1911.04.25
4.534 στίχοι · 34.343 λέξεις · 411 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72.
Τῆς 25ης Ἀπριλίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 20′ μ. μ. παρόντων Βουλευτῶν 185, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι πάντοτε ἐφοβήθην τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας, διότι εἶναι ἀδύνατον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ν’ ἀντιληφθῶμεν τὴν σημασίαν τῶν ὅσα ψηφίζομεν. Καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερον κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ προσοχήν, διότι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην καὶ πρόκειται περὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἑρμηνείαν, ἥτις δὲν μοὶ φαίνεται πλήρης, καὶ ὀφείλομεν νὰ συμπληρώσωμεν αὐτήν. Ὑποθέτω ὅτι ἐλήφθη τὸ ἀντίτιμον μιᾶς τριμηνίας, ἤτοι αἱ χίλιαι δραχμαί, ὑποθέτω ὅτι ἀσθενεῖ ὁ Βουλευτὴς καὶ παραλείπει δι’ ἕνα ἢ ἕτερον λόγον νὰ λάβῃ ἄδειαν, ἀσθενεῖ δὲ καθ’ ὅλην τὴν τριμηνίαν καὶ ἀπουσιάζει ἐπὶ 25 συνεδριάσεις κατὰ μῆνα· αὗται ἀνὰ 20 δραχμὰς κατὰ συνεδρίασιν δίδουσι 500 κατὰ μῆνα καὶ κατὰ τὴν τριμηνίαν 1500. Λοιπὸν θὰ κρατηθῶσιν ἐκ τῆς πρώτης τριμηνίας χίλιαι καὶ ἐκ τῆς δευτέρας πεντακόσιαι; Ἂν τοῦτο ἐννοῆτε, δὲν μοὶ φαίνεται δίκαιον. Ἡ κράτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ πέρα τοῦ ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ πρώτη τριμηνία, δὲν πρέπει νὰ γίνηται καὶ ἀπὸ τὴν δευτέραν τριμηνίαν, ἂν κατὰ ταύτην ἀκολουθήσῃ τακτικῶς τὰς συνεδριάσεις.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι κανονικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Πρόκειται περὶ ἐπικυρώσεως τῶν Πρακτικῶν, δὲν ἠμποροῦμεν ἑπομένως νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ζήτημα. Ἐφέρατε τὴν περίπτωσιν τί θὰ γίνῃ, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν ἑνὸς ἔτους ἀπουσιάσῃ καθ’ ὅλην τὴν τριμηνίαν καὶ ἑπομένως ὑποχρεωθῇ δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν μὲ δραχμὰς εἴκοσι καὶ ἑπομένως νὰ πληρώσῃ περισσότερον ποσὸν ἀπὸ τὰς χιλίας. Καὶ ἠρωτήθην: θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐπιστρέψῃ ἐκ τῶν καταβληθέντων; Εἶπον ὄχι. Ἀλλ’ ἡ γνώμη μου ἐπίσης εἶναι ὅτι, ἂν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους ἀπουσιάσῃ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς τριμηνίας καὶ ἑπομένως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ κρατηθῇ, ὑπερβαίνῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανε καθ’ ὅλην τὴν τριμηνίαν, δὲν θὰ τοῦ ζητηθῇ νὰ ἐπιστραφῶσιν, ἀλλὰ θὰ εἰσπραχθῶσιν ἀπὸ τὴν ἑπομένην τριμηνίαν.
§4Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις αὕτη ἡ συνταγματικὴ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς θὰ εἴπῃ τὰ τῶν ἀπουσιῶν, ὁ Κανονισμὸς θὰ λύσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, Περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα τώρα περὶ αὐτῶν.
§5Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν θὰ κρατηθῶσι τὰ καθυστερούμενα δὲν θὰ ἐπιστραφῶσιν, ἀλλὰ θὰ κρατηθῶσιν ἀπὸ τὴν ἑπομένην τριμηνίαν;
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι πῶς θὰ κρατῶνται. Αὐτὰ θὰ καθορισθῶσιν ἐν τῷ Κανονισμῷ.
§7Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγκρίνω βεβαίως νὰ μὴ πληρωνώμεθα, ὅταν ἀπουσιάζωμεν, ἀλλ’ ὄχι νὰ δίδωμεν καὶ ῥέστα.
§8ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προφανῶς ἐγείρεται ζήτημα ἑρμηνείας· ψηφισθεῖσα συνταγματικὴ διάταξις εἶναι αὐτή, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις κανονίζεται κατὰ τριμηνίαν καὶ δὲν εἶναι ἀποζημίωσις ἐτησία. Ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε διαλυθῆ τὴν ἑπομένην τῆς ἐνάρξεως τῆς τριμηνίας, ὁ Βουλευτὴς δικαιοῦται εἰς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς τριμηνίας, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦται εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἔτους. Ἡ ἀποζημίωσις λοιπὸν ὁρίζεται κατὰ τριμηνίαν· ἑπομένως ὁ Βουλευτής, ὅστις ἤθελεν ἀπουσιάσει καθ’ ὅλην τὴν τριμηνίαν, βεβαίως θὰ χάσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς τριμηνίας ἐκείνης, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ὑποχρεοῦται ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤθελε λάβει κατὰ τὴν ἑπομένην τριμηνίαν, διότι ὑποχρεοῦτο κατὰ τὸ ποσὸν τῆς παρελθούσης τριμηνίας· τὸ ποσὸν τῆς ἑπομένης τριμηνίας εἶναι ἀπαίτησις ἄλλη, αἱ δὲ ἀπουσίαι εἶναι ἀπουσίαι τριμηνίας ἄλλης. Δὲν γεννᾶται ἑπομένως δικαίωμα νὰ λάβῃ κατὰ τὴν ἑπομένην τριμηνίαν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαίτησις.
§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὴ αὐτὴ ἡ ἀταξία, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸν Κανονισμόν. Ἕκαστος ἂς φυλάξῃ τὴν γνώμην του νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§10Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὥστε εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ.
§11ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ζήτημα τοῦ ἑκάστοτε Κανονισμοῦ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κάτοικοι Ἀμαλιάδος ζητοῦσιν, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος· 2) Ὁ λαὸς τοῦ «Ἁγίου Βασιλείου» τοῦ δήμου Πατρέων ζητεῖ, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος· 3) Οἱ ἐκριζώνοντες σταφιδαμπέλους ἐκ Φιλιατρῶν διαμαρτύρονται, διότι ὁ Ταμίας ἀναγγέλλει Δημόσιον διὰ δόσεις πληρωθείσας· 4) Οἱ κάτοικοι Καλαφατιώνων τῆς Κερκύρας ἐξαιτοῦνται τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζαβιτσάνου ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου· 5) Ὁ ἐκ Κερκύρας δημοσιογράφος Λ. Πολίτης διαμαρτύρεται, διότι δὲν μετεβιβάσθη τηλεγράφημά του πρὸς τὴν «Ἑσπερινήν»· 6) Οἱ κάτοικοι τοῦ «Ἁγ. Ἀθανασίου» τοῦ δήμου Ἰστωναίων ἐξαιτοῦνται τὴν ψήφισιν τοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ζαβιτσάνου· 7) Κτηματίαι τοῦ δήμου Ἤλιδος ζητοῦσιν, ὅπως μὴ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος· 8) Κάτοικοι Καλαμῶν συγχαίρουσι Κυβερνήσει διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπιβολὴν τοῦ κράτους τῶν νόμων καὶ ἐπικροτοῦσι τὸ μέχρι τοῦδε ἀνορθωτικόν της ἔργον· 9) Ὁ Π. Μαντζῶρος καταγγέλλει τὸν πρώην διευθυντὴν τοῦ ταχ. γραφείου Σαγεΐκων· 10) Οἱ κάτοικοι Βονίτσης ζητοῦσι μετάθεσιν βοηθοῦ εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον· 11) Οἱ Μ. Καλαγιάννης, Β. Πουλάκης καὶ Β. Τσαρπαλῆς κατάδικοι τῶν φυλακῶν Γυθείου ζητοῦσι βασιλικὴν χάριν· 12) Οἱ κάτοικοι Κουραμάδων τῆς Κερκύρας ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζαβιτσάνου· 13) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μεσαριᾶς τοῦ δήμου Ἰστωναίων ἐξαιτοῦνται ἐπιψήφισιν τοῦ αὐτοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου· 14) Οἱ κάτοικοι Μπενιτσῶν ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τοῦ αὐτοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου. 15) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαρίσης ζητεῖ διόρθωσιν τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τοῦ Ἐφετείου. 16) Οἱ κάτοικοι ἀρχαίας Ὀλυμπίας διαμαρτύρονται, διότι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐξ ἰδιοτελείας δὲν ἐγκρίνει τὸ σχεδιάγραμμα τοῦ μηχανικοῦ κ. Χέλμη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ὁ κ. Βάρθης.
§13Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ δεχθῆτε, ἵνα προτάξωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι παρῆλθε σχεδὸν ἔτος ἀφ’ ὅτου συνέβη μία πρᾶξις, ἡ ὁποία καταισχύνει τὴν Ἱστορίαν τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, πρᾶξις ἡ ὁποία βαρύνει ἄλλην Βουλήν. Ἑπομένως παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως δεχθῆτε νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις, καὶ ἂν πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα, νὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἀδικηθέντας. Ἄλλως τε ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐπικυρώσῃ τὰ πεπραγμένα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ νομίζω ὅτι καταισχύνουσι τελείως ἡμᾶς.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Θὰ παρακαλέσω νὰ συνεχισθῇ ἐπὶ δίωρον τὸ ζήτημα τῆς Ἐνιαίας, μεθ’ ὃ θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουλουμβάκη, τὴν ἀφορῶσαν τὸ ζήτημα τοῦ δικαστικοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδένα χαρακτῆρα κατεπείγοντος βλέπω νὰ ἔχῃ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας.
§15Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου διὰ τὰ τελούμενα ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας ἐν Ἄρτῃ, καίτοι εἶναι ἐγγεγραμμένη πρὸ δύο μηνῶν, δὲν ἦλθεν ἀκόμη, εἶναι δὲ ζήτημα ἀφορῶν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Αὐτὸ καταντᾷ ἐμπαιγμὸς πρὸς τὸν λαόν, νὰ ἐγγράφηται μία ἐπερώτησις πρὸ δύο μηνῶν καὶ νὰ μὴ ἔρχηται εἰς συζήτησιν.
§16Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ἐνεγράφετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 3. Σήμερον εἶναι 4, αὔριον 30, μεθαύριον 36 καὶ οὕτω καθεξῆς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ....
§17Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἤμην ἕβδομος, καὶ μὲ ἔθεσαν εἰς τὸν ἀριθμὸν 129.
§18Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ συναινέσῃ, λέγω, ὅπως προταχθῇ μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς Ἐνιαίας, διότι, νομίζω, τὸ μέγιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι ν’ ἀποδώσωμεν τὸ δίκαιον, ἂν εἴμεθα πράγματι ἄνθρωποι μὲ συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, καὶ ἂν ἔχωμεν θάρρος, τοῦ ὁποίου ἐστεροῦντο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, διότι, ἂν εἶχον θάρρος τότε, δὲν θὰ ἐψηφίζοντο τοιαῦτα νομοσχέδια.
§19Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ οὐδένα τῶν συναδέλφων κακίζω, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του. Ἀλλ’ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν προσδιορίσει δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, δὲν εἶναι ἐπαρκής, καὶ ὁλόκληρον τὸ θέρος ἂν ἐργαζώμεθα ἐνταῦθα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαντληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Λοιπὸν ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὶς τῆς ἑβδομάδος πρέπει νὰ συνεδριάζωμεν καὶ τὴν πρωίαν.
§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τοῦτο: Κατὰ τὰς δύο ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ὡρισμένος ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος, κατὰ τὰς δύο ταύτας ἡμέρας ἀσχολούμεθα καὶ τὴν πρωίαν πρὸς ἐξάντλησιν τοῦ καταλόγου τῶν ἀναφορῶν, τὸ ὑπόλοιπον δὲ τῆς συνεδριάσεως νὰ καταναλίσκηται εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου.
§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οἱ ψηφίσαντες τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι δι’ αὐτοῦ κατηργήθη ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἐν πολλοῖς, ὅπως δὲ φαίνεται ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἐγγεγραμμέναι 186 ἐπερωτήσεις καὶ ἀναφοραὶ καὶ συστάσεις, αἵτινες πᾶσαι διὰ νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἔχουσιν ἀνάγκην χρόνου. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὄχι μόνον ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ διπλασιασμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν συνετέλεσεν.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια.
§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συνετέλεσαν πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν παρέλκυσιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἐνδιαφερόμενοι πλειότερον διὰ τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον ἕνεκα τῆς θέσεως τοῦ ἀντιπολιτευομένου, ἡμεῖς νομίζω ὅτι κερδαίνομεν ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοῦ νὰ γίνῃ συνεδρίασις καὶ τὴν πρωίαν, διότι οὕτως ἐξυπηρετεῖται ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι τεταγμένη, καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ὑποχρεούμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν περισσότερον χρόνον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ὑπέβαλε πρότασιν ὅπως ἡ Βουλὴ συνεδριάζῃ καὶ πρὸ μεσημβρίας διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Βαβυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§28ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μηνὸς καὶ πλέον εἶχον ὑποβάλει πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν αὐτὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁποίαν ἀπόφασιν ἔλαβεν ἐπὶ αἰτήσεων τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μπεζιούλας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτρόπων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Μεσενικόλα «Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου» τοῦ δήμου Νευροπόλεως τῆς Καρδίτσης, δι’ ὧν οὗτοι ζητοῦσι ν’ ἀνακληθῇ Διάταγμα ἐκδοθὲν κατὰ τὸ ἔτος 1907, δι’ οὗ κατὰ πλάνην ἐξωκκλήσια κείμενα εἰς τὰς περιφερείας τῶν χωρίων Μπεζιούλας καὶ Μεσενικόλα χαρακτηρισθέντα ὡς ἐγκαταλελειμμέναι Μοναὶ προσηρτήθησαν εἰς τὴν Μονὴν Κορώνης. Ὁποίαν ἀπόφασιν ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπίσης ἐπὶ ἑτέρας ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρδίτσης καὶ ἰδίᾳ τοῦ δήμου Νευροπόλεως ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἡγούμενον τῆς Μονῆς Κορώνης, διὰ τῆς ὁποίας ἀναφορᾶς κατηγγέλλοντο διάφοροι παράνομοι πράξεις αὐτοῦ, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἀφορῶσα τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως μοὶ διεβίβασε δύο ἀντίγραφα ἐγγράφων του διαβιβασθέντων πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, δι’ ὧν ὡς πρὸς μὲν τὰ εἰρημένα ἐξωκκλήσια ζητεῖ τὴν περὶ ἀνακλήσεως τοῦ Διατάγματος γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς πρὸς δὲ τὸν Ἡγούμενον διαβιβάσας καὶ τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ζητεῖ παρ’ αὐτῆς ὅπως ἀπομακρυνθῇ ὁ Ἡγούμενος ἐκ τῆς Μονῆς, ὡς παρελθόντος τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου χρόνου διαμονῆς, ἅτε διατελῶν κατὰ μετάπεμψιν. Τὴν ἀπάντησιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὡς πρὸς τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων ἐκείνων τοῦ χωρίου Μπεζιούλας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτρόπων τοῦ ναοῦ «Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου» Μεσενικόλα διὰ τὰ ἐξωκκλήσια, ἐθεώρησα ὡς μὴ ἀρκοῦσαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὡς μὴ προσήκουσαν, διότι, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπείσθη, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι τὰ ἐξωκκλήσια αὐτὰ δὲν ἦσαν Μοναὶ καὶ συνεπῶς κακῶς προσεκολλήθησαν εἰς τὴν Μονὴν Κορώνης, δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου προκειμένου νὰ προτείνῃ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ πλάνην τῷ 1907, δι’ οὗ, ὡς εἴρηται, τὰ ἐξωκκλήσια ταῦτα χαρακτηρισθέντα κατὰ πλάνην ὡς Μοναὶ ἐγκαταλελειμμέναι προσεκολλήθησαν εἰς τὴν Μονὴν Κορώνης, διότι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς ἔχει μὲν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν πρὶν ἢ ἐκδώσῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἐπὶ παραπόνων ἀπευθυνομένων κατὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἢ τῆς ὑπαλληλίας αὐτῆς, ὡς τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθ’ ὃ ἐπὶ παραπόνων διαβιβαζομένων πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἀφορώντων τὰς ἀρχὰς τὰς ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ ὁριζομένης ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οὐχ ἧττον ὅμως ἡ προκειμένη ἀναφορὰ δὲν ἀφορᾷ παράπονα κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἱ. Συνόδου ἢ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, ἀλλ’ ἀφορᾷ παράπονα ἀπευθυνόμενα κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦ 1907, ὅστις κατὰ πλάνην προεκάλεσε τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου προσετέθησαν τὰ ἐξωκκλήσια αὐτὰ εἰς τὴν Μονὴν Κορώνης. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν πρόκλησιν Β. Διατάγματος, ἵνα τὰ ἐξωκκλήσια ταῦτα τὰ χαρακτηρισθέντα ὡς Μοναὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἰδίας Κοινότητας, ἀφοῦ μάλιστα ἐπείσθη ἐκ τῆς ἀναφορᾶς καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα διεβιβάσθησαν εἰς αὐτόν, ὅτι αἱ Μοναὶ αὗται ἀνήκουσιν εἰς τὰς εἰρημένας Κοινότητας. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸν Ἡγούμενον τῆς αὐτῆς Μονῆς Κορώνης ἐπίσης θεωρῶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ μὴ προσήκουσαν· καὶ καλῶς μὲν ἔπραξε ζητήσας τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκ τῆς Μονῆς Κορώνης, ἂν τῳόντι κατὰ μετάπεμψιν διατελῇ ἐκεῖσε· ἀλλὰ πλὴν τῶν ἄλλων παρανόμων πράξεων, αἱ ὁποῖαι κατηγγέλλοντο κατ’ αὐτοῦ, καταγγέλλονται ἐπιπροσθέτως καὶ ἕτεραι πράξεις, ἀφορῶσαι τὴν διαχείρισιν τοῦ μοναστηριακοῦ ταμείου· καταγγέλλεται δηλονότι ὅτι κατὰ τὴν 22 Ὀκτωβρίου 1910 ἐνῳκίασεν οἰκειοθελῶς καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου κτήματα ἀνήκοντα εἰς τὴν προσαρτηθεῖσαν εἰς τὴν Μονὴν Κορώνης Μονὴν Πέτρας τοῦ δήμου Ἰτάμου ἀντὶ δραχμῶν 2,300, ἐνῷ ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἐνηργήθη δημοπρασία ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας ἐδόθη προσφορὰ μείζων καὶ μάλιστα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον ἑνὸς Εὐσταθ. Χατζηνίκου κατοίκου Καρδίτσης ποσὸν 3,300 δραχμῶν· ἀλλ’ αὐτός, ἀντὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ὅτι εἶναι συμφέρουσα ἡ προσφορὰ ἢ νὰ γνωμοδοτήσῃ ὅτι δὲν εἶναι συμφέρουσα καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία, προέβη οἰκειοθελῶς εἰς τὴν διὰ συμβολαίου, ἄνευ δημοπρασίας, ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων αὐτῶν ἀντὶ 2,300 δραχμῶν, ὡς εἶπον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἔπραξε, δηλαδὴ ἐξεμίσθωσε τὰ κτήματα τὰ ἐκτεθέντα εἰς δημοπρασίαν, ἀλλὰ συμπεριέλαβεν ἐπιπροσθέτως ἐν τῇ ἐνοικιάσει ταύτῃ τῇ ἰδιαιτέρᾳ, τῇ ἄνευ δημοπρασίας, καὶ ἕτερα κτήματα τῆς αὐτῆς Μονῆς, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδόθη ποσὸν χρημάτων 1,000 δραχμῶν ὡς πρώτη προσφορὰ ὑπὸ τοῦ ἐκ Καρδίτσης Ἀναστασίου Τσικρίκη, ἤτοι ἐνῳκίασεν ἄνευ δημοπρασίας κτήματα ἐκτάσεως 2,800 στρεμμάτων ἀντὶ ἐν ὅλῳ δραχ. 2,300, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδόθη προσφορά, ὡς εἶπον προηγουμένως, 2,300 δραχμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρῶτα κτήματα, καὶ χιλίων δραχμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα κτήματα, τὰ μὴ περιεχόμενα ἐν τῇ διακηρύξει, ἤτοι ἐν συνόλῳ ποσὸν 3,300 δραχμῶν, καὶ μάλιστα, ἐὰν ἐπανελαμβάνετο ἡ δημοπρασία, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ ἐδίδετο ποσὸν 5,000 καὶ 6,000 ἀντὶ τῶν ληφθεισῶν 2,300 δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ἐγκαίρως γνῶσιν τούτου δι’ ἀναφορᾶς ἐκ μέρους τῶν κατοίκων, ἀλλ’ ἀντί, ὡς εἶπον πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ συμβολαίου τῆς μισθώσεως αὐτῆς καὶ συγχρόνως καταγγείλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα ἐπὶ καταχρήσει τὸν Ἡγούμενον ἐζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκεῖθεν ὡς κατὰ μετάπεμψιν διατελοῦντος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Κορώνης. Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν κατὰ μετάπεμψιν διατελεῖ ἐκεῖσε ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἂν μὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές, ὡς εἶναι, καθ’ ἃς ἔσχον πληροφορίας, καλῶς προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καθότι ὁ Ἡγούμενος οὗτος προῆλθεν ἐκ τῶν Μονῶν Προυσσοῦ καὶ Τατάρνης τῆς Εὐρυτανίας, ὅπου ὁ βίος του καὶ ἡ διαχείρισίς του ἐν γένει ὑπῆρξεν ἔτι χείρων. Κατηγγέλθη μάλιστα καὶ ἐπὶ φόνῳ καὶ δικασθεὶς εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἀπηλλάγη χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας, ἃς ὡς ἐπιτήδειος κατέβαλε. Κατόπιν τούτου ἐπέδραμεν ἐπὶ τῆς Μονῆς Κορώνης καὶ παραμένει ἐκεῖσε. Ἂν τώρα κατόπιν τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νόμου παραμένει ἐν τῇ Μονῇ ὁριστικῶς ἢ κατὰ μετάπεμψιν, δὲν γνωρίζω ὡρισμένως.
§29Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον. Δὲν εἶναι κατὰ μετάπεμψιν.
§30ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τοῖς ἐγγράφοις του ὅτι διατελεῖ κατὰ μετάπεμψιν. Ἤδη κατερχόμενος τοῦ βήματος θ’ ἀναμείνω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐπανόδου μου.
§31ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἔχω ν’ ἀπαντήσω τὰ ἑξῆς: Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπεζιούλας τοῦ δήμου Νευροπόλεως δι’ ἀναφορᾶς παρεπονέθησαν ὅτι κακῶς ἐγένετο τὸ συμβόλαιον, διότι αἱ Μοναὶ ἦσαν ἐξωκκλήσια, προσήνεγκον δὲ καὶ μίαν ἀπόφασιν, ἐκ τῆς ὁποίας πραγματικῶς ἐμφαίνεται μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν ὅτι αἱ Μοναὶ αὗται πραγματικῶς εἶναι ἐξωκκλήσια. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ ὅτι, διὰ νὰ γένηται συγχώνευσις τῶν Μονῶν, ὀφείλει νὰ προϋπάρξῃ πρότασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· ἐπίσης δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὅπως ληφθῇ οἱονδήποτε μέτρον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσβάλῃ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὀφείλει πρῶτον νὰ ζητηθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου ἀπάντησις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Συνεπείᾳ τῆς προτάσεως ταύτης ἐγένετο ἡ συγχώνευσις. Ἀλλ’ ἐζήτησα παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ διατί, ἐνῷ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅτι δὲν ἦσαν Μοναὶ τὰ συγχωνευθέντα, ἀλλ’ ἐξωκκλήσια, προέβη εἰς τὴν συγχώνευσιν ταύτην. Δὲν ἠδυνάμην νὰ προβῶ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, διότι τοῦτο λέγει ὁ νόμος. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι ὅτι εἷς Ἡγούμενος εὑρισκόμενος ὡς μοναχὸς εἰς τὴν Μονὴν Τατάρνης ἐν Εὐρυτανίᾳ ἐτοποθετήθη κατὰ μετάπεμψιν εἰς μίαν Μονὴν τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Ἡ κατὰ μετάπεμψιν τοποθέτησις εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου προσωρινὴ μέχρις οὗ ἐκλεχθῇ εἷς Ἡγούμενος. Διὰ νὰ προλάβω δὲ πᾶν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προκύψῃ, ἐνήργησα, ὅπως ἐκλεχθῇ Ἡγούμενος τὶς ἀποστείλας ἔγγραφον πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶπον ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ τοποθέτησις, διότι εἶναι προσωρινή, καὶ πρέπει νὰ διατάξῃ νὰ ἐκλέξῃ ἡ Μονὴ τὸν Ἡγούμενον. Διὰ τὸ ἄλλο μέρος τὸ δεύτερον τῆς καταγγελίας δὲν παρέπεμψα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν μέχρις οὗ βεβαιωθῇ ὅτι ὁ Ἡγούμενος δὲν θὰ παραμείνῃ, διότι ἂν παραμείνῃ, δὲν γνωρίζω ἂν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ Ἀρχὴ τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἐνέργειαν.
§32Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον συγκληθὲν δὲν ἐξέλεξε τὸν ἴδιον;
§33ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἐξέλεξε. Δὲν ὑπῆρξε καμμία ἐκλογή.
§34Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀληθεῖς, συνῆλθε καὶ ἐξέλεξε τὸν ἴδιον, τὸν ὁποῖον σεῖς λέγετε ὅτι εἶναι κατὰ μετάπεμψιν, διότι ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶναι κατὰ μετάπεμψιν.
§35ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός, τὸ δὲ ἔγγραφον τὸ ἰδικόν μου εἶναι πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν, μετὰ δὲ τὸ ἔγγραφον προσεπάθησε νὰ ἐκλέξῃ αὐτόν, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὰ βιβλία τῆς Μονῆς καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ. Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν ἐξελέγη. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξελέγη....
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὸ δύο καὶ ἡμίσεος μηνῶν ἐγράψατε καὶ δὲν ἀπήντησεν ἀκόμη;
§37ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι.
§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάθετέ την ν’ ἀπαντᾷ.
§39ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔκαμον καὶ δεύτερον ἔγγραφον.
§40ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κρίνω ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος, διότι ῥητῶς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λέγει ὡς ἑξῆς: «ἡ ἐξέτασις τῶν παραπόνων γίνεται πάντοτε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλὰ δὲν ἀποφασίζει περὶ αὐτῶν εἰμὴ ἀφοῦ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐὰν τὸ ἀντικείμενον δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Δικαστηρίου». Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ καθαρῶς δικαστικὸν καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει παντάπασιν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἱ. Συνόδου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ παραπόνων κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἑπομένως δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἰς τὴν Βουλὴν δ’ ἐναπόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη μου αὕτη ἢ ὄχι, ἀφοῦ ἐπείσθη καὶ αὐτὸς ὅτι κατὰ πλάνην ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἐξωκκλήσια αὐτὰ θεωρηθέντα ὡς Μοναὶ ἐγκαταλελειμμέναι προσηρτήθησαν εἰς τὴν Μονὴν Κορώνης. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸν Ἡγούμενον τῆς μονῆς Κορώνης φρονῶ ὅτι οὐ μόνον κακῶς ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε Ἡγούμενος, ἀλλὰ καὶ πρὸ μηνὸς περίπου, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐγένετο πάλιν ἐκλογὴ καὶ ἐξελέγη ὁ αὐτός, ἐνῷ κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν μοναστηρίων μόνον ἐκ τῶν μοναχῶν τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ μοναχολογίῳ καὶ τῆς χορείας τῶν ἐπὶ τριετίαν λαβόντων τὴν κουρὰν γίνεται ἡ ἐκλογή. Ἔχω μάλιστα καὶ τοῦτο νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὡς ἐπληροφορήθην καὶ ἐξ ἐπιστολῶν πολλῶν συναδέλφων μου ἐκ Καρδίτσης δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι μοὶ γράφουσιν ὅτι οἱ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξέλεξαν, δὲν εἶχον τὰ προσόντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα, καὶ συνεπῶς ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, ἐπιπροσθέτως δ’ ὅτι οὗτος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μοναχολόγιον καὶ συνεπῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλεγῇ Ἡγούμενος. Μόνον κατὰ μετάπεμψιν δύναται κατὰ νόμον ν’ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν μονῆς μοναχὸς ἄλλης Μονῆς, ἀλλὰ πρέπει οὗτος νὰ εἶναι ἐνάρετος καὶ νὰ διακρίνηται ἐπὶ εὐλαβείᾳ καὶ σεμνότητι βίου, ἀλλ’ ὁ Ἡγούμενος οὗτος τοιαῦτα προσόντα δὲν εἶχε, διότι ὁ προγενέστερός του βίος δὲν μαρτυρεῖ τοιοῦτόν τι, ἀφοῦ μάλιστα ἀποδεικνύεται, ὅτι αὐτὸς κατέστρεψε τὴν Μονὴν ταύτην, διότι ἐκ τῶν ἐνοικίων τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Πέτρας, ἥτις προσηρτήθη εἰς τὴν Μονὴν Κορώνης τὸ ἥμισυ ὠφελεῖται αὐτός. Ἡ κατάχρησις εἶναι προφανής, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§41Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐκάλεσε τὸν Ἡγούμενον εἰς ἀπολογίαν, ἀπεδείχθη δ’ ὅτι δὲν ἦτο κατὰ μετάπεμψιν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
§42Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτά, ἐὰν ἐγένοντο, ἐγένοντο κακῶς, οὐδέποτε ὅμως ἡ ἐκεῖσε ἐγκατάστασίς του ἐγένετο κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς ἐκκλησιαστικούς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 78 μέχρι τοῦ ἄρθρου 86. Εἰς τὴν αὐρινὴν συζήτησιν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς θὰ κάμῃ τὴν ἀνάπτυξιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Κατόπιν ἔχομεν ὡς δεύτερον ἀντικείμενον τὴν συζήτησιν ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου ἡ «Πρόοδος», ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία «Ἑνιαία».
§44Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις ποία ἐπερώτησις θὰ προταχθῇ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐπερωτήσεως τῆς Προνομιούχου.
§45Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος ἀπεφάνθη ὅτι ἡ αἴτησις δὲν ἔφερε τὰς ὑπογραφὰς τῶν δέκα Βουλευτῶν καὶ ἀπερρίφθη.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη ὡς μὴ ὑποστηριζομένη ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν.
§47Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀσθενὲς ἐπιχείρημα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ νόμιμον ἐπιχείρημα. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§49Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον, κ. Βουλευταί, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἐκφρασθείσης γνώμης ὑπό τινων τῶν ἐναντία φρονούντων, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι μόνον ἀκαδημαϊκή, διότι πᾶν ἄλλο ἢ ἀκαδημαϊκὴ δύναται νὰ ὀνομασθῇ συζήτησις, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἔκπτωσιν μὲν τῆς «Ἑνιαίας» δι’ ὡρισμένους λόγους παραβάσεως, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν δὲ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκριζώσεως, ἀρχῆς γενομένης ἤδη κατ’ ἀρχὴν δεκτῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΓΧΟΔʹ τῆς 27ης Μαρτίου 1910. Ἡ λύσις αὕτη εὑρίσκεται ἐν τῇ συμβάσει τῆς 27ης Νοεμβρίου 1909, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀποτελοῦσι μέρη ἀφ’ ἑνὸς ἡ «Ἑνιαία», ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ Δημόσιον ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ δύο ἀλληλοδιαδόχων Κυβερνήσεων. Ἡ λύσις αὕτη ἐνεκρίθη τέλος καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ κατέστη ἤδη νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἀκαδημαϊκὴ λοιπὸν ἡ συζήτησις, διότι μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς «Ἑνιαίας» προτείνεται ἡ ἐκρίζωσις, περὶ ἧς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ ͵ΓΧΟΔʹ νόμου ἀναφέρει: «Ἡ ἐκρίζωσις ὑποδεικνύεται νῦν ὑπὸ πάντων σχεδὸν ὡς τὸ μόνον ῥιζικὸν μέσον πρὸς διακανονισμὸν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ καταδείξωμεν ἡμεῖς τὰς ἐξ αὐτῆς προσδοκωμένας ὠφελείας». Φέρει δ’ ἡ αἰτιολογικὴ αὕτη ἔκθεσις τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ἀθ. Εὐταξίου, ἀνδρὸς πεπειραμένου περὶ τὰ σταφιδικὰ καὶ ἐκ τῶν μεγαλειτέρων σταφιδοκτημόνων. Ἡ λύσις αὕτη εἶναι πλέον ἡ μόνη εὐχὴ καὶ ὁ μόνος πόθος τῶν κτηματιῶν μετὰ τὴν βεβαίωσιν ὅτι ἡ «Ἑνιαία» ὄχι πλέον τὸ ὅλον πλεόνασμα, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν 20 ἑκατ. εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσῃ εἰς τὰς ἀγοράς. Μόνον δ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὕτη θέλει γίνει, δέον νὰ συζητηθῇ καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐπιφυλάσσομαι παρακατιὼν ν’ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου. Πρὶν προβῶ ὅμως εἰς τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπισκοπήσω τὸν θεσμὸν τῆς «Ἑνιαίας» αὐτὸν καθ’ ἑαυτόν, τουτέστι τὸν σκοπόν, δι’ ὃν αὕτη συνέστη, ὡς καὶ τὴν ἱστορικὴν ἄποψιν τούτου, διότι ταῦτα εἶναι ἀπαραίτητα ἐφόδια εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ κρίνωσι πρῶτον περὶ τῆς ἐπιτυχίας τούτου καὶ δεύτερον περὶ τῆς προβαλλομένης δῆθεν ἀνάγκης περὶ διατηρήσεως τῆς «Ἑνιαίας» καὶ μετὰ τὰς βεβαιουμένας παραβάσεις τῶν διαφόρων ὅρων τῆς συμβάσεως, αἵτινες κατηγγέλθησαν. Θ’ ἀποφύγω, κ. Βουλευταί, φειδόμενος τοῦ χρόνου ὑμῶν ν’ ἀναπτύξω τὰ ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τῆς σταφιδικῆς κρίσεως ληφθέντα μέτρα, πρῶτον τὸ τῆς παρακρατήσεως, δεύτερον τῆς ἀγορᾶς τοῦ πλεονάσματος ὑπὸ τῆς Σταφ. Τραπέζης καὶ τρίτον τὸ τῆς εἰς εἶδος φορολογίας, ὧν πάντων ἡ ἀποτυχία ἤγαγεν ἀναγκαίως εἰς τὴν σύστασιν τῆς «Ἑνιαίας» ὡς ἔσχατον καταφύγιον καὶ ἐσχάτην ἐλπίδα αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως. Πάντα τὰ μέτρα ταῦτα ὅμως δὲν εἶναι, Κύριοι, ἢ ἀποτελέσματα πεπλανημένης ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τεχνικῶν καὶ ἐμπειρικῶν μέσων νὰ ἐπέλθῃ λύσις οἰκονομικοῦ προβλήματος, ἅτινα διέπουσιν, ὡς γνωστόν, ἀναλλοίωτοι καὶ φυσικοὶ νόμοι. Ἀλλ’ ἡ διὰ τῶν μέσων τούτων ἀποτελεσθεῖσα ἅλυσις, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς «Ἑνιαίας», ὡς ἐκπροσωποῦντα τὴν ἐσχάτην ἐλπίδα τῶν κτηματιῶν, λόγῳ τοῦ ἐπιδιωκομένου διὰ ταύτης σκοποῦ, ὅστις, ὡς γνωστόν, ἦτο ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως, τοῦθ’ ὅπερ ἀπέτυχεν ἐπιχειρηθὲν τόσον ὑπὸ τῆς ἰδιωτικῆς δράσεως, ὅσον καὶ ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἠλπίζετο ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς «Ἑνιαίας», ἡ ὁποία παρεῖχε μείζονα μὲν κεφάλαια, ἑνότητα δὲ πρωτίστως ἐνεργείας πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ. Μέχρις ὅμως τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελαν ἐπέλθει ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως ταύτης, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως καλλιεργῶνται αἱ κατὰ τὸ διάμεσον διάστημα σταφιδάμπελοι, τοῦθ’ ὅπερ θὰ κατωρθοῦτο, μόνον ἂν ἀπελάμβανεν ἡ σταφὶς μιᾶς τιμῆς ἐξασφαλιστικῆς, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς ἐσταθεροποιεῖτο ἡ παρακράτησις, ἡ ὁποία κατ’ ὄνομα μόνον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑφίστατο — διότι τόσον ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὅσον καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς διαχειρίσεως ταύτης ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν πλήρεις παντὸς ἄλλου ἢ σταφίδος, ἤτοι ἄμμου, ἀνθράκων καὶ πάσης ἄλλης ὕλης, πλὴν σταφίδος, ἐπαναλέγω —, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἐὰν ἀφῃρεῖτο ἐκ τῆς ἀγορᾶς τὸ πλεόνασμα τῆς σταφίδος, τοῦτο δὲ ἤθελεν ἀρθῆ μόνον διὰ τῆς ἀγορᾶς τούτου ἐκ μέρους τῆς «Ἑνιαίας». Πρὸς ἐπίτευξιν τούτων καὶ ὁρισμὸν κατωτάτου ὁρίου τιμῶν προσέφερον οἱ δυστυχεῖς σταφιδοπαραγωγοὶ 7 δραχ. ὡς ἀσφάλιστρον πρὸς τὴν «Ἑνιαίαν», ὅπως φέρῃ τὴν προσωρινὴν ταύτην διὰ τῶν ὡς ἄνω μέσων ἐξίσωσιν τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν, μέχρις οὗ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως ἐπέλθῃ ἡ ἀναμενομένη ῥιζικὴ λύσις τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Τὸ ἐπαγωγὸν δὲ τοῦ θεσμοῦ τούτου τείνοντος πρὸς ὁριστικὴν λύσιν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως—καὶ ἀποτελοῦντος τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς σειρᾶς τῶν ἀνεπιτυχῶν μέτρων τῶν βασισθέντων ἐπὶ σαθρᾶς βάσεως— καὶ οὐχὶ ἡ ἐξασφάλισις κυρίως τιμῶν, ὡς παρεστάθη ἡμῖν, ἤγαγε πάντας ὑμᾶς τότε, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγομαι, εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ ἡ τελευταία ἐλπὶς καὶ ἡ τελευταία ἀπόπειρα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, πρὶν ἢ λάβωσι τὰ ῥιζικὰ μέτρα, ἅτινα ὑποδεικνύονται σήμερον. Πάντες κατὰ τὴν ψυχολογικὴν ἐκείνην στιγμὴν ὁμοιάζομεν καταπληκτικῶς πρὸς τοὺς οἰκείους ἀσθενοῦς πάσχοντος ἐκ γαγγραίνης, οἵτινες μεταχειρίζονται πᾶν μέσον, ἔστω καὶ ἐμπειρικόν, πρὶν ἢ προβῶσιν εἰς τὴν ὑποδεικνυομένην ὡς μόνην σωτηρίαν ἐκκοπὴν τοῦ πάσχοντος μέλους τοῦ ἀσθενοῦς. Τοιοῦτος, Κύριοι, εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ταῦτα τὰ ἐπαγωγὰ εἶχεν ὁ θεσμὸς οὗτος κατὰ τὴν γέννησίν του, ἃ ἀνέπτυξα. Ὑπῆρχεν ὅμως καὶ ἄλλος λόγος ὑπισχνούμενος τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου· ὑπῆρχε τὸ δαιμόνιον πνεῦμα τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ θεσμοῦ τούτου, παρ’ οὗ, ἂν ἔζη, πολλὰ βεβαίως ἠδύνατο ν’ ἀναμένῃ ἡ σταφιδοπαραγωγή. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συστάσεως τῆς «Ἑνιαίας» ἐπεζητήθη ἡ βαθμιαία μετατροπὴ τῆς ἀμφοτεροβαροῦς ταύτης συμβάσεως εἰς ἑτεροβαρῆ σύμβασιν, ἐπιτυγχανομένη δι’ ἀπειλῶν χρεοκοπίας τῆς «Ἑνιαίας» πρὸς ἐκβίασιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ὅπως δεχθῇ τοὺς νέους ὅρους. Οὕτως αἱ ὑποχρεώσεις τῆς «Ἑνιαίας» ἐμειοῦντο ὁλονὲν καὶ ἀπέμενον ὑποχρεώσεις μόνον εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ δικαιώματα μόνον εἰς τὴν «Ἑνιαίαν» ἐξ ἀντιστοίχου. Δυστυχῶς δ’ ἄβουλος τότε Κυβέρνησις, ἀδιαφοροῦσα περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐδέχθη ἓν ἔτος μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ν’ ἀλλοιώσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε σπουδαίως νὰ μειῶνται τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ἔκτοτε δέ, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ δευτέρα αὐτὴ σύμβασις ἡ ψηφισθεῖσα τῇ 2 Ἰουνίου 1906 ἤρχισε πλέον ἡ διαρκὴς καταστρατήγησις τῆς συμβάσεως διὰ τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος τοῦ πλεονάσματος, δι’ εἰκονικῶν ἀγορῶν τοῦ πλεονάσματος, εἰς ἃ μετέσχον δυστυχῶς καὶ ἐγένοντο ὄργανα πλεῖστα ὅσα μέλη τοῦ ἐμπορίου τῆς πρωτευούσης τῆς Πελοποννήσου, τῶν Πατρῶν. Οἱ μεγαλείτεροι μάλιστα ἔμποροι τῶν Πατρῶν, καὶ λέγων ταῦτα ἐπικαλοῦμαι ἀπροκαλύπτως τὴν ὁμολογίαν πάντων τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συναδέλφων καὶ ἐμπόρων ἐκ Πατρῶν, ἵνα ὁμολογήσωσι, λέγω, ἂν πάντες οἱ μεγαλείτεροι ἔμποροι τῶν Πατρῶν ἀλληλοδιαδόχως δὲν ἐγένοντο συνεργοὶ καὶ ὄργανα παραβιάσεως τῆς συμβάσεως ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς «Ἑνιαίας». Προκαλῶ τούτους καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι τοῦτο, διότι ἄλλως τε θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ὑποδείξω ὀνομαστὶ πότε καὶ ποῖοι προέβησαν εἰς τὰς παραβάσεις ταύτας. Τοιουτοτρόπως δὲ προχωροῦντες ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἔτος 1909, ὁπότε αὐτὴ αὕτη ἡ «Ἑνιαία» ἐδήλωσεν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ ἀκωλύτως τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον συνέστη, ἀδυνατεῖ δηλαδὴ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπαύξησιν τῆς καταναλώσεως, καὶ κατέφυγεν εἰς ἕτερον μέσον, εἰς τὸ μέσον τῆς ἐκριζώσεως, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκριζώσῃ τὰ 20,000,000 τοῦ πλεονάσματος, τὰ ὁποῖα ἐπεβάρυνον αὐτὴν καὶ μόνην, ἀδιαφοροῦσα περὶ τῆς τύχης τῆς ὅλης παραγωγῆς. Ἀλλὰ, ὅπως προβῇ ἡ «Ἑνιαία» εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δὲν ἀμφιβάλλετε βεβαίως ὅτι ἐβεβαιώθη ὅτι ἡ κατανάλωσις ὄχι μόνον δὲν ηὔξανεν, ἀλλὰ καὶ ἐμειοῦτο. Ὄντως δὲ βεβαιοῦται ἐκ τῶν στατιστικῶν ὅτι ἡ κατανάλωσις μειοῦται καταπληκτικῶς. Διότι κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1905 μέχρι τοῦ 1909, ἡ κατανάλωσις ἐμειώθη κατὰ 5,200 τόννους, ἤτοι ἡ κατανάλωσις ἐμειώθη κατὰ 40,500,000, ποσὸν ἀναμφισβητήτως βεβαιούμενον ἐξ αὐτῶν τῶν ἀπολογισμῶν τῆς «Ἑνιαίας». Ἀπὸ τῆς στιγμῆς κυρίως ταύτης, Κύριοι, ἡ «Ἑνιαία» δὲν ὑφίσταται πλέον διὰ τοὺς παραγωγούς, ἀφοῦ ἐματαιώθη ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον αὕτη συνέστη. Ἀλλὰ, ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς «Ἑνιαίας», πρέπει νὰ ἐξετασθῇ βεβαίως καὶ ἂν εἰδικοὶ συντρέχουσι λόγοι, οἵτινες νὰ δικαιολογῶσι τὴν ἔκπτωσιν ταύτης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐγκύψῃ τις εἰς τὰ τῆς «Ἑνιαίας», θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ ἀποδείξεις τελείας περὶ τῶν παραβάσεων τῆς «Ἑνιαίας», διότι ὁ θεσμὸς αὐτῆς εἶναι τόσον πολύπλοκος, καὶ τὰ πρόσωπα τὰ παρεντιθέμενα εἶναι τοσαῦτα, ὥστε μετὰ μεγίστης δυσχερείας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαλευκάνῃ τις ὑπὸ ποῖον τύπον ἐνήργουν τὰ πρόσωπα αὐτά· ἐνήργουν δηλ. ὡς ἄτομα ἢ ὡς ὄργανα τῆς «Ἑνιαίας». Οὐχ ἧττον δύο γεγονότα συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μᾶς δώσωσι πειστήρια, ὅπως μορφώσωμεν κατόπιν ὁριστικὴν πεποίθησιν περὶ τῆς καταστρατηγήσεως τῆς συμβάσεως. Τὰ σημεῖα ταῦτα εἶναι πρῶτον μὲν ἡ ὁμολογία αὐτοῦ τούτου τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἑταιρείας ὁμολογήσαντος ὅτι ἐγένοντο παραβάσεις, ἀλλ’ ἐγένοντο, ὅπως ἐξυπηρετηθῇ ὁ σκοπὸς τῆς «Ἑνιαίας».
§50Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Πότε εἴπετε;
§51Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὅτε συνεζητοῦντο αἱ τροπολογίαι τῆς συμβάσεως. Εἶναι ἡ ὁμολογία λοιπὸν αὕτη ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ταύτην ἐπακολουθήσασα ἀποθράσυνσις ἐκ τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς «Ἑνιαίας» οἵτινες ἀσυστόλως πλέον προέβαινον εἰς παραβιάσεις τῆς συμβάσεως. Τὰ δύο ταῦτα γεγονότα συνετέλεσαν, ἰδίᾳ δὲ τὸ τελευταῖον, εἰς τὸ νὰ μᾶς παράσχωσι πειστήρια ἀναμφισβήτητα περὶ τῶν τελουμένων παραβάσεων. Ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν κρίσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν προκειμένου περὶ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων κατὰ τῆς «Ἑνιαίας», λησμονεῖ δ’ ὅμως ὅτι πλὴν τούτου συνέτρεξαν εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς αὐτῆς πεποιθήσεως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ ἀνακριτής, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ οἱ ἄλλοι δικασταί, οἱ ἀποτελέσαντες τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ἀλλὰ μήπως ἡ δικαστικὴ μόνον ἐξουσία ἀνωμολόγησε τὴν ὕπαρξιν τῆς παραβάσεως ταύτης ἐκ μέρους τῆς «Ἑνιαίας»; Ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων της πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ταὐτὰ ἀνέφερε. Τὰ ἔγγραφα τοῦ νομάρχου κ. Δασίου, φέροντα ἀριθμοὺς 17,457 καὶ 68,244 τοῦ Ἰουνίου 1910, οὐδὲν ἄλλο ἀναφέρουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ταῦτα καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦσιν ἢ τὴν ἐπέμβασίν της κατὰ τῶν παραβάσεων τῆς «Ἑνιαίας». Ἐπειδὴ ὅμως καὶ αἱ ἐκθέσεις τοῦ κ. νομάρχου πιθανὸν νὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς διὰ τὸν κ. συνάδελφον, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τότε διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πύργου κ. Ποταροπούλου, ὅστις ἐπίσης κατήγγειλε τὰ τῆς παραβάσεως τῆς «Ἑνιαίας» ζητῶν τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πρόληψιν τῶν παραβάσεων τούτων. Ἀλλὰ μήπως τὸ βούλευμα μόνον ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῶν παραβάσεων τούτων; Μεγαλείτερον πειστήριον εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ γενικὴ πεποίθησις παντὸς σταφιδοπαραγωγοῦ, παντὸς ἀναμιγνυομένου εἰς τὰ τῆς σταφίδος, ὅτι ἡ «Ἑνιαία» εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως κατ’ ἐξακολούθησιν παρέβη καὶ παραβαίνει τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Ὡμολόγησε δὲ τοῦτο καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος, ὅτε ἔλεγεν ὅτι ἐκ δημοκοπίας ἄγονται οἱ ὁμιλοῦντες κατὰ τῆς «Ἑνιαίας». Ἀλλά, διὰ νὰ ὁμιλῶσιν ἀγόμενοι ἐκ δημοκοπίας, τοῦτο οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη θέλησις τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Πρὸ τριαύτης δ’ ὁμοφωνίας εὑρισκόμενοι ὄχι μόνον δὲν εἶναι δημοκόποι οἱ οὕτω πως ὁμιλοῦντες, ἀλλ’ ἐκτελοῦσι καὶ ὑποχρέωσιν συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Δέχομαι δηλ. ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους των, διότι κατὰ πᾶσαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν σταφιδικὸν ζήτημα, τοῦτο ἔρχεται οὐχὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπεμβαίνουσα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνεργεῖ δυνάμει εἰδικῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, πρὸς ἣν οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὀφείλουσιν ὡς ἀντιπρόσωποι οἰκονομικῶν συμφερόντων πλέον καὶ οὐχὶ ὡς Βουλευταί, ἔχοντες ἀπεριόριστον ἐντολὴν νὰ συμμορφοῦνται. Πᾶς δὲ μὴ συμμορφούμενος πρὸς τὴν εἰδικὴν καὶ ἐπιτακτικὴν ταύτην ἐντολὴν οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παραβάτης τῆς ἐντολῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ. Τοιαύτη δ’ ὁμοφωνία ὄχι μόνον ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ δέον νὰ ὑπάρχῃ, ὅτε τοιαῦται ἀσύστολοι παραβάσεις γίνονται καθ’ ἑκάστην ἐκ μέρους τῆς «Ἑνιαίας». Δὲν ἐγένοντο δ’ αὗται μόνον εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ εἶναι σειρά, ἥτις ἐξακολουθεῖ μέχρις ἐσχάτων. Οὕτω καταγγέλλω νέαν ἔτι παράβασιν τῆς συμβάσεως, συμβᾶσαν κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1910 καὶ συνισταμένην εἰς τοῦτο: Καθ’ ἣν στιγμὴν κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1910 εἰς τὴν σταφιδαγορὰν αἱ σταφίδες ἐτιμῶντο 140 δρ. παρουσιάσθη ἔμπορος προσφέρων εἰς τὴν «Ἑνιαίαν» τὸ ποσὸν τῶν 160 δρ. διὰ ποσὸν 7 ἑκατ. καὶ ἠγόρασε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς ἀποθήκας τῆς Ζακύνθου καὶ ἰδίως τοῦ Σαρσέντου, μέρος τῶν τῆς Κορινθίας καὶ τῆς Ἀμαλιάδος. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τοῦτο· ἠγόρασε μίαν τῶν ἀποθηκῶν τούτων παραγωγῆς τοῦ 1908 ἀντὶ 160 δρ., ἐνῷ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως προηγουμένου ἔτους παραγωγὴ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πωληθῇ κάτω τῶν 200 δρ. Νομίζω ὅτι ἡ παράβασις αὕτη, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ τελευταίως γενομένη, εἶναι ἐπαρκής, ὅπως χρησιμεύσῃ πρὸς κήρυξιν τῆς «Ἑνιαίας» ἐκπτώτου, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδὲν ὅριον εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ οὔτε τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος οὔτε τῆς παραγωγῆς.
§52Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἡ παράβασις πῶς βεβαιοῦται;
§53Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἶναι πασίγνωστος εἰς τὸν σταφιδικὸν κόσμον.
§54Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Καὶ πόθεν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἐμπόρου νὰ δώσῃ ἀνωτέραν τιμὴν ἐκείνης, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὴν ἀγοράν; Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ τοῦτο.
§55Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, διότι παρίσταται ἡ ὑπόθεσις ὡς ὅλως ἀπίθανος.
§56Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἁπλούστατα, διότι ὁ ἀγοράσας ταύτας ἔμπορος ἐνήργει ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς «Ἑνιαίας», ὅπως ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ταύτης τὸν σταφιδόκαρπον τοῦτον καὶ μεταφέρῃ αὐτὸν εἰς τὴν μέλλουσαν παραγωγήν. Διὰ τοῦτο δ’ ἔλεγον ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδὲν ὅριον δύναται νὰ ὁρισθῇ τῶν τιμῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ ἡ παραγωγὴ οὐδ’ ἐπὶ ταύτης μόνης δύναται νὰ ὑπολογίσῃ τις, ἀφοῦ δύναται ἡ «Ἑνιαία» νὰ προσθέτῃ ὁσονδήποτε ποσὸν θέλει ἑκάστοτε. Γνωρίζετε δὲ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνῆλθον τὰ πλεονάσματα ταῦτα τῆς «Ἑνιαίας» κατὰ τὸ 1910; Ἀνῆλθον εἰς 105 ἑκατομμύρια ἑνετ. λιτρῶν, διότι, πλὴν τῶν 7.000.000, ἅτινα ἐξήχθησαν καὶ διετέθησαν ὡς ἄνω, ὑπῆρχε πλεόνασμα παρελθουσῶν χρήσεων καὶ δελτία δυνάμενα νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν νέαν ἐσοδείαν 98.000.000, ἅτινα προστιθέμενα μᾶς ἀναβιβάζουσιν ἐν ὅλῳ κατὰ τὸ 1910 τὸ ποσὸν πλεονάσματος εἰς χεῖρας τῆς «Ἑνιαίας» εἰς 105,000,000. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους βεβαίως στενάζουσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ θὰ στενάζωσι, διότι τοῦτο οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ ἢ Δαμόκλειον σπάθην κατ’ αὐτῶν. Εὑρίσκεται δ’ οὕτως ἡ σταφιδοπαραγωγὴ εἰς τὴν αὐτὴν περίστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο, καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ θεσμὸς τῆς «Ἑνιαίας», διότι τότε μὲν ἠμύνετο κατὰ τῆς φυσικῆς ὑπερπαραγωγῆς καὶ τοῦ προκύπτοντος πλεονάσματος, σήμερον δὲ πρέπει ν’ ἀμυνθῇ κατὰ τῆς πλαστῆς ὑπερπαραγωγῆς τῆς ἐκ τῆς μεταφορᾶς τῶν πλεονασμάτων, τῶν εὑρισκομένων εἰς χεῖρας τῆς «Ἑνιαίας», ἐπερχομένης καὶ ἐπιβαρυνούσης πᾶσαν νέαν ἐσοδείαν. Πρὸ τῆς νέας ταύτης καταστάσεως οὐδεμία ἐλπὶς ἀπομένει πλέον εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς ἢ μόνον μία, ἡ σύστασις νέας ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου, οὐχὶ πλέον κατὰ τῆς φυσικῆς ὑπερπαραγωγῆς, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ὀλεθρίας δράσεως τῆς «Ἑταιρείας» τῆς ἱδρυθείσης πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς. Πρέπει νὰ κάμωμεν δηλαδὴ ἄλλην μίαν «Ἑνιαίαν», ὅπως ἀμυνθῶμεν κατὰ τῆς «Ἑνιαίας». Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῶσι καὶ κατανοηθῶσιν ὑπὸ τῶν μὴ σταφιδοπαραγωγῶν, οὐδὲ ὑπὸ δικαστικῆς Ἀρχῆς, οὐδὲ ὑπ’ ἄλλης, διότι, οἱαδήποτε Ἀρχὴ καὶ ἂν βεβαιώσῃ ταῦτα, θ’ ἀκούσωμεν πάλιν τὰς διαμαρτυρίας ἐκείνας, ἃς ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν καὶ τὰς ὁποίας διετύπωσε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης καὶ προτείνω νὰ σχηματισθῇ ἐξεταστικὴ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία περιερχομένη τὰ διάφορα μέρη τῆς Πελοποννήσου νὰ πεισθῇ περὶ πασῶν τῶν καταχρήσεων τούτων καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξῃ εἰς τὸ μέτρον αὐτό, τὸ μόνον διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ διευκρινίσῃ καὶ βεβαιώσῃ τὴν ὀλεθρίαν δρᾶσιν τῆς «Ἑνιαίας».
§57Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ εἰδικότητες, διότι εἶναι φυσικὸν μερικὰ πράγματα νὰ μὴ τὰ γνωρίζωσιν οἱ Βουλευταί.
§58Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὁ προσδιορισμὸς ταύτης δύναται ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅστις θέλει κανονίσει τὰ πρόσωπα. Πρὶν ὅμως προβῶ περαιτέρω ὀφείλω ν’ ἀνασκευάσω ἀνακρίβειάν τινα λεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, ὅτι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ συνετέλεσαν οὐχὶ ὀλίγον εἰς τὴν δολίευσιν τῆς συμβάσεως εἰσάγοντες νωπὴν σταφίδα εἰς τὰς ἀποθήκας. Δὲν εἶναι, κύριε συνάδελφε, οἱ κτηματίαι οἱ εἰσάγοντες εἰς τὰς ἀποθήκας νωπὴν σταφίδα, ἀλλὰ μόνον οἱ συμπράκτορες τῶν ὀργάνων τῆς «Ἑνιαίας», ὡς τοῦτο βεβαιοῦται ὄχι μόνον διὰ βουλευμάτων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου Πύργου, ὡς δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Συριόπουλος.
§59Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐννοεῖτε τὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἐναντίον διαφόρων ἐμπόρων τῶν Λεχαινῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συννενοημένοι μετὰ τοῦ ἀποθηκαρίου νὰ μὴ δέχηται οὗτος παρ’ ἄλλων σταφίδα ὑπὸ διαφόρους προφάσεις, ὥστε νὰ ἐξαναγκάζωνται οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ νὰ πωλῶσιν εἰς αὐτοὺς τὴν σταφίδα των εἰς χαμηλὴν τιμήν, 120 δραχ. καὶ κάπως; Αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις ἐννοεῖτε;
§60Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μὲ ἐβεβαιώσατε, κύριε συνάδελφε, ὅτι δι’ ἀποφάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου Πύργου ἐβεβαιώθη ὅτι εἰσῆγον πρᾶγμα εἰς τὰς ἀποθήκας Πύργου μόνον ὡρισμένοι ἄνθρωποι συνδεόμενοι μετὰ τοῦ ἀποθηκαρίου Πύργου καὶ μόνον ἐκεῖνοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγωσι πρᾶγμα εἰς τὰς ἀποθήκας Πύργου, διότι ὁ ἀποθηκάριος παρ’ οὐδενὸς ἄλλου ἐδέχετο, καὶ ἂν ὁ σταφιδόκαρπος ἦτο καλός, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον, ἐννοεῖτε, δὲν θὰ ἐδέχετο, ἂν ἦτο νωπός. Αὐτὸ μὲ ἐβεβαιώσατε.
§61Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αἱ ἀποφάσεις αὗται εἰς ποῖον χρόνον ἀνάγονται;
§62Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐλέχθη ἐπίσης, Κύριοι, ὅτι ἐπετεύχθη διὰ τῆς διαφημίσεως ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως, ἐπετεύχθη δὲ πρωτίστως ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου καὶ ἐθεώρησαν οἱ τῆς «Ἑνιαίας» ὅτι ἔδει νὰ στρέψωσι τὴν προσοχήν των πρὸς αὔξησιν τῆς καταναλώσεως. Διότι μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ ἐνόμισαν οἱ διάδοχοι τοῦ Πεσμαζόγλου ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν αὔξησιν, ἐνῷ ἐκεῖνος ὁ εἰσηγητὴς τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις, οὐχὶ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἰαπωνίαν ἔστρεψε τὰ βλέμματά του προσπαθῶν ἵνα ἐξεύρῃ νέας ἀγοράς, οὐχὶ τὰς ὑπαρχούσας, διὰ τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τοῦτο, διότι ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα περὶ αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς τὴν Ἰαπωνίαν· ὥστε καὶ ἐκ τούτου βλέπετε ὁπόσον οἱ διάδοχοι τοῦ Πεσμαζόγλου εἶχον διάφορον γνώμην τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ, δηλ. ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως, δέον νὰ ἐξετασθῇ ἂν εἶναι πραγματικὴ ἢ πλαστή. Διότι συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει ἑταιρεία διαφημίσεως, ἥτις ἔχει ἀναλάβει διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς «Ἑνιαίας» τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος, καὶ ἥτις ἔχει συνεπῶς τὸ συμφέρον, ὅπως ἡ κατανάλωσις φθάσῃ ἄνω τοῦ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ὁριζομένου ποσοῦ, διότι τότε μόνον, ἤτοι πέρα τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀρχίζει ἡ ἑταιρεία τῆς διαφημίσεως νὰ λαμβάνῃ ποσοστὰ ὁριζόμενα ἐν τῇ συμβάσει. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἡ ἑταιρεία τῆς διαφημίσεως ἔχει ἄμεσον συμφέρον νὰ ἐξέρχηται ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ἡ σταφὶς καὶ νὰ παραδίδηται εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν, ὅπως θεωρῆται ὅτι ἡ κατανάλωσις ὑψοῦται, ἀλλ’ ἡ ὕψωσις αὕτη εἶναι τεχνητή· διότι, καθὼς βεβαιοῦται ἐκ τῶν (cleareuses) ἐκκαθαρίσεων, τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἀντιπροσωπεύουσι κατανάλωσιν, διότι δὲν κατηναλώθησαν, ἀλλὰ παρέμειναν ἐν τῇ ἀγορᾷ τὰ πλεονάσματα. Ἑπομένως καὶ ἡ ὕψωσις δὲν εἶναι πραγματική, ἀλλὰ τεχνητή, καὶ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, δὲν εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως. Ἀλλά, καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ κατανάλωσις ηὔξησεν ἐν Ἀγγλίᾳ, τί τοῦτο ἐνδιαφέρει τὴν σταφιδοπαραγωγήν; Ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἐνδιαφέρεται μόνον διὰ τὴν γενικὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως, ἀλλά, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἡ κατανάλωσις ἀπεδείχθη ὅτι ἐμειώθη κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν κατὰ 10,000,000, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ τοῦ 1899, πλὴν τοῦ 1900, μέχρι τοῦ 1904 εἴχομεν μέσον σύνολον μὲν καταναλώσεως 607,000 τόννων, μέσον δὲ ὅρον καταναλώσεως κατ’ ἔτος 121,400 τόννους, κατὰ τὴν ἑτέραν πενταετίαν, ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἐφαρμοζομένη ἡ «Ἑνιαία», ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1905 μέχρι τοῦ 1909, ἔχομεν σύνολον μὲν καταναλώσεως 580,500 τόννους καὶ μέσον ὅρον κατ’ ἔτος καταναλώσεως 116,000 τόννους, ἀπέναντι τῶν 121,400 τόννων τῆς προηγουμένης πενταετίας, ἤτοι μείωσιν χιλιάδων 5300 τόννων, ἀπέναντι τῆς προηγουμένης πενταετίας, οἵτινες ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 10,600,000 ἐνετικῶν λιτρῶν.
§63Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὔξησις!
§64Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως, διὰ τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπον ὅτι πρέπει νὰ μένωσιν εὐχαριστημένοι οἱ παραγωγοί! Ἀλλὰ μήπως εἴχομεν μόνην ταύτην τὴν παραβίασιν ἐκ μέρους τῆς «Ἑνιαίας»; Δὲν εἴχομεν παραβίασιν ἀμεσωτέραν κατὰ τῶν χρηματικῶν συμφερόντων τούτων; Δὲν εἴχομεν τὴν ἀδιαφορίαν περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν δανείων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀδιαφορίαν ἀσυγχώρητον, συντελεσθεῖσαν μέχρις ἐσχάτων μόνον καὶ μόνον ὅπως κατορθώσῃ ἡ «Ἑνιαία» τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνῆκον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ τῆς ὁποίας συνεπῶς μέτοχοι ἦσαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί; Βεβαιωθῆτε δὲ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐκποιήσεως τῶν μετοχῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐδείκνυτο ἡ τοιαύτη ἀδιαφορία, διότι μετὰ ταῦτα θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐξάσκησις ἐκβιαστικῶν μέτρων ἐκ μέρους τῆς «Ἑνιαίας» κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων δανείων, ἅτινα θὰ εἰσπραχθῶσιν εἰς ἀκέραιον, ὅπως ἐγένετο πανταχοῦ, ὅπου ἐπεδίωξε καὶ μέχρι σήμερον τὸ τοιοῦτον, ὡς π.χ. εἰς τὸ Αἴγιον, ὅπου τὸ μέγιστον μέρος, ἵνα μὴ εἴπω τὸ ὅλον, εἰσεπράχθη, ἐκβιασθέντων τῶν κτηματιῶν, ἄλλως τε δὲ ἡ τοιαύτη πρόθεσίς της καταδείκνυται καὶ ἐκ τῆς ἐπιζητηθείσης παρατάσεως ἐπὶ δύο ἔτη τοῦ δικαιώματος τῶν εἰσπράξεων τῶν δανείων διὰ τῆς τελευταίας συμβάσεως τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΧΟΔʹ. Ἀλλὰ θὰ κατέληγον τὰ περὶ ἀποδείξεως τῶν καταγγελιῶν καὶ διαφημίσεως εὐχόμενος ὡς κτηματίας ὅπως τὰ μέτρα καὶ τὴν ἐπιμέλειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ἡ «Ἑνιαία», προκειμένου περὶ φιμώσεως τοῦ Τύπου, τὰ μετεχειρίζετο καὶ διὰ τὴν διαφήμισιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι μεγάλη μερὶς τοῦ Τύπου, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις, συστηματικῶς σιγᾷ καὶ οὐδεμίαν δέχεται καταχώρισιν κατὰ τῆς «Ἑνιαίας», τὸ τοιοῦτον δὲ βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ μὴ κηρυχθῇ ἔκπτωτος μέχρι σήμερον ἡ «Ἑνιαία» καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συνέβαινεν, ἂν ὁ Τύπος ἐλάμβανε τὸ ἐνεργὸν μέρος, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ λάβῃ προκειμένου περὶ ζητήματος ὑπάτης σπουδαιότητος. Λέγω δὲ ταῦτα, βεβαιωθῆτε, μετὰ πόνου ἐγώ, ὁ ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, ἀγωνισθείς, διότι δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω ὅτι ἀξιότιμος ἔμπορος τῶν Πατρῶν ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ ἰδίαν ἐφημερίδα, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἀπὸ τῶν στηλῶν ταύτης δύνανται οἱ πολῖται νὰ καταχωρίζωσι τὰ κατὰ τῆς «Ἑνιαίας» παράπονά των.
§65ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἔτυχε τοιαύτης ἐκτιμήσεως παρὰ τοῦ κόσμου, ὥστε εἰς ἓξ μῆνας ἔπαυσε νὰ ἐκδίδηται.
§66Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὅτε, Κύριοι, τοιαῦται παραβάσεις καταγγέλλονται, ὡς κατηγγέλθησαν ἐκ μέρους τῆς σταφιδοπαραγωγῆς κατὰ τῆς «Ἑνιαίας», ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει καὶ δύναται νὰ κηρύξῃ ταύτην ἔκπτωτον, οὐδεμία δὲ διάταξις τοῦ νόμου περὶ παραγραφῆς, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως, διότι, καθὼς εἶπον, ὑπάρχουσι παραβάσεις τῆς ἑταιρείας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις περὶ ἐνιαυσίου παραγραφῆς τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁ νόμος ἦλθε νὰ κυρώσῃ κυρίως τὴν ποινὴν τοῦ προστίμου τὴν προηγουμένην κατ’ ἀνάγκην τῆς ἐκπτώσεως εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐν τῇ συμβάσει ὁριζομένας, καὶ τοῦτο διότι οὐδεμία ποινὴ ἄνευ νόμου καὶ συνεπῶς ἡ ἐνιαύσιος αὕτη παραγραφὴ εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας ἀποβλέπουσα δὲν ὀφείλει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς ἄλλης παραγράφου τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται ἀπ’ εὐθείας ἡ ἔκπτωσις κατὰ τῆς ἑταιρείας ἐπὶ παραβάσει ὡρισμένων ἄρθρων τῆς συμβάσεως θεωρηθέντων ὡς οὐσιωδῶν. Παραβάσεις δὲ τοιούτων ἄρθρων κυρίως ἔχομεν καὶ κατηγγείλαμεν ἐναντίον τῆς «Ἑνιαίας». Νομίζω δηλ. ὅτι ὁ νόμος ὁ ἐπελθὼν πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως δὲν ἐσκόπει κυρίως νὰ κυρώσῃ τὴν συμβατικὴν ταύτην οὕτως εἰπεῖν διάλυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς «Ἑνιαίας» τὴν ἐπερχομένην δυνάμει ἀμοιβαίας συμφωνίας ἀφ’ ἑνὸς τοῦ Δημοσίου τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἑταιρείας ἐν περιπτώσει παραβάσεως ῥητῶν ὅρων ταύτης, ἀλλ’ ἐπῆλθε πρὸς κύρωσιν τῆς ποινῆς τοῦ προστίμου τῆς προηγουμένης εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις κατὰ ῥητὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως τῆς ἐκπτώσεως, καὶ ὅπως συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀρχὴν ὅτι οὐδεμία ποινὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἄνευ νόμου, ποινὴ δὲ χρηματικὴ εἶναι καὶ τὸ τῶν 5,000 δραχ. πρόστιμον τὸ ἐν ταῖς περιπτώσεσι ταύταις ἐπιβαλλόμενον πρὸ τῆς ἐκπτώσεως, καὶ τὴν χρηματικὴν ταύτην ποινὴν ἠναγκάσθη ὁ νόμος νὰ κυρώσῃ ὁρίσας καὶ ἐνιαύσιον παραγραφὴν τῶν παραβάσεων τούτων, ἥτις ὅμως οὐδόλως ἀφορᾷ τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς κηρύσσεται ἔκπτωτος χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ τὸ πρόστιμον, ὡς ῥητῶς ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 2, 9 καὶ 17 παράγραφος δʹ τῆς συμβάσεως. Ἀλλά, ἂν οἱ λόγοι οὗτοι καὶ μόνον ἀναγκάζωσιν ἡμᾶς νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν «Ἑνιαίαν», ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι συντρέχοντες ὅπως ἐφέτος κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου ἔτους κηρυχθῇ ἔκπτωτος αὕτη. Οἱ ἰδιαίτεροι οὗτοι λόγοι εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις παντὸς ἀποθέματος εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, πλὴν δὲ τούτου ἔχομεν καὶ μείωσιν τῆς παραγωγῆς τῆς Καλιφορνίας, μείωσιν δηλ. τῆς παραγωγῆς ἐκείνης τῶν 140 ἑκατομ. ἑνετικῶν λιτρῶν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπεκαλέσθη ὡς ἀντιδρῶσαν εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος, μείωσιν δὲ κατὰ 50% λόγῳ τῶν παγετῶν ἢ κατ’ ἄλλας πληροφορίας κατὰ 30%, δυναμένην νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τελείαν καταστροφήν, ἐὰν ἐπακολουθήσωσι καὶ ἄλλοι παγετοί. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ λόγοι, οἵτινες συντρέχουσιν, ὥστε ἡ κήρυξις τῆς ἐκπτώσεως νὰ μὴ ἐπισεισθῇ ὡς μορμολύκειον καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅπως συνηθίζουσι νὰ ἐπισείωσι ταύτην κατὰ πάσης ἀπειλῆς ἐκπτώσεως.
§67Β. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ γίνῃ κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη;
§68Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἡ κήρυξις τῆς ἑταιρείας ἐκπτώτου πρέπει ἀναμφηρίστως νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸ μέτρον τῆς ἐκριζώσεως οὐχὶ τῆς ἑκουσίας, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος, ἀλλ’ ἀναγκαστικῶς ἐπὶ ἀποζημιώσει. Εἶναι δὲ τοῦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως θ’ ἀποδώσῃ πολὺ καλλίτερα ἀποτελέσματα οὐ μόνον διὰ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ διὰ τὸ ὅλον Κράτος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν οἰνοπαραγωγήν. Ἔχομεν ποσὸν καταναλώσεως ἐτήσιον 250,000,000, φορολογούμενον σήμερον μὲ 35% εἰς εἶδος καὶ ἐπὶ πλέον δι’ ἑπταδράχμου ἢ ὀκταδράχμου κατὰ τὸν νόμον τὸν ͵ΓΧΟΔ.ʹ Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ 35% ἐφ’ ἑκάστου χιλιολίτρου ἐξαγομένου ἀντιστοιχεῖ εἰς 350 λίτρας, αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουσιν ἀξίαν 42–52 δραχ., ἀναλόγως τῆς τιμῆς τῆς παρακρατήσεως· ἂν εἰς ταύτας προσθέσωμεν τὸ ἑπτάδραχμον ἢ ὀκτάδραχμον, ἔχομεν φορολογίαν σήμερον 50–60 δρ. ἑκάστου ἐξαγομένου χιλιολίτρου. Χωρὶς δὲ ὄχι μόνον νὰ αὐξήσωμεν ἀλλὰ καὶ μειοῦντες τὴν φορολογίαν ταύτην θὰ εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκρίζωσιν, ἔχοντες φορολογίαν 50 δρ. εἰς χρῆμα ἐφ’ ἑκάστου χιλιολίτρου ἐξαγομένου νὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος 12,500,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἂν ἀφαιρεθῶσι τὰ 4,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου, θὰ μᾶς μείνωσιν 8½ ἑκατομμύρια πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῆς ἐκριζώσεως 300 μέχρι 400 χιλιάδων στρεμμάτων.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περισσότερον ἀπὸ τὸ ἥμισυ.
§70Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κάτω τοῦ ἡμίσεος πάντως, διότι φοβοῦμαι τὴν κατ’ ἔντασιν καλλιέργειαν. Ἂν δὲ πληρώσωμεν τὰς ἐκριζωθησομένας σταφιδαμπέλους πρὸς 250– 300 δρ. κατὰ στρέμμα, θὰ θέλωμεν διὰ τὴν ἐκρίζωσιν ποσὸν 90,000,000 δραχ. περίπου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξευρεθῇ διὰ δανείου. Ἂν ὅμως δὲν ἐξευρεθῇ διὰ δανείου, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν οἱ κτηματίαι εὐχαρίστως νὰ δεχθῶσι τὴν καταβολὴν τῆς τιμῆς τῶν ἐκριζωθησομένων στρεμμάτων εἰς 10 ἐτησίας δόσεις καθ’ ὃ χρονικὸν διάστημα θὰ εἰσπραχθῶσι περίπου ἐκ τοῦ Τελωνείου τὰ 90 ἑκατομμύρια δραχμ. Διὰ τῆς συστάσεως τοιούτου ταμείου ἀλληλοβοηθείας τῶν κτηματιῶν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐκρίζωσις ἀμέσως καὶ νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν κτηματιῶν καὶ ἄνευ παρεμβάσεως οὐδενός. Ποία δὲ ὠφέλεια θὰ προκύψῃ; Εἰς μὲν τὸ Κράτος ὅτι ἐκ τῶν ὑπολοίπων 450 ἕως 500 χιλιάδων στρεμμάτων σταφιδαμπέλων θὰ ἔχῃ τὸν αὐτὸν φόρον, ἐπὶ πλέον δ’ ἐκ τῶν ἐκριζωθέντων 300 χιλιάδων στρεμμάτων θὰ ἔχῃ τόσον τοῦτο νέον φόρον, ὅσον καὶ οἱ κτηματίαι ἄλλην πρόσοδον, διότι ταῦτα θὰ καλλιεργηθῶσιν ἄλλα εἴδη, ἄλλα προϊόντα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδώσωσιν ἄλλα ἔσοδα εἴς τε τὸ Κράτος καὶ τοὺς κτηματίας. Ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ὠφεληθῇ τὸ Κράτος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ὠφεληθῇ ἡ σταφιδοπαραγωγή, ἀποκτῶσα νέαν πρόοδον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ ὠφέλεια, δι’ ἣν δέον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ μέριμνα ὑπὲρ τῶν οἰνοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μεγάλην μερίδα τοῦ Κράτους, καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκουσι μέγαν ἀνταγωνιστὴν τὴν σταφίδα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος αὐτῶν, τοῦ τοιούτου δ’ ἀνταγωνισμοῦ θ’ ἀπαλλαγῶσι μόνον διὰ τῆς ἐκριζώσεως, καὶ οὕτω καὶ οἱ οἰνοπαραγωγοὶ θὰ ἴδωσι βελτιουμένην τὴν τύχην αὐτῶν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ, ὅπερ ἂν ἐφηρμόζετο, χωρὶς οὔτε ὁ λαὸς νὰ ἐπιβαρυνθῇ οὔτε τὸ Δημόσιον, θὰ ἐπέφερεν ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὥστε βεβαίως τὸ ζήτημα θὰ ἐλύετο καὶ δὲν θ’ ἀπησχόλει τὴν αἴθουσαν ταύτην ἡ συζήτησις πλέον σταφιδικοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπασχολεῖ αὐτὴν καὶ θὰ τὴν ἀπασχολῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν ληφθῇ ῥιζικὴ πρόνοια τοιαύτη, οἵαν ὑπέδειξα.
§71Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ἐν πρώτοις κατὰ τῆς αἰτιάσεως τῆς ῥιφθείσης κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν περὶ τῆς «Ἐνιαίας», ὅτι οἱ λαμβάνοντες τὸν λόγον περὶ αὐτῆς θέλουσι νὰ δημοκοπήσωσι καὶ μόνον. Δὲν πρόκειται περὶ δημοκοπίας.......
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς αὐτό. Εἶναι σύνηθες ἐπιχείρημα.
§73Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. .... οὔτε θέλομεν διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης ν’ ἀπολέσῃ ἡ Βουλὴ πολύτιμον χρόνον καὶ νὰ μὴ ἐπιδοθῇ εἰς ἄλλα ἔργα πλέον ἐνδιαφέροντα. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς, Κύριοι, περὶ ἀκαδημαϊκῆς συζητήσεως, ἀλλὰ πρόκειται, ἵνα ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέτρα, ἅτινα δέον νὰ ληφθῶσιν ἐναντίον τῆς ἑταιρείας, ἥτις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συστάσεως αὐτῆς μέχρι σήμερον παραβιάζει τὴν σύμβασιν. Πρόκειται, Κύριοι, διὰ τῶν ληφθησομένων μέτρων νὰ ἐπέλθῃ, εἰ δυνατόν, συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς ἑταιρείας, ν’ ἀρθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι παρεξηγήσεις, διότι νομίζω ὅτι ἐν πολλοῖς, κατὰ τὸ πλεῖστον μᾶλλον, τὸ συμφέρον τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς ἑταιρείας εἶναι κοινόν. (Εὖγε. Εὖγε).
§74Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Περὶ παρεξηγήσεως πρόκειται ἢ περὶ παραβάσεως;
§75Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ τὸ ἀκούσητε. Καὶ πρόκειται, Κύριοι, καὶ περὶ μερικῶν παρεξηγήσεων, ἐκτὸς τῶν πράγματι γενομένων παραβάσεων, καὶ θ’ ἀπορήσητε ἴσως διατί λέγω ὅτι ἐγένοντο παραβάσεις, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου λέγω ὅτι τὸ συμφέρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῆς «Ἑνιαίας» εἶναι κοινόν. Ἐγένοντο παραβάσεις, διότι ἀτυχῶς μεταξὺ τῆς ἑταιρείας ὡς ἑταιρείας καὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ὑπάρχουσι καὶ οἱ διευθύνοντες τὴν ἑταιρείαν, ὑπάρχουσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας, τῶν ὁποίων τὸ συμφέρον ἐν πολλοῖς εἶναι διαφορετικὸν τοῦ συμφέροντος τῆς ἑταιρείας καὶ ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὸ συμφέρον τῶν παραγωγῶν. Καὶ οὗτοι, Κύριοι, οἱ διευθύνοντες τὴν ἑταιρείαν, οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς ἐν τῷ κέντρῳ, οἱ ἐμπορευόμενοι διὰ τῶν ἀδελφῶν, ἐξαδέλφων καὶ ἄλλων προσώπων εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον ἀναγκάζουσι τὴν ἑταιρείαν νὰ παραβαίνῃ τὴν σύμβασιν καὶ δικαίως διαμαρτύρονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, οἵτινες δὲν παρασύρονται εἰς τὰς διαμαρτυρίας αὐτὰς παρ’ ἐπιτηδείων ἢ ἄλλων ἐχόντων συμφέρον, διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ δὲν εἶναι τόσον ἁπλοϊκοί, ὅσον ὑποτίθεται, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῶσιν, ἐὰν δὲν κρίνωσιν αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῶσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, ὅτε βλέπουσιν ὅτι καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καθ’ ἃ ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρεία τὴν διαχείρισιν τῆς σταφίδος, οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ καὶ οὐχὶ οἱ ἐμπορευόμενοι δὲν ἠδυνήθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ πωλήσωσι τὸν καρπὸν αὐτῶν, καίτοι ἡ σταφιδοπαραγωγὴ δὲν ἦτο σχετικῶς μεγάλη, οὐδὲ εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον, τὸ ὁποῖον κανονίζει ἡ ἑταιρεία διὰ τῆς συμβάσεως; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι παρασύρονται, καὶ δὲν κρίνουσιν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτε καὶ ὁ προχθὲς ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ὡμολόγησεν ὅτι παραβιάζεται ἡ σύμβασις, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς καὶ ὄχι κατὰ τῆς ἑταιρείας; Ὅτε τοιαύτην ὁμολογίαν ἔχετε, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε ὅτι ὑποκινοῦνται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἀσκόπως καὶ δὲν κρίνουσιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων; Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ προτείνωμεν λύσιν νέαν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ προβῶ εἰς τοιαύτας ὑποδείξεις· δὲν πρόκειται σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς λύσιν, διότι τὴν λύσιν τὴν ἔχει ἀναλάβει ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία διὰ συμβάσεως καὶ νόμου κυροῦντος τὴν σύμβασιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1905. Πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὰς παραβάσεις, αἵτινες πανταχόθεν καταγγέλλονται ἐναντίον τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς μέχρι σήμερον, νὰ ἐξετάσωμεν ἂν αὗται εἶναι ἀληθεῖς, καὶ νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ἐναντίον τῆς οὑτωσὶ παραβιαζούσης τὴν σύμβασιν ἑταιρείας. Καὶ δὲν εἶναι δίκαιον, Κύριοι, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν οἱ περὶ τὴν Προνομιοῦχον καὶ νὰ λέγωσιν ὅτι, ἐπειδὴ κατά τι ὠφελήθησαν οἱ παραγωγοὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔτος 1904, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, διότι ἄλλα ὑπισχνοῦντο εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς οἱ εἰσηγηταὶ τῆς ἑταιρείας ταύτης. Οἱ εἰσηγηταὶ τῆς ἑταιρείας ἔδωκαν ὀργανισμὸν τοιοῦτον καὶ τοιαῦτα ὑπισχνοῦντο, ὥστε ἦτο δυνατὸν οὐχὶ μόνον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐν ἀπελπισίᾳ, νὰ μὴ δεχθῶσιν, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἐχέφρων θὰ ἐδέχετο τοῦτον. Καὶ ἐγώ, ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤμην Βουλευτὴς καὶ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, βεβαίως θὰ συνίστων νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις καὶ θὰ συνέχαιρον τοὺς κυβερνήτας καὶ τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς ἑταιρείας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ ἀδιεξόδου, καὶ εἶχον ὑποχρέωσιν οἱ πονοῦντες τὸν τόπον νὰ δεχθῶσι τὴν ἑταιρείαν, νὰ δεχθῶσι τοὺς ὅρους αὐτῆς τροποποιηθέντας κατά τι. Ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐφαρμόζονται, δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως προνομιούχου πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ λῃστρικῆς συμμορίας. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ βάσις τῆς συμβάσεως παραβιάζεται εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς δικαίως λέγουσιν ὅτι πρόκειται περὶ λῃστρικῆς συμμορίας καὶ οὐχὶ περὶ ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος καὶ τῆς παραγωγῆς. Ὑπεσχέθη ἡ ἑταιρεία, Κύριοι, διὰ τῆς συμβάσεως δύο τινά. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ν’ ἀγοράζῃ τὸν σταφιδόκαρπον τῶν παραγωγῶν εἰς ὡρισμένας τιμὰς ἀναλόγως τῆς κατηγορίας, εἰς τὴν ὁποίαν διῄρεσεν αὐτόν, πρὸς 115 δραχμάς, πρὸς 130 δραχμάς, πρὸς 145 δραχμὰς τὸ ἑκατόλλιτρον. Ἀλλὰ κυρίως πλὴν τούτου ὑπεσχέθη ἡ ἑταιρεία ὅτι θὰ εἶναι πάντοτε πρόθυμος πρὸς εὐκολίαν τῶν παραγωγῶν, ἵνα μὴ ἀναγκάζωνται ὑπὸ τῶν προπωλητῶν ἐμπόρων νὰ δίδωσιν εἰς εὐτελεῖς τιμὰς τὸν καρπὸν αὑτῶν, νὰ τοὺς εὐκολύνῃ διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεχυριάσεως. Ὑπεσχέθη πρὸς τούτοις νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν παραγωγήν, νὰ ἐπιβλέπῃ νὰ γίνηται καλὴ ποιότης, διότι ἡ ποιότης ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία κυρίως ἔβλαψε τὴν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους δὲν ἐφηρμόσθη ἡ σύμβασις, καὶ δὲν θ’ ἀναφέρω παραδείγματα ἐκ τῶν τριάδων, θ’ ἀναφέρω ἐπίσημα γεγονότα τὰ ὁποῖα εἰς πλείστους ἐξ ὑμῶν, ὅσοι παρεκάθισαν εἰς ἄλλας Βουλὰς, θὰ εἶναι γνωστά. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τῆς συμβάσεως, ἐπειδὴ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος δὲν ἦσαν αἱ ἀποθῆκαι τῆς ἑταιρείας ἕτοιμοι νὰ δεχθῶσι τὸ παρακράτημα, χάριν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἵνα μὴ ἐμποδίζηται ἡ ἐξαγωγὴ ἐπετράπη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐξαιρετικῶς, ὅπως οἱ θέλοντες νὰ ἐξαγάγωσι σταφιδόκαρπον ἔμποροι ἀντὶ τοῦ δελτίου παρακρατήσεως νὰ καταθέτωσιν εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀνάλογον χρηματικὸν ποσόν, 130 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, ἐλάμβανον δὲ τὴν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ἔδιδον εἰς τὸ Τελωνεῖον, καὶ ἐπετρέπετο ἡ ἐξαγωγή. Ἀλλ’ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀναλάβωσι τὰς 130 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, νὰ προσαγάγωσιν ἀπόδειξιν ἐπίσημον εἰς τὴν ἑταιρείαν ὅτι εἰσῆλθεν ὁ καρπὸς εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως. Ἐὰν δὲ ἐντὸς διμήνου δὲν προσαγάγῃ ὁ παραγωγὸς τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, τότε ἡ ἑταιρεία λαμβάνει τὰς 130 δραχμὰς ὑπὲρ αὑτῆς, ἀλλ’ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μειῶται ἡ παραγωγή, ν’ ἀγοράζῃ ἀνάλογον ποσὸν σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσῆγεν εἰς τὰς ἀποθήκας αὑτῆς. Ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως οὐχὶ μόνον δὲν ἔκαμε τοῦτο, οὐχὶ μόνον δὲν ἠγόρασε σταφιδόκαρπον, ἀλλ’ ἐπέτρεψε καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος παρὰ τὴν σύμβασιν τὴν κατάθεσιν ἐγγυήσεως. Ἐνθυμεῖσθε δὲ τὴν περίφημον παρένθεσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅτε ἔπεσε τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος διὰ τὴν τοιαύτην παράβασιν τῆς ἑταιρείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλέχθη ὅτι καὶ αὐτὸς ἠνείχετο. Ἠναγκάσθη τότε ἡ ἑταιρεία νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν τοῦ σταφιδοκάρπου ἐκείνου καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὸν εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῆς.
§76Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πότε ἔγινε τοῦτο;
§77Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τῷ 1907. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ γεγονότων ἐπισήμων, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις οὐδὲ διὰ προστίμου ἐτιμώρησε τὴν ἑταιρείαν, τοῦτο δέ, ἵνα ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὰς παραβάσεις αὐτῆς. Καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τῆς συμβάσεως ἔχει τὸ δικαίωμα ἀντὶ τῆς παρακρατήσεως νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου εἰς χρῆμα, ἐὰν ἡ παραγωγὴ εἶναι μικρὰ καὶ δὲν ἐπαρκῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, παρεβίασε πάλιν τὴν σύμβασιν, διότι οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς ἑταιρείας εἶχον κάμει προπωλήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο νὰ καλύψωσι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους, καί, ἵνα μειωθῇ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος, ὥρισαν, ἵνα, ἀντὶ νὰ γίνηται εἰς εἶδος, νὰ γίνῃ εἰς χρῆμα ἡ παρακράτησις, ἐνῷ ἦτο βεβαιωμένον ὅτι ἡ παραγωγὴ ἀνῆλθεν εἰς 320 ἑκατομμύρια. Τοῦτο λέγω, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐγένετο, διότι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας ἐν τῷ κέντρῳ ἐμπορεύονται προσωπικῶς καὶ διὰ τῶν ἀδελφῶν, τῶν ἐξαδέλφων καὶ συγγενῶν αὐτῶν εἶχον κάμει προπωλήσεις καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ ἐφεῦρον τὸ μέσον εἰς βάρος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἔξοδον μεγάλου ποσοῦ σταφίδος, ἐξ οὗ ἐπῆλθεν ἡ ζημία καὶ αἱ διαμαρτυρίαι. Καὶ ἐπενέβη ἡ Κυβέρνησις κατόπιν, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶχεν ἐπέλθει, ὥστε καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἐπίσημον. Τὸ αὐτὸ ἔτος, τὸ 1907, ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας 40 ἑκατομμυρίων δελτία, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντεπροσώπευον εἰσακτέον ποσὸν εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῆς. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο καὶ ἐπερώτησις ὑπὸ Βουλευτοῦ πότε τῇ 17ῃ Δ)βρίου 1907. Συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς ἑταιρείας περιῆλθε τὴν Πελοπόννησον, ἵνα συγκαλύψῃ τὰ πράγματα. Ἀλλ’ οὔτε ἡ Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταί, ἡ τότε ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν οὔτε ἐπέτρεψε νὰ ἐνεργηθῇ τι, ἵνα βεβαιωθῇ ἂν ἦτο ἀληθὴς ἡ πλαστογραφία, διότι περὶ πλαστογραφίας ἐπρόκειτο. Καὶ δὲν συνέβη τοῦτο μόνον τότε, Κύριοι· συμβαίνει καθ’ ἑκάστην, συνέβη καὶ ἐφέτος.
§78Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Νομίζετε ὅτι τὴν φορὰν ταύτην συνέβη μόνον;
§79Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κατ’ ἔτος εἶπον ὅτι συνέβαινε, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Ἐνῷ κατὰ τὸ ἐπίσημον δελτίον τῆς ἑταιρείας μέχρι τῆς 28 Αὐγούστου ἐ. ἔ. εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, εἰς διάστημα δηλαδὴ δέκα ἡμερῶν τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους, 800,000 λίτραι σταφιδοκάρπου, κατὰ τὸ ἐπίσημον ἐπίσης δελτίον τῆς ἰδίας ἑταιρείας ἐξεδόθησαν δελτία παρακρατήσεως ἀντιπροσωπεύοντα εἰσαχθὲν ποσὸν 5,807,000. Τῇ 31ῃ Αὐγούστου εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὰς ἀποθήκας δύο ἑκατομμύρια· τὰς Μεσσηνιακὰς ἐννοῶ ἀποθήκας, θὰ ἐξηγήσω δὲ διατί λέγω Μεσσηνιακάς.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συμπεριλαμβάνετε καὶ τὴν Ἀγουλινίτσαν;
§81Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Βεβαίως, πλὴν τῆς Τριφυλίας, τῆς ὁποίας ὁ καρπὸς δὲν εἰσάγεται, διότι εἶναι ἀνωτέρας κατηγορίας. Ἐνῷ εἶχον εἰσαχθῆ 2,000,000 σταφιδοκάρπου, ἐν τούτοις ἐξεδόθησαν δελτία 16 ὅλων ἑκατομμυρίων, μέχρι δὲ τῆς 10 Μαρτίου ἐ. ἔ., ἐνῷ ἔχουσιν εἰσαχθῆ 10,000,000 λιτρῶν σταφιδοκάρπου, ἔχουσιν ἐκδοθῆ δελτία 89,000,000.
§82Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὥστε μέχρι τοῦ Μαρτίου, ἐνῷ εἶχον 16,000,000, ἐξεδόθησαν δελτία 89,000,000 λιτρῶν;
§83Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Μεσσηνίας.
§84Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. 89,000,000;
§85Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐννοῶ ὅτι 16,000,000 εἰσήχθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας τὰς Μεσσηνιακάς, τὰ δὲ 89 ἑκατομμύρια ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ὅλον ποσὸν τὸ εἰσαχθὲν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§86ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα!
§87Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μάλιστα, δηλαδὴ πρόκειται περὶ 70,000,000.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔγινε μετατροπή.
§89Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Εἶχε δικαίωμα νὰ μετατρέψῃ; Λέγω δέ, Κύριοι, ὅτι μόνον εἰς τὰς ἀποθήκας τὰς Μεσσηνιακὰς εἰσήχθη τόσον ποσόν, διότι εἶναι ἀπολύτως βεβαιωμένον ὅτι διὰ παρακράτησιν μόνον ἡ Μεσσηνιακὴ σταφὶς χρησιμεύει, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ σταφὶς τοῦ Πύργου μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν παρακράτησιν, διότι ἦτο δυνατὸν, καὶ ἂν ἐνεχυριάζετο, νὰ ἔχῃ τιμὴν ἀνωτέραν, ἔστω καὶ κατὰ 15 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Οὐδεὶς λοιπὸν ἦτο μωρὸς νὰ εἰσαγάγῃ σταφίδα Πύργου ἢ ἀνωτέρας κατηγορίας τῆς Μεσσηνιακῆς εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, ἀφοῦ ἠδύνατο ἢ νὰ τὴν ἐνεχυριάσῃ καὶ νὰ λάβῃ περισσοτέραν τιμὴν ἢ καὶ νὰ πωλήσῃ ταύτην πάντοτε εἰς ἀνωτέραν τιμήν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἰσαχθῇ ξένη σταφίς. Μόνον λοιπὸν Μεσσηνιακὴ σταφὶς εἰσάγεται, διότι ἡ Μεσσηνιακὴ σταφὶς εἶναι τελευταίας κατηγορίας, τὰ δὲ δελτία ἔχουσι τὴν αὐτὴν τιμὴν μὲ τὸν σταφιδόκαρπον τῶν δελτίων παρακρατήσεως. Ἐνῷ λοιπὸν ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ἑταιρείας εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὰς ἀποθήκας τὰς Μεσσηνιακὰς 16 ἑκατομμύρια, δελτία ἐξεδόθησαν 89 ἑκατομμυρίων. Τὸ πλεόνασμα, Κύριοι, ποῦ εὑρέθη;
§90Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι 28 ἑκατομμύρια μετετέθησαν ἀπὸ πέρυσι.
§91Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δελτία ἦσαν;
§92Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δελτία.
§93Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταφερθῶσι.
§94Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου.
§95Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τῶν δελτίων αὐτῶν δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἐ. ἔ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ μεταφορᾶς, ἀλλὰ περὶ ἐκδόσεως νέων δελτίων.
§96Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κρατῶ τακτικὴν σημείωσιν κατ’ ἔτος.
§97Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Πάλιν μένουσι 40,000,000, καὶ ἂν δεχθῶ τοῦτο, ἂν καὶ κατὰ τὴν σύμβασιν δὲν ἐπιτρέπεται.
§98Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται.
§99Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις μέχρι τῆς 1 Ὀκτωβρίου. Ἀλλὰ μένει πάλιν ὑπόλοιπον 40,000,000 καὶ πλέον. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύονται ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων δελτίων τῆς σταφιδικῆς ἑταιρείας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ κατηγοριῶν τῶν τριόδων, δὲν πρόκειται περὶ φωνασκιῶν τῶν κτηματιῶν, καὶ οὔτε εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ φωνασκῶσι κτηματίαι, ἐφ’ ὅσον δὲν βλάπτονται τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Καὶ διὰ τῆς ὄντως μακρᾶς καὶ ἐξόχου ἀγορεύσεως ὁ προχθὲς λαλήσας ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης, ὁ ὑπεραμυνθεὶς μετὰ τόσης τέχνης τῆς ἑταιρείας, προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν δολιεύεται τὴν σύμβασιν ἡ ἑταιρεία ὡς ἑταιρεία, ἀλλὰ τὴν δολιεύονται οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης ἡ ἑταιρεία; Καὶ τίς εἶναι δυνατὸν κατόπιν τῆς τοιαύτης ὁμολογίας νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας, ἐν τῷ κέντρῳ μάλιστα εὑρισκόμενοι, ἐφ’ ὅσον παραβιάζουσι καταφώρως τὴν σύμβασιν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, αἱ τοιαῦται δὲ παραβάσεις εἶναι ἐν γνώσει τῆς ἑταιρείας — ἐφ’ ὅσον μένουσι, λέγω, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῆς ἑταιρείας καὶ δὲν ἐνεργοῦσι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρείας συγχρόνως; Ἐπειράθη πρὸς τούτοις, Κύριοι, ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ βούλευμα τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν δὲν ἀποδεικνύει τίποτε. Καὶ ὄντως, κύριοι Βουλευταί, τὸ βούλευμα ἐκεῖνο δὲν εἶναι ἀποχρώντως δεδικαιολογημένον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποχρώντως δεδικαιολογημένον, διότι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη εἰς τὴν οὐσίαν, ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως τιμωρητέας ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον δὲν ἀναφέρει οὔτε καταθέσεις οὔτε ἐκθέσεις ἐπισήμους οὔτε διαμαρτυρίας τοῦ τότε νομάρχου κ. Δασίου, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τὸ βῆμα, οὔτε διαμαρτυρίας καὶ τηλεγραφήματα τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς τῆς τότε, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβεβαιοῦνται αἱ παραβιάσεις. Ἀλλ’ ἐνηργήθη, Κύριοι, ἀνάκρισις, ἐξητάσθησαν πλέον τῶν 200 μαρτύρων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, Κύριοι, ὅτι οἱ μάρτυρες οὗτοι, καὶ οἱ 200, ἦσαν ψευδομάρτυρες καὶ κατέθεσαν ψευδῆ γεγονότα, ὡς νὰ εἶχον συμφέροντα ἐναντίον τῆς ἑταιρείας, ἂν δὲν εἶχον συμφέρον καὶ μόνον ὅτι παραβιάζουσα αὕτη τὴν σύμβασιν βλάπτει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἑπομένως αὐτοὺς τοὺς ἰδίους. Ἀλλ’ ἡ παράβασις αὕτη, Κύριοι, ἥτις δὲν εἶναι μόνη, ἀλλὰ μόνον ταύτης ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἐπελήφθη, βεβαιοῦται καὶ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν γεγονότων. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς μάρτυρας καὶ ἐκθέσεις καὶ τηλεγραφήματα νομαρχῶν καὶ ἀστυνόμων, ἀφοῦ αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι τὰς παραβάσεις ταύτας. Διότι, Κύριοι, ἀφοῦ δὲν ἔλαβον μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου τὸ ἥμισυ καὶ μέχρι τῆς 15 Μαΐου τὸ ἕτερον ἥμισυ τῶν ἐνεχυριασθέντων, κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν μεταρρυθμισθεῖσαν κατὰ τὸ 1906 εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ ἑταιρεία νὰ πωλήσῃ τὸν σταφιδόκαρπον εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ δημοπρασίας καὶ δὲν ἐπώλησε τοῦτον, Κύριοι, ὄχι χάριν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ὡς ἐτονίσθη τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ δὲν ἐπώλησε τοῦτον, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν πωλήσῃ, διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως τὸ τροποποιηθέν, διὰ νὰ πωλήσῃ τὸν σταφιδόκαρπον, ἔδει νὰ προσφέρηται τιμὴ ἀνωτέρα τοῦ κατωτάτου ὁρίου, τοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ 10 ἄρθρου τῆς συμβάσεως. Διὰ νὰ πωλήσῃ ἑπομένως σταφιδόκαρπον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Πύργου, ἔπρεπε νὰ προσφέρηται τιμὴ τοὐλάχιστον 130 δραχμῶν. Ἀλλὰ τοιαύτην τιμὴν δὲν εἶχε τότε ὁ σταφιδόκαρπος, καὶ δι’ αὐτό, Κύριοι, δὲν ἐπωλήθη ὑπὸ τῆς ἑταιρείας. Τοιαύτην τιμὴν δὲν εἶχεν οὔτε κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους μέχρι τῆς 1 Αὐγούστου τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, δὲν εἶχε τιμὴν τοιαύτην, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ ἑταιρεία νὰ προβῇ εἰς τὴν πώλησιν τῶν ἐνεχύρων, πῶς εὑρέθησαν, Κύριοι, οἱ ἐνεχυριάσαντες δῆθεν τὸν σταφιδόκαρπον καὶ τὸν ἀνέλαβον; Καὶ τί συμφέρον εἶχον ν’ ἀναλάβωσι τὸν σταφιδόκαρπον, εἴτε ἔμποροι ἦσαν οἱ ἐνεχυριάσαντες τοῦτον εἴτε σταφιδοπαραγωγοί, ἀφοῦ δὲν εἶχε τιμὴν ἀνωτέραν τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς συμβάσεως; Καὶ ἂν ἤθελον νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς τιμῆς οἱ ἔμποροι οἱ ἀποσύραντες ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἐνεχυριασθέντα, δὲν θὰ ἦτο συμφερώτερον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀγοράσωσι μὲ τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔδιδον εἰς τὴν ἑταιρείαν, διὰ ν’ ἀποσύρωσι τὸν ἐνεχυριασθέντα σταφιδόκαρπον, ν’ ἀγοράσωσι νέον σταφιδόκαρπον καὶ νὰ ἐμπορευθῶσι τοῦτον; Διότι, διὰ ν’ ἀποσύρωσι τὰ ἐνέχυρα, ἔπρεπε νὰ πληρώσωσι τὸ πρὸς τὴν ἑταιρείαν χρέος των. Δὲν ἔχει οὕτω;
§100Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τὸ ἐπλήρωσαν μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον.
§101Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἀπὸ ποῖα ἔλαβον; Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῇ τοῦτο. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πείσητε ὑμεῖς περὶ τοῦ ἐναντίου, δυνατὸν ν’ ἀπατῶμαι. Συζητῶ ἐν καλῇ τῇ πίστει καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω ἂν κατέχω καλῶς καὶ ἐπακριβῶς τὰ πράγματα ἢ εὑρίσκομαι ἐν πλάνῃ.
§102Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Περὶ τῆς καλῆς σας πίστεως οὐδεὶς ἀμφιβάλλει· ἴσως πλανᾶσθε.
§103Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἶχον ἐνεχυριάσει τὸν καρπὸν καὶ ἔλαβον 110 δρχ. ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν. Δὲν γνωρίζω πόσον εἶναι εἰς τὸν Πύργον.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 85 δρχ.
§105Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Διὰ τίνα λόγον ν’ ἀποσύρωσι τὰ ἐνέχυρα ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν καὶ νὰ μὴ ἀγοράσωσι νέον σταφιδόκαρπον, ἀφοῦ τὴν διαφορὰν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία νὰ πληρώσῃ μέχρι τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς τιμῆς;
§106Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ θέλετε νὰ πεισθῆτε καὶ φωτισθῆτε ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ πιστεύω ὅτι μὲ ἁγνὴν τὴν θέλησιν τὸ θέλετε, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ἂν καὶ σᾶς τὸ ἐξήγησα. Βεβαίως δὲν κατώρθωσα νὰ γίνω ἀντιληπτός. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ τιμαὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦσαν μικρότεραι τοῦ ὁρίου. Σᾶς ἔφεραν καὶ προχθὲς τὰ δελτία καὶ σᾶς τὰ ἀνέγνωσα, καὶ ἀπέδειξα ὅτι κατὰ τὴν 15 Ἰουλίου τῶν δελτίων ἡ τιμὴ ἦτο 132 δρχ., δηλαδὴ 17 δρχ. ὑπὲρ τὸ ὅριον.
§107Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δελτίων.
§108Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι τὸ δελτίον εἶναι ἡ βάσις τῆς ἀγοραίας τιμῆς. Τὸ δελτίον εἶναι ἡ ἐλαχίστη τιμή, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν ἀγοράν. Λοιπόν, ἀφοῦ ἡ τιμὴ τῶν δελτίων ἦτο 132 δρχ., βεβαίως αἱ σταφίδες βʹ κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐνεχυριάζοντο καὶ αἱ ὁποῖαι ἠγοράζοντο μὲ 132 δρχ., δὲν εἶχον περισσότερον. Δεύτερον εἴπετε διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ ἀγοράσωσι νέον καρπόν, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐτιμᾶτο εὐθηνότερον.
§109Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἴσως.
§110Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι τὰ ἐνέχυρα ἀναλαμβάνονται τὸ βραδύτερον τὴν 9 Αὐγούστου· ἐπίσης πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ὅλη ἡ ἐσοδεία τῆς σταφίδος οὐδέποτε δύναται νὰ συγκεντρωθῇ πρὸ τοῦ τέλους Αὐγούστου. Ἀφοῦ ὑπῆρχον λοιπὸν 40,000,000 λιτρῶν σταφίδος ἀποτεταμιευμένης, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἐνέχυρα, πῶς ἠδύνατο ν’ ἀγοράζῃ ἐκ τῆς ἀγορᾶς νέον καρπὸν νέας ἐσοδείας εἰς τοιαύτην ποσότητα, χωρὶς νὰ προκληθῇ μεγάλη ὕψωσις τιμῶν; Ὑπῆρχον περὶ τὰ 45,800,000 λιτρῶν σταφίδος τὴν 9 Αὐγούστου ἀποθηκευμένης, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προσφερθῶσιν εἰς τὴν ἀγοράν, ὥστε ν’ ἀγοράσωσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ κερδοσκοπήσωσι, διότι μὲ βιάζει ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἐνεχύρων, καὶ ἰδοὺ τὸ ἐνέχυρόν μου νὰ πληρώσω τὴν ἑταιρείαν, ὅπου χρεωστῶ δέκα δραχμάς, πᾶρε καὶ δέκα δραχμὰς περιθώριον καὶ κάμε μου τὴν εὐκολίαν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἄρσιν αὐτῶν τῶν ἐνεχύρων.
§111Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τὰ 44 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἀπεσύρθησαν, πῶς μετὰ πέντε ἡμέρας ἐπῆγαν πάλιν;
§112Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια δὲν ἐδόθησαν ἀμέσως εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον μηνῶν.
§113Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Λοιπὸν εἶναι, Κύριοι, ἀποδεδειγμένον προκειμένου περὶ τῆς παραβάσεως αὐτῆς ὅτι τὰ ἐνέχυρα τὰ εὑρισκόμενα ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς ἑταιρείας καὶ ἀνερχόμενα εἰς 44 περίπου ἑκατομμύρια ἔμειναν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρείας, ἐκεῖνοι δέ, οἵτινες τὰ ἀνέλαβον, εἶναι γεγονὸς καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων πάντων ὅτι τὰ ἐνέχυρα ταῦτα ἔμειναν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρείας, μετὰ δύο δὲ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως μετεφέρθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς νέας ἐσοδείας. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναληφθῶσι 40 ἑκατομμύρια ὁλόκληρα καὶ νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν νέαν παραγωγήν, καὶ νὰ ὑπάρχῃ τὸ πλεόνασμα καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πτῶσιν τῶν τιμῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ παραβάσεις αἱ ἀποδεδειγμέναι. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀναφέρω ἄλλας παραβάσεις καταγγελλομένας πανταχόθεν. Εἶναι βέβαιον ὅτι, ἐνῷ ἡ ἑταιρεία εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀγοράζῃ τὸν σταφιδόκαρπον τῆς τελευταίας κατηγορίας ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους πρὸς 115 δραχμὰς τὴν χιλιάδα πάντοτε, Κύριοι, ἠρνήθη ὑπὸ διαφόρους προφάσεις νὰ τὸ πράξῃ, ἠρνήθη δὲ μεροληπτικῶς, διότι, ἐνῷ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τὸν ἴδιον σταφιδόκαρπον τὸν προσέφερον εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ αὕτη τὸν ἀπέρριπτε, διότι δῆθεν δὲν ἦτο καλῆς ποιότητος, ἂν τὸν προσέφερε μετὰ μίαν ἡμέραν ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ἔμπορος, τὸν ἐδέχετο καὶ τὸν εἰσῆγεν εἰς τὰς ἀποθήκας. Ταῦτα εἶναι γεγονότα, δὲν εἶναι λόγοι τῶν τριόδων οὔτε διαμαρτυρίαι τῶν ἐπιτηδείων. Ἐκ τῆς Κεφαλληνίας κατηγγέλθησαν ὡρισμένα γεγονότα, ὡρισμένα ὀνόματα.
§114Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἐγένετο τοιοῦτόν τι;
§115Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μάλιστα.
§116Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διατί δὲν τὸ κατηγγέλλετε;
§117Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κατηγγέλθη καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Ἀτυχῶς δὲν ἦτο ἁρμόδιος ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ἐξελέγξῃ ἂν ὁ σταφιδόκαρπος ἦτο καλῆς ποιότητος καὶ ἂν κακῇ τῇ πίστει ἀρνεῖται ὁ ὑπάλληλος νὰ τὸν δεχθῇ εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς ἑταιρείας. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο μόνον, ὅτι ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας, εἴτε τῇ ἐνοχῇ αὐτῆς εἴτε δι’ ἴδιον λογαριασμόν, ἠρνήθησαν πάντοτε νὰ ἀγοράσωσι σταφιδόκαρπον Μεσσηνιακὸν ὑπὸ διαφόρους προφάσεις, ἵνα ἀναγκάσωσι πάντοτε τοὺς σταφιδοκτήμονας νὰ πωλῶσι τοῦτον εἰς ὅριον κατώτερον τῆς τελευταίας τιμῆς τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τῆς συμβάσεως, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρεία πάντοτε νὰ τὸν ἀγοράζῃ. Κατηγγέλλετο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους ὅτι διὰ διαφόρων μέσων καὶ τρόπων, οἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸν τυχόντα ν’ ἀνακαλυφθῶσιν, ὅτι ἐξάγεται καὶ μέρος ἀκόμη τοῦ παρακρατήματος εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πρὸς ἐμπορίαν, ἀλλὰ τὰ γεγονότα ταῦτα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῶσι; Τὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθησαν οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες, ἀτυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου πρόκειται περὶ πράξεων παραγεγραμμένων. Τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐνδείξεις, ὡς τεκμήρια τῆς κακῆς πίστεως τῆς ἑταιρείας. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα καὶ αἱ παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἐφέτος καὶ αἵτινες κατηγγέλθησαν διὰ τῶν ἀναφορῶν ἐξ ὅλων τῶν σταφιδικῶν ἐπαρχιῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῶσι; Δέν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῶσιν ἄλλως, καὶ δι’ αὐτὸ πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον τὴν γνωστὴν πρότασιν, καὶ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ πρότασις ἐκείνη, οὐδεμίαν δ’ ἄλλην, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον νὰ ἔχῃ μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, Κύριοι, τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ἥτις ὁσημέραι αὐξάνει ὡς ἐκ τῶν μέτρων αὐτῆς καὶ ὡς ἐκ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, πλήρης δ’ ἀπόδειξις τούτων εἶναι καὶ τὸ συλλαλητήριον τὸ γενόμενον χθὲς ἐν Καλάμαις καὶ τὸ τηλεγράφημα τὸ ἀναγνωσθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶχεν, εἶναι δ’ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς μιᾶς τοιαύτης προτάσεως. Ἐγὼ ἐν πάσῃ περιπτώσει προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι δύο τινὰ μέτρα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρεία νὰ δεχθῇ τὸ τρίτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως τοῦ 1906, τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη κατὰ τὸ 1906 ν’ ἀπαλείψῃ δυνάμει συστάσεως αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ παράδοξον τρόπον, διότι κατὰ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἢ οἱ διευθυνταὶ ὑποκαταστημάτων κλπ.», ἐνῷ, λέγω, αὐτὴ ἡ ἰδία ἑταιρεία ἐπρότεινε διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1906, παραδόξως οἱ τότε Ὑπουργοὶ Σιμόπουλος καὶ Καλογερόπουλος διὰ δηλώσεώς των ἠξίουν ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἀπαντᾷ ἡ ἑταιρεία (ἀναγινώσκει)... Ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ ἑταιρεία ἡ ἰδία ἐδέχετο τότε, τοῦτο βεβαίως δὲν θ’ ἀρνηθῇ νὰ τὸ δεχθῇ καὶ σήμερον. Καὶ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν ὡς ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸν αὐτὸν νομὸν ἐνασκοῦσι τὰ πολιτικὰ αὐτῶν δικαιώματα, διότι κυρίως αἱ χαριστικαὶ πράξεις καὶ αἱ ἐνδοτικαὶ γίνονται ἐκ συμπαθειῶν καὶ πολιτικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἕτερον μέτρον ἔχω νὰ ὑποδείξω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, ὅτι πρέπει νὰ συσταθῇ τμῆμα σταφιδικὸν εἰδικὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἑταιρείας. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν δ’ ἐναπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἷς ἀντιλέγων τώρα θὰ ὁμιλήσῃ.
§119Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀντιλέγων, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐδῶ.
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, νὰ διακοπῇ.
§121Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μόνον πρότασις ἐγένετο περὶ τῆς διακοπῆς· δὲν ἐγένετο καὶ ἀπόφασις. Τὰ Πρακτικὰ δὲν ἀναφέρουσι τοῦτο.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται προσωρινῶς ἡ συζήτησις περὶ τῆς «Ἑνιαίας». Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Κουλουμβάκης ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του καὶ κατόπιν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις περὶ τῆς «Ἑνιαίας».
§123ΝΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἂν ὑπάρχῃ καιρός.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§125ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τρία εἶναι, Κύριοι, τὰ θέματα τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τρία, λέγω, καὶ οὐχὶ ἕν, ὡς ἐζητήθη νὰ παρασταθῇ καὶ ὡς θὰ ζητηθῇ ἴσως — ἕκαστον δὲ ἐξ αὐτῶν, κατὰ τὴν γνώμην μου, σοβαρώτατον —, θέματα ἐκ τῆς περὶ τῶν ὁποίων ψήφου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ κριθῇ ἂν ὄντως εἰσήλθομεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνόρθωσιν, ἂν ὄντως εἰσήλθομεν εἰς ἡμέρας ἐθνικῆς ἐξαγνίσεως τοῦ πολιτικοῦ πεδίου. Πρῶτον διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατηρεῖ τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον, δεύτερον διότι παρεῖδε τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιτροπειῶν πρὸς σύνταξιν σχεδίων τῶν δικαστικῶν κωδίκων, τρίτον, διότι μειοῖ τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, διορίζων κατὰ προτίμησιν τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς βοηθοὺς τοῦ δικηγορικοῦ του γραφείου καὶ τοὺς ὑπηρέτας του εἰς δημοσίας θέσεις. Ἐπὶ ἔτη, Κύριοι, ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν, ὁ νῦν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, διακονῶν ἐπιτυχέστατα εἰς τὸν ναὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ χρησιμοποιήσας ἀληθῶς καὶ δραστηριότητα ἔκτακτον, ἐργατικότητα ἀπαράμιλλον καὶ ἱκανότητα οὐ τὴν τυχοῦσαν, ὡς εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, κατώρθωσεν ἀληθῶς ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Θὰ εἶναι δ’ ἀτύχημα, ἂν δὲν κατορθώσῃ καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ αὑτοῦ σταδιοδρομίᾳ νὰ χαράξῃ γραμμὴν παράλληλον. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, λέγω, ὅτι ὡς δικηγόρος, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀνήχθη εἰς ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἴσως οὐδεὶς δικηγόρος ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους ἀνήχθη, χρησιμοποιήσας, λέγω, ἀληθῆ καὶ ἔκτακτα προσόντα ἐργατικότητος καὶ ἱκανότητος, καὶ προσθέτω τὸν σύνδεσμον καὶ βεβαίως ἀπὸ σκοποῦ, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχω ὑποχρέωσιν οὐδὲ νὰ εἶναι ἀνάγκη πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δυνάμει τίνων ἄλλων μέσων ἀνήχθη εἰς τὴν κορυφήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ἀνήχθη. Καὶ κατώρθωσε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ διευθύνῃ ἀναμφισβητήτως τὸ πρῶτον δικηγορικὸν γραφεῖον τῆς χώρας, νὰ διευθύνῃ τουτέστιν ἕνα μέγιστον συντελεστὴν εἰς τὴν ἐν τῷ Κράτει ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ κατώρθωσε νὰ διευθύνῃ ἓν μέγα κέντρον τῶν παρ’ ἡμῖν κοινωνικῶν συμφερόντων. Τὸ ἐν τῇ ὁδῷ Πειραιῶς, ἐν Ἀθήναις, δικηγορικὸν γραφεῖον τοῦ νῦν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἀπετέλει μίαν, ἐπαναλαμβάνω, μεγάλην δύναμιν ἐν τῷ τόπῳ, μίαν μεγίστην συγκέντρωσιν κοινωνικῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων. Τὸ γραφεῖον ἐκεῖνο ἔδωκεν εἰς τὸν διευθύνοντα αὐτὸ καὶ φήμην καὶ δόξαν καὶ πλοῦτον, καὶ ἀληθῶς ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν καθήκοντα μεγάλα καὶ ὑποχρεώσεις βαρείας. Καὶ ὅτε εἶχε φθάσει εἰς τὸ δικηγορικὸν αὑτοῦ μεσουράνημα ὁ νῦν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἐκλήθη, ὅπως ἐκτελέσῃ ἄλλου εἴδους καθήκοντα πρὸς τὸν τόπον, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπολαμβάνω καὶ φαντάζομαι· εὑρέθη πρὸ ἑνὸς μεγάλου προβλήματος, πρὸ ἑνὸς αὐτόχρημα διλήμματος: νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ μέγα ἐκεῖνο κέντρον τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων καὶ νὰ προτιμήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα καταστῇ εἷς τῶν συντελεστῶν τῆς ἀποκληθείσης πολιτικῆς ἀνορθώσεως, ἢ νὰ προτιμήσῃ νὰ μείνῃ ἐκεῖ ὅπου ἀπέκτησε τὴν δόξαν καὶ τὸν πλοῦτον καὶ ὑπηρέτει δεξιῶς καὶ μετὰ δυνάμεως ἀπαραμίλλου μεγάλα καὶ πλεῖστα κοινωνικὰ συμφέροντα, καὶ ν’ ἀφήσῃ εἰς ἕτερον, ὅπως καταστῇ εἷς τῶν συντελεστῶν τῆς ὀνειροποληθείσης πολιτικῆς ἀνορθώσεως τοῦ τόπου; Ὑπολαμβάνω καὶ φαντάζομαι ὅτι εὑρέθη πρὸ τοῦ διλήμματος τούτου, διότι, ἵνα μεταχειρισθῶ ἔκφρασιν αὐτοῦ, ἄτεγκτος ἦτο καὶ εἶναι ὁ νόμος, καθὼς ἄτεγκτος εἶναι ἄλλος νόμος. Ἄτεγκτος ὁ νόμος ὁ κείμενος τῆς Πολιτείας, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς δημόσιον ὑπάλληλον ν’ ἀσκῇ καὶ ἔργα δικηγόρου, μᾶλλον δὲ ἄτεγκτος ὁ ἠθικὸς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνήκουστον εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι καὶ ἐργολάβος δικῶν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ νῦν δι’ ὅλα ἐπαρκεῖ καὶ τὰ πάντα τολμᾷ, καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐγένετο καὶ τὸ δικηγορικὸν αὐτοῦ γραφεῖον διετήρησε. Διότι τὸ δικηγορικὸν ἐκεῖνο γραφεῖον ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ ἐν τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ, ἐν ᾗ ὑπῆρχε καὶ ἐλειτούργει, ἐν ᾗ κατῴκει καὶ κατοικεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ δικηγορικὸν ἐκεῖνο γραφεῖον λειτουργεῖ διὰ τῶν αὐτῶν βοηθῶν, δι’ ὧν ἐλειτούργει καὶ πρότερον, καὶ πάντες οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὰ Δικαστήρια τοὺς αὐτοὺς βοηθοὺς βλέπουσιν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ γραφείου νὰ ἐγγράφωσι τὰς ὑποθέσεις εἰς τὰ Πινάκια, καὶ νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Προχθὲς ἀκόμη ἐγένετο συζήτησις ἐπίσημος ἐν τῷ δικηγορικῷ συλλόγῳ Ἀθηνῶν καὶ κατετέθη ὅτι ἐγγράφονται αἱ ὑποθέσεις εἰς τὰ Πινάκια καὶ παραπλεύρως τοῦ δικηγόρου, ὅστις δῆθεν ἐνέγραψε τὴν ὑπόθεσιν, ἐν παρενθέσει ἐγράφετο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐφέρετο ἐγγεγραμμένος καὶ ὁ συνάδελφος κ. Ἀραβαντινός, καὶ διέψευσεν ὁ κ. Ἀραβαντινὸς τὸ πρᾶγμα, ὡς γενόμενον ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἐγεννᾶτο ἡ ἀπορία, τίς νὰ ἐνέγραψε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, ἀφοῦ δὲν τὸ ἐνέγραψεν αὐτός, καὶ τίς εἶχε συμφέρον νὰ ἐγγράψῃ ἐντὸς παρενθέσεως τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργοῦ.
§126Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ ὅταν ὑπογράφηται εἷς δικηγόρος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγγράφηται καὶ τὸ ὄνομα ἑτέρου δικηγόρου ἐν παρενθέσει πρὸς ἐνίσχυσιν;
§127ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα ὄχι. Σήμερον ἀκόμη ἔλαβον ταχυδρομικῶς μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς Κυρίου, νομίζω ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ Χατζηρήγα, τοῦ ὁποίου τὸν ἕνα ἢ καὶ τοὺς δύο πόδας, ἀγνοῶ, εἶχε κόψει ἓν αὐτοκίνητον, καὶ ὅστις εἶχε δίκην μετὰ τοῦ κυρίου τοῦ αὐτοκινήτου, τοῦ κ. Σκουζέ, καὶ ὅστις μοὶ ἀνήγγειλεν ὅτι καὶ αἱ προτάσεις ἀκόμη τοῦ ἀντιδίκου του εἶναι ὑπογεγραμμέναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀγνοῶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Τοῦτο δὲν τὸ πιστεύω· ἔλαβον σήμερον τὴν ἐπιστολήν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν τὸ πιστεύω, καθόσον καὶ δὲν εἶχον καιρὸν νὰ τὸ ἐξακριβώσω.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πέρυσι, κύριε συνάδελφε.
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἐπιστολὴν σήμερον. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐκτυλιχθέντων ἐν τῷ δικηγορικῷ συλλόγῳ Ἀθηνῶν συνεζητήθη πρό τινος χρόνου ἢ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ὑπόθεσις διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ γραφείου τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο ταχέως ἡ συζήτησις ἢ ἐπειδὴ δὲν ἐξεδόθη ταχέως ἡ ἀπόφασις, ἀπηυθύνθη ἔγγραφον, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, παρατηροῦντος διατί δὲν συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις ἢ δὲν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἶχον τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ σᾶς διακόψω. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ψευδές, ψευδέστατον. Μὴ γίνεσθε θύμα. Δὲν σᾶς ἀφήνω εἰς τὴν πλάνην, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ λέγητε ὑμεῖς ἐξ ἰδίας γνώσεως αὐτό. Εἶναι ἀπρεπέστατον, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, νὰ λέγητε ὅτι ἐγένετο ἀνταλλαγὴ ἐγγράφων μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Ἀρείου Πάγου δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Σᾶς δίδω πλήρη τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν, ὅτι πρόκειται περὶ ψευδεστάτου γεγονότος, μόνον διότι ἄγομαι ὑπὸ τῆς ἀπολύτου πεποιθήσεως ὅτι εἶσθε θῦμα εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν.
§131Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν.
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐλπίζω δὲ ὅτι εἶσθε καὶ εἰς τὰς ἄλλας· ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ ταύτης ἰδίως, διὰ νὰ σᾶς καθοδηγήσω εἰς τὰς ἐφεξῆς σκέψεις σας. Δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ προχωρήσητε μὲ τοιαύτας πληροφορίας· ὑποθέτω ὅτι σᾶς ἐξεμεταλλεύθησαν.
§133Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχετε ὅμως γνῶσιν ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκμεταλλεύσιμος, κύριε Ὑπουργέ. Εἶναι ἀνάγκη, ἰδίως ὅταν ἀπευθύνησθε πρὸς ἐμέ, νὰ μεταχειρίζησθε ἐκφράσεις ὀλίγον λεπτοτέρας, διότι δὲν πρέπει νὰ βιάζησθε.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ «ἐξεμεταλλεύθησαν». Δὲν σᾶς προσέβαλον διόλου. Δύναται ἄριστα εἷς καλῆς πίστεως νὰ λάβῃ μίαν πληροφορίαν ἀνακριβῆ καὶ νὰ τὴν μεταχειρισθῇ. Περὶ τούτου ὁμιλῶ.
§135Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀντίδικος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, δικηγόρος εἶναι ὁ συνάδελφος κ. Δεμερτζῆς, καὶ τὸν ὁποῖον προκαλῶ νὰ δηλώσῃ ἂν δὲν πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην διευθύνει τὸ γραφεῖον τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ἂν καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει γνῶσιν ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον ἀπηυθύνθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§136Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔγγραφον τὸ δημόσιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσαχθῇ;
§137Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πιστεύετε, κύριε Ἰατρόπουλε, ὑμεῖς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσαχθῇ;
§138Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ τοῦτο.
§139Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι προκαλῶ τὸν κ. Δεμερτζῆν νὰ δηλώσῃ.
§140Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία δήλωσις εἶναι ἱκανή, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ ἔγγραφον τὸ δημόσιον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ οὐδεμία διακοπὴ εἶναι ἐπιτετραμμένη, ἂν δὲν ἐρωτᾶται ὁ Πρόεδρος ὅτι ἐπιτρέπεται. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψει.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τις ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ὅστις ν’ ἀγνοῇ πόση ἀγανάκτησις ἠγέρθη εἰς τὴν χώραν ἅπασαν, πόση κατάκρισις δριμυτάτη δὲν ἠκούσθη καὶ πρὸ ἐλαχίστων ἀκόμη ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ὑπῆρξέ ποτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οὐχὶ μάλιστα κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς συνεδρίαζεν ἡ Βουλή, ὅστις μετέβη νὰ ὑπερασπίσῃ ποινικήν τινα ὑπόθεσιν ἐνώπιον ἐπαρχιακοῦ τινος Κακουργιοδικείου. Νομίζετε ὅτι ἡ περίπτωσις ἐκείνη δύναται νὰ ἐξισωθῇ πρὸς τὴν περίπτωσιν τὴν ἀναμφισβήτητον, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οἰκεῖ ἐντὸς τῆς αὐτῆς οἰκίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ λειτουργεῖ τὸ πρῶτον δικηγορικὸν γραφεῖον τοῦ Κράτους, ἐντὸς τῆς οἰκίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπηρετοῦσι δικηγόροι ὑπὸ τὰς διαταγάς του; Εἶπον καὶ προηγουμένως, ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι, ὅτε εὑρέθη πρὸ τοῦ δεινοῦ ἀτυχῶς προβλήματος, πρὸ τοῦ φοβεροῦ ἀληθῶς διλήμματος ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ διευθύνων τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἀκόμη νὰ διστάσῃ, ὅπως ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ δύο νὰ πράττῃ, διότι ἀγνοῶ κατὰ πόσον ἤθελεν εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιτετραμμένον ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν νὰ ἱδρύσῃ δικηγορικὸν γραφεῖον καὶ νὰ θέσῃ δύο ἐκεῖ δικηγόρους βοηθούς του καὶ νὰ ἐπαγγέλληται καὶ τὸν ἐργολάβον δικῶν!
§143Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν ὑμεῖς ἦσθε Ὑπουργός, θὰ τὸ ἐκλείετε;
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως. Ἔχετε ἀμφιβολίαν περὶ ἐμοῦ;
§145Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Σᾶς ἠρώτησα.
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξακολουθήσῃ κατοικῶν ἐν τῇ αὐτῇ ἐκείνῃ οἰκίᾳ.
§147Δ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀλλάξῃ κατοικίαν;
§148Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔπρεπε βεβαιότατα ν’ ἀλλάξῃ κατοικίαν καὶ νὰ ἐγκαταλείπῃ ἐκεῖ τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον, ἢ νὰ μεταφέρῃ τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον εἰς ἄλλην οἰκίαν, ἐὰν ἤθελε νὰ μείνῃ αὐτὸς ἐν τῇ αὐτῇ. Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι ἡ μεγάλη ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν προσφέρει εἰς τὸν τόπον ἡ δικαιοσύνη, δὲν εἶναι κυρίως ἐν τῇ τηρήσει τῶν νόμων, ἐν τῇ ἀποφυγῇ πάσης παρανομίας, ἐν τῇ ἀποφυγῇ πάσης ἀδικίας, κατὰ τὴν κρίσιν περὶ τῶν συμφερόντων τῶν διαδίκων, ἀλλ’ ἡ κυρία ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν προσφέρει ἡ δικαιοσύνη εἰς τὸν τόπον, εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη, μὲ τὴν ὁποίαν πληροῖ τοὺς πολίτας ὅτι τηροῦνται οἱ νόμοι, διότι ἐλάχιστα σημαντικὸν εἶναι ἂν γίνονται ὀλίγαι τινὲς παρανομίαι, ἂν ἐκδίδονται ὀλίγαι τινὲς οὐχὶ κατὰ τοὺς νόμους, οὐχὶ κατὰ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἀποφάσεις. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς ἕνα λαὸν νομιμοφροσύνη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ στοιχειώδης πολιτικὴ ἠθική, ἐὰν ὁ λαὸς ἐκεῖνος πιστεύῃ ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν λειτουργεῖ ἀμερολήπτως, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐκδίδει τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας; Καὶ θὰ ἐρωτήσω πάντας ὑμᾶς· ὑπῆρχε τοιαύτη ὑπόνοια παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις δὲν εἶναι προϊόντα ἀμεροληψίας; ναὶ ἢ ὄχι; Θὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ἐκράτησεν ἤδη σταθερῶς καὶ ἀδιασείστως ἀντίθετος πεποίθησις; Καὶ θ’ ἀρνηθῇ τις ὅτι ὁ ἔχων ὑπερασπιστὴν τῆς ὑποθέσεώς του τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν κερδίσῃ τὴν δίκην, θὰ πεισθῇ ἀκραδάντως ὅτι ἐκέρδισεν αὐτὴν τῇ ἐπιρροῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν δὲ χάσῃ τὴν δίκην, θὰ πεισθῇ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν προστατεύσῃ; Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, πῶς φαντάζεται πᾶς τις ἐξ ὑμῶν καὶ ὅλοι ὁμοῦ τὴν ἀνόρθωσιν· ἀλλὰ τὴν ἀνόρθωσιν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν φαντάζομαι ὥς τι ἁπτόν· ἡ ἀνόρθωσις δὲν εἶναί τι, ὅπερ διὰ τῶν ἀγώνων μας θὰ παρασταθῇ ὡς μία τις συλλαμβανομένη διὰ τῶν χειρῶν πάγκαλος νεᾶνις. Τὴν ἀνόρθωσιν τὴν φαντάζομαι ἐγὼ ἐν τῇ τηρήσει τῇ θρησκευτικῇ πάντων τῶν νόμων καὶ τῶν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα ἀκόμη διατάξεων. Τὴν ἀνόρθωσιν ἀκόμη περισσότερον τὴν φαντάζομαι ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἐν μιᾷ ὑψίστῃ ἠθικῇ ἀντιλήψει τῶν πολιτικῶν καθηκόντων ἑκάστου, ἐν μιᾷ γενναίᾳ προσπαθείᾳ διηνεκεῖ καὶ ἀδιαλείπτῳ εἰς πάσας ἀκόμη τὰς λεπτομερείας, ὅπως παύσωσι παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ αἱ ὑπόνοιαι ἢ αἱ πεποιθήσεις ὅτι οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ εὑρίσκονται ὑπεράνω τῶν νόμων καὶ ὅτι τοὺς προστατευομένους ἀκόμη αὐτῶν τηροῦσιν ἀπαραβιάστους ἐκ μέρους τῶν νόμων. Τοιουτοτρόπως φανταζόμενος τὴν ἀνόρθωσιν δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην οἱοσδήποτε, ποθήσας τὴν ἀληθῆ τοῦ τόπου τούτου ἀνόρθωσιν, ὅστις νὰ μὴ καταλαμβάνηται ὑπὸ ἀπογνώσεως, ὅταν βλέπῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐξακολουθοῦντα νὰ διευθύνῃ τὸ πρῶτον δικηγορικὸν γραφεῖον τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐμβάλλῃ εἰς τοὺς πολίτας τὴν ὑπόνοιαν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι τὸ ὄργανον τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας. Καὶ ὅταν δὲν ὑπάρξῃ βαθεῖα πεποίθησις ἐπὶ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἀνόρθωσις εἶναι χίμαιρα· διότι, ὅταν, Κύριοι, τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; Τὸ δεύτερον θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶναι, ὡς εἶπον ἤδη, «διατί ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεῖδε τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιτροπειῶν πρὸς σύνταξιν σχεδίων τῶν δικαστικῶν κωδίκων». Ὅτε συνεζητεῖτο, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκ τῶν διοριζομένων ἐκείνων προσώπων δὲν παρεῖχόν τινες πᾶσαν ἐγγύησιν καὶ ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὸ βαρὺ καὶ δυσχερέστατον ἔργον, ὅπερ εἰς αὐτοὺς ἀνατίθεται, καὶ εἶχον ὁμιλήσει περὶ ἑνὸς ἐκ Κερκύρας ὑφηγητοῦ τοῦ Ποιν. Δικαίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐβεβαίωσα τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει φιλοσοφικὰς γνώμας, μεταφυσικὰς ἀντιλήψεις τόσον ἐκτρόπους, τόσον παραδόξους, ὥστε νὰ μὴ παρέχωσι καὶ ἐλαχίστην ἐγγύησιν ὅτι θέλει ἀνταποκριθῆ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν, ὅταν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν σχεδίου τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ πρόκειται ν’ ἀσχοληθῇ π. χ. εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου «περὶ καταλογισμοῦ τῶν πράξεων». (Ἱλαρότης). Ἐκ τῶν ἐκτρόπων ἰδεῶν, Κύριοι, ἀνέφερα τότε μερικάς· σᾶς παρακαλῶ νῦν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὰς ἀναγνώσω σήμερον ἀπὸ τοῦ βιβλίου του. Ἰδοὺ τί διδάσκει ὁ ὑφηγητὴς ἐκεῖνος.
§149Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἰδικόν του ἔργον;
§150Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα· σύγγραμμά του. (Ἀναγινώσκει:) «Ὡς οἱ φυσικοὶ ὀργανισμοὶ ἐξειλίχθησαν ἀπὸ τῶν στοιχειωδεστάτων καὶ ἁπλουστάτων μορφῶν, οὕτω καὶ ὁ πολύπλοκος ψυχικὸς ὀργανισμὸς τοῦ καθ’ ἡμᾶς πεπολιτισμένου ἀνθρώπου εἶναι προϊὸν βαθμιαίας καὶ βραδείας ἐξελίξεως. Πᾶσα ψυχὴ γεννᾶται ἁπλῆ καὶ ἀμαθής. Ἡ πρόοδος ἐν τῇ νοητικότητι ὡς καὶ ἡ πρόοδος ἐν τῇ ἠθικῇ, αἵτινες δύνανται νὰ μὴ συμβαδίσωσιν, ἐπιτελεῖται διὰ σειρᾶς πολλαπλῶν ἐνσαρκώσεων ἐφ’ ὑλικῶν σωμάτων. Τὸ εἶδος ἑκάστης ὑπάρξεως ἤρτηται ἐκ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπιτευχθείσης ἐξελίξεως καὶ τῶν ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπολειπομένων πρὸς πρόοδον κενῶν προβαλλομένων ἀναγκῶν. Λ.χ. ὁ ἐκ γενετῆς παράφρων ἢ βλὰξ γεννᾶται τοιοῦτος πρὸς ἐξάγνισιν ἁμαρτημάτων διαπραχθέντων ἐκ βαρυτάτων καταχρήσεων ἐν τῇ χρήσει τῆς νοημοσύνης ἐν προηγηθείσῃ ὑπάρξει. Ὁ εἰς ἄκρον πένης ὀφείλει τὴν τοιαύτην κατάστασιν εἰς κατάχρησιν τοῦ πλούτου ἐν τῇ προηγουμένῃ ὑπάρξει κ.τ.λ.». Καὶ ὁ εἰς ἄκρον πλούσιος, κ. Βαφειαδάκη, ὀφείλει, κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, τὸν πλοῦτόν του εἰς ὑπερβολικὴν φιλαργυρίαν ἐν προηγουμένῃ ὑπάρξει! (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων:) «Ἐντεῦθεν ὁ ἐκ γενετῆς ἐγκληματίας, ὡς ὁ ἀνθρωποφάγος κ. λ., κέκτηται ψυχὴν εὑρισκομένην εἰς τὰ πρῶτα στάδια τῆς ἠθικῆς — ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ καὶ τῆς διανοητικῆς — ἐξελίξεως αὐτῆς. Ἡ ψυχὴ αὕτη ἐνσαρκουμένη ἐν Εὐρώπῃ, τ. ἔ. μεταξὺ λαῶν πεπολιτισμένων, θέλει ἀποτελέσει ἄτομον, ἐκ τῆς ὠμότητος τοῦ ὁποίου ἡ ἐντύπωσις ἔσται μεγίστη, ἐνῷ ἐνσαρκουμένη μεταξὺ ἀγρίων λαῶν, παρ’ οἷς ἡ ἀνθρωποκτονία, ὁ βιασμός, ἡ κλοπή, ἀποτελοῦσι συνήθη καὶ φυσιολογικὰ γεγονότα, οὐδεμίαν θὰ παρῆγεν ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν. Ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἀπόψεως δέχομαι τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Lombroso, ὅτι ὁ ἐκ γενετῆς ἐγκληματίας «εἶναι ἄγριος παραπλανηθεὶς ἐν μέσῳ τοῦ ἡμετέρου πολιτισμοῦ». Νομίζετε ὅτι ἐπιστήμων, ὅστις τοιαῦτα δοξάζει, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὸ σύστημα τῶν ποινῶν, προκειμένου, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σχεδιάσῃ τὸ κεφάλαιον περὶ καταλογισμοῦ τῶν πράξεων, περὶ τῶν λόγων τῶν ἀποκλειόντων τὸ ἀξιόποινον, περὶ δόλου καὶ ἀμελείας;
§151Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μόνος αὐτὸς εἶναι ἐντεταλμένος νὰ συντάξῃ τὸν Ποινικὸν Νόμον;
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν· μὴ βιάζεσθε, κύριε συνάδελφε. Ἀλλὰ περὶ ἄλλου μέλους τῶν ἐπιτροπειῶν ἐκείνων, τοῦ κ. Παπούλια, εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἐλαχίστη ἀντίρρησις, ὅτι εἶναι ἐπιστήμων νέος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀληθῶς πάντες βεβαιοῦσιν ὅτι ἐπεράτωσεν ἄρτι λαμπρῶς τὰς σπουδάς του ἐν Γερμανίᾳ, ἀλλ’ ὅτι οὐδεμίαν ἡμέραν ἠσχολήθη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Καὶ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις, ὅστις σοβαρῶς ν’ ἀντείπῃ ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ὅτι εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς αὐτόν, ὅπως συντάξῃ σχέδιον Ἀστικοῦ Κώδικος ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀντιλήψεως, ἀφοῦ οὔτε μίαν ἡμέραν ἠσχολήθη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν παρ’ ἡμῖν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου καὶ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐγνώρισε τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προώρισται νὰ ῥυθμίσῃ καὶ νὰ προστατεύσῃ εἷς Ἀστικὸς Νόμος. Περὶ ἄλλου μέλους τῶν ἐπιτροπειῶν, τοῦ κ. Τ. Ἠλιοπούλου, ὅστις ἐπεδόθη ἀληθῶς εἰς μελέτας τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὑπεστήριξα ὅτι οὐδ’ ἅπαξ ὑπερήσπισε ποινικὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἑπομένως, ὡς καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἠρνήθη, εἶναι ἀκατάλληλος καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ ἀσχοληθῇ πρὸς σύνταξιν σχεδίου Ποινικῆς Δικονομίας, πρὸς σύνταξιν Κώδικος Ποινικοῦ, ὅστις εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πρακτικῆς φύσεως καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀρεταὶ καὶ τὰ ἐλαττώματα διαγινώσκονται μόνον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν προσώπων, τῶν ἀποτελούντων τὰς ἐπιτροπείας ἐκείνας, εἶναι καὶ οἱ κύριοι Κ. Δεμερτζῆς, Π. Ἀραβαντινός, ὁ ῥηθεὶς κ. Τ. Ἠλιόπουλος, Ἀ. Μιχαλακόπουλος καὶ Θρ. Πετμεζᾶς. Ἀλλ’ ἀναγινώσκω τὰ ὀνόματα ἐκ τοῦ νεωτέρου Διατάγματος, τοῦ ἐκδοθέντος μετὰ τὸν νόμον, καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι παρῃτήθησαν ἐν πληθούσῃ ἡμῶν συνεδριάσει ἐπισημότατα καὶ πανηγυρικώτατα. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει διωρίσθησαν καὶ αὖθις, ἐρωτηθέντες ἢ μὴ ἐρωτηθέντες;
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ ἐρωτηθέντες.
§154Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν διωρίσθησαν ἐρωτηθέντες, ἐγὼ οὐδὲν θὰ εἶχον νὰ εἴπω· θὰ ἔλεγον αὐτοὶ πρὸς ἑαυτούς, αὐτοὶ πρὸς τὴν Βουλήν, αὐτοὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ἐὰν ὅμως, ὡς πρὸ μικροῦ ἐδηλώθη, διωρίσθησαν μὴ ἐρωτηθέντες, ἐρωτῶ· ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο πρόκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν; Ἐρωτῶ· τοῦτο ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ πρᾶξιν, ἥτις καταβιβάζει εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς; ναὶ ἢ ὄχι;
§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§156Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί· ἀναμφισβητήτως ναί. Διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην πολίτης, ὅστις δὲν θὰ εἴπῃ· στενοχωρηθέντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν παρῃτήθησαν, ἀλλ’ ἀκολούθως ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς 15,000 δραχμῶν....«ποῖος ἐνθυμεῖται τὴν παραίτησιν ἐκείνην; Ἄς ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον· καλαὶ εἶναι αἱ 15,000 δραχμῶν»!
§157ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀνώτεροι τῶν 15,000 δραχμῶν.
§158Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνώτεροι οἱ κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, ἀναμφισβητήτως, τῶν 15,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ αὖθις· ποία θὰ ἦτο ἡ ἐντύπωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἀληθῶς δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιστημόνων καὶ Βουλευτῶν, οἵτινες εἶναι ἀνώτεροι τοιούτων καχυποψιῶν! Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν κατώτερα τοιούτων καχυποψιῶν, θὰ κατέπιπτεν εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς ἢ ὄχι; Θὰ ὑπεστήριζον εὐλογοφανέστατα ὅτι διεπράχθη συναλλαγὴ ἀπαραδειγμάτιστος μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Βουλευτῶν, ναὶ ἢ ὄχι; Εὐτυχῶς εἶναι ἀνώτεροι τοιούτων ὑπονοιῶν, εὐτυχέστερον εἶναι ἀνώτεροι τοιούτων καχυποψιῶν, εὐτυχέστατα εἶναι ἀνώτεροι τοιούτων καχυποψιῶν.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραιτοῦνται.
§160ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παραιτοῦνται, ἀλλὰ τί γίνεται τότε ὁ Ὑπουργός σας, ὅστις καὶ αὖθις διορίζει αὐτούς, ὡς μέλη ἐπιτροπειῶν, ὧν παρῃτήθησαν; Διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ· παραιτηθῆτε τῶν συνηγοριῶν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι πρόκειται περὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι δυσχερὴς ἡ ἀπάντησις, πάντως δὲ δυσχερῶς θὰ συνηγορήσῃ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὲρ ἑαυτοῦ.
§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν χρῄζει ἀπαντήσεως.
§162Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν χρῄζει ἀπαντήσεως, καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὴ δίδηται ἀπὸ σᾶς.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν σοῦ ἀρέσει; ν’ εἶσαι εὐγενέστερος.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσωσιν αἱ διακοπαί.
§165ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πλαπούτα, γνωρίζετε πόσον σᾶς τιμῶ.
§166Δ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Καὶ σεῖς γνωρίζετε, πόσον ἐγὼ σᾶς ἐκτιμῶ.
§167Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συνδεόμεθα διὰ παλαιοτάτης φιλίας, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ σεῖς θὰ μὲ τιμᾶτε. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε, διὰ ν’ ἀντιληφθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει στάδιον, ἰδιαίτατα δι’ ὑμᾶς, διότι εἶσθε καὶ Πλαπούτας.
§168Δ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Διατί μοὶ τὸ λέγετε αὐτό;
§169Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι σᾶς τιμῶ.
§170Δ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§171Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐάν, λέγω, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, δὲν ἐπρόκειτο ἀληθῶς περὶ προσώπων ἀνωτέρων πάσης ὑπονοίας, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν εὐλογοφανέστατα νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι παρεῖδον τὰς δηλώσεις των πρὸς τὴν Βουλήν, ἐλησμόνησαν τὴν ἀνακούφισιν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν παραιτήσεών των, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισε τότε ὡς περγαμηνὴν ἑαυτῆς, καὶ προῆλθον εἰς μίαν παντελῶς ἀναξίαν δι’ αὐτοὺς συναλλαγὴν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα καὶ αὖθις διορισθῶσιν; Ἐγὼ βεβαίως πιστεύω ὅτι καὶ σήμερον πανηγυρικῶς θὰ δηλώσωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι παραιτοῦνται, ἀλλὰ μετὰ τοῦτο θὰ ἐρωτήσω καὶ πάλιν· τί γίνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Βεβαίως πρέπει νὰ παραιτηθῶσι καὶ πρέπει νὰ παραιτηθῶσι καὶ ἐπιβάλλεται νὰ παραιτηθῶσι.
§172ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν καὶ τὰ λοιπά...
§173Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξήμαρτον ἤδη.
§174Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Μαυρομιχάλης Πρωθυπουργός.
§175Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ προσέξῃ πᾶς τις, μήπως γίνῃ φίλος τοῦ κ. Μαυρομιχάλη.
§176Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐξαιρέσει ἐμοῦ.
§177Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς μου, εἰς τὸ θέμα, ὅπερ βεβαίως δὲν εἶναι περισσότερον σοβαρὸν τῶν προηγουμένων, ἀλλ’ εἶναι τὸ θέμα ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ περισσότερος κόσμος θέλει ἐξεγερθῆ, διότι εἶναι θέμα λιανικῆς τρόπον τινὰ πολιτικῆς συναλλαγῆς.
§178Γ. ΠΩΠ. Τὸ πο μὲ ω.
§179Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι συναλλαγή, τὸ πο πρέπει νὰ εἶναι μὲ ω... Διὰ νὰ ἴδωμεν τέλος πάντων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἀνορθώσεως κατελύθη ἡ συναλλαγή, καὶ νὰ γνωρίσωμεν ἂν τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα δίδονται πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἔν τισι τῶν ὑπουργικῶν θαλάμων, εἶναι διδάγματα εἰλικρινῆ. Ἄν κατελύθη ἡ συναλλαγή, ἔχω ἐνταῦθα ἕνα κατάλογον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ προκαλέσω τὰς ἀμφισβητήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει): «Κατάλογος διορισμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης».
§180Χ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔχει δικαίωμα.
§181Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ἀναγινώσκει:) «Κινινῆς, βʹ τάξεως γραμματεὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, συμπολίτης του καὶ αʹ ἐξάδελφος τοῦ δημάρχου Βουφαγίων».
§182Χ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δικηγόρος καθὼς πρέπει.
§183Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δικηγόρος καθὼς πρέπει. Περὶ πάντων τῶν Κυρίων, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναφέρω, πρόκειται περὶ ἀνθρώπων καθὼς πρέπει καὶ διορισθέντων κατὰ τοὺς νόμους. (Ἀναγινώσκει:) «Παρασκευόπουλος, τέως ἰδιαίτερός του γραμματεύς, διωρίσθη γραμματεὺς τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν. Γ. Παπαδημητρίου, ἐκ τοῦ δήμου Κλείτορος τῆς Γορτυνίας, διωρίσθη ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Συριόπουλος, ἐκ τοῦ δήμου Τροπαίων τῆς Γορτυνίας, διωρίσθη ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν Παλαιοῦ Στρατῶνος. Παπαπετρόπουλος, διωρίσθη εἰρηνοδίκης Ληξουρίου, συμπολίτης του καὶ ἐπὶ τριετίαν δικηγόρος βοηθὸς τοῦ γραφείου του». Περὶ αὐτοῦ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρόκειται περὶ καλλίστου εἰρηνοδίκου». (Ἀναγινώσκει:) «Γρηγορόπουλος, συγγενής του ἐκ Καρυταίνης...».
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀνακριβέστατον.
§185Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ἀναγινώσκει:) «... διωρίσθη εἰρηνοδίκης Φολεγάνδρου καὶ ἀμέσως μετετέθη εἰς Δύμην. Ἔχει συμβῆ μάλιστα καὶ τὸ ἑξῆς περιεργότατον. Ὅτε ἀπέθανεν ὁ εἰρηνοδίκης Φολεγάνδρου, ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ἑβδομάδα ὑπῆρχον οἱ σπεύδοντες ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖ, ἵνα πληροφορηθῶσιν, ἂν ὄντως ἀπέθανεν ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος Φολεγάνδρου, περὶ τοῦ θανάτου τοῦ ὁποίου φῆμαί τινες ἔφθασαν καὶ εἰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ἐπίσημος βεβαίωσις ἐδόθη μόνον ὅτε διωρίσθη ὁ Γρηγορόπουλος. Τίνες ὑπῆρξαν οἱ σπεύδοντες, δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ τὸ μάθῃ. (Ἀναγινώσκει:) «Ν. Δικαῖος, διωρίσθη ἐπιστάτης τοῦ μὴ λειτουργήσαντος ἀκόμη Γυμνασίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Χανιάδης, υἱὸς τοῦ βουλευτοῦ, ὀπαδοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διωρίσθη ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν Παλαιοῦ Στρατῶνος. Κωνστ. Καρδαρᾶς»... — ἆράγε νὰ μὴ εἶναι συγγενὴς καὶ οὗτος τοῦ Ὑπουργοῦ; —
§186Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως καὶ θὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις περὶ ὅλων.
§187Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. «ἀνέλαβε τὸ παντοπωλεῖον τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος. Καὶ τοῦτο ἀντὶ ἐλαχίστου μισθώματος, ἀσυγκρίτως μικροτέρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπληρώνετο ἄλλοτέ ποτε, διότι βδελυρὰ καὶ ἀνόσια καὶ ἀποτρόπαια ἦσαν τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ τοῦ παντοπωλείου ἐκείνου ἄλλοτε, τὸ ὁποῖον κατηργήθη ὑπὸ τὴν ἀνακούφισιν πάντων τῶν τιμίων ἀνθρώπων. Ἐθεωρεῖτο τὸ παντοπωλεῖον τῶν φυλακῶν ἐκείνων, ἴσως τὸ παντοπωλεῖον πάσης φυλακῆς, ὡς ἕν ἀληθὲς στίγμα διὰ τὸν τόπον. Καὶ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατηργήθη ὑπὸ τὰς ἀρὰς τῶν τιμίων ἀνθρώπων, τὸ παντοπωλεῖον τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος, ἐπανιδρύθη ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀνορθώσεως. (Ἀναγινώσκει): «Γεώργιος Καρδαρᾶς, συγγενής του ἐπίσης, διωρίσθη ἐπιστάτης τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πειραιῶς». Ε. Δεληβοριᾶς, διωρίσθη, ὡς ἐκ Λαγκαδίων τῆς Γορτυνίας προερχόμενος, ἐπιστάτης τοῦ ἐνταῦθα Γυμνασίου Νεαπόλεως». Α. Πιτσούλης, συμπολίτης του, διωρίσθη ἔμμισθος δικαστικὸς κλητὴρ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Πέτρος Δημητριάδης, συμπολίτης του, διωρίσθη ὑπογραμματεὺς τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Π. Γεωργίου ἢ Νικολάου, διωρίσθη γραφεὺς ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν. Λαδόπουλος, συμπολίτης του, ὡς ὁ προηγούμενος». Νικητόπουλος, ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς τοῦ ἰδιαιτέρου του γραμματέως, προήχθη καθηγητὴς τοῦ Γυμνασίου Χαλκίδος.
§188Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον.
§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον καὶ ἡ ἐφορεία τῶν φυλακῶν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καθὼς καὶ ἡ ἐφορεία τῶν φυλακῶν ἔπαυσε κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἔπαυσε, τὸν διευθυντὴν τῶν φυλακῶν Ἀβέρωφ καὶ διώρισε τὸν ἀδελφὸν τοῦ διευθυντοῦ μιᾶς ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἔχει καθυβρίσει τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία τὴν ὑβρίζει ἀκόμη, ἡ ὁποία ἔχει ὑβρίσει τὴν Βουλὴν καλοῦσα αὐτὴν ἀγέλην, ἡ ὁποία παριστᾷ διῃρημένον καὶ ἀγρίως σπαρασσόμενον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἡ ὁποία θέλει νὰ παραστήσῃ ὅτι θ’ ἀναλάβητε προσεχῶς τὴν ἡγεσίαν τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, ἡ ὁποία παριστᾷ καθ’ ἑκάστην ἐν παραιτήσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπουργήσιμον τὸν κ. Λάσκαριν, ἀνεμόμυλον τὸν κ. Ζαβιτσᾶνον, διότι ὡμίλησε κατὰ τῶν νομοσχεδίων σας, ἥτις ὑβρίζει τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ ὁποία ἐπιτίθεται λυσσωδῶς κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ὁ ἀδελφὸς τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης διωρίσθη διευθυντὴς τῶν φυλακῶν Ἀβέρωφ.....
§190Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀλληλεγγύη εἰς τὴν ἐφημερίδα ἐκείνην. Διὰ τίνα ἐφημερίδα πρόκειται;
§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τίνα ἐφημερίδα πρόκειται; Πρόκειται περὶ ἐκείνης τῆς ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἐβάπτισεν —ἀγνοῶ ἂν καὶ θρησκευτικῶς!— τὸ πιεστήριόν της, καὶ ἀνάδοχος ἦτο ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέγραψεν ἐπιστολήν, δηλῶν τὴν λύπην του διότι δὲν παρευρέθη εἰς τὸ βάπτισμα. Εἶναι δ’ ἀστεῖον ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐνόμισαν ὅτι θέλουσι μὲ ἐξαφανίσει ἀπὸ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, ἐὰν εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δὲν γράψωσι τὸ ὄνομά μου καὶ γράψωσιν «εἷς Βουλευτής», καὶ ἐνόμισαν ὅτι θὰ καταληφθῶ ὑπὸ τρόμου καὶ δὲν θὰ ἐκστομήσω πλέον κατ’ αὐτῶν λέξιν, διότι πῶς θὰ εὑρεθῇ Λάκων πολίτης νὰ μὲ ψηφίσῃ, ὅταν ἡ «ΠΡΩΪΝΗ» γράφῃ «εἷς Βουλευτής», καὶ δὲν γράφῃ τὸ ὄνομά μου! Ἀλλ’ εὑρίσκονται οἱ παραξενευόμενοι διότι διορίζεται μεθ’ ὅλα τὰ ἐκτεθέντα σύμβουλος τῶν ἐπιτροπειῶν ἐκείνων ὁ Γιωτόπουλος. Διορίζεται ὁ Γιωτόπουλος, διότι εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένος μετὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Λάσκαρι, ὅστις πρέπει νὰ φέρηται ὑπουργήσιμος, διὰ νὰ μὴ φέρηται καὶ κερδαίνῃ ἐκλογικῶς ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ, ἆ.
§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἀνήκει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ δὲ κ. Λάσκαρις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. (Ἱλαρότης). (Ἀναγινώσκει:) «Ἰ. Ῥοϊλός, ῥάπτης καὶ φύλαξ τῶν φυλακῶν Ἀβέρωφ. Ν. Σολάτσης —ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, κύριοι Βουλευταί—, ὑπηρέτης τοῦ γραφείου του τοῦ δικηγορικοῦ ἀπὸ ἐτῶν καὶ νῦν τοιοῦτος καὶ νῦν μόνος τοιοῦτος, διωρίσθη κλητὴρ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Μόνον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν πάντες κατακρίνομεν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ἐγὼ οὐδενὸς ὀλιγώτερον, μόνον τοῦτο θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ ῥίψῃ ἑκατὸν Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπουργός, Κύριοι, ἄνευ οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν, Ὑπουργὸς πλούσιος, Ὑπουργὸς ἀνορθωτής, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν μόνον του ὑπηρέτην, διὰ νὰ μὴ πληρώνῃ αὐτῷ αὐτὸς τὸν μισθόν του, ὡς λέγεται, ἢ διὰ νὰ λαμβάνῃ ἐκεῖνος διπλάσιον μισθόν, τὸν διώρισε καὶ κλητῆρα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑψηλὴ ἔννοια τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς, τῆς πολιτικῆς ἀξιοπρεπείας, τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ διαγράψῃ εἰς τὴν χώραν ταύτην ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως; Πληροφοροῦμαι ἐν τούτοις ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ὁ κλητὴρ ἐκεῖνος, ὁ ὑπηρέτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξηναγκάσθη εἰς παραίτησιν. Ἀγνοῶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές. (Ἀναγινώσκει:) «Τάκης Στράγκας, Γορτύνιος...».
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακριβέστατον.
§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. «...διωρίσθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀθανάσιος Σκουρλέτης, συγγενής του καὶ συμπολίτης του, διωρίσθη ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρείᾳ. Θ. Ῥηγόπουλος, συμπολίτης του, διωρίσθη ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν. Λαγός, συγγενής του, διωρίσθη ὑπουργικὸς γραφεύς. Στυλιανός, συμπολίτης του, διωρίσθη κλητὴρ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του. Κορομάντζος, συμπολίτης του, διωρίσθη εἰρηνοδίκης. Μερήκας, διωρίσθη συμβολαιογράφος ἐν Ἀθήναις ἀντὶ τοῦ Ἀφεντάκη, διότι εἶναι ἀδελφὸς τοῦ δημάρχου Βρασιῶν».
§196Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Μερήκας ἦτο πταισματοδίκης καὶ παρῃτήθη, διὰ νὰ γίνῃ συμβολαιογράφος.
§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπομεν ὅτι πάντες οὗτοι εἶναι ἀξιολογώτατοι ἄνθρωποι, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· ἆρά γε πάντες οἱ Βουλευταὶ τῆς ἀνορθώσεως ἔλαβον τόσους διορισμοὺς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης;
§198Χ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἦτο πρὶν νὰ διορισθῇ συμβολαιογράφος;
§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πταισματοδίκης.
§200Χ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καλλιτέρα θέσις.
§201ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμβολαιογράφος ἐν Ἀθήναις.
§202Χ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἀθήναις; Πρέπει νὰ ἔχῃ πελατείαν.
§203Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ἀναγινώσκει:) «Ἀντώνιος Κανάκης, συμπολίτης του, προήχθη ταμίας γʹ τάξεως ἐν Ὕδρᾳ. Π. Δρούγας, συγγενής του, προήχθη εἰς ταμίαν. Γ. Οἰκονομόπουλος, ὑποψήφιος δήμαρχος Κλείτορος — νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις ἡ σταφιδική— διωρίσθη ὑπάλληλος τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας. Ἀ. Καρύδης, συγγενής του, ἐκ Καρυταίνης, διωρίσθη εἰς τὸ Μουσεῖον».
§204Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω συγγενεῖς ἐκ Καρυταίνης οὔτε ἔχω ὅλον αὐτὸ τὸ συγγενολόγιον.
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω ὅτι πολλὰ διδάγματα δίδονται εἴς τινα ὑπουργικὰ γραφεῖα. Ἡμέραν τινὰ ἐκαθήμην εἰς τὸ καφενεῖον τοῦ Ζαχαράτου ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἦλθε κατασυγκεκινημένος εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων, λέγων μοι: «Δόξα τῷ Θεῷ! Ἔληξαν τὰ βάσανα πλέον». —«Τί συμβαίνει; εἶπον πρὸς αὐτόν».— Μετέβην, μοὶ λέγει, εἰς τὸ γραφεῖον ἑνὸς Ὑπουργοῦ καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ διορίσῃ πτωχόν τινα οἰκογενειάρχην εἰς θέσιν κλητῆρος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του. Καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός· «Κύριε συνάδελφε, ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἀρχίσωμεν νὰ διορίζωμεν καὶ νὰ παύωμεν, τότε τί διαφέρομεν ἀπὸ τὸ παρελθόν;». Διότι ἀληθῶς, Κύριοι, κατὰ τὸ παρελθὸν διενέμοντο τοὺς διορισμοὺς οἱ Ὑπουργοὶ μετὰ τῶν Βουλευτῶν, κατὰ τὰς ἡμέρας ὅμως τῆς ἀνορθώσεως δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη διανομή· τοὺς διορισμοὺς πρέπει νὰ λαμβάνωσι μόνον οἱ Ὑπουργοί, διότι εἰς αὐτοὺς ἐν λευκῷ ἔχει ἐμπιστευθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἀνόρθωσιν. Μόνον λοιπὸν αὐτοὶ γνωρίζουσι ποίους πρέπει νὰ διορίζωσι καὶ ποίους πρέπει νὰ παύωσι, διότι καὶ ἐπιβάλλεται ἀκόμη οἱ Ὑπουργοί, χθεσινοὶ ἄνθρωποι, στερούμενοι πάσης πολιτικῆς ἐπιρροῆς εἰς τὰς ἐκλογικάς των περιφερείας, ἐντεταλμένοι οὐχ ἧττον νὰ συντελέσωσι τὴν πολιτικὴν ἀνόρθωσιν, ἐπιβάλλεται νὰ παγιωθῶσι πολιτικῶς εἰς τοὺς νομούς των· καὶ πρέπει μόνον αὐτοὶ νὰ λαμβάνωσι τοὺς διορισμούς, διότι, ἂν συμβῇ ν’ ἀποτύχῃ κατὰ τὰς ἐρχομένας ἐκλογὰς εἷς ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τότε, ἐν τῇ ἀλληλεγγύῃ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀνορθώσεως, τί θὰ γίνωσιν αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Θὰ κλαίῃ τότε καὶ θὰ ὀδύρηται ἡ ἀνόρθωσις!... Ἐπιφυλασσόμενος κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἴσως περίεργον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ συναισθήματα, τὰ ὁποῖα συνήθως προκαλοῦσι τοιούτου εἴδους προσωπικαὶ ἐπιθέσεις, ὑπάρχουσι τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπολύτως ξένα πρὸς ἐμέ. Ἐξ ὅσων θὰ εἴπω θὰ ἐννοήσητε τὸν λόγον· ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ πεισθῆτε ὅτι ἀπολύτως εἰλικρινὴς εἶμαι, ἐκφράζων τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Λακωνίας Βουλευτήν, διότι ἐπὶ τέλους μοὶ παρέσχε τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν νόμιμον εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ὅσα εὐθὺς ἀμέσως θ’ ἀκούσητε εἰς ἀπάντησιν μιᾶς ἑκάστης τῶν αἰτιάσεων αὐτοῦ. Ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς διὰ μακρῶν καὶ μετὰ τόνου βαρέος περὶ τοῦ δικηγορικοῦ μου γραφείου. Ἐὰν δι’ ὅσων εἶπεν ἐνόησεν ἢ ἐννοῇ ὅτι ἐγὼ δικηγορῶ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἀπ’ εὐθείας ἢ ἐκ πλαγίου, ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς ἢ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Καὶ πρέπει νὰ πεισθῇ ὅτι ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ διορισμοῦ μου εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχω, εἶμαι τόσον ξένος πρὸς τὴν δικηγορίαν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὅσον ξένος εἶμαι καὶ πρὸς τὸ ἱερατεῖον. Ἂν ὅμως δι’ ὅσων εἶπεν ἐννοῇ ὅτι δὲν διέλυσα το δικηγορικόν μου γραφεῖον, εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ μου ὡς Ὑπουργοῦ ἔκαμον ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἐνόμισα ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῶν ἠθῶν μου καὶ ἐκ τῶν ἀρχῶν μου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ δυνατοῦ καὶ τοῦ εὐπρεποῦς ἐνδεδειγμένον. Παρέδωκα τὸ δικηγορικόν μου γραφεῖον, ὡς εἶχεν, εἰς ἐκείνους τοὺς δικηγόρους, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπὶ μακρὰ ἔτη συνειργάσθην, βοηθούμενος ὑπ’ αὐτῶν, εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἐγνώρισα τὴν παίδευσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα, ἵνα ἐπιμεληθῶσι τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ἐφ’ ὅσον χρόνον διαρκεῖ τὸ νέον ἀξίωμά μου, ἐπιστρέψωσι δὲ πᾶσαν δικογραφίαν εἰς πάντα τέως πελάτην μου, ὁ ὁποῖος προσερχόμενος δὲν ἤθελεν ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ ὑπὸ τῶν βοηθῶν μου. Καὶ ἐρωτῶ· Τί πλέον τούτου ὤφειλον, ἢ τί πλέον τούτου ἠδυνάμην νὰ πράξω; Ἢ τί πλέον τούτου ἠδύνατο νὰ πράξῃ οἱοσδήποτε εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν μου; Τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ πράξῃ οὐχὶ πλέον ὁ σκεπτόμενος μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ἐφημέρου τούτου ἀξιώματος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν ἐνεργὸν δικηγορικὸν βίον, ν’ ἀναλάβῃ τὸ γραφεῖον αὐτοῦ καὶ συνεχίσῃ τὸ ἔργον του, ἀλλὰ τί θὰ ἔπραττε καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσκέπτετο ἢ οὐδαμῶς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ τέως ἐπάγγελμά του ἢ νὰ ἐπανέλθῃ ἔν τινι μέτρῳ πολύ, ἀπείρως, μικροτέρῳ ἐκείνου, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐδικηγόρει πρίν; Ἀλλὰ καὶ ἔτι πλέον· τί θὰ ἔπραττεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀπεφάσιζε καὶ νὰ καταλύσῃ ὁριστικῶς ἕνεκα τοῦ νέου ἀξιώματός του ὅ,τι εἰκοσαετὴς ἐργασία ἐνδελεχὴς ἐδημιούργησε; Τί ἄλλο διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔπραξα; Ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνασχίσω ἢ ν’ ἀπορρίψω ἐκ τοῦ παραθύρου χιλιάδας δικογραφιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς εἰς τὸ γραφεῖόν μου, δικογραφιῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων ἀντιπροσωπευουσῶν μέγιστα συμφέροντα, ὡς εὐηρεστήθη νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής; Πρόκειται δὲ περὶ ὑποθέσεων, τῶν ὁποίων ἐλάχισται ἀνήκουσιν εἰς διαδίκους κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Μέγας ἀριθμὸς τῶν ὑποθέσεων τούτων εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου προερχόμεναι ἐξ ὅλων τῶν Πρωτοδικείων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν· πληθὺς ὑποθέσεων ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκκρεμῶν προέρχονται ἀπὸ πάντα τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους. Ἄλλαι ὑποθέσεις προέρχονται ἐκ πάντων τῶν προξενικῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλαι ἀκόμη προέρχονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν· ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως γραφείου τί ὤφειλον νὰ πράξω ὑπὸ τὴν αὐστηροτάτην ἐκδοχήν, ὑπὸ τὴν αὐστηροτάτην ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν αὐστηροτάτην ἀντίληψιν οὐχὶ τὴν νομικήν, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν εὐπρεπῆ, τί ὤφειλον, ἢ τί ἠδυνάμην, ἢ τί ἠδύνατό τις εἰς τὴν θέσιν μου εὑρισκόμενος νὰ πράξῃ, διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔπραξα; Ν’ ἀναθέσω τουτέστι τὴν περαιτέρω ἐπιμέλειαν καὶ διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τούτων τῶν ἐκκρεμῶν εἰς ἐκείνους, εἰς τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἦθος καὶ τὴν ἱκανότητα εἶχον ἀδίστακτον πεποίθησιν, μὲ τὴν κατηγορηματικὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιστρέψωσι τὰς δικογραφίας εἰς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξ οἱουδήποτε λόγου δὲν ἤθελον ἀρκεσθῇ εἰς τούτων τῶν βοηθῶν μου καὶ μόνην τὴν ἀποκλειστικὴν ἐπιμέλειαν; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὰ διάφορα Πινάκια ἐγγραφαί τινες ὑποθέσεων, μετὰ τὸν διορισμόν μου ὡς Ὑπουργοῦ γενόμεναι, εἰς τὰς ὁποίας παρὰ τὸ ὄνομα τοῦ διαδίκου, ἢ δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομα τοῦ δικηγόρου βοηθοῦ ἢ ἄλλου τινός, ὑπάρχει ἐν παρενθέσει ἀναγεγραμμένον καὶ τὸ ὄνομα τὸ ἰδικόν μου. Ἀγνοῶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀφοῦ τὸ βεβαιοῖ. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ μάθω τί ζητεῖ ν’ ἀποδείξῃ διὰ τοῦ γεγονότος τούτου ὁ κ. Βουλευτής; Ζητεῖ ν’ ἀποδείξῃ σχέσιν τινὰ ἐμὴν πρὸς τὴν δικηγορίαν; Ν’ ἀποδείξῃ ἐντολὴν ἐμὴν πρὸς τοιαύτην ἐγγραφήν; Ἐννοεῖ κἂν ν’ ἀποδείξῃ ἐντολὴν τῶν τέως βοηθῶν μου πρὸς τοιαύτην ἐγγραφήν; Θ’ ἀπαντήσω καὶ περὶ τοῦ πρώτου, ἂν ἡ ἔννοιά του ἦτο τοιαύτη, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ δευτέρου, τὸ ὁποῖον φαίνεται μᾶλλον ὑπονοῶν, καὶ θὰ ἐρωτήσω αὐτὸν ὡς δικηγόρον, ἀλλὰ καὶ πάντα παριστάμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δικηγόρον ἢ καὶ μὴ τοιοῦτον, ὁπωσδήποτε ὅμως οἰκείως ἔχοντα πρὸς τὰ τοιαῦτα ζητήματα· τίνα σκοπὸν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐντολὴ εἰς τοιαύτην ἐγγραφήν; Εἶναι δυνατὸν — συγχωρήσατέ με διὰ τὴν φράσιν — χωρὶς νὰ ἔχῃ τις ἐγκέφαλον πτηνοῦ καὶ νὰ ὑποθέσῃ ἁπλῶς ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοῦτο ἀπὸ σκοποῦ; Καὶ εἶναι δυνατὸν τὸ γεγονὸς τοῦτο νὰ μὴ εἶναι ἀπολύτως τυχαῖον, συμβαῖνον δ’ ἄλλως τε οὐχὶ σπανίως, ὡς δεικνύει καὶ ἡ καθημερινὴ πεῖρα; Καὶ τὸ σπουδαιότερον· εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀπολύτως ἐστερημένον καὶ τῆς ἐλαχίστης σημασίας; Ἀγνοεῖται τάχα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ἐπικρίνοντα τὸ γεγονός, ὅτι τὰ δικόγραφα πρὸς ἐγγραφὴν εἰς τὰ Πινάκια τῶν Δικαστηρίων προσάγονται ὑπὸ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δικηγορικῶν γραφείων, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπὸ τῶν διαδίκων αὐτῶν; Καὶ ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ἐγγραφὴν ὑπάλληλος ἐρωτᾷ συνήθως τὸν κομίζοντα τίς εἶναι ὁ δικηγόρος, ποῖον τὸ γραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ οὐχὶ σπανίως γράφει ἐν παρενθέσει τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἀλλά, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοῇ τις τοῦτο, πάλιν περιττὸν εἶναι καὶ ἄχρηστον νὰ τὸ ἐξακριβώσῃ, διότι ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ποτὲ σκοπόν τινα οἱονδήποτε. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τίνα σκοπὸν θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα ἐπίτηδες γενόμενον; Εἰς τί θὰ ἐχρησίμευε; Τίνα ἄλλην σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο παρὰ μόνον νὰ ἐπηρεάσῃ ἴσως τὸν γραμματέα τῶν ἐπὶ τῶν ἐγγραφῶν εἰς τὸ Πινάκιον νὰ ἐγγράψῃ τὴν ὑπόθεσιν καλλιγραφικώτερον καὶ κανονικώτερον ἢ ταχύτερον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐγγραφήν, ἢ ἔστω καὶ τὸν προεδρεύοντα καλλιφωνότερον νὰ ἐκφωνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν; Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γνωσθῇ διὰ τοιαύτης ἐγγραφῆς ἐκ τίνος γραφείου προέρχεται ἡ ὑπόθεσις, ὅπως προστατευθῇ αὕτη, θὰ ἦτο ἀνόητος αὐτόχρημα ἡ εἰς τοιοῦτο μέσον προσφυγὴ διὰ χιλίους εὐνοήτους λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτον ἀκόμη, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο προέκυπεν ἐξ αὐτῆς τῆς δικογραφίας. Εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αὐτονόητον γεγονὸς ὅτι τὰ 9)10 τῶν δικογράφων χρονολογοῦνται πρὸ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας καὶ φέρουσι συνεπῶς τὴν ὑπογραφήν μου καὶ τὴν σφραγῖδά μου καὶ πάντα τῆς δικηγορίας μου τὰ διάσημα; Εἶναι δυνατόν, ὡς γνωρίζετε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ 9)10 εἶσθε δικηγόροι, ὁ εἰσηγητὴς ὁ μελετῶν κατ’ οἶκον τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸ συμβούλιον τὸ ἐπὶ ταύτης διασκεπτόμενον ν’ ἀναζητήσωσι τίς εἶναι ὁ ἐγγράψας εἰς τὸ Πινάκιον, διὰ νὰ περιποιηθῶσι τὸν ἐγγράψαντα αὐτὴν δικηγόρον; Ἂν τοιαύτη εὔνοια ἐπεδιώκετο καὶ ἂν ἦτό ποτε δυνατή, δὲν ἤρκει τὸ σύνολον σχεδὸν τῆς δικογραφίας, ἥτις πρόκειται ἐμφανὲς μαρτύριον περὶ τοῦ εἰς ποῖον ἀνῆκεν ἡ ὑπόθεσις; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔπρεπεν οὐχὶ περὶ τυχαίου γεγονότος εὐαρίθμων ἐγγραφῶν νὰ γίνηται λόγος, ἀλλὰ νὰ ὑποβληθῇ ἀξίωσις, ὅπως ἐξαφανίσω πᾶν ἴχνος προηγουμένης σχέσεως καὶ ἰδιότητός μου· δηλαδὴ νὰ σχίσω τὰς δικογραφίας, νὰ ἐξαφανίσω τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑπογεγραμμένα δικόγραφα. Τοιαύτη, κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξεν ἡ τακτική, ἣν ἐτήρησα ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Καὶ μήπως ἦτο δυνατὸν νὰ τηρήσω ἄλλην καλλιτέραν; Ὑποδείξατέ μοι λύσιν ἄλλην, ἀνθρωπίνως δυνατήν, λύσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλως ἔπρεπε νὰ διαρρυθμίσω τὸ γραφεῖόν μου, καὶ τότε ἐγὼ πρῶτος θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ δικαιολογήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπερωτῶντα συνάδελφον. Τί ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὄχι ἔπρεπεν, ἀλλὰ ἦτο δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ γίνῃ, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ δικηγόρου, ὅστις γενόμενος Ὑπουργὸς σκέπτεται μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ἐφημέρου τούτου ἀξιώματος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν ἐπαγγελματικὸν βίον, εἰς τὴν τάξιν δὲ ταύτην ἀνήκουσι, νομίζω, πάντες ἴσως οἱ ἐκ δικηγόρων Ὑπουργοί, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ ἐκείνου — τονίζω τοῦτο, διότι θὰ δώσω ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι εἶναι περιττὸν τὸ πρᾶγμα —, ὅστις σκέπτεται νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ἢ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοῦτον ἐν μέτρῳ ἐλαχίστῳ; Καὶ ἀφοῦ οὐδὲν ἄλλο ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἀφοῦ τὸ γινόμενον ἦτο τὸ μέγιστον, ὅπερ θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀξιώσῃ, νομίζετε, Κύριοι, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἢ μᾶλλον νομίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, ὅτι ὑπάρχει δικηγορία ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ στάδιον ἐλέγχου ἐπὶ ταύτῃ; Ποία εἶναι ἡ δικηγορία καὶ εἰς τί συνίσταται; Μήπως ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτής, χωρὶς νὰ τὸ λέγῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης βοηθεῖ τοὺς βοηθούς του, ὅτι συντάσσει δικόγραφα κρύφα, ὅτι συντάσσει προτάσεις, ὅτι διευθύνει τὸ γραφεῖόν του; Ἂν τοῦτο ἐννοῇ, ἂς τὸ εἴπῃ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς, διὰ νὰ λάβῃ ταύτην τὴν ἀπάντησιν καὶ ταύτην τὴν διαβεβαίωσιν· ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχει, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συνεπληρώθη ἴσως ἑξάμηνον, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὁποίου ἂς πιστεύσῃ ὅτι ἓξ τέταρτα τῆς ὥρας ἴσως δὲν θὰ παρέμειναν εἰς αὐτὸν ἐλεύθερα οὐχὶ δι’ ἀσχολίαν τινὰ οἱανδήποτε, σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὸ πρώην ἐπάγγελμά του, ἀλλ’ ἴσως οὔτε διὰ νὰ ἴδῃ τοὺς μέχρι τῆς 6 Ὀκτωβρίου βοηθούς του καὶ διὰ νὰ χαιρετίσῃ αὐτοὺς πολλάκις. Οὐδένα ἔχω δισταγμόν, Κύριοι, ν’ ἀποκαλύψω καὶ ἐν τούτῳ τὰ κατ’ ἐμέ, καίπερ ἁπτόμενα τοῦ ἰδιωτικοῦ μου βίου, τὸν ὁποῖον ἄλλως ἔν τινι μέτρῳ γνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε μὲ ἐτίμα διὰ τῆς φιλίας του καὶ ἐσύχναζεν εἰς τὸ γραφεῖόν μου. Δὲν διστάζω νὰ τῷ καταστήσω γνώριμον ὅτι ἡ πρώτη τριμηνία τοῦ ὑπουργικοῦ μου βίου κατηναλώθη ἀπὸ τῆς πρωΐας μὲν μέχρι τῆς 8 ἑσπερινῆς ὥρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπου ἠσχολούμην ἐν ἀδιαπτώτῳ ἐργασίᾳ εἰς τὸ νὰ κατευθύνω τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας αὐτοῦ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐνόμιζον, καὶ πρὸς δημιουργίαν νέων ἐν αὐτῷ ὑπηρεσιῶν, μὴ ὑπαρχουσῶν τέως. Αἱ νυκτεριναὶ δὲ ὧραι πᾶσαι πλὴν τεσσάρων ἢ πέντε ὡρῶν, ἃς διέθετον πρὸς ὕπνον, κατηναλίσκοντο διαρκῶς εἰς νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν. Ὅτε δὲ ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, παρηκολούθησα πάσας ἐν γένει τὰς συνεδριάσεις της· πρῶτος ἠρχόμην καὶ τελευταῖος ἔφευγον, κατὰ τὰς πρωινὰς πολλάκις ὥρας. Καὶ κατηνάλισκον τὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῶν συνεδριάσεων ἐλαχίστας νυκτερινὰς ὥρας πρὸς ἀνάπαυσιν, ἐνῷ ἀπὸ πρωίας, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 8½ μέχρι τῆς 4ης μετὰ μεσημβρίαν ὥρας, καθ’ ἣν ἤρχιζον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, εὑρισκόμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διαρκῶς, μηδὲ κατ’ αὐτὰς τὰς μεσημβρινὰς ἀκόμη ὥρας ἀπομακρυνόμενος ἐκεῖθεν καὶ διαρκῶς ἐκεῖ ἐργαζόμενος. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν· Ποῖαι εἶναι αἱ ὧραι ἢ αἱ στιγμαὶ ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας συνέτασσε προτάσεις ἢ διηύθυνε τὸ δικηγορικὸν αὑτοῦ γραφεῖον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ἂν εἶχεν ἀκόμη τὴν πρὸς τοῦτο διάθεσιν, πόσαι ὧραι ἐκ τοῦ ὅλου ἑξαμήνου τῷ ἀπέμειναν ἐλεύθεραι, διὰ νὰ σκεφθῇ κἂν τὴν ὕπαρξιν τοῦ γραφείου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐπίσης ἀναποσπάστως ὡς ἤδη μὲ τὸ Ὑπουργεῖον συνεδέετο; Ἀλλά, ἂν τοῦτο δὲν ἐνόει ἐλέγχων με ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, μήπως ἆρά γε ἐνόει ὅτι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἐγὼ ἐδημιούργουν δικηγορικὸν γραφεῖον, μήπως ἐννόει ὅτι ἠσχολούμην εἰς τὸ νὰ συγκεντρώσω ὑποθέσεις, δικογραφίας διὰ τὸ μέλλον ἢ διὰ τὸ παρόν; Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδένα θὰ εἶχον δισταγμὸν νὰ λογοδοτήσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος κάλλιστα γνωρίζει τὰ κατ’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀγνοεῖ τὸ γραφεῖόν μου καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐλειτούργει, ὅτι τὸ δικηγορικὸν αὐτὸ γραφεῖον, διευθυνόμενον ὑπ’ ἐμοῦ διαρκῶς ἐργαζομένου, εἶχε δέκα βοηθοὺς δικηγόρους, ἵνα δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς πολυπληθεῖς ἐργασίας του. Καίτοι δὲ συστέλλομαι, Κύριοι, ὁμιλῶν οὕτω περὶ τῶν κατ’ ἐμέ, ἐν τούτοις ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπαγόρευσις ἐγωισμοῦ τινος μικροῦ ἡ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι ἀμυνόμενος νὰ ἐκθέσω γεγονότα γνωστότατα, τολμῶ νὰ εἴπω, γνωστὰ δὲ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν. Τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἀνατιθέμεναι ὑποθέσεις ἦσαν τοσαῦται, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν μὲ ὅλον τὸ προσωπικὸν αὐτὸ νὰ ἐπαρκῶ, πολλοὶ δὲ συνάδελφοί μου ἐδέχοντο συνεπείᾳ συστάσεών μου τὴν ἐπιμέλειαν ὑποθέσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ συνδρομή μου καὶ δὲν παρείχετο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τοῦτο. Ὑποθέσεων καὶ πολιτικῶν, ἀλλὰ κυρίως ποινικῶν, διότι τοιαῦται δὲν ἐγίνοντο δεκταὶ ὑπ’ ἐμοῦ, πλὴν μιᾶς ἢ δύο ἴσως κατ’ ἔτος ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, τῶν ὁποίων μόνος ἐπεμελούμην καὶ τὰς ὁποίας μόνος ὑπερήσπιζον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὡς τοῦτο δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος. Πρόκειται ἑπομένως περὶ τοῦ δικηγορικοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν ἐμὴν ἐργασίαν καὶ διεύθυνσιν, ὑπὸ τοιαύτην ἐπικουρίαν καὶ ὀργάνωσιν, εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν νὰ δεχθῇ τὰς ἀνατιθεμένας αὐτῷ ὑποθέσεις. Καὶ ὅμως ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ διορισμοῦ μου ὡς Ὑπουργοῦ τί ἐγένοντο αἱ ἐργασίαι αὗται; Ἄς εὐαρεστηθῇ νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐκεῖ ἐπισκέψεις του ὁ κ. Βουλευτής, διὰ νὰ ἴδῃ. Οἱ 10 βοηθοὶ ἐγένοντο 4. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ἡ φύσις τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ ἦτο τοιαύτη. Ἦτο, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, ἀπολύτως προσωποπαγής. Ὥστε ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συντηρηθῇ ὡς εἶχε πρὶν τὸ γραφεῖον μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσίν μου. Τὸ πλεῖστον τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλουν τοῦτο, ἦσαν ὑποθέσεις ἀνήκουσαι κατ’ ἐξοχήν, κατὰ τὰ ⅘ ἴσως, εἰς ταύτας τὰς κατηγορίας. Ἦσαν ὑποθέσεις, εἰς ὑπεράσπισιν τῶν ὁποίων προσελαμβανόμην κατ’ ἐπικουρίαν ἄλλων ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις συναδέλφων μου, ὑποθέσεις σπανιώτατα μὲν διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον, κυρίως δὲ διὰ τὸ Ἐφετεῖον καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἦσαν ὑποθέσεις τοῦ Ἐφετείου προερχόμεναι ἐκ τῶν Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ. Ἦσαν ὑποθέσεις κατ’ ἔφεσιν ἐκ τῶν προξενικῶν Δικαστηρίων καὶ ὑποθέσεις ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ὑποθέσεις τέλος ἐξ ὅλου τοῦ Κράτους εἴτε πρὸς συζήτησιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, εἴτε πρὸς μελέτην καὶ γνωμοδότησιν. Ὁλόκληρον τὸ ἄθροισμα τῶν ὑποθέσεων τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας κατέπεσε, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ἄνευ τῆς προσωπικῆς μου ἐργασίας. Ἐντεῦθεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας οἱ βοηθοὶ ἀπὸ 10 ἐγένοντο 4, οἵτινες παρέμειναν καὶ παρέλαβον τὸ γραφεῖον, ὅπως ἐπιμεληθῶσι τῶν ὑπαρχουσῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων καὶ δικογραφιῶν, ἵνα μὴ καταστραφῶσιν ἐπίδικα συμφέροντα. Δὲν λέγω ταῦτα, Κύριοι, ἐξ ἐγωισμοῦ· θὰ ἦτο κουφότης ἀναξία ἐμοῦ. Βεβαιῶ ἁπλῶς γεγονότα μὴ δυνάμενα ν’ ἀμφισβητηθῶσι· γεγονότα ὅμως, τὰ ὁποῖα, ἂν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν, θὰ ὑπηγόρευον ποιάν τινα συστολὴν εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιθέσεις. Δὲν μὲ λυπεῖ, Κύριοι, ἡ καταστροφὴ αὕτη, ἣν σᾶς περιέγραψα, καταστροφὴ ἑνὸς ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον κατηναλώθη 20 ἐτῶν ἐνδελεχὴς ἐργασία πανημέριος καὶ σχεδὸν παννύχιος, ἐργασία παραλλήλου καὶ ἰσοδυνάμου ἀφοσιώσεως εἰς θεωρίαν καὶ ἐφαρμογήν, εἰς ἐπιστήμην καὶ πρᾶξιν. Δὲν μὲ λυπεῖ τὸ παράπαν οὐδὲ θεωρῶ ἀξίαν μνήμης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν μεγίστην ὑλικὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ὑπέστην. Διότι δὲν ἦτο αὕτη ξένη πρὸς τὰς βλέψεις μου, πρὸς τὰς σκέψεις μου, πρὸς τὰς ἀποφάσεις μου. Εἶχον ταύτην ὑπ’ ὄψει μου οὐχὶ κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον εἰς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχω, ἀλλὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισα νὰ πολιτευθῶ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ἀλλὰ καὶ πάντες σχεδὸν οἱ τέως συνάδελφοί μου, οἱ ὁποῖοι μ’ ἐγνώριζον καὶ ἐγνώρισαν τὰ κατ’ ἐμέ, δὲν ἀγνοοῦσιν ὅτι ἀπέφευγον, παρὰ πᾶσαν τὴν ἰσχυρὰν ἐπιθυμίαν μου, ν’ ἀποδυθῶ εἰς τὴν πολιτικήν, ἀκριβῶς διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ συμβιβάσω πρὸς ταύτης τὰς ἀπαιτήσεις τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ μου ἐπαγγέλματος. Οὐχὶ διότι ἐθεώρουν ταύτην ἀπαγορευομένην ἐκ τοῦ νόμου ἢ ἐκ τοῦ εὐπρεποῦς καὶ τοῦ προσήκοντος, ἀλλὰ διότι κατὰ τὰς ἐμὰς ἀντιλήψεις ἐθεώρουν ταύτην ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν πολιτικὴν κατ’ οὐσίαν, κατ’ ἐπάρκειαν. Ὡς ἐνήσκουν καὶ ὑπὸ τὸν κύκλον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐγήσκουν τὴν δικηγορίαν, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσω ἀσκῶν ταύτην, συγχρόνως δὲ νὰ πολιτεύωμαι ὑπὸ τοὺς ὅρους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔτεινον αἱ ἐπιθυμίαι μου· ν’ ἀνταποκρίνωμαι δηλαδὴ πρὸς πάσας ἐκείνας τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πολιτικῆς, τὰς ὁποίας ἔκρινον ἀπολύτως ἀναγκαίας καὶ ἐπιβεβλημένας. Διὰ τοῦτο ἀπέτρεψα ἐντελῶς ἐξ αὐτῆς τὰς ἐπιθυμίας μου, οὐδὲ ἀπόπειραν ἔκαμον νὰ πολιτευθῶ· οὐδαμῶς, οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως, ἀνεμίχθην εἰς τὴν πολιτικήν· εἰς οὐδεμίαν προῆλθον σχέσιν πρὸς πολιτικὸν ἄνδρα καὶ πολιτικὸν κόμμα οἱονδήποτε, καὶ ἀπέσχον ἐν πᾶσιν ἐπιμελῶς καὶ αὐστηρῶς μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὅτι τὰ κατ’ ἐμὲ εἶχον οὕτως, ὥστε ἠδυνάμην ν’ ἀποδυθῶ εἰς τὴν πολιτικήν, ἀδιαφορῶν πρὸς τὴν δικηγορίαν καὶ σκεπτόμενος ταχέως καὶ ὁριστικῶς νὰ ἐγκαταλίπω ταύτην. Ἀπέναντι τοιούτων σκέψεων καὶ ἀποφάσεων, πρὸς τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας συνεμορφώθησαν αἱ πράξεις μου, ὁμολογῶ ὅτι ἐκπλήττομαι, Κύριοι, δι’ ὅ,τι βλέπω καὶ ἀκούω, ὁσονδήποτε περιωρισμένος καὶ ἂν εἶναι ὁ κύκλος ἐκείνων, ἐξ ὧν προέρχονται. Ὑπῆρχον ἄλλοτε περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐζωογονεῖτο, σχεδὸν ἐδημιουργεῖτο καὶ ἓν δικηγορικὸν γραφεῖον τέως ἀτροφικὸν καὶ ἀναιμικόν· συνήγοντο πάντοθεν δικογραφίαι, βοηθοὶ ἀνέκυπτον τέως ἀνύπαρκτοι, καὶ ὑποθέσεις πολιτικαὶ καὶ ποινικαὶ ἐγεννῶντο μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔζων μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀπέθνησκον μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα ἀναγεννηθῶσιν, ὁπότε ἐκεῖνος ἐπανήρχετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐδυσφόρει ἴσως, ἀλλ’ οὐδαμῶς ἀπέστεργε τοῦτο, οὐδαμῶς διεμαρτύρετο. Γνωρίζω πρὸς τούτοις καὶ γνωρίζομεν πάντες ὅτι ὑπῆρχον περιστάσεις, συνήθεις αὗται καὶ καθημεριναί, ὡς πάντες ἐνθυμούμεθα, περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δικηγόροι, γενόμενοι Ὑπουργοί, διετήρησαν δι’ ἄλλων τὸ γραφεῖον, διότι σκοπός των ἦτο νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν τῇ ἐνεργῷ δικηγορίᾳ. Ἡ σύστασις δὲ τοῦ γραφείου των καὶ ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν των ἐπέτρεπε τὴν τοιαύτην διατήρησιν. Ἤδη οὔτε τὸ πρῶτον ἔχομεν οὔτε καὶ τὸ δεύτερον. Ἤδη ἔχομεν ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ μίαν ἀληθῆ καταστροφήν. Καὶ καταστροφὴν δημιουργήματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν θέσιν ἔσπευσε νὰ εἰκονίσῃ αὐτὸς ὁ ἐπερωτῶν κύριος Βουλευτὴς ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του. Δὲν γνωρίζω καὶ ἐπεθύμουν πολὺ ν’ ἀκούσω καὶ ἓν μόνον παράδειγμα μιᾶς τοιαύτης συντελουμένης ῥαγδαίας καταστροφῆς, ἡ ὁποία εὑρίσκει ἐν τούτοις ἀπολύτως ἀπαθῆ ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον καταστρέφεται. Δὲν ἀνέμενον βεβαίως ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας τὴν δημοσίᾳ ἀναγνώρισιν τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης, τῆς θυσίας ταύτης. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ ὅτι ἡ παραγνώρισις ταύτης μὲ ἐξέπληξε. Καὶ ἡ γινομένη ἐπίθεσις καὶ ἡ ἐνασχόλησις εἰς μικρότητας, ὑπερβαινούσας πᾶν ὅριον μικρότητος, καὶ ἡ ἄρνησις τῶν πασιδήλων ἐμβάλλει εἰς σκέψεις βαθείας τὸν φιλοσοφοῦντα παρατηρητὴν καὶ παρέχει ὕλην χρησίμην εἰς μελέτην τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν. Μὲ ἤλεγξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ διὰ δεύτερον κεφάλαιον· διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν.
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸ πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον ἔγγραφον τί λέγετε;
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον ἤδη ὅτι εἶναι ψευδές. Τὸ θεωρῶ δὲ καθ’ ἑαυτὸ ἀνόητον καὶ ἀνάξιον προσοχῆς, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ σύστασις ἐπίμεμπτος δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, διευθυνομένων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἄλλως τε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ ἀνυπάρκτου ἐγγράφου; Ἁπλούστατα ἂς κομισθῇ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο καὶ ἂς ἴδωμεν τί λέγει καὶ περὶ τίνος πρόκειται· ἐκτὸς ἂν μοὶ καταγνώσητε τοιαύτην ἀνοησίαν, ὅτι ἔκαμα ἔγγραφον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τοῦ ὁποίου συνίστων εὔνοιαν ἢ ἰδιαιτέραν ἐπιτάχυνσιν ὡρισμένης ὑποθέσεως. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ τί λέγετε.
§210Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ἔγγραφον γενικὸν πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον περὶ ἐπισπεύσεως τῶν ἐργασιῶν;
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ἐπισπεύσεως τῶν ἐργασιῶν ἐν γένει δὲν στέλλονται ἔγγραφα. Ἀκούσατε τί γίνεται. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται ἤδη ἀπαρεγκλίτως ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀποστέλλονται αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν δικαστικῶν γραφείων καὶ οἱ πίνακες τῶν ἐργασιῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμφαίνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν συζητηθεισῶν κατὰ τριμηνίαν ὑποθέσεων, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπὸ διάσκεψιν ἐκκρεμῶν κλπ. Αἱ ἐκθέσεις αὗται καὶ οἱ πίνακες μελετῶνται ὑπ’ ἐμοῦ. Ὅταν δὲ βλέπω βραδύτητα καὶ μάλιστα ἀσυνήθη τοιαύτην, ἀπευθύνω ἔγγραφα πρὸς τοὺς ἁρμοδίους εἰσαγγελεῖς παρατηρῶν τὰς βραδύτητας ταύτας, παραγγέλλων πολλάκις τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐπὶ ταύτῃ εὐθυνομένων εἰς ἀπολογίαν, ἐνίοτε δὲ καὶ τὴν πειθαρχικὴν αὐτῶν καταδίωξιν. Ἔγγραφα τοιαῦτα ἐστάλησαν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν πλέον ἢ ἅπαξ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, διὰ νὰ ζητηθῇ ἡ ἀπολογία πρωτοδικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἐβράδυναν τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων. Κατὰ τὴν πρώτην περίστασιν ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐδόθη ἡ ἀπολογία, ἐκρίθη ἐπιεικῶς, καὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῆς ἄλλης τριμηνίας, ὅτε καὶ πάλιν ὅμοιαι παρετηρήθησαν ἐλλείψεις, τὴν αὐτὴν ἐπανέλαβον παραγγελίαν. Ἐπειδὴ δὲ συνέπεσεν εἰς τὸ αὐτὸ παράπτωμα νὰ ὑποπέσωσιν οἱ αὐτοὶ πρωτοδίκαι, παρηγγέλθη πειθαρχικὴ τούτων καταδίωξις, καὶ ἐτιμωρήθησαν. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δὲν παρετηρήθη οὐδὲ παρατηρεῖται συνήθως βραδύτης περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων. Εἶδον ἐν τούτοις εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ γραφείου τοῦ Ἀρείου Πάγου τῆς τελευταίας τριμηνίας, ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐθεωρήθη ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι ὑποθέσεις τινές, περὶ τὰς τρεῖς, εἶχον μείνει ἐκκρεμεῖς ὑπὸ διάσκεψιν, ἀλλ’ ἐπὶ χρονικὸν διάστημα πρωτοφανὲς διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ὑπέλαβον μὲν ὅτι κώλυμά τι ἐξαιρετικὸν θὰ ἐπήνεγκε τὴν βραδύτητα ταύτην, οὐχ ἧττον ἐπιβεβλημένον ἐνόμισα ν’ ἀποστείλω ἔγγραφον εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τοῦ ὁποίου παρετήρουν ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἐκκρεμότητος ἐφαίνετο ἡμῖν ἀρκούντως μακρός, καὶ εὐκταία θὰ ἦτο μείζων ἐνημερότης τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
§212Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἦτο μεγάλη βραδύτης;
§213Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο μηνῶν, νομίζω, ἀλλὰ πάντοτε πρωτοφανὴς δι’ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε ἴσως, δημοσιεύονται ἐντὸς 15–22 ἡμερῶν. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὸ βʹ κεφάλαιον, τοῦ ἐλέγχου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ· εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν τὸν διορισμὸν τῶν προσώπων, ἅτινα ἀπετέλεσαν τὰς νομοπαρασκευαστικὰς ἐπιτροπείας. Εὐτυχῶς δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Διότι συζητουμένου τοῦ σχετικοῦ νόμου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ δώσω τὴν προσήκουσαν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν προσώπων ἐξήγησιν. Ἐξακολουθῶ δὲ νὰ νομίζω ὅτι αἱ ἐπὶ τούτου ἀντιρρήσεις ὑποβάλλονται κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν διατελοῦσιν ἐν γνώσει τῆς ἐπιστημονικῆς κινήσεως, ἀγνοοῦσι δὲ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρωτοστατοῦσι παρ’ ἡμῖν εἰς ἕκαστον κλάδον, καὶ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συγκεντροῦσι καὶ τὰ λοιπὰ στοιχεῖα τὰ ἐν τῷ νόμῳ καὶ τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει σημειούμενα διὰ τὸ ἔργον τῶν εἰσηγητικῶν ἰδίᾳ ἐπιτροπειῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν ἔργων τῶν ἄλλων ἐπιτροπειῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ ταῦτα θὰ συσταθῶσι πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν συνταχθησομένων κωδίκων. Ἀνέγνωσεν ἀπόσπασμα ἔκ τινος βιβλίου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅπως ἐλέγξῃ ὡς ἀδόκιμον τὸν συγγραφέα αὐτοῦ, ὃν διώρισα μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι τακτικὴ τοιαύτη δι’ ἀνασκευὴν ἐπιστήμονος εἶναι ἥκιστα ὀρθὴ καὶ ἥκιστα ἐπιστημονική. Εἷς ἐπιστήμων δὲν κρίνεται οὐδὲ κατακρίνεται ἀπὸ προσκομιδῆς τοιούτων μερῶν μεμονωμένων, ἀναγομένων μάλιστα, ἀνεξαρτήτως τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ αὐτῶν, εἰς θεωρίας καὶ φιλοσοφήματα, εἰς τὰ ὁποῖα οὐχὶ πρῶτος οὐδὲ τελευταῖος ἠσχολήθη οὗτος, ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἔγραψαν ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀνδρῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον. Ἐὰν θέλῃ ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὰς ἀρχάς, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθην καὶ ἐν τῷ διορισμῷ τῶν ἐπιτροπειῶν ὡς καὶ ἐν πάσῃ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων μου, ἐὰν θέλῃ νὰ ἴδῃ ἂν λόγοι φιλίας ἢ συμπαθείας ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ τοὺς τοιούτους διορισμούς, δύναμαι νὰ γνωρίσω εἰς αὐτὸν ἢ μᾶλλον δύναμαι νὰ τῷ ὑπομνήσω, διότι ὑποθέτω ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπειῶν ὑπάρχουσι καὶ πρόσωπα ὑπ’ ἐμοῦ διορισθέντα ἐν ἀγνοίᾳ των, πρόσωπα μάλιστα, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν ἀντήλλασσον οὐδὲ χαιρετισμόν. Ὑπάρχει πρόσωπον, πρὸς τὸ ὁποῖον μὲ διῄρει δυσαρέσκειά τις, ἕνεκα τῆς ὁποίας οὐδὲ χαιρετισμόν, ἐπαναλαμβάνω, ἀντήλλασσον ἀπὸ διετίας περίπου. Καὶ εὑρέθην εἰς τὸ δίλημμα, ἂν ἔπρεπε νὰ διορίσω τοῦτον, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ἱκανὸν καὶ χρήσιμον διὰ τὸ ἔργον, καὶ νὰ εἶμαι ἠναγκασμένος ἐκ τοῦ νόμου, ὡς πρόεδρος τῶν ἐπιτροπειῶν, νὰ συνεργάζωμαι μετ’ αὐτοῦ, ἢ ν’ ἀποφύγω τὸν διορισμόν του ἐκλέγων ἄλλον ἀντ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο μικρὸν καὶ ἀνάξιον ἐμοῦ, ἥκιστα δὲ ὑπηρετοῦν τὸν ἀληθῶς καὶ καλῶς ἐννοούμενον ἐγωισμόν, νὰ παρίδω τὸ συμφέρον τοιαύτης ἐργασίας, ἀληθῶς ἐθνικῆς, ὅπως ἱκανοποιήσω λόγους προσωπικούς. Καὶ οὐδενὸς γνωρίζοντος τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις μου παρεῖδον τὸν ἄνθρωπον χάριν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὸν ἐπιστήμονα ἐκεῖνον διώρισα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. (Εὖγε, εὖγε).
§214ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ πρόσωπα τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπειῶν τῶν δευτέρων, τῶν μετὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παραμένουσι τὰ αὐτὰ ἢ ἀντικατεστάθησαν;
§215Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραμένουσι τὰ αὐτὰ πλὴν ἑνός, ὅστις ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ κ. Ι. Εὐκλείδου, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον διορίσει διὰ τοῦ ἀρχικοῦ Διατάγματος, οὐχὶ διότι δὲν ἀνεγνώριζον ὅτι εἶναι ἐκ τῶν κρατίστων μελετητῶν τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος Ἀστικοῦ Δικαίου, ἀλλὰ διότι δὲν ἐνόμιζον ὅτι θὰ εἶχε τὸν χρόνον ἐπαρκῆ καὶ τὴν διάθεσιν ἑτοίμην ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ βαρὺ καὶ ἐπίμοχθον ἔργον τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπειῶν· προώριζον δὲ τοῦτον διὰ τὸ ἔργον τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπειῶν. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα μοὶ ἐγένετο γνωστὸν καὶ μετὰ χαρᾶς ἤκουσα τοῦτο, ὅτι θὰ ἦτο πρόθυμος καταλείπων μέγα μέρος τῶν ἰδίων αὑτοῦ ἀσχολιῶν νὰ ἐργασθῇ ἐνδελεχῶς καὶ εἰς τὴν εἰσήγησιν. Ἐνόμισα δέ, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐπιστήμων ἔχων δευτέραν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπραττον ἀδίκημα, ἐὰν μίαν τοιαύτην ἐπιστημονικὴν δύναμιν καὶ κορυφὴν δὲν ἔσπευδον νὰ χρησιμοποιήσω, ἀφήνων ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῶν πρώτων ἐπιτροπειῶν.
§216ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§217Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτου προσέθηκα δύο μέλη ἀκόμη μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου· νέα πλέον, μὴ μεταβαλών τι κατὰ τὰ λοιπά, μέλη εἰδικὰ ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντος δικαίου. Διώρισα δὲ τοιαῦτα τὸν κ. Διον. Στεφάνου, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἠσχολήθη εἰς προηγουμένας τοιαύτας ἐπιτροπάς, ὁ ὁποῖος ὅμως δυστυχῶς μετὰ ταῦτα μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἀποδέχεται ἕνεκα τῶν ἀσχολιῶν του καὶ εὐχαρίστως ἤθελε στέρξει νὰ μετάσχῃ τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπειῶν καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Κερκύρας, τὸν κ. Ν. Μαρκέτην, γνωστὸν καὶ ἐκ τῶν συγγραφῶν του διὰ τὴν εἰς τὴν ἐπιστήμην ἐπίδοσιν. Δύναμαι ἤδη ἐν τῇ αὐτῇ πορείᾳ τῶν σκέψεων νὰ καταστήσω γνώριμον πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ πρὶν ἐκδοθῇ τὸ πρῶτον Διάταγμα περὶ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπειῶν εἶχον ἀποταθῆ καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ πρόεδρον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν συνδρομήν, τὸν ὁποῖον καὶ παρεκάλεσα νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπείας τοῦ Ἀστικοῦ κώδικος. Ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ προθεσμίαν, ἵνα σκεφθῇ. Ἐσκέφθη. Δυστυχῶς κατόπιν προσελθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι τῷ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ βαρὺ καὶ χρόνου πολλοῦ δεόμενον ἔργον τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπειῶν καὶ ὅτι εὐχαρίστως καὶ οὗτος θὰ ἔστεργε νὰ μετάσχῃ τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπειῶν. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀρχαί, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐτήρησα καὶ ἐν τούτῳ, εὐλαβὴς πρὸς τὰ καθήκοντά μου, παριδὼν πάντοτε τὰς συμπαθείας ἢ τὰς δυσμενεῖς ψυχικὰς διαθέσεις μου καὶ ὑποβαλὼν ἐμαυτὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τείνω χεῖρα φιλίαν ὡς πρόεδρος τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ συνεργασθῶ μετ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζον χρήσιμον διὰ τὴν παρασκευὴν τοιούτου ἐθνικοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἐξέτεινε τὸν ἔλεγχον αὑτοῦ καὶ ἐπὶ ἄλλων σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐκθέτων ὀλίγα τινά. Ὡμίλησε περὶ διορισμῶν, ἀλλ’ ὡμίλησεν εὐτυχῶς κατὰ τρόπον ἀπαλλάττοντα ἐμὲ ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπω τίνες εἰσὶν οἱ διορισθέντες· διότι οὗτος ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶναι ἄριστοι. Τούτου τεθέντος δὲν νομίζω ἄξιον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀναιρῶν ἄλλας αὐτοῦ περὶ τὰ πρόσωπα ἀνακριβείας· οἷον ὅτι εἶναι πολλοὶ τούτων συγγενεῖς μου, ἐνῷ μόνον εἷς τοιοῦτος δικηγόρος διωρίσθη γραφεὺς καὶ οὐδεὶς ἄλλος συγγενής μου· ὅτι εἶναι Γορτύνιοι καὶ λοιπά, ἐν πολλοῖς ἀνακριβῆ. Ἀρκεῖ ὅτι ὡμολόγησεν ὅτι οἱ διορισθέντες εἶναι ἄριστοι. Ἀλλ’ ἀνέμενον ἐκ τῆς εὐσυνειδησίας του προσέτι νὰ εἴπῃ καὶ νὰ προσθέσῃ ἓν ἄλλο γεγονός, κατ’ ἐξοχὴν οὐσιῶδες· ἕν γεγονός, τὸ ὁποῖον δεικνύει τὸν διορισμὸν ὡς ἀποτελοῦντα ἐξάσκησιν καθηκόντων καὶ διακρίνει τοῦτον ἀπὸ τὴν ἀξιόμεμπτον συναλλαγήν, ἀπὸ τὸ ῥουσφέτι. Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ γεγονός; Ἡ παῦσις τοῦ ἑνός, διὰ νὰ διορισθῇ ὁ ἄλλος. Ἔχει νὰ δείξῃ εἴτε ἄμεσον εἴτε ἔμμεσον παῦσιν μίαν, ἑνὸς μόνον ὑπαλλήλου τὴν παῦσιν, ὅπως διορισθῇ ἀντ’ αὐτοῦ ἕτερος; Οὐδεμίαν. Ὑπῆρχον, Κύριοι, καὶ ὑπάρχουσι θέσεις...
§218Γ. ΠΩΠ. Ὑπῆρχον, λέγετε, ὄχι ὑπάρχουσι! (γέλωτες).
§219Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὑπάρχουσι καὶ θὰ προσθέσω ἀμέσως πρὸς τιμὴν τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ πρὸς τιμὴν παντός, ὁ ὁποῖος ἐζήτησέ τι παρ’ ἐμοῦ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας, ὅτι οὐδεμία παρ’ οὐδενὸς ὑπεβλήθη πίεσις πρὸς ἀπόλυσιν χάριν διορισμοῦ ἄλλων. Ὑπάρχουσι λοιπὸν θέσεις ἠρτημέναι ἀπὸ μόνης τῆς ὑπογραφῆς μου καὶ τῆς θελήσεώς μου· θέσεις μὴ φρουρούμεναι ἀπὸ προσόντα, εἰμὴ μόνον ἀπὸ τὸ προσὸν τῆς εὐσυνειδησίας τοῦ Ὑπουργοῦ· θέσεις ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει εἰς αὐτὸ τὸ κινούμενον προσωπικὸν καὶ ἀνώτερον καὶ κατώτερον, τὸ ὁποῖον διορίζεται καὶ παύεται ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργόν, προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δὲν περιφρουρεῖται ἀπὸ κανὲν προσόν. Δὲν εἶναι βεβαίως, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς ἄνδρας πολιτευομένους, ἀνάγκη νὰ εἴπω τίνας ὑπέστην πιέσεις ὄχι ἀπὸ Βουλευτάς, ἀλλ’ ἐγὼ προσωπικῶς, ὅπως ἐξεύρω θέσεις πρὸς τοποθέτησιν ἀρίστων ἄλλως τε προσώπων ὡς ὑπαλλήλων. Καὶ ὅμως οὐδένα ἀπολύτως ἔπαυσα, Κύριοι, διότι δὲν ἐνόμιζον, ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἄνευ λόγου ν’ ἀφαιρέσω τὴν θέσιν ἑνός, ἵνα τὴν δώσω εἰς ἄλλον οἱονδήποτε, ἔστω καὶ ἂν εἶναι οὗτος ἄριστος, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνος καλῶς κατέχει τὴν θέσιν. Ὑπέπεσαν εἰς ἐλαφρά τινα παραπτώματα ὑπάλληλοί τινες ἐκ τῶν τοιούτων κατηγοριῶν, καὶ τὰ παραπτώματα ταῦτα συνίσταντο εἰς τὸ ὅτι πολλάκις ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν μίαν ὥραν μετὰ τὸν Ὑπουργόν· ἐκλήθησαν εἰς ἀπολογίαν, ἡ ἀπολογία των ἐκρίθη ἐπιεικῶς, καὶ δὲν ἀπελύθησαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι οὐδὲ εἷς κλητὴρ ἀπελύθη, οὐδ’ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἁμαξηλάτης, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ εἶναι ὁ ἴδιος, καίτοι καὶ διὰ τὴν θέσιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, ἔφοδοι μοὶ ἐγένοντο.
§220Γ. ΠΩΠ. Τὰ ἐξ ἁμάξης! (γέλωτες).
§221Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μοὶ εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς καὶ ἐτόνισε καὶ προεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς ἓν ἄλλο ἔγκλημα διορισμοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λησμονήσῃ τὴν μικρότητα τοῦ πράγματος καὶ νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ἔγκλημα τοῦ κλητῆρος. Διωρίσθη κλητήρ, λέγει, ὁ τέως ὑπηρέτης μου· δηλαδὴ εἷς νέος ἀνήκων ἄλλοτε εἰς τὸ κατώτερον προσωπικὸν τοῦ γραφείου μου, ὅστις εἶναι γνωστὸς καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι προσέφερε τὰς μικράς του ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τοῦτον, ὅτε μοὶ ἔκαμνε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκέπτηται εἰς τὸ γραφεῖόν μου.
§222Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς ἐμέ;
§223Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἔφερε καφέ (γέλωτες). Περὶ τίνος ὅμως κλητῆρος πρόκειται, κ. Βουλευτά; Πρόκειται περὶ κλητῆρος ἔχοντος ὑπηρεσίαν ὀργανικὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ; Ὄχι. Πρόκειται περὶ τοῦ κλητῆρος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκόλουθος ἑκάστου Ὑπουργοῦ, λαμβάνει μέρος παρὰ τὸν ἁμαξηλάτην εἰς τὴν ἅμαξαν, κομίζει τὸ χαρτοφυλάκιον, ἀκολουθεῖ τὸν Ὑπουργόν, ὅταν μεταβαίνῃ εἰς τὴν οἰκίαν του, παραμένει ἐκεῖ, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς παραμένει, τὸν ἀκολουθεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παραμένει ἐκεῖ, ἐφ’ ὅσον παραμένει καὶ οὗτος, τὸν ἀκολουθεῖ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραμένει καὶ ἐκεῖ κομίζων τὸ χαρτοφυλάκιον. Ὄτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης — ἐπιτρέψατέ μοι τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ὅσον μικραὶ καὶ ἂν εἶναι —, μοὶ εἶπον ὅτι ὁ ἀκόλουθος οὗτος πρέπει νὰ εἶναι ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης μου. Τὸ πρᾶγμα τὸ ἐθεώρησα μικρὸν καὶ εἶπον· καλὸς εἶναι καὶ ὁ ὑπάρχων· δὲν ἐννοῶ ποίαν χρησιμότητα θὰ ἔχῃ, ὥστε νὰ εἶναι ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης μου. Καὶ ἐκράτησα τὸν ἀκόλουθον τοῦ προκατόχου μου, μέχρις ὅτου δυστυχῶς οἰκογενειακόν τι ἀτύχημα συνέβη εἰς αὐτόν, καὶ παρῃτήθη. Τότε μὴ ἔχων ἄλλον, διότι οὐδεὶς μοὶ συνέστησε τοιοῦτον, οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, λέγω δὲ τοῦτο, διότι εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ συστήσῃ κάποιον φύλακα, ὁ ὁποῖος καὶ διωρίσθη!...
§224Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ; Ψευδέστατον,
§225Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδόθη τοιαύτη σημείωσις.
§226Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐδόθη· εἶναι ψευδέστατον.
§227Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω· δὲν ἐδόθη· ἐτελείωσε. ...Μὴ ἔχων, λέγω, ἄλλον διώρισα πράγματι ἐκεῖνον, ὅστις ὑπηρέτει εἰς τὸ δικηγορικόν μου γραφεῖον καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐχρησίμευε πλέον εἰς αὐτό. Καὶ ἐρωτῶ· ἦτο τάχα ἔγκλημα αὐτό; Ἡ ἰδιότης αὐτοῦ ἔστω ὡς ὑπηρέτου μου ἀπετέλει κώλυμα, ὥστε νὰ διορισθῇ κλητήρ, τοιαύτην εἰδικὴν ἐντεταλμένος ὑπηρεσίαν; Θέλει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας νὰ μάθῃ καὶ τὰς νεωτέρας ἀσχολίας αὐτοῦ τοῦ κλητῆρος, ἵνα κρίνῃ περὶ τῆς ἐπαρκείας αὐτοῦ; Μὲ ἠκολούθει ἐνίοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τῆς 11 ὥρας παραμένων ἐκεῖ μέχρι τῆς ἀναχωρήσεώς μου. Μὲ ἠκολούθει πάντοτε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, κομίζων τὸ χαρτοφυλάκιόν μου. Παρέμενε διαρκῶς μέχρι τῆς τετάρτης πρωινῆς ὥρας ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἴσως δὲ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ εἶναί που ἐνταῦθα καὶ θὰ μὲ ἀκούῃ. Ἐλάμβανεν ἐντεῦθεν τὸ χαρτοφυλάκιον καὶ τὸ ἐκόμιζεν εἰς τὸν οἶκόν μου, ἀκολουθῶν με ἐκεῖ. Καὶ τώρα ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὸν κ. συνάδελφον τὸν ἐπερωτῶντα· ποῦ εὑρίσκει τὸ ἀνώμαλον ἐν τῷ διορισμῷ τοῦ κλητῆρος τούτου, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶναι νέος μὲ ἱκανὴν μόρφωσιν καὶ μὲ πολλὰ προσόντα; Μήπως προσετέθη μία θέσις κλητῆρος, ὅπως διορισθῇ; Ὄχι. Μήπως τοὐλάχιστον ἐπαύθη ἄλλος, ἔστω καὶ ἀκόλουθος, καὶ διωρίσθη αὐτός; Ὄχι. Ἐζημιώθη κἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐστερήθη ἐργασίας, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν, ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὸς διωρισμένος; Οὔτε τοῦτο. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν τὸ πλημμέλημα διὰ τὸν κλητῆρα αὐτόν, κατὰ τοῦ ὁποίου τόσον πάνοπλος ἐξεστράτευσε; Θέλει τώρα νὰ μάθῃ ὁ κ. συνάδελφος καὶ γενικώτερον κατὰ τίνα τρόπον ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ καὶ ὑπ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἔποψιν τὴν φειδὼ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν ὑπαλλήλων; Θὰ τῷ εἴπω ἕν γεγονός, διὰ τοῦ ὁποίου συγχρόνως θ’ ἀνασκευάσω καὶ μίαν του αἰτίασιν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ οὗτος ν’ ἀνασκευάσῃ τὴν ἐμὴν ἀνασκευήν. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, τί ἐπεκράτησε πάντοτε. Ἕκαστος ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἔχει ἕνα ἰδιαίτερον γραμματέα διὰ τὴν ἀλληλογραφίαν του, ὡς τοιοῦτος δὲ διωρίζετο γραφεὺς ἢ δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως καὶ προσέφερε τὰς τοιούτου εἴδους φιλικὰς καὶ ἐμπιστευτικὰς ἐκδουλεύσεις του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν κυρίως ἐν τῇ διατηρήσει τῆς ἀλληλογραφίας. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο κατέστη οὕτω σύνηθες καὶ ἐκρίθη πάντοτε οὕτω συνᾷδον πρὸς τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὴν τάξιν, ὥστε καὶ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη πέρυσι, κατὰ τὸ ὁποῖον ἱδρύετο θέσις ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως, διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ ὁποίου δὲν ἀπῃτοῦντο προσόντα. Καὶ τοῦτο, ἀκριβῶς ὅπως διευκολυνθῇ ὁ διορισμὸς ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἂς μάθῃ ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει τοιοῦτον ἰδιαίτερον γραμματέα. Ὄχι διότι δὲν διώρισεν ἀρχικῶς, διότι ὑπῆρχε κενὴ θέσις τις γραφέως, καὶ διώρισα τοιοῦτον· ἀλλὰ διότι μετὰ ταῦτα ἡ αὔξησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἦτο τοιαύτη, ἡ ἔκτασις τῶν ἐργασιῶν τοιαύτη, ὥστε κατήργησα τὴν θέσιν τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως, μετέβαλον τὴν θέσιν εἰς ὀργανικὴν δι’ ὑπαλλήλου ἀσχολουμένου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου καὶ παρεκάλεσα ἕνα φίλον μου—τὸν δικηγόρον κ. Στράγκαν, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς διορισθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, ἐνῷ δὲν διωρίσθη—, ἵνα μοὶ παρέχῃ τὰς φιλικάς του ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν, χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἶναι διωρισμένος. Νομίζω ὅτι ἐπεράτωσα, κύριοι Βουλευταί, ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω. Εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον θὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ αὐτὸν νὰ θεωρήσῃ ἀπολύτως εἰλικρινῆ· τὴν σύστασιν, τὴν παράκλησιν, ἂν θέλητε, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐλέγχων με κατὰ τοιοῦτον τρόπον· νὰ ἐλέγχῃ τὸν δημόσιον βίον μου, ἀλλὰ νὰ ἐλέγχῃ καὶ τὸν ἰδιωτικὸν ἀκόμη. Θὰ μοὶ παράσχῃ ἐξαιρετικὴν ὑπηρεσίαν· διότι θὰ μοὶ δίδῃ ἑκάστοτε ἀφορμὴν νὰ τῷ παρέχω ἀπαντήσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑποθέτω νὰ θεωρῶνται οὐδὲ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον ἱκανοποιητικαί. Νὰ ἐλέγχῃ καὶ τὸν δημόσιον καὶ τὸν ἰδιωτικόν μου βίον ὅσον δύναται τραχύτερον καὶ βιαιότερον, ὅσον δύναται λεπτομερέστερον, διότι θὰ εὑρίσκωμαι πάντοτε, ὡς εὑρίσκομαι τὴν στιγμὴν ταύτην, εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ τῷ εἴπω ὅ,τι ἄλλοτε ὁ Δροῦσος, εἷς δημαγωγὸς τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἀγαθὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως, τὴν ἔννοιαν, ἣν εἶχεν αὕτη ἐπὶ Περικλέους, εἶπεν εἰς ἐκεῖνον τὸν τεχνίτην, ὁ ὁποῖος ἐπροθυμοποιήθη νὰ τῷ ἀποφράξῃ τὴν οἰκίαν καὶ ἀποκλείσῃ τὴν θέαν τῶν γειτόνων. Διότι, ὡς ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος, ἡ οἰκία τοῦ Δρούσου εἶχε πολλὰ μέρη κάτοπτα τοῖς γειτνιῶσι· τεχνίτης δὲ προσῆλθε καὶ προέτεινεν εἰς τὸν Δροῦσον ν’ ἀποφράξῃ ταύτην καὶ ἀποκλείσῃ τὰ ἀδιάκριτα βλέμματα τῶν γειτόνων ἀντὶ 5 ταλάντων. Καὶ ἐκεῖνος ἀπήντησεν εἰς τὸν τεχνίτην· «Δέκα λαβὼν ὅλην μου ποίησον καταφανῆ τὴν οἰκίαν, ἵνα πάντες ὁρῶσιν οἱ πολῖται πῶς διαιτῶμαι». Ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅμως ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσω συγγνώμην, διότι ἀπησχόλησα ἴσως αὐτὴν καὶ ἐπὶ μακρόν, ἀλλὰ κυρίως διότι ἀπησχόλησα αὐτὴν περὶ μικρὰ καὶ περὶ σημεῖα, τὰ ὁποῖα τουλάχιστον κατὰ τὰ νεώτερα πολιτεύματα καὶ τὰ νεώτερα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἐπίσημον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἄν ἐν τούτοις ἔπραξα τοῦτο, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ζητηθῇ ἡ αἰτιολογία ἐν μόνῃ τῇ ἀνάγκῃ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην, ὅπως ἀποκρούσω ἐπίθεσιν τοιαύτης φύσεως, ἀλλὰ ν’ ἀναζητηθῇ εἴς τινας πολιτικὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, πεποιθήσεις ἀτομικὰς ἐσωτέρας περὶ τῶν ὅρων τοῦ πολικοῦ βίου, περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν πολιτευομένων, ὅπως δίδωσι λόγον ὄχι μόνον διὰ τὸν δημόσιον αὐτῶν βίον, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἰδιωτικόν. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα χαράσσουσι τὰ σύγχρονα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ ὁ νεώτερος πολιτικὸς βίος ἐν τῷ ἐλέγχῳ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις τινές—ἡ μία εἶναι αὕτη, ἡ παροῦσα—, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ὀλίγον ὀπισθοδρομικός. Ἡ ὀπισθοδρομικότης δὲ συνίσταται ἐν τούτῳ κατὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὅτι προσβλέπω μετὰ συμπαθείας εἰς πολιτικὴν διδασκαλίαν τῶν ἡμετέρων προγόνων, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ δίδωσι λόγον οἱ πολιτευόμενοι ὄχι μόνον διὰ τὸν δημόσιον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον. «Οὐ γὰρ ὧν λέγουσιν ἐν κοινῷ καὶ πράττουσιν οἱ πολιτευόμενοι μόνον εὐθύνας διδόασιν, ἀλλὰ καὶ δεῖπνον αὐτῶν πολυπραγμονεῖται, καὶ κοίτη, καὶ γάμος, καὶ παιδιά, καὶ σπουδὴ πᾶσα». (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§228ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει ζητήσει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες. Δέχεσθε τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, κύριε Ὑπουργέ;
§230Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ κάμω, καθόσον δὲν ὑπάρχει πρότασις. Λοιπὸν τῇ ἀξιώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ συζήτησις γενικεύεται.
§232Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τῇ ἀξιώσει. Ἐὰν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἷς μόνον ἐλέγχων τὸν Ὑπουργόν, στέργω εἰς τὴν γενίκευσιν. Ἀλλά, ἐὰν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ παρακαλέσω ν’ ἀποσυρθῶσι.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἐζήτησαν τὸν λόγον τέσσαρες. Εἰς οὐδένα δὲ δύναμαι νὰ δώσω τὸν λόγον, ἐὰν δὲν γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· νὰ γενικευθῇ.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην καὶ ἡμίσειαν. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§237Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐν τῇ προόδῳ τῆς ἐπερωτήσεως αὑτοῦ ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ἥψατο προσωπικῶς καὶ ἐμοῦ, μνημονεύσας ὅτι ἐν τῷ Πινακίῳ τοῦ Ἀρείου Πάγου φέρεται ὑπόθεσις ἀναγεγραμμένη ὑπ’ ἐμοῦ μὲ σημείωσιν ἐν παρενθέσει τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πρᾶγμα ἐλέχθη καὶ ἐν τῇ συνεδρίᾳ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ἥτις ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσε τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας. Ἅμα δὲ λαβὼν γνῶσιν ἔσπευσα διὰ τοῦ τύπου νὰ δηλώσω καὶ δηλῶ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τοιαύτην ἐγγραφὴν οὐδέποτε ἐνήργησα ἐγώ, τοιαύτην ἐγγραφὴν οὐδέποτε ἐνήργησε τὸ γραφεῖόν μου, οὔτε ἐγὼ ἔδωκα εἴς τινα ἐντολὴν νὰ ἐγγράψῃ ὑπόθεσιν μὲ τὸ ὄνομά μου, φέρουσαν ἐν παρενθέσει τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐν τῇ προόδῳ τῆς ἐπερωτήσεώς του ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ὑπῃνίχθη τὴν διαγωγὴν ἄλλων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ, ὅτι, ἂν καὶ ἐπισήμως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐδηλώσαμεν παραίτησιν τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν δικαστικῶν κωδίκων, ἐν τούτοις διωρίσθημεν ἐκ νέου καὶ ἀπεδεξάμεθα τὸν διορισμόν. Ὀφείλω καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον θίγει τὴν προσωπικήν μου φιλοτιμίαν, νὰ παράσχω μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν παρῃτήθημεν, ὡς θὰ ἐνθυμῶνται οἱ κύριοι Βουλευταί, πρὸ δύο μηνῶν ἴσως, ἐπισήμως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοῦτο ἐπράξαμεν, οὐχὶ διότι διείδομεν εἰς ὑπαινιγμοὺς ῥιφθέντας ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Ψαρῶν ἐντίμου συναδέλφου...
§238Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ οὐδέποτε ὑπαινίσσομαι· λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φρονῶ.
§239Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. .. Ἔστω, εἰς λόγους ὑμῶν, οὐχὶ διότι διείδομεν θέλησιν ἀμέσου προσβολῆς τῆς ἡμετέρας φιλοτιμίας, ἀλλὰ διότι διείδομεν τοιαύτην θέλησιν εἰς τὰ χειροκροτήματα ἀπὸ τῶν κυβερνητικῶν πτερύγων. Τοῦτο δὲ ἐδηλώσαμεν ἀμέσως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις διεμαρτυρήθη, διὰ τοῦ μεταγενεστέρου δ’ ἐγγράφου αὑτοῦ ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ ὅτι τὰ χειροκροτήματα τὰ ἀκουσθέντα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος δὲν προήρχοντο ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ὅτε ἀπεκομίσαμεν διὰ τοῦ νέου διορισμοῦ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πράγματι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, τότε ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα ἄνευ παρεξηγήσεως νὰ παρίδωμεν τὴν ἐπίθεσιν τὴν γενομένην οὐχὶ ἐκ πνεύματος, ἐπαναλαμβάνω, προσωπικῆς προσβολῆς καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος πολεμικῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε ἐφαντάσθην ὅτι ἠδύνατο νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ νοῦ οὐδενὸς ὅτι εἴμεθα κατώτεροι τῶν 15.000 δρ., τῆς ἀμοιβῆς τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν τὸ ἐφαντάσθην δέ, διότι εἰς τοὺς γνωρίζοντας τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος ὑπελάμβανον ὅτι θὰ εἶναι γνωστὸν ὅτι πέρυσι τοὐλάχιστον ὁ κ. Πετμεζᾶς καὶ ἐγὼ ἠρνήθημεν νὰ μετάσχωμεν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔμελλε νὰ συσταθῇ συνεπείᾳ δωρεᾶς τοῦ κ. Μπενάκη, ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ συμμετοχὴ θὰ ἠμείβετο ἐπίσης μηνιαίως, ὅπως καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος. Ἄν τότε ἐδείξαμεν τοιαύτην διαγωγὴν καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως, διότι ἐνομίσαμεν ὅτι ἐθίγετο ἡ προσωπικὴ ἡμῶν φιλοτιμία καὶ διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομήν μας εἰς συναλλακτικάς τινας διαθέσεις ἑνὸς ἐκ τῶν καὶ τότε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, νομίζομεν ὅτι καὶ τώρα, ἐὰν ἐβλέπομέν τι δυνάμενον νὰ θίξῃ ἡμᾶς, καὶ τώρα θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ὑπερφρονήσωμεν τῶν 15.000 δρ., ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶναι τμῆμα μόνον τῶν ἐτησίων ἐσόδων ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτον θέμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἔπεισε ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προυκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, ζήτημα συναφὲς πρὸς τὸν πρῶτον ὑπαινιγμόν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπήντησα ἀρνηθεὶς ὅτι ἐνέγραψά ποτε ὑπόθεσιν εἰς τὸ Πινάκιον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀποκρινόμενος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει ἐγγραφὴ εἰς τὸ Πινάκιον τοῦ Ἀρείου Πάγου φέρουσα εἰς τὴν σημείωσιν αὐτῆς ἐν παρενθέσει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, εἶπεν ὅτι καὶ ὁ πτηνοῦ ἐγκέφαλον ἔχων δύναται νὰ γνωρίζῃ ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ αὗται οὐδέποτε δύνανται ν’ ἀφορῶσι τὸν ἐγγράφοντα, ἀλλὰ τὸ κατώτατον προσωπικὸν τοῦ γραφείου, καὶ ἑπομένως στεροῦνται πάσης σοβαρότητος.
§240Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὅπως ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόει τοῦτο: Ἐὰν ἐσκόπει νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς δικαστάς, θὰ κατώρθου τοῦτο διὰ τῆς δικογραφίας ὅλης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμφαίνεται καλῶς τὸ ὄνομά του, καὶ ὁ φρονῶν ὅτι τὸν ἐπηρεασμὸν τοῦτον θὰ τὸν κατώρθου μόνον διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματός του ἐν τῷ Πινακίῳ, αὐτὸς ἔχει ἐγκέφαλον πτηνοῦ τοῦτο σκεπτόμενος. Τοῦτο ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω.
§241Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὁ εἰσηγητὴς ὁρίζεται ἐκ τῶν προτέρων, καὶ πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸν τίς ἔχει ἐγγράψει τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ διορισθῇ εἰσηγητὴς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θέλει ὁ ἐγγράψας τὴν ὑπόθεσιν. Ἐκ τούτου εἶχε πάντα λόγον νὰ ἐγγράφωνται ὡς ἐνεγράφησαν αἱ ὑποθέσεις, διὰ νὰ διορισθῇ ὁ εἰσηγητής, τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ εἶναι γνωστόταται αἱ σχέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§242ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§243Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί ἅ! ἅ!; Τὸ Πανελλήνιον τὰ γνωρίζει αὐτά, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δικηγορήσας ἐπὶ μακρὸν εἶχεν εἰς τὸ ἕν μέρος τῆς τραπέζης του τὸν υἱὸν τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς βοηθὸν καὶ εἰς τὸ ἕτερον τὸν υἱὸν τοῦ προέδρου τῶν Ἐφετῶν ὡς βοηθόν του, καὶ προσήρχοντο οἱ πελάται, βλέποντες τὸν δικηγόρον των ἔχοντα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐξ εὐωνύμων τοὺς υἱοὺς τῶν δύο προέδρων!
§244Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διατί λέγετε ἀνακριβείας; Οὐδέποτε εἶχον βοηθὸν τὸν υἱὸν τοῦ κ. προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§245Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς τὸ λέγετε τὸ οὐδέποτε, οὐδέποτε τὸ ἕν, οὐδέποτε τὸ ἄλλο; Αὐτὰ εἶναι πασίγνωστα.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν διακοπὴν θὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ νὰ παύσωσιν αὐταὶ αἱ ἀγορεύσεις ὑπὸ τὸν τύπον τῶν διακοπῶν.
§247Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐζήτησα, ὅπως καὶ εἰς τὸ τρίτον τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, φέρω τὸν λόγον, διότι ἐμμέσως ἡ φράσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀντανακλᾷ εἰς τὸ δημόσιον σωματεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ ἐλάχιστον μέλος, τὸ σωματεῖον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν.
§248Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§249Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ἐπὶ ταύτης τῆς ἐνδείξεως ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν προέβη εἰς ἀπόφασιν, βαρυτάτην συνέπειαν δυναμένην νὰ ἔχῃ. Προέβη εἰς ἀπόφασιν τοῦ νὰ παραπέμψῃ τοὺς βοηθοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐνδείξεως στηριζόμενος, εἰς τὸ παρ’ αὐτῷ πειθαρχικὸν συμβούλιον. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἔνδειξις δὲν ἦτο σοβαρά, καὶ δὲν ἠδυνάμην, ἐφ’ ὅσον ἵσταμαι εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ν’ ἀφήσω χωρὶς διαμαρτυρίας νὰ λεχθῇ ἡ φράσις αὕτη, ὅτι ὁ ἔχων ἐγκέφαλον πτηνοῦ ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ ὅ,τι τάχα παρεξηγεῖ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος, ἀφοῦ ἐπὶ τῆς ἐνδείξεως ταύτης στηριζόμενος ὁ δικηγορικὸς σύλλογος προέβη εἰς τὴν ἀπόφασίν του.
§250Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ὡμίλησε περὶ δικηγορικοῦ συλλόγου;
§251Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἀποτελῶ μέλος τῆς Συνελεύσεως ταύτης, τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἴπετε, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐννοήσω ἄλλως καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὴν δεχθῶ χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§252Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ εἶσθε εὐλαβὴς εἰς ὅσα λέγετε.
§253Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι εὐλαβέστατος, ἀλλ’ ὁμιλῶ καὶ ἐγὼ περὶ τῆς εὐλαβείας τῆς ὀφειλομένης ὑφ’ ὑμῶν πρὸς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον.
§254Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ παρερμηνεύητε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν φράσιν μου.
§255Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οὐδ’ ἐγὼ ἐπιτρέπω νὰ θίγητε τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Ἀθηνῶν. Διαμαρτυρηθῆτε, ἐὰν θέλητε, κατόπιν. Ὤφειλον ὅμως νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν, στηριζόμενος εἰς τὴν ἔνδειξιν ταύτην, παρέπεμψε τοὺς βοηθοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ διότι ἐδικηγόρησαν ἐν ὀνόματι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διότι ἐδικηγόρησαν διὰ λογαριασμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶλλον ὀφείλει εὐγνωμοσύνην εἰς ἐμέ, διότι ἀνοίγω τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ τῷ λέγω ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν παρέσχεν ἐξηγήσεις, θὰ εἶναι δ’ ἐπιβλαβές, ἐὰν οἱ δικηγόροι Ἀθηνῶν ἀποκομίσωσιν ἐκ τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεως τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ῥητὴν καὶ ἀπερίφραστον κατηγορίαν δὲν ἀπήντησεν. Εἶμαι μάλιστα βέβαιος, κύριε Ὑπουργέ, καὶ δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἔχω τοιαύτην βεβαιότητα, ὅτι καὶ ἡ κατηγορία αὕτη θ’ ἀποδειχθῇ ὑφ’ ὑμῶν ὡς ἀβάσιμος καὶ ἀνυπόστατος. Ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ παράσχητε τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διότι δὲν ἦτο ζήτημα ἰδικόν σας μόνον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὸν δικηγορικὸν σύλλογον. Δὲν παρέσχετε τὴν ἐξήγησιν ταύτην δι’ ὅσων εἴπετε, οὐδένα λόγον ὅμως ἔχω ν’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν δηλώσητε τὸ ἀντίθετον.
§256Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ δηλῶ.
§257Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ δηλοῦτε τώρα, δὲν τὸ ἐδηλώσατε ὅμως κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας. Ὡμιλήσατε μόνον περὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑμεῖς δὲν ἐγράψατε λέξιν εἰς δικογραφίαν· οὐδεὶς δὲ θὰ ἦτο τόσον μωρὸς νὰ πιστεύσῃ ὅτι θὰ σᾶς ἐπέτρεπεν ὁ χρόνος ν’ ἀσχολῆσθε περὶ τοιαῦτα πράγματα.
§258Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν σᾶς τὸ ἐδήλωσα.
§259Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ταύτην τὴν δήλωσιν ἠθέλησα νὰ προκαλέσω ἀφ’ ὑμῶν.
§260Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔκαμον.
§261Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τώρα τὴν κάμνετε. Ἀλλὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τὴν προεκάλεσα, στηριχθεὶς εἰς ἀπόφασιν τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος πάλιν ἐστηρίχθη εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτηρίσατε τόσον ἁπλᾶ, ὥστε μόνον καὶ ὁ ἐγκέφαλον πτηνοῦ ἔχων ἠδύνατο νὰ τὰ ἐννοήσῃ.
§262Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας προεκλήθην δὶς, ὅπως λάβω τὸν λόγον, προεκλήθην ἀμέσως καὶ κατηγορηματικῶς, ἵνα δηλώσω ἂν ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν, ὅτι ἀπεστάλη ἔγγραφον ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δεύτερον προεκλήθην ἐκ τῆς ἑτέρας κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκε πρὸς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐδέχθησαν, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὰς νομοπαρασκευαστικὰς ἐπιτροπείας, καίτοι ἠμείβοντο διὰ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ τούτου ἕνεκα προσέβαλον τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Θ’ ἀπαντήσω ἐν πρώτοις δι’ ὀλίγων, διατί ἐλάβομεν μέρος εἰς τὰς νομοπαρασκευαστικὰς ἐπιτροπείας, καίτοι ἐδηλώσαμεν παραίτησιν. Καὶ ἐγώ, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ἐδήλωσα παραίτησιν, καίτοι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐδήλωσα ὅτι δὲν θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον εἰς τοὺς συμμετασχόντας τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν Βουλευτάς, ὅπως ὑποβάλωσι παραίτησιν· ἐδήλωσα καὶ τότε ὅτι ἐθεώρουν ὡς καθῆκόν μου ν’ ἀποδεχθῶ τὸν διορισμόν μου ὡς μέλους τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν, ὡς καθῆκον, τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου τῶν λαβόντων μέρος ἐκλήθημεν ὅπως ἐπιτελέσωμεν· καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει ἐκληφθῆ ὡς ἐγωισμός, ἂν εἴπω ὅτι ἀντιλαμβάνομαι τὸ τοιοῦτον ὡς καθῆκον, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἐπεβάλλετο πρὸς ἡμᾶς ὡς ἐκ τῶν εἰδικῶν μας σπουδῶν καὶ τοῦ νομικοῦ βίου, τὸν ὁποῖον διήλθομεν, ὅπως λάβωμεν μέρος καὶ συντελέσωμεν εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας, καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μου, οἵτινες μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς παραιτήσεως αὐτῶν ἠρνοῦντο, ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι ὑπέβαλον παραίτησιν, ὅπως συμμετάσχωσι τῶν ἐπιτροπειῶν τούτων, συνετέλεσα, ὅπως πείσω αὐτοὺς νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν ἐπιτροπειῶν τούτων, διότι ἐνόμισα καὶ ἀντελαμβανόμην τὴν τοιαύτην συμμετοχὴν ὡς καθῆκον καὶ τὴν ἀντιλαμβάνομαι πάντοτε ὡς καθῆκον. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἀπολείπουσιν αἱ δυνάμεις μου, ὅπως συμμετάσχω εἰς τὰς ἐπιτροπείας ταύτας, θὰ προσπαθήσω, ὅπως ἐπιτελέσω αὐτό. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προεκλήθην ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὅπως λάβω τὸν λόγον, ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀληθῶς τμῆμα τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς πρόκειται καὶ περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω, ἐξεδικάσθη καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Μοὶ ἐπιβάλλεται ὅμως, Κύριοι, ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς προκλήσεως ταύτης εἴπω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεώς τινα, γνωρίζων πάντοτε τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων καὶ μέλλων νὰ σεβασθῶ τὸ τοιοῦτον ἀξίωμα ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν δύναται νὰ προστατεύσῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς τοιαύτης μεθόδου δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὲρ τὸν νόμον καὶ ὑπὲρ τὴν ἠθικήν. Ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲν δικαιοῦμαι νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ Μονὴ Πετράκη ἐν Ἀθήναις ἐνήχθη ὑπὸ τοῦ Ἀγαθαγγέλου Πετρακάκου, τοῦ πατρὸς τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης Γενικοῦ Γραμματέως, ὅπως καταβάλῃ πρὸς αὐτὸν ὡρισμένον ποσὸν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν κατεβλήθησαν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὰ τροφεῖα. Ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις αὕτη διέτρεξε διάφορα στάδια, ἦλθε καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, τέλος δὲ τὸ πρῶτον αὐτοῦ τμῆμα ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἔδιδε δίκαιον εἰς τὸν Ἀγαθάγγελον Πετρακάκον, καὶ παρέπεμψε τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κατὰ τὸ στάδιον τῆς διασκέψεως ἡ Μονὴ Πετράκη ὑπευθύνως καὶ ἐνεργοῦσα κατόπιν ἐγκύρου πληρεξουσιότητος τῆς ἀνωτέρας διοικητικῆς Ἀρχῆς, τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἔδωκεν ἐντολὴν πρὸς ἐμέ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναθέτει τὰς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὑποθέσεις καὶ τὰς ὁποίας ὀφείλω προκαταβολικῶς νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀναθέτει εἰς ἐμὲ ὡς εἰς νομικὸν ἔμμισθον σύμβουλον, ἀλλὰ τὰς ὁποίας ἀναθέτει εἰς ἐμὲ κατὰ προτίμησιν ὡς δικηγόρον, καὶ τὴν προτίμησιν δὲν θὰ ἠδυνάμην κατ’ οὐδένα λόγον ν’ ἀποκρούσω ἐφ’ ὅσον ἡ Μονὴ Πετράκη καὶ τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον μὲ τιμῶσι διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτῶν, μοὶ ἔδωκε, λέγω, ἐντολήν, ὅπως ζητήσω τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἀρεοπαγίτου Γεωργίου Μητσοπούλου ὡς συνδεομένου διὰ στενωτάτης προσωπικῆς φιλίας μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀντιδίκου Ἀγαθαγγέλου Πετρακάκου. Ἐγὼ γνωρίζων καλῶς ὅτι ὁ ζητῶν ἐξαίρεσιν δικαστοῦ ἐνώπιον Δικαστηρίου εἶναι ἠθικῶς συνυπεύθυνος διὰ τὴν τοιαύτην αἴτησιν τῆς ἐξαιρέσεως καὶ γνωρίζων ὅτι τῳόντι ὑπῆρχε περίπτωσις ἐξαιρέσεως τοῦ Γεωργίου Μητσοπούλου, ἀρεοπαγίτου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι συνεδέετο διὰ στενωτάτης προσωπικῆς φιλίας μετὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, προσῆλθον ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐζήτησα τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ δικαστοῦ τούτου. Ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐξαιρέσεως, ὅτι, καὶ ἂν ὁ δικαστὴς συνδέηται στενώτατα μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀντιδίκου, καὶ ἐὰν ὁ υἱὸς τοῦ ἀντιδίκου συζῇ καὶ συνδιαιτᾶται μετὰ τοῦ πατρὸς αὑτοῦ ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ οἴκῳ, καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ υἱὸς τοῦ ἀντιδίκου εἶναι ὁ μόνος κληρονόμος τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὅτι καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ δικαστὴς συνδέεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀντιδίκου, δὲν ὑπάρχει λόγος ἐξαιρέσεως τοῦ δικαστοῦ τούτου, δικάζοντος ἐν δίκῃ ἐναντίον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· ἐστηρίχθη δ’ ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ περὶ ἐξαιρέσεως τῶν δικαστῶν ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ δικαστὴς ἐξαιρεῖται εἴτε ἕνεκα λόγων ἰδιαιτέρας φιλίας εἴτε ἕνεκα οἰκιακῶν σχέσεων μόνον πρὸς τὸν ἀντίδικον τελείως παρερμηνεῦσαν τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε διατί ἀνέπτυξα ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀνέπτυξα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως, ἐνόμισα ὅτι δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ κατέλθω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν δὲν ἔλεγον καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ῥηθείσης ὑποθέσεως. Ἐπανειλημμένως ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας—καὶ οὐδένα θ’ ἀδικήσω, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν ὑπεραμυνόμενος τῶν συμφερόντων αὐτοῦ—ὅτι ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις τοῦ δικαστοῦ Μητσοπούλου, ὡς συνδεομένου δι’ ἰδιαιτέρας σχέσεως καὶ φιλίας πρὸς τὸν υἱὸν τοῦ ἀντιδίκου, γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνῷ βεβαίως ἔλαβε γνῶσιν—καὶ βεβαίως ὤφειλε νὰ λάβῃ γνῶσιν—τῶν τοιούτων δημοσιευμάτων, δὲν ἐκάλεσε τὸν δικαστὴν Μητσόπουλον εἰς ἀπολογίαν, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ δηλώσῃ ὅτι ναὶ μὲν συνδέεται διὰ στενωτάτης φιλίας μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀντιδίκου, ἐν τούτοις ὅμως φρονεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει κώλυμα.
§263Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ τὸν καλέσω εἰς ἀπολογίαν δι’ αὐτό;
§264Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μάλιστα.
§265Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§266Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νομίζω, διοικητικῶς. Εἶναι ἡ ἰδική μου ἀντίληψις, κύριε Ὑπουργέ.
§267Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δικαστής, ὁ ὁποῖος συνδέεται μὲ τὸν υἱὸν τοῦ δικδίκου τοσοῦτον στενῶς, ὤφειλε νὰ δηλώσῃ λόγον ἐξαιρέσεως.
§268Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη ἔννοια· τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἡ παρατήρησις δύναται ἄριστα νὰ εἶναι ὀρθή. Ἔχει ἄλλον λόγον καὶ ἄλλον λογαριασμόν. Τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ τίνα τρόπον ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν;
§269Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα. Νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὁ ἀνώτατος διοικητικὸς ἄρχων τῆς δικαιοσύνης.
§270Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἡ ἀπολογία πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς κάποιαν παράβασιν.
§271Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀσκεῖ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἀρεοπαγιτῶν ὁ Ὑπουργός.
§272Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζετε ὅτι πρέπει νὰ μὴ διακόπτητε. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· δὲν γνωρίζω. Ἐγὼ νομίζω ὅτι λέγων ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄγομαι ἐντελῶς ἐκ πνεύματος ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης.
§273Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πεπεισμένος περὶ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲν ἐπίστευον, δὲν θὰ σᾶς διέκοπτον. Ἀλλὰ θέλω νὰ κατανοήσω.
§274Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Βεβαίως ἡ διακοπή σας θὰ προήρχετο ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου.
§275Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἐμὴ πεποίθησις ὅτι ἄγεσθε ὑπὸ τοιούτου ἐνδιαφέροντος, αὐτὴ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα ἀναμφιβόλως νὰ σᾶς διακόψω.
§276Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι ὡς δικαιοδοσίαν ὅτι ἔχετε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶμαι βέβαιος ὅτι γνωρίζετε κάλλιστα τοὺς λόγους, οἵτινες πᾶς ἐπιτρέπουσιν ἐπέμβασιν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπεμβῆτε, ἐὰν ἦσθε πεπεισμένος ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ ἀρεοπαγίτης Μητσόπουλος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως.
§277Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὸν καλέσω εἰς ἀπολογίαν.
§278Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νὰ μὴ παίζητε μὲ τὰς λέξεις. Νὰ ἐπεμβῆτε δι’ ὅλου τοῦ κύρους τοῦ ἀξιώματός σας, ἵνα παύσῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἐδημοσιεύθη δὲ ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία διδάσκει πάντας τοὺς ἄλλους δικαστὰς ὅτι ὁ δικαστὴς εὐκόλως δύναται νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ὑποθέσεως υἱῶν, καὶ ἐὰν συνδέωνται στενώτατα μετὰ τῶν γονέων των.
§279Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ζητήματα τῆς ἐξαιρέσεως τῶν δικαστῶν εἶναι ζητήματα δικονομικά, κρίνονται ἀπὸ τὰ Δικαστήρια κατὰ τὴν δικονομίαν, καθ’ ὡρισμένους τύπους, ὑφ’ ὡρισμένους ὅρους καὶ καθ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις.
§280Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω.
§281Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄριστα τὸ γνωρίζετε. Ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον τὰ Δικαστήρια δὲν εὑρίσκωσι λόγον ἐξαιρέσεως, θὰ ἦτο παραβάτης ὁ Ὑπουργός, ἐὰν ἐπεμβαίνων αὐτὸς ἐκάλει εἰς ἀπολογίαν.
§282Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐν τούτοις νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο παραβάτης, ἐὰν ἐξήσκει ὅλον τὸ κῦρος τοῦ ἀξιώματός του.
§283Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντίληψίς σας.
§284Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀλλά, ἵνα ἀναστηλώσητε τὴν δικαιοσύνην, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε νὰ δημοσιεύωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας τοιαῦτα.
§285Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι. Ἀλλ’ εἶναι ἀρχὴ ἀπὸ πεποιθήσεως πηγάζουσα νομικῆς καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως προσήκοντος καὶ πρέποντος καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως διοικητικῆς· θεωρῶ παραβάτην τοῦ καθήκοντος ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ δικαστὴς εὕρῃ μὴ συντρέχοντα λόγον ἐξαιρέσεως, ἤθελέ ποτε ἐπέμβῃ καὶ εἴπει εἰς τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐξαιρετέος: σὲ καλῶ εἰς ἀπολογίαν. Τοιοῦτόν τι ἐγὼ οὐδέποτε ἔπραξα, οὐδέποτε θὰ πράξω.
§286Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ σᾶς συνίστων νὰ τὸ πράξητε.
§287Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντίληψίς μου.
§288Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι ἀντίληψίς σας, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ ἀντίληψίς σας αὐτὴ συνεπιφέρει τὸ ἄτοπον, ὥστε ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ ὅτι ὁ ἀρεοπαγίτης Μουτσόπουλος συνεζήτησε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ υἱοῦ τοῦ Πετρακάκου.
§289Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω.
§290Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζετε, ἀλλὰ τρὶς ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ Μητσόπουλος ἐδέχθη νὰ δικάσῃ, ἐνῷ συνδέεται διὰ στενωτάτης φιλίας μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀντιδίκου καὶ ἐνῷ καθημερινῶς θεᾶται ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἀγυιὰς μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀντιδίκου.
§291Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς. Περὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου.
§292Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶσθε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχετε πληρέστατα δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ἀρχήν σας, ἐπίσης δὲ νὰ ζητῆτε τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Σώματος, ἐγὼ δὲ οὐδέποτε θ’ ἀποστῶ τῆς ἰδέας μου, ὅτι σεῖς ἐπιτρέπετε εἰς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἰδίως ὑπηρετοῦσι παρ’ ἡμῖν, νὰ ἀφήνητε νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψίς των καὶ ἡ ὑπόληψις τῆς δικαιοσύνης. Ἀρκεῖ νὰ δηλώσω ὅτι οὐχὶ παρὰ τυχαίων προσώπων, ἀλλὰ παρὰ προσώπου ὑπευθύνου συνδεομένου στενώτατα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μοὶ ἐδηλώθη ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπέστειλεν ἔγγραφον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ τοῦ ὁποίου τῷ ἐφιστᾶτο ἡ προσοχὴ καὶ ἐκαλεῖτο ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅπως ἀποφανθῇ διατὶ καθυστέρησε τὴν ὑπὸ διάσκεψιν εὑρισκομένην ταύτην δίκην.
§293Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Σᾶς ὀφείλω ἐξήγησιν. Πλάνη τις θὰ ὑπάρχῃ.
§294Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ ἀμέσως ἀπετάθην πρὸς ἕτερον ὑπεύθυνον πρόσωπον—καὶ διαβεβαιῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι ὁ πληροφορήσας με ἦτο ὑπεύθυνον πρόσωπον—, ἀπετάθην πρὸς αὐτὸ καὶ εἶπον νὰ μοὶ καταστήσῃ γνωστὸν τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου τούτου. Ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἀπεστάλη τοιοῦτον ἔγγραφον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου.
§295Γ. ΠΩΠ. Δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν κατάθεσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου.
§296Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καταγγέλλετε ἀορίστως, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης βεβαιοῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§297Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὐδεμίαν ἐπικουρίαν θέλω ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ πληροφορήσαντός με νὰ μοὶ καταστήσῃ ἐντελῶς γνωστὸν τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου, ἀλλά, ὅτε δὲν κατέστη εἰς ἐμὲ γνωστὸν τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου, τότε ἔσπευσα, ὅπως ἀπόσχω πάσης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ προκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον νὰ δηλώσῃ ἂν ἀνεκοίνωσα ἐγὼ εἰς αὐτὸν τὸ παραμικρὸν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§298Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι οὐδὲν μοὶ ἀνεκοινώσατε.
§299Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν.
§300Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον δὲν ἦλθεν εἰς τὴν κατοχήν μου. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εὑρίσκετο ὑπὸ διάσκεψιν ἐπὶ ἕνα μῆνα ἢ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ ἀφοῦ οὐδέποτε ἄλλοτε πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐστάλη τοιοῦτον ἔγγραφον, καὶ γνωρίζει καλῶς ἡ ὑπηρεσία ὑμῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ἐστάλη τοιοῦτον ἔγγραφον, διατί δὲν θέλετε νὰ πιστεύσητε ὅτι οὐχὶ ἐν γνώσει ὑμῶν συνέταξαν τοιοῦτον ἔγγραφον; Ἀλλὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου νὰ σᾶς ὑποβάλῃ τοιαῦτα ἔγγραφα, ὅταν ταῦτα ἀφορῶσι προσωπικὰς ὑποθέσεις τοῦ Ὑπουργείου;
§301Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον ἔγγραφον διὰ προσωπικὰς ὑποθέσεις. Εἶναι πρᾶγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ σπουδαία ἀμφισβήτησις.
§302Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ καταθέσητε τὸ ἔγγραφον.
§303Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον.
§304Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ ἀπόγευμα εἴπετε ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον.
§305Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἶπον ὅτι οὐχὶ μόνον διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀλλὰ διὰ πάντα τὰ Δικαστήρια τοῦ Κράτους ἑνὸς εἴδους ἔγγραφον καὶ ἔγγραφον μὲ τοιοῦτον περιεχόμενον ὑπάρχει. Ὅταν ὑποβάλλωνται ἐκ μέρους τῶν εἰσαγγελέων αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων, τότε ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων μελετωμένων ὑπ’ ἐμοῦ γίνονται παρατηρήσεις δι’ ἐγγράφου, οὐχὶ ὅμως ἐπὶ ὑποθέσεων ὡρισμένων.
§306Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὥστε δὲν δίδετε τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἀπεστείλατε τοιοῦτον ἔγγραφον.
§307Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δίδω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἔγγραφα ἐπὶ ὑποθέσεων ἀποστέλλονται εἰς δύο περιστάσεις, ἢ συνεπείᾳ προσφυγῆς ἐπισήμου δι’ ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς βραδύτητος τῆς α ἢ β ποινικῆς ὑποθέσεως, ὅτε ἡ προσφυγὴ αὐτοῦ τοῦ πολίτου ἐπιστέλλεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα μετ’ ἐγγράφου προσκαλούμενον νὰ μεριμνήσῃ περὶ ταχείας περατώσεως τῆς ὑποθέσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν εἶδος εἰς τὰς προσωπικὰς ὑποθέσεις· οὐδὲν ἄλλο ἔγγραφων ὑπάρχει. Δευτέρα περίπτωσις εἶναι, ὅταν κανονικῶς εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τριμηνίας ὑποβάλλωνται ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεως, καὶ ἐπὶ τούτων αἱ παρατηρήσεις τῶν εἰσαγγελέων λεγόντων ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Γίνεται θεώρησις, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλονται ἐκθέσεις. Λοιπὸν νέος κανών: Ἐπὶ ἑκάστης ἐκθέσεως ὑποβαλλομένης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περιεχούσης παρατηρήσεις τοῦ εἰσαγγελέως γίνεται ἔγγραφον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν παρατηρήσεων, παρατηροῦν καὶ ἐλέγχον τὰς παραλείψεις καὶ τὰς βραδύτητας, οὐδέποτε δ’ οὐδαμῶς ἄλλο προσωπικὸν ἔγγραφον ὑπάρχει. Τώρα τί θέλετε; Προσφυγὴ τοιαύτη ἀπὸ μέρους τοῦ ἀντιδίκου σας δὲν ἐγένετο, διότι ἡ τοιαύτη ἐργασία γίνεται ὑπ’ ἐμοῦ προσωπικῶς· ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐγένετο τοιαύτη ἐνέργεια καὶ ν’ ἀπεπλανήθην ἐγώ. Ἀλλά, καὶ ἂν τοῦτο ἐγίνετο, μὴ νομίζετε ὅτι θὰ ἐδίσταζον, διότι ἦτο τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἢ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, νὰ προβῶ εἰς τὴν κανονικὴν ἐνέργειαν. Θὰ ἤμην δ’ ἀνάξιος νὰ μὴ κάμω διὰ τὸν ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου ὅ,τι κάμνω διὰ πάντα πολίτην. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐσυνήθισα νὰ κρύπτωμαι. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι τοῦτο ἐγωιστικόν, ἀλλὰ τὸ κράτος τῆς ἐν ἐμοὶ πεποιθήσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξαφανίζῃ τοιαύτας μικρολογίας καὶ παρατηρήσεις. Ὥστε, ἐὰν ἐγένετο τοιαύτη προσφυγή, θὰ ἐγένετο ὅ,τι καὶ διὰ πάντα πολίτην. Θὰ ἐλάμβανον καὶ θὰ συνέτασσον ἔγγραφον πρὸς τὸν εἰσαγγελέα καὶ θὰ ἔλεγον μὲ τὴν στερεότυπον φράσιν: λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν προσφυγὴν τοῦ πολίτου καὶ μεριμνήσατε περὶ περατώσεως τῆς ὑποθέσεώς του. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, διότι θὰ ἦτο ἄηθες τὸ πρᾶγμα. Τοιοῦτόν τι λοιπὸν δὲν ἐγένετο. Ἐὰν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς τριμηνιαίας ἐπιθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔκαμεν, αὐτὸς οὗτος ὁ εἰσαγγελεὺς ἔκαμε παρατηρήσεις, προσέξατέ το τοῦτο καλῶς, ὅτι βραδύνουσιν αἱ ὑποθέσεις α καὶ β, ὄχι ὑποθέσεις μὲ ὀνόματα, ὅτι βραδύνουσιν αἱ ὑποθέσεις α, β, γ, δ καὶ ε, διόλου ἀπίθανον εἶναι μεταξὺ αὐτῶν νὰ εἶναι καὶ αὐτή, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταγγελιῶν καὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ εἰσαγγελέως ὅτι βραδύνουσιν αἱ ὑποθέσεις ἐγένετο τὸ ἔγγραφον πρὸς αὐτὸν τὸν εἰσαγγελέα μεθ’ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον καὶ μεθ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ἄριστα ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του, ἐγένετο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεών σας τῆς τελευταίας ἐπιθεωρήσεως προκύπτει, ὅτι εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἐφεξῆς μὴ παρατηρῶνται τοιαῦται βραδύτητες.
§308Γ. ΠΩΠ. Τί ἔκαμεν ὁ Ἄρειος Πάγος μετὰ τὸ ἔγγραφον;
§309Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπήντησεν. Ἐγὼ εἰς πάντα τὰ κατώτερα Δικαστήρια εἶμαι αὐστηρότατος, οὐχὶ διότι νομίζω ὅτι διάφορος πρέπει νὰ εἶμαι καὶ εἰς τὰ ἀνώτερα, ἀλλὰ διότι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν παρέσχε τοιοῦτον δεδομένον.
§310Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ παρατείνητε τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος βίον μου ἄνευ λόγου.
§311Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Μὲ συγχωρεῖτε.
§312Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς σας ν’ ἀντικρούσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀπεσπάσατε τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς. Εἴπετε, προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ἐπράττετε ἄνευ παρεξηγήσεως πᾶν ὅ,τι θὰ ἐπράττετε διὰ πάντα ἰδιώτην. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι μετὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως συνδέεσθε στενῶς καὶ προσωπικῶς.
§313Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§314Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶσθε ἀνώτερος κατὰ τὴν ὑμετέραν κρίσιν πάσης ὑπονοίας φιλικῆς, ὥστε προκειμένου περὶ προσωπικοῦ φίλου ν’ ἀπευθύνητε οἱονδήποτε ἔγγραφον, ὅταν παρίσταται νὰ ἐπιτάξητε εἰς τοὺς ἄλλους τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Τοῦτο ὅμως μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως. Ὁ κυβερνῶν, ὁ διέπων ὡρισμένον κλάδον τῆς διοικήσεως, καὶ ἐν προκειμένῳ ὁ διέπων τὰ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν διέπει τὸν τοιοῦτον κλάδον, αὐθαιρέτως κατὰ τὴν ἰδίαν συνείδησιν καὶ πεποίθησιν, οἱανδήποτε πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχῃ περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ ἠθικῶν δυνάμεων. Ἡ μικρὰ κοινωνία, ὡς εἶναι ἡ Ἑλληνική, ἐν τῇ ὁποίᾳ πάντες γνωριζόμεθα καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ τὰ ἐλατήρια δύνανται νὰ εἶναι δυσδιάκριτα, ἀπαιτεῖ, ὅπως οἱ τοιοῦτοι ὑπευθύνως διευθύνοντες λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὴν ἑαυτῶν συνείδησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν κρατοῦσαν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πολιτείᾳ συνείδησιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγητε ὅτι δὲν θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωπικὴν ὑμῶν φιλίαν, τὸν ἰδιαίτερον σύνδεσμον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ ὅτι δύνασθε διδάσκοντες ν’ ἀπευθύνητε τοιαῦτα ἔγγραφα ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτων; Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμήν, ἵνα ἐξετάσω γενικώτερον τὸ ζήτημα ὑπὸ τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις. Βεβαίως ὀρθῶς λέγετε ὅτι ἐξακολουθεῖτε νὰ διατηρῆτε τὸ δικηγορικόν σας γραφεῖον ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διελύθη ἐν τῇ ὑμετέρᾳ συνειδήσει. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πείσητε τὸν κόσμον ὅτι τὸ δικηγορικόν σας γραφεῖον διελύθη; Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, ὅπως λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος κ. Δ. Γκλαβᾶς, οἱ ὁποῖοι κατακρίνουσι τὸ τοιοῦτον, καίτοι αἱ προσωπικαί μου πεποιθήσεις καὶ μάλιστα εἰς ἐποχὴν ἀνορθώσεως εἶναι ἀλλοῖαι ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ τὸ δικηγορικόν σας γραφεῖον. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ μὴ δικαιολογήσω τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Ἀθηνῶν. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν κακῶς κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν δὲν ἔπρεπε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα, ἂν οἱ βοηθοί σας δικηγοροῦσι διὰ λογαριασμὸν ὑμῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ δικηγορία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἑπομένως ὑφίσταται οἱανδήποτε ἐπίδρασιν ἡ δικαιοσύνη, καὶ διὰ τοῦτο κατακρίνω τὸν σύλλογον τὸν δικηγορικὸν ἀντιληφθέντα ἄλλως τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Ἀθηνῶν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ λέγω τοῦτο, διὰ ν’ ἀντικρούσω τὴν ὑμετέραν ἰδέαν περὶ τῆς ὑμετέρας πεποιθήσεως περὶ τῶν δυνάμεων ὑμῶν. Πρέπει ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ μόνον ἐξ αὐτῆς ὁρμώμενος θὰ πράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πραχθῇ. Δυστυχῶς τοιαύτη εἶναι ἡ κοινωνία καὶ τοσοῦτον ὁ κύκλος εἶναι περιωρισμένος, ὥστε καὶ ἐλάχισται πράξεις δύνανται νὰ παρεξηγηθῶσι παρ’ ἡμῖν. Ἂν ἔλαβον τὸν λόγον, τὸν ἔλαβον συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, δὲν δύναμαι δ’ ὅμως νὰ μὴ ἀντικρούσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν συνείδησιν ὑμῶν καὶ οὐχὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν.
§315Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι θὰ ἠδίκει τις αὐτόν, ἐὰν ἐπεχείρει νὰ προσθέσῃ νέα ἐπιχειρήματα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ἀπαντῶν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἐπερωτήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργός, μία ἄδικος ἐπίθεσις ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ διαφόρους τρόπους ἐξεδηλώθη. Κατέληξαν, χωρὶς κἂν νὰ μελετήσωσι καὶ νὰ ἐρευνήσωσι τὰ νομοσχέδιά του τὰ δικαστικά, εἰς σκέψεις, εἰς ὑπομνήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεχείρησαν νὰ προσβάλωσι τὸ σύνολον τῶν μέτρων του, χωρὶς νὰ δυνηθῶσιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ν’ ἀμφισβητήσωσιν αὐτὸ τὸ σύστημα ἢ μέρος αὐτοῦ. Μοὶ ἐδόθη ἀφορμή, συζητουμένου τοῦ πρώτου νομοσχεδίου περὶ καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδῶς ἐγκαλοῦντας, νὰ φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι δὲν ἦτο προωρισμένον νὰ ἐξυπηρετήσῃ σπουδαίας ἀνάγκας. Ὁμολογῶ ὅμως, Κύριοι, ὅτι τὰ νομοσχέδια, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἀντετάχθη ζωηρὰ ἀντίδρασις καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠδυνήθη οὔτε ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην μετὰ κύρους πείθουσαν ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα οὐδένα ἐξυπηρετοῦσι σκοπόν, τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπῆρξαν ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν σοβαρῶν καί, ὅπως ἡ μικρὰ πεῖρα ἀπέδειξε, διότι ἐφηρμόσθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατασταλῇ ὁριστικῶς τὸ ἀδίκημα. Ἐνῷ δ’ οὕτως ἔχουσι τὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὰ νομοθετικά, καθ’ ὅσον ὑπεβλήθησαν καὶ ἐκρίθησαν, καθ’ ὅσον ἐφηρμόσθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, ἐξακολουθεῖ ἡ ἄδικος ἐπίθεσις. Ἤδη ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ γραφείου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ ἀγὼν στρέφεται οὐχὶ κατὰ τοῦ γραφείου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἀρχείου. Τὸ ἀρχεῖον εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς πελάτου, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπόθεσίν του, καὶ παντὸς συναδέλφου, ὅστις θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένος καὶ πρόθυμος ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν. Μέχρις αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ πράξῃ. Ἐγὼ προσεπάθησα ν’ ἀνεύρω τρόπον, καθ’ ὃν οἱ ὑπάλληλοι προσπαθοῦσι νὰ προσελκύσωσι πελάτας, καὶ ὁμολογῶ ὅτι οὐδένα εὗρον. Ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ παρέχῃ τὴν συνδρομήν του εἰς τοὺς πρώην πελάτας του, ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ παρέχῃ αὐτὴν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του, ἠθέλετε ἀκόμη καὶ ἔπρεπεν, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, ν’ ἀπορρίψῃ ἐκ τοῦ παραθύρου τὰς δικογραφίας τοῦ κόσμου, νὰ ἐμπρήσῃ τὰς δικογραφίας; Εἶναι βεβαίως γεγονὸς νόμῳ γνωστὸν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δικηγορῇ· ὁ κόσμος ὅλος ἔμαθεν ὅτι ἔπαυσε νὰ δικηγορῇ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μεταθέσῃ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, τὸ γραφεῖόν του εἰς ἄλλην οἰκίαν; Καὶ θὰ ἔπαυε, κύριε Βουλευτὰ Λακωνίας, τὸ σκάνδαλον; Ἡ οἰκία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προσδίδει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τὴν ἰδιότητα τῶν συνεργατῶν; Ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταφέρῃ τὸ ἀρχεῖόν του εἰς ἄλλην οἰκίαν, καὶ τότε θὰ ἔπαυε τὸ σκάνδαλον; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ πιστεύω ὅτι τὸ σκάνδαλον θὰ ἐγίνετο δέκα φορὰς σκάνδαλον· ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὸς μὲ μαστίγιον εἰς χεῖρας νὰ ἐκδιώξῃ τοὺς πελάτας, νὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς ν’ ἀναλάβωσι τὰς δικογραφίας, τὰς ὁποίας εἶχον παραδώσει, λησμονεῖ δὲ ὁ κ. συνάδελφος γεγονός, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ἐξ ἐπαγγελματικῆς πείρας, πόσον συνδέεται μετὰ τῶν δικογραφιῶν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐμόχθησεν ὅσον ἐμόχθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως δημιουργήσῃ ἑαυτὸν καὶ δημιουργηθῇ παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἡ ἰδέα, ἥτις περὶ αὐτοῦ ἐσχηματίσθη, καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐκοιμήθη, ναί, Κύριοι, δὲν ἐκοιμήθη. Καθ’ ὃν χρόνον ἄλλοι διεσκέδαζον αὐτὸς ἐκοιμᾶτο, ἵνα ἐγερθῇ ἀπὸ τῆς τρίτης πρωινῆς ὥρας, ἵνα ἀσχοληθῇ, ἵνα παραδοθῇ μεταξὺ τῶν βιβλίων του εἰς ἀσχολίας ἐπιστημονικάς. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐδημιούργησεν αὐτὸς τὸ γραφεῖον, τὸ ὁποῖον τῷ συνέστησαν νὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους.
§316Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτε λέγητε ἄλλοι, δὲν ἐννοεῖτε ἡμᾶς.
§317Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ὑμᾶς· ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν νὰ διασύρωσι τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ διασύρωσι τὸν κ. Δημητρακόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔπραξεν ὅπως προσῆκε. Ποῖος τρόπος ἀπέμενεν, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ πείσῃ τοὺς πάντας καὶ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἐπερώτησιν; Μήπως διανέμεται τὰ ὠφελήματα ἐκεῖνα τοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπε, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀμφισβητήσητε, παρέδωκεν εἰς τοὺς ὑφισταμένους του, καὶ αὐτοὶ λαμβάνουσι καὶ τὰ ὠφελήματα;
§318Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ πιστεύετε σεῖς, ὅτι εἰς τοὺς βοηθοὺς ἐκείνους ἐγκαταλείπει κέρδη χιλιάδων δραχμῶν κατὰ μῆνα;
§319Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πιστεύω.
§320Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ πιστεύετε;!
§321Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πιστεύω, διότι εἶμαι αὐτήκοος μάρτυς γεγονότος, τὸ ὁποῖον πείθει ὅτι ἐγκατέλειπε πάσας τὰς ὑποθέσεις...
§322Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δίδει χιλιάδας δραχμῶν εἰς τοὺς βοηθούς του!
§323Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ἐγένετο Ὑπουργὸς ἔπαυσε ν’ ἀσχολῆται μὲ νομικὰ συγγράμματα καὶ δικογραφίας. Ὑπῆρξα μάρτυς τοῦ ἑξῆς· προσῆλθεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε ν’ ἀκουσθῇ, καὶ τὸν παρέπεμψε σκαιότατα εἰς τοὺς βοηθούς του εἰπὼν εἰς αὐτὸν ὅ,τι, ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην, δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτοὺς τὴν ὑπόθεσιν· αὐτὸς ἐλησμόνησε τὰ νομικὰ καὶ δὲν δύναται ν’ ἀσχοληθῇ μὲ αὐτά. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς. Ἔχετε ὑμεῖς συγκεκριμένον τι παράδειγμα ὑποστηρίζον τὸν ἀσύστατον ἰσχυρισμὸν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐμμέσως ἢ ἀμέσως ἀνεμίχθη; Δὲν ἔχετε τίποτε εἰμὴ μόνον θρύλους τόσον ἀνυποστάτους, ὥστε νὰ μὴ ἀντέχωσιν εἰς τὴν κοινοτέραν ἀπάντησιν. Κατηγορήθη ἀκόμη—διότι ἐπὶ τοῦ ἄλλου θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν οἱ ἁρμοδιώτεροι, ἀπήντησε δὲ ἤδη ὁ κ. Ὑπουργός—ὅτι διώρισεν ὑπαλλήλους συμπολίτας του. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τῶν κατηγοριῶν ἀπηξίωσεν εὐλόγως νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός· ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς τελευταίας, ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς του δὲ ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ συναγάγῃ ἡ Βουλὴ τί ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἄλλων. Ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὸν κατηγορήσωσιν ὅτι διώρισε τὸν κλητῆρα, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι καὶ αὐτὸ ἐγένετο χωρὶς νὰ πράξῃ τίποτε πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πράττουσι πάντες οἱ Ὑπουργοί, χωρὶς νὰ ἐλέγχωνται δι’ ἐπερωτήσεων, καὶ τέλος αὐτὸς ὁ κλητὴρ ἀπεσύρθη ἀποκαμὼν ἐκ τῆς πολλαπλῆς ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ. Ἀλλὰ τῷ καταλογίζεται εὐθύνη, διότι διώρισεν ὑπαλλήλους συμπολίτας του γνωστούς. Καὶ τίνας ἠθέλετε νὰ διορίσῃ, κύριε Βουλευτὰ Λακωνίας; Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι διώρισε συμπολίτας του, ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ Λακωνίας, ἐξ οἴκτου πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐθίξατε τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἐπιστεύσατε ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων αἰσθάνεται τὴν δίψαν τῶν παροχῶν καὶ ἐνομίσατε, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν θ’ ἀπεκαλύπτετο τὸ μέγα τοῦτο γεγονός, ὅτι Ὑπουργὸς ὅλας τὰς παροχάς, τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ διαθέσῃ, τὰς διέθεσεν ὑπὲρ τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν, ὅτι τὸ κόμμα θὰ ἐξηγείρετο; Ἐπλανήθητε· οὐδεὶς ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ζητεῖ παροχάς. Ἐζητήσατε, Κύριοι; Ἐζητήσέ τις τοιαύτας τοὐλάχιστον πρὸς διορισμὸν ἀνθρώπων καταλληλοτέρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους διώρισε; Φέρουσιν οἱ διορισθέντες ἐλαττώματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἔπρεπε νὰ διορισθῶσιν, ἢ μήπως εἶναι ἐλάττωμα, διότι εἶναι συμπολῖται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ θὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς· ἐκ τίνος διαμερίσματος φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λαμβάνωνται οἱ ὑπάλληλοι;
§324Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἄν διώριζε συστάσει Βουλευτῶν, πάλιν τὸ ἴδιον.
§325Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐγίνετο μακρὸς λόγος καὶ ἀνιαρὸς περὶ συναλλαγῆς. Ἀλλὰ διώρισεν ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς γνωρίζει, ἂν δ’ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι συμπολῖταί του, ἀναλαμβάνει καὶ τὴν ἀτομικὴν εὐθύνην αὐτὸς πλὴν τῆς πολιτικῆς ὅτι αὐτοὶ ἦσαν οἱ προσήκοντες, ὅπως διορισθῶσιν. Οὐδεὶς ἐκ τῶν φίλων τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων παρεπονέθη ὅτι ἠδικήθη· ἄλλως τε αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐντελῶς οἰκογενειακόν, οὐδ’ ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ἂν διώρισε τοὺς ἰδικούς του ἢ διώρισε κανενὸς ἄλλου (χειροκροτήματα).
§326Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἶμαι σύμφωνος καὶ σᾶς χειροκροτῶ καὶ ἐγώ.
§327Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐφάνη παράδοξον· θὰ σᾶς ἐρωτήσω διατί.
§328Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτι εἶναι οἰκογενειακόν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§329Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως νομίζετε ὅτι καὶ τὸ κόμμα δὲν εἶναι μία μεγάλη οἰκογένεια συνδεομένη, ὅπως ἐκείνη, διὰ τῶν δεσμῶν τοῦ αἵματος, διὰ τῶν δεσμῶν τῶν ἰδεῶν, καί τι περισσότερον, διότι οἱ δεσμοὶ οὗτοι εἶναι στενώτεροι; (χειροκροτήματα). Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε νὰ κατηγορήσητε κάτι τι σχετικὸν πρὸς τὰ διορισθέντα πρόσωπα, τίνα σημασίαν ἔχει ἡ κατηγορία; Οὐδεμίαν· εἶναι ἀσύστατος, ὅπως ἀσύστατοι ὑπῆρξαν καὶ αἱ ἄλλαι. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀρκεσθῇ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ κρίνῃ περὶ τῶν αἰτίων, περὶ τῶν ἀφορμῶν, αἱ ὁποῖαι παρεσκεύασαν τὴν ἐπερώτησιν, ἐκ τοῦ τρόπου δέ, καθ’ ὃν ἡ ἐπερώτησις ὑπεστηρίχθη, θὰ κατανοηθῶσι καὶ τὰ ἐγγὺς καὶ τὰ ἀπώτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα ὤθησαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν παρεσκεύασαν, ὅπως τὴν ὑποστηρίξωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (χειροκροτήματα).
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καμπάνης.
§331Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης.
§333Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ὑπάρχοντος ἐγγεγραμμένου....
§335Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§337Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμέ, κύριοι Βουλευταί, ν’ ἀναδράμω εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ἡ ἐπερώτησις ἐκαλεῖτο ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων γραφὴ παρανόμων.
§338Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Γραφὴ παρανόμων ἦτο ἡ καταγγελία.
§339Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λέγετε ὅτι ἡ ἐπερώτησις δὲν εἶναι καταγγελία; Περίφημός τις ῥήτωρ τῆς ἀρχαιότητος εἰσάγων γραφὴν παρανόμων καὶ εὑρισκόμενος ἐνώπιον τεχνικῆς καὶ πομπώδους παρασκευῆς, ὅπως ἐπευφημηθῇ ὁ ἀντίδικος αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐξεικόνισε τὰ τῆς παρασκευῆς ἐκείνης καὶ παρέστησεν ὅτι παρίσταται ν’ ἀναπτύξῃ τὴν γραφὴν παρανόμων, ἔχων ὑπ’ ὄψει οὐχὶ τὴν παρασκευήν, ἀλλὰ τοὺς νόμους καὶ τὰ δίκαια, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς δικαστὰς ἔλεγεν, ἐξεικονίζων τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις καὶ ἐκείνη τότε δὲν διέτρεχε καλοὺς καιρούς, καὶ ἔλεγε· «Τούτων δ’ ἐχόντων οὕτω, καὶ τῶν καιρῶν ὄντων τῇ πόλει τοιούτων, ὁποίους τινὰς αὐτοὺς ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε εἶναι, ἓν ὑπολείπεται μέρος τῆς Πολιτείας, εἴ τι κἀγὼ τυγχάνω γιγνώσκων, αἱ τῶν παρανόμων γραφαί. Εἰ δὲ καὶ ταύτας καταλύσετε, ἢ τοῖς καταλύουσιν ἐπιτρέψετε, προλέγω ὑμῖν ὅτι λήσετε κατὰ μικρὸν τῆς Πολιτείας τισὶ παραχωρήσαντες». Ἄτεγκτος, ἔλεγον καὶ ὑπέμνησα πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ὁ νόμος, ἄτεγκτος εἶναι ὁ κανὼν τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς, εἰς οὐδένα δημόσιον ὑπάλληλον ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι δικηγόρος, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἐπιτρέπεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι ἐργολάβος δικῶν. Ἐπαινεῖ καὶ πονεῖ τὸ δικηγορικὸν αὑτοῦ γραφεῖον ὁ κ. Ὑπουργός· καὶ εὐλόγως, διότι τὸ δικηγορικὸν αὑτοῦ γραφεῖον ἔδιδεν εἰς αὐτὸν καὶ δόξαν καὶ πλοῦτον. Ἀλλ’ ἄτεγκτος, λέγω, εἶναι ὁ νόμος καὶ λέγει πρὸς αὐτόν· «ἐὰν θέλῃς τὴν δόξαν καὶ τὰ πλούτη τοῦ δικηγορικοῦ γραφείου, μεῖνε ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐὰν θέλῃς τὴν δόξαν τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν δόξαν Ὑπουργοῦ ἀλωβήτου, νὰ ἐγκαταλείψῃς ἐκεῖνο». Ταῦτα ἔπραξαν πάντες ὅσοι ἐσέβοντο ἑαυτούς, ὅσοι ἐσέβοντο τὸν νόμον, ὅσοι ἐσέβοντο τοὺς κανόνας τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς. Τοῦτο ἔπραξεν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν Κρήτῃ· γενόμενος Ὑπουργὸς διέλυσε τὸ δικηγορικὸν γραφεῖον αὑτοῦ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς περιεβάλλετο ὑπὸ ἀναγκῶν, ὑφ’ ὧν δὲν περιβάλλεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἶχε περιουσίαν ἀμφιβάλλω ἂν μεγαλειτέραν τῆς ἰδικῆς μου (ἱλαρότης). Ἀλλὰ τίνα, λέγουσι, σημασίαν ἔχει ἂν εἰς τὸ Πινάκιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐγράφη τὸ ὄνομα «Π. Ἀραβαντινὸς» καὶ ἐν παρενθέσει τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Τίς ἔδωκε, λέγω ἐγώ, τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγράφηται ψευδῶς τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ὡς δικηγόρου τῆς ὑποθέσεως; Ἀλλὰ πρέπει βεβαίως νὰ ἔχῃ κεφαλὴν πτηνοῦ ὁ μὴ ἀποδίδων σημασίαν εἰς τὸ ὅτι ἤθελεν ὁρισθῆ ὁ εἰσηγητὴς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὁ ἐγγράφων τὴν ὑπόθεσιν. Μὲ τοιαύτας ἐκφράσεις ἔχει συνηθίσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐμάστισε μὲ τὴν τοιαύτην φρασεολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν καταδέχομαι νὰ χαρακτηρίσω, ἐπὶ ἔτη μακρὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δικηγορῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ φρασεολογία τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες οὔτε ἑαυτοὺς οὔτε τοὺς ἄλλους σέβονται. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀντίγραφον τοῦ Πινακίου τοῦ Ἐφετείου, ἐν ᾧ τὴν 21ην Ὀκτωβρίου 1910 — τὴν 6ην Ὀκτωβρίου, νομίζω, ὡρκίσθη, ὁ κύριος Ὑπουργός — ἐνεγράφη ὑπόθεσις ὑπ’ ἀριθμὸν 599 «Χριστοφίδης κατὰ Σκουζέ», καὶ φέρεται ἀναγεγραμμένος συνήγορος τῆς ὑποθέσεως «Δημητρακόπουλος» (ἐν Πινακίῳ τῶν συνήθων ὑποθέσεων τοῦ Ἐφετείου). Ἐξαιτοῦμαι λοιπὸν νὰ προσαχθῇ ἀντίγραφον τοῦ Πινακίου τούτου, νὰ προσαχθῇ δὲ πρὸς τούτῳ καὶ ἀντίγραφον τοῦ Πινακίου τοῦ Πρωτοδικείου τῶν συνήθων ὑποθέσεων τῆς 24ης Νοεμβρίου ὑπ’ ἀριθμὸν 2150. Οἱ διάδικοι εἶναι Γ. Ζωγράφος κατὰ Ζαππείου ἐπιτροπῆς, καὶ πρόκειται, Κύριοι, περὶ κλήσεως πρὸς συζήτησιν τῆς ἀγωγῆς ἀπὸ 19 Ἰουλίου 1893. Ἀπὸ τοῦ 1893 εἶχε μείνει ἀνενέργητος ἡ ἀγωγὴ ἐκείνη, ἀνείσακτος ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἔπρεπε μετὰ 17 ὅλα ἔτη νὰ ὁρκισθῇ Ὑπουργὸς ὁ κ. Δημητρακόπουλος, ἵνα ἐπανέλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ ἀγωγὴ ἐκείνη. Νὰ προσαχθῇ ἀκόμη ἀντίγραφον τοῦ Πινακίου τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1911, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ὑπόθεσις, ἥτις συνεζητήθη τὴν 9ην Μαρτίου 1911, πρὸ μηνὸς τουτέστι, καὶ συνεζητήθη μετὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1208 ἀπόφασιν τοῦ 1882. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Δημητρακόπουλος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ τολμήσῃ νὰ συζητήσῃ τοιαύτην ὑπόθεσιν. Νὰ προσαχθῶσι λοιπὸν ἀντίγραφα τῶν Πινακίων ἐκείνων. Ἀλλὰ δὲν φαίνεται παράδοξον καὶ σημαντικὸν πῶς κατοικεῖ ἐν τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ, ἐν ᾗ ὑπάρχει τὸ γραφεῖόν του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντα ἐξ ὑμῶν καὶ δὴ δικηγόρον· ἐὰν συμβῇ νὰ μεταβῇ πελάτης τις παλαιὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πελάτης πολύτιμος, ἵνα ἐρωτήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεώς του, καὶ ἤθελεν ὠθήσει τὴν θύραν τοῦ κυρίου γραφείου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὐχὶ τὴν θύραν τοῦ γραφείου τῶν βοηθῶν, καὶ ἤθελεν ὁμιλήσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τῆς ὑποθέσεώς του, καὶ ἤθελεν εἴπει πρὸς αὐτόν· «σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐνεργήσητε καὶ πλησίον τῶν δικαστῶν, διότι ὡς γνωρίζετε, ἔχω ὅλον τὸ δίκαιον», τί θὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργός;
§340ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι φανερὸν τὸ τί θὰ πράξῃ.
§341ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ τὸ πράξῃ.
§342Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Εἰς τὸ κτίριον θ’ ἀποταθῇ ὁ πελάτης ἢ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ;
§343ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖόν του καὶ θὰ εὕρῃ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§344Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Δὲν θὰ τὸν εὕρῃ εἰς τὴν οἰκίαν του.
§345ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τὸν εὕρῃ καί, καί.....
§346Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Διατί ἀρνεῖσθε τοιαύτην ὑπεροχὴν ψυχῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν;
§347ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κ. συνάδελφε. Ἐνοήσατε θαυμασίως τί ἐνόουν μὲ τὰ «καί», καὶ ἀνετρέξατε εἰς παρῳχημένους χρόνους, καὶ πάντα τὰ ἐννοεῖτε.
§348Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν σᾶς ἐνοήσαμεν, ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν παρακαθήμενοι, ἐπλανήθητε.
§349ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν σᾶς ἐνόησα καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν θ’ ἀφήσητε νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία, ἵνα θερμάνητε τὰς ψυχράς σας σχέσεις μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπλανήθητε περισσότερον.
§350Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Οὐδέποτε ὑπῆρξαν ψυχραί.
§351ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι περιστάσεις, ὅτε χιλιάδες δραχμῶν, κέρδη τοῦ δικηγορικοῦ ἐκείνου γραφείου, ἐγκατελείποντο εἰς τοὺς βοηθούς, οἵτινες ἐλάμβανον μέχρι πρό τινος χρόνου δεκάδας τινὰς δραχμῶν; Ἐξαιτοῦμαι ἀκόμη νὰ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἀποσταλὲν ἔγγραφον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ πᾶν ἔγγραφον, ὅπερ ἐνδιαφέρει τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§352ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ Πινάκιον ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι, ὅτε ἐνεγράφη τὸ ὄνομα «Δημητρακόπουλος», κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ἐνεγράφη;
§353ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα· πιστεύω δὲ ἀκραδάντως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἐντολήν, καὶ ἐνεγράφη τὸ ὄνομα τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Ἀραβαντινοῦ, διότι δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ βοηθός του θὰ ἐτόλμα ἐξ οἰκείας ἐμπνεύσεως καὶ πρωτοβουλίας νὰ γράψῃ ψευδῶς τὸ ὄνομα «Ἀραβαντινὸς» καὶ ἐν παρενθέσει τὸ ὄνομα «Δημητρακόπουλος».
§354ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τίνα λόγον ἐγένετο τοῦτο;
§355ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ νὰ γίνῃ γνωστὸν τίς πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰσηγητής.
§356Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος, ἵνα ὁρίσῃ τὸν εἰσηγητὴν μιᾶς ὑποθέσεως, τί πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, τὸ Πινάκιον ἢ τὴν δικογραφίαν;
§357ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὁρίζονται οἱ εἰσηγηταὶ πρὶν συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§358ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον, ὅπου δὲν ὑφίσταται ὁ λόγος οὗτος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ γραφῇ τὸ ὄνομά του, ἵνα σᾶς δώσῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ εἴπητε ὅσα λέγετε;
§359ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐξηγῶ ὅλους τοὺς ἀνηθίκους σκοπούς; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς προεχώρησε καὶ εἰς ἀπάντησιν, προκειμένου περὶ τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ δὲν εἶπεν ἄλλο τι περὶ τῶν περιφήμων ἐκείνων ἐπιτροπειῶν παρὰ μόνον ὅτι ἡμεῖς δὲν παρακολουθοῦμεν τὴν ἐπιστημονικὴν κίνησιν τοῦ τόπου. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς λαμβάνει πολὺ τοῖς μετρητοῖς τὰ ἐγκώμια, τὰ ὁποῖα γίνονται πρὸς αὐτὸν καθ’ ἑκάστην, προκειμένου περὶ τῆς μορφώσεώς του. Καὶ ἔφθασε νὰ νομίζῃ ὅτι, ὅταν πρὸς αὐτὸν λέγηται ὅτι εἶναι καλὸς ἐπιστήμων, τοῦτο σημαίνει ὅτι οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐπιστήμων ἐν Ἑλλάδι. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Ὁ κ. Παπούλιας ἔχει συγγράψει περὶ ἐμπραγμάτου ἀσφαλείας καὶ τελευταῖον περὶ ἀρραβῶνος ἔχει καὶ μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς καθηγητοῦ του ἐκ Γερμανίας ὅτι ὑπῆρξεν ἐκ τῶν καλῶν του μαθητῶν.
§360Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς τὸ νομικὸν περιοδικὸν τοῦ Σαβινὺ ὑπάρχει κρίσις περὶ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ καὶ ὑπὸ ἐξόχου καθηγητοῦ τῆς Λειψίας, ποιουμένου εὐφημοτάτην μνείαν περὶ τοῦ κ. Παπούλια ὡς ἐπιστήμονος.
§361ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περιμένετε.
§362Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐξευτελίζετε ὅμως οὕτω πως τοὺς ἐπιστήμονας.
§363ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτε ἐξέδωκε τὸν πρῶτον τόμον τοῦ ἔργου του περὶ ἐμπραγμάτου ἀσφαλείας, γράφει· «θὰ βραδύνω νὰ ἐκδώσω τὸν δεύτερον τόμον, διότι ἔχω ἀσχοληθῆ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ τῆς ἐν Λειψίᾳ Ἑλληνικῆς Κοινότητος». Τὸ Καταστατικὸν ἐδημοσιεύθη· εἶναι συντομώτατον, ἀποτελούμενον ἔκ τινων ἄρθρων. Καὶ τὸ Καταστατικὸν ἐκεῖνο ἕνα τόσον διαπρεπῆ ἐπιστήμονα ἐξηνάγκασεν, ὥστε νὰ βραδύνῃ ἐπὶ ἔτη νὰ δημοσιεύσῃ τὸν δεύτερον τόμον τοῦ ἔργου του! Καὶ τὸ περιοδικὸν τοῦ Σαβινὺ γράφει ὅτι εἶναι καλὸς ἐπιστήμων· ἔστω.
§364Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει γράψει τὴν κρίσιν περὶ τοῦ συγγράμματος αὐτοῦ ὁ καθηγητὴς Mitteis, ὁ διάδοχος τοῦ μεγάλου Βιντσάϊτ.
§365ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀπὸ τὸν Mitteis τὸν καθηγητήν του ἔχει φέρει μίαν ἐπιστολήν, καὶ δυνάμει αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς ζητεῖ νὰ γίνῃ καθηγητής.
§366Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ περιοδικὸν τοῦ Σαβινύ, τὸ ὁποῖον ἴσως ὑμεῖς οὐδέποτε ἀνεγνώσατε, εἶναι κρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τιμῶσιν ὄντως τὴν Ἑλλάδα. Δὲν γράφουσιν οἱ καθηγηταὶ ἐκεῖνοι ἐκ προσωπικῶν συμπαθειῶν. Σᾶς δίδω καὶ τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐν Basel τῆς Ἑλβετίας τὸν ἐζήτησαν ὡς καθηγητὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, καὶ δὲν ἐδέχθη. Λοιπὸν μὴ ὑβρίζετε καὶ διασύρετε πάντας τοὺς ἐπιστήμονας.
§367ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδένα ὕβρισα.
§368Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὡς μονοπώλιον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ὕβρεις.
§369ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἶσθε ὀλίγον τι μετριώτερος, διότι ἐγὼ ὡμολόγησα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐπιστήμονος, περὶ τοῦ ὁποίου πᾶσα πληροφορία ὑπάρχει ὅτι θαυμασίως ἐπεράτωσε τὰς σπουδάς του. Ἀλλὰ σᾶς συνιστῶ νὰ μὴ ἔχητε καὶ σεῖς τὸ ἐλάττωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ νομίζητε ὅτι μόνον σεῖς μελετᾶτε.
§370Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον δι’ ἐμαυτόν, ἀλλ’ ὑπερήσπισα ἀδίκως διασυρόμενον ἐπιστήμονα.
§371ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, ἔπρεπε νὰ εἶσθε μετριώτερος.
§372Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω ἐγώ. Εἶμαι ὅσον πρέπει μέτριος.
§373ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω ἐγώ, διότι πρόκειται περὶ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον τέλος πάντων ἔπρεπε νὰ εἶσθε ὀλίγον τι μεμετρημένος. Διότι εἶσθε καὶ σεῖς μέλος τῶν ἐπιτροπειῶν ἐκείνων. Διότι ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀποτελεῖ πρόκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ διορισμὸς τῶν αὐτῶν προσώπων, Βουλευτῶν, ὡς μελῶν τῶν ἐπιτροπειῶν, παραιτηθέντων δημοσίᾳ, ἐπικροτούσης τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου θέματος ἀκόμη. Τί κακόν, λέγουσιν, ἀποτελεῖ, ἂν ἡ Γορτυνία ἀποδεικνύεται τὸ ἄριστον φυτώριον δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ μόνον φυτώριον δικαστικῶν λειτουργῶν; Πῶς δύναται νὰ ὀνομασθῇ συναλλαγή, ὅταν διορίζῃ χωρὶς νὰ παύῃ;! Ἔν τινι Κακουργιοδικείῳ ἔλεγε δικηγόρος τις, ὑπὸ τὴν θυμηδίαν βεβαίως τῶν ἀκουόντων· «Κύριοι ἔνορκοι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι φόνος ὑπάρχει μόνον ὅταν πηγαίνῃς νὰ κλέψῃς καὶ φονεύῃς· ἄλλος φόνος δὲν ὑπάρχει»! Καὶ κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: «Σᾶς βεβαιῶ ὅτι συναλλαγὴ ὑπάρχει μόνον ὅταν παύῃς καὶ διορίζῃς· ὅταν μόνον διορίζῃς, δὲν ὑπάρχει συναλλαγή»! Ἀλλὰ τί ἐννοοῦμεν λέγοντες συναλλαγήν; Ἐννοοῦμεν πράξεις διορισμῶν, πράξεις παύσεων, πράξεις παύσεων καὶ διορισμῶν, καὶ κατὰ τοὺς νόμους ἔστω, οἵτινες συντελοῦσιν εἰς τὸ ν’ αὐξάνῃ ἢ παγιώνῃ τὸ κόμμα του ὁ πολιτευόμενος. Ὅταν ἔρχηται ἕκαστος Ὑπουργὸς καὶ νομίζῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπαρχίαν ὡς μοναδικὸν φυτώριον δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τούτου αὐξάνει καὶ παγιοῖ τὸ κόμμα του, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ συναλλαγήν; Ἀλλ’ οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ εἰρηνοδικῶν, οὐδὲν περὶ συμβολαιογράφων, οὐδὲν περὶ ἐπιστατῶν φυλακῶν· περιωρίσθη μόνον περὶ τοῦ ὑπηρέτου του, καὶ τὸ εὗρε τοῦτο μικρὸν καὶ ἀνάξιον προσοχῆς. Εἷς Ὑπουργὸς διορίζει τὸν μόνον του ὑπηρέτην, καὶ ὑπηρέτην, τὸν ὁποῖον διατηρεῖ ἀκόμη, τὸν ὁποῖον χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ οἴκου του, τὸν ὁποῖον χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δικηγορικοῦ του γραφείου, ἥτις ἦτο καὶ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα καὶ ἐπιπονωτέρα τῆς ὑπηρεσίας παντὸς κλητῆρος, τὸν διορίζει, ἵνα τὸν μισθοδοτῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀντ’ αὐτοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι μικρόν, καὶ τοῦτο εἶναι ἐπουσιῶδες, καὶ τοῦτο οὐδένα θίγει! Ἀλλὰ παρητήθη ὁ κλητὴρ ἐκεῖνος. Παρῃτήθη μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ ἐξαιτοῦμαι νὰ προσαχθῇ τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεώς του, ἵνα πληροφορηθῶμεν, ἂν ὄντως παρῃτήθη μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἀλλὰ τί ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ παύσεως καὶ διορισμῶν; Διότι καὶ τοῦτο ἔπραξε περὶ τῆς παύσεως λ.χ. τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν Ἀβέρωφ; Καὶ ἐξαιτοῦμαι νὰ προσαχθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελος, ὁ ἀφορῶν τὸν διορισμὸν ἐκεῖνον, ἵνα πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι, ἀπόντος τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, συνεκλήθη ἡ Ἐφορεία εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ ἐκεῖ, καὶ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ Ἐφορεία ἐστηρίχθη εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἀπεφάνθη κατὰ πλειονοψηφίαν. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ μὴ ἀποφανθῇ ὁ τμηματάρχης του καὶ ὁ ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Δεκάριστος κατὰ τὰς πληροφορίας καὶ τὰς θελήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Διεφώνησεν ὅμως ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Μαρούδης. Καὶ θέλει πληροφορηθῆ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐδόθησαν ψευδέσταται πληροφορίαι εἰς τὴν Ἐφορείαν, καὶ θέλει πληροφορηθῆ ἡ Βουλὴ ὅτι ἀπεφάνθη ἡ Ἐφορεία περὶ ἀπολύσεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ μόνον στηριχθεῖσα εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τότε θέλομεν εἴπει καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεζητήθη ἡ ἀπόλυσις ἐκείνη, καὶ διωρίσθη ὁ ἀδελφὸς τοῦ δημοσιογράφου ἐκείνου, ἐν τῇ ἐφημερίδι τοῦ ὁποίου ἐσυκοφαντεῖτο ὁλόκληρος ὁ δικηγορικὸς κόσμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐλέγετο εἰς τὸ Πανελλήνιον ὅτι οἱ δικηγόροι ἐκηρύχθημεν κατὰ τοῦ περὶ ἐρημοδικιῶν νομοσχεδίου ἀποβλέποντες εἰς τὰ ἴδια ἡμῶν συμφέροντα, ἐνῷ πρέπει νὰ εἶναι παντελῶς ἀνίδεος τῶν δικαστικῶν πραγμάτων ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἤθελε γνωρίζει καὶ δὲν ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος, ὅστις θὰ ὠφελήσῃ συμφεροντολογικῶς τοὺς δικηγόρους, εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ δημοσιογράφος, ὅστις ὑπεστήριζεν αὐτόν, ἔλεγον πρὸς τοὺς δικηγόρους τοῦ Κράτους: «Ave, Caesar, te salutant morituri!» «Χαῖρε, Καῖσαρ, σὲ χαιρετίζουσιν οἱ ἑτοιμοθάνατοι!». Διότι ἀπεθάνομεν πάντες οἱ δικηγόροι ὑπὸ τὸ πλῆγμα τοῦ Καίσαρος! Ἐξαιτοῦμαι λοιπὸν νὰ προσαχθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελος τῆς ἀπολύσεως τοῦ διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν ἐκείνων καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἑτέρου. Ἐπιτρέψατέ μοι νῦν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀρχαιότητα, καὶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν αὐτὴν ἐκείνην ὑπόθεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἠρξάμην τῆς ὁμιλίας μου. Ἔλεγε πρὸς τοὺς δικαστὰς ὁ περίφημος ἐκεῖνος ῥήτωρ τῆς ἀρχαιότητος· «Ὅταν τις εἰσίῃ εἰς δικαστήριον, γραφὴν παρανόμων δικάσω, ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ μέλλει τὴν ψῆφον φέρειν περὶ τῆς αὑτοῦ παρρησίας». Εἶναι ἀληθὲς ὅμως ὅτι ἐπρόκειτο περὶ χρόνων καταπτώσεως τότε, καὶ οὐχὶ ἀνορθώσεως!
§374Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Ὁ ζῆλος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς οἱ δικηγόροι ὑποστηρίζομεν πολλάκις τὰς ὑποθέσεις τῶν πελατῶν ἡμῶν, παρασύρει ἡμᾶς οὐχὶ σπανίως εἰς τὸ νὰ βλέπωμεν φανταστικοὺς κινδύνους ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκδικάζουσι τὰς ὑποθέσεις. Καὶ ὅταν μὲν ὑποβάλλωμεν αἰτήσεις ἐξαιρέσεων κατὰ τῶν δικαστῶν, προβάλλοντες καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους προβάλλουσιν οἱ πελάται ἡμῶν, εἴμεθα δεδικαιολογημένοι, διότι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτείνωμεν τοῦτο. Φρονῶ ὅμως ὅτι, ὅταν οἱ λόγοι εἶναι ἀνυπόστατοι, καὶ τὸ ἀνυπόστατον αὐτῶν βεβαιοῦται ἐκ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, καὶ δὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ φέρωμεν τοὺς λόγους τούτους ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοὺς ἀνυποστάτους, καὶ νὰ ζητῶμεν νὰ διασύρωμεν τὴν ὑπόληψιν δικαστικῶν ἀνωτάτων, καὶ νὰ ζητῶμεν νὰ ἐλέγξωμεν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διατί δὲν ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τοὺς δικαστάς, ἐνῷ, ἂν τοῦτο ἔπραττε, τότε θὰ ἦτο ἄξιος μομφῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δεμερτζῆς, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν νομομάθειαν καὶ τὸ ἦθος αὐτοῦ, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπῆρχεν ἰδιάζουσα φιλία μεταξὺ τοῦ ἀρεοπαγίτου Μητσοπούλου καί τινος διαδίκου, πατρὸς τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κ. Πετρακάκου, εἴς τινα ὑπόθεσιν. Ἤθελον ἐρωτήσει αὐτόν· πῶς ἔχει βεβαιωμένον τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἰδιάζουσα φιλία μεταξὺ τοῦ δικαστοῦ καὶ τοῦ διαδίκου; Κατὰ τὴν Πολιτικὴν ἡμῶν Δικονομίαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα ὑπάρξῃ λόγος ἐξαιρέσεως διὰ τὴν ἰδιάζουσαν φιλίαν, ἀπαιτεῖται ἢ νὰ προέλθῃ δήλωσις ἐκ μέρους τοῦ δικαστοῦ ὅτι ὑπάρχει ὁ λόγος οὗτος ἢ νὰ βεβαιοῦται ὁ λόγος αὐτὸς ἐν τῇ αἰτήσει. Δὲν γνωρίζω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἂν ὁ δικαστὴς ἐδήλωσεν ὅτι αἰσθάνεται ἰδιάζουσαν φιλίαν, ἀλλά, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ βεβαίωσις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ν’ ἀποφανθῇ οὗτος ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐξαιρέσεως, φαίνεται ὅτι ὁ δικαστὴς ἐδήλωσε τὸ ἐναντίον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδιάζουσα φιλία. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ δικαστὴς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδιάζουσα φιλία, δὲν ἐβεβαιοῦτο δὲ καὶ ὁ λόγος αὐτὸς ἐν τῇ αἰτήσει, ὀρθῶς ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν περὶ ἐξαιρέσεως. Δὲν ἔχει ἑπομένως δικαίωμα ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἔρχηται εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ βεβαιοῖ ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ φιλία, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου βεβαιοῦσα τὸ ἐναντίον. Δὲν ἔχει ἐπίσης δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τὸν δικαστὴν αὐτόν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διασύρωμεν οὕτω πως τοὺς δικαστάς, διότι συμπίπτει νὰ συμβαδίζωσιν ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη φιλία μεταξὺ τοῦ κ. Μητσοπούλου, ἀκεραιοτάτου καὶ ἐντιμοτάτου δικαστοῦ καταγομένου ἐκ Λαμίας, καὶ τοῦ κ. Πετρακάκου, καταγομένου ἐκ Μάνης. Ἡ θέσις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ὡς Γενικοῦ Γραμματέως φέρει αὐτὸν εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν δικαστικῶν.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης ἔχει τὸν λόγον.
§376Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης παρῃτήθη.
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησε καὶ πάλιν τὸν λόγον.
§378Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης παρῃτήθη, καὶ ἔρχομαι ἐγὼ κατόπιν.
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ σημείωσις, κύριε Βουλευτά, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἔχει ζητήσει τὸν λόγον.
§380Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θέλω ἀκριβῶς τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι μετανοημένος διότι ἐζήτησα ἐκ νέου τὸν λόγον, καὶ δὲν παραιτοῦμαι καὶ αὖθις, διὰ νὰ μὴ ὑποπέσω εἰς παραίτησιν καθ’ ὑποτροπήν. Ἀνῆλθον λοιπὸν τὸ βῆμα, ἁπλῶς διότι ἐζήτησα τὸν λόγον, ἂν καὶ ἐξέλιπεν ὁ σκοπός. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅτε ὡμίλει ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, διότι εἰς ἐκείνου τοὺς λόγους ἐνόμισα προσῆκον νὰ δοθῇ ἀπάντησίς τις. Ἀλλά, ὅτε ἡ συζήτησις κατόπιν διὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐφάνη ὅτι θὰ συνεχισθῇ καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἴσως θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, ἂν ἐπεφυλασσόμην νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἐὰν χρειασθῇ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω τί ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον τὸν τελευταῖον ὁμιλήσαντα, ὁ ὁποῖος τόσα εἶπε, χωρὶς οὐδὲν νὰ εἴπῃ. Ἀλλά, διὰ νὰ εἴπω τέλος πάντων κάτι, ἐρωτῶ· ποία εἶναι ἡ αἰτίασις καὶ ποία ἡ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία, Κύριοι, φοβοῦμαι ὅτι ὑπερέβη πᾶν ὅριον ἀντιπολιτευτικῆς ἀντιδράσεως, πᾶν ὅριον ἐπιτρεπόμενον, πᾶν ὅριον προσήκοντος; Ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατηρεῖ γραφεῖον. Δὲν χρειάζεται τοῦτο διάψευσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι πασίγνωστον εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Ἀθηνῶν ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ διὰ τίνα σκοπὸν τὸ διατηρεῖ. Θὰ ἔλεγον δὲ πρὸς ὑμᾶς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι εὐάρεστον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ ἀδιάλλακτος δεξιὰ ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ ἀρχηγοῦ καὶ ὀπαδῶν συγκεντρουμένων εἰς ἓν πρόσωπον, καὶ συνεπῶς ὅτι δὲν εὐθύνεται ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος διὰ τὰς πράξεις τῶν ἀδιαλλάκτων φίλων της, ἀφοῦ ἀγνοεῖ ἡ ἀριστερὰ τί πράττει ἡ δεξιά. Λοιπὸν τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι γνωστότατον ὅτι λειτουργεῖ διὰ τῶν τέως βοηθῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς περάτωσιν ἐκκρεμῶν δικῶν, καὶ μόνον ἐκ κακῶν πληροφοριῶν, οἵας βεβαίως ἔχει ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ἢ ἐκ καχυποψίας, ὡς εἶναι ἄλλοι τινὲς ἔξω τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τις διάφορόν τι τούτου. Τί δὲ ἀξιοῦσιν οἱ πλανώμενοι ἢ οἱ θέλοντες νὰ πλανῶνται; Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἔσοδα τοσοῦτον γενναῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ὅτι θὰ ἄφηνεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, δὲν χρήζει ἀνασκευῆς, διότι τὰ ἔσοδα ὅλα αὐτὰ ἔχει ἤδη λάβει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ἀνέλαβε τὰς ὑποθέσεις, καὶ τώρα ἁπλῶς πληρώνονται αἱ προκαταβολαί, τὰς ὁποίας ἔχει λάβει σὺν τῇ ἀμοιβῇ, καὶ δίδει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του τὴν διεκπεραίωσιν ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἐξοφλήσει πάντα λογαριασμόν.
§381ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐπειδὴ εἶσθε διαπρεπὴς νομομαθὴς καὶ πεῖραν ἔχετε, νὰ μοὶ ἀπαντήσητε τίνα προσωπικὴν γνώμην ἔχετε ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρωτότυπον θεωρίαν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ὑπεχρεοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν ἀρεοπαγίτην μὴ ἐξαιρεθέντα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι τέλος πάντων εἴμεθα νομικοί, καὶ ὑπάρχουσι πολλοὶ μὴ νομικοί, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀκούσωσι τὴν γνώμην ὑμῶν.
§382Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Πρέπει νὰ χωρίσωμεν ἀμέσως τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τοῦ ἀρεοπαγίτου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδήλωσε δι’ ἑαυτὸν κώλυμα, ἂν πράγματι ὑπῆρχε τοιοῦτον, ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ ἦτο ἀθέμιτος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπέμβασις εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὴν καὶ νόμῳ καὶ ἠθικῇ κεχωρισμένην τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ εἶναι ὄντως ἐκπληκτικὴ καὶ παράδοξος ἡ ὑποστήριξις μιᾶς τοσοῦτον ἀπροσδοκήτου θεωρίας, οἵαν ἠκούσατε, ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἡ ὁποία, ἐὰν ὑπηγορεύετο ἐξ ἀντιπολιτευτικοῦ πνεύματος, θὰ εἶχε τὴν δικαιολογίαν τῆς πλάνης τῆς ἀντιδράσεως, ἀλλὰ νῦν δὲν γνωρίζω πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐντελῶς χωριστὸν τὸ ζήτημα ἂν ὁ κ. ἀρεοπαγίτης ἔπραξε καλῶς ἢ κακῶς, μὴ δηλώσας ἑαυτὸν κωλυόμενον, ἂν εἶχεν ἀφορμὴν κωλύματος. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ σημείῳ παρεκβαίνων πρέπει νὰ προσθέσω διὰ τοὺς τυχὸν ἀγνοοῦντας ὅτι αὐτὰς τὰς ἐξαιρέσεις τὰ Δικαστήρια τὰς κρίνουσι κατὰ ἕνα τρόπον ἐγωιστικὸν καὶ παράγοντα ἀφορμὰς εἰς μεμψιμοιρίας καὶ παράπονα ἐκ μέρους τῶν δικηγόρων, τὰ ὁποῖα κατὰ κανόνα εἶναι βάσιμα. Δὲν γνωρίζω διατί φοβοῦνται ὅτι διασύρεται τὸ δικαστικὸν κῦρος, ἐὰν πιστεύσωσιν εἰς γεγονότα ἐμφανῆ, καὶ κατὰ κανόνα ἀρκοῦνται εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἐνδιαφερομένου δικαστοῦ, τὴν ὁποίαν προκαλοῦσιν ὅτι, καίπερ συνδεόμενος, δὲν εὑρίσκει ἐν τῇ συνειδήσει του ἑαυτὸν κωλυόμενον. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἂν ἐν προκειμένῳ συμβαίνει τι τοιοῦτον. Ἐξ ὅσων ἤκουσα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ σχέσις τοῦ υἱοῦ τοῦ διαδίκου πρὸς τὸν ἀρεοπαγίτην δὲν εἶναι σχέσις, ἡ ὁποία νὰ ἐπάγηται ἐξαίρεσιν ἀφ’ ἑαυτῆς, ἐὰν δὲν συντρέχῃ καὶ ἄλλο γεγονός, δηλοῦν ὅτι ἡ σχέσις ἐκτείνεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπηρεάζηται ὁ φίλος τοῦ υἱοῦ δικαστὴς διὰ τὸ συμφέρον τοῦ πατρός. Διότι, Κύριοι, δὲν τὸ λέγω διὰ τὸν κύριον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἀπολύτως ὁμιλῶ, εὑρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ μικρὸν κατ’ ἀρχὴν νὰ θεωρῇ τις δικαστὴν ἐν κωλύματι, ἁπλῶς διότι ἔχει φιλίαν, ἔστω καὶ πρὸς τὸν διάδικον ἢ τὸν δικηγόρον. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι φίλτατα συνδεδεμένος πρὸς πολλοὺς τῶν δικαστῶν.
§383Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν συνηγορεῖτε ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ τὴν καταστρέφετε.
§384Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν συζήτησιν τὴν ὑπεβίβασα εἰς πολὺ ταπεινὸν ἔδαφος, καὶ τὸ ὁμολογῶ, τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἰδικόν μου· ἴσως ὁ διακόψας με κ. συνάδελφος πρέπει νὰ τὸ ἀναζητήσῃ πολὺ ἐγγὺς αὑτοῦ. Ὑμεῖς ἠκολουθήσατε αὐτὴν τὴν ὁδόν, καὶ εἶμαι ἀτυχῶς ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀκολουθήσω. Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ ἐδώκατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξιλεωθῶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διότι κατατρίβομαι εἰς τοιαύτας μικρότητας, αἱ ὁποῖαι πρὸ παντὸς ὑμῶν, κ. συνάδελφε, εἶναι μικρότεραι, ἀλλὰ καὶ ἐμοῦ. Κύριοι, οἱ φρονοῦντες ὅτι ἀντιπολιτεύονται τὴν Κυβέρνησιν ἢ μέλη τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον παρέχουσι πολὺ κακὰς ἐκδουλεύσεις πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἐλευθέρους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι, καίπερ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, ἐν τούτοις δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωμεν ἀσυγκίνητοι πρὸ παρανομιῶν. Ἀλλ’ ὅτε ἀκούομεν τοσοῦτον θόρυβον γενόμενον διὰ τοιαῦτα μικρὰ πράγματα, ἀνάξια καὶ λόγου κἄν, δὲν θὰ τοὺς πιστεύσωμεν, καὶ ἄν ποτε ἀληθῆ εἴπωσιν. Ἀλλ’ εἶμαι βεβαιότατος ὅτι καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι οὐδέποτε θὰ εὕρωσι γεγονός τι ἢ πρᾶξίν τινα τῆς Κυβερνήσεως δυναμένην ν’ ἀποτελέσῃ θέμα ἐπερωτήσεως σοβαρᾶς καὶ αἰτήσεως εὐθυνῶν.
§385Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἄξιος ἐλέγχου, ἰδίως διὰ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Διότι ἡ γενομένη συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἀναπτυχθεῖσα θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου προεβλήθη κώλυμα ἐξαιρέσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχθη τὸ Δικαστήριον, καὶ καθ’ ἣ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν θὰ ἐπενέβαινεν εἰς ἔργα Δικαιοσύνης, δὲν θὰ παρεβίαζε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ἐπήρχετο τρόπον τινὰ ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἡ τοιαύτη, λέγω, θεωρία, ἀναπτυχθεῖσα ἐντεῦθεν ὑπὸ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν νὰ μεταρρυθμίσωσι τὸν ἀστικὸν ἡμῶν κώδικα, μαρτυρεῖ ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ὑπῆρξε καθόλου ἐπιτυχής.
§386Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀποτείνεσθε εἰς πρόσωπον τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Δεμερτζῆ καὶ κρίνετε τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι προσφέρετε πολὺ κακὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§387Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τοὺς Κυρίους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσι, τοὺς ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἕξ ὥρας, καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσωσι νὰ ὁμιλήσω. Ἀναγνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐκτὸς τῶν νόμων τῶν πολιτικῶν ὑπάρχουσι καὶ νόμοι ἠθικοί, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἰς τοὺς νόμους τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς ὑπόκεινται μόνον οἱ Ὑπουργοί, ἀλλ’ ἐξ ἴσου ὑπόκεινται καὶ οἱ Βουλευταὶ καὶ πάντες οἱ ἀσκοῦντες δημόσια λειτουργήματα ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὀφείλουσι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ πάντες ἡμεῖς ἐξ ἴσου τοὺς κανόνας τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς νὰ τηρήσωμεν. Ἀλλ’ ὅτε οἱ κατηγοροῦντες τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς παραβάτην τῶν κανόνων τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς ἀνέρχονται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ῥίπτουσι κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτοῦ βίου μίαν κατηγορίαν ἀόριστον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ὑπονοηθῶσι παντὸς εἴδους ἀκολασίαι, καὶ ὅτε λέγουσιν ὅτι τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἱδρύθη δι’ ἐργασίας ἀκαταπονήτου καὶ δι’ ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς τῶν δικηγόρων μέχρι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς ἔδειξεν, ἀλλ’ ὄχι μόνον διὰ τῶν μέσων τούτων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλων, εἴπατέ μοι· ποῖον κανόνα, ὄχι πολιτικῆς ἠθικῆς ἀλλὰ κοινωνικῆς ἠθικῆς, ἐτήρησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν λόγων των ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι ὁ ἰδιωτικὸς βίος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπῆρξε σειρὰ αἰσχροτήτων, τὰς ὁποίας ἐντρέπονται νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Ὅτε, Κύριοι, ἀνέρχονται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καί, διὰ νὰ διασύρωσι τὴν ὑπόληψιν τῆς Δικαιοσύνης, λέγουσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ εἶχεν ἄλλο μέσον, διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν Ἄρειον Πάγον, εἰμὴ δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου ἀπευθυνομένου πρὸς ἐκεῖνον....
§388Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅταν ὑβρίζητε, μὴ συγχέετε, διότι μίαν φοράν, νομίζω, ὑβρίζετε τὸν κ. Κουλουμβάκην καὶ μίαν φορὰν ἐμέ.
§389Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Παρακαλῶ. Ὅτε, λέγω, ἀποδίδετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτην πρᾶξιν ἐπίμεμπτον πολιτικῆς ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἠθικῆς, κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, καὶ ὅτε δὲν εἶσθε παρεσκευασμένοι νὰ τὴν ἀποδείξητε, ἀλλὰ μόνον γεννᾶτε θόρυβον, διὰ νὰ γραφῇ ἐν τῷ Τύπῳ ὅτι τοιαύτη κατηγορία διετυπώθη κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἀναβάλλετε τὴν συζήτησιν, ὥστε καὶ ἄλλην μίαν φορὰν νὰ γίνῃ ὁ θόρυβος αὐτὸς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτῶ· ποίαν ἀρχὴν πολιτικῆς ἠθικῆς ἐτηρήσατε; Καὶ ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἔρχονται νὰ εἴπωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ ἐν τῷ Πινακίῳ τῶν ὑποθέσεων διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἦτο τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δικαιοσύνην, ἂν καὶ αὐτὸς θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ μετέλθῃ τοιούτους ἐπηρεασμούς, ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ ἦτο ἱκανὴ ν’ ὑποκύψῃ εἰς τοιούτους ἐπηρεασμούς, ὅτε ἔρχονται, διὰ ν’ ἀποδείξωσι τὸν δῆθεν ἐπηρεασμὸν διὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ Πινακίῳ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, ἐπαναλαμβάνω, ποῖος κανὼν πολιτικῆς ἠθικῆς ἐτηρήθη; Καὶ ὅτε εἶναι ἐν γνώσει, Κύριοι, ὅτι τὰ γραφεῖα τὰ δικηγορικὰ δὲν εἶναι καταστήματα ἐμπορικά, τὰ ὁποῖα προσελκύουσιν ἀγοραστὰς ἐκ τῆς φήμης τοῦ καταστήματος καὶ τῆς εὐθηνίας καὶ ὡραιότητος τῶν ἐμπορευμάτων, ἀλλ’ εἶναι ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι καὶ ζῶσιν ἐφ’ ὅσον ὁ δικηγόρος μένει ἐντὸς τοῦ γραφείου, πάντες δὲ ἡμεῖς οἱ δικηγόροι ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τοῦ πράγματος τούτου, διότι ἐπανελθόντες εἰς τὰ γραφεῖα ἡμῶν τὰ εὕρομεν ἠρημωμένα, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ πελάτης, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εὕρῃ τὸν δικηγόρον, μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ συνεργασθῇ, ὅτι ὁ πελάτης, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ δικηγόρου τὴν ἐνθάρρυνσιν ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ κερδίσῃ τὴν δίκην, θὰ καταφύγῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς ἄλλον δικηγόρον καὶ οὐδέποτε θὰ παραμείνῃ ἐν τῷ γραφείῳ· ὅτε ἄρα εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας ὅτι ὄχι μόνον δὲν διετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ γραφεῖόν του τὸ δικηγορικόν, ἀλλά, καὶ ἂν ἤθελε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ διατηρήσῃ, τίνα λόγον πλέον ἔχει ὁ ἔλεγχος, εἰμὴ ἓν μόνον ἀποτέλεσμα καὶ ἕνα μόνον σκοπόν; Καὶ ἀποτέλεσμα μὲν ἔχει νὰ διασύρηται ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία κλονισθεῖσα ὑπὸ τῶν τρικυμιῶν τοῦ παρελθόντος μόλις ἤρχισε νὰ ἵσταται εἰς τοὺς πόδας της ἀπό τινος, καὶ νὰ παραστήσῃ ἀδικαιολογήτως ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ καὶ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι μέχρι τῶν χρόνων τούτων, παρ’ ὅλην τὴν ἀνυποληψίαν, τὴν ὁποίαν ἔσχεν ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, διετήρησε τοὐλάχιστον τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἐντιμότητα τῶν δικαστῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις καὶ μόνην τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω.
§390ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πλὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§391Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἴσως ἢ μᾶλλον βεβαίως πλὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§392ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§393Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Καὶ λέγω ὅτι ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς ἐξάγεται τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, μὴ ἐπιζητήσαντες μέχρι σήμερον τὴν προστασίαν τῶν κομμάτων διὰ νὰ ζήσωμεν ὡς δικηγόροι, κατωρθώσαμεν ἐν τούτοις ἐμπνεύσαντες ἐμπιστοσύνην νὰ κρατήσωμεν τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ὑποθέσεις. Καὶ ἐνῷ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι ἀγεληδὸν μετατίθενται οἱ πελάται τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς δικηγορικοῦ γραφείου εἰς τὸ ἄλλο, παρακολουθοῦντες τὰς ἑκάστοτε μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι ἐπήρχοντο συνεπείᾳ ὑπουργικῶν μεταβολῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ πολιτικαὶ ὑποθέσεις παρέμειναν ἐν τοῖς γραφείοις ἐκείνοις, παρ’ οἷς ὑπῆρχεν ἐμπιστοσύνη ὅτι θὰ ἐπιμεληθῶσι μετ’ ἐπιστημονικῆς ἐπιμελείας καὶ σχετικῆς ἱκανότητος. Τί ἄλλο μαρτυρεῖ τοῦτο ἢ ὅτι παρ’ ὅλον τὸν κατακλυσμὸν ἐκεῖνον κατώρθωσεν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κόσμου ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις, ὁπωσδήποτε νὰ διατηρηθῇ;
§394ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀρκετά, κύριε συνάδελφε.
§395Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀμέσως. Ἡ ἐπερώτησις ἐσκόπει καὶ κάτι ἄλλο· ἐσκόπει νὰ καταρρίψῃ πᾶσαν κορυφήν, νὰ ἰσοπεδώσῃ πᾶσαν ὑπεροχήν, διότι δυστυχῶς εἶναι καὶ τοῦτο εἶδος πολεμικῆς· ὅσοι δὲν δύνανται νὰ ἐξυψωθῶσι πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἵστανται ὑψηλά, προσπαθοῦσι νὰ τοὺς καταρρίψωσι.
§396Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα· θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Κακὴν ὑπηρεσίαν παρέσχον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης οἱ ἀγορεύσαντες καὶ στραφέντες ἰδίως κατ’ ἐμοῦ, ὡς ἀντιπολιτευθέντος τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ ἀγορεύσαντες παρηκολούθησαν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς τὰς συζητήσεις ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτῶν μὲ ἔπεισαν ὅτι ἐννοοῦσι πᾶσαν ἀγόρευσιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ὡς κατ’ ἀνάγκην ἔχουσαν ἢ κατ’ ἐξοχὴν συμπολιτευτικὸν ἢ κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπολιτευτικὸν χαρακτῆρα. Ἐγὼ νομίζω τοὐναντίον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις, ἀλλὰ καὶ δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ εἶναι ν’ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης προσωπικῆς συμπαθείας, ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν διάκειμαι οὔτε διεκείμην ποτὲ ἀντιπαθῶς. Αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, νὰ τὸ πιστεύσητε, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸ βεβαιώσῃ, νὰ λέγῃ τὰς γνώμας του. Ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω τὰς γνώμας μου ἐφ’ ὅσον ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ καὶ προεκλήθην εἰς τοῦτο ὑπ’ ἄλλων, διότι σημειώσατε ὅτι οὔτε κατ’ ἰδέαν ἤθελον νὰ δώσω ἐγὼ πρῶτος ἀφορμήν, οὔτε κατὰ διάνοιαν ἐπεθύμουν νὰ φέρω ποτὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δι’ ἐμὲ φέρει ὡσαύτως ἐπαγγελματικὸν χαρακτῆρα καὶ ἡ ὁποία φερομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ εἶχε τοῦτο τὸ κάκιστον, ὅτι ἐγώ, ἐνασκῶν ἐπάγγελμα, θὰ ἐνοόυν νὰ λύω τὰς ἐπαγγελματικάς μου διαφορὰς εἴτε πρὸς δικαστὰς εἴτε πρὸς ἀντιδίκους διὰ τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου τούτου συνεδρίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ προεκλήθην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, ὅπως εἴπω πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁ λόγος, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος χωρὶς νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι δὲν εἶμαι καὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐκθέτωσι μόνον τὴν ἱστορίαν τῶν ὑποθέσεων καὶ κατέρχωνται δρομαίως ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐνόμισα ὅτι ἐκθέσας τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὤφειλον ν’ ἀποδώσω οὐχὶ μομφήν, ὡς νομίζουσιν οἱ Κύριοι οἱ ἀναλαβόντες τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταί, κατὰ πρῶτον λόγον ὁ κ. ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος, κατὰ δεύτερον λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ κατὰ τρίτον ὁ πρώην συνάδελφος καὶ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀπέδωκαν εἰς ἐμὲ τὴν μομφὴν ὅτι ἡμεῖς ἠθελήσαμεν ν’ ἀντιπολιτευθῶμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ συγχρόνως μᾶς ἀπέδωκαν τὴν μομφὴν ὅτι δὲν γνωρίζομεν ἀρκετὰ νομικά, ὥστε ν’ ἀναπτύσσωμεν παραδόξους ἱστορίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔχω ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπιφυλασσομένης εἰς τοὺς διαδίκους πάσης προσφυγῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνεργῶν ἀσχέτως καὶ μὴ ἐξασκῶν δικαστικὴν ἀλλὰ διοικητικὴν ἁπλῶς ἐξουσίαν ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐκεῖνον τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος ὑπερέβη τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸ Δικαστήριον ἀξιοπρέπειαν, ἐκεῖνον τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος ἐπεδείξατο τοιαύτην διαγωγήν, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀποφάσεως οἱουδήποτε Δικαστηρίου, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ τὸν τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς. Συγχρόνως ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἐξετέθη τὸ ἱστορικὸν ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτοῦ, στερεῖται τοῦτο ἐντελῶς πάσης ἀληθείας. Ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἀπέρριψεν ὡς ἀνυπόστατον, ὡς ἀναληθῆ τὴν προβληθεῖσαν ἔνστασιν, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐθεώρησε ταύτην ἀβάσιμον, ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀληθὲς ὅτι ὁ δικαστὴς συνδέεται μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀντιδίκου, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι κατὰ νόμον κώλυμα, ἑπομένως δὲν προβαίνει εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ δικαστοῦ.
§397Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ποῖος εἶχε διαδώσει ὅτι ὑπῆρχον διαδόσεις ὠφελείας κωλύουσαι τὸν δικαστήν;
§398Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σεῖς εἶσθε διαπρεπὴς δικηγόρος καὶ γνωρίζετε ὅτι, ὅταν συντάσσητε μίαν ἔκθεσιν, τὴν στηρίζετε εἰς ἕνα νομικὸν λόγον καὶ εἰς ἓν ὡρισμένον γεγονός.
§399Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι νομικὸς λόγος αὐτός.
§400Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ Δικαστήριον, ἐφ’ ὅσον νομίζει ὅτι δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ ἐξετάσῃ τὰ γεγονότα, αὐτὸ δὲ τὸ γεγονὸς ἔχομεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει.
§401Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς· πῶς γνωρίζετε ὅτι ὑπῆρχον διαδόσεις ὠφελείας;
§402Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ γνωρίζω καὶ τὸ βεβαιῶ ὑπευθύνως. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἴσως καὶ εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κ. Πετρακάκος Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης συνδέεται δι’ ὅλως ἰδιαζούσης φιλίας καὶ σχέσεως μετὰ τοῦ κ. Μητσοπούλου. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἤχθην ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Μοὶ εἶναι δ’ ἐντελῶς ἀδιάφορον ἂν οἱ λόγοι μου παρεξηγοῦνται ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ δυσπιστῶσι πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας. Ἐγὼ εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, εἰς τὴν Βουλὴν δ’ ἀπόκειται νὰ κρίνῃ τοὺς λόγους μου.
§403ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, οἷα διετυπώθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ φέρω τὸν λόγον. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν αὕτη ἔκαμεν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ προσθέσω δ’ ἀκόμη μετὰ τὴν ὑποδοχήν, τῆς ὁποίας ἔτυχεν ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐκ μέρους ταύτης τῆς πτέρυγος τῶν ἀντιθέτων, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι ταῦτα προερχόμενα ἐκ κύκλων φιλικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὀφείλονται εἰς πνεῦμα ἀντιπολιτευτικόν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δεμερτζῆς ἐπέκρινε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν προσεκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τὸν δικαστὴν κ. Μητσόπουλον, ὁ ὁποῖος, ζητηθείσης τῆς ἐξαιρέσεώς του διὰ τὸν λόγον ὅτι συνεδέετο διὰ στενωτάτης φιλίας μὲ τὸν υἱὸν τοῦ διαδίκου, δὲν ἐδήλωσεν ἑαυτὸν ἐξαιρετέον. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλεν ἢ μᾶλλον ἠδύνατο νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδήλωσε μὲν ἑαυτὸν ἐξαιρετέον, ἀλλ’ εἶχεν ἀπέναντί του ἀπόφασιν αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, θεωροῦντος ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμῳ βάσιμος λόγος ἐξαιρέσεως, ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶναι....
§404ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ πανηγύρια.
§405ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. ... εἶναι τρομερά. Εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀναγνωρίσω, Κύριοι, καὶ λαμβάνω τὸν λόγον, διὰ νὰ τονίσω ἀκριβῶς καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τοιαύτην σχέσιν φιλικὴν πρὸς τὸν υἱὸν τοῦ διαδίκου, ἐν ᾗ εὑρίσκετο ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, εἶχε τὴν ἀνωτέραν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποφύγῃ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐν τῇ δικαιοσύνῃ ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ δόγμα «οὐ μόνον εἶναι ἀλλὰ καὶ δοκεῖν εἶναι».
§406Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν εἶναι διὰ τὰ πανηγύρια!
§407Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
§408ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω ὅτι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, ἐὰν ὁ προταθεὶς λόγος ἐξαιρέσεως δὲν ἦτο βάσιμος, ὁ Ὑπουργὸς οὐ μόνον ὤφειλεν, ἀλλ’ οὔτε ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἀπολογίαν· θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ στραφῇ οὐχὶ κατὰ τοῦ δικαστοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, ἀλλὰ κατὰ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν, ἐὰν τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφές, ὡς τὸ ὑπέλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας φίλος μου. Ἀλλὰ τοὐναντίον δὲν εἶναι τόσον σαφές· εἶναι ἐπίμαχον ζήτημα, καὶ ἴσως ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ὀρθή, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὔτε τὴν ἀξίωσιν ταύτην δύνασθε νὰ ἔχητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον.
§409ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὅμως παράδειγμα στενῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Δικαστήριον ὅπως εἶναι τὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§410ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί· ἀλλὰ φρονεῖτε ὅτι δύναται νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν καὶ μάλιστα τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν νόμου; Αὐτὸ δὲν τὸ πιστεύω. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω, διότι ἠθέλησα ν’ ἀναιρέσω τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ διότι ἠθέλησα νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας νὰ εἴπω περὶ τοῦ τί φρονῶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἠδύνατο νὰ καλέσῃ τοὺς ἐκδόντας τὴν ἀπόφασιν ἀρεοπαγίτας εἰς ἀπολογίαν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, νομίζω δ’ ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν δύναμαι περισσότερον ν’ ἀσχοληθῶ.
§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος ἐπερατώθη. Πρότασις δὲν ὑπάρχει. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ, ὅπως λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 τῆς νυκτός).