωτευούσης. Τότε ἐν τῷ συμφωνητικῷ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, δὲν συμπεριελήφθη καὶ ὁ Βόλος, ἐννοεῖται δ’ ὅτι ὁ Βόλος ἔχει πολὺ περισσότερα δικαιώματα ἐπὶ τῆς τοιαύτης συγκοινωνίας, λόγῳ τῆς ἐμπορικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἡ ἑταιρεία τῶν θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων νῦν, ὅταν νομίζῃ ὅτι τὴν συμφέρει, θέτει εἰς λειτουργίαν τὴν τοιαύτην ἡμερησίαν ἁμαξοστοιχίαν, ὅταν δὲ δὲν τὴν συμφέρῃ, τὴν διακόπτει. Ἂν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία διὰ τὴν τοιαύτην συγκοινωνίαν, τὴν ὑπηρετοῦσαν τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα τοῦ Βόλου ἢ οὔ, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου νὰ ἐξετάσω. Ἐν τούτοις θὰ ἐπεθύμουν πολὺ νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, ἂν ὄχι αὐτὸς ὁ ἴδιος, ἀλλ’ ἀναθέσῃ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εὑρίσκω ὅτι ἡ πόλις, ἐν τῇ ὁποίᾳ λειτουργεῖ Τελωνεῖον, ἀποδίδον εἰς τὸ δημόσιον 4.000.000 πρόσοδον, πόλις, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἶναι ἡ κοιτὶς τοῦ ἐμπορίου τῆς Θεσσαλίας, δὲν δύναται νὰ μένῃ ἄνευ συγκοινωνίας ταχείας καὶ ἡμερησίας μετὰ τῆς πρωτευούσης. Τοῦτο, νομίζω, ἀντελήφθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μεταβὰς εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Τεγεατικοῦ Συνδέσμου ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§181Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Τεγεατικὸς Σύνδεσμος παραπονεῖται, διότι συμφώνως πρὸς τὸν τελευταίως ψηφισθέντα νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διεγράφη ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ μικρὰ ἐπιχορήγησις, ἡ ὁποία ἐδίδετο κατ’ ἔτος εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὁ Τεγεατικὸς Σύνδεσμος πλὴν τῆς ἄλλης κοινωφελοῦς δράσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἐπισκευῆς τοῦ ἀρχαίου ναοῦ τῆς Ἐπισκοπῆς εἶναι ἀξιέπαινος καὶ ἄξιος ὑποστηρίξεως καὶ διὰ τὰς πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας προσπαθείας του. Παρ’ ὅλον τὸ γλίσχρον τῶν μέσων, ἅπερ διαθέτει, ἔχει πρὸ πολλοῦ κατορθώσει νὰ ἱδρύσῃ τέλειον ἀγροκήπιον ἐν Τεγέᾳ, τὸ ὁποῖον ἐφοδιάζει κατ’ ἔτος τοὺς γεωργοὺς τοῦ δήμου Τεγέας καὶ ἐν γένει ὅλης τῆς Μαντινείας δι’ ὀπωροφόρων δένδρων καὶ ὅλων τῶν μέσων πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ὀπωρικῆς, τὸ ὁποῖον ἀγροκήπιον δύνανται νὰ ζηλεύσωσι πολλοὶ γεωργικοὶ σταθμοὶ τοῦ Κράτους. Ἕνεκα δὲ τῆς δράσεώς του ταύτης προσείλκυσε τὴν προσοχὴν καὶ εὐμένειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος τῷ ἐδώρησεν ἕνα ἐπιβήτορα ἵππον. Κατ’ ἀκολουθίαν νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τῆς παροχῆς εἰς τὸν Τεγεατικὸν Σύνδεσμον τοῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐλάμβανεν.
§182Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Οἱ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας καὶ τῶν καταδίκων Καρπενισίου ἐγγεγραμμένοι ἀπουσιάζουσι· συνεπῶς διαγράφονται αἱ δύο αὗται ἀναφοραί).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν χωρικῶν τοῦ δήμου Κορινθίων ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§184Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ, ὅπως τὴν ἀναφορὰν ταύτην λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σημείωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον οἱ λόγοι οἱ ἐκτιθέμενοι ἐν αὐτῇ εἶναι πραγματικοὶ καὶ συντρέχουσιν, ὅπως ἐπιεικέστερον γίνῃ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων τῶν χωρικῶν αὐτῶν, οἵτινες ἀπώλεσαν τὰ εἰσοδήματά των. (Διαγράφονται αἱ ὑπ’ ἀριθ. 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50 καὶ 51 ἀναφοραί, καθόσον ἀπουσιάζον οἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐγγεγραμμένοι κύριοι Βουλευταί).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Κουτσουφλιανιτῶν Τρικκάλων ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§186Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀναφορὰ αὕτη δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν σοβαρᾶς ἐπερωτήσεως καὶ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἀμεριμνησίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ αἱ προκάτοχοι αὐτῆς. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θ’ ἀγνοῇ τὸ ἡρωικὸν χωρίον τῆς Πίνδου Κουτσούφλιανη, ὅπερ μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον ἀπεσπάσθη ἐδαφικῶς τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι αὐτοῦ ἐγκαταλιπόντες τὰ πάντα καὶ λαβόντες μεθ’ ἑαυτῶν μόνον τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων αὐτῶν ἦλθον εἰς ἐλευθέραν Ἑλληνικὴν γῆν. Ἡ δ’ Ἑλληνικὴ Πολιτεία βραβεύουσα τὸν πατριωτισμὸν τῶν Κουτσουφλιανιτῶν ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταστήσῃ αὐτούς ἐν ἐλευθέρῳ ἑλληνικῷ ἐδάφει καὶ πρὸς τοῦτο ἠγόρασεν ἕν κτῆμα, ἵνα ἐγκαταστήσῃ αὐτοὺς καὶ ἐδαπάνησεν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχ. διὰ τὴν ἐγκατάστασίν των. Ἀλλά, ἐνῷ παρῆλθεν ὁλόκληρος 10ετία, δὲν κατωρθώθη μέχρι σήμερον νὰ γίνῃ ἡ διανομὴ τῶν ἀγρῶν εἰς τοὺς ἐγκαταστάντας, καίτοι τὰ σχεδιαγράμματα ἔχουσι συντελεσθῆ ἀπὸ τετραετίας, καίτοι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει ἐν Τρικκάλοις ὁλόκληρον συνεργεῖον μηχανικῶν, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσε τὴν διανομὴν τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων, καὶ ἐν τούτοις δὲν κατώρθωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ ἐκδώσῃ μίαν διαταγὴν εἰς τὸ συνεργεῖον, ἵνα μεταβῇ καὶ διανείμῃ τοὺς ἀγρούς, ἀφοῦ καὶ τὰ σχεδιαγράμματα εἶναι ἕτοιμα, πρόκειται δὲ νὰ γίνῃ μία ἁπλῆ ἐγκατάστασις. Βλέπετε δὲ καθημερινῶς ἔριδας καὶ δίκας ἐκτυλισσομένας ἐκ τοῦ λόγου τούτου εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Τρικκάλων διὰ τὰς ἀγροτικὰς διαφοράς, τὰς ὁποίας ἔχουσι μεταξύ των καὶ τῶν ὁποίων αἰτία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Τρὶς μετέβην μέχρι τοῦδε ὁ ἴδιος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρεκάλεσα νὰ διαταχθῇ τὸ συνεργεῖον, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν διανομήν, καὶ ἐπανειλημμένως ἔλαβον διαβεβαίωσιν ἀπὸ τὸ οἰκεῖον τμῆμα, μὲ τὴν ἐλπίδα δέ, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ σύστασίς μου, δὲν μετέβην παρὰ τῷ ἰδίῳ κ. Ὑπουργῷ, διὰ νὰ ποιήσωμαι τὰς διαμαρτυρίας Ποιοῦμαι ἤδη τὰς διαμαρτυρίας αὐτὰς καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸ ἐν Τρικκάλοις συνεργεῖον τῶν μηχανικῶν, τὸ ὁποῖον πλέον δὲν ἔχει ἐργασίαν, νὰ μεταβῇ ἀμέσως καὶ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἥρωας αὐτοὺς τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου. (Διαγράφονται αἱ ὑπ’ ἀριθ. 53 καὶ 54 ἀναφοραί, ἀναβάλλεται δὲ ἡ ἐπὶ τῆς 55ης συζήτησις, αἰτήσει τοῦ κ. Ζαβιτσάνου).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς περὶ καταργήσεως τοῦ Βʹ Ὑποθηκοφυλακείου ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§188Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἄλλοτε μᾶς ἀπησχόλησεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ πάλιν ἔρχεται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἄρῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Βʹ Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, διότι, ἐνῷ εἶχε συσταθῆ διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῆς ἀπολυταρχίας, τὸ ὁποῖον Διάταγμα ἐπέχει θέσιν νόμου, ἦλθε κατόπιν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον διὰ Β. Διατάγματος. Εἶναι καιρὸς λοιπόν, φρονῶ, νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον θὰ εἶναι ἴσως λυπηρόν, καθ’ ἣν στιγμὴν πάντες προσανατολιζόμεθα ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνορθώσεως, νὰ ἔχωμεν ἕν μελανὸν σημεῖον. Σημειωτέον δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι κάτοχος καὶ δύο ἐκθέσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι ἀποφαίνονται ὅτι πράγματι ἐγένετο ἀδίκημα, καὶ συνιστᾶται τρόπον τινὰ ἡ ἄρσις τοῦ ἀτοπήματος.
§189Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Γκλαβᾶ, εἰς τὰ ὁποῖα εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπολύτως σύμφωνος, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ μίαν μέριμναν, διὰ νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ γενόμενα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο παρανόμως. (Διαγράφεται ἡ ἀναφορὰ τῶν κτηματιῶν τοῦ δήμου Νηλείας, ἀπουσιαζόντων τῶν ἐπ’ αὐτῆς ἐγγεγραμμένων κυρίων Βουλευτῶν).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς Αἰκατερίνης Κορωναίου ὁ κ. Θεοδωρόπουλος.
§191Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Αἰκατερίνη Κορωναίου ὑπέβαλεν ἀναφορὰν ἀπὸ τῆς 16ης Ἀπριλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέτει τὰ ἑξῆς περίεργα καὶ πρωτάκουστα πράγματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπὸ 22 ὁλοκλήρων μηνῶν εἷς δυστυχὴς πολίτης, ὀνόματι Κορωναῖος, περιτριγυρίζει τὰς φυλακὰς καὶ τώρα εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ ὡς ὑπόδικος κακουργήματος, ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ εἶναι ὑπόδικος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περαιωθῇ ἡ ὑπόθεσίς του καὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μήπως πρόκειται νὰ ἐρευνηθῇ τίποτε εἰς τὸ Ἐξωτερικόν;
§193Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πρόξενος εἰς τὸ Μόναχον, ἵνα ἐξετάσῃ προταθέντας μάρτυρας· αὐτὸ δὲ τὸ ἤξευρεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία. Πρὸ ἕξ μηνῶν ἐν τούτοις ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ στάσιμος ὅλως διόλου, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, θῦμα μιᾶς ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ὑπόδικος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, χάριν αὐτοῦ τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης, νὰ σπεύσῃ ν’ ἄρῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, διότι εἶναι ὕβρις παντὸς ἀνθρωπισμοῦ νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι ὑπόδικος.
§194Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρακαλῶ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ εἴπω δύο λέξεις, τοῦτο δ’ ἀκριβῶς ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς ἐπιβάλλεται νὰ μὲ ἀκούσητε.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι φύλαξ τῆς ἀξιοπρεπείας μου καλλίτερον παντὸς ἄλλου.
§196Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Οἱ Ἕλληνες πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἤδη βλέπομεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ καταδολιευόμενον, αὐτὴ δὲ ἡ Βουλὴ ἔρχεται νὰ ἐμπαίξῃ τὸν λαόν, διότι διαγράφει ἀναφορὰς τῶν διαφόρων πολιτῶν. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Γρηγορίου διαμαρτύρεται, μὴ ἀκουόμενος ἐκ τῶν κωδωνοκρουσιῶν τοῦ κ. Προέδρου).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχάσατε. Σᾶς ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς: Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι ἐκ τοῦ Συντάγματος τηρεῖται εὐλαβέστατα, διότι ἡ ὑποβολὴ ἀναφορᾶς εἰς τὴν Βουλὴν δὲν συνεπάγεται ἀναγκαίως καὶ τὴν συζήτησίν της, ἐφ’ ὅσον δὲν ζητεῖται ὁ λόγος ἐπ’ αὐτῆς.
§198Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ διακόψῃ).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ.
§200Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀπαντᾶτε πρὸς Βουλευτὴν ὅπως πρέπει...
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαντῶ πρὸς Βουλευτὴν ὅπως πρέπει καὶ ὄμορφον, τὸν ὁποῖον γνωρίζω πολὺ καλά. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, τὸ Προεδρεῖον κρατεῖ αὐτὴν τὴν τάξιν. Τὰς παραπέμπει αὐτοστιγμεὶ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἐκτὸς ἂν ζητηθῇ ἐπ’ αὐτῶν ὁ λόγος, ὅτε παραμένουσιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς μέχρις ἀναπτύξεως τῆς ἀναφορᾶς. Σήμερον δὲ παρουσιάσθη τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐπὶ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς, πρὸ τριῶν μηνῶν ὑποβεβλημένης, μόλις σήμερον γίνεται ἀνάπτυξις ἕνεκα τοῦ ὀγκώδους καταλόγου τῶν ἀναφορῶν, ἐφ’ ὧν ἡ συζήτησις. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲ μόνον οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον δύνανται νὰ λάβωσιν αὐτόν, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ μὴ ζητήσαντες, ἐφ’ ᾧ δὲν ἐνδιαφέρουσιν αἱ ἀναφοραὶ τὴν ὅλην Βουλήν, ἀλλὰ τοὺς ζητήσαντας τὸν λόγον καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἀνεπτύχθησαν οὕτως ἀναφοραὶ καὶ ὑπεστηρίχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅσοι δὲ δὲν προσῆλθον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἡ ὁποία λέγει ῥητῶς ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀναφορῶν θὰ γίνηται ἀπὸ τῆς 10 π. μ. –1 μ.μ., θὰ ἴδωσι τὰς ἀναφοράς των διαγεγραμμένας ἐν πλήρει νομιμότητι. Περὶ τῶν λοιπῶν καταγγελιῶν σας ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀδιαφορῶ, καὶ διὰ τὰς καταγγελίας καὶ διὰ τοὺς καταγγέλλοντας.
§202Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μέχρις αὐτοῦ εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· διαμαρτύρομαι ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἔθνους. Πέντε Βουλευταὶ εἴμεθα· δὲν εἶναι Βουλὴ αὐτή, ἀλλὰ παρασυναγωγή.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἡσυχάσητε;
§204Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὸν λόγον τῆς τιμῆς σας, ἂν εἴμεθα περισσότεροι τῶν δεκαπέντε.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σιωπή, παρακαλῶ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§206Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί....
§207Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Διαμαρτύρομαι....
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσητε διακόπτων. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. (Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἐξακολουθεῖ φωνάζων, ἀλλ’ αἱ κωδωνοκρουσίαι τοῦ κ. Προέδρου δὲν ἀφήνουσι ν’ ἀκουσθῇ. Ὁ κ. Γρηγορίου λέγει τινά, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Γαρουφαλλιᾶν).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά. (Ἀντεγκλήσεις ἀνταλλάσσονται μεταξὺ τῶν κυρίων Γρηγορίου καὶ Γαρουφαλλιᾶ ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§211ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἀμελείας, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων χρεῶν, τὰ χρέη ταῦτα ἐξωγκώθησαν εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀθρόα εἴσπραξις αὐτῶν νὰ εἶναι πλέον ἢ δυσχερὴς ὑπὸ τοῦ Κράτους, πρωτίστως δ’ ἐκ τῆς πιέσεως αὐτῆς τῶν εἰσπράξεων ὑποφέρει, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδίως ἡ Ἠλεία, καὶ παρατηροῦμεν ἐκεῖ, ἀντὶ τὰ ὄργανα τῆς δημοσίου δυνάμεως νὰ καταγίνωνται πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, νὰ καταγίνωνται μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων χρεῶν ἀπὸ 30ετίας καὶ πλέον. Ἐγένετο γνωστὸν καὶ διὰ τηλεγραφημάτων καὶ διὰ ψηφισμάτων καὶ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Ἠλείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ κατάστασις αὐτή, ἀτυχῶς ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπόσχεται μόνον ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, χωρὶς ὅμως νὰ πραγματοποιῇ τὴν ὑπόσχεσιν, καὶ ἀκόμη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον τῶν ὑποσχέσεων. Εἶναι λυπηρόν, κύριε Ὑπουργέ, ὑμεῖς οἵτινες ἠδιαφορεῖτε ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διὰ τὴν εἴσπραξιν, νὰ ἔρχησθε σήμερον καὶ νὰ ζητῆτε διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἀποφάσεώς σας νὰ εἰσπράξητε τὰ ὀφειλόμενα, εἶναι λυπηρὸν διὰ μιᾶς νὰ θελήσητε νὰ εἰσπράξητε ὅλα τὰ ὀφειλόμενα. Πρέπει νὰ λάβητε σύντονα καὶ κατάλληλα μέτρα πρὸς προστασίαν τῶν πολιτῶν· σᾶς εἴπομεν ὅτι ἠρημώθη ἡ Πελοπόννησος, συγκρατήσατε τὰ πλήθη, διὰ νὰ καλλιεργήσωσι τὴν γῆν, διὰ νὰ δυνηθῆτε καὶ ὑμεῖς νὰ εἰσπράξητέ τι. Βεβαίως ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχετε μεγάλας ἀσχολίας πρὸς ἀναχαίτισιν καὶ βελτίωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ χάους, ὅπερ εὑρήκατε. Δὲν ἀποτείνομαι σήμερον μὲ αὐτὸν τὸν τόνον πρὸς τὸν ἤδη κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐπικρίνω τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν, ἡ ὁποία ἠδιαφόρησεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν πρῶτον χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ διὰ νὰ μὴ ἀσχολῶνται τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ὑπάγωσιν οἱ κάτοικοι αὐτοὶ εἰς τοὺς ἀγρούς των καὶ καλλιεργήσωσι, νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος τις κατάλληλος περὶ τμηματικῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων. Ὑπεβάλομεν ἓν νομοσχέδιον μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἐὰν στέρξητε νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν δύνασθε παρὰ νὰ τὸ παραδεχθῆτε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε σύντονον μέριμναν πρὸς περιφρούρησιν ἀφ’ ἑνὸς τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς προστασίαν τοῦ λαοῦ, καὶ οὕτω πως ψηφιζομένου τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν ἐλπίζω ν’ ἀνακουφισθῇ ὁ λαὸς καὶ τὸ Δημόσιον νὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τμηματικῶς μέγα μέρος τῶν ὀφειλομένων.
§212Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ συναινῶ ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§213Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐπίσης.
§214Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 5ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 29 Ἀπριλίου 1911. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατ’ αὐτῶν; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 30 Ἀπριλίου 1911. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§217Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ Πρακτικὰ γράφουσιν ὅτι ἐγὼ ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἕν σημείωμα, ἵνα τὸ δώσητε εἰς τὸ Γραφεῖον νὰ διατυπωθῇ συμφώνως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν σας. Ἄλλη ἀντίρρησις ὑπάρχει ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν αὐτῶν; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. Σπυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: «Διατί δὲν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αἰτηθέντα ἔγγραφα τῶν ἀγορῶν τῶν κτημάτων τῆς Ζαππείου περιουσίας».
§219Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι;
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§221Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν κατατεθεισῶν ἐκθέσεων περὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης;
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Καθ’ ἃ ἀπεφασίσθη προχθὲς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη, ἀναγραφεῖσα καὶ πάλιν, ἀνεγράφη κατὰ σειράν. Ἐὰν ζητηθῇ ἡ πρόταξις, τότε ἐγείρεται ζήτημα.
§223Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλά, διὰ νὰ ζητηθῇ ἡ πρόταξις, ἀπαιτεῖται ἀριθμὸς 10.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φυσικά. Πρὸς τὸ παρὸν προτάσσεται ἡ ἐπερώτησις ἡ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ προτακτέα περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων τοῦ κ. Σπυροπούλου.
§225Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατί δὲν κατέθηκε τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα τῶν ἀγορῶν τῶν κτημάτων τῆς Ζαππείου περιουσίας. Ἐκ τῆς μὴ καταθέσεως τούτων προκύπτει ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαθήκη. Ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως δὲ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Κ. Ζάππα σπουδαίως παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα καὶ τῶν κτημάτων καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Τὰ μὲν κτήματα βλάπτονται, καὶ θὰ βλάπτωνται ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκτελεῖται ἡ διαθήκη, περιαρπαζόμενα ὑπὸ γειτόνων, διότι δὲν περιφράσσονται διὰ χάνδακος, ὡς διατάσσει ἡ διαθήκη ἐν τῷ δεκάτῳ ὅρῳ, οἱ δὲ καλλιεργηταὶ καταπιέζονται διαφοροτρόπως. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνώσω μέρος τῆς διαθήκης, διότι οὔτε ἡ γλῶσσα μὲ βοηθεῖ οὔτε αἱ γνώσεις μοὶ ἐπιτρέπουσι, καθόσον εἶμαι γεωργὸς, νὰ διατυπώσω τὴν ἔννοιαν ταύτης καὶ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ προκειμένου. Ἔχει δὲ ὁ ὅρος τῆς διαθήκης ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νὰ διατυπώσῃ ἡ Ζάππειος ἐπιτροπὴ τὴν παροῦσαν διαθήκην μου καὶ τὴν διαδώσῃ εἰς τὰ ἐνδιαφερόμενα μάλιστα μέρη· νὰ τυπώσῃ ἐπίσης τὴν ἐπίσημον ἀλληλογραφίαν μου, ὅσα ἐγκρίνει κατάλληλα, καὶ θέσῃ αὐτὰ εἰς βιβλιάρια· ὡσαύτως νὰ τυπώσῃ καὶ κάμῃ εἰς καλῶς δεμένα βιβλία ὅλα τὰ ἔγγραφα τῶν ἀγορῶν μου κτημάτων, οἰκίας, καταστήματα καὶ λοιπά, ἄνευ ἐξαιρέσεως μεταφρασμένα εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Ὅσα εἶναι Ὀθωμανικὰ χοτζέτια νὰ τὰ τακτοποιήσῃ ὅλα κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον. Νὰ ὁροθετήσῃ ὅλα τὰ κτήματά μου κατὰ τάξιν ἐπισήμως, μὲ χάρτας καὶ λοιπά, διὰ νὰ γνωρίζωνται τὰ σύνορά των μὲ τὰ γειτονικά, νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ φιλονεικιῶν καὶ δικῶν, τὰ δὲ πρωτότυπα νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν πρὸς φύλαξιν αὐτῶν εἰς τὰ ἀρχεῖά της». Ἔγραφε καὶ ὁ μακαρίτης Κ. Ζάππας εἰς τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ δυστυχῶς μεταχειρίζομαι.
§226ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος Κ. Ζάππας δὲν ἐγνώριζε διόλου γράμματα.
§227Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἐνδιαφερόμενος, κύριοι Βουλευταί, ἂν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἔχουσι τυπωθῆ, ὅπως ὁρίζει ἡ τελευταία θέλησις τοῦ Κ. Ζάππα, διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίποτε πρὸ τῆς καταθέσεως. Δι’ αὐτὸ δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταδειχθῇ ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαθήκη. Εἶναι πολὺ κακὸν νὰ μὴ ἐκτελῆται ὑπὸ τῶν ἐκτελεστῶν καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐκτελῆται αὕτη ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν, μὴ γνωριζόντων οὔτε τὴν ἔννοιαν τῆς διαθήκης οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῖ αὐτούς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ ἡ ἰδία, διὰ νὰ εὐδοκήσῃ, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν εὐκρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ κατονομαζόμενα ἐν αὐτῇ ἔγγραφα. Πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος. Ἅμα δ’ ὡς κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἐξ αὐτῶν φωτιζομένη ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ. Διότι, ἂν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα αὐτά, βεβαίως σήμερον δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ χωρίον Μεγάλα Καλύβια, ἤτοι ὑπὸ τὰ ὕδατα τοῦ χωρίου Λαζαρίνα, καταπλημμυροῦντα τὸν τόπον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον βόσκοντα τὰ πρόβατα καὶ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κλαπατσιάζουσιν, εὑρισκόμενα δ’ ἐντὸς τοῦ ὕδατος δὲν δύνανται ποσῶς νὰ βοσκήσωσιν. Ἐπίσης εἰς τὸ χωρίον Μικρὰ Πολιάνα εἷς καλλιεργητὴς Βασίλειος Μαγγούτης καταδιώκεται ὑπὸ τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς, διότι δῆθεν δὲν συμμορφοῦται πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου Κ. Ζάππα καὶ συνεπῶς πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς, καὶ ζητεῖται ἡ ἔξωσις αὐτοῦ διὰ τοῦ Δικαστηρίου Λαρίσης· πρόκειται δὲ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ μὴ ἔχων τὰ μέσα ὅπως δώσῃ χρήματα εἰς τοὺς δικηγόρους, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν ὑπόθεσίν του ἐν τῷ Ἐφετείῳ Λαρίσης, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐξώσῃ καὶ θὰ τὸν ἀποπέμψῃ ἀπὸ τὸ χωρίον. Μάτην ἐπικαλεῖται τὴν βοήθειαν τῶν δυναμένων νὰ τὸν βοηθήσωσιν, ἀλλ’ οὐδεὶς τὸν βοηθεῖ, οὐδὲ αὐτοὶ οἱ χωρικοὶ εἶναι διατεθειμένοι νὰ τὸν βοηθήσωσι, διότι καὶ αὐτοὶ εὑρίσκονται οἰκονομικῶς εἰς πολὺ χειροτέραν θέσιν τῆς ἰδικῆς του. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀξιώσῃ, ὅπως καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λάβῃ μέριμναν καὶ περὶ τῶν καλλιεργητῶν τῶν Ζαππείων κτημάτων, ὑποκειμένων εἰς τὴν ἀπληστίαν τῶν ἐνοικιαστῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅσα καὶ ἂν κερδίζωσι, ποτὲ δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι, ἀλλὰ πάντοτε ζητοῦσιν. Ἔρχονται εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ προσφέρουσι περισσότερα τῶν ὅσα δίδει ἕκαστον κτῆμα καὶ ἑπομένως ἀξιοῦσι νὰ λαμβάνωσιν ἐκεῖνα παρὰ τῶν καλλιεργητῶν πρὸς κάλυψιν τῆς ζημίας των. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀξιώσητε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διότι πολλάκις ἐζήτησα ἰδιαιτέρως τὴν κατάθεσιν καὶ ἐστάθη ἀδύνατον. Δὲν ἤθελον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι οὔτε θάρρος ἔχω οὔτε γνώσεις, οὐδὲ ἤθελον νὰ γνωσθῶ διὰ τοιαύτης πενιχρᾶς καὶ ἐξευτελιστικῆς ἀγορεύσεως.
§228Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι λείπει τὸ θάρρος τῆς ἀσκήσεως τῶν δικαιωμάτων σας.
§229Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι συνηθισμένος νὰ ὁμιλῶ πρὸς ἰατροὺς καὶ δικηγόρους, ἀλλὰ πρὸς γεωργούς. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ μὲ φέρῃ εἰς θέσιν ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο, διότι δι’ ἐμὲ εἶναι τρόμος καὶ ἰκρίωμα ν’ ἀνέρχωμαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο (χειροκροτήματα). Μάλιστα ἀφ’ ὅσα ἔχω νὰ εἴπω οὔτε τὸ ἓν ἑκατοστὸν δὲν ἐνθυμοῦμαι. Πέντε ἢ ἓξ χιλιάδες ψυχαὶ εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὸ ἐλεεινότερον σημεῖον. Πρέπει νὰ λάβητε μέριμναν· ἐὰν δὲ εἶναι δυνατόν, νὰ ζητήσητε τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Ἀλ. Ζαΐμης, ὡς πρόεδρος τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς, εἶχε παρακαλέσει τοὺς συνυπουργούς του κυρίους Ν. Τριανταφυλλάκον καὶ Φ. Νέγρην καὶ ὑπέβαλον τὴν 28ην Μαρτίου 1902 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν Ζαππείων κτημάτων, ἀλλὰ τότε ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο ἐν τῷ τέρματί της καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἔκτοτε πολλὰ εἶχον ἐνεργηθῆ, οὐχὶ ὅμως ἀποτελεσματικῶς. Περαίνων τὸν λόγον μου παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ λάβητε οἶκτον δι’ αὐτὸν τὸν κόσμον (χειροκροτήματα).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία.
§231Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ἀκούωνται τὰ παράπονα, ἔπρεπεν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ν’ ἀκουσθῇ μία ἀπάντησις. Ἀλλὰ παραπονούμεθα διατί μᾶς ὑβρίζουσιν αἱ ἐφημερίδες.
§232Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λογίζομαι εὐτυχής, κύριοι Βουλευταί, ὑποβάλλων ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως τῶν δήμων καὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς διοικήσεως αὐτῶν (χειροκροτήματα) ἤ, εἰδικώτερον, περὶ ἀποδόσεως ἑκάστου χωρίου, ἑκάστης κώμης, ἑκάστης κοινότητος εἰς ἑαυτήν, καὶ καταργήσεως τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημάρχου. Ἀποτελεῖ τοῦτο κυριωτάτην βάσιν τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος καὶ κυριωτάτην ἐπαγγελίαν πρὸς τὸν λαόν, μετ’ ἀγωνίας, δύναμαι νὰ εἴπω, προσδοκῶντα τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς. Διότι θεωροῦμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀσφαλὲς τὸ ἔργον τῆς διοικητικῆς ἀνορθώσεως, ἂν μὴ στηρίζηται ἐπὶ ἐδάφους στερεοῦ πλήρους τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ πολιτειακὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα δύναται νὰ εἶναι ἑδραῖον, ἂν μὴ στηρίζηται ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους. Διότι μὴ στηριζόμενον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐπὶ πλήρους τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως στερεῖται ἀσφαλῶν ἐγγυήσεων πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν αὐτοῦ, στερεῖται τῶν ὅρων τῶν πολιτικῶν, πρὸς οὓς δέον νὰ προσαρμόζηται, στερεῖται πολιτῶν ἀκόμη, δυναμένων κατὰ πάντα νὰ εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ, ἔχει δὲ ψευδῆ τὴν κατεύθυνσιν καὶ τοὺς ἐκτροχιασμοὺς λίαν εὐκόλους. Σοφῶς ἔχει λεχθῆ ὅτι πρὸς τὴν πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ λαοῦ ἡ δημοτικὴ διοίκησις εἶναι ὅ,τι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις πρὸς τὴν ἀνωτέραν καὶ βεβαίως, ὅσον θὰ ἠδύνατο νὰ κατανοήσῃ τὰ ἀνώτερα γράμματα ὁ μὴ προεκπαιδευθεὶς εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, τόσον δύναται νὰ καταστῇ ἱκανὸς πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ πολίτου κοινοβουλευτικοῦ Κράτους ὁ πολίτης ὁ μὴ ἀσκηθεὶς εἰς τὰ στοιχειώδη δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ δημότου. Οὔτε δύναται νὰ εἶναι ἀπὸ σταθεροῦ φρονήματος φιλελεύθερος λαὸς ὁ διδασκόμενος ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὅτι δὲν δύναται κἂν νὰ χειρίζηται ἱκανῶς οὔτε τὰ πράγματα τοῦ τόπου του, τὰ πράγματα τοῦ χωρίου του καὶ μὴ ἀφηνόμενος ἐλεύθερος εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν. Τὸ μᾶλλον δ’ ὀλέθριον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς συγκεντρωτικῆς διοικήσεως τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων τοῦτο κυρίως ὑπῆρξεν ὅτι ἐκ τῆς δεσμεύσεως τῆς αὐτενεργείας τῶν πολιτῶν εἰς τὰ πράγματα τῆς ἰδιαιτέρας των πατρίδος, εἰς τὰ πράγματα τοῦ δήμου, τῆς κοινότητος, ἠτόνησεν ὁ κοινωνικὸς ἡμῶν ὀργανισμός, ἠτόνησε καὶ ὁ πολιτικὸς ὀργανισμός, στερηθεὶς τὴν κανονικὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματός του. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ἀνατροφῆς εἶναι ὅτι πᾶσα εὐθύνη διὰ πᾶσαν οἱανδήποτε καὶ ἐξ οἱωνδήποτε αἰτίων καὶ ὁπουδήποτε τῆς χώρας κακὴν πραγμάτων κατάστασιν ῥίπτεται ἐπὶ τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἐπὶ τὰς Βουλάς, ἐξ ὧν αἱ Κυβερνήσεις προέρχονται. Ἀλλ’ οὔτε αἱ Κυβερνήσεις, οὔτε αἱ Βουλαί, οὔτε καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ δύναται ν’ ἀνθέξῃ ὑπὸ τὸ βάρος τοιούτων εὐθυνῶν καὶ ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὸ μέγεθος τοιούτων ἀξιώσεων. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀνέλαβε νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὰς πολιτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας ἐπιστρατεύουσα πάσας τὰς δυνάμεις αὐτῆς, τὰς καταδεδικασμένας νὰ μένωσιν ἐν ἀδρανείᾳ, ἐπιστρατεύουσα αὐτὰς πρὸς τὸν μέγαν καὶ πραγματικὸν ἀγῶνα τῆς ἀνορθώσεως, ἡ Κυβέρνησις ἡ οὕτω σκεπτομένη, πρώτιστον ἐθεώρησε καθῆκον ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατωτάτην ἐκείνην κοινωνικὴν ὁμάδα, τὴν ἀμέσως μετὰ τὴν οἰκογένειαν, τὴν ὁμάδα τὴν ἀποτελοῦσαν τὸ ἔμβρυον τῆς πολιτικῆς ἐξελίξεως τῶν λαῶν, εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὴν κοινότητα, εἰς τὸ χωρίον, ἔμβρυον τὸ ὁποῖον ἐξήμβλωσεν ἀτυχῶς ἡ Διοίκησις ἐν Ἑλλάδι. Διότι εἰς τὴν πρώτην ἐκείνην κοινὴν τῶν πολιτῶν δρᾶσιν, τὴν ἔχουσαν ἀκτῖνα τὴν ἀκτῖνα τοῦ μικροῦ των χωρίου, ἐκεῖ μορφοῦται καὶ διαπλάττεται ὁ πολιτικὸς χαρακτήρ, μορφοῦται καὶ διαπλάττεται ὁ ἐθνικὸς χαρακτήρ, μορφοῦται καὶ διαπλάττεται αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς φιλοπατρίας. Ὁ τοπικὸς πατριωτισμὸς παράγει καὶ προάγει τὸν ἐθνικὸν πατριωτισμόν. Ὁ βωμὸς καὶ ἡ ἑστία τοῦ χωρίου δίδουσι τὴν ἰδέαν καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ μεγάλου βωμοῦ τῆς μεγάλης πατρίδος. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Καὶ ἡ πρὸς τὸν μέγαν βωμὸν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσις τῶν πολιτῶν εἶναι κατ’ ἀνάγκην, εἶναι κατὰ φυσικὸν λόγον ἀνάλογος πρὸς τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν μικρὸν ἐκεῖνον κοινὸν βωμὸν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος, ἡ δὲ πρὸς τοῦτον ἀγάπη εἶναι ἀνάλογος πάντοτε πρὸς τοὺς θεσμούς, τοὺς ὁποίους ἑκάστη Πολιτεία καθιστᾷ ἐν τῇ τοπικῇ διοικήσει. Διδάσκων ὁ τοπικὸς πατριωτισμὸς τὴν κοινότητα τοῦ συμφέροντος εἰς τὴν μικρὰν ἐκείνην περιοχὴν τοῦ χωρίου, καὶ ἐμπνέων τὴν ἰδέαν τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, καὶ δημιουργῶν τὸν εὐγενῆ τοπικὸν ἐγωισμὸν διδάσκει καὶ ἐμπνέει καὶ δημιουργεῖ τὴν συνείδησιν τῆς ταυτότητος τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ εὐγενοῦς ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἀλληλεγγύης εἰς τὸν εὐρὺν ὁρίζοντα, τὸν ὁποῖον διαγράφουσι τὰ ἐθνικὰ ὅρια. Ὑπὸ τοιούτων ἐμπνεόμενοι ἰδεῶν ἐπιχειροῦμεν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος. Ἀναμένει δὲ ὁ λαὸς μετ’ ἀγωνίας τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπαγγελίας ταύτης, διότι ἀσφυκτιᾷ ὑπὸ τὸ περιβάλλον τῆς τοπικῆς του διοικήσεως, διότι βλέπει ταύτην ἐγκαταλελειμμένην εἰς τὸν φατριασμὸν τὸν τοπικὸν καὶ τὸν φατριασμὸν τὸν κυβερνητικόν, διότι ἀντιλαμβάνεται ὅτι σπαταλῶνται αἱ ὑλικαὶ καὶ ἠθικαὶ αὑτοῦ δυνάμεις, καὶ σπεύδει καὶ ποθεῖ ν’ ἀναπνεύσῃ τὸν ἀέρα τῆς τοπικῆς του ἐλευθερίας, ἀέρα τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώρισεν ὅσον ἔδει καλῶς νὰ γνωρίσῃ, διότι δὲν ἐδιδάχθη ὡς ἔδει καλῶς νὰ διδαχθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον πάντοτε ἐξετίμησε καὶ εἰς τὸν ὁποῖον γνωρίζει ἐξ ἱερῶν ἱστορικῶν παραδόσεων ὅτι ὀφείλει τὴν ἐθνικήν του ἐλευθερίαν. Ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις ἐν Ἑλλάδι ἔσχε τύχην ἀνάρμοστον καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῶν πολιτῶν καὶ πρὸς τὰ ἤθη καὶ τὰς παραδόσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Κατεστάθη δυστυχῶς κακίστη ἀφετηρία διὰ τοῦ νόμου τοῦ καὶ νῦν ἀκόμη ἰσχύοντος, τοῦ 1833. Παραδόσεις ἱστορικαί, χαρακτήρ, ἤθη, ἀνάγκαι, παρωράθησαν ὑπὸ δεινῆς πλάνης τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου ἐκείνου, πλάνης εἰς τὴν ὁποίαν ἐνυπῆρχεν ἴσως καὶ ὁ φόβος, δημιουργὸς ἴσως καὶ τῆς πλάνης, ὁ φόβος ὁ ἐνοικῶν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν μοναρχῶν, μήπως ἡ ἐνίσχυσις καὶ προστασία τῶν δικαιωμάτων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, μήπως ἡ ἐνίσχυσις τῆς αὐτενεργείας τῶν πολιτῶν ἐν τῇ κατὰ κοινότητα δράσει, μήπως ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ εἰς περιστολὴν τῶν δικαιωμάτων τῆς Μοναρχίας. Καὶ ἐνῷ εὗρον τὰς κοινότητας, εὗρον δ’ αὐτὰς παραγωγοὺς κατὰ τὸ μέγιστον μέρος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐλευθερίας, ἀντὶ προστατεύοντες καὶ ἐνισχύοντες νὰ προσαρμόσωσιν αὐτὰς πρὸς τοὺς νέους πολιτικοὺς ὅρους — διότι βεβαίως ἄλλη ἡ ἀποστολὴ καὶ ἡ δρᾶσις αὐτῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν καὶ ἄλλη εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος —, ἀντὶ οὕτω πράττοντες νὰ ἐνδύσωσι τὴν κοινότητα τὰ δικαιώματα τοῦ δήμου, κατέστησαν πλάσμα νόμου, τὸ ὁποῖον ἐφαίνοντο μὲν ὅτι ἤθελον νὰ προσαρμόσωσι, τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἐκτάσει, πρὸς τὴν κοινότητα καὶ νὰ συνταυτίσωσι μετὰ τῆς κοινότητος, τὸ ὁποῖον ὅμως πλάσμα περιέβαλον διὰ τοιούτου δικτύου νομικῶν διατάξεων, ὥστε διὰ μέσου τοῦ καφασωτοῦ τῶν διατάξεων αὐτῶν μόλις διακρίνονται τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐπιχειροῦντες τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ καθεστῶτος δημοτικοῦ συστήματος εἰς τρεῖς κυρίως παράγοντας ἔχομεν νὰ ἀποβλέψωμεν: Πρῶτον εἰς τὴν σύστασιν τοῦ δήμου, δεύτερον εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ καὶ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως, καὶ τρίτον εἰς τὴν ἐξάρτησιν ἐκ τοῦ κέντρου. Εἶπον ὅτι ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ δήμου φαίνονται ὀρθῶς σκεφθέντες οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου τοῦ 1833· εἰς τὰς ὁδηγίας μάλιστα, αἵτινες ἠκολούθησαν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τονίζεται ἡ ἀνάγκη τοῦ κοινωνικοῦ συνδέσμου, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ μέλη ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ δήμου, ὅπως δυνηθῇ οὗτος νὰ προαχθῇ καὶ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς τῆς συστάσεώς του. Ὥρισε δ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος διὰ τοὺς λόγους τούτους κατώτερον ὅριον πληθυσμοῦ, εἰς ὃν δίδεται δικαίωμα συστάσεως δήμου, τὸν ἀριθμὸν τῶν 300 ψυχῶν. Καὶ ἐδημιούργησαν οὕτως ἐπὶ πληθυσμοῦ 800,000 κατοίκων περίπου — διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ στατιστικὴ ἡ ἀναφερομένη εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους εἶναι ἀκριβής —, ἐπὶ πληθυσμοῦ 800,000 κατοίκων ἐδημιουργήθησαν ἀρχικῶς 457 δῆμοι. Θὰ ἦτον δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὑπό τινων ὡς πλημμέλεια τοῦ νόμου, καὶ ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκούσωμεν ὅτι ἀκριβῶς ἡ διαίρεσις τῆς χώρας εἰς 457 δήμους ἐγέννησε τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη κατόπιν ἡ Πολιτεία νὰ συγχωνεύσῃ αὐτοὺς, καὶ ν’ ἀκούσωμεν ἴσως τὸ ἐρώτημα: μήπως τάχα τοῦτο μαρτυρεῖ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διασώζωσι στοιχεῖα ἐπαρκῆ δῆμοι τοσοῦτο μικροί; Ἀλλ’ ὁ μελετῶν τὸ σύνολον τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ, οἷος ἀκριβῶς κατεστάθη καὶ λειτουργεῖ μέχρι τοῦδε, θέλει ἴδει ὅτι εἰς τὴν μετέπειτα ἐξέλιξιν ἀκριβῶς ἐγκατελείφθη τὸ μόνον ὀρθὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸ σημεῖον τὸ καθορίζον τὰ τῆς συστάσεως, οὕτως ὥστε καὶ ἡ μόνη ἀρετὴ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου καὶ αὕτη παρωράθη μετέπειτα. Βεβαίως ὡς εἶχον τότε τὰ πράγματα, μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀσθένειαν τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καθιστῶντο οἱ δῆμοι, καὶ τὴν ὅλην κοινωνικὴν κατάστασιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῶσιν ἀμέσως δῆμοι τοσοῦτον εὔρωστοι, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰ βάρη, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβάρυνεν αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Ἀλλά, ἐνῷ ἐπεβάρυνεν αὐτοὺς ἡ Πολιτεία διὰ μεγίστων οἰκονομικῶν βαρῶν, ἐξ ἄλλου ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτῶν καὶ πᾶσαν αὐτοβουλίαν ἐνεργείας, ἐὰν δ’ ἠθέλομεν μελετήσει καὶ μόνον τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς, ἠθέλομεν ἴδει ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν δήμων ἦσαν οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν ἐπάρχων καὶ τῶν ἀποσπασματαρχῶν. Ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους τοιούτους τοιαύτης ὑποτελείας παντελοῦς ὄχι δῆμοι εὑρισκόμενοι ὑφ’ ἃς συνθήκας οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς εὑρίσκονται οἱ τὸ πρῶτον συσταθέντες μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἀλλά, οἱαδήποτε ἂν ἦτο ἡ εὐρωστία αὐτῶν ἡ ὑλική, ἤθελον καταπονηθῆ, ἤθελον κατασυντριβῆ, ἤθελον καμφθῆ. Μετὰ πέντε δὲ καὶ ἓξ περίπου ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δήμων ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν μειοῦται, ἴσως καὶ διότι ἦτο τοιουτοτρόπως εὐχερέστερον τὸ ἔργον τῆς ὑποταγῆς τῶν δήμων εἰς τὰς θελήσεις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας· ἕως οὗ, διὰ νὰ μὴ πολυλογῶ —ἄλλως τε ἐκθέτω τὰ τῆς ἱστορίας τῶν δήμων ὁπωσδήποτε εἰς μακρὰς σελίδας τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως—, ἕως οὗ, λέγω, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν πρώτην μεταπολίτευσιν, τὴν ἱδρύσασαν τὸ πρῶτον Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀδικήσῃ τοὺς ἄνδρας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πάντες δέ, γνωρίζοντες πῶς κατεστάθη, πῶς ἐπεβλήθη τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀδικήσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅτι δὲν ἐμερίμνησαν καὶ περὶ τῆς τύχης τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῆς τύχης αὐτῆς, φυσικὸν ἦτο νὰ ἐκπέσωσι χειρότερον κατόπιν οἱ δῆμοι, ὡς ἐξέπιπτον. Διότι κατὰ τὸ 1843 τί ἔγινεν; Ἠὐξήθησαν οἱ πλόκαμοι, διὰ τῶν ὁποίων τὸ κέντρον ἐξεμύζα τὸ αἷμα τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ηὐξήθησαν οἱ πλόκαμοι, οἵτινες ἐξεμύζων τοὺς δήμους ἔκτοτε τοσοῦτον, ὥστε κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν Συνέλευσιν τοῦ 1862, ὅτε περὶ τὸ τέλος αὐτῆς ἐγένετο λόγος περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ δημοτικοῦ, βοὴ ἀντήχει εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκείνην ἐναντίον τῶν δημάρχων. Καὶ ἡ Συνέλευσις ὅμως ἐκείνη δὲν ἔθιξεν εἰς τὰ θεμέλια τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἴσως διότι ἀσχολουμένη εἰς τὰ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶχε καιρὸν νὰ ἀσχοληθῇ εἰδικώτερον εἰς τὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ δημοτικοῦ, ἴσως ὅμως καὶ διότι ἐνόμισεν ὅτι μεταβάλλουσα τὸ σύστημα τῶν δημαιρεσιῶν ἐξησφάλιζεν εἰς τοὺς δήμους καὶ ἄρχοντες τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοτῶν, ἀλλὰ καὶ διοίκησιν ὁπωσδήποτε ἀγαθήν. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς τὸ αὐτὸ καθεστώς, πλὴν τοῦ μέρους τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν. Ἀλλὰ τί ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς τοιαύτης μερικῆς μεταβολῆς; Ἐξησφαλίσθη βεβαίως γνησία ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, ἀλλ’ ἐξησφαλίσθη γνησία ἡ ἐκλογή, ἐφ’ ὅσον ἐπετρέπετο νὰ θεωρῆται τοιαύτη ἡ γινομένη πάντοτε διὰ τῆς διακρίσεως τοῦ κομματικοῦ χρώματος; διότι οἱ δήμαρχοι δὲν ἦσαν καὶ δὲν εἶναι ἢ οἱ πράκτορες καὶ οἱ σημαιοφόροι τοῦ κόμματος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καὶ ἐφθάσαμεν νὰ βλέπωμεν κόμματα καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τὸ μέχρι τοῦδε, ἅτινα ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν νὰ καυχῶνται ὅτι εἶχον νὰ ἐπιδεικνύωσιν εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν τοὺς περισσοτέρους δημάρχους! (χειροκροτήματα). Καὶ ἐφθάσαμεν ν’ ἀκούωμεν ν’ ἀνακοινῶνται διὰ τοῦ τύπου μεταστάσεις δημάρχων! Ἀλλὰ τίς ἡ σχέσις τοῦ δημάρχου πρὸς τὸ κόμμα; Τοιοῦτον ἔχει προορισμὸν ὁ θεσμός; Καὶ τί ἄλλο σημαίνει τοῦτο ἢ ὅτι ὁ δήμαρχος δαπάναις τοῦ δημοτικοῦ ταμείου συντηρεῖ, ἂς μὴ εἴπω τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμόν, ἂς εἴπω μόνον τὸν λόχον τῶν ψηφοφόρων, ὅσους συντηρεῖ ἢ συγκρατεῖ διὰ τοῦ ἐκβιασμοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐκμεταλλεύεται τὴν Ἀρχήν, τί ἄλλο μαρτυρεῖ ἢ ὅτι συντηρεῖ τὸ κόμμα, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ καυχᾶται, παρ’ οὗ καὶ ἐκλέγεται, εἰς βάρος τοῦ δήμου;
§233ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φατρίαν.
§234ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτὸς τοιοῦτος θεσμός, ἀνεκτὸν τοιοῦτον ἀξίωμα, ἀνεκτὴ τοιαύτη δύναμις; Μελετῶντες δὲ σήμερον τὰ τῆς συστάσεως τῶν δήμων —ἵνα μείνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου παράγοντος, τὸν ὁποῖον ἔθιξα, διότι κατόπιν θὰ ἔλθω εἰς τοὺς ἄλλους—τί βλέπομεν; Ὅτι ἡ Ἑλλάς, διῃρημένη εἰς 445 δήμους ἔχει κατὰ δῆμον μέσον ὅρον πληθυσμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ καυχᾶται, ὅτι οὐδὲν ἄλλο Κράτος τὴν ὑπερβάλλει. Διότι, ἐνῷ εἰς τὴν Ἰταλίαν, τὴν ἔχουσαν μεγάλης ἐκτάσεως δήμους, μέσος ὅρος πληθυσμοῦ αὐτῶν εἶναι 3,927, ἐνῷ εἰς τὴν Σερβίαν εἶναι 2724, ἐνῷ εἰς τὸ Βέλγιον εἶναι 2,558, καὶ ἐν Ῥωμουνίᾳ 2048, ἐν Βουλγαρίᾳ 1,981, ἐν Γαλλίᾳ 1,084, εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι 5,914! Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις οὔτε πόλεις μεγάλας ἔχει πολλὰς οὔτε πυκνῶς συνῳκισμένον τὸν πληθυσμόν. Ποίαν ἔχει σημασίαν τοῦτο, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μελέτης αὐτῆς τῆς συνθέσεως, καθ’ ἣν ὑφίστανται σήμερον οἱ δῆμοι, ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωρίων, παρ’ ὧν ἀποτελοῦνται, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησα καὶ τῆς ὁποίας τὰ πορίσματα θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ λεπτομερῶς ἐκτεθειμένα εἰς ἱκανοὺς πίνακας τῆς προτασσομένης εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Τί δὲ προκύπτει γενικὸν πόρισμα ἐκ τῆς μελέτης τῶν λεπτομερῶν πινάκων, οὓς ἔχω εἰς χεῖράς μου; Ὅτι ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ἀποτελουμένου ὑπὸ 2,631,952 κατοίκων, οἱ κάτοικοι τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων εἶναι μόνον 1,171,655. Τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ἄνω τοῦ ἡμίσεος τῶν κατοίκων εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς ἀκτῖνος τῆς δράσεως τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, διότι γνωστὸν εἶναι, ὁμιλῶ δὲ πρὸς Βουλευτάς, αἵτινες ἔχομεν πάντες πεῖραν τῶν πραγμάτων τούτων, γνωστὸν εἶναι ποία ἡ τύχη τῶν πληθυσμῶν τῶν εὑρισκομένων μακρὰν τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, ποίας προσοχῆς καὶ μερίμνης ἀξιοῦνται οὗτοι παρὰ τῶν δημάρχων. Καὶ ἐνῷ ἔχετε τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν κατοίκων τῆς χώρας ἐκτὸς παντὸς δημοτικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἔχετε ἐξ ἄλλου πρωτευούσας δήμων μικροτέρας ἄλλων χωρίων ἀνηκόντων εἰς αὐτὸν τὸν δῆμον, ἔχετε πρωτευούσας δήμων παρουσιαζούσας ἀριθμὸν κατοίκων τὸ ⅛, τὸ ⅑, τὸ ⅒, τὸ 1/11 μέχρι τοῦ 1/20, ἀπέναντι τοῦ συνόλου τῶν κατοίκων τοῦ δήμου! Εἶναι σύνθεσις δήμου αὕτη λογική; Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρχῃ τοιουτοτρόπως συνοχὴ μεταξὺ τῶν χωρίων τῶν οὕτω διῃρημένων εἰς τὸ ν’ ἀποτελῶσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον; Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρχῃ τὸ προσῆκον ἐνδιαφέρον; Ἀλλὰ δύναται κἂν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐπιβαλλομένη ἐποπτεία τῶν δημοτῶν ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἀρχόντων αὐτῶν; Ἔχομεν, εἶπον, 445 δήμους, καὶ ἔχομεν συνοικισμοὺς καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα 5,079! Πῶς εἶναι δὲ ἐγκατεσπαρμένοι οἱ συνοικισμοὶ οὗτοι; Τὰ πορίσματα τοῦ συνοπτικοῦ, ὃν ἔχω καταρτίσει, πίνακος θ’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχετε ἀπὸ 100 μέχρι 200 κατοίκων 939 συνοικισμοὺς περιέχοντας πληθυσμὸν 139,575 κατοίκων. Ἀπὸ 200 μέχρι 300 κατοίκων ἔχετε 735 συνοικισμούς, ἀπὸ 300 ἕως 400 566, καὶ ἀπὸ 400 ἕως 500 ἔχετε 408. Τουτέστιν ἐν συνόλῳ ἀπὸ 100 κατοίκων μέχρι 500 ἔχετε 2,648 συνοικισμούς, περιέχοντας κατοίκους 695,424. Δὲν ἔχουσιν οὗτοι τοπικὰς ἀνάγκας, περὶ ὧν νὰ δύνανται οἱ ἴδιοι νὰ μεριμνῶσιν; Ἀπὸ 500 κατοίκων μέχρι 1000 ἔχετε 875 συνοικισμούς, τουτέστιν 875 κώμας, 875 κοινότητας, αἵτινες δύνανται νὰ εἶναι τοιαῦται καὶ ν’ ἀποζῶσιν ἐξ ἑαυτῶν καὶ δι’ ἑαυτῶν νὰ προάγωνται, ἀλλ’ αἵτινες ὅμως εἶναι ὑποτεταγμέναι εἰς τὸ κέντρον ἑνὸς μεγάλου δήμου, τὸ ὁποῖον κέντρον εἶναι ὑποτεταγμένον εἰς τὸ κόμμα. Τοιαῦτα δὲ κέντρα ἔχομεν τοὺς 445 δήμους. Εἰς τὴν θέσιν τῶν 445 τούτων δήμων, αὐτὸς ὁ χαρακτὴρ τοῦ λαοῦ ἡμῶν, αὐταὶ αἱ παραδόσεις τῆς χώρας, αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐνισχύσεως καὶ προαγωγῆς τῶν κατὰ τόπους συμφερόντων ὑποδεικνύουσιν ὅτι δέον νὰ τοποθετήσωμεν τόσους δήμους, ὅσαι εἶναι καὶ αἱ αὐθύπαρκτοι κοινότητες, ὅσα εἶναι καὶ τὰ χωρία, ὅσοι εἶναι καὶ οἱ συνοικισμοὶ οἱ δυνάμενοι ν’ ἀποτελέσωσιν αὐθυπάρκτους δήμους. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: ποίους συνοικισμοὺς ἐννοοῦμεν ὅτι εἶναι οἱ δυνάμενοι ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον δῆμον; Ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν εἶναι ὅτι πᾶσα πόλις καὶ χωρίον ἀποτελεῖ ἴδιον δῆμον. Ἐμπόδιον οὐδὲν θέτομεν. Ἐὰν ὅμως οὐδεὶς ἀπολύτως ἐτίθετο περιορισμός, ἐὰν τουτέστιν οὐδεὶς ἐτίθετο ὅρος, ἴσως θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον, ὥστε συνοικισμοὶ μικροί, κάτω τῶν 100 κατοίκων, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποτελέσωσιν ἰδίους δήμους, νὰ μένωσι σχεδὸν ἀνεξάρτητοι ἀπὸ παντὸς δήμου, μὴ θέλοντες νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς οὐδένα, ἐνῷ ἐξ ἄλλου αὐτοὶ δὲν ἔχουσι τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα στοιχεῖα πρὸς ἀπαρτισμὸν ἰδίου δήμου. Εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ κατασταθῇ ὅρος τις, καὶ τὸν ὅρον τοῦτον ἠθελήσαμεν νὰ ζητήσωμεν ἢ μᾶλλον ἠθελήσαμεν συγκρίνοντες νὰ εὕρωμεν ἂν θὰ ἦτο σκοπιμώτερος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τιθέμενος κατ’ ἀριθμὸν πληθυσμοῦ ἢ ἐξευρισκόμενος εἰς ἄλλας τινὰς συνθήκας τοπικῆς καταστάσεως. Ἐὰν ἠθέλομεν θέσει ὅριον τὸν ἀριθμὸν τῶν 300 κατοίκων, θὰ εἴχομεν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα. Ὅτι ἀπὸ 300 κατοίκων καὶ ἐπέκεινα ἔχομεν συνοικισμοὺς 2,277—λέγω τὴν λέξιν συνοικισμοὺς ὡς περιλαμβάνουσαν καὶ πόλεις καὶ κώμας καὶ χωρία—θὰ ἐφθάνομεν λοιπὸν εἰς δημιουργίαν δήμων 2,277, ἀλλὰ 2,277, ἐφ’ ὅσον πρόκειται μόνον περὶ τῶν συνοικισμῶν τῶν ἀπὸ 300 κατοίκων καὶ ἄνω· εἰς τὸν ἀριθμὸν ὅμως τοῦτον δέον νὰ προσθέσωμεν καὶ τοὺς κάτω τῶν 300 κατοίκων συνοικισμούς, ἐφ’ ὅσον καὶ οὗτοι ἑνούμενοι πρὸς ἀλλήλους θὰ ἤθελον καὶ θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσιν ἰδίους δήμους. Καὶ περὶ τούτου εἰς τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους προέταξα εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, θέλετε εὕρει λεπτομερεῖς ὑπολογισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τῶν ὁποίων τὸ πόρισμα μόνον ἐξαγγέλλω τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν. Βεβαίως προκειμένου περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συσταθησομένων δήμων παρὰ τῶν κατοίκων τῶν συνοικισμῶν τῶν ἐχόντων κάτω τῶν 300 κατοίκων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀκριβὴς πρόβλεψις. Ἐπὶ εἰκασιῶν θὰ ἐστηρίζετο οἱοσδήποτε ὑπολογισμός, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ τίνες ἐκ τῶν συνοικισμῶν ἐκείνων θέλουσι νὰ ἀπαρτίσωσιν ἕνα δῆμον ἀνὰ 300, τίνες ἀνὰ 400, τίνες ἀνὰ μείζονα ἀριθμόν· ἐπὶ τῇ βάσει ὅμως εἰκασίας πιθανῆς φθάνομεν εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν θέσει ὡς ἀφετηρίαν πρὸς σύστασιν δήμου τὸν ἀριθμὸν τῶν 300 κατοίκων, θὰ ἦτο πιθανόν, πέρα τῶν 2,277 δήμων, οἵτινες θὰ δημιουργηθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐκ τῶν 2,277 συνοικισμῶν, τῶν ἄνω τῶν 300 κατοίκων, ὅτι θὰ εἴχομεν ἴσως καὶ περὶ τοὺς 500 ἄλλους δήμους ἐκ τοῦ συνασπισμοῦ καὶ τοῦ συνδέσμου ἄλλων μικροτέρων συνοικισμῶν, ἐκ τῶν κάτω τῶν 300 κατοίκων. Ἀλλ’ ἀφήνοντες κατὰ μέρος τὸν ὅρον τοῦτον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων ἠθελήσαμεν νὰ μελετήσωμεν, ἄν, ἄλλου ὅρου τιθεμένου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ὁποῖος σκοπός, ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ τονίζω, εἶναι, ὅπως ἑκάστη κοινότης ἀποδοθῇ εἰς ἑαυτήν, ὅπως ἕκαστος δῆμος ταυτισθῇ μετὰ τῆς κοινότητος. Διότι οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς ἡμῶν, καί, ἂν διετηρήσαμεν τὴν λέξιν δῆμος, τοῦτο ἐπράξαμεν δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον....
§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λείψῃ.
§236ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. ... διὰ τὰς λέξεις καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοὺς παραγομένους ἐξ αὐτῆς τῆς ὀνομασίας, λέξεις καὶ χαρακτηρισμούς, οἵτινες ἔχουσι συνυφανθῆ μετὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Διότι αἴφνης ὁμιλεῖτε περὶ δικαιωμάτων τοῦ δημότου—ἀναφέρω ἐκ τοῦ προχείρου ἓν παράδειγμα.— Ἂν λοιπὸν διατηρεῖται τὸ ὄνομα δῆμος, πρόκειται ὅμως πράγματι οὐχὶ περὶ δήμων, ὁποῖοι οἱ ὑπάρχοντες, ἀλλὰ περὶ κοινοτήτων ἐν τῇ συστάσει, κοινοτήτων ἐν τῇ διοικήσει. Ἐσκέφθημεν δὲ ὅτι προσῆκον ἦτο, ὅπως εἰς τοὺς συνοικισμούς, οἵτινες δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον δῆμον, τεθῇ τοὐλάχιστον ὅρος τις, ὁ τῆς ὑπάρξεως σχολείου. Τὸν ὅρον τοῦτον δὲν ἐθέσαμεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐπιχειρήσει οἱ κ. Βουλευταί, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ θέλει φανῆ ὅτι καλῶς ἐτέθη. Ἐθέσαμεν τὸν ὅρον τῆς ὑπάρξεως σχολείου κατόπιν μελέτης τῶν πραγμάτων, οὔτε ἐπιτρέπεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ τίθενται τοιοῦτοι ὅροι, μὴ μὲ παρεξηγήσῃ δέ, παρακαλῶ, ἡ Βουλή, μὴ θεωρήσῃ τουτέστιν ὅτι θέλομεν νὰ ἐπιδείξωμεν μέγεθος ἐργασίας, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ στηρίξωμεν πᾶσαν διάταξιν καὶ πᾶσαν λέξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ δεδομένων πραγματικῶν, τὰ πραγματικὰ δὲ αὐτὰ δεδομένα νὰ δώσωμεν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως δυνηθῇ καὶ αὕτη ἐπὶ τῶν αὐτῶν νὰ στηρίξῃ τὰς σκέψεις της καὶ δυνηθῇ ἀσφαλέστερον νὰ κρίνῃ ἂν αἱ ἡμέτεραι σκέψεις εἶναι ὀρθαί. Ἐξ ἄλλου λοιπὸν πίνακος, τὸν ὁποῖον κατηρτίσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπετηρίδος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἐκδεδομένης τὸ 1908—, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐλάχισται ἐγένοντο μεταβολαί—προκύπτει ὅτι, ἐνῷ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἔχομεν, ἀναγράφονται δὲ κατὰ νομοὺς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, 1224 σχολεῖα πλήρη καὶ 1571 κοινά, ἤτοι 2,795, τὰ σχολεῖα τὰ κατὰ κώμας καὶ χωρία, ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων, εἶναι 706 πλήρη καὶ 1516 κοινά, τουτέστι 2,222. Ἑπομένως τιθεμένου τοῦ ὅρου τούτου, τῆς ὑπάρξεως σχολείου, θέλομεν ἴδει ἀμέσως δημιουργουμένους εἰς αὐτοτελεῖς δήμους, δυνάμει τοῦ νόμου, 2,222 συνοικισμούς πλὴν τῶν πρωτευουσῶν τῶν νῦν δήμων. Συμπίπτει δὲ οὕτω τὸ σύνολον τοῦ ἀριθμοῦ δήμων, τοῦ οὕτω συναγομένου, πρὸς τὸ σύνολον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν φθάσει, ἐὰν ἐθέτομεν τὸ ὅριον τῶν 300 κατοίκων, παρείχομεν δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς συνοικισμοὺς τοὺς περιλαμβάνοντας κάτω τῶν 300 κατοίκων, ὅπως ἑνούμενοι ἀπαρτίσωσιν ἰδίους δήμους. Ἴσως ὁ ἀριθμὸς τῶν μελλόντων νὰ ἱδρυθῶσι κατὰ τὸ σύστημα ἡμῶν δήμων ἐκπλήξῃ, διότι εἶναι ἑξαπλάσιος σχεδὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑφισταμένων δήμων. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐδοκιμάσαμεν ἔκπληξιν καὶ δισταγμὸν ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῶν δήμων, τοὐναντίον χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν ἐδοκιμάσαμεν, χαράν, διότι καθιστῶμεν οὕτως ἰσαρίθμους ἑστίας, ἰσάριθμα κέντρα κινήσεως καὶ δράσεως καὶ ζωῆς ἐν τῷ τόπῳ, διότι δίδεται οὕτως αἷμα εἰς 2,222 κοινότητας, πλήρεις κοινωνικῆς ζωῆς, αἵτινες ὅμως ἔχουσι καταδικασθῆ νὰ τελῶσιν ἀδρανεῖς καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς συστάσεως τῶν δήμων, εἰς οὓς ὑπάγονται σήμερον, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οὗτοι διοικοῦνται. Ἡμεῖς δὲ πρὸ πάντων, Κύριοι, καὶ διὰ τὴν φυσικὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἡμῶν καὶ διὰ τοὺς κοινωνικοὺς καὶ πολιτικοὺς ὅρους εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν φυσικὴν κατὰ δήμους, κατὰ κοινότητας διαίρεσιν τῆς χώρας. Αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἀρχὴ ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, διότι δὲν ἐλάβομεν τὸν χάρτην τῆς χώρας, ὅπως διὰ διαβήτου διαιρέσωμεν αὐτὴν εἰς δήμους, διότι πλημμελής, πλημμελεστάτη εἶναι ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν οἱ δῆμοι δημιουργοῦνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας· οἱ δῆμοι γεννῶνται καὶ δημιουργοῦνται ἐξ ἑαυτῶν, τοὺς εὑρίσκει ἡ Πολιτεία καὶ θέτει μόνον ἐπ’ αὐτῶν τὴν σφραγῖδα τῆς ἀναγνωρίσεως, καὶ μόνον ὅταν οὕτω δημιουργοῦνται ἐξ ἑαυτῶν καὶ ἀναγνωρίζωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας προάγονται καὶ εὐδοκιμοῦσι. Καὶ αὐτὸ τὸ φιλελεύθερον καὶ ὑπερήφανον τοῦ χαρακτῆρος τῶν Ἄγγλων καὶ Ἀμερικανῶν ἀποδίδεται εἰς τὴν διὰ τῶν κοινοτήτων πολιτικὴν μόρφωσιν τὴν διαπλάττουσαν τὴν ψυχὴν καὶ τὸ φρόνημα. Οὔτε εἰς τὴν κηδεμονίαν τῆς Πολιτείας οὔτε εἰς τὰ ἄλλα βοηθητικὰ αὐτῆς μέτρα ὀφείλεται ἡ πρόοδος τῶν οὕτω προηγμένων τούτων λαῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ χωρίου, τὴν δύναμιν αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνίας, τὴν δι’ ἑαυτῆς καὶ ἐξ ἑαυτῆς προαγομένην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ προστατεύῃ ἡ Πολιτεία, οὐχὶ δὲ ὑπὸ τὸ ψευδὲς πρόσχημα τῆς προστασίας καὶ κηδεμονίας νὰ ἔρχηται ἡ Πολιτεία νὰ ἐκμυζᾷ! (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλ’ ἐπαφήνοντες εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν ἀναγνώρισιν τῶν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου δημιουργουμένων δήμων ἐξ ἑαυτῶν καὶ δι’ ἑαυτῶν οὐδὲν καὶ πάλιν ἠθέλομεν πράξει, ἠθέλομεν ἴσως αὐξήσει τὰ κέντρα τῆς φθορᾶς— ἂς περιορισθῶ εἰς τὴν λέξιν αὐτὴν—ἀπὸ 445 εἰς 2,500, ἐὰν δὲν προενοοῦμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς δήμους αὐτοὺς ἀπὸ τὸν νῦν τοπάρχην, τὸν δήμαρχον. (Ἐπιδοκιμασίαι). Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, πῶς θὰ εὕρῃ ἡ Βουλὴ τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἐξεικονίζω τὸν δήμαρχον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον εὕρει αὐτὰ ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῆ καὶ δὲν ἀποδίδουσιν ἐν τῇ ἀληθινῇ ζωηρότητι τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, παρακαλῶ νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι μετεχειρίσθην μετρίας ἐκφράσεις, ἁπαλὰ χρώματα, διότι ἔπρεπε νὰ τηρήσω καὶ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω σαφέστεραν πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ παρ’ ἐμοῦ ὁποῖός τις κατὰ κανόνα ὁ δήμαρχος; Καὶ ἡ μεγάλη λοιπὸν διαφθορὰ μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἴδομεν νὰ φθάσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν εἶχε τὰ μεγαλείτερα ὄργανα μεταξὺ τῶν δημάρχων; Μήπως οἱ συνδυασμοὶ δὲν κατηρτίζοντο διὰ τῶν δημάρχων, καλουμένων μάλιστα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος; Καὶ νομίζετε ὅτι προσεχώρουν οἱ δήμαρχοι ἀντὶ πινακίου φακῆς; Καὶ δὲν ἐνηργοῦντο πάντα ταῦτα εἰς βάρος τῶν δήμων καὶ τῆς ὅλης Πολιτείας; Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ παραγνωρίσω ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔδρασαν φιλοτιμότατα καὶ μετ’ εὐγενοῦς αὐταπαρνήσεως ὑπὲρ τοῦ τόπου, τοῦ ὁποίου ἐκλήθησαν ἄρχοντες, βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ θύματα μεταξὺ αὐτῶν, οἱ ἄξιοι τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ οἱ ταλαίπωροι δημόται ὑπῆρξαν πάντοτε θύματα καὶ μόνον θύματα, καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς κοινῆς γνώμης παραμένει ὅτι οἱ τοιοῦτοι δήμαρχοι οἱ ἄξιοι τοῦ ὀνόματος αὐτῶν δὲν ἀποτελοῦσι τὸν κανόνα. Καὶ ἦτο πλέον καιρὸς ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ τοπικὴ διοίκησις ἀπὸ τῆς φροντίδος τῶν δημάρχων. Καταργοῦντες τὸν θεσμὸν τοῦ δημάρχου ἀναθέτομεν τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου εἰς Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὁρίζομεν κατὰ τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν: πέντε μέλη εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας μέχρι 1000 κατοίκων, 7 μέλη εἰς τοὺς ἔχοντας 1001 μέχρι 2500 κατοίκων, 9 μέλη εἰς τοὺς ἔχοντας 2501 μέχρι 4000 κατοίκων, 11 μέλη εἰς τοὺς ἔχοντας 4001 μέχρι 5000, καὶ 12 μέλη εἰς τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 5000. Ὁ ἀριθμὸς δὲν πρέπει νὰ φανῇ εἰς ὑμᾶς μικρός, διότι, ὡς εἶπον, τὸ Συμβούλιον τὸ καθιστώμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ προσαρμοζόμενον εἰς τὸ νέον σύστημα, δὲν θὰ εἶναι μόνον ἡ Βουλὴ τοῦ δήμου, ἄνευ ἀποφάσεως τῆς ὁποίας οὐδὲν ἀπολύτως δύναται νὰ γίνῃ, θὰ εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ ἡ διοικητικὴ αὐτοῦ Ἀρχή, διότι ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὃν ἐκλεγόμενος ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, εἶναι ἐκτελεστὴς ἁπλῶς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, εἰς τοῦτο δὲ συγκεντροῦται ὅλη ἡ δύναμις τῆς Ἀρχῆς. Οὐδεμία δὲ οὔτε ἡ ἐλαχίστη δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁμοιότης μεταξὺ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ καθιστωμένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν, καὶ τοῦ νῦν δημάρχου. Καθιστῶντες δὲ τοιαύτην διοίκησιν, τὰς λεπτομερείας τῆς ὁποίας θέλετε ἴδει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τὰς ὁποίας δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναπτύξω τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι μακροσκελέστατον, ἀποτελούμενον ἐξ 173 ἄρθρων, καὶ δὲν θὰ μοὶ ἤρκει ὁλόκληρος ἡ ὥρα τῆς συνεδριάσεως μέχρι τῆς διακοπῆς, ὅπως εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, — καθιστῶντες τοιαύτην διοίκησιν εἰς τοὺς δήμους, μηδὲν ἔχουσαν τὸ προσόμοιον πρὸς τὴν νῦν, καθιστῶμεν ἀσφαλεστάτην καὶ αὐστηροτάτην ἐγγύησιν τῆς διαχειρίσεως τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δημοτικῆς περιουσίας, ὁρίζοντες τὸν πρόεδρον ἁπλοῦν ἐκτελεστὴν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, Διότι ἐλλείπουσι πλέον καὶ οἱ μισθοί (εὖγε εὖγε), ἐλλείπει πλέον καὶ ἡ ἐλευθερία ἐκείνη εἰς τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐξόδων παραστάσεως (εὖγε εὖγε), ἐλλείπει καὶ ἡ ἐλευθερία περὶ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸν διορισμὸν αὐτῶν, διότι καθορίζονται πάντα ταῦτα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δι’ ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηροτέρων καὶ ἀσφαλεστέρων διατάξεων. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν εὕρει πλημμελές τι ἐν τῷ τοιούτῳ καθορισμῷ, ἴσως τὴν πλημμέλειαν θὰ εὕρητε εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν θέσεων, καὶ ἴσως χαρακτηρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁριζομένων θέσεων ὡς ἀνεπαρκὴς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων. Οὔτε καὶ εἰς τὸν εἰσπράκτορα ἀφήνεται ἐλευθερία μεγάλη ἐνεργείας, κατὰ ἀρχὴν δὲ ἀντὶ τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δημοτικοῦ ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων τῶν δήμων ἀνατίθεται εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας (εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν, ἐννοεῖται, δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία ν’ ἀπαλείψωμεν, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ἀναγκαία, εἰς δήμους ὡρισμένου πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡρισμένων προσόδων, ὁρίζεται ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ὁ διορισμὸς εἰσπράκτορος εἰδικοῦ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν εἰσπράκτορα τοῦτον, καίτοι δημοτικόν, εἰς τοὺς ὀλίγους ἐκείνους δήμους—, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε συμφωνήσει, διότι ἡμεῖς δὲν θὰ ἐδυσκολευόμεθα ν’ ἀπαλείψωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ἀπολύτως ἀναγκαία—, καὶ διὰ τὸν εἰσπράκτορα, λέγω, τοῦτον ὁρίζομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐγγυήσεις, διότι ὁρίζομεν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, καθ’ ἃς κατὰ μῆνα δίδει λογαριασμὸν εἰς τὸν πρόεδρον, κατὰ τριμηνίαν δὲ καταθέτει πᾶν ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει ἀπόθεμα εἰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὅ,τι ἀπόθεμα ἔχει ἀπομείνει μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν τοῦ λήξαντος ἔτους, τοῦτο κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§237Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐλήφθη καμμία πρόνοια περὶ ἡμῶν, παρὰ τοῖς ὁποίοις ἰσχύει ἄλλη δημοτικὴ νομοθεσία; Ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ θὰ εἰσπράττῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, παρὰ τοῖς ὁποίοις δὲν ἐπιτρέπεται μέχρι τοῦδε νὰ εἰσπράττῃ;
§238ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἴδητε ὅτι λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως, διότι ὑμεῖς, καθὼς καὶ ἡ Ἑπτάνησος, παρουσιάζετε διαφορὰς ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἰδίως οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων καταγόμενοι Βουλευταί, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἐντὸς δ’ ὀλίγων ἡμερῶν ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ῥυθμίζῃ —μὲ προέλαβε δὲ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, διότι δὲν ἔφθασα ἀκόμη εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο—, τὸ ὁποῖον, λέγω, θὰ ῥυθμίζῃ τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τῶν δήμων ἐν σχέσει πρὸς παρελθόντας λογαριασμούς, οἵτινες λήγουσι πλέον διὰ παντὸς μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τούτου. Καὶ διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείων, καὶ διὰ τὴν συνομολόγησιν οἱωνδήποτε συμβάσεων, καὶ δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων λαμβάνομεν ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ θεωρήσῃ ἐλαφράς, τοὐναντίον δὲ φοβοῦμαι ὅτι θὰ θεωρήσῃ λίαν βαρείας καὶ λίαν αὐστηράς, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἀναγκαίας. Ἀλλ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν καταστήσωμεν τὸν δῆμον ὑπὸ ἔποψιν συστάσεως, καὶ οἱανδήποτε διοίκησιν ἂν ἠθέλομεν θέσει ἐπ’ αὐτόν, καὶ οἱαδήποτε συστήματα ἐκλογικὰ καὶ οἱασδήποτε ἐγγυήσεις περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἐλάχιστα θὰ ἐπράττομεν, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς καταργήσεως αὐτῆς τῆς δῆθεν κηδεμονίας τῆς Πολιτείας, αὐτῆς τῆς κηδεμονίας μητρυιᾶς, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν μέτρα περιορισμοῦ αὐτῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ δύναται μὲν νὰ προλαμβάνῃ καταχρήσεις, ἀλλὰ δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου, ὡς ἠδύνατο μέχρι σήμερον, ἵνα παραλύῃ αὐτήν (χειροκροτήματα). Τί δὲ ἦτο τάχα—κατὰ κανόνα ὁ νομάρχης, ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς τῆς Διοικήσεως, εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν; Ξένος πρὸς τὸν τόπον, τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο νὰ κρίνῃ τὰς ἀνάγκας, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν; Ἀλλ’ ὅπου ξένος πρὸς τοὺς δήμους, τόσον οἰκεῖος πρὸς τὰς ἀνάγκας ἐκείνων, οἵτινες τὸν διώρισαν, ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐξυπηρετῇ αὐτὰς εἰς βάρος τοῦ δήμου. Καὶ ἢ προέτασσε τὴν σκιάν του ὁ κύριος νομάρχης, ἵνα πτοῇ ἐκβιαστικῶς τὴν δημαρχικὴν Ἀρχήν, ἢ προέτασσε τὴν αὐτὴν σκιάν, ἵνα καλύπτῃ τὰς καταχρήσεις πρὸ τοῦ νόμου, τὰς τελουμένας ὑπὸ εὐνοουμένων καὶ προστατευομένων (χειροκροτήματα). Τὴν μεγαλειτέραν ἐγγύησιν τῆς κανονικῆς λειτουργίας καὶ τῆς χρηστῆς διοικήσεως εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιστᾶται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιζητοῦμεν ἡμεῖς οὐχὶ εἰς τὴν δῆθεν κηδεμονίαν τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς τούτους τοὺς δημότας. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτω καθορίζοντες τὰς ἐγγυήσεις καὶ ζητοῦντες ταύτας εἰς τοὺς δημότας ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀποδιδόμενοι εἰς ἑαυτοὺς θέλουσι παύσει πλέον οἱ δῆμοι ἀδρανοῦντες, θέλουσι δ’ οὕτως ἀπαλλαγῆ ἐπὶ τέλους ἀπὸ τὴν ναρκωτικὴν ὑποτέλειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκεινται σήμερον. Τοιούτους καθιστῶντες δήμους, τοιαύτην καθιστῶντες τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχε μέχρι σήμερον, ἀφήνομεν εἰς αὐτοὺς ν’ ἀναπτύξωσιν ὅλας τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅλην τὴν προοδευτικήν του φιλοτιμίαν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἐξαρτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔθιξα, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι τὰ τῆς ἐποπτείας τῆς Πολιτείας θὰ καθορισθῶσιν ἀκόμη ἀσφαλέστερον ἢ ὅσον καὶ νῦν καθορίζονται, ἢ μᾶλλον θὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀκόμη περισσότερον παρ’ ὅσον καὶ σήμερον ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τῆς διοικητικῆς ἐποπτείας, διότι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καμμία σχεδὸν σχέσις μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ δήμου, θὰ καθορισθῶσι, λέγω, ἀκόμη ἀσφαλέστερον, ὅταν ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἂν εὑρίσκεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κάποια ἐξάρτησις, κάποια σχέσις μεταξὺ δήμου καὶ Ὑπουργοῦ, τοῦτο γίνεται, διότι δὲν ὑπάρχει σήμερον ἀλλαχοῦ ἡ δύναμις ἐκείνη, ἥτις νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατῇ αὐτοὺς ἀπὸ παρεκτροπῶν καὶ καταχρήσεων. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου σήμερον ἐπιτρέπομεν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τοὺς δήμους, ἐπιτρέπομεν ταύτην μόνον κατὰ πρόκλησιν αὐτῶν τῶν δημοτῶν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον οὐδεμία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν κύρωσιν ἄλλης Ἀρχῆς, πλὴν περιπτώσεων ὡρισμένων, αἵτινες ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ φανῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκτείνονται, τοὐναντίον μάλιστα καὶ καθ’ ἃς προκαλεῖται ἡ ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐνδιαφερομένων δημοτῶν ἢ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ λόγου μου ἐλθὼν ὀφείλω νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν διάκρισιν τῶν δήμων, τὴν ὁποίαν καθιστῶμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ δῆμοι δὲν εἶναι δυνατόν, θὰ ἦτο ἀντιπολιτικόν, θὰ ἦτο σόλοικον ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς κανόνας. Θὰ εἴπω δὲ μετέπειτα τί ἐπράξαμεν διὰ τοὺς ἄλλους δήμους, τοὺς χαρακτηριζομένους ἀστικούς. Οὕτω λοιπὸν καθωρίσαμεν τὰ τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιακῶν, τοὺς ὠνομάσαμεν δ’ ἐπαρχιακοὺς περιελθόντες εἰς πολλὴν δυσχέρειαν διὰ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐδανείσθην ἐκ τοῦ Κρητικοῦ νόμου· διότι ἀγροτικοὶ δῆμοι νὰ ὀνομασθῶσι δὲν ἦτο προσῆκον, διότι ὑπάρχουσι καὶ δῆμοι, οἵτινες θὰ ὠνομάζοντο οὕτω καὶ οἵτινες πᾶν ἄλλο θὰ ἦσαν ἢ ἀγροτικοί, εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρισκόμενοι πρὸς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους τούτους τοὺς ἐπαρχιακούς, εἰς τὰς κοινότητας ταύτας, συνηντήσαμεν καὶ κοινοτικούς τινας συνδέσμους, τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις πρόκειται ἀγαθωτάτη καὶ εὐεργετικωτάτη εἰς τοὺς δήμους, εἰς οὓς ἀνήκουσι, καὶ τούτους ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ ἐνθαρρύνωμεν. Τὸ χωρίον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ δῆμος, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελῇ ἐν ταὐτῷ καὶ ἰδιαιτέραν, ἀνεξάρτητον τοῦ δήμου κοινότητα, διότι εἶπον ὅτι θὰ λάβῃ τὸ ὄνομα δῆμος, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, ἀλλὰ θὰ συνταυτίζηται ὁ δῆμος πρὸς τὴν κοινότητα, διότι αὐτὴ ἡ κοινότης περιβάλλεται πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ δήμου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν εἰδικοί τινες κοινοτικοὶ συνεταιρισμοί, καὶ ἰδίως ἀγροτικοί, τοιούτους δ’ ἔχει μάλιστα ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας, πᾶν ὅ,τι ἔχει τὸ Κορωπὶ καὶ σχεδὸν πᾶν ὅ,τι ἔχει τὸ Μαρκόπουλον ὀφείλεται εἰς τὴν εὐεργετικωτάτην δρᾶσιν τῶν κοινοτικῶν συνδέσμων, οἵτινες ὑφίστανται ἐκεῖ. Περὶ τῶν τοιούτων ἀγροτικῶν συνεταιρισμῶν δέον νὰ ληφθῇ καὶ θὰ ληφθῇ εἰδικὴ νομοθετικὴ πρόνοια. Γνωρίζουσιν ἤδη οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰς ποίαν οἰκονομικὴν πρόοδον ἔχουσι φθάσει ἄλλαι χῶραι, περισσότερον ἡμῶν ἰσχυραὶ καὶ κατὰ πληθυσμόν, ἐκ τῆς ἱδρύσεως τοιούτων κατὰ τόπους οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν. Δὲν εἶναι ὥρα βεβαίως νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, οὐδ’ ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀκούσῃ, διότι τὸ θέμα εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγοῦμαι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ συνηντήσαμεν τοιούτους κοινοτικοὺς συνεταιρισμοὺς εἰς πολλὰ χωρία, ἐφοβήθημεν δὲ μήπως ἡ ἰσχὺς τοῦ νέου περὶ δήμων νόμου ἠδύνατο τυχὸν νὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν διάλυσιν τούτων, καίτοι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς περιουσίας αὐτῶν καὶ τῆς τοῦ δήμου, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἔπρεπεν, ὅτι εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς ἀναγνωρίσωμεν καὶ τοὺς ἐνισχύσωμεν καὶ τοὺς ἐνθαρρύνωμεν. Περιελάβομεν λοιπὸν καὶ περὶ τούτων διατάξεις τινάς, τὰς ὁποίας θέλετε ἴδει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ δι’ ὧν συνάπτονται οἱ τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ πρὸς τοὺς δήμους. Ἐὰν γεννᾶται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀπορία πῶς ῥυθμίζονται τὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ πῶς τὰ τῆς συντάξεως τῶν καταλόγων τῶν μικρῶν δήμων, διότι βεβαίως εὐθὺς ἀμέσως ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως σκέπτεται ὁ ἀκούων ὅτι θὰ δημιουργηθῇ μεγάλη ἀνωμαλία, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ λαμβανομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόνοια εἶναι ἐπαρκής, ὅπως ἐξασφαλίσῃ καὶ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τὴν σύνταξιν, τὴν χρηστὴν καὶ προσήκουσαν καὶ εἰλικρινῆ, καὶ τῶν ἐκλογῶν ἐπίσης τὴν ἐνέργειαν, τὴν ἁγνὴν καὶ ἀμόλυντον. Καί, ἐπειδὴ ἐθίχθη τὸ θέμα τῶν ἐκλογῶν, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἴσως περισσότερον τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς καὶ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὰς ὁποίας ὁρίζεται ὅτι δῆμοι ἔχοντες κάτω τῶν 500 κατοίκων δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀρχόντων διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως, ἀρκεῖ τὰ ⅔ τῶν ἐκλογέων τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν κατάλογον τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου ἐκείνου νὰ ὑπογράψωσι τὴν πρᾶξιν. Τοῦτο δ’ ἐθεωρήσαμεν ἀγαθόν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἀσφαλίζεται τοιοῦτος τρόπος ἐκλογῆς εἰς τοὺς μικροὺς ἐκείνους δήμους, εἶναι μέγα ἀγαθὸν ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ σάλου τῶν ἐκλογῶν.
§239Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διακόπτομεν πέντε λεπτά, κύριε Πρόεδρε;
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή;
§241ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§244ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καθορίσαντες, Κύριοι, καθ’ ὃν εἶπον τρόπον τὰ τῶν ἐπαρχιακῶν δήμων, καθιστῶντες αὐτούς, ὡς τοὐλάχιστον ἡμεῖς πιστεύομεν, ἐπὶ ἐδάφους ὑγιοῦς ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς, ὑγιοῦς οἰκονομικῶς — ἐφ’ ὅσον ἄλλως τε, ὡς προεῖπον, δι’ εἰδικοῦ νόμου θὰ τεθῇ τέρμα ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑποτέλειαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν στένουσιν οἱ δῆμοι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἄλλως θὰ εἶχον τὴν δύναμιν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ αὑτῶν —, ὑγιοῦς διοικητικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἔδει ν’ ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐποπτείας, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν διοίκησιν ἐκείνων ἀπὸ τῶν ἐκτρόπων, ἐπαναλαμβάνω, ἐπεμβάσεων τοῦ κέντρου· οὕτω καθορίζοντες τὰ τῶν ἐπαρχιακῶν δήμων, καθῆκον εἴχομεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῶν δήμων, τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν ὅτι καὶ διὰ λόγους ἐκτάσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους κοινωνικῆς συστάσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὸ αὐτὸ μετὰ τῶν ἐπαρχιακῶν σύστημα. Καὶ βεβαίως δὲν νομίζομεν ὅτι τὸ καθεστὼς τῆς διοικήσεως τῶν ἀστικῶν δήμων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ εἶναι. Ἀλλά, ἂν δὲν δυνάμεθα εἰς τοὺς δήμους τούτους ν’ ἀναθέσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν διοίκησιν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καθῆκον ὅμως ἔχομεν νὰ μὴ παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιακῶν δήμων. Τὴν ἀρχὴν δ’ αὐτὴν ἀκολουθοῦντες ζητοῦμεν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀστικοὺς δήμους αὔξησιν τῆς δυνάμεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀφ’ ἑνός, περιορισμὸν τῆς ἐξουσίας τοῦ δημάρχου ἀφ’ ἑτέρου. Ἀστικοὶ δῆμοι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πρῶτον οἱ ἀποτελούμενοι ὑπὸ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, οὗτοι δὲ εἶναι 16, δεύτερον οἱ ἀποτελούμενοι ὑπὸ πόλεων πληθυσμοῦ ἄνω τῶν 10 χιλιάδων κατοίκων, καὶ αἱ πόλεις αὗται εἶναι μόνον τέσσαρες. Ἐγεννήθη ὅμως εἰς ἡμᾶς τὸ ζήτημα: δὲν ὑπάρχουσιν ἆρά γε καὶ πόλεις ἄλλαι, καὶ κέντρα ἄλλα, μικροτέρου τῶν 10.000 πληθυσμοῦ, εὑρισκόμεναι ὑφ’ ἃς συνθήκας πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως καὶ αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν, ὥστε νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐταὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο; Νὰ θέσωμεν ὅριον πληθυσμοῦ κατοίκων πρὸς τὴν διάκρισιν τῶν ἀστικῶν δήμων δὲν ἦτο ὀρθόν· διότι, ἂν κατηρχόμεθα τοῦ πληθυσμοῦ τῶν 10 χιλιάδων κατοίκων καὶ ἐφθάνομεν εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν 5 χιλιάδων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μέχρι τῶν 10 περιλαμβάνονται πόλεις τινές, ἔχουσαι τοιοῦτον χαρακτῆρα καὶ τοιαύτην σύστασιν, ὥστε νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὸ αὐτὸ σύστημα τῶν ἀστικῶν, ἂν ἐθέτομεν αὐτὸ τὸ ὅριον, θὰ ἐκινδυνεύομεν νὰ περιλάβωμεν μεταξὺ τῶν ἀστικῶν δήμων καὶ πόλεις ἐχούσας ἄνω τῶν 5 χιλιάδων κατοίκων, ἀλλ’ αἵτινες δὲν νομίζομεν ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο. Αἱ πόλεις αἱ πέρα τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ αἱ πέρα τῶν ἐχουσῶν ἄνω 10 χιλιάδων κατοίκων, αἱ πέρα τουτέστι τῶν εἴκοσι τοιούτων ἀστικῶν δήμων, ἔχουσαι πληθυσμὸν ἄνω τῶν 5.000 κατοίκων, εἶναι δεκαεννέα, ἀλλ’ ἐγὼ τουλάχιστον δὲν βλέπω μεταξὺ αὐτῶν πλείονας τῶν πέντε, τῶν ἕξ ἴσως, αἵτινες θὰ ἦτο εὔλογον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀστικῶν δήμων. Ἀφήνοντες δὲ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ πρᾶγμα καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, μὴ ἐννοοῦντες ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἡ διάταξις αὕτη διὰ τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας κάτω τῶν δέκα καὶ ἄνω τῶν 5.000 κατοίκων, καθορίζομεν διὰ διατάξεως ὅτι δύνανται καὶ αἱ τοιαῦται πόλεις νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀστικῶν δήμων, ἐὰν τὰ δύο τρίτα τῶν ἐκλογέων αὐτῶν ἤθελον ζητήσει τοῦτο, ἤθελε δὲ δι’ ἠτιολογημένης ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγκριθῆ ἡ τοιαύτη αἴτησις. Ἐὰν καὶ πόλεις τοιαῦται ἤθελον ὑπαχθῆ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀστικῶν δήμων, καὶ πάλιν, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῶμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν εἴκοσι καὶ πέντε ἢ εἴκοσι καὶ ἓξ ἐν συνόλῳ ἀστικῶν δήμων· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἤθελε θεωρήσει ὅτι δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς δύο πρώτας κατηγορίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ σύνολον τῶν ἀστικῶν δήμων ἐν Ἑλλάδι θὰ εἶναι εἴκοσι καὶ μόνον εἴκοσιν. Εἶπον ὅτι θεωροῦμεν ὅτι ἐν πολλοῖς ἡ δημοτικὴ ἡμῶν νομοθεσία, ἡ ἀναγομένη εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων τούτων, χρῄζει ῥιζικῶν καὶ γενναίων μεταρρυθμίσεων· ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν ὅτι πρὸ παντὸς εἴχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀκέραιον τὸ καθεστὼς καὶ ὡς πρὸς τούτους, ἐφ’ ὅσον καθορίζομεν, ὡς καθορίζομεν, τὰ τῆς συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν ἐπαρχικῶν δήμων. Ζητοῦντες δὲ πλείονας ἐγγυήσεις εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ δημάρχου ὡρίσαμεν ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους, εἰς μὲν τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 30,000 κατοίκων ἀποτελοῦνται ὑπὸ 36 μελῶν, εἰς δὲ τοὺς ἔχοντας ὀλιγωτέρους τῶν 30,000 καὶ ἄνω τῶν 10,000, ὑπὸ 30· ἐὰν δὲ τυχὸν γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τρίτη τάξις, περὶ ἧς ὡμίλησα ἤδη, εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους ὁρίζομεν ἀριθμὸν συμβούλων 26. Βεβαίως δὲν εἶναι πολλοί, διότι ἔχομεν νὰ καταστήσωμεν Βουλὴν Δημοτικήν, ἱκανὴν νὰ περιλάβῃ ὅσον πλεῖστα ἐκ τῶν ἀγαθῶν στοιχείων τοῦ τόπου, ἱκανὴν νὰ ζωογονήσῃ τὴν εὐθύνην, ἥτις δὲν ὑπάρχει ἐν πολλοῖς σήμερον ὑφ’ ἃς συνθήκας διοικοῦνται τὰ τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν φαίνεται εἰς ἡμᾶς ἐπαρκής, διότι ἐθεωρήσαμεν ὅτι καθῆκον ἐν ταὐτῷ ἔχομεν νὰ καθορίσωμεν καὶ περιορισμοὺς τῆς ἐξουσίας τοῦ δημάρχου· καὶ ἐν τούτῳ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κρατοῦντα ἐν Ἰταλίᾳ ἰδίως. Καθορίζομεν δὲ τὴν σύστασιν δημαρχικῆς λεγομένης ἐπιτροπῆς, ἐκλεγομένης ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ὡς ἑξῆς· εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 30,000 κατοίκων ἡ δημαρχικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι πενταμελής, εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας ὀλιγωτέρους τῶν 30,000 ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι τριμελής· ἀλλὰ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὴν δήλωσιν ὅτι ἰδίως προκειμένου περὶ τῶν διατάξεων τούτων ἡ γνώμη ἡ τελικὴ θὰ μορφωθῇ ἐκ τῶν συζητήσεων καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς, διότι οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχομεν, ἐὰν τυχὸν θεωρηθῇ ὀλιγομελὴς ἡ τριμελὴς ἐπιτροπὴ εἰς τοὺς ἀστικοὺς δήμους τῆς δευτέρας κατηγορίας, νὰ καταστήσωμεν καὶ αὐτὴν πενταμελῆ. Παρεχωρήσαμεν δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ ἑξῆς δικαιώματα: αʹ) Ἀντιπροσωπεύει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατὰ τὰ διαλείμματα τῶν συνόδων αὐτοῦ. βʹ) Ἐπιβλέπει τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ δήμου καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου. γʹ) Ὁρίζει τὴν ἡμέραν τῆς συγκλήσεως αὐτοῦ εἰς τε τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους συνόδους. δʹ) Διορίζει καὶ ἀπολύει τοὺς ὑπαλλήλους τῶν γραφείων τοῦ δήμου κατὰ πρότασιν τοῦ δημάρχου, πλὴν τοῦ πρώτου γραμματέως διοριζομένου καὶ ἀπολυομένου ἀπ’ εὐθείας ὑπ’ αὐτοῦ. εʹ) Ἀποφασίζει περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἀναγραφομένων τυχὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἀπρόοπτα ἔξοδα πιστώσεων· Ϛʹ) Συντάσσει μετὰ τοῦ δημάρχου τὸν προϋπολογισμὸν καὶ προεξελέγχει τὸν ἀπολογισμόν· Ζʹ) Ἀναλαμβάνει τὴν μελέτην πάντων τῶν θεμάτων ὅσα ἤθελον ἀνατεθῆ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀναλαμβάνουσα καθήκοντα διοικητικά, ἔχει τοῦτο ἰδίως τὸ μέγα προσόν· ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῶν δημοτῶν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τοῦ δήμου, ἀλλ’ ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καθιστᾷ καὶ τοῦτο ἐπίσης ὑπεύθυνον ἀπέναντι τῶν δημοτῶν διὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν πολιτείαν τῆς ἐπιτροπῆς. Προνοοῦμεν δέ, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μὴ καταρτίζηται ἐκ τῆς πλειονοψηφίας μόνον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι ὁρίζομεν σύστημα ἐκλογῆς ἐξασφαλίζον τὴν ἐν αὐτῇ ἀντιπροσωπείαν καὶ τῆς μειονοψηφίας. (Ἐπιδοκιμασίαι). Τοιοῦτον εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτοῦ γραμμαῖς. Περιττὸν δὲ νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡμεῖς πρὸ πάντων συναισθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ὄχι βεβαίως ἄκρως πολυμελῆ, μέχρι τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐργάζηται διὰ γνωστοὺς λόγους, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὀλιγομελῆ. Εἶναι τόσον μεγαλειτέρα ἡ ἀνάγκη ἐπιμελοῦς ἐπεξεργασίας, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, καθόσον ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τὰ πορίσματα τῆς πείρας ἐκ τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, διότι οὐδέποτε ἐλειτούργησεν ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις, διότι οὐδέποτε ἀφέθη νὰ ὑπάρξῃ πράγματι τοιαύτη. Δὲν λέγομεν ὑπερβολὴν λέγοντες ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητοῦμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν ἀπαρχὴν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως· οἱ δὲ θεσμοὶ οἱ τοιαύτης ἀποστολῆς, οἱ τοιούτου χαρακτῆρος, αὐτοὶ κυρίως βελτιοῦνται διὰ τῆς πείρας, διότι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἐνδεικνύει κατὰ τί εἶναι πλημμελεῖς, κατὰ τί εἶναι ἐλαττωματικοί, εἰς ποίας συνηθείας τῆς χώρας προσαρμόζονται, εἰς ποίας προσκρούονται. Καθιστῶντες ὅμως τοιαύτην δημοτικὴν διοίκησιν δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἐμφανίζομεν πρὸ τοῦ λαοῦ ὁλόκληρον τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν νῷ, ἔχει ἐν σχεδίῳ, ἔχει ἐν πράξει, ἔχει ἐν ἐνεργείᾳ ἡ Κυβέρνησις· διότι ὁ δῆμος ἢ ἡ κοινότης δὲν εἶναι ἢ ἡ κατωτάτη μονὰς εἰς τὸ σύστημα τῆς αὐτοδιοικήσεως, εὐρὺ σύστημα, δὲν καλοῦμεν δὲ ὑμᾶς ἢ μόνον εἰς τὸ νὰ θέσωμεν τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἱδρυθῇ. Ἐν τῇ ἐξελίξει του ὁ θεσμὸς οὗτος, ἐν αὐτῇ τῇ ἐφαρμογῇ του, δὲν θέλει δώσει εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας μόνον πολλὴν ὤθησιν, ἀλλὰ θέλει δώσει καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν τοὺς παράγοντας τῆς λύσεως πολλῶν καὶ μεγάλων προβλημάτων, ἅτινα ἀπασχολοῦσιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν οὔτε τὴν πρώτην βαθμῖδα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, δὲν στηριζόμεθα ἐπὶ ἀσφαλοῦς ἐδάφους συζητοῦντες περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς διαρρυθμίσεως εἴτε τῶν ζητημάτων τῆς δημοσίας ὑγείας εἴτε τῶν ζητημάτων τῆς συγκοινωνίας εἴτε τῶν ἀστυνομικῶν εἴτε καὶ πολλῶν ἄλλων. Ὁ πυρὴν ἐκεῖνος θὰ ἐνδείξῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν πρὸς τὴν λύσιν τῶν τοιούτων προβλημάτων. Μὴ δὲν ἔχομεν ἐκκρεμὲς καὶ μὴ δὲν ἀπασχολεῖ καὶ τὴν Βουλὴν αὐτήν, ὡς ἀπησχόλησε καὶ πάσας τὰς Βουλὰς, τὸ στοιχειωδέστατον ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας; Ἀλλὰ διότι στερούμεθα τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, διότι οὐδέποτε ἔσχομεν τοιοῦτον ὀργανισμόν, τοῦ ὁποίου νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὸν ὁποῖον νὰ προσαρμόσωμεν σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὰς συνθήκας τῆς χώρας τὰς τοπικάς, τὰς κοινωνικάς, καὶ πάσας ἐν γένει, διότι δὲν εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους, διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν τὸ φαινόμενον ὅτι καὶ τὸ ζήτημα ἀκόμη τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ἡ λύσις ἡ φυσικωτάτη εὑρίσκεται εἰς χεῖρας αὐτῶν τῶν κατοίκων τῆς χώρας, εἰς χεῖρας τῶν κοινοτήτων, καὶ ἐκεῖνο ἀκόμη κατήντησε ζήτημα πολιτειακοῦ προβλήματος, καὶ δι’ ἐκεῖνο ἀκόμη ζητεῖται ὑπὸ πολλῶν, ὅπως παρεμβῇ ἡ Πολιτεία, κατὰ ποῖον τρόπον; κατὰ τρόπον ἀφαιροῦντα ἐξ αὐτῶν τῶν κοινοτήτων τὰ δικαιώματά των καὶ δίδοντα εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ καθιστᾷ αὐτὴ καὶ τοὺς φρουροὺς τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, νὰ διορίζῃ αὐτὴ καὶ τοὺς ἀγροφύλακας! Καὶ θίγων τὸ θέμα τοῦτο ἐν παρόδῳ ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι βεβαίως δὲν σκοποῦμεν ν’ ἀναμείνωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ νέου δημοτικοῦ θεσμοῦ, ἵνα τότε μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας· διότι ἔχοντες συνείδησιν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς ἔχομεν ἤδη ὡρισμένον καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκ τῶν ἐνόντων—διότι πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς—δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν ἐπίκουροι εἰς τὴν ἀληθῶς μεγίστην ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ χώρα ἡμῶν, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας. Μοὶ ἐδόθη δὲ καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι μέλλοντες νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν σχέδιον νόμου, μεταρρυθμίζον κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις ἡμῶν ἔν τισι τὸν κείμενον νόμον, ὁ ὁποῖος παρὰ πᾶσαν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τῶν συντακτῶν αὐτοῦ καὶ παρὰ πᾶσαν τὴν γνῶσιν ἀληθῶς τῶν πραγμάτων, ἣν εἶχον, καὶ αὐτὸς ὅμως ἕνεκα τοῦ συνόλου τῶν συνθηκῶν, αἵτινες διέπουσι τὰ τῆς Πολιτείας ἡμῶν, κατέστη ὄργανον καὶ αὐτὸς εἰς τὰς χεῖρας τῶν δημάρχων, ὥστε οἱ Δήμαρχοι νὰ διορίζωσι τοὺς ἀγροφύλακας, ὄχι κατὰ τὴν νόμιμον θέλησιν τῶν ἐκλογέων, ἀλλὰ διὰ νοθείας τῶν ἐκλογῶν καὶ διὰ πλαστογραφίας τῶν Πρακτικῶν, (χειροκροτήματα)· μεταρρυθμίζοντες λοιπὸν ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὸν νόμον, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων γνησιωτέραν τὴν ἐκλογήν, θὰ ὑποβάλωμεν ἐν ταὐτῷ καὶ σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ σώματος ἐφίππου χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον προορισμὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ πρὸς τὴν λύσιν ὅμως τὴν νομοθετικήν, τὴν λύσιν τὴν ῥιζικήν, τὴν ὁριστικὴν τοῦ προβλήματος τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἐφ’ ὅσον αὕτη κεῖται ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς δυνάμεως τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, τὴν ὁποίαν δύναμιν πάντοτε ὀφείλει καὶ πάντοτε δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία, εἰδικῶς μὲν σήμερον διὰ τὴν τήρησιν τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, γενικώτερον δὲ μεθαύριον διὰ πολλὰς ἄλλας συναφεῖς ἀνάγκας, καὶ πρὸς τὴν λύσιν, λέγω, αὐτὴν τὴν ῥιζικήν, ἔρχεται νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν νέαν βάσιν αὐτὸς ὁ δῆμος, τὸν ὁποῖον οὐχὶ δημιουργοῦμεν ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀφήνομεν νὰ γεννηθῇ, διὰ νὰ γνωρίσωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Διότι, ὅταν ὁ τοιοῦτος δῆμος δημιουργηθῇ, ὅταν ἑκάστη κοινότης ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀγαθὴν λειτουργίαν καὶ ὑπηρεσίαν τῶν τοπικῶν της πραγμάτων, θὰ λυθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ τελικῶς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας. Ἀλλὰ μήπως ζητήματα δημοσίας ὑγείας, μήπως ζητήματα ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων δὲν εἶναι ἀντικείμενα κατὰ μέγα μέρος τοπικῆς μερίμνης καὶ τοπικῆς διοικήσεως, προερχομένης ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν πολιτῶν; Ἐλησμόνησα ν’ ἀναφέρω προηγουμένως ὅτι διὰ τὴν θεραπείαν τοιούτων τινῶν ἀναγκῶν εἰσάγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις περὶ συμπράξεως τῶν δήμων ἀκριβῶς πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων κοινῆς αὐτῶν ὠφελείας, ἔργων ἐξερχομένων τῆς σφαίρας τῆς περιοχῆς ἑνὸς ἑκάστου, συναντωμένων δ’ εἰς τὰς ἀνάγκας δύο ἢ περισσοτέρων δήμων. Πέρα ὅμως τῆς τοιαύτης ἀνάγκης, πέραν τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες δύνανται νὰ θεραπεύωνται διὰ τῆς συμπράξεως δύο ἢ περισσοτέρων ὁμόρων δήμων, ὑπάρχουσι καὶ ἀνάγκαι εὐρύτεραι, ἐκτεινόμεναι ἀπὸ τοῦ δήμου μέχρι τῶν ἐσχατιῶν τοῦ νομοῦ. Εὔκολον ἦτο εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διότι ὑπῆρξε καὶ ἄλλοτε τοιοῦτος νόμος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐφηρμόσθη, ὑπῆρξε δὲ καὶ δεύτερος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη. Ἀλλ’ ὅμως τὰ Συμβούλια τὰ Νομαρχιακὰ ἐν τῷ ὅλῳ τοῦ συστήματος ἡμῶν, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπαρχὴν ἀποτελεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν θεωροῦμεν ἡμεῖς ὡς προωρισμένα νὰ ἐκφράζωσι μόνον εὐχάς, ἐννοοῦμεν τὸν νομὸν ὡς νομικὸν πρόσωπον, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν ἀφῃρημένῃ ἐννοίᾳ, ἀλλ’ ἐν ἐννοίᾳ περιλαμβανούσῃ καὶ τὴν δύναμιν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ὑπὸ τοῦ νομοῦ, ἀναγομένων εἰς τὰ καθήκοντα τῆς αὐτοδιοικήσεως αὐτοῦ. Ἐθεωρήσαμεν δέ, ἀντὶ σήμερον νὰ εἰσαγάγωμεν παρόμοιον νομοσχέδιον, ὅτι, ἵνα εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν λαόν, ὀφείλομεν νὰ δηλώσωμεν καὶ πρὸς αὐτὴν καὶ πρὸς τὸν λαόν, ὅτι πρὸ παντὸς εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς τοὺς δήμους, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας τῆς κατωτάτης αὐτῆς μονάδος νὰ ἐνδείξῃ εἰς ἡμᾶς, πρῶτον: πρέπει ἆρά γε νὰ εἰσαγάγωμεν σύστημα ἐκλογῆς Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ὁποῖον ἦτο εἰσηγμένον συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους προανέφερα, ἢ μήπως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος τρόπος ἐκλογῆς σκοπιμώτερος; δεύτερον: ποῖον ἔδαφος οἰκονομικὸν θὰ καταστήσωμεν εἰς τὸν νομόν, καὶ ποῖον σύνδεσμον αὐτοῦ πρὸς τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους; Δὲν πρέπει δὲ ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τῶν δήμων, ὅπως ἴδωμεν πῶς ἀσφαλέστερον θὰ στερεώσωμεν καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θὰ στηρίξωμεν τοὺς νομούς; Διὰ τούτους τοὺς λόγους δὲν συναποβάλλω νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐννοηθῇ τὸ δημοτικὸν σύστημα τοῦτο αὐτοτελὲς ἄνευ εὐρυτέρας ἀκτῖνος αὐτοδιοικήσεως. Διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν δῆμον ἐν τῇ μικρᾷ σφαίρᾳ ἐνεργείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ δημιουργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐν τῇ ὀλίγον μεγαλειτέρᾳ δράσει, καθὼς γίνεται διὰ τῆς ὁριζομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἑνώσεως δήμων εἰς σύμπραξιν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων κοινῆς ὠφελείας, ἐὰν εἰς ταῦτα μόνον περιορισθῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ὁ νομὸς ἐν γένει δὲν θὰ χρησιμεύσῃ μόνον ὅπως συνενώσῃ πάντας τοὺς δήμους εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ κέντρον, τὸ ὁποῖον θὰ συγκεντρώσῃ αὐτὸ τὴν κίνησιν τῶν δήμων τῶν ἀποτελούντων τὸν νομὸν ἐν τῇ τοπικῇ διοικήσει, οὔτε θὰ χρησιμεύσῃ μόνον ὅπως διευκολύνῃ ἀκόμη καὶ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, ἥτις βεβαίως θὰ κατασταθῇ τοιουτατρόπως μᾶλλον σκόπιμος, μᾶλλον ἀποτελεσματική. Ὁ νομὸς ὡς νομικὸν πρόσωπον, ὁποῖον δέον νὰ εἶναι καὶ ὁποῖον ἐννοοῦμεν αὐτὸν ἡμεῖς, θὰ παράσχῃ μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Πολιτείαν, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν λύσιν πολλῶν προβλημάτων, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν σκοπιμωτέραν λειτουργίαν πολλῶν θεσμῶν καὶ ἐκ τῶν ὑφισταμένων, λειτουργίαν ἀσυγκρίτως καλλιτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν βλέπομεν, θὰ συντελέσῃ ἀκόμη εἰς τὸ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ ὄργανα χρήσιμα εἰς τὰς ἐξουσίας καὶ ὑπηρεσίας αὐτῆς, ἀντὶ ἐκείνων, ἅτινα παρέχει σήμερον ἡ Πολιτεία εἰς τοὺς νομοὺς καὶ εἰς τοὺς δήμους. Ὅταν τοιοῦτος κατασταθῇ ὁ νομός, καὶ θὰ κατασταθῇ οὐχὶ βραδέως διὰ τῆς ἐξελίξεως τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μεγάλα ἀποτελέσματα ἠθικά, μεγάλα ἀποτελέσματα οἰκονομικὰ εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας. Καὶ ἂν ἐν τῇ ἀντιλήψει τινῶν γεννᾶται ὁ δισταγμός, πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ εὑρεθῇ οἰκονομικὸν ἔδαφος ἐπαρκὲς εἰς τοὺς δήμους καὶ πῶς θὰ δύνανται οἱ δῆμοι αὐτοὶ νὰ ἀνθέξωσι καὶ εἰς ἄλλην φορολογίαν, προορισμὸν ἔχουσαν τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τοῦ νομοῦ, ἀπαντῶ εἰς τοὺς τυχὸν οὕτω σκεπτομένους: Ὅταν ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις, εἰλικρινῶς καὶ τιμίως προστατευομένη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἐπεκταθῇ μέχρι καὶ τοῦ νομοῦ, θ’ ἀπαλλάξῃ διὰ τῆς θεραπείας πλείστων ὅσων τοπικῶν ἀναγκῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν μεγίστην τῶν φορολογιῶν, ἣν ὑφίσταται, τὴν φορολογίαν περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἐνώπιον ἄλλων Βουλῶν ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, τὴν λανθάνουσαν φορολογίαν, τὴν ἐκ τῶν ἑλῶν, ἥτις μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὴν ἐκ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν, τὴν ἐκ τῆς συγκοινωνίας, εἰς ἣν ὑστεροῦμεν. Δύναται προχείρως πᾶς τις νὰ ὑπολογίσῃ τί πληρώνει ἕκαστος φορολογούμενος ἐν Ἑλλάδι, τί πληρώνει εἰσερχόμενον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τί πληρώνει μὴ εἰσερχόμενον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐξερχόμενον ὅμως ἐκ τῶν θυλακίων αὐτοῦ, ἐκ τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἠρίθμησα, καὶ αἵτινες ὀφείλονται εἰς τὴν ἀμεριμνησίαν τῆς Πολιτείας. Μία ζημία καὶ μόνη δι’ ἔλλειψιν ἀγροτικῆς ἀσφαλείας εἶναι πολλαπλασία τῆς εἰσφορᾶς τοῦ ἰδίου Ἕλληνος πολίτου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀριθμήσατε καὶ τὰς δι’ ἔλλειψιν ὑγείας ἐκ τῶν ἑλῶν, ἀριθμήσατε καὶ τὰς δι’ ἔλλειψιν συγκοινωνίας. Εἰς τοιοῦτον λοιπὸν ὁρίζοντα τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἀφορῶμεν εἰσάγοντες τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅτι λογίζομαι εὐτυχὴς ὑποβάλλων αὐτὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Νέαν ἤδη ἀφετηρίαν κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς δράσεως καθιστῶμεν διὰ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, πρὸς νέα ἤθη ὁδηγοῦντες, νέον στάδιον διανοίγοντες εἰς πάντας τοὺς συνοικισμοὺς τοὺς ἐν Ἑλλάδι, οἵτινες κατεδικάσθησαν ν’ ἀδρανῶσι καὶ νὰ θνήσκωσι, νέας ἰδέας ἐμπνέοντες, πρὸς νέαν πολιτικὴν ζωὴν ὠθοῦντες. Εἰς αὐτοῦ τοῦ ἔργου τὴν θεμελίωσιν ἐπικαλούμεθα τὴν συνδρομὴν τῆς ψήφου καὶ ὑπεράνω τῆς ψήφου τὴν συνδρομὴν τῶν φώτων τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, διότι οὕτω μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταστήσωμεν τὸ πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα ἑδραῖον καὶ ἀσφαλές, καὶ οὕτω μόνον τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως θὰ εἶναι ἀντάξιον τοῦ φρονήματος καὶ τῆς βουλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀντάξιον τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ, ἀντάξιον καὶ τοῦ φιλελευθέρου κόμματος (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ συλλόγου «Ἡ Πρόοδος», ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία «Ἑνιαία». Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Φλαμῆς ἔχει τὸν λόγον, ὡς ἀντιλέγων εἰς πάντας.
§246Λ. ΦΛΑΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καφετζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§249ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὶν ἢ ἄρξωμαι τῆς ἀγορεύσεώς μου ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα τοῦτο οὔτε ὡς δικηγόρος, τόσον τῆς «Ἑνιαίας» ὅσον καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, οὔτε ὡς σύμβουλος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὔτε ὡς ἔμπορος ὁπωσδήποτε ἀναμιχθεὶς ἢ συγκατηγορηθεὶς μετὰ τῆς «Ἑνιαίας» ἐπὶ παραβάσει τῆς συμβάσεως, οὔτε ἔχω συγγενῆ ἢ φίλον διωρισμένον παρὰ τῇ Προνομιούχῳ, οὔτε ἐπεζήτησα τοιοῦτον διορισμόν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνέρχομαι τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς εἷς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων καὶ συνεπῶς τῶν ἀτυχεστέρων σταφιδοκτημόνων τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἐπὶ πλέον ὡς πρόεδρος τῆς «Ἑνώσεως τῶν ἐν Πάτραις σταφιδοκτημόνων, τῆς «Ἑνώσεως» ἐκείνης, ἥτις πρωτηγωνίστησε καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τοῦ σταφιδικοῦ ἀγῶνος καὶ καθ’ ὅλας τὰς φάσεις καὶ περιπετείας αὐτοῦ, τοῦ πρώτου σταφιδικοῦ συλλόγου, ὅστις ἐγέννησε τὴν παρακράτησιν, ὅστις ἐδημιούργησε τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅστις ὑπεστήριξε τὴν «Ἑνιαίαν» ἐν τῇ δημιουργίᾳ αὐτῆς, τοῦ πρώτου ἐκείνου σταφιδικοῦ συλλόγου, τοῦ ὁποίου αἱ πολυειδεῖς πρὸς τὸν σταφιδικὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίαι ἄλλοτε ἐξετιμήθησαν δεόντως ὑπ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς μόνον τὸν σύλλογον τοῦτον ν’ ἀντιπροσωπεύηται δι’ εἰδικοῦ ἀντιπροσώπου κατὰ τὴν ἐνταῦθα συνέλευσιν τῶν διαφόρων διοικητικῶν Ἀρχῶν πρὸς καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος. Ἐξ ὀνόματος λοιπὸν τῆς «Ἑνώσεως ταύτης», ἡ ὁποία τοιοῦτον διεδραμάτισε πρόσωπον καθ’ ὅλον τὸν σταφιδικὸν ἀγῶνα καὶ καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τῆς σταφιδικῆς κρίσεως μέχρι σήμερον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὁ σύλλογος οὗτος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπεκρυστάλλωσεν εἰς πεποιθήσεις, καὶ τὰς πεποιθήσεις ταύτας θὰ προσπαθήσω νὰ μεταδώσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, διότι εἶναι πεποιθήσεις ἰδικαί μου πάγιαι καὶ ἀδιασάλευτοι. Ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου κ. Βουρλούμην τὴν ἐκτύλιξιν τῶν σταφιδικῶν παραβάσεων τῆς «Ἑνιαίας» ὑπὸ ἐμπορικὴν καθαρῶς ἄποψιν, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ ν’ ἀκούσητε τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἐκδοχῆς καὶ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ὑπὸ τὴν καθαρῶς σταφιδολογικὴν καὶ κτηματολογικὴν αὐτῶν ἄποψιν. Ἀπὸ τοῦ 1893, ὅτε ἐνέσκηψεν ἐπὶ τοῦ τόπου ὀξυτάτη καὶ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν φθοροποιὸς ἡ σταφιδικὴ κρίσις, ὅτε ὑπὸ τὰ ἀπηνῆ αὐτῆς πλήγματα οἱ μεγαλείτεροι σταφιδικοὶ οἶκοι τῶν Πατρῶν ἔπιπτον ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον παρασύροντες καὶ παρασυρόμενοι, δύο κίνδυνοι τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ἐσημειώθησαν, πρὸς οὓς ἐστράφη ἡ προσοχὴ πάντων ἡμῶν τῶν ἐνδιαφερομένων ὡς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κίνδυνος τῆς ὑπερπαραγωγῆς καὶ ὁ κίνδυνος τῆς δυσαναλόγου τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ἐκπτώσεως. Πρὸς τὰ δύο ταῦτα σημεῖα, πρὸς τοὺς δύο τούτους κινδύνους ἅπαντες ἐστρέψαμεν τὴν προσοχὴν καὶ πρὸς τοὺς δύο τούτους πόλους ἐστρέψαμεν πᾶσαν τὴν μέριμναν ἡμῶν. Ἐν τούτοις παρὰ τὰ δύο ταῦτα σημεῖα τῆς σταφιδικῆς κρίσεως καὶ ἕτερος ὑπολανθάνων κίνδυνος ἐνυπῆρχεν, ὁ κίνδυνος τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας τῶν σταφιδοφειλετῶν πρὸς ἐντελῆ ἐξόφλησιν τῶν ἐνυποθήκων χρεῶν τῶν λόγῳ τῆς μακρᾶς καὶ παρατεταμένης ταύτης σταφιδικῆς κρίσεως ἐξ ἀνωτέρας οἱονεὶ βίας, ὁ ὑποσημάνας τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν, ὁ κίνδυνος ἐκεῖνος τῆς κοινωνικῆς ἀκαταστασίας, ἡ ὁποία ἐπέβαλλε τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων πρὸς ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνακούφισιν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἐξευρέθη τότε τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς «Ἑνώσεως τῶν σταφιδοκτημόνων» ἡ παρακράτησις ὡς τὸ μόνον μέσον τὸ σωστικὸν πρὸς ἄρσιν τοῦ πλεονάσματος καὶ πρὸς τεχνητὴν ἀνατίμησιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἡ παρακράτησις ὡς ἐψηφίσθη τότε ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀντιδράσεων τῶν πολλῶν, τὰς ὁποίας συνήντησεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐψηφίσθη καὶ ἐφηρμόσθη κεκολοβωμένη τελείως, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ὅριον τῆς παρακρατήσεως ὡρίζετο νὰ εἶναι μόνιμον, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀφίετο ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὰς νέας φυτείας νὰ καταστρέψωσι πᾶν ὅ,τι διὰ τῆς μεθόδου τῆς παρακρατήσεως ἠθέλομεν νὰ κερδίσωμεν ἐκ τῆς μεγάλης ὑπερπαραγωγῆς. Μετὰ πολλὰς περιπλανήσεις ἀνεβιβάζετο τὸ ὅριον τῆς παρακρατήσεως καὶ καθίστατο ἐπὶ τέλους νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἡ τῶν φυτειῶν ἀπαγόρευσις, περαιτέρω δὲ συνεστάθη, πάλιν τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς «Ἑνώσεως τῶν σταφιδοκτημόνων», ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς ἤλπισε καὶ ἐστήριξε τόσας ἐλπίδας, ὅτι διὰ τοῦ ἱδρύματος τούτου οὐ μόνον θὰ ἐλύετο ὁριστικῶς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπολανθάνον ἐκεῖνο τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν ζήτημα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς ἀποκτήσεως κεφαλαίων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θὰ ἐλύετο ἐπιτυχῶς καὶ συντόνως. Τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον περισωθῆ ἐκ τῶν ἀποθηκαρίων τῆς παρακρατήσεως, μετ’ ὀλίγον ἐλάμβανον ἄλλην τροπὴν καὶ ἄλλην διεύθυνσιν, μετ’ οὐ πολὺ ἐξηνεμίζοντο εἰς τὰ διάφορα σημεῖα τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου ὑπὸ τὸν τύπον τῆς παροχῆς μικροδανείων καὶ θειικοῦ χαλκοῦ, καὶ ὅτε ἀνεκαλύφθη ὅτι οὔτε τὸ παρακράτημα οὔτε τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ παρακρατήματος οὔτε ἡ τῶν φυτειῶν ἀπαγόρευσις κατώρθωνε ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ μέσου τὸ ὑπάρχον πλεόνασμα, ἐξευρέθη ὁ τρόπος τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ πλεονάσματος διὰ χρημάτων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτε ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐξήντλησε τὰ κεφάλαιά της πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, πάλιν ἠναγκάσθη διὰ δανείου νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ σταφιδικοῦ ἐμπορίου καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀγορᾶς τοῦ ἐν λόγῳ πλεονάσματος. Ἐπὶ πλέον περιεπλέχθη εἰς τὸ σταφιδικὸν δίκτυον καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν μετατροπὴν τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος εἰσπραττομένου ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἠναγκάσθη, ὅτε περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν, διότι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῶν 4,000,000 δραχμῶν, ἠναγκάσθη ἀφ’ ἑνὸς νὰ λάβῃ τὸν καθυστερούμενον φόρον τῶν 4,000,000 δραχμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν τακτικὴν αὐτοῦ ἀπόληψιν, νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν τῆς «Ἑνιαίας». Κατὰ τὴν ψυχολογικὴν αὐτὴν στιγμὴν ὁ μακαρίτης Ἰ. Πεσμαζόγλου παραστὰς ὡς ἀπὸ μηχανῆς θεὸς προέτεινε τὸ σύστημα περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης τὸ Κράτος, ἐνῷ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἰς οὐδὲν μέτρον προῆλθεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ ἐπίσημον Κράτος ἠναγκάσθη νὰ πρωτοστατήσῃ, νὰ υἱοθετήσῃ τὴν σύμβασιν καὶ νὰ θέσῃ ταύτην ὡς ζήτημα πολιτικόν, διότι δὲν ἦτο ἄλλως δυνατὸν ἀπέναντι τῶν ἐννεακοσίων τροπολογιῶν, αἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ, νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ἡ περιώνυμος αὕτη σύμβασις. Ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις συνεταύτισε τὴν ὕπαρξίν της μὲ τὴν σύμβασιν, καὶ μόνον οὕτω κατωρθώθη νὰ γένηται νόμος τοῦ Κράτους ἢ πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου προνομιοῦχος σύμβασις.
§250Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὡμιλήσατε κατ’ ἐπανάληψιν περὶ ἐπισήμου Κράτους, ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι ὑπῆρξε καὶ Κράτος Παπαστασινοῦ!
§251ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι μέχρι τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας τὸ Κράτος εἰς οὐδεμίαν προῆλθεν ἀπόφασιν ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας. Πᾶν ὅ,τι ἔπραξε τὸ ἔπραξεν ὑπὸ τὴν ἀπειλήν, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν σταφιδικῶν ἐξεγέρσεων. Πᾶν ὅ,τι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχε ψηφισθῆ ὑπὲρ τῆς σταφίδος ἐψηφίσθη μόνον ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν σταφιδικῶν ἐξεγέρσεων.
§252Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅπως τώρα ζητεῖ ἐφόδια ἀπὸ τὸν Ζουμπούλην!
§253ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἠξεύρει πολλὰ καὶ γιωρίζει πολλά, διότι ἐχρημάτισεν ὑπάλληλος τῆς «Ἑνιαίας»!
§254Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε δι’ αὐτῶν; Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε δι’ ὑμᾶς, διότι τὴν θέσιν μου θέτω ὑπεράνω παντὸς ἄλλου, ὅτε δὲ διενοήθην νὰ πολιτευθῶ, παρῃτήθην, εἶναι δὲ τοῦτο ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ δὲν ἐδυσκολεύθην νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἴπω κατὰ τῆς ἑταιρείας.
§255ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ σᾶς τιμᾷ.
§256Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ τιμῶσι πᾶσαι αἱ πράξεις μου.
§257ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιουτοτρόπως ἡ παρακράτησις ἐγέννησε τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐγέννησε τὸ Μονοπώλιον τῆς σταφίδος, τὸ Μονοπώλιον τῆς σταφίδος ἐγέννησε τὴν «Ἑνιαίαν» καὶ ἡ «Ἑνιαία» ἐγέννησε τὴν Ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ Βίβλος τῆς γενέσεως τῶν πικριῶν, τῶν στεναγμῶν καὶ τῶν γόων τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ οὕτω πως διὰ μέσου ἀτραπῶν καὶ παραπλανήσεων μετὰ δωδεκαετίαν ὁλόκληρον ἐφθάσαμεν εἰς ἓν τέρμα.
§258Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἕξ ἐπὶ ἑπτὰ τεσσαράκοντα πέντε.
§259Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕξ ἐπὶ ἑπτὰ τεσσαράκοντα πέντε. Τί θέλετε νὰ εἴπητε διὰ τούτου; Ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος (θόρυβος). Κύριε Πετραλιᾶ, θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἐὰν αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ἀπουσιάζετε, διότι θορυβεῖτε, κάμνετε θόρυβον χωρὶς λόγον.
§260Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀπηυθύνθην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅταν διακόπτῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὀφείλω νὰ τῷ ἀπαντῶ.
§261Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀπαντᾶτε ὑμεῖς ἀντ’ ἐμοῦ;
§262Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἄλλως τε καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
§263Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὅμως, Κύριοι, ὅτε ψυχραίμως ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν σύμβασιν τὴν ψηφισθεῖσαν τότε ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὧν ἀνωτέρω ἐμνημόνευσα, σήμερον, λέγω, ὅτε ψυχραίμως καὶ μετὰ παρέλευσιν τόσων ἐτῶν καὶ μετὰ τὰ ἐπελθόντα ἀποτελέσματα καὶ μετὰ τὸν γεννηθέντα θόρυβον διὰ τὰς παραβάσεις αὐτάς, σήμερον, λέγω, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ τότε ψηφισθεῖσα σύμβασις εἶναι αὐτόχρημα ἀντισυνταγματικὸν μέτρον, διότι ἡ ἀφαίρεσις ἐκ μέρους τῶν κτηματιῶν 35% ἐκ τοῦ εἰσοδήματός των...
§264Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπροτάθη τότε.
§265ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροτάθη τότε, ἀλλ’ ἦτο ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τοιαύτη, ὥστε ἡ ὀρθοτέρα ἀντίληψις δὲν εὗρεν ἠχὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τούτοις ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ εἶναι ὀρθή, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ μέρος τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἰδιοκτήτου ἐκ τοῦ ὅλου εἰσοδήματός του ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, καὶ μάλιστα πρὸς πλουτισμὸν ἑνὸς τρίτου προσώπου, μιᾶς ἄλλης ἑταιρείας ἀνωνύμου. Οὐσιαστικῶς λοιπὸν ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι ἀντισυνταγματική, καὶ ἠδυνάμεθα ἐπιστημονικῶς ὀχυρούμενοι ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος νὰ εἴπωμεν ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὴν κηρύξῃ ἄκυρον, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ ὅτι οὐδεμίαν ἔχει αὕτη νομικὴν ἀξίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἀντισυνταγματική, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐψηφίσθη ὑπὸ τὰς ψυχολογικὰς καὶ κοινωνικὰς ἐκείνας συνθήκας, ὧν ἐμνημόνευσα, περιέχει πλείστας ὅσας ἀτελείας, ἀτελείας τὰς ὁποίας ἡ «Ἑνιαία» καὶ οἱ περὶ αὐτὴν κατώρθωσαν ὥστε νὰ ἑρμηνεύσωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύνανται καὶ αὐτὴν νὰ παραβιάζωσιν ἀποινεὶ καὶ εἰς βάρος τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου νὰ ἐκτελῶσι καὶ νὰ ἐφαρμόζωσιν αὐτὴν ἀνερυθριάστως. Ἀλλ’ μολονότι ἡ σύμβασις αὐτὴ περιεῖχε τόσα πλεονεκτήματα ὑπὲρ τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας, εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ἤρχισαν νὰ παραβιάζωσιν αὐτὴν ἀσυστόλως. Ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ῥήτορες ἐμνημόνευσαν καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἑταιρείας ἀείμνηστος Πεσμαζόγλου ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ τὸ ἑπόμενον ἔτος ὅτι πλέον τῶν 30,000,000 ἐξήγαγεν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐναντίον τῆς συμβάσεως, ἀκριβῶς ἵνα σταματήσῃ τὴν σφοδρὰν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου καὶ κατὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας μεγάλη μερὶς τῶν σταφιδοκτημόνων Πατρῶν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἱδρύσεως τῆς ἑταιρείας ἤρχισε νὰ θέτῃ εἰς ἐφαρμογήν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς αὐτὴν τὴν κατάφωρον παράβασιν ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς Βουλῆς ἐζήτησε συμπληρωματικὰς τροποποιήσεις καὶ τῷ ἐδόθησαν αἱ τροποποιήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀνεφέρθησαν ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων ῥητόρων τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁμιλησάντων. Δὲν παρῆλθε τριετία, ὅτε καὶ πάλιν ἔρχεται ἡ ἑταιρεία ἡ διαρκῶς ἐπισείουσα τὸ μορμολύκειον τῆς πτώσεως αὐτῆς καὶ τὸ ἐκ τῆς πτώσεως αὐτῆς δημιουργηθησόμενον οἰκονομικὸν χάος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ ὁ σταφιδικὸς κόσμος, καὶ ζητεῖ νέα πλεονεκτήματα. Εὐτυχῶς δι’ αὐτὴν πάλιν εὑρέθη εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ κερδίσῃ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἐγνώσθη εἰς τὸν σταφιδικὸν κόσμον, ὅτι ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία, μὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς ὅσα μέχρι τοῦδε ἔλαβε παρὰ τοῦ Κράτους ἀνταλλάγματα, σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν περὶ ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων, ἡ «Ἕνωσις τῶν ἐν Πάτραις σταφιδοκτημόνων» συνελθοῦσα ἔρρηξε κραυγὴν διαμαρτυρίας, διότι ἡ ἰδέα τῆς ἐκριζώσεως ἀντίκειται εἰς τὴν βάσιν, εἰς τὴν ἀποστολὴν καὶ εἰς τὴν ὑπόστασιν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, διότι, ἐὰν ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ἐὰν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐδέχθησαν νὰ ὑποστῶσι τὰς μεγάλας αὐτὰς θυσίας, ἤτοι νὰ δίδωσι 35% ἐκ τοῦ ὅλου εἰσοδήματός των, νὰ προικοδοτῶσι τὸ ἵδρυμα αὐτὸ δι’ ἑπταδράχμου ἀμοιβῆς δι’ ἕκαστον χιλιόλιτρον, ὑπέστησαν αὐτὰς τὰς θυσίας μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ διατηρήσωσιν ἀκεραίαν καὶ ἀνέπαφον τὴν ἰδιοκτησίαν των. Τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας περὶ ἐκριζώσεως ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὸν προορισμὸν καὶ εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Ἐὰν αὐτὴ ἐθεώρει ὅτι δὲν ἦσαν ἀρκετὰ τὰ 35% ὡς καὶ τὸ δι’ ἕκαστον χιλιόλιτρον ἑπτάδραχμον, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν μὲ ἀρκοῦσιν ὅσα μοὶ ἐδώκατε μέχρι σήμερον ἀνταλλάγματα καὶ ἀποσύρομαι, δὲν ἠδύνατο ὅμως ν’ ἀξιώσῃ ἐπιπροσθέτως καὶ τὴν ἐκρίζωσιν τῶν σταφιδαμπέλων, διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ὑφίστανται καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑφίστανται τὰς θυσίας αὐτὰς τὰς μεγάλας μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ διατηρήσωσι τὰς σταφιδαμπέλους των πλήρεις καὶ ἀκεραίας. Πάντα τὰ μέτρα τὰ ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι σήμερον ληφθέντα εἰς ἕνα σκοπὸν ἀπέβλεπον, τουτέστι πῶς νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θυσιάσωμεν μέρος τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον στοιχίζει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ κόπους καὶ μόχθους καὶ ἱδρῶτα καὶ αἷμα ἀκόμη. Καὶ διὰ τῆς μεθόδου τῆς παρακρατήσεως καὶ διὰ τοῦ ἑπταδράχμου καὶ διὰ τῶν 35% δὲν ἐσκοποῦμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διατηρήσωμεν αὐτὸ τὸ κεκτημένον κεφάλαιον. Ἐν τούτοις, μολονότι ἡ φωνὴ τῶν σταφιδοκτημόνων εὗρεν ἠχὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὅτε ἡμεῖς ὡς ἐπιτροπὴ συνεκαλέσαμεν ἐνταῦθα τοὺς Βουλευτὰς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ ἐξεθέσαμεν εἰς αὐτοὺς τὰς ἃς εἴχομεν ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς ἐκριζώσεως, οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν τοῦτο πρὸς τιμήν των, ὅτι ἀνεγνώρισαν τὰ δίκαια παράπονα καὶ τὰς ἔτι δικαιοτέρας ἀντιρρήσεις τῆς «Σταφιδικῆς Ἑνώσεως Πατρῶν», συνέταξαν δὲ πρωτόκολλον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔλεγον ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἐναντίον τῆς συμβάσεως τῆς ἐκριζώσεως.
§266ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκρίζωσις;
§267ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἀντιτίθεται αὐτὸ τὸ μέτρον εἰς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἀποστολὴν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Οἱ Βουλευταὶ ὅμως ἐδέχθησαν ὑπὸ ὡρισμένας τροποποιήσεις νὰ συζητήσωσι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς συμβάσεως τῆς ἐκριζώσεως, ἐδέχθησαν δὲ τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. «Πρῶτον· νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ ἔτος ὁρισμοῦ τοῦ παρακρατήματος, ἐὰν τουτέστι τὸ ἐκ 35% παρακράτημα θὰ ἦτο ὅλον ἢ ἐν μέρει εἰς εἶδος ἢ τοὐναντίον θὰ εἶναι καὶ εἰς χρῆμα». Ἐπειδὴ εἶχε γίνει κατὰ τὸ 1907, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἐκ μέρους τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ὁ ὁρισμὸς τοῦ παρακρατήματος εἰς χρῆμα, μολονότι δὲν συνέτρεχον οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως, δι’ αὐτὸ ἐζητήθησαν, ἵνα μὴ καὶ εἰς τὸ μέλλον εὑρεθῶμεν πρὸ αὐθαιρέτου ὁρισμοῦ τοῦ παρακρατήματος, ὅτι πρέπει νὰ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον Δημόσιον κατόπιν πληροφοριῶν τῶν ἐπισήμων Ἀρχῶν νὰ προβαίνῃ κατ’ ἔτος εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ παρακρατήματος, ἂν πρέπει δηλαδὴ νὰ εἶναι ἐν μέρει εἰς εἶδος ἢ εἰς χρῆμα. «Δεύτερον· νὰ μὴ ἰσχύωσι τὰ δελτία τῆς παρακρατήσεως, πέρα ἑκάστου σταφιδικοῦ ἔτους». Διότι μέχρι σήμερον τὰ δελτία τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους ἰσχύουσι μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, δι’ αὐτὸ ἠξίωσαν νὰ ὁρισθῇ ἡ ἰσχὺς τῶν δελτίων ἐνιαυσία. «Τρίτον· νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ «Ἑνιαία» ν’ ἀγοράζῃ προσφερόμενον σταφιδόκαρπον εἰς πᾶσαν ἐποχὴν τοῦ ἔτους». Οὐχὶ δηλαδὴ ὅπως ἔχει ὁρισθῆ σήμερον, ἤτοι μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας τοῦ μηνὸς Μαΐου. Καὶ «τέταρτον ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ ὡς καὶ ἡ ἀποταμίευσις ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς σταφιδοκάρπου παλαιᾶς ἐσοδείας πέρα ἑκάστου σταφιδικοῦ ἔτους. Ἄνευ δὲ τῆς ἀποδοχῆς τῶν τροποποιήσεων τούτων φρονοῦσιν ὅτι ἡ σύμβασις δὲν πρέπει ν’ ἀξιωθῇ προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς». Ἐν τούτοις, Κύριοι, μολονότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συγκατελεγόμην, ἀνεχώρησεν εὐχαριστημένη, ὅτι ἢ θ’ ἀπεκρούετο ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐψηφίζετο αὕτη μὲ ὡρισμένα ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐφύγομεν, λέγω, διὰ νὰ μεταδώσωμεν τὴν εὐχάριστον ταύτην εἴδησιν εἰς τὸν σταφιδικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἤρχισε νὰ ἐξεγείρηται, μετ’ ὀλίγον ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις, ἀποκρουσθεισῶν πασῶν τῶν τροπολογιῶν καὶ πάντων τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἀνωτέρω ἐμνημόνευσα, ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, καὶ ἐψηφίζετο τοὐναντίον μὲ τὴν ἐπιπρόσθετον ὑποχρέωσιν τοῦ Δημοσίου τοῦ νὰ διατελῇ ὑπέγγυον διὰ τὸ δάνειον τῶν 12½ ἑκατομμυρίων, ὅπερ κατέστησε τὴν σταφιδοπαραγωγὴν ὑποχείριον ἀπέναντι τῶν χορηγητῶν τοῦ δανείου καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς «Ἑνιαίας». Ἐμνημόνευσα, Κύριοι, τὰς τροπολογίας ἐκείνας, διότι φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ σήμερον νὰ ἐπιτύχῃ ἀναθεώρησιν τῆς συμβάσεως ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῆς ἐκπτώσεως. Ἀλλά, ἄν, Κύριοι, καταδικάζει τὴν σύμβασιν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας τὸ ἐπιχείρημα, καταδικάζει ταύτην ἄλλο μεγαλείτερον ἐπιχείρημα, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα μέχρι σήμερον δὲν ηὔξησεν ἐπαισθητῶς ἡ τιμὴ τῶν σταφιδαμπέλων. Ἄν ἐπρόκειτο πράγματι περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, πρωτίστως ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν σταφιδαμπέλων θὰ ἐπήρχετο ὡς ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα τῆς τοιαύτης βελτιώσεως, τῆς τοιαύτης αἰσθητῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων, τοὐναντίον ἡ τιμὴ τῶν σταφιδαμπέλων παρέμεινεν οἵα ἦτο καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως. Ὅσον καὶ ἂν λέγωσιν ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως ὑπῆρξαν κατὰ τὰ ἄλλα εὐχάριστα διὰ τὴν σταφιδοπαραγωγήν, ὅτι ἐπῆλθεν ἀνατίμησις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ἰσχύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι πᾶν τεχνητὸν μέσον εἶναι καταδεδικασμένον, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεμένετο παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν τὸν θεσμὸν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἡ ἐπαισθητὴ δηλαδὴ αὔξησις τῶν τιμῶν τῶν κτημάτων. Τὰ κτήματα παρέμειναν μὴ ἔχοντα ἀξίαν τινά, διότι καὶ σήμερον οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσιν αἱ σταφιδάμπελοι, αἱ ὁποῖαι ἐν τούτοις ἀντιπροσωπεύουσιν ἕνα πλοῦτον κολοσσιαῖον, τὸν ἔγγειον πλοῦτον τῆς χώρας, περὶ τὰ 400,000,000 δρ. Ὅσα λοιπὸν καὶ ἂν μᾶς λέγωσιν ὅτι ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία ἐπηύξησε τὴν κατανάλωσιν, ὅτι διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος κατέστησε τὸ εἶδος βέλτιον, ὅτι τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τῶν σταφιδαμπέλων ηὔξησε, πάντα ταῦτα εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τοῦ ἰσχυροτάτου ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ πολεμηθῇ, διότι εἶναι αὐταπόδεικτος ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ὅτι τὰ κτήματα παραμένουσιν ἔχοντα τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ πρότερον, καὶ ἑπομένως ὅτι πρόκειται περὶ μέτρου κατ’ ἐξοχὴν τεχνητοῦ, περὶ μέτρου ἀνατιμήσεως μόνον τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος καὶ δὲν πρόκειται περὶ αἰσθητῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἡ σύμβασις τῆς «Ἑνιαίας» καταδεδικασμένη ὡς τεχνητὸν μέσον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης εἶναι μοιραίως καταδεδικασμένη εἰς ἀποτυχίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου σταθερῶς καὶ ἀναλλοιώτως. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἤρχισαν διάφοροι φῆμαι νὰ κυκλοφορῶσιν, ὅτι ἡ Ἑνιαία ἤρχισε νὰ παραβαίνῃ ἀναφανδὸν καὶ ἄλλους ὅρους τῆς συμβάσεως, καὶ ἐντεῦθεν ἐδημιουργήθη μία συγκίνησις ἀνὰ τὰ σταφιδικὰ κέντρα, ἡ δὲ εἴδησις αὕτη, ἡ ὁποία ἐβεβαιώθη διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος— καὶ ἐβεβαιώθη, λέγω, διότι τὸ βούλευμα ἐκεῖνο ἀναφέρει ῥητῶς ὅτι εἶναι τελείως ἀποδεδειγμέναι αἱ καταχρήσεις καὶ αἱ παραβάσεις καὶ αἱ συνεννοήσεις τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας μετ’ ἐμπόρων πρὸς εἰκονικὴν πώλησιν καὶ ἀγορὰν δελτίων ἢ καὶ ἀγορὰν σταφιδοκάρπου ἐνεχυριασμένου εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας—, ἐξήγειρε τὸν κτηματικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἐπ’ ἐσχάτων προῆλθεν εἰς σταφιδικὸν συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Ἀθήναις κατὰ τὴν 25 Μαρτίου ἐ. ἔ. Ἐν τούτοις, ἂν ἐνθυμῆσθε καλῶς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διημφεσβητήθη ἀκόμη καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγένετο κἂν ἐν Ἀθήναις συνέδριον, διότι ὠνομάσθη, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὑπὸ τοῦ κ. Βουρλούμη «τὸ δῆθεν σταφιδικὸν συνέδριον». Καὶ εἶμαι, Κύριοι, ὑποχρεωμένος δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄχι τὸ φρονοῦσιν, ἀλλὰ διότι νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ ἀπατήσωσι τὸν κόσμον, νὰ εἴπω περὶ τοῦ συνεδρίου τούτου, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἐμοῦ παρακολουθήσαντος τὰς ἐργασίας αὐτοῦ οὐδόλως ὑπελείπετο τοῦ βʹ συνεδρίου, τοῦ ὁποίου τμήματα καὶ περικοπὰς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης ἀνέφερεν, ἀλλ’ εἶναι ἴσον, ἂν μὴ ἀνώτερον, τοῦ συνεδρίου ἐκείνου, καὶ θὰ σᾶς κάμω μίαν ἀντιπαραβολὴν τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου ἐκείνου καὶ τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου τοῦ ἐσχάτως ἐν Ἀθήναις συγκροτηθέντος. Κατὰ τὸ βʹ συνέδριον τὸ συγκληθὲν ἐν Πάτραις —διότι τὸ ἐφέτος συγκληθὲν εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 3— συνήδρευσαν 32 δῆμοι καὶ 5 σωματεῖα, μερικοὶ προσκεκλημένοι ἐκ μέρους τῆς ὀργανωτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐλάχιστοι ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν καὶ Πύργου. Εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις συγκληθὲν γʹ συνέδριον, ἐπειδὴ ἔκτοτε ἐπολλαπλασιάσθησαν τὰ κτηματικὰ σωματεῖα καὶ οἱ σύλλογοι, συνήδρευσαν, ἀντὶ τῶν 5 τῶν κατὰ τὸ βʹ συνέδριον παραστάντων, 27 ἐν ὅλῳ κτηματικοὶ σύλλογοι δι’ εἰδικῶν ἀντιπροσώπων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀντιπροσώπων ν’ ἀναφέρω, διότι πρόκειται περὶ ἐργασίας ἀξιομνημονεύτου, ἡ ὁποία ὅμως διεξήχθη ἀθορύβως, διότι δὲν ὑπῆρχε τύπος, πλὴν μιᾶς ἐξαιρέσεως, τῆς «Πρωινῆς», ὁ ὁποῖος νὰ δημοσιεύσῃ ἐμπεριστατωμένως τὰ Πρακτικὰ τῶν συνεδριῶν αὐτοῦ, διὰ τὸν αὐτὸν ἐπίσης λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἡ «Ἕνωσις τῶν σταφιδοκτημόνων» προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως τῆς ἐκριζώσεως μὴ εὑρίσκουσα φιλόξενον στέγην ἠναγκάσθη νὰ δημοσιεύσῃ τὰς γνώμας αὑτῆς διὰ παραρτήματος, διότι δὲν ὑπῆρχε τύπος, ὁ ὁποῖος νὰ δημοσιεύῃ τι καθαπτόμενον τῶν συμφερόντων τῆς «Ἑνιαίας», ἴσως διότι ἐφρόνει πεποιθότως ὅτι διὰ ταύτης ἐξυπηρετοῦντο καὶ τὰ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς συμφέροντα. Κτηματικὸς σύλλογος Σικυωνίων Τρικάλων (Κορινθίας), Γεωπονικὸς σύνδεσμος Ξυλοκάστρου, Κτηματικὸς σύλλογος Εὐρωστίνης, Παναιγειρατικὸς σύλλογος, Κτηματικὸς σύλλογος Αἰγίου, Ἕνωσις σταφιδοκτημόνων Πατρῶν, κτηματικὸς σύλλογος Πύργου, Κτηματικοὶ σύλλογοι Ἁλυσσοῦ, Βραχνεΐκων, Σκουροχωρίου, Ἀμαλιάδος, Κριεκουκίου, Βαρθολομιοῦ, Μεσσήνης, Εὔας, Πύλου, Ἐμπορικὸς σύλλογος Καλαμῶν. (Θόρυβος, φωναί).
§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§269Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὅλῳ κτηματικοὶ σύλλογοι καὶ δῆμοι 27 τὸν ἀριθμόν, καὶ ὑπερδιπλάσιος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ἀκριβῶς διὰ τὸ εἶναι σήμερον περισσοτέρους τὸν ἀριθμὸν Βουλευτάς. Ἀλλὰ καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἐν Πάτραις ἐσχάτως συγκροτηθὲν συνέδριον τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου τῶν παραγωγικῶν σωματείων τὸ γʹ σταφιδικὸν συνέδριον ὑπῆρξε πλουσιώτερον ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ συνέδρων. Ἔρχομαι λοιπὸν ἤδη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ γʹ σταφιδικοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἀναλυτικῶς περιέχει τὰς γενομένας παραβάσεις τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας καὶ τὴν ὁποίαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ὅσον δυστυχῶς, ἐπαναλέγω, τὸ πλεῖστον τοῦ ἐπιχωρίου τύπου οὐδὲ νύξιν κἂν ἐποιήσατο περὶ τῶν ἐργασιῶν ἢ τουλάχιστον τῶν πορισμάτων τοῦ συνεδρίου. Αὐτὴ ἡ ἐφημερίς, ἣν ἀναγινώσκω, εἶναι ἐπαρχιακή, τῆς Κορίνθου, «Ὁ Λαός», εἰς τὴν ὁποίαν κατώρθωσαν τέλος πάντων νὰ εὕρωσι φιλοξενίαν καὶ νὰ δημοσιευθῶσι τὰ πορίσματα τοῦ σταφιδικοῦ τούτου συνεδρίου. (Ἀναγινώσκει:) Αʹ.... Ὅτι ἡ Ἑταιρεία παρέβη τὴν διάταξιν τῆς τετάρτης παραγράφου τοῦ 17ου ἄρθρου ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς συστάσεώς της ἐξακολουθητικῶς, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ Πεσμαζόγλου. Βʹ. Ὅτι τῷ 1907 ἐποιήσατο κατάχρησιν τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 6 χορηγηθέντος αὐτῇ δικαιώματος καὶ μετέτρεψε τὸν εἰς εἶδος φόρον εἰς χρῆμα χάριν τῶν προπωλητῶν... Γʹ. Ὅτι τῷ 1908 ἡ αὐτὴ ἑταιρεία διὰ τῆς θυγατρὸς καὶ συμμετόχου αὐτῆς Οἰνοποιητικῆς ἑταιρείας ἐξήγαγε σταφιδόκαρπον ἐκ τοῦ λιμένος Καλαμῶν μὴ πολτοποιηθέντα, ὡς μαρτυρεῖ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 30 ἐ. ἔ. βούλευμα τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως... Δʹ. Ὅτι, ὡς βροντοφωνεῖ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 276 τοῦ 1910 ἕτερον βούλευμα τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν, διὰ παρενθέτων προσώπων ἀγοράζει καὶ μεταπωλεῖ σταφιδόκαρπον τῷ ἐμπορίῳ ἐνεχυριασμένον... Εʹ. Ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἄνω βουλεύματος καὶ δὴ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1910 ἐκ τῶν 44 ἑκατομμυρίων, ἅτινα διὰ λογαριασμόν της ἠγοράσθησαν ὑπὸ φίλων της ἐμπόρων, ὑπεχρεώθη κατόπιν ἀπειλῶν καὶ πιέσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τὰ εἴκοσι τρία ἑκατομμύρια, ἀναγνωρίσασα οὕτω τὴν μετὰ τῶν ἄνω ἐμπόρων συνενοχήν της. Ϛʹ. Ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1909–1910, ὡς ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων συμβολαιογραφικῶν πράξεων, ἤτοι τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 6,338, 6,457, 6,426 συμβολαίων τοῦ συμβολαιογράφου Σικυῶνος Ν. Οἰκονομοπούλου καὶ 4032 τοῦ συμβολαιογράφου Βραχατίου Κ. Μαχαίρα, ὧν ἔχω ἐνταῦθα ἐπίσημα ἀντίγραφα, ἡ αὐτὴ ἑταιρεία διετέλει εἰς ἀθέμιτον συνεταιρισμὸν μετὰ τοῦ Ἡρακλέους Φιομέγκου ἐμπόρου καὶ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρείας οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Ζʹ. Ὅτι ἐκ δόλου παραμελεῖ τὸν καταρτισμὸν τῶν δειγμάτων ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 10 τῆς συμβάσεως τοῦ προνοοῦντος περὶ τῶν καλῶν ποιοτήτων, διότι δείγματα μόνον ἐξαιρετικῆς ποιότητος καταρτίζει..... Ηʹ. Ὅτι παρεμβάλλει διάφορα προσκόμματα διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς περὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἐπὶ ἐνεχύρῳ σταφιδοκάρπου. Θʹ. Ὅτι ἐξάγεται εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν βεβλαμμένος σταφιδόκαρπος, μέρος δὲ τοιούτου ἐπεστράφη ὡς μὴ ἐμπορευσίμου, καὶ βοᾷ ἡ κατανάλωσις. Καὶ ὅτι συνεπείᾳ τῶν παραβάσεων τούτων καὶ περιπτώσεις πρὸς ἐπιβολὴν προστίμων συντρέχουσι καὶ δικαίωμα χορηγεῖται εἰς τὸ Κράτος, χορηγεῖται νὰ κηρύξῃ τὴν κακόπιστον ταύτην ἑταιρείαν ἔκπτωτον...»
§270ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἀφοῦ αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπίσημα, εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἀναγνώσητε.
§271ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ συνεδρίου: ἂν θέλητε, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν παραλείψω, ἵνα μὴ σᾶς καταπονήσω.
§272Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Σχετικῶς περὶ τύπου, ἐπειδὴ εἴπετε ὅτι οὐδεμία ἐφημερὶς ἔγραψε περὶ τοῦ συνεδρίου, σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἡ «Πρωινὴ» ἔγραψεν ἐν ἐκτάσει ἐνθέρμως συνηγορήσασα ὑπὲρ τῶν καταπατουμένων δικαίων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκεῖθεν παρηκολούθησα αὐτό.
§273ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν μεταξὺ τόσων ἐφημερίδων νὰ ὑπῆρξε καὶ μία ἢ καὶ δύο, αἱ ὁποῖαι νὰ ἔγραψαν περὶ τοῦ συνεδρίου, ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις αὗται ἐπικυροῦσι τὸν κανόνα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης κατηνάλωσε προχθὲς τὸ πλεῖστον τῆς ἀγορεύσεώς του εἰς τὸ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ ἐκδοθὲν ἐκεῖνο βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν δὲν στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα καὶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅστις ἔκαμε τὴν σχετικὴν πρότασιν, τὴν ἔκαμε χάριν δημοκοπίας, δημοκοπίας σταφιδικῆς, θέλων νὰ ἀποκτήσῃ θέσιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ὅταν βεβαιωθῆτε, ὅτι πλὴν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ οἱ τρεῖς δικασταί, οἱ ἀποτελέσαντες τὸ συμβούλιον τὸ ἐκδὸν τὸ βούλευμα, ἀπεδέχθησαν τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως ὡς ὀρθὴν καὶ νόμιμον, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὁλόκληρος ὁ δικαστικὸς κόσμος τῆς Ἠλείας ἀπεφάσισε νὰ δημοκοπήσῃ εἰς βάρος τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, καὶ διὰ ν’ ἀποκτήσῃ θέσιν παρὰ τῷ σταφιδικῷ κόσμῳ. Ἀλλὰ πρόκειται τοὐναντίον περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν πασιφανῶς ἐξ ἀπειρίας μαρτύρων. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐβεβαίωσε προσέτι ὅτι τὸ βούλευμα ἐκεῖνο ἐξεδόθη ἄνευ ἀπολογίας κατηγορουμένου, ἐγὼ δὲ τοὐναντίον ἐξετάσας τὴν δικογραφίαν εὗρον πολλὰς ἀπολογίας πολλῶν κατηγορουμένων. Ὅτι δ’ ἐγένετο ἐν γνώσει πάντων ἡ ἀνάκρισις, καὶ ἦτο παγκοίνως γνωστὸν ὅτι ἐνηργεῖτο ἀνάκρισις, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι καὶ τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας κατεσχέθησαν. Καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι τὸ ἐκδοθὲν δικαστικὸν βούλευμα ὀφείλεται εἰς μῖσος, εἰς ἔχθραν ἢ δὲν ἠξεύρομεν εἰς τίνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν μήνυσιν Παλαμήδης. Δὲν γνωρίζω ἂν συντρέχει τοιοῦτος λόγος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἴδητε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διάκειται φιλικῶς πρὸς τὴν ἑταιρείαν ἢ ἔχει παροχὰς ἢ ὠφελήματα ἀπὸ ταύτην νὰ ὑποβάλῃ καὶ μήνυσιν κατ’ αὐτῆς. Σᾶς εἶπε διατί ὁ ἰδιώτης κατήγορος μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος δὲν ἔκαμεν ἀνακοπὴν κατὰ τοῦ βουλεύματος τούτου; Ἀλλὰ γνωρίζετε τίς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ ὑποβαλόντος τὴν μήνυσιν; Γνωρίζετε ἂν σκοπὸς αὐτοῦ δὲν ἦτο ν’ ἀποδειχθῇ μόνον ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις καί, ἀφοῦ ἀπεδεικνύοντο αὗται, ν’ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρείαν; Μήπως αὐτὸς ὡς ἰδιώτης κατήγορος παραστὰς ἐζήτει νὰ ὑποστηρίξῃ ἰδιωτικὸν συμφέρον; Ὁ σκοπὸς τοῦ μηνυτοῦ ἦτο, ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐν συνεννοήσει τυγχάνουσα μετὰ τῶν ἐμπόρων διὰ τῶν παρενθέτων τούτων προσώπων παραβιάζει τὴν σύμβασιν καὶ ἐπειδὴ μέχρι τότε μόνον φῆμαι ὑπῆρχον ὅτι ἐγένοντο τοιαῦται συνεννοήσεις ὕποπτοι μεταξὺ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας καὶ διαφόρων ἐμπόρων, ἤθελεν ὁ μηνυτὴς νὰ βεβαιωθῶσι ταῦτα διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος. Ἀφοῦ ταῦτα ἐπέτυχε, τίς ὁ λόγος ν’ ἀνακόψῃ τὸ βούλευμα; Σᾶς εἶπον προσέτι ὅτι ὅλον τὸν θόρυβον κάμνει ὁ πρόεδρος τοῦ Κτηματικοῦ συλλόγου Πύργου κ. Λεονταρίδης. Βεβαίως ὁ κ. Λεονταρίδης ἦτο ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνησθάνθησαν βαρύτατα τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε διὰ τοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεσφράγιζε διὰ δικαστικῆς κυρώσεως, ὅτι δὲν ἦσαν σπερμολογίαι τῶν τριόδων ὅσα ἐλέγοντο περὶ παραβιάσεων τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ τοὐναντίον ἦσαν οὐσία, ἦσαν πράγματα. Τοὐναντίον εἰς τὸν κ. Λεονταρίτην πρόεδρον τοῦ Κτηματικοῦ συλλόγου πρέπει νὰ ὁμολογηθῶσι χάριτες, διότι διὰ τῆς προσωπικῆς του παρεμβάσεως κατώρθωσε νὰ προληφθῶσι πολὺ μεγαλείτερα δεινά, διότι ὄντως ἠπειλοῦντο χείρονα, καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς ἐπισήμως ὅτι ἠπειλεῖτο ἡ πυρπόλησις τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἑταιρείας ἐν Πύργῳ. Κατώρθωσε δὲ διὰ τῆς παρεμβάσεώς του καὶ τὴν τάξιν νὰ συγκρατήσῃ καὶ ἡ ἑταιρεία πιεσθεῖσα δεινῶς νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι εἰς τὰ ἡμίση τῶν 44 ἑκατομμυρίων ἠνείχετο καὶ αὕτη καὶ ν’ ἀποσύρῃ ταῦτα τῆς συναλλαγῆς. Καὶ δὲν ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ προέδρου αὐτοῦ νὰ ὑβρίζηται ὁλόκληρος ὁ κτηματικὸς κόσμος τοῦ Πύργου, ὁ ὁποῖος, ἔχων ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρός, καὶ ὑπακούει καὶ ἀκολουθεῖ αὐτὸν πιστῶς, ἀλλά, ἐνῷ σᾶς ὡμίλησε περὶ τοῦ βορλεύματος τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν, οὐδεμίαν νύξιν ἐποιήσατο περὶ τοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, ἴσως διότι τὴν μήνυσιν ἐνήργησεν αὐτὸς ὁ Ἐμπορικὸς σύλλογος Μεσσήνης καὶ δὲν ἐπεθύμει νὰ στραφῇ καὶ κατὰ συναδέλφων. Σᾶς ὡμίλησεν ἐπίσης καὶ περὶ τῆς διαδόσεως, καί, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, πᾶσαι αἱ πληροφορίαι καὶ πάντα αὐτοῦ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ αἱ ἐκθέσεις ἔφθανον μέχρι τοῦ ἔτους 1907, καὶ εἶπε μὲν ὅτι πάντες οἱ ὅροι τῆς διαφημιστικῆς συμβάσεως δι’ ἐπιστολῶν ἀνταλλαγεισῶν ἰσχύουσι μέχρι σήμερον, ἐν τούτοις ὑποθέτω ὅτι τοῦτο ἐλέχθη μόνον διὰ νὰ λεχθῇ, διότι δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ δὲν εἶναι ἀληθές, διότι θὰ προσῆγεν ἐνταῦθα τὰς ἐπιστολάς. Ἔχομεν τοὐναντίον τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ μικρὰ ἐκείνη ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς διάδοσιν τοῦ προϊόντος, ἐσταμάτησεν ἀπὸ τῶν πρώτων ἐτῶν, καὶ σήμερον οὐδεμία τοιαύτη ἐργασία γίνεται· ἄλλως τε, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν, ἡ παγκοσμία κατανάλωσις ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως μέχρι σήμερον ἐν τῷ συνόλῳ ἠλαττώθη κατὰ δέκα περίπου ἑκατομμύρια λιτρῶν. Εἶναι μάλιστα βεβαιωμένον ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον πρὸς διαφήμισιν τῆς σταφίδος, ἐχρησιμοποιήθη μᾶλλον πρὸς διαφήμισιν τοῦ τύπου, καὶ διὰ τοῦ κονδυλίου τούτου κατωρθώθη τὸ πλεῖστον τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων νὰ καίωσι λιβανωτὸν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἱδρύματος (διαμαρτυρίαι). Καὶ ὁμολογῶ ὅτι πράγματι ἐπῆλθε μικρά τις αὔξησις τῆς καταναλώσεως εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Βουρλούμην τί ἐφρόνει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἀείμνηστος τῆς ἑταιρείας ἱδρυτὴς Ἰωάννης Πεσμαζόγλου. Ὁ Ἰωάννης Πεσμαζόγλου εἶχε τὴν ἀντίθετον ἀκριβῶς γνώμην, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ διαφήμισις, ἔπρεπεν αὕτη νὰ γίνῃ εἰς πᾶν ἄλλο μέρος ἢ εἰς τὰ γνωστὰ μέρη τῆς καταναλώσεως. Καὶ ὁ λόγος ἦτο ἁπλούστατος, ἵνα μὴ πάθωμεν τὸ πάθημα τῶν ἀγορῶν τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ θελήσασα ν’ ἀποκλείσῃ τὴν παραγωγήν μας ἐπέφερε τὸν πανικόν, ἐπέφερε τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ προϊόντος μας καὶ τὴν κατάπτωσιν τῶν τιμῶν αὐτοῦ, ἐξ οὗ ἀπέρρευσεν ἡ φλεγμαίνουσα ἔτι σταφιδικὴ κρίσις. Ἵνα μὴ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ πάθωμεν τὸ αὐτὸ καὶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῆς Ἀγγλίας, ἔδει νὰ φροντίσωμεν νὰ εὕρωμεν ἄλλας ἀγοράς, ἄλλους τόπους καταναλώσεως, ὥστε, ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἀπολέσωμεν τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀγορὰν τῆς καταναλώσεως, νὰ ἔχωμεν ἄλλας ἀγοράς, αἵτινες ν’ ἀναπληρώσωσι ταύτην ἐκλιποῦσαν. Τοὐναντίον, ἀντὶ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ πραγματοποίησις τῆς σκέψεως ταύτης τοῦ ἀειμνήστου Πεσμαζόγλου, ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῆς ἐξαπλώσεως τῆς καταναλώσεως εἰς τὰ σήμερον γνωστὰ μέρη, καὶ τρέχομεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ ὁ ἀείμνηστος ἱδρυτής. Λέγω τοῦτο, ἵνα ἀποδείξω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐργασίας πρὸς διαφήμισιν, ἀλλ’ ὅτι ἐγένετο πᾶν ὅ,τι ἐγένετο πρὸς τὸ θεαθῆναι, ἵνα δύνανται νὰ δικαιολογῶσι τὸ μέγα ἐκεῖνο σχετικῶς κονδύλιον τῶν τριακοσίων μέχρι τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἤλπιζεν ἡ παραγωγὴ ὅτι, ἂν διετίθετο εἰς ἀγνώστους χώρας, ἤθελεν ἐπιφέρει τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα καὶ τὴν ἔκλειψιν σὺν τῷ χρόνῳ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Ἀλλ’ εἶναι μόνον, Κύριοι, αἱ παραβιάσεις, τὰς ὁποίας τὰ δύο αὐτὰ βουλεύματα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐστήριξεν ὅλην τὴν πολεμικὴν αὑτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. συνάδελφος, ἐβεβαίωσαν; Ὑπάρχει καὶ πληθὺς ἄλλων παραβιάσεων τόσον τῆς «Ἑνιαίας», ὅσον καὶ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς, τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι διατρέχουσι κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἔχομεν ἐν πρώτοις τὸ ἄρθρον 9 τῆς συμβάσεως, τοῦ ὁποίου ἡ τελευταία παράγραφος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ὁ φόρος ἑκάστου σταφιδικοῦ ἔτους ὡς πρὸς μὲν τὰ 4.000.000 δρ. θέλει καταβάλλεσθαι εἰς δύο ἴσας δόσεις, ὧν ἡ μὲν πρώτη τὴν πρώτην Φεβρουαρίου, ἡ δὲ δευτέρα τὴν πρώτην Αὐγούστου, ἐφ’ ὅσον δ’ ὑπάρχει περίπτωσις καὶ προσθέτου ποσοῦ, θέλει καταβάλλεσθαι τὸ βραδύτερον ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπέβαλον ἐρώτημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ηὐδόκησε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ μὲ βεβαιώσῃ ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1910 ἡ εἰρημένη ἑταιρεία δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν ῥητὸν καὶ ἐπιτακτικὸν τοῦτον ὅρον. Εἶναι δ’ ὁ ὅρος οὗτος ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προέβλεψε τὸ ἄρθρον 37 τῆς συμβάσεως καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιφέρουσι, μὴ ἐκτελούμενοι, τὴν ποινὴν τῆς ἐκπτώσεως, διότι πέρυσιν ἡ ἑταιρεία τὴν πρώτην Φεβρουαρίου μόνον ποσὸν 500,000 δραχμῶν εἶχε καταβάλει ἔναντι τῆς ἐκ 2,000,000 δραχμῶν ὑποχρεώσεώς της. Εἶναι καὶ ἡ παραβίασις αὐτὴ παραγεγραμμένη, ἢ ὡς γενομένη πέρυσι κατὰ τὸν Αὔγουστον ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἐντὸς τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τὴν καταδιώξωμεν καὶ νὰ τὴν κηρύξωμεν ἔκπτωτον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραβιάσεως ταύτης, ἐφ’ ὅσον μᾶς χορηγεῖ ἡ σύμβασις τὸ δικαίωμα τοῦτο; Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς βουλεύματα, ὅτε ἔχομεν ἀποδεδειγμένον ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀναμφισβήτητον ταύτην παραβίασιν ὡρισμένου ἄρθρου τῆς συμβάσεως, ἐπαγομένην τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρείας; Μόνη ἡ παραβίασις αὕτη, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι καὶ αἱ ἄλλαι, ἔστω καὶ μὴ δικαστικῶς ἀποδεδειγμέναι, εἶναι ἀρκετή, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἑταιρεία. Ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐπειδὴ ἡ παραβίασις αὕτη εἶναι μᾶλλον ἐλαφρά, ἐὰν πεισθῇ ὅτι καὶ αἱ παραβιάσεις αἱ ἄλλαι εἶναι πραγματικαί, δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποδεδειγμένην καὶ βεβαιωμένην, καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐκπτώσεως. Ἀλλὰ τί πρῶτον, τί δ’ ὕστατον καταλέξω; «καὶ ὑπερβολὰς τῶν ὑπαρχόντων προθυμούμενος εἰπεῖν ἐλάττω τῶν ὑπαρχόντων λέξω». Ἐν τούτοις οὐδὲν θὰ εἴπω περὶ τῆς ἐκδόσεως πλαστῶν δελτίων παρακρατήσεως, διότι ἀρκετὰ ἀνέπτυξε τὴν παράβασιν ταύτην συντελεσθεῖσαν καὶ κατὰ τὸ τρέχον σταφιδικὸν ἔτος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος κ. Κάβουρας, ὡς ἐπίσης οὐδὲν θὰ εἴπω περὶ τῆς ἐφετινῆς ἀναλήψεως τῶν 23 ἑκατομμυρίων ὑπὸ τῆς «Ἑνιαίας», τῇ πιέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀρκούντως ἀνεπτύχθη τὸ θέμα τοῦτο ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων κ. Θεοδωρίδου καὶ Φλαμῆ. Ἐπίσης οὐδὲν εἶπον καὶ περὶ τῆς πωλήσεως οἴνου παραγομένου ἐκ παρακρατήματος εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν ἢ ἐξαγωγῆς αὐτοῦ μέχρι Σάμου καὶ ἐπιστροφῆς ἐκεῖθεν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, διότι ἡ παράβασις αὕτη εἶναι δυσαπόδεκτος, ἐνῷ πράγματι τελεῖται εἰς εὐρυτάτην κλίμακα, διὰ τὴν σύγχυσιν, ἥτις ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως καὶ ἐνεχύρων, ἥτις δικαιολογεῖ τοὺς οἰνοποιοὺς τούτους ἰσχυριζομένους ὅτι ἠγόρασαν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ ἐνεχύρου, ἤτοι ἐκ τοῦ ἐμπορίου καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως, ὅπερ ἐκ τοῦ νόμου ἀπαγορεύεται. Ὅτε ἔχετε τὴν πανηγυρικὴν ἐκείνην ἀθῴωσιν τοῦ βουλεύματος, φαντάζεσθε ὅτι δὲν ἐξηκολούθησαν καὶ ἐφέτος ἐνεργούμεναι ἐκεῖναι αἱ παράνομοι συνεννοήσεις καὶ οἱ παράνομοι συνεταιρισμοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἑταιρείας μετὰ τῶν παρενθέτων ἐκείνων προσώπων; Ἐνόσῳ ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ βούλευμα, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι ποινικῶς κολάσιμος, τίς θὰ ἐμποδίσῃ, ὅπως μὴ ἐπαναλαμβάνηται ὁ συνεταιρισμὸς ἐκεῖνος ὁ ἀθέμιτος; Ἀλλὰ θέλετε καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν ἁπλῆν ὅτι ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία αἰσθάνεται τὴν συνείδησίν της βεβαρημένην; Δὲν ἔχετε εἰμὴ νὰ ἐνθυμηθῆτε τὴν πληρωμὴν εἰς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον ἑνὸς γενναίου ἐτησίου φιλοδωρήματος ἐκ 4000 δραχμῶν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι τίνα ἀνάγκην ἔχομεν ἄλλων μαρτύρων, ὅτε ἔχομεν ἀποδεδειγμένον ἐξ αὐτῆς τῆς διαγωγῆς τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ὅτι κάτι σπουδαῖον τεκταίνεται, ἀφοῦ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου παρέχουσα αὐτῷ τὰς 4000 δραχμῶν.
§274Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀμοιβὴ ὄχι μόνον αὐτή, τὴν ὁποίαν λέγετε, ἀλλ’ οἱαδήποτε ἄλλη, ἔστω καὶ μεγαλειτέρα, ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναγράφηται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἑταιρείας; Δὲν ὑπῆρχε τρόπος ἄλλος νὰ παρέχηται; Βεβαίως ἐνδιαφερόμεθα πάντες ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν κοινῶν, ἀλλὰ πρωτίστως πρέπει νὰ μὴ ἀδικῶμεν πρόσωπα. Εἶναι γνωστοτάτη ἡ δρᾶσις τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἀλλά, ἀφοῦ ἐθίξατε αὐτὸ τὸ θέμα, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ὑποστηρίζητε καὶ θὰ ἐλέγετε τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἀμείβονται ἀπὸ τῶν κερδῶν τῆς ἑταιρείας. Ἂν λοιπὸν ὑπῆρξεν ἁμάρτημα, ὑπῆρξεν ἐκεῖ, διότι οἱ σύμβουλοι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ Κράτος δυστυχῶς ἐπληρώνοντο ὡς ἐκ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία κατηρτίσθη, ἐκ τῶν κερδῶν τῆς ἑταιρείας.
§275Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Συμφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα καὶ ἀπορῶ πῶς σεῖς ἐλάβετε τὸ θάρρος νὰ ὁμιλήσητε οὕτω πὼς περὶ τοῦ τύπου.
§276Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο καλλίτερον νὰ ἐκάθησθε ἐκεῖ ὅπου ἦσθε.
§277Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ εἶσθε μετριώτερος. Ἐξυβρίσατε τὸν τύπον· νὰ ἠξεύρητε νὰ φέρησθε.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε κάτω, κ. Πετραλιᾶ.
§279Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε, διότι ἐξυβρίσθη ὁ τύπος.
§280Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξύβρισα τὸν τύπον.
§281Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶσθε ἀνάγωγος.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε κάτω, κ. Πετραλιᾶ· θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§283Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ἑπόμενον ἡ παρουσία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ προκαλέσῃ τὸν θόρυβον, ὃν πάντοτε προκαλεῖ, ὁσάκις κάμνει τὴν ἐμφάνισίν του ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν βασιλικὸν ἐπίτροπον ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ ὁμολογηθὲν ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν γεγονός, ὅτι οὗτος μισθοδοτεῖται ὑπὸ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, εἶναι ἐπιβαρυντικὸν διὰ τὸν εἰρημένον ὑπάλληλον. Δὲν ἀποκλείει τοῦτο βεβαίως καὶ τὸ ὅτι οἱ σύμβουλοι τῆς Τραπέζης, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον χρηματικόν, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι μέρισμα ἐπὶ τῶν κερδῶν αὐτῆς, πράττουσιν εὐόρκως τὸ καθῆκον αὐτῶν ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μίαν παράβασιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου, τὸ ὁποῖον ἀναδέχονται, ἀλλ’ ἡ μία εὐθύνη δὲν καλύπτει τὴν ἄλλην. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ἣν καὶ ὑμεῖς ἔχετε, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὁμολογηθέντος αὐτοῦ ποσοῦ καὶ ἄλλα ποσὰ θὰ ἐλάμβανε, διότι τί μὲ ἐμποδίζει νὰ φρονῶ ὅτι τὸ φιλοδώρημα αὐτὸ ἦτο μεγαλείτερον τοῦ ποσοῦ τῶν 4000 δραχ., αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται; Ὅτε λοιπὸν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἰδικῶς ὁ εἰρημένος ὑπάλληλος πρέπει νὰ μισθοδοτῆται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἦτο ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπανελήφθη καὶ εἰς τὸν νόμον ὀρθοτάτη καὶ σκόπιμος διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, διότι ὑπελάμβανον ὀρθῶς τότε οἱ συντάκται τοῦ νόμου καὶ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐπεκύρωσε τὴν σύμβασιν ὅτι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος πρέπει ν’ ἀμείβηται μόνον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἵνα δύναται νὰ εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ προνοῇ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ κτηματικοῦ κόσμου τῶν ἐμπεπιστευμένων εἰς αὐτόν· ὅτε, λέγω, τοιοῦτόν τι ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ, δὲν εἶναι ὕποπτον ὅτι ὁ εἰρημένος ὑπάλληλος κατώρθωσε διπλοῦς νὰ λαμβάνῃ μισθούς, καὶ τὸν μισθὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ φιλοδώρημα τῶν 4000 δραχ. ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας; Καὶ ἂν θελήσωμεν καὶ περαιτέρω νὰ ἴδωμεν τίς εἶναι ὁ ὑπάλληλος αὐτός, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ἐχρημάτισε Βασιλικὸς Ἐπίτροπος εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, τῆς ὁποίας γνωρίζετε τὸ τέλος τὸ οἰκτρόν, καί, ἀφοῦ ἀπετελείωσεν ἐκείνην, κατώρθωσε διὰ τῆς εἰδικῆς ἐκείνης διατάξεως, διὰ νὰ ἔχῃ μόνον αὐτὸς τὰ προσόντα, νὰ διορισθῇ αὐτὸς Βασιλικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ ἀναδόχῳ ἑταιρείᾳ, διότι κατώρθωσε νὰ θέσῃ εἰς τὸν νόμον ὅτι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος πρέπει νὰ φέρῃ τὸν βαθμὸν τμηματάρχου εἴτε πρώτης εἴτε δευτέρας τάξεως, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὁ ὅρος οὗτος ἀφοριστικῶς καὶ οὐχὶ διαζευκτικῶς. Καὶ διωρίσθη ἀκριβῶς οὗτος, διότι προεχρημάτισε παρὰ τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ καὶ διότι ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὅτι εἶναι ἐγγὺς τῶν πραγμάτων. Ποῖαι ἦσαν αἱ ἐκδουλεύσεις αὐτοῦ πρὸς τὴν παραγωγήν; Ποῖαι αἱ ἐκθέσεις, ἃς ὑπέβαλεν ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ; Ἀνέφερε πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του τὴν παράβασιν, τὴν ὁποίαν ὡμολόγησεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἑταιρείας μακαρίτης Πεσμαζόγλου εὐθὺς ἀμέσως ὡς αὕτη ἱδρύθη, καθ’ ἣν οὗτος ἠγόρασε τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια καὶ τὰ ἐξήγαγεν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐναντίον τῆς συμβάσεως;
§284ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν εἶναι πλέον εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Δὲν εἶναι ἀρκετὰ πλέον ὅσα εἴπετε περὶ αὐτοῦ, ἵνα προχωρήσωμεν πρὸς τὴν συζήτησιν;
§285Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν διακόψαντα.
§286Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑβρίζετε ὅμως ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄξιον ὕβρεως.
§287Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ὑβρίζω. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ἐνταῦθα ὡς δικηγόρος οὐδενός. Ὁμιλῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἐκλογέων μου, εἰς βάρος τῶν ὁποίων διαπράττονται πάντα ταῦτα.
§288Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὐδεὶς ὁμιλεῖ ὡς δικηγόρος.
§289Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑμεῖς ὁμιλεῖτε ὡς δικηγόρος, διότι εἶσθε δικηγόρος τῆς ἑταιρείας ἐν Πύργῳ.
§290Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς οὐδένα δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ δι’ ἐμὲ τοιουτοτρόπως. Συμπεριφέρεσθε δὲ ὡς σᾶς εἶπε καὶ ἄλλος συνάδελφος καὶ τὸ ἐλέχθητε.
§291Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐδέχθην, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. συνάδελφον δὲν ἀπήντησα, διότι εἶναι γνωστότατος.
§292Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶσθε κακοηθέστατος.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσητε, κ. Βουλευτά, τὴν φράσιν σας, ἄλλως θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§294Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δημοκόπε!
§295Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι δημοκόπος οὔτε ὑπῆρξα τοιοῦτος. Δὲν δημοκοπεῖ τις ὁσάκις λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὑβρίζητε, κ. Βουλευτά. Ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας, διότι ἄλλως θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§297Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ πρῶτον ὁ κ. συνάδελφος τὴν φράσιν του, καὶ τότε ἀνακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου.
§298Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ν’ ἀνακαλέσω;
§299Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἴπετε ὅτι εἶμαι γνωστότατος.
§300Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε γνωστότατος ὅτι κάμνετε θόρυβον πάντοτε. Αὐτὸ ἐννοῶ καὶ θὰ τὸ λέγω πάντοτε. Ἐὰν ὑμεῖς θέλητε νὰ δώσητε ἄλλην σημασίαν, δικαίωμά σας εἶναι.
§301Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ ὑπὲρ τῆς μὴ καταστρατηγήσεως τῆς συμβάσεως· ἀλλὰ μὴ ὑβρίζετε.
§302Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ὕβρισα, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ σᾶς ὑβρίσω.
§303Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς ὕβρισα.
§304Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς εἴπετε ὅτι εἶμαι κακοηθέστατος.
§305Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀφοῦ δὲν μὲ ὑβρίσατε, ἀνακαλῶ τὴν φράσιν μου.
§306Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, διότι καὶ αὐτῆς ἡ διαχείρισις πρέπει νὰ γνωσθῇ, διότι ἐν Ἑλλάδι ὀλίγοι ἔχουσιν ἐπίγνωσιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§307Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος;
§308Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντός, διότι βλέπετε, Τράπεζα Ἀθηνῶν, Προνομιοῦχος καὶ Ἑταιρεία οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων ἀποτελοῦσι τὸν τρισυπόστατον Θεὸν τῆς δυστυχοῦς σταφιδοπαραγωγῆς. Σήμερον, Κύριοι, ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος εἰς τὴν ἀγορὰν κυμαίνεται περὶ τὰς διακοσίας δραχμὰς κατὰ χιλιάδα. Εἶναι βεβαιωμένον ἐπισήμως ὅτι ἔμποροι ἐν Πάτραις καὶ ἀλλαχοῦ, οἰνοπνευματοποιοί, ἐργοστασιάρχαι, ἀγοράζουσι σταφίδα ἐκ τῆς ἀγορᾶς μὲ 180 ἢ 190 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα καὶ συμφέρει εἰς αὐτοὺς αὐτὴν τὴν σταφίδα νὰ μεταβάλωσιν εἰς οἶνον καὶ νὰ τὸν ἐξαγάγωσιν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, διότι ἔχομεν ἓν κέρδος πέντε ἕως δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον, διότι πάντα τὰ ἐργοστάσια θὰ ἔκλειον, θὰ ἐχρεοκόπουν, ἄν δὲν τοῖς συνέφερε. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε κατ’ ἀναλογίαν πόσα εἶναι τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ὅτε τὴν ἐν λόγῳ σταφίδα ἀγοράζει οὐχὶ πρὸς 100, οὐχὶ πρὸς 180 δραχμάς, ὅπως ἀγοράζουσιν αὐτὴν οἱ ἄλλοι ἔμποροι, ἀλλ’ ἀγοράζει ταύτην πρὸς τριάκοντα δραχμὰς κατὰ χιλιάδα· εἶναι δηλαδὴ τὸ κέρδος αὐτῆς ἑκατὸν ἑβδομήκοντα δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα. Κολοσσιαῖα κέρδη.
§309Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Καὶ τοῖς στοιχίζει μίαν δραχμὴν κατὰ βαρέλιον ὁ οἶνος.
§310Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καθωρίσθη ὑπηρεσιακῶς ὅτι αἱ χίλιαι λίτραι σταφίδος ἀντιπροσωπεύουσι δεκαεπτὰ ἑκατόλλιτρα οἴνου, τὸν ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένη ἅπαντα νὰ ἐξαγάγῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατωτάτης ταύτης βαθμίδος τὸ Δημόσιον παρακολουθεῖ πόσον ποσὸν οἴνου ἡ ἐν λόγῳ Προνομιοῦχος διὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων ἐξάγει κατ’ ἔτος εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν πράγματι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος ἐξάγεται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἢ τοὐναντίον μέρος τούτου καταναλίσκεται εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν ὡς οἶνος ἐναντίον τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει, ὅπως ἡ οἰνοποίησις τοῦ παρακρατήματος πωλῆται ἐντὸς τοῦ Ἐσωτερικοῦ. Εἶναι μία βάσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ νόμος καὶ ὥρισεν αὐτὸ τὸ κατώτατον ὅριον, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς γλυκαντικῆς ἰδιότητος τῆς σταφίδος δύνανται αἱ χίλιαι λίτραι νὰ παράγωσιν οὐχὶ πάντοτε δεκαεπτὰ ἑκατόλλιτρα οἴνου, ἀλλὰ φθάνουσι καὶ μέχρι τῶν εἰκοσιπέντε ἑκατολλίτρων. Δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ὅτι πάντοτε τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, εἶναι ἡ ἐσχάτη ποιότης τῆς σταφίδος, ὥστε νὰ παράγῃ πάντοτε ἀκριβῶς καὶ ἀνελλιπῶς δεκαεπτὰ ἑκατόλλιτρα· πάντως κυμαίνεται ἀναλόγως τῶν διαφόρων ποιοτήτων ἀπὸ δεκαεπτὰ ἕως εἰκοσιδύο, κατὰ μέσον ὅρον εἴκοσιν ἑκατολλίτρων. Τὰ τρία αὐτὰ ἑκατόλλιτρα τὰ ἐπὶ πλέον ἔχει τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξάγῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ποσὸν ἀνέρχεται κατ’ ἔτος εἰς τὸν σεβαστὸν ἀριθμὸν τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων καὶ πλέον, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐξάγει αὐτούσια εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, καί, ὅταν γίνηται λογαριασμὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἑταιρεία αὕτη εὑρίσκεται ἐν τάξει, διότι ἡ ἀναλογία πρὸς τὴν κατωτάτην βαθμίδα ὑπάρχει, ἐνῷ πράγματι αὐτὴ ἐξ ἑκάστης χιλιάδος δὲν παράγει δεκαεπτὰ μόνον ἑκατόλλιτρα οἴνου, ἀλλ’ εἴκοσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην τινὰ παράβασιν ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία διὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων διενεργεῖ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως ἔχει ἡ ἑταιρεία ὑποχρεώσεις, ὅπως, ἐφ’ ὅσον ἔχει σταφιδόκαρπον, διαθέτῃ ἐξ αὐτοῦ μέχρι τοῦ ποσοῦ 15,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν κατ’ ἔτος διὰ τμηματικῆς δημοπρασίας ἐνεργουμένης ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἐπὶ ἐλαχίστῳ τιμήματι ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου οἰνοπνευματοποιίας. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἡ ἑταιρεία παραβιάζει τὴν ῥητὴν ταύτην διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ τὴν παραβιάζει, διότι συνεβλήθη μετὰ τῆς οἰνοπνευματοποιητικῆς ἑταιρείας τοῦ Πειραιῶς καὶ γίνεται ἡ δημοπρασία κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε κατορθώνει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 15 αὐτῶν ἑκατομμυρίων οὐδεὶς ἐκ τῶν μικρῶν οἰνοπνευματοποιῶν νὰ λαμβάνῃ ποσοστόν τι διὰ τὰς ἀνάγκας του. Ὁ νόμος δ’ ὥρισε ῥητῶς ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 15,000,000 κατ’ ἔτος δίδεται διὰ τοὺς μικροὺς οἰνοπνευματοποιούς, ἵνα δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ ἐργάζωνται. Ἐν τούτοις μὲ τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπισήμως ἀποδεδειγμένη, διότι ὑπάρχουσιν ἐπίσημα συμβόλαια, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατώρθωσεν ἡ ἑταιρεία ν’ ἀπομακρύνῃ πάντας τοὺς ἄλλους μικροὺς οἰνοπνευματοποιούς, καὶ οὕτω πως τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 15 ἑκατομμυρίων ἑνετικῶν λιτρῶν σταφίδος δὲν παρέχεται εἰς αὐτούς, ἵνα καὶ οὗτοι ἐργάζωνται ἐπὶ παραβάσει προφανεῖ τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ διὰ τῶν εἰκονικῶν τούτων δημοπρασιῶν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο δίδεται εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιητικὴν ἑταιρείαν τοῦ Πειραιῶς, ἥτις τυγχάνει παραφυὰς τῆς ἑταιρείας τῶν Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων). Τὰ συμβόλαια ταῦτα ἔχουσι συνταχθῆ ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Γενοβέλη, ἐξ ἁπλῆς δ’ ἀναγνώσεως τούτων πείθεταί τις ὅτι ὄντως περὶ εἰκονικῶν πρόκειται δημοπρασιῶν, διότι ἡ οἰνοπνευματοποιητικὴ ἑταιρεία, διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς ἀνταγωνιστάς, ἀναβιβάζει τὸ τίμημα εἰς ἀφθάστους τιμάς, ἀφοῦ κατ’ οὐσίαν χρεοῦται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων διὰ τῆς προσυμπεφωνημένης μικρᾶς τιμῆς, ἣν ἀναφέρουσι τὰ συμβόλαια. Κατὰ ταῦτα, ἐὰν ληφθῇ ὡς βάσις ὅτι τὸ παρακράτημα καὶ ἑπτὰ δραχμαὶ ἀναλογοῦσι καθ’ ἑκάστην χιλιάδα εἰς 45–60 δραχμάς, δηλαδὴ κατὰ μέσον ὅρον 50 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται ἡ παραγωγὴ καὶ οὐχὶ τὸ ἐμπόριον, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουρλούμης, διότι ὁ ἔμπορος, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι θέλει 35% εἰς δελτία καὶ ἑπτὰ δραχμὰς κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, δίδει ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν εἰς τὸν σταφιδοκτηματίαν, καὶ τὴν ζημίαν κατ’ οὐσίαν ὑφίσταται αὐτὸς ὁ παραγωγός. Πρόκειται λοιπὸν περὶ 50 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάρυνον ἑκάστην χιλιάδα, καὶ ἐπὶ ποσοῦ ἐτησίας παραγωγῆς 300,000,000 ἔχομεν κεφάλαιον 15,000,000, καὶ ἐπὶ ἓξ ἔτη, καθ’ ἃ λειτουργεῖ ἡ «Ἑνιαία», ἔχομεν 90,000,000 δραχ., τὰς ὁποίας ἐζημιώθη ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη ἡ σταφιδικὴ σύμβασις. 90,000,000 δρ. ἔχουσιν ἀφαιρεθῆ ἐκ τοῦ βαλλαντίου τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου πρὸς πλουτισμὸν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας καὶ τῶν παραφυάδων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος κατώρθωσαν διὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων νὰ δώσωσι καὶ αὐτὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἑταιρείαν, διότι κατ’ οὐσίαν σήμερον τὸ μονοπώλιον διενεργεῖ ἡ Ἑταιρεία ἡ Προνομιοῦχος διὰ τῆς Ἑταιρείας οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Σημειώσατε δ’ ὅτι ἐκτὸς τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου ἐζημιώθη καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, διότι ἀπεξενώθη πρῶτον τοῦ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἱδρύσῃ αὐτὸ τὸ Κράτος πρὸς τὸ συμφέρον αὑτοῦ καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει καὶ νέμεται μία ἀνώνυμος ἑταιρεία ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος. Ἀλλ’ ἐζημιώθη καὶ οὐσιαστικῶς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος, διότι ἠλαττώθησαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ πετρελαίου. Λαμβάνω τοὺς ἀριθμοὺς ἐκ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1911. Κατὰ τὸ 1906 τὸ Κράτος εἰσέπραξεν ἀπὸ τὸ πετρέλαιον δραχ. 6,100,000, κατὰ δὲ τὸ 1910 δρ. 5,100,000. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου κατὰ ἓν περίπου ἑκατομμύριον. Καὶ ἐὰν ληφθῇ ἐξ ἄλλου ὅτι τὸ Κράτος εἰσέπραξεν ἐκ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος 400,000 δραχ. περίπου, ἔχομεν ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ 600,000 δραχ. κατ’ ἔτος, τουτέστι κατὰ τὴν πενταετίαν περὶ τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἐζημιώθη αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς Ἑταιρείας οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Περὶ «μηχανικοῦ ῥυθμιστοῦ» λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας καὶ τῶν ἐντεῦθεν ἀνυπολογίστων ζημιῶν τοῦ Δημοσίου θὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε. Βλέπετε, κύριε Βουρλούμη, ὅτι ἔχω πλήρη τὴν ὁπλοθήκην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἄλλην παράβασιν ἐνεργεῖ ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία, ἐπιτρέπουσα τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τῶν αἰσχροτέρων ποιοτήτων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, μίαν διαμαρτυρίαν τοῦ Συνδικάτου τῶν ἐν Βορδὼ εἰσαγωγέων, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποστείλει ἕν ἔγγραφον ἐξευτελιστικώτατον διὰ τοὺς ἐμπόρους τῶν Πατρῶν, διότι ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐξαγωγέων Σμύρνης καὶ Πατρῶν, καὶ δὴ περὶ τῆς ποιότητος τῆς σταφίδος, ἥτις ἠνάγκασε τοὺς ἐν λόγῳ εἰσαγωγεῖς νὰ λάβωσι δρακόντεια καὶ ἐξευτελιστικὰ μέτρα διὰ τοὺς ἐμπόρους Πατρῶν τραβηκτικὰς ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἐξαγωγίμου σταφίδος ἀπεφάσισε νὰ δέχηται οὐχὶ ἐπὶ τῆς ὅλης ἀξίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ⅘ αὐτῆς.
§311Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ προξένου Ἁμβούργου;
§312Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Καὶ αὕτη ἔρχεται εἰς ἐπίρρωσιν τῶν λόγων μου. Μολονότι δὲ ἡ ἑταιρεία ἐκ τῆς τελευταίας συμβάσεως τῆς ἐκριζώσεως ἔλαβεν εὐεργετήματα, προκειμένου περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐξαγομένων ποιοτήτων, ἐν τούτοις ὄχι μόνον δὲν ἔπαυσε τὸ κακὸν τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔρχεται αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τὸ ἐπίσημον τοῦ προξένου καθὼς καὶ τοῦ Συνδικάτου τῶν εἰσαγωγέων Βορδώ, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἑταιρεία καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐδεικνύετο πολὺ ὑποχωρητικὴ ἀπέναντι τῶν ἐμπόρων, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι εὑρίσκετο εἰς συνάφειάν τινα καὶ σύνδεσμον μετ’ αὐτῶν, καὶ τοῦτο ἐγίνετο καὶ διεπράττετο ἐναντίον πάλιν τῆς συμβάσεως.
§313ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι αἱ ἀγορεύσεις νὰ διαρκῶσιν 20 λεπτὰ τῆς ὥρας, ἡ δὲ ἰδική σας διαρκεῖ ἐπὶ μίαν καὶ εἴκοσι. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε ἀκόμη ἐπὶ πολύ.
§314Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τοῦ κ. Βουρλούμη διήρκεσε πολὺ περισσότερον.
§315ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις αὐτή.
§316Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολύ, διότι εἶμαι καὶ ὀλίγον ἀδιάθετος.
§317ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἷς λόγος ἐπὶ πλέον ἵνα συντομεύσητε τὸν λόγον σας.
§318Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τελειώσω. Παρατρέχω κατ’ ἀνάγκην τὸ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης κεφάλαιον καὶ τῆς δολίας ἐκποιήσεως κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τῶν μετοχῶν αὐτῆς, ἥτις ἐπέσπευσε τὸ πολυώδυνον τέλος της. Ὅτε ἀπὸ τοῦ 1895 διὰ τῆς «Ἀκροπόλεως» ὑπεδείξαμεν τὸ ὑπόδειγμα, καθ’ ὃ ἔδει νὰ καθιδρυθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν εἰσηκούσθημεν. Ὁ σκοπὸς αὐτῆς ὑπῆρξεν ἰδιοφυής, πάντων τῶν γνωστῶν τύπων διάφορος· ἐκτραπεῖσα ἀρχῆθεν τῆς εὐθείας ὁδοῦ, περιπεσοῦσα ἀπὸ τῆς Σκύλλης, ἤτοι τῆς συναλλαγῆς, εἰς τὴν Χάρυβδιν, ἤτοι τὴν «Ἑνιαίαν», δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσῃ καὶ νὰ παλαίσῃ κατὰ τοῦ ἀφεύκτου θανάτου της. Παρατρέχω καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ εὕρισκε περισσοτέραν ἰλὺν ἢ ὕλην, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα. Μετὰ τὰ λεχθέντα ἐντεῦθεν, τὰ ὁποῖα φωνάζουσι μεγαλοστομώτατα ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν εἶναι καλῆς πίστεως, ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ὅτι τὴν παρεβίαζε καὶ τὴν παραβιάζει, ἀλλὰ καὶ θὰ τὴν παραβιάζῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, μὲ ὁσασδήποτε καὶ ἂν λάβῃ προφυλάξεις τὸ Κράτος, διότι πανταχόθεν διαρρέει ἡ σύμβασις αὕτη, διότι ἔχει τόσας ἀτελείας, τῆς ὁποίας κατορθώνει αὕτη νὰ ἑρμηνεύῃ κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὸ συμφέρον αὑτῆς, ἐρωτῶ· ἐπιτρέπεται ἄνευ ἐξευρέσεως μέτρου, τὸ ὁποῖον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν καταλυόμενον τοῦτον θεσμόν, νὰ ῥίψωμεν τὴν σταφιδικὴν παραγωγὴν εἰς χάος οἰκονομικόν; Ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνεβούλευον τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνασκήσῃ τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει καταρτίσει πλῆρες σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀμέσως θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἄλλο μέσον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τὸ θέσῃ καὶ δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, δύναται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τούτου νὰ προβῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρείας. Καὶ τὸ μέτρον τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προνομίου τῆς εὑρεσιτεχνίας τοῦ Τασοπούλου. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐν Γαλλίᾳ διατρίβων χημικὸς Τασόπουλος ἰσχυρίζεται ὅτι ἀνεκάλυψε τὴν σακχαροποίησιν τῆς σταφίδος, εἰς τρόπον ὥστε ἡ σάκχαρις αὕτη ἡ παραγομένη ἐκ τῆς σταφίδος νὰ παρέχῃ πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς κοινῆς σακχάρεως, τουτέστι νὰ εἶναι καὶ κρυσταλλικὴ καὶ εὔγευστος καὶ γλυκαντικὴ καὶ ἐν γένει νὰ ἔχῃ πάσας τὰ ἰδιότητας τῆς κοινῆς σακχάρεως.
§319ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔλαβε προνόμιον.
§320Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔλαβε τίποτε. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἐφεύρεσίς του ἦτο ἡ σωτηρία τῆς σταφίδος καὶ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ἐψήφισε τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ ἐπληρώσαμεν 1,500,000 διὰ τὸ σακχαροποιεῖον Ζωγράφου. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν αὐτὸς ἠθέλησε νὰ τῷ δοθῇ ἓν προνόμιον εὑρεσιτεχνίας ἐπὶ 25 ἔτη, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξεύρῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια πρὸς πραγματοποίησιν τῆς κολοσσιαίας ταύτης ἐπιχειρήσεως, διότι ἰσχυρίζεται ὅτι δύναται περὶ τὰ 100,000,000 λιτρ. σταφίδος νὰ σακχαροποιήσῃ, εἰς τρόπον ὥστε ἅπαν τὸ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος ὑπάρχει ἐκ τῆς ὅλης παραγωγῆς, νὰ καταναλίσκεται διὰ τῆς νέας ταύτης βιομηχανικῆς κατεργασίας. Ἐν τούτοις ἤρξαντο αἱ ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῆς «Ἑνιαίας». Ἀπέστειλεν ἔγγραφον ἡ «Ἑνιαία», διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγεν ὅτι τὸ προνόμιον αὐτὸ ἀντιτίθεται εἰς τὴν σύμβασιν, καὶ παρῆλθε πολὺς χρόνος, ὥστε νὰ κατορθώσῃ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον νὰ γνωμοδοτήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι οὐδόλως προσκρούει ἡ ἔκδοσις προνομίου εἰς τὴν σύμβασιν. Ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἐφάνη συγκινηθεῖσα ἐκ τῆς σωτηρίας ταύτης ἐφευρέσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔλυεν ὁριστικῶς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα οὐχὶ διὰ τεχνητῶν μέσων, ἀλλὰ διὰ τῆς φυσικῆς, τῆς ὁμαλῆς λύσεως. Καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία ἐπανάστασις, καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος καὶ νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὸ προνόμιον τοῦτο μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιβλητικῶς ἐπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἐπὶ τέλους νὰ ἔλθῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου τὸ προνόμιον τῆς εὑρεσιτεχνίας τοῦ Τασοπούλου. Καὶ ὥδευε καλῶς ἡ ὑπόθεσις, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσεν ἡ «Ἑνιαία» καὶ οἱ ὑπέρμαχοι αὐτῆς νὰ ἐξοβελίσωσι τὸν ἰσχυρὸν τοῦτον ἀντίπαλον, διότι ἔβλεπον ὅτι ὄπισθεν τοῦ Τασοπούλου ἐκρύπτετο ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος, κατώρθωσαν διὰ πλαγίας μεθόδου νὰ ἐπιφέρωσι τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα διὰ τῆς παραπομπῆς τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου εἰς κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ὑπέβαλε τοιαύτας καὶ τοσαύτας τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τὴν ἐφεύρεσιν ταύτην μὴ ἐφαρμόσιμον. Καὶ πρῶτον δὲν ἐπέτρεψαν εἰς αὐτόν, ὡς οὗτος ἠξίου, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἐὰν οἱοσδήποτε ὑποκλέψῃ τὸν χημικὸν τύπον τῆς ἐφευρέσεώς του καὶ ἱδρύσῃ ὅμοιον ἐργοστάσιον, νὰ κλείῃ τὸ ἐργοστάσιον αὐτὸ διοικητικῶς, ἀλλὰ τὸν παρέπεμπον εἰς τὰ Δικαστήρια, φαντάζεσθε δὲ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κεφαλαιοῦχός τις, ὅστις νὰ διαθέσῃ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια καὶ νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ σύρηται εἰς τὰ Δικαστήρια ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἕως οὗ νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, κατὰ δὲ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ λειτουργῇ τὸ ἐργοστάσιον ἐκεῖνο καὶ ν’ ἀνταγωνίζηται ἐπικινδύνως, καὶ δεύτερον τὸν ὑπήγαγον εἰς τὸν γενικὸν νόμον περὶ προνομίων, ἐὰν τοιοῦτος ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἠξεύρετε τί σημαίνει τοῦτο. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἡ Βουλὴ κατήρτιζε νόμον γενικὸν περὶ προνομίων καὶ ὥριζεν ὅτι πάντα τὰ προνόμια τῆς εὑρεσιτεχνίας ἔχουσιν ἰσχὺν δεκαετῆ, ἐκ τῶν προτέρων ὁ Τασόπουλος θὰ ὑπεβάλλετο ὑπὸ τὸν νέον τύπον τῆς δεκαετίας, ἐνῷ αὐτὸς ἠξίου δι’ εἰκοσιπέντε ἔτη τὸ προνόμιον. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν τῇ ξένῃ κεφάλαια, ἀφοῦ ἔτρεχον ἀφ’ ἑνὸς τὸν κίνδυνον ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποκλαπῇ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐπιτηδείου ἡ ἐφεύρεσις τοῦ Τασοπούλου, ὡς ἐκ τοῦ μὴ διοικητικοῦ κλεισίματος τῶν ἐργοστασίων, ἐκ δευτέρου δὲ διέτρεχον τὸν κίνδυνον τῆς ἐκ τῶν προτέρων ὑπαγωγῆς τῆς ἐφευρέσεως ταύτης εἰς τὸν γενικὸν περὶ προνομίων νόμον. Ἐγὼ δὲ σήμερον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τηλεγράφημα τοῦ Τασοπούλου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγγέλλεται νέα αὐτοῦ βιομηχανικῆς κατεργασίας ἐφεύρεσις (ἀναγινώσκει): «Ἀνάγγειλον Βουλὴν νέαν ἐφεύρεσιν βιομηχανικοῦ προϊόντος ἀγνώστου μέχρι σήμερον χρησιμοποιουμένου πρὸς ἐξαγωγὴν ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, ἣν δύναμαι μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 30 ἑκατομμυρίων λιτρῶν ἑνετικῶν ν’ ἀγοράζω ἀντὶ 100 φράγκων ἐπὶ τῇ ἐκδόσει εἰδικοῦ προνομίου». Καὶ ζητεῖ καὶ διὰ τὴν νέαν ταύτην ἐφεύρεσιν προνόμιον εὑρεσιτεχνίας. Πρόκειται περὶ διαθέσεως ἀκόμη 30,000,000 σταφίδος καὶ 100 ἑκατομμυρίων, ἅτινα θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ σακχαροποίησις αὐτῆς, ἤτοι ἐν τῷ συνόλῳ πρόκειται περὶ 130 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀναθεωρήσῃ τὸ προνόμιον, τὸ δοθὲν εἰς αὐτὸν ἐν τῇ γενικῇ τῶν πάντων ἀναθεωρήσει, καὶ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογήν, ἔχω ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα θὰ ἐλύετο ἄνευ ἐκριζώσεως, ἄνευ «Ἑνιαίας», ἄνευ τεχνητῶν μέσων. Πρόκειται περὶ 130 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἐφεύρεσις αὕτη δὲν εἶναι πραγματική, δὲν εἶναι γνησία, οὐδένα διατρέχετε κίνδυνον. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν σᾶς ἐζήτησε χρήματα· τοὐναντίον ἐκ τῶν προτέρων ὑποβάλλεται καὶ εἰς οἱονδήποτε φορολογικὸν βάρος ἤθελε κρίνει τὸ Κράτος ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ. Δέχεται νὰ καθυποβληθῇ εἰς πληρωμὴν φόρου μέχρι 50 λεπτῶν δι’ ἑκάστην ὀκᾶν σακχάρεως ἐκ σταφίδος. Δὲν ἔχετε νὰ χάσητε τίποτε, ἀλλὰ δώσατέ τῳ τὸ προνόμιον, δώσατέ τῳ ἀνάλογον διάστημα μηνῶν ἢ ἔτους, ἵνα ἀρχίσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐφευρέσεώς του, καί, ἐὰν ἴδῃ ἡ Κυβέρνησις πραγματοποιουμένας τὰς ἐπαγγελίας ταύτας, τότε θὰ δύναται ἀσφαλῶς μὲ κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν «Ἑνιαίαν», διότι οὐδένα κίνδυνον θὰ διατρέχωσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, διότι οὐδὲν χάος θὰ δημιουργηθῇ, διότι ὅλον τὸ πλεόνασμα θὰ καταναλίσκεται διὰ τῶν δύο τούτων σωτηρίων ἐφευρέσεων. Πλὴν δὲ τούτου, ἐὰν πέσῃ ἡ «Ἑνιαία», ἔχω ἐντολὴν παρὰ διαφόρων οἰνοπνευματοποιῶν τῆς μικροτέρας κατηγορίας νὰ δηλώσω ὅτι δύνανται οὗτοι ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἀγορὰν διὰ συμβολαίου 30,000,000 σταφιδοκάρπου πρὸς 110 δραχμ. κατὰ χιλιάδα ἐφ’ ὅσον χρόνον θέλει ἡ Κυβέρνησις. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι, χωρὶς νὰ τρέξωμεν εἰς μεθόδους παρακεκινδυνευμένας, χωρὶς νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκριζώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ὡς τελευταῖον καταφύγιον, δυνάμεθα νὰ δοκιμάσωμεν τὴν ἐφεύρεσιν τοῦ Τασοπούλου, περὶ τῆς ὁποίας πείθομαι ὅτι πρόκειται ὄντως περὶ σοβαρᾶς ἐφευρέσεως μόνον καὶ μόνον ἐκ τῆς λυσσώδους ἀντιδράσεως, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτῆς ἐνήργησεν ἡ «Ἑνιαία». Διότι ἡ «Ἑνιαία» βεβαιότατα, ἐὰν εἶχε τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐφευρέσεως, δὲν θὰ ἀντέδρα κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς σωτηρίας ἐφευρέσεως, περὶ ἐφευρέσεως, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ νέαν μορφὴν καὶ νέαν ὄψιν εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, διατί νὰ μὴ δώσωμεν τὸ προνόμιον, ἀφοῦ οὔτε ἡ σύμβασις ἀπαγορεύει τοῦτο οὔτε ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ τι παρὰ τῆς ἑταιρείας ἢ τοῦ Δημοσίου, καὶ οὕτω ν’ ἀφήσωμεν διὰ τῆς φυσικῆς αὐτῆς ὁδοῦ νὰ λύσωμεν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα; Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα καὶ ἰδίως τὴν θέλησιν τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ἐπανειλημμένως ἐξεδηλώθη, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προνόμιον αὐτὸ τοῦ Τασοπούλου, ἔχω δι’ ἐλπίδος, λέγω, ὅτι θέλει υἱοθετήσει τὰς προτάσεις τῶν νόμων, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δίδουσα εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἐφεύρεσίν του ταύτην θὰ δώσῃ τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸν κλυδωνιζόμενον ἀπὸ τόσων ἐτῶν σταφιδικὸν πληθυσμόν (Χειροκροτήματα).
§321Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς νέας ἐφευρέσεως, βεβαίως αὕτη, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχει τινὰ ἀξίαν, θὰ μελετηθῇ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νῦν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ παλαιοῦ συστήματος τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὴν παρακράτησιν, καὶ τῆς τελειοποιήσεως διὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Ἡ Κυβέρνησις ἤκουσε μετὰ πολλῆς προσοχῆς ὅσα ἐντεῦθεν ἐλέχθησαν καὶ ὤφειλε ν’ ἀκούσῃ μέρος τῶν ἀγορεύσεων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ γίνῃ ἐνήμερος τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας εἶχον ν’ ἀπευθύνωσι κατὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλειτούργει ἡ σύμβασις. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα κατὰ τὸ δυνατὸν συντομευθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καλὸν νὰ παραταθῇ, διότι ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἐν γένει δὲ πρέπει διαρκῶς νὰ εὑρίσκηται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐντυπώσεως ὅτι τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν πάλιν θ’ ἀνακινηθῇ, ὅτι ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία πάλιν θὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ὅτι τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ἐν γένει δὲν εἶναι καθόλου τόσον αἴσιον διὰ τὴν σταφίδα, γίνεται ἀκόμη μελανώτερον. Κατὰ τὸ 1905, διὰ νὰ μὴ ἀνατρέξω μέχρι τοῦ 1893, πάλιν τὰ σταφιδικὰ πράγματα εἶχον περιέλθει εἰς δεινοτάτην κρίσιν. Αἱ τιμαὶ κατέρρεον, ἐκινδύνευσαν νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ κατώτατον ὅριον τῶν ἐτῶν 1894, 1895, καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἡ πτῶσις ἦτο καταφανής. Καὶ ὅμως αἱ ἐσοδεῖαι τῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1899, ἀφ’ ὅτου δηλ. ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶχεν ἱδρυθῆ, ἦσαν μᾶλλον μικραί. Ἤρκεσεν ὅμως ἓν ἔτος, τὸ ἔτος 1903, ἔτος μεγάλης ἐσοδείας, ἵνα διὰ μιᾶς ἡ φυτοζωοῦσα Σταφιδικὴ Τράπεζα κλονισθῇ ἐντελῶς. Ἓν ἔτος μεγάλης παραγωγῆς εἶχεν ἀφήσει μέγιστον πλεόνασμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδέησε τότε νὰ παρεμβῇ, ἵνα δυνηθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ δανεισθῇ μέγα ποσὸν καὶ τὸ διαθέσῃ πρὸς ὅλον τὸ ὑπάρχον πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον ἐβάρυνεν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς καὶ τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους 1904 ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὤφειλε 5.800.000 εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ φόρων δύο ἐτῶν, ὤφειλε μέγιστον μέρος τοῦ δανείου τῶν 6.500.000, τὰ ὁποῖα εἶχε δανεισθῆ, δὲν εἶχε δὲ εἰς τὸ ἐνεργητικόν της παρὰ τὴν σταφίδα, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ, διότι δὲν ὑπῆρχον ἐγκαταστάσεις ἱκαναὶ ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ τὴν μεταβάλλωσιν εἰς προϊόντα ἄλλα, σταφίδα ἑπομένως, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀξίαν εἶχεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῇ. Εἶχε δὲ πλὴν τούτου ἐνεργητικὸν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἶχε δανείσει εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἦτο ἀδύνατον νὰ ζήσῃ, καὶ τὰ πράγματα εἶχον περιέλθει εἰς μεγίστην ἀπορίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἠγνόει ἀληθῶς τί νὰ πράξῃ. Ἡ μεγάλη παραγωγὴ τοῦ 1903 εἶχε κάμει καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν σταφιδικὸν κόσμον νὰ δεχθῶσιν ὥστε τὸ παρακράτημα νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸν φόρον, καὶ τότε, κατὰ τὸ 1904, ὡρίσθη ὅτι τὸ παρακράτημα καὶ ὁ φόρος εἰς εἶδος θ’ ἀνήρχετο εἰς 35%. Πλὴν τότε μόνον ἐνοήθη ὅτι ἠντλοῦμεν εἰς πίθον Δαναΐδων παρακρατοῦντες προϊὸν καὶ ἀφήνοντες τὰς φυτείας ν’ αὐξάνωσιν. Ἡμεῖς ηὐξάνομεν διαρκῶς τὸ παρακράτημα, αἱ φυτεῖαι διαρκῶς ηὐξάνοντο, θὰ ἔφθανε δὲ τέλος στιγμή, καθ’ ἣν τὸ σύστημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ θὰ ἐσταμάτα, καὶ μόλις μετὰ 11 ἔτη ἐνοήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ὁ ἐπιβάλλων τὸν ἀπαγορευτικὸν φόρον διὰ τὰς νέας φυτείας. Ἡ πτῶσις τῆς Σταφιδικῆς ἦτο καταφανής· αἱ τιμαὶ εἶχον καταπέσει κατὰ τὸ 1904, Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον, εἰς δρ. 60, ἐκινδύνευον δηλ. νὰ φθάσωσιν εἰς τὰ ὅρια τοῦ 1894. Τότε προῆλθεν εἰς τὸ μέσον ὁ ἀνάδοχος τῆς ἑταιρείας φέρων τὴν ἀναγγελίαν ὅτι εἶχε ξένα κεφάλαια, διατεθειμένα νὰ ἔλθωσιν εἰς βοήθειαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, διατεθειμένα νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς λειτουργίαν τῆς παρακρατήσεως, βέβαια ὄντα ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ζήσωσι διὰ τῆς παρακρατήσεως, βέβαια ὄντα ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ κερδίσωσι διὰ τῆς παρακρατήσεως, διότι ἄλλως δὲν θὰ προσεφέροντο. Ὁ μηχανισμός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ ἀνάδοχος, ἦτο ὁ ἀκόλουθος: Ἐὰν τὸ παρακράτημα ὡρίζετο ὡς ὡρίζετο κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἐὰν τὸ παρακράτημα δὲν ἤρκει, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν προσφορὰν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ, ἵνα αὕτη ἰσορροπήσῃ πρὸς τὴν κατανάλωσιν, αὐτὸς τολμηρότατα ἀνελάμβανε ν’ ἀγοράσῃ ὅλον τὸ πλεόνασμα καὶ ἐπὶ τιμαῖς, αἱ ὁποῖαι ἐκρίθησαν τότε λίαν συμφέρουσαι. Πλὴν τούτου προσεφέρετο νὰ μεταρρυθμίσῃ καὶ καλλίτερον τὰ τοῦ ἐμπορίου, τὰ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ τὰ τῶν σταφιδοκτημόνων, ἱδρύων ἡπλοποιημένον σύστημα Γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ παρέχων δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ, οὕτως ὥστε νὰ ἠδύναντο ὅσοι ἤθελον νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς ἀξίας τοῦ σταφιδοκάρπου οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζωνται νὰ πωλῶσιν ἐν στιγμαῖς οὐχὶ εὐθέτοις καὶ νὰ ζημιῶνται ἐκ τῶν πωλήσεων τούτων. Ἀντὶ ὅλων αὐτῶν ἐζήτει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀσφαλισθῇ δι’ ἑπταδράχμου προσθέτου φόρου ἢ ἀσφαλίστρου ἐπὶ τῆς ὅλης παραγωγῆς, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πωλῇ ἐκ τοῦ πλεονάσματος, τὸ ὁποῖον τόσον τολμηρῶς ἀνελάμβανε ν’ ἀγοράσῃ πρὸς 160 δρ., πλὴν τοῦ ἄλλου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη ἡ Σταφιδική, νὰ πωλῇ τὸ παρακράτημα πρὸς 200 δρ., καὶ νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς καλλιτέρας ποιότητος τῆς σταφίδος. Οἱ ὑπολογισμοί, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίζετο ὅλον αὐτὸ τὸ τελειοποιημένον σύστημα τῆς παρακρατήσεως, ἦσαν οἱ ἀκόλουθοι: Τὰ τέσσαρα ἔτη τὰ πρὸ τοῦ 1905 ἐδείκνυον ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς ἦσαν 327.000.000, ἡ δὲ κατανάλωσις ἐκυμαίνετο περὶ τὰ 250.000.000. Τὰ κεφάλαια λοιπὸν ἐβασίσθησαν ἐπ’ αὐτῶν τῶν δύο ἀριθμῶν καὶ εἶπον ὅτι 327.000.000 δύνανται νὰ δώσωσι παρακράτημα τόσον, ὥστε τὸ προσφερόμενον εἰς τὴν κατανάλωσιν ποσὸν νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ 250.000.000, καὶ δι’ αὐτὸ περὶ τὰ 250.000.000 περιεστράφη καὶ ἡ ὅλη οἰκονομία τῆς συμβάσεως. Αὐτὸς ἦτο ὁ μέσος ὅρος, καὶ ἄν ποτε ἔτος τι ὑπερέβαινε τὸν μέσον αὐτὸν ὅρον, ἡ ἑταιρεία ἐφρόνει ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρά, ὥστε νὰ δυνηθῇ ν’ ἀγοράσῃ τὸ πλεόνασμα, ἐλπίζουσα ὅτι θ’ ἀκολουθήσωσιν ἔτη μικροτέρας παραγωγῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ κέρδη της θὰ ἦσαν ἀνώτερα, καὶ θὰ ἠδύνατο οὕτω νὰ καλύψῃ τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ πλεονάσματος προελθοῦσαν. Ἡ ἐσοδεία ἡ μέλλουσα ἠδύνατο νὰ εἶναι μικροτέρα, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν φόρον καὶ εἰς χρῆμα καὶ ἐκ τούτου θὰ ἐκέρδιζεν ἱκανά, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ πλεονάσματος. Ταῦτα πάντα ἐβασίζοντο ἐπὶ μέσου ὅρου 327.000.000. Ἐὰν ἐφαντάζετο ὅτι ὁ μέσος ὅρος ἦτο πολὺ ἀνώτερος, βεβαίως δὲν θὰ ἔκαμνεν αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμούς, διότι τὸ νὰ ὑπερβῇ ἡ ἐσοδεία ἕνα μέσον ὅρον 327.000.000 δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ τὰ 400.000.000, οὔτε ἐφαντάζετο ὅτι ὁ μέσος ὅρος μετὰ τὸ 1905 μέχρι τοῦ 1909– 1910—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς τελευταίας ἐσοδείας—, ὁ μέσος ὅρος θὰ ὑπερέβαινε τὰ 445,000,000, ἦτο δηλαδὴ κατὰ 120.000.000 ἀνώτερος. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν ἐσφάλλοντο πάντες οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ ἀναδόχου. Πλὴν τούτου ἤλπιζεν ὁ ἀνάδοχος ὅτι θὰ ηὐξάνετο ἡ κατανάλωσις, ὅτι θὰ κατώρθου ν’ αὐξήσῃ τὴν κατανάλωσιν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα τῷ ὑπέδειξεν, ἀγνοῶ τίς, διὰ διαφημίσεων ἢ ἄλλων τινῶν, διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος τῆς σταφίδος, ἀλλὰ δὲν τῷ εἶχον ὑποδείξει ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον ν’ αὐξηθῇ ἡ κατανάλωσις τοιούτου εἰδικοῦ προϊόντος τόσον εὐχερῶς. Καὶ εἰς ἄλλο τι, φαίνεται, ἤλπιζεν ὁ ἀνάδοχος, ὅτι θὰ δυνηθῇ τὸ παρακράτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ διαθέσῃ βιομηχανικῶς, θὰ δυνηθῇ αὐτὸς ἱδρύων ἐγκαταστάσεις, ἱδρύων ἑταιρείας εἰδικάς, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ βιομηχανικῶς. Καὶ εἰς τοῦτο ἐπέτυχε, διότι καὶ τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα ἐπέτυχε καὶ ἐν γένει ἡ Ἑταιρεία τῶν οἴνων καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ἀπεδείχθη ἱκανὴ νὰ διαθέσῃ βιομηχανικῶς τὸ προϊὸν τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος. Ἂς ἴδωμεν πῶς ἐλειτούργει αὐτὸς ὁ μηχανισμός, ὁ ὁποῖος ἐγέννησε πολλὰς ἐλπίδας εἰς τὸν σταφιδικὸν κόσμον καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο τόσον πολύπλοκος, ὥστε ὁ νόμος δὲν ἠδυνήθη νὰ προβλέψῃ πάσας τὰς περιπτώσεις, καὶ ἐδέησεν ἐπανειλημμένως νὰ ψηφισθῶσι νόμοι διορθοῦντες τὴν πρώτην σύμβασιν, καὶ νέαι συμβάσεις συνωμολογοῦντο, διότι ἦτο ἀληθῶς πολὺ δύσκολον εἷς τοιοῦτος μηχανισμὸς μέλλων νὰ κανονίσῃ καὶ ὀφείλων νὰ κανονίσῃ τόσας σχέσεις μεταξὺ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν εἰς τόσα κέντρα, νὰ λειτουργήσῃ ὁμαλῶς χωρὶς νὰ προσκόπτῃ ἄλλοτε ἐδῶ καὶ ἄλλοτε ἐκεῖ. Ὑπελήφθη ὅτι τὴν ὥραν καθ’ ἣν προετάθη τὸ μέτρον τοῦτο καὶ τὴν ὥραν καθ’ ἣν συνεζητεῖτο τὰ συμφέροντα τῆς Προνομιούχου καὶ τὰ συμφέροντα τῆς παραγωγῆς ἐταυτίζοντο· καὶ πράγματι ἐταυτίζετο τὸ συμφέρον τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἑταιρείας τοῦ ν’ αὐξηθῇ ἡ κατανάλωσις, ἐταυτίζετο τὸ συμφέρον τοῦ ν’ αὐξηθῶσιν αἱ τιμαί, ἐταυτίζετο τὸ συμφέρον τοῦ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπόθεμα, διότι αὐτὸ τὸ ἀπόθεμα πάντοτε θὰ ἤρχετο εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας. Ἦτο ἀδύνατον τὸ ἀπόθεμα αὐτὸ—καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι διά τινος τρόπου μετεφέρετο εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν—, ἦτο ἀδύνατον τελικῶς νὰ μὴ πέσῃ εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας. Πάντα ταῦτα ἔκαμον ὥστε νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἰδέα τῆς Προνομιούχου εὐγνωμόνως ὑπὸ τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅπως καὶ ἐντεῦθεν ἤκουσα λεγόμενον: τί καλλίτερον ζητοῦσιν οἱ σταφιδοκτήμονες; Ἠσφάλιζον κατωτάτην τιμήν· ὅ,τι τοῖς ἐπερίσσευε τὸ ἐπώλουν εἰς τὴν ἑταιρείαν εἰς τὴν κατωτάτην αὐτὴν τιμήν· ζημίαν δὲν ὑφίσταντο· ζημίαν ὑφίστατο ἡ ἑταιρεία· τί ἄλλο καλλίτερον ἤθελον; Ἐὰν ἡ ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος αὐτὸ ἢ ὄχι, περὶ τούτου ἀδιαφοροῦσιν οἱ σταφιδοκτήμονες. Οἱ σταφιδοκτήμονες ἔχουσιν ἠσφαλισμένην κατωτάτην τιμήν. Οἱ σταφιδοκτήμονες ἔχουσι καί τι ἄλλο ἠσφαλισμένον, τὴν ἀπότομον ὕψωσιν τῶν τιμῶν, διότι τινὲς προτιμῶσι νὰ μὴ εἶναι ἀπότομοι αἱ ὑψώσεις, οὕτως ὥστε νὰ μὴ πιέζῃ πολὺ ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν τὴν κατανάλωσιν. Μίαν παρέκβασιν θὰ κάμω περὶ τῆς θεωρίας τῆς παρακρατήσεως, διότι ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, ἐλέχθη ἐντεῦθεν ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι θυσία. Ἡ παρακράτησις δὲν εἶναι θυσία. Τὸ παρακρατούμενον προϊὸν ἔχει τιμήν, τιμὴν ἡ ὁποία ὡρίσθη μάλιστα ἐν τῇ συμβάσει. Ὡρίσθη κατώτατον ὅριον τιμῆς. Ὁ δίδων τὸ προϊὸν του εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς ἀποταμιεύσεως, εἰς τὴν παρακράτησιν, λαμβάνει δελτίον, τὸ ὁποῖον ἔχει τιμήν. Τὸ πωλεῖ αὐτὸ τὸ δελτίον. Δὲν θυσιάζει τίποτε· ἄλλος βαρύνεται μὲ αὐτὴν τὴν τιμήν· δὲν εἶναι βεβαίως ὁ παραγωγὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βαρύνεται· εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀγοράζει τὸ προϊὸν ηὐξημένον μὲ τὴν τιμὴν τοῦ ὅλου παρακρατήματος. Ἐὰν δηλαδὴ ἐνενήκοντα ἑκατομμύρια παρακρατῶνται καὶ ὑπολογισθῇ ἡ τιμή των πρὸς μέσον ὅρον 120 δραχμῶν, 11,000,000 δρ. προστίθενται κατ’ ἔτος εἰς τὴν ὅλην ἀξίαν τῆς παραγομένης σταφίδος, οἱαδήποτε ἂν ἔχῃ ὁρισθῆ αὕτη.
§322Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐὰν τὰ ἐλέγετε αὐτὰ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, δὲν θὰ εἴχομεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§323Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θυσία λοιπὸν δὲν εἶναι. Ὁ παραγωγὸς ἔχει ἠσφαλισμένον τὸ προϊόν του. Θυσίαν ἀναλαμβάνει τολμηρότατα ἡ Προνομιοῦχος, ἡ ὁποία δὲν ἐφαντάσθη ὅτι ἡ παραγωγὴ θὰ ἦτο τόσον μεγάλη, ἀλλ’ ἐφαντάσθη ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀγοράζῃ τὸ πλεόνασμα καὶ νὰ ὑφίσταται αὐτὴ ὅλην τὴν ζημίαν ἀσφαλίζουσα εἰς τὸν παραγωγὸν κατωτάτην τιμήν, ἀσφαλίζουσα μίαν κατανάλωσιν μεσαίαν. Κατηγορήθη ἐντεῦθεν ἡ ἑταιρεία ὅτι εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῆς συμβάσεως δὲν ἀνταπεκρίθη. Περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων τῆς συμβάσεως, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον. Μία ἐκ τῶν ἐλπίδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ἦτο ἡ διατήρησις τῶν τιμῶν. Εἰς τοῦτο δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἐπέτυχεν ἡ ἑταιρεία, καὶ ἐπέτυχεν, ἐὰν πρὸ πάντων ἀναλογισθῇ τις ὅτι ἀπὸ τοῦ 1905 ἀκριβῶς ἤρχισεν ἐκπῖπτον τὸ συνάλλαγμα· δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ συγκρίνῃ τὰς τιμὰς τῶν 100 ἢ 120 φράγκων— δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας—, τὰς νῦν, μὲ τὰς τιμὰς τοῦ χρυσοῦ, πρὸς τὰς τιμὰς τῶν 120 δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν κατὰ τὸ 1904· ἡ διαφορὰ ἦτο μεγίστη· τότε τὸ συνάλλαγμα εἶχε 1,40· εἶναι καταφανεστάτη ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ἀγοραῖς· ἐπίσης καταφανὴς καὶ ἐνταῦθα· καὶ διὰ τοῦτο ὁ συνδυασμός, τὸ τεχνητὸν αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σαθρόν, ἐπέτυχεν. Ἀλλ’ ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως· δὲν εἶναι δυνατὸν παραλλήλως καὶ αἱ τιμαὶ ν’ αὐξάνωνται καὶ ἡ κατανάλωσις νὰ αὐξάνηται. Πολλοὶ ὅροι συντρέχουσι καὶ πολλοὶ ὅροι ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἐπιδρᾷ πρῶτον ἡ ποιότης τῆς σταφίδος. Εἶναι ἓν ἐκ τῶν μεγίστων ἐλαττωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς σταφίδος· ὁμιλῶ περὶ πάντων τῶν προϊόντων· δὲν γνωρίζει νὰ ἐμπορεύηται· δὲν ἔχει τὸ ἐμπόριον ὠργανωμένον καὶ ἀπορεῖ διατί τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα δὲν εὑρίσκουσιν ἀγορὰς εὐνοϊκωτέρας πρὸς αὐτά. Δεύτερον ἐπιδρῶσιν αἱ τιμαὶ τῶν προϊόντων, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τὴν σταφίδα, τὰ ὁποῖα ἀντικαθιστᾷ ἡ σταφίς, ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποκαθίστανται εἰς τὴν σταφίδα, καὶ ἔπειτα πολλάκις ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία τῶν ἀγορῶν. Πλὴν πάντες εἴδομεν τοῦτο κατὰ τὸ 1907, 1908, ὅτε ἡ μεγάλη Ἀμερικανικὴ κρίσις ἔφερε τὴν Εὐρωπαϊκὴν κρίσιν, καθ’ ἣν πάντα τὰ προϊόντα καὶ πάντες οἱ παραγωγοὶ καὶ ἅπαν τὸ ἐμπόριον ὑπέφερον. Πάντα τὰ προϊόντα παγκοσμίως κατηναλώθησαν ὀλιγώτερον, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τρώγονται μέχρις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ φαγωθῶσι· παραδείγματος χάριν ὁ χάλυψ. Φέρω παράδειγμα τὴν Γαλλίαν, διὰ νὰ ἴδητε πόσον δύσκολον εἶναί τις νὰ αὐξήσῃ κατανάλωσιν, ὅταν δὲν συντρέχωσιν ὅροι εὐνοϊκοί, ἢ πόσον πάλιν αὐξάνεται ἡ κατανάλωσις, χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν λέξιν ὁ αὐξάνων τὴν κατανάλωσιν. Ὅταν ἡ Γαλλία ἔχῃ οἰνοπαραγωγὴν πτωχὴν εἴτε εἰς ποσότητα εἴτε εἰς δύναμιν, δεκαπλασιάζει τὴν εἰσαγομένην ποσότητα σταφίδος τῆς ἰδικῆς μας. Ὁ συνήθης ὅρος εἶναι ἓν ἑκατομμύριον λιτρῶν, καὶ διὰ μιᾶς βλέπετε τὴν Γαλλίαν καὶ μόνον, ἐὰν ἔχῃ ἀδυνάτους ὕλας, νὰ εἰσάγῃ δέκα ἑκατομμύρια. Ἤλπισαν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ ἤλπισεν ἡ Προνομιοῦχος—διότι δὲν ἦτο τὸ μόνον λάθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς της—ὅτι ἡ Ἀμερικὴ θὰ ἐζήτει μέγα ποσὸν σταφίδος ἐξ Ἑλλάδος, ὅτι ἦτο στάδιον μέγα ἡ Ἀμερικὴ διὰ τὴν Προνομιοῦχον καὶ διὰ τὴν σταφίδα. Ἀλλὰ ἡ Ἀμερικὴ τοὐναντίον κατηνάλωσεν ὀλιγώτερον ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Προνομιούχου, καὶ ἐὰν δὲν λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸν πανικὸν καὶ τὴν κρίσιν τὴν οἰκονομικήν, πάντως ἡ κατανάλωσις δὲν ηὐξήθη. Ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῆς Ἀμερικῆς ἐπιδρᾷ πρωτίστως ἡ ποιότης. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω ὀλίγον περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ σταφὶς ἐν Ἀμερικῇ, ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξηθῇ ἡ κατανάλωσις. Οἱ Καλιφόρνιοι πρὸ καιροῦ διετείνοντο ὅτι δύνανται νὰ παραγάγωσι σταφίδα Κορινθιακήν, καὶ μὲ ἠνάγκασαν νὰ τρέχω μῆνας ἐν τῇ Καλιφορνίᾳ, διὰ νὰ τὴν ἀνακαλύψω, καὶ εὗρον ἐπὶ τέλους τὴν σταφίδα τὴν Κορινθιακὴν δυσγνώριστον, ἀγνώριστον, ἐντελῶς διάφορον πρὸς τὴν ἰδικήν μας, ἀκόμη ἀγριωτέραν, διότι καὶ ἡ σταφὶς εἶναι ἀγρία σταφυλή. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ Καλιφόρνιοι νὰ παραγάγωσι σταφίδα Ἑλληνικήν, καὶ ἂν ἀκόμη ἐπιδιώξωσι τοῦτο. Εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῶν πειραμάτων. Νομίζω ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς Καλιφορνίας τὸ ἀργιλῶδες, τὸ παχύ, τὸ πλῆρες ὑδάτων ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν θὰ μεταβάλῃ τὴν ποιότητα τῆς σταφίδος, ὅπως μετέβαλε καὶ ἄλλων προϊόντων. Ἀλλ’ οἱ Καλιφόρνιοι παράγουσιν ἄλλας σταφίδας, μαύρας, μικρὰς καὶ μεγάλας. Ἀφαιρεῖται ὁ κόκκος μηχανικῶς ἑκάστης σταφίδος, καὶ ἀφαιρεῖται εὐχερέστατα, διὰ μιᾶς χίλιοι τόννοι, καί, ὅταν ἀφαιρεθῇ ὁ κόκκος, ἡ σταφὶς ἡ Καλιφορνιακὴ δὲν διαφέρει οὔτε κατὰ τὴν ὄψιν ἀπὸ τὴν σταφίδα τὴν ἰδικήν μας. Βεβαίως δὲν εἶναι τόσον σταφυλοποιημένη, βεβαίως δὲν ἔχει τόσην καλὴν γεῦσιν, ἀλλὰ δύναται νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ. Ἐπίσης καὶ ἄλλη σταφὶς Καλιφορνιακή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀφαιρεῖται ὁ κόκκος, δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν σταφίδα τὴν Ἑλληνικήν. Οἱ Καλιφόρνιοι πλὴν τούτου παράγουσι καὶ σουλτανίναν εἰς μεγίστας ποσότητας. Νομίζω ὅτι ἐδόθησάν τινες ἀριθμοὶ ἐνταῦθα, ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι κατώτεροι τῆς ἀληθείας, διότι ἔχουσιν ὑπερπαραγωγὴν καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς, θὰ ἴδητε δ’ ὅτι θὰ λύσωσι τὸ ζήτημα ἄνευ κυβερνητικῆς παροχῆς οἱ Καλιφόρνιοι καὶ ἄνευ παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἐμποδίζει τὴν ἡμετέραν σταφίδα νὰ καταναλίσκεται εἰς μεγάλας ποσότητας ἐν Ἀμερικῇ, εἶναι τὸ εὔωνον τῆς Καλιφορνιακῆς σταφίδος, τὸ εὐθηνὸν αὐτῆς. Ἡ ἰδική μας σταφὶς ἐν Καλιφορνίᾳ στοιχίζει μαζὶ μὲ τὸν δασμὸν 32 λεπτὰ τὴν λίτραν, ἡ Καλιφορνιακὴ σταφὶς πωλεῖται λιανικῶς πρὸς 20 λεπτὰ τὴν λίτραν, καὶ συνεσκευασμένη καὶ καθαρισμένη. Εἶναι δὲ πάντοτε πλυμένη· ἂν δὲ καταναλίσκεται ἡ Κορινθιακὴ σταφὶς ἐν Ἀμερικῇ, καὶ ἰδίως ἐν Καλιφορνίᾳ, τοῦτο προέρχεται, διότι οἱ Ἀμερικανοὶ εἰς τοὺς πλακοῦντάς των, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅλως διάφοροι τῶν Ἀγγλικῶν πλακούντων, ἀγαπῶσι ν’ ἀναμιγνύωσι τὰς σταφίδας καὶ μεταχειρίζονται τὰς ἰδικάς των σταφίδας, καὶ τὴν σουλτανίναν καὶ τὴν Κορινθιακήν. Δι’ αὐτὸ ἡ κατανάλωσις δὲν ἠλαττώθη παραπολύ, παρ’ ὅλον τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον διεξάγουσι τὰ προϊόντα τῆς Καλιφορνίας κατὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν. Διὰ ταῦτα φρονῶ ὅτι ἡ ἡμετέρα σταφὶς δὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ εἰς πολὺ μεγάλην κατανάλωσιν ἐν Ἀμερικῇ· νομίζω ὅτι θὰ διατηρηθῇ τὸ ἔδαφος ἐκεῖ ὅπου νῦν εὑρίσκεται, καὶ αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἐσχημάτισεν ἢ εἶχεν εἰς τὴν ἐν Ἀμερικῇ κατανάλωσιν, δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἴσως, ἐὰν αἱ διαφημίσεις γίνωνται μετ’ ἐντάσεως ἐν Ἀμερικῇ, ἴσως αὐξηθῇ κατά τι. Οἱ εἰσαγωγεῖς ὅμως κάμνουσιν ἐκεῖ μεγάλας διαφημίσεις· ὅ,τι δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ ἀπὸ Ἀμερικανούς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας ἡ κατανάλωσις μένει στάσιμος ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἐν Ὁλλανδίᾳ ὅμως ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις καταφανῶς, ἠλαττώθη διὰ λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν πταίει ἡ Προνομιοῦχος. Δὲν εἶναι ἡ κακὴ ποιότης τῆς σταφίδος· εἶναι ἡ κακὴ ποιότης τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἐν Ὁλλανδίᾳ. Ἡ Ὁλλανδία ἀποτόμως ἠλάττωσε τὴν εἰσαγωγήν, ὅπως τὸ δεικνύουσιν οἱ πίνακες, οἱ ὁποῖοι κατετέθησαν ἐνταῦθα. Ἡ Ὁλλανδία ἔφθασε νὰ καταναλίσκῃ κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902 38.000.000 λιτρῶν καὶ διὰ μιᾶς ἔπεσεν εἰς 20.000.000 λιτρῶν.
§324Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐλάβετε ἀπὸ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τῆς Ὁλλανδίας ἢ λαμβάνετε τὴν εἰσαγωγήν, ἥτις γίνεται διὰ τοῦ λιμένος τῆς Ῥοττερδάμης, ἥτις χρησιμεύει πρὸς βιομηχανικὴν κατεργασίαν διὰ τὴν Ἄνω Γερμανίαν; Διὰ τοῦτο βλέπετε εἰς τοὺς πίνακας τῆς στατιστικῆς αὐτὴν τὴν αὐξομείωσιν. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ ἐν Ὁλλανδίᾳ κατανάλωσις πάντοτε ποικίλλει μεταξὺ 10 ἕως 11 χιλιάδων τόννων. Ἀπὸ τῆς Προνομιούχου ὅμως καὶ ἐντεῦθεν ἕνεκα τῶν μεγάλων τιμῶν δὲν οἰνοποιεῖται ἡ σταφὶς πλέον ἐκεῖ καὶ ἐντεῦθεν προέκυψε, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἡ ἐλάττωσις μὲ ὅλην τὴν βιομηχανικὴν κατεργασίαν, ἥτις ἐγένετο ἐν Γερμανίᾳ, ὅ,τι δὲ κερδίζομεν ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ ἐχάσαμεν ἐν Γερμανίᾳ.
§325Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν αὐτῇ τῇ Ὁλλανδίᾳ ἡ κατανάλωσις ἔχει ἐλαττωθῆ ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποστέλλεται εἰς Γερμανίαν. Ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἔχει ἐλαττωθῆ· τοὐναντίον εὑρίσκεται εἰς ὑψηλότερον ἐπίπεδον ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα κατώρθωσεν ἡ Προνομιοῦχος ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν. Βεβαίως διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, ἤλπιζον ὅτι ἠδύνατο ἡ Προνομιοῦχος ν’ αὐξήσῃ καταπληκτικῶς τὴν κατανάλωσιν αὐξάνουσα παραλλήλως τὰς τιμάς. Τοῦτο δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἀλλ’ εὑρίσκω ὅτι εἶναι λίαν δεδικαιολογημένον τὸ πρᾶγμα. Οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν ὅτι δὲν κατώρθωσε ν’ αὐξήσῃ παραλλήλως τὰς τιμάς. Ὀφείλει τις ὅμως νὰ δικαιολογήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ὅτι κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ τὸ ἐπίπεδον τῆς καταναλώσεως ὅμοιον πρὸς τὸ τοῦ παρελθόντος.
§326ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατέστρεψε τὴν οἰνοπαραγωγὴν καὶ ὁλόκληρον τὴν βιομηχανίαν τοῦ οἰνοπνεύματος.
§327Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν ἀπέτυχεν ἡ παρακράτησις ἢ ἂν ἐπέτυχε, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα· ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων, τότε θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὰ δύο ταῦτα σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξα, ἀναφέρονται εἰς τὰς οὐσιώδεις διατάξεις τῆς συμβάσεως, διότι αὐτὰ πάντοτε συνετέλεσαν εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν καὶ εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἄλλη οὐσιώδης κατανάλωσις, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισαν ὡς πολὺ τολμηράν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐντεῦθεν ὁμιλήσαντες κατήγγειλαν τὴν Ἑταιρείαν ὅτι πάντοτε ἐπεδίωξε ν’ ἀποφύγῃ, ὅτι δὲν τὴν ἐφαρμόζει εἰλικρινῶς καὶ ὅτι προσπαθεῖ νὰ μὴ τὴν ἐκτελέσῃ. Αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἀγορὰ τοῦ πλεονάσματος. Αὐτὴ εἶναι οὐσιωδεστάτη διάταξις. Τὰ κυριώτατα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν ἐξηνέχθησαν, ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ πλεονάσματος, καὶ περὶ αὐτῆς ἀναφέρουσι τὸ βούλευμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος καὶ πᾶσαι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι πρὸ πάντων ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἀπὸ τοῦ 1905 ἔχομεν δύο μικρὰς καὶ τρεῖς μεγάλας ἐσοδείας, τὸ δὲ πλεόνασμα ἐφηρμόσθη ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει:) Κατὰ τὸ 1905 ἔχομεν παραγωγὴν 341.000.000 Ἑνετικῶν λιτρῶν καὶ ἀγορὰν πλεονάσματος 10.600.000 λιτρῶν, τῷ 1906 παραγωγὴν 288.500.000 καὶ οὐδεμίαν ἀγορὰν πλεονάσματος, τῷ 1907 παραγωγὴν 328.500.000 καὶ οὐδεμίαν ἀγορὰν πλεονάσματος, τῷ 1908 παραγωγὴν 395.000.000 καὶ ἀγορὰν 20.000.000 λιτρῶν, τῷ δὲ 1909 παραγωγὴν 385.000.000 καὶ ἀγορὰν πλεονάσματος ὁμοῦ μὲ ἐξαργυρωθέντα δελτία ἐξ 7.000.000 λιτρῶν ἐν ὅλῳ 34.000.000. Οὕτως ἐλειτούργησεν ἡ σύμβασις. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1908 κατηγορήθη ἡ ἑταιρεία, ὅτι, ἐνῷ εἶχεν 70.000.000 περίπου σταφιδόκαρπον εἰς τὰς ἀποθήκας της, κατώρθωσεν, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ζημίαν, ζημίαν μεγίστην, ζημίαν ἀνερχομένην εἰς 5.000.000 δραχμῶν, κατώρθωσε νὰ συνεννοηθῇ μέ τινας ἐμπόρους, ὥστε ν’ ἀναληφθῇ μέγα ποσὸν σταφιδοκάρπου 48.000.000 λιτρῶν, ἵνα μετενεχθῇ εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος, διότι τὴν ἐσοδείαν καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία τὴν ὑπελόγισε μικράν, ἐνῷ ἀπεδείχθη ἔπειτα ὅτι ἦτο μεγάλη, ἐὰν ἐγνώριζε δὲ ὅτι ἦτο μεγάλη, πάντως θὰ ἔπιπτεν εἰς βάρος της, ὥστε ἡ παράβασις θὰ παρέτεινε τὴν ζωήν της δι’ ὀλίγους μόνον μῆνας. Σημειώσατε ὅτι ἡ ἀνάληψις ἐνεχύρων, ὡς καὶ ἐντεῦθεν ἐλέχθη, ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἡ ἀνάληψις τῶν ἐνεχύρων ἦτο μεγάλη, ἦτο πολὺ ἀνωτέρα παρ’ ὅ,τι ἦτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐγένετο ἀνάληψις 56.000.000 λιτρῶν, οὐδεὶς ὅμως ἔκαμε λόγον περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, οὐδεὶς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς παρανομοῦσαν, ἀλλ’ ἐθεωρήθη τὸ πρᾶγμα φυσικόν· διατί; Διότι ἡ ἐσοδεία ἦτο καταφανῶς μικρὰ καὶ ἐκρίθη πολὺ δεδικαιολογημένη ἡ ἀνάληψις ἐνεχύρων, διότι τὸ ἐμπόριον θὰ εὑρίσκετο εἰς μεγίστην στενοχωρίαν, αἱ τιμαὶ θὰ ἦσαν παρὰ πολὺ ὑψηλαὶ καὶ θὰ ἠνάγκαζε τοὺς ἐμπόρους νὰ ζητήσωσι νὰ ἀγοράσωσι πρὸς 160 δραχ. μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς προνόμια, ἐν τούτοις ἡ αὐτὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία οὐδένα ἐξένισεν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1909–1910, ἐξένισε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1908–1909. Ὁπωσδήποτε ἡ παραγωγὴ ἐκρίνετο παρὰ πολὺ μεγάλη, ἐσκέφθησαν δ’ ὅτι ἓν μόνον ἔχουσι συμφέρον, νὰ γίνῃ ἡ ἀνάληψις τῶν ἐνεχύρων. Ἡ ἑταιρεία οὐδὲν ἄλλο εἶχε συμφέρον· οἱ ἔμποροι ἐκινδύνευον νὰ χάσωσι τὰ ἐνέχυρά των, διότι, ἐὰν ἡ ἐσοδεία ἡ προσεχὴς ἦτο μεγάλη, βεβαίως ἡ ἐπιχείρησις ἦτο ἐπικίνδυνος. Εὐλογοφανὴς λοιπὸν ἦτο ἡ ὑπόνοια καὶ δι’ αὐτὸ ἐγένετο ἡ καταγγελία κατὰ τῆς ἑταιρείας. Βεβαίως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποδειχθῇ ἀσφαλῶς ὅτι οἱ ἀναλαβόντες τὰ ἐνέχυρα τὰ εἶχον ἀναλάβει διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρείας, μὴ ἐχούσης κεφάλαια, ἵνα τὰ διαθέσῃ πρὸς τοῦτο, μὴ δυναμένης νὰ τὰ διαθέσῃ, χωρὶς νὰ φανῶσιν εἰς τὰ βιβλία, διότι πάντως θὰ ἐφαίνοντο, καὶ διότι οἱ ἀναλαβόντες ἦσαν νόμιμοι κύριοι καὶ ἀναλαμβάνοντες τὰ ἐνέχυρα διέτρεχον μέγαν κίνδυνον. Ἀποδείξεις ἀσφαλεῖς δὲν ὑπῆρχον, ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον ἄλλως ἔκρινε. Τὸ Ὑπουργεῖον προσηνέχθη αὐστηρότατα πρὸς τὴν ἑταιρείαν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἅμα ὡς ἐξεδόθη τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ἀπετάθη πρὸς τὴν ἑταιρείαν καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν ὅτι ὀφείλει διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἤτοι διὰ τὸ ἔτος 1909–1910, νὰ λάβῃ μέτρα συντελεστικώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι ὀφείλει ν’ ἀγοράσῃ πολὺ περισσότερον πλεόνασμα, ἐπέμενε δ’ εἰς ἓν σημεῖον πολὺ σπουδαιότερον ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τοῦ πλεονάσματος, νὰ μὴ σκεφθῇ, καίτοι ἡ ἐσοδεία ἦτο μικροτέρα, νὰ μὴ σκεφθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον εἰς χρῆμα, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ ἑταιρεία ἀποφασίζει πῶς πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν ἀπὸ τὰ λάθη τῆς συμβάσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον πάντοτε λαμβάνει μέρος εἰς τοῦτο, πάντοτε ἐπιμένει, πάντοτε πιέζει τὴν ἑταιρείαν, χωρὶς οὐδὲν νὰ ἔχῃ πραγματικὸν δικαίωμα. Πιέζει τὴν ἑταιρείαν καὶ πολλάκις ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ του, ὅπως ἐπέτυχε καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὅτε, ἐνῷ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος εἰς χρῆμα, ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος εἰς εἶδος, ἵνα οὕτως ἀφαιρεθῇ τὸ ἀπόθεμα τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν. Ταῦτα πάντα εἶχον συντελεσθῆ πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι, ἐὰν εἴχομεν νὰ κρίνωμεν τὸ ζήτημα, ὅπως παρουσιάσθη εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, θὰ τὸ ἐκρίνομεν ὁμοίως.
§328ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τὸ ἐκρίνετε;
§329Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὁμοίως. Θὰ ἐδιστάζομεν νὰ προβῶμεν εἰς ῥιζικὰς ἀποφάσεις, θὰ ἐδιστάζομεν νὰ κάμωμεν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα φοβούμενοι μήπως ἐπισωρεύσωμεν ἐρείπια ἐπὶ τῆς Πελοποννήσου. Ἄλλη παράβασις τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν παρεγράφη, εἶναι ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου. Δὲν παρεγράφη δ’ ἀκόμη, ἀλλ’ ὑφίσταται, διότι ἡ ἑταιρεία, ὅπως ἔδωκα σημείωσιν, δὲν κατέβαλεν ἐμπροθέσμως τὸν φόρον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸν κατέβαλε τμηματικῶς. Ἀλλὰ τὸν εἶχε καταβάλει ἄλλοτε παρακλήσει τῆς Κυβερνήσεως προκαταβολικῶς. Ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ἀνάγκην χρημάτων παρεκάλεσε τὴν ἑταιρείαν νὰ τῇ δώσῃ προκαταβολικῶς χρήματα ἀπέναντι τοῦ φόρου καὶ ἡ ἑταιρεία τὰ ἔδωκε. Τώρα δὲ ἡ ἑταιρεία εὑρεθεῖσα εἰς δυσχερεστάτην περίστασιν, διότι εἶχε τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου της, εἶχε δανεισθῆ 3.000.000., τὰ ὁποῖα ὤφειλεν, ὤφειλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 2.700.000 ἐκ φόρου, εἶχε δὲ εἰς τὰ ταμεῖά της 499.000 δραχμῶν, τὸ ἄλλο δ’ ἐνεργητικόν της ἦτο διατεθειμένον εἰς δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ σταφίδος, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ, χωρὶς νὰ κλονίσῃ τὴν ἀγοράν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπέτρεψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ τμηματικῶς τὸν φόρον παρὰ τὴν σύμβασιν. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις ὁμοίως θὰ προσεφέρετο ἀναλογιζομένη ὅτι, ὅτε ηὐπόρει ἡ ἑταιρεία καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐζήτησε χρήματα, ἡ ἑταιρεία τὰ προκατέβαλε, νῦν δὲ ἡ ἑταιρεία μὴ δυναμένη νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ὅρον ἔλαβε τὴν συγκατάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τμηματικῶς νὰ τὰ ἀποδώσῃ καὶ τὰ ἀπέδωκε τμηματικῶς, μόλις δὲ παρῆλθεν ἡ στενοχωρία της, ἐμοῦ ὄντος Ὑπουργοῦ, τὰ κατέβαλεν ἀμέσως, διότι τὰ ἐζήτησα ἀμέσως. Δὲν θέλω νὰ παρατείνω πολὺ τὸν λόγον μου, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ ἀγορὰ τοῦ πλεονάσματος εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς ἑταιρείας. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ πλεονάσματος ἀφορώσης διατάξεως ἔφερεν ἀμέσως τὸ πρῶτον ἔτος 1905–1906 εἰς τὴν ἑταιρείαν ζημίαν. Διένειμεν ἀληθῶς ἡ ἑταιρεία μέρισμα κατὰ τὸ 1905–1906, μέρισμα 2%, περίπου, ἀλλὰ τὸ μέρισμα αὐτὸ δὲν προῆλθεν ἐκ κερδῶν, ἀλλ’ ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, διότι ἔπιπτεν ὁ χρυσός, καὶ ἐκ τούτου ἠδυνήθη νὰ δώσῃ μέρισμα, ὑπέστη δὲ ζημίαν ἐκ τῆς ἀγορᾶς πλεονάσματος, τὸ ὁποῖον τῇ ἐστοίχισεν 1.230.000, οὕτως ὥστε πᾶν κέρδος ἐξηφανίσθη. Τὸ 1906 καὶ 1907 ἔδωκε μέρισμα 6% ἐκ τῶν κερδῶν της τῶν πραγματικῶν· τὸ 1907–1908 ἔδωκε μέρισμα ἐκ τῶν κερδῶν της τῶν πραγματικῶν 10%, ἀλλὰ τὸ 1908–1909, ἀναγκασθεῖσα νὰ διαθέσῃ δι’ ἀγορὰν πλεονάσματος δρ. 2.663.000, εἶδε τὰ κέρδη της ὅλα ἐξαφανιζόμενα καὶ ἐπλήρωσεν ἱκανὰ ἐκ τῶν ἀποθεματικῶν αὐτῆς κεφαλαίων, τὸ δὲ 1909–1910 ἠναγκάσθη νὰ διαθέσῃ 4,300,000 δρ. διὰ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον τῇ ἔφερε ζημίαν ἀπορροφήσασαν ὅλα αὐτῆς τὰ κέρδη καὶ ἐλαττώσασαν τὰ ἀποθεματικά της κεφάλαια κατὰ 1,700,000 δρ. Τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα εἶναι πολὺ δεινότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἷς ἐκ τῶν προκγορευσάντων εἶπε, διότι ἡ ἑταιρεία εἶχεν ἀποθεματικὸν κεφάλαιον ἐκ συναλλαγματικῶν διαφορῶν, τὸ ὁποῖον ἐξηφανίσθη ὁλόκληρον, ἐὰν δὲ ἐξακολουθήσῃ νὰ λειτουργῇ ὑπὸ ὁμοίους ὅρους καὶ δὲν ἔχῃ πλέον ἀποθεματικὸν κεφάλαιον ἡ ἑταιρεία, θὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα μὲ κεφάλαια ἠλαττωμένα, καὶ εἶναι ἄγνωστον ποῦ θὰ καταλήξῃ τὸ πρᾶγμα. Τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐθίγησαν ἐντεῦθεν, εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς πράγματα παραγεγραμμένα. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ κατ’ ἐμὲ κύριον ζήτημα, διότι ταῦτα δὲν ἔχουσι σημασίαν διὰ τὸ μέλλον· τὸ κύριον ζήτημα κατ’ ἐμὲ εἶναι πῶς ἡ ὅλη σύμβασις λειτουργεῖ, τὸ κύριον ζήτημα δι’ ἐμὲ εἶναι ἂν ἡ σύμβασις αὐτὴ παρέχει εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ τοὺς παραγωγοὺς καὶ τὸ ἐμπόριον τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ παρέχῃ, ἂν ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγήν, ἂν ἐφηρμόζετο ἀκριβῶς καὶ ἂν ἠδυνάμεθα ἀκόμη νὰ κάμωμεν, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀκριβῶς ἡ σύμβασις. Αἱ παραβάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, βεβαίως εἶναι παραβάσεις, ἢ εἶναι ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι, ἀφοῦ ἐγέννησαν παράπονα, βεβαίως ἔχουσί τινα ὑπόστασιν. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ὡμολόγησα τὴν παράβασιν, ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν κατέβαλε τὸν φόρον ἐγκαίρως, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ τῶν πλεονασμάτων σᾶς εἶπον πῶς ἔκρινε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ μηχανισμὸς τόσον πολύπλοκος, μηχανισμός, ὁ ὁποῖος συγχρόνως εἰς διάφορα κέντρα, εἰς διάφορα σημεῖα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὤφειλε τόσα συμφέροντα νὰ θεραπεύῃ δικαίως καὶ πρὸς εὐκολίαν τῶν παραγωγῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ καὶ νὰ βαίνῃ ὁμαλῶς παντοῦ καὶ νὰ μὴ προσκόπτῃ ἄλλοτε ἐδῶ καὶ ἄλλοτε ἐκεῖ. Καὶ ἐν τούτῳ συνέβη ὅπως καὶ ἐν πλείστοις ἄλλοις, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ὕστερον ἐβελτιώθη, καὶ ὅτε ἐψηφίζοντο αἱ βελτιώσεις τῆς συμβάσεως οὐδέποτε αἱ Κυβερνήσεις ἢ αἱ Βουλαὶ ἐσκέφθησαν ὅτι τοιοῦτος ὀργανισμός, τόσον δύσκολος εἰς τὴν ἐφαρμογήν του, ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ Κράτει, ἡ ὁποία νὰ παρακολουθῇ αὐτόν. Τὸ Κράτος ἠθέλησε διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς νὰ παρεμβῇ ἐμμέσως, ἵνα κανονίσῃ τόσας σχέσεις, τόσα συμφέροντα, ἵνα ῥυθμίσῃ τεχνητῶς δι’ ἑνὸς συστήματος δυσκολωτάτου, ἀνεπιστημονικοῦ, ἀδυνάτου νὰ ἐπιτύχῃ, νὰ ῥυθμίσῃ αὐτὰς τὰς σχέσεις, ἤξευρεν ὅτι εἶναι δυσκολώτατον τὸ πρᾶγμα, ἤξευρεν ὅτι πλεῖσται δὲν ἠδύναντο νὰ προοραθῶσι καὶ δὲν προωράθησαν, ἀνεπαρκέστατα δὲ κατόπιν προεβλέφθησαν ἢ ἐθεραπεύθησαν, καὶ ὅμως δὲν ἐσκέφθη νὰ δημιουργήσῃ ὑπηρεσίαν παράλληλον τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Προνομιοῦχος, δὲν εἶχεν οὔτε κἂν τὴν ἐπιστημονικὴν περιέργειαν νὰ ἴδῃ τί θὰ ἀπέφερεν ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἡ Προνομιοῦχος, καὶ ἐκρίθη, ὅτι ἡ κεντρικὴ τοῦ Ὑπουργείου ὑπηρεσία θὰ ἤρκει λειτουργοῦσα παρὰ τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Προνομιούχου, τὰ ἄλλα δὲ πάντα ἀφέθησαν εἰς τὴν καλὴν πίστιν. Νομίζω ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἢ αἱ Βουλαί, αἵτινες οὕτως ἐσκέφθησαν, εἶχον ἄδικον· νομίζω ὅτι πλεῖστα τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς ἑταιρείας, δὲν θὰ ἐξεφέροντο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὁρίσει ὀργανισμὸν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκ καταλλήλων προσώπων, ἵνα ἴδῃ ἂν πράγματι ἡ ἑταιρεία εἶχεν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι προσεφέροντο ὅπως ἔπρεπε νὰ προσφέρωνται, οἱ ὁποῖοι δὲν εὐνοοῦσιν, ὅπως κατηγοροῦσιν ὅτι εὐνοοῦσιν ὡρισμένα πρόσωπα, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζουσιν ἀκριβῶς ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις τὴν σύμβασιν, ἂν φέρωνται εἰς τὸν πτωχὸν παραγωγὸν ὅπως πρέπει νὰ φέρωνται, διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δύνανται νὰ γίνωσι καὶ ἀδικίαι, ὅταν εἷς ὀργανισμὸς ἔχῃ τόσα ὄργανα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι διὰ λογαριασμόν των. Τοῦτο τὸ πρᾶγμα δὲν προωράθη ἐγκαίρως καὶ δι’ αὐτὸ καὶ πλεῖστα ἄλλα πράγματα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λειτουργήσωσιν ὁμαλῶς, συμφώνως μὲ αὐτὴν τὴν σύμβασιν τῆς Προνομιούχου, πλεῖστα δὲν προωράθησαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα τὸ πρᾶγμα ἔχει σκοπὸν νὰ ἱδρύσῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἵνα ἐπιτηρήσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς συμβάσεως καὶ τὴν ἐπιτηρήσῃ τοπικῶς, τὴν ἐπιτηρήσῃ διηνεκῶς διὰ καταλλήλων ἀνθρώπων ἐπιστημόνων, ἀνθρώπων ὄχι συνήθων ὑπαλλήλων, οἷοι θὰ ἦσαν τοῦ χημικοῦ ἐργοστασίου οἱ ὑπάλληλοι. Νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἂν ἐπιτηρήσῃ τὴν Προνομιοῦχον, ἂν ἔχῃ διηνεκῶς ἐπίβλεψιν τῆς λειτουργίας τῆς συμβάσεως, θὰ κατασταθῇ δυνατὸν τὰ πλεῖστα τῶν ἀτόπων καὶ ἀκόμη καὶ αἱ μεγάλαι παραβάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, νὰ ἀποσοβηθῶσι καὶ νὰ μὴ γίνωνται. Ἐὰν γίνῃ τοῦτο, νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν διὰ τοιούτου τεχνητοῦ συστήματος, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῶσιν αἱ ἐλπίδες των καὶ αἱ προσδοκίαι τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, θὰ διατηρηθῶσι καὶ διὰ τῆς βοηθείας τῆς Κυβερνήσεως θὰ δυνηθῶσι νὰ δικαιωθῶσι. Τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ θεωρητικὸν μέρος, τὰ μέτρα δηλαδή, τὰ ὁποῖα προετάθησαν, εἶναι μέτρα καὶ αὐτὰ τεχνητά, τὰ ὁποῖα κάμνουσιν ἔτι μᾶλλον τεχνητὸν τοῦτο τὸ μέτρον τῆς ἰσορροπήσεως τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν κατανάλωσιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ μόνον νὰ λεχθῶσιν ὡς ἰδέαι. Ὑπάρχουσι δυσκολίαι πραγματικαί, δυσκολίαι προερχόμεναι καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὴν Προνομιοῦχον, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι δυσκολίαι εἰς τὸ νὰ θίξωμεν τὸ παρακράτημα ἐξαρτώμεναι ἐκ τῆς συγκαταθέσεως ξένης Δυνάμεως, ἢ ἐκ τῆς καταναλώσεως ἀγορῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρεμβῶσι καὶ νὰ μᾶς ἐμποδίσωσιν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τοιαῦτα μέτρα.
§330Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εὐρυτέρα ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου.
§331Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, ἂν μὴ συνεννοήσεις διεξαχθῶσι καὶ ψηλαφηθῇ τὸ ἔδαφος. Ἓν μόνον ἐξηνέχθη ἐντεῦθεν, τὸ ὁποῖον σᾶς δεικνύει τὸ δύσκολον, τὸ σαθρὸν τοῦ συστήματος. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐνείχετο εἰς τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνταῦθα, ὅτι ἐν ὥρᾳ ὑπερπαραγωγῆς, ἂν ζημιωθῶσι τελικῶς οἱ σταφιδοκτήμονες ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς, εἰς βάρος των νὰ καταπέσῃ ἓν τμῆμα τῆς ζημίας καὶ ὄχι ὅλον τὸ τμῆμα τῆς ζημίας νὰ πέσῃ εἰς βάρος τῆς Προνομιούχου. Τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα ὡς τολμηρόν, διότι τολμηρότατον εἶναι νὰ ἔλθῃ μία ἑταιρεία, ὑπολογίζουσα ὅτι θὰ κερδίσῃ, νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ τὴν συμμερίζομαι τὴν βεβαίαν ζημίαν, ὁσάκις παρουσιασθῇ, καὶ τὴν θέτω εἰς τὸ ἐνεργητικόν μου. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, εἶναι ζήτημα δυσκολώτατον νὰ ἐκτελεσθῇ, νὰ προστεθῇ δικαίωμα εἰς χρῆμα, ἵνα δυνηθῇ νὰ καταπέσῃ ἡ ζημία ἐπὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, διότι ἄλλως δὲν θὰ καταπέσῃ ἐπὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἀλλὰ θὰ καταπέσῃ πάλιν ἐπὶ τοῦ καταναλωτοῦ. Ἡ αὔξησις τοῦ παρακρατήματος, ὅπως πάντοτε ἐγένετο, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βαρύνῃ τὸν καταναλωτήν, καὶ οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη ὅτι ὁ σταφιδοκτήμων ἐβαρύνθη. Ἂν λοιπὸν γίνῃ μελέτη περὶ τοιούτων ἔργων, θὰ γίνῃ μελέτη, ἡ ὁποία θὰ εἶναι σοβαρά, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ τεχνητὸν ἀκόμη πλέον τεχνητόν, ἴσως ἐφαρμοσθῇ, ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ προκαλέσῃ. Ὁπωσδήποτε νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἱδρύουσα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ἵνα ἐπιμείνῃ, ὅπως ἀκριβῶς ἐφαρμόζηται ἡ σύμβασις, ὅπως μὴ γεννῶνται παράπονα ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς συμβάσεως, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ εὐχαριστήσῃ ἢ νὰ πληρώσῃ τὰς προσδοκίας τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου. (Χειροκροτήματα).
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 τῆς νυκτός).