1911.05.04
3.322 στίχοι · 25.995 λέξεις · 261 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80.
Τῆς 4ης Μαΐου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 188 Βουλευτῶν.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: 1) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Τζουζάνης ζητούντων νὰ τοῖς χορηγηθῇ ἐθνικὸν λιβάδιον ἐκ 2.000 στρεμμάτων· 2) Ἀναφορὰν καταδίκων τοῦ Σωφρονιστηρίου Κερκύρας περὶ ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν μεταγωγῶν· 3) Ἀναφορὰν τῆς Μαρίας χήρας Κυρκιλέση περὶ βοηθήματος, ὡς φονευθέντος τοῦ υἱοῦ της, χωροφύλακος ἐν Πειραιεῖ, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ὄντος μόνου προστάτου της.
§2Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναγινώσκεται ἡ ἀνωτέρω ἀναφορά).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 4) Ἀναφορὰν Ἀ. Σκιαδαρέση βουλευτοῦ Κερκύρας περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν κοραλλιοφόρων παραλίων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἱδρύσεως βιομηχανικοῦ καταστήματος κατεργασίας αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι· 5) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Καρδαμύλης ζητούντων ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν ἐράνων μέχρι τῆς συγκομιδῆς τοῦ ἐλαίου· 6) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βαρυπατάδων, Συναράδων, Λαύτη, Ποταμοῦ, Παυλιανῶν, Περιθείας, Κάτω Γαρούνου ὑπὲρ ἐπιψηφίσεως προτάσεως ἀγροτικοῦ νόμου ὑποβληθείσης ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Κερκύρας. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 12 Μαΐου ἔ. ἔ. συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Π.Α.Π.». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Μπακόπουλος.
§6Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ προκειμένη ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις μεταξὺ τῶν κυρίων Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνός, καὶ τοῦ προέδρου τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Π.Α.Π, ἐνεργοῦντος ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρείας, ἐξ ἄλλου, φέρει τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 23. Εἰκοσιδύο λοιπὸν συμβάσεις κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μεταξὺ ἑταιρείας καὶ Δημοσίου ἔχουσι ψηφισθῆ μέχρι τοῦδε καὶ ἡ παρουσιαζομένη ὑπὸ συζήτησιν φέρει τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 23. Ἂς ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐξετέλεσε καὶ ἐσεβάσθη ἡ ἑταιρεία τὰς μέχρι τοῦδε συμβάσεις, ὅπως κρίνωμεν ἀσφαλῶς ἂν μετὰ πιθανότητος δύναταί τις νὰ προσδοκᾷ ὅτι καὶ ἡ σύμβασις αὕτη θέλει ἐκτελεσθῆ κατὰ γράμμα. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔλαβον σήμερον γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν συμβάσεων, ἐπειδὴ ὅμως συνέπεσε νὰ εἶμαι Βουλευτὴς καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις προηγουμένων συμβάσεων, εἶχον μελετήσει καὶ εἶχον ἀντιληφθῆ τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρείας, καὶ διὰ τοῦτο νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς συμβάσεως καὶ τῆς ἑταιρείας αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1882 συνῆλθον κεφαλαιοῦχοί τινες μεγάλης φερεγγυότητος καὶ συνέταξαν ἓν συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνελάμβανον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλωσιν ὡς ἱδρυτικὸν κεφάλαιον 20.000.000 φρ. Διὰ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἐπρόκειτο νὰ κατασκευάσωσι γραμμὴν σιδηροδρομικὴν ἀπὸ Πειραιῶς–Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν καὶ ἀπὸ Κορίνθου–Ἄργους–Ναυπλίου μέχρι Μύλων. Ἀλλά, ὅπως γίνεται συνήθως εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, οἱ κύριοι κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεσχέθησαν ἀρχικῶς νὰ καταθέσωσι τὸ κεφάλαιον τῶν 20.000.000, κατέθεσαν μόνον τὴν ὑπόληψιν τῶν ὀνομάτων των καὶ οὐδὲ ἓν λεπτὸν πρὸς σχηματισμὸν τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἐξέδωκαν ὅμως εἰς ἐγγραφὴν πρὸς τὸ δημόσιον τὰς μετοχὰς διὰ τὴν συλλογὴν τοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ ἐγγραφὴ τότε τῶν μετοχῶν ἀπέτυχε καὶ μόλις ὀλίγα ἑκατομμύρια συνελέγησαν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὴν ἁπλότητα νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ δάνειον τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ἔργον εἶχεν ἀρχίσει καὶ ἔπρεπε νὰ περατωθῇ. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὴν ἐξωτερικὴν ἀντίληψιν οἱ σιδηρόδρομοι, καὶ οἱ μᾶλλον προσοδοφόροι καὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν ἄλλων μερῶν, δὲν ἀποδίδουσι μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους παρὰ 2½–3% κατ’ ἔτος, οἱ Κύριοι οἱ συνελθόντες πρὸς ἵδρυσιν τῆς ἑταιρείας προέβησαν εἰς σύναψιν δανείου ἀπὸ τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ καὶ Υἱὸν τοῦ Λονδίνου κατ’ ἀρχὰς μὲν 286.000 λ. στ. πρὸς τόκον ὑπερδιπλάσιον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον συνήθως αἱ σιδηροδρομικαὶ ἑταιρεῖαι δίδουσι πρὸς τοὺς μετόχους, καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ ἑταιρεία αὕτη ὑπῆρξε θνησιγενής. Πρὸς διατήρησιν ὅμως καὶ τῆς ἑταιρείας καὶ τῆς συγκοινωνίας ἤρχισαν ἔκτοτε ἀλλεπάλληλοι συμβάσεις, ἤρξατο δηλ. ἡ σύμβασις πρὸς αὔξησιν τῶν κομίστρων ἀπὸ Πειραιῶς–Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν, διότι τότε ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Πύργου δὲν εἶχε συντελεσθῆ. Ηὔξησαν λοιπὸν τὰ κόμιστρα ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ἡ ἑταιρεία διατρήσῃ τὰς Σκειρωνίδας πέτρας καί, ἀντὶ νὰ διερχώμεθα ἀπὸ τὴν Κακὴν Σκάλαν, ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία σῆραγξ ὑπὸ τὰς Σκειρωνίδας πέτρας. Ἐξηκολούθησεν ἔκτοτε ἡ ἑταιρεία νὰ λαμβάνῃ ηὐξημένα τὰ κόμιστρα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπεχείρησεν οὔτε ἐσκέφθη περὶ διατρήσεως τῶν Σκειρωνίδων πετρῶν.
§7Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τί ὠφέλειαν θὰ εἶχεν;
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐσυντομεύετο πολὺ ἡ χιλιομετρικὴ ἀπόστασις τῆς γραμμῆς. Τώρα λεπτομερείας σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ ἐρωτήσητε, διότι μηχανικὸς δὲν ὑπῆρξα. Ἐγὼ ἀναφέρω ποίαν ἀντίληψιν ἔχω ἐκ τῶν διαφόρων συμβάσεων.
§9Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διὰ τίνα αἰτίαν δὲν ἐτήρησαν τὸν λόγον των οἱ τῆς ἑταιρείας;
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω καὶ ἐγὼ διὰ τίνα αἰτίαν; Τώρα θὰ ἴδητε. Ἀλλ’ ὅμως τὰ κόμιστρα ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ.
§11Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἔπρεπε νὰ παρεμβῇ ἡ Πολιτεία.
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετ’ ἀλλεπαλλήλους συμβάσεις, Κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἔτος, περὶ τοῦ ὁποίου κρίνω σκόπιμον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἔτος 1901. Τὸ ἔτος 1901 ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ͵ΒΩΚϚʹ νόμος τῆς 15 Φεβρουαρίου 1901, διὰ τῆς ὁποίας ἐκυροῦτο σύμβασις μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ Δημοσίου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1900, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἐχορήγει ἢ ἠγγυᾶτο δάνειον πρὸς τὴν ἑταιρείαν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Πρὸς σύναψιν τῆς συμβάσεως ταύτης, κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι ἀντέστην καὶ τότε, ἀλλὰ κατὰ τὴν 5 πρωινὴν ὥραν ὁ τότε ἀρχηγός μου καὶ ἀείμνηστος μακαρίτης Δηλιγιάννης, ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τότε ὤν, ἠγόρευσεν ὑπὲρ τῆς συμβάσεως καὶ τὸ ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἰπὼν ἐν τέλει: ὁ ἔχων πεποίθησιν εἰς τοὺς λόγους μου πρέπει νὰ ψηφίσῃ.
§13Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Εἶχον συμφωνήσει πάντα τὰ κόμματα.
§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν λέγω τι ὑπερβολικόν. Ἐξέσχισα τὰς σημειώσεις μου καὶ ηὐχήθην εἰς τὸν τότε ἀρχηγόν μου νὰ μὴ μετανοήσῃ διὰ τὴν ὑποστήριξιν τοιαύτης ἑταιρείας θνησιγενοῦς. Ἀπέναντι τῶν 3,000,000 δραχ., τὰ ὁποῖα ἐχορήγει τὸ Δημόσιον εἴτε τοῖς μετρητοῖς εἴτε δι’ ἐγγυήσεως πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρεία — καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς — τὰς ἑξῆς ὑποχρεώσεις. Ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως. Νὰ ἐξοφλήσῃ ἡ ἑταιρεία διὰ τῶν 3,000,000 αὐτῶν πάντα τὰ κυμαινόμενα χρέη, νὰ σχηματίσῃ κεφάλαιον 300,000 δραχ. πρὸς βελτίωσιν τῆς κινήσεως· νὰ δαπανήσῃ 500,000 πρὸς ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ. Ὁ ὅρος αὐτὸς ὡς καὶ πάντες οἱ ὅροι περίπου εἶναι οἱ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐμπεριέχονται καὶ ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν συμβάσει, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Πατρῶν, διὰ νὰ μὴ πάθωσι καὶ αὐτοὶ ὅ,τι ἐπάθομεν καὶ ἡμεῖς οἱ Τριπολῖται δι’ ἄλλης συμβάσεως.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν ὑπάρχει.
§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νὰ ἀγοράσῃ τροχαῖον ὑλικόν.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀοριστότατα.
§18Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κάμῃ λιμενικὰ ἔργα ἐν Ναυπλίῳ, τὸ ἐργοστάσιον τῆς Τριπόλεως, βελτιώσεις τῶν σταθμῶν, ἰδίως τῶν Πατρῶν καὶ τῶν Ἀθηνῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται κυρίως.
§19Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καὶ μένουσιν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον!
§20Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ ἑταιρεία τότε εὗρε τὸν πλούσιον δανειστήν, τὸ Δημόσιον, καὶ εἶχεν ἀνάγκην τῶν 3,000,000, ὅπως βελτιώσῃ τὴν θέσιν της; Τὰ 3,000,000 ἐδόθησαν εἰς τὴν ἑταιρείαν, διὰ τῆς συμβάσεως δ’ ἐκείνης ἡ ἑταιρεία εἶχε τὸ δικαίωμα, ὀψέποτε ἠδύνατο, ν’ ἀποδώσῃ τὰ 3,000,000 εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ Δημόσιον εὐχαρίστως θὰ τὰ ἐλάμβανε· δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη ἄλλης συμβάσεως, ὅπως ἐπιστραφῶσι τὰ 3,000,000 εἰς τὸ Δημόσιον, διότι εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἑταιρεία νὰ τὰ δώσῃ καὶ τὸ Δημόσιον ὑποχρέωσιν νὰ τὰ λάβῃ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1906 γίνεται ἄλλη σύμβασις μεταξὺ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος της τὸ ἀνερχόμενον εἰς 3,000,000. Ἀλλ’ ὡς ἀντιστάθμισμα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους αὐτῆς ἡ ἑταιρεία αὕτη τί ἐλάμβανε παρὰ τοῦ Δημοσίου; Πολλὰ ἑκατομμύρια ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ὄχι 3,000,000 πλέον, διότι, διὰ νὰ λάβῃ τὰ 3,000,000 τὸ Δημόσιον, συνῆψεν ἄλλην σύμβασιν μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ αὐτοῦ. Εἶναι ἡ σύμβασις ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τοῦ νόμου ΓΡΚΗʹ τῇ 19 Ἰουνίου 1906, φέρουσα χρονολογίαν 12 Μαΐου 1906. Διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς δίδεται μὲν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον δάνειον τῶν 3,000,000, ἀλλ’ ἅπασαι αἱ διατάξεις τῆς ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1900 συμβάσεως ἀκυροῦνται, διατηρουμένων ἐν ἰσχύϊ μόνον τῶν ἄρθρων 1,2,3,7,9 καὶ 13 τῆς συμβάσεως ταύτης, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν ἑταιρείαν· πάντα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως τῆς προγενεστέρας, διὰ τῶν ὁποίων ἀνελάμβανεν ἡ ἑταιρεία ὑποχρέωσιν διὰ τὰ λιμενικὰ ἔργα Ναυπλίου, διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν σταθμῶν, πάντα ταῦτα ἠκυρώθησαν.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθη ἀμνηστία!
§22Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὠφελήθη ἑκατομμύρια, κύριε Πρόεδρε.
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί.
§24Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς ἡ «Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» δὲν ἐτυπώθη, ὅπως ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ῥηθέντα τότε καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ ἄλλων, ἀπὸ τραπεζικῆς ἀπόψεως ἐξετασάντων ἐκείνων τὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἔδωκε λοιπὸν 3,000,000 ἡ ἑταιρεία, ἀλλ’ ὠφελήθη πολλὰ ἑκατομμύρια, διότι πᾶσαι αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ἠκυρώθησαν.
§25Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τὰ ὁποῖα ὤφειλεν.
§26Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὁποῖα ὤφειλε καὶ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἄνευ τῆς συμβάσεως τῆς νεωτέρας. Ἐγὼ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὰ σημειώματα αὐτά, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθέντα, ἐνόμισα ὅτι διὰ τῆς παροχῆς τῶν 3,000,000 εἶχον περισσεύσει χρήματα εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ ἐξώφλησε τὸ χρέος αὐτό. Δὲν ἔχει οὕτως ὅμως τὸ πρᾶγμα ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τότε μάλιστα, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ δάνειον αὐτό, διεφώνησα καὶ πρὸς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν εὐγενῆ φίλον μου, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας πολὺ σέβομαι, τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρην, εἰπόντα τότε ὅτι, ἐὰν καταβληθῇ εἰς τὴν ἑταιρείαν τὸ δάνειον τῶν 3,000,000, ἡ ἑταιρεία θέλει εὐημερήσει.
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν θέλει καταστραφῆ.
§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι εἰς χειροτέραν κατάστασιν τώρα, ὅπως θ’ ἀποδείξω. Ὄχι δὲν θέλει καταστραφῆ, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχει ζωὴν ἡ ἑταιρεία αὕτη καὶ μοὶ εἴπετε μάλιστα ὅτι θὰ εὐημερήσῃ.
§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύο λέξεις; Ἡ θέσις τῆς ἑταιρείας ἦτο τοιαύτη κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὥστε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤρχετο ἀρωγός, βεβαίως ἤθελε πωληθῆ ἡ ἑταιρεία καὶ ἤθελον ἀναλάβει αὐτὴν ξένοι, καὶ ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ξένην ἑταιρείαν εἰσερχομένην ἐνταῦθα καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε δυσκολίας ἀπέναντί της. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§30Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ πεποίθησίς σας. Μήπως ἐγὼ κατέκρινα τὴν γνώμην σας; Καίτοι λοιπὸν ἡ ἑταιρεία ἔλαβε τὰ 3,000,000 ἐκεῖνα, καίτοι ἐπῆλθεν ἰσοτιμία τοῦ συναλλάγματος, διότι τότε, ὅτε ἐλαμβάνοντο τὰ 3,000,000 ἀπὸ μέρους τῆς ἑταιρείας, ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἦτο 60–70–80% — ἐγὼ τότε ἠγόρασα ὀλίγα φράγκα χρυσᾶ πρὸς 1,82, —ἰσοτιμία, ἐκ τῆς ὁποίας πολλὰ ὠφελήθη ἡ ἑταιρεία —, ὠφελεῖται δὲ πολλά, διότι ἅπαν τὸ ὑλικὸν τὸ χρησιμεῦον καὶ πρὸς κίνησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ πρὸς λειτουργίαν τῶν ἐργοστασίων της προμηθεύεται ἔξωθεν, καὶ ἐνῷ ἐπλήρωνε τότε πρὸς 1,82, πρὸς 1,70, πρὸς 160, ἤδη τὸ πληρώνει εἰς τὴν ἰσοτιμίαν —, ἐν τούτοις, καίτοι ἐν ἰσοτιμίᾳ εἶναι τὸ φράγκον, καίτοι ἐδόθησαν τὰ 3,000,000, ἡ ἑταιρεία εὑρίσκεται εἰς χείρονα θέσιν, διότι τὰ χρέη της κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ηὔξησαν. Εὑρέθη ἐν τῷ φακέλῳ μου τῶν ἐγγράφων τῆς Βουλῆς σημείωμά τι, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀπὸ τοῦ 1900, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ δάνειον τῶν 3,000,000. Τότε εἶχον ζητήσει πληροφορίας παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, καὶ τὰ χρέη τῆς ἑταιρείας κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1897 ἀνήρχοντο τότε εἰς 18,341,043 δρ., ἤτοι λίρας 255,000+240,000 καὶ ἐσωτερικὸν δάνειον 6,000,000 δραχ. Ἤδη κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τῆς ἑταιρείας, ὄχι τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ χρέη τῆς ἑταιρείας ἀνέρχονται εἰς 24,875,511 δραχμ. Ὥστε οὔτε τὰ 3,000,000 ὠφέλησαν τὴν ἑταιρείαν οὔτε ἡ ἰσοτιμία τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ὁλονὲν βαίνει ἐπὶ τὰ χείρω. Ἐὰν ψηφίσωμεν, κύριοι Βουλευταί, τὴν σύμβασιν ὅπως ἔχει, ὁποίας συνεπείας ὑποπτεύομαι ἐγώ, εἴτε ἐξ ἰδιοσυγκρασίας, διότι πολλὰς συμβάσεις εἶδον ψηφισθείσας ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ ὁποῖαι ἐναυάγησαν καὶ ἐπέφερον μεγάλα κακὰ εἰς τὴν κοινωνίαν, εἴτε καὶ ἐκ πεποιθήσεως, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως ἔχει τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ πρώην ἰσθμὸς καὶ ἤδη διῶρυξ τῆς Κορίνθου. Διὰ νὰ μεταβληθῇ ὁ ἰσθμὸς αὐτὸς εἰς πορθμόν, ἐδαπανήθησαν πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων, καὶ ἡμέραν τινὰ βλέπομεν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἰσθμὸς ἐκεῖνος ἢ ὁ πορθμὸς ἐξεπλειστηριάζετο καὶ κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τῶν τελευταίων ὑπερθεματιστῶν ἀντὶ ἑκατοντάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἔργον πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ἔφερον δὲ τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἢ μᾶλλον τὴν νομιμοποίησιν τοῦ πλειστηριασμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, γνωρίζετε διατί; Διότι ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶχεν ἕνα ὅρον, τὸν ὁποῖον βλέπω καὶ ἐν τῇ συμβάσει τῇ ὑπὸ συζήτησιν, εἶχεν ἕνα ὅρον ὅτι ἕκαστος κάτοχος ὁμολογίας τινὸς ἀνωνύμου εἶχε δικαίωμα ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ ἰσθμοῦ αὐτοῦ. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν νὰ γίνῃ πλειστηριασμὸς ἄνευ νόμου, ἐὰν δὲν ἀνηγγέλλετο εἰς πάντας τοὺς κατόχους τῶν ἀνωνύμων μετοχῶν. Ἀλλ’ οἱ κάτοχοι τῶν ἀνωνύμων μετοχῶν ἦσαν γνωστοί, διὰ ν’ ἀναγγελθῇ ὁ πλειστηριασμός; Ὄχι βεβαίως. Δι’ αὐτὸ ἠθέλησαν νὰ νομιμοποιήσωσι διὰ νόμου τὸν πλειστηριασμόν. Τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀνεκάλυψεν ὁ κ. Βοζίκης, μετὰ τὴν ὁμιλίαν δὲ τοῦ κ. Βοζίκη ἀνεστάλη ἐπὶ μῆνάς τινας ὁ πλειστηριασμός, ἐπὶ τέλους ὅμως ἐνηργήθη.
§31ΠΕΡ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ ἑταιρεία ὀφείλει ἑκατομμύρια;
§32Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω ἐπὶ τῇ βάσει σημειώσεως, ἣν ἔχω ἐδῶ. «Πρὸς τὸν Ῥαφαὲλ ὀφείλω λίρας 240,000 καὶ 253,400, ἐσωτερικὸν δάνειον δι’ ὁμολογιῶν δραχμ. 5,528,000, Ῥαφαὲλ λίρας 114,000, δάνειον ἐσωτερικὸν δραχ. 2,500,800. Πρὸς τὰς Τραπέζας δραχ. 1,639,411. Τὸ ὅλον δραχ. 24,875,511. Τὸ 1,500,000 πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 3,000,000 ἡ ἑταιρεία τὸ ἐδανείσθη παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς «Ἀνατολῆς».
§33ΠΕΡ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον ποῖον εἶναι;
§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 20,000,000. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἡ ἐγγραφὴ τί ἀπέδωκεν. Ἤδη ζητεῖται, Κύριοι, διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐκφράσω μίαν ἐπιθυμίαν ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ σύμβασις ὁμοία τῶν παρελθουσῶν συμβάσεων, διότι συμβάλλεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ πρόεδρος τῆς ἑταιρείας. Δίδει ὁ κ. Ῥέπουλης ἑκατομμύρια ἢ ὁ κ. Κορομηλᾶς, διὰ νὰ συμβληθῶσιν; Ἔπρεπεν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν συντετελεσμένην τινὰ σύμβασιν καὶ ζητήσωσι τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ἠκολούθησαν ὅμως τὴν ὁδὸν τοῦ παρελθόντος. Ἡ Κυβέρνησις χορηγεῖ ἄδειαν εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον μὲ τόκον 4%, μὲ προμήθειαν 1½% καὶ τιμὴν ἐκδόσεως πρὸς 82%. Ἡ σύμβασις εἶναι συντετελεσμένη μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τῶν Τραπεζῶν.
§35Γ. ΠΩΠ. Ἄλλως τε ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει ὅτι συνεβλήθη ἤδη μὲ τὰς Τραπέζας. Ὑπάρχει προσύμφωνον.
§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν ἑταιρείαν νὰ συνάψῃ δάνειον 12,500,000 δραχμῶν. Ἂς ἴδωμεν τί λαμβάνει ἡ ἑταιρεία ἐκ τοῦ δανείου τούτου καὶ τί ζημιοῦνται οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρείας τοῦ σιδηροδρόμου. Ἡ ἑταιρεία, Κύριοι, θὰ λάβῃ εἰς μετρητὰ ἐκ τοῦ δανείου τούτου 2,219,500 δραχμάς· αὐτὰ θὰ τὰ λάβῃ εἰς μετρητά, διότι τὰ ἄλλα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τὰ ὀφειλόμενα τῶν δανείων, δηλαδὴ γίνεται εἷς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Διότι ἐγὼ δὲν ὑποθέτω πῶς ὁ Ῥαφαὲλ ἢ οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς ἑταιρείας θὰ λάβωσι χρήματα, διὰ νὰ πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα. Εἶναι οἱ λεγόμενοι οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, διότι πρέπει νὰ μάθητε, Κύριοι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχουσιν ἱδρυθῆ δυναστεῖαί τινες, ἑκάστη τῶν ὁποίων εἶναι ἰσχυροτέρα τῆς δυναστείας τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, διότι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος σεβόμενος τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς παραδόσεις αὑτοῦ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προσλάβῃ οὔτε τὸν ὑπηρέτην του, αἱ δυναστεῖαι ὅμως ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διαχειρίζονται τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, εἶναι πολὺ ἰσχυρότεραι τῆς δυναστείας τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Λαμβάνει λοιπὸν ἡ ἑταιρεία τοῖς μετρητοῖς εἰς χεῖράς της 2,119,500 δραχμάς, καὶ τί ζημιοῦνται οἱ μέτοχοι, νομίζετε; Οἱ μέτοχοι ζημιοῦνται 2,437,500, ἤτοι ἐπὶ πλέον 218,000 δραχμῶν. Τίνι τρόπῳ; Δίδει εἰς τὴν ἑταιρείαν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ συνάψῃ μὲ τὰς Τραπέζας δάνειον 12,500,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου εἶναι πρὸς 82%· δὲν θὰ λάβῃ 100 δραχμὰς διὰ μίαν μετοχὴν τῶν 100 δραχμῶν ἡ ἑταιρεία, ἀλλὰ θὰ λάβῃ ἡ ἑταιρεία 82 δραχμάς, ἤτοι 18% ἀφίεται ὡς διαφορὰ ἐκδόσεως, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 2,500,000 δραχμῶν. Δίδεται περιπλέον καὶ εἰς τοὺς δανειστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὰ χρήματά των, ὡς προμήθεια 1½%, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1910 δὲν ἐδίδετο.
§37Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ.
§38Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς 1½% εἶναι 187,000 δραχμῶν. Τὸ σύνολον τῶν μετόχων ζημιοῦται 2,437,500, ὅπως λάβῃ ἡ ἑταιρεία μετὰ τὴν ἐξόφλησίν της πρὸς τὸν Ῥαφαέλ, πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς «Ἀνατολῆς» καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 2,119,000, δηλαδὴ μετόχους εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν δὲν βλέπω δυναμένους ν’ ἀγοράσωσι τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, θὰ τὰς ἀγοράσωσιν οἱ δανεισταὶ Ῥαφαὲλ καὶ αἱ δύο Τράπεζαι, τῆς «Ἀνατολῆς» καὶ τῆς Ἐθνικῆς, ἴσως δὲ καὶ τὰ συμβούλια τῶν διαφόρων ἑταιρειῶν, ἅτινα ἑδρεύουσιν ἐν Ἀθήναις. Διὰ τῆς μετατροπῆς αὐτῆς θ’ ἀφαιρεθῶσι 2,500,000 ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς μετόχους. Καὶ τί ἄλλο γίνεται; Ὅτι ἐνεγράφη πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τούτου καὶ ὑποθήκη ἐπὶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, ὅπως εἶχεν ὁ Ῥαφαὲλ πρώτην ὑποθήκην ἐπὶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς διὰ 240,000 λίρας, δευτέραν δὲ ὑποθήκην ἐπὶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς τοῦ ἰδίου Ῥαφαὲλ διὰ τὸ δάνειον τῶν 283,000 λιρῶν, καὶ ἕκαστος κάτοχος ἀνωνύμου ὁμολογίας εἶχε δικαίωμα ὑποθήκης ἐπὶ τῆς γραμμῆς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν κατὰ τῆς γραμμῆς, δύναται νὰ ἐκπλειστηριάσῃ τὴν γραμμήν, εὐθὺς ὡς ἡ ἑταιρεία δὲν πληρώσῃ τοὺς τόκους τῆς ὁμολογίας, ἀρκεῖ νὰ κοινοποιήσῃ πρὸ τριῶν μηνῶν πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνάπτεται τὸ δάνειον. Δὲν βλέπετε λοιπὸν μίαν μεγάλην ὁμοιότητα, Κύριοι, τῆς συμβάσεως αὐτῆς πρὸς τὴν σύμβασιν ἐκείνην, τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἡμέραν τινὰ ἐκπλειστηριαζομένην τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν καὶ περιερχομένην εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ δανειζομένους καὶ οἱ μέτοχοι νὰ μείνωσι μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, διότι τὸ διοικητικὸν συμβούλιον οὕτως ἔδοξε νὰ δανεισθῇ ἑκατομμύρια καὶ νὰ τὰ διασπείρῃ δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ ποῦ, καὶ ἔπειτα νὰ ἴδωμεν ἐκπλειστηριαζομένην τὴν γραμμὴν, διότι ἡ ἑταιρεία δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ μὲ ὅλην τὴν συνδρομὴν τῆς Πολιτείας εἰς τὰς ὑποχρεώσεις της; Εἶπον δέ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἑταιρεία θέλει λάβει εἰς μετρητὰ ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ μόνον 2,219,500, ἀπέναντι ζημιῶν τῶν μετόχων ἀνερχομένων εἰς 2,437,500, διότι ἀφαιρουμένης τῆς δαπάνης τῶν 18%, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 2,250,000, ἀφαιρουμένης τῆς προμηθείας πρὸς τοὺς δανειστὰς πρὸς 1½%, καὶ ἡ προμήθεια αὐτὴ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 187,500, ἤτοι διὰ τὴν διαφορὰν τῆς ἐκδόσεως καὶ διὰ τὴν προμήθειαν οἱ μέτοχοι θέλουσι ζημιωθῇ 2,437,500 δραχμὰς καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἡ ἑταιρεία θέλει λάβει ἐκ τοῦ δανείου τῶν 12,500,000 δραχμ. πραγματικὰς δραχμὰς 10,062,500, δι’ οὗ θέλει μετατρέψει χρέη της 7,843,000 καὶ θέλει μείνει εἰς αὐτὴν ὑπόλοιπον δραχ. 2,219,500. Θὰ μείνῃ μόνον τὸ ποσὸν αὐτό, διὰ νὰ κάμῃ σταθμούς, διὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν γραμμὴν ἐκείνην.
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τὰ διαθέσῃ, χωρὶς νὰ ὁρίζηται ἐν τῇ συμβάσει.
§40Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶχον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν συναδέλφων, οἵτινες ταξιδεύουσιν εἰς τὴν Πελοπόννησον, εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ εἰς τὰς Καλάμας. Εἰς τὴν γραμμὴν Πατρῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε κάπως ἁμαξοστοιχίας ὑποφερτάς. Ἡ ἑταιρεία, εἴτε διότι δὲν θέλει, εἴτε διότι κατέστη ἀνίκανος, ὅπως βελτιώσῃ τὴν γραμμὴν καὶ καταστήσῃ τὸ ταξίδιον κάπως ὑποφερτόν, ἔχει παραμελήσει τὰ πάντα. Τὰς ἀντιρρήσεις μου ταύτας ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ προυτάθη ὅμως ὁ ἰσχυρισμός: Τί θέλετε; Νὰ διακόψωμεν τὴν συγκοινωνίαν; Ἔφερον τὴν ἀντίρρησιν ὅτι οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρείας εἶναι ὀλίγοι. Ὅλον αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν μετοχῶν ἔχει συγκεντρωθῆ εἰς ὀλίγα πρόσωπα, εἶναι δὲ ἀδύνατον ν’ ἀφήσωσι τὴν περιουσίαν των οἱ Κύριοι αὐτοὶ νὰ καταστραφῇ, πλὴν τούτου δὲ ὑπάρχει καὶ ὑποθήκη ἐπὶ τῆς γραμμῆς δι’ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀπὸ ἄλλους δανειστάς. Δὲν ὑποθέτω ὅτι καὶ ἐκεῖνοι θ’ ἀφήσωσι τὴν συγκοινωνίαν νὰ παραλύσῃ, θ’ ἀφήσωσι νὰ καταστραφῇ ἡ γραμμή, διότι καταστρεφομένης τῆς γραμμῆς θὰ συγκαταστραφῇ καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίως ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τέλος πάντων ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας, ἂν ὄχι τι ἄλλο, νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας δι’ ἀλλεπαλλήλων συμβάσεων ἔχει ἀναλάβει. Ἔχει ἀναλάβει ἡ ἑταιρεία νὰ ταξιδεύωσιν οἱ ἄνθρωποι ὡς ἄνθρωποι καὶ ὄχι ὡς ζῷα ἀνήκοντα εἰς ἄλλο Βασίλειον. Ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρεία νὰ ἔχῃ διπλῆν ἁμαξοστοιχίαν καθ’ ἑκάστην ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Τρίπολιν, τὴν ὑποχρέωσιν ὅμως αὐτὴν τὴν παραβλέπει, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἀρχίσῃ λειτουργοῦσα ἡ διπλῆ αὐτὴ γραμμή. Δυστυχῶς εἶχεν ἀναλάβει καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐξετέλεσε. Διὰ τῆς τελευταίας συμβάσεως ἔδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον 3.000.000 δραχμῶν. Δὲν τὰ ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἐνδεχόμενον τότε νὰ εὑρίσκοντο Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔλεγον ὅτι δὲν θέλομεν τὰ 3.000.000 δραχμῶν ὡς ἀντιστάθμισμα, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἡ ἑταιρεία πάσης ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ ἐδόθησαν, ὅπως κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων ἐν Ἑλλάδι. Μετὰ τοιαύτην πομπώδη φράσιν τῆς συμβάσεως τίς εἶχε τὸ θάρρος νὰ καταπολεμήσῃ τὴν σύμβασιν; Καὶ κατετέθησαν τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ εὑρίσκονται εἰς τὴν Τράπεζαν; Τὰ ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον πληρώνει εἰς ἑαυτὸ τόκον 3–4%, καὶ ὅταν τὰ 3,000,000 γίνωσι 30 ἐκ τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους εἰς ἑαυτὸ τὸ Δημόσιον πληρώνει, τότε θ’ ἀποξηρανθῶσι καὶ τὰ τέλματα, ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως προηγουμένως ἀποτελματισθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ ἑταιρεία.
§41Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατόπιν, Κύριοι, τῆς ἀναδρομῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὸ παρελθόν, διὰ ν’ ἀφηγηθῇ ἐν συντόμῳ τὴν ἱστορίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ἀνέμενεν ὡς πόρισμα αὐτῆς σύστασιν θερμὴν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως σπεύσῃ νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Διότι, ἂν ἡ ἑταιρεία αὕτη εἶναι ἀναξία πίστεως, ἂν εἶναι ἀναξία τῆς προστασίας ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὑπὸ τῆς Πολιτείας πρὸς συνομολόγησιν δανείου 12½ ἑκατομμυρίων, ἐὰν τὰ 12½ ἑκατομμύρια εἶναι προωρισμένα νὰ ταφῶσι μετὰ τῶν ἄλλων, ὑποχρέωσιν εἶχεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν· ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία ἔχει ἤδη κατὰ κείμενον νόμον δικαίωμα συνομολογήσεως δανείου 20 ἑκατομμυρίων, σπεύσατε, Κύριοι, νὰ ἐγκρίνητε τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὅπως τοὐλάχιστον δώσωμεν εἰς αὐτὴν δικαίωμα συνομολογήσεως δανείου μόνον 12½ ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε ψηφίσει τὴν σύμβασιν ταύτην, νομίζετε ὅτι ἡ ἑταιρεία θὰ ἐβάδιζε τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν θὰ διέγραφον εἰς αὐτὴν αἱ τακτικαί της πρόσοδοι; Ὄχι. Ἁπλούστατα θὰ συνωμολόγει τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, διότι εἶναι ἤδη ἐγκεκριμένος ὁ νόμος περὶ συνομολογήσεως δανείου 20,000,000. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων, θέλῃ νὰ προστατεύσῃ ἐν γένει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ ἐὰν ὁπωσδήποτε ἔχῃ δισταγμὸν εἰς τὸ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην τὴν συνομολόγησιν δανείου 12,000,000, τότε ὀφείλει νὰ ἔχῃ πολὺ περισσοτέρους δισταγμοὺς διὰ τὴν τύχην τῶν 20,000,000, καὶ ἐὰν πρόκειται ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἑταιρείαν ἀπὸ 68,000,000, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ὤφειλε πρῶτον νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως καὶ νὰ παρακαλέσῃ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις.
§42Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις ἐκείνη;
§43ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἐψηφίσθη, ὑφίσταται ἤδη σύμβασις, ὑφίσταται ἤδη δικαίωμα τῆς ἑταιρείας συνομολογήσεως δανείου 20,000,000; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἐφ’ ὅσον δὲ ὑφίσταται καὶ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν νέαν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας αἴρεται ὁ νόμος ἐκεῖνος, παρέχεται δὲ εἰς τὴν ἑταιρείαν δικαίωμα συνομολογήσεως δανείου 12½ ἑκατομμυρίων, εἶναι ἐπικριτέον τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω φυσικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξηγήσω καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἑταιρεία ζητεῖ μείωσιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ συνομολογήσῃ ἀπὸ 20 εἰς 12½ ἑκατομμύρια. Ποῖοι οἱ λόγοι αὐτοί; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσηγήθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ἄλλης Βουλῆς, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι δὲν ἐνεπνέετο ὑπὸ ὀλιγωτέρου ἐνδιαφέροντος οὔτε πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας οὔτε πρὸς τὰ συμφέροντα ἐν γένει τῶν μετόχων τῆς ἑταιρείας, ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ὑπ’ ὄψει λογαριασμὸν αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρείας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 ὄχι μόνον δὲν ἀπήλλαττεν αὐτὴν ἀπὸ βάρη, δὲν ἀπήλλαττεν αὐτὴν ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑφίστατο ἤδη πρὸς ὑπηρεσίαν ὡρισμένων αὐτῆς ὀφειλῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν παρεῖχε τὰ μέσα εἰς τὴν ἑταιρείαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὰς ἀνάγκας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος συνάδελφος τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἠρνήθη ὅτι καὶ ἁμαξῶν καὶ βαγονίων καὶ βελτιώσεως τῆς ὑπηρεσίας ἔχει ἀνάγκην ἡ ἑταιρεία. Ἀκριβῶς ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, καίτοι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ δηλώσω τοὺς λόγους, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἤχθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἀκριβῶς αἱ ἀνάγκαι αὗται ἤγαγον τὴν τότε Κυβέρνησιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως τῆς ὑφισταμένης τότε. Διατί λοιπὸν ἡ ἑταιρεία νὰ μειώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ 20,000,000 εἰς δικαίωμα 12½ ἑκατομμυρίων; Διότι τότε ζητήσασα ἡ ἑταιρεία νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον εὑρέθη ἀπέναντι δυσχερειῶν τοιούτων, ὥστε, ἂν τὸ συνωμολόγει κατὰ τοὺς προεκτεθέντας ὅρους, ἔβλεπεν ὅτι δὲν συνέφερεν εἰς αὐτὴν ἡ ἐξόφλησις τοῦ πρώτου μέρους τοῦ δανείου πρὸς τὸν οἶκον Raphael Co, διότι τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ δανείου, ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑφισταμένου δανείου ἦτο μικροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε τὸ μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συνομολογηθῆ πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς. Ἔρχεται ἡ ἑταιρεία σήμερον καὶ λέγει ὅτι, ἐὰν συνομολογήσω τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων πρὸς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους δύναμαι νὰ ἐπιτύχω, τί θὰ ἐξασφαλίσω δι’ αὐτοῦ; (Ἀναγινώσκει:) «Τὴν ἐξόφλησιν τῶν δύο πρὸς τὸν οἶκον Raphael ὀφειλῶν, ἐξόφλησιν τοῦ κυμαίνοντος, τὸ ὁποῖον ὅλον ὑπηρετεῖται σήμερον διὰ 698,958 δρ., καθαροῦ τόκου». Ἐνῷ λοιπὸν πληρώνω σήμερον δι’ αὐτὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα διὰ τῆς συμβάσεως τῶν 20 ἑκατομμυρίων νὰ ἐξοφλήσω, ἐνῷ ἔχω ὑπηρεσίαν 698,958 δρ., τί κεφάλαιον θὰ λάβω, ἐὰν ἀποφασίσω τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων; Ἐὰν τὸ καταρτίσω μὲ τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως τῶν 80, διότι δὲν εὑρίσκω μεγαλείτερον, θὰ λάβω 16,000,000.
§44Γ. ΠΩΠ. Τῶν 80 λέγετε; Ἀλλὰ τὸ 82 ἦτο τὸ κατώτερον ὅριον.
§45ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὰ 16 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἔχουσι τοκοχρεολύσιον 875,000 φρ. Μεῖον τὸ χρεολύσιον ἔχουσι τόκον 800.000. Ἑπομένως ἀπέναντι τῶν 698.958, τὰς ὁποίας πληρώνω σήμερον πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἐκείνου, τί θὰ πληρώσω συνομολογοῦσα τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων; Θὰ πληρώσω 800,000, τουτέστιν 111,000 ἐπὶ πλέον.
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε δὲν συμφέρει εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000.
§47Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Φυσικώτατα. Ἀπέναντι τῶν 111,000, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσω περισσότερον, ποῖον κεφάλαιον θὰ ὑπολειφθῇ εἰς ἐμὲ μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ζητῶ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 20,000,000; Θὰ ὑπολειφθῇ κεφάλαιον 1,883,000 δραχμ. Ἀλλὰ τότε αὐτὸ σημαίνει τόκον 6%. Λοιπὸν νὰ συνομολογήσω ἓν δάνειον 20 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ μοὶ μείνῃ ἓν ὑπόλοιπον μὲ τόσον μέγα βάρος ὑπηρεσίας, διὰ νὰ ἐξοφλήσω δὲ δι’ αὐτοῦ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔχω σήμερον μὲ ἐλαφροτέρους ὅρους; Καὶ ἀπαντᾷ ἡ ἑταιρεία «ὄχι».
§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 4½ δὲν ἦτο τὸ δάνειον πρὸς τὸν Raphael; Τώρα πληρώνει 4% καὶ λαμβάνει 2% προμήθειαν.
§49ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔφθασα καὶ εἰς τὴν προμήθειαν. Λοιπὸν συμφέρει ἡ ἑταιρεία νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὑπὸ ὅρους βαρυτέρους ἐκείνων, κατὰ τοὺς ὁποίους ὑπηρετεῖ ὑφιστάμενον ἤδη χρέος; Ὁ κ. συνάδελφος λέγει ὅτι συμφέρει, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. συνάδελφος συμπεραίνων οὕτως εἶναι ὡς νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκαλῇ τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ κάμῃ τὸ δάνειον: «Εἶναι καινοὶ οἱ ὑπολογισμοί σας ὅτι δὲν συμφέρει καὶ ἐπειδὴ ἔχετε δάνειον συνομολογήσατέ το».
§50Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος τοῦ δανείου.
§51Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀκριβῶς· διότι σᾶς λέγουσιν ὅτι, ἀφοῦ ἔχει ἄδειαν συνομολογήσεως 20,000,000, διατί ζητεῖ νέον νόμον περὶ συνομολογήσεως δανείου 12½ ἑκατομμυρίων; Ἀπαντῶ· διότι ἡ ἄδεια ἐκείνη ἔχουσα ὑπ’ ὄψει διαγραφὴν ὑποθήκης, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς ἀσφάλειαν ὁ οἶκος Raphael, ὥριζεν ὡς ὑποθήκην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὁ οἶκος Raphael.
§52Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐὰν ἐξηγηθῇ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Μόνον αὐτὸ εἶναι.
§53ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ φθάσω καὶ εἰς αὐτό. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρήσῃ ἡ ἑταιρεία συνομολογοῦσα δάνειον δικαίωμα ὑποθήκης, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἤδη ἐπὶ δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ, διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νέας συμβάσεως καθοριζούσης ἄλλως τὰ τῶν ὑποθηκῶν. Ἐννοεῖται ὅτι προκειμένου περὶ ἐγγραφῆς ἢ οὐ ὑποθήκης οὔτε ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι δὲν ἐκτιμῶμεν τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος οὔτε καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τίποτε. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Βουλῶν μετὰ μακρὰς συζητήσεις. Ὁτιδήποτε καὶ ἂν πράξωμεν ἡμεῖς σήμερον, κατ’ οὐδὲν πρόκειται οὔτε νὰ ἐλαττώσωμεν οὔτε νὰ βαρύνωμεν τὴν ὑφισταμένην ὑποθήκην. Δεδομένου λοιπὸν ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο δύναται ἤδη νὰ συνομολογηθῇ μέχρι ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων, τί ἀπομένει εἰς ἡμᾶς μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς νέας συμβάσεως νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀσφαλίσωμεν; Ὁ σεβαστὸς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης προέβη προχθὲς εἰς τὴν ὀρθοτάτην σύστασιν, λέγων ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἤδη ἀναλάβει ἡ ἑταιρεία διὰ τῆς προηγουμένης συμβάσεως τῆς νόμῳ κεκυρωμένης, τὰς ὁποίας περιλαμβάνομεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔγινε, θὰ φθάσω δὲ νὰ εἴπω, πρῶτος ἐγὼ μελετήσας τὸ πρᾶγμα, ποία ἐγγύησις ἐπὶ πλέον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἐντὸς τῆς συμβάσεως, ἐγγύησις ἡ ὁποία θὰ θεωρηθῇ ἴσως περιττεύουσα, ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν βλέπω. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἐξησφαλίσθη διὰ τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, τουτέστι καθιστῶμεν τὴν ἑταιρείαν ὑπόχρεον νὰ διαθέσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὑπόλοιπον δι’ ὡρισμένας ἀνάγκας. Εἰς τὸν φάκελον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον, περιέχονται πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής. Περιλαμβάνονται, μοὶ φαίνεται, καί τινες προϋπολογισμοί.
§54Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάτι χρωματισμένα χαρτιὰ εἶδον· δὲν γνωρίζω ἂν ἦσαν προϋπολογισμοί.
§55ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ ὑπηρεσία νὰ δώσῃ εἰς πάντα νὰ ἐννοῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἐκ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς εἰδικότητος αὐτῶν δὲν εἶναι προσιτὰ εἰς πάντας ἡμᾶς — περιλαμβάνω καὶ ἐμέ, ὡς βλέπετε.
§56Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι οἱ τραπεζιτικοὶ λογαριασμοὶ γίνονται, διὰ νὰ μὴ ἐννοῶνται.
§57ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τραπεζιτικῶν λογαριασμῶν· καὶ τοῦτο εἶναι φράσις, ἡ ὁποία δὲν ἐννοῶ ποῦ ἀνάγεται. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τραπεζιτικῶν λογαριασμῶν· ὅτε ἐζητεῖτε σχέδια, ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι χρωματιστὰ χαρτιὰ θὰ σᾶς ἔδιδον.
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προϋπολογισμοὺς ἐζήτησα.
§59ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πᾶν ὅ,τι ἐζητήσατε ὑπάρχει.
§60Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περισσότερα.
§61ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διότι σᾶς ἔδωκα καὶ τοὺς ἰσολογισμοὺς σειρᾶς ἐτῶν χωρὶς κἂν ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὸν τελευταῖον. Ὑποχρεοῦται λοιπὸν διὰ τῆς συμβάσεως ἡ ἑταιρεία νὰ διαθέσῃ τὰ ποσά, ἀναφέρεται δ’ ἔν τινι ὅρῳ τῆς συμβάσεως ὅτι θὰ ἐπραγματοποίει τὰς δαπάνας αὐτῆς ὑποβάλλουσα τοὺς προϋπολογισμοὺς εἰς τὸν Ὑπουργόν, καὶ ἐγὼ προσθέτω τὴν στιγμὴν ταύτην «πρὸς ἔγκρισιν». Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι δὲν δύναται ἡ ἑταιρεία νὰ διαθέσῃ οὐδ’ ὀβολὸν ἄνευ ἐγκρίσεως, οὕτως ὥστε, ἂν συμβῇ νὰ ἐγερθῶσι διαφωνίαι ἐν τῷ μέλλοντι περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, δὲν νομίζω ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ σφιγκτότερος δεσμὸς ἀπὸ τὴν ἔγκρισιν, ἔχετε δὲ νὰ κάμητε μὲ ἑταιρείαν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἑταιρεία, ἔχουσα τόσα συμφέροντα ἐξαρτώμενα ἐκ τοῦ Κράτους, νὰ θελήσῃ νὰ παραβιάζῃ τὴν σύμβασιν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἔχομεν σωρείαν συμβάσεων τοιούτων συνομολογήσεων. Τί θὰ ἐπράττετε, ἂν ἐκαλεῖσθε καὶ διὰ πρώτην φορὰν νὰ κυρώσητε τοιαύτην σύμβασιν καὶ ὄχι νὰ μειώσητε τὴν ἔκτασιν συνομολογημένης ἤδη συμβάσεως; Πῶς ἐσκέφθημεν ἡμεῖς διὰ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῶν ἑταιρειῶν; Αὐτὸ τὸ ἐδηλώσαμεν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀκριβῶς συνέλευσιν τῶν μετόχων τῆς ἑταιρείας· δὲν ἠξεύρω διὰ ποσοστὴν φορὰν μετέβη ἐκεῖ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην μετέβη, διὰ νὰ δηλώσῃ ἄλλην ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ὅτι θεωροῦμεν ἀνεπαρκῆ τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ ἰσολογισμοὶ τῆς ἑταιρείας ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Πῶς δὲ εἶναι αἱ ἀνάγκαι αὗται; Νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ ἀναγκῶν εὐμαρείας, ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας αἰσθανόμεθα πάντες; Πρόκειται περὶ ἐμπορικῶν ἀναγκῶν μεγίστης σημασίας. Ὑπέστην, ὁμολογῶ, ἀγωνίαν, ὅτε κατὰ στιγμὴν ζωηρᾶς κινήσεως τοῦ σταφιδεμπορίου εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλῶ ἐπανειλημμένως τὴν ἑταιρείαν ν’ αὐξήσῃ τὰ ἐμπορικὰ βαγόνια, διότι συνέρρεεν ὁ ἐμπορικὸς κόσμος εἰς τὸν σταθμὸν Πειραιῶς καὶ ἡ ἑταιρεία δὲν εἶχεν ἐπαρκῆ βαγόνια καὶ δὲν ἔχει οὔτε κἂν ἀτμαμάξας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ. Πρὸς αὐτὰς τὰς ἀνάγκας διατίθεται τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὸ δάνειον ποσόν. Ἐννοεῖτε ὅτι εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ζημιοῦνται οἱ μέτοχοι 2,000,000, διότι ἑκάστη μετοχὴ θὰ τιμᾶται μὲν 100 δραχμάς, ἀλλὰ 80 μόνον πρόκειται νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρεία. Αὐτὸ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι παρατηρεῖται εἰς τὸ δάνειον τοῦτο μόνον, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει ἀπὸ μακροτάτης πείρας, ὅτι ὄχι μόνον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ καὶ οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος δὲν δανείζεται εἰς τὸ ἄρτιον. Πολὺ φυσικὰ ὑπάρχει διάκρισις κεφαλαίου ὀνομαστικοῦ καὶ διάκρισις κεφαλαίου πραγματικοῦ. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἄλλη ἀντίρρησις, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν τὴν κεκυρωμένην ἤδη δὲν ὑπάρχει ὁ ὅρος τῆς προμηθείας. Τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν ἐζήτησα καὶ ἐγὼ καὶ ἔμαθον ὅτι ὁ ὅρος ἐτέθη κατ’ ἀπαίτησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι, εἴτε τίθεται εἴτε δὲν τίθεται ὁ ὅρος τῆς προμηθείας, ἡ προμήθεια δίδεται καὶ λαμβάνεται μάλιστα παχυτάτη. Ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλουσα νὰ τηρήσῃ τὸ κῦρος τῆς θέσεως αὐτῆς λέγει ὅτι δὲν ἐννοῶ ἐγὼ τοιαύτας διασταλτικὰς διατάξεις καὶ συζητήσεις περὶ τοῦ ποία θὰ εἶναι ἡ προμήθεια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι τὸ δάνειον· ἐννοῶ νὰ ὁρισθῇ ποία θὰ εἶναι αὕτη. Πρόκειται περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ζητῆται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι φανερόν, διότι, ἐὰν δὲν εἶναι φανερόν, κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνῃ κρυφίως.
§62Γ. ΠΩΠ. Λαθραίως δηλαδή· δὲν σᾶς ἐξήγησαν πῶς γίνεται;
§63ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔδωκα, Κύριοι, τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, ὄχι μόνον διὰ νὰ τονίσω τὴν ἀνάγκην τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, διότι δι’ ἡμᾶς τὸ θέμα δὲν εἶναι τοῦτο, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν παρηκολούθησα τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν οὔτε εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐπικρίσεως τοῦ παρελθόντος ἐν τῇ διοικήσει τῆς ἑταιρείας οὔτε καὶ ἐν τῇ στάσει τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἀλλὰ δὲν παρηκολούθησα τὸν κ. συνάδελφον, οὔτε κἂν διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀνάγκην ἔστω τῆς θεραπείας, τὴν ὁποίαν παριστάνει ὡς ἐπιτακτικὴν ἡ ἑταιρεία καὶ ἡ ὁποία ἀληθῶς εἶναι ἐπιτακτική. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ἐὰν θέλῃ δεχθῆ, καὶ ἂν δεχθῆτε ὅτι ἡ ἑταιρεία διοικεῖται κάκιστα, οὐδεὶς θὰ ὑπάρχῃ, ὅστις νὰ μὴ γνωρίζῃ ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλεται νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ ἀντὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς σύναψιν δανείου 20,000,000, ζητεῖ δάνειον 12.000,000, ἀλλά, ἐὰν θέλητε δεχθῆ ὅτι καὶ ὁ σκοπὸς — καὶ τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ — εἶναι ἐξυπηρετικὸς τῶν συμφερόντων καὶ τῶν μετόχων καὶ τῆς κοινωνίας, διότι ἀπαλλάσσει τὴν ἑταιρείαν ἀπὸ βάρη μεγαλείτερα τῶν βαρῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσθέτει τὸ δάνειον, διότι τὴν καθιστᾷ ἱκανὴν εἰς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει, κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλετε νὰ ψηφίσητε τὴν σύμβασιν. Εἰδικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Πατρῶν, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐζήτησε καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παρέμβασιν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ τόπου, ὅπου θὰ γένηται σταθμός, τοῦτο δὲ θὰ γνωρίζωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Πατρῶν οἱ κατοικοῦντες ἐν Πάτραις ποῖον πρόβλημα εἶναι ὁ τόπος οὗτος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν ἐξησφαλισμένην τὴν μὴ διάθεσιν τοῦ ὑπολοίπου χρέους ἐκ τοῦ δανείου, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀνήκει πλὴν ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον προώρισται, νομίζω ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ἵνα ἡ σύμβασις ψηφισθῇ.
§64Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ σταθμὸς τῶν Πατρῶν εἶναι ἓν σκωληκόβρωτον παράπηγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐξευτελίζει εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ξένου κόσμου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς.
§66Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, κ. Βουλευτά, καθόσον ἀρκετὰ ἀνέπτυξαν τὰ τρωτὰ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ οἰκονομολογικοῦ μέρους τῆς συμβάσεως οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω διὰ τὰ χάλια τῆς ἑταιρείας· τὸ ὄνομα Σ.Π.Α.Π. καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς ἀκτῖνος τῶν σιδηροδρόμων τῆς Ἑταιρείας ἐκπροσωπεῖ τὴν κακομοιρίαν· δηλαδὴ «εἶσαι Σ.Π.Α.Π» σημαίνει ὅτι εἶσαι κακομοίρης, ἀφερέγγυος, ἄθλιος! Πρέπει νὰ μεταβῆτε εἰς τὰς σταφιδοφόρους χώρας, ἵνα ἴδητε τὰ σιδηροδρομικὰ χάλια της· αὐτὴ δὲν ἔχει οὔτε βαγόνια οὔτε ἄλλο τίποτε, καὶ εὑρίσκουσι τὴν εὐκαιρίαν οἱ ὀλίγοι εὐτυχῶς σταθμάρχαι της νὰ χρηματίζωνται μὲ φραγκάκια, διὰ νὰ παρέχωσι βαγόνια εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεγάλης ἐργασίας τῶν φορτώσεων. Ὅπως δὲ αἱ ἐπερωτήσεις μας ἐδῶ ἔχουσι κατάλογον σχοινοτενέστατον ἐγγραφῆς, οὕτω καὶ αἱ αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως βαγονίων ἀποτελοῦσι μακρότατον κατάλογον ἀναμένουσαι τὴν σειράν των. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ἔχει σχηματίσει κράτος ἐν κράτει· οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνει περὶ οὐδενός. Κάποτε ταξιδεύων ἀπὸ Πάτρας εἰς Πύργον ἠθέλησα νὰ σηκώσω τὸ τζάμι· πλὴν μοὶ ἦτο ἀδύνατον, καθότι, διὰ ν’ ἀνεβάσῃ τις τὸ τζάμι, ὤφειλε νὰ κατεβάσῃ τὸ σκοῦρον καὶ τἀνάπαλιν. Ἔχετε ἴδει τοιαύτην ἑταιρείαν; Οὔτε εἰς τὸ Adis Abunba τῆς Ἀβυσσηνίας δὲν συμβαίνουσιν αὐτά. Κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον ἔχουσι διορισθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐλεγκταὶ ἕλξεως καὶ κινήσεως. Γνωρίζω δύο ἐξ αὐτῶν προσωπικῶς· εἶναι ἀξιότιμοι κύριοι τιμῶντες τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ἐν τούτοις τὸ δικαίωμα αὐτῶν συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἵστανται μὲ τὸ ὡρολόγιον εἰς τὴν χεῖρα μήπως καθυστερήσωσι τὰ express τοῦ Λονδίνου ἢ τῶν Παρισίων μὴ ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ ἴδωσι καὶ ἐλέγξωσι τὰ χάλια τῆς ἑταιρείας! Ζητοῦμεν, ὅπως δημιουργήσωμεν καὶ βιομηχανίαν ξένην καὶ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος νὰ ἔχωμεν σκωληκόβρωτον παράπηγμα ὡς σταθμὸν ἐν Πάτραις καὶ τοῦτο εἰς βάρος τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, διότι οὐδέποτε εὑρέθη μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ συλλάβῃ τὴν κυρίαν αὐτὴν ἑταιρείαν ἐκ τοῦ ὠτίου καὶ νὰ τῇ εἴπῃ: νὰ κάμῃς ἕνα σταθμόν. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις τῶν γραμμῶν Ἀθηνῶν–Πατρῶν καὶ Πατρῶν–Πύργου —καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου κ. Κορύλου—, ὁλόκληρος ἡ πόλις τῶν Πατρῶν ἐξηγέρθη καὶ ἐζήτησε σταθμὸν ἐν τῇ πόλει, ἡ δὲ ἑταιρεία θέλουσα νὰ κολακεύσῃ τὴν πόλιν κατεσκεύασε ἐν τῷ κέντρῳ ταύτης τὸ σκωληκόβρωτον ἐκεῖνο παράπηγμα, καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμεν ὑποσχεθεῖσα προσωρινῶς — ἀπὸ ὑποσχέσεις δὲ ἔχει χορτάσει ὁ κόσμος—ὅτι θὰ κατασκευάσῃ ἀργότερον μεγαλοπρεπὲς μέγαρον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι δὲ ὑπάρχουσι καὶ τὰ σχέδια σταθμοῦ τοὐλάχιστον ὡς τοῦ Μιλάνου. Ὑπεσχέθη δὲ εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἑνωθῶσιν αἱ γραμμαί, ὅτι θὰ προέβαινεν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν οἰκοπέδων, καὶ τοῦτο, ἵνα φάγῃ τὰ 22.000.000 δρ. καὶ ἵνα κατορθώσῃ, ὅπως καὶ τὸ κατώρθωσε, νὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ τῆς παραλίας τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν ἐμποδίζουσα τὴν ἐμπορικὴν ταύτης κίνησιν. Ἑταιρεία, Κύριοι, ἡ ὁποία δὲν κατέχει οὔτε τὸ ἔδαφος τῆς γραμμῆς της, τί ἑταιρεία εἶναι;
§68Χ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον χορηγεῖ τὸ ἔδαφος. Ἐδῶ πρόκειται περὶ δανείου νὰ ἐξοφλήσῃ χρέη.
§69Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Βουλευτά, νὰ ὑποστηρίζητε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὄχι μέχρι τοιούτου σημείου. Θέλετε, Κύριοι, νὰ ταξιδεύσητε ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν μὲ τὰ ἀπαίσια αὐτὰ βαγόνια, τινὰ τῶν ὁποίων γράφουσιν ἀπ’ ἔξω vagons de luxe, ὡσὰν νὰ εἶναι τὰ vagons de luxe τῶν Εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων, περὶ τῶν ὁποίων σαφῆ πληροφορίαν δύναται νὰ σᾶς δώσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Νεγροπόντης, ὁ ὁποῖος συχνότατα ταξιδεύει εἰς τὰς Εὐρώπας; Λοιπόν, ἐὰν μὲν ταξιδεύσητε μὲ τὰς κοινὰς ἁμαξοστοιχίας διὰ διάστημα 200 χιλιομέτρων, ὅση εἶναι ἡ ἀπόστασις ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας, θὰ πληρώσητε δι’ εἰσιτήριον αʹ θέσεως δραχμὰς 25, ἐὰν δὲ διὰ τῆς ταχείας ἀμαξοστοιχίας, διὰ τῶν περιφήμων express, τότε θὰ πληρώσητε 27½ δραχ., ἐνῷ, Κύριοι, διὰ ταξίδιον ἀπὸ Νεαπόλεως εἰς Ῥώμην, δι’ ἀπόστασιν δηλαδὴ πολὺ ἀνωτέραν, δι’ ἀπόστασιν 270 καὶ ἄνω χιλιομέτρων, δι’ εἰσιτήριον αʹ θέσεως καὶ μὲ τραῖνα ἀσυγκρίτως ἀνώτερα τῶν τῆς ἑταιρείας ταύτης, πληρώνετε, Κύριοι, πόσον νομίζετε; 17 μόνον δραχμάς. Ἕως πότε λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ὑφίσταται τόσον ἀγρίαν φορολογίαν; Διὰ νὰ ἴδητε τὸ κακόπιστον τῆς συμβάσεως, σᾶς ἀναγινώσκω τί λέγει εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, εἰς ἣν ἀναφέρει ὅτι θὰ κατασκευάσῃ σταθμὸν ἐν Πάτραις, ἐνῷ ἐν τῇ συμβάσει ἀναφέρει κατασκευὴν διαφόρων ἔργων κατὰ τὸ μῆκος τῆς γραμμῆς Πύργου. Ἂς ἐλπίσωμεν λοιπὸν ὅτι θέλει κατασκευάσει ἡ ἑταιρεία καὶ σταθμὸν εἰς τὸ χωρίον Ἁγ. Βασίλειος, ὅπερ χωρίον, τὸ πρῶτον τοῦ δήμου Πατρέων, δὲν ἔχει τοιοῦτον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἰδίως εἰς τὰς Πάτρας πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρεία, ὅπως μὴ ὑπόσχηται δῆθεν ὅτι θὰ κατασκευάσῃ καλλιμάρμαρον μέγαρον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον, ἀλλὰ νὰ ἐπισκευάσῃ καὶ ἐπαυξήσῃ τὸν παρὰ τὸν Ἅγιον Διονύσιον παλαιὸν σταθμόν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι εἷς ὡραιότατος σταθμός, καὶ τοῦτον νὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς τοιοῦτον, διότι ἡ πόλις τῶν Πατρῶν, ὡς γνωρίζετε, ἐξυπηρετεῖται ἅπασα δι’ ἠλεκτρικῶν τράμ, τὰ ὁποῖα φθάνουσι καὶ μέχρις ἐκεῖ, δηλαδὴ εἰς τὸν Ἅγιον Διονύσιον. Λέγουσιν ἐδῶ εἰς τὰ χαρτιὰ ὅτι 200,000 δραχ. θὰ διαθέσωσι, διὰ νὰ κάμωσι σταθμόν, ἀλλὰ τοιαῦτα πράγματα πολλάκις τὰ εἶπον. Ἐὰν εἶναι καλῆς πίστεως, ἂς τὰ ἀναφέρωσιν ἐν τῇ συμβάσει καὶ ὄχι εἰς τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις, αἵτινες εἶναι μηδέν.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον.
§71Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ ἑταιρεία αὐτή; Ὑπερβαίνει καὶ τὴν ἄλλοτε περίφημον συμμορίαν Τσουλῆ καὶ Παπακυριτσοπούλου! Παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τὸν ἰδιαίτερόν μου φίλον τὸν κοσμοῦντα τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημητρακόπουλον, ἂν καὶ ἀναρμόδιον, νὰ φροντίσῃ διὰ ταῦτα, διότι καὶ αὐτὸς ἔχει πλῆθος συμπολιτῶν του Γορτυνίων εἰς τὰς Πάτρας, καὶ μάλιστα ἐκ τῶν παραγωγικῶν τάξεων, καὶ οἵτινες ἀκριβῶς ὑποφέρουσι περισσότερον. Ἐγώ, Κύριοι, γνωρίζω ὅτι ἡ φωνή μου θὰ εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω ταῦτα, ἵνα πράξω τὸ καθῆκόν μου (χειροκροτήματα).
§72Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ παρελθὸν τῶν πολυωνύμων καὶ πολυποικίλων συμβάσεων ἐμβάλλει εἰς ὑποψίας πάντας ἡμᾶς καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ καθήκοντος νὰ ἐρευνῶμεν πᾶσαν σύμβασιν ἐρχομένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον αἱ προλαβοῦσαι τοιαῦται ὑπῆρξαν ἁμαρτωλαί. Εἴμεθα δ’ ἐπὶ πλέον ὑποχρεωμένοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀσθενῆ γνώμην ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου δὲν ὑπῆρξε συνεπὴς εἰς ῥητὰς καὶ κατηγορηματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν τὴν ὑπεχρέωνον. Ἠκούσθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ εἶναι ἐξηκριβωμένον πλέον ἢ ἀπολύτως, ὅτι ἡ ἑταιρεία κατὰ τὴν σύναψιν προγενεστέρου δανείου, τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς, εἶχεν ὑποχρεωθῇ ῥητῶς καὶ ἀπεριφράστως ὅτι πρὸ παντὸς θὰ ἐνήργει τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς σταθμοῦ ἀξιοπρεποῦς εἰς τὰς Πάτρας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν τῶν κοινωνικῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου. Δυστυχῶς ἡ ἑταιρεία, δὲν γνωρίζω ἐκ τίνων σκέψεων ὁρμωμένη καὶ εἰς ποίας οἰκονομικὰς ἀνάγκας εὑρεθεῖσα, δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς εἶχεν ἀναλάβει συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τῶν 12,500,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἤδη τρόπον τινὰ ἠθικῶς θὰ ἐγγυηθῇ διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως, πρόκειται νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν προγενεστέραν ἐποχὴν ἐφθάσαμεν, δηλαδὴ νὰ παραχωρήσωμεν τὸ ποσὸν αὐτό, χωρὶς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, ὅσον καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων δανείων της, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως. Θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω ὅτι, προκειμένου ἡ ἑταιρεία νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικὰς καὶ τὰς ἐμπορικὰς διὰ τῶν 12,500,000 δραχ. αὐτῶν, προτιμότερον, νομίζω, θὰ ἦτο νὰ κάμῃ δάνειον 20 ὅλων ἑκατομμυρίων, μὲ τὴν διαφορὰν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας. Δὲν ἀγνοοῦμεν πάντες, Κύριοι, καὶ ἰδίᾳ οἱ ἐκ τῆς Πελοποννήσου εἰδικῶς καταγόμενοι, ὅτι ἡ ἑταιρεία δυστυχῶς δὲν ὑπῆρξεν ἀγαθῆς πίστεως ἀπέναντι τῆς κοινωνίας. Ἐγὼ αὐτὸς πολλάκις παρουσιάσθην ἐνώπιον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἑταιρείας ταύτης, κατόπιν παραπόνων τῶν ἐμῶν συμπολιτῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν κατοίκων Ἀνδραβίδος καὶ ἄλλων, καί, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη καὶ ἂν δὲν μ’ ἐξηπάτησαν οἱ ἐμοὶ συμπολῖται, ἔχει γνῶσιν τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§73Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁμιλήσατε καὶ περὶ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου· δὲν ἔχουσιν οὔτε παράπηγμα.
§74Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω δὲ εἰδικῶς καὶ διὰ τὸν Ἅγιον Βασίλειον, ὁ ὁποῖος εἶναι μία πολίχνη ἐμπορίου.
§75Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κωμόπολις μεγάλη.
§76Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μάλιστα· ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ πολίχνη. Ἔλαβε δ’ ἄμεσον ἀνάγκην τοῦ σταθμοῦ τούτου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§77ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τοῦδε ὅτι ὁ σταθμὸς εἰς τὸν Ἅγιον Βασίλειον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τοποθετηθῇ, διότι ἡ νέα διεύθυνσις τῆς ἑταιρείας ἀνεγνώρισε τὸ κακὸν τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος ὡς πρὸς τὸν σταθμὸν ἐκεῖνον.
§78Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μετ’ εὐγνωμοσύνης ἀκούομεν τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μεσιτείας σας βεβαίως ἐπετεύχθη.
§79Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θὰ εἴπωμεν, ἵνα ἡ ὁδὸς ἀπὸ τοῦ χωρίου Ἁγίου Βασιλείου μέχρι τοῦ σταθμοῦ ὀνομασθῇ ὁδὸς Ἐμμανουὴλ Ῥέπουλη (ἱλαρότης).
§80Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω συγχρόνως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τρόπον τινὰ συστήσῃ εἰς τοὺς διέποντας τὰ τῆς ἑταιρείας ταύτης, ἵνα ἡ γραμμὴ τῶν Δουνεΐκων 401, πρᾶγμα τοῦ ὁποίου ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν, σταματᾷ εἰς τὰ χωρία Δουνέϊκα, Ἀλισσὸν καὶ Καρδαμᾶ. Περὶ τούτου ἐγένοντο ἀναφοραὶ πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ἐγένοντο ἀναφοραὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἶμαι ἀδιστάκτως πεπεισμένος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν πάντοτε ὑπὲρ τῶν πολιτῶν αὐτοῦ προθυμίᾳ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ συστήσῃ πρὸς τὴν ἑταιρείαν τὰ δέοντα. Μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ζητήσητε ταῦτα πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως, διότι, ἂν ἀφήσητε νὰ τὰ ζητήσητε λόγῳ τῆς ἁβρότητος, ἡ ὁποία πάντοτε σᾶς διακρίνει, μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν θὰ φανῇ συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας θ’ ἀναλάβῃ δι’ ὑποσχέσεως. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἐὰν ἡ ἑταιρεία ὁπωσδήποτε εὑρίσκεται εἴτε εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας εἴτε εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς κοινωνικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἀνάγκας, πρέπει πάντες νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως ταύτης. Δὲν διστάζω νὰ τονίσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, Κύριοι, ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι δυστυχῶς αἱ Ἑλληνικαὶ φθίνουσι καλπαστικῶς, καὶ τὸ τοιοῦτον ἀποδίδω εἰς τὸ ὅτι παρέχονται δυστυχῶς παχυλοὶ μισθοὶ εἰς τὰς τάξεις καὶ τὴν ἱεραρχίαν τῶν διαφόρων ἑταιρειῶν. Δὲν ἀναμετροῦσι σπουδαίως εἴτε τὰς προσόδους τῆς ἑταιρείας, εἴτε τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν τῆς ἑταιρείας, εἴτε τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τὴν πάχυνσιν τῶν θυλακίων αὑτῶν καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενναίων μισθῶν. Ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου θὰ ἦτο βεβαίως ἀξία καλλιτέρας τύχης, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς ὑπῆρξε τελείως πλημμελής, αἱ δὲ παρεχόμεναι εἰς πολλὰ μέλη τῆς ἑταιρείας ταύτης ἀμοιβαὶ εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ εἴπῃ τις ὅτι καὶ μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγήσωμεν, καὶ πρέπει νὰ χορηγήσωμεν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ σωθῇ ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς φθισιώσης οἰκονομικῶς, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ. Ἐπίσης δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω ὡσαύτως τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ ὡσαύτως αὐτόν, τέλος πάντων, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ ἱδρύσῃ τὸν σταθμὸν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως καὶ ἀξιοπρεπείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐμπορικῆς εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.
§82Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, νὰ παραμείνῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαίως θὰ ἐπίστευον πάντες ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ περιφρουροῦμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐγκρίνοντες τὴν σύμβασιν περὶ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεὗρεν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως παρέχει τὴν ἐντύπωσιν τοῦ ἀληθοῦς, ἀλλ’ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ θελήσῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ ὑπὲρ ἔργου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἰσηγήθη, διότι δὲν εἶναι ἴσον οὔτε πρὸς τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ εὐφυΐαν, οὔτε πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτοῦ δεξιότητα, οὔτε εἰς τὴν ὀφειλομένην γνῶσιν ἐν γένει τῶν πραγμάτων τῶν παρ’ ἡμῖν ἑταιρειῶν. Ἄν ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, βεβαίως δὲν θὰ προσέφευγεν οὔτε εἰς τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ταύτης, ἵνα ἀκούσῃ καὶ πάλιν ὅσα ἤκουσεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ζητοῦσα καὶ λαμβάνουσα αἰωνίως ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας δάνεια ἐπὶ δανείων καὶ δημιουργοῦσα συμβάσεις ἐπὶ συμβάσεων. Ἡ ἑταιρεία συνωμολόγησε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μίαν σύμβασιν καθ’ ὃν τρόπον συνωμολογοῦντο αὗται κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Συνωμολόγησε δὲ ταύτην καὶ ἔλαβε τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ μόνῳ τῷ τέλει νὰ περιάγηται ἡ πίστις καὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους ἀνὰ τοὺς τραπεζιτικοὺς οἴκους τῶν εὐρωπαϊκῶν Τραπεζῶν πρὸς συνομολόγησιν δανείων. Τοῦτο συνέβαινε πάντοτε μέχρι τοῦδε. Οὐδέποτε δ’ ἐζήτησε τὸ Κράτος νὰ προσκομίζωνται πρῶτον αἱ συμβάσεις καὶ τὰ σχέδια αὐτῶν, καὶ ἔπειτα νὰ παρέχῃ τὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν τῶν δανείων, ἵνα μὴ αἱ ἄδειαι συνομολογήσεως δανείων περιέρχωνται τὰς εὐρωπαϊκὰς Τραπέζας, διαπραττομένων συγχρόνως ἐν τῷ Ἀθηναϊκῷ Χρηματιστηρίῳ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν πάντες. Βλέπομεν δ’ ἐντεῦθεν ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἀποδεικνύεται ἄσκοπον ὅτι ἐδημιουργήσαμεν ἀσυμβίβαστον τὴν ἰδιότητα τῶν συμβούλων τῶν ἑταιρειῶν πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Διότι, ἂν ὑπῆρχε σύμβουλος ἑταιρείας ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, δὲν θὰ ἐτόλμα ἐπὶ τῇ συνειδήσει μόνον ἁγνῆς αὑτοῦ προθέσεως νὰ ὑποβάλῃ ὡς ἐπιχείρημα τὸ μετὰ τόσης προθυμίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅμοιον προβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Προχθὲς ἐψηφίσαμεν διάταξιν συνταγματικήν, διὰ τῆς ὁποίας ἐνομίσαμεν ὅτι περιφρουροῦμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῶν ἑταιρειῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀπηλλάσσομεν τὴν Βουλὴν τῶν συμβούλων, οἵτινες εὑρίσκονται, ἵνα βουλεύωνται διὰ συμφέροντα ἰδιωτῶν, ὑπαγόμενα ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Οὐδεὶς λοιπὸν ἐξ ἐκείνων θὰ ἐτόλμα νὰ εἰσηγηθῇ τοιοῦτον σχέδιον νόμου, διότι δὲν θὰ ἠγνόει τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι εὐθὺς ἀμέσως κατέπληξε καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον ὡς καὶ μέρος τῆς Βουλῆς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τῷ προέβαλλεν ἡ ἑταιρεία αὕτη τῶν σιδηροδρόμων. Τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμιλῶν ὡς θὰ ὡμίλει ἡ ἑταιρεία; «Κύριοι, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, καὶ δὲν μᾶς παρέχετε τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον τῶν 12 ἑκατομμυρίων;». Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀπέναντι μιᾶς εὐαρέστου καταστάσεως, τῆς ἑταιρείας μὴ δυναμένης νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, εὑρισκομένης συνεπῶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 12 ἑκατομμυρίων, εἶχε καθῆκον νὰ ζητήσῃ ὄχι μόνον ἐξασφαλίσεις ὑπὲρ τῶν μετόχων, ἀλλ’ ἐξασφάλισιν καὶ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου. Διότι τὸ Δημόσιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἄν ποτε τύχῃ νὰ γίνῃ αὐτὸ κύριον τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, θὰ ὑποστῇ καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ σύμβασις αὕτη ἔρχεται νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα. Βεβαίως προκειμένου νὰ ἐξετασθῇ εἰς γενικὰς καὶ κατ’ ἀρχὴν γραμμὰς ἡ σύμβασις αὕτη δὲν θὰ ἀφήνῃ τὸ στάδιον τῆς λεπτομεροῦς ἐρεύνης, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ ἐν πολλοῖς ἄρθροις καὶ παραγράφοις συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπε περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἑταιρείας, ἠρώτησε νὰ μάθῃ τί ἐπλήρωσεν εἰς μέρισμα μετόχων ἡ ἑταιρεία, καὶ διατί ἐπλήρωσε τὸ μέρισμα αὐτὸ τῶν μετόχων, καὶ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως ἑκάστοτε, ὅπως παρεμβαίνουσα παρεμποδίζῃ νὰ πληρώνωνται μερίσματα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι τὴν ἐπαύξησιν τῶν μετοχῶν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, ἐνῷ δὲν ἐξεπληρώθησαν ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἔργου; Ἑξακοσίας ἑξήκοντα δύο χιλιάδας δραχμῶν ἐπλήρωσεν ὡς μέρισμα ἡ ἑταιρεία εἰς τοὺς μετόχους κατὰ τοὺς ἰσολογισμοὺς αὐτῆς. Ἐπὶ τίνι σκοπῷ τὰ ἐπλήρωσε; Ἐπλήρωσε, διὰ νὰ γίνωνται ὅ,τι γίνεται μὲ πᾶσαν ἑταιρείαν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, δηλ. διὰ ν’ αὐξάνηται ἡ τιμὴ τῶν μετοχῶν καὶ νὰ ἐνθυλακώνηται τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς χρῆμα. Ἀλλά, ὅτε ἐρχόμεθα ἐνταῦθα μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, πρέπει νὰ λέγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύομεν, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύομεν ἡμεῖς ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶναι ἀληθές. Δεσμοὶ φιλίας συνδέουσι καὶ ἐμὲ πρὸς τοὺς ἰθύνοντας τὰ τῆς ἑταιρείας.
§83ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐμὲ οὐδεὶς δεσμὸς συνδέει.
§84Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον τὴν τόσην εὐπιστίαν τοῦ μηδένα ἔχοντος δεσμὸν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρουσιάσω τοιαύτην πρᾶξιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ φέρω τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐκεῖνος. Εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτε εἰσηγεῖτο τοιοῦτον νομοσχέδιον, νὰ ἴδῃ διατί δὲν ἐξεπληροῦντο οἱ ὑπὸ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ὅροι, διατί διενέμετο τοιοῦτον μέρισμα, ἐνῷ ἔμενον χρέη τῆς ἑταιρείας ἀνεξόφλητα. Ἀντὶ νὰ πράξῃ τοῦτο, εἰσηγεῖται σύμβασιν, τῆς ὁποίας ὡμολόγησεν ὅτι ἀγνοεῖ τὰς λεπτομερείας. Ἀντὶ νὰ περιορισθῇ ἡ ἑταιρεία εἰς τὸ χρέος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὸν οἶκον Ῥαφαὲλ καὶ τὸ ὁποῖον λήγει κατὰ τὸ 1914, ἀντὶ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαιτητὸν μετὰ δύο ἔτη, τί ἔκαμεν ἡ ἑταιρεία αὐτή; Ἴδια χρέη αὐτῆς προσωπικὰ ἔρχεται καὶ τὰ μεταβάλλει εἰς ἐνυπόθηκα. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας ἀπέναντι τῶν χρεῶν αὐτῶν, ἀπέναντι, λέγω, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δὲν παρετήρησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς διαφορᾶς τῆς ὑφισταμένης μεταξὺ τῆς ψηφισθείσης συμβάσεως καὶ τῆς ἐφέτος εἰσαγομένης; Εἰς τὸ χρέος τὸ ἀναφερόμενον εἰς τοὺς τρεχουμένους λογαριασμοὺς πέρυσιν ὤφειλεν ἓν ἑκατομμύριον. Ἐφέτος χάρις εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς κατώρθωσε νὰ τὸ ὑποβιβάσῃ εἰς 500,000 δραχμῶν. Ἂν ἐπίσης ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς ἑταιρείας ταύτης, θ’ ἀνεκάλυπτεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν του. Ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι εἰς ἔξοδα καὶ μόνα ἐκμεταλλεύσεως ἐπῆλθεν ἐλάττωσις ἐντὸς ἑνὸς ἔτους 400 χιλιάδων δραχμῶν. Προσθέσατε τὰς 400,000 εἰς τὰς 600,000 τὰς πληρωνομένας εἰς μέρισμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ, διότι δὲν ἐπετρέπετο νὰ δοθῇ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκτελοῦνται αἱ ὑποχρεώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, δηλ. αὐτὸ τοῦτο τὸ τροχαῖον ὑλικὸν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τὰς ἐγκαταστάσεις τοῦ σιδηροδρόμου. Ὅτε δὲ ἔχετε ἓν ἑκατομμύριον ἐτήσιον ἐμφανὲς κέρδος, πῶς ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε νέον δάνειον, ἐνῷ δύνασθε διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ ἱκανοποιήσητε ὄχι μόνον τὴν πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑφισταμένου χρέους, ἀλλὰ νὰ ἔχητε καὶ περίσσευμα 400 χιλιάδων, ἵνα καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς καθ’ ἡμέραν ἱκανοποιῆτε; Ταῦτα πάντα δὲν κατέπληξαν παντάπασι τὴν σκέψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ μὲ ἀφέλειαν ἀνθρώπου πρωτοεισάκτου εἰς τὰ μυστήρια ταῦτα τῶν χρηματιστικῶν περιπλοκῶν ἔρχεται νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σύμβασιν τοιαύτης φύσεως! Εἶναι δ’ ἀληθῶς καταπληκτικὸν καὶ τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα προκειμένου περὶ τῆς προσθήκης διατάξεως ἰδιαιτέρας ὅσον ἀφορᾷ τὴν παροχὴν προμηθείας, καὶ λέγει ὅτι τὸ τοιοῦτον ἐλαμβάνετο ἄλλοτε λαθροχειρικῶς.
§85ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι λαθροχειρικῶς.
§86Γ. ΠΩΠ. Λαθροχειρικῶς εἴπετε.
§87ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐρώτησις μοὶ ἐφάνη περίεργος· συνάπτεταί ποτε δάνειον χωρὶς προμήθειαν καὶ ἔξοδα ἐκδόσεως;
§88Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον ὑμεῖς ὁ εὐφυέστατος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει μέθοδος νὰ διαρπάζηται προμήθεια εἰς τρόπον ὥστε οὔτε ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ νὰ δύναται νὰ παρεμβαίνῃ, δὲν νομίζετε ὅτι προστίθεται καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν μετόχων; Ἐὰν εἶναι ἄνθρωποι ἱκανοὶ νὰ πράττωσιν ὅσα κατηγγείλατε, πῶς φρονεῖτε ὅτι δὲν θὰ προσθέσωσιν εἰς τὰ κέρδη αὑτῶν καὶ τὰς 180,000 δραχμῶν; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐν γένει τῆς συμβάσεως πρέπει νὰ προκαλέσῃ ζωηρὰν τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι. Εἶναι, νομίζω, ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς, ὅπως φανῇ ὅτι ὄντως μετὰ ἐπιμελείας καὶ σπουδῆς ἐρευνᾷ τὰς συμβάσεις τὰς οὕτω προσαγομένας. Οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τῆς καλῆς πίστεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Βλέπετε ἄλλως τε ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν εἷς ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν εἰσηγούμενος τοιαύτας πράξεις μὲ ὄγκον καὶ δύναμιν, ἀντὶ νὰ ἐπικαλῆται τὸν ἔλεγχον καὶ τὰ φῶτα πάντων τῶν ἐξ ἴσου ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἐξοργίζεται καὶ ἐξανίσταται, διότι ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐπέρχεται, ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ καταγγελθῇ ὁ ἴδιος Ὑπουργός, νὰ κατηγορηθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ νομίμου καὶ τοῦ δικαίου, λαμβάνουσι δὲ πάντα τὰ ζητήματα ὡς ζητήματα προσωπικά, ζητήματα καλῆς πίστεως. Δὲν θέλουσι κἂν νὰ παρακολουθήσωσι τὰς σκέψεις τῶν ἄλλων καὶ ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην. Εἰσηγεῖται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ καλεῖ αὐτὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τίνι δικαιώματι προσωπικῷ τῆς ἑταιρείας δὲν ἀποτίνονται χρέη, τὰ ὁποῖα ἦτο ὑπόχρεος νὰ ἀποσβέσῃ, ζητεῖ δὲ νὰ μετατρέψῃ εἰς ἐνυπόθηκα; Βεβαίως διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τὸ διαθέσῃ εἰς μέρισμα, ὥστε ὁ ἀντίκτυπος τοιαύτης ἐγκυκλίου νὰ εἶναι ὡς χρηματιστικὴ κυβεία. Καὶ τοῦτο γίνεται ἀπὸ μηνῶν ἤδη πάλιν. Αἱ μετοχαὶ τῆς ἑταιρείας κατήρχοντο εἰς 88 δραχμάς, ὡς ἦσαν πρὸ ὀλίγου ἀκόμη, καὶ ἐκυμαίνοντο ἀπὸ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου ἕως εἰς τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον προχθές, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως ταύτης, δηλαδὴ εἰς ἑκατὸν δραχμάς. Ἡμεῖς ἐρευνῶμεν πάντα ταῦτα καὶ βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἀδιαμαρτυρήτους ὁμοίας πράξεις. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ δύναμις αὕτη, ἡ ἑκάστοτε ὑπὸ τοιοῦτον ἔλεγχον καὶ ὑπὸ τοιοῦτον πεῖσμα ἀσκουμένη, δὲν ἀποβαίνει ἐπ’ ὠφελείᾳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιτελοῦσι στοιχειῶδες καθῆκον ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἀνὰ πᾶν βῆμα τρέμουσα φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν βλέπομεν καὶ οὓς ἀποκαλεῖ ἐλλοχοῦντας ἐχθροὺς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Ἀντὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀκούωμεν τὴν παιδικὴν κραυγὴν τοῦ μύθου τοῦ λύκου τοῦ ἐπερχομένου, τὴν κραυγὴν τοῦ κινδύνου διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ παρακολουθῶμεν τὴν συζήτησιν καὶ διονύχισιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ζητημάτων; Ποῖος εἶναι ὁ λύκος τῆς ἀνορθώσεως τὸν γνωρίζετε κάλλιστα πάντες, καὶ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἐπέλθῃ καὶ θὰ ἐπικαλεσθῆτε διὰ τῆς ὁμοίας κραυγῆς βοήθειαν, θὰ πάθητε ὅ,τι ἔπαθεν ὁ μικρὸς παῖς τοῦ μύθου: Οὐδεὶς θὰ σᾶς πιστεύσῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ εὑρίσκησθε ἐντὸς τοῦ στόματος τοῦ λύκου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πλὴν τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ἐπιδεικνύει καὶ ἄλλην τινὰ πίστιν πρὸς τὰ Δημόσια ἔργα. Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἀπὸ τοὺς ἐγκριτωτέρους φίλους τῆς Κυβερνήσεως ἠκούσθησαν κραυγαὶ καὶ διαμαρτυρίαι, ἐν πολλοῖς ἀναμφισβητήτως οὐχὶ δίκαιαι, ἀλλὰ πάντως στηριζόμεναι ἐπὶ ἀληθοῦς βάσεως, κατὰ τῆς μεθόδου, διὰ τῆς ὁποίας γίνεται ἡ ἐργασία εἰς τὸν εἰδικὸν τοῦτον κλάδον τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λέγει ὅτι μέρος τοῦ δανείου, ποσὸν ἐλάχιστον, διότι ἐξ αὐτοῦ δίδεται καὶ φιλοδώρημα εἰς τοὺς μετόχους τοῦ σιδηροδρόμου, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο τοῦ δανείου θὰ κατατεθῇ ὑπὲρ τῆς μετασκευῆς τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ τῆς ἀνοικοδομήσεως σταθμῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρητε ὅτι ἡ ἐπανόρθωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ εἶναι ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρείας ταύτης, διότι καὶ ἀποθεματικὸν εἶχε τὸ καθῆκον νὰ φυλάττῃ. Τίνα ἔργα θὰ κατασκευασθῶσι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ὑπολογισμῶν θὰ κατασκευασθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ ἂν συμφωνοῦσι τὰ ἔργα ταῦτα πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τῆς συγχρόνου προόδου ἐν τῇ ἐμφανίσει τῆς συγκοινωνίας εἰς μίαν χώραν, ἐπ’ αὐτῶν οὐδὲν γνωρίζει ὁ εἰσηγούμενος Ὑπουργός. Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκόμη ποῦ θὰ κτισθῇ ὁ σταθμὸς τῶν Πατρῶν, πότε καὶ πῶς καὶ εἰς ποῖον σημεῖον, καὶ ἂν ἀκόμη θὰ παύσῃ τὸ αἶσχος ἐκεῖνο, ὅπερ λέγεται σιδηροδρομικὸς σταθμός, νὰ ἐμφανίζηται εἰς τὸν πρῶτον ἔξωθεν ἐρχόμενον. Οὔτε κατὰ τοῦτο ἐξεδηλώθη εἰσέτι προσπάθεια τῆς ἑταιρείας, καίτοι ἔπρεπε νὰ εἶχον καταρτισθῇ σχέδια καὶ προϋπολογισμοί, ἀφοῦ ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1910. Παρῆλθεν ὁ Ἰανουάριος τοῦ 1910, παρῆλθεν 1½ περίπου ἔτος, καὶ ἡ ἑταιρεία αὐτή, ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ ἐν τῇ συμβάσει ἐπιβεβλημένα, ἡ ὁποία ἐζήτει τὸ δάνειον, δὲν εἶχε κἂν σκεφθῇ τίνα ἔργα θὰ κάμῃ καὶ τίνας σιδηροδρομικὰς γραμμὰς θὰ συμπληρώσῃ. Τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ πάλιν. Τὰ χρήματα ταῦτα θὰ εὕρωσι τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν εὗρον τὰ δάνεια καὶ τὰ χρήματα τοῦ παρελθόντος, καὶ θὰ ἔλθωσιν αἱ Βουλαὶ καὶ θὰ ἐμφανισθῇ νέος Ὑπουργὸς καλῆς πίστεως, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ θὰ εἴπῃ: ψηφίσατε τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι ἄλλως ἡ ἑταιρεία χρεοκοπεῖ. Καὶ θὰ ψηφίσῃ καὶ ἡ μέλλουσα Βουλὴ σύμβασιν ὁμοίαν, διὰ νὰ μὴ θίξῃ τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§89Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ μόλις ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ἀναβάλλω τὴν ἀγόρευσίν μου διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Νομίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ ν’ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν δύναμαι νὰ ἔχω προχείρους, τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τοὺς μετόχους, ζημίαν πολὺ σημαντικήν, ὡς ἐπίσης καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν ἑταιρείαν, ὅπως παραιτηθῇ τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἐκ τοῦ νόμου περὶ συνάψεως δανείου 20,000,000, καὶ ζητεῖ τὴν νέαν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας τίθεται πρόσθετος ὅρος ὠφελείας ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ συνάψωσι τὸ δάνειον. Θὰ ὑπάρξῃ ἀρκετὸς καιρός, νομίζω, μέχρι τῆς γʹ ἀναγνώσεως, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτύχῃ ἀπὸ τῆς ἑταιρείας τροποποιήσεις τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως εἰς τρόπον ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ νομοσχέδιον γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν μετόχων ἐν δικαίῳ μέτρῳ.
§90Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον, ἀφοῦ προσκομισθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα· νομίζω ἐν τούτοις ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναμνησθῇ ἑνὸς ταξιδίου του κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν σεισμῶν ἐν Ἠλείᾳ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη ἰδίοις ὄμμασιν ὅτι εἶναι ὄντως τελείως ἄοπλος ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας, πρὸς πραγματοποίησιν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων περιφερειῶν, τὰς ὁποίας ἐξυπηρετεῖ ὁ σιδηρόδρομος. Ἡ ἑταιρεία ῥυθμίζει τὰ τραῖνα κατὰ τὸ δοκοῦν, χωρὶς νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ παρεμβῇ κατ’ οὐδένα τρόπον. Ἡ ἑταιρεία κανονίζει ἐπίσης τὰ τιμολόγια τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων κατὰ τρόπον ἐπίσης αὐθαίρετον, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ κἂν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τῶν διαφόρων περιφερειῶν. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν παρεπονέθη διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετιμήθη ἡ μεταφορὰ τῶν ἐμπορευμάτων ἀπὸ Πειραιῶς εἰς τοὺς διαμέσους σταθμοὺς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πατρῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰ τιμολόγια, τὰ ὁποῖα ἐρρύθμιζον τὴν μεταφορὰν τῶν ἐμπορευμάτων ἀπὸ Πατρῶν εἰς τὰ αὐτὰ κέντρα. Παρετηρήθη δηλ. ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν χιλιομετρικὴν ἀπόστασιν εἰσπράττονται περισσότερα κόμιστρα διὰ τὰς ἐκ Πατρῶν ἀποστολὰς ἢ τὰς ἐκ Πειραιῶς. Ἐφηρμόσθη τοιουτοτρόπως διαφορικὸν τιμολόγιον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν Πατρῶν, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οὔτε αἱ εὐχαὶ τοῦ ἐμπορίου, οὔτε αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἀποταθέντες πρὸς αὐτὴν ἔλαβον διαφόρους ὑποσχέσεις, αἵτινες ἔμειναν νεκραί. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ τῆς βʹ ἀναγνώσεως νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν, εἰ δυνατόν, νὰ πραγματοποιήσῃ πάσας ἐκείνας τὰς ὑποσχέσεις, ἃς ἔδωκεν ἔκτοτε καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ κόμιστρα τῶν ἐμπορευμάτων καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς στάσεις καὶ τοὺς σταθμούς, οἱ ὁποῖοι ἐξυπηρετοῦσι τοὺς παρὰ τὴν γραμμὴν αὐτῆς πληθυσμούς. Ἔχει ἡ Κυβέρνησις, φρονῶ, ἀρκοῦσαν ἠθικὴν ἐπιβολὴν πρὸς τοῦτο, καὶ ἂν ἔτι ἡ σύμβασις δὲν τὴν ἐνισχύῃ. Ἀνεξαρτήτως τῶν δανείων τὸ ζήτημα γεννᾶται περὶ τῆς προόδου τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τῆς συστάσεώς της μέχρι τοῦ νῦν καὶ τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἤδη, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν, εἰς τὰ τῆς διευθύνσεως τῆς ἑταιρείας καὶ περὶ τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐξησκήσαμεν. Πρόκειται ἤδη περὶ δηλώσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς αὐτὰ τὰ Πρακτικὰ τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς ἑταιρείας. Ἀλλὰ περὶ τίνος προνοεῖ σήμερον ἡ ἑταιρεία; Ἔχει δικαίωμα συνάψεως δανείου 20,000,000 καὶ μᾶς λέγει ὅτι ὑποβάλλει σύμβασιν, ἡ ὁποία μειοῖ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν 20,000,000 εἰς 12,000,000. Ζητήσατε νὰ περιλάβητε εἰς αὐτὴν τὴν σύμβασιν πᾶν ὅ,τι τὸ Κράτος δὲν κατώρθωσε, διότι πρῶτος ἐγὼ ἐδήλωσα τὸ δυσχερὲς τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§91Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὴν περίφημον ταύτην ἑταιρείαν, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅπως συμβαίνει συνηθέστατα, τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπό τινων ἀξιοτίμων συναδέλφων μετετοπίσθη. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ζητεῖ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου καὶ ζητεῖ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τὴν ἠθικὴν ἐγγύησιν αὐτῆς. Διατί ζητεῖ τοῦτο;
§92Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ.
§93Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λοιπὸν ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν χαριτολογοῦντα πάντοτε καὶ μὲ τὰ σοβαρά, ὅτι, ἂν ἡ ἑταιρεία ζητεῖ νὰ συνάψῃ τὸ νέον αὐτὸ δάνειον, τὸ ζητεῖ, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ὅλον τὸ ἔργον, ἐγένετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ ἐχρειάσθησαν τόσα χρήματα, οὕτως ὥστε εἰς τόκους καὶ χρεολύσια νὰ ἐξοδευθῶσι τὰ διάφορα εἰσοδήματα τῆς ἑταιρείας. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καὶ λέγω τοῦτο ὄχι διὰ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατὰ τὴν ὁποίαν διάφοροι μεγάλοι ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ προφάσει ἐκτελέσεως σιδηροδρομικῶν γραμμῶν συνῆπτον δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐχρησιμοποίουν διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς κυρίως, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κόμματος. Γνωρίζω κάλλιστα ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ γραμμὴ Μύλων–Καλαμῶν, ἡ τότε Κυβέρνησις ἐζήτησε, προφασιζομένη τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, τὴν σύναψιν δανείου, τὸ δὲ δάνειον τὸ διέθεσε δι’ ἄλλας ἀνάγκας καὶ ὄχι διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Εἰς τὴν γραμμὴν ἐκείνην ὑπηρέτουν πλεῖστοι ὅσοι Ἰταλοί. Ὁ ἐργολάβος ἐκηρύχθη εἰς πτώχευσιν, διότι ἐζήτει ἀπὸ τὸ Κράτος χρήματα, καὶ τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ, διότι τὰ διέθεσεν εἰς μεγάλους ἐθνικοὺς σκοποὺς καὶ ἠναγκάσθη ὁ ἴδιος πρέσβυς τῆς Ἰταλίας νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ νὰ εἴπῃ τι, τὸ ὁποῖον ἔμεινε περιβόητον. Ἡ ἑταιρεία αὕτη, ὅπως σχεδὸν δυστυχῶς αἱ πλεῖσται τῶν ἑταιρειῶν, εἶναι ἑταιρεία κακῆς πίστεως. Βεβαίως δὲν ἔχει κανεὶς τὴν ἀξίωσιν οἱ ἀπαρτίζοντες τὰς διαφόρους ἑταιρείας νὰ εἶναι οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Δεσπόται. Ἀλλ’ εἶχε ἀξίωσιν νὰ εἶναι εὐσυνείδητοι. Βεβαίως ὅστις καταβάλλει τὸ χρῆμα αὑτοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ κερδίσῃ ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ ζητῇ νὰ κερδίσῃ τόσα, ὅσα ζητοῦσι νὰ κερδίσωσιν οἱ τοκογλύφοι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμω καὶ μίαν ἐλαχίστην παρέκβασιν. Ἤδη αὐτὴ ἡ ἑταιρεία μέχρι σήμερον βραδύνει ἐπίτηδες τὸ ἔργον τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης, διότι κερδίζει κατ’ ἔτος 350,000 κόμιστρα. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοκογλυφικὴ ἡ ἑταιρεία αὕτη, ἡ ὁποία δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀλλὰ κυρίως ἐξυπηρετεῖ τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα;
§94Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Πῶς κερδίζει;
§95Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὰ ἐμπορεύματα ἐκ Πειραιῶς–Ἀθηνῶν τὰ μεταφέρουσιν οἱ ἔμποροι εἰς Τρίπολιν, ἐκεῖθεν δὲ διὰ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην, καὶ κερδίζει κατὰ στατιστικὴν ἀκριβῆ — διότι ὁμιλῶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀκρίβειαν — περίπου 350,000 κατ’ ἔτος.
§96Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν θὰ κερδίζῃ περισσότερα τότε;
§97Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν γίνῃ ἡ γραμμὴ Σπάρτης–Γυθείου, τὰ ἐμπορεύματα θὰ μεταφέρωνται τότε ἀτμοπλοϊκῶς μὲν μέχρι Γυθείου, ἐκεῖθεν δὲ σιδηροδρομικῶς μέχρι Σπάρτης, καὶ θὰ διανύωσι μόνον 45 χιλιόμετρα ἀντὶ τῶν τριακοσίων χιλιομέτρων, τὰ ὁποῖα διανύουσιν ἤδη ἀπ’ ἐδῶ εἰς Τρίπολιν, ὅτε ἑπομένως εἰσπράττει περισσότερα.
§98Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Βεβαίως. Ἐνῷ λοιπὸν τοσαῦτα κερδίζει ἡ ἑταιρεία αὕτη, διισχυρίζεται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον ἐκεῖνο, διότι θὰ ζημιοῦται ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐκείνης, ὁ δὲ ἀληθὴς λόγος εἶναι — χωρὶς νὰ δυσανασχετήσῃ κανεὶς — ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐπιφυλάσσεται, ὅπως εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν τὴν κατάλληλον, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει ποτὲ εὕρει, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἔργου ἀντὶ 12,000,000, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐγκρίνει μετὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου νὰ παραχωρήσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καλέσῃ τοὺς ὑπευθύνους τῆς ἑταιρείας καὶ τοῖς εἴπῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ γραμμὴ ἀπὸ Πύργου εἰς Κυπαρισσίαν. Διαβεβαιῶ λοιπὸν ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ τὴν Κυβέρνησιν σύμπασαν ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη ἡ σιδηροδρομικὴ δὲν εἶναι νὰ μεταφέρῃ ὄχι ἀνθρώπους ἀλλ’ οὔτε κτήνη. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς προσεχῆ συζήτησιν νὰ εἶμαι σαφέστερος καὶ διεξοδικώτερος. Ἀναγκάζομαι ὅμως δι’ ὅσα εἶπεν ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ δηλώσω τοῦτο: διαβεβαιῶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινὴν τῆς Ἀνορθώσεως ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ ἔργου αὑτῆς ἐπετέλεσε, παρ’ ὅλας τὰς ὑλακὰς τῶν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης μεγαλοσχήμων καὶ τιτλούχων, ἐὰν δ’ ἐπιτύχῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ τὸν βραχίονα αὑτῆς ἐπὶ μιᾶς σπείρας, μιᾶς καὶ μόνης, ἥτις κάθηται ἀκριβῶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἐξ ἧς ἀπορρέουσι πᾶσαι αἱ πολυώνυμοι καὶ ὕποπτοι ἑταιρεῖαι καὶ αἱ πληγαί, θὰ σωθῇ καὶ θὰ ἐξυγιασθῇ ἡ Ἑλλάς, καὶ θὰ ὑψωθῇ περιφανὴς τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως κορυφή.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§100Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πελοπίδας Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§102ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως φέρεται καὶ παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν ἡ σύμβασις πρὸς παροχὴν ὑφισταμένης ἤδη ἀδείας πρὸς σύναψιν μεγαλειτέρου δανείου, δὲν δύναται ἢ νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν κατὰ τροποποίησιν τοῦ νόμου πρὸς συνομολόγησιν μικροτέρου δανείου. Βεβαίως, ἐὰν δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νέα ἀνταλλάγματα ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κοινοῦ, θέλει ἐπιδιώξει τοῦτο, ἐκεῖνο ὅμως, δι’ ὅπερ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ἐπιμείνῃ, εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῶν ὑπαρχουσῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας, ἰδίᾳ ἡ περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Πατρῶν. Εἶναι κακὴ καὶ ἐλεεινὴ ἡ κατάστασις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, ὅπερ μεταχειρίζεται ἡ ἑταιρεία ἀπὸ Πύργου εἰς Ὀλυμπίαν, εἰς τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον χῶρον, τὸν ὁποῖον τόσοι ξένοι ἐπισκέπτονται, καὶ οἵτινες διὰ μελανωτάτων χρωμάτων παριστῶσι τὴν κατάστασιν ταύτην. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις χάριν, ὡς ἐλέχθη, τῆς βιομηχανίας τῶν ξένων, νὰ ἐπιζητήσῃ, ὅπως ἡ ἑταιρεία ἑνώσῃ τοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμοὺς Πύργου–Κατακώλου καὶ Πύργου–Ὀλυμπίας καὶ μεταχειρίζηται ἀνεκτὸν ὑλικόν, διὰ νὰ μὴ ὑποφέρωσιν οἱ ξένοι ἀπὸ ναυτίασιν, ὡς διαμαρτύρονται, ταξιδεύοντες εἰς Ἑλληνικοὺς σιδηροδρόμους. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν ὑποχρεωτικὴν στάσιν εἰς Δουνέϊκα καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ σταθμοῦ Πλατάνου, ὅστις εἶναι ὁ μόνος σταθμός, δι’ οὗ ἐπικοινωνοῦσιν οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι Ἠλείας ὡς καὶ οἱ ἐκ Τριπόλεως καὶ Καλαβρύτων.
§103ΑΝΤ. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὄχι διὰ νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε τὴν σύμβασιν, ἣν θὰ ὑπερψηφίσω, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον ἤδη, ἐπικειμένης τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν ἑταιρείαν ὅτι ἔχει παραμελήσει πολὺ τὴν γραμμὴν ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Καλαμῶν, καὶ ἡ παραμέλησις αὕτη δὲν εἶναι καθόλου δεδικαιολογημένη, διότι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ τμῆμα τῶν Καλαμῶν, ἰδίως μέχρι Διαβολιτσίου, συνεισφέρει τόσον πολλά, ὥστε καὶ βοηθεῖ καὶ ἑτέρας ἀγόνους γραμμὰς τῆς ἑταιρείας ταύτης. Οὐ μόνον ὑπάρχει δυσχέρεια κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν προϊόντων εἰς τὰ ἐμπορικὰ βαγόνια καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχεται μεγάλη βλάβη καὶ ζημία εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐν γένει ἡ κίνησις καὶ τὸ ὑλικὸν τῶν βαγονίων εἶναι εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως, εἰ δυνατόν, ποιήσηται σύστασιν εἰς τὴν ἑταιρείαν — διότι γνωρίζω ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ γίνῃ νέα σύμβασις—, ἵνα θέσῃ εἰς κίνησιν μίαν ἢ δύο ἁμαξοστοιχίας τὴν ἑβδομάδα ταχείας ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Καλαμῶν, διότι εἶναι ὁμολογουμένως πολὺ μακρὸν τὸ διάστημα τῶν 14 ὡρῶν, καὶ δύναται ἡ ἑταιρεία διὰ μιᾶς γραμμῆς νὰ συντομεύσῃ τοῦτο κατὰ τέσσαρας ὥρας, ἐὰν καταργήσῃ τοὺς διαμέσους σταθμούς. Εἶναι δὲ ὄντως ἀνιαρὸν τὸ ταξίδιον τοῦτο, διότι ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ λίαν πρωὶ πρέπει νὰ ἐγερθῇ τις καὶ λίαν ἀργὰ νὰ φθάσῃ. Ἔτι δέ, εἰ δυνατόν, νὰ ἐκπέσῃ ὀλίγον τὰ κόμιστρα καὶ τοὺς ναύλους χάριν εὐκολωτέρας συγκοινωνίας. Ἀνομολογῶ ὅτι ἡ ἑταιρεία ἴσως θὰ ὑποστῇ ζημίαν τινά, καὶ βεβαίως θὰ ὑποστῇ ζημίαν, ἀλλά, ἐὰν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασταθῇ τοῦτο εὐχερές, ἵνα δὶς τῆς ἑβδομάδος γένηται, ταχεῖα ἁμαξοστοιχία, βεβαιωθῆτε ὅτι οὐ μόνον τὸ ἐμπόριον θὰ ἐξυπηρετηθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ὁ τόπος, ἔτι δὲ καὶ οἱ ταξιδιῶται ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις ταύτας καί, ἂν εἶναι δυνατόν, ἤδη, ὅτε ἐπίκειται ἡ ψήφισις τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως.
§104Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δύο λέξεις. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶναι τοῦτο, τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 δεύτερον, τρίτον καὶ τέταρτον ἐδάφιον· διατί, παρακαλῶ, νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐνυπόθηκον δανειστήν; Ἀφοῦ βαρύνει τὴν ἑταιρείαν, διατί νὰ βαρύνῃ τὸν σιδηρόδρομον, ὅπου πιθανὸν εἰς μίαν στιγμὴν τὸ Δημόσιον νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτόν; Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν καιρῷ νὰ μᾶς λύσῃ αὐτὴν τὴν ἀπορίαν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
§106Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ. Δὲν ἀφήνετε διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν;
§108Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ διὰ τὴν ἑπομένην ἀνάγνωσιν πληροφορίας λεπτομερεῖς περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 916,000 δρ., τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη προηγουμένως, ὡς ἀναφέρεται, εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ. Εἶναι ἀναγκαῖαι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας; Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι αὐτὸ ἐδῶ. Ἐὰν θέλητε νὰ διατυπώσητε ἰδικόν σας ἐρώτημα, θ’ ἀρκεσθῆτε νὰ μοὶ δώσητε τὸ σημείωμα, διὰ νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας καθ’ ὃν τρόπον σκέπτομαι.
§110Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Αὐτὸ θέλω. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ παρασχεθῇ τὸ δάνειον, διότι πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως τοῦ προηγουμένου δανείου, ἀλλὰ πρέπει νὰ βεβαιωθῶμεν ἂν τὸ ποσὸν τῶν 916,000 δραχ. θὰ δαπανηθῇ προσηκόντως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν αὐτὰς τὰς πληροφορίας νὰ ζητήσῃ περὶ τῶν γενομένων ἤδη δαπανῶν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Ρακτιβάν, εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 88–98 τοῦ Συντάγματος τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ ἀρχίσῃ κατόπιν ἡ συζήτησις.
§112Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόψε θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις;
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ὥραν τῶν παρατηρήσεων, διατυπώνετε τὰς ἀντιρρήσεις σας. Δὲν εἶναι ἐπίκαιροι αἱ παρατηρήσεις. Τώρα θὰ γίνῃ εἰσήγησις.
§114Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ἤδη τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος, περιλαμβάνοντος τὰ ἄρθρα 88–98. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἡ ἐπιτροπὴ περιωρίσθη ν’ ἀναγράψῃ τὰς μονίμους διατάξεις, αἵτινες διέπουσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν παρ’ ἡμῖν· ἀπέφυγε δὲ νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῷ μέρει τούτῳ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, τὸ γνωστὸν, τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, φρονοῦσα ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὰς μεταβατικὰς μόνον διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καθόσον θὰ πρόκειται ἐν πάσῃ περιπτώσει περὶ προσωρινῆς ἀργίας τῆς ἰσοβιότητος, ἥτις εἶναι τεθεσπισμένη ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ὡς διάταξις διέπουσα σταθερῶς καὶ μονίμως τοὺς δικαστάς. Ἐν τῷ παρόντι κεφαλαίῳ λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πρῶτον λόγον, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐδέξατο τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν καὶ διετύπωσεν αὐτὴν καθ’ ὃν τρόπον ἦτο διατετυπωμένη ἐν τῷ ἀρχικῷ ἄρθρῳ 88 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἑξῆς τουτέστιν, ὅτι οἱ ἀρεοπαγῖται, ἐφέται καὶ πρωτοδίκαι εἶναι ἰσόβιοι καὶ δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 88 ἀναγράφον τὸν κανόνα τοῦτον καὶ ἀποδεχόμενον ὡς ἐξαίρεσιν τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν εἶχε βεβαίως ὑπ’ ὄψει κυρίως τὰς ἀποφάσεις τὰς ποινικάς, αἵτινες ἀπαγγέλλουσι τὴν ἔκπτωσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἕνεκα καταδίκης ἐπί τινι τῶν ἀδικημάτων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 24 τοῦ Ποιν. Νόμου. Ἀλλ’ ἡ περίπτωσις αὕτη βεβαίως ἦτο ἀνεπαρκής, διότι ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ ὅτι, διὰ νὰ καταστῇ ἔκπτωτος ὁ ὑπάλληλος, ἕνεκα καταδίκης ἐπὶ πλημμελήματι, ἡ ποινὴ δέον νὰ εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐνιαύσιος, ἐνῷ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἢ μᾶλλον βέβαιον, ὅτι δικαστὴς καταδικασθεὶς ἐπὶ κλοπῇ π. χ. εἰς φυλάκισιν ὀλιγωτέραν τοῦ ἑνὸς ἔτους δὲν εἶναι ἄξιος νὰ κατέχῃ τὸ ἑδώλιον τοῦ δικαστοῦ. Ἑτέρα τοιαύτη περίπτωσις εἶναι καὶ ἡ πειθαρχικὴ ποινή. Ἐὰν δικαστὴς ἤθελεν ἐπανειλημμένως ὑποπέσει εἰς παραπτώματα πειθαρχικὰ ἢ εἰς παραβάσεις ἀξιοποίνους μέν, ἀλλ’ εἰς ἐλάσσονα βαθμόν, ἢ ἔστω καὶ ἅπαξ εἰς λίαν βαρὺ πειθαρχικὸν παράπτωμα, ὁ δικαστὴς αὐτὸς πρέπει νὰ δύναται ν’ ἀπολυθῇ. Ὑπὸ τοιούτων σκέψεων ἀγόμενος ὁ νομοθέτης εἰσήγαγε τὸν νόμον ΥΜΓʹ τοῦ 1871, κατὰ τὸν ὁποῖον προκαλεῖται ἡ παῦσις δι’ εἰδικῆς διαδικασίας καὶ ἐπὶ τούτῳ ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατόπιν ἀπολογίας τοῦ δικαστοῦ ἐν συμβουλίῳ, δημοσίᾳ δὲ ἀπαγγελλομένης τῆς ἀποφάσεως μόνον, ἐὰν εἶναι ὑπὲρ τῆς παύσεως. Ἡ διαδικασία ἡ κανονιζομένη ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ ῥηθέντος εἰδικοῦ νόμου εἶναι μικτή, καθόσον ὅλη ἡ διαδικασία γίνεται ἐν συμβουλίῳ, ἡ δὲ ἀπόφασις ἀπαγγέλλεται ἐν ὁλομελείᾳ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ περιβάλῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην διὰ τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τῆς δημοσίᾳ διεξαγωγῆς τῶν συνεδριάσεων καὶ τοῦ ᾐτιολογημένου τῶν ἀποφάσεων. Ἑτέρα περίπτωσις εἶναι ἡ ἀποχώρησις τῶν δικαστῶν ἕνεκα νόσου, περὶ ἧς ἀτελῶς προενόει τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 98, ὁρίζον ὅτι «Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἕνεκα γήρως ἢ διαρκῶν νοσημάτων». Τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἡ ἐπιτροπὴ ἀφῆκε κατὰ μέρος ἐν ἰδίᾳ διατάξει. Ἑπομένως πρόκειται ἤδη περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ἕνεκα νόσου. Ὁ ἐκδοθεὶς εἰδικὸς νόμος ΥΜΓʹ τοῦ 1871 ἀνέθηκε τὴν διάγνωσιν τῆς ἐν λόγῳ περιπτώσεως εἰς τὰ δικαστικὰ συμβούλια. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι ἀσφάλειαν πληρεστάτην παρέχει πάντως, ἂν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καθιερωθῇ, ὅπως ἐκδίδηται δικαστικὴ ἀπόφασις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι σήμερον ἡ ἐκ τοιούτου λόγου ἀπόλυσις ἢ μᾶλλον ἀποχώρησις παρέχεται εἰς τὸν δικαστήν, εἴτε ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτοῦ εἴτε ἐκ λόγων εὐνοίας πρὸς αὐτόν. Εἶναι ὅμως ὀρθὸν νὰ προκαλῆται ἡ ἐφαρμογὴ ταύτης καὶ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅταν πείθηται αὕτη ὅτι ὁ δικαστὴς ἀπέβη ἕνεκα νόσου ἀνίκανος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ, δὲν ἀντίκειται δὲ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ δικαστὴς εἶναι προσῆκον νὰ περιφρουρῆται καὶ κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο δι’ ἀναλόγων ἐγγυήσεων, καὶ ἐκ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν ὁρίζεται τὸ εἶδος τῆς ἀποφάσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπόφασις Ἐφετείου διὰ τοὺς κατωτέρους δικαστάς, πάντως ὅμως ἀπαιτεῖται ἀπόφασις δικαστική, κατὰ τοὺς αὐτοὺς νομίμους ὅρους ἐκδιδομένη. Σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ προσθήκη ἑτέρας περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ἡ ἐπιτροπή, τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ δικαστοῦ, ἕνεκεν ἀνεπαρκείας προσηκόντως βεβαιουμένης. Εἶναι ἐνδεχόμενον δικαστής τις νὰ μὴ ὑπέπεσεν εἰς οὐδεμίαν πειθαρχικὴν παράβασιν καὶ νὰ χαίρῃ ἄκραν ὑγείαν, καὶ ὅμως νὰ καταδεικνύηται ἀνίκανος πρὸς τὴν ἀρτίαν ἐκπλήρωσιν τῶν δικαστικῶν αὑτοῦ καθηκόντων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπει ὁ δικαστὴς νὰ μὴ ἀποχωρῇ μὲν αὐτοδικαίως, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλληται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἥτις θὰ κρίνῃ ἂν πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ λόγῳ ἀνεπαρκείας ἢ ὄχι. Ὡς παράδειγμα δυνάμεθα ν’ ἀναφέρωμεν τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὁ δικαστὴς κηρύσσεται στάσιμος ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς προαγωγάς. Ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἐκπίπτει εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ κόσμου, καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθήσῃ δικάζων, ἐκτὸς ἂν πρόκειται περὶ ἀνικανότητος παροδικῆς. Ὀρθὸν ἄρα εἶναι καὶ εἰς ταύτην τὴν περίπτωσιν νὰ παραπέμπηται ὁ δικαστὴς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως κρίνῃ ἂν ἐπιβάλλεται ν’ ἀποχωρήσῃ ὁ δικαστὴς οὗτος ἕνεκεν ἀνεπαρκείας. Ἡ περίπτωσις αὐτὴ προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ καθιερωθῇ ἐν ἄρθρῳ 98 τοῦ Συντάγματος, νὰ περιβάλληται δὲ καὶ αὕτη διὰ τῶν αὐτῶν ἐγγυήσεων τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι δημοσίαν διαδικασίαν καὶ ἠτιολογημένην ἀπόφασιν.
§115Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι θὰ εἶναι εἰσηγηταί;
§116Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ νόμος θὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπεζήτησεν ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐκδίδηται δικαστικὴ ἀπόφασις. Ἴσως νὰ δύναται νὰ προκαλέσῃ ταύτην καὶ ἰδιώτης, ἢ κατὰ περιόδους αὐτεπαγγέλτως ἐνεργουμένη δικαστικὴ ἐπιθεώρησις, ἥτις νὰ ἐξετάζῃ τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰ ἔργα ἐν γένει τῶν δικαστῶν.
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως νομοθετικῶς θὰ κανονισθῇ.
§118Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα. Ἂν εὑρίσκῃ π. χ. ἡ δικαστικὴ ἐπιθεώρησις ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις ἀνεπαρκείας διὰ τὸν δικαστήν, θὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον πρὸς ἀποχώρησιν. Τὸ ἄρθρον 98, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ἀνωτέρω, ὁμιλεῖ καὶ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ὡς καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἕνεκα γήρως. Τουτέστιν ἐγκρίνει τὴν καθιέρωσιν ὁρίου ἡλικίας, ὅπερ ἐπέτρεψεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ καθορίσῃ ὁριστικῶς. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ θέματος τοιούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἡλικία θὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν προτέρων διὰ γενικῆς διατάξεως τοῦ νόμου, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἡ διάταξις αὕτη παραπεμφθῇ εἰς τὸν νομοθέτην, ὅστις θὰ ἠδύνατο νὰ ὁρίσῃ καὶ ὅριον λίαν μικρὸν ἢ τἀνάπαλιν. Ἀφοῦ δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου εἶναι δεκτὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀποχωρῶσιν οἱ δικασταὶ ἕνεκα γήρως εἰς ὡρισμένην ἡλικίαν, ὀρθὸν εἶναι καὶ ν’ ἀναγράψωμεν τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι ὡς κανόνα καὶ νὰ μὴ ἐξαρτᾶται τοῦτο ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὅθεν ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ἐπίσης νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 98 τοῦ Συντάγματος ὡς ὅριον ἡλικίας πρὸς ἀποχώρησιν ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας διὰ μὲν τοὺς πρωτοδίκας τὸ πεντηκοστὸν πέμπτον ἔτος, διὰ τοὺς ἐφέτας καὶ προέδρους Πρωτοδικῶν τὸ ἑξηκοστὸν δεύτερον, διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας καὶ προέδρους Ἐρετῶν τὸ ἑξηκοστὸν ἕβδομον, καὶ τὸ ἑξηκοστὸν ἕνατον διὰ τὸν πρόεδρον καὶ ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς τάσσεται ὅριον φυσικώτατα βραχύτατον, διότι εἶναι περιττὸν νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ πρωτοδίκης, ὁ ὁποῖος συνεπλήρωσε τὸ πεντηκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του, διατελεῖ δὲ ἐπὶ εἰκοσιπέντε ἢ τριάκοντα ἔτη ὡς πρωτοδίκης, ὡς ἡ παραμονὴ αὐτοῦ ἡ μακρὰ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἤδη δεικνύει, δὲν εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§119Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσων ἐτῶν εἶσθε ὑμεῖς;
§120Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τεσσαράκοντα ἕξ.
§121Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ δέκα ἔτη θὰ εἶσθε ἀνίκανος;
§122Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὡς πρωτοδίκης ἴσως καὶ σήμερον.
§123Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσθε πρωτοδίκης καὶ ἐφύγετε.
§124Γ. ΠΩΠ. Ἦτο πρωτοδίκης εἴκοσιν ἐτῶν.
§125Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπαναλαμβάνει τὴν διάταξιν, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ 89, ὅπως ὁρίζωνται τὰ προσόντα ἐν γένει τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ νόμου. Προκειμένου περὶ τῶν εἰσαγγελέων καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν προτείνει, ὅπως καὶ οὗτοι περιβληθῶσι διὰ τῆς ἰσοβιότητος ἀφομοιούμενοι ἐντελῶς πρὸς τοὺς δικαστάς. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἐδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν, ἔκρινεν ὅμως ὅτι πρέπει νὰ περιφρουρηθῇ διὰ συνταγματικοῦ ἄρθρου ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων καθ’ ὃν τρόπον ὑφίστατο μέχρι τοῦδε, διατηρουμένου καὶ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἡ συνταγματικὴ ἀναγνώρισις τῆς ἰσοβιότητος τῶν εἰσαγγελέων καὶ εἰρηνοδικῶν ἠδύνατο νὰ παρεμποδίσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐπὶ τῶν θεσμῶν τούτων εἰς τὸ μέλλον ἐπιφέρῃ ῥιζικωτέρας μεταρρυθμίσεις, ὡς ἤδη σήμερον προτείνεται ἡ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων, ἴσως δὲ αὔριον ὑποδειχθῇ ἡ ἀνάθεσις τῶν Εἰσαγγελιῶν εἰς τοὺς τακτικοὺς δικαστάς, ὅπερ τοὐλάχιστον εἶναι ἡ προσωπική μου γνώμη. Πάντως ὅμως ἐπιβάλλεται νὰ προστατευθῶσιν οὗτοι δι’ ἁπλῆς μονιμότητος κατὰ τὰ προεκτεθέντα. Μεταξὺ τῶν ἀποκεντρωτικῶν θεσμῶν, δι’ ὧν ἐπροικοδοτήθη τελευταίως ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, τὴν πρώτην ἴσως τάξιν κατέχει ὁ θεσμὸς τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου περιφρουρεῖται τὸ δικαστικὸν σῶμα. Εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ διάταξις αὐτὴ κατ’ ἀρχήν, διότι, ἂν διὰ τοὺς ἄλλους κλάδους σκόπιμον εἶναι νὰ προστατεύηται ἡ παραμονὴ τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ ταύτης, πολλῷ μᾶλλον ἐπιβάλλεται ἡ πλήρης ἐξασφάλισις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ δικαστικῇ, διὰ νὰ εἶναι οὗτοι ἀνεξάρτητοι ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης. Διὸ ἡ ἐπιτροπή, συμφωνοῦσα πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, φρονεῖ ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὁ θεσμὸς τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ βελτίωσις παντὶ σθένει αὐτοῦ καὶ οὐχὶ ἡ κατάργησις. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, προκειμένου νὰ περιφρουρηθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, ὀρθὸν εἶναι νὰ καθορισθῇ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι καὶ ἡ συγκρότησις αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἀφεθῇ αὕτη εἰς τὸν νόμον, ὅστις θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ προσθέσῃ ἴσως καὶ πρόσωπα ἀλλότρια τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας ἐν τῷ ἀνωτάτῳ τούτῳ συμβουλίῳ, ἐνῷ πρέπον εἶναι βεβαίως ν’ ἀποτελῆται τοῦτο ἐκ δικαστικῶν ἀποκλειστικῶς προσώπων. Εἶναι δὲ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου ἐπιβεβλημένη ἡ τοιαύτη πρόνοια, διότι προκειμένου περὶ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου ἡ ἐπιτροπὴ δὲν προτίθεται νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς προτείνεται διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τοὺς διοικητικούς. Ἕνεκα τούτου ἐπιβάλλεται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει ν’ ἀπαρτίζηται ἀποκλειστικῶς ἐξ ἀρεοπαγιτῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην διετυπώθη τὸ ἄρθρον 90 ὡς ἑξῆς· «Τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος ἡ τοποθέτησις, μετάθεσις καὶ προαγωγή, ὡς καὶ ἡ παῦσις τῶν μονίμων κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις, γίνονται μόνον δυνάμει ἀποφάσεως ὑποχρεωτικῆς διὰ τὸν Ὑπουργὸν ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου συγκροτουμένου ἐξ ἀρεοπαγιτῶν». Διὰ τοὺς μονίμους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους δὲν ὁρίζονται εἰδικῶς ἐν τῷ Συντάγματι οἱ λόγοι τῆς ἀπολύσεως, ὅπως ὁρίζονται διὰ τοὺς ἰσοβίους ὑπαλλήλους. Ἐπιβάλλεται δὲ μόνον, ἵνα διὰ νόμου ὁρισθῶσιν οἱ λόγοι οὗτοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων δύναται νὰ εἶναι καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ θεσμοῦ εἴτε ἡ κατάργησις τῆς θέσεως. Πάντοτε ὅμως ἡ ἀπόλυσις θὰ γίνηται κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτάτη ἐγγύησις, ἡ παρεχομένη εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ εἰρηνοδίκας. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλας τινὰς μεταρρυθμίσεις νομοθετικάς, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ νόμοι οἱ ἀφορῶντες εἰς τὰς δικαστικὰς μεταβολάς. Ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ εἴπω ὡς δεδηλωμένην γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ προαγωγὴ τῶν ἀρεοπαγιτῶν πάντως πρέπει νὰ γίνεται κατ’ ἐκλογὴν καὶ οὐχὶ κατ’ ἀρχαιότητα, οὕτως ὥστε νὰ ἐκλέγωνται πράγματι οἱ ἄριστοι, οἱ δυνάμενοι νὰ ἐπιτελέσωσιν ἐπαξίως τὰ καθήκοντα τοῦ ἀρεοπαγίτου καὶ τὰ τοῦ μέλους τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου. Κατὰ τὸν τελευταῖον ἡμῶν ἀτυχῆ πόλεμον παρετηρήθη ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως ἐκτάκτων μέτρων, ἅτινα ὅμως δὲν ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ἕνεκα τῆς σιγῆς περὶ αὐτῶν ἐν τῷ Συντάγματι, ἐνῷ ἐπιβάλλονται ἴσως ὑπὸ τῆς σωτηρίας τῆς χώρας. Ἕνεκα τούτου ἡ Βουλὴ τῆς δεκάτης ὀγδόης Περιόδου ἐν τῷ ψηφίσματι αὑτῆς προέτεινεν, ὅπως περιληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 98 τοῦ Συντάγματος ἐδάφιον, ἐπιτρέπον τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν κήρυξιν τῆς χώρας ἢ μέρους αὐτῆς εἰς κατάστασιν πολιορκίας ἐν περιπτώσει πολέμου· τὸ δὲ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν προσέθηκε καὶ τὴν περίπτωσιν τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην καὶ ἄλλων ἀσχοληθέντων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὑποβαλόντων ὁμοίαν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐδέξατο τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων τούτων μόνον ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει, ἀπέκρουσε δὲ ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν ἐπιστράτευσιν, ἡ μειονοψηφία ὅμως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ φρονεῖ ὅτι καὶ ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως πρέπει νὰ λαμβάνωνται τοιαῦτα μέτρα, ἐπειδὴ δὲ δυστυχῶς ἔχομεν προηγούμενα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπιστράτευσις διήρκεσεν ἐπὶ πολὺν χρόνον, προστίθησιν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι πρέπει τὰ μέτρα ταῦτα, λαμβανόμενα ἐν ἐπιστρατεύσει, νὰ μὴ διαρκῶσι πλέον τοῦ μηνός. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην διατυποῦται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ ἡ πρότασις τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ πρότασις τῆς μειονοψηφίας, ἡ δὲ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκλέξῃ. Εἰς τὸ ἄρθρ. 97 τὸ προνοοῦν περὶ τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν προτείνει λίαν ὀρθῶς, ὅπως περιορισθῇ ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν μόνον ἐπὶ τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν ἀδικημάτων. Τοῦτο εἰσηγεῖται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὴν Βουλήν, προτείνει δὲ συνάμα νὰ προστεθῇ ἐνταῦθα καὶ εἰδικὴ μνεία τῶν Δικαστηρίων λειῶν, εἰς ἃ ἀνατίθεται ἐν πολέμῳ ἡ ἐκδίκασις τῶν λειῶν, καθόσον συνεπείᾳ συμβάσεως ψηφισθείσης ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς Χάγης ἐν ἔτει 1907 μέλλει νὰ ἀναληφθῇ διεθνὴς ὑποχρέωσις πρὸς καθιέρωσιν τοιούτων Δικαστηρίων. Ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δύνανται νὰ ἀποχωρισθῶσι καὶ ἀποτελέσωσιν ἴδιον κεφάλαιον, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι μὲν Ἀρχὴ δικαστικῶς ὠργανωμένη, ἀλλὰ δὲν ταυτίζεται πρὸς τὴν κυρίως δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀσκοῦν δικαιοδοσίαν διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἰδίως. Ἕνεκα τούτου ἐν ἄρθρῳ 98 περιελάβομεν ἁπάσας τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ἐγκατεσπαρμένας ἐν τῷ τμήματι περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ σχετικὴ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Ἀθηνογένους, δι’ ἧς προτείνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅπως ὁρισθῇ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εὐρυτέρα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι τὸ μὲν πρῶτον δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Συνεδρίου ὁρίζεται διὰ νόμου καὶ μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον δὲν παρουσιάσθη κενόν τι ἐπιβάλλον τὴν συνταγματικὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἔργων τοῦ Συνεδρίου, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, ἀποτελεῖ νέον τρόπον ἐκλογῆς δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁποῖα εἶναι καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅστις τρόπος δὲν ὑφίσταται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν καὶ θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον νὰ δημιουργηθῇ ἤδη.
§126Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν δύνασθε νὰ μᾶς πληροφορήσητε ἂν συνεζητήθη τοῦτο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ὅσον ἀφορᾷ τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζητήματος κατέληξεν εἰς πόρισμα καὶ ἂν πρόκειται τὸ πόρισμα τοῦτο ν’ ἀνατεθῇ ἐν τῷ ὑπολοίπῳ μέρει τῆς ἐργασίας αὐτῆς.
§127Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη πάντων τῶν ἑπομένων ἄρθρων καὶ ἤρχισε μὲν συζητοῦσα καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ δὲν κατέληξεν εἰς ὡρισμένον ἀποτέλεσμα· προκειμένου δὲ νὰ διατυπώσῃ τὰ σήμερον ὑποβληθέντα ἄρθρα ἀντελήφθη ἐκεῖνο, ὅπερ ἐσημείωσα ἐν ἀρχῇ, ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἡ διάταξις ἐν τῷ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας κεφαλαίῳ, ἀλλὰ δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ διατυπώσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς περὶ τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, εἶναι πιθανὸν νὰ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα καὶ ὑποβάλῃ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλὴν ἢ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ παραπέμψῃ τὸ ὅλον ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλπίζω ὅτι πάντως ἡ ἐπιτροπὴ θὰ δυνηθῇ νὰ διατυπώσῃ πρότασιν θετικήν. Καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ συνταράσσοντος καὶ τὴν Πολιτείαν καὶ τὸ Κοινοβούλιον.
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν δεκάτην.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν δεκάτην ὥραν. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§131Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόψε διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐγένετο εἰσήγησις. Πρέπει νὰ μελετήσωμεν.
§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν εἶναί τινες παρεσκευασμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν, ἂς ἀρχίσωμεν, χωρὶς νὰ προέλθωμεν εἰς ἀπόφασιν.
§133Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μάλιστα.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω ν’ ἀφήσωμεν τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄλλα θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΓΚΖʹ καὶ
͵ΓΦΜΘʹ».
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ ἂς μείνῃ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ταμείου πληρωμῶν παρ’ ἑκάστῃ τῶν μεραρχιῶν τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΧΠΒʹ τοῦ ἔτους 1910, δι’ οὗ συνέστη τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ στρατοῦ». Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συνέστη πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾷ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πὼπ.
§139Γ. ΠΩΠ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ ἐντελῶς ἀπροσδοκήτως ἔρχεται ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ θεμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι συναφῆ πρὸς ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὸ ὑπὸ συζήτησιν καὶ τὸ περὶ παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦ πρώτου τῶν νομοσχεδίων τούτων μεταβάλλεται ἡ παγία προκαταβολὴ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔχουσι σημασίαν μεγίστην τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι δύνανται καὶ νὰ προβλέψωσι καὶ πρὸς περιστολὴν τῶν γενομένων ἤδη καὶ ἀποκαλυφθεισῶν καταχρήσεων καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἐλεγκτηρίῳ τοῦ στρατοῦ. Δὲν δύναται δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς διαρρύθμισιν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ χωρὶς νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς περιστολὴν τῶν μεθόδων, διὰ τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ καταχρήσεις. Καὶ ἀναμφισβητήτως δύναταί τις χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένοντο αἱ καταχρήσεις, ἁπλῶς δὲ παρακολουθῶν τὴν ἐξέλιξιν τῶν πραγμάτων αὐτῶν νὰ εὕρῃ ὅτι αἱ καταχρήσεις ἐγένοντο δι’ ὑπερβάσεως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν αἱ πάγιαι προκαταβολαί. Καὶ ὁ λογιστικὸς νόμος, ὁ πάγιος τοῦ 1852 καὶ ὁ μεταγενέστερος τοῦ 1880 ἔλαβον μέριμναν ἐπαρκῆ, ὅπως ἀσκῆται ὁ ἔλεγχος. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβον πρόνοιαν ὅπως εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποκάλυψις τῶν καταχρήσεων κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐνταλμάτων ὑπὸ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατοῦ αὐξάνεται αὕτη ἀπὸ 500,000 δραχμῶν ἐτησίως, ὡς ὥριζεν ὁ νόμος τοῦ 1852, εἰς δύο καὶ ἥμισυ δωδεκατημόρια ὡρισμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων. Καὶ βεβαίως ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἐνέχει πολλὰ πράγματα οὐσιώδη καὶ χρησιμώτατα διὰ τὸν στρατόν, διότι ὑποδεικνύεται ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου ὁ τρόπος τῆς παροχῆς ἐκτάκτων τινῶν προμηθειῶν ἀναποφεύκτων διὰ τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἀντὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ αἴρηται, ἀντὶ νὰ περιφρουρῆται τὸ κακόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ καταχρήσεις, ἔρχεται τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφήνει ἐπέκτασιν περισσοτέραν εἰς ἐπαύξησιν τῶν παγίων προκαταβολῶν καθ’ ἣν μέθοδον ἐγίνοντο καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Διότι, διὰ νὰ γίνωνται καταχρήσεις, τί συνέβαινεν; Οἱ διαχειριζόμενοι τὰ ποσὰ ἐλάμβανον ἐκ τῶν παγίων προκαταβολῶν, χωρὶς νὰ δίδωσι λογαριασμόν, δὲν ὑπῆρχε δ’ ἐπαρκὴς ἔλεγχος, ἵνα ἴδωσιν ἂν ὑπῆρχον αἱ πάγιαι προκαταβολαὶ ἢ δὲν ὑπῆρχον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβαλλομένου καὶ δὴ διὰ τοῦ 3ου ἄρθρου δημιουργεῖται καὶ εἷς ἄλλος ἀκόμη τρόπος ἐπαυξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατοῦ. Διότι παρέχεται προσωρινῶς καὶ ἀνεπιστρέπτως εἰς τὰ διάφορα στρατιωτικὰ σώματα καὶ καταστήματα, διὰ τὰ ὁποῖα προωρίζεται ἡ παγία προκαταβολὴ τῶν 2½ δωδεκατημορίων, ἀπεριόριστος ἐξουσία. Θὰ γίνηται δὲ τοῦτο διὰ τῆς ἐκδόσεως ὑπὸ τῶν μεραρχιακῶν ταμιῶν χρηματικῶν γραμματίων εἰς βάρος τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων τοῦ Κράτους. Συνεπῶς θὰ περιφρουρῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ ὁποία δύναται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξαντλεῖται ὄχι μόνον ἡ μέθοδος τῶν παγίων προκαταβολῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ποσῶν τῶν ἔξω τῶν παγίων προκαταβολῶν. Προκειμένου περὶ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τούτου τῶν μεραρχιῶν, καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρουσιν ὅτι εἶναι συναφὴς ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τὸν ἐν καιρῷ εἰρήνης στρατὸν καὶ διὰ τὸν ἐν καιρῷ πολέμου. Ἡ συστήσασα τὸ νομοσχέδιον εἰδικὴ ὑπηρεσία ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὅτι ὑπάρχουσι δύο ὀργανισμοὶ στρατιωτικοί, ὁ τοῦ Διαδόχου τοῦ 1904 καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ τοῦ 1910. Ἀμφότεροι δ’ οὗτοι οἱ ὀργανισμοὶ προβλέπουσι πῶς θὰ διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία ἡ ταμιακὴ ἡ καθαρῶς χρηματικὴ ἐν καιρῷ πολέμου. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὅτι θὰ εἶναι συναφεῖς αἱ δύο ὑπηρεσίαι, δὲν λέγει τι ἀκριβές, διότι ὑπάρχουσιν οἱ δύο ὀργανισμοί, ὁ πρῶτος τοῦ Διαδόχου, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ καταλήξωμεν ἀσφαλῶς, διότι καθ’ ἃς ἔχω ἐξωδίκους πληροφορίας αὐτὴ φαίνεται ὅτι εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὁ ὁποῖος καθορίζει ὅτι καὶ αἱ ταμιακαὶ ὑπηρεσίαι ἐν καιρῷ πολέμου θὰ γίνωνται ὑπὸ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσλαμβάνωνται. Διὰ τοῦ νόμου δ’ ἐκείνου τοῦ ψηφισθέντος κανονίζεται ὅτι Β. Διάταγμα ἤθελε διαρρυθμίσει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ κριθῇ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ ἐν καιρῷ πολέμου ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἀφοῦ μοιραίως θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν καιρῷ πολέμου ὅσα ὀρθότατα καὶ σύμφωνα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀνάγκην διαγράφουσιν οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι καθ’ ὃν τρόπον διαρρυθμίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἀποβλέπει εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐν πολέμῳ θέσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι μετάφρασις ἐπὶ λέξει ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ καὶ διότι ἀντὶ τῆς μιᾶς οἰκονομικῆς πληγῆς, ἡ ὁποία ὑφίσταται καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ στρατοῦ, δημιουργοῦνται δύο ἀκόμη καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ φρουραρχείου.
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ζητήσωμεν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ.
§141Γ. ΠΩΠ. Εἶναι εὐχάριστον αὐτό, διότι τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο καταργηθὲν δὲν ἀπέδωκεν ἀκόμη τοὺς λογαριασμούς του, ὑπάρχουσι δ’ ἀποδόσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ἀπομαχικὸν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, αἵτινες καὶ αὐταὶ μετὰ τῶν εἰς ἄλλων τρίτους ἀποδόσεων παραμένουσιν ἐκκρεμεῖς. Συνεπῶς πρόκειται περὶ δημιουργίας μιᾶς προσωρινῆς ταμιακῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ τούτου τοῦ παγίου λογιστικοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ῥυθμίζονται καὶ τὰ λοιπά. Ἀλλὰ προκαταλαμβάνομεν καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν σκέψιν τῆς ὀργανώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν πάντες, τὴν ὁποίαν θὰ εἰσηγηθῶσιν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ξένοι ὀργανωταί, τοὺς ὁποίους μετεκαλέσαμεν. Πρὸς τὸ παρὸν τὸ ἓν ταμεῖον δὲν ὑπάρχει ἄνευ αὐξήσεως θέσεων, ἄνευ ὑπάρξεως ἐλέγχου, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἔλεγχος, διότι θὰ ἐξελέγχωνται τὰ ἐντάλματα ἐκδιδόμενα εἰς 3 διάφορα συστήματα, καὶ εἰς τὰ τρία ἐλεγκτήρια τῶν τριῶν μεραρχιῶν. Θὰ ἤθελον προτιμήσει καὶ θὰ ὑποδείξω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπανηρχόμεθα εἰς τὸ πρώην καθεστὼς τῆς ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ταμείων πληρωμῆς μετὰ νέας διαρρυθμίσεως, ἤθελον προτιμήσει ν’ ἀναμείνωμεν καὶ μὴ δημιουργήσωμεν τὸ νέον τοῦτο καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐγκαταστήσει καὶ νέας θέσεις σὺν τῇ σειρᾷ λογιστικῶν ἀνωμαλιῶν. Ἐὰν ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν ξένων ὀργανωτῶν, θὰ ἠδυνάμεθα συγχρόνως νὰ δημιουργήσωμεν καὶ πλήρη ὑπηρεσίαν λογιστικὴν καὶ ταμειακὴν εἰς τὸν στρατόν. Ἀπὸ τοῦ βήματος δὲ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ ζήλου καὶ προσοχῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ βδελυγμίας ἀνωμολόγησε πόσην εὗρε διαφθορὰν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στρατιωτικὸν χρῆμα. Διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων οὐδὲν τούτων παρακωλύεται, ἐνῷ, ἐὰν ἐμένομεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ καθεστώς, θὰ εἴχομεν τοῦτο τὸ εὐχάριστον, ὅτι ὁ ξένος ὀργανωτής, ἀφοῦ καὶ ἐν πολέμῳ, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας ἐπὶ λέξει μεταφρασθείσης θ’ ἀνελάμβανον τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ πολιτικοὶ ταμίαι, θὰ ἦτο εὐκταῖον, ὅπως ἀναμένοντες κανονίσωμεν τὰ πράγματα καὶ ἐν εἰρήνῃ ὁμοίως, ἵνα ἐν ἁρμονίᾳ ἔχωμεν τὴν ἐπιμελητείαν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων προκειμένου περὶ τῆς ἐν εἰρήνῃ καὶ πολέμῳ θέσεως αὐτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὴν κ’ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεγίου, ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς καὶ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας κατὰ τὴν συζήτησιν ἴσως δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν, πρὸς ἣν πρέπει νὰ στραφῶμεν. Διότι κοινὸς εἶναι ὁ πόθος ὅπως ἡ πλήρης ὀργάνωσις ἐπέλθῃ, καὶ ὅπως ἀπαλλαχθῇ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀπὸ τὰς κακοήθεις ἐκείνας καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ τὴν Κυβέρνησιν μὲν δικαίως, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ αὐτὸν τὸν στρατὸν ἐν μεγάλῃ συγκινήσει κρατοῦσιν.
§142Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, Κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι οὐ μόνον δὲν εἶμαι ἕτοιμος, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ κείμενα κἂν τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, διότι οὐδὲ ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς κατωρθώθη νὰ μοὶ δοθῶσι.
§143Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οὐδεὶς ἔλαβε, κύριε Πρόεδρε.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί πρᾶγμα; Νομοσχέδια; Αὐτὰ διενεμήθησαν πρὸ δύο μηνῶν.
§145Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχουσι διανεμηθῆ πρὸ πολλοῦ καὶ ἔχουσι παραπεμφθῆ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία καὶ ἔχει ὑποβάλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἕτοιμος, καὶ ἐγὼ πολὺ περισσότερον, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἕτοιμος δι’ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν, διότι δὲν ἔχω μαζί μου τὰ κείμενα. Λαμβάνων ὅμως ἀφορμὴν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ψαρῶν, θέλω νὰ τονίσω ὅτι αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι παρετηρήθησαν, δὲν παρετηρήθησαν μόνον διότι ὑπῆρχε προκαταβολή, ἢ καὶ ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος μεγαλειτέρων καταχρήσεων, διότι θ’ αὐξηθῇ ἡ παγία προκαταβολή. Αἱ καταχρήσεις προῆλθον κατόπιν ἐκδόσεως ἐνταλμάτων στηριζομένων ἐπὶ ψευδῶν δικαιολογητικῶν.
§146Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐπὶ πλαστῶν ὑπογραφῶν.
§147Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐπὶ πλαστῶν ὑπογραφῶν, ἀλλ’ εἴτε ὑπῆρχον αὗται, εἴτε δὲν ὑπῆρχον, αἱ καταχρήσεις ἠδύναντο νὰ γίνωσι, διότι τὰ ἐντάλματα αὐτὰ ἐθεωρήθησαν νομίμως ἐκδοθέντα.
§148Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τίνος ποσοῦ;
§149Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ διαφόρων ποσῶν.
§150Γ. ΠΩΠ. Ὄχι ἐπὶ τῆς παγίας προκαταβολῆς.
§151Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πόσων ποσῶν, ἀλλ’ ἀφορμὴ τῆς καταχρήσεως δὲν ἦτο ἡ παγία προκαταβολή. Σχετικῶς ὅμως μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ συστάσεως ταμείων τῶν 3 Μεραρχιῶν, θὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὑπῆρχε τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν παγίαν προκαταβολήν· ἀντὶ τούτου ἱδρύθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ταμεῖον τοῦ Στρατοῦ, καὶ ἐπιστεύθη τότε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξάγηται ἡ ταμειακὴ ὑπηρεσία τῶν στρατιωτικῶν λογαριασμῶν εὐκολώτερον διὰ τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς ταμείου. Δὲν ἠξεύρω πῶς ὑπετέθη τότε ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἰδικίτερον ταμεῖον διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, αἱ πληρωμαὶ θὰ ἦσαν εὐχερέστεραι, χωρὶς νὰ σκεφθῶσιν ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῆς κακῆς πληρωμῆς δὲν ἦτο ἡ ὕπαρξις ἢ ἡ ἀνυπαρξία ταμείου τοιαύτης ἢ τοιαύτης κατηγορίας, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις χρημάτων. Τὰ διάφορα στρατιωτικὰ σώματα ἐπάλαιον εἰς τὴν θύραν τῶν ταμείων, ὅπως λάβωσι προκαταβολὴν ἀπέναντι τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰς χεῖράς των, καὶ εὑρίσκοντο πολλάκις οἱ διαχειρισταὶ εἰς τὴν ἀμηχανίαν, ἂν ἔχουσι τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα καὶ διὰ τὴν τροφὴν ἀκόμη τῶν στρατιωτῶν. Ἐπιστεύθη λοιπὸν ὅτι, ἂν ἐγίνετο ἓν στρατιωτικὸν ταμεῖον, τὸ ταμεῖον τοῦ στρατοῦ, ὁ ταμίας τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου δὲν θὰ ἐδυστρόπει εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν στρατιωτικῶν ἐνταλμάτων, ὅπως ἐδυστρόπουν οἱ πολιτικοὶ ταμίαι. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἦτο ἀφορμὴ ἡ δυστροπία τῶν πολιτικῶν ταμιῶν, ἀλλ’ ἡ ἀνυπαρξία χρημάτων ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους. Τὸ κακὸν ἐπετάθη, ὅτε συνέστη τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μνημονεύσω, καίπερ ἀπολυθέντα, ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν μὲ ἀπησχόλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸν πρώην διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὁ ὁποῖος ἐξήντλησεν ὁλόκληρον αὑτοῦ τὴν στενοκεφαλιάν, διὰ νὰ καταστήσῃ τὸ ταμεῖον αὐτὸ κατὰ τοιοῦτον τρόπον δυσάρεστον, ὥστε τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον παρετηρεῖτο πρότερον, νὰ ἐπιταθῇ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀνάγκην θὰ ψηφισθῇ· ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται πρὸ μιᾶς καταστάσεως πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ταχέως δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ, καὶ ἐλπίζω μόνον ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως διορθωθῇ ὁλόκληρος ἡ ταμιακὴ ἡμῶν νομοθεσία. Ἡ σύστασις ὅμως σήμερον τριῶν ταμείων νέων εἶναι ἀξιοκατάκριτος, διότι, ὅπως καὶ πρὸ ἡμερῶν ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης εἶπον, πρέπει νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ταμείων καὶ οὐχὶ περὶ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν. Τὰ ταμεῖα δὲ ταῦτα, καθὼς συνιστῶνται, καὶ καθὼς ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν διὰ μακρῶν ν’ ἀναπτύξω, συνιστῶνται μὲ πολὺ πολυτελέστατον προσωπικόν.
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ἀποσπάσεως θὰ εἶναι ὅλοι στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι εἰς τὰ ταμεῖα αὐτά. Ἴσως ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ εἶναι σαφής. Σᾶς ὑπόσχομαι εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ὅτι θὰ τὸ διασαφήσω. Δὲν θὰ εἶναι καμμία ὀργανικὴ θέσις.
§153Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἠξεύρετε σεῖς ποῖα εἶναι τὰ τερτίπια, διὰ τῶν ὁποίων αὐξάνουσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ εἴχετε ἄλλην ἰδέαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἰδρύεται μία ὑπηρεσία· ὡς δικαιολογητικὸν προτάσσεται πάντοτε ὅτι οὐδεμία δαπάνη προστίθεται, διότι ἐκ τοῦ παλαιοῦ προσωπικοῦ θὰ καλυφθῇ νέα ἀνάγκη. Ἔπειτα παρουσιάζονται τὰ κενά. Ἰδοὺ ὑπάρχει ἔλλειψις ἀξιωματικῶν, διότι αἱ ὀργανικαὶ θέσεις δικαιολογοῦσι 300 ἀξιωματικοὺς καὶ ἔχομεν μόνον 250, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη ἀπόλυτος εἶναι, ὅπως αὐξήσωσι τὰ στελέχη, διότι, ὅταν αὐξάνῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν στελεχῶν, οὐδεμία αὔξησις ὑπηρεσίας παρουσιάζεται, καὶ πάντοτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δικαιολογεῖται ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ δικαιολογῶ πληρέστατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος σήμερον μὲ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται, νὰ ἱδρύσῃ τὰ 3 αὐτὰ ταμεῖα, καὶ εὔχομαι μόνον ἡ ζωὴ τῶν ταμείων τούτων, ὡς καὶ ἄλλων πλείστων ὅσων ταμείων, νὰ εἶναι βραχεῖα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι μετὰ πολυτελείας ἱδρύονται τὰ ταμεῖα αὐτά, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἀποσπάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ ἡμερῶν, συζητουμένου τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, εἶπεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε προσωπικὸν ἐπαρκές, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, ὅπως ἡ ὑπηρεσία ἡ λογιστικὴ αὐτοῦ ἀνατεθῇ εἰς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ στρατεύματος, ἡ ὁποία ἤρχισε νὰ γίνεται, κατόπιν μάλιστα τῆς μετακλήσεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν, ὅτι εἶναι πιθανὸν τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον ἀπὸ προσωπικοῦ ἀργοῦ νὰ γίνῃ προσωπικὸν ἐργαζόμενον. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ὡς ἀρχὴν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως ὑπάρχωσι δύο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνεργῶσι τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑπάρχει ὁ ταμίας, ὑπάρχει, καί, οὕτως εἰπεῖν, ὁ πρόεδρος. Δὲν γνωρίζω τίνα λόγον ἔχει ἡ ὕπαρξις τοῦ ταμίου καὶ ἑνὸς προσώπου ἑτέρου, τὸ ὁποῖον, οὕτως εἰπεῖν, θὰ ἐξελέγχῃ τὸν ταμίαν. Ἐὰν αὐτὴ ἐκράτει ἡ ἀρχή, ἔπρεπεν ὑπὲρ τὸν κεντρικὸν ταμίαν νὰ θέσωμεν ἄλλον ἀνώτερον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῦτον ἕνα ἄλλον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβλέπῃ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν ταμίαν. Ἡ ὕπαρξις ὅμως προσώπων πλειόνων τοῦ ἑνὸς οὐ μόνον δὲν ἀσφαλίζει τὸ Κράτος ἀπὸ τῶν καταχρήσεων, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον ἐπικίνδυνος. Γνωρίζω ὅτι πλεῖστοι πρόεδροι τῶν οἰκονομικῶν σωμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἠθέλησαν νὰ δώσωσι πᾶσαν προσοχὴν εἰς τὴν πληρωμὴν ποσῶν, διότι ἦσαν πρόεδροι τοῦ οἰκονομικοῦ συμβουλίου, καὶ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ προλάβωσι τὰς καταχρήσεις τῶν διαχειριστῶν. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ πληρωμή, ἡ ἔλλειψις χρημάτων, καθὼς καὶ αἱ συχνόταται πληρωμαί, αἱ ὁποῖαι γίνονται, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαφύγωσι τὴν προσοχὴν τοῦ μὴ εἰδικοῦ ταμίου, ἐκτὸς ἂν ὑποτεθῇ ὅτι οἱ δύο ταμίαι παρίστανται εἰς πάσας τὰς πράξεις, οἱ δύο ταμίαι ἀντιγράφουσι τὰ ὅμοια βιβλία, εἰς τρόπον ὥστε ἡ αὐτὴ ὑπηρεσία νὰ ἐνεργῆται ὑπὸ δύο, καὶ ν’ ἀνακαλύπτηται τὸ λάθος τοῦ ἑνὸς διὰ τῶν ἐγγράφων τοῦ ἑτέρου. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς δαπάνης τοῦ διπλοῦ ποσοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι τὸ κακὸν διανέμεται καὶ ἡ εὐθύνη πίπτει ἐπὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν εὐθύνην. Ὁ προϊστάμενος τοῦ ταμίου θὰ εἶναι ἓν θῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τῆς κακῆς διαχειρίσεως τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, χωρὶς νὰ εἶναι καὶ εἰς θέσιν νὰ προλάβῃ ταύτην, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίσταται πάντοτε εἰς ὅλας τὰς πληρωμάς. Εἶναι δὲ γνωστὸν ἐν τοῖς πράγμασι, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται ν’ ἀγνοῇ, τὸ γνωρίζομεν ὅμως ἡμεῖς οἱ ἀσχοληθέντες εἰς αὐτά, ὅτι καὶ παρουσίᾳ οἰκονομικοῦ συμβουλίου πληρωμαὶ γινόμεναι διέφυγον τὴν προσοχήν του, διότι εἶναι δυνατὸν εἰς πᾶσαν περίστασιν, τὰς ὁποίας γνωρίζουσιν οἱ ἐντριβέστατοι περὶ τὴν πλοκὴν τῶν ἀριθμῶν, νὰ ἐμπλέκωσι τὸν ἀνεπιτήδειον εἰς τὰ τοιαῦτα, ὥστε νὰ μετέχῃ καὶ αὐτὸς τῆς εὐθύνης, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ τὸ κακόν. Σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς παγίας προκαταβολῆς, καὶ τοῦτο εἶναι ἀκόμη μία ἄλλη ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποκύψῃ, διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ ὑπάρχον κακόν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω καὶ ἐπὶ τούτου ὅτι δὲν εἶναι ἀφορμὴ τῆς κακῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως, ἢ τῆς μὴ ἀκριβοῦς χρηματικῆς στρατιωτικῆς διαχειρίσεως, τὸ μικρὸν τῆς παγίας προκαταβολῆς, ἀλλὰ πάλιν ἀφορμὴ εἶναι ἡ ἔλλειψις χρημάτων. Τὰ ἑκατομμύρια τῆς παγίας προκαταβολῆς αὐξανόμενα διὰ νόμου οὐδόλως θ’ αὐξήσωσι τὸ μὴ ὑπάρχον χρῆμα εἰς τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα.
§154ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἄφθονον χρῆμα εἰς τὰ ταμεῖα, κύριε Βουλευτά· τὸ ἠξεύρετε καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς πληρωθῶσιν ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας εἴχετε καὶ διὰ τὰς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν μὲ ἠρωτήσατε.
§155Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τῶν ταμείων, ὅτι ἡ δικαιολογία τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν στρατιωτικῶν ἐνταλμάτων δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις παγίας προκαταβολῆς, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις χρημάτων. Οἱ διαχειρισταί, κύριε Ὑπουργέ, ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τίτλους· ἀλλὰ τοὺς τίτλους αὐτοὺς δύνανται νὰ τοὺς ἀνταλλάξωσι διὰ χρήματος ἀπὸ τὰ δημόσια ταμεῖα, τὰ ὁποῖα στεροῦνται χρημάτων; Ἡ διὰ νόμου αὔξησις τῆς παγίας προκαταβολῆς θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν διαχειριστὴν τὸν ἔχοντα παγίαν προκαταβολὴν 100.000 δραχμῶν νὰ ἔχῃ καὶ 150.000. Ἀλλ’ οὐδόλως διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς θ’ αὐξήσωσι καὶ τὰ χρήματα τοῦ ταμείου. Μόνον ὁ διαχειριστής, ἀντὶ νὰ ἔχῃ τίτλους 100.000, θὰ ἔχῃ 50.000 δραχμῶν περιπλέον τοιούτους. Ἀλλὰ μὲ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὐδόλως θέλει διορθωθῆ ἡ κακὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπάρχει, καὶ ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν γενικὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ κακὸν ταμιευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ εἰς τὴν βραδύτητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦνται αἱ πληρωμαί· κακά, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως, ἀλλὰ τὰ ὁποία λέγονται μόνον καὶ μόνον, ἵνα τὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὑφίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη μὲ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ συσταθῶσι τὰ τρία ταμεῖα τῶν τριῶν Μεραρχιῶν καὶ ν’ αὐξήσῃ καὶ ἡ παγία προκαταβολή. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ κακὸν δὲν θὰ διορθωθῇ, ἐφ’ ὅσον τὰ τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας καὶ τὰ τῆς ταμιευτικῆς δὲν ῥυθμισθῶσι κατὰ διάφορον τρόπον, ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον.
§156Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁριστικὴ μέριμνα, κύριοι Βουλευταί, περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ταμιακῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς λογιστικῆς ἐν αὐτῷ ὑπηρεσίας, θὰ ληφθῇ βεβαίως διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσηγηθῇ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐνταῦθα ἀπό τινος χρόνου καὶ μελετᾷ τὰ πράγματα, καὶ ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλῃ τὰ συμπεράσματά της. Ἀλλὰ ζητοῦμεν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ταύτην τὴν στιγμὴν συζητοῦμεν, καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ, ζητοῦμεν, πρὶν νὰ ἔχωμεν τὰ συμπεράσματα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι ῥιζικωτέραν μεταρρύθμισιν τῶν στρατιωτικῶν μας πραγμάτων, ζητοῦμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων εἰς τὴν θεραπείαν τῶν μᾶλλον καταφανῶν ἐλλείψεων, πρὸ τῶν ὁποίων προσκόπτομεν καθ’ ἑκάστην, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζητε ὅτι, ἐνῷ εὐτυχῶς τὸ Κράτος εὐπορεῖ χρημάτων, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην συχνότατα νὰ δεχώμεθα τὰ παράπονα πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι τροφοδοτοῦσι τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν Ἀπρίλιον ἀκόμη δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ πληρωθῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον τοῖς ὀφείλεται καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνέλθει πολλάκις εἰς 350.000 δραχ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐννοεῖτε ποία εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία δημιουργεῖται· ὅσοι συναλλάσσονται μετὰ τοῦ Δημοσίου βεβαίως φροντίζουσιν, ὅταν προσφέρωσι τὰς τιμάς, νὰ συνυπολογίζωσι καὶ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων των καὶ τὰς ἐνοχλήσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ λάβωσι τὰ χρήματά των. Διότι αὐτὸ εἶναι ἀληθῶς κατόρθωμα, ὁ ἔχων νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν χρήματα, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ δημόσιον ταμεῖον εὐπορεῖ εἴπερ ποτὲ χρημάτων, θὰ τὸ θεωρήσῃ μέγα εὐτύχημα νὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὰ χρήματά του. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους γίνονται πολλάκις καταχρήσεις, ἀθέατοι αὐταί, μὴ δυνάμεναι νὰ ἔλθωσί ποτε εἰς ἀνακάλυψιν καὶ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ λάβῃ χρήματα τόσα πολλὰ καὶ κινδυνεύει νὰ ἴδῃ ἑαυτὸν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, διότι τῷ καθυστερεῖ τὸ Δημόσιον 100.000 καὶ 160,000 εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξαντλήσῃ πάντα τὰ μέσα, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὰ χρήματά του. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρέθην. Σημειώσατε δ’ ὅτι τὴν κατάστασιν ταύτην εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίζῃ ὁ προλαλήσας, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ διευθυντὴς τῆς «Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως», καὶ οὐδεμίαν θὰ εἴπω ὑπερβολήν, ἐὰν σᾶς εἴπω ὅτι μέχρι σήμερον ἦλθε πεντάκις νὰ μοὶ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι κινδυνεύει ἡ «Στρατιωτικὴ Ἕνωσις» νὰ πτωχεύσῃ, μᾶς καθυστερεῖτε πάσας τὰς κρατήσεις τῶν ἀξιωματικῶν, φροντίσατε νὰ μᾶς πληρώσητε. Ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως εὑρισκόμενος ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ μὴ περιμείνω νὰ ἴδω τὰ περισσότερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸ εἰδικὸν τμῆμα τῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς, ἀλλὰ νὰ ἐπαρκέσω ἐκ τῶν ἐνόντων. Τὴν τοιαύτην κατάστασιν πρόκειται νὰ θεραπεύσωσι τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια. Τὸ πρῶτον ὁρίζει ὅτι ἀπὸ τὴν παγίαν προκαταβολὴν πρέπει νὰ καταβάλλωνται ὄχι μόνον μισθοὶ καὶ ἐπιμίσθια τῶν στρατιωτικῶν ἐν γένει, διότι ταῦτα σήμερον ἐπιτρέπεται νὰ προκαταβάλλωνται, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλη δαπάνη, ῥητῶς ἀναφερομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τοῦτο ἵνα οἱ προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας, δι’ ἃς ἀμείβονται, γνωρίζωσιν ὅτι δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν παγίαν προκαταβολήν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην χρόνου μακροῦ, διὰ νὰ λάβωσι τὰ χρήματά των. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιτρέπομεν ἀπὸ τὴν παγίαν προκαταβολὴν νὰ καταβάλλωνται καὶ αἱ ἄλλαι δαπάναι, κατ’ ἀνάγκην πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὴν παγίαν προκαταβολήν, διότι εἰς βάρος αὐτῆς καταβάλλομεν καὶ νέας δαπάνας. Ἀφήνω τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι πολὺ ἀνώτερος σήμερον παρὰ ἄλλοτε. Ἀλλὰ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ πληρώνωνται εἰς βάρος τῆς παγίας προκαταβολῆς καὶ ἄλλαι κατηγορίαι δαπανῶν, δικαιολογεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῆς προκαταβολῆς ἀπὸ δύο εἰς δύο καὶ ἥμισυ δωδεκατημόρια. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν μεραρχιακοῦ ταμείου, κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπῆρχε πρότερον τοιοῦτον κοινὸν ἑνιαῖον ταμεῖον. Τὸ ἐν τῷ Φρουραρχείῳ Ἀθηνῶν ὑφιστάμενον δὲν ἐξεπλήρωσε τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑνιαῖον ταμεῖον τοῦ στρατοῦ, ἀπέτυχεν ἐντελῶς τοῦ σκοποῦ του, δημιουργηθὲν δὲ διὰ νὰ θεραπεύσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα νὰ ζωγραφήσω, ἐχειροτέρευσεν αὐτὴν εἰς βαθμὸν ἀφόρητον. Συνιστᾶται δὲ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, πρέπει δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει συνταχθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας μετέσχε καὶ ὁ κεντρικὸς ταμίας κ. Καλογερᾶς, συνιστᾶται, ὅπως φέρῃ ἀποκέντρωσίν τινα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου καὶ ταχύτερον δύνανται νὰ γίνωσιν αἱ πληρωμαὶ καὶ διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περισσότερον ἐγγύησιν περὶ τῶν πληρωμῶν. Τοῦτο ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Δαπάναι δὲν πρόκειται νὰ προστεθῶσι νέαι, μοὶ λέγει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας ὅτι θὰ δημιουργηθῶσιν ἀνάγκαι καὶ ἐντεῦθεν θὰ λάβωμεν ἀφορμὴν ν’ αὐξήσωμεν τὸ προσωπικόν. Ἕως τώρα εἰς τὰ στρατιωτικὰ δὲν ηὐξήθη ποτὲ τὸ προσωπικὸν δι’ ἀνάγκην τοιαύτην, καὶ τὰ τῶν ὀργανικῶν θέσεων τοῦ στρατοῦ δὲν ηὐξήθησάν ποτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἔμπειρος τῆς ἱστορίας ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει κατανέμοντες τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τρία μεραρχιακὰ ταμεῖα ἀνεθέτομεν φυσικὰ τὸ τρίτον τῆς ὑπηρεσίας εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, δὲν ἕπεται ὅτι, διότι θὰ εἴχομεν τρία ταμεῖα, θὰ εἴχομεν καὶ τριπλῆν ἐργασίαν. Ἄν ὑποτεθῇ ὅμως ὅτι, διὰ νὰ κατορθώσῃ τὸ Δημόσιον νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του ὡς ταμιακὸς ὀφειλέτης, εἶναι ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, καὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τρέχωμεν τόσον πολύ, διὰ νὰ βλέπωμεν ἁπανταχοῦ αὔξησιν δαπανῶν, καὶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμιλήσω μετά τινος αὐστηρότητος πρὸς τὸν καταβάντα τοῦ βήματος, διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι εἷς, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔβαλε πολλάκις τὸ μαχαῖρι ’ς τὸ λαιμό, ἀλλ’ εἶναι καὶ εἷς ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπεξεργασίαν, καὶ εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἔκθεσιν.
§157Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπέγραψα.
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βλέπω ἐδῶ τὴν ὑπογραφήν σας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶσθε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἠδύνασθε δέ, ἐὰν εἴχετε νὰ προτείνητέ τι βέλτιον, νὰ τὸ προτείνητε, διότι τὸ νὰ ἐρχώμεθα νὰ ἐλεεινολογῶμεν διὰ τὴν κατάστασιν τὴν ἐλεεινὴν τῆς λογιστικῆς μας ὑπηρεσίας, δὲν θὰ φέρῃ θεραπείαν. Τοῦτο δὲν τὸ ἠξίουν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτήν, διότι αὐτὸς εἶναι ἔμπειρος περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ διότι περιελήφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐὰν δὲ ἡ ὑπογραφή του ἐτέθη κακῶς, αὐτὸ εἶναι ἁμάρτημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν ἔθεσαν, ἀλλ’ ἐκεῖ εἶχεν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ προσφέρῃ τὰ φῶτά του.
§159Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπορῶ διατί μὲ ἤλεγξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει δὲ νὰ δηλώσω ἐπικαλούμενος τὴν μαρτυρίαν καὶ τοῦ κυρίου προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ἐγὼ δὲν ἔλαβον καθόλου μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ διαγραφῶ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην καὶ δὲν διεγράφην. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμά της· δὲν ἠξεύρω δὲ κατὰ τίνα τρόπον ἐθεωρήθη ὅτι ἔδωκα καὶ ἐγὼ τὴν συγκατάθεσίν μου καὶ ἐτέθη ἡ ὑπογραφή μου. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι δὲν ἔλαβον τὴν συγκατάθεσίν μου· πιθανὸν ὑπάλληλός τις νὰ εἶπεν ὅτι ἔδωκα τὴν συγκατάθεσίν μου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔδωκα τοιαύτην.
§160Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀληθέστατον ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε λάβει μέρος ὁ κ. συνάδελφος, τὸν συνήντησα καὶ τὸν ἠρώτησα ἂν συγκατατίθεται νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἀπήντησεν ὡρισμένως. Ἔκτοτε ἀγνοῶ τί ἐγένετο, ἀλλά, ἀφοῦ λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι δὲν τὴν εἶχε θέσει, βεβαίως δὲν τὴν ἔθεσε.
§161Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμολογῶ ὅτι ἐπανειλημμένως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ μέτρα περὶ ταχείας ἀποδόσεως τῶν ὀφειλομένων κρατήσεων τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἕνωσιν, τὴν ὁποίαν διευθύνω. Γνωρίζω ὅμως ἀπὸ ἀσφαλοῦς πηγῆς ὅτι ὁ λόγος τῆς μὴ ἀποστολῆς δὲν εἶναι καμμία λογιστικὴ ἀνωμαλία, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις χρημάτων, ἡ ἔλλειψις χρημάτων ἀπὸ τὰ διάφορα ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, διότι εἶναι δυνατὸν τὸ κεντρικὸν ταμεῖον νὰ εἶναι πλῆρες χρημάτων, ἀλλ’ εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους νὰ χορεύωσι ποντικοί, λόγῳ τῆς κακῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Διότι τοῦτο εἶναι γνωστὸν καὶ θὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὑπάρχουσιν ἐνίοτε πολλὰ χρήματα, εἰς τὸ παραπλεύρως ταμεῖον τῶν ἐπαρχιακῶν πληρωμῶν δὲν ὑπάρχει ὀβολός, ἢ ὑπάρχει ἡ κακία τοῦ ταμίου, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ δώσῃ χρήματα, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν ἔχει. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ δηλώσω πρὸς πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἀπόδειξις τῆς ἀνυπαρξίας χρημάτων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ λόγος προκαταβολῆς, εἶναι ὅτι παρουσιάζονται τίτλοι χρηματικῶν γραμματίων ἐκδιδομένων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ταμείου εἰς τὸ ἄλλο, καὶ τὰ ταμεῖα ἀρνοῦνται νὰ ἐξοφλήσωσι χρηματικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἶναι πληρωτέα ἅμα τῇ ἐμφανίσει. Λοιπὸν οὐδεμία δικαιολογία ὑπάρχει τῆς ἀρνήσεως αὐτῆς, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ κακίας τοῦ ἁρμοδίου ταμίου. Εἶπον δὲ καὶ προηγουμένως ὅτι δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ προέρχεται ἐξ ἐλλείψεως χρημάτων ἐκ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ταμείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον, διότι ἡ κατανομὴ τῶν δαπανῶν δὲν γίνεται κατὰ κατάλληλον τρόπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι σύμφωνος ὅπως ψηφισθῶσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λυποῦμαι δὲ ὅτι ἔγινα ἀφορμὴ νὰ δυσαρεστηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα τελείως σύμφωνοι.
§162Γ. ΠΩΠ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς παγίας προκαταβολῆς. Καὶ ἐγὼ παρετήρησα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν τῆς τοιαύτης ἐπαυξήσεως ἀκριβῶς δι’ ὀλίγων εἰπὼν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὐρύτατα καὶ ὀρθότατα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἔπρεπε νὰ καθορισθῶσιν εὐρύτερα τὰ ὅρια καὶ τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπετρέπετο ἡ πληρωμὴ ἐκ τῆς παγίας προκαταβολῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἑνὸς ταμείου διὰ τῶν τριῶν, μία καὶ μόνη ὑπάρχει ἐνθάρρυνσις δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην, ὅτι εἶναι προσωρινὴ ἡ δημιουργία τῶν τριῶν τούτων ταμείων, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ εὐχή, τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, περὶ ὑποβολῆς πραγματικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Στρατῷ καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῆς εἰρήνης καὶ ἐν πολέμῳ, θὰ πραγματοποιηθῇ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀμφισβητήσω εἰσέτι τὴν ἀκρίβειαν τῶν γενομένων πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰσηγήσεων, εἶναι ἡ σκοπιμότης τῆς συστάσεως ἔστω καὶ προσωρινῶς τριῶν, ἀντὶ ἑνὸς ταμείου. Διότι, ἀφοῦ δύο κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον, βεβαίως τεσσάρων κακῶν προκειμένων τὸ ἓν θὰ εἶναι βέλτιον. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δὲ ταύτης ὁρμώμενος εἶπον ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον μὲ πάσας τὰς ἀτελείας καὶ τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ νὰ παραμείνῃ προσωρινῶς τὸ ὑπάρχον γενικὸν ταμεῖον τοῦ Στρατοῦ. Διότι καὶ ἐκ τῆς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως καὶ ἐκ τῆς γενομένης ἀναπτύξεως ἐμφαίνεται ὅτι ἐδημιουργήθη τοῦτο λόγῳ συγκεντρώσεως ἐπὶ τὸ αὐτὸ πάντων τῶν ἐξόδων τοῦ στρατοῦ, ἀκριβῶς πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἐλέγχου. Σήμερον ὅμως διὰ τῆς συστάσεως τῶν τριῶν ταμείων τῶν μεραρχιακῶν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ ἐπέλθῃ νέα σύγχυσις διὰ τῆς προσθέτου αὐτῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ πάντως βραδύτητα εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν λογαριασμῶν κατ’ ἀνάγκην τηρουμένων εἰς τὴν διάθεσιν τῶν παγίων προκαταβολῶν, εἰς τὴν σύγχυσιν δὲ ταύτην πρόκειται νὰ προστεθῇ καὶ νέα τις σύγχυσις, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ νὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ ἐλέγχου, θὰ ἔχωμεν τρεῖς διαφόρους διευθύνσεις. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω, ἀλλὰ προκειμένου περὶ προσωρινῆς ἱδρύσεως τοιούτων ταμείων τοῦ στρατοῦ ἴσως οὔτε εἰς αὐτὰς τὰς λεπτομερείας ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῶ.
§163ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναφέρω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ψαρῶν ὅτι, ἂν ἀνεγίνωσκε τὴν ἔκθεσιν περὶ συστάσεως τριῶν ταμείων, θὰ ἔβλεπεν ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἦσαν ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Τὰ τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ ὁρίζονται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ 1910, ὁ ὁποῖος συνέστησε τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ Κράτους. Αὐτὸς ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ ταμείου εἶναι ἡ παρακολουθοῦσα τὸν στρατὸν ἐν πολέμῳ καὶ ἐνεργεῖ πάσας τὰς δαπάνας. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἀπεδείχθη ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἦτο ἀμελέτητον, διότι, ἐὰν ἐν περιπτώσει πολέμου ἔχωμεν πρὸς δύο κατευθύνσεις κατανεμημένας τὰς δυνάμεις μας, ἔχομεν μίαν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίσταται εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατοῦ». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Κοντογούρης.
§166Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, διὰ νὰ κάμω μικράν τινα παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ παγία προκαταβολὴ τοῦ στρατεύματος κατὰ τοὺς παλαιοτέρους μὲν νόμους τοῦ 1852 ἦτο 500.000 δρχ. Κατόπιν ηὐξήθη εἰς 1 δωδεκατημόριον, κατόπιν δὲ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 περιωρίσθη ἡ προκαταβολὴ τοῦ δωδεκατημορίου, διότι ἠλαττώθησαν αἱ πιστώσεις, παρ’ ὧν ἐλαμβάνετο τοῦτο. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἤδη ὑπάρχουσα προκαταβολὴ εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῶν 2½ δωδεκατημορίων, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1897 εἶχον δοθῆ προκαταβολαὶ πάγιαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦσι παραμένουσαι ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐψηφίσθη πέρυσιν ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντὶ τοῦ 1 δωδεκατημορίου ὡρίζοντο 2, ἀλλὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰς διαφόρους διαχειριστικὰς Ἀρχὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὰ 2 δωδεκατημόρια, νομίζω δ’ ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς προκαταβολῆς εἰς 2½ δωδεκατημόρια καὶ πάλιν δὲν καλύπτεται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως θὰ ἐνόμιζον ὀρθὸν ἢ νὰ περιωρίζετο ἡ παγία προκαταβολὴ ἡ ὑπάρχουσα, ἐπιστρεφομένου τοῦ πλεονάσματος, διότι παρανόμως σήμερον ὑπάρχει τοῦτο, ἢ ν’ αὐξηθῇ διὰ τοῦ ψηφιζομένου νόμου ἡ παγία προκαταβολὴ εἰς περισσότερα τῶν 2½ δωδεκατημορίων, εἰς τρόπον ὥστε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα παραμένουσι σήμερον εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ στρατοῦ, νὰ εὑρίσκωνται νομίμως εἰς αὐτά, διότι σήμερον ἡ παγία προκαταβολὴ τοῦ στρατεύματος ἀνέρχεται εἰς 35,000,000 σχεδόν, ἡ ἀναλογία δὲ τῶν 2 δωδεκατημορίων δὲν φθάνει ἴσως τὰ 2,000,000 δρχ.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύο δωδεκατημόρια εἶναι 4,000,000.
§168Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν λαμβάνονται ἐπὶ τῶν 22,000 000, ἀλλ’ ἐπὶ ὡρισμένων μόνον κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§169ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τουλάχιστον ὅπως ὁρίζεται ἐνταῦθα τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πληρώνονται παρὰ ὡρισμέναι δαπάναι. Ἔχω ὅμως νὰ κάμω καὶ ἄλλην τινὰ παρατήρησιν. Ὁσάκις συνιστῶνται ἐπιτροπαί, εἰς τὰς ὁποίας παραπέμπονται νομοσχέδια, κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι εἶμαι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ δώσῃ οἱανδήποτε πληροφορίαν, διότι τότε θὰ ἐρχώμεθα ἐντελῶς παρεσκευασμένοι εἰς τὴν συζήτησιν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑμεῖς εἶσθε εἰσηγητής· ἐὰν αὐτὰς τὰς ἀπορίας τὰς διετυποῦτε κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς φέρω τὰς πληροφορίας, νὰ σᾶς ἄρω τὰς ἀπορίας καὶ νὰ φωτισθῶ καὶ ἐγὼ περισσότερον.
§170Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι τοσοῦτον σημαντικαὶ αἱ παρατηρήσεις μου. Ἀνέφερα τὸ πρᾶγμα κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω δ’ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ στρατοῦ προκαταβολὴ παγία μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀναλογεῖ εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δίδεται διὰ τῶν 2½ δωδεκατημορίων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–3 τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μείνῃ αὐτό, κύριε Πρόεδρε. Παρακάτω.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Τυπογραφείου νὰ μείνῃ;
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν εἶναι.
§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πειράζει. Ἂς ὑπάγωμεν εἰς τὸ ἄλλο.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Τυπογραφείου, ἡ ὁποία καθ’ ἡμέραν διατυμπανίζεται.
§177ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§178Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παραπονοῦνται πολλοὶ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον περὶ τῆς ἀνεπαρκείας.
§179Γ. ΠΩΠ. Οὐδεμία ἀντίρρησις.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀντίρρησιν;
§181Γ. ΠΩΠ. Οὐδεμίαν.
§182Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 1–2 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§184Χ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσαι τροπολογίαι ἔχουσιν ὑποβληθῆ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν συζητοῦνται εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ ψηφίζονται. Ὥστε τότε θὰ εἶναι ὅλα ἐν τάξει. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».
§186Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσωμεν, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ νὰ τὸ ἀφήσωμεν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἔχει συζητηθῆ κατ’ ἐπανάληψιν.
§188Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν συνεζητήθη.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἑσπέρας συνεζητήθη διὰ μακρῶν.
§190Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Χθὲς ἑσπέρας;
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§192Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καλῶς. Ἀλλὰ τέλος πάντων θέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι ἀπόψε. Ἐγὼ δηλῶ τὴν ἰδικήν μου ἀδυναμίαν νὰ ὁμιλήσω.
§193Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέρα ἀνάγνωσις εἶναι;
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη ἀνάγνωσις εἶναι. Εἶναι λάθος ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διότι χθὲς ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τις τὸν λόγον;
§195Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἄν καὶ φρονῶ ὅτι τὰ μάλιστα δεδικαιολογημένη θὰ ἦτο ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι κατὰ τὰς δύο προλαβούσας συζητήσεις, κατὰ μὲν τὴν πρώτην συζήτησιν παντάπασι δὲν ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν συζήτησιν μόνον ὁ κ. Ρακτιβὰν εὑρέθη ἡτοιμασμένος, ὅπως ὁμιλήσῃ, εἰς τρόπον ὥστε δὲν δύναται εἰμὴ νὰ λεχθῇ ὅτι μόνον ἡ παροῦσα εἶναι ἡ πραγματικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς συζήτησιν, ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὰς ἑξῆς σκέψεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν καὶ ἀποτελούμενον ἐκ δύο ἄρθρων — τὸ τρίτον ἄρθρον προσετέθη ἀπόψε —, περιέχει ὅμως ῥιζικὴν ὄχι μεταβολήν, ἀλλ’ ἀνατροπήν, δύναταί τις εἰπεῖν, τῆς ἰσχυούσης Δικονομίας. Δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι νομικοί, ὅτι, ἐπειδὴ μεταρρυθμίζονται τρία ἄρθρα τῆς Πολ. Δικονομίας, τὸ 201, τὸ 807 καὶ 808, ἡ μεταρρύθμισις εἶναι μικρά τις ἢ μεταρρύθμισις εἶναι γενναία. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ διαδικαστικοῦ δικαίου, ἂν ἐξαιρέσωμεν ἐκ τῆς Πολ. Δικονομίας τὸ ἐκτελεστικὸν αὐτῆς μέρος καὶ περιορισθῶμεν εἰς τὸ διαδικαστικὸν μέρος, ἀναντιρρήτως τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα ἰσορροποῦσι πρὸς ὅλον τὸ λοιπὸν περιεχόμενον τῆς Πολ. Δικονομίας, διότι περιέχουσι τὴν κύρωσιν πασῶν τῶν διατάξεων τῆς Δικονομίας. Ἄν θέσωμεν ἐπὶ τῆς μιᾶς πλάστιγγος πάσας τὰς ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διαγράφουσι διατυπώσεις, καὶ θέσωμεν ἐκ τοῦ ἄλλου μέρους τὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων 201 καὶ 807 τῆς Πολ. Δικονομίας, ἡ πλάστιγξ θὰ ἰσοζυγήσῃ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα περιέχουσι τὴν κύρωσιν ὅλων τῶν διατάξεων, ὅλων τῶν ὁρισμῶν, ὅλων τῶν διατυπώσεων τῆς Πολ. Δικονομίας. Διὰ νὰ νοηθῇ δὲ ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισα γενναίαν, ῥιζικήν, ἀνατρεπτικὴν τοῦ κρατοῦντος δικαίου, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ γενικὰς τινας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν θεσμοθετήσεως δικονομικῶν ὁρισμῶν ὡς πρὸς τὴν κύρωσιν τῶν ὁρισμῶν τούτων. Εἶναι ἱκανῶς γνωστὸν ὅτι διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων, τῶν συμφερόντων τῶν ἁπτομένων κυρίως πρὸς τὴν περιουσίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν προσωπικὴν κατάστασιν καὶ πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ τήρησις ὡρισμένων τύπων, ἡ καθιέρωσις δὲ τῶν τύπων ἐθεωρήθη ὡς συμφυής, ὡς δίδυμος ἀδελφὴ τῆς ἐλευθερίας. Κατὰ τὴν φράσιν ἑνὸς μεγάλου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν κατηύγασε τὰ τέλη τοῦ ΙΗʹ αἰῶνος καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ΙΘʹ—ἐννοῶ τὸν Ναπολέοντα— οἱ τύποι οἱ δικονομικοὶ εἶναι ἡ ἀπαραίτητος ἐγγύησις τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος· μεταξὺ δὲ τῶν τύπων, τοὺς ὁποίους διαγράφουσιν αἱ δικονομίαι, καὶ τῆς αὐθαιρεσίας δὲν ὑπάρχει μέσος ὅρος· καὶ εἶναι χρόνοι βάρβαροι, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Μ. Ναπολέοντος, ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς ὁ Βασιλεὺς καθήμενος ὑπὸ τὴν σκιὰν ἑνὸς δένδρου ἐδίκαζεν ἄνευ διατυπώσεων τοὺς ὑπηκόους του. Ἡ ἀνάγκη αὕτη τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐλευθεριῶν, τῶν δικαιωμάτων τῶν προσωπικῶν καὶ περιουσιακῶν τῶν πολιτῶν, ἤγαγε πάντοτε τοὺς νομοθέτας χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξῆλθον τῆς βαρβαρότητος, εἰς τὴν νομοθέτησιν τύπων. Ἀλλ’ ἡ διαγραφὴ ὡρισμένων τύπων πρὸς δικαστικὴν ἐπιδίωξιν τῶν δικαιωμάτων ἔχει ὡς ἀναγκαῖον ἐπακόλουθον καὶ τὴν κύρωσιν τῶν ὁριζομένων τύπων, ἔχει ὡς ἀναγκαῖον ἐπακόλουθον τὴν καθιέρωσιν τῶν συνεπειῶν τῆς παραβάσεως τῶν τύπων. Ἔλεγον ὅτι, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ τὴν γενναιότητα, τὴν ῥιζικότητα, τὴν ἀνατρεπτικότητα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ συστήματα, καθ’ ἃ αἱ διάφοροι νομοθεσίαι ἐθεώρησαν ὅτι ἔδει νὰ ἐπέλθῃ ἡ κύρωσις τῶν δικονομικῶν τύπων, τῶν ἀναγκαίων αὐτῶν ἐγγυήσεων τῆς πραγματώσεως τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων. Τὰ συστήματα κατὰ τὴν κλασσικὴν διαίρεσιν τοῦ Berriat Saint Prix, τοῦ περιφήμου καὶ παντοδαπῆς μορφώσεως Γάλλου σοφοῦ, κατὰ ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τῶν πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν ἐπιστημῶν, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τέσσαρα. Καὶ πρῶτον εἶναι τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ νομοθέτης μὴ ἀρκούμενος εἰς τὴν καθιέρωσιν τῶν τύπων, νομοθετεῖ καὶ τυπικὰ τῶν διαφόρων πράξεων, τυπικά, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι ν’ ἀκολουθῶσιν οἱ δικαζόμενοι, καί, ἂν δὲν ἀκολουθῶσιν αὐτά, ἐκπίπτουσιν ἐκ τῆς δίκης, κατὰ τὴν φράσιν «qui cadit à syllaba cadit à toto». Τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τὸ κλασσικὸν τῶν Ῥωμαϊκῶν legis actionum, αἱ ὁποῖαι περιέχουσι τοιαῦτα τυπικά, τὰ ὁποῖα ἠκολούθουν οἱ διάδικοι, ὑποβάλλοντες τὰς διαφορὰς αὑτῶν εἰς τὸ Δικαστήριον. Τὸ πρῶτον τοῦτο σύστημα ἤδη ἀπὸ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐποχῆς κατέστη μισητὸν εἰς τοὺς πολίτας καὶ κατηργήθη. Ἀντ’ αὐτοῦ ἠκολούθησαν ἄλλαι νομοθεσίαι τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθέρας κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, τὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν εἰς τὸν δικαστὴν ἀπέκειτο νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ παραβίασις τύπου τινὸς συνεπάγεται ἀκυρότητα τῆς πράξεως ἢ ὄχι. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἀφίετο πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ δικαστοῦ· ἦτο δὲ λίαν φυσικὸν κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ὅτι οἱ δικασταὶ οἱ ἔχοντες τοιαύτην ἐξουσίαν, καταχρῶνται τῆς ἐξουσίας αὐτῶν, διὰ νὰ κυρώσωσιν ἢ ἀκυρώσωσι πράξεις, ἀναλόγως τῶν ἰδιαιτέρων συμπαθειῶν ἢ τῶν ἰδιαιτέρων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα οἱ διάδικοι ἐγνώριζον νὰ ὑποθάλπωσι παρὰ τοῖς δικασταῖς μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ αὐτοῦ Berriat Sain Prix, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἴσχυσεν ἐν Σαβοΐᾳ, καί, ἀφοῦ ἡ Σαβοΐα κατεκτήθη ὑπὸ τοῦ Φραγκίσκου Αʹ, ἐστάλη πρεσβεία ἐκ μέρους τῶν κατοίκων ἐκλιπαροῦσα τὸν κατακτητὴν Βασιλέα, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ συστήματος, καθ’ ὃ οἱ δικασταὶ κατ’ οἰκείαν κρίσιν ἀπένεμον τὸ δίκαιον, κατ’ οἰκείαν κρίσιν ἀπεφαίνοντο τὰς πράξεις ἐγκύρους ἢ ἀκύρους. Διὰ τῆς δικαστικῆς πράξεως τοῦ Παρλαμέντου τῆς Τολώσης ἀνεπτύχθη τρίτον σύστημα, τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον διὰ τὴν παραβίασιν δικονομικῶν διατυπώσεων ἢ δικονομικῶν διατάξεων δὲν δύναται ὁ πολίτης νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκυρότητα τῆς πράξεως, εἰμὴ ἐὰν συνεπείᾳ τῆς παραβιάσεως τῆς δικονομικῆς διατυπώσεως ὑπέστη ζημίαν τινά. Εἶναι τὸ σύστημα τὸ χαρακτηριζόμενον διὰ τοῦ Γαλλικοῦ λογίου «sans grief point de nullité» ἄνευ βλάβης δὲν ὑπάρχει ἀκυρότης. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι εἶχε πάλιν τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ τὸ δεύτερον σύστημα, ὅτι ἀφίετο εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ κατὰ τὴν ἀτομικότητα ἑκάστης ὑποθέσεως, καὶ συναπτῶς κατὰ τὴν συμπάθειαν ἢ κατὰ τὸ συμφέρον τοῦ δικαστοῦ ν’ ἀποφαίνηται τὴν πρᾶξιν ἔγκυρον ἢ ἄκυρον, τὴν πρᾶξιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ νομοθέτης τῆς Γαλλικῆς Δικονομίας, ὁ ἐγκαινιάσας τὸ τέταρτον σύστημα δικονομικῶν ἀκυροτήτων. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν Γαλλικὴν Δικονομίαν, ἥτις αὐτὴ καὶ τὸ σύστημα αὐτῆς ἐχρησίμευσαν ὡς βάσις τῆς καὶ ἤδη κρατούσης ἐν Ἑλλάδι Δικονομίας. Ὁ Γάλλος νομοθέτης ἑπόμενος τῇ ἀρχῇ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀρχῇ, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον διὰ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ πολιτικοῦ βίου, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέμεινεν, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, ἐσκέφθη ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἁρμόδιος νὰ διατυπώσῃ γενικῶς καὶ ἀφῃρημένως τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας κρίνει οὐσιώδεις διὰ νὰ τηρῶνται, ὅπως ὑπάρχῃ ἐγγύησις περὶ τῆς εἰλικρινεστέρας καὶ ἀκριβεστέρας διαγνώσεως τῶν διαφορῶν καὶ ἑπομένως τῆς καλλιτέρας ὑπερασπίσεως τῶν ἰδιωτικῶν δικαίων. Ὁ νόμος εἶναι ἁρμόδιος πρὸς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας καθιεροῖ, τὰς ὁποίας θέτει, νὰ συνάψῃ ἢ ὄχι τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα. Διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου αἱ οὐσιώδεις ἢ αἱ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος παρεβιάσθησαν, ὁ δικαστὴς ὢν ὑποταγμένος εἰς τὸν νόμον κατὰ τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ καλούμενος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ὅπου ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τὴν τήρησιν τῆς διατάξεως ὡς οὐσιώδους ἢ ὅπου ὁ νόμος πρὸς τὴν παραβίασιν συνάπτει τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα, ἕν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐτηρήθησαν ἢ δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου, καί, ἂν μὲν εὕρῃ ὅτι ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου, τότε ἡ πρᾶξις εἶναι ἔγκυρος, ἂν δὲ δὲν ἐτηρήθησαν, ἡ πρᾶξις εἶναι ἄκυρος. Προέβη δὲ ὁ νομοθέτης εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν διατυπώσεων τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν διαδικασίαν τῶν ἰδιωτικῶν διαφορῶν μετὰ περισκέψεως, διετύπωσεν ὅσας ἐξ αὐτῶν ἐθεώρησεν οὐσιώδεις, συνάψας ῥητῶς πρὸς αὐτὰς καὶ ἐξαγγείλας ῥητῶς τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς παραβιάσεως, ἀφῆκε δὲ εἰς τὸν δικαστὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας διατυπώσεις, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας δὲν εἶχε συνάψει τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα, κατὰ πόσον αἱ διατυπώσεις εἶναι οὐσιώδεις ἢ δὲν εἶναι οὐσιώδεις γενικῶς. Καὶ ὡς πρὸς τὰς οὐσιώδεις ἐθεώρησεν ὡς αὐτονόητον τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς παραβιάσεώς των. Ἐθεώρησεν ἐπίσης αὐτονόητον τὴν ἐκδοχὴν τῆς ἀκυρότητος τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀντιβαίνουσιν εἰς διατάξεις ἀπαγορευτικὰς τοῦ νόμου, ὡς πρὸς δὲ τὰς λοιπὰς διατυπώσεις δὲν συνῆψε τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα. Τοῦτο τὸ σύστημα ἠκολούθησε καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης κατὰ τὸ κρατοῦν ἄρθρον 201 τῆς Πολ. Δικονομίας. Ἡ παραβίασις διαδικαστικῆς τινος πράξεως ἢ διαδικαστικῆς τινος διατυπώσεως ἐπάγεται ἀκυρότητα, ἂν τὴν ἀκυρότητα ῥητῶς ἐξαγγέλλῃ ὁ νόμος, ἢ ἂν ἡ διατύπωσις εἶναι οὐσιώδης. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι ὁ νομοθέτης ἀφῆκεν ἐν πολλοῖς εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ τὸ ζήτημα, ἂν διάταξίς τις εἶναι οὐσιώδης ἢ ὄχι, ἀφῆκεν ἐλευθερίαν τινὰ καὶ οὐχὶ μικρὰν εἰς τὸν δικαστήν, ὅπως ἀποφαίνηται περὶ ὡρισμένων διατάξεων τῆς Πολ. Δικονομίας, πρὸς τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος νομοθέτης δὲν συνῆψε ῥητῶς τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα, κατὰ πόσον αἱ διατάξεις αὗται εἶναι οὐσιώδεις ἢ δὲν εἶναι οὐσιώδεις. Διὰ τῆς τοιαύτης ἐλευθερίας ὁ δικαστὴς ἀποφαινόμενος ὅτι διάταξίς τις εἶναι οὐσιώδης ἀποφαίνεται γενικῶς διὰ πάσας τὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀχθῶσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ὅτι διὰ πάσας τὰς περιπτώσεις ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἢ δὲν εἶναι οὐσιώδης, δὲν ἀποφαίνεται κατὰ τὴν ἀτομικότητα ἑκάστης ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἀποφαίνεται ἑρμηνεύων τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδιδεν εἰς τὴν διάταξιν ὁ νομοθέτης. Δυστυχῶς ἡ κατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, μὲ λύπην ὀφείλω ν’ ἀναγνωρίσω, ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἀντὶ κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ Γαλλικοῦ ἀκυρωτικοῦ τὸ ἡμέτερον ἀκυρωτικὸν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἔρευναν, εἰς τὴν ἑρμηνείαν καὶ εἰς τὸν σαφῆ καθορισμὸν καὶ περιορισμὸν τῶν οὐσιωδῶν διατάξεων, ἐπεξέτεινε τοὐναντίον τὸν κύκλον τῶν οὐσιωδῶν διατάξεων καὶ ἐπὶ τῶν ἐπουσιωδῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἐδημιουργήθη ἡ ἰδέα ὅτι οἱ τύποι κατὰ τὴν Πολ. Δικονομίαν τὴν ἰσχύουσαν εἶναι πολλοί, εἶναι τόσον πολλοί, ὥστε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ὑπὸ τὴν ἐσφαλμένην ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξ ἀμαθείας ἢ ἐκ στενοψυχίας ἐφαρμόζει τὰς δικονομικὰς διατάξεις ὁ Ἄρειος Πάγος, νὰ τρώγωσι τὴν οὐσίαν. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία εἶναι ὑπαρκτὴ καὶ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει ὁ εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸς εἰς τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἀκυροτήτων διὰ τῆς εὐρύτητος, ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἀκυρωτικοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 201, καθίσταται ἐπαχθής, καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἦτο λίαν δεδικαιολογημένη ἡ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θελήσαντος νὰ ἄρῃ τὰ ἐντεῦθεν κακά. Ἀλλά, κατ’ ἐμέ, ἡ ἀνανέωσις τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν Δικαστηρίου, ἤθελεν ἴσως μόνη αὐτὴ ἐπαρκέσει, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ὀρθὴν ἐφαρμογὴν καὶ περιστολὴν τοῦ ἄρθρου 201 εἰς τὰ λογικὰ αὐτοῦ ὅρια καὶ νὰ περιορίσῃ τοὺς λόγους ἀκυρότητος, ὑπὸ τὸ πλῆθος τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πάσχουσι τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα. Ἀναντιρρήτως ὅμως οὐχὶ μόνον ἡ ἐξυγίασις τοῦ δικαστικοῦ προσωπικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξυγίασις τῶν δικηγορικῶν ἠθῶν θὰ ἐμετρίαζε τὸ κακόν, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀναγνωρίζεται ὅτι τὰ ἔθιμα τοῦ Μπαρὼ ἐν πολλοῖς ἐμετρίασαν τὴν ἀντίστοιχον διάταξιν τοῦ ἄρθρου 201, τῆς ὁποίας τὴν μεταρρύθμισιν εἰσηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις ἤδη τὰς μεταρρυθμίσεις, ἃς περιέχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ ἐξηγήσῃ τὸ τρίτον σύστημα δικονομικῶν ἀκυροτήτων, ὁποῖον ἀναγνωρίζεται εἰς τινας νομοθεσίας. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀκυροτήτων εἶναι, ὡς εἴδομεν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνάπτεται πρὸς τὴν νομολογίαν τοῦ Παρλαμέντου τῆς Τολώσης, καθιερώθη δὲ τὸ πρῶτον νομοθετικῶς εἰς τὸ Βασίλειον τῶν δύο Σικελιῶν, ἐκεῖθεν τὸ παρέλαβεν ἡ Πολ. Δικονομία τῶν Ἰονίων νήσων, ὅπου ὅμως βραδύτερον κατηργήθη, ἐπίσης δ’ εἰσήχθη εἰς τὸ Καντόνιον τῆς Γενεύης. Ἐν Ἰταλίᾳ κατηργήθη διὰ τῆς Ἰταλικῆς Πολ. Δικονομίας. Συνίσταται δέ, ὡς ἐλέχθη, τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὸ ὅτι οἱ νομοθέται τῶν Δικονομιῶν, ἀφοῦ ἐνομοθέτησαν, ἀφοῦ διετύπωσαν τὰς διατάξεις τὰς διαδικαστικὰς καὶ τοὺς τύπους τοὺς διαδικαστικούς, ὅσους μὲν ἐξ αὐτῶν ἐθεώρησαν οὐσιώδεις, πρὸς τούτους ῥητῶς συνῆψαν τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα, ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους δὲ καθιέρωσαν ὅτι ἡ παραβίασις τῶν διατυπώσεων, τῶν ὁποίων ἡ τήρησις δὲν ἀπαιτεῖται, κατὰ τὴν ῥητὴν τοῦ νόμου ἐξαγγελίαν ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, ἡ παραβίασις τῶν διατυπώσεων τούτων δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἀκυρότητα τῆς πράξεως, ἂν ἐκ τῆς ἀκυρότητος ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸν διάδικον, ζημία, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ διορθωθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ κηρυσσομένης ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῆς πράξεως ὡς ἀκύρου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο σύστημα τὸ ἠκολούθησε καὶ ἡ Κρητικὴ Πολ. Δικονομία. Τὸ σύστημα τοῦτο, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ νομοθέτης ἐξ ὑπαρχῆς συντάσσει Δικονομίαν καὶ ἐν πλήρει γνώσει τῶν συντασσομένων διατάξεων, ἐν πλήρει συνειδήσει τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ προόψει περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, συνάπτει πρός τινας ἐξ αὐτῶν τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς σύστημα καλόν, ὡς σύστημα σκόπιμον· ἀλλὰ διττὴν προϋπόθεσιν ἔχει ἀναγκαίως, πρῶτον, ὡς ἐλέχθη, ὅτι ὁ νομοθέτης πρὶν διατυπώσῃ τὴν κύρωσιν τῶν δικονομικῶν διατάξεων διατυπώνει ὁ ἴδιος ἐξ ὑπαρχῆς τοὺς τύπους τοὺς δικονομικούς, ὥστε ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν τύπων, μετὰ μελέτην τῶν τύπων, τοὺς ὁποίους εἰσάγει, μετ’ ἀνασκόπησιν τῶν λόγων, δι’ οὓς ἐνισχύει τοὺς τύπους τούτους, εἰσάγει ὡς πρός τινας ἐξ αὐτῶν τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα, ἐπαφίεται δ’ ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἂν ἐβλάβη ἢ ὄχι ὁ διάδικος. Ἡ δευτέρα προϋπόθεσις εἶναι τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν, ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν καὶ ἡ περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας των ἐμπιστοσύνη τῶν πολιτῶν. Αἱ προϋποθέσεις αὗται δὲν συντρέχουσιν ἐν προκειμένῳ διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§196Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει, καί, ὡς φαίνεται, θὰ μᾶς εἴπητε πολλὰ ἀκόμη· δίκαιον θὰ ἦτο ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§197Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος διὰ λεπτομερῆ συζήτησιν περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαιότατον.
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν. Μὴ πιστεύετε, κύριοι Βουλευταί, τὸν ῥήτορα. Εἶναι τελείως παρεσκευασμένος διὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἡ ἀγόρευσίς του διαψεύδει τὰς διαμαρτυρίας του. Ἂς τελειώσῃ λοιπὸν ὁ κ. Ἀραβαντινός, καὶ ἔπειτα ἀναβάλλομεν, ἂν εἶναι ἀνάγκη.
§199Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ δευτέρα προϋπόθεσις λοιπὸν εἶναι τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν· προϋποθέτει ποιὸν δικαστῶν καὶ ὁμοιόμορφον καὶ ἠθικῶς συγκεκροτημένον, ὥστε τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κρίνουσιν ἐν ἀτομικῶς συγκεκριμένῃ ὑποθέσει περὶ τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς διατάξεως τεθειμένης ὑπὸ νόμου, νὰ κρίνωσιν ἐντελῶς ἀπροσωπολήπτως, νὰ κρίνωσι πράγματι κατὰ τὸ δίκαιον, προϋποθέτει ποιὸν δικαστῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ηὐχόμην νὰ εἴχομεν ἀπολύτως ἐν Ἑλλάδι, διότι ἔχομεν μὲν κατὰ μέγα μέρος ἄριστον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ κατὰ μέγα μέρος δυστυχῶς οὐχὶ τοιοῦτον, εἰς τρόπον ὥστε εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ φοβῆταί τις ἂν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τινας ἐκ τῶν δικαστῶν τὴν κρίσιν περὶ τοῦ κύρους ἢ τῆς ἀκυρότητος πράξεως εἰδικῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνθηκῶν τῆς ἀτομικῶς συγκεκριμένης ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι προϋποθέσεις ἀκόμη. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς ἐφηρμόσθη καὶ ἰσχύει καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἡ ἐκτίμησις τῆς βλάβης τοῦ διαδίκου, δὲν ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ τὸ ἂν ἐπῆλθεν ἢ ἂν μὴ ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ γενικοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν, ἀλλὰ τὸ ἂν ἐβλάβη ἢ δὲν ἐβλάβη ὁ διάδικος δύναται ἀμφισβητούμενον νὰ καταστῇ ἀντικείμενον ἀποδείξεως. Ἡ Κρητικὴ Πολιτικὴ Δικονομία ὑπὸ τὴν τελευταίαν αὐτῆς μορφὴν περιέλαβε καὶ ἄλλην διάταξιν καὶ ἄλλον περιορισμόν· οὐχὶ πάσης δικονομικῆς διατάξεως μὴ ῥητῶς τεθειμένης ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος ἡ παράβασις δύναται νὰ δώσῃ χῶρον εἰς ἀκύρωσιν τῆς πράξεως, ἀλλὰ μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐβλάβη ἰδιωτικὸν συμφέρον καὶ ἐξ ἐκείνων τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔκειντο ῥητῶς ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος — ἐξαιροῦνται αἱ ἀπαγορευτικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὡς συνέπειαν ἔχουσι πάντοτε τὴν ἀκυρότητα. Καὶ ἐρωτᾶται: κατόπιν τῶν γενικῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ τετάρτου τούτου συστήματος, τοῦ τετάρτου γνωστοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου εἰς ἄλλας νομοθεσίας συστήματος δικονομικῶν ἀκυροτήτων; Βεβαίως δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους τούτου. Ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἀφίσταται τελείως τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν διὰ διατυπώσεως, τῆς ὁποίας ἡ σκοπιμότης δύναται πολλαχῶς ν’ ἀμφισβητηθῇ, χωρὶς νὰ προέλθῃ εἰς ἀνακάθαρσιν τῶν δικονομικῶν διατυπώσεων, τῶν ὁποίων πολλαὶ μὴ οὐσιώδεις ἐξαγγέλλονται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ἐπέρχεται διόρθωσις εἰς τὰς συναλλαγάς, ἕτεραι δὲ οὐσιώδεις δὲν ἐξαγγέλλονται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος —, χθὲς δ’ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω καὶ ὑποδείξω μίαν οὐσιωδεστάτην διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὴν διάκρισιν τῶν βαθμῶν τῆς διαδικασίας, τὴν παραβίασιν τῆς ὁποίας οὐδεμία διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν κυροῖ ῥητῶς δι’ ἀκυρότητος οὐδὲ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως τοὐλάχιστον ἡ παραβίασις τῆς ἀρχῆς ταύτης δίδῃ λαβὴν πρὸς ἀναίρεσιν.
§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνεται πρόνοια· θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως.
§201Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. .. Ὅτι διὰ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν διάταξιν ταύτην νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δίδει χῶρον εἰς ἀκυρότητα — δὲν προέβη, λέγω, ὁ ἡμέτερος νομοθέτης εἰς ἀνακάθαρσιν τῶν διατάξεων τούτων καὶ ἐντεῦθεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν πολλαὶ διατυπώσεις διατηροῦνται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, διότι ῥητῶς τὰς θέλει ἡ ἰσχύουσα Πολιτικὴ Δικονομία ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος νὰ τηρῶνται, ἐνῷ δὲν εἶναι οὐσιώδεις καὶ δύνανται νὰ δώσωσι λαβὴν εἰς στρεψοδικίαν.
§202Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τροπολογιῶν συζητεῖτε ἢ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§203Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αἱ τροπολογίαι εἶναι ἐλάχισται.
§204Γ. ΠΩΠ. Αἱ τροπολογίαι διενεμήθησαν σήμερον.
§205Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχει σχέσιν.
§206Γ. ΠΩΠ. Ἔχει, κύριε Ὑπουργέ. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας καὶ συμπολίτης σας κ. Βοζίκης παρεκάλεσεν, ὅπως, εἰ δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραμείνῃ εἰς συζήτησιν δι’ αὔριον.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἤκουσα αὐτό.
§208Γ. ΠΩΠ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται· τὸ ἠκούσατε καὶ ἠρνήθητε νὰ πράξητε τοῦτο. Τώρα πληροφοροῦμαι ὅτι διενεμήθησαν τροπολογίαι τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀνετυπώθη τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν, διότι αἱ τροπολογίαι φαίνεται ὅτι διενεμήθησαν ἀπόψε καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς χθές, ἔχομεν δὲ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει ἐν ἐδαφίῳ 2ῳ: «Τὸ οὕτω συναρμολογηθὲν σχέδιον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς νέας συζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ εἰς τὴν ἄνευ προηγουμένης τυπώσεως συζήτησιν». Τοιοῦτον ἐρώτημα δὲν προεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν.
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον.
§210Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν.
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω πληρεστέρας ἐξηγήσεις, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῷ δικαίῳ.
§212Γ. ΠΩΠ. Περὶ τοῦ Κανονισμοῦ πρόκειται.
§213Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα.
§214Γ. ΠΩΠ. Τὸν διέκοψα, ἵνα μὴ ματαιοπονῇ καὶ ἀναγκασθῇ πάλιν νὰ ὁμιλήσῃ.
§215ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς αὐτοῦ δὲν ἐπεκυρώθησαν τὰ Πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον.
§216Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀκύρως ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως.
§217Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι πρόσθετον ἐπιχείρημα.
§218Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἐπικύρωσις τῶν Πρακτικῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει τὴν σφραγῖδα εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν, δηλαδὴ ἡ δευτέρα συζήτησις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ περατωθεῖσα, ἀφοῦ δὲν ἐκυρώθησαν τὰ Πρακτικά. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Στράτος ἀντὶ τοῦ κατέχοντος ταύτην ἀντιπροέδρου κ. Δικαίου).
§219Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀνακεφαλαιώσω τὰ λεχθέντα, ἐπειδὴ ἀφορῶσι καὶ τὸ Προεδρεῖον, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ συνάδελφος κ. Βοζίκης ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἀλλ’ ἐπληροφορήθην ὅτι αἱ τροπολογίαι διενεμήθησαν μόλις ἀπόψε, τὸ δὲ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ 42, ἐδάφιον βʹ, λέγει: «Τὸ οὕτω συναρμολογηθὲν σχέδιον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς νέας συζητήσεως...». Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ νομοσχέδιον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη σήμερον καὶ ἔπρεπεν αὔριον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλά, ἐνῷ ἐγίνετο ἡ συζήτησις αὕτη περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ἠλιόπουλος ἀπεκάλυψε καὶ κάτι ἄλλο, τοῦ ὁποίου ἡμεῖς δὲν ἔχομεν γνῶσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι κἂν ἀναγνωσθῆ οὔτε κυρωθῆ τὰ Πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν ἐψηφισμένον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ δὲν ἐκυρώθησαν τὰ Πρακτικὰ καὶ ἀφοῦ ἴσως κακή τις διατύπωσις καὶ εἰς ταῦτα νὰ ὑπάρχῃ; Ἐπ’ ἀμφοτέρων ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας.
§220Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε νομοσχέδιον ψηφισθὲν εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, χωρὶς ὅμως νὰ κυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς γʹ ἀναγνώσεως· δύναται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ σταλῇ εἰς τὸν Ἄνακτα πρὸς κύρωσιν; Βεβαίως ὄχι. Τοιουτοτρόπως δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ γʹ συζήτησις, χωρὶς προηγουμένως νὰ κυρωθῶσι τὰ Πρακτικά.
§221Γ. ΠΩΠ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ τρεῖς ψηφοφορίαι εὐχερῶς θὰ μετεβάλλοντο εἰς μίαν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ψηφισθέντα εἰς γʹ ἀνάγνωσιν δὲν ἀποστέλλονται πρὸς κύρωσιν πρὸ τῆς κυρώσεως τῶν Πρακτικῶν, διότι ἐξακριβοῦται ἡ ἀκρίβεια τῆς καταχωρίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ Πρακτικῷ. Ἡ κύρωσις τοῦ Πρακτικοῦ δὲν ἀφορᾷ τὴν κατ’ οὐσίαν ψήφισιν, διότι τὸ νομοσχέδιον ψηφισθὲν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐψηφίσθη ἐγκύρως, ἀλλὰ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ἅμα ἡ ἀκρίβεια τῆς καταχωρίσεως. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς ψηφίσεως εἰς αʹ ἢ βʹ ἀνάγνωσιν δὲν πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν καταχωρίζεται ἐν τῷ Πρακτικῷ εἰμὴ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, δύναται δὲ πρὸ ταύτης καὶ κατ’ αὐτὴν νὰ μεταβληθῇ διὰ τροπολογιῶν εἴτε ὑπὸ τοῦ ἰδίου εἰσαγαγόντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ εἴτε ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν καὶ ἑπομένως δὲν γεννᾶται ζήτημα ἀκριβείας. Τί ζήτημα γεννᾶται; Ἂν ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν κεκυρωμένα τὰ Πρακτικά, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἐψηφίσθη; Ἢ μήπως ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ὅτι ἔληξεν ἡ μία συνεδρίασις καὶ ἐγένετο ἄλλη; Ἡ σημερινὴ συνεδρίασις εἶναι ἄλλη, δυνάμει νέας προσκλήσεως. Τὸ ζήτημα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ μόνον ἂν εἴχομεν διακοπὴν συνεδριάσεως καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα εἰς ἐπανάληψιν, ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ νέας συνεδριάσεως, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ γεννῶνται τοιαῦτα ζητήματα. Ἂν ὑπάρχωσιν οἱ θέλοντες ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ εἶναι μᾶλλον μελετημένοι, ὀρθότερον εἶναι νὰ προβάλωσι τοῦτο καὶ μόνον. Τὰ Πρακτικὰ δὲν εἰσήχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸς κύρωσιν, καθόσον περιελάμβανον τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθηκῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι μακρότατον, καὶ θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον νὰ φέρωμεν τὰ Πρακτικὰ πρὸς κύρωσιν ἄνευ ἐλέγχου τῆς ἀκριβείας τῆς διατυπώσεως.
§223ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐφ’ ἑκάστης ἀναγνώσεως ἑκάστου νομοσχεδίου φέρονται τροπολογίαι καὶ γίνονται δεκταὶ τροπολογίαι ἢ ἀπορρίπτονται τροπολογίαι, οὕτως ὥστε καθ’ ἑκάστην συζήτησιν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διατελῇ ἐν γνώσει πῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὰς δεκτὰς γενομένας τροπολογίας, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐγὼ δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν.
§224Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε, κύριε Πρόεδρε. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγένετο νέα συνεδρίασις καὶ ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν δὲν αἴρεται. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Πὼπ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον καὶ ἐγὼ λάβει τὴν τιμὴν νὰ φέρω γνώμην, εἶναι τὸ ἄρθρον 42, ὅτι τὸ οὕτως συναρμολογηθὲν νομοσχέδιον δὲν διενεμήθη ἐγκαίρως, καὶ δύναται, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀφήσῃ νὰ συζητηθῇ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ἵνα παρασκευασθῶμεν.
§225Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἐλαχίστη ὑπόνοια ἂν ὑπῆρχεν ὅτι δὲν ἐμελετήθη τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν εἶναι πάντες παρεσκευασμένοι, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ζητήσει τὴν ἀναβολήν.
§226Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι ἡ παράκλησίς μου ὅπως γίνῃ ἡ ἀναβολὴ καὶ ἡ βεβαίωσίς μου ὅτι δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος δὲν ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς εἰλικρινής.
§227Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, οὔτε ἔχω τοιαύτην ἰδέαν.
§228Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ βεβαιωθῆτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος.
§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δύνανται ἀπόψε νὰ ὁμιλήσωσιν ὅσοι εἶναι παρεσκευασμένοι, ὅσοι δὲ δὲν εἶναι καὶ θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι θὰ ζητήσωσι νὰ ὁμιλήσωσιν αὔριον. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κύριος Ἀραβαντινὸς εἶναι ἄριστα παρεσκευασμένος.
§230Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος, ἀφοῦ ὅμως θὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ἐπανέρχομαι, ἵνα εὕρω πάλιν τὸ νῆμα τῶν ἰδεῶν μου. Εὑρίσκω ὅτι ὡς διατυποῦνται αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθεῖσαι καινοτομίαι, ἐπειδὴ δὲν συντρέχουσιν αἱ ἀναγκαῖαι προϋποθέσεις τοῦ νέου συστήματος, ἐν μέρει μόνον θὰ ἐπιφέρωσι τὴν θεραπείαν, τὴν ὁποίαν δικαίως ἀπῄτει ἡ κοινωνία ζητοῦσα ἀναθεώρησιν καὶ περιορισμὸν τῶν δικονομικῶν ἀκυροτήτων, αἱ ὁποῖαι μεταβάλλουσι τοὺς τύπους τοῦ νόμου εἰς παγίδα, εἰς τὴν ὁποίαν καταβροχθίζεται ἡ οὐσία τοῦ δικαίου· θὰ εἶναι δὲ μερικὴ ἡ θεραπεία, διότι ὑπάρχουσιν ἀναντιρρήτως πολλαὶ διατάξεις ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, πρὸς τὰς ὁποίας κατὰ ῥητὴν τοῦ νόμου ἐξαγγελίαν συνάπτεται εἰς περίπτωσιν παραβάσεως αὐτῶν τὸ ἀκυρωτικὸν ἀποτέλεσμα, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι, ἐὰν σήμερον ὁ νομοθέτης ἐπελαμβάνετο τῆς ἀνακαθάρσεως τῶν θεμάτων τούτων, θὰ ἐνέκρινε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο καὶ θὰ ἐχαρακτήριζεν ὡς οὐσιώδεις τὰς διατάξεις ταύτας. Ἐξ ἄλλου ὅμως ὑπάρχει σωρεία ἀπαγορευτικῶν διατάξεων ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ῥητὴ ἐξαγγελία ὅτι ἡ παραβίασις αὐτῶν συνεπάγεται ἀκυρότητα, ἀλλ’ εἶναι στοιχειώδης ἀρχὴ τοῦ ἡμετέρου δικαίου ὅτι τῶν ἀπαγορευτικῶν νόμων ἡ κύρωσις εἶναι ἡ ἀκυρότης τῆς πράξεως τῆς κατὰ παράβασιν αὐτῶν γενομένης. Εἶναι στοιχειώδης ἀρχὴ διήκουσα δι’ ὅλου τοῦ ἡμετέρου δικαίου, διήκουσα διὰ τοῦ δικαίου ὅλων τῶν Πολιτειῶν. Τινὰς λοιπὸν τῶν ἀπαγορευτικῶν διατάξεων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ συντάκτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους ἀναιρέσεως, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ἀπαγορευτικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἔκρινεν οὕτω σπουδαίας, ὥστε νὰ διατυπώσῃ ταύτας ἀπαγορευτικῶς, ἀφίεται σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστοῦ νὰ κρίνῃ ἂν ἡ παραβίασις αὐτῶν συνεπάγεται τὴν ἀκυρότητα, ἣν θέλει ὁ νόμος, ἣν θέλει ὁ νομοθέτης, διότι κατὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλεται τὸ δίκαιον διὰ νομοθετικῆς πράξεως· ἀλλ’ ὅμως εἶναι ὀρθὸν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ν’ ἀφίηται ἐπὶ ἀτομικῆς συγκεκριμένης ὑποθέσεως ἡ ἐφαρμογὴ ἢ μὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου; Εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν ν’ ἀρθῇ ὁ δικαστὴς ὑπὲρ τὸν νόμον καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ναὶ μὲν ὁ νόμος ἀπαγορεύει τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἐγὼ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν δικάζω, δὲν θεωρῶ ὅτι ἡ πρᾶξις ἡ κατὰ παράβασιν τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως γενομένη δέον ν’ ἀκυρωθῇ; Εἰς τὴν τοιαύτην περίπτωσιν εὑρίσκω ὅτι, διότι δὲν ἐγένετο ἀνακάθαρσις πασῶν τῶν διατάξεων τῆς Δικονομίας, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ καταστάσεως, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀρχὴν τὴν ὁποίαν παρελάβομεν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον τὴν κυροῖ ἀκριβῶς εἰς τὴν δικονομίαν, καὶ τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ τὴν ἔχομεν καθιερώσει εἰς τὰς ἄλλας διατάξεις. Δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἄσκοπον νὰ ἐπαναλάβω πῶς κρίνουσι τὸ σύστημα τοῦτο ἐπιφανέστατοι Γάλλοι νομοδιδάσκαλοι. Οἱ Aubry καὶ Rau λέγουσιν (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀξίωμα sans grief point de nullité δὲν συμβιβάζεται πλέον πρὸς τὰ καθήκοντα τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα σήμερον εἶναι περιωρισμένα ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως μεταξὺ νομοθετικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἁπλοῦν ὄργανον τοῦ νόμου ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὲρ τὸ κῦρος τούτου, ἀπέχων ἕνεκα σκέψεων ἀντλουμένων ἐκ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν του, ν’ ἀπαγγείλῃ ἀκυρότητα προκύπτουσαν ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου ἢ ἐκ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ». Εἰς τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεκαθάρθησαν, ἐνυπάρχει κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου ὅτι ἡ παραβίασις αὐτῶν συνεπάγεται ἀκυρότητα. Εἷς τῶν κλασσικωτέρων ἑρμηνευτῶν τῆς Γαλλικῆς Δικονομίας, ἥτις ὑπῆρξεν ἐκ τῶν κυριωτάτων πηγῶν τῆς ἡμετέρας, ὁ Garçonnet, ῥητῶς λέγει ὅτι τῶν ἀπαγορευτικῶν διατάξεων ἡ κύρωσις εἶναι ἡ ἀκυρότης. Συμπεραίνω λοιπὸν ὅτι, ἐνῷ, ἐὰν εὑρισκόμεθα πρὸ ἀνακαθάρσεως τῶν κειμένων διατάξεων, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν δικαστὴν ν’ ἀποφαίνηται κατὰ τὴν διακριτικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσιν ἄλλα Κράτη, ἂν ἡ παρατύπως γενομένη πρᾶξις εἶναι ἄκυρος ἢ ὄχι, σήμερον μὴ ἔχοντες πρὸ ἡμῶν τοιαύτην ἀνακάθαρσιν, ἀλλ’ ἔχοντες νομοθέτην, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἰσχύσωσιν αὐταὶ αἱ διατυπώσεις, αἱ ἀπαγορευτικῶς διατετυπωμέναι ἢ ἄλλως οὐσιώδεις, ἀφοῦ ἄλλως δὲν καταργοῦνται, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς παριστάμεθα λέγοντες: «ναὶ μὲν ἡμεῖς οἱ νομοθέται ἐγκρίνομεν αὐτὰς τὰς διατυπώσεις καὶ τὰς θεωροῦμεν οὐσιώδεις, ἀλλ’ ἐλθὲ σὺ ὁ δικαστὴς καὶ γίνου ἀνώτερος ἡμῶν, διότι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὸν καιρὸν νὰ φροντίσωμεν περὶ ἀνακαθάρσεως, διὰ νὰ κηρύξῃς ὡς ἐγκύρους πράξεις, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ἡμεῖς νὰ κηρύξωμεν ἀκύρους». Κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζει ἀνωμαλίαν. Ἡ Κρητικὴ Δικονομία εἶναι εὐστοχωτέρα, διότι κατὰ τὴν ἀνακάθαρσιν αὐτῆς τὴν τελευταίαν, ἐκ ταύτης τῆς σκέψεως ὁρμηθέντες οἱ συντάξαντες τὸ νέον κείμενον αὐτῆς, περιέλαβον καὶ ὅτι ἀκυρότης διαδικαστικῆς τινος πράξεως ἐπέρχεται καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν παρεβάθη ἀπαγορευτικός τις νόμος. Διὰ περιλήψεως τοιαύτης τινὸς διατάξεως ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ θὰ ἐμετριάζετο ἡ ἀνωμαλία, ἣν ἐξέθηκα. Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν πλὴν τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιοριστικῶς ἀναγραφομένων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγεῖται, ὅπως ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἵνα ἐκτιμηθῇ ἂν ἡ παράβασις προυξένησεν εἰς τὸν προτείνοντα αὐτὴν διάδικον βλάβην μὴ δυναμένην νὰ ἐπανορθωθῇ ἄλλως ἢ κηρυσσομένης τῆς ἀκυρότητος. Δι’ αὐτῆς τῆς διατυπώσεως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἔβη μακρὰν ἐν τῇ τάσει τῆς παροχῆς ἐλευθερίας εἰς τὸν δικαστὴν περὶ τὴν ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Διότι καὶ ἡ νομοθεσία τῆς Γενεύης ἀφήνει εἰς τὸν δικαστὴν νὰ κρίνῃ ἂν ἐβλάβη ὁ διάδικος, διὰ νὰ χωρήσῃ ἀκυρότης, ἀλλ’ ὄχι κατὰ τὴν ἐλευθέραν αὐτοῦ κρίσιν, ἀλλὰ μετ’ ἀπόδειξιν περὶ τῆς βλάβης. Τοιαύτη ἀπόδειξις δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τῆς εἰσηγουμένης διατάξεως· ἀρκεῖ ὁ δικαστὴς νὰ βεβαιώσῃ ὅτι μία παράβασις δὲν ἐπήνεγκεν εἰς τὸν προτείνοντα βλάβην μὴ δυναμένην νὰ ἐπανορθωθῇ ἄλλως ἢ κηρυσσομένης τῆς ἀκυρότητος, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως ὡς ἐγκύρου. Ἀλλ’ εἶναι φυσικὸν νὰ γεννηθῇ ἀμέσως ἡ ὑπόνοια παρὰ τῷ πολίτῃ, ὑπόνοια ὄχι πολὺ ἐποικοδομητικὴ διὰ τὰ Δικαστήρια, ὅτι ὁ δικαστὴς ἄνευ ἀποδείξεως δεχθεὶς ἢ μὴ δεχθεὶς τὴν ὕπαρξιν βλάβης οὐχὶ ἀνεπηρεάστως, ἀλλ’ ὡς ἔχων συμφέρον ἔκρινεν οὕτως. Νομίζω ὅτι ἡ καινοτομία αὕτη ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀποκρουστέα· δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ τὴν ἀνεξέλεγκτον ἀπὸ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον ἐκτίμησιν τῆς ζημίας, διὰ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ κλαπῶσι δίκαι ὑπὸ ἐπιτηδείων καὶ οὐχὶ ἠθικῶς συγκεκροτημένων διαδίκων καὶ δικηγόρων. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν τοιαύτην ἀρχήν.
§231Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποίαν;
§232Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἡ παράβασις προυξένησεν εἰς τὸν προτείνοντα αὐτὴν διάδικον βλάβην μὴ δυναμένην νὰ ἐπανορθωθῇ ἄλλως ἢ κηρυσσομένης τῆς ἀκυρότητος, ἐπέρχεται ἡ ἀκυρότης. Δηλαδὴ καθ’ ἣν ὁ δικαστὴς ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει ἐκ λόγων οἱωνδήποτε, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ βεβαιώσῃ ἐν τῇ ἀποφάσει του, δύναται νὰ λέγῃ ὅτι: «ἐγὼ πείθομαι ὅτι ἡ παράβασις αὕτη δὲν ἐπήνεγκε βλάβην». Κατὰ τὰς Δικονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀκολουθοῦσι τὸ σύστημα τοῦτο, δὲν ἀφήνεται εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἡ ἐκτίμησις τῆς βλάβης τῆς προσγενομένης εἰς τὸν διάδικον ἐκ παραβάσεως δικονομικῆς τινος διατυπώσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ ἂν ἐπηνέχθη βλάβη καὶ τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς τὸν διάδικον ν’ ἀποδείξῃ.
§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε καλλίτερον εἶναι νὰ τὸ ἀκυρώσῃ πάλιν.
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τερατῶδες.
§235Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τότε νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημά σας, ἀλλὰ ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Ἡ Δικονομία τῆς Γενεύης ἔχει τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω. Ἡ Κρητικὴ Δικονομία ἐπίσης τὸ ἴδιον, ὡς ὑποθέτω.
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν διατάσσει ἀποδείξεις. Ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιώσεως. Καμμίαν ἀπόδειξιν δὲν διατάσσει.
§237Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἴσως εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψίς μου ὡς πρὸς τὴν Κρητικὴν Δικονομίαν, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ αὐτὸ ἰσχύει.
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ νομοθέτης τῆς τελευταίας Δικονομίας τοῦ 1905 δὲν ἐκαινοτόμησεν· εὑρῆκε τὴν παλαιὰν Δικονομίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τούτου ἐκανόνισε τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖ αἱ ἀκυρότητες εἶναι ἐλάχισται.
§239Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δι’ ὅσων, κύριοι Βουλευταί, εἶπον δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ ὅτι διάκειμαι ἀσυμπαθῶς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῶν δικαστῶν ἐν τῇ εὑρέσει τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἐννοῶ τὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι τὴν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀστικοῦ κώδικος τῆς Ἑλβετίας.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δεσμευμένη ἐλευθερία.
§241Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι δεσμευμένη ἐλευθερία· εἶναι ἐλευθερία, κατὰ τὴν ὁποίαν λέγεται εἰς τὸν δικαστήν: Θὰ δικάσῃς ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃς τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον θὰ εὕρῃς, θὰ τὸ ἔθετε καὶ ὁ νομοθέτης, ἐὰν ἐκαλεῖτο νὰ νομοθετήσῃ. Βλέπετε ὅτι πρόκειται περὶ ἐλευθερίας τοῦ δικαστοῦ εἰς εὕρεσιν γενικῶν κανόνων. Ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας πρόκειται ἐπὶ συγκεκριμένων ἀκριβῶς περιπτώσεων νὰ κρίνῃ ὁ δικαστὴς ἂν ἐβλάβη ἢ δὲν ἐβλάβη ὁ διάδικος ἐκ τῆς παραβιάσεως τεθειμένων κανόνων. Τοῦτο εἶναι ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἄνευ τῆς ἀνακαθάρσεως τῆς Πολ. Δικονομίας θεωρῶ πολὺ ἐπικίνδυνον.
§242Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐὰν γίνῃ ἀνακάθαρσις τῆς Πολ. Δικονομίας, τότε εἶναι περιττὸν τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου.
§243Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι περιττὸν τότε, διότι θ’ ἀπαλειφθῶσιν ἴσως πολλαὶ διατυπώσεις, ἀλλὰ θὰ ἐξαγγελθῶσιν ἄλλαι. Δὲν εἶμαι δυστυχῶς παρεσκευασμένος, διὰ νὰ μνημονεύσω παραδείγματα, διότι ἡ συνταγματικὴ ἐργασία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν μοὶ ἀφῆκε τὸν προσήκοντα χρόνον ὅπως καταγίνω εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Ὑπόσχομαι ὅμως, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου περὶ ἀναβολῆς, νὰ φέρω σειρὰν παραδειγμάτων.
§244Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολὴν καὶ θὰ τὴν δώσῃ ἡ Βουλή.
§245Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος εἶναι ἄριστα παρεσκευασμένος.
§246Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει σειρὰν διατάξεων, τὰς ὁποίας θέλω νὰ μελετήσω πρῶτον.
§247Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε τὴν ἀρχήν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, δύνασθε δὲ κατόπιν νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν.
§248Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν μελετήσω τὰς λεπτομερείας. Ἐὰν δοθῇ ἡ ἀναβολή, τὴν ὁποίαν ζητῶ, καὶ μελετήσω τὰς λεπτομερείας, τότε βεβαίως θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Πάντως ὅμως, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα, πολεμῶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ — καὶ ποίου δικαστοῦ;—ἐξαρτᾶται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ δικονομικοῦ νόμου διὰ λόγους οὐχὶ γενικοὺς ἀλλ’ εἰδικούς, κατὰ τὴν ἀτομικότητα ἑκάστης ὑποθέσεως. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη καινοτομία εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἐπίσης θεωρῶ ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ ἡμετέρου δικαίου, ἡ καινοτομία, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ἀκυρωτικόν, μεταβάλλεται εἰς Δικαστήριον οὐσίας, ἀφοῦ τὸν ἐν ἐδ. 9 τοῦ 2 ἄρθρου λόγον ἀναιρέσεως θὰ κρίνῃ δεκτὸν ἀναλόγως τῆς οὐσιώδους ἐπιρροῆς, ἣν ἤσκησεν ἐπὶ τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐννοῶ ἐπίσης νὰ πολεμήσω. Τὸ νὰ εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος ἀκυρωτικὸν καὶ μόνον ἀκυρωτικόν, δικάζον περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, εἶναι ἀρχὴ τόσον θεμελιώδης, ὥστε εἰς τὰ Γαλλικὰ Συντάγματα τοῦ 1791, τοῦ 1793 καὶ εἰς τὰ τοῦ 3ου καὶ 8ου ἔτους τῆς Δημοκρατίας ῥητῶς νὰ περιληφθῇ ὅτι τὸ ἀκυρωτικὸν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει καὶ ἐπ’ οὐδεμιᾷ προφάσει δὲν θὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς διαφορᾶς. Τὸ ἀκυρωτικὸν πρέπει νὰ εἶναι μόνον ἀκυρωτικόν, καί, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀκυρωτικά, ταῦτα δικάζουσι μόνον περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος. Ἐπὶ τῆς θεμελιώδους ταύτης ἀρχῆς ἐστηρίχθη καὶ ἡ ἡμετέρα Δικονομία καὶ μέχρι σήμερον ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζει μόνον περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, οὐδέποτε δὲ περὶ τῆς οὐσίας. Τὴν ἀνάμιξιν τῆς οὐσίας τῆς διαφορᾶς εἰς τὰς δίκας τὰς ἐν τῷ ἀκυρωτικῷ τμήματι τοῦ Ἀρείου Πάγου θεωρῶ οὐ μόνον δυσχερῆ, οὐ μόνον ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὴν φύσιν αὐτὴν τοῦ ἀκυρωτικοῦ, ἀλλὰ τὴν θεωρῶ καὶ δυσμενῶς διακειμένην πρὸς αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀρκετὰς ἁμαρτίας ἔχει πάρει ὁ Ἄρειος Πάγος μέχρι τοῦδε κρίνων συχνάκις τοὺς λόγους ἀναιρέσεως οὐσιαστικῶς, χωρὶς νὰ ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα. Εἶναι περιττὸν νὰ παράσχωμεν εὐκαιρίαν, ἵνα διασύρηται καὶ πάλιν ἡ ὑπόληψίς του, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἄθικτον. Διὰ νὰ εἶναι ἀκυρωτικὸν καὶ νὰ ἐκπληροῖ πράγματι τὸν προορισμόν του, νομίζω ὅτι ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προτεινομένη τροποποίησις.
§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο.
§250Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἐξήντλησα ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς γενικὰς γραμμὰς τῶν διὰ τοὺς νομοσχεδίου εἰσαγομένων μεταρρυθμίσεων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐξελέγξω καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτῶν καὶ διὰ τοῦτο καὶ πάλιν παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§251Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι κανεὶς ἄλλος προπαρεσκευασμένος, ἂς ὁμιλήσῃ ἀπόψε, καὶ ἀναβάλλομεν.
§252Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς κατέκρινε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμει τῆς ὁποίας παρέχεται εἰς τὸν δικαστὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ἀκυρότητά τινα, ἐφ’ ὅσον πείθεται ὅτι δὲν ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὸν διάδικον. Βεβαίως ἀπὸ γενικωτάτης ἀπόψεως θὰ ἤμην ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλά, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἡμετέρα νομοθεσία κύπτει ὑπὸ τὸ βάρος διαφόρων ἀσκόπων ἀκυροτήτων, καὶ ἡ πληθώρα αὕτη τῶν ἀκυροτήτων προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, ἁπλῶς ἐξετάζεται ἡ τήρησις ὡρισμένων ἀσκόπων δικονομικῶν τύπων, αἱ συνέπειαι δὲ τῆς μὴ τηρήσεως τούτων εἶναι ὅτι ἀπαγγέλλονται ἀκυρότητες ἐκεῖ, ὅπου κατ’ οὐσίαν δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαγγελθῶσι τοιαῦται. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εὑρέθη πρὸ τῆς ἀνάγκης, ὅπως προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ κανονίσῃ τὰ τῶν ἀκυροτήτων. Νομίζω ὅμως καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τῆς θʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου.
§253Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τῆς τελευταίας περιόδου αὐτοῦ.
§254Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ εἰς τὴν οὐσίαν.
§255Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι γενικόν.
§256Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διὰ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως.
§257Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§258Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διὰ τὴν μὴ ἐκτίμησιν τῶν ἐγγράφων. Δέχομαι τὴν περίστασιν ταύτην μόνον, ἂν καὶ ἐκ τῆς διατυπώσεως νομίζει τις ὅτι πρόκειται καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς ἀποδείξεως. Δὲν πρέπει εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπεμβαίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀποφαίνηται ὅτι ναὶ μὲν δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν εἰς τὸ Δικαστήριον οἱ διάδικοι, ἀλλὰ τοῦτο καλῶς δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ δημιουργήσωμεν τρίτον βαθμὸν δικαιοδοσίας· μᾶς ἀρκοῦσιν οἱ δύο βαθμοί, ἐνώπιον Πρωτοδικείου καὶ Ἐφετείου· δὲν πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν τρίτον βαθμόν, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐξετάζῃ αὐτὴν ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς ὁλόκληρον. Δὲν πρέπει ὁ Ἄρειος Πάγος ν’ ἀσχολῆται εἰς τὸ νὰ ἐξετάζῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ κατώτατον Δικαστήριον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἓν ἔγγραφον καὶ ἂν καλῶς ἔλαβε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, διότι τότε παρέχομεν ἐργασίαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὴν δύναμιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ταύτην, ἴσως ἀφωρμήθη ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι πολλάκις δι’ ἐπουσιωδέστατα ἔγγραφα ἐπέρχεται ἀναίρεσις ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔποψιν ταύτην μόνον, ἐνῷ ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀντίθετον ὄψιν, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ συμβαίνῃ τὸ ἀντίθετον, ὅτι δηλαδὴ θὰ χαρακτηρίζηται ἔγγραφον ὡς λίαν ἐπουσιῶδες, καὶ μάλιστα ἀναιτιολογήτως, καὶ ἡ ἀναίρεσις δὲν θ’ ἀναιρεθῇ, ἐνῷ τὸ ἔγγραφον ὤφειλε ν’ ἀναιρεθῇ. Ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ τοιαύτη τροποποίησις, ἐὰν ἀπαλειφθῇ ἡ θʹ παράγραφος τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζω ὅτι θὰ εἰσῆγε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ περιώριζεν ἔστω καὶ διὰ προσωρινοῦ καθ’ ὁλοκληρίαν μέσου τὴν τοιαύτην ἄκραν τυπικότητα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὸ λεχθὲν ὅτι οἱ Ἕλληνες δικασταὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν ὅπως τεθῶσιν ὑπεράνω τῆς τυπικότητος νομίζω ὅτι ἐν τῇ γενικότητι αὐτοῦ στερεῖται σπουδαίας ὑποστάσεως. Ἀπεναντίας νομίζω ὅτι ὁ Ἕλλην δικαστὴς λόγῳ τῆς φωτεινῆς αὐτοῦ διανοίας καὶ τῆς ζηλευτῆς του ἁπλότητος τοῦ πνεύματος αὐτοῦ εἶναι εἰς θέσιν κάλλιστα, ὅπως κάμῃ λογικὴν χρῆσιν τῆς διδομένης αὐτῷ ἐξουσίας. Δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες δικασταὶ εἶναι τοιαύτης ὑποστάσεως, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτοὺς νὰ δοθῇ εὐρυτέρα τις ἐξουσία. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμνωσιν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ κακὴν χρῆσιν τῆς τοιαύτης αὐτῶν ἐξουσίας, ἀλλ’ εἴπατέ μοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι καταγίνεσθε εἰς τὰ δικαστικά, ποῖος δικαστής, ἀκριβῶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔκαμνον κακὴν χρῆσιν τῆς τοιαύτης ἐξουσίας, ποῖος δὲν θὰ κάμῃ κακὴν χρῆσιν αὐτῶν τῶν ὑφισταμένων ἀσκόπων ἀκυροτήτων, αἱ ὁποῖαι καταστρέφουσιν ἐντελῶς σήμερον τὰς ὑποθέσεις; Διὰ τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν μειονότητι, δὲν ὑπάρχει τρόπος σωτηρίας ἐκ τῆς Δικονομίας, ἡ πλειονότης ὅμως τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν εἶναι ἀναξία νὰ κάμῃ τοιαύτην κακὴν χρῆσιν.
§259Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς πλειονότητος.
§260Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον ὅτι διὰ τοὺς δικαστὰς τοὺς ἐν τῇ μειονότητι εὑρισκομένους οὐδεὶς τρόπος σωτηρίας ὑπάρχει, διότι αὐτοὶ εἴτε θὰ μεταχειρίζωνται τὴν τυπικότητα εἴτε τὴν εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν τὴν παρεχομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ δι’ αὐτὸ κηρύσσομαι ἐξ ὅλης καρδίας ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 45′ τῆς νυκτός).