1911.04.02
4,021 rows · 30,760 words · 330 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
Τῆς 2ας Ἀπριλίου 1911.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 11 καὶ 5′ π. μ.
ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 183 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν· 1) Οἱ φοιτηταὶ τῆς φαρμακευτικῆς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν λῆψιν διαφόρων μέτρων περὶ βελτιώσεως τοῦ φαρμακευτικοῦ κλάδου· 2) Οἱ ἔποικοι κληροῦχοι τοῦ χωρίου Καστρὶ τῆς Ἀγυιᾶς ζητοῦσι τὴν ἐκ νέου διανομὴν τοῦ χωρίου· 3) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἑξαμίλια τοῦ δήμου Κορινθίων ζητοῦσι παράτασιν τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων δημοσίων φόρων· 4) Οἱ κάτοικοι Πύργου ζητοῦσιν, ὅπως χαρισθῇ ἡ ποινὴ τῷ Σ. Μπέκιῳ, ἀποδειχθέντος ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ ἔνοχος τῆς δι’ ἣν κατεδικάσθη δολοφονίας· 5) Ὁ Ἰ. Παπακώστας ἰατρὸς καὶ φαρμακοποιὸς ζητεῖ καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς ἐξ ἰατρῶν, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διὰ τῆς μεθόδου αὐτοῦ θεραπείας τῆς φθίσεως· 6) Οἱ Βουλευταὶ Μεσσηνίας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διοικήσεως τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσηνίας. Θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ εἰς γʹ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1911 ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐξόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ Λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ταμείου. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ εἰς γʹ συζήτησιν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 1 ἕως 5 καὶ τῶν ἐδαφίων αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΓʹ (3393) τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1909 «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν»).
§2Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι μετά τινας ἡμέρας, καλὸν θὰ ἦτο νὰ γίνῃ μία συζήτησις ἐπὶ τῶν παρανομιῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ἔχω ἐναντίον τοῦ ἀστυνόμου Κερκύρας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ σήμερον;
§4Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μάλιστα. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν. Πρόκειται νὰ φύγωμεν. Σήμερον νὰ γίνῃ, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἄλλην ἡμέραν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ παντὸς δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Σήμερον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Λοιπὸν Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μάρκου.
§6Ι. ΜΑΜΑΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Τί ἔγινε διὰ τὴν πρότασιν ὑπ’ ἀριθμὸν 17 περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Πρόκειται περὶ προτάσεως νόμου, τῆς ὁποίας δὲν ἔχει γνῶσιν ὁ Ὑπουργός. Ἀφήσατε λοιπὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν τὴν μεσημβρίαν, καὶ τὸ ἀπόγευμα βλέπομεν.
§8Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἶναι πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Μπουρνιᾶ αὐτή, τῆς ὁποίας ζητεῖτε τὴν πρόταξιν. Λοιπὸν πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ Ὑπουργός. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν. Τὸ ἀπόγευμα δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν πρόταξιν πάλιν.
§10Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡμεῖς τὸ κάμνομεν αὐτό, διότι θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ταμίαι μὲ τοὺς πολίτας ἐν ἀνωμαλίᾳ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν χάνετε τὸ δικαίωμα. Τὸ ἀπόγευμα νὰ ζητήσητε τὴν πρόταξιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ κ. Ὑπουργός.
§12Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἐκλήθημεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν ἢ νὰ συμπληρώσωμεν ἐκείνας τὰς διατάξεις ἐκ τῶν ἐπουσιωδῶν τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἀπεδείχθη ὅτι δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος. Ἐξεταστέον λοιπόν, ἂν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος παρουσίασε κατὰ τὸ παρελθὸν κενόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ χρήζῃ συμπληρώσεως διὰ μεταρρυθμίσεώς τινος οἱασδήποτε ἢ διὰ προσθήκης. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, οὐδεμίαν ἄλλην παρουσίασεν ἀτέλειαν ἢ τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν κώδικες, ὅτε εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῶσι, χωρὶς νὰ τηρηθῇ ἡ διαδικασία, ἣν ὁρίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο. Τὴν περίπτωσιν ταύτην προβλέπει τὸ σχέδιον τὸ κυβερνητικόν, διότι αὐτὴν καὶ μόνην τὴν διάταξιν προσθέτει ὡς ἀναγκαίαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ εἰσαγάγῃ μεταρρυθμίσεις, αἵτινες κατ’ οὐδὲν βελτιοῦσι τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν. Τουναντίον ἐπιφέρουσι σύγχυσιν καὶ ἐνδεχομένην βλάβην. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ἀναγράφει εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς παραπομπὴν τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν. Ἂν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν καθιέρου ὡς ἀπόλυτον, τουτέστι τὴν καθίστα ὑποχρεωτικὴν διὰ τὴν Βουλήν, ἡ διάταξις θὰ εἶχε λόγον τινά, ἀλλὰ διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου ἀναιρεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ διὰ τοῦ πρώτου μέρους· ὡς δικαιολογητικὸν λόγον ἀναφέρει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ νὰ προλαμβάνῃ τὰς ὑπερβασίας τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ πῶς θὰ προλάβῃ ταύτας, ἀφοῦ διὰ τοῦ δευτέρου μέρους δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς κατεπεῖγον οἱονδήποτε νομοσχέδιον καὶ οὕτω νὰ μὴ τὸ παραπέμπῃ πρὸς ἔλεγχον εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Ἂν λοιπὸν εἶναι σκόπιμον νὰ τεθῇ ὡς συνταγματικὴ διάταξις ἡ περίπτωσις τῆς παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων, πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ δεύτερον μέρος, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθίσταται ὑποχρεωτικὴ ἡ παραπομπή. Δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ἢ νὰ ἀναγράψῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν τὸν ψηφισθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν τὰς προτάσεις νόμων μετὰ συζήτησιν, ὁσάκις ἐθεώρει τοῦτο ἀναγκαῖον. Ἢ λοιπὸν πρέπει νὰ μὴ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη καὶ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἤ, ἂν τεθῇ, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ δεύτερον μέρος, καθ’ ὃ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἐν περιπτώσει κατεπείγοντος νὰ μὴ παραπέμπῃ τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπήν. Εἰσάγει, Κύριοι, καὶ μίαν ἄλλην καινοτομίαν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ὠφέλιμος, ἂν δὲν εἶναι ὑποχρεωτική, νὰ τεθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, τὴν καινοτομίαν, καθ’ ἥν, ὅταν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν προστίθενται τροπολογίαι, νὰ ἀνατυπῶται καὶ νὰ ἀνασυζητῆται τὸ νομοσχέδιον. Ὑπεστηρίχθη ὅτι εἰς τὰς παλαιὰς Βουλὰς ἔλαβον χώραν κλεψινομίαι, διότι εἰσήχθησαν τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν, χωρὶς νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ παντάπασι γνῶσιν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀκριβές. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ τοιαύτη προσθήκη; Ἂν εἶναι ἀνάγκη, ἂς τεθῇ, διότι ὁμολογουμένως, ὅταν εἰσάγηται μία τροπολογία, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νόμου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ τυπῶται καὶ διανέμηται καὶ νὰ μεσολαβῇ διάστημα ἀνάλογον, ὥστε οἱ Βουλευταὶ νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν καὶ νὰ ψηφίζωσιν ἐν συνειδήσει περὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Μετὰ τὴν παράγραφον αὐτήν, κύριοι Βουλευταί, ἔρχεται ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ ψήφισις τῶν κωδίκων, οὐχὶ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ εἰσάγωνται διὰ νόμου. Ἡ διάταξις, ὅπως ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὀρθοτάτη, διότι καθορίζεται τίνες κώδικες δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν, ἤτοι ὁ ἀστικὸς κῶδιξ, ἡ πολιτικὴ δικονομία, ὁ ἐμπορικὸς νόμος, ὁ ποινικὸς καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία, ἐφ’ ὅσον δὲν περιέχουσι διατάξεις ἀλλοτρίας ὕλης. Ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ διεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δύναται πᾶς νόμος νὰ ψηφισθῇ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 57 ὑπὸ τὸν τύπον ὅτι ἀποτελεῖ μέρος κωδίκων. Ἡ διάταξις λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἐν τῷ κυβερνητικῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἡ τελευταία περίοδος, δι’ ἐμὲ τουλάχιστον, εἶναι ἀκατάληπτος. Δὲν γνωρίζω κανένα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν κωδικοποίησιν καὶ ταξινόμησιν τῶν ὑπαρχόντων νόμων. Πᾶς πολίτης καὶ πᾶς ὑπάλληλος δικαιοῦται νὰ καταρτίσῃ συλλογήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ περιλάβῃ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀνάγονται εἰς τὴν αὐτὴν ὕλην. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο διὰ συνταγματικῆς διατάξεως;
§13Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διὰ νὰ ἔχωσι τὴν ἰσχὺν μόνον οἱ ἐν τῇ συλλογῇ.
§14Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ συλλογὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ περίληψις ἐν τῷ αὐτῷ τεύχει τῶν νόμων τῆς αὐτῆς ὕλης. Αὐτὸ δύναται νὰ τὸ κάμῃ πᾶς τις. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει πᾶς τις; Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, εἰσάγει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ καινὰ δαιμόνια. Ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἃς Βουλαὶ ἐπανέφεραν εἰς τὴν ἰσχὺν καταργηθέντας νόμους δι’ ἁπλῆς διατάξεως προσληφθείσης ἐν νεωτέρῳ νόμῳ, καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἂν οἱ νόμοι οὗτοι οἱ ἀναζήσαντες δι’ ἁπλῆς διατάξεως, χωρὶς νὰ ὑποστῶσι τὴν βάσανον τοῦ ἄρθρου 57, εἶναι ἰσχυροὶ ἢ ἦσαν ἀντισυνταγματικοί. Καὶ ὑπεστηρίχθη ἐρρωμένως ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ ἦσαν ἀντισυνταγματικοί. Καί, ἐνῷ, Κύριοι, ἔχομεν αὐτὸ τὸ παρελθὸν τὸ προηγούμενον, τὸ ἐσφαλμένον, ζητοῦμεν τὸ ἐσφαλμένον αὐτὸ νὰ τὸ καθιερώσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀναβίωσιν νόμων καταργηθέντων, νόμων δι’ ἁπλῆς παραπομπῆς. Τί ὠφελεῖ, σᾶς παρακαλῶ, τιθεμένη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι; Δὲν εἶναι ὀρθότερον, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπαναφέρωμεν νόμον καταργηθέντα, νὰ τηρήσωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 57; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον νέον, νὰ συζητηθῇ, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς, ὅτε θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ τυχὸν προκύψασαι νεώτεραι περιπτώσεις; Φρονῶ λοιπόν, ὅτι καὶ τὸ μέρος τοῦτο οὐ μόνον περιττεύει, ἀλλὰ νομιμοποιεῖ ἓν κακὸν προηγούμενον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξηγέρθησαν ὅλοι οἱ Βουλευταί, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι κάκιστον, διότι καταργεῖ τὴν οἰκονομίαν τοῦ ἄρθρου 57. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ ἀναθεωρήσωμεν διατάξεις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναθεωρήσωμεν σημεῖα διατάξεων, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦσι καλῶς. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τὸ ἄρθρον 57, ἂν γίνῃ δεκτὸν ὅπως ὑπάρχει ἐν τῷ κυβερνητικῷ προσχεδίῳ, εἶναι ὀρθόν. Ἂν ἐπιμείνωμεν νὰ τεθῶσιν ἐν αὐτῷ αἱ ἄλλαι διατάξεις, τὰς ὁποίας παρεισάγει ἡ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, ἀντί, Κύριοι, νὰ ὠφελήσωμεν, θὰ βλάψωμεν.
§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ πρῶτον κῶλον τῆς δευτέρας παραγράφου τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§16Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Καὶ αὐτὸ τὸ ὑπεστήριξα. Καὶ αὐτὴ εἶναι μία μεταβολὴ ὀρθή.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον.
§18Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἡ διόρθωσις ἢ ἐπεξεργασία αὐτῶν, δὲν ὑπῆρξε τίποτε ἄλλο, εἰμὴ πρόφασις πρὸς τερματισμὸν τῆς ἐπαναστάσεως.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§20Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καὶ πολὺ μάλιστα.
§22Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανεὶς ἐν συνειδήσει. Ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο τοῦτο, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἀπεφασίσθη νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἐπεξεργασίας καὶ τῆς διορθώσεως ἐν γένει τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε τόσον ἡ ἐπιτροπή, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγωσι πρὸς ἐπιψήφισιν ἢ πρὸς διόρθωσιν ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως ἀπεδείχθησαν ὅτι ὑπῆρξαν βλαβερά. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δυστυχισμένον ἄρθρον ἐγὼ τουλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εὑρίσκω ὅτι ἔβλαψεν εἰς τίποτε, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αἱ τρεῖς ἀναγνώσεις ἦσαν πολὺ ἀρκεταί, διὰ νὰ συζητηθῇ εἰς νόμος. Ἀλλά, ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφασίσθη νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν καὶ αὐτό, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παράγραφον, ἀφαιρουμένου μόνον τοῦ δευτέρου κώλου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὡς πρόφασιν τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν εἰς τὴν νομοθεσίαν τοὺς πλατειασμούς. Ἔπρεπε δὲ πολλὰ νὰ παραπέμπωνται εἰς ἐπιτροπὴν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐπεξειργάζοντο τελειότερον. Τὸ δεύτερον ὅμως κῶλον τῆς παραγράφου αὐτῆς ἀναιρεῖ ὅ,τι ἐπιδιώκει ἡ πρώτη παράγραφος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου βεβαιωμένον, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον πάντα τὰ νομοσχέδια, πάσας τὰς προτάσεις νόμων θὰ τὰς χαρακτηρίζῃ ὡς κατεπειγούσας, καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ τὰ παραπέμπῃ εἰς ἐπιτροπήν, διὰ νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ πρὸς συμφέρον προσωπικὸν ἢ πολιτικόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος συναδέλφου καὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο μόνον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ προσθέσω τίποτε περισσότερον ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταγωγήν, ἂς εἴπωμεν, τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καθόσον δὲν ἐνδιαφέρει τοῦτο τὴν Βουλήν, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ὑποθέτω ὅτι τίποτε περισσότερον δὲν ἔχω νὰ προσθέσω, παρὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παράγραφον, ἀλλὰ μέχρι τοῦ πρώτου κώλου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§24ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει δηλώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ὥρα εἶναι 12 παρὰ 10′.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ μέχρι τῆς 12 καὶ ¼ μ. μ.
§28Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι εὔλογος ἡ καταφορὰ κατὰ τῆς διατυπώσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 57 ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ, ὅτι ἴσως ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅλαι αἱ ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν κυροῦνται διὰ παραδειγμάτων, ἐπιβαλλόντων τὴν λῆψιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι. Διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀναμνησθῶμεν τὰ γενόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων, θὰ ἴδωμεν, ὅτι οὐχὶ σπανίως, καὶ ἄνευ ἀκόμη ἐνδείξεων ἐκ τῆς ἐν τῷ παρελθόντι ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον ἐνομίσαμεν, ὅτι νέα τις ἐγγύησις δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ καλλίτερον τὸν σκοπόν, τὸν ὑπὸ ἄρθρου τινὸς τοῦ Συντάγματος ἐπιδιωκόμενον, δὲν ὠκνήσαμεν νὰ προσθέσωμεν τὴν τοιαύτην ἐγγύησιν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου. Τοῦτο τὸ λέγω ἐν σχέσει πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν παράγραφον αὐτοῦ, τὴν ὑποστᾶσαν τὰς περισσοτέρας ἐπιθέσεις ἐκ μέρους τῶν ἀντιγνωμούντων, περιέχει δύο τινά. Περιέχει ἀφ’ ἑνὸς τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς τῆς ὑποχρεωτικῆς παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ δεύτερον τὴν καθιέρωσιν ἑτέρας ἀρχῆς, ὅτι μεταξὺ τῶν διαφόρων συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν κατέληξαν εἰς τὴν τελικὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, πρέπει νὰ μεσολαβῇ χρονικόν τι διάστημα, διάστημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰς τὴν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κοινὴν γνώμην τὸν ἐπαρκῆ χρόνον, ὅπως κατορθωθῇ διὰ τῆς συνδρομῆς ὅλων αὐτῶν τῶν δυνάμεων, καὶ τῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ἀναφερομένων τῶν τελευταίων διὰ τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ τύπος ἢ διὰ τοῦ τρόπου τῶν ἀναφορῶν, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα,—ὅπως, λέγω, κατορθωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὁ καταρτισμὸς τῶν νομοσχεδίων τελειότερος. Ἡ πρώτη ἀρχή, ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποχρεωτικῆς παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν καθιεροῦται ἐν ὅλαις ταῖς νομοθεσίαις διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἑπομένως κατὰ τῆς προσπαθείας αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ἡ σκοπιμότης μόνον τοῦ μέτρου τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ σκοπιμότης αὕτη θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοιοῦτον καὶ μόνον, καθ’ ὅσον ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς διετυποῦτο τόσον αὐστηρῶς, τόσον ἀπολύτως, ὥστε θὰ ἠδύνατο ἡ τοιαύτη συνταγματικὴ καθιέρωσις νὰ παρεμποδίσῃ τὴν κίνησιν τὴν ἐλευθέραν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ καθιεροῦται ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὴν ἀπολύτως, ἄνευ ἐξαιρέσεως κατεπειγόντων νομοθετικῶν μέτρων, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιψήφισις θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβραδύνῃ διὰ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ μόνον, νομίζω, ἠδύνατο νὰ κακισθῇ ἡ συνταγματικὴ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης τῆς παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπήν. Εἶναι δ’ ἐπίσης βεβαιωμένον ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅτι παρὰ τὴν κοινῶς ἀναγνωριζομένην ἀπὸ θεωρίας ἀνάγκην τῆς ἐνεργοτέρας συμμετοχῆς τῶν ἀποτελούντων τὰ κοινοβουλευτικὰ Σώματα Βουλευτῶν, ὄχι μόνον διὰ τῆς ἐργασίας τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐργασίας τῆς λεπτομεροῦς πρὸς ἐξονύχισιν τῶν νομοσχεδίων, ἥτις γίνεται ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν, παρά, λέγω, τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν ἐχρησιμοποίησαν πάντοτε τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς. Ἡ μὴ τακτικὴ χρησιμοποίησις τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν ὑπὸ τῶν Βουλῶν βεβαίως ἀπέβη εἰς βλάβην καὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ αὐτῶν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὰς Βουλάς, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐδόθησαν εὐκαιρίαι διὰ νὰ μορφωθῶσι τελειότερον διὰ τῆς ἑκάστοτε συμμετοχῆς εἰς τὰ διάφορα νομοσχέδια, οὐχὶ πλέον ἐν τῷ ὀλίγῳ χρονικῷ διαστήματι, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζήτησις, ἀλλὰ καὶ ἐν μεγαλειτέρῳ χρονικῷ διαστήματι καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν μελέτης καὶ προπαρασκευῆς, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τῶν νομοσχεδίων δὲν γίνεται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ 57 ἀπολύτως, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κινηθῇ καὶ νὰ παρακάμψῃ τὸν προτεινόμενον συνταγματικὸν φραγμὸν εἰς περίστασιν κατεπείγοντος, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ εὔλογος κατάκρισις κατὰ τῆς προτεινομένης συνταγματικῆς καθιερώσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τῶν νομοσχεδίων νὰ χρησιμοποιῆται ἡ συνεργασία κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν. Σημειῶ δὲ καὶ τοῦτο διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς παραγράφου ταύτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ὅτι τὸ σχετικὸν μέρος τῆς παραγράφου ταύτης, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν τῶν νομοσχεδίων παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὰς ἐν αὐτῇ καθιερουμένας διατάξεις, ἐγένετο παμψηφεὶ δεκτὴ ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, συνεδριάζουσα ἐν ὁλότητι, παρουσίασεν εἴκοσι καὶ ἓν μέλη. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπάς. Τὸ δεύτερον μέρος, τὸ μέρος ἐκεῖνο δηλαδή, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν μεσολάβησιν χρονικοῦ διαστήματος μεταξὺ τῶν διαφόρων ψηφίσεων τῶν νομοσχεδίων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα μόνον Κανονισμοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅτι δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα, μὴ περιέχον τὴν τοιαύτην χρονικὴν ἀπόστασιν τῶν διαφόρων ἐπιψηφίσεων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς θὰ ἀπετέλει καινοτομίαν, θὰ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν, θὰ εἰσήγοντο δι’ αὐτῆς καινὰ δαιμόνια. Οὕτω π. χ. τὸ Σύνταγμα τῆς Βάδης (ἄρθρον 70) καθιεροῖ ἀπόστασιν τριῶν ἡμερῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιψηφίσεων. Ἂν δὲ δὲν θέλητε τὸ Σύνταγμα τῆς Βάδης, ἔχομεν τὸ Σύνταγμα τὸ Νορβηγικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι Σύνταγμα φιλελεύθερον, Σύνταγμα λαοῦ ἀναλόγου πρὸς τὸν ἡμέτερον καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεθεωρήθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, κατὰ τὸ 1908, καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα λοιπὸν τοῦτο (ἄρθρον 70) ὁρίζεται τριήμερος ἀπόστασις μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιψηφίσεων τῶν νομοσχεδίων. Ἡ ἀρχὴ τέλος τῆς μεσολαβήσεως χρονικοῦ διαστήματος μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιψηφίσεων εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ εἰς ἄλλα πολιτεύματα, καίπερ μὴ καθιερωμένη διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Οὕτω π.χ. ἐκ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν σωμάτων ἐν Γαλλίᾳ μεσολαβεῖ χρονικὸν διάστημα πέντε ἡμερῶν ἐν τῇ Γερουσίᾳ (ἄρθρον 65). Ἐπίσης ἐν Γερμανίᾳ (ἄρθρον 19, 20) ἐν τῷ Reichstag καὶ ἐν Πρωσσίᾳ (ἄρθρον 17, 18) ἐν τῷ Landtag ἀπαιτεῖται χρονικὸν διάστημα δύο ἡμερῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιψηφίσεων τῶν νομοσχεδίων. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω δι’ ὅσων ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι καινοτομία τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἡ συνταγματοποίησις τοιαύτης τινὸς διατάξεως ἀλλὰ παρακολούθησις τῶν γινομένων ἀλλαχοῦ, καὶ δὴ ὑπὸ Κρατῶν πεπολιτισμένων καὶ εὑρισκομένων εἰς ἀναλόγους πρὸς ἡμᾶς συνθήκας. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν πολυπαθῆ αὐτὴν παράγραφον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τρίτον μέρος τῆς παραγράφου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν κωδίκων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀφορᾷ μόνον Κώδικα Ἀστικόν, Πολιτικὴν Δικονομίαν, Ποινικὸν Νόμον καὶ Ποινικὴν Δικονομίαν.
§29Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν γένει δικαστικοὺς νόμους.
§30Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα· περιορίζεται εἰς τοὺς ἐν γένει δικαστικοὺς νόμους. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι εὐρυτέρα, ὥστε δύναται νὰ περιλάβῃ πάντα νόμον δημοσίου δικαίου πλὴν τῶν φορολογικῶν νόμων, περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὴν θέλησιν τῶν συνταξάντων τὸ σχέδιον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς πρέπει πάντως νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ κοινὴ διαδικασία τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων.
§31Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ὅμως.
§32Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἂν δὲν τὸ λέγῃ τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου σαφῶς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διασαφηνίσωμεν, ὥστε νὰ τὸ λέγῃ.
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§34Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ.
§35Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ φορολογικῶν νόμων μόνον. Κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς τακτικῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ στρατολογίας, κατὰ τὸν ὁποῖον νόμον ἐπλάσθη στρατὸς 650,000 ἀνδρῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ μετεβλήθη καὶ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς τοῦ 1887, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Τί δὲ ἐθέσπισεν ὁ νόμος αὐτός; Ὁ ἀξιωματικὸς μετέβαινε πρὸς ἐπίταξιν τῶν κτηνῶν, ὅτε δὲ δὲν προσήρχοντο νὰ δηλώσωσι τὰ κτήνη των οἱ ἔχοντες αὐτά, εἰσήγοντο εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καὶ ἐδικάζοντο εἰς πρόστιμον ἀπὸ 100 δραχμῶν μέχρι 1000, τώρα δὲ ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν προφθάσωσι νὰ ὑπάγωσιν οἱ χωρικοὶ τὰ κτήνη των νὰ τὰ καταγράψωσι, νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ πρόστιμον ἀνεκκλήτως. Δὲν δύναται δὲ νὰ λεχθῇ τί γίνεται μὲ αὐτὰς τὰς καταδιώξεις τῶν χωρικῶν. Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν, ἂν δώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ τοὺς κώδικας τοῦ δημοσίου δικαίου ἄνευ ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων.
§36Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας δὲν μὲ ἔπεισε, διότι μοὶ ἀνέφερεν ἐπιχείρημα ἐκ τοῦ παρελθόντος, διότι μοὶ ἀνέφερε νόμον ψηφισθέντα κατὰ τὴν παλαιὰν διαδικασίαν. Δὲν λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι καὶ ἡ νέα καὶ ἡ παλαιὰ διαδικασία θὰ ἐξασφαλίσῃ πάντοτε τὴν τελειοτάτην ψήφισιν τῶν νόμων, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν μερικοὺς φραγμοὺς πρὸς τελειοτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων καὶ ὅτι τοιούτους καθιεροῖ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
§37Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ νὰ μὴ γίνηται ὅ,τι ἐγίνετο.
§38Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον ὅ,τι ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθόν. Ἀληθῶς μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐξαιρέσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ δεδομένου ὅτι ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρὸ τῆς καταρτίσεως τοιούτου κώδικος θὰ προηγῆται πάντοτε εἰδικὸς νόμος ἐπιτρέπων τὴν τοιαύτην κωδικοποίησιν δι’ ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου θὰ δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς καθιερώσεως διὰ τοῦ τρόπου τούτου τοῦ νόμου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἐκ τῆς διατυπώσεως ἀκόμη τῆς παραγράφου ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι δυνητική, ἐφρόνουν ὅτι δὲν θὰ εὕρισκεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιρρήσεις ἡ παράγραφος αὕτη. Δὲν εὑρίσκω δὲ βασίμους τὰς ὑποστηριχθείσας ἀντιρρήσεις, διότι ἡ παράγραφος αὕτη λέγει μόνον, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ κῶδιξ δημοσίου δικαίου διὰ τοιαύτης ἐπιψηφίσεως, δύναται δὲ νὰ γίνῃ σημαίνει, ὅτι δύναται καὶ νὰ μὴ γίνῃ. Δυνάμεθα μάλιστα νὰ τὸ τονίσωμεν, ὥστε νὰ ἀπαιτήσωμεν καὶ ῥητῶς ἰδιαιτέραν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τότε δὲ θὰ ἔχωμεν νόμον, ὅστις πρὸ τῆς καταρτίσεως τῶν κωδίκων θὰ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς καταρτίσεως ἐπιτροπῶν πρὸς σύνταξιν αὐτῶν. Θὰ ὑπάρχῃ δὲ προσέτι καὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς λαμβανομένη κατὰ τὸ στάδιον τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καταρτισθέντος σχεδίου, ἡ ὁποία ἀπόφασις θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν τήρησιν τῆς ἐξαιρετικῆς ταύτης διαδικασίας ἐπιψηφίσεως λόγῳ ἀνάγκης.
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§40Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐννοῶ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ χρησιμοποίησις τῆς ἐξαιρετικῆς ταύτης διαδικασίας προκειμένου περὶ δικαστικῶν νόμων, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ὑπάρχει ἐσχηματισμένη κοινὴ συνείδησις καὶ δὲν θὰ γεννηθῶσιν ἀμφισβητήσεις. Ἡ δυνητικὴ ἐξ ἄλλου διατύπωσις θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς μετὰ συζήτησιν, καθ’ ἣν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ σκοπίμου ἢ μὴ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς διαδικασίας ταύτης. Καὶ ἑπομένως προστίθεται νέα ἐγγύησις, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδια ὑπὸ τύπον κωδικοποιήσεως, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κοινὴν διαδικασίαν τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου. Λοιπὸν θὰ προέτεινον ἴσως, ἂν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, καὶ ἂν δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸ πρᾶγμα εἰς μόνον τοὺς δικαστικοὺς κώδικας, νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς ἡ διάταξις· «δύναται κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κλπ.».
§41Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§42ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ θέλησις αὐτοῦ δὲν θὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἡ μόνη διευθύνουσα, ἀφοῦ προϋποτίθεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς μετὰ συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀκουσθῶσι καὶ ἀντιφρονοῦντες.
§43Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διατί ἐπιμένετε νὰ περιληφθῶσιν οἱ κώδικες τοῦ δημοσίου δικαίου;
§44Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιμένω. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε οὐχ ἧττον νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ ἄλλο σημεῖον, ὅπερ μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ δεχθῶ τὸν περιορισμὸν διὰ τοὺς δικαστικοὺς νόμους. Ἐκτὸς τῆς διοικητικῆς δικονομίας, ἡ ὁποία, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλοι, θὰ δύναται νὰ νομοθετηθῇ καταλληλότερον διὰ τῆς διαδικασίας ταύτης, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ δημόσιον ἐμπορικὸν ναυτικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον καταλληλότερον δύναται δι’ αὐτῆς νὰ ψηφισθῇ, ἤτοι τὸν κώδικα τῆς ἀστυνομίας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαιτήσῃ τεχνικὴν προπαρασκευήν, θὰ ἀποτελῆται ἐκ πολλῶν ἄρθρων, δὲν θὰ εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ εὐκόλως διὰ τροπολογιῶν, δὲν θὰ εἶναι σκόπιμον νὰ μεταβληθῇ διὰ τροπολογιῶν. Πολὺ καταλληλότερον δύναται νὰ ψησισθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν αὐτήν. Σεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψει καὶ φοβεῖσθε τοὺς στρατολογικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς νόμους. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοὺς νόμους αὐτοὺς καὶ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὰς ἀντιρρήσεις σας.
§45Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος ὁ διέπων τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν εἶναι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836. Αὐτὸ θὰ ἐξακολουθήσῃ, φαίνεται, νὰ μᾶς διέπῃ.
§46Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸ μεταβάλωμεν;
§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θέσατε καὶ τὸ ναυτικὸν δίκαιον, ὄχι ὅλους τοὺς νόμους, διότι σχεδὸν ὅλοι οἱ νόμοι εἶναι διοικητικοί.
§48Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει σχέδιον, ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ, καὶ ἐγὼ ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον ἐκφέρω σκέψεις, διότι οὔτε ἔχω παγίας σκέψεις οὔτε ἴσως καὶ τὰς ὀρθοτέρας. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐκθέτω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐξακολουθῶ παρὰ τὰς ἀγορεύσεις ἐμπείρων συναδέλφων νὰ ἐμμένω εἰς τὰς σκέψεις μου. Τέλος ἤθελον παρατηρήσει, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ἄρθρου 57, ὅτι τοῦτο λαμβάνει πρόνοιαν περὶ δύο περιπτώσεων, τῆς ἐπαναφορᾶς προγενεστέρων νόμων ἐν συνόλῳ καὶ περὶ τῆς ἐν συνόλῳ ἀποδοχῆς ταξινομήσεως προγενεστέρων νόμων, γενομένης φυσικὰ τῇ ἐπιμελείᾳ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία θὰ εἰσηγηθῇ τὴν τοιαύτην ἐπιψήφισιν.
§49Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δυνάμει ἐπιτροπειῶν.
§50Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὄχι. Βεβαίως δὲν εἶναι ἴσως ἀκριβὴς ἡ διατύπωσις. Τὸ «κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον» τοῦ τελευταίου τούτου ἐδαφίου ἐννοῶ ὡς διπλῆν ἐπιψήφισιν ἐν συνόλῳ.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι πρέπει καὶ ἡ ταξινόμησις νὰ γίνεται δι’ ἐπιτροπείας συσταθείσης δυνάμει εἰδικοῦ νόμου.
§52Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπεία πρὸς ταξινόμησιν, διότι πάντοτε αὕτη εἶναι ἐπουσιώδης, εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ καὶ διὰ Β. Διατάγματος.
§53Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ λεχθῇ.
§54Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀντικρούω ὅτι ἡ διατύπωσις εἶναι ἀκριβής, διότι δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς εἴπετε. Θέλω προσέτι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ τελευταῖον μέρος τῆς παραγράφου αὐτῆς ἔχει τὴν ἑξῆς ἱστορίαν. Κατηρτίσθη ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ κ. Ἐπ. Ἐμπειρίκου ἐπιτροπὴ πρὸς παρασκευὴν ἐμπορικοῦ κώδικος, ἧς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελέσω μέλος.
§55Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔκτοτε δὲν δύναται νὰ ἐκποιηθῇ πλοῖον.
§56Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ κατήρτισε σχέδιον ναυτικοῦ κώδικος, τὸ ὁποῖον ἐπεψηφίσθη. Τὸ σχέδιον αὐτὸ περιέχει διάταξιν, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ κώδικος αὐτοῦ πρέπει νὰ συσχετισθῶσι πρὸς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ ἐμπορικοῦ κώδικος, οὕτως ὥστε ὁ ἐπιλαμβανόμενος αὐτῶν νὰ προβαίνῃ ἐπὶ πάντων κατὰ σειρὰν καὶ ἀπροσκόπτως διὰ τὴν εὐχερεστέραν χρησιμοποίησιν τοῦ ὅλου, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν προσθήκην τοῦ μέρους αὐτοῦ ἐλάμβανε νέαν μορφήν. Τοιοῦτόν τι κατὰ τὴν γνώμην τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ διὰ πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι διὰ Β. Διατάγματος. Διότι δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ τὸ ἐσωτερικὸν περιεχόμενον, ἀλλὰ νὰ καταταχθῶσι τὰ ἄρθρα κατ’ ἀριθμητικὴν σειράν. Οὐχ ἧττον ἡ τοιαύτη τοῦ ναυτικοῦ κώδικος διάταξις ἐκρίθη ὑπὸ σοβαρῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ὡς μὴ σύμφωνος πρὸς τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα. Ἐντεῦθεν δὲ προήχθη καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν διασκευὴν τοῦ προτεινομένου ἐδαφίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διὰ ταξινομήσεως κωδικοποίησιν.
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἄλλο κακὸν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ταξινομήσεως διὰ νόμου. Πᾶσα διάταξις ἐκ τῶν ἰσχυουσῶν, ἡ ὁποία δὲν ἤθελεν ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ σχέδιον τῆς ταξινομήσεως, θὰ θεωρῆται ὡς μὴ ἰσχύουσα, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν κατάργησιν νόμων δι’ ἐπιτροπῶν.
§58Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ παρατήρησις μὲ ἔπεισεν, ὅτι καταλληλότερος τρόπος θὰ ἦτο αὐτὸς ὁ ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος προτεινόμενος, διότι καὶ ἐγὼ εἶχον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑποστηρίξει, ὅτι πρόκειται περὶ μηχανικῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ὑπεβλήθη ἡ ἀντίρρησις, καὶ ἀνεγνώρισα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος κίνδυνος. Ὁ κίνδυνος δηλαδὴ ἀποσοβεῖται, διότι τὸ καταρτισθησόμενον ἔξωθι σχέδιον θὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀκόμη τῆς Βουλῆς, θὰ ἀνακαλυφθῶσιν αἱ τυχὸν παρεισδύσεις, ἂν ὑπάρχωσι, καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ ταξινόμησις εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ ταξινόμησις δὲν θὰ εἶναι ἄλλο τι ἢ ἡ νέα νομοθέτησις. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τῆς τελευταίας παραγράφου τὸ νομιμοποιοῦν κάτι τι ἐξαιρετικῶς συμβαῖνον δὲν θεωρῶ οὐσιῶδες, ὥστε νὰ τύχῃ εἰδικῆς ἀναγραφῆς. Τὸ τῆς ἐπαναφορᾶς δηλονότι προγενεστέρων νόμων διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος τῆς ἐν συνόλῳ ψηφίσεως δὲν θεωρῶ οὐσιῶδες, ἴσως δὲ θεωρῶ καὶ ἐπικίνδυνον πολλάκις. Διὰ τοῦτο μετὰ τὰς ἀναπτυχθείσας ἀντιρρήσεις εἰς τὸ τελευταῖον μέρος δὲν ἐπιμένω.
§59Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τότε νὰ νομοθετηθῇ τὸ ἀντίθετον.
§60Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἀπαγορευθῇ.
§61Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀντενδείκνυται τοιοῦτος τρόπος νομοθετήσεως ἐκ πολιτικῆς ἀρχῆς. Ἄν τώρα νομίζητε ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένοντο πολλαὶ ὡς πρὸς τοῦτο καταχρήσεις, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ φαίνεται ἀληθές, τότε θὰ δικαιολογῆται ἡ ῥητὴ ἀπαγόρευσις, ἀλλὰ τοιαῦται καταχρήσεις δὲν ἐγένοντο, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δικαιολογεῖται, νομίζω.
§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταχρήσεις ἔγιναν.
§63Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον.
§64ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ γενομένη μακρὰ συζήτησις ἀπέδειξε προφανῶς ὅτι τὸ κρατοῦν πνεῦμα τοῦ Σώματος τούτου εἶναι ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, ὑπὲρ μιᾶς καινοτομίας εἰς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Διαφωνία εἶναι ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν τρόπον τῆς καινοτομίας. Καὶ περὶ τούτου ὑπάρχουσι δύο γνῶμαι, τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἓξ Βουλευτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐξηνέχθη καὶ ἄλλη ἐναντία ὅλως διόλου, ῥιζικῶς ἐναντία γνώμη, ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀναγκαία, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀθῷον πάσης ἐνοχῆς εἰς τὴν κακὴν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀντίρρησις δὲν εἶναι βάσιμος. Διότι, ἂν ἓν καθ’ ἓν ἀθωώσωμεν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῶσιν ἐλαφρυντικαὶ περιστάσεις, ἵνα θεωρηθῶσιν ὅτι δὲν πταίουσιν, οὐδένα σκοπὸν ἔχομεν ἐνταῦθα. Ἄλλως τε πᾶν δένδρον ἐκ τοῦ καρποῦ του φαίνεται. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὁ καρπὸς τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν εἶναι ἄριστος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καθόσον τὸ παρελθὸν δὲν ἔχει λόγον νὰ καυχᾶται διὰ τὴν μέχρι τοῦδε νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ δὲ κοινὴ γνώμη δικαίως φρονεῖ ὅτι ἐθυσιάσθησαν τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου διὰ μιᾶς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ εἶναι καλλιτέρα. Ἄλλως τε, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅπως πρὸ μικροῦ ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἔπταιον τὰ πρόσωπα, τότε τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἡ νομοθεσία ἦτο καλή, αὐτὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φέρωσι καλὰ εἰς τὸν τόπον. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη μεταβολῆς, διότι, ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὅτι αἱ νομοθεσίαι ἄνευ τῶν ἐκτελεστικῶν ὀργάνων δὲν εἶναι συντελεστικαί, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι δύναται καὶ ἡ καλὴ νομοθεσία νὰ ἐπιτύχῃ ἐν μέτρῳ τινὶ τὴν βελτίωσιν τῶν ὀργάνων καὶ τὴν πρόοδον ἔν τινι κλάδῳ. Ἔχομεν πρόχειρον παράδειγμα τὸν νέον νόμον περὶ ἐνόρκων, ὅστις ἐνταῦθα ἐπέτυχεν, ἐνῷ εἶχεν ἀποτύχει ὁ παλαιός.
§65Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἰδικός μας, ἀρχαιότατος.
§66ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων κατὰ τὰς ἐκλογάς, δι’ οὗ τὸ τυπικὸν τοὐλάχιστον μέρος τῶν ἐκλογῶν διεξάγεται κάλλιστα. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι καὶ ἡ νομοθεσία ἔχει καὶ αὐτὴ τὰς εὐθύνας της καὶ σκεπτόμενοι διὰ τὸ μέλλον πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ὅ,τι εἶναι μεταβλητέον, φρονῶ δὲ μεταβλητέον καὶ τὸ ἄρθρον 57. Ἀλλὰ ποίαν τῶν δύο μεταβολῶν πρέπει νὰ προτιμήσωμεν; Τὰ δύο σχέδια εἶναι γνωστὰ καὶ δὲν τὰ ἐπαναλαμβάνω· τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ῥιζικώτερον, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περιέχει ἀληθῆ καινοτομίαν, καὶ ἡ καινοτομία συνίσταται εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Δὲν διστάζω, Κύριοι, νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς, διότι, ἂν πρόκειται οὐσιαστικῶς κάτι νὰ πράξωμεν, τὸ κάτι αὐτὸ εἶναι τοῦτο, νὰ παρεμβληθῶσι δυσχέρειαί τινες εἰς τὴν ἐξ ὑφαρπαγῆς ψήφισιν· νὰ παρεντεθῇ χρονικόν τι διάστημα μεταξὺ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἄλλης, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ἀντιλαμβάνηται τί γίνεται καὶ αἱ πρέπουσαι τροποποιήσεις νὰ συζητῶνται καὶ ἀποφασίζωνται ἐν ἐπιγνώσει, ταῦτα δ’ ἐγγυᾶται ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπήν. Ἀντιτάσσουσι, Κύριοι, ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι εἶναι μακρὸν τὸ ἄρθρον καὶ ὅτι περιέχει διατάξεις Κανονισμοῦ· ἀφοῦ ὅμως εἶναι οὐσιῶδες, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι. Ἀντιτάσσουσιν ἐπίσης τὴν μέλλουσαν θεσμοθέτησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρήσω ὅτι φέρεται εἰς τὸ μέσον ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν ἄσχετον πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ ἐπιτροπὴ λέγουσα ὅτι πρέπει νὰ παραπέμπωνται ὑποχρεωτικῶς τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ εἶναι Σῶμα ἐνεργοῦν κατ’ ἐντολήν, ἐντὸς δεδομένων ὁρίων, ἐκτελοῦν διαταγάς, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὡς τμῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐκπροσωποῦσα, οὕτως εἰπεῖν, τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς δύναται εἰς τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῆς συζητήσεις νὰ εὕρῃ τὸ οὐσιαστικῶς καταλληλότερον διὰ τὸν τόπον ἐπὶ παντὸς νομοθετήματος. Διαφέρει τὸ τυπικὸν μέρος, τὸ δικονομικὸν τρόπον τινά, ὁ τρόπος τῆς εὐπρεπεστέρας καταρτίσεως ἑνὸς νομοθετήματος ἀπὸ τὴν ἔρευναν τοῦ οὐσιαστικοῦ, ὅπερ μόνη ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐνόουν, Κύριοι, τὴν ἀντίρρησιν, ἂν εἴχομεν μίαν Γερουσίαν, ἀλλά, ὡς φαίνεται, Γερουσίαν δὲν θὰ ἔχωμεν.
§67Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν αὐτήν.
§68ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἑκάστοτε ἔρχεται εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, καί, ἂν καθιδρύετο αὕτη, θὰ ἀπεφεύγετο ἡ περιπλοκή, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα τώρα ζητοῦντες τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διότι τότε πρῶτος ἐγὼ θὰ ἔλεγον: Τί θέλομεν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ τὴν καθιερώσωμεν ὑποχρεωτικῶς; Ὁπόταν εἶναι ἀνάγκη, τότε μόνον νὰ στέλληται, οὐχὶ πάντοτε. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἓν δεύτερον Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ κρίνῃ, καὶ νὰ παρέχηται καιρός, ὅπως ἡ κοινὴ γνώμη ἐξαγγέλληται ἐπιβλητικῶς ἐφ’ ἑκάστου νομοθετήματος, τότε ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ εὕρωμεν κάτι τι, τὸ ὁποῖον νὰ μετριάζῃ τὸ κακόν, τὴν ὑποχρεωτικὴν δὲ παραπομπὴν τὴν θεωρῶ ὡς μετριασμὸν τοῦ κακοῦ καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἀποδέχομαι.
§69Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν; Δέχεσθε τὴν βʹ παράγραφον;
§70ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μάλιστα, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἐν ἐκτάκτοις ὅλως περιστάσεσιν ἢ λίαν κατεπειγούσαις νὰ θεωρῇ ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ψήφισις ἄνευ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν. Δὲν θεωρῶ ὅτι τοῦτο καταργεῖ τὸ πρῶτον μέρος, διότι δὲν παραδέχομαι ἐγώ, ὅπως πολλοὶ συνάδελφοι ἐξέθεσαν, ὅτι θὰ ἔχωμεν Κυβερνήσεις καὶ πλειονοψηφίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιδιώκωσιν ἰδιοτελεῖς σκοποὺς καὶ ὄχι τὸ δημόσιον συμφέρον.
§71Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Πάντως θὰ συζητῆται τὸ πρᾶγμα.
§72ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν φθάνω εἰς τὰ ἄκρα, εἰς τοιαύτας ὑπερβολάς, ὥστε νὰ φαντασθῶ τόσῳ μέγα κακὸν διὰ τὸν τόπον, ὅτι θὰ ἐπιδιώκωνται τοιαῦτα πράγματα. Ἐννοῶ ὅλους ἐμφορουμένους ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ κοινοῦ καλοῦ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῆς κωδικοποιήσεως καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο συντάσσομαι μὲ τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν, διότι ὁρίζοντες ἀκριβῶς τοὺς κώδικας ποῖοι εἶναι, ἤτοι ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, ὁ Ἐμπορικὸς νόμος καὶ τὰ λοιπά, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται, θὰ λείψωμεν ἀπὸ ὅλας τὰς θεωρητικὰς συζητήσεις περὶ τοῦ τί ἐστὶ κῶδιξ τοῦ δημοσίου δικαίου, ὅπερ εἶναι γενικὸν πολύ, εἶναι δὲ ζήτημα λίαν ἀμφισβητούμενον τὸ τί ἀνάγεται καὶ τί δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἀναγραφῶσιν ὡρισμένοι κώδικες. Ἐπίσης εἰς τὸ ἐδάφιον τρίτον (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὡς ἐτροπολογήθη». Καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, διότι δύναται τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀπορριφθῇ εἰς τὸ σύνολον· βεβαίως τότε δὲν ἐπιτρέπονται τροπολογίαι, ἀλλὰ μόνον γραμματικαὶ μεταβολαί, ἀλλά, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς θεωρήσῃ αὐτό, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς μὴ κατάλληλον θὰ τὸ ἀπορρίψῃ, ὥστε καὶ αὐτὸ ἔχει τὸν πρακτικόν του λόγον. Ἐπίσης καὶ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ περὶ κωδικοποιήσεως, τὸ εὑρίσκω καὶ ὡς οὐσιαστικῶς ὀρθῶς ἔχον, διότι τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παρουσίασε τὸ παρελθὸν σύστημα, εἶναι πάντως πολὺ μεγαλείτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεδείχθησαν ὅτι θὰ παρουσιασθῶσιν ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἑνωτικῆς ψηφίσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, συντάσσομαι μὲ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς πλὴν τοῦ δ’ ἐδαφίου, εἰς τὸ ὁποῖον δέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν. Οὕτω, Κύριοι, ἐξετάζοντες τὰ πράγματα δὲν πρόκειται νὰ κατεδαφίσωμεν οὔτε ῥέπομεν ἐκ συστήματος, ὡς μᾶς κατηγόρησαν, εἰς κατεδάφισιν, ἀλλὰ τοὐναντίον σπεύδομεν, ἂν σπεύδωμεν, εἰς ἀνόρθωσιν, εἰς κατεδάφισιν τῶν ἑτοιμορρόπων, ὅπου ὑπάρχει τι τοιοῦτον, ἂν ὑπάρχῃ τι διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου τὸ ἀπειλητικόν, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος δεικνύει ὅτι ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον ἔβλαψε, καὶ τὸ κακὸν αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου. Εἴδετε, Κύριοι, πόσος ἐγένετο λόγος περὶ τῆς καλλιεργείας κατὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν προηγουμένως· ἐρρήθη ὅτι καὶ ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλωμεν τὰ καλῶς ἔχοντα, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διαπραχθῇ τι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅμως ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου ἔκαμε νὰ ἀναπνεύσῃ ὁ λαός, καὶ ἡ ἀπόφασίς μας ἐχειροκροτήθη, διότι καὶ τοῦτο ἦτο ἓν ἐκ τῶν σημείων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς εἶχε στρέψει τὴν προσοχήν του.
§73Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§74ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτά, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἥτις εἶναι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
§75Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐπ’ ἐλάχιστον θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι θὰ ὑποβάλω πρὸς αὐτὴν μερικὰς σκέψεις μου μόνον, αἱ ὁποῖαί μοι ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς προηγηθείσης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου συζητήσεως, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι πλῆρες, καὶ μόνον μικραί τινες ἀντιρρήσεις περὶ τὴν διατύπωσιν ὡρισμένων φράσεων ἠδύναντο νὰ προβληθῶσιν. Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, γνωστὸν βεβαίως πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐν γένει διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀποτελοῦσι κατὰ τὴν κρατοῦσαν γνώμην—τὴν καὶ μόνην ὀρθήν—ἀντικείμενον τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς· καὶ τὸ ζήτημα τουτέστι τῆς ἀπαρτίας καὶ τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος τῶν συζητήσεων καὶ τὸ ζήτημα τοῦ μέρους, εἰς ὃ συνεδριάζει ἡ Βουλή, εἶναι ἀντικείμενον τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς.
§76Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ὄχι πάντα.
§77Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα· πάντα ταῦτα· ἀπόδειξιν δ’ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔχω καὶ τὰ λεχθέντα προχθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, συζητουμένου τοῦ 56ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁρίζοντος τὰ τῆς ἀπαρτίας, ἐγνώρισε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ τῆς ἀπαρτίας ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ συνεπληρώθησαν κυρίως διὰ τῶν Κανονισμῶν τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, καίτοι ἐν τοῖς Συντάγμασιν αὐτῶν γενικῶς ὁρίζονται τὰ τῆς ἀπαρτίας. Μεταξὺ δὲ τῶν ἀντικειμένων τοῦ Κανονισμοῦ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀναγραφὴ τῶν ὅρων καὶ τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, ἵνα βεβαιῶται ἡ ὡριμότης τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων καὶ ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀρτιότης τῶν ψηφιζομένων νόμων. Ἐπειδὴ ὅμως μεταξὺ τῶν ἀντικειμένων τούτων τοῦ Κανονισμοῦ τινά εἰσιν οὐσιωδέστατα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐπειδὴ ὁ Κανονισμὸς δύναται νὰ τροποποιῆται ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁπότε δυνατὸν νὰ συμβῶσι καὶ ὑπερβασίαι, ἀναλόγως τῶν σκέψεων τῶν κρατουσῶν ἑκάστοτε ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ, τούτου ἕνεκα πάντα τὰ Συντάγματα τὰς οὐσιωδεστάτας ταύτας καὶ γενικὰς ἀρχὰς καθιεροῦσι καὶ ἀναγράφουσιν ὡς συνταγματικοὺς κανόνας· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡμεῖς καθιερώσαμεν συνταγματικῶς ἐν τῷ ἡμετέρῳ Καταστατικῷ Χάρτῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, ὡς καὶ τὸ ζήτημα τῆς τριπλῆς συζητήσεως εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας τῶν ὑποβαλλομένων πρὸς ψήφισιν νομοσχεδίων. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξεταστέον, κύριοι Βουλευταί, ἐνταῦθα τυγχάνει, ἂν ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 57ῳ γενομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προσθήκη, ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰς ἐπιτροπὴν παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν αὐτῶν, ὡς ἐπίσης ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ ἡ ὕπαρξις προθεσμίας τοὐλάχιστον δύο ἡμερῶν μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης συζητήσεως, ἄν, λέγω, ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι λυσιτελὴς καὶ ἂν οἱ ὅροι οὗτοι καὶ αἱ ἐγγυήσεις αὗται εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τεθῶσι καὶ καλῶς ἐτέθησαν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, ἢ πρέπει νὰ μείνωσιν, ὡς ἦτο καὶ μέχρι σήμερον, ἀντικείμενον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Κύριοι Βουλευταί, ἡ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα 47 ὅλων ἐτῶν ἀπέδειξε καὶ ἐκύρωσεν, ὅτι εἶναι πράγματι σκόπιμος καὶ ἀναγκαία ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γενομένη διατύπωσις τοῦ 57ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ καθιέρωσις δι’ αὐτοῦ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ Αʹ Συντάγματι ὑπῆρχε μία καὶ μόνη ψήφισις κατόπιν μιᾶς καὶ μόνης συζητήσεως, ἀλλὰ τότε ὑπῆρχε καὶ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία ἐχρησίμευεν ὡς ἐγγύησις διὰ τὴν ὡριμότητα τῆς συζητήσεως καὶ τὴν ἀρτιότητα τῶν νόμων· τὸ νέον ἡμῶν Σύνταγμα καταργῆσαν τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας ἀνέγραψεν ἀντὶ τούτου πρὸς ἐξασφάλισιν τὴν τριπλῆν τῶν νόμων ψήφισιν εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας· ἀλλὰ γνωρίζετε πάντες κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ τριπλῆ συζήτησις καὶ ψήφισις κατ’ οὐσίαν ἀπέβη μία, διότι κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν οὐδεμία πραγματικὴ συζήτησις ἐγίνετο καὶ οὐδεμία τροπολογία ὑπεβάλλετο καὶ μόνον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν συνεζητοῦντο καὶ ἐτροπολογοῦντο τὰ νομοσχέδια· ἐν ᾧ λοιπὸν κατ’ οὐσίαν εἴχομεν μέχρι σήμερον μίαν καὶ μόνην συζήτησιν, καίπερ στερηθέντες τοῦ Σώματος τῆς Γερουσίας, καὶ ἐν ᾧ ἡ ἐπεξεργασία τῶν νομοσχεδίων ὑπὸ κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, δὲν κατέστη δυνατόν ποτε νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἡ περὶ τούτου διάταξις ἀναγραφεῖσα εἰς τὸν Κανονισμὸν ἀφέθη εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις ὑπάρχουσί τινες, ὡς ἐκ τῶν συζητήσεων ἀντελήφθην, οἵτινες δὲν κρίνουσι σκόπιμον τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιέρωσιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, ὡς ἀναγράφει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ὑπ’ αὐτῆς τροποποιηθέντι 57ῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος· ἂν λοιπὸν ἤδη ὁρισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ἐν ἄρθρῳ 57ῳ, ὡς διατυποῖ ἡ ἐπιτροπή, «τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς παραπομπῆς τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων εἰς κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θέλει ἐπεξεργάζεσθαι ταῦτα καὶ ὑποβάλλει εἶτα ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν», τοῦτο κατὰ πολὺ θέλει συντελέσει καὶ εἰς τὴν ὡριμότητα τῶν συζητήσεων καὶ εἰς τὴν ἀρτιότητα τῶν ψηφιζομένων νόμων.
§78Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ δευτέρα περίοδος;
§79Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Περὶ τοῦ κατεπείγοντος ἐννοεῖτε; Θὰ ὁμιλήσω, κ. Πατσουράκε.
§80Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα κατεπείγοντα θὰ εἶναι.
§81Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Αὐτὸ κυρίως ἠθέλησα νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐννοήσῃ αὕτη, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφείσης τροποποιήσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἀναγραφῆς ταύτης ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς· διότι, ὡς εἴρηται, ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, εἰσὶν ἀντικείμενον τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς καὶ οὐχὶ διατάξεις καθαρῶς συνταγματικαί. Ἐκεῖ λοιπόν, ἔνθα ἔχομεν ἤδη ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Συντάγματι τρεῖς ἢ τέσσαρας τοιαύτας διατάξεις, λυσιτελὲς θὰ εἶναι, ἀφοῦ ἡ πεῖρα μᾶς τὸ ἐπιβάλλει, νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἡ διάταξις περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὰς τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων. Μᾶς φέρεται ἡ ἀντίρρησις, ὅτι περιττεύει ἡ συνταγματικὴ καθιέρωσις τῶν ἐπιτροπῶν, διότι διὰ τοῦ μέλλοντος νὰ θεσπισθῇ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τὰ νομοσχέδια θὰ ὑποβάλλωνται ἐνταῦθα ἐπεξειργασμένα ὑπ’ αὐτοῦ, Εἶναι βέβαιον, κύριοι Βουλευταί, ὡς πολὺ ὀρθῶς καὶ προσφυῶς ἀνέπτυξαν χθὲς ὅ τε σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος τοιοῦτος, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς θέλει λειτουργεῖ, δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τῇ Βουλῇ συζητήσεις, διότι ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς αὐτὸ θὰ ἐργάζηται, θὰ καταλήξῃ πάντως εἰς ἐργασίαν ὑπὸ γραφειοκρατικὸν τύπον καὶ θέλει συζητεῖ ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως· τὴν ζωντανὴν ὅμως γνώμην τοῦ ἔθνους, ἣν πρέπει νὰ ἐκπροσωπῶσιν οἱ νόμοι, μόνον αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τὸ ἐμφανές· διότι αὕτη προκύπτει ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς ἐν αὐτῇ συζητήσεως καὶ συγκρούσεως τῶν διαφόρων γνωμῶν, οὐχὶ δ’ ἐν ταῖς μυστικαῖς συζητήσεσι Σώματος, ἔχοντος μέν, κατὰ πρόληψιν, τὰ τῆς πείρας καὶ ἐπιστήμης ἐφόδια, πάντως ὅμως ὑπὸ γραφειοκρατικὸν τύπον ἐργαζομένου καὶ μὴ δυναμένου μετὰ κύρους νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὰς ἑκάστοτε ἐπικρατούσας παρὰ τῷ ἔθνει γνώμας ἐφ’ ὡρισμένου τινὸς νομοσχεδίου. Ἐκτὸς ὅμως, λέγω, πάντων τούτων, ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος λίαν οὐσιώδης, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδείκνυται, ὅτι σπανίως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλληται ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου ἐμπεριστατωμένως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς διαφώτισιν αὐτῆς· κατὰ τὸ ἄρθρον 84 τοῦ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος προσχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ὁρίζεται 15ήμερος προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὀφείλει νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ παραπεμπόμενα πρὸς αὐτὸ νομοσχέδια· ἐν τῷ τελευταίῳ δ’ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ῥητῶς ὁρίζεται ὅτι «ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τῶν διατάξεων νομοσχεδίου τινὸς γνώμην του ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, ἡ Βουλὴ προβαίνει καὶ ἄνευ ταύτης εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου». Γνωστὸν ὅμως τυγχάνει ἐπίσης, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ περιβληθῇ διὰ πολλαπλῶν καὶ ποικίλων καθηκόντων, ἡ ἐνάσκησις τῶν ὁποίων θ’ ἀπορροφᾷ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου τοῦ Συμβουλίου· θὰ εἶναι λοιπὸν φυσικῶς ἀδύνατον εἰς αὐτό, τὴν σωρείαν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβαλλομένων αὐτῷ νὰ ἐπεξεργάζηται ἐντὸς 15 ἡμερῶν καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του· κατ’ ἀνάγκην τότε συνεπῶς θὰ ἔχωμεν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἤτοι ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰδικῆς ἐπεξεργασίας· τὸ τοιοῦτον δὲ θεωρῶ ὅτι εἶναι εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ὅπως συνταγματικῶς θεσπισθῇ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδεὶς πιστεύω δύναται νὰ διαφωνήσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 57 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ὃ «εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις δύναται ἡ Βουλή, κηρύσσουσα τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν, νὰ μὴ παραπέμψῃ ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο κατ’ ἄρθρον συζητήσεων χρόνον», θεωρῶ καὶ τὴν ἀντίρρησιν τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀντιτασσομένην, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς κηρύξεως ὡς κατεπείγοντος νομοσχεδίου τινὸς θὰ ματαιῶται ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἔργον τῶν ἐπιτροπῶν, διότι θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις διὰ τῆς πλειονοψηφίας νὰ κηρύσσῃ οἱαδήποτε θέλει νομοσχέδια ὡς κατεπείγοντα, θεωρῶ, λέγω, καὶ τὴν ἀντίρρησιν ταύτην ὡς μὴ βάσιμον καὶ ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐπ’ αὐτῆς δύο τινά· καὶ ἂν διαγραφῇ δηλαδὴ τὸ ἐδάφιον τοῦτο, ὡς ζητοῦσί τινες, καὶ ἂν κατασταθῇ τούτου ἕνεκεν ὑποχρεωτικὴ ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν καὶ αὐτῶν τῶν ἀληθῶς κατεπειγόντων νομοσχεδίων, οὐδεμία ἐκ ταύτης πραγματικὴ ὠφέλεια θὰ ὑπάρξῃ, καθ’ ὅσον οὐδαμῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 4 ἢ 5 ἢ καὶ 6 ὡρῶν, ἃς θέλουσιν ὡς προθεσμίαν οἱ κατὰ τοῦ κατεπείγοντος ὁμιλήσαντες, οὐδαμῶς, λέγω, θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοιαύτης προθεσμίας ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ πραγματικῶς καὶ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της· θ’ ἀναγκάζηται λοιπὸν αὕτη νὰ ὑποβάλῃ τυπικὴν τοιαύτην, ἥτις οὐδαμῶς θὰ διαφωτίζῃ τὴν Βουλὴν καὶ μόνον τὰ προσχήματα θὰ τηρῶνται· ἐνῷ ὑπάρχουσι πράγματι μερικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, εἴτε ἐκ τῶν λόγων, ἐξ ὧν ἐπήγασαν, εἴτε ἐκ τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς ὑποβάλλονται, εἶναι ἀληθῶς κατεπείγοντα· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἂν διαγράψωμεν τὸ περὶ κατεπείγοντος ἐδάφιον, τί γενήσεται; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις κατεπείγοντος; Βεβαίως ναί, ὡς εἶπον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίς θὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν; Ἡ Βουλὴ βεβαίως, ἢ μᾶλλον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς· πάντως ὅμως κατόπιν συζητήσεως, ἀφοῦ ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς πειθαρχοῦσα εἰς Κυβέρνησιν αὐταρχικήν, ἐλέχθη, ὅτι θέλει τῇ συστάσει αὐτῆς παραβιάζει ἐνίοτε τὴν διάταξιν ταύτην· διότι, ὅπως εἶπόν τινες, εἶναι ζήτημα καλῆς πίστεως ἡ τήρησις τοιούτων διατάξεων, ἥτις ἀμφίβολον ἂν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις καὶ πλειονοψηφίας· Τὸ τοιοῦτον ἀληθῶς δύναται νὰ συμβῇ· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω πρὸς ὑμᾶς συγχρόνως τὰ ἑξῆς. Εἰς τὴν πλειονοψηφίαν κυρίως τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνατεθειμένα ὑπὸ πάντων τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων σπουδαιότατα καθήκοντα, πολὺ σπουδαιότερα τῆς ἁπλῆς κηρύξεως ἑνὸς νομοσχεδίου ὡς κατεπείγοντος· εἶναι τουτέστιν ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὴν κατ’ οὐσίαν ἡ ὁριστικὴ ψήφισις τῶν νόμων, ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ψήφισις τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως κτλ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία ἔχει τὸ μεῖζον δικαίωμα τοῦ ψηφίζειν νόμους, δὲν θέλετε νὰ ἔχῃ τὸ ἔλασσον δικαίωμα, τὸ νὰ κηρύξῃ νομοσχέδιόν τι κατεπεῖγον;
§82Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν περιττεύει ἡ δευτέρα περίοδος.
§83Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν περιττεύει· διότι, ὅταν λάβητε, ὡς εἶπον, ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἄλλως, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς κυβερνᾷ καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ νόμους, οἵτινες, ἀκατάλληλοι ὄντες, δύνανται νὰ προξενήσωσι πολὺ σοβαρωτέρας βλάβας, βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κηρύσσῃ νομοσχέδιόν τι κατεπεῖγον, ἀφοῦ ὑπὸ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη περίπτωσις. Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχω νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν, διότι, καίτοι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἐν τούτοις ἔτυχε νὰ μὴ παρευρεθῶ εἰς τὴν συνεδρίαν ἐκείνην, καθ’ ἣν συνεζητήθη τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν δηλαδὴ ἄρθρῳ, ἐν τῇ 2ᾳ παραγράφῳ, ἀναγράφεται τὸ ἑξῆς· «μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν παρεπέμφθη πρότερον, μετὰ δὲ τὴν ὑπ’ αὐτῆς ἐπεξεργασίαν ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς διαφόρους συνεδριάσεις, ἀπεχούσας ἐπ’ ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας». Ἐρωτῶ λοιπόν· τί γενήσεται, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ βραδύνῃ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον ἢ ἀμελῇ τὸ τοιοῦτον, ἀφοῦ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου μόνον μετὰ τὴν ὑπ’ αὐτῆς ἐπεξεργασίαν προβαίνει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν;
§84ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἐξητάσθη καὶ ἀφέθη εἰς τὸν Κανονισμὸν ν’ ἀναγραφῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, τίθεται προθεσμία· ἡ Βουλὴ δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς· ἂν ἡ ἐπιτροπὴ βραδύνῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τάξῃ εἰς αὐτὴν προθεσμίαν· ἂν δὲν ἐργασθῇ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ.
§85Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα· ἔχει καλῶς. Λυσιτελὲς ὅμως εἶναι νὰ περιληφθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀναγραφῇ αὕτη εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία τῆς Συνελεύσεως. Ὄσον ἀφορᾷ ἤδη εἰς τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ διάταξιν, δι’ ἧς καθορίζεται ὁ τρόπος τῆς ἐπιψηφίσεως κωδίκων ἢ ἰδιωτικοῦ δημοσίου δικαίου, προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, φρονῶ, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἣν ἡ τοιαύτη ἐπιψήφισις ἐφαρμόζεται μόνον ἐπὶ τῶν δικαστικῶν κωδίκων, φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη εἶναι προτιμοτέρα· καθόσον, ἂν δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ψηφίσεως τῶν κωδίκων τοῦ δημοσίου δικαίου, καθ’ ὃν τρόπον καὶ τῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ τῆς ἀρτιότητος αὐτῶν τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχομεν περὶ τῆς ἀρτιότητος τῶν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου· διότι τὸ μὲν ἀστικὸν καὶ ποινικὸν δίκαιον ἔχει λάβει ἀρκοῦσαν ἤδη παρ’ ἡμῖν ἀνάπτυξιν, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ δύνανται ν’ ἀπαρτισθῶσιν ἐκ διαπρεπῶν ἐπιστημόνων, παρεχόντων τὰ ἐχέγγυα ἀρτίας καὶ ἐπιστημονικῆς ἐργασίας, πρὸς ἣν μετὰ πεποιθήσεως δύναται ν’ ἀποβλέψῃ ἡ Βουλή, ἐνῷ αἱ πολιτικαὶ ἐπιστῆμαι, ἐν αἷς καὶ τὸ διοικητικὸν δίκαιον, δὲν ἐκαλλιεργήθησαν εἰσέτι ἀρκούντως παρ’ ἡμῖν καὶ δὲν ἔχουσι λάβει τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ὥστε νὰ εἶναι πεπεισμένη ἡ Βουλή, ὅτι οἱ μέλλοντες ν’ ἀποτελέσωσι τὰς ἐπ’ αὐτῶν ἐπιτροπάς, θὰ κατορθώσωσι νὰ παρασκευάσωσιν ἔργον ἄρτιον καὶ ἐπιστημονικόν. Περατῶν τὸν λόγον ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς σύστασιν· τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον θεωρῶ ἐξ ἴσου σοβαρὸν ὡς τὸ ἄρθρον 56, τὸ ὁρίζον τὰ τῆς ἀπαρτίας· ὁ καθορισμὸς τῶν ἐπιτροπῶν συνταγματικῶς, ἤτοι ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὰς τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, καὶ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς διαφόρους συνεδριάσεις ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔφερα τὸν λόγον, διότι ὡμίλησαν λίαν πειστικῶς ἐπὶ ταύτης ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελοῦσι τὸν ἕτερον τῶν στηλοβατῶν, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται ἡ κανονικὴ καὶ σκόπιμος λειτουργία τῆς Βουλῆς, καὶ παρέχουσι τὰ ἐχέγγυα περὶ τῆς ὡριμότητος τῶν ἐν αὐτῇ συζητήσεων καὶ τῆς ἀρτιότητος τῶν ψηφιζομένων νόμων· οὗτοι δὲ ἄρτιοι εἰς τὸ μέλλον ὄντες θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δύναται νὰ ἔχῃ ἀγλαοὺς καρπούς. (Χειροκροτήματα).
§86Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, συνεκαλούμεθα εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ὑπὸ περιστάσεις ὁμαλάς, ὅπως συντάξωμεν τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Χάρτην, θὰ συνεφώνουν πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι δέον νὰ τίθενται διατάξεις περιέχουσαι γενικοὺς κανόνας ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ, ἐν ἄκρᾳ περιεκτικότητι. Θὰ συνεφώνουν μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι πρέπει καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ νὰ μεταφυτεύσωμεν τὰς ἀλλαχοῦ ἰσχυούσας διατάξεις, τὰς διατάξεις τὰς ἰσχυούσας ἐκεῖ ὅπου ἡ συντελεσθεῖσα κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ πρόοδος ἀποτελοῦσι τὸ ἀσφαλέστερον ἔρεισμα τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κ. συνάδελφοι, συνεκλήθημεν καὶ συνήλθομεν ἐνταῦθα συνεπείᾳ μιᾶς ἐκρύθμου, μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως, συνήλθομεν ἐνταῦθα κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ ἐλάβομεν ὡρισμένην ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἐντολὴ ἡμῶν αὕτη συνίσταται εἰς τὸ νὰ θέσωμεν φραγμούς, εἰς τὸ νὰ θέσωμεν ἐμπόδια ἀνυπέρβλητα, ὥστε τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ὑπερβασίαι ἐκεῖναι τοῦ παρελθόντος, αἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ συγκλονήσωσι τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ μειώσωσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ τόσον ἡ νομοθετική, ὅσον καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην φρονῶ ὅτι μία τῶν κυριωτέρων διατάξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰδιάζουσα δέον νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57, εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν Δικονομίαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν Δικονομίαν τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ νομοθετικὸν Σῶμα εἶχε καταπέσει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ συνεπείᾳ ὑπερβασιῶν, συνεπείᾳ ἐκτρόπων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐπανάληψιν ἀτυχῶς ἔλαβον χώραν περὶ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων ἐμπνεύσαντα καὶ αὐτὴν τὴν δυσπιστίαν πρὸς τὸν νομοθέτην. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος εἴτε πολιτικῆς κακοπιστίας εἴτε πλειονοψηφίας ὑπεικούσης τυφλῶς εἰς τὰ νεύματα τῶν κυβερνώντων δὲν εἶδον τὸ φῶς πολλοὶ νόμοι ἀνεφάρμοστοι, νόμοι προσωπικοὶ καὶ ἀντισυνταγματικοί, νόμοι ἐπιβλαβεῖς, οἵτινες πᾶν ἄλλο εἶχον ἢ τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς νόμος, ὅστις πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ἐν εὐνομουμένῳ Κράτει; Ἐν μιᾷ νυκτὶ εἰσήγοντο καὶ ἐψηφίζοντο ἐν σπουδῇ νόμοι συντασσόμενοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὑπὸ ὑπαλλήλων ἐντελῶς ἀκαταλλήλων διὰ τοιοῦτο βαρὺ ἔργον, καὶ κατέληγε πολλάκις νὰ τίθενται εἰς ἐφαρμογὴν νόμοι, τοὺς ὁποίους οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ψηφίσαντες ἐγνώριζον ἴσως ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν καὶ ταῖς συνεπείαις, ἃς ἤθελεν ἔχει ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ στήσωμεν ἰδιάζουσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὸ μέλλον καὶ ἐνισχύσωμεν τὴν πεποίθησιν παρὰ τῷ λαῷ ὅτι τοῦ λοιποῦ οἱ νόμοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τοῦ μέλλοντός του καὶ ῥυθμίζουσι τὴν πρόοδόν του, θὰ εἰσάγωνται καὶ θὰ ψηφίζωνται ὑπὸ ἐγγυήσεις τοιαύτας, ὥστε εἰς τὴν συνείδησιν πάντων νὰ ἐνσταλάζηται ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ νόμος εἶναι προϊὸν βαθείας μελέτης καὶ ἐρεύνης καὶ γνώσεως τῶν σχέσεων, ἃς πρόκειται νὰ κανονίσῃ, μέλλον νὰ βελτιώσῃ ταύτας καὶ ἠθικῶς καὶ κοινωνικῶς καὶ οὐχὶ ἀμελέτητον κατασκεύασμα τῆς στιγμῆς ἐπιζήμιον ἢ τεῖνον εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν συμφερόντων τινῶν ἐπὶ βλάβῃ τῶν πολλῶν. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς πληροῖ ὁπωσδήποτε καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν ἀνάγκην ταύτην· διότι διὰ τῶν λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας ἐγόμισεν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβῃ, κανονίζει καὶ τὴν προμελέτην καὶ τὴν προεπεξεργασίαν, ἥτις δέον νὰ προηγῆται τῆς ὑποβολῆς καὶ ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, καὶ τὰ χρονικὰ διαστήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρέχει ἐφεξῆς εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὴν εὐκαιρίαν, τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ μελετῶσιν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσωσι, καὶ ἐν πλήρει συναισθήσει καὶ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει νὰ δίδωσι τὴν ψῆφον αὐτῶν. Θὰ ἠδύνατο ἴσως τὴν τοιαύτην ἀνάγκην νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ μέλλον νὰ ψηφισθῇ βραδύτερον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ, ὅπως θὰ καταρτισθῇ, θὰ ἔχῃ τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα τὰ κοινωνικά, τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα τῆς πείρας, θὰ εἶναι ζυμωμένον μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς σχέσεις τοῦ λαοῦ, ὥστε ἡ ἐπεξεργασία, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἐπεξεργασία, τὴν ὁποίαν γινομένην ἀπὸ τοῦ ἀφανοῦς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἀντιλαμβάνηται κἂν ὁ λαός, ὡς ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐπεξεργασίαν ἐκείνην, ἥτις γίνεται ἐν ταῖς βουλευτικαῖς ἐπιτροπαῖς, ὅτι ἡ ἐπεξεργασία, λέγω, αὕτη θὰ ἔχῃ τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα, ὥστε νὰ ἐνσταλάζῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐμελετήθη μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἐρρυθμίσθη τελείως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς νόμος. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἐξετάσῃ τὸν νόμον ἐκ τῆς νομικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως, ἀπὸ τὴν θεωρητικὴν αὐτοῦ ἄποψιν, ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, πρὸς τὸ ὅλον σύστημα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ βεβαίως τὴν ἁρμοδιότητα οὔτε τὰ ἐφόδια, ἵνα ἐξετάσῃ αὐτὸν ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτοῦ σημασίαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῆς ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἐπ’ ἐκείνων, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις. Ἐνῷ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἐκ Βουλευτῶν, ἀποτελουμένη ἐξ ἀνδρῶν ἀπορρεόντων ἐκ τοῦ λαοῦ καθ’ ἑκάστην ζυμουμένων καὶ βλεπόντων καὶ ἀντιλαμβανομένων τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, θὰ εἶναι εἰς θέσιν μετὰ πάσης τῆς ἐπιγνώσεως καὶ τῶν πρακτικῶν συνεπειῶν νὰ κανονίσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τεθῶσι καὶ νὰ ἰσχύσωσιν ἐν τῷ νόμῳ. Εἶναι δ’ ἀπαραίτητος ἡ τοιαύτη προεπεξεργασία τῶν νόμων πρὶν ἢ εἰσαχθῶσι πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀναστηλώσῃ, εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ νόμος ἀπέναντι τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Διότι οἱ νόμοι βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωσι βαθείας τὰς ῥίζας αὑτῶν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ νὰ ὦσι τὸ ἀπαύγασμα καὶ πιστὸν ἀπεικόνισμα αὐτῆς, πρὶν δὲ ἢ ἰσχύσῃ ὁ νόμος δέον νὰ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν ὅτι συνεζητήθη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐν ταῖς ἐλαχίσταις λεπτομερείαις αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐμελετήθη κατ’ ἰδίαν ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς καὶ διερρυθμίσθη καὶ συνεσκευάσθη καὶ συνεπληρώθη, μελετηθεισῶν πασῶν τῶν ἐνδεχομένων συνεπειῶν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ὁ νόμος οὗτος ἔχῃ ὅλα τὰ ἐφόδια ταῦτα, ἵνα ἐπιβληθῇ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, τότε οὗτος τιθέμενος εἶναι ἀπρόσβλητος καὶ τέλειος. Καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ καὶ δέχομαι τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ μόνον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνῶ — διότι πικρὰ πεῖρα τοῦ παρελθόντος μὲ ὠθεῖ, ὥστε νὰ ἐπιθυμῶ πάντοτε ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ καθορίζωνται τελειότερον τὰ πράγματα —, τὸ μόνον σημεῖον, λέγω, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ, εἶναι τὸ τῆς τετάρτης παραγράφου, ἐν τῇ ὁποίᾳ δέχομαι τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ σχέδιον ἐκεῖνο καθορίζει τίνες εἰσὶν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ὡρισμένως, οἵτινες δύνανται νὰ κωδικοποιηθῶσι καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὥστε ἐξασφαλίζεται ἐντελῶς πᾶσα ἐν τῷ μέλλοντι ὑπερβασία, πᾶσα πλάνη, πᾶσα παρέκβασις τῶν στενῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν φειδωλοί· νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν πικρῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς θεωρίας καὶ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἰς οὐδὲν ἢ ἐπ’ ἐλάχιστον προσαρμόζονται ἢ συμβάλλουσι πρὸς βελτίωσιν τῶν παρ’ ἡμῖν, καὶ προσηλούμενοι εἰς τὰ πράγματα, εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μακρὸν πικρὸν παρελθόν, πεντηκονταετές, ἔφερε πρὸ ἡμῶν, νὰ θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν τοὺς φραγμοὺς ἐκείνους, τὰ ἐμπόδια ἐκεῖνα, τοὺς πασσάλους ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἀσφαλίσωσιν εἰς τὸ μέλλον καὶ θὰ ἀποτρέψωσι τὰς ὑπερβασίας, θὰ ὁδηγήσωσι δὲ τὴν πατρίδα ἡμῶν εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐδαιμονίαν, ἀφ’ ὧν παρεκώλυσαν αὐτὴν αἱ ἀτασθαλίαι τοῦ παρελθόντος.
§87Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος θὰ ἀγορεύσῃ; Ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ ἀγορεύσῃ, μὴ ὄντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου, θὰ κηρύξω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§89ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ παντὸς ἡ συζήτησις ἔγινεν εὐρυτάτη· ἀλλὰ θὰ εἶναι καλὸν νὰ μὴ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία οὐδὲ τέταρτον τῆς ὥρας θὰ καταναλώσῃ περιπλέον, καὶ θὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ πῶς θὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα. Λοιπὸν θὰ εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἔδαφος συμβιβασμοῦ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ψηφοφορία τώρα. Παρακαλῶ νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις, διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐξαναρχίσῃ πάλιν τὸ ζήτημα.
§91ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, νὰ μὴ κλείσῃ ἡ συζήτησις.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 66 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Καλέργης ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς 15 ἡμερῶν ἄδειαν διὰ τὸ Ἐξωτερικόν. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν χορηγεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ζητουμένη ἄδεια. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 3ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§98Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη, ἐξηντλήθη δὲ καὶ ἡ ὑπομονὴ τῶν ἀκουόντων, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα δι’ ὀλίγων λέξεων διατυπώσω τὴν γνώμην μου τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ διαφωνῶ ἐν πολλοῖς σημείοις πρὸς τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς γίνεται ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ τῆς κατ’ ἄρθρον, ὁρίζεται δὲ ὅτι ἡ μὲν κατ’ ἀρχὴν συζήτησις θὰ γίνηται μόνον ἅπαξ, δὶς δὲ ἡ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν δὲν εὑρίσκω οὔτε πρακτικὴν οὔτε σκόπιμον, διότι τὰ ὅρια μεταξὺ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ νόμου εἶναι λίαν δυσδιάκριτα καὶ ἡ συζήτησις ἑπομένως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς δυσκόλως δύναται νὰ διακριθῇ ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ περιεχομένου. Ἐνίοτε ἡ ἀρχὴ συνδέεται τοσοῦτον στενῶς μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ γίνῃ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν ἄνευ συζητήσεως καὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ νόμου, καὶ τ’ ἀνάπαλιν, πολλάκις ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον εἶναι ἀδύνατος χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ τις τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀρχῆς. Τοῦτο, νομίζω, θὰ γεννήσῃ δυσχερείας κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἔριδας μεταξὺ τοῦ Προεδρείου καὶ τῶν συζητούντων, ἂν ἡ συζήτησις περιστρέφεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸ περιεχόμενον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἡ ἀρχὴ δέον νὰ ὑπόκειται εἰς ἐπανειλημμένον ἔλεγχον, διότι ἡ συζήτησις τῆς ἀρχῆς ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, ἀφορᾷ εἰς τὴν σκοπιμότητα τοῦ προτεινομένου μέτρου, τοῦ προτεινομένου νομοθετήματος. Μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀρχῆς, ἡ διατύπωσις τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ζήτημα, νομίζω, δευτερευούσης σημασίας, ἑπομένως φρονῶ ὅτι καὶ ἡ κατ’ ἀρχήν, καὶ πρὸ πάντων ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις, πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς ἐπανειλημμένον ἔλεγχον, καὶ ἕνεκα τῶν λόγων τούτων θεωρῶ τὴν ἰσχύουσαν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν ὡς παρέχουσαν ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν. Ἔρχομαι εἰς τὴν 2αν παράγραφον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ παράγραφος αὕτη συνδέεται, νομίζω, ἀναποσπάστως πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου γνώμη φανερῶς εἶναι ἡ δεσπόζουσα ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, νομίζω ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ περιττὴ ἡ παράγραφος αὕτη· ἄλλως τε δὲν πρέπει καὶ νὰ ἀποδεχώμεθα μεγάλην ὠφέλειαν ἐκ τῆς παραπομπῆς εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς. Ἐγὼ βεβαίως στεροῦμαι κοινοβουλευτικῆς πείρας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἡ ἐπεξεργασία τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν καταντᾷ νὰ εἶναι ἁπλῶς τυπικὸν ἔργον. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη, προκειμένου, ὡς εἶναι βέβαιον, νὰ ψηφισθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δέον νὰ ἀπαλειφθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν 3ην παράγραφον, περὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβαλλομένων κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ἔχει βεβαίως αὕτη χρησιμότητα, διότι πολλάκις κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ὑποβάλλονται τροπολογίαι, μεγίστης σπουδαιότητος, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὸ σύνολον. Ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῆς ἀμφιβάλλω, ἂν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι νομίζω ὅτι εἶναι διάταξις ἀνήκουσα μᾶλλον εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐπὶ τῆς 4ης παραγράφου ἔχω τὰς αὐτὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπέβαλον. Νομίζω ὅτι ὁ ὅρος «κώδικες δημοσίου δικαίου» εἶναι λίαν εὐρύς, περιλαμβάνων καὶ κλάδους δικαίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις, ὡς λ. χ. προκειμένου περὶ κωδικοποιήσεως νόμων τοῦ διοικητικοῦ δικαίου: Δὲν εἶναι μόνον οἱ φορολογικοὶ νόμοι τοιοῦτοι, ὡς ἐδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναφέρει. Ἄλλως τε δὲ δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ ἀναφερώμεθα εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ Πρακτικά, ὅταν δυνάμεθα ἐν αὐτῷ τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου σαφῶς νὰ διατυπώσωμεν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλομεν, καὶ ἕνεκα τούτου προκρίνω τὴν ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἐξ Βουλευτῶν προτεινομένην διατύπωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παράγραφον ἀφορῶσαν εἰς καταργημένους νόμους, νομίζω ὅτι οἱ νόμοι οἱ ἀναζῶντες πρέπει νὰ διέρχωνται ὅλα τὰ στάδια τοῦ ἐλέγχου, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ διὰ πρώτην φορὰν εἰσαγόμενοι νόμοι, διότι ὁ καταργηθεὶς νόμος δὲν ὑφίσταται πλέον· ἑπομένως, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωήν, πρέπει νὰ ὑποστῇ ὅλας τὰς βασάνους, τὰς ὁποίας ὑφίστανται καὶ οἱ ἄλλοι νόμοι. Αὐτὰ καὶ μόνα εἶχον νὰ παρατηρήσω.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων.
§100ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς βλέπω ἐγγεγραμμένον. Ὁρίστε.
§102ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκόπελος, εἰς τὸν ὁποῖον προσκρούουσιν αἱ πολιτικαὶ ἀντιπροσωπεῖαι, εἶναι καὶ ἡ τάσις τῶν Βουλῶν εἰς τὸ νὰ ψηφίζωσι νέους νόμους· ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου εὐδαιμονεστέρα εἶναι ἡ Πολιτεία ἐκείνη, ἡ ὁποία διέπεται ἀπὸ παλαιοὺς μέν, ἀλλὰ παγίους καὶ σταθεροὺς νόμους. Σκληρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων εἶναι παρ’ ἡμῖν πλημμελέστερος σχεδὸν τοῦ κρατοῦντος εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη. Εἶναι δὲ ἡ ὕπαρξις τῆς κακονομίας, πολυνομίας, ἀντινομίας καὶ κλεψινομίας, ὡς ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἓν τῶν κυριωδεστάτων αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας τῆς ἡμετέρας χώρας. Τοιαύτη εἶναι ἡ πολυνομία παρ’ ἡμῖν, ὥστε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησεν ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους. Ἐπὶ πλέον καὶ αὐταὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ εὑρίσκονται πολλάκις εἰς δυσχερῆ θέσιν, προκειμένου νὰ ὁρίσωσι τὸ τί ἰσχύει. Εὑρίσκω εὔλογον τὴν μετ’ ἰδιαζούσης προσοχῆς ἐπεξεργασίαν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἐλπίζω ὅτι διὰ τῆς μακροτάτης συζητήσεως θὰ ἐξευρεθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ συνιστῶ, ἵνα γίνῃ αὕτη δεκτὴ μὲ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν, καὶ τὰς ὁποίας πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ. Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως τρεῖς θεμελιώδεις ἀρχαὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον: Τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτροπῶν, τὸ τῆς προθεσμίας καὶ τὸ τῆς κωδικοποιήσεως. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν διαρρυθμισθῶσιν αἱ τελευταῖαι παράγραφοι καθ’ ὃν τρόπον προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως, τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ συντελέσῃ μεγάλως εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ παρ’ ἡμῖν κακοῦ.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 57, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, νομίζω ὅτι καλῶς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τῆς διατυπώσεως ταύτης ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περιορίζεται εἰς μίαν καὶ μόνην φοράν, καὶ ὀρθῶς νομίζω, διότι συζήτησις καὶ ψήφισις κατ’ ἀρχὴν ἑνὸς νομοσχεδίου σημαίνει ἀπόφασιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, ὅπως τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ νομοσχέδιον λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἀφοῦ ἅπαξ γίνῃ ἡ ἀπόφασις αὕτη, εἶναι φυσικὸν ὅτι τὰ περαιτέρω πρέπει νὰ ἀφορῶσι τὸν κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν, οὔτε τρέχομεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐσημείωσέ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐντεῦθεν, ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς Βουλῆς δύναται τοῦτο μετὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ κρίνηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀπαράδεκτον ἐν τῷ συνόλῳ, διότι μένει τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου νὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, ἐξακολουθῶ φρονῶν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορᾷ κανονισμὸν ἀναγόμενον εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, ὅπως ψηφισθῇ καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος, ἀλλὰ μετά τινας τροποποιήσεις. Ὅλοι μένομεν σύμφωνα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ θέλοντες δὲ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Ἐπικρατείας δὲν θέλομεν νὰ ἱδρύσωμεν ἓν σῶμα τοῦ διοικητικοῦ δικαίου. Ὄχι· τὸ θέλομεν νὰ μετέχῃ καὶ εἰς τὴν παρασκευὴν τὴν ἀρτιωτέραν τῶν νόμων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἡ δευτέρα παράγραφος ἤθελε ψηφισθῆ ὡς ἔχει, θὰ κατεφέρομεν ἀπὸ τοῦδε πλῆγμα σοβαρώτατον κατὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, δηλαδὴ ὡς Σώματος προπαρασκευαστικοῦ τῶν νόμων, διότι, ἂν ἡ ἐξονύχισις τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας οὐδὲν φέρῃ ἀποτέλεσμα καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεσκευάσθη τυχὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξωνυχίσθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἤθελον ἐξομοιοῦσθαι μὲ κάθε ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους καὶ τῆς πρωτοβουλίας τῆς βουλευτικῆς, αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς θὰ κατέφερεν ἀπὸ τοῦδε, ἐπαναλαμβάνω, πλῆγμα σοβαρώτατον κατὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν γνώσει ὅτι ἡ ἐκ μέρους αὐτοῦ ἐξέλεγξις τῶν νομοσχεδίων δὲν ἔχει μεγάλην ἀξίαν βεβαίως θὰ κατέληγεν εἰς μίαν τυπικὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἂν τὸ ἄρθρον 57 ἐπηκολούθει τὴν περὶ ψηφίσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διάταξιν, διότι, ἂν ἐγίνετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ διέρχωνται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ παντάπασιν ἡ διάταξις αὕτη. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις εἶναι ἄγνωστον ποία θὰ εἶναι ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς τὰ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρα, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἑξῆς διατύπωσιν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον» προστίθεται «ἢ ἂν δὲν ἐγένετο ἐπεξεργασία αὐτοῦ παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Κατόπιν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ δὲ τὴν ὑπ’ αὐτῆς» ἀντὶ τοῦ «ὑπ’ αὐτῆς» νὰ τεθῇ «ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς» καὶ μετὰ τὸ «ἐπεξεργασίαν» σκόπιμον θὰ ἦτο νὰ παρεμβληθῇ ἐπίσης ἡ φράσις, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀσαφὲς τὸ πρᾶγμα, «ἢ τὴν πάροδον τῆς πρὸς τοῦτο ταχθείσης προθεσμίας». Διότι ἐλέχθη ἐντεῦθεν ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ ἄνευ τῆς εἰς αὐτὸ παραπομπῆς. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρεμβάλωμεν τὴν τοιαύτην φράσιν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀσάφεια. Καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον: «ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις» κλπ. ὡς ἔχουσι κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ τοῦ ἄρθρου. Παρεμβάλλεται δηλαδὴ ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. (Ἀναγινώσκει): «Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς ἐτροπολογήθη». Εἶναι ἡ τρίτη παράγραφος ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἀντίρρησις προσήχθη. Ἐντεῦθεν ἐλέχθη μόνον ὅτι πρέπει νὰ τὴν περιλάβωμεν εἰς τὸν Κανονισμόν. Εἶναι ἴσως μία ἐκ τῶν σκοπιμωτάτων. Ἡ τετάρτη παράγραφος ἤγειρε πολλὰς ἀντιρρήσεις, καὶ νομίζω τώρα ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ διατυπωθεῖσαι κατὰ τῆς διατυπώσεως τῆς ἐπιτροπῆς, περιλαμβάνουσαι καὶ τοὺς κώδικας τοῦ δημοσίου δικαίου, εἶναι σοβαραί. Μετά τινα χρόνον πρόκειται νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ σύστημα τῆς νέας δημοτικῆς διοικήσεως. Φρονεῖτε ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον δύναται νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ δικαστικοὶ νόμοι; Τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον, διὰ τοῦτο, καίτοι χθὲς ἐξ ἄλλης αἰτίας ἀγόμενος προετίμησα τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἀπαιτεῖ διὰ νόμου νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ σύνταξις τοιούτου κώδικος, διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ψήφισίς του ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καίτοι εἶχον δεχθῇ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου, θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τεθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν κωδίκων», ἀπαλειφομένου τοῦ «ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου δικαίου».
§104Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν ἔννοιαν αὐτὴν νὰ τὴν ἀναγράψωμεν εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἐπίσημον ἑρμηνείαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς διδομένην.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἡ τελευταία παράγραφος προυκάλεσεν ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ μίαν μόνον ἐξ αὐτῶν εὑρίσκω σοβαράν, ἐκείνην ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι, ἂν ἔχωμεν ἕνα νόμον φορολογικὸν ἀπὸ πολλοῦ καταργηθέντα καὶ θέλωμεν νὰ τὸν ἐπαναφέρωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνοπτικώτερον, ἐπιψηφιζόμενον τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνώμαλον. Λοιπὸν δυνάμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου αὐτῆς νὰ προσθέσωμεν «πλὴν φορολογικῶν τοιούτων». Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα, διὰ νὰ προβῶμεν.
§106ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴμεθα εὐτυχεῖς ὅτι ἡ συζήτησις ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς ὁριστικὴν συνεννόησιν. Ἤδη ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Πετμεζᾶς προεδήλωσεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ὅτι δὲν θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν κωδίκων τοῦ δημοσίου δικαίου, περὶ ὧν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπῆρξε μέγας δισταγμός, ἀλλ’ οὓς περιελάβομεν ἐπὶ τῇ προβλέψει ὅτι ἡ ἵδρυσις ἡ πιθανὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔπρεπε νὰ παρακολουθηθῇ καὶ ὑπὸ ὁλοκλήρου νομοθεσίας διοικητικοῦ δικαίου, ἥτις θὰ ἦτο καλὸν ἴσως νὰ διευκολυνθῇ. Ἀλλὰ δὲν διαφεύγει ἡμᾶς ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος ἐκ τούτου νὰ δυσχερανθῇ ἡ ἀποδοχὴ τῆς Βουλῆς, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ θυσιάσωμεν τὴν φράσιν «ἰδιωτικοῦ δικαίου». Τὰ λοιπὰ εἶναι ζητήματα διατυπώσεως λόγων, καὶ βεβαίως οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ διαφωνία. Ἐπίσης οὐδ’ εἰς τὴν προσθήκην τὴν εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον, τὴν ἐξαιρετικὴν τῶν φορολογικῶν νόμων. Ταύτην νομίζομεν ὀρθήν, καίτοι τὰ παρατηρηθέντα μέχρι τοῦδε δὲν ἀνάγονται εἰς φορολογικοὺς νόμους. Ἐσημειώθη ἤδη ὅτι ἡ μνεία τῆς ἐπαναφορᾶς καταργηθέντων νόμων ἐγένετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 10ης Φεβρουαρίου, εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι ἐγένετο δὶς ἢ τρὶς ἐκτὸς ἄλλων περιπτώσεων, ἐπαναφορὰ σπουδαίων νόμων δι’ ἁπλοῦ ἄρθρου, ὅπερ οὐδὲν τῶν ἄρθρων τοῦ ἐπαναφερομένου νόμου ἐμνημόνευε, μάλιστα δὲ καὶ παρέπεμπεν ἐκ ταύτης τῆς ἀφορμῆς καὶ εἰς ἄλλον νόμον μὴ κατονομάζον αὐτόν. Εἰς τὸν τελευταῖον ψηφισθέντα νόμον καταργεῖ διατάξεις δύο ἄλλων, ὁρίζει ὅτι «ἐπαναφέρεται εἰς ἰσχὺν ὁ νόμος ΧΜΗʹ κλπ. καὶ οἱ πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἐκδεδομένοι πρὸ τῶν καταργουμένων νόμοι». Εἶναι ἄρα ἀναγκαία ἡ διάταξις αὕτη. Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν δʹ παράγραφον τοῦ σχεδίου ἡ ἐπιτροπὴ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ συμφωνήσῃ μετὰ τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς παρεμβολῆς τῆς φράσεως «ἢ δὲν ἐγένετο ἐπεξεργασία αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας», ἥτις, καὶ ἂν ἁπλῶς τοῦτο μνημονευθῇ εἰς τὰ Πρακτικά, θὰ ἔμενεν ἀνεκπλήρωτος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν εἰσαχθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἐλλειπούσης εὐκολίας νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ διαγράψωμεν τὴν παρένθετον φράσιν, βεβαίως θὰ ἔμενε νεκρὰ ἡ διάταξις, ἀφοῦ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν θὰ ὑπῆρχε, καὶ θὰ εἴχομεν ἐλευθερίαν νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§107Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς δευτέρας παραγράφου «εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις κτλ.», νὰ διαγραφῇ. Ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλίου μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ ἔθετεν εἰς σειρὰν ἀριθμοῦ 108 λ.χ. ἢ 115, ὅτε ἦτο Βουλευτής, ἔλεγε δέ· ποῦ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του, εἶναι πολὺ κάτω, ἀλλὰ περὶ τὸ λυκαυγὲς μία πρόταξις, καὶ ἤρχετο πρῶτον.
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ χωρὶς νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα· εἶναι ζήτημα μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς κανόνας τῆς κατὰ συνείδησιν ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ σπανιώτατα θὰ ἐμφανισθῇ, ὅτε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ διαμαρτυρία τῆς μειονοψηφίας, ὅσῳ καὶ ἂν εἶναι ὀλιγάριθμος, θὰ ἔχῃ δύναμιν τοσοῦτον ἐπαρκῆ, ὥστε νὰ μὴ τρέχωμεν κίνδυνον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχομεν ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς μιᾶς συζητήσεως εἰς τὴν ἄλλην, ὄχι ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ἔχομεν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἢ ἐπὶ οἱουδήποτε ἄρθρου σχετιζομένου πρὸς τὴν ἀρχήν, ἔχομεν δ’ ἐλευθερίαν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι σοβαρός, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ βεβαίως νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα ἐν ἐκτάκτοις περιπτώσεσιν εἰς τὴν κίνησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι αὐτὴ ἡ κίνησις τῆς Πολιτείας. Πρέπει νὰ ψηφίζωνται τὰ κατεπείγοντα. Παρεμβαλλόμενον νῦν τὸ πρόσκομμα τῶν 24 ὡρῶν εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ὥστε νὰ μὴ πρέπῃ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς περισσότερα. Ἄλλο τι μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ νομίζω ὅτι ἐπὶ τούτοις τὸ ἄρθρον, ἐὰν ψηφισθῇ, θὰ εἶναι ἀληθῶς εὐτύχημα διὰ τὴν μέλλουσαν ἡμῶν νομοθετικὴν περίοδον.
§110Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον μόνον εἰς τοῦτο νὰ καταστήσω προσεκτικὴν τὴν Βουλήν· διὰ τῆς παρεμβολῆς τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτείνει, ἐὰν δὲν προηγηθῇ προεπεξεργασία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, νομίζω ὅτι προδικάζεται τὸ ζήτημα τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προδικάζομεν τίποτε, οὔτε ἂν ὅλα θὰ παραπέμπωνται εἰς τὸ Συμβούλιον οὔτε ἂν δὲν θὰ παραπέμπωνται. Τὸ σχέδιον περιλαμβάνει τὴν ὑποχρεωτικὴν παραπομπὴν εἰς πᾶν νομοσχέδιον. Ὕστερον δὲ ἀπὸ τόσην συζήτησιν νὰ ἀναβάλωμεν τὸ ἄρθρον, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον.
§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἤδη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἰργάσθημεν, ἔχοντες ἀντίθεσίν τινα, ἵνα εὕρωμεν ἔδαφος συμφωνίας. Ἡ δὲ διορισθεῖσα ὑπεπιτροπὴ θέλει ἐξετάσει ταύτην τὴν ἑβδομάδα τὸ ζήτημα, καὶ ἔχω πᾶσαν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἔχωμεν ὠφέλιμον ἀπόκτημα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§114Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐξηγεῖτο σαφέστερον ὁ λόγος τῆς τελευταίας παραγράφου τῆς ἀφορώσης τοὺς νόμους τοὺς καταργηθέντας. Δὲν ἐννοῶ διατί αὐτοὶ οἱ καταργηθέντες νόμοι νὰ ἀπολαύωσι προνομίου τινὸς ἀπέναντι ἄλλων νόμων τὸ πρῶτον ἤδη εἰσαγομένων. Βεβαίως τοῦτο γίνεται διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔχουσιν ἤδη ἐπεξεργασθῆ· ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἐπεξεργασθῆ πρὸ χρόνου μακροῦ, ὑπὸ περιστάσεις διαφόρους, ἀπὸ ἀνθρώπους ἐμπνεομένους ἐκ διαφόρων αἰσθημάτων καὶ διαφόρων ἀναγκῶν. Εἶναι δίκαιον μετὰ παρέλευσιν χρόνου μακροῦ νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν κοινωνίαν οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζομεν, ἄνευ συζητήσεως οὐδεμιᾶς, ἄνευ ἐπεξεργασίας οὐδεμιᾶς;
§115Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο σκοπεῖ τὸ ἄρθρον. Θὰ περιλαμβάνηται ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ προϋπάρχοντος νόμου ἐν τῷ ἄρθρῳ καὶ θὰ συζητῆται τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα διὰ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, διὰ τριῶν συζητήσεων, καὶ ἔπειτα θὰ ψηφίζηται τὸ κείμενον ἐν συνόλῳ, οὐχὶ δὲ τὸ ἄρθρον ἐν συνόλῳ, ἐνῷ πρότερον δὲν ἐγίνετο τίποτε ἀπὸ αὐτά.
§116Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν διατί αὐτὴ ἡ τάξις τῶν νόμων νὰ ἔχῃ προνόμιόν τι καὶ νὰ ψηφίζηται ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπεξεργασίας; Νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι πρέπει νὰ ψηφίζονται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ὑπὲρ μόνον τῶν δικαστικῶν ἐννοῶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ διάκρισίς τις. Καὶ διὰ ποῖον λόγον; Διότι οἱ δικαστικοὶ νόμοι εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτῶν δὲν εἰσχωροῦσιν εἰς αὐτοὺς πάθη πολιτικὰ καὶ βλέψεις πολιτικαί, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται αὐστηρὸς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἔλεγχος καὶ λεπτομερὴς ἑκάστης διατάξεως ἐξέτασις. Ἐν τῇ ψηφίσει δικαστικῶν νόμων δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος πάντοτε ἀνάγκη εἰδικῆς ἐπεξεργασίας ἑκάστου τῶν ἄρθρων, ἀφοῦ συνήθως προεξεργάζονται ὑπὸ ἀνδρῶν ὡμολογημένης εἰδικότητος. Οἱ δικαστικοὶ νόμοι προβλέπουσι σχέσεις κοινωνικὰς μὴ φερούσας πολιτικὸν χαρακτῆρα καὶ περιέχουσι διατάξεις μὴ συνδεομένας εἰμὴ πολὺ σπανίως καὶ πόρρωθεν διὰ δεσμῶν δυσδιακρίτων πρὸς τὴν διοίκησιν. Οἱ δικαστικοὶ νόμοι ἀφ’ ἑτέρου ἀκριβῶς διὰ τὴν μεγάλην σοβαρότητα τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι, δὲν ὑποβάλλονται εἰμὴ ὅταν ἀναμφήριστος κατασταθῇ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ἡ ἀνάγκη αὐτῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους οἱ δικαστικοὶ νόμοι καὶ κυρίως ἐκεῖνοι οἱ δικαστικοὶ νόμοι, περὶ ὧν πρόκειται ἐνταῦθα, δὲν δύνανται νὰ ταυτίζωνται μετὰ τῶν λοιπῶν νόμων καὶ δύνανται νὰ τύχωσιν ἰδιαζούσης τινὸς διαδικασίας κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν συντρέχουσι τοιοῦτοι ἐξαιρετικοὶ λόγοι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς νομοθετικὸν Σῶμα νὰ δώσῃ προνόμιον ἰδιάζοντος τρόπου καταρτίσεως εἰς οἱασδήποτε διατάξεις. Ὑποθέτω λοιπόν, ὅτι ἡ διάταξις ἡ τελευταία τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν ἔχει λόγον, ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ἐκ νέου συζήτησις, ὅταν πρόκειται περὶ νόμων καταργηθέντων, ὅταν πρόκειται περὶ νόμων, διὰ τοὺς ὁποίους ἐκ περισσοῦ ὑπάρχει τεκμήριον, οὐχὶ χρησιμότητος καὶ καλῆς αὐτῶν συνθέσεως, ἀλλὰ πλημμελείας αὐτῶν, ἀφοῦ εἶναι νόμοι ἰσχύοντες καὶ καταργηθέντες. Οἱ νόμοι οὗτοι, ἀφοῦ κατηργήθησαν, δὲν ἀποτελοῦσι νόμον, ἀλλὰ χάρτην ἄγραφον. Πρέπει ἑπομένως νὰ ἐξετασθῶσιν ἐκ νέου καὶ μετὰ μείζονος ἴσως αὐστηρότητος τῶν λοιπῶν νομοθετικῶν προτάσεων.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§118Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ συνομολογηθέντα βεβαίως ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου περὶ ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶχον λάβει ἐπισήμως γνῶσιν. Λοιπὸν τίθεται ἡ πρότασις ὑπὸ ψηφοφορίαν. Ὡς ἀποτελοῦσα τροπολογίαν τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν κατὰ τὸ πλεῖστον ἔχει συγχωνευθῆ.
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀποσύρεται.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται. Αὐτὸ ἤθελον νὰ καθορίσω. Λοιπὸν ἀποσύρεται ἡ ἐπὶ τοῦ 57ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τροπολογία ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἔχουσα οὕτως: «Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 57 προστίθεται δεύτερον ἐδάφιον ἔχον οὕτω: Προκειμένου ὅμως περὶ ἐπιψηφίσεως κωδίκων ἀστικοῦ, ἐμπορικοῦ, ποινικοῦ δικαίου ἢ πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικονομίας ἐπιτρέπεται, κατόπιν συζητήσεως ψήφισις αὐτῶν δι’ ἑτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ». Κατόπιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὸ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς 57ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπεύοντος καὶ τὴν γνώμην τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν ἑτέρων πέντε Βουλευτῶν, ἔχον οὕτως: Ἄρθρον 57. «Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν παρεπέμφθη πρότερον ἢ ἂν δὲν ἐγένετο ἐπεξεργασία αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, μετὰ δὲ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέτασιν ἢ τὴν πάροδον τῆς ταχθείσης πρὸς τοῦτο προθεσμίας ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς διαφόρους συνεδριάσεις ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας. Εἰς ἐξαιρετικὰς ὅμως περιστάσεις δύναται ἡ Βουλὴ κηρύσσουσα τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν νὰ μὴ παραπέμψῃ ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο κατ’ ἄρθρον συζητήσεων χρόνον. Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται, μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν κωδίκων προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ. Ἡ περὶ τοιούτου νόμου πρότασις δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν, ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων πλὴν τῶν φορολογικῶν». Δὲν φρονεῖτε ὅτι πρέπει ἡ φράσις ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ «τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον» νὰ τεθῇ «ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις», διὰ νὰ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον;
§122Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πειράζει. Λέγομεν «σχέδιον»· δὲν λέγομεν «νομοσχέδιον».
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 57 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος Συντάγματος ὑπάρχει πρότασις μεταρρυθμίσεως ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἐξήγησιν. Ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει, ὅτι παρελείφθη νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ ἄρθρου 58, λόγῳ τοῦ ὅτι τὰ κατὰ ταύτην ἀνάγονται εἰς τὸ ἄρθρον 78. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 78, δὲν ἔχομεν ἀκόμη ὑπ’ ὄψει καὶ δὲν γνωρίζομεν.
§125Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ ἐπεξειργάσθη καὶ αὐτό. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἠδυνάμην νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πολλοὶ δισταγμοὶ ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ εἶδος εἰσηγητῶν.
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε νὰ μείνῃ αὐτό. Ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 78, ἐπανερχόμεθα. Ὥστε προχωροῦμεν κατωτέρω. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπὶ τῆς τροπολογίας συζήτησις μετὰ τὸ ἄρθρον 78.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀποσυρθῇ.
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί· ἀλλὰ παραμένει ὅμως, δὲν ἀποσύρεται. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ ἀποσυρθῇ καὶ νὰ ὑποβληθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 78.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· δὲν θὰ ἀποσυρθῇ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 78, ἂν κριθῇ ἀναγκαῖον, πάλιν ἐπανερχόμεθα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἀναβάλλεται ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἄρθρον 58 τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος Συντάγματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν. Προχωροῦμεν ἀφήνοντες ἐκκρεμὲς τοῦτο. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἔχοντος ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 59. «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἐξαιρετικῶς ἐπὶ ἐπιβολῆς ἢ αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τὸ βραδύτερον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου». Ὁ κ. Ἀναστασιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§132ΑΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς γενικῆς ταύτης ἀρχῆς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ περὶ δασμολογίου νόμου ὥρισεν ὅτι: «Ὅταν εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ σχέδιον νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, τὰ δι’ αὐτοῦ προτεινόμενα νέα ἢ ηὐξημένα τέλη εἰσπράττονται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὁρίζηται ἐν αὐτῷ». Εἶναι γνωστός, κύριοι Βουλευταί, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης προέβη εἰς τὴν παρέκκλισιν ταύτην τῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένης ἀρχῆς. Εἶναι ὁ φόβος μήπως κατὰ τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς μετατροπῆς αὐτοῦ εἰς νόμον εἰσαχθῶσι μεγάλαι ποσότητες ἐμπορευμάτων, αἱ ὁποῖαι, ἐνῷ δὲν θὰ εἶναι ἐπιβεβαρημέναι διὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένου τέλους, ἐν τούτοις θὰ πωλῶνται ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου, συνυπολογιζομένου εἰς τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως τοῦ μὴ καταβληθέντος τέλους ἐπὶ κέρδει τοῦ ἐμπορίου καὶ πρὸς ζημίαν τοῦ καταναλωτοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἐκπλήσσομαι, κύριοι Βουλευταί, διότι ἡ ὑπόνοια αὐτὴ καὶ μόνη ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς αἰτία, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἐκ μέρους τοῦ νομοθέτου παράβασιν σαφοῦς καὶ ὡρισμένης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καίτοι ὑπῆρχον καὶ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἐπαρκῶς νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ ἀντιτίθενται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ὑπόνοια αὕτη μία ἔνδειξις τοῦ πῶς ἀντιλαμβάνεται παρ’ ἡμῖν ἡ Πολιτεία τὸν πολίτην, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ἀείποτε πολέμιον αὐτῆς, ἀείποτε ἐπιβουλευόμενον τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἀείποτε μὴ ἀπασχολούμενον ὑπὸ ἄλλης σκέψεως ἢ πῶς νὰ ζημιώσῃ τὸ Δημόσιον. Καὶ γνωρίζομεν πάντες, πόσον ἡ τοιαύτη τῆς Πολιτείας ἀντίληψις ἐψύχρανε τὰς μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ πολίτου σχέσεις καὶ ἐδημιούργησε χάσμα ὀλεθριώτατον δι’ ἀμφοτέρους. Βεβαίως δὲν θὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι καὶ μεταξὺ τῶν ἐμπόρων θὰ εὑρίσκοντό τινες, οἵτινες θὰ ἐπεζήτουν τοιαῦτα κέρδη, ὅπως θὰ ὑπάρχωσι τοιοῦτοι καὶ εἰς πάντα ἐπαγγελματικὸν καὶ ἐπιστημονικὸν κλάδον. Ταῦτα ὅμως εἶναι ἐξαιρέσεις καὶ οὐχὶ κανών, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐμπορικὸς κόσμος ὁ ἐντίμως βιοπαλαίων καὶ τιμῶν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα νὰ ἐκφράσῃ τὸ εὔλογον αὑτοῦ παράπονον, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις ἐθεωρήθη κανὼν καὶ καθιερώθη οἱονεὶ τεκμήριον κατὰ τοῦ ἐμπόρου, ὡς δῆθεν ἐπιβουλευομένου τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἄλλος εἶναι ὁ κανών, ὁ διέπων τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον, καὶ τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ Ἕλλην νομοθέτης. Εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον προσέφερε καὶ προσφέρει εἰς τὴν χώραν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συλλήψεως τῆς ἰδέας περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἔθνους μέχρι σήμερον, εἶναι ἡ προθυμία αὐτοῦ, ὅπως πρωτοστατῇ καὶ συμμετέχῃ εἰς πᾶσαν θυσίαν ἐπιβαλλομένην ἐξ ἐθνικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Εἶναι ἡ τόνωσις καὶ ἡ ζωή, ἣν παρέχει εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας. Εἶναι πρὸ παντὸς ἡ μαρτυρικὴ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου τῶν τελευταίων ἰδίᾳ ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα παρ’ ὅλην τὴν κρίσιν τὴν ἐπελθοῦσαν καὶ ἐκ γενικωτέρων λόγων καὶ ἕνεκα τῶν πρό τινος ἐσωτερικῶν ἀνωμαλιῶν κατώρθωσε τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον κατατρῶγον τὰς σάρκας αὑτοῦ νὰ ἐκπληροῖ ἀνελλιπῶς καὶ εἰς τὸ ἄρτιον τὰς εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ καὶ νὰ κρατύνῃ οὕτω τὴν πίστιν τῶν ξένων ἀγορῶν καὶ πρὸς ἑαυτὸ καὶ πρὸς τὴν χώραν. Εἶναι αὕτη ἡ λευκοτέρα σελὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἐμπόριον ἄλλων χωρῶν, οὐχὶ μεμακρυσμένων ἀφ’ ἡμῶν. Διότι, ἐνῷ καὶ αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τῶν χωρῶν ἐκείνων εἶναι κρείσσονες τῶν παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ συγκοινωνία τελειοτέρα καὶ ἡ γεωργία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀκμήν της, ἐν τούτοις τὸ ἐμπόριον ἐκεῖ ἔπληξεν ἀρκετὰ ἐπωδύνως τὰ ξένα κεφάλαια, ἡ ἐμπορικὴ πίστις ἐμειώθη καὶ αἱ πιστώσεις περιωρίσθησαν εἰς τὸ ἐλάχιστον, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον πίστις τῶν ξένων ἐκδηλοῦται ἀπεριόριστος. Ἀπὸ τοιούτων ἀπόψεων γενικωτέρων θὰ ἤθελον τὸν νομοθέτην ἐπιλαμβανόμενον τῶν τοιούτων ζητημάτων καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς μικρολόγου, τῆς στενῆς ἐκείνης ἀντιλήψεως μὲ τὸ καχύποπτον ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι γνώρισμα ἄλλου παρελθόντος. Ὅπωςδήποτε, Κύριοι, τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸ καθεστώς, τὸ διὰ τοῦ περὶ δασμολογίου νόμου καθιερούμενον, ἐφηρμόσθη ἐπὶ δεκαετηρίδας, ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξῳκειώθη πρὸς τοῦτο καὶ ἤδη πανταχόθεν θεωρεῖται σκόπιμον, ὅπως ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη διάταξις τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος θέλει νὰ τεθῇ τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ εἶναι ἥσυχος ἡ συνείδησις αὐτοῦ ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ πληρώνῃ φόρους συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ οὐχὶ ἐναντίον αὐτοῦ. Τὴν σκοπιμότητα τῆς διατάξεως ταύτης ἀνεγνώρισε καὶ τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ ἀμφοτέρων τῶν σχεδίων, διότι τὸ μὲν σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἀναγράφει τὴν διάταξιν τῆς ἐπιστροφῆς τῶν φόρων ἐν περιπτώσει μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν αὐτὴν τῆς ὑποβολῆς Σύνοδον, τὸ δὲ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀπήλειψε ταύτην, ἀφεθὲν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως αὕτη κανονίζῃ τοῦτο ἐν ἑκάστῃ εἰδικῇ περιπτώσει. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο λύηται ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἂν ἡ ἱστορία τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τούτου θεσμοῦ δὲν ἐμαρτύρει ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ παρελθόντος οὐ μόνον πάντοτε ἐπεκύρωσε τὰς εἰσπράξεις τοιούτων φόρων, ἀλλὰ καὶ παρὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἐνομιμοποίησε τὴν εἴσπραξιν τοιούτων φόρων εἰσπραχθέντων δι’ ἁπλοῦ νομοσχεδίου μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου καὶ κατὰ τὴν λῆξιν καὶ αὐτῆς τῆς Περιόδου. Ἡ συνείδησις τῶν ἀμέσως ὑπὸ τῆς τοιαύτης τῆς Πολιτείας ἐνεργείας θιγομένων ἐξηγέρθη τότε καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν ταύτης ἠναγκάσθη ὁ νομοθέτης νὰ θεσπίσῃ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο (περὶ τελωνιακῶν τελῶν) ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν πρώτων συζητήσεων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἤθελε συζητηθῆ καὶ ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς Συνόδου τῆς τακτικῆς ἢ ἐκτάκτου καθ’ ἣν ὑπεβλήθη, ἀκυροῦται ἡ διάταξις περὶ τῆς πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰσπράξεως νέων ἢ ηὐξημένων τελῶν. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὡς καὶ ἐν τῇ περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπέλθῃ οἱαδήποτε μεταρρύθμισις τοῦ νομοσχεδίου, μειοῦσα ἢ ἀκυροῦσα τὰ δι’ αὐτοῦ προστεθέντα τέλη, ἐπιστρέφονται τοῖς δικαιούχοις τὰ ἐπὶ πλέον δυνάμει αὐτοῦ εἰσπραχθέντα τέλη».
§133Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο δὲν θίγεται, δὲν μεταβάλλεται ὁ νόμος μένει.
§134Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω τί ἔπραξεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὸ παρελθόν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ζητῶ μείζονας ἐγγυήσεις. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1904 ἔτους ὑπέβαλε νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ αὐξήσεως εἰσαγωγικῶν τελῶν ὡρισμένων εἰδῶν καὶ ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν μεταλλικὴν δραχμήν, τὴν πρωτότυπον ἐκείνην δραχμήν, ἡ ὁποία ἰσοῦται πρὸς δρ. 1.45 εἰς τραπεζογραμμάτια. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τὸν Μάϊον τοῦ 1904, ἔληξεν ἡ Σύνοδος καὶ δὲν εἶχε ψηφισθῆ, καὶ ἐν τούτοις τὰ τέλη εἰσεπράττοντο. Ἦλθεν ἡ Σύνοδος τοῦ Νοεμβρίου, καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐγένετο νόμος, ἔληξεν ἡ Περίοδος, διελύθη ἡ Βουλή, καὶ ἐν τούτοις ἐξηκολούθουν τὰ τέλη ταῦτα νὰ εἰσπράττωνται ἐναντίον τῶν στοιχειωδῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ ληξάσης τῆς Περιόδου, κυρίως εἰπεῖν, δὲν ὑφίστατο νομοσχέδιον. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος ἐξηγέρθη τότε καὶ ἐζήτησε τὴν ἐπιστροφὴν τῶν καταβληθέντων χρημάτων, ἂν δὲ δὲν ἦτο δυνατόν, τοὐλάχιστον νὰ σταματήσῃ ἡ περαιτέρω εἴσπραξις τῶν ἀντισυνταγματικῶν τούτων φόρων. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαπρεπὴς νομομαθὴς καὶ οἰκονομολόγος, ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν ἐμπόρων καὶ καθησύχασεν αὐτούς, ἀλλὰ κατόπιν ἄλλαι σκέψεις ἐπεκράτησαν, καὶ μίαν ὡραίαν ἡμέραν τοῦ Μαΐου τοῦ 1905 ἐψηφίζετο ὁ νόμος ͵ΓΜʹ, διὰ τοῦ ὁποίου διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ὅλα τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καταβληθέντα τέλη ἐθεωρήθησαν ὡς νομίμως εἰσπραχθέντα. Δηλαδὴ ἐπὶ ἓν ἔτος εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον φόρους ἀντισυνταγματικῶς. Ὁ νόμος ἐκεῖνος λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ ποσὰ τῆς ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπὸ χρονολογίαν 7 Μαΐου 1904 νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς 8 Ἀπριλίου 1905 εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν λόγῳ ψηφιστέας αὐξήσεως τῶν ἐν τῷ κειμένῳ δασμολογίῳ τελῶν ἀναγνωρίζονται ὡς ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ εἰσάγονται ὁριστικῶς, ὅπως διατεθῶσι κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν κειμένων νόμων». Ὅσον ἐπιεικῶς καὶ ἂν κρίνωμεν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς Πολιτείας, ἐξ αὐτῆς, κύριοι Βουλευταί, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν διδάγματα καλῆς πίστεως καὶ δικαιοσύνης. Ἓν μόνον ἀσφαλὲς πόρισμα δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν, ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος, πιθανώτατα θὰ πράξῃ καὶ οὗτος ὅ,τι ἔπραξεν ὁ νομοθέτης τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ δὲν διστάζει νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι δι’ αὐτὸν κυρίως τὸν λόγον ἀπήλειψε τὴν διάταξιν ταύτην, ὅπως δώσῃ δικαίωμα εἰς τὸν νομοθέτην, ἵνα νομιμοποιῇ τὴν εἴσπραξιν τοιούτων δασμῶν ἐν περιπτώσει ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιπτώσεως τοῦ φόρου, καθ’ ἣν ὁ ἐκ τοῦ φόρου ζημιούμενος δὲν εἶναι ὁ ἔμπορος, ἀλλ’ ὁ καταναλωτής. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι μὲν ὀρθὴ θεωρητικῶς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπολύτως ἐν τῇ πρακτικῇ. Ὑπάρχουσι πλεῖσται περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸν κίνδυνον καὶ τὴν ζημίαν φέρει ὁ ἔμπορος. Ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου εὑρεθῶσι μεγάλαι παρακαταθῆκαι τῶν ἐμπορευμάτων εἰσαχθέντων διαρκούσης τῆς ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου, αἱ παρακαταθῆκαι αὗται τῶν ἐμπορευμάτων θὰ ὦσιν ἐπιβεβαρημέναι διὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένου τέλους. Ἂν δὲ μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου εἰσαχθῶσι παρ’ ἄλλων ἐκ τῶν τοῦ αὐτοῦ εἴδους ἐμπορευμάτων, τότε αἱ παρακαταθῆκαι τῶν πρώτων θὰ στοιχίζωσι περισσότερον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ κάτοχοι αὐτῶν θὰ τελῶσιν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἀπέναντι τῶν κατόπιν εἰσαγόντων. Ἑπομένως ζημιοῦται ὁ ἔμπορος ὁ κάτοχος τοῦ πρώτου ἐμπορεύματος καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνάληψιν τοῦ καταβληθέντος τέλους. Ὁμοίως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν εἶναι δυσχερὴς ἡ πώλησις τοῦ ἐμπορεύματος, εἴτε διότι ἔφθασε τοῦτο παρὰ τὴν ἐποχὴν δι’ ἣν ἦτο προωρισμένον, εἴτε διότι δὲν εἶναι ἐντελῶς κατάλληλον δι’ ὃν σκοπὸν προωρίσθη, ὁ ἔμπορος, ἠναγκασμένος νὰ ἐκποιήσῃ τοῦτο εἰς εὐτελῆ τιμήν, ὑφίσταται σὺν τῇ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἀξίας ζημίᾳ καὶ τὴν ζημίαν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ πληρωθέντος δασμοῦ. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ μεγάλου ἐμπορίου, τοῦ χονδρικοῦ λεγομένου, ὅπερ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διενεργεῖται ἐπὶ πιστώσει, ἐν περιπτώσει ἀφερεγγυότητος τοῦ πελάτου σὺν τῇ ἄλλῃ ζημίᾳ ὁ πωλητὴς ἔμπορος ὑφίσταται καὶ τὴν ζημίαν τοῦ καταβληθέντος τέλους. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἔχομεν πλείστας περιπτώσεις ἐν τῇ πρακτικῇ, κατὰ τὰς ὁποίας τὸν κίνδυνον καὶ τὴν ζημίαν φέρει ὁ ἔμπορος, καὶ εἶναι δίκαιον εἰς αὐτὸν νὰ ἀποδοθῇ ὁ φόρος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ τίς εἶναι ὁ πράγματι ζημιούμενος, ὁ καταναλωτὴς ἢ ὁ ἔμπορος, ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος ὑπέρτερος, λόγος ἠθικός, ὅστις συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως περὶ ἐπιστροφῆς τῶν καταβληθέντων, ἐν περιπτώσει ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ὁ λόγος ὅτι θὰ ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν κοινὴν περὶ δικαίου συνείδησιν καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους νὰ νομιμοποιῆται ἡ εἴσπραξις φόρων εἰσπραχθέντων ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίων, ἅτινα ἀπερρίφθησαν, ὡς μὴ ἀναγνωρισθείσης τῆς σκοπιμότητος αὐτῶν. Οὗτοί εἰσιν οἱ λόγοι, δι’ οὓς κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς τῆς περὶ ἐπιστροφῆς τῶν εἰσπραχθέντων διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι. Κατὰ τὰ ἄλλα εὑρίσκω πληρέστερον καὶ σκοπιμώτερον τὸ κείμενον τῆς ἐπιτροπῆς, διότι εἰς τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀναγράφεται: «Ἡ εἴσπραξις αὕτη ἄρχεται», ἐνῷ τὸ κείμενον τῆς ἐπιτροπῆς ὁρίζει: «ἡ εἴσπραξις ἐπιτρέπεται», ἀφίεται δηλαδὴ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ ἐν ἑκάστῃ εἰδικῇ περιπτώσει ἂν εἶναι ἢ οὐ σκόπιμος ἡ ἄμεσος ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἴσπραξις τοῦ φόρου. Ἐπίσης διατυποῦται καὶ ἐξασφαλίζεται καλλίτερον τὸ δικαίωμα τοῦ φορολογουμένου διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὁρίζεται ὅτι «ἡ εἴσπραξις τοῦ δασμοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τὸ βραδύτερον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου». Κατὰ ταῦτα θὰ ἐνόμιζον ὅτι τὸ ὅλον ἄρθρον ἔδει νὰ διατυπωθῇ ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, προστιθεμένης εἰς τὸ τέλος τοῦ κειμένου αὐτῆς τῆς τελευταίας διατάξεως τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δέον νὰ προσαρμοσθῇ οὕτως: «Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὰ τυχὸν εἰσπραχθέντα ἀποδίδονται». (Χειροκροτήματα).
§135Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς δείκνυται ὁ λόγος, δι’ ὃν προτείνεται ἡ διαγραφὴ τῆς τελευταίας φράσεως τοῦ σχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Ἐθεωρήθη ὀρθότερον νὰ μὴ ἀναγραφῇ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι ἡ ἀπόδοσις τῶν εἰσπραχθέντων, ἀφιέμενον εἰς τὸν νόμον καὶ τοῦτο, διότι ὡς λέγει (ἀναγινώσκει) «ἕνεκα τοῦ ἐμμέσου χαρακτῆρος τοῦ δασμοῦ, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὁ καταβαλὼν αὐτὸν δὲν εἶναι καὶ ὁ τελικῶς ὑφιστάμενος τὴν ζημίαν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς ἀνάληψιν νομίμως δικαιούμενος. Καθόσον, ὡς προείρηται, ὁ ἔμπορος ἅμα τῇ καταβολῇ τοῦ ἔστω καὶ προσωρινῶς καταβαλλομένου φόρου, μέλλων νὰ μεταπωλήσῃ πρὸς τρίτους τὸ ἐμπόρευμα, κατ’ ἀνάγκην ἐπιβαρύνει αὐτό τε καὶ τὴν προϋπάρχουσαν παρακαταθήκην καὶ διὰ τοῦ ἐπιβληθέντος δασμοῦ, ὃν οὗτος εἰσπράττει ἀμέσως παρὰ τοῦ καταναλωτοῦ». Εἶναι σαφεστάτη ἡ ἐξήγησις τοῦ νόμου. Ἀφίεται ἐλευθερία ἢ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ἡ κειμένη ἢ νὰ ψηφίσῃ ὁ νομοθέτης ὅ,τι νομίσει ἐκεῖνος συμφωνότερον πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ ἢ μὴ ἀποδοθῇ τὸ εἰσπραχθὲν εἶναι πραγματικὸν ζήτημα· ἀλλὰ δύναται ὁ νομοθέτης νὰ ἐκτιμήσῃ γενικῶς τὰ κατ’ αὐτὸ καὶ ἀποφασίσῃ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχομεν νόμον, ὅστις οὕτω λύει τὸ ζήτημα, ἐὰν παρουσιασθῇ σήμερον. Ὁ κ. συνάδελφος ἠδίκησεν, ὡς νομίζω, τὴν Πολιτείαν εἰπών, ὅτι ὑπῆρξεν αὕτη κατὰ τὸ 1904 ἄδικος. Τὸ ζήτημα ἐνταῦθα συνεζητήθη διὰ μακρῶν. Ὁ νόμος τότε δὲν περιεῖχε τὴν περὶ ἀποδόσεως διάταξιν. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη καὶ ἔπειτα βελτιωθείς, ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκ νομοθετημάτων ὁμοίων πάντων σχεδὸν τῶν ἐθνῶν. Ἡ Ἰταλία, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, σχεδὸν πάντα τὰ ἔθνη, ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἡ Ἰταλία καθιέρωσεν αὐτὴν ὑπὸ τύπον ἐγγυήσεως. Ἐνταῦθα δὲ κατὰ τὸ 1905 ἦλθεν ὥρα, καθ’ ἣν ἠναγκάσθη ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, μετὰ διάλυσιν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τετελεσμένην εἴσπραξιν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν γενομένην κατόπιν τοιαύτης εἰσαγωγῆς δασμοῦ· τὸ δὲ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, τότε Πρωθυπουργοῦ, περιεῖχε διάταξιν, ἥτις προσέκρουσεν εἰς ἀντιρρήσεις, διότι ῥητῶς ὥριζεν ὅτι τὰ οὕτως εἰσπραχθέντα δὲν ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς καταβαλόντας, τοῦ Δημοσίου διατηροῦντος ἀξίωσιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἄνευ δικαιολογίας τινός. Συνεζητήθη τὸ πρᾶγμα διὰ μακρῶν, καὶ ἡ λύσις ἡ δοθεῖσα ἐδόθη κατὰ τροπολογίαν ἐμὴν γενομένην δεκτὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἐξητάσθη τοῦτο ἰδίᾳ· ἐξητάσθη ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐκεῖνος, ὅστις ἐζημιώθη, εἰς ὃν βεβαίως, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ, θὰ ἐγίνετο ἡ ἀπόδοσις. Ἀλλ’ ἀμέσως προσεκρούσαμεν ἐπὶ ποσοῦ 1500000 δρχ. εἰς τὸ ἄγνωστον πλῆθος τῶν καταναλωτῶν, οἵτινες καὶ βεβαίως λησμονήσαντες τὸ πρᾶγμα οὐδὲ κἂν νὰ σκεφθῶσιν ἐσκοτίζοντο περὶ τοῦ θέματος, ὅπερ ἔκειτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εὑρισκόμεθα δὲ λόγῳ τοῦ μακροῦ διαστήματος, τοῦ ἀντιπαρελθόντος ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐπιβολῆς τοῦ δασμοῦ μέχρι τοῦ χρόνου καθ’ ὃν οὗτος ἐνομοθετήθη, ἀπέναντι τοῦ ἐμποδίου ὅτι κατηνάλωσεν ὁ ἔμπορος ὅλον τὸ ἀπόθεμα αὐτοῦ, ἔλαβε δὲ καὶ εὐεργέτημα ἐκ τοῦ δασμοῦ, ὅστις ἐπεβλήθη ἔπειτα, διότι κατηνάλωσε πρὸς 4% περισσότερον καὶ τὸ ἐμπόρευμα τὸ ὑπάρχον παρ’ αὐτῷ πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ νέου δασμοῦ, κατηνάλωσε δὲ καὶ μέρος τοῦ ἐμπορεύματος τοῦ εἰσαχθέντος ἔπειτα, πωληθὲν καὶ τοῦτο μετὰ συνυπολογισμὸν ἐν τῷ τιμήματι, εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ, τοῦ ἐπιβληθέντος δασμοῦ, ὥστε τὸ ἐμπόριον δὲν ἦτο τὸ ζημιωθέν. Καὶ τοῦτο προέτεινα ἐνταῦθα, καὶ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐψηφίσθη ἡ διάταξις ὡς ἔχει νῦν ἐν τῷ νόμῳ, διάταξις ἀπορρέουσα ἐξ αὐτῶν τῶν γενικῶν ὑπαγορεύσεων τοῦ δικαίου. Ὁ νόμος εἶναι κυρίαρχος· οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὸν νομοθέτην νὰ δώσῃ εἰς τὸ νομοθέτημα ἀναδρομικὴν δύναμιν· προέτεινα δὲ νὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν, διότι τὸ μόνον κώλυμα, ὅπερ ἀπηγόρευεν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ μὴ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸν νόμον, ἦτο ὡρισμένον γεγονὸς προσβολῆς τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν εἴχομεν προσβολὴν ἰδιοκτησίας. Τὸ ἐμπόριον ὠφελεῖτο ἐκ τῆς ἀποδόσεως ἐκείνου, ὅπερ ἐζητεῖτο νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτό, μὴ ζημιωθὲν ἐκ τῆς ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως τοῦ δασμοῦ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος. Κεῖται κατὰ ταῦτα καλῶς, ἐν πλήρει τάξει καὶ πρὸς τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα καὶ πρὸς τὰ θεσμοθετούμενα σήμερον, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ μεριμνῶμεν ἐπὶ πλέον περὶ τῶν καλῶς ἐχόντων καὶ ἐν πλήρει τάξει.
§136Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι, πρὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀκαταμαχήτου ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραξεν ἄλλοτε φόρους ἀντισυνταγματικῶς, ἤτοι ἄνευ νόμου. Τοῦτο δὲ συνέβη προκειμένου περὶ τελωνιακῶν τελῶν, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἄλλως πως, καθόσον ἡ μὲν προψήφισις τῶν τελῶν τούτων τὰ ματαιώνει, τὸ δὲ Σύνταγμα δὲν προέβη εἰς ἐξέτασιν. Σήμερον πρόκειται νὰ προβλέψωμεν συνταγματικῶς, διὰ νὰ μὴ ὑποπίπτωμεν ἄλλοτε εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο. Μένει ὅμως καὶ ἤδη κενόν τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γεννήσῃ ζήτημα εἰς τὸ μέλλον καὶ μετὰ τὴν πρόνοιαν ἣν λαμβάνομεν ἐξαιροῦντες τῆς προψηφίσεως τὰ τέλη ταῦτα. Τί θὰ συμβῇ δηλ. ἐν τῇ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νέος φόρος, τὸ νέον δασμολόγιον, ἀπορριφθῇ ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ εἰσπραχθεὶς ἤδη φόρος θὰ ἀποδίδηται. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται ἀμέσως· εἰς ποῖον νὰ ἀποδίδηται; Εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποῖος ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν φόρον αὐτόν; Ὁ πρῶτος ὁμιλήσας σᾶς λέγει· «Εἶναι κατάδηλον, εἶναι ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσε τὸν φόρον αὐτόν». Ἀλλά, Κύριοι, ὅπως εἶναι γνωστόν, ὁ ἔμπορος δὲν πληρώνει φόρους διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ διὰ τὸν καταναλωτήν. Ἐρωτᾶται· ἐπὶ ποίῳ δικαιώματι δύναται μετὰ καιρὸν ὁ ἔμπορος νὰ ἔλθῃ λέγων «ζητῶ νὰ μοὶ ἀποδώσητε τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον κατέβαλον»; Προσθέτουσιν ὅμως ὅτι τοῦτο θὰ γίνηται, ἂν πρόκειται περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ δικαιούμενος· ἐγὼ ὅμως ἐρωτῶ ἂν θὰ ὑπάρχωσί ποτε τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, ὅπως ὁρίζηται ὅτι τῳόντι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐζημιώθη τὸν φόρον εἶναι ὁ ἔμπορος, καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον.
§137Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὅταν τὸ ἐμπόρευμα εἶναι εἰς τὴν ἀποθήκην καὶ ὁ εἰσπραχθεὶς φόρος ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται, δὲν δύναται ὁ ἔμπορος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τῷ ἐπιστραφῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐμπορεύματος αὐτοῦ;
§138Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἑκάστοτε θὰ ἔχωμεν οὕτως ἕνα προσωπικὸν νόμον εἰδικῶς γινόμενον περὶ τοῦ Α ἢ Β ἐμπόρου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν νομίζῃ ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένον νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον αὐτῆς τοιοῦτοι νόμοι, δύναται νὰ θέσῃ τοιαύτην διάταξιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτουσα τὸν φόρον θὰ ἀποφασίζῃ καὶ περὶ τῆς ἀποδόσεως, τὸ κατ’ ἐμὲ τὸ ἀποκρούω, γνωρίζων πόσον θὰ εἶναι ἐπικίνδυνοι οἱ νόμοι αὐτοὶ σχεδόν, ὡς εἶπον, προσωπικοί, καθόσον θὰ πρόκειται ἰδίᾳ περὶ ἀποδόσεως χρημάτων. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ ποίαν ἔχω γνώμην. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἄνευ ὡρισμένου κυρίου, αὐτὸ τὸ εἶδος κοινοκτησίας μὴ ψηφισθέντος τοῦ νέου φόρου νὰ διατίθηται ὑπὲρ ἑνὸς κοινωνικοῦ σκοποῦ, διὰ μίαν ἐθνικὴν ἀνάγκην οἱανδήποτε. Ἔχομεν, Κύριοι, τὴν παραγωγὴν τὴν ἐθνικήν· ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρξωσι ταμεῖα ὑπὲρ αὐτῆς. Διατί τὸ ποσὸν αὐτὸ δι’ ἑνὸς νόμου νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς ἓν γεωργικὸν π.χ. ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ταμεῖον; Νὰ περιέρχηται λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ἀδέσποτον ἀντὶ τοῦ ἐμπόρου, εἰς ὃν δὲν ἀνήκει, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι εἶδος κοινοκτησίας, νὰ περιέρχηται, λέγω, εἰς ἓν τῶν ταμείων τούτων, αὐτὸ βλέπω ὡς τὸ δικαιότερον καὶ λογικώτερον. Δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος νὰ περιέρχηται, ὡς προτείνουσιν, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἤθελε νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον αὐτόν, θὰ τὸ ἐψήφιζεν ἡ Βουλή, ὅτε ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν τὸν ἐπεκύρωσε, σημαίνει ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν θέλει τὸν φόρον.
§139Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πότε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἐντὸς πόσου χρονικοῦ διαστήματος;
§140Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ τὸ διάστημα.
§141Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα· νὰ ὁρισθῇ.
§142Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 59, ἀντὶ τοῦ «τὰ τυχὸν εἰσπραττόμενα ἀποδίδονται» νὰ τεθῇ «εἰδικὸς νόμος προσδιορίζει ταμεῖόν τι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ὡς δικαιοῦχον τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ».
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§144Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος.
§146Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλούμπαρδος.
§148Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δικαῖος.
§150Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου.
§152Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐνδεχόμενον οἱοσδήποτε Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν νόμου συντελοῦσαν εἰς αὔξησιν τοῦ δασμοῦ....
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, διότι σήμερον οὐδεὶς δασμὸς ἐπιβάλλεται, ἂν δὲν διέλθῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ ἡ πρότασις ἀπὸ τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία διαρκῶς ἐργάζεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, συσταθεῖσα διὰ νόμου. Ὑπάρχει οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ δασμολογίου ἐργαζομένη σχεδὸν καθ’ ἡμέραν, ἐξετάζουσα πᾶσαν πρότασιν, εἴτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἴτε ἄλλως πως γιγνομένην, καὶ εἰσάγουσα ἔπειτα ταύτην διὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Ὥστε ὁ φόβος αὐτὸς δὲν ὑπάρχει.
§154Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος περὶ ἀποδόσεως δὲν ἀμφισβητεῖται, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ θεσπισθῇ συνταγματικῶς τοῦτο, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀνακληθῇ ὁ νόμος αὐτός. Θὰ ὑπάρξῃ δὲ περίπτωσις νὰ ὑποβάλῃ Βουλευτής τις πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ καὶ νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην, μολονότι δὲν ἀποδέχεται τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ, νὰ ἐπιβάλῃ αὐτήν.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος δὲν λέγει ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ εἴσπραξις. «Ἐπιτρέπεται» λέγει. Περιέχεται καὶ αὐτὸ ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ.
§156Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καί, ἂν ὁ νόμος ὑποβάλληται ἀπὸ Βουλευτάς, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ διατάξῃ τὴν εἴσπραξιν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§158Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἔχω εὐχήν τινα νὰ ἐκφράσω, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων καὶ ἐπειδὴ ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι ὅστις καταβάλλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δυσκόλως τὰ λαμβάνει. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου θέλω κάμει ἔκκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι τακτοποιήσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπιστρέφονται τὰ χρήματα εἰς τοὺς πολίτας. Τὰ ἀντισηκώματα τῶν στρατιωτῶν μετὰ μῆνας πολλοὺς ἐπιστρέφονται. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τὰ χρήματα αὐτὰ πληρώνουσι τόκους οἱ πολῖται οἱ πτωχοί, διότι οἱ καταβαλόντες ἐδανείσθησαν αὐτά, εἶναι ὡς νὰ μὴ ἐπιστρέφωνται οὐδόλως, διότι ἡ ζημία εἶναι μεγάλη καὶ πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος ὁ πολίτης νὰ λαμβάνῃ ὀπίσω τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατέβαλεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ πρότασις τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν...
§160Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. Ἀποσύρεται.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρίδου.
§162Γ. ΠΩΠ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀναστασιάδου ἀπερρίφθη;
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσθη ἀκόμη.
§164Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι μᾶλλον προσθήκη εἰς τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Θεοδωρίδου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου ἀντὶ «τὰ τυχὸν εἰσπραχθέντα ἀποδίδονται» νὰ τεθῇ «τὰ τυχὸν εἰσπραχθέντα δὲν περιέρχονται εἰς τὸ Δημόσιον, διατιθέμενα δι’ εἰδικοῦ ἑκάστοτε νόμου ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς». Ἡ τροπολογία αὕτη βλέπω ὅτι εἶναι προσθήκη τοῦ ἄρθρου 29. Τούτου ἀποσυρομένου, θὰ τεθῇ ἡ τροπολογία ὡς κυρία τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἂν θέλει νὰ ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία αὕτη ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπόρριψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ τροπολογία ἀπορρίπτεται. Ἤδη ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀναστασιάδου· «Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὰ τυχὸν εἰσπραχθέντα ἀποδίδονται». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως, ἡ δὲ τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα ἀποσύρεται). Ἄρθρον 59 (ἀναγινώσκεται) Ἄρθρον 59.— «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἐξαιρετικῶς ἐπὶ ἐπιβολῆς ἢ αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τὸ βραδύτερον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 59 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 60όν). Ἄρθρον 60.— «Ἐν τῇ ἐτησίᾳ τακτικῇ Συνόδῳ ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν, καὶ τὸν Προϋπολογισμόν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸν Ἀπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἀφοῦ δ’ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν, ψηφίζεται ἅπαξ κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, εἰς τμήματα ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ὁριστέα καὶ εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας, καθ’ Ὑπουργεῖον δὲ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ὁ Ἀπολογισμὸς τῆς τελευταίας οἰκονομικῆς χρήσεως εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ τρίτου μηνὸς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ἐξετάζεται δὲ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν καὶ ψηφίζεται καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ Προϋπολογισμός».
§166Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συντόμως ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινὰς τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐκ τῶν κορυφαίων τοῦ Συντάγματος· διότι ἡ μεγίστη δύναμις τῆς Βουλῆς κεῖται ἐν τῇ ἀπεριορίστῳ ἐλευθερίᾳ, ἣν ἔχει νὰ τηρῇ κεκλεισμένον τὸν δημόσιον θησαυρόν, ὅστις ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ μὴ ἐπιτρέπῃ χρησιμοποίησιν αὐτοῦ ἢ μόνον κατὰ νόμον καὶ προσηκόντως. Τὴν τοιαύτην ἄδειαν, ἣν ἁπανταχοῦ αἱ Βουλαὶ δίδουσι μετὰ δυσκολίας καὶ προσοχῆς, ἰδίως εἰς τὰ Κράτη τὰ ὑπερέχοντα, τὴν ἄδειαν ταύτην ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐσυνηθίσαμεν σχεδὸν παίζοντες νὰ παρέχωμεν. Ἐσυνηθίσαμεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἄνευ γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ δίδωμεν αὐτήν. Διότι κατ’ αὐτὰ τόσον ταχέως ἐτρέχομεν πάντες πρὸς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐθισθέντες κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας μόνον νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὥστε δὲν παρείχετο καιρὸς οὐδὲ πρὸς σκέψιν, ὅπως γίνηται συζήτησις οὐσιαστικὴ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τὸ φαινόμενον τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁλοκλήρου ἐντὸς ἡμισείας ὥρας ἐγένετο σύνηθες· ἐφθάσαμεν δὲ νὰ ἴδωμεν ψηφιζόμενον Προϋπολογισμὸν ὁλόκληρον καὶ ἐντὸς δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τὸν τελευταῖον Προϋπολογισμόν, οὗτινος ὁ ἀγορεύων εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ἐγένετο ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὥστε ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως διὰ βοῆς ἐψήφισεν αὐτὸν μὴ γνωρίζουσα ἀκριβῶς ποῖαι ἦσαν αἱ τροπολογίαι, ἃς προσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, ἐμπιστευθεῖσα δ’ ἁπλῶς, ὅπως ἐδήλωσεν, εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν τοῦτο συνέβη εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἶναι λυπηρόν, ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἄλλοτε· καὶ πρὸ παντὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις αὕτη εἰς τὸ ἑξῆς αἱ Βουλαὶ νὰ συνέρχωνται πρὸς διασκόρπισιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καθ’ ἣν ὥραν καλοῦνται, ὅπως μετὰ προσοχῆς χειρισθῶσι τὰ τοῦ δημοσίου πλούτου. Διὰ τοῦτο ἐξητάσθη ποῖα ἦσαν τὰ τρωτὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ κειμένου, ἅτινα καὶ συνετέλουν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Τὰ τρωτὰ ἦσαν πασίγνωστα, παρετηρήθησαν ὑπὸ πάντων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ πάντων τῶν πολιτευομένων, ὑπὸ πάντων τῶν ἐπαϊόντων καὶ μελετώντων καὶ ἐδείχθησαν ὑπὸ τῶν γραψάντων ἐπὶ τοῦ θέματος, τῶν γραψάντων περὶ Προϋπολογισμοῦ καὶ λογιστικοῦ νόμου. Ὁ λογιστικὸς νόμος περιέχει πάντας ἐκείνους τοὺς φραγμοὺς τοὺς σήμερον δεομένους τροποποιήσεως ἐπὶ τὸ τελειότερον, οἵτινες, ἂν ἐφηρμόζοντο, ἤθελον ὁδηγήσει εἰς τακτικὴν πορείαν τὰ τῆς διαθέσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται κοιμῶνται, διότι ἐκοιμᾶτο καὶ ἡ ἐντεῦθεν προσήκουσα ἐνέργεια καὶ διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸ Σύνταγμα, τοιοῦτον ὡς ἐτροποποιήθη ἐν ἔτει 1864, παρέλιπε νὰ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου ὁρισμοῦ ἐκεῖνα, ἅτινα παρείχοντο ὑπὸ τοῦ παλαιοτέρου Συντάγματος ἡνωμένως εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ τὴν Βουλήν, καὶ κατεστάθη οὕτως ἀδύνατος ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Ἀπολογισμοὶ ἀπὸ μακροτάτων ἐτῶν δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τοῦ 1865 ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ὄθωνος καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ νέου Συντάγματος μέχρι σήμερον οὐδὲ εἷς ὑπεβλήθη Ἀπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεξειργασμένος πρὸς ἔγκρισιν, καίτοι Ἀπολογισμοὶ ὁριστικοὶ ἐδημοσιεύθησαν μέχρι τοῦ ἔτους 1881 ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἔπειτα δὲ ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1902. Ἔκτοτε μέχρι σήμερον ὁριστικοὶ Ἀπολογισμοὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλὰ λειτουργεῖ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ ἔλεγχος κατὰ νόμον εἰδικόν, τούτου ἐκδίδοντος τὰς ὀνομαζομένας διαδηλώσεις τὰς νῦν ὀρθῶς μετονομασθείσας ἀποφάσεις, αἵτινες ὁπωσδήποτε ἐπέχουσι θέσιν Ἀπολογισμοῦ, ἔχουσι χαρακτῆρα ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ· ὁ ἀπολογισμὸς ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὁ Ἀπολογισμὸς καὶ κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἵτινες ψηφίζουσι τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ οἵτινες, ὡς πᾶς σώφρων οἰκοδεσπότης, πρέπει νὰ προσέχωσι πῶς ἐγένοντο αἱ δαπάναι καὶ ζητῶσι λόγον ἀπ’ ἐκείνων, οἵτινες κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν διέθεσαν τὸ χρῆμα. Τοιοῦτος λογαριασμὸς δὲν ἐζητήθη ποτέ, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ, παρατεινομένης τῆς ὑφεστώσης συνταγματικῆς καταστάσεως. Ἦτο ἄρα ἀνάγκη νὰ διαρρυθμισθῶσι τὰ τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ τρόπον, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς πρῶτον νὰ εἰσάγηται ἐγκαίρως· ἔπειτα κατὰ τρόπον, ὥστε καὶ νὰ συζητῆται ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ἐχόντων καὶ ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν κείμενα πάντα ὅσα δέονται ἐξετάσεως καὶ συζητήσεως, καὶ οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται, ὅπως τὴν τελευταίαν ὥραν ἔρχηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀθρόας δηλώσεις ψηφιζομένας ἀνεξετάστως κατ’ ἐμπιστοσύνην ἁπλῶς τῶν ψηφιζόντων εἰς τοὺς διαχειρίζοντας τὴν κυβερνητικὴν δύναμιν, διότι ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι οὐδὲ εἰς τὸν δίκαιον Ἀριστείδην προσήκει τοιοῦτόν τι. Πρέπει, δύσπιστοι, πάντας τοὺς διοικοῦντας τὰ δημόσια πάντοτε νὰ ἔχωμεν ὑπὸ ἐξέτασιν· νὰ συναισθάνωνται δ’ οὗτοι ἑαυτοὺς εὐτυχεῖς, ὅτι ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ οὐδεὶς πείθεται, ἀλλὰ μόνον ἐξεταζομένων καὶ κρινομένων τῶν πράξεων αὐτῶν κατὰ τὰς διδομένας ἀποδείξεις. Τοῦτο εἶναι σωτήριον διὰ τὸν δημόσιον θησαυρόν· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σωτήριον καὶ διὰ τοὺς διαχειριζομένους αὐτόν, διότι ἐξέρχονται οὐδεμίαν καταλείποντες ὑπόνοιαν ὅτι ἐσφάλησαν εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως. Τούτου οὕτως ἔχοντος ἐνομίσθη, ὅτι, ἂν τὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διατεθῶσιν οὕτως, ὥστε τὸ ἔργον νὰ βαίνῃ βραδέως, καθ’ ἣν ὥραν ὑπερμέτρως σπεύδουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τοὺς ἰδίους οἴκους, θὰ ἀναγκάζωνται νὰ μετριάζωσιν ἕνεκα τοῦ ἔργου τὴν τοιαύτην αὐτῶν πρὸς τὴν ἑστίαν ὁρμήν. Λοιπὸν νὰ βαίνῃ βραδέως ἡ ἐξέτασις καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ἐξετάζηται οὐχὶ ἁπλῶς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ἑκάστου Ὑπουργείου ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλὰ τμηματικῶς, κατὰ τμήματα ὁρισθησόμενα ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας καὶ τῶν ὀκτὼ Ὑπουργείων τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα νὰ ἐμφανισθῶσι πρὸς ψήφισιν ἐνώπιον τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ νὰ δίδηται καιρὸς εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ παρακολουθῶσι τὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον καὶ ζητῶσι λόγον καὶ ἐπιφέρωσι παρατηρήσεις, αἵτινες, ὅταν κατασταθῇ γνωστὸν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον θέλουσιν ὑποβληθῆ, θέλουσι καταστήσει αὐτὰς ἐκ τῶν προτέρων προσεκτικάς, ὥστε νὰ μὴ προσκομίζωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅ,τι τύχῃ. Τὰ Ὑπουργεῖα εἶναι σήμερον ὀκτώ, ὑπελογίσθη δέ, ὅτι εἰς δύο Ὑπουργεῖα δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος μιᾶς ἡμέρας προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως λεπτομερειῶν, εἰς ἃς πᾶς τις δὲν δύναται ν’ ἀσχοληθῇ· τὰ ὀργανικά, ἅτινα προβλέπονται ὑπὸ τῶν νόμων τῶν ὀργανικῶν, εἶναι δὲ καὶ τὰ περισσότερα, δὲν προκαλοῦσι παρατηρήσεις· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα μὴ ὀργανικά, καὶ ἐπὶ τούτων δύναται νὰ προκληθῇ ὠφελίμως συζήτησις. Τὰ ὀκτὼ Ὑπουργεῖα, ὅπως κρίνῃ ἡ Βουλή, θέλουσιν οὕτω κατανεμηθῆ εἰς 4 ἡμέρας μετὰ τῶν παρακολουθούντων αὐτὰ εἰδικῶν ταμείων ἐπίσης, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Ἑκάστου Ὑπουργείου ὁ προϋπολογισμὸς θέλει ψηφίζεσθαι ἐν ἡσυχίᾳ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, καθὰ προβλέπει ὁ λογιστικὸς νόμος — διότι πάντα ταῦτα προέβλεψεν ὁ λογιστικὸς νόμος —, καὶ δὲν θέλει ἐπιτραπῆ νὰ ἐξέλθωσι τῆς συνεδριάσεως Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταί, ἂν μὴ ἐφ’ ἑκάστου Ὑπουργείου καὶ ταμείου γίνηται ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Ἡ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία εἶναι ἐγγύησις, ὅτι δὲν θὰ ψηφίζηται ὁ Προϋπολογισμὸς ἱσταμένων καὶ συνομιλούντων καὶ βοώντων τῶν Βουλευτῶν, καθὼς συμβαίνει δυστυχῶς, ὅτε σπεύδομεν πάντες νὰ ἀναχωρήσωμεν, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἠναγκασμένοι οἱ Βουλευταὶ νὰ παρίστανται ἐν ἡσυχίᾳ παρακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν καὶ ἀκροώμενοι, οὕτως ὥστε νὰ δίδωσι τὴν ψῆφον αὑτῶν τὴν φανερὰν ἐν περισσοτέρᾳ συναισθήσει τῆς εὐθύνης τῆς ἠθικῆς, ἣν ἐν τῇ συγχύσει τοῦ πλήθους συνήθως βλέπομεν ἀπολλυμένην. Τοιοῦτος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου θέλει ψηφίζεσθαι εἰς τὸ ἑξῆς ὁ Προϋπολογισμός. Οὗτος θέλει μὲν φέρει στενοχωρίας τινὰς εἰς τοὺς ὑποβάλλοντας καὶ ὑποστηρίζοντας τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ἡμεῖς νὰ ἐνοχληθῶμεν παντελῶς, διότι οἱ κυβερνῆται θὰ εὑρίσκωνται περισσότερον εἰς τὸ ἑξῆς ἐστενοχωρημένοι προκειμένου νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν τὰς ἀναθεωρητικὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀντίστοιχα πράττοντες ὀφείλομεν ὅμοια νὰ προβλέψωμεν καὶ περὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ, ἵνα κατορθωθῇ ἐπίσης καὶ αὐτὸν νὰ ἔχωμεν, ὅπως καὶ τὸν εἰσαγόμενον ἐνταῦθα εἰς ἐξέτασιν Προϋπολογισμὸν καὶ ψήφισιν τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα δὲ τὸ ἔργον θὰ εἶναι εὐκολώτερον καὶ ἴσως τοῦτο δικαιολογήσῃ τὴν αὐστηρότητα, μεθ’ ἧς ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τοῦ ἄρθρου, ὁποῖον ὑπεβάλομεν αὐτό, ἐξομοιοῦται κατ’ ἀκρίβειαν ἡ ψήφισις τοῦ Ἀπολογισμοῦ πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐτέθη ἡ διάταξις τοσοῦτον αὐστηρά, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ περιθώριον, ἐν ᾗ περιπτώσει εἴτε ἡ μερὶς ἡ κυβερνητικὴ εἴτε καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἀξιώσωσιν, ὅπως δοθῇ τις διευκόλυνσις περὶ τὰ τῆς διαδικασίας τῆς κρίσεως τοῦ Ἀπολογισμοῦ, νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ὑποχώρησις ἐπὶ τὸ ὀλιγώτερον αὐστηρὸν ἐν τῇ διατάξει καὶ μὴ ἀναγνωρισθῇ συνταγματικὴ ἀνάγκη τεσσάρων ἡμερῶν καὶ ψηφίσεως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλήν, ἂν νομίσῃ ἀναγκαῖον, νὰ τροποποιήσῃ. Ἀλλ’ ὁ Ἀπολογισμὸς οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία ἵνα ἐμφανίζηται ἑκάστοτε ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει ὁλόκληρος διαδικασία ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, ἥτις διευκολύνει μετ’ ἀκριβοῦς διακανονισμοῦ τὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἐγκαίρου τοῦ Ἀπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν, διευκολύνει δὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου. Ἐπέτρεπε δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ παλαιός, ὁ τοῦ 1852, ἐπέτρεπεν εἰς τὰς Βουλὰς νὰ ζητήσωσιν ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἐντελῶς παρημελήθησαν ὑφ’ ἡμῶν ἐνταῦθα. Μὴ ἔχουσα μόνιμον εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως παρακολουθῇ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχον ὅμως αἱ δύο Βουλαί, καὶ μὴ ἔχουσαι τοιαύτην ἐπιτροπήν, εἶχον τρόπον παρακολουθήσεως τῶν τῆς διαχειρίσεως ἐτησίως, οὕτως ὥστε εἰς τὸ τέλος τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους νὰ ὑπάρχωσι προεξητασμένοι οἱ ἀριθμοί, οἱ χρήσιμοι, ὅπως διαφωτισθῇ ἡ Βουλή. Διότι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον συνεκροτεῖτο ἐπιτροπὴ ἐκ δύο γερουσιαστῶν καὶ δύο Βουλευτῶν, οἵτινες μεθ’ ἑνὸς μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἐξήταζον τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ἔτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου καὶ ἐξετάζοντες ἐβεβαίουν τὴν συμφωνίαν τῶν λογαριασμῶν καὶ ἐσημείουν πᾶν ὅ,τι τυχὸν ἀνώμαλον παρετήρουν. Ἔπειτα ὑπῆρχεν ἄλλη διαδικασία—περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς αὐτὴν ἐνταῦθα, καθόσον ἐκτίθεται λεπτομερῶς εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ λογιστικοῦ νόμου—, ἥτις ἐπέτρεπε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐρεύνης, ὅτε δὲ τὸ λογιστικὸν ἔτος κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου ἦτο κεκλεισμένον, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἐξελέγξαντα καὶ αἱ Βουλαὶ λόγῳ τῶν πινάκων καὶ τῶν καταστάσεων καὶ τοῦ προπαρεσκευαστικοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐξηγήσεων τῶν Ὑπουργῶν τῶν εἰς αὐτὰς προσαγομένων ἦσαν ἤδη παρεσκευασμέναι νὰ δεχθῶσι τὸν Ἀπολογισμὸν εἰσηγούμενον ἐν νομοσχεδίῳ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ἔκδοσιν ἰδίᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἥτις δὲν ἐπέδρα μὲν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶχε τὸ μέγα ἀγαθὸν ὅτι διεφώτιζε τὰς Βουλὰς πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀποφάσεων. Ὁ σκοπὸς τῆς διαδηλώσεως ἦτο ἄλλος, ἦτο ἐλεγκτικός, δικαστικός, ἀλλ’ ἡ διαδήλωσις ἦτο διὰ τὸ Κράτος ὠφέλιμος καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι αἱ Βουλαὶ ἠδύναντο, ἔχουσαι ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, μετ’ εὐκολίας νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω· ἐρχομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ταὐτῷ πρέπει νὰ ἔρχηται καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον, καὶ ἐνταῦθα τὸ σχέδιον εἶναι αὐστηρόν, διότι δίδει προθεσμίαν τριῶν μηνῶν, ὅπως εἰσαχθῇ ὁ Ἀπολογισμός. Ὁ λογιστικὸς νόμος προβλέπων καὶ περίπτωσιν ἀδυναμίας δίδει προθεσμίαν πρόσθετον· δὲν θὰ ἦτο διόλου ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν προλαμβάνοντες τὸ ἐνδεχόμενον ὁρίσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι τὴν πρόσθετον προθεσμίαν, καίτοι εἰς τὰ ἀδύνατα οὐδεὶς εἶναι ὑπόχρεος, καὶ ἂν ἡ ἔγκαιρος ἐμφάνισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὴ ἐξ ἀνωτέρων λόγων, βεβαίως δὲν θὰ ἀξιώσῃ τις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖνο, ὅπερ ἐξ ἀνωτέρων λόγων δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμφανίσῃ. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι παραλαμβάνοντες τὴν προθεσμίαν τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ δώσωμεν καὶ τὴν προθεσμίαν ταύτην καὶ ἄλλην προσέτι, ἂν κριθῇ ἀπαραίτητον, ἀλλὰ πάντως ὀφείλομεν νὰ ἐμμείνωμεν, ὅπως ψηφισθῇ ἡ διάταξις. Πρέπει νὰ κατορθώσωμεν ἐπὶ τέλους καὶ ἡμεῖς ἐκεῖνο, ὅπερ κατορθοῦται ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, κατ’ ἔτος νὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγκρίνηται ὑπ’ αὐτῆς ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ ἀμέσως προηγουμένου οἰκονομικοῦ ἔτους, δηλαδὴ τοῦ τρίτου ἔτους πρὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλει γίνεσθαι ἡ συζήτησις. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, παρακαλῶν αὐτὴν πολλὴν σημασίαν νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰ ζητήματα, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ κλειδοκράτειρα καὶ ἡ κλειδοκράτειρα πρέπει πάντοτε νὰ γνωρίζῃ ποῦ μεταβαίνει τὸ χρῆμα, ὅπερ ἐπιτρέπει νὰ ἐξέρχηται τοῦ Ταμείου. (Χειροκροτήματα).
§167Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, κύριοι Βουλευταί, τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ὁρίζει ὅτι ὁ Ἀπολογισμὸς τῆς τελευταίας οἰκονομικῆς χρήσεως εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ τρίτου μηνὸς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἰσάγηται ὁ Ἀπολογισμὸς ἐντὸς τοῦ τρίτου μηνὸς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, διότι δέον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ἀπολογισμὸς νὰ εἶναι ἕτοιμος ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, ὅπως δυνηθῇ νὰ ὑπάρξῃ ἀρκετὸς χρόνος, ἵνα ἐκτυπωθῇ ἐγκαίρως, μελετηθῇ καὶ συνταχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον πρὸς ὑποβολὴν κατὰ τὸν τρίτον μῆνα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ νῦν ἰσχύων λογιστικὸς νόμος δὲν ὁρίζει ὅτι ἐντὸς τριῶν μηνῶν πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος ὁ Ἀπολογισμός, ἀλλ’ ἐντὸς πέντε μηνῶν, διότι λέγει ἐν τῷ 33 ἄρθρῳ αὐτοῦ (ἀναγινώσκει) «τὸ περὶ κυρώσεως τοῦ Ἀπολογισμοῦ ἑκάστης χρήσεως νομοσχέδιον καὶ οἱ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ λογαριασμοὶ παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἑπομένου ἔτους, ἂν αἱ Βουλαὶ ὦσι συνηγμέναι, εἰς ἐναντίαν δὲ περίπτωσιν ἐντὸς τοῦ πρώτου τῆς νέας Συνόδου μηνός». Ἡ χρῆσις, ὡς γνωστόν, λήγει τὴν 1 Νοεμβρίου, ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι ὁ Ἀπολογισμὸς δέον νὰ παρουσιάζηται ἐντὸς τριῶν μηνῶν τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἕπεται ὅτι ὁ νόμος δίδει διορίαν μέχρι 1 Ἀπριλίου, ἤτοι πέντε ὁλοκλήρων μηνῶν.
§168ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν Φεβρουάριον εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Πρέπει νὰ ἔχητε αὐτὸ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἶναι ὑποχρεωτικὴ αὕτη, εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Ἀπολογισμοῦ ἐνταῦθα.
§169Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἡ ἀναφερομένη ἐν τῷ ἄρθρῳ 217 τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ ἥτις συντάσσεται ἀληθῶς τὸν Φεβρουάριον ἑκάστου ἔτους, εἶναι ἔκθεσις τοῦ Συνεδρίου περὶ τῶν ἐν γένει αὐτοῦ ἐργασιῶν καὶ περὶ τῶν γενικῶν παρατηρήσεων ἐπὶ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς διευθετήσεως καὶ βελτιώσεως αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ διαδήλωσις ἡ ἐπίσημος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ ἑκάστης χρήσεως δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ ἑπομένου ἑκάστης χρήσεως, διότι τὸ ἄρθρον 220 τοῦ λογιστικοῦ νόμου ὁρίζει (ἀναγινώσκει)· «πρὸς εὐκολίαν τῆς ἐργασίας ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθύνει εἰς τὸ Συνέδριον ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, μετὰ τῶν γενικῶν λογαριασμῶν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, καὶ ἀναλυτικοὺς καθ’ ὑπολόγους πίνακας τῶν ἐν αὐτοῖς περιεχομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων πάσης φύσεως». Ἐν δὲ τοῖς ἄρθροις 221–222 τοῦ αὐτοῦ λογιστικοῦ νόμου ὁρίζεται ὅτι (ἀναγινώσκει) «τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λογαριασμῶν τούτων ἐκδίδει τὰς διαδηλώσεις αὐτοῦ περὶ τοῦ ἐνιαυσίου γενικοῦ λογαριασμοῦ καὶ περὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς κλεισθείσης χρήσεως». Τὸ δὲ ἄρθρον 223 ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει) «πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω πράξεις δέον νὰ ἔχωσι περατωθῆ μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους». Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ὅτι ὁ Ἀπολογισμὸς ἑκάστης χρήσεως δέον νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς διαδηλώσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφαίνηται ἀκριβῶς περὶ τούτου. Ἀφοῦ δὲ σήμερον ὁ λογιστικὸς νόμος δίδει διορίαν δεκαὲξ ὅλων μηνῶν, νομίζω ὅτι δέον ἐν τῷ Συντάγματι νὰ θέσωμεν διορίαν τουλάχιστον ἑνὸς ἔτους, ὢν βέβαιος ὅτι εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ συντομευθῶσι κατά τι αἱ ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ ἀναφερόμεναι διορίαι, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συνταχθῇ Ἀπολογισμὸς καὶ διαδήλωσις ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Πρέπει δὲ νὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἂν εἰς τὸ μέλλον κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν Ἀπολογισμοὺς ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἀφοῦ σήμερον οὐδόλως ἔχομεν τοιούτους ἀπὸ τοῦ 1882. Ὅθεν προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «ἐντὸς τριῶν μηνῶν», διὰ τῶν λέξεων «ἐντὸς ἑνὸς ἔτους».
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ὁρισθῇ ἐντὸς 6 μηνῶν.
§171ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τίνες ἀσχημίαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν εἶναι γνωστόν, καὶ ἐπανειλημμένως ἐλέχθη ἐνταῦθα. Ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχεν ἐκφύγει τῆς οὐσιαστικῆς αὐτοῦ σημασίας, εἶχε καταλήξει πράγματι εἰς ἀγῶνα ὑγείας καὶ φυσικῆς ἀντοχῆς τῶν ἀποτελούντων τὸ κυβερνητικὸν κόμμα Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς πρωϊνὰς ὥρας καὶ ὑπερκουρασμένοι ἐψήφιζον χωρὶς νὰ γνωρίζωσι περὶ τίνος πρόκειται καὶ βαρυνόμενοι ἐπιτροχάδην τὰ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐντὸς δὲ ἡμισείας ὥρας ἐψηφίζοντο ὑπὲρ τὰ χίλια ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, ἂν ἐλογαριάζομεν ὅτι ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ἤθελεν ἓν λεπτὸν τῆς ὥρας, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Μπακόπουλος ὅπως ἀναγνωσθῇ, θὰ ἐβλέπομεν πόσον ὑλικὸν μόνον χρόνου θὰ ἐχρειάζοντο, διὰ νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄρθρα. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐγίνετο ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ παρελθόν, ἀποδεικνύει ὅτι εἶχεν ἐντελῶς παρανοηθῇ ἡ ἔννοια τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ὅπως συμπράττῃ κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως αὐτοῦ, ἡ δὲ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος σκοπεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ τὸ μέσον, ὅπως λεπτομερῶς ἐρευνήσῃ καὶ ἐλέγξῃ τὰ τρωτὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων συμπράξῃ μετ’ αὐτῆς εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ προγράμματος τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ διοικητικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾗ πρέπει κυρίως νὰ συγκεντρῶται ὁλόκληρος ἡ ἐλεγκτικὴ ἐργασία τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ ἔργου καὶ τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν εἰσηγουμένων νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν ἀπόψεως κατοπτρίζονται ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν Προϋπολογισμῷ. Μόνον ἐὰν ἀλλάξῃ ἐντελῶς ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει ἡ προσδοκία, ὅτι θὰ γίνῃ ἐλεγκτικὴ ἐργασία ἀποτελεσματικωτέρα τῶν κυβερνητικῶν ἔργων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσφύγω εἰς τὰ γινόμενα εἰς ἄλλα Κράτη μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα κατὰ τὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν πρακτικὴν ἀντίληψιν, ἐν τούτοις καὶ κατὰ τὰ ἀκολουθούμενα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Ἐκεῖ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ κύριον καὶ σπουδαιότερον ἔργον τῶν Βουλῶν κατὰ τὰς τακτικὰς αὐτῶν Συνόδους. Ἐν Ἀγγλία ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν κατὰ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 23 ἡμέρας, ἐπὶ 1450 δὲ ὡρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας συνεδρίασεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ἔτος 1905, αἱ 231 ἀφιερώθησαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁμοίως δὲ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα Κράτη, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ μὴ λογιζόμενα ὡς τοιαῦτα καὶ μὴ διεπόμενα ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος.
§172ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα δισεκατομμύρια εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἀγγλίας;
§173ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν διὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ζητήματος, κύριε συνάδελφε, ὁ ὄγκος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν πρόκειται περὶ ἑκατὸν ἑκατομμυρίων ἢ περὶ 500,000 μόνον, διότι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία γίνεται ἐκεῖ δι’ ἑκατομμυρίων, γίνεται ἐδῶ διὰ χιλιάδων, ἔχει δὲ τὴν αὐτὴν σπουδαιότητα ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἐντεῦθεν δαπάνη καὶ ἐκεῖ καὶ ἐδῶ. Ἡ δὲ μικρότης τοῦ ποσοῦ δὲν ἐλαττοῖ βεβαίως τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νὰ συζητῇ εὐρέως καὶ λεπτομερῶς.
§174ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μεγαλείτερον ποσὸν ἔχει καὶ πολυπλοκωτέραν ὑπηρεσίαν.
§175ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκτείνεται ἑκάστοτε οὐχὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν συνόλῳ, ὅπως ἔχει καταλήξει ἐδῶ, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὴν συζήτησιν μιᾶς ἑκάστης ὑπηρεσίας καὶ ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου, ἐξ ἀφορμῆς δὲ τῆς συζητήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν καθ’ ἕκαστα καὶ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων δίδεται ἀφορμὴ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ νὰ ἐρευνήσῃ λεπτομερέστατα τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, τὴν πολιτικὴν τὴν οἰκονομικήν, τὴν πολιτικὴν τὴν διοικητικήν, καὶ τὴν πολιτικὴν καθόλου, καὶ χορηγεῖται εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ τὸ μέσον νὰ θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον αὐστηρὸν καὶ ὑπὸ ἐπίκρισιν ἀποτελεσματικὴν τὰ ἔργα καὶ τὰς προθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐν νῷ ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ πρέπει πάσῃ δυνάμει νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου εἶναι ἀνάγκη, ὅπως συνταγματοποιήσωμεν διατάξεις τινάς, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν θὰ ἀνῆκον μᾶλλον εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἴσως ἐπικίνδυνον νὰ τεθῶσιν—ἐπικίνδυνον δὲ ἐννοῶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διατηρήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαιοτάτη—, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ νὰ καταργηθῇ βραδύτερον, διότι θὰ εἶναι ἴσως πρόσκομμα εἰς Ὑπουργεῖον ἐπιθυμοῦν νὰ προχωρήσῃ πολὺ ταχέως καὶ ἄνευ ἐνοχλητικῶν συζητήσεων, — παρίσταται δι’ αὐτὸ ἀνάγκη νὰ παραληφθῶσι διατάξεις τινὲς ἐν αὐτῷ τῷ σώματι τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξασφαλίζωσι τὸ ἔργον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, καὶ νὰ χορηγῶσιν αὐτῇ πρόσφορα μέσα πραγματικῆς ἀσκήσεως λειτουργίας σημαντικωτάτης. Νομίζω κατὰ ταῦτα ὅτι κατ’ ἀρχήν—, ἴσως ἐν ταῖς λεπτομερείαις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσι βελτιώσεις τινὲς εἰς τὴν διατύπωσιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς—, θὰ εἶναι πάντες σύμφωνοι εἰς τὰς προτεινομένας μεταρρυθμίσεις, ὥστε νὰ περιληφθῶσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν οὐχὶ ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δ’ ἐξασφαλίζεται, ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις ὅτι ψηφίζεται μὲν ἅπαξ κατ’ ἄρθρα καὶ κεφάλαια ὁ Προϋπολογισμός, συνταγματοποιουμένης οὕτω διατάξεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ λυομένου ἅπαξ διὰ παντὸς ζητήματος, ὅπερ ὑπῆρξεν ἐπίμαχον ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ πέριξ τοῦ ὁποίου ἐγεννήθησαν πολλοὶ ἀγῶνες πολιτικοί, ὅτι ὅμως ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ψηφίζηται εἰς μίαν ἡμέραν ἐπιτροχάδην, ἀλλὰ θὰ ψηφίζηται εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας κατὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὁρίσῃ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἴδωμεν εἰς τὸ μέλλον συζητήσεις καλλιτέρας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων εἶναι δυνατὸν νὰ πέσῃ φῶς περισσότερον εἰς τὰς ἐργασίας τὰς κυβερνητικάς. Πρέπει δὲ νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ἀρχὴ ἀπαράβατος τῆς σήμερον ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν εἶναι ἡ πλήρης καὶ ἀπόλυτος δημοσιότης, ἀλλ’ ἡ δημοσιότης αὕτη ἥκιστα ἀληθῶς πραγματοποιεῖται διὰ τῶν παρ’ ἡμῖν μέχρι σήμερον κρατούντων. Καὶ πάλιν δὲ πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης μου θὰ προστρέξω εἰς τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ καὶ θὰ εἴπω ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ, ἡ ὁποία ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικήν της διοίκησιν εἶναι βεβαίως ἐκ τῶν καλλίτερον διοικουμένων Κρατῶν, δὲν περιορίζεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑποβολὴν μόνον τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδὴ τοῦ πίνακος τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μετὰ τῆς ἀναλυτικῆς ἐκθέσεως, ἀλλ’ ἐπιπροσθέτως εἷς ἕκαστος Ὑπουργὸς ὑποβάλλει ἔκθεσιν λεπτομερεστάτην περὶ τῶν πεπραγμένων διαφόρων ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης προκύπτει σαφῶς καὶ φωτίζεται ἡ Βουλὴ πῶς ἔχουσιν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται καὶ τί ἐγένετο δι’ αὐτῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, οὕτω δ’ ἐν ἐπιγνώσει τῶν ζητημάτων κρίνει καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν προτεινομένων μέτρων. Ἡ ὑπηρεσία λ. χ. τῶν δημοσίων ἔργων, ἡ ὁποία ἐκεῖ ἀπαρτίζει Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον, σὺν τῇ ὑποβολῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ὑποβάλλει ἐπίσης καὶ ἔκθεσιν λεπτομερῆ τῶν δημοσίων ἔργων τῶν γενομένων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου εἶναι δυνατὸν νὰ πληροφορηθῇ πράγματι καὶ ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὰς ἰδίας καθ’ ἕκαστον ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποκρύψωσί τινα τῶν γενομένων, καὶ λαμβάνει γνῶσιν λεπτομερῆ τῶν πεπραγμένων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Διὰ τῆς ἐκθέσεως δ’ αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητεῖται εἰμὴ ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν δημοσιότης τῆς ὅλης διαχειρίσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχομεν τὴν ἄλλην περὶ Ἀπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνάγκην τοῦ Ἀπολογισμοῦ καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ ἀναγνωρίζει καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα τὴν διάταξιν ταύτην εἶχον παραλάβει ἐξ ἄλλων Συνταγμάτων, ἀλλὰ τὴν διετύπωσαν κατὰ τρόπον ὄχι παρέχοντα κῦρος, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν Ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ 1883 ἢ 1884 Ἀπολογισμοὶ εἶναι ἐκκρεμεῖς.
§176ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1882 εἰσαγωγὴ Ἀπολογισμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδέποτε ἐγένετο.
§177ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ παρέλκυσις τῆς ἐργασίας ἐπὶ τῶν Ἀπολογισμῶν εἶναί τι σπουδαῖον, ἀποδεικνύει δέ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἐλαφρότητα ἀντιλήψεως τῶν κοινοβουλευτικῶν καθηκόντων· διότι, ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἔργον ἔχουσι νὰ ψηφίζωσι τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ μέσον τῆς διοικήσεως διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, καθῆκον ἐπίσης ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ ἐποπτεύωσιν ἐπὶ τῶν γενομένων κατὰ τὸ παρελθόν. Ἑπομένως ὁ Ἀπολογισμός, ὁ ὁποῖος γίνεται, ὅπως ἐξελεγχθῇ ἡ διαχείρισις κατὰ τὸ παρελθόν, ἂν πράγματι ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τῶν νόμων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ὑποχρέωσις ὑπάτη καὶ ἔργον ἀπαραίτητον, ἡ δὲ μὴ ἐξέλεγξις αὐτοῦ παρὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος ὑπῆρξε μία τῶν κυριωτάτων ἀφορμῶν τῆς μὴ εὐρύθμου διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς μεγάλης ἀταξίας, ἥτις βασιλεύει ἐν αὐτοῖς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχει ἀνάγκην διαρρυθμίσεώς τινος ἡ διατύπωσις ὡς ἔχει ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι ἀντὶ τοῦ τρίτου μηνὸς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως πρέπει νὰ τεθῇ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Εἶναι πλάνη τὸ νὰ ἐλπίζωμεν ἢ νὰ φανταζώμεθα ὅτι ἐντὸς τριῶν, ἕξ ἢ ἑπτὰ μηνῶν θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως νὰ ἔχῃ πλήρεις τοὺς πίνακας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταρτίζουσι τὸν Ἀπολογισμόν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ πρὸ αὐτῆς πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν γενομένων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἄλλο τι χρειάζεται νὰ ῥυθμισθῇ ἄλλως ἢ ὡς λέγει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς: «ψηφίζεται καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ Προϋπολογισμός». Ἡ τελευταία αὕτη φράσις νομίζω ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη κατὰ βάσιν, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε χρήσιμον ὁ Ἀπολογισμὸς νὰ ψηφισθῇ εἰς 4 διαφόρους ἡμέρας· δι’ αὐτοῦ θὰ περιπέσωμεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἀτόπου εἰς τὸ ἄλλο, καὶ θὰ κατασταθῇ ἀνεφάρμοστος ἡ διάταξις αὕτη. Ἕνεκα τούτου φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἁπλοποιηθῇ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ νὰ ὁρισθῇ ὅτι ὁ Ἀπολογισμὸς θὰ ψηφισθῇ κατὰ τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ ὁριζόμενα.
§178Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μὲ πόνον ἀληθῶς δεδικαιολογιμένον ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐν τῇ Βουλῇ. Τὴν ἐντύπωσιν ταύτην ἔχει πᾶς ὅστις παρευρέθη εἰς τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον διὰ παντὸς μέσου νὰ κατορθώσωμεν νὰ παύσῃ ἡ ἀληθὴς ἀσχημία τῆς τοιαύτης ψηφίσεως. Βεβαίως τὸ ἄρθρον ὡς διατυποῦται, ὁρίζον ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δέον νὰ ψηφίζηται εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας, συντείνει κατά τι εἰς τὴν βελτίωσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρῄζει διορθώσεως πρὸ παντὸς ἄλλου, εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν οἱ κατὰ καιροὺς διάφοροι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τῆς γενικῆς ταραχῆς, ὅτε οὐδὲν δύναται νὰ ἀντιληφθῇ τις, παρουσιάζουσι πιστώσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἀντιλαμβάνεται. Οὕτω δὲ περιμένομεν μετὰ ἕνα μῆνα ἢ μετὰ δύο μῆνας, ἀφοῦ λήξωσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ μάθωμεν τί ἐψηφίσαμεν καὶ εἰς πόσον ἀνέρχεται ὁ Προϋπολογισμός. Τοῦτο συνέβη εἰς ἐμὲ αὐτόν, νὰ ζητῶ νὰ γνωρίσω εἰς πόσον ἀνῆλθεν ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ νὰ μὴ κατορθώσω νὰ τὸ μάθω εἰμὴ μετὰ δύο μῆνας, ὅτε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὐηρεστήθη νὰ δημοσιεύσῃ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν αὐτό, ἀλλ’ οὐχὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ὡρίζετο ὅτι οὐδεμία πίστωσις ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν δὲν εἶχε διανεμηθῇ τουλάχιστον δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τότε θὰ ἤμεθα ἐν γνώσει πάντες τί ἐψηφίσαμεν καὶ θὰ ἐγνωρίζομεν φεύγοντες ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰς πόσον ἀνέρχεται ὁ Προϋπολογισμός. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐλπίζω ὅμως ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν νόμον. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου διαφωνῶ τελείως μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἶναι ὡς πρὸς τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως παρασκευασθῇ καὶ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ἀπολογισμός. Κύριοι, θὰ σᾶς φέρω μικρὸν καὶ ἐλάχιστον παράδειγμα· ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς, ὡρισμένης χρήσεως, ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ συνεδρίῳ ἀπαιτεῖ ἓξ μῆνας ἀκριβῶς. Τοῦτο εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, διότι πολλάκις μοὶ συνέβη διάφοροι φίλοι μου ἄλλοτε ὑπάλληλοι νὰ ζητῶσι νὰ λάβωσι τὰς ἐγγυήσεις των, καὶ ἐφρόντισα καὶ ἐγὼ νὰ ἴδω πότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι ταύτας καὶ πληροφορηθεὶς ἐβεβαιώθην ὅτι θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ τελειώσῃ ἡ ἐξέλεγξις πρὸ τῆς παρόδου ἓξ μηνῶν ἀφ’ ἧς παρεδόθησαν τὰ στοιχεῖα πρὸς ἐξέλεγξιν. Ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον πρὶν περάσῃ ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ὅτι εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον πρέπει νὰ μείνῃ ἄλλους ἓξ μῆνας, ἔχομεν ὁλόκληρον ἔτος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ἵνα γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Ἀπολογισμοῦ, καὶ τοῦτο ἂν δὲν παρουσιασθῶσι προσκόμματα. Θὰ μοὶ εἴπῃ τις ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ ὁ Ἀπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ πρὶν μεταβιβασθῇ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀλλὰ τότε ἐρωτῶ ὑμᾶς· εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἐξελέγξῃ καὶ ἐπικυρώσῃ τὸν Ἀπολογισμόν, τότε εἰς τί χρησιμεύει πλέον ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν καὶ ἐπικύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἔρχηται τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ λέγῃ ὅτι κακῶς ἔχει, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι τακτικόν. Ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο μᾶς ἄγει εἰς ἄλλο συμπέρασμα, κατὰ τὴν γνώμην μου, πολὺ σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ὡρίμασεν ἀκόμη εἰς τὰς σκέψεις τῶν ἰθυνόντων τὰ κοινά, ἀλλ’ ὅπερ θεωρῶ ἄξιον λόγου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἐξέλεγξις ἡ γινομένη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον βλάπτει ἀντὶ νὰ ὠφελῇ, τοῦτο δέ, διότι δυστυχῶς ὑπῆρξαν οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ τοῦ Κράτους οἱ μὴ ἐννοήσαντες τὴν σημασίαν τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐλαττώσαντες κατὰ καιροὺς ἐπὶ τοσοῦτον τὸ προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὥστε νὰ καθίσταται ἀδύνατον εἰς αὐτὸ νὰ κάμῃ οἱανδήποτε ἐργασίαν· ἐξ ἄλλου τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ, ἐὰν δὲν ἐλάμβανε τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον· τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν ἀποστέλλει τὰ στοιχεῖα, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀδυνατεῖ, ὡς ἐκ τούτου, νὰ κάμῃ τὰς ἐξελέγξεις, ὡς ἐπιβάλλει ὁ νόμος. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔχωμεν δύο ἐξουσίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐργασίαν τῆς ἑτέρας; Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει πολὺ νὰ τὸ σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὐ μόνον οἰκονομίαν θὰ ἔχωμεν, καταργοῦντες τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ πραγματικὴν καὶ ἐνήμερον ἐξέλεγξιν, ἐνῷ σήμερον διὰ τῆς ἁπλῆς ἐξελέγξεως δὲν ἔχομεν καμμίαν. Ἐὰν τοιοῦτόν τι κατορθωθῇ, τότε παραδέχομαι καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ ὑποβληθῇ ὁ Ἀπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν.
§179ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναται τὸ ἔτος νὰ τὸ θέσωμεν.
§180Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνόσῳ ὅμως θὰ ἔχωμεν τὰς δύο ἐξελέγξεις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ διάστημα ἑνὸς ἔτους.
§181ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τοὺς τρεῖς μῆνας δοκιμαστικῶς, προϋποτίθεται δὲ ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ νὰ ἀναθεωρήσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, καὶ τοὺς ἄλλους ἐν γένει νόμους, ἵνα διευκολύνῃ τὰ τοῦ Ἀπολογισμοῦ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν σήμερον ὑπαγορευόμενον.
§182Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμά τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν ἂν εἶναι πραγματοποιήσιμον. Λοιπὸν πρὶν ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν Ἀπολογισμόν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν προθεσμίαν μικροτέραν τοῦ 1½ ἔτους τουλάχιστον. Ἑνὸς ἔτους δὲν εἶναι ἀρκετή.
§183ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἑνὸς ἔτους εἶναι δυνατόν.
§184Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνόσῳ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην δύο ἐξελέγξεων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ταύτας ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Αὐτὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, ὅπως μὴ ψηφίζωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνέφικτα.
§185Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς περιέγραψε τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος. Ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ ἂν διατηρηθῶσι ταῦτα ὡς ἔχουσι, βεβαίως οὔτε δύο ἔτη δὲν θὰ εἶναι ἀρκετά, ἵνα ἔχωμεν Ἀπολογισμόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καθόλου δυνατὸν οὔτε εἶναι πιθανόν, ὅτι θὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ὅπως θὰ δείξῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προσεχέστατα ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ νομοσχεδίου εἶναι δυνατὸν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ ἐργασθῇ ἄλλως παρὰ ὡς εἰργάσθη κατὰ τὸ παρελθόν. Μόνον, ἐὰν ἐκδοθῇ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἔχει ἐκδοθῆ, τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ νόμῳ τῷ τελευταίως ψηφισθέντι, καὶ κανονισθῶσι πάντα ἐν γένει τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἂς εἶναι βέβαιος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι διοικητικὸς ἔλεγχος ἐγκαίρως θὰ γίνεται. Διὰ ταῦτα θεωρῶ ὅτι, ἐὰν θέσωμεν ἐτήσιον χρονικὸν διάστημα, τοῦτο θ’ ἀρκέσῃ.
§186Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ;
§187Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸ νὰ συμπτυχθῶσιν αἱ δύο ἐξελέγξεις, ἡ διοικητικὴ καὶ ἡ δικαστική, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος εἶναι διδάγματα ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ ἐν μέρει, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ἀδιαφορίας, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν εἰς σημεῖον τοιοῦτο, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν γενικοὺς λογαριασμοὺς διαχειρίσεως ἀπὸ τοῦ 1880. Τοῦτο εἶναι προϊὸν καθαρᾶς ἀδιαφορίας καὶ ἀνικανότητος. Δὲν πταίουσι καθόλου οἱ νόμοι. Ἐπίσης δὲν ἔχομεν λογαριασμοὺς τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τελείαν ἀνικανότητα κυβερνητικήν, διότι ὑπῆρχε τρόπος νὰ τηρῶνται, ὅπως πρὶν ἐτηροῦντο. Εἶναι περίεργον πρᾶγμα, ἄξιον θαυμασμοῦ ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν τοὺς λογαριασμοὺς τῆς γενικῆς διαχειρίσεως μέχρι τοῦ 1880, διὰ μιᾶς ἐπέσαμεν τόσον χαμηλά, ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ τοὺς τηρήσωμεν ἔκτοτε ἐπὶ τριάκοντα ὅλα ἔτη. Καὶ ὅμως ταῦτα δὲν εἶναι δύσκολα, εἶναι ἁπλᾶ πράγματα. Δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὰς δύο ἐξελέγξεις, τὴν διοικητικὴν καὶ τὴν δικαστικήν. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κάμνει κάλλιστα τὸ προληπτικὸν καθῆκόν του. Εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀφήσωμεν τὸν δικαστικὸν τοῦτον ἔλεγχον εἰς αὐτό. Ὁ δὲ διοικητικὸς ἔλεγχος δύναται, διορθουμένων τῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, νὰ γίνεται πολὺ ταχύτερος ἢ ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε. Νομίζω ὅτι τὸ ὅριον ἑνὸς ἔτους εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ ὑποβάλληται ὁ Ἀπολογισμὸς τῆς παρελθούσης χρήσεως.
§188Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Συμφωνοῦμεν πληρέστατα μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὰ σφάλματα δὲν εἶναι τῶν νόμων, ἀλλὰ τῶν διευθυνάντων κατὰ καιροὺς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἂν ἡ ἀδυναμία αὕτη ἐπῆλθεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐπῆλθε, διότι ἠλάττωσαν τὸ προσωπικὸν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατηργεῖτο πᾶσα τήρησις τῶν λογιστικῶν μερίδων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσέθεσα, εἶναι τὸ ἑξῆς: Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: νὰ ὑποβάλληται ὁ Ἀπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐξέτασιν τὴν δικαστικήν, ἢ νὰ ἔρχηται ἀμέσως μετὰ τὴν ἐξέτασιν μόνον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; Διότι ἐπιμένω καὶ λέγω ὅτι μόλις 8 μῆνες ἐπαρκοῦσι πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ Ἀπολογισμοῦ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Τοῦτο ὑποθέτω ὅτι θὰ κατορθώσητε καὶ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ἀπολογισμὸς πρὶν ἐξελεγχθῇ ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐὰν θέλητε νὰ μὴ ἀποφύγητε τὰς δύο ἐξελέγξεις, δὲν εἶναι ἀρκετὸς ὁ χρόνος τοῦ ἑνὸς ἔτους· βεβαίως πρέπει νὰ δώσωμεν προθεσμίαν 1½ ἔτους τουλάχιστον.
§189Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὁ Ἀπολογισμὸς δύναται νὰ εἶναι ἕτοιμος ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ἐντὸς 5 μηνῶν, ἤτοι νὰ γίνῃ ὁ διοικητικὸς ἔλεγχος, τὸ δὲ παράδειγμα τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς δὲν εἶναι καθόλου πειστικόν, διότι αὐτὰ ἐγένοντο μὲ τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως μέχρι τοῦδε εἶχεν.
§190Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αἱ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μὲ ἀπαλλάττουσι τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀναπτύξω πολλὰ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν νῷ νὰ ἀναπτύξω. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε καὶ περὶ ἀδιαφορίας ἐν τῷ παρελθόντι καὶ περὶ κυβερνητικῆς εὐθύνης, καὶ ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ ὑποσχεθῇ καὶ διὰ τὴν ἄρσιν πάσης ἀδιαφορίας καὶ διὰ τὴν εὐθύνην τὴν κυβερνητικήν, διότι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, προσεῖχεν εἰς τὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ, ὅτε ἐγένετο λόγος κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἠγείρετο νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτόν, ἀλλὰ τὸν ἔπαυεν, ὅπως τὸν ἔπαυσε μετὰ 8–10 ἡμέρας, βεβαίως θὰ ἦτο καλλίτερον. Ἀλλὰ πάλιν τιμή του εἶναι, διότι ἔσπευσε καὶ τὸν ἔπαυσεν. Ἡ περὶ Ἀπολογισμοῦ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἂς βεβαιωθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε, ἐφ’ ὅσον καὶ ἄρδην δὲν μεταρρυθμισθῶσι τὰ τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, ἂν καὶ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, νὰ συστήσω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἔλθῃ ὀργανωτὴς τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας. Ἔχομεν κατάλληλον ἐδῶ μόνον τὸν κ. Μαρῖνον, καθόσον ἐγὼ γνωρίζω, ἀλλὰ σήμερον κατέχει τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Τοῦτο τὸ λέγω, διότι ἐμελέτησα τὸ σύγγραμμά του. Ἕν παράδειγμα μόνον σᾶς φέρω, ἵνα ἐννοήσητε τί συμβαίνει εἰς τὰ τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Οἱ ὑπόλογοι ταμίαι ὑποβάλλουσι καταστάσεις τῆς χρηματικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας, καὶ μὲ αὐτὰς τὰς καταστάσεις τῶν ὑπολόγων μὴ ἐλεγχθείσας ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κάμνει τὸν προσωρινὸν Ἀπολογισμὸν καὶ τὸν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐγίνετο αὐτά. Ἀπὸ τοῦ 1900 ἔχει νὰ γίνῃ Ἀπολογισμός. Καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρόν. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου ἔχουσιν ἀπολυθῆ ταμίαι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐλλειμματίαι, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξηλέγχθησαν ἀκόμη. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ λάβητε μέτρα περὶ τούτου.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ λεχθέντα εἶναι ἀρκετά. Ἐλπίζω ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ τροποποιούμενον 60 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ψηφισθῇ εἰς ὀλιγώτερον τῶν τεσσάρων ἡμερῶν, ταχέως διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων πολιτικῶν ἰδεῶν θὰ κατασταθῇ διάταξις ἀναχρονιστική, καὶ ὅτι πολὺ μακρότερον χρόνον θὰ καταναλίσκῃ ἑκάστοτε ἡ Βουλή, ὅπως ψηφίζῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ Ἀπολογισμοῦ, φαίνεται ὅτι ὑπάρχει συμφωνία νὰ αὐξηθῇ ὁ χρόνος εἰς ἓν ἔτος. Προτείνω λοιπόν, ὅπως τὸ ἄρθρον ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τροποποιουμένου κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ φράσιν, ὡς ἑξῆς: «Ἐντὸς ἔτους τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως εἰσάγεται ὁ Ἀπολογισμὸς αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν».
§192ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο· «ψηφίζεται καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ Προϋπολογισμός». Λέγει ὅτι ὁ Ἀπολογισμὸς θὰ ψηφίζηται ὡς καὶ ὁ Προϋπολογισμός, ἤτοι κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ἐντὸς 4 ἡμερῶν κ. τ. λ. Νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ Ἀπολογισμοῦ αὐτὸ εἶναι μία πολυτέλεια ὑπερβολική, καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν θὰ ἦτο καλὸν νὰ διαγραφῇ ὁ περιορισμὸς οὗτος.
§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§194ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. «Ψηφίζεται κατὰ τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ὁρισθησόμενα».
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. «Ἐξετάζεται δὲ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν καὶ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ αὐτῆς ὁρισθησόμενα».
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ 60 ἄρθρου ὑποβεβλημένη ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῇ πρώτῃ προτάσει τοῦ ἄρθρου 60 μετὰ τὴν λέξιν «ψηφίζει» προστίθενται αἱ λέξεις «ἐν τακτικῇ Συνόδῳ». Ἀποσύρεται. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ 60 ἄρθρου τοῦ κ. Πετρέα ἔχουσα οὕτω: «Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον μεταρρυθμισθήσεται τὸ ἄρθρον 60, περιλαμβανομένου ἐν αὐτῷ καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».
§197Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Ἠλιοπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ τέλος τῆς βʹ παραγράφου νὰ προστεθῇ: «ψηφίζεται μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἀπαγορεύεται ἡ ψήφισις ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων καὶ δωδεκατημορίων, πλὴν ἐν καιρῷ πολέμου» καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς γʹ παραγράφου νὰ προστεθῇ: «Οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπολόγων δύναται ν’ ἀναλάβῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν πρὸ πάσης λογοδοσίας». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πελ. Ἠλιοπούλου) Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη: Ἄρθρον 60.— «Ἐν τῇ ἐτησίᾳ τακτικῇ Συνόδῳ ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸν Ἀπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἀφοῦ δ’ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν, ψηφίζεται ἅπαξ κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα εἰς τμήματα ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ὁριστέα καὶ εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας, καθ’ Ὑπουργεῖον δὲ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐντὸς ἔτους τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως εἰσάγεται ὁ Ἀπολογισμὸς αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐξετάζεται δὲ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν καὶ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ αὐτῆς ὁρισθησόμενα». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 60ὸν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 61ον.
§200ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 61.— «Οὐδεὶς μισθός, οὐδεμία σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου».
§201ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀντὶ τοῦ «οὐδεὶς» «οὐδεμία» πρέπει νὰ τεθῇ «οὔτε», «οὔτε».
§202ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. «Οὔτε ἐγγράφεται οὐδὲ παρέχεται».
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ οὕτω, κύριε Πρόεδρε: «Οὔτε ἐγγράφεται, οὔτε παρέχεται».
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυποῦται λοιπὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 61. — «Μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 65.
§205ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 65.— «Ἡ Βουλὴ καθορίζει διὰ Κανονισμοῦ τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς καὶ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς πειθαρχίας».
§206ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κ. Βουλευταί, θὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι μία Συνέλευσις ἀνθρώπων ἐχόντων ἀντιθέτους γνώμας καὶ ἐναντίας πρὸς ἀλλήλους πολιτικὰς ἀρχὰς θὰ κατέληγεν εἰς συνέδριον θορύβου, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε μία δύναμις, ἡ ὁποία νὰ συνέχῃ ἕκαστον εἰς τὴν σφαῖραν τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων του, καὶ ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος τόσον διευκολύνει τὴν συζήτησιν, ὅσον καὶ ὑπερασπίζεται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ κανονίζει ἐν γένει τὰ κατὰ τὸ συνέδριον τοῦτο. Νομίζω λοιπὸν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὅτι τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἦτο ἄριστα γεγραμμένον. Ἤδη προσετέθη καὶ τὸ ἑξῆς: «καὶ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς πειθαρχίας». Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον μίαν δήλωσιν προχθὲς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν ἐνώπιον ἡμῶν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλληνικῆς συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν ἔχει τὰ ὀλιγώτερα δικαιώματα τῶν ἄλλων Βουλῶν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ γνωρίζω τί σημαίνουσιν αἱ λέξεις ἐσωτερικὴ πειθαρχία.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναφορὰ εἰς τὴν τάξιν.
§208ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχετε δίκαιον σεῖς, διότι ὁρμᾶσθε ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότος, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ μία ἄλλη Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον δύναται ἀξιολογώτατα, στηριζομένη ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τούτου, νὰ ψηφίσῃ Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ αὐστηρότατα μέτρα. Μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν ἑαυτόν σας, κύριε Ὑπουργέ· νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ θέλῃ νὰ ψηφίσῃ Κανονισμόν, ὥστε νὰ θέτῃ καὶ χεῖρα ἐπὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς Βουλῆς. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι τοῦτο συνέβη ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Τριάκοντα, ὅτε συνελήφθη ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἀπήγετο ὁ Θηραμένης εἰς θάνατον· ἡ Βουλὴ οὔτε ἐπεθορύβησε κἄν, διότι παρὰ τὰ δρύφακτα ἵσταντο οἱ ἔχοντες τὰ ξιφίδια. Βεβαίως τοιοῦτόν τι δὲν θὰ γίνῃ, ἀλλὰ δύναται νὰ γίνῃ παραπλήσιον. Δύναται εἷς παντοκράτωρ Πρωθυπουργός, ὑπὸ συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζομεν, νὰ θέλῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τοιαύτην διάταξιν, καὶ οὐδέποτε θὰ δηλώσω ἐγὼ ἐν συνειδήσει νὰ τῷ δώσω τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον Κανονισμόν. Προσέξατέ το καλῶς, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τοὺς ἐκφρασθέντας φόβους, ἂς μείνῃ τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864. Ἡ προσθήκη εἶναι τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δ’ ἐξέφρασα τὴν δυσφορίαν, ὄχι διότι κακῶς ἔχει, ἀλλὰ διότι ἄνευ ἀνάγκης δύναται νὰ ἐγείρῃ συζήτησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ καταναλώσῃ ὅλην τὴν συνεδρίασιν, διότι μήπως αὐτὸ τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας δὲν δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ διαρρυθμίζουσα τὰ τοῦ Κανονισμοῦ της νὰ αὐξήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου καὶ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἄλλας πειθαρχικὰς ποινάς;
§210ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂς μείνῃ λοιπὸν ὅπως εἶχε.
§211ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξεφράζετο τὸ πρᾶγμα, ἐκίνει τὰ νεῦρά τινων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἰδίως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σπετσῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς τοῦ ἐκφράζεσθαι ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ παρεκάλεσεν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ κατασκευάσῃ αὐτὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο· τὸ κατεσκεύασε γλαφυρώτατα, λυποῦμαι δὲ ὅτι θὰ καταδικασθῇ.
§212ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καταδικάζεται μὲ τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, ὅτι οὐδὲν προσθέτει ἡ νέα διατύπωσις καί, διὰ νὰ μὴ συζητῶμεν ματαίως, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ παλαιόν, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς τάξεως.
§213ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὡς προτείνας τὴν ὑπὸ συζήτησιν διατύπωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἀντὶ ἄλλης δὲ ἀπαντήσεως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας, ὁ ὁποῖος ἔχει σπουδάσει τὴν φιλοσοφίαν, νὰ μελετήσῃ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ κατόπιν, ἐξάγων συλλογιστικῶς ἐκ τοῦ κειμένου Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τὸ συμπέρασμα, νὰ μοὶ διατυπώσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς διάταξιν τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον περιέχει αὐτὸς οὗτος ὁ Κανονισμός. Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, δώσατέ μοι ἀκριβῆ ὁρισμὸν τοῦ περιεχομένου τῶν ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς διατάξεων καὶ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὸν δεχθῶ, ἂν εἶναι καλλίτερος τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένου.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον 65, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀπορρίπτεται τὸ ἄρθρον 65, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ μένει ἐν ἰσχύϊ τὸ παλαιὸν ἔχον οὕτως: Ἄρθρον 65.—«Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Ἄρθρον 66.
§215ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 66. «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων κατὰ νόμον ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου μυστικῆς καὶ καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἶναι ὑποχρεωτικὴ κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου εἰδικώτερον ὁρισθησόμενα».
§216Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ζητῶ τὸν λόγον. Ἐπειδὴ ἔχουσιν ὑποβληθῆ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 66, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι ἐπ’ αὐτῶν, τὸ ἄρθρον δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ ὑπερπηδηθῇ τὸ ἄρθρον 66, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀκολούθων ἄρθρων, νὰ παρακληθῇ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πᾶσα τροπολογία ὑποβληθεῖσα κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ σχεδίου αὐτοῦ διατελεῖ ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν.
§218Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργέ· ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ.
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν οὕτω νὰ τελειώσωμεν, νομίζω δὲ ὅτι ἔχομεν προηγούμενον προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, ὅτε δὲ συνεζητήθη ὁ Κανονισμός, ἐδηλώθη ῥητῶς ὅτι προκειμένου μόνον περὶ τροπολογιῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ὡρισμένων ἄρθρων θὰ ἐφαρμόζηται αὐτό.
§220Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὅρα Παράρτημα).
§221ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε κατ’ αὐτὴν τὴν γνώμην ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν διὰ τῆς ἰδίας του γνώμης θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν θέλομεν τελειώσει τὸ ἔργον μας νὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμοιομόρφως ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη ἐπὶ πασῶν τῶν τροπολογιῶν εἴτε τῶν ὑποβληθεισῶν ἀρξαμένης τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου εἴτε ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ τηρηθῇ ἡ αὐτὴ τάξις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐτηρήθη. Ὁ Βουλευτὴς νὰ κληθῇ πρῶτον νὰ ἀναπτύξῃ τὴν τροπολογίαν του, ἂν δὲ ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι τοσοῦτον σοβαρά, ὥστε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως ταύτης μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέτασιν, τότε νὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶναι ὥριμος νὰ συζητήσῃ τὸ ἄρθρον, ὀρθότερον εἶναι νὰ ἐπιληφθῇ αὐτὴ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Παπαναστασίου. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ 66 ἄρθρον (ἀναγινώσκεται).
§223Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἔκαμα, διότι νομίζω ὅτι συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία καθιεροῦται ἐν τῷ ἄρθρῳ 66 τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι μόνον διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας μου εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη τοῦ ἴσου καὶ καθολικοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Διὰ τοῦ ὑπάρχοντος ἐκλογικοῦ συστήματος εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη. Δι’ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ δικαία ἀντιπροσώπευσις ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων τοῦ τόπου, οὐδὲ ἡ ἐπικράτησις τῆς παρὰ τῷ λαῷ πλειονοψηφούσης πολιτικῆς μερίδος, ἐνῷ σκοπὸς τῆς ἴσης καὶ καθολικῆς ψηφοφορίας εἶναι νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πλειονοψηφοῦσα ἡ πολιτικὴ μερίς, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὸν λαὸν πράγματι πλειονοψηφεῖ. Δὲν εἶναι δ’ ἐξησφαλισμένη διὰ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος ἡ ἐπικράτησις τοῦ πράγματι πλειονοψηφοῦντος κόμματος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ πλειονοψηφίαι εἰς τὰ διάφορα ἐκλογικὰ διαμερίσματα νὰ εἶναι ἐντελῶς ἄνισοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Βουλὴ νὰ μὴ κατοπτρίζῃ τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Τοῦτο ἐξηκριβώθη εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἰσχύουσιν ἐκλογικὰ συστήματα ἐπιτρέποντα τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων· π. χ. ἐν Βελγίῳ εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1870 ἐξελέγησαν 52 φιλελεύθεροι καὶ 72 κληρικόφρονες Βουλευταί, ἐνῷ ὑπὲρ τῶν φιλελευθέρων ἐψήφισαν 42058 ἐκλογεῖς, ὑπὲρ τῶν κληρικοφρόνων δὲ μόνον 35501. Παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν ἀκριβῶς νὰ γνωρίζωμεν πόσους ὀπαδοὺς ἀριθμεῖ ἑκάστη πολιτικὴ μερὶς ἕνεκα τοῦ συστήματος τῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας καὶ τῆς εὐρείας περιφερείας, τὸ ὁποῖον σύστημα ἐπιτρέπει τοὺς μικτοὺς συνδυασμοὺς καὶ τὴν ψήφισιν περισσοτέρων ὑποψηφίων παρ’ ὅσους πρέπει νὰ ἐκλέγωνται εἰς ἕκαστον ἐκλογικὸν διαμέρισμα. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχει γίνει παρ’ ἡμῖν αἰσθητὸν τὸ μέγιστον ἐλάττωμα τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματός μας, ὅπερ ἀνέφερα καὶ τὸ ὁποῖον συντελεῖ πολλάκις εἰς τὸ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν πλειονοψηφοῦν καὶ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν Ἀρχὴν τὸ κόμμα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐτάχθη ἡ μειονοψηφία τῶν ἐκλογέων, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταπατῶνται τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ῥηθέντος μεγάλου ἐλαττώματος τὸ ἐκλογικὸν ἡμῶν σύστημα ἔχει καὶ ἄλλα ἐλαττώματα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐξηγέρθη ἐσχάτως ἡ κοινὴ γνώμη. Ἕν ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων τούτων εἶναι ὅτι τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα διευκολύνει εἰς μέγιστον βαθμὸν τὴν συγκρότησιν μικτῶν συνδυασμῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐμποδίζεται νὰ διεξάγηται ὁ ἐκλογικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει ἀντιθέσεως γενικωτέρων συμφερόντων καὶ ἰδεῶν.
§224ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρόν· ἐγὼ δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι πολιτικὸν νὰ τὸ φέρητε τώρα, διότι θὰ θέλωμεν ἕνα μῆνα νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἡμεῖς ἐθυσιάσαμεν καὶ τὸ ζήτημα τῶν σφαιριδίων, διὰ νὰ τελειώσωμεν, καὶ τώρα θέλετε νὰ φέρητε τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογικῆς περιφερείας; Δὲν θὰ τελειώσωμεν οὔτε εἰς ἕνα μῆνα!
§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ δυσχέρεια τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὅσον φαντάζεσθε. Ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, ὑπέβαλον τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν καὶ τὴν ὑποστηρίζω, διότι θεωρῶ τὴν ἀρχὴν τῆς κατ’ ἀναλογίαν ἐκλογῆς ἀναποσπάστως συνδεδεμένην πρὸς τὸ ἐν τῷ Συντάγματι καθιερούμενον ἴσον καὶ καθολικὸν ἐκλογικὸν δικαίωμα, διότι νομίζω ὅτι μόνον διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς ἐν λόγῳ ἀρχῆς θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ πραγμάτωσις τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ διότι τέλος διὰ τῆς κατ’ ἀναλογίαν ἐκλογῆς θέλει ἀναμφισβητήτως σπουδαίως διευκολυνθῆ ἡ συγκρότησις ἀμιγῶν συνδυασμῶν καὶ ὁ χωρισμὸς τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἰς κόμματα ἀντιθέτων ἰδεῶν, ὅπερ τόσον ἐπόθησεν ὁ λαὸς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἑπομένως, ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ ἐν λόγῳ ἀρχή, παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασίς μου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν κρίνει παραπεμπτέαν τὴν πρότασιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Παπαναστασίου εἰς τὸ ἄρθρον 66 ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν ἔχουσαν οὕτως: «Ἡ Βουλὴ συνίσταται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων κατ’ ἀναλογίαν ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας» ὡς ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως ἀπορριπτέαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἔκρινεν αὐτὴν ἀπορριπτέαν ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως. Ὁ κ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἐκ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ἀναλογικῶς κατὰ νόμον ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν. Μετὰ δεκαπενταετίαν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος ψήφου οἱ μὴ φέροντες πιστοποιητικὸν στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθησόμενα».
§227Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθανασάκης ἔχει τὸν λόγον.
§229Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ Συντάγματος ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος δὲν κάμνει ἄλλο παρὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, τῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ἐνόσῳ δὲν μεταβληθῇ ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ἰσχύει καὶ θὰ ἰσχύῃ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κώλυμα, ὥστε εἷς νεώτερος ἐκλογικὸς νόμος νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ἄλλο σύστημα. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προσετέθη διάταξις, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἶναι ὑποχρεωτικὴ κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου εἰδικώτερον προσδιορισθησόμενα».
§230Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτὸ ἀπορρίπτεται.
§231Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἀφήσατε νὰ τὸ ἀναπτύξῃ πρῶτον.
§232Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, νομίζω, νὰ ἔχω τοιαύτην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι νὰ μετέχῃ τις τοῦ ἐκλέγειν δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλ’ εἶναι καὶ καθῆκον· εἶναι δὲ καθῆκον ἀνεγνωρισμένον ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος ἀκόμη, ἀναφερόμενον καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Σόλωνος. Καὶ ἀπὸ θεωρίας ἂν ἐξετάσῃ τις τὸ πρᾶγμα, ὀφείλει, νομίζω, ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν εἶναι ὑποχρεωτική, διότι τὸ μὴ ὑποχρεωτικὸν ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν. Ἡ ἔκφανσις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πρέπει νὰ πηγάζῃ ἐκ τῆς καθολικῆς ψήφου πάντων τῶν πολιτῶν καὶ ὄχι ἐκ τῆς μερικῆς, διότι ἄλλως δὲν εἶναι ἡ ἀληθὴς ἀντιπροσωπεία. Ἂν παραδεχθῶμεν τοῦτο ὡς δικαίωμα μόνον, τότε ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, ὅπως ὁ εἷς δικαιοῦται νὰ μὴ τὸ ἐξασκήσῃ, οὕτω καὶ πάντες δύνανται νὰ μὴ τὸ ἐξασκήσωσι, τουτέστι νὰ μὴ ψηφίσωσι, διότι πάντες ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα. Καὶ τότε τί θὰ συμβῇ; Δὲν θὰ ἔχωμεν ἀντιπροσωπείαν. Λέγω, ὅτι τὸ μὴ ὑποχρεωτικὸν ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, διότι βεβαίως καθολικὴ ψηφοφορία νοεῖται μόνον, ὅταν πάντες ψηφίζωσι. Τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ψήφου εἶναι ἡ κύρωσις τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, καὶ εἶναι συγχρόνως καὶ τὸ ἀντιστάθμισμα αὐτῆς, διότι, ὅταν πάντες ψηφίζωσι, τότε μόνον ἀντιπροσωπεύονται πᾶσαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις. Τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ψήφου εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Βελγικῷ Συντάγματι· ὁ δὲ ἐκλογικὸς νόμος καθορίζει τὰς ποινὰς εἰς τοὺς μὴ ἐξασκοῦντας τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν εἶναι βεβαίως βαρεῖαι αἱ ποιναί, ἀλλ’ εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ συνεπάγωνται τὴν κύρωσιν... Νομίζω, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ ψηφίζειν πρέπει νὰ καταστῇ ὑποχρεωτικόν, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἷς λόγος,— ὄχι βεβαίως ὁ κυριώτερος— τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν εἶναι καὶ ἡ ἀδιαφορία, τὴν ὁποίαν πολλοί, ἰδίᾳ ἐκ τῶν ἀνεπτυγμένων τάξεων, ἐπιδεικνύουσιν ὡς πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων. Ἡ ἀδιαφορία αὕτη ἄγει εἰς πολλὰ ἄτοπα, οὐδ’ εἶναι ὀρθὸν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀδιαφορῶμεν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπικρίνωμεν διαρκῶς τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὰς εὐθύνας καὶ τοὺς ἐξασκοῦντας τὰ δικαιώματά των. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παταχθῇ ἡ ἀδιαφορία αὐτή, ἰδίως ἀνωτέρων τινῶν τάξεων, αἵτινες δὲν θέλουσι νὰ χαλάσωσι τὴν ἡσυχίαν των, διὰ νὰ ἐξασκήσωσι τὰ δικαιώματά των.
§233Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μεμψιμοιροῦσιν αἰωνίως.
§234Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Μεμψιμοιροῦσιν αἰωνίως, καὶ αἰωνίως μέμφονται τῶν ἄλλων. Τὸ τοιοῦτον πρέπει νὰ λείψῃ.
§235Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα ποῖος θὰ τὰ πληρώσῃ;
§236Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Θὰ ἔλθω ἀμέσως καὶ εἰς τοῦτο. Ὁ κυρῶν τὴν διάταξιν ταύτην νόμος θὰ καθορίζῃ βεβαίως καὶ τὰς ἐξαιρέσεις διὰ τοὺς ἀδυνατοῦντας δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, ἂν οὗτος εἶναι μακρὰν τῆς κατοικίας των. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Βελγικὸν νόμον λ. χ., ὁ ὁποῖος καθώρισε τὴν κύρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται...
§237Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἔχετε ἐξέλθει ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ποτέ. Ἔχετε μεταβῆ εἰς ἄλλα μέρη, διὰ νὰ ἴδητε τὰς ἀποστάσεις; Διὰ νὰ μεταβῶσι νὰ ψηφίσωσι, θὰ κάμωσι δεκάωρον πορείαν. Νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον αὐτό; Πῶς θὰ τοὺς ἐξαναγκάσητε; Ποῖος θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα;
§238Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Κατάγομαι ἐξ ἐπαρχίας καὶ γνωρίζω τὰς ἀποστάσεις. Ἂν ἔχητε ὑπομονήν, νὰ μὲ ἀκούσητε.
§239Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τί νὰ ἀκούσω!
§240Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἂν δὲν θέλητε νὰ ἀκούσητε, περιττὸν καὶ νὰ ὁμιλήσω. Ἂν ἔχητε ὑπομονήν, θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως ποῖος θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, διότι οὐδεὶς πρόκειται νὰ τὰ πληρώσῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω τί ἰσχύει ἐν Βελγίῳ. Βεβαίως δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ παραδεχθῶμεν ἀσυζητητὶ ὅσα ἰσχύουσιν ἐκεῖ, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν· δυνάμεθα δὲ νὰ παραδεχθῶμεν καὶ περισσοτέρας δικαιολογίας ἕνεκα δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ. Λοιπὸν ἐν Βελγίῳ ἰσχύει τὸ ἑξῆς· ὁ μὴ δυνάμενος νὰ ψηφίσῃ δύναται νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι δὲν δύναται εἴτε ἐξ ἀπουσίας εἴτε ἐξ ἀσθενείας εἴτε ἐξ ἄλλου λόγου οἱουδήποτε πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀστυνομίας ἀποφασίζει καὶ δέχεται ἢ ἀπορρίπτει τὴν δικαιολογίαν. Ἂν μὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ δικαιολογία, οὐδεὶς γίνεται πλέον λόγος. Ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ δικαιολογία, ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν γίνεται ὁ κατάλογος τῶν μὴ δικαιολογησάντων τὴν ἀπουσίαν των· κλητεύονται οὗτοι ἄνευ οὐδενὸς ἐξόδου ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ ὁ κατάλογος δικάζεται. Αἱ ἀναγραφόμεναι ποιναὶ εἶναι αἱ ἑξῆς: Ὅστις ἄνευ δικαιολογίας δὲν ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα τῆς ψηφοφορίας ἢ ἅπαξ ἀπέχει τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον ἑνὸς μέχρι τριῶν φράγκων· ἐν περιπτώσει ὑποτροπῆς τὸ πρόστιμον θὰ εἶναι 25–30 φράγκων· ἐν περιπτώσει δευτέρας ὑποτροπῆς ἐν διαστήματι δέκα ἐτῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς εἰδικῆς ποινῆς, τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλογέως ἀναγράφεται ἐπὶ πίνακος ἐκτεθειμένου ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰς τὴν πρόσοψιν τῆς Δημαρχίας του.
§241Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ τὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτά;
§242Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ὄχι βέβαια. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἐννοῶ μόνον, ὅτι εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ κύρωσις, ἡ ὁποία νὰ καθιστᾷ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑποχρεωτικόν. Ἂν δὲ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀπουσία καὶ διὰ τετάρτην φοράν, τότε διαγράφεται ὁ ἐκλογεὺς ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν δύναται νὰ λάβῃ διορισμὸν εἰς δημοσίαν θέσιν ἢ προβιβασμὸν κανένα ἢ τιμητικήν τινα διάκρισιν. Ἂν ἀνέφερον ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἐνόουν ὅτι πρέπει καὶ νὰ τὰ παραδεχθῶμεν ἀσυζητητί. Ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ ὑποδείξω, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος δύναται νὰ ῥυθμίσῃ καὶ νὰ κυρώσῃ διὰ ποινῶν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ τοιοῦτον ὡς ὠφέλιμον ἢ ὄχι. Ἐγὼ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἰσηγηθῶ πρότασιν, ἣν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη.
§243Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι πολίτης ἐλεύθερος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀσκεῖ τὸ ἱερώτερον αὑτοῦ καθῆκον;
§244Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουσι πλεῖστοι μὴ ἐξασκοῦντες τὰ δικαιώματά των.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας ἔχει τὸν λόγον.
§246Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν ἐκλογικὸν σύστημα τῆς μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας μακρὰ αὐτοῦ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν ὡς σύστημα ἄστοχον, κίβδηλον, ὡς σύστημα, ὅπερ ἐμόρφωσε χαρακτῆρας κιβδήλους καὶ ἐνόθευσε τὴν γνησίαν τοῦ λαοῦ ἀντιπροσωπείαν, ὑπέθαλψε δηλαδὴ τὴν νοθείαν, ἂν δὲ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ φυγαδεύσῃ ἐκ τῆς πολιτικῆς κονίστρας πάντας τοὺς ὑγιεῖς, τοὺς εὐθεῖς, τοὺς σιδηροῦς χαρακτῆρας. Σπουδαίως ἔβλαψε καὶ τὸ σύστημα τῆς πολλαπλῆς ψήφου, ὅπερ ἐφυγάδευσεν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου πολλὰς ἐξοχότητας ἐγκατεσπαρμένας εἰς διαφόρους τοῦ Κράτους ἐκλογικὰς περιφερείας. Τὸ σύστημα τῆς πολλαπλῆς ψήφου συμβάλλει εἰς τὴν νόθευσιν τοῦ ἀληθοῦς τῶν ἐκλογέων φρονήματος καὶ εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν γνησίων τοῦ λαοῦ ἀντιπροσώπων. Ἡ πολλαπλῆ ψῆφος, Κύριοι, διευκολύνει τὰς ἀθεμίτους ἑνώσεις τῶν πολιτευομένων, τοὺς ἐκλογικούς, λέγω, συνδυασμούς, διὰ τῶν ὁποίων πολιτευόμενοι μικρὰ διατιθέμενοι ἐκλογικὰ κεφάλαια, ἐνῷ δὲν συνδέουσιν αὐτοὺς οὔτε πολιτικὰ φρονήματα οὔτε ταυτότης ἀρχῶν οὔτε ταυτότης συμφερόντων, συνδυαζόμενοι, συγκροτοῦσι δύναμιν ἀνωτέραν τοῦ πράγματι πλειονοψηφοῦντος ἐν τῇ ἐκλογικῇ περιφερείᾳ καὶ τοιουτοτρόπως ἀποκλείουσιν αὐτόν. Καιρὸς ἐπέστη νὰ παύσῃ ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος τούτου. Ἡ δὲ ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ συστήματος ἐξασφαλίζοντος τὴν ἐπικράτησιν τῆς ἀληθοῦς πλειονοψηφίας οὐ μόνον γνησίους ἀντιπροσώπους θὰ δώσῃ εἰς τὸ ἔθνος, ἀλλὰ θὰ ἀνυψώσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων καὶ θὰ καταστήσῃ αὐτὸ ἐλευθέριον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία καὶ ἡ πολλαπλῆ ψῆφος, ἀντὶ δὲ τούτων νὰ εἰσαχθῇ σύστημα ψηφοφορίας διὰ ψηφοδελτίων, ἑκάστου ἐκλογέως ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἕνα καὶ μόνον Βουλευτήν. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου, συνδυαζομένου καὶ μὲ τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους εἰς ἐκλογικὰς περιφερείας ἰσαρίθμους πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων Βουλευτῶν καὶ ἰσομεγέθεις, θὰ δοθῇ εἰς τὸ ἔθνος γνησία ἀντιπροσωπεία, θὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ ἐξοχότητες, θὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκ τῆς πολιτικῆς κονίστρας πάντα τὰ φαῦλα στοιχεῖα, τὰ στηρίζοντα τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ὕπαρξιν εἰς τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτην καὶ τὴν συναλλαγήν, ἐπωσδήποτε ὅμως διὰ τοιούτου συστήματος θὰ ἔχωμεν γνησίαν ἐκλογήν. Ἡ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, Κύριοι, δύναται νὰ εἶναι καὶ φανερὰ καὶ μυστική, κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ προτιμῶ τὴν φανεράν, διότι ἡ φανερὰ ψηφοφορία ἀναπτύσσει τὴν χρηστοήθειαν, μεγεθύνει τὸ φρόνημα, ἀσφαλίζει ἀκριβεστέραν τοῦ καθήκοντος τὴν ἐκπλήρωσιν. Διότι ὅμως κρατοῦσα γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἀναπτύξω τὰ περὶ φανερᾶς ψηφοφορίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναπτύξω ὑμῖν μόνον τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ θὰ ταχθῶ. Διὰ τῆς εἰσαγωγῆς, Κύριοι, συστήματος ψηφοφορίας διὰ ψηφοδελτίων πρὸ παντὸς θὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τῆς παρουσίας τῶν ὑποψηφίων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων· ἡ ἐκλογὴ δηλαδὴ θὰ ἐνεργῆται χωρὶς νὰ παρίσταται κανεὶς οὔτε ὑποψήφιος οὔτε ἀντιπρόσωπος, τὸ δὲ καὶ σπουδαιότερον, ὅτι θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ γνησιότης τῆς ἐκλογῆς, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ νοθεία. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο ἔχει οὕτω. Τὰ ψηφοδέλτια θὰ παρασκευάζωνται ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου εἰς διπλότυπα βιβλία, κατὰ τὸ σύστημα τῶν διπλοτύπων βιβλίων τῶν εἰσπράξεων, θὰ ὦσιν ἠριθμημένα κατ’ αὔξοντα ἀριθμόν, θὰ σφραγίζωνται δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ παραπέμπωνται ἐγκαίρως εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν καὶ ὑπὸ τῆς οἰκείας διοικητικῆς ἀρχῆς θὰ μονογραφῆται καθ’ ἕκαστον ψηφοδέλτιον, θὰ παραδίδηται δὲ ἐγκαίρως εἰς τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους. Εἰς ἕκαστον τμῆμα θὰ παρίστανται δύο δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι καὶ τέσσαρα μέλη ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, συνοδεύοντα ἀνὰ δύο ἑκάτερον τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων. Ὁ εἷς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένος διὰ τὴν τήρησιν τοῦ βιβλίου τῶν ψηφοδελτίων. Ἅμα ὡς προσέρχεται ὁ ἐκλογεύς, ὑποχρεοῦται ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος νὰ καταχωρίζῃ ἐν τῷ στελέχει τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλογέως, τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου καὶ τὸ χωρίον τοῦ ἐκλογέως, τὸ δὲ ἀπόσπασμα θὰ παραδίδηται.
§247ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγράφονται τοιαῦτα.
§248Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὄχι εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸν νόμον. Ἐγὼ ἀναπτύσσω τὴν γνώμην μου, ἂν δὲ ἡ Βουλὴ εὑρίσκῃ ταύτην ὀρθήν, νὰ ἐγγράψῃ αὐτὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι δηλαδὴ ἡ ψηφοφορία θὰ ἐνεργῆται διὰ ψηφοδελτίων.
§249ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διὰ νόμου δύναται νὰ τὸ κάμῃ ἡ Βουλή.
§250Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Αὐτὸ λέγω· διὰ νόμου. Θὰ παραδίδῃ τὸ ψηφοδέλτιον εἰς τὸν ἐκλογέα, ὅστις ἐντὸς τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος θὰ σημειοῖ τὸ ὄνομα τοῦ ὑποψηφίου καὶ συμπτύσσων τὸ ψηφοδέλτιόν του θὰ τὸ παραδίδῃ εἰς τὸν ἕτερον δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον. Ἐγείρεται τὸ ζήτημα· τί θὰ γίνῃ διὰ τὸν ἀγράμματον; Ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ γράψῃ τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλεξίμου διὰ τὸν ἀγράμματον; Θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγράφῃ τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλεξίμου ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τοῦ ἀγραμμάτου αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, ἵνα μὴ χωρήσῃ νοθεία, ἵνα μὴ χωρήσῃ ἀπάτη...
§251Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν θὰ εἶναι μυστική.
§252Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ εἶναι μυστική, διότι μόνος ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος θὰ τὸ γνωρίζῃ, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πάντως ξένος, ἵνα μὴ δὲ χωρήσῃ ἀπάτη, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐκλογεὺς παραδίδων τὸ ψηφοδέλτιόν του εἰς τὸν ἕτερον δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον νὰ ζητήσῃ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ μυστικῶς, καὶ τοιουτοτρόπως ἀνακαλύπτεται ἡ ἀπάτη. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ψηφοφορίας σφραγίζονται αἱ κάλπαι καὶ παραδίδονται εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν. Εἶναι ἀδύνατος διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἡ νόθευσις τοῦ ἀποτελέσματος, διότι, ἂν ἤθελον ῥιφθῇ πλείονα ψηφοδέλτια, ἀμέσως κατὰ τὴν διαλογὴν θὰ ἀνακαλύπτηται ποῖον εἶναι τὸ νόθον ψηφοδέλτιον, πρῶτον διότι δὲν θὰ φέρῃ τὸν ἀριθμὸν τὸν ἐν τῷ στελέχει τῶν ψηφοδελτίων ἀναγραφόμενον, ἐξ ἑτέρου, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι φέρει τὸν αὐτὸν ἀριθμόν, ἐκ τῆς προσαρμογῆς πρὸς τὸ στέλεχος θὰ φαίνηται ὅτι εἶναι νόθον, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἀπορρίπτηται. Θὰ εἶναι ἀκόμη εὐχερεστέρα ἡ ἀνακάλυψις τῆς νοθείας, ἡ ὁποία οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, διότι ὁ ἐπὶ τῆς παραλαβῆς τῶν ψηφοδελτίων δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος θὰ ἔχῃ βιβλίον, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ σημειοῖ τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλογέως, ὁ ὁποῖος θὰ παραδίδῃ πρὸς αὐτὸν τὸ ψηφοδέλτιον. Τοιουτοτρόπως, νομίζω, ὅτι τὸ μὲν εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τοῦ ἐπηρεασμοῦ, ὃν ἀσκεῖ ἡ παρουσία τοῦ ὑποψηφίου ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου ἐπὶ τῶν ἐκλογέων, διότι οὔτε ὑποψήφιοι θὰ παρευρίσκωνται ἐν τῷ ἐκλογικῷ τμήματι οὔτε ἀντιπρόσωποι αὐτῶν. Ἡ παρουσία αὐτῶν οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ θέσιν.
§253Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οἱ ἀόμματοι καὶ οἱ ἀγράμματοι πῶς θὰ ψηφίζωσι;
§254Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Σᾶς εἶπον, ἀλλὰ δὲν ἐπροσέξατε.
§255Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Περὶ ἀομμάτων εἴπατε.
§256Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἴτε ἀόμματοι εἴτε ἀγράμματοι εἶναι, εἷς καὶ ὁ αὐτὸς τρόπος θὰ εἶναι, ἀλλά, ὅτε ἔλεγον τὸν τρόπον, δὲν ἐπροσέξατε. Ἔχει, Κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῶσι περιφέρειαι ἰσομεγέθεις καὶ ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς Βουλευτάς, ἔχει τὸ ἐλάττωμα, ὅτι δύναται νὰ λαμβάνῃ χώραν δωροδοκία, ἀπέναντι ὅμως τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ κρατοῦν σήμερον σύστημα, τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εἶναι τελείως ἀσήμαντον· ἄλλως τε ἡ Πολιτεία ἔχουσα νὰ πολεμήσῃ μόνον κατὰ τῆς δωροδοκίας δύναται νὰ λάβῃ δρακόντεια μέτρα κατὰ τῶν δωροδοκούντων, καὶ τοιουτοτρόπως δύναται νὰ προληφθῇ ἡ δωροδοκία, διότι εἰς ὀλίγας περιφερείας θὰ εἶναι οἱ ὑποψήφιοι ἱκανοὶ νὰ δαπανῶσι πρὸς διαφθορὰν τῶν ἐκλογέων. Ἀπέναντι τοῦ καλοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ, νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ εἴς τινας περιφερείας θὰ ἐκλέγωσιν ὑποψήφιοι καὶ διὰ τῆς δωροδοκίας, θὰ εἶναι προτιμότερον αὐτὸ ἀπὸ τὸ σήμερον γινόμενον. Σήμερον ἔχομεν δωροδοκίαν, νοθείαν, δύναται δέ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὀλίγοι εἶναι οἱ ἐκλεγόμενοι ἄνευ νοθείας, διότι ποὺ μὲν πολύ, ποὺ δὲ ὀλίγον εἰς ὅλας τὰς κάλπας εἰσάγονται νόθοι ψῆφοι, ἂν δὲ θελήσετε ἐμβριθέστερον νὰ ἐξετάσητε τὸ τί συμβαίνει, θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ τὸ ἓν πέμπτον, ἂν ὄχι πλειότερον, γίνεται ἐκλογὴ ἀντιπροσώπων καὶ ὄχι ὑποψηφίων. Εἷς καλὸς ἀντιπρόσωπος προστίθησιν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου εἴκοσιν ἕως τριάκοντα τοῖς ἑκατόν, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν γίνεται ἐκλογὴ ὑποψηφίων, ἀλλὰ γίνεται ἐκλογὴ ἀντιπροσώπων, τοῦτο δὲ διὰ τοῦ σήμερον ὑποδεικνυομένου συστήματος θὰ ἐκλείψῃ. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς, διὰ νὰ μὴ μένῃ ἀοριστία, διότι δύναται μὲν νὰ καθορισθῇ διὰ νόμου ὡς ἔχει τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι, καὶ ἂν σήμερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης ψηφισθῇ νόμος ὁρίζων οἱονδήποτε σύστημα ψηφοφορίας, θὰ ἔλθωσι κατόπιν ἄλλοι, εἰς οὓς δὲν θὰ εἶναι ἀρεστὸν τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ αὐτοὶ θὰ μεταρρυθμίσωσιν αὐτὸ καὶ θὰ ἐπαναφέρωσι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ. Ὅθεν ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἵνα εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας καὶ διαιρεθῇ τὸ Κράτος εἰς ἰσαρίθμους καὶ ἰσομεγέθεις ἐκλογικὰς περιφερείας.
§257Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§258Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τὴν πρότασιν, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ πολῖται νὰ προσέρχωνται εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας. Τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Ἀθανασάκη, τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπή, διότι ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον αὐτῆς ὑπὸ πλείστων μελῶν τὰ συμβαίνοντα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας ὑμᾶς. Ἀλλ’ εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν ὁ κ. Ἀθανασάκης περὶ τῆς μὴ προσελεύσεως εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς πλείστων ἀνθρώπων, δυστυχῶς δὲ ἐκ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, διαρκῶς μεμψιμοιρεῖ διὰ τὰ κοινά, ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἄποψις τοῦ ζητήματος· ἡ ἐκμετάλλευσις ἡ γινομένη διὰ τὴν προσέλευσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας τῶν χωρικῶν. Ἔχω μακρὰν καὶ πολὺ πικρὰν πεῖραν δυστυχῶς τῶν συμβαινόντων κατὰ τὰς ἐκλογάς. Διότι οἱ ὑποψήφιοι γνωρίζετε πάντες εἰς ποίας θυσίας ὑποβάλλονται, καὶ δυστυχῶς αἱ θυσίαι αὗται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲν φθάνουσι τοὐλάχιστον μέχρις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται νὰ ψηφοφορήσωσιν. Ὑφίστανται οἱ ὑποψήφιοι θυσίας, ἀλλὰ καὶ αἱ θυσίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι κακῶς γίνονται, δὲν φθάνουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τὰ θυλάκια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν. Ἀφορμὴν δὲ εἰς τὰς καταχρήσεις αὐτὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δίδει ἡ ἀπειλὴ τῆς μὴ αὐθορμήτου προσελεύσεως τῶν ἐκλογέων εἰς τὰς κάλπας. Βεβαίως τὰ καθέκαστα ἀφορῶσι τὸν νόμον τὸν ἐκλογικόν, ὁ ὁποῖος θέλει καθορίσει τὴν ποινὴν ἐν περιπτώσει μὴ προσελεύσεως. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τοιαύτης ἀρχῆς ἐν τῷ Συντάγματι θέλει δώσει ἀφορμὴν εἰς τὸ νά...
§259Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν γράφεται αὐτὴ ἡ διάταξις.
§260Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Πῶς δὲν γράφεται; Εἶναι ἀναγεγραμμένη. Ἐὰν δὲ ἀναγραφῇ, θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς σοβαρὰν συζήτησιν καὶ εἰς κατανόησιν ὅτι τὸ ψηφοφορεῖν, τὸ ἐκλέγειν διὰ τῆς ψήφου τοὺς ἀντιπροσώπους δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσις. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀδικήσῃ καὶ ἑαυτὴν καὶ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν πολιτικήν, ἐὰν δὲν δεχθῇ νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία προσετέθη εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν διὰ νόμου τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ συζητήσωμεν πῶς πρέπει νὰ γίνωσιν αἱ λεπτομέρειαι τοῦ νόμου αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀρχῆς. Τὰ μετέπειτα εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ σκεφθῇ ὀρθῶς καὶ θὰ συζητήσῃ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρῶς ἡ διάταξις αὕτη.
§261Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς ψηφοφορίας εἶναι ἤδη ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 14 λέγει ῥητῶς τοῦτο.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§263Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου· ἀφοῦ ὅμως αὕτη ἔπεσε, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Δὲν λέγω ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ εἶναι γενικώτεραι καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ἀφαίρεσις τῆς διὰ σφαιριδίων ἀρχῆς δὲν εἶναι λόγος ὅπως ἀφαιρεθῶσι καὶ ἄλλοι περιορισμοί, ὡς ὁ τῆς μυστικῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ ἀποτελεῖ τὴν θεμελιώδη βάσιν, ὥστε μηδεὶς νὰ γίνεται λόγος, ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῆς διατάξεως περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελε θεωρηθῆ τόσον βάσιμος, μήπως δὲν εἶναι φόβος διὰ νόμου νὰ καταργηθῇ; Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσῃ τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἔμμεσος ψηφοφορία δύναται νὰ ἰσχύσῃ σήμερον, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ κατ’ ἀναλογίαν ἐκλογή, ἠδύνατο ἡ διάταξις αὕτη νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν τὰ προσόντα τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς ἤθελον κριθῆ ἴσης ἀξίας ὡς τὰ τῆς μυστικῆς καὶ τῆς ἀμέσου ψηφοφορίας, διὰ νὰ μὴ εἴπω τῆς καθολικῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν διάταξιν πολλοὶ ἠσχολήθησαν εἰς ταύτην. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει μέσον, ὅπως ἐξαναγκάζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι τὸ ψηφίζειν δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσις·
§264Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαγραφὴ ἐκ τοῦ καταλόγου.
§265Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πῶς θέλετε ὅμως ἡμεῖς νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἐκλογεῖς νὰ θεωρῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑποχρέωσιν, ὅτε ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὸ παραβιάζομεν; Θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι πολλάκις ἡμεῖς ἀρνούμεθα ψῆφον καὶ ἀποχωροῦμεν τῆς αἰθούσης μὴ θέλοντες νὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Διατί λοιπὸν θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς τὸ δικαίωμα αὐτό; Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας διὰ τὸν ἐκλογέα εἶναι ἄρνησις ψήφου. Ταύτην παραδεχόμεθα διὰ τὸν ἑαυτόν μας καὶ συγχρόνως θέλομεν νὰ τὴν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ἄλλους.
§266Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§267Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐν Γερμανίᾳ ἡ ἀπειλὴ τῆς αὐξήσεως τῆς μεγάλης δυνάμεως τῶν σοσιαλιστῶν ἔπεισε τὰ ἀστικὰ φύλλα νὰ κρούσωσι τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ ἐξαναγκάσωσι τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰς ἀστικὰς τάξεις νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς κάλπας, καὶ προσῆλθον πράγματι. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι ἐκέρδισε τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ ἀντιπαθέστερον εἰς τὴν Γερμανίαν, τὸ κόμμα τῶν συντηρητικῶν. Διὰ τῆς μὴ ὑπάρξεως διατάξεως περὶ ὑποχρεώσεως τῆς ψήφου ἀποχωροῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄλλα δικαιώματα δυνάμει τῶν οἰκονομικῶν αὑτῶν μέσων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τινος ἀπόψεως μία τοιαύτη διάταξις θέλει φέρει ἀγαθά τινα, καὶ ἕν τούτων εἶναι, ὡς ἔθιξεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος κ. Ροῦφος, ὅτι πολλοὶ ἐκλογεῖς ἀρνοῦνται νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς κάλπας ζητοῦντες τὰ ἔξοδα καὶ τὴν τροφήν. Ἀλλὰ τὴν ἀξίωσιν ταύτην ἔχουσιν οἱ ἐκλογεῖς, οὐχὶ ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὰς κάλπας, διότι δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν ταύτην ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑποψηφίους. Τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τὴν ἔχουσιν ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ δώσωσι λευκὴν ψῆφον· ὥστε πάλιν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπάντησις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐκμεταλλευθῶσι, τὴν περίστασιν αὐτήν. Θὰ ζητῶσι καὶ πάλιν ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους τὰ μέσα τῆς μεταβάσεως, ὅπως δώσωσι λευκὴν ψῆφον.
§268Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἀβάσιμον τοῦ ἐπιχειρήματος δὲν ἀποδεικνύει καὶ τὸ ἀβάσιμον τῆς ἀρχῆς.
§269Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπάντησις αὕτη τῶν ἐκλογέων δὲν θὰ ἐξασθενήσῃ, διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν σήμερον διατυπώνουσι τὴν ἀξίωσιν προκειμένου νὰ ὑπάγωσι νὰ ψηφίσωσι, θὰ διατυπώσωσι καὶ αὔριον τὴν ἀξίωσιν αὐτήν, διὰ νὰ ὑπάγωσι νὰ δώσωσι ψῆφον λευκήν.
§270Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συμφωνῶ ὅτι δὲν θὰ πέσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγράφη.
§271Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ λαὸς δὲν κατενόησεν ὅτι εἶναι ἠθικωτάτη ἀρχή, καὶ ὅταν λαμβάνῃ ἀκόμη χρήματα, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρέπει, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐννοεῖ ὁ λαὸς ὅτι εἶναι ἠθικὴ ἀρχὴ καὶ τὸν παρᾶ καὶ μαῦρο, πάντοτε οἱ πλούσιοι θὰ ἔχωσι πλεονεκτήματα καὶ ὑπεροχὴν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ μείνῃ γράμμα κενὸν εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν θὰ εὑρεθῇ τρόπος ἐξαναγκασμοῦ τῶν ἐκλογέων· διότι καὶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον τεθῆ διατάξεις τινές, περισσότεραι καταχρήσεις θὰ γίνωνται, καθόσον οἱ ἰσχυροὶ θὰ κατορθώνωσι νὰ ἀποδεικνύωσιν ὅτι ἠσθένουν ἢ εἶχον ἄλλα νόμιμα κωλύματα, ὅπως μὴ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τοῦ νόμου καὶ οἱ ἀδύνατοι θὰ ὑποστῶσιν αὐτάς. Ὥστε ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἂν μείνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, καλλίτερον εἶναι νὰ μείνῃ γράμμα κενόν.
§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσάγω, κύριοι Βουλευταί, νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ 2,000,000 εἰς 2,500,000» καὶ ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως μεραρχιακῶν ταμείων», διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς νόμος περὶ ἱδρύσεως γενικοῦ ταμείου τοῦ Στρατοῦ καὶ εἰσάγεται τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα καὶ εἰς τὸν Στρατόν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ὁ Πρόεδρος σχηματίσῃ ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὁριζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ παρουσιάσῃ ταῦτα κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μετὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ νὰ καταρτίσω τὴν ἐπιτροπήν;
§274ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§275Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μὴ λείψῃ ὁ κ. Κουτούπης.
§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, κύριοι Βουλευταί, ἔχω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἔχῃ τὴν συμπάθειάν μου, ὅτε συλλογίζομαι ὅτι πρὸ 12 ἐτῶν ἀκριβῶς, ὅτε ἐψηφίζομεν ἐν Κρήτῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1899, εἶχον εἰσηγηθῆ τὴν γνώμην αὐτὴν ταύτην ἀκριβῶς. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου ἀπερρίφθη, καὶ ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξεπόνησε τὸ σχέδιον. Δὲν ἐπέμεινα δὲ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὰ ἐπιχειρήματα ἐφάνησαν εἰς ἐμὲ σαθρά. Κυρίως ἀντετάχθη ὅτι παρ’ ὅλα τὰ μέτρα ταῦτα θὰ ὑπάρχῃ μέγας ἀριθμὸς ἀνθρώπων μὴ προσερχομένων εἰς τὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἐκ τούτου θὰ ἀναγκάζηται ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ἐν γένει ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ ἐκδίδῃ σωρείαν ἀποφάσεων, διὰ νὰ ἀπορρίπτῃ τὰς τυχὸν δικαιολογίας. Ὅλος δὲ αὐτὸς ὁ μηχανισμός, ὁ ὁποῖος θὰ γίνεται, δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ ἐπιδιωκόμενον καλόν. Μᾶλλον ἐπείσθην βραδύτερον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ προσέλευσις τοῦ πλείστου τῶν ἐκλογέων διὰ τῆς θεσπίσεως συστήματος ἐκλογικοῦ τοιούτου, τὸ ὁποῖον νὰ πείθῃ ἕκαστον ἐκ τῶν ἐκλογέων ὅτι ἡ ψῆφός του εἶναι ἀξία λόγου. Τοῦτο δ’ ἐπετεύχθη ἐν μεγάλῳ μέτρῳ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν ἀρχῇ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου. Ἠξεύρετε πόσοι ἦσαν οἱ προσερχόμενοι εἰς τὰς κάλπας μὲ τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου; 85% ἕως 90%. Ἐνῷ μὲ τὸ ἰσχῦον ἐδῶ σύστημα προσέρχονται 65% περίπου.
§277Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Προέρχεται τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ ἀνακαθαρίστου τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων.
§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου ἀπέτυχεν ἐκεῖ δοκιμασθέν. Ἄν, ὡς εἶναι πιθανόν, φθάσωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν μειονοψηφιῶν, τότε μεγαλύτερος ἀριθμὸς ἀνθρώπων θὰ προσέρχηται εἰς τὰς κάλπας, διότι ἕκαστος θὰ γνωρίζῃ, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἀνήκῃ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐπικρατήσωσι, πάντως ὅμως θὰ συντελέσῃ διὰ τῆς ψήφου του, ὅπως ἀντιπροσωπευθῶσιν αἱ ἰδέαι του ἐν τῇ Βουλῇ. Φρονῶ ὅτι, ἂν ἤθελεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ διάταξις, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωμεν νόμον οὔτε τώρα οὔτε προσεχῶς, δὲν πρέπει δὲ νὰ παραδεχθῶμεν νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ Συντάγματι ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ μείνῃ νεκρά, διότι θὰ εἶναι κακὸν νὰ ψηφίζωμεν περὶ ζητημάτων περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἴμεθα βέβαιοι. Κατὰ τοῦτο ἀναγνωρίζω τὴν ἀξίαν τῆς τροποποιήσεως, ἡ ὁποία περιελήφθη καὶ ἀνεγράφη ὡς διάταξις τοῦ Συντάγματος ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Πατρῶν καὶ Ἀττικῆς, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται ὅτι ἄνευ τῆς ἀναγραφῆς ταύτης ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα προϊόντος τοῦ χρόνου, ὅτε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εὐκολύνονται καὶ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα θὰ εἶναι διάφορον, ὅτι δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ψήφου. Τότε θὰ ἐνόουν ἡ πρότασις αὐτὴ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ δὲν διστάζω καθόλου νὰ εἴπω ὅτι νομίζω ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς διατάξεως ταύτης ὁ ἐκλογικὸς κῶδιξ δύναται νὰ ἀναγράψῃ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ψήφου.
§279Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ ἐγένετο εἰς τὴν Ἰταλίαν.
§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν καταφατικὴν ὑμῶν γνώμην βλέπω εἰς τὴν κίνησιν τῶν κεφαλῶν ὅλων τῶν Βουλευτῶν. Ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ ὅτι δὲν κωλύεται ὁ νομοθέτης νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην μεταβολὴν διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω, ἀφοῦ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ τὰ λοιπά.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἤδη παραιτεῖται ὁ κ. Βάρθης.
§282Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μάλιστα.
§283Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχω ἢ τοῦτο μόνον νὰ προσθέσω: Ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφίζομεν τοιοῦτόν τι δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς καί, ἐνῷ εἴμεθα τριακόσιοι ἑξήκοντα, δὲν προσερχόμεθα οὔτε διακόσιοι, πῶς θὰ ψηφίσωμεν τοιαύτην ὑποχρέωσιν διὰ τὸν λαόν;
§284Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δύο λέξεις, ὅπως συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς διατάξεως τῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, καίτοι ἔχει πολλοὺς ὑπερασπιστὰς τὸ σύστημα τοῦτο. Μακρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ καταλληλότερον διὰ καλπονοθεύσεις καὶ καταδολίευσιν τοῦ γνησίου φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον τροποποιοῦν κατὰ τοῦτο τὸν ἐκλογικὸν νόμον.
§285Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν συμφωνῶ εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν ψηφοφορίαν, διότι νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς ὑποχρέωσιν. Ἡ ψῆφος ἀναγνωρίζεται ὡς δικαίωμα τοῦ πολίτου· πῶς θὰ ἀναγνωρίσωμεν τώρα ὑποχρέωσιν πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου;
§286Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μίαν πρότασιν, ἥτις νομίζω ὅτι ἀπορρέει ἀμέσως καὶ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 66, ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς εἶχε διατυπωθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, ὡς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον. Τὸ ἄρθρον 66 καθιεροῖ ψηφοφορίαν καθολικὴν καὶ ἄμεσον, σοφώτατα δέ, ὅπως ὑπάρχῃ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία ἐκπροσωποῦσα τὰς πολιτικὰς ἰδέας καὶ τὰ πολιτικὰ συναισθήματα τοῦ λαοῦ, διότι, ὅταν ἐκλέγωνται ἀντιπρόσωποι ὑπὸ καθολικῆς καὶ ἀμέσου ψηφοφορίας, βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι θὰ εἶναι οἱ σκεπτόμενοι καὶ συναισθανόμενοι ὅπως ὁ λαός. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες, ὅτι τοιοῦτο σύστημα παρ’ ἡμῖν δὲν κρατεῖ, δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ, ἕνεκα τοῦ ὁποίου θὰ ἦτό τις ὑπόχρεος νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὡς τὸ ἐννοοῦμεν πάντες, ὡς τὸ ἠθέλησεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864, δὲν ὑπάρχει, διότι τοὺς Βουλευτὰς δὲν ἐκλέγει ὁ λαὸς ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως οἱ δημοτικοὶ κομματάρχαι καὶ οἱ συνυποψήφιοι ἐν συνδυασμῷ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων προέτεινα εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἀπαγορευθῇ ὁ συνδυασμὸς καὶ τὸ σῆμα εἰς τὰς κάλπας. Ἐσκόπουν καὶ σκοπῶ ἴσως νὰ προτείνω καὶ μεταρρύθμισίν τινα γενικωτάτην τοῦ δημοτικοῦ συστήματος διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις, δεχόμενος καὶ ἐγὼ ὅτι ταῦτα εἶναι θέματα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως ἀπὸ τοῦδε ἀνατεθῇ εἴτε εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν εἴτε εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν, ὅπως ἀρχίσῃ τὴν σύνταξιν νέου ἐκλογικοῦ νόμου παρ’ ἡμῖν, διότι πιστεύω ὅτι, ἂν δὲν ἀποκτήσωμεν ἐκλογικὸν νόμον σύμφωνον πρὸς τὰ δεδομένα τῆς πείρας, σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀδύνατον θὰ εἶναι νὰ ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν εὔκοσμος πολιτικὸς βίος. (Χειροκροτήματα).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 66 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη καὶ ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τῶν 6 Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν). Ὑπάρχει τροπολογία τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀφαιρεθῇ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 66 ὡς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκανονίσθη. (Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἀφαίρεσιν καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 66 ἔχον οὕτως:) «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων κατὰ νόμον ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας. Αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ διατάσσονται καὶ ἐνεργοῦνται ταυτοχρόνως καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν». Ἐπίσης προβάλλεται ἡ ἑξῆς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις διὰ τὰ Πρακτικά: «Ἡ διπλῆ Βουλὴ ἀποφαίνεται ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ καταστήσῃ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος». (Ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν δήλωσιν ταύτην).
§288Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Παρακαλῶ, ὅπως ἀνατεθῇ εἴτε εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν εἴτε εἰς ἑτέραν, εἰδικῶς ἐκλεχθησομένην, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσήκουσαν ἔκθεσιν μετὰ προτάσεως νόμου».
§289ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνάδελφος εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Δύναται λοιπὸν νὰ πείσῃ τοὺς κυρίους συναδέλφους του, ἐὰν θέλωσι, νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λόγος ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἀπὸ τοῦδε ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι εἶναι λίαν ἀμφίβολον, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, ἂν ἡ παροῦσα Βουλὴ θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μεταβολῆς ῥιζικῶς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θέλει μακρὰν συζήτησιν. Μόνον διατάξεις τινὲς δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, οὐχὶ ῥιζικαὶ μεταρρυθμίσεις.
§290ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἐργασία περιωρισμένη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν συνταγματικὴν εἴτε ἄλλην· ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τοιούτου ἔργου καί, ἐὰν τοῦτο ἐθεώρει ἀναγκαῖον, νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν εἰς τοὺς σκοπούς της ὑπάρχῃ καὶ τοιαύτη τις μεταβολὴ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου κατά τινα κεντρικὰ σημεῖα. Διότι νομίζω ὅτι διὰ τὴν Συνέλευσιν ἡμῶν δὲν ὑπάρχει οὐσιωδέστερον ἔργον, ἔργον τόσον πολὺ ἐξασφαλίζον τὴν πολιτικὴν πρόοδον τοῦ τόπου.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 67.
§292ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται». Ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι, ὅπως ὁμιλήσωσι, τρεῖς τῶν κυρίων συναδέλφων.
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ μεταβάλλει τὴν λέξιν «ἐπαρχία» εἰς «ἐκλογικὴν περιφέρειαν».
§294Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «μόνον».
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. «Καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν».
§296Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι παρέλκει τὸ δεύτερον μέρος, διότι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ πρώτου περιλαμβάνεται τὸ ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ λέξις «μόνον» θὰ προστεθῇ.
§298Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς, διότι, ἀφοῦ ἀντιπροσωπεύουσιν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, φυσικὰ εἰς τοῦτο περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀντιπροσώπευσις τῆς ἐπαρχίας.
§299Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ προκληθῇ ἡ ἑρμηνεία ὅτι τοιαῦται περιφέρειαι εἶναι καὶ αἱ ἔξω.
§300ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ἀφοῦ ἐφύγομεν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκίστας. Ἀπών. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἀποσύρεται. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη: Ἄρθρον 67.—«Οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 68.
§302ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 68.—«Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζεται διὰ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀπογραφὴν πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους. Οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ ᾖ ἐλάσσων τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα».
§303ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μίαν λέξιν ἔχω νὰ εἴπω. Τὸ ἄρθρον, ὅπως διετυποῦτο ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν, εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζεται διὰ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους κατ’ ἀναλογίαν ἑνὸς Βουλευτοῦ ἐπὶ δέκα ἓξ μέχρις εἴκοσι πέντε χιλιάδων κατοίκων». Εἶπον καὶ προχθές, δηλῶ καὶ σήμερον, ὅτι δὲν ἔχομεν κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν ταύτην. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς παρεμβάλλει μίαν Διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι σκόπιμος, ἀλλ’ εὑρίσκει ἀντίδρασιν καὶ δικαίαν, τὴν διάταξιν ὅτι: «Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζεται διὰ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀπογραφὴν πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους». Ἡ ἔκφρασις αὕτη δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, κατ’ αὐτῆς δὲ παραπονοῦνται οἱ καταγόμενοι ἐκ μερῶν ναυτικῶν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν μερῶν αὐτῶν ἀπουσιάζει ἐν μεγάλῳ μέτρῳ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀπογραφῆς, διὰ τῆς ἀναγραφῆς δὲ ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι ὑποχρεωτικῶς δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπίσημος ἀπογραφή, καὶ αὐτοὶ ἀδικοῦνται, διότι φαίνονται τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔχοντα πληθυσμὸν μικρότερον. Ἡ παρατήρησις εἶναι δικαία, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις «κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀπογραφήν».
§304Γ. ΠΩΠ. Ὥστε νὰ μένῃ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, μεταβαλλομένης μόνον τῆς λέξεως «ἐπαρχίας» εἰς «ἐκλογικὰς περιφερείας».
§305ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§306ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν Βουλευτῶν θὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον.
§307ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. «Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας προσδιορίζεται διὰ νόμου ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς». Κατὰ τὰ λοιπὰ μένει τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§308Ι. ΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸ ἄρθρον, ὅπως εἶναι εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἵνα μὴ ἀδικήσητε τοὺς καταγομένους ἀπὸ ναυτικὰ μέρη.
§309ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριε Μᾶνε· οὕτως ἔγινεν.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἡ τροπολογία τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀποσύρεται. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Καμπάνη, Ἀλαβάνου, Μαμάη καὶ Φραγκίστα.
§311ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Ἀποσύρεται.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ν. Κοντογούρη ἔχουσα οὕτω: «Νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς λέξιν «Κράτος» ἡ φράσις «ἑκάστου Βουλευτοῦ ἀναλογοῦντος τοὐλάχιστον εἰς 16,500 κατοίκους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι), Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὥστε θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως: Ἄρθρον 68.— «Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας προσδιορίζεται διὰ νόμου ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν ὅλων Βουλευτῶν δύναται νὰ ᾖ ἐλάσσων τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§313Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλο ἄρθρον ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἄν, ψηφίσαντες τὸ ἄρθρον τοῦτο, κατηργήσαμεν τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἶχον διὰ τὰς ναυτικὰς νήσους, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ προνόμια, ἢ ἂν τὸ ψήφισμα μένει ἄθικτον.
§314ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτων οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι τὰ πράγματα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο παραμένουσιν ὡς εἶχον καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864.
§315Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ προκαλέσω δήλωσιν τοιαύτην, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 69.
§317ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 69.—«Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη, ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, ἅμα δὲ τῇ λήξει τῆς τετραετοῦς Βουλευτικῆς Περιόδου διατάσσεται ἡ ἐνέργεια γενικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκαλεῖται ὑποχρεωτικῶς ἡ νέα Βουλὴ εἰς τακτικὴν Σύνοδον μόνον ἐὰν ὑπὸ τῆς ἀπελθούσης Βουλῆς δὲν ἐξεπληρώθησαν διὰ τὸ ἔτος τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τὰ ἐν ἄρθρῳ 60 ὁριζόμενα. Ἕδρα βουλευτικὴ κενωθεῖσα κατὰ τὸ τελευταῖον τῆς Περιόδου ἑξάμηνον δὲν συμπληροῦται ἐφ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλιπόντων δὲν ὑπερβαίνει τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν».
§318Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἀντὶ νὰ εἴπωμεν «κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος» νὰ θέσωμεν «κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη».
§319ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πολύ. Θὰ συνίστων, ὅπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δεχθῇ νὰ ἀφήσωμεν τὸ τελευταῖον ἔτος ὁλόκληρον, διότι τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει αὕτη, θὰ μᾶς εἶναι ἄχρηστον.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς περιόδου.
§321Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίρρησιν εἰς αὐτό, καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά· καὶ διὰ τὸ ἑξάμηνον εἶχον ἀντίρρησιν.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἀποσύρεται. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον: Ἄρθρον 69.— «Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη, ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, ἅμα δὲ τῇ λήξει τῆς τετραετοῦς Βουλευτικῆς Περιόδου, διατάσσεται ἡ ἐνέργεια γενικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκαλεῖται ὑποχρεωτικῶς ἡ νέα Βουλὴ εἰς τακτικὴν Σύνοδον μόνον ἂν ὑπὸ τῆς ἀπελθούσης Βουλῆς δὲν ἐξεπληρώθησαν διὰ τὸ ἔτος τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τὰ ἐν ἄρθρῳ 60 ὁριζόμενα. Ἕδρα βουλευτικὴ κενωθεῖσα κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς Περιόδου δὲν συμπληροῦται, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλιπόντων δὲν ὑπερβαίνει τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως (ἀναγινώσκονται). Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§323Γ. ΠΩΠ. Πρὸς ἀποφυγὴν ἀνωμαλιῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τῆς Δευτέρας ἤθελον νὰ διατυπώσω γνώμην τινὰ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ κανονίσωμεν τὴν ἐργασίαν μας καὶ ἰδίᾳ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν δύο Ἡμερησίων Διατάξεων.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο Ἡμερήσιαι Διατάξεις θὰ καταρτισθῶσι.
§325Γ. ΠΩΠ. Διότι κατεχωρίσθη εἰς τὰ Πρακτικὰ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ ἀναβολῆς τοῦ ἐλέγχου.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προταχθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία καὶ νὰ ἐπιταχθῇ ἡ τοῦ ἐλέγχου.
§327Γ. ΠΩΠ. Ὥστε θὰ ἔχωμεν δύο Ἡμερησίας Διατάξεις.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφισβητήτως. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπικυρώσῃ καὶ τὰ σημερινὰ Πρακτικὰ ὑπὸ προσωπικήν μου εὐθύνην διὰ τὴν ἀκριβῆ σύνταξιν. Δέχεται ἡ Βουλή;
§329ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ.)