1911.04.20
3.096 στίχοι · 24.352 λέξεις · 133 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69.
Τῆς 20ῆς Ἀπριλίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 185 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ἀναφορὰν τοῦ ἐν Πάτραις Δ. Ἀνδρεοπούλου περὶ διενεργείας ἀνακρίσεων κατὰ τῶν καταγγειλάντων ἐπὶ σιμωνίᾳ κλπ. τὸν ἐπίσκοπον Πατρῶν καὶ τὸν ἄλλον κλῆρον Πατρῶν· 2) Ψήφισμα τῶν κατοίκων ὀρεινῶν χωρίων τῶν Τρικκάλων ἐπὶ διαφόρων αἰτημάτων· 3) Ἀναφορὰν τοῦ Π. Ἀθανασοπούλου, παθόντος ἐν τῷ πολέμῳ τοῦ 1897, περὶ ἀπονομῆς αὐτῷ συντάξεως· 4) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Χωρεπισκόπων τῆς Μεσσηνίας, ζητούντων ταχεῖαν ἐπιψήφισιν ἀγροτικοῦ τινος νομοσχεδίου ὑποβεβλημένου· 5) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Γιαννίτσης περὶ συστάσεως τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας Γιαννίτσης–Καλαμῶν. Ὑποβάλλεται ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, τυπωθησομένη πρὸς διανομήν. (Ὄρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν ἐδαφίων βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ͵ΓΨΝΗʹ (3758) τοῦ 1911 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως: Ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Κλάδης ἔχει ὑποβάλει πρότασιν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐλπίζω ὅτι ἐπείσθη ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§2Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δύο ἦσαν οἱ λόγοι, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν εἰς τὸ νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν· ἀφ’ ἑνὸς διότι εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα καὶ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀφ’ ἑτέρου διότι ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ θὰ ἔμενεν ἡ παλαιὰ διάταξις. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶδον ὅτι τὸ τοιοῦτον πνεῦμα δὲν ἐπικρατεῖ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἀντίθετον, κρίνω περιττὸν νὰ καταπονήσω τὴν Βουλὴν ἐπιμένων εἰς τὴν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως πρότασίν μου. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀποσύρεται.
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τοῦτο μόνον, κύριε Πρόεδρε, ἐμμένω εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν ἰδικήν μας, καθόσον ἐκείνη δὲν ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς ὁρίζονται εἰς 13. Καλὸν εἶναι ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ τὸν ἀριθμόν.
§5Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁ ἐλάχιστος ἀριθμός;
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει λόγος· πάντοτε θὰ εἶναι μεταξὺ 9 καὶ 11. Ἐπειδὴ δὲ προυτάθη καὶ ὑπεστηρίχθη ἡ ἀπάλειψις τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν παραίτησιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, παρακαλῶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐρωτηθῇ ἰδιαιτέρως ἡ Βουλή.
§7Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Τί γίνεται, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὰς ἐκλογὰς, κατὰ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων δὲν ἐγείρονται ἐνστάσεις;
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν δὲν θὰ γίνῃ τίποτε. Ἐὰν ἐντὸς τῆς ὁρισθησομένης προθεσμίας δὲν ὑποβληθῇ ἔνστασις κατ’ αὐτῶν, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξετασθῇ τὸ κῦρος αὐτῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον 73 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τροπολογεῖται ἀφαιρουμένων τῶν λέξεων «ἐκ 13 μελῶν».
§10ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χθὲς προέτεινα, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρεμβληθῇ διὰ τῶν νόμων, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκδοθῇ, διάταξις, τῆς ὁποίας ἐκράτησε σημείωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ διατύπωσις, διότι ὁμιλεῖ περὶ λειτουργίας τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ οὐδένα ποιεῖται λόγον περὶ τῆς διαδικασίας. Τὸ ἄρθρον ὁρίζει «κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ὁρισθήσονται διὰ νόμου»· προτείνω νὰ προστεθῇ «καὶ τῆς ὅλης διαδικασίας».
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα νὰ προστεθῇ αὐτό.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ ὡς ἐτροπολογήθη ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 73.—«Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἐκδίκασις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, κατὰ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων ἐγείρονται ἐνστάσεις, ἀναφερόμεναι εἴτε εἰς ἐκλογικὰς παραβάσεις περὶ τὴν ἐνέργειαν τούτων εἴτε εἰς ἔλλειψιν προσόντων, ἀνατίθεται εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον, συγκροτούμενον διὰ κληρώσεως μεταξὺ πάντων τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους. Ἡ κλήρωσις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, τὴν προεδρίαν δὲ τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου λαμβάνει ὁ ἐκ τῶν κληρωθέντων κατὰ βαθμὸν ἢ ἀρχαιότητα προηγούμενος. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ καὶ τῆς ὅλης διαδικασίας αὐτοῦ ὁρισθήσονται διὰ νόμου. Ἡ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ». Θὰ ἐρωτήσω πρῶτον τὴν Βουλὴν ἂν ἀποδέχεται τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἤτοι τὴν διάταξιν ὅτι «ἡ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ». Οἱ ἀποδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἐδαφίου τούτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ἐν τῷ συνόλῳ ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προχωροῦμεν εἰς τὸ ἄρθρον 75· ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς.
§13ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον δραχμὰς τρεῖς χιλίας, ἐξ ὧν δραχμαὶ μὲν δύο χιλιάδες καταβάλλονται ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου, χίλιαι δὲ κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς·» Ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου Συνόδου παρέχεται δι’ αὐτὴν εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν ἐπιπρόσθετος ἀποζημίωσις λόγῳ ἐξόδων ἐκ δραχμῶν ἑξακοσίων κατ’ ἀνυπέρβλητον ὅρον. Παραίτησις ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἐπιτρέπεται». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης.
§14Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· καὶ ἄλλοτε ὁμιλῶν ἐνώπιον ὑμῶν εἶπον ὅτι ὑπολαμβάνω ὡς στοιχειῶδες καθῆκον παντὸς πολιτευομένου νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐν παντὶ καὶ πάντοτε μὴ φοβούμενος ποτε τὴν παρεξήγησιν τῶν προθέσεών του, μὴ ὀρρωδῶν πρὸ τοῦ κινδύνου ἐκμεταλλεύσεως κατ’ αὐτοῦ τῆς κοινῆς γνώμης, λέγων πάντοτε μετὰ παρρησίας τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῶν συζητουμένων ζητημάτων ἔχει σχηματίσει. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Βεβαίως τὸ προοίμιον τοῦτο εἶναι πιθανὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἐν συζητήσει σπουδαίᾳ πολιτειακῶν ζητημάτων, καθαρῶς ἐπιστημονικῇ, ἐν ᾗ πᾶσαι αἱ γνῶμαί εἰσι σεβασταὶ ἐξ ἴσου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὑπάρχουσι καὶ οἱ συζητοῦντες ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ πάντες οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὰς συζητήσεις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δὲν νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ μένωσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τοιαύτας σπουδαίας συζητήσεις. Καὶ διὰ τοῦτο, θὰ τονίσω, παρακαλῶν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου κ. Γκλαβᾶν νὰ μοὶ δανείσῃ προσφιλῆ αὐτῷ φράσιν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελον δειλιάσει (χειροκροτήματα) νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι μερίς τις τῶν συζητητῶν, περὶ ὧν ἔκαμον ἤδη λόγον, ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας καὶ ἐπετέθη λάβρως καὶ μεθ’ ὕβρεων ἀκόμη καθ’ ὁμάδος ἐντίμων συναδέλφων διὰ πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οὗτοι ἐνώπιον τῆς διπλῆς Βουλῆς. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπιθέσεως διαμαρτυρόμενος δηλῶ ὅτι καὶ μὴ πρέπουσα εἶναι καὶ ἄδικος, διότι εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως ταύτης ὑπῆρξα ἐγὼ ἐνώπιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ὑπεστήριξα ἐκθύμως, ὑπέβαλον δὲ ταύτην καὶ ἐγγράφως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν, ἥτις ἐπηκολούθησε τὴν πρώτην, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ νὰ συμμερισθῶσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον. Ἑπομένως καὶ δίκαιον καὶ πρέπον εἶναι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀκόμη τοιοῦτοι συζητηταί, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα ζητήματα θέλουσι νὰ μεταχειρίζωνται διὰ πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν, νὰ στραφῶσι κατ’ ἐμοῦ, καὶ δίδω αὐτοῖς πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ἐξετάσωσι τὸν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον παντὸς καὶ πολιτικὸν καὶ ἰδιωτικόν μου βίον (χειροκροτήματα παρατεταμένα), καὶ νὰ ἀρυσθῶσιν ἐξ αὐτοῦ οἱαδήποτε θέλουσι στοιχεῖα πολέμου. Καὶ ἤδη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγγράφως ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, ἀπασχολῆσαν ἁπανταχοῦ τοὺς πολιτειολόγους καὶ αὐτὰς τὰς Βουλὰς. Σήμερον δὲ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐπαρκοῦς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν συμβαδίζει μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ὅσον ἔνεστι δημοκρατικωτέρας συγκροτήσεως τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, οὐδεμία δ’ ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μόνον ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ἐπιθυμία ἵνα οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν ὦσι μέλη ὡρισμένων τάξεων προνομιούχων, μόνον ἐκεῖ, λέγω, ἢ δὲν γίνεται συζήτησις περὶ ἀποζημιώσεως Βουλευτῶν ἢ ἀποφεύγουσι ταύτην δι’ ἀναβολῶν. Ὡς μέσον δὲ πρὸς τοῦτο μεταχειρίζονται τὴν φυσικὴν δειλίαν τῶν ἑκάστοτε Βουλευτῶν πρὸ τοῦ κινδύνου νὰ δώσωσιν ὅπλα δημοκοπίας εἰς τοὺς ἔξω τῆς Βουλῆς καραδοκοῦντας ἀντιπάλους των. Ὁ μέγας τῆς Γερμανίας ἀνήρ, ὁ Βίσμαρκ, ὁ τόσον ἀπολυταρχικός, ὡς τυγχάνει γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, δὲν ἀπέκρυπτε τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ μὴ εἰσαχθῇ ἡ ἀποζημίωσις ἐν τῇ Γερμανικῇ Βουλῇ, δὲν ἀπέκρυπτε τὴν σκέψιν, ἥτις τὸν ὤθει εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτήν, καὶ ἡ σκέψις αὕτη ἦτο ὅτι ἡ μὴ παροχὴ ἐπαρκοῦς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς Βουλευτὰς εἶναι κατ’ αὐτόν, τὸ μόνον ἀντίρροπον τοῦ κακοῦ, ὡς ἐφρόνει, τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας καὶ τῆς περὶ τὸ ἐκλέγεσθαι ἐλευθερίας. Εἶναι δυνατὸν τοιαῦται ἰδέαι καθαρῶς ἀριστοκρατικαὶ καὶ ὀλιγαρχικαὶ νὰ εὑρίσκωσιν ὑποστηρικτὰς σήμερον εἰς τὸν αἰῶνα τῆς δημοκρατικοποιήσεως καὶ ἰσοπεδώσεως τῶν κοινωνικῶν σχέσεων; Ἐν τούτοις καὶ σήμερον ἀκόμη ἐν Γερμανίᾳ ἡ ἀποζημίωσις εἶναι ἀναξία λόγου. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπίσης, ὅπου αἱ αὐταὶ ἐκράτησαν ἰδέαι, μὲ ὅλον τὸ φιλελεύθερον ἀλλὰ καὶ ἀριστοκρατικὸν τοῦ ἀγγλικοῦ πνεύματος, ὁ αὐτὸς λόγος ἠμπόδισε μέχρι τοῦδε τὴν ψήφισιν βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, καίτοι κατ’ αὐτὰς ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα, καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν νέων ἰδεῶν θὰ ψηφισθῇ ἀποζημίωσις γενναία. Γνωρίζετε πάντες ὅτι ἐπανῆλθε τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ συζήτησιν ἐν Ἀγγλίᾳ λόγῳ ἀποφάσεως ἀγγλικοῦ Δικαστηρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς συλλόγους καὶ τὰ σωματεῖα νὰ ἀποζημιῶσι τοὺς ὑπ’ αὐτῶν ὑποδεικνυομένους καὶ ἐκλεγομένους Βουλευτάς. Καὶ ἐκεῖ βλέπετε ὅτι, αἰσθανόμενοι τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Βουλῇ τὰ συμφέροντα πασῶν τῶν τάξεων, ᾐσθάνθησαν τὴν ἔλλειψιν ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἀνεπλήρωσαν αὐτὰ τὰ σωματεῖα διὰ καταβολῆς τοῦ ὀβολοῦ τοῦ ἐργάτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐθεωρήθη ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἦτο δυνατὸν καταχρήσεις νὰ γίνωνται καὶ οἱ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀποζημιούμενοι Βουλευταὶ νὰ ὦσιν ὑποχείριοι οὐχὶ τῶν συμφερόντων τοῦ σωματείου ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκείνων, οἵτινες διοικοῦσι τὸ σωματεῖον καὶ ἔχουσι τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, εἶναι δὲ πολλάκις οὗτοι ξένοι πρὸς τὸ σωματεῖον, διὰ τοῦτο ἐκρίθη πλέον ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ δίδηται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐν Γαλλίᾳ τῇ ὑπὲρ πάσας μᾶλλον φιλελευθέρᾳ χώρᾳ κατενοήθη ἀπὸ πολλοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐδόθη ἀποζημίωσις τοιαύτη, ἡ ὁποία νὰ ἀνοίγῃ τὰς πύλας τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τοὺς ἀνθρώπους πασῶν τῶν τάξεων, ἵνα ὅλα τὰ συμφέροντα ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠγέρθη θόρυβος κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς. Πρὸ δύο ἐτῶν ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν ταύτην εὑρισκόμην ἐν Παρισίοις καὶ ἤκουσα τὰς γνώμας κατὰ τῆς ἀποζημιώσεως ἐκείνης, ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αὗται προήρχοντο ἀπὸ τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ ἔχωσιν ἀνοικτὰς τὰς πύλας τῆς Βουλῆς μόνον εἰς τὰ μέλη αὐτῶν. (Χειροκροτήματα, καὶ εὖγε). Καὶ μοὶ ἀντέτασσον πάντοτε τὸ μοναδικὸν ἐπιχείρημα ὅτι διὰ τῆς μεγάλης ἀποζημιώσεως τὸ πολιτεύεσθαι θὰ κατήντα ἐπάγγελμα ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε ἂν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ βάσιν τινὰ εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς πράγματα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἂν μὲ ὅλην τὴν ἔλλειψιν ἀποζημιώσεως, διότι περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος, ἂν μὲ ὅλην, λέγω, τὴν ἔλλειψιν ἀποζημιώσεως παρ’ ἡμῖν βουλευτικῆς ἠμπόδισε τοῦτο νὰ ἔχωμεν κατὰ χιλιάδας τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος πολιτευτάς. Μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι μὲ τοιαύτην τῶν πραγμάτων κατάστασιν παριστάμεθα ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸ τοῦ θεάματος ἀνθρώπων ἐντίμων, οἱ ὁποῖοι ἀφοσιούμενοι εἰς τὴν πολιτικὴν πρέπει νὰ ἔχωσι πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι θὰ ἐξέλθωσιν ταύτης τείνοντες πολλάκις χεῖρα πρὸς ἐπαιτείαν, ἢ τοὐναντίον εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ θεάματος τοῦ ἀηδοῦς καὶ λυπηροῦ, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν κοινῶν συμφερόντων ὑπὸ τῶν ἐπιτηδείων ἐκμεταλλευτῶν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ὄψις τοῦ ζητήματος ἐπιβάλλεται νὰ διορθωθῇ ὑφ’ ἡμῶν. Ὅταν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὁποῖα καὶ ὁπόσα συμφέροντα σπουδαιότατα καθ’ ἡμέραν συζητοῦνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συμφέροντα ἐθνικά, συμφέροντα τοῦ λαοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος νὰ προβάλλωνται λόγοι οἰκονομίας χιλιάδων τινῶν δραχμῶν, ὅτε διὰ τοῦ ἑτέρου τρόπου ἐξέρχονται κρυφίως πολλῷ περισσότεραι χιλιάδες ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (χειροκροτήματα). Οὐδεμία δ’ ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι οὐτοπία νὰ νομίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς δημοκρατικὴν συγκρότησιν Βουλῆς, ἐὰν δὲν λάβωμεν ἀπόφασιν γενναίαν καὶ ταυτοχρόνως φωτίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην περὶ τοῦ τί ἐγένετο μέχρι τοῦδε καὶ τί δέον νὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων πρὸ παντός, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς του ἀπηυθύνθη πρὸς ὅλας τὰς τάξεις καὶ ἐκήρυξεν ὅτι τὰ συμφέροντα πασῶν τῶν τάξεων δέον ν’ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Βουλῇ ἀμέσως, ἔχει καθῆκον νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Γνήσιος δὲ καὶ ἐνθουσιώδης ὀπαδὸς τῶν ἰδεῶν αὐτῶν αἰσθάνομαι ὑψίστην ἐπιτέλεσιν καθήκοντος πρωτοστατήσας ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει (χειροκροτήματα). Ὑπὸ πᾶσαν δ’ ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, ἀμφιβάλλω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῶσιν ἐπιχειρήματα σοβαρὰ κατὰ τῶν ζωντανῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν προέρχονται μόνον ἀπὸ συγγράμματα ἢ ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλον τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ἀναπηδῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν διὰ τῆς ἁπλῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξέλιξιν τῶν καθ’ ἡμᾶς καὶ θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁλονὲν ὁ βίος καθίσταται ἐν Ἑλλάδι δυσχερέστερος, καὶ ἑπομένως ἡ τάξις τῶν ἀνθρώπων τῶν δυναμένων ν’ ἀποζῶσιν ἐκ τῶν προσόδων τῆς περιουσίας των, χωρὶς νὰ ὦσιν ἀφωσιωμένοι εἰς ἐπάγγελμα ἢ ἔργον τι, ὁλονὲν τείνει νὰ ἐξαλειφθῇ. Μὲ τὴν διάπλασιν τοῦ ἄρθρου 71, ὡς διεπλάσαμεν τοῦτο πολὺ ὀρθῶς, κατ’ ἐμέ, ἀπεκλείσαμεν καὶ ἐκεῖθεν μέρος ὡρισμένων τάξεων εὐπόρων ὁπωσδήποτε πολιτῶν, ὥστε, καὶ ἂν εἴχομεν γνώμην ὅτι δέον ἐκ τοιούτων προνομιούχων νὰ συγκροτῆται ἡ Βουλή, πάλιν ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον ὅτι ταχέως δὲν θὰ εὑρίσκομεν τοιούτους διὰ τὴν αἴθουσαν ταύτην. Καὶ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, τὴν πρότασιν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης προτείνεται, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις ὁρισθῇ εἰς δραχμὰς τρισχιλίας. Δι’ ἐκεῖνον, ὅστις τὸ πρῶτον ἀναγινώσκει τὴν τοιαύτην πρότασιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ παρακολουθήσει τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, δύναται ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πληροῖ τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία τόσῳ ἐπιτακτικὴ ἐνεφανίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ οἰκογενειακὰ τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἡ πρότασις αὕτη οὐδὲν κενὸν πληροῖ, καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μείνῃ τὸ καθεστὼς τὸ νῦν κρατοῦν, διότι τοὐλάχιστον καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν δεκαετίαν οὐδέποτε ἡ Βουλὴ περιωρίσθη εἰς μόνην τὴν ἀποζημίωσιν τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ Συντάγματι, πάντοτε ἐδόθη ἀποζημίωσις ἔκτακτος, καὶ ὅτε δὲν ἐγίνετο ἔκτακτος Σύνοδος εἰς βάρος ἄλλης ἐκτάκτου τῆς αὐτῆς Περιόδου. Καὶ διὰ τὰ ἀτοπήματα ταῦτα, προφανεῖς παραβιάσεις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, καὶ διὰ τῆς ὑπὸ τὸ κράτος ψυχολογικῆς βίας παραχωρήσεως τοιούτων κερμάτων εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἀναγκαίων κατ’ οὐσίαν καὶ δικαίων, κατέπεσε τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς ταυτοχρόνως νὰ πληρῶται ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπιβαλλομένη τῆς ἐπαρκοῦς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ πᾶς τρίτος, διότι, ὅπως λέγουσιν οἱ χωρικοὶ παρ’ ἡμῖν, ὁ ἰατρὸς πρέπει νὰ εἶναι καὶ παθός, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ γνωρίζῃ τί σημαίνει διὰ τὸν ἐπαρχιώτην Βουλευτὴν ἡ ἐγκατάλειψις τῆς ἐργασίας του, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀποζῶσιν, ἡ ἐγκατάλειψις τῆς οἰκογενείας του καὶ ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Καὶ παραπονοῦνται καὶ παραπονεῖται καὶ ὁ Τύπος καὶ πολλάκις καὶ ὁ λαὸς ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν εἶναι ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκόν των, ὅτι ἀπέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὅτι δὲν εὑρίσκονται διαρκῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τὰ ἀδύνατα. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τοὺς Βουλευτὰς παρόντας — καὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἶναι παρόντες ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότεροι διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς —, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι τοὺς τοιούτους ἀντιπροσώπους δέον ν’ ἀποζημιώνωμεν διὰ τὰς θυσίας, ἃς ὑφίστανται. Κύριοι Βουλευταί, οὐδεμίαν αἰσθάνομαι συστολήν, ἀλλὰ τοὐναντίον σεμνύνομαι νὰ ὁμολογήσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι θανόντος τοῦ πατρός μου μετὰ διάνυσιν 45ετοῦς πολιτικοῦ σταδίου, εἰς ὃ εἰσῆλθε κάτοχος περιουσίας μεγάλης, μόνος πόρος τῆς οἰκογενείας μου καὶ ἐμοῦ ἦσαν αἱ ἀπολήψεις ἐκ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ μου ἐπαγγέλματος. Ὑπὸ τοιαύτας οἰκονομικὰς συνθήκας διατελῶν δὶς ἐξελέγην Βουλευτὴς ὑπὸ τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν. Μόνον ἐγὼ δύναμαι νὰ γνωρίζω ποίαν πάλην ἠσθανόμην καθ’ ἑκάστην ἐν τῇ συνειδήσει μου μεταξὺ ἐνδομύχου ἐπιταγῆς πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου καὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐμοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας μου. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἠσθανόμην ὅτι, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν πρὸς ἐμὲ οἱ συμπολῖταί μου, ὤφειλον νὰ παρακολουθῶ συνεχῶς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τὰς ἐν αὐτῇ συζητήσεις διδασκόμενος. Πρὸς τοῦτο δὲ μὴ δυνάμενος νὰ ἔχω κατὰ συνείδησιν τὸν ἕνα πόδα ἐν Πάτραις καὶ τὸν ἄλλον ἐν Ἀθήναις, ὅπως ἀσκῶ καὶ τὸ ἐπάγγελμά μου καὶ ἔρχωμαι ἐνταῦθα καλούμενος τηλεγραφικῶς, διὰ νὰ εἴπω μόνον τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι ἀσυνειδήτως καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζω πολλάκις περὶ τίνος πρόκειται, ὑπέστην σκληρὰν δοκιμασίαν ὑπείκων εἰς τὴν συνείδησιν τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντός μου ὡς Βουλευτοῦ. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὴν Βουλὴν ὅτι ἠσθανόμην ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ ἐξακολουθήσω εὐόρκως πολιτευόμενος καὶ ἤμην ἀποφασισμένος ν’ ἀπόσχω, ἐὰν δὲν μοὶ συνέβαινεν ἐν τῷ μεταξὺ γεγονὸς ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας, ὡς γνωστὸν τυγχάνει εἰς πάντας ὑμᾶς, μεταβάλλουσι τὴν ὅλην κατάστασιν τοῦ ἀτόμου. (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα παταγώδη). Πιστεύσατε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι σᾶς ὁμιλῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ αἰσθανόμενος βαθύτατα τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶπον δὲ ταῦτα πρὸς ὑμᾶς, διότι εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ δύναμαι νὰ γνωρίζω καὶ διαβεβαιώσω ταῦτα ἐξ ἰδίας πείρας καὶ ἀντιλήψεως. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑπεστήριξα ἐνθέρμως τὴν γνώμην μου ταύτην, ἔκαμε προσθήκην τινὰ ὅλως διόλου ἀναξίαν λόγου εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἓξ Βουλευτῶν· προσέθηκεν ἑξακοσίας δραχμὰς δι’ ἔκτακτον Σύνοδον. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῶν ἓξ μηνῶν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ καταλυομένῳ νῦν Συντάγματι, ἡ ἔκτακτος Σύνοδος θὰ εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἴσως ἐντὸς δεκαετίας ἅπαξ δύναται νὰ συμβῇ· ἑπομένως οὐδὲν προσθέτει εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο μειονοψηφήσας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω ἰδίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀλλὰ τὴν πρότασίν μου ταύτην προτιμῶ νὰ συγχωνεύσω ἐν τῇ προτάσει τῇ ὑπογεγραμμένῃ ὑπὸ πλείστων συναδέλφων, διότι ἡ τελευταία αὕτη εἶναι πληρεστέρα. Ἡ πρότασίς μου ἔχει οὕτως... (ἀναγινώσκει ταύτην). Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι πληρεστέρα κατὰ τοῦτο καὶ ὠφελιμωτέρα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι κατανέμει τὸ ὅλον ποσὸν εἰς δόσεις, καὶ οὕτως ἐν περιπτώσει βιαίων διαλύσεων τῆς Βουλῆς ἢ θανάτου δὲν θὰ λαμβάνηται ὁλόκληρον τὸ ποσόν, χωρὶς νὰ ἐκπληρῶται ὁ σκοπός, διότι δὲν θὰ ἦτο δίκαιον βεβαίως νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν, ἵνα λάβῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν πεντακισχιλίων δραχμῶν καὶ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς νὰ διαλυθῇ αὕτη, καὶ τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους εἰς ἄλλην Βουλὴν τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀποζημιώσεως. Διὰ τῆς δευτέρας ταύτης προτάσεως πληροῦνται πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι, διότι ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου θὰ λαμβάνωνται 2,000 δραχμῶν καὶ ἐν τῷ μεταξὺ εἴτε διάλυσις τῆς Βουλῆς ἤθελε συμβῇ εἴτε θάνατος Βουλευτοῦ, τὰς ἑτέρας 3,000, αἱ ὁποῖαι θὰ δίδωνται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τριμηνίας, δὲν θὰ τὰς λάβῃ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἢ ἐκεῖνοι, ἀλλ’ οἱ διάδοχοι αὐτῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἀποφασισθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ὁρισθῇ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις, πληροῦνται αἱ ἀνάγκαι τοῦ σημερινοῦ βίου γλισχρότατα, ἀλλὰ πληροῦνται αἱ ἀπαραίτητοι ἀνάγκαι, διότι μόνον περὶ αὐτῶν ὁμιλοῦμεν. Νομίζω ὅτι πᾶσα συζήτησις περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν θὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας, διότι ἐγώ, ὅστις πρὸ ὀλίγου εἶπον πρὸς ὑμᾶς ὁποίαν σκληρὰν δοκιμασίαν ὑπέστην κατὰ δύο Βουλευτικὰς Περιόδους, ἔλαβον περισσότερον ποσὸν καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἡ πρότασις τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν καὶ ἡ πρότασις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς.
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε σημειώσει τί ἐλάβετε;
§16Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Βεβαίως. Κατηρτίσθη λεπτομερὴς σημείωσις ἐν πίνακι, ὃν θέλετε ἴδει. Εἰς μίαν Σύνοδον τοῦ 1899 π.χ. ἔλαβον οἱ Βουλευταὶ πλέον τῶν 4000 δραχμῶν. Πρέπει δὲ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι, ἐὰν δὲν ὁρισθῇ ἡ δέουσα ἀποζημίωσις, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀνάγκη θὰ ἐπιβάλῃ τὴν παραβίασιν τῶν τοιούτων διατάξεων, ὡς ἐγένετο καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Τοῦτο δ’ ἀκριβῶς δέον νὰ ἀποφύγωμεν, διότι πάντες τείνομεν εἰς ἕν καὶ μόνον, πῶς νὰ ἀποδώσωμεν πλήρη ἀνεξαρτησίαν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἅμα τῇ εἰσόδῳ αὐτοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Εὐτυχῶς οἱ πλεῖστοι ἀπὸ ὑμᾶς δὲν παρέστητε εἰς τὰ γενόμενα κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Περὶ τῶν ἀσχημιῶν ἐκείνων καλὸν εἶναι νὰ μὴ γίνῃ διόλου λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ μόνον παραδειγματιζόμενοι νὰ καταστήσωμεν τὰς συνθήκας τοῦ μέλλοντος καλλιτέρας. (Χειροκροτήματα). Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εὐρυτάτη ἐγένετο συζήτησις περὶ τῶν κρατήσεων ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ἀπουσίας τῶν Βουλευτῶν. Ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὴν πρότασιν ταύτην, φρονῶν ὅτι, ὅταν λείψῃ ἡ δικαιολογία, ἡ σήμερον εὐλόγως προβαλλομένη, τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς εὑρίσκονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναθέτει τὴν ἐμπιστοσύνην του ὁ λαός, θὰ ἀρκέσῃ ἡ πίεσις τῆς κοινῆς γνώμης, διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ παρευρίσκωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐν τούτοις ὅμως δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην, καί, ἂν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται κρατήσεις διὰ τὰς ἀπουσίας τῶν Βουλευτῶν, ὡς προτείνει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, οὐδεμίαν θὰ ἔχω ἀντίρρησιν. Κύριοι Βουλευταί, εἰπὼν ταῦτα πρὸς ὑμᾶς δὲν φοβοῦμαι διόλου νὰ παρεξηγηθῶ ἐν τῇ προθέσει μου, διότι βεβαίως ὁ καθορισμὸς τοῦ ζητήματος, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, θὰ προκαλέσῃ ἀθροωτέραν, ὡς πρέπει νὰ εἶναι, τὴν ἐμφάνισιν πολιτῶν εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν πρὸς ἐπιδίωξιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, οὐχὶ παρασυρομένων ἀπὸ τὸ δέλεαρ τῶν χρημάτων, ἀλλὰ δυναμένων νὰ σκεφθῶσι, τῶν φρονίμων οἰκοκυραίων καὶ ἐπιστημόνων, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν πεντακισχιλίων δραχμῶν εἶναι ἱκανὸν νὰ καλύψῃ μέρος τῆς ζημίας, ἣν θὰ ὑποστῶσιν ἀφοσιούμενοι εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινῶν. Ἡ σκέψις δὲ τῆς ζημίας ταύτης κρατεῖ πολλοὺς πολυτίμους παράγοντας μακρὰν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν ἀνανεοῦται ἐπαρκῶς τὸ αἷμα τοῦ συνεδρίου τούτου. Εἶναι τοῦτο χείριστον διὰ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ἐφ’ ὅσον δ’ αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι τοῦ βίου, ἐπὶ τοσούτῳ θὰ ἔχωμεν καὶ μεγαλείτερον ἀριθμὸν χρησίμων στοιχείων ἱσταμένων μακρὰν τῶν κοινῶν. Ἴσως ὑπάρξωσι καὶ εὐτελεῖς ἐπιδιώξοντες τὸ χρηματικὸν ὄφελος, ἀλλὰ τοὺς τοιούτους ἂς διακρίνῃ ὁ λαός. Εὐνόητον ὅθεν ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ δυνάμενος νὰ προβάλῃ ὅτι ἐγώ, ὅστις εἶμαι κατ’ ἐπάγγελμα πολιτευόμενος, καὶ θὰ εἶμαι τοιοῦτος, ὅτι ἔχω συμφέρον εἰς τὴν ἐνθάρρυνσιν τῆς παρουσίας ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσοτέρων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, θὰ μοὶ παρείχετο δέ, πρὸς τῷ πολιτικῷ συμφέροντι, καὶ ἡ εὐκαιρία νὰ φανῶ, κηρυσσόμενος κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ὡς κοπτόμενος ὑπὲρ τῶν χρηματικῶν συμφερόντων τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἀλλ’ οὔτε τὴν τέχνην τῆς δημοκοπίας οὔτε τὸν ἐγωισμὸν νὰ θεωρῶ τὸ πολιτικὸν στάδιον τιμάριον ἐδιδάχθην ποτὲ ὑπὸ τῶν πρὸ ἐμοῦ. Τελευτῶν, κύριοι Βουλευταί, ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς νὰ φανῆτε γενναῖοι εἰς τὴν ἀπόφασίν σας, νὰ μὴ δειλιάσητε πρὸ τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου τῆς ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης. Νομοθετοῦμεν διὰ τὸ μέλλον, καὶ θὰ ἦτο ἐγωισμὸς νὰ θυσιάσωμεν τοῦτο ἐκ φόβου, καὶ δὴ ἀδικαιολογήτου. Εἰς ἐκείνους δέ, οἵτινες θὰ τολμήσωσι νὰ κακίσωσιν ὑμᾶς διὰ τὴν ψῆφόν σας, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ τοῖς εἴπητε ὅτι ἢ ἐπιπολαίως λαλοῦσιν ἢ ὅτι δῆθεν κοπτόμενοι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου πολεμοῦσι τὴν ὡς ἐμπρέπει δημοκρατικὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ νέον πνεῦμα, ἐνῷ σεῖς ψηφίζοντες, ὡς θὰ ψηφίσητε, σκέπτεσθε διὰ τὴν ὅσον οἷόν τε τελειοτέραν κατάρτισιν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἀνατεθειμένα ὅλα τὰ συμφέροντα τ’ ἀφορῶντα τό τε ἔθνος καὶ τὸν λαὸν καὶ αἱ ἐλπίδες τοῦ Γένους. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα, καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος.
§18ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Οὐδείς, κύριοι συνάδελφοι, παραγνωρίζει τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν ἰδιότητα ἡμῶν ἐνταῦθα. Ἐκλήθημεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ πολίτευμα· ἐκλήθημεν ἑπομένως μὲ τὴν προϋπόθεσιν νὰ μὴ ἐκλεγῶμεν ἐκ νέου, ἀλλὰ ν’ ἀποδοθῶμεν εἰς τὸν λαόν. Προκειμένου ἑπομένως νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις περὶ τοῦ πολιτεύματος ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ, ὅστις ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν πρὸς ἐνδεχομένην παρεξήγησιν αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς, ὅταν αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν λαμβάνωνται κατὰ συνείδησιν. Καί, ἐνῷ τοῦτο φρονῶ, δηλῶ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ συνεδρίου τούτου δέον νὰ ὦσι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἀποκλείηται ἡ παρεξήγησις ἀπὸ παντὸς ἰδιοτελοῦς ὑπολογισμοῦ. Δὲν ὑποτιμῶ τὴν σημασίαν τοῦ κύρους τοῦ Σώματος τούτου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραμένῃ ἀμείωτον ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ὑπῆρξε πάντοτε παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ζήτημα ἀντιδημοτικόν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐγενόμεθα διερμηνεῖς τῶν δυσμενῶν σχολίων τῆς κοινῆς γνώμης περὶ τῶν ἐκτάκτων Συνόδων καὶ περὶ τῶν ἐκτάκτων θυσιῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Προκειμένου περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ Βουλευτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὑπερμέτρως αὐστηρός. Ἀλλά, Κύριοι, τὰ πράγματα ὀφείλομεν νὰ τὰ ἀντιμετωπίζωμεν ὡς ἔχουσι καὶ ὄχι καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐγινόμεθα εὐάρεστοι ἢ δυσάρεστοι. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι αἱ συνθῆκαι τοῦ πολιτευομένου εἶναι λίαν δυσχερεῖς, ὁ τόπος ἡμῶν δὲν ἔχει τοὺς μεγάλους κεφαλαιούχους, τοὺς μεγάλους βιομηχάνους, τοὺς μεγάλους κτηματίας, καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος προκύπτει ἐκ τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται ἐπ’ ἄπειρον νὰ ποιῶνται τὴν θυσίαν τῶν ἰδίων χάριν τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀδιαφιλονείκητον, Κύριοι, ὅτι καὶ διὰ τὸν Ἕλληνα ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον περὶ τῆς τύχης τῶν δημοσίων αὑτοῦ λειτουργῶν. Ἡ Πολιτεία, ὅπως καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ κλάδῳ, καὶ ἐν τούτῳ ἀκόμη εὑρίσκεται εἰς ποιόν τινα ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἡ κοινωνία κρατεῖ δι’ ἑαυτὴν τὰ στοιχεῖα τὰ χρήσιμα, δὲν τὰ παρέχει δὲ τῇ Πολιτείᾳ ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία εἶναι φειδωλὴ πρὸς θυσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως πολίτης, ὑπόχρεος ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς ἡλικίας του νὰ δημιουργήσῃ τὸ μέλλον του, νὰ θυσιάσῃ τὴν κοινωνικήν του θέσιν χάριν τῶν κοινῶν καὶ νὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τῆς θυσίας του ταύτης. Οἱ χρόνοι οἱ παρόντες δὲν εἶναι οἷοι ἦσαν ἄλλοτε. Ἂν κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς ἐγένετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὁ βίος ἦτο οἷος ἦτο, βεβαίως ἡ ἀποζημίωσις, ἂν δὲν ἦτο ἐπαρκής, ἦτο ὁπωσδήποτε λογική. Ἀπὸ τοῦ 1864 ὅμως μέχρι σήμερον εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν πόσον καὶ πῶς ἤλλαξαν οἱ ὅροι τοῦ βίου, καὶ ἡ Βουλὴ αὐτή, ἡ ὁποία, Κύριοι, ἐψήφισε τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὰ ἐπαγγέλματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρεῖχον εἰς τὸν λαὸν τὴν ὑπόνοιαν ὅτι δὲν προσαρμόζονται πρὸς τὴν ἀποκλειστικὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων, νομίζω ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀποκλειστικῶς νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀνεπηρεάστοι ἀπὸ πάσης ἄλλης προκαταλήψεως, τὴν ὁποίαν ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν ἐπιτρέπει. Κατ’ ἀρχὴν ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ διστάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν τὴν προσήκουσαν. Οὐδ’ ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ αὕτη περὶ ἑαυτῆς, ἀλλὰ περὶ τῶν Βουλῶν τοῦ μέλλοντος. Διὰ τοῦτο εἰσηγοῦμαι προτάσεως, ὅπως ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐξαιρεθῇ τῆς αὐξήσεως, ἣν θέλομεν ψηφίσει διὰ τὰς μετέπειτα Βουλάς. Προκειμένου περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ καθοριστέου τῆς ἀποζημιώσεως μεταξὺ τῶν δύο προτάσεων, τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι μέσος τις ὅρος θὰ ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς σήμερον τοὐλάχιστον. Μεταξὺ τῶν δύο προτάσεων νομίζω ὅτι, ἂν ἐξαιρεθῇ ἡ περίπτωσις τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ἡ ὁποία δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ποτε, ἀφοῦ ἡ διάρκεια τῆς τακτικῆς Συνόδου ὁρίζεται κατ’ ἐλάχιστον ἐτησία, μεταξὺ τῶν 3 χιλιάδων τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἑξακοσίων τῆς ἐκτάκτου Συνόδου νὰ γίνῃ μία συγχώνευσις τῶν δύο προτάσεων καὶ νὰ ἀνέλθῃ τὸ ποσὸν εἰς 4 χιλ. παρεχομένας κατὰ τριμηνίαν, ὥστε νὰ μένῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐπέλθει διάλυσις. Φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ λογικὸν καὶ ἀποδεκτὸν ἤθελεν εἶσθαι ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης.
§19Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καίτοι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ἐν τούτοις δι’ εὐνοήτους λόγους δέον νὰ λεχθῇ ὅτι οὔτε πολιτευτὴς ἐξ ἐπαγγέλματος εἶμαι, οὔτε εἶναι βέβαιον ἂν θὰ πολιτευθῶ, οὔτε καὶ πάλιν πολιτευόμενος ἔχω ἀσφαλῆ τὴν ἐπιτυχίαν. Ὑπεβλήθη πρότασις πρὸς αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πλείστων Βουλευτῶν. Τούτου γνωσθέντος ἤρχισαν τὰ σχόλια καὶ αἱ συζητήσεις, αἱ κρίσεις καὶ αἱ ἐπικρίσεις διὰ τὴν πρότασιν. Ἀλλά, ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, οὕτω καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐχαρακτήρισαν ὡς προϊὸν ἁρπαγῆς καὶ ἀφιλοπατρίας, καὶ τὸ ἐσχολίασαν καὶ τὸ διετύπωσαν ὅπως εἰς ἕκαστον ἤρεσε καὶ συνέφερεν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὀφείλουσι νὰ πίπτωσιν ὑπερασπίζοντες τὰς ἰδέας αὐτῶν· ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω ὅτι πᾶς πολιτευτὴς καὶ δὴ Βουλευτὴς ἔχων μίαν γνώμην ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν ἀντὶ πάσης θυσίας, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐπισύρῃ κατὰ τῆς κεφαλῆς του τὴν ἀντιδημοτικότητα. (Εὖγε). Ἐν τῷ Τύπῳ, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ ἐδημιουργήθη θόρυβος τεχνητός. Εἷς δὲ λόγος οὐσιωδέστατος, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, διότι δὲν θέλω νὰ παρουσιασθῶμεν ἡμεῖς, οἵτινες ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν, ὡς ἀφιλοπάτριδες καὶ πλιατσικολόγοι, ἀλλὰ νὰ γνωσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ μία ἀλήθεια, ἐκεῖνοι δέ, οἵτινες χαρακτηρίζουσι τοὺς Βουλευτὰς οὕτως, ἔχουσι σκοπόν, ὅπως διὰ χυδαίου τρόπου ἢ μᾶλλον διὰ χυδαίας ἀντιπολιτεύσεως παραστήσωσι τὴν σημερινὴν πλειονοψηφίαν ὡς ἀναξίαν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς καὶ τῶν καθηκόντων της. Γράφομεν, ὁμιλοῦμεν, συζητοῦμεν ὅλοι ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως. Εἴμεθα πάντες θερμοὶ θιασῶται· πλεῖστοι ὅμως πράττομεν τοῦτο ἐφ’ ὅσον τὸ ἀτομικόν μας συμφέρον δὲν θίγεται· ἅμα δ’ ὅμως τοῦτο θιχθῇ, ἔστω καὶ πόρρωθεν, ἐρρέτω καὶ ἡ ἀνόρθωσις καὶ ἡ πατρὶς καὶ οἱ ἡγούμενοι τῆς ἀνορθώσεως! Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι Βουλευταί, οὕτως ἐννοῶσι τὴν ἀνόρθωσιν, ὅταν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀποβλέπῃ πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον ἀδιαφορῶν διὰ τὸ κοινόν, καὶ ἡ ἀνόρθωσις παρὰ πᾶσαν προσπάθειαν εἶναι καταδεδικασμένη ν’ ἀποτύχῃ καὶ τὸ ἔθνος νὰ τεθῇ ὑπὸ κηδεμονίαν καὶ λεληθότως νὰ χάσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἱστορικὴ ἀλήθεια. Ἀλλ’ εἶναι τάχα, ὡς θέλουσί τινες νὰ παραστήσωσι καὶ διισχυρίζονται, ἡ αὔξησις τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπιζημία πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Ἢ μήπως λέγουσι τοῦτο θέλοντες νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἴδια συμφέροντα καὶ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸ ζήτημα αὐτό, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα, κατὰ τρόπον χυδαῖον καὶ εὐτελῆ; Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, τί συνέβαινε κατὰ τὸ παρελθόν. Πᾶσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον διεδέχετο τοιαύτη ἔκτακτος, συνεκαλεῖτο δέ, ὄχι διότι τὸ ἐπέβαλλον τὰ συμφέροντα καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι τὸ ἐπέβαλλε τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος καὶ ἡ ἀνάγκη πρὸς συγκράτησιν τῆς πλειονοψηφίας. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, κύριοι Βουλευταί, πλὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς ποῖον χρηματικὸν ποσὸν ἀνήρχετο ἡ βουλευτικὴ ἐπιχορήγησις διὰ τῆς μεθόδου ταύτης. Εἶναι ἐπίσης πασίγνωστον ὅτι πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν ἐζήτουν τὴν παροχὴν δημοσίων θέσεων καὶ ἀργομισθιῶν, ἀφ’ ὧν οἱ πλεῖστοι—αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὰ ἀλήθεια— ἐλάμβανον ἀνάλογον ἐκ τῆς μισθοδοσίας μερίδα.
§20Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὴν μερίδα τοῦ λέοντος!
§21Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ταῦτα πάντα γνωρίζουσιν οἱ σαρκάζοντες τοὺς προτείναντας τὴν πρότασιν, γνωρίζουσι δὲ καὶ ἄλλα πλειότερα καὶ σοβαρώτερα, ἅτινα ὅμως οὐδέποτε ἐτόλμησαν νὰ ψέξωσιν, οὐδέποτε ἠθέλησαν ν’ ἀποκαλύψωσι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ καὶ θὰ ἀποκαλύψῃ πάντα ταῦτα καὶ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἐνόχους, θὰ μάθῃ δὲ τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πῶς διετίθετο τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ συνεισέφερε, καὶ πῶς καὶ ὑπὸ τίνων καὶ διὰ τίνα σκοπὸν ἑκατομμύρια ὅλα κατεβροχθίσθησαν. Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, πασίγνωστον ὅτι τινὲς τῶν πολιτευομένων καὶ οἱ περὶ αὐτοὺς κατέστησαν πολυτάλαντοι. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, θὰ εἴχομεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σήμερον ὀργιάζουσαν πλουτοκρατίαν, θὰ εἴχομεν τὰ ὄργια πλείστων οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἐὰν παρεκάθηντο μέχρι τοῦδε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἱκανὸς ἀριθμὸς πολιτευομένων, ὅστις νὰ ἔχῃ φιλοπατρίαν, ἐλεύθερον τὸ φρόνημα, ὅστις νὰ εἶναι ἄσπιλος καὶ ἀμέτοχος πάσης ἐνοχῆς; Ἀλλὰ συνέβησαν πάντα ταῦτα, διότι ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς τὸ ἔθνος εἶχεν ἀναθέσει ὅ,τι ἱερὸν καὶ τιμαλφές, ἐσίγων, καὶ ἐσίγων διότι τὰ στόματα αὐτῶν ἦσαν κεκλεισμένα, καὶ ἦσαν κεκλεισμένα, διότι ἕκαστος, ὀλίγον ἢ πολύ, ἦτο ἔνοχος τῆς λαφυραγωγίας. Ἐπὶ δεκαετίας ὁλοκλήρους, κύριοι Βουλευταί, ἐβασίλευε τὸ ψεῦδος, ἡ ἐπαίσχυντος κολακεία καὶ δουλοπρέπεια, ἡ ἀσυνειδησία καὶ ἀνήκουστος πολιτικὴ φαυλότης. Εἰς μίαν τοιαύτην κατάστασιν ὅλοι οἱ ἐνάρετοι καὶ φιλοπάτριδες πολῖται ἐπιμελῶς ἀπέφευγον νὰ πολιτεύωνται, καὶ διότι ἡ ἀποτυχία αὐτῶν θὰ ἦτο βεβαία καὶ διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δαπάνας τῆς πολιτικῆς ἄλλως ἢ ἐκμεταλλευόμενοι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Οἱ χαρακτηρίζοντες τὴν πρότασιν ὡς ἀφιλοπάτριδα καὶ πλιατσικολογικήν, οἱ Κέρβεροι οὗτοι τῶν κοινῶν, ἤθελον νὰ μοὶ εἴπωσιν ἂν πραγματικῶς αἰσθάνονται αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω. Συνεπείᾳ τῆς καταστάσεως ταύτης, κύριοι Βουλευταί, ἐπῆλθεν ἡ λεηλασία τῶν κοινῶν, καὶ πάντως, ἐὰν δὲν ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, εἷς οὐσιωδέστατος λόγος θὰ δημιουργηθῇ, ὅπως ἐπανέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὸ πρώην καθεστώς, θέλομεν δὲ παραδώσει ἀσφαλῶς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν εἰς τὴν πλουτοκρατίαν καὶ εἰς τοὺς δηλητηριώδεις κηφῆνας, οὓς ὁ τρόμος τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἡ παρουσία τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως συνέχει, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι μόλις ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καταθέσῃ τὴν Ἀρχὴν θὰ ἐπαναλάβωσι τὸ ἀπαίσιον αὐτῶν ἔργον. Ἰδοὺ κατ’ ἐμέ, κύριοι Βουλευταί, τὸ λάθος τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀντὶ νὰ ἀπειλῇ, ὤφειλε νὰ πατάξῃ ἀνηλεῶς καὶ νὰ πλήξῃ ἀδυσωπήτως ὅλους ἐκείνους, οἵτινες εἶναι γνωστὸν ὅτι συνετέλεσαν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους καὶ οἵτινες λεληθότως ἐγείρουσι θρασεῖαν τὴν κεφαλήν. Συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι νέα στοιχεῖα θὰ ἀναπηδήσωσιν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν τάξιν δηλαδὴ ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνεπήδησαν ὅλα τὰ μεγάλα πνεύματα, δι’ ὧν συνετελέσθη καὶ ἡ πρόοδος τοῦ κόσμου καὶ τὸ μεγαλεῖον καὶ ἡ εὐημερία τῶν ἐθνῶν. Καὶ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω θερμῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ προκαλέσω ὅλους ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῶν θορύβων καὶ τῶν σαρκασμῶν ἔδωκαν εἰς ἐμὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ πραγματοποιήσω ἕνα τῶν ἡδυτέρων πόθων τῆς ζωῆς μου, ἵνα ὁμιλήσω ὅπως ὡμίλησα καὶ νὰ γνωρίσω ὅσα θὰ γνωρίσω. Ἐρωτῶμεν λοιπὸν καὶ προκαλοῦμεν ἡμεῖς καὶ δι’ ἡμῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μᾶς εἴπωσιν οἱ Κέρβεροι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ οἱ σπεύδοντες ν’ ἀναλάβωσι τὴν Ἀρχὴν καὶ ἡ ἑσπερινὴ χρυσαλοιφὴ καὶ χαμαιλέων—ἐννοῶ τὴν «Ἑστίαν»—, ἐρωτῶμεν πάντας τούτους, οἵτινες ὁτὲ μὲν θωπεύουσι καὶ λείχουσι τὴν βασιλικὴν ἁλουργίδα, ὁτὲ δ’ εὐτελέστατα καὶ δουλικώτατα πτήσσουσιν ὑπὸ τὸ μαστίγιον τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἵνα καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης θὰ σωθῇ, πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ μὲ τὸ χρῆμα τίνος πλεῖστα καλλιμάρμαρα μέγαρα κοσμοῦσι τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ὑπὸ τὴν στέγην τῶν ὁποίων ζῶσιν ὄντα μυκτηρίζοντα καὶ σαρκάζοντα τὸν λαὸν καὶ ὡς μόνην ἐνασχόλησιν ἔχοντα τὴν εὐόδωσιν ὑψηλοτάτων εἰδώλων. Πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ μὲ τὸ χρῆμα τίνος ἀφανεῖς καὶ ἄσημοι κατέστησαν ἑκατομμυριοῦχοι καὶ σημαίνοντες. Πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ μὲ τὸ χρῆμα τίνος ὑπάλληλοι κοινοὶ καὶ ἀνακτορικοὶ τοιοῦτοι κατέστησαν ἑκατομμυριοῦχοι καὶ ἀνήγειραν περικαλλεῖς ἐπαύλεις, ἐν αἷς ὀργιάζουσιν οἵ τε κτήτορες καὶ οἱ προστάται αὐτῶν. Νὰ μᾶς εἴπωσιν οἱ Κέρβεροι τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν κοινὴν γνώμην πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ μὲ τὸ χρῆμα τίνος καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα τίνος ἀπέκτησε τὴν κολοσσιαίαν περιουσίαν Αὐτοῦ ὁ Βασιλεύς; (αἴσθησις).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§23Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μάλιστα.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ἀνοίκειοι ἐνταῦθα προσβολαὶ κατὰ τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς, διότι ὁ λαὸς τὴν Βασιλείαν τὴν ἐδέχθη ἀνεύθυνον. Ὀφείλομεν ν’ ἀπονέμωμεν τὴν ἀπαιτουμένην εὐλάβειαν.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καθὼς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχον καθῆκον ὁ μὲν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν, ὁ δὲ νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν. Εἶχον ὅμως καὶ ἐγὼ καθῆκον ἐπιβεβλημένον, ὑποχρέωσιν ἱερὰν καὶ δικαίωμα ἀναφαίρετον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς παρατηρήσω διὰ δευτέραν φορὰν ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ σέβησθε τὴν ἀνωτάτην Ἀρχήν, ὅταν ὁμιλῆτε ἐν τῇ Βουλῇ. Τοῦτο κυρίως ἔχετε ὡς πρώτιστον καθῆκον καὶ οὐδὲν ἄλλο. Δύνασθε ν’ ἀναπτύξητε τὸ θέμα μὲ τὰ ἐπιχειρήματά σας, ἀλλ’ οὐδένα ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε καὶ νὰ προπηλακίζητε, πρὸ πάντων δὲ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα.
§29Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Σέβομαι τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἀνωτάτης Ἀρχῆς, ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅ,τι ἡ ψυχή μου καὶ ὅ,τι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μου μοὶ ὑπαγορεύουσιν. Ἦλθον δέ, Κύριοι—μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Πρόεδρος—ἐνταῦθα οὐχὶ φιλοδοξῶν νὰ εἶμαι Βουλευτής, ἀλλὰ διὰ νὰ καταγγείλω ὅσα ταύτην τὴν στιγμὴν καταγγέλλω. Καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ παραμένω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ εἶμαι ἀδυσώπητος ἐπικριτὴς καὶ καταδιώκτης ὅλων ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ πατρίς μου ὀφείλει τὴν σημερινὴν δυστυχίαν της. Θ’ ἀκουσθῇ λοιπὸν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι ἡ βουλευτικὴ ἐπιχορήγησις, ἥτις θέλει ζημιώσει τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ εἶναι οἱ ἰσχυροὶ καὶ ἐπιτήδειοι, οἵτινες ἐπὶ δεκαετηρίδας ἔμενον ἀνενόχλητοι, νεμόμενοι τὰ δημόσια, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται ἡ σημερινὴ ἡμῶν πολεμικὴ γυμνότης, εἰς ἐκείνους ὀφείλονται οἱ ῥαπισμοὶ καὶ οἱ προπηλακισμοὶ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, εἰς ἐκείνους ὀφείλεται ἡ ἀποσύνθεσις τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς Πολιτείας. Καὶ συνεπείᾳ ὅλων τούτων, κύριοι Βουλευταί, παρέστη ὁ κόσμος πρὸ φαινομένου σπανίου· εἶδε νὰ μαραίνηται, νὰ φθίνῃ καὶ ν’ ἀποσυντίθηται εἷς λαός, ὅστις παρουσίασε τὸ ἐξαιρετικὸν φαινόμενον τῆς Ἱστορίας, μόνος ἐξ ὅλων τῶν λαῶν τῆς ἀρχαιότητος νὰ ἐπιζήσῃ καθ’ ὃν χρόνον ὁ κόσμος ἐφλέγετο ὑπὸ τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτά;
§31Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἔχουσι μεγάλην σχέσιν. Καὶ κατὰ τὴν ἔνδοξον αὐτοῦ σταδιοδρομίαν καὶ κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς καὶ ἀπαισίους χρόνους τῆς δουλείας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πολλάκις συγκρουσθεὶς ἡττήθη, ἀλλ’ οὐδέποτε κατεβλήθη, ἠδυνήθη δ’ ὁλομόναχος ν’ ἀνεύρῃ τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας καὶ ἐλευθερώσεώς του διὰ μέσου τῆς ὑπολήψεως τῶν καταιγίδων διὰ νικῶν καὶ τροπαίων, ἅτινα κατέπληξαν καὶ συνεκίνησαν σύμπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον. (Χειροκροτήματα).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται τὰ χειροκροτήματα. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἦτο καλὸν νὰ καθιερωθῇ μία σειρὰ τῶν ὁμιλούντων ἐξ ὑπαμοιβῆς;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φοβοῦμαι ὅτι θὰ εἶναι ματαία ἡ ἐρώτησις ὑμῶν.
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι μακρὸς ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἀντιλέγοντες.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ κάμω τὴν ἐρώτησιν. Ὁ κ. Γκλαβᾶς εἶναι ἀντιλέγων εἰς τὸ προσχέδιον;
§37Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἦτο κατὰ τοῦ προσχεδίου. Ὁ κ. Δελακοβίας εἶναι ἀντιλέγων;
§39Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§41Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ ἠπόρει τις, ἔντιμοι κύριοι συνάδελφοι, πῶς ἐγὼ ἀνὴρ τοῦ λαοῦ, ζωντανὴ διαμαρτυρία τῶν πόνων καὶ τῶν στεναγμῶν τούτου, ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὑπὲρ τῆς γενναιοτέρας αὐξήσεως τῆς ἀμοιβῆς τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλά, ὅτε ὁμιλοῦμεν περὶ Βουλευτῶν, πάντες ἐννοοῦμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, ὁμιλοῦμεν ὑπὲρ τῆς γενναιοτέρας ἀμοιβῆς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἔχομεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐμπέδωσις πρέπει νὰ καταστῇ κοινωνικὸς θεσμός. Διότι εἶναι ἀναντίλεκτον καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας τὸ συνέδριον τοῦτο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἔχει μεταβληθῆ εἰς συνέδριον χρηματιστῶν καὶ δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν τελειοτέραν μορφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ, διότι φρονῶ καὶ πιστεύω, ὅτι ἐκπροσωπῶ περισσότερον τὰς ἐργατικὰς τάξεις παρὰ τὰς τάξεις τῶν πλουτοκρατῶν. Ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ, διότι πιστεύω ἀσφαλῶς ὅτι, ἐνόσῳ ἡ κοινωνία δὲν βαίνει ἐπὶ τὰ πρόσω, τὸ πᾶν θὰ διέπῃ ἡ αἰωνία κυριαρχία, ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης ὁ λαός. Καὶ εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως ὅτι τουλάχιστον προσεχῶς θέλομεν ἴδει τὴν πλουτοκρατίαν ἱσταμένην ἐξ ἀποστάσεως ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου. Τολμῶμεν, Κύριοι, καὶ πιστεύομεν καὶ ἔχομεν τὸν ἐγωισμὸν νὰ εἴπωμεν τοῦτο, ὅτι εἴμεθα περισσότερον φιλοπάτριδες ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀδολεσχοῦσιν εἰς τὰ καφενεῖα τῆς πρωτευούσης. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὄχι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας ἐπιζητοῦσι τρόπον τινὰ τὴν μείωσιν, ἂν ὄχι τὴν αὔξησιν, τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως, ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, δὲν κινοῦνται ἀπὸ ἐλατήριον εὐγενές, ἀπὸ ἐλατήριον πατριωτικόν, ἀναχωροῦσιν ὅμως ἀπὸ τῆς σατανικῆς σκέψεως τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Βουλῆς ταύτης, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν γνησιωτέραν μορφὴν καὶ τὸ γνησιώτερον φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἱστορία τουλάχιστον μαρτυρεῖ ὅτι σπουδαῖοι πλουτοκράται καὶ μεγάλοι καὶ σοβαροὶ τραπεζῖται εἰσελθόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἶχον τὴν εὐγενῆ καλωσύνην καὶ τὴν μεγαλοδωρίαν τὴν φιλοπάτριδα πλὴν τοῦ κ. Πινιατόρου τελευταίως νὰ δωρήσωσι τὴν ἔστω καὶ ἐλαχίστην ἀποζημίωσιν τῶν 1800 δραχμῶν εἰς τὸ Κράτος, εἴτε ὑπὲρ τοῦ στόλου εἴτε ὑπὲρ ἄλλου σκοποῦ. Καὶ ὅμως, ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν πρὸς αὔξησιν τῆς χορηγίας τῶν Βουλευτῶν, ἢ νὰ χειραφετήσωμεν τὰς σκέψεις τοῦ Βουλευτοῦ, ἢ νὰ θωρακίσωμεν αὐτὸν ἀπὸ τὰς χρυσᾶς λόγχας τῶν διαφόρων πλουτοκρατῶν, ὅταν, λέγω, σκεπτώμεθα νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, οἱ πλουτοκράται μαίνονται καὶ φρονοῦσι καὶ πιστεύουσιν ὅτι πᾶσα αὔξησις σημαίνει κατασπατάλησιν καὶ λεηλασίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν βεβαίως ἐφρόνουν καὶ ἐπίστευον ὅτι προσεχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ πλουτοκράται μόνον ἤθελον ἐκπροσωπεῖ τὰς σκέψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βεβαίως θὰ ἔλεγον: διαγράψατε πᾶσαν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην. Ἐφ’ ὅσον πιστεύω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει νὰ ὑποδείξῃ πολλὰς πενεστέρας τάξεις, ἐφ’ ὅσον πιστεύω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς χειραφετηθεὶς πολιτικῶς θέλει ἀποστείλει εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο ἀνθρώπους ἐκ τῶν τάξεων αὐτοῦ, βεβαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω: περιφρουρήσατε ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως ὑλικῆς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν τὸν θέλοντα νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του. Ὅτε ἤλθομεν εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν συμπολιτῶν μας, δὲν μᾶς εἶπον νὰ μὴ λάβωμεν ἀμοιβήν· μᾶς εἶπον νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Δὲν μᾶς εἶπον νὰ τηρήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν ἐπιφυλάξεων. Διότι, ὅταν, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιστῶμεν πρὸ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνθέξωμεν πρὸ τῶν ἐπιθέσεων τῆς πλουτοκρατίας λόγῳ τῆς ὑπερβαλλούσης οἰκονομικῆς στενοχωρίας, βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέτομεν ὑπὸ ἐνέχυρον τὴν συνείδησιν ἡμῶν, προδίδομεν τὸν λαὸν καὶ τὴν τιμὴν τῆς φυλῆς καὶ τοῦ Κράτους. Καὶ ποσάκις δὲν ἐγένετο ἀπόπειρα ὄπισθεν τῶν πρώην παραπετασμάτων, διὰ νὰ διαφθαρῶσι Βουλευταί; Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ εἰσελθόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἱ λαβόντες τὸ δικαίωμα νὰ συμπαρεδρεύωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκληρονόμησαν πατρικῶς ἔντιμον καὶ μόνον ἔντιμον πενίαν. Καὶ γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι ὁσονδήποτε ἰσχυρὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀνδρικὸς χαρακτὴρ τοῦ Βουλευτοῦ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν δύναται πρὸ τῆς ἀνυπερβλήτου οἰκονομικῆς στενοχωρίας, ὁσάκις συντρέχει μάλιστα νὰ εἶναι καὶ οἰκογενειάρχης, δὲν δύναται, λέγω, παρὰ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ μοιραῖον τῆς διαφθορᾶς. Ὁ Σαίξπηρ ἔλεγεν ὅτι «τὸ δάνειον εἶναι ἀρχὴ δουλείας». Ὅταν βεβαίως εὑρεθῶμεν εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας ἀνυπερβλήτους, θὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν πλουτοκρατίαν, ἡ δὲ πλουτοκρατία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ζητήσῃ ὡς ἐνέχυρον τὴν συνείδησιν ἡμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τί πρέπει νὰ κάμωμεν ἡμεῖς, νὰ ἐνεχυριάσωμεν τὴν συνείδησιν ἡμῶν, νὰ προδώσωμεν τὰ τιμιώτερα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ ν’ αὐξήσωμεν καὶ νὰ καταστήσωμεν γενναιοτέραν τὴν ἀμοιβὴν τοῦ Ἕλληνος Βουλευτοῦ, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἠθικότητα τούτου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως ἤθελε βροντοφωνήσει: καταστήσατε γενναιοτέραν τὴν ἐπιχορήγησιν, ἀλλὰ πράξατε τὸ καθῆκόν σας ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ καὶ τῆς πατρίδος. Ἐάν, Κύριοι, ἀφήσωμεν τὴν στασιμότητα ταύτην τῆς ἐπιχορηγήσεως, θὰ εὑρεθῶμεν προσεχῶς, ἵνα εἴπωμεν, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κρατεῖ ἐρημία φρονημάτων καὶ πεποιθήσεων, ἔλλειψις θάρρους πολιτικοῦ, ἔλλειψις χαρακτῆρος καὶ ἐλαστικότης συνειδήσεως. Ἰδοὺ τὰ ἐφόδια καὶ αἱ ἀρεταί, ὑπὸ τῶν ὁποίων θὰ κοσμῶνται οἱ μέλλοντες νὰ ἐκπροσωπῶσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οἱ κηρυσσόμενοι, Κύριοι, κατὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως ταύτης βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι κηρύσσονται κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Διότι, ὅτε λέγομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐπιχορήγησις, βεβαίως δὲν θὰ δύνανται ὁ Α., ὁ Β., ὁ Γ. νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ μόνος πόρος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδίων ἀναγκῶν καὶ τῆς οἰκογενείας του, ἵνα εἰσέλθῃ ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ περιβόλῳ. Ἡ Βουλὴ θὰ καταστῇ ἄσυλον εἰς τὰ μέλη τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν, ὡς εἶπον χθές, πρυτανεῖον, διὰ νὰ στεγάζωνται οἱ υἱοὶ τῶν πλουτοκρατῶν καὶ τῶν παλλακίδων τῶν πλουτοκρατῶν. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην, ἔντιμοι κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἐξυγίασις τοῦ συνεδρίου τούτου, διὰ νὰ ἀποκαθάρωμεν τὸ πολιτικὸν ἕλος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐμάστιζε τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, διὰ νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἀπὸ τὴν τιμὴν τὴν ἐθνικήν, ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Κράτους, πρέπει δύο τινά, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, νὰ συμβῶσι. Πρῶτον ἡ οἰκονομικὴ χειραφέτησις τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, ἵνα πράξῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ παραδιδόμενος εἰς τὰ κοινὰ τὰ ἀποβλέποντα τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς χώρας. Ἐξ ἄλλου θὰ προέτεινον, Κύριοι, μίαν λίαν πρωτότυπον σκέψιν. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θωρακισθῶμεν οἰκονομικῶς, δυνατὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέονται μόνον ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος, νὰ πράξωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν· δυνατόν, καὶ βεβαίως θὰ τὸ πράξωσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ἡ Πολιτεία ἤθελε χειραφετήσει αὐτούς, δὲν ἤθελον ἐμπνέεσθαι ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ὄχι βεβαίως διότι δὲν εἶναι φιλοπάτριδες, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀσθενεῖς τὸν χαρακτῆρα. Θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς μίαν λίαν πρωτότυπον σκέψιν: Ἐκτοπίσατε τὴν ἕδραν τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, διότι πρέπει πάντες νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἔχομεν διαρκῆ κοινωνικὴν ὀλιγαρχίαν τοιαύτην, ὥστε οἱ ἀσθενέστεροι καὶ ἐλαστικώτεροι τὸν χαρακτῆρα νὰ γίνωνται δοῦλοι τῆς ὀλιγαρχίας ταύτης καὶ νὰ μὴ πράττωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἡ πατρὶς τὴν τιμὴν αὑτῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔδει νὰ ἐργάζωνται μετὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, οἱ Κύριοι οὗτοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὠργίαζον μετὰ τῶν παλλακίδων των.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Γκλαβᾶ.
§43Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἡ ἀλήθεια, κ. Πρόεδρε, καὶ ὀφείλετε νὰ τὴν ὁμολογήσητε, σᾶς παρακαλῶ, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Γκλαβᾶ ὁμολογῶ ὅτι ἀγνοῶ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Γκλαβᾶς. Συγχρόνως δὲ παρατηρῶ ὅτι, ὅση ἀλήθεια καὶ ἂν ὑπάρχῃ εἰς τοὺς λόγους του, πάντοτε ἡ ἀλήθεια αὕτη μετὰ πολλῆς ὑπερβολικότητος ὄχι ἀναλόγου πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἐκτίθεται. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀγορεύοντας νὰ εἶναι συντηρητικώτεροι.
§45Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἐγώ, ἔντιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Προέδρου, τὴν αὐτὴν ὁμιλίαν θὰ ἔκαμνον (Ἱλαρότης). Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λέγωμεν ὅτι αὔξησις τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως θὰ ἐπιφέρῃ τὴν λεηλασίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅτι αὔξησις τῆς ἐπιχορηγήσεως τῆς βουλευτικῆς χειραφετεῖ τὰς σκέψεις τοῦ Βουλευτοῦ, οὕτως ὥστε νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα ὑπαγορεύει. Πᾶσα φωνὴ ἀντίθετος πρὸς τὴν σκέψιν ταύτην καὶ ἐκ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν Βουλὴν λεγομένη σημαίνει, ἂν μὴ δημοκοπίαν, ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν λέγω, διότι εὐλαβοῦμαι τὴν ἁγνότητα τῶν χειλέων μου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δελακοβίας ἔχει τὸν λόγον.
§47Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κυρίων Ῥούφου καὶ Γκλαβᾶ, ὡς καὶ τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Σίμου, θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς, ἵνα μὴ ἐπαναλάβω, ἐρευνῶν τὴν οὐσίαν, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν εὐγλώττων ῥητόρων, οὓς διεδέχθην εἰς τὸ βῆμα. Διὰ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος τὸ θιγόμενον ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δὲν εἶναι μόνον τρυφερόν, ἀλλὰ καὶ σπουδαῖον, νομίζω δ’ ὅτι ἡ θεωρητικὴ ἐξέτασις αὐτοῦ πολὺ θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ὀρθοτέραν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. «Πᾶσα πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑπηρεσία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ δέον νὰ τυγχάνῃ ἀποζημιώσεως, διὰ νὰ μὴ εἶναι προνόμιον τῶν πλουσίων». Τὸ ἀξίωμα τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, εἶναι Ἑλληνικὸν καὶ χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Περικλέους.
§48Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πᾶσα ἀρχὴ ἐν Ἀθήναις ἦτο ἐτησία καὶ ἄμισθος.
§49Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ὄχι πάντοτε, ἀφοῦ σᾶς διαψεύδει ὁ πατὴρ τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, ὁ Ἀριστοτέλης, ὅστις εἰς τὰ Πολιτικά του λέγει: «τὸ δ’ ἀμίσθους καὶ μὴ κληρωτὰς ἀριστοκρατικὸν θετέον.... οὐ γὰρ μόνον ἀριστίνδην ἀλλὰ καὶ πλουτίνδην οἴονται δεῖν αἱρεῖσθαι τοὺς ἄρχοντας· ἀδύνατον γὰρ τὸν ἀποροῦντα καλῶς ἄρχειν καὶ σχολάζειν». Ἐκ τοῦ κλασσικοῦ δὲ συγγράμματος τοῦ Perrot περὶ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν μανθάνομεν ὅτι ὁ μέγας Περικλῆς, διὰ ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ λαϊκοῦ ἀντιπροσώπου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ δήμου, ἐνόμισεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι τοῦτο προνόμιον τῶν πλουσίων μόνον, καὶ ἐθέσπισεν, ὅπως πληρώνωνται τὰ μέλη αὐτῆς, κατ’ ἀρχὰς δι’ ἑνὸς ὀβολοῦ τὴν ἡμέραν, κατόπιν δὲ διὰ τριῶν· ἀνήρχετο δὲ ἡ ὅλη ἐτησία δαπάνη διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ δήμου εἰς 35 τάλαντα. Καὶ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ Περικλέους ἐπεδοκιμάσθη ὑπὸ τοῦ Ἄστεως τῶν Ἀθηνῶν ἕνεκα τῆς διαιρέσεως τῶν πολιτικῶν μερίδων εἰς τὰς γνωστὰς δύο τάξεις, τὴν ἀριστοκρατικήν, ἥτις ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς πλουσίους, καὶ ἧς προΐστατο ὁ πλουσιώτατος Κίμων, καὶ τὴν δημοκρατικήν, ἥτις ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς ἀπόρους καὶ τὴν ἐργατικὴν τάξιν ἐν γένει, καὶ ἧς προΐστατο ὁ ἄπορος Περικλῆς, ἡ μεγαλειτέρα πολιτικὴ διάνοια τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Ἡ βουλευτικὴ δ’ αὕτη ἀποζημίωσις τῶν ἀρχαίων ὠνομάζετο, φίλτατε κ. Πατσουράκε, Ἐκκλησιαστικόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις Ἑλληνικὸς θεσμός, ἀλλὰ καὶ ἡ κρατοῦσα σήμερον εἰς πλεῖστα Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια συνήθεια τοῦ νὰ πληρώνωνται οἱ Βουλευταὶ ἐφ’ ὅσον μόνον ἐργάζονται. Εἰς τὴν συνταγματικὴν ταύτην μεταρρύθμισιν ἐγὼ δίδω μεγαλειτέραν σημασίαν ἢ τὴν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως· δὲν κωλύομαι δὲ νὰ προσθέσω ὅτι κυρίως ἡ λεπτομέρεια αὕτη μ’ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Ἐν Ἀθήναις ἡ πληρωμὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου ἐγίνετο ὑπὸ τῶν θεσμοθετῶν εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριάσεως· τὸν δ’ ἔλεγχον τῆς παρουσίας τῶν Βουλευτῶν εἶχον ἕξ ληξίαρχοι, οἵτινες ἐνέγραφον τοὺς εἰσερχομένους, ἀπὸ δὲ τοὺς ἀπόντας ἐκράτουν τὴν ἡμερησίαν ἀντιμισθίαν. Τὴν κοινοβουλευτικὴν ταύτην νόσον τῆς ἀπουσίας τῶν Βουλευτῶν ἐκ τῶν συνεδριάσεων ὅλαι αἱ Βουλαὶ τῆς Εὐρώπης διὰ παντοίων φαρμάκων ἐπεδίωξαν νὰ θεραπεύσωσι, διότι πανταχοῦ δυστυχῶς εἰσεχώρησε, καὶ μόνον ἡμεῖς μέχρι σήμερον οὐδὲν εἴχομεν σκεφθῆ. Ἐπιβάλλεται ὅμως σήμερον, ὅτε ἀναθεωροῦμεν τὴν σχετικὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν θεραπευτικὴν δίαιταν, ἣν αἱ Βουλαὶ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἠκολούθησαν. Ἐξελέγημεν 362 Βουλευταί, διὰ νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ Πολίτευμα, καὶ ὅμως οὐδέποτε εἶδον νὰ παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ πλείονες τῶν 200. Τί ἔγιναν οἱ ἄλλοι 162 Βουλευταί; Διατί ἐξελέγησαν; Διατί περιφρονοῦσι τοὺς ἐντολεῖς των; Ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς ἐμφανίζεται ὑπὸ διαφόρους μορφάς. Ἡ πληρωμὴ γίνεται εἴτε κατὰ Σύνοδον, εἴτε κατ’ ἔτος, εἴτε ἡμερησίως. Σήμερον μόνον εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Ἱσπανίαν τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικὸν εἶναι ἄνευ βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, διότι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐδίδετο ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀποζημίωσις, ὑπεβλήθη ἤδη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον, δι’ οὗ χορηγεῖται εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν 1000 δραχμ. ἐτησία ἀποζημίωσις. Οἱ ἄποροι ὅμως Βουλευταί, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ἐργατικὰς περιφερείας, ἐπληρώνοντο καὶ πρὶν ὑπὸ τῶν συλλόγων τῶν ἐκλογικῶν των περιφερειῶν. Ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1864 ὑπεστηρίχθη τὸ ἄμισθον τῶν Βουλευτῶν ὑπὸ τοῦ Ἀγγελινίδου καὶ Λιδωρίκη διὰ πάντας τοὺς Βουλευτάς. Ὁ Καλὸς ὑπεστήριξε τὴν παροχὴν δραχ. εἴκοσι διὰ πᾶσαν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν παρίστατο ὁ Βουλευτής. Τὴν αὐτὴν περίπου γνώμην ὑπεστήριξε καὶ ὁ Δόσιος. Καλούμενοι σήμερον νὰ ὁρίσωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, δὲν ἀποκρούω χάριν τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῶν Βουλευτῶν, χάριν τῆς ἀποφυγῆς τῶν καταχρήσεων τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον διὰ τῇ γνωστῆς μεθόδου τῶν ἐκτάκτων Συνόδων ἐλάμβανον οἱ Βουλευταὶ πλέον τῶν τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν, νὰ ψηφίσωμεν μικράν τινα αὔξησιν, μέχρι 4,000 δραχμῶν, δι’ ἕκαστον Βουλευτὴν ἐργαζόμενον, συμφωνῶν εἰς τὸ ποσὸν μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἄρτης. Εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ὑπῆρξαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐκτάκτων ἔλαβον οἱ Βουλευταὶ καὶ 5,000, χωρὶς νὰ παραστῶσιν εἰς τὰς συνεδρίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ συνηγορῶν ὑπὲρ τῶν 4,000 δραχμῶν δηλῶ ὅτι δὲν θὰ ψηφίσω τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ παράγραφος τοῦ προσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας «πᾶς Βουλευτὴς μὴ ἐργαζόμενος, μὴ παρευρισκόμενος εἰς τὰς συνεδρίας, δὲν πρέπει νὰ ἀποζημιώνηται». Μήπως καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν ἀναγράφεται ὅτι «οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν»; Ἀλλὰ πότε ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη; Τί ἠμπόδισε τοὺς Βουλευτάς, οἵτινες διαρκῶς ταξιδεύουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἀγνοοῦσι τὴν φυσιογνωμίαν τῆς Βουλῆς, νὰ λαμβάνωσι τὴν ἀποζημίωσίν των; Καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἂν ἐξαιρέσητε τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, πότε εἴδετε πλείονας τῶν 200 συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ;
§50Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν λείπουσι διαρκῶς οἱ αὐτοί.
§51Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Σχεδὸν ὄχι μόνον πάντοτε οἱ αὐτοί, ἀλλὰ προσθέτω ὅτι οἱ ἀπουσιάζοντες εἶναι καὶ οἱ πλουσιώτεροι.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς δὲν ἀπουσιάζετε ποτέ;
§53Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Οὐδέποτε. Οὔτε μίαν ἡμέραν, τολμῶ νὰ εἴπω, δὲν ἀπουσίασα. Εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὅπου ἡ λειτουργία καὶ οἱ κανονισμοὶ εἶναι τελειότεροι καὶ αὐστηρότερον ἐφαρμόζονται καὶ οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι συνείδησιν τοῦ ὕψους τῆς ἀποστολῆς των καὶ τῶν καθηκόντων των ὡς Βουλευτῶν, συνεδύασαν τὴν παρουσίαν τῶν Βουλευτῶν μὲ τὸ ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐπιτύχωσιν ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀνάγκην, τὴν τακτικὴν παρουσίαν τῶν Βουλευτῶν εἰς τὰς συνεδριάσεις. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ γνωρίσω πρὸς αὐτὴν πῶς ἔχει εἰς τὰς ἐν Εὐρώπῃ Βουλὰς τὸ τρυφερὸν τοῦτο ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἔχων ὡς πηγὴν τῶν πληροφοριῶν μου θαυμασίαν περὶ τοῦ θέματος τούτου μελέτην συγκριτικήν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ὁ πολὺς Gide εἰς τὴν παρισινὴν πολιτικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν ἐπιθεώρησιν (τεῦχος 152 ἔτους 1907. Ἡ ἀποζημίωσις, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, δίδεται εἴτε κατὰ Σύνοδον, εἴτε κατ’ ἔτος, εἴτε ἡμερησίως. Ἀλλαχοῦ εἶναι διάταξις συνταγματική, καὶ ἀλλαχοῦ καθωρίσθη διὰ νόμου, ὡς ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἐν πρώτοις ἡμερησίως καὶ ἐφ’ ὅσον παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις οἱ Βουλευταὶ ἀποζημιώνονται εἰς τὴν Δανίαν ἀντὶ 13 φράγκων δι’ ἑκάστην συνεδρίαν. Εἰς τὴν Σαξωνίαν 15. Εἰς τὴν Νορβηγίαν 16 φρ. (ἐνταῦθα οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν πληρώνονται ἰδίᾳ καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς νοσηλείας των). Εἰς τὴν Πρωσσίαν φρ. 18, εἰς τὴν Ἑλβετίαν 20, εἰς τὴν Βουλγαρίαν 20.
§54Α. ΣΛΗΜΑΝ. Διὰ τοὺς διαμένοντας εἰς Σόφιαν φρ. 15, καὶ 20 διὰ τοὺς ἄλλους.
§55Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Μάλιστα. Εἰς τὴν Ῥωμουνίαν 25 φρ., εἰς τὴν Σερβίαν 20. Εἰς τὴν Ῥωσίαν μετὰ τὸ 1906 τὰ μέλη τῆς Δούμας λαμβάνουσι 350 ῥούβλια μηνιαίως, μὲ κράτησιν δι’ ἑκάστην ἀδικαιολόγητον ἀπουσίαν 10 ῥουβλίων. Οἱ γερουσιασταὶ λαμβάνουσιν 25 ῥούβλια. Εἰς τὴν Βαυαρίαν 13 φρ. Εἰς τὴν Τουρκίαν πληρώνονται κατὰ Σύνοδον ἀντὶ 20,000 πιάστρε (νόμος τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ 1875 ἐπανελθὼν εἰς ἰσχὺν τὸν Ἰούλιον τοῦ 1908). Ἐτησίως πληρώνονται οἱ Βουλευταί, χωρὶς νὰ παραλείπηται ἡ κράτησις εἰς τὴν Γαλλίαν μὲ 15 χιλ. φρ. ἐτησίως, ἀλλὰ καὶ μὲ κράτησιν δι’ ἀδικαιολόγητον ἀπουσίαν 25 φρ. Δικαιοῦται ἕκαστος Βουλευτὴς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς 5 ἀπουσιῶν, καθ’ ἃς οὐδεμία γίνεται κράτησις. -Ἐν Βελγίῳ 4,000. Ἐν Σουηδίᾳ 1,800. Ἐν Ὁλλανδίᾳ 3,150 φρ. — (ἐνταῦθα εἰς τὸν ἀπόντα καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον οὐδεμία δίδεται ἀποζημίωσις). (Ἄρθρον Συντάγμ. Ὁλλανδ. 89) — Ἐν Γερμανίᾳ, ἐνῷ πρὸ τοῦ 1906 οὐδεμία ἀποζημίωσις ἐδίδετο εἰς τοὺς Βουλευτάς, σήμερον λαμβάνουσιν οὗτοι 3.000 μάρκα ἐτησίως εἰς 6 δόσεις καὶ μὲ κράτησιν 20 μάρκων διὰ πᾶσαν ἀδικαιολόγητον ἀπουσίαν. Ἐν τῇ Γερμανικῇ Βουλῇ πᾶς Βουλευτὴς εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων ἐγγράφεται εἰς τὸ ἐπὶ τούτῳ βιβλίον, ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Βουλευτὴς ἐξέλθῃ καὶ γίνῃ ψηφοφορία, καθ’ ἣν θὰ ἦτο ἀπών, ἡ ἀρχικὴ ἐγγραφὴ θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη καὶ γίνεται ἡ σχετικὴ κράτησις τῶν 20 μάρκων. Εἶναι ἀρκετὰ διδακτικαὶ δι’ ἡμᾶς αἱ τόσον αὐστηραὶ διατυπώσεις τῆς Γερμανικῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν Οὑγγαρίαν 5,000 φρ., ἐπὶ πλέον δὲ λαμβάνουσι διὰ κατοικίαν 2650 φρ. οἱ μὴ ἔχοντες τὴν μόνιμον διαμονήν των ἐν Βουδαπέστῃ. Εἰς τὴν Αὐστρίαν 15,000 φρ. — (ἡ πληρωμὴ ἐνταῦθα γίνεται εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνός, διὰ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀπουσίαι τῶν Βουλευτῶν), — ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ ἄποροι μόνον Βουλευταὶ ἀποζημιοῦνται ὑπὸ τῶν ἐκλογικῶν των διαμερισμάτων. Ἤδη ὅμως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδιον, δι’ οὗ οἱ Ἄγγλοι Βουλευταὶ θὰ λαμβάνωσιν ἀποζημίωσιν 10,000 φρ. ἐτησίως. Τὰ ἀνωτέρω, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ἐπαρκῆ, ἵνα πείσωσι καὶ τοὺς ἔξω τῆς Βουλῆς ὅτι δίκαιον εἶναι οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀποζημιώνωνται ἐπαρκῶς χάριν τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ δικαιότερον ἀκόμη ὅτι πρέπει νὰ πληρώνωνται ἐφ’ ὅσον μόνον ἐργάζονται. Ὁ ἀριθμὸς τῶν πέντε ἀπουσιῶν, τὰς ὁποίας θὰ δικαιοῦται ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ ἀπουσιάσῃ λόγῳ οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν ἢ ἐπαγγελματικῶν, εἶναι ἐπαρκής· πέρα τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, διὰ πᾶσαν ἀπουσίαν δέον τὸ Κράτος νὰ ὠφελῆται διὰ κρατήσεως 20 δρ. δι’ ἑκάστην ἀπουσίαν. Τὸ σύστημα τοῦτο τῶν 5 ἀπουσιῶν δι’ ἕκαστον μῆνα, πέρα τῶν ὁποίων γίνεται κράτησις, παρεδέχθησαν καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο εὑρίσκω δίκαιον καὶ λογικὸν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Καὶ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ταύτην θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῶν 4,000 δρ. διὰ πάντα Βουλευτὴν ἐτησίως. Ἀποδεχόμενοι τοῦτο παρέχομεν ἐγγύησιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι οἱ Βουλευταὶ τοῦ μέλλοντος θὰ ἐργάζωνται τακτικῶς φοιτῶντες εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ ἐθνικοῦ μας συνεδρίου. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καμπάνης. Ἀπών. Ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§57Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ὁ νομοθετῶν καὶ κανονίζων τὰς ἀμοιβὰς, τὰς ἀποζημιώσεις, τοὺς μισθούς, τὰς δωρεὰς καὶ τὰς συντάξεις ὅλων τῶν ἐξουσιῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως μέχρι τοῦ τελευταίου ὑπηρέτου τοῦ Κράτους, μόνον τὴν ἰδικήν του ἀποζημίωσιν δὲν εἶναι ἐλεύθερος νὰ κανονίζῃ, ὡς ταύτην οὗτος κρίνει λογικὴν καὶ συμφέρουσαν πρός τε τὸ Κράτος καὶ πρὸς ἑαυτόν. Διότι ταύτην οὗτος πρέπει νὰ κανονίζῃ συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ὑποδείξεις τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις πάλιν κοινὴ γνώμη σχηματίζεται μεθ’ ὅσα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἀποζημιώσεως γράφει ὁ Τύπος. Καὶ ἐπειδὴ οὗτος ὁ Τύπος, ὁσάκις τὸ ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἦλθεν ἐν τῇ κοινῇ συζητήσει, δὲν διεπραγματεύθη τὸ ζήτημα μετὰ τῆς δεούσης σοβαρότητος, ἣν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγκλείει, διότι δὲν δύναται ἢ δὲν θέλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας ἑνὸς Βουλευτοῦ, ἐξήγειρε τὴν κοινὴν γνώμην τεχνητῶς, δύναταί τις εἰπεῖν, κατὰ τῆς ἰδέας τῆς αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἡμεῖς δὲ οἱ ἐνδιαφερόμενοι πρὸ τῆς τοιαύτης ἐξεγέρσεως ὀρρωδοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἴδομεν πρό τινων ἡμερῶν Βουλευτὴν ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν τροπολογίαν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως εἰς 5.000 δραχμὰς ὀρρωδοῦντα καὶ ζητοῦντα πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δηλώσῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι δὲν ὑπέγραψε τοιαύτην τροπολογίαν περὶ αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ὡσανεὶ τοῦτο ἦτο ἐγκληματικὸν ἢ ἀτιμωτικόν.
§58Γ. ΚΑΖΑΝΟΒΑΣ. Ἐπιστοποίησα ἓν γεγονός, καὶ ὤφειλον νὰ τὸ πιστοποιήσω.
§59Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Διὰ τούτου ὅμως μᾶς προσεβάλετε.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶχεν ὑπογράψει;
§61Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εἶπον ὅτι οἱ δημοσιογράφοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας ἑνὸς Βουλευτοῦ. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι λέγω τ’ ἀληθῆ εἶναι τοῦτο· ὅτι σήμερον γράφουσιν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἐκεῖνοι ἐκ τῶν δημοσιογράφων, ὅσοι ἔστω καὶ ἄκροις δακτύλοις ἥψαντο τῆς πολιτικῆς ἢ ἐπ’ ὀλίγον ἐδοκίμασαν ἢ ἐξακολουθοῦσι δοκιμάζοντες ὁποίας τρικυμίας βιοτικῶν ἐξόδων ἐνέχει ὁ βίος καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις πολιτικὴ διαμονὴ ἑνὸς ἐξ ἔρωτος καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος πολιτευτοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ πόρρωθεν ἐδοκίμασαν τί ἐστὶ πολιτικὴ καὶ πολιτικὸς βίος, αὐτοὶ ἐξακολουθοῦσι γράφοντες ὄχι μόνον κατὰ τῆς αὐξήσεως, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἡμῶν ἀτομικῶς. Διότι, ὅσον δύναται εἷς Βουλευτὴς μὴ ὢν δημοσιογράφος νὰ ἐκτιμήσῃ ὁπόσαι καὶ ὁποῖαι καὶ ποικίλαι βιοτικαὶ καὶ ἐπαγγελματικαὶ ἀνάγκαι περιβάλλουσι τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἐφημερίδος, ἄλλο τόσον δύναται καὶ εἷς δημοσιογράφος μὴ ὢν Βουλευτὴς ἢ κἂν πολιτευτὴς νὰ ἐκτιμήσῃ ὁπόσαι καὶ ὁποῖαι καὶ ποικίλαι βιοτικαὶ ἀνάγκαι περιβάλλουσι τὸν πολιτικὸν βίον ἡμῶν, τῶν ἐξ ἐπαρχιῶν μάλιστα Βουλευτῶν. Καὶ οὕτως, ἀφοῦ οἱ κύριοι δημοσιογράφοι εὑρίσκουσι τὰς 1800 ἢ τὰς 3.000 δραχμῶν ἱκανὰς δι’ ἐτησίαν βουλευτικὴν συντήρησιν ἑνὸς Βουλευτοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ εὑρίσκομεν ὅτι αὐτοὶ οἱ δημοσιογράφοι εἶναι ἀρκετὰ ἤδη προηγμένοι ἐν πλούτῳ, ὥστε νὰ φέρωμεν νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ τυπογραφικοῦ χάρτου, ἵνα παύσῃ ἡ ἀσυδοσία τοῦ τυπογραφικοῦ χάρτου. (Χειροκροτήματα ἀφ’ ἑνός, διαμαρτυρίαι ἀφ’ ἑτέρου). Ἀλλ’ ἂς ἡσυχάσωσι, καὶ δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωμεν νομοσχέδιον τοιοῦτον, διότι μεθ’ ὅλα τὰ φαινομενικά των ἔσοδα γνωρίζομεν τὰ οἰκονομικά των χάλια, ἀφοῦ δὲν παύουσι καὶ οὗτοι νὰ προστρέχωσιν εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἀνάληψιν δανείων, ὁσάκις θέλουσι νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἐπαγγελματικάς των ἀνάγκας, ὅπως καὶ ἐγὼ δὲν παύω νὰ προεξοφλῶ τὰς βουλευτικάς μου ἀποδείξεις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τί εἶναι αὐτά;
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ τὰ λέγητε.
§64Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν συνήθισα νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν καὶ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν· τὸ λέγω, διότι οἱ δημοσιογράφοι ἀποτελοῦσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν χώραν πολιτικὸν στοιχεῖον, καί, ὅπως καὶ ἡμεῖς, καὶ αὐτοὶ χορταίνουσι μὲ ἀέρα, μὲ δόξαν δηλονότι· διὰ τοῦτο καὶ αὐτοὺς τοὺς περιμένει, ὅπως καὶ ἡμᾶς, εἰς τὸ τέλος ἡ ψάθα. Κόπτονται αἱ ἐφημερίδες καὶ πυρὰ ὁμαδὸν βάλλουσι καθ’ οἱουδήποτε, ὅστις ἤθελε τολμήσει, ἔστω καὶ πόρρωθεν, νὰ θίξῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ λανθάνει τὰς ἐφημερίδας αὐτὰς ὅτι αὐταὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑποσκάπτουσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅταν τόσα καὶ τόσα ἐναντίον τῶν ἀνέκαθεν Βουλευτῶν καὶ ἡμῶν τῶν νέων πολιτευομένων τῶν σήμερον ἀκόμη ἐκλεγέντων γράφουσιν ὅσα γράφουσιν ὑβρίζοντες ἡμᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔλαχεν ὁ κλῆρος τῆς ἐπισκευῆς τοῦ συνταγματικοῦ οἰκοδομήματος καὶ τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῷ Κράτει καὶ τοὺς ὁποίους δὶς κατὰ σειρὰν διὰ παμψηφίας ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὅτε ἀκόμη οὗτοι οἱ δημοσιογράφοι μὲ πένναν τόσον φαρμακερὰν γράφουσι σήμερον ἐναντίον πάσης αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, τί ἄλλο κάμνουσιν ἢ νὰ ὑπονομεύωσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἀγνοοῦσιν ὅτι διὰ τῆς γλίσχρου ἀποζημιώσεως, δι’ ἧς ζητοῦσι ν’ ἀμείβωνται οἱ Βουλευταί, θὰ γίνωσιν ἀφορμὴ νὰ προκληθῇ ἡ χρεοκοπία τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως τῆς χώρας, ἥτις μεσαία τάξις ἀποτελεῖ τὸ μᾶλλον ἐργαζόμενον, τὸ μᾶλλον φορολογούμενον, τὸ μᾶλλον ὑγιὲς ἐθνικὸν στοιχεῖον, καί, ὅταν ἡ τάξις αὐτὴ τῶν πολιτευομένων, τῶν προερχομένων δηλονότι ἐκ τῆς μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως τῆς χώρας, ἀπόσχῃ καὶ ἀπομακρυνθῇ ἐλλείψει πόρων κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῶν ἐκλογικῶν ἀγώνων, τότε ποῖοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσιν νὰ πολιτεύωνται ἐν τῷ Κράτει; Θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ ποῖοι θὰ μείνωσιν. Ἰδοὺ αὐτοί· ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ πλούσιοι, οἱ μὴ κοπιάσαντες κἄν, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, νὰ γίνωσι τοιοῦτοι, οἵτινες μηδὲν ἐν τῷ νῷ ἔχοντες νὰ συνεισφέρωσιν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἁπλῶς κούφην κενοδοξίαν, θὰ κατέργωνται εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας πρὸς κορεσμὸν μόνον ταύτης — Καὶ προεκλογικῶς μὲν θὰ μεταβάλωσι τοὺς συμπολίτας των εἰς ἀλεποτόμαρα ἐξαγοραζόμενα, εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὸ Κοινοβούλιον δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, διότι τὰ ἀγνοοῦσιν, εἶναι τελείως ἄγνωστα εἰς τὴν φιφτιτουϊκὴν σφαῖραν, εἰς τὴν ὁποίαν βιοῦσι, τοὐναντίον δὲ ὡς ἐκ τῶν ἐκ τοῦ πλούτου των ἀπορρεουσῶν σχέσεών των θὰ ἐξυπηρετῶσι μᾶλλον τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οὓς ἀπεκλείσαμεν διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἑβδομηκοστοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος παρὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, αἵτινές εἰσιν ἄγνωστοι εἰς αὐτοὺς ὡς μὴ συνεζυμωμένους, ὡς μὴ συμπάσχοντας μὲ τὸν ἐργαζόμενον, τὸν μοχθοῦντα καὶ φορολογούμενον καὶ στενάζοντα Ἑλληνικὸν λαόν. — Ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ μείνῃ καὶ μία ἄλλη τάξις ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ τῆς χώρας δρῶσα· ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ κάπα κρέμεται ’ς τὴν ἀλυγαριά, ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία εἰς τὸ παρελθὸν πολλὰ κακὰ ἐπεσώρευσεν εἰς τὸ ἔθνος ὡς ἐκ τῆς καταχθονίου δράσεώς της ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ ὅταν ἡ τάξις αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ πλέον πόρους, τοὺς ὁποίους εἶχεν εἰς τὸ παρελθὸν ἐκ τῶν διαφόρων καταχρήσεων καὶ παραβιάσεων τῶν νόμων, ἐπειδὴ τώρα ἦλθεν ἡ κατάργησις τῆς συναλλαγῆς καὶ ἡ ἀποκέντρωσις, δὲν θὰ δύναται νὰ ζήσῃ ἡ τάξις αὕτη ἢ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ γίνῃ ὑπόδουλος εἰς τὴν προαναφερθεῖσαν πλουτοκρατικὴν τάξιν, καὶ οὕτω τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον θὰ καταστῇ Κοινοβούλιον φωλεᾶς χρυσοκανθάρων καὶ πλουτοκρατῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεδριάζωσι μὲ τοὺς γελωτοποιούς των, μὲ τοὺς ὑπαλλήλους των, μὲ τοὺς ὑπηρέτας των. Οὕτω κατ’ ἀνάγκην προκύπτει τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὸν Βουλευτήν, τὸν ἔχοντα τὴν προέλευσίν του ἐκ τῆς μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως, εἰς τὴν πολιτικήν του σταδιοδρομίαν, διότι προστατεύοντες τοῦτον προστατεύομεν αὐτὸ τὸ Κράτος, προστατεύομεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν θὰ τῷ παράσχωμεν, εἶναι ἡ αὔξησις τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, διότι ὁ Βουλευτὴς αὐτός, ὁ ἐρχόμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας του ἐνταῦθα, κατὰ τὰ 80% τοὐλάχιστον θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἐπάγγελμά του καὶ συνεπῶς θὰ χάσῃ τὰ ἐκ τούτου ἔσοδα, καί, ἂν ἔχῃ περιουσίαν τινά, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαύτην, ἀφοῦ ὁμιλῶ περὶ τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ ἐκ τῆς μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως προερχομένου, τὰ ἐκ ταύτης εἰσοδήματα μόλις θὰ ἐπαρκῶσι νὰ ζῇ ἡ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ διαμένουσα οἰκογένειά του· ἄρα καθῆκον τοῦ ἔθνους εἶναι νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον καὶ διὰ τὴν ἐν Ἀθήναις διαμονήν του καὶ διὰ τὰ ἐτήσια ἔξοδά του τὰ βουλευτικὰ καὶ δι’ ὅσα οὗτος χάνει ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἂν ὄχι ἐν ὅλῳ, τοὐλάχιστον ἐν μέρει. Ἔχω καταρτίσει σύντομον κατάλογον τίνα ἔξοδα ἀπαιτεῖ ἡ διαμονὴ ἑνὸς ἐξ ἐπαρχίας Βουλευτοῦ ἐν Ἀθήναις, καί, ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, δύναμαι νὰ τὸν ἀναγνώσω.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς ἐτήσια ἔξοδα τοῦ Βουλευτοῦ ταξιδεύοντος ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ δραχμὰς 500. Εἰς ἔξοδα ξενοδοχείου ὕπνου ἐπὶ ὀκτάμηνον ἐτησίως δραχμὰς 700.» Ὁμιλῶ περὶ Βουλευτοῦ, ὅστις κάθηται εἰς ξενοδοχεῖον, ὅπως ἐγώ, ὅστις μένω εἰς τὸ «Διεθνὲς» καὶ πληρώνω δύο δραχ. τὴν ἡμέραν, εἶναι δ’ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνουσι πέντε. Εἰς ἔξοδα φαγητοῦ ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας ἐν Ἀθήναις δραχμὰς χιλίας. Τέσσαρας δραχμὰς τὴν ἡμέραν ἐξοδεύω ἐγὼ εἰς τοῦ Καψῆ. Ἐνῷ ἄλλοι εἰς ἀνώτερα ἑστιατόρια ἑστιαζόμενοι δαπανῶσι διπλάσια. «Εἰς τραπεζώματα ἔκτακτα συμπολιτῶν του ἐρχομένων καὶ μὴ ἐχόντων τί χρὴ δρᾷν ἐν Ἀθήναις εἰς χαρτζιλικώματα ἀπορούντων συμπολιτῶν, καὶ ἄλλα κακὰ συναπαντήματα, ἅτινα εὑρίσκει ὅλην τὴν ὥραν ὁ Βουλευτὴς ἐμπρός του. (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Δὲν σᾶς κουράζω ἐπὶ πλέον. Διὰ αὐτό, κύριοι Βουλευταί, ὑπέγραψα τὴν τροπολογίαν τῆς αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5.000 δραχμῶν. Ἂς ψηφίσωμεν λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ἐτησίαν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν φροντίζοντες οὕτω καὶ διὰ τοὺς μεθ’ ἡμᾶς ἐρχομένους συναδέλφους ἡμῶν. Διότι ἡ φροντὶς δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν· ἡμεῖς μετ’ ὀλίγον διαλυόμενοι θὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς ἑστίας ἡμῶν, μεθ’ ὃ τίς οἶδε πόσοι ἐξ ἡμῶν θὰ ἐπανέλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· διότι οἱ μὲν ἡμίσεις ἐξ ἡμῶν θὰ λείψωσι κατ’ ἀνάγκην τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο ἥμισυ «θὰ πάρουν καὶ οἱ διαβόλοι μερτικό», θὰ πάρουν ὅ ἐστὶ τὰ παλαιὰ κόμματα, καὶ θὰ ἔλθωσιν οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς παλαιοπολιτικούς, διότι εἶναι ἁψίκορος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οἱ ὁποῖοι παλαιοπολιτικοὶ παραμονεύουσιν ἤδη ἑτοιμαζόμενοι πρὸς μάχην, καὶ αὐτὴ ἡ μάχη, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογάς, θὰ εἶναι ἡ τελειωτικὴ μάχη μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, καὶ τότε «θὰ χάσῃ ἡ μάννα τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδὶ τὴ μάννα», καὶ τότε ἐγὼ καὶ ὁ κ. Κουλούμπαρδος «θὰ χάσωμεν τ’ αὐγὰ μὲ τὰ καλάθια». Μετὰ μίαν τοιαύτην, λέγω, πάλην, ὁ Θεὸς νὰ μὲ βγάλῃ ψεύτην, ἂν ἔλθωσιν ἔστω καὶ 100 ἐξ ἡμῶν νὰ παρακαθίσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Σκοπὸς ὅμως τῆς Συνελεύσεως ταύτης δὲν εἶναι νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀπωτέρου μέλλοντος τοῦ ἔθνους, καί, ἀφοῦ προενοήσαμεν ἤδη περὶ πλείστων ὅσων ἄλλων ζητημάτων ἀφορώντων τὴν ἐπὶ τὰ πρόσω καὶ βελτίω προαγωγὴν τοῦ Κράτους, θὰ εἶναι παραλογισμὸς νὰ μὴ προνοήσωμεν καὶ περὶ τῶν μελλόντων Βουλευτῶν τοῦ Κράτους, περὶ τῆς αὐξήσεως δηλονότι τῆς ἀποζημιώσεως τῶν νομοθετῶν, ἐξ ὧν πάντα τὰ τοῦ Κράτους ἐξαρτῶνται, διότι Βουλευτὴς ὑπὸ ἀναγκῶν περιβαλλόμενος καὶ ταύτας σκεπτόμενος πῶς νὰ ἐξοικονομήσῃ παύει τοῦ νὰ σκέπτηται εὐρώστως καὶ ὀρθοφρόνως περὶ τῶν κοινῶν, διότι ὁ Βουλευτὴς ὁ ὑπὸ σκληρῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν περιβαλλόμενος παύει νὰ εἶναι νομοθέτης· καταντᾷ ἑκὼν ἄκων πλιατσικολόγος. Ῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὸ ἐγγὺς παρελθόν, διὰ νὰ πεισθῆτε· διότι Βουλευτὴς στενάζων οἰκονομικῶς μόνον στεναγμοὺς εἰς τὸ Κράτος του θὰ συσσωρεύῃ. Καταλήγων, Κύριοι, παρακαλῶ, ὅπως ψηφίσητε τὴν τροπολογίαν τῶν 5,000 δραχ., ἵνα οὕτω περισώσητε τὸν Βουλευτὴν τὸν προερχόμενον ἐκ τῆς μεσαίας τάξεως τῆς χώρας· διότι, ἐπαναλέγω, ἡ καταστροφὴ τοῦ Βουλευτοῦ τούτου θὰ εἶναι καταστροφὴ αὐτοῦ τούτου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι. (Χειροκροτήματα).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλῆμαν.
§68ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὀλίγα μόνον, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσθέσῃ τις μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ὑποστηριξάντων, ὡς θὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγώ, τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν ἀνερχομένην εἰς 5000. Νομίζω ὅτι τὰ λεχθέντα περὶ τῶν κατηγοριῶν τῶν ἀνωνύμων, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται ἐκ μέρους τῶν παλαιῶν κομμάτων, ἐνῷ πᾶς τις ἐξ ἡμῶν γνωρίζει ὅτι εἰς ἰδιαιτέρας ὁμιλίας μεθ’ ἡμῶν ὁμιλοῦντες πρώην Βουλευταὶ συνιστῶσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν τὰς 5000 δρ., διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὑπολογίζοντες ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶναι οἱ δεσπόζοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζω ὅτι τὰς κατηγορίας ταύτας οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὐδὲ νὰ ἀποδώσῃ σημασίαν τινὰ εἰς αὐτάς. Νομίζω δ’ ὅτι καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ τί ἐγίνετο εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ τί γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη οὐδὲν θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Μόνη ἡ λέξις βουλευτικὴ ἀποζημίωσις καὶ ὄχι ἡ λέξις ἡ μὴ ὑπάρχουσα βουλευτικὸς μισθὸς ἀποδεικνύει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀντιμισθίας, περὶ μισθοῦ τῶν ἐκλεγομένων ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀποζημιώσεως, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένης τάξεως πολιτῶν, ὡρισμένων ὑγιῶν στοιχείων τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα εἴτε δὲν δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἂν δὲν λάβωσι βεβαίως ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων, εἴτε διότι δὲν ἔχουσιν ἴσως καὶ τὴν αὐταπάρνησιν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ζημιούμενοι, ὅπως βεβαίως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ζημιοῦνται προσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλήν, ὑφ’ ἃς συνθήκας πάντες μέχρι τοῦδε πολιτευόμεθα. Ὁ σκοπός, λέγω, τῆς ἀντιμισθίας ταύτης τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἡ διευκόλυνσις τῆς εἰσόδου ὡρισμένων στοιχείων ὑγιῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰς ἐργατικὰς καὶ ἀστικὰς τάξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἔλλειψις εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο πολὺ αἰσθητὴ καὶ ἡ ὁποία ἀπουσία εἶναι ἴσως ἐκείνη, ἥτις δὲν κατώρθωσε νὰ ἐμποδίσῃ τὸν σχηματισμὸν τῶν προσωπικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα μετεσχηματίσθησαν σὺν τῷ χρόνῳ εἰς προσωπικὰς φατρίας. Διότι, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ ποιὸν τῶν Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε ἐβλέπομεν εἰς τὰς παλαιὰς Βουλάς, θέλομεν ἴδει ὅτι κυρίως ὑπῆρχον τρία εἴδη Βουλευτῶν εἰς τὸ παρελθόν, ἐν πρώτοις τοὺς πλουτοκράτας, τοὺς στηριζομένους μόνον ἐπὶ τῶν πλοῦτον αὐτῶν, τοὺς ἀδιαφοροῦντας διὰ τὰ κοινὰ καὶ οἱ ὁποῖοι πάντοτε εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐσκέπτοντο ὅτι δαπανῶντες ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτῶν ἐπαρχίᾳ, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὸ μέλλον θὰ ἠδύναντο ἐξαγοράζοντες ἄλλους νὰ ἐπιτύχωσιν ὡς Βουλευταί. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τούς, ὡς τοὺς ὀνομάζομεν ἡμεῖς ἐν Θεσσαλίᾳ, τσελιγκάδες, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδαπάνων ἐκ τοῦ ἰδίου αὐτῶν ταμείου, ἀλλὰ προσεπορίζοντο ταῦτα κατὰ ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐχὶ κατὰ τὸν ἁρμόζοντα τρόπον, πάντως ὅμως πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι βεβαίως πάντες ἡμεῖς γνωρίζομεν πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα. Τρίτον ἔχομεν τὰ λεγόμενα κοπέλια. Τὰ κοπέλια εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν θέσιν εἶχον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, οἱ ὁποῖοι, εἴτε προσήρχοντο ὑπὸ τοὺς πλουτοκράτας εἴτε ὑπὸ τοὺς τσελιγκάδες, ἐχρησίμευον ὡς γέφυρα, ὡς ὑποπόδιον, ἵνα ἀνίκανοι τσελιγκάδες, ἀνίκανοι πλουτοκράται ἀνέλθωσιν εἰς τοὺς βουλευτικοὺς θώκους (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Καί, ἐνῷ ἐβλέπομεν πάντα ταῦτα, δὲν ἐβλέπομεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀντιπροσωπευομένην τὴν ἀληθῆ ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰς διαφόρους ἀστικὰς τάξεις. Καί, ἐπειδὴ οὐδέποτε ἐσυνήθισα νὰ ἐπαινῶ καὶ νὰ λιβανίζω πρόσωπα, νομίζω ὅτι μέγας ἔπαινος ὀφείλεται πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωξε κατὰ τὸν καταρτισμὸν εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τῶν συνδυασμῶν νὰ ἐξεύρῃ ἀκριβῶς πρόσωπα ἀντιπροσωπεύοντα ἁπάσας ἐν γένει τὰς τάξεις, ἤτοι ἀντιπροσωπεύοντα τὰς διαφόρους ἐμπορικὰς τάξεις, τοὺς διαφόρους ἐργατικοὺς συλλόγους, τοὺς διαφόρους γεωργικοὺς συλλόγους καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλά, ἐὰν ἐξετάσωμεν οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἡμᾶς αὐτούς, νομίζω ὅτι πολλοὶ ἐσκέφθησαν ὅτι ἦσαν ὑποχρεωμένοι τῇ προτροπῇ τῶν συμπολιτῶν των νὰ λάβωσι μέρος εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τοὺς γενομένους διὰ τὴν ἀποστολὴν ἀντιπροσώπων εἰς τὴν ἔκτακτον περίστασιν τῆς Συνελεύσεως. Οὗτοι ὅμως εἰς τὸ μέλλον οὐδεμίαν ὄρεξιν εἶχον νὰ ἐκτεθῶσιν ἐκ νέου, οὐδεμίαν ὄρεξιν θὰ εἶχον νὰ εὑρίσκωνται ἐνταῦθα σχηματίζοντες οὕτως εἰπεῖν τὸ ἰσοζύγιον τὸ σοβαρόν, τὸ μὴ ἐπηρεαζόμενον ὑπὸ ἰδιωτικῶν συμφερόντων καὶ κομματικῶν παθῶν. Νομίζω ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν θὰ θελήσωσι νὰ ἐπιστρέψωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἴσως κακῶς θὰ ὑπελάμβανον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κάμωσι τὴν θυσίαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐκτίθενται. Νομίζω ὅτι ὁ καλλίτερος ὑπολογισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἴσως ὀλίγον τι ἐν περιλήψει ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἐξ Εὐβοίας. Νομίζω ὅτι αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν περιττὸν ἤδη ἐγὼ ν’ ἀναπτύξω, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται κατ’ ἰδίαν νὰ κάμῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐν Ἀθήναις. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν πρέπει νὰ ὑπολογίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐνταῦθα συντηρήσεώς του, τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ ἀπουσιάζων ἐκ τῆς ἐπαρχίας του καὶ ἀπομακρυνόμενος τῶν ὑποθέσεών του, τὰ ἔξοδα τὰ πολλαπλᾶ τῆς γραφικῆς ὕλης, γραμμάτων, τηλεγραφημάτων κλπ., τὰ ὁποῖα ἀναγκαστικῶς θέλει ὑπομένει ὁ Βουλευτής, ἐνόσῳ τὸ ἄρθρον 9 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἢ δὲν ἠθέλησαν νὰ ψηφίσωσι σαφέστερον, ὥστε αἱ Ἀρχαὶ νὰ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι νὰ διεκπεραιῶσι μόναι των τὰς ὑποθέσεις τῶν Βουλευτῶν, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ὡς ἔχουσιν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἱερὰ συμφέροντα, τὰ δίκαια συμφέροντα τῶν πολιτῶν νὰ διεκπεραιῶνται ὑπὸ τῶν γραφείων, ὡς ἔχουσι σήμερον. Ὥστε ἡ παρουσία τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀναγκαία μόνον εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαία καὶ εἰς ἄλλας ἐποχάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει. Διότι βεβαίως τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὰ δίκαια συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Δελακοβία, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ συνεδρίασιν. Βεβαίως τὸ σπουδαιότερον τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι νὰ εὑρίσκηται παρὼν εἰς τὰς συνεδριάσεις, πάντως ὅμως τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι σκέψεις, προτάσεις καὶ λόγους, τοὺς ὁποίους θ’ ἀπαγγέλλῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· εἶναι ὁλόκληρος σειρὰ ἐργασίας ἐχούσης σχέσιν καὶ μὲ τὴν ἀντίληψιν τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ τὴν παρασκευὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα νομίζει χρήσιμον νὰ νομοθετηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως βεβαίως ὑπάρχει τι τὸ ὀρθὸν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ ἀπουσιάζων ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης κατ’ ἐμὲ εἴτε δεδικαιολογημένως εἴτε ἀδικαιολογήτως δέον νὰ ὑφίσταται στέρησίν τινα, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τακτικῶς παρευρίσκεται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, δέον ν’ ἀμείβηται κάτι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει. Ἀφ’ ἑτέρου νομίζω ὅτι εἶναι ὀλίγον προσβλητικὸν πρὸς τὸ κῦρος τοῦ Σώματος, ἐὰν τὴν ἀστυνομίαν τῆς παρουσίας τῶν Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκτελεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Νομίζω ὅτι, ὅτε ἅπαξ ὡρίσθη ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5000 δραχμῶν, παραδείγματος χάριν, δι’ ἕκαστον Βουλευτήν, τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων τούτων ἔχει ἐξέλθει τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἀνήκει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. Πῶς δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, ὅπως αἱ δύο αὗται ἰδέαι θεραπευθῶσι, θεραπευθῇ δὲ καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θὰ ἐπιχειρήσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσω, τὸ ὁποῖον ὅμως συχνὰ συνεζητήθη καὶ βεβαίως εἰς τὸ μέλλον θὰ συζητηθῇ, δηλαδὴ τὸ ζήτημα περὶ ἱδρύσεως ταμείου περιθάλψεως τῶν Βουλευτῶν; Ἡ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ τόπου ἀποδεικνύει ὅτι πλούσιοι εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλὴν ἐντίμως πολιτευθέντες ἐξῆλθον πένητες· εἶναι ὀρθὸν τὸ γῆρας αὐτῶν νὰ εὕρῃ ποιάν τινα ἀνακούφισιν, χωρὶς βεβαίως νὰ ὑπάρχωσιν αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννηθῶσιν, ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔλθῃ ἐπίκουρον εἰς αὐτούς, ἵνα μὴ φανῶσιν αὐτοὶ ὡς ἄνθρωποι ἐκπεπτωκότες, τοὺς ὁποίους ἐξ ἐπιεικείας περιθάλπει τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, κατόπιν δὲ ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή, ἐὰν ἐπικρατήσῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἰδέα νομοθετικῶς νὰ ἱδρυθῇ τοιοῦτον ταμεῖον, τὸ ἐκ τῶν κρατήσεων διὰ τὰς ἀπουσίας ποσὸν νὰ ὁρίσῃ ὅτι θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο καὶ προστιθέμενον εἰς ἄλλας κρατήσεις, περὶ τῶν ὁποίων βεβαίως πρὸς τὸ παρὸν δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος, ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο γενναίαν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς περιθάλψεως συμβολήν. Νομίζω δὲ ὅτι, ἂν προσθέσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως τῶν ἐξ Βουλευτῶν τὴν φράσιν «εἴτε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἴτε ὡς ἄλλως ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει», νομίζω ὅτι ἀνοίγεται ἡ θύρα, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ θεραπευθῇ ἡ ἰδέα αὕτη, νὰ ὑπάρχῃ δὲ ἡ κράτησις, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὸ συνέδριον τοῦτο νὰ φαίνηται τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀστυνομεῦον τοὺς Βουλευτὰς καὶ θέλον νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐκ τῆς ἀπουσίας ἑνὸς Βουλευτοῦ· διότι τότε δύναται ἐπιτροπὴ ἐκ κοσμητόρων τῆς Βουλῆς, ὡς γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ταμείου τῆς περιθάλψεως. Τότε δὲν θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ θεάματος Βουλευτοῦ θέλοντος νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἀπουσίας του, ἵνα λάβῃ περισσότερα, διότι ὁ Βουλευτής, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιόν του τὸ ταμεῖον περιθάλψεως, θὰ τὸ σεβασθῇ περισσότερον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι τὸ δημόσιον χρῆμα τὸ σεβόμεθα ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, Κύριοι, κηρύσσομαι ὑπὲρ ἀποζημιώσεως βουλευτικῆς ἐκ 5000 δραχμῶν, νομίζω δ’ ὅτι οὐδεμίαν προσοχὴν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἔξωθεν φωνασκοῦντας, διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι εἶναι ὀρθόν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι, μόνον ἂν δοθῇ μία γενναία ἀποζημίωσις εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἱκανὴ ἵνα ζήσωσιν οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, χωρὶς νὰ δαπανῶσιν ἐκ τῶν ἰδίων, διότι βεβαίως ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν αὐταπάρνησιν νὰ ὑπηρετήσωσι τὰ κοινὰ ἐπὶ ζημίᾳ ἑαυτῶν, μόνον τότε θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν αὐταπάρνησιν τοῦ λαοῦ τὴν στηριζομένην ἐπὶ τῶν λαϊκῶν καὶ διαφόρων ἐργατικῶν τάξεων, ἵνα μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν καθεστώς, ὅτε εἴχομεν τοὺς ἄρχοντας τῶν Βουλευτῶν καὶ τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτούς, τοὺς μὲν δαπανῶντας χρήματα ἰδικά των, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἔτι καλλίτερον νὰ δαπανήσωσι, τοὺς δὲ δαπανῶντας χρήματα ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ παραμείνωσιν. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης. Εἶσθε ἀντιλέγων, κ. Κουλουμβάκη;
§70ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. Γαλανός.
§72Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε τότε. Διότι ὁ ὑποστηρίζων τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀντιλέγων.
§74Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Πάντες οἱ προαγορεύσαντες Βουλευταὶ εὑρέθησαν σύμφωνοι ὅτι προσῆκον εἶναι νὰ κανονισθῇ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις κατὰ τρόπον διευκολύνοντα τὴν ἀπρόσκοπτον ἐπιτέλεσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων ἄνευ ἄλλων ὑπερβολικῶν ἀπασχολήσεων, τὰς ὁποίας ἐπισωρεύει εἰς τοὺς οἰκογενειάρχας ἰδίᾳ ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἀντιμετώπισιν πολλαπλῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν. Ἡ ἀρχὴ αὕτη παρίσταται τοσοῦτο μᾶλλον δεδικαιολογημένη, καθόσον ἐκανόνισε τὰ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως καὶ εἰς τὰ λοιπὰ συνταγματικὰ καὶ κοινοβουλευτικὰ Κράτη. Οὐδ’ εἶναι μόνα τὰ μέλη τῆς νῦν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς τοιαύτης διαρρυθμίσεως. Διότι, ὡς γνωστόν, ὁμοία γνώμη ἐσχηματίσθη καὶ διετυπώθη κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ὑφ’ ἑνὸς τῶν μεγάλων κομμάτων τῆς χώρας μας ἐν σχεδίῳ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐκπονηθέντι ὑπὸ ἐπιτροπείας φίλων αὐτοῦ Βουλευτῶν καὶ γενομένῳ δεκτῷ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ των. Καὶ γνωρίζομεν ὅτι οὐδεμία περὶ τούτων ὑπάρχει ἐναντιογνωμία εἰς τὰς τάξεις τῶν ἄλλων πολιτικῶν μερίδων τοῦ τόπου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δηλῶ ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀσπάζομαι τὴν γνώμην ταύτην. Ὁ ἀφιερούμενος εἴς τινα δημοσίαν διακονίαν δικαιοῦται ν’ ἀμείβηται κατὰ τρόπον κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπαρκῶς ἐξ αὐτῆς, καὶ αὐτὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀνακηρύττει καὶ καθιεροῖ ἀξίωμα τοιοῦτον, ὅτε ἀναγράφει ὅτι «ὁ ἐν τῷ ναῷ δουλεύων καὶ ἐκ τοῦ ναοῦ τραφήσεται». Ὑπάρχει ἱερώτερόν τι τῆς ἱερατικῆς διακονίας; ὄχι. Ὅτε λοιπὸν αὕτη δὲν θεωρεῖται ὅτι ὑποβιβάζεται ὑπὸ τῆς παρεχομένης χάριν αὐτῆς ἀντιμισθίας, καὶ ὅτε ἡ ἀντιμισθία αὕτη δέον νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν διατροφὴν τοῦ ἱερατεύοντος, οὐδεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ ἰσχυρισθῇ μετὰ λόγου ὅτι ἐνέχει τι τὸ ἄτοπον ὁ καθορισμὸς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δυναμένης νὰ βοηθήσῃ τὸν Βουλευτὴν εἰς ἐπιμελεστέραν, ἄρα δὲ καὶ εὐδοκιμωτέραν ἐπιτέλεσιν τῶν τόσῳ μεγάλων καὶ σπουδαίων καθηκόντων αὐτοῦ. Ἀλλὰ, ἐνῷ δέχομαι τοῦτο, δὲν δύναμαι νὰ παραγνωρίσω ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ προβῶμεν μετὰ σπουδῆς εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν μηδὲ νὰ παρίδωμεν τὴν περὶ ταύτης κρίσιν καὶ ἐντύπωσιν τῆς ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου τούτου κοινῆς γνώμης. Αἱ ἐπιψηφίσεις ποσῶν ἀνωτέρων κρίνονται πάντοτε μετά τινος δυσμενείας καὶ ἐγείρουσί τινα καχυποψίαν· τοῦτο δ’ εἶναι πολὺ φυσικώτερον νὰ γίνῃ προκειμένου περὶ αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίσωσιν οἱ Βουλευταὶ ὑπὲρ τῶν ἐνασκούντων τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Μία τοιαύτη περίπτωσις, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν τὴν χειρισθῆ καλῶς, δύναται νὰ προκαλέσῃ κοινὸν σκάνδαλον, ἐγὼ δ’ ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκω ὀρθοστάτην τὴν γνώμην τοῦ ἀποστόλου Παύλου, καθ’ ἣν «ἵνα μὴ σκανδαλίσω τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέας εἰς τὸν αἰῶνα». Τόσον σπουδαῖον ἐθεώρει ἐκεῖνος τὸ νὰ μὴ σκανδαλισθῇ ἡ συνείδησις ἑνὸς καὶ μόνου! Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ προσέξωμεν προκειμένου νὰ ἐκραγῇ σκάνδαλον εἰς μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐλέχθη ὅτι τὸ ποσὸν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δύναται καὶ πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς πεντακισχιλίας δραχμάς, καὶ προσετέθη ὅτι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐκτάκτων Συνόδων οἱ Βουλευταὶ ἐλάμβανον τοσαύτην ἀποζημίωσιν καθ’ ἕκαστον ἔτος, ἀπομενούσης οὕτω νεκρᾶς τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ὡρίζετο εἰς δραχμὰς χιλίας ὀκτακοσίας. Εἶναι τάχα τοῦτο ἀληθές;
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀληθέστατον.
§76Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιστάσει φθάνει νὰ τὸ ἰσχυριζώμεθα; Οἱ κατέχοντες τὰς ἀποδείξεις τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ ὀφείλουσι νὰ προσαγάγωσιν αὐτὰς ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, οὕτως ὥστε οὐδεμία ἀμφιβολία νὰ ὑπάρχῃ παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ὅτι ἀληθῶς κατὰ τὸ παρελθὸν τόση ἦτο ἡ πραγματικὴ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις καὶ ὅτι ἑπομένως ἡμεῖς οὐδὲν προσθέτομεν εἰς ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, νομιμοποιοῦμεν δ’ ἁπλῶς κατὰ τίμιον καὶ εἰλικρινῆ τρόπον ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐλαμβάνετο διὰ καταστρατηγήσεως καὶ καταδολιεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλε κρατερὰ καὶ ἀμείλικτος ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων. Καὶ τὴν τοιαύτην τῆς κοινῆς γνώμης διαφώτισιν ὀφείλομεν τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δὲν λείπουσιν οἱ ἕτοιμοι νὰ παραστήσωσι πρὸς τὸν λαόν ὅτι ἡ νῦν Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ διασπαθᾷ τὰ δημόσια, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀσυνεπὴς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας της, χαριζομένη εἰς τοὺς φίλους της, αὐξάνει ἀδικαιολογήτως τὴν ἀποζημίωσίν των, ἀποδεικνύουσα οὕτως ὅτι πλειότερον αὐτῆς ἐφείδοντο τοῦ δημοσίου πλούτου οἱ προϊστάμενοι τῶν κοινῶν καὶ κατ’ αὐτὸ ἔτι τὸ τόσῳ πανταχόθεν κατακρινόμενον παρελθόν. Τὴν τοιαύτην τοῦ ζητήματος ἄποψιν τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ σοβαρωτάτην. Καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν τόσαι ἐπιστηρίζονται ἐλπίδες, πρέπει νὰ συντηρήσωσιν ἄρτιον τὸ ἠθικόν των, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐπιτελέσωσι μετὰ κύρους τὸ ἔργον καὶ τὴν ἐντολήν των, ἔργον πολιτικῆς ἀνασυντάξεως ἱκανῆς νὰ δημιουργήσῃ Πολιτείαν σώφρονα, εὔτακτον, ἰσχυράν, καὶ ἐντολὴν κοινωνικῆς, λαϊκῆς καὶ ἐθνικῆς ἀνακαινίσεως ἀνταξίας τῆς ἱστορικῆς ἀποστολῆς μας. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι προέχει ἡ δι’ ἀριθμῶν καὶ στατιστικῆς πληροφορία τῶν γινομένων εἰς τὸ παρελθὸν περὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἀφ’ ἑνὸς διὰ νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἐμμονὴ εἰς τὸ ἄχρι τοῦδε διὰ τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος καθοριζόμενον ποσὸν θὰ συνεχίσῃ ἁπλῶς καὶ διαιωνίσῃ τὰς πρὸς αὔξησιν αὐτοῦ καταστρατηγήσεις καὶ ἐπινοήσεις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ μὴ παραπεισθῇ ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ θελήσωσι νὰ παραστήσωσιν ὅτι οἱ κληθέντες, ἵνα συντηρήσωμεν, ἐπλειοδοτήσαμεν εἰς γενναιοδωρίας ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν.
§77ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δυστυχῶς, ὅτε ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, δὲν ἔτυχε νὰ εἶμαι παρών. Ὅτε ὅμως προσῆλθον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μοὶ ἀνεκοινώθη ἡ ἀπόφασις αὐτῆς, διεφώνησα πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς νὰ εἴπω ἐνώπιον αὐτῆς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων μοὶ ἐφάνη ὅτι ἡ ἀπόφασις, εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθε, δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὰς πεποιθήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἐκ τοῦ παρελθόντος, περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκανόνισε τὴν ἀποζημίωσιν κατὰ Σύνοδον καὶ ὥρισε μικράν τινα ἀποζημίωσιν καὶ διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, νομίζουσα οὕτω πως ὅτι ἡ μικρότης τοῦ ποσοῦ θ’ ἀναγκάσῃ τοὺς Βουλευτὰς τοῦ μέλλοντος νὰ μὴ ὑποπέσωσιν εἰς τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπιπτον αἱ παρελθοῦσαι Βουλαί, ὅπως αὐξάνωσι τὴν τακτικὴν ἀποζημίωσιν διὰ τῆς προσκλήσεως ἐκτάκτων Συνόδων. Δὲν ἦτο, Κύριοι, τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν τυχαῖον ἡ τάσις ὅπως καλῶνται ἔκτακτοι Σύνοδοι, ἵνα αὐξάνηται ἡ ἀποζημίωσις, δὲν ἦτο δηλαδὴ τῶν Βουλευτῶν βουλιμία, ἀλλ’ ἀρχικῶς ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς ἀδυσωπήτου ἀνάγκης. Ἄνδρες δὲ ἡγέται τῶν πολιτικῶν κομμάτων παλαιοτέρας ἐποχῆς, ἔχοντες πλῆρες καὶ ἀκέραιον τὸ ἠθικὸν αὐτῶν, προῆλθον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσωσιν ἐκτάκτους Συνόδους, διότι ἔβλεπον συναδέλφους αὐτῶν μὴ δυναμένους νὰ παραμένωσι καὶ παρακολουθῶσι τὰς συνεδριάσεις παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, ἔβλεπον δ’ ὅτι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, εἶναι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ εἰσφέρωσι διὰ τῶν φώτων των παραμένοντες ἐν Ἀθήναις καὶ παρακολουθοῦντες τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐγεννήθη λοιπὸν ἡ ἀδυσώπητος ἀνάγκη τῆς προσκλήσεως ἐκτάκτων Συνόδων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων. Βεβαίως μετὰ ταῦτα ἐγένοντο καταχρήσεις, βεβαίως μετὰ ταῦτα πρὸς συγκράτησιν τῶν πλειονοψηφιῶν ἐκλήθησαν ἔκτακτοι Σύνοδοι, ἀλλ’ ἡ ἀρχικὴ ἀφορμὴ ἦτο αὐτή. Καὶ κατήντησε πλέον νὰ θεωρῆται ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συγκαλῶνται ἔκτακτοι Σύνοδοι, ἵνα ἐπαρκῶσιν οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Γαλανός, ὅτι κατὰ τὴν ΙΕʹ Περίοδον μέσος ὅρος ἐτησίας ἀποζημιώσεως εἶναι 4.700 δραχμαί, κατὰ τὴν ΙΖʹ 3.800 καὶ κατὰ τὴν ΙΗʹ 3.275. Μανθάνει λοιπὸν ὁ κ. Γαλανὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, ὅτι ἐδιπλασιάσθη καὶ ἐτριπλασιάσθη ἡ ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν. Καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Γαλανός, τὸ γνωρίζουσι καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ῥηγνύουσι δῆθεν κραυγὰς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου (χειροκροτήματα), τὸ γνωρίζουσι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τοῦτο.
§78Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης.
§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαίως, διότι ἐντὸς δὲν εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχει ἀντίρρησις. Τὸ γνωρίζουσι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς ἕξεις τοῦ παρελθόντος, τὸ γνωρίζουσι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἕκαστον ζήτημα, ἵνα δημιουργήσωσι θόρυβον καὶ γεννήσωσι πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προχωροῦσαν ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὑτῆς ὡς προχωρεῖ. Ἡ ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ ἦτο κεκανονισμένη κατὰ Συνόδους, ὅτε ἤδη ἡ Βουλὴ ἡ τελευταία, ἡ ἁπλῆ, προέτεινε τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, προέτεινε δὲ καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς διατάξεως ταύτης ἐπὶ τῷ ὅρῳ ὅπως ἡ ἀποζημίωσις κανονισθῇ ἐτησία, διότι σφάλμα εὕρισκεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὅτι ἦτο ὡρισμένη ἀποζημίωσις κατὰ Συνόδους· εὕρισκεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὅτι ὁρίζουσα τὴν ἀποζημίωσιν ἐτησίαν ἤθελεν ἄρει ἐκ τοῦ μέσου μίαν αἰτίαν διαπομπεύσεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐξευτελισμοῦ αὐτοῦ. Διότι, ἐὰν ἡ ἐτησία ἀποζημίωσις, ἐσκέπτετο ἡ τότε ὁρισθεῖσα ἐπιτροπὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, κανονισθῇ ἐπαρκής, οἱ Βουλευταὶ οὐδένα λόγον θὰ εἶχον νὰ ἐπιζητῶσιν ἐκτάκτους Συνόδους. Θὰ προσήρχοντο, θὰ εἰργάζοντο μὲ τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην τὴν ἐπαρκῆ κατὰ πᾶσαν ὥραν τοῦ ἔτους, ὁπότε ἤθελον κληθῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὡρισμένως προβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐτησίας ἀποζημιώσεως (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 75 περὶ βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως χωλαίνει καὶ σκοπίμως κρίνεται ὁ ἐφάπαξ προσδιορισμὸς αὐτῆς ὡς ἐτησίας καὶ οὐχὶ κατὰ Σύνοδον ἀποζημιώσεως. Τὰ πράγματα ὑπηγόρευσαν τὴν ἀνάγκην αὐτήν, καὶ προῆλθεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἡ διαλυθεῖσα Βουλή, ἡ ἁπλῆ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συνταγματικὴ παρεῖδε τοῦτο καὶ ἔφθασε πάλιν εἰς τὸ ἄτοπον τῆς προτάσεως τῆς κατὰ Σύνοδον ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνώτερον ὅριον τῆς τακτικῆς Συνόδου εἶναι τὸ ἔτος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ λόγον ἡ κατὰ Σύνοδον ἀποζημίωσις, διότι ἡ Σύνοδος δύναται νὰ παραταθῇ καὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος. Ἑπομένως καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐτησία δέον νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως; Οὐδένα, Κύριοι, δισταγμὸν ἔχω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ πρότασις ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ καθορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς 5,000 ἐτησίως, εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία μόλις καθιστᾷ ἐπαρκῆ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, καὶ θέλω βεβαίως ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς τῆς προτάσεως, θέλω δὲ πράξει τοῦτο πιστεύων ἐν συνειδήσει ὅτι πᾶσα μείωσις τοῦ ποσοῦ τούτου καθιστᾷ καὶ πάλιν ἀνεπαρκῆ τὴν ἀποζημίωσιν. Δὲν γνωρίζω τί κρατεῖ εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλά, καὶ ἂν ἐγνώριζον, ἔχω τὴν συνήθειαν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σπανίως νὰ κάμνω χρῆσιν παραδειγμάτων τοιούτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι οἱ Ἕλληνες πολιτευταὶ σπανίως κατηγγέλθησαν δι’ ὅσα κατηγγέλθησαν Βουλευταὶ ἄλλων Κρατῶν, καὶ μάλιστα γειτόνων Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγον συνάδελφοί τινες, διὰ νὰ μᾶς παραδειγματίσωσιν ἐκεῖθεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω, λέγω, εἶναι ὅτι οἱ Ἕλληνες Βουλευταὶ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι κατὰ κανόνα ὑπῆρξαν ἔντιμοι ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων πραγμάτων.
§80ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι ὅλοι.
§81ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κατὰ κανόνα, εἶπον. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξαν καί τινες...
§82ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐλάχιστοι.
§83Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. .. ἐλάχιστοι, μὴ διαχειριζόμενοι ἐντίμως τὰ κοινά, οὗτοι δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπόδειγμα ἐν τῇ συζητήσει. Τοὺς ἐντίμους ὅμως πολιτευτὰς τοῦ μέλλοντος, ὑποτιθεμένου ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς στιγμήν, ἀφ’ ἧς ἄρξεται νέα περίοδος πολιτική, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἔρμαιον τῆς δυστυχίας καὶ τῆς πενίας. (Χειροκροτήματα). Δὲν νομοθετοῦμεν διὰ τὴν παροῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον, ἡ ὁποία εἶναι τοσοῦτον ὀλιγόμηνος, καὶ δὲν θὰ εἶχε βεβαίως ἀξίαν, καὶ θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀνάξιον ἡμῶν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι περὶ χιλίων δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐλαμβάνομεν ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον, συζητοῦμεν ἐνταῦθα· νομοθετοῦμεν διὰ μέλλον καὶ ἀπώτερον μέλλον, ἂν δὲ ἀπὸ μικροφιλοτιμίας θελήσωμεν νὰ μειώσωμεν τὸ ποσὸν κολακεύοντες ἴσως τὰ πλήθη, τὰ ὁποῖα εὐκόλως ἐξεγείρονται καὶ εὐκόλως κατευνάζονται, θὰ πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθον κατὰ τὸ 1864. Καὶ οἱ τότε δὲν ὥρισαν ποσὸν ἐπαρκές, ἀλλὰ λίαν ἐνωρὶς μετενόησαν, οἱ δ’ ἐκ τούτων ἐπιζῶντες τὸ μαρτυροῦσι. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς εὐτελοῦς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέφεραν, πρωτίστη ὅμως εἶναι ἡ μὴ καλὴ συγκρότησις τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ συγκρότησις τοῦ Κοινοβουλίου δὲν δύναται νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς φιλελευθέρας ἀρχάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας διεπόμεθα. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἔχετε εὐτελῆ βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, θὰ ἀφήσητε τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα νὰ τὸ ἐπιδιώκωσιν οἱ δυνάμενοι νὰ ἀντίσχωσιν εἰς τὰς δαπάνας, τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἄλλως τε ἔντιμον τάξιν τῶν εὐπόρων συμπολιτῶν ἡμῶν, δὲν εἶναι ὅμως ἡ τάξις αὕτη ἡ γνησιώτερον ἀντιπροσωπεύουσα τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ φρονήματα τοῦ λαοῦ, θὰ ἀφήσητε δὲ καὶ εἰς μίαν ἄλλην τάξιν τὴν μέριμναν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων τῶν εὐτελῶν χαρακτήρων (χειροκροτήματα). Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπηνίχθητε καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ὑπάρξαντας, καὶ οἵτινες καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ὑπάρξωσι, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς θέσεώς του, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀπὸ τὰς 300 ἢ 400 δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ τῷ δώσωσι μηνιαίως· ἐκεῖνος θὰ εὕρῃ τὸ μέσον νὰ χρηματισθῇ. Ἂν θέλωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς ἐντίμους ἐπαγγελματίας, ἵνα μὴ ἀπομακρυνθῶσι τῆς πολιτικῆς, πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως κανονίσωμεν ἐπαρκῆ ἀποζημίωσιν, μόλις δὲ εἶναι ἐπαρκὴς ἡ προτεινομένη τῶν πέντε χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως, καὶ ἄνευ δισταγμοῦ πρέπει πάντες νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ στέρξῃ εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον προτείνουσιν οἱ πολλοὶ τῶν φίλων αὐτοῦ, καὶ ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι στέργων ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ ἀληθὲς συμφέρον καὶ πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§85ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐλέχθη ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ μετὰ θάρρους ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰ πλήθη. Τὰ πλήθη ποῖα; Τὰ λαϊκά; Παντάπασιν ὄχι, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ τὰ πλήθη τῶν ἀέργων τῶν ἀδολεσχούντων εἰς τὰ καφενεῖα. Ὄχι τὰ πλήθη τὰ λαϊκά, τὸ βεβαιῶ ἐγώ, ὁ ἐκ τῶν πενεστέρων, δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ἴσως Βουλευτῶν, τέκνον καὶ ἐγὼ τοῦ λαοῦ, ὅστις γνωρίζω περισσότερον ἐκείνων πῶς σκέπτεται καὶ πῶς αἰσθάνεται ὁ λαός, περισσότερον, λέγω, ἀπὸ τοὺς ἀέργους καὶ τοὺς ἀδολεσχοῦντας εἰς τὰ καφενεῖα. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἀληθῶς κεῖται ὑψηλότερον, κεῖται ἀληθῶς ἐκεῖ, ὅπου ἔθηκεν αὐτὸ ὁ ἀρξάμενος τῆς συζητήσεως σεμνὸς ἀλλὰ καὶ ὑπερήφανος ἐκ Πατρῶν εὐπατρίδης, ὅστις ἔθηκεν εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς συζητήσεως τὴν αἴγλην μακροῦ καὶ ἐνδόξου ἱστορικοῦ παρελθόντος καὶ τὴν πεῖραν τὴν πικρὰν ἀλλὰ καὶ ἐνάρετον παρελθόντος προσφάτου, ὅστις ἔθηκεν εἰς τὴν πλάστιγγα ἀκόμη τὴν ἀναμφήριστον ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἥτις προέρχεται ἀπὸ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ εὐπορίαν. Δὲν πρόκειται ὅμως, Κύριοι, οὔτε περὶ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἰδανικῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ὑπερκοσμίου πίστεως, περὶ ἐκείνων, οἵτινες περιπατοῦσιν ἐπὶ τῶν νεφελῶν, οὔτε περὶ ἐκείνων, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀντίθετον ἄκραν, περὶ τῶν ἐκμεταλλευτῶν, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων προλαλησάντων, τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Διότι οἱ ἄνδρες τῆς ἰδανικῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ὑπερκοσμίου πίστεως, οἱ περιπατοῦντες ἐπὶ τῶν νεφελῶν, φυσικὸν εἶναι νὰ φοβῶνται πᾶν βάρος, διότι θὰ πέσωσιν εἰς τὴν γῆν! Οὔτε πρόκειται περὶ τῶν ἐκμεταλλευτῶν, λέγω, διότι ἀληθῶς, ὅσα καὶ ἂν δώσητε εἰς αὐτούς, ἐπὶ μᾶλλον ἴσως θὰ κεντρίζωνται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες περιπατοῦσιν εἰς τὴν γῆν, ἐν μέσῳ τῶν παθῶν καὶ τῶν συμφερόντων· πρόκειται περὶ τῶν τιμίων ἀνθρώπων, οἵτινες ὀφείλουσι τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν εἰς τιμίους ἀγῶνας, εἰς ἔντιμον ἐργασίαν. Καὶ πρόκειται ἑπομένως νὰ ψηφίσωμεν διάταξιν, ἥτις, κατὰ μὲν τὸ περιεχόμενον αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο θὰ πράττῃ ἢ νὰ νομιμοποιήσῃ τὸ κατ’ ἀνάγκην γενόμενον, καὶ ἐπὶ πλέον νὰ καταργήσῃ τὸ εἰς κατάχρησιν περιπεσόν. Διότι, ὡς ὀρθότατα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος συναδέλφου, ἀμέσως πρὸ ἐμοῦ, ἐλέχθη, ἤρξατο νὰ γίνηται τι κατ’ ἀνάγκην ἐπιβλητικὸν τῶν πραγμάτων, καὶ τὸ οὕτως ἀρξάμενον κατέληξεν εἰς κατάχρησιν. Πρόκειται λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, διὰ τῆς διατάξεως ἡμῶν νὰ νομιμοποιηθῇ τὸ κατ’ ἀνάγκην γενόμενον καὶ ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ κατάχρησις, κατὰ δὲ τὸν σκοπὸν ἡμῶν ἡ διάταξις ἔσται τοιαύτη, ὥστε νὰ κεντρίσῃ τοὺς τιμίους ἀνθρώπους, τοὺς ἐν τῇ γῇ περιπατοῦντας καὶ ὄχι ἐπὶ τῶν νεφελῶν ἱπταμένους, νὰ κεντρίσῃ αὐτούς, ὅπως μετάσχωσι τῶν πολιτικῶν ἀγώνων. Προκάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνάδελφος διαπρεπὴς κατὰ τὴν γνώμην μου ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Θὰ εὑρισκόμην ἐν δισταγμῷ, ἐὰν ἐκαλούμην νὰ κρίνω περὶ τοῦ ἂν ὑπερέχῃ εἰς πνεῦμα ἢ εἰς χαρακτῆρα, εἰς μόρφωσιν ἢ εἰς ἀρετήν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ πρόσφατος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπίεζον αὐτὸν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μοὶ ὁμολογήσῃ ἡμέραν τινὰ ὅτι αἰσθάνεται στενοχωρίαν, ὅπως μετάσχῃ τῶν ἀγώνων τῶν πολιτικῶν, διότι εἶχεν ἐφόδια καὶ νοῦ καὶ μορφώσεως καὶ χαρακτῆρος καὶ κοινωνικῆς ἀναγνωρίσεως τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα, ὥστε ν’ ἀποβλέπῃ μετὰ πλείστων ἐλπίδων εἰς ἐκλογικὴν ἐπιτυχίαν. Ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ πάντοτε ἦτο: «εἶμαι οἰκογενειάρχης καὶ ἐπαγγελματίας· θὰ ζημιώσω τὸ ἐπάγγελμά μου καὶ θὰ βλάψω τὴν οἰκογένειάν μου». Δὲν πρόκειται λοιπὸν παρὰ περὶ τῶν τιμίων τούτων ἀνθρώπων, τῶν ἱκανῶν νὰ ὑπηρετήσωσι τὸν τόπον, καὶ αἰσθανομένων δισταγμούς, αἰσθανομένων δειλίαν, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πολιτικήν, διότι ἐκ προκαταβολῆς μάλιστα κρίνοντες, μὴ παρασυρθέντες ἅπαξ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ μὴ περιπλακέντες εἰς τὰ γοητευτικά της δίκτυα, περισσότερον ἀντιλαμβάνονται τῶν πραγμάτων καὶ δυσχερέστερον ἀποφασίζουσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν. Τούτους λοιπὸν πρόκειται νὰ κεντρίσωμεν, ὄχι ἁπλῶς διὰ ν’ ἀναδειχθῶσι Βουλευταί, ἀλλ’ ἵνα ἀποφύγῃ ἡ χώρα τὴν σῆψιν ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτῆς βίῳ, ἥτις εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅταν κυβερνᾷ αὐτὴν μία ἀποκλειστικῶς τάξις, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἡ τάξις ἐκείνη ἱστορικὰ δικαιώματα, ὑφ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν ἐμπνέηται πατριωτισμοῦ, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἱστορικὴν αἴγλην, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ φῶτα, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν τόπον, διότι αἱ ἀντιλήψεις αὐτῆς θὰ εἶναι μονομερεῖς καὶ θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσῃ τὴν καθολικὴν τῆς χώρας ἐξέλιξιν καὶ νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τὰ καθ’ ἡμέραν παρουσιαζομένας, τὰς ἀπείρως πολλαπλασιαζομένας, ἡ τάξις ἐκείνη, ἥτις μονομερεῖς ἔχει σκέψεις καὶ παρασύρεται περισσότερον ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος παρὰ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος καὶ ἐκ τῶν σκέψεων τοῦ μέλλοντος. Τοῦτο ἔλειπεν ἀπὸ τὰς Βουλὰς τοῦ παρελθόντος, ὄχι ἡ φιλοπατρία, ὄχι τὰ φῶτα· ἔλειπε τὸ ζωηρὸν διαφέρον τῶν νέων ἀνδρῶν, οἵτινες εἰσέρχονται εἰς τὴν πολιτικήν· ἔλειπεν ἡ ὁρμὴ ἐκείνων, οἵτινες θὰ εἰσήρχοντο πλήρεις φιλοδοξίας νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκοντο ἐκεῖνοι, νὰ ἀγωνισθῶσιν, ὅπως κερδίσωσι τὴν ἐκτίμησιν τῶν συμπολιτῶν των. Καὶ τὸ ζήτημα, Κύριοι, κεῖται ὑψηλότερα, ἐπαναλαμβάνω, ἢ ὅσον φαίνεται εἰς τοὺς ἐν καφενείοις ἀδολεσχοῦντας. Ἐπαναλαμβάνω τοσάκις τὴν ἔκφρασιν, διότι εἶναι ἀνάγκη, ἐπί τινων ζητημάτων, νὰ τονίζωμεν ἐκφράσεις τινάς, αἵτινες θὰ δώσωσι τὸ μέτρον τῆς κοινῆς καταφρονήσεως, ἥτις ἀξίζει εἰς τοὺς ἀέργους ἐκείνους. Καὶ τὸ ζήτημα συνεζητήθη πανταχοῦ. Κατὰ τὸν παρελθόντα μόλις Ἰανουάριον ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν πρότασις περὶ μειώσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τινῶν ἑκατομμυριούχων, καὶ ἐκ μέρους τινῶν πρώτην φορὰν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐφιλοδόξησαν τὴν ἐκτίμησιν τῶν κακῶς κρινόντων καὶ τῶν διαρκῶς παρεξηγούντων, καὶ ἡ συζήτησις ἔλαβε διαστάσει, ἀλλ’ ἡ συζήτησις κατέπαυσεν, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς καὶ κατερράκωσε τὴν πρότασιν ὁ Πρωθυπουργὸς Μπριάν, τέκνον καὶ ἐκεῖνος τοῦ λαοῦ, ὅστις ἠσθάνετο ὅπως αἰσθάνεται ὁ λαὸς καὶ ἐσκέπτετο ὅπως σκέπτεται ὁ λαός, ὁ τίμιος λαός, ὁ ἀληθὴς λαός, ὁ ἐργατικὸς λαός. Διότι ποία εἶναι ἡ ὑψηλοτέρα ἄποψις τοῦ ζητήματος; Ἐν τῇ ὑποστάσει τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐπανειλημμένως ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀληθὴς ἀντιπροσωπεία ἑνὸς λαοῦ εἶναι ἐκείνη, ἥτις σκέπτεται ὅπως ὁ λαός, ἥτις αἰσθάνεται ὅπως ὁ λαός, ἥτις αἰσθάνεται ὅτι ἔχει, καὶ πράγματι ἔχει, κοινότητα συμφερόντων μετὰ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπροσωπεία, διὰ νὰ εἶναι τοιαύτη, δέον ἀληθῶς νὰ πηγάζῃ ἐκ τοῦ λαοῦ, ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ λαοῦ, νὰ πηγάζῃ ἐκ πασῶν τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· ποία εἶναι ἡ πολυπληθεστέρα τάξις; ἡ τῶν ἀποζώντων ἐκ τῶν μεγάλων αὐτῶν εἰσοδημάτων ἢ ἡ τάξις τῶν ἀποζώντων κυρίως ἐκ τῆς ἐργασίας αὑτῶν; Ἂν θέλητε λοιπὸν νὰ ἔχητε ἀληθῆ ἀντιπροσωπείαν, θὰ προσπαθήσητε δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὥστε οἱ Βουλευταὶ νὰ προέρχωνται ἐκ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις ἀδιαφόρως ἀποβλέπει πρὸς μίαν ἀποζημίωσιν λογικὴν καὶ ἐπαρκῆ, ἢ ἐκ τῆς μεγάλης τάξεως τῶν ἐργαζομένων συμπολιτῶν σας; Ἂν δὲ θέλητε τὸ δεύτερον, ὅπερ θέλει δώσει εἰς ὑμᾶς ἀληθῆ ἀντιπροσωπείαν, πῶς θέλετε, ἵνα ἐπαναλάβω δι’ ὀλίγων ὅσα εἶπον προηγουμένως; πῶς θέλετε νὰ τολμήσῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς δεινοὺς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν πολιτικοὺς ἀγῶνας ὁ τίμιος ἐπαγγελματίας, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πλήρης ἀναγκῶν; Καί, ὅταν δὲν εἰσέρχωνται τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν, πῶς θὰ ἔχητε διαρκῶς συγκεραννυμένην καὶ ἀνανεουμένην τὴν πολιτικὴν ἀντιπροσωπείαν, πῶς θέλετε ἔχει διαρκῶς καὶ ἀπαύστως βελτιουμένην τὴν νομοθεσίαν κατὰ τὰς διαρκῶς καὶ ἀπαύστως μεταβαλλομένας κοινωνικὰς ἀνάγκας; Πῶς θέλετε ἔχει ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκείνους, οἵτινες ὀξέως καὶ ζωηρῶς ἀντιλαμβάνονται τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων; Θέλετε ἔχει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἑπομένως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας, τὴν ῥουτίναν, ἥτις ἐκράτει ἐν τῷ παρελθόντι μὲ ὅλα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα εἶχε, μὲ ὅλην τὴν φλογερὰν αὐτῆς φιλοπατρίαν. Ἤρχοντο ἐνταῦθα ἀσκοῦντες ἓν ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἤσκουν ἀπὸ τῆς γεννήσεως αὐτῶν, αὐτοί, οἱ πατέρες των καὶ οἱ πάπποι των. Ἡ ἕξις, λέγει ἡ ψυχολογία, ἀπαμβλύνει τὴν ἀντίληψιν καὶ συγχύζει τὰ συναισθήματα. Ἤρχοντο ἐνταῦθα διαρκῶς χασμώμενοι. Ὑπεβάλλοντο 200 νομοσχέδια καὶ κατέληγον δύο ἢ τρία ἐξ αὐτῶν νὰ γίνωνται νόμοι, ἤρχοντο δ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, μὲ ἀπογοήτευσίν τινα, δύναμαι νὰ εἴπω· ἐπειδὴ δ’ ἀπετέλουν διαρκῶς τὴν κρατοῦσαν τάξιν, τὴν τάξιν τῶν ἀρχόντων, πᾶς ἔλεγχος ἐφαίνετο εἰς αὐτοὺς ἀσέβεια, πᾶσα διαμαρτυρία ἀνευλάβεια, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Καὶ ἐνῷ βεβαίως εἶχον ὅσην καὶ ἡμεῖς φιλοπατρίαν, ἴσως τινὲς ἐκ τῶν ὑπάτων μείζονα παντὸς ἄλλου φιλοπατρίαν, κατηντήσαμεν νὰ εἶναι οἱ ἐχθροί μας. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπερβαίνω τὰ πράγματα, ἂν ἀναμνήσω πρὸς ὑμᾶς ποῖαι καθ’ ἑκάστην ἀκούονται ἀγορεύσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὅσαι δὲν ἠκούσθησάν ποτε κατὰ τῶν χειροτέρων ἐχθρῶν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Καὶ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, Κύριοι· περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται, ἵνα ὁ πολιτευόμενος μὴ δαπανᾷ διαρκῶς καὶ ἀδιαλείπτως ἐκ τῶν ἰδίων, πρόκειται νὰ μὴ δαπανᾷ ὁλοκλήρως ἐκ τῶν ἰδίων, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε ὅτι αἱ 5 χιλ. δραχμῶν ἐξαρκοῦσιν εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ πολιτευτοῦ ἐν Ἀθήναις ἐπὶ μῆνας ἓξ καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα, καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του εἰς τὴν ἐπαρχίαν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὑπό τινος ὅτι εἶναι δυνατὸν οἰκογενειάρχης ἐν Ἀθήναις, ὁσονδήποτε ὀλιγομελῆ καὶ ἂν ἔχῃ οἰκογένειαν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν περιορίζῃ τὰς δαπάνας του, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἐν Ἀθήναις μὴ δαπανῶν τοὐλάχιστον διπλάσιον ποσόν. Ἀλλὰ τέλος πάντων νὰ ὑπάρξῃ μία τις λογικὴ ἀποζημίωσις, μία τις ἁπλῆ ἀνακούφισις, νὰ ὑπάρξῃ ἓν στοιχειῶδες ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ὠθήσῃ ἕνα τίμιον καὶ ἐργατικὸν ἄνθρωπον εἰς τοὺς ἀγῶνας τοὺς πολιτικοὺς τοὺς δεινοτάτους. Τὰ παραδείγματα ἐκ τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐν προκειμένῳ δὲν χρησιμεύουσι, Κύριοι, διότι ὑπάρχουσι Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀληθῶς ἡ ἀποζημίωσις εἶναι μικροτέρα τῶν 5 χιλιάδων, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἀποζημίωσις εἶναι 75,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἡ Ἀργεντινὴ δημοκρατία. Εἶναι βέβαια ὁ πλουσιώτερος τόπος τοῦ κόσμου, ἀλλὰ δίδει καὶ 75,000, δηλ. ζητοῦμεν νὰ δίδῃ μόνον 70,000 περισσότερον εἰς τοὺς Βουλευτάς της (ἱλαρότης). Ἔχω ἀνάγκην ὅμως, Κύριοι, καταλήγων, ν’ ἀποκρούσω ἔκφρασίν τινα, ἥτις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραγάγῃ ἐν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν δισταγμόν, ὅτι τουτέστι τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θὰ ὑπῆρχον ἴσως τινὲς οἵτινες θὰ ἤθελον νὰ ἐκμεταλλευθῶσι, καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ τηρηθῇ τὸ κῦρος τοῦ Σώματος τούτου καὶ τὸ γόητρον συναφῶς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κῦρος Βουλῆς καὶ γόητρον Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξῆλθε μὲ τὴν σημαίαν τῆς νίκης διὰ μέσου ἀντιδράσεων, διὰ μέσου παρεξηγήσεων, διὰ μέσου ἐκμεταλλεύσεων, διὰ μέσου ὕβρεων, διὰ μέσου συκοφαντιῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ καθῆκον ὑμῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς, νὰ ἀντιμετωπίσητε πάντα ταῦτα, ν’ ἀποδείξητε ὅτι ἔχετε τὸ θάρρος τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν τῶν περιστάσεων. Ἄν, μετὰ ἓν ἢ δύο ἄρθρα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἔρχηται ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν καὶ ἀπολογῆται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν μετά τινας ἀδολεσχίας τινῶν εἰς τὰ καφενεῖα ἔρχησθε ἐνταῦθα περίτρομοι καὶ διστάζητε νὰ λάβητε ἀποφάσεις, δὲν ἀποτελεῖτε κόμμα ἀληθοῦς ἀνορθώσεως, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἱστορικῆς περιόδου, τὴν ὁποίαν διατρέχει ὁ τόπος. Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς καί τι πλέον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἀρχηγὸν τὸν ἀρχηγὸν ὑμῶν, διότι κατ’ ἐμὲ ἔλειψεν ἀπὸ αὐτὸν καὶ λείπει τὸ θάρρος καὶ ἡ δύναμις τῶν περιστάσεων. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§87ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι περίεργον τὸ φαινόμενον τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐπεκράτησαν μετ’ ἐπανάστασιν τελείαν ἐν ἔτει 1863 καὶ 1864, καὶ τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐπεκράτησαν μετ’ ἐξέγερσιν ἐν ἔτει 1910 καὶ 1911. Νομίζει τις ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀντιπροσώπων ἄλλου ἔθνους σήμερον ἢ ὅ,τι ἐν ἔτει 1864, καί, ἐὰν ὑπομνήσῃ τις μόνον ὅτι ἐν τῇ Συνελεύσει τῇ τοσοῦτον ταραχώδει καὶ τοσοῦτον πολλὰ παραμελησάσῃ τοῦ ἔτους 1864 ὑπῆρξε ζῆλος ἀκράτητος, ὅπως ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερα παραχωρηθῶσιν εἰς ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν, μέχρι καὶ τοῦ νὰ ἀξιωθῇ μετὰ μεγάλης γενναιότητος ἡ πλήρης ἀμισθία αὐτῶν, ἐνῷ τοῦτο οὕτως εἶχεν ἐν ἔτει 1864, κατεδικάζοντο δὲ καὶ ὠνειδίζοντο ἐν αὐτῇ τῇ Συνελεύσει, ὅπου ἀκροατὴς τότε νέος ἤκουον τὰ λεγόμενα, οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ ἐν ταῖς Βουλαῖς τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος ὡς ἐπαράτου συστήματος ὑπηρέται ἀνόσιοι, διότι ἐλάμβανον ἐπιπροσθέτως ἐπίδομα μὴ χορηγούμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, σήμερον πάντες, καὶ ἔσω καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, ἀναγνωρίζουσιν ὅτι εἶναι καθῆκον νὰ παραχωρηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἡ εὔλογος ἐκείνη καὶ δικαία ἀποζημίωσις, ἥτις θέλει ἐπιτρέψει εἰς αὐτοὺς νὰ διεξάγωσι τὰ ἔργα αὑτῶν κανονικῶς, ἄνευ στενοχωρίας, καὶ μὴ διδόντες ἀφορμὰς εἰς τοὺς θέλοντας νὰ παρασύρωσι τὴν Βουλὴν εἰς θολὰ ὕδατα, νὰ ἐπωφελῶνται τῆς ἀδυναμίας αὐτῶν τῆς ὑλικῆς, ὅπως διὰ τοῦ δελέατος ἐπιπροσθέτου τινὸς ἀμοιβῆς δυνηθῶσι νὰ παρασύρωσιν αὐτοὺς εἰς τρίβους τέλεον ἀντισυνταγματικάς. Ἡ ἀδυναμία εἶναι συγγνωστή, ἀδυναμία μεγάλης ὁμάδος ἀνθρώπων, κοινὰς φερόντων στενοχωρίας καὶ ἀδιέξοδον βλεπόντων ἐμπρὸς αὑτῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅσον καὶ ἂν ἔχωσι τὸ αἴσθημα γενναῖον, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἡ θέλησις ἐπίμονος, νὰ μὴ ἐνδώσῃ ἡ Βουλὴ ἀπέναντι τῆς προσφερομένης ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων ἀμοιβῆς, τῶν Βουλευτῶν τῶν ὑποχωρούντων, ὄντων ἀνευθύνων καὶ δυναμένων νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶσιν ἐκεῖνο, ὅπερ οἱ ὑπεύθυνοι, αὐτοὶ καὶ ἑρμηνευταὶ τοῦ Συντάγματος, αὐτοὶ καὶ κύριοι τῆς ἐξουσίας, ἑρμηνεύουσι τὰ πράγματα κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκταμιεύσωσι δημόσιον χρῆμα, ὅπερ ἀληθῶς κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται πρὸς τοιοῦτο τέλος νὰ ἐκταμιεύσωσιν. Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τὰς Συνόδους τῶν τελευταίων Περιόδων ἀνέβην ἐνταῦθα διαμαρτυρόμενος ἑκάστοτε διὰ τὴν οὕτως ἐπικρατήσασαν ἀκολασίαν, μάλιστα δὲ καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος ἠναγκάσθην ποτέ, δηλώσας ὅτι δὲν θέλω κατέλθει, ν’ ἀξιώσω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε δηλώσῃ ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ δώσῃ 2,000 δραχ. νέας εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἐνῷ ἡ ἀποζημίωσις ἦτο ὡρισμένη εἰς 2,000 δρχ. παλαιάς, 1800 νέας, διὰ τακτικὴν Σύνοδον. Εἶχε φθάσει τὸ θάρρος τότε μέχρι καὶ τοῦ νὰ τολμήσωσιν ἐνταῦθα ἀπ’ εὐθείας ἀπόπειραν παραβάσεως, ῥητῆς, θετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, προσφέροντες εἰς Βουλευτὰς πλείονα ἐκείνων, ὅσα τὸ Σύνταγμα ὑπηγόρευεν ἀπ’ εὐθείας νὰ χορηγῶνται. Καὶ ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς μου, πρώτην καὶ μόνην φορὰν ὑποχωρήσασαν νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι ὄντως ἀντισυνταγματικὴ ἡ χορήγησις 2000 δραχμῶν — τῶν 200 ἐπὶ πλέον — καὶ ἀναγνωρίσῃ ὅτι μόνον 1800 ἡ χορηγία ἐπιτρέπεται. Διεμαρτυρήθην ἐπανειλημμένως, καὶ ὅτε ἤρχοντο ἐνταῦθα ἀντὶ τακτικῶν ἔκτακτοι Σύνοδοι, διὰ μόνον τὸν σκοπὸν ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ πληρώσωσιν ἴδια κυβερνητικὰ τέλη καὶ τὰ πάγματα λάβωσι τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἐπιθυμουμένην τροπήν, τῶν Βουλευτῶν λόγῳ τῆς ἀδυναμίας, ἐν ᾗ εὑρίσκοντο, μὴ ἀποκρουόντων τὴν εἰς ἀντάλλαγμα προσφερομένην διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον ἀποζημίωσιν, ἥτις ὑπερέβαινε καὶ ὑπὲρ τὸ διπλάσιον ἐνίοτε τὴν ἀποζημίωσιν τῆς τακτικῆς Συνόδου, ἐν ᾧ τὸ Σύνταγμα ὥριζε ῥητῶς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἄλλο τι ἢ μόνα τὰ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου νὰ χορηγῶνται εἰς τοὺς Βουλευτὰς διὰ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους. Ταύτην τὴν ἀκολασίαν, Κύριοι, φρονῶ ὅτε δυνάμεθα διὰ θυσίας νὰ ἐξαγοράσωμεν ταύτην τὴν ἑσπέραν, ν’ ἀπελευθερώσωμεν δὲ τὴν Πολιτείαν ἐφεξῆς ἀπὸ τοιούτων ὑπερβασιῶν ἐξετάζοντες ἐν πλήρει συνειδήσει, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν ὅσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπιτρέπει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δ’ εὐλόγως ἀξιοῦσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν Βουλευτῶν. Τριπλάσια ἢ τετραπλάσια ἂν ἐζητοῦντο τότε κανονικῶς ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν διὰ τὴν Βουλήν, θὰ ἐξετιμᾶτο ὑπὸ πάντων ἡ αἴτησις κατὰ τρόπον ὥστε νὰ δικαιωθῶσιν αἱ περὶ ἐπαρκοῦς ἀποζημιώσεως ἀξιώσεις τῶν Βουλευτῶν, νὰ περιορισθῇ δὲ μόνον τὸ χορήγημα ἐκεῖ, ὅπου ἡ δικαιοσύνη καὶ τὸ εὔλογον ἠξίου. Ἀλλ’ ὅπως ἐζητοῦντο τότε οὐδὲ τὰ ἡμίση ἐκείνων, ἅτινα ἐδίδοντο ὑπὲρ τὴν νόμιμον ἀποζημίωσιν, ἐπετρέπετο κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ χορηγήσῃ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Θέλω, Κύριοι, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως, δείξει εἰς ὑμᾶς πίνακα, ὃν ἀπὸ ἐτῶν ἔχω κατηρτισμένον, ἀκριβῶς ἵνα παρακολουθῶ καὶ διαγινώσκω ὅ,τι συνέβαινε, πίνακα περιέχοντα τὰς δαπάνας τὰς γενομένας διὰ τὴν Βουλὴν καθ’ ὃν τρόπον εἶχεν ἐπικρατήσει νὰ γίνωνται, καὶ θέλετε ἴδει ὁποία πρόοδος ἐγίνετο ἐπὶ τὴν αὔξησιν τὴν παράνομον τῶν χορηγουμένων ποσῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ ὁποία ἡ κατὰ πενταετίας διαφορὰ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ κεχορηγημένου χρήματος. Ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα ἔβαινον νομιμώτερον καὶ ἰσχυρότεραι χεῖρες κατεῖχον τοὺς οἴακας τῆς Πολιτείας οὐδεμία ἐγένετο ἐξολίσθησις, καί, ἐὰν ἤρχοντο ἔκτακτοι Σύνοδοι ἐνίοτε μετὰ τακτικὰς Συνόδους, ἤρχοντο, ὅτε προσῆκε, δι’ ἐκτάκτους ἐργασίας, καὶ ἠμείβοντο περίπου διὰ τὰ ἔξοδα αὐτῶν ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου οἱ Βουλευταί, ἔξοδα ἐλευθεριώτερόν πως ὁριζόμενα, διότι καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἀπῄτει ἐν χρόνοις νεωτέροις καὶ πολυδαπανωτέροις, τοιοῦτόν τι νὰ γίγνηται. Σημειώσατε δὲ ὅτι τότε οὐδὲ κἂν ὑπῆρχεν ἡ εὐκολία ἡ σιδηροδρομική, ἡ ἀτέλεια ἡ σιδηροδρομικὴ διὰ τοὺς Βουλευτάς, ἥτις εἶναι σήμερον ἀνακουφιστική. Ἵνα μὴ κατέλθω εἰς λεπτομερείας, θέλω ἀναγνώσει τῶν πρώτων ἐτῶν τοὺς μέσους ὅρους. Ἡ Βουλὴ μεταξὺ 1886 καὶ 1890, εἰς ὁλόκληρον πενταετίαν μετ’ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν 244 μὲν κατ’ ἀρχάς, ἔπειτα δὲ 150, διὰ τὸ πλεῖστον μέρος περιόδου τῆς πενταετοῦς, ἔλαβε κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως 520,000· 2,603,749 τὴν πενταετίαν· διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἐπακολούθων πιστώσεων, αἵτινες ὁμοῦ λαμβανόμεναι στρογγύλως καθ’ ὅλα τὰ ἔτη σχεδὸν ἀναλλοίωτοι ἔμειναν εἰς τὰς 70,000 δραχμῶν. Κατὰ τὴν πενταετίαν 1871–1895 κατὰ μέσον ὅρον ἐδαπανήθησαν ἐτησίως 596,000 δραχμαί. Σημειώσατε δὲ ὅτι κατὰ μὲν τὴν πρώτην πενταετίαν πᾶσαι αἱ Σύνοδοι ἦσαν αἱ τακτικαὶ καὶ πρὸς ταύταις ἐκλήθησαν καὶ δύο ἔκτακτοι, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν πενταετίαν πᾶσαι τακτικαί, ἀλλὰ μετὰ διπλῆς συμπτώσεως ἕνεκα διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ οὐδεμία ἔκτακτος· Βουλευταὶ κατὰ τὴν δευτέραν πενταετίαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892, 207. Κατὰ τὴν τρίτην πενταετίαν δύο ἦσαν αἱ τακτικαὶ Σύνοδοι, διότι συνέπεσαν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους δύο τακτικαὶ Σύνοδοι ὡς ἐκ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Οὕτω κατὰ τὴν πενταετίαν 1896 ἐδαπανήθησαν εἰς τὰς ἄνω τακτικὰς Συνόδους καὶ μίαν ἔκτακτον ἀντὶ τακτικῆς δραχ. 3.680.446, ἤτοι κατὰ μέσον ἐτήσιον ὅρον δραχμαὶ 736.089. Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ 1899, 234. Κατὰ δὲ τὴν πενταετίαν 1901 –1905, μετὰ συμπτώσεως δύο τακτικῶν ἕνεκα διαλύσεως κατὰ Δεκέμβριον 1901 καὶ κλήσεως τριῶν ἐκτάκτων Συνόδων ἐδαπανήθησαν 3.341.992, ἤτοι κατὰ μέσον ἐτήσιον ὅρον δραχμαὶ 698.000. Ἀλλὰ κατὰ τὰς δύο ταύτας πενταετίας ἔχομεν Συνόδους, περὶ ὧν θέλω εἴπει μετ’ ὀλίγον. Κατὰ τὴν ἑπομένην πενταετίαν, τὴν λήξασαν μετὰ τοῦ 1910, κατὰ τὸ 1906 κατῆλθεν ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν εἰς 177 ἀλλ’ ἡ μέση ἐτησία δαπάνη δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἕνεκα τοῦ ἔτους 1910, δι’ ὃ ἔχομεν μόνον Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ καὶ πρόβλεψιν ἐν αὐτῷ περὶ τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις διὰ μὲν τὸ ἔτος 1906 ἐδαπανήθησαν 787.172, διὰ τὸ ἔτος 1908 καὶ 1909 τριακόσιαι ἐνενήκοντα ἐννέα καὶ 387 χιλιάδες καὶ κατὰ τὸ 1907 ἡ δαπάνη ἀνῆλθε μέχρις 1.118.000.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπέναντι Βουλευτῶν;
§89ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπέναντι Βουλευτῶν 177. Ἰδοὺ πῶς τὰ πράγματα μετὰ ταῦτα συνοψιζόμενα δύνανται νὰ παρασταθῶσι· κατὰ τὰς Συνόδους 1889 καὶ 1890 μίαν τακτικὴν καὶ μίαν ἔκτακτον κατ’ ἀμφότερα ταῦτα τὰ ἔτη ἔχομεν δαπάνην 658 μὲν χιλιάδων τὸ 1889, 637 δὲ τὸ 1890. Διὰ μίαν Σύνοδον τακτικὴν καὶ μίαν ἔκτακτον ἀντὶ τακτικῆς, ἐξακολουθήσασαν νὰ ὑπάρχῃ καὶ κατὰ τὸ 1897, 849 καὶ 829 χιλιάδας, ἤτοι δι’ ἀμφοτέρας 1.679.000. Διὰ δύο Συνόδους, μίαν τακτικὴν καὶ μίαν ἔκτακτον ἀντὶ τακτικῆς κατὰ τὸ 1903, 1.091.468. Διὰ δύο ὡσαύτως, τακτικὴν καὶ ἔκτακτον τοῦ ἔτους 1906,787 χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ μετ’ ἀποζημιώσεως προσθέτου ἀναδρομικῶς κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ 1907, ἧς ἕνεκα τοῦ ἔτους τούτου ἡ βουλευτικὴ δαπάνη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀνεβιβάσθη εἰς 1.117.975 δραχμάς. Μία Σύνοδος ἀπέδωκεν ἔξοδα, ἅτινα ὅμως λέγονται ἐργασίας ἔξοδα. Ἐδόθησαν δηλαδὴ εἰς τοὺς Βουλευτὰς χρήματα, ἐπειδὴ ἔμειναν ἐνταῦθα ἐπὶ πολλοὺς μῆνας.
§90Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Πόσους μῆνας;
§91ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί ζητεῖτε πόσους μῆνας; Ἀρκεῖ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι μία Σύνοδος διήρκεσεν ἕξ μῆνας καί τινας ἡμέρας· εἰργάσθημεν τρεῖς μῆνας καὶ ἐννέα ἡμέρας καὶ δὲν εἰργάσθημεν τρεῖς μῆνας καὶ δέκα ἑπτὰ ἡμέρας (ἱλαρότης). Ἡ κατάστασις, Κύριοι, ἦτο ὀδυνηρὰ καὶ βεβαίως τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς ἐκπεπτωκός. Ταύτην τὴν κατάστασιν διεδέχθη, μετὰ τὴν ἐξέγερσιν, ἡ περυσινὴ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ ἐρχόμεθα ἐνταῦθα σήμερον, ταύτης ἀτυχησάσης, νὰ κανονίσωμεν διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, διὰ τὴν ἑπομένην πολιτειακὴν περίοδον, νὰ κανονίσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς εἰς τρόπον ὥστε μηδὲν μὲν ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔρχονται ἐνταῦθα νὰ παραμείνωσι καὶ ἐργασθῶσιν ἐπιμελῶς καὶ τιμίως ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὑπερμέτρως ὁ οὐχὶ πλούσιος δημόσιος θησαυρός. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν παρεπέμφθη μετὰ τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ οὗ συζητοῦμεν, ὅπως μελετήσῃ καὶ τὰ κατ’ αὐτό, εἶχεν ὑπ’ ὄψει αὐτῆς τὴν πρότασιν τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις διηυθέτει τὰ τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου ἄλλως ἢ ὡς ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ διευθετήσῃ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται ὡς ἑξῆς. Προετίμησαν οἱ ἓξ Βουλευταὶ Σύνοδον διαρκῆ, διαρκείας ἐτησίας· ἐλάχιστος ὅρος τρεῖς μῆνες καὶ διάρκεια ἀπεριόριστος μέχρις ὁρίου τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου, κατὰ τὸν προτεινόμενον νέον ἐν τῷ Συντάγματι ὁρισμὸν ἡμέρας ἐνάρξεως διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ταύτης τῆς βάσεως τιθεμένης ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ πρότασις (ἀναγινώσκει): «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐτησίαν ἀποζημίωσιν δραχμῶν 3000, πληρωτέων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τακτικῆς Συνόδου. Εἰς οὐδεμίαν δ’ ἄλλην δικαιοῦνται ἀποζημίωσιν. Ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως δὲ ταύτης κρατοῦνται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου δραχ. 20 δι’ ἑκάστην κατὰ συνεδρίασιν ἀπουσίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ἐν τακτικῇ ἢ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ. Παραίτησις ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἐπιτρέπεται.» Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου διεξήγαγε πολλὰς συζητήσεις, ἐνέμεινε δὲ ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον καὶ κατήργησε τὸ κατώτατον ὅριον εἰποῦσα μὲν τὴν διάρκειαν ἑξάμηνον, ἀλλὰ καὶ ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας ἐπιτρέπεται ἡ κήρυξις τῆς λήξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς. Παρατηρήσασα δ’ ὅτι δι’ ἐτησίαν ἀποζημίωσιν ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν δὲν ἐχορήγει εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀποζημίωσιν μείζονα τοῦ διπλασίου τῆς ἀποζημιώσεως τῆς ἐν τῷ Συντάγματι ὁρισθείσης κατὰ τὸ 1864, διότι ἡ ἀποζημίωσις ἐκείνη ἔφερεν εἰς 1,800 δραχμὰς νέας δι’ ἓξ μῆνας, ἡ δὲ ἀποζημίωσις ἡ ἐν τῇ προτάσει τῶν ἓξ ὁριζομένη ἦτο 3,000 δραχμαί, ἐνῷ τὸ διπλάσιον τῶν 1,800 εἶναι 3,600, παρατηρήσασα τοῦτο καὶ προσέτι παρατηρήσασα ὅτι γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐκτάκτου Συνόδου ἄνευ προνοίας ἰδιαιτέρας, διὰ ταῦτα ἔκρινεν ὅτι βεβαίως ἐξ ἀτελοῦς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ἐγένετο ὁ τοιοῦτος προσδιορισμός, καὶ περιορίσασα εἰς ἓξ μῆνας τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου ἀνέγραψε τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 3,000 δραχμῶν διὰ τοὺς ἓξ μῆνας, ὅ ἐστὶν ἔδωκε διὰ τοὺς ἓξ μῆνας 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκτάκτου Συννόδου τὴν ἐνταῦθα προβλεπομένην ἔδωκεν ἔξοδα μικρὰ 600 δραχμῶν ἐπιπροσθέτως, ὅ ἐστὶν ἀντὶ 3,000 δραχμῶν δι’ ἓν ἔτος ἔδωκε 3,000 δραχμὰς καὶ ἐπιπροσθέτως 600 δραχμὰς δι’ ἓξ μῆνας καὶ διὰ τὴν τυχὸν ἐμφανισθησομένην ἔκτακτον Σύνοδον. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐνομίσθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ ἐτέθη, θὰ παραστήσῃ καὶ τὴν ὁριστικὴν αὐτῆς γνώμην ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐνομίσθη ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ θίξωμεν θέμα τοιοῦτο μετὰ προσθήκης ποσοῦ ὡρισμένου, ὅτε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα περὶ ἐκείνων, ἅτινα μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ κρατοῦσα τὰς κλεῖδας τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ γινώσκουσα τὴν κατάστασιν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αὕτη δ’ ἐν τῷ θέματι τούτῳ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ γνωμοδοτήσῃ. Ἐφοβήθημεν δέ — καὶ θὰ ὁμιλήσω ἄνευ ἐνδοιασμοῦ, — μήπως ἡ ἐμφάνισις μείζονος ποσοῦ εὕρῃ καί τινα τὸν ἔχοντα περισσοτέραν ὄρεξιν καὶ μήπως ἐκ τούτου γεννηθῇ εἶδός τι ὑπερθεματισμοῦ, ὅστις θὰ ἦτο βλαβερὸς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ἰδίως ὑπὸ ἠθικήν, διὰ τὴν Βουλήν. Καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι εἰς ἐμὲ ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι συστάσεις, καίτοι ἐδήλωσα εἰς τοὺς ταῦτα συνιστῶντας εἰς ἐμέ, ὅτι καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ σταθῶμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 3600, ἠρνήθην αὔξησιν τοῦ ποσοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἦλθον, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον ἔχων ἐσχηματισμένην πεποίθησιν ὅτι δὲν ἤθελεν εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως εἰς δραχμὰς τόσας κατὰ μῆνα, διότι μηνιαίως πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, ὥστε νὰ φθάσωμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς εὔλογον ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει δραχμῶν 350 μηνιαίως, 4200 κατ’ ἔτος.
§92Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Γραμματεῖς δευτέρας τάξεως.
§93Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔστε βέβαιος ὅτι οἱανδήποτε γνώμην ἤθελον σχηματίσει, ὅσον δυσάρεστος καὶ ἂν εἶναι αὕτη, θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω αὐτήν, οὐχὶ ἀξιῶν ὅτι ἡ γνώμη μου πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, οὐχὶ ἀξιῶν ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ καλλιτέρα, ἀλλ’ ἐκδηλῶν πεποιθήσεις, ἃς οὐδέποτε ἐδίστασα νὰ ἐκδηλώσω, ὅτε ἔχω τὴν συναίσθησιν ὅτι τὸ φρόνημά μου εἶναι ἁγνόν. Διπλασιάσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα· ἐγὼ θέλω εἴπει τὴν πεποίθησίν μου μετὰ τῆς αὐτῆς εὐλαβείας, ὅσον περισσότεροι καὶ ἂν εὑρίσκωνται ἀπέναντί μου. Ἀλλ’ ἀκολουθήσατε τὴν συζήτησιν. Ἀνέλαβον εἰς χεῖρας τοῦτο τὸ σημείωμα, ὅπερ εἶχον ἀφειμένον εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ ἐξετάσας τὰ πράγματα ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύναμαι νὰ παρακαλέσω τοὺς Βουλευτάς, οἵτινες προσδιώρισαν τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὸ ποσόν, ὅπερ πρῶτος ἐνταῦθα ἐν τροπολογίᾳ διέγραψεν ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ῥοῦφος, νὰ θελήσωσι νὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἔκπτωσις 200 δραχμῶν, καὶ οὕτως ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν εἰς 4,800 δραχμάς (χειροκροτήματα). Τοῦτο λέγων λέγω γνώμην Βουλευτοῦ μεμονωμένην, ὡς γνώμην Βουλευτοῦ — ἣν πρέπει νὰ λάβητε τοιαύτην ὁποία εἶναι — Βουλευτοῦ μὴ ἔχοντος δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσῃ ἄλλως ἢ μόνον περὶ τοῦ εὐλόγου τῆς ἀποζημιώσεως καὶ αἰσθανομένου ὅτι ὀφείλει νὰ συνδυάσῃ τὴν γνώμην ταύτην μετὰ τῆς γνώσεως ἐκείνης τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸ μέλλον.
§95Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλῶς μὲ διεκόψατε εἰπόντες διὰ τὸ μέλλον, διότι πρόκειται ἐνταῦθα νὰ νομοθετήσωμεν διὰ μίαν τριακονταετίαν.
§96Γ. ΠΩΠ. Διὰ μίαν πενταετίαν.
§97Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω ὄχι.
§98Γ. ΠΩΠ. Διὰ μίαν πενταετίαν.
§99Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§100Γ. ΠΩΠ. Ἴσως ταχύτερον.
§101Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω ἄλλας γνώμας περὶ τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως, ἥτις γίνεται ἐνταῦθα. Διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ἀποβλέπων εἰς τὴν προαίρεσιν τῶν Βουλευτῶν καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐργάζονται, ὅτι ἡ ἐργασία, ἥτις θέλει ἐντεῦθεν ἐξέλθει, θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὴν χώραν τοὐλάχιστον διὰ μίαν εἰκοσαετίαν (χειροκροτήματα). Εἶναι ἀσύγκριτος ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἡ πρόοδος ἡ σημερινή, πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὸ 1864 παραβαλλομένη· καὶ ὀφείλετε νὰ παρατηρήσητε, ὅσοι εἶσθε λιπόψυχοι, ὅτι πάντα τὰ προοδευτικά, ἅτινα ἠρνήθη ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864, ἐδέχθη ἡ τοῦ 1911.
§102Γ. ΠΩΠ. Καὶ τὴν ἀπαρτίαν.
§103Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ ἐνθυμεῖσθε τὰ ἐλαττώματα τὰ μεμονωμένα, καθ’ ἣν ὥραν τοσαῦτα ἐγένοντο καλά.
§104Γ. ΠΩΠ. Εἶναι κεφαλαιώδη.
§105Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ δείξωσιν ὅτι συνῄνεσαν ἤδη εἰς τὴν παράκλησίν μου ὑπὲρ ἐκπτώσεως 200 δραχμῶν, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς γνώσεως ἣν ἔχει τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν — διότι πέποιθα ὅτι κατὰ τὰ ἄλλα δὲν διαφέρει ἡ γνώμη αὐτῆς τῶν γνωμῶν πάντων — νομίσῃ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ θυσία, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ αὕτη, διότι θέλομεν πράξει τὸ ἀκριβῶς δίκαιον καὶ θέλομεν δώσει εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀποζημίωσιν, ἥτις ἐπὶ εἰκοσκετίαν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς ὑπὲρ τῆς προσηκούσης ἐνταῦθα ἀντιλήψεως τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται λόγος περὶ Βουλευτῶν μὴ ἀποζημιουμένων — εἰς οὐδεμίαν χώραν: Ὅπου εἰσέτι ἐπιμένουσιν, ἐπιμένουσι, διότι ἔχουσιν ὀπίσω μακρὸν παρελθόν, ἀποτελοῦν στερεὰν βάσιν ἐπιμονῆς. Ἀλλὰ πρὶν ἢ παρέλθῃ πενταετία καὶ οἱ Ἄγγλοι Βουλευταί, καίτοι εὑρίσκονται ἀπέναντι παραδόσεων ἐρριζωμένων ἐπὶ μακρόν, θὰ προβῶσιν εἰς μεταρρύθμισιν ἐπιτρέπουσαν ἀποζημίωσιν.
§106Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, δι’ οὗ δίδονται 10.000 φράγκα εἰς τοὺς Ἄγγλους Βουλευτάς.
§107Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σήμερον τὰ πάντα πανταχοῦ ἐγένοντο δημοκρατικά, καὶ εὐτυχεῖς εἶναι αἱ βασιλευόμεναι ἐκεῖναι χῶραι, αἵτινες ἔχουσι βασιλευόμεναι ἔδαφος δημοκρατικὸν καὶ εὐτυχεστέρα ἡ Ἑλλάς, ὅτι ὑπὸ τὸ σύμβολον τῆς βασιλείας, ὑπὸ τὴν σημαίαν τὴν ἐθνικήν, τὴν ἐμφανιζομένην πανταχοῦ, δημοκρατεῖται. Ἡ δημοκρατία σῴζει τὰ ἔθνη. Τὰ δημοκρατικὰ φρονήματα καὶ ἤθη σῴζουσι τοὺς λαοὺς καὶ φέρουσιν αὐτοὺς εἰς τὸ νὰ μὴ μένωσι στάσιμα, ἀλλὰ νὰ βαίνωσι πρὸς τὴν πρόοδον, ἀνανεουμένου ἀπαύστως τοῦ αἵματος τοῦ ἐθνικοῦ. Κάτωθεν ἔρχεται ὁ χυμὸς ὁ ζωοποιῶν τὸ δένδρον. (Χειροκροτήματα). Καὶ κάτωθεν ἔρχεται τὸ αἷμα τὸ νέον τὸ σφριγῶν, τὸ διὰ τοῦ κόπου, τοῦ μόχθου, τῆς μελέτης καὶ τῆς ἐργασίας προάγον τοὺς νέους τοὺς φιλοτίμους καὶ ἀνακαινίζον τὸ αἷμα τῶν παλαιοτέρων, ὅπερ εἶναι φυσικὸν νὰ παρακμάζῃ διὰ τῆς διαδοχῆς τῶν γενεῶν. (Χειροκροτήματα) Οὕτως ἐρχόμενον κάτωθεν τὸ αἷμα, τὸ αἷμα τὸ λαϊκόν, σῴζει καὶ τοὺς παλαιοτέρους, διότι ἄλλως φυσικώτατα εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς ἀπώλειαν. Καὶ ὅστις καυχᾶται ἐπὶ πατραγαθίαις εἶναι ἀνάξιος νὰ ἐπιχειρήσῃ ὁτιδήποτε. (Χειροκροτήματα). Ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἐψηφίσθη, διὰ παραδοχῆς τῆς πρώτης παραγράφου τῆς ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ προσθήκης τῆς δευτέρας παραγράφου, ἣν προετίμησεν ἡ Κυβέρνησις, εἴπομεν ταῦτα: «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν 1 Ὀκτωβρίου διὰ τὰ ἐτήσια ἔργα, ἐκτὸς ἂν διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ὁ Βασιλεὺς συγκαλέσῃ αὐτὴν πρότερον συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 37. Ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, εἰς οὓς δὲν λογίζεται ὁ χρόνος τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 38 ἀναστολῆς». Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης κατεστήσαμεν Σύνοδον τακτικὴν ἐνιαυσίαν, ἧς ἡ ἀφετηρία δὲν εἶναι πάντοτε γνωστή — ὁσάκις λήξῃ ἡ Περίοδος καὶ γένωνται νέαι ἐκλογαί, ὁσάκις ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις καὶ γένωνται νέαι ἐκλογαί —, ἧς τέρμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος τίθεται ἡ 30ὴ Σεπτεμβρίου, διότι τὴν 1ην Ὀκτωβρίου αὐτοδικαίως ἔρχεται ἡ νέα τακτικὴ Σύνοδος. Τὸ Σύνταγμα, ὅπως σήμερον ἔχομεν αὐτὸ μετερρυθμισμένον, δὲν ἐπιτρέπει διέξοδον εἰς τὰ παλαιὰ τεχνάσματα. Τὴν 1ην Ὀκτωβρίου θὰ συνέρχηται πάντοτε εἰς τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλή, καθόσον μάλιστα δὲν ὑπάρχει ἔκτακτος Σύνοδος, ὡς θέλω ἀποδείξει τοῦτο. Τὸ δὲ τέρμα εἶναι γνωστόν, καὶ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην τῆς διατάξεως, ἣν λίαν σοφῶς τὸ Νορβηγικὸν Σύνταγμα περιλαμβάνει, καθ’ ἣν, ὅταν συμπέσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς αὐτοδικαίας ἐμφανίσεως τῆς Βουλῆς νὰ ἐξακολουθῇ Σύνοδος ἔκτακτος, αὕτη παύει, διότι ἐμφανίζεται ἡ τακτικὴ Σύνοδος· δὲν εἴχομεν ἀνάγκην τούτου, διότι τὰ πράγματα ἐκανονίσαμεν ἀσφαλέστερον, ὡς γινώσκετε. Λῆξις, καίτοι δὲν λέγεται ἐν τῇ παραγράφῳ ταύτῃ, εἶναι ὡρισμένη, εἶναι, ὡς ἂν ἐλέγετο ῥητῶς, ἡ 30 Σεπτεμβρίου. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἡ μόνη, διότι, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ, μετὰ τὸν τρίτον μῆνα ἢ καὶ βραδύτερον, ἡ Κυβέρνησις φρονήσῃ ὅτι πρέπει νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς —τὸ δικαίωμα μένει, διότι τὸ ἄρθρον εἶναι ἐψηφισμένον, δύναται νὰ κηρύξῃ αὐτήν —, τότε ἔναρξιν νέας Συνόδου, ἀφοῦ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐν διαρκείᾳ Συνόδου Βουλή, δὲν θὰ ἀποτελῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, ἀλλὰ θέλομεν ἔχει χρησιμοποιούμενον τὸ διάστημα τὸ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας μέχρι τῆς 1 Ὀκτωβρίου, ὅπως ἔλθῃ καὶ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα ἡ τακτικὴ Βουλή. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσκληθῇ ἔκτακτος Σύνοδος, διότι καὶ τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἐψηφίσαμεν, ὡς ἔχει, τὴν διάρκειαν τῆς τακτικῆς Συνόδου ὥρισεν ἐτησίαν, θὰ εἶναι δὲ τότε ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ ἐνταῦθα τοὺς Βουλευτὰς τοὺς διεσπαρμένους εἰς τὰς ἐπαρχίας ἁπλῶς εἰς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, ἅτινα ὡρίσθησαν ἐνιαύσια. Τοῦτο, ὅπερ λέγω καὶ ὅπερ χρησιμεύει εἰς τὸν σκοπόν, εἶναι ἓν τῶν ἀτόπων, ἅτινα ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς παραδοχῆς τροποποιήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν ἄνευ μελέτης τῶν ἄλλων ἄρθρων τῶν προστεθειμένων ἢ τῶν πρότερον κειμένων ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐθίχθησαν διὰ ταύτης τῆς διατάξεως τὰ ἄρθρα 36, 37, 53, 59, 60, 63 καὶ τὰ ἄρθρα, ἅτινα ταύτην τὴν ὥραν ψηφίζομεν, 75 καὶ 76, ἐπίσης τὰ προβλέποντα ἐκτάκτους περιστάσεις, 49, 50, 51, 52, 53, ἐθίχθησαν κατὰ τρόπον, ὅστις ἀπαιτεῖ νῦν μελέτην εἰδικήν, ὅπως δοθῶσιν αἱ λύσεις. Εὐτυχῶς ἡ ἀσφαλὴς λύσις ἐδόθη ἐπὶ τέλους· καὶ ἐκ τούτου δὲν θέλομεν ἔχει ζημίας· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εἰς τὸν τὸ πρῶτον μελετῶντα αὐτὸ θέλει φανῆ παράδοξον, διότι περιέχει διατάξεις, αἵτινες φαίνονται μὴ συμμελετηθεῖσαι μετὰ τῶν ἤδη προεψηφισμένων. Δὲν ἦτο ἴσως ὥρα, ὅπως εἴπωμεν ταῦτα σήμερον. Ἀλλ’ ἐλέχθησαν, ὅπως δειχθῇ, ὅτι, καίτοι δὲν ὑπάρχει ἡ λῆξις τῆς Συνόδου εἰδικῶς ὡρισμένη, ἐν τούτοις διότι ἡ διάρκεια τῆς Συνόδου ἐτάχθη ἐνιαυσία, τὴν λῆξιν ὁρίζει τὸ ἄρθρον τὸ ἐπιτρέπον τὴν αὐτοδικαίαν ἐμφάνισιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου εἰς τακτικὴν Σύνοδον μὴ δυναμένην νὰ ἀναπληρωθῇ δι’ ἄλλης μὴ τακτικῆς. Ἐν τῇ διατάξει ἄρα τοῦ ἄρθρου τούτου, ἣν θέλομεν νῦν ψηφίσει, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσιν. «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον δραχμὰς 4. 800», ὡς προέτεινα. Ἐπὶ πλέον δὲ προτείνω, ὅπως γένηται ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν, ἣν θέλω ἀναγνώσει, διὰ τὸν τρόπον τῆς καταβολῆς τῶν 4.800 δραχμῶν. Ἂν ἡ τροπολογία, ἣν θέλω ἀναγνώσει, ποιεῖται χρῆσιν τῆς λέξεως λῆξις, πρέπει νὰ μείνῃ ἡ λέξις, διότι ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πράγματα. Ἡ δευτέρα παράγραφος, «ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου Συνόδου», ἡ κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, κατ’ ἀνάγκην θέλει διαγραφῆ. Παρὰ τῆς Βουλῆς θέλω ζητήσει, οὕτως εἰπεῖν, ὡς χάριν προσωπικήν, δεῖγμα εὐνοίας ἰδιαιτέρας πρὸς ἐμέ, νὰ παραιτήσῃ τὴν τελευταίαν παράγραφον, ἣν ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν παρέλαβεν ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς: «παραίτησις ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἐπιτρέπεται». Ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται περὶ τὰ τοιαῦτα. Πρέπει ἡ Βουλή, ἂν βλέπῃ τινὰ κηρύσσοντα ὅτι παραιτεῖται τῆς ἀποζημιώσεως, νὰ οἰκτίρῃ τὸ τοιοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρηται εἰς τὸ ταμεῖον, ὅπως ἐξετάσῃ τίς μετέβῃ καὶ τίς δὲν μετέβῃ, ὅπως λάβῃ τὴν ὡρισμένην αὐτῷ ἀποζημίωσιν. Τοῦτο καὶ περιττὸν εἶναι νὰ ἐρευνήσῃ, ἀλλὰ καὶ κατώτερον τῆς Βουλῆς τὸ νὰ περιλάβῃ περὶ τούτου τοιαύτην διάταξιν, λυποῦμαι δέ, διότι συνῄνεσα καὶ ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ περιληφθῇ. Ἡ πρότασις, εἰς ἣν ἀναφέρομαι, περιορίζων μόνον τὸ ποσὸν εἰς 4.800, εἶναι αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀλλ’ ὑπογεγραμμένη καὶ ὑπ’ ἄλλων Βουλευτῶν, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν ἐτησίως δραχμὰς πέντε χιλιάδας, ἐξ ὧν δραχμαὶ μὲν δύο χιλιάδες καταβάλλονται ἐν ἀρχῇ τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους, ἀνὰ χίλιαι δὲ δραχμαὶ ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τῶν ὑπολοίπων τριμηνιῶν. Τὸ ἔτος λογίζεται ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βουλευτοῦ. Οὐδεμία ἄλλη ἀποζημίωσις παρέχεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Παραίτησις ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἐπιτρέπεται». Τοῦτο τὸ τελευταῖον ἐζήτησα νὰ διαγραφῇ. Ἐὰν ταῦτα γένωνται δεκτά, δηλῶ ὅτι θέλω προθύμως ψηφίσει τὴν πρότασιν οὕτω τροποποιημένην. Δηλῶ ὅτι θέλω ψηφίσει αὐτήν, διότι καίτοι φαίνεται ὅτι εἰσάγει μείζονα δαπάνην, ἀληθῶς εἰσάγει οἰκονομίαν. Ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν πρότασιν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, εἶναι σαφεστάτη, καί, ἀφοῦ ἐφρόντισα καὶ ἐβεβαιώθην καλῶς καὶ ἐν ἰδιαιτέρᾳ ὁμιλίᾳ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἀνεγνώρισα ὅτι ἀποβαίνει βεβαία, ἂν μὴ ἐτησίως, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ τῆς Περιόδου ἡ οἰκονομία ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης. Διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν τυχὸν μετὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν διαλυθῇ ἡ Βουλή, τὰ ὑπόλοιπα τῆς ἀποζημιώσεως δὲν θέλουσι πληρωθῆ, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ πραχθῇ ἄλλως, ὅπως εἶχε τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως διάταξις—μίαν ἡμέραν ἂν διήρκει ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἐλαμβάνετο ὁλόκληρος ἡ ἀποζημίωσις ὑπὸ πάντων· καὶ δικαίως, διότι τὸ Σύνταγμα γενικῶς ὁρίζον, δὲν ἀπηγόρευε τοῦτο· προσήρχετο ὁ Βουλευτής, εἰργάζετο ὅσον ἐπετρέπετο αὐτῷ νὰ ἐργασθῇ· ἀλλ’ ἤρχετο διάλυσις, οἱονδήποτε ἄλλο γεγονὸς φέρον λύσιν τῆς Συνόδου· ἡ ἀποζημίωσις κατεβάλλετο ὁλόκληρος—, οὐδεὶς δ’ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τοῦτο. Ἀφοῦ οἱ προτείνοντες τοῦ ποσοῦ τὴν αὔξησιν προέτειναν καὶ τοιαύτην τὴν διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων, φρονῶ ὅτι καὶ δικαία εἶναι ἡ πρότασις καὶ ὀρθὴ ἡ διαρρύθμισις μετὰ προθυμίας θὰ ψηφίσω τὴν πρότασιν. (Χειροκροτήματα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μονοκροῦσος.
§109ΑΝ. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· κατὰ πρῶτον νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἐξετάσωμεν εἰς ποίαν θέσιν τὸ Κράτος ἡμῶν οἰκονομικῶς εὑρίσκεται· ὅταν δ’ ἐξετάσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες οἱ Βουλευταὶ ὑπεστήριξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι μέχρι σήμερον τὸ Κράτος, ἡ χώρα ἡμῶν, δὲν ἐκυβερνήθη καλῶς, ἀλλ’ ἐκυβερνήθη ἐν σπατάλῃ, καὶ ἤδη εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, πρέπει τότε νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἤλθομεν ἡμεῖς, οἱ λεγόμενοι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν κατάστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πάντες κατεκρίναμεν. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ βλέπω, Κύριοι, τὴν προσπάθειαν τῆς ἀνορθώσεως εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βλέπω τοὐναντίον ὅτι πρῶτοι ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν (διαμαρτυρίαι)... Θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως. Περιέμενον, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τὸν ὁποῖον μέχρι σήμερον τὸ Κράτος τιμᾷ ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον ἕως τὸ ἄλλο, νὰ διαιρέσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν εἰς δύο κατηγορίας. Περιέμενον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων θὰ ὥριζε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν διὰ μὲν τὴν τακτικὴν Σύνοδον εἰς 1200 δραχμὰς μόνον. Διότι, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 56ον, τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐργάζηται καὶ μὲ τὸ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἐξαντλῆται ἑξάμηνος ἐργασία ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι, ἀφοῦ θὰ λείψωσι τὰ προσκόμματα τῆς μὴ ἀπαρτίας καὶ πάντοτε θὰ ἔχωμεν ἀπαρτίαν, θὰ τελειώνῃ ἡ ἐργασία ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν. Δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ὅτε διὰ τέσσαρας μῆνας λαμβάνομεν 300 δρ., κατὰ μῆνα, δηλαδὴ 1200, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ θέλομεν καὶ τὰς διασκεδάσεις μας, τὰ θέατρά μας, τὰ ἁμάξιά μας; (διαμαρτυρίαι). Ἐρχόμεθα, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐργασίας τῆς τακτικῆς Συνόδου. Πόσον θὰ ἐργασθῶμεν; Ἕνα μῆνα; Δύο μῆνας; Δὲν μᾶς ἀρκοῦσιν ἑξακόσιαι δραχμαὶ καὶ 1200, ἤτοι 1800, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἡμεῖς οἱ ἐρχόμενοι νὰ ὑπερασπίσωμεν τὸν λαόν, τὸν εὑρισκόμενον εἰς ἐσχάτην ἀπελπισίαν; Ἀλλὰ περιέμενον καὶ μίαν ἄλλην τροποποίησιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 75 παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι, τροποποίησιν ἀποβλέπουσαν εἰς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, δηλαδὴ οἱ ἔχοντες εἰσόδημα βεβαιωμένον ἄνω τῶν 10000 δραχμῶν οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν νὰ λαμβάνωσιν. Ἡ θέσις ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι ἔμμισθος θέσις· εἶναι θέσις τιμητική, τὴν ὁποίαν ταπεινώνομεν, ὅταν ζητῶμεν ὑλικὸν ἀντιστάθμισμα δι’ αὐτήν. Ἤκουσα, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὺς ἐκ τῶν προαγορευσάντων νὰ λέγωσιν, ὅτι αἱ στενοχωρίαι καὶ αἱ ἀνάγκαι ἀναγκάζουσι τοὺς τιμίους χαρακτῆρας νὰ γίνωσιν ἀσυνείδητοι. Τοῦτο δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι τίμιος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄτιμος, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἥμισυ ἑκατομμύριον χάριν ἡμῶν. Τί ζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κύριοι Βουλευταί; Δὲν ζητεῖ τίποτε εἰμὴ μόνον ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ὅταν ἔχῃ, δὲν ἔχει καμμίαν ἀνάγκην νὰ φεύγῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, διότι τὸ ἔθνος θὰ ἦτο πλούσιον. Τὴν παραλυσίαν καὶ τὴν δυστυχίαν, αἱ ὁποῖαι μαστίζουσι καὶ ἐξευτελίζουσι τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡμεῖς ἐπροκαλέσαμεν, διότι δὲν ἀφήσαμεν καμμίαν Ἀρχὴν νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά της, ἀλλὰ πάντοτε ἐπιέσαμεν αὐτάς. Ἐγὼ περιέμενον, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει μᾶλλον τὰς λαϊκὰς τάξεις, νὰ ζητήσῃ νὰ ἐλαφρώσῃ ὅλα τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ ἐργάτου τοῦ πεινασμένου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ μέλισσα καὶ γυρίζει εἰς τὰ ἄνθη καὶ φέρει τροφὴν πρὸς ἡμᾶς, καὶ νὰ φορολογήσῃ τὰ κεφάλαια, τὰς προῖκας, τὰς κληρονομίας καὶ τὴν πολυτέλειαν. Ἄν δὲ καὶ ταῦτα δὲν μᾶς ἀρκέσωσι, πρέπει νὰ καταλήξωμεν ἐκεῖ, ὅπου κατέληξεν ὁ Ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας κατὰ τὸ 1899—ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι—, ὅστις βλέπων τὸν κίνδυνον τῆς πτωχεύσεως, οὐχὶ μόνον ἐξωτερικῶς ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς, τί ἔπραξεν; Ἀφῆκε πρῶτος αὐτὸς τὸ τρίτον τῆς χορηγίας του καὶ κατόπιν ἠλάττωσε κατὰ 15% τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, καὶ τοιουτοτρόπως ἀνώρθωσε τὰ οἰκονομικά. Ἤκουσα ὅτι θὰ ἰσχύσῃ ἡ πλουτοκρατία, ἂν δὲν ψηφίσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 5000 δραχ., ἀλλ’ ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ μορφώσωμεν τὸν λαὸν καὶ νὰ τὸν καταστήσωμεν ἀνεξάρτητον ἠθικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἡ πλουτοκρατία νὰ τῷ ἐπιβάλληται ἢ νὰ τὸν παραπλανᾷ. Ἐνόσῳ ὅμως ἔχομεν τυραννισμένον καὶ πεινασμένον λαόν, ἡ πλουτοκρατία πάντοτε θὰ ἰσχύῃ. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§110ΣΠ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τροπολογίαν τινὰ ἀφορῶσαν τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἀφορᾷ ποσῶς τὸ ποσὸν τῆς κανονικῆς ἐπιχορηγήσεως τῶν Βουλευτῶν. Νομίζω ὅτι περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου τὴν τελευταίαν λέξιν πρέπει νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ τροπολογία, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀποβλέπει εἰς ἄλλον σκοπόν, ἀποβλέπει εἰς κίνδυνον ἐνδεχόμενον μὲν μόνον, ἀλλὰ δυνατόν. Ὡς γνωρίζομεν, κατὰ τὰ ἐσχάτως ὑπὸ τῆς Βουλῆς θεσμοθετηθέντα ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ διὰ τοῦ ⅓ τῶν Βουλευτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀφῃρέθη τὸ μέγιστον ὅριον τῶν ἕξ μηνῶν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς τώρα δύνανται νὰ παραταθῶσι καὶ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησίς τις πονηρά, ἡ ὁποία ἐξ ἰδιοτελείας νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν συμβάσεώς τινος κακοήθους καὶ ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως π. χ. εἰς τὸ παρελθὸν ἡ περιβόητος ἐκείνη σύμβασις τῆς Στυμφαλίας, τῆς ὁποίας κακοηθεστέραν οὔτε ὁ Ἅδης θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ καὶ ἡ ὁποία ἀπεσοβήθη μόνον καὶ μόνον διὰ τῆς ἀπειληθείσης ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ. Μία Κυβέρνησις λοιπὸν πονηρὰ εἰς τὸ μέλλον δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο: ἀφοῦ ἐννοήσῃ ὅτι παρόντων ὅλων τῶν Βουλευτῶν δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ της, δύναται νὰ παρατείνῃ σκοπίμως ἐπὶ 10 καὶ 11 μῆνας τὰς ἐργασίας τῆς Συνόδου. Τότε οἱ Βουλευταὶ θὰ ἐξαντληθῶσιν οἰκονομικῶς καὶ οἱ πλεῖστοι αὐτῶν θὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἡ πονηρὰ θὰ κρατήσῃ παρ’ ἑαυτῇ τοὺς φίλους καὶ ὅσους θὰ ἠδύνατο νὰ πείσῃ, καὶ οὕτω δι’ ἑξήκοντα Βουλευτῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ κακοηθεστάτη τις σύμβασις. Ἰδοὺ εἷς κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀποσοβήσωμεν, ἐὰν προσθέσωμεν τὰ ὀλίγα ταῦτα εἰς τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς παρατείνονται πέρα τῶν ἕξ μηνῶν, ἕκαστος Βουλευτὴς παρευρισκόμενος εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς λαμβάνει δραχμὰς τετρακοσίας κατὰ μῆνα ἐκτὸς τῆς κανονικῆς αὐτοῦ ἀποζημιώσεως». Ὥστε, ὡς βλέπετε, ἡ προσθήκη δὲν εἶναι διόλου πραγματική· εἶναι ἰδανικὴ μᾶλλον.
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πλὴν τῶν 5,000 καὶ 400 δραχμὰς κατὰ μῆνα;
§112ΣΠ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν θὰ τὰς λάβωσι ποτὲ οἱ Βουλευταί, κύριε Πρόεδρε, διότι, ὅταν ὁ κυβερνήτης ὁ ἀποβλέπων εἰς τοιοῦτον σκοπὸν εἶναι βέβαιος ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ματαιοῦται πᾶσα αὐτοῦ ἀπόπειρα, οὐδέποτε θὰ παρατείνῃ τὴν Σύνοδον ἐπὶ μακρότατον χρόνον. Ἄλλως τε δὲν ἀπέβλεπον, ὅτε διετύπωσα τὴν τροπολογίαν ταύτην, εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας σεβαστὸς πολιτευτὴς κ. Δραγούμης· ἐγὼ ἀπέβλεπον εἰς τὰς 1800 δραχμάς, τὴν ἀποζημίωσιν τὴν σημερινήν. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου σκεπτόμεθα, εἶναι λεπτόν, λεπτότατον, καὶ ὡς τοιοῦτον δίδει λαβὴν καὶ ἀφορμὴν εἰς τὴν δημοκοπίαν. Ἡ γνώμη ἑνὸς ἑκάστου εἶναι σεβαστή, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὄχι ὅμως, καὶ ὅταν σκοπὸν ἔχῃ τὴν δημοκοπίαν. Ἐγὼ δ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγω ὅτι οἱ δημοκοποῦντες εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν εἶναι φίλοι τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι φίλοι τῆς Πολιτείας, δὲν εἶναι παρὰ φίλοι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ των καὶ ἀληθεῖς ἐγωισταί. (Εὖγε).
§113Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὀλίγα λεπτά, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀκούῃ ὄχι μόνον τῶν ἀντιλεγόντων, ἀλλὰ πάντων τῶν ἐχόντων ἐναντίαν γνώμην. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ παρίσταται πάντοτε ἀξιοπρεπὴς ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύεται οὗτος ἀπολύτως τὰ τιμαλφέστερα καὶ ἱερώτερα συμφέροντα καὶ δίκαιά του, ἐπιβάλλει ἐπιτακτικῶς τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως ἀνταξίας πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, διὰ τῆς ὁποίας ὁ λαὸς περιβάλλει αὐτόν. Δύο τινὰ δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης, πρῶτον τὰ κρατοῦντα ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσι, καὶ δεύτερον ὅτι οἱ πρώην συνάδελφοι οἱ ἐν ταῖς προηγηθείσαις Βουλαῖς κατώρθουν ἀξιοπρεπῶς νὰ παρίστανται πανταχοῦ διὰ τῶν γλίσχρων αὐτῶν μέσων. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον δύναταί τις πάλιν νὰ ἀντιτάξῃ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀπολύτως τὰ κρατοῦντα παρὰ τοῖς ἄλλοις Κράτεσι, διότι πιθανὸν νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει του ἐκεῖνα τῶν Κρατῶν καὶ ἰδίως τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ σχετικὸν ἄρθρον λέγει ὅτι οὐδεμία ἀμοιβὴ ἐπιτρέπεται, οὐδεμία ἀποζημίωσις εἰς Βουλευτήν. Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί ἰσχύει εἰς ἄλλα Κράτη, εἰμὴ κατὰ τοσοῦτον, ὡσανεὶ ὑπῆρχέ τι κενόν, τὸ ὁποῖον νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ σὺν τῇ παρατηρήσει νὰ συμβιβάζηται πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς κοινωνικὰς συνθήκας παρ’ ἡμῖν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, πῶς κατώρθουν οἱ ἐν προηγηθείσαις Βουλαῖς συνάδελφοι νὰ παρίστανται ἀξιοπρεπῶς διὰ τῶν γλίσχρων μέσων, τὰ ὁποῖα τοῖς παρείχοντο, δύναταί τις πάλιν νὰ ἀντιτάξῃ ὅτι ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οὐδέποτε ἤ, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, σχεδὸν οὐδέποτε ἔλαβον ἐκεῖνοι τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι, καίτοι ἐγὼ δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως, ὑπάρχουσιν, εἶπον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλὰ συμφέροντα καὶ ἄδηλοι πόροι, καὶ οὐδεὶς τὸ ἠμφεσβήτησεν, ὅτε ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης Σύλλογοι, Τράπεζαι, Ἑταιρεῖαι καὶ ἐργολαβίαι ἀκόμη ἐξέρχονται. Ἀλλὰ καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων καὶ ἂν ταῦτα κατὰ κεραίαν εἰσὶν ἀληθῆ, ἡμεῖς, προτοῦ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ὁριστικῶς, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας δύο τινά· πρῶτον τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικήν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἡμῶν, τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 2½ ἑκατομμυρίων κατοίκων ἔχει Προϋπολογισμὸν 140 ἑκατομμυρίων καὶ δὲν κατώρθωσε μεθ’ ὅλας τὰς σοφὰς σκέψεις τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν μεταναστῶν τοιούτων, δὲν κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ ἰσοσκελῆ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὴν κοινὴν γνώμην, ὄχι τὴν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ τὴν ἐκτὸς ταύτης; Ὅταν δὲ λέγω κοινὴν γνώμην, δὲν νοῶ βεβαίως τοὺς ἀδολεσχοῦντας, ὡς ὁ ἐκ Λακωνίας ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ἐν τοῖς καφενείοις, ἀλλὰ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἵνα περισυλλέξωμεν τὰ ναυάγια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπισωρεύσει τὸ παρελθόν. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν φοβεῖσθε ὅτι δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι θὰ δώσωμεν ἀφορμὴν νὰ κατηγορηθῶμεν ἡμεῖς αὐτοί, ὅτι ἐπεσωρεύσαμεν ἐρείπια ἐπὶ ἐρειπίων, ναυάγια ἐπὶ ναυαγίων;
§114Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τοιοῦτος λαὸς δὲν ὑπάρχει, ἀλλά, ἂν ὑπάρχῃ, εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του.
§115Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὴν φωνὴν θὰ ἀκούσητε αὔριον καὶ μεθαύριον.
§116Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του.
§117Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λαός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἱστορίαν τρισχιλίων ἐτῶν, δὲν εἶναι ἄξιος τῆς τοιαύτης μομφῆς. Καὶ θὰ τὸ ἔλεγον καὶ ἐγώ, ἐὰν δὲν ἤμην Βουλευτής· παρατηρήσατε εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκείνην ὅτι συνῆλθον, ἵνα συλήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἂς προσέξωμεν, διότι, ἂν ἀποφασίσωμεν ὁριστικῶς, ὅπως ἠθέλησαν πολλοὶ τῶν κ. συναδέλφων, βεβαίως ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ὁρμώμενοι, ἐπὶ τοῦ ἐπὶ συζήτησιν ἄρθρου, φοβοῦμαι πάρα πολὺ καὶ δὲν θὰ ἀποδειχθῶ πλανώμενος, ὅτι, ἐνῷ προσπαθοῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Βουλευτοῦ πανταχοῦ καὶ πάντοτε, ἀσφαλῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τετραυματισμένην. Οὐδὲν θὰ προσθέσω διὰ τὴν λέξιν, ἡ ὁποία ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ τὴν λέξιν δημοκοπία, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν θ’ ἀκούσητε καὶ θὰ ἴδητε ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δημοκοπήσωσιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου.
§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί προτείνετε;
§119Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Προτείνω νὰ μείνῃ ἡ συνταγματικὴ διάταξις ὡς ἔχει.
§120Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τὴν γνώμην τὴν ὑποβληθεῖσαν πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ Βουλὴ κατήρτισε περίπου τὴν πεποίθησιν, μὲ τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ διατυπώσῃ τὰ τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα, ὁμολογῶ ὅτι δὲν θ’ ἀνηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἀλλὰ θὰ μὲ συγχωρήσῃ ἡ Βουλή, διότι λόγῳ ἰδιοσυγκρασίας δὲν θέλω ν’ ἀφήσω ἔκθετον μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν, ὡς καὶ τὴν πεποίθησιν, ἡ ὁποία μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως ταύτης. Ἂν κατεκρίθη ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ἡ ὁρίσασα τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ εἰς 5000 δραχμῶν, φαντάζομαι πόσον οἱ κατακρίνοντες θὰ κατέκρινον ἐμὲ προτείνοντα μείζονα ἔτι ἀποζημίωσιν. Ὁ ἀξιότιμος καὶ πολὺ σεβαστός μοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἔλεγε, πρὶν ἢ κατέλθῃ τοῦ βήματος, ἐξηγῶν τὸν συλλογισμόν, ὁ ὁποῖος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς τὸ νὰ προτείνῃ ὅ,τι ἐπρότεινεν, ἔλεγεν ὅτι μᾶλλον περὶ οἰκονομίας πρόκειται. Εἰς τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω. Δὲν ἄγομαι ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι πρόκειται νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ κάτι τὸ δυνάμενον νὰ ἐπισύρῃ τὴν κατάκρισιν τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ ζητῶμεν διὰ λέξεων μὴ ἀνταποκρινομένων εἰς τὴν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος, νὰ συγκαλύψωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ. Ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ μείζων δαπάνη τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὴν παράστασιν τῆς Βουλῆς. Τούτου τεθέντος ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἐὰν πράγματι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἡ δαπάνη αὕτη; Καὶ δεύτερον, τῆς δαπάνης ταύτης κρινομένης ὀρθῶς, ποία θὰ εἶναι ἡ διατύπωσις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἡ δαπάνη αὕτη θὰ πραγματοποιηθῇ; Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὡς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεστήριξαν, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, πνεῦμα ἀπολύτως δημοκρατικόν, ὅτι ἐπιβάλλεται, ὅπως ἐν τῷ συνεδρίῳ τῷ ἐθνικῷ παρίστανται καὶ ἀντιπροσωπεύωνται πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ κοινωνικαὶ τάξεις καὶ πάντα ἑπομένως τὰ συμφέροντα τὰ γενικὰ τῆς χώρας. Τούτου τεθέντος βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε τὸ δημοκρατικὸν αὐτὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν νὰ ἐξυπηρετηθῇ δεόντως διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς ἀδυναμίας αὐτῶν κωλύηται ἡ εἴσοδος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε καὶ συνέφερε νὰ παρίστανται ἐνταῦθα. Εἶναι ἡλίου φαεινότερον, εἶναι ἀκαταμαχήτως λογικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἀποζημίωσις ἡ βουλευτικὴ εἶναι μικροτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ εἴσοδος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ θὰ εἶναι δυνατὴ μόνον εἰς τοὺς εὐπόρους.
§121ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τοὺς διακονιαρέους.
§122Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐ μόνον διὰ τοὺς εὐπόρους, ὡς ὀρθότατα μοὶ ὑπενθύμισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξοικονομήσωσιν ἄλλως τὰ τοῦ βίου των, μὴ δυνάμενοι ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ κερδίσωσι 200–300 δραχ. κατὰ μῆνα καταφεύγουσιν εἰς τὴν πολιτικήν. Διότι εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος ὅτι πᾶς ὁ δυνάμενος νὰ κερδίσῃ 200–300 δραχμὰς δὲν περιφρονεῖ αὐτάς, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὴν πολιτικήν, καὶ τοῦτο βεβαίως ὑπὸ τὰς πάντοτε ὑπαρχούσας ἐξαιρέσεις, ὑπὸ τὰς ἐξαιρέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐκπροσωποῦνται δι’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξ εὐγενοῦς φιλοδοξίας ὁρμώμενοι ἐπιδιώκουσιν ἐν τῇ πολιτικῇ στάδιον δυνάμενον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν αὐτῶν, τὴν ἐνεργητικότητα, τὴν δραστηριότητα, τὸν πόθον αὐτῶν νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐξαιρέσεων αὐτῶν ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν εἷς ἐπιστήμων, εἷς οἱοσδήποτε ἐπαγγελματίας, δικηγόρος, ἰατρός, οἱοσδήποτε ἄλλος, ἀνώτερός τις ὑπάλληλος, νομίζων ὅτι τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐν τῇ λειτουργίᾳ, ἥτις εἶχεν ἀνατεθῇ αὐτῷ, δύναται καὶ ὀφείλει νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, ἐρωτῶ, εἶναί ποτε δυνατὸν εἷς ἐκ τούτων, οἱοσδήποτε, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ στάδιον αὑτοῦ, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἐπάγγελμα, τὴν θέσιν αὑτοῦ τὴν δημοσίαν, ἵνα ἀκολουθήσῃ στάδιον παρέχον μὲν ὅλα τὰ θέλγητρα εἰς τὸν δυνάμενον καὶ γνωρίζοντα νὰ ἐργασθῇ διὰ τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ στάδιον, τὸ ὁποῖον καθίσταται ἀπολύτως προβληματικὸν διὰ τὸν μὴ ἔχοντα νὰ διαθέσῃ ὅσα οἱ συνήθως ἐδῶ εἰσερχόμενοι εὔποροι; Ἀλλ’ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς γνώμης μου συνετέλεσε καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ καταρτισμοῦ τῶν μέχρι σήμερον κομμάτων. Ἐὰν ὁμολογουμένως θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ τὸν πίνακα τῶν ὀνομάτων πάντων ἐκείνων, οἵτινες ἐν τῷ συνόλῳ ἀπετέλουν τὰς μέχρι σήμερον Βουλὰς καὶ τὰ μέχρι σήμερον κόμματα, θέλει ἴδει ὅτι ἕκαστον κόμμα ἀπετελεῖτο ἐκ μικροῦ, μικροτάτου ἀριθμοῦ ἀποτελοῦντος πυρῆνα τοῦ κόμματος καὶ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀβούλων ἀνδρῶν, ἀβούλων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἕτερον ἔπραττον ἢ νὰ παρίστανται ἐνταῦθα καὶ ὑποβοηθῶσι τὰς ὀρέξεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον τὰς ἐργασίας τῶν κομμάτων. Ἀπετελοῦντο τὰ κόμματα ἐξ ὡρισμένου ἀριθμοῦ, τῶν λεγομένων ἐπιφανῶν, ἀριθμοῦ πολὺ μικροῦ καὶ ἐξ ἑκατοντάδων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ λευκοῦ χάρτου ἔδιδον εἰς τοὺς πρώτους τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῶσι τὴν δρᾶσιν ἐκείνων, οἵτινες τοὺς διηύθυνον, καὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὴν διάθεσιν ἑπομένως εἶχον ἵνα παρακολουθῶσι καὶ ἐλέγχωσι τὴν δρᾶσιν τῶν ἐπιφανῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύοντο τυφλῶς τὰ ὕψιστα τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ παρατήρησις αὕτη μὲ ἤγαγε καὶ μὲ ἐνίσχυσεν εἰς τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, διὰ παντὸς τρόπου δυνατοῦ καὶ μὴ προσκρούοντος εἰς τὸ πολίτευμα, εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις καὶ συνθήκας τοῦ τόπου ἡμῶν, διὰ παντὸς τοιούτου δυνατοῦ τρόπου νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον, εἰ δυνατόν, μεταμορφώσωμεν τὴν ποιότητα τῶν Βουλῶν· οὐδέποτε δέ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ ποιότης τῶν Βουλῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἐφ’ ὅσον ἡ εἴσοδος ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι ἐπιτετραμμένη μόνον εἰς τοὺς πλουτοκράτας, μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ὀφίκιον ἐπιδιώκουσι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὡς προεῖπον, οὐδὲν ἕτερον ἐπάγγελμα ἔχουσιν, ἱκανὸν νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ πρὸς τὸ ζῇν. Εἶναι ἀνάγκη ἡ ὄψις τοῦ Κοινοβουλίου νὰ μεταβληθῇ, δὲν θὰ μεταβληθῇ δὲ βεβαίως διὰ τοῦ μοναδικοῦ τούτου ἄρθρου. Θὰ μεταβληθῇ διὰ τῆς συμπτώσεως ἐπὶ τὸ αὐτὸ πασῶν τῶν προσπαθειῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι καταβάλλονται, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἠθικῶν προσπαθειῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἰσχυροτάτη εἶναι ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νὰ λέγεται ἐνταῦθα ὅτι ἡ ἀναβίβασις τοῦ ποσοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πλεονεξία ἢ ὡς ἰδιοτέλεια, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τοῦτο, καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ λεχθῇ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι λογικόν, καὶ δὲν εἶναι λογικόν, διότι ἐκ πάντων, ὅσοι παρίστανται κατὰ τὴν Συνέλευσιν αὐτήν, ἐλάχιστοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις αὐτάς. Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων Βουλευτῶν ὁ ἥμισυς ἀριθμὸς δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν νέαν Βουλὴν λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν τῆς ἁπλῆς Βουλῆς καὶ λόγῳ τῆς καθόδου εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ τῶν ἄλλων τριῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ κατέλθωσι πάνοπλα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν φιλελευθέρων, τῶν ἀποτελούντων τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ πολύ. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν παρόντων φιλελευθέρων, καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποτελέσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν φιλελευθέρων — καὶ ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν φιλελευθέρων, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἂς τὸ εἴπωμεν, δυστυχῶς εἶναι πολὺ μικρός —, ἐκ τοῦ συνόλου, λέγω, τῶν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ φιλελευθέρων, ἐκ τῶν παρόντων δηλαδὴ Βουλευτῶν, μόνον 40–50 θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παρευρίσκωνται καὶ εἰς τὴν νέαν Βουλήν.
§123Γ. ΠΩΠ. Τοὺς κατέστρεψες!
§124Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἡ ἀδυσώπητος γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν πιθανοτήτων. Διότι ἐκ τῶν 160 μελῶν τῆς προσεχοῦς Βουλῆς εἶναι πιθανὸν 40 νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὰ τρία ἀπέχοντα σήμερον κόμματα. Μένουσιν 120 μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι φιλελεύθερα. Λογικὸν εἶναι νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐκ τῶν 120 τούτων οἱ ἡμίσεις μόνον θὰ εἶναι ἐκ τῶν νῦν Βουλευτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, πρέπει νὰ λεχθῇ, ὡς ἄλλως καὶ ἐλέχθη ἤδη κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν πρόκειται εἰμὴ μόνον περὶ μιᾶς λογικωτάτης αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἐλάμβανον οἱ Βουλευταί, κατὰ μέσον ὅρον 4.000 δραχ., νομίζω. Ἀφοῦ τοῦτο εἶναι ἀληθές, καὶ οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται, θὰ ἦτο ὑπερβολή, ἂν προετείνετο, ὅπως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἐλάμβανον οἱ Βουλευταί, ηὐξάνετο κατὰ τὸ ἥμισυ; Ἐὰν ἀντὶ τῶν 330 δραχ. κατὰ μῆνα, τὰς ὁποίας κατὰ μέσον ὅρον ἐλάμβανον οἱ Βουλευταὶ μέχρι σήμερον, ἐὰν ἐλάμβανον 500; Οὐδέποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι δυνατὸν νὰ κατακρίνῃ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε ἐπρόσεξε, εἰς τοιαῦτα ζητήματα, οὐδέποτε ἠνοχλήθη ἀπὸ τοιούτου εἴδους ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἠνοχλήθη καὶ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Πολιτεία ἐν γένει, καὶ ἀπὸ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐξηναγκάσθη νὰ ἀκολουθήσῃ ὠθούμενος ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐκυβέρνων. Δὲν θὰ στενοχωρηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ δυσφορήσῃ, διότι θὰ ἴδῃ τὴν Βουλὴν ζητοῦσαν, ὅπως αὐτὴ δι’ ἑαυτῆς ἐπιδιώξῃ, ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἀνόρθωσιν, καὶ βεβαίως εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς μορφῆς τοῦ Κοινοβουλίου οὐσιωδῶς θὰ συντελέσῃ ἡ παροχὴ τοῖς Βουλευταῖς τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέτρεπον εἰς αὐτοὺς ν’ ἀποβλέπωσιν εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον ὄχι μετὰ τρόμου, καὶ ἐννοῶ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐντίμως ἐννοοῦσι νὰ πολιτεύωνται, καὶ ὄχι, ὡς ὑπάρχουσι παραδείγματά τινα ἐκ τῶν Βουλῶν τοῦ παρελθόντος, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1864 ἦτο 22.233.118, καὶ ὅτε ἀπέναντι τοῦ Προϋπολογισμοῦ 22 ἑκατομμυρίων οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὁρίσωσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὁρίσει ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ ἰσχύοντος μέχρι σήμερον Συντάγματος, βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ κακῇ ἀντιλήψει τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ Βουλευτὴς τότε.
§125Γ. ΠΩΠ. Θὰ αὐξήσωμεν καὶ τὴν βασιλικὴν χορηγίαν.
§126Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Θὰ ἔλθω ἐπὶ τούτου, κύριε συνάδελφε. Αἰσθάνομαι ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ἐξήνεγκεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἀπειλεῖται τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν συνήνει ὁ Πρόεδρος αὐτῆς εἰς τὴν τοιαύτην αὔξησιν. Ἀπαντῶν λοιπὸν εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, λέγω καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, καὶ οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔχουσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ σπατάλῃ, διότι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποπειραθῶσι νὰ δείξωσι τὴν δυσφορίαν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν, πάντες ἐκεῖνοι εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ ἐπιπέδου ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱστάμενοι θὰ ἠδύναντο νὰ κατηγορήσωσι καὶ νὰ ἐλέγξωσιν ἡμᾶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ προσέξῃ εἰς τὰς ἐκμεταλλευτικὰς εἰσηγήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μένουσι σήμερον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι ἡ βδελυγμία, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς αἰσθάνεται πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ὄστρακα ἔχουσι προσκολληθῆ εἰς ἐκεῖνο, διότι ἡ βδελυγμία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι τόσον βαθεῖα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὰς ἀρκετὰ εὐνοήτους εἰσηγήσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν πηγὴν καὶ τὰ ἐλατήρια ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κάλλιον παντὸς ἄλλου εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμᾷ. Αὗται, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς αἱ σκέψεις μου, αἱ ὁποῖαι μὲ ὡδήγησαν συγχρόνως σχεδὸν μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, νὰ ὑποβάλω πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ὁρίζεται εἰς ἓξ περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Κύριοι Βουλευταί, ἂν προέβην εἰς τὸ νὰ προτείνω ὅ,τι ἐπρότεινα, μηδεμίαν ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν ἀπεμακρύνθην οὐσιωδῶς ἀπὸ τῆς σκέψεως, ἡ ὁποία ὡδήγησε πάντας τοὺς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους εἰς τὸ νὰ προτείνωσιν ὅ,τι ἐπρότειναν καὶ ἀπὸ τῆς σκέψεως τῆς ἐνδομύχου, τὴν ὁποίαν πάντες ἔχετε, δὲν ἀπεμακρύνθην, λέγω, ἀλλὰ τοῦτο πράξας ἠθέλησα νὰ συνδέσω τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως καὶ πρὸς διατύπωσιν ἀνυψωτικὴν τοῦ γοήτρου καὶ τῆς θέσεως τῆς βουλευτικῆς, γοήτρου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐξαιρετικῶς, διότι ἀρκετὰ μέχρι σήμερον κατέπεσε τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ συναισθανώμεθα τὴν ἀνάγκην, ὅπως περιφρουρήσωμεν αὐτό. Δὲν εἶναι δέ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω, πρὸς τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς ἄσχετος ἡ διατύπωσις τοῦ περὶ αὐτῆς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπως δὲν εἶναι ἄσχετος ἡ περὶ τῶν ἔργων καὶ τῶν προσώπων τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλία. Τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς συνδέεται ἀρρήκτως πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος τῶν νόμων, συνδέεται ἀρρήκτως πρὸς τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾷ τὰ πάντα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾷ τὴν τύχην του. Τούτου ἕνεκα ἐνόμισα ὅτι ἠδύνατο ἡ λέξις «ἀποζημίωσις» νὰ μεταβληθῇ καὶ νὰ ὀνομασθῇ «χορηγία», καὶ συγχρόνως ἐνόμισα ὅτι τῆς Βουλῆς ἀποτελούσης ἐν τῷ πολιτεύματι, ἂν μὴ τὸν πρῶτον, βεβαίως ὅμως ἴσον πρὸς τὸν ἕτερον παράγοντα, ὅτι, τούτου οὕτως ἔχοντος, εἶναι πλήρως δεδικαιολογημένη ἡ γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύνολον τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χορηγίας, ἡ ὁποία θὰ ἐδίδετο εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο ἴση πρὸς τὴν βασιλικὴν τοιαύτην. Αἰσθάνομαι πλήρως τὸ ἀπαράσκευον τῆς Βουλῆς, τὸ ἀπαράσκευον πάντων ὑμῶν, ὅπως ἀποδεχθῆτε τὴν ὀρθότητα μιᾶς τοιαύτης παρατηρήσεως· αἰσθάνομαι πλήρως ὅτι προσκρούει ἡ γνώμη μου αὕτη εἰς πεποιθήσεις, εἰς ἀδυναμίας καὶ εἰς συναισθήματα ἐντελῶς ἀπροσδιόριστα, ἀλλὰ παρ’ ὅλον τοῦτο ἐνόμισα ὅτι τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, περὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐξισωθῇ πλήρως τὸ Κοινοβούλιον πρὸς τὸ Στέμμα, ὅτι ὤφειλον νὰ τὴν ἐκδηλώσω. Λαμβάνω διὰ τοῦτο τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν. (Χειροκροτήματα).
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συνεδριάσεως τῆς παρούσης, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος· δυστυχῶς ὅμως δὲν δύναμαι τὴν ἑσπέραν αὐτὴν νὰ ὁμιλήσω. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅπως μὴ παραταθῇ ἐπὶ πλέον ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ συνεχισθῇ κατὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§128Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν λόγῳ κοπώσεως ἰδίως αὑτοῦ ὑποβάλλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἐφρόνουν, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς ὁπωσδήποτε καὶ δι’ ὀλίγων, ἐὰν ἤθελεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην του, ὅπως εὐθὺς τὴν ἑσπέραν ταύτην ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃν τρόπον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπρότεινεν. Ἢ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττομεν, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν, ἢ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ διήμερον εἰς τὰς κρίσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἔξω τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν ἐπανειλημμένως σήμερον πάλιν ὅτι σύρουσιν εἰς κίνδυνον τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα. Ἡ φωνὴ αὕτη τοῦ δῆθεν κινδύνου καὶ τῶν μυστικῶν τάχα ἐχθρῶν τῆς ἀνορθώσεως ἀκούεται ἑκάστην φορὰν καὶ δὴ ὁσάκις πρόκειται νὰ λεχθῇ λέξις τις ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς περὶ τῆς πορείας τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, εἶναι ὑποθέσεως καθαρῶς κυβερνητικῆς φύσεως, διότι ἀμεσώτατα συνδέεται καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τῶν ὁποίων τὴν κλεῖδα κατέχουσιν οἱ κυβερνῶντες τὴν χώραν. Συνεπῶς, ἂν καὶ διεπράχθη τὸ λάθος νὰ μὴ ἀκουσθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀφέθη ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνιαρὸν καὶ δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσι, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον οὔτε ἡμῶν οὔτε τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης, χωρὶς ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν προταθέντων. Διότι ἡ Βουλὴ ἐπὶ διήμερον ἀκούει ὅτι διασύρεται τὸ ἔργον αὐτῆς εἴτε ἐπ’ ἀγαθῷ εἴτε ἐπὶ κακῷ, καθοδηγούμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας οἱ δισταγμοὶ ἔχουσι, φαίνεται, ἀνάγκην νὰ τονωθῶσιν ὑπὸ τῆς δημοσίας γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ νὰ βολιδοσκοπήσῃ. Καὶ βεβαίως θὰ φανῇ συμφωνότερος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ θ’ ἀποδείξῃ ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἔχει σαφῆ γνώμην ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἅτινα εἰσηγεῖται, οὔτε ἡ Βουλὴ συζητεῖ καὶ ἀποφασίζει συμφώνως πρὸς τὴν πεποίθησιν αὐτῆς.
§129ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρακαλῶ. Νομίζω ὅτι ὁ Πρόεδρος, ἐὰν ἤθελε δεχθῇ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐδικαιοῦτο νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὴν ἂν δέχεται τὴν πρότασιν, χωρὶς νὰ προκληθῇ ἰδία μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς λήξεως τῆς συνεδριάσεως.
§130ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξ ἐμοῦ δὲν θὰ προκληθῇ μακρὰ συζήτησις.
§131ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο θὰ παρεκάλουν, διότι δὲν θὰ ἦτο κανονικὸν νὰ κάμωμεν συζήτησιν ἂν πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις.
§132ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν παραπονοῦμαι, διότι συχνὰ ἀκούεται ἡ λέξις «κόμματα», ἡ ἔκφρασις «κυβερνητικὸν καθῆκον», «κυβερνητικὴ ὑποχρέωσις», «κυβερνητικὸν δικαίωμα», «δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῆς πλειονοψηφίας». Ἐνταῦθα νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκούωνται τοιαῦται ἐκφράσεις. Ἐνταῦθα ὑπάρχει Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, ἀσκοῦσα κυριαρχικὰ δικαιώματα, ὅπως συντάξῃ τὸ νέον Σύνταγμα τῆς χώρας. Ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐλευθέραν παντελῶς, μὴ ἀποβλέπων εἰς τὸ συμφέρον κόμματός τινος, μὴ ἀποβλέπων εἰς τὸ κυβερνητικὸν καθεστώς, ἀλλ’ ἀποβλέπων μόνον εἰς τὴν εὐρυθμίαν καὶ σκοπιμότητα τῶν τιθεμένων κανόνων τοῦ ἐφεξῆς πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς σημερινῆς, δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐν γένει κυβερνητικῶν ζητημάτων τῆς σήμερον· πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ μέλλοντος, πρόκειται, ὡς ἐτέθη ὑφ’ ἡμῶν τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον, πῶς θὰ συγκροτῆται εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὴν σημερινὴν Συνέλευσιν, αἱ δὲ παρεξηγήσεις δὲν θὰ εἶναι ἀληθεῖς παρεξηγήσεις, ἀλλ’ ἀληθῶς θὰ εἶναι συκοφαντία. Πᾶσα παρεξήγησις κατὰ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτελέσωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον τὸ συζητούμενον, θὰ εἶναι ἀπὸ σκοποῦ, ἐπαναλαμβάνω, δεινοτάτη συκοφαντία, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παρεξήγησις. Δὲν χωρεῖ πλάνη εἰς τόσην τῶν πραγμάτων ἐμφάνειαν. Μόνον κακὴ πίστις χωρεῖ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 10 τῆς νυκτός).