Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 71

1911.04.22

4.201 στίχοι · 31.405 λέξεις · 1 πίνακας · 283 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1911.04.22
Προεδρεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Περίοδος
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α2 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71.

Τῆς 22ας Ἀπριλίου 1911.

(Παρασκευή)

Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.

(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 10′ μ. μ. παρόντων Βουλευτῶν 187, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;

§2Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Τσιριμώκου ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ψηφίσματος περὶ Βουλευτῶν ἀξιωματικῶν. Μολονότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν δύναται νὰ προκληθῇ συζήτησις χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει σήμερον, διὰ νὰ λάβῃ τὴν οἰκείαν σειρὰν καὶ διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποίαν σειρὰν ἔχει ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· 1) Αἴτησιν τῶν κατοίκων Χωρεπισκόπων τοῦ δήμου Ἰστωναίων τοῦ νομοῦ Κερκύρας, ζητούντων ψήφισιν ὑποβεβλημένου εἰς τὴν Βουλὴν ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου· 2) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ῥίῳ καταδίκων Δ. Βουρκογιάννη καὶ Γ. Ἀναγνωστοπούλου περὶ μεταφορᾶς των, πληρωσάντων τὰ ἔξοδά των· 3) Αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαλακίων τῆς Κερκύρας περὶ ψηφίσεως ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου ὑποβεβλημένου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν ἐδαφίων 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ΓΨΝΗʹ (3758) τοῦ 1911 «περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τὸ χθὲς ὑποβληθὲν ὑπ’ ἐμοῦ περὶ μετακλήσεως ξένης ναυτικῆς ἀποστολῆς, ἐὰν ἔχῃ τυπωθῇ, παρακαλῶ νὰ διανεμηθῇ καὶ ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§5Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν διενεμήθη, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.

§6Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ὑπηρεσίας ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν καὶ βαθμοφόρων ἐν γένει ὡς καὶ εἰδικῶν προσώπων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).

§8Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δύο νομοσχέδια, Κύριοι, φύσεως κατεπειγούσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ καὶ λειτουργίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος συνισταμένων ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν». Διατελεῖ ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἐσχάτως ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἡ συστᾶσα διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος γεννηθεισῶν αἰτιάσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀποταθῆ πρὸς ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον αὐτῆς, ὅπως ἐξετασθῇ. Τὸ πρόσωπον τοῦτο ἠξίωσεν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ἢ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς μεταβῶσιν ἐν τῇ οἰκίᾳ του καὶ λάβωσι τὴν μαρτυρίαν του. Εἶχον ἔκτοτε λάβει τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐξ ἀφορμῆς συζητήσεως προκυψάσης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι ἡ παρουσιασθεῖσα δυσχέρεια ἦτο φαινομενική, καὶ δυνατὸν θὰ ἦτο καὶ εὐκταῖον ἂν ἡ ἐπιτροπὴ συνεμορφοῦτο πρὸς τὴν ἀξίωσιν τοῦ προσώπου ἐκείνου, διότι σημειώσατε ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο ἀνῆκεν εἰς τὴν τάξιν τῶν προσώπων, ἅτινα κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δικαιοῦνται νὰ ἀξιώσωσιν, ὅπως οἴκοι ἐξετασθῶσι καὶ παράσχωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν μαρτυρίαν. Ἔκτοτε δὲ προσέθηκα ὅτι καὶ νέος νόμος εἰδικὸς πρὸς ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπειῶν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος συνιστωμένων ἂν ἐγίνετο, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ σεβασθῇ τοὺς λόγους τοὺς καθολικωτέρους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἤδη ἰσχύουσαν δικονομικὴν διάταξιν περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἐξετάσεως τῶν ἀνηκόντων εἰς τοιαύτας τάξεις προσώπων.

§9Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ ἢ ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ὁμιλεῖτε;

§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ. Ἐδήλωσε τοὐναντίον ὅτι θὰ ἦτο πρόθυμον νὰ καταθέσῃ πᾶν ὅ,τι ἐγνώριζεν, ἂν ἡ ἐπιτροπή, εἴτε αὐτὴ αὕτη εἴτε διά τινος τῶν μελῶν της, προσήρχετο εἰς τὴν ἰδίαν του κατοικίαν. Τὸ ζήτημα ἦτο ἄξιον ἀποσαφήσεως πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως δυναμένης νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς βεβαιότητος ὅτι ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια παρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Διότι νομίζω ὅτι ἡ πεπλανημένη ἀντίληψις τῶν πραγμάτων ἐδημιούργησε τὴν δυσχέρειαν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νομοθεσίᾳ ἔλλειψις ἰδίου νόμου διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν συνταγματικῶν ἐπιτροπῶν εἶναι ἔλλειψις οὐσιώδης, ἡ ὁποία ὡς ἀλλαχοῦ, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ παρελθόντι παρουσιάσθη, δὲν κατέστη ὅμως δυνατὸν νὰ πληρωθῇ. Ἡ πλήρωσις τῆς ἐλλείψεως ταύτης δι’ ἁπλῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐκείνων ἀκριβῶς τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν ἡμετέραν Δικονομίαν εἰς τὴν δίωξιν τῶν ἀδικημάτων, δὲν ἦτο δυνατή, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἰδικιτέρου χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον φέρουσιν αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται, χαρακτῆρος κυρίως καὶ πρωτίστως πολιτικοῦ ἀφισταμένου τελείως τοῦ δικαστικοῦ χαρακτῆρος. Ἦτο ἑπομένως ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἴδιος περὶ τούτου νόμος καὶ εἰς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἀφορᾷ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Εὑρέθημεν δ’ ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὰς δυσχερείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν καὶ ἀλλαχοῦ ἐν τῇ διατυπώσει παρεμφερῶν νομοθετημάτων, ἐτάμομεν δὲ ταύτας κατὰ τὴν ὀρθοτέραν καθ’ ἡμᾶς ἐκδοχήν. Ἀπεκλίναμεν ἐν πρώτοις ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία καθ’ ἡμᾶς θεραπεύει τὴν ὑγιεστέραν πολιτικὴν ἀντίληψιν, τῆς ἐκδοχῆς, καθ’ ἣν οὐχὶ πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἰσχύουσα Δικονομία παρέχει εἰς τοὺς ἀνακριτὰς καὶ εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, δέον νὰ χορηγῶνται εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν τὴν συνισταμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐλάσσονα τούτων κατὰ μίμησιν τοῦ Ὁλλανδικοῦ νόμου. Ἐν τούτοις περιελάβομεν διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην περίστασιν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν ἑκάστοτε ἐπὶ τῶν παρουσιαζομένων περιστάσεων ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ συνήθη τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ νόμῳ, περιβάλλουσα τὴν ἐπιτροπὴν διὰ πλειοτέρων δικαιωμάτων, ἤτοι τῶν καὶ εἰς τὸν ἀνακριτὴν παρεχομένων τοιούτων, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς σκοπιμότητος. Τὰ κύρια δικαιώματα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγοῦνται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀνωμότου καὶ ἐνωμότου, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξετάσεως μαρτύρων, τῆς διατάξεως πραγματογνωμοσύνης καὶ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων.

§11Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βιαίας προσαγωγῆς;

§12Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. Ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀφέθη ἑκάστοτε νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλὴ δι’ ἰδίας ἀποφάσεως, εἶναι κυρίως τὸ δικαίωμα τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης, τῆς κατασχέσεως πειστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήσαμεν βαρέα καὶ ἄνευ εἰδικῆς ἑκάστοτε ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς μὴ προσήκοντα καὶ μὴ ἴσως ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα. Θέλω νὰ εἴπω ἀκόμη λέξεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς τὰ παρεχόμενα δικαιώματα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν μαρτύρων καὶ προσαγωγὴν ἐγγράφων. Διότι καὶ κατὰ τὰ σημεῖα ταῦτα ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένη ἀπόκλισίς τις ἐκ τῶν αὐστηρῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν ἔννοιαν καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Βεβαίως πρόσωπα μὴ περιβεβλημένα ἐξαιρετικὴν ἰδιότητα καλούμενα εἰς μαρτυρίαν ὑποχρεοῦνται σχεδὸν ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ διατυπώσεις νὰ προσέλθωσι καὶ ἐξετασθῶσιν, ὑφ’ ἃς καὶ κατὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν. Ὅμως διατηροῦμεν καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν ἀρχὴν ὅσον ἀφορᾷ πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν ἀπολαύουσι τοῦ δικαιώματος νὰ ἐξετάζωνται κατ’ οἶκον. Ἐτηρήσαμεν τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἑπομένως ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, εἴτε αὐτὴ εἴτε διά τινος τῶν μελῶν αὐτῆς διοριζομένου ὡς εἰσηγητοῦ, κατὰ πρόνοιαν λαμβανομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὀφείλει νὰ προσέλθῃ οἴκοι καὶ νὰ λάβῃ τὴν μαρτυρίαν τῶν προσώπων τούτων. Ζήτημα οὐσιῶδες ἐγεννήθη ἡμῖν ὡς πρὸς τὴν ἐξέτασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καλούμενοι νὰ ἐξετασθῶσιν ὡς μάρτυρες δὲν ὑποχρεοῦνται ν’ ἀνακοινῶσι τὰ μυστικὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑπηρεσίας παρὰ μόνον κατόπιν ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ θεμελίωσις τοιαύτης διατάξεως προκειμένου περὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἔργου κυρίως καὶ συνήθως κατευθυνομένου κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραλύσῃ τὴν σκοπιμότητα αὐτοῦ, ἂν ἑκάστοτε ἐδικαιοῦτο ὁ ὑπάλληλος ν’ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ, διότι δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἄδειαν ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐνῷ ἐξ ἄλλου δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνοίξωμεν ὀρθάνοικτον τὴν θύραν τῶν μυστικῶν τῆς ὑπηρεσίας ἄνευ ἐγγυήσεώς τινος. Ἐτάμομεν συνεπῶς ἐν τούτῳ διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέσην τινὰ ὁδόν. Καὶ εἴπομεν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέσωσιν ἐξεταζόμενοι ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, δικαιοῦνται δὲ μόνον ν’ ἀρνηθῶσι τοῦτο, ὅταν ἔχωσιν εἰδικὴν καὶ ὑπεύθυνον ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ διαταγὴν νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν κατάθεσιν ὡρισμένων μυστικῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἤθελον ἀπειλήσει βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι καθαρῶς πολιτικὴ καὶ κοινοβουλευτική. Δικαιοῦται τουτέστιν εἰς ἑκάστην περίστασιν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἂν νομίζῃ ὅτι κακῶς ἐχαρακτηρίσθησαν ὡρισμένα μυστικὰ ὡς ἀποτελοῦντα βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας καὶ δὲν ἐχορηγήθησαν αἱ πληροφορίαι εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, δικαιοῦται νὰ μεμφθῇ τὸν Ὑπουργὸν τὸν τοιοῦτον δόντα χαρακτηρισμὸν καὶ νὰ ζητήσῃ πολιτικὰς εὐθύνας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁμοίαν τινὰ διάταξιν προτείνομεν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν δημοσίων ἐγγράφων ἢ ἐγγράφων εὑρισκομένων εἰς τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους. Καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην κατεστήσαμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς προσφυγὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὅπως δι’ αὐτοῦ λάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰ εἰς ταύτην ἀναγκαιοῦντα ἔγγραφα. Ἐδώσαμεν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως δύναται ὑπευθύνως καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς κυρώσεις καὶ ἐγγυήσεις νὰ βεβαιώσῃ ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας ἤθελον προσβληθῆ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὡρισμένα ἔγγραφα ἤθελον ἀνακοινωθῆ. Αὐταί εἰσιν αἱ κύριαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Σπουδαίως ἐπίσης ἀπησχόλησεν ἐν πολλοῖς καὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν θετικὴν νομοθεσίαν τὸ ζήτημα τῆς διαρκείας τοῦ βίου τῶν τοιούτων κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἐτάμομεν ἐν τούτῳ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐνομίσαμεν ὑπαγορευομένην ὑπὸ τῆς ὀρθοτέρας πολιτικῆς ἀντιλήψεως, καὶ εἴπομεν ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν λήξῃ ἡ Σύνοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διωρίσθη, δὲν περατοῦται τὸ ἔργον αὐτῆς, ὅπερ περατοῦται μόνον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελε λήξει ἡ Περίοδος, εἴτε φυσικῶς εἴτε διὰ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀναχωρήσαντες ἐκ τῆς ἐκδοχῆς ὅτι, ἀφοῦ ἐξέλιπεν ἡ Βουλή, ἐξ ἧς ἀρύεται τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς ἡ ἐπιτροπή, δὲν ἔχει αὕτη πλέον λόγον ὑπάρξεως. Ἕτερον νομοσχέδιον, κατεπειγούσης ἐπίσης φύσεως, ὅπερ σήμερον ὑποβάλλομεν, εἶναι τὸ προνοοῦν περὶ ἄρσεως δυσχερείας τινός, δυσεπερβλήτου δυστυχῶς, ἡ ὁποία παρουσιάσθη ἐν τῇ νομολογίᾳ τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τῶν περὶ παραγραφῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Πέρυσιν εἶχεν εἰσαχθῆ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεσπίσθη συντόμευσίς τις τῶν παραγραφῶν τῶν διαφόρων ἀδικημάτων. Τὸ εἰς τὴν τότε Βουλὴν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπέστη τροποποίησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔκ τινος δὲ φράσεως ὑπαρχούσης ἐν αὐτῷ ἐγεννήθησαν δυσεπέρβλητοι ἑρμηνευτικαὶ δυσχέρειαι ἐν τούτῳ κυρίως συνιστάμεναι: ἂν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι εἰσήγαγον συντομώτερον χρόνον παραγραφῆς, ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἢ ἔδει νὰ ἰσχύωσι καὶ ἐνταῦθα αἱ καθολικῶς σχεδὸν κρατοῦσαι ἀρχαί, καθ’ ἃς διατάξεις ποινικοῦ δικαίου πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀναδρομικῶς, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν εἰσάγονται ἀρχαὶ μᾶλλον ἐπιεικεῖς, ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νέου νόμου διαπραχθέντων. Ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου πρωτοστατοῦντος τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις καὶ δι’ ἐγκυκλίου διετύπωσε τὴν γνώμην του, ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ὑποστηριζομένη ἐν τῇ ἐπιστήμῃ (χειροκροτήματα). Πλὴν δὲ τοῦ ὅτι διετυπώθη εἰς ἐγκύκλιον ἡ τοιαύτη ἐκδοχὴ καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἀρείου Πάγου, τετράκις κληθέντος ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἠκολούθησε τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδίδετο καὶ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας ζωηραὶ ἀντετάχθησαν συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον μέρος πολλοὶ ἐκ τῶν κρατίστων παρ’ ἡμῖν ἐπιστημόνων, ἐν οἷς καὶ ἀνώτερα δικαστικὰ πρόσωπα· ἕνεκα δὲ τῆς τοιαύτης διαστάσεως τῶν γνωμῶν τὰ κατώτερα Δικαστήρια, τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἰδίᾳ, ἠκολούθησαν τὴν ἀντίθετον ἐκδοχὴν τῆς ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ ὑποστηριζομένης. Ἐν τούτοις ὅμως ἡ προσοικείωσις πάντων εἰς τὴν ἐκδοχὴν ταύτην δὲν φαίνεται ἐφικτή, καὶ ἡ καθ’ ἡμέραν πεῖρα δεικνύει ὅτι καθίσταται ἀδύνατος ἡ ὁμοιόμορφος νομολογία. Ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι προσφυγαὶ εἰς ἡμᾶς, ἰδίᾳ δ’ ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελέων, ἵνα διὰ τρόπου ἑρμηνευτικοῦ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀποκαταστήσωμεν ἑνότητα ἐν τῇ νομολογίᾳ. Παρετηρήσαμεν ὅμως, μάλιστα μετὰ τὰ προηγουμένως γενόμενα, μετὰ τὴν νομολογίαν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ παρ’ αὐτῷ Εἰσαγγελέως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ κατὰ τρόπον κῦρος ἔχοντα καὶ κατὰ τρόπον ἀποτελεσματικὸν ἡ ἀποκατάστασις τῆς ὑπαρχούσης ἀταξίας, ἥτις ἀταξία ἐν τῇ νομολογίᾳ πάντοτε μὲν, ἀλλ’ ἰδίᾳ εἰς περιστάσεις ποινικῆς φύσεως, ἐξοκέλλει αὐτόχρημα εἰς ἀδικίαν. Διότι ὑπὸ ὁμοίας συνθήκας πρᾶξίς τις χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης ὁτὲ μὲν ὡς παραγεγραμμένη, ἄλλοτε δὲ ὡς μὴ παραγεγραμμένη ὑπ’ ἄλλου τινὸς Δικαστηρίου. Τοῦτο βεβαίως κατὰ τὴν πρώτην ἀντίληψιν παρουσιάζεται αὐτόχρημα ὡς μία ἀδικία. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσω τὴν διὰ νομοθετικῆς παρεμβάσεως ἄρσιν τῆς ὑπαρχούσης ἑρμηνευτικῆς διαφωνίας, καὶ εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου προσέθηκα ἐδάφιον, ἐκ τοῦ ὁποίου καθίσταται ἀναμφίβολος ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς (χειροκροτήματα).

§13Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.

§15Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν πολιτικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ ἀνάκρισιν ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς...

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου.

§17Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δύναμαι ὅμως νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν Ἑλλάδα λαμβάνουσι ῥούβλια.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, κύριε Βουλευτά.

§19Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Συνηθίσατε νὰ κρούητε ἀμέσως τὸν κώδωνα, κύριε Πρόεδρε.

§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τῶν νόμων.

§21Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ συστάσεως, τὴν ὁποίαν ὡς ἐνδιαφερόμενος δικαιοῦμαι νὰ κάμω.

§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Κλάδης ζητεῖ νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον.

§23Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔσπευσα ἤδη νὰ δηλώσω ὅτι ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια καὶ ἰδιαίτατα τὸ πρῶτον εἶναι κατεπειγούσης φύσεως, καὶ ἂν ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ κηρυχθῇ καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ὡς κατεπεῖγον, διὰ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὰς δύο ἡμέρας μέχρι τῆς Δευτέρας νὰ μελετηθῇ. Βλέπετε ὅτι περιέλαβον διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ κηρυχθῶσιν ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα.

§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λειτουργίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον.)

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ παραγραφῶν».

§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει τὸ ζήτημα τῆς ἰσχύος τῶν περὶ παραγραφῆς διατάξεων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ πταίσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, ἡ νομολογία τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων ἀποκλίνει ὑπὲρ τῆς ὀρθῆς ἐκδοχῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι παγία. Δὲν περιέλαβον τὰ κακουργήματα, διότι ἐνόμισα ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν ἴσως νὰ κλονισθῇ ἡ ὑπάρχουσα ἤδη ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ σταθερὰ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου κυροῦται νομίμως πλέον διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως ἡ σαλευομένη νομολογία τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ πταίσματα. Ἂν ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μεταρρύθμισιν καὶ εἰς τὰ κακουργήματα, εἶναι ἐλευθέρα οὕτω ν’ ἀποφασίσῃ.

§28Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αὐτὰ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Μέρμηγκας ἔχει τὸν λόγον.

§31Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Καὶ ἀρχῆθεν μὲν ἐπίστευον ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν ὤφειλε ν’ αὐξηθῇ, ἐπέρρωσαν δὲ τὴν γνώμην μου ταύτην αἱ μετὰ τόσης πειστικότητος γενόμεναι ἀγορεύσεις τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἐπιστοποιήθη ἀναντιρρήτως δι’ ἀριθμῶν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ παρεχομένη μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῶν προηγουμένων Βουλῶν πόρρω ἀπεῖχε τοῦ νὰ προσαρμόζηται πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον, ἦτο δὲ πολὺ ἀνώτερον καὶ τῆς νῦν προτεινομένης ἀποζημιώσεως. Τοῦτο ἐγίνετο διὰ καταστρατηγήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ καταπατήσεως ὄχι μόνον τοῦ γραπτοῦ, ἀλλ’ ἔτι καὶ τοῦ ἀγράπτου ἠθικοῦ νόμου.

§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ἡ τότε λαμβανομένη ἀποζημίωσις ἐλαμβάνετο πάντως ὁλόκληρος, ἐνῷ ἡ σήμερον ὁριζομένη εἶναι πιθανώτατον ὅτι δὲν θὰ λαμβάνηται. Διότι, ἂν σήμερον ἐπέλθῃ διάλυσις, μετά τινα χρόνον οἱ Βουλευταὶ θὰ λάβωσι 1800 δρ., ἐνῷ τότε, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῶσι 5.000 π.χ., ἐλαμβάνοντο πᾶσαι.

§33Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πλὴν τοῦ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ πρέπει νὰ εἶναι ἀξιοπρεπής, διότι ἡ γλισχρότης τῆς ἀντιμισθίας ἀποτελεῖ κώλυμα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅπερ ἀνέφερον, ὅτι πρότερον ἐδίδετο μεγάλη ἀποζημίωσις κατὰ τρόπον ἀθέμιτον, ἀποτελεῖ πειστικὸν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς νομιμοποιήσεως τοῦ πρέποντος ποσοῦ. Καὶ ἄλλο δέ τι ἐτονίσθη, οὗτινος καὶ ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα, ὅτι δηλαδὴ ἀξία περιφρονήσεως ἀποβαίνει ἡ ἀντιδημοτικότης, ἡ δυσφήμησις, ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς ἐλευθεροστομίας καὶ ὑψηλοφροσύνης τοῦ Βουλευτοῦ. Τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὴν ἀντιδημοτικότητα, τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐλευθεροστομίας, ἀναγνωρίζω ὡς πρωτίστην πολιτικὴν ἀρετήν. Καὶ ἐγὼ δέ, ἐνῷ λέγω ταῦτα, κύπτω ὑπὸ τὸ βάρος δυσφημήσεως προελθούσης ἐκ παρεξηγήσεως τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα ἀπέναντι τοῦ νομοσχεδίου περὶ ξένων ὀργανωτῶν. Δὲν γνωρίζω πολιτικὸν ἄνδρα ἐπικινδυνότερον ἐκείνου, ὅστις τὰ ἑαυτοῦ βήματα καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὴν ψῆφον ῥυθμίζει συμφώνως πρὸς τὸ ῥεῦμα καὶ τὴν θέλησιν τὴν λαϊκήν, τὴν συχνάκις τοσοῦτον ἄκριτον καὶ τοσοῦτον ὀλεθρίαν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλει νὰ τονισθῇ καὶ ἐξαρθῇ τὸ μέγεθος τῆς ἀποστάσεως, ἥτις χωρίζει τὴν ἀντιδημοτικότητα, τὴν δυσφήμησιν ταύτην, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἐλευθεροφροσύνης τοῦ Βουλευτοῦ, ἀπὸ τῆς ἄλλης ἐκείνης δυσφημήσεως, ἡ ὁποία ταυτίζεται πρὸς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ψηφίζουσι πρὸς ἴδιον αὑτῶν ὑλικὸν ὄφελος. Τίθεται ὅθεν τὸ ζήτημα: ὑπάρχει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὑπόνοια καὶ ὑπὸ τίνων ἐκφέρεται; Καὶ ὅτι μὲν ὑπάρχει ὁμολογεῖται παρὰ πάντων, ἀλλ’ ὅτι αὕτη ἐκφέρεται οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ἀδολέσχων τῶν καφενείων, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ ἄλλων σοβαρωτέρων ἀνδρῶν, καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον. Ἀπέναντι τῆς ὑπονοίας ταύτης δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀντιταχθῇ περιφρόνησις καὶ γενναιότης. Γενναῖος εἶναι ὁ ἀντιτάσσων δειλίαν κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπονοίας, διότι, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ἀντιδημοτικότητος τῆς ἐξ ἐλευθεροφροσύνης ἀπορρεούσης, καὶ τῆς ἄλλης ἐκείνης δυσφημήσεως, τῆς προϊούσης ἐκ τῆς ὑπονοίας ὅτι ἐρχόμεθα ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι, ἵνα χρησιμοποιήσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ὡς παρὰ παντὶ λαῷ, οὕτω καὶ παρὰ τῷ ἡμετέρῳ ὑπάρχουσι προτερήματα, ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίαι· μία τῶν ἀδυναμιῶν τοῦ ἡμετέρου λαοῦ, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων γνωστή, εἶναι τὸ εὐεπίφορον αὐτοῦ πρὸς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ καταχρῶνται τὴν Ἀρχὴν πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Περικλέους, ὅστις κατηγορήθη ὅτι ἐσφετερίσθη τὸ χρυσελεφάντινον ὑλικόν, τὸ προωρισμένον διὰ τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς, μέχρι καὶ τῆς σήμερον οἱ Ἕλληνες πάντοτε μετὰ βλέμματος ὑπόπτου προσβλέπουσι τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά. Ἀλλ’ ἡ ἀδυναμία αὕτη δὲν εἶναι βλαπτικὴ πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα· διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν καλλίστην φροντίδα πρὸς προάσπισιν αὐτῶν. Τούτου δ’ ἕνεκα ὀφείλομεν ἡμεῖς πάντες νὰ τηρήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν συμφωνίᾳ καὶ νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν ἀδυναμίαν ταύτην. Ἡ θέσις ἡμῶν ἄρα εἶναι τοιαύτη, ὥστε εὑρισκόμεθα μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς πεποιθήσεως, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀξιοπρεπεστέρα ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ κινδύνου, τοῦ οὐχὶ ἀξίου περιφρονήσεως, ὅτι οὕτως ἐκτιθέμεθα εἰς τὴν ὑπόνοιαν, τὴν οὐχὶ ἐντελῶς ἀστήρικτον, ὅτι ψηφίζομέν τι πρὸς ἴδιον ὄφελος. Καὶ οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα, ποία ἡ στάσις ἡμῶν ἡ πρέπουσα; Πῶς θὰ διέλθωμεν μεταξὺ τῶν Συμπληγάδων πετρῶν;

§34Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὲ κεκομμένην τὴν οὐράν.

§35Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νομίζω ὀρθόν, ἀφοῦ πιστεύω ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ εἶναι ἀξιοπρεπής, νὰ ψηφίσω μὲν ταύτην, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἀπαλλάσσων ἐμαυτὸν πάσης ὑπονοίας. Δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ ἐμαυτοῦ· προτείνω γνώμην καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, ἐλπίζω δ’ ὅτι θ’ ἀσπασθῇ ταύτην ἡ Βουλή. Κατὰ ταῦτα δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ποσὸν μεῖζον τοῦ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένου, ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ ψηφίσωμεν διὰ τὰς μελλούσας τακτικὰς Βουλάς, οὐχὶ δὲ διὰ τὴν παροῦσαν, ἡ ὁποία εἶναι παροδική.

§36Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί, ἀφοῦ εἶναι ὀρθόν, νὰ μὴ περιλάβωμεν καὶ τὴν Βουλὴν ταύτην;

§37Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἰδοὺ ἡ δειλία.

§38Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δειλίαν ὀφείλει ν’ ἀντιτάσσῃ τις πρὸ τῆς ὑπονοίας ὅτι ψηφίζει τι πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ἐν τῇ δειλίᾳ ταύτῃ ἔγκειται ἡ γενναιότης. Ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα ἐν ἐπιγνώσει ὅτι γλίσχρος θὰ ἦτο ἡ ἀποζημίωσις ἡμῶν. Οὐδεὶς ἐψιθύρισεν εἰς τὸ οὖς ἡμῶν ὅτι θὰ ηὐξάνετο αὕτη. Δεύτερον δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ὅπερ σημαίνει αἰσθητὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους.

§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλῆ Βουλή, διπλῆ ἀποζημίωσις!

§40Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Κατ’ εὐθὺν λόγον πρὸς τὸν ἀριθμόν! Ἔπρεπε τἀνάπαλιν. Πάντες οἱ λόγοι οὗτοι μὲ πείθουσιν ὅτι πρέπει νὰ κανονίσω οὕτω τὴν ψῆφόν μου, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῶ μὲν πρὸς τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὑποπέσω εἰς τὴν ὑπόνοιαν τῆς ἰδιοτελείας. Ἑπομένως θὰ ψηφίσω αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἐὰν αὕτη δὲν περιλάβῃ τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἄλλως ὄχι.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰατρόπουλος.

§42Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φωτήλας.

§44Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἐθεμελιώσαμεν ὄντως ἐλευθερίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, νομίζω ὅτι ἡ πρώτη ἔκφανσις τῶν ἐλευθεριῶν τούτων πρέπει νὰ παρέχηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ὁμολογῶ ὅτι χειρίστην μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν αἱ ἀποδοκιμασίαι αἱ ἀκουσθεῖσαι προχθὲς κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὸ θάρρος νὰ διατυπώσωσιν ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν τῆς πλειονότητος τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα παρακαθήμενοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράζωμεν πανελευθέρως τὴν γνώμην ἡμῶν. Καὶ ἂν εἶχον πρόθεσιν νὰ λησμονήσω τοῦτο, διότι συμβαίνει ν’ ἀντιφρονῶ πρὸς τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου.

§45Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ τὸ δημοκοπεῖν εἶναι ἐλεύθερον.

§46Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δημοκοπίας, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Καίτοι εἶμαι μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν τῶν 5.000, ἐν τούτοις ὡριμώτεραι σκέψεις μὲ ἔπεισαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Καὶ πρώτη σκέψις, ἥτις μὲ ἔκαμε νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς αὐτήν, εἶναι ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως εἰς μέγα ποσὸν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταστήσῃ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα κερδοφόρον ἐπάγγελμα, δευτέρα δὲ σκέψις εἶναι ὅτι ὁ ἰσχνός μας Προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ παρέχῃ ἀβλαβῶς 5.000 δραχ., καὶ τρίτη σκέψις εἶναι ἡ ἐξέγερσις τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τοὺς ἐκπροσωποῦντας αὐτήν. Παραγνώρισις τῆς σημασίας τῆς κοινῆς γνώμης σημαίνει παραγνώρισιν τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα ἐπιτελοῦμεν. Διαφωνία μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης σημαίνει διαφωνίαν μεταξὺ ἐντολοδότου καὶ ἐντολοδόχου.

§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐν θυμῷ). Κύριε Πρόεδρε, τί εἶναι αὐτά; Νὰ συστήσητε εἰς τὸν ῥήτορα νὰ μὴ λέγῃ ὅτι παρεγνωρίσαμεν τὴν ἐντολήν, ἣν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ ζητοῦντες 5.000 δραχ.

§48Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου παραγνωρίζετε. (Διαμαρτυρίαι καὶ κωδωνοκρουσίαι).

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, παρακαλῶ, τὸν ἀγορεύοντα.

§50Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ταύτην ἰδίως τὴν συζήτησιν διεξαγάγῃ μετὰ πλείστης ἀπαθείας, διότι πᾶσα συγκίνησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταλαμβάνῃ ἡμᾶς δι’ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, ἀποβαίνει εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.

§51Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παραγνώρισις, Κύριοι, τῆς σημασίας τῆς ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης σημαίνει κατ’ ἐμὲ παραγνώρισιν τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα ἔχομεν. Διαφωνία μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν ἐκπροσωπούντων αὐτὴν εἶναι διαφωνία μεταξὺ ἐντολέως καὶ ἐντολοδόχου. Ἡ δυσπιστία μεταξὺ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν ἐκπροσωπούντων αὐτὴν ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναιρεῖ τὴν θεωρίαν τῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ἥκιστα ἐποικοδομητικὴ διὰ τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος ἔλαχεν εἰς ἡμᾶς. Τὸ συντάσσειν πολίτευμα, διότι καὶ ἡ ἀναθεώρησις εἶναι σύνταξις ἐν στενωτέρῳ κύκλω, τὸ συντάσσειν πολίτευμα εἶναι δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ὅπερ οὗτος διὰ τὸ δύσκολον τῆς ἀθρόας ἀσκήσεως ἐκχωρεῖ εἰς ὡρισμένα ἄτομα ὡρισμένην ἔχοντα ἐντολὴν καὶ λαμβάνοντα τοιαύτην καθ’ ἡμέραν. Ὁ λαὸς δὲν θέλει 5.000. Οἱ ἀντιπρόσωποί του θέλουσιν. Ἰδοὺ ἡ διαφωνία. Τοῦτο τὸ λέγω, διότι δὲν ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι εἰς τὴν ἀρχικήν μου γνώμην, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ. Κηρύσσομαι λοιπὸν κατὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης, σκεπτόμενος ὡς ἀκολούθως: Τὸ πολιτεύεσθαι ὡς καὶ τὸ στρατεύεσθαι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὰ ν’ ἀποτιμηθῶσιν εἰς χρήματα. Δίδοντες εἰς τὸν στρατιώτην 15 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι δίδομεν ἀμοιβὴν ἀξίαν τῆς μεγάλης ἀποστολῆς καὶ τοῦ μεγάλου βάρους, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ κινδυνεύῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ζωήν. Δὲν ἔχομεν τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅταν δίδωμεν εἰς τὸν στρατιώτην 15 λεπ. καθ’ ἡμέραν καὶ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν 150 δρ. μηνιαίως. Τὸ πολιτεύεσθαι καὶ τὸ στρατεύεσθαι εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀποτιμᾶται εἰς χρήματα. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, διὰ τὸν Βουλευτὴν νὰ εἴπωμεν ὅτι λαμβάνει ἀμοιβὴν ἐπὶ ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας παρέχει, οὔτε ὅτι λαμβάνει ἀντιστάθμισμα τῆς ζημίας, ἣν ὑφίσταται ἐγκαταλείπων τὸ ἔργον του. Διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσωμεν ταύτην. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ τὸν πληρώσωμεν μὲ ποσὸν ἴσον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἀνωτάτη τάξις λειτουργῶν τοῦ Κράτους, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ Βουλευτής, δὲν εἶναι ἀμοιβὴ ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὅσον ποσὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρκέσῃ εἰς αὐτὸν δι’ ἐξασφάλισιν ἀνέτου βίου, καθ’ ὃν χρόνον διαμένει ἐν Ἀθήναις, ἵνα οὕτως ἀμέτοχος στενοχωριῶν ἀφοσιῶται εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, καὶ μόνον ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως δύναται νὰ κανονισθῇ ἡ ἀμοιβή, πᾶσα δ’ ἄλλη βάσις εἶναι σφαλερά.

§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (διακόπτουσι μὴ ἀκουόμενοι).

§53ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἐννοῶ ὅτι αἱ διακοπαὶ αὗται ἔχουσι τοῦτον τὸν σκοπόν, ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ἐγὼ δημοκοπῶ λέγων ταῦτα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω ὅτι τοῦτο, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν ἐφοβήθην.

§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Αἱ διακοπαὶ οὐδένα σκοπὸν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἔχουσι μίαν αἰτίαν, τὸ ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζετε, ἔπρεπε νὰ τὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτε ὑπεγράψατε τὴν πρότασιν τῶν 5,000 δρχ.

§55ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ διακοπαὶ ἔχουσι τὴν αἰτίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε, διότι πρῶτον γνωρίζετε ὅλοι πῶς περιφέρονται αἱ ἀναφοραὶ αὗται καὶ πῶς ὑπογράφονται. (Νέαι διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος). Τὸ δημοκοπεῖν εἶναι εὔκολον, εἶπεν ὁ κύριος Ῥοῦφος. Δὲν ἐφοβήθην, ὅτε ἠρξάμην τοῦ λόγου μου μήπως κακισθῶ ἐκ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν ὅτι δημοκοπῶ, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες τὰς 5,000 δρ. ἄγονται οὐχὶ ἀπὸ προθέσεων χρηματισμοῦ, καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἔξω τῆς αἰθούσης νὰ ποιήσωμαι τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς 5,000 δρ., ἀφοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτι δηλαδὴ ἐλλείπει ἡ πρόθεσις χρηματισμοῦ. Θὰ εἶχον ὅλον τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξω, ἂν εἶχον ἐναντίαν γνώμην, τὴν γνώμην μου, διότι, λέγω, δὲν θὰ ὑπῆρχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξεμεταλλεύοντο εἰς βάρος μου τὴν γνώμην ἐκείνην. Θὰ εἶχον ὅλον τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξω, ἂν ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, διότι οἱ ἀπόγονοι τῶν οἰκογενειῶν, τοὺς ὁποίους οὕτως ἐξηυτέλισαν κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀπέμεινε παρὰ ἡ τιμὴ ἐκ τῶν διαρκῶν ἐθνικῶν ἀγώνων, δὲν φοβοῦνται τοιαῦτα πράγματα. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἐπὶ μιᾷ καὶ μόνῃ βάσει πρέπει νὰ θεμελιωθῇ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου. Πᾶς ἄλλος κανονισμὸς εἶναι σφαλερός. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἶχεν ὁρισθῆ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1800 δρ. Τοῦτο τὸ ποσόν, ὡς ἐλέχθη ἐνταῦθα, ἀπεδείχθη ἀνεπαρκές, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεζητήθη δι’ ἐκτάκτων Συνόδων ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἐλέχθη ὅτι οὕτως ἐλάμβανον 4 χιλ. ἐτησίως. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ εἶναι ὁ ὁδηγὸς διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς μελλούσης ἀποζημιώσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει 3 χιλ. δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον καὶ 600 διὰ ἑκάστην ἔκτακτον. Ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἐπιχορήγησις δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀμοιβὴ τῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς προσφέρει ὁ Βουλευτὴς εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ καθημερινοῦ ἐν Ἀθήναις βίου, θέλω προτείνει νὰ λαμβάνῃ ὁ Βουλευτὴς 500 δραχμὰς μηνιαίως ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἀπρεπῶς ἀπηριθμήθησαν, νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι 500 δραχμαὶ κατὰ μῆνα εἶναι ἀρκεταὶ νὰ ἐξασφαλίσωσιν ἄνετον βίον εἰς πάντα Βουλευτὴν ἐν Ἀθήναις. Εἶμαι, Κύριοι, πτωχὸς ἐγὼ καὶ θὰ ἤμην ηὐχαριστημένος ὄχι μὲ τὸ ποσὸν τῶν 5 χιλιάδων, ἀλλ’ ἂν ἐδίδετο καὶ ποσὸν 25 χιλιάδων. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τοιαῦτα ψηφίζων ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου ὅπως πρέπει. Ἀντετάχθη κατὰ τοῦ ποσοῦ τῆς μικρᾶς ἀποζημιώσεως ὅτι ἤθελον ὀρρωδήσει νὰ κατέλθωσιν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας οἱ ἐφιέμενοι αὐτῶν. Οὗτοι, ἂν εἶναι πλούσιοι, δὲν πιστεύω νὰ τοὺς ἑλκύσῃ τὸ προτεινόμενον ποσόν, ἂν δὲ εἶναι πτωχοί, εἶναι ἐπαρκές, ὅπως ἐξασφαλίσωσιν ἄνετον βίον ἐν Ἀθήναις. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ῥούφου ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀπαιτεῖ μεγάλα ποσά, ἐλέχθη ὅτι ὁ πατήρ του ἀπέθανε πενέστατος, ἐνῷ ἤρξατο πολιτευόμενος πλούσιος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως δὲν θὰ εἶναι ἱκανὴ ἵνα ἐλαφρύνῃ τὸν οὕτως ἐννοοῦντα νὰ πολιτευθῇ, θέλω δὲ νὰ πιστεύω ὅτι ὁ πατήρ του ἐσπατάλησε μᾶλλον τὰ χρήματά του, διότι, ἂν ἐπιμένῃ νὰ λέγῃ αὐτό, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι πολὺ κακῶς ἐπολιτεύθη.

§56Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ συμπολίτης μου Βουλευτής.

§57Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἴπω, ἀδιαφορῶν ἐντελῶς εἰς τὰς διαμαρτυρίας. Εἶμαι σύμφωνος, Κύριοι, ἐπίσης μὲ ὅ,τι προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κράτησιν τῶν 20 δραχμῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ ὑπάρχει μία ἀτέλεια, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀποβῇ ἀνεφάρμοστος ἡ διάταξις αὕτη, διότι λέγεται ὅτι ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κρατηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Νομίζω ὅτι τὸ «ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς» πρέπει νὰ λείψῃ ἐντελῶς, καὶ οἱ ἀπουσιάζοντες πέρα τῶν πέντε συνεδριάσεων πρέπει νὰ ὑφίστανται ἀνάλογον μείωσιν τῶν 500 δραχμῶν κατὰ μῆνα, τὰς ὁποίας προτείνω νὰ λαμβάνωσιν ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ Σύνοδος.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος.

§59Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρκετὰ ἠσχολήθη περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀπονεμητέας εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀποζημιώσεως. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐτυχὲς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἂν οἱ πολῖται αὐτοῦ, οἱ ἐκλεγόμενοι ἀντιπρόσωποι τῶν συμπολιτῶν των, εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον τοιαύτην οἰκονομικὴν εὐεξίαν, ὥστε νὰ μὴ θεωρήσωμεν ἐπιβαλλομένην τὴν μέριμναν περὶ ἀπονομῆς εἰς αὐτοὺς ἀποζημιώσεώς τινος. Ἀλλὰ συναισθανόμεθα ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ὄχι χάριν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὴν διπλῆν ταύτην Βουλήν, ἀλλὰ χάριν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς διαδεχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, νὰ λάβωμεν τοιαύτην πρόνοιαν. Δὲν θὰ εἴπω λέξιν τινὰ περὶ τοῦ ποσοῦ, διότι ἀρκετὰ ἡ περὶ τοῦ σημείου τούτου συζήτησις παρετάθη, καὶ ἡ Βουλὴ φρονῶ ὅτι ἔχει σχηματίσει τὴν γνώμην αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε, προκειμένου περὶ προσθήκης ἢ διασαφήσεώς τινος, τὴν ὁποίαν θεωρῶ δικαίαν νὰ γίνῃ ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ. Τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα εἶχε τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ Βουλευταὶ οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι δὲν λαμβάνουσιν εἰμὴ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπηλείφθη, καὶ ἡ ἀπάλειψις σημαίνει ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ὁ συμψηφισμὸς αὐτὸς πρέπει νὰ παύσῃ τελούμενος· ὑπάρχει ὅμως μία παλαιὰ διάταξις, ἰσχύουσα μέχρι σήμερον, τοῦ νόμου τῆς 3 Αὐγούστου 1861 περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία λέγει ὅτι οὐδεὶς λαμβάνει διπλῆν σύνταξιν ἢ σύνταξιν ὡς ἀποζημίωσιν βουλευτικὴν ἢ γερουσιαστικήν. Ἡ ὕπαρξις τῆς διατάξεως ταύτης ματαιοῖ τὴν πρόθεσιν τῆς Βουλῆς τὴν δεδηλωμένην περὶ μὴ συμψηφισμοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως πρὸς τὴν σύνταξιν, διότι ἀπηλείψαμεν μὲν τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων ματαιοῦται ἡ πρόθεσίς μας αὕτη. Θεωρῶ λοιπόν, Κύριοι, καὶ χάριν τοῦ δικαίου, διότι ἡ σύνταξις ἡ χορηγουμένη πρὸς τὸν πολιτικὸν ὑπάλληλον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπόδοσις τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας του, κάρπωσις τῆς ἰδίας αὐτοῦ περιουσίας, καὶ οὐχὶ ἀπονομὴ δώρου, καὶ χάριν τῆς ἰδίας ἡμῶν γνώμης καὶ εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῆς ὅτι ἐπιβάλλεται ἢ νὰ δεχθῶμεν τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἰσάγουσι, καθ’ ἣν ἡ σύνταξις δὲν συμψηφίζεται πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, ἢ διὰ ψηφίσματος ν’ ἀπαλείψωμεν ἀπὸ τὸν νόμον περὶ συντάξεων τὴν περίοδον, καθ’ ἣν οὐδεὶς λαμβάνει σύνταξιν καὶ ἀποζημίωσιν βουλευτικήν.

§60Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§61Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§62Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Πλὴν τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι δικαιότατον καὶ ὁμολογεῖται γενικῶς, θὰ ἦτο δυνατόν, γενομένης δεκτῆς τῆς προσθήκης ταύτης, ἐφεξῆς νὰ πολιτεύωνται ἀνώτεροι στρατιωτικοί, ναυτικοί, διοικητικοί, οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι λαμβάνοντες τὴν σύνταξίν των. Ἀφοῦ ἅπαξ τοὺς ἀπέκλεισε τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ παραιτῶνται τῆς συντάξεως, διὰ νὰ πολιτεύωνται, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἀπεκλείοντο πάντες οἱ ἀνώτεροι διοικητικοί, στρατιωτικοὶ καὶ ἐκπαιδευτικοὶ ὑπάλληλοι.

§63Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μοὶ ἐπιτρέπετε; Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι, ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τρόπον ὑποδηλοῦντα σαφῶς τὴν ἔννοιαν καταργήσεως τοῦ προγενεστέρου δικαίου, ἡ νέα αὕτη συνταγματικὴ διάταξις θὰ κατήργει τὴν ἀντίθετον διάταξιν;

§64Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε· ἂν δὲν λάβωμεν καμμίαν πρόνοιαν ἀπολύτως, θὰ παραμείνῃ ἰσχύουσα διάταξις τοῦ νόμου περὶ συντάξεων.

§65ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ παραμείνῃ.

§66Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παραμείνῃ, διότι ἡ ἀπάλειψις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῆς παλαιᾶς δὲν σημαίνει θέσπισιν τῆς ἀντιθέτου διατάξεως.

§67ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.

§68Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔννοια βεβαίως εἶναι αὐτή, καὶ ἐπειδὴ εἶναι αὐτή, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν πρὸς ἀποφυγὴν συζητήσεων καὶ ζητημάτων ἐν τῷ μέλλοντι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προβαλλομένη πρότασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ συνταξιοῦχοι Βουλευταὶ πλὴν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν αὐτῶν. Τὸ τοιοῦτον τὸ θεωρῶ δίκαιον καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἑπομένη τῇ ἑαυτῆς γνώμῃ θὰ δεχθῇ τοῦτο.

§69Γ. ΠΩΠ. Εἶχον λάβει τὴν τιμὴν χθὲς νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρότασίν τινα μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Βοζίκη. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς....

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνετε τὸν λόγον χωρὶς νὰ ἔχητε σειράν.

§71Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Θὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τῆς τερματίσεως τῆς συζητήσεως, διότι, καθ’ ὃν τρόπον βαίνομεν πρὸς τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἀνακοινωθῇ αὕτη κατόπιν, θὰ προκαλέσῃ νέαν συζήτησιν, καὶ εἶναι πιθανὸν οὕτω νὰ διαιωνίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ ἄπειρον. Εἶναι πιθανώτατον ἡ πρότασις αὕτη νὰ τερματίσῃ τὴν συζήτησιν.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας ὑπεβλήθη μόλις χθὲς καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐξετυπώθη.

§73Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα· δὲν πειράζει. Ν’ ἀνακοινωθῇ.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Γ. Πὼπ καὶ Χ. Βοζίκη ἔχουσαν οὕτως· «Ἡ βουλευτικὴ κατ’ ἔτος χορηγία ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 1800. Δι’ ἑκάστην δὲ συνεδρίασιν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταὶ πρόσθετον ἀποζημίωσιν δραχμῶν 15, ἐξακριβουμένης συμφώνως τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς τῆς παρουσίας αὐτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως».

§75Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὡς ζήτημα ἀρχῆς.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρίσκεται λοιπὸν ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἡ τροπολογία αὕτη.

§77Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι Βουλευταί, τὸν καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς βουλευτικῆς συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγὼ ὑπογράψει, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ χωρήσῃ τόσῳ μεγάλη συζήτησις, διότι τὸ παρελθὸν ἀπέδειξεν ἐμπράκτως ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75, ἡ ὁποία κατὰ λάθος ἐσημειώθη ὅτι ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 74, καὶ διὰ τῆς ὁποίας προέτεινον τὴν πρόσθετον λῆψιν ἐξόδων παραστάσεως διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐκτὸς τῆς βουλευτικῆς του ἀποζημιώσεως. Ἔχω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ἀπὸ μέρους τοῦ νῦν διευθύνοντος τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς κ. Προέδρου αὐτῆς ὅτι δὲν θ’ ἀφορᾷ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἡ προσθήκη αὐτῆς.

§78Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει ν’ ἀφορᾷ.

§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά του νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν δήλωσιν.

§80Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐν τούτοις ὅμως εὑρίσκω ὅτι, λόγῳ τοῦ ἀξιώματος, ἢ μᾶλλον λόγῳ τοῦ ὕψους, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ἀξίωμα τοῦτο ὡς ἐκπροσωποῦν τὴν Βουλὴν ὅλην, καὶ ἑπομένως λόγῳ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας καθημερινῶς ἔχει, καὶ τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ κατέχων τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ διότι, ὡς τοὐλάχιστον μοὶ ἀνεκοινώθη καὶ ἔτυχε νὰ γνωρίζω, εἰς ὅλα τὰ Κράτη οἱ Πρόεδροι τῶν Βουλῶν οὐ μόνον γενναίως ἀμείβονται καὶ ἀποζημιοῦνται, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, παρουσιάζει ἴλιγγον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, λόγῳ τῶν ἀποζημιώσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνουσι, δίκαιον εἶναι ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ ἡμετέρου Κράτους καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Προεδρείου νὰ ψηφισθῇ μία ἀποζημίωσις τῶν ἐξόδων 3000 δραχμῶν προσθέτως διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.

§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Κύριοι Βουλευταί, ἀναγκάζομαι νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τῆς συζητήσεως κατόπιν τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος νὰ φέρῃ εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τοιαύτη προσθήκη ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ προσθήκη ἐξόδων παραστάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπαραίτητος καὶ ἀναγκαιοτάτη διὰ δύο λόγους· ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς λόγῳ τοῦ ὕψους τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ καὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὑπόκειται ἀναμφισβητήτως εἰς δαπάνας ἐκτάκτους, τὰς ὁποίας πάντες ἀντιλαμβάνεσθε· ἀλλὰ συγχρόνως, διότι κατ’ ἐμὴν κρίσιν καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Σώματος ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δέον ν’ ἀπέχῃ ἐξασκήσεως ἐπαγγέλματος καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἀξιώματός του.

§82Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα.

§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἔχει εὔλογον δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ Προέδρου της ν’ ἀπέχῃ τῆς ἐξασκήσεως παντὸς ἐπαγγέλματος βιοποριστικοῦ, εἶναι ὀρθόν, ἵνα εἰσαγάγῃ καὶ ἀναγράψῃ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ δύναται τοὐλάχιστον ν’ ἀμείβῃ τὸν διευθύνοντα τὰς ἐργασίας αὐτῆς διὰ τὴν ἀπώλειαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἐκ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀξίωμά του. Βεβαίως ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν δευτέραν, καὶ τὴν δευτέραν ἐκδοχήν, δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἐν γένει θέλουσι κανονισθῆ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῶσιν οὐχὶ ἀπολύτως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀναγκῶν τῶν δικαίων καὶ ἀναμφισβητήτων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, τῆς παρούσης καὶ μελλούσης. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, πολλὰ ἐπιχειρήματα ἤκουσα μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προτείνω καὶ ἕτερόν τι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῶν συνηγορούντων ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἡ μέχρι τοῦδε κεκανονισμένη ὑπῆρξεν ἀνεπαρκής. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω μόνον ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 μέχρι τῆς σήμερον ηὔξησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ ἀποζημίωσις γενναιοτέρα διὰ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, δὲν εὑρίσκω μόνον ὅτι ἡ παράτασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑξάμηνον καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν χορηγίαν ἀποζημιώσεως γενναιοτέρας εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, πρὸ πάντων δὲ τοὺς μὴ ἔχοντας μόνιμον διαμονὴν ἐν Ἀθήναις, διότι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψωσι καὶ τὴν οἰκογένειάν των καὶ νὰ συντηρῶσι δύο οἴκους, καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι καὶ τὰς ἐργασίας των παντελῶς, ἀλλ’ εὑρίσκω ὅτι λόγος συνηγορῶν πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἶναι καὶ ὁ λόγος οὐ μόνον τῆς καλῆς καταρτίσεως τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐκδοχὴν τῆς ἀντιπροσωπείας πλειόνων κοινωνικῶν στοιχείων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς τελειοποιήσεως τοῦ Σώματος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς. Ἄν πάσχει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἂν πάσχει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ εὑρίσκω τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἔθνους ταύτην κυρίως οὐχὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν φιλοπατρίας, οὐχὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπιμελείας, οὐχὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ζέσεως περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔλλειψιν μορφώσεως ἐπαρκοῦς. Ἄν ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους, θὰ ἴδωμεν ὅτι δυστυχῶς οἱ κρατοῦντες ἐν τῷ πλούτῳ καὶ τῇ εὐμαρείᾳ δὲν ὑπῆρξαν οἱ εὐδοκιμήσαντες ἐν τοῖς πολιτικοῖς ἀγῶσι· θὰ ἴδωμεν ὅτι, καὶ ἄν τινες ἐξ αὐτῶν ἀνεδείχθησαν ἔχοντες ὄντως χαρίσματα ἐπιστημονικά, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιδείξωσι τὸ πῦρ τὸ ἐσώτερον, ὅπερ ἀναδεικνύει τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ ὁδηγεῖ τούτους εἰς τὰς πρώτας θέσεις τῆς Πολιτείας (χειροκροτήματα). Ἄν ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν μεγάλας κορυφὰς ἐν τῷ ἔθνει τούτῳ, τὰς κορυφὰς ταύτας θέλομεν ἐπιδείξει ἀντλοῦντες ἐκ τοῦ λαοῦ τοὺς διὰ τῆς ἐργασίας των ἀναδειχθέντας εἴτε μεταξὺ τῶν πολιτευομένων τοὺς διὰ τὴν ἔντιμον αὐτῶν πτωχείαν διακριθέντας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, κύριοι Βουλευταί, εἴτε τὸν πτωχὸν πολιτευόμενον, τὸν μὴ ἔχοντα οἰκογένειαν, εἴτε τὸν πολιτευόμενον τὸν ἔχοντα τοιαύτην, φθάνοντα δὲ εἰς ὕψος τι πολιτικὸν ἀναγκάζομεν νὰ ἀσχολῆται εἰς ἔργον τι βιοποριστικόν, νὰ σκέπτηται καὶ ἐπιμελῆται τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ἵνα ἐπαρκῇ, εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἔκτασιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου, τὴν ἑκάστοτε προϊοῦσαν καὶ τὰ ἑκάστοτε ἀναφυόμενα ζητήματα ν’ ἀναγκάζωμεν τὸν ἔχοντα τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς οἰκογενείας του, νὰ ἀσχολῆται μὲ ζητήματα πολλαπλᾶ, ὥστε ἡ δρᾶσις αὐτοῦ νὰ εἶναι ἐπωφελής; Εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ τοῦτο.

§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ν’ ἀγοράζῃ καθ’ ἡμέραν βιβλία.

§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαιότατα· δὲν εἶναι μόνον ἡ δαπάνη τῶν βιβλίων, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς ἠθικῆς διαθέσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνη ἐνισχύει τὴν μελέτην (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ὅταν ὁ οἰκογενειάρχης εἶναι ἠναγκασμένος νὰ καταναλίσκῃ τὴν πρωίαν ὁλόκληρον καὶ μέρος τῆς μεσημβρίας εἰς ἐργασίαν δικογράφων, εἰς ἐργασίαν ἰατρικήν, εἰς ἐργασίαν κτηματικήν, ἵνα ἀντλήσῃ τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ὦσιν ἀπαραίτητα εἰς διατροφὴν τῆς οἰκογενείας του καὶ τὴν ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ, καθ’ ὅλον δὲ τὸ ἀπόγευμα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ ποίαν ὥραν θὰ καταγίνῃ εἰς μελέτας ἐπιστημονικάς; Κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἀναπαύσεως; κατὰ τὰς ὥρας τὰς μεταμεσονυκτίους; Κατὰ τὰς ὥρας ταύτας καταναλίσκομεν πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν οἱ ἔχοντες τὸ πολιτικὸν πῦρ τὸ ἰσχυρότερον, οἱ ἔχοντες τὴν δύναμιν τῆς ἐργασίας. Οἱ ἄλλοι οἱ ἔχοντες τὸ πῦρ ἠλαττωμένον, οἱ μὴ ἔχοντες τὴν δύναμιν πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν ἐξαντλητικήν, προσέρχονται ἐνταῦθα καὶ ἐπὶ τοῦ γόνατος προσπαθοῦσι νὰ μελετήσωσι τὰ νομοθετήματα, καὶ ἐκ τοῦ προχείρου νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου καὶ ἡ συζήτησις τῶν νομοθετημάτων εἶναι ἐλλιπὴς καὶ ἡ ψήφισις τούτων πολλάκις ἐλλιπὴς καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία αὐτοῦ δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ τοὺς προσδοκωμένους καρπούς. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπέρτατον εἶναι, ἵνα τὰ μέλη τοῦ συνεδρίου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ εὐδοκίμησις καὶ τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου καὶ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἔχωσι τὴν παράστασιν ὄχι μόνον ἀξιοπρεπῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπαρκῆ. Διὰ τούτους τοὺς λόγους νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε κρατοῦσα ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ εἶναι ἐντελῶς πενιχρὰ καὶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς ἐπαύξησιν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης κατὰ τρόπον ἐπαρκῆ δι’ ὅλας τὰς ἀπόψεις, αἵτινες ἄγουσιν εἰς κανονισμὸν τοιαύτης ἀποζημιώσεως, τὰς ὁποίας δὲ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω. Μέχρι ποίου σημείου θὰ φθάσωμεν, κύριοι Βουλευταί, τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἐξεταστέον. Δὲν κατῆλθον τῆς ἕδρας, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχε τὴν τιμὴν ἡ ὑμετέρα ἐμπιστοσύνη νὰ κατέχω, ἵνα προτείνω ποσὸν ὡρισμένον· κατῆλθον, ἵνα λάβω τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὀλίγας αὐτὰς σκέψεις· φρονῶ δ’ ὅτι τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσωμεν, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν περιστάσεων τοῦ Κράτους. Θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα ὑποστῶμεν θυσίας τινάς, ἵνα ὑποστῇ θυσίαν τινὰ αὐτὴ οὕτως εἰπεῖν ἡ δεξιὰ σύνθεσις τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἐφ’ ὅσον ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν οὔτε πλούσιος εἶναι, ἀλλὰ καὶ βεβαρημένος μὲ ἀνάγκας μεγίστας. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς ὅσα ἀνεπτύχθησαν ὑπὲρ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν στενόχωρον κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν καὶ θὰ εὑρίσκηται ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐφ’ ὅσον τοιαύτην ἐθνικὴν πολιτικὴν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκολουθήσωμεν, νομίζω, λέγω, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὁρίων θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ ἐξεύρῃ τὸν μέσον ὅρον, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ δεκτὸς ὑφ’ ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ χειροκροτημάτων ἔξωθεν αὐτῆς, χειροκροτημάτων οὐχὶ παρὰ τῶν ἐπιθυμούντων νὰ εὑρίσκωσιν ἀφορμὴν ἐπικρίσεως ἐφ’ ὅλων τῶν ἔργων τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀλλὰ παρ’ ὅλων τῶν πατριωτῶν, παρ’ ὅλων τῶν ἀληθινῶν πατριωτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνωσιν ἡμᾶς μετ’ αἰσθήματος φιλοπατρίας καὶ δικαιοσύνης (χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.

§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Μὲ συγχωρεῖτε. Παρασυρθείς, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τοῦ θέματος δὲν συνεπλήρωσα μίαν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον σκοπὸν νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῇ ὡς συνταγματικὴν προσθήκην τὴν χορηγίαν ἐξόδων παραστάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἤθελον προτείνει καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν ν’ ἀποδεχθῇ, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη μὴ λάβῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἀλλ’ ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Περιόδου τῆς Βουλῆς. Τοῦτο σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀποδεχθῆτε ἐξαιτούμενος παρ’ ὑμῶν ὡς προσωπικὴν χάριν (χειροκροτήματα, ἐπευφημίαι καὶ διαμαρτυρίαι).

§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§89Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμητε τοιαύτην δήλωσιν.

§90Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§91Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι συμφωνότατος πρὸς τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία ζητεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐζητήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτήν. Δέχομαι, ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ μεγαλειτέρα ἀποζημίωσις, νὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὴν εὐθύνην τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης. Θέλω μόνον νὰ εἴπω ὅτι πρὸς τοῦτο ἓν πρᾶγμα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι διατεθειμένος σήμερον νὰ παραδεχθῇ κάτι τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν μας εἶναι ὀρθόν. Νομίζομεν ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν ἐνταῦθα τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ βεβαίως εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νομίζουσιν ὅτι δύνανται εἰς συγκεκριμένην τινὰ περίπτωσιν νὰ σκεφθῶσιν ὀρθότερον τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ διασαφηνισθῇ τελείως πάντοτε, δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο. Εἰς τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν ἔστω καὶ εἰς ἀδυναμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι περισσότερον θὰ κερδίσωμεν διὰ τούτου παρ’ ὅσην ζημίαν θὰ ἐπιφέρωμεν μὴ ὑποχωροῦντες. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν τόσοι καὶ τόσοι πρὸ ἐμοῦ, ἔπεισαν βεβαίως τὴν Βουλὴν ὅτι μία γενναία ἀποζημίωσις τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀπαραίτητος, ἀλλά, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προσθέσω τι εἰς ὅλα ὅσα εἶπον ἐναντίον τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, θὰ ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο κίνδυνος, ἂν ἡ ἀποζημίωσις ὡρίζετο εἰς ποσὸν πολὺ μέγα, οἱ ἐκλογεῖς νὰ διατυπώσωσιν ἀξιώσεις πρὸς τοὺς Βουλευτάς, διότι ἐχρησίμευσαν διὰ τῆς ψήφου αὑτῶν ὅπως βελτιώσωσι κατὰ πολὺ τὴν οἰκονομικὴν αὑτῶν θέσιν, καὶ θὰ ἀπολήξωσιν ἴσως εἰς ἐνδεχομένας περιπτώσεις καὶ εἰς συμφωνίας περὶ συμμετοχῆς εἰς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, διὰ τῆς ὑποδείξεως ἢ τῆς ὑποστηρίξεως προσώπων, τὰ ὁποῖα οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχουσιν ἐρχόμενα εἰς τὴν Βουλὴν ἢ νὰ λάβωσι τὴν ἀποζημίωσιν. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ διάρκεια τῆς Περιόδου εἶναι τετραετής, καὶ ὁρισθῇ εἰς μέγα ποσὸν ἡ ἀποζημίωσις, θὰ εἶναι δυνατὸς συμβιβασμός τις μεταξὺ ὀλιγίστων ἔστω ὑποψηφίων καὶ ἐκλογέων διὰ τὴν ἀποζημίωσιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ ἐπρότεινον, ὅπως αὐξηθῇ μὲν ἡ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν, Κύριοι, τὸν ὀρθὸν λόγον ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀναβιβάζει εἰς ὃ ποσὸν ὥρισεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τὴν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ νὰ θεωρῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπερβολικόν· θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσωμεν τὰ δύο ταῦτα. Βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν νομίζει ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως θὰ κάμωμεν κάτι τι κακόν, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ μεγάλου ποσοῦ. Τὰ δύο ταῦτα συμβιβάζονται, ὅσον καὶ ἂν φαίνωνται ἀσυμβίβαστα. Εἰς τὴν συντακτικὴν ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξα ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἔπρεπε ν’ αὐξήσῃ εἰς 3 χιλιάδας. Ἀλλάσσω ἤδη γνώμην καὶ ἐγώ, μένω ὅμως εἰς τὴν γνώμην, ἣν ὑπεστήριξα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως πᾶσα ἀπουσία συνεπάγηται ἀφαίρεσιν ποσοῦ τινος ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δημοτικὸν σχολεῖον, ὅπως λαμβάνωσιν ἀπουσίας οἱ Βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἐφ’ ὡρισμένας συνεδριάσεις ἐπιτρέπεται ἀπουσία εἰς τὸν Βουλευτὴν ἄνευ ἐλαττώσεως τῆς ἀποζημιώσεως. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι τὸ ἓν τέταρτον, τὸ ἓν πέμπτον, τὸ ἓν ἕκτον τῶν Βουλευτῶν δὲν προσέρχονται ἐνταῦθα, ἤ, ἂν προσέρχονται, προσέρχονται, διὰ νὰ ἀναχωρήσωσι ταχέως. Ἂν λοιπὸν ὁρίσωμεν ὅτι ἀπουσία Βουλευτοῦ ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ συνεδριάσεις κατὰ μῆνα οὐδεμίαν ἐλάττωσιν θὰ συνεπάγηται, ἀλλὰ πᾶσα ἀπουσία πέραν τῶν ἓξ ἢ ἑπτὰ συνεδριάσεων θὰ συνεπάγηται ἐλάττωσιν κατὰ 20 ἕως 25 δραχμάς. Τότε εἰς μὲν τοὺς ἐπιμελεῖς Βουλευτάς, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πραγματικὴν θὰ ὑφίστανται ζημίαν παρακαθήμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀφήνοντες τὰς ἐργασίας των, θὰ εἶναι δεδικαιολογημένη ἀποζημίωσις μεγάλη, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τῶν ἀφαιρέσεων ἐκ τῶν ἀπουσιῶν τῶν ἀμελῶν δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ πολὺ καὶ ὁ Προϋπολογισμός. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποδοχῶν τοῦ μὲ μεγαλείτερον μισθὸν πληρωνομένου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου τοῦ διαμένοντος ἐκτὸς τῆς ἕδρας του. Βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἔχομεν νομάρχας, τοὺς ὁποίους ἀμείβομεν μὲ 500 δραχμὰς μηνιαίως, δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀμείψωμεν τὸν Βουλευτὴν μὲ πολὺ μεγαλείτερον μισθόν. Ἂν λοιπὸν ὁρίσωμεν 600 δραχμὰς καὶ ἐπὶ ἓξ μῆνας 3.600, νομίζω ὅτι καλῶς ὁρίζομεν. Ἐγὼ προτείνω, ὅπως προστεθῇ ἀποζημίωσις διὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ἑκάστης Βουλευτικῆς Περιόδου καὶ μία πρόσθετος ἀποζημίωσις ἐκ χιλίων δραχμῶν, ὅπως καλύπτωνται δι’ αὐτῶν αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας πάντες ὑφιστάμεθα πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται διὰ μίαν τετραετίαν. Μὴ ξενίζεσθε μὲ τοῦτο, διότι οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν διὰ δανείων καλύπτουσι τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κάμνουσι πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτω πως διὰ τὰ τέσσαρα ἔτη θ’ ἀνεβιβάζετο ἡ ἀποζημίωσις εἰς 4 χιλ. δραχμάς, ἂν δὲ συγχρόνως ὡρίζετο διὰ πᾶσαν ἀπουσίαν πέραν τῶν ἓξ ἀπουσιῶν κατὰ μῆνα ἀφαίρεσις δραχμῶν 20 ἢ 25, ἡ ἀποζημίωσις κατὰ μέσον ὅρον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν θὰ ἦτο 3.200, τὰς ὁποίας προθύμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔδιδεν.

§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι μικροὶ λογαριασμοὶ αὐτοί.

§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν 70 ἕως 100 μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δὲν προσῆλθον παντάπασιν ἐνταῦθα, θὰ εἶναι ἑπομένως πολὺ ἄτοπον, καὶ ἐὰν ὡρίζετο ἡ ἀποζημίωσις εἰς 5.000, νὰ πληρωθῶσι 500 χιλιάδες δραχμῶν, διὰ νὰ μὴ ἀσχολῶνται οἱ συνάδελφοι εἰς τοὺς μικροὺς αὐτοὺς λογαριασμούς. Τὸ ὑποστηριχθὲν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἀπουσίαι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν, διότι εἶναι εὔκολον τεχνητῶς νὰ ὁρισθῇ, ὅπως ἐξελέγχηται ἡ ἀπουσία ἑκάστου Βουλευτοῦ μὲ τὴν διατήρησιν ὅλης τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀξιώματος. Ἐπειδὴ δὲ προσέθεσα ὅτι δὲν θὰ συνεπάγηται ἀφαίρεσιν ἀποζημιώσεως πᾶσα ἀπουσία, ἀλλὰ πᾶσα ἀπουσία πέραν τῆς ἕκτης καθ’ ἕκαστον μῆνα, πέραν δηλ. τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ χρόνου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται καλῶς πρὸς ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ μέγα ποσόν. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν δύο Βουλευτῶν, τοῦ κ. Βοζίκη καὶ τοῦ κ. Πὼπ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἡ ἀποζημίωσις ἡ διδομένη εἰς τὸν Βουλευτὴν πρέπει νὰ δίδηται ἐφάπαξ· δύναται νὰ κατατέμνηται, ἀλλὰ πληρωνομένη καθ’ ἡμέραν δὲν μοι φαίνεται νὰ συμβιβάζηται μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ· ἄλλως τε εἶναι καὶ κίνδυνος ἐντεῦθεν νὰ παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς λόγῳ τῆς ἀποζημιώσεως οὕτω καταβαλλομένης. Ἐπειδὴ δ’ ὁμιλῶ ἐκ τῶν τελευταίων, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἰδιαιτέρας ἀποζημιώσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρόσθετον ταύτην ἀποζημίωσιν, διότι εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταί, ἐκτὸς τοῦ μεγάλου μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀποχωρῶν λαμβάνει καὶ σύνταξιν ἴσην πρὸς τὸν μισθόν του, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 5 χιλ. λίρας κατ’ ἔτος. Θὰ εἶναι προτιμότερον νὰ ὑποστῇ τὴν μικρὰν αὐτὴν θυσίαν τὸ Κράτος, ἀντὶ ν’ ἀναγκάζωνται οἱ Πρόεδροι τῆς Βουλῆς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ τὰ Στρατοδικεῖα, ὡς συνέβη πολλάκις μέχρι τοῦδε, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν ὑποθέσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανον 25 δραχμάς. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Πρόεδρος οὐδὲν ἄλλο ἔργον νὰ ἐκτελῇ, νομίζω ὅτι ἡ ἐλαχίστη αὕτη ἀποζημίωσις θὰ εἶναι ἔργον διατηρήσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Προέδρου, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο ἀντίρρησίς τις.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστολίδης.

§95Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι· ἐπιτραπήτω καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐξ ἀπόψεως φιλοσοφικῆς ἢ ψυχολογικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀπόψεως πατριωτικῆς, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Κατὰ τὰ φιλοσοφικὰ τῆς ψυχολογίας διδάγματα ἡ τελειοτέρα καὶ εὐγενεστέρα ἔκφανσις τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως μεταξὺ τῶν ἄλλων συναισθημάτων τῆς ψυχῆς, ἥτις κυριαρχεῖ ἢ καὶ πρυτανεύει ἐν αὐτῇ, ἐστὶν ἡ φιλοδοξία· πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δόξαν οὐδείς. Ἡ φιλοδοξία εἶναι τὸ συναίσθημα ἐκεῖνο, ἐξ οὗ ὁρμωμένη καὶ στηριζομένη ἡ ἀνθρωπότης διέπλασε τὰς κοινωνίας, ἐδημιούργησε τὰς Πολιτείας καὶ διεμόρφωσε τὰ Κράτη, αἰωνίως δὲ βαδίζουσα πρὸς τὰ ἐμπρὸς ἐξήχθη εἰς τὸ νῦν σημεῖον τῆς ἀκμῆς καὶ τῆς τελειότητος τῆς πολιτικῆς δυνάμεως τῶν ἐθνῶν. Παράλληλον συναίσθημα πρὸς αὐτό, ἐπίσης ἰσχυρόν, τὸ καὶ φυσικῶς ἐπιβαλλόμενον, εἶναι τὸ καταγίνεσθαι εἰς τὸ τῆς ἐπαρκείας τοῦ βίου, εἰς τὸ ἐξευρίσκειν πόρους πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν καθ’ ἡμέραν δαπανῶν. Εἰς τὸ συναίσθημα τοῦτο ὀφείλεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι δ’ ἡ ἀφετηρία, ἐξ ἧς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐδημιουργήθησαν αἱ περιουσίαι καὶ ἐσχηματίσθησαν τὰ χρηματολογικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ζητήματα, δι’ ὧν διεμορφώθη ἡ μεγάλη καὶ ἀκμαία πλουτολογικὴ δύναμις, ἡ διέπουσα ἀνέκαθεν καὶ μέχρι σήμερον ἔτι περισσότερον τὰς κοινωνίας, καὶ τὰς μᾶλλον ἀνεπτυγμένας ἐν τῷ πολιτισμῷ. Τὰ δύο ταῦτα ψυχικὰ συναισθήματα, ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ συμφεροντολογία, πολλάκις ἀλληλοϋποστηρίζονται, ἀλλὰ συχνάκις συγκρούονται καὶ ἐνίοτε καὶ ἐντελῶς διαιροῦνται, ἀναλόγως τῆς ἰδιοσυγκρασίας ἑκάστου ἀτόμου. Βεβαίως δὲ νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ ὅτι, ἂν δὲν ἥνωνε πάντας ἡμᾶς πρὸς τοῦτο ἡ φιλοδοξία καὶ κυρίως ἡ πατριωτικὴ τοιαύτη, ἡ ἰσχυρά, λέγω, ψυχολογικὴ δύναμις, ὅπως ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῶν κοινῶν, ἴσως δὲν θὰ ἐπεδιδόμεθα εἰς τοὺς κόπους καὶ τὰς προσπαθείας, ἃς ἅπαντες κατεβάλομεν, ὡς πιστεύω, πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ τοσαύτην τιμὴν περιποιοῦντος καὶ ἐν γένει ἡδέως ἐπενεργοῦντος ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου ἐγωισμοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι, ἀφοῦ ἀπεκτήθη τὸ τιμητικὸν τοῦτο ἀξίωμα, τὸ νὰ θελήσωμεν νὰ τὸ συνδυάσωμεν μὲ τὴν ἑτέραν ψυχολογικὴν διάθεσιν, τὴν περὶ τῆς ἐπαρκείας ἢ τῶν ἐφοδίων τοῦ βίου, ἐφ’ ὅσον χρόνον καταγινόμεθα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς τὴν πατρίδα καθηκόντων, ὧν προασπισταὶ ἐτάχθημεν, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ μετὰ μικρολογίας ἐξέτασις τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς αὐτάρκη βίον χρηματικῶν μέσων, ὅσον καὶ ἀδικαιολόγητος, πάντοτε ἐπιφέρει ὑποτίμησιν, ἵνα μὴ εἴπω ταπείνωσιν, τοῦ ἀξιώματος τούτου. Ποῖον δ’ ὕψος ἐνέχει τὸ ἀξίωμα τοῦτο, δι’ οὗ ἐτιμήθημεν, μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία ὅλων τῶν λαῶν ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς μέχρι τῆς συγχρόνου. Καὶ τοῦτο ἴσως ἀποδεικνύει ὅτι αἱ Ἀγγλικαὶ Βουλαὶ θέλουσαι νὰ ἵστανται οὕτως εἰς ὕψος καὶ μακρὰν πάσης ἐπαφῆς συμφεροντολογικῆς ἀπέφυγον νὰ ὁρίσωσιν ἀποζημιώσεις ἢ ἐπιχορηγήσεις εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ δὲν ἦτο τυχαία τις ἀπόφασις, ὄχι διότι δὲν ἀνεγνώριζον τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, ὅπως ὁρίσωσιν ἀμοιβὴν εἰς τοὺς μετέχοντας τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ διότι ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ὑψίστη τῶν τιμῶν, ὁποία ἡ διὰ τοῦ Κοινοβουλίου διακυβέρνησις τῶν κοινῶν, ἵνα ἐξασκῇ ὅλην τὴν ἐπιβλητικήν της δύναμιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, δέον ν’ ἀπέχῃ οἱασδήποτε χρηματικῆς ἀποζημιώσεως. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν δ’ ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦτο ἐθεωρεῖτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἰδίως τόσον τιμητικὸν καὶ τόσον ἐν ἑαυτῷ ἐκπροσωποῦν τὴν ἐθνικὴν ἰσχύν, διότι δι’ αὐτοῦ, ἤτοι διὰ τῶν Βουλῶν, ἐσαρώθησαν αἱ Δυναστεῖαι καὶ κατηρειπώθη ἡ ἀπόλυτος μοναρχία. Ὡς ἐκ τούτου ἐθεωρήθη, Κύριοι, ὥς τι ἀπρεπὲς οἱ μετέχοντες τοῦ Κοινοβουλίου, οὗτινος τοιαύτη καθωρίσθη δύναμις καὶ ἰσχὺς ἢ καὶ ταπεινωτικὸν τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν τὸ νὰ ὁρισθῇ οἱαδήποτε χρηματικὴ ἀμοιβή. Τοιαύτη, νομίζω, ἦτο κατ’ ἀρχὴν ἡ ἀπόφασις τοὐλάχιστον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀκόμη μέχρι τῶν νῦν χρόνων, περὶ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν Κρατῶν ἐκείνων ἀποζημιώσεώς τινος ὑπὲρ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ αἱ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ βίου κατ’ ὀλίγον ἤμβλυναν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, καὶ ὅπως καὶ εἰς τὰς Βουλὰς τῶν ἄλλων ἐθνῶν οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἐξετάζεται τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως ποσοῦ τινος ἐπαρκοῦντος εἰς τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας τῶν Βουλευτῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ὅ,τι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον ὁρίσει πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἴμεθα δικασταὶ καὶ διάδικοι· διότι θὰ δικάσωμεν ὡς δικασταὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ὡς διάδικοι ἡμῶν αὐτῶν ἢ καὶ τῶν διαδόχων ἡμῶν πρὸς τὴν ἰδίαν πολιτείαν. Ἂς ἀναπαραστήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὴν εἰκόνα τοῦ συγκροτηθέντος Δικαστηρίου. Ἰδοὺ ἀφ’ ἑνὸς ἡ Πολιτεία παρισταμένη σοβαρά, σύννους σκυθρωπὴ καὶ κατηφής, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἡμεῖς ὡς δικασταί, ἀλλὰ καὶ ὡς ἱεροφάνται τῆς Πολιτείας ἐξυπηρετοῦντες τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς. Καὶ ἡ Πολιτεία λέγει πρὸς ἡμᾶς ὡς δικαστάς: Ἰδοὺ τὸ τέμενος τῆς Πολιτείας, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήλθετε ἐκλεγέντες ἱεροφάνται καὶ ὑποφῆται· ἰδοὺ ὁ λαὸς ὁ ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτοῦ ἀναμένων ἀνακούφισιν καὶ εὐημερίαν. Ἀλλὰ τὸ τέμενος διαρρέει· τὰ ὄμβρια ὕδατα τὸ κατακλύζουσιν, οἱ φρουροὶ αὐτοῦ ζητοῦσιν ἐφόδια, οἱ ὁπλῖται δὲν μένουσιν ἔνθα ἐτάχθησαν· οἱ ἐχθροὶ πανταχόθεν ἀπειλοῦσι. Σεῖς ὅθεν οἱ ἱεροφάνται φροντίσατε διὰ τῆς γνώσεως καὶ πείρας ἡμῶν περὶ ἐξευρέσεως τῶν ἀπαιτουμένων, ἵνα ἐπανέλθῃ καὶ ἀποκτηθῇ ἡ πρὸς διάσωσιν τοῦ τεμένους ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ προσπάθεια. Σεῖς φροντίσατε διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν ὅλων τῶν ἐλλείψεων. Καὶ οἱ ἱεροφάνται, ἤτοι ἡμεῖς αὐτοί, ἀπαντῶμεν: Ναί, εἴμεθα πρόθυμοι πρὸς τὴν ἐπίκλησίν σου, ὦ Πολιτεία, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀνάγκην τῶν ἐφοδίων τοῦ βίου καὶ δὸς καὶ εἰς ἡμᾶς ταῦτα ἀφθονώτερα, ἵνα ἐπιμεληθῶμεν καὶ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίμου ἀναπτύξεως τῆς ἰσχύος καὶ δυνάμεώς σου. Καὶ ἡ Πολιτεία ἀπαντᾷ: Ναί, δὲν ἀρνοῦμαι τὴν προθυμίαν ὑμῶν καὶ τὰς προθέσεις σας, ἀλλὰ ταῦτα δέον νὰ ῥυθμισθῶσιν ἀναλόγως καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπουσιν αἱ πρόσοδοί μου. Ἐάν τι πέρα τούτου ζητηθῇ καὶ δοθῇ, τοῦτο θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἄρνησις τῶν ἀναγκῶν μου. Αὐτὰ λέγει ἡ Πολιτεία. Καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτὰ προσηλοῦντες τὴν προσοχὴν ἡμῶν δέον ν’ ἀποφασίσωμεν, ὅπως ἡ δοθησομένη χορηγία πρὸς ἡμᾶς ἢ τοὺς διαδόχους ἡμῶν ἔσεται ἀνάλογος τῶν πόρων καὶ εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ πλέον τι αὐτῶν. Ἄς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι οὕτως ἀποφασίζοντες δεικνύμεθα ἀληθεῖς ἀπόγονοι τῶν προγόνων ἡμῶν, διότι ἡ ἐθνική μας Ἱστορία τῶν Ἑλληνικῶν Πολιτειῶν βρίθει παραδειγμάτων ἐξεχόντων πολιτικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἀπέδειξαν ὡς ἀρετὴν τὸ νὰ ὦσιν ὑπέρτερα χρημάτων. Διότι καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου καὶ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ὑπῆρξαν χαρακτῆρες ὑπέρτεροι χρημάτων, ὅπως καὶ ἀντιστρόφως κατώτεροι τούτων.

§96Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ὅμως λαμβάνουσι τὴν ἀποζημίωσιν.

§97Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλος λόγος. Ἐγὼ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου· ὅστις θέλει ἂς ὁμιλήσῃ κατόπιν, ἀλλὰ μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ, διότι δὲν κατέχω τὴν τέχνην τοῦ λέγειν.

§98Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.

§99Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. — Βρίθει, εἶπον, ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν Ἱστορία, παραδειγμάτων τοιούτων προσώπων, τὰ ὁποῖα ὡς διδάγματα εἰς πάντα τὰ ἔθνη ἐδόθησαν καὶ ἐγένοντο παραδεκτά. Προσώπων, τὰ ὁποῖα τὸ ὄνομα αὐτῶν κατέστησαν παροιμιῶδες, λόγῳ τῶν μετ’ αὐτῶν συνδεθέντων ὑπερτάτων ἐκφάνσεων τῶν ἀνθρωπίνων ἀρετῶν. Τὸ ὄνομα τοῦ Ἀριστείδου συνεταυτίσθη μετὰ τοῦ δικαίου. Ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ ἢ νὰ μνημονευθῇ τὸ ὄνομα Ἀριστείδης καὶ ἀμέσως θ’ ἀκουσθῇ ἡ προσωνυμία αὐτοῦ «ὁ δίκαιος». Τὸ ὄνομα τοῦ Φωκίωνος πάντοτε εἶναι συνώνυμον τοῦ ἀνωτέρου χρημάτων, τοῦ ἀδεκάστου Φωκίωνος ἐκ τοῦ χρυσίου τοῦ Μακεδόνος Βασιλέως Φιλίππου, ὅστις τοῦτο κατηνάλισκεν, ὅπως πολλὰς συνειδήσεις τῶν τότε προεξαρχόντων πολιτικῶν ἐξαγοράσῃ. Βρίθει, λέγω, ἡ Ἱστορία μας τοιούτων παραδειγμάτων ἀδεκάστων χαρακτήρων. Ἀναφέρει δὲ καὶ ἀναγράφει μετ’ ἐπαίνων καὶ τοὺς λόγους τοῦ Αἰσχίνου καὶ τοῦ Δημοσθένους ὡς πρώτης ῥητορικῆς δυνάμεως· ἀλλὰ δι’ αὐτοὺς ἡ Ἱστορία δὲν ἀνέγραψεν ὅ,τι διὰ τὸν Φωκίωνα, διότι πιθανῶς οἱ σύγχρονοί των ἀπέδιδον εἰς αὐτοὺς τὸ ὅτι διὰ τῆς τέχνης τοῦ λόγου των ἐκάλυπτον τὰς σκέψεις καὶ τὰ διανοήματά των. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς, Κύριοι, οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐρχόμενοι ἂς μὴ καλύπτωμεν τὰ νοήματα καὶ τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἀλλ’ εἰλικρινῶς καὶ θαρραλέως ἂς τὰ ἀνακοινῶμεν πρὸς τοὺς συναδέλφους. Ἐὰν τοιαύτη ἀρχὴ ἐπεκράτει, βεβαίως δὲν θ’ ἀπεκρύπτετο τὸ ὅτι ἡ πολιτεία ἡμῶν, ἤτοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους μας, δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ παράσχωσιν ὡς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος καὶ πολυσέβαστος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καθώρισεν ὡς ἀποζημίωσιν, οὔτε ὅ,τι ἄλλοι ῥήτορες τόσον εὐφραδῶς προσεπάθησαν νὰ μᾶς πείσωσιν. Ἤθελον νὰ εἴπω λοιπὸν ὅτι βρίθει ἡ Ἱστορία μας ἡ πάγκαλος εἰς αἰσθήματα ἰδανισμοῦ, τὰ ἰδεώδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατηύγασαν καὶ καταυγάζουσι τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὸν πολιτισμὸν τοιούτων παραδειγμάτων, καὶ ὅτι ἐξ ἐκείνης δέον ν’ ἀρυσθῶμεν τὰ τοιαῦτα παραδείγματα ὡς διδάγματα. Καὶ ἀναφέρω παράδειγμα ἴσως δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ ψυχολογικῶς πάντας ὑμᾶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ὅτι ὁ Ἀσιάτης ἐκεῖνος λαὸς τῶν Περσῶν ἐξώρμησε μέχρις Ἑλλάδος, ἵνα λάβῃ ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ἧτταν τοῦ Μαραθῶνος καὶ ἔφθασε μέχρι Θερμοπυλῶν, ἐκεῖ δ’ εὗρε τὴν πρώτην ἀντίστασιν, τὴν ἡρωικὴν ἐκείνην ἀντίστασιν ὁ κυρίαρχος τοῦ πολυπληθοῦς ἐκείνου στρατοῦ, καὶ ἐκάλεσε παρ’ αὐτῷ Σπαρτιάτην τινὰ Δημάρατον λεγόμενον καὶ τὸν ἠρώτησε· «πῶς, ἐνῷ σὺ μοὶ ὑπεσχέθης ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἀμαχητὶ θὰ παρεδίδοντο εἰς ἐμέ, ἤδη ἀνθίστανται καὶ μάχονται ἀρνούμενοι νὰ ὑποκύψωσι; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐξαγοράσωμεν διὰ χρυσίου, ὅπως ἀφήσωσιν ἡμῖν τὴν δίοδον ἐλευθέραν;». Καὶ τότε ὁ Δημάρατος μετανοήσας διότι εὑρίσκετο εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος του ἀπήντησεν εἰς τὸν Ἀσιάτην ἐκεῖνον κυρίαρχον, τὸν Ξέρξην· «Ὦ Βασιλεῦ, οἱ Ἕλληνες δὲν ἐξαγοράζονται διὰ χρυσίου, δὲν πωλοῦσι τὴν πατρίδα των ἀντὶ χρημάτων». Καὶ τότε ὁ Ξέρξης εἶπεν ἀπαντῶν τὸ γνωστὸν ὡς τόσον τιμητικὸν διὰ τὴν φυλήν μας, διὰ τὴν ἐθνικήν μας φιλοτιμίαν· «ὦ Δημάρατε, πρὸς ποίους ἄνδρας μᾶς ἔφερες νὰ πολεμήσωμεν, οἵτινες τοὺς ἀγῶνας ποιοῦνται οὐ περὶ χρημάτων, ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς»! Ταῦτα ἐξιστορεῖ ὁ Ἡρόδοτος, καὶ ταῦτα ἐπαναλαμβάνων προσθέτω ὅτι καὶ οἱ κοινοβουλευτικοὶ ἀγῶνες, Κύριοι, εἶναι καὶ δέον νὰ εἶναι ἀγῶνες περὶ ἀρετῆς καὶ οὐχὶ περὶ χρημάτων. (Εὖγε εὖγε).

§100Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα ὅτι πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀποζημίωσιν εἴμεθα ἀνέκαθεν σύμφωνοι καὶ εἴμεθα καὶ σήμερον. Εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε διδομένη ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος ἦτο ἀνεπαρκής, καὶ εἰς αὐτὸ σχεδὸν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἐκεῖνο, εἰς ὃ δὲν συνεφωνήσαμεν πάντες, εἶναι τὸ ζήτημα ἂν ἡ δοθησομένη ὑπὸ τοῦ νέου Συντάγματος πρέπει νὰ ἐπαυξηθῇ καὶ καταστῇ ὀπωσδήποτε ἐπαρκεστέρα.

§101Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς μέλλοντας.

§102Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀντέταξαν μερικοὶ δύο κεφαλαιώδη ἐπιχειρήματα, νομίζω, ἐφ’ ὅσον ἀντελήφθην· πρῶτον τὴν πενίαν τοῦ Κράτους καὶ δεύτερον τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν, ἂν εἶναι πρέπον εἰς ἡμᾶς τουτέστι, σήμερον μάλιστα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ πρώτου ἐπιχειρήματος, τῆς πενίας τοῦ Κράτους, νὰ ζητήσωμεν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης. Ἐὰν ἔπρεπεν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πενίαν τὴν πραγματικὴν τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι εἰς πολλὰ ζητήματα ἔπρεπεν ὅλως ἀντιθέτως ἀπὸ ὅ,τι μέχρι τοῦδε σκεπτόμεθα νὰ ἐσκεπτόμεθα. Ἔπρεπε τῇ ἀληθείᾳ νὰ νομίσωμεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος περιστοιχίζεται ὑφ’ ἑνὸς Σινικοῦ τείχους, πέρα τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει παρὰ τὸ τέρμα τῆς ὑδρογείου. Ἂν ἔπρεπε πάντοτε ὡς πρῶτον σκοπὸν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πενίαν αὐτὴν τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ μὴ εἴχομεν ἄλλην βλέψιν εἰμὴ τὴν ἤρεμον καὶ τὴν οἰκοκυρικήν, οὕτως εἰπεῖν, διαβίωσιν ἐντὸς τοῦ τείχους τούτου, ἡ ὁποία διαβίωσις, ἤρεμος καὶ οἰκοκυρική, βεβαίως δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην τοσούτων θυσιῶν διὰ στόλους, στρατοὺς καὶ διὰ τόσας ἄλλας παρομαρτούσας εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνάγκας. Ἀλλὰ διατί μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν πενίαν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα οὐδέποτε ἐλάβομεν ὡς πρῶτον στοιχεῖον τὴν πενίαν αὐτήν; Διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀναγκῶν, ἐπρόκειτο περὶ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν, ἀφοῦ καὶ οἱ θεοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποκύπτωσι, πολλῷ μᾶλλον οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ κύπτωσι τὸν αὐχένα καὶ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτὴν μὴ βλέποντες πολλάκις οὔτε δεξιόθεν οὔτε ἀριστερόθεν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς.

§103Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀφορώσης τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους ὅμως.

§104Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. Αἱ ἀνάγκαι ἀφορῶσι λογιῶν–λογιῶν κουβέντες!

§105Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ σχετίζωμεν τὰ ἄτομα πρὸς τὸ Κράτος.

§106Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Περὶ μιᾶς λοιπὸν τοιαύτης ἀνάγκης καὶ ἐδῶ πρόκειται· καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρόκειται. Καὶ εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη διπλῆ. Εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀνάγκη ὑποκειμενικὴ καὶ ἀντικειμενική. Καὶ τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην, μεγάλην ἀνάγκην, νὰ παρέχῃ ἀποζημίωσίν τινα, ὅπως διὰ τῆς ἀποζημιώσεως καὶ διὰ τῆς ἀμοιβῆς νὰ δύναται νὰ εὐκολύνῃ τὴν εἰς τὴν Βουλὴν εἴσοδον εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἰς τοὺς ὁποίους ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν καταστάσεως δὲν θὰ ἦτο αὕτη ἄλλως ἐφικτή. Καὶ ἀνάγκην καὶ μεγάλην ἀνάγκην ἔχει τὸ Κράτος, ὅπως ἐκμεταλλεύηται τοὺς ἄνδρας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς συμβαίνει μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι καὶ οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατάλληλοι διὰ τὸ ἔργον αὐτό. Διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων καὶ ἐν γένει οἱ δυνάμενοι νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐπαναλαμβάνω, πεινῶσιν.

§107Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅπου εἶναι πενία, ἐκεῖ καὶ ἡ ἐργασία εἶναι καλλιτέρα.

§108Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ὅσον εἶναί τις νιστικός, τόσον εἶναι καὶ καλός.

§109Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν πολιτευόμενον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατσαρόλαν, διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους.

§110Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἔχει τὸ Κράτος ἀκόμη τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ καταστήσῃ τὴν εἴσοδον εἰς τὸ Κοινοβούλιον προνόμιον μόνον τῶν πλουσίων. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τῶν προλαλησάντων.

§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ τελειώσῃ πλέον αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἂς ψηφίσωμεν καὶ δεκαπέντε χιλιάδας, ἀλλὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις.

§112Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ εἰς ἡμᾶς ἀνάγκη, κ. Πατσουράκε, ἐκτὸς ἴσως ὑμῶν, νὰ ὁμολογήσωμεν παρρησίᾳ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα πένητες, διότι ἡ πενία οὐδόλως εἶναι ὄνειδος.

§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐργασία δὲν εἶναι ὄνειδος.

§114Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Καὶ ἡ πενία καὶ ἡ ἐργασία εἶναι σχεδὸν ταυτόσημα. Ἡμεῖς ἔχοντες ὑψηλὰ τὸ μέτωπον πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν πενίαν μας καὶ νὰ καταστήσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἰδέαν μας αἰσθητὴν καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ αὐτὸν νὰ μᾶς ἀμείψῃ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον δεόντως. Καὶ εἰς ἡμᾶς ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους νὰ θαυματουργῶσιν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν, ἔστω καὶ ὅταν εἶναι Βουλευταί, διὰ τῆς εὐλογίας αὐτῶν νὰ μεταβάλωσι τοὺς πέντε ἄρτους εἰς πέντε χιλιάδας, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὅταν εἶναι Βουλευταί, νὰ ζῶσι μὲ τὸν ἀέρα μόνον, ἀνάγκην καὶ δικαίωμα συγχρόνως ἔχομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δίδῃ ἀποζημίωσιν δυναμένην νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πρώτας ἡμῶν ἀνάγκας, ἵνα εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ὑπηρετῶμεν ἀκριβῶς τὰ συμφέροντά του. Ἀνάγκη ὅμως ὑπάρχει νὰ παρατηρήσωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι αἱ σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιλέγουσιν εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, αἱ μὲν σκέψεις τοὐλάχιστον εἶναι σκέψεις ἀτάσθαλοι, τὰ δὲ αἰσθήματα, τοὐλάχιστον κατὰ τὸν ἐλαφρότερον χαρακτηρισμόν, εἶναι αἰσθήματα ἄνευ ἐπιγνώσεως. Ἄλλως τε τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν πάντα ταῦτα πρὸς τὸν λαὸν τὸ ὑποστηρίζει καὶ μία ἄλλη ἰδέα. Ὑπάρχει τις νομίζων καὶ ὑποστηρίζων ὅτι μία ἀπὸ τὰς πρώτας ἀρετὰς τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς δὲν εἶναι τὸ θάρρος καὶ ἡ εἰλικρίνεια αὐτοῦ πρὸς τὸ κοινόν; Ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ ἀντίθετον δὲν ἦτο ἓν τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ παρελθόντος; Τίς δὲν νομίζει ὅτι καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι ἡ διαφώτισις τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἡ ἀντιμετώπισις αὐτῆς; Δὲν ἦτο, λέγω, ἓν ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ παρελθόντος, κατὰ τὸ ὁποῖον εἴθιστο νὰ θωπεύηται πάντοτε ἐλαφρᾷ τῇ χειρὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὁσάκις ὅλοι ἀπεδέχοντο ὅτι αὐτὴ ἀπῄτει ἕνα φοβερὸν καὶ τσουχτερὸν μαστίγιον; Λοιπὸν ποῖος ὁ λόγος ὁ σημερινός, καὶ δὴ εἰς Βουλευτὰς ἀναμορφωτάς, νὰ μὴ αἰσθάνωνται τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἄρτον αὐτῶν; Τί πλέον ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν λαόν; Ἡ ἀναμόρφωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον δι’ ὀλίγων νομοσχεδίων, διὰ τῆς ψηφίσεως ὀλίγων νομοσχεδίων. Ἡ ἀναμόρφωσις θέλει προκύψει κυρίως ἐκ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν καὶ ἐκ τοῦ θάρρους ἡμῶν.

§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος ἡμῶν.

§116Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Τὸ θάρρος εἶναι ἀπόρροια τοῦ χαρακτῆρος. Καὶ ἡ ἀναμόρφωσις θέλει ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πάντοτε δυνατὸν νὰ εἶναι εὐπρόσδεκτος· ἐξ ἀνάγκης θὰ ἔχῃ καὶ τὰ ξινά της. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ποτίσωσι τὸν λαὸν καὶ μὲ τὰ ξινά, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ θάρρος πολλάκις νὰ ποτίσωσιν αὐτὸν μὲ τὸν σπόγγον ἐπὶ τῆς λόγχης τῆς ἐξουσίας καὶ μὲ τὴν χολὴν τῆς πραγματικότητος, αὐτοὶ εἶναι, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστῶσιν ἀληθεῖς ἀναμορφωταί, ἀληθεῖς παιδαγωγοὶ καὶ ἀληθεῖς σωτῆρες τοῦ λαοῦ τούτου (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ βεβαίως αἰσθάνομαι ὅτι τινὲς ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων κυρίως θὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν ἀξίζει τὸ θέμα, ὅτι εἶναι πολὺ κατώτερον τὸ θέμα αὐτὸ τῆς ῥητορικῆς αὐτῆς ῥοκέττας. Εἶναι τὸ θέμα, λέγουσι, πολὺ μικροχαρές, πολὺ ταπεινόν, Ἀλλά, παρακαλῶ, διατί εἶναι πολὺ μικροχαρὲς καὶ πολὺ ταπεινόν; Διότι ἔχει ὡς ἀντικείμενον τὸν ἄρτον τῶν Βουλευτῶν; Μήπως ὁ λαὸς θέλει ἡμᾶς γυμνοὺς καὶ ἐκτετραχηλισμένους; Μήπως ὁ λαὸς θέλει ἡμᾶς ἀθετοῦντας τὰς ὑποχρεώσεις μας διὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας συνάπτομεν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβαλλόμεθα; Μήπως ὁ λαὸς ἐπὶ τέλους ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ Βουλευταὶ νὰ εἶναι ἄνθρωποι συντετηρημένοι, ἄνθρωποι Μαντινοῦτοι, ὅπως θὰ ἔλεγον εἰς ἄλλην περίστασιν καὶ εἰς ἄλλην γλῶσσαν; Νομίζω ὅτι ἄνθρωποι πεπλασμένοι διὰ Μαντινοῦτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι παρὰ τὰ πλάσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπέροχα εἴτε λόγῳ σωματικῆς ὡραιότητος εἴτε λόγῳ πνευματικῆς ὡραιότητος. Πάντες ἡμεῖς οἱ ἄλλοι κοινοὶ ἄνθρωποι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολαμβάνωμεν αὐτῶν τῶν προσόντων καὶ αὐτῶν τῶν εὐεργετημάτων. Δὲν ἕπεται, νομίζω, ἐκ τούτου ὅτι, διότι εἴμεθα κοινοὶ ἄνθρωποι, δὲν αἰσθανόμεθα καὶ τὰς νύξεις τοῦ στομάχου· ἴσως μάλιστα οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι τόσον τὸν στόμαχον ἰσχυρότερον, ὅσον τὸν ἐγκέφαλον ἐλαφρότερον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ τέλους εἰς τί ἀνέρχεται αὐτὴ ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, κατὰ τῆς ὁποίας τοσοῦτόν τινες ἀντεπεξῆλθον; Τί εἶναι αἱ ὀλίγαι ἐκεῖναι δραχμαὶ αἱ ἀναλογοῦσαι κατὰ μῆνα ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νέου Συντάγματος πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν; Εἶναι ποσόν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δύναταί τις ν’ ἀποθησαυρίσῃ; Εἶναι ποσόν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ καζαντήσῃ; Τί εἶναι σήμερον, παρακαλῶ, εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, 400 δραχμαὶ τὸν μῆνα; Σήμερον 400 δραχμαὶ νομίζω ὅτι δίδουσιν οἱ πλούσιοι εἰς τοὺς σωφὲρ τῶν αὐτοκινήτων. Τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀπολαμβάνουσι σήμερον πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Καὶ τί εἶναι τὸ ποσὸν τοῦτο, διὰ νὰ γίνεται τόσος πάταγος; Ἄλλως τε ὁ λαὸς αὐτός, τοῦ ὁποίου τὴν μεμψιμοιρίαν ἐπικαλοῦνται οἱ ἀντιλέγοντες, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ αἰσθάνηται ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποζῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς ἔξοδα μέχρις ὅτου εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτηται ὁ λαὸς ὅτι, ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δὲν πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶμεν; Εἶναι παροιμία αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦνται οἱ ἀντιλέγοντες τὰς μεμψιμοιρίας, ἡ λέγουσα: τὸν βουλευτήν σου πλήρωνε καὶ ψυχικὸν μὴ κάμῃς. Καὶ τὸν λαὸν τοῦτον, νομίζω, μέχρι τοῦδε ἀρκούντως ἐδουλεύσαμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀκόμη θὰ δουλεύσωμεν, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ὁ ἴδιος λαὸς λέγει, νὰ δουλεύῃ νηστικὸ ἀρκοῦδι. Εἶναι λοιπὸν μία ἀνάγκη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, εἰς τὴν ὁποίαν βασίζω ἐγὼ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἐνώπιόν σας, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀνάγκης, ἀκριβῶς δὲ διότι πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀνάγκης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἔχουσι σχέσιν πρὸς αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ νὰ καλυφθῇ ἐν σχέσει, ἀλλὰ πρέπει νὰ καλυφθῇ κατ’ ἔντασιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καλυφθῇ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν μάλιστα ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ποία ἡ θέσις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τοῦ τόπου πρὸς ἄλλα οἰκονομικά, ἐὰν μὲ ἄλλους λόγους ἔπρεπε νὰ ληφθῇ π. χ. ὑπ’ ὄψιν ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἰδικός μας ἐν σχέσει μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Γαλλίας τῶν 4½ δισεκατομμυρίων, ἴσως εἰς ἡμᾶς δὲν ἤθελαν ἀναλογεῖ παρὰ νὰ λαμβάνωμεν μίαν μόνην δραχμὴν κατὰ μῆνα καὶ ἴσως, ἐὰν εἶναι ἡ ἀναλογία καὶ ἀρνητική, θὰ ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν καὶ τὰ ῥέστα! Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἔχω χρείαν νὰ λάβω ἐπιχειρήματα ἐξ ὅσων ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνουσιν εἰς ἕτερα Κράτη, διότι ἡ ἀνάγκη αὕτη, καθὼς εἶπον, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ἱκανοποιῆται ἀσχέτως πρὸς ὅσα ζητήματα περιτριγυρίζουσιν αὐτήν.

§117Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἀρκετὰ εἴπετε. Ὡραῖα.

§118Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Νὰ παύσω. Θέλω νὰ παύσω, διότι δὲν αἰσθάνομαι καὶ τὴν ὄρεξιν νὰ προχωρήσω ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ὁμολογῶ ὅτι μοὶ εἶναι τόσον ἀποκαρδιωτικόν νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὥστε ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ εἴπω πολλά, καὶ ἤδη αἰσθάνομαι ὅτι μοὶ λείπει ἡ ὄρεξις καὶ ἡ δύναμις. Διὰ τοῦτο μόνον προσθέτω, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔπηλυς εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὐλάχιστον ὑπὸ ἔποψιν διαμονῆς καὶ διαίτης, καὶ τὸν παρακαλῶ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εὗρε τὸν βίον ἐδῶ ὅπου ἦλθε τόσον εὐθηνόν, τόσον εὔκολον, τότε καὶ αὐτὸς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας τῶν ἀντιθέτων. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, συμβαίνῃ τὸ ἀντίστροφον, ὡς νομίζω ὅτι ἤκουσα τὰς περὶ τούτου εἰς τρίτον λεχθείσας κρίσεις του, τὸν παρακαλῶ κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον νὰ βάλῃ τὸ χέρι εἰς τὴν καρδιά του καὶ σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην του νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα ὡς εἶναι πρέπον καὶ ὡς καὶ αὐτὸς ἐν μέρει ἔχει συμφέρον νὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ (ἱλαρότης).

§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (γελῶν). Τὸ «ἐν μέρει» νὰ λείψῃ.

§120Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Διότι διὰ τῆς γνώμης του ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ δώσῃ τὸ μέτρον τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον σκέπτεται τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ νομίζω ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων τρόπων, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται ν’ ἀναμορφωθῇ καὶ νὰ προοδεύσῃ ὁ τόπος, εἶναι καὶ ὁ τῆς καλλιτέρας διαίτης.

§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅλοι ὅμως, ὄχι μόνον οἱ ἀντιπρόσωποί του.

§122Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Τούτων σήμερον εἶναι ἡ σειρά· θὰ ἔλθῃ καὶ τῶν ἄλλων.

§123Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπέγραψα τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ πλείστων ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίαν περὶ αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἰς δραχ. 5,000, ὅπως δὲν ὑπέγραψα καὶ ἄλλας κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον περὶ ἄλλων ζητημάτων ὑποβληθείσας τροπολογίας, διότι κατ’ ἀρχὴν φρονῶ ὅτι τοιοῦτος τρόπος ὑποβολῆς, διὰ τῆς συνυπογραφῆς τῶν πλείστων Βουλευτῶν ἐκ προοιμίου, βλάπτει τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως προεξοφλῶν ἢ φανατίζων τὴν γνώμην τῶν ὑπογραψάντων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ζωηροτέραν μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τοιαύτης τροπολογίας, εἶναι ἡ τακτική, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεστηρίχθη αὕτη ὑπό τινων ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Προεκηρύχθη δηλονότι ὑπ’ αὐτῶν ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἀνοίγει στάδιον εἰς τὴν δημοκοπίαν, καί, ἐάν τις θέλῃ νὰ δημοκοπήσῃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, εἶναι ἐλεύθερος. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, διὰ νὰ τολμήσῃ τις ν’ ἀναπτύξῃ ἐναντίαν ἰδέαν πρὸς τὴν τροπολογίαν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ θέσῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του τὸν σκοῦφον τοῦ δημοκόπου ὑπὸ τὸν περίγελων ἢ ὑπὸ τὴν καταφρόνησιν τῶν πλείστων τῶν συναδέλφων. Τολμῶ, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ πραξικόπημα τοῦτο, νὰ θέσω ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου τὸν σκοῦφον τοῦ δημοκόπου. Καὶ τὸ πράττω τοῦτο ὄχι ἀψηφῶν τοὺς γέλωτας, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ προκαλέσῃ τὸ τόλμημά μου, ἀλλὰ τὸ πράττω ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως ὅτι θέλω πείσει τὴν Βουλήν, ὄχι βεβαίως ἵνα ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου, ἀλλὰ θέλω πείσει αὐτὴν ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν μοὶ ἁρμόζει ὁ σκοῦφος τοῦ δημοκόπου. Καὶ ἐλπίζω ἐπὶ πλέον ἡ Βουλὴ καὶ νὰ διαγνώσῃ εἰς τὸ βάθος τῶν σκέψεών μου τὴν βαθεῖάν μου λύπην, διότι εὑρίσκομαι ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν γνώμην τὴν δεδηλωμένην τῶν πλείστων τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσί τινες, οἵτινες εἰς βάρος τῆς εἰλικρινείας τῶν προθέσεων αὑτῶν νὰ σπερμολογῶσιν. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, τῆς γνώμης ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 75, ἐπὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Οὐδ’ ἔχω διάφορον γνώμην πρὸς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδέας ἐκείνας, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὡρμήθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν. Θεωρῶ μάλιστα τὰς σκέψεις, ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξαν, εὑρισκομένας ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν διὰ τῆς τροπολογίας αὑτῶν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἐπίσης ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς ἄλλα δεδομένα, πολλὰ καὶ ποικίλα καὶ σοβαρά, ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν ὁποίων ἐπίσης πρέπει νὰ διέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ἡ ἀπόφασις, ἣν θὰ λάβωμεν, θεωρηθῇ καὶ καταστῇ ἀσφαλὴς καὶ εὐρέως καὶ ἐμπεριστατωμένως μεμελετημένη. Ἡ ἀπόφασις, Κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προβῶμεν, πρέπει κατὰ τὴν γνώμην μου πρωτίστως νὰ καθοδηγηθῇ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως μὲν αὐτῆς, προκειμένου περὶ ζητήματος τοσοῦτον λεπτοῦ...

§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λεπτῶν.

§125Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ζητήματος, λέγω, λεπτοῦ, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὸ ἴδιον συμφέρον ἑκάστου δὲν εἶναι συνδεδεμένον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· πρέπει νὰ καθοδηγηθῇ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ χρόνου οὐχ ἧττον κατὰ τὸν ὁποῖον καλούμεθα νὰ λάβωμεν τοιαύτην, εἰς ἐποχὴν δηλονότι, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόλις ἐκ τοῦ μακροῦ ληθάργου συνέρχεται εὑρισκόμενος εἰς τὴν κορυφὴν συντριμμάτων καὶ καταστροφῶν, πρέπει ἡ ἀπόφασις ἡμῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ ζητήματος, ζητήματος οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ὡς ὑπόδειγμα μοναδικὸν θὰ χρησιμεύσῃ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Καταστατικῷ Χάρτῃ, ὡς ὑπόδειγμα τῆς διευθετήσεως πολλῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων τοῦ Κράτους, πρέπει, λέγω καὶ τονίζω, νὰ καθοδηγηθῇ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν πρωτίστως ἀπὸ τὴν ψυχολογίαν τῆς λαϊκῆς γνώμης. Τῆς λαϊκῆς γνώμης οὐχὶ ἐκείνης ἥτις δύναται νὰ χαλκευθῇ ἀπὸ τὰς σπερμολογίας τῶν ἀργοσχόλων, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου καὶ ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης, ὅτι ἐν μέσῳ τῶν τοιούτων σπερμολογιῶν πρέπει ἀφόβως μὲ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν νὰ διέρχηται τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, ἀλλὰ τῆς λαϊκῆς γνώμης τῆς ὑγιοῦς, τῆς μορφουμένης ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων τῶν ὑποπιπτόντων εἰς τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ· τῆς λαϊκῆς γνώμης τῆς μορφουμένης ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐξ ἰδίας αὐτοῦ πείρας, ἐξ ἰδίας συνειδήσεως, ἐξ ἰδίας γνώσεως. Δὲν χρειάζεται δέ, Κύριοι, φακὸν ὁ λαός, ἵνα εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἴδῃ τὰ ῥάκη, τὰ ὁποῖα σήμερον περιβάλλουσι τὸ σῶμα τῆς ὡραίας πατρίδος μας. Δὲν χρειάζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διόπτρας, ἵνα διακρίνῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ γνωρίσῃ τί πράττομεν εἰς τοιαύτας ὥρας. Κατόπιν, Κύριοι, ποίων εὐτυχῶν γεγονότων τῆς πατρίδος μας συνερχόμεθα σήμερον; Κατόπιν ποίων ἐνδόξων πολέμων; Κατόπιν ποίων οἰκονομικῶν περισσευμάτων ἐρχόμεθα ν’ ἀνοίξωμεν τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους εἰς ὑπερμέτρους γενναιοδωρίας καὶ ἀμοιβὰς; Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν τὸ 1897, τὸ ἀπαίσιον 1897, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας δοκιμάζομεν σήμερον, καὶ θὰ ὑφιστάμεθα ἐπὶ μακρὸν ἀκόμη; ἐλησμονήσαμεν τὴν ἐπακολουθήσασαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἀκολασίαν, τῆς ὁποίας ἐκλήθημεν νὰ περισυλλέξωμεν τὰ συντρίμματα καὶ τὰ ναυάγια; Εἰσερχόμεθα ἐν τῷ ναῷ, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς κύριος Γαλανός, καὶ ἐν τῷ ναῷ τραφησόμεθα, ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν ὅτι ἔξωθεν τοῦ ναοῦ τούτου τείνουσιν ἐπαίτιδας τὰς χεῖρας τὰ πλήθη ἐκεῖνα, οἱ μάρτυρες τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ 1897 ἐξετέθησαν εἰς τοὺς ἀγρίους, εἰς τοὺς ἐξοντωτικοὺς διωγμοὺς τῶν πολλαπλασιασθέντων ἤδη ἐχθρῶν τῆς πατρίδος μας; Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν ὅτι δὲν ἐξήλθομεν ἀκόμη ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς πτωχεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ χρόνων ὑπέκυψε τὸ Κράτος; Ἐλησμονήσαμεν λοιπὸν ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν πτέρναν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου; Καὶ ἔχει ἀνάγκην πλέον σπερμολόγων καὶ ἀργοσχόλων ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς ὑπερμέτρους ἀμοιβὰς;

§126Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καιρὸς εἶναι νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται.

§127Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του.

§128Ν. ΞΗΡΟΣ. Θέλετε νὰ ψευδώμεθα, ὅπως πάντοτε εἰς τὸ παρελθόν, καὶ νὰ λαμβάνωμεν ἐκτάκτους ἀποζημιώσεις.

§129Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Νομίζω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν μετεχειρίσθην ἔκφρασιν, ἥτις νὰ θίξῃ τινὰ ἐξ ὑμῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ ἐγειρόμενος θόρυβος δὲν ἁρμόζει εἰς τοιαύτην συζήτησιν, καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες τὸν μεταχειρίζονται, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές....

§130Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἡ Βουλὴ σᾶς ἀκούει μετὰ προσοχῆς κύριε συνάδελφε.

§131Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἐννοῶ τοὺς θέλοντας νὰ θορυβῶσι. ...Δὲν εἶναι ἐπαινετὸν οὐδ’ ἀξιοπρεπὲς νὰ καταρρίπτωσιν οἱ τέσσαρες ἢ πέντε αὐτοὶ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶπε τίποτε.

§133Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ προσβολή, ἡ γενομένη ἐναντίον μου, εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς καταρρίπτει τὴν ἀξιοπρέπειάν σας. Πάντες εἶναι ἀξιοπρεπεῖς.

§135Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ δάκτυλος τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος ἔχει τεθῇ εἰς κίνησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης. Οὐδὲ δύναμαι πόρρωθεν ὑπόνοιαν νὰ συλλάβω τοιαύτην. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη περιέχει τὸν μύχιον πόθον ἐκείνων, καὶ φοβοῦμαι πολὺ ὅτι δίδοντες σάρκα νόμου εἰς τοιαύτην πρότασιν ἴσως ἐξαπολύομεν δηλητηριώδη ὄφιν, ἵνα δαγκάσῃ τὴν πτέρναν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§136Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ κομματικὸν τοῦτο τέρας ἐξέπνευσεν.

§137Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως τῷ κατασκευάζομεν λεωφόρον.

§138Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Πλανῶνται οἱ φρονοῦντες ὅτι ἐπερατώθη ὁ λαϊκὸς ἀγὼν κατὰ τοῦ κομματισμοῦ· τοὐναντίον ἡ κρίσις αὐτοῦ ἐπίκειται λίαν προσεχῶς μάλιστα, καὶ ὀφείλομεν νὰ συγκρατῶμεν τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ λαοῦ, ἵνα μὴ ὁ ἀγὼν εὕρῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ δηλητηριασμένην καὶ ῥαθυμοῦσαν. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν οἰκονομολογικήν του μορφήν. Οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς προτάσεως ἐδανείσθησαν ἐπιχειρήματα καὶ ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ξένων Κρατῶν, ἀλλὰ παρέλαβον ἐκεῖθεν τὰ κονδύλια τ’ ἀφορῶντα μόνον τὴν ἀποζημίωσιν τὴν βουλευτικήν, χωρὶς νὰ προσέξωσι καὶ εἰς τὸ σύνολον τῶν Προϋπολογισμῶν ἐκείνων, χωρὶς νὰ φέρωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναλογιῶν μεταξὺ τοῦ κονδυλίου ἐκείνου καὶ τῶν ἄλλων κονδυλίων καὶ μισθοδοτημάτων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς ἐκείνους διὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἑκάστου Κράτους, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ ποίας ἀναλογίας τὰ πλούσια ἐκεῖνα Κράτη ἀμείβουσι τὰς ὑπηρεσίας των. Ἀλλ’ ηὐξήθησαν, λέγουσιν, αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν 1800 δρ.

§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καταπληκτικῶς.

§140Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ὁμολογοῦμεν ὅτι κατεχόμεθα ὑπὸ ὀδύνης καὶ θλίψεως. Ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς χθὲς νὰ εἶχε λήξει τὸ ζήτημα. Θὰ φέρωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας, διότι εἶναι μερικαὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις διὰ μιᾶς ἐνστάσεως.

§141Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ φέρῃ ἔνστασιν, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ. Νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει δικαίωμα· αὐτὸ ἀνήκει εἰς ἄλλους.

§142Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας.

§143Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δικαίωμά μας εἶναι νὰ συζητήσωμεν. Καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.

§145Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ὁμιλοῦμεν διὰ τὸν ἀγορεύοντα.

§146Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν σπεύδω νὰ περατώσω λέγω ὅτι, ὡς ἐμελετήθη τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, καθωρίσθη ἓν ποσόν, δι’ ὃ δὲν ἠκούσαμεν μέχρι τοῦδε ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διαμαρτυρίαν τινά, καὶ εἶναι τοῦτο μία ἀπόδειξις ἀνοχῆς καὶ ἐγκρίσεως ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις ἤθελε περιορισθῆ εἰς τοιοῦτόν τι ποσόν, ὅπερ θεωρῶ ἀνάλογον καὶ πρὸς τὴν σημερινὴν ἐπαύξησιν τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν, ἀνάλογον καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν ἐδῶ. Ἀλλά, ἐὰν ὑπερβάλωμεν τὸ μέτρον πρὸς καθορισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἀποζημίωσιν, εἴπατέ μοι μὲ ποῖον σθένος αὔριον θ’ ἀντιταχθῆτε κατὰ τῆς σκοπιμωτάτης καὶ δικαιοτάτης προτάσεως, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν; Ποῖος θὰ εἴπῃ δι’ ἐκείνους ὅτι δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ ἀνάγκαι τοῦ βίου; Μὲ ποῖον σθένος θ’ ἀντιμετωπίσωμεν οἱανδήποτε πολυτέλειαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν κανονίζωμεν δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς ἀποζημιώσεις ὑπερμέτρους; Πῶς θὰ ἔχητε τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ ἀφήσητε ἀμετάβλητα τὰ κονδύλια τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, μάλιστα δ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐξ ἀτροφίας φθίσιν μὲ τὸν μισθὸν τῶν 140 δραχμῶν, ἐνῷ τοὺς προορίζομεν διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς σημαίας τῆς πατρίδος;

§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι ὑπάλληλοι;

§148Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Οἱ ἀνθυπολοχαγοί.

§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει μεγαλειτέρας δαπάνας.

§150Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἀμειβόμενος διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλομεν κανονίσει, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ εὐκολίαν ἔχει καὶ χρόνον, διὰ νὰ δύναται καὶ ἄλλοθεν νὰ προσπορισθῇ τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς αὐτόν.

§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἄλλοθεν!

§152Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὑπάρχει τὸ τεκμήριον ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλει ἐνταῦθα ὁ λαός, εἶναι ἐκ τῶν εὐδοκιμούντων ἐν τῷ πρακτικῷ βίῳ, δυναμένων συνεπῶς νὰ προσπορίζωνται ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀσχολιῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀργοσχόλων. Ἂν λοιπόν, λέγω, δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς εὑρίσκομεν ἀνεπαρκὲς ἓν τοσοῦτον ἢ τοσοῦτον ποσὸν ἀποζημιώσεως, πῶς εὑρίσκομεν ἐπαρκῆ τὰ κεκανονισμένα διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπαγορεύομεν ἐν τούτοις νὰ μετέλθωσιν ἄλλα ἔργα, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας των;

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, συνεπληρώθη ἡ ἡμίσεια ὥρα.

§154Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τελειώνω ὅσον οὔπω.

§155Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θέλομεν 100 δρ. δι’ ἀλληλογραφίαν, διότι λαμβάνομεν 40 ἐπιστολὰς τὴν ἡμέραν.

§156Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Λοιπόν...

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ἡ ὥρα.

§158Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλὰ κατηναλώθη μέρος ἐκ διακοπῶν. Αὐτὸ ἂς εἶναι ἡ τελευταία μου διαμαρτυρία.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ὁ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζόμενος χρόνος.

§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ἤμην διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου Βουλευτῶν, τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τοῦ πορίσματος ὅμως τῆς συζητήσεως ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς εἶχον προτείνει. Συνέβη δηλαδὴ εἰς ἐμὲ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, ὅπερ συνέβη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅστις προσυπογράψας τὴν πρότασιν τῶν πολλῶν Βουλευτῶν, δι’ ἧς προτείνεται ποσὸν 5,000 δρ. πρὸς ἀποζημίωσιν βουλευτικήν, κατώρθωσε κατόπιν τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι πολὺ εἶναι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο καὶ ὀλιγώτερον πρέπει νὰ δοθῇ. Τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅσοι ὑπεστήριξαν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος φίλου μου κ. Ῥούφου ὡς καὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη δὲν ἀφήνουσι καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἐπιβάλλεται ν’ αὐξηθῇ, χάριν τοῦ συμφέροντος οὐχὶ ἁπλῶς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ χάριν ἁπάντων, χάριν τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ Κράτους, αὐτῆς τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως, κύριοι Βουλευταί, ἣν κατεῖδον ἐγκαίρως καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή. Τὸ ζητούμενον εἶναι τοῦτο μόνον: ἡ αὔξησις μέχρι ποίου σημείου πρέπει νὰ φθάσῃ, διότι ὑπάρχουσιν ὅριά τινα, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ σταθῶμεν ἐντεῦθεν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλως θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὁρίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολύτως ὀρθοῦ. Ὑπάρχει τὸ ὅριον τῆς ἀναλογίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῆς δαπάνης τῆς διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ τῶν λοιπῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐπαρκῇ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμός. Ὑπάρχει ἐξ ἄλλου ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει, διὰ τὴν παροῦσαν ἀκριβῶς περίστασιν πλέον παρὰ πᾶσαν ἄλλην, ἡ κοινὴ γνώμη τῶν ἐκλογέων ἡμῶν. Διότι εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει ὡραιότερον ἀπὸ τὸ ν’ ἀντιμετωπίζῃ κανεὶς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν πρόκειται ἀκριβῶς νὰ πατάξῃ τὴν δημαγωγίαν, διὰ νὰ συμβουλεύσῃ τὰ ὀρθά, καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκειται νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν δημοτικότητα αὐτοῦ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος (χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, δικαιοῦμαι νὰ νομίζω ἐκ τοῦ παρελθόντος μου ὅτι ἔχω τὸ ἀναγκαῖον θάρρος διὰ τὴν περίστασιν τὴν τοιαύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ θυσιάσῃ τις τὴν δημοτικότητα αὑτοῦ, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ὀρθά, ὁμολογῶ ἐν τούτοις ὅτι αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν δειλίαν ὁσάκις πρόκειται νὰ προκαλέσω τὴν παρεξήγησιν τῆς ἐνεργείας μου ἐκ μέρους τῆς λαϊκῆς γνώμης διὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὰ χρηματικά μου συμφέροντα. Θὰ ἦτο ὡραῖον, κύριοι Βουλευταί, ἂν προσερχόμενοι ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν ἐθέτομεν εἰς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ῥητῶς καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ τῆς πληρωτέας εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ ἀποζημιώσεως. Καὶ ἂν τότε εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ διακηρύξωμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, ὅτι ὤφειλε τὸ ποσὸν τῶν 5000 ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ἢ ἐν τῷ Συντάγματι, τότε θὰ ἐπεδεικνύομεν θάρρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο θάρρος ἀξιέπαινον. Ἀλλ’ ὅταν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐπὶ τῇ βάσει ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, γινόμενοι ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ διάδικοι καὶ δικασταὶ ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ δειλία μου εἶναι μεγάλη καὶ δέχομαι τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν πρώην φίλος μου ἐξήνεγκε κατ’ ἐμοῦ χθές. Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐν τόσῳ μεγάλῃ πλειονοψηφίᾳ ἀποτελεῖται ἀπὸ ὀπαδοὺς τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἦτο θανάσιμον δι’ ἡμᾶς ἁμάρτημα, ἂν παρεβλέπομεν τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐκ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἂν εὑρισκόμεθα εἰς κατάφωρον ἀντίθεσιν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἂν ἐθέτομεν εἰς κίνδυνον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος ἐκ τοιαύτης αἰτίας. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ὥριμος δι’ αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως· εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη θέλει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάφωρον παραβίασιν, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐγίνετο πρὸς σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ θέλει ὥστε νὰ νομιμοποιηθῇ εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ γίνηται. Ἀλλ’ εἶμαι συγχρόνως βέβαιος, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 5000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, εἶναι ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ γνώμη θεωρεῖ ὑπέρογκον (ἐπιδοκιμασίαι). Θὰ προσθέσω ἀκόμη, καίτοι συνεπτυγμένως εἶπον ἤδη τοῦτο πρὸ μικροῦ, ὅτι ὄχι μόνον ἡ κοινὴ γνώμη θεωρεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπέρογκον, ἀλλ’ ἂν ἤθελε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ πασῶν τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐπαρκῇ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμός, ἡ ἀναλογία τοῦ ποσοῦ τῶν 5000 δραχμῶν θὰ ἀπεδείκνυεν ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα καὶ διάδικοι καὶ δικασταί, εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα ἐκρίναμεν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει καὶ ἴδιον συμφέρον, πολὺ ἐλευθεριώτερον παρ’ ὅλας τὰς ἄλλας ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ἐπαρκῇ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμός. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀποζημίωσις εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5000 δραχμῶν. Κατὰ μείζονα λόγον φυσικὰ συνιστῶ νὰ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ζητεῖ καὶ αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλὰ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτοῦ κ. Ἰγγλέση, ὁ ὁποῖος ζητεῖ, ὁσάκις παρατείνονται αἱ ἐργασίαι πέρα τῶν ἓξ μηνῶν, νὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ 400 δραχμὰς ἐπὶ πλέον κατὰ μῆνα, καὶ ταύτην ἀποκρούω, διότι αὕτη ἔχει τοῦτο τὸ πρόσθετον ἐλάττωμα, ὅτι δύναται νὰ δημιουργήσῃ τὴν κωλυσιεργίαν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ἡ παράτασις τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς πέρα τῶν ἓξ μηνῶν διὰ τὴν λῆψιν τῆς προσθέτου ἀποζημιώσεως ἢ διότι θὰ ἐπέτρεπεν ἀθεμίτους συνεννοήσεις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ὁμάδος Βουλευτῶν διὰ τὴν ῥύθμισιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δι’ ἀνάλογον λόγον δὲν συνιστῶ τὴν παραδοχὴν καὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἐκ Νέων Ψαρῶν καὶ ἐξ Ἀρκαδίας, καίτοι ὁμολογῶ ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως προυκάλεσε πολὺ τὴν προσοχήν μου, καίτοι ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἦτο ἡ καλλιτέρα σχετικῶς ἀπὸ πάσας τὰς ἄλλας, τῶν ὁποίων τὴν ἀπόρριψιν συνέστησα πρὸς ὑμᾶς. Εὑρίσκω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι διὰ μερίδα τινὰ ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις διατριβόντων Βουλευτῶν ἠδύνατο ἐπίσης νὰ δοθῇ αἰτία πολλάκις πρὸς παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸ ὅλον Σῶμα, οὔτε διὰ τοὺς πολλοὺς τῶν Βουλευτῶν, οὔτε ἄλλως τε πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν διὰ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης τὰ καθ’ ἡμᾶς μόνον. Πρόκειται νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τοῦ μέλλοντος. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀποκρούω καὶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου κ. Φωτήλα, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν πληρωμὴν πεντακοσίων δραχμῶν κατὰ μῆνα, διότι πάλιν θὰ ἦτο δυνατὴ καὶ ἡ κωλυσιεργικὴ διάθεσις μέρους τινὸς Βουλευτῶν καὶ ἡ ἀθέμιτος συναλλαγὴ μεταξὺ Κυβερνήσεως καί τινων ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἔχων ὑπ’ ὄψει ἀφ’ ἑνὸς τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τῆς χώρας, ἀφ’ ἑτέρου τὴν κοινὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς προτείνων ὅπως πρὸς κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τῆς βάσεως ὅτι οἱ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες Βουλευταὶ ὑποβάλλονται εἰς μικροτέρας θυσίας ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν κατοικίαν των ἔχουσιν ἔξω τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν (χειροκροτήματα). Ἡ ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ δὲν εἶναι μισθός. Εἶναι ἀκριβῶς, ὅπως χαρακτηρίζεται, ἀποζημίωσις πρὸς μερικὴν τοὐλάχιστον ἀναπλήρωσιν τῶν ζημιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ὁ Βουλευτὴς διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἰς πολὺ μεγαλειτέρας θυσίας οἰκονομικὰς ὑποβάλλονται διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν κατοικίαν των δὲν ἔχουσιν ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν Πειραιεῖ, διότι ὁ αὐτὸς λόγος συνηγορεῖ καὶ διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ κατοικοῦντας συναδέλφους. Θὰ προέτεινον ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως τὸ ἄρθρον 75 διατυπωθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ καθήκοντά των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν, οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντες δραχμὰς ὀκτακοσίας ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, οἱ δὲ λοιποὶ χιλίας».

§161ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ πληρώνουσιν ὀλιγώτερον ἐνοίκιον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις;

§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες θὰ λαμβάνωσιν ἀποζημίωσιν 3200 δραχμῶν ἐν ὅλῳ κατ’ ἔτος, οἱ δὲ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κατοικοῦντες — οἱ ὁποῖοι ὅμως, καὶ ἂν πληρώνωσι μικρότερον ἐνοίκιον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των, ὑποβάλλονται προφανῶς εἰς πολὺ μεγαλειτέρας δαπάνας διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν των καθηκόντων παρὰ ἡμεῖς οἱ μένοντες ἐν Ἀθήναις — θὰ λαμβάνωσι δραχμὰς 4000. Συγχρόνως προτείνω, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἡ ἀφορῶσα τὴν παροχὴν ἐξόδων παραστάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, γίνῃ δεκτὴ μὲ τὴν δήλωσιν μάλιστα, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον νῦν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως. Ῥητῶς θὰ προσετίθετο ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἀποζημίωσις θὰ παρέχηται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τοῦτο: ὅτι, ἂν καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρχωσι περιστάσεις, συχναὶ ἴσως, πρὸς σύγκλησιν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, προσῆκον εἶναι ὅμως τὰ τῆς ἀποζημιώσεως νὰ κανονισθῶσιν ἀσχέτως ἐντελῶς πρὸς τὴν σύγκλησιν ἢ μὴ σύγκλησιν ἐκτάκτων Συνόδων διὰ τὴν ἀποφυγὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἂν ὄχι ὁμοίων καταχρήσεων ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δι’ ὑποτιθεμένας καταχρήσεις. Εἶπον ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶναι ἀνάγκη συγκλήσεως ἐκτάκτων Συνόδων, διότι μεθ’ ὅλην τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς τακτικῆς Συνόδου δὲν περιορίζεται πλέον ἐντὸς χρόνου μικροτέρου τοῦ φυσικοῦ βίου τοῦ ἑνὸς ἔτους, εἶναι ὅμως φυσικὸν ὅτι, ὁσάκις πραγματικῶς θὰ λήγωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ παραλείπῃ τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος τῆς κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης, διότι θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ κυβερνητικὰ καὶ διοικητικὰ αὐτῆς ἔργα, ἐὰν περιορίζηται ἐκ τῆς δῆθεν ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς χρησιμοποιήσεως ἀναπληρωματικῶν ἢ ἐκτάκτων πιστώσεων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Εἰς τὴν περίστασιν λοιπὸν ταύτην ἡ σύγκλησις ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ εἶναι χρήσιμος ἴσως, ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ συμβῇ πολλάκις. Παρέλιπον μόνον ν’ ἀναφέρω ὅτι ἡ ἐπικράτησις τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς διαρκείας τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλεται μετὰ τὴν σημασίαν τὴν δικαιοτέραν, ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν τακτικῇ Συνόδῳ διεξαγωγῆς τῶν κυριωτάτων ἔργων τῆς Βουλῆς, οἷα εἶναι ὁ Προϋπολογισμός, ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, ὁ Ἀπολογισμὸς καὶ ἄλλα, ἵνα μὴ εὑρίσκηται ἐνίοτε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην παραβιάσεως διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ συνεπληροῦτο τὸ ἑξάμηνον διάστημα τῆς τακτικῆς Συνόδου, χωρὶς νὰ συμπληρωθῶσιν ὅλα τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐκπληρωθῶσιν ἐν τῇ τακτικῇ Συνόδῳ, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ψήφισις τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Δεχόμενοι τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 75, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν πόρων τοῦ Κράτους παρέχομεν ἀνακούφισιν εἰς τοὺς ἀφιερώνοντας τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην δὲν ἐρχόμεθα εἰς ἀντίθεσιν ἐν ζητήματι, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ παρεξήγησις εἶναι δυνατή. Τοὐναντίον διαρρυθμίζομεν τὰ καθ’ ἡμᾶς κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν κατάχρησιν καὶ κατὰ τρόπον μὴ ἐπιβαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν περισσότερον τοῦ ὅσον ἐπεβαρύνθη ἐν τῷ παρελθόντι, ἐν μέσῳ τουλάχιστον ὅρῳ, διότι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων τοῦ 1899, τοῦ 1903, τοῦ 1907, ὅτε ἐγένετο κατάχρησις ἀναβιβάσασα τὴν δαπάνην εἰς ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον διὰ τὴν Βουλήν. Λέγω τοῦτο, διότι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διατυποῦται ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς πάσας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, δὲν πρόκειται νὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος δύο βουλευτικὰς ἀποζημιώσεις, ἐὰν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅπως συνηθέστατα συμβαίνει κατ’ ἀνάγκην, ἔχωμεν δύο κοινοβουλευτικὰς Συνόδους τῆς Βουλῆς. Ἀποφεύγεται λοιπὸν ἡ πληρωμὴ τῶν διπλῶν Βουλῶν εἰς τὴν περίστασιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ διπλῆς ἀποζημιώσεως εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνεκα διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους γίνονται δύο ἐκλογαὶ καὶ ἔρχονται ἄλλοι Βουλευταί. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν σύνταξιν δὲν ἔχει τὴν θέσιν της πρὸς συζήτησιν ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ· ἡ θέσις της ἀνήκει εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν τῷ ὑπάρχοντι Συντάγματι διάταξιν ἀντίθετον πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Καλομενοπούλου προτεινομένην. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐκεῖ εἶναι ἡ ὥρα ὅπως συζητηθῇ καὶ αὕτη ἡ πρότασις καὶ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τούτου. Ἐτελείωσα τὸν λόγον μου, Κύριοι, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταί, καὶ οἱ ὁμιλήσαντες ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ὑποστηρίξωσι μεγαλείτερον ποσόν, καὶ οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν περὶ τοῦ μεγαλειτέρου ποσοῦ, θ’ ἀναγνωρίσωσι τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ θὰ ψηφίσωσι τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι πρὸς ὑμᾶς. Πρέπει δὲ ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀναίρεσις τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, τοῦ ὁποίου βάσις εἶναι ὅτι αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν θὰ εἶναι προϊὸν τῆς συζητήσεως τῆς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὴν γνώμην ὅτι, ἐπειδὴ ὑπεγράψαμεν μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐχρησίμευεν ὡς εἰσήγησις εἰς τὴν συζήτησιν προτάσεως ὑπογραφείσης προτοῦ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὀφείλομεν ἐκ λόγον κακῶς ἐννοουμένης φιλοτιμίας πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρότασιν. Θὰ ἦτο τοιαύτη ἀντίληψις ἐντελῶς ἀναίρεσις τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς ἡ βάσις εἶναι αὕτη, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ λαμβάνονται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν διεξαγομένην ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ παρακαλέσω ἰδιαίτατα τοὺς φίλους μου, θὰ παρακαλέσω ἰδιαίτατα τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ φιλελεύθερον κόμμα, νὰ μὴ λησμονήσωσι τὸ ἰδιαιτέρως λεπτὸν τῆς θέσεως ἡμῶν. Τὸ εἶπον δίς, τὸ ἐπαναλέγω καὶ τρίτην φορὰν ὅτι εἴμεθα δικασταὶ καὶ διάδικοι, ὅτι ἡ παρεξήγησις εἶναι φυσικωτάτη, ὅτι δὲ ὁ ἐλλοχεύων ἐχθρὸς κατὰ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, καὶ τοιοῦτος δὲν εἶναι εἷς, ἀλλὰ πλείονες, δὲν ἐννοῶ δὲ μόνον τὰ παλαιὰ κόμματα, ἀλλὰ πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἐργάζονται καθ’ ἡμῶν, ἐλλοχεύει, ἵνα δυνηθῇ νὰ πλήξῃ τὸν ἀγῶνα τοῦτον καὶ ματαιώσῃ τὴν ἐπιτυχίαν του (χειροκροτήματα). Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν αἰτίαν ἐδώκαμεν, ὅπως εἰς τοὺς ἀντιπάλους τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν δοθῶσιν ὅπλα καὶ δι’ οὐδεμιᾶς πράξεως ἡμῶν μέχρι σήμερον ἐξωπλίσαμεν τὸν ἐχθρὸν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν βεβαίαν ὅτι, ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα τόσον εὐλόγως ἀνεπτύχθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει ν’ ἀναχθῇ εἰς 5000 δραχμῶν, ἐὰν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἐκανονίζομεν μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρητικῆς ταύτης ἀντιλήψεως, θὰ διεπράττομεν βαρύτατον πολιτικὸν σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἤμεθα ἀσυγχώρητοι ἀπέναντι καὶ τῶν ἐκλογέων ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ προσθέσω ἀκόμη καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον βαθύτατα συναισθάνεται ὅτι ἐκ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος ἐξαρτᾶται αὐτὸ τὸ μέλλον του (χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ἐπευφημίαι).

§163ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, πέντε λεπτά.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δεμερτζῆς.

§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ παραιτηθῇ.

§166ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πληθούσης τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ οὐδεὶς φαίνεται διατεθειμένος ἵνα λάβῃ τὸν λόγον, νὰ γίνῃ ἀμέσως ψηφοφορία. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς παρούσης Βουλῆς θὰ κανονισθῶσι δι’ εἰδικῆς προνοίας, ἡ ὁποία πρόνοια εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ὅτι θὰ ἰσχύσῃ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Θέλω προσθέσει ἀκόμη τὰ τῶν ἀπουσιῶν νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἡ ὑπόνοια, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον δὲν θὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, δὲν θὰ πληρώνηται ἡ ἀποζημίωσις, ἐπεθύμουν νὰ παράσχω τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις καταβάλλεται ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεδρίασεν ἡ Βουλὴ εἴτε εἰς τακτικὴν εἴτε εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Ἑπομένως καθ’ ἕκαστον ἔτος οἱ Βουλευταὶ οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις θὰ λαμβάνωσι 3200 δραχμῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεδρίασεν ἡ Βουλή, οἱ δὲ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις 4000 δραχμῶν. Ἐὰν κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πληρώνονται κατὰ τετραετίαν· μόνον ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν δημοσιεύεται τὸ Διάταγμα, ὅτε ἀποθνήσκει ἡ Βουλή, δὲν λαμβάνεται ἀποζημίωσις. Τοῦτο μόνον συμβαίνει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὅτι ἡ καταβληθεῖσα ἀποζημίωσις χάνεται διὰ τὸ Δημόσιον. Μόνον εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸ τρίμηνον διάστημα, δι’ ὃ ἔλαβον τὴν ἀποζημίωσιν, εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἑπομένως τὸ Κράτος θὰ κερδίσῃ πάλιν ἓν τρίμηνον, τὸ ὁποῖον θὰ καταναλωθῇ διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος.

§167Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ συζήτησις μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ ὑποβολῆς ἐνταῦθα ἀπαντήσεως καὶ παρατηρήσεων, αἵτινες θὰ δείξωσιν ὅτι πάντες εἴμεθα ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους ζητήματος σύμφωνοι καὶ ὅτι μόνον παρεξήγησις ἢ κακὴ ἐκδήλωσις τῶν σκέψεων εἴς τινας ἐγένετο ἐνταῦθα εἰς τρόπον ὥστε νὰ φθάσωμεν νὰ συζητῶμεν περὶ πραγμάτων, περὶ ὧν εὑρέθημεν ἐπὶ τέλους σύμφωνοι. Διότι τί εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐκ νέου ἀνῆλθε τὸ βῆμα; Βεβαίως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὰ τῆς παρούσης Βουλῆς θέλουσι κανονισθῆ δι’ ἰδίας ἀποφάσεως καὶ τοῦτο ἔδει νὰ ἐγίνετο ἐν ἀρχῇ, διότι, ἂν ἐκ τούτου ἐγίνετο ἡ ἀρχή — ὅπως κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἡ ὅλη μου ἀγόρευσις προχθὲς ἔδειξεν, ὅτι τοῦτο εἶχον ἐγὼ ὑπ’ ὄψει, οὐδεὶς ἤθελεν εὑρεθῆ ὅστις νὰ τολμήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς Βουλῆς ταύτης ὡς περὶ Βουλῆς σκεπτομένης περὶ ἰδίων συμφερόντων· διότι, ἂν ἐκ τούτου ἐγίνετο ἡ ἀρχή, δὲν ἠθέλομεν καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ φόβου, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήπως παρεξηγηθῇ ἡ πρόνοια τοῦ συνεδρίου τούτου, μήπως θεωρηθῇ τὸ εὐτελὲς τοῦτο διὰ τὸν σημερινὸν Βουλευτήν, ὅτι σκεπτόμενος διὰ τὰς μελλούσας Βουλὰς ἐσκέπτετο περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων. Καίτοι, προκειμένου περὶ πραγμάτων, ἅτινα εἷς ἕκαστος κανονίζων τὸν βίον αὑτοῦ ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, καὶ ὑπαρχούσης πείρας τεσσαρακονταετίας καὶ πλέον, εἰς οὐδένα εὐσυνείδητον γινώσκοντα τὰ πράγματα καὶ μὴ θέλοντα νὰ διαστρέψῃ τὴν ἀλήθειαν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ὡς ὑπεβλήθη ἐν τῇ τροποποιημένῃ μάλιστα προτάσει τῶν πολλῶν Βουλευτῶν, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς αὐτὰ τὰ πράγματα. Τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλώσας διὰ ποῖον λόγον διστάζει· ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς κοινῆς γνώμης ἐπὶ τούτου, ἐδήλωσεν αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον, ὅτε ὑπέβαλον καὶ τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν πολλῶν Βουλευτῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξαναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ἐφεκτικώτερον περὶ τούτου· καίτοι δ’ ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ ποσόν, ἂν ὡρίζετο, δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολικόν, ἐν τούτοις φροντίζουσα ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἰσορροπίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἀναλογίας πρὸς ἄλλα περιορίζει τὸ ποσὸν εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτὴ ταύτην τὴν ὥραν προέτεινεν. Τὸ παρελθὸν ἀπέδειξε, Κύριοι, ὅτι, δέον νὰ καταβληθῇ πρόνοια, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ Βουλευταὶ ἐνταῦθα νὰ προσέρχωνται καὶ ἐργάζωνται ἄνευ ἀνησυχίας περὶ τὸν βίον, ἄνευ ἀνησυχίας περὶ τῆς οἰκίας καὶ τῆς οἰκογενείας αὑτῶν, ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ ψυχικῇ καὶ διανοητικῇ, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ δίδωνται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ὅσα ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ἀπαραιτήτους ἀξιώσεις ἐλεύσεως, ἐπανόδου καὶ διαβιώσεως ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, μιᾷ τῶν μᾶλλον διὰ τὴν δίαιταν πολυδαπάνων πόλεων, μιᾷ τῶν πόλεων τῶν μικροτέρων μεταξὺ τῶν πρωτευουσῶν, ἀλλὰ καὶ πολυδαπανωτέρων διὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, κατέναντι Ῥώμης, Πετρουπόλεως, Βιέννης, Βερολίνου, ἴσως δὲ καὶ Παρισίων — διότι τοιοῦτον εἶναι, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς αὐτὰς τοῦ βίου τὸ πολυδάπανον ἐν Ἀθήναις ἀκριβῶς διὰ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀναμφισβήτητος, καὶ προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπολογίσωμεν εἰς μίαν ἢ δύο δεκαετίας, ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα πρότερον, ὅπερ δὲ κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν καὶ πάλιν, ἐὰν δὲν κανονίσωμεν ἄλλως τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν. Διότι ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀνάγκη, καί, ἂν δὲν προβλεφθῇ ἡ διέξοδος, θὰ ζητηθῶσι διέξοδοι ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑποβαλὼν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ λόγον τῶν δυνάμεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἃς αὕτη μόνον εἶναι τελείως εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ καὶ προσδιορίσῃ εἰς τὸ ἀκριβές, οὐδεμίαν τὸ κατ’ ἐμὲ ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι, ὅ,τι ἀπεφάσισε, καλῶς ἀπεφάσισεν αὐτό. Θὰ εἴπω πρὸ πάντων ὅτι ἡ διάκρισις, ἥν, εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν ἐλθοῦσα, ἐποιήσατο μεταξὺ τῶν ἐγκαθιδρυμένων ἐνταῦθα καὶ τῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐρχομένων, εἶναι διάκρισις δικαία. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς διακρίσεως ταύτης, ἥτις συνήθως δὲν γίνεται, καὶ ἥτις θὰ ἦτο διὰ λόγους ἄλλους ἐπιθυμητὸν ἵνα μὴ ἐγίνετο, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἀγνοῶ ἐκ ποίας ἰδέας ὁρμηθεῖσα ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐνιαυσία ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ δι’ ὅλου τοῦ ἐνιαυτοῦ διήκουσα. Ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον ἐπέμεινεν εἰς τοῦτο ἀναγκασθεῖσα σήμερον νὰ ἔλθῃ καὶ δηλώσῃ ὅτι ναὶ μὲν οὕτως ὥρισε τὴν Σύνοδον, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ διὰ Διατάγματος νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐργασιῶν. Ἂν ἀπ’ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις εἶχε παρακολουθήσει τὰ τοῦ παρελθόντος καὶ κατίδῃ ὅτι εἶναι ὑπερεπαρκὴς ὁ χρόνος τῶν ἓξ μηνῶν ἐν τακτικῇ Συνόδῳ, ὅπως διεξαχθῶσι τὰ τακτικὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἤθελε θέσει τὸ ἀνώτατον τοῦτο ὅριον τῆς Συνόδου, καὶ ἤθελε δώσει εἰς τὸν Βουλευτὴν 500 δραχ. κατὰ μῆνα ἴσως καὶ μετ’ ἄλλης τινὸς προσθήκης, ἵνα οὗτοι ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ φροντίσωσι περὶ τῶν ἰδίων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠξίωσε νὰ ὁρίσωμεν δωδεκάμηνον τὸ διάστημα. Ποία λογικὴ ὑποστηρίζει διὰ δώδεκα μῆνας νὰ δίδηται τροφὴ ἓξ μηνῶν μόνον; Καὶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι λογικόν, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνεγνώρισεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· διότι, καίτοι θέλομεν ἔχει τὴν Σύνοδον ἐνιαυσίαν, οὐχ ἧττον εἶπεν· ὅτι θέλει κηρύττεσθαι ἡ λῆξις, καὶ τοῦτο τὸ περιπλέον· ὅτι, καίτοι θὰ δίδηται ἡ ἀποζημίωσις ἡ τοιαύτη, θ’ ἀποζημιῶνται ἐν τούτοις καὶ διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἐὰν ἐνόησα καλῶς.

§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, ἀνακαλῶ τὴν παρατήρησιν ταύτην.

§170Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει.

§171ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, περιλαμβανομένης καὶ ταύτης. Ἑπομένως θὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν Σύνοδον, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ κηρύττηται ἡ λῆξις αὐτῆς· διότι, ἀντὶ νὰ συγκαλῆται εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, δὲν ἔχει ἢ νὰ καλέσῃ ὁ Πρόεδρος τοὺς Βουλευτὰς δι’ ἁπλῆς προσκλήσεως, ἵνα ἐκ νέου συνέλθωσι. Διὰ τοῦτο ἐγεννήθη εἰς ἐμὲ ἡ ἀπορία πῶς ἐγένετο λόγος περὶ ἐκτάκτου Συνόδου.

§172Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ διάρκεια τῆς Συνόδου εἶναι πλέον ἀπὸ 3 μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους.

§173ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.— Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκεῖ, ὅπου κατήντησαν τὰ πράγματα—μὴ ἐπεμβαίνων εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς διατυπώσεως, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο, ἢ θέλει τροποποιήσει —, φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιτρέπει μείζονας θυσίας εἰς τὸ μέλλον, δὲν ἐπιτρέπει κατ’ ἀκολουθίαν καὶ εἰς τὸ παρὸν διὰ μείζονα λόγον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, πειθόμενοι εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν αὐτοῦ εἰς τὸ ποσόν, ὅσον εἶναι ὡρισμένον, μετὰ τῆς διακρίσεως τῶν ἐνταῦθα οἰκούντων, δι’ οὓς ἐγένετο ἡ ἐλάττωσις, ἡ λίαν δεδικαιολογημένη διὰ τὴν διάκρισιν τῶν ὅρων τοῦ βίου, ἥτις πρέπει πάντως νὰ κεῖται πρὸ ὀφθαλμῶν. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ στήσῃ ἐνταῦθα τὴν συζήτησιν, ὅπως φθάσωμεν εἰς ταύτην τὴν ἀπόφασιν, ἥτις κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν εἶναι δικαία. Καὶ δὲν πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα λέγονται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἵνα δημιουργῶσι πράγματα, ἀλλὰ νὰ ψηφίσωμεν τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποζημίωσιν. Θέλω δ’ ἐπαναλάβει καὶ τοῦτο πάλιν εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω εἴπει πρὸς αὐτὴν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐν τῇ πρὸ δύο ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορεύσει διατύπωσις, ἣν ἐγὼ ἐνταῦθα, ἔχων ἀνεγνωρισμένα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὰ ἀπαραίτητα, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου τούτου, οἷον εἶναι διατετυπωμένον ἐνταῦθα, τοῦ ἄρθρου 75, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον δραχμὰς τόσας». Εἶχον κατὰ νοῦν, ὅπως βεβαίως εἶχε κατὰ νοῦν καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, ὅτι ψηφίζομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τοῦ μέλλοντος ἄρθρου 75, ἥτις θέλει ῥυθμίσει τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν εἰς τὸ μέλλον· δὲν εἶχον τὸν νοῦν, καὶ βεβαίως δὲν εἶχε καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τὸν νοῦν εἰς τὸ νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀποζημίωσιν. Δὲν ἦτο βεβαίως εἰς τὸν νοῦν τῆς Βουλῆς τοῦτο, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι εἰς τὸν νοῦν τῆς Βουλῆς τοῦτο· διότι, ὅτε ἐνταῦθα γίνεται λόγος περὶ ἐνιαυσίας τακτικῆς Συνόδου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, μὴ γινόμενος καταγέλαστος, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἥτις ἔχει ὡρισμένον προορισμὸν καὶ μετὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ δι’ ὃν συνεκλήθη θέλει ἀπέλθει ἐντεῦθεν, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο· δὲν εἶναι ἐτησία τακτικὴ Σύνοδος ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις εἶναι ὅλως ἐξαιρετικῆς φύσεως Βουλή, ὅλως ἐξαιρετικοῦ προορισμοῦ· καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὰ κατ’ αὐτὴν μόνον διὰ τοῦ τρόπου, ὃν τελευτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι θέλει χρησιμοποιήσει, εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῶσιν. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν νομίσῃ προσῆκον νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Βουλῆς διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, νὰ πράξῃ τοῦτο προκαλοῦσα ἰδίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν πρόκειται τακτικὴ Σύνοδος τακτικῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ βεβαίως ἐν τούτῳ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ πάντα ἥσυχος καὶ μηδὲν νὰ σκέπτηται, μηδὲ νὰ σκοτίζηται, περὶ τῶν λεγομένων δεξιὰ ἢ ἀριστερά, ὅτε ἔχει τὴν βεβαιότητα ὅτι σήμερον οὐδὲν προενόησε περὶ ἑαυτῆς, ἀλλὰ προενόησε μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος.

§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κατέληξε συνιστῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὡς τροπολογίαν τῆς ἀρχικῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετὰ τῶν συναδέλφων μου. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ὅλη ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἦτο καθαρῶς ἀντιπολιτευτική.

§175ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ.

§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἤρξατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μεμφόμενός με διατί; Διότι ἐπὶ δύο ἡμέρας ἀφῆκα νὰ γίνῃ συζήτησις, χωρὶς νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ συζήτησις ἀφορᾷ τὸ μέλλον καὶ οὐχὶ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον, Κύριοι, τὴν γνώμην καὶ ἐξακολουθῶ ἔχων αὐτὴν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν προδικάζει καὶ τὸ μέλλον τῆς πληρωμῆς τῆς παρούσης Βουλῆς, καὶ θὰ εἴπω διατί εἶπον ὅτι, ἂν καὶ προδικάζει τὴν εἰς τὸ μέλλον πληρωμὴν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐν τούτοις ἰδία πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως χρειάζεται ὡς πρὸς τοῦτο, διότι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς παρούσης Βουλῆς θὰ κανονισθῶσι δικαίως τότε μόνον, ὅταν κανονισθῶσιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάρκειαν τοῦ βίου αὐτῆς. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐργασία ἡμῶν κατασταθῇ δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως οὐ μόνον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ τῶν κυριωτέρων σημείων τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναπτύξω πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μέχρι τῆς 8 Ἰουνίου, ὅτε συμπληροῦνται οἱ 6 μῆνες, ὁ συνήθης βίος τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἀποζημίωσις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως 2000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐπὶ 6 μῆνας παραμονὴν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐνταῦθα καὶ διὰ τὴν μετὰ τοιαύτης ἐπιμελείας παρακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ἀποζημίωσις ἀνεπαρκής. Διὰ τοῦτο ἐδήλωσα ὅτι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς παρούσης Βουλῆς θὰ κανονισθῶσι δι’ ἰδίου ψηφίσματος. Ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κανονισμὸς ὁ ὁριστικὸς τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν διὰ τὸ μέλλον, θέλει προδικάσει καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἑπομένως ἡ παρεξήγησις, τὴν ὁποίαν ἐφοβήθην καὶ ἐξακολουθῶ φοβούμενος, ὅπως ψηφίσωμεν ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει θεωρητικῆς μόνον ἀντιλήψεως, ὁ φόβος, λέγω, αὐτὸς εἶναι φόβος βάσιμος. Ἄλλως τε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι ἀγορεύσας προχθὲς μετὰ τόσης πειστικότητος ὑπὲρ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν 4800 δραχ. κατ’ ἔτος ἔσπευσε πρὶν ἢ κατέλθῃ τὸ βῆμα νὰ εἴπῃ ὅτι: Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω, εἶναι σωστὰ καὶ ἅγια, ἀλλ’ ἀκούσατε τί θὰ εἴπῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία γνωρίζει τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ εἶπε τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, προκειμένου περὶ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ γνῶσις τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, διότι ἀρκεῖ εἰς πάντα ἐκ τῶν Βουλευτῶν, πολὺ περισσότερον εἰς τὸν ἐξ ὅλων ἐμπειρότερον, τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, ἡ γνῶσις τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, ἵνα κρίνῃ πῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοὺς ὁποίους ἐπίσης γινώσκει πᾶς τις τῶν Βουλευτῶν, πολὺ δὲ περισσότερον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, πῶς δύναται νὰ ῥυθμισθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης σχετικῆς πρὸς τὸ τρέχον ἔτος, διὰ νὰ κανονίσωμεν αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐφετινῶν πόρων, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν παρὰ πάντα ἄλλον νὰ κρίνῃ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως· ἐξ ἴσου ἠδύνατο ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ κρίνῃ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς παρεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πλανᾶται ἀπό τινων ἡμερῶν καὶ ἐξακολουθεῖ πλανώμενος, πιστεύων ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσηγηθεῖσα τὴν διάταξιν περὶ τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, ὑπέπεσεν εἰς πλάνην τινά, ὅτι ἐκ σπουδῆς ὡρίσθη τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπλανήθη, διότι, ἂν ἀνεγίνωσκεν εἰς σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑφ’ ἡμῶν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιείχετο ἀρχικῶς ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς προσχέδιον, ὑπεβλήθη δὲ κατόπιν μελέτης καὶ πρὸς προσαρμογὴν τῶν καθ’ ἡμᾶς εἰς τὰ κρατοῦντα ἀλλαχοῦ, εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα μᾶς χρησιμεύουσιν ὡς παράδειγμα πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου. Οὐχὶ λοιπὸν ἐκ σπουδῆς ὡρίσθη τοῦτο, ἀλλὰ κατόπιν μελέτης, διότι οὐδένα λόγον ἔχει ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἶναι ἑξάμηνος. Οἱ λαοὶ ἐφρόντισαν ἐγκαθιδρύοντες τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ὅτι ὁ ἀνεύθυνος παράγων, εἰς τὸν ὁποῖον ἐναπόκειται πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τούτων πρὸ τῆς παρελεύσεως ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Τὸ νὰ ὁρίσωσιν οἱ λαοὶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρατήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτῆς πλέον τῶν ἕξ μηνῶν εἶναι κάτι τι ἀκατανόητον. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως καὶ διότι, ἀναγνωρίζοντες ὅτι κατόπιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος πρέπει ὡρισμένα ἔργα τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτελῶνται ἐντὸς τακτικῆς καὶ οὐχὶ ἐκτάκτου Συνόδου, ἐσυλλογίσθημεν ὅτι, ἐὰν ἀφίνομεν τὸ ὅριον τῶν ἕξ μηνῶν, θὰ ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ συμπληροῦται πολλάκις ὁ χρόνος τοῦ ἑξαμήνου διὰ διακοπῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, οὐχὶ ἐπισήμου διακοπῆς μὴ συμπεριλαμβανομένης εἰς τοὺς ἕξ μῆνας, καὶ νὰ μὴ προφθάνῃ ἡ Βουλὴ νὰ συμπληρώνῃ ὅλα τὰ ἔργα αὐτῆς, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀπολογισμός, χωρὶς νὰ παραβιάζηται τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς συγκλήσεως ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι μοὶ ἔκαμε πάντοτε φαιδρὰν ἐντύπωσιν, ὅτε ἔβλεπον εἰς τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα τοῦ Κράτους δημοσιευόμενον Διάταγμα λέγον: κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς τακτικῆς Συνόδου καὶ κηρύττομεν τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Αὐτὸ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τίνα σοβαρὸν πολιτικὸν σκοπὸν εἶχε. Δὲν ἠδύνατο δὲ ἡ διατύπωσις νὰ γίνῃ ἄλλως, τῆς πληρωμῆς δηλ. δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, καταβλητέας κατὰ τριμηνίας, ἀσχέτως ἂν θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἔκτακτος Σύνοδος ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα λήξεως τῶν ἐργασιῶν, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ κυβερνητικὰ καὶ διοικητικὰ αὐτῆς ἔργα μὴ ἔχουσα ἐκ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, παρούσης τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ταῦτα οὕτως ἔχουσι, κύριοι Βουλευταί, ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ θέλει ψηφίσει τὴν πρότασιν ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτήν. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὅπως τὴν ὑπέβαλον, διότι ἰδιαιτέρα εἶναι ἡ εὐθύνη ἡμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ, ἰδιαιτέρα εἶναι ἡ εὐθύνη ἡμῶν, ὅπως μὴ πραχθῇ τι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπερ θὰ ἔδιδεν ὅπλα κατὰ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος εἰς τὸν ἐλλοχεύοντα ἐχθρόν. Θὰ παρεκάλουν τοὺς φίλους μου νὰ μὴ παράσχωσι διὰ τῆς στάσεως αὐτῶν εἰς τὸν ἐνεδρεύοντα ἐχθρὸν ὅπλα, τῶν ὁποίων εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐστερημένος καὶ θὰ μείνῃ ἐστερημένος μέχρι πέρατος τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα).

§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πώπ.

§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι ἐγὼ ἐγγεγραμμένος.

§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐνάτη.

§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10 ἀκριβῶς.

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπὴν.

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.

§183ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διαφωνῶ, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ θεμελιωδῶν συνταγματικῶν ζητημάτων· διαφωνῶ ἀκόμη ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διευθύνει, ἢ μᾶλλον διότι διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐνόμισα, ἕνεκα τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τοῦ πολιτικοῦ μου καθήκοντος, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, ὅτι θὰ ἦτο ἄνανδρον ν’ ἀντιπολιτευθῶ ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, οἷον τὸ συζητούμενον· ἐνόμισα ἀκόμη ὅτι δὲν θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τοὺς τιμίους ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους καὶ ἐγὼ ὁπωσδήποτε ἔχω διεξαγάγει ὑπὲρ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, ν’ ἀντιπολιτευθῶ αὐτόν, συμμαχῶν μετὰ τῆς πιστῆς εἰς αὐτὸν πλειονοψηφίας. Εἶπον τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, οὐδένα δ’ ἔχω λόγον νὰ μετανοῶ ἢ νὰ μεταρρυθμίσω ταύτην, καὶ δὲν νομίζω, ἕνεκα ἐκείνων, ἅπερ εἶπον, ὅτι ὑπῆρχε στάδιον περαιτέρω συζητήσεως. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ προέτεινε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν, ὅπως ὁρισθῇ εἰς ποσὸν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον καὶ δραχμῶν ἑξακοσίων διὰ πᾶσαν ἔκτακτον Σύνοδον. Ἐν τῇ Βουλῇ ὑπεστηρίχθη, ὅπως τὸ ὅλον τῆς ἀποζημιώσεως ὁρισθῇ εἰς δραχ. 5 χιλιάδας. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι προτάσεις, ὅπως ὁρισθῇ τὸ ποσὸν εἰς 4800. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὥρισε τὸ ποσὸν εἰς 4 χιλιάδας. Νομίζω ὅτι σπουδαία διαφορὰ γνωμῶν δὲν ὑπάρχει. Ἡ πλειονοψηφία κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀρθῶς ἐν τούτῳ κατ’ οὐσίαν πράττουσα, θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅμως ὅτι προσήκει συζήτησις, καὶ προσήκει προσοχὴ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, προσοχὴ ἴσως ἐντεταμένη προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ καταβάλληται ἡ ἀποζημίωσις, Φοβοῦμαι, Κύριοι, τὴν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τέσσαρας δόσεις, φοβοῦμαι τοῦτο ἰδίᾳ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου, διότι φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἐξαναγκάσῃ ἴσως ἡ Κυβέρνησις τοὺς Βουλευτὰς νὰ ψηφίζωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ μέτρα αὐτῆς, ἀκολούθως δὲ ν’ ἀσχολῆται ἡ Κυβέρνησις εἰς προπαρασκευαστικὰ τῶν ἐκλογῶν μέτρα ἐν πάσῃ ἀνέσει, ἐν πάσῃ ἡσυχίᾳ, καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐξαναγκάζῃ ἴσως τοὺς Βουλευτὰς μία Κυβέρνησις νὰ ψηφίζωσι νόμους, τοὺς ὁποίους δὲν θ’ ἀποδέχωνται, διότι θ’ ἀπειλῇ μικρόν τινα ἀριθμὸν Βουλευτῶν ὅτι θὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀνάγκης τῶν Βουλευτῶν· αἱ μεγαλείτεραι ἀνάγκαι διὰ τοὺς Βουλευτὰς καὶ μάλιστα τοὺς τὸ πρῶτον ἐκλεγομένους παρουσιάζονται μετὰ τὴν ἐκλογὴν εὐθὺς ἀμέσως καὶ μάλιστα μόλις ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας. Οὐδὲ εἶναι ὀρθὸν τὸ ἥκιστα ἁρμόζον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Βουλευτῶν, διὰ τὴν ἡλικίαν θὰ ἔλεγέ τις αὐτῶν, νὰ φροντίζωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὥστε νὰ μὴ σπαταλῶσι τὰ εἰς αὐτοὺς παρεχόμενα, καὶ νὰ καταβάλλωμεν αὐτοῖς αὐτὰ κατὰ τριμηνίας, μήπως εὑρεθῶσιν ἄνευ πόρων· θὰ ἠδύνατο τις νὰ εἴπῃ μία κατάστασις...

§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κηδεμονίας.

§185ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν ὄχι κηδεμονίας, ἀλλ’ ἀντιλήψεως· ὑπό τινα ἀντίληψιν τίθενται οἱ Βουλευταί. Νομίζω λοιπὸν ὅτι μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὄχι νομίζω, πιστεύω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα αὐτῶν καὶ θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ, ὅπως τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ τῆς ὁριζομένης ἀποζημιώσεως, τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ὀρθὸν εἶναι νὰ δεχθῇ, ὅπως καταβάλλωνται κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου αἱ τρεῖς χιλιάδες δραχμῶν καὶ τὸ ὑπόλοιπον νὰ καταβάλληται εἰς τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας... (Ἀκούονται ψιθυρισμοὶ περὶ τῶν ἐν Ἀθήναις κατοικούντων). Διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις; Οἱ ἐν Ἀθήναις τρέφονται μὲ ἀέρα, ὑπάρχει μάλιστα μία ὡραία ἀντίληψις ὅτι ὁ ἐν Ἀθήναις κατοικῶν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὀλιγωτέραν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸν κατοικοῦντα εἰς τὴν Ὑπάτην, εἰς τὸ Λεωνίδιον, εἰς τὴν Κάρυστον, εἰς τὰ Λαγκάδια τῆς Γορτυνίας. Ὑπάρχει περίεργος ἀντίληψις τοιαύτη, ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν ἔχει, ὡς φαίνεται, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐγὼ ὀφείλω νὰ τὴν σεβασθῶ, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλληται τὸ ὑπόλοιπον τῶν τριῶν χιλιάδων εἰς τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Σύνοδος θὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν ἓξ μηνῶν, θὰ ὑπάρχῃ ἓν ποσόν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας των οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐξηναγκασμένοι ὡς ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ παραμένωσι πέρα τῶν ἓξ μηνῶν. Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ἐκείνου θὰ κρατηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κρατηθῶσι κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος ἀκόμη ὑπάρχει: νὰ μὴ χρησιμεύῃ ἡ ἀποζημίωσις ὡς ὅπλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πολὺ πλέον τῶν ἓξ μηνῶν κρατῇ τοὺς Βουλευτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ἢ μᾶλλον, ἐπαναλαμβάνω, πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ πεισθῇ νὰ προλάβῃ ἀφ’ ἑνὸς τὸν κίνδυνον τὸν πιθανώτατον κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς Περιόδου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ ἀνταποκριθῇ πραγματικῶς εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Βουλευτῶν, τῶν Βουλευτῶν τοῦ μέλλοντος, διότι ἀπεφασίσθη ἤδη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε πάντες εἴχομεν ἐξ ἀρχῆς ὑπ’ ὄψει, ὅτι δι’ ἰδιαιτέρου ψηφίσματος θὰ κανονισθῇ ἡ ἀποζημίωσις τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς ἡμῶν. Περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, λέγω, οὐδεὶς ἀμφέβαλλεν, οὐδεὶς ἐπίστευε τὸ ἐναντίον· ἀλλὰ διαβεβαιῶ τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴν ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν καὶ ἐλέχθησαν σήμερον καὶ χθές, θὰ λεχθῶσι καὶ θὰ γραφῶσι καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, καὶ θὰ λεχθῶσι καὶ θὰ γραφῶσι, διότι δὲν ἐγράφησαν καὶ δὲν ἐλέχθησαν, διότι ἦσαν πεπεισμένοι οἱ γράψαντες καὶ οἱ εἰπόντες ταῦτα περὶ τοῦ ἐναντίου, καὶ δὲν θὰ πεισθῶσι, διότι δὲν θὰ θελήσωσι νὰ πεισθῶσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουσι διευθυνταὶ ἐφημερίδων, οἵτινες νὰ μὴ ἀντιλαμβάνωνται ὅτι συζητοῦμεν περὶ συνταγματικῆς διατάξεως καὶ οὐχὶ ἅπαξ ἡμῖν αὐτοῖς καταβληθησομένης ἀποζημιώσεως, περὶ συνταγματικῆς δὲ διατάξεως, ἥτις ἀφορᾷ τὸ μέλλον. Ἡ κατάκρισις ἡ ἄδικος προέρχεται καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ βαθέος συναισθήματος κακεντρεχείας. Εἶναι φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ μὴ ἀνέχηται ἄλλον τινά, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ ἑαυτοῦ, καὶ ἀφοῦ τοῦτο εἶναι φυσικόν — θαυμάσια τὸ εἶπεν ὁ Δημοσθένης εἰς τὸν «περὶ στεφάνου» λόγον —, φυσικώτερον εἶναι νὰ μὴ ἀνέχηταί τις ἐκεῖνον, ὅστις καὶ φροντίζει ἀκόμη περὶ ἑαυτοῦ, δὲν ὁμιλεῖ δ’ ἁπλῶς. Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, λέγω, ληγούσης ἤδη τῆς συζητήσεως, δὲν ἦτο ἱκανὸν μήτε τοὺς φόβους τῶν μὲν νὰ ἐξεγείρῃ μήτε πόθους ἐπιδείξεως ἄλλων νὰ διερεθίσῃ, διότι εἶναι ἓν πρᾶγμα ἐντελῶς ἁπλοῦν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη ὅτι πάντως ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ ἡμῶν νὰ ἀποφασίσῃ. Ἐν τούτοις θὰ προσῆκε, κατὰ τὸ τέλος νῦν τῆς συζητήσεως, νὰ λεχθῇ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, δοθείσης τῆς ἀφορμῆς καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀνεφέρθησαν καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, πρέπει νὰ κατανοήσωμεν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι μὲν κατ’ ἐξοχὴν ἠθικαὶ ὑποστάσεις, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὑλικαὶ ὑπάρξεις. Δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐναέρια ὄντα, ζῶντα μὲ ἰδανικὰ μόνον, δυστυχῶς, μὲ ποιήματα, μὲ ἀντίληψιν ἀΰλου καθηκοντολογίας καὶ ῥοκανίζοντα ἀέρα. Οὔτε εἶναι τιμητικὸν δι’ ἡμᾶς, διὰ τὴν ἀντίληψίν μας τὴν πολιτικήν, εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι θέσις τιμῆς· ναί, εἶναι θέσις τιμῆς· ἀλλ’ εἶναι καὶ θέσις ἐργασίας· εἶναι θέσις ὄντως μὲ ἰδανικὰ καὶ ἰδεώδη, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνάγκας· ἡ ἀντίληψις μάλιστα ὅτι ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ νομοθέτου, τοῦ ὁρίζοντος τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ ἄρχοντος, εἶναι ἁπλῶς καὶ ἀποκλειστικῶς θέσις τιμητική, θέσις τις οὕτως εἰπεῖν ὑπερκοσμία, εἶναι ἀντίληψις μεσαιωνική, εἶναι ἀντίληψις ἢ ἀριστοκρατικοῦ ἀντιλαϊκωτάτου, ἢ δούλου, ὅστις νομίζει τὸν κύριόν του ὄν τι ὑπέρτερον, ὑπεράνω τῶν ἀνθρώπων, ὑπεράνω τῶν ἀνθρωπίνων ἀναγκῶν, καὶ τῷ 1911 νομίζω ὅτι τοιαύτη ἀντίληψις δὲν προσῆκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ δημοκρατικωτάτου τῶν λαῶν ν’ ἀκουσθῇ.

§186Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας πάντοτε.

§187Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων τὴν ἀρχαιότητα, κύριοι συνάδελφοι; Ἀληθῶς προσήρχοντο αἱ παλαιότεραι ἐκκλησίαι τῶν Ἀθηναίων εἰς τὴν Πνύκα, χωρὶς οἱ βουλευόμενοι νὰ πληρώνωνται. Ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν πολῖται; Οἱ πολῖται ὅλοι οἱ βουλευόμενοι εἰς τὴν Πνύκα, οἱ κατὰ χιλιάδας δικάζοντες εἰς τὴν Ἡλιαίαν, οἱ στρατευόμενοι κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, οἱ μηδέποτε ἐργαζόμενοι. Διατί; Διότι, ἐνῷ οἱ πολῖται ἦσαν ὀλίγοι τινὲς δεκάδες χιλιάδων, τόσαι μάλιστα κατὰ τὴν εὐτυχεστέραν ἐποχήν, εἶχον ἑκατοντάδας χιλιάδων δούλων, οἵτινες εἰργάζοντο δι’ αὐτούς. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχουσι κύριοι καὶ δοῦλοι· εἴμεθα πάντες ἴσοι καὶ ἔχομεν τιμὴν κατὰ τὰς σημερινὰς ἀντιλήψεις τὸ νὰ ἐργαζώμεθα.

§188Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶχον καὶ συμμάχους.

§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶχον καὶ συμμάχους, οἵτινες κατέβαλλον φόρους, εἶχον καὶ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα παρεῖχον προσόδους, καὶ ὅτε τὰ χρήματα ἐκεῖνα δὲν ἐχρησίμευον διὰ τὰς στρατείας, τὰ χρήματα τὰ τέως στρατιωτικὰ ἐγένοντο θεωρικά, καὶ ἀπὸ τότε ἀληθῶς ἀρχίζει ἡ παρακμή, ἀλλὰ διότι δὲν ἤρχισεν ἡ ἐργασία καὶ ἡ ἰσότης, ἀλλ’ ηὔξησεν ἁπλῶς ἡ χλιδὴ καὶ ἡ ἀδιαφορία, ἀφοῦ τὰ πάντα ἐγένοντο ὑπεράφθονα. Ὁ Ἀριστείδης! ἐλέχθη· ὁ Ἀριστείδης ὁ δίκαιος! Ναί, ὁ Ἀριστείδης ὁ δίκαιος, ὁ Ἀριστείδης ὁ δικαιότατος, ἀλλὰ καὶ ὁ στενοκέφαλος Ἀριστείδης, ὅστις ἐξωστρακίσθη, ὅστις ἔπρεπε καὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐξοστρακισθῇ, καὶ εἶναι ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἥτις κατ’ ἐξοχὴν τιμᾷ τὴν ἀντίληψιν τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, ὅστις ἀφῆκε κύριον τῶν πάντων τὸν Θεμιστοκλέα, ὅστις δὲν κατετρίβετο εἰς τοὺς γραώδεις ἐκείνου λογαριασμούς, ἀλλ’ ἐν τῇ μεγαλοφυΐᾳ αὑτοῦ ἀνέλαβε τὸ μέγιστον ἔργον τῆς Ἀθηναϊκῆς, τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς καθ’ ὅλου ἴσως Ἱστορίας καὶ ἔσωσε καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν πολιτισμὸν τοῦ μέλλοντος (χειροκροτήματα). Τοιουτοτρόπως σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν περιπατοῦσι, λέγω, ἐπὶ τῶν νεφελῶν, οὔτε μεταβαίνουσιν εἰς τὰς ἐρήμους ν’ ἀσκητεύσωσιν, ἀλλ’ ἐργάζονται ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας μετὰ τῶν ὁμοίων τῶν καὶ διεξάγουσι τοὺς τιμίους καὶ ἐργώδεις ἀγῶνας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄγουσι τοὺς λαοὺς εἰς τὸ ἀσφαλὲς ἠθικὸν μεγαλεῖον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν. Διότι ἀλληλένδετα εἶναι τὰ δύο ταῦτα. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε ἐνταῦθα ἑκατομμυριούχους ἢ ἀσκητὰς ἢ ἐνάερια ὄντα, ἄλλο τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἡμεῖς, τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, συναισθανόμενοι τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, θέλομεν τιμίους καὶ ἐργατικοὺς ἀνθρώπους· πρακτικοὺς ἀνθρώπους καὶ θετικούς, ὄχι πομφολυγολόγους (χειροκροτήματα).

§190Γ. ΠΩΠ. Πεζότατον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον δὲν θὰ προκαλέσῃ ἐξάρσεις πρὸς τὴν ἰδέαν, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ προκαλέσῃ καὶ συνηγορίας πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν στομάχων. Συνδέεται ἐν τούτοις κυριώτατα πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶναι καὶ οὐσιαστικώτατον, διότι συνδέεται πρὸς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἤδη ἐψηφίσαμεν καὶ τῶν ὁποίων τινὲς ἔχουσιν ἀνάγκην περιφρουρήσεως, διότι θίγουσι βαθύτατα τὴν δύναμιν λαϊκῆς ἐκπροσωπήσεως. Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος ἀπῄτει ἄλλην βάσιν μελέτης. Ἡ μελέτη δὲν ἦτο μόνον ἡ ἀνάγκη τῶν οἰκονομικῶν ἑνὸς ἑκάστου Βουλευτοῦ, ἀνάγκη ἀνωμολογημένη, ἀναμφισβήτητος, ἀφοῦ πρέπει καὶ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ν’ ἀμείβηται, ὅταν εἰς ἀντίκρυσμα παρέχῃ ἐργασίας ἑκατονταπλάσια δυναμένας ν’ ἀποφέρωσι καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξε παρανομία τις ἀξία οὐχὶ κατακρίσεως καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλησαν καὶ οἱ μεταξὺ ἡμῶν τοῦ παρελθόντος ἄνθρωποι νὰ διατυπώσωσι, δὲν εἶναι ἡ παροχὴ μέσων ὑλικῶν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς πέρα τοῦ ὁρίου, ὅπερ ὥριζε τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα. Οὔτε παρεπονέθη ποτὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὔτε παρεξήγησε διότι παρείχοντο χρήματα πρὸς διατροφὴν τῶν ἑκάστοτε μετακαλουμένων ἐδῶ καὶ συγκρατουμένων ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους Βουλευτῶν. Ἐκεῖνοι, ἀτυχεῖς καὶ θλιβόμενοι ὡς πρόσωπα, ἔβλεπον ἑαυτοὺς μοιραίως καθισταμένους ὄργανα τῶν κυβερνητικῶν ἀτασθαλιῶν, αἵτινες ἀπέληγον εἰς ἄγονον ἐπὶ μῆνας συζήτησιν, διότι οὐδὲν νομοθέτημα προσεκομίζετο ἄρτιον καὶ ἄξιον προσοχῆς. Οὐχὶ δὲ κατὰ τῶν βουλευτικῶν ἀποζημιώσεων διεμαρτύρετο ἡ δημοσία γνώμη, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπὶ ματαίῳ παροχὴν χρημάτων εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καταδικαζόμενον ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ὅπως ἀδρανῇ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ καθ’ ὅλον τὸ πολιτικόν μου στάδιον — διότι καὶ οἱ ἔξω τῆς Βουλῆς πολιτεύονται, καὶ ὀφείλουσι νὰ πολιτεύωνται, ἐν τῇ στρατευομένῃ δὲ πολιτικῇ ἀνήκουσιν οἱ ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωνται ἐν τῷ δημοσιογραφικῷ κόσμῳ — μετὰ συμπαθείας πάντοτε ὡμίλησα ὑπὲρ τῶν Βουλῶν. Ἠγωνίσθην δ’ ἐπιζητῶν τὸν σεβασμὸν πάντων πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ κατέκρινον μόνον ἀντιμέτωπος αὐτῶν εὑρεθεὶς πάντοτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθωδήγουν τὸ ἔργον τῶν Βουλῶν εἴτε ἐκπροσωποῦντες τὴν ὑπεύθυνον Ἀρχήν, εἴτε ἄλλως δυνάμενοι νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν Κοινοβουλίων διὰ τῆς ἀσκήσεως ἀνευθύνου ἐξουσίας. Αὐτὴ ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐγίνετο ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξε πρᾶξις ἀνάγκης καὶ δὴ ἀνάγκης ἐπιτακτικῆς πρὸς παροχὴν μέσων διατροφῆς πολλάκις τῶν πενεστέρων καὶ ἀξιοπρεποῦς συντηρήσεως τῶν πλείστων.

§191ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Αὐτό, τὸ δεύτερον.

§192Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως. Καὶ διεμαρτυρήθη πάντοτε ἡ δημοσία γνώμη, οὐχὶ διότι ἠμείφθησαν οἱ Βουλευταί, ἀλλὰ διότι οἱ Βουλευταὶ δὲν εἰργάζοντο ἀμειβόμενοι. Ἐν τῇ διαστροφῇ δὲ τῇ ἐπιτηδείως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀσκουμένῃ περὶ τῶν κυρίως ἐνεχομένων ὅταν αἱ Βουλαὶ δὲν ἐργάζωνται, διεσύρετο τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ δυσπιστήσῃ ὁ λαὸς πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Καὶ σήμερον δ’ ἀκόμη καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἐργασθῇ ἡ Κυβέρνησις αὕτη πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως θὰ ῥιφθῶσι καὶ πάλιν αἱ μομφαὶ ὅτι δὲν θέλει νὰ ὑποβοηθήσῃ ἡ λαϊκὴ Ἀντιπροσωπεία τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα.

§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά.

§194Γ. ΠΩΠ. Εὐτυχῶς εἴς τινα διακοπὴν ὡμολόγησεν ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις διευθύνει τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ εἶναι ἀξία ὄντως μεγίστης σημασίας ἡ δήλωσις αὕτη, διότι κανονίζει καὶ τὴν θέσιν τῆς πορείας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν θέσιν τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπισκοπεῖ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ταύτης.

§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπε πάντοτε.

§196Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεπονέθη ἐπανειλημμένως ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα· τὸ ἐπανέλαβε πλέον ἢ ἅπαξ, ἀναμετρῶν τὰ χρονικὰ διαστήματα ἀνὰ ὥρας, ἡμέρας, ἑβδομάδας καὶ μῆνας· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς ἕνα, ὅστις διευθύνει οἱανδήποτε ἐργασίαν, ν’ ἀναμετρῇ πρὸς τοὺς συνεργάτας αὑτοῦ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον καταναλίσκουσιν ἐπὶ ματαίῳ, διότι οἱ διευθύνοντες δὲν ἀφήνουσι τὰς Βουλὰς νὰ καταναλίσκωσιν, ὅπως πᾶσα ἄλλη ἐργασία, ἐπὶ ματαίῳ τὸν χρόνον αὐτῶν. Διὰ τοῦτο κάμνω τὴν παρατήρησιν ἐκείνην καὶ διὰ τοῦτο ἀποδίδω μεγίστην σημασίαν εἰς τὴν γενομένην δήλωσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀφῆκε τοὺς φίλους αὑτοῦ νὰ παρέλθωσιν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπωσιν ὅσα ἠδύνατο ἕκαστος αὐτῶν καὶ κατ’ ἰδίαν νὰ διατυπώσῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Βουλευτοῦ ἐν Ἀθήναις διαμένοντος καὶ ἀφοῦ ἤκουσε τοὺς φίλους αὑτοῦ, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ τῶν ἐπαρχιῶν Βουλευταὶ 5,000 δραχμῶν, ἵνα ἀποζήσωσιν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἀξιοπρεπῶς, ὑπελόγισεν ὅτι εἰς τὰς 1,000 δραχμάς, πέρα τοῦ ποσοῦ τῶν τετρακισχιλίων, τὰς ὁποίας δίδει, ὑπέκρυπτον οἱ ὀγδοήκοντα ἔντιμοι φίλοι του πρόθεσιν διαρπαγῆς τοῦ δημοσίου πλούτου. Καὶ οὕτω περιέκοψε τὸ ποσόν, ἀλλὰ περικόπτων τοῦτο οὐδὲν ἔπραξεν ὑπέρτερον τοῦ παρελθόντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν ἄλλων ἀνεθεμάτισε πρὸ μικροῦ διότι κατεσπατάλα τὸν δημόσιον θησαυρὸν χωρὶς νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλή. Καὶ προσέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ ἐργάζωνται, ἀλλὰ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης οὐδὲν ἄλλο πράττομεν παρὰ ν’ ἀμείβωμεν ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν τοὺς Βουλευτὰς καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζωμεν αὐτοὺς οὔτε νὰ προσέρχωνται οὔτε νὰ ἐργάζωνται. Ὅταν δ’ ἐν ἡμέραις ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, ὅπως τὸν διαφημίζετε οἱ ἡμίσεις τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πάντοτε ἀπόντες καὶ οὐδέποτε ἐνεφανίσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, φρονῶ, ὅτι ἐνθάρρυνσιν τῆς βουλευτικῆς πλέον ἐνεργείας νομοθετοῦμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φωτισθεὶς καὶ ἐνωτισθεὶς δι’ ὅσων τῷ εἶπον δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ἴδῃ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ μελετήσῃ τί ἐδαπανᾶτο κατὰ τὸ παρελθόν. Εἰς τὰς μακρὰς περιόδους τῆς κωλυσιεργίας τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, ποῖος ἦτο ὁ μέσος ὅρος τῶν δαπανῶν δι’ ἕκαστον Βουλευτήν; Θὰ τὸ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ σεμνῇ δειλίᾳ του πρὸς πᾶσαν σπατάλην εἶπεν ὅτι φαίνεται τώρα γενναῖος εἰς παροχὴν ἀποζημιώσεων πρὸς μὴ ἐργαζομένους Βουλευτάς, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναται νὰ κρύψῃ τὴν λύπην του διότι ἐν τῷ προγράμματι του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν ἀνεκοίνωσε τοῦτο. Ἀλλὰ μήπως τὴν σπατάλην ταύτην ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀνακοινώσῃ διὰ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ; Προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν θεμάτων ἐλησμόνησεν εἰσέτι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἠκούσατε σεῖς, οἵτινες ἤλθετε ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἀνορθώσεως, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν; Ἑπομένως εἶναι εὔλογον τὸ πρῶτον ἀντίκρυσμα τῆς ἀνορθωτικῆς φορολογίας ἔξω τοῦ προγράμματος νὰ εὕρῃ ἀντίρροπον τὴν ἀνορθωτικὴν ταύτην σπατάλην ἔξω τοῦ προγράμματος ἐπίσης. Ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφός μου, ὅστις εἶναι ἀπών, ἐσκέφθημεν πῶς θὰ ἦτο δυνατόν, ὅπως οἱ Βουλευταὶ προσερχόμενοι ἐργάζωνται. Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσωμεν τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τῶν μελλόντων νὰ πληρωθῶσιν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν συγχρόνως μηδέποτε νὰ μείνῃ ἐστερημένη μεγάλου ἀριθμοῦ παρόντων Βουλευτῶν ἡ αἴθουσα αὕτη, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ οὕτως ἔρεισμά τι ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου περὶ ἀπαρτίας, δι’ οὗ ὑπεβιβάσθη ἡ ἀπαρτία εἰς τὸ ἓν τρίτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Οὕτω σκεπτόμενοι ὑπεβάλομεν τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν εὕρισκεν ἐν ἀρχῇ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀπὸ πρώτης ὄψεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀρθὴν καὶ ἀξίαν προσοχῆς. Βεβαίως θὰ εὕρισκε μέχρι τέλους τοιαύτην, ἐὰν ἠσχολεῖτο καὶ κατ’ ἰδίαν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καταστρώσῃ τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς κατεστρώσαμεν. Ἐκτὸς ἐὰν ἀκριβῶς οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐν νῷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι ὑποδείξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ λίαν πιθανόν, διότι εἶναι ὑποδείξεις ἀτυχεῖς (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἡ ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνεύρεσις μέσης λύσεως ἐπὶ τὸν ἀριθμὸν μόνον τῶν δοθησομένων χιλιοδράχμων εἶναι ἐμπειρισμός, ὅστις ὑπενθυμίζει μόνον τὴν περίφημον ἐκείνην ἱστορίαν τῆς πασχούσης γυναικός, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ σύζυγός της μετεκάλεσεν ἰατροὺς καὶ ἔκαμαν συμβούλιον. Ἀπεφάσισαν δ’ οἱ ἀσκληπιάδαι θεραπευταὶ νὰ θέσωσι τριάκοντα βδέλλας ἐπὶ τοῦ αὐχένος τῆς πασχούσης. Ἀλλ’ ὁ πατὴρ σωφρονῶν ἠρώτησε καὶ τὸν υἱόν, ἀσκληπιάδην ἐπίσης, ἄρτι δ’ ἐξ Εὐρώπης ἐπανακάμψαντα καὶ μετ’ ἐμβριθείας παρακολουθοῦντα τὸ συμβούλιον, ἂν εἶχε γνώμην ἄλλην σοφωτέραν. Ὁ δὲ υἱὸς μετὰ μακρὰν σκέψιν εἶπεν, ὅτι μᾶλλον σύμφωνοι πρὸς τὴν περίστασιν θὰ ἦσαν οὐχὶ 30, ἀλλ’ 29 βδέλλαι. Αἱ βδέλλαι προσεκολλήθησαν, ἀλλὰ δὲν ἀνωρθώθη ἡ ἀτυχὴς πάσχουσα (ἱλαρότης). Ἡ ἀνόρθωσις ἔμεινεν ὄνειρον. Ὠνειροπολήσαμεν καὶ ἡμεῖς μετὰ τοῦ συναδέλφου μου βδέλλας, βδέλλας τοιαύτας προσεκολλήσαμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν τὸν ἀνισοσκελῆ καὶ χωλαίνοντα, διὰ τὸν ὁποῖον χρειάζονται τὰ δεκανίκια τῶν νέων φόρων (ἱλαρότης). Ἀλλὰ προσεκολλήσαμεν βδέλλας, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ δώσωσι ζωήν, δὲν θ’ ἀφαιμάξωσι δὲ μόνον αὐτὸν ὅπως θὰ ἀφαιμάξῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμε, καὶ τὰς διαιρέσεις τῶν ἐν Ἀθήναις Βουλευτῶν καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διαμενόντων, ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1909 ὁλόκληρα τὰ δαπανηθέντα ποσά. Ὁ μέσος δὲ ὅρος τῆς δαπάνης δι’ ἕκαστον ἔτος, δι’ ἑκάστην χρῆσιν ἐκτάκτου καὶ τακτικῆς Συνόδου εἶναι περίπου 578,000 δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συμφώνως πρὸς τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐτήρουν εἰς τὴν θέσιν μου καὶ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν ὁποίων ἀφήνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ δαπάναι αὗται στηρίζονται ἐπὶ ἀριθμοῦ 170 Βουλευτῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ἐξ αὐτῶν τῶν 170 Βουλευτῶν ὑπολογίζει ἑξήκοντα διαμένοντας ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν τοῖς περιχώροις, οὗτοι δὲ θὰ λαμβάνωσι 3,200 δραχμάς, αἱ ὁποῖαι πολλαπλασιαζόμεναι ἐπὶ ἑξήκοντα μᾶς δίδουσιν 192,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ 110 Βουλευτὰς τοὺς ἐν ἐπαρχίαις μένοντας, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ἕκαστος 4,000 δρ., μᾶς δίδουσι δὲ 440,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 632,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ δὲ ἡ φαυλοκρατία, τὰ ἐλλοχοῦντα—καὶ οὐχὶ τὰ ἐλλοχεύοντα—ὡς σολοίκως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός—κόμματα, τὰ ἕτοιμα ν’ ἀνατρέψωσι τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα, ἐδαπάνων 570,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἡμεῖς θὰ δαπανῶμεν 632,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ εὑρίσκομεν τὸ ἐλάττωμα τοῦ παρελθόντος, ὅτι αὐτὰ δὲν ἐλαμβάνοντο τότε νομίμως, ἐνῷ ἡμεῖς κατὰ νόμον τὰ αὐξάνομεν. Δηλαδὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατεκρίναμεν, ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ τὰ νομιμοποιήσωμεν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκρίνατε ὡς δεινὰ τοῦ παρελθόντος, ἔρχεσθε νὰ τὰ καταστήσητε συνταγματικὴν διάταξιν. Τοῦτο ἐπράξαμεν προκειμένου περὶ ἀπαρτίας καὶ τοῦτο πράττει καὶ νῦν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν κατόπιν μελέτης καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκ παραβολῶν κατηρτίσαμεν μετὰ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, τίνες ἀριθμοὶ δίδονται; Ἐπὶ 170 Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνωσι 1,800 δραχμάς, ἔχομεν τὸ ποσὸν 306,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ δίδωνται ὄχι ὡς ἀποζημίωσις, ἀλλ’ ὡς χορηγία. Διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὕτως ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς ἀδείας πρὸς ἀποχὴν ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τῆς πιστοποιήσεως περὶ ἀσθενειῶν καὶ ἄλλων ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσθῶσιν ἄνευ μειώσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, θὰ λαμβάνωσι τὴν χορηγίαν ταύτην καὶ προσθέτως δεκαπέντε δραχμὰς ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν, εἰς ἣν θὰ παρίστανται. Οὕτω θὰ ἔχωμεν ἐπὶ 120 Βουλευτῶν, διότι ἡμεῖς δὲν ἐχωρίσαμεν τοὺς ἐν Ἀθήναις μένοντας, θὰ ἔχωμεν 1,500 δραχμὰς δι’ ἕκαστον Βουλευτήν, διότι ὑπελογίσαμεν πάσας ἐκείνας τὰς Συνόδους τῆς Βουλῆς τὰς μᾶλλον κωλυσιεργικὰς ὡς μὴ δυναμένας νὰ περιλάβωσιν ὑπὲρ τὰς 100 συνεδριάσεις. Ἐν γένει δ’ αἱ συνεδριάσεις τῶν Βουλῶν οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰς 120 ἐτησίως διὰ τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους Συνόδους. Ἡμεῖς ὅμως ἐλπίζομεν ὅτι τὸ μέλλον θὰ εἶναι αἰσιόδοξον· δὲν εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι, ὅπως εἶναι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις εἶπεν, ὅτι οἱ μέλλοντες Βουλευταὶ θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐκβιάσωσι τὰς Κυβερνήσεις, ἵνα κερδίσωσι δεκαπέντε δραχμάς. Ὁ Βουλευτὴς αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ εἶναι Βουλευτής, οὐδὲ θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὸ αἴσιόν του αὐτὸ δημιούργημα, τὸ ὁποῖον συνέλαβεν, ὡς ἀπαισιοδοξίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλά, καὶ ἂν οὕτω φρονῇ, ὅτι θὰ τοὺς διαπλάσωσιν αἱ νέαι πολιτικαὶ μέθοδοι, βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔφθασεν εἰς τοσοῦτο καταπτώσεως, ἵνα ἀποστείλῃ τοιούτους ἀντιπροσώπους. Οὕτω θὰ ἔχωμεν 430,000 ἐτησίως μετὰ τὸν λογαριασμὸν τῶν ὅλων ἐν Ἀθήναις ἐργαζομένων Βουλευτῶν. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τούτου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι 146,000 δραχμῶν ἐτησίως, σπατάλη 146,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ἐπὶ μίαν τετραετίαν 584,000. Ἀλλὰ καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ τὴν διατύπωσιν ταύτην ἐγὼ θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ, ἀφοῦ ἐνομίσθη, ὅτι οἱ ἐν Ἀθήναις διαμένοντες Βουλευταὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ συντηρῶνται διὰ τῶν παροχῶν τῶν γενομένων, θ’ ἀποδεχθῶ καὶ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, καὶ θὰ μείνῃ μόνον τὸ ποσὸν τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐπαρχιῶν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνέρχηται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 596,000 δραχμῶν. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν διαφορὰν 236,000 ἐτησίως, δηλαδὴ 994,000 δραχμῶν ἀκριβῶς διὰ μίαν τετραετίαν. Ἤτοι θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν ἑνὸς ἀντιτορπιλλικοῦ. Δὲν τὸ λέγω δ’ αὐτό, διὰ νὰ κτυπήσῃ τὰ χείλη του ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὰ ἐκτύπησε καὶ ὁ ὁποῖος δὲν παρηκολούθησεν εἰς ποῖον σημεῖον ἔχει φθάσει τὸ Κράτος ἡμῶν, ὥστε τὰ ἀντιτορπιλλικὰ καὶ τὰ θωρηκτὰ τὰ προωρισμένα ἡμέραν τινὰ νὰ δράσωσι πέρα τῶν ὁρίων τῶν στενῶν, τὰ ὁποῖα διέγραψε τὸ παρελθόν, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ περιέκλεισε τὸ παρελθὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, ὅτι τὰ θωρηκτὰ καὶ τὰ ἀντιτορπιλλικὰ εἶναι ἕτοιμα ν’ ἀποσταλῶσι διὰ νὰ μεταφέρωσι τὴν σορὸν τοῦ πρώτου εὐγενοῦς συμπατριώτου, ὅστις ἐσκέφθη νὰ διαθέσῃ χρήματά τινα ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν ἔργων.

§197Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀληθῶς ἐστάλη ἓν ἀντιτορπιλλικόν, διὰ νὰ παραλάβῃ τὴν σορὸν τοῦ Κοργιαλενίου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ταφῇ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.

§198Γ. ΠΩΠ. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἑνὸς ἀντιτορπιλλικοῦ ὀφείλετε νὰ μὴ φαντάζησθε ὅτι τὸ λέγω, διὰ νὰ θίξω χορδήν τινα πατριωτικῆς εὐαισθησίας. Τὸ λέγω, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ συνθῆκαι τοῦ οἰκονομικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται ἤδη ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου, ποῖος θὰ εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς τῶν Βουλευτῶν, καθ’ ὃν τρόπον ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ καθ’ ὃν τρόπον ὑπελογίσαμεν ἡμεῖς; Ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς κατὰ τὸ παρελθόν, κατὰ τὰ τριάκοντα ἐκεῖνα ἔτη, ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς ἑκάστου Βουλευτοῦ οὐδέποτε ὑπερέβη τὰς 3400 δραχμὰς ἐτησίως, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀνορθώσεως εἶναι 3800 δρ. δι’ ἕκαστον Βουλευτήν, μὴ ἐργαζόμενον δέ, ἀφοῦ, ὡς εἶναι ἐμφανές, δὲν τῷ ἐπιβάλλεται νὰ ἐργασθῇ διὰ τῆς νέας συνταγματικῆς διατάξεως. Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἦτο ὁ μέσος ὅρος δι’ ἕκαστον Βουλευτὴν δυνάμει τοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον διετυπώσαμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα; Θὰ ἦτο 2800 δρ., δηλαδὴ 1000 δρ. ὀλιγώτερον κατὰ τὸ πρῶτον σημείωμα, 1387 δρ. δι’ ἕκαστον Βουλευτήν, ἐπὶ ἔλαττον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ σήμερον. Καὶ τότε οἱ Βουλευταὶ θὰ εἰργάζοντο ἀναμφισβητήτως, ἡ δὲ ἐργασία τῶν Βουλευτῶν θὰ εἶχεν ἔννοιαν σπουδαιοτάτην. Διότι θὰ προσήρχοντο ἐδῶ καὶ δὲν θὰ ἄφηνον νὰ καταρτίζωνται αἱ ἀπαρτίαι καθ’ ὃν τρόπον θὰ καταρτίζωνται εἰς τὸ μέλλον μὲ 40 καὶ 50 ἀνθρώπους. Θὰ ἤρχοντο ἐδῶ καὶ θὰ εἰργάζοντο, σήμερον μάλιστα, ὁπότε ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται ν’ ἀπασχολῆται πλέον μὲ ἐξελέγξεις ἐκλογῶν, ἐπὶ 50–100 κατ’ ἀνώτατον ὅρον συνεδριάσεις. Ἡ δ’ ἐργασία αὕτη θὰ ἦτο πραγματικὴ παροχὴ ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸν τόπον. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι θὰ ὑπάρχῃ εἷς οἱοσδήποτε Βουλευτής, ὡς κατηγόρησε τοὺς Βουλευτὰς τοῦ μέλλοντος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν Ἀθήναις διαμένων ἢ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐρχόμενος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε διὰ τὸ 15δραχμον αὐτὸ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν παράτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅταν τὰς ἐργασίας τὰς διευθύνῃ ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὃν τρόπον ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ γνωρίζωσι νὰ τὰς διευθύνωσι. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας· ἐπὶ τοιούτων ἀριθμῶν οὓς ἐν γενικαῖς γραμμαῖς διετύπωσα καὶ ἐπὶ τοιούτων μελετῶν ἐστήριξα ταύτην· ἐνόμισα δ’ ἀληθῶς ὅτι παρέχω ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν Βουλευτήν, ὅστις θὰ ἐργάζηται, διὰ δὲ τὸν Βουλευτὴν τὸν μὴ ἐργαζόμενον ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ οὔτε διώβολον πέρα τῶν 1800 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ παρέχωνται ὡς χορηγία αὐτοῦ, λογοδοτῶν ἔπειτα πρὸς τὴν συνείδησιν αὑτοῦ καὶ τοὺς ἐκλογεῖς διὰ τὴν τοιαύτην διαχείρισιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔλαβεν. Αὐτὰ λέγουσιν οἱ ἀριθμοί, αὐτὰ πιστοῦσι τὰ πράγματα. Ἀντιθέτως οὐδεμία μέριμνα λαμβάνεται διὰ τοῦ κυβερνητικοῦ μέτρου, ὅπως οἱ Βουλευταὶ προσέρχωνται, οὐδὲ πρέπει νὰ φαντασθῆτε ὅτι εἶναι ἡ δημοσία γνώμη ἐξεγηγερμένη, διότι πρόκειται νὰ δαπανηθῇ χρῆμα. Ἡ δημοσία γνώμη εἶναι ἐξεγηγερμένη καὶ θὰ ἐξεγερθῇ ἐπὶ πλέον, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὰ χρήματα τῶν μελλουσῶν Βουλῶν καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν ἡμεῖς, δὲν θὰ εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσι σκοπίμως, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐργάζηται καὶ ἵνα πάντες οἱ Βουλευταὶ οἱ δυνάμενοι νὰ ἐργάζωνται παρίστανται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἡ δὲ Βουλὴ αὕτη οὐδόλως εὐθύνεται ἂν παρετάθη τὸ ἔργον ἡμῶν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον. Βεβαίως ἀναγνωρίζομεν ὅλοι τὰς ἀνάγκας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις καὶ βεβαίως πρέπει πρὸς τοσοῦτον ἐργασθέντας νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις, ἀλλὰ νὰ ἐδίδετο καὶ νῦν διὰ τοιαύτης τινὸς μεθόδου. Διότι ἐγὼ δὲν ἐφαντάσθην ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἐργαζόμενοι νὰ μὴ λάβωσιν ἀποζημίωσίν τινα, οὔτε φαντάζομαι ὅτι τοῦτο θὰ ἐμείου καὶ θὰ ἠλάττου τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μειώσῃ τι, θὰ ἐμείου τὴν διαφημιστικὴν μέθοδον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιρρίπτουσι τὰς ἀγόνους συνεδριάσεις εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἐνῷ δύνανται νὰ διευθύνωσι σκοπίμως καὶ ταχέως τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὅμως οἱ Βουλευταὶ ἔρχωνται προθύμως, ὡς ἔρχεσθε πάντες ὑμεῖς, ἢ μᾶλλον ὅταν καταβάλλωσιν ὅλας τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς δυνάμεις των ὑπὲρ τοῦ ἔργου, ὅπερ ἀνέλαβον, βεβαίως οὐδεὶς θὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι θὰ ἐζήτουν νὰ ἀντικρύσωσι τὰς δαπάνας ταύτας, πολὺ δὲ μᾶλλον ὅτε εἶναι γνωστόν, ὅτι πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν εἴμεθα ἐξ ἐπαγγέλματος πολιτευόμενοι, ἀλλὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ὅπως λέγουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, μὴ πλούσιοι, ἐλθόντες ἐνταῦθα. Οὔτε πιστεύει τις ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη διὰ τὸ μέλλον καὶ μόνον συνεζήτησε περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τριήμερον ἤδη. Δὲν θὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἐργάζεται ὡς συγγενὴς γεροντοκόρη, ἡ ὁποία φροντίζει διὰ τοὺς κληρονόμους αὑτῆς, καίτοι ἡ Βουλὴ ἡμῶν παρέχει πλέον καὶ τὴν ἐντύπωσιν γεροντοκόρης ὁλονὲν φθινούσης παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ...

§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀτομική σας ἐντύπωσις τοῦτο.

§200Γ. ΠΩΠ. Ἡ νεαρὰ καὶ σφριγῶσα ἡμῶν Βουλὴ ἀναμφισβητήτως ἤρξατο φθίνουσα παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ. Ἔχει δ’ ἀνάγκην σφρίγους, αἵματος, ζωῆς νέας. Καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγχύσῃ εἰς τὸ σῶμα αὑτῆς ἡ διευθύνουσα κατὰ τὴν ἀποψινὴν ὁμολογίαν τῆς ἰδίας τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς λεγομένη Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως.

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον.

§202ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παριστάμεθα, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν εἰς θέαμα ἀνιαρόν, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυτέραν φράσιν, Βουλῆς ἐκθετούσης ἑαυτὴν ἑκουσίως εἰς τὰ σκώμματα καὶ τὰς λοιδορίας τοῦ τύπου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, Βουλῆς εὑρισκομένης ὑπὸ κατηγορίαν, ὅτι ἀγωνίζεται ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ ὑπὲρ τῶν θυλακίων της. Ἐξ ἀντιθέτου δ’ ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προσεπάθησε καὶ τὸ ἐπέτυχε, Κύριοι, ἀτυχῶς, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν παροῦσαν Βουλήν, καθὼς προσεπάθησε νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ πολύτιμα μέλη, ὡς ἔπραξε καὶ διὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Φωτήλαν. Ἂν τὸ τοιοῦτον θεωρεῖτε ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε, διότι ἐγὼ τὴν κρίσιν μου ἐξήνεγκον ἀπὸ προχθὲς ἀγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς κρίσεως ἑκάστου ἡμῶν, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ρούφου, μετὰ τὴν ἔξοχον καὶ πειστικωτάτην ἀγόρευσίν του καὶ μετὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ κατόπιν ἀγορεύσαντες, μετὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν κατώρθωσα νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου ὅτι εἶναι αὐτοὶ ἐν τῷ δικαίῳ, ἐν τῷ ὀρθῷ, ἐν τῷ σώφρονι. Οἱ λόγοι δὲ εἶναι ἁπλούστατοι· τρία ἐπιχειρήματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ ἀξιότιμοι λαλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: αʹ ἡ ἰσοπέδωσις, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως τῶν 5000 δρ. θὰ φέρωσι μεταξὺ τῶν πλουτοκρατῶν καὶ ἡμῶν. Ἀλλοίμονον εἰς ἐμέ, ἂν νομίζω ὅτι διὰ τῶν χιλίων δραχμῶν, ἃς ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον θὰ λάβω, ἂν νομίζω, λέγω, ὅτι θὰ παλαίσω πρὸς τὸν Κυριακούλην Μαυρομιχάλην· ἀλλοίμονον εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἄρτης, τὸν κ. Σῖμον, ἂν καὶ αὐτὸς νομίζῃ ὅτι θὰ παλαίσῃ πρὸς τὸν κ. Καραπάνον. Τὸ δεύτερον ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξηνέχθησαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῶν 5000 δρ., εἶναι ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ προκαλέσωμεν εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἀγῶνας νέους ἄνδρας, διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἀνορθώσεως, ὅπως τὴν λέγετε, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ ἔργα αὐτῆς. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ καταντήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὥστε οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφασίσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς τὴν ἀμοιβήν, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5000 δρ., τὸ ὁποῖον θὰ λάβωσι, ψηφιζομένης τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἡ τρίτη γνώμη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον κατὰ τῶν κομμάτων ἐκ τῆς θέσεως ταύτης. Τίποτε δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀποδείξωσιν οἱ κ. προλαλήσαντες οὔτε κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσωσιν ὅτι τὰ κόμματα ἐσπατάλησαν διὰ τὸ Σῶμα τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ὑπερασπίσω τὰ κόμματα, καὶ εἶναι γνωστὸν μετὰ πόσου πείσματος ἠγωνίσθην καὶ ἀγωνίζομαι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν οἱ κ. προλαλήσαντες καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές, διότι τρία παραδείγματα μᾶς ἔφερον, καθ’ ἃ ἔλαβον οἱ Βουλευταὶ ζῶντες ἐνταῦθα περισσότερα τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐθέσπισεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, πρόκειται νὰ λάβωσι. Μόνον κατὰ τὸ 1907 δύνανται νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ Βουλευταὶ ὅτι ἔλαβον περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἔπρεπεν. Ἀλλ’ ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ τις ἐξ ἡμῶν· «γνωρίζετε σεῖς, καὶ γνωρίζομεν πάντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας;». Τὴν γνωρίζω βεβαίως ἐκ πικρᾶς πείρας, διότι αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐγένετο αἰτία τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν τῶν ἰδίων τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ δὲν κατηγόρησε τὴν ἐπανάστασιν ὅτι ἦλθε διὰ νὰ λάβῃ γαλόνια, καὶ ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐφαντάζετο αὐτὴν οὕτως Ἑρμαφρόδιτον καὶ ἀποβλέπουσαν μόνον εἰς τὸ νὰ φορτωθῇ γαλόνια; Τίς δὲ θ’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι αὐτὸς ὁ λαὸς αὔριον δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι, ἐνῷ ἐκείνη ἦλθε διὰ νὰ λάβῃ γαλόνια, ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ διὰ πλιατσικολόγημα; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, παρετήρησά τι ἄλλο τὸ ἄξιον προσοχῆς, ὅτι προσετέθη ἕτερον ποσὸν χάριν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν πρέπει ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ παρίσταται ἐν πάσῃ αὐτοῦ τῇ ἀξιοπρεπείᾳ ὡς ἐκπροσωποῦν τὸ ἀνώτατον τῶν συνεδρίων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι ὑμεῖς ὀνομάζεσθε Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως καὶ ὅτι ἐνετάλητε νὰ περισυλλέξητε τὰ ναυάγια, ὅπως προχθὲς εἶπον ἀγορεύων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ δὲ καὶ ὑμᾶς νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεζητήσαμεν ὡς Σῶμα, ἐψηφίσαμεν 17,000 δραχμῶν διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, ὅταν δὲ ψηφίσωμεν ἑτέρας 3000 διὰ τὸ Προεδρεῖον, εἶναι τοῦτο περισυλλογή, εἶναι τοῦτο ἀνόρθωσις ἢ εἶναι σπατάλη; Αἱ περιστάσεις ἄλλα ἀπαιτοῦσιν· ἀπαιτοῦσιν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τοῦ σίτου, αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἔστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλὰ τὰς θυσίας ταύτας, Κύριοι, ἀπὸ ποῖον Κράτος ζητοῦμεν νὰ τὰς λάβωμεν: Πάντες γνωρίζετε ὅτι τὰς ζητοῦμεν ἀπὸ ἓν Κράτος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι εἶναι οἰκονομικῶς κατεστραμμένον, τὰς ζητοῦμεν ἀπὸ ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον καταδέχεται νὰ δέχηται ἐράνους ἀπὸ τὸν Ματσούκαν, διὰ νὰ κατασκευάσῃ πολεμικὰ πλοῖα, ὅπως προασπίσωσι τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, τὰς ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔφθασε μέχρι τοσούτου καταπτώσεως, ὥστε νὰ στέλλῃ ἐπίσημα ἔγγραφα εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν σχολείων διὰ τὰς 37 δρ. καὶ 60 λεπ., τὰς ὁποίας συνέλεξαν χάριν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐκ τῶν Καλάνδων. Ἐκτὸς τούτου ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης εἶπε, καθόσον ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐνταῦθα εἴμεθα δικασταί, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ διάδικοι, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἴμεθα μόνον δικασταὶ καὶ διάδικοι, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ὑπόδικοι καὶ εὐθὺς ἅμα τῇ ἐξόδῳ ἡμῶν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἂν ψηφίσωμεν τὰ προτεινόμενα καὶ δὲν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, θὰ εἴμεθα καὶ κατάδικοι ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ κάτι τι, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ἐν τῇ συνταγματικῇ διατάξει, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐτροποποίησεν, ἥτις μᾶς ὁμιλεῖ περὶ κατοικούντων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τὸ μόνον σημεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω λόγον, εἶναι τοῦτο: τί ἐννοεῖ τοὺς ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντας; περὶ τῶν παροικούντων δὲν θὰ ληφθῇ πρόνοια; Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ μοὶ ὑπενθυμίζει τὴν στιγμὴν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, τὰς εὐχάς, τὰς ὁποίας ψάλλει ἐν τῷ ναῷ ὁ διάκονος «καὶ ὑπὲρ τῶν κατοικούντων, παρεπιδημούντων καὶ παροικούντων ἐν τῇ πόλει ταύτῃ καὶ τοῖς περιχώροις», ἤδη δ’ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος παρακαλῶ τὸν κ. Κουλούμπαρδον νὰ λάβῃ μίαν σκηνήν, ἵνα κατοικῇ πρὸς τὸν Ναύσταθμον ἢ παρὰ τὰ Κέρατα, διὰ νὰ λαμβάνῃ ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν. Ἀκόμη ἐκτὸς τούτου ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακωνίας κ. Μέρμηγκας, ὅτι εὑρισκόμεθα μεταξὺ δύο πυρῶν, μεταξὺ τῶν Συμπληγάδων πετρῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ σᾶς προσθέσω, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει ἡ συνταγματικὴ διάταξις, εἶναι ὅτι συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας ὅτι εἴμεθα μεταξὺ δύο Συμπληγάδων πετρῶν, ἀλλὰ τὸ σκάφος ἡμῶν εἶναι ἡ Ἀργὼ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ σκάφος αὐτὸ ἡ Ἀργώ, σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ψηφισθῇ ἡ διάταξις, θὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης μὲ τὴν πρύμναν συντετριμμένην.

§203Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν σκοπεύω νὰ εἴπω τίποτε περὶ ἀποζημιώσεως, ἐφρόνουν μάλιστα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτήν, ὅπως τὴν ἐχαρακτηρίσαμεν, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ θέμα τοῦτο πρέπει νὰ συζητῆται, ὅταν εἴμεθα μόνοι. Ὁ λαὸς δὲν μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, ἵνα λάβωμεν τὴν ἀποζημίωσίν μας, μᾶς ἀπέστειλεν, ὅπως δώσωμεν τὰς χεῖρας πρὸς ἀλλήλους καὶ ἐργασθῶμεν ἄνευ ἀντιπολιτεύσεως καὶ μὴ εὑρίσκωμεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν κάτι τι, τὸ ὁποῖον νὰ ξεφουρνίζωμεν καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι δῆθεν ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Εἷς εἶναι ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις, ὁ σκοπὸς τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων καὶ οὐδὲν ἄλλο, ἀλλά, ὅταν πέσωμεν ὅλοι κατὰ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος αὐτόν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ αὐτός, καὶ τότε τί θὰ κάμωμεν; Ἔχομεν πλέον λόγον ὑπάρξεως; Λέγω ὄχι. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως ἀπόλυτος νὰ μείνῃ, ἵνα βαδίσωμεν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ βαδίσωμεν (ἐπιδοκιμασίαι). Λυποῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Πὼπ, ὡς ἡ Μήδεια, τὰ ἴδιά του τέκνα ἀντιπολιτεύεται. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ, ποῖοι πρέπει νὰ εἶναι; Πρέπει νὰ εἶναι οἱ πλούσιοι; Οὐχί· πρέπει νὰ εἶναι οἱ μεγάλοι ἄρχοντες; Οὐχί· πρέπει νὰ εἶναι ὁ λαός, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ δοθῇ ἐλευθερία, ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία του ἀποκόπτεται, διότι εἰς τὸν Μαμάκην εἶπον χιλιάκις: δὲν σοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἶσαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διότι ἐγκαταλείπεις τὴν ἐργασίαν σου καὶ ἐγκαταλείπων τὴν ἐργασίαν σου δὲν ἔχεις τὰ μέσα νὰ συντηρηθῇς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ καὶ θὰ εἶμαι ἐδῶ καὶ θὰ μείνω, ἀλλὰ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἔλωσι καὶ ἄλλοι ὡς ἐμέ, πρέπει δὲ νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ ἐργάτης ἐδῶ, διὰ νὰ λογαριασθῇ μαζί μας, διότι λέγει· «ὅλους τοὺς σκούφους τοὺς ἐπήρατε καὶ δὲν ἀφήσατε κανένα δι’ ἐμέ». Πολλάκις εἶπον ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ λαός, διότι τὰ χέρια μου ἔχουσι ῥόζους καὶ ἐγὼ γνωρίζω τί συμβαίνει παρὰ τῷ λαῷ καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι μίαν φορὰν ἀνῆκον εἰς κόμμα, ἀλλὰ δὲν τολμῶ νὰ ὑπάγω πλέον εἰς κόμμα καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μακρόθεν παρακολουθῶ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν, εἶναι ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι θὰ πάρωμεν καὶ θὰ τὴν πάρωμεν ὅλην (ἱλαρότης καὶ χειροκροτήματα). Μολονότι ἀντιπολιτευόμεθα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν εἶναι νὰ δώσωμεν τὰς χεῖρας, καὶ ἂς μᾶς λέγωσιν ὅτι ἤλθομεν διὰ τὰ πλιάτσικα (γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Μὴ γελᾶτε, νὰ κλαίητε, διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ λαός, καὶ ὁ λαὸς θὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ θέλει νὰ παύσωσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν νεκροφάνειαν ζητοῦσι νὰ ἐπανέλθωσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπανέλθωσι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωσι. Καὶ ποῖος εἶπεν ὅτι ὁ λαὸς δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ; Ὁ λαὸς θέλει νὰ πληρώσῃ, διὰ νὰ δύναται νὰ λέγῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους του: δὲν δύνασαι, κύριε, νὰ ἐγκαταλείψῃς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τρέχῃς εἰς τὰς ἐργασίας σου, διότι, ἐὰν εἶχες ἐργασίαν, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃς ἀντιπρόσωπος. Ἐγὼ εἶμαι καθ’ ἡμέραν μὲ τὸν λαὸν καὶ γνωρίζω ὅτι θέλει νὰ πληρώσῃ, διὰ νὰ ἔλθωσι καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ἔχει ἀνάγκην νὰ φέρῃ, ἀλλ’ αὐτοὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας χρειάζονται φράκον, διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ ἀνάκτορα, ἢ διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐνῷ ἄλλοτε ἐπήγαιναν εἰς τοῦ Τσαμτζῆ τὸ χάνι, διότι ἤρχοντο μὲ τὰ ἐγχώρια. Τώρα ὅμως παρουσιάζονται ὅλοι καὶ οἱ ἐγγράμματοι καὶ οἱ πλέον ἀγράμματοι μὲ τὸ φράκον καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἐπαρκέστερον, διὰ νὰ δυνηθῶσι ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας. Τώρα θ’ ἀρχίσῃ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὁ λαὸς καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μας μὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἂν θέλομεν, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ μέλλον, δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ὡς νὰ εἴμεθα ἡμεῖς· πρέπει νὰ σκεφθῶμεν διαφορετικά. Ὁ κόσμος λέγει: συζητοῦσιν οἱ Κύριοι διὰ τὴν ἀποζημίωσίν των. Καθόλου δὲν λέγει τοῦτο· ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν, συζητοῦμεν διὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; καὶ τὸ ἄρθρον ἔχει τὴν ἀποζημίωσιν. (Χειροκροτήματα). Πῶς θέλετε νὰ κάμωμεν; Ἡ παροῦσα Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της πάντα τὰ γεγονότα, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τῆς πατρίδος μας καὶ νὰ εἴπῃ διὰ τὸν ἑαυτόν της νῦν: ἃς μὴ πάρωμεν 4000, ἃς πάρωμεν 3000, ἃς πάρωμεν 2000· αὐτὴ εἶναι μία εὐχή, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσῃ ἕκαστος εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἡ ὁποία δὲν συζητεῖ διὰ τὸν ἑαυτόν της· δὲν ἐννοῶ δὲ διατί νὰ ῥίπτωνται ὅλα εἰς βάρος μας καὶ νὰ λέγωσιν: ἰδοὺ ἡ Ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησίς σου, λαέ, συζητεῖ περὶ ἀποζημιώσεως, καὶ ἔχεις νὰ τραβήξῃς ὅσα δὲν ἐτράβηξες ποτὲ ἕως τώρα, τὸ ὁποῖον εἶναι ψευδές. Λοιπὸν πρέπει νὰ καθαρίσωμεν μαζὶ τὰ πράγματα, καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ δὲν ἐννοῶ διατί νὰ εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι. Εἰς τὰ καθέκαστα δὲν εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, ἐνῷ ἐν τῷ συνόλῳ τοὺς εὑρίσκω ἀντιπολιτευομένους. (Χειροκροτήματα). Κατηναλώσαμεν, μᾶς λέγουσι, τρεῖς ἡμέρας ὁλοκλήρους. Διατί; Διότι θέλομεν νὰ κάμωμεν ὁμιλίας. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ διακόψωμεν πάντες πᾶσαν σχέσιν μὲ τὴν φλυαρίαν (ἱλαρότης).

§204Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή (θόρυβος).

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρόπος τοῦ ὁμιλεῖν.

§206Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐδῶ δὲν φλυαρεῖ κανείς.

§207Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μὴ σφίγγεσαι (ἱλαρότης).

§208Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἐξευτελισμὸς τοῦ Κοινοβουλίου.

§209Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν ἀντιπροσωπεύηται ὑφ’ ἡμῶν, δὲν ἐξευτελίζεται· ὁ τρόπος τοῦ λέγειν εἶναι διάφορος, ἀλλὰ δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν εὐγένειαν. Πρέπει νὰ δώσωμεν πάντες τὰς χεῖρας καὶ νὰ σκεφθῶμεν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ γαλήνῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία θὰ δίδηται εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ εἶναι ἐπαρκής, διὰ νὰ δύνανται οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ πτωχότεροι ἀκόμη νὰ παρίστανται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὐπροσώπως.

§210Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν ὑπογραψάντων μετ’ ἄλλων πολλῶν Βουλευτῶν, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις κανονισθῇ ἐτησίως εἰς 5000 δραχμάς. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν ποία ἡ ἔννοια ἡμῶν τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐν γνώσει διατελοῦντες τῶν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους ἐσκέφθημεν καὶ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν οἱ Βουλευταὶ τῆς παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἰδίως περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ τῶν μελλουσῶν Βουλῶν. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ ῥίψωσιν εἰς ἡμᾶς ἔνιοι τῶν προλαλησάντων, ὅτι δὲν ἀπεβλέψαμεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία θὰ ῥυθμίζῃ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν τοῦ μέλλοντος, ἴσως δὲ ἐπὶ πολλὰς γενεάς, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι τὸ Σύνταγμα θ’ ἀναθεωρηθῇ μετὰ δεκαετίαν ἢ τριακονταετίαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὰς μελλούσας γενεάς. Ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις θὰ ἔχῃ μεγίστην σημασίαν ὡς πρὸς τὴν χροιάν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ Κοινοβούλιον τοῦ μέλλοντος. Δὲν θ’ ἀναπτύξω τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ὑπὲρ τῆς προτάσεως, διότι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν. Βεβαίως ἡ πρότασις ἡμῶν δὲν κανονίζει καὶ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνῃ ἡ παροῦσα Βουλή, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὐτῆς ἦτο, ὅτι ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους θὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ δραχμὰς 2000, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς βʹ τριμηνίας δραχμὰς 1000 καὶ ἀνὰ 1000 εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τῶν ὑπολοίπων τριμηνιῶν, δηλαδή, ἂν ἡ Βουλὴ καὶ δὴ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐργασθῇ μέχρι τῆς 22 Ἰουλίου, θὰ λάβωμεν δραχμὰς 3000, δηλαδὴ θὰ ἐλαμβάνομεν, ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατί κατεκρίθη τοσοῦτον ἡ πρότασις αὕτη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέκριναν ἡμᾶς.

§211Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.

§212Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δὲν τὴν κατέκρινεν ἡ Κυβέρνησις· ἴσως ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι κάπως ὑπερβολικὸν τὸ ποσόν.

§213Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν ἀπέρριψε μετὰ πολλῶν ἐπαίνων.

§214Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Λοιπόν, ἐὰν ἡ Βουλὴ αὕτη εἰργάζετο ἐπὶ ἑξάμηνον, θὰ ἐλάμβανε 3000 δραχμῶν. Κυρίως λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη ἀπέβλεπε καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ τοῦ μέλλοντος. Καὶ ὅταν ἡμεῖς νομοθετῶμεν περὶ τῶν μελλόντων Βουλευτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶμεν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι πρὸς ἴδια τέλη νομοθετοῦμεν; Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἀφοῦ ἡμεῖς κάμνομεν τὴν δήλωσιν ὅτι προκειμένου περὶ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβωμεν ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ν’ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκανόνισαν. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως ἡμῶν καὶ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, διότι ὑπέγραψα τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ ἐξηγήσω αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν.

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.

§216Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εὐλαβοῦμαι τὴν καταπόνησιν τῆς Βουλῆς, καὶ θεωρῶν ἤδη ἐξηντλημένον τὸ ζήτημα παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.

§217Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἅπαντες οἱ ὁμιλήσαντες ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐθεώρησαν προσῆκον ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὸ παρελθὸν τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας, τὸ παρελθὸν ὅμως τοῦτο εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἔπρεπε νὰ τὸ λησμονήσωσιν· ἔπρεπε ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπερηφανεύεται πᾶς Ἕλλην, εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ πρώτου συνταγματικοῦ βίου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν μᾶς διηύθυνον οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς παρέδοσαν ἐλευθέραν τὴν γῆν ταύτην. Ἐὰν λοιπὸν ἀνάτρεχον οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1844 καὶ ἐντεῦθεν, θὰ ἐμάνθανον ὅτι οἱ τότε Ἕλληνες Βουλευταὶ ἐλάμβανον ἀποζημίωσιν μηνιαίως, καὶ ἡ μηνιαία ἀποζημίωσις αὐτῶν ἦτο 250 δρ., ὅτε αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου ἦσαν τοιαῦται, οἵας τὰς γνωρίζομεν. Ἀλλ’ αὐξηθεισῶν τῶν δαπανῶν τοῦ βίου, ἐθεωρήθη προσῆκον διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1857 ν’ αὐξηθῇ καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἡ μηνιαία, προστεθεισῶν πλέον τῶν δραχμῶν τούτων, 750 δρ. ἐτησίως. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἐδίδετο τότε, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος ἦτο 20,000,000 μόνον. Κατόπιν ὅμως αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ηὔξησαν, καὶ κατὰ τὸ 1861 ἔτος ὡρίσθη ἡ μηνιαία ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν εἰς 550 δρ. Ποῦ λοιπὸν ἡ σπατάλη ἡ προτεινομένη διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης; Καὶ κατὰ τί εὑρίσκετε πρόσφορον τὸ ἔδαφος εἰς βάρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως;

§218Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰ εἶπε διὰ σᾶς.

§220Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀπορῶ καὶ διὰ δευτέραν φοράν, ὅταν λέγωνται ταῦτα. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δημοκοπία δὲν ὑπάρχει.

§221Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Λέγω ταῦτα, ἵνα τὰ ἀκούσῃ ὁ Τύπος, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε προσῆκον ὅτι δύναται ἐν τῷ προκειμένῳ ν’ ἀντιπολιτευθῇ τὴν Κυβέρνησιν. Καταλήγων, Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου, καθόσον ἐλέχθησαν πλέον τῶν δεόντων ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὡς ἔχει.

§222ΑΝΔΡ. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ δώσωσι μικράν τινα προσοχὴν μόνον καὶ εἰς τὸν πτωχὸν Μονοκροῦσον. Σήμερον, Κύριοι, ἐκλήθημεν, διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν ἀνορθωτικὸν ἔργον, καὶ δυνατὸν νὰ μὴ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσω τί σημαίνει ἡ φράσις «ἀνορθωτικὸν ἔργον». Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν ἔφθασεν εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν τοιαύτην, ὥστε περιέμενον, ἵνα ἀπὸ τὸν ἀνώτερον ἄρχοντα μέχρι τοῦ τελευταίου ὑπαλλήλου ἐλαττώσωμεν ὅλων τὰς μισθοδοσίας τουλάχιστον ἕως οὗ ἐπαναφέρωμεν τὰ οἰκονομικά μας εἰς καλὴν κατάστασιν. Περιέμενον σήμερον ἀπὸ τὴν διπλῆν αὐτὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νὰ μεταχειρισθῇ πάντα τρόπον, ὅπως ἐπιβάλῃ φόρους εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι, καὶ ἐλαφρώσῃ τὸν ἐργατικὸν λαὸν τὸν πενόμενον, βλέπω δ’ ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐλαφρώσωμεν, Κύριοι, τὸν πενόμενον τοῦτον λαόν, ἐρχόμεθα ἡμεῖς πρῶτοι νὰ δώσωμεν τὸ βάρος τῆς φορολογίας ἐναντίον τοῦ λαοῦ τούτου. Ἐνόμισα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὀρθὸν εἶναι, ὅπως μὴ αὐξήσῃ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις, ἀλλὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἰσχύει, καὶ ἡ ὁποία ἦτο καθωρισμένη εἰς χιλίας ὀκτακοσίας δραχμάς. Τί εἶπεν ὁ Μονοκροῦσος, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς ὑμᾶς; Ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον, τῶν 1800 δραχμῶν, νὰ κανονισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε διὰ μὲν τὴν τακτικὴν Σύνοδον νὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ 1200 δραχμάς, διὰ δὲ τὴν ἔκτακτον 600. Προσέθεσα δ’ ὅτι περιέμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δευτέραν τροπολογίαν τοῦ 75 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἔχοντες ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν ἐτήσιον εἰσόδημα νὰ μὴ λαμβάνωσιν ἀμοιβήν, διότι, καθὼς εἶπον, ἡ θέσις τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶναι χρηματιστική, ἀλλὰ τιμητική. Ἐπειδὴ ὅμως σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσητε διὰ τὸν Μονοκροῦσον, ὡς καὶ ἕτερον συνάδελφόν μου, ὅτι ἡμεῖς σκεπτόμεθα ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ θὰ ψηφισθῇ ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως, ὁμιλοῦμεν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης, θὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι, οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἂν ἐκδώσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἂν αὕτη ἀφορᾷ ἀδιακρίτως εἴτε τὴν σημερινὴν Βουλὴν εἴτε τὰς μεταγενεστέρας, ἐγώ, ἐφ’ ὅσον τυγχάνω Βουλευτής, δὲν θὰ λαμβάνω ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου περισσότερον τῶν 1200 δραχμῶν κατὰ τακτικὴν Σύνοδον ὡς ἀποζημίωσίν μου βουλευτικὴν καὶ 600 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην ἔκτακτον Σύνοδον. Τὴν δήλωσιν ταύτην κάμνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα μὴ τυχὸν ἐκμεταλλευθῶσί τινες λέγοντες ὅτι ὁ Μονοκροῦσος λέγει οὕτω ταῦτα ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς, διότι γνωρίζει ὅτι θὰ ψηφισθῇ ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως. Λοιπὸν σᾶς δίδω τὸν λόγον μου ὅτι δὲν θὰ πάρω περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐδήλωσα.

§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποκρούω ἐντόνως, κύριοι Βουλευταί, τὴν κατηγορίαν ὅτι ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος ἐξέθηκε τὴν Βουλήν. Ἡ συζήτησις, ὅπως διεξήχθη, διεξήχθη μεθ’ ὅλης τῆς σοβαρότητος, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, καὶ ἡ συζήτησις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν, ὅπως ἀναβιβασθῇ ἡ ἀποζημίωσις μέχρι 5000 δραχμῶν, διεξήχθη, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος τιμᾷ ἀληθῶς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν σοβαρότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν καὶ διὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ζητήματος ὑφ’ ἁπάσας τὰς ἐπόψεις. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς φίλους αὐτῆς, ὅπως μὴ ψηφίσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν 5000, ἐξήγησα ἤδη πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν διατί ἀναγκάζεται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καὶ διατί ἑπομένως πέποιθεν ὅτι οἱ φίλοι αὐτῆς θέλουσιν ἀκολουθήσει αὐτὴν εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ὅπως μὴ τεθῇ ἐν κινδύνῳ ἡ τύχη τοῦ ἀγῶνος τοῦ κοινοῦ. Εἴδετε, Κύριοι, κατὰ τίνα τρόπον ζητοῦσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι πλέον οἱ ἀνέκαθεν ἐχθροὶ τῶν νέων ἰδεῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ χθεσινοὶ σύμμαχοι καὶ φίλοι ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐγκατέλειψαν πρὸ μικροῦ ἀκόμη (χειροκροτήματα). Εἴδετε ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς προτάσεως αὑτῶν προτείνουσι δαπάνην, ἡ ὁποία θέλει ἀποβῆ συνήθως μεγαλειτέρα τῆς προτεινομένης διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς, εἴδετε ὅτι ἔρχονται νὰ εἴπωσιν ὅτι βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐργάζεται καὶ ἐργάζεται ἀποτελεσματικῶς, πρέπει ν’ ἀμείβωνται οἱ ἐκτελοῦντες τὰ ἔργα αὑτῶν Βουλευταί. Εἴδετε ὅτι δι’ ἀναδρομῆς εἰς τὸ πρὸ 30ετίας παρελθὸν καὶ διὰ διαρρυθμίσεως τῶν ἀριθμῶν συμφερούσης ἐπεζήτησαν νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς ὡς μέλλοντας καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως ἀκόμη τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ στάσις αὐτῶν ἀκόμη τῶν χθεσινῶν φίλων μας, κύριοι Βουλευταί, ἂς χρησιμεύσῃ, ὅπως συγκρατήσῃ ἡμᾶς ἀπὸ ὀλισθήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἀμέσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιβουλεύονται τὸν ἀγῶνα ἡμῶν. Καὶ κατηγορήθημεν, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον συνιστῶμεν νὰ διαρρυθμισθῇ ἡ ἀποζημίωσις δὲν λαμβάνομεν πρόνοιάν τινα, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ παρουσίαν ἑκάστοτε ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν· διότι ἡ ἀντιπολιτευτικὴ ὁρμὴ δὲν ἀφῆκε νὰ ἀναγνωσθῇ ἁπλῶς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 76, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν ἀμέσως μετὰ τὸ 75 καὶ τὸ ὁποῖον προνοεῖ ἀκριβῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθιεροῦν τὴν παρακράτησιν 20 δραχ. δι’ ἑκάστην ἀπουσίαν Βουλευτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαροῦ, σοβαροῦ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαροῦ συμφέρει τὴν πλειονοψηφίαν τῶν φιλελευθέρων, μετὰ τὴν μακρὰν ταύτην συζήτησιν, νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ ζήτημα ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰς μελλούσας Βουλάς, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς χορηγητέας εἰς τὰ μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς τὸ ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 75 ψηφισθησόμενον ψήφισμα, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς διπλῆς Βουλῆς πλὴν τῆς καταβληθείσης ἤδη ἀποζημιώσεως τῶν δραχμῶν 1800, καταβληθήσονται εἰσέτι διὰ τὴν μέχρις 8 Ἰουλίου νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν δραχ. 1200, ἐξ ὧν δραχ. μὲν 600 τῇ 1ῃ Μαΐου, δραχ. δὲ 600 τῇ 1ῃ Ἰουνίου». Προτείνω, ὅπως εἰς τὰ μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς δι’ ἓξ μηνῶν ἐργασίαν ἐνδελεχῆ, συνεχῆ, ἐργασίαν ἡ ὁποία ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ συνεχισθῇ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον δίμηνον διάστημα, ἐργασίαν ἡ ὁποία κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἐν τῷ παρελθόντι εἶμαι βέβαιος ὅτι σπανιώτατα ὑπῆρξε τοσαύτη...

§224ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτέ, οὐδέποτε.

§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω, λέγω, ὅπως εἰς τὰ μέλη τῆς διπλῆς Βουλῆς καταβληθῇ ποσὸν 3,000 δρ. ἐν ὅλῳ, ποσὸν ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεβάλλετο συνήθως κατὰ τὰ τελευταῖα, ὄχι ἁπλῶς 10, ἀλλὰ καὶ 15 καὶ 20 ἔτη, κατὰ μέσον ὅρον δι’ ἐργασίαν πολὺ μικροτέραν. Πέρα, Κύριοι, τούτου ἐν τῷ ψηφίσματι, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω πρὸς ὑμᾶς, δὲν λαμβάνεται πρόνοιά τις, διὰ νὰ μὴ ἐγερθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην παρεμπίπτουσα συζήτησις, ἡ ὁποία ἠδύνατο ἐπὶ μακρὸν νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ μὴ μᾶς ἀφήσῃ νὰ τελειώσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἱκανῶς μᾶς ἀπησχόλησε. Λέγω τοῦτο, διότι ἀρχικῶς ἐν σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον συντάξει, ἐφρόνουν, ὅπως περιληφθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἡ παροῦσα διπλῆ Βουλὴ ἤθελε κληθῆ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς κατὰ τὸ φθινόπωρον, τότε θὰ κατεβάλλετο πρὸς τὰ μέλη αὐτῆς τὸ ὑπόλοιπον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ διὰ τοῦ ἀναθεωρημένου ἄρθρου 75 κανονιζομένου ποσοῦ, ὑπὸ τὴν ἐν αὐτῷ διάκρισιν, δηλ. διὰ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ θὰ κατεβάλλοντο 200 δρ., διὰ δὲ τοὺς ἐν ἐπαρχίαις 1000. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀπέφυγον νὰ ζητήσω τὴν παρεμβολὴν τοιαύτης διατάξεως, ὅπως μὴ προκληθῇ πρόωρος συζήτησις παρεμπίπτουσα, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ εἶναι πολὺ μακρά. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προσαγάγω πρὸς ὑμᾶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν τῶν μελλουσῶν Βουλῶν, περὶ ὧν ἠσχολήθη κυρίως κατὰ τὰς δύο ἡμέρας συζητοῦσα ἡ Βουλή, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ προτάσεις αὗται θὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ συνεδρίου τούτου καὶ ὅτι θὰ προχωρήσωμεν ὕστερον εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, βέβαιοι ὅτι δὲν παρεσύρθημεν, ὅπως διαπράξωμεν σφάλμα τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐπωφεληθῶσιν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν.

§226Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἀμέσως ἑπομένου 76 ἄρθρου, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο δίκαιον.

§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη διὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ὑπάρχει κύρωσις τῆς διατάξεως αὐτῆς διὰ τοὺς Βουλευτὰς ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο φυσικά, ἀλλὰ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν κατηρτίσθη ἀκόμη;

§228Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ καταβληθῇ ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς 8ης Ἰουλίου.

§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ μάλιστα θὰ εἶμαι συμφωνότατος.

§230ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν γνώμην σας νὰ καταβάλλωνται εἰς τέσσαρας δόσεις; Αὐτὸ εἶναι σημαντικόν.

§231ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Βουλευτῆς Λακωνίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφοβήθη ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν Βουλευτικὴν Σύνοδον δύναται ν’ ἀσκηθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πίεσις πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι φόβος ἀσύστατος, διότι ὁ αὐτὸς φόβος δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς πᾶσαν ἐποχὴν τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου, διότι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπειλήσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ τὴν διαλύσῃ.

§232ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὴν συμφέρει πρωτύτερα, ἀλλά, ἀφοῦ ἔχει παρέλθει ἡ περίοδος καὶ ἴσως τὰ πράγματα τὰ βλέπει δύσκολα, διευθύνει τὴν περίστασιν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τὸ ἕτερον εἶναι σημαντικόν: Βουλευτής, ὁ τὸ πρῶτον ἐρχόμενος ἐν Ἀθήναις, περιβάλλεται ὑπὸ μεγάλων δαπανῶν.

§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βλέπετε ὅτι τὸ πρῶτον ἠναγκάσθητε νὰ ἐγκαταλείψητε, διότι δὲν εἶχέ τινα ἀξίαν, νομίζω δ’ ὅτι καὶ ἡ κανονικὴ καταβολὴ κατὰ ἰσόχρονα διαλείμματα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς Βουλευτὰς εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία κρατεῖ διὰ τὴν πληρωμὴν παντὸς εἴδους ἀποζημιώσεως, ἀκόμη καὶ τῆς βασιλικῆς χορηγίας, ἡ ὁποία, καίτοι ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγράφεται ἐφάπαξ, καταβάλλεται μηνιαίως, ὅλαι δ’ αἱ ἀντιμισθίαι καταβάλλονται κατὰ χρονικὰ διαστήματα. Ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας τινὰς νομιμωτάτας, φυσικωτάτας, ἐκτὸς τῶν παρανόμων, αἱ ὁποῖαι τυχὸν καταβάλλονται ὑπό τινων, ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοῦτο κατ’ ἄλλον τρόπον. Κατὰ τὸ διάστημα δέ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ἐργάζηται, θὰ ἔχῃ ἀνάλογόν τινα ἀνακούφισιν ἀπὸ τὰ καθ’ ἡμέραν βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ ὑφίσταται. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, θὰ ἐπρότεινον, ὅπως τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος τούτου ψηφισθῇ μετὰ τὸ ἄρθρον 76, ἵνα περιλάβῃ καὶ ἡ διάταξις αὕτη τοὺς δύο μῆνας, οἱ ὁποῖοι ὑπολείπονται ἀκόμη.

§234Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω ἀπάντησιν ὀλιγόλογον, ἀναμφισβητήτως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθιξε δύο σημεῖα τῆς ἀγορεύσεώς μου οὐσιωδέστατα: εἰς τὸ 1ον σημεῖον ἠμφεσβήτησε τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν ὑπολογισμῶν, οἵτινες ἐγένοντο. Ὅταν λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μελετήσῃ καλλίτερον τὰ πράγματα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀνεύρῃ ὅτι διὰ τῆς ἡμετέρας τροπολογίας ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς τῶν Βουλευτῶν ἦτο 2.300 δρ. ἐτησίως ἀπέναντι 3.600, τὰς ὁποίας κατὰ μέσον ὅρον μὲ τὰ πρόστιμα καὶ ὅλας τὰς ποινὰς θὰ ἐπιβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ, οἵτινες θ’ ἀπουσιάζωσιν, ἀλλὰ συγχρόνως ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη, ἡ ἐπὶ πλέον, ἥτις θὰ δώσῃ τὸν μέσον τοῦτον ὅρον, θὰ κατεβάλλετο εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰργάζοντο. Καὶ οὗτος ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς καὶ τοῦτο ἦτο ἡ ἀφορμή, ἥτις προυκάλεσε τὴν παρατήρησίν μου ἐκείνην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθιξε καὶ θέμα τι καθαρῶς πολιτικόν. Ὡμίλησε περὶ ἡμῶν, οἵτινες εὑρισκόμεθα ἐκεῖ καὶ ἤμεθα εἰς ἐγγύτατον παρελθὸν σύμμαχοι καὶ συμμαχηταὶ αὐτοῦ, ἴσως ἔν τινι εἴμεθα καὶ πρόδρομοι αὐτοῦ. Ἡμεῖς δὲ ἀκριβῶς αἰσθανόμεθα ἢ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν βαθύτερον τὴν εὐθύνην, ἀκριβῶς διότι ὑπήρξαμεν πρόδρομοι τοῦ ἀνορθωτικοῦ τούτου ἀγῶνος, διότι, ἂν ἡ ἀποτυχία βαρύνῃ κατά τι ἐκείνους, οἵτινες ἡγοῦνται αὐτοῦ, θὰ βαρύνῃ βαθύτερον ἡμᾶς, οἵτινες ἐπὶ 10 συναπτὰ ἔτη ἀγωνιζόμενοι, καθ’ ὃν τρόπον ἠγωνίσθημεν, εὑρέθημεν ἀντιμέτωποι πάντοτε κατὰ τῆς λαϊκῆς ὁρμῆς, ὡς ἀντιμέτωποι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς λαϊκῆς ταύτης ὁρμῆς, ἥτις ἀκολουθεῖ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος ὑμῶν. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἀπεδειλιάσαμεν, διότι ἡ ἰδέα ὡδήγει τὸ ἔργον ἡμῶν, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀντιμετωπίζομεν τὰ ῥεύματα τῆς δημοσίας γνώμης, διότι ἡμεῖς πρὸς τὴν ἰδέαν καὶ διὰ τῆς ἰδέας βαίνομεν. Ἤθελον δὲ προκαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὡμίλει περὶ ἐγκαταλείψεως, νὰ εἴπῃ ἐν συνειδήσει, ἂν εἶδέ τι, πλὴν τῆς μεταβολῆς τῶν προσωπικῶν παρατηρήσεων, μεταβολήν τινα ἐν τῷ ἔργῳ καὶ τῇ πορείᾳ ἡμῶν, ἥτις καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ αὐτὴ πάντοτε συνεχίζεται ἀπὸ 10ετίας ἀπαρεγκλίτως, ὡς πρὸς πρόσωπα καὶ πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ σύρωσι καὶ δελεάσωσι καὶ κατὰ τὴν 10ετίαν τὴν παρελθοῦσαν διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων κατερρίπτοντο αἱ ἰδέαι καὶ δι’ ὧν ὡδήγησαν τὴν χώραν ἡμῶν πρὸς ἐπανάστασιν. Εἶναι ἀληθὴς τιμὴ πολιτικὴ ἐκείνου, ὅστις ἐρχόμενος μόνος αὐτὸς μὲ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, τὴν οὐδέποτε ἐγκαταλειφθεῖσαν ἀντιμετωπίζει πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην, ἐπικαλεῖται αὐτὴν καὶ λέγει: «Ἀκολούθησον, διότι σὺ καθ’ ἑκάστην μὲ παρακολουθεῖς καὶ μὲ βλέπεις ὅτι ὄντως δὲν ἐξῆλθον τῆς ἰδέας ταύτης». Καὶ βεβαίως τὸ κόμμα τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρωτειργάσθη, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς πρόδρομος τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεως τοῦ ἀρχηγοῦ ὑμῶν, τὸ κόμμα αὐτὸ παραμένει πιστὸν εἰς τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ὥστε νὰ γνωρίζω ποῖοι εἶσθε ἐξ ὑμῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἀκόμη χρόνου δὲν εὑρίσκεσθε ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεσθε τώρα, διότι ἀλλαχοῦ ἦσαν αἱ συμπάθειαί σας αἱ ἀτομικαὶ καὶ αἱ ἰδέαι ὑμῶν, ἀφοῦ καὶ μεταξὺ τῶν παρακαθημένων ἐν τοῖς ἑδωλίοις τούτοις πρὸ μικροῦ ἀκόμη τινὲς εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ὁ πολιτικὸς ἡγέτης ὑμῶν δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ ἡγέτης τῆς ἀνορθώσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς ἀνορθώσεως θὰ ἦτο ἐκεῖνος καὶ μόνος, ὅστις θὰ ἐπραγματοποίει τὴν ἰδέαν, τῆς ὁποίας ἐγὼ παρίσταμαι πραγματικὸς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης στρατιώτης. Ὅτε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἡγούμενος τοιαύτης πλειονοψηφίας ὁμιλεῖ περὶ ἐγκαταλείψεως τῶν ἀρχῶν αὑτοῦ, ἤθελον ἐρωτήσει ὑμᾶς, τοὺς γνωρίζοντας τὰς ἰδέας τὰς πολιτικὰς τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, τὰς ὁποίας εἰσηγεῖται ὁ νῦν προεδρεύων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ προεδρεύων τοῦ κόμματος ὑμῶν, νὰ μοὶ εἴπητε ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι του αἱ πολιτειακαὶ καὶ ποῖαι αἱ ἰδέαι του αἱ πολιτικαί. Ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐγκατέλειψα καὶ σεῖς τὰς ἠσθάνθητε διοχετευομένας ἐμπράκτως ὑπὸ τὴν ἐμφάνισιν τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως; Παρέλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀναπτύξατε τὰς ἰδέας ταύτας. Δὲν τὰς γνωρίζετε, διότι, ἐὰν τὰς ἐγνωρίζετε, εἰς τὴν παρατήρησίν μου ὅτι τὰς ἰδέας ταύτας ἀκολουθῶ, ὠφείλετε νὰ μὴ διαμαρτύρησθε, ἀλλ’ ὠφείλετε ὅπως ἀποδείξητε ὅτι ὄντως δὲν τὰς ἀκολουθῶ, διότι ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω πᾶσαν στιγμὴν ὅτι ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν δὲν ἀκολουθεῖ τὰς ἰδέας ἐκείνας, αἵτινες τὸν ἔφερον μέχρις ἐδῶ καὶ ἀπετέλεσαν τὴν πρώτην κραυγὴν τῆς ἀνάγκης ὅπως ἔλθῃ ἀνορθωτὴς τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Βλέπω τὸ ἐπαφρόδιτον μειδίαμα νεοφωτίστου θιασώτου τῶν νέων ἰδεῶν, τὸ ἐπαφρόδιτον μειδίαμα τοῦ πολιοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αἰσθάνομαι ὅλην τὴν ἀνακούφισιν τῆς ψυχῆς του διότι εὑρίσκεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀνομολογῇ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται κομμάτων, ἀλλὰ δὲν ἐτήρησαν τὰς ἀρχὰς αὑτῶν. Εἶναι πάντοτε ἡ μοχθηρία, ἔστω καὶ τῶν συνεργατῶν, ἀνθρώπινον δεινόν, καὶ ἐπιχαίρει ἀνακουφιζόμενος, βλέπων ὅτι ἤλλαξεν ἰδέας διὰ νὰ γίνῃ Ὑπουργός, ἀλλ’ ἤλλαξε καὶ ἄλλος ἰδέας, διὰ νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπίστευον εἰλικρινῶς ἐγώ, ὅστις ἀπὸ καθήκοντος παρηκολούθησα τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ στάδιον, ὅτι ἅπαξ ἐκτραπεὶς τῶν φιλελευθέρων αὐτοῦ ἀρχῶν, εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1899 ἐν Κρήτῃ, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ ὁποίου ἐγίνετο μνεία περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως τὰ Κοινοβούλια οὐδεμίαν λέξιν ἔχωσιν, ἵνα στηρίζωνται Κυβερνήσεις, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ μόνης τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἐπίστευον, λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δεινῶς πληρώσας τὸ ἁμάρτημα τοῦτο κατὰ τῆς ἀληθείας τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐλευθεριῶν, μετὰ τὸ πάθημά του θὰ ἐγίνετο ὄντως καὶ ἰατρός, μὴ λανθανόμενος οὔτε ἐν τῇ διαγνώσει τῶν παθημάτων οὔτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς θεραπείας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ δίδαγμα ἐκεῖνο δὲν ἐτελεσφόρησεν. Ἐτελεσφόρησε μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἐμφανισθῶσι τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν νέαν μορφήν, ἐτελεσφόρησε μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο ἡ κραυγὴ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἡ κραυγὴ τῆς ἀνορθώσεως νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν ἐδιδάχθη τότε ὅτι εἷς ἡγεμονικὸς βλαστὸς εὑρισκόμενος ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ εἰς τὴν ἔμμονον ἰδέαν τῆς ἀπολυταρχίας ἠνάγκασε μετά τινα ἔτη τὸν σύμβουλόν του καὶ εἰσηγητὴν τῶν ἰδεῶν ἐκείνων τῆς ἀπολυταρχίας νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, καὶ ἀργότερον μετά τινων ἐγκρίτων πατριωτῶν ἀνήρχετο πρὸς τὰ ὄρη ἐπαναστάτης τῶν νέων τούτων ἰδεῶν. Καὶ τὸν ἐρωτῶ: ἡμεῖς, οἵτινες, περιφρονηταὶ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐξουσίας, καθ’ ὃν τρόπον ἐννοοῦντο εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα τοῦ παρελθόντος, περιφρονηταὶ τῆς ἰσχύος, ἥτις εἶναι ἐφήμερος, ὅταν δὲν εἶναι ἰσχὺς τῆς ἰδέας, δὲν εἴμεθα ἄξιοι τιμῆς, ἂν καὶ πλανώμενοι, ἐμμένομεν εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, καίτοι βλέπομεν ὅτι μᾶς ἐγκατέλειψεν ἐν τῷ ἀγῶνί μας ἰσχυρὸς πρωτεργάτης τῆς εὐγενοῦς ἰδέας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ἰδεολόγοι ἴσως ἡμεῖς, ἱπτάμενοι ὑπὲρ τὰ κοινά, ἀλλ’ ἱπτάμενοι μὲ ὄνειρα καὶ ἐλπίδας ἐποθήσαμεν νὰ ἴδωμεν Κράτος ἰσχυρὸν καὶ μεγάλην πατρίδα; Ἐρωτῶ ποία ἦτο τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου τοῦ 10ετοῦς, τὸν ὁποῖον ἔρχεται νὰ καταγγείλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν, ἡ ἀμοιβὴ ἡμῶν; Ἡ ἔχθρα ἡ σύσσωμος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τοῦ ἰσχυροῦ. Δὲν ὑπῆρξε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δυναστεία ἐμὲ καὶ μόνον εὗρεν ἐδῶ ἐχθρικῶς διακείμενον, διότι ἤμην εἰς στιγμάς τινας μόνος ἐγὼ ἐχθρός; Δὲν ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις ἐνισχύων ἐν τῇ ἀληθείᾳ τὸν ἄνδρα τοῦτον εὑρέθην πάντοτε ἀντιμέτωπος πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, διότι ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἐμαχόμην, ὥστε ἄλλοτε καὶ ὁ σεβαστός μοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ. Δραγούμης νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐάν ποτε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ μορφὴ ἐπρόκειτο ν’ ἀποτυπωθῇ, θ’ ἀνεύρισκε μίαν ἐκ τῶν ὀλίγων μαχητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐγκαταλιπόντες τὸν ἀγῶνα ἡμῶν; Ἀλλ’ ἡ ἐγκατάλειψις, ὡς τὴν ἐννοεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, εἰθίζετο πολλάκις κατὰ τὸ παρελθόν. Ἄλλοτε ἐγκατελείποντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔμενον ἔξω τῆς ἀρχῆς. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τὸ ἀνέκδοτον τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, τοῦ μεγάλου τούτου τῆς Ἑλλάδος πολίτου, ὅταν Βουλευτὴς ἐξ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπεθύμουν νὰ ἴδωσιν ἐμμονὴν εἰς μόνα τὰ θέλγητρα τῆς ἐξουσίας, εἶπεν ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου συναντώμενος πρὸς τὸν ἀείμνηστον γέροντα, πεσόντα τῆς ἀρχῆς: «Τί σοῦ ἐκάμαμε, Ἀλέξανδρε, νὰ μᾶς ἐγκαταλείψῃς;». Διότι ὁ Ἀλέξανδρος ἔπαυσε νὰ εἶναι Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ὁ φίλος ἐκεῖνος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐγκαταλείψεως, καὶ ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἰδεῶν ἐγίνετο ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς τοῦ φυράματος ἐκείνου, οἵτινες ἀντεμετώπιζον διὰ τοιαύτης αὐθαδείας τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον, δυστυχῶς ἐν τῷ ἀνορθωτικῷ ἀγῶνι ἡ ἐγκατάλειψις δὲν γίνεται ἀπὸ τοὺς Βουλευτάς, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς τοὺς Πρωθυπουργοὺς τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τίθενται εἰς ψηφοφορίαν αἱ διάφοροι τροπολογίαι. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λ. Ῥούφου Κανακάρη ἔχουσα οὕτως: «Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν ἐκ δραχμῶν πεντακισχιλίων κατ’ ἔτος. Ἐν περιπτώσει δ’ ἐκτάκτων Συνόδων οὐδεμία ἀποδίδεται αὐτοῖς πρόσθετος ἀποζημίωσις ἢ ἔξοδα».

§236Λ. Ρ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὴν συνεχώνευσα.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Γαϊτάνου, Ἀλάζου, Κλάδη, Μανέτα, Τριγγέτα, Κοντομιχάλου, Σφακιανάκη, Χαριτάτου, Ῥούφου Κανακάρη, Φωτήλα, Βάρδη, Μαλασπίνα. Ἡ τροπολογία αὕτη, ἐπειδὴ εἶναι προσθήκη, θ’ ἀναβληθῇ διὰ τὸ 76ον ἄρθρον. Τροπολογία τοῦ κ. Σομμαρίπα ἔχουσα οὕτως: «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἐν ἀρχῇ μὲν ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου δραχ. χιλίας διακοσίας, εἰς τὸ τέλος δ’ ἑκάστου μηνός, οἱ μὲν κατοικοῦντες ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δραχμὰς ἑκατὸν πεντήκοντα μηνιαίως, οἱ δὲ ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν ἀνωτέρω δήμων, ἀλλ’ ἕνεκεν τῶν βουλευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων διαμένοντες ἐν Ἀθήναις, δραχμὰς τετρακοσίας. Ἡ ἀποζημίωσις ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου ἑκάστου Βουλευτοῦ καὶ λήγει τὴν ἑπομένην τῆς λήξεως τῆς Περιόδου ἢ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς μηνιαίας ἀποζημιώσεως κρατοῦνται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου Ταμείου δραχμαὶ μὲν 5 ἐκ τῶν ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατοικούντων Βουλευτῶν, δραχμαὶ δὲ δεκαπέντε ἐκ τῶν λοιπῶν τῶν ἐκτὸς τῶν περιφερειῶν τῶν ἀνωτέρω δήμων κατοικούντων δι’ ἑκάστην κατὰ συνεδρίασιν λυομένην ἐλλείψει τοῦ πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἀπουσίαν».

§238Σ. ΣΟΜΜΑΡΙΠΑΣ. Τὴν ἀποσύρω. Τροπολογία τοῦ κ. Κοντογούρη ἔχουσα οὕτως: «Ἡ Βουλὴ δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου χορηγίαν ἴσην πρὸς τὴν βασιλικὴν τοιαύτην. Ἡ ὅλη χορηγία, καταβαλλομένη εἰς δύο δόσεις κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου, κατανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐξ ἴσου, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς λαμβάνοντος τὸ διπλάσιον τῆς ἀναλογίας ἑκάστου Βουλευτοῦ. Ἐν περιπτώσει λύσεως τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἐνεργεῖται εἰκοσιπεντάδραχμος κράτησις ἐκ τῆς χορηγίας τῶν ἀπουσιασάντων Βουλευτῶν. Συμπληρωματικὴ χορηγία δι’ ἔκτακτον Σύνοδον δὲν δύναται νὰ δοθῇ». (Ἀπορρίπτεται.) Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἀποσύρεται κατόπιν τῆς νέας ὑποβληθείσης τροπολογίας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Βοζίκη καὶ Πὼπ ἔχουσα οὕτως: «Ἡ βουλευτικὴ κατ’ ἔτος χορηγία ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 1800. Δι’ ἑκάστην δὲ συνεδρίασιν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταὶ πρόσθετον ἀποζημίωσιν δραχμῶν 15, ἐξακριβουμένης συμφώνως τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς τῆς παρουσίας αὐτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως». (Ἀποσύρεται). Τροπολογία τοῦ κ. Κουτούπη ἔχουσα οὕτως: «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου δι’ ἑκάστην Σύνοδον δρ. 3600, προσθέτως δὲ δρ. 1000 εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς πρώτης Συνόδου ἑκάστης Βουλευτικῆς Περιόδου». (Ἀποσύρεται). Τροπολογία τοῦ κ. Βάρθη. (Ἀποσύρεται). Τροπολογία τοῦ κ. Ξηροῦ ἔχουσα οὕτως: «Ὁ τακτικὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου δι’ ἔξοδα παραστάσεως ἐκτὸς τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἐτησίως δραχμὰς τρεῖς χιλιάδας». (Ἀποσύρεται). Τροπολογία τοῦ κ. Ἰγγλέση ἔχουσα οὕτως: «Ὁσάκις αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς παρατείνονται πέρα τῶν ἓξ μηνῶν, ἕκαστος Βουλευτὴς παρευρισκόμενος εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς λαμβάνει δραχμὰς τετρακοσίας κατὰ μῆνα ἐκτὸς τῆς κανονικῆς αὐτοῦ ἀποζημιώσεως». (Ἀποσύρεται). Τροπολογία τοῦ κ. Σ. Δραγούμη ἔχουσα οὕτως: «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν ἐτησίως δραχμὰς τέσσαρας χιλιάδας ὀκτακοσίας, ἐξ ὧν δραχμαὶ μὲν δύο χιλιάδες καταβάλλονται ἐν ἀρχῇ τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους, ἀνὰ χίλιαι δὲ δραχμαὶ ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τῶν ὑπολοίπων τριμηνιῶν. Τὸ ἔτος λογίζεται ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βουλευτοῦ· οὐδεμία ἄλλη ἀποζημίωσις παρέχεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν». (Ἀποσύρεται). Τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 75ον. Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ βουλευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντες δραχμῶν ὀκτακοσίων ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, οἱ δὲ λοιποὶ χιλίων».

§239ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον, ὡς προτείνεται ἡ τροπολογία του, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.

§241Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ εἴπητε εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραμείνωσιν νὰ ψηφίσωσι καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, διότι εἶναι σχετικόν.

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ παραμείνωσι, διότι θὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.

§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ τὸ ψήφισμα.

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ ψήφισμα. Βεβαίως.

§245Α. ΣΛΗΜΑΝ. Κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῶν 5000 δρ. λέγω ναί. (Καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου ὡς ψηφολέκται οἱ βουλευταὶ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς καὶ Ν. Βάρθης καὶ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Νικ. Ἀ. Στράτος Ν Λ. Παπαφώτης
Ἀ. Γρίβας Ν
Νικ. Χρυσόγελος Π. Καρασεβδᾶς Ν
Σερ. Ψύχας Ἐπ. Σουλτάνης Ν
Γ. Ποῦλος Σπυρ. Σῖμος
Ἰ. Φαρμάκης Κωνστ. Γ. Καραπάνος
Ἀντ. Ῥοντήρης Περ. Κ. Καραπάνος ἀρν.
Ἀ. Τριγώνης Ν Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς
Ἐ. Λαμπρακάκης Πύρ. Καραπάνος
Ἰωάν. Καναβὸς Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Ν
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Ἐλ. Βενιζέλος Ν
Ἐ. Σπετσέρης Ἐμμ. Μπενάκης
Ἰ. Τσιγκόλης Ν Φωκ. Νέγρης Ν
Στέφ. Γρανίτσας Ν Κ. Ῥακτιβὰν
Γ. Ἰατρίδης Ν Π. Χαροκόπος
Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ν Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν Γ. Ζερβουδάκης
Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Λάμπρος Κορομηλᾶς Ν
Ἰωάν. Ἀκρίδας Π. Λαγοπάτης Ν
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Γεώργ. Στρατούλης
Ἐμμ. Ῥέπουλης Κ. Μᾶνος
Δημ. Καλέργης Ν
Ἀθ. Χριστόπουλος Τιμ. Ἠλιόπουλος
Γεώργ. Νέζος Δημ. Βενιζέλος
Παν. Ἀραβαντινὸς Ν Μιχ. Γαλανὸς Ν
Ἰωάν. Τερζάκης Ἀ. Παναγιωτόπουλος Ν
Παν. Φραντζῆς Γεώργ. Πολίτης Ν
Γ. Παπασπυρόπουλος Ν Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
Γεωργαντᾶς Θρόνος Γεώργ. Νικολαΐδης
Γεώργ. Παρασκευόπουλος Λουκᾶς Μπέλλος
Νικ. Κονδῆς Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν
Κωνστ. Καζαντζῆς Θρ. Πετμεζᾶς Ν
Γερ. Νοταρᾶς Ν Γεώργ. Καζανόβας Ν
Δημ. Κούζης Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
Ἀνδρ. Σαρλῆς Γεώργ. Σταμπάδος
Δημ. Ῥοῦσος Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
Νικόλ. Δελακοβίας Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
Νικόλ. Σακελλαρίου Δημ. Ζαβογιάννης
Γεώργ. Βλάσης Ἐμμ. Κυπριόλος Ν
Χαρ. Σπηλιόπουλος Ν Βασ. Κυρέλλος Ν
Νικ. Δημητρακόπουλος Ν Ἀριστοτ. Σακελλαρίου ἀρν.
Ἀναστ. Βάρβογλης Νικ. Σπηλιώτης
Ἰωάν. Μαλλικρόπουλος Ν Σπυρ. Παπαχατζῆς Ν
Ἰω. Π. Μανέτας Ο Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
Δ. Πλαπούτας Ν Λουκ. Κουτσοπέταλος
Ἀλ. Παπαναστασίου Ν Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ν
Ἰωάν. Μπακόπουλος Δημ. Λαζαρῆς Ν
Δημ. Χηνιάδης Σπυρ. Θεοδωρόπουλος
Δημ. Καρέλας Ἀθ. Πουλῆς
Ἀθ. Πετρόπουλος Ν Νικόλ. Ῥούσης Ν
Χαρ. Στασινόπουλος Ν Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Ἀλέξ. Ζαΐμης
Ν. Τριανταφυλλάκος Δ. Γκλαβᾶς Ν
Ἀ. Κατριβάνος Ν Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν
Ἠλ. Φλέσσας Ν Δ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ν
Ἰωάν. Πολίτης Ν Κωνστ. Γόντικας Ν
Παν. Δεληβοριᾶς Ν. Κοντογούρης Ν
Σπυρ. Τσαγκάρης Ν Ἰωάν. Βέρροιος Ν
Θ. Πέρρος Ν Πολ. Πολυχρονιάδης
Χαρ. Βοζίκης Παν. Ζαΐμης
Ἀντ. Βούτσης Δ. Μάρκου
Νικ. Χαρδούβαλης Ν Γεώργ. Κατσιμπίρης
Περ. Ἀλεξάκης Σπήλ. Ἀγαπητὸς Ν
Θεόδ. Γρηγορίου Ν Ἀ. Φωτήλας
Ἀ. Χοϊδᾶς Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
Θεόδ. Ψυχαληνός Ἀνδρ. Βαλσαμάκης
Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος Ν
Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Σπ. Φορέστης
Ἀ. Καφετζόπουλος Ν Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος
Λ. Φλαμῆς Ν Ὄθ. Τετενὲς
Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης
Νικ. Συριόπουλος Ν Σωκρ. Ἀν. Καβαλλιεράτος
Θάν. Πετραλιᾶς Θ. Κοντομίχαλος
Π. Ἠλιόπουλος Λεων. Ἐμπειρίκος
Χρ. Κορύλλος Ν Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος Ν
Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν Περ. Γρυπάρης Ν
Χρ. Μεϊτάνης Ν Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
Διον. Πολυζωγόπουλος Ν Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
Ἰωάν. Δογάνης Θωμᾶς Σκάσης Ν
Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
Γεώργ. Ἀβέρωφ Δημ. Ζαμᾶνος Ν
Νικόλ. Σταματιάδης Ν Νικ. Καμπάνης Ν
Δημ. Χρυσοστάλης Ν Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Ἀλέξ. Μαλασπίνας
Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν Ἀντ. Ῥεβίνθης
Γεώργ. Μπένος Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
Νικόλ. Κάραλης Νικ. Καλβοκορέσης Ν
Κωνστ. Χατζηγιάννης Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν
Δημ. Βάχλας Δημ. Πετσετάκης Ν
Γεώργ. Κοσόνας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος
Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ἐμμ. Πατρίκιος
Μιχ. Σφακιανάκης Ἰωάν. Μαμάης Ν
Πλούτ. Μαυρίκης Ἰωάν. Κασδόνης Ν
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ν Ἀντ. Φραγκίσκος
Κωνστ. Χατζάκος Δημ. Καΐρης Ν
Γεώργ. Γαζέπης Ν Θαλ. Κουτούπης Ν
Νικόλ. Πετσάλης Γεώργ. Φικιώρης
Ἰωάν. Λούντζης Κωνστ. Μέρμηγκας Ν
Διον. Κουλούμπαρδος Ν Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
Ἀναστ. Λούντζης Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ν
Καῖσαρ Ζέζας Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ν
Διον. Κλάδης Ν Νικ. Πετροπουλάκης Ν
Νικ. Παπαδᾶτος Γεώργ. Τσοχώνης
Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ν Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
Νικ. Βάρθης Ν Παν. Κουμάνταρος
Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Ν Ἰωάν. Ἀθηνογένης
Σπυρ. Χατζάρης Βασίλ. Μιχαλέας Ν
Παν. Μανωλίτσης Ἰωάν. Βαββανάκος Ν
Λ. Κογεβίνας Ν
Ἰωάν. Πατσουράκος
Σπυρ. Βλαντῆς Χρ. Πετρέας Ν
Εὐθ. Ἀ. Βελλιανίτης Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης
Χρ. Καποδίστριας Ἰωάν. Φουρίδης Ν
Ἀνδρ. Κρητικὸς Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Λαυρ. Μαβίλης Ν Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν
Κωνστ. Κατηφόρης Δημ. Οἰκονόμου Ν
Σπυρ. Λάσκαρις Μιλτ. Μπουφίδης Ν
Βασίλ. Πουλιάσης Νικ. Γεωργιάδης
Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Ἀγαμ. Σλῆμαν Ο
Διον. Βινιεράτος Ν Δημ. Κουκιάδης
Παν. Λιβιεράτος Ν Γεώργ. Τσαξίρης Ν
Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν Γεώργ. Σχινᾶς
Νικ. Χαριτᾶτος Ν Γεώργ. Δρίβας
Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ο Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
Κων. Χρυσοχοΐδης Κωνστ. Σταμούλης Ν
Γεώρ. Βλάχος Ν Ἰωάν. Κοττίκας
Πελ. Ἀγγελίδης Βασίλ. Γρίβας
Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ἀ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΟ
Φίλ. Ζαρζάμπας Ν. Γαρδικιώτης Ο
Χ. Μωραΐτης Δημ. Μπούσδρας
Νικ. Παπαϊωάννου Ν Γεώργιος Τάγιας
Μιχ. Φωτιάδης Κωνστ. Παπακυρίτσης Ν
Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν Χρ. Καρᾶς Ν
Περ. Ἀποστολίδης Ν Ἀ. Θανόπουλος Ν
Λεων. Ἀναγνώστου Νικ. Γιουβρῆς
Κωνστ. Ζησόπουλος Χρ. Βλάτσιος Ν
Χ. Δικαῖος Ν Γεώργ. Καθάργιος
Σ. Ντολιόπουλος Ν Δημ. Κουκουλέτσος ἀρν.
Παν. Φλέσσας ἀρν.Γεώργ. Σπυρόπουλος ἀρν.
Π. Κασίμης Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
Ν. Παπαλέξης Γεώργ. Ῥάμμος
Δημ. Κάβουρας Ν Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
Μ. Δαζέας Λάμπρος Περιστέρης Ν
Ἀ. Πετρομανιάτης Ν Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
Ἀθ. Περρωτῆς Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
Π. Ἰατρόπουλος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Π. Καράπαυλος Παναγ. Βερβενιώτης
Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν Γεώργ. Καλλίτσης
Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Ἰωάν. Μᾶνος
Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν Σπυρ. Ματσούκας
Δημ. Κανελλόπουλος Ν Ῥήγας Χατζηρήγας
Ἀθ. Λιλιανὸς Ν Ἰ. Παπαλουκᾶς
Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν Κ. Λιδωρίκης
Κωνστ. Τριγγέτας Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Γεώργ. Ῥάλλης Ν. Ξηρὸς Ν
Γεώργ. Μποῦτος Ν Νικ. Φραγκίστας Ν
Ἰω. Κουρτάκης Ν Ἰωάν. Γιδογιάννος
Φώτ. Βακαλόπουλος Ν Νάκος Πολιτόπουλος Ν
Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Κωνστ. Περιβολιώτης
Μεν. Πιπιλῆς Ἰωάν. Γιακαρέλος Ν
Παν. Μερλόπουλος Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Δημ. Δεδούσης
Ἰωάν. Λεωνίδας Ν Γεώργ. Συγγούρης Ν
Πέτρος Γκίνης Ν Στέφ. Σομμαρίπας Ν
Ἀλέξ. Διομήδης Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας
Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Ν Ἡρ. Βελλόπουλος ἀρν.
Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ἀθ. Χριστίδης Ν
Δημ. Θεοδοσόπουλος Ν Γεώργιος Πὼπ Ο
Παυσ. Ζωγλοπίτης Δημ. Βρατσᾶνος Ν
Γεώργ. Ζούκας Ν Ἐμμ. Παγκάρας Ν

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 194, ἐξ ὧν 181 εἶπον ναί, 6 εἶπον ὄχι καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 75.— «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντες δραχμῶν ὀκτακοσίων ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, οἱ δὲ λοιποὶ χιλίων. Εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παρέχεται δι’ ἔξοδα παραστάσεως πρόσθετος ἀποζημίωσις δραχμῶν διακοσίων πεντήκοντα μηνιαίως. Οὐδεμία ἄλλη ἀποζημίωσις παρέχεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν». Ἄρθρον 76. — «Ἐν ἀπουσίᾳ Βουλευτοῦ ἐπὶ πλείονας τῶν πέντε συνεδριάσεων κατὰ μῆνα, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐν τακτικῇ ἢ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, κρατοῦνται ἐκ τῆς ἄνω ἀποζημιώσεως δραχμαὶ εἴκοσι δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν». Ὁ κ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.

§247Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ζητήματος σοβαροῦ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἔπαυσαν πλέον δυνάμενοι νὰ ἐκτίθενται ὑποψήφιοι Βουλευταὶ οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοί, βεβαίως ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 76, ὡς εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, ἦτο περιττή, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν ὅλως διόλου ἄλλο ἄρθρον 76. Κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1864 οἱ Βουλευταί, οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι λαμβάνουσι τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς ἀποζημιώσεως. Κατὰ παρερμηνείαν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ μάλιστα ἐναντίον τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁ νόμος περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1861 ἐν ἄρθρῳ 9ῳ λέγει ὅτι οὐδεὶς λαμβάνει διπλῆν σύνταξιν ἢ σύνταξιν καὶ ἀποζημίωσιν βουλευτικὴν ἢ γερουσιαστικήν. Εἶναι δὲ τοῦτο ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, καθόσον οὐδέποτε τὸ Σύνταγμα ὡμίλησε περὶ συντάξεως, ἀλλὰ περὶ μισθοῦ, ἡ δὲ σύνταξις δὲν εἶναι μισθός, ἀλλ’ εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον κρατεῖται ἀπὸ τὸν μισθὸν καὶ θεωρεῖται τοκιζόμενον καὶ ἀποδιδόμενον καὶ τὸ ὁποῖον μεταβιβάζεται εἰς τὰ τέκνα καὶ εἰς τὴν σύζυγον, καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐξισοῦται πρὸς τὸν μισθόν. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει, ἀφοῦ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος οὕτω πως ἀπεφάνθη, νὰ γίνῃ τοιαύτη μνεία ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦ λοιποῦ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.

§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, προυκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναφέρει, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, ὅτι ἡ σύνταξις εἶναι κεκτημένον δικαίωμα διὰ τὸν συνταξιοῦχον, καὶ εὔλογον εἶναι νὰ μὴ ἀφαιρῆται ἢ νὰ μὴ συγχέηται πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τις, καὶ ὅταν ἔχῃ καὶ ἄλλην πρόσοδον, πρόσοδος δὲ καταντᾷ, ὡς κεκτημένον δικαίωμα καὶ ἡ σύνταξις. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τὴν γνώμην τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὴν συμμερίζομαι, ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι χρήσιμον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ παρεμβάλωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ὑπόσχομαι εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὸ ζήτημα ὅτι, ἂν ἤθελεν εἰσαχθῆ τοιοῦτον νομοσχέδιον, θὰ εἰσηγηθῶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν δὲν εἰσαγάγωσι, θὰ εἰσαγάγω ἐγὼ τοιοῦτον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσητε τὸ ἄρθρον, παραπεμπομένου τοῦ ζητήματος τούτου εἰς ἄλλην συζήτησιν.

§249Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 76, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπήλειφεν ἐντελῶς τὴν διάταξιν τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῷ ὑφισταμένῳ καὶ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ σύνταξις, ὅπως εἶναι παρ’ ἡμῖν κεκανονισμένα τὰ περὶ συντάξεων, εἶναι αὐτόχρημα μισθός, διότι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ὁ συνταξιοῦχος ὑπάλληλος δὲν λαμβάνει τὴν σύνταξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχάς, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει. Κατὰ συνέπειαν θὰ προτείνω, ὅπως παραμείνῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ ὑφισταμένῳ Συντάγματι, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβαλλομένην πρότασιν, κυρίως διότι ἀποβλέπω εἰς μέγαν ἀριθμὸν συνταξιούχων πολιτευομένων. Διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, θὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα παραδείγματα, ἐξ ὧν θὰ προκύψῃ, ὅτι κατὰ τὸ μέλλον θὰ ἔχωμεν ὑποψηφίους Βουλευτὰς ὑπερεκατὸν συνταξιούχους. Σᾶς ὀνομάζω τὸν στρατηγὸν Τσαμαδόν, τὸν στρατηγὸν Λιμπρίτην, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνωσιν 600 δρ. σύνταξιν καὶ τὴν ἀποζημίωσιν.

§250Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.

§251Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἠξεύρω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι σᾶς θίγω προσωπικῶς, ὅτι προσβάλλω τὰ συμφέροντά σας, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.

§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 76 δὲν ὁμιλεῖ περὶ συντάξεων, ἀλλ’ ὁμιλεῖ ὁ νόμος ὁ περὶ συντάξεων. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἔχω γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα θὰ συζητηθῇ, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε διὰ προτάσεως νόμου εἴτε διὰ σχεδίου νόμου.

§253Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παύω ἀσχολούμενος ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ εἰσαχθῇ λίαν προσεχῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου τότε.

§254Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅπως εἶχεν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἦτο δυνατὸς ὁ περιορισμός, ἐνῷ ἤδη δὲν δύναται νεώτερος νόμος νὰ ἔλθῃ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.

§255Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἀποκλείεται εἰς τὸν νομοθέτην νὰ φροντίσῃ διὰ τοιαύτην διατύπωσιν, διότι ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώσητε. Ἡ ἀπάλειψις τῆς ὑφισταμένης ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς διατυπώσεως ἐνέχει καὶ μίαν ἄλλην ἔννοιαν λανθάνουσαν, ἐὰν ἐπιτρέπηται ἡ λέξις. Εἶναι ἐνδεδειγμένη ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἑπομένως, ἂν ὡρμήθη ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἠθέλησε νὰ διευκολύνῃ τὴν θέσιν τῶν Ὑπουργῶν, ἀπορρίψασα τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατέστησε δυσχερῆ τὴν θέσιν αὐτῶν προκειμένου νὰ δεχθῶμεν Βουλευτὰς λαμβάνοντας καὶ σύνταξιν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς συντάξεως, ὑπολαμβάνω ὅμως ὅτι ὑποστηρίζω ὀρθὴν πρότασιν μὴ ἀποδεχόμενος καὶ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ἡ ἐπιτροπή, διότι ἐγὼ φρονῶ μὲ τὴν ταπεινήν μου γνώμην καὶ τὴν μικρὰν νομοθετικὴν πεῖραν ὅτι ἡ κράτησις, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβάληται ἕνεκα ἀπουσιῶν, δὲν συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ Βουλευτοῦ. Θὰ εἶναι προτιμότερον εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, ὅπου θὰ κανονίζωνται καὶ διὰ τῆς πειθαρχίας, ἐκεῖ νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ τεθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἐσχάτη ποινή, ἣν ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ ὁ Βουλευτής.

§256Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νομίζω καθῆκόν μου, κύριοι Βουλευταί, ὡς ἰατρὸς μάλιστα προκειμένου περὶ κρατήσεων ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ γίνῃ μία ἐξαίρεσις διὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Φαντασθῆτε Βουλευτήν τινα ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις εὑρισκομένων ἀσθενοῦντα καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀσθένειαν μολυσματικήν, θὰ εἶναι λογικόν, θὰ εἶναι ὀρθόν, ὁ Βουλευτὴς αὐτός, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει τὴν ζωήν του, νὰ ὑποστῇ τοιαύτην στέρησιν τῆς ἀποζημιώσεώς του;

§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιψήφισις τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἐπιβεβλημένη, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι δ’ ἀναξιοπρεπὲς δι’ ἡμᾶς ν’ ἀναγράφωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, διότι εὑρίσκω τοὐναντίον ὅτι εἶναι συμφωνότατον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν, ὅπως μὴ ἀξιῶμεν νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὸ ταμεῖον χρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δικαιούμεθα, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸν οἶκον ἡμῶν. Βεβαιωθῆτε δὲ ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ εἶναι αἱ συνεδριάσεις πλήρεις καὶ θὰ γίνῃ αἰτία νὰ μὴ πληρώνωνται οἱ ἀπουσιάζοντες ἄνευ ἀδείας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εὔλογον νὰ πληρώνωνται ὅπως οἱ παρακαθήμενοι ἐδῶ καὶ ἐργαζόμενοι.

§258ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὰ ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη; Ὅστις ζητεῖ ἄδειαν θὰ λαμβάνῃ καὶ θέλουσιν ἀπουσιάζει ὅλοι δεδικαιολογημένως.

§259Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἀγόρευσίν μου ὑπέδειξα τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσι διὰ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ Συντάγματος καὶ πάλιν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό, διότι θὰ δημιουργήσωμεν ζητήματα σχετικῶς μὲ τὴν ἐκλογὴν τῶν συνταξιούχων στρατιωτικῶν ὡς Βουλευτῶν. Ἡ ἐναντία γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν ἄλλοι, θ’ ἀγάγῃ τὴν Βουλὴν ταύτην εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ γίνῃ λέσχη ὅλων τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων, διότι οὗτοι ἀποστρατευόμενοι οὐδὲν ἄλλο θὰ ἐπιδιώκωσι πλὴν τῆς παχείας συντάξεως, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔλαβον, εἰμὴ νὰ λαμβάνωσι καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Δι’ αὐτὸ καὶ πάλιν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη.

§260ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκόμη καλλίτερον, διότι θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνθρώπους ἀποκτήσαντας πεῖραν πολλήν. Ἀλλὰ μήπως ἀπ’ αὐτῶν ἐξαρτᾶται νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί; Ὁ λαὸς θὰ τοὺς ἐκλέξῃ.

§261Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἡ ἀντίληψις τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν, εἶναι ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀποζημίωσιν μεγαλειτέραν τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Συντάγματι. Ὅταν καθιερῶμεν τάξεις Βουλευτῶν λαμβανόντων διπλασίαν ἀποζημίωσιν τῶν ἄλλων, νομίζω ὅτι καθιεροῦμεν διάταξιν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν.

§262Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε, μὲ τὴν διατύπωσιν ὅτι ὁσάκις ἀπουσιάζομεν ν’ ἀφήνωμεν 20 δραχμάς, ἀλλ’ ὡς ἔχει καθορισθῆ ἡ διάταξις θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα ὄχι εὐχάριστα. Σᾶς φέρω παράδειγμα· διατρέχομεν τὰς τρεῖς τριμηνίας καὶ ἔχει νὰ λάβῃ ὁ Βουλευτὴς τὴν τελευταίαν τριμηνίαν δραχμὰς 1000· ὑποθέσατε ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔρχεται, συνεδριάζομεν τρεῖς μῆνας, τὸν Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον καὶ κάμνομεν 25 συνεδριάσεις κατὰ μῆνα. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 20 δρ. τὴν ἡμέραν, ἤτοι 1500 δραχμὰς διὰ τὴν τριμηνίαν, ὁ Βουλευτὴς αὐτὸς ὄχι μόνον δὲν θὰ λάβῃ τὰς 1000 δραχμάς, ἀλλὰ θὰ ὀφείλῃ καὶ 500.

§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι κατὰ μίαν τριμηνίαν δὲν παρουσιάζεται καθόλου, κατ’ ἐκείνην τὴν τριμηνίαν δὲν θὰ λάβῃ τίποτε, ἀλλὰ δὲν ἐπηρεάζονται αἱ ἄλλαι τριμηνίαι, κατὰ τὰς ὁποίας ἔλαβε τὴν ἀποζημίωσίν του. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον προχείρως ὅλως, φαίνεται ἐνισχυομένη καὶ ἐκ τῆς γνώμης τοῦ συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δηλαδὴ προκειμένου περὶ μιᾶς τριμηνίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔτυχε ν’ ἀπουσιάσῃ ὁ Βουλευτὴς ἐν ὅλῳ, ἡ ὅλη του τιμωρία διὰ τῆς ἀπουσίας δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς τριμηνίας.

§264ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γεννηθῇ ζήτημα, διότι ἐν τῇ διατάξει γίνεται λόγος περὶ κρατήσεως.

§265Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ν’ ἀναγραφῇ αὐτὸ εἰς τὰ Πρακτικά.

§266Γ. ΠΩΠ. Κύριε Νέγρη, μὴ ἀνησυχεῖτε. Οὐδενὸς ἡ ἀποζημίωσις θὰ κρατηθῇ· ὅλοι θὰ πληρωθῶσιν, εἴτε ἔρχονται εἴτε δὲν ἔρχονται.

§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Δ. Οἰκονόμου καὶ Π. Ἀγγελίδου, ἔχουσα οὕτως: «Οἱ Βουλευταί, οἱ ὁπωσδήποτε λαμβάνοντες ἐκ τοῦ Δημοσίου μισθόν, σύνταξιν ἢ χορήγημα, λαμβάνουσι μόνον τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως».

§268Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀποσύρεται.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Γαϊτάνου, Ἀβάζου, Κλάδη, Μανέτα, Τριγγέτα, Κοντομιχάλου, Σφακιανάκη, Χαριτάτου, Ῥούφου Κανακάρη, Φωτήλα, Βάρθη καὶ Μαλασπίνα, ἔχουσα οὕτως: «Οἱ συνταξιοῦχοι Βουλευταὶ πλὴν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως λαμβάνουσι καὶ τὴν σύνταξιν αὑτῶν».

§270Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀποσύρεται.

§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος, ὡς διετυπώθη ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκεται πάλιν ἔχον οὕτως: Ἄρθρον 76. «Ἐν ἀπουσίᾳ Βουλευτοῦ ἐπὶ πλείονας τῶν πέντε συνεδριάσεων κατὰ μῆνα, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐν τακτικῇ ἢ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, κρατοῦνται ἐκ τῆς ἄνω ἀποζημιώσεως δραχμαὶ εἴκοσι δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 76 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη δύο προτάσεις ψηφισμάτων. Ἡ πρώτη ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς παρούσης Βουλῆς, ἥτις ἔχει οὕτως: «Ἡ Βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀσκοῦσα τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ μεταρρύθμισιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος «Ψηφίζει· Εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς διπλῆς Βουλῆς, πλὴν τῆς καταβληθείσης ἤδη ἀποζημιώσεως τῶν δρ. 1800, καταβληθήσονται εἰσέτι διὰ τὴν μέχρις 8 Ἰουλίου νομοθετικὴν αὑτῆς ἐργασίαν δρ. 1200, ἐξ ὧν δραχμαὶ μὲν 600 τῇ 1 Μαΐου, δραχμαὶ δὲ 600 τῇ 1 Ἰουνίου. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τοῦτο ψηφίσματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα εἶναι ἡ ἑξῆς, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγώ.

§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προνοίας δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα παραστάσεως τοῦ Προέδρου, διότι ἐν τῷ ψηφίσματι, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, δὲν γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐξόδων παραστάσεως τοῦ Προέδρου. Ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη εἰδικοῦ ψηφίσματος ἀναστέλλοντος τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 75, διότι περὶ τῶν ἐξόδων, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ Προέδρου τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν γίνεται λόγος κατόπιν τῶν δηλώσεων ὑμῶν.

§273ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἠρχίσαμεν ν’ ἀποφασίζωμεν περὶ ἐξόδων παραστάσεως.

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη αὐτό.

§275ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.

§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα. Αὐτὸ εἶναι σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται, ὅπως ἐξαιρεθῇ τῶν ἐξόδων τούτων τῆς παραστάσεως ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.

§277ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἐν ἐπιλόγῳ. Ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἰδέαν τοιούτων δαπανῶν, πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο, ὅτι εἰς ἕν καὶ μόνον σημεῖον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δοθῶσιν ἔξοδα παραστάσεως, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς κατήντησαν τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ἔχῃ τις περιουσίαν, ὅπως διορισθῇ Ὑπουργός, καὶ εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ δυστυχῶς κατήντησεν ἔθιμον, πρέπει νὰ προσέξωμεν μήπως παρασύρῃ ὑμᾶς εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχωμεν πάντοτε τοὺς καταλλήλους. Ἔρχονται Ὑπουργοὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οἵτινες εἶναι εἰς ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτοὺς χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος καθῆκον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσιν εἰς αὐτοὺς γεύματα καὶ συναναστροφάς. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον, ἀφοῦ ἐφροντίσαμεν περὶ ἐξόδων παραστάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως φροντίσωμεν, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἔξοδα παραστάσεως ἡ προσήκουσα πίστωσις.

§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον εἰδικοῦ νόμου.

§279ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς τοιοῦτον τὸ ἔθιξε καὶ ὁ κ. Βουλευτής.

§280ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ δευτέρου ψηφίσματος. Αἱ δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς αὗται ἐλέχθησαν, σχετικῶς πρὸς τὰ ἔξοδα παραστάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θέλουσι τεθῆ ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς ὡς ἑρμηνεία.

§282ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅπως συνηγορήσω, ἵνα μὴ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καθόσον φρονῶ ὅτι δύναται νὰ δοθῇ αὐτῷ ἡ μικρὰ αὕτη ἀμοιβὴ διὰ τὸν ζῆλον, μεθ’ οὗ ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του. Νομίζω δ’ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τοῦτο.

§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, ἀλλὰ δὲν δέχομαι ἐγώ. Αὔριον, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ γίνῃ συνεδρίασις λόγῳ τῆς ἑορτῆς, κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει, ὅπως συνεδριάσῃ τὴν Δευτέραν. Θέλω ὑπενθυμίσει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ κυκλοφορῆσαν πρόγραμμα αὔριον θὰ γίνῃ τελετὴ ἐπὶ τῇ ὀνομαστικῇ ἑορτῇ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως παρευρεθῇ εἰς ταύτην. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 50′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71.
2Τῆς 22ας Ἀπριλίου 1911.
3(Παρασκευή)
4Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
5(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 10′ μ. μ. παρόν-
6των Βουλευτῶν 187, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
8§2Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φω-
9κίδος κ. Τσιριμώκου ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ψηφίσματος
10περὶ Βουλευτῶν ἀξιωματικῶν. Μολονότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι
11δὲν δύναται νὰ προκληθῇ συζήτησις χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγε-
12γραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι
13δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ
14Διατάξει σήμερον, διὰ νὰ λάβῃ τὴν οἰκείαν σειρὰν καὶ διὰ
15νὰ γνωρίζωμεν ποίαν σειρὰν ἔχει ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Δια-
16τάξει.
17§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
18Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν·
191) Αἴτησιν τῶν κατοίκων Χωρεπισκόπων τοῦ δήμου Ἰ-
20στωναίων τοῦ νομοῦ Κερκύρας, ζητούντων ψήφισιν ὑποβε-
21βλημένου εἰς τὴν Βουλὴν ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου·
222) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ῥίῳ καταδίκων Δ. Βουρκογιάννη
23καὶ Γ. Ἀναγνωστοπούλου περὶ μεταφορᾶς των, πληρωσάν-
24των τὰ ἔξοδά των·
253) Αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαλακίων τῆς Κερ-
26κύρας περὶ ψηφίσεως ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου ὑποβεβλημένου.
27Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
28Ἡμερησίαν Διάταξιν
29τὴν νομοθετικήν.
30Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως
31τῶν ἐδαφίων 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ΓΨΝΗʹ
32(3758) τοῦ 1911 «περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν».
33Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
34θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
35§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τὸ
36χθὲς ὑποβληθὲν ὑπ’ ἐμοῦ περὶ μετακλήσεως ξένης ναυτι-
37κῆς ἀποστολῆς, ἐὰν ἔχῃ τυπωθῇ, παρακαλῶ νὰ διανεμηθῇ
38καὶ ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
39§5Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν διενεμήθη, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀν-
40τίρρησις.
41§6Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ
42πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἡ
43συζήτησις θὰ γίνῃ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
44§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
45τῆς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ὑπηρεσίας ἀλλοδαπῶν ἀξιω-
46ματικῶν καὶ βαθμοφόρων ἐν γένει ὡς καὶ εἰδικῶν προ-
47σώπων».
48Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
49σιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
50(Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρ-
51θρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς πρώ-
52την ἀνάγνωσιν).
53§8Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
54οσύνης). Δύο νομοσχέδια, Κύριοι, φύσεως κατεπειγούσης
55λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βου-
56λῆς. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ καὶ
57λειτουργίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος συνι-
58σταμένων ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν». Διατελεῖ ἐν γνώσει ἡ
59Βουλὴ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἐσχάτως ἡ ἐξε-
60ταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἡ συστᾶσα διὰ τὴν ἐξέ-
61τασιν τῶν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος γεννηθει-
62σῶν αἰτιάσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀποταθῆ πρὸς ὡρισμένον
63πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον αὐτῆς,
64ὅπως ἐξετασθῇ. Τὸ πρόσωπον τοῦτο ἠξίωσεν, ὅπως ἡ ἐπι-
65τροπὴ ἢ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς μεταβῶσιν ἐν τῇ οἰκίᾳ του καὶ
66λάβωσι τὴν μαρτυρίαν του.
67Εἶχον ἔκτοτε λάβει τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βου-
68λήν, ἐξ ἀφορμῆς συζητήσεως προκυψάσης ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
69τος τούτου, ὅτι ἡ παρουσιασθεῖσα δυσχέρεια ἦτο φαινομε-
70νική, καὶ δυνατὸν θὰ ἦτο καὶ εὐκταῖον ἂν ἡ ἐπιτροπὴ συνε-
71μορφοῦτο πρὸς τὴν ἀξίωσιν τοῦ προσώπου ἐκείνου, διότι ση-
72μειώσατε ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο ἀνῆκεν εἰς τὴν τάξιν τῶν
73προσώπων, ἅτινα κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δικαιοῦν-
74ται νὰ ἀξιώσωσιν, ὅπως οἴκοι ἐξετασθῶσι καὶ παράσχωσι
75τὴν ἰδίαν αὐτῶν μαρτυρίαν. Ἔκτοτε δὲ προσέθηκα ὅτι καὶ
76νέος νόμος εἰδικὸς πρὸς ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τῶν ἐξε-
77ταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπειῶν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον
7858 τοῦ Συντάγματος συνιστωμένων ἂν ἐγίνετο, δὲν ἦτο δυ-
79νατὸν ἢ νὰ σεβασθῇ τοὺς λόγους τοὺς καθολικωτέρους, οἱ
80ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἤδη ἰσχύουσαν δικονομικὴν διάτα-
81ξιν περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἐξετάσεως τῶν ἀνηκόντων εἰς τοιαύ-
82τας τάξεις προσώπων.
83§9Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ ἢ ἠρνήθη νὰ
84καταθέσῃ τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ὁμιλεῖτε;
85§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ. Ἐ-
86δήλωσε τοὐναντίον ὅτι θὰ ἦτο πρόθυμον νὰ καταθέσῃ πᾶν
87ὅ,τι ἐγνώριζεν, ἂν ἡ ἐπιτροπή, εἴτε αὐτὴ αὕτη εἴτε διά τινος
88τῶν μελῶν της, προσήρχετο εἰς τὴν ἰδίαν του κατοικίαν. Τὸ
89ζήτημα ἦτο ἄξιον ἀποσαφήσεως πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγή-
90σεως δυναμένης νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς βεβαιότητος ὅτι ἀνυπέρ-
91βλητα ἐμπόδια παρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Διότι νο-
92μίζω ὅτι ἡ πεπλανημένη ἀντίληψις τῶν πραγμάτων ἐδη-
93μιούργησε τὴν δυσχέρειαν.
94Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νομοθε-
95σίᾳ ἔλλειψις ἰδίου νόμου διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν συντα-
96γματικῶν ἐπιτροπῶν εἶναι ἔλλειψις οὐσιώδης, ἡ ὁποία ὡς
97ἀλλαχοῦ, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ παρελθόντι παρουσιά-
98σθη, δὲν κατέστη ὅμως δυνατὸν νὰ πληρωθῇ. Ἡ πλήρωσις
99τῆς ἐλλείψεως ταύτης δι’ ἁπλῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἐν τῇ προ-
100κειμένῃ περιπτώσει ἐκείνων ἀκριβῶς τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν
101διατάξεων, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν ἡμετέραν Δικονομίαν εἰς
102τὴν δίωξιν τῶν ἀδικημάτων, δὲν ἦτο δυνατή, λαμβανομένου
103ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἰδικιτέρου χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον φέρουσιν αἱ
104ἐπιτροπαὶ αὗται, χαρακτῆρος κυρίως καὶ πρωτίστως πολιτι-
105κοῦ ἀφισταμένου τελείως τοῦ δικαστικοῦ χαρακτῆρος. Ἦτο
106ἑπομένως ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἴδιος περὶ
107τούτου νόμος καὶ εἰς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἀφορᾷ τὸ ὑποβαλλό-
108μενον νομοσχέδιον. Εὑρέθημεν δ’ ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ νομο-
109σχεδίου τούτου εἰς τὰς δυσχερείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι παρου-
110σιάσθησαν καὶ ἀλλαχοῦ ἐν τῇ διατυπώσει παρεμφερῶν νομο-
111θετημάτων, ἐτάμομεν δὲ ταύτας κατὰ τὴν ὀρθοτέραν καθ’
112ἡμᾶς ἐκδοχήν.
113Ἀπεκλίναμεν ἐν πρώτοις ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ἐκείνης, ἡ
114ὁποία καθ’ ἡμᾶς θεραπεύει τὴν ὑγιεστέραν πολιτικὴν ἀντί-
115ληψιν, τῆς ἐκδοχῆς, καθ’ ἣν οὐχὶ πάντα τὰ δικαιώματα,
116τὰ ὁποῖα ἡ ἰσχύουσα Δικονομία παρέχει εἰς τοὺς ἀνακριτὰς
117καὶ εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, δέον νὰ χορηγῶνται
118εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν τὴν συνι-
119σταμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐλάσ-
120σονα τούτων κατὰ μίμησιν τοῦ Ὁλλανδικοῦ νόμου. Ἐν τού-
121τοις περιελάβομεν διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην περίστασιν διά-
122ταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν ἑκάστοτε ἐπὶ τῶν παρου-
123σιαζομένων περιστάσεων ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ
124δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ συνήθη τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ νό-
125μῳ, περιβάλλουσα τὴν ἐπιτροπὴν διὰ πλειοτέρων δικαιωμά-
126των, ἤτοι τῶν καὶ εἰς τὸν ἀνακριτὴν παρεχομένων τοιούτων,
127ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς
128σκοπιμότητος.
129Τὰ κύρια δικαιώματα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου χο-
130ρηγοῦνται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀνωμό-
131του καὶ ἐνωμότου, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξετάσεως
132μαρτύρων, τῆς διατάξεως πραγματογνωμοσύνης καὶ τῆς προσ-
133αγωγῆς τῶν ἐγγράφων.
134§11Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βιαίας προσαγωγῆς;
135§12Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. Ἐκεῖνα τὰ
136δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐπὶ
137τῶν ὁποίων ἀφέθη ἑκάστοτε νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλὴ δι’
138ἰδίας ἀποφάσεως, εἶναι κυρίως τὸ δικαίωμα τῆς κατ’ οἶκον
139ἐρεύνης, τῆς κατασχέσεως πειστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήσα-
140μεν βαρέα καὶ ἄνευ εἰδικῆς ἑκάστοτε ἀποφάσεως τῆς Βου-
141λῆς μὴ προσήκοντα καὶ μὴ ἴσως ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα.
142Θέλω νὰ εἴπω ἀκόμη λέξεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς τὰ πα-
143ρεχόμενα δικαιώματα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν μαρ-
144τύρων καὶ προσαγωγὴν ἐγγράφων. Διότι καὶ κατὰ τὰ ση-
145μεῖα ταῦτα ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένη ἀπόκλισίς τις
146ἐκ τῶν αὐστηρῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν ἔννοιαν καὶ
147τὰς ἀρχὰς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
148Βεβαίως πρόσωπα μὴ περιβεβλημένα ἐξαιρετικὴν ἰδιότητα
149καλούμενα εἰς μαρτυρίαν ὑποχρεοῦνται σχεδὸν ὑπὸ τὰς αὐ-
150τὰς ἀρχὰς καὶ διατυπώσεις νὰ προσέλθωσι καὶ ἐξετασθῶσιν,
151ὑφ’ ἃς καὶ κατὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν. Ὅμως διατηροῦμεν
152καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν ἀρχὴν ὅσον ἀφορᾷ πρόσωπά τινα, τὰ
153ὁποῖα κατὰ τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν ἀπολαύουσι τοῦ δι-
154καιώματος νὰ ἐξετάζωνται κατ’ οἶκον. Ἐτηρήσαμεν τὴν διά-
155ταξιν ταύτην καὶ ἑπομένως ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων
156ἐπιτροπή, εἴτε αὐτὴ εἴτε διά τινος τῶν μελῶν αὐτῆς διοριζο-
157μένου ὡς εἰσηγητοῦ, κατὰ πρόνοιαν λαμβανομένην ἐν τῷ νο-
158μοσχεδίῳ ὀφείλει νὰ προσέλθῃ οἴκοι καὶ νὰ λάβῃ τὴν μαρ-
159τυρίαν τῶν προσώπων τούτων.
160Ζήτημα οὐσιῶδες ἐγεννήθη ἡμῖν ὡς πρὸς τὴν ἐξέτασιν
161τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νο-
162μοθεσίαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καλούμενοι νὰ ἐξετασθῶ-
163σιν ὡς μάρτυρες δὲν ὑποχρεοῦνται ν’ ἀνακοινῶσι τὰ μυστι-
164κὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑπηρεσίας παρὰ μόνον κατόπιν ἀδείας
165τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ θεμελίωσις τοιαύτης διατάξεως προ-
166κειμένου περὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων
167ἐπιτροπῆς, ἔργου κυρίως καὶ συνήθως κατευθυνομένου κατὰ
168τῶν Ὑπουργῶν, κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
169σίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραλύσῃ τὴν σκοπιμότητα αὐτοῦ,
170ἂν ἑκάστοτε ἐδικαιοῦτο ὁ ὑπάλληλος ν’ ἀρνηθῇ νὰ κατα-
171θέσῃ, διότι δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἄδειαν ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουρ-
172γοῦ. Ἐνῷ ἐξ ἄλλου δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνοίξωμεν ὀρθά-
173νοικτον τὴν θύραν τῶν μυστικῶν τῆς ὑπηρεσίας ἄνευ ἐγ-
174γυήσεώς τινος. Ἐτάμομεν συνεπῶς ἐν τούτῳ διὰ τοῦ νο-
175μοσχεδίου μέσην τινὰ ὁδόν. Καὶ εἴπομεν ὅτι οἱ δημόσιοι
176ὑπάλληλοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέσωσιν ἐξεταζόμενοι ἐνώ-
177πιον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, δικαιοῦν-
178ται δὲ μόνον ν’ ἀρνηθῶσι τοῦτο, ὅταν ἔχωσιν εἰδικὴν καὶ
179ὑπεύθυνον ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ διαταγὴν νὰ μὴ προ-
180βῶσιν εἰς τὴν κατάθεσιν ὡρισμένων μυστικῶν, τὰ ὁποῖα κα-
181τὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἤθελον ἀπειλήσει βλάβην εἰς
182τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ κύρωσις
183τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι καθαρῶς πολιτικὴ καὶ κοινοβου-
184λευτική. Δικαιοῦται τουτέστιν εἰς ἑκάστην περίστασιν ἡ ἐξε-
185ταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἂν νομίζῃ ὅτι κακῶς
186ἐχαρακτηρίσθησαν ὡρισμένα μυστικὰ ὡς ἀποτελοῦντα βλά-
187βην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας καὶ δὲν ἐχορηγήθη-
188σαν αἱ πληροφορίαι εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων
189ἐπιτροπήν, δικαιοῦται νὰ μεμφθῇ τὸν Ὑπουργὸν τὸν τοι-
190οῦτον δόντα χαρακτηρισμὸν καὶ νὰ ζητήσῃ πολιτικὰς εὐθύ-
191νας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
192Ὁμοίαν τινὰ διάταξιν προτείνομεν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
193κατάθεσιν δημοσίων ἐγγράφων ἢ ἐγγράφων εὑρισκομένων
194εἰς τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους. Καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύ-
195την κατεστήσαμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀπὸ μέρους τῆς
196ἐπιτροπῆς προσφυγὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὅπως δι’
197αὐτοῦ λάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰ εἰς ταύτην ἀναγκαιοῦντα ἔγ-
198γραφα. Ἐδώσαμεν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως
199δύναται ὑπευθύνως καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς κυρώσεις καὶ ἐγγυή-
200σεις νὰ βεβαιώσῃ ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας ἤθελον
201προσβληθῆ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὡρισμένα ἔγγραφα ἤθελον
202ἀνακοινωθῆ.
203Αὐταί εἰσιν αἱ κύριαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
204Σπουδαίως ἐπίσης ἀπησχόλησεν ἐν πολλοῖς καὶ τὴν ἐπι-
205στήμην καὶ τὴν θετικὴν νομοθεσίαν τὸ ζήτημα τῆς διαρ-
206κείας τοῦ βίου τῶν τοιούτων κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν.
207Ἐτάμομεν ἐν τούτῳ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐνομίσαμεν ὑπα-
208γορευομένην ὑπὸ τῆς ὀρθοτέρας πολιτικῆς ἀντιλήψεως, καὶ
209εἴπομεν ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν λήξῃ ἡ Σύνοδος, κατὰ
210τὴν ὁποίαν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διωρί-
211σθη, δὲν περατοῦται τὸ ἔργον αὐτῆς, ὅπερ περατοῦται μόνον
212εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελε λήξει ἡ Περίοδος, εἴτε φυσι-
213κῶς εἴτε διὰ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀναχωρήσαντες ἐκ τῆς
214ἐκδοχῆς ὅτι, ἀφοῦ ἐξέλιπεν ἡ Βουλή, ἐξ ἧς ἀρύεται τὸ κῦ-
215ρος καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς ἡ ἐπιτροπή, δὲν ἔχει αὕτη
216πλέον λόγον ὑπάρξεως.
217Ἕτερον νομοσχέδιον, κατεπειγούσης ἐπίσης φύσεως, ὅπερ
218σήμερον ὑποβάλλομεν, εἶναι τὸ προνοοῦν περὶ ἄρσεως δυσχε-
219ρείας τινός, δυσεπερβλήτου δυστυχῶς, ἡ ὁποία παρουσιάσθη
220ἐν τῇ νομολογίᾳ τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
221ἑρμηνείαν τῶν περὶ παραγραφῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος
222νόμου. Πέρυσιν εἶχεν εἰσαχθῆ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεσπί-
223σθη συντόμευσίς τις τῶν παραγραφῶν τῶν διαφόρων ἀδικη-
224μάτων. Τὸ εἰς τὴν τότε Βουλὴν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπέ-
225στη τροποποίησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔκ τινος δὲ φράσεως ὑπαρ-
226χούσης ἐν αὐτῷ ἐγεννήθησαν δυσεπέρβλητοι ἑρμηνευτικαὶ
227δυσχέρειαι ἐν τούτῳ κυρίως συνιστάμεναι: ἂν αἱ διατάξεις
228αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι εἰσήγαγον συντομώτερον χρόνον παραγρα-
229φῆς, ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἢ ἔδει νὰ ἰσχύωσι
230καὶ ἐνταῦθα αἱ καθολικῶς σχεδὸν κρατοῦσαι ἀρχαί, καθ’ ἃς
231διατάξεις ποινικοῦ δικαίου πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀναδρο-
232μικῶς, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν εἰσάγονται ἀρχαὶ μᾶλλον ἐπιει-
233κεῖς, ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν πρὸ τῆς ἰσχύος
234τοῦ νέου νόμου διαπραχθέντων.
235Ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου πρωτοστατοῦντος τοῦ
236Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις καὶ δι’ ἐγκυκλίου
237διετύπωσε τὴν γνώμην του, ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ἐκεί-
238νης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ὑποστηριζομένη ἐν τῇ ἐπιστήμῃ
239(χειροκροτήματα).
240Πλὴν δὲ τοῦ ὅτι διετυπώθη εἰς ἐγκύκλιον ἡ τοιαύτη ἐκ-
241δοχὴ καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἀρείου Πάγου, τετράκις κληθέν-
242τος ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἠκολούθησε
243τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδίδετο καὶ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ.
244Κατὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας ζωηραὶ ἀντετάχθησαν συ-
245ζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον μέρος πολλοὶ ἐκ τῶν κρα-
246τίστων παρ’ ἡμῖν ἐπιστημόνων, ἐν οἷς καὶ ἀνώτερα δικαστικὰ
247πρόσωπα· ἕνεκα δὲ τῆς τοιαύτης διαστάσεως τῶν γνωμῶν
248τὰ κατώτερα Δικαστήρια, τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἰδίᾳ, ἠκο-
249λούθησαν τὴν ἀντίθετον ἐκδοχὴν τῆς ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ ὑπο-
250στηριζομένης. Ἐν τούτοις ὅμως ἡ προσοικείωσις πάντων εἰς
251τὴν ἐκδοχὴν ταύτην δὲν φαίνεται ἐφικτή, καὶ ἡ καθ’ ἡμέ-
252ραν πεῖρα δεικνύει ὅτι καθίσταται ἀδύνατος ἡ ὁμοιόμορφος
253νομολογία. Ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι προσφυγαὶ εἰς ἡμᾶς,
254ἰδίᾳ δ’ ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελέων, ἵνα διὰ τρόπου ἑρμη-
255νευτικοῦ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀποκαταστήσωμεν
256ἑνότητα ἐν τῇ νομολογίᾳ. Παρετηρήσαμεν ὅμως, μάλιστα
257μετὰ τὰ προηγουμένως γενόμενα, μετὰ τὴν νομολογί-
258αν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ παρ’
259αὐτῷ Εἰσαγγελέως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ κατὰ τρό-
260πον κῦρος ἔχοντα καὶ κατὰ τρόπον ἀποτελεσματικὸν ἡ ἀπο-
261κατάστασις τῆς ὑπαρχούσης ἀταξίας, ἥτις ἀταξία ἐν τῇ
262νομολογίᾳ πάντοτε μὲν, ἀλλ’ ἰδίᾳ εἰς περιστάσεις ποινικῆς
263φύσεως, ἐξοκέλλει αὐτόχρημα εἰς ἀδικίαν. Διότι ὑπὸ ὁμοίας
264συνθήκας πρᾶξίς τις χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης
265ὁτὲ μὲν ὡς παραγεγραμμένη, ἄλλοτε δὲ ὡς μὴ παραγεγραμ-
266μένη ὑπ’ ἄλλου τινὸς Δικαστηρίου. Τοῦτο βεβαίως κατὰ
267τὴν πρώτην ἀντίληψιν παρουσιάζεται αὐτόχρημα ὡς μία
268ἀδικία. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσω τὴν διὰ νομο-
269θετικῆς παρεμβάσεως ἄρσιν τῆς ὑπαρχούσης ἑρμηνευτικῆς
270διαφωνίας, καὶ εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου προσέθηκα
271ἐδάφιον, ἐκ τοῦ ὁποίου καθίσταται ἀναμφίβολος ἡ ἔννοια τοῦ
272νόμου, καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
273βάλω πρὸς ὑμᾶς (χειροκροτήματα).
274§13Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
275§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
276§15Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν πολιτικῶν προσώπων, τὰ
277ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ ἀνάκρισιν ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν
278πραγμάτων ἐπιτροπῆς...
279§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε κατὰ τὴν
280εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου.
281§17Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δύναμαι ὅμως νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ νὰ
282ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ
283ὁποῖοι εἰς τὴν Ἑλλάδα λαμβάνουσι ῥούβλια.
284§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Δὲν ἔχετε τὸν λό-
285γον, κύριε Βουλευτά.
286§19Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Συνηθίσατε νὰ κρούητε ἀμέσως τὸν κώ-
287δωνα, κύριε Πρόεδρε.
288§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ γνωρίζῃ,
289ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τῶν
290νόμων.
291§21Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ συστάσεως, τὴν ὁποίαν ὡς
292ἐνδιαφερόμενος δικαιοῦμαι νὰ κάμω.
293§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Κλάδης ζητεῖ νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖ-
294γον τὸ νομοσχέδιον.
295§23Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔσπευσα ἤδη νὰ δηλώσω
296ὅτι ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια καὶ ἰδιαίτατα τὸ πρῶτον εἶναι
297κατεπειγούσης φύσεως, καὶ ἂν ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ
298κηρυχθῇ καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ὡς κατεπεῖγον,
299διὰ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὰς δύο
300ἡμέρας μέχρι τῆς Δευτέρας νὰ μελετηθῇ. Βλέπετε ὅτι πε-
301ριέλαβον διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς ἄρ-
302χεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως.
303Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ κηρυχθῶσιν ἀμφότερα
304τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα.
305§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
306§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
307λειτουργίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος ἐξετα-
308στικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν».
309(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέ-
310διον.)
311§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
312μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ παραγραφῶν».
313§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
314καιοσύνης). Νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν σχέ-
315σει πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
316Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει τὸ ζήτημα τῆς ἰσχύος τῶν
317περὶ παραγραφῆς διατάξεων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλημμελήματα
318καὶ τὰ πταίσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, ἡ νο-
319μολογία τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων ἀποκλίνει ὑπὲρ τῆς
320ὀρθῆς ἐκδοχῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι παγία. Δὲν περιέλαβον τὰ κα-
321κουργήματα, διότι ἐνόμισα ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν ἴσως νὰ κλο-
322νισθῇ ἡ ὑπάρχουσα ἤδη ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ σταθερὰ νο-
323μολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ νομο-
324σχεδίου κυροῦται νομίμως πλέον διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως ἡ
325σαλευομένη νομολογία τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων ὡς πρὸς
326τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ πταίσματα. Ἂν ἐν τούτοις ἡ
327Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μεταρρύθμισιν
328καὶ εἰς τὰ κακουργήματα, εἶναι ἐλευθέρα οὕτω ν’ ἀποφα-
329σίσῃ.
330§28Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αὐτὰ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
331§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
332§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
33375 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Μέρμηγκας ἔχει τὸν λόγον.
334§31Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Καὶ ἀρχῆθεν μὲν ἐπίστευον ὅτι ἡ
335ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν ὤφειλε ν’ αὐξηθῇ, ἐπέρρωσαν
336δὲ τὴν γνώμην μου ταύτην αἱ μετὰ τόσης πειστικότητος
337γενόμεναι ἀγορεύσεις τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἐπιστοποι-
338ήθη ἀναντιρρήτως δι’ ἀριθμῶν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ παρεχο-
339μένη μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῶν προηγουμένων
340Βουλῶν πόρρω ἀπεῖχε τοῦ νὰ προσαρμόζηται πρὸς τὸ ποσὸν
341τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον, ἦτο δὲ πολὺ ἀνώτε-
342ρον καὶ τῆς νῦν προτεινομένης ἀποζημιώσεως. Τοῦτο ἐγί-
343νετο διὰ καταστρατηγήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ κατα-
344πατήσεως ὄχι μόνον τοῦ γραπτοῦ, ἀλλ’ ἔτι καὶ τοῦ ἀγρά-
345πτου ἠθικοῦ νόμου.
346§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ἡ
347τότε λαμβανομένη ἀποζημίωσις ἐλαμβάνετο πάντως ὁλό-
348κληρος, ἐνῷ ἡ σήμερον ὁριζομένη εἶναι πιθανώτατον ὅτι
349δὲν θὰ λαμβάνηται. Διότι, ἂν σήμερον ἐπέλθῃ διάλυσις,
350μετά τινα χρόνον οἱ Βουλευταὶ θὰ λάβωσι 1800 δρ., ἐνῷ
351τότε, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῶσι 5.000 π.χ., ἐλαμβάνοντο
352πᾶσαι.
353§33Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πλὴν τοῦ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ βου-
354λευτικὴ πρέπει νὰ εἶναι ἀξιοπρεπής, διότι ἡ γλισχρότης τῆς
355ἀντιμισθίας ἀποτελεῖ κώλυμα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βου-
356λευτικῶν καθηκόντων, καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅπερ ἀνέφερον,
357ὅτι πρότερον ἐδίδετο μεγάλη ἀποζημίωσις κατὰ τρόπον ἀθέ-
358μιτον, ἀποτελεῖ πειστικὸν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς νομιμοποι-
359ήσεως τοῦ πρέποντος ποσοῦ.
360Καὶ ἄλλο δέ τι ἐτονίσθη, οὗτινος καὶ ἀναγνωρίζω τὴν
361ὀρθότητα, ὅτι δηλαδὴ ἀξία περιφρονήσεως ἀποβαίνει ἡ ἀντι-
362δημοτικότης, ἡ δυσφήμησις, ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς ἐλευθερο-
363στομίας καὶ ὑψηλοφροσύνης τοῦ Βουλευτοῦ. Τὴν περιφρόνη-
364σιν πρὸς τὴν ἀντιδημοτικότητα, τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς
365τοιαύτης ἐλευθεροστομίας, ἀναγνωρίζω ὡς πρωτίστην πολι-
366τικὴν ἀρετήν. Καὶ ἐγὼ δέ, ἐνῷ λέγω ταῦτα, κύπτω ὑπὸ
367τὸ βάρος δυσφημήσεως προελθούσης ἐκ παρεξηγήσεως τῆς
368στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα ἀπέναντι τοῦ νομοσχεδίου
369περὶ ξένων ὀργανωτῶν. Δὲν γνωρίζω πολιτικὸν ἄνδρα ἐπι-
370κινδυνότερον ἐκείνου, ὅστις τὰ ἑαυτοῦ βήματα καὶ τὰς ἰδέας
371καὶ τὴν ψῆφον ῥυθμίζει συμφώνως πρὸς τὸ ῥεῦμα καὶ τὴν
372θέλησιν τὴν λαϊκήν, τὴν συχνάκις τοσοῦτον ἄκριτον καὶ το-
373σοῦτον ὀλεθρίαν. (Χειροκροτήματα).
374Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλει νὰ τονισθῇ καὶ ἐξαρθῇ τὸ μέ-
375γεθος τῆς ἀποστάσεως, ἥτις χωρίζει τὴν ἀντιδημοτικότητα,
376τὴν δυσφήμησιν ταύτην, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἐλευθερο-
377φροσύνης τοῦ Βουλευτοῦ, ἀπὸ τῆς ἄλλης ἐκείνης δυσφημή-
378σεως, ἡ ὁποία ταυτίζεται πρὸς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἀντιπρόσω-
379ποι τοῦ λαοῦ ψηφίζουσι πρὸς ἴδιον αὑτῶν ὑλικὸν ὄφελος. Τί-
380θεται ὅθεν τὸ ζήτημα: ὑπάρχει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὑπό-
381νοια καὶ ὑπὸ τίνων ἐκφέρεται; Καὶ ὅτι μὲν ὑπάρχει ὁμο-
382λογεῖται παρὰ πάντων, ἀλλ’ ὅτι αὕτη ἐκφέρεται οὐ μόνον
383ὑπὸ τῶν ἀδολέσχων τῶν καφενείων, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ ἄλλων
384σοβαρωτέρων ἀνδρῶν, καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον. Ἀπέναντι
385τῆς ὑπονοίας ταύτης δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀντιταχθῇ
386περιφρόνησις καὶ γενναιότης. Γενναῖος εἶναι ὁ ἀντιτάσσων
387δειλίαν κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπονοίας, διότι, ὡς καὶ πρὸ ὀλί-
388γου εἶπον, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ἀντιδη-
389μοτικότητος τῆς ἐξ ἐλευθεροφροσύνης ἀπορρεούσης, καὶ τῆς
390ἄλλης ἐκείνης δυσφημήσεως, τῆς προϊούσης ἐκ τῆς ὑπονοίας
391ὅτι ἐρχόμεθα ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι, ἵνα χρησιμοποιήσω-
392μεν τὴν ψῆφον ἡμῶν πρὸς ἴδιον ὄφελος.
393Ὡς παρὰ παντὶ λαῷ, οὕτω καὶ παρὰ τῷ ἡμετέρῳ ὑπάρ-
394χουσι προτερήματα, ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίαι· μία τῶν
395ἀδυναμιῶν τοῦ ἡμετέρου λαοῦ, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρό-
396νων γνωστή, εἶναι τὸ εὐεπίφορον αὐτοῦ πρὸς τὴν ὑπόνοιαν,
397ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ καταχρῶνται τὴν Ἀρχὴν
398πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Περικλέους, ὅστις
399κατηγορήθη ὅτι ἐσφετερίσθη τὸ χρυσελεφάντινον ὑλικόν, τὸ
400προωρισμένον διὰ τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς, μέχρι καὶ τῆς
401σήμερον οἱ Ἕλληνες πάντοτε μετὰ βλέμματος ὑπόπτου
402προσβλέπουσι τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά. Ἀλλ’ ἡ ἀδυ-
403ναμία αὕτη δὲν εἶναι βλαπτικὴ πρὸς τὰ δημόσια συμφέ-
404ροντα· διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν καλλίστην φροντίδα πρὸς
405προάσπισιν αὐτῶν. Τούτου δ’ ἕνεκα ὀφείλομεν ἡμεῖς πάντες
406νὰ τηρήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν συμφωνίᾳ καὶ νὰ συμμορφω-
407θῶμεν πρὸς τὴν ἀδυναμίαν ταύτην. Ἡ θέσις ἡμῶν ἄρα εἶ-
408ναι τοιαύτη, ὥστε εὑρισκόμεθα μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς πε-
409ποιθήσεως, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀξιοπρεπεστέρα ἡ βουλευ-
410τικὴ ἀποζημίωσις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ κινδύνου, τοῦ οὐχὶ
411ἀξίου περιφρονήσεως, ὅτι οὕτως ἐκτιθέμεθα εἰς τὴν ὑπό-
412νοιαν, τὴν οὐχὶ ἐντελῶς ἀστήρικτον, ὅτι ψηφίζομέν τι πρὸς
413ἴδιον ὄφελος.
414Καὶ οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα, ποία ἡ στάσις ἡμῶν ἡ
415πρέπουσα; Πῶς θὰ διέλθωμεν μεταξὺ τῶν Συμπληγάδων
416πετρῶν;
417§34Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὲ κεκομμένην τὴν οὐράν.
418§35Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νομίζω ὀρθόν, ἀφοῦ πιστεύω ὅτι ἡ
419βουλευτικὴ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ εἶναι ἀξιοπρεπής, νὰ ψη-
420φίσω μὲν ταύτην, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἀπαλλάσσων ἐμαυτὸν πά-
421σης ὑπονοίας. Δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ ἐμαυτοῦ· προτείνω
422γνώμην καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, ἐλπίζω δ’ ὅτι θ’ ἀσπασθῇ
423ταύτην ἡ Βουλή. Κατὰ ταῦτα δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν πο-
424σὸν μεῖζον τοῦ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένου, ἀλλὰ τὸ ποσὸν
425αὐτὸ νὰ ψηφίσωμεν διὰ τὰς μελλούσας τακτικὰς Βουλάς,
426οὐχὶ δὲ διὰ τὴν παροῦσαν, ἡ ὁποία εἶναι παροδική.
427§36Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί, ἀφοῦ εἶναι ὀρθόν, νὰ
428μὴ περιλάβωμεν καὶ τὴν Βουλὴν ταύτην;
429§37Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἰδοὺ ἡ δειλία.
430§38Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δειλίαν ὀφείλει ν’ ἀντιτάσσῃ τις πρὸ
431τῆς ὑπονοίας ὅτι ψηφίζει τι πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ἐν τῇ δει-
432λίᾳ ταύτῃ ἔγκειται ἡ γενναιότης. Ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα
433ἐν ἐπιγνώσει ὅτι γλίσχρος θὰ ἦτο ἡ ἀποζημίωσις ἡμῶν. Οὐ-
434δεὶς ἐψιθύρισεν εἰς τὸ οὖς ἡμῶν ὅτι θὰ ηὐξάνετο αὕτη. Δεύ-
435τερον δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει διπλάσιον ἀρι-
436θμὸν Βουλευτῶν, ὅπερ σημαίνει αἰσθητὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ
437ταμείου τοῦ Κράτους.
438§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλῆ Βουλή, διπλῆ ἀπο-
439ζημίωσις!
440§40Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Κατ’ εὐθὺν λόγον πρὸς τὸν ἀριθμόν!
441Ἔπρεπε τἀνάπαλιν.
442Πάντες οἱ λόγοι οὗτοι μὲ πείθουσιν ὅτι πρέπει νὰ κανο-
443νίσω οὕτω τὴν ψῆφόν μου, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῶ μὲν πρὸς
444τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὑποπέσω εἰς τὴν ὑπόνοιαν τῆς ἰδι-
445οτελείας. Ἑπομένως θὰ ψηφίσω αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς
446ἀποζημιώσεως, ἐὰν αὕτη δὲν περιλάβῃ τὴν παροῦσαν Βου-
447λήν, ἄλλως ὄχι.
448§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰατρόπουλος.
449§42Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
450§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φωτήλας.
451§44Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἐθεμελιώσαμεν
452ὄντως ἐλευθερίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, νομίζω
453ὅτι ἡ πρώτη ἔκφανσις τῶν ἐλευθεριῶν τούτων πρέπει νὰ
454παρέχηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ὁμολογῶ ὅτι χειρί-
455στην μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν αἱ ἀποδοκιμασίαι αἱ ἀκου-
456σθεῖσαι προχθὲς κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὸ θάρρος νὰ δια-
457τυπώσωσιν ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν τῆς πλειονότητος τῆς
458Βουλῆς. Ἐνταῦθα παρακαθήμενοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ
459καθῆκον νὰ ἐκφράζωμεν πανελευθέρως τὴν γνώμην ἡμῶν. Καὶ
460ἂν εἶχον πρόθεσιν νὰ λησμονήσω τοῦτο, διότι συμβαίνει ν’ ἀν-
461τιφρονῶ πρὸς τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς, νομίζω καθῆκόν
462μου νὰ ἐκφράσω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου.
463§45Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ τὸ δημοκοπεῖν εἶναι
464ἐλεύθερον.
465§46Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δημοκοπίας, καὶ θὰ
466σᾶς τὸ ἀποδείξω.
467Καίτοι εἶμαι μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν
468τῶν 5.000, ἐν τούτοις ὡριμώτεραι σκέψεις μὲ ἔπεισαν ὅτι
469δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Καὶ πρώτη
470σκέψις, ἥτις μὲ ἔκαμε νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς αὐτήν, εἶναι ὅτι ἡ
471αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως εἰς μέγα ποσὸν εἶναι ἐνδεχόμε-
472νον νὰ καταστήσῃ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα κερδοφόρον ἐπάγ-
473γελμα, δευτέρα δὲ σκέψις εἶναι ὅτι ὁ ἰσχνός μας Προϋπολο-
474γισμὸς δὲν δύναται νὰ παρέχῃ ἀβλαβῶς 5.000 δραχ., καὶ
475τρίτη σκέψις εἶναι ἡ ἐξέγερσις τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις νο-
476μίζω ὅτι πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τοὺς
477ἐκπροσωποῦντας αὐτήν.
478Παραγνώρισις τῆς σημασίας τῆς κοινῆς γνώμης σημαίνει
479παραγνώρισιν τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον
480ἐνταῦθα ἐπιτελοῦμεν. Διαφωνία μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης
481σημαίνει διαφωνίαν μεταξὺ ἐντολοδότου καὶ ἐντολοδόχου.
482§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐν θυμῷ). Κύριε Πρόεδρε, τί εἶναι
483αὐτά; Νὰ συστήσητε εἰς τὸν ῥήτορα νὰ μὴ λέγῃ ὅτι παρε-
484γνωρίσαμεν τὴν ἐντολήν, ἣν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ ζη-
485τοῦντες 5.000 δραχ.
486§48Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου παρα-
487γνωρίζετε. (Διαμαρτυρίαι καὶ κωδωνοκρουσίαι).
488§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, παρακαλῶ, τὸν ἀγορεύ-
489οντα.
490§50Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω
491εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ταύτην ἰδίως τὴν συζήτησιν διεξα-
492γάγῃ μετὰ πλείστης ἀπαθείας, διότι πᾶσα συγκίνησις, ἡ
493ὁποία δύναται νὰ καταλαμβάνῃ ἡμᾶς δι’ αὐτῆς τῆς συζητή-
494σεως, ἀποβαίνει εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
495§51Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παραγνώρισις, Κύριοι, τῆς σημασίας τῆς
496ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης σημαίνει κατ’ ἐμὲ παραγνώ-
497ρισιν τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα
498ἔχομεν. Διαφωνία μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν ἐκπρο-
499σωπούντων αὐτὴν εἶναι διαφωνία μεταξὺ ἐντολέως καὶ ἐντολο-
500δόχου. Ἡ δυσπιστία μεταξὺ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν ἐκπρο-
501σωπούντων αὐτὴν ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναιρεῖ τὴν θεωρίαν τῆς
502ἀντιπροσωπείας εἶναι ἥκιστα ἐποικοδομητικὴ διὰ τὸν ἀνορ-
503θωτικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος ἔλαχεν εἰς ἡμᾶς. Τὸ συντάσσειν πο-
504λίτευμα, διότι καὶ ἡ ἀναθεώρησις εἶναι σύνταξις ἐν στενω-
505τέρῳ κύκλω, τὸ συντάσσειν πολίτευμα εἶναι δικαίωμα τοῦ
506λαοῦ, ὅπερ οὗτος διὰ τὸ δύσκολον τῆς ἀθρόας ἀσκήσεως ἐκ-
507χωρεῖ εἰς ὡρισμένα ἄτομα ὡρισμένην ἔχοντα ἐντολὴν καὶ
508λαμβάνοντα τοιαύτην καθ’ ἡμέραν. Ὁ λαὸς δὲν θέλει 5.000.
509Οἱ ἀντιπρόσωποί του θέλουσιν. Ἰδοὺ ἡ διαφωνία. Τοῦτο τὸ
510λέγω, διότι δὲν ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι εἰς τὴν ἀρχικήν μου
511γνώμην, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ. Κηρύσ-
512σομαι λοιπὸν κατὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης, σκεπτόμενος ὡς
513ἀκολούθως: Τὸ πολιτεύεσθαι ὡς καὶ τὸ στρατεύεσθαι ἔχω
514τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὰ ν’ ἀποτιμηθῶσιν εἰς χρή-
515ματα. Δίδοντες εἰς τὸν στρατιώτην 15 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν
516δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι δίδομεν ἀμοιβὴν ἀξίαν τῆς με-
517γάλης ἀποστολῆς καὶ τοῦ μεγάλου βάρους, τὸ ὁποῖον ἔχει,
518νὰ κινδυνεύῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ζωήν. Δὲν
519ἔχομεν τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅταν δίδωμεν εἰς τὸν στρατιώτην 15
520λεπ. καθ’ ἡμέραν καὶ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν 150 δρ. μηνι-
521αίως. Τὸ πολιτεύεσθαι καὶ τὸ στρατεύεσθαι εἶναι κάτι τι, τὸ
522ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀποτιμᾶται εἰς χρήματα. Δὲν δυνά-
523μεθα, Κύριοι, διὰ τὸν Βουλευτὴν νὰ εἴπωμεν ὅτι λαμβάνει
524ἀμοιβὴν ἐπὶ ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας παρέχει, οὔτε ὅτι λαμ-
525βάνει ἀντιστάθμισμα τῆς ζημίας, ἣν ὑφίσταται ἐγκατα-
526λείπων τὸ ἔργον του. Διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσω-
527μεν ταύτην. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ τὸν
528πληρώσωμεν μὲ ποσὸν ἴσον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἀνω-
529τάτη τάξις λειτουργῶν τοῦ Κράτους, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
530λαμβάνει ὁ Βουλευτής, δὲν εἶναι ἀμοιβὴ ὑπηρεσίας, καὶ διὰ
531τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ λαμβάνῃ
532ὅσον ποσὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρκέσῃ εἰς αὐτὸν δι’ ἐξα-
533σφάλισιν ἀνέτου βίου, καθ’ ὃν χρόνον διαμένει ἐν Ἀθήναις,
534ἵνα οὕτως ἀμέτοχος στενοχωριῶν ἀφοσιῶται εἰς τὴν ἐξυπη-
535ρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, καὶ μόνον ἐπ’ αὐ-
536τῆς τῆς βάσεως δύναται νὰ κανονισθῇ ἡ ἀμοιβή, πᾶσα δ’
537ἄλλη βάσις εἶναι σφαλερά.
538§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (διακόπτουσι μὴ ἀκουόμενοι).
539§53ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἐννοῶ ὅτι αἱ διακοπαὶ αὗται
540ἔχουσι τοῦτον τὸν σκοπόν, ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ἐγὼ δημοκο-
541πῶ λέγων ταῦτα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω ὅτι τοῦτο,
542ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν ἐφοβήθην.
543§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Αἱ διακοπαὶ οὐ-
544δένα σκοπὸν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἔχουσι μίαν αἰτίαν, τὸ ὅτι ὅλα
545αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζετε, ἔπρεπε νὰ τὰ ἐνθυμηθῆτε,
546ὅτε ὑπεγράψατε τὴν πρότασιν τῶν 5,000 δρχ.
547§55ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ διακοπαὶ ἔχουσι τὴν
548αἰτίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε,
549διότι πρῶτον γνωρίζετε ὅλοι πῶς περιφέρονται αἱ ἀναφοραὶ
550αὗται καὶ πῶς ὑπογράφονται. (Νέαι διαμαρτυρίαι καὶ θό-
551ρυβος). Τὸ δημοκοπεῖν εἶναι εὔκολον, εἶπεν ὁ κύριος Ῥοῦ-
552φος. Δὲν ἐφοβήθην, ὅτε ἠρξάμην τοῦ λόγου μου μήπως
553κακισθῶ ἐκ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν ὅτι δημοκοπῶ, διότι ἀνα-
554γνωρίζω ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες τὰς 5,000 δρ. ἄγονται οὐχὶ
555ἀπὸ προθέσεων χρηματισμοῦ, καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἔξω
556τῆς αἰθούσης νὰ ποιήσωμαι τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γνώμης
557ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς 5,000 δρ., ἀφοῦ ἐν τῇ
558αἰθούσῃ ταύτῃ ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτι δηλαδὴ
559ἐλλείπει ἡ πρόθεσις χρηματισμοῦ. Θὰ εἶχον ὅλον τὸ θάρρος
560νὰ ὑποστηρίξω, ἂν εἶχον ἐναντίαν γνώμην, τὴν γνώμην μου,
561διότι, λέγω, δὲν θὰ ὑπῆρχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξεμεταλ-
562λεύοντο εἰς βάρος μου τὴν γνώμην ἐκείνην. Θὰ εἶχον ὅλον
563τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξω, ἂν ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξηθῇ
564τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, διότι οἱ ἀπόγονοι τῶν οἰκογε-
565νειῶν, τοὺς ὁποίους οὕτως ἐξηυτέλισαν κατὰ τὰς τελευταίας
566συνεδριάσεις καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀπέμεινε παρὰ ἡ τι-
567μὴ ἐκ τῶν διαρκῶν ἐθνικῶν ἀγώνων, δὲν φοβοῦνται τοιαῦτα
568πράγματα. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀποζη-
569μίωσις ἐπὶ μιᾷ καὶ μόνῃ βάσει πρέπει νὰ θεμελιωθῇ, ἐπὶ
570τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου. Πᾶς ἄλλος
571κανονισμὸς εἶναι σφαλερός. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, τὸ ποσὸν
572τῆς ἀποζημιώσεως εἶχεν ὁρισθῆ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1800 δρ.
573Τοῦτο τὸ ποσόν, ὡς ἐλέχθη ἐνταῦθα, ἀπεδείχθη ἀνεπαρ-
574κές, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεζητήθη δι’ ἐκτάκτων Συνόδων ν’ αὐ-
575ξηθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἐλέχθη ὅτι οὕτως ἐλάμ-
576βανον 4 χιλ. ἐτησίως. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ εἶναι
577ὁ ὁδηγὸς διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς μελλούσης ἀποζημιώσεως. Ἡ
578ἐπιτροπὴ προτείνει 3 χιλ. δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον
579καὶ 600 διὰ ἑκάστην ἔκτακτον. Ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
580σκέψεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον
581τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἐπιχορήγησις δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀμοιβὴ
582τῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς προσφέρει ὁ Βουλευτὴς εἰς τὴν πατρίδα,
583ἀλλὰ ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ καθημερινοῦ
584ἐν Ἀθήναις βίου, θέλω προτείνει νὰ λαμβάνῃ ὁ Βουλευτὴς
585500 δραχμὰς μηνιαίως ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐργασίαι
586τῆς Βουλῆς. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι
587κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἀπρεπῶς ἀπηριθμήθη-
588σαν, νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι 500
589δραχμαὶ κατὰ μῆνα εἶναι ἀρκεταὶ νὰ ἐξασφαλίσωσιν ἄνετον
590βίον εἰς πάντα Βουλευτὴν ἐν Ἀθήναις. Εἶμαι, Κύριοι, πτω-
591χὸς ἐγὼ καὶ θὰ ἤμην ηὐχαριστημένος ὄχι μὲ τὸ ποσὸν τῶν
5925 χιλιάδων, ἀλλ’ ἂν ἐδίδετο καὶ ποσὸν 25 χιλιάδων. Ἀλλὰ
593δὲν νομίζω ὅτι τοιαῦτα ψηφίζων ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου
594ὅπως πρέπει. Ἀντετάχθη κατὰ τοῦ ποσοῦ τῆς μικρᾶς ἀπο-
595ζημιώσεως ὅτι ἤθελον ὀρρωδήσει νὰ κατέλθωσιν εἰς τοὺς
596πολιτικοὺς ἀγῶνας οἱ ἐφιέμενοι αὐτῶν. Οὗτοι, ἂν εἶναι πλού-
597σιοι, δὲν πιστεύω νὰ τοὺς ἑλκύσῃ τὸ προτεινόμενον ποσόν,
598ἂν δὲ εἶναι πτωχοί, εἶναι ἐπαρκές, ὅπως ἐξασφαλίσωσιν
599ἄνετον βίον ἐν Ἀθήναις. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ῥούφου ὅτι
600ἡ πολιτικὴ ἀπαιτεῖ μεγάλα ποσά, ἐλέχθη ὅτι ὁ πατήρ του
601ἀπέθανε πενέστατος, ἐνῷ ἤρξατο πολιτευόμενος πλούσιος,
602ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως δὲν θὰ εἶναι
603ἱκανὴ ἵνα ἐλαφρύνῃ τὸν οὕτως ἐννοοῦντα νὰ πολιτευθῇ, θέλω
604δὲ νὰ πιστεύω ὅτι ὁ πατήρ του ἐσπατάλησε μᾶλλον τὰ χρή-
605ματά του, διότι, ἂν ἐπιμένῃ νὰ λέγῃ αὐτό, θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
606ψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι πολὺ κακῶς ἐπολιτεύθη.
607§56Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπι-
608τρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ
609συμπολίτης μου Βουλευτής.
610§57Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπω ἐκεῖνα,
611τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἴπω, ἀδιαφορῶν ἐντελῶς εἰς τὰς δια-
612μαρτυρίας. Εἶμαι σύμφωνος, Κύριοι, ἐπίσης μὲ ὅ,τι προτεί-
613νει ἡ ἐπιτροπὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κράτησιν τῶν 20 δραχμῶν.
614Νομίζω ὅμως ὅτι ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ ὑπάρχει μία ἀτέ-
615λεια, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀποβῇ ἀνεφάρμοστος ἡ διάταξις αὕτη,
616διότι λέγεται ὅτι ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ
617κρατηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Νομίζω ὅτι τὸ «ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς»
618πρέπει νὰ λείψῃ ἐντελῶς, καὶ οἱ ἀπουσιάζοντες πέρα τῶν
619πέντε συνεδριάσεων πρέπει νὰ ὑφίστανται ἀνάλογον μείω-
620σιν τῶν 500 δραχμῶν κατὰ μῆνα, τὰς ὁποίας προτείνω νὰ
621λαμβάνωσιν ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ Σύνοδος.
622§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος.
623§59Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ
624ἀρκετὰ ἠσχολήθη περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀπονεμητέας εἰς τοὺς
625Βουλευτὰς ἀποζημιώσεως. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐτυχὲς τὸ Ἑλ-
626ληνικὸν ἔθνος, ἂν οἱ πολῖται αὐτοῦ, οἱ ἐκλεγόμενοι ἀντι-
627πρόσωποι τῶν συμπολιτῶν των, εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι
628θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον τοιαύτην οἰκονομικὴν εὐεξίαν,
629ὥστε νὰ μὴ θεωρήσωμεν ἐπιβαλλομένην τὴν μέριμναν περὶ
630ἀπονομῆς εἰς αὐτοὺς ἀποζημιώσεώς τινος. Ἀλλὰ συναισθα-
631νόμεθα ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ὄχι χάριν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι
632ἀποτελοῦμεν τὴν διπλῆν ταύτην Βουλήν, ἀλλὰ χάριν ἐκεί-
633νων, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς διαδεχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, νὰ λά-
634βωμεν τοιαύτην πρόνοιαν. Δὲν θὰ εἴπω λέξιν τινὰ περὶ τοῦ
635ποσοῦ, διότι ἀρκετὰ ἡ περὶ τοῦ σημείου τούτου συζήτη-
636σις παρετάθη, καὶ ἡ Βουλὴ φρονῶ ὅτι ἔχει σχηματίσει τὴν
637γνώμην αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε,
638προκειμένου περὶ προσθήκης ἢ διασαφήσεώς τινος, τὴν
639ὁποίαν θεωρῶ δικαίαν νὰ γίνῃ ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ.
640Τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα εἶχε τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν
641οἱ Βουλευταὶ οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας
642ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι δὲν λαμβάνουσιν εἰμὴ τὸ τυ-
643χὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως.
644Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπηλείφθη, καὶ ἡ ἀπάλειψις σημαίνει ὅτι
645ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ὁ συμψηφισμὸς αὐτὸς πρέπει
646νὰ παύσῃ τελούμενος· ὑπάρχει ὅμως μία παλαιὰ διάτα-
647ξις, ἰσχύουσα μέχρι σήμερον, τοῦ νόμου τῆς 3 Αὐγούστου
6481861 περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία
649λέγει ὅτι οὐδεὶς λαμβάνει διπλῆν σύνταξιν ἢ σύνταξιν ὡς
650ἀποζημίωσιν βουλευτικὴν ἢ γερουσιαστικήν.
651Ἡ ὕπαρξις τῆς διατάξεως ταύτης ματαιοῖ τὴν πρόθε-
652σιν τῆς Βουλῆς τὴν δεδηλωμένην περὶ μὴ συμψηφισμοῦ τῆς
653βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως πρὸς τὴν σύνταξιν, διότι ἀπη-
654λείψαμεν μὲν τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ διάταξις
655τοῦ νόμου περὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων ματαιοῦται ἡ πρό-
656θεσίς μας αὕτη.
657Θεωρῶ λοιπόν, Κύριοι, καὶ χάριν τοῦ δικαίου, διότι ἡ
658σύνταξις ἡ χορηγουμένη πρὸς τὸν πολιτικὸν ὑπάλληλον δὲν
659εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπόδοσις τοῦ προϊόντος τῆς ἐργα-
660σίας του, κάρπωσις τῆς ἰδίας αὐτοῦ περιουσίας, καὶ οὐχὶ
661ἀπονομὴ δώρου, καὶ χάριν τῆς ἰδίας ἡμῶν γνώμης καὶ εἰς
662ἐκτέλεσιν αὐτῆς ὅτι ἐπιβάλλεται ἢ νὰ δεχθῶμεν τὴν
663προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἰσάγουσι,
664καθ’ ἣν ἡ σύνταξις δὲν συμψηφίζεται πρὸς τὴν βουλευτι-
665κὴν ἀποζημίωσιν, ἢ διὰ ψηφίσματος ν’ ἀπαλείψωμεν ἀπὸ
666τὸν νόμον περὶ συντάξεων τὴν περίοδον, καθ’ ἣν οὐδεὶς λαμ-
667βάνει σύνταξιν καὶ ἀποζημίωσιν βουλευτικήν.
668§60Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
669§61Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
670§62Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Πλὴν τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι δικαιότατον
671καὶ ὁμολογεῖται γενικῶς, θὰ ἦτο δυνατόν, γενομένης δεκτῆς
672τῆς προσθήκης ταύτης, ἐφεξῆς νὰ πολιτεύωνται ἀνώτεροι
673στρατιωτικοί, ναυτικοί, διοικητικοί, οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι
674λαμβάνοντες τὴν σύνταξίν των. Ἀφοῦ ἅπαξ τοὺς ἀπέκλεισε
675τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ παραιτῶνται
676τῆς συντάξεως, διὰ νὰ πολιτεύωνται, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ
677ἀπεκλείοντο πάντες οἱ ἀνώτεροι διοικητικοί, στρατιωτικοὶ
678καὶ ἐκπαιδευτικοὶ ὑπάλληλοι.
679§63Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μοὶ ἐπιτρέπετε;
680Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι, ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως προτεί-
681νεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τρόπον ὑποδηλοῦντα σα-
682φῶς τὴν ἔννοιαν καταργήσεως τοῦ προγενεστέρου δικαίου, ἡ
683νέα αὕτη συνταγματικὴ διάταξις θὰ κατήργει τὴν ἀντί-
684θετον διάταξιν;
685§64Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε· ἂν
686δὲν λάβωμεν καμμίαν πρόνοιαν ἀπολύτως, θὰ παραμείνῃ
687ἰσχύουσα διάταξις τοῦ νόμου περὶ συντάξεων.
688§65ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ παραμείνῃ.
689§66Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παραμείνῃ, διότι ἡ ἀπά-
690λειψις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῆς παλαιᾶς δὲν ση-
691μαίνει θέσπισιν τῆς ἀντιθέτου διατάξεως.
692§67ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ
693ἔννοια.
694§68Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔννοια βεβαίως εἶναι
695αὐτή, καὶ ἐπειδὴ εἶναι αὐτή, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ὀρ-
696θὸν πρὸς ἀποφυγὴν συζητήσεων καὶ ζητημάτων ἐν τῷ μέλ-
697λοντι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προβαλλομένη πρότασις, κατὰ τὴν
698ὁποίαν οἱ συνταξιοῦχοι Βουλευταὶ πλὴν τῆς βουλευτικῆς
699ἀποζημιώσεως λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν αὐτῶν. Τὸ τοιοῦτον
700τὸ θεωρῶ δίκαιον καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἑπομένη τῇ
701ἑαυτῆς γνώμῃ θὰ δεχθῇ τοῦτο.
702§69Γ. ΠΩΠ. Εἶχον λάβει τὴν τιμὴν χθὲς νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ
703Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρότασίν τινα μετὰ τοῦ συναδέλ-
704φου κ. Βοζίκη. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς....
705§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνετε τὸν λόγον χωρὶς νὰ ἔχητε
706σειράν.
707§71Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Θὰ ὁμιλήσω
708ὑπὲρ τῆς τερματίσεως τῆς συζητήσεως, διότι, καθ’ ὃν τρό-
709πον βαίνομεν πρὸς τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἀνακοινωθῇ αὕτη
710κατόπιν, θὰ προκαλέσῃ νέαν συζήτησιν, καὶ εἶναι πιθανὸν
711οὕτω νὰ διαιωνίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ ἄπειρον. Εἶναι
712πιθανώτατον ἡ πρότασις αὕτη νὰ τερματίσῃ τὴν συζήτησιν.
713§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας ὑπεβλήθη μόλις χθὲς καὶ
714δι’ αὐτὸ δὲν ἐξετυπώθη.
715§73Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα· δὲν πειράζει. Ν’ ἀνακοινωθῇ.
716§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν
717τῶν κυρίων Γ. Πὼπ καὶ Χ. Βοζίκη ἔχουσαν οὕτως· «Ἡ
718βουλευτικὴ κατ’ ἔτος χορηγία ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 1800.
719Δι’ ἑκάστην δὲ συνεδρίασιν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταὶ
720πρόσθετον ἀποζημίωσιν δραχμῶν 15, ἐξακριβουμένης συμ-
721φώνως τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς τῆς παρουσίας αὐτῶν
722κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως».
723§75Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὡς ζήτημα ἀρχῆς.
724§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρίσκεται λοιπὸν ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἡ
725τροπολογία αὕτη.
726§77Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι Βουλευταί, τὸν καθο-
727ρισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς βουλευτικῆς συμφώνως μὲ
728τὴν πρότασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγὼ ὑπογράψει,
729φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ χωρήσῃ τόσῳ μεγάλη συ-
730ζήτησις, διότι τὸ παρελθὸν ἀπέδειξεν ἐμπράκτως ὅτι πρέπει
731νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς ἀποζημιώσεως τῶν
732Βουλευτῶν. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολο-
733γίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75, ἡ ὁποία κατὰ λάθος ἐσημειώθη ὅτι
734ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 74, καὶ διὰ τῆς ὁποίας προέτεινον τὴν
735πρόσθετον λῆψιν ἐξόδων παραστάσεως διὰ τὸν Πρόεδρον
736τῆς Βουλῆς ἐκτὸς τῆς βουλευτικῆς του ἀποζημιώσεως.
737Ἔχω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ἀπὸ μέρους τοῦ νῦν διευθύνον-
738τος τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς κ. Προέδρου αὐτῆς ὅτι δὲν
739θ’ ἀφορᾷ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἡ προσθήκη
740αὐτῆς.
741§78Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει ν’ ἀφορᾷ.
742§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά του νὰ κάμῃ αὐ-
743τὴν τὴν δήλωσιν.
744§80Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐν τούτοις ὅμως εὑρίσκω ὅτι, λόγῳ τοῦ
745ἀξιώματος, ἢ μᾶλλον λόγῳ τοῦ ὕψους, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ
746ἀξίωμα τοῦτο ὡς ἐκπροσωποῦν τὴν Βουλὴν ὅλην, καὶ ἑπο-
747μένως λόγῳ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας καθημερινῶς
748ἔχει, καὶ τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ κατέχων τὸ
749ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ διότι, ὡς τοὐλά-
750χιστον μοὶ ἀνεκοινώθη καὶ ἔτυχε νὰ γνωρίζω, εἰς ὅλα τὰ
751Κράτη οἱ Πρόεδροι τῶν Βουλῶν οὐ μόνον γενναίως ἀμεί-
752βονται καὶ ἀποζημιοῦνται, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος,
753ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, παρουσιάζει ἴλιγγον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
754λόγῳ τῶν ἀποζημιώσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνουσι, δίκαιον
755εἶναι ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ ἡμετέρου Κράτους καὶ τοῦ
756Κοινοβουλίου ἡμῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Προεδρείου
757νὰ ψηφισθῇ μία ἀποζημίωσις τῶν ἐξόδων 3000 δραχμῶν
758προσθέτως διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
759§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Κύριοι Βουλευταί, ἀναγκά-
760ζομαι νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τῆς συζητήσεως κατόπιν τῆς
761προσθήκης, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθι-
762ώτιδος καὶ Φωκίδος νὰ φέρῃ εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον
763τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι
764τοιαύτη προσθήκη ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς
765ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
766Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ προσθήκη ἐξόδων πα-
767ραστάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπαραίτητος
768καὶ ἀναγκαιοτάτη διὰ δύο λόγους· ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ὁ
769Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς
770λόγῳ τοῦ ὕψους τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ καὶ τῆς θέσεως, τὴν
771ὁποίαν κατέχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὑπόκειται ἀναμφισβητήτως
772εἰς δαπάνας ἐκτάκτους, τὰς ὁποίας πάντες ἀντιλαμβάνε-
773σθε· ἀλλὰ συγχρόνως, διότι κατ’ ἐμὴν κρίσιν καὶ κατὰ τὴν
774ἀντίληψιν τοῦ Σώματος ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δέον ν’ ἀπέ-
775χῃ ἐξασκήσεως ἐπαγγέλματος καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς
776διαχειρίσεως τοῦ ἀξιώματός του.
777§82Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα.
778§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἔχει εὔλογον
779δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ Προέδρου της ν’ ἀπέχῃ τῆς
780ἐξασκήσεως παντὸς ἐπαγγέλματος βιοποριστικοῦ, εἶναι ὀρ-
781θόν, ἵνα εἰσαγάγῃ καὶ ἀναγράψῃ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας
782νὰ δύναται τοὐλάχιστον ν’ ἀμείβῃ τὸν διευθύνοντα τὰς ἐρ-
783γασίας αὐτῆς διὰ τὴν ἀπώλειαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἐκ
784τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει, ἐν σχέσει πρὸς τὸ
785ἀξίωμά του. Βεβαίως ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν προέτεινεν
786ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὑπὸ τὴν ἀν-
787τίληψιν ταύτην τὴν δευτέραν, καὶ τὴν δευτέραν ἐκδοχήν,
788δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ
789τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἐν γένει θέλουσι κανονισθῆ
790καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῶσιν οὐχὶ ἀπολύτως ἐν τῷ μέ-
791τρῳ τῶν ἀναγκῶν τῶν δικαίων καὶ ἀναμφισβητήτων, ὑπὸ
792τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ
793καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους,
794τῆς παρούσης καὶ μελλούσης.
795Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, πολλὰ ἐπιχειρήματα ἤκουσα
796μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως τῆς σχε-
797τικῆς πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, καὶ νομίζω ὅτι
798εἶναι ὀρθὸν νὰ προτείνω καὶ ἕτερόν τι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῶν
799συνηγορούντων ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἡ μέχρι τοῦδε
800κεκανονισμένη ὑπῆρξεν ἀνεπαρκής. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εὑρί-
801σκω μόνον ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 μέ-
802χρι τῆς σήμερον ηὔξησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγ-
803κη νὰ κανονισθῇ ἀποζημίωσις γενναιοτέρα διὰ τοὺς κυρίους
804Βουλευτάς, δὲν εὑρίσκω μόνον ὅτι ἡ παράτασις τῶν ἐργα-
805σιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑξάμηνον καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν χο-
806ρηγίαν ἀποζημιώσεως γενναιοτέρας εἰς τοὺς κυρίους Βου-
807λευτάς, πρὸ πάντων δὲ τοὺς μὴ ἔχοντας μόνιμον διαμονὴν
808ἐν Ἀθήναις, διότι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
809ἐγκαταλείψωσι καὶ τὴν οἰκογένειάν των καὶ νὰ συντηρῶσι
810δύο οἴκους, καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι καὶ τὰς ἐργασίας των
811παντελῶς, ἀλλ’ εὑρίσκω ὅτι λόγος συνηγορῶν πρὸς τὴν αὔ-
812ξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἶναι καὶ ὁ λόγος οὐ
813μόνον τῆς καλῆς καταρτίσεως τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐκδοχὴν
814τῆς ἀντιπροσωπείας πλειόνων κοινωνικῶν στοιχείων, ἀλλὰ
815καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς τελειοποιήσεως τοῦ Σώματος καὶ ἀπὸ
816ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς. Ἄν πάσχει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία,
817ἂν πάσχει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ εὑ-
818ρίσκω τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἔθνους ταύτην κυρίως οὐχὶ εἰς τὴν
819ἔλλειψιν φιλοπατρίας, οὐχὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπιμελείας,
820οὐχὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ζέσεως περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
821καθηκόντων τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔλλειψιν μορφώ-
822σεως ἐπαρκοῦς. Ἄν ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους, θὰ
823ἴδωμεν ὅτι δυστυχῶς οἱ κρατοῦντες ἐν τῷ πλούτῳ καὶ τῇ
824εὐμαρείᾳ δὲν ὑπῆρξαν οἱ εὐδοκιμήσαντες ἐν τοῖς πολιτικοῖς
825ἀγῶσι· θὰ ἴδωμεν ὅτι, καὶ ἄν τινες ἐξ αὐτῶν ἀνεδείχθη-
826σαν ἔχοντες ὄντως χαρίσματα ἐπιστημονικά, δὲν ἠδυνήθη-
827σαν νὰ ἐπιδείξωσι τὸ πῦρ τὸ ἐσώτερον, ὅπερ ἀναδεικνύει τοὺς
828πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ ὁδηγεῖ τούτους εἰς τὰς πρώτας θέ-
829σεις τῆς Πολιτείας (χειροκροτήματα).
830Ἄν ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν μεγάλας κορυφὰς ἐν τῷ ἔθνει
831τούτῳ, τὰς κορυφὰς ταύτας θέλομεν ἐπιδείξει ἀντλοῦντες
832ἐκ τοῦ λαοῦ τοὺς διὰ τῆς ἐργασίας των ἀναδειχθέντας εἴτε
833μεταξὺ τῶν πολιτευομένων τοὺς διὰ τὴν ἔντιμον αὐτῶν
834πτωχείαν διακριθέντας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, κύριοι Βουλευταί,
835εἴτε τὸν πτωχὸν πολιτευόμενον, τὸν μὴ ἔχοντα οἰκογένειαν,
836εἴτε τὸν πολιτευόμενον τὸν ἔχοντα τοιαύτην, φθάνοντα δὲ εἰς
837ὕψος τι πολιτικὸν ἀναγκάζομεν νὰ ἀσχολῆται εἰς ἔργον τι
838βιοποριστικόν, νὰ σκέπτηται καὶ ἐπιμελῆται τοῦ ἰδιωτικοῦ
839βίου, ἵνα ἐπαρκῇ, εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἔκτασιν τῶν ἐργα-
840σιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου, τὴν ἑκάστοτε προϊοῦσαν καὶ τὰ
841ἑκάστοτε ἀναφυόμενα ζητήματα ν’ ἀναγκάζωμεν τὸν ἔχοντα
842τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς οἰκογενείας του, νὰ
843ἀσχολῆται μὲ ζητήματα πολλαπλᾶ, ὥστε ἡ δρᾶσις αὐτοῦ
844νὰ εἶναι ἐπωφελής; Εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ τοῦτο.
845§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ν’ ἀγοράζῃ καθ’ ἡμέραν βι-
846βλία.
847§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαιότατα· δὲν εἶναι μόνον ἡ δαπάνη
848τῶν βιβλίων, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς ἠθι-
849κῆς διαθέσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνη ἐνισχύει τὴν μελέτην (χει-
850ροκροτήματα παρατεταμένα). Ὅταν ὁ οἰκογενειάρχης εἶναι
851ἠναγκασμένος νὰ καταναλίσκῃ τὴν πρωίαν ὁλόκληρον καὶ
852μέρος τῆς μεσημβρίας εἰς ἐργασίαν δικογράφων, εἰς ἐργασίαν
853ἰατρικήν, εἰς ἐργασίαν κτηματικήν, ἵνα ἀντλήσῃ τὰ ἔσοδα
854ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ὦσιν ἀπαραίτητα εἰς διατροφὴν τῆς οἰ-
855κογενείας του καὶ τὴν ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν ἐν τῷ ἰδιω-
856τικῷ βίῳ, καθ’ ὅλον δὲ τὸ ἀπόγευμα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ
857προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ ποίαν ὥραν θὰ καταγίνῃ
858εἰς μελέτας ἐπιστημονικάς; Κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἀναπαύ-
859σεως; κατὰ τὰς ὥρας τὰς μεταμεσονυκτίους; Κατὰ τὰς
860ὥρας ταύτας καταναλίσκομεν πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν οἱ
861ἔχοντες τὸ πολιτικὸν πῦρ τὸ ἰσχυρότερον, οἱ ἔχοντες τὴν
862δύναμιν τῆς ἐργασίας. Οἱ ἄλλοι οἱ ἔχοντες τὸ πῦρ ἠλαττω-
863μένον, οἱ μὴ ἔχοντες τὴν δύναμιν πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν
864ἐξαντλητικήν, προσέρχονται ἐνταῦθα καὶ ἐπὶ τοῦ γόνατος
865προσπαθοῦσι νὰ μελετήσωσι τὰ νομοθετήματα, καὶ ἐκ τοῦ
866προχείρου νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν. Ὑπὸ τοι-
867ούτους ὅρους τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου καὶ ἡ συ-
868ζήτησις τῶν νομοθετημάτων εἶναι ἐλλιπὴς καὶ ἡ ψήφισις
869τούτων πολλάκις ἐλλιπὴς καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία αὐτοῦ
870δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ τοὺς προσδοκωμένους καρπούς.
871Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπέρτατον εἶναι,
872ἵνα τὰ μέλη τοῦ συνεδρίου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ εὐ-
873δοκίμησις καὶ τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου καὶ τῆς ἑλληνικῆς φυ-
874λῆς, ἔχωσι τὴν παράστασιν ὄχι μόνον ἀξιοπρεπῆ, ἀλλὰ καὶ
875ἐπαρκῆ.
876Διὰ τούτους τοὺς λόγους νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ
877μέχρι τοῦδε κρατοῦσα ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ εἶναι ἐν-
878τελῶς πενιχρὰ καὶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς ἐπαύξησιν
879τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης κατὰ τρόπον ἐπαρκῆ δι’ ὅλας
880τὰς ἀπόψεις, αἵτινες ἄγουσιν εἰς κανονισμὸν τοιαύτης ἀπο-
881ζημιώσεως, τὰς ὁποίας δὲ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν
882καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω. Μέχρι ποίου σημείου
883θὰ φθάσωμεν, κύριοι Βουλευταί, τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ
884ἐξεταστέον. Δὲν κατῆλθον τῆς ἕδρας, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέ-
885σχε τὴν τιμὴν ἡ ὑμετέρα ἐμπιστοσύνη νὰ κατέχω, ἵνα
886προτείνω ποσὸν ὡρισμένον· κατῆλθον, ἵνα λάβω τὴν τιμὴν
887ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὀλίγας αὐτὰς σκέψεις·
888φρονῶ δ’ ὅτι τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσωμεν, πρέπει νὰ
889ὑπολογίσωμεν λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν
890περιστάσεων τοῦ Κράτους. Θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην,
891ἵνα ὑποστῶμεν θυσίας τινάς, ἵνα ὑποστῇ θυσίαν τινὰ αὐτὴ
892οὕτως εἰπεῖν ἡ δεξιὰ σύνθεσις τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἐφ’ ὅσον
893ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν οὔτε πλούσιος εἶναι, ἀλλὰ καὶ βεβα-
894ρημένος μὲ ἀνάγκας μεγίστας. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
895δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς ὅσα ἀνεπτύχθησαν ὑπὲρ
896τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν στενό-
897χωρον κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ Προϋπολογισμὸς
898ἡμῶν καὶ θὰ εὑρίσκηται ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐφ’ ὅσον τοιαύ-
899την ἐθνικὴν πολιτικὴν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκολουθήσω-
900μεν, νομίζω, λέγω, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὁρίων θέλει
901εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ ἐξεύρῃ τὸν μέσον ὅρον,
902ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ δεκτὸς ὑφ’ ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ χει-
903ροκροτημάτων ἔξωθεν αὐτῆς, χειροκροτημάτων οὐχὶ παρὰ τῶν
904ἐπιθυμούντων νὰ εὑρίσκωσιν ἀφορμὴν ἐπικρίσεως ἐφ’ ὅλων
905τῶν ἔργων τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀλλὰ παρ’ ὅλων τῶν πα-
906τριωτῶν, παρ’ ὅλων τῶν ἀληθινῶν πατριωτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ
907κρίνωσιν ἡμᾶς μετ’ αἰσθήματος φιλοπατρίας καὶ δικαιοσύ-
908νης (χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
909§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
910§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Μὲ συγχωρεῖτε. Παρασυρ-
911θείς, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τοῦ θέματος δὲν συνεπλήρωσα
912μίαν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον σκοπὸν νὰ κάμω πρὸς τὴν
913Βουλήν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῇ
914ὡς συνταγματικὴν προσθήκην τὴν χορηγίαν ἐξόδων παρα-
915στάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἤθελον προτείνει καὶ
916ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν ν’ ἀποδεχθῇ,
917ὅπως ἡ διάταξις αὕτη μὴ λάβῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἀλλ’
918ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Περιόδου τῆς Βουλῆς. Τοῦτο
919σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀποδεχθῆτε ἐξαιτούμενος παρ’ ὑμῶν ὡς
920προσωπικὴν χάριν (χειροκροτήματα, ἐπευφημίαι καὶ δια-
921μαρτυρίαι).
922§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
923§89Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, κύριε Πρόεδρε,
924νὰ κάμητε τοιαύτην δήλωσιν.
925§90Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
926§91Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, κύριοι
927Βουλευταί, εἶμαι συμφωνότατος πρὸς τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία
928ζητεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐζητήθη
929ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτήν.
930Δέχομαι, ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ μεγαλειτέρα ἀποζημίω-
931σις, νὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὴν εὐθύνην τῆς αὐξήσεως τῆς ἀπο-
932ζημιώσεως ταύτης.
933Θέλω μόνον νὰ εἴπω ὅτι πρὸς τοῦτο ἓν πρᾶγμα πρέπει
934νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι διατεθει-
935μένος σήμερον νὰ παραδεχθῇ κάτι τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν
936κρίσιν μας εἶναι ὀρθόν. Νομίζομεν ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν ἐν-
937ταῦθα τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ βεβαίως εἰς
938περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νο-
939μίζουσιν ὅτι δύνανται εἰς συγκεκριμένην τινὰ περίπτωσιν
940νὰ σκεφθῶσιν ὀρθότερον τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἄλλως
941τε δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ διασαφηνισθῇ τελείως πάντοτε,
942δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο. Εἰς τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο δυ-
943νάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν ἔστω καὶ εἰς ἀδυναμίαν τοῦ
944Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι περισσότερον θὰ κερδίσωμεν διὰ
945τούτου παρ’ ὅσην ζημίαν θὰ ἐπιφέρωμεν μὴ ὑποχωροῦντες.
946Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν τόσοι καὶ τόσοι πρὸ
947ἐμοῦ, ἔπεισαν βεβαίως τὴν Βουλὴν ὅτι μία γενναία ἀποζη-
948μίωσις τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀπαραίτητος, ἀλλά, ἐὰν ἐπρό-
949κειτο νὰ προσθέσω τι εἰς ὅλα ὅσα εἶπον ἐναντίον τῆς αὐξή-
950σεως τῆς ἀποζημιώσεως, θὰ ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο κίν-
951δυνος, ἂν ἡ ἀποζημίωσις ὡρίζετο εἰς ποσὸν πολὺ μέγα,
952οἱ ἐκλογεῖς νὰ διατυπώσωσιν ἀξιώσεις πρὸς τοὺς Βου-
953λευτάς, διότι ἐχρησίμευσαν διὰ τῆς ψήφου αὑτῶν ὅπως βελ-
954τιώσωσι κατὰ πολὺ τὴν οἰκονομικὴν αὑτῶν θέσιν, καὶ θὰ
955ἀπολήξωσιν ἴσως εἰς ἐνδεχομένας περιπτώσεις καὶ εἰς συμ-
956φωνίας περὶ συμμετοχῆς εἰς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν,
957διὰ τῆς ὑποδείξεως ἢ τῆς ὑποστηρίξεως προσώπων, τὰ
958ὁποῖα οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχουσιν ἐρχόμενα εἰς τὴν Βουλὴν
959ἢ νὰ λάβωσι τὴν ἀποζημίωσιν. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι
960ἡ διάρκεια τῆς Περιόδου εἶναι τετραετής, καὶ ὁρισθῇ εἰς
961μέγα ποσὸν ἡ ἀποζημίωσις, θὰ εἶναι δυνατὸς συμβιβασμός
962τις μεταξὺ ὀλιγίστων ἔστω ὑποψηφίων καὶ ἐκλογέων διὰ τὴν
963ἀποζημίωσιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ ἐπρότεινον, ὅπως αὐ-
964ξηθῇ μὲν ἡ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἀλλὰ κατὰ
965τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν
966δυσαρέσκειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν, Κύ-
967ριοι, τὸν ὀρθὸν λόγον ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ ὁρισθῇ
968εἰς ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀναβιβάζει εἰς ὃ
969ποσὸν ὥρισεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας,
970ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τὴν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ νὰ θεωρῇ τὸ πο-
971σὸν τοῦτο ὑπερβολικόν· θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσωμεν
972τὰ δύο ταῦτα. Βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν νομίζει ὅτι
973διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως θὰ κάμωμεν κάτι τι
974κακόν, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ
975μεγάλου ποσοῦ. Τὰ δύο ταῦτα συμβιβάζονται, ὅσον καὶ ἂν
976φαίνωνται ἀσυμβίβαστα. Εἰς τὴν συντακτικὴν ἐπιτροπὴν
977ὑπεστήριξα ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἔπρεπε ν’ αὐξήσῃ εἰς 3 χι-
978λιάδας. Ἀλλάσσω ἤδη γνώμην καὶ ἐγώ, μένω ὅμως εἰς τὴν
979γνώμην, ἣν ὑπεστήριξα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως πᾶσα ἀπου-
980σία συνεπάγηται ἀφαίρεσιν ποσοῦ τινος ἐκ τῆς ἀποζημιώ-
981σεως. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη,
982ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δημοτικὸν σχολεῖον, ὅπως
983λαμβάνωσιν ἀπουσίας οἱ Βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ
984ὅτι ἐφ’ ὡρισμένας συνεδριάσεις ἐπιτρέπεται ἀπουσία εἰς τὸν
985Βουλευτὴν ἄνευ ἐλαττώσεως τῆς ἀποζημιώσεως. Εἶναι γνω-
986στόν, Κύριοι, ὅτι τὸ ἓν τέταρτον, τὸ ἓν πέμπτον, τὸ ἓν
987ἕκτον τῶν Βουλευτῶν δὲν προσέρχονται ἐνταῦθα, ἤ, ἂν
988προσέρχονται, προσέρχονται, διὰ νὰ ἀναχωρήσωσι ταχέως.
989Ἂν λοιπὸν ὁρίσωμεν ὅτι ἀπουσία Βουλευτοῦ ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ
990συνεδριάσεις κατὰ μῆνα οὐδεμίαν ἐλάττωσιν θὰ συνεπάγη-
991ται, ἀλλὰ πᾶσα ἀπουσία πέραν τῶν ἓξ ἢ ἑπτὰ συνεδριάσεων
992θὰ συνεπάγηται ἐλάττωσιν κατὰ 20 ἕως 25 δραχμάς.
993Τότε εἰς μὲν τοὺς ἐπιμελεῖς Βουλευτάς, εἰς ἐκείνους οἱ
994ὁποῖοι πραγματικὴν θὰ ὑφίστανται ζημίαν παρακαθήμενοι
995εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀφήνοντες τὰς ἐργασίας των, θὰ
996εἶναι δεδικαιολογημένη ἀποζημίωσις μεγάλη, ἀλλὰ συγ-
997χρόνως διὰ τῶν ἀφαιρέσεων ἐκ τῶν ἀπουσιῶν τῶν ἀμελῶν
998δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ πολὺ καὶ ὁ Προϋπολογισμός. Ἀνάγκη
999λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐπὶ τῇ
1000βάσει τῶν ἀποδοχῶν τοῦ μὲ μεγαλείτερον μισθὸν πληρωνομέ-
1001νου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου τοῦ
1002διαμένοντος ἐκτὸς τῆς ἕδρας του. Βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν
1003ἀξίωσιν, ὅτι ἔχομεν νομάρχας, τοὺς ὁποίους ἀμείβομεν μὲ
1004500 δραχμὰς μηνιαίως, δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀμεί-
1005ψωμεν τὸν Βουλευτὴν μὲ πολὺ μεγαλείτερον μισθόν. Ἂν
1006λοιπὸν ὁρίσωμεν 600 δραχμὰς καὶ ἐπὶ ἓξ μῆνας 3.600, νο-
1007μίζω ὅτι καλῶς ὁρίζομεν. Ἐγὼ προτείνω, ὅπως προστεθῇ
1008ἀποζημίωσις διὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ἑκάστης Βουλευτι-
1009κῆς Περιόδου καὶ μία πρόσθετος ἀποζημίωσις ἐκ χιλίων
1010δραχμῶν, ὅπως καλύπτωνται δι’ αὐτῶν αἱ δαπάναι ἐκεῖ-
1011ναι, τὰς ὁποίας πάντες ὑφιστάμεθα πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ
1012Κοινοβούλιον, καὶ δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως τῶν Βουλευ-
1013τῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται διὰ μίαν τετραετίαν. Μὴ ξενίζε-
1014σθε μὲ τοῦτο, διότι οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν διὰ δανείων
1015καλύπτουσι τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κάμνουσι πρὶν εἰσ-
1016έλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτω πως διὰ τὰ τέσσαρα ἔτη
1017θ’ ἀνεβιβάζετο ἡ ἀποζημίωσις εἰς 4 χιλ. δραχμάς, ἂν δὲ
1018συγχρόνως ὡρίζετο διὰ πᾶσαν ἀπουσίαν πέραν τῶν ἓξ ἀπου-
1019σιῶν κατὰ μῆνα ἀφαίρεσις δραχμῶν 20 ἢ 25, ἡ ἀποζη-
1020μίωσις κατὰ μέσον ὅρον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν
1021θὰ ἦτο 3.200, τὰς ὁποίας προθύμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ
1022ἔδιδεν.
1023§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι μικροὶ λογαριασμοὶ αὐτοί.
1024§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν 70 ἕως
1025100 μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δὲν προσῆλθον παντάπασιν ἐν-
1026ταῦθα, θὰ εἶναι ἑπομένως πολὺ ἄτοπον, καὶ ἐὰν ὡρίζετο
1027ἡ ἀποζημίωσις εἰς 5.000, νὰ πληρωθῶσι 500 χιλιάδες
1028δραχμῶν, διὰ νὰ μὴ ἀσχολῶνται οἱ συνάδελφοι εἰς τοὺς
1029μικροὺς αὐτοὺς λογαριασμούς. Τὸ ὑποστηριχθὲν ὅτι δὲν
1030εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἀπουσίαι, νομίζω
1031ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν,
1032διότι εἶναι εὔκολον τεχνητῶς νὰ ὁρισθῇ, ὅπως ἐξελέγχη-
1033ται ἡ ἀπουσία ἑκάστου Βουλευτοῦ μὲ τὴν διατήρησιν ὅλης
1034τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀξιώματος. Ἐπειδὴ δὲ προσέθεσα ὅτι
1035δὲν θὰ συνεπάγηται ἀφαίρεσιν ἀποζημιώσεως πᾶσα ἀπουσία,
1036ἀλλὰ πᾶσα ἀπουσία πέραν τῆς ἕκτης καθ’ ἕκαστον μῆνα,
1037πέραν δηλ. τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ χρόνου, ἐν τοιαύτῃ περι-
1038πτώσει νομίζω ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται καλῶς πρὸς ἀξιο-
1039πρεπῆ παράστασιν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς
1040δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ μέγα ποσόν. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία
1041ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν δύο Βουλευτῶν, τοῦ κ. Βοζίκη καὶ τοῦ
1042κ. Πὼπ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἡ ἀποζημίωσις
1043ἡ διδομένη εἰς τὸν Βουλευτὴν πρέπει νὰ δίδηται ἐφάπαξ· δύ-
1044ναται νὰ κατατέμνηται, ἀλλὰ πληρωνομένη καθ’ ἡμέραν δὲν
1045μοι φαίνεται νὰ συμβιβάζηται μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ·
1046ἄλλως τε εἶναι καὶ κίνδυνος ἐντεῦθεν νὰ παρατείνωνται αἱ
1047ἐργασίαι τῆς Βουλῆς λόγῳ τῆς ἀποζημιώσεως οὕτω κατα-
1048βαλλομένης. Ἐπειδὴ δ’ ὁμιλῶ ἐκ τῶν τελευταίων, καὶ ἐν
1049τῷ μεταξὺ ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἰδιαιτέρας ἀποζημιώ-
1050σεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέ-
1051πει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρόσθετον ταύτην ἀποζημίωσιν, διότι
1052εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἀποζη-
1053μίωσιν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταί, ἐκτὸς τοῦ μεγάλου μισθοῦ,
1054τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀποχωρῶν λαμ-
1055βάνει καὶ σύνταξιν ἴσην πρὸς τὸν μισθόν του, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται
1056εἰς 5 χιλ. λίρας κατ’ ἔτος. Θὰ εἶναι προτιμότερον νὰ ὑποστῇ
1057τὴν μικρὰν αὐτὴν θυσίαν τὸ Κράτος, ἀντὶ ν’ ἀναγκάζωνται οἱ
1058Πρόεδροι τῆς Βουλῆς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Πλημμελειο-
1059δικεῖα καὶ τὰ Στρατοδικεῖα, ὡς συνέβη πολλάκις μέχρι
1060τοῦδε, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν ὑποθέσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ
1061ἐλάμβανον 25 δραχμάς. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπο-
1062χρεωθῇ ὁ Πρόεδρος οὐδὲν ἄλλο ἔργον νὰ ἐκτελῇ, νομίζω ὅτι
1063ἡ ἐλαχίστη αὕτη ἀποζημίωσις θὰ εἶναι ἔργον διατηρήσεως
1064τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Προέδρου, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ
1065ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο ἀντίρρησίς τις.
1066§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστολίδης.
1067§95Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι· ἐπιτραπήτω
1068καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ Συν-
1069τάγματος ἐξ ἀπόψεως φιλοσοφικῆς ἢ ψυχολογικῆς, ἀλλὰ
1070καὶ ἐξ ἀπόψεως πατριωτικῆς, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν Βουλὴν
1071τῶν Ἑλλήνων.
1072Κατὰ τὰ φιλοσοφικὰ τῆς ψυχολογίας διδάγματα ἡ τελει-
1073οτέρα καὶ εὐγενεστέρα ἔκφανσις τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως
1074μεταξὺ τῶν ἄλλων συναισθημάτων τῆς ψυχῆς, ἥτις κυριαρ-
1075χεῖ ἢ καὶ πρυτανεύει ἐν αὐτῇ, ἐστὶν ἡ φιλοδοξία· πολλοὶ τὸν
1076πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δόξαν οὐδείς.
1077Ἡ φιλοδοξία εἶναι τὸ συναίσθημα ἐκεῖνο, ἐξ οὗ ὁρμωμέ-
1078νη καὶ στηριζομένη ἡ ἀνθρωπότης διέπλασε τὰς κοινωνίας,
1079ἐδημιούργησε τὰς Πολιτείας καὶ διεμόρφωσε τὰ Κράτη, αἰω-
1080νίως δὲ βαδίζουσα πρὸς τὰ ἐμπρὸς ἐξήχθη εἰς τὸ νῦν σημεῖον
1081τῆς ἀκμῆς καὶ τῆς τελειότητος τῆς πολιτικῆς δυνάμεως τῶν
1082ἐθνῶν. Παράλληλον συναίσθημα πρὸς αὐτό, ἐπίσης ἰσχυρόν,
1083τὸ καὶ φυσικῶς ἐπιβαλλόμενον, εἶναι τὸ καταγίνεσθαι εἰς
1084τὸ τῆς ἐπαρκείας τοῦ βίου, εἰς τὸ ἐξευρίσκειν πόρους πρὸς
1085ἀντιμετώπισιν τῶν καθ’ ἡμέραν δαπανῶν.
1086Εἰς τὸ συναίσθημα τοῦτο ὀφείλεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰδιοκτη-
1087σίας, εἶναι δ’ ἡ ἀφετηρία, ἐξ ἧς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐδημι-
1088ουργήθησαν αἱ περιουσίαι καὶ ἐσχηματίσθησαν τὰ χρηματο-
1089λογικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ζητήματα, δι’ ὧν δι-
1090εμορφώθη ἡ μεγάλη καὶ ἀκμαία πλουτολογικὴ δύναμις, ἡ
1091διέπουσα ἀνέκαθεν καὶ μέχρι σήμερον ἔτι περισσότερον τὰς
1092κοινωνίας, καὶ τὰς μᾶλλον ἀνεπτυγμένας ἐν τῷ πολιτισμῷ.
1093Τὰ δύο ταῦτα ψυχικὰ συναισθήματα, ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ
1094συμφεροντολογία, πολλάκις ἀλληλοϋποστηρίζονται, ἀλλὰ
1095συχνάκις συγκρούονται καὶ ἐνίοτε καὶ ἐντελῶς διαιροῦνται,
1096ἀναλόγως τῆς ἰδιοσυγκρασίας ἑκάστου ἀτόμου.
1097Βεβαίως δὲ νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ ὅτι,
1098ἂν δὲν ἥνωνε πάντας ἡμᾶς πρὸς τοῦτο ἡ φιλοδοξία καὶ
1099κυρίως ἡ πατριωτικὴ τοιαύτη, ἡ ἰσχυρά, λέγω, ψυχολο-
1100γικὴ δύναμις, ὅπως ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῶν κοινῶν, ἴσως δὲν
1101θὰ ἐπεδιδόμεθα εἰς τοὺς κόπους καὶ τὰς προσπαθείας, ἃς
1102ἅπαντες κατεβάλομεν, ὡς πιστεύω, πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀξιώ-
1103ματος τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ τοσαύτην τιμὴν περιποιοῦντος
1104καὶ ἐν γένει ἡδέως ἐπενεργοῦντος ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου ἐγωισμοῦ.
1105Νομίζω δ’ ὅτι, ἀφοῦ ἀπεκτήθη τὸ τιμητικὸν τοῦτο ἀξίωμα,
1106τὸ νὰ θελήσωμεν νὰ τὸ συνδυάσωμεν μὲ τὴν ἑτέραν ψυχο-
1107λογικὴν διάθεσιν, τὴν περὶ τῆς ἐπαρκείας ἢ τῶν ἐφοδίων τοῦ
1108βίου, ἐφ’ ὅσον χρόνον καταγινόμεθα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1109πρὸς τὴν πατρίδα καθηκόντων, ὧν προασπισταὶ ἐτάχθημεν,
1110ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ μετὰ μικρολογίας ἐξέτασις τῶν
1111ἀπαιτουμένων πρὸς αὐτάρκη βίον χρηματικῶν μέσων, ὅσον
1112καὶ ἀδικαιολόγητος, πάντοτε ἐπιφέρει ὑποτίμησιν, ἵνα μὴ
1113εἴπω ταπείνωσιν, τοῦ ἀξιώματος τούτου.
1114Ποῖον δ’ ὕψος ἐνέχει τὸ ἀξίωμα τοῦτο, δι’ οὗ ἐτιμήθη-
1115μεν, μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία ὅλων τῶν λαῶν ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης
1116ἐποχῆς μέχρι τῆς συγχρόνου. Καὶ τοῦτο ἴσως ἀποδεικνύει
1117ὅτι αἱ Ἀγγλικαὶ Βουλαὶ θέλουσαι νὰ ἵστανται οὕτως εἰς
1118ὕψος καὶ μακρὰν πάσης ἐπαφῆς συμφεροντολογικῆς ἀπέφυγον
1119νὰ ὁρίσωσιν ἀποζημιώσεις ἢ ἐπιχορηγήσεις εἰς τὰ μέλη τοῦ
1120Κοινοβουλίου. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ δὲν ἦτο τυχαία τις ἀπόφασις,
1121ὄχι διότι δὲν ἀνεγνώριζον τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ βί-
1122ου, ὅπως ὁρίσωσιν ἀμοιβὴν εἰς τοὺς μετέχοντας τῆς κοινο-
1123βουλευτικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ διότι ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ὑψίστη
1124τῶν τιμῶν, ὁποία ἡ διὰ τοῦ Κοινοβουλίου διακυβέρνησις
1125τῶν κοινῶν, ἵνα ἐξασκῇ ὅλην τὴν ἐπιβλητικήν της δύναμιν
1126ἐπὶ τοῦ λαοῦ, δέον ν’ ἀπέχῃ οἱασδήποτε χρηματικῆς ἀπο-
1127ζημιώσεως.
1128Ἂς ἐνθυμηθῶμεν δ’ ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦτο ἐθεωρεῖτο κατὰ
1129τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἰδίως τόσον τιμητικὸν καὶ τόσον ἐν
1130ἑαυτῷ ἐκπροσωποῦν τὴν ἐθνικὴν ἰσχύν, διότι δι’ αὐτοῦ,
1131ἤτοι διὰ τῶν Βουλῶν, ἐσαρώθησαν αἱ Δυναστεῖαι καὶ κατη-
1132ρειπώθη ἡ ἀπόλυτος μοναρχία. Ὡς ἐκ τούτου ἐθεωρήθη, Κύ-
1133ριοι, ὥς τι ἀπρεπὲς οἱ μετέχοντες τοῦ Κοινοβουλίου, οὗτινος
1134τοιαύτη καθωρίσθη δύναμις καὶ ἰσχὺς ἢ καὶ ταπεινωτικὸν τοῦ
1135ἀξιώματος αὐτῶν τὸ νὰ ὁρισθῇ οἱαδήποτε χρηματικὴ
1136ἀμοιβή.
1137Τοιαύτη, νομίζω, ἦτο κατ’ ἀρχὴν ἡ ἀπόφασις τοὐλάχι-
1138στον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀκόμη μέχρι τῶν νῦν
1139χρόνων, περὶ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν
1140Κρατῶν ἐκείνων ἀποζημιώσεώς τινος ὑπὲρ τῶν μελῶν τοῦ
1141Κοινοβουλίου.
1142Ἀλλ’ αἱ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ βίου κατ’ ὀλίγον
1143ἤμβλυναν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, καὶ ὅπως καὶ εἰς τὰς Βουλὰς
1144τῶν ἄλλων ἐθνῶν οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν συζήτησιν
1145ταύτην ἐξετάζεται τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως ποσοῦ τινος
1146ἐπαρκοῦντος εἰς τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας τῶν Βουλευτῶν ἐν
1147συγκρίσει πρὸς τὸ ὅ,τι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον ὁρίσει πρὸς
1148τὸν αὐτὸν σκοπόν.
1149Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι,
1150νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἴμεθα δικασταὶ καὶ διάδικοι· διότι
1151θὰ δικάσωμεν ὡς δικασταὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ὡς διά-
1152δικοι ἡμῶν αὐτῶν ἢ καὶ τῶν διαδόχων ἡμῶν πρὸς τὴν
1153ἰδίαν πολιτείαν. Ἂς ἀναπαραστήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὴν
1154εἰκόνα τοῦ συγκροτηθέντος Δικαστηρίου. Ἰδοὺ ἀφ’ ἑνὸς ἡ
1155Πολιτεία παρισταμένη σοβαρά, σύννους σκυθρωπὴ καὶ κατη-
1156φής, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἡμεῖς ὡς δικασταί, ἀλλὰ καὶ ὡς ἱερο-
1157φάνται τῆς Πολιτείας ἐξυπηρετοῦντες τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς
1158σκέψεις αὐτῆς. Καὶ ἡ Πολιτεία λέγει πρὸς ἡμᾶς ὡς δικα-
1159στάς: Ἰδοὺ τὸ τέμενος τῆς Πολιτείας, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήλ-
1160θετε ἐκλεγέντες ἱεροφάνται καὶ ὑποφῆται· ἰδοὺ ὁ λαὸς ὁ
1161ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτοῦ ἀναμένων ἀνακούφισιν καὶ εὐημε-
1162ρίαν. Ἀλλὰ τὸ τέμενος διαρρέει· τὰ ὄμβρια ὕδατα τὸ
1163κατακλύζουσιν, οἱ φρουροὶ αὐτοῦ ζητοῦσιν ἐφόδια, οἱ ὁπλῖ-
1164ται δὲν μένουσιν ἔνθα ἐτάχθησαν· οἱ ἐχθροὶ πανταχόθεν
1165ἀπειλοῦσι.
1166Σεῖς ὅθεν οἱ ἱεροφάνται φροντίσατε διὰ τῆς γνώσεως καὶ
1167πείρας ἡμῶν περὶ ἐξευρέσεως τῶν ἀπαιτουμένων, ἵνα ἐπανέλθῃ
1168καὶ ἀποκτηθῇ ἡ πρὸς διάσωσιν τοῦ τεμένους ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ
1169προσπάθεια. Σεῖς φροντίσατε διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν ὅλων
1170τῶν ἐλλείψεων.
1171Καὶ οἱ ἱεροφάνται, ἤτοι ἡμεῖς αὐτοί, ἀπαντῶμεν:
1172Ναί, εἴμεθα πρόθυμοι πρὸς τὴν ἐπίκλησίν σου, ὦ Πολι-
1173τεία, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀνάγκην τῶν ἐφοδίων τοῦ
1174βίου καὶ δὸς καὶ εἰς ἡμᾶς ταῦτα ἀφθονώτερα, ἵνα ἐπιμελη-
1175θῶμεν καὶ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίμου ἀναπτύξεως
1176τῆς ἰσχύος καὶ δυνάμεώς σου. Καὶ ἡ Πολιτεία ἀπαντᾷ:
1177Ναί, δὲν ἀρνοῦμαι τὴν προθυμίαν ὑμῶν καὶ τὰς προθέσεις
1178σας, ἀλλὰ ταῦτα δέον νὰ ῥυθμισθῶσιν ἀναλόγως καὶ ἐφ’
1179ὅσον ἐπιτρέπουσιν αἱ πρόσοδοί μου. Ἐάν τι πέρα τούτου
1180ζητηθῇ καὶ δοθῇ, τοῦτο θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἄρνησις τῶν
1181ἀναγκῶν μου. Αὐτὰ λέγει ἡ Πολιτεία.
1182Καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτὰ προσηλοῦντες τὴν προσοχὴν ἡμῶν
1183δέον ν’ ἀποφασίσωμεν, ὅπως ἡ δοθησομένη χορηγία πρὸς
1184ἡμᾶς ἢ τοὺς διαδόχους ἡμῶν ἔσεται ἀνάλογος τῶν πόρων
1185καὶ εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ πλέον τι αὐτῶν.
1186Ἄς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι οὕτως ἀποφασίζοντες δεικνύ-
1187μεθα ἀληθεῖς ἀπόγονοι τῶν προγόνων ἡμῶν, διότι ἡ ἐθνική
1188μας Ἱστορία τῶν Ἑλληνικῶν Πολιτειῶν βρίθει παραδει-
1189γμάτων ἐξεχόντων πολιτικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πάντοτε
1190ἀπέδειξαν ὡς ἀρετὴν τὸ νὰ ὦσιν ὑπέρτερα χρημάτων. Διότι
1191καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου καὶ μέχρι τῶν
1192ἡμερῶν μας ὑπῆρξαν χαρακτῆρες ὑπέρτεροι χρημάτων, ὅπως
1193καὶ ἀντιστρόφως κατώτεροι τούτων.
1194§96Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ὅμως λαμβάνουσι τὴν
1195ἀποζημίωσιν.
1196§97Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλος λόγος. Ἐγὼ θὰ
1197εἴπω τὴν γνώμην μου· ὅστις θέλει ἂς ὁμιλήσῃ κατόπιν,
1198ἀλλὰ μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ, διότι δὲν κατέχω τὴν
1199τέχνην τοῦ λέγειν.
1200§98Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε δια-
1201κοπάς.
1202§99Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. — Βρίθει, εἶπον, ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν
1203Ἱστορία, παραδειγμάτων τοιούτων προσώπων, τὰ ὁποῖα ὡς
1204διδάγματα εἰς πάντα τὰ ἔθνη ἐδόθησαν καὶ ἐγένοντο παρα-
1205δεκτά. Προσώπων, τὰ ὁποῖα τὸ ὄνομα αὐτῶν κατέστησαν
1206παροιμιῶδες, λόγῳ τῶν μετ’ αὐτῶν συνδεθέντων ὑπερτάτων
1207ἐκφάνσεων τῶν ἀνθρωπίνων ἀρετῶν. Τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρι-
1208στείδου συνεταυτίσθη μετὰ τοῦ δικαίου. Ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ ἢ
1209νὰ μνημονευθῇ τὸ ὄνομα Ἀριστείδης καὶ ἀμέσως θ’ ἀκουσθῇ
1210ἡ προσωνυμία αὐτοῦ «ὁ δίκαιος». Τὸ ὄνομα τοῦ Φωκίωνος
1211πάντοτε εἶναι συνώνυμον τοῦ ἀνωτέρου χρημάτων, τοῦ ἀδε-
1212κάστου Φωκίωνος ἐκ τοῦ χρυσίου τοῦ Μακεδόνος Βασιλέως
1213Φιλίππου, ὅστις τοῦτο κατηνάλισκεν, ὅπως πολλὰς συνει-
1214δήσεις τῶν τότε προεξαρχόντων πολιτικῶν ἐξαγοράσῃ.
1215Βρίθει, λέγω, ἡ Ἱστορία μας τοιούτων παραδειγμάτων
1216ἀδεκάστων χαρακτήρων. Ἀναφέρει δὲ καὶ ἀναγράφει μετ’ ἐπαί-
1217νων καὶ τοὺς λόγους τοῦ Αἰσχίνου καὶ τοῦ Δημοσθένους ὡς
1218πρώτης ῥητορικῆς δυνάμεως· ἀλλὰ δι’ αὐτοὺς ἡ Ἱστορία δὲν
1219ἀνέγραψεν ὅ,τι διὰ τὸν Φωκίωνα, διότι πιθανῶς οἱ σύγχρονοί
1220των ἀπέδιδον εἰς αὐτοὺς τὸ ὅτι διὰ τῆς τέχνης τοῦ λόγου
1221των ἐκάλυπτον τὰς σκέψεις καὶ τὰ διανοήματά των.
1222Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς, Κύριοι, οἱ
1223ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐρχόμενοι ἂς μὴ καλύπτωμεν τὰ νοή-
1224ματα καὶ τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἀλλ’ εἰλικρινῶς καὶ θαρραλέως ἂς
1225τὰ ἀνακοινῶμεν πρὸς τοὺς συναδέλφους. Ἐὰν τοιαύτη ἀρχὴ
1226ἐπεκράτει, βεβαίως δὲν θ’ ἀπεκρύπτετο τὸ ὅτι ἡ πολιτεία
1227ἡμῶν, ἤτοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους μας, δὲν ἐπιτρέπουσι
1228νὰ παράσχωσιν ὡς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὅ,τι ὁ ἀξιό-
1229τιμος καὶ πολυσέβαστος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καθώρισεν
1230ὡς ἀποζημίωσιν, οὔτε ὅ,τι ἄλλοι ῥήτορες τόσον εὐφραδῶς
1231προσεπάθησαν νὰ μᾶς πείσωσιν.
1232Ἤθελον νὰ εἴπω λοιπὸν ὅτι βρίθει ἡ Ἱστορία μας ἡ
1233πάγκαλος εἰς αἰσθήματα ἰδανισμοῦ, τὰ ἰδεώδη ἐκεῖνα, τὰ
1234ὁποῖα κατηύγασαν καὶ καταυγάζουσι τὴν ἀνθρωπότητα καὶ
1235τὸν πολιτισμὸν τοιούτων παραδειγμάτων, καὶ ὅτι ἐξ ἐκείνης
1236δέον ν’ ἀρυσθῶμεν τὰ τοιαῦτα παραδείγματα ὡς διδάγματα.
1237Καὶ ἀναφέρω παράδειγμα ἴσως δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ ψυ-
1238χολογικῶς πάντας ὑμᾶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ὅτι ὁ
1239Ἀσιάτης ἐκεῖνος λαὸς τῶν Περσῶν ἐξώρμησε μέχρις Ἑλλά-
1240δος, ἵνα λάβῃ ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ἧτταν τοῦ Μαραθῶνος
1241καὶ ἔφθασε μέχρι Θερμοπυλῶν, ἐκεῖ δ’ εὗρε τὴν πρώτην
1242ἀντίστασιν, τὴν ἡρωικὴν ἐκείνην ἀντίστασιν ὁ κυρίαρχος τοῦ
1243πολυπληθοῦς ἐκείνου στρατοῦ, καὶ ἐκάλεσε παρ’ αὐτῷ Σπαρ-
1244τιάτην τινὰ Δημάρατον λεγόμενον καὶ τὸν ἠρώτησε· «πῶς,
1245ἐνῷ σὺ μοὶ ὑπεσχέθης ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἀμαχητὶ θὰ παρεδίδοντο
1246εἰς ἐμέ, ἤδη ἀνθίστανται καὶ μάχονται ἀρνούμενοι νὰ ὑπο-
1247κύψωσι; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐξαγοράσωμεν διὰ χρυ-
1248σίου, ὅπως ἀφήσωσιν ἡμῖν τὴν δίοδον ἐλευθέραν;».
1249Καὶ τότε ὁ Δημάρατος μετανοήσας διότι εὑρίσκετο εἰς
1250τὸ στρατόπεδον τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος του ἀπήντησεν
1251εἰς τὸν Ἀσιάτην ἐκεῖνον κυρίαρχον, τὸν Ξέρξην· «Ὦ Βασιλεῦ,
1252οἱ Ἕλληνες δὲν ἐξαγοράζονται διὰ χρυσίου, δὲν πωλοῦσι
1253τὴν πατρίδα των ἀντὶ χρημάτων». Καὶ τότε ὁ Ξέρξης εἶπεν
1254ἀπαντῶν τὸ γνωστὸν ὡς τόσον τιμητικὸν διὰ τὴν φυλήν μας,
1255διὰ τὴν ἐθνικήν μας φιλοτιμίαν· «ὦ Δημάρατε, πρὸς ποίους
1256ἄνδρας μᾶς ἔφερες νὰ πολεμήσωμεν, οἵτινες τοὺς ἀγῶνας
1257ποιοῦνται οὐ περὶ χρημάτων, ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς»!
1258Ταῦτα ἐξιστορεῖ ὁ Ἡρόδοτος, καὶ ταῦτα ἐπαναλαμβάνων
1259προσθέτω ὅτι καὶ οἱ κοινοβουλευτικοὶ ἀγῶνες, Κύριοι, εἶναι
1260καὶ δέον νὰ εἶναι ἀγῶνες περὶ ἀρετῆς καὶ οὐχὶ περὶ χρημά-
1261των. (Εὖγε εὖγε).
1262§100Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα ὅτι πρέπει οἱ
1263Βουλευταὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀποζημίωσιν εἴμεθα ἀνέκαθεν
1264σύμφωνοι καὶ εἴμεθα καὶ σήμερον. Εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ἡ μέ-
1265χρι τοῦδε διδομένη ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος
1266ἦτο ἀνεπαρκής, καὶ εἰς αὐτὸ σχεδὸν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
1267Ἐκεῖνο, εἰς ὃ δὲν συνεφωνήσαμεν πάντες, εἶναι τὸ ζήτημα
1268ἂν ἡ δοθησομένη ὑπὸ τοῦ νέου Συντάγματος πρέπει νὰ ἐπαυ-
1269ξηθῇ καὶ καταστῇ ὀπωσδήποτε ἐπαρκεστέρα.
1270§101Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς μέλλοντας.
1271§102Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀντέτα-
1272ξαν μερικοὶ δύο κεφαλαιώδη ἐπιχειρήματα, νομίζω, ἐφ’ ὅσον
1273ἀντελήφθην· πρῶτον τὴν πενίαν τοῦ Κράτους καὶ δεύτερον
1274τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν, ἂν εἶναι πρέπον εἰς ἡμᾶς τουτέστι,
1275σήμερον μάλιστα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ πρώτου ἐπι-
1276χειρήματος, τῆς πενίας τοῦ Κράτους, νὰ ζητήσωμεν αὔξη-
1277σιν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης.
1278Ἐὰν ἔπρεπεν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’
1279ὄψιν τὴν πενίαν τὴν πραγματικὴν τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι
1280εἰς πολλὰ ζητήματα ἔπρεπεν ὅλως ἀντιθέτως ἀπὸ ὅ,τι μέ-
1281χρι τοῦδε σκεπτόμεθα νὰ ἐσκεπτόμεθα. Ἔπρεπε τῇ ἀλη-
1282θείᾳ νὰ νομίσωμεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πε-
1283ριστοιχίζεται ὑφ’ ἑνὸς Σινικοῦ τείχους, πέρα τοῦ ὁποίου δὲν
1284ὑπάρχει παρὰ τὸ τέρμα τῆς ὑδρογείου. Ἂν ἔπρεπε πάντοτε
1285ὡς πρῶτον σκοπὸν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πενίαν αὐ-
1286τὴν τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ μὴ εἴχομεν ἄλλην βλέψιν εἰμὴ
1287τὴν ἤρεμον καὶ τὴν οἰκοκυρικήν, οὕτως εἰπεῖν, διαβίωσιν
1288ἐντὸς τοῦ τείχους τούτου, ἡ ὁποία διαβίωσις, ἤρεμος καὶ οἰ-
1289κοκυρική, βεβαίως δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην τοσούτων θυσιῶν διὰ
1290στόλους, στρατοὺς καὶ διὰ τόσας ἄλλας παρομαρτούσας εἰς
1291τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνάγκας.
1292Ἀλλὰ διατί μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν πενίαν εἰς τὰ ζητή-
1293ματα ταῦτα οὐδέποτε ἐλάβομεν ὡς πρῶτον στοιχεῖον τὴν
1294πενίαν αὐτήν; Διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀναγκῶν, ἐπρόκειτο
1295περὶ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν, ἀφοῦ καὶ οἱ θεοὶ
1296εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποκύπτωσι, πολλῷ μᾶλλον οἱ ἄν-
1297θρωποι πρέπει νὰ κύπτωσι τὸν αὐχένα καὶ νὰ ὑποτάσσων-
1298ται εἰς αὐτὴν μὴ βλέποντες πολλάκις οὔτε δεξιόθεν οὔτε
1299ἀριστερόθεν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς ἀνάγ-
1300κης αὐτῆς.
1301§103Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀφορώσης τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους
1302ὅμως.
1303§104Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. Αἱ ἀνάγκαι ἀφο-
1304ρῶσι λογιῶν–λογιῶν κουβέντες!
1305§105Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ σχετίζωμεν τὰ ἄτο-
1306μα πρὸς τὸ Κράτος.
1307§106Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Περὶ μιᾶς λοιπὸν τοιαύτης
1308ἀνάγκης καὶ ἐδῶ πρόκειται· καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τού-
1309του πρόκειται. Καὶ εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη διπλῆ. Εἶναι
1310ἀνάγκη καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀνάγκη ὑποκει-
1311μενικὴ καὶ ἀντικειμενική. Καὶ τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην, με-
1312γάλην ἀνάγκην, νὰ παρέχῃ ἀποζημίωσίν τινα, ὅπως διὰ τῆς
1313ἀποζημιώσεως καὶ διὰ τῆς ἀμοιβῆς νὰ δύναται νὰ εὐκολύνῃ
1314τὴν εἰς τὴν Βουλὴν εἴσοδον εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἰς τοὺς
1315ὁποίους ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν καταστάσεως δὲν θὰ
1316ἦτο αὕτη ἄλλως ἐφικτή. Καὶ ἀνάγκην καὶ μεγάλην ἀνάγ-
1317κην ἔχει τὸ Κράτος, ὅπως ἐκμεταλλεύηται τοὺς ἄνδρας αὐ-
1318τούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς συμβαίνει μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα,
1319εἶναι καὶ οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατάλληλοι διὰ τὸ ἔργον
1320αὐτό. Διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ἄνθρω-
1321ποι τῶν γραμμάτων καὶ ἐν γένει οἱ δυνάμενοι νὰ προσφέρω-
1322σιν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐπανα-
1323λαμβάνω, πεινῶσιν.
1324§107Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὅπου εἶναι πενία, ἐκεῖ καὶ ἡ ἐρ-
1325γασία εἶναι καλλιτέρα.
1326§108Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ὅσον εἶναί τις νιστικός, τό-
1327σον εἶναι καὶ καλός.
1328§109Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν πολιτευόμενον
1329ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατσαρόλαν, διὰ νὰ
1330ὑπερασπίσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους.
1331§110Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἔχει τὸ Κράτος ἀκόμη τὴν
1332ἀνάγκην νὰ μὴ καταστήσῃ τὴν εἴσοδον εἰς τὸ Κοινοβούλι-
1333ον προνόμιον μόνον τῶν πλουσίων. Ἡ παρατήρησις αὕτη
1334ἐγένετο ὑπὸ τῶν προλαλησάντων.
1335§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ τελειώσῃ πλέον αὐτὴ
1336ἡ συζήτησις. Ἂς ψηφίσωμεν καὶ δεκαπέντε χιλιάδας, ἀλ-
1337λὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις.
1338§112Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ εἰς ἡμᾶς
1339ἀνάγκη, κ. Πατσουράκε, ἐκτὸς ἴσως ὑμῶν, νὰ ὁμολογήσω-
1340μεν παρρησίᾳ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα πένητες, διότι
1341ἡ πενία οὐδόλως εἶναι ὄνειδος.
1342§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐργασία δὲν εἶναι ὄνειδος.
1343§114Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Καὶ ἡ πενία καὶ ἡ ἐργασία
1344εἶναι σχεδὸν ταυτόσημα. Ἡμεῖς ἔχοντες ὑψηλὰ τὸ μέτω-
1345πον πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν πενίαν μας καὶ νὰ
1346καταστήσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἰδέαν μας αἰσθητὴν καὶ νὰ
1347ζητήσωμεν ἀπὸ αὐτὸν νὰ μᾶς ἀμείψῃ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ
1348ἧττον δεόντως. Καὶ εἰς ἡμᾶς ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμί-
1349σωμεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς
1350ἀνθρώπους νὰ θαυματουργῶσιν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν, ἔστω
1351καὶ ὅταν εἶναι Βουλευταί, διὰ τῆς εὐλογίας αὐτῶν νὰ μετα-
1352βάλωσι τοὺς πέντε ἄρτους εἰς πέντε χιλιάδας, ὅταν δὲν εἶναι
1353δυνατὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὅταν εἶναι Βουλευταί, νὰ
1354ζῶσι μὲ τὸν ἀέρα μόνον, ἀνάγκην καὶ δικαίωμα συγχρόνως
1355ἔχομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δίδῃ ἀπο-
1356ζημίωσιν δυναμένην νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πρώτας ἡμῶν ἀνάγ-
1357κας, ἵνα εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ὑπηρετῶμεν ἀκριβῶς τὰ συμ-
1358φέροντά του. Ἀνάγκη ὅμως ὑπάρχει νὰ παρατηρήσωμεν εἰς
1359τὸν λαὸν ὅτι αἱ σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖ-
1360οι ἀντιλέγουσιν εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, αἱ μὲν σκέψεις τοὐλά-
1361χιστον εἶναι σκέψεις ἀτάσθαλοι, τὰ δὲ αἰσθήματα, τοὐλάχι-
1362στον κατὰ τὸν ἐλαφρότερον χαρακτηρισμόν, εἶναι αἰσθή-
1363ματα ἄνευ ἐπιγνώσεως. Ἄλλως τε τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
1364εἴπωμεν πάντα ταῦτα πρὸς τὸν λαὸν τὸ ὑποστηρίζει καὶ μία
1365ἄλλη ἰδέα. Ὑπάρχει τις νομίζων καὶ ὑποστηρίζων ὅτι μία
1366ἀπὸ τὰς πρώτας ἀρετὰς τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς δὲν εἶναι τὸ
1367θάρρος καὶ ἡ εἰλικρίνεια αὐτοῦ πρὸς τὸ κοινόν; Ὑπάρχει
1368κανείς, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ ἀντίθετον δὲν ἦτο
1369ἓν τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ παρελθόντος; Τίς δὲν νομίζει
1370ὅτι καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι ἡ διαφώτισις τῆς
1371κοινῆς γνώμης καὶ ἡ ἀντιμετώπισις αὐτῆς; Δὲν ἦτο, λέγω,
1372ἓν ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ παρελθόντος, κατὰ τὸ ὁποῖον
1373εἴθιστο νὰ θωπεύηται πάντοτε ἐλαφρᾷ τῇ χειρὶ ἡ κοινὴ
1374γνώμη καὶ ὁσάκις ὅλοι ἀπεδέχοντο ὅτι αὐτὴ ἀπῄτει
1375ἕνα φοβερὸν καὶ τσουχτερὸν μαστίγιον; Λοιπὸν ποῖος ὁ
1376λόγος ὁ σημερινός, καὶ δὴ εἰς Βουλευτὰς ἀναμορφωτάς, νὰ
1377μὴ αἰσθάνωνται τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον
1378ἀφορᾷ εἰς τὸν ἄρτον αὐτῶν;
1379Τί πλέον ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν λαόν; Ἡ ἀναμόρφωσις δὲν
1380εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον δι’ ὀλίγων νομοσχεδίων,
1381διὰ τῆς ψηφίσεως ὀλίγων νομοσχεδίων. Ἡ ἀναμόρφωσις
1382θέλει προκύψει κυρίως ἐκ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν καὶ ἐκ τοῦ
1383θάρρους ἡμῶν.
1384§115Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος ἡμῶν.
1385§116Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Τὸ θάρρος εἶναι ἀπόρροια τοῦ
1386χαρακτῆρος. Καὶ ἡ ἀναμόρφωσις θέλει ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς
1387διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πάντοτε
1388δυνατὸν νὰ εἶναι εὐπρόσδεκτος· ἐξ ἀνάγκης θὰ ἔχῃ καὶ τὰ
1389ξινά της.
1390Ἀλλ’ ἐκεῖνος ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ θάρρος
1391νὰ ποτίσωσι τὸν λαὸν καὶ μὲ τὰ ξινά, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ
1392ἔχωσι τὸ θάρρος πολλάκις νὰ ποτίσωσιν αὐτὸν μὲ τὸν
1393σπόγγον ἐπὶ τῆς λόγχης τῆς ἐξουσίας καὶ μὲ τὴν χολὴν
1394τῆς πραγματικότητος, αὐτοὶ εἶναι, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστῶσιν
1395ἀληθεῖς ἀναμορφωταί, ἀληθεῖς παιδαγωγοὶ καὶ ἀληθεῖς
1396σωτῆρες τοῦ λαοῦ τούτου (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ βεβαίως
1397αἰσθάνομαι ὅτι τινὲς ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων κυρίως θὰ εἴπω-
1398σιν ὅτι δὲν ἀξίζει τὸ θέμα, ὅτι εἶναι πολὺ κατώτερον τὸ
1399θέμα αὐτὸ τῆς ῥητορικῆς αὐτῆς ῥοκέττας.
1400Εἶναι τὸ θέμα, λέγουσι, πολὺ μικροχαρές, πολὺ ταπεινόν,
1401Ἀλλά, παρακαλῶ, διατί εἶναι πολὺ μικροχαρὲς καὶ πολὺ
1402ταπεινόν; Διότι ἔχει ὡς ἀντικείμενον τὸν ἄρτον τῶν Βου-
1403λευτῶν; Μήπως ὁ λαὸς θέλει ἡμᾶς γυμνοὺς καὶ ἐκτετρα-
1404χηλισμένους; Μήπως ὁ λαὸς θέλει ἡμᾶς ἀθετοῦντας τὰς
1405ὑποχρεώσεις μας διὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας συνά-
1406πτομεν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβαλλόμεθα; Μήπως ὁ λαὸς ἐπὶ
1407τέλους ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ Βουλευταὶ νὰ εἶ-
1408ναι ἄνθρωποι συντετηρημένοι, ἄνθρωποι Μαντινοῦτοι, ὅπως
1409θὰ ἔλεγον εἰς ἄλλην περίστασιν καὶ εἰς ἄλλην γλῶσσαν;
1410Νομίζω ὅτι ἄνθρωποι πεπλασμένοι διὰ Μαντινοῦτοι δὲν
1411εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι παρὰ τὰ πλάσματα, τὰ ὁποῖα
1412εἶναι ὑπέροχα εἴτε λόγῳ σωματικῆς ὡραιότητος εἴτε
1413λόγῳ πνευματικῆς ὡραιότητος. Πάντες ἡμεῖς οἱ ἄλλοι
1414κοινοὶ ἄνθρωποι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολαμβάνωμεν αὐ-
1415τῶν τῶν προσόντων καὶ αὐτῶν τῶν εὐεργετημάτων. Δὲν
1416ἕπεται, νομίζω, ἐκ τούτου ὅτι, διότι εἴμεθα κοινοὶ ἄν-
1417θρωποι, δὲν αἰσθανόμεθα καὶ τὰς νύξεις τοῦ στομάχου· ἴσως
1418μάλιστα οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι τόσον τὸν στόμαχον ἰσχυρότερον,
1419ὅσον τὸν ἐγκέφαλον ἐλαφρότερον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ
1420ἐπὶ τέλους εἰς τί ἀνέρχεται αὐτὴ ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, κατὰ τῆς
1421ὁποίας τοσοῦτόν τινες ἀντεπεξῆλθον; Τί εἶναι αἱ ὀλίγαι
1422ἐκεῖναι δραχμαὶ αἱ ἀναλογοῦσαι κατὰ μῆνα ἐκ τοῦ ποσοῦ,
1423τὸ ὁποῖον ἐλέχθη νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νέου Συντάγματος
1424πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν; Εἶναι ποσόν, ἀπὸ τὸ
1425ὁποῖον δύναταί τις ν’ ἀποθησαυρίσῃ; Εἶναι ποσόν, ἀπὸ τὸ
1426ὁποῖον δύναταί τις νὰ καζαντήσῃ; Τί εἶναι σήμερον, παρα-
1427καλῶ, εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, 400 δραχμαὶ
1428τὸν μῆνα; Σήμερον 400 δραχμαὶ νομίζω ὅτι δίδουσιν οἱ
1429πλούσιοι εἰς τοὺς σωφὲρ τῶν αὐτοκινήτων. Τὸ αὐτὸ ποσὸν
1430ἀπολαμβάνουσι σήμερον πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ
1431Κράτους. Καὶ τί εἶναι τὸ ποσὸν τοῦτο, διὰ νὰ γίνεται τόσος
1432πάταγος; Ἄλλως τε ὁ λαὸς αὐτός, τοῦ ὁποίου τὴν μεμψι-
1433μοιρίαν ἐπικαλοῦνται οἱ ἀντιλέγοντες, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
1434μὴ αἰσθάνηται ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποζῶσιν ἄνθρωποι, οἱ
1435ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς ἔξοδα μέχρις
1436ὅτου εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν
1437νὰ σκέπτηται ὁ λαὸς ὅτι, ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὸ Κοινοβού-
1438λιον, δὲν πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶμεν; Εἶναι παροιμία αὐτοῦ
1439τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦνται οἱ ἀντιλέγοντες τὰς μεμ-
1440ψιμοιρίας, ἡ λέγουσα: τὸν βουλευτήν σου πλήρωνε καὶ ψυ-
1441χικὸν μὴ κάμῃς. Καὶ τὸν λαὸν τοῦτον, νομίζω, μέχρι τοῦδε
1442ἀρκούντως ἐδουλεύσαμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀκόμη θὰ δου-
1443λεύσωμεν, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ὁ ἴδιος λαὸς λέγει, νὰ
1444δουλεύῃ νηστικὸ ἀρκοῦδι. Εἶναι λοιπὸν μία ἀνάγκη. Αὐτὸ
1445εἶναι τὸ ζήτημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, εἰς τὴν ὁποίαν βασίζω
1446ἐγὼ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἐνώπιόν σας, ὅτι
1447δηλαδὴ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀνάγκης, ἀκριβῶς δὲ διότι
1448πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀνάγκης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1449ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἔχουσι σχέσιν πρὸς αὐτήν. Δὲν εἶναι
1450δυνατὸν δηλαδὴ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ νὰ καλυφθῇ ἐν σχέσει,
1451ἀλλὰ πρέπει νὰ καλυφθῇ κατ’ ἔντασιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ
1452καλυφθῇ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς καταστάσεως τῶν δη-
1453μοσίων οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν μάλιστα ἔπρεπε νὰ
1454ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ποία ἡ θέσις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν
1455τοῦ τόπου πρὸς ἄλλα οἰκονομικά, ἐὰν μὲ ἄλλους λόγους
1456ἔπρεπε νὰ ληφθῇ π. χ. ὑπ’ ὄψιν ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἰδι-
1457κός μας ἐν σχέσει μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Γαλλίας τῶν
14584½ δισεκατομμυρίων, ἴσως εἰς ἡμᾶς δὲν ἤθελαν ἀναλογεῖ
1459παρὰ νὰ λαμβάνωμεν μίαν μόνην δραχμὴν κατὰ μῆνα καὶ
1460ἴσως, ἐὰν εἶναι ἡ ἀναλογία καὶ ἀρνητική, θὰ ἐπρόκειτο νὰ
1461δώσωμεν καὶ τὰ ῥέστα!
1462Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἔχω χρείαν νὰ λάβω ἐπιχειρήματα ἐξ
1463ὅσων ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνουσιν εἰς ἕτερα Κράτη,
1464διότι ἡ ἀνάγκη αὕτη, καθὼς εἶπον, εἶναι τοιαύτη, ὥστε
1465πρέπει νὰ ἱκανοποιῆται ἀσχέτως πρὸς ὅσα ζητήματα περι-
1466τριγυρίζουσιν αὐτήν.
1467§117Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἀρκετὰ εἴπετε. Ὡραῖα.
1468§118Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Νὰ παύσω. Θέλω νὰ παύσω,
1469διότι δὲν αἰσθάνομαι καὶ τὴν ὄρεξιν νὰ προχωρήσω ἐπὶ τοι-
1470ούτου θέματος. Ὁμολογῶ ὅτι μοὶ εἶναι τόσον ἀποκαρδιω-
1471τικόν νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὥστε ἀνῆλθον ἐπὶ
1472τοῦ βήματος, διὰ νὰ εἴπω πολλά, καὶ ἤδη αἰσθάνομαι ὅτι
1473μοὶ λείπει ἡ ὄρεξις καὶ ἡ δύναμις. Διὰ τοῦτο μόνον προσθέ-
1474τω, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ
1475ὁποῖος εἶναι ἔπηλυς εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὐλάχιστον ὑπὸ ἔπο-
1476ψιν διαμονῆς καὶ διαίτης, καὶ τὸν παρακαλῶ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι
1477εὗρε τὸν βίον ἐδῶ ὅπου ἦλθε τόσον εὐθηνόν, τόσον εὔκολον,
1478τότε καὶ αὐτὸς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας τῶν
1479ἀντιθέτων. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, συμβαίνῃ τὸ ἀντίστροφον,
1480ὡς νομίζω ὅτι ἤκουσα τὰς περὶ τούτου εἰς τρίτον λεχθείσας
1481κρίσεις του, τὸν παρακαλῶ κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον νὰ βάλῃ
1482τὸ χέρι εἰς τὴν καρδιά του καὶ σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην του
1483νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα ὡς εἶναι πρέπον καὶ ὡς καὶ αὐτὸς ἐν
1484μέρει ἔχει συμφέρον νὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ (ἱλαρότης).
1485§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (γελῶν). Τὸ «ἐν μέρει» νὰ λείψῃ.
1486§120Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Διότι διὰ τῆς γνώμης του ἐπὶ
1487τοῦ προκειμένου θὰ δώσῃ τὸ μέτρον τοῦ τρόπου, μὲ τὸν
1488ὁποῖον σκέπτεται τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου τῆς ἐλευθέρας Ἑλ-
1489λάδος καὶ νομίζω ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων τρόπων, διὰ
1490τοῦ ὁποίου δύναται ν’ ἀναμορφωθῇ καὶ νὰ προοδεύσῃ ὁ τό-
1491πος, εἶναι καὶ ὁ τῆς καλλιτέρας διαίτης.
1492§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅλοι ὅμως, ὄχι μόνον οἱ ἀντιπρό-
1493σωποί του.
1494§122Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Τούτων σήμερον εἶναι ἡ σειρά·
1495θὰ ἔλθῃ καὶ τῶν ἄλλων.
1496§123Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπέγραψα τὴν ὑπο-
1497βληθεῖσαν ὑπὸ πλείστων ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ
1498ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίαν περὶ αὐξήσεως τῆς βουλευτι-
1499κῆς ἀποζημιώσεως εἰς δραχ. 5,000, ὅπως δὲν ὑπέγραψα καὶ
1500ἄλλας κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον περὶ ἄλλων ζητημάτων ὑπο-
1501βληθείσας τροπολογίας, διότι κατ’ ἀρχὴν φρονῶ ὅτι τοιοῦ-
1502τος τρόπος ὑποβολῆς, διὰ τῆς συνυπογραφῆς τῶν πλείστων
1503Βουλευτῶν ἐκ προοιμίου, βλάπτει τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζη-
1504τήσεως προεξοφλῶν ἢ φανατίζων τὴν γνώμην τῶν ὑπογρα-
1505ψάντων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ζωηροτέραν μοὶ ἔκαμεν
1506ἐντύπωσιν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τοιαύτης τροπολογίας,
1507εἶναι ἡ τακτική, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεστηρίχθη αὕτη ὑπό
1508τινων ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Προεκηρύχθη δηλον-
1509ότι ὑπ’ αὐτῶν ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἀνοίγει στάδιον εἰς
1510τὴν δημοκοπίαν, καί, ἐάν τις θέλῃ νὰ δημοκοπήσῃ ἐν τῷ ζητή-
1511ματι τούτῳ, εἶναι ἐλεύθερος. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, διὰ νὰ
1512τολμήσῃ τις ν’ ἀναπτύξῃ ἐναντίαν ἰδέαν πρὸς τὴν τροπολο-
1513γίαν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ
1514θέσῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του τὸν σκοῦφον τοῦ δημοκόπου ὑπὸ
1515τὸν περίγελων ἢ ὑπὸ τὴν καταφρόνησιν τῶν πλείστων τῶν
1516συναδέλφων. Τολμῶ, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ πραξικόπημα
1517τοῦτο, νὰ θέσω ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου τὸν σκοῦφον τοῦ δη-
1518μοκόπου. Καὶ τὸ πράττω τοῦτο ὄχι ἀψηφῶν τοὺς γέλωτας,
1519τοὺς ὁποίους δύναται νὰ προκαλέσῃ τὸ τόλμημά μου, ἀλλὰ
1520τὸ πράττω ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως ὅτι θέλω πείσει τὴν Βου-
1521λήν, ὄχι βεβαίως ἵνα ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης
1522μου, ἀλλὰ θέλω πείσει αὐτὴν ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν μοὶ ἁρ-
1523μόζει ὁ σκοῦφος τοῦ δημοκόπου. Καὶ ἐλπίζω ἐπὶ πλέον ἡ
1524Βουλὴ καὶ νὰ διαγνώσῃ εἰς τὸ βάθος τῶν σκέψεών μου τὴν
1525βαθεῖάν μου λύπην, διότι εὑρίσκομαι ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν
1526γνώμην τὴν δεδηλωμένην τῶν πλείστων τῶν κυρίων συνα-
1527δέλφων ἐπὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσί
1528τινες, οἵτινες εἰς βάρος τῆς εἰλικρινείας τῶν προθέσεων αὑ-
1529τῶν νὰ σπερμολογῶσιν.
1530Δὲν εἶμαι, Κύριοι, τῆς γνώμης ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου
153175, ἐπὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
1532Οὐδ’ ἔχω διάφορον γνώμην πρὸς τὰς σκέψεις καὶ τὰς
1533ἰδέας ἐκείνας, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὡρμήθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνά-
1534δελφοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν. Θεωρῶ μάλιστα
1535τὰς σκέψεις, ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξαν, εὑρισκο-
1536μένας ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν διὰ τῆς τροπολογίας αὑ-
1537τῶν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ πρότασις
1538αὕτη δὲν εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἐπίσης ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς
1539ἄλλα δεδομένα, πολλὰ καὶ ποικίλα καὶ σοβαρά, ἀπὸ τὸν
1540ἔλεγχον τῶν ὁποίων ἐπίσης πρέπει νὰ διέλθῃ τὸ ζήτημα
1541τοῦτο, ἵνα ἡ ἀπόφασις, ἣν θὰ λάβωμεν, θεωρηθῇ καὶ καταστῇ
1542ἀσφαλὴς καὶ εὐρέως καὶ ἐμπεριστατωμένως μεμελετημένη.
1543Ἡ ἀπόφασις, Κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προ-
1544βῶμεν, πρέπει κατὰ τὴν γνώμην μου πρωτίστως νὰ καθοδη-
1545γηθῇ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως μὲν αὐτῆς, προκειμένου περὶ ζητή-
1546ματος τοσοῦτον λεπτοῦ...
1547§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λεπτῶν.
1548§125Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ζητήματος, λέγω, λεπτοῦ, διότι οὐδεὶς δύ-
1549ναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὸ ἴδιον συμφέρον ἑκάστου δὲν
1550εἶναι συνδεδεμένον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· πρέπει νὰ κα-
1551θοδηγηθῇ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ χρόνου οὐχ ἧτ-
1552τον κατὰ τὸν ὁποῖον καλούμεθα νὰ λάβωμεν τοιαύτην, εἰς
1553ἐποχὴν δηλονότι, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μό-
1554λις ἐκ τοῦ μακροῦ ληθάργου συνέρχεται εὑρισκόμενος εἰς
1555τὴν κορυφὴν συντριμμάτων καὶ καταστροφῶν, πρέπει ἡ ἀπό-
1556φασις ἡμῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ ζητήματος, ζητήμα-
1557τος οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ὡς ὑπόδειγμα μοναδικὸν θὰ χρη-
1558σιμεύσῃ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Καταστατικῷ Χάρτῃ, ὡς ὑπό-
1559δειγμα τῆς διευθετήσεως πολλῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων
1560τοῦ Κράτους, πρέπει, λέγω καὶ τονίζω, νὰ καθοδηγηθῇ ἡ
1561ἀπόφασις ἡμῶν πρωτίστως ἀπὸ τὴν ψυχολογίαν τῆς λαϊκῆς
1562γνώμης. Τῆς λαϊκῆς γνώμης οὐχὶ ἐκείνης ἥτις δύναται νὰ
1563χαλκευθῇ ἀπὸ τὰς σπερμολογίας τῶν ἀργοσχόλων, διότι
1564ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου καὶ
1565ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης, ὅτι ἐν μέσῳ τῶν
1566τοιούτων σπερμολογιῶν πρέπει ἀφόβως μὲ ἀναπεπταμένην
1567τὴν σημαίαν νὰ διέρχηται τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων,
1568ἀλλὰ τῆς λαϊκῆς γνώμης τῆς ὑγιοῦς, τῆς μορφουμένης ἐξ
1569αὐτῶν τῶν πραγμάτων τῶν ὑποπιπτόντων εἰς τὴν ἄμεσον
1570ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ· τῆς λαϊκῆς γνώμης τῆς μορφουμένης
1571ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐξ ἰδίας αὐτοῦ πείρας, ἐξ ἰδίας συνειδήσεως, ἐξ
1572ἰδίας γνώσεως. Δὲν χρειάζεται δέ, Κύριοι, φακὸν ὁ λαός,
1573ἵνα εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἴδῃ τὰ ῥάκη, τὰ ὁποῖα σήμερον
1574περιβάλλουσι τὸ σῶμα τῆς ὡραίας πατρίδος μας. Δὲν χρειά-
1575ζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διόπτρας, ἵνα διακρίνῃ τὴν οἰκονο-
1576μικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ γνωρίσῃ τί πράττομεν
1577εἰς τοιαύτας ὥρας. Κατόπιν, Κύριοι, ποίων εὐτυχῶν γεγο-
1578νότων τῆς πατρίδος μας συνερχόμεθα σήμερον; Κατόπιν
1579ποίων ἐνδόξων πολέμων; Κατόπιν ποίων οἰκονομικῶν πε-
1580ρισσευμάτων ἐρχόμεθα ν’ ἀνοίξωμεν τὸ ταμεῖον τοῦ Κρά-
1581τους εἰς ὑπερμέτρους γενναιοδωρίας καὶ ἀμοιβὰς; Ἀλλ’
1582ἐλησμονήσαμεν τὸ 1897, τὸ ἀπαίσιον 1897, τοῦ ὁποίου
1583τὰς συνεπείας δοκιμάζομεν σήμερον, καὶ θὰ ὑφιστάμεθα ἐπὶ
1584μακρὸν ἀκόμη; ἐλησμονήσαμεν τὴν ἐπακολουθήσασαν οἰκο-
1585νομικὴν πολιτικὴν ἀκολασίαν, τῆς ὁποίας ἐκλήθημεν νὰ
1586περισυλλέξωμεν τὰ συντρίμματα καὶ τὰ ναυάγια; Εἰσερ-
1587χόμεθα ἐν τῷ ναῷ, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ
1588Βοιωτίας Βουλευτὴς κύριος Γαλανός, καὶ ἐν τῷ ναῷ τρα-
1589φησόμεθα, ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν ὅτι ἔξωθεν τοῦ ναοῦ τού-
1590του τείνουσιν ἐπαίτιδας τὰς χεῖρας τὰ πλήθη ἐκεῖνα, οἱ
1591μάρτυρες τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ
15921897 ἐξετέθησαν εἰς τοὺς ἀγρίους, εἰς τοὺς ἐξοντωτικοὺς διω-
1593γμοὺς τῶν πολλαπλασιασθέντων ἤδη ἐχθρῶν τῆς πατρίδος
1594μας; Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν ὅτι δὲν ἐξήλθομεν ἀκόμη ἐκ
1595τῆς καταστάσεως τῆς πτωχεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ χρό-
1596νων ὑπέκυψε τὸ Κράτος; Ἐλησμονήσαμεν λοιπὸν ὅτι διατε-
1597λοῦμεν ὑπὸ τὴν πτέρναν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου; Καὶ ἔχει
1598ἀνάγκην πλέον σπερμολόγων καὶ ἀργοσχόλων ὁ Ἑλληνικὸς
1599λαός, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον νὰ προβῶμεν
1600εἰς ὑπερμέτρους ἀμοιβὰς;
1601§126Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καιρὸς εἶναι νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις,
1602ἡ ὁποία γίνεται.
1603§127Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ
1604τὴν γνώμην του.
1605§128Ν. ΞΗΡΟΣ. Θέλετε νὰ ψευδώμεθα, ὅπως πάντοτε εἰς τὸ
1606παρελθόν, καὶ νὰ λαμβάνωμεν ἐκτάκτους ἀποζημιώσεις.
1607§129Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Νομίζω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν
1608μετεχειρίσθην ἔκφρασιν, ἥτις νὰ θίξῃ τινὰ ἐξ ὑμῶν, ἀλλὰ
1609νομίζω ὅτι ὁ ἐγειρόμενος θόρυβος δὲν ἁρμόζει εἰς τοιαύτην
1610συζήτησιν, καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες τὸν μεταχειρίζονται, δὲν
1611εἶναι ἀξιοπρεπές....
1612§130Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἡ Βουλὴ σᾶς ἀκούει μετὰ προσοχῆς
1613κύριε συνάδελφε.
1614§131Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἐννοῶ τοὺς θέλοντας νὰ θορυβῶσι.
1615...Δὲν εἶναι ἐπαινετὸν οὐδ’ ἀξιοπρεπὲς νὰ καταρρίπτωσιν
1616οἱ τέσσαρες ἢ πέντε αὐτοὶ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς.
1617§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶπε τίποτε.
1618§133Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ προσβολή, ἡ γενομένη ἐναντίον μου,
1619εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως. Τοῦτο
1620δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές.
1621§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς καταρρίπτει τὴν ἀξιοπρέπειάν σας.
1622Πάντες εἶναι ἀξιοπρεπεῖς.
1623§135Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ
1624δάκτυλος τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος ἔχει τεθῇ
1625εἰς κίνησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης. Οὐδὲ δύναμαι πόρ-
1626ρωθεν ὑπόνοιαν νὰ συλλάβω τοιαύτην. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω
1627ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη περιέχει τὸν μύχιον πόθον ἐκείνων,
1628καὶ φοβοῦμαι πολὺ ὅτι δίδοντες σάρκα νόμου εἰς τοιαύτην
1629πρότασιν ἴσως ἐξαπολύομεν δηλητηριώδη ὄφιν, ἵνα δαγκάσῃ
1630τὴν πτέρναν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1631§136Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ κομματικὸν τοῦτο τέρας ἐξέπνευσεν.
1632§137Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως τῷ κατα-
1633σκευάζομεν λεωφόρον.
1634§138Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Πλανῶνται οἱ φρονοῦντες ὅτι ἐπερατώθη
1635ὁ λαϊκὸς ἀγὼν κατὰ τοῦ κομματισμοῦ· τοὐναντίον ἡ κρίσις
1636αὐτοῦ ἐπίκειται λίαν προσεχῶς μάλιστα, καὶ ὀφείλομεν νὰ
1637συγκρατῶμεν τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ λαοῦ, ἵνα μὴ ὁ ἀγὼν εὕρῃ
1638τὴν ψυχὴν αὐτοῦ δηλητηριασμένην καὶ ῥαθυμοῦσαν. Ἀλλ’
1639ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν οἰκονομολογικήν του μορ-
1640φήν. Οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς προτάσεως ἐδανείσθησαν ἐπιχει-
1641ρήματα καὶ ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ξένων Κρατῶν,
1642ἀλλὰ παρέλαβον ἐκεῖθεν τὰ κονδύλια τ’ ἀφορῶντα μόνον
1643τὴν ἀποζημίωσιν τὴν βουλευτικήν, χωρὶς νὰ προσέξωσι καὶ
1644εἰς τὸ σύνολον τῶν Προϋπολογισμῶν ἐκείνων, χωρὶς νὰ
1645φέρωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναλογιῶν μεταξὺ
1646τοῦ κονδυλίου ἐκείνου καὶ τῶν ἄλλων κονδυλίων καὶ μισθο-
1647δοτημάτων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς
1648ἐκείνους διὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἑκάστου Κράτους,
1649διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ ποίας ἀναλογίας τὰ πλούσια ἐκεῖνα
1650Κράτη ἀμείβουσι τὰς ὑπηρεσίας των. Ἀλλ’ ηὐξήθησαν, λέ-
1651γουσιν, αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν
1652ὁποίαν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν
16531800 δρ.
1654§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καταπληκτικῶς.
1655§140Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ὁμο-
1656λογοῦμεν ὅτι κατεχόμεθα ὑπὸ ὀδύνης καὶ θλίψεως. Ἔπρεπεν
1657ἀπὸ τῆς χθὲς νὰ εἶχε λήξει τὸ ζήτημα. Θὰ φέρωμεν ἔνστα-
1658σιν ἀπαρτίας, διότι εἶναι μερικαὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπι-
1659βάλλεται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις διὰ μιᾶς ἐνστάσεως.
1660§141Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ φέρῃ
1661ἔνστασιν, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ. Νὰ διευθύνῃ τὰς ἐρ-
1662γασίας τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει δικαίωμα· αὐτὸ ἀνήκει εἰς
1663ἄλλους.
1664§142Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας.
1665§143Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δικαίωμά μας εἶναι νὰ συζητήσωμεν. Καὶ
1666ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω.
1667§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
1668§145Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ὁμιλοῦμεν διὰ τὸν ἀγορεύ-
1669οντα.
1670§146Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν σπεύδω
1671νὰ περατώσω λέγω ὅτι, ὡς ἐμελετήθη τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ
1672τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ
1673ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, καθωρίσθη ἓν ποσόν,
1674δι’ ὃ δὲν ἠκούσαμεν μέχρι τοῦδε ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ
1675λαοῦ διαμαρτυρίαν τινά, καὶ εἶναι τοῦτο μία ἀπόδειξις ἀνο-
1676χῆς καὶ ἐγκρίσεως ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἡ
1677ἀποζημίωσις ἤθελε περιορισθῆ εἰς τοιοῦτόν τι ποσόν, ὅπερ
1678θεωρῶ ἀνάλογον καὶ πρὸς τὴν σημερινὴν ἐπαύξησιν τῶν βιο-
1679τικῶν ἀναγκῶν, ἀνάλογον καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατά-
1680στασιν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὀφεί-
1681λομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν ἐδῶ. Ἀλλά, ἐὰν ὑπερβάλωμεν τὸ
1682μέτρον πρὸς καθορισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ἀφορῶντος
1683τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἀποζημίωσιν, εἴπατέ μοι μὲ ποῖον σθένος αὔ-
1684ριον θ’ ἀντιταχθῆτε κατὰ τῆς σκοπιμωτάτης καὶ δικαιοτά-
1685της προτάσεως, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1686τῆς Δικαιοσύνης, περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν;
1687Ποῖος θὰ εἴπῃ δι’ ἐκείνους ὅτι δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ ἀνάγκαι
1688τοῦ βίου; Μὲ ποῖον σθένος θ’ ἀντιμετωπίσωμεν οἱανδή-
1689ποτε πολυτέλειαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν κανονίζωμεν
1690δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς ἀποζημιώσεις ὑπερμέτρους; Πῶς θὰ ἔχητε
1691τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ ἀφήσητε ἀμετάβλητα τὰ κονδύλια
1692τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, μάλιστα δ’ ἐκεί-
1693νων, οἵτινες ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐξ ἀτροφίας φθίσιν μὲ τὸν μι-
1694σθὸν τῶν 140 δραχμῶν, ἐνῷ τοὺς προορίζομεν διὰ τὴν
1695ὑπεράσπισιν τῆς σημαίας τῆς πατρίδος;
1696§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι ὑπάλληλοι;
1697§148Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Οἱ ἀνθυπολοχαγοί.
1698§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει μεγαλειτέρας
1699δαπάνας.
1700§150Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἀμειβόμενος διὰ τοῦ ποσοῦ,
1701τὸ ὁποῖον θέλομεν κανονίσει, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι
1702καὶ εὐκολίαν ἔχει καὶ χρόνον, διὰ νὰ δύναται καὶ ἄλλοθεν
1703νὰ προσπορισθῇ τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς αὐτόν.
1704§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἄλλοθεν!
1705§152Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὑπάρχει τὸ τεκμήριον ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς
1706ὁποίους ἀποστέλλει ἐνταῦθα ὁ λαός, εἶναι ἐκ τῶν εὐδοκι-
1707μούντων ἐν τῷ πρακτικῷ βίῳ, δυναμένων συνεπῶς νὰ προσ-
1708πορίζωνται ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀσχολιῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν
1709ἀργοσχόλων. Ἂν λοιπόν, λέγω, δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς εὑρίσκομεν
1710ἀνεπαρκὲς ἓν τοσοῦτον ἢ τοσοῦτον ποσὸν ἀποζημιώσεως,
1711πῶς εὑρίσκομεν ἐπαρκῆ τὰ κεκανονισμένα διὰ τοὺς δημο-
1712σίους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπαγορεύομεν ἐν τούτοις
1713νὰ μετέλθωσιν ἄλλα ἔργα, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγ-
1714κας των;
1715§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, συνεπληρώθη ἡ ἡμίσεια
1716ὥρα.
1717§154Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τελειώνω ὅσον οὔπω.
1718§155Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θέλομεν 100 δρ. δι’ ἀλληλογραφίαν,
1719διότι λαμβάνομεν 40 ἐπιστολὰς τὴν ἡμέραν.
1720§156Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Λοιπόν...
1721§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ἡ ὥρα.
1722§158Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλὰ κατηναλώθη μέρος ἐκ διακοπῶν.
1723Αὐτὸ ἂς εἶναι ἡ τελευταία μου διαμαρτυρία.
1724§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ὁ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζό-
1725μενος χρόνος.
1726§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί,
1727πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ἤμην διατεθειμένος νὰ ὑποστη-
1728ρίξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλ-
1729φων μου Βουλευτῶν, τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως,
1730εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ
1731τοῦ πορίσματος ὅμως τῆς συζητήσεως ἔρχομαι νὰ προτείνω
1732εἰς τὴν Βουλὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς εἶ-
1733χον προτείνει. Συνέβη δηλαδὴ εἰς ἐμὲ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου,
1734ὅπερ συνέβη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅστις
1735προσυπογράψας τὴν πρότασιν τῶν πολλῶν Βουλευτῶν, δι’ ἧς
1736προτείνεται ποσὸν 5,000 δρ. πρὸς ἀποζημίωσιν βουλευτικήν,
1737κατώρθωσε κατόπιν τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ
1738Βουλῇ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι πολὺ εἶναι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο καὶ
1739ὀλιγώτερον πρέπει νὰ δοθῇ.
1740Τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅσοι
1741ὑπεστήριξαν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῆς
1742βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τὰ
1743λεχθέντα ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος ἐξ Ἀχαΐας καὶ
1744Ἤλιδος φίλου μου κ. Ῥούφου ὡς καὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
1745σεβαστοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη δὲν ἀφή-
1746νουσι καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως
1747ἐπιβάλλεται ν’ αὐξηθῇ, χάριν τοῦ συμφέροντος οὐχὶ ἁπλῶς
1748τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ χάριν ἁπάντων, χάριν
1749τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ Κράτους, αὐτῆς τῆς εὐρύθμου
1750λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ
1751τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως, κύριοι Βουλευταί, ἣν κατεῖδον
1752ἐγκαίρως καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ
1753καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή. Τὸ ζητούμενον εἶναι τοῦτο
1754μόνον: ἡ αὔξησις μέχρι ποίου σημείου πρέπει νὰ φθάσῃ,
1755διότι ὑπάρχουσιν ὅριά τινα, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς
1756νὰ σταθῶμεν ἐντεῦθεν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλως θὰ εἴ-
1757μεθα διατεθειμένοι νὰ ὁρίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολύ-
1758τως ὀρθοῦ. Ὑπάρχει τὸ ὅριον τῆς ἀναλογίας, ἡ ὁποία πρέπει
1759νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῆς δαπάνης τῆς διὰ τὴν ἀποζημίωσιν
1760τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ τῶν λοιπῶν δαπανῶν, εἰς
1761τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐπαρκῇ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμός.
1762Ὑπάρχει ἐξ ἄλλου ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει, διὰ τὴν
1763παροῦσαν ἀκριβῶς περίστασιν πλέον παρὰ πᾶσαν ἄλλην, ἡ
1764κοινὴ γνώμη τῶν ἐκλογέων ἡμῶν.
1765Διότι εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει ὡραιό-
1766τερον ἀπὸ τὸ ν’ ἀντιμετωπίζῃ κανεὶς τὴν κοινὴν γνώμην,
1767ὅταν πρόκειται ἀκριβῶς νὰ πατάξῃ τὴν δημαγωγίαν, διὰ νὰ
1768συμβουλεύσῃ τὰ ὀρθά, καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκειται νὰ διακιν-
1769δυνεύσῃ τὴν δημοτικότητα αὐτοῦ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ
1770συμφέρον τῆς πατρίδος (χειροκροτήματα).
1771Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, δικαιοῦμαι νὰ νομίζω ἐκ τοῦ παρελ-
1772θόντος μου ὅτι ἔχω τὸ ἀναγκαῖον θάρρος διὰ τὴν περίστασιν
1773τὴν τοιαύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ θυσιάσῃ τις
1774τὴν δημοτικότητα αὑτοῦ, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ὀρθά, ὁμο-
1775λογῶ ἐν τούτοις ὅτι αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν δειλίαν ὁσάκις
1776πρόκειται νὰ προκαλέσω τὴν παρεξήγησιν τῆς ἐνεργείας
1777μου ἐκ μέρους τῆς λαϊκῆς γνώμης διὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα
1778θίγουσι τὰ χρηματικά μου συμφέροντα.
1779Θὰ ἦτο ὡραῖον, κύριοι Βουλευταί, ἂν προσερχόμενοι
1780ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν ἐθέτομεν εἰς τὸ πρόγραμμα
1781ἡμῶν ῥητῶς καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ τῆς πληρωτέας εἰς
1782τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ ἀποζημιώσεως. Καὶ ἂν τότε
1783εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ διακηρύξωμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων,
1784ὅτι ὤφειλε τὸ ποσὸν τῶν 5000 ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ἢ
1785ἐν τῷ Συντάγματι, τότε θὰ ἐπεδεικνύομεν θάρρος, τὸ ὁποῖον
1786θὰ ἦτο θάρρος ἀξιέπαινον.
1787Ἀλλ’ ὅταν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐπὶ τῇ βάσει ἐντολῆς, ἡ
1788ὁποία ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸ πο-
1789σὸν τῆς ἀποζημιώσεως, γινόμενοι ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ διάδικοι
1790καὶ δικασταὶ ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ὁμο-
1791λογῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ δειλία μου εἶναι μεγάλη καὶ δέχομαι
1792τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν πρώην φίλος μου ἐξήνεγκε κατ’
1793ἐμοῦ χθές. Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν
1794Βουλήν, ἡ ὁποία ἐν τόσῳ μεγάλῃ πλειονοψηφίᾳ ἀποτελεῖ-
1795ται ἀπὸ ὀπαδοὺς τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, νὰ εἴπω ὅτι
1796θὰ ἦτο θανάσιμον δι’ ἡμᾶς ἁμάρτημα, ἂν παρεβλέπομεν τὴν
1797ἐκμετάλλευσιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐκ τοῦ προκει-
1798μένου ζητήματος, ἂν εὑρισκόμεθα εἰς κατάφωρον ἀντίθεσιν
1799πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἂν ἐθέτομεν εἰς κίνδυνον τὴν
1800ἐπιτυχίαν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος ἐκ τοιαύτης αἰτίας.
1801Εἶμαι βέβαιος, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη εἶ-
1802ναι ὥριμος δι’ αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως· εἶ-
1803μαι βέβαιος ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη θέλει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν
1804κατάφωρον παραβίασιν, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐγίνετο πρὸς σχε-
1805τικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ θέλει ὥστε νὰ νο-
1806μιμοποιηθῇ εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ γί-
1807νηται. Ἀλλ’ εἶμαι συγχρόνως βέβαιος, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν
18085000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν
1809ἀξιοτίμων συναδέλφων, εἶναι ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ γνώ-
1810μη θεωρεῖ ὑπέρογκον (ἐπιδοκιμασίαι). Θὰ προσθέσω ἀκόμη,
1811καίτοι συνεπτυγμένως εἶπον ἤδη τοῦτο πρὸ μικροῦ, ὅτι ὄχι
1812μόνον ἡ κοινὴ γνώμη θεωρεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπέρογκον,
1813ἀλλ’ ἂν ἤθελε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία πρέπει
1814νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ πασῶν τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας
1815ὀφείλει νὰ ἐπαρκῇ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμός, ἡ ἀναλογία
1816τοῦ ποσοῦ τῶν 5000 δραχμῶν θὰ ἀπεδείκνυεν ὅτι ἡμεῖς,
1817οἱ ὁποῖοι εἴμεθα καὶ διάδικοι καὶ δικασταί, εἰς τὸ προκεί-
1818μενον ζήτημα ἐκρίναμεν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει
1819καὶ ἴδιον συμφέρον, πολὺ ἐλευθεριώτερον παρ’ ὅλας τὰς ἄλ-
1820λας ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ἐπαρκῇ ὁ δημό-
1821σιος Προϋπολογισμός.
1822Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν,
1823ὅπως ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ
1824ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀποζημίωσις εἰς τὸ ποσὸν τῶν
18255000 δραχμῶν. Κατὰ μείζονα λόγον φυσικὰ συνιστῶ νὰ
1826ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ζητεῖ καὶ αὔξησιν τοῦ πο-
1827σοῦ τούτου. Ἀλλὰ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κε-
1828φαλληνίας βουλευτοῦ κ. Ἰγγλέση, ὁ ὁποῖος ζητεῖ, ὁσάκις
1829παρατείνονται αἱ ἐργασίαι πέρα τῶν ἓξ μηνῶν, νὰ λαμβά-
1830νωσιν οἱ Βουλευταὶ 400 δραχμὰς ἐπὶ πλέον κατὰ μῆνα,
1831καὶ ταύτην ἀποκρούω, διότι αὕτη ἔχει τοῦτο τὸ πρόσθετον
1832ἐλάττωμα, ὅτι δύναται νὰ δημιουργήσῃ τὴν κωλυσιεργίαν,
1833τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ἡ παράτασις τῶν ἔργων
1834τῆς Βουλῆς πέρα τῶν ἓξ μηνῶν διὰ τὴν λῆψιν τῆς προσθέ-
1835του ἀποζημιώσεως ἢ διότι θὰ ἐπέτρεπεν ἀθεμίτους συνεν-
1836νοήσεις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ὁμάδος Βουλευτῶν διὰ τὴν
1837ῥύθμισιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δι’ ἀνάλογον λόγον
1838δὲν συνιστῶ τὴν παραδοχὴν καὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν
1839ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἐκ Νέων Ψαρῶν καὶ ἐξ
1840Ἀρκαδίας, καίτοι ὁμολογῶ ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως προυκάλεσε
1841πολὺ τὴν προσοχήν μου, καίτοι ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἦτο ἡ
1842καλλιτέρα σχετικῶς ἀπὸ πάσας τὰς ἄλλας, τῶν ὁποίων τὴν
1843ἀπόρριψιν συνέστησα πρὸς ὑμᾶς. Εὑρίσκω ὅτι ἡ πρότασις
1844αὕτη ἔχει τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι διὰ μερίδα τινὰ ἐκ τῶν ἐν
1845Ἀθήναις διατριβόντων Βουλευτῶν ἠδύνατο ἐπίσης νὰ δοθῇ
1846αἰτία πολλάκις πρὸς παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώμα-
1847τος. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸ ὅλον Σῶμα, οὔτε διὰ τοὺς πολλοὺς
1848τῶν Βουλευτῶν, οὔτε ἄλλως τε πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν
1849διὰ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης τὰ καθ’ ἡμᾶς μόνον. Πρό-
1850κειται νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τοῦ μέλλοντος. Διὰ τὸν αὐτὸν λό-
1851γον ἀποκρούω καὶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας
1852καὶ Ἤλιδος συναδέλφου κ. Φωτήλα, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν
1853πληρωμὴν πεντακοσίων δραχμῶν κατὰ μῆνα, διότι πάλιν
1854θὰ ἦτο δυνατὴ καὶ ἡ κωλυσιεργικὴ διάθεσις μέρους τινὸς
1855Βουλευτῶν καὶ ἡ ἀθέμιτος συναλλαγὴ μεταξὺ Κυβερνήσεως
1856καί τινων ἐκ τῶν Βουλευτῶν.
1857Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἔχων ὑπ’ ὄψει ἀφ’ ἑνὸς
1858τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τῆς χώρας, ἀφ’ ἑτέρου τὴν κοινὴν
1859γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς προ-
1860τείνων ὅπως πρὸς κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἀναχωρή-
1861σωμεν ἀπὸ τῆς βάσεως ὅτι οἱ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες Βου-
1862λευταὶ ὑποβάλλονται εἰς μικροτέρας θυσίας ἀπὸ ἐκείνους,
1863οἱ ὁποῖοι τὴν κατοικίαν των ἔχουσιν ἔξω τῆς πόλεως τῶν
1864Ἀθηνῶν (χειροκροτήματα). Ἡ ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ
1865δὲν εἶναι μισθός. Εἶναι ἀκριβῶς, ὅπως χαρακτηρίζεται, ἀπο-
1866ζημίωσις πρὸς μερικὴν τοὐλάχιστον ἀναπλήρωσιν τῶν ζη-
1867μιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ὁ Βουλευτὴς διὰ τὴν
1868ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ
1869λαοῦ, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἰς πολὺ με-
1870γαλειτέρας θυσίας οἰκονομικὰς ὑποβάλλονται διὰ τὴν ἐκ-
1871πλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων ἐκεῖνοι οἱ
1872ὁποῖοι τὴν κατοικίαν των δὲν ἔχουσιν ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν
1873Πειραιεῖ, διότι ὁ αὐτὸς λόγος συνηγορεῖ καὶ διὰ τοὺς ἐν
1874Πειραιεῖ κατοικοῦντας συναδέλφους. Θὰ προέτεινον ἑπομέ-
1875νως, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως τὸ ἄρθρον 75 διατυπωθῇ
1876οὕτως (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ καθήκοντά
1877των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου
1878ἀποζημίωσιν, οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦν-
1879τες δραχμὰς ὀκτακοσίας ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, οἱ δὲ
1880λοιποὶ χιλίας».
1881§161ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ πληρώνουσιν ὀλι-
1882γώτερον ἐνοίκιον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις;
1883§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, οἱ μὲν ἐν
1884Ἀθήναις κατοικοῦντες θὰ λαμβάνωσιν ἀποζημίωσιν 3200
1885δραχμῶν ἐν ὅλῳ κατ’ ἔτος, οἱ δὲ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κατοι-
1886κοῦντες — οἱ ὁποῖοι ὅμως, καὶ ἂν πληρώνωσι μικρότερον ἐνοί-
1887κιον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των, ὑποβάλλονται προφανῶς εἰς πολὺ
1888μεγαλειτέρας δαπάνας διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν
1889των καθηκόντων παρὰ ἡμεῖς οἱ μένοντες ἐν Ἀθήναις — θὰ
1890λαμβάνωσι δραχμὰς 4000.
1891Συγχρόνως προτείνω, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἡ πρότασις
1892τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἡ ἀφο-
1893ρῶσα τὴν παροχὴν ἐξόδων παραστάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον
1894τῆς Βουλῆς, γίνῃ δεκτὴ μὲ τὴν δήλωσιν μάλιστα, ἡ ὁποία
1895ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον νῦν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βου-
1896λῆς πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως. Ῥητῶς θὰ προσε-
1897τίθετο ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἀποζημίωσις θὰ παρέχηται εἰς
1898τοὺς Βουλευτὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὴν ἐκπλήρω-
1899σιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων.
1900Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς
1901τοῦτο: ὅτι, ἂν καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρχωσι περιστάσεις,
1902συχναὶ ἴσως, πρὸς σύγκλησιν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἐναν-
1903τίον τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ,
1904προσῆκον εἶναι ὅμως τὰ τῆς ἀποζημιώσεως νὰ κανονισθῶσιν
1905ἀσχέτως ἐντελῶς πρὸς τὴν σύγκλησιν ἢ μὴ σύγκλησιν ἐκ-
1906τάκτων Συνόδων διὰ τὴν ἀποφυγὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἂν ὄχι
1907ὁμοίων καταχρήσεων ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ τοὐλάχι-
1908στον δι’ ὑποτιθεμένας καταχρήσεις. Εἶπον ὅτι εἰς τὸ μέλ-
1909λον θὰ εἶναι ἀνάγκη συγκλήσεως ἐκτάκτων Συνόδων, διότι
1910μεθ’ ὅλην τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀνώτατον ὅριον
1911τῆς τακτικῆς Συνόδου δὲν περιορίζεται πλέον ἐντὸς χρόνου
1912μικροτέρου τοῦ φυσικοῦ βίου τοῦ ἑνὸς ἔτους, εἶναι ὅμως φυ-
1913σικὸν ὅτι, ὁσάκις πραγματικῶς θὰ λήγωσιν αἱ ἐργασίαι
1914τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ
1915παραλείπῃ τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος τῆς κηρύξεως τῆς λή-
1916ξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης, διότι θὰ εἶναι ἀδύ-
1917νατον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ κυβερνητικὰ καὶ διοικητικὰ
1918αὐτῆς ἔργα, ἐὰν περιορίζηται ἐκ τῆς δῆθεν ὑπάρξεως τῆς
1919Βουλῆς καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς
1920χρησιμοποιήσεως ἀναπληρωματικῶν ἢ ἐκτάκτων πιστώσεων
1921κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
1922Εἰς τὴν περίστασιν λοιπὸν ταύτην ἡ σύγκλησις ἐκτά-
1923κτου Συνόδου τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ εἶναι χρή-
1924σιμος ἴσως, ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ συμβῇ πολλάκις.
1925Παρέλιπον μόνον ν’ ἀναφέρω ὅτι ἡ ἐπικράτησις τοῦ ἀνω-
1926τάτου ὁρίου τῆς διαρκείας τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς
1927Βουλῆς ἐπιβάλλεται μετὰ τὴν σημασίαν τὴν δικαιοτέραν,
1928ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν τακτικῇ Συνόδῳ
1929διεξαγωγῆς τῶν κυριωτάτων ἔργων τῆς Βουλῆς, οἷα εἶναι
1930ὁ Προϋπολογισμός, ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, ὁ Ἀπολογι-
1931σμὸς καὶ ἄλλα, ἵνα μὴ εὑρίσκηται ἐνίοτε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ
1932Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην παραβιάσεως διατάξεως τοῦ
1933Συντάγματος, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ συνεπληροῦτο τὸ ἑξά-
1934μηνον διάστημα τῆς τακτικῆς Συνόδου, χωρὶς νὰ συμπλη-
1935ρωθῶσιν ὅλα τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε
1936νὰ ἐκπληρωθῶσιν ἐν τῇ τακτικῇ Συνόδῳ, μεταξὺ τῶν
1937ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ψήφισις τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Δεχόμενοι τὴν
1938διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 75, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
1939βάλω εἰς ὑμᾶς, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν πό-
1940ρων τοῦ Κράτους παρέχομεν ἀνακούφισιν εἰς τοὺς ἀφιερώ-
1941νοντας τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων
1942πραγμάτων καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην δὲν ἐρχόμεθα εἰς
1943ἀντίθεσιν ἐν ζητήματι, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ παρεξήγησις εἶναι
1944δυνατή. Τοὐναντίον διαρρυθμίζομεν τὰ καθ’ ἡμᾶς κατὰ τρό-
1945πον ἀποκλείοντα ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν κατάχρησιν καὶ
1946κατὰ τρόπον μὴ ἐπιβαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν περισσό-
1947τερον τοῦ ὅσον ἐπεβαρύνθη ἐν τῷ παρελθόντι, ἐν μέσῳ του-
1948λάχιστον ὅρῳ, διότι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων τοῦ
19491899, τοῦ 1903, τοῦ 1907, ὅτε ἐγένετο κατάχρησις ἀνα-
1950βιβάσασα τὴν δαπάνην εἰς ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον διὰ
1951τὴν Βουλήν. Λέγω τοῦτο, διότι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν
1952ὁποῖον διατυποῦται ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς πά-
1953σας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν διάλυσιν τῆς
1954Βουλῆς, δὲν πρόκειται νὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος δύο βουλευ-
1955τικὰς ἀποζημιώσεις, ἐὰν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅπως συνη-
1956θέστατα συμβαίνει κατ’ ἀνάγκην, ἔχωμεν δύο κοινοβουλευ-
1957τικὰς Συνόδους τῆς Βουλῆς. Ἀποφεύγεται λοιπὸν ἡ πλη-
1958ρωμὴ τῶν διπλῶν Βουλῶν εἰς τὴν περίστασιν τῆς διαλύ-
1959σεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ διπλῆς ἀποζημιώσεως εἰς περί-
1960στασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνεκα διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐντὸς
1961τοῦ αὐτοῦ ἔτους γίνονται δύο ἐκλογαὶ καὶ ἔρχονται ἄλλοι
1962Βουλευταί. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων ἡ
1963σχετικὴ πρὸς τὴν σύνταξιν δὲν ἔχει τὴν θέσιν της πρὸς συ-
1964ζήτησιν ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ· ἡ θέσις της ἀνήκει εἰς τὸ
1965ἑπόμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν τῷ ὑπάρχοντι Συντά-
1966γματι διάταξιν ἀντίθετον πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Καλομενο-
1967πούλου προτεινομένην. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ καταργήσω-
1968μεν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐκεῖ εἶναι ἡ ὥρα ὅπως συζητηθῇ καὶ
1969αὕτη ἡ πρότασις καὶ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τούτου.
1970Ἐτελείωσα τὸν λόγον μου, Κύριοι, ἔχων τὴν πεποίθησιν
1971ὅτι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταί, καὶ οἱ ὁμιλήσαντες ἀκόμη
1972ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ὑποστηρίξωσι μεγαλείτερον
1973ποσόν, καὶ οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν περὶ τοῦ μεγαλειτέ-
1974ρου ποσοῦ, θ’ ἀναγνωρίσωσι τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημά-
1975των, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν,
1976καὶ θὰ ψηφίσωσι τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι πρὸς
1977ὑμᾶς. Πρέπει δὲ ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀναί-
1978ρεσις τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, τοῦ ὁποίου βάσις εἶναι
1979ὅτι αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν θὰ εἶναι προϊὸν τῆς συζητήσεως τῆς
1980ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὴν γνώ-
1981μην ὅτι, ἐπειδὴ ὑπεγράψαμεν μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία
1982θὰ ἐχρησίμευεν ὡς εἰσήγησις εἰς τὴν συζήτησιν προτάσεως
1983ὑπογραφείσης προτοῦ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι
1984ὀφείλομεν ἐκ λόγον κακῶς ἐννοουμένης φιλοτιμίας πρὸς τὴν
1985γνώμην ἡμῶν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρότασιν. Θὰ ἦτο τοιαύ-
1986τη ἀντίληψις ἐντελῶς ἀναίρεσις τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος,
1987τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς ἡ βάσις εἶναι αὕτη, ὅτι αἱ ἀποφάσεις
1988τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ λαμβάνονται ἐν τῷ περιβόλῳ
1989τούτῳ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν διεξαγομένην ἐντὸς τοῦ
1990Κανονισμοῦ. Θὰ παρακαλέσω ἰδιαίτατα τοὺς φίλους μου,
1991θὰ παρακαλέσω ἰδιαίτατα τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ φιλελεύ-
1992θερον κόμμα, νὰ μὴ λησμονήσωσι τὸ ἰδιαιτέρως λεπτὸν τῆς
1993θέσεως ἡμῶν. Τὸ εἶπον δίς, τὸ ἐπαναλέγω καὶ τρίτην φορὰν
1994ὅτι εἴμεθα δικασταὶ καὶ διάδικοι, ὅτι ἡ παρεξήγησις εἶναι
1995φυσικωτάτη, ὅτι δὲ ὁ ἐλλοχεύων ἐχθρὸς κατὰ τοῦ ἀνορθωτι-
1996κοῦ ἀγῶνος, καὶ τοιοῦτος δὲν εἶναι εἷς, ἀλλὰ πλείονες, δὲν
1997ἐννοῶ δὲ μόνον τὰ παλαιὰ κόμματα, ἀλλὰ πάντας ἐκείνους,
1998οἵτινες ἐργάζονται καθ’ ἡμῶν, ἐλλοχεύει, ἵνα δυνηθῇ νὰ πλή-
1999ξῃ τὸν ἀγῶνα τοῦτον καὶ ματαιώσῃ τὴν ἐπιτυχίαν του
2000(χειροκροτήματα). Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι Βουλευταί,
2001ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν αἰτίαν ἐδώκαμεν,
2002ὅπως εἰς τοὺς ἀντιπάλους τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν δοθῶσιν ὅπλα
2003καὶ δι’ οὐδεμιᾶς πράξεως ἡμῶν μέχρι σήμερον ἐξωπλίσαμεν
2004τὸν ἐχθρὸν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποί-
2005θησιν βεβαίαν ὅτι, ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιχειρημάτων,
2006τὰ ὁποῖα τόσον εὐλόγως ἀνεπτύχθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης
2007ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει ν’ ἀναχθῇ εἰς 5000 δραχμῶν, ἐὰν
2008τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἐκανονίζομεν μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
2009θεωρητικῆς ταύτης ἀντιλήψεως, θὰ διεπράττομεν βαρύτατον
2010πολιτικὸν σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἤμεθα ἀσυγχώρητοι
2011ἀπέναντι καὶ τῶν ἐκλογέων ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2012θὰ προσθέσω ἀκόμη καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον
2013βαθύτατα συναισθάνεται ὅτι ἐκ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος
2014ἐξαρτᾶται αὐτὸ τὸ μέλλον του (χειροκροτήματα παρατετα-
2015μένα καὶ ἐπευφημίαι).
2016§163ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε,
2017πέντε λεπτά.
2018§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δεμερτζῆς.
2019§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ παραιτηθῇ.
2020§166ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πληθούσης τῆς
2021Βουλῆς, ἀφοῦ οὐδεὶς φαίνεται διατεθειμένος ἵνα λάβῃ τὸν
2022λόγον, νὰ γίνῃ ἀμέσως ψηφοφορία. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι
2023τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς παρούσης Βουλῆς θὰ κανονισθῶσι
2024δι’ εἰδικῆς προνοίας, ἡ ὁποία πρόνοια εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ
2025εἶναι ὅτι θὰ ἰσχύσῃ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ
2026εἰς τὸ Σύνταγμα. Θέλω προσθέσει ἀκόμη τὰ τῶν ἀπουσιῶν
2027νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.
2028Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἡ ὑπόνοια, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον
2029δὲν θὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, δὲν θὰ πληρώνηται ἡ ἀποζη-
2030μίωσις, ἐπεθύμουν νὰ παράσχω τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἡ ἀποζη-
2031μίωσις καταβάλλεται ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν
2032ὁποῖον συνεδρίασεν ἡ Βουλὴ εἴτε εἰς τακτικὴν εἴτε εἰς
2033ἔκτακτον Σύνοδον. Ἑπομένως καθ’ ἕκαστον ἔτος οἱ Βουλευ-
2034ταὶ οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις θὰ λαμβάνωσι 3200 δραχμῶν, ἀνε-
2035ξαρτήτως τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεδρίασεν ἡ Βουλή,
2036οἱ δὲ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις 4000 δραχμῶν. Ἐὰν κηρυχθῇ ἡ
2037λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πληρώνονται κατὰ τετραε-
2038τίαν· μόνον ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μόνον
2039ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν δημοσιεύεται τὸ Διάταγμα, ὅτε
2040ἀποθνήσκει ἡ Βουλή, δὲν λαμβάνεται ἀποζημίωσις.
2041Τοῦτο μόνον συμβαίνει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὅτι ἡ
2042καταβληθεῖσα ἀποζημίωσις χάνεται διὰ τὸ Δημόσιον. Μόνον
2043εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸ τρίμηνον διάστημα, δι’ ὃ ἔλαβον τὴν ἀπο-
2044ζημίωσιν, εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν
2045καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἑπομένως τὸ Κράτος θὰ
2046κερδίσῃ πάλιν ἓν τρίμηνον, τὸ ὁποῖον θὰ καταναλωθῇ διὰ
2047τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος.
2048§167Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2049διακοπῇ ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ συζήτησις μετὰ τὴν ἀγό-
2050ρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ ὑποβολῆς ἐν-
2051ταῦθα ἀπαντήσεως καὶ παρατηρήσεων, αἵτινες θὰ δείξωσιν
2052ὅτι πάντες εἴμεθα ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους ζητήματος σύμφωνοι
2053καὶ ὅτι μόνον παρεξήγησις ἢ κακὴ ἐκδήλωσις τῶν σκέψεων
2054εἴς τινας ἐγένετο ἐνταῦθα εἰς τρόπον ὥστε νὰ φθάσωμεν νὰ
2055συζητῶμεν περὶ πραγμάτων, περὶ ὧν εὑρέθημεν ἐπὶ τέλους
2056σύμφωνοι.
2057Διότι τί εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2058σεως, ὅτε ἐκ νέου ἀνῆλθε τὸ βῆμα; Βεβαίως εἶπεν ὁ κ.
2059Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὰ τῆς παρούσης Βουλῆς θέ-
2060λουσι κανονισθῆ δι’ ἰδίας ἀποφάσεως καὶ τοῦτο ἔδει νὰ ἐγί-
2061νετο ἐν ἀρχῇ, διότι, ἂν ἐκ τούτου ἐγίνετο ἡ ἀρχή — ὅπως
2062κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἡ ὅλη μου ἀγόρευσις προχθὲς ἔδειξεν,
2063ὅτι τοῦτο εἶχον ἐγὼ ὑπ’ ὄψει, οὐδεὶς ἤθελεν εὑρεθῆ ὅστις νὰ
2064τολμήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς Βουλῆς ταύτης ὡς περὶ Βου-
2065λῆς σκεπτομένης περὶ ἰδίων συμφερόντων· διότι, ἂν ἐκ τού-
2066του ἐγίνετο ἡ ἀρχή, δὲν ἠθέλομεν καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ φό-
2067βου, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήπως
2068παρεξηγηθῇ ἡ πρόνοια τοῦ συνεδρίου τούτου, μήπως θεω-
2069ρηθῇ τὸ εὐτελὲς τοῦτο διὰ τὸν σημερινὸν Βουλευτήν, ὅτι
2070σκεπτόμενος διὰ τὰς μελλούσας Βουλὰς ἐσκέπτετο περὶ τῶν
2071ἰδίων συμφερόντων.
2072Καίτοι, προκειμένου περὶ πραγμάτων, ἅτινα εἷς ἕκαστος
2073κανονίζων τὸν βίον αὑτοῦ ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, καὶ ὑπαρχού-
2074σης πείρας τεσσαρακονταετίας καὶ πλέον, εἰς οὐδένα εὐσυνεί-
2075δητον γινώσκοντα τὰ πράγματα καὶ μὴ θέλοντα νὰ δια-
2076στρέψῃ τὴν ἀλήθειαν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀποζημίω-
2077σις, ὡς ὑπεβλήθη ἐν τῇ τροποποιημένῃ μάλιστα προτάσει
2078τῶν πολλῶν Βουλευτῶν, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς αὐτὰ τὰ
2079πράγματα. Τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2080νήσεως δηλώσας διὰ ποῖον λόγον διστάζει· ἀνεξαρτήτως
2081τοῦ ζητήματος τῆς κοινῆς γνώμης ἐπὶ τούτου, ἐδήλωσεν
2082αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον, ὅτε ὑπέβαλον καὶ τὴν
2083τροπολογίαν μου ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν πολλῶν Βουλευ-
2084τῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξαναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ
2085σκεφθῇ ἐφεκτικώτερον περὶ τούτου· καίτοι δ’ ἀναγνωρίζει
2086ὅτι τὸ ποσόν, ἂν ὡρίζετο, δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολικόν, ἐν τού-
2087τοις φροντίζουσα ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἰσορροπίας τοῦ
2088Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἀναλογίας πρὸς ἄλλα περιορίζει τὸ
2089ποσὸν εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτὴ ταύτην τὴν ὥραν προέτεινεν.
2090Τὸ παρελθὸν ἀπέδειξε, Κύριοι, ὅτι, δέον νὰ καταβληθῇ
2091πρόνοια, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ Βουλευταὶ ἐνταῦθα νὰ προσέρ-
2092χωνται καὶ ἐργάζωνται ἄνευ ἀνησυχίας περὶ τὸν βίον, ἄνευ
2093ἀνησυχίας περὶ τῆς οἰκίας καὶ τῆς οἰκογενείας αὑτῶν, ἐν
2094πλήρει ἁρμονίᾳ ψυχικῇ καὶ διανοητικῇ, εἶναι ἀπόλυτος
2095ἀνάγκη νὰ δίδωνται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ὅσα ἀνταποκρίνον-
2096ται πρὸς τὰς ἀπαραιτήτους ἀξιώσεις ἐλεύσεως, ἐπανόδου
2097καὶ διαβιώσεως ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, μιᾷ τῶν μᾶλλον
2098διὰ τὴν δίαιταν πολυδαπάνων πόλεων, μιᾷ τῶν πόλεων τῶν
2099μικροτέρων μεταξὺ τῶν πρωτευουσῶν, ἀλλὰ καὶ πολυδα-
2100πανωτέρων διὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, κατέναντι Ῥώμης, Πετρου-
2101πόλεως, Βιέννης, Βερολίνου, ἴσως δὲ καὶ Παρισίων — διότι
2102τοιοῦτον εἶναι, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς αὐτὰς τοῦ βίου τὸ
2103πολυδάπανον ἐν Ἀθήναις ἀκριβῶς διὰ τὰ εἴδη τῆς πρώ-
2104της ἀνάγκης. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀναμφισβήτητος, καὶ προ-
2105κειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ
2106ὑπολογίσωμεν εἰς μίαν ἢ δύο δεκαετίας, ὀφείλομεν νὰ κα-
2107νονίσωμεν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς
2108ἐκεῖνο, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα πρότερον, ὅπερ δὲ κινδυνεύομεν
2109νὰ ἴδωμεν καὶ πάλιν, ἐὰν δὲν κανονίσωμεν ἄλλως τὰ τῆς
2110ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν. Διότι ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀνάγκη,
2111καί, ἂν δὲν προβλεφθῇ ἡ διέξοδος, θὰ ζητηθῶσι διέξοδοι
2112ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει.
2113Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑποβαλὼν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν κρίσιν
2114τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζη-
2115μιώσεως κατὰ λόγον τῶν δυνάμεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
2116ἃς αὕτη μόνον εἶναι τελείως εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ καὶ προσ-
2117διορίσῃ εἰς τὸ ἀκριβές, οὐδεμίαν τὸ κατ’ ἐμὲ ἔχω δυσκο-
2118λίαν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι, ὅ,τι ἀπεφάσισε, κα-
2119λῶς ἀπεφάσισεν αὐτό. Θὰ εἴπω πρὸ πάντων ὅτι ἡ διάκρι-
2120σις, ἥν, εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν ἐλθοῦσα, ἐποιήσατο μεταξὺ
2121τῶν ἐγκαθιδρυμένων ἐνταῦθα καὶ τῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐρ-
2122χομένων, εἶναι διάκρισις δικαία. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην
2123τῆς διακρίσεως ταύτης, ἥτις συνήθως δὲν γίνεται, καὶ ἥτις
2124θὰ ἦτο διὰ λόγους ἄλλους ἐπιθυμητὸν ἵνα μὴ ἐγίνετο, εὑ-
2125ρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι
2126ἀγνοῶ ἐκ ποίας ἰδέας ὁρμηθεῖσα ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ὁρι-
2127σθῇ ἐνιαυσία ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ δι’ ὅλου τοῦ
2128ἐνιαυτοῦ διήκουσα. Ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον ἐπέμεινεν εἰς
2129τοῦτο ἀναγκασθεῖσα σήμερον νὰ ἔλθῃ καὶ δηλώσῃ ὅτι ναὶ
2130μὲν οὕτως ὥρισε τὴν Σύνοδον, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ διὰ Διατά-
2131γματος νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐρ-
2132γασιῶν. Ἂν ἀπ’ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις εἶχε παρακολουθήσει
2133τὰ τοῦ παρελθόντος καὶ κατίδῃ ὅτι εἶναι ὑπερεπαρκὴς ὁ χρό-
2134νος τῶν ἓξ μηνῶν ἐν τακτικῇ Συνόδῳ, ὅπως διεξαχθῶσι
2135τὰ τακτικὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἤθελε θέσει τὸ ἀνώτατον τοῦτο
2136ὅριον τῆς Συνόδου, καὶ ἤθελε δώσει εἰς τὸν Βουλευτὴν 500
2137δραχ. κατὰ μῆνα ἴσως καὶ μετ’ ἄλλης τινὸς προσθήκης, ἵνα
2138οὗτοι ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ φροντίσωσι περὶ
2139τῶν ἰδίων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠξίωσε νὰ ὁρίσωμεν δωδε-
2140κάμηνον τὸ διάστημα. Ποία λογικὴ ὑποστηρίζει διὰ δώδεκα
2141μῆνας νὰ δίδηται τροφὴ ἓξ μηνῶν μόνον; Καὶ ὅτι τοῦτο
2142δὲν εἶναι λογικόν, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνεγνώρισεν
2143αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· διότι, καίτοι θέλομεν
2144ἔχει τὴν Σύνοδον ἐνιαυσίαν, οὐχ ἧττον εἶπεν· ὅτι θέλει κη-
2145ρύττεσθαι ἡ λῆξις, καὶ τοῦτο τὸ περιπλέον· ὅτι, καίτοι θὰ
2146δίδηται ἡ ἀποζημίωσις ἡ τοιαύτη, θ’ ἀποζημιῶνται ἐν τού-
2147τοις καὶ διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἐὰν ἐνόησα καλῶς.
2148§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2149§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, ἀνακαλῶ τὴν πα-
2150ρατήρησιν ταύτην.
2151§170Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει.
2152§171ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, περιλαμ-
2153βανομένης καὶ ταύτης. Ἑπομένως θὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ
2154εἰς τακτικὴν Σύνοδον, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ κηρύττηται ἡ
2155λῆξις αὐτῆς· διότι, ἀντὶ νὰ συγκαλῆται εἰς ἔκτακτον Σύνο-
2156δον, δὲν ἔχει ἢ νὰ καλέσῃ ὁ Πρόεδρος τοὺς Βουλευτὰς δι’
2157ἁπλῆς προσκλήσεως, ἵνα ἐκ νέου συνέλθωσι. Διὰ τοῦτο ἐγεν-
2158νήθη εἰς ἐμὲ ἡ ἀπορία πῶς ἐγένετο λόγος περὶ ἐκτάκτου
2159Συνόδου.
2160§172Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ διάρκεια τῆς Συνόδου εἶναι πλέον
2161ἀπὸ 3 μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους.
2162§173ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.— Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω
2163ὅτι ἐκεῖ, ὅπου κατήντησαν τὰ πράγματα—μὴ ἐπεμβαίνων
2164εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς διατυπώσεως, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος
2165τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο, ἢ θέλει τροποποιήσει —, φρονῶ
2166ὅτι, ἀφοῦ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν κρίσιν τῆς
2167Κυβερνήσεως δὲν ἐπιτρέπει μείζονας θυσίας εἰς τὸ μέλλον,
2168δὲν ἐπιτρέπει κατ’ ἀκολουθίαν καὶ εἰς τὸ παρὸν διὰ μεί-
2169ζονα λόγον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, πειθόμενοι εἰς τοὺς λό-
2170γους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν
2171αὐτοῦ εἰς τὸ ποσόν, ὅσον εἶναι ὡρισμένον, μετὰ τῆς δια-
2172κρίσεως τῶν ἐνταῦθα οἰκούντων, δι’ οὓς ἐγένετο ἡ ἐλάτ-
2173τωσις, ἡ λίαν δεδικαιολογημένη διὰ τὴν διάκρισιν τῶν ὅρων
2174τοῦ βίου, ἥτις πρέπει πάντως νὰ κεῖται πρὸ ὀφθαλμῶν. Διὰ
2175τοῦτο δὲ καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν ἀγόρευ-
2176σιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ στήσῃ ἐνταῦθα
2177τὴν συζήτησιν, ὅπως φθάσωμεν εἰς ταύτην τὴν ἀπόφασιν,
2178ἥτις κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν εἶναι δικαία. Καὶ δὲν πρέ-
2179πει νὰ προσέξωμεν εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα λέγονται ἐκτὸς τῆς αἰ-
2180θούσης ταύτης, ἵνα δημιουργῶσι πράγματα, ἀλλὰ νὰ ψη-
2181φίσωμεν τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποζη-
2182μίωσιν.
2183Θέλω δ’ ἐπαναλάβει καὶ τοῦτο πάλιν εἰς τὴν Βουλήν.
2184Θέλω εἴπει πρὸς αὐτὴν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐν τῇ πρὸ δύο ἡμε-
2185ρῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορεύσει διατύπωσις, ἣν ἐγὼ
2186ἐνταῦθα, ἔχων ἀνεγνωρισμένα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὰ ἀπαραί-
2187τητα, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, ἐγέ-
2188νετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου τούτου, οἷον εἶναι διατετυ-
2189πωμένον ἐνταῦθα, τοῦ ἄρθρου 75, ἔχοντος ὡς ἑξῆς:
2190«Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου
2191ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον δραχμὰς τόσας».
2192Εἶχον κατὰ νοῦν, ὅπως βεβαίως εἶχε κατὰ νοῦν καὶ ἡ Βουλὴ
2193ὁλόκληρος, ὅτι ψηφίζομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος,
2194τοῦ μέλλοντος ἄρθρου 75, ἥτις θέλει ῥυθμίσει τὰ τῆς ἀπο-
2195ζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν εἰς τὸ μέλλον· δὲν εἶχον τὸν νοῦν,
2196καὶ βεβαίως δὲν εἶχε καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τὸν νοῦν
2197εἰς τὸ νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀποζημίωσιν. Δὲν ἦτο
2198βεβαίως εἰς τὸν νοῦν τῆς Βουλῆς τοῦτο, οὐδ’ ἦτο δυνα-
2199τὸν νὰ εἶναι εἰς τὸν νοῦν τῆς Βουλῆς τοῦτο· διότι, ὅτε
2200ἐνταῦθα γίνεται λόγος περὶ ἐνιαυσίας τακτικῆς Συνόδου,
2201δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, μὴ γινόμενος καταγέλαστος,
2202ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἥτις ἔχει ὡρισμένον προορισμὸν καὶ μετὰ
2203τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ δι’ ὃν συνεκλήθη θέλει ἀπέλθει
2204ἐντεῦθεν, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον
2205τοῦτο· δὲν εἶναι ἐτησία τακτικὴ Σύνοδος ἡ Σύνοδος τῆς
2206Βουλῆς ταύτης, ἥτις εἶναι ὅλως ἐξαιρετικῆς φύσεως Βουλή,
2207ὅλως ἐξαιρετικοῦ προορισμοῦ· καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὰ κατ’
2208αὐτὴν μόνον διὰ τοῦ τρόπου, ὃν τελευτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2209Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι θέλει χρησιμοποιήσει, εἶναι δυνατὸν
2210νὰ προσδιορισθῶσιν. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν
2211νομίσῃ προσῆκον νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν αὐτῆς ἀπέναντι
2212τῆς Βουλῆς διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, νὰ πράξῃ
2213τοῦτο προκαλοῦσα ἰδίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἔχουσα ὑπ’
2214ὄψει ὅτι δὲν πρόκειται τακτικὴ Σύνοδος τακτικῆς Βουλῆς.
2215Ἀλλὰ βεβαίως ἐν τούτῳ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ πάν-
2216τα ἥσυχος καὶ μηδὲν νὰ σκέπτηται, μηδὲ νὰ σκοτίζηται,
2217περὶ τῶν λεγομένων δεξιὰ ἢ ἀριστερά, ὅτε ἔχει τὴν βεβαιό-
2218τητα ὅτι σήμερον οὐδὲν προενόησε περὶ ἑαυτῆς, ἀλλὰ προε-
2219νόησε μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος.
2220§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ
2221Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κατέληξε συνιστῶν εἰς
2222τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον
2223τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὡς τροπολογίαν τῆς ἀρχικῆς προτά-
2224σεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετὰ τῶν συναδέλφων μου.
2225Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ὅλη ἀγόρευσις
2226τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἦτο καθαρῶς ἀντιπο-
2227λιτευτική.
2228§175ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ.
2229§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἤρξατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
2230Βουλευτὴς μεμφόμενός με διατί; Διότι ἐπὶ δύο ἡμέρας
2231ἀφῆκα νὰ γίνῃ συζήτησις, χωρὶς νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ συζή-
2232τησις ἀφορᾷ τὸ μέλλον καὶ οὐχὶ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς
2233Βουλῆς.
2234Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον, Κύριοι, τὴν γνώμην καὶ ἐξακολουθῶ
2235ἔχων αὐτὴν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ἐν τῷ μέλ-
2236λοντι ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν προδικάζει καὶ τὸ
2237μέλλον τῆς πληρωμῆς τῆς παρούσης Βουλῆς, καὶ θὰ εἴπω
2238διατί εἶπον ὅτι, ἂν καὶ προδικάζει τὴν εἰς τὸ μέλλον πλη-
2239ρωμὴν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐν τούτοις ἰδία πρᾶξις τῆς
2240Συνελεύσεως χρειάζεται ὡς πρὸς τοῦτο, διότι τὰ τῆς ἀπο-
2241ζημιώσεως τῆς παρούσης Βουλῆς θὰ κανονισθῶσι δικαίως
2242τότε μόνον, ὅταν κανονισθῶσιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάρκειαν
2243τοῦ βίου αὐτῆς. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐργασία ἡμῶν
2244κατασταθῇ δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως οὐ
2245μόνον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ τῶν κυριωτέρων ση-
2246μείων τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐξ
2247ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναπτύξω πρὸς τὸν Ἑλληνι-
2248κὸν λαόν, μέχρι τῆς 8 Ἰουνίου, ὅτε συμπληροῦνται οἱ 6
2249μῆνες, ὁ συνήθης βίος τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι
2250ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξω ὅτι
2251ἀποζημίωσις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως 2000 δραχμῶν
2252διὰ τὴν ἐπὶ 6 μῆνας παραμονὴν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐν-
2253ταῦθα καὶ διὰ τὴν μετὰ τοιαύτης ἐπιμελείας παρακολού-
2254θησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ἀποζημίωσις ἀνε-
2255παρκής. Διὰ τοῦτο ἐδήλωσα ὅτι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς
2256παρούσης Βουλῆς θὰ κανονισθῶσι δι’ ἰδίου ψηφίσματος.
2257Ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κανονισμὸς ὁ
2258ὁριστικὸς τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ψη-
2259φίζομεν διὰ τὸ μέλλον, θέλει προδικάσει καὶ τὴν ἀποζη-
2260μίωσιν τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἑπομένως ἡ παρεξήγησις,
2261τὴν ὁποίαν ἐφοβήθην καὶ ἐξακολουθῶ φοβούμενος, ὅπως ψη-
2262φίσωμεν ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει θεωρητικῆς μόνον ἀντιλήψεως,
2263ὁ φόβος, λέγω, αὐτὸς εἶναι φόβος βάσιμος. Ἄλλως τε ὁ
2264ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ
2265ὅτι ἀγορεύσας προχθὲς μετὰ τόσης πειστικότητος ὑπὲρ τῆς
2266ἀποζημιώσεως τῶν 4800 δραχ. κατ’ ἔτος ἔσπευσε πρὶν ἢ
2267κατέλθῃ τὸ βῆμα νὰ εἴπῃ ὅτι: Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς
2268λέγω, εἶναι σωστὰ καὶ ἅγια, ἀλλ’ ἀκούσατε τί θὰ εἴπῃ καὶ
2269ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία γνωρίζει τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ
2270εἶπε τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, προκειμένου περὶ θέματος,
2271εἰς τὸ ὁποῖον ἡ γνῶσις τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέ-
2272χοντος ἔτους οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, διότι ἀρκεῖ εἰς πάντα
2273ἐκ τῶν Βουλευτῶν, πολὺ περισσότερον εἰς τὸν ἐξ ὅλων ἐμ-
2274πειρότερον, τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
2275τήν, ἡ γνῶσις τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, ἵνα κρίνῃ πῶς ἐπὶ
2276τῇ βάσει τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Προϋπολογι-
2277σμοῦ, τοὺς ὁποίους ἐπίσης γινώσκει πᾶς τις τῶν Βουλευτῶν,
2278πολὺ δὲ περισσότερον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, πῶς δύνα-
2279ται νὰ ῥυθμισθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευ-
2280τῶν. Δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης σχετικῆς πρὸς τὸ τρέχον
2281ἔτος, διὰ νὰ κανονίσωμεν αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐφετι-
2282νῶν πόρων, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι εἰς καλλιτέραν θέ-
2283σιν παρὰ πάντα ἄλλον νὰ κρίνῃ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως·
2284ἐξ ἴσου ἠδύνατο ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ κρίνῃ τὰ τῆς ἀποζημιώ-
2285σεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς παρεμβάσεως τῆς Κυβερ-
2286νήσεως. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πλανᾶ-
2287ται ἀπό τινων ἡμερῶν καὶ ἐξακολουθεῖ πλανώμενος, πιστεύων
2288ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσηγηθεῖσα τὴν διάταξιν περὶ τοῦ ἀνω-
2289τάτου ὁρίου τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, ὑπέπεσεν εἰς πλάνην
2290τινά, ὅτι ἐκ σπουδῆς ὡρίσθη τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
2291Ἐπλανήθη, διότι, ἂν ἀνεγίνωσκεν εἰς σχέδιον, τὸ ὁποῖον
2292ὑπεβλήθη ὑφ’ ἡμῶν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιεί-
2293χετο ἀρχικῶς ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι ὅπως χρησι-
2294μεύσῃ ὡς προσχέδιον, ὑπεβλήθη δὲ κατόπιν μελέτης καὶ
2295πρὸς προσαρμογὴν τῶν καθ’ ἡμᾶς εἰς τὰ κρατοῦντα ἀλλα-
2296χοῦ, εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα μᾶς χρησιμεύουσιν ὡς παρά-
2297δειγμα πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου.
2298Οὐχὶ λοιπὸν ἐκ σπουδῆς ὡρίσθη τοῦτο, ἀλλὰ κατόπιν με-
2299λέτης, διότι οὐδένα λόγον ἔχει ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ ἀνώ-
2300τατος ὅρος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἶναι
2301ἑξάμηνος. Οἱ λαοὶ ἐφρόντισαν ἐγκαθιδρύοντες τὸ κοινοβου-
2302λευτικὸν πολίτευμα νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ὅτι ὁ ἀνεύθυνος
2303παράγων, εἰς τὸν ὁποῖον ἐναπόκειται πάντοτε τὸ δικαίωμα
2304τῆς κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει
2305τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τούτων πρὸ τῆς παρε-
2306λεύσεως ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Τὸ νὰ ὁρίσωσιν
2307οἱ λαοὶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίω-
2308μα νὰ κρατήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτῆς
2309πλέον τῶν ἕξ μηνῶν εἶναι κάτι τι ἀκατανόητον. Διὰ τοῦτο
2310ἐζητήσαμεν τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως καὶ διότι, ἀνα-
2311γνωρίζοντες ὅτι κατόπιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ σχετικοῦ
2312ἄρθρου τοῦ Συντάγματος πρέπει ὡρισμένα ἔργα τῆς Βουλῆς
2313νὰ ἐκτελῶνται ἐντὸς τακτικῆς καὶ οὐχὶ ἐκτάκτου Συνόδου,
2314ἐσυλλογίσθημεν ὅτι, ἐὰν ἀφίνομεν τὸ ὅριον τῶν ἕξ μηνῶν, θὰ
2315ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ συμπληροῦται πολλάκις ὁ χρόνος
2316τοῦ ἑξαμήνου διὰ διακοπῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, οὐχὶ ἐπισήμου
2317διακοπῆς μὴ συμπεριλαμβανομένης εἰς τοὺς ἕξ μῆνας, καὶ νὰ
2318μὴ προφθάνῃ ἡ Βουλὴ νὰ συμπληρώνῃ ὅλα τὰ ἔργα αὐτῆς,
2319ἐν οἷς καὶ ὁ ἀπολογισμός, χωρὶς νὰ παραβιάζηται τὸ Σύν-
2320ταγμα διὰ τῆς συγκλήσεως ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς.
2321Ὁμολογῶ δὲ ὅτι μοὶ ἔκαμε πάντοτε φαιδρὰν ἐντύπωσιν,
2322ὅτε ἔβλεπον εἰς τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα τοῦ Κράτους δη-
2323μοσιευόμενον Διάταγμα λέγον: κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς
2324τακτικῆς Συνόδου καὶ κηρύττομεν τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτά-
2325κτου Συνόδου. Αὐτὸ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τίνα σοβαρὸν
2326πολιτικὸν σκοπὸν εἶχε. Δὲν ἠδύνατο δὲ ἡ διατύπωσις νὰ
2327γίνῃ ἄλλως, τῆς πληρωμῆς δηλ. δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, κα-
2328ταβλητέας κατὰ τριμηνίας, ἀσχέτως ἂν θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἔκ-
2329τακτος Σύνοδος ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἅμα τῷ πέρατι
2330τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκδώσῃ Διά-
2331ταγμα λήξεως τῶν ἐργασιῶν, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ἀδύνατον
2332εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ κυβερνητικὰ καὶ δι-
2333οικητικὰ αὐτῆς ἔργα μὴ ἔχουσα ἐκ τοῦ λογιστικοῦ νόμου,
2334παρούσης τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐκτάκτους
2335καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις.
2336Ταῦτα οὕτως ἔχουσι, κύριοι Βουλευταί, ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ
2337Βουλὴ μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ θέ-
2338λει ψηφίσει τὴν πρότασιν ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
2339εἰς αὐτήν. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὅπως τὴν ὑπέ-
2340βαλον, διότι ἰδιαιτέρα εἶναι ἡ εὐθύνη ἡμῶν τῶν ἀποτελούν-
2341των τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ, ἰδιαιτέρα εἶ-
2342ναι ἡ εὐθύνη ἡμῶν, ὅπως μὴ πραχθῇ τι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπερ
2343θὰ ἔδιδεν ὅπλα κατὰ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος εἰς τὸν ἐλ-
2344λοχεύοντα ἐχθρόν. Θὰ παρεκάλουν τοὺς φίλους μου νὰ μὴ
2345παράσχωσι διὰ τῆς στάσεως αὐτῶν εἰς τὸν ἐνεδρεύοντα
2346ἐχθρὸν ὅπλα, τῶν ὁποίων εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐστερημέ-
2347νος καὶ θὰ μείνῃ ἐστερημένος μέχρι πέρατος τοῦ ἀνορθωτικοῦ
2348ἀγῶνος (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα).
2349§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πώπ.
2350§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι ἐγὼ ἐγγεγραμ-
2351μένος.
2352§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε,
2353εἶναι ἐνάτη.
2354§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακα-
2355λέσω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10 ἀκριβῶς.
2356§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
2357(Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ.)
2358Μετὰ τὴν διακοπὴν.
2359§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ.
2360Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
2361§183ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διαφωνῶ, κύριοι συνάδελ-
2362φοι, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ θεμελιωδῶν
2363συνταγματικῶν ζητημάτων· διαφωνῶ ἀκόμη ἐπὶ τοῦ τρό-
2364που, κατὰ τὸν ὁποῖον διευθύνει, ἢ μᾶλλον διότι διευθύνει
2365τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐνόμισα, ἕνε-
2366κα τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τοῦ
2367πολιτικοῦ μου καθήκοντος, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν,
2368ὅτι θὰ ἦτο ἄνανδρον ν’ ἀντιπολιτευθῶ ἐπὶ ζητήματος τοιού-
2369του, οἷον τὸ συζητούμενον· ἐνόμισα ἀκόμη ὅτι δὲν θὰ ἦτο
2370σύμφωνον πρὸς τοὺς τιμίους ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους καὶ ἐγὼ
2371ὁπωσδήποτε ἔχω διεξαγάγει ὑπὲρ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος,
2372ν’ ἀντιπολιτευθῶ αὐτόν, συμμαχῶν μετὰ τῆς πιστῆς εἰς αὐ-
2373τὸν πλειονοψηφίας. Εἶπον τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συζητου-
2374μένου θέματος, οὐδένα δ’ ἔχω λόγον νὰ μετανοῶ ἢ νὰ με-
2375ταρρυθμίσω ταύτην, καὶ δὲν νομίζω, ἕνεκα ἐκείνων, ἅπερ
2376εἶπον, ὅτι ὑπῆρχε στάδιον περαιτέρω συζητήσεως. Ἡ συν-
2377ταγματικὴ ἐπιτροπὴ προέτεινε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βου-
2378λευτῶν, ὅπως ὁρισθῇ εἰς ποσὸν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν διὰ
2379τὴν τακτικὴν Σύνοδον καὶ δραχμῶν ἑξακοσίων διὰ πᾶσαν
2380ἔκτακτον Σύνοδον. Ἐν τῇ Βουλῇ ὑπεστηρίχθη, ὅπως τὸ ὅλον
2381τῆς ἀποζημιώσεως ὁρισθῇ εἰς δραχ. 5 χιλιάδας. Ὑπῆρξαν
2382καὶ ἄλλαι προτάσεις, ὅπως ὁρισθῇ τὸ ποσὸν εἰς 4800. Κατὰ
2383τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὥρισε
2384τὸ ποσὸν εἰς 4 χιλιάδας. Νομίζω ὅτι σπουδαία διαφορὰ γνω-
2385μῶν δὲν ὑπάρχει. Ἡ πλειονοψηφία κατὰ τὴν γνώμην μου,
2386ὀρθῶς ἐν τούτῳ κατ’ οὐσίαν πράττουσα, θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν
2387γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅμως ὅτι
2388προσήκει συζήτησις, καὶ προσήκει προσοχὴ εἰς τὴν συζή-
2389τησιν ταύτην, προσοχὴ ἴσως ἐντεταμένη προκειμένου περὶ
2390τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ καταβάλληται ἡ ἀποζημίω-
2391σις, Φοβοῦμαι, Κύριοι, τὴν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς
2392τέσσαρας δόσεις, φοβοῦμαι τοῦτο ἰδίᾳ κατὰ τὸ τελευταῖον
2393ἔτος τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου, διότι φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἐξα-
2394ναγκάσῃ ἴσως ἡ Κυβέρνησις τοὺς Βουλευτὰς νὰ ψηφίζωσιν
2395ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ μέτρα αὐτῆς, ἀκολούθως δὲ
2396ν’ ἀσχολῆται ἡ Κυβέρνησις εἰς προπαρασκευαστικὰ τῶν
2397ἐκλογῶν μέτρα ἐν πάσῃ ἀνέσει, ἐν πάσῃ ἡσυχίᾳ, καὶ φο-
2398βοῦμαι ὅτι θὰ ἐξαναγκάζῃ ἴσως τοὺς Βουλευτὰς μία Κυ-
2399βέρνησις νὰ ψηφίζωσι νόμους, τοὺς ὁποίους δὲν θ’ ἀποδέ-
2400χωνται, διότι θ’ ἀπειλῇ μικρόν τινα ἀριθμὸν Βουλευτῶν ὅτι
2401θὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς
2402ἀνάγκης τῶν Βουλευτῶν· αἱ μεγαλείτεραι ἀνάγκαι διὰ
2403τοὺς Βουλευτὰς καὶ μάλιστα τοὺς τὸ πρῶτον ἐκλεγομένους
2404παρουσιάζονται μετὰ τὴν ἐκλογὴν εὐθὺς ἀμέσως καὶ μάλι-
2405στα μόλις ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας. Οὐδὲ εἶναι ὀρθὸν τὸ ἥκι-
2406στα ἁρμόζον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Βουλευτῶν, διὰ
2407τὴν ἡλικίαν θὰ ἔλεγέ τις αὐτῶν, νὰ φροντίζωμεν ἀπὸ τοῦδε,
2408ὥστε νὰ μὴ σπαταλῶσι τὰ εἰς αὐτοὺς παρεχόμενα, καὶ νὰ
2409καταβάλλωμεν αὐτοῖς αὐτὰ κατὰ τριμηνίας, μήπως εὑρεθῶ-
2410σιν ἄνευ πόρων· θὰ ἠδύνατο τις νὰ εἴπῃ μία κατάστασις...
2411§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κηδεμονίας.
2412§185ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν ὄχι κηδεμονίας, ἀλλ’
2413ἀντιλήψεως· ὑπό τινα ἀντίληψιν τίθενται οἱ Βουλευταί. Νο-
2414μίζω λοιπὸν ὅτι μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὄχι νομί-
2415ζω, πιστεύω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ
2416ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα αὐτῶν καὶ θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ,
2417ὅπως τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ τῆς ὁριζομένης ἀποζημιώσεως,
2418τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ὀρθὸν
2419εἶναι νὰ δεχθῇ, ὅπως καταβάλλωνται κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς
2420Συνόδου αἱ τρεῖς χιλιάδες δραχμῶν καὶ τὸ ὑπόλοιπον νὰ
2421καταβάλληται εἰς τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας... (Ἀκούονται
2422ψιθυρισμοὶ περὶ τῶν ἐν Ἀθήναις κατοικούντων). Διὰ τοὺς
2423ἐν Ἀθήναις; Οἱ ἐν Ἀθήναις τρέφονται μὲ ἀέρα, ὑπάρ-
2424χει μάλιστα μία ὡραία ἀντίληψις ὅτι ὁ ἐν Ἀθήναις κατοικῶν
2425πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὀλιγωτέραν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸν κατοι-
2426κοῦντα εἰς τὴν Ὑπάτην, εἰς τὸ Λεωνίδιον, εἰς τὴν Κάρυ-
2427στον, εἰς τὰ Λαγκάδια τῆς Γορτυνίας. Ὑπάρχει περίεργος
2428ἀντίληψις τοιαύτη, ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν
2429ἔχει, ὡς φαίνεται, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐγὼ ὀφείλω
2430νὰ τὴν σεβασθῶ, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ
2431καταβάλληται τὸ ὑπόλοιπον τῶν τριῶν χιλιάδων εἰς τὸ τέ-
2432λος τῆς ἑξαμηνίας, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἂν ἤθελεν ὑπο-
2433τεθῇ ὅτι ἡ Σύνοδος θὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν ἓξ μηνῶν, θὰ
2434ὑπάρχῃ ἓν ποσόν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς
2435ἀνάγκας των οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐξηναγκασμένοι ὡς ἐκ τῶν
2436ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ παραμένωσι πέρα τῶν ἓξ μηνῶν.
2437Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ἐκείνου θὰ κρατηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2438θὰ κρατηθῶσι κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος
2439λόγος ἀκόμη ὑπάρχει: νὰ μὴ χρησιμεύῃ ἡ ἀποζημίωσις ὡς
2440ὅπλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πολὺ πλέον τῶν ἓξ μηνῶν
2441κρατῇ τοὺς Βουλευτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λό-
2442γους νομίζω ἢ μᾶλλον, ἐπαναλαμβάνω, πιστεύω ὅτι ὁ κ.
2443Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ πεισθῇ νὰ προλάβῃ ἀφ’ ἑνὸς
2444τὸν κίνδυνον τὸν πιθανώτατον κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς
2445Περιόδου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ ἀνταποκριθῇ πραγματικῶς εἰς
2446τὰς ἀνάγκας τῶν Βουλευτῶν, τῶν Βουλευτῶν τοῦ μέλλον-
2447τος, διότι ἀπεφασίσθη ἤδη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε πάν-
2448τες εἴχομεν ἐξ ἀρχῆς ὑπ’ ὄψει, ὅτι δι’ ἰδιαιτέρου ψηφίσμα-
2449τος θὰ κανονισθῇ ἡ ἀποζημίωσις τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς
2450ἡμῶν.
2451Περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, λέγω, οὐδεὶς ἀμφέβαλλεν,
2452οὐδεὶς ἐπίστευε τὸ ἐναντίον· ἀλλὰ διαβεβαιῶ τὸν σεβαστὸν
2453ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴν ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2454ἐγράφησαν καὶ ἐλέχθησαν σήμερον καὶ χθές, θὰ λεχθῶσι
2455καὶ θὰ γραφῶσι καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, καὶ θὰ λεχθῶσι
2456καὶ θὰ γραφῶσι, διότι δὲν ἐγράφησαν καὶ δὲν ἐλέχθησαν,
2457διότι ἦσαν πεπεισμένοι οἱ γράψαντες καὶ οἱ εἰπόντες ταῦτα
2458περὶ τοῦ ἐναντίου, καὶ δὲν θὰ πεισθῶσι, διότι δὲν θὰ θελή-
2459σωσι νὰ πεισθῶσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι
2460ὑπάρχουσι διευθυνταὶ ἐφημερίδων, οἵτινες νὰ μὴ ἀντιλαμβά-
2461νωνται ὅτι συζητοῦμεν περὶ συνταγματικῆς διατάξεως καὶ
2462οὐχὶ ἅπαξ ἡμῖν αὐτοῖς καταβληθησομένης ἀποζημιώσεως,
2463περὶ συνταγματικῆς δὲ διατάξεως, ἥτις ἀφορᾷ τὸ μέλλον.
2464Ἡ κατάκρισις ἡ ἄδικος προέρχεται καὶ ἐξ ἄλλων λόγων,
2465ἀλλὰ καὶ ἐκ βαθέος συναισθήματος κακεντρεχείας. Εἶναι
2466φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ μὴ ἀνέχηται ἄλλον τινά, ὅστις
2467ὁμιλεῖ περὶ ἑαυτοῦ, καὶ ἀφοῦ τοῦτο εἶναι φυσικόν — θαυμά-
2468σια τὸ εἶπεν ὁ Δημοσθένης εἰς τὸν «περὶ στεφάνου» λόγον —,
2469φυσικώτερον εἶναι νὰ μὴ ἀνέχηταί τις ἐκεῖνον, ὅστις καὶ
2470φροντίζει ἀκόμη περὶ ἑαυτοῦ, δὲν ὁμιλεῖ δ’ ἁπλῶς. Τὸ πρᾶγμα
2471αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, λέγω, ληγούσης ἤδη τῆς συζητήσεως, δὲν
2472ἦτο ἱκανὸν μήτε τοὺς φόβους τῶν μὲν νὰ ἐξεγείρῃ μήτε πό-
2473θους ἐπιδείξεως ἄλλων νὰ διερεθίσῃ, διότι εἶναι ἓν πρᾶγμα
2474ἐντελῶς ἁπλοῦν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρ-
2475χῃ δευτέρα γνώμη ὅτι πάντως ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ ἡμῶν νὰ
2476ἀποφασίσῃ. Ἐν τούτοις θὰ προσῆκε, κατὰ τὸ τέλος νῦν
2477τῆς συζητήσεως, νὰ λεχθῇ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, δοθείσης
2478τῆς ἀφορμῆς καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀνεφέρθησαν καὶ ἄλλοι
2479ὑπάλληλοι, πρέπει νὰ κατανοήσωμεν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
2480οἱ ἄνθρωποι εἶναι μὲν κατ’ ἐξοχὴν ἠθικαὶ ὑποστάσεις, ἀλλ’
2481εἶναι καὶ ὑλικαὶ ὑπάρξεις. Δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐναέρια
2482ὄντα, ζῶντα μὲ ἰδανικὰ μόνον, δυστυχῶς, μὲ ποιήματα, μὲ
2483ἀντίληψιν ἀΰλου καθηκοντολογίας καὶ ῥοκανίζοντα ἀέρα.
2484Οὔτε εἶναι τιμητικὸν δι’ ἡμᾶς, διὰ τὴν ἀντίληψίν μας τὴν
2485πολιτικήν, εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ θέ-
2486σις τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι θέσις τιμῆς· ναί, εἶναι θέσις τιμῆς·
2487ἀλλ’ εἶναι καὶ θέσις ἐργασίας· εἶναι θέσις ὄντως μὲ ἰδανικὰ
2488καὶ ἰδεώδη, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνάγκας· ἡ ἀντίληψις μάλιστα
2489ὅτι ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ νομοθέτου, τοῦ ὁρίζοντος
2490τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ ἄρχοντος, εἶναι ἁπλῶς καὶ ἀποκλει-
2491στικῶς θέσις τιμητική, θέσις τις οὕτως εἰπεῖν ὑπερκοσμία,
2492εἶναι ἀντίληψις μεσαιωνική, εἶναι ἀντίληψις ἢ ἀριστοκρατι-
2493κοῦ ἀντιλαϊκωτάτου, ἢ δούλου, ὅστις νομίζει τὸν κύριόν του
2494ὄν τι ὑπέρτερον, ὑπεράνω τῶν ἀνθρώπων, ὑπεράνω τῶν
2495ἀνθρωπίνων ἀναγκῶν, καὶ τῷ 1911 νομίζω ὅτι τοιαύτη
2496ἀντίληψις δὲν προσῆκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς ἐθνικῆς ἀν-
2497τιπροσωπείας τοῦ δημοκρατικωτάτου τῶν λαῶν ν’ ἀκουσθῇ.
2498§186Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας πάντοτε.
2499§187Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων
2500τὴν ἀρχαιότητα, κύριοι συνάδελφοι; Ἀληθῶς προσήρχοντο
2501αἱ παλαιότεραι ἐκκλησίαι τῶν Ἀθηναίων εἰς τὴν Πνύκα,
2502χωρὶς οἱ βουλευόμενοι νὰ πληρώνωνται. Ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν
2503πολῖται;
2504Οἱ πολῖται ὅλοι οἱ βουλευόμενοι εἰς τὴν Πνύκα, οἱ κατὰ
2505χιλιάδας δικάζοντες εἰς τὴν Ἡλιαίαν, οἱ στρατευόμενοι
2506κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, οἱ μηδέποτε ἐργαζόμενοι.
2507Διατί; Διότι, ἐνῷ οἱ πολῖται ἦσαν ὀλίγοι τινὲς δεκάδες χι-
2508λιάδων, τόσαι μάλιστα κατὰ τὴν εὐτυχεστέραν ἐποχήν,
2509εἶχον ἑκατοντάδας χιλιάδων δούλων, οἵτινες εἰργάζοντο δι’
2510αὐτούς. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχουσι κύριοι καὶ δοῦλοι· εἴ-
2511μεθα πάντες ἴσοι καὶ ἔχομεν τιμὴν κατὰ τὰς σημερινὰς
2512ἀντιλήψεις τὸ νὰ ἐργαζώμεθα.
2513§188Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶχον καὶ συμμάχους.
2514§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶχον καὶ συμμάχους, οἵτινες κα-
2515τέβαλλον φόρους, εἶχον καὶ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα παρεῖχον
2516προσόδους, καὶ ὅτε τὰ χρήματα ἐκεῖνα δὲν ἐχρησίμευον διὰ
2517τὰς στρατείας, τὰ χρήματα τὰ τέως στρατιωτικὰ ἐγένοντο
2518θεωρικά, καὶ ἀπὸ τότε ἀληθῶς ἀρχίζει ἡ παρακμή, ἀλλὰ
2519διότι δὲν ἤρχισεν ἡ ἐργασία καὶ ἡ ἰσότης, ἀλλ’ ηὔξησεν
2520ἁπλῶς ἡ χλιδὴ καὶ ἡ ἀδιαφορία, ἀφοῦ τὰ πάντα ἐγένοντο
2521ὑπεράφθονα.
2522Ὁ Ἀριστείδης! ἐλέχθη· ὁ Ἀριστείδης ὁ δίκαιος! Ναί,
2523ὁ Ἀριστείδης ὁ δίκαιος, ὁ Ἀριστείδης ὁ δικαιότατος, ἀλλὰ
2524καὶ ὁ στενοκέφαλος Ἀριστείδης, ὅστις ἐξωστρακίσθη, ὅστις
2525ἔπρεπε καὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐξοστρακισθῇ, καὶ εἶναι ἡ
2526πρᾶξις ἐκείνη, ἥτις κατ’ ἐξοχὴν τιμᾷ τὴν ἀντίληψιν τὴν
2527πολιτικὴν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, ὅστις ἀφῆκε κύριον τῶν
2528πάντων τὸν Θεμιστοκλέα, ὅστις δὲν κατετρίβετο εἰς τοὺς
2529γραώδεις ἐκείνου λογαριασμούς, ἀλλ’ ἐν τῇ μεγαλοφυΐᾳ
2530αὑτοῦ ἀνέλαβε τὸ μέγιστον ἔργον τῆς Ἀθηναϊκῆς, τῆς Ἑλ-
2531ληνικῆς, τῆς καθ’ ὅλου ἴσως Ἱστορίας καὶ ἔσωσε καὶ τὴν
2532ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν πολιτισμὸν τοῦ μέλλοντος
2533(χειροκροτήματα). Τοιουτοτρόπως σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι,
2534οἱ ὁποῖοι δὲν περιπατοῦσι, λέγω, ἐπὶ τῶν νεφελῶν, οὔτε με-
2535ταβαίνουσιν εἰς τὰς ἐρήμους ν’ ἀσκητεύσωσιν, ἀλλ’ ἐργά-
2536ζονται ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας μετὰ τῶν ὁμοίων τῶν καὶ
2537διεξάγουσι τοὺς τιμίους καὶ ἐργώδεις ἀγῶνας ἐκείνους, οἱ
2538ὁποῖοι ἄγουσι τοὺς λαοὺς εἰς τὸ ἀσφαλὲς ἠθικὸν μεγαλεῖ-
2539ον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν. Διότι ἀλληλένδετα
2540εἶναι τὰ δύο ταῦτα. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε ἐνταῦθα ἑκατομ-
2541μυριούχους ἢ ἀσκητὰς ἢ ἐνάερια ὄντα, ἄλλο τὸ ζήτημα. Ἀλλ’
2542ἡμεῖς, τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, συναισθανόμενοι τὰς ἀνάγκας τοῦ
2543λαοῦ, θέλομεν τιμίους καὶ ἐργατικοὺς ἀνθρώπους· πρακτι-
2544κοὺς ἀνθρώπους καὶ θετικούς, ὄχι πομφολυγολόγους (χειρο-
2545κροτήματα).
2546§190Γ. ΠΩΠ. Πεζότατον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ συζή-
2547τησιν ἄρθρον δὲν θὰ προκαλέσῃ ἐξάρσεις πρὸς τὴν ἰδέαν, εὔ-
2548χομαι δὲ νὰ μὴ προκαλέσῃ καὶ συνηγορίας πρὸς τὰς ἀνάγκας
2549τῶν στομάχων. Συνδέεται ἐν τούτοις κυριώτατα πρὸς τὰ
2550οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶναι καὶ οὐσιαστικώτατον,
2551διότι συνδέεται πρὸς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας
2552ἤδη ἐψηφίσαμεν καὶ τῶν ὁποίων τινὲς ἔχουσιν ἀνάγκην πε-
2553ριφρουρήσεως, διότι θίγουσι βαθύτατα τὴν δύναμιν λαϊκῆς
2554ἐκπροσωπήσεως.
2555Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος
2556ἀπῄτει ἄλλην βάσιν μελέτης. Ἡ μελέτη δὲν ἦτο μόνον ἡ
2557ἀνάγκη τῶν οἰκονομικῶν ἑνὸς ἑκάστου Βουλευτοῦ, ἀνάγκη
2558ἀνωμολογημένη, ἀναμφισβήτητος, ἀφοῦ πρέπει καὶ τὸ βου-
2559λευτικὸν ἀξίωμα ν’ ἀμείβηται, ὅταν εἰς ἀντίκρυσμα παρέχῃ
2560ἐργασίας ἑκατονταπλάσια δυναμένας ν’ ἀποφέρωσι καὶ ὑλι-
2561κῶς καὶ ἠθικῶς ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ κατὰ τὸ παρελ-
2562θὸν ὑπῆρξε παρανομία τις ἀξία οὐχὶ κατακρίσεως καθ’ ὃν
2563τρόπον ἠθέλησαν καὶ οἱ μεταξὺ ἡμῶν τοῦ παρελθόντος ἄν-
2564θρωποι νὰ διατυπώσωσι, δὲν εἶναι ἡ παροχὴ μέσων ὑλικῶν
2565πρὸς τοὺς Βουλευτὰς πέρα τοῦ ὁρίου, ὅπερ ὥριζε τὸ ὑπὸ
2566ἀναθεώρησιν Σύνταγμα. Οὔτε παρεπονέθη ποτὲ ὁ Ἑλληνι-
2567κὸς λαὸς οὔτε παρεξήγησε διότι παρείχοντο χρήματα πρὸς
2568διατροφὴν τῶν ἑκάστοτε μετακαλουμένων ἐδῶ καὶ συγκρα-
2569τουμένων ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους Βουλευτῶν. Ἐκεῖνοι, ἀτυ-
2570χεῖς καὶ θλιβόμενοι ὡς πρόσωπα, ἔβλεπον ἑαυτοὺς μοιραίως
2571καθισταμένους ὄργανα τῶν κυβερνητικῶν ἀτασθαλιῶν, αἵτι-
2572νες ἀπέληγον εἰς ἄγονον ἐπὶ μῆνας συζήτησιν, διότι οὐδὲν
2573νομοθέτημα προσεκομίζετο ἄρτιον καὶ ἄξιον προσοχῆς. Οὐχὶ
2574δὲ κατὰ τῶν βουλευτικῶν ἀποζημιώσεων διεμαρτύρετο ἡ
2575δημοσία γνώμη, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπὶ ματαίῳ παροχὴν χρημά-
2576των εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καταδικα-
2577ζόμενον ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ὅπως ἀδρανῇ.
2578Διὰ τοῦτο ἐγὼ καθ’ ὅλον τὸ πολιτικόν μου στάδιον —
2579διότι καὶ οἱ ἔξω τῆς Βουλῆς πολιτεύονται, καὶ ὀφείλουσι
2580νὰ πολιτεύωνται, ἐν τῇ στρατευομένῃ δὲ πολιτικῇ ἀνήκουσιν
2581οἱ ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωνται ἐν τῷ δημοσιογρα-
2582φικῷ κόσμῳ — μετὰ συμπαθείας πάντοτε ὡμίλησα ὑπὲρ
2583τῶν Βουλῶν. Ἠγωνίσθην δ’ ἐπιζητῶν τὸν σεβασμὸν πάν-
2584των πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,
2585καὶ κατέκρινον μόνον ἀντιμέτωπος αὐτῶν εὑρεθεὶς πάντοτε
2586ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθωδήγουν τὸ ἔργον τῶν Βουλῶν εἴτε
2587ἐκπροσωποῦντες τὴν ὑπεύθυνον Ἀρχήν, εἴτε ἄλλως δυνά-
2588μενοι νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν Κοινοβουλίων διὰ
2589τῆς ἀσκήσεως ἀνευθύνου ἐξουσίας.
2590Αὐτὴ ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐγί-
2591νετο ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξε πρᾶ-
2592ξις ἀνάγκης καὶ δὴ ἀνάγκης ἐπιτακτικῆς πρὸς παροχὴν μέ-
2593σων διατροφῆς πολλάκις τῶν πενεστέρων καὶ ἀξιοπρεποῦς
2594συντηρήσεως τῶν πλείστων.
2595§191ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Αὐτό, τὸ δεύτερον.
2596§192Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως. Καὶ διεμαρτυρήθη πάντοτε ἡ δημο-
2597σία γνώμη, οὐχὶ διότι ἠμείφθησαν οἱ Βουλευταί, ἀλλὰ διότι
2598οἱ Βουλευταὶ δὲν εἰργάζοντο ἀμειβόμενοι. Ἐν τῇ διαστροφῇ
2599δὲ τῇ ἐπιτηδείως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀσκουμένῃ περὶ τῶν κυ-
2600ρίως ἐνεχομένων ὅταν αἱ Βουλαὶ δὲν ἐργάζωνται, διεσύρετο
2601τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ δυσπιστήσῃ ὁ λαὸς πρὸς τὸ κοινο-
2602βουλευτικὸν πολίτευμα. Καὶ σήμερον δ’ ἀκόμη καθ’ ἣν
2603περίπτωσιν δὲν ἐργασθῇ ἡ Κυβέρνησις αὕτη πρὸς τὴν Βου-
2604λήν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνή-
2605σεως θὰ ῥιφθῶσι καὶ πάλιν αἱ μομφαὶ ὅτι δὲν θέλει νὰ ὑπο-
2606βοηθήσῃ ἡ λαϊκὴ Ἀντιπροσωπεία τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα.
2607§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά.
2608§194Γ. ΠΩΠ. Εὐτυχῶς εἴς τινα διακοπὴν ὡμολόγησεν ἀπό-
2609ψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις διευ-
2610θύνει τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ εἶναι ἀξία ὄντως
2611μεγίστης σημασίας ἡ δήλωσις αὕτη, διότι κανονίζει καὶ
2612τὴν θέσιν τῆς πορείας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν θέσιν τῶν
2613εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2614ὁ ὁποῖος ἐπισκοπεῖ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ταύτης.
2615§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπε πάντοτε.
2616§196Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεπονέθη
2617ἐπανειλημμένως ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος καὶ ὀφείλομεν νὰ
2618ἐργαζώμεθα· τὸ ἐπανέλαβε πλέον ἢ ἅπαξ, ἀναμετρῶν τὰ
2619χρονικὰ διαστήματα ἀνὰ ὥρας, ἡμέρας, ἑβδομάδας καὶ μῆ-
2620νας· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς ἕνα, ὅστις διευθύνει οἱανδήποτε
2621ἐργασίαν, ν’ ἀναμετρῇ πρὸς τοὺς συνεργάτας αὑτοῦ τὸν χρό-
2622νον, τὸν ὁποῖον καταναλίσκουσιν ἐπὶ ματαίῳ, διότι οἱ διευ-
2623θύνοντες δὲν ἀφήνουσι τὰς Βουλὰς νὰ καταναλίσκωσιν,
2624ὅπως πᾶσα ἄλλη ἐργασία, ἐπὶ ματαίῳ τὸν χρόνον αὐτῶν.
2625Διὰ τοῦτο κάμνω τὴν παρατήρησιν ἐκείνην καὶ διὰ τοῦτο
2626ἀποδίδω μεγίστην σημασίαν εἰς τὴν γενομένην δήλωσιν.
2627Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀφῆκε τοὺς φί-
2628λους αὑτοῦ νὰ παρέλθωσιν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπωσιν ὅσα
2629ἠδύνατο ἕκαστος αὐτῶν καὶ κατ’ ἰδίαν νὰ διατυπώσῃ
2630περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Βουλευτοῦ ἐν Ἀθήναις διαμένοντος
2631καὶ ἀφοῦ ἤκουσε τοὺς φίλους αὑτοῦ, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην
2632οἱ τῶν ἐπαρχιῶν Βουλευταὶ 5,000 δραχμῶν, ἵνα ἀποζήσωσιν
2633ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἀξιοπρεπῶς, ὑπελόγισεν ὅτι εἰς τὰς
26341,000 δραχμάς, πέρα τοῦ ποσοῦ τῶν τετρακισχιλίων, τὰς
2635ὁποίας δίδει, ὑπέκρυπτον οἱ ὀγδοήκοντα ἔντιμοι φίλοι του
2636πρόθεσιν διαρπαγῆς τοῦ δημοσίου πλούτου. Καὶ οὕτω
2637περιέκοψε τὸ ποσόν, ἀλλὰ περικόπτων τοῦτο οὐδὲν ἔπραξεν
2638ὑπέρτερον τοῦ παρελθόντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν
2639ἄλλων ἀνεθεμάτισε πρὸ μικροῦ διότι κατεσπατάλα τὸν
2640δημόσιον θησαυρὸν χωρὶς νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλή. Καὶ προσ-
2641έθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ
2642προσέρχωνται καὶ νὰ ἐργάζωνται, ἀλλὰ διὰ τῆς διατάξεως
2643ταύτης οὐδὲν ἄλλο πράττομεν παρὰ ν’ ἀμείβωμεν ὡς καὶ
2644κατὰ τὸ παρελθὸν τοὺς Βουλευτὰς καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζωμεν
2645αὐτοὺς οὔτε νὰ προσέρχωνται οὔτε νὰ ἐργάζωνται. Ὅταν
2646δ’ ἐν ἡμέραις ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, ὅπως τὸν διαφημίζετε οἱ
2647ἡμίσεις τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πάντοτε ἀπόντες
2648καὶ οὐδέποτε ἐνεφανίσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, φρονῶ,
2649ὅτι ἐνθάρρυνσιν τῆς βουλευτικῆς πλέον ἐνεργείας νομοθετοῦ-
2650μεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης.
2651Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φωτι-
2652σθεὶς καὶ ἐνωτισθεὶς δι’ ὅσων τῷ εἶπον δὲν ἔλαβε τὸν κόπον
2653νὰ ἴδῃ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ μελετήσῃ τί ἐδαπανᾶτο κατὰ
2654τὸ παρελθόν. Εἰς τὰς μακρὰς περιόδους τῆς κωλυσιεργίας τῶν
2655Ἀντιπολιτεύσεων, ποῖος ἦτο ὁ μέσος ὅρος τῶν δαπανῶν δι’
2656ἕκαστον Βουλευτήν; Θὰ τὸ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον. Ἀλλ’ ὁ κ.
2657Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ σεμνῇ δειλίᾳ του πρὸς πᾶσαν σπα-
2658τάλην εἶπεν ὅτι φαίνεται τώρα γενναῖος εἰς παροχὴν ἀπο-
2659ζημιώσεων πρὸς μὴ ἐργαζομένους Βουλευτάς, ἀλλὰ καὶ δὲν
2660δύναται νὰ κρύψῃ τὴν λύπην του διότι ἐν τῷ προγράμματι
2661του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν ἀνεκοίνωσε τοῦτο. Ἀλλὰ
2662μήπως τὴν σπατάλην ταύτην ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2663γὸς ν’ ἀνακοινώσῃ διὰ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ; Προκει-
2664μένου περὶ οἰκονομικῶν θεμάτων ἐλησμόνησεν εἰσέτι ὁ κ.
2665Πρωθυπουργός. Ἠκούσατε σεῖς, οἵτινες ἤλθετε ὑπὸ τὴν ση-
2666μαίαν τῆς ἀνορθώσεως, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ φόρος
2667τῶν σπειρομένων γαιῶν; Ἑπομένως εἶναι εὔλογον τὸ πρῶ-
2668τον ἀντίκρυσμα τῆς ἀνορθωτικῆς φορολογίας ἔξω τοῦ προ-
2669γράμματος νὰ εὕρῃ ἀντίρροπον τὴν ἀνορθωτικὴν ταύτην σπα-
2670τάλην ἔξω τοῦ προγράμματος ἐπίσης.
2671Ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφός μου, ὅστις
2672εἶναι ἀπών, ἐσκέφθημεν πῶς θὰ ἦτο δυνατόν, ὅπως οἱ Βου-
2673λευταὶ προσερχόμενοι ἐργάζωνται. Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν
2674νὰ κανονίσωμεν τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τῶν μελλόντων νὰ
2675πληρωθῶσιν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ ἦτο
2676δυνατὸν συγχρόνως μηδέποτε νὰ μείνῃ ἐστερημένη μεγά-
2677λου ἀριθμοῦ παρόντων Βουλευτῶν ἡ αἴθουσα αὕτη, ὥστε νὰ
2678δημιουργηθῇ οὕτως ἔρεισμά τι ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
2679πολιτεύματος μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου
2680περὶ ἀπαρτίας, δι’ οὗ ὑπεβιβάσθη ἡ ἀπαρτία εἰς τὸ ἓν τρίτον
2681τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν.
2682Οὕτω σκεπτόμενοι ὑπεβάλομεν τὴν πρότασιν ταύτην,
2683τὴν ὁποίαν εὕρισκεν ἐν ἀρχῇ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀπὸ πρώ-
2684της ὄψεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀρθὴν καὶ ἀξίαν προσοχῆς.
2685Βεβαίως θὰ εὕρισκε μέχρι τέλους τοιαύτην, ἐὰν ἠσχολεῖτο
2686καὶ κατ’ ἰδίαν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως
2687καταστρώσῃ τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς κατε-
2688στρώσαμεν. Ἐκτὸς ἐὰν ἀκριβῶς οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους εἶ-
2689χεν ἐν νῷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι ὑποδείξεις τοῦ κ.
2690Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ λίαν πιθανόν, διότι εἶναι
2691ὑποδείξεις ἀτυχεῖς (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἡ ἐκ μέρους τοῦ κ.
2692Πρωθυπουργοῦ ἀνεύρεσις μέσης λύσεως ἐπὶ τὸν ἀριθμὸν μό-
2693νον τῶν δοθησομένων χιλιοδράχμων εἶναι ἐμπειρισμός, ὅστις
2694ὑπενθυμίζει μόνον τὴν περίφημον ἐκείνην ἱστορίαν τῆς πα-
2695σχούσης γυναικός, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ σύζυγός της μετεκάλε-
2696σεν ἰατροὺς καὶ ἔκαμαν συμβούλιον. Ἀπεφάσισαν δ’ οἱ
2697ἀσκληπιάδαι θεραπευταὶ νὰ θέσωσι τριάκοντα βδέλλας ἐπὶ
2698τοῦ αὐχένος τῆς πασχούσης. Ἀλλ’ ὁ πατὴρ σωφρονῶν ἠρώ-
2699τησε καὶ τὸν υἱόν, ἀσκληπιάδην ἐπίσης, ἄρτι δ’ ἐξ Εὐρώπης
2700ἐπανακάμψαντα καὶ μετ’ ἐμβριθείας παρακολουθοῦντα τὸ
2701συμβούλιον, ἂν εἶχε γνώμην ἄλλην σοφωτέραν. Ὁ δὲ υἱὸς
2702μετὰ μακρὰν σκέψιν εἶπεν, ὅτι μᾶλλον σύμφωνοι πρὸς τὴν
2703περίστασιν θὰ ἦσαν οὐχὶ 30, ἀλλ’ 29 βδέλλαι. Αἱ βδέλλαι
2704προσεκολλήθησαν, ἀλλὰ δὲν ἀνωρθώθη ἡ ἀτυχὴς πάσχουσα
2705(ἱλαρότης). Ἡ ἀνόρθωσις ἔμεινεν ὄνειρον. Ὠνειροπολήσα-
2706μεν καὶ ἡμεῖς μετὰ τοῦ συναδέλφου μου βδέλλας, βδέλλας
2707τοιαύτας προσεκολλήσαμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν
2708τὸν ἀνισοσκελῆ καὶ χωλαίνοντα, διὰ τὸν ὁποῖον χρειάζονται
2709τὰ δεκανίκια τῶν νέων φόρων (ἱλαρότης). Ἀλλὰ προσεκολ-
2710λήσαμεν βδέλλας, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ
2711δώσωσι ζωήν, δὲν θ’ ἀφαιμάξωσι δὲ μόνον αὐτὸν ὅπως θὰ
2712ἀφαιμάξῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τοὺς
2713ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμε, καὶ τὰς διαιρέσεις τῶν
2714ἐν Ἀθήναις Βουλευτῶν καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διαμενόν-
2715των, ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1909 ὁλόκληρα τὰ
2716δαπανηθέντα ποσά. Ὁ μέσος δὲ ὅρος τῆς δαπάνης δι’ ἕκα-
2717στον ἔτος, δι’ ἑκάστην χρῆσιν ἐκτάκτου καὶ τακτικῆς Συνό-
2718δου εἶναι περίπου 578,000 δραχμῶν, συμπεριλαμβανομέ-
2719νων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς.
2720Ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συμφώ-
2721νως πρὸς τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐτήρουν εἰς τὴν θέσιν
2722μου καὶ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν ὁποίων ἀφήνω εἰς τὸν κ.
2723Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ δαπάναι αὗται στηρίζονται
2724ἐπὶ ἀριθμοῦ 170 Βουλευτῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ἐξ αὐτῶν
2725τῶν 170 Βουλευτῶν ὑπολογίζει ἑξήκοντα διαμένοντας ἐν τῇ
2726πρωτευούσῃ, ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν τοῖς περιχώροις, οὗτοι δὲ θὰ
2727λαμβάνωσι 3,200 δραχμάς, αἱ ὁποῖαι πολλαπλασιαζόμεναι ἐπὶ
2728ἑξήκοντα μᾶς δίδουσιν 192,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ
2729110 Βουλευτὰς τοὺς ἐν ἐπαρχίαις μένοντας, οἱ ὁποῖοι λαμ-
2730βάνουσιν ἕκαστος 4,000 δρ., μᾶς δίδουσι δὲ 440,000 δρα-
2731χμῶν, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 632,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ
2732δὲ ἡ φαυλοκρατία, τὰ ἐλλοχοῦντα—καὶ οὐχὶ τὰ ἐλλο-
2733χεύοντα—ὡς σολοίκως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός—κόμματα,
2734τὰ ἕτοιμα ν’ ἀνατρέψωσι τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα, ἐδαπάνων
2735570,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἡμεῖς θὰ δαπανῶμεν 632,000
2736δραχμῶν. Ἀλλ’ εὑρίσκομεν τὸ ἐλάττωμα τοῦ παρελθόντος,
2737ὅτι αὐτὰ δὲν ἐλαμβάνοντο τότε νομίμως, ἐνῷ ἡμεῖς κατὰ
2738νόμον τὰ αὐξάνομεν. Δηλαδὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατεκρίναμεν,
2739ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ τὰ νομιμοποιήσωμεν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2740ἐκρίνατε ὡς δεινὰ τοῦ παρελθόντος, ἔρχεσθε νὰ τὰ καταστή-
2741σητε συνταγματικὴν διάταξιν. Τοῦτο ἐπράξαμεν προκειμέ-
2742νου περὶ ἀπαρτίας καὶ τοῦτο πράττει καὶ νῦν ἡ Κυβέρνησις.
2743Ἀλλὰ κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν κατόπιν μελέ-
2744της καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκ παραβο-
2745λῶν κατηρτίσαμεν μετὰ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, τίνες
2746ἀριθμοὶ δίδονται; Ἐπὶ 170 Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμ-
2747βάνωσι 1,800 δραχμάς, ἔχομεν τὸ ποσὸν 306,000 δραχμῶν,
2748αἱ ὁποῖαι θὰ δίδωνται ὄχι ὡς ἀποζημίωσις, ἀλλ’ ὡς χορηγία.
2749Διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὕτως ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς ἀδείας πρὸς
2750ἀποχὴν ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τῆς πιστοποιήσεως
2751περὶ ἀσθενειῶν καὶ ἄλλων ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι
2752δυνατὸν νὰ τελεσθῶσιν ἄνευ μειώσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς
2753Βουλῆς, θὰ λαμβάνωσι τὴν χορηγίαν ταύτην καὶ προσθέτως
2754δεκαπέντε δραχμὰς ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν,
2755εἰς ἣν θὰ παρίστανται.
2756Οὕτω θὰ ἔχωμεν ἐπὶ 120 Βουλευτῶν, διότι ἡμεῖς δὲν
2757ἐχωρίσαμεν τοὺς ἐν Ἀθήναις μένοντας, θὰ ἔχωμεν 1,500
2758δραχμὰς δι’ ἕκαστον Βουλευτήν, διότι ὑπελογίσαμεν πάσας
2759ἐκείνας τὰς Συνόδους τῆς Βουλῆς τὰς μᾶλλον κωλυσιεργι-
2760κὰς ὡς μὴ δυναμένας νὰ περιλάβωσιν ὑπὲρ τὰς 100 συνε-
2761δριάσεις. Ἐν γένει δ’ αἱ συνεδριάσεις τῶν Βουλῶν οὐδέποτε
2762ὑπερέβησαν τὰς 120 ἐτησίως διὰ τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους
2763Συνόδους.
2764Ἡμεῖς ὅμως ἐλπίζομεν ὅτι τὸ μέλλον θὰ εἶναι αἰσιόδο-
2765ξον· δὲν εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι, ὅπως εἶναι ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
2766δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις εἶπεν, ὅτι οἱ μέλ-
2767λοντες Βουλευταὶ θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐκβιάσωσι τὰς Κυβερ-
2768νήσεις, ἵνα κερδίσωσι δεκαπέντε δραχμάς. Ὁ Βουλευτὴς
2769αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ εἶναι
2770Βουλευτής, οὐδὲ θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὸ αἴσιόν του αὐτὸ
2771δημιούργημα, τὸ ὁποῖον συνέλαβεν, ὡς ἀπαισιοδοξίαν τοῦ κ.
2772Πρωθυπουργοῦ διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλά, καὶ ἂν οὕτω φρονῇ,
2773ὅτι θὰ τοὺς διαπλάσωσιν αἱ νέαι πολιτικαὶ μέθοδοι, βεβαίως
2774ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔφθασεν εἰς τοσοῦτο καταπτώ-
2775σεως, ἵνα ἀποστείλῃ τοιούτους ἀντιπροσώπους. Οὕτω θὰ
2776ἔχωμεν 430,000 ἐτησίως μετὰ τὸν λογαριασμὸν τῶν ὅλων
2777ἐν Ἀθήναις ἐργαζομένων Βουλευτῶν. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ
2778μεταξὺ τούτου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ὑπολογισμὸς
2779τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι 146,000 δρα-
2780χμῶν ἐτησίως, σπατάλη 146,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ἐπὶ μίαν
2781τετραετίαν 584,000. Ἀλλὰ καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην
2782καὶ τὴν διατύπωσιν ταύτην ἐγὼ θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ
2783δεχθῶ, ἀφοῦ ἐνομίσθη, ὅτι οἱ ἐν Ἀθήναις διαμένοντες Βου-
2784λευταὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ συντηρῶνται διὰ τῶν παρο-
2785χῶν τῶν γενομένων, θ’ ἀποδεχθῶ καὶ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ
2786ποσοῦ ἐκείνου, καὶ θὰ μείνῃ μόνον τὸ ποσὸν τῶν Βουλευτῶν
2787τῶν ἐπαρχιῶν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνέρχηται εἰς τὸ ποσὸν τῶν
2788596,000 δραχμῶν. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν διαφορὰν 236,000
2789ἐτησίως, δηλαδὴ 994,000 δραχμῶν ἀκριβῶς διὰ μίαν τε-
2790τραετίαν. Ἤτοι θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν ἑνὸς ἀντιτορπιλλικοῦ. Δὲν
2791τὸ λέγω δ’ αὐτό, διὰ νὰ κτυπήσῃ τὰ χείλη του ἐκεῖνος, ὁ
2792ὁποῖος τὰ ἐκτύπησε καὶ ὁ ὁποῖος δὲν παρηκολούθησεν εἰς
2793ποῖον σημεῖον ἔχει φθάσει τὸ Κράτος ἡμῶν, ὥστε τὰ ἀντι-
2794τορπιλλικὰ καὶ τὰ θωρηκτὰ τὰ προωρισμένα ἡμέραν τινὰ
2795νὰ δράσωσι πέρα τῶν ὁρίων τῶν στενῶν, τὰ ὁποῖα διέγραψε
2796τὸ παρελθόν, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ περιέκλεισε τὸ παρελθὸν διὰ
2797τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, ὅτι τὰ θωρηκτὰ καὶ τὰ ἀντιτορ-
2798πιλλικὰ εἶναι ἕτοιμα ν’ ἀποσταλῶσι διὰ νὰ μεταφέρωσι
2799τὴν σορὸν τοῦ πρώτου εὐγενοῦς συμπατριώτου, ὅστις ἐσκέ-
2800φθη νὰ διαθέσῃ χρήματά τινα ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν ἔργων.
2801§197Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀληθῶς ἐστάλη ἓν ἀντιτορπιλλικόν,
2802διὰ νὰ παραλάβῃ τὴν σορὸν τοῦ Κοργιαλενίου, ὁ ὁποῖος
2803πρόκειται νὰ ταφῇ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.
2804§198Γ. ΠΩΠ. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἑνὸς ἀντιτορπιλλικοῦ
2805ὀφείλετε νὰ μὴ φαντάζησθε ὅτι τὸ λέγω, διὰ νὰ θίξω χορ-
2806δήν τινα πατριωτικῆς εὐαισθησίας. Τὸ λέγω, διότι αὐτὴ
2807εἶναι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ
2808συνθῆκαι τοῦ οἰκονομικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐρω-
2809τᾶται ἤδη ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου, ποῖος θὰ
2810εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς τῶν Βουλευτῶν, καθ’ ὃν
2811τρόπον ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ καθ’ ὃν τρόπον ὑπελο-
2812γίσαμεν ἡμεῖς; Ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς κατὰ τὸ παρελ-
2813θόν, κατὰ τὰ τριάκοντα ἐκεῖνα ἔτη, ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς
2814ἑκάστου Βουλευτοῦ οὐδέποτε ὑπερέβη τὰς 3400 δραχμὰς
2815ἐτησίως, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀνορθώσεως εἶναι 3800 δρ.
2816δι’ ἕκαστον Βουλευτήν, μὴ ἐργαζόμενον δέ, ἀφοῦ, ὡς εἶναι
2817ἐμφανές, δὲν τῷ ἐπιβάλλεται νὰ ἐργασθῇ διὰ τῆς νέας
2818συνταγματικῆς διατάξεως. Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἦτο ὁ μέσος
2819ὅρος δι’ ἕκαστον Βουλευτὴν δυνάμει τοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸν
2820ὁποῖον διετυπώσαμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα; Θὰ ἦτο 2800 δρ.,
2821δηλαδὴ 1000 δρ. ὀλιγώτερον κατὰ τὸ πρῶτον σημείωμα,
28221387 δρ. δι’ ἕκαστον Βουλευτήν, ἐπὶ ἔλαττον ἐκείνου, τὸ
2823ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ σήμερον. Καὶ τότε οἱ Βουλευταὶ θὰ
2824εἰργάζοντο ἀναμφισβητήτως, ἡ δὲ ἐργασία τῶν Βουλευτῶν
2825θὰ εἶχεν ἔννοιαν σπουδαιοτάτην. Διότι θὰ προσήρχοντο ἐδῶ
2826καὶ δὲν θὰ ἄφηνον νὰ καταρτίζωνται αἱ ἀπαρτίαι καθ’ ὃν
2827τρόπον θὰ καταρτίζωνται εἰς τὸ μέλλον μὲ 40 καὶ 50 ἀν-
2828θρώπους. Θὰ ἤρχοντο ἐδῶ καὶ θὰ εἰργάζοντο, σήμερον μάλι-
2829στα, ὁπότε ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται ν’ ἀπασχολῆται πλέον
2830μὲ ἐξελέγξεις ἐκλογῶν, ἐπὶ 50–100 κατ’ ἀνώτατον ὅρον
2831συνεδριάσεις. Ἡ δ’ ἐργασία αὕτη θὰ ἦτο πραγματικὴ πα-
2832ροχὴ ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸν τόπον. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ
2833φαντασθῇ τις ὅτι θὰ ὑπάρχῃ εἷς οἱοσδήποτε Βουλευτής, ὡς
2834κατηγόρησε τοὺς Βουλευτὰς τοῦ μέλλοντος ὁ ἀξιότιμος
2835Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν Ἀθήναις διαμένων ἢ ἐκ τῶν
2836ἐπαρχιῶν ἐρχόμενος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε διὰ τὸ 15δραχμον
2837αὐτὸ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν παράτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,
2838ὅταν τὰς ἐργασίας τὰς διευθύνῃ ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὃν τρό-
2839πον ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ γνωρίζωσι νὰ τὰς διευθύνωσι. Τοι-
2840αύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας· ἐπὶ τοιούτων ἀριθμῶν
2841οὓς ἐν γενικαῖς γραμμαῖς διετύπωσα καὶ ἐπὶ τοιούτων με-
2842λετῶν ἐστήριξα ταύτην· ἐνόμισα δ’ ἀληθῶς ὅτι παρέχω
2843ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν Βουλευτήν, ὅστις θὰ ἐργάζηται, διὰ δὲ
2844τὸν Βουλευτὴν τὸν μὴ ἐργαζόμενον ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε
2845νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ οὔτε διώβολον πέρα τῶν 1800
2846δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ παρέχωνται ὡς χορηγία αὐτοῦ, λο-
2847γοδοτῶν ἔπειτα πρὸς τὴν συνείδησιν αὑτοῦ καὶ τοὺς ἐκλο-
2848γεῖς διὰ τὴν τοιαύτην διαχείρισιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔλαβεν.
2849Αὐτὰ λέγουσιν οἱ ἀριθμοί, αὐτὰ πιστοῦσι τὰ πράγματα.
2850Ἀντιθέτως οὐδεμία μέριμνα λαμβάνεται διὰ τοῦ κυβερνητι-
2851κοῦ μέτρου, ὅπως οἱ Βουλευταὶ προσέρχωνται, οὐδὲ πρέπει
2852νὰ φαντασθῆτε ὅτι εἶναι ἡ δημοσία γνώμη ἐξεγηγερμένη,
2853διότι πρόκειται νὰ δαπανηθῇ χρῆμα. Ἡ δημοσία γνώμη
2854εἶναι ἐξεγηγερμένη καὶ θὰ ἐξεγερθῇ ἐπὶ πλέον, καθ’ ἣν περί-
2855πτωσιν τὰ χρήματα τῶν μελλουσῶν Βουλῶν καὶ τὰ χρήματα,
2856τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν ἡμεῖς, δὲν θὰ εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα
2857θὰ δοθῶσι σκοπίμως, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐργάζηται καὶ ἵνα πάντες
2858οἱ Βουλευταὶ οἱ δυνάμενοι νὰ ἐργάζωνται παρίστανται κατὰ
2859τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἡ δὲ Βουλὴ αὕτη οὐδόλως
2860εὐθύνεται ἂν παρετάθη τὸ ἔργον ἡμῶν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον.
2861Βεβαίως ἀναγνωρίζομεν ὅλοι τὰς ἀνάγκας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2862προσέρχονται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις
2863καὶ βεβαίως πρέπει πρὸς τοσοῦτον ἐργασθέντας νὰ δοθῇ
2864ἀποζημίωσις, ἀλλὰ νὰ ἐδίδετο καὶ νῦν διὰ τοιαύτης τινὸς
2865μεθόδου. Διότι ἐγὼ δὲν ἐφαντάσθην ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν
2866ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἐργαζόμενοι νὰ μὴ λάβωσιν ἀποζη-
2867μίωσίν τινα, οὔτε φαντάζομαι ὅτι τοῦτο θὰ ἐμείου καὶ θὰ
2868ἠλάττου τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μειώ-
2869σῃ τι, θὰ ἐμείου τὴν διαφημιστικὴν μέθοδον ἐκείνων, οἱ
2870ὁποῖοι ἐπιρρίπτουσι τὰς ἀγόνους συνεδριάσεις εἰς τοὺς Βου-
2871λευτάς, ἐνῷ δύνανται νὰ διευθύνωσι σκοπίμως καὶ ταχέως
2872τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὅμως οἱ Βουλευταὶ ἔρχων-
2873ται προθύμως, ὡς ἔρχεσθε πάντες ὑμεῖς, ἢ μᾶλλον ὅταν
2874καταβάλλωσιν ὅλας τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς δυνάμεις των
2875ὑπὲρ τοῦ ἔργου, ὅπερ ἀνέλαβον, βεβαίως οὐδεὶς θὰ διαμαρ-
2876τυρηθῇ, διότι θὰ ἐζήτουν νὰ ἀντικρύσωσι τὰς δαπάνας ταύ-
2877τας, πολὺ δὲ μᾶλλον ὅτε εἶναι γνωστόν, ὅτι πλεῖστοι ἐξ
2878ἡμῶν δὲν εἴμεθα ἐξ ἐπαγγέλματος πολιτευόμενοι, ἀλλὰ
2879τέκνα τοῦ λαοῦ, ὅπως λέγουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, μὴ
2880πλούσιοι, ἐλθόντες ἐνταῦθα. Οὔτε πιστεύει τις ὅτι ἡ Βουλὴ
2881αὕτη διὰ τὸ μέλλον καὶ μόνον συνεζήτησε περὶ τῆς ἀποζη-
2882μιώσεως τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τριήμερον ἤδη. Δὲν θὰ φαντα-
2883σθῇ τις ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἐργάζεται ὡς συγγενὴς γεροντο-
2884κόρη, ἡ ὁποία φροντίζει διὰ τοὺς κληρονόμους αὑτῆς, καίτοι
2885ἡ Βουλὴ ἡμῶν παρέχει πλέον καὶ τὴν ἐντύπωσιν γεροντο-
2886κόρης ὁλονὲν φθινούσης παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ...
2887§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀτομική σας ἐντύπωσις τοῦτο.
2888§200Γ. ΠΩΠ. Ἡ νεαρὰ καὶ σφριγῶσα ἡμῶν Βουλὴ ἀναμφι-
2889σβητήτως ἤρξατο φθίνουσα παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ. Ἔχει
2890δ’ ἀνάγκην σφρίγους, αἵματος, ζωῆς νέας. Καὶ ἔχει τὴν ὑπο-
2891χρέωσιν νὰ ἐγχύσῃ εἰς τὸ σῶμα αὑτῆς ἡ διευθύνουσα κατὰ
2892τὴν ἀποψινὴν ὁμολογίαν τῆς ἰδίας τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς
2893λεγομένη Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως.
2894§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον.
2895§202ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παριστάμεθα, κύριοι Βουλευταί,
2896ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν εἰς θέαμα ἀνιαρόν, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυ-
2897τέραν φράσιν, Βουλῆς ἐκθετούσης ἑαυτὴν ἑκουσίως εἰς τὰ
2898σκώμματα καὶ τὰς λοιδορίας τοῦ τύπου καὶ τῆς κοινῆς γνώ-
2899μης, Βουλῆς εὑρισκομένης ὑπὸ κατηγορίαν, ὅτι ἀγωνίζεται
2900ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ ὑπὲρ τῶν θυλακίων της.
2901Ἐξ ἀντιθέτου δ’ ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προσεπά-
2902θησε καὶ τὸ ἐπέτυχε, Κύριοι, ἀτυχῶς, ὀφείλομεν νὰ τὸ
2903ὁμολογήσωμεν, νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν παροῦσαν Βουλήν, κα-
2904θὼς προσεπάθησε νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ πολύτιμα μέλη, ὡς
2905ἔπραξε καὶ διὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ
2906Ἤλιδος κ. Φωτήλαν.
2907Ἂν τὸ τοιοῦτον θεωρεῖτε ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, ἐποι-
2908κοδομητικὸν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, εἰς ὑμᾶς
2909ἀπόκειται νὰ κρίνητε, διότι ἐγὼ τὴν κρίσιν μου ἐξή-
2910νεγκον ἀπὸ προχθὲς ἀγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
2911Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς κρίσεως ἑκάστου ἡμῶν, καὶ
2912ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιο-
2913τίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ρούφου, μετὰ
2914τὴν ἔξοχον καὶ πειστικωτάτην ἀγόρευσίν του καὶ μετὰ τὰ
2915ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ κατόπιν ἀγορεύ-
2916σαντες, μετὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ κ.
2917Πρωθυπουργός, δὲν κατώρθωσα νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου
2918ὅτι εἶναι αὐτοὶ ἐν τῷ δικαίῳ, ἐν τῷ ὀρθῷ, ἐν τῷ σώφρονι.
2919Οἱ λόγοι δὲ εἶναι ἁπλούστατοι· τρία ἐπιχειρήματα εἶναι
2920ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ ἀξιότιμοι λαλήσαντες
2921ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: αʹ ἡ ἰσοπέδωσις, τὴν ὁποίαν
2922διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως τῶν 5000 δρ. θὰ φέ-
2923ρωσι μεταξὺ τῶν πλουτοκρατῶν καὶ ἡμῶν. Ἀλλοίμονον εἰς
2924ἐμέ, ἂν νομίζω ὅτι διὰ τῶν χιλίων δραχμῶν, ἃς ἐπὶ πλέον
2925ἢ ἐπὶ ἔλαττον θὰ λάβω, ἂν νομίζω, λέγω, ὅτι θὰ παλαίσω
2926πρὸς τὸν Κυριακούλην Μαυρομιχάλην· ἀλλοίμονον εἰς τὸν
2927ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἄρτης, τὸν κ. Σῖμον, ἂν καὶ αὐτὸς
2928νομίζῃ ὅτι θὰ παλαίσῃ πρὸς τὸν κ. Καραπάνον. Τὸ δεύτε-
2929ρον ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξηνέχθησαν ὑπὲρ τῆς
2930προτάσεως τῶν 5000 δρ., εἶναι ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ προκαλέ-
2931σωμεν εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἀγῶνας
2932νέους ἄνδρας, διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἀνορθώ-
2933σεως, ὅπως τὴν λέγετε, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ ἔργα
2934αὐτῆς. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ
2935καταντήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὥστε οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι
2936θ’ ἀποφασίσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ν’ ἀπο-
2937βλέψωσιν εἰς τὴν ἀμοιβήν, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5000 δρ., τὸ
2938ὁποῖον θὰ λάβωσι, ψηφιζομένης τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἡ
2939τρίτη γνώμη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον κατὰ τῶν
2940κομμάτων ἐκ τῆς θέσεως ταύτης.
2941Τίποτε δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀποδείξωσιν οἱ κ. προλαλή-
2942σαντες οὔτε κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσωσιν ὅτι τὰ κόμματα
2943ἐσπατάλησαν διὰ τὸ Σῶμα τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ὑπερασπίσω
2944τὰ κόμματα, καὶ εἶναι γνωστὸν μετὰ πόσου πείσματος
2945ἠγωνίσθην καὶ ἀγωνίζομαι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην
2946κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον
2947μετεχειρίσθησαν οἱ κ. προλαλήσαντες καὶ τὸ ὁποῖον δὲν
2948εἶναι ἀληθές, διότι τρία παραδείγματα μᾶς ἔφερον, καθ’ ἃ
2949ἔλαβον οἱ Βουλευταὶ ζῶντες ἐνταῦθα περισσότερα τῶν χρη-
2950μάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, τὴν
2951ὁποίαν ἐθέσπισεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν
2952ἡμῶν, πρόκειται νὰ λάβωσι. Μόνον κατὰ τὸ 1907 δύνανται
2953νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ Βουλευταὶ ὅτι ἔλαβον περισσότερα ἀφ’
2954ὅσα ἔπρεπεν. Ἀλλ’ ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ τις ἐξ ἡμῶν·
2955«γνωρίζετε σεῖς, καὶ γνωρίζομεν πάντες τὴν οἰκονομικὴν κα-
2956τάστασιν τῆς χώρας;». Τὴν γνωρίζω βεβαίως ἐκ πικρᾶς πεί-
2957ρας, διότι αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐγένετο αἰτία
2958τῆς ἐπαναστάσεως.
2959Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν τῶν ἰδίων τῶν παρακαθημένων ἐν
2960τῇ Βουλῇ ταύτῃ δὲν κατηγόρησε τὴν ἐπανάστασιν ὅτι ἦλθε
2961διὰ νὰ λάβῃ γαλόνια, καὶ ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐφαντάζετο αὐτὴν
2962οὕτως Ἑρμαφρόδιτον καὶ ἀποβλέπουσαν μόνον εἰς τὸ νὰ
2963φορτωθῇ γαλόνια; Τίς δὲ θ’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι αὐτὸς ὁ λαὸς
2964αὔριον δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι, ἐνῷ ἐκείνη ἦλθε διὰ νὰ λάβῃ γα-
2965λόνια, ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ διὰ πλιατσικολόγημα; Ἀλλ’ ἐκ-
2966τὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, παρετήρησά τι ἄλλο τὸ ἄξιον
2967προσοχῆς, ὅτι προσετέθη ἕτερον ποσὸν χάριν τοῦ Προεδρείου
2968τῆς Βουλῆς. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν πρέπει ν’ ἀμφισβη-
2969τήσῃ ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ παρίσταται
2970ἐν πάσῃ αὐτοῦ τῇ ἀξιοπρεπείᾳ ὡς ἐκπροσωποῦν τὸ ἀνώ-
2971τατον τῶν συνεδρίων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λη-
2972σμονῆτε, ὅτι ὑμεῖς ὀνομάζεσθε Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως
2973καὶ ὅτι ἐνετάλητε νὰ περισυλλέξητε τὰ ναυάγια, ὅπως
2974προχθὲς εἶπον ἀγορεύων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἂν κα-
2975λῶς ἐνθυμῶμαι, κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ δὲ καὶ ὑμᾶς
2976νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν συν-
2977εζητήσαμεν ὡς Σῶμα, ἐψηφίσαμεν 17,000 δραχμῶν διὰ
2978τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, ὅταν δὲ ψηφίσωμεν ἑτέρας 3000
2979διὰ τὸ Προεδρεῖον, εἶναι τοῦτο περισυλλογή, εἶναι τοῦτο
2980ἀνόρθωσις ἢ εἶναι σπατάλη; Αἱ περιστάσεις ἄλλα ἀπαι-
2981τοῦσιν· ἀπαιτοῦσιν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν
2982φόρον τοῦ σίτου, αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐξ ἐκεί-
2983νων, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἔστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
2984Ἀλλὰ τὰς θυσίας ταύτας, Κύριοι, ἀπὸ ποῖον Κράτος ζη-
2985τοῦμεν νὰ τὰς λάβωμεν: Πάντες γνωρίζετε ὅτι τὰς ζητοῦ-
2986μεν ἀπὸ ἓν Κράτος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀποδεδειγμένον
2987ὅτι εἶναι οἰκονομικῶς κατεστραμμένον, τὰς ζητοῦμεν ἀπὸ
2988ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον καταδέχεται νὰ δέχηται ἐράνους ἀπὸ
2989τὸν Ματσούκαν, διὰ νὰ κατασκευάσῃ πολεμικὰ πλοῖα, ὅπως
2990προασπίσωσι τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, τὰς ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ
2991Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔφθασε μέχρι τοσούτου καταπτώσεως,
2992ὥστε νὰ στέλλῃ ἐπίσημα ἔγγραφα εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν σχο-
2993λείων διὰ τὰς 37 δρ. καὶ 60 λεπ., τὰς ὁποίας συνέλεξαν
2994χάριν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐκ τῶν Καλάνδων. Ἐκτὸς τού-
2995του ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης εἶπε,
2996καθόσον ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐνταῦθα
2997εἴμεθα δικασταί, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ διάδικοι, ἀλλ’ ἐλη-
2998σμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἴμεθα μό-
2999νον δικασταὶ καὶ διάδικοι, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ὑπόδικοι καὶ
3000εὐθὺς ἅμα τῇ ἐξόδῳ ἡμῶν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἂν ψη-
3001φίσωμεν τὰ προτεινόμενα καὶ δὲν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα
3002ὅπως ἔχουσι, θὰ εἴμεθα καὶ κατάδικοι ἀπέναντι τῆς κοινῆς
3003γνώμης. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς
3004ὑπενθυμίσω καὶ κάτι τι, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ἐν τῇ
3005συνταγματικῇ διατάξει, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐτροπο-
3006ποίησεν, ἥτις μᾶς ὁμιλεῖ περὶ κατοικούντων ἐν Ἀθήναις
3007καὶ Πειραιεῖ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τὸ μόνον σημεῖον, περὶ
3008τοῦ ὁποίου θὰ κάμω λόγον, εἶναι τοῦτο: τί ἐννοεῖ τοὺς ἐν
3009Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντας; περὶ τῶν παροικούν-
3010των δὲν θὰ ληφθῇ πρόνοια; Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ μοὶ ὑπεν-
3011θυμίζει τὴν στιγμὴν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, τὰς εὐχάς,
3012τὰς ὁποίας ψάλλει ἐν τῷ ναῷ ὁ διάκονος «καὶ ὑπὲρ τῶν κα-
3013τοικούντων, παρεπιδημούντων καὶ παροικούντων ἐν τῇ πό-
3014λει ταύτῃ καὶ τοῖς περιχώροις», ἤδη δ’ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέ-
3015ματος παρακαλῶ τὸν κ. Κουλούμπαρδον νὰ λάβῃ μίαν σκη-
3016νήν, ἵνα κατοικῇ πρὸς τὸν Ναύσταθμον ἢ παρὰ τὰ Κέρατα,
3017διὰ νὰ λαμβάνῃ ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν. Ἀκόμη ἐκ-
3018τὸς τούτου ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
3019βουλευτὴς Λακωνίας κ. Μέρμηγκας, ὅτι εὑρισκόμεθα με-
3020ταξὺ δύο πυρῶν, μεταξὺ τῶν Συμπληγάδων πετρῶν. Ἐκεῖνο,
3021τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ σᾶς προσθέσω, κύριοι Βουλευταί, εἶναι
3022τοῦτο, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ
3023ὅπως ἔχει ἡ συνταγματικὴ διάταξις, εἶναι ὅτι συμφωνῶ μὲ
3024τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας ὅτι εἴμεθα
3025μεταξὺ δύο Συμπληγάδων πετρῶν, ἀλλὰ τὸ σκάφος ἡμῶν
3026εἶναι ἡ Ἀργὼ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
3027Ἀλλὰ τὸ σκάφος αὐτὸ ἡ Ἀργώ, σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βου-
3028λευταί, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ψηφισθῇ ἡ διάταξις, θὰ ἐξέλ-
3029θῃ τῆς αἰθούσης ταύτης μὲ τὴν πρύμναν συντετριμμένην.
3030§203Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν σκοπεύω νὰ
3031εἴπω τίποτε περὶ ἀποζημιώσεως, ἐφρόνουν μάλιστα ὅτι δὲν
3032ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτήν, ὅπως τὴν ἐχαρακτηρί-
3033σαμεν, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ θέμα τοῦτο πρέπει νὰ συζη-
3034τῆται, ὅταν εἴμεθα μόνοι. Ὁ λαὸς δὲν μᾶς ἀπέστειλεν ἐν-
3035ταῦθα, ἵνα λάβωμεν τὴν ἀποζημίωσίν μας, μᾶς ἀπέστειλεν,
3036ὅπως δώσωμεν τὰς χεῖρας πρὸς ἀλλήλους καὶ ἐργασθῶμεν
3037ἄνευ ἀντιπολιτεύσεως καὶ μὴ εὑρίσκωμεν ἀνὰ πᾶσαν στι-
3038γμὴν κάτι τι, τὸ ὁποῖον νὰ ξεφουρνίζωμεν καὶ νὰ λέγωμεν
3039ὅτι δῆθεν ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
3040Εἷς εἶναι ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις, ὁ σκοπὸς τῆς διορθώ-
3041σεως τῶν κακῶς κειμένων καὶ οὐδὲν ἄλλο, ἀλλά, ὅταν πέ-
3042σωμεν ὅλοι κατὰ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος αὐτόν, δὲν θὰ ὑπάρ-
3043χῃ καὶ αὐτός, καὶ τότε τί θὰ κάμωμεν; Ἔχομεν πλέον λόγον
3044ὑπάρξεως; Λέγω ὄχι. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως ἀπόλυτος νὰ
3045μείνῃ, ἵνα βαδίσωμεν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ βαδίσωμεν (ἐπι-
3046δοκιμασίαι). Λυποῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Πὼπ, ὡς ἡ Μήδεια, τὰ
3047ἴδιά του τέκνα ἀντιπολιτεύεται. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶ-
3048μεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ, ποῖοι
3049πρέπει νὰ εἶναι; Πρέπει νὰ εἶναι οἱ πλούσιοι; Οὐχί· πρέ-
3050πει νὰ εἶναι οἱ μεγάλοι ἄρχοντες; Οὐχί· πρέπει νὰ εἶναι ὁ
3051λαός, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ δοθῇ ἐλευθερία,
3052ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία του ἀποκόπτεται, διότι εἰς τὸν Μαμάκην
3053εἶπον χιλιάκις: δὲν σοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἶσαι εἰς τὸ Κοινο-
3054βούλιον, διότι ἐγκαταλείπεις τὴν ἐργασίαν σου καὶ ἐγκα-
3055ταλείπων τὴν ἐργασίαν σου δὲν ἔχεις τὰ μέσα νὰ συντηρηθῇς.
3056Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ καὶ θὰ
3057εἶμαι ἐδῶ καὶ θὰ μείνω, ἀλλὰ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἔλωσι
3058καὶ ἄλλοι ὡς ἐμέ, πρέπει δὲ νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ ἐργάτης ἐδῶ, διὰ
3059νὰ λογαριασθῇ μαζί μας, διότι λέγει· «ὅλους τοὺς σκούφους
3060τοὺς ἐπήρατε καὶ δὲν ἀφήσατε κανένα δι’ ἐμέ».
3061Πολλάκις εἶπον ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ λαός, διότι τὰ χέρια μου
3062ἔχουσι ῥόζους καὶ ἐγὼ γνωρίζω τί συμβαίνει παρὰ τῷ λαῷ
3063καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι μίαν φορὰν ἀνῆκον εἰς κόμμα,
3064ἀλλὰ δὲν τολμῶ νὰ ὑπάγω πλέον εἰς κόμμα καὶ διὰ τοῦτο
3065καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μακρόθεν παρακο-
3066λουθῶ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν, εἶναι ν’ ἀφή-
3067σωμεν τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι θὰ πάρωμεν καὶ
3068θὰ τὴν πάρωμεν ὅλην (ἱλαρότης καὶ χειροκροτήματα). Μο-
3069λονότι ἀντιπολιτευόμεθα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κά-
3070μωμεν εἶναι νὰ δώσωμεν τὰς χεῖρας, καὶ ἂς μᾶς λέγωσιν ὅτι
3071ἤλθομεν διὰ τὰ πλιάτσικα (γέλωτες καὶ χειροκροτήματα).
3072Μὴ γελᾶτε, νὰ κλαίητε, διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ λαός, καὶ ὁ λαὸς
3073θὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ θέλει νὰ παύσωσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν
3074νεκροφάνειαν ζητοῦσι νὰ ἐπανέλθωσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπανέλ-
3075θωσι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωσι. Καὶ ποῖος εἶπεν ὅτι
3076ὁ λαὸς δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ; Ὁ λαὸς θέλει νὰ πληρώσῃ,
3077διὰ νὰ δύναται νὰ λέγῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους του: δὲν
3078δύνασαι, κύριε, νὰ ἐγκαταλείψῃς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τρέχῃς
3079εἰς τὰς ἐργασίας σου, διότι, ἐὰν εἶχες ἐργασίαν, δὲν ἔπρεπε
3080νὰ γίνῃς ἀντιπρόσωπος. Ἐγὼ εἶμαι καθ’ ἡμέραν μὲ τὸν
3081λαὸν καὶ γνωρίζω ὅτι θέλει νὰ πληρώσῃ, διὰ νὰ ἔλθωσι καὶ
3082ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ἔχει ἀνάγκην νὰ φέρῃ, ἀλλ’ αὐτοὶ ὑπὸ
3083τὰς σημερινὰς συνθήκας χρειάζονται φράκον, διὰ νὰ ὑπά-
3084γωσιν εἰς τὰ ἀνάκτορα, ἢ διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν,
3085ἐνῷ ἄλλοτε ἐπήγαιναν εἰς τοῦ Τσαμτζῆ τὸ χάνι, διότι ἤρχον-
3086το μὲ τὰ ἐγχώρια. Τώρα ὅμως παρουσιάζονται ὅλοι καὶ οἱ
3087ἐγγράμματοι καὶ οἱ πλέον ἀγράμματοι μὲ τὸ φράκον καὶ
3088ἑπομένως πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἐπαρκέστερον, διὰ νὰ
3089δυνηθῶσι ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας. Τώρα θ’ ἀρ-
3090χίσῃ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὁ λαὸς καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μας μὲν δυ-
3091νάμεθα νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἂν θέλομεν, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους,
3092οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ μέλλον, δὲν δυνάμεθα νὰ σκε-
3093φθῶμεν ὡς νὰ εἴμεθα ἡμεῖς· πρέπει νὰ σκεφθῶμεν διαφο-
3094ρετικά.
3095Ὁ κόσμος λέγει: συζητοῦσιν οἱ Κύριοι διὰ τὴν ἀποζη-
3096μίωσίν των. Καθόλου δὲν λέγει τοῦτο· ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν
3097διὰ τὴν ἀποζημίωσιν, συζητοῦμεν διὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συν-
3098τάγματος; καὶ τὸ ἄρθρον ἔχει τὴν ἀποζημίωσιν. (Χειροκρο-
3099τήματα). Πῶς θέλετε νὰ κάμωμεν; Ἡ παροῦσα Βουλὴ
3100πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της πάντα τὰ γεγονότα, νὰ λάβῃ
3101ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τῆς πατρίδος μας καὶ
3102νὰ εἴπῃ διὰ τὸν ἑαυτόν της νῦν: ἃς μὴ πάρωμεν 4000, ἃς
3103πάρωμεν 3000, ἃς πάρωμεν 2000· αὐτὴ εἶναι μία εὐχή,
3104τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσῃ ἕκαστος εἰς τὴν παροῦσαν Βου-
3105λήν, ἡ ὁποία δὲν συζητεῖ διὰ τὸν ἑαυτόν της· δὲν ἐννοῶ δὲ
3106διατί νὰ ῥίπτωνται ὅλα εἰς βάρος μας καὶ νὰ λέγωσιν: ἰδοὺ ἡ
3107Ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησίς σου, λαέ, συζητεῖ περὶ ἀποζημιώ-
3108σεως, καὶ ἔχεις νὰ τραβήξῃς ὅσα δὲν ἐτράβηξες ποτὲ ἕως
3109τώρα, τὸ ὁποῖον εἶναι ψευδές.
3110Λοιπὸν πρέπει νὰ καθαρίσωμεν μαζὶ τὰ πράγματα, καὶ
3111οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ δὲν
3112ἐννοῶ διατί νὰ εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι. Εἰς τὰ καθέκαστα
3113δὲν εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, ἐνῷ ἐν τῷ συνόλῳ τοὺς εὑρίσκω
3114ἀντιπολιτευομένους. (Χειροκροτήματα). Κατηναλώσαμεν,
3115μᾶς λέγουσι, τρεῖς ἡμέρας ὁλοκλήρους. Διατί; Διότι θέλομεν
3116νὰ κάμωμεν ὁμιλίας. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ διακόψωμεν πάντες
3117πᾶσαν σχέσιν μὲ τὴν φλυαρίαν (ἱλαρότης).
3118§204Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστα-
3119σις αὐτή (θόρυβος).
3120§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρόπος τοῦ ὁμιλεῖν.
3121§206Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐδῶ δὲν φλυαρεῖ κανείς.
3122§207Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μὴ σφίγγεσαι (ἱλαρότης).
3123§208Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἐξευτελισμὸς τοῦ Κοινοβου-
3124λίου.
3125§209Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν ἀντιπροσωπεύηται
3126ὑφ’ ἡμῶν, δὲν ἐξευτελίζεται· ὁ τρόπος τοῦ λέγειν εἶναι διά-
3127φορος, ἀλλὰ δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν εὐγένειαν. Πρέπει νὰ δώ-
3128σωμεν πάντες τὰς χεῖρας καὶ νὰ σκεφθῶμεν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ
3129γαλήνῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ
3130ὁποία θὰ δίδηται εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ εἶναι ἐπαρκής,
3131διὰ νὰ δύνανται οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ πτωχότεροι ἀκόμη νὰ
3132παρίστανται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὐπροσώπως.
3133§210Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν ὑπογρα-
3134ψάντων μετ’ ἄλλων πολλῶν Βουλευτῶν, ὅπως ἡ ἀποζημίω-
3135σις κανονισθῇ ἐτησίως εἰς 5000 δραχμάς. Ὀφείλω νὰ δώσω
3136ἐξήγησιν ποία ἡ ἔννοια ἡμῶν τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρό-
3137τασιν ταύτην. Ἐν γνώσει διατελοῦντες τῶν τῆς οἰκονομι-
3138κῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους ἐσκέφθημεν καὶ περὶ τῆς
3139ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν οἱ Βουλευταὶ τῆς
3140παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἰδίως περὶ τῆς ἀπο-
3141ζημιώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ τῶν
3142μελλουσῶν Βουλῶν. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς
3143μομφῆς, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ ῥίψωσιν εἰς ἡμᾶς ἔνιοι τῶν
3144προλαλησάντων, ὅτι δὲν ἀπεβλέψαμεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ
3145τοῦ Κράτους, νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν διάταξιν
3146τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία θὰ ῥυθμίζῃ τὰ τῆς ἀποζημιώ-
3147σεως τῶν Βουλευτῶν τοῦ μέλλοντος, ἴσως δὲ ἐπὶ πολλὰς γε-
3148νεάς, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν
3149ὅτι τὸ Σύνταγμα θ’ ἀναθεωρηθῇ μετὰ δεκαετίαν ἢ τρια-
3150κονταετίαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὰς μελλού-
3151σας γενεάς. Ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις θὰ ἔχῃ μεγίστην
3152σημασίαν ὡς πρὸς τὴν χροιάν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ Κοινο-
3153βούλιον τοῦ μέλλοντος.
3154Δὲν θ’ ἀναπτύξω τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀξιοτίμων προ-
3155λαλησάντων ὑπὲρ τῆς προτάσεως, διότι ἀρκετὰ ἀνεπτύ-
3156χθησαν. Βεβαίως ἡ πρότασις ἡμῶν δὲν κανονίζει καὶ τὰ τῆς
3157ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνῃ ἡ παροῦσα Βουλή,
3158μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ἀρχῇ τῆς συνε-
3159δριάσεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὐτῆς ἦτο, ὅτι ἐν ἀρχῇ
3160τοῦ ἔτους θὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ δραχμὰς 2000, εἰς
3161τὴν ἀρχὴν τῆς βʹ τριμηνίας δραχμὰς 1000 καὶ ἀνὰ 1000
3162εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τῶν ὑπολοίπων τριμηνιῶν, δηλαδή, ἂν
3163ἡ Βουλὴ καὶ δὴ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐργασθῇ μέχρι τῆς
316422 Ἰουλίου, θὰ λάβωμεν δραχμὰς 3000, δηλαδὴ θὰ
3165ἐλαμβάνομεν, ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βου-
3166λευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸ προσχέδιον
3167τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατί κατεκρίθη τοσοῦ-
3168τον ἡ πρότασις αὕτη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέκριναν
3169ἡμᾶς.
3170§211Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
3171§212Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δὲν τὴν κατέκρινεν ἡ Κυβέρνησις· ἴσως
3172ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι κάπως ὑπερβολικὸν τὸ ποσόν.
3173§213Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὴν ἀπέρριψε μετὰ πολλῶν ἐπαί-
3174νων.
3175§214Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Λοιπόν, ἐὰν ἡ Βουλὴ αὕτη εἰργάζετο
3176ἐπὶ ἑξάμηνον, θὰ ἐλάμβανε 3000 δραχμῶν.
3177Κυρίως λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη ἀπέβλεπε καὶ ἀποβλέ-
3178πει εἰς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λαμ-
3179βάνωσιν οἱ Βουλευταὶ τοῦ μέλλοντος. Καὶ ὅταν ἡμεῖς νο-
3180μοθετῶμεν περὶ τῶν μελλόντων Βουλευτῶν, εἶναι δυνατὸν
3181νὰ παρεξηγηθῶμεν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι πρὸς
3182ἴδια τέλη νομοθετοῦμεν;
3183Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν πρέπει νὰ ψηφισθῇ,
3184ἀφοῦ ἡμεῖς κάμνομεν τὴν δήλωσιν ὅτι προκειμένου περὶ τῆς
3185Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβωμεν
3186ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητι-
3187κὴ Βουλὴ ν’ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποί-
3188αν τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς
3189ἐκανόνισαν. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως ἡμῶν καὶ
3190ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, διότι ὑπέγραψα τὴν πρότασιν
3191ταύτην, νὰ ἐξηγήσω αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν.
3192§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
3193§216Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εὐλαβοῦμαι τὴν καταπόνησιν τῆς
3194Βουλῆς, καὶ θεωρῶν ἤδη ἐξηντλημένον τὸ ζήτημα παραιτοῦ-
3195μαι τοῦ λόγου.
3196§217Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἅπαντες οἱ ὁμιλήσαντες ὑπὲρ τῆς προ-
3197τάσεως ἐθεώρησαν προσῆκον ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὸ παρελ-
3198θὸν τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας, τὸ παρελθὸν ὅμως τοῦτο
3199εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἔπρεπε νὰ τὸ λησμονήσωσιν· ἔπρεπε
3200ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπε-
3201ρηφανεύεται πᾶς Ἕλλην, εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ
3202πρώτου συνταγματικοῦ βίου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν
3203ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν μᾶς διηύθυνον οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ
3204ὁποῖοι μᾶς παρέδοσαν ἐλευθέραν τὴν γῆν ταύτην. Ἐὰν
3205λοιπὸν ἀνάτρεχον οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ
32061844 καὶ ἐντεῦθεν, θὰ ἐμάνθανον ὅτι οἱ τότε Ἕλληνες
3207Βουλευταὶ ἐλάμβανον ἀποζημίωσιν μηνιαίως, καὶ ἡ μηνι-
3208αία ἀποζημίωσις αὐτῶν ἦτο 250 δρ., ὅτε αἱ συνθῆκαι τοῦ
3209βίου ἦσαν τοιαῦται, οἵας τὰς γνωρίζομεν. Ἀλλ’ αὐξηθεισῶν
3210τῶν δαπανῶν τοῦ βίου, ἐθεωρήθη προσῆκον διὰ τοῦ νόμου
3211τοῦ 1857 ν’ αὐξηθῇ καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἡ μηνιαία, προστε-
3212θεισῶν πλέον τῶν δραχμῶν τούτων, 750 δρ. ἐτησίως.
3213Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἐδί-
3214δετο τότε, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος ἦτο 20,
3215000,000 μόνον. Κατόπιν ὅμως αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ηὔξη-
3216σαν, καὶ κατὰ τὸ 1861 ἔτος ὡρίσθη ἡ μηνιαία ἀποζημίω-
3217σις τῶν Βουλευτῶν εἰς 550 δρ. Ποῦ λοιπὸν ἡ σπατάλη ἡ
3218προτεινομένη διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης; Καὶ κατὰ τί
3219εὑρίσκετε πρόσφορον τὸ ἔδαφος εἰς βάρος τῆς παρούσης Κυ-
3220βερνήσεως;
3221§218Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
3222§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰ εἶπε διὰ σᾶς.
3223§220Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀπορῶ καὶ διὰ δευτέραν φοράν,
3224ὅταν λέγωνται ταῦτα. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δημοκοπία
3225δὲν ὑπάρχει.
3226§221Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Λέγω ταῦτα, ἵνα τὰ ἀκούσῃ ὁ Τύ-
3227πος, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε προσῆκον ὅτι δύναται ἐν τῷ προκει-
3228μένῳ ν’ ἀντιπολιτευθῇ τὴν Κυβέρνησιν.
3229Καταλήγων, Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ ἡ
3230συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου, καθόσον ἐλέχθησαν
3231πλέον τῶν δεόντων ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ νομίζω
3232ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὡς ἔχει.
3233§222ΑΝΔΡ. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους
3234Βουλευτὰς νὰ δώσωσι μικράν τινα προσοχὴν μόνον καὶ εἰς
3235τὸν πτωχὸν Μονοκροῦσον.
3236Σήμερον, Κύριοι, ἐκλήθημεν, διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν ἀνορθω-
3237τικὸν ἔργον, καὶ δυνατὸν νὰ μὴ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσω
3238τί σημαίνει ἡ φράσις «ἀνορθωτικὸν ἔργον». Νομίζω, Κύριοι,
3239ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν ἔφθασεν εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν τοιαύτην,
3240ὥστε περιέμενον, ἵνα ἀπὸ τὸν ἀνώτερον ἄρχοντα μέχρι τοῦ
3241τελευταίου ὑπαλλήλου ἐλαττώσωμεν ὅλων τὰς μισθοδοσίας
3242τουλάχιστον ἕως οὗ ἐπαναφέρωμεν τὰ οἰκονομικά μας εἰς
3243καλὴν κατάστασιν. Περιέμενον σήμερον ἀπὸ τὴν διπλῆν αὐ-
3244τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νὰ μεταχειρισθῇ πάντα τρό-
3245πον, ὅπως ἐπιβάλῃ φόρους εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι, καὶ
3246ἐλαφρώσῃ τὸν ἐργατικὸν λαὸν τὸν πενόμενον, βλέπω δ’ ὅτι,
3247ἀντὶ νὰ ἐλαφρώσωμεν, Κύριοι, τὸν πενόμενον τοῦτον λαόν, ἐρ-
3248χόμεθα ἡμεῖς πρῶτοι νὰ δώσωμεν τὸ βάρος τῆς φορολογίας
3249ἐναντίον τοῦ λαοῦ τούτου. Ἐνόμισα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
3250ὀρθὸν εἶναι, ὅπως μὴ αὐξήσῃ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις,
3251ἀλλὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος,
3252τὸ ὁποῖον πάντοτε ἰσχύει, καὶ ἡ ὁποία ἦτο καθωρισμένη εἰς
3253χιλίας ὀκτακοσίας δραχμάς. Τί εἶπεν ὁ Μονοκροῦσος, κύριοι
3254συνάδελφοι, πρὸς ὑμᾶς; Ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει
3255τὸ ἄρθρον, τῶν 1800 δραχμῶν, νὰ κανονισθῇ κατὰ τοιοῦτον
3256τρόπον, ὥστε διὰ μὲν τὴν τακτικὴν Σύνοδον νὰ λαμβάνω-
3257σιν οἱ Βουλευταὶ 1200 δραχμάς, διὰ δὲ τὴν ἔκτακτον 600.
3258Προσέθεσα δ’ ὅτι περιέμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ
3259δευτέραν τροπολογίαν τοῦ 75 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διὰ
3260τῆς ὁποίας οἱ ἔχοντες ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν ἐτήσιον
3261εἰσόδημα νὰ μὴ λαμβάνωσιν ἀμοιβήν, διότι, καθὼς εἶπον, ἡ
3262θέσις τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶναι χρηματιστική, ἀλλὰ τιμη-
3263τική. Ἐπειδὴ ὅμως σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσητε διὰ
3264τὸν Μονοκροῦσον, ὡς καὶ ἕτερον συνάδελφόν μου, ὅτι ἡμεῖς
3265σκεπτόμεθα ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ θὰ ψηφισθῇ ἡ αὔξησις τῆς ἀπο-
3266ζημιώσεως, ὁμιλοῦμεν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπωφεληθῶμεν
3267ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης, θὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος
3268τούτου ὅτι, οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἂν ἐκδώσῃ ἡ Βουλή, καὶ
3269ἂν αὕτη ἀφορᾷ ἀδιακρίτως εἴτε τὴν σημερινὴν Βουλὴν εἴτε
3270τὰς μεταγενεστέρας, ἐγώ, ἐφ’ ὅσον τυγχάνω Βουλευτής,
3271δὲν θὰ λαμβάνω ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου περισσότερον
3272τῶν 1200 δραχμῶν κατὰ τακτικὴν Σύνοδον ὡς ἀποζημίω-
3273σίν μου βουλευτικὴν καὶ 600 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην ἔκ-
3274τακτον Σύνοδον. Τὴν δήλωσιν ταύτην κάμνω ἀπὸ τοῦ βή-
3275ματος τούτου, ἵνα μὴ τυχὸν ἐκμεταλλευθῶσί τινες λέγοντες
3276ὅτι ὁ Μονοκροῦσος λέγει οὕτω ταῦτα ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς, διότι
3277γνωρίζει ὅτι θὰ ψηφισθῇ ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως. Λοι-
3278πὸν σᾶς δίδω τὸν λόγον μου ὅτι δὲν θὰ πάρω περισσότερα
3279ἀπὸ ὅσα ἐδήλωσα.
3280§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποκρούω ἐντό-
3281νως, κύριοι Βουλευταί, τὴν κατηγορίαν ὅτι ἡ διεξαχθεῖσα
3282συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος ἐξέθηκε
3283τὴν Βουλήν. Ἡ συζήτησις, ὅπως διεξήχθη, διεξήχθη μεθ’
3284ὅλης τῆς σοβαρότητος, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς τὸ συνέδριον
3285τοῦτο, καὶ ἡ συζήτησις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζή-
3286τησαν, ὅπως ἀναβιβασθῇ ἡ ἀποζημίωσις μέχρι 5000 δρα-
3287χμῶν, διεξήχθη, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος τιμᾷ
3288ἀληθῶς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν σοβαρότητα τῶν ἐπιχειρημά-
3289των, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν καὶ διὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ
3290ζητήματος ὑφ’ ἁπάσας τὰς ἐπόψεις. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις
3291εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς φίλους αὐ-
3292τῆς, ὅπως μὴ ψηφίσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῶν ἐπιχει-
3293ρημάτων, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν
32945000, ἐξήγησα ἤδη πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν διατί ἀναγ-
3295κάζεται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καὶ διατί ἑπομένως
3296πέποιθεν ὅτι οἱ φίλοι αὐτῆς θέλουσιν ἀκολουθήσει αὐτὴν
3297εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ὅπως μὴ τεθῇ ἐν κινδύνῳ ἡ τύχη
3298τοῦ ἀγῶνος τοῦ κοινοῦ. Εἴδετε, Κύριοι, κατὰ τίνα τρό-
3299πον ζητοῦσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι
3300πλέον οἱ ἀνέκαθεν ἐχθροὶ τῶν νέων ἰδεῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ
3301ἀκόμη οἱ χθεσινοὶ σύμμαχοι καὶ φίλοι ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς
3302ἐγκατέλειψαν πρὸ μικροῦ ἀκόμη (χειροκροτήματα). Εἴδετε
3303ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς προτάσεως αὑτῶν προτείνουσι δαπάνην,
3304ἡ ὁποία θέλει ἀποβῆ συνήθως μεγαλειτέρα τῆς προτεινομέ-
3305νης διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
3306εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς, εἴδετε ὅτι ἔρχονται νὰ εἴπωσιν ὅτι
3307βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐργάζεται καὶ ἐργάζεται ἀποτελε-
3308σματικῶς, πρέπει ν’ ἀμείβωνται οἱ ἐκτελοῦντες τὰ ἔργα αὑ-
3309τῶν Βουλευταί. Εἴδετε ὅτι δι’ ἀναδρομῆς εἰς τὸ πρὸ 30ετίας
3310παρελθὸν καὶ διὰ διαρρυθμίσεως τῶν ἀριθμῶν συμφερού-
3311σης ἐπεζήτησαν νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς ὡς μέλλοντας καὶ
3312διὰ τῆς ψηφίσεως ἀκόμη τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν εἰσ-
3313ηγήθην πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη εἰς τὸν Ἑλληνι-
3314κὸν λαόν. Ἡ στάσις αὐτῶν ἀκόμη τῶν χθεσινῶν φίλων μας,
3315κύριοι Βουλευταί, ἂς χρησιμεύσῃ, ὅπως συγκρατήσῃ ἡμᾶς
3316ἀπὸ ὀλισθήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἐπω-
3317φεληθῶσιν ἀμέσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπι-
3318βουλεύονται τὸν ἀγῶνα ἡμῶν.
3319Καὶ κατηγορήθημεν, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον συνιστῶ-
3320μεν νὰ διαρρυθμισθῇ ἡ ἀποζημίωσις δὲν λαμβάνομεν πρόνοι-
3321άν τινα, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ
3322παρουσίαν ἑκάστοτε ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρου ἀριθμοῦ
3323Βουλευτῶν· διότι ἡ ἀντιπολιτευτικὴ ὁρμὴ δὲν ἀφῆκε νὰ
3324ἀναγνωσθῇ ἁπλῶς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 76, τὸ ὁποῖον θὰ ψη-
3325φίσωμεν ἀμέσως μετὰ τὸ 75 καὶ τὸ ὁποῖον προνοεῖ ἀκριβῶς
3326περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθιεροῦν τὴν παρακράτησιν 20
3327δραχ. δι’ ἑκάστην ἀπουσίαν Βουλευτῶν.
3328Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ
3329τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι
3330ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαροῦ, σοβαροῦ διὰ τὴν ἐκμετάλ-
3331λευσιν αὐτοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῶν ἀντι-
3332πολιτευομένων ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβα-
3333ροῦ συμφέρει τὴν πλειονοψηφίαν τῶν φιλελευθέρων, μετὰ
3334τὴν μακρὰν ταύτην συζήτησιν, νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἑσπέραν
3335ταύτην τὸ ζήτημα ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰς μελλούσας Βου-
3336λάς, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος,
3337ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς χορηγητέας εἰς τὰ μέλη τῆς παρού-
3338σης Βουλῆς ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν
3339νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς τὸ ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 75
3340ψηφισθησόμενον ψήφισμα, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3341«Εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς διπλῆς Βουλῆς πλὴν τῆς κατα-
3342βληθείσης ἤδη ἀποζημιώσεως τῶν δραχμῶν 1800, καταβλη-
3343θήσονται εἰσέτι διὰ τὴν μέχρις 8 Ἰουλίου νομοθετικὴν αὐ-
3344τῆς ἐργασίαν δραχ. 1200, ἐξ ὧν δραχ. μὲν 600 τῇ 1ῃ
3345Μαΐου, δραχ. δὲ 600 τῇ 1ῃ Ἰουνίου».
3346Προτείνω, ὅπως εἰς τὰ μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς δι’ ἓξ
3347μηνῶν ἐργασίαν ἐνδελεχῆ, συνεχῆ, ἐργασίαν ἡ ὁποία ἔχω
3348πεποίθησιν ὅτι θὰ συνεχισθῇ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου καὶ
3349κατὰ τὸ ὑπόλοιπον δίμηνον διάστημα, ἐργασίαν ἡ ὁποία
3350κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἐν τῷ παρελθόντι εἶμαι βέβαιος ὅτι
3351σπανιώτατα ὑπῆρξε τοσαύτη...
3352§224ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτέ, οὐδέποτε.
3353§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω, λέγω,
3354ὅπως εἰς τὰ μέλη τῆς διπλῆς Βουλῆς καταβληθῇ ποσὸν
33553,000 δρ. ἐν ὅλῳ, ποσὸν ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3356κατεβάλλετο συνήθως κατὰ τὰ τελευταῖα, ὄχι ἁπλῶς 10,
3357ἀλλὰ καὶ 15 καὶ 20 ἔτη, κατὰ μέσον ὅρον δι’ ἐργασίαν
3358πολὺ μικροτέραν. Πέρα, Κύριοι, τούτου ἐν τῷ ψηφίσματι,
3359τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω πρὸς ὑμᾶς, δὲν
3360λαμβάνεται πρόνοιά τις, διὰ νὰ μὴ ἐγερθῇ κατὰ τὴν ἑσπέ-
3361ραν ταύτην παρεμπίπτουσα συζήτησις, ἡ ὁποία ἠδύνατο
3362ἐπὶ μακρὸν νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ μὴ μᾶς ἀφήσῃ νὰ τελει-
3363ώσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἱκανῶς μᾶς ἀπησχό-
3364λησε. Λέγω τοῦτο, διότι ἀρχικῶς ἐν σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶ-
3365χον συντάξει, ἐφρόνουν, ὅπως περιληφθῇ διάταξις, κατὰ
3366τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἡ παροῦσα διπλῆ Βουλὴ ἤθελε κληθῆ νὰ
3367συνεχίσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς κατὰ τὸ φθινόπωρον, τότε θὰ κα-
3368τεβάλλετο πρὸς τὰ μέλη αὐτῆς τὸ ὑπόλοιπον πρὸς συμπλή-
3369ρωσιν τοῦ διὰ τοῦ ἀναθεωρημένου ἄρθρου 75 κανονιζομένου
3370ποσοῦ, ὑπὸ τὴν ἐν αὐτῷ διάκρισιν, δηλ. διὰ τοὺς κατοι-
3371κοῦντας ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ θὰ κατεβάλλοντο 200
3372δρ., διὰ δὲ τοὺς ἐν ἐπαρχίαις 1000. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι
3373ἀπέφυγον νὰ ζητήσω τὴν παρεμβολὴν τοιαύτης διατάξεως,
3374ὅπως μὴ προκληθῇ πρόωρος συζήτησις παρεμπίπτουσα, ἡ
3375ὁποία ἠδύνατο νὰ εἶναι πολὺ μακρά. Ἔχω τὴν πεποίθησιν,
3376κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν
3377τιμὴν νὰ προσαγάγω πρὸς ὑμᾶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίω-
3378σιν τῶν Βουλευτῶν τῶν μελλουσῶν Βουλῶν, περὶ ὧν ἠσχο-
3379λήθη κυρίως κατὰ τὰς δύο ἡμέρας συζητοῦσα ἡ Βουλή,
3380ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ προτάσεις αὗται θὰ ψηφισθῶσιν
3381ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ συνεδρίου τούτου καὶ ὅτι θὰ
3382προχωρήσωμεν ὕστερον εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, βέβαιοι ὅτι δὲν
3383παρεσύρθημεν, ὅπως διαπράξωμεν σφάλμα τι, τὸ ὁποῖον
3384εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐπωφεληθῶσιν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν.
3385§226Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ περι-
3386ληφθῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἀμέσως ἑπομένου 76 ἄρθρου, δι-
3387ότι αὐτὸ θὰ ἦτο δίκαιον.
3388§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ
3389διάταξις αὕτη διὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν διὰ τὸν λόγον ὅτι
3390δὲν ὑπάρχει κύρωσις τῆς διατάξεως αὐτῆς διὰ τοὺς Βου-
3391λευτὰς ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο φυσικά,
3392ἀλλὰ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἔλθωμεν νὰ
3393ἐφαρμόσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν κατηρτίσθη ἀκόμη;
3394§228Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ κα-
3395ταβληθῇ ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς 8ης Ἰουλίου.
3396§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ μάλιστα θὰ εἶμαι συμφω-
3397νότατος.
3398§230ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν γνώ-
3399μην σας νὰ καταβάλλωνται εἰς τέσσαρας δόσεις; Αὐτὸ εἶ-
3400ναι σημαντικόν.
3401§231ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ μὴ δυνάμενος νὰ δε-
3402χθῶ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Βουλευ-
3403τῆς Λακωνίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφοβήθη ὅτι κατὰ τὴν
3404τελευταίαν Βουλευτικὴν Σύνοδον δύναται ν’ ἀσκηθῇ ἐκ μέ-
3405ρους τῆς Κυβερνήσεως πίεσις πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι φόβος
3406ἀσύστατος, διότι ὁ αὐτὸς φόβος δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς πᾶσαν
3407ἐποχὴν τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου, διότι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυ-
3408βέρνησις ν’ ἀπειλήσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ τὴν διαλύσῃ.
3409§232ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὴν συμφέρει πρω-
3410τύτερα, ἀλλά, ἀφοῦ ἔχει παρέλθει ἡ περίοδος καὶ ἴσως τὰ
3411πράγματα τὰ βλέπει δύσκολα, διευθύνει τὴν περίστασιν
3412διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τὸ ἕτε-
3413ρον εἶναι σημαντικόν: Βουλευτής, ὁ τὸ πρῶτον ἐρχόμενος
3414ἐν Ἀθήναις, περιβάλλεται ὑπὸ μεγάλων δαπανῶν.
3415§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βλέπετε ὅτι τὸ πρῶτον ἠναγκά-
3416σθητε νὰ ἐγκαταλείψητε, διότι δὲν εἶχέ τινα ἀξίαν, νο-
3417μίζω δ’ ὅτι καὶ ἡ κανονικὴ καταβολὴ κατὰ ἰσόχρονα δια-
3418λείμματα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς Βουλευτὰς εἶναι σύμ-
3419φωνος πρὸς τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία κρατεῖ διὰ τὴν πληρωμὴν
3420παντὸς εἴδους ἀποζημιώσεως, ἀκόμη καὶ τῆς βασιλικῆς χο-
3421ρηγίας, ἡ ὁποία, καίτοι ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγράφεται
3422ἐφάπαξ, καταβάλλεται μηνιαίως, ὅλαι δ’ αἱ ἀντιμισθίαι
3423καταβάλλονται κατὰ χρονικὰ διαστήματα. Ὁ Βουλευτής,
3424ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποβληθῇ
3425εἰς δαπάνας τινὰς νομιμωτάτας, φυσικωτάτας, ἐκτὸς τῶν
3426παρανόμων, αἱ ὁποῖαι τυχὸν καταβάλλονται ὑπό τινων, ὁ
3427Βουλευτὴς ἐκεῖνος θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοῦτο κατ’ ἄλλον τρό-
3428πον. Κατὰ τὸ διάστημα δέ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ
3429ἐργάζηται, θὰ ἔχῃ ἀνάλογόν τινα ἀνακούφισιν ἀπὸ τὰ καθ’
3430ἡμέραν βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ ὑφίσταται. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς πα-
3431ρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, θὰ
3432ἐπρότεινον, ὅπως τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος τούτου ψηφισθῇ
3433μετὰ τὸ ἄρθρον 76, ἵνα περιλάβῃ καὶ ἡ διάταξις αὕτη τοὺς
3434δύο μῆνας, οἱ ὁποῖοι ὑπολείπονται ἀκόμη.
3435§234Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω ἀπάντησιν ὀλιγό-
3436λογον, ἀναμφισβητήτως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3437σεως ἔθιξε δύο σημεῖα τῆς ἀγορεύσεώς μου οὐσιωδέστατα:
3438εἰς τὸ 1ον σημεῖον ἠμφεσβήτησε τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν
3439καὶ τῶν ὑπολογισμῶν, οἵτινες ἐγένοντο. Ὅταν λάβῃ τὴν
3440καλωσύνην νὰ μελετήσῃ καλλίτερον τὰ πράγματα ὁ κ.
3441Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀνεύρῃ ὅτι διὰ τῆς ἡμετέ-
3442ρας τροπολογίας ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀμοιβῆς τῶν Βουλευτῶν
3443ἦτο 2.300 δρ. ἐτησίως ἀπέναντι 3.600, τὰς ὁποίας κατὰ
3444μέσον ὅρον μὲ τὰ πρόστιμα καὶ ὅλας τὰς ποινὰς θὰ ἐπι-
3445βάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ,
3446οἵτινες θ’ ἀπουσιάζωσιν, ἀλλὰ συγχρόνως ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη,
3447ἡ ἐπὶ πλέον, ἥτις θὰ δώσῃ τὸν μέσον τοῦτον ὅρον, θὰ κατεβάλ-
3448λετο εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰργάζοντο. Καὶ
3449οὗτος ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς καὶ τοῦτο ἦτο ἡ ἀφορμή, ἥτις
3450προυκάλεσε τὴν παρατήρησίν μου ἐκείνην. Ὁ κ. Πρόεδρος
3451τῆς Κυβερνήσεως ἔθιξε καὶ θέμα τι καθαρῶς πολιτικόν.
3452Ὡμίλησε περὶ ἡμῶν, οἵτινες εὑρισκόμεθα ἐκεῖ καὶ ἤ-
3453μεθα εἰς ἐγγύτατον παρελθὸν σύμμαχοι καὶ συμμαχηταὶ
3454αὐτοῦ, ἴσως ἔν τινι εἴμεθα καὶ πρόδρομοι αὐτοῦ. Ἡμεῖς δὲ
3455ἀκριβῶς αἰσθανόμεθα ἢ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν βαθύτερον τὴν εὐ-
3456θύνην, ἀκριβῶς διότι ὑπήρξαμεν πρόδρομοι τοῦ ἀνορθωτικοῦ
3457τούτου ἀγῶνος, διότι, ἂν ἡ ἀποτυχία βαρύνῃ κατά τι ἐκεί-
3458νους, οἵτινες ἡγοῦνται αὐτοῦ, θὰ βαρύνῃ βαθύτερον ἡμᾶς,
3459οἵτινες ἐπὶ 10 συναπτὰ ἔτη ἀγωνιζόμενοι, καθ’ ὃν τρόπον
3460ἠγωνίσθημεν, εὑρέθημεν ἀντιμέτωποι πάντοτε κατὰ τῆς
3461λαϊκῆς ὁρμῆς, ὡς ἀντιμέτωποι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην
3462εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς λαϊκῆς ταύτης ὁρμῆς, ἥτις ἀκο-
3463λουθεῖ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος ὑμῶν.
3464Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἀπεδειλι-
3465άσαμεν, διότι ἡ ἰδέα ὡδήγει τὸ ἔργον ἡμῶν, καθ’ ὅμοιον
3466τρόπον καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀντιμετωπίζομεν τὰ ῥεύ-
3467ματα τῆς δημοσίας γνώμης, διότι ἡμεῖς πρὸς τὴν ἰδέαν καὶ
3468διὰ τῆς ἰδέας βαίνομεν. Ἤθελον δὲ προκαλέσει τὸν κ. Πρό-
3469εδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὡμίλει περὶ ἐγκαταλείψεως,
3470νὰ εἴπῃ ἐν συνειδήσει, ἂν εἶδέ τι, πλὴν τῆς μεταβολῆς τῶν
3471προσωπικῶν παρατηρήσεων, μεταβολήν τινα ἐν τῷ ἔργῳ
3472καὶ τῇ πορείᾳ ἡμῶν, ἥτις καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ
3473Βουλῇ ἡ αὐτὴ πάντοτε συνεχίζεται ἀπὸ 10ετίας ἀπαρεγ-
3474κλίτως, ὡς πρὸς πρόσωπα καὶ πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα,
3475τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ σύρωσι καὶ
3476δελεάσωσι καὶ κατὰ τὴν 10ετίαν τὴν παρελθοῦσαν διὰ
3477τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων κατερρίπτοντο αἱ ἰδέαι
3478καὶ δι’ ὧν ὡδήγησαν τὴν χώραν ἡμῶν πρὸς ἐπανάστασιν.
3479Εἶναι ἀληθὴς τιμὴ πολιτικὴ ἐκείνου, ὅστις ἐρχόμενος μόνος
3480αὐτὸς μὲ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, τὴν οὐδέποτε ἐγκαταλειφθεῖσαν
3481ἀντιμετωπίζει πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην, ἐπικαλεῖται αὐ-
3482τὴν καὶ λέγει:
3483«Ἀκολούθησον, διότι σὺ καθ’ ἑκάστην μὲ παρακολου-
3484θεῖς καὶ μὲ βλέπεις ὅτι ὄντως δὲν ἐξῆλθον τῆς ἰδέας ταύ-
3485της». Καὶ βεβαίως τὸ κόμμα τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, τὸ κόμμα
3486ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρωτειργάσθη, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν
3487ὡς πρόδρομος τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεως τοῦ ἀρχηγοῦ ὑμῶν, τὸ
3488κόμμα αὐτὸ παραμένει πιστὸν εἰς τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ὥστε
3489νὰ γνωρίζω ποῖοι εἶσθε ἐξ ὑμῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες πρὸ μικροῦ
3490ἀκόμη χρόνου δὲν εὑρίσκεσθε ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεσθε τώρα,
3491διότι ἀλλαχοῦ ἦσαν αἱ συμπάθειαί σας αἱ ἀτομικαὶ καὶ αἱ
3492ἰδέαι ὑμῶν, ἀφοῦ καὶ μεταξὺ τῶν παρακαθημένων ἐν τοῖς
3493ἑδωλίοις τούτοις πρὸ μικροῦ ἀκόμη τινὲς εἶχον τὴν γνώμην
3494ὅτι ὁ πολιτικὸς ἡγέτης ὑμῶν δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ ἡγέτης
3495τῆς ἀνορθώσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς ἀνορ-
3496θώσεως θὰ ἦτο ἐκεῖνος καὶ μόνος, ὅστις θὰ ἐπραγματοποίει
3497τὴν ἰδέαν, τῆς ὁποίας ἐγὼ παρίσταμαι πραγματικὸς μέχρι
3498τῆς στιγμῆς ταύτης στρατιώτης.
3499Ὅτε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἡγούμενος τοι-
3500αύτης πλειονοψηφίας ὁμιλεῖ περὶ ἐγκαταλείψεως τῶν ἀρχῶν
3501αὑτοῦ, ἤθελον ἐρωτήσει ὑμᾶς, τοὺς γνωρίζοντας τὰς ἰδέας
3502τὰς πολιτικὰς τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, τὰς ὁποίας
3503εἰσηγεῖται ὁ νῦν προεδρεύων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
3504καὶ προεδρεύων τοῦ κόμματος ὑμῶν, νὰ μοὶ εἴπητε ποῖαι εἶναι
3505αἱ ἰδέαι του αἱ πολιτειακαὶ καὶ ποῖαι αἱ ἰδέαι του
3506αἱ πολιτικαί. Ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ
3507ἐγκατέλειψα καὶ σεῖς τὰς ἠσθάνθητε διοχετευομένας
3508ἐμπράκτως ὑπὸ τὴν ἐμφάνισιν τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερ-
3509νήσεως; Παρέλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀναπτύξατε
3510τὰς ἰδέας ταύτας. Δὲν τὰς γνωρίζετε, διότι, ἐὰν τὰς ἐγνω-
3511ρίζετε, εἰς τὴν παρατήρησίν μου ὅτι τὰς ἰδέας ταύτας ἀκο-
3512λουθῶ, ὠφείλετε νὰ μὴ διαμαρτύρησθε, ἀλλ’ ὠφείλετε ὅπως
3513ἀποδείξητε ὅτι ὄντως δὲν τὰς ἀκολουθῶ, διότι ἐγὼ δύναμαι
3514νὰ σᾶς ἀποδείξω πᾶσαν στιγμὴν ὅτι ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν δὲν
3515ἀκολουθεῖ τὰς ἰδέας ἐκείνας, αἵτινες τὸν ἔφερον μέχρις ἐδῶ
3516καὶ ἀπετέλεσαν τὴν πρώτην κραυγὴν τῆς ἀνάγκης ὅπως
3517ἔλθῃ ἀνορθωτὴς τῶν πραγμάτων τῆς χώρας.
3518Βλέπω τὸ ἐπαφρόδιτον μειδίαμα νεοφωτίστου θιασώτου
3519τῶν νέων ἰδεῶν, τὸ ἐπαφρόδιτον μειδίαμα τοῦ πολιοῦ κ.
3520Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αἰσθάνομαι ὅλην τὴν ἀνα-
3521κούφισιν τῆς ψυχῆς του διότι εὑρίσκεται ἀπὸ τοῦ βήματος
3522τούτου ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀνομολογῇ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ
3523ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται κομμάτων, ἀλλὰ δὲν ἐτήρησαν
3524τὰς ἀρχὰς αὑτῶν. Εἶναι πάντοτε ἡ μοχθηρία, ἔστω καὶ τῶν
3525συνεργατῶν, ἀνθρώπινον δεινόν, καὶ ἐπιχαίρει ἀνακουφιζό-
3526μενος, βλέπων ὅτι ἤλλαξεν ἰδέας διὰ νὰ γίνῃ Ὑπουργός,
3527ἀλλ’ ἤλλαξε καὶ ἄλλος ἰδέας, διὰ νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός.
3528Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπίστευον εἰλικρινῶς
3529ἐγώ, ὅστις ἀπὸ καθήκοντος παρηκολούθησα τὸ πολιτικὸν
3530αὐτοῦ στάδιον, ὅτι ἅπαξ ἐκτραπεὶς τῶν φιλελευθέρων αὐτοῦ
3531ἀρχῶν, εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1899 ἐν Κρήτῃ,
3532ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ ὁποίου ἐγίνετο μνεία περὶ τῆς
3533ἀνάγκης, ὅπως τὰ Κοινοβούλια οὐδεμίαν λέξιν ἔχωσιν,
3534ἵνα στηρίζωνται Κυβερνήσεις, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἐξαρ-
3535τῶνται ἀπὸ μόνης τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἐπί-
3536στευον, λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δεινῶς
3537πληρώσας τὸ ἁμάρτημα τοῦτο κατὰ τῆς ἀληθείας τῶν κοι-
3538νοβουλευτικῶν ἐλευθεριῶν, μετὰ τὸ πάθημά του θὰ ἐγίνετο
3539ὄντως καὶ ἰατρός, μὴ λανθανόμενος οὔτε ἐν τῇ διαγνώσει τῶν
3540παθημάτων οὔτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς θεραπείας.
3541Ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ δίδαγμα ἐκεῖνο δὲν ἐτελεσφόρησεν.
3542Ἐτελεσφόρησε μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρό-
3543κειτο νὰ ἐμφανισθῶσι τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν νέαν μορφήν,
3544ἐτελεσφόρησε μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο
3545ἡ κραυγὴ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἡ κραυγὴ τῆς ἀνορθώσεως
3546νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν ἐδιδάχθη τότε ὅτι εἷς ἡγε-
3547μονικὸς βλαστὸς εὑρισκόμενος ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ εἰς τὴν
3548ἔμμονον ἰδέαν τῆς ἀπολυταρχίας ἠνάγκασε μετά τινα ἔτη
3549τὸν σύμβουλόν του καὶ εἰσηγητὴν τῶν ἰδεῶν ἐκείνων τῆς
3550ἀπολυταρχίας νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, καὶ ἀργότερον μετά
3551τινων ἐγκρίτων πατριωτῶν ἀνήρχετο πρὸς τὰ ὄρη ἐπανα-
3552στάτης τῶν νέων τούτων ἰδεῶν. Καὶ τὸν ἐρωτῶ: ἡμεῖς,
3553οἵτινες, περιφρονηταὶ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐξουσίας, καθ’ ὃν
3554τρόπον ἐννοοῦντο εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα τοῦ παρελθόντος,
3555περιφρονηταὶ τῆς ἰσχύος, ἥτις εἶναι ἐφήμερος, ὅταν δὲν
3556εἶναι ἰσχὺς τῆς ἰδέας, δὲν εἴμεθα ἄξιοι τιμῆς, ἂν καὶ πλα-
3557νώμενοι, ἐμμένομεν εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, καίτοι βλέπομεν ὅτι
3558μᾶς ἐγκατέλειψεν ἐν τῷ ἀγῶνί μας ἰσχυρὸς πρωτεργάτης
3559τῆς εὐγενοῦς ἰδέας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ἰδεολόγοι ἴσως ἡμεῖς,
3560ἱπτάμενοι ὑπὲρ τὰ κοινά, ἀλλ’ ἱπτάμενοι μὲ ὄνειρα καὶ
3561ἐλπίδας ἐποθήσαμεν νὰ ἴδωμεν Κράτος ἰσχυρὸν καὶ μεγάλην
3562πατρίδα; Ἐρωτῶ ποία ἦτο τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου τοῦ 10ετοῦς,
3563τὸν ὁποῖον ἔρχεται νὰ καταγγείλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
3564νήσεως, ὅτι ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν, ἡ ἀμοιβὴ ἡμῶν; Ἡ ἔχθρα
3565ἡ σύσσωμος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τοῦ ἰσχυροῦ.
3566Δὲν ὑπῆρξε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δυναστεία ἐμὲ καὶ
3567μόνον εὗρεν ἐδῶ ἐχθρικῶς διακείμενον, διότι ἤμην εἰς στιγμάς
3568τινας μόνος ἐγὼ ἐχθρός;
3569Δὲν ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις ἐνισχύων ἐν τῇ ἀληθείᾳ τὸν
3570ἄνδρα τοῦτον εὑρέθην πάντοτε ἀντιμέτωπος πρὸς τοὺς
3571ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, διότι ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἐμαχόμην, ὥστε
3572ἄλλοτε καὶ ὁ σεβαστός μοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ.
3573Δραγούμης νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐάν ποτε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ
3574μορφὴ ἐπρόκειτο ν’ ἀποτυπωθῇ, θ’ ἀνεύρισκε μίαν ἐκ τῶν
3575ὀλίγων μαχητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μεταξὺ τῶν ὁποίων
3576καὶ ἐγώ; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐγκαταλιπόντες τὸν ἀγῶνα
3577ἡμῶν; Ἀλλ’ ἡ ἐγκατάλειψις, ὡς τὴν ἐννοεῖ ὁ κύριος Πρωθυ-
3578πουργός, εἰθίζετο πολλάκις κατὰ τὸ παρελθόν. Ἄλλοτε
3579ἐγκατελείποντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔμενον ἔξω τῆς ἀρχῆς.
3580Ἐνθυμοῦμαι δὲ τὸ ἀνέκδοτον τοῦ ἀειμνήστου Κουμουν-
3581δούρου, τοῦ μεγάλου τούτου τῆς Ἑλλάδος πολίτου, ὅταν
3582Βουλευτὴς ἐξ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπεθύμουν νὰ ἴδωσιν
3583ἐμμονὴν εἰς μόνα τὰ θέλγητρα τῆς ἐξουσίας, εἶπεν ἔξω τοῦ
3584περιβόλου τούτου συναντώμενος πρὸς τὸν ἀείμνηστον γέροντα,
3585πεσόντα τῆς ἀρχῆς: «Τί σοῦ ἐκάμαμε, Ἀλέξανδρε, νὰ μᾶς
3586ἐγκαταλείψῃς;». Διότι ὁ Ἀλέξανδρος ἔπαυσε νὰ εἶναι
3587Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ὁ φίλος ἐκεῖνος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι
3588εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐγκαταλεί-
3589ψεως, καὶ ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἰδεῶν
3590ἐγίνετο ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς τοῦ φυράματος ἐκείνου, οἵτινες
3591ἀντεμετώπιζον διὰ τοιαύτης αὐθαδείας τὸν ἀείμνηστον
3592Κουμουνδοῦρον, δυστυχῶς ἐν τῷ ἀνορθωτικῷ ἀγῶνι ἡ ἐγκα-
3593τάλειψις δὲν γίνεται ἀπὸ τοὺς Βουλευτάς, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς
3594τοὺς Πρωθυπουργοὺς τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
3595§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
3596Τίθενται εἰς ψηφοφορίαν αἱ διάφοροι τροπολογίαι. Ἐπὶ τοῦ
3597ἄρθρου 75 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λ. Ῥούφου Κανακάρη
3598ἔχουσα οὕτως:
3599«Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Βουλευταὶ λαμβάνου-
3600σιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν ἐκ δραχμῶν
3601πεντακισχιλίων κατ’ ἔτος. Ἐν περιπτώσει δ’ ἐκτάκτων Συνό-
3602δων οὐδεμία ἀποδίδεται αὐτοῖς πρόσθετος ἀποζημίωσις
3603ἢ ἔξοδα».
3604§236Λ. Ρ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὴν συνεχώνευσα.
3605§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται. Τροπολογία τῶν βουλευ-
3606τῶν κ. Γαϊτάνου, Ἀλάζου, Κλάδη, Μανέτα, Τριγγέτα,
3607Κοντομιχάλου, Σφακιανάκη, Χαριτάτου, Ῥούφου Κανακάρη,
3608Φωτήλα, Βάρδη, Μαλασπίνα. Ἡ τροπολογία αὕτη, ἐπειδὴ
3609εἶναι προσθήκη, θ’ ἀναβληθῇ διὰ τὸ 76ον ἄρθρον.
3610Τροπολογία τοῦ κ. Σομμαρίπα ἔχουσα οὕτως:
3611«Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν ἐκ τοῦ δη-
3612μοσίου Ταμείου, ἐν ἀρχῇ μὲν ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου
3613δραχ. χιλίας διακοσίας, εἰς τὸ τέλος δ’ ἑκάστου μηνός, οἱ
3614μὲν κατοικοῦντες ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν δήμων Ἀθηνῶν
3615καὶ Πειραιῶς δραχμὰς ἑκατὸν πεντήκοντα μηνιαίως, οἱ δὲ
3616ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν ἀνωτέρω δήμων, ἀλλ’ ἕνεκεν τῶν βου-
3617λευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων διαμένοντες ἐν Ἀθήναις, δρα-
3618χμὰς τετρακοσίας. Ἡ ἀποζημίωσις ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἑπομέ-
3619νης τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου ἑκάστου Βουλευτοῦ καὶ λήγει τὴν
3620ἑπομένην τῆς λήξεως τῆς Περιόδου ἢ τῆς διαλύσεως τῆς
3621Βουλῆς. Ἐκ τῆς μηνιαίας ἀποζημιώσεως κρατοῦνται ὑπὲρ
3622τοῦ δημοσίου Ταμείου δραχμαὶ μὲν 5 ἐκ τῶν ἐν ταῖς πε-
3623ριφερείαις τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατοικούντων
3624Βουλευτῶν, δραχμαὶ δὲ δεκαπέντε ἐκ τῶν λοιπῶν τῶν ἐκ-
3625τὸς τῶν περιφερειῶν τῶν ἀνωτέρω δήμων κατοικούντων
3626δι’ ἑκάστην κατὰ συνεδρίασιν λυομένην ἐλλείψει τοῦ πρὸς
3627λῆψιν ἀποφάσεως ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἀπου-
3628σίαν».
3629§238Σ. ΣΟΜΜΑΡΙΠΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
3630Τροπολογία τοῦ κ. Κοντογούρη ἔχουσα οὕτως:
3631«Ἡ Βουλὴ δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον λαμβάνει ἐκ
3632τοῦ δημοσίου Ταμείου χορηγίαν ἴσην πρὸς τὴν βασιλικὴν
3633τοιαύτην. Ἡ ὅλη χορηγία, καταβαλλομένη εἰς δύο δόσεις
3634κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου, κατανέμεται εἰς τοὺς Βου-
3635λευτὰς ἐξ ἴσου, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς λαμβάνοντος τὸ
3636διπλάσιον τῆς ἀναλογίας ἑκάστου Βουλευτοῦ.
3637» Ἐν περιπτώσει λύσεως τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς
3638ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἐνεργεῖται εἰκοσιπεντάδραχμος κράτησις
3639ἐκ τῆς χορηγίας τῶν ἀπουσιασάντων Βουλευτῶν.
3640»Συμπληρωματικὴ χορηγία δι’ ἔκτακτον Σύνοδον δὲν
3641δύναται νὰ δοθῇ».
3642(Ἀπορρίπτεται.)
3643Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἀποσύρεται κατόπιν
3644τῆς νέας ὑποβληθείσης τροπολογίας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
3645τῆς Κυβερνήσεως.
3646Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Βοζίκη καὶ Πὼπ ἔχουσα
3647οὕτως:
3648«Ἡ βουλευτικὴ κατ’ ἔτος χορηγία ὁρίζεται εἰς δραχμὰς
36491800. Δι’ ἑκάστην δὲ συνεδρίασιν λαμβάνουσιν οἱ Βου-
3650λευταὶ πρόσθετον ἀποζημίωσιν δραχμῶν 15, ἐξακριβουμένης
3651συμφώνως τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς τῆς παρουσίας αὐτῶν
3652κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως». (Ἀποσύρεται).
3653Τροπολογία τοῦ κ. Κουτούπη ἔχουσα οὕτως:
3654«Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου
3655δι’ ἑκάστην Σύνοδον δρ. 3600, προσθέτως δὲ δρ. 1000 εἰς
3656τὰς ἀρχὰς τῆς πρώτης Συνόδου ἑκάστης Βουλευτικῆς Πε-
3657ριόδου». (Ἀποσύρεται).
3658Τροπολογία τοῦ κ. Βάρθη. (Ἀποσύρεται).
3659Τροπολογία τοῦ κ. Ξηροῦ ἔχουσα οὕτως:
3660«Ὁ τακτικὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λαμβάνει ἐκ τοῦ
3661δημοσίου Ταμείου δι’ ἔξοδα παραστάσεως ἐκτὸς τῆς βου-
3662λευτικῆς ἀποζημιώσεως ἐτησίως δραχμὰς τρεῖς χιλιάδας».
3663(Ἀποσύρεται).
3664Τροπολογία τοῦ κ. Ἰγγλέση ἔχουσα οὕτως:
3665«Ὁσάκις αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς παρατείνονται πέρα
3666τῶν ἓξ μηνῶν, ἕκαστος Βουλευτὴς παρευρισκόμενος εἰς τὰς
3667συνεδριάσεις αὐτῆς λαμβάνει δραχμὰς τετρακοσίας κατὰ
3668μῆνα ἐκτὸς τῆς κανονικῆς αὐτοῦ ἀποζημιώσεως». (Ἀπο-
3669σύρεται).
3670Τροπολογία τοῦ κ. Σ. Δραγούμη ἔχουσα οὕτως:
3671«Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου
3672ἀποζημίωσιν ἐτησίως δραχμὰς τέσσαρας χιλιάδας ὀκτακο-
3673σίας, ἐξ ὧν δραχμαὶ μὲν δύο χιλιάδες καταβάλλονται ἐν ἀρ-
3674χῇ τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους, ἀνὰ χίλιαι δὲ
3675δραχμαὶ ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τῶν ὑπολοίπων τριμηνιῶν. Τὸ
3676ἔτος λογίζεται ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλο-
3677γῆς τοῦ Βουλευτοῦ· οὐδεμία ἄλλη ἀποζημίωσις παρέχεται
3678εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὴν ἐκπλή-
3679ρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν». (Ἀποσύρεται).
3680Τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν
3681Κυβέρνησιν ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 75ον.
3682Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ βουλευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα Βου-
3683λευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίω-
3684σιν οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντες δρα-
3685χμῶν ὀκτακοσίων ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, οἱ δὲ λοιποὶ
3686χιλίων».
3687§239ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως παρα-
3688καλῶ, κύριε Πρόεδρε.
3689§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἄρχεται ἡ ψη-
3690φοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον, ὡς προ-
3691τείνεται ἡ τροπολογία του, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχό-
3692μενοι λέγουσιν ὄχι.
3693§241Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ εἴπητε εἰς τοὺς κυρίους Βουλευ-
3694τὰς νὰ παραμείνωσιν νὰ ψηφίσωσι καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον,
3695διότι εἶναι σχετικόν.
3696§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βου-
3697λευταὶ νὰ παραμείνωσι, διότι θὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἑπόμενον
3698ἄρθρον.
3699§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ τὸ ψήφισμα.
3700§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ ψήφισμα. Βεβαίως.
3701§245Α. ΣΛΗΜΑΝ. Κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῶν 5000 δρ. λέγω
3702ναί.
3703(Καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου ὡς ψηφολέκται οἱ βου-
3704λευταὶ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς καὶ Ν. Βάρθης καὶ ἄρχεται ἡ
3705ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3706Νικ. Ἀ. Στράτος Ν Λ. Παπαφώτης
3707 Ἀ. Γρίβας Ν
3708Νικ. Χρυσόγελος Π. Καρασεβδᾶς Ν
3709Σερ. Ψύχας Ἐπ. Σουλτάνης Ν
3710Γ. Ποῦλος Σπυρ. Σῖμος
3711Ἰ. Φαρμάκης Κωνστ. Γ. Καραπάνος
3712Ἀντ. Ῥοντήρης Περ. Κ. Καραπάνος ἀρν.
3713Ἀ. Τριγώνης Ν Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς
3714Ἐ. Λαμπρακάκης Πύρ. Καραπάνος
3715Ἰωάν. Καναβὸς Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Ν
3716Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Ἐλ. Βενιζέλος Ν
3717Ἐ. Σπετσέρης Ἐμμ. Μπενάκης
3718Ἰ. Τσιγκόλης Ν Φωκ. Νέγρης Ν
3719Στέφ. Γρανίτσας Ν Κ. Ῥακτιβὰν
3720Γ. Ἰατρίδης Ν Π. Χαροκόπος
3721Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ν Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
3722Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν Γ. Ζερβουδάκης
3723Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Λάμπρος Κορομηλᾶς Ν
3724Ἰωάν. Ἀκρίδας Π. Λαγοπάτης Ν
3725Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ν Γεώργ. Στρατούλης
3726Ἐμμ. Ῥέπουλης Κ. Μᾶνος
3727Δημ. Καλέργης Ν
3728Ἀθ. Χριστόπουλος Τιμ. Ἠλιόπουλος
3729Γεώργ. Νέζος Δημ. Βενιζέλος
3730Παν. Ἀραβαντινὸς Ν Μιχ. Γαλανὸς Ν
3731Ἰωάν. Τερζάκης Ἀ. Παναγιωτόπουλος Ν
3732Παν. Φραντζῆς Γεώργ. Πολίτης Ν
3733Γ. Παπασπυρόπουλος Ν Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
3734Γεωργαντᾶς Θρόνος Γεώργ. Νικολαΐδης
3735Γεώργ. Παρασκευόπουλος Λουκᾶς Μπέλλος
3736Νικ. Κονδῆς Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
3737Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
3738Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Κωνστ. Δεμερτζῆς Ν
3739Κωνστ. Καζαντζῆς Θρ. Πετμεζᾶς Ν
3740Γερ. Νοταρᾶς Ν Γεώργ. Καζανόβας Ν
3741Δημ. Κούζης Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
3742Ἀνδρ. Σαρλῆς Γεώργ. Σταμπάδος
3743Δημ. Ῥοῦσος Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
3744Νικόλ. Δελακοβίας Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
3745Νικόλ. Σακελλαρίου Δημ. Ζαβογιάννης
3746Γεώργ. Βλάσης Ἐμμ. Κυπριόλος Ν
3747Χαρ. Σπηλιόπουλος Ν Βασ. Κυρέλλος Ν
3748Νικ. Δημητρακόπουλος Ν Ἀριστοτ. Σακελλαρίου ἀρν.
3749Ἀναστ. Βάρβογλης Νικ. Σπηλιώτης
3750Ἰωάν. Μαλλικρόπουλος Ν Σπυρ. Παπαχατζῆς Ν
3751Ἰω. Π. Μανέτας Ο Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
3752Δ. Πλαπούτας Ν Λουκ. Κουτσοπέταλος
3753Ἀλ. Παπαναστασίου Ν Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ν
3754Ἰωάν. Μπακόπουλος Δημ. Λαζαρῆς Ν
3755Δημ. Χηνιάδης Σπυρ. Θεοδωρόπουλος
3756Δημ. Καρέλας Ἀθ. Πουλῆς
3757Ἀθ. Πετρόπουλος Ν Νικόλ. Ῥούσης Ν
3758Χαρ. Στασινόπουλος Ν Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
3759Κωνστ. Ῥεβελιώτης Ἀλέξ. Ζαΐμης
3760Ν. Τριανταφυλλάκος Δ. Γκλαβᾶς Ν
3761Ἀ. Κατριβάνος Ν Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ν
3762Ἠλ. Φλέσσας Ν Δ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ν
3763Ἰωάν. Πολίτης Ν Κωνστ. Γόντικας Ν
3764Παν. Δεληβοριᾶς Ν. Κοντογούρης Ν
3765Σπυρ. Τσαγκάρης Ν Ἰωάν. Βέρροιος Ν
3766Θ. Πέρρος Ν Πολ. Πολυχρονιάδης
3767Χαρ. Βοζίκης Παν. Ζαΐμης
3768Ἀντ. Βούτσης Δ. Μάρκου
3769Νικ. Χαρδούβαλης Ν Γεώργ. Κατσιμπίρης
3770Περ. Ἀλεξάκης Σπήλ. Ἀγαπητὸς Ν
3771Θεόδ. Γρηγορίου Ν Ἀ. Φωτήλας
3772Ἀ. Χοϊδᾶς Ν Πέτρ. Βασιλόπουλος
3773Θεόδ. Ψυχαληνός Ἀνδρ. Βαλσαμάκης
3774Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Νικ. Ἀλιβιζᾶτος Ν
3775Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Σπ. Φορέστης
3776Ἀ. Καφετζόπουλος Ν Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος
3777Λ. Φλαμῆς Ν Ὄθ. Τετενὲς
3778Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν Γεώργ. Μουσούρης
3779Νικ. Συριόπουλος Ν Σωκρ. Ἀν. Καβαλλιεράτος
3780Θάν. Πετραλιᾶς Θ. Κοντομίχαλος
3781Π. Ἠλιόπουλος Λεων. Ἐμπειρίκος
3782Χρ. Κορύλλος Ν Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
3783Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος Ν
3784Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν Περ. Γρυπάρης Ν
3785Χρ. Μεϊτάνης Ν Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
3786Διον. Πολυζωγόπουλος Ν Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
3787Ἰωάν. Δογάνης Θωμᾶς Σκάσης Ν
3788Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
3789Γεώργ. Ἀβέρωφ Δημ. Ζαμᾶνος Ν
3790Νικόλ. Σταματιάδης Ν Νικ. Καμπάνης Ν
3791Δημ. Χρυσοστάλης Ν Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
3792Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Ἀλέξ. Μαλασπίνας
3793Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
3794Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν Ἀντ. Ῥεβίνθης
3795Γεώργ. Μπένος Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
3796Νικόλ. Κάραλης Νικ. Καλβοκορέσης Ν
3797Κωνστ. Χατζηγιάννης Κωνστ. Ἀλαβᾶνος Ν
3798Δημ. Βάχλας Δημ. Πετσετάκης Ν
3799Γεώργ. Κοσόνας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος
3800Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ἐμμ. Πατρίκιος
3801Μιχ. Σφακιανάκης Ἰωάν. Μαμάης Ν
3802Πλούτ. Μαυρίκης Ἰωάν. Κασδόνης Ν
3803Βασίλ. Ἀθανασούλας Ν Ἀντ. Φραγκίσκος
3804Κωνστ. Χατζάκος Δημ. Καΐρης Ν
3805Γεώργ. Γαζέπης Ν Θαλ. Κουτούπης Ν
3806Νικόλ. Πετσάλης Γεώργ. Φικιώρης
3807Ἰωάν. Λούντζης Κωνστ. Μέρμηγκας Ν
3808Διον. Κουλούμπαρδος Ν Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
3809Ἀναστ. Λούντζης Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ν
3810Καῖσαρ Ζέζας Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ν
3811Διον. Κλάδης Ν Νικ. Πετροπουλάκης Ν
3812Νικ. Παπαδᾶτος Γεώργ. Τσοχώνης
3813Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ν Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
3814Νικ. Βάρθης Ν Παν. Κουμάνταρος
3815Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Ν Ἰωάν. Ἀθηνογένης
3816Σπυρ. Χατζάρης Βασίλ. Μιχαλέας Ν
3817Παν. Μανωλίτσης Ἰωάν. Βαββανάκος Ν
3818Λ. Κογεβίνας Ν
3819 Ἰωάν. Πατσουράκος
3820Σπυρ. Βλαντῆς Χρ. Πετρέας Ν
3821Εὐθ. Ἀ. Βελλιανίτης Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης
3822Χρ. Καποδίστριας Ἰωάν. Φουρίδης Ν
3823Ἀνδρ. Κρητικὸς Ἀναστ. Ἀβέρωφ
3824Λαυρ. Μαβίλης Ν Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν
3825Κωνστ. Κατηφόρης Δημ. Οἰκονόμου Ν
3826Σπυρ. Λάσκαρις Μιλτ. Μπουφίδης Ν
3827Βασίλ. Πουλιάσης Νικ. Γεωργιάδης
3828Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Ἀγαμ. Σλῆμαν Ο
3829Διον. Βινιεράτος Ν Δημ. Κουκιάδης
3830Παν. Λιβιεράτος Ν Γεώργ. Τσαξίρης Ν
3831Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν Γεώργ. Σχινᾶς
3832Νικ. Χαριτᾶτος Ν Γεώργ. Δρίβας
3833Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ο Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
3834Κων. Χρυσοχοΐδης Κωνστ. Σταμούλης Ν
3835Γεώρ. Βλάχος Ν Ἰωάν. Κοττίκας
3836Πελ. Ἀγγελίδης Βασίλ. Γρίβας
3837Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ἀ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΟ
3838Φίλ. Ζαρζάμπας Ν. Γαρδικιώτης Ο
3839Χ. Μωραΐτης Δημ. Μπούσδρας
3840Νικ. Παπαϊωάννου Ν Γεώργιος Τάγιας
3841Μιχ. Φωτιάδης Κωνστ. Παπακυρίτσης Ν
3842Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν Χρ. Καρᾶς Ν
3843Περ. Ἀποστολίδης Ν Ἀ. Θανόπουλος Ν
3844Λεων. Ἀναγνώστου Νικ. Γιουβρῆς
3845Κωνστ. Ζησόπουλος Χρ. Βλάτσιος Ν
3846Χ. Δικαῖος Ν Γεώργ. Καθάργιος
3847Σ. Ντολιόπουλος Ν Δημ. Κουκουλέτσος ἀρν.
3848Παν. Φλέσσας ἀρν.Γεώργ. Σπυρόπουλος ἀρν.
3849Π. Κασίμης Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
3850Ν. Παπαλέξης Γεώργ. Ῥάμμος
3851Δημ. Κάβουρας Ν Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
3852Μ. Δαζέας Λάμπρος Περιστέρης Ν
3853Ἀ. Πετρομανιάτης Ν Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
3854Ἀθ. Περρωτῆς Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
3855Π. Ἰατρόπουλος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
3856Π. Καράπαυλος Παναγ. Βερβενιώτης
3857Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν Γεώργ. Καλλίτσης
3858Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Ἰωάν. Μᾶνος
3859Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν Σπυρ. Ματσούκας
3860Δημ. Κανελλόπουλος Ν Ῥήγας Χατζηρήγας
3861Ἀθ. Λιλιανὸς Ν Ἰ. Παπαλουκᾶς
3862Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
3863Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
3864Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ν Κ. Λιδωρίκης
3865Κωνστ. Τριγγέτας Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
3866Γεώργ. Ῥάλλης Ν. Ξηρὸς Ν
3867Γεώργ. Μποῦτος Ν Νικ. Φραγκίστας Ν
3868Ἰω. Κουρτάκης Ν Ἰωάν. Γιδογιάννος
3869Φώτ. Βακαλόπουλος Ν Νάκος Πολιτόπουλος Ν
3870Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Κωνστ. Περιβολιώτης
3871Μεν. Πιπιλῆς Ἰωάν. Γιακαρέλος Ν
3872Παν. Μερλόπουλος Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
3873Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Δημ. Δεδούσης
3874Ἰωάν. Λεωνίδας Ν Γεώργ. Συγγούρης Ν
3875Πέτρος Γκίνης Ν Στέφ. Σομμαρίπας Ν
3876Ἀλέξ. Διομήδης Ν Κωνστ. Δημοκωστούλας
3877Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
3878Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Ν Ἡρ. Βελλόπουλος ἀρν.
3879Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ἀθ. Χριστίδης Ν
3880Δημ. Θεοδοσόπουλος Ν Γεώργιος Πὼπ Ο
3881Παυσ. Ζωγλοπίτης Δημ. Βρατσᾶνος Ν
3882Γεώργ. Ζούκας Ν Ἐμμ. Παγκάρας Ν
3883§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 194, ἐξ ὧν 181 εἶπον
3884ναί, 6 εἶπον ὄχι καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν
3885ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν ἓξ Βου-
3886λευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔχει ὡς
3887ἑξῆς:
3888«Ἄρθρον 75.— «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ
3889τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν οἱ μὲν ἐν Ἀθή-
3890ναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντες δραχμῶν ὀκτακοσίων
3891ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, οἱ δὲ λοιποὶ χιλίων.
3892» Εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παρέχε-
3893ται δι’ ἔξοδα παραστάσεως πρόσθετος ἀποζημίωσις
3894δραχμῶν διακοσίων πεντήκοντα μηνιαίως.
3895Οὐδεμία ἄλλη ἀποζημίωσις παρέχεται εἰς τοὺς
3896Βουλευτὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὴν ἐκπλήρω-
3897σιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν».
3898Ἄρθρον 76. — «Ἐν ἀπουσίᾳ Βουλευτοῦ ἐπὶ πλείονας
3899τῶν πέντε συνεδριάσεων κατὰ μῆνα, ἄνευ ἀδείας τῆς Βου-
3900λῆς, ἐν τακτικῇ ἢ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, κρατοῦνται ἐκ τῆς ἄνω
3901ἀποζημιώσεως δραχμαὶ εἴκοσι δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν».
3902Ὁ κ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
3903§247Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ζητήματος σοβα-
3904ροῦ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, καθ’
3905ὃ ἔπαυσαν πλέον δυνάμενοι νὰ ἐκτίθενται ὑποψήφιοι Βου-
3906λευταὶ οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοί, βεβαίως ἡ διατύπωσις
3907τοῦ ἄρθρου 76, ὡς εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, ἦτο
3908περιττή, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν ὅλως διόλου ἄλλο ἄρθρον 76.
3909Κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1864 οἱ
3910Βουλευταί, οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ
3911ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι λαμβάνουσι τὴν διαφορὰν με-
3912ταξὺ τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς ἀποζημιώσεως. Κατὰ παρερμη-
3913νείαν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ μάλιστα ἐναντίον τοῦ ἄρθρου
3914τούτου, ὁ νόμος περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων
3915τοῦ 1861 ἐν ἄρθρῳ 9ῳ λέγει ὅτι οὐδεὶς λαμβάνει διπλῆν
3916σύνταξιν ἢ σύνταξιν καὶ ἀποζημίωσιν βουλευτικὴν ἢ γερου-
3917σιαστικήν. Εἶναι δὲ τοῦτο ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, καθό-
3918σον οὐδέποτε τὸ Σύνταγμα ὡμίλησε περὶ συντάξεως, ἀλλὰ
3919περὶ μισθοῦ, ἡ δὲ σύνταξις δὲν εἶναι μισθός, ἀλλ’ εἶναι κάτι
3920τι, τὸ ὁποῖον κρατεῖται ἀπὸ τὸν μισθὸν καὶ θεωρεῖται τοκι-
3921ζόμενον καὶ ἀποδιδόμενον καὶ τὸ ὁποῖον μεταβιβάζεται εἰς τὰ
3922τέκνα καὶ εἰς τὴν σύζυγον, καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐξι-
3923σοῦται πρὸς τὸν μισθόν.
3924Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει, ἀφοῦ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ
3925τοῦ Συντάγματος οὕτω πως ἀπεφάνθη, νὰ γίνῃ τοιαύτη
3926μνεία ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν
3927νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦ λοιποῦ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νό-
3928μου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
3929§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις,
3930τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, πρου-
3931κάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ
3932ὁποία ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναφέρει, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, ὅτι
3933ἡ σύνταξις εἶναι κεκτημένον δικαίωμα διὰ τὸν συνταξιοῦχον,
3934καὶ εὔλογον εἶναι νὰ μὴ ἀφαιρῆται ἢ νὰ μὴ συγχέηται πρὸς
3935τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τις, καὶ
3936ὅταν ἔχῃ καὶ ἄλλην πρόσοδον, πρόσοδος δὲ καταντᾷ, ὡς
3937κεκτημένον δικαίωμα καὶ ἡ σύνταξις. Ὀφείλω νὰ δηλώσω
3938ὅτι τὴν γνώμην τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὴν συμμερί-
3939ζομαι, ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι χρήσιμον διὰ τὴν ἀποκατά-
3940στασιν τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ παρεμβάλωμεν αὐτὴν τὴν
3941διάταξιν. Ὑπόσχομαι εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὸ
3942ζήτημα ὅτι, ἂν ἤθελεν εἰσαχθῆ τοιοῦτον νομοσχέδιον, θὰ
3943εἰσηγηθῶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν δὲν
3944εἰσαγάγωσι, θὰ εἰσαγάγω ἐγὼ τοιοῦτον. Ἐν τοιαύτῃ περι-
3945πτώσει, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσητε τὸ ἄρθρον,
3946παραπεμπομένου τοῦ ζητήματος τούτου εἰς ἄλλην συζή-
3947τησιν.
3948§249Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι συνάδελφοι,
3949νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 76, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν
3950ἀπήλειφεν ἐντελῶς τὴν διάταξιν τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῷ
3951ὑφισταμένῳ καὶ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι. Ἔχω τὴν
3952γνώμην ὅτι ἡ σύνταξις, ὅπως εἶναι παρ’ ἡμῖν κεκανο-
3953νισμένα τὰ περὶ συντάξεων, εἶναι αὐτόχρημα μισθός, διότι
3954εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ὁ συνταξιοῦχος ὑπάλληλος δὲν
3955λαμβάνει τὴν σύνταξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταβολῶν, τὰς
3956ὁποίας ἔκαμε κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχάς, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ
3957βάσει τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει. Κατὰ συνέ-
3958πειαν θὰ προτείνω, ὅπως παραμείνῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις ἡ
3959ὑπάρχουσα ἐν τῷ ὑφισταμένῳ Συντάγματι, καὶ θὰ παρα-
3960καλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβαλλομένην
3961πρότασιν, κυρίως διότι ἀποβλέπω εἰς μέγαν ἀριθμὸν συντα-
3962ξιούχων πολιτευομένων. Διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, θὰ σᾶς
3963ἀναφέρω ὀλίγα παραδείγματα, ἐξ ὧν θὰ προκύψῃ, ὅτι κατὰ
3964τὸ μέλλον θὰ ἔχωμεν ὑποψηφίους Βουλευτὰς ὑπερεκατὸν
3965συνταξιούχους. Σᾶς ὀνομάζω τὸν στρατηγὸν Τσαμαδόν, τὸν
3966στρατηγὸν Λιμπρίτην, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνωσιν 600 δρ.
3967σύνταξιν καὶ τὴν ἀποζημίωσιν.
3968§250Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
3969§251Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἠξεύρω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι σᾶς
3970θίγω προσωπικῶς, ὅτι προσβάλλω τὰ συμφέροντά σας,
3971ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
3972§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 76 δὲν
3973ὁμιλεῖ περὶ συντάξεων, ἀλλ’ ὁμιλεῖ ὁ νόμος ὁ περὶ συντά-
3974ξεων. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἔχω γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν συντα-
3975γματικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα θὰ συζητηθῇ, ὅταν
3976ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε διὰ προτάσεως νόμου εἴτε διὰ
3977σχεδίου νόμου.
3978§253Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παύω ἀσχο-
3979λούμενος ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ εἰσαχθῇ λίαν προσεχῶς τὸ
3980νομοσχέδιον καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου
3981τότε.
3982§254Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅπως εἶχεν ἡ διάταξις τοῦ Συντά-
3983γματος, ἦτο δυνατὸς ὁ περιορισμός, ἐνῷ ἤδη δὲν δύναται
3984νεώτερος νόμος νὰ ἔλθῃ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν
3985ὁποίαν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.
3986§255Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἀποκλείεται εἰς τὸν νομοθέτην
3987νὰ φροντίσῃ διὰ τοιαύτην διατύπωσιν, διότι ἡ κατάργησις
3988τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ
3989τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώσητε. Ἡ ἀπάλειψις
3990τῆς ὑφισταμένης ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς διατυ-
3991πώσεως ἐνέχει καὶ μίαν ἄλλην ἔννοιαν λανθάνουσαν, ἐὰν
3992ἐπιτρέπηται ἡ λέξις.
3993Εἶναι ἐνδεδειγμένη ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
3994Ὑπουργῶν, καὶ ἑπομένως, ἂν ὡρμήθη ἡ συνταγματικὴ ἐπι-
3995τροπὴ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ
3996τοῦ Συντάγματος ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἠθέλησε νὰ διευκολύνῃ
3997τὴν θέσιν τῶν Ὑπουργῶν, ἀπορρίψασα τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατέ-
3998στησε δυσχερῆ τὴν θέσιν αὐτῶν προκειμένου νὰ δεχθῶμεν
3999Βουλευτὰς λαμβάνοντας καὶ σύνταξιν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ
4000τῆς συντάξεως, ὑπολαμβάνω ὅμως ὅτι ὑποστηρίζω ὀρθὴν
4001πρότασιν μὴ ἀποδεχόμενος καὶ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν
4002ἐξέθηκεν ἡ ἐπιτροπή, διότι ἐγὼ φρονῶ μὲ τὴν ταπεινήν μου
4003γνώμην καὶ τὴν μικρὰν νομοθετικὴν πεῖραν ὅτι ἡ κράτησις,
4004ἡ ὁποία θὰ ἐπιβάληται ἕνεκα ἀπουσιῶν, δὲν συντελεῖ πολὺ
4005εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ Βουλευτοῦ. Θὰ εἶναι
4006προτιμότερον εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας
4007τῆς Βουλῆς, ὅπου θὰ κανονίζωνται καὶ διὰ τῆς πειθαρχίας,
4008ἐκεῖ νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ τεθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἐσχάτη
4009ποινή, ἣν ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ ὁ Βουλευτής.
4010§256Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νομίζω καθῆκόν μου, κύριοι Βουλευταί,
4011ὡς ἰατρὸς μάλιστα προκειμένου περὶ κρατήσεων ἐκ τῆς
4012βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ γίνῃ
4013μία ἐξαίρεσις διὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Φαντασθῆτε Βουλευτήν
4014τινα ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις εὑρισκομένων ἀσθενοῦντα καὶ
4015μάλιστα ἀπὸ ἀσθένειαν μολυσματικήν, θὰ εἶναι λογικόν, θὰ
4016εἶναι ὀρθόν, ὁ Βουλευτὴς αὐτός, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει τὴν
4017ζωήν του, νὰ ὑποστῇ τοιαύτην στέρησιν τῆς ἀποζημιώσεώς
4018του;
4019§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιψήφισις τῆς
4020διατάξεως ταύτης εἶναι ἐπιβεβλημένη, κύριοι Βουλευταί, δὲν
4021εἶναι δ’ ἀναξιοπρεπὲς δι’ ἡμᾶς ν’ ἀναγράφωμεν τὴν διάτα-
4022ξιν ταύτην, διότι εὑρίσκω τοὐναντίον ὅτι εἶναι συμφωνό-
4023τατον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν, ὅπως μὴ ἀξιῶμεν νὰ
4024λάβωμεν ἀπὸ τὸ ταμεῖον χρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δικαιού-
4025μεθα, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸν οἶκον ἡμῶν. Βεβαιωθῆτε δὲ
4026ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ
4027εἶναι αἱ συνεδριάσεις πλήρεις καὶ θὰ γίνῃ αἰτία νὰ μὴ πλη-
4028ρώνωνται οἱ ἀπουσιάζοντες ἄνευ ἀδείας, οἱ ὁποῖοι δὲν
4029εἶναι εὔλογον νὰ πληρώνωνται ὅπως οἱ παρακαθήμενοι ἐδῶ
4030καὶ ἐργαζόμενοι.
4031§258ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὰ ὑπάρχει τις ὁ πι-
4032στεύων ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη; Ὅστις ζητεῖ
4033ἄδειαν θὰ λαμβάνῃ καὶ θέλουσιν ἀπουσιάζει ὅλοι δεδικαιο-
4034λογημένως.
4035§259Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἀγόρευσίν
4036μου ὑπέδειξα τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσι διὰ
4037τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ Συντάγματος καὶ πά-
4038λιν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ἀπαλειφθῇ
4039τὸ ἄρθρον αὐτό, διότι θὰ δημιουργήσωμεν ζητήματα σχετι-
4040κῶς μὲ τὴν ἐκλογὴν τῶν συνταξιούχων στρατιωτικῶν ὡς
4041Βουλευτῶν. Ἡ ἐναντία γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν
4042ἄλλοι, θ’ ἀγάγῃ τὴν Βουλὴν ταύτην εἰς σημεῖον τοιοῦτον,
4043ὥστε νὰ γίνῃ λέσχη ὅλων τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων,
4044διότι οὗτοι ἀποστρατευόμενοι οὐδὲν ἄλλο θὰ ἐπιδιώκωσι
4045πλὴν τῆς παχείας συντάξεως, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς κατὰ
4046τὰ τελευταῖα ἔτη ἔλαβον, εἰμὴ νὰ λαμβάνωσι καὶ τὴν ἀπο-
4047ζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Δι’ αὐτὸ καὶ πάλιν ἐφιστῶ τὴν
4048προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
4049§260ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκόμη καλλίτε-
4050ρον, διότι θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνθρώπους ἀποκτή-
4051σαντας πεῖραν πολλήν. Ἀλλὰ μήπως ἀπ’ αὐτῶν ἐξαρτᾶ-
4052ται νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί; Ὁ λαὸς θὰ τοὺς ἐκλέξῃ.
4053§261Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἡ ἀντίληψις τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς
4054ἔστειλεν, εἶναι ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀπο-
4055ζημίωσιν μεγαλειτέραν τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Συντά-
4056γματι. Ὅταν καθιερῶμεν τάξεις Βουλευτῶν λαμβανόντων
4057διπλασίαν ἀποζημίωσιν τῶν ἄλλων, νομίζω ὅτι καθιεροῦμεν
4058διάταξιν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν.
4059§262Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε, μὲ τὴν διατύπωσιν
4060ὅτι ὁσάκις ἀπουσιάζομεν ν’ ἀφήνωμεν 20 δραχμάς, ἀλλ’
4061ὡς ἔχει καθορισθῆ ἡ διάταξις θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέ-
4062σματα ὄχι εὐχάριστα. Σᾶς φέρω παράδειγμα· διατρέχομεν
4063τὰς τρεῖς τριμηνίας καὶ ἔχει νὰ λάβῃ ὁ Βουλευτὴς τὴν τε-
4064λευταίαν τριμηνίαν δραχμὰς 1000· ὑποθέσατε ὅτι ὁ Βου-
4065λευτὴς δὲν ἔρχεται, συνεδριάζομεν τρεῖς μῆνας, τὸν Ὀκτώ-
4066βριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον καὶ κάμνομεν 25 συνεδρι-
4067άσεις κατὰ μῆνα. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 20 δρ. τὴν ἡμέραν, ἤτοι
40681500 δραχμὰς διὰ τὴν τριμηνίαν, ὁ Βουλευτὴς αὐτὸς ὄχι
4069μόνον δὲν θὰ λάβῃ τὰς 1000 δραχμάς, ἀλλὰ θὰ ὀφείλῃ καὶ
4070500.
4071§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα
4072ἑρμηνείας, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι κατὰ μίαν τριμηνίαν δὲν παρου-
4073σιάζεται καθόλου, κατ’ ἐκείνην τὴν τριμηνίαν δὲν θὰ λάβῃ
4074τίποτε, ἀλλὰ δὲν ἐπηρεάζονται αἱ ἄλλαι τριμηνίαι, κατὰ
4075τὰς ὁποίας ἔλαβε τὴν ἀποζημίωσίν του. Ἡ ἑρμηνεία
4076αὕτη, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον προχείρως ὅλως, φαίνεται ἐνι-
4077σχυομένη καὶ ἐκ τῆς γνώμης τοῦ συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ
4078τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δηλαδὴ προκειμένου περὶ μιᾶς τριμη-
4079νίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔτυχε ν’ ἀπουσιάσῃ ὁ Βουλευτὴς ἐν
4080ὅλῳ, ἡ ὅλη του τιμωρία διὰ τῆς ἀπουσίας δὲν δύναται νὰ
4081ὑπερβῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει διὰ τὴν ἀποζημίωσιν
4082τῆς τριμηνίας.
4083§264ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ
4084γεννηθῇ ζήτημα, διότι ἐν τῇ διατάξει γίνεται λόγος περὶ
4085κρατήσεως.
4086§265Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ν’ ἀναγραφῇ αὐτὸ εἰς τὰ Πρακτικά.
4087§266Γ. ΠΩΠ. Κύριε Νέγρη, μὴ ἀνησυχεῖτε. Οὐδενὸς ἡ
4088ἀποζημίωσις θὰ κρατηθῇ· ὅλοι θὰ πληρωθῶσιν, εἴτε ἔρχονται
4089εἴτε δὲν ἔρχονται.
4090§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ
4091συζήτησις ἐπερατώθη. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευ-
4092τῶν κυρίων Δ. Οἰκονόμου καὶ Π. Ἀγγελίδου, ἔχουσα οὕτως:
4093«Οἱ Βουλευταί, οἱ ὁπωσδήποτε λαμβάνοντες ἐκ τοῦ
4094Δημοσίου μισθόν, σύνταξιν ἢ χορήγημα, λαμβάνουσι μόνον
4095τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον
4096ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως».
4097§268Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀποσύρεται.
4098§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τῶν βου-
4099λευτῶν κ. Γαϊτάνου, Ἀβάζου, Κλάδη, Μανέτα, Τριγγέτα,
4100Κοντομιχάλου, Σφακιανάκη, Χαριτάτου, Ῥούφου Κανα-
4101κάρη, Φωτήλα, Βάρθη καὶ Μαλασπίνα, ἔχουσα οὕτως: «Οἱ
4102συνταξιοῦχοι Βουλευταὶ πλὴν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώ-
4103σεως λαμβάνουσι καὶ τὴν σύνταξιν αὑτῶν».
4104§270Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀποσύρεται.
4105§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντά-
4106γματος, ὡς διετυπώθη ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ
4107ὁποῖον ἀναγινώσκεται πάλιν ἔχον οὕτως:
4108Ἄρθρον 76. «Ἐν ἀπουσίᾳ Βουλευτοῦ ἐπὶ
4109»πλείονας τῶν πέντε συνεδριάσεων κατὰ μῆνα, ἄνευ
4110»ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐν τακτικῇ ἢ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ,
4111»κρατοῦνται ἐκ τῆς ἄνω ἀποζημιώσεως δραχμαὶ
4112»εἴκοσι δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν».
4113Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 76 παρακαλοῦνται νὰ
4114ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
4115δέχθη. Ἔχομεν ἤδη δύο προτάσεις ψηφισμάτων. Ἡ πρώτη
4116ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς παρούσης
4117Βουλῆς, ἥτις ἔχει οὕτως:
4118«Ἡ Βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων
4119ἀσκοῦσα τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ
4120μεταρρύθμισιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ
4121Συντάγματος
4122«Ψηφίζει·
4123»Εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς διπλῆς Βουλῆς, πλὴν
4124τῆς καταβληθείσης ἤδη ἀποζημιώσεως τῶν δρ. 1800,
4125καταβληθήσονται εἰσέτι διὰ τὴν μέχρις 8 Ἰουλίου
4126νομοθετικὴν αὑτῆς ἐργασίαν δρ. 1200, ἐξ ὧν δρα-
4127χμαὶ μὲν 600 τῇ 1 Μαΐου, δραχμαὶ δὲ 600 τῇ 1
4128Ἰουνίου.
4129»Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἄρχεται ἀπὸ
4130τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
4131βερνήσεως».
4132Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τοῦτο ψηφίσματος παρα-
4133καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
4134Βουλὴ παρεδέχθη.
4135Δευτέρα εἶναι ἡ ἑξῆς, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
4136βάλω ἐγώ.
4137§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει
4138ἀνάγκη προνοίας δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα
4139παραστάσεως τοῦ Προέδρου, διότι ἐν τῷ ψηφίσματι, τὸ
4140ὁποῖον ἐψηφίσαμεν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν τῆς
4141παρούσης Βουλῆς, δὲν γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐξόδων παρα-
4142στάσεως τοῦ Προέδρου. Ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη
4143εἰδικοῦ ψηφίσματος ἀναστέλλοντος τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου
414475, διότι περὶ τῶν ἐξόδων, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ Προέδρου
4145τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν γίνεται λόγος κατόπιν τῶν δη-
4146λώσεων ὑμῶν.
4147§273ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ προκαλέσω
4148τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἠρχίσαμεν ν’ ἀποφασίζω-
4149μεν περὶ ἐξόδων παραστάσεως.
4150§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη αὐτό.
4151§275ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
4152§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα.
4153Αὐτὸ εἶναι σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται,
4154ὅπως ἐξαιρεθῇ τῶν ἐξόδων τούτων τῆς παραστάσεως ὁ
4155Πρόεδρος τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
4156§277ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἐν ἐπιλόγῳ.
4157Ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἰδέαν τοιούτων δαπανῶν,
4158πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο, ὅτι εἰς ἕν καὶ μόνον ση-
4159μεῖον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δοθῶσιν ἔξοδα παραστάσεως,
4160καὶ τοῦτο εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι εἰς
4161τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς κατήντησαν τὰ πρά-
4162γματα, πρέπει νὰ ἔχῃ τις περιουσίαν, ὅπως διορισθῇ Ὑπουρ-
4163γός, καὶ εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ δυστυχῶς κατήντησεν
4164ἔθιμον, πρέπει νὰ προσέξωμεν μήπως παρασύρῃ ὑμᾶς εἰς τὸ
4165νὰ μὴ ἔχωμεν πάντοτε τοὺς καταλλήλους. Ἔρχονται Ὑπουρ-
4166γοὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οἵτινες εἶναι εἰς
4167ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς
4168αὐτοὺς χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος καθῆκον πρὸς
4169ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσιν εἰς αὐτοὺς γεύματα καὶ
4170συναναστροφάς. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον, ἀφοῦ ἐφροντίσα-
4171μεν περὶ ἐξόδων παραστάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς,
4172ὅπως φροντίσωμεν, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
4173Ἐξωτερικῶν δι’ ἔξοδα παραστάσεως ἡ προσήκουσα πίστωσις.
4174§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον εἰ-
4175δικοῦ νόμου.
4176§279ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς τοιοῦτον τὸ
4177ἔθιξε καὶ ὁ κ. Βουλευτής.
4178§280ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
4179§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως
4180τοῦ δευτέρου ψηφίσματος. Αἱ δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Προέ-
4181δρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς αὗται ἐλέχθησαν, σχετικῶς πρὸς
4182τὰ ἔξοδα παραστάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Ἀναθεωρητικῆς
4183Βουλῆς θέλουσι τεθῆ ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς ὡς ἑρ-
4184μηνεία.
4185§282ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι Βου-
4186λευταί, ὅπως συνηγορήσω, ἵνα μὴ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο
4187ἀπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καθόσον φρονῶ ὅτι δύνα-
4188ται νὰ δοθῇ αὐτῷ ἡ μικρὰ αὕτη ἀμοιβὴ διὰ τὸν ζῆλον, μεθ’
4189οὗ ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του. Νομίζω δ’ ὅτι ἐπιβάλλεται
4190εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τοῦτο.
4191§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, ἀλλὰ δὲν δέχομαι ἐγώ.
4192Αὔριον, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ γίνῃ συνεδρίασις λόγῳ
4193τῆς ἑορτῆς, κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει, ὅπως
4194συνεδριάσῃ τὴν Δευτέραν. Θέλω ὑπενθυμίσει εἰς τὴν Βουλὴν
4195τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ κυκλοφορῆσαν πρόγραμμα αὔριον θὰ
4196γίνῃ τελετὴ ἐπὶ τῇ ὀνομαστικῇ ἑορτῇ τῆς Α. Μ. τοῦ Βα-
4197σιλέως ἡμῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως παρευρεθῇ
4198εἰς ταύτην.
4199Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4200(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 50′ μετὰ τὸ μεσονύ-
4201κτιον).