1911.04.19
4,462 rows · 34,716 words · 324 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68.
Τῆς 19ης Ἀπριλίου 1911.
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μετὰ μεσημβρίαν παρόντων 184 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναφέρεται εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ ἐκτυπωθῇ ἡ ἔκθεσις, ἐνῷ ἀπεφασίσθη τὸ ἐναντίον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχουσι νὰ ὑποβάλωσι διορθώσεις, παρακαλῶ νὰ ὑποβάλωσι ταύτας, ὅπως διορθωθῶσι τὰ Πρακτικά. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Διάφοροι κάτοικοι τοῦ Κουλουμίου τῆς Καφιώνας τοῦ δήμου Οἰτύλου ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ πῆξις ἅλατος ἐν ταῖς παρὰ τὴν θέσιν «Κουκούρι» ἁλυκαῖς· 2) Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Σπυρ. Κατσιρόπουλος ζητεῖ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας δι’ ἐκλογικὴν κάλπην· 3) Οἱ ἐν Καΐρῳ δικηγόροι παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Πρωτοδικείου ἐν Καΐρῳ· 4) Οἱ ἁμαξηλάται Λαρίσης ζητοῦσιν ἐπισκευὴν τῆς ἀπὸ ἁλυκῆς Γιανιτσοῦς–Καμινίων ὁδοῦ· 5) Ἐπιτροπὴ τοῦ χωρίου Ἀσλάναγα ζητεῖ, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος· 6) Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Λίμνης ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ κακῆς διαθέσεως τοῦ λευκολίθου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου περὶ καταργήσεως τῶν ἐδαφίων 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ΓΨΝΗʹ τοῦ 1911 «περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν», τὸ ὁποῖον παρακαλεῖ ὅπως προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§4Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης ἀπηύθυνεν αἴτησιν περὶ καταθέσεως ὡρισμένων ἐγγράφων ἀναγομένων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐνταῦθα Τραπεζῶν. Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἔγγραφα τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§5Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ αἴτησίς μου ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ὃ δέον νὰ παραπεμφθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία μου μὲ πληροφορεῖ ὅτι ἀπεστάλη εἰς αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνέστησεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ἀναγραφῇ κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν σημερινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, καὶ ψηφισθῇ τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὡς ἐπεῖγον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλεται πρὸς διόρθωσιν λάθους ἐν τῷ νόμῳ περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν, προελθόντος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Σχέδιον νόμου περὶ καταργήσεως τῶν ἐδαφίων 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΓΨΝΗʹ νόμου τοῦ 1911 περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν. Ἄρθρον μόνον. Τὰ ἐδάφια 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ΓΨΝΗʹ περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν καταργοῦνται». Ἡ ἱστορία τοῦ ζητήματος ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν, ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Παπαναστασίου εἶχεν ὑποβάλει δύο τροπολογίας, ταύτας δέ, καθὰ ἐκ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώπιόν μου, βεβαιοῦται, ἀπέσυρεν. Ἔχει δ’ ὡς ἑξῆς ἡ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἀναγραφή: «Ὁ κ. Παπαναστασίου ἀποσύρει τὰς τροπολογίας του μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας του ἐν τῷ Β. Διατάγματι τῷ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου». Κατὰ λάθος τῶν πρακτικογράφων αἱ τροπολογίαι αἱ ἀποσυρθεῖσαι ἀνεγράφησαν εἰς τὸ σῶμα τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου ἐν τῷ αὐτῷ Πρακτικῷ τῆς Βουλῆς. Οὕτω δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 5 ἀνεγράφη ἡ ἑξῆς διάταξις: «Μετὰ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφιον 3, δημοσίευσιν τῶν προσχεδίων καὶ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων καθίσταται προσιτὴ εἰς πάντα ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Ἡ προσθήκη αὕτη οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου ἡ ἀποσυρθεῖσα. Ἐπίσης: «Αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Β. Διατάγματος συσταθησόμεναι ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ θέλουσι καταρτισθῆ 1) ἐκ τῶν μελῶν τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπειῶν καὶ 2) ἐξ ἕξ ἑτέρων μελῶν, ἐξ ὧν οἱ μὲν τρεῖς δέον νὰ εἶναι νομικοί, οἱ δὲ ἄλλοι τρεῖς ἀντιπρόσωποι οἰκονομικῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἢ θεωρητικοὶ οἰκονομολόγοι». Ἐπίσης ἡ διάταξις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§7Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη ἐγένετο δεκτή.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω, καὶ συζητοῦμεν. Ἄλλως τε ἡ ἐκ μέρους ὑμῶν αἴτησις τοῦ λόγου εἶναι σχετικὴ μὲ τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔκαμε ῥητὴν δήλωσιν ἀναγραφεῖσαν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, ὅτι ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας του ἐν τῷ Β. Διατάγματι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὁ πρακτικογράφος κατὰ λάθος εἰσήγαγε τὴν τροπολογίαν εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Δυστυχῶς, ὅτε τὰ Πρακτικὰ ἀνεγνώσθησαν τὴν ἐπαύριον καὶ ἐκυρώθησαν, οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ φαντασθῇ ὅτι τὸ τοιοῦτον λάθος παρεισέφρησεν ἐν τῷ σώματι τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν ἐγένετο τοῦτο ἀντικείμενον παρατηρήσεως.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὰ λοιπά.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκυρώθησαν δὲ τὰ Πρακτικὰ ὡς εἶχον περιλαμβάνοντα ἀντινομίαν προφανῆ, διότι εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὑπάρχουσι τροπολογίαι, αἵτινες εἰς μίαν σελίδα πρότερον ἀναγράφεται ὅτι ἀπεσύρθησαν.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ Πρακτικὰ λέγουσι κατὰ τὰ λοιπά.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τούτου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καλῇ τῇ πίστει ἔχουσα ἀπόσπασμα τῶν Πρακτικῶν ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς προέβη εἰς κύρωσιν τοῦ νόμου, κατόπιν δ’ ἐξηκριβώθη ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀντινομία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ διορθώσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ θεραπεία δὲν ἦτο δυνατὴ ἄλλως ἢ διὰ νομοσχεδίου καταργοῦντος τὰ ἐδάφια ταῦτα, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐγὼ κατὰ καθῆκον ἐκάλεσα εἰς ἀπολογίαν τοὺς πρακτικογράφους διὰ τὸ λάθος των καὶ θὰ ἐπιβάλω τούτοις τιμωρίαν. Αὕτη εἶναι ἡ ἐξήγησίς μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς κατὰ προτίμησιν συζητήσεως αὐτοῦ σήμερον. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεώς σας.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὁποία εἶναι ἐξήγησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ κατόπιν τούτων συναινεῖ εἰς τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§16Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθ’ ἣν ἔχω ἀνάμνησιν τῶν τότε γενομένων, ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου, ἡ ἀφορῶσα τὴν κατάρτισιν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπειῶν, ἐγένετο δεκτή, κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ ἀπεσύρθησαν αἱ τροπολογίαι ἀληθῶς. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία αὕτη ἐγένετο δεκτή.
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί λέγει;
§18Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅπως εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ταύτας λαμβάνωσι μέρος ὄχι μόνον καθαρῶς νομικοί, ἀλλὰ καὶ πρόσωπα ἀσκοῦντα κοινωνικὰ ἐπαγγέλματα σπουδαῖα, ἢ θεωρητικοὶ οἰκονομολόγοι, δηλαδὴ πρόσωπα δυνάμενα νὰ διαφωτίσωσι τοὺς νομικοὺς εἰδικώτερον ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ἃς καλοῦνται νὰ θεραπεύσωσι καὶ προστατεύσωσιν οἱ καταρτιζόμενοι νόμοι. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἀνάμνησιν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία καὶ ἐξακολουθῶ ἔχων τὴν γνώμην ὅτι ὀρθῶς καὶ προσηκόντως ἐγένετο δεκτή. Καὶ ἐπὶ τούτῳ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται δεκτὸν τὸ σήμερον ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, καθ’ οὗ τάσσομαι κατ’ ἀρχήν, διότι ἀναμφισβητήτως εἶναι ὀρθότατον ὅτι τοιοῦτοι σπουδαιότατοι νόμοι ἀφορῶντες τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα δὲν πρέπει νὰ εἶναι προϊόντα μιᾶς καὶ μόνης τάξεως ἐπαγγελματιῶν καὶ ἐπιστημόνων, τῆς τάξεως τῶν νομικῶν, καὶ μάλιστα λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ νομοπαρασκευαστικαὶ ἐπιτροπεῖαι, ἐὰν γένηται δεκτὸν τὸ σήμερον ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, θὰ ἀποτελῶνται ἀπὸ παλαιοὺς δικαστὰς ἢ παμπλαίους δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐγγηράσει εἰς τὴν σχολαστικὴν τοὐλάχιστον ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τῶν νόμων καὶ δὲν ἔχουσιν ἀκμαίαν καὶ ζωηρὰν τὴν ἀντίληψιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ δὲν ἔχουσι πλήρη καὶ διαυγῆ τὴν ἀντίληψιν τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως, ἣν καλοῦνται οἱ νόμοι ἐκεῖνοι νὰ ῥυθμίσωσι διὰ διατάξεων νομικῶν. Ὥστε, καὶ ἂν ἡ ἀνάμνησίς μου μὲ ἀπατᾷ, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου, πρέπει πάντως νὰ ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον, διὰ νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ ὀρθότατα ἔχουσα, ἡ σκοποῦσα νὰ ἐξυπηρετήσῃ σπουδαιότατα κοινωνικὰ συμφέροντα.
§19Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἂν ἀπεσύρθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Παπαναστασίου αἱ τροπολογίαι του, καὶ βεβαίως ἁρμοδιώτερος ὅλων, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, θὰ εἶναι ὁ ἴδιος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. προλαλήσας ἔθιξε τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι ὑποχρεοῦμαι νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι πολὺ ὀρθὸν αἱ ἐπιτροπεῖαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ συσταθῶσιν, ὡς αἱ τροπολογίαι ἐκεῖναι διατυπώνουσι. Καὶ ἔχω δεδομένον ὅτι ἔργον μεγάλων Ῥωμαϊστῶν, οἵτινες συνέταξαν τὸν Γερμανικὸν κώδικα, ἀνετράπη ὑπὸ εἰδικῶν ἐχόντων ἐντελῶς διαφορετικὴν ἀντίληψιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἀπὸ ὅ,τι ἐφαντάζοντο οἱ διακεκριμένοι ἄλλως τε αὐτοὶ νομικοί. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ παραμείνῃ, καὶ πᾶν ἄλλο ἢ ζημίαν θέλει φέρει εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου σκοπόν. Ἀφοῦ ἄλλως τε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν ὅτι κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας.
§20Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς γνώμας.
§21Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔστω· δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί τέλος πάντων, ἀφοῦ ἔστω καὶ ἐκ παραδρομῆς εἰσεχώρησαν εἰς τὸν νόμον, διατί νὰ μὴ μείνωσιν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ φέρωσι ζημίαν τινά, ἀλλὰ μᾶλλον ὠφέλειαν.
§22ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀντελήφθην ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ προτίμησιν πρόκειται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται ἤδη.
§24Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἴσως δὲν ἀντελήφθην, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅτι εἰσήλθομεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξήγησα ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἀναγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς σήμερον ὡς ἐπείγοντος καὶ συζητεῖται ἤδη τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν.
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ κατεπεῖγον, καὶ συζητεῖται ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον μόνον. Τὰ ἐδάφια βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ͵ΓΨΝΗʹ περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν καταργοῦνται». Τὸ ἐδάφιον βʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφιον γʹ, δημοσίευσιν τῶν προσχεδίων καὶ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων καθίσταται προσιτὴ εἰς πάντα ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Τὸ ἐδάφιον γʹ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Β. Διατάγματος συσταθησόμεναι ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ θέλουσι καταρτισθῆ 1) ἐκ τῶν μελῶν τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπειῶν καὶ 2) ἐξ ἓξ ἑτέρων μελῶν, ἐξ ὧν οἱ μὲν τρεῖς δέον νὰ εἶναι νομικοί, οἱ δὲ ἄλλοι τρεῖς ἀντιπρόσωποι οἰκονομικῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἢ θεωρητικοὶ οἰκονομολόγοι». Ἐδήλωσα ἤδη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ Πρακτικὸν ἀναγράφει ῥητῶς ὅτι ἀπεσύρθησαν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Παπαναστασίου· κατὰ συνέπειαν ἡ παρεισαγωγὴ αὐτοῦ ἐν τῷ σώματι τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου ἐγένετο κατὰ λάθος τοῦ πρακτικογράφου, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν. Ἐπίσης ὁ κ. Παπαναστασίου ἐδήλωσεν εἰς ἐμὲ χθὲς ὅτι ὄντως αἱ τροπολογίαι αὗται ἀπεσύρθησαν. Ὡς πρόσθετον πειστήριον πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν βεβαιώσεών μου ἔχω τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, τὰ ὁποῖα λέγουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλ. Παπαναστασίου. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς παρατηρήσεις μου ἐν τῷ Β. Διατάγματι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἀποσύρω ὅλας τὰς τροπολογίας μου». Λοιπὸν κατόπιν τούτου εἶναι προφανές, ὅτι πρόκειται περὶ λάθους, τὸ ὁποῖον ἐξηκρίβωσα ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν μου.
§28Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ ὑποβαλόντος τὰς τροπολογίας ὅτι ἀποσύρει ταύτας πιθανὸν νὰ μὴ ἐγένετο δεκτή.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγράφεται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
§30Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν ὅμως τὸ κείμενον τοῦ νόμου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀντινομίαν ἐν αὐτοῖς τοῖς Πρακτικοῖς, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ταῦτα λέγουσιν ὅτι ἀπεσύρθησαν αἱ τροπολογίαι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρουσιάζουσι ταύτας ἐψηφισμένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ που δήλωσις ὅτι υἱοθετήθησαν αὗται ὑπ’ ἄλλου τινὸς καὶ ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν ἡ τάξις ἀπαιτεῖ νὰ ἀρθῇ τοῦτο τὸ ἄτοπον.
§32ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ὑπάρχει ἐν τοῖς Πρακτικοῖς μία ἀντινομία, τοῦτο βεβαιότατα δὲν ἀποτελεῖ πλήρη δικαιολογίαν τῆς μετατροπῆς ἑνὸς νόμου. Ἂν κρίνεται σκόπιμος ἡ κατάργησις, ἄλλο τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νὰ κρίνηται ὡς ἀπολύτως ἀπαραίτητος ἡ κατάργησις, διότι ἡ ὑπηρεσία σας παρουσίασεν ἀντινομίαν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀκατάληπτον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ζητεῖ ἐνταῦθα, ὑποθέτω, νὰ ἀνατρέψῃ διάταξιν, μόνον διότι δὲν κρίνεται αὕτη σκόπιμος.
§34ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν). Καὶ ἐγὼ βεβαιῶ ὅτι ἀπέσυρα τὰς τροπολογίας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι, ὅτε ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κ. Παπαναστασίου μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀπέσυρε τὰς τροπολογίας, δὲν ὑπῆρξε δυσπιστία.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδεὶς σᾶς διέψευσε.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις οὐχὶ τῆς ἀληθείας κατὰ σκοπιμότητα, ἀλλὰ τοῦ μὴ νομίμως γενομένου, διότι ἐκυρώθη διάταξις νόμου μὴ ψηφισθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ εὑρισκόμεθα ἐν αὐτῇ τῇ καταστάσει ἕνεκα λάθους ὑπηρεσιακοῦ. Περὶ τούτου πρόκειται· ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ διάταξις δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιμένωμεν εἰς ταύτην.
§38Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν εἶναι σκόπιμος ἡ διάταξις, εἶναι πολὺ καλλίτερον νὰ θεωρηθῇ ὁ νόμος ὡς καλῶς ψηφισθεὶς παρὰ νὰ παρουσιάσωμεν μεγαλειτέραν ἀταξίαν θέλοντες νὰ διορθώσωμεν τὰ γενόμενα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ διάταξις τοῦ γʹ ἐδαφίου κρίνηται σκόπιμος, ὀρθὸν εἶναι νὰ ζητηθῇ νὰ ψηφισθῇ ἤδη τὸ πρῶτον, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἑξῆς θέσιν· περὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ ἄσκοπον τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὸ ἔκνομον τῆς κυρώσεως· περὶ τοῦ γʹ ἐδαφίου ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ σκόπιμον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ ἔκνομον τῆς κυρώσεως. Ἂν ὑπάρχωσι Βουλευταὶ φρονοῦντες ὅτι ἡ διάταξις εἶναι σκόπιμος, δὲν ἔχουσι νὰ πράξωσιν ἄλλο τι παρὰ νὰ ζητήσωσι τὴν ψήφισιν τῆς μιᾶς διατάξεως μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἄλλης.
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν σκοπιμότητα.
§41Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω ὅτι ἴσως ὑπῆρξε κάποια ἐκτόπισις τοῦ ζητήματος, διότι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἄριστα παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν περὶ τῆς σκοπιμότητος ἢ μή, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἄρῃ μίαν ἀμφισβήτησιν, ἡ ὁποία πιθανῶς ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ περὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἀκολουθῶν θεωρίαν τινά, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ Πρακτικά, οὐδεμιᾶς καταργήσεως ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι ἐξ αὐτῶν τῶν Πρακτικῶν προκύπτει ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἱ διατάξεις αἱ κακῶς τυπωθεῖσαι καὶ σφηνωθεῖσαι εἰς τὸ κείμενον, ἐνῷ ἔπρεπεν ἀλλαχοῦ νὰ τυπωθῶσι, καὶ ἑπομένως δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ σώματος τοῦ νόμου, ἀφοῦ ἐξ αὐτῶν τῶν Πρακτικῶν προκύπτει ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν καὶ τὴν δογματολογίαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ μεταξὺ μιᾶς ἀμφισβητήσεως ἂν ἐψηφίσθησαν ἢ δὲν ἐψηφίσθησαν, ἡ κανονικωτέρα ὁδὸς εἶναι αὕτη, ὥστε τὸ ζήτημα δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην σπουδαιότητα.
§42Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ ἐρευνηθῶσι καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια μήπως συνέβησαν λάθη.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι ἠρευνήθησαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων ἐπιμελῶς.
§44ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι ἐγὼ ἀπέσυρα τὰς τροπολογίας, καὶ οὐδεὶς τὰς υἱοθέτησεν, ἀλλ’ ἐγὼ τὰς ἀπέσυρα κατόπιν δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου.
§45Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ κανονιστικὸν Διάταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἰδιαίτατα θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις διὰ τὴν βιβλιοθήκην τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα εἶναι προσιτὴ εἰς πάντας, καὶ ἡ ὑπόδειξίς σας ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπιτροπάς.
§46ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ δημοσίευσις τῶν Πρακτικῶν μὲ ἐνδιαφέρει κυρίως.
§47Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι λογικώτατον καὶ περιλαμβάνεται ἤδη εἰς τὸ Διάταγμα.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐδημοσιεύθη περίληψις τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ὁλόκληρον τὸ Διάταγμα.
§49Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Διάταγμα τὰ πρόσωπα διορίζει· δὲν ἔχει ἄλλο τίποτε.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ κανονισθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι;
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ νομικῆς ἀνάγκης ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα διορίζον τὰ πρόσωπα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§53ΤΙΜ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προλαβὼν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· πρόκειται περὶ φανερᾶς παραδρομῆς, ἡ ὁποία παρεισέφρησεν ἐν τῷ νόμῳ, ἕνεκα τῆς ὁποίας παρεισέφρησαν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐψηφίσθησαν. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις οὔτε περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς διατάξεως οὔτε περὶ ἄλλου τινός.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 73 (ἀναγινώσκεται). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καΐρης.
§56Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Κύριοι· σήμερον πρόκειται ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ διατηρήσῃ ἢ θὰ καταλύσῃ ἓν ἐκ τῶν τιμαλφεστέρων δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα τουτέστιν, ὅπερ ἔχει ἡ Βουλή, νὰ ἐξελέγχῃ καὶ κρίνῃ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν της. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι συμφυὲς μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἡ μόνη ἀσφαλὴς βάσις τῆς ἀληθῶς γνησίας νομιμοποιήσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ προβαλλομένη ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν προσχεδίων πρότασις τοῦ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τοῦτο, λόγῳ δῆθεν κακῆς χρήσεως αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἄλλην ἀρχήν, εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον, συγκροτούμενον κατὰ τὰς συνθήκας τῶν προσχεδίων, εἶναι ἀναίρεσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ ἀποτελεῖ ἀρχὴν ἄκρως μοναρχικήν, ἀρχὴν συγκεντρωτικήν, σκοποῦσαν κατὰ τὰς ἑκάστοτε πολιτικὰς περιστάσεις εἰς τὴν νοθείαν αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς δυστυχῶς τοῦτο ἐγένετο ἀλλαχοῦ, καὶ κατὰ τρόπον καταφώρως τυραννικὸν καὶ περιφρονητικὸν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ (ἐπιδοκιμασίαι). Τοιοῦτον σύστημα ἀνελεύθερον κατ’ ἐμὴν γνώμην, καταλῦον ἓν θεμελιῶδες δικαίωμα τῆς Βουλῆς, σύστημα ὑποσκάπτον τὰς βάσεις αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν αὐθυπαρξίαν αὐτῆς τῆς Βουλῆς, προϋποθέτει κατ’ ἐμὴν γνώμην δύο τινά: ἀφ’ ἑνὸς δυσπιστίαν πρὸς τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῆς κρίσεως τοῦ λαοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ψήφου του καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ κρίνειν τοὺς καταλληλοτέρους πρὸς ἀντιπροσώπευσίν του, ἀφ’ ἑτέρου ἔλλειψιν εὐθύτητος καὶ εἰλικρινείας τῶν ἀντιπροσώπων του, νὰ ἐλέγχωσιν αὐτὰ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν των. Ἄν, Κύριοι, αἱ προϋποθέσεις αὗται ἠλήθευον, βεβαίως τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἤθελεν εἶσθαι οὐ μόνον ἄχρηστον καὶ περιττόν, ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι ἄξιον καὶ πάσης περιφρονήσεως· ἀλλὰ τοιαῦται προϋποθέσεις παρ’ ἡμῖν ἐλλείπουσι, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀφείλομεν μείζονα σεβασμὸν πρὸς τὸ πολίτευμα, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποκρούσῃ τὸ νέον σύστημα τοῦ ἐλέγχου ἑαυτῆς καὶ διατηρήσῃ τὸ ἄρθρον 73 ὡς ἔχει, τουτέστιν ἡ Βουλὴ νὰ νομιμοποιῇ ἑαυτήν. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἐλεγκτικὴ ἐν ταὐτῷ, ἡ ἐκπηγάζουσα διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αὐτὴ ἡ πρώτη ἐξουσία τοῦ Κράτους ἡ δίδουσα τὴν κίνησιν, τὴν ζωήν, τὴν ὕπαρξιν εἰς τὰς λοιπὰς ἐξουσίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους· ὅσον καὶ ἂν εἶναι οὗτοι ἀνώτεροι δικασταί, ὅσον καὶ ἂν ὑποτίθεται ὅτι διὰ τῆς ἰσοβιότητος εἶναι ἀνεξάρτητοι, πάντοτε θὰ εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καὶ πάντοτε θὰ τελῶσιν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι πρέπον, ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ τελῇ ὑπόδικος καὶ ν’ ἀνησυχῇ περὶ τῆς τύχης τῶν ἐκλογῶν καὶ συγκεντρουμένη ἐν Ἀθήναις νὰ ἐκλιπαρῇ τὴν εὐμένειαν ἢ τὴν ἐπιείκειαν τῶν δικαστῶν; Τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἄκρως ταπεινωτικόν, καὶ τοιαύτη ταπείνωσις ἀπάδει καὶ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πρὸς τὸ κῦρος αὐτοῦ. Καὶ δὲν φοβεῖσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐφεξῆς καὶ πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ μία Κυβέρνησις ἐμπαθής, φατριαστική, αὐταρχική, ἡ ὁποία ἐξερχομένη ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μὲ μίαν μειονοψηφίαν θὰ θελήσῃ δι’ ὅσων ἔχει εἰς χεῖράς της μέσων νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, καὶ νὰ προκληθῶσι τόσαι ἀκυρωτικαὶ ἀποφάσεις, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ὅσαι ἀρκοῦσιν, ὥστε νὰ μεταβληθῇ ἡ μειονοψηφία εἰς πλειονοψηφίαν καὶ νὰ καταστραφῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ ἐξελθοῦσα νικήτρια ἐκ τοῦ ἀγῶνος; Ἐρωτῶ· ποῦ βαίνομεν τότε, καὶ ποῦ θὰ φθάσωμεν; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω Κράτος συνταγματικῶς πολιτευόμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ νομιμοποίησις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος νὰ εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς ἄλλην ἀρχήν, πλὴν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν. Ἐξαίρεσιν ἀληθῶς ἀποτελεῖ ἡ Ἀγγλία· ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἄλλοτε ἐγένοντο αἱ μεγαλείτεραι καταχρήσεις εἰς τὸν καταρτισμὸν νόθων Κοινοβουλίων, ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ καταρτισμὸς τῶν ἀλλεπαλλήλων νόθων Κοινοβουλίων ἐδίδαξε πάντα τὰ συνταγματισθέντα κατόπιν Κράτη πρὸς ἀποφυγὴν αὐτοῦ τοῦ κινδύνου ν’ ἀναθέσωσι τὸ δικαίωμα τῆς νομιμοποιήσεως εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν ὡς παρέχουσαν τὴν μεγαλειτέραν ἐγγύησιν τῆς γνησιότητος. Δι’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐθεωρήθη καὶ θεμελιῶδες καὶ πολύτιμον δικαίωμα τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἀνεγνώρισαν ἀμφότερα τὰ Συντάγματα ἡμῶν, καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὰ ὁποῖα τὸ ἀνεκήρυξαν καὶ δι’ ἰδίου ἄρθρου ἐκύρωσαν αὐτό. Θέλετε τώρα ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, τῶν ὁποίων ἡ ἐντολὴ εἶναι νὰ κρατύνωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, θέλετε ἡμεῖς οἱ φιλελεύθεροι νὰ καταλύσωμεν αὐτὸ τὸ πολύτιμον δικαίωμα τῆς Βουλῆς, καταδικάζοντες συνάμα καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς ἀνικάνους καὶ ἀδυνάτους νὰ κρίνωμεν δικαίως καὶ ἀμερολήπτως περὶ ἡμῶν αὐτῶν; Ἄν θέλητε, Κύριοι, νὰ καταλύσητε τὸ δικαίωμά σας αὐτό, καταλύσατέ το, ἀλλὰ γνῶτε, ὅτι τοῦτο πράττοντες θὰ καταλύσητε καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ κῦρος αὐτῆς. (Εὖγε, εὖγε). Μὴ παρασυρθῆτε, Κύριοι, ἀπὸ τὰς πεπλανημένας προλήψεις τοῦ παρελθόντος, ὡς παρεσύρθησαν καὶ ἄλλοι. Ἄν εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν Βουλαί, αἵτινες ἐκ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἢ μᾶλλον ἐκ προσωπικῶν λόγων καθ’ ὡρισμένων πολιτικῶν προσώπων, προέβησαν εἰς ἐλαχίστας ἀκυρώσεις ἐκλογῶν ἢ εἰς ἐλαχίστας ἐπικυρώσεις ἄλλων ἐκλογῶν, αἱ ὀλίγαι αὗται ἀκυρώσεις ἢ ἐπικυρώσεις, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὔτε τὴν ὄψιν τῆς Βουλῆς μετέβαλον οὔτε τὴν οὐσίαν αὐτῆς ἠλλοίωσαν. Ἐπὶ ὀκτὼ ὅλας Περιόδους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑπῆρξα αὐτόπτης μάρτυς ὅλων τῶν ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ ἐντεῦθεν γενομένων, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, χωρὶς νὰ φοβῶμαι νὰ μὲ διαψεύσῃ τις, ὅτι πάντοτε πᾶσα νέα ἐρχομένη Βουλὴ κατὰ τὸ ὅλον σχεδὸν ἦτο ἡ γνησία ἐκπροσώπησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ταῦτα λέγων ἀποκλείω ἐντελῶς τὰς Βουλὰς τὰς πρὸ τοῦ 1862. Ἀληθῶς αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι ἦσαν Βουλαὶ βίας, Βουλαὶ νοθείας· Βουλευταὶ δὲν ἐξελέγοντο ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλ’ ὅσοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶναι ὑποψήφιοι εἰς τὸν ἐπίσημον κυβερνητικὸν κατάλογον τῶν ὑποψηφίων· ἀλλὰ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο ἀπέθανεν ὁριστικῶς, καὶ ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν ὅλαι αἱ Βουλαὶ πάντοτε ἦσαν κατὰ τὸ ὅλον σχεδὸν ἡ γνησία παράστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μὴ θέλετε, Κύριοι, τὰς προλήψεις τοῦ παρελθόντος νὰ λάβητε ὡς ὁδηγὸν τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν προκειμένου νὰ δικάσητε τὰ δικαιώματα τῶν ἐξουσιῶν, διότι ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε· καὶ ποία ἐξουσία εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἡμάρτησε καθ’ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον; Ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἐξουσίαι ἡμάρτησαν καὶ θ’ ἁμαρτάνωσι, διότι τὸ ἁμαρτάνειν εἶναι ἀνθρώπινον, καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ ἐξουσίαι. Μὴ τάχα καὶ τὸ συμβούλιον αὐτό, τὸ ὁποῖον καταρτίζεται διὰ τὴν δῆθεν ἀμερόληπτον ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, θὰ εἶναι ἀμέτοχον τῆς ἁμαρτίας; Μὴ τάχα καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἡμάρτησε καὶ δὲν ἁμαρτάνει, ἐνίοτε δὲ καὶ θανασίμως; Ἐὰν λοιπὸν θέλητε μὲ τὰς προλήψεις τοῦ παρελθόντος νὰ δικάσητε τὰς ἐξουσίας καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, τότε, ἀφοῦ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἁματάνουσιν, ἀνάγκη νὰ καταλυθῶσιν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, καὶ τότε νὰ παραδοθῶμεν εἰς τὸν ἀπόλυτον δεσποτισμόν. Καὶ εἶναι τοῦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ; βεβαίως ὄχι. Τότε ἂς ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 73 ὡς ἔχει, διότι καλῶς ἔχει, ἡ Βουλὴ νὰ νομιμοποιῇ αὐτὴ ἑαυτήν. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω ὁποῖαι σήμερον μελέται γίνονται εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἂν κατέληξαν ἢ δὲν κατέληξαν εἰς θετικὰ πορίσματα. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν θὰ προλάβωμεν τοὺς Γερμανούς, ἵνα λάβωμεν τὸ βραβεῖον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἀνήκει. Ἐγὼ ἐξετάζω τί κρατεῖ εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ συνταγματικῶς κυβερνώμενα, καὶ εὑρίσκω, ὅτι κρατεῖ πανταχοῦ ὅ,τι κρατεῖ καὶ παρ’ ἡμῖν, τουτέστιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὴ ἑαυτήν. Δὲν φοβοῦμαι ὅτι τὰ τυχὸν μικρὰ ἁμαρτήματα τῶν ἐφεξῆς Βουλῶν, ἐὰν συμβῶσι τοιαῦτα, θὰ βλάψωσι τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινοβουλίου· ἡ Βουλή, ὡς προεῖπον, ἀπορρέουσα διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκπροσωποῦσα τὸ ἔθνος, οὐδέποτε θὰ θελήσῃ οὔτε ἑαυτὴν νὰ βλάψῃ οὔτε τὴν ὑπόστασίν της, ὅπως δὲν ἐγένετο τοῦτο καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Πάντως δὲ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματός της τούτου θὰ εἶναι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου ὀλιγώτερον ἀξιοκατάκριτος παρ’ ὅ,τι θὰ εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν, ἐὰν προβῇ ἔστω καὶ εἰς ἐλαχίστας ἀκυρώσεις ἐξ οἱωνδήποτε λόγων καὶ ἐπηρεασμοῦ ἐναντίον τῆς ἐκπεφρασμένης γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μὴ θέλωμεν λοιπόν, Κύριοι, καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου· ἂς τὴν ἀφήσωμεν ἐκεῖ, ὅπου τὸ Σύνταγμα τὴν ἔθεσε καὶ ὅπου καλῶς ἵσταται, διότι ἡ ἀνάμιξις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν εἶναι πρᾶξις πολιτική, εἶναι φύσεως πολιτικωτάτης καὶ οὐχὶ δικαστικῆς, ἡ ἀνάμιξις, λέγω, τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν πολιτικὴν θὰ εἶναι ὁ τάφος τῆς ὑπολήψεώς της καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας της. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὄχι βεβαίως μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ μεταβάλω τὰς γνώμας τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῶν προσχεδίων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκουσθῶσιν ὡς διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς καταλύσεως θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος καλῶς κεῖται καὶ ὁ ὁποῖος καλῶς προστατεύει καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἐκλογέως λαοῦ καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§57Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ὀλίγα θέλω προσθέσει. Πρόκειται περὶ συγκροτήσεως τοῦ κυριωτέρου παράγοντος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω ὅτι, ὅπως διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἄρθρον, ἀντιβαίνει εἰς τὸ πολίτευμα. Ἤθελον ἀναφέρει πολλὰ παραδείγματα ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων ἀλληλαναιρουμένων, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι εἰς ἓν καὶ μόνον, ἵνα ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, ἵνα ἀποδείξω ὅτι τὰ Δικαστήρια τὰ ἀνώτερα ἐκδίδουσιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἀντιθέτους ἀποφάσεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προκειμένου περὶ κανονισμοῦ ἐνοχικῶν σχέσεων λησμονεῖται, διότι ὁ ἀδικούμενος πολίτης ἡσυχάζει καὶ καταπίνει τὸ ποτήριον τὸ πικρόν, τὸ ὁποῖον τῷ προσέφερον, καὶ ἀποκαλύπτεται ἀπέναντι τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων, προκειμένου ὅμως νὰ ἐκδικάσωσι τὰ Δικαστήρια ἐκλογὰς καὶ νὰ ἐκδώσωσιν ἀντιθέτους ἀποφάσεις περὶ τοιούτων πολιτικῶν ζητημάτων, βεβαίως τὸ γόητρον τῶν Δικαστηρίων θὰ καταπέσῃ ἐντελῶς, καὶ ὅταν διαδίδηται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἀποκρούσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τῶν Δικαστηρίων καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν χάριν τοῦ γοήτρου αὐτοῦ. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδωκεν ἀπόφασιν — αὐτὸ εἶναι τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι θὰ ἀναφέρω —, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι αἱ παραβάσεις αἱ φορολογικαὶ ἐπὶ τῶν δικογράφων δὲν δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Μετ’ ὀλίγων ἡμερῶν πάροδον ἐξέδωκεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ δικηγόρος Στίνης ἔχασε 200.000 δρ., διότι εἰς τὸ περιθώριον τοῦ ἀναιρετηρίου ὑπῆρχον δύο λέξεις. Ἡ παράβασις ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει ἐθεωρήθη οὐχὶ σπουδαία, ἐν δὲ τῇ προκειμένῃ τὸ Δικαστήριον εἶπεν ὅτι ὁ δικηγόρος Στίνης πρέπει νὰ χάσῃ τὰς 200.000 δρ. Ἰδοὺ δύο ἀποφάσεις ἀλληλαναιρούμεναι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Φαντασθῆτε νὰ ἐκδικάζωνται πολιτικαὶ ὑποθέσεις, καὶ νὰ λέγωσιν ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἐκλογῆς πολιτικοῦ τινος προσώπου ὅτι ἔχει κῦρος ἡ ἐκλογὴ καὶ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐνστάσεως νὰ λέγωσιν ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ δι’ ἄλλον. Ὁ κόσμος ὁλόκληρος θὰ ἐξηγείρετο, τὰ Δικαστήρια θὰ ἐξετίθεντο ἀπέναντι τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῶν θὰ κατέπιπτε. Δὲν ἔχω μόνον αὐτὸ τὸ παράδειγμα νὰ ἀναφέρω· ἔχω καὶ ἄλλα, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι μόνον εἰς αὐτό, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω νὰ ψηφισθῇ, θὰ πέσῃ τελείως, καὶ θὰ εἶναι ζημία καὶ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ λαοῦ, ὅστις καὶ ἀδικούμενος ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων πρέπει νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ὅτι καλῶς ἀπεφήναντο τὰ Δικαστήρια. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δεσμευόμεθα καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τῆς διαλυθείσης, ἡ ὁποία ὥρισε τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὢ αὐτό!
§59Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένω ἀπὸ ἀνθρώπους σοβαροὺς νὰ λέγωσιν «ὢ αὐτό!». Ἐγένετο πόλεμος μέγας, διὰ νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ Συντακτικὴ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἡ διαλυθεῖσα, πολὺ ὀρθῶς, ἂν καὶ δὲν ἦτο σκόπιμος ὁ ἀγὼν αὐτός, διότι εἶναι ἀξίωμα, ὅτι, διὰ νὰ κηρυχθῇ Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις, ἔπρεπε νὰ εἶναι βεβαία ὅτι εἶχεν ὁλόκληρον τὸν λαὸν ὄπισθέν της. Ὅτε ὅμως ἐρραπίσθη δι’ ἑνὸς Διατάγματος διαλύσεως, περὶ τούτου συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται, ὅτι δηλονότι θὰ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ γίνῃ Συντακτική. Ἀλλ’ ἐγένετο ὅμως πόλεμος, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπολέμησε στῆθος πρὸς στῆθος, τώρα δὲ βλέπω μετὰ λύπης μου ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη μετατρέπεται εἰς Συντακτικήν, ἀποφασίζει νὰ χαρακτηρίσῃ ἑαυτὴν Συντακτικήν, διότι βεβαίως εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ καταψηφίσῃ τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ πολύ, διότι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος δι’ ὅσους λόγους ἐξέθηκεν ὁ κατελθὼν τὸ βῆμα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θέλει ψηφισθῆ τὸ ἄρθρον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικάζωσιν ὅλα τὰ Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μόνον τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, διότι, ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελε κενωθῇ θέσις Βουλευτοῦ, τότε ἔπρεπε νὰ σταματήσωσιν ὅλα τὰ Ἐφετεῖα καὶ νὰ παράσχωσιν ἐφέτας, διὰ νὰ συγκροτήσωσι τὸ Δικαστήριον, καὶ ἡ λειτουργία τῶν Ἐφετείων ἤθελεν ἀνασταλῇ. Ἑπομένως, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπερ δὲν πιστεύω νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ δικάζῃ μόνον τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν καὶ ὄχι ὅλα τὰ Ἐφετεῖα, διότι θὰ ἐπέλθῃ πλήρης χαλάρωσις ὅλων τῶν Ἐφετείων. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω. Τελευταῖον ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ καταψηφίσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὸ γόητρον τῶν Δικαστηρίων καὶ τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατηρηθῇ, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ λαοῦ. Ἄλλο τὸ ἔργον τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλο τῆς Βουλῆς. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐν τῇ λαϊκῇ θυέλλῃ καὶ τῇ λαϊκῇ καταιγίδι — ὡς τελευταῖον παράδειγμα φέρω αὐτό —, ἡ ὁποία συνέβη πρὸ τινος χρόνου, ποῖον Δικαστήριον ἦτο ἐκεῖνο, ἐὰν ὑπῆρχε μία ἔνστασις ἀκυρότητος κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ποῖον Δικαστήριον ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν του, ἂν καὶ εἶχεν ἐνώπιόν του λόγον ἀκυρότητος, ἐναντίον τῆς καταιγίδος τῆς λαϊκῆς; Ἐν τούτοις τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς ἐν τῷ δικαιώματί του ἠδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον ἄλλως καὶ νὰ θεωρηθῇ νόμος ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Εἶναι παράδειγμα πρόσφατον, καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀκυρότης δικαστικῶς, διότι τὰ Δικαστήρια, ὅτε εἶχον ἴχνος συναισθήσεως τῶν καθηκόντων των καὶ ἀπένεμον τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἀπόλυτον, ὤφειλον νὰ σεβασθῶσι τὸν ἑαυτόν των καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι δεχθεὶς εἰς ξένην χώραν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀξίωμα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶναι ξένη, δὲν ἀπέκτησε νομίμως τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος μετὰ τοῦτο. Ἐν τούτοις τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ὅτι καλῶς ἐξελέγη.
§60Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ προέτεινα μέσην τινὰ λύσιν, λύσιν τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν καὶ ἐκεῖνα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ ἀπεμπολήσωσι μέρος τοῦ ἐκ παλαιοτάτων χρόνων παρατηρηθέντος καὶ ἀναγνωρισθέντος δικαιώματος τοῦ δικάζειν τὰς ἐκλογὰς τὰς Βουλάς. Καὶ ὤφειλον νὰ κάμω τὴν εἰσήγησιν ταύτην ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐν τῇ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῇ καὶ ἐνώπιον ὑμῶν νὰ ἐπαναλάβω ταύτην, διότι ἀτυχῶς παρετήρησα ὅτι καὶ εἰς συγγράμματα ἐπιστημονικὰ ἑλληνικά, ὅπως τὸ τοῦ ἀειμνήστου Φλογαΐτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἰς ἐφημερίδας, ὅπου ἐγένετο διαπραγμάτευσις τοῦ θέματος, διεπράχθη ἓν παράπτωμα ἀντιγραφῆς ἢ κατανοήσεως, καὶ ἀνεγράφη ὅτι ὑπάρχουσιν ὡρισμένα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα δικάζεται καὶ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ ὕπαρξις τῶν προσόντων τοῦ ἐκλογίμου ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. Τοιοῦτό τι, Κύριοι, εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου εἶναι ἀναγεγραμμένον. Ἀπὸ παλαιοτάτης ἐποχῆς ἡ ἀνθρωπότης, ἀγωνισθεῖσα νὰ ἀποσπάσῃ ἐλευθερίας ἐκεῖθεν, ὅπου ἐνομίζοντο δοθεῖσαι ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀγωνισθεῖσα νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ ἑαυτὴν διὰ τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν συνεδρίων, ἦτο φυσικὸν νὰ ἀποσπάσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐξελέγξεως τῆς γνησιότητος καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἐκλεγομένων ἀντιπροσώπων, τὸ δικαίωμα τοῦ κρίνειν τίνες εἶναι οἱ νόμιμοι καὶ πραγματικοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ μακροτάτην σειρὰν ἐτῶν πάντοτε καὶ πανταχοῦ αἱ Βουλαὶ ἔκριναν καὶ εἰς τὰ πλεῖστα Κράτη κρίνουσιν εἰσέτι τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν καὶ τὰ προσόντα τῶν ἐκλογίμων. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπέσπασαν μέρος μόνον τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τὸ ἀνέθεσαν εἰς τὰ Δικαστήρια μετὰ μακρὰς συζητήσεις κατόπιν παραβάσεών τινων, κατὰ τὸ 1868.
§61Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Οὐδεμία συζήτησις ἔγινεν.
§62Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε βέβαιος;
§63Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Εἷς μόνον ὡμίλησεν.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον ἔγινε συζήτησις, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ποῖοι νομίζετε ὅτι ἦσαν; Αὐτοὶ οὗτοι οἱ δικασταί. Ἐν Ἀγγλίᾳ, προκειμένου νὰ γίνῃ τοιαύτη καινοτομία καὶ νὰ ἀναθέσωσιν εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦ Banc de la Reine—οὕτως ὠνομάσθη κατὰ πρῶτον· τοιαῦται ὀνομασίαι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, ὁρισθεῖσαι ἐξ ἱστορικῶν λόγων καὶ παραμένουσαι ἀκόμη καὶ σήμερον—, ἐζήτησαν διὰ τοῦ ἀνωτάτου ἀρχηγοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν γνώμην τῶν δικαστῶν. Τί νομίζετε ὅτι ἀπήντησαν οἱ δικασταί; Διεμαρτυρήθησαν κατὰ τοῦ ἔργου τούτου, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτούς, ὡς ἀντικοινοβουλευτικοῦ καὶ ἐπιβλαβοῦς. Ἐκεῖ δὲν ἔχουσιν ἔγγραφον Σύνταγμα, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἰδέαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, χαρακτηρίζουσι τοὺς νόμους ὄχι κατὰ γραπτὸν Σύνταγμα κοινοβουλευτικοὺς ἢ μή, ἀλλὰ κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν· καὶ προκειμένου νὰ ἀναθέσωσιν εἰς τοὺς δικαστὰς τὸ ἔργον τοῦτο, ὅπως περιωρισμένως ἀνετέθη καὶ ὑπάρχει μέχρι σήμερον, τὸ ἔργον δηλαδὴ μόνον τῆς ἐκδικάσεως τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν καὶ οὐχὶ τῶν προσόντων τῆς ἐκλογιμότητος, ἠρνοῦντο νὰ ἀναδεχθῶσι τὸ βάρος τοῦτο, καὶ διότι τὸ ἐθεώρησαν ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ χάριν τοῦ γοήτρου αὐτοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ καλλίτερον ἐπιχείρημα τῶν λόγων μου θὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ἄγγλου ἀρχιδικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι κατώτερος τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ οὐδ’ ἄλλου τινός. Εἰς τὸν ἐρωτήσαντα διοικητὴν τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησε διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τὴν ἀμεροληψίαν τῶν δικαστῶν θὰ καταστραφῇ ταχέως, ἐάν, ἐν ᾗ ὥρᾳ ἀκριβῶς κατέπαυσεν ἡ ἐκλογικὴ πάλη, μέσων συγκινήσεων παλλομένων ἔτι, ὁ δικαστὴς μεταβαίνῃ ἐπὶ τοῦ θεάτρου τοῦ προσφάτου ἀγῶνος, ὁπόταν τὰ ἀνθρώπινα πάθη εἶναι ἀκόμη ἐν ἐγρηγόρσει· ἐὰν ὀφείλῃ, ἐν μέσῳ τῶν ἐξάψεων καὶ τῶν βιαιοτήτων τῶν κομματικῶν μερίδων, νὰ εἰσδύῃ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῶν ἐκλογικῶν τεχνασμάτων, νὰ ἀποφαίνηται περὶ ζητημάτων διαφθορᾶς, γενικῆς καὶ ἀτομικῆς, καὶ ταῦτα πάντα βασιζόμενος πολλάκις ἐπὶ μαρτυριῶν ὑποπτοτάτου χαρακτῆρος. Ἐν ὀνόματι ἁπάντων τῶν δικαστῶν καὶ ἐν ἰδίῳ ἐμαυτοῦ ὀνόματι ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τὸν ἐντονώτερον καὶ ἐπισημότερον τρόπον ἐναντίον σχεδίου νόμου, ὅστις, ἐκτὸς τοῦ ἀντικοινοβουλευτικοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, προώρισται καὶ νὰ καταρρίψῃ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ δικαστικοῦ σώματος». Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις...
§65Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀπερρίφθη ποτὲ ἐκλογή;
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν διακοπήν, ἣν ἠκυρώθη ποτὲ ἐκλογή, θὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν ὅτι σπανιώτατα ἠκυρώθη ἐκλογὴ ἀπὸ δικαστικὸν σῶμα ἐν Ἀγγλίᾳ. Δὲν θέλω δ’ ἐγὼ νὰ παραδεχθῶ, διότι ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τις τὰς ἐφημερίδας κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογικῆς πάλης ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ νὰ ἴδῃ τὰ μυθώδη ποσά, τὰ ὁποῖα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τοῦ νόμου δαπανῶνται, διὰ νὰ πεισθῇ περὶ τοῦ ἐναντίου, δὲν θέλω, λέγω, νὰ παραδεχθῶ ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἀφορμαὶ πρὸς ἀκύρωσιν, — ἀλλ’ ἠναγκάσθη καὶ τὸ Δικαστήριον νὰ κρίνῃ πολλάκις πολιτικῶς καὶ οὐχὶ κατὰ τοὺς νόμους ἀκριβῶς, νὰ παρανομήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ὑπῆρξε συζήτησις μακρὰ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου εἶναι γνωστὸν κατὰ πόσον σέβονται τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος. Τῷ 1879 ἠγόρευσεν ἐπὶ τοιούτου θέματος εἷς τῶν διαπρεπεστέρων πολιτικῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέδειξεν ὁ τελευταῖος αἰών, ὁ Κλεμανσώ, καὶ ὑπερημύνθη τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν Βουλῶν, παρ’ ὅλας τὰς μικρὰς καταχρήσεις αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε οὔτε ἀπὸ τὰ δικαστικὰ σώματα εἶναι δυνατὸν νὰ λείψωσι. Καὶ κατὰ τίνα τρόπον ὑπερημύνθη; Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἀναφέρω ὡς ἰδίους μου λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 3 Ἰουνίου 1879, καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τοὺς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν ἐκλογιμότητα εἶναι κυριαρχικόν· προσθέτω ὅτι τὸ κυριαρχικὸν τοῦτο δικαίωμα εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Διότι παρατηρήσατε τὸ ἑξῆς. Μία Βουλὴ δύναται νὰ φέρῃ περιορισμοὺς διαφόρους εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν τῶν ἐκλογέων· δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸν ἀποκλεισμὸν ὡρισμένης κατηγορίας προσώπων. Τίς δύναται νὰ μὲ διδάξῃ τοῦ δικαιώματος τούτου τὴν ἔκτασιν; Ποῦ ἄρχεται; Ποῦ τελειώνει;...». Καὶ προσθέτει: «Ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀσκήσῃ κυριαρχικόν τι δικαίωμα περιορισμοῦ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου μέχρι σημείου μεγίστου περιορισμοῦ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἕνεκα τούτου ἡ μόνη ἐγγύησις κατὰ τοιούτων καταχρήσεων συνίσταται ἀκριβῶς ἐν τῷ ἐπίσης διακριτικῷ καὶ κυριαρχικῷ δικαιώματι τῶν Βουλῶν νὰ κηρύττωσιν ἑαυτὰς νομίμως κατηρτισμένας κυριαρχικῶς καὶ ἀναλόγως ἑκάστης περιπτώσεως νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἀνικανοτήτων, ἃς ἐθέσπισαν προηγούμεναι Βουλαί». Δὲν ἀναπτύσσεται τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ, τὸν ὁποῖον θὰ συνεχίσω κατόπιν, ἴσως εὐρέως· πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία δὲν ἔχει μόνον μίαν ὄψιν, καὶ νομίζομεν ὅτι δὲν ἔχει μόνον τὴν ὄψιν τοῦ ψηφίζειν πάντας τοὺς πολίτας, τοῦ εἶναι πάντας ἐκλογεῖς, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ἄλλην ὄψιν, τὴν ὄψιν τὴν παθητικήν, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ· ἔχει τὴν ὄψιν τοῦ ψηφίζεσθαι πάντας τοὺς πολίτας, τοῦ δύνασθαι εἶναι Βουλευτὰς πάντας τοὺς πολίτας, ὅσους οἱ ἐκλέγοντες διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας κρίνουσιν ἱκανοὺς ὅπως ἐκλεγῶσι καὶ ἀντιπροσωπεύσωσιν αὐτούς. Θὰ ἦτο ἀνάξιον τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἂν ἐλέγομεν ὅτι δίδομεν τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀντιπροσώπους εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ περιορίζομεν αὐτούς, ὅπως ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο μόνον ἐπὶ προσώπων ὡρισμένων τάξεων, οἷον τῶν δικηγόρων, ἰατρῶν ἢ οἰκονομολόγων. Δὲν θὰ ὑπῆρχε τότε καθολικὴ ψηφοφορία, ἐνῷ ἡ ἀντιπροσωπευτικὴ ἔννοια τοῦ πολιτεύματος τοῦ γνησίως κοινοβουλευτικοῦ εἶναι τὸ δύνασθαι ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι πάντας, καὶ διὰ τοῦτο οἱ περιορισμοὶ πρέπει νὰ γίνωνται μετὰ μεγίστης φειδοῦς, διότι πᾶς περιορισμὸς ἐγγίζει βαθύτατα τὸν χαρακτῆρα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ μειώνει οὐσιωδῶς τὴν οὐσίαν αὐτοῦ. Αἱ μικραὶ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως ἐγίνοντο, ὅτε ἐδίκαζον αἱ Βουλαί, ἔθετον ἔμπροσθεν ἑαυτῶν ὡς αἰτιολογίαν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ τοῦ ἐκλέξαντος, ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ὅμως κατάχρησιν πρέπει νὰ φοβώμεθα μήπως ἐπέλθῃ ἄλλη μείζων κατάχρησις, ἡ τοῦ περιορισμοῦ τῶν περὶ τὸ ἐκλέγειν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Καὶ λέγει ὁ κ. Κλεμανσώ, ἀφοῦ προτάσσει ὅτι μία Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ νόμους κηρύσσοντας ἀνίκανα πρὸς τὸ ἐκλέγεσθαι πολλὰ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς ὡρισμένας κοινωνικὰς τάξεις καὶ νὰ στερήσῃ τὸν λαὸν μέρος τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς του ἐξουσίας, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἰδοὺ διατί αἱ Βουλαὶ ἔκριναν πάντοτε κατ’ οὐσίαν ὅλα τὰ ζητήματα τῶν προσόντων καὶ τῆς ἐκλογιμότητος. Ἐὰν τοῦτο ἀρνηθῆτε, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ διακηρύξητε ὅτι, καὶ ὅταν κρίνητε σεῖς περιστάσεις ἀφορώσας εἰς ἔλλειψιν προσόντων, εἰς τὴν ἐκλογιμότητα, παραβιαζούσας αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, περιστάσεις τεθείσας ὑπὸ προηγουμένων Βουλῶν, θὰ κύψητε τὴν κεφαλὴν ἐνώπιον πράξεων, αἵτινες δύνανται νὰ εἶναι καθαρὰ παραβίασις τῶν ἱερωτέρων δικαιωμάτων τῶν ἐντολέων ἡμῶν». Ἡ τελευταία ἔννοια, Κύριοι, τοῦτο ἀναλύει. Εὑρίσκεται Βουλή τις ὑπὸ τὸ Κράτος πιέσεως παροδικῆς οἱασδήποτε, καὶ ψηφίζει νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκλείεται σειρὰ προσώπων πολυτίμων διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὑπῆρξεν Ἀγγλικὴ Βουλή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ 15ῳ αἰῶνι ἀπεκλείσθη—καὶ ἀνέφερα τοῦτο πρό τινος χρόνου ἀγορεύων πρὸ ὑμῶν—ἡ τάξις τῶν δικηγόρων ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι. Πρὸ ὀλίγου μόλις χρόνου, κατὰ τὴν τελευταίαν Βουλευτικὴν Περίοδον, ἠδύναντο ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς πιέσεως νὰ ἀποκλεισθῶσι τάξεις πολλαί, χρησιμώταται διὰ τὴν καλὴν συγκρότησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Τί θὰ ἔπραττε τὸ δικαστικὸν σῶμα; Ὤφειλε βεβαίως νὰ ἀκυρώσῃ τὰς ἐκλογὰς συμμορφούμενον πρὸς τὸ ψυχρὸν γράμμα τοῦ νόμου. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ψηφίζει τοιοῦτον νόμον, νόμον ἀποκλείοντα τοὺς τυχὸν ἀντιδρῶντας εἰς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπέκλεισε τοιουτοτρόπως πάντας τοὺς ἀντιπάλους, καὶ ἡ ὁποία θὰ κατορθώσῃ διὰ τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἔχῃ διηνεκῆ τὸν ἀποκλεισμὸν αὐτῶν καὶ θὰ σχηματίζῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν πλειονοψηφίαν, ἐκπροσώπων φίλων αὐτῇ, μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀποκλεισθέντων, δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε: Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπάρχει, ἔστω πόρρωθεν, ἐλπὶς ὅτι θὰ καταργήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μόνον τὰ βλαπτόμενα πρόσωπα θὰ ἠδύναντο νὰ καταργήσωσιν; Ἀπεκλείσθησαν οἱ δικηγόροι, ἀπεκλείσθησαν οἱ ἰατροί. Ἔρχεται Βουλὴ ἐστερημένη ἰατρῶν, ἐστερημένη δικηγόρων, καὶ ἡ Βουλὴ αὕτη βοηθεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπέκλεισε τοὺς ἰατρούς, τοὺς δικηγόρους. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἡ ἐστερημένη ἰατρῶν, ἡ ἐστερημένη δικηγόρων, εἶναι ἀνέλπιστον ὅτι θὰ καταργήσῃ τὸν νόμον τὸν ἀποκλείοντα αὐτοὺς τῆς ἐκλογιμότητος; Πῶς θὰ καταργηθῶσι λοιπὸν οἱ νόμοι οὗτοι; Πῶς ἄλλως ἢ διὰ βιαίων, ἐπαναστατικῶν, κινημάτων; Ἐγένοντο, Κύριοι, βεβαίως καταχρήσεις ἐν τῷ παρελθόντι ἀλλ’ αἱ καταχρήσεις αὗται ἕνα εἶχον σκοπὸν καὶ μίαν αἰτιολογίαν, τὴν ἐπικύρωσιν καὶ ἐπικράτησιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Διὰ τοῦτο ἀπεμιμήθησαν καὶ εἰς τὴν Ἰαπωνίαν τὸν νόμον τὸν Ἀγγλικόν, ἀπεμιμήθησαν καὶ ἐκεῖ τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ τὸν ἀπεμιμήθησαν μὲ τὸν ἴδιον περιορισμόν. Εἶπον ὅτι τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς συνέχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲ ποινικὸν ἀδίκημα γενόμενον κατὰ τὴν ἐκλογὴν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνήκει φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ, περὶ τούτου· ἔστω· μολονότι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἠκούσατε τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Ἄγγλου δικαστοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἐκλέγεσθαι ἢ μὴ ἐκλέγεσθαι, τὰ προσόντα τῆς ἐκλογιμότητος, εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν πολιτικόν, καὶ οὐδαμοῦ ἐσκέφθησαν νὰ ἀναθέσωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια τὴν περὶ τούτου κρίσιν. Οὔτε εἰς τὴν Ἰαπωνίαν ἔπραξαν τοιοῦτόν τι. Τελευταῖον ἐψηφίσθη νόμος εἰς τὴν Οὑγγαρίαν— ταῦτα τὰ τρία Κράτη μόνον ἔχουσι τὸ σύστημα τοῦτο—, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὁ νόμος ἐποιήσατο τὴν αὐτὴν διάκρισιν. Τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς κρίνουσι τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἐσεβάσθη ὁ νόμος τὸ ὕψος τῆς Βουλῆς περὶ τὸ κρίνειν τὴν ἰδίαν αὐτῆς συγκρότησιν, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τῶν ἐκλογίμων. Ἄς μὴ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Καναδᾶ. Εἶδον σήμερον ἀναγεγραμμένον κάπου ὅτι ἐκεῖ τὰ πάντα κρίνει ὁ δικαστής, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν Ἀμερικῇ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τιθέασιν ὑπεράνω καὶ τῆς νομοθετικῆς καὶ νόμος ἔτι ἀντισυνταγματικὸς δύναται νὰ κηρυχθῇ ἄκυρος ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἀπ’ εὐθείας. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τοιοῦτο πολιτικὸν σύστημα. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἄλλη μέθοδος πολιτική· ἀλλοία συγκρότησις τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλοία ἡ σχέσις τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἐκ περιπτώσεων ἐντελῶς ἀνομοίων νὰ ἀντλήσωμεν ἐπιχειρήματα, διότι ταῦτα δὲν θὰ εἶναι σοβαρά. Ἐν μιᾷ μόνον Πολιτείᾳ, Κύριοι, ἐν τῇ Κρητικῇ Πολιτείᾳ, κρατεῖ τὸ ὑποδεικνυόμενον σήμερον πρὸς ψήφισιν σύστημα. Δὲν γνωρίζω πῶς λειτουργεῖ· ἔχω μάθει ὅτι ἐλειτούργησε καλῶς· ἀλλ’ εἶναι βραχὺς σχετικῶς ὁ χρόνος τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, μικρὰ ἡ Πολιτεία, ἡ ἐφαρμόσασα τοῦτο, ὀλίγα ζητήματα βεβαίως γεννῶνται ἐκεῖ, ἐνῷ τοὐναντίον ἐδῶ ἔχομεν καθημερινῶς ὑπὸ κρίσιν τοιαῦτα ζητήματα.
§67Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἀκυροῦται ἐκλογὴ ἐκεῖ.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί νομίζετε, Κύριοι, ὅτι θὰ γίνῃ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ἀναθέσει εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν;
§69Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμία δὲν θὰ ἐπικυροῦται.
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυοῖν θἄτερον. Ὁμιλῶ πάντοτε ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς κρίσεως περὶ τῶν προσόντων τοῦ ἐκλογίμου· διότι διὰ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα εἶμαι σύμφωνος, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· θεωρῶ ὅτι τοῦτο συνδέεται μὲ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον εἶναι δικαστικῆς φύσεως. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως τῆς ὑπάρξεως τῶν προσόντων τί θὰ γένηται; Τί θὰ πράξῃ τὸ Δικαστήριον, ἐὰν εὑρεθῇ πρὸ νόμου τινός, τὸν ὁποῖον θέλει κρίνει ὄντως ὡς ἄδικον, ὡς ἀντιπολιτικόν, ὡς ψηφισθέντα εἰς ἐποχὴν ἀνώμαλον καὶ ἀποκλείσαντα τῆς ἐκλογιμότητος ὡρισμένην κατηγορίαν προσώπων; Θὰ κρίνῃ ἆρά γε νομικῶς; Θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν; Θὰ ἔχητε τότε τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀντικειμένην καὶ συγκρουομένην πρὸς τὴν θέλησιν ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ, θὰ ἔχητε παρὰ τῷ λαῷ συναίσθησιν γενομένης πολιτικῆς ἀδικίας; Θὰ ἔχητε κατάπτωσιν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης; Θὰ κρίνῃ ἆρά γε πολιτικῶς; Θὰ εἴπῃ ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ παρίδω τὸν νόμον, διότι πείθομαι ὅτι ἡ εἴσοδος τῶν προσώπων τῶν ἀποκλεισθέντων δι’ ἀδίκου νόμου εἶναι χρησιμωτάτη διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον; Θὰ ἔχητε τότε Δικαστήριον παρέχον εἰς τὸν λαὸν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι παραβιάζει τὸν νόμον. Ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων θὰ ἔχητε ἕνα σπουδαῖον, σπουδαιότατον κίνδυνον, τὸν κίνδυνον τῆς καταπτώσεως τοῦ δικαστικοῦ γοήτρου καὶ τοῦ δικαστικοῦ ἀξιώματος. Ἀλλὰ δύνασθε ἴσως νὰ εἴπητε: Καὶ ὅταν τὸ Κοινοβούλιον δικάζῃ τὰ προσόντα τοῦ ἐκλογίμου, καὶ παρὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀποφαίνηται ὡς ἔγκυρον ἐκλογήν τινα, ἡ ὁποία εἶναι ἄκυρος, δὲν καταρρίπτει ἆρά γε τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ; Ἀλλὰ δύο δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τούτου τοῦ συλλογισμοῦ καὶ οὐχὶ ἀνάξια λόγου ἐπιχειρήματα. Τὸ Κοινοβούλιον δικάζον οὕτως ἔχει ὄπισθεν τῆς κρίσεως αὐτοῦ τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ ἀντλεῖ τὴν δύναμιν καὶ τὸ γόητρον αὐτοῦ ἐκ τῆς ἰσχυρᾶς λαϊκῆς θελήσεως, ἡ ὁποία ἐν ταῖς περιστάσεσι τῶν ζητημάτων ἀντιπροσωπεύσεως πρέπει νὰ κατισχύῃ καὶ ἐκ πάσης περιπλοκῆς νὰ ἐξέρχηται πάνοπλος, ὡς ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός· εἶναι καὶ ἄλλος τις ἔτι λόγος. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὸ γόητρον αὐτοῦ, καὶ ἂν ὑφίσταται μικράν τινα μείωσιν, οὐδέποτε ὅμως καταρρίπτεται, διότι διὰ τῆς ἐναλλαγῆς καὶ τῆς ἀνανεώσεως τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἐκδηλοῦται ἑκάστοτε καὶ κυριαρχεῖ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως ὑψοῦται ἐκ νέου, μετὰ μίαν ἐκλογήν, καὶ παραμένει πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι ἴσως περίεργος, ἀλλ’ εἶναι πραγματικὴ ἡ ψυχολογικὴ αὕτη συναίσθησις τοῦ λαοῦ. Ἐναλλάσσουσι τὰ πρόσωπα καὶ ὁ λαὸς ἀναβιβάζει ὑψηλὰ διὰ τῆς ἐναλλαγῆς ταύτης καὶ τῆς ἀνανεώσεως τῶν προσώπων τὰ ἀξιώματα. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἀξιώματα τὰ πολιτικά· καὶ ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ καταληφθῶσιν ὑπ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσιν αὐτά, ἀλλὰ καὶ ταῦτα διὰ τῆς ἐναλλαγῆς τῶν προσώπων παραμένουσι πάντοτε εἰς τὴν ὑψηλὴν θέσιν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς αὐτά. Ὑπουργοὶ ἀνίκανοι καὶ ταπεινοὶ ἐγένοντο πολλοί. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα ἐτιμήθη ἀείποτε. Τὰ Δικαστήρια ὅμως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπαρτίζονται πάντοτε ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα, καί, ὅταν συγκεντρωθῶσι περὶ τὰ ἄτομα ταῦτα τὰ πάθη καὶ τὰ μίση, τὰ ὁποῖα εἶναι συνήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὰ ὁποῖα ἰσχυροποιοῦνται ἐπὶ μᾶλλον, ὅταν ἡ κρίσις ἡ δικαστικὴ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν θέλησιν ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ, τότε καὶ τὰ δικαστικὰ ταῦτα πρόσωπα ἐλαττοῦνται κατὰ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτῶν καταρρίπτεται καὶ καταρρακοῦται. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἐνώπιον ὑμῶν, Κύριοι. Ἂς μὴ παρασυρθῶμεν ἀπὸ ἐλαχίστας παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως εἶναι ἐνίοτε καὶ ἦσαν καὶ προσφάτως χρήσιμοι, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω παραδείγματα ὀνομαστικὰ σήμερον. Μὴ ἀφαιρέσητε ὑμᾶς αὐτοὺς ἓν ἐκ τῶν πολυτιμοτάτων ἀλλὰ καὶ τῶν σπουδαιοτάτων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ ἀρχῆς ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὰ Κοινοβούλια. Ἄν τοῦτο πράξητε, ἔχω φόβους βασίμους, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον ἐφοβήθη ὁ Ἄγγλος δικαστής, θὰ τὸ ἴδωμεν ἀτυχῶς πολλάκις παρὰ τῷ λαῷ ἡμῶν, λαῷ εὐεξάπτῳ, λαῷ ἐπιρρεπεῖ εἰς ὀξέα πάθη, εἰς ὑπονοίας προσωποληψίας, εἰς βιαιότητας ἐκφράσεων. Καί, ὅταν οὕτω καταπέσῃ τὸ δικαστικὸν σῶμα, τότε βεβαίως ἐν μελλούσῃ ἀναθεωρήσει οὐδὲν θὰ δύναται νὰ ἀντιστῇ κατὰ τῆς ἐπιζητηθησομένης ἐκκαθαρίσεως αὐτοῦ (χειροκροτήματα).
§71ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβαίνων τὸ βῆμα τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἤγαγον ἐπὶ τὴν ἀπόφασιν, ὅπως μὴ συμφωνήσω ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 73 οὔτε πρὸς τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν οὔτε πρὸς τὸ τῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων καταρτισθείσης ἐπιτροπῆς. Κατανοῶ, ὅτι ἡ φωνὴ ἡμῶν τῶν διαμαρτυρομένων δὲν θέλει ἠχήσει καλῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καθόσον ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ὁμόφωνον σχεδὸν καὶ ἐκπεφρασμένην, κατὰ τὴν κρίσιν μου, γνώμην τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅμως φρονῶν ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ἀκριβῶς ταύτῃ καθῆκον ἔχει ὁ Βουλευτὴς ἐπιτακτικὸν μετὰ παρρησίας νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὑτοῦ καὶ νὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφόν του, ὁσάκις μάλιστα αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει, τολμῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ εὐμενῆ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ σύστημα, τὸ κρατῆσαν παρ’ ἡμῖν, τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κοινοβουλίου, σύστημα τὸ ὁποῖον μετὰ ζήλου ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ πάντων σχεδὸν τῶν ἀντιπροσωπευτικῶς κυβερνωμένων Κρατῶν, ἐνέχει οὐσιώδη ἐλαττώματα· σπουδαιότατον δὲ πάντων ὑπὸ τῆς πείρας καταδειχθὲν εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ κρίνῃ μετὰ τῆς ἀμεροληψίας καὶ τῆς γαλήνης ἐκείνης, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς Σῶμα ἀσκοῦν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καθαρῶς δικαστικὴν ἐξουσίαν, καθόσον ἡ Βουλὴ ὑπείκουσα ἑκάστοτε εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν προσωπικῶν παθῶν ἢ τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἀπέκλεισε τοῦ Βουλευτηρίου ἐκλεγέντας ἀντιπάλους, οὐχὶ διότι ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν ὑπῆρξε νόθος, ὡς λέγουσι, καὶ ἁμαρτωλή, ἀλλ’ ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν εἴσοδον ἄλλων φιλικῶν πρὸς κρατοῦν ἑκάστοτε κόμμα διακειμένων διὰ τοῦ γνωστοῦ μέσου τῶν κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων καὶ ἀκολασιῶν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁρμωμένη ἡ Ἀγγλία ὑπήγαγεν ἐν ἔτει 1869 τὸ πρῶτον, συμπληρωματικῶς δὲ τῷ 1878, τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀμφισβητουμένων ἐκλογικῶν ὑποθέσεων ὑπὸ τὴν κρίσιν δύο δικαστῶν τῆς Cour du banc de la Reine ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Δικαστηρίου τούτου. Ἐπίσης δὲ καὶ ἡ Ἰαπωνία κατὰ τὸ 1889 ἐξήρτησε τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν ἐκ τοῦ Ἐφετείου τοῦ Τόκιο, καὶ τέλος ἡ Πολιτεία τοῦ Καναδᾶ τῷ 1894 ὥρισεν ὡς ἁρμόδια Δικαστήρια τὰ Δικαστήρια τοῦ τόπου, ὅπου ἐτελέσθη τὸ ἐκλογικὸν παράπτωμα. Ἐν τούτοις ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων μὴ θέλουσα νὰ ἀποξενωθῇ τελείως τοῦ δικαιώματος τούτου διετήρησε κατ’ οὐσίαν τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι μόνον τὰς ἀμφισβητουμένας ἐκλογὰς ὑπήγαγεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν δύο δικαστῶν, ἑπομένως, ἂν δὲν ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀκυρότητος ἢ ἂν δὲν ὑπῆρχε κάλπη ἀντίθετος, αὐτὴ παραμένει κυρία νὰ κρίνῃ περὶ τῶν τοιούτων ἐκλογῶν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ αὐτὴ αὕτη κατ’ οὐσίαν ἐκδίδει τὰ λεγόμενα Wrhit (Ῥάϊτ), δι’ ὧν καλοῦνται οἱ ἐκλογεῖς, ὅπως προσέλθωσιν εἰς νέας ἐκλογάς. Καὶ δύναται μὲν νὰ διατάξῃ τὴν ἔκδοσιν τοιούτου Ῥάϊτ, ἀλλὰ δύναται ἐπίσης ν’ ἀπόσχῃ τῆς ἐκδόσεως τοιούτου, χωρὶς οὐδεμία ἀρχὴ νὰ δύναται νὰ τὴν ἐξαναγκάσῃ πρὸς τοῦτο. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου ἡ ἀνάθεσις τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ Δικαστήρια προϋποθέτει δύο τινὰς στοιχειώδεις ὅρους, ὡς λέγει ὁ σοφὸς καθηγητὴς καὶ συγγραφεὺς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου Ἐσμέν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιβάλλον, ὅπου ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων πολιτικῶν ἠθῶν ἀποβαίνει ἀδύνατος πᾶσα ὑφ’ οἱουδήποτε πίεσις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ Δικαστήρια ἐξετάζοντα ἀπὸ περιωπῆς τὰ πράγματα μακρὰν πάσης πολιτικῆς ἢ ἀτομικῆς ἐπηρείας. Ἐρωτᾶται ὅμως· συντρέχουσιν οἱ ὅροι οὗτοι παρ’ ἡμῖν; Φρονῶ ὅτι οὔτε ὁ λαὸς παρ’ ἡμῖν ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀναπτύξεως καὶ συναισθήσεως τῶν ἀτομικῶν καὶ πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὰ Δικαστήρια μετὰ κύρους δύνανται νὰ ἀποφαίνωνται περὶ τῶν τοιούτου εἴδους ζητημάτων, οὔτε κέκτηνται τὴν πρὸς τοῦτο πεῖραν καὶ ἱκανότητα, ἀλλ’ οὔτε καίπερ ἀπολαύοντα τῆς ἰσοβιότητος εἶναι ἀπηλλαγμένα τοῦ μικροβίου τοῦ κομματισμοῦ. Καὶ δὲν εἶναι ταῦτα λέξεις κεναί, κ. Βουλευταί, ἀλλὰ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀρυόμεθα ἐκ τοῦ καθ’ ἡμέραν πολιτικοῦ βίου. Καὶ πάντες θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν προεξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου προκειμένου περὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς θέσεως ἀνεκήρυσσον Βουλευτὴν ὁτὲ μὲν τὸν κ. Καλλιφρονᾶν, ὁτὲ δὲ τὸν κ. Λιγυνόν, καὶ παρέστημεν πρὸ τοῦ θεάματος νὰ τοὺς ἴδωμεν ἀμφοτέρους παρακαθημένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μέχρις ὅτου εἴπῃ τὴν τελευταίαν λέξιν ἡ Βουλή. Καὶ οὐδεὶς λησμονεῖ ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλαν ἐνταῦθα τὸν κ. Δρακούλην, ἐνῷ ἐξ αὐτῶν τῶν Πρακτικῶν σαφῶς ἐξήγετο ὅτι δὲν ἦτο ὁ γνήσιος καὶ νόμιμος ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας. Καὶ ἀτυχῶς, κ. Βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον οἱ κατώτεροι δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς τοιαῦτα σφάλματα. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καὶ ἀνώτεροι δικασταὶ πολλάκις ἐπελήφθησαν ἐκδικάσεως δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τρόπον σκανδαλώδη, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐφρικία καὶ αὐτὴ ἡ Βουλή, ἥτις κατηγορεῖται σήμερον ὅτι γίνεται ἕρμαιον τῶν διαθέσεων καὶ τῶν παθῶν τῶν κομμάτων, ἐπιτραπήτω μοι δὲ ν’ ἀναφέρω ἀνώτερον δικαστήν, πρόεδρον Ἐφετείου καὶ ἤδη ἀρεοπαγίτην, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1903, ἐνῷ εἶχε μετατεθῆ ἐκ Λαρίσης εἰς Ναύπλιον πρὸ δύο μόλις ἡμερῶν καὶ ἐνῷ δὲν εἶχε κἂν κοινοποιηθῆ ἡ μετάθεσις αὐτοῦ, ἐκλήθη ἐσπευσμένως νὰ μεταβῇ εἰς Ναύπλιον, ἵνα ἐπικυρώσῃ ἐκεῖ τὴν ἁμαρτωλοτέραν ἐκλογήν, ἐκλογὴν ἡ ὁποία ἦτο προϊὸν ἀπάτης, βίας καὶ νοθείας, ὡς τοῦτο εἶχεν ἀποδειχθῆ ἐκ σαφῶν καὶ ἀναντιρρήτων μαρτυριῶν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς δικαστικῆς ἐκθέσεως δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀδάμαντα δικαστικόν.
§72Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ δικαστὴς αὐτός, κύριε συνάδελφε;
§73Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸν ὀνομάσω, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι; Πρέπει νὰ τὸν μάθωμεν.
§75Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννόπουλος.
§76Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου συνέπιπτε μετὰ τῆς τοῦ Ἐφετείου:
§77Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὄχι, διότι τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου εἶχεν ἀκυρώσει τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, ἥτις, σημειωτέον, εἶχεν ἀναδείξει δήμαρχον διὰ δύο μόνον ψήφων. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ ἐνῷ πάντες ἀναγνωρίζετε ὅτι τὸ δικαστικὸν σῶμα παρ’ ἡμῖν δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του, πολλαχόθεν δ’ ἕνεκα τούτου προβάλλεται ἡ ἀξίωσις, ὅπως βαρὺς κατ’ αὐτοῦ κατενεχθῇ ὁ πέλεκυς τῆς ἐκκαθαρίσεως, πῶς θέλετε ν’ ἀποξενωθῶμεν δικαιώματος, ὅπερ εὐλόγως σήμερον θεωρεῖται ὡς τὸ τιμαλφέστερον καὶ πολυτιμότερον προνόμιον πάσης Βουλῆς, καὶ ἰδίᾳ πῶς θέλετε νὰ στερηθῶμεν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀποφαίνεσθαι ἐπὶ τῶν προσόντων ἡμῶν αὐτῶν, ὅτε ὑπεράνω τῶν Βουλευτῶν οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι ἀνώτερος καὶ σπουδαιότερος ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τῶν κομμάτων ἐπεκράτησεν ἐν τῷ παρελθόντι τὸ πεῖσμα, καὶ τὸ πεῖσμα διεῖπε τὴν θέλησιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων νομίζομεν ὅτι ἀνέτειλαν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡμέραι ἐθνικωτέρας δράσεως τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Ἀπόδειξιν δὲ τούτου περιφανῆ ἀποτελεῖ ἡ στάσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν τῆς 27 Νοεμβρίου δὲν ἐδίστασε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ, ὅπως παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Βουλευταὶ προερχόμενοι ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ νόμου. Πάντων τῶν ἐλαττωμάτων, κύριοι Βουλευταί, τοῦ κρατοῦντος συστήματος προέχει ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Βουλῆς, καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην οὐ μόνον ἡ ἀνεξαρτησία αὕτη δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ κρατοῦντος συστήματος, ἀλλὰ θέλει ἐπέλθει τελεία ὑποδούλωσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν δικαστικήν. Βουλευταὶ δὲ καὶ κυβερνῆται θέλουσι τὸ πᾶν μετέλθει καὶ εἰς πᾶσαν μετ’ αὐτῶν προέλθει συμφωνίαν, ὅπως ἐπιτύχωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ μέχρι σήμερον ἐπετύγχανον διὰ τῶν κομμάτων. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, καὶ ἕνεκα τούτου δηλῶ ὅτι κηρύσσομαι ἐναντίον πάσης τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο ὅμως λέγων, κύριοι Βουλευταί, δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω ὅτι θέλω αἰσθανθῆ ἀνέκφραστον ἐν ἐμαυτῷ χαράν, ὅταν παρὰ τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ φόβοι μου δὲν ἦσαν σπουδαῖοι, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εἰλικρινῶς ποθοῦσι τὴν ὁριστικὴν ἀνακαίνισιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν εἰς τὸ ἄρθρον 18 ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν αὐτῆς. Θέλει ἐκτυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§79Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἤκουσα τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων συναδέλφων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν ἀπορίαν, ἥτις μοὶ ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἐπιμονῆς, ἣν ἐπεδείξαντο, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει. Ἐξεπλάγην δὲ περισσότερον, ὅτε ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυκλάδων Βουλευτοῦ, ὅστις φέρει περισσοτέραν ἡμῶν πεῖραν ἐκ τοῦ παρελθόντος περὶ τῶν ἑκάστοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γινομένων κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν ἀσχημιῶν, ἀσχημιῶν αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν κρίσιν καὶ προσοχὴν τοῦ συνεδρίου τούτου, εἶναι ἡ ὑπὸ συζήτησιν διάταξις. Καὶ ἐγεννήθη ἡ γνώμη αὕτη ἕνεκα τῶν ἑκάστοτε ἀκολασιῶν, αἵτινες συνέβαινον κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐκδικάσεως τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῶν Βουλῶν ἐκράτησε καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχεν ἐπιτευχθῆ εἰσέτι τὸ ἀνεξάρτητον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου τὰ ὅρια τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐξουσιῶν διεκρίθησαν καὶ πιστεύεται ὅτι ἐπετεύχθη ἡ πλήρης ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἤρξαντο αὐξανόμεναι αἱ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἀσχημίαι, ἐμορφώθη ἡ κοινὴ γνώμη, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο δ’ ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Σουηδίᾳ. Αἱ Βουλαὶ ὁρμώμεναι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι ἐν τῇ ἐξελέγξει καὶ ἐκδικάσει τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ δὲν ἐνεργεῖ οὔτε ὡς τακτικὸν οὔτε ὡς ὁρκωτὸν Δικαστήριον, ἀλλὰ καθαρῶς ὡς πολιτικὸν Σῶμα ἐνασκοῦν ἐξουσίαν κυρίαρχον καὶ αὐθαίρετον προέβησαν πολλάκις εἰς ἀποφάσεις ἀδικωτάτας. Ἡ ἡμετέρα Βουλὴ ἔχει νὰ παρουσιάσῃ πληθὺν ἀσχημιῶν καὶ ὑπερβασιῶν εἰς τὸ παρελθὸν ἱκανῶν νὰ καταρρίψωσι καὶ μειώσωσι τὸ γόητρον καὶ τὸ κῦρος τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Ἂν ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου μας καὶ ἰδίᾳ τῆς τελευταίας τριακονταετίας, δὲν θὰ εὕρωμεν Βουλευτικὴν Περίοδον, καθ’ ἣν κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν νὰ μὴ συνέβησαν τὰ μᾶλλον σκανδαλώδη ἀτοπήματα. Ἐν ἔτει 1882 ἡγουμένου τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Χαριλάου Τρικούπη ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ στρατηγοῦ Βαλτινοῦ ἄνευ σπουδαίου καὶ σοβαροῦ λόγου, ἀλλ’ ἠκυρώθη, ἵνα καταδείξῃ τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν ἡ πλειονοψηφία καὶ πτοήσῃ τοὺς Βουλευτὰς τῶν νέων ἐπαρχιῶν, κατὰ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν τῶν ὁποίων προυβάλλοντο τυπικοὶ λόγοι. Ἡ αὐτὴ πλειονοψηφία, ἐνῷ ἐπεκύρου τὴν ἐκλογὴν Βουλευτοῦ Μεγαρίδος στερουμένου τοῦ προσόντος τῆς ἐγκαταστάσεως, ἠκύρου τὴν ἐκλογὴν Βουλευτοῦ Καλαμπάκας διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ αὐτοῦ προσόντος ἐπανειλημμένως εἰς τὸ πεῖσμα τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἀπέστελλον καὶ μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τὸν αὐτὸν ἀντιπρόσωπον. Ἐν ἔτει 1885 ἡγουμένου τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Θεοδώρου Δηλιγιάννη ἠκυροῦτο ἡ ἐκλογὴ Λαρίσης ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς ἐπιτυχόντας ἀντιπολιτευομένους καὶ ἐπεκυροῦτο ὡς πρὸς τὸν φίλον τῆς πλειονοψηφίας, ἐνῷ καὶ πρὸς αὐτὸν ἐπηρεάζοντο τ’ ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ λόγου τῆς ἀκυρώσεως· ἠκυρώθη τότε ἡ ἐκλογὴ Μεγαρίδος, καὶ ἀπεβλήθη τῆς αἰθούσης ταύτης ὁ κ. Δραγούμης· ἐπίσης ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Πυλίας ὡς πρὸς τὸν Καράπαυλον καὶ ἐπεκυρώθη ἡ αὐτὴ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν Μισυρλῆν, τὸν ἀνήλικον. Τὸ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1887 πλειονοψηφῆσαν κόμμα, αὐτὸ διενεργῆσαν τὰς ἐκλογάς, οὐδεμίαν μὲν ἐκλογὴν ἠκύρωσε, καίτοι πολλῶν φίλων τῆς πλειονοψηφίας αἱ ἐκλογαὶ ἦσαν ἁμαρτωλαί, ἐπεκύρωσεν ὅμως τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου ὡς πρὸς φίλον τῆς πλειονοψηφίας, οὗτινος ἡ ἀνηλικότης ἀπεδεικνύετο πλήρως διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890 καὶ ἐντεῦθεν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν ἐκλογῶν μετεβλήθη εἰς Σῶμα προγραφῶν. Τίς ἐλησμόνησε τὰς ἐν ἔτει τούτῳ ἀθρόας ἀκυρώσεις τῶν ἐκλογῶν τῶν φίλων τῆς μειονοψηφίας; Ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Σύρου διὰ τὸν Συγγρόν, καί, ἀντὶ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς, ἀνεκηρύχθη ὁ ἐπιλαχὼν Βουλευτής. Καὶ διεμαρτύρετο ἡ τότε μειονοψηφία, ἀλλά, ὅτε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1893 ἦλθεν αὕτη ὡς πλειονοψηφία, ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ καὶ ἔτι χείρω· ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν Γεροκωστοπούλου καὶ ἄνευ ἐπαναλήψεως τῆς ἐκλογῆς ἀνεκήρυξε Βουλευτὴν τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα Ἄγγελον Ῥοῦφον· ἐπεκύρωσε δὲ τὴν ἐκλογὴν Παξῶν ὡς πρὸς Βουλευτήν, ὅστις διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως εἶχε στερηθῆ τῶν προσόντων τοῦ ἐκλέγεσθαι. Καὶ ἔκτοτε ἐξηκολούθησαν ν’ ἀκυρῶνται γνήσιαι ἐκλογαὶ καὶ νὰ ἐπικυρῶνται ἁμαρτωλαὶ καὶ ἀντισυνταγματικαὶ τοιαῦται. Τίς λησμονεῖ, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1902 ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν Βουλευτοῦ Ναυπακτίας μὴ ὄντος πολίτου Ἕλληνος καὶ τὴν ἐκλογὴν Βουλευτοῦ Κυνουρίας, δι’ ὃν ἀπεδεικνύετο δι’ ἐπισήμου ληξιαρχικῆς πράξεως ὅτι δὲν εἶχε τὴν συνταγματικὴν ἡλικίαν; Ἐν ἔτει 1905 ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Πάλης, εἰ καὶ ἡ πλαστότης καὶ ἡ νοθεία αὐτῆς ἦτο κατάφωρος καὶ ὡμολογήθη καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐπιτυχόντων, συγχρόνως δὲ ἠκυρώθη νόμιμος ἐκλογή, ἡ τῆς Σάμης, ὑπὸ τὴν γενικὴν κατάπληξιν καὶ τὰς διαμαρτυρίας τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἐν ἔτει 1906 ἐλθοῦσα ὡς πλειονοψηφία ἐπεκύρου ἀνύπαρκτον ἐκλογὴν μὴ ὑπαρχόντων κἂν Πρακτικῶν ἐνεργείας ἐκλογῆς, τὴν ἐκλογὴν Πάλης, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἡγουμένου τῆς πλειονοψηφίας ἐνδιαφερομένου ὑπὲρ στενοῦ συγγενοῦς του, φερομένου ὡς ἐπιτυχόντος. Δὲν παρῆλθε Περίοδος, καθ’ ἣν ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν ἐκλογῶν νὰ μὴ κατεπατήθη τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ μὴ παρωράθη ἡ γνησιότης τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, καὶ προβάλλουσι σήμερον συνήγοροι τῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν ἰδίαν Βουλήν, ἐπικαλούμενοι τὰ συμβαίνοντα εἰς ἄλλα κοινοβουλευτικὰ Κράτη. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, καίτοι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι προκειμένου νὰ διαμορφώσωμεν καὶ συμπληρώσωμεν τὸ ἡμέτερον πολίτευμα δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς ὁδηγὸν μόνον τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ παρ’ ἡμῖν εἰς τὸ παρελθὸν συμβάντα, ἐξ ὧν νὰ ὁδηγηθῶμεν τίνες διατάξεις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπέτυχον καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην διαμορφώσεως... (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§80ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Φρονεῖτε, ὅτι τὰ μεμονωμένα αὐτὰ παραδείγματα...... (Διαμαρτυρίαι).
§81Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὰ μεμονωμένα;
§82ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεμονωμένα, διότι ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν οὐδεμία παρανομία συνέβη ἐν τῇ Βουλῇ.
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Θέλετε νὰ εἴπητε περὶ μεμονωμένων ἐξαιρέσεων, διότι κανὼν εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ῥήτωρ.
§84ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα μεμονωμένων ἐξαιρέσεων τῶν κανόνων τῆς νομιμότητος.
§85Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὡς ἀνέπτυξα, ἐλπίζω ὅτι κατώρθωσα νὰ καταδείξω, ὅτι δὲν παρῆλθε Περίοδος, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπαρουσίασε μίαν παρανομίαν, μίαν αὐθαιρεσίαν ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν ἐκλογῶν, καὶ δὲν πρόκειται περὶ μεμονωμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ περὶ κανόνος κρατήσαντος κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. Εὐτυχῶς, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἔντιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν καὶ ἀγαπητόν μοι φίλον, θ’ ἀναφέρω περιπτώσεις ἀναγομένας εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν Ἄρτης. Ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης Ἀμβράζη ὡς ἀνηλίκου, καίτοι ἀπεδεικνύετο ἐπισήμως, ὅτι εἶχεν ἡλικίαν πολὺ μεγαλειτέραν τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένης.
§86ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐδέχετο ὡς ἐνήλικα τὸν στρατιώτην προχθές.
§87ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι τὰ μεμονωμένα αὐτὰ παραδείγματα ἔχουσιν ἐπίδρασιν τοσοῦτον ἐπὶ τῆς Βουλῆς, ὅσην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τῆς δικαιοσύνης ἐκ μιᾶς ἢ δύο παρανομιῶν αὐτῆς;
§88Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ αὕτη ἡ περιέργεια τοῦ διακόψαντός με συναδέλφου, καὶ νὰ καταδειχθῇ ποῖα θὰ ὦσι τὰ ἀποτελέσματα, ἂν ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἂς ἐξετάσωμεν τί συμβαίνει μὲ τὴν ἐκδίκασιν τῶν δημαιρεσιῶν, ἥτις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἡ ἱστορία τῆς ἐκδικάσεως τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν παρουσιάζει τοιαύτας ἀσχημίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ κοινοβουλευτική, καὶ κατέρριψε τὸ ἠθικὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅσον κατέρριψε τοῦ Κοινοβουλίου ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν; Βεβαίως ὄχι. Ἐπιμένει δὲ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος εἰς τὴν γνώμην του ὅτι ἐκ μεμονωμένων περιπτώσεων δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν διορθωτέων. Ἀλλά, Κύριοι, ὡς ἀπέδειξα, τ’ ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων μαρτυροῦσιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μεμονωμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ γενικῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐκράτει. Οὐδέποτε ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκράτησε δικαιοσύνη, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν τῆς γνησιότητος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν ἀπετέλει συνέχειαν τοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐπέφερε τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν κατάπτωσιν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, συνετέλει εἰς τὴν νοθείαν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος καὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ φρονήματος τοῦ ἐκλεγομένου, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐβλέπομεν τὴν ἀκύρωσιν νομίμων καὶ γνησίων ἐκλογῶν καὶ τὴν ἐπικύρωσιν παρανόμων καὶ νόθων τοιούτων, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐβλέπομεν Βουλευτὰς ἐκλεγέντας μὲ ἀντιθέτους ἀρχὰς πρὸς τὸ κατὰ τὰς ἐκλογὰς νικῆσαν κόμμα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς των, προσχωροῦντας εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ δηλοῦντας φιλίαν καὶ ὑποταγήν. Ὑπάρχει λοιπὸν μεγαλειτέρα κατάπτωσις ταύτης τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν ἐπαρουσιάζετο ἡ συναλλαγὴ ὑπὸ τὴν ἀπαισιωτέραν μορφήν της. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν ἦσαν ἀπόρροια ἢ κομματικῶν ὑπολογισμῶν ἢ προσωποληψίας. Πρὸ μικροῦ χρόνου δὲν κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ τὸν κίνδυνον τοῦτον καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ταύτης ἐν τῇ ἐκδικάσει τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἄρτης, διότι, ἐνῷ προέκρινεν ἐπὶ τῇ βάσει παραπεμπτικῶν βουλευμάτων τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν ὅτι ἐγένετο δωροδοκία, καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπὶ τόπου μεταβάσης ἐξεταστικῆς ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπῆς ἐβεβαίωσε τὴν δωροδοκίαν καὶ ὅτι αὕτη ἐπηρέασεν οὐσιωδῶς εἰς νοθείαν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος, ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογήν. Καὶ ἐρωτᾶται· τί νὰ συμβαίνῃ; Μία εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ἐν ὁλοκλήρῳ τῷ ἔργῳ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυριαρχεῖ, ἂν δὲν συντρέχῃ καὶ κομματικὸς ὑπολογισμός, ἡ προσωποληψία. Εἶναι δύσκολον εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποπέμψῃ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἕνα συνάδελφον.
§89Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν;
§90Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἀλλὰ σήμερον θὰ πράξωμεν ἔργον σκοπιμότητος καὶ φρονήσεως, ἂν ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐκδικάσεως τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, διότι χάριν τῆς γνησιότητος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πρέπει νὰ ἐπιρρώσωμεν τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν ἐκλογῶν καὶ διότι θ’ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλὴν ἑνὸς ὀχληροῦ ἔργου καὶ θέλομεν συγχρόνως ἄρει τὴν αἰτίαν, ἥτις ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν ἑκάστης Βουλῆς κατέρριπτεν αὐτὴν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ἕνεκα τῶν συμβαινόντων ἐκτρόπων καὶ ἀνομημάτων κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. (Χειροκροτήματα).
§91ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ τόνος, μὲ τὸν ὁποῖον οἱ πολέμιοι τῆς καινοτομίας ὡμίλησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αἱ πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ὁ τόνος οὗτος ὑποδηλοῖ, εἶναι ἄξιοι πολλῆς προσοχῆς. Ἀλλὰ κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ἓν πρᾶγμα μοὶ ἐπροξένησε πάντοτε ἐντύπωσιν· πόσον εἶναι ἰσχυραὶ αἱ ἕξεις καὶ πόσον εἶναι ἐπικίνδυνα τὰ συστήματα, ὁπόταν ἀπὸ συστήματός τις θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τι. Ὅλα τὰ συστήματα τὰ ἀπόλυτα εἶναι ἐσφαλμένα, ἐπίσης πεπλανημένον εἶναι καὶ τὸ σύστημα τῆς κυριαρχίας καὶ ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε. Καὶ ἠκούσθη πολλάκις περὶ τῆς Βουλῆς: Τί εἴμεθα ἡμεῖς; Ὁ λαός, ὁ ἀνώτερος παντὸς ἄλλου. Εἰς ποῖον θὰ ὑποχωρήσωμεν; Ποῦ θὰ κλίνωμεν τὸν αὐχένα; Εἰς ἓν Δικαστήριον; Εἰς ἕνα ὑπηρέτην τῆς διοικήσεως; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀφετηρία τοῦ συλλογισμοῦ δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες, καίτοι, ὡς εἴρηται, μὲ θάρρος καὶ μὲ τόνον ἄξιον πολλῆς προσοχῆς ὡμίλησαν κατὰ τῆς καινοτομίας, δὲν προσήγαγον ἐπιχειρήματα ἱκανά, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἵνα κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν περὶ ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν εἶχον πάντοτε, πρὸ ἐτῶν παρακολουθῶν καὶ ἐγὼ τὰ πολιτικά, καίπερ μὴ πολιτευόμενος, ὅπως ὀφείλει πᾶς τις νὰ παρακολουθῇ αὐτά, καὶ οἰκτίρας τὰ γενόμενα, οἰκτίρας τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔβαινον τὰ πράγματα. Ἤμην δηλαδὴ πεπεισμένος ὅτι μία τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν, διὰ τὰς ὁποίας τὰ πράγματα δὲν ἔβαινον καλῶς, ἦτο καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς. Ἡ συγκάλυψις τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς παρανομιῶν ἦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ πρῶτον ὀλίσθημα πάσης Βουλῆς, ἐνῷ ἔπρεπεν αὐτὴ ἀρχομένη νὰ λάβῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ λαοῦ, διότι ἄνευ ὑπολήψεως καὶ ἄνευ κύρους οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ γίνῃ. Καὶ ἦτο πολὺ φυσικὸν τὸ ἄτοπον ἰδίως εἰς τόπον, ἔνθα ἕνεκα τῆς ὀλιγότητος τῶν ἀνθρώπων εἶναι γνωστοὶ μεταξύ των ὅλοι καὶ πολὺ περισσότερον ὡς συνάδελφοι. Εἶναι τῳόντι μοναδικὸν πρᾶγμα νὰ καλῶνται νὰ δικάσωσι τὸν συνάδελφον οἱ συνάδελφοί του, ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνεργάζεται καὶ θὰ συνεργασθῇ μετ’ ὀλίγον. Οὐδέποτε καὶ οἱ τακτικοὶ δικασταὶ δικάζουσι τὰ παραπτώματα τῶν ἰσοβάθμων συναδέλφων των, ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων συνεργάζονται καθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ δικάζουσι κατωτέρους. Ἡ ἐκδίκασις λοιπὸν τῶν ἐκλογῶν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Σώματος ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς καταπτώσεως τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ βαθμηδὸν κατέληξε τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἐκεῖ, ὅπου κατέληξε. Ἄν, Κύριοι, εἴμεθα ηὐχαριστημένοι, δὲν λέγω ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως ἐπὶ μακρὸν χρόνον κατέσχον τὰ ἑδώλια ταῦτα, ἂν εἶναι ηὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τοῖς ἐξησφάλιζεν ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν παρὰ τῇ κοινῇ συνειδήσει, τότε, Κύριοι, συντάσσομαι μετ’ αὐτῶν, πιστεύω ὅμως ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν θὰ ἀρνηθῇ ὅτι θὰ ἠδύνατο ἀξιοπρεπέστερον καὶ καλλίτερον νὰ παραστήσῃ τὸν λαόν, ἂν δὲν ἐδίκαζεν ἐκλογάς. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα: Εἰς τοὺς ὑπηρέτας τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑπάγωμεν νὰ δικασθῶμεν; Εἶπεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὅτι οὗτοι οὐδεμίαν παρέχουσιν ἐγγύησιν, καὶ σᾶς ἔφεραν τὸ παράδειγμα τῆς ἐκδικάσεως τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἰσχυρισθέντες ὅτι, ὅπου ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐπηρεάσῃ, τὸ κατώρθωσεν. Ἀλλ’ οὕτως ὁμολογεῖτε ὅτι καὶ ἐκεῖ ὁ αἴτιος τῆς διαφθορᾶς εἶναι τὸ κόμμα· φαντασθῆτε πλέον αὐτὸ τὸ ἴδιον νὰ εἶναι δικαστής! Μήπως κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τὰ ἀτοπήματα ἐγίνοντο ἀπὸ κανένα ξένον καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν κομματάρχην;
§92Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε καλλίτερον νὰ τὰ κάμωμεν ἡμεῖς!
§93ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἆ! Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ ἐπιχείρημά σας. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐνήσκησαν τὴν ἐξελεγκτικὴν αὑτῶν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, σπανίως περιέπεσαν εἰς ἀτοπήματα καί, ἂν ἀνεφέρθησαν μεμονωμένα τινὰ ἀτοπήματα, τοῦτο εἶναι ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὰ Δικαστήρια εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐφήρμοσαν τὸν νόμον, καὶ ὅπου ὑπέκυψαν τὸ ἔπραξαν ἀπὸ ἐπιβλητικὸν ἀνώτερον καταναγκασμόν. Μὴ ζητεῖτε πάντοτε ἡρωισμούς. Τώρα, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ ἀρχαιότερον ἔθνος, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν παράδοσιν αὐτήν, τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τοῦ Σώματος, τὴν ἐγκατέλιπεν. Ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία ἔκαμε τὸν θεσμὸν αὐτόν, ἦλθε καὶ εἶπε: Θὰ παύσωμεν τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐξελέγξεις, διότι ἔχομεν περισσοτέραν πεποίθησιν εἰς τὰ Δικαστήρια παρὰ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσι· δὲν ἠκούσατε τί εἶπεν ὁ ἀρχιδικαστὴς τῆς Ἀγγλίας, ὅτε ἠρωτήθη ἡ γνώμη του περὶ τῆς καινοτομίας ταύτης; «Μὴ τὸ κάμητε, διότι θὰ ἐκθέσητε ἡμᾶς τοὺς δικαστάς· θὰ χάσωμεν τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχομεν παρὰ τῷ Ἀγγλικῷ λαῷ». Πρῶτον, Κύριοι, ἂν ὁ δικαστὴς τὸ εἴπῃ ἐρωτώμενος περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀνθρωπίνως δύναταί τις νὰ τὸ εἴπῃ, ὅτι παρεσύρθη καὶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ μὴ φανῇ ἐγωιστής· ἔπειτα βλέπετε ὅτι οἱ ἐρωτήσαντες δὲν τὸν ἤκουσαν, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐξέλεγξιν τοῦ πράγματος, ἀπὸ τοῦ ἔτους δηλ. 1868. Ἔχασεν ἔκτοτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐρωτῶ, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα; Δὲν ἔχασε διόλου· ἂν ὑπάρχῃ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀκμαῖον μένει καὶ εἰς τὸ ὁποῖον Κράτος ἀποβλέπουσιν ὅλοι διὰ τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κοινοβουλευτισμός, τὸ Κράτος αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγγλικόν, καὶ καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἄλλο Κράτος, τὸ ὁποῖον φέρεται ὡς παράδειγμα περὶ τοῦ ἐναντίου — καὶ τὸ λέγω μὲ ἐντροπήν μου —, εἶναι τὸ ἡμέτερον ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Θέλετε νὰ μάθητε, λέγει συγγραφεύς τις, τί σημαίνει ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τὰς Βουλὰς; Παρατηρήσατε ποῦ τὸ σύστημα τοῦτο ἔφερε τὸ ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον! Δὲν τὸ λέγω ἐγώ. Τὸ λέγει συγγραφεύς, τὸν ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἴσως ἀνέγνωσαν.
§94Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι ὁ συγγραφεύς;
§95ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ ἂν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τὸν συγγραφέα τώρα, πιστεύω ὅτι θὰ μὲ συγχωρήσητε· δὲν πιστεύω νὰ μὲ θεωρήσητε κακῆς πίστεως. Ἠδυνάμην ἐκ τοῦ προχείρου νὰ σᾶς εἴπω ἓν ὄνομα οἱονδήποτε, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς.
§96Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ λέγει ὅλος ὁ λαός.
§97ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἕτερον θέμα εἶναι ἡ διαστολή, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς μεταξὺ ἐξελέγξεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα. Διὰ ποῖον λόγον ἡ ἐξέλεγξις τῶν προσόντων θὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἐνῷ πρὸ πάντων τὰ προσόντα ὁρῶσιν ἐφαρμογὴν νόμων; Διατί τὰ Δικαστήρια καλούμενα δὲν εἶναι κατάλληλα εἰς τοῦτο; Μὲ ὅλην τὴν προσοχήν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἀκούων τὸν ἀξιότιμον ἀγορεύσαντα διὰ νὰ πεισθῶ, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν διαστολὴν αὐτὴν μεταξὺ ἐξελέγξεως παρανομιῶν γενομένων κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐλλείψεως προσόντων. Ἂν τὰ Δικαστήρια εἶναι κατάλληλα καὶ παρέχωσι τὴν ἀμεροληψίαν διὰ τὸ ἕν, παρέχουσι καὶ διὰ τὸ ἄλλο. Ἀλλά, λέγουσιν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ θέλῃ δι’ ἓν πρᾶγμα πολιτικῶς νὰ σκεφθῇ, καὶ τότε τί θὰ γίνῃ; Ἂν ἦσαν νόμοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν προηγουμένως ἐπὶ σκοπῷ τινι, ἔρχεται ἡ νέα Βουλὴ καὶ λέγει τὸ ἐναντίον. Μία ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν πολιτικὴ εἶναι κακὸν μικρότερον ἢ νὰ ἐξαναγκάζηται Βουλευτὴς νὰ ἀποφαίνηται ἐναντίον τῶν ἤδη ὑπὸ ταύτης πεπραγμένων, εἶναι, προτιμότερον, λέγουσιν, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποτελεσθῇ ἐλευθεριώτερον, καθόσον ἤδη αὕτη πάντως εἶναι ἡ γνησία ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἐναντίον ἐκείνης, ἡ ὁποία προηγουμένως δὲν ἦτο ἡ γνησία ἀντιπρόσωπος, καὶ ὡς τοιαύτη ἡ νέα εἶναι ἡ ἁρμοδία ἵνα τοὺς νόμους αὐτοὺς τοὺς μεταβάλῃ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν μὲ ἔπεισεν· ἄλλως θὰ ἐδεχόμην τότε καὶ ὅλως διόλου τὴν παράλειψιν τῆς ἐκδικάσεως. Ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι τὰ Δικαστήρια οὐδέποτε πρέπει νὰ ἐπεμβῶσιν εἰς ὑπόθεσιν θίγουσαν τὴν Βουλήν· αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ ἡ διαστολὴ αὐτὴ μεταξὺ παρανομιῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν καὶ ἐλλείψεως προσόντων δι’ ἐμὲ εἶναί τι ὅλως ἀδικαιολόγητον. Κύριοι Βουλευταί, τὸ περὶ ἐξελέγξεως ζήτημα σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἐξετάσητε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀποτελεσμάτων, ὑπὸ ἔποψιν σκοπιμότητος, ὄχι θεωρητικῶς οὔτε κατ’ ἀρχήν· νὰ ἐξετάσητε ποῦ εὑρισκόμεθα καὶ διατί εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Μὴ παραπλανηθῆτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς κυριαρχίας, προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν· ἡ ἰδέα αὕτη μᾶς ἔβλαψε καὶ γενικώτερον. Σκεφθῶμεν μήπως τὴν κατάστασιν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, τὴν ἔφερεν αὐτὴ ἡ ἰδία ἰδέα. Ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, Κύριοι, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν εἶναι ξένη τοῦ κακοῦ καὶ ἡ ἰδέα αὐτὴ τῆς κυριαρχίας τῆς Βουλῆς, τῆς κακῶς ἐννοηθείσης παντοδυναμίας της. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν λοιπόν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν τὴν ἐπαγωγόν, ἀλλὰ πεπλανημένην, ἀλλὰ ὀλεθρίαν, πρέπει νὰ εἴμεθα πάντοτε ὑπὲρ τοῦ φραγμοῦ αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ Βουλή, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι τὸ Κράτος εἶμαι ἐγώ, ὁ λαὸς εἶμαι ἐγώ. Ὄχι· διὰ τοῦτο τίθενται καὶ πρέπει νὰ τίθενται προσκόμματα. Ἓν ἀπὸ τὰ προσκόμματα τῶν ὑπερβασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ὕπαρξις δευτέρου Σώματος, ἡ ὕπαρξις Γερουσίας, καὶ τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν ὕπαρξιν Γερουσίας εἰς μέρη ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν, ἵνα ἀντιπροσωπευθῶσι συμφέροντα ἰδικιτέρων τάξεων, εἰς Κράτη κοινωνικῆς ἰσότητος, ὅπως εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, ὁ σπουδαιότερος λόγος ὑπὲρ τῆς Γερουσίας εἶναι αὐτός· κάμετε καὶ ἓν δεύτερον Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ εὑρίσκηται παρὰ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τῇ λέγῃ· «εἶμαι καὶ ἐγὼ· δὲν εἶσαι σὺ μόνον».
§98Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ποῖος θὰ ἀποτελῇ τὸ Σῶμα αὐτό;
§99ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τώρα περὶ Γερουσίας. Φέρω ἁπλῶς παράδειγμα, ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ ἐπιχειρήματος τῶν πολεμούντων τὴν παρέμβασιν τῶν Δικαστηρίων εἰς τὰς ἐξελέγξεις ὡς μειωτικὴν τῆς Βουλῆς, καὶ λέγω ὅτι θέλω τὸν φραγμὸν τοῦτον τῶν Δικαστηρίων ὡς θὰ ἤθελον ἄλλον φραγμὸν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτήν, τοῦ νὰ ὑπῆρχεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὑπενθυμίζῃ ἑκάστοτε πρὸς τοὺς Βουλευτάς, ὅτι κυριαρχία ἄνευ ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος εἶναι λόγος κενός, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἠξεύρητε ὅτι ἔχετε εἰς τὸ πλευρόν σας καὶ ἄλλον, τὸν λαόν, ὡς τιμητήν, ὡς κριτήν, ὅτι δὲν εἶσθε σεῖς ὁ λαὸς αὐτός. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐξέλεγξις εἶναι ἔργον δικαστικόν, ἡ δὲ κυριαρχία ὅρος πολυσύνθετος· Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν λοιπόν, καὶ ἰδίως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐξετάζων τὸ ζήτημα καὶ ἐπιθυμῶν ἵνα εἰς τὸ μέλλον ἀνυψωθῇ ἡ Βουλὴ ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἑπομένως καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅπως δι’ αὐτοῦ προοδεύσῃ τὸ ἔθνος καὶ ἐπέλθῃ τὸ καλόν, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς ἐκδικάσεως.
§100Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ἀποδεχθεὶς τὰ σχέδια τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἐξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ὑπῆρξε συνεπὴς πρὸς τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε καὶ ἔχει περὶ τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν πολιτευμάτων. Ἐὰν δεχθῶμεν τῳόντι σφαλερὰν τὴν γνώμην ὅτι αἱ Βουλαὶ καὶ τὰ καθαρῶς νομοθετικὰ Σώματα—δὲν πρόκειται περὶ Συνελεύσεων βεβαίως—ἀντλοῦσι τὴν δύναμιν των ἀπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ἔχουσι κυριαρχικήν τινα ἐξουσίαν, τότε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτής, εἶναι συνεπές, διότι, ἐὰν δὲν ἔχωμεν κυριαρχίαν τινά, ἐὰν δὲν ἀντιπροσωπεύωμεν τὸν λαόν, ἐὰν δὲν ἀσκῶμεν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ δύναμιν κατὰ πρόληψιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα μείωσις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σώματος εἶναι συνεπὴς καὶ συνεπεστέρα ἀκόμη θὰ ἦτο ἡ κατάλυσις ἡ παντελὴς Σώματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν, ὡς ὑπεστηρίχθη, τόσον ἀχαλίνωτον εἰς τὰς ὑπερβασίας του, τόσον ἀχαλίνωτον εἰς τὰς κατωφόρους παραβάσεις τῶν νόμων. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην· νομίζω μάλιστα ὅτι ἀπὸ θεωρίας δὲν θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ προσχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐπίσης καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀπὸ θεωρίας εἶναι ἀναμφισβητήτως καταδεδικασμένα. Ἡ θεωρία δὲν τὰ συντρέχει, καὶ διὰ τοῦτο οὐδαμοῦ μεταξὺ τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα κυβερνῶνται κοινοβουλευτικῶς, εἶναι καθιερωμένον τὸ διὰ τῶν συνταγματικῶν σχεδίων προτεινόμενον σύστημα, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἐκεῖ δὲ κατὰ τρόπον δεικνύοντα ὁποῖον αἴσθημα κρατεῖ περὶ τῆς δικαιοσύνης, ὁποία ἔμπεδος ἐμπιστοσύνη, ὁποία σεμνοτυφία ἴσως ἀγγλικὴ δὲν ἀφήνει νὰ ἐκραυγῶσιν ἐκεῖ παράπονα κατὰ τῶν δικαστικῶν ἀγγλικῶν παραπτωμάτων. Ἐκεῖ γνωρίζομεν ὅτι ἀνετέθη ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν εἰς δύο μόνους δικαστὰς ἀνωτέρους. Γνωρίζομεν δὲ κατὰ ποῖον τρόπον ἐνεργοῦνται αἱ ἐκλογαί, καθ’ ἃς θὰ συμβαίνωσι μὲν ἴσως καὶ παντὸς ἄλλου εἴδους ἐκλογικαὶ παραβάσεις, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ δωροδοκία ἡ ἀφορῶσα τὰς ἐκλογὰς εἶναι ἀνηγμένη εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον σχεδὸν εὐλογεῖται ὑπὸ τῆς συνειδήσεως τῆς ἀγγλικῆς· καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1868 μέχρι σήμερον δὲν ἠκυρώθη παρὰ μία καὶ μόνη ἐκλογή, καὶ αὐτὴ οὐχὶ διὰ λόγους δωροδοκίας. Τί σημαίνει τοῦτο; Εἶναι ἆρά γε τοῦτο ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν ὅτι ἐγγύησιν ἀποτελεῖ τῳόντι ἡ ἀνάθεσις τοῦ ἔργου τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ Δικαστήρια; Ἄν, Κύριοι, τὰ ἀγγλικὰ Δικαστήρια δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξαρθῶσιν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀπολύτου ἐννοίας τοῦ κρίνειν δικαστικῶς, ἂν τὰ Δικαστήρια ἐκεῖ δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀνεύρωσι μίαν κἂν μόνην φορὰν μεταξὺ τῶν τοσοῦτον ἀσυστόλως ἐνεργουμένων δωροδοκιῶν μίαν ἐκλογὴν ἁμαρτωλήν, ὅπως ἀκυρώσωσιν αὐτὴν ἐπὶ δωροδοκίᾳ, φαντάσθητε ἂν δυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ τούτου προηγουμένου τὴν πεποίθησιν ὅτι πρέπει εἰς τὰ Δικαστήρια ν’ ἀναθέσωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν συγγραφέων τῶν ἐχόντων κῦρος ὑποστηρίζει ἀπὸ θεωρίας ἀκόμη τοῦτο, τὸ ὁποῖον σήμερον ὡς καινοτομία ζητεῖται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Τὸ προηγούμενον τῆς Κρήτης, οὗτινος ἐμνήσθησάν τινες, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ληφθῇ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν. Ἡ νῆσος, ἡ πολυαγάπητος νῆσος, διατελεῖ εἰς μίαν μεταβατικὴν κατάστασιν, καὶ δὲν εἶναι βέβαια ὁ τόπος ὁ κατάλληλος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θ’ ἀρυσθῶμεν διδάγματα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θ’ ἀρυσθῶμεν τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἡ Κρήτη δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἀσχολῆται ἂν καλῶς ἢ κακῶς λειτουργεῖ νόμος τις, ἢ ἂν καλῶς ἢ κακῶς συνετάχθη τὸ Σύνταγμά της. Ἡ Κρήτη ἀπασχολεῖται ἀπὸ τὴν μεγάλην ἰδέαν; ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἀπασχολούμεθα, καὶ οἱ εὐγενεῖς, οἱ πατριωτικοὶ παλμοὶ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὸν νὰ σκέπτηται περὶ συστημάτων ἐλέγχου ἐκλογῶν ἢ συστημάτων νομοθεσίας ἐν γένει ἢ ἐκπαιδεύσεως ἢ καὶ οἱωνδήποτε διατάξεων νόμων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὰ ἀπὸ τῆς Κρήτης διδάγματα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ νὰ μᾶς πείσωσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὸ κρατοῦν σύστημα, ὅπερ ὑποστηρίζει ἡ θεωρία, ἵνα δεχθῶμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποστηρίζει οὐδ’ ἡ θεωρία οὐδ’ ἡ πρᾶξις, διότι βλέπομεν ὅτι εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικῶς συνεστημένα πολιτεύματα δὲν ἐγένετο δεκτὸν τὸ σύστημα τοῦτο. Μήπως ἐκεῖνα ἆρά γε δὲν ἔχουσι τὰ παραδείγματα, ὧν ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος καὶ κάλλιστός μου φίλος ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Γαρδικιώτης, ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ἆρά γε ὑπερβασίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῶν Βουλῶν; Καὶ ἔφριξεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτε ἐνεθυμήθη παρανομίας, τὰς ὁποίας διέπραξεν ἡ Βουλὴ ἐλέγχουσα ὡρισμένας ἐκλογάς· καὶ ἔρριξεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτε μετὰ κατανύξεως ἔλεγεν ἡμῖν ὅτι ἐξηυτελίζετο ὁ Βουλευτής, τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ ἡ ἐκλογή, ἐκλιπαρῶν τοὺς ἄλλους Βουλευτάς· ἀλλὰ δὲν φρίττει ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος καὶ δὲν ἀναλογίζεται ὁποῖον ἐξευτελισμὸν θὰ ὑποστῇ ὁ Βουλευτής, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ θὰ εἶναι ἐκκρεμὴς πρὸ τῶν Δικαστηρίων, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἠναγκασμένος, νὰ προσφεύγῃ εἰς αὐτὰ ἐκλιπαρῶν τὴν εὐμένειαν, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν Βουλευτῶν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Βουλευτής; Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν φαντάζομαι Βουλευτήν, ὄχι παρακαλοῦντα ἄλλους Βουλευτάς, ἀλλ’ οὐδ’ ὑποδεικνύοντα κἂν ὅτι δύναται ν’ ἀξιώσῃ τὴν ἐπικύρωσιν ἀκύρου ἐκλογῆς ἀφορώσης τὸ πρόσωπόν του. Ἐὰν λοιπόν, Κύριοι, ἔχωμεν Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἐκλιπαροῦσι τοὺς συναδέλφους των, ἐὰν ἔχωμεν Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι τὴν τήβεννον τὴν βουλευτικὴν τὴν καταρρυπαίνουσι διὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν των σύροντες αὐτὴν εἰς τοὺς διαδρόμους τοῦ Κοινοβουλίου, φαντάσθητε τὴν πενιχρὰν αὐτὴν τήβεννον συρομένην ταπεινὴν καὶ εὐτελῆ εἰς τοὺς δικαστικοὺς προθαλάμους, ἐπιδιώκουσαν καὶ ἐκλιπαροῦσαν τὸν δεκασμὸν τοῦ δικαστοῦ, μεθ’ οὗ ἀναγκαίως θὰ συνάπτῃ συμβόλαιον ἀμοιβαίας βοηθείας, αὐτοῦ μὲν παραβαίνοντος τὸ καθῆκόν του κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, ἐκείνου δ’ ἀσκοῦντος ὅλον τὸ κράτος τῆς βουλευτικῆς δυνάμεώς του, ἵνα παράσχῃ ἀντίστοιχα εἰς τὸν δικαστὴν ὠφελήματα. Ἀλλὰ παρενόμησαν, Κύριοι, αἱ Βουλαί, ἐξετροχιάσθησαν αἱ Βουλαί, καὶ πρέπει νὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν εἰς τὰ ὀλισθήματα ταῦτα, λέγουσιν ἡμῖν οἱ ἀντιφρονοῦντες. Δὲν ἐγένετο ὅμως ὁ αὐτὸς ἐπιμελὴς ἔλεγχος ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἠρύσθησαν τὰ παραδείγματά των ἀπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ παρελθόντος, καὶ ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ παρ’ ἡμῖν παρελθόντος; Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, θὰ ἔβλεπον ὁπόσαι καταισχύναι δικαστικαὶ κρύπτονται εἰς τὰ δικαστικὰ ἀρχεῖα, ἀλλ’ ἀνεδίφησαν μόνας τὰς ἐκτροχιάσεις τοῦ βουλευτικοῦ Σώματος καὶ ἔφεραν ταύτας ἐνώπιον ὑμῶν, διὰ νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν τῶν Βουλευτῶν. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξαγιάζουσι τὰς παρανομίας, αἱ ὁποῖαι ἐτελέσθησαν ἐν τῷ ἐλεγκτικῷ ἔργῳ τῶν Βουλῶν, ἀλλά, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἀμερόληπτοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀρυώμεθα εἰλικρινῶς διδάγματα ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες, ὅτι ὁλονὲν βαίνει ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν εἰς κρείττονα τύχην. Αἱ παρανομίαι καὶ αἱ ἐκτροχιάσεις, αἱ ὁποῖαι παρετηροῦντο κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἔπαυσαν πλέον νὰ παρατηρῶνται, καὶ μεμονωμένα εἶναι τὰ παραδείγματα τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀσχημιῶν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Δὲν εἶναι δὲ πρόσφορον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀντιθέτου γνώμης οὐδ’ εὐτυχὲς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Ἐν πρώτοις εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν τῶν βουλευτικῶν. Ἀλλά, ἂν καὶ δὲν παρουσιάζεται τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον, θὰ παρατηρήσητε ἐν τούτοις ὅσοι θέλετε νὰ μελετᾶτε τὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος εἰλικρινῶς, θὰ παρατηρήσητε, ὅτι ὑπῆρξαν ἄπειροι δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἄλλοτε ἐν Ἀθήναις, ἄλλοτε ἐν Ναυπλίῳ, ὡς ἀνέφερε συνάδελφός τις, καὶ ἄλλοτε εἰς ἄλλα μέρη, ὡς ἐν Λεβαδείᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, καθ’ ἃς δὲν ἔχομεν ἔκτροπον μόνον ἢ ἠμελημένην ἀπόφασιν μιᾶς ἐκλογῆς, ἀλλ’ αὐτόχρημα τοῦ νόμου καὶ τῆς εὐπρεπείας παράβασιν, πρὸ τῆς ὁποίας θὰ ἠρυθρία καὶ ἡ μᾶλλον ἀσχημονοῦσα Βουλή. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χριστόπουλος, ὅτι εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐκλογὴν ἐδιχάσθη ἡ δικαστικὴ γνώμη, ἀποφανθεῖσα ἐν πρώτῳ μὲν βαθμῷ αὐτὴν ἄκυρον, ἐν δευτέρῳ δ’ ἔγκυρον, αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἐκεῖ, ἔνθα νομίζετε ὅτι πρέπει ν’ ἀναθέσητε τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν, ὑπάρχει ἡ τοιαύτη ταλαντευομένη γνώμη, μὴ παρέχουσα τὰ ἐχέγγυα τῆς ἀξιουμένης ἐμπιστοσύνης, ἢ ταλαντευομένη γνώμη ἐμφανίζουσα τὸν βαθμὸν τῆς πιέσεως, ἥτις ἠσκήθη εἰς τὸ κατώτερον Δικαστήριον, τὸν βαθμὸν τῆς πιέσεως, ἥτις ἠσκήθη εἰς τὸ ἀνώτερον Δικαστήριον. Δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκλογῆς, ἧς ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι ἀληθὲς καὶ βεβαίως εἶναι ἀληθές, διότι τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης μετεκλήθη εἷς πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν ἐκτάκτως ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, διὰ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς πρέπει νὰ μᾶς διδάξῃ, ὅτι εἰς χεῖρας οὐχὶ παρεχούσας τὰς ἐγγυήσεις τὰς πλήρεις, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν, θὰ παραδώσωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν.
§101Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αὐτὸς ἐγένετο ἀρεοπαγίτης.
§102Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Φαντάσθητε, Κύριοι, τὸ Δικαστήριον —ἐντελῶς ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως θὰ ὁμιλήσω—, φαντάσθητε τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐκληρώθη ἵνα ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ δώσωσι Κυβέρνησιν εἰς τὴν χώραν ἐξαρτωμένην ἀπὸ μίαν πλειονοψηφίαν ἐλαχίστου ἀριθμοῦ. Μὴ ῥυθμίζετε τὰς σκέψεις σας μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τὴν σήμερον ὑπάρχουσαν· αὐτὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαναστατικῆς θυέλλης. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ θύελλα θὰ παρέλθῃ καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη εἰς τὸν τόπον.
§103Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἑπομένως;
§104Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἑπομένως αἱ πλειονοψηφίαι αἱ καταρτιζόμεναι δὲν θὰ εἶναι ἐπαναστατικαί, δὲν θὰ εἶναι πλειονοψηφίαι παραφορᾶς λαϊκῆς· θὰ εἶναι πλειονοψηφίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ προέρχωνται ἐκ τοῦ νηφαλίου ἀνταγωνισμοῦ ἀντιθέτων γνωμῶν, ὅπως συμβαίνει πάντοτε, ὅταν εὑρίσκωνται τὰ πράγματα εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀρνεῖται κανείς. Λοιπόν, ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐξέλεγξις ἐκλογῶν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, φαντάσθητε ὁπόσην ἐπιρροὴν θ’ ἀσκήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως τὴν μικράν της πλειονοψηφίαν, ἐὰν ἔχῃ, ἢ τὴν μειονοψηφίαν, ἐὰν δὲν ἔχῃ πλειονοψηφίαν, νὰ τὴν καταστήσῃ μεγαλειτέραν ἢ νὰ τὴν μετατρέψῃ εἰς πλειονοψηφίαν, ὁπόσην, λέγω, ἐπιρροὴν θ’ ἀσκήσῃ καὶ ποίας παροχὰς θ’ ἀναγκασθῇ νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ κληρωθῶσι διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἐπιτύχῃ νὰ παρασύρῃ τὴν γνώμην αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως ἀναλόγου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος θὰ μετέτρεπε τὴν κομματικὴν κατάτμησιν καὶ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἄποψις τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ ὡς πλεῖστον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη ἄποψις πρακτικωτέρα, ἥτις θὰ δείξῃ ὅτι διὰ τοῦ ἐπιδιωκομένου συστήματος θὰ ἔχωμεν πλήρη ἐπανάστασιν δικαστηριακήν, ἓν διηνεκὲς δικαιοστάσιον. Διότι, ἵνα γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, θὰ κληρωθῇ ἓν Δικαστήριον κατὰ τὰ προσχέδια, ἀποτελούμενον ἀπὸ δέκα ἢ δεκαπέντε ἐφέτας καὶ ἀρεοπαγίτας κληρουμένους ἐκ πάντων τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτοὶ βεβαίως θὰ προσέλθωσιν ἐνταῦθα, διὰ νὰ δικάσωσι τὰς ἐκλογάς. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν βεβαίως θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινά, γινομένη μάλιστα μὲ τὴν τυπικότητα, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τὰ Δικαστήρια· θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἑνὸς μηνός, μετὰ τοῦτο δὲ θὰ μεταβῶσιν οἱ ἐφέται εἰς τὰς θέσεις των. Ἐὰν ἐπακολουθήσῃ μία ἀκύρωσις, θὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἐφέται μετὰ ἕνα μῆνα, ἄλλων κληρουμένων, διὰ νὰ δικάσωσι τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, καὶ οὕτως αἱ ἐργασίαι τῶν Δικαστηρίων τῶν Ἐφετῶν ἐξ ἀνάγκης θέλουσι διακόπτεσθαι ἑκάστοτε. Ἐὰν συμβῇ δὲ καὶ θάνατος Βουλευτοῦ τινος — καὶ ὁ θάνατος συχνάκις ἐπισκέπτεται τὴν αἴθουσάν μας —, θὰ γίνῃ νέα ἐκλογή, καὶ δι’ αὐτὴν δὲ τὴν ἐκλογὴν θὰ κληθῶσι καὶ πάλιν οἱ ἐφέται, ἵνα δικάσωσιν αὐτὴν ἐγκαταλείποντες οὕτω καὶ πάλιν τὰς θέσεις των. Γνωρίζομεν δὲ πάντες ἐκ πείρας, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, κατ’ ἐξοχὴν δὲ οἱ δικαστικοί, ὁσάκις ἀπομακρύνονται τῆς θέσεώς των, δὲν ἀπομακρύνονται μόνον ἐφ’ ὅσον χρόνον χρειάζεται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, δι’ ὃ ἐκλήθησαν, ἀλλὰ θὰ προσθέσωσι πέντε ἢ δέκα ἡμέρας πρό, ἢ πέντε ἢ δέκα ἡμέρας μετά, πᾶσαι δ’ αὐταὶ αἱ ἡμέραι, τὰς ὁποίας εἴπομεν ἐνταῦθα οὕτω συνοπτικῶς, ἀποτελοῦσιν ὁλοκλήρους μῆνας, καὶ οὕτω συντελοῦμεν πλήρη παράλυσιν τῶν Δικαστηρίων, πλήρη δικαστικὴν ἐξάρθρωσιν.
§105Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παραλυσίαν.
§106Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παραλυσίαν. Δέχομαι τὸ δάνειον. Καὶ αὐτὰ μὲν ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ Δικαστήριά μας, ἡμεῖς πρωτίστως οἱ Ἕλληνες δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τοὺς λόγους τοῦ Ἄγγλου ἀρχιδικαστοῦ. Ἄν ὁ Ἄγγλος ἀρχιδικαστὴς ἐφοβήθη διὰ τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης τῆς ἀγγλικῆς, δι’ ὃ διέκοψεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὸν ἀναφέροντα τοῦτο, ἵνα εἴπῃ ὅτι ἐν τούτοις ἐκεῖ δὲν ἐρρυπώθη τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης, ἄν, λέγω, ὁ Ἄγγλος ἀρχιδικαστὴς ἐφοβήθη μήπως ἐκ τῆς προστριβῆς τῆς πολιτικῆς, ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν κύκλον τῆς νομοθετικῆς, μήπως ἐκ τούτου μειωθῇ τὸ γόητρον τῆς ἀγγλικῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, φαντάσθητε ἡμεῖς μὲ τὸ πενιχρὸν γόητρον, τὸ ὁποῖον ἐναπέμεινεν εἰς τὴν ἑλληνικὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μάλιστα εἶναι κατερρακωμένον, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουσι δέκα Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, διὰ νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πάντες εἴμεθα.
§108Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πάντες ἀναφωνοῦσιν ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§109Γ. ΠΩΠ. Μέχρι τῆς ὥρας τῆς ψηφοφορίας.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τώρα εἴμεθα πάντες’ ὅταν ὅμως ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία, θὰ ἴδητε πόσοι θὰ εἶναι. Σεῖς βεβαίως θὰ μείνητε.
§111Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐκκαθάρισις σημαίνει αἰσχρότητα ἐνεργείας καὶ ἀτιμίαν ἐνεργείας.
§112Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
§113Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μάλιστα. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ σᾶς τὰ εἴπω.
§114Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν λοιπόν, Κύριοι, πρόκειται Ἕλληνες Βουλευταὶ νὰ σκεφθῶμεν ν’ ἀναθέσωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐνθυμηθῶμεν καὶ νὰ σταθμίσωμεν καλῶς τοὺς λόγους τοῦ Ἄγγλου ἀρχιδικαστοῦ· διότι, ἂν ἐκεῖνος ἐφοβήθη περὶ τοῦ γοήτρου τῆς ἀγγλικῆς δικαιοσύνης, ὅτι θὰ μειωθῇ τοῦτο διὰ τῆς προστριβῆς πρὸς τὴν πολιτικήν, ἡμεῖς πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὸ ἐλεεινὸν αὐτὸ ῥάκος τοῦ γοήτρου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θὰ πέσῃ ὄχι πλέον εἰς κόνιν, ὄχι πλέον εἰς βόρβορον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω εἰς ὁποίαν ταπείνωσιν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις εἴτε δικίως, εἴτε ἀδίκως, εἴτε ἐκ παραδειγμάτων συγκεκριμένων, εἴτε ἐκ παραδειγμάτων καὶ θρύλων ἀορίστων ἔχει τὴν γνώμην, ἥτις ἐκπροσωπεῖται καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ βαρύς, βαρύτατος ὁ πέλεκυς τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ ὅστις χθὲς ἀκόμη ἤσχαλλε καὶ ἠγανάκτει διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, πρὸς ὅ, παρ’ ὅλον τὸ μεγαλεῖον τῆς ἐξουσίας του, οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην δεικνύει. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχομεν τοιαύτην γνώμην, Κύριοι, θέλομεν ἀκόμη αὐτὸ τὸ ἐλεεινὸν ῥάκος τοῦ γοήτρου τῆς ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, θέλομεν νὰ καταστήσωμεν ἀκόμη ἀμφιβολώτερον, παρέχοντες ὑμεῖς αὐτοὶ τὰς ἀφορμάς, ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ ἐλάχιστον, ὡς εἶπον, ῥάκος τοῦ γοήτρου νὰ καταπέσῃ καὶ ἐξαλειφθῇ ἐντελῶς; Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὸ πράξητε, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ, δηλῶν ὅτι θέλω καταψηφίσει ἀμφοτέρων τῶν σχεδίων, τῆς τε ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§115Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δύο καινοτομίαι, κύριοι Βουλευταί, εἰσάγονται ἐν τῷ σχεδίῳ εἰς τὸ ἄρθρον 73. Κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἀφαιρεῖται ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἀφήνεται εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν καινοτομίαν ἡ παραίτησις τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος θεωρεῖται ὡς δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Κυρίως ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ νὰ ἀντικρούσω τὴν δευτέραν καινοτομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ παραίτησις τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος θεωρεῖται δικαίωμα, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν εἰς ἕτερον Σῶμα, Σῶμα δικαστικῶς ὠργανωμένον, χάριν τῆς ἀκριβοῦς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς, νομίζω ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη ἔχει τόσον ὡριμάσει, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω πολλά, κατόπιν μάλιστα τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ ἀρκετῶν ῥητόρων, οὔτε τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεστηρίχθησαν ἐντεῦθεν ἐκ μέρους τῶν ὑποστηριξάντων τὰ ἐναντία, μὲ ἔπεισαν νὰ μεταβάλω γνώμην καὶ νὰ πεισθῶ ὅτι ἀφαιροῦντες τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς Βουλῆς πράττομεν κακῶς. Διότι ὑπεστηρίχθη ἐντεῦθεν ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν καὶ θέλουσα νὰ κυρώσῃ ὡρισμένην ἐκλογὴν νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην τοῦ ἀνωτέρου Δικαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀνατεθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ διατί νὰ καταφεύγῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαῦτα μέσα, ὅταν αὐτὴ αὕτη ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν εὐθὺς ἀμέσως ἐντεῦθεν; Καὶ ἀνεπτύχθη καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα ὑπ’ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ θεσπίσῃ ὅτι ὡρισμένα ἄτομα, ὡρισμένης κατηγορίας, ὡρισμένου ἐπαγγέλματος δὲν δύνανται νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί, καὶ οὕτως, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἂν ἔχῃ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, τὸ Δικαστήριον βεβαίως θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὸ ἐπάγγελμα ἐκρίθη ὡς ἀσυμβίβαστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἆρα ὁμολογεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἔλεγε τὸ ἐναντίον, θὰ παρενόμει. Ἐναντίον λοιπὸν τῆς παρανομίας ταύτης τῆς Βουλῆς, ἐναντίον τῶν παρανομιῶν τούτων τῆς Βουλῆς θέλομεν νὰ προφυλαχθῶμεν καὶ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν εἰς Ἀρχὴν δικαστικὴν μακρὰν παντὸς πολιτικοῦ συμφέροντος. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ κατ’ ἐντολήν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου.....
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ ὁλομέλεια.
§117Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἡ πλειονοψηφία... Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρόσωπα ὑψηλῆς περιωπῆς, νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀκυρώσωσιν ἐκλογὴν ἔγκυρον. Δὲν πρόκειται περὶ νομικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἑρμηνεύωνται διαφοροτρόπως, διότι καὶ ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, αἱ ὁποῖαι λύουσι πολλάκις ζητήματα διαφοροτρόπως, δὲν πρέπει κυρίως νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀντινομίαι. Εἰς τὰς πλείστας ὑποθέσεις ἐπηρεάζει καὶ ἡ οὐσία καὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην τὰ Δικαστήρια ἀναλόγως τῆς οὐσίας νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις ἀντιφασκούσας πρὸς ἀλλήλας. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτου, πρόκειται νὰ διορθώσωμεν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον συνέβαινε, τὸ ὁποῖον μέχρις ἐσχάτων συνέβη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐκλογήν, ὅτε ὁ συγγενής μου Μποῦτος ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογή του, ἐνῷ ἦτο ὄπισθεν κεκρυμμένος μὲ τὰ στρατιωτικά.
§118Γ. ΠΩΠ. Καὶ αὐτὸ ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ τῆς ἀνορθώσεως.
§119Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν ἦτο τότε ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως. Καὶ ἐπεκυρώθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἡ ἐκλογὴ τῆς Τήνου, ὅτε ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τόσαι παρανομίαι συνέβησαν, ὥστε καὶ ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος ἐκλείσθη ἐν τῷ ἀποχωρητηρίῳ.
§120Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καλὰ τῷ ἔκαμαν, ἀφοῦ ἦτο τοιοῦτος. Τοιοῦτοι δικασταὶ θὰ δικάζωσι τὰς ἐκλογὰς αὔριον!
§121Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως, Κύριοι, τὴν δευτέραν καινοτομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ νὰ παραιτῆται τῆς ἐκλογῆς, τοῦτο τὸ θεωρῶ ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι σκόπιμον, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ὁ Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παραιτῆται, διότι πολλὰ ἐπικίνδυνα καὶ ἄτοπα εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι. Καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ἴσχυσεν ἡ διάταξις αὕτη, συνέβησαν ἄτοπα, διότι εἶναι δυνατὸν ὁμὰς ἐκλογέων νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ ὑποψηφίου Βουλευτοῦ ὡρισμένας παροχάς, πρὸς ἀσφάλειαν δὲ τούτου νὰ ἔχωσι τὴν παραίτησίν του ἀνὰ χεῖρας, καὶ θὰ ἐκβιασθῇ οὕτως ὁ Βουλευτὴς ἐκλεγόμενος ἢ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὴν ὁμάδα τῶν ἐκλογέων, ἢ νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἀξιώματος, διότι ἄλλως ἡ παραίτησις θὰ εἶναι εἰς χεῖρας τῶν ἐκλογέων καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σταλῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι δυνατὸν καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἢ οἱ κομματάρχαι οἱ μεγάλοι νὰ προσλαμβάνωσι πρόσωπα ἐν τῷ συνδυασμῷ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποχρεώνωσι νὰ ἀκολουθῶσιν ὡρισμένην πολιτικὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ θὰ ἔρχωνται τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐνταῦθα καὶ θὰ ψηφίζωσι παρὰ τὴν συνείδησιν αὐτῶν, διότι θὰ ἔχωσι προεξοφλήσει τὴν γνώμην αὐτῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἴτε ὁ κομματάρχης ἐκεῖνος θὰ ἀξιώσωσι παρὰ τῶν Βουλευτῶν τούτων νὰ ἔχωσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν τὴν παραίτησίν των καὶ θὰ τοὺς ἐκβιάζωσι, καὶ θὰ ἀναγκάζωνται οἱ Βουλευταὶ οὗτοι νὰ ψηφίζωσι παρὰ τὴν συνείδησίν των.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε δὲν θὰ εἶναι ἄξιοι νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα.
§123Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἠμπορεῖ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀλίγα τὰ παραδείγματα, καὶ δὲν ἦσαν ἄξιοι πάντες οἱ παρακαθίσαντες ἐνταῦθα, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως θέλομεν νὰ ἀπομακρύνωμεν τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τῆς κυβερνητικῆς ἐπηρείας, διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου συνδέομεν τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τοὺς Βουλευτάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἄτοπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος τούτου· εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι Βουλευταὶ—καὶ ἂν ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις αὗται, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν τοιαύτην διάταξιν συνταγματικήν—, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι καὶ τὸ ἀξίωμα αὑτῶν νὰ πωλήσωσιν ἀντὶ χρημάτων, διότι θὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι πολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν νὰ ἀποτύχωσι καὶ θὰ ἀγοράσωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὴν παραίτησιν, διὰ νὰ ἐκτεθῶσιν ἐκ νέου.
§124Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μὲ οἱονδήποτε ποσόν.
§125Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἠγοράσθησαν Βουλευταὶ μὲ πολὺ μικρὰ ποσά, καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ εἰς τὸ μέλλον; Πολλὰ συνέβησαν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ ἀνατεθῇ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφαίνηται ἂν ἡ παραίτησις τοῦ Βουλευτοῦ θὰ γίνῃ δεκτὴ ἢ ὄχι. Ἄλλως τε οὐδένα κίνδυνον διατρέχει ὁ Βουλευτής· καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Βουλὴ δὲν δεχθῇ τὴν παραίτησίν του, δύναται νὰ ἀπέλθῃ. Διατί λοιπὸν νὰ δεσμευθῶμεν καὶ νὰ δώσωμεν τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὸν Βουλευτήν;
§126Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁμιλήσαντες κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ὑπαχθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸ Δικαστήριον, νομίζω ὅτι ὑπέστησαν σύγχυσιν, σύγχυσιν εἰς τὸ ὅτι ὑπέλαβον τὸ δικαστικὸν μέρος τῆς Βουλῆς ὅμοιον μὲ τὸ πολιτικὸν αὐτῆς μέρος καὶ ὅτι τὸ μέρος τὸ δικαστικὸν τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι οὕτως ἀφαιρεῖται τὸ δίκαιον τοῦ αὐτελέγχου παρ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ σύγχυσις εἶναι διπλῆ, διότι ὑπέλαβον ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς τοιαύτη εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὡς καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον, ὅτι αὕτη εἶναι ὑπάλληλος Ἀρχὴ τῆς νομοθετικῆς, καὶ εἰς τὰς σκέψεις ταύτας στηριζόμενοι ἤχθησαν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ παραδεχθῶσιν ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον. Εἶναι κοινὴ ἡ ἀλήθεια, ἀναγνωριζομένη ὑπὸ πάντων, ὅτι, ὁσάκις αἱ διπλαῖ Βουλαὶ ἢ αἱ Συνελεύσεις τῶν λαῶν καλοῦνται πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος αὐτῶν, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ μεταρρυθμίσωσι τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος ἀνέδειξαν ἐλαττωματικάς· διότι ἄλλως, ὄχι μόνον δὲν θὰ εἶχον σκοπὸν αἱ Συνελεύσεις, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἦσαν ἐπιζήμιοι, διότι θὰ ἔφερον τὴν σφραγῖδα τῆς ἐπικυρώσεως τοιούτων παρανομιῶν. Ἐνῷ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων καὶ ὁμολογεῖται κοινῶς ὅτι πλημμελῶς ἐλειτούργησαν κατὰ τὸ παρελθόν, παραδεχόμενοι δὲ σήμερον ταύτας ἄνευ μεταρρυθμίσεως αἱ Συνελεύσεις εἶναι ὡς νὰ λέγωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· νὰ ἐξακολουθῇς νὰ παρανομῇς, διότι ταύτην τὴν παρανομίαν ἐγὼ τὴν ἀναγνωρίζω ὡς ἔχουσαν καλῶς. Δὲν περιέμενόν ποτε, Κύριοι, μετὰ τὰ ἐκτυλιχθέντα, μετ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐν τῷ παρελθόντι τῆς διατάξεως ταύτης, δὲν περιέμενον νὰ ὑπάρχῃ φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς διατάξεως ταύτης, διότι, ὅτε εἴχετε προϊόντα νοθείας, προϊόντα βίας, προϊόντα δωροδοκιῶν, καὶ τὰ προϊόντα ταῦτα ὁμολογεῖτε ὅτι τὰ ἐδέχθησαν αἱ Βουλαὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πολιτικῆς ἐπηρείας καὶ τοῦ κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἀποκρούετε τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία θέλει τεθῇ σήμερον εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὡς νὰ λέγητε, ὅτι ὄχι μόνον ἀναγνωρίζετε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται, ἀλλὰ καὶ κυρώνετε αὐτό, ἐπειδὴ δὲν δύνασθε δῆθεν νὰ ὑπαγάγητε τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν εἰς ἄλλην Ἀρχήν, διότι τοῦτο παραβιάζει τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ ἡ ἀρχὴ ὅτι ἡ Βουλὴ ὡς κυρίαρχον Σῶμα πρέπει νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν μὴ δεχομένη ὑπὲρ αὐτὴν ἄλλην Ἀρχήν, ὄχι μόνον δὲν μένει ἀπολέμητος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ εἴς τινα Κράτη, ὅτι ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν εἶναι ὑπόθεσις καθαρῶς δικαστικῆς φύσεως, ξένη πρὸς τὸ ἔργον Σώματος πολιτικοῦ, οἷον ἡ Βουλή. Ὄχι μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1868 αἱ περὶ κύρους τῶν ἐκλογῶν ἀμφισβητήσεις ὑπήχθησαν εἰς ἀνώτερον Δικαστήριον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἡ ὀδυνηρὰ πεῖρα τῶν βουλευτικῶν ἐξελέγξεων ὑπηγόρευσε τὴν σκέψιν, ὅπως αἱ περὶ κύρους τῶν ἐκλογῶν ἀμφισβητήσεις ὑπάγωνται εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ὄχι εἰς τὰς Βουλάς. Καὶ ἐν τῇ Βορειοαμερικανικῇ Συμπολιτείᾳ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργῶς συμπράττει εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν, διότι ἐνώπιον δικαστῶν γίνονται οἱ συζητήσεις τῶν ἐνισταμένων καὶ τῶν ἐκλεχθέντων καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἀποδείξεων. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπίκλησις ξένων συγγραφέων καὶ ξένων συνηθειῶν πάντοτε ὑπῆρξε πολύτιμος, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω πῶς θέλουσί τινες νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ βαδίζωμεν μὲ θεωρίας καὶ δὲν ἠθέλησάν ποτε τὴν θεωρίαν νὰ τὴν προσαρμόσωσι πρὸς τὰ πράγματα. Καὶ μοὶ προξενεῖ ἀληθῆ ἐντύπωσιν πῶς ἀναστρέφουσι τὰ γεγονότα καὶ πῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι καλόν, θέλουσι νὰ τὸ μεταβάλωσιν εἰς κακὸν καὶ ἄτοπον. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ θεσμός, οὗτινος τ’ ἀποτελέσματα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἴδομεν ἀποτυχόντα, εἶναι ὁ προκείμενος. Ἔν τινι μεγάλῃ γωνίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἐν Κρήτῃ, ἐν ᾗ δὲν ἐπῆλθε πλήρης εἰσέτι ἀποκατάστασις, καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν εἶναι ἐν πλήρει ἠρεμίᾳ, λειτουργεῖ θεσμὸς παρεμφερής. Ἐν αὐτῇ Ἕλληνες δικασταὶ δικάζουσι τὰ κατὰ τὰς ἐκλογάς, καί, ἐνῷ τὰ πολιτικὰ πάθη εἶναι ὀξύτερα, τὰ ἀποτελέσματα εἶναι τόσον εὐχάριστα, ὥστε οὐδεμία φωνὴ διαμαρτυρίας ἠγέρθη.
§127Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἔχετε παράδειγμα, καθ’ ὃ ἠκυρώθη ἐκλογή;
§128Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἀφ’ ἧς ψηφισθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι θὰ λείψωσιν αἱ νοθεῖαι. Καὶ τὸ παράδειγμα, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἅπαξ ἠκυρώθη ἐκλογή, θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐνταῦθα. Διότι, ὅταν μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι τὰ προϊόντα τῶν ἐκβιάσεων καὶ τῶν καλπονοθεύσεων δὲν θὰ γίνωνται δεκτὰ ἐνταῦθα, δὲν θὰ ἀποστέλλῃ τοιαῦτα εἰς τὴν Βουλήν.
§129Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Εἴπατε ὀρθότερον οἱ πολιτευόμενοι, ὄχι ὁ λαός.
§130Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀφοῦ ἐν Κρήτῃ λειτουργεῖ ἄριστα τοιοῦτο σύστημα, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ συμβαῖνον ἐν Κρήτῃ δὲν δύναται νὰ συμβῇ ἐν Ἑλλάδι; Ἀφοῦ Ἕλληνες δικασταὶ δικάζουσιν ἐν Κρήτῃ περὶ Ἑλληνικῶν ἐκλογῶν, οἱ αὐτοὶ δικασταὶ δὲν θὰ δικάζωσιν ἐνταῦθα καλῶς τὰ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ διστάσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν παρεμφερῆ διάταξιν διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς; Τί ἐγίνετο, πρὶν αὗται ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια: Εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν πόσα ὄργια ἐξέλιπον ἀφ’ ὅτου ἡ ἐκδίκασις τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν περιῆλθεν εἰς τὰ Δικαστήρια.
§131ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χειρότερα γίνονται τώρα. Ὑπάρχει δημοτικὴ ἐκλογὴ ἐν Ἑλλάδι μὴ προϊὸν νοθείας; Καὶ ὅμως ἠκυρώθη ποτὲ καμμία;
§132Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἔχετε δίκαιον νὰ κόπτησθε ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος, διότι ψηφιζομένης τῆς διατάξεως ταύτης θὰ σκέπτηται ἄλλως ὁ λαὸς τῆς Ἄρτης.
§133ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὔχομαι νὰ συναντηθῶμεν εἰς τὴν προσεχῆ Βουλήν, καὶ νὰ μὴ μετανοήσητε δι’ αὐτά.
§134Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐὰν τυχὸν ἐπικρατήσωσιν αἱ ἰδέαι αὐταί, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ συναντηθῶμεν ἐνταῦθα. (Ἱλαρότης).
§135Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γνωρίζετε ἐκλογὴν ἐν Τρικκάλοις διεξαχθεῖσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔγινεν ἡ ἑξῆς νοθεία: ὁ θέλων νὰ καλπονοθεύσῃ ψηφοφόρος ἀντὶ σφαιριδίων ἔρριψεν εἰς τὴν κάλπην κάτι τι πολὺ ὁμοιάζον πρὸς σφαιρίδιον; Γνωρίζετε ἂν ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐπεκυρώθη ἢ ἠκυρώθη ἀπὸ τὰ Δικαστήρια;
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε, κ. Βουλευτά.
§137Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ὄχι μόνον ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ προσήκουσα καὶ μὴ προσκρούουσα πρὸς τὴν αὐτοτέλειαν καὶ αὐτενέργειαν τοῦ Σώματος ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέχρι τοῦδε, προσκρούει ἀκριβῶς πρὸς τὸ ἔμφυτον αἴσθημα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν ἑαυτοῦ ὑποθέσεων. Ἄλλως πῶς εἶναι δυνατὸν δικάζων καὶ δικαζόμενος νὰ εἶναι τὸ αὐτὸ πρόσωπον; Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους ἀκόμη δογματίζεται ὅτι «οἱ πλεῖστοι φαῦλοι κριταὶ περὶ τῶν οἰκείων».
§138Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ δικασταὶ πῶς δικάζουσι τὰς ἰδίας των ὑποθέσεις; Δὲν ἔχουσιν αὐτοὶ τὸ esprit de corps;
§139Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἰς τὰς ἰδίας των ὑποθέσεις ἐξαιροῦνται, διότι ὁ δικάζων περὶ ἑαυτοῦ θέλει περιπέσει εἰς κρίσιν ὄχι ἀσφαλῆ. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἀκόμη καὶ κέρδος χρόνου, διότι ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν θὰ εἰσέρχηται ἀμέσως εἰς τὰ κύρια αὑτῆς ἔργα, χωρὶς νὰ κατατρίβηται ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον εἰς ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. Διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ ὑπερψηφίσω τῆς προτάσεως ταύτης, διότι νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἐπωφελὴς καὶ ἀνυψωτικὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διότι νομίζω ὅτι, ὅταν ὁ λαὸς πεισθῇ ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν θὰ εἰσέρχωνται προϊόντα βίας καὶ καλπονοθεύσεως καὶ προφανῶς ἀνήλικοι, ἀλλὰ γνήσιοι ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, τότε ὁ λαὸς θ’ ἀποστέλλῃ τοιούτους, καὶ τὸ Κοινοβούλιον θὰ παρουσιάσῃ τὴν λαμπροτέραν του εἰκόνα. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§140Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα πρὸ πάσης συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Συντάγματος εἶχον δεδηλωμένην γνώμην ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς κατὰ πόσον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προβλέπονται ἀπὸ μέρους τῆς διατάξεως τόσον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐντίμων ἐξ Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ πόσον τὰ μέλη ἐκεῖνα παρέχουσι πλήρεις ἐγγυήσεις ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἀμερόληπτον τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν, τονίζω, πρὶν ἢ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ ἔχω τὴν δεδηλωμένην γνώμην τῆς Βουλῆς ἂν θὰ ἐπέλθῃ ἐκκαθάρισις ἐπὶ τοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν, διότι τότε καὶ μόνον τότε κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον ταχθῆ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν διάταξιν ἄντικρυς ἀντιστρατευομένην πρὸς τὴν τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Διότι, ἂν εἰς ἐμὲ δὲν εἶχεν ἀποκρυσταλλωθῆ ἡ σκέψις καὶ δὲν εἶχε παγιωθῆ ἡ πεποίθησις ὅτι πρόκειται νὰ ἀνατάμωμεν μίαν νέαν λεωφόρον ἐν ταῖς σχέσεσι τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὰς τῆς κοινωνίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην τόσον τῶν ἐξ Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτισάντων τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθές, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πολλαὶ καταχρήσεις εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἀμνηστίαι ἐδίδοντο πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον ἐπιδείξει κατὰ τὸ παρελθὸν ἢ ὄνομα ἢ χρῆμα. Ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλίου τοῦτο μαρτυρεῖ τοὐλάχιστον, ὅτι, ὁσάκις παρουσιάσθησαν Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ νόμιμα προσόντα τῆς ἡλικίας, ἀλλὰ καὶ ὁσάκις παρουσιάσθησαν Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν προϊόντα βίας καὶ πλαστότητος τοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ Βουλευταί, ὁσάκις παρουσίαζον τὸ ὄνομα ἢ τὸ χρῆμα, παρεκάθισαν εἰς τὰς θέσεις ταύτας. Ἀλλ’ ὁσάκις οἱ Βουλευταὶ ἐξεπροσώπουν τὸ γνήσιον φρόνημα τοῦ λαοῦ, οἱ δὲ ἀρχηγοὶ τῶν πλειονοψηφιῶν εἴτε ἐκ προσωπικῶν ἐκδικήσεων — καὶ ἀναφέρω τὸν ἐξ Ἀγρινίου ἀτυχῆ Κατσᾶνον —, ὁσάκις ἠθέλησαν νὰ ἐξυπηρετήσωσι προσωπικὰ πάθη καὶ ὁσάκις ἠθέλησαν νὰ ἐνισχύσωσι τὴν πλειονοψηφίαν, παρέπεμπον τὸν ἀτυχῆ Βουλευτὴν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἴσως εἴπῃ τις ἐξ ὑμῶν: ἂν καὶ πάλιν παραπεμφθῶσι Βουλευταὶ πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε καὶ πάλιν τοὺς ἐκλέξει, ἤθελε καὶ πάλιν δώσει τὸ εἰσιτήριον τῆς ἐμπιστοσύνης, ἵνα συμπαρεδρεύωσι μεθ’ ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Τοῦτο οὐδεὶς ἀρνεῖται, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν λαῶν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμῆς μεταβάλλονται· τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ ἔχει παγιωθῆ ἡ πεποίθησις ὅτι οὐχὶ σπανίως οἱ λαοὶ μεταβάλλουσι γνώμας. Δι’ αὐτὸ εἴτε ἡ ψυχολογικὴ ἐπίδρασις ἀπὸ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἴτε τὰ ἄλλα σατανικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, πολλάκις ἐξουδετεροῦσι τὸ ἀληθὲς καὶ γνήσιον φρόνημα τοῦ λαοῦ. Κατὰ τὸ παρελθὸν βεβαίως ἐγένοντο ἀκολασίαι πολιτικαὶ τοιαῦται, ὥστε νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ ἀφ’ ἑαυτῆς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω ὅτι καὶ πρὸ ὀλίγου ἐγένοντο ἀκολασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἂς εἴμεθα εἰλικρινεῖς· ἀνάγκη εἰλικρινείας. Εἰς τὴν συνείδησιν πάντων οὐδ’ ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία παραμένει ὅτι διὰ τῆς ἐκδικάσεως τῶν τελευταίων ἐκλογῶν εἰσῆλθον ἐνταῦθα ἄνθρωποι, οἵτινες, ἂν δὲν ἦσαν προϊόντα βίας καὶ νοθείας, ἀσφαλῶς ὅμως δὲν παρουσίαζον τὰ προσόντα, ἅτινα ὁ ἐκλογικὸς νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα διέγραφεν. Εὐελπίζομαι καὶ τολμῶ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τῶν ὀργάνων τῆς δικαιοσύνης ἔχει ἐκδηλωθῆ ἀπολύτως ἐν τῇ σκέψει αὐτῆς. Ἀπὸ τοιούτων σκέψεων καὶ ἐλατηρίων ὁρμώμενος θέλω ταχθῆ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνην ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, τὴν γνώμην τῆς ἐκδικάσεως τῶν προσόντων τῶν ἐκλογίμων καὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τοῦ ἀπαρτιζομένου ἐκ μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν δύναμαι νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες πρεσβεύουσιν ὅτι πρέπει οἱ μέλλοντες νὰ ἐκδικάσωσι τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν, νὰ ὦσιν ἐφέται, διότι πάντες πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν περιβάλωμεν διὰ τῆς ἰσοβιότητος τοὺς κ. δικαστάς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θωρακισθῶσιν οὗτοι ἀπὸ παντὸς ἐπηρεασμοῦ καὶ πάσης ψυχολογικῆς ἐπιδράσεως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ βέβαιον καὶ ἀληθὲς εἶναι ὅτι πάντως ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας θὰ ἐξασκῆται ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ἐφετῶν, διότι θὰ ἀναμένωσι τὴν προαγωγὴν αὐτῶν εἰς ἀρεοπαγίτας. Θὰ εἶναι βεβαίως, Κύριοι, οὐτοπία νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἰς ἐφέτας, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀνατρέψῃ, ὅτι πάντως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ πρὸ παντὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁσονδήποτε καὶ ἂν οὗτοι διὰ τῆς ἰσοβιότητος ἤθελον θωρακισθῆ, πάντως θὰ ἐξασκῶσιν ἐπίδρασιν ἐπὶ τούτων, κινουμένων ὑπὸ τῆς σκέψεως τῆς προαγωγῆς αὐτῶν ἀπὸ ἐφέτας εἰς μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πολιτευτὴς κ. Μιχαλακόπουλος νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κρίνῃ περὶ τῆς νομιμότητος τῶν προσόντων τῶν ἐκλογίμων. Ἄν, Κύριοι, ἠθέλομεν κρατήσει τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἐκδικάσεως διὰ τὴν Βουλήν, νὰ εἶσθε πλέον ἢ βέβαιοι ὅτι θὰ ἐπαληθεύσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τόσον ἁπλοϊκῶς καὶ τόσον ἀπερίττως, ἀλλὰ καὶ μετὰ τόσης βαρύτητος ἀπὸ ἀπόψεως ἀληθείας, ἐτόνισεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Μαμάης, ὅτι θὰ καταλήξῃ διὰ τοῦ ὁρίου τῶν 25 ἐτῶν, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν, νὰ εἰσέρχωνται νέοι 20 καὶ 18 ἐτῶν, καὶ περιττὴ ἦτο ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐθεσπίσαμεν καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἀπησχόλησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· θὰ ἦτο, τονίζω, τελείως περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἠθέλομεν ἀναθέσει εἰς αὐτὰ καὶ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ζητήματος τῆς ἡλικίας τοῦ ἐκλογίμου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι προκειμένου νὰ θεσπίσωμεν συνταγματικὴν ἢ οἱανδήποτε ἄλλην νομοθετικὴν διάταξιν ἀσφαλῶς πρέπει νὰ συμβουλευώμεθα τὰ φῶτα Κρατῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ κρατοῦσι. Δὲν θ’ ἀνατρέξω εἰς ξένας χώρας, δὲν θ’ ἀντλήσω ἐπιχειρήματα ἀπὸ Κράτη γηράσαντα ἐν τῇ προόδῳ, τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τῷ πολιτισμῷ· θὰ ἀποβλέψω, Κύριοι, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν καὶ προσφιλῆ πατρίδα τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐντίμου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλου, ἔνθα ἡ διάταξις αὕτη ἀπολύτως ἐφαρμοσθεῖσα ἐπεκράτησε μετὰ τόσης νομιμότητος, ὥστε νὰ εὐελπίζηταί τις ὅτι πάντως καὶ ἐνταῦθα θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰς ἀσχημίας καὶ τὴν ἀκολασίαν, ἡ ὁποία κατὰ καιροὺς παρουσιάζετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὑπῆρξαν ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑσπέρας συνεδρίαζον μὲ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τὰ τάσσοντα τὰς γνώμας αὑτῶν μὲ τὰς τῶν ἀρχηγῶν των, ἵνα συσκεφθῶσι ποῖα μέλη ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔπρεπε νὰ προγράψωσιν. Ἂν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ αὐτὸ καθεστώς, ἂν φρονῆτε ὅτι δυνάμεθα νὰ παριστάμεθα θεαταὶ τοιούτων ἀσχημιῶν καὶ τοιούτων κοινοβουλευτικῶν ἐκτρόπων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι πᾶσα σκέψις περὶ μεταρρυθμίσεως συνταγματικῶν διατάξεων, πᾶσα σκέψις περὶ ἀνακαινίσεως νέας πολιτικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ τόπου τούτου ἀποβαίνει πλέον ἢ περιττή, καὶ μόνη ἡ θέσπισις τοιαύτης διατάξεως δικαιολογεῖ τὸ γεγονὸς τῆς 15 Αὐγούστου. Εἶναι ἡ διάταξις, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ δώσῃ τὴν μεγαλειτέραν προσοχήν· εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη, ἐξ ἧς θὰ βεβαιωθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἂν πράγματι γνησίως καὶ ἀσφαλῶς ἀντιπροσωπεύεται ἐκ μέρους τῶν ἐντολοδόχων αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§141Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλοίμονόν μας, ἂν κριθῶμεν ἀπὸ αὐτό!
§142Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τουλάχιστον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ὅπου τὰ πλεῖστα μέλη εἶναι προϊόντα τῆς ἐντίμου καλύβης, τουλάχιστον, λέγω, ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ τὰ μέλη αὐτῆς δὲν θὰ θεσπίσωσι διάταξιν τοιαύτην, ὥστε τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο νὰ εἶναι ἄσυλον δι’ ὡρισμένας οἰκογενείας, ὥστε τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο νὰ εἶναι πρυτανεῖον, διὰ νὰ στεγάζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι μόνον χρῆμα καὶ μόνον ὄνομα, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο νὰ εἶναι παλαίστρα ἰδεῶν, παλαίστρα κοινωνικῶν συμφερόντων, ὥστε ὁ λαὸς νὰ ἐκλέγῃ τοὺς παλαιστὰς τοὺς δυναμένους νὰ ἀγωνισθῶσι τὸν ἀγῶνα τὸν εὐγενῆ τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων καὶ νὰ μὴ ἐκλέγῃ τὰ μαμμόθρεπτα καὶ τοὺς προνομιούχους.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§144ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, καὶ τοσαῦτα μόνον, ὅσα θέλουσιν ἀρκέσει, ἵνα δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ὅσον καὶ ἵνα ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ φέρω ἐπὶ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου, ἂν ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ θεσπισθῇ ὡς ἔχει τοῦτο ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς διατυπωθῆ. Καὶ πάλιν, κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως προσέξητε καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἐκεῖνα μόνον ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἔχομεν καθῆκον νὰ μεταρρυθμίσωμεν, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἔβλαψαν τὴν χώραν. Τώρα, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔβλαψε τὴν χώραν, ἐγώ, Κύριοι, δὲν κατώρθωσα μὲ ὅλην τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου ὅτι ὄντως ὑπῆρξε βλαβερὸν διὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Δὲν ἐπείσθην, λέγω, ὅτι εἶναι βλαβερόν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρεξενεύθην, ὅτε εἶδον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, βιάζεται νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον θεωρεῖ καὶ τὴν Βουλὴν ταύτην ὡς ἐντεταλμένην νὰ ψηφίσῃ, ὅτε εἶδον ὅτι θεωρεῖ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ψηφίσῃ ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἐτροπολόγησεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, εἰς τί ἔβλαψε τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὥστε νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ τὸ μεταρρυθμίσωμεν καὶ νὰ τὸ μεταβάλωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παραδεχθῶμεν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἐκδοχήν; Εἰς τί ἔβλαψε, λέγω, τὸ ἀθῷον τοῦτο ἄρθρον, ὥστε νὰ ἔχῃ τοιαύτην, ὡς μανθάνω ὅτι ἔχει, ἀπόφασιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ καὶ ἐξαναγκάσῃ καὶ ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως:
§145Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἔβλαψε τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ· δὲν εἶναι αὐτὸ ἀρκετόν;
§146ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, φίλτατε, συμβαίνει, καὶ θὰ τὸ ἴδητε ἀμέσως. Σᾶς εὐχαριστῶ μάλιστα, διότι ὑποστηρίζετε τὴν γνώμην μου.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§148ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως.
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἄλλην παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Θὰ εἴπῃ βεβαίως τὴν γνώμην της, ἀλλὰ θὰ ἀφήσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων ἐλευθέραν, ὅπως πάντοτε μέχρι τοῦδε ἔπραξεν.
§150ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐξέφερε τοιαύτην γνώμην περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ λόγος νὰ ἐπιμείνωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, εἶναι αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου, καὶ οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος κεκλημένη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἀλλὰ τί ζητεῖται διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριοι συνάδελφοι; Ζητεῖται νὰ μεταθέσωμεν τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Σώματος τούτου εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται καὶ νὰ σκεφθῶμεν κἄν, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν τῶν ἰδίων ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἵσταται, εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ νὰ σκεφθῶμεν κἄν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον ἄρθρον, ἐφ’ ὅσον οὐδεμίαν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἄνευ προηγουμένης ἐκκαθαρίσεως, ὅπως πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐτόνισαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἵσταται ἐν τῇ συνειδήσει μου εἰς τὴν περιωπήν, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ ἵσταται, νὰ μεταθέσω τὴν εὐθύνην ἀπ’ ἐμοῦ εἰς τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ὅτι ἕως χθές, ἐφέτης ὢν σήμερον, ἐλάμβανε σημειώσεις οὐχὶ ποίους θὰ ἀθῳώσῃ, ἀλλὰ ποίους θὰ καταδικάσῃ; Δὲν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ παρωνυχίδος οὔτε περὶ ψηφίσεως νόμου, τὸν ὁποῖον αὔριον δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπιμείνω, καίτοι ἐδήλωσα ἀνωτέρω περὶ τοῦ ἐναντίου, νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ ἔχητε ὑμεῖς πλήρη τὴν εὐθύνην ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐξέλεξαν.
§151Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὰ δικαστικὰ ἕλκη θὰ τὰ ἐκκαθαρίσωμεν. Καὶ ἐγὼ ἀνομολογῶ ὅτι ὑπάρχουσιν ἕλκη μεγάλα καὶ πυορροοῦντα.
§152ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λέγω ταῦτα περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας παρ’ ἡμῖν οὐχὶ συκοφαντῶν καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τὰ λέγω ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἐφέτην, τὸν ὁποῖον συνήντησα χθὲς μόλις ἐνταῦθα, ὅστις ἐλάμβανε διαταγὴν νὰ καταδικάσῃ τὸν Α. ἢ Β. εἰς φυλακὴν τόσων ἐτῶν, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα, ὅπως.... μετατεθῇ, ὡς μετετέθη, καὶ νὰ προαχθῇ, ὅπως προήχθη, μετὰ μίαν ἑβδομάδα, ἀφ’ ἧς ἀπηνῶς κατεδίωξε τὸν ἀντίπαλον τοῦ ἰσχύοντος πολιτικοῦ. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ ψηφίσω τοιαύτην διάταξιν καὶ ἐν συνειδήσει νὰ δώσω τὸ δικαίωμα νὰ μὲ δικάσῃ ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν χειρίστην ἰδέαν καὶ ὡς ἀτόμου καὶ ὡς δικαστοῦ; Εἰς τὴν προϋπόθεσιν δὲ τῆς ἐκκαθαρίσεως νὰ μὴ στηρίζησθε τόσον πολύ, κύριοι συνάδελφοι, διότι θὰ ἀποδειχθῆτε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἴσως μετὰ μίαν ἡμέραν, πλανώμενοι. Ζητεῖτε τὴν εὐθύνην νὰ τὴν μεταφέρωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν, ὅσον καὶ ἂν δὲν εἶναι ἄτρωτος, ἔχομεν τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν κρατῶμεν μακρὰν ἀπὸ πάσης προστριβῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι ἡ ψήφισις τῆς διατάξεως ταύτης δὲν θὰ ἔχῃ τίποτε ἄλλο ὡς ἀποτέλεσμα, καὶ τοῦτο θὰ ἀποδειχθῇ δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου, εἰμὴ ὅτι, ἐνῷ συμφέρον ἔχομεν νὰ κρατῶμεν ὑψηλὰ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, θὰ καταντήσῃ, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ σύρωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, διότι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ κοινὴ γνώμη εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ κυλίῃ τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ῥύμας τῶν διαφόρων πόλεων, καὶ ὀφείλομεν, ἂν σκεφθῶμεν τοιοῦτόν τι, νὰ ψηφίσωμεν ἕτερον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμνῃ ἐπερωτήσεις ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, διότι ἄλλως θὰ ἴδητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως προτείνει αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, διασυρομένην τὴν Δικαιοσύνην κατὰ τρόπον οἰκτρότατον, ὡς θὰ ἴδητε ὅτι θὰ περιπέσωμεν ἀπὸ τῆς Σκύλλης, ὅπως τὴν ὀνομάζετε σεῖς, εἰς Χάρυβδιν πολὺ χειροτέραν ἀπὸ ὅ,τι τὴν φαντάζεσθε. Βεβαίως δὲν θὰ εὑρεθῇ Βουλευτὴς νὰ σύρηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρὸ συναδέλφων του, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς του, ὡς ἐτόνισεν ἔντιμος συνάδελφος, ἀλλά, καὶ ἂν συρθῇ, ἐπὶ τέλους δὲν θὰ εἶναι διαπόμπευσις αὕτη, ἀλλὰ τὸ νὰ διασύρηται ἐνώπιον δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνάξιος τῆς θέσεώς του; βεβαίως θὰ εἶναι κατάπτωσις καὶ ἐξευτελισμὸς τέλειος τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, κύριοι Βουλευταί, εἰμὴ νὰ διασύρωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν. (Εὖγε, εὖγε).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραιτεῖται.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καμπάνης.
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ νὰ ἔλθωμεν τὴν 10ην.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Περ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§160ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς φρονῶ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἐν γένει ἀντίληψιν περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἅπαντα τὰ συνταγματικῶς διεπόμενα Κράτη τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης. Ἐπέμβασις τρίτων, καὶ δὴ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ἀνηκόντων εἰς ἀνεξάρτητον ἐξουσίαν, εἰς τὸ νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νομίμως συγκροτεῖται ἢ ὄχι, φρονῶ ὅτι ἀποτελεῖ περιορισμὸν τοῦ κυριαρχικοῦ δικαιώματος καὶ τῆς κυριαρχικῆς ἐν γένει παραστάσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο ἅπαντα τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα καθιέρωσαν τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ Κοινοβούλιον κρίνει περὶ τοῦ νομίμου τῆς συγκροτήσεως αὑτοῦ, καὶ οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης παρετηρήθη μέχρι σήμερον τάσις πρὸς ἀντικατάστασιν καὶ μεταλλαγὴν τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κρίνεται τὸ νόμιμον τῆς συγκροτήσεως τῶν Κοινοβουλίων. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μὲν τὴν κοιτίδα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ πολίτευμα διεμορφώθη ὅλως ἰδιορρύθμως, καὶ φυσικὰ ἦτο ἀδύνατον καὶ ἀφύσικον ἡ ἰδιόρρυθμος αὕτη μόρφωσις πολιτεύματος νὰ διαδοθῇ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην, καὶ ἐν αὐτῇ, λέγω, τῇ Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἐλήφθη ἀπόφασις τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τῶν Κοινοβουλίων νὰ κρίνηται ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, εὑρέθησαν συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸ κατέκριναν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι συγγραφεύς τις, κρίνων καὶ περὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ γενομένων, ἐγκρίνει τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα καὶ ὑποστηρίζει ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ νόμιμον τῆς συγκροτήσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος νὰ ἐκρίνετο καὶ ἐκανονίζετο ὑπ’ αὐτῶν τῶν Κοινοβουλίων. Ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ κοινοβουλευτικῶς διεπόμενα Κράτη παρετηρήθησαν ἔστιν ὅτε ἀνωμαλίαι περὶ τὴν κρίσιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ὅσον ἀφορᾷ τὸ νόμιμον τῶν διεξαχθεισῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ αἱ ἀνωμαλίαι αὗται εἶναι τόσον μεμονωμέναι καὶ δὲν ἀσκοῦσι σοβαρὰν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐν γένει παραστάσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, ὥστε ἐκρίθη καὶ σκοπιμώτερον καὶ νομιμώτερον νὰ διατηρηθῇ τὸ καθεστὼς καὶ νὰ μὴ μεταπέσῃ εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἐλαχιστότερον παράπτωμα θέλει ἐκθέσει τὸ γόητρον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, τὸ γόητρον Ἀρχῆς, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην στιγμὴν εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς συναλλαγὰς τῆς κοινωνίας. Μία Βουλὴ διαπράττουσα καὶ ἓν σφάλμα δὲν προκαλεῖ τοιαύτην ἐντύπωσιν, ὅσην θέλει προκαλέσει ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, ἡ ὁποία κακῶς θέλει κρίνει μίαν ἐκλογήν. Πλὴν τούτου ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὰ ἤθη παρ’ ἡμῖν κατὰ τοσοῦτον προήχθησαν, ὥστε τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν ἐν τῷ παρελθόντι, νὰ μὴ ἐμφανισθῶσιν ἐκ νέου, μεμονωμένα δὲ καὶ σπανιώτατα εἶναι τὰ κρούσματα ἐπικυρώσεως ἐκλογῶν νόθων καὶ ἀκυρώσεως ἐκλογῶν νομίμων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ καθεστὼς τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καθιερωθὲν μὲ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ βλάψωμεν τὴν πατρίδα μας, ἂν δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἔχει.
§161Σ. ΣΙΜΟΣ. Σκόπιμος καὶ ὥριμος, κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξεν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ λέγω ὥριμος, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ 73ον ἄρθρον, ἐσκέφθη ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἢ διότι καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ὑπάρχει παρομοία διάταξις, ὅτι ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ ταύτην καὶ παρ’ ἡμῖν. Βεβαίως ἔσχεν ὡς ὁδηγὸν τῶν σκέψεων αὑτῆς τὴν παρ’ ἡμῖν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως δηλ. τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 μέχρι σήμερον. Δὲν εἶναι νομίζω ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ φέρωμεν παραδείγματα ξένων Κρατῶν, ὅπως καταλήξωμεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι δεῖται μεταρρυθμίσεως ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡμῶν. Ἄν τις ἀναδράμῃ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τῶν τελευταίων ἀκόμη ἐτῶν, θέλει παρατηρήσει ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν ὑπῆρξεν ἀφετηρία τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ὅσοι ἐξ ἡμῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὅσοι ἐκτὸς παρηκολούθησαν τὰ ἐδῶ συμβαίνοντα ἔχουσι σχηματίσει ὥριμον τὴν γνώμην περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τῆς τοιαύτης διατάξεως. Καὶ ὡμίλησαν, Κύριοι, οἱ ἀντιφρονοῦντες περὶ τοῦ φόβου τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον μέλλομεν νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἡμετέρου Σώματος εἶναι ἥττονος σημασίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν φοβούμεθα ὅτι θέλει ὑποστῆ τὸ Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον σκοποῦμεν νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν; Καὶ νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι εἶναι τάχα δικαίωμα εἴτε προνόμιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ δὲν εἶναι εἰμὴ μία ἀδυναμία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν οἰκειοθελῶς ἔχομεν συμφέρον ν’ ἀπολυτρωθῶμεν; Διότι, ὅταν μεταβαλλώμεθα εἰς κριτὰς περὶ συναδέλφων, ἕκαστος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει μετὰ πόσης ἐλαστικότητος καὶ ἐπιεικείας δίδομεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅτι προγραφὰς μόνον ἔχει νὰ δείξῃ ἡ Βουλή, ἐνῷ τὰς νοθείας, περὶ τῶν ὁποίων ἐδίκασαν τὰ τμήματα τῆς Βουλῆς, νοθείας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρξεν ἀμφιβολία, ἠμνηστεύσαμεν σχεδὸν πάσας. Ἂς κρίνωμεν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ὡς ἐκρίναμεν τὰ ἔκτροπα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ὅτε ἤμεθα πολῖται, καὶ οὐχὶ σήμερον, ὅτε εἴμεθα Βουλευταί. Ἂς ἀναλογισθῶμεν ποσάκις ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν ὡς πολιτῶν ἠλαττώθη ἡ ὑπόληψις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ προσετρίβη τὸ κῦρος τῶν Κυβερνήσεων μόλις αὗται εἶχον προέλθει ἐκ τῶν καλπῶν. Ἐγὼ δὲν ἀδικῶ καὶ τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι οὐχὶ ἐν συνειδήσει καὶ ἐξ ἰδίας αὐτῶν πρωτοβουλίας συνῄνεσαν πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς προγραφὰς Βουλευτῶν τοῦ ἀντιθέτου κόμματος. Διότι πάντες γνωρίζομεν ποίαν ἐπίδρασιν ἀσκοῦσι κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν οἱ φίλοι τοῦ ὑπερισχύσαντος κατὰ τὰς ἐκλογὰς κόμματος ἐναντίον τῶν ὀλίγων ἀντιπάλων, οἵτινες ἐπέπλευσαν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Καὶ ἡ μείωσις αὕτη τῶν Βουλῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων ὀφείλεται εἰς τὸ δικαίωμα ἢ τὸ προνόμιον, τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ στερηθῶμεν καὶ νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς ἕτερον Σῶμα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρόκειται περὶ ἀδυναμίας, τῆς ὁποίας παραιτούμενοι οὐδαμῶς ἐλαττοῦμεν τὰ κυριαρχικὰ ἡμῶν δικαιώματα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξυψοῦμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου, τοῦ ὁποίου τὸ ὕψος ὀφείλει νὰ εἶναι ὑπέρτερον παντὸς ἄλλου. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν ὅτι τὸ Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον θέλομεν παραπέμψει τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, δὲν μᾶς παρέχει τὰς ἐγγυήσεις τοῦ παρόντος, διότι ἡ δικαιοσύνη δὲν εὑρίσκεται κατ’ αὐτὰς εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἕτερον ἑκάτερον. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ ὕψους τῆς Δικαιοσύνης· ἡμεῖς μεταρρυθμίζομεν σήμερον συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἦτο ὥριμος πρὸς μεταβολήν, τὰ δὲ ἄλλα τὰ πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι πρέπον νὰ συσχετίσωμε μετὰ τῆς παρούσης συνταγματικῆς διατάξεως. Καὶ προκειμένου περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, περὶ νοθειῶν, φαντάζεσθε ὅτι τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ, θὰ εὑρεθῇ ἐπὶ τοιούτου ἐπιπέδου, ὥστε νοθείας καταφώρους ἢ λάθη ἀριθμητικὰ ἢ παραβάσεις τῶν ἐκλογικῶν νόμων ν’ ἀμνηστεύσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἠμνήστευε ταῦτα ἡ φυσικὴ ἀδυναμία, ἡ εὐνόητος ἐπιείκεια τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς; Ἀλλά, Κύριοι, τὸ σπουδαιότερον πάντων εἶναι ἄλλο. Ἡ μᾶλλον ἐπικίνδυνος δηλονότι νοθεία τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἡ διὰ τῆς δωροδοκίας. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ νοθείας, τῆς ὁποίας τὰς ἀποδείξεις γνωρίζετε πόσον δύσκολον εἶναι νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅτε ἐκ τοῦ παρελθόντος εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀμνηστεύοντες σχεδόν...
§162ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι σχεδόν, ἀλλὰ κατὰ κανόνα.
§163Σ. ΣΙΜΟΣ. Μάλιστα· καὶ ἔχομεν παράδειγμα πρόσφατον ἀκόμη, τὴν ἐκλογὴν Ἄρτης, ὅπου ἡ συναδελφικὴ ἐπιείκεια συνεκάλυψε τὴν πλέον κατάφωρον δωροδοκίαν. Ὁ ἐκ τῆς δωροδοκίας κίνδυνος κατ’ ἐμὲ εἶναι σοβαρώτερος πάντων. Πρόκειται νὰ κρίνωμεν οὐχὶ περὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ μέλλοντος· καὶ εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν φωναὶ καὶ κραυγαὶ ἀκούονται περὶ κινδύνων ἀπὸ μέρους τῆς πλουτοκρατίας, πῶς ἐφαντάσθημεν ὅτι ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μέχρις ἡμῶν;
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ δωροδοκία θὰ τιμωρῆται ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον.
§165Σ. ΣΙΜΟΣ. Σᾶς φέρω παράδειγμα· ἡ Βουλὴ ἔστειλε πρό τινος χρόνου ἐπιτροπήν, διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἄρτης. Κατὰ πλειονοψηφίαν ἐκρίθη ἀκυρωτέα ἡ ἐκλογή. Ἡ Βουλὴ ἐν τούτοις ἐξ ἐπιεικείας ἔκρινεν αὐτὴν ἐπικυρωτέαν.
§166Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ ἐξ ἐπιεικείας.
§167Σ. ΣΙΜΟΣ. Πολὺ καλά, κατὰ συνείδησιν, διὰ νὰ δεχθῶ τὸ τεκμήριον. Ἐν τούτοις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ ἐνώπιον ὑμῶν, τὰ Δικαστήρια τῆς Ἄρτης παρέπεμψαν δωροδόκους ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θὰ δικασθῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, καὶ πιθανῶς θὰ καταδικασθῶσιν, ἐνῷ ἡ ἐκλογὴ ἔχει ἐπικυρωθῆ ὡς γνησία ὑπὸ τῆς Βουλῆς ...
§168ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν φοβεῖσθε μήπως ἡ δωροδοκία ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν δικαστῶν;
§169Σ. ΣΙΜΟΣ. Τότε ἀπαντῶ πρὸς τὸν δικηγόρον καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν συνάδελφον. Ἐὰν τοιοῦτος κίνδυνος ὑπάρχῃ, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ὁ κ. συνάδελφος ὑπόληψιν πρὸς τὸ ἔργον του.
§170ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί;
§171Σ. ΣΙΜΟΣ. Διότι, ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δωροδοκηθῇ ἡ Δικαιοσύνη, διατί νὰ μὴ δωροδοκῆται καὶ κατὰ τὰς πολιτικὰς δίκας;
§172ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐδωροδοκήθησαν ἐν γένει. Ὅπως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ ἀδάμαντες, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δικασταὶ μὴ τιμῶντες τὴν Δικαιοσύνην.
§173Σ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι, φρονῶν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐξηντλημένον οὐδὲν ἐπιχείρημα ἔχω νὰ προσθέσω ἐξ ὅσων ἐπιχειρημάτων ἀνέπτυξαν οἱ λοιποὶ συνάδελφοι καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἀνταποκριθῇ αὕτη πρὸς πόθον τῆς κοινῆς γνώμης, ἐὰν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν ἀποβάλῃ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἀναθέσῃ αὐτὴν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καθ’ ὃν τρόπον προνοεῖ ἡ ὑπὸ ψήφισιν σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§174ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἄρθρον 73, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως νὰ συμφωνήσω κατ’ ἀρχὴν καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Λυποῦμαι, Κύριοι· σᾶς παρακαλῶ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι λυποῦμαι περισσότερον παντὸς ἄλλου, διότι σπανιώτατα παρέχει εἰς ἐμὲ τὴν εὐκαιρίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς. Λυποῦμαι, διότι ἐγὼ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ στέρξω νὰ συνεχίσω τὸ παρελθόν. Ἐγὼ εἶμαι ἀληθὴς στρατιώτης τῆς ἀνορθώσεως· καὶ δὲν εἶμαι ἀπὸ σήμερον οὔτε ἀπὸ χθές. Θὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· μεταχειρίζομαι δὲ τὴν ἔκφρασιν ταύτην, διότι ἡ ἄλλη ἔκφρασις, τῆς ὁποίας γίνεται συνήθως χρῆσις, ὄχι μόνον δὲν εἶναι συνταγματική, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀκριβής, καθόσον ἡ ἔκφρασις «τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν» δὲν εἶναι ἀκριβής· ἡ ἀκριβὴς ἔκφρασις θὰ ἦτο «τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὰ ⅞ τῆς Κυβερνήσεως». Θὰ ὑποστηρίξω τὴν διάταξιν ταύτην, διότι νομίζω ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ τιμὴν δι’ ἡμᾶς, ἐὰν ἀποκαταστήσωμεν ἐν τούτῳ τὰ πράγματα εἰς τὴν προσήκουσαν θέσιν, διότι ἀληθῶς εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον νὰ κρίνωσιν οἱ ὑπόδικοι περὶ τῶν ὑποδίκων, νὰ κρίνωσιν οἱ ὑπόδικοι περὶ ἑαυτῶν ἀκριβῶς, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ Κοινοβούλια χωρίζονται, καὶ πρέπει νὰ χωρίζωνται, κατὰ κόμματα.
§175Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Καταλληλοτέραν λέξιν ἀπ’ αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εὕρητε;
§176ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ λέξις καταλληλοτάτη, διότι ἐκεῖνος, ὅστις ὑπόκειται εἰς κρίσιν, ὁπωσδήποτε ὑπόδικος εἶναι. Ἄν δὲ τῆς λέξεως ταύτης γίνεται χρῆσις καὶ ἐν τῇ ποινικῇ δικονομίᾳ, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις ὑπὸ πάσης δικονομίας καὶ κατὰ πᾶσαν περὶ πάσης δίκης συζήτησιν. Ὑπὸ δίκην αὐτόχρημα τελοῦσι καὶ οἱ ἐκλεγόμενοι ὡς Βουλευταί. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι τὰ Κοινοβούλια χωρίζονται καὶ πρέπει νὰ χωρίζωνται κατὰ κλάσματα καί, ὅταν τις κρίνῃ ὡς μέλος κόμματος, κρίνει περὶ τῆς θέσεως τοῦ συνόλου τοῦ κόμματος. Καὶ μὴ εἴπῃ τις ὅτι ἡ κρίσις ἀφορᾷ ἓν πρόσωπον, δύο ἢ τρία· πολλάκις ἀφορᾷ τὸ ὅλον κόμμα. Καὶ εἶναι ἄπορον μάλιστα πῶς ἡ Βουλὴ ἡμῶν, ἥτις τόσον συχνὰ ἐκπέμπει κεραυνοὺς κατὰ τοῦ παρελθόντος καὶ μάλιστα κατὰ ὡρισμένου κόμματος, λησμονεῖ ὅτι τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἔλαβεν ὕπαρξιν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1899, μετὰ τὰς ὁποίας τὸ κόμμα ἐκεῖνο κατηρτίσθη εἰς πλειονοψηφίαν βεβαίως καὶ διότι ἐξήλεγξεν ὡς ἐξήλεγξε τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἠκούσθησαν τόσα καὶ τόσα περὶ τῆς αὐτοτελείας τῆς Βουλῆς, περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, περὶ τῆς κυριαρχικῆς αὐτῆς ἐξουσίας καὶ ἄλλα παρόμοια, νομικῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, σόλοικα, καὶ πραγματικῶς, ἂς ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ἀσύστατα, διότι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ὑπάρχει ἀμέσως μετὰ τὴν διαλογήν, διότι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ὑπάρχει, διότι ἁπλῶς τρόπον τινὰ ἐξελέγη ὑπὸ ὡρισμένης πληθύος πολιτῶν, διότι τότε ἀγνοῶ διατί δὲν θὰ ἦτο ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ εἷς, ὅστις ἤθελε παρουσιάσει ἕνα κατάλογον, ἐν ᾧ ὑπὲρ αὐτοῦ ἔχουσι προσυπογράψει 10.000 ἢ 15.000 ἢ 20.000 πολιτῶν. Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ὑπάρχει ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐτελέσθησαν ὅλα τὰ διατεταγμένα ὑπὸ τῶν νόμων. Πρὸ τούτου δὲν ὑπάρχει· καὶ εἶναι ἀληθῶς παράδοξον πῶς ὑπῆρξε δικαιολογικὴ καὶ νομικὴ ἀντίληψις, ὥστε νὰ ἔχῃ δικαιώματα τὸ Σῶμα τοῦτο, πρὶν ἢ λάβῃ τὴν νομικὴν αὐτοῦ ὑπόστασιν, τὴν ὑπόστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦσιν οἱ θεσμοὶ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει· τότε διατί ὑπάρχει τοιοῦτος θεσμὸς εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν; Διότι ἀληθῶς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ἔχουσι τὸν θεσμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ κρίνει περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ἐξηγεῖται ἱστορικῶς. Ὁ θεσμὸς εἶναι καταγωγῆς ἀγγλικῆς. Ἀλλ’ ἐτέθη ἐν Ἀγγλίᾳ ποτέ; Ὅτε τὸ Κοινοβούλιον εὑρίσκετο εἰς διχογνωμίαν ἀγριωτάτην πρὸς τὴν Βασιλείαν, καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐν ὀνόματι καὶ τῇ ἐμπνεύσει καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας διέπραττε κακουργήματα, πρὸ τῶν ὁποίων μηδαμινὰ εἶναι τὰ διαβεβοημένα κακουργήματα αὐτῆς τῆς οἰκογενείας τῶν Βοργιῶν, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς ἐποχὴν τοιαύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο ἀγριώτατα ἐμάχετο ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπάρξεως, νὰ ἐμπιστευθῇ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἥτις ἦτο ταπεινοτάτη καὶ ἀσυνειδητοτάτη θεραπαινὶς τῆς Βασιλείας, κατὰ τῆς ὁποίας, λέγω, ἐπάλαιε τὸ Κοινοβούλιον; Ἀλλ’ ὅτε τὸ πολίτευμα τοῦτο τὸ κοινοβουλευτικόν, τὸ συνταγματικὸν ἐν γένει, παρελάμβανον τὰ ἄλλα Κράτη τὰ ἠπειρωτικά, τὸ παρελάμβανον, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, μετὰ σεβασμοῦ βαθυτάτου πρὸς τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ ἐν γένει, οἵτινες κρατοῦσιν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ καὶ διότι, προκειμένου περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὰ Κράτη ἐκεῖνα ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἐν ἱκανῷ μέτρῳ συνθήκας εὑρίσκοντο ὡς καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ ὅτε ἡ ἀγγλικὴ Δικαιοσύνη ἔπαυσε νὰ εἶναι ἡ θεραπαινὶς τῆς Βασιλείας καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ σήμερον, ὥστε νὰ εἶναι τὸ καύχημα τῆς Ἀγγλίας, τὸ καύχημα, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητος, ἀνεγνωρίσθη πλέον ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξακολουθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτως ἐξηγεῖται, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα ἱστορικῶς.
§177Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διὰ τὴν Ἀγγλίαν. Διὰ τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα διετήρησαν τὸν θεσμόν;
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν παρηκολουθήσατε τί εἶπον.
§179Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρηκολούθησα θαυμάσια. Ὁμιλεῖτε περὶ Ἀγγλίας καὶ μόνης τῆς Ἀγγλίας.
§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶπον περὶ τῆς Ἀγγλίας μόνον. Εἶπον γενικῶς ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄτοπον νὰ κρίνωσι περὶ ἑαυτῶν οἱ εὑρισκόμενοι ὑπὸ κρίσιν. Πῶς καὶ ἀλλαχοῦ, εἶπον, τῆς Ἀγγλίας ἐτέθη ὁ θεσμὸς οὗτος; Ἐτέθη ἐν ἀρχῇ ἐκ σεβασμοῦ κυρίως πρὸς τοὺς Ἀγγλικοὺς θεσμούς. Ἀφοῦ δὲ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ κατηργήθη ὁ θεσμός, ὅτε ἔπαυσαν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἐπέβαλλον τὸν θεσμὸν τοῦτον, περιστάσεις αἵτινες παρ’ ἡμῖν ἴσως οὔτε ὑπῆρξαν, ἀλλὰ πάντως δὲν ὑπάρχουσι, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἀπομιμηθῶμεν καὶ αὖθις τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, οὕτως ὥστε νὰ καταργήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἄρθρον 73 ὡς εἶχεν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1863, τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσυρθῇ, διότι οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ τὸ ἀποσύρῃ εὑρισκόμενον ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται· διότι, ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν, θὰ καταληφθῇ ὑπὸ ἀηδίας καὶ βδελυγμίας, καθόσον τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο εὑρίσκεται ἐντός τινος βόθρου τῆς Τήνου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ τὸ ἀποσύρῃ, διότι αἱ χεῖρές του θὰ ἀποσυρθῶσι καὶ ἐκεῖναι ἀκάθαρτοι (ψιθυρισμοί).
§181Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγηθῆτε, Κύριε!
§182ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σαφέστερον, σαφέστερον. Δὲν καταλαμβάνομεν.
§183Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον!
§184Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Μοὶ δίδετε μίαν πληροφορίαν, ἐὰν θέλητε; Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ συμβάντος ἐν Τήνῳ. Τί ἔγιναν οἱ ἐνεργήσαντες τὴν καλπονόθευσιν τῆς Τήνου; Εἰσήχθησαν εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια; Φρονῶ ὅτι ἠθῳώθησαν.
§185Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὡραῖα!
§186Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπιτρέπεται; Εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἐπεκυρώθη — ἐγὼ μετεῖχον τότε τῆς τότε Βουλῆς καὶ τῆς τότε πλειονοψηφίας — τεθέντος ζητήματος ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν ἐπικύρωσιν ἐν τοῖς προθαλάμοις ἐκείνοις (δεικνύει τὴν αἴθουσαν ἀναμονῆς τῶν Βουλευτῶν). Ὑπῆρξα δὲ ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκα ψῆφον ἀντίθετον. Ἡ δικαιοσύνη ἐξεβιάσθη τότε καὶ ἠθῴωσε τοὺς καλπονοθευτάς, προεβίβασεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ ἡ ἐπανάστασις ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὰ δικαιώματά του.
§187Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί ἔκαμον τὰ Δικαστήρια διὰ τοὺς καταγγελθέντας;
§188Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπήντησα ὅτι καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οὗτοι παραπεμφθέντες ἠθῳώθησαν πρὸς δόξαν τῶν δικαστῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, ἀλλ’ ὅτι ἀφῃρέθησαν ἕνεκα τοιούτων ἐπεμβάσεων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τὰ δικαιώματα.
§189Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφῃρέθησαν τὰ δικαιώματα ταῦτα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τότε ὑπῆρχε τοὐλάχιστον ἡ παρηγορία ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε τὸ δικαίωμα, νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ προέβαινεν εἰς τὸ τμῆμα τῆς προαγωγῆς οὑτωσὶν ἀκολαστησάντων δικαστῶν, ἐνῷ τώρα θὰ ὀχυρῶται ὄπισθεν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ θὰ λέγῃ: τί πταίω ἐγώ; Τὸ δικαστικὸν συμβούλιον προέβη. Αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα ἐπάγονται τὰ ἀνώτερα δικαστικὰ συμβούλιά σας.
§190Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν τὰ Δικαστήρια δὲν ἐδείχθησαν ἄξια τῆς ἀποστολῆς των, τότε τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν πλειονοψηφιῶν, οἱ ὁποῖοι κατεβαράθρωσαν ἐν τῇ ἐξελέγξει τῶν ἀρχηγῶν τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλά, ἐνῷ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθῶται διὰ νόμων προκειμένου νὰ ἀσκήσῃ δικαστικὸν ἔλεγχον, τὰ Δικαστήρια ἀποτυγχάνοντα εἰς τὸ ἔργον τοῦτο δύνανται νὰ τύχωσι θεραπείας διὰ νομοθετικῶν μέτρων ἐξασφαλιζόντων τὴν ἀνεπηρέαστον λειτουργίαν των.
§191Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Πόσοι ἦσαν οἱ δικασταὶ οἱ ἐκδικάσαντες τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν;
§192Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τρεῖς.
§193Γ. ΠΩΠ. Αὐτοὶ οἱ τρεῖς προήχθησαν. Σήμερον δὲ δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν αὐτοί; Ἢ παραμένουσιν;
§194Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἷς προήχθη ἐξ αὐτῶν καὶ ἔγινε πρόεδρος (διάλογοι).
§195Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὑπάρχει καὶ τοιαύτη διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας καὶ τῆς ἰδικῆς μας, ὥστε μὴ συγκινεῖσθε.
§196Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει τόση διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας καὶ τῆς ἰδικῆς μας, ὅση μεταξὺ Ἄγγλων πολιτευομένων καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτευομένων τοῦ παρελθόντος.
§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὑποχρέωσίς μου τοῦτο καὶ ἄνευ τῆς ὑπομνήσεως ὑμῶν, καί, ἐὰν τὸ παρέλειπον, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι θὰ παρέβαινον τὸ καθῆκόν μου. Κατ’ ἀνάγκην, Κύριοι, καὶ φυσικώτατα, τοῦ λόγου γινομένου περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐξεταστέα εἶναι τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα γενικώτατα. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ ὑπάρχει τι κακὸν μέγα, ὅπερ ὑπῆρχε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Φοβεραὶ καὶ ἀπαίσιαι ἦσαν αἱ ἀσχημίαι ἐν τῇ Βουλῇ ἕνεκα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 73, διότι ἡ Βουλὴ ἔκρινε περὶ τῆς Βουλῆς. Φοβεραὶ καὶ ἀπαίσιαι εἶναι καὶ ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ αἱ ἀσχημίαι, διότι καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἔκρινε περὶ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ δικασταὶ περὶ τῶν δικαστῶν (ἐπιδοκιμασίαι). Θέλετε νὰ ἀρχίσῃ ἀληθῶς ἔργον ἀνορθώσεως, αὐτόχρημα δικαστικὴ ἀναγέννησις; Καθὼς θὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀφαιρέσητε καὶ ἀπὸ τῶν δικαστῶν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωσι περὶ τῶν δικαστῶν, διότι, ἐὰν δὲν ἔκρινον οἱ δικασταὶ περὶ τῶν δικαστῶν, ἀναμφιβόλως καὶ οἱ κλεισθέντες ἐντὸς τοῦ ἀποχωρητηρίου καὶ ἀναισχύντως ἔπειτα ψευδορκήσαντες δὲν θὰ ἦσαν σήμερον προαχθέντες δικαστικοί, καὶ οἱ ἀπαλλάξαντες αὐτοὺς ἀναμφιβόλως δὲν θὰ ἦσαν προαχθέντες δικαστικοί, διότι ἄλλο σῶμα θὰ ἔκρινε περὶ αὐτῶν, ἐνῷ ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν οἱ δικασταὶ κρίνουσι περὶ τῶν δικαστῶν, οὔτε ἐφαντάσθη τις νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κακοδικίου. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου κατ’ ἐμὲ θέλει ἀρχίσει τὸ ἔργον τῆς δικαστικῆς ἀναγεννήσεως καὶ θέλει ἀρχίσει ἡ ἐμπιστοσύνη ἡμῶν πρὸς τὸ δικαστικὸν σῶμα, ἵνα καὶ τοιαῦτα καθήκοντα ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς διεξάγεται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 73, ἀφοῦ, καὶ ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀναμφιβόλως, Κύριοι, δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὑπάρχει ἡ πρώην δικαστικὴ κατάστασις παρ’ ἡμῖν. Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅστις ἀληθῶς κατέστησε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐξουσίαν καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην, ἥτις ἦτο ἀπαραίτητος, καὶ ἀπήλλαξεν αὐτὴν τῆς ἐπηρείας τῆς πολιτικῆς, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ δικαστικὴ κατάστασις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὑπῆρχε πρότερον.
§198Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι διότι διοικεῖται καλλίτερον, ἀλλὰ διότι ἐξέλιπεν ὁ φόβος τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς μὴ προαγωγῆς.
§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ διότι, ἂν ἦτο ἡ σημερινὴ κατάστασις, βεβαίως ὁ τότε, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, πρόεδρος τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν δὲν θὰ μετετίθετο εἰς Ἀθήνας.
§200Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δικαστὴς ἦτο.
§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόεδρος ἦτο καὶ τότε· καὶ ἡ ἀμοιβή, ἥτις ἐγένετο εἰς αὐτόν, ἦτο ἡ μετάθεσις εἰς Ἀθήνας. Ἀναμφιβολώτατα. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀμοιβή.
§202Γ. ΠΩΠ. Ναί· ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι αὐτοὶ εἶναι νόμοι, καὶ ἡμεῖς ψηφίζομεν συνταγματικὴν διάταξιν. Ἐνοήσατε τί θέλω νὰ εἴπω;
§203Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί· ἀλλὰ καὶ σεῖς λησμονεῖτε τοῦτο, ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπάρξῃ Βουλή, ἥτις νὰ συζητήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος καὶ ψηφίσῃ ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ Ἑλληνικὴ — τοιαύτην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχω πεποίθησιν —, ἥτις νὰ καταργήσῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, μεθ’ ὁσαδήποτε καὶ ἂν παρουσιάσῃ ἐν τῇ πράξει αὐτοῦ ἄτοπα, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ ἔθνος τοῦτο εἶναι καταδεδικασμένον νὰ ἀποθάνῃ ἐντὸς ὀλίγου, καὶ θὰ εἶναι καταδεδικασμένον νὰ ἀποθάνῃ, ἂν δὲν μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§204Γ. ΠΩΠ. Αὐτὰ εἶναι ὑποθέσεις.
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποθέσεις, διότι ὑπόθεσις καὶ τότε θὰ εἶναι καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τότε ὑπόθεσις θὰ εἶναι καὶ ὅτι ὑπάρχομεν ἐνταῦθα καὶ ὅτι μεριμνῶμεν περὶ ἀνορθώσεως τοῦ τόπου μας.
§206Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πλάσματα!
§207Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλά, ἂν ταῦτα εἶναι ὑποθέσεις, διατί δὲν εἶναι ὑπόθεσις ὅτι θὰ κρίνωνται ἀκόμη χειρότερον αἱ ἐκλογαὶ ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης παρὰ ὡς ἐκρίνοντο εἰς τὸ παρελθὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Καὶ ἀπὸ πραγματικῆς ἀκόμη ἀπόψεως νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων, μετὰ τὸ καλειδοσκόπιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Γαρδικιώτης ἐν τῇ θαυμασίᾳ, τῇ κοινοβουλευτικωτάτῃ αὑτοῦ ἀγορεύσει, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τριάκοντα ἐτῶν κοινοβουλευτικῶν ἀκοσμιῶν ἀφορήτων.
§208Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πέντε ἢ ἓξ παραδείγματα εἰς 30–40 ἔτη.
§209Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἀνέφερε πλείονα τῶν εἴκοσιν. Ἀλλά, πλὴν τῶν εἴκοσι παραδειγμάτων, σᾶς εἶπον ἐγὼ προηγουμένως ὅτι κατηρτίσθη ὁλόκληρον κόμμα, καὶ ἐκ τῆς καταρτίσεως τοῦ ὁλοκλήρου ἐκείνου κόμματος συνετελέσθη ὁλόκληρος ἡ ἱστορία, ἡ ὁποία κυριώτατα ἤγαγεν εἰς μίαν ἐπανάστασιν. Διότι σφόδρα ἀμφίβολον εἶναι, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο τὰ αἴσχη τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, ἂν θὰ ἀπηρτίζετό ποτε ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἂν θὰ παρουσιάζετο κατόπιν ἡ ἀφόρητος πολιτικὴ ἀκολασία, ἡ ὁποία μᾶς ὡδήγησεν εἰς μίαν ἐπανάστασιν, κατόπιν τῆς ὁποίας ἀγνοῶ ποῦ ὁδηγεῖται ὁ τόπος ἡμῶν, ὅστις ἐκ τούτων ἔχει ὑποβληθῆ ἤδη εἰς θυσίας ἀδικαιολογήτους καὶ ἀσυγγνώστους ἀναριθμήτων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὥστε μόνον ἕνεκα τούτου νὰ εὑρίσκηται πρὸ δεινῶν προβλημάτων. Ἀλλά, Κύριοι, δι’ ἐμὲ ὑπάρχει καὶ ἄλλος τις σπουδαιότατος λόγος, διὰ νὰ γένηται δεκτὴ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου, ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἡ μεγαλειτέρα ἴσως πηγή, πάντως μία ἐκ τῶν μεγαλειτέρων πηγῶν τῆς παρ’ ἡμῖν ἐγκληματικότητος εἶναι ἡ ἐκτέλεσις, ὡς γίνεται, τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἶναι ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν. Ἐκεῖ, Κύριοι, γεννῶνται τὰ πάθη, τὰ μίση, αἱ ἔριδες, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀρχίζει καὶ ἐξελίσσεται ἀτελεύτητος σειρὰ ἐγκλημάτων.
§210Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τιμωροῦσι τὰ Δικαστήρια.
§211Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω. Ἀλλά, καὶ ἂν δὲν τιμωρῶσι, τί σημαίνει; Ἀρκεῖ ὅτι γίνονται, ἀρκεῖ ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα παρ’ ἡμῖν αἰτία τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐγκλημάτων. Ἐὰν τιμωρῶνται ἢ δὲν τιμωρῶνται, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§212Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὅταν ἀλλάσσῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, δὲν θὰ τιμωρῆται οὔτε τὸ ἓν δέκατον.
§213Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, Κύριοι, τὴν βαθεῖαν πεποίθησιν, ἥτις κρατεῖ παρ’ ἡμῖν, ὅτι, ὅσα καὶ ἂν γένωνται ἔκτροπα, ἐγκλήματα καὶ ἀνόσια κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὁ ὑποψήφιος οὐδ’ ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ἔχει, συνηθέστατα, περὶ τοῦ ὅτι θέλει ἐπικυρωθῆ ἡ ἐκλογή του; Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχει, ὅταν ἀνήκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Αἱ ἐνστάσεις κατὰ τῶν ἐκλογῶν ὑπό τινος παλαιοῦ καὶ ὀξυνουστάτου καὶ τὰ μάλιστα πεπειραμένου πολιτευομένου ἐκαλοῦντο σπασόλουρα· «νὰ κερδίσωμεν, ἔλεγε, τὴν ἐκλογήν· τί σᾶς μέλει διὰ τοῦτο, τί σᾶς μέλει δι’ ἐκεῖνο;». Κατόπιν ὅμως τῶν ἐκλογῶν τί ἐπακολουθεῖ; Φόνοι ἐπὶ φόνων, τραυματισμοὶ ἐπὶ τραυματισμῶν, καὶ μία κατάστασις ἔκτροπος, μία κατάστασις διηνεκοῦς ἐμφυλίου πολέμου. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι αὐστηρὰ ἡ διάταξις, νὰ παραδοθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν οὐχὶ εἰς σῶμα καταρτιζόμενον διὰ κληρώσεως, ἀλλ’ εἰς Δικαστήριον, ὡς εἶναι συνήθως καὶ κανονικῶς κατηρτισμένον, διὰ νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν δικαστικήν του ἀντίληψιν. Ἀλλὰ δὲν φέρω εὐρύτερον τὸν λόγον περὶ τούτου, διότι δὲν θέλω νὰ προκαλέσω εὐρυτέραν συζήτησιν, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι θὰ γίνῃ τέλος πάντων δεκτὴ ἡ διατύπωσις ὡς ἔχει, ἀλλὰ πάντως ἐπεθύμουν, ἵνα πάντες, ὅσοι θὰ ἀγορεύσωσιν ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως ταύτης, νὰ διατυπώσωσι τοιαύτην γνώμην, ἵνα τὸ Δικαστήριον, ὅπερ θὰ συγκροτῆται κατὰ κλήρωσιν, ὡς θὰ διατάξῃ τὸ συζητούμενον ἄρθρον, δικάζῃ κατ’ αὐστηρὰν νομιμότητα.
§214Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ ὄχι σκοπιμότητα.
§215Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὄχι σκοπιμότητα· νὰ κρίνῃ κατὰ στενωτάτην δικαστικὴν ἀντίληψιν, καὶ νὰ ἀκυρώνῃ πάσας τὰς ἐκλογάς, αἵτινες δὲν θὰ ἔχωσιν ὅλην ἐν ἑαυταῖς τὴν νομιμότητα. Νὰ μὴ ἀσχολῶνται δὲ ὑπερβαλλόντως, ὡς νῦν, αἱ Βουλαὶ περὶ τοῦ ἂν ἐπηρεάσθη τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων ἢ δὲν ἐπηρεάσθη.
§216ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ προέρχωνται ἀδικήματα;
§217Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄς γίνωνται, Κύριοι, θὰ ἔλεγον, καὶ ἀδικήματά τινα, ἀλλὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τέλος πάντων εἰς τὸν τόπον τοῦτον, δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν καὶ θεμιτῶν μέσων, δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν νομίμων διατάξεων, νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν, διότι δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ διηνεκοῦς, ἐπαναλαμβάνω, ἐμφυλίου πολέμου. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ διάταξις, πιθανώτατον εἶναι μετὰ πέντε ἔτη νὰ ὑπάρξῃ νέα Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, καὶ τότε, ὅτε τέλος πάντων θὰ ἔχωμεν πιθανῶς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐλπίζομεν, δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐπιεικεστέρας κρίσεως τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλά, τό γε νῦν ἔχον, νομίζω, πρὸς τῷ γενικῷ οἰκονομικῷ προβλήματι, τοῦτο ὡσαύτως προβάλλει μέγα ἀσχόλημα τῆς παρ’ ἡμῖν Πολιτείας, τὸ πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως καθ’ ὅλην τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκφράσεως. Θέλω λοιπόν, καὶ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο καὶ τὸ τονίζω, ἐπί τινα ἔτη τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν κατὰ τοὺς αὐστηροτάτους κανόνας τῆς νομιμότητος, κατὰ τοὺς στενωτάτους κανόνας τῆς νομιμότητος.
§218ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Οὐδεμία ἐκλογὴ θὰ ἐπικυρῶται, ἐὰν τὰ Δικαστήρια ἐλέγχωσι καὶ ἐξετάζωσι τὰς ἐνστάσεις τῶν ἐκλογῶν. Θὰ δημιουργῶνται ἐπιτηδείως λόγοι ἀκυρότητος, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον.
§219Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὁπόσας καὶ ὁποίας ἐκλογὰς ἐπεκύρωσαν τὰ Δικαστήρια δημοτικάς;
§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω, ὅπως μὴ γίνωνται διακοπαί. Ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν αἱ διακοπαί, εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν.
§221Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου, ὡς ἠκούσατε, γνώμης ὑπάρχει ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ἐπιχείρημα ἐκ τῆς ἐξελέγξεως ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐν πρώτοις, ἀνήκων καὶ ἐγὼ εἰς τὴν χορείαν τῶν λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ παρακολουθῶν ὁπωσδήποτε καὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα, ἰσχυρίζομαι, ὅτι καλῶς κρίνουσι περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τὰ Δικαστήρια. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις ἀκόμη, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἦσαν αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἐκράτουν ὑπὸ τὸ γόνυ αὑτῶν τὸν λαὸν καὶ ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ τοὺς πολιτευομένους. Ὅτε ἔχομεν ὡς δεδομένον, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ δικαιοσύνη εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς πολιτικῆς καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ πολιτικὴ ἦτο τὸ κυριώτατον ὄργανον τῶν ἀνθρώπων τῶν καλουμένων δημοτικῶν κομματαρχῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν ὅτι ὑπάρχει ἐπιχείρημα ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων; Ἔχομεν νῦν τὸν νόμον, ὅστις ἔδωκεν ἀνεξαρτησίαν εἰς τοὺς δικαστάς. Ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι θὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἰσοβιότητα καὶ θὰ ἐκκαθάρωμεν τὴν Δικαιοσύνην. Ἀνάγκη ἀπαραίτητος εἶναι νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν δικαστῶν ἡ ἀγωγὴ κακοδικίου. Πῶς δὲ θὰ διστάσωμεν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸ ἔργον τοῦτο, τοῦ ἐλέγχου τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς ἓν σῶμα μάλιστα δικαστικόν, ὡς τοῦτο καθορίζεται ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτε ἔχομεν ἐμπιστευθῇ ἐπίσης ἄλλα μέγιστα δικαιώματα καὶ συμφέροντα, καὶ ὅτε ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τέλος πάντων πρέπει νὰ παύσῃ τὸ ἄτοπον νὰ κρίνωσιν οἱ ὑπὸ κρίσιν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους;
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ ὥρα.
§223Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι αἱ διακοπαὶ ὑπῆρξαν περισσότεραι τῆς ἀγορεύσεως· ἄλλως τε ἐγὼ εἶμαι εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὑπὲρ πάντα τὰ ἄλλα, κατὰ τὴν γνώμην μου, τοῦτο: ὅτι ὁ Βουλευτής, ὁ πολιτευόμενος, ὁ ἀνήκων εἰς ἓν κόμμα, ὑποχρέωσιν ἱεράν, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ καθῆκον ἐπιβεβλημένον καὶ ἅγιον, τολμῶ νὰ ὑποστηρίξω, ἔχει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν μείζονα συγκρότησιν καὶ ἰσχυροτέραν συγκράτησιν τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, εἰς τὴν ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἐνδυνάμωσιν τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, διότι θὰ εἶναι ἀσυνείδητος, ἀφοῦ ἀνήκει εἰς ἓν κόμμα, νὰ μὴ πιστεύῃ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ὅτι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, εἶναι ἐκεῖνο καὶ μόνον, ὅπερ θέλει ὑπηρετήσει τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του, ὅπερ θέλει ὁδηγήσει τὴν πατρίδα του εἰς τὸ μεγαλεῖον αὐτῆς. Ὅταν ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν ἐμπνέηται καὶ ὑπὸ τοιούτων συναισθημάτων κατέχηται, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πιθανώτατον, ὅταν ὑπάρξῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει κρίνει μεταξὺ τοῦ ἐπουσιώδους ζητήματος μιᾶς ἐκλογῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ὅτι ἡ πλάστιγξ ἐν τῇ συνειδήσει του θέλει κλίνει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ κόμματος; Διότι ὁ Βουλευτής, εἷς ἕκαστος, θέλει κρίνει κατὰ τὴν ὡρισμένην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν καλεῖται εἰς τοιαύτην κρίσιν, καὶ δὲν θὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοιαῦται παρεκτροπαὶ ἐπανειλημμέναι, τοιαῦται παρεκτροπαὶ πολλαὶ κατὰ συνέχειαν, ἐκ τῶν ὁποίων μία ἑκάστη βεβαίως ἐλάχιστα σημαίνει, ἄγουσιν εἰς τὸ τέλος εἰς παντελῆ ἐξάρθρωσιν! Ὁ δικαστὴς ὅμως, ὅστις δὲν θὰ ἐμπνέηται ὑπὸ τοιούτων πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ συναισθημάτων, ἄλλως θέλει κρίνει· θέλει κρίνει μίαν ἑκάστην τῶν περιπτώσεων κατὰ τοὺς κανόνας τῆς νομιμότητος, κατὰ τὰς ἐπιταγὰς τῆς δικαιοσύνης, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ἐπέλθωσιν ἀλλεπάλληλοι περιστάσεις, αἵτινες ἀθροιζόμεναι θὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν ἐξάρθρωσιν, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἶπον. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναιρεθῶσιν ἄλλα τινὰ ἐπιχειρήματα, π. χ. ὅτι, ἐὰν ἀκυρωθῇ μία τις ἐκλογή, θὰ ἐνεργηθῇ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ καὶ θὰ κληθῇ πάλιν τὸ Δικαστήριον καὶ θὰ σταματήσῃ ἡ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ἀποθάνῃ Βουλευτής τις καὶ θὰ συγκροτηθῇ καὶ πάλιν τὸ Δικαστήριον καὶ τὰ τοιαῦτα. Διότι τὸ ἄρθρον, ὡς διατυποῦται, ἔχει οὕτω: «Κατὰ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων ἐγένοντο ἐνστάσεις». Ἐὰν ἐγένοντο ἐνστάσεις, θὰ συγκροτῆται τὸ Δικαστήριον· ἐὰν δὲν ἐγένοντο, δὲν θὰ συγκροτῆται. Νομίζω δὲ ὅτι αἱ ἐνστάσεις, αἵτινες ἀνέκαθεν ἠγείροντο καὶ θὰ θὰ ἐγείρωνται καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἦσαν καὶ θὰ ὦσιν ἐλάχισται· θὰ ὦσιν ὅσαι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ· πιστεύω, ὅτι θὰ ὦσιν ὀλιγώτεραι, διότι θὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἐκλογῶν τὸ δικαστικὸν σῶμα καὶ ὄχι ἡ τῆς Βουλῆς πλειονοψηφία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει πολλάκις ὁ ἐνιστάμενος· διότι καὶ θὰ ἐλλείπωσιν ὅλαι αἱ ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας ἐγείρει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἵνα προκαλέσῃ θόρυβον. Διότι, ἵνα καταστῶ σαφέστερος, αἱ περισσότεραι ἐνστάσεις ἐγείρονται ἢ ὑπὸ φίλων τῆς πλειονοψηφίας, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδίδετο ὑπόσχεσις ὅτι θὰ γένωνται δεκταί, ἢ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα γένηται θόρυβος καὶ πολὺς λόγος περὶ ἐπεμβάσεων τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἐκλογάς.
§224Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Κοντομίχαλος κατ’ αὐτὴν τὴν θεωρίαν δὲν θὰ ἦτο Βουλευτής.
§225Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Κοντομίχαλος θὰ ἦτο καὶ πάλιν Βουλευτής, διότι τὸ Δικαστήριον, ὅπερ ἐδίκασε τὴν ἐκλογήν του καὶ ἀνεκήρυξεν αὐτόν, ἀναμφισβητήτως δὲν ἤθροισε τὰς ψήφους, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ ἔργον ὁλόκληρον ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐργασία ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων μέχρι τοῦδε ἦτο κοινὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, δὲν ἦτο οὐσιαστική, δὲν ἦτο ἐργασία ἐλέγχου τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ βεβαιώσεως ὅτι ὑπῆρχον τυπικοί τινες ὅροι.
§226Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κακῶς ἔπραξε τὸ Δικαστήριον. Ὀφείλει καθεὶς νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του.
§227Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλως τε οἱ ἐνιστάμενοι κατὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, ὡς ὁ κ. Κοντομίχαλος, δὲν φέρουσι τὰς ἐνστάσεις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἐπιφυλάσσοντες ταύτας καὶ τὴν μελέτην πρὸς διακρίβωσιν καὶ στήριξιν αὐτῶν διὰ τὴν Βουλήν. Ὅταν θὰ κρίνωσιν οὐσιαστικῶς περὶ τῶν ἐκλογῶν τὰ Δικαστήρια, ἐνώπιον αὐτῶν θὰ φέρωνται αἱ ἐνστάσεις. Καὶ θὰ εἶναι βεβαιότατα ἄτοπον νὰ ἀναμένωμεν ὁλοκλήρως τὴν κρίσιν νὰ ἐπέλθῃ ἀσφαλὴς ὑπὸ τὰ φῶτα μόνου τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ κρίσις θὰ ἐπέλθῃ καὶ ὑπὸ τὰ φῶτα τῶν ἐνισταμένων, τῶν ἐνδιαφερομένων, οἵτινες φέρουσι τὰς ἐνστάσεις σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ κρίνει οὐσιαστικῶς περὶ τῶν ἐκλογῶν. Δύο λέξεις περὶ τῆς τελευταίας διατάξεως: «Ἡ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ». Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι αὕτη: Ὁ Βουλευτής, ὅστις δὲν θέλει νὰ ἀσκῇ ἔργα Βουλευτοῦ, συμφέρον εἶναι νὰ μὴ εἶναι Βουλευτής· ὥστε αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, μεθερμηνεύεται ὅτι εἶναι συμφέρον τοῦ λαοῦ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ νὰ εἶναι Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θέλει νὰ εἶναι Βουλευτής.
§228ΔΗΜ. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἱκανὰ ἐλέχθησαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά, νομίζων ὅτι δύναμαι νὰ συντελέσω εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν τῆς ἀμφισβητήσεως. Ὅταν πρόκειται νὰ ἀναγράψωμεν θεσμόν τινα, παραλαμβάνοντες τοῦτον ἀπὸ ἄλλα ἔθνη πεπολιτισμένα, εἰς τὰ ὁποῖα λειτουργεῖ, καὶ τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ πρῶτον παρ’ ἡμῖν, κατ’ ἀνάγκην ὀφείλομεν νὰ συμβουλευθῶμεν τὰ ἐκ τῆς πείρας πορίσματα τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, παρὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ λάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλά, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν διάταξιν λειτουργοῦσαν παρ’ ἡμῖν, ὠφείλομεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ κρίνωμεν ἐκ τῆς πείρας, ἥτις ἐκτήθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, ἂν ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μεταρρυθμισθῇ ἢ νὰ τροποποιηθῇ ἢ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 73 εἰσήχθη διὰ τοῦ πρώτου Συντάγματος τοῦ 1844, περιελήφθη δὲ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς λειτουργίας αὐτῆς, διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν ἐλειτούργησε τῳόντι συμφώνως πρὸς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν περίοδον καὶ νὰ κρίνωμεν πῶς ἐλειτούργησεν ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον, καί, ἐὰν τῳόντι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐλειτούργησε καλῶς, ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας αὐτῆς ἀντίκεινται πρὸς τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, τότε τὴν διάταξιν αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν. Κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς εἰκοσαετίας οὐδεμία Κυβέρνησις ἐπειράθη νὰ νοθεύσῃ καθολικῶς τὰς ἐκλογάς, ἡ δὲ Βουλὴ ἐδοκίμασε νὰ ἐπικυρώσῃ νόθον τινὰ ἐκλογήν, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν ἵνα σχηματισθῇ πλειονοψηφία εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης μερίδος. Συνέθησαν ἀληθῶς μεμονωμέναι νοθεῖαι, ἀλλ’ αὗται ἐτελέσθησαν ἀπὸ ἄτομα διὰ προσωπικοὺς λόγους, καὶ οὐχὶ ἀπὸ πολιτικὰ κόμματα διὰ κομματικοὺς λόγους. Ἴσως αἱ Βουλαὶ ἐδείχθησαν ἐνίοτε ἐπιεικεῖς, εἴτε ἐκ γενναιοφροσύνης εἴτε ἐξ ἐπιεικείας εἴτε ἐξ ἐλλείψεως ἀποδείξεων, οὐδέποτε ὅμως προέβησαν εἰς ἀκυρώσεις ἢ ἐπικυρώσεις ἐκ τοῦ πνεύματος ὅπως καταρτισθῇ πλειονοψηφία ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος. Σᾶς ἀνέφεραν μεμονωμένα γεγονότα καὶ ἐξ αὐτῶν ἠθέλησαν νὰ σχηματίσωσι καθολικὸν κανόνα, ἀλλὰ τὰ μεμονωμένα γεγονότα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κανών; Κατ’ ἐπανάληψιν, Κύριοι, ἐπεκαλέσθησαν παρανομίαν γενομένην κατὰ μίαν ἐκλογὴν τῆς Τήνου, ὡς μόνην δεικνύουσαν τὴν παρανομίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πολὺ ὀρθῶς ἐλέχθη ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ὅτε εἰσήχθη ἐνώπιόν της τὸ ἔγκλημα τῆς νοθείας τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, ἠθώωσαν ἐκείνους, οἵτινες κατηγγέλθησαν ὡς ἐργάται τῆς νοθείας αὐτῆς. Καὶ ποῖος δικαιοῦται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ Βουλὴ κρίνει χειρότερον ἀπὸ ὅ,τι ἔκρινεν ἡ δικαιοσύνη; Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα παραδείγματα; Σᾶς ἀνέφερε συνάδελφός τις νοθείαν τινὰ γενομένην πρὸ τεσσαρακονταετίας ὅλης κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βαλτινοῦ, πλὴν τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐφ’ ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος τὰ ἤθη ἐξημεροῦνται, οἱ πολιτικοὶ προσπαθοῦσι νὰ κερδίσωσι τὴν εὐγνωμοσύνην δι’ ἄλλων μέσων καὶ οὐχὶ διὰ νοθειῶν, ὀλίγοι τῶν συμπολιτῶν των εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ πράξεων, αἱ ὁποῖαι στιγματίζουσιν ὄχι τὸν Βουλευτήν, ἀλλὰ πάντα ἔντιμον πολίτην. Ἐκ τῶν μεμονωμένων λοιπὸν παραδειγμάτων πρέπει ἆρά γε νὰ σχηματίσωμεν κανόνα; Ποῖον εἶναι τὸ ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφεραν; Ποῖος εἶναι ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος προεγράφη ἀπὸ κόμμα ὁλόκληρον πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ σχηματισθῇ πλειονοψηφία ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον; Σᾶς ἀνέφεραν τὴν ἐκλογὴν Μεγαρίδος· δὲν ἠξεύρω πρὸ πόσων ἐτῶν ἐγένετο ἡ ἀκύρωσις, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑπῆρχεν ἕν ἐλάττωμα τυπικόν, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκαν εἰς αὐτήν, ἡ ἔλλειψις ἐγκαταστάσεως.
§229Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ 1879, ἥτις καὶ ἐπεκυρώθη. Αὐτήν, περὶ ἧς λέγετε, εἶναι τοῦ 1885.
§230Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Πρὸ 25 ἐτῶν. Σᾶς εἶπον ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1899 διὰ τῆς ἠθικῆς πιέσεως κατηρτίσθη πλειονοψηφία. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1899 διεξήγαγεν ὁ κ. Ζαΐμης ἐν πλήρει νομιμότητι. Εἶχον δὲ δηλώσει αὐτῷ πολιτικὴν φιλίαν 123 ὑποψήφιοι, οἵτινες καὶ ἐπέτυχον ἀλλ’ ἐγκατέλειψαν τὰ βάθρα τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ μετέστησαν εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Διότι ὁ κ. Ζαΐμης ἠρνήθη νὰ παράσχῃ αὐτοῖς παροχάς, μετέστησαν τῶν τάξεων ἐκ φόβου ἀκυρώσεως τῶν ἐκλογῶν των, διότι οὐδεμία παρανομία εἶχε συμβῆ, ἀλλὰ μετέστησαν, διότι ὁ κ. Ζαΐμης ἦτο ἀνένδοτος εἰς τὰς παροχάς. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα ἀσφαλές, δὲν εἶναι δὲ καὶ κατ’ οὐσίαν ἀκριβές, οὔτε ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὅτι αἱ προηγούμεναι Βουλαὶ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν δὲν ἐξετέλεσαν καὶ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των. Πάντοτε αἱ Βουλαὶ ἤρθησαν εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς των, αἱ Βουλαὶ ἀπηρτίζοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπὸ ἐντίμους ἄνδρας, οἵτινες πάντοτε ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἔργου συνειδήσεως ἐδείχθησαν ὑψηλόφρονες. Τὰ ὀλίγα παραδείγματα, ἅτινα σᾶς ἀνέφεραν συνάδελφοι, δὲν ἀποτελοῦσι τὸν κανόνα καὶ τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς παλαιοτέρας ἐποχὰς ἢ καὶ ἀπορρέουσιν εἴτε ἐκ τοῦ ἀναποδείκτου τῶν καταγγελθεισῶν νοθειῶν εἴτε ἐκ γενναιοφροσύνης εἴτε ἐκ τῆς ἰδέας νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ ἐκλογαὶ καὶ συνταράσσωνται ὁλόκληρα διαμερίσματα. Ἀλλά, καὶ ἐὰν δεχθῇ τις ὅτι ὑπῆρξαν σφάλματα εἰς τὸ παρελθόν, ταῦτα κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, καὶ ἤδη ἔχομεν νέαν κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θέλουσι βελτιωθῆ εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐκλείψῃ πᾶς κίνδυνος ἐν τῷ μέλλοντι ἐπαναλήψεως παρομοίων νοθειῶν. Ἀλλά, καὶ ἐὰν θελήσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ὡς μὴ καλῶς λειτουργοῦσαν, εἰς τίνα θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν; Εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν; Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία οὐδεμίαν ἐμπνέει πεποίθησιν, διότι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Τῆς κοινωνίας ἡ πεποίθησις ἐκλονίσθη ἐπ’ αὐτὴν ἐξ ὡρισμένων περιπτώσεων. Καί, ὅταν ἡ κοινωνία δὲν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν διὰ μικροτέρας ὑποθέσεις, πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην δι’ ὑπόθεσιν τόσον σπουδαίαν, ἀφορῶσαν αὐτὴν τὴν συγκρότησιν τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐὰν μάλιστα θέλητε νὰ κρίνωμεν πῶς διεχειρίσθη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἄλλας ἐξουσίας, ἃς τῇ ἀνέθηκεν ἡ Βουλή, θὰ πεισθῆτε ὅτι πρέπει νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς αὐτήν. Πῶς διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν, ἣν τῇ ἀνέθηκεν ἡ Πολιτεία διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων; Εἰσήγαγεν εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα πάντας τοὺς συγγενεῖς ἐξ αἵματος ἢ ἐξ ἀγχιστείας, τοὺς φίλους καὶ συμπολίτας. Τοῦτο ἀπεθάρρυνε πάντα ἄλλον νέον ἐπιστήμονα καὶ οὗτος ἀπεσύρθη, ἐξακολουθοῦσι δὲ νὰ διαγωνίζωνται οἱ οἰκεῖοι καὶ φίλοι τῶν μελῶν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο ἐκύρωσε καὶ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς δυσπιστίας, ἣν ἐπέδειξε διὰ τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος νόμου, ὅστις ἔλαβε τὴν πρόνοιαν, ὥστε αὐτὰ τὰ μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας νὰ μὴ δύνανται νὰ μεροληπτήσωσι δι’ εἰσαγωγῆς τῶν ἐνσφραγίστων ζητημάτων. Καὶ ὅτε, Κύριοι, ἓν τόσον εὐτελὲς δικαίωμα διεχειρίσθη τόσον κακῶς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐμπιστευθῶμεν αὐτὴν τὴν κατάρτισιν τοῦ Κοινοβουλίου; Σᾶς εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ἀρυόμενοι τὰ παραδείγματα ἐκ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ὅτε ἡμεῖς ἔχομεν ἰδίαν ἱστορίαν, ὅτε ἔχομεν ἴδιον παρελθόν, ὅτε ἔχομεν διδάγματα ἐκ τῆς ἰδίας πείρας, πρέπει ἆρά γε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ συμβαίνοντα εἰς ἄλλα ἔθνη πεπολιτισμένα; Κατὰ κόρον, Κύριοι, ἐπανελήφθη τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας. Ἡ Ἀγγλία ἐπὶ 150 ἔτη διετήρησε τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ τὰς ἐκλογὰς τὸ Κοινοβούλιον, παρέδωκε δὲ τοῦτο εἰς τὴν δικαιοσύνην οὐχὶ ἐκ δυσπιστίας πρὸς ἑαυτήν, διότι οὐδέποτε ἐγένετο κατάχρησις τοῦ τοιούτου δικαιώματος, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ σπαταλᾶται ὁ χρόνος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διὰ νὰ ἀποφεύγωσι τὰς ἀντεγκλήσεις. Οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτε εἰσήχθη ὁ νόμος· ἐγένετο συζήτησις προεισαγωγική, διότι οἱ νόμοι ἐκεῖ, πρὶν εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀποστέλλονται εἰς τοὺς διαφόρους συλλόγους, συζητοῦνται, ἀνακοινοῦσιν οἱ σύλλογοι τὰς γνώμας των καὶ ἐπακολουθεῖ ἡ συζήτησις, συνεπείᾳ δὲ τῆς τοιαύτης προεισαγωγικῆς ἐνεργείας ὁ ἀρχιδικαστὴς ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος. Ἐν τῇ Βουλῇ εἷς μόνον Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ αὐτὸς μὲ κάποιον χιοῦμορ εἰπὼν τὰ ἑξῆς: διατί νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντεγκαλώμεθα μεταξύ μας καὶ νὰ χάνωμεν χρόνον; Ἄς ἀναθέσωμεν εἰς τοὺς δικαστὰς τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Καὶ ἔκτοτε ἐκδικάζουσι τὰς ἐκλογὰς οἱ δικασταί. Ἀλλὰ ποία, Κύριοι, ἡ περιωπὴ τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἀγγλίᾳ; Ἐκεῖ ὄχι μόνον δὲν εὑρέθη Ἄγγλος τις νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ διανοηθῇ τοιοῦτόν τι. Δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τοῦτο καὶ διὰ τὴν ἰδικήν μας δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἄς διαρρυθμίσωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἄς καταστήσωμεν αὐτὴν κοινωνικῶς σεβαστὴν καὶ ἀνωτέραν πάσης ὑπονοίας καὶ τότε ἄς ἀναθέσωμεν αὐτῇ τὸ ἔργον τῆς ἐκδικάσεως τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν. Εὐκολώτερον εἶναι εἰς τὴν διεφθαρμένην ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἓν Δικαστήριον παρὰ εἰς ἓν Σῶμα Βουλευτῶν. Ὑπάρχουσι μυρία πρὸς τοῦτο μέσα, δυστυχῶς δὲ τὸ προνόμιον τῆς ἰσοβιότητος μετεχειρίσθησαν οἱ δικασταί, ὄχι διὰ νὰ βελτιώσωσιν ἑαυτούς, ὄχι διὰ νὰ ἀφοσιωθῶσιν εἰς τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιδιώξωσιν ἴδια συμφέροντα· ὅπως δὲ εἶπεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ εὐθαρσὴς Βουλευτὴς Λακωνίας, εἶναι καιρὸς νὰ λείψωσι τὰ παιδιὰ τῶν προέδρων καὶ τῶν δικαστῶν. Σᾶς ἀνέφεραν, Κύριοι, ὡς παράδειγμα τὴν Κρήτην, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ἐγένετο νοθεία τις ἐν Κρήτῃ; Ἐκεῖ δὲν ἐγένετο νοθεία τις, δὲν ἔλαβεν ἑπομένως ἀφορμὴν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ προστριβῇ. Τί χρησιμεύει λοιπὸν εἴτε τὸ παράδειγμα τῆς Κρήτης εἴτε τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ἀφοῦ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι παραδείγματα νοθειῶν; Μήπως ἔχομεν παράδειγμα ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἠκύρωσεν ἐκλογὰς γνησίας ἢ ἐπεκύρωσεν ἐκλογὰς νόθους; Ἀλλὰ σᾶς ἀνέφεραν κατ’ ἐπανάληψιν σποραδικάς τινας ἀκυρώσεις ἐκλογῶν ὑπὸ τῶν ἰδικῶν μας Βουλῶν. Μήπως ὅμως δὲν ἔχομεν δικαστικὰς ἀποφάσεις, περὶ τῶν ὁποίων, Κύριοι, ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι πεπεισμένη ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα ὄχι πλέον σφάλματος, ἀλλὰ πλαγίων ἐνεργειῶν; Ποσάκις δὲν εἴδομεν δημοσιεύματα προσβάλλοντα τὴν Δικαιοσύνην τοῦ τόπου; Τὸ δικαίωμα τοῦ δικάζειν τὰς ἐκλογάς, Κύριοι, εἶναι προνόμιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ διετήρησε τὸ προνόμιον τοῦτο, διὰ νὰ ἀντιστρατεύηται κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καταργουμένου τοῦ προνομίου τούτου δίδομεν μεγαλείτερον ὅπλον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καί, ἂν εὑρεθῇ μία ἀνήθικος Κυβέρνησις, ἀσφαλῶς δύναται νὰ νοθεύσῃ τὸ πολίτευμα διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νόθων Βουλευτῶν. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ νὰ μειώσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἡ μείωσις αὐτῶν εἶναι μείωσις τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν· ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ περιφρουρήσωμεν ταύτας. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ γνώμη ἑνὸς τῶν συναδέλφων ἀναξία συζητήσεως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἥτις καθιεροῖ ἕν προνόμιον ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ στερήσωμεν αὐτὸ τοῦ προνομίου τούτου, καθότι πρόκειται περὶ θεμελιώδους συνταγματικῆς διατάξεως. Προσέξατε, Κύριοι, διότι ἐνδεχόμενον μία ἐσφαλμένη ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος νὰ προκαλέσῃ νέαν ἀναθεώρησιν, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὴν κρίσιν θὰ εἶναι αἱματηρὰ καὶ δυσάρεστος διὰ τὸν τόπον. (Χειροκροτήματα).
§231Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι Βουλευταί, θὰ εἴπω, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω. Ἡ Βουλή, ἀποφασίζουσα νὰ στερήσῃ ἑαυτὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐξελέγχειν τὰς ἐκλογάς, βεβαίως δηλοῖ δυσπιστίαν πρὸς ἑαυτὴν καὶ ἀποδίδει μομφὴν πρὸς ἑαυτήν. Τὸ παρελθὸν βεβαίως μέχρι τινὸς ἐδικαιολόγει τὴν δυσπιστίαν ταύτην, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν πολλαὶ ἁμαρτωλαὶ ἐκλογαὶ ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ μήπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίζουσα νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος αὐτῆς τούτου καὶ νὰ ἀναθέσῃ αὐτὸ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, μήπως θὰ ἔχῃ βεβαιότητα ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θὰ εἶναι πάντοτε ἀνώτεραι πάσης μομφῆς, ὅτι θὰ εἶναι πάντοτε τέλειαι; Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κρατήσῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο, διότι ὑποτίθεται ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐκλέγονται, κατὰ τὸ πλεῖστον τουλάχιστον, νομίμως, ἀφοῦ αἱ ἐκλογαὶ γίνονται ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων, αἱ δὲ παρεκτροπαὶ ὑποτίθεται πάντοτε ὅτι εἶναι ὀλίγαι. Ἑπομένως ἡ πλειονοψηφία, ἡ ἐκλεγομένη κατὰ τοὺς νόμους, νομίμως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὰς ὀλίγας παρεκτροπάς. Ἀλλά, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ στέρησις τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τάχα τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θὰ ἀποφασίζῃ πάντοτε μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἀκεραιότητος; Τὸ παρελθὸν μᾶς παρέχει δυστυχῶς θλιβερὰ διδάγματα· θὰ σᾶς ἀναφέρω γεγονός τι, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς ἐπαρχίαν τινὰ τῆς Ἑλλάδος. Προέκειτο νὰ γίνῃ δημοτικὴ ἐκλογή· εἷς ἐκ τῶν ὑποψηφίων δημάρχων ἢ μᾶλλον ἐκ τῶν φίλων αὐτοῦ τινες, ἐνδιαφερόμενοι ὅπως ἐπιτύχῃ καὶ ἀπολαύσωσι τὰ καλὰ τῆς ἐξουσίας, ἐφρόντισαν νὰ κατασκευάσωσι κάλπην πρωτότυπον μὲ μηχανισμὸν εὐφυέστατον, διότι κατωρθοῦτο δι’ αὐτοῦ, ὥστε τὰ σφαιρίδια τὰ ῥιπτόμενα εἰς τὸ ὄχι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ ναὶ κατὰ βούλησιν.
§232Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ποῦ ἔγινεν αὐτό;
§233Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς, ἐπειδὴ παρῆλθον ἔκτοτε πολλὰ ἔτη, νὰ μὴ ἀναφέρω, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ μὲ τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι ὅσα θὰ σᾶς εἴπω εἶναι ἀκριβέστατα. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἀπεκαλύφθησαν τὰ πάντα, κατεσχέθη ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν ἡ κάλπη, ὁ μηχανικὸς διετάχθη καὶ ἔκαμε τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν, ἐπελήφθη ὁ ἀνακριτὴς ἀνακρίσεων τακτικῶν, καὶ οἱ ἔνοχοι παρεπέμφθησαν νὰ δικασθῶσι. Τὸ Πρωτοδικεῖον ἀπεφάνθη ὅτι ἔπρεπε νὰ δικασθῶσι καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐπίσης· ἀνεκόπη τὸ βούλευμα καὶ παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Κύριοι Βουλευταί, ὁ μέλλων νὰ παραπεμφθῇ ἐτύγχανε φίλος ἰσχυροτάτου πολιτευομένου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταδικασθῇ εἰς φυλάκισιν, δὲν πρέπει νὰ ἀπολέσῃ τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα ὁ κατηγορούμενος, διότι ναὶ μὲν πραγματικῶς ἔκαμε χρῆσιν κάλπης τοιαύτης, ὥστε τὰ σφαιρίδια τὰ ῥιπτόμενα εἰς τὸ ὄχι νὰ μεταβαίνωσι κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του εἰς τὸ ναί, ἀλλὰ δὲν προβλέπει ὁ Ποινικὸς Νόμος περὶ τούτου. Κατὰ τὸν νόμον τιμωροῦνται βεβαίως ὅσοι μὲ τὰς κοινὰς κάλπας κάμνουσι καταχρήσεις, ὄχι ὅμως καὶ ὁ καλπονοθεύων διὰ κάλπης ἰδίας κατασκευῆς! Καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀντὶ νὰ στερήσῃ τὸν κατηγορούμενον τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων, κατεδίκασεν αὐτὸν νὰ πληρώσῃ πρόστιμον μόνον! Κατ’ ἐμὲ ἰσοδυναμεῖ ἡ ἀπόφασις αὕτη μὲ τοῦτο: ἐὰν πυροβολήσῃ τις ἢ πλήξῃ διὰ μαχαίρας ἄνθρωπόν τινα καὶ φονεύσῃ αὐτόν, τιμωρεῖται καὶ διὰ θανάτου· ἐὰν κατορθώσῃ ὅμως διὰ χημικοῦ τινος μέσου νὰ τὸν ἐξαφανίσῃ, δὲν τιμωρεῖται, διότι ὁ Ποινικὸς Νόμος δὲν προβλέπει περὶ τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ συνέπεια.
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴδετε σεῖς τὴν ἀπόφασιν;
§235Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μάλιστα, ἀφοῦ σᾶς διαβεβαιῶ μὲ τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου. Ἐπλήρωσε μόνον ὁ κατηγορούμενος πρόστιμον καὶ ἐξέθηκεν ὑποψηφιότητα εἰς τὴν νέαν ἐκλογήν. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μου· μάλιστα ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι θὰ γίνῃ αὕτη καλλιτέρα, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ ἡγεῖται τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀδαμάντινος Πρωθυπουργὸς ἡμῶν, καὶ λέγω τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ κολακεύσω, ἀλλὰ διὰ νὰ χαρακτηρίσω αὐτόν, μολονότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ πάντα νὰ γίνωσι διὰ μιᾶς. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἡ δικαιοσύνη χωλαίνει καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματός της. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ μείνῃ εἰς χεῖρας τῆς Βουλῆς. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δύναται νὰ πλανηθῇ αὕτη· ἂν πλανηθῇ ἡ Βουλή, τὸ κακὸν εἶναι μικρόν, διότι αἱ Βουλαὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή, καί, ὅταν καταπέσῃ τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης, τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταπτώσεως ταύτης εἶναι ὀλέθρια διὰ τὴν κοινωνίαν. (Χειροκροτήματα).
§236Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· δὲν μοὶ φαίνεται διόλου παράδοξον, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν οὐδόλως παρευρεθέντες κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους ἐκφράζονται τόσον εὐνοϊκῶς περὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς ἡμεῖς, οἵτινες παρέστημεν εἰς τὰς ἐκδικάσεις ταύτας, ἔχομεν ἄλλην γνώμην περὶ αὐτῶν, λυποῦμαι δὲ ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην θὰ διαφωνήσω καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἐμοὺς φίλους. Κύριοι, ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὅτι κατὰ τὸ 1899 οἱ Βουλευταὶ δὲν ἐλάμβανον παροχὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐμη καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐτράπησαν πρὸς τὸ κόμμα τοῦ κ. Θεοτόκη. Δὲν θὰ ἀντικρούσω βεβαίως τοῦτο· ἀλλ’ ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων ἔχει οὕτω· τὸ κόμμα τοῦ κ. Θεοτόκη εἶχεν ἐξέλθει τῶν ἐκλογῶν μὲ πλειονοψηφίαν μέν, ἀλλ’ οὐχὶ μεγάλην, εὐθὺς ὅμως ὡς εἶδον τοῦτο ἅπαντες οἱ ἄλλοι Βουλευταί, φοβηθέντες ἀκριβῶς ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν μὴ εὐνοϊκήν, ἐτράπησαν πρὸς αὐτόν (χειροκροτήματα).
§237Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀδυναμίας τῶν χαρακτήρων τῶν Βουλευτῶν καὶ ὄχι διὰ νὰ μᾶς πείσῃ διὰ τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν.
§238Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἡ παράστασις τῶν πραγμάτων οἵα ὑπάρχει καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ παριστῶμεν οἷα εἶναι. Κύριοι, εἰς οὐδεμίαν ἐκδίκασιν ἐκλογῶν παρέστην, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμοιαι περιστάσεις νὰ μὴ παρουσιάσθησαν. Παρέστην εἰς τὴν περιβόητον ἐκδίκασιν τῆς ἐκλογῆς Τήνου καὶ εἶδον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἄλλως ἐξετίμων, παραδόξως νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐκλογὴν τόσον ἁμαρτωλήν, ὥστε νὰ μείνω ἔκπληκτος. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλην ἐκλογήν, τὴν ἐκλογὴν Αἰγίνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑποψήφιος Κ. Δ. Βενιζέλος εἶχε πλειονοψηφίαν καταπληκτικήν, ἀλλ’ ἀποκλεισθέντων διὰ τῆς βίας τῶν φίλων του ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας ἀπεκλείσθη καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Ὅτε, Κύριοι, λοιπὸν ἐπείσθημεν ὅτι διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος δὲν ἀντιπροσωπεύεται πλέον ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιζητήσωμεν ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν; Κύριοι, ἐλέχθη ὅτι οἱ δικασταὶ ἐν Ἀγγλίᾳ προκειμένου περὶ παρεμφεροῦς ζητήματος διεμαρτυρήθησαν λέγοντες: μὴ μᾶς ἀναγκάζετε νὰ ἐκδικάζωμεν τὰς ἐκλογὰς χάριν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν: μὴ ἀφήνετε ἡμᾶς νὰ ἐκδικάζωμεν τὰς ἐκλογὰς χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Βουλῆς; Θέτομεν κατώτερον τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸ γόητρον τῶν δικαστῶν; Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μία τῶν μεγαλειτέρων αἰτιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατερρίφθη τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, καὶ ἀνθρώπινον, ἂν θέλητε, ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἰς οὐδένα ἔχῃ νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν συνείδησίν του, δυστυχῶς τυφλοῦται ἀπὸ τὸ συμφέρον, καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐνταῦθα· καὶ οἱ Βουλευταὶ εἰς οὐδένα ἔχουσι νὰ δώσωσι λόγον.
§239ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ δικασταὶ εἰς ποῖον ἔχουσι νὰ δώσωσι λόγον καὶ μάλιστα οἱ ἀνώτεροι;
§240Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο ἀκολούθως. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ἂν ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐπέτυχε τίποτε ἄλλο, ἔπραξε τοῦτο, ὅτι μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι ὑπάρχει τις, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν λόγον, ὁ λαός. Καὶ ἐλέχθη ὅτι ὁ Γάλλος Πρωθυπουργὸς Κλεμανσὼ εἶπε, Κύριοι· μὴ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κρίνῃ ἂν εἶναι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ νὰ εἰσέλθῃ ὡρισμένος Βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δύναται νὰ παρίδῃ πολλάκις τοὺς τύπους καὶ φέρῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει ὁ λαός. Λέγω ὅμως, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὁ Κλεμανσὼ ἦτο ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ ἔλεγε τοῦτο, διότι ἀκριβῶς ἐν Ἑλλάδι ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἐσκέφθη ποία εἶναι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πάντοτε ἐσκέφθη ποία εἶναι ἡ θέλησις τοῦ κόμματος (ἐπιδοκιμασίαι). Καὶ ἠρώτησέ τις τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ συμβαίνωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια; Καὶ ἀπαντῶ ἤδη: Εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Βουλευτὴς θυσιάζει ἀμέσως εἰς τὴν συναλλαγὴν λαμβάνων παροχὰς ἀπέναντι τῆς ψήφου του· ἀλλ’ ὁποίας παροχὰς θὰ περιμένῃ εἰς τὸ μέλλον ἰδίως ὁ δικαστὴς παρὰ τοῦ κόμματος μετὰ τοὺς τελευταίως ψηφισθέντας νόμους; Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι βεβαίως δύνανται νὰ γίνωσι σφάλματα, διότι εἶναι ἀνθρώπινον τὸ ἁμαρτάνειν, ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια θὰ κρίνωσιν εὐσυνειδήτως. Ἀναμφισβητήτως θὰ ἔλθωσι περιστάσεις διφορούμεναι, καὶ θὰ ἴδωμεν διχογνωμίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι τὸ σύστημα δὲν εἶναι καλόν. Καί, ἐνῷ ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Κρήτης, μᾶς λέγουσιν ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα αὐτό. Ἀλλά, Κύριοι, διατί οὐδεμία γίνεται παρανομία εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκεῖ; Ἀκριβῶς διότι γνωρίζουσιν ὅτι θὰ δικασθῶσιν ἀπὸ τὰ Δικαστήρια· οὕτω καὶ καθ’ ἡμᾶς· ὅταν θὰ γνωρίζωσιν οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν ὅτι θὰ δικασθῶσι καὶ ἐνταῦθα αἱ ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, δὲν θὰ προβαίνωσιν εἰς παρανομίας. Κύριοι, μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἰδίως πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν. Ἐὰν τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἂν τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον περὶ τῆς ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον θέλει ἐμποδίσει τὴν κωλυσιεργίαν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν κατάργησιν τῶν σφαιριδίων, βεβαιωθῆτε ὅτι θεμελιοῦμεν τὸ μέλλον ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν. Ἀλλὰ νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ λείψωσιν ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς οἱ ἐφέται· οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλπίδα προαγωγῆς.
§241Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὥστε δυσπιστεῖτε καὶ σεῖς διὰ τοὺς δικαστάς;
§242Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐξηγήθην ἀρκούντως καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς, μὴ ψηφίζουσα τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἐτροποποιήθη (εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§243Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθανόμενος, κύριοι συνάδελφοι, τὸν κάματον τῆς Βουλῆς δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐλέχθησαν ὑπ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ τοῦ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐλάχιστα μόνον θὰ προσθέσω, ἀκριβῶς ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν ἄρθρου, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς — χωρὶς ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ξένας νομοθεσίας — ἔχει πρὸ πολλοῦ εἰσαχθῆ εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασεν ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου τούτου, προκειμένου περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ κύρους αὐτῶν, χωρὶς νὰ πολυπραγμονήσωμεν, χωρὶς ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ τί ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ τί ἰσχύει ἐν Ἰαπωνίᾳ ἢ ἔν τινι ἄλλῃ χώρᾳ τῶν δύο ἡμισφαιρίων τῆς γῆς, μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ γεγονότα τὰ ἀναμφισβήτητα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναφέρω, μᾶς ἀρκοῦσιν, ὅπως πεισθῶμεν ὅτι δὲν πρέπει μετὰ πολλῆς τῆς πεποιθήσεως ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν καθιδρυόμενον θεσμὸν τῆς δικαστικῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ δηλώσητε, ἂν γνωρίζετε ἢ ἂν ἠκούσατέ ποτε ὅτι ἠκύρωσαν τὰ Δικαστήρια ἐκλογήν τινα δημοτικήν. Οὐδ’ αὐτὴν τὴν πολύκροτον δημοτικὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀθηνῶν ἀπεφάσισαν μετὰ πολυετεῖς διασκέψεις ν’ ἀκυρώσωσι. Πρόκειται περὶ 40ετοῦς παγίας οὕτως εἰπεῖν ὁμολογίας τῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἀείποτε ἐπεκύρωσαν καὶ τὰς ἁμαρτωλοτέρας τῶν ἐκλογῶν, διότι οὐδεὶς ἐνταῦθα δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ σοβαρῶς ὅτι ἅπασαι αἱ μέχρι σήμερον διενεργηθεῖσαι δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ὑπῆρξαν ἁγναὶ καὶ ἄδολοι καὶ ἀντεπροσώπευον γνησίως τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὄχι μόνον τὰ κατώτερα Δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἐφετεῖα ἐπεκύρωσαν κατ’ ἔφεσιν ὅλας τὰς ἐκλογὰς τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων, ἐξ ὧν ἐνίας κατὰ τρόπον σκανδαλωδέστατον. Ἀλλ’ ἀσχέτως τούτων, ἐὰν πράγματι καθιερώσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτόν, ὃν εἰσηγεῖται ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, καὶ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Δικαστήριον, μολονότι μεγαλειτέρα προσοχὴ ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ διὰ τὴν ἐξεύρεσιν εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ εἰδικοῦ Δικαστηρίου διὰ τὰς πράξεις καὶ παραβάσεις τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν καὶ ὄχι διὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ περὶ τούτου, ὡς φαίνεται, δὲν γίνεται ἐργασία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς ἀναθεωρήσεως.
§244ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐργασία ἐγένετο καὶ ἐπερατώθη.
§245Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ εὐχαρίστως ἀκούω τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ἐὰν ἐπιτρέψωμεν, λέγω, εἰς τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Δικαστήριον, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐκλογή, ἡ ὁποία θὰ θεωρηθῇ ἀξία ἐπικυρώσεως. Πρόκειται ἀκριβῶς νὰ σταθμισθῇ ὑφ’ ἡμῶν ἂν θὰ τεθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ ὑπὸ τὴν τυπικότητα, μεθ’ ἧς τὰ Δικαστήρια δικάζουσι συνήθως τὰς ἀνατεθειμένας αὐτοῖς ὑποθέσεις, καὶ βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην πᾶσαι αἱ ἐκλογαί εἰσιν ἄκυροι, διότι τὰ λεγόμενα συνήθη ἐκλογικὰ ἔξοδα καὶ ἡ κυβερνητικὴ ἐπέμβασις, ἡ ὁποία παίζει τόσον ῥόλον κατὰ τὰς ἐκλογάς, δὲν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένα ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἂν θελήσῃ τις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ σταθῇ καὶ δικάσῃ εὐσυνειδήτως τὸ εἰδικὸν ἐκεῖνο Δικαστήριον, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀκυρωτικὴν δι’ ὅλας τὰς ἐκλογάς, διότι βεβαίως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν νόμον ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡρισμένα ποσά, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι τὰ συνήθη ἐκλογικὰ ἔξοδα, βεβαίως πᾶσα διάθεσις χρημάτων ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δωροδοκία. Ἐφ’ ὅσον ἐξ ἄλλου δὲν δύναται νὰ σταθμισθῇ ἐπακριβῶς ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐπίδρασις τῆς κυβερνητικῆς συνδρομῆς ἢ τοῦ χρίσματος τοῦ κυβερνητικοῦ διὰ τὴν ἐκλογήν, ἡ ὁποία κρίνεται, πάλιν τὸ Δικαστήριον παρασυρόμενον ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης ἢ ὑπὸ τοῦ Τύπου δύναται νὰ ἀκυρώσῃ ταύτην δεχόμενον ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἀσφαλῶς ἐκ ταύτης ἐπηρεάσθη. Ἐλλείπει δυστυχῶς ἀπὸ τὰ Δικαστήρια ἡ πολιτικότης τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὸ Σῶμα ἡμῶν· ἐκεῖνο λ. χ., τὸ ὁποῖον ὡς Βουλευταὶ κρίνοντες, ἤτοι ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, κρίνομεν πολλάκις ὡς συγγνωστόν, οἱ δικασταὶ τυπικῶς καὶ αὐστηρῶς τὸ πρᾶγμα κρίνοντες δὲν δύνανται ἢ ν’ ἀποφανθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως. Ἀλλ’ ἀσχέτως τῆς γνώμης ταύτης, ἐὰν θελήσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εὑρίσκομεν ὅτι δὲν διετυπώθη ἐπακριβῶς, διότι λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἐκδίκασις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, κατὰ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων ἐγείρονται ἐνστάσεις, ἀναφερόμεναι εἴτε εἰς ἐκλογικὰς παραβάσεις περὶ τὴν ἐνέργειαν τούτων εἴτε εἰς ἔλλειψιν προσόντων, ἀνατίθεται εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον». Ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἀναλύσῃ γραμματικῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο, θὰ ἴδῃ ὅτι εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον δὲν ἀνατίθενται αἱ ἐξελέγξεις καὶ ἡ ἐκδίκασις ἁπασῶν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ μόνον ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἠγέρθησαν ἐνστάσεις ἀναφερόμεναι εἴτε εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν προσόντων τοῦ ἐκλεχθέντος εἴτε εἰς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ. Κατὰ συνέπειαν γεννᾶται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐκλογαί, καθ’ ὧν δὲν ἠγέρθησαν ἐνστάσεις, πῶς ἐξελέγχονται καὶ ὑπὸ τίνος ἐκδικάζονται;
§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκλογαί, καθ’ ὧν δὲν ὑπεβλήθησαν ἐνστάσεις, εἶναι ἀπρόσβλητοι, καὶ συνεπῶς ἔγκυροι.
§247Γ. ΠΩΠ. Καὶ ὁ Κοντομίχαλος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ βουλευτής.
§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἦτο μία ἐσφαλμένη ἀπόφασις.
§249Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐσφαλμένης ἀποφάσεως, διότι δὲν ἔκαμεν ἔνστασιν ὁ Κοντομίχαλος.
§250Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦται ἐσφαλμέναι ἀποφάσεις δὲν ἀποκλείονται καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀποβλέποντες, λέγω, εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἄγεταί τις νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν δὲν ἀφαιρεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μέρος μόνον ταύτης καὶ μόνον ἐκεῖνο τὸ μέρος ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ὅσον μέρος προσεβλήθη δι’ ἐνστάσεων ὑπὸ ἐκλογέων. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ἄρθρον διατυποῦται ὡς διατυποῦται καὶ συνεπῶς αἱ ἐξελέγξεις καὶ αἱ ἐκδικάσεις τῶν βουλευτικῶν ἐλλογῶν ἀνατίθενται εἰς εἰδικὸν Δηκαστήριον, ἐφ’ ὅσον προσεβλήθησαν δ’ ἐνστάσεων, καὶ τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον δὲν ὑποχρεοῦται ἁπάσας τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς νὰ ἐξελέγξῃ, ἕπεται ὅτι διὰ τὰς λοιπὰς ἀρκεῖ ἡ ὑπὸ τὸ Πρωτοδικείου ἔκδοσις τῶν πληρεξουσίων, ἡ τυπικὴ τουτέστιν ἀνακήρυξις. Καὶ εἶναι μὲν βεβαίως εἰσιτήριον διὰ τὸν ἐκλεχθέντα τυπικῶς Βουλευτήν, ὅπως εἰσέλθῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἡ ἀνακήρυξις, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι ἐξέλεγξις καὶ ἐκδίκασις τῆς ἐκλογῆς του· τοὐναντίον ἐκ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου ὑπονοεῖται ὅτι τῶν ἐκλογῶν, καθ’ ὧν δὲν ὑπεβλήθη ἔνστασις, ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις θὰ γίνηται ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς, κατὰ πρῶτον ἐν τοῖς τμήμασιν αὐτῆς καὶ εἶτα ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας. Ὅτε διὰ τῆς ἐπικρινομένης διατάξεως ταύτης καθιεροῦται ὅτι μόνον ἐκείνων τῶν ἐκλογῶν, καθ’ ὧν ὑπεβλήθη ἔνστασις εἴτε ἀφορῶσα τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς εἴτε τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου, ἀνατίθεται ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, βεβαίως ὅλων τῶν ἄλλων ἐκλογῶν ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις παραμένει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς.
§251ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§252Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· εἶναι ἡ γνώμη μου. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω τροπολογίαν ἐφ’ ὅσον ἀνευρίσκω κενὸν ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου. Ἢ λοιπὸν πρέπει νὰ λείψῃ τὸ σχετικὸν τοῦτο μέρος τῆς διατάξεως ἢ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ἐὰν μὲν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ὅπως αἱ ἐκδικάσεις τῶν ἐκλογῶν ὅλων, καὶ ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπεβλήθη ἔνστασις, καὶ ἐκείνων, καθ’ ὧν δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη, πρέπει ἅπασαι νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, τότε ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ εἶναι ἀλλοία. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἡ ἀντίθετος ἐκδοχή, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, ὅτι παρέχομεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀσκεῖν ἐξέλεγξιν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, τότε πρέπει νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὴν προηγουμένην διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀμφισβητήσεις; Εἶναι ἀκριβῶς τὸ γραφικὸν ἐκεῖνο λάθος, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Κοντομιχάλου καὶ τὸ ὁποῖον εὗρεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ τμήματος κ. Ἀραβαντινός, ἐνῷ τὰ Δικαστήρια λόγῳ ἐλλείψεως ἐνστάσεως οὐδέποτε θὰ ἀνεύρισκον αὐτεπαγγέλτως. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐνέργεια διὰ τὰ τμήματα, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου ἐὰν ἀναθέσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἐκδίκασιν ὅλων τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ εἰδικὸν ἐκεῖνο Δικαστήριον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ παρουσιάσῃ πλήρη τὴν ἐργασίαν του εἰμὴ μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν, ἐνῷ ἡμεῖς ἀκριβῶς θέλομεν νὰ θεσπίσωμεν τὴν εἰς αὐτὸ ἀνάθεσιν τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν, ἵνα κερδίσωμεν καὶ χρόνον. Κατὰ συνέπειαν ἐφ’ ὅσον ὑποβληθῇ ἔνστασις κατὰ τοῦ κύρους ἐκλογῆς τινος, αὕτη θὰ ἐκδικάζηται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἐκλογαὶ θὰ ἐκδικάζωνται καὶ θὰ ἐξελέγχωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§253ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 71 ἐψηφίσαμεν διάταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγομεν ὅτι ἐπὶ ἀμφισβητήσεων ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Τὸ λέγω τοῦτο εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ὅσα λέγετε.
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς εἰδικὰς περιστάσεις.
§255Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὸ ἄρθρον 73 πρέπει νὰ ὑποτροπολογηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἐκδίκασις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, κατὰ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων ἐγείρονται ἐνστάσεις......, ἀνατίθενται εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον....., περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων»· ἢ ἄλλως ἐν πάσῃ περιπτώσει πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ἀρχήν: «Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἐκδίκασις πασῶν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἀνατίθεται... κτλ».
§256ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἱστορία τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν εἶναι μακρά, καὶ καλῶς ἐφρόντισεν ὁ πρὸ ὀλίγης ὥρας καταβὰς τοῦ βήματος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος νὰ ὑπερπηδήσῃ ὁλόκληρον τὴν περίοδον τὴν πρὸ τοῦ 1864· διότι, ἂν δὲν εἶχεν ὑπερπηδήσει αὐτήν, ἤθελε προσκόψει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν ἀνάμνησιν τῆς συνεχοῦς ἐκείνης ἀκολασίας, ἥτις ἐνηργεῖτο ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας διὰ ψηφοδελτίων, ἐξακολουθοῦσα τὰς νύκτας, καθ’ ἃς ἐγίνοντο αἱ καλπονοθεύσεις καὶ ἀπέληγον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖ αἱ νόθοι ἐκλογαὶ κατὰ σύστημα ἐπικυρῶνται, μένει δὲ βεβαίως εἰς τοὺς γεροντοτέρους ἐνταῦθα ἡ μνήμη τῶν «σαπουνοκασελῶν» πρόσφατος, καίτοι ἐγήρασαν. Δεύτερον στάδιον εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐψηφίσθη διάταξις περιορίζουσα ἀπὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἰς μίαν μόνον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐκλογῆς, εἴχομεν τὰς καλπονοθεύσεις ὀλιγωτέρας μὲν ἐκείνης, ἥτις παρετηρεῖτο κατὰ τὸν χρόνον τῶν ψηφοδελτίων, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὄχι ὀλίγας, καθόσον ὑπῆρχεν ἡ προσήκουσα ἐλευθερία εἰς τοὺς ἔχοντας ἄνετον τοιαύτην εὐκαιρίαν κατὰ τὰς νύκτας νὰ παραγεμίζωσι τὰς κάλπας. Μετὰ τὴν τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ψηφισθεῖσαν διάταξιν, τὴν περιορίζουσαν εἰς μίαν μόνον ἡμέραν, τὴν Κυριακήν, τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, αἱ καλπονοθεύσεις περιωρίσθησαν τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι οὐδένα ἔχει λόγον νὰ αἰσχύνηται ἡ Ἑλλὰς διὰ τὰ συμβαίνοντα κατὰ τὰς ἐκλογάς. Καταισχύνη βεβαίως γεννᾶται ἐκεῖ, ὅπου ἐμφανίζεται καὶ μερική τις καλπονόθευσις, ἀλλ’ εἶναι τόσον περιωρισμένον τὸ κακόν, ὥστε μόνον τότε πρέπει νὰ προσέξῃ τις αὐτὸ καὶ τότε νὰ ἐρυθριάσῃ, ὅταν ἴδῃ τὴν καλπονόθευσιν εἰσερχομένην ἐνταῦθα καὶ ἀπαντῶσαν Βουλὴν πρόθυμον εἰς συγγνώμην πρὸς τοὺς νοθευτάς· καὶ ἔχετε δυστυχῶς παραδείγματα τῆς τελευταίας ὥρας. Ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδείχθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας μέχρι τῆς τελευταίας, μέχρι τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, οἵτινες ἤλθομεν ἐδῶ, ἵνα ἀνορθώσωμεν, ἀνίκανος νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τρόπον δίκαιον καὶ ἀξιοπρεπῆ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται ἀμφισβήτησις. Εἷς δ’ ἕκαστος τῶν πολιτευθέντων ἐν τῇ Βουλῇ δύναται ἐξετάζων τὸ παρελθὸν νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι, ἂν οἱ πλεῖστοι δὲν ἀνεμίχθησαν πάντοτε εἰς τὰς ἀφορήτους παραμορφώσεις τῆς ἀληθείας, ὅπως εἰσαγάγωσι τοὺς φίλους αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχει Βουλευτής, ὅστις ἐξετάζων τὰ παρελθὸν σήμερον δὲν μεταμελεῖται ὅτι εἰς ὡρισμένας ὥρας ψηφίζων κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ κόμματος ἠδίκησε τὸν ἀπομακρυνθέντα ἐκ τῆς Βουλῆς ἢ ἠδίκησε τὴν ἀντιπροσωπείαν εἰσαγαγὼν νόθον Βουλευτήν. Ὅτι ὑπάρχει τὸ κακὸν εἶναι βέβαιον· ὅτι τὸ κακὸν εἶναι συνεχὲς εἶναι βέβαιον· οὐδεμία δὲ Περίοδος Βουλῆς ὑπάρχει τελείως ἀπηλλαγμένη τοῦ ψόγου τούτου, ψόγου ἐλαττοῦντος τὸ ἀξίωμα τῆς Βουλῆς.
§257Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Εἰς ἓν παράδειγμα ἴσως.
§258ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πλῆθος παραδειγμάτων. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς συνώψισε τὰ παραδείγματα εἰς εἰκοσάδα περίπου· ἀλλ’ ἠδύνατο ἴσως νὰ τὰ δεκαπλασιάσῃ· ἂν δὲ τὰ 20 ἐγίνοντο τυχὸν 200 εἰς τεσσαράκοντα ἔτη, βεβαιῶ ὅτι θὰ ἀνεγνωρίζετο τὸ κακὸν ἀφόρητον. Ὅτε δὲ οὕτως ἐξηλέγχθη τὸ κακὸν τῆς ἀνικανότητος, τῆς ἀναρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ὅπως δικάζῃ δικαίως αὐτὴ ἑαυτήν, βεβαίως ἐπεβάλλετο ἡ πρόνοια ὅπως ἐξετάσωμεν κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀναθεωρήσεως, μήπως εἴχομεν ἐν τούτῳ καθῆκόν τι ἵνα ἐκτελέσωμεν. Καὶ ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐξετάσει πρῶτοι οἱ ἓξ Βουλευταί, οἱ ὑποβαλόντες τὸ σχέδιον, ἐξετέλεσαν ἀληθοῦς εὐσυνειδησίας ἔργον, τοῦτο δὲ καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ ἐπιτροπὴ τὰ ἴχνη αὐτῶν ἠκολούθησεν, ὅπως εἰσαγάγῃ ἐνταῦθα τὴν πρότασιν, ἥτις ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐρωτῶμαι: «Ἔστω· ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνίκανος νὰ δικάσῃ, καὶ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ εἶναι αὐτὴ δικαστὴς τῶν ἰδίων ὑποθέσεων, δικαστὴς τῶν ὑποθέσεων, ὧν ἡ ἐκδίκασις θέλει παραγάγει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομάζηται Βουλή. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τούτου, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸ τοῦ 1844 καὶ τὸ τοῦ 1864, ἀνεγνώρισεν ὅτι τὸ κυρίαρχον τοῦ Σώματος ἀπαιτεῖ αὐτὴ ἡ Βουλὴ νὰ δικάζῃ τὰς ἰδίας ὑποθέσεις;». Ἡ θεωρία μοὶ φαίνεται παράδοξος: ἡ κυριαρχία τῆς Βουλῆς, εἰκὼν οὖσα τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, αὐτὴ νὰ δικάζῃ τὰς ἑαυτῆς ὑποθέσεις. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ· δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, διότι δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα, δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ἡ Συνέλευσις ἡ Συντακτικὴ τὸ δικαίωμα ἀντιπροσώπου τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ἢ μόνον καθ’ ὅσον ὁ κύκλος, ὃν διέγραψεν εἰς αὐτήν, ἐπιτρέπει εἰς αὐτὴν νὰ ἐμφανίζηται ἀντιπρόσωπος τοῦ κυριάρχου λαοῦ· καὶ ἔχει μεμερισμένην τὴν ἐντολήν, διότι ὑπάρχει καὶ ἕτερον στοιχεῖον, ὅπερ προσεκολλήθη εἰς αὐτὴν ἀναποσπάστως καὶ ὅπερ εἶναι ὁ Βασιλεὺς ἐν Κοινοβουλίῳ· ἀντιπροσωπεύει μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐν Κοινοβουλίῳ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Οὕτω μόνον, ἐντὸς τοῦ κύκλου, ὅστις εἶναι διαγεγραμμένος εἰς αὐτήν, ἔχει τι κυρίαρχον ἡ Βουλή· καὶ ἀπόδειξις ὅτι μόνον ἐν τούτῳ ἀντιπροσωπεύει τὴν κυριαρχίαν, εἶναι ἀκριβῶς ἡ παρουσία ἡμῶν ἐνταῦθα σήμερον, διότι ἐνταῦθα ἡμεῖς παριστάμεθα δι’ ἀλλοίας ἐντολῆς, ἥτις ἀποχωρίζουσα ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Βασιλέως ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα ἐκτὸς τῶν τεταγμένων ὁρίων, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως τοῦ Βασιλέως.
§259Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὥστε τώρα ἡμεῖς ἔχομεν ὀλιγωτέραν ἐξουσίαν;
§260ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπερ ἔπρεπεν ὑμεῖς νὰ ἀντιτάξητε, διότι ἔχει χαρακτῆρα μᾶλλον σοφίσματος. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα ὡρισμένην ἐντολὴν ἐκ τοῦ θεμελιώδους νόμου. Ἡ κυρίαρχος Συνέλευσις ἐνόμισεν ὅτι μόνον ὅσα ἐνετάλημεν ὑπ’ αὐτῆς ὀφείλομεν νὰ ἀσκήσωμεν· ἐκεῖνο εἶναι ἀρκετόν, ἵνα ἰσχύσῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης συνδρομῆς ἔξωθεν.
§261Γ. ΠΩΠ. Καὶ πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων ἀνεμίξατε καὶ τὸ Στέμμα.
§262ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀνέμιξα ἐγὼ τοῦτο παντελῶς· τὸ πνεῦμα τὸ ἀντιπολιτευτικόν, ὅπερ διακρίνει ὑμᾶς, φέρει ἐνταῦθα ζήτημα οὐχὶ τῆς ὥρας ὅπως συζητηθῇ. Ἂν ἐγένετο χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Στέμματος ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἐνομίζετο ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις παρεκτάσεως ἐξουσίας, δὲν νομίζω ὅτι καλῶς τοῦτο ἐπράχθη· ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, ἣν ἠθελήσετε νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα εἰς ἄλλας ὥρας καὶ εἰς συζήτησιν ἄλλου εἴδους. Λοιπὸν ἡ κυριαρχία δὲν μετεβιβάσθη εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα ἢ μόνον ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων, ἅτινα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς ἡμᾶς ἐξ ἐντολῆς, δὲν μετεβιβάσθη δὲ κυριαρχία ἢ ἐν συζεύξει μετὰ τοῦ Βασιλέως ἐν Κοινοβουλίῳ. Ὅτε δὲ δὲν εἴμεθα κυρίαρχοι, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν δικαίωμα ἐκ κυριαρχίας. Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω ἐξετάσει καὶ τι περισσότερον: ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἴμεθα κυρίαρχος, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἴμεθα ἐνταῦθα ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν κυριαρχίαν, διότι ἡ κυριαρχία κεῖται παρὰ τῷ λαῷ· καὶ ἆρά γε στερεῖται τὸ δικαίωμα ἡ κυρίαρχος νὰ ἀποθέσῃ οἰκειοθελῶς εἰς ἄλλην ἐξουσίαν μέρος τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ὅπως ἀσκηθῇ εἰδικώτερον, νομιμώτερον, ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπερ συναισθάνεται ἡ κυρίαρχος, καὶ εὐλόγως, διότι τὸ δίκαιον εἶναι ἓν καὶ εἰς πάντας ἐπιβαλλόμενον, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἐν δικαιοσύνῃ νὰ ἐκπληρώσῃ;
§263ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε δὲν θὰ ἤμεθα κυρίαρχοι.
§264ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τί πάντοτε ἐμφανίζει ἡ εἰκὼν ἁπασῶν τῶν Πολιτειῶν ὑπὸ πάσας τὰς μορφὰς τῆς κυριαρχίας; Ὅτι ἡ κυριαρχία ἐλέῳ Θεοῦ ἐθεωρεῖτο ἀποκειμένη εἰς τοὺς Βασιλεῖς· τί ἄλλο ἔπραττον οἱ Βασιλεῖς ἢ νὰ ἀποβάλλωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν μέρος τῆς εἰς αὑτοὺς κατὰ κυριαρχίαν ἀποκειμένης ἐξουσίας, ὅπως διεξάγωνται τὰ τῆς ἐξουσίας ταύτης ἐπὶ τὸ δικαιότερον, ἐπὶ τὸ ἀσφαλέστερον διὰ τοὺς κυβερνωμένους; Κατὰ τίνα τρόπον ἀπεσπάσθη ἡ ἄσκησις τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἀρχικῶς αὐτὸς μόνος ὑπὸ δένδρον ἐδίκαζε; Διότι ἀνεγνωρίσθη γενικῶς—καὶ ἠναγκάσθη καὶ ὁ ἡγεμὼν νὰ ἀναγνωρίσῃ—ὅτι κακῶς ἀπεδίδετο οὕτως ἡ δικαιοσύνη, κατεβιβάζετο δ’ οὕτω καὶ ἡ ἀξία τοῦ ἡγεμόνος καὶ ἐγεννᾶτο κίνδυνος, διότι παρ’ ὅλην τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν δὲν ἦτο κατάλληλος νὰ ἀποδίδῃ δικαιοσύνην ὁ ἡγεμὼν καθ’ ὃν τρόπον ἀπῃτεῖτο ὑπὸ τοῦ δικαίου, καὶ ἀπέσπασεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν δικαιοσύνην καὶ παρέδωκεν αὐτὴν εἰς τοὺς δικαστάς.
§265ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀπέσπασαν, ὄχι τὴν ἀπέσπασε.
§266ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν ἀπέσπασεν. Οἱ φρόνιμοι ἡγεμόνες, ὅταν βλέπωσι τὸ κῦμα ἐρχόμενον, φροντίζουσιν αὐτοὶ καὶ χαλαροῦσι τὸν κάλων, ὅσοι δὲ μόνον δὲν ἠθέλησαν αὐτοβούλως νὰ πράξωσιν οὕτως ἠναγκάσθησαν δι’ ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ κυρίαρχος τὴν κυριαρχίαν αὑτοῦ δύναται νὰ ἀσκήσῃ διὰ παντοίων παραπλεύρων ἐντολοδόχων καὶ ἐλεύθερος νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐκλέξῃ καλῶς τοὺς ἐντολοδόχους τούτους. Ὁ κυρίαρχος οὕτω γίνεται πολὺ ἰσχυρότερος· κυρίαρχος δ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, εἶναι ὁ λαός, ὅστις πρὸ παντὸς ζητεῖ τὰ πάντα νὰ γίνωνται ἀκραιφνῆ, γνήσια, δίκαια, ὅπως καὶ ἐπ’ αὐτὸν τρέπηται ἔπειτα τὸ ἀγαθὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§267Δ. ΚΛΑΔΗΣ. (Διακόπτει μὴ ἀκουόμενος).
§268ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ ἀργὰ ἐξεγείρεσθε κατὰ τοῦ ἐλαττώματος τούτου, κύριε συνάδελφε· διότι τοὐλάχιστον δέκα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἔχομεν ἐψηφισμένα ἤδη, ἅτινα δὲν ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Φεβρουαρίου.
§269Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐφώναξα.
§270ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἀπαγορεύσῃ νὰ ἐξακολουθήσητε νὰ φωνάζητε. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι· ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία ἀποθέσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκείνου τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκπληρώσῃ· ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία ν’ ἀποθέσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν ἐπ’ ἄλλην ἀρχήν. Δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο αὐτὴ ἡ συνήθης Βουλή, διότι τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν τὴν μεταρρύθμισιν, ἀλλὰ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ὑπὲρ τῆς συνήθους Βουλῆς ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἥτις ἦλθε μετὰ προθέσεως τὰ πάντα νὰ ἐξαγνίσῃ, τὰ πάντα νὰ ἀνορθώσῃ, πάντα τὰ δεόμενα ἐκκαθαρίσεως νὰ ἐκκαθαρίσῃ. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀξιοῦντες ἐκκαθάρισιν ἁπανταχοῦ, ὀφείλομεν ἡμεῖς ἰδίᾳ νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς πολιτευομένους τοῦ μέλλοντος (Χειροκροτήματα). Τὰ πράγματα εἶναι ἀνθρώπινα, καὶ ἡμεῖς ἀνθρωπίνως πολιτευόμεθα καὶ ἀνθρωπίνως ἐδικάσαμεν ὡς ἔχοντες συμφέρον ἐν τῇ δίκῃ. Καὶ οἱ δικασταὶ ἀνθρωπίνως θὰ δικάσωσι καὶ οἱ δικασταὶ θὰ ὀλισθήσωσιν· ἀλλ’ οἱ δικασταὶ δὲν θὰ ἔχωσι συμφέρον ἐν τῇ δίκῃ καὶ δὲν θὰ ὀλισθήσωσιν ὡς ὠλισθήσαμεν ἡμεῖς. Ὅσον κάλλιον εἶναι πνευματικῶς καὶ ἠθικῶς παρεσκευασμένοι, ἵνα ἀποδώσωσι τὴν δικαιοσύνην, καὶ ὅσον περισσότερον σκέπει αὐτοὺς ἡ Πολιτεία κατὰ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἐξασθενίζουσι τὸν χαρακτῆρα, τοσοῦτον καλλίονας θὰ ἐκδίδωσι τὰς ἀποφάσεις. Καὶ οἱ δικασταὶ μεθ’ ὅλα, ὅσα ἠκούσθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὧν πολλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέχθησαν δικαίως, ἐν τῷ συνόλῳ λαμβανόμενοι εἶναι ἄξιοι παντὸς σεβασμοῦ. Καὶ ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ Βουλῇ, ὁσάκις πρόκειται νὰ θέσωμεν οἱονδήποτε εἰς σπουδαίαν κρίσιν, προσφεύγομεν εἰς τοὺς δικαστάς — καὶ πρῶτοι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέχουσι τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικά, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ψηφίσωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτοὶ πρὸ παντὸς ἐγκρίνουσιν —, ὅτε καὶ δίκη, ἐάν ποτε ὑπάρξῃ διὰ τοὺς Ὑπουργούς, θὰ διέλθῃ διὰ τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ὅπερ ἀποτελεῖται κατὰ τὸ γνωστὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§271ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς.
§272ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντοτε.
§273ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι μετὰ πολλὰς συζητήσεις κατελήξαμεν εἰς τοῦτο, ὅτι τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γίνηται ἡ δίωξις. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ἐνεπιστεύθημεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς δικαστάς, ἀλλ’ ἠθελήσαμεν πρὸ παντὸς τὸ κυρίαρχον Σῶμα νὰ κρίνῃ τὴν ἀνάγκην.
§274ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκεῖ ἀπαιτεῖται ἡ εἰδικὴ καταβολὴ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιπτώσεως. Ἐνταῦθα προκαταβάλλομεν ἡμεῖς τὴν ἄδειαν, ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Καὶ λέγομεν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην: «Σὺ εἰς τὸ μέλλον θὰ δικάζῃς τὰς δίκας τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν καὶ ἀπὸ σοῦ ἀναμένομεν νὰ δειχθῇς δικαία». Ἐάν ποτε ἡ δικαιοσύνη δὲν πληρώσῃ τὸν προορισμὸν αὑτῆς, ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ἐδῶ, ἔχουσα πᾶσαν τὴν δύναμιν νὰ μετέλθῃ πρὸς τὰ Δικαστήρια κατὰ τὸν νόμιμον τρόπον ὅ,τι ἡ διαγωγὴ αὐτῶν ἤθελε καταστήσει αὐτὰ ἄξια νὰ πάθωσι.
§275ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τί θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ;
§276ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμία Βουλὴ εἶναι ἀνίκανος νὰ πράξῃ τὰ δεόμενα διορθώσεως· πάντες οἱ νόμιμοι τρόποι εἶναι εἰς χεῖρας αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς ποτε θέλει τολμήσει νὰ ὀλισθήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπεμβῇ καὶ τροποποιήσῃ τὰ κατὰ τὴν δικαστικὴν ὀργάνωσιν, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ θεραπείας ῥιζικάς, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη θεραπειῶν ῥιζικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σήμερον, οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ῥιζικῆς θεραπείας· ὑπάρχει μόνον ἀνάγκη ἐξαγνίσεως, βελτιώσεως, ἔστω καὶ διὰ μικρᾶς τινος ἐκκαθαρίσεως. Κατὰ ταῦτα νομίζω ὅτι οὐδεὶς λόγος χωρεῖ κατὰ τοῦ ὀρθοῦ τῆς μεταβολῆς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον — καὶ τοῦτο εἶναι τερατῶδες, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας — ἐκεῖνοι, οἵτινες δικάζουσι τὰς ἐκλογάς, αὐτοὶ ἐκεῖνοι εἶναι ὑπὸ κρίσιν· αὐτοὶ οἱ μήπω ἀνεγνωρισμένοι ἔρχονται καὶ δίδουσι ψῆφον ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἐκλογῆς τούτου ἢ ἐκείνου, ὡς ἂν εἶχον ἀπὸ Θεοῦ ἐντολὴν νὰ ἀποδίδωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον δικαιοσύνην· καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τινὲς τῶν τοιούτων δικαστῶν ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης, διότι ἀναγνωρίζεται ὅτι δὲν ἦσαν νόμιμοι Βουλευταί. Διὰ τῆς ψήφου τῶν μὴ νομίμων Βουλευτῶν, τῶν παρανόμως βουλευθέντων, ἀπεβλήθησαν ἄλλοι. Ποῦ ἠκούσθη τοιοῦτος παραλογισμός;
§277ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ φαντασθῆτε ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§278ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δύνασθε ὑμεῖς οἱ νεώτεροι ἐνταῦθα νὰ ἔχητε ἀνάμνησιν τῶν γενομένων ἐνταῦθα. Ὅτε ἤρχετο ἡ ὥρα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, πάντες οἱ ὑπὸ κρίσιν, οἱ κινδυνεύοντες, ἠναγκάζοντο ἢ νὰ τραπῶσιν εἰς φυγὴν ἢ νὰ ψηφίσωσι παρὰ συνείδησιν. Καὶ Δικαστήριον εἶναι τοῦτο! Καὶ ποίαν ἐντύπωσιν θέλετε νὰ παρέχῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν λαόν, ὅστις μακρόθεν παρατηρεῖ, βλέπει καὶ σημειώνει, ποίαν ἐντύπωσιν θέλετε νὰ ἐμποιήσῃ τοιαύτη Βουλὴ —ἥτις αὐτὴ δὲν ἔπταιεν, ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα—εἰς τὸν λαόν, ὅστις παρατηρεῖ πάντα ταῦτα, ἢ ἐντύπωσιν οἴκτου καὶ περιφρονήσεως; Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ νὰ προκαλῇ οἶκτον καὶ περιφρόνησιν; Τὸ Δικαστήριον, ὅπερ ὡρίσθη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως δικάζῃ τὰς ἐκλογάς, ἐγένετο κατά τινα τρόπον κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Δικαστηρίου τοῦ ὡρισμένου ἐν τῷ κειμένῳ Συντάγματι ὅπως δικάζῃ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ κατεβλήθη προσπάθεια ὅπως τὸ Δικαστήριον τοῦτο συγκροτηθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονας ἐγγυήσεις νὰ παρέχῃ, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν ἐκλογικῶν πραγμάτων θέλει ἐκτελεῖσθαι ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ τῆς προσηκούσης σοβαρότητος καὶ εὐσυνειδησίας. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ δισταγμοί τινες ἐξεδηλώθησαν, ἂν ἔπρεπε καὶ οὗτοι νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς συγκρότησιν τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ θέλει ἐκτελεῖσθαι ἡ κλήρωσις· ἀλλὰ καὶ δὲν εἴχομεν ἐψηφισμένον τὸ σῶμα καὶ δὲν ἐφαίνετο εἰς ἡμᾶς κανονικὸν νὰ περιλάβωμεν καὶ τοῦ τοιούτου ἱδρύματος, τοῦ μὴ ἐγκαθιδρυμένου ἤδη, τοὺς συμβούλους πρὸς κλήρωσιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι ἡ παρουσία συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ἐφ’ ὅσον ἤθελε ψηφισθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δύναται νὰ καταστήσῃ καταλληλότερον τὸ Δικαστήριον, βεβαίως ἐγὼ προσωπικῶς οὐδεμίαν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ δώσω ψῆφον εἰς τὴν τοιαύτην τροποποίησιν. Θὰ ἔχωμεν τότε καὶ πολιτικώτερον στοιχεῖον εἰς τὸ Δικαστήριον—γενικῶς εἰπεῖν πολιτικώτερον—, τοῦθ’ ὅπερ θέλει καθησυχάσει ἐκείνους, οἵτινες φοβοῦνται πολὺ τὴν στενότητα τῆς δικαστικῆς ἀντιλήψεως. Τὸ λεγόμενον περὶ δυσχερειῶν, αἵτινες θέλουσι προκύψει εἰς τὴν Δικαιοσύνην λόγῳ τῆς συμπεριλήψεως τῶν μελῶν ἁπάντων τῶν Ἐφετείων, νομίζω ὅτι προέρχεται ἐκ φόβου ὑπερβολικοῦ, μοὶ ἐνθυμίζει δ’ ἐκεῖνα, ἅτινα ἐλέχθησαν, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος εἰσήγαγε τὴν πρότασιν περὶ τῆς ἐν μιᾷ μόνῃ Κυριακῇ ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν διετείνοντο ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος—καὶ γνωρίζομεν ἡμεῖς σήμερον, ὅτι ὁ κατάλογος ἐξαντλεῖται πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, καὶ ὁ κῆρυξ ἀναγκάζεται νὰ ζητῇ τοὺς ὀλίγους, τοὺς βραδύναντας. Ἀνάλογον εἶναι καὶ τοῦτο. Διότι ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν ἀρεοπαγιτῶν θὰ κληρωθῶσι μόνον δώδεκα. Πόσοι ἐφέται θὰ συμπέσωσι μεταξὺ τῶν δώδεκα; Ἡ τύχη δύναται νὰ φέρῃ καὶ τὸ ἥμισυ· ἀλλὰ δι’ ἓξ ἐφέτας δὲν θὰ ἀνακοπῇ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἔργον· πολὺ συχνὰ ἐμφανίζονται ἐξ ἄλλων λόγων ἀπουσίαι τοιαῦται, αἵτινες δὲν φαίνεται ὅτι φέρουσι μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν Δικαιοσύνην, καίτοι ἐν τούτοις δὲν ἔχουσι καὶ δικαιολογίαν τὴν ἐκπλήρωσιν καθήκοντος.
§279ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ Ἐφετεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δύο ἐφέτας.
§280ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἡ ὅλη ἐργασία δὲν θὰ εἶναι μακρά.
§281Γ. ΠΩΠ. Διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ ἐφετῶν δὲν διωρίσαμεν εἰσαγγελέα ἐφετῶν ἐν Ἀθήναις, ἐνῷ ὁλόκληρος ὁ νομικὸς κόσμος ἀπῄτει αὐτό.
§282ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ πιστεύει οὔτε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ εἶπε.
§283ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω περὶ τίνος πρόκειται· ἀλλ’ ἡ διακοπὴ μοῦ ἀφῄρεσέ τι, ὅπερ ἐσκόπουν νὰ εἴπω καὶ ὅπερ τώρα πρέπει νὰ ἀναζητήσω εἰς τὸ βάθος τῆς μνήμης μου. Εἶναι λοιπὸν βέβαιον ὅτι ἐκ τούτου οὐδεμία θέλει ἐπέλθει δυσκολία ὅτι θέλομεν ἔχει Δικαστήριον ἐπαρκές, μὴ ἐνδιαφερόμενον ἐν τῇ δίκῃ, ἣν θέλει δικάσει· καὶ ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ Δικαστηρίου τούτου δὲν θέλει εἶναι μακρά — καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τοῦ λόγου μου τὴν σειράν — ἡ ἐργασία δὲν θὰ εἶναι μακρά, διότι τὸ Δικαστήριον τοῦτο θὰ δικάσῃ μόνον τὰς ἐκλογάς, αἵτινες φέρουσιν ἐν ἑαυταῖς νόσημά τι, τὰς ἐκλογάς, τὰς ἀτάκτως ἢ ἀκύρως διεξαχθείσας, καὶ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνων, καθ’ ὧν προτείνεται ἔλλειψις προσόντων. Πάντες οἱ ἄλλοι φάκελοι, οἵτινες βεβαίως, ὡς θέλει ὁρίσει ὁ νόμος, ὅστις θέλει ἐπακολουθήσει τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης, θέλουσιν ἀποσταλῆ ἀπὸ Δικαστηρίου εἰς Δικαστήριον, ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου εἰς τὸ Δικαστήριον τὸ κεντρικόν, πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐκλογαί, ἀφοῦ ἐξετασθῶσιν ἁπλῶς καὶ βεβαιωθῇ ἐντὸς τοῦ προσήκοντος χρόνου ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει κατ’ αὐτῶν ἔνστασις, καὶ οὐδεμία δύναται αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου νὰ προβληθῇ, πᾶσαι αἱ ἄλλαι θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς τὸ Βουλευτήριον — πλάττω διαδικασίαν λόγῳ παραδείγματος.....
§284ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι παραπλησία ἐν Κρήτῃ ἡ διαδικασία, καὶ θὰ τὴν ἀναφέρω, ὅταν ὁμιλήσω.
§285ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔρχονται λοιπὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἀπ’ ἐκείνης δὲ τῆς στιγμῆς — οὕτω δ’ ἔχουσι τὰ ⅘ συνήθως, ἂν μὴ καὶ περισσότεραι, τῶν ἐκλογῶν —, θὰ ὑπάρχῃ κατηρτισμένη ἡ Βουλή, διότι πάντες οὗτοι ὡς Βουλευταὶ θὰ ὁρκίζωνται, καὶ θὰ ἄρχηται ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, μὴ ἀναμένουσα τοὺς ὀλίγους.
§286ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον αὐτό.
§287ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυνάμεθα νὰ μὴ ἀναμένωμεν, διότι καὶ σήμερον δυνάμεθα τοῦτο, καὶ ἐγένετο τὸ πρᾶγμα. Ὁσάκις κρίνει ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον νὰ ἀναμείνῃ, ἂς ἀναμείνῃ· ἀλλ’ ὁσάκις ἀντιθέτως νομίσῃ ὅτι αἱ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι νὰ προχωρήσῃ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπὸ ἐξέλεγξιν ἐκλογῶν δὲν φέρει δυσχέρειαν, δὲν θὰ ἀναμείνῃ.
§288ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ τώρα ἐξαρτᾶται τοῦτο ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τότε ὁ διάφορος καταρτισμὸς τῆς πλειονοψηφίας θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πορείαν τῶν ὑποβαλλόντων τὰς ἐνστάσεις. Τὸ Σῶμα θὰ καταρτίζηται μόνον μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου.
§289ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐξέλεγξις θὰ γίνηται τάχιστα, θὰ λείπῃ καὶ τὸ στάδιον τῶν ἐπιτροπῶν, τριῶν ἑβδομάδων τοὐλάχιστον, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὑπάρχει περισσεύων ὁ χρόνος, ὅπως τὸ Δικαστήριον κρίνῃ περὶ τῶν προσβαλλομένων ἐκλογῶν.
§290ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν διατάξῃ ἀποδείξεις;
§291ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλει ἐκτελεσθῆ ὅ,τι ἐξετελέσθη καὶ ἐνταῦθα διὰ τὴν ἐκλογὴν Ἄρτης· τὰ πράγματα δὲν μεταβάλλονται. Ὑπολείπεται εἰς ἐμὲ μία μόνον παρατήρησις. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς πρώτης παραγράφου ἀνάγκη διὰ τὸ ἀκριβέστερον νὰ γένηται προσθήκη τις. Εἰς τό: «κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ὁρισθήσονται διὰ νόμου», ἀνάγκη νὰ παρεμβληθῇ καὶ ἡ φράσις: «καὶ τῆς ὅλης διαδικασίας». Διότι πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ τὴν περαιτέρω διαδικασίαν, εἰς τὸν νόμον, ὃν ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει ὡς παρακολούθημα τῆς διατάξεως ταύτης νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι κωλύματος, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης ἐκλογῶν. Περὶ τῆς δευτέρας παραγράφου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τις τίποτε. Ἡ παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ καὶ κατὰ παρανόησιν ἐκρίθη μέχρι πρὸ μικροῦ ὅτι ἀπῃτεῖτο ἡ ἀποδοχὴ τῆς Βουλῆς. Ἡ παρανόησις αὕτη παρήγαγε τοῦτο τὸ ἄτοπον, ὅτι πολλάκις ἐξηυτελίσθη ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐμφανίσεως παραιτήσεων, αἵτινες ἔπειτα ἀνεκαλοῦντο. Ὁ παραιτούμενος πρέπει νὰ αἰσθανθῇ ὅτι, εὐθὺς ὡς παρῃτήθη, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταμεληθῇ· πρέπει πρότερον νὰ σκεφθῇ καλῶς, διότι παραίτησις ἀπὸ ἀξιώματος τοιούτου, εἰς ὃ ἐτάχθη, εἶναι πρᾶγμα σπουδαῖον· ἐὰν νομίσῃ ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν αὐτῷ καθῆκον νὰ ἀποσυρθῇ, πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο· ἀλλὰ μετὰ τῆς πεποιθήσεως ὅτι δὲν δύναται μετὰ πέντε ἡμέρας ἢ πέντε μῆνας νὰ ἐπανέλθῃ ἄνευ νέας ἐκλογῆς ἐνταῦθα. Τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τῆς δυνάμεως τῆς παραιτήσεως εὑρέθη εἰς θέσιν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτε ἐθεώρησε τὴν παραίτησιν τεσσάρων Βουλευτῶν δοθεῖσαν κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, ὡς καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἦτο ἀνεγνωρισμένη, ὡς ἀμετάκλητον, καὶ διὰ Διατάγματος ἀνεγνώρισεν ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἐκλογή. Τοῦτο, ὅπερ ἐγένετο τότε ἅπαξ μόνον, ἔρχεται τὸ Σύνταγμα νὰ ἀναγνωρίσῃ διὰ παντός.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§293Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Δραγούμη.
§294ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει τις ἀντιλέγων;
§295Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καθόσον ἐνόμισα ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ἡ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου ἐπιτροπή, τὸ ἄρθρον καταρτίζεται ἀντισυνταγματικῶς καὶ ἀντιφιλελευθέρως. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ταύτην, διότι πρεσβεύω ὅτι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, εἶναι καὶ ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ θέσῃ φραγμοὺς εἰς τὰς παρανόμως ἐνεργηθείσας ἐκλογὰς αὐτοῦ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο. Τὸ δικαστικὸν σῶμα βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν, οὔτε δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς προστριβήν, νὰ τεθῇ ἔναντι τῶν θελήσεων τοῦ λαοῦ. Διότι σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· ἔστω ὅτι Βουλευτής τις ἐκλέγεται ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ, τὸ δὲ δικαστικὸν σῶμα θεωρεῖ τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἄκυρον, ὁ λαὸς ὅμως καὶ ἐκ δευτέρου ἐκλέγει τοῦτον· τότε τί ἤθελε συμβῆ, τί ἤθελε πράξει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία; Δὲν εἶναι φανερὸν ὅτι καταπίπτει τότε τελείως τὸ γόητρον αὐτῆς; Ὅταν ἐπιμένῃ μία ἐπαρχία, βεβαίως καταπίπτει τὸ γόητρον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§296Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τῷ 1882, ὅτε εἶχεν ἐκλεχθῆ ὁ Σιβιτανίδης, ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή του δι’ ἔλλειψιν προσόντων· ἐξελέγη ἐκ νέου καὶ πάλιν ἠκυρώθη, διότι δὲν ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Μωραϊτίνης εὐφυέστερος ἐδήλωσε φιλίαν πρὸς τὸν Τρικούπην καὶ ὁ Τρικούπης παλινῳδῶν...
§297Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἐκ τῶν νέων ἀνδρῶν. Ἐγὼ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς φαυλοκρατίας! (Ἱλαρότης). Λοιπὸν εἰς μὲ ἐπιτρέπεται νὰ φέρω τὰ παραδείγματα αὐτά. Εἰς ὑμᾶς ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ὑμεῖς αὐτὸ τὸ παρελθὸν τὸ κατεδικάσατε! Ὑποθέτομεν δὲ ὅλοι ἡμεῖς, πρὸ πάντων δὲ ὑμεῖς, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν ἀντιπρόσωποι, οἷοι οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίκασαν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μωραϊτίνη.
§298Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ ἑνὸς ἀνηλίκου. Ἡ ἐπαρχία του τὸν ἐκλέγει καὶ πάλιν. Ἀκυροῦται καὶ δευτέραν φοράν. Ἡ ἐπαρχία του τὸν ἐκλέγει καὶ τρίτον. Νομίζετε ὅτι τὸ Δικαστήριον πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν τῆς ἐπαρχίας; Σᾶς λέγω ὄχι.
§299Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Θὰ κατασυντριβῇ τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης, ὅταν εὑρεθῇ ἔναντι τῆς λαϊκῆς θελήσεως.
§300Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ κατασυντριβῇ τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης. Ἡ θέλησις τῆς ἐπαρχίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑπερτέρα τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους, διότι ὁ νόμος, καθ’ ὃν θὰ κρίνῃ τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐπικυροῖ τὴν ἐκλογήν, εἶναι ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους. Ἐὰν ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ἐκλέγῃ ἐπανειλημμένως τὸν Βουλευτήν, ἀσεβεῖ πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ἐπαρχία τοσοῦτον ἀντίθετος, ἥτις νὰ ἐκλέγῃ Βουλευτὴν ἐπανειλημμένως αὐτὸν παρὰ τὸν νόμον.
§301Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐὰν τὸ πράξῃ ὅμως; Δὲν ἔχει πλέον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καμμίαν θέσιν καὶ ἀπόστασιν.
§302Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι δά! Διότι εἶναι ἡ ἀνωτέρα ἐξουσία τοῦ ἔθνους.
§303Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ ἐνισχυθῇ τότε τὸ δικαστικὸν γόητρον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Βεβαίως.
§304Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἡ γνώμη μου αὐτὴ εἶναι. Ἑπομένως, ἐπειδὴ πάντες οἱ προλαλήσαντες, οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην, ἀνήκουσιν εἰς τὸ κόμμα τῆς ἀνορθώσεως, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποθέτει ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβαινον καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, δὲν βλέπω κανένα λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ὕψιστον, τὸ ὁποῖον ἔχει σήμερον.
§305Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὄχι πάντες.
§306Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οἱ προλαλήσαντες καὶ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην, εἶπον. Ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ ὁ κ. Κουλουμβάκης ἀπόψε! ἐπιστημονικὸν παράδοξον! Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἐκφράζομεν μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὸ Σῶμα. Ἐγὼ δ’ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα φθάσωσιν εἰς τὸ ὕψιστον ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, τότε καὶ μόνον θὰ ἔχωσιν ἀξίαν οἱ νόμοι καὶ τὰ ἄρθρα τῶν νόμων.
§307ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται, ὅπως διατηρήσωσι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι· ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν προσοχήν, μεθ’ ἧς ἤκουσα τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν εἰς ἐμὲ ἡ εὐγλωττία, μεθ’ ἧς ἀνεπτύχθησαν ὑπό τινων ἐκ τῶν πρώτων ἀγορευσάντων ῥητόρων, δὲν κατωρθώθη οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ κλονισθῇ ἡ πεποίθησίς μου ὅτι ἡ προτεινομένη τροποποίησις εἶναι ἀναγκαία καὶ εἶναι μία ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων μεταβολῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ φέρῃ εἰς τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα. Ἡ ἱστορία τῆς διεκδικήσεως ἐκ μέρους τῶν Βουλῶν τοῦ δικαιώματος ὅπως αὗται ἐκδικάζωσι τὰ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν συνδέεται μὲ τὴν ἐν τῷ παρελθόντι σύγχυσιν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ὡς λειτουργίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὄχι ὡς αὐτοτελοῦς ἐξουσίας. Ὅτε τὰ Δικαστήρια δὲν ἀπετέλουν ἀνεξάρτητον Ἀρχήν, ἀλλ’ ἀπετέλουν μίαν τῶν λειτουργιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑποχείρια εἰς αὐτήν, τότε αἱ Βουλαὶ ἐθεώρησαν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ διεκδικήσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωσιν αὐταὶ τὰ πληρεξούσια τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, διότι ἡ ἀνάθεσις τῆς κρίσεως αὐτῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν παρεῖχεν εἰς αὐτὴν καμμίαν ἀσφάλειαν καὶ καμμίαν ἐγγύησιν· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐγένετο ἀπόκτημα τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ δικαίωμα τῶν Βουλῶν νὰ κρίνωσι τὸ ἀμφισβητούμενον κῦρος τῶν ἐκλογῶν καὶ τὰ προσόντα τὰ νόμιμα τῶν ἐκλεχθέντων εὑρίσκεται ἐν καταφανεῖ ἀντιθέσει πρὸς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, διότι ἡ κρίσις ζητημάτων καθαρῶς δικαστικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλεῖται Ἀρχή τις νὰ κρίνῃ ἂν κατὰ νόμον ἐγένοντο αἱ διαδικασίαι τῶν ἐκλογῶν καὶ ἂν τὰ νόμιμα προσόντα ἔφερεν ὁ ἐκλεχθείς, τοιαύτη κρίσις ἀνατίθεται εἰς σῶμα μὴ δικαστικόν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πλέον παρουσιάζει τὴν ἀνωμαλίαν ὅτι ἀποφαίνεται ἐγκύρους ἢ ἀκύρους ἐκλογὰς καὶ ἀποβάλλει ἀπὸ τοῦ κόλπου αὑτοῦ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκόμη δὲν εἶναι νομίμως συγκεκροτημένον καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν μετέχουσι τῆς κρίσεως περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν ἐκλογῶν ἢ τῆς ἀκυρώσεως αὐτῶν ἄνθρωποι, ὧν δὲν ἐξεδικάσθησαν ἔτι αἱ ἐκλογαί, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, δύνανται τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἢ τὴν ἐπιοῦσαν διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ θεωρηθῶσιν ὡς παρανόμως ἐκλεχθέντες, ἐνῷ αὐτοὶ διὰ τῆς ψήφου αὑτῶν, ἐὰν ὑποθέσητε διχαζομένην τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν κρίσιν τὴν διφορουμένην, ἐξέβαλον ἄλλους ἢ εἰσήγαγον ἄλλους εἰς τὸ Βουλευτήριον παρανόμως ἐκλεχθέντας. Διὰ τοῦτο βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ, πρὸς τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνάγκην προσφεύγομεν ἑκάστοτε κρίνοντες περὶ πολιτεύματος, ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς ἐκδικάσεως τῶν πληρεξουσίων ἐκράτησε μόλις ἐπὶ τὴν ἐννεακοσαετῆ περίοδον τοῦ συνταγματικοῦ της βίου ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυν αἰῶνα, κατὰ τὸν τελευταῖον, τὸν προηγούμενον αἰῶνα, ἀνεγνωρίσθη, ὅτε πλέον εἶχεν ἀπὸ πολλοῦ ἐξασφαλισθῆ τελείως ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε πλέον, ὅπως ἡ Βουλὴ παραμείνῃ αὐτὴ κρίνουσα καὶ τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν δὲν παρηκολούθησαν ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη τὴν Ἀγγλίαν, διότι τινὰ παρηκολούθησαν αὐτήν, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα τὰ ἄλλα δὲν παρουσιάσθησαν αἱ ἀσχημίαι, τὰς ὁποίας παρουσίασαν παρ’ ἡμῖν αἱ Βουλαὶ τοῦ προλαβόντος χρόνου, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἐξέγερσις τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔφερον τὰ παρ’ ἡμῖν γενόμενα ἐν τῷ παρελθόντι, ὅπως ἐνδείξωσι τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς· ἐφ’ ὅσον δ’ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν προέκυψεν ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς ταύτης, φυσικὸν ἦτο νὰ μὴ ἀσχοληθῶσιν ἐκεῖ, ὅπως τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ γενομένην μεταβολὴν ἐπεκτείνωσι καὶ παρ’ ἑαυτοῖς ὅλα τὰ Κράτη, διότι ἱκανά, ἐπαναλαμβάνω, ἠκολούθησαν εἰς τὸ παράδειγμα τὸ Ἀγγλικόν. Ὁ φόβος, Κύριοι, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀνατιθεμένου εἰς αὐτὴν τοῦ δικαιώματος νὰ δικάζῃ τὰ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν καὶ τὰ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθέντων, εἶναι δυνατὸν νὰ καταπιέσῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καὶ νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὑτῆς, ὁ φόβος οὗτος εἶναι φόβος τελείως ἀσύστατος. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, δὲν θεωρῶ παντάπασι δεδικαιολογημένην τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ πᾶσαν στιγμὴν καταβαλλομένην προσπάθειαν πρὸς ἐκφύλισιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας παρ’ ἡμῖν (ἐπιδοκιμασίαι). Χωρὶς νὰ παραγνωρίζω τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παρουσίασεν ἐν τῷ παρελθόντι, ἐὰν δὲν πλανῶμαι μακρόθεν κρίνων τὰ πράγματα, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καίπερ ὑποχείριος τελοῦσα μέχρι τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν κατώρθωσεν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς καὶ νὰ διατηρήσῃ τὸ κῦρος αὑτῆς καὶ τὸ γόητρον αὑτῆς (νέαι ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλ’ ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ περυσινὸς νόμος, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία βαίνει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν εἰς βελτίωσιν ἑαυτῆς, καὶ δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ ἀνταποκρίνηται καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν πρὸς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ. Ἀλλά, καὶ ἂν δὲν εἶχον τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, περὶ τῆς δικαστικῆς παρ’ ἡμῖν ἐξουσίας, δὲν θὰ εἶχον κανένα λόγον ποτὲ νὰ φοβηθῶ, ὅπως ἐφοβήθησάν τινες τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρελθόντων ῥητόρων, ὅτι τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ κρίσις περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, θὰ ἠδύναντο νὰ κάμωσι κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῶν, ὅπως ἀσκήσωσι πίεσιν ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐὰν εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν ὑποθέσεις εἶναι εὐκολωτέρα ἡ κατάχρησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι εἷς ἕκαστος ἐκ τῶν πολιτῶν ἀδικούμενος δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ τὴν δύναμιν τῆς ἀμύνης ἐκείνης, ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ εἰς συνετισμὸν τὸν δικαστήν, τὸν θέλοντα νὰ παρανομήσῃ, παρ’ ὅσον ὁσάκις πρόκειται περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν οἱ ἐνδιαφερόμενοι δι’ αὐτὸ ἀποτελοῦσι τόσον μεγάλην δύναμιν, τόσον κολοσσιαίαν ἄμυναν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς Δικαστήριον νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀδικήσῃ ἐκλεκτὸν τοῦ λαοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης ἔφερε τὸ παράδειγμα Κυβερνήσεως ἡ ὁποία διὰ τῶν ἐκλογῶν θὰ φέρῃ μίαν πλειονοψηφίαν δύο ἢ τριῶν ψήφων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ὁποία Κυβέρνησις, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτής, θὰ κατώρθωνεν ἐπιβαλλομένη καὶ πιέζουσα τὰ Δικαστήρια νὰ ἐπιτύχῃ ἀκυρώσεις ἐκλογῶν τῆς ἰσχυρᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἀσφαλίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως μεγίστου μέρους, ἵνα μὴ εἴπω τοῦ ὅλου, τῆς ἐξουσίας τῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τῶν Δικαστηρίων συνεπείᾳ τοῦ νεκροῦ περυσινοῦ νόμου, Κυβέρνησις τοιαύτη, ἡ ὁποία ἐκ τῶν ἐκλογῶν θὰ προήρχετο ἐν ἰσοψηφίᾳ περίπου πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θὰ ἐστερεῖτο παντὸς κύρους καὶ τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ἐκβίασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἰσχυρίζομαι δ’ ἀντιθέτως, ἀντιστρέφων τὸ παράδειγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτής, ὅτι, ἐνῷ ὑπὸ τὸ ὑπάρχον καθεστὼς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τὴν ἀσθενεστάτην αὐτὴν πλειονοψηφίαν τῶν δύο ἢ τριῶν ψήφων, θὰ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν πιέζουσα τοὺς φίλους αὐτῆς νὰ ἐπιτύχῃ ἐν τῇ Βουλῇ προγραφὰς ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν θὰ εἶχε καμμίαν δύναμιν, ὅπως ἐπιβληθῇ, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς ἀπέναντι τοιαύτης Κυβερνήσεως. Καὶ ἰσχυρίζομαι, Κύριοι, ὅτι ἡ καινοτομία, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, μακρὰν τοῦ νὰ ζημιώσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, μακρὰν τοῦ νὰ παράσχῃ εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις μέσον ἐπεμβάσεως εἰς τὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὴν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ἐξασφαλισθῇ, ὅπως παταχθῇ κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν πᾶσα ἀθέμιτος ἐπέμβασις τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων εἰς τὰς ἐκλογάς, πᾶσα διαφθορὰ τῶν ἐκλογέων διὰ δωροδοκίας, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσητε ὅτι θὰ πατάξητε ἀποτελεσματικῶς τὴν δωροδοκίαν, καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν τὴν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν μεταθέτομεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν (εὖγε, εὖγε). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, κύριοι Βουλευταί, διάκρισίν τινα, ἣν ὁποίαν ἐζήτησε νὰ παραλάβῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος ὑποστηρίξας τὴν γνώμην, καθ’ ἣν τὸ μὲν κῦρος τῆς ἐκλογῆς δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, τὰ δὲ προσόντα τῶν Βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Πρὸς στιγμὴν ἐνόμισα, ὅτι ὑπῆρξε θεωρητικὴ διάκρισις, ἡ ὁποία ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ Σώματος τούτου, ἐγγυτέρα ὅμως ἐξέτασις τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύει ὅτι καὶ θεωρητικὴ βάσις δὲν ὑπάρχει τοὐλάχιστον, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς εἶναι ἄκυρος ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰ προσόντα τῶν ἐκλογέων, ἐὰν ἀνατεθῇ ἡ ἐξέτασις αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀφαιρέσητε τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξετασθῇ ὑπ’ αὐτῆς ἀκριβοδικαίως μεθ’ ὅλον τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι. Ἐπιζητοῦντες, κύριοι Βουλευταί, νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύομεν καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ζητοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, τὰ δικαιώματα αὐτὰ παραμένουσιν ἀκέραια, ἀλλὰ θέλομεν ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἀνόθευτον συγκρότησιν αὐτοῦ καὶ θέλομεν προτοῦ συνέλθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, θέλομεν κατὰ τρόπον ἀσφαλῆ νὰ βεβαιωθῶμεν, ὅτι εἰσερχόμενοι ἐντὸς αὐτοῦ εἶναι ἀνόθευτοι καὶ γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (Εὖγε, εὖγε). Θέλομεν ἀκόμη νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς καταπτώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν οὐχὶ ἅπαξ ἐν τῷ παρελθόντι, συνηθέστατα μάλιστα σχεδὸν ἐν πάσῃ Βουλευτικῇ Περιόδῳ ὑπέπεσε, διότι κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας καὶ κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα πολλάκις καὶ πέρα τοῦ μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς Βουλῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τῶν ἀκοσμιῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιέπεσε κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἑκάστη πλειονοψηφία, ἀφαιρεῖ ἀφ’ ἑαυτῆς ἓν μέγα μέρος τοῦ κύρους της, ἓν μέγα μέρος τοῦ γοήτρου της, μόλις ἐξελθοῦσα ἀπὸ τὰς κάλπας ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ. Καὶ θέλομεν τοῦ λοιποῦ, ὥστε συνεργόμενοι οἱ Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν, συνερχόμενοι μὲ τὰ πληρεξούσιά των ἕτοιμα, ὁριστικῶς τεθεωρημένα, νὰ ἀρχίζῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας μετὰ τὴν τυπικὴν τελετὴν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της ἐκλέγουσα τὸν Πρόεδρον αὐτῆς. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου θέλομεν ἐξασφαλίσει τὴν ἀποτελεσματικὴν ἐν τῷ μέλλοντι λειτουργίαν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, διότι ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀπόλλυται ἑκάστοτε μετὰ πᾶσαν νέαν ἐκλογὴν διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἥτις ἐξέλεγξις ὑποβιβάζει τὸ κῦρος ἑκάστης πλειονοψηφίας, ὁ χρόνος αὐτὸς τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός, ἐὰν διετίθετο εἰς τὴν ψήφισιν διαφόρων νομοσχεδίων, ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς μεγάλου μέρους τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, δὲν ἤθελε δὲ καταναλίσκεσθαι ἐν τῷ παρελθόντι τόσον πολύτιμος χρόνος, διὰ νὰ καταβιβάζηται τὸ κῦρος τῆς πλειονοψηφίας καὶ νὰ διαφθείρηται ἡ κοινὴ γνώμη. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐν προκειμένῳ δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ παρὰ τὰ παραδείγματα ἄλλων ξένων χωρῶν τὸ παράδειγμα χώρας ἐγγύτατα πρὸς ἡμᾶς κειμένης, ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ γεωγραφικῆς ἀπόψεως, τὸ παράδειγμα τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ὅπου τὸ σύστημα τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ Δικαστήρια θεσπισθὲν ἀπὸ τοῦ 1908 ἐδοκιμάσθη ἐπιτυχῶς ἐπὶ δεκατρία ὁλόκληρα ἔτη, κατὰ τὸ διάστημα δ’ αὐτὸ ἐγένοντο ἕξ ἐκλογαί, ἐδοκιμάσθη κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς χρονικῆς ταύτης περιόδου ὑπὸ σύστημα Κυβερνήσεως δεσποτικῆς καὶ ἀπολυταρχικῆς εἰς ἄκρον, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅπως καταστήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπικίνδυνον εἰς τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Καὶ ὅμως δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὑπάρξας ἀντίπαλος, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο λειτουργεῖ ἱκανοποιητικῶς, οὕτως ὥστε ὅτε κατὰ τοῦ δεσποτικοῦ καθεστῶτος ἐξηγέρθη ὁ Κρητικὸς λαὸς καὶ ἐπανεστάτησε, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ συγκρότησις δευτέρας Συντακτικῆς Συνελεύσεως, οὐδεμία γνώμη ἠκούσθη μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην 138 πληρεξουσίων, ὅπως τροποποιηθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ πρώτου Συντάγματος, ἀλλὰ νὰ θεσπισθῇ καὶ ἐκ δευτέρου εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο Σύνταγμα τὸ ἐντελῶς φιλελεύθερον. Δὲν θὰ ἰσχυρισθῶ, Κύριοι, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐκλήθη νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἀνώτατον Κρητικὸν Δικαστήριον, διότι ἡ ἐκδίκασις ἐκεῖ τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὸ πρῶτον Σύνταγμα ἐγίνετο ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, κατὰ τὸ δεύτερον Σύνταγμα ὑπὸ τῶν δύο Ἐφετείων συνερχομένων ἐν ταὐτῷ, δὲν θὰ ἰσχυρισθῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἀνταποκρίνεται ἐντελῶς πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐνίων ἐπεκυρώθησαν αἱ ἐκλογαί, διὰ τὰς ὁποίας ὀλίγη αὐστηρότης ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν ἀκυρωτικὴν ἢ ἀπόφασιν περὶ ἐξετάσεως περαιτέρω τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ δύναμαι ἐπίσης νὰ βεβαιώσω πλέον τι, ὅτι γνωρίζω ὅτι τὰ ἀνθρώπινα πράγματα πρέπει νὰ κατευθύνωνται πρὸς τὸ τέλειον, δὲν εἶναι ὅμως πάντοτε εὔκολον νὰ ἐπιτύχῃ τις τοῦτο καὶ μάλιστα εἰς τὴν πολιτικήν. Πλὴν τούτου, λέγω, ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ κρίσις διὰ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς Ἀρχὴν παρέχουσαν ἐμπιστοσύνην, ὅτι κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν θὰ ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματός της, τοῦτο δὲ καὶ μόνον συνετέλεσεν, ὅπως αἱ ἐκλογαὶ διεξαχθῶσιν ὑπὸ τὸ αὐτόνομον καθεστὼς ἐν Κρήτῃ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος προυκάλεσε συνηθέστατα τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὁ ἐγγὺς δὲ παρακολουθῶν τὰ πράγματα ἔβλεπε κατὰ τίνα τρόπον ὁ Κρητικὸς λαὸς ἐξήσκησε τὰ δικαιώματά του τὰ ἐκλογικά. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἠκυρώθη κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν δεκατριῶν ἐτῶν τῶν ἕξ ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, οὐδεμία ἐκλογή, καὶ ἐξήγησα διατί, διότι δὲν ἐπαρουσιάσθη περίστασις ἀκυρώσεως ἐκλογῆς. Ἀλλὰ συνέβη τοῦτο κατ’ ἐπανάληψιν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ὁπότε κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἐκεῖ νόμον ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἡ ἀποφαινομένη ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν ἔκρινε καὶ περὶ τῶν προσόντων τῶν ὑποψηφίων. Πολλάκις ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἠκύρωσεν ὑποψηφιότητας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀνακηρυχθῆ ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου, διότι κατὰ τὸ ἐκεῖ σύστημα, ἐπαναλαμβάνω, προβάλλεται ἡ ὑποψηφιότης, ἀνακηρύσσονται οἱ ὑποψήφιοι ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου, ἂν ὑπάρχῃ προαπαιτούμενόν τι εἰς τὴν αἴτησιν περὶ ἀνακηρύξεως καὶ καταθέσεως τοῦ παραβόλου, ἕκαστος δὲ τῶν πολιτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ἔνστασιν, ὁ εἷς τῶν ἀνακηρυχθέντων δὲν ἔχει τὰ προσόντα τὰ νόμιμα διὰ τὴν ἐκλογήν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ κρίσις περὶ ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως τῶν προσόντων δὲν ἐπακολουθεῖ τὴν ἐκλογήν, ἀλλὰ προηγεῖται αὐτῆς, ὅπως μὴ καλῆται ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ πρόσωπα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἡμεῖς, ὅταν ψηφίσωμεν τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ κανονιστικοῦ νόμου, νὰ ἀκολουθήσωμεν, καίτοι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀναγκαῖον.
§308Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο αἴρει τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου περὶ τῆς ἡλικίας τῶν Βουλευτῶν, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ φόβος νὰ ἐπικυρῶνται ἐν τῇ Βουλῇ ἐκλογαὶ ἀνηλίκων, ἀφοῦ τὸ Πρωτοδικεῖον θὰ δύναται νὰ μὴ ἀνακηρύσσῃ ὑποψηφίους ἀνηλίκους.
§309ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάζῃ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν, θὰ δικάζῃ καὶ τὰς ἐνστάσεις.
§310Γ. ΠΩΠ. Δυνάμεθα ἄριστα προκειμένου περὶ προσόντων νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, οὐχὶ ὅμως καὶ περὶ ἡλικίας.
§311ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε τί μένει;
§312Γ. ΠΩΠ. Τότε μένουσι πολλὰ πράγματα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω σχετικόν τι, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπειδὴ ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο ἀκύρωσις ἐκλογῆς ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, καίτοι τὰ Δικαστήρια ἐκεῖ ἀποτελοῦνται ἀπὸ δύο πρόσωπα. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἠκυρώθη ἐκλογὴ ἑνὸς διαπρεπεστάτου μέλους τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, ὄχι διότι αὐτὸς ἐδωροδόκησεν, ἀλλὰ διότι κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐκεῖ μετέσχε δαπάνης γενομένης ὑπὸ φίλων του. Ἡ κοινὴ γνώμη ἐταράχθη, διότι ἡ παρουσία αὐτοῦ ἦτο ἀναγκαία, ἠναγκάσθη δ’ ὡς ἐκ τούτου ὁ Βασιλεὺς νὰ τὸν ὀνομάσῃ λόρδον, ἵνα εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν λόρδων. Ὑπάρχουσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας λόγοι ἐθνικοὶ ἢ πολιτικοὶ ἀξιοῦσιν ἀπόφασιν οὐχὶ ἐντὸς τοῦ στενοῦ τῆς ἐντολῆς τῶν Δικαστηρίων. Προσφάτως δ’ εἴχομεν τοιαύτας ἐθνικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας μάλιστα ἡ Βουλὴ ἱκανοποίησε διὰ τοῦ προσώπου ὑμῶν.
§313ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸν νεωτερισμὸν τὸν προτεινόμενον δυνάμεθα μετὰ θάρρους νὰ ψηφίσωμεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ψηφίσωμεν αὐτόν, ἂν τὸ παρελθὸν πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς μάθημα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ τροποποιήσωμεν τὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἰσχυρίζομαι ἀκόμη ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ἐκδικάσεως τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν προσόντων τῶν ὑποψηφίων δύναται νὰ γίνῃ κάλλιστα εἰς δικαστικὰς Ἀρχάς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν διὰ τῆς τύπον ἀγορεύσεως λαβούσης διακοπῆς του ἐξέθηκεν. Ἂν ὑπάρξῃ ἐν τῷ μέλλοντι περίστασις τόσον ἐξαιρετική, περίστασις ἐπαναστατική, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον, ἵνα παραβιασθῶσι τυπικαί τινες διατάξεις τῶν καθεστώτων νόμων, νὰ εἶναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν, ὅτι καὶ τὰ Δικαστήρια καὶ τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ συνθέσωμεν, ὅπως ἐκδικάζῃ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἐκεῖνο ἐπηρεαζόμενον ἀπὸ τὴν ἀνάγκην οὐχὶ τῆς προσηλώσεως εἰς τοὺς τύπους, ἀλλὰ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς οὐσίας, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἐπιδιώκει πᾶν δίκαιον, καὶ τὸ ἀστικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν ἀκόμη περισσότερον, δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀντικειμένην πρὸς τὴν γενικὴν γνώμην τοῦ ἔθνους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ Δικαστηρίου τὸ σχέδιον ἡμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν περιώρισε τὸν κύκλον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου διὰ κληρώσεως θὰ ἀποτελῆται τὸ Δικαστήριον, εἰς τοὺς ἀρεοπαγίτας, τοὺς ἐν Ἀθήναις ἐφέτας καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἵνα μὴ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν ἄλλων Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ἐνόμισεν ἐπαρκὲς τὸ προσωπικόν, ἐξ οὗ θὰ λαμβάνηται τὸ Δικαστήριον τὸ μέλλον νὰ δικάσῃ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν. Τὸ ἄλλο σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει τὸ πλεονέκτημα ὅτι λαμβάνομεν διὰ κληρώσεως τὰ μέλη τοῦ συσταθησομένου Δικαστηρίου ἐκ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ δικαστῶν. Ἔχει δὲ καὶ τὸ ἄλλο πλεονέκτημα, ὅτι λαμβάνονται οἱ δικασταὶ ἐκ τοῦ κύκλου ὅλων τῶν ἐφετῶν τοῦ Κράτους καὶ ὄχι τῶν ὑπηρετούντων εἰς ὡρισμένον μέρος, ὅπου ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίδρασίν τινα. Ἀλλ’ ὁ τελευταίως ψηφισθεὶς νόμος νομίζω ὅτι ἀποκλείει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ παραμένοντος ἐν Ἀθήναις. Ὁπωσδήποτε οἱ φόβοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζονται διὰ τὴν παραλυσίαν τὴν μέλλουσαν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους διὰ τῆς εἰς Ἀθήνας μεταβάσεως ἐφετῶν 5 ἢ 7 δὲν εἶναι μεγάλοι. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, ποῖον θέλει νὰ προτιμήσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραίτησιν, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη δικαίωμα, οἱ λόγοι, οὓς ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτὰς νὰ διατυπώσωμεν ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι νὰ παραιτῆται, ἵνα μὴ παριστάμεθα ἐνώπιον παραιτήσεων ὑποβαλλομένων οὐχὶ μετὰ σοβαρότητος ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι οἱ συνάδελφοι τῶν παραιτουμένων δὲν θὰ θελήσωσι νὰ χάσωσι τὸν παραιτούμενον συνάδελφόν των. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀπόψεις τοῦ πράγματος ἄξιαι ἐπίσης προσοχῆς ἴσως πλὴν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ἴσως, λέγω, ἄξιαι προσοχῆς, ὅπως μὴ γένηται δεκτὴ ἡ διάταξις αὕτη. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἕκαστον μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, ὁσάκις αὐτὸ θέλει νὰ προκαλῇ ἄνευ ἀνάγκης νέας ἐκλογὰς καὶ τὴν κίνησιν ὁλοκλήρων ἐκλογικῶν συλλόγων καλουμένων νὰ δώσωσι νέον Βουλευτὴν εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Ἐκφέρω ἁπλῶς καὶ τὴν ἀντίρρησιν ταύτην πρὸς ταῖς ἄλλαις, αἵτινες προεβλήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου πάσας τὰς ἀντιρρήσεις τὰς δυναμένας νὰ προβληθῶσι κατὰ τῆς παραδοχῆς τῆς τελευταίας διατάξεως. Αὐτὰ εἶναι ὅσα ἤθελον νὰ εἴπω. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὰς τροποποιήσεις τοῦ ἄρθρου τούτου θέλει εἰσαγάγει εἰς τὸ νέον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, μίαν τῶν καινοτομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀληθῶς εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ἐξ ὅσων ψηφίζομεν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης διπλῆς Βουλῆς (χειροκροτήματα).
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἡλιόπουλος.
§315Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Συγγούρης. Ἀπών. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§317Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὁ κ. Κλάδης τὴν ἀποσύρει.
§318Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὄχι.
§319ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μείνῃ μόνον ἡ ὁριστικὴ ψήφισις τοῦ ἄρθρου.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ πρῶτον τὴν Βουλὴν δι’ ἀναστάσεως. Πρῶτον τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ὡς τροπολογία ἡ πρότασις ἡ ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀποσύρεται.
§321ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία;
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§323ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς μείνῃ δι’ αὔριον ἡ ψηφοφορία, ἀφοῦ εἶναι μόνη αὐτή.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 15′ τῆς νυκτός).