1911.04.01
3.707 στίχοι · 28.036 λέξεις · 332 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63.
Τῆς 1ης Ἀπριλίου 1911
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 30′ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 184 Βουλευτῶν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Οἱ κάτοικοι Ἀραχώβης καὶ Λεβαδείας ζητοῦσι προέκτασιν τῆς ὁδοῦ Λεβαδείας–Ἀραχώβης· 2) Ὁ Σ. Στεφανίδης δικηγόρος ἐν Χαλκίδι ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ προαποσταλέντος πρὸς τὴν Βουλὴν σχεδίου αὐτοῦ περὶ διαθηκῶν. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· 3) Ὁ ἐν Πειραιεῖ φιλόπτωχος σύνδεσμος «Ἀγάπη» προτείνει νὰ ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῆς μονομαχίας, τῆς βλασφημίας, τῶν αἰσχρῶν θεαμάτων, πρὸς πρόσληψιν παιδονόμων καὶ γενικὴν κυριακὴν ἀργίαν· 4) Τὸ Ἑλληνικὸν λαϊκὸν κέντρον Ἀλεξανδρείας ἐκφράζει βαθεῖαν λύπην δι’ ἀνάκλησιν τοῦ Γενικοῦ προξένου κ. Μητσοπούλου· 5) Ἐπιτροπὴ Ἑλληνικῆς παροικίας Ἀλεξανδρείας ἐπιμένει, ὅπως μὴ ἀνακληθῇ ὁ ἐκεῖ πρόξενος· 6) Ἡ Κούλα Γραμματικάκη, ἀδελφὴ τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ φονευθέντος Ἰ. Θέμου, ζητεῖ βοήθημα· 7) Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Ἅγ. Ἰωάννου τοῦ Πύργου ζητοῦσιν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δημοτικῶν Σχολείων ὡς παρανομοῦντος· 8) Οἱ βουλευταὶ κύριοι Καμπάνης, Ἀλαβάνος, Μαμάης καὶ Φραγκίστας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Συντάγματος· 9) Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰγγλέσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος. Ἀμφότεραι θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ζητεῖ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλους ὑμᾶς ἡ ἱστορικὴ ἔξοδος τῆς φρουρᾶς Μεσολογγίου κατὰ τὸ 1826, κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Βαΐων. Διὰ νὰ αἰσθανθῶμεν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο τότε οἱ ἐν αὐτῷ πολιορκούμενοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς τοῦ Γ. Ἀνδρούτσου ἀπὸ 5 Ἀπριλίου 1826, ἐν ᾗ ζωγραφίζεται ἡ στενόχωρος θέσις τοῦ Μεσολογγίου (ἀναγινώσκει)· «Τὸ Μεσολόγγιον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐσχάτην στενοχωρίαν, ἔχει πέντε ἡμέρας σήμερον ἄσιτον· ἄλογα, γαϊδάροι, τὰ πάντα ἐτελείωσαν. Ἐλπίδα διὰ νὰ εἰσέλθουν ἀπὸ κανὲν μέρος ζωοτροφίαι δὲν ὑπάρχει· ὅλα τὰ μπογάζια καὶ νησίδια τὰ ἔχουν καλὰ πιασμένα, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ οὔτε μονόξυλον. Πρὸ δύο ἡμερῶν μερικὰ μονόξυλα πηγαινάμενα μὲ ζωοτροφίας, διὰ νὰ εἰσέλθουν ἀπὸ ἓν μυστικὸν μπογάζιον, ἐπιάσθησαν, ἐχάθησαν οἱ ἄνθρωποι καὶ μόλις ἐσώθησαν ὀλίγοι τινές, οἱ ὁποῖοι μᾶς τὸ ἀνήγγειλαν, ἡ ἀπόφασις ὅμως τῶν γενναίων Μεσολογγιτῶν, καθὼς πληροφορούμεθα, εἶναι σήμερον ἢ αὔριον νὰ ἐξέλθουν, ὁρμῶντες μὲ τὴν σπάθην ἀνὰ χεῖρας, καὶ ὅσοι ἀποθάνουν ν’ ἀποθάνουν ἐνδόξως ὑπὲρ πατρίδος ἢ νὰ παραδοθοῦν». Σᾶς εἶναι γνωστὰ τὰ κατόπιν ἱστορικὰ γεγονότα. Ὁ ἀείμνηστος Καποδίστριας εἶχεν ἐκδώσει ψήφισμα, ὅπως πανηγυρίζηται ἡ ἑορτὴ αὕτη παρευρισκομένης ἁπάσης τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτοπίως ἐν Μεσολογγίῳ. Γνωρίζετε ὅτι ὄχι μακρὰν τῆς πόλεως εὑρίσκεται ἐκτεταμένος κῆπος ὀνομαζόμενος Ἡρῷον, κατάφυτος ἀπὸ ἐλάτας καὶ ἄλλα ἀειθαλῆ δένδρα. Ἐκεῖ εὑρίσκονται τεθαμμένα τὰ ὀστᾶ ὅλων τῶν πεσόντων ὡς καὶ τοῦ Μάρκου Βότσαρη καὶ ἡ καρδία τοῦ λόρδου Βύρωνος. Πῶς ἐπανηγυρίζετο ἔκτοτε ἡ ἑορτὴ αὕτη τὸ γνωρίζετε. Κατὰ τὸ 1897 ἐγένετο Β. Διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον καθωρίσθη ἐπισημότερον ὁ τρόπος τοῦ πανηγυρισμοῦ. Ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεώς μου ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει σπεύσει, ὅπως παραστῇ εἰς τὴν ἐπιμνημόσυνον ταύτην ἑορτήν, καθὼς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἐκφράζω εὐχὴν, ὅπως οἱ πληρεξούσιοι οἱ συνεδριάζοντες σήμερον ἀποφασίσωσιν, ἵνα ἀνανεωθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου διὰ τὸν πανηγυρισμὸν τῆς ἑορτῆς ταύτης πρὸς ἀνάμνησιν τῆς ἐνδόξου ἐξόδου τῆς φρουρᾶς Μεσολογγίου, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἑορτὴν τὴν τελουμένην ἐν Μεσολογγίῳ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν θέλει παραστῆ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ θέλει παραστῆ, τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐξ ὀνόματος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καταθέσῃ στέφανον εἰς τὸ Ἡρῷον, εἰς μνήμην τῶν πεσόντων Ἑλλήνων πολεμιστῶν καὶ στέφανον εἰς τὸν τάφον τοῦ λόρδου Βύρωνος, ἔνθα φυλάσσεται ἡ καρδία αὐτοῦ (χειροκροτήματα). Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τὴν τοιαύτην ἐκπροσώπησίν της.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος προτείνει, νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ληφθῇ ἀπόφασις κατ’ ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, διότι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ ἐκπροσώπησις τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς θὰ ὑπάρξῃ ἀρτία. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1911 ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐξόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ Λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ταμείου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 καὶ τὸ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θρᾴκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου, Κύπρου καὶ Μικρᾶς Ἀσίας καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν, ὡς καὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐγγραφῶν καὶ ἀνανεώσεων τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις τὸν λόγον;
§6Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐγώ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἢ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν;
§8Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
§9Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Τὸν λόγον ἔχει πρῶτον ὁ κ. Μερλόπουλος.
§11Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγιστα ἔχω νὰ εἴπω ἀφορῶντα μᾶλλον τὴν διατύπωσιν τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν. Εὑρίσκω ὅτι μετὰ τὰς λέξεις «ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ καὶ ἀνανέωσις» πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἐγγραφῶν», ἤτοι «καὶ ἀνανέωσις ἐγγραφῶν». Ἀλλ’ ἡ περαιτέρω δευτέρα παράγραφος νομίζω ὅτι ἀτελῶς ὅλως ἔχει δικτυπωθῇ μὴ ἀποδιδοῦσα τὸ νόημα τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, διότι λέγει: «ἵνα ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν καὶ ἀνανέωσις ᾖ ἔγκυρος, δέον νὰ παρουσιάσωσι τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικόν», χωρὶς νὰ φαίνηται τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δέον νὰ παρουσιάσωσι τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικόν, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ὁμιλεῖ ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ κατὰ τίνα τρόπον θέλει εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐγγραφὴ ἢ ἀνανέωσις· ὑποθέτει δηλαδὴ ἤδη γενομένην τὴν ἐγγραφὴν ἢ τὴν ἀνανέωσιν καὶ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ κύρους αὐτῆς· ἐνῷ τὸ νόημα τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι τοῦτο· εἶναι νὰ ἀποκλείσῃ τῆς ἐγγραφῆς ἢ τῆς ἀνανεώσεως ἐκείνους, οἵτινες δὲν προσάγουσι τὰ πιστοποιητικά, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος διετύπωσα ὡς ἑξῆς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου: «Ἡ ἀτέλεια αὕτη παρέχεται εἰς τοὺς προσάγοντας τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικὸν τῆς οἰκείας δημογεροντίας ἢ ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν κεκυρωμένον ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους προξένων τῆς Ἑλλάδος ἤ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων ἢ ἀρχιερατικῶν ἐπιτρόπων, περὶ τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῶν αἰτουμένων τὴν ἐγγραφὴν ἢ ἀνανέωσιν». Οὐδὲν ἄλλο ἔχω.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§13Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατέστησα γνωστὴν τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ πληθυσμοὶ οἱ παθόντες ἐκ τῶν σεισμῶν καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διαφόρους αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπὸ διαφόρων φοιτητῶν ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν καὶ ἰδίως τῶν ἐκ τῶν δήμων Ἐλίσσης, Ἤλιδος, Πηνείων, Μυρτουντίων καὶ Λαμπείας καταγομένων. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίρρησιν, ὅπως μεταξὺ τῶν ἄλλων μετὰ τὰς λέξεις: «τῶν ἐκ Θρᾴκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου καὶ Μικρᾶς Ἀσίας καταγομένων προστεθῇ ἡ φράσις: «ὡς καὶ τῶν καταγομένων ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν τῆς Ἠλείας». Ἔργον φιλανθρωπίας εἶναι, Κύριοι, νὰ μὴ στερηθῶσιν αὐτοὶ τῶν μέσων πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν σπουδῶν των. Ὑποθέτω ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τοῦτο καὶ θέλει προσθέσει τὰς λέξεις ταύτας, ὡς καὶ χθὲς ἐφάνη ὅτι συγκινεῖ καὶ ἀπεδέχθη τοῦτο.
§14Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαίως ἡ βάσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔχει σκοπὸν τὴν μόρφωσιν ἐκ τῆς διδασκαλίας τῶν ἐκ τῶν ὑποδούλων μερῶν καταγομένων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἡ γενικωτέρα βάσις εἶναι ὅτι πάσχουσιν οἰκονομικῶς. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὅπως ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς τελευταῖον παθόντας ἐκ τῶν σεισμῶν τῆς Ἠλείας, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ὀλίγιστοι, 2–3–4, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν πρὸς τοῦτο θερμῶς.
§15Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ὅτι ἡ παρεχομένη αὕτη ἀτέλεια εἶναι σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ, καθότι οἱ σεισμοπαθεῖς ὑποφέρουσι καὶ πάσχουσι καὶ ἀναμένουσιν ἄλλην πολὺ μεγαλειτέραν τῆς πανεπιστημιακῆς ἀτέλειαν. Ἐλπίζομεν ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ ληφθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα κατάλληλα μέτρα.
§16Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ Βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνηγοροῦσιν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§18Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ὑπέβαλε τροπολογίαν καὶ ἐζήτησεν, ὅπως ἡ εὐεργετικὴ διάταξις τοῦ νόμου ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον ὑπὲρ τῶν αὐτῶν προσώπων. Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ συνηγορήσω. Παρατηρητέον ὅτι, ἐὰν ἡ εὐεργετικὴ αὕτη διάταξις ἤθελε περιορισθῆ εἰς τὸν μέχρι τοῦδε χρόνον, θέλει εἶναι δῶρον ἄδωρον, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄντως πτωχοί, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ μαθήματά των. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Τὴν αὐτὴν δὲ δικαιολογητικὴν βάσιν ἔχει καὶ περὶ τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν, διότι δὲν εἶναι δίκαιον οἱ ἡμεδαποὶ πτωχοὶ νὰ ὑστερῶσι τῶν ἀλλοδαπῶν.
§19ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγώ, ὅπως τὰ εὐεργετήματα τοῦ νομοσχεδίου παρασχεθῶσι καὶ εἰς τοὺς ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν.
§20Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὅλοι οἱ ἐξ Ἠλείας συνηγοροῦμεν.
§21Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Ζαβιτσάνου, νὰ ληφθῇ δηλαδὴ πρόνοια καὶ διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, διότι ἀληθῶς, ὡς εἶπε, θὰ εἶναι δῶρον ἄδωρον, ἐὰν ἐπιτραπῇ ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ μόνον διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν.
§22Ι. ΜΑΜΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§24ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ πρώτη τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μερλοπούλου. Στρέφεται αὕτη κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου, διότι, καθ’ ἃ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτής, ἡ διατύπωσις ἡ ἐμὴ δὲν φαίνεται εἰς αὐτὸν ἔχουσά τι τὸ ὡρισμένον καὶ σαφές. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω, διότι δὲν βλέπω τίποτε, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ διαφέρῃ ἡ διατύπωσις αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐμήν. Ἡ ἐμὴ λέγει: «Ἵνα ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν καὶ ἀνανέωσις ᾖ ἔγκυρος, δέον νὰ παρουσιάσωσι τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικὸν τῆς οἰκείας δημογεροντίας ἢ ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν, κεκυρωμένον ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους προξένων τῆς Ἑλλάδος ἤ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων ἢ ἀρχιερατικῶν ἐπιτρόπων. Ἐν τῷ πιστοποιητικῷ τούτῳ θὰ βεβαιοῦται ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν αἰτουμένων τὴν ἐγγραφὴν ἢ ἀνανέωσιν». Ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λέγει: «Ἡ ἀτέλεια αὕτη παρέχεται εἰς τοὺς προσάγοντας τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικὸν τῆς οἰκείας δημογεροντίας ἢ ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν κεκυρωμένον ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους προξένων τῆς Ἑλλάδος ἤ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων ἢ ἀρχιερατικῶν ἐπιτρόπων, περὶ τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῶν αἰτουμένων τὴν ἐγγραφὴν ἢ ἀνανέωσιν». Ἡ διατύπωσις εἶναι ἡ αὐτή. Ἡ μόνη ἀντίρρησις, ἡ ὁποία προβάλλεται ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτήν, εἶναι ὅτι δὲν θὰ φανῇ ἂν καὶ κατὰ πόσον πρόκειται περὶ δωρεὰν ἀνανεώσεως καὶ περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς ἢ περὶ ἐγγραφῆς ἁπλῶς. Τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον προβλέπει καὶ περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς καὶ περὶ δωρεὰν ἀνανεώσεως, καὶ περὶ τῶν δύο. Καὶ ἡ ἐπικεφαλὶς ἄλλως τε τοῦ σχεδίου τοῦ νόμου τοῦτο λέγει, διότι ἔχει οὕτω· Σχέδιον νόμου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θρᾴκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου, Κύπρου καὶ Μικρᾶς Ἀσίας καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν, ὡς καὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐγγραφῶν καὶ ἀνανεώσεων τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Μετὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἔρχεται ἡ τροπολογία τῶν κυρίων Ι. Φαρμάκη, Γ. Νοταρᾶ καὶ Δ. Λαζαρῆ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Αὐτὴ εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 4· ζητεῖ δηλαδὴ προσθήκην ἄρθρου τετάρτου.
§26ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλην τροπολογίαν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἑξῆς τροπολογία· Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θράκης, Μακεδονίας κλπ. καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν, ὡς καὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐγγραφῶν καὶ ἀνανεώσεων τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Παρακαλοῦμεν ἐπὶ τοῦ ἀναφερομένου νομοσχεδίου νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4ον ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 4— Ἐπιτρέπεται ἡ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1911 σύγχρονος ἀνανέωσις ἐγγραφῶν διὰ πλείονας τῆς μιᾶς ἑξαμηνίας, καθυστερηθεισῶν ἀπὸ δεκαετίας μέχρι σήμερον ὑπὸ φοιτητῶν ἕνεκεν ἀποδημίας ἢ ἄλλων εὐλόγων αἰτιῶν, πιστοποιουμένων ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Δημοτικῆς ἀρχῆς». Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Μαρτίου 1911 Οἱ βουλευταὶ Ἰωάν. Φαρμάκης, Γεράσιμος Νοταρᾶς, Δ. Λαζαρῆς.
§28ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μετ’ αὐτὴν ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θράκης κτλ. φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφ. αʹ ἀντὶ τῶν λέξεων «διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1910 ἕως 1911» θετέον «διὰ τὰ δύο ἑξάμηνα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1910–1911». Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς παρακλήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἱ φοιτηταὶ οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων ὅσον ἀφορᾷ τὴν δωρεὰν ἐγγραφήν. Καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη ἡ παράκλησις ἐκείνη δὲν ὑπῆρχε δεύτερον ἑξάμηνον· ἡ ὅλη δὲ παράκλησις συνίστατο εἰς τὸ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ ἢ ἀνανέωσις τῆς ἐγγραφῆς διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Οἱ φοιτηταὶ οὗτοι ζητοῦσι καὶ τοῦ ἑξαμήνου τούτου.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι πολλοί, κ. Ὑπουργέ;
§30ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πρόκειται περὶ ὀκτακοσίων φοιτητῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρόκειται περὶ 80,000 δραχμῶν δωρεᾶς διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον. Ἐὰν τὸ Κράτος δωρήσῃ καὶ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, πρόκειται περὶ ζημίας τοῦ Πανεπιστημίου 120,000 δραχμῶν.
§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μὴ δοθῇ εἰς κανένα.
§32Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πόσοι εἶναι οἱ φοιτηταὶ ὅλοι;
§33ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. 3,400.
§34Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσητε πόσοι ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ δὲν εἶναι εὔποροι. Μήπως εἶναι ὅλοι ἄποροι;
§35ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑπελόγισα τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν αἴτησιν, ἣν μοὶ ὑπέβαλον περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως καὶ ἠρώτησα ἂν ὑπῆρξέ τις, ὁ ὁποῖος ἐνεγράφη ἐν τῷ μεταξὺ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἐκτὸς 56 ἐγγραφέντων μέχρι τοῦδε οὐδεὶς ἄλλος ἐνεγράφη. Εἶναι δ’ ἐν συνόλῳ οἱ αἰτήσαντες 834.
§36Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι τερατῶδες!
§37ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι οὕτω πρόκειται ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας θυσία μεγάλη, διότι ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι 380,000 δραχμαί.
§38Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Προϋπόθεσις τῆς δωρεὰν ἐγγραφῆς δὲν εἶναι ἡ ἀπορία τῶν αἰτούντων φοιτητῶν;
§39ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Βεβαίως.
§40Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ἀπὸ τὸ Ἐξωτερικὸν εἶναι ἄποροι;
§41ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας νὰ προσκομίσωσι πιστοποιητικὸν πρὸς τοῦτο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ ὑπάρξῃ ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ τῶν φοιτητῶν. Βεβαίως ζητοῦντες ὅλοι τὴν δωρεὰν ἐγγραφὴν ἰσχυρίζονται ἀπορίαν, διὰ νὰ ἐγγραφῶσιν ὅμως, πρέπει νὰ φέρωσι πιστοποιητικά.
§42Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποβαλόντων τὰ πιστοποιητικά;
§43ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οὐδεὶς μέχρι σήμερον ὑπέβαλε πιστοποιητικόν. Ζητοῦσι μάλιστα χρόνον προσαγωγῆς πιστοποιητικῶν μέχρι τέλους Ἰουνίου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν παράτασιν ταύτην, διότι τὰ βιβλία ἐγγραφῆς περατοῦνται τὸν Μάϊον. Μόνον δύνανται νὰ προσκομίσωσι πιστοποιητικὰ μέχρι τέλους Ἀπριλίου. Μέχρι σήμερον ὅμως οὐδὲν πιστοποιητικὸν μοὶ ἔφεραν.
§44Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι 30 ἢ 40 οἱ ἄποροι φοιτηταί.
§45ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§46Γ. ΠΩΠ. Καὶ εἰς ἐμὲ προσῆλθεν ἐπιτροπὴ τῶν φοιτητῶν τῶν αἰτούντων καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι δὲν ὑπερβαίνουσιν οἱ τοιοῦτοι τοὺς 40 ἢ 50, καὶ αὐτὸ ἦτο ἀκριβές, διότι αὐτοὶ εἶχον πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα ἐπεδείκνυον. Φαίνεται ὅτι εἰς τὰς εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀπελάμβανον αὐτοί ἠθέλησαν νὰ μετάσχωσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν εἶναι ἄποροι. Θὰ ἦτο σκόπιμον, ἂν ἠθέλετε νὰ διατυπωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ νομοσχέδιον, ὥστε μόνον οἱ προάγοντες πιστοποιητικὰ νὰ δύνανται νὰ ἐγγραφῶσι. Νὰ μὴ ληφθῇ μέτρον ἀπὸ τοῦ νῦν, νὰ ληφθῇ μέτρον νὰ μὴ χάσωσι τὸ ἀκαδημαϊκὸν αὐτῶν ἔτος, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα μετὰ τὸ ἔτος νὰ προσκομίσωσι τὰ πιστοποιητικά. Αὐτοὶ δὲν θὰ εἶναι περισσότεροι τῶν 50 ἢ 100 φοιτητῶν. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, νὰ μὴ ἀπολεσθῇ τὸ ἀκαδημαϊκὸν ἔτος.
§47ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ ἀπόρων φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ παρουσιάσωσι πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν ὑπογραφὰς ἀρχῶν, αἵτινες θὰ ἔχωσι κῦρος. Ἐὰν εἶναι ὄντως ἄποροι φοιτηταί, φρονῶ, ὅτι καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δωρεὰν ἐγγραφή. Ὁ ἀριθμὸς ὅμως τῶν ζητούντων τὸ τοιοῦτον εἶναι καταπληκτικός. Ἔχων τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι τοιαῦτα πιστοποιητικὰ πάρα πολλά, διότι ἕκαστος φοιτητὴς χωρὶς νὰ ἔχῃ βεβαιωμένον ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ μέσον αὐτὸ τῆς προσκομίσεως πιστοποιητικῶν δὲν θὰ ἤρχετο εἰς ἐμὲ θέτων τὴν ὑπογραφήν του ὑπὸ μίαν αἴτησιν, διὰ νὰ ἐγγραφῇ δωρεὰν ὡς ἄπορος, ἀσφαλῶς δὲ θὰ εἶναι ἐφωδιασμένοι πολλοὶ μὲ τοιαῦτα πιστοποιητικά. Ὁπωσδήποτε λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα συντρέχουσιν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§48Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ποίαν ἐλάττωσιν εἶχε τὸ Πανεπιστήμιον;
§49Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ Πανεπιστήμιον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχεν ἐλάττωσιν κατὰ 80,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία προήρχετο ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου.
§50Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο τὸ Κράτος νὰ παρεῖχεν αὐτὴν τὴν ἀτέλειαν εἰς τοὺς ἀπόρους, ἀλλὰ νὰ τεθῇ ἓν ὅριον εἰς τρόπον, ὥστε νὰ γίνῃ ἐξέτασις βραδύτερον, διότι εἶναι γνωστὸν μετὰ πόσης εὐκολίας δίδονται τὰ πιστοποιητικὰ τῶν ἀπόρων. Νὰ ἐξετασθῇ ὁ βαθμὸς τῆς πενίας ἑκάστου εἰς τρόπον ὥστε μέχρις ὡρισμένου ἀριθμοῦ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς ἐγγραφή.
§51Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ ὑπάρξῃ διαβάθμισις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν δημογέροντα τοῦ Ἐξωτερικοῦ νὰ παραδώσωμεν τὸν νόμον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ δώσῃ τὸ πιστοποιητικόν. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Δυστυχῶς εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἑξῆς διλήμματος, ἢ νὰ περιορίσῃ τὸ Κράτος αὐτὴν τὴν δωρεὰν εἰς τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, ἢ νὰ τὴν παρατείνῃ καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. Ὁ νομοθέτης δίδει τὸ δικαίωμα τῆς δωρεὰν ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἀπόρους, ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ κατάχρησις, αὕτη θὰ προέρχηται ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκδίδωσι τὰ πιστοποιητικά.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι 836 εἶναι οἱ αἰτοῦντες νὰ ἐγγραφῶσι δωρεάν.
§53Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα.
§54Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἶναι αὐτοὶ ἢ εἶναι καὶ ἄλλοι;
§55Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι. Ἐὰν θέλητε, δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε μόνον 50, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐνεγράφησαν νῦν.
§56Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγεννήθη ὡς ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ νόμου ἀπηγορεύθη ἐκεῖνο, ὅπερ πρότερον ἐγίνετο. Τὸ πρότερον γινόμενον ἦτο, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέδιδεν ἐκ τῶν βοηθημάτων τὸ χρῆμα, ὅπερ ἐχρησίμευε διὰ τὴν δωρεὰν ἐγγραφὴν τῶν φοιτητῶν· ἡ δαπάνη δὲ ἦτο μεγίστη.
§57Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλων τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ;
§58Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλων. Καὶ ἡ δαπάνη ἔφθανεν εἰς ποσὸν ὑπέρτερον τῶν 200,000 δραχμῶν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Κυβέρνησις, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, ἀπεφάσισε νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν τούτων διὰ νόμου, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται ὑπερβασίαι, ἄγουσαι εἰς δαπάνην ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν καὶ νὰ ἐξελέγχωνται τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε ἑκάστοτε νόμος νὰ ἐμφανίζηται καὶ παραχωρῇ ἐκεῖνο ὅπερ προσήκει εἰς τοὺς ἀπόρους τῶν χωρῶν τῶν ταλαιπωρουμένων. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσέξωμεν. Τὸ ζήτημα εἶναι νομοθετικόν· πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν εἰς τρόπον ὥστε ἐλευθερίως νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς ἀπόρους πᾶν τὸ εὐλόγως ζητούμενον, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς τοὺς εὐπόρους. Γινώσκω δέ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τοιαύτη ἦτο ἡ ἰδέα, ἥτις κατεῖχε καὶ τοὺς ἔσω καὶ τοὺς ἔξω.
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὰ διακοπὴ εἶναι αὐτή;
§60Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· διακοπὴ εἶναι· ἐζήτησα πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας· θὰ παρακαλέσω μάλιστα αὐτὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἐκτελέσω τὸ καθῆκον τοῦτο.
§61Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πολὺ εὐχαρίστως,
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§63Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζητῶ καὶ πάλιν συγγνώμην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονηθῇ, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἴσως περισσότερον τὸν νοῦν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἢ εἰς τὸ Ἐσωτερικόν. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι οὐδὲν πρέπει νὰ πράττηται, ὅπερ νὰ ἐξεγείρῃ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἐσωτερικοῦ, ὅπερ ἐργάζεται πάντοτε λίαν ἐλευθερίως ὑπὲρ τῶν ἔξω.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ καθῆκον.
§65Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ καθῆκον. Βεβαίως ἐλαστικότης τις ἐνδείκνυται, ἀλλ’ οὐχὶ πέρα τοῦ μέτρου· διότι τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα· ἂν εἰς τοὺς ἀπόρους τοῦ Ἐσωτερικοῦ οὐδὲν τοιοῦτον παραχωροῦμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς εὐπόρους τοῦ Ἐξωτερικοῦ; Οἱ εὔποροι τοῦ Ἐξωτερικοῦ δὲν ζητοῦσι τοιαύτας εὐκολίας· ἂν δὲ τὸ ζήτημα ἐμφανίζεται ἐνταῦθα, ἐμφανίζεται βεβαίως οὐχὶ τῇ συναινέσει τῶν κοινοτήτων, εἰς ἃς ἀνήκουσιν οἱ τοιαῦτα ζητοῦντες. Γνωρίζω τοῦτο τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο τὸ ἀντελήφθην ὡς κυβερνήτης. Οἱ ἄποροι τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ οἱ εὔποροι οἱ συναισθανόμενοι τὸ εἰς αὑτοὺς ἐπιβαλλόμενον καθῆκον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐφρόντισαν αὐτοὶ οὗτοι νὰ ὑποδείξωσι τὴν ἐπιλογὴν τῶν ἀπόρων. Διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον· διότι βεβαίως, ἂν εἴμεθα ἡμεῖς τοσοῦτον εὔποροι, ὥστε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ δώσωμεν ὅ,τι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ δώσωμεν, ἤθελον προτείνει νὰ δώσωμεν ἀτέλειαν καὶ εἰς τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ εἰς τοὺς ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ εὐπόρους καὶ ἀπόρους, νὰ ἐπεκτείνωμεν δηλονότι τὸ εὐεργέτημα· διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ φορολογοῦμεν, ἐφ’ ὅσον δ’ ἔχομεν δυνάμεις δὲν φορολογοῦμεν· φορολογίᾳ δὲ εἶναι τὸ τέλος τὸ ἐκπαιδευτικόν, ὅπερ ἐπεβάλομεν αἰσθανόμενοι τὴν ἀδυναμίαν ἡμῶν. Τὸ ποσὸν εἶναι σπουδαῖον. Τὸ ποσόν, ἂν ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἐξωτερικοῦ, πρέπει νὰ δώσωμεν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰς ἀνάγκας ταύτας δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὸ παρελθόν, μάλιστα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἡ ἀνωμαλία εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἦτο τοιαύτη, ὥστε βεβαίως κατ’ ἀνάγκην ἡ δαπάνη ἐγένετο μεγαλειτέρα, καθόσον καὶ πολλοὶ τῶν εὐπόρων ὡς ἐκ τῆς ἐκτάκτου ἀνωμαλίας εὑρίσκοντο εἰς στενοχωρίαν. Σήμερον τὰ πράγματα ἐμετριάστησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ὁμαλὰ ἐκεῖ, ὁπόθεν προέρχονται οἱ φοιτηταὶ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως σήμερον ἐργαζόμενοι ἡσύχως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μὴ σπεύδοντες, μὴ ἀναγκαζόμενοι νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὰ βοηθήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ προσέξωμεν διὰ νομοσχεδίου νὰ κανονίσωμεν κατὰ τὸν δυνατὸν αὐστηρὸν τρόπον τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀπόρων, εὐθὺς δὲ ὡς ὁ τρόπος οὗτος καθορισθῇ θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ συνδρομὴν ἐπαρκῆ, εἰς τοὺς φοιτητὰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἱκανοὶ νὰ πληρώσωσι τὸ τέλος.
§66Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προβάλλεται τὸ πρῶτον, καὶ ἄλλοτε εἶχε γίνει τοιοῦτος νόμος.
§67Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶναι τὸ πρῶτον.
§68Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐβεβαιώθη δὲ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Πανεπιστημίου ἠλαττώθησαν κατὰ 80,000 δραχμάς, δηλαδὴ ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν ἀπόρων φοιτητῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐνεφανίσθη. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ ἐλέγχου τῆς ἀπορίας τῶν φοιτητῶν αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προκύπτει καὶ ἄλλη ὄψις τοῦ ζητήματος· τάχα μόνον διὰ λόγους ἀπορίας πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ φοιτητάς;
§69Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι χρειάζεται ποιά τις ἐλαστικότης. Εἶναι δὲ τοῦτο ζήτημα οἰκονομικόν, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐκτιμήσῃ καλλίτερον ἡμῶν τῶν ἄλλων τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐτὴ δυναμένη νὰ εἴπῃ· «μέχρι τοσούτων θυσιῶν δύναμαι νὰ φθάσω». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάλλιστα γνωρίζει, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀντηλλάξαμεν γνώμας, ὅτε ἔτι ἤμην εἰς τὴν ἐξουσίαν, γνωρίζω δὲ καὶ ἐγὼ πόσον ἐξ ἰδίας προαιρέσεως ἔχει προσηλωμένην τὴν προσοχήν, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται ὑπέρτεραι θυσίαι ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, ἀλλὰ τοιαῦται θυσίαι μόνον ἐφ’ ἃ δεῖ. Ἐξετάσατε πάντα ταῦτα, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ Πανεπιστημίου, λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν μετρίαν εὐπορίαν, ἂν θέλητε, φθάσατε μέχρις αὐτοῦ· ἀλλὰ μὴ ὑπερβῆτε τὸ μέτρον, διότι τότε θὰ εὐεργετήσητε πλουσίους. Ὑπάρχουσι καὶ ἐκεῖ πλούσιοι.
§70Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ ἀναμένομεν νὰ ἔλθωσι τὰ πιστοποιητικά.
§71Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων καὶ ἐξ ὅσων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ ζήτημα οἰκονομικῶς διὰ τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων αὐτοῦ κατὰ 120,000 δρ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείηται καὶ ἡ ἑτέρα ὄψις τοῦ ζητήματος, ἡ ἐξ ἴσου σημαντική, τοῦ ὅτι ἡ ἀδυναμία τῶν φοιτητῶν πρὸς καταβολὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἶναι ἀληθῶς μεγάλη προερχομένη ἐκ λόγων πρωτοφανῶν ἴσως, μὴ ὑφισταμένων τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν μόνον εἰς τὸ προσὸν τοῦ φοιτητοῦ τοῦ ζητοῦντος τὴν δωρεὰν ἐγγραφὴν τῆς ἀπορίας, τότε δὲν ἔχομεν ἄλλα μέσα εἰμὴ ἢ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀπορίαν ἐξελέγχοντες αὐτὴν ἐκ τῶν πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσωσιν οὗτοι καὶ τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῶν ἀρχῶν τούτων, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἢ νὰ περιμείνωμεν, ὅπως τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα προσαχθῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ μετὰ τὴν προσαγωγὴν ταύτην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστοποιητικῶν τούτων νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ ζητήματα ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲ μόνον νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων φοιτητῶν μέχρι τέλους Μαΐου καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν μέχρι τέλους Μαΐου νὰ δώσωσι τὰ πιστοποιητικὰ εἰς τὴν Πρυτανείαν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν νὰ παραχωρήσωμεν τὴν δωρεὰν ἐγγραφήν.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θέλει ἐπιτραπῆ ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι, δὲν ὑφίστανται ζημίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐνταῦθα ἄνευ σκοποῦ;
§73Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οἱ φοιτηταὶ ὀφείλουσι νὰ μένωσιν ἐνταῦθα μέχρι 15 Ἰουνίου, δὲν νομίζω δὲ ὅτι οἱ φοιτηταὶ παραμένουσιν ἐνταῦθα μόνον διὰ τὸν λόγον τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐγγραφῆς των, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μαθήματα. Ὁ δὲ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ προσαγάγωσι τὰ πιστοποιητικά, εἶναι χρόνος ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς φοιτήσεως.
§74Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος νὰ παράσχωσι πληροφορίας ἀκριβεῖς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φοιτητῶν;
§75Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἔχομεν πανταχοῦ προξένους. Ὑπάρχουσι μάλιστα μεγάλαι ἐπαρχίαι ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι προξένους.
§76Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νομίζω ὅτι οἱ πρόξενοι ἔχουσι τὰ μέσα νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν κατάστασιν.
§77Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὑπάρχουσι μέγισται ἐπαρχίαι ἐκ 300.000 κατοίκων, καὶ ἐννοεῖτε ποῖαι εἶναι, ὅπου οὐδένα πρόξενον ἔχουσιν, ὥστε εὑρίσκω, κύριοι Βουλευταί, τὸ καλλίτερον νὰ δώσωμεν παράτασιν προθεσμίας εἰς τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ φοιτητάς, νὰ ὑποχρεώσωμεν δ’ αὐτοὺς νὰ παρουσιάσωσι τὰ πιστοποιητικὰ εἰς τὴν Πρυτανείαν μέχρι τέλους Μαΐου καὶ νὰ τοὺς ἐγγράψωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστοποιητικῶν κατόπιν, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ Βουλὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της καὶ μετὰ τὸ τέλος Ἰουνίου.
§78Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς Ἠλείας τί θὰ γίνῃ;
§79Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὅτι ἐν τῇ οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ, τῇ δυσπραγίᾳ τῇ κρατούσῃ πολλαχοῦ, βεβαίως ἦτο ὑποχρέωσις εἰς τοὺς ἀπόρους ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος νὰ παρέχῃ ἡ Πολιτεία δωρεὰν τὴν φοίτησιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος κάμνει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐξωτερικοῦ, εἶναι λόγος ἐξαιρετικός, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν θυσίαν ταύτην εἰς τὸ Κράτος. Δὲν νομίζω ὅτι γεγονός τι, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἐμείωσε πρὸς στιγμὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν μερῶν τινων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς φέρῃ εἰς θέσιν νὰ παρέχωμεν τὴν δωρεὰν ἐγγραφήν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἐὰν πράττωμεν τοῦτο συνεχῶς, τὸ Πανεπιστήμιον θὰ εὑρεθῇ ἐν ἀπορίᾳ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει): «Μέχρι τῆς νέας προθεσμίας, ἀναφέρεται κλπ.». Ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νόμου τούτου παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνενέωσαν τὰς ἐγγραφάς των μέχρι τοῦ 1909 κατὰ τὸν νόμον, νὰ ἀνανεώσωσι ταύτας μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἐπειδὴ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ προσθήκη τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἐγγραφὴν ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἤδη ἐγγραφέντας καὶ ἀνανεώσαντας τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν αὐτὴν σχολήν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ μεταγραφῶσιν εἰς ἄλλην σχολήν.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς ὄχι μέχρι τέλους Μαΐου, ἀλλὰ μέχρι τέλους τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους;
§81Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μέχρις τέλους τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους θὰ δοθῇ ἡ παράτασις τῆς ἐγγραφῆς καὶ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐγγραφῆς, μέχρι τέλους δὲ Μαΐου θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ προσαγάγωσι τὰ πιστοποιητικά. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρ. 4 τῶν κυρίων, Νοταρᾶ, Φαρμάκη καὶ Λαζαρῆ ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἐπιτρέπεται ἡ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1911 σύγχρονος ἀνανέωσις ἐγγραφῶν, διὰ πλείονας τῆς μιᾶς ἑξαμηνίας, καθυστερηθεισῶν ἀπὸ δεκαετίας μέχρι σήμερον ὑπὸ φοιτητῶν ἕνεκεν ἀποδημίας ἢ ἄλλων εὐλόγων αἰτιῶν πιστοποιουμένων ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἡ τροπολογία αὕτη οὐδένα λόγον ἔχει, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλέπεται περὶ αὐτοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει) «Οἱ κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΥΙΑʹ τῆς 16 Νοεμβρίου 1909 ὀφείλοντες ν’ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφὰς αὐτῶν φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἐνεστ. ἔτους». Εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φλαμῆς.
§83Λ. ΦΛΑΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα)-
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι περὶ τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων. Οἱ φοιτηταὶ εὔποροι καὶ ἄποροι πληρώνουσι κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον, ἀπὸ πολλοῦ ἰσχύοντα, τὰ τέλη αὐτά. Καὶ ὅτε ἐδῶ προχθὲς ἐψηφίζομεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος σχετικὴν πρὸς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν ἐδέχθημεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος λέγουσαν ὅτι τὰ τέλη τὰ ὑπάρχοντα θὰ διατηρηθῶσι. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν σήμερον νὰ γίνῃ μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος νόμου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τοὺς εὐπόρους καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπόρους φοιτητὰς ζητεῖ τὰ τέλη. Ζητεῖται σήμερον, ὅπως εἰς τοὺς καταγομένους ἐκ σεισμοπαθῶν μερῶν χαρισθῶσι τὰ τέλη.
§85ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἰς τὸν περυσινὸν νόμον περιελήφθησαν οἱ σεισμοπαθεῖς. Μάλιστα ἔγινε κατόπιν δεύτερος νόμος. Νομίζω ὅτι, ἐὰν εἶναι μικρὸν τὸ ποσὸν καὶ ἐὰν ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ ἐξακολουθῇ, εἶναι δίκαιον νὰ περιληφθῶσι καὶ ἐφέτος.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγω τοῦτο. Ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς παθόντας ἀπὸ τὰ τέλη, εἶναι ἡ ἀπορία. Ἀλλὰ τότε θὰ ἦτο εὔλογον νὰ γενικευθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ ἀντίθετος κρατεῖ ἀρχὴ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἄνευ καταστροφῆς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν εἶναι τόσον δεδικαιολογημένον τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ προκαλῇ κραυγὰς περὶ καταπατήσεως τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν νομίζει ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροπολογίαν τῆς προτάσεως. Ἡ Βουλὴ εἶναι πάντοτε ἐλευθέρα νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα ὡς νομίζει καλλίτερον, ἀλλὰ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀπορίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ καθεστῶτος νόμου.
§87Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§88Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἐψηφίσαμεν πίστωσιν διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ τὰς 500,000 δραχμῶν δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουσιν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἀπὸ διάφορα κληροδοτήματα. Ὅλοι ὅσοι εἶναι εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν εἶναι οἱ μᾶλλον κοινωνικῶς προνομιοῦχοι· δὲν θέλω νὰ πιστεύσω τοῦτο. Ἡ Πολιτεία μέχρι τοῦδε εἶχε διαιρέσει εἰς τάξεις πατρικίων καὶ εἰς τάξεις πληβείων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν δύναμιν πλησίον μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀρχισυναλλαγάρχου.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§90Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁ ἐρημίτης τῶν Δουκάδων. Κατώρθωσαν νὰ λάβωσι κληροδοτήματα διὰ τοὺς φίλους αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς ἀποστείλωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, ἄλλον διὰ νὰ σπουδάσῃ ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον, ἄλλον πολιτικὰς ἐπιστήμας καὶ ἄλλον ἄλλο. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ Πολιτεία ἐψήφισε τοιαύτην πίστωσιν πρὸς τοιοῦτον σκοπόν, σκέπτεται σοβαρῶς καὶ συνοφρυοῦται, διότι πρόκειται νὰ παράσχῃ μικρὸν εὐεργέτημα εἰς 5 ἕως 10 φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον εἰς ἀπορίαν ἐξ ἐξαιρετικοῦ λόγου! Ἐὰν δὲν ἐσείετο τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο τῆς Ἠλείας, θὰ ἦτο ἀτοπία νὰ συνηγορῶμεν ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τῶν φοιτητῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ συντρέχουσιν ἐξαιρετικοὶ λόγοι, ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἰδίᾳ δὲ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς λόγῳ τῆς φιλανθρωπίας του, ἀλλὰ καὶ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀλληλεγγύης, διότι καὶ οὗτος ἐκ τῶν τάξεων αὐτῶν προέκυψε, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του, θὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως ἡμῶν, καὶ οὕτω θὰ ἐπέλθῃ πλήρης γαλήνη εἰς τὰς ψυχὰς τῶν φοιτητῶν ἐκείνων καὶ τῶν Βουλευτῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§91Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα καμμίαν δωρεὰν διὰ τοὺς ἀπόρους. Μόνον ἐζήτησα νὰ τοῖς παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ δίδωσι τμηματικῶς τὴν καταβολὴν αὐτῶν, διότι γνωρίζω πολλοὺς φοιτητὰς ἀπόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ συγκεντρώσωσι τὰς 100 δραχμὰς καὶ οὕτω χάνουσι τὸν χρόνον των. Θὰ ἦτο λοιπὸν εὐχῆς ἔργον χωρὶς νὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον νὰ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ πληρώνωσι μηνιαίως τὸ ποσὸν τῆς ἐγγραφῆς. Πτωχοὶ δὲν ὑπάρχουσι μόνον ἀπὸ τὸ Ἐξωτερικόν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας.
§92Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἐλησμονήσαμεν ὅλοι ὅτι μόλις πρὸ μηνὸς ἐψηφίσαμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρεχωρεῖτο ἀτέλεια εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον οἰκοδομῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι.
§93Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἀναστολὴ παρεχωρήθη.
§94Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔστω. Ἐγένετο λοιπὸν δεκτὸν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὅτι ὁ τόπος ὑποφέρει, ἀπορεῖ καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ. Νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ παραδεχθῶμεν κατὰ κανόνα ὅτι οἱ οἰκογενειάρχαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, δὲν θὰ ἔχωσι νὰ καταβάλωσι καὶ τὴν δαπάνην τοῦ Πανεπιστημίου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ αἴτησις αὐτὴ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὰ τέκνα τῶν οἰκογενειαρχῶν αὐτῶν.
§95Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο σαφεστέρα ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ὡς πρὸς τὴν πρότασιν ταύτην. Ἔχομεν νομοσχέδιον φανερῶνον τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλά, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνῆλθεν οὗτος ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐδεμίαν γνώμην προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἀνελογίζετο τὴν ζημίαν τὴν ἐπερχομένην εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς στερήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὴν ὁποίαν ἀνεβίβαζεν εἰς 120.000 δρ., καὶ ἀφῆκεν ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν ἢ τὸ νομοσχέδιον νὰ δεχθῇ, ὅτε ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ζημία τῶν 120.000, ἢ ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ἀνωτέρα ἡ ζημία, ἐὰν παρουσιασθῶσι πιστοποιητικὰ μὴ βεβαιοῦντα τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ν’ ἀναβάλῃ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν ἡ Βουλή, ὅτε εἶναι ἐλεύθεροι οἱ σπουδασταὶ νὰ φέρωσι πρῶτον τὰ πιστοποιητικά, καὶ μετὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἂν θὰ λάβῃ μέτρα ἢ ἐγγραφῆς ἢ ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν αὐτῶν, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἤδη διὰ τοὺς σπουδαστὰς τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐφ’ ἧς νὰ δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν σαφεστέραν αὐτοῦ δήλωσιν. Ἐγὼ ὁλοψύχως ἀποδέχομαι τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἔχει στοιχειῶδες καὶ ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς καὶ τὴν ἀρωγὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται μὲν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεις των καὶ δὲν δύνανται οὕτω νὰ μετάσχωσι τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ μεταλαμπαδεύσωσι τὰ Ἑλληνικὰ φῶτα εἰς τοὺς ὑποδούλους Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Εἶναι δὲ ὀρθὸν καὶ ἀξιέπαινον τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον καὶ θέλοντος νὰ νομιμοποιήσῃ ὅ,τι ἐγένετο ἀνόμως, δύναταί τις εἰπεῖν, διὰ τῶν βοηθημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῶν προωρισμένων νὰ χρησιμεύωσιν εἰς ἄλλας χρήσεις καὶ διατιθεμένων πρὸς συνδρομὴν ἀπόρων σπουδαστῶν ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος καὶ ἐγγραφὴν αὐτῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Καλῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο καὶ ἀξιέπαινος ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶμεν συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, φαίνεται, ὅτι δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν δευτέραν φορὰν κατέλιπεν ἐκτεθειμένον καὶ ἀπροστάτευτον. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν λέγω ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ πάθῃ δι’ αὐτῆς ἡ φιλοτιμία ἡ προσωπικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οὔτε ἡ φιλοτιμία τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἐξ ἧς ὑποθέτω ὅτι ἀπορρέει τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἀναγνωρισθῇ ἡ κακὴ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρεστέραν καὶ λογικωτέραν διατύπωσιν τοῦ νοήματος αὐτοῦ, οὐχὶ δι’ ἑρμηνείας τοῦ νοήματος αὐτοῦ. Καθ’ ἃ εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὡς ἔχει διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὁ συντάκτης αὐτοῦ φαίνεται ἀναγνωρίζων ὡς δυνατὴν τὴν ἐγγραφὴν καὶ ἀνανέωσιν καὶ ἄνευ προσαγωγῆς πιστοποιητικῶν μαρτυρούντων τὴν ἀνεπάρκειαν τὴν οἰκονομικὴν τῶν ἐγγραφομένων. Καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων μετὰ τὴν ἐγγραφὴν θεωρεῖ ὅτι δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐγγραφῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, οὔτε τοῦτο εἶχε κατὰ νοῦν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶχε κατὰ νοῦν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐγγραφὴν δωρεὰν ἢ ἀνανέωσιν εἰς ἐκείνους τῶν σπουδαστῶν, οἱ ὁποῖοι προσῆγον ἀποχρώσας ἀποδείξεις ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις των δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς, ἵνα ὑποστῶσι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν. Καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσα ἄλλως τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «ἵνα ἡ ἐγγραφὴ καὶ ἡ ἀνανέωσις ᾖ ἔγκυρος, δέον νὰ παρουσιάσωσι τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικὸν τῆς οἰκείας δημογεροντίας ἢ ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν, κεκυρωμένον ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους προξένων τῆς Ἑλλάδος ἢ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων ἢ τῶν ἀρχιερατικῶν ἐπιτρόπων». Ἡ διατύπωσις ἡ ἰδική μου, ἀποδίδουσα τὴν ἔννοιαν τοῦ συντάκτου ἀρτιωτέραν, λέγει· «Ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους 1910–1911 ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ καὶ ἀνανέωσις ἐγγραφῶν ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν ἐκ Θρᾴκης κλπ.». 2α παράγραφος: «Ἡ ἀτέλεια αὕτη παρέχεται εἰς τοὺς προσάγοντας τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικὸν τῆς οἰκείας δημογεροντίας ἢ ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν κεκυρωμένον ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους προξένων τῆς Ἑλλάδος ἤ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων ἢ τῶν ἀρχιερατικῶν ἐπιτρόπων, περὶ τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῶν αἰτουμένων τὴν ἐγγραφὴν ἢ ἀνανέωσιν». Νομίζω ὅτι, ἵνα ἀποδώσωμεν τὴν ἔννοιαν πρὸς ἣν ἀποσκοποῦμεν, λογικῶς, ἀλλὰ καὶ ἑλληνικῶς πρωτίστως, πρέπει νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὴν ἔκφρασιν κατ’ ἄλλον τρόπον, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ διατύπωσίς μου, διότι, ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις, καθιστᾷ ἐντελῶς ἀκατανόητον τὸ νομοσχέδιον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας.
§97Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος.
§99Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Γνωρίζομεν καλῶς, Κύριοι, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας...
§100Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τέσσαρες φοιτηταὶ εἶναι αὐτοί.
§101Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Γνωρίζομεν ἐπίσης καλῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλομεν νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας ἐν γένει τῆς πατρίδος ἡμῶν, δυσπραγίας, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, διότι, ἂν ὑπῆρχεν ἄλλη διοίκησις ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ οἰκονομικὴ αὕτη κρίσις. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, οὔτε εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν συζήτησιν καὶ εἴπωμεν τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ τί ὑπάρχει· ἡμεῖς παρακαλοῦμεν μόνον νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὴν πρότασιν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀπόρους φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλην τὴν Βουλήν, ὅτι πράγματι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Ἠλείας, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένοντο σεισμοί, ὑπάρχει πράγματι πενία. Πρέπει νὰ γνωρίζητε πάντες, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἠλείας ἔχει ὑπερηφάνειαν μεγίστην καὶ φρονήματα γενναῖα, οὐδέποτε δὲ θὰ ἐζήτει προκειμένου περὶ τῶν σπουδαστῶν τοῦ Πανεπιστημίου τὴν βοήθειαν τῆς πατρίδος, νὰ εἶναι δὲ βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φοιτητὰς τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν τῆς Ἠλείας θὰ παρουσιάσωσι πιστοποιητικὸν πράγματι ἐκεῖνοι τῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι τῳόντι ἔπαθον καὶ εἶναι ἄποροι καὶ διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις, πιστεύω δὲ ἀκραδάντως, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι θὰ παρουσιάσωσι πιστοποίησιν τοιαύτην, δὲν θὰ ὑπερβῶσι τοὺς 5, καὶ ἡ ζημία ἑπομένως τοῦ Πανεπιστημίου θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνώδυνος, ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μετὰ τὰς βεβαιώσεις καὶ παρακλήσεις ὅλων ἡμῶν δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν σκέψιν αὐτοῦ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκάσης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἔχουσα οὕτως· Εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἐδάφ. αʹ ἀντὶ τῶν λέξεων «διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1910 ἕως 1911» θετέον «διὰ τὰ δύο ἑξάμηνα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1910 –1911».
§103Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ γίνῃ δεκτή, κύριε Πρόεδρε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Μερλοπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς· Τὸ ἄρθρον 1 διασκευαστέον οὕτως· «ἐπιτάσσεται ἐξαιρετικῶς διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους 1910–1911 ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ καὶ ἡ ἀνανέωσις ἐγγραφῶν ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν ἐκ Θράκης κ. τ. λ.», ὡς ἔχει μέχρι τέλους τῆς παραγράφου. «Ἡ ἀτέλεια αὕτη παρέχεται εἰς τοὺς προσάγοντας τῇ Πρυτανείᾳ πιστοποιητικὸν τῆς οἰκείας δημογεροντίας ἢ ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν κεκυρωμένον ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους προξένων τῆς Ἑλλάδος ἤ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων ἢ ἀρχιερατικῶν ἐπιτρόπων περὶ τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῶν αἰτουμένων τὴν ἐγγραφὴν ἢ ἀνανέωσιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία, ἵνα εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 προστεθῇ τὸ ἑξῆς· «καὶ ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν χωρίων Χάβαρι, Βαρθολομιοῦ, Σουλεϊμάναγα, Ἀνδραβίδας καὶ Λεχαινῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑποστῇ τροπολογίαν καὶ τὸ βʹ ἐδάφιον διὰ τοὺς ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν ὅτι δέον νὰ παρουσιάσωσι πιστοποιητικὸν τῆς ἁρμοδίας δημοτικῆς ἀρχῆς.
§105ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα· νὰ προστεθῇ ὅτι δέον νὰ παρουσιάσωσι ταῦτα μέχρι τέλους Μαΐου ἐ. ἔ.
§106Γ. ΠΩΠ. Δι’ ὅλον τὸ ἀκαδημαϊκὸν ἔτος.
§107ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ τὸ πιστοποιητικὸν νὰ παρουσιάζηται μέχρι τέλους Μαΐου, ὅπως ἐξετασθῇ ἐν τῷ μεταξὺ τὸ πιστοποιητικόν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκω ἐξ ἀρχῆς τὸ ἄρθρον ὡς θέλει ψηφισθῆ: «Ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς διὰ τὰ δύο ἑξάμηνα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1910–1911 ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ καὶ ἀνανέωσις ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν ἐκ Θράκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου, Κύπρου, Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν χωρίων Χάβαρι, Βαρθολομιοῦ, Σουλεϊμάναγα, Ἀνδραβίδας καὶ Λεχαινῶν καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν. Ἵνα ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν καὶ ἀνανέωσις ᾖ ἔγκυρος, δέον νὰ παρουσιάσωσι τῇ Πρυτανείᾳ μέχρι τέλους Μαΐου ἐ. ἔ. πιστοποιητικὸν τῆς οἰκείας δημογεροντίας ἢ ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν κεκυρωμένον ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους προξένων τῆς Ἑλλάδος ἤ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων ἢ ἀρχιερατικῶν ἐπιτρόπων, οἱ δ’ ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν χωρίων καταγόμενοι πιστοποιητικὸν τῆς ἁρμοδίας δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἐν τῷ πιστοποιητικῷ τούτῳ θὰ βεβαιοῦται ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν αἰτουμένων τὴν ἐγγραφὴν ἢ ἀνανέωσιν».
§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ «Μικρᾶς Ἀσίας» ἐννοοῦνται καὶ αἱ νῆσοι.
§110ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα· «εἰς τοὺς ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐκ τῶν νήσων ταύτης φοιτηταί.»
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§114ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀντὶ «μέχρι τέλους ἐ. ἔτους» νὰ τεθῇ «μέχρι τέλους Ἰουνίου ἐ. ἔτους».
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§116ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ τεθῇ «μέχρι τέλους Μαΐου» ἀντὶ «μέχρι τέλους Ἀπριλίου».
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἔχουσα οὕτως· Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἐν τέλει: Ἀντί: «μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους» θετέον «μέχρι τέλους Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἐπίσης προσθήκη τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἔχουσα οὕτω· Νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τὸ ἑξῆς: «Μέχρι τῆς αὐτῆς ὡς ἄνω προθεσμίας ἐπανέρχεται εἰς ἰσχὺν καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ͵ΓΨΛΘʹ νόμου τῆς 22 Μαΐου 1910, οὗτινος αἱ διατάξεις ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τοὺς πρὸ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ μεταγραφέντας ἐκ μιᾶς σχολῆς εἰς ἄλλην φοιτητάς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροπολογήθη).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ.κ. Φαρμάκη, Νοταρᾶ καὶ Λαζαρῆ.
§119Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ.
§120Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Τότε ἀποσύρομεν τὴν τροπολογίαν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀποσύρεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 1 ἕως 5 καὶ τῶν ἐδαφίων αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΓʹ (3393) τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1909 «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή, ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 57. Πρὶν ἢ ὅμως προχωρήσωμεν ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κοντογούρης ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 68, 71 καὶ 75 τοῦ Συντάγματος. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 57 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
§122ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 57.—«Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν παρεπέμφθη πρότερον, μετὰ δὲ τὴν ὑπ’ αὐτῆς ἐπεξεργασίαν ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς διαφόρους συνεδριάσεις, ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας. Εἰς ἐξαιρετικὰς ὅμως περιστάσεις δύναται ἡ Βουλή, κηρύσσουσα τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν, νὰ μὴ παραπέμψῃ ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο κατ’ ἄρθρον συζητήσεων χρόνον». Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὡς ἐτροπολογήθη». Ἡ ἐπιψήφισις κωδίκων ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου δικαίου, προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου, δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ. Ἡ περὶ τοιούτου νόμου πρότασις δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα». Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων».
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57 ὁ κ. Δεμερτζῆς. Ἀπόντος τούτου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§124ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 57, ὅπως προτείνεται ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐτροποποιήθη, νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καλῶς ἔχει καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης ἡ τετάρτη παράγραφος, ἡ ἀφορῶσα τὴν ψήφισιν κωδίκων ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου δικαίου προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν. Ἐπίσης ἡ πέμπτη παράγραφος, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐπαναφορὰν ἰσχύος νόμων ἅπαξ ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἶτα καταργηθέντων, ἐπανερχομένων διὰ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νόμου θέτοντος εἰς ἰσχὺν τὴν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τετάρτην μόνον παράγραφον, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ψήφισιν κωδίκων, εἶναι ἀναγκαῖον ἴσως νὰ διευκρινισθῇ ἀρτιώτερον ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀφορᾷ κώδικας φορολογικούς.
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσιν.
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ δὲν ἐξηγεῖται τοῦτο παντάπασιν. Αἱ δύο ἄλλαι παράγραφοι, ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη, νομίζω ὅτι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπως ὀρθότατα εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἀνήκουσιν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὡς γνώμην ἀρχῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν νὰ παρεμβάλλωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα πᾶν τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς αὐτό, πᾶν τὸ ὁποῖον, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν, πᾶν τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων ἡμῶν, διότι τοῦτο πρέπει νὰ ἀφήνηται εἰς τὸν Κανονισμόν, ὅπως ἑκάστοτε ῥυθμίζηται κατὰ τὰ διδάγματα τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τρίτην παράγραφον εἰδικώτερον, ἀπὸ τοῦδε δηλῶ τὴν πλήρη ἐπιδοκιμασίαν ἐκ μέρους ἐμοῦ τῆς παραγράφου αὐτῆς, ἂν ἔμελλε νὰ προταθῇ ὡς τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι δηλαδή, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἤθελον γίνει δεκταὶ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς ἐτροπολογήθη. Ἡ δευτέρα παράγραφος κατ’ ἀρχὴν ἄγεται ἀπὸ σκέψεως ὀρθῆς. Ἡ σκέψις εἶναι ἡ τῆς καλλιτέρας ἐξονυχίσεως τῶν νόμων καὶ τῶν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν. Ἀλλὰ νομίζω, πλὴν τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον ὑπεστήριξα, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ καθ’ ἑαυτὴν δὲν ἔχει ἄριστα, διότι παραβλέπει ἐντελῶς τὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῇ παρασκευῇ τῶν νόμων. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας — ὅλοι ὑποθέτω ὅτι συμφωνοῦμεν ὅπως εἶναι καὶ σῶμα παρασκευαστικὸν τῶν νομοσχεδίων. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἔχετε νομοσχέδιον προσαγόμενον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη προηγουμένως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐξονυχισθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, λαβὸν τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν, καὶ φέρεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκ πρωτοβουλίας κυβερνητικῆς, μετὰ τὴν βάσανον, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἂν ἠθέλετε ἀναγράψει τὴν ἀρχὴν ὅτι πάντως τοῦτο πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, νομίζω ὅτι διατάσσομέν τι πέραν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Δὲν γνωρίζομεν ἄλλως τε πῶς θὰ διαρρυθμισθῶσιν εἰδικώτερον τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐὰν ἤθελε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, τότε κατὰ τὸ ἄρθρον 84: «Δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἡ παρασκευὴ ἢ βάσανος τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαχθησομένων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων. Τὰ μὴ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἐπεξειργασμένα κυβερνητικὰ νομοσχέδια, ὡς καὶ αἱ παρὰ τῶν Βουλευτῶν ὑποβαλλόμεναι προτάσεις νόμων, μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς αὐτῶν παραπέμπονται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ ταύτης εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας». Δὲν θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ γίνῃ ὁριστικῶς δεκτή, ὅπως ἔχει τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Οἱαδήποτε ὅμως καὶ ἂν εἶναι ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶναι πιθανὸν ὅτι, εἴτε ἐν μέρει εἴτε ἐν ὅλῳ, ἡ Βουλὴ εἰς τοῦτο θὰ καταλήξῃ: Πῶς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρὶν ἢ ἐπιψηφίσωμεν τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρὶν ἢ ῥυθμισθῶσι συνταγματικῶς τὰ τῆς παρεμβολῆς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῇ παρασκευῇ τῶν νομοσχεδίων, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς, φεύγοντες ἀπὸ τὸ ἔδαφος τὸ συνταγματικὸν καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὸ ἔδαφος τὸ κανονιστικὸν τῶν ἐργασιῶν μας, θὰ ῥυθμίσωμεν τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν μας κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐν ἀντιθέσει μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ ψηφίσωμεν τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο νομίζων ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παραλειφθῇ ἡ δευτέρα καὶ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς ἀναγόμεναι εἰδικῶς εἰς τὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπὸ τοῦδε δηλῶ εἰδικῶς διὰ τὴν τρίτην παράγραφον ὅτι τὴν ἐπιδοκιμάζω πληρέστατα, ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ὡς τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ διὰ τὴν δευτέραν παράγραφον δηλῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι συμφωνῶ καὶ πρὸς αὐτὴν νὰ τεθῇ ὡς τροποποίησις εἰς τὸν Κανονισμόν, διαρρυθμιζομένη ὅμως συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις, αἵτινες θὰ ψηφισθῶσι, τὰς ἀφορώσας τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἤθελε δεχθῆ τὴν γνώμην ταύτην, τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρώτην, τετάρτην καὶ πέμπτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ταύτας καὶ μόνον.
§127ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν θὰ εἶχον γενικῶς νὰ παρατηρήσω τι, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, δηλαδὴ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν περιέχουσι φορολογικὰς διατάξεις, ἐπειδὴ τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἀναφέρονται κυρίως εἰς νομικὰς διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο πρόσφορος ἡ ἀνάμιξις τοῦ προπαρασκευαστικοῦ τῶν νομοσχεδίων Σώματος, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον ἂν διὰ τὰ φορολογικὰ ταῦτα νομοσχέδια ἐπεβάλλετο νὰ παραπεμφθῶσι μόνον εἰς ἐπιτροπὴν κοινοβουλευτικήν. Τοῦτο νομίζω, διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ καταγίνηται πρωτίστως εἰς τὴν ἀρτιωτέραν νομικὴν διατύπωσιν τῶν εἰσαγομένων νομοθετημάτων, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὸ οὐσιαστικὸν αὐτῶν περιεχόμενον, δὲν θὰ ἀφορᾷ τὰς κατ’ οὐσίαν αὐτῶν διατάξεις, δηλ. εἰς τὴν σκοπιμότητα αὐτῶν. Τὰ φορολογικὰ ὅμως νομοσχέδια εἶναι νομοσχέδια ἔχοντα ἐντελῶς διάφορον ἀντικείμενον καὶ ἀποβλέποντα εἰς ὅλως διαφόρους σκοπούς, εἶναι δὲ σκόπιμον τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἐξ ὑποχρεώσεως ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντα, νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Αἱ ὑπηρεσίαι αἱ διάφοροι τῶν Ὑπουργείων, αἱ ὁποῖαι προετοιμάζουσι κατὰ κανόνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ Ὑπουργοί, πολλάκις ἄγονται ἐκ μονομεροῦς πνεύματος, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι ἴσως ἀμέσως τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἐφ’ ὧν τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρόκειται ν’ ἀσκήσωσι μεγάλην ἴσως ἐπίδρασιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ βεβαίως ἐκπροσωπεῖ ἐντελέστερον ὁλόκληρον τὸν λαὸν καὶ γνωρίζει καλλίτερον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ποίας φορολογικὰς διατάξεις θὰ ἐδέχετο εὐμενέστερον ὁ λαός, καὶ ποῖαι λεπτομέρειαι τῶν διατάξεων τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων θὰ ἔχωσι τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς τῆς κοινωνίας, εἶναι καλόν, εἶναι χρήσιμον, εἶναι σκόπιμον τὰ φορολογικὰ αὐτὰ νομοσχέδια νὰ προβασανίζωνται ἐντελέστερον, εἰ δυνατόν, ἀπὸ ὅ,τι γίνεται σήμερον, νὰ προμελετῶνται ὑπὸ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς ὁριζομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὕτως ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ πρὸ αὐτῆς ὕλην ἕτοιμον ἐπεξειργασμένην, ὑποστᾶσαν τελειοτέραν βάσανον, καί, ὅταν ἔλθῃ νὰ συζητήσῃ τελειωτικῶς τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἔχῃ πρὸ αὐτῆς βάσιν ἑδραίαν διὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς κρίσεώς της. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν, νομίζω δὲ ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ μὴ ἀφεθῇ μόνον εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἡ ῥύθμισις τοῦ ζητήματος καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς παραπομπῆς τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Βεβαίως πάντα ταῦτα εἶναι ἔργον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅλοι δὲ οἱ Κανονισμοὶ τῶν διαφόρων Βουλῶν καὶ Γερουσιῶν περιέχουσι διατάξεις ὁμοίας. Ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἐξ ὅσων ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, κατὰ τοὺς πλείστους Κανονισμούς, πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, συζητοῦνται ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπειῶν εἴτε μονίμων εἴτε εἰδικῶς καθοριζομένων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ προκειμένου περὶ ἡμῶν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον ἐκ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ νὰ ἀπορρέῃ ὑποχρέωσις πρὸς παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὰς. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μὲν ἀπολύτως τακτικὸν ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ περιέχῃ μόνον γενικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναγνωρίζωσι γενικῶς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Κράτους καὶ θὰ καθορίζωσι τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἀνωτάτων τῆς Πολιτείας ὀργάνων, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σκοπίμου διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἀγαθὴν ἐπίδρασιν, δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς γενικῆς ταύτης ἀρχῆς καὶ νὰ δεχθῶμεν τὴν προσθήκην ταύτην.
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Εἶναι πιθανὸν νὰ κριθῇ σκοπιμώτερον, ὅπως διὰ τὰ φορολογικὰ μόνον νομοσχέδια καταφεύγωμεν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς ἢ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ λυθῇ ἀσφαλῶς καὶ ὁριστικῶς, ὅταν συζητηθῶσι τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἄν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠθέλομεν ἐξαιρέσει τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τότε κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι εἶμαι πρόθυμος ἀπὸ τοῦδε νὰ δεχθῶ τὴν διάταξιν ταύτην ὡς τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ δεχθῶ ὅπως συζητηθῇ καὶ περιληφθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, ὅπως παραλείψῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν ἀναγομένην καθαρῶς εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ μὴ ἔχουσαν σχέσιν μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν.
§129Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἡ ἐπιτροπὴ ἠκολούθησεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴθισται καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ὑπὸ πάντων ἐκρίθη χρήσιμον, ὥστε μία συζήτησις νὰ γίνεται κατ’ ἀρχήν, ἀφοῦ καὶ σήμερον ἀκόμη σχεδὸν μία συζήτησις γίνεται κατ’ ἀρχήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, τὴν ὑποχρεωτικὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὁμολογῶ ὅτι ὑπῆρξαν καὶ οἱ ἀμφιβάλλοντες περὶ τοῦ ἀποτελεσματικοῦ αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμην καὶ ἐγώ. Δέν ἐθεώρησα ὁριστικῶς ἀσφαλίζουσαν τὴν διάταξιν, ὁ δὲ λόγος εἶναι ὄχι ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δύναται νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀρτιώτερα νομοθετήματα—καὶ θὰ εἴπω τὸν λόγον διατί—, ἀλλὰ μόνον ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ σχεδίου λέγουσα ὅτι εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν νόμου κατεπείγουσαν καὶ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς μὴ παραπομπῆς αὐτῆς εἰς κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, παρέχει εἰς Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, τὸ μέσον νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν καὶ ἀποφύγῃ οὕτω τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι, καὶ ἐὰν τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, δὲν θὰ παράσχῃ ἡμῖν τὰς δεούσας ἐγγυήσεις περὶ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀποφεύγῃ τὴν παραπομπήν, ὥστε, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, οὐδόλως ἐνδιαφέρει, ἂν τεθῇ ἢ ὄχι. Καὶ ἐὰν δὲν τεθῇ ἐνταῦθα, θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύναται νὰ λείψῃ ἡ κήρυξις τοῦ κατεπείγοντος, δὲν δύναται νὰ λείψῃ ἡ ὁδὸς τῆς καταχρήσεως. Ἔλεγον δὲ ὅτι δὲν θεωρῶ ἐξασφαλίζον τὴν ἀρτίαν διατύπωσιν νομοθετημάτων τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ μεταξὺ τῶν ἄλλων καθηκόντων θὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο, νὰ παρασκευάζῃ τὰ νομοσχέδια, διότι, ὅπως τὸ ἔργον τοῦτο ἐξέπεσεν ἀλλαχοῦ, ἁπλῆν σκιὰν καὶ τυπικὴν γνωμοδότησιν, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ καταντήσῃ σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὸ αὐτό. Ἀλλά, καὶ ἐὰν γίνῃ δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλως, πάντως οἱ νόμοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίζωνται ἄρτιοι ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς οὐδὲν θὰ ἀσχολῶνται ἄλλο εἰμὴ νὰ ἐφαρμόζωσι ξηρῶς τοὺς νόμους μακρὰν τοῦ ἀγῶνος τοῦ κοινωνικοῦ, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν ἀληθῆ πεῖραν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς κοινωνίας, τῆς παλλομένης ζωῆς ταύτης, ἧς οἱ νόμοι πρέπει νὰ εἶναι ἀπαύγασμα καὶ προϊόν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν θὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ τὸν καταρτισμὸν νόμων ἀνταποκρινομένων εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικάς. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἴσως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ θέλει καταστήσει ματαίαν τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλ’ ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δύναται νὰ γίνῃ ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἥτις ἀποφεύγει τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν, ἐὰν δὲ πάλιν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλῃ νὰ ἀποφεύγῃ τὴν ἐπιτροπήν, δύναται καὶ ἄνευ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ νομοσχέδια. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ φόβοι τῆς καταχρήσεως ἠνάγκασαν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ θέσῃ διάταξιν τῳόντι ἀνήκουσαν καὶ τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρόνοια αὕτη ἴσως δὲν εἶναι ἀποτελεσματική, διότι, ὡς ἡ διάταξις δύναται νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ, ὅταν εἶναι ἐν τῷ Κανονισμῷ, οὕτω δύναται νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι κειμένη. Μάλιστα τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ «ἀναβάλλεται» δύναται νὰ παράσχῃ ἀφορμὴν εἰς κατάχρησίν τινα, δύναται δηλαδὴ νὰ γίνῃ ἀμέσως ἄλλη συνεδρίασις μετὰ πάροδον ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας, εἰς τὴν ὁποίαν συνεδρίασιν νὰ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ψήφισιν τόσον, ὥστε νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ ὅλου εἰς ἄλλην ἡμέραν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 4ον ἐδάφιον, ἠναγκάσθημεν νὰ τὸ δεχθῶμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο δεκτόν, ἵνα εὐκόλως, ἀλλὰ καὶ νομίμως, ψηφίζωνται οἱ κώδικες. Κατάχρησίς τις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὥστε νὰ ψηφισθῶσι καθ’ ὅμοιον εὔκολον τρόπον ἄλλα νομοσχέδια, μὴ ὄντα κώδικες, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ λέξις κῶδιξ σημαίνει σύνολον κανόνων, ῥυθμιζόντων ὡρισμένον ἀντικείμενον ὁλοκληρωτικῶς. Παρέχεται δ’ ὅμως καὶ ἡ ἄλλη ἐγγύησις ἐκ τοῦ ἄρθρου ὅτι οἱ κώδικες οὗτοι πρέπει νὰ εἶναι παρεσκευασμένοι ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν διὰ νόμου καταρτιζομένων, διότι ἄλλως ἦτο ἐνδεχόμενον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνιστᾶτο ἀπὸ ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων, νὰ παρεσκεύαζε τὸ σχέδιον τοῦ νόμου καὶ νὰ ἐφέρετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ψηφισθῇ τοῦτο. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν περιλήψεως φορολογικῶν διατάξεων ἐν διοικητικῷ τινι κώδικι, νὰ ἐτίθετο ἀντὶ «δημοσίου δικαίου», «διοικητικοῦ δικαίου», λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὑποθέσατε ὅτι εἰσάγομεν νομοσχέδιον διοικητικοῦ νόμου ἢ δικονομίας καὶ εἰς ἓν ἄρθρον τοῦ κώδικος τούτου παρεμπίπτει νομοθετικὴ διάταξις, λ. χ. ὅτι ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν ὁδοποιίας δημοτικῆς ἐπιβάλλεται ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα φόρος, θὰ ἐψηφίζετο φορολογικὸς νόμος, ἴσως βαρύς, διὰ τοῦ εὐχεροῦς τρόπου, ὃν μόνον διὰ τοὺς κώδικας δέον νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ἐγίνετο λόγος ἐν τῷ ἄρθρῳ περὶ δημοσίου δικαίου, τότε πρὸς σαφεστέραν δήλωσιν, δέον νὰ ἀποκλείσωμεν τελείως τὰς φορολογικὰς διατάξεις διότι αὗται δέον νὰ ψηφίζωνται καὶ συζητῶνται τρίς, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι, διὰ νὰ ἀφαιρέσωσι κυρίως ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἡγεμόνων τὰς φορολογικὰς διατάξεις, ἔπλασαν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον, ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ γίνεται νομίμως διὰ τοῦ Συντάγματος, ἐγένετο ἤδη ἐν τῷ παρελθόντι παρανόμως καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ τρίτον ἀκόμη ἐδάφιον δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν: «Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται, μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς ἐτροπολογήθη», καίπερ ἀνήκουσα ἐντελῶς εἰς τὸ παρελθόν, δύναται νὰ μείνῃ, διότι εἶναι ὀρθὴ διάταξις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς συνιστῶ, ὅπως τὴν δευτέραν παράγραφον μὴ παραλείψητε, διότι συνδέεται μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τὴν ὁποίαν εἶπε πολὺ ὀρθὰ πράγματα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τοῦτο καὶ νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω.
§131Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν σπουδαιότητα τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου, ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐγένετο σωρεία καταχρήσεων κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι σπουδαιόταται διατάξεις εἰσήχθησαν ἐξαπίνης ἢ λάθρα κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅλως ἑτεροειδεῖς, ξέναι καὶ ἄσχετοι πρὸς τὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν τῶν συζητουμένων σχεδίων νόμων, χαίρω πολὺ ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο πρόκειται, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Ἀλλὰ φρονῶ ὅμως, συμφώνως πρὸς ὅσα παρετήρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας, καὶ Ἤλιδος, ὅτι καὶ ὡς νῦν διατυποῦται τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἐδάφιον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καταστρατήγησις, εἶναι δηλαδὴ δυνατὸν νὰ συμβῇ, ὅπως κατ’ ἐκείνην τὴν τελευταίαν στιγμήν, μετὰ πάροδον βραχέος τινὸς χρόνου, ψηφισθῇ τὸ σύνολον ἐντὸς τῆς αὐτῆς συνεδριάσεως πρὶν ἢ διανεμηθῇ εἰς ἅπαντας τοὺς Βουλευτάς, πρὶν ἢ δηλαδὴ λάβῃ πράγματι γνῶσιν ἡ Βουλή. Νομίζω λοιπὸν ὀρθὸν καὶ ἀναγκαῖον, ὅπως θέσωμεν καὶ ἐνταῦθα τὴν προφυλακτικὴν διάταξιν, ὅπως μεσολαβῇ μία ἡμέρα μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἀποδοχῆς τῆς τελευταίας τροποποιήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου τοῦ νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρῶτον ἐδάφιον, νομίζω ὅτι αἱ λέξεις «κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας» δύνανται νὰ παραλειφθῶσι, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι μία συζήτησις δύναται νὰ διαρκέσῃ καὶ δύο ἡμέρας συνεχεῖς, ὅπερ συμβαίνει εἰς νομοσχέδια, ἅτινα ἔχουσι πολλὰ ἄρθρα καὶ ὧν ἡ συζήτησις δὲν περατοῦται εἰς μίαν συνεδρίαν. Ἵνα μὴ λοιπὸν γεννᾶται τυχὸν ἀνάγκη ἑρμηνείας καὶ ἀμφισβητήσεως, δύναται, νομίζω, ἐντελῶς νὰ παραλειφθῇ καὶ νὰ θέσωμεν, ὅτι δέον νὰ μεσολαβῇ μία ἢ δύο ἡμέραι μεταξὺ τῶν διαφόρων συζητήσεων.
§132Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συζήτησις θὰ εἴπῃ ἀνάγνωσις· καὶ 10 ἡμέρας ἐὰν κάμῃ νὰ τελειώσῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, εἶναι πρώτη ἀνάγνωσις.
§133Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, ἐὰν παρελείπετο, θὰ ἦτο ἔτι σαφέστερον.
§134ΣΠ. ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 57 πρόκειται νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως διαφόρων νομοσχεδίων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλίζωνται δύο τινά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ὑπάρχῃ ὡριμότης τῆς σκέψεως καὶ τῆς συζητήσεως, ἵνα μὴ νομοσχέδια ἐπιψηφίζωνται τρόπον τινὰ ἐξ ὑφαρπαγῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐξασφαλίζηται καὶ ἡ σχετικὴ ταχύτης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ συσσωρεύωνται πολλὰ νομοσχέδια, καὶ διὰ τῆς συσσωρεύσεως αὐτῆς, εἴτε ἐπερχομένης μιᾶς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἴτε λήξεως τῆς Συνόδου, καθίσταται ἄσκοπον ἓν μέρος τῶν νομοθετικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν κατὰ τὴν Σύνοδον. Καὶ βεβαίως παρ’ ἡμῖν ὅλοι θὰ ἠπόρησαν μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐπὶ τρεῖς διαφόρους ἀναγνώσεις ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων, διότι κατὰ τὸ κρατῆσαν παρ’ ἡμῖν ἔθιμον αἱ διάφοροι ἀναγνώσεις κατήντησαν, ὥστε αἱ μὲν δύο πρῶται νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντοι καὶ τυπικαί, νὰ συσσωρεύωνται δὲ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ὅλοι οἱ ἀγορεύοντες, καὶ συγχρόνως νὰ παρουσιάζωνται αἱ διάφοροι τροπολογίαι, αἵτινες νὰ ἀλλοιῶσιν ἐντελῶς τὴν μορφὴν καὶ τὸν σκοπὸν τῶν νομοσχεδίων, ἢ γίνεται τὸ ἕτερον ἄτοπον, ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς καὶ τῆς αὐτοπεποιθήσεως τῶν εἰσηγητῶν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων νὰ μὴ γίνωνται δεκταὶ τροπολογίαι, αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ συντελέσωσι πολὺ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν νομοσχεδίων. Αἱ δύο κυριώτεραι μέθοδοι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι διὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ διὰ τῶν τριῶν ἀναγνώσεων καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ διὰ τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τῆς τριπλῆς ἀναγνώσεως ἐξασφαλίζονται περισσότερον αἱ δύο ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας κατ’ ἀρχὴν ἀνέφερα, καὶ τῆς ταχύτητος καὶ τῆς ὡρίμου σκέψεως, κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς διὰ τριῶν ἀναγνώσεων ψηφίσεως, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ἀντὶ νὰ δεχθῶμεν ἅπαξ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν καὶ δὴ τὴν κατ’ ἄρθρον, θεωρῶ προτιμότερον, ὡς ἀνέφερε καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὅπως ἡ μὲν πρώτη συζήτησις γίνηται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἡ δευτέρα ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ ἡ τελευταία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν, θεωρῶ τὴν ἀναγραφὴν τῆς τοιαύτης διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα ἐντελῶς περιττήν, ἂν καὶ ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι ἐνίοτε ὠφέλιμος τοιαύτη παραπομπή, ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν θὰ θεωρηθῇ ποτε ὡς ἀντισυνταγματικὴ ἡ παραπομπὴ αὕτη εἰς ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι καὶ σκόπιμον νὰ ἀναγράψωμεν ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐκτὸς δὲ τούτου οὔτε διὰ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος, θεωρῶ ἀπαραίτητον τὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παραπομπήν, διότι, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν νὰ παραπέμπωνται, εἶναι περιττὸν καὶ νὰ προσθέσωμεν ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωτικόν. Δεδομένου δὲ ὅτι φαίνεται, ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θεωρῶ ὅτι εἶναι ἓν ἐπὶ πλέον ἐπιχείρημα διὰ τὴν μὴ ἀναγραφὴν τῆς δευτέρας παραγράφου.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§136Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν ἐλάττωμα τῆς νομοθεσίας μας καὶ σήμερον εἶναι ἡ διὰ τῶν νομοσχεδίων παραπομπὴ εἰς διαφόρους νόμους, τῶν ὁποίων μόνον τὰ ἀριθμητικὰ στοιχεῖα ἀναφέρονται ἐν αὐτοῖς. Παραδείγματος χάριν εἰσάγεται ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς τὸν αβγ νόμον, εἰς τὸν δεθ. Ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτάς· πόσοι ἐκ τούτων ἔχουσι τὰ βοηθήματα αὐτά, τοὺς νόμους αὐτούς, εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπουσι τὰ νομοσχέδια, ὥστε νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους γίνεται ἡ παραπομπή; Εἶναι δ’ ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν· ἀλλὰ πρὶν ἢ καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς δεκάτης εἴχομεν ἀπείρους νόμους διέποντας τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται μία Κυβέρνησις, καὶ δυνάμει τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ κωδικοποιεῖ τοὺς νόμους τοὺς μακαρίτας τοὺς ἰσχύσαντάς ποτε περὶ δεκάτης καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλήν· ἐπαναφέρω ἐν ἰσχύϊ παραδείγματος χάριν, τὸν νόμον αδε, αγχ, καὶ μνημονεύει τὰ ἀριθμητικὰ στοιχεῖα τῶν νόμων αὐτῶν ὅλων. Παρακαλῶ, ποῖος ἐκ τῶν Βουλευτῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς ἀρχαιολογικὰς μελέτας, ὥστε νὰ ἀνεύρῃ τοὺς νόμους αὐτούς; Διὰ τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἀγορεύσαντος, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§138Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ παρακαλέσω τοῦτο τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν διακοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ νὰ τὰ θεωρήσῃ ὡς συμπλήρωσιν τῆς ἀγορεύσεώς μου, καὶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταβῶ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§140Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι μία ἀπὸ τὰς σοβαρωτέρας ἐγγυήσεις διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος διετύπωσεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 57, διότι, ὅπως διετύπωσεν εἰς τὰς διαφόρους παραγράφους, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου αἴρονται αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει ὁ τρόπος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ὁρισθῇ αὐτό, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω ἐναντίαν γνώμην, καθόσον πολλάκις παρετηρήθη ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὄχι μόνον παρερμηνεύεται, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς δὲν ἐφαρμόζεται. Καὶ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα χθεσινόν τι γεγονός. Εἰς τὰ Πρακτικὰ τὰ Ἐπίσημα τῆς χθές, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ περὶ ὧν θὰ ἔκαμνον λόγον κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν, ἀλλά, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ διέπῃ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, φέρω ἀπὸ τοῦδε ὡς ἐπιχείρημα τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἰδεῶν μου, ἃς ἔχω εἰς τὸ ἄρθρον 57, ἀναφέρεται ἐν σελίδι 13 ὅτι: «Ἐρωτωμένη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡ Βουλὴ δέχεται πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀντὶ ἐπὶ ἐπερωτήσεων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας». Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον πρῶτον ἐκ παραδρομῆς ἐτέθη εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ καὶ ὅτι παρεξήγησις ἐγένετο.
§141Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπεκυρώθησαν;
§142Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἐπεκυρώθησαν ἀκόμη.
§143Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ μέρος αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ ἢ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν Πρακτικῶν ἢ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν.
§144Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ φέρω ὡς ἐπιχείρημα, κύριε συνάδελφε.
§145Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἐπικεκυρωμένα τὰ Πρακτικά.
§146Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τέλος πάντων, δύναμαι ἐγὼ νὰ τὰ μεταχειρισθῶ, ἀφοῦ διενεμήθησαν ἅπαξ· ὡς ἐπιχείρημα τὸ φέρω.
§147Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχουσι κῦρος κανέν.
§148Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἔχουσι κῦρος· μόνον ὁ τύπος λείπει, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε δύναται νὰ λεχθῇ, διότι καὶ χθὲς κατ’ ἐρώτησιν τοῦ κ. Μπακοπούλου ἐπεβεβαιώθη τοῦτο. Ἠρωτήσατε, κ. συνάδελφε, ἂν πράγματι κατηργήθη ὁ ἔλεγχος τῆς Δευτέρας καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἐγένετο δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τοῦτο. Σᾶς τὸ εἶπον;
§149Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§150Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀρύεσθε ἐπιχείρημα καὶ τεκμήριον περιεχόμενον εἰς τὰ Πρακτικά, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἐπικυρωθῇ.
§151Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἔστω· ἐπιφυλάσσομαι καὶ παραιτοῦμαι τοῦ τοιούτου ἐπιχειρήματος.
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί νὰ παραιτηθῆτε;
§153Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀφοῦ γίνεται ζήτημα, σᾶς παρακαλῶ, αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω κατόπιν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν, θὰ τὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε. Κατὰ τὸ ἄρθρον 16: «ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων· συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς τὸ τέλος αὐτῶν. Ἀπαγγέλλων δὲ τὸ τέλος προσδιορίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 34: «Πᾶσα πρότασις νόμου ἢ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, συνοδευομένη ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωριζομένη δὲ εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, καθ’ ἣν εἰσάγεται τάξιν, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς». Τὴν προσεχῆ Δευτέραν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἠδύνατο πᾶς τις νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀντὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἵνα προταχθῇ ἓν ἀντικείμενον ἀπὸ ἄλλο καὶ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ ἢ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου τοῦ παρελθόντος ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς μεταρρύθμισις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς Δευτέρας, οὐχὶ ὅμως ποτὲ ἀπὸ χθὲς ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου μάλιστα, τὸν ὁποῖον ἐγέννησεν ἐπεισόδιόν τι, νὰ ζητηθῇ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διὰ μέλλουσαν συνεδρίασιν, διότι τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι νὰ ὁρισθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν τί θὰ ἔχωμεν, δηλαδὴ νὰ καταργηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων, ὅταν ἑρμηνεύωνται καὶ ἐφαρμόζωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω ὅτι μία τῶν ἐγγυήσεων τῶν παρεχομένων διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων εἶναι καὶ αὐτή, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὥρισε, καὶ ὀφείλεται μάλιστα ἔπαινος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ τρόπος δέ, καθ’ ὃν συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν διάταξιν, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ διὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν ἐσχηματίζετο καὶ δὲν εἰργάζετο καθ’ ὃν εἰργάσθη τρόπον, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ κατηναλίσκετο χρόνος καὶ θὰ ἐγεννᾶτο ἓν χάος εἰς τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπὰς ὁριζομένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ δ’ ἐτέθη ἡ διάταξις ὅτι εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις δύναται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ κατεπεῖγον νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, αἴρεται ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπήρχετο ἀπὸ μίαν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος κατεπείγων. Ἐπίσης ἅπασαι αἱ παράγραφοι ἔχουσι καλῶς. Ἡ ἀνατύπωσις τῶν νομοσχεδίων κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν εἶναι καὶ αὐτὴ ἀπαραίτητος, καθόσον δυνατὸν νὰ γίνωσι λάθη καὶ παρεντίθενται διατάξεις πολλάκις ἐκ συγχύσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κώδικας καὶ αὐτὸ σκόπιμον κατὰ τὴν κρίσιν μου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Βοζίκης διὰ τοὺς νόμους τοὺς καταργηθέντας, πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, νομίζω δὲ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, διότι πιθανὸν νὰ γίνωσιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας λάθη καὶ νὰ παραλειφθῶσι διατάξεις νόμων, ἐνῷ ἡ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ψήφισις καταργηθέντων νόμων ἢ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων παρέχει τὰς ἐγγυήσεις ἀσφαλέστερον καὶ καλλίτερον. Αὐτά, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω.
§154Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἕνεκα διαφωνίας, κύριοι Βουλευταί, πρός τινας τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων ἦλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα εἴπω ὀλίγας λέξεις. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, ὡς διετυπώθη καὶ ὡς ζητεῖται διατυπωθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρουσιάζει τὸ ἀποδοθὲν εἰς αὐτὸ ἐλάττωμα ὅτι εἶναι ὑπερβολικῶς μέγα, ὅτι εἶναι πλατὺ καὶ δὲν εἶναι πρέπον ἐν Συντάγματι ἄρθρον νὰ εἶναι τόσον μακρόν. Τὴν γνώμην ταύτην ἐξέφερεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος βουλευτὴς Κερκύρας, ἀλλὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐλάττωμα σπουδαῖον. Δὲν νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐπιστημονικῶς ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πείρας ἔχουσι καταδειχθῆ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς περιελήφθησαν. Πρόκειται δηλαδὴ διὰ τῆς ἐκδοχῆς καὶ παραδοχῆς τῶν διατάξεων τούτων νὰ καθορίσωμεν ἐπακριβέστερον τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συζητῶνται εἰς τὸ μέλλον αἱ προτάσεις νόμων αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρξαν ἀφορμαὶ εἰς τὸ παρελθόν, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν ἡμᾶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς διατυποῦται. Καὶ εὐτυχῶς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν κ. Βουλευτῶν ἀνεγνωρίσθη ὡς ὀρθὴ ἡ διατύπωσις αὕτη. Εὑρίσκομαι εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν θεωρεῖ ὀρθόν, ὥστε ἑκάστη πρότασις νόμου ἅπαξ καὶ μόνον νὰ ἀναγινώσκηται καὶ νὰ ψηφίζηται κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον. Ἐνόμισαν καὶ νομίζουσιν ὅτι ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις πρέπει νὰ γίνηται δὶς ἴσως καὶ τρίς, συμπεριλαμβανομένης πάντοτε καὶ τῆς ἀρχῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατ’ ἄλλα Συντάγματα καὶ Κανονισμοὺς οἱ νόμοι δὲν ψηφίζονται παρὰ ἅπαξ μόνον, κατ’ ἄλλα δὲ Συντάγματα δὲν ψηφίζονται παρὰ δὶς μόνον.
§155Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κανὼν εἶναι νὰ ψηφίζωνται δὶς ἢ τρίς.
§156Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ψηφίζονται καὶ δὶς καὶ τρίς, ψηφίζονται ὅμως καὶ ἅπαξ.
§157Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ψηφίζονται τρίς.
§158Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ πεῖρα ὅμως τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων μᾶς ἔχει καταδείξει, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ αἱ προτάσεις νόμων κυρίως πρέπει ἅπαξ νὰ ψηφίζωνται καὶ νὰ συζητῶνται κατ’ ἀρχήν.
§159Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑμεῖς ἔχετε τὴν πεῖραν τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς: δὲν ἔχετε ἄλλην.
§160Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως ὄχι, ὅτε ὅμως δὲν δύναμαι νὰ δανεισθῶ τὴν παραστατικὴν πεῖραν παρ’ ὑμῶν, τὴν δανείζομαι ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης. Ἄλλως τε καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν κάμνει τι τὸ τόσον ἔκτροπον, ὅσον ὑμεῖς ἐκάμετε ἐπὶ τόσα ἔτη. Ὑμεῖς δέ, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον καλοὺς νόμους ἢ μᾶλλον κατὰ τοσοῦτον καλὸν τρόπον ἐψηφίσατε τοὺς νόμους κατὰ τὸ παρελθόν, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκάμετε κατάχρησιν τῆς περιφήμου φράσεως: «Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», ἥτις ἀκούεται καὶ τώρα, ἠκούετο ὅμως συχνότερον καὶ τακτικώτερον εἰς τὰς παρελθούσας Βουλὰς.
§161Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τώρα δὲν ἀκούεται διόλου.
§162Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τώρα κάπου κάπου ἀκούεται. Διατί αὐτὸ τὸ «Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη» νὰ μὴ τὸ τακτοποιήσωμεν τώρα ἐπὶ τὸ ὀρθότερον;
§163Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ ἡσυχία, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ κάμωσιν ἡσυχίαν.
§165Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς διετυπώθη ὑφ’ ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τουτέστι νὰ διακριθῶσιν αἱ συζητήσεις εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας, εἰς μίαν δι’ ἐξ αὐτῶν νὰ γίνηται ἡ ψήφισις κατ’ ἀρχήν. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, διότι οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ φέρωσι ταύτας κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ κατόπιν θὰ γίνηται ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον, καὶ οὕτω πως δὲν θὰ ἐπανερχώμεθα μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ἡ ἀρχὴ θὰ ψηφίζηται ἅπαξ, ἐν τῇ πείρᾳ δὲ τοῦτο γίνεται, πολλάκις δ’ ἀκούομεν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου νὰ γίνωνται παρατηρήσεις εἰς τὸν ἔχοντα ἀντιρρήσεις: δὲν τὰ ἀφήνετε εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ τὰ εἴπητε; δὲν τὰ ἀφήνετε εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν; Τοῦτο ἔρχεται τὸ προκείμενον ἄρθρον νὰ διατυπώσῃ, δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐξ ἀνάγκης, ὥστε νὰ ἔχωμεν μίαν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν καὶ δύο κατὰ διαφόρους διακεκριμένας ἡμέρας κατ’ ἄρθρον. Ὑποθέτω, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ γίνηται σοβαρωτέρα ἡ συζήτησις, τακτικωτέρα καὶ κατὰ σειράν. Ἄλλως τε ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις ποῦ ἐδημιουργήθη; Εἶναι συνταγματικὴ ἡ λέξις «κατ’ ἀρχήν»; Τὸ Σύνταγμα τὸ ὑπάρχον δὲν ἀναφέρει τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζονται οἱ νόμοι κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον. Εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἀναφέρει τοῦτο. Τὸ κατ’ ἀρχὴν εἶναι τῆς κοινοβουλευτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, πείρας, εἶναι κοινοβουλευτικὸς κανών, οὔτε ἀναφέρεται ἐγγράφως, ὅτι αἱ προτάσεις νόμων ψηφίζονται τρὶς κατ’ ἄρθρον καὶ κατ’ ἀρχήν. Κοινοβουλευτικὴ συνήθεια καὶ ὄχι γραπτὴ συνήθεια εἶναι.
§166Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῖον;
§167Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅτι τὰ νομοσχέδια ψηφίζονται τρὶς κατ’ ἄρθρον καὶ κατ’ ἀρχήν.
§168Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι.
§169Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποῦ εἶναι νὰ τὸ ἴδω;
§170Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὸν Κανονισμὸν εἶναι.
§171Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ τὸ εὕρητε καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν, διότι ἐγὼ δὲν τὸ εὗρον. Μέχρι τοῦδε εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἀνεγνωρίσατε ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι.
§172Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι ἔχομεν μίαν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν μόνον.
§173Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ναί.
§174Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Λέγω ὅτι θὰ φέρωμεν εἰς δυσκολίαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν θὰ θέλῃ νὰ προτάξῃ ἓν νομοσχέδιον, νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§175Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§176Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διότι θὰ φέρωμεν τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸ συζητήσωμεν κατ’ ἀρχήν. Ἐὰν θέλητε, ἀναγράψατε κατ’ ἀρχὴν νὰ ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς μίαν ἀνάγνωσιν ἢ εἰς οὐδεμίαν, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐγγράψατε, ὅτι αἱ συζητήσεις κατ’ ἄρθρον πρέπει νὰ γίνωνται εἰς τρεῖς συνεδριάσεις.
§177Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύο συζητήσεις δὲν σᾶς ἀρκοῦσιν;
§178Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι, διότι θὰ ἀρχίσῃ ὁ τρόπος τοῦ παρελθόντος, τὸν ὁποῖον κατηγορήσατε, θὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ ὁ τρόπος αὐτός, διότι τὸν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων.
§179Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω δύο λέξεις;
§180Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ.
§181Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶναι δεδομένον, ὅτι ἡμεῖς ἐκλήθημεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα βλαβερὰς ἢ ἀτελεῖς κατὰ τὸ παρελθόν.
§182Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§183Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος εἶσθε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς· ποῖον σφάλμα ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὅπως εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ μεταρρυθμίσητε προσθέτοντες ὁλόκληρον κώδικα νόμων;
§184Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔπταισε τὸ ἄρθρον αὐτό;
§185Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἦσθε παρὼν εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἴσως δὲν ἠθέλετε κάμει αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν. Κατηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως, ὅτι εἰς νόμον ψηφισθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφει τὸ Σύνταγμα ἢ ὁ Κανονισμός, περιελήφθη μία διάταξις ἐν αὐτῷ, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, περιελήφθη διάταξις ὅλως προσωπική, περιελήφθη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς καὶ μόνον εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος εἶχε τὰ προσόντα, διὰ νὰ καταλάβῃ ὡρισμένην θέσιν. Τοῦτο κατηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς θὰ διορθωθῇ τοῦτο;
§187Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ἔχητε μικρὰν ὑπομονὴν καὶ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὰς σκέψεις μου, θὰ ἴδητε πῶς διορθοῦται τοῦτο. Ἀκριβῶς τοῦτο θὰ διορθωθῇ, καὶ τὴν διόρθωσιν θὰ τὴν κάμῃ ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ ὁποία προσετέθη, διότι εἶναι σπουδαία. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου λέγει ὅτι οὐδεμία πρότασις γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Ἅπαξ ἐπιλαμβανόμεθα τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δὲν πρέπει νὰ τακτοποιήσωμεν καὶ τοῦτο τὸ ἄρθρον; Ἔχει τις ἐναντίαν γνώμην, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον προτείνεται σήμερον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι καλλίτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑπάρχει; Μετὰ τὴν παράγραφον ταύτην, Κύριοι, ἣν εὑρίσκω ὀρθὴν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, ἔρχεται ἡ δευτέρα παράγραφος, ἡ παράγραφος ἐκείνη, ἥτις ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐθεωρήθη μὴ σκόπιμος, μὴ ἀναγκαία, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοὺς λόγους ὅμως, τοὺς ὁποίους προανέφερα, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι ἡ παράγραφος αὐτή, ἐὰν δὲν εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας καὶ σπουδαιότητος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προξενήσῃ βλάβην προστιθεμένη εἰς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, δύναται μάλιστα νὰ φέρῃ πολλὰς ὠφελείας, ἐφ’ ὅσον δὲ ἐδέχθημεν καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος νὰ κάμωμεν διαπλατυσμούς, τουτέστι νὰ διαπλατύνωμεν αὐτά, δὲν βλέπω τὸν λόγον κατὰ τί θὰ βλάψῃ, ἂν προσθέσωμεν καὶ τὴν παράγραφον ταύτην, ἀφοῦ πρότερον πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ὠφέλιμος. Κυρίως δύο σκοποὺς ἐπιδιώκει τοῦτο, πρῶτον τὴν κατ’ ἀνάγκην παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὴν καὶ δεύτερον τὸν καθορισμὸν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ὥστε οἱ θέλοντες νὰ μελετήσωσι, νὰ ἔχωσι τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ μελετήσωσι τὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῶν ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια. Ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ δύο προβλέπει ἡ παράγραφος αὐτή. Αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, δηλαδὴ νὰ παραπέμπωνται αἱ προτάσεις νόμων εἰς ἐπιτροπήν, ὁσάκις ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὸ θέλει, αὐτὸ γίνεται κατ’ ἐξαίρεσιν. Ἡ παράγραφος αὐτὴ ἔρχεται νὰ τὸ διατυπώσῃ ὡς κανόνα. Καί, ὅταν πρόκειταί τις νὰ παραβῇ τὸν κανόνα, διὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν, νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ποιῆται ἐξαίρεσιν, ὅταν ὑπάρχῃ λόγος ἐξαιρέσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ παραβῇ τὸν κανόνα ἄνευ λόγου, καὶ τὰ νομοσχέδια θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ ἄγνωστον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, τὸ ὁποῖον θὰ πρόκειται νὰ καθορίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρώσῃ, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κάμῃ μία ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσιν ἄπειρα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὑπάρχει παράδειγμα τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας Ξ. Ψαρᾶ, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἠναγκάσθη ὁ ἴδιος νὰ ἀποσυρθῇ ἀποκομίζων μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχε παρασκευάσει, ἀναγνωρίσας τὰς λογικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν μελῶν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς.
§188ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι δὲν ὑπάρχει ἡσυχία. Ἐὰν δὲν γίνῃ ἀπόλυτος ἡσυχία, νὰ διακόψητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν συνεδρίασιν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετραλιᾶ, παρακαλῶ, ἡσυχάσατε.
§190Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ παράγραφος εἶναι ἐπωφελής, εἶπον δὲ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ παρασκευάζῃ τοὺς νόμους, θὰ δίδῃ οὕτως εἰπεῖν τὴν νομικὴν χροιάν, διότι οἱ νόμοι θὰ παρασκευάζωνται ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ἄν, ἐννοεῖται, εἶναι κατάλληλοι αἱ Κυβερνήσεις πρὸς τοῦτο. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο τῆς Ἐπικρατείας ἀποτελούμενον ἀπὸ ὑπαλλήλους δὲν θὰ ἔχῃ τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν χρησιμότητα, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ μία κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ προερχομένη ἐκ τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, κυρίως ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, δυναμένη νὰ σκέπτηται, νὰ τροπολογῇ, νὰ ὁρίζῃ τὰς διαφόρους προτάσεις νόμων κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν λαϊκὴν καὶ κατὰ τὴν σκοπιμότητα ἐκείνην, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς νόμους. Δὲν λέγω ὅμως ὅτι δὲν ὑπάρχουσι φύσεως κατεπειγούσης νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ νὰ λάβωσι τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἀκριβῶς περὶ τούτου λαμβάνεται πρόνοια. Οὔτε ὑπάρχει κίνδυνος ὅτι Κυβέρνησίς τις θὰ δὲν παραπέμπῃ τὰ νομοσχέδια καὶ τὰς προτάσεις εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἕνεκα τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία λέγει νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν, διότι θὰ τὸ κάμῃ κατ’ ἐξαίρεσιν, καὶ τὴν ἐξαίρεσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθῇ διαρκῶς. Κατὰ τάξιν τὸν κανόνα θὰ ἀκολουθῇ, τὴν δὲ ἐξαίρεσιν εἰς ἐξαιρετικὰς μόνον περιπτώσεις. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἄρθρον αὐτὸ διατυποῦται ὡς διετυπώθη, περιέχει καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ εἶναι ἀντικείμενον Κανονισμοῦ, καί, ἐφ’ ὅσον περιέχεται καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ εἶναι διάταξις Κανονισμοῦ, δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη; Ἐφ’ ὅσον, λέγω, περιλαμβάνεται καὶ ἄλλη παράγραφος, ἡ ὁποία ἐλέχθη ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς Κανονισμὸν Βουλῆς, δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ μὴ περιλάβωμεν καὶ ἑτέραν παράγραφον κανονίζουσαν τὰ πράγματα καλλίτερον, μὴ δυναμένην ποτὲ νὰ φέρῃ βλάβην τινά, τοὐναντίον ὅμως δύναται νὰ φέρῃ πολλάκις ὠφελείας, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἐνίοτε εἴς τινας περιπτώσεις, εἴτε εἰς τὸ παρελθὸν εἴτε εἰς τὸ παρόν, ἐγένετο παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ παραβιάσεις τῶν Κανονισμῶν εἶναι εὔκολοι. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν ὅτι οἱ Κανονισμοὶ μεταβάλλονται καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πολιτικὸν σκοπόν, εἰς ῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας κατὰ τρόπον καλλίτερον, νομίζω ὅτι δὲν βλάπτει περιλαμβανομένη ἡ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς περιλαμβάνεται, μὲ τὴν προϋπόθεσιν μάλιστα, ὅτι ἐπιτρέπει εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις τὴν μὴ παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπήν. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν τρίτην παράγραφον, ταύτην θεωρῶ σπουδαιοτάτην. Ἐὰν ἡ παράγραφος δὲν ἐγίνετο δεκτή, βεβαίως ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ καταψηφίσω διὰ τῆς ψήφου μου καὶ μόνης πᾶσαν ἐναντίαν πρότασιν ἢ ἐκδοχήν. Ἔχω τὴν γνώμην τὴν ἀκράδαντον, ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη, ἡ τρίτη, εἶναι σπουδαία, εἶναι μᾶλλον χρήσιμος καὶ πρέπει νὰ περιληφθῇ. Θὰ ὑπερψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε θὰ καταψηφίσω πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ἢ ἑτέραν διατύπωσιν. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην μὲ ὡδήγησεν ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, εἴτε ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἐδανείσθην, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἴτε ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ ὅσα ἀνέγνωσα. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι νομοσχέδια, ἢ προτάσεις νόμων ψηφίζονται τὰς μεταμεσονυκτίους, τὰς πρωινὰς ὥρας μετὰ τροπολογιῶν, ὅταν ἡ Βουλὴ εἶναι κενή. Ἔχομεν τροπολογίας κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅτε ἡ Βουλὴ διετέλει ὑπὸ κάματον ἰσχυρόν, εἴχομεν τροπολογίας προσωπικὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ Βουλευτῶν καὶ ὅτε οἱ εἰσηγηταὶ ἀκόμη αὐτῶν τούτων τῶν νομοσχεδίων δὲν εἶχον τὴν ἀπαιτουμένην εὐκαιρίαν εἴτε δὲν εἶχον τὴν διάνοιαν ἰσχυράν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ κρίνωσι κατὰ πόσον ἡ τροπολογία αὕτη ἦτο ἐπωφελής, ἐκ δὲ τῆς πείρας γνωρίζω, ὅτι ἐψηφίσθησαν τροπολογίαι καὶ προσωπικαὶ διατάξεις, καὶ τὴν ἑπομένην ἀκόμη οἱ ἴδιοι εἰσηγηταὶ τῶν νόμων ἐδυσανασχέτουν, διότι τὰς εἶδον, ἠναγκάσθησαν δὲ κατόπιν νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου, ὅπως καταργηθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται. Ἄν λοιπὸν ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ ἀναθεωρῶμεν τὰ ψηφισθέντα, βεβαίως, τοὐλάχιστον ἂν δὲν ἔχωμεν ἄλλο κέρδος, θὰ ἔχωμεν τὸ εὐτύχημα εἰς τὸ μέλλον πᾶν ὅ,τι ψηφίζεται νὰ συμφωνῇ μὲ τὴν εἰσήγησιν τὴν γενομένην ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων εἰσηγητῶν καὶ νὰ συμφωνῇ πρὸς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ ἑνὸς ἀτόμου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν ἐπωφελούμενον τοῦ κόπου τῶν Βουλευτῶν ἐπέτυχε μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι πιθανόν, ὡς ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν, νὰ δυσανασχετῆτε τὴν πρωίαν, διότι θὰ τὴν ἴδητε ἀναγεγραμμένην. Παραδείγματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρω, γνωρίζω πλεῖστα δυστυχῶς. Καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν εἰμὴ νὰ ἀσχοληθῶμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐπὶ τῆς παραγράφου 4ης (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιψήφισις κωδίκων ἰδιωτικῶν ἢ δημοσίου δικαίου προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ. Ἡ περὶ τοιούτου νόμου πρότασις δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα». Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὴν σκοπιμότητα τῆς δευτέρας παραγράφου, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη ἀπορριπτέα, τὴν ἀνεγνώρισε καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ἐντολεὺς ἡμῶν Βουλή, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ὁποία εἶπε προκειμένου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 57 (ἀναγινώσκει): «ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 εἶναι ἀναθεωρητέα, διότι σκόπιμον εἶναι νὰ προηγῆται πάντοτε τῆς συζητήσεως ἡ παρὰ τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπεξεργασία αὐτῶν καὶ νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὰ αὐτὰ προκπαιτούμενα ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν ἀναβίωσιν καταργηθέντος νόμου» Ἐθεωρήθη λοιπὸν ἀναγκαῖον καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκείνης τῆς πρὸ ἡμῶν, ὅτι εἶναι σκόπιμον πάσης συζητήσεως νὰ προηγῆται ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Τοῦτο τὸ λέγω ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ δείξω ὅτι καὶ ἄλλη Βουλὴ εἶχε κατίδει τὴν ἀνάγκην νὰ παραπέμπωνται κατὰ κανόνα τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν σχεδὸν νὰ εἰσάγωνται ἀπ’ εὐθείας πρὸς συζήτησιν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν τετάρτην παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἡ ὁποία καθορίζει τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως κωδίκων δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ δικαίου, τὸ προσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει). «προκειμένου περὶ ἐπιψηφίσεως κωδίκων — Ἀστικοῦ, Ἐμπορικοῦ, Ποινικοῦ Δικαίου ἢ Πολιτικῆς καὶ Ποινικῆς Δικονομίας — ἐπιτρέπεται κατόπιν συζητήσεως ψήφισις αὐτῶν δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν συνόλῳ». Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καθωρίσαμεν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον τὰ πράγματα ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλου εἴδους νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν περιείχοντο εἰς τὸ προσχέδιον καὶ εἶναι ἀνάγκη δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ οὗτοι ἀποτελοῦντες κώδικα νὰ ἐπιψηφισθῶσι, διὰ τοῦτο μετεχειρίσθημεν τὴν φράσιν «δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ δικαίου». Ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει γίνεται μνεία ὅτι διὰ τῆς φράσεως «δημοσίου δικαίου» ἀριδήλως ἐννοεῖται ὅτι δὲν περιλαμβάνονται καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἔκθεσις γίνῃ ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς καλῶς ἔχουσα, νομίζω ὅτι δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον εἰς τὸ μέλλον νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς νὰ ψηφισθῶσι καὶ φορολογικοὶ νόμοι ὑπὸ τύπον κωδίκων. Ἐὰν ὅμως καὶ τοῦτο δὲν θεωρηθῇ ἀρκετόν, δύναται εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ νὰ γίνῃ μνεία ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα οὕτω τὴν παράγραφον αὐτὴν τοῦ ἄρθρου τούτου ἐννοεῖ ῥητῶς ὅτι ἀποκλείονται πάσης κωδικοποιήσεως πάντες οἱ φορολογικοὶ νόμοι. Θεωρεῖται δ’ ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῶσι μόνον αἱ φράσεις αὗται, διότι εἰς τὴν φράσιν «δημοσίου δικαίου» περιλαμβάνονται καὶ ἄλλοι νόμοι καὶ ὄχι μόνον οἱ ἀστικοὶ νόμοι καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία. Ἐὰν αἴφνης ἔχωμεν κώδικα νόμων ναυτιλίας, κώδικα ἐργατικῶν νόμων, δὲν εἶναι σκόπιμον, δὲν θεωρεῖται ἐπιβεβλημένον ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ πλήρεις ὄντες πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ τούτους; Καὶ εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἔλθωσιν οἱ νόμοι οὗτοι καὶ νὰ συζητῶνται παράγραφος πρὸς παράγραφον, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον; Καὶ εἶναι δυνατὸν ἑκάστη τροποποίησις νὰ μὴ καταστήσῃ ἀναγκαίαν τὴν ἐκ νέου παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Ἕνεκα ὅλων τούτων τῶν γεγονότων καὶ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ μέλλον ἕνεκα τῆς ὁσημέραι ἀναπτύξεως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ συνθηκῶν, ἐκρίθη σκοπιμώτερον, ὅπως περιληφθῶσιν αἱ δύο φράσεις αὗται, ὥστε εὐχερῶς νὰ δύναται Βουλὴ προνοοῦσα περὶ πάντων δι’ ἑνὸς εἰδικοῦ νόμου νὰ ψηφίσῃ τοῦτο. Ἐλήφθη ὅμως μία πρόνοια, διότι διὰ τοῦ προσχεδίου ἐλέγετο ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ἐφάπαξ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι αὐστηροτέρα ἡ πρότασις αὐτῆς, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι πρέπει νὰ προπαρασκευάζωνται ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες δὲν θὰ καταρτίζωνται ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ κατὰ τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ διορισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν θὰ ἔλθῃ δι’ εἰσηγήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ γνωστὸν ποῖοι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφισθῶσι, θὰ δοθῇ ἀφορμὴ συζητήσεως καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἐγκρίνει ἢ ὄχι τὴν σύστασιν τῶν ἐπιτροπῶν. Μετὰ δὲ τὴν σύστασιν τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων θὰ ἔλθῃ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ εἰδικοῦ νόμου πλῆρες τὸ σχέδιον τῶν κωδίκων, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ἐπιγνώσει ἀναγινώσκουσα τὸ σύνολον θὰ ἐγκρίνῃ ἢ θὰ ἀπορρίψῃ ὅ,τι ἡ ἐπιτροπὴ παρεσκεύασεν. Ἐὰν δὲ γίνωσι δεκταὶ τροπολογίαι τινες οὐσιώδεις, βεβαίως θὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἵνα συναρμολογήσῃ καὶ τακτοποιήσῃ τοὺς κώδικας καὶ ἀποτελέσωσιν οὕτως οὗτοι νόμον τοῦ Κράτους καλῶς ἔχοντα. Ὅτε δὲ λέγομεν κώδικας, βεβαίως, ὅπως καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς φαίνεται, πρόκειται περὶ κλάδου ὡρισμένου τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου δικαίου, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβωμεν εἰς τοὺς κώδικας καὶ νόμους οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντας πρὸς ἀλλήλους. Ἔρχεται κατόπιν ἡ τελευταία παράγραφος, ἡ ὁποία ὑπὸ τῶν προλαλησάντων ἐθεωρήθη περιττή. Κατ’ ἐμὲ εἶναι σπουδαία. (Ἀναγινώσκει): «Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον — λέγει ἡ τελευταία παράγραφος — δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων». Τί πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ ἡ παράγραφος αὕτη; Ἐγίνετό τι μέχρι σήμερον, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο κακῶς καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ θεραπευθῇ; Μέχρι σήμερον, ἐὰν ἀπεφασίζετο, ὡς ἀπεφασίσθη πολλάκις, νὰ γίνῃ κωδικοποίησις νόμων, ἰσχυόντων μέν, διεσπαρμένων δέ, πῶς ἐγίνετο τοῦτο; Δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου συνέλεγε τοὺς νόμους αὐτοὺς ὑπὸ τύπον κώδικος, τοὺς ἐκωδικοποίει καὶ δι’ ἑνὸς Διατάγματος τοὺς ἔθετεν εἰς ἐνέργειαν. Παρετηρήθη, Κύριοι, ἐπίσης ἐκ τῆς πείρας ὅτι εἰς συλλογὰς τοιαύτας παρελήφθησαν νόμοι, ἰσχύοντες εἰς συλλογὰς τοιαύτας, παρετηρήθη ὅτι καὶ προσετέθησαν φράσεις ἀκόμη. Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἐγίνετο καὶ θὰ γίνηται, ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ παράγραφος αὕτη ἐκ τοῦ ἄρθρου 57, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ θεραπεύσῃ καὶ νὰ τὸ θεραπεύσῃ ἐπὶ τὸ καλλίτερον. Ὁ δὲ τρόπος τῆς θεραπείας εἶναι ὁ ἑξῆς: ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον διὰ Διατάγματος νὰ γίνηται ἡ κωδικοποίησις, ἀλλὰ διὰ τῆς Βουλῆς δυνάμει εἰδικοῦ νόμου καὶ δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ καταρτίσῃ ὅπως καὶ εἰς τὴν προηγουμένην παράγραφον. Δύο δὲ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἀποδείξωσιν, ἂν ὑπάρχῃ παράλειψις διατάξεως κακῶς γενομένη, ἂν ὑπάρχει ἀφαίρεσις διατάξεως ἢ ἂν ὑπάρχει προσθήκη, ὡς ἐγίνετο ἄλλοτε. Λοιπὸν διὰ τῆς παραγράφου ταύτης λαμβάνεται ἐγγύησις θεραπεύουσα τὰ μέχρι σήμερον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κακῶς γινόμενα δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος καὶ κατὰ τὴν ὄρεξιν καὶ τὰς γνώμας τῶν διαφόρων τμηματαρχῶν τῶν Ὑπουργείων, ἢ καὶ πολλάκις κατὰ τὸ συμφέρον ἀνθρώπων τινῶν, ἂν εὑρίσκοντο ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ θὰ εὑρίσκοντο κατ’ ἀνάγκην, νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς ὑπαλλήλους τὴν κωδικοποίησιν καὶ συστηματοποίησιν τῶν οὕτω πως κειμένων διατάξεων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ὠφελεῖ, ἀλλὰ δὲν βλάπτει, διότι ὄχι μόνον δὲν βλάπτει, ἀλλὰ καὶ εἶναι ἀναγκαιοτάτη πρὸς πρόληψιν κακοῦ γινομένου μέχρι σήμερον. Ὑπάρχει ὅμως περίοδος, ἥτις ἐλέχθη ἐνταῦθα ὅτι περιττεύει, ἤτοι (ἀναγινώσκει): «ἡ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων». Τὸ τοιοῦτον ἐθεωρήθη ὡς μὴ χρήσιμον καὶ ἐπιβλαβές, ἀλλ’ εἰς τὴν σκέψιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ τεθῇ καὶ ἡ φράσις αὕτη, ἐπεκράτησε τὸ ἑξῆς: Σήμερον τί γίνεται; Δύναται διὰ νόμου εἰσαγομένου εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητηθῇ ἡ ἐπαναφορὰ νόμου καταργηθέντος; Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἐμποδίζει· τοὐναντίον ἔχομεν παραδείγματα ὅτι ἐγένετο.
§191Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ παραδείγματα αὐτὰ κατεκρίθησαν.
§192Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σήμερον ἀναθεωροῦντες τὸ Σύνταγμα ἐρχόμεθα τὰ κατακριθέντα αὐτὰ νὰ ἀπαγορεύσωμεν. Διότι, ἂν τὰ κατακριθέντα ὡς ἀντισυνταγματικὰ καὶ τὰ κατακριθέντα ὡς γενόμενα ἀτόπως δὲν ἠρχόμεθα νὰ θεραπεύσωμεν διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως, τί ἄλλο ἠθέλομεν πράξει; Ἐγένετό τι κακῶς καὶ παρανόμως ἄλλοτε, ἐδίδετο τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἑρμηνεία. Σήμερον εἶναι ὥριμος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ νὰ κρίνωσιν ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῶσι τὰ ἄτοπα καὶ αἱ διχογνωμίαι. Αὐτὰ ἔχει σκοπὸν νὰ καθορίσῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, διότι, ἂν τοῦτο δὲν εἶχε, βεβαίως θὰ ἦτο περιττή. Ἀφοῦ ἐγίνετο πολλάκις, ἀφοῦ βασίμως δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ καὶ ἀφοῦ κατεκρίθη ἡ ἐπαναφορὰ καταργηθέντος νόμου δι’ ἄλλου νόμου μὲ δύο λέξεις, ἔρχεται ἡ διατύπωσις ἐκ μέρους τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς σήμερον καὶ ζητεῖ πλείονας ἐγγυήσεις. Τὸ γινόμενον ἄλλοτε διὰ δύο λέξεων δὲν θὰ δύναται νὰ γίνηται, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις πάντοτε νὰ γίνηται παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰδικὴ καὶ θὰ ἐκλέγηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὸν νόμον καὶ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ παρουσιάζῃ τὸν νόμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ θὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν καταργηθέντα νόμον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο ἄλλοτε μὲ δύο λέξεις, θὰ γίνεται ἤδη μετὰ βάσανον, μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν.
§193Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν φορὰν ἐγένετο, εἰς τὸν νόμον τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων...
§194Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι· ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, εἰς τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ εἰς ἄλλους.
§195Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλάκις.
§196Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἅπαξ, εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον.
§197Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρουσιάσθησαν πολλὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω. Σήμερον, διὰ νὰ γίνῃ ἐπαναφορὰ καταργηθέντος νόμου, θὰ γίνῃ προηγουμένως πολλὴ ἐργασία ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς.
§198ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἂν γνωρίζῃ τοὺς νόμους αὐτοὺς ἡ ἐπιτροπή.
§199Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀπαρτισθῇ ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν.
§200ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἶναι πολλαὶ διατάξεις νόμων τροποποιηθεῖσαι δι’ ἄλλων νόμων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄγνωστοι.
§201Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑποτίθεται ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀναλαμβάνουσα τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν θὰ μελετήσῃ ὅλα τὰ σχετικὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐπαναφερομένου, διότι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἀποτελουμένη ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν εἰδημόνων δὲν γνωρίζῃ αὐτά, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μαντεῖον τῆς Δωδώνης. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἐπωφελὲς τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν γενομένην διατύπωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ κατάδηλον εἶναι ὅτι διὰ τούτου δίδεται νέα κατεύθυνσις εἰς τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα καὶ πολλὰ τὰ καλὰ δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν.
§202Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, διότι ἤδη ἐξετέθησαν τὰ πλεῖστα ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ τροποποιηθέντος ἄρθρου. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι θαυμάζω τὴν ἀστοργίαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ ἀρχικὸν αὐτῆς δημιούργημα δισταζούσης νῦν νὰ εἰσηγηθῇ τὴν τροποποίησιν ὡς ἥρμοζε νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 57. Διατί αὐτὴ ἡ ἐγκατάλειψις ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπετέλει τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπεζητήσαμεν διὰ τῆς τροποποιήσεως τούτου; Τὸ ἄρθρον καθ’ ὃν τρόπον ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 δὲν παρέσχε δυσχερείας εἰμὴ δι’ εἰδικούς τινας λόγους, οὓς δύναται ἄριστα, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ καθορίσῃ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Διότι ἐπεκράτησεν ἀτυχῶς ἡ συνήθεια κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν τροποποιηθέντων ἄρθρων νὰ γίνηται ἐπιζήμιος ὄντως συναλλαγὴ ἰδεῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἔλεγον πρὸς ἄλληλα: «ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν ἰδέαν· ἂς τὴν τοποθετήσω ἐδῶ». Καὶ ἕκαστος προσεκόμιζε τὰς ἰδέας του, ὡς στρουθίον φίλεργον, καὶ ἐσχηματίσθη ἐξ αὐτῶν συνταγματικὴ φωλεά, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκκολαφθῇ ἄρτιόν τι καὶ τέλειον. Συνεπῶς θὰ ἦτο σκόπιμον, ἂν ἀπέμενε τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἀρχικῶς, καὶ εἰς αὐτὸ δὲ νὰ προσετίθετο ἡ τετάρτη παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει· «Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐγένοντο δεκτὰ κλπ.». Διότι οὕτω προλαμβάνονται καὶ αἱ λοιπαὶ ἀνωμαλίαι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐμφάνισιν τῶν νομοθετημάτων, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν ὅσα ἠκούσαμεν προχθὲς καταγγελλόμενα, ὅτι ὁλόκληροι τροπολογίαι ἄλλως ἐψηφίσθησαν καὶ ἄλλως ἐνεφανίσθησαν. Ἀναμφισβητήτως ἡ διαρρύθμισις τοῦ ἄρθρου τούτου διὰ τοῦ ὑποδεικνυομένου περιορισμοῦ θὰ εἶναι ἡ συμβιβάζουσα τὰ λοιπὰ μέρη, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ ἀνωμαλίας καὶ δυσχερείας νὰ προκαλέσωσιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν κωδίκων. Διατί αὐτὴ ἡ ἀοριστία; Τί εἶναι κῶδιξ; Διαίρεσις δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ κώδικος, φορολογικοῦ καὶ μὴ φορολογικοῦ κώδικος. Πρὸς τί αὐτὴ ἡ συνταγματικὴ διάταξις τῆς βιβλιοδετήσεως τῶν νόμων; Διότι ἡ ταξινόμησις καταντᾷ νὰ εἶναι βιβλιοδέτησις, καθ’ ὃν τρόπον τὴν εἰσηγοῦνται καὶ τὴν φαντάζονται οἱ συρράψαντες τὸ ἄρθρον τοῦτο. Πρὸς τί ἡ ἐπαναφορὰ νόμων καταργηθέντων διὰ λόγους εἰδικοὺς καὶ ἐπανερχομένων χωρὶς νὰ ἴδωμεν ἂν οἱ λόγοι τῆς ἐπαναφορᾶς ὑπάρχουσι καὶ ἂν οἱ ἄλλοι δὲν ὑφίστανται πλέον; Ἤθελον ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν διατύπωσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 64 καὶ τὸ ἄρθρον νὰ διαγράφηται ἔπειτα ἐν συνόλῳ ὡς ἑξῆς: «Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Τοὺς λόγους ἀνέπτυξε μετὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἡ πεῖρα καὶ ἡ δεξιότης τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὥστε νὰ μὴ ἐπανέλθῃ τις. Κατόπιν ὡς δευτέρα παράγραφος προστίθεται: «Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν» κλπ. Καὶ εἰς τὸ τέλος τούτου νὰ προστεθῇ ἡ παράγραφος, ἡ ὁποία ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἑξῆς: «Προκειμένου ὅμως περὶ ἐπιψηφίσεως κωδίκων, ἀστικοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικονομίας ἐπιτρέπεται κατόπιν συζητήσεως ψήφισις αὐτῶν δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν συνόλῳ». Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐντὸς πενταετίας θὰ ἔχωμεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδωμεν τοὺς κώδικας;
§203Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§204Γ. ΠΩΠ. Μετὰ πενταετίαν, ἐὰν ἐμφανισθῇ ἀνάγκη κωδικοποιήσεως, τότε δυνάμεθα νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν τῆς ταξινομήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τὴν ἀόριστον ἐν τῷ Συντάγματι, διότι θὰ ἐπιφέρωμεν ἀνωμαλίαν. Φρονῶ ὅτι ἡ τοιαύτη διατύπωσις τοῦ ἄρθρου θὰ ἀπετέλει τι ἀπολύτως ἄρτιον.
§205Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν εὐρεῖαν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, ὡς τὸ συνέταξεν ἡ ἐπιτροπή, δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ὡς πρὸς τὴν ἱστορίαν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι δὲν ἐφιλοτιμήθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρουσιάσῃ μωσαϊκόν, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες συνεισέφερον, ἀλλὰ διετύπωσε τὸ ἄρθρον μετὰ διπλῆν καὶ ἐπισταμένην μελέτην, ἀφοῦ πρῶτον συνέταξε τοῦτο ἡ ὑπ’ αὐτῆς ὁρισθεῖσα ὑπεπιτροπή, προσεπάθησε δὲ νὰ ἄρῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ παρ’ ἡμῖν ὡς καὶ παρ’ ἄλλοις. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως, ἥτις μᾶλλον ἁρμόζει εἰς Κανονισμὸν Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ τὴν συμπεριλάβῃ ἐν τῷ Συντάγματι, οὐ μόνον διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν τηρεῖται πάντοτε εὐλαβῶς, ἀλλὰ καὶ διότι μεταβάλλεται εὐκόλως. Ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις, μολονότι ἀφορᾷ λεπτομέρειαν, περιλαμβάνεται καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα, ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω τὸ Σύνταγμα τῆς Σερβίας, τὸ ὁποῖον μάλιστα εἰς δύο ἄρθρα καθιεροῖ τὴν αὐτὴν διάταξιν: «Ἄρθρ. 112. Πᾶσα πρότασις νόμου, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παραπέμπεται εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὶν συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Σκουπτσίνας. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη παρουσιάζει τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Σκουπτσίναν. Ἄρθρ. 113. Οὐδεμία πρότασις νόμου δύναται νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Σκουπτσίνας, ἂν προηγουμένως δὲν ἔχῃ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τῆς Σκουπτσίνας». Εἰς δύο δὲ ἕτερα, τὸ 114 καὶ 115, ὁρίζει ὅτι ἑκάστη πρότασις νόμου δὲν ψηφίζεται ἐν τῷ συνόλῳ, ἂν προηγουμένως δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Καὶ πᾶσα πρότασις νόμου ὑποβάλλεται εἰς δύο ἀναγνώσεις, καὶ δύο ψηφοφορίας ἀπεχούσας ἀλλήλων κατὰ πέντε ἡμέρας. Ὡς βλέπετε, εἶναι λεπτομέρειαι, τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ καθιερώσῃ διὰ συνταγματικοῦ κύρους. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου ἔφθασεν ἡ συζήτησις, αὕτη πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, διότι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεχώρησεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας. Ἡ δευτέρα παράγραφος ἀφορᾷ τὴν ὑποχρεωτικὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ σκεφθῶμεν. Εἶναι ἀναγκαία ἢ ὠφέλιμος ἡ βάσανος τῶν νομοσχεδίων ἡ γιγνομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς; Ἀνάλογον διάταξιν ἀπαντῶμεν καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ἐκτὸς τοῦ Σερβικοῦ, ὡς λ. χ. εἰς τὸ Ἰταλικόν, ἐν ἄρθρ. 55.
§206ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ εἰς τὸ Βελγικόν.
§207Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἀλλὰ καθιερώθη διὰ νομολογίας σταθερᾶς, ἡ ὁποία ἰσχύει ὡς διάταξις συνταγματική. Ἐν Βελγίῳ παρεδέχθησαν καὶ μετὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, περὶ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ ὁποίου γίνεται σκέψις καὶ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἐπεξεργάζηται τὰ νομοσχέδια κατὰ τὸ τεχνικὸν αὐτῶν μέρος, τὴν νομιμότητα καὶ τὴν ἁρμονίαν πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας ἄλλους νόμους, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο μόνον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ. Δὲν βλέπω δὲ κατὰ τί δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἡ ἐπεξεργασία ὑπὸ ἐπιτροπῆς καὶ ἰδίως ἀφοῦ μίαν μόνον ἔχομεν Βουλήν. Τὰ νομοσχέδια θὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀρτιώτερα καὶ θὰ ἀποφεύγωμεν τὰ μέχρι τοῦδε ἄτοπα. Δὲν παρακωλύει δὲ τὸ σύστημα τοῦτο τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι, ὁσάκις πρόκειται περὶ κατεπείγοντος νομοσχεδίου, προβλέπεται ὅτι δύναται νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦτο δὲν βλέπω διατί νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἐγγύησιν ἀπαραίτητον, εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν Βουλήν, ἀφοῦ ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἄτοπα τὰ συμβάντα κατὰ τὸ παρελθόν. Ἡ βραδύτης δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ παραιτηθῶμεν τοιαύτης ἐγγυήσεως, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἂν δὲν πρέπει νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς ὅσα παρεδέχθησαν καὶ ἐθέσπισαν Κράτη γηραιότερα ἡμῶν καὶ μεγαλειτέρας πείρας καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως ἔχουσι καὶ Βουλὰς ἀπαρτιζομένας ἀπὸ ἀνθρώπους σοφωτέρους ἡμῶν.
§208ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων, ἅτινα ὑπέστησαν μεγίστην, διπλασίαν βάσανον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Καὶ ἦτο ἄξιον νὰ ὑποστῇ τὴν τοιαύτην βάσανον, διότι ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διατυπώσεως τῶν φραγμῶν, οἵτινες πρέπει νὰ τεθῶσι διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων, ἐξαρτᾶται ἡ περαιτέρω τύχη τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἧς πρέπει νὰ κηδώμεθα ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ παρελθόν. Ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι παρὰ πολὺ μακρόν, ὅτι εἰσέρχεται εἰς λεπτομερείας Κανονισμοῦ. Ἡ κατηγορία εἶναι ἄδικος, διότι, καθὼς παρετηρήθη κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, ἁπανταχοῦ ὅπου ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων θεσμῶν δὲν παρεκώλυσε καταχρήσεις, ἦλθον τὰ νεώτερα Συντάγματα καὶ καθιέρωσαν λεπτομερείας· ὑπάρχουσι δὲ καὶ Συντάγματα, ὧν τινα ἄρθρα εἶναι τετραπλάσια εἰς μῆκος ἐκείνου, ὅπερ ἔχετε ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσητε. Ἀνοίξατε τὸ Σύνταγμα τῆς Σουηδίας καὶ θέλετε ἴδει ὅτι ὁλόκληροι σελίδες ἀποτελοῦσιν ἄρθρον. Καὶ τὸ πρᾶγμα κατήντησε τοσοῦτον ἀναγκαῖον κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, ὥστε ὁ ἐκδότης τῶν διαφόρων Συνταγμάτων τῶν δύο ἡμισφαιρίων Dareste ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκδόσει, τοῦ ἔτους 1910, ἐν προλόγῳ παρατηρεῖ καὶ συγγινώσκει τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Τὰ Συντάγματα, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουσι, γενικῶς περιέχουσιν ἀτελῆ ἔκθεσιν τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ καθιεροῦσιν ἀναπτύξεις ἀνίσους πολὺ κατ’ ἔκτασιν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τούτου τοῦ δικαίου· ἄλλα μὲν περιορίζονται εἰς ἀναγραφὴν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τῶν σχέσεων τῶν δημοσίων ἐξουσιῶν (Ἱσπανία, Ἰταλία κ.λ.π.), ἄλλα κανονίζουσι τὰς αὐτὰς σχέσεις μετὰ λεπτομερείας, μετά τινος λεπτολογίας (Ὁλλανδία, Σαξωνία, Βυρτεμβέργη, Ἁμβοῦργον). Πολλὰ ἄλλα Συντάγματα σπουδάζουσιν ἐπιμόνως εἰς ὁρισμὸν καὶ ἀπαρίθμησιν τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν, ὅπως ἀσφαλίσωσιν εἰς αὐτὰ πανηγυρικὴν ἐγγύησιν· ἄλλα τινὰ ἐκτρέπονται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ κυρίως εἰπεῖν διοικητικοῦ δικαίου, ἀσχολοῦνται εἰς εἰδικὰ οἰκονομικὰ ζητήματα (Σαξωνία) ἢ εἰς τὰ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων (Βυρτεμβέργη). Ἡ ἄκρα αὕτη ποικιλία εὑρίσκει τὴν ἐξήγησιν εἰς τὸν χαρακτῆρα καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἱστορίαν ἑκάστου ἔθνους. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ θεσμοθέτου νὰ βεβαιώσῃ ὡρισμένας τινὰς ἀρχάς, πολὺ ἀπέχουσα τοῦ νὰ μαρτυρῇ περὶ τῆς εὐλαβείας, ἧς αὗται τυγχάνουσι σχεδὸν πάντοτε λόγον ἔχει τὴν συχνὴν παραβίασιν τῶν ἀρχῶν τούτων». Ταῦτα διδάσκουσιν οἱ μελετῶντες τὰ Συντάγματα ἀντιπαραβάλλοντες αὐτὰ καὶ παραδίδοντες εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐπερχομένους, ὅπως ἐκ τῆς τοιαύτης αὐτῶν ἐργασίας ὠφεληθῶμεν. Καὶ ταύτας τὰς ὁδηγίας, ταύτην τὴν παρόρμησιν ἐρχόμεθα ἐνταῦθα σήμερον ἀποδεχόμενοι νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως ἡμεῖς ἐνταῦθα κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ νομοθετικὸν δὲν ἔχομεν νὰ σημειώσωμεν μακρὰν σειρὰν ἀπροσεξιῶν καὶ ὑπερβασιῶν καὶ τεχνασμάτων, δι’ ἧς ἐφθάσαμεν πολλάκις, νὰ ἔχωμεν νόμους ἀναξίους ἀληθῶς νὰ φέρωσι τὸ ὄνομα νόμου, ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ τρόπου ἀναξίου ψηφισθέντος. Λοιπόν, ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ εἰσῆλθεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ἀσχοληθεῖσα ἐπὶ πολύ, ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, κατόπιν παρατηρήσεων ἐμβριθῶν, πολλῆς ἀξίας, τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γόντικα, ὅτι ἐγεννᾶτο ἀνάγκη νὰ διορισθῇ πρὸς εἰδικωτέραν μελέτην ὑπεπιτροπεία τριμελής, ἥτις συγκροτηθεῖσα ἐξ αὐτοῦ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κυρίων Ἀθανασάκη καὶ Πετμεζᾶ, καὶ μελετήσασα τὸ θέμα διετύπωσεν εἰς ἄρθρον, αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ βλέπετε ἐνταῦθα ὡς πόρισμα διπλῆς συζητήσεως ἔν τε τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῷ τμήματι αὐτῆς τῷ εἰδικῷ, πόρισμα ὅπερ παμψηφεὶ ἡ ἐπιτροπή, ἐν μεγάλῳ ἀριθμῷ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ἀπεδέχθη. Ἔπεισαν οἱ συνάδελφοι μελετήσαντες καὶ ἐργασθέντες, ἔπεισαν πάντας τοὺς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι ἐπιτυγχάνεται οὕτω βελτίωσις εἰς τὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ οἱ πεισθέντες ἐδέχθησαν καὶ ἔθεσαν τὰς ὑπογραφὰς αὑτῶν ὑπὸ τὴν σχεδιασθεῖσαν διάταξιν. Οὕτως ἦλθεν ἐνταῦθα ἐνώπιον ὑμῶν τὸ ἄρθρον τοῦτο, οὗτινος ταύτην τὴν ὥραν μόνον ἡ δευτέρα παράγραφος εὑρίσκεται ὑπὸ ἐπίκρισιν δυναμένη νὰ ἐπιφέρῃ καταδίκην, διότι εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη καὶ τὴν αʹ παράγραφον, εἰς ἣν κατ’ ἀρχὰς ἀντέτεινε. Μόνον ἡ δευτέρα παράγραφος ταύτην τὴν ὥραν κεῖται ἀληθῶς ὑπὸ συζήτησιν, ἥτις συμφέρει νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἵνα φθάσωμεν, ὡς ἐλπίζω, νὰ πείσωμεν ὅτι κακὸν θὰ ἦτο ἂν ἀπεκόπτετο τὸ σπουδαιότατον τμῆμα τούτου τοῦ ἄρθρου. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἀνάγνωσιν καὶ νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἂν ἡ λεπτομέρεια ἐν τῇ παραγράφῳ ταύτῃ εἶναι λεπτομέρεια τοσοῦτον ἀσήμαντος, ὥστε νὰ πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ἀξία μόνου τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): Μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν παρεπέμφθη πρότερον, μετὰ δὲ τὴν ὑπ’ αὐτῆς ἐπεξεργασίαν ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς διαφόρους συνεδριάσεις, ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας. Εἰς ἐξαιρετικὰς ὅμως περιστάσεις δύναται ἡ Βουλή, κηρύττουσα τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν, νὰ μὴ παραπέμψῃ ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο κατ’ ἄρθρον συζητήσεων χρόνον».
§209Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ, νὰ μοὶ δώσητε μίαν ἐξήγησιν; Μετὰ τὴν παραδοχὴν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τί νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή, νὰ ταξινομήσῃ ἢ νὰ τὸ ἐξετάσῃ κατὰ βάσιν, κατ’ ἀρχὴν πάλιν;
§210ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ πάντων.
§211Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Νὰ τὸ ταξινομήσῃ.
§212Γ. ΠΩΠ. Ὄχι νὰ τὸ ταξινομήσῃ· θὰ γίνεται ὅ,τι γίνεται καὶ τώρα.
§213ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἑαυτὸ θὰ εἶναι ταξινομημένον, ὡς εἰκός, ὑπὸ τῶν ὑποβαλόντων αὐτό, ἀλλὰ παραπέμπεται διὰ τὴν ὅλην ἐξέτασιν. Παραπομπαὶ τοιαῦται καὶ σήμερον γίνονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ταύτας καθιστῶμεν ἐνταῦθα ὑποχρεωτικὰς καὶ καθιστῶμεν αὐτὰς ὑποχρεωτικάς, ἀκριβῶς, διότι πρόσφατον ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος, ὅτε εἰς ἡμᾶς ἐγειρομένους καὶ ζητοῦντας παραπομπὴν σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐγίνετο ἀντίρρησις καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν σπευδόντων ἀπεφάσιζε περὶ τοῦ ἀποτελέσματος.
§214Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Πάλιν ὁ ἀριθμὸς θὰ ἀποφασίζῃ.
§215ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ὁ ἀριθμὸς θὰ ἀποφασίζῃ, καὶ πρέπει νὰ ἀποφασίζῃ ὁ ἀριθμός· διότι ἡ πλειονοψηφία λύει τὰ ζητήματα. Ἀλλὰ καὶ πρέπει συνταγματικῶς νὰ ὑποβληθῇ ἡ δύναμις τοῦ ἀριθμοῦ εἰς περιορισμοὺς καὶ πέδας, ἵνα μὴ ἐξοκέλλῃ, ὅπως συνήθως ἐξοκέλλουσιν αἱ πλειονοψηφίαι. Καὶ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα ἔχομεν μίαν μόνην Βουλήν, ὅτι δ’ ἀπανταχοῦ, ὅπου γίνεται λόγος περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς μιᾶς Βουλῆς, γίνεται καὶ ἡ παρατήρησις ὅτι πρέπει ἐκεῖ μετὰ μείζονος προσοχῆς νὰ περιφρουρῆται ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, διότι δὲν ὑπάρχει καὶ δευτέρα Βουλὴ ἐπιλαμβανομένη αὐτῶν, ὅπως γένηται καὶ δευτέρα ἐξέτασις καὶ ἐκ ταύτης παραχθῇ τὸ ἀγαθόν, ὅπερ παράγεται ἐκεῖ, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι δύο Βουλαί, ἐρχόμεναι εἰς συνεννοήσεις, ἡ μία παραπέμπουσα εἰς τὴν ἑτέραν καὶ τελικῶς καταντῶσαι εἰς συμφωνίαν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος.
§216Γ. ΠΩΠ. Δὲν τίθεται διὰ τῆς διατάξεως ὁ περιορισμός, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε.
§217ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχει περιορισμὸς ὄχι Κανονισμοῦ, ἀλλὰ Συντάγματος. Παραπέμπεται λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεωτικῶς εἰς ἐπιτροπήν. Καὶ μοὶ ἀντιλέγετε ὅτι τοῦτο εἶναι περιττόν, διότι σήμερον ἔχομεν τὴν βελτίωσιν ὅτι προστίθεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Εἰς τοῦτο ἀπήντησεν ἤδη κάλλιστα ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος, ἀπήντησαν καὶ οἱ δύο ἕτεροι συνάδελφοι οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μακρότερον ὁμιλήσαντες. Καὶ διότι θὰ ἔχωμεν συμβούλους Ἐπικρατείας ἄνδρας, οἵτινες θέλουσιν ἐργασθῆ ὡς ἄνδρες Γραφείου ἐπιστήμονες ἐπιμελούμενοι τῆς τε οὐσίας καὶ τοῦ κειμένου, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐμπνεόμενοι ὑφ’ ὧν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ ὑπαγορεύσεων, μηδὲ κάτοχοι ἐκείνων τῶν στοιχείων, ἅτινα ἐνταῦθα συναγόμενα ἐξαναγκάζουσι τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰς νομοθετικὰς λύσεις· ἐκ τούτου καὶ μόνον θὰ ἔχωμεν ὅ,τι ἀρκεῖ, ὅπως καταρτισθῇ νομοθέτημα, οἷα τὰ ὑπὸ δύο Βουλῶν ψηφιζόμενα! σφαλερὰ ἡ ἀντίληψις προφανῶς θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐργασία, οὕτως εἰπεῖν, Γραφείου,—τοῦ Συμβουλίου—τῆς Ἐπικρατείας, —ὑψηλοτέρου Γραφείου· θὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα· θὰ εἶναι χρήσιμος. Ἀλλ’ ἡ ζωὴ πόθεν θὰ ἀπορρεύσῃ; Δύναται ν’ ἀπορρεύσῃ μόνον ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, τῶν γνωριζόντων τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, τῶν ἀπ’ εὐθείας ἀντιλαμβανομένων ἐκείνου, ὅ,τι ἀπαιτεῖται ὅπως ὁ λαὸς οὗτος τύχῃ τῆς προσηκούσης κηδεμονίας, ἐπαρκοῦς προστασίας εἰς τὰ παντοῖα αὐτοῦ δικαιώματα καὶ συμφέροντα, περὶ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνήμεροι, οὐδὲ καὶ ἔχοντες ἐξ ἐντολῆς εἰδικὸν λόγον ν’ ἀσχολῶνται, οἱ μέλλοντες νὰ ἀποτελέσωσι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ καὶ πῶς λέγετε τοῦτο; Ἐπὶ τίνι βάσει λέγετε τοῦτο; Γινώσκετε ὑμεῖς, οἱ ταῦτα λέγοντες, βεβαίως ἂν θὰ ἔχωμεν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Κεῖται εἰσέτι τὸ ζήτημα ὑπὸ κρίσιν καί, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι φθάνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προτείνῃ αὐτό, ποίαν ἐγγύησιν ἔχομεν, ὅτι δὲν θὰ ἀποκεφαλισθῇ κατὰ τινα τρόπον, ὅταν ἔλθῃ ἡ πρότασις;
§218Γ. ΠΩΠ. Ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ!
§219ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν δὲν σᾶς ἀρέσῃ, εὔχομαι νὰ ἴδητε τὴν ἀποκεφάλισιν. Ἀλλ’ ἄδηλον ἂν θὰ ἔχωμεν νὰ παρασταθῶμεν εἰς τοιοῦτον ἄγριον θέαμα. Ἐλέχθησαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ ὕπαρξις τούτου, δὲν ἀρκεῖ ὅπως μὴ κατακριθῶμεν ὡς ἀμελεῖς τὴν προσοχὴν εἰς θέμα, δι’ ὃ ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ψαρῶν πρὸ ὀλίγου ὅτι δὲν τίθεται φραγμός, δὲν ὑπάρχει δεσμός· ἀλλ’ ὑπάρχει ἰσχυρότερος δεσμὸς ἐκείνου, ὅστις τίθεται ἐνταῦθα, τῆς διημέρου διελεύσεως μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως, τῆς διημέρου διελεύσεως μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης. Σπουδαιότατος φραγμός, ἐν πάσῃ περιπτώσει φραγμός, ὅστις θὰ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς τοῦ θεάματος ἐκείνου, εἰς ὃ οὐχὶ πρὸ πολλοῦ παρέστημεν ἐνταῦθα: τὸ μεσονύκτιον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, τὸ μεσονύκτιον καὶ 10′ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ σπουδαιοτάτου τῶν νομοθετημάτων. Τοιαῦτα εἴχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτε προυτάθη τὸ διήμερον διάλειμμα μεταξὺ τῶν ἀναγνώσεων, ὅπως δοθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς δύο ἡμερῶν καιρὸς μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως καὶ δύο ἡμερῶν καιρὸς μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης.
§220Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ περιορισμὸς δὲν τίθεται, διότι διὰ τῆς ἀμέσως ἑπομένης παραγράφου ἀφήνεται πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ πείσῃ αὐτὴν ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἐπείγουσα ἡ πρότασις, καὶ οὕτω ματαιοῦται ἡ τεθεῖσα ἀπόστασις μεταξὺ τῶν διαφόρων συζητήσεων.
§221ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἰς τοῦτο σφάλλεται ἡ ἐπίκρισις ὑμῶν καὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐδόθη καιρὸς ἐκ τῶν πολλῶν ὑμῶν ἀσχολιῶν νὰ ἐγκύψητε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Διότι ἡμεῖς, ὅτε ἐσκέφθημεν ὅτι τὸ «κατεπεῖγον» ἠδύνατο νὰ φάγῃ τὸν χρόνον, διετηρήσαμεν τὴν μίαν ἡμέραν καὶ ὡρίσαμεν ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο συζητήσεων χρόνον. Ἂν κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον, τότε ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν δύο ἀναγνώσεων ἐλαττοῦται εἰς μίαν ἡμέραν, ἔχομεν δηλαδὴ καὶ οὕτω χρόνον ἱκανὸν πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου καὶ ψήφισιν αὐτοῦ καὶ κατ’ ἀρχήν· διότι ἐν περιπτώσει κατεπειγούσῃ δὲν θὰ παραπέμπηται ἡ πρότασις εἰς ἐπιτροπήν, θὰ γίνηται δ’ ἐλευθέρα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως ἡμεῖς νὰ ἀπαγορεύσωμεν, ἂν ὑπάρχῃ ἀληθῶς ἐπεῖγον, νὰ δεσμεύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν προτείνουσαν ἢ καὶ πάντα ἄλλον προτείνοντα νομοθετήματα ἀπὸ τοῦ νὰ προτείνῃ καὶ τὸ «κατεπεῖγον». Τὸ «κατεπεῖγον», ἂν ἐπιφέρῃ τὴν μὴ παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν, ὅμως σώζει δύο ἡμέρας ὑπὲρ τῆς μεμελετημένης διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ, σώζει δὲ τὸν χρόνον τοῦτον ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι ν’ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ καταρτίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀρτίου. Γνωρίζετε κάλλιστα, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὅτε λέγομεν συζήτησιν καὶ ψήφισιν, δὲν λέγομεν μίαν ἡμέραν. Ἂν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐξαιρετικῶς σπουδαῖον, δύναται νὰ διαρκέσῃ καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας ἑκάστη συζήτησις· ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαῖον, ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον δύναται νὰ διαρκέσῃ καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας· ἡ διάρκεια δ’ αὕτη ἀποτελεῖ τὴν ὅλην συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἑκάστῃ ἀναγνώσει, μεθ’ ἣν ἔχομεν καὶ δύο ἔτι ἡμέρας πρὸς μελέτην. Οὕτω δὲν τρέχομεν ἐφεξῆς τὸν κίνδυνον νὰ διέρχωνται ἐνώπιον ἡμῶν ἐνίοτε τὰ νομοσχέδια ὡς φαντάσματα, ἅτινα μόλις προφθάνομεν ν’ ἀτενίσωμεν. Οὐδ’ ἀποτελεῖ τοῦτο θέμα διατάξεως Κανονισμοῦ. Τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις συνταγματική, ἵνα κύψῃ πρὸ αὐτῆς τὴν κεφαλὴν οἱαδήποτε πλειονοψηφία, ἵνα μάθωσιν οἱ βουλευόμενοι ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ μὴ σπεύδωσι νὰ ἐξέρχωνται τῆς αἰθούσης, ἀλλ’ ὅτι ἔχουσι καθῆκον νὰ παραμένωσιν ἐνταῦθα ἐργαζόμενοι καὶ παράγοντες ὑπὲρ τοῦ τόπου τὰ ἀγαθά. Οὐδεμία διάταξις ἐν τῇ παραγράφῳ ταύτῃ εἶναι ἀξία νὰ ὀνομασθῇ διάταξις Κανονισμοῦ, διότι πᾶν ὅ,τι ἀληθῶς εἶναι λεπτομέρεια, ἀφέθη εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐνταῦθα θ’ ἔχομεν Κανονισμὸν συνταγματικὸν μόνον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσι γίνεσθαι αἱ τρεῖς συνταγματικαὶ ἀναγνώσεις. Τοῦ κειμένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος οἱ συντάκται ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀρκεσθῶσιν ἀνεπιζημίως νὰ εἴπωσιν ἁπλῶς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ ψηφίσεις κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Τὸ νέον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ σήμερον κατασκευαζόμενον, ἔχον ὑπ’ ὄψει τεσσαρακονταετίας ὁλοκλήρου τὸν τρόπον ἐνασκήσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ἀξιοῖ νὰ παύσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιπόλαιον, καὶ ἐνίοτε ἀσεβῆ καὶ ἀπαίσιον, νὰ δεχώμεθα, ὅπως ψηφίζωνται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ νομοσχέδια, ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῶν ὑποθέσεων τῆς χώρας. Ὅστις μοὶ λέγει, ὅτι τοῦτο εἶναι λεπτομέρεια Κανονισμοῦ, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν γνωρίζει τὸ θέμα. Εἰς τὸν συνάδελφον τὸν ἐπαναπαυόμενον ἐπὶ τὸ ἐπαρκὲς τῆς κειμένης διατάξεως ἀντέταξα τὸ ἐπιχείρημά μου, τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἀντλούμενον ἐκ τῆς πείρας καὶ ἰσχυρὸν νὰ πείσῃ πάντας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν ἐν ταύτῳ τὴν σκολιὰν ὁδὸν τοῦ παρελθόντος, ἧς ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλικὴν λεωφόρον. Ἐπὶ τῶν ἄλλων, Κύριοι, οὐδὲν θέλω εἴπει, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν ἄλλων θεμάτων ἐγένετο μετὰ τοσαύτης ἐπιμελείας καὶ ἀκριβείας καὶ τὰ ἐκτεθέντα ἐνταῦθα ἦσαν τοσοῦτον πειστικά, ὥστε πᾶσα προσθήκη ἤθελεν εἶναι περιττή. Αἱ τρεῖς παράγραφοι ἔχουσι κεκτημένην ἤδη τὴν συναίνεσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οὐδένα θέλουσι διατρέξει κίνδυνον. Μόνον δ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς τελευταίας διατάξεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, ἥτις κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ οὐσιωδέστερον τοῦ ἄρθρου σημεῖον. Ἐὰν τοῦτο παραμερισθῇ, θὰ ἔχωμεν πυκνὴν ἐπανάληψιν ἐκείνων, ἅτινα ἐγένοντο ἄλλοτε, ὅτε ἀκανονίστως, ἀσυζητητὶ ἐπανεφέρομεν εἰς τὴν ζωὴν κατηργημένον νόμον. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος).
§222Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάχιστα, Κύριοι, ἔχω νὰ εἴπω μεθ’ ὅσα ἀνέπτυξεν εὐγλώττως εἰς τὴν Βουλὴν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ οὐδαμῶς συμφωνῶ πρὸς τὸν προκαλέσαντα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας φίλον μου κ. Ζαβιτσάνον, καὶ συνεπῶς καὶ πρὸς τὸν ἀποδεχθέντα τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· διότι σχεδὸν πάντα, ὅσα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, ἀπεδέχθη καὶ υἱοθέτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Προέτεινε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καὶ αὕτη ἀποδεχθῇ τὰ προταθέντα. Ἡ αἰτίασις, Κύριοι, ἡ προβληθεῖσα κατὰ τοῦ ἄρθρου 57, ὡς τοῦτο διετυπώθη ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο ἐν τῇ 2ᾳ παραγράφῳ αὐτοῦ περιέλαβε θέματα ἀναγόμενα εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ εἰς οὐσιώδη μέρη τοῦ νόμου τοῦ συνταγματικοῦ. Περιέλαβε τὸν ὅρον τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, καὶ εἶπον ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν. Περιέλαβε τὸν ὅρον τοῦ διχασμοῦ τῶν τριῶν συζητήσεων κατ’ ἀρχήν, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς διαλείμματα ἀπέχοντα ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ δύο ἡμέρας. Καὶ ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὡς λεπτομέρειαι τοῦ θέματος, καὶ συνεπῶς ὡς ἀντικείμενον ἀναγόμενον εἰς τὸν Κανονισμὸν τὸν διέποντα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Παρετήρησα κυρίως, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποδέχονται τὰς γνώμας ταύτας, ἀλλὰ θέλουσιν, ὅπως αἱ τοιαῦται διατάξεις κεῖνται ἐν τῷ Συντάγματι, ἀναγνωρίζουσι ταύτας ὡς ἀναγομένας εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ἀξίας νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι. Αὐτὰ νομίζω ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Βουλευτής· ἀλλ’ ἐγὼ ὑπερακοντίζων τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Βουλευτοῦ λέγω, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα οὐδόλως ἀφορῶσι λεπτομερείας καὶ ἡ διάταξις τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀνεξάρτητος, ὡς καὶ ἡ διάταξις ἡ χωρίζουσα τὰς δύο συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων κατὰ δύο ἡμέρας. Αἱ διατάξεις αὗται, λέγω, οὐδαμῶς ἦσαν λεπτομέρειαι, ἀλλ’ οὐσιώδη θέματα ἀναγόμενα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ λεπτομέρεια τοιαύτη διάταξις, καὶ συνεπῶς ὡς ἀντικείμενον ῥυθμίσεως ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, διάταξις σχετιζομένη στενῶς καὶ ἀναποσπάστως καὶ ἀδιαρρήκτως πρὸς αὐτὸ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διέπει ἡμᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει καὶ εἰς τὸ μέλλον διέπει ἡμᾶς· ἐνῷ ἐν τῷ πολιτεύματι, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῶμεν, ἔχομεν Βουλὴν νομοθετοῦσαν μετὰ τοῦ Βασιλέως, θὰ ἦτο σόλοικον, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ τὴν ἐξουσίαν του ὁ εἷς τῶν παραγόντων τῶν νομοθετικῶν, εἶναι λεπτομέρεια ἐπουσιώδης, παρέλκουσα ἄρα ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐξοβελιστέα λεπτομέρεια, ἡ ὁποία θέσιν ἔχει ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, Κανονισμῷ, τὸν ὁποῖον γνωρίζομεν πῶς ἐσεβάσθησαν αἱ διάφοροι Βουλαί, τὸν ὁποῖον χθὲς ἀκόμη εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον ἐνταῦθα κατὰ παράδοξον τρόπον, Κανονισμῷ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε πρέπει νὰ γίνηται ἀντικείμενον ἑρμηνείας τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ὁποῖον μολαταῦτα πολλάκις εἴδομεν γενόμενον αὐθαιρέτως ἀντικείμενον ἑρμηνείας, ἀντικείμενον ἐξηγήσεως κατὰ τὴν θέλησιν τῆς ἑκάστοτε κρατούσης μερίδος. Ποία ἀσφάλεια δίδεται τότε εἰς ἡμᾶς περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ; Πολλάκις εἴδομεν, ὅτι διάταξις τεθειμένη ἐν τῷ Κανονισμῷ δὲν ἐτηρήθη μεθ’ ἧς εὐλαβείας καὶ μεθ’ ἧς πίστεως πρέπει νὰ τηρῶνται ὀρθαὶ καὶ σκόπιμοι διατάξεις. Οὐδεμία ἀσφάλεια ὑπάρχει κατ’ ἐμέ· καὶ διότι λοιπὸν οὐδεμία ὑπάρχει ἀσφάλεια, ὅτι τιθεμένη εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἤθελε τηρηθῆ ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλὰ καὶ διότι, ὡς ἐγὼ φρονῶ, εἶναι διάταξις, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀναγομένη εἰς θέματα συνταγματικά, εἰς θέματα ἀπορρέοντα ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἁρμόζει, ἐπιβάλλεται, ἵνα ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι νομοθετηθῶσι τὰ ἐν τῇ διατάξει, ἵνα ἐντεῦθεν τεθῶσι φραγμοὶ καὶ πέδαι, ὡς ἔλεγεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν καὶ τῆς ἐνδεχομένης ἀκολασίας οἱασδήποτε πλειονοψηφίας ἐν τῷ μέλλοντι, ἡ ὁποία παρασυρομένη ἀπὸ τὰς ὁρμὰς τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ δὲν εἶναι ἀπίθανον καὶ τὸν Κανονισμὸν τὸν ὑπάρχοντα, ἂν θὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος Κανονισμὸς σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸν Κανονισμὸν, λέγω, αὐτὸν νὰ παραβῇ, ἀλλὰ καὶ τὸν Κανονισμόν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, νὰ ἑρμηνεύσῃ ἄλλως, ἀλλὰ καὶ τὸν Κανονισμὸν αὐτόν, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, νὰ καταργήσῃ, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα. Καὶ μόνον τότε, ὅταν ἐδῶ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, τὸν ὁποῖον οὐδεμία πλειονοψηφία καὶ οὐδεμία Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ θίξῃ ὁποθενδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὴν καταγωγήν της καὶ ὁσονδήποτε ἰσχυρὰ καὶ ἂν εἶναι, μόνον, λέγω, ὅταν ἐδῶ κεῖται ἡ διάταξις, ἐξασφαλίζει ἡμᾶς, ἀσφαλίζει τὸ μέλλον, ἀσφαλίζει τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἀπὸ πάσης παρανόμου ἀποφάσεως, ἀπὸ ἐπεμβάσεως παρανόμου καὶ παραφορᾶς τῶν πλειονοψηφιῶν. Καὶ προεβλήθη ἡ ἀντιλογία· τάχα εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἐπιτροπή, ἀφοῦ θὰ παρασκευάζωνται οἱ νόμοι ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας; Παραλείπω νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι προφανὲς καὶ ἐξόφθαλμον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως, ὅτι δὲν ἔχομεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸ ἄρθρον 54 ψηφίζει τοῦτο προτοῦ φθάσῃ εἰς τὸ 82. Ἀλλά, καὶ ἂν ἠθέλομεν νὰ σχετίσωμεν ταῦτα, ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι δέον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου, μέχρις οὗ φθάσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ Συντάγματος τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἵνα συγχρόνως ψηφισθῶσι καὶ ἐκ παραλλήλου αἱ διατάξεις καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δέ, καὶ οὕτω κανονισθῶσι τὰ ἀφορῶντα τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπάς. Εἶπον, ὅτι δὲν ἔχομεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἀλλά, καὶ ἂν εἴχομεν τοιοῦτο, καὶ ἂν εἴχομεν καὶ Γερουσίαν, ἤτοι δύο νομοθετικὰ Σώματα, καὶ πάλιν δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἄσκοπος ἡ νομοθέτησις τοιούτων διατάξεων ὡς αἱ τῆς δευτέρας παραγράφου, αἱ ὁποῖαι διασφαλίζουσι τελείως τὴν ὀρθήν, τὴν σκόπιμον, τὴν ἔμφρονα θέσιν τῶν νόμων. Μίαν μόνον ἐπιφύλαξιν μετὰ ταῦτα ἔχω νὰ κάμω ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς δευτέρας παραγράφου. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ προυνόησε, καὶ ὤφειλε νὰ προνοήσῃ, καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φραγμοί, οἱ σωτήριοι φραγμοί, τοὺς ὁποίους θέτει τὸ ἄρθρον, ἤθελον ἀποβῆ ὄχι πλέον σωτήριοι, ὄχι ἐπωφελεῖς πρὸς ὃν σκοπὸν τίθενται, ἀλλ’ ἐπιζήμιοι, ὤφειλε, λέγω, νὰ προνοήσῃ περὶ περιπτώσεων ἐξαιρετικῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ σπουδὴ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, εἰς τὴν παρασκευὴν καὶ τὴν κατάρτισιν ἑνὸς νόμου, καὶ ἀφῆκε καὶ πάλιν εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν, διότι οὐκ ἦν δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, ἀφῆκε, λέγω, εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ κατεπείγοντος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ κρίνῃ τὴν μὴ παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλά, ὡς διετυπώθη τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, φαίνεται ὅτι τυπικὴ ἐξουσία ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα κηρύξῃ νομοσχέδιόν τι κατεπεῖγον, ἀρκεῖ δηλαδή, ἵνα ἐκφρασθῶ σαφέστερον, ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον, ἵνα τοῦτο ἀπαλλαγῇ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τοῦτο προφανῶς δὲν εἶναι τὸ νόημα τῆς ἐπιτροπῆς· τὸ νόημα δὲν εἶναι ὅτι ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον, ὅτι τοῦτο ὑπὸ τὴν εἰσήγησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ Κυβερνήσεως ἐπιβαλλομένης εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ πᾶν νομοσχέδιον, καὶ τὸ παντάπασι μὴ κατεπεῖγον, νὰ κηρύξῃ ὡς τοιοῦτο, ἵνα πληρωθῇ ὁ ὅρος τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, οὗ ἕνεκα δὲν ἤθελε παραπεμφθῆ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν. Ἀλλά, λέγω, τὸ νόημα τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι τοιοῦτο· τὸ νόημα εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ πραγματικῶς, τὸ ὄντως κατεπεῖγον νομοθετήματός τινος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ χωρήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως. Λοιπὸν προτείνω τὴν ἑξῆς μεταβολήν: «Εἰς ἐξαιρετικὰς ὅμως περιστάσεις δύναται ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως νὰ κηρύξῃ ταύτην κατεπείγουσαν».
§223Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§224Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι διόλου τὸ ἴδιον. Τὸ ἀναγνωρίζειν ὅτι νομοθέτημά τι εἶναι κατεπεῖγον σημαίνει ὅτι ὑπάρχει περίστασις κατεπείγοντος ἐν αὐτῷ τῷ νομοθετήματι, καὶ ἡ ἀναγνώρισις αὐτῆς προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς, εἶναι δὲ εἷς φραγμὸς καὶ τοῦτο κατὰ τῆς ὑπερβασίας, τὴν ὁποίαν ἤθελε τυχὸν ἡ Βουλὴ κάμει κηρύττουσα οἱονδήποτε νομοσχέδιον, καὶ τὸ παντάπασι μὴ κατεπεῖγον, ὡς κατεπεῖγον, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄμεσον συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτοῦ.
§225Γ. ΠΩΠ. Ἄλλο τὸ κηρύττω καὶ ἄλλο τὸ ἀναγνωρίζω.
§226Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει μία διαφορά.
§227Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναγνωρίσεως τὸ ἔχει καὶ ἡ ἐπιτροπή.
§228Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· προφανῶς αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Καί, ἀφοῦ αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια, ζητῶ τὴν μεταβολὴν σύμφωνον πρὸς τὴν ἔννοιαν.
§229Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον θὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἔπειτα τὸ κηρύττει.
§230Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κηρύττει ἁπλῶς ἵνα ἐκπληρώσῃ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον. Ἀποστέργω ὅλως τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ τοῦ δυνατοῦ τῆς ψηφίσεως παντὸς κώδικος ἀναγομένου εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, ἐκτὸς ἂν δημόσιον δίκαιον λέγοντες ἠθέλομεν ἑρμηνεύσει αὐτὸ διὰ δηλώσεως καὶ προσθήκης ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἐννοοῦμεν τὴν ψήφισιν κωδίκων ἀστικοῦ, ἐμπορικοῦ, ποινικοῦ δικαίου ἢ πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικονομίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια.
§231Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.
§232Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, διότι «δημόσιον δίκαιον» εἶναι πολὺ εὐρεῖα ἡ ἔκφρασις, ὥστε τὰ πάντα δύναται νὰ περιλάβῃ, καὶ αὐτὰ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τὰ μὴ δεκτικὰ τῆς τοιαύτης ψηφίσεως.
§233Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐγγύησις, ὅτι πάντοτε αὐτοὶ οἱ κώδικες, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστῶσιν αὐτὴν τὴν ἐπιψήφισιν, θὰ εἶναι ἔργον ἐπιτροπῶν κατηρτισμένων δι’ ἰδιαιτέρων νόμων;
§234Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διόλου. Θὰ σᾶς εἴπω βεβαίως, ὅτι οἱ κώδικες, οἵτινες εἶναι προϊὸν ἐπιτροπῶν ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν, ἐπιτροπῶν μάλιστα κατηρτισμένων διὰ νόμων, ὅπως προνοεῖ τὸ σχέδιόν σας, παρέχουσι πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁμιλοῦμεν περὶ κωδίκων ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, ἐφ’ ὅσον ὁμιλοῦμεν περὶ κωδίκων λ. χ. τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Προκειμένου ὅμως περὶ κωδίκων τοῦ δημοσίου δικαίου οὐδεμίαν ἀσφάλειαν παρέχουσιν εἰς τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον συνείδησιν, ὅτι, καίτοι οὗτοι θὰ εἶναι τὸ ἔργον τῶν ἐπιτροπῶν, τὸ ἔργον τοῦτο δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἐν τῷ μέλλοντι χάσματα. Ἀλλὰ χάσματα μόνον; Ὄχι· ἀλλὰ μὴ ἀντινομίας καὶ ἀδικίας καὶ παράχορδα ἐξ ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ νὰ γελᾷ τις εἶναι δυνατὸν εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισίν των.
§235Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἂν ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική σας εἶναι καὶ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος.
§236Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, ἐὰν ἡ ἐκδοχὴ ἡ ἰδική μου εἶναι ὀρθή, δυοῖν θἄτερον ἤθελε συμβῆ, ἢ θὰ προσάγηται κῶδιξ ὕλης διοικητικοῦ δικαίου ἀτελῶς καὶ ἀσαφῶς κατηρτισμένος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλή, ἐλέγχουσα αὐτόν, συλλήβδην ἀθρόον θὰ ἀπορρίπτῃ, ἢ παραπλανωμένη ἡ Βουλὴ ἐκ κακῆς εἰσηγήσεως, μὴ μελετῶσα αὐτὸν ἐπαρκῶς θὰ ἀποδέχηται καὶ θὰ καθιστᾷ νόμον τοῦ Κράτους. Τί θέλει γίνει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἐὰν μὲν ἀπορριφθῇ ὁ κῶδιξ ἐκεῖνος, θέλομεν καταλήξει εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα; Εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, ἵνα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μετὰ ταῦτα ψηφίζωμεν μονομερῶς καὶ κατὰ μέρος τὰ διάφορα θέματα, καὶ οὕτω πως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν τρόπον τῆς νομοθεσίας, ὅστις κρατεῖ σήμερον. Ἐὰν τοὐναντίον ὁ κῶδιξ ἐκεῖνος γίνῃ ἀποδεκτὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὀνομασθῇ νόμος τοῦ Κράτους, ὅπερ χειρότερον, τὰ ἀποτελέσματα τὰ δυσάρεστα θὰ εἶναι προφανῆ· θὰ ἔχωμεν νόμον μὴ μελετηθέντα ἐπαρκῶς, νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιάζῃ κενά, θὰ παρουσιάζῃ ἀντινομίας, θὰ γεννᾷ ἀδικίας. Λοιπόν, ἐὰν ἀναφέρηται εἰς τὰς δύο ταύτας ἐκδοχὰς ἡ ψήφισις κωδίκων ἀναγομένων εἰς τὸ διοικητικὸν δίκαιον, τὸ γενικῶς νοούμενον διοικητικὸν δίκαιον, δὲν θέλομεν ἔχει καλὰ ἀποτελέσματα. Ἔχω δὲ περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην, ἐὰν πρόκειται, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, περὶ ψηφίσεως κωδίκων ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα, διότι γνωρίζομεν πῶς παρασκευάζονται οἱ τοιοῦτοι κώδικες, καὶ πόσην ἐπιμέλειαν καταβάλλουσιν αἱ ἐπιτροπαί, καὶ πῶς εἰδικοὶ ἄνδρες, συνήθως οἱ εἰδικώτεροι, καλοῦνται, ἵνα μελετήσωσι τὰ τοιαῦτα θέματα καὶ παρασκευάσωσι τὰ διάφορα νομοθετήματα. Καὶ μοὶ ἐμπνέει μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην τὸ ἔργον τοιούτων ἐπιτροπῶν παρὰ τὸ ἔργον τὸ καταρτιζόμενον ὑπὸ τμηματαρχῶν ἢ Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀσχοληθῆ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, ἵνα καταρτίσωσι κώδικας χαρτοσήμου ἢ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλον κώδικα, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ψηφίσῃ, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ἂν οὐχὶ εἰς τὴν ἰδίαν, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ νὰ μεταρρυθμίσῃ δι’ ἐμβαλλωμάτων, ὅπως ἐγίνετο μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς διαφόρους νόμους. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς ἐκ τῆς τετάρτης παραγράφου τοῦ ὅρου δημοσίου δικαίου, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἑρμηνεύσει τοῦτον ὡς ἐννοοῦντα κώδικας ἀναγομένους εἰς τὴν διαδικασίαν.
§237Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅπως εἶναι τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§238Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως εἶναι καὶ κάθε ἄλλο σχέδιον, ὡς καὶ τὸ σχέδιον τῶν πέντε Βουλευτῶν τῆς τελευταίας διαλυθείσης Βουλῆς.
§239Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην προσέτι καὶ τῆς διοικητικῆς δικονομίας.
§240Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ὅμως πῶς ἤθελε προσδιορισθῆ τοῦτο, ὥστε νὰ περιορίσωμεν τὴν ἔννοιαν εἰς τὴν διοικητικὴν δικονομίαν. Ἡ ἀνάγκη εἶναι προφανὴς καὶ πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἀνεγνωρισμένη τῆς ὑπάρξεως μιᾶς δικονομίας διοικητικῆς, καὶ ἴσως τοῦτο νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐργασίας μιᾶς ἐπιτροπῆς, καθιστωμένης διὰ νόμου, καὶ ἴσως τοῦτο εἶναι πρέπον νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἐν συνόλῳ, ὅπως καὶ τὸν ἐνδεχόμενον ἀστικὸν κώδικα, ἀλλὰ λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῇ σαφῶς, ἵνα μὴ ἐκ τῆς ἀσαφείας τῆς διατάξεως ἐπεκταθῇ ἡ ἔννοια αὐτῆς καὶ ἐπὶ ἄλλους κώδικας, ἡ ψήφισις τῶν ὁποίων, καθ’ ὃν τρόπον ἐνδεικνύει ἡ διασκευὴ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει δημιουργήσει ζημίας σημαντικάς.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἢ διακόψωμεν, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: συναινεῖ, ὅπως ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις ὁρισθῇ διὰ τὴν 10ην πρωινήν;
§242ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀποστολίδης ἔχει τὸν λόγον.
§245ΠΕΡ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τοὺς τόσους προλαλήσαντας, οἱ ὁποῖοι μετὰ πολλῆς εὐφραδείας καὶ ἐπιγνώσεως ἡρμήνευσαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι δικαίως δυνατὸν νὰ ἐκληφθῶ ἢ νὰ χαρακτηρισθῶ ἐγὼ ὁ ἄμοιρος, ὁ ξένος τῶν τοιούτων συνταγματικῶν θεωριῶν καὶ ἑρμηνειῶν, νὰ χαρακτηρισθῶ, λέγω, ὑφ’ ὑμῶν ὡς ἀποτελῶν σόλοικόν τι εἰ μὴ τι παντελῶς ὀξύμωρον. Ἂν ὅμως ἐτόλμησα νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, τοῦτο πράττω, διότι, ἂν ὡς προχθὲς ἐλέχθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου περὶ ἀπαρτίας, ὅτι τοῦτο ἀπετέλει τὴν καρδίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι τὸ συζητούμενον ἄρθρον ἀποτελεῖ τὸν ἐγκέφαλον τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἡ πηγὴ ἡ ἀείρους, ἐξ ἧς διοχετεύεται εἰς τὸ Κράτος ἡ ὅλη νομοθεσία, ἡ νομοθεσία ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται ἡ τάξις, ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ τιμὴ τῆς χώρας. Ἂν δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ κοινωνία πολλάκις ἐξέφρασεν ἐνδοιασμοὺς καὶ πολλάκις ἐδυσφόρησε καὶ πολλάκις ἠγανάκτησε, τοῦτο ἰδίως προήρχετο, διότι οἱ περισσότεροι, ἀγνοῶ ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, ἀπέδιδον ὅτι ἡ σπουδή, μεθ’ ἧς ἐγίνετο ἡ εἰσήγησις τῶν διαφόρων νομοθετημάτων ἐν τῇ Βουλῇ, καθὼς καὶ ἡ σπουδή, μετὰ τῆς ὁποίας ταῦτα ἐψηφίζοντο, παρέδιδεν εἰς τὴν χώραν νόμους ἀμελετήτους μὴ δυναμένους νὰ ἐπιφέρωσι τὴν βελτίωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πάντες προσδόκων καὶ προσδοκῶσι. Τοιουτοτρόπως τὸ ὑπὸ ἑρμηνείαν τοῦτο ἄρθρον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἂν κατορθωθῇ νὰ ἑρμηνευθῇ ὅπως οἱ προλαλήσαντες διετύπωσαν, ἢ ὅπως ἴσως καὶ ἐν μελλούσῃ συζητήσει θὰ κατορθωθῇ ἔτι βελτιώτερον νὰ ἑρμηνευθῇ, θὰ κατορθωθῇ νὰ γίνῃ ἡ ἀείρους πηγὴ, ἐξ ἧς προσδοκῶμεν τὰ πολύτιμα ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς χώρας. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ τοὐλάχιστον μετ’ εὐφροσύνης ἤκουσα τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε συνεδύασε τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὸ κατόπιν μέλλον νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, τὸ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διότι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐκείνη καὶ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν σύστασιν τοῦ τοιούτου σωματείου, ὅπερ ἐγὼ εὔχομαι, ἐλπίζω ὅτι τοιουτοτρόπως ἡ χώρα θὰ δυνηθῇ νὰ ἀπολαύσῃ νομοθεσίαν κρείττονα τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσης καὶ βελτιωμένην κατὰ πολὺ περισσότερον τῆς τοῦ παρελθόντος. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ ἑρμηνεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, ἴσως θὰ ἐπερίττευον, ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐγίνετο ἀσπαστή. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ διάφοροι ῥήτορες ἐξέθηκαν τὰς γνώμας των καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ δὲν γνωρίζω ἂν θὰ καταλήξῃ ἡ συζήτησις μὲ τὴν παραδοχὴν αὐτῶν ἢ θὰ γίνῃ παραδεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συσχετισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ φέρω τὸν λόγον ἰδίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ ζητήματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος Βουλευτὴς εἶπεν ὅτι τὸ ὑπὸ ἑρμηνείαν τοῦτο ἄρθρον ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τῆς ἄλλης νομοθεσίας δύναται νὰ γίνῃ παραδεκτόν, ἐξαιρεθῶσιν ὅμως ἀπ’ αὐτοῦ τὰ νομοσχέδια τὰ εἰσάγοντα εἰς τὴν Βουλὴν ἔργα, ὕλην ἀφορῶσαν τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν. Τὸ κατ’ ἐμέ, καίπερ μὴ ὢν ἐντριβὴς περὶ τὰ συνταγματικὰ νομίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἰδίως δέον νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διότι τὸ Συμβούλιον τοῦτο μέλλον νὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐξέρχωνται ἐντελῶς ἀπὸ τὴν φλέγουσαν κάμινον τῶν ἐκλογικῶν παθῶν, θὰ δύνανται ψυχραίμως, θὰ δύνανται μετ’ ἀμεροληψίας καὶ ἄνευ τῶν συνήθων ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ ἐξαναγκάζονται νὰ δίδωσι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, νὰ κρίνωσι περὶ τῶν φορολογικῶν μετὰ πρέποντος μέτρου, μετὰ μέτρου ἄλλου ἀπὸ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ ἐξαναγκαζόμεθα νὰ κρίνωμεν, καὶ ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος μάλιστα μᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι φορολογικὰ μέτρα, ἅτινα εἰσηγοῦντο εἰς τὴν Βουλὴν Κυβερνήσεις καὶ ἐψηφίζοντο, ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἀνεφάρμοστα ἢ μᾶλλον ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν χώραν. Δὲν θέλω νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τινὰ τῶν μέτρων τούτων· ἐπικαλοῦμαι μόνον τὸ περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων. Τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς διανέμουσιν, ἔχουσι τόσα ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας, ὥστε ἀληθῶς ἐξεπλάγην πῶς ἠδύναντο κατόπιν τοιαύτης ἐπισφαλοῦς ἀντιλήψεως, πῶς ἠδυνήθησαν συνάδελφοι ἡμῶν προηγούμενοι, νὰ ἐπιβάλωσι τοιαύτην φορολογίαν εἰς τὸ Κράτος. Ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ πολλὰ ἄλλα φορολογικὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων περιττὸν κρίνω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἕτερος ἐκ τῶν προλαλησάντων, ὁ εὐφραδέστατος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, ἀπαντῶν οἱονεὶ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦτο συνδυασθῇ μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, νομίζω ὅτι, ἂν ὄχι ἐδίκασε, προεδίκασε τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τούτου, εἰπὼν ὅτι τοῦτο θὰ ἀποτελῆται ὄχι πλέον ἀπὸ τὴν σφριγῶσαν νεότητα, ἥτις ἔχει ὅλον τὸ σθένος τοῦ λόγου καὶ τὸν χυμὸν τοῦ δένδρου τὸν κυκλοφοροῦντα, καὶ τὴν εὐστροφίαν καὶ ἱκανότητα τοῦ νομοθετεῖν, ἀλλ’ ἀπὸ παρηκμακότας γέροντας, εἰς τοὺς ὁποίους ὡς εἰς τὰ δένδρα τὰ γηράσαντα παύει πλέον νὰ κυκλοφορῇ ὁ χυμός, καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους παύει πλέον τὸ καρποφορεῖν καὶ παράγειν νομοθετικὰ ἔργα. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ ἀμφισβητήσω τὴν καταδίκην του ταύτην, διότι ἄλλα Κράτη κατέχοντα πολὺ ἀνωτέραν θέσιν ἡμῶν ἐν τῷ πολιτισμῷ, Κράτη ἔχοντα διπλᾶς Βουλὰς ἐξακολουθοῦσι νὰ ἔχωσι παρ’ αὐτοῖς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ κατ’ ἐμὲ πιστεύω ὅτι ἡ σύστασις τοῦ τοιούτου σωματείου θὰ δυνηθῇ νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν χώραν πολλῷ κρείττονα νομοθεσίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω παραδεχόμενος τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἑρμηνευομένου ἄρθρου δύναται νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν συζήτησιν τὴν σχετιζομένην μὲ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων παραγράφων ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἐπιφέρῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις, ὅπως αὐτὴ γνωρίζει ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ. Τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω ὅτι πρὸς τὸ παρὸν ἡ συζήτησις παρέλκει, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποφασίζονται τὰ περὶ συστάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ μᾶς φέρωσιν ἀγαθωτέρας σκέψεις περὶ τοῦ πῶς τοῦτο δύναται νὰ συνταχθῇ.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἀναγνωσθῶσι τώρα τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως.)
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§248Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐκ παραδρομῆς ἐν σελίδι 13 τῶν Πρακτικῶν τῆς χθὲς ἀναφέρεται ὅτι: «Ἐρωτωμένη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡ Βουλὴ δέχεται πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀντὶ ἐπὶ ἐπερωτήσεων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἴσως ὡς εὐχὴν ἐξέφρασε τοῦτο καὶ τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Κανονισμόν. Καθὼς εἶπον ἐν τῇ ἀγορεύσει τῇ σχετικῇ περὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, αὐτὴ ἡ μεταβολὴ ἢ ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ Σάββατον τὸ βράδυ ἢ πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς Δευτέρας. Νομίζω ὅμως ὅτι τότε πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ ἐγγράφως ζητουμένη, καὶ ἤθελον παρακαλέσει νὰ διαγραφῇ αὐτὴ ἡ παραδρομή, καί, ὅταν φθάσῃ ἡ στιγμή, βεβαίως θὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχωμεν συζήτησιν Συντάγματος τὴν Δευτέραν ἀντὶ τοῦ ἐλέγχου, διότι ὅπως τίθεται δὲν εἶναι κανονικόν.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Ἐγὼ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλαμβάνετο ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Βουλῆς δὲν εὑρισκόμην ἐν τῇ ἕδρᾳ.
§250Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μάλιστα· εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἦσθε σεῖς.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καλὸν θὰ εἶναι νὰ μὴ διακόπτητε τὸν Πρόεδρον!
§252Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος προήδρευσε, πάντοτε ἐπαξίως.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτε ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά μου, ἠρώτησα τὸν κύριον Ἀντιπρόεδρον ὅστις μοὶ εἶπεν ὅτι ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Κατόπιν δὲ ἠρώτησα καὶ πάλιν τὴν Βουλήν, ἀνακοινώσας, ὅτι τοῦτο μοὶ ἀνεκοινώθη, ἵνα βεβαιωθῶ ὅτι ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν πανταχόθεν ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις ἐλήφθη. Τότε συνήνεσα νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά. Ἦτο ὀρθὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλαμβάνετο τοιαύτη ἀπόφασις νὰ ἀντεκρούετε, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀντιστρατεύησθε κατ’ ἀποφάσεως ληφθείσης, ζητοῦντες τὴν διόρθωσιν τῶν Πρακτικῶν.
§254Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὑμεῖς φρονεῖτε ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ οὕτως;
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν φρονῶ τίποτε. Τὰ Πρακτικὰ γνωρίζετε ὅτι ἀναγράφουσι τὴν ἀλήθειαν τῶν γενομένων. Ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο τοῦτο, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐλέγξητε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἢ κατὰ τὴν οἰκείαν ὥραν τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως τῆς Δευτέρας. Ἀλλὰ τώρα θὰ ἐλέγξητε μόνον ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἀναγραφὴ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
§256Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὥστε εἶναι ἀπόφασις;
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα, εἶναι ἀπόφασις. Ἐὰν διατείνησθε ὅτι τὰ Πρακτικὰ εἶναι ἀνακριβῆ, τότε ἀλλάσσει.
§258Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤλπιζον ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ καταπατήσῃ τὸν Κανονισμόν.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, κύριε Βουλευτά, ἐσημείωσα τὴν ἑξῆς διόρθωσιν εἰς τὰ Πρακτικά, διότι ἡ διατύπωσις τῶν Πρακτικῶν δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβής: «Ἐρωτωμένη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡ Βουλὴ δέχεται πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀντὶ τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας». Οὕτω διατυποῦνται.
§260ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ οὕτως ἔγινεν.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις.
§262ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ περισσότερον τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, διότι, ὅτι ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις, δὲν ἀμφισβητεῖται· ἀμφισβητεῖται, ἂν καλῶς ἀνεγράφη ἡ ἀπόφασις. Ἂν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τὴν προσεχῆ Δευτέραν γίνεται περὶ τούτου συζήτησις.
§263Γ. ΠΩΠ. Νὰ καταναλώσωμεν ὅλην τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας;
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις τώρα, ἂν ἐλήφθη καλῶς ἢ ὄχι ἡ ἀπόφασις;
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς διατυπώσεως τῆς ἐμῆς δὲν εἶναι μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι μεταβολὴ τῆς σειρᾶς τῆς συζητήσεως.
§266Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ μεταβολὴ παρὰ μόνον τὸ Σάββατον.
§267ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἀλήθεια τῶν γενομένων εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀνεγράφετο εἰς τὰ Πρακτικὰ πρὸ τῆς διορθώσεώς σας—καὶ πιθανώτατα αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν γενομένων—, ἡ ἀλήθεια αὕτη δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία ἀλήθεια;
§269Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτι δὲν καθωρίσθη, ὅτι θέλει προηγηθῆ ἡ συζήτησις.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀλήθεια τῶν γενομένων εἶναι ἐκείνη, ἥτις προκύπτει μετὰ τὴν διόρθωσιν τῶν Πρακτικῶν.
§271Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἦτο ἀληθὲς ὅτι ἐγένετό τι παρὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου νὰ διαγραφῇ, ὡς μὴ ἀκριβὴς πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι κάμνετε αὐτὸ τὸ λάθος, ὅτι ἐννοεῖτε, ὅτι Πρακτικὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διορθώνονται φέροντα καὶ τὰ λάθη τοῦ πρακτικογράφου, καὶ ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν διόρθωσιν ἐπικυροῦνται. Ταῦτα εἶναι τὰ Πρακτικά.
§273Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω μίαν διόρθωσιν ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν.
§274ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀκούσωμεν.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μία δήλωσις τοῦ κ. συναδέλφου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς λόγον τοῦ κ. Πὼπ, ὅτι παρῃτήθη τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἀναβολῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβής. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν, παρακαλῶ;
§276ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§278Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 57, κύριοι Βουλευταί, ἀναγράφει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ τὰ νομοθετικά της καθήκοντα. Τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὅπερ θέλει μείνει ὡς ἔχει, ὁρίζει ταῦτα· «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι κυριώτατον καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ἀσκεῖν τὰ νομοθετικά της καθήκοντα, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἀξιολογώτατα, ὅτι τὸ ἄρθρον 57, καὶ ὡς διετυποῦτο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὡς ζητεῖται σήμερον νὰ διατυπωθῇ, περιττεύει καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὸ ἄρθρον 65 «ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Ὥστε τὸ ἄρθρον 57 οὐδὲν ἄλλο περιέχει, ἀναμφιβόλως, ἢ διατάξεις Κανονισμοῦ. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ: Ἀφοῦ περιέχει διατάξεις Κανονισμοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρίνηται ὅτι εἶναι μακροσκελές; Κύριοι Βουλευταί· ἑπόμενον εἶναι, ὅταν τις ἀκούσῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γεννήσῃ ἡ διάνοιά του, νὰ τὸ θαυμάζῃ. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσῃ ἡ διάνοιά τινος ἀφ’ ἑαυτῆς, ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν περιέχουσι διατάξεις εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὰ Συντάγματα περιέχουσι γενικὰς ἀρχάς, γενικωτάτους κανόνας. Διὰ νὰ τὸ γνωρίζῃ τις, λέγω, τοῦτο πρέπει ἢ νὰ τὸ ἀκούσῃ παρ’ ἄλλων ἢ νὰ ἀναγνώσῃ ὅλα τὰ Συντάγματα, ὅπως οὕτω σκεφθῇ καὶ συμπεράνῃ, ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν περιέχουσιν εἰμὴ γενικωτάτους κανόνας.
§279Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἢ νὰ γνωρίζῃ τις τὴν ἐπιστήμην τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου.
§280Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἢ νὰ γνωρίζῃ τὴν ἐπιστήμην τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Ἀλλά, διὰ νὰ γνωρίζῃ πράγματι τὴν ἐπιστήμην τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, βεβαίως θὰ ἔχῃ ἀναγνώσει καὶ Συντάγματα. Νὰ τὸ γεννήσῃ ἡ διάνοιά του ἀφ’ ἑαυτῆς εἶναι ἀδύνατον. Λοιπόν, ὅταν, χωρὶς νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ὁ ἴδιος, τὸ ἀκούσῃ παρ’ ἄλλων, ὅτι τὰ Συντάγματα περιέχουσι μόνον γενικωτάτους κανόνας, γενικωτάτας ἀρχάς, βεβαίως τὸ θαυμάζει τὸ πρᾶγμα. Αὐτό, λέγει, εἶναί τι σπουδαῖον! Ὅταν συμβῇ λοιπὸν νὰ ἴδῃ διάταξιν συνταγματικὴν μακροσκελῆ, βλέπει τὸ ἀντικείμενον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθαύμαζεν. «Ἆ! Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον! Αὐτὸ εἶναι ἀτοπώτατον! Τὰ Συντάγματα περιέχουσι μόνον γενικωτάτους κανόνας». Ἐν τούτοις, ἂν δὲν περιωρίζετο εἰς τὸ νὰ θαυμάζῃ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσε καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐγέννησεν ἡ διάνοιά του, ἀλλ’ ἐλάμβανε καὶ τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ μερικὰ Συντάγματα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ὑπάρχουσι πλείονα τοῦ ἑνός, τῶν δύο, τῶν τριῶν Συνταγμάτων περιέχοντα ἄρθρα καταλαμβάνοντα ὁλοκλήρους σελίδας· καί, ἂν ἐπροχώρει ἀκόμη νὰ ἀναγνώσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικόν, ἤθελε κατανοήσει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἄρθρον 57 καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν περιέχει γενικώτατον κανόνα, γενικωτάτην ἀρχήν· περιέχει, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, διάταξιν Κανονισμοῦ, ἀλλὰ διάταξιν Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο καὶ ἐθεώρησε καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἐθεώρησε καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προσχεδίου της, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐκφράζομαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον—καὶ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, διότι ἦτο ἥκιστα εὐπρεπές—νὰ μεταχειρισθῶσιν ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθησαν κατὰ 36 Βουλευτῶν, οἵτινες τέλος πάντων ἐδικαιοῦντο νὰ ἔχωσι τὸν ἐγωισμόν, ὅτι κατά τινα ἐκλογὴν διωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπιληφθῶσι τόσῳ σοβαροῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς αὐτούς, καὶ ἔχουσιν ἐπιληφθῆ τοῦ ἔργου αὐτοῦ ὑποβαλλόμενοι εἰς κόπους, τοὺς ὁποίους ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐκτιμᾷ.
§281Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ποῖον ὑπονοεῖτε; Διότι ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην αὐτήν, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι δὲν μετεχειρίσθην καμμίαν ἔκφρασιν. Ἀπ’ ἐναντίας.
§282Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐλέχθησαν καὶ εἶναι γνωστά.
§283Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἄλλως τε ἐπῆλθεν ἐξουδετέρωσις, διότι ἐγὼ ἐπῄνεσα τὴν ἐπιτροπήν.
§284Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περιέχει λοιπὸν διατάξεις Κανονισμοῦ τὸ ἄρθρον 57. Ποίας διατάξεις Κανονισμοῦ; Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, ὡς ἔχει διατυπωθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς: «Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων». Ποίου εἴδους ἐργασία εἶναι αὐτή; Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι αἱ τελευταῖαι συνήθως διατάξεις τῶν νόμων λέγουσιν· ἡ διάταξις τοῦ Α, τοῦ Β, τοῦ Γ νόμου ἔμεινεν ἡ αὐτὴ ἢ ἡ ἄλλη καταργεῖται· ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τῶν νόμων συνηθέστατα ἔχει καὶ οὕτω· «Πᾶσα ἀντικειμένη διάταξις εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ἀντικείμεναι εἶναι ἔργον τῆς ἑρμηνείας, ἥτις ἑρμηνεία, ἐνδιαφέρουσα καὶ αὐτὴ σπουδαίως τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, εἶναι ἡ διδομένη συνήθως ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ συμβαίνει πολλάκις τὰ Δικαστήρια ὁτὲ μὲν νὰ ἀποκλίνωσι πρὸς ταύτην τὴν ἑρμηνείαν, ὁτὲ δὲ πρὸς ἐκείνην. Ἕνεκα τούτου, ὅταν ἡ διαφωνία αὕτη τῶν Δικαστηρίων συμβῇ νὰ καθίσταται ἐπικίνδυνος εἰς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, ἔρχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἥτις αὐθεντικῶς ἑρμηνεύει τοὺς νόμους. Καὶ ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἄν τὸ ἔργον τοῦτο τῆς κωδικοποιήσεως ὑφισταμένων διατάξεων ἀνετίθετο εἰς ἁπλοῦν Β. Διάταγμα, ἂν ἀνετίθετο, ὡς ἐτολμήθη νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς ἕνα βιβλιοδέτην, θὰ ἠδύνατο, νομίζετε, ὁ βιβλιοδέτης νὰ ἀποφανθῇ ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ὑφιστάμεναι καὶ ποῖαι αἱ μὴ ὑφιστάμεναι, νομίζετε ὅτι εἶναι τόσον πολὺ εὔκολον πρᾶγμα, ὥστε νὰ τὸ ἀναλάβῃ καὶ εἷς βιβλιοδέτης ἀκόμη καὶ νὰ εἴπῃ ποῖαι διατάξεις καταργοῦνται καὶ ποῖαι δὲν καταργοῦνται, ποῖαι δηλαδὴ διατάξεις παλαιοτέρων νόμων ἀντίκεινται καὶ ποῖαι δὲν ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νεωτέρου νόμου; Ἄν δὲ τὸ ἔργον τοῦτο ἀνετίθετο εἰς ἓν Β. Διάταγμα καὶ ἔλεγε τὸ Β. Διάταγμα ὅτι αὗται αἱ διατάξεις ὑφίστανται καὶ αὗται δὲν ὑφίστανται, δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἀφίετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἔργον ἀκραιφνῶς νομοθετικόν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καί, καθὼς φαίνεται, οὔτε τοῦ βιβλιοδέτου. Ἀλλά, ὅταν τις δὲν ἔχῃ ἀναγνώσει κἂν τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συμβαίνῃ νὰ προκαλῇ τὸν θαυμασμὸν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἔκτακτον αὐτοῦ εὐφυΐαν, βεβαίως εὔκολον πρᾶγμα εἶναι νὰ ἔρχηται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι τὰ μέλη μιᾶς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ στρουθία συλλέγοντα...
§285Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν δὲν τὸ μελετήσῃ κανείς, θὰ εὑρίσκηται εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον.
§286Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Νὰ ἐπαναλάβητε, ἐὰν ἔχητε τὸ θάρρος, ὅπως ἐπανέλαβεν ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Μιχαλέας, ὅτε εἰσήλθετε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶσθε ὁ ἥλιος τῶν ἡλίων.
§287Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἀπευθύνησθε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑψηλὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ, σᾶς παρεκίνησαν νὰ εἴπητε ὅσα εἴπετε. Νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ὑπηνίχθην ὑμᾶς, ἀλλὰ περὶ ὑμῶν δὲν εἶπον καὶ δὲν ἦτο δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω, καίτοι ὅλον τὸ σφάλμα εἶναι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἵστανται ἀτυχῶς ὑψηλά.
§288Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀσύρματος τηλέγραφος;
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται ἀστεῖα.
§290Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔπρεπε, κ. Πρόεδρε, πρωτύτερα νὰ εἴπητε νὰ παύσωσι τὰ ἀστεῖα, τὰ ὁποῖα γίνονται καὶ σήμερον καὶ ἄλλοτε εἰς βάρος πάντοτε τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε τὸ διδακτικὸν ἔργον!
§292Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπιτρέπεται μία διακοπή;
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, εὐχαρίστως.
§294Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπω.
§295Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον (ἐννοεῖ τὸν κ. Πετραλιᾶν), ὅπως μὴ καταναλίσκῃ τὴν φαιὰν αὐτοῦ ἐγκεφαλικὴν οὐσίαν εἰς λογοπαίγνια τοιαῦτα.
§296Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὅπως δὲν ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ κατ’ ἀνακοπῆς, οὕτω πως δὲν ἐπιτρέπεται διακοπὴ κατὰ διακοπῆς.
§297Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτὰ καὶ αὐτὰ ἔφεραν τοὺς προέδρους τῶν συντεχνιῶν ἀπ’ ἔξω.
§298Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ λέγομαι Πετραλιᾶς καὶ τὸ ὄνομά μου εἶναι πρὸ ἑβδομήκοντα ἐτῶν εἰς τὴν Βουλήν.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§300Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπὸ τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ ἄρθρου 57 μεταβαίνω εἰς τὴν προτελευταίαν, ἡ ὁποία διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς οὕτως: «Ἡ ἐπιψήφισις κωδίκων ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου δικαίου προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου, δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ. Ἡ περὶ τοιούτου νόμου πρότασις δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα». Ἐὰν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐγενόμην παραίτιος νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἡ ἑξῆς παρένθεσις· «οὐχὶ δὲ φορολογικοὶ νόμοι, οἵτινες οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην». Ἐνόμιζον καὶ τότε, νομίζω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ γένηται διασάφησις τοῦ πράγματος πληρεστέρα, διότι μόνη ἡ ἔκφρασις «δημοσίου δικαίου» δὲν ἀρκεῖ. Καὶ θὰ ἠδύνατό τις ἤδη, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ πάντων ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου, νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου, ἀφοῦ, ὡς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, πρόκειται ἤδη πραγματικῶς περὶ διατάξεως Κανονισμοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί ἡ δευτέρα αὐτὴ παράγραφος νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἥτις ἔχει τὰ ἑξῆς πλεονεκτήματα κατὰ τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ τὴν ἀναγινώσκω πρῶτον: «Μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς». Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καθ’ ὑποχρέωσιν. Τοῦτο θὰ ἔχῃ πρῶτον ὠφέλημα ἀποτελεσματικόν, νὰ ἐπεξεργάζωνται ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ ἔρχωνται ὑπὸ τὴν γνώμην καὶ ψῆφον τῆς Βουλῆς τελειότερα· δεύτερον ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ μὴ διεξάγωνται μακραὶ καὶ πεισματωδέσταται ἴσως συζητήσεις μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως παραπέμπωνται νομοσχέδιά τινα εἰς ἐπιτροπήν. Αἱ τοιαῦται συζητήσεις συνήθως συμβαίνει νὰ ἐκτρέπωνται εἰς ὑπερβολὴν πολεμικῆς ἀπὸ μέρους μὲν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καταδειχθῇ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ μέρους δὲ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συγκρατηθῇ ὁ ἐγωισμὸς αὐτῆς, ὅστις ἐγωισμὸς παρουσιάζεται πολλάκις πλέον ἢ ὑπέρμετρος, καταλήγων εἰς αὐτόχρημα πεῖσμα, τὸ ὁποῖον κλονίζει πολλάκις αὐτὴν τὴν ὑπόληψιν τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις θὰ τὰς ἀποφεύγωσιν αἱ μέλλουσαι Βουλαί, διότι καθ’ ὑποχρέωσιν θὰ παραπέμπωνται εἰς ἐπιτροπὴν τὰ νομοσχέδια. Ἀληθῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ταῦτα ἐξουδετεροῦνται, ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, ἥτις ἔχει οὕτως: «Εἰς ἐξαιρετικὰς ὅμως περιστάσεις δύναται ἡ Βουλή, κηρύσσουσα τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν, νὰ μὴ παραπέμψῃ ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο κατ’ ἄρθρον συζητήσεων χρόνον». Θὰ δύναται ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ χαρακτηρίζῃ πάντα τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα, Κύριοι, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ νομίζωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν Κυβερνήσεις μὴ ἐχούσας ἐντροπήν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα ἐντροπήν, τότε ὀρθὸν βεβαίως θὰ εἶναι νὰ διεξάγωνται περὶ τοῦ κατεπείγοντος πεισματώδεις αἱ συζητήσεις, ἵνα ἀποδεικνύηται δημοσιώτερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη στερεῖται ἐντροπῆς. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ ἐντροπήν, μετὰ τοιαύτας συζητήσεις θὰ ἐξέρχηται ἄτρωτος διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις θὰ συντρέχῃ καὶ θὰ ἐμπιστεύηται αὐτήν. Ἐὰν ἑπομένως ὑποθέσητε Κυβέρνησιν σεβομένην ἑαυτήν, ἥτις δὲν θὰ χαρακτηρίζῃ ἀτόπως ὡς κατεπείγοντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι κατεπείγοντα, θὰ ἀποφεύγητε ὅλας τὰς συζητήσεις ἐκείνας, αἵτινες θὰ προκαλῶνται ἀπὸ σκοποῦ μόνον πολεμικῆς ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ἔργον δὲ τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι εὐρυθμότερον καὶ κοσμιώτερον καὶ ἑπομένως σκοπιμώτερον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη σημαντικὴ διάταξις εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἥτις ἔχει οὕτω: «Μετὰ δὲ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεξεργασίαν ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις εἰς διαφόρους συνεδριάσεις ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας». Τοῦτο εἶναι, νομίζω, σπουδαιότατον. Εἶναι ἀνάγκη τέλος πάντων νὰ καθορισθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως ἀπὸ τῆς μιᾶς συζητήσεως εἰς ἄλλην μεσολαβῇ ἓν διάστημα, καθ’ ὃ θὰ ἐπανέρχηται ἡ ἠρεμία καὶ ἡ ψυχρὰ σκέψις εἰς τὰ πνεύματα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον διάστημα θὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸ νὰ μελετῶνται ὅλαι αἱ παρατηρήσεις αἱ σκόπιμοι, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ μεσολαβῇ ἓν διάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ κανονίζῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας ὑπὸ τὸ πεῖσμα, τὸ ὁποῖον πιθανῶς προήγαγεν ἡ προτέρα συζήτησις. Διάταξις τοιαύτη, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, πανταχοῦ ἐπικρατεῖ. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ πρώτη παράγραφος ἔχει οὕτως: «Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἐὰν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Ὑπῆρξεν ἡ ἀντίρρησις, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις νὰ διεξάγηται καὶ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις, καὶ ἡ ἀντίρρησις αὕτη θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὀρθή, διότι ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις εἶναι ἑπόμενον, λίαν ἑπόμενον, νὰ βασισθῇ καὶ νὰ διαφωτισθῇ ὑπὸ τῆς συζητήσεως, ἥτις θὰ γίνηται κατ’ ἄρθρον. Ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων, ἐκ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωσιν εἰς τὰς ἐν λεπτομερείᾳ διατάξεις ἑνὸς νομοσχεδίου, δύναταί τις, λέγω, ἐκ τῶν τοιούτων συζητήσεων νὰ διαφωτισθῇ ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν θέσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§301Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφέρῃ τοιαύτας μεταβολάς, ὥστε νὰ μεταβάλῃ τὴν βάσιν αὐτοῦ;
§302Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ θὰ εἴπω. Ἡ ἀντίρρησις, λέγω, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ εὔστοχος. Ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, νὰ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα ἐντελῶς. Διότι λέγει τὸ ἄρθρον· «δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Ἡ ἐν τῷ συνόλῳ συζήτησις δὲν νομίζω ὅτι ἔχει πολλὴν διαφορὰν τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως, ἧς εἶναι ἁπλῶς εὐρυτέρα, ὡς ἐξετάζουσα τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ.
§303Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ Κανονισμός;
§304Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομέν τι πλέον τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἔχομεν συνταγματικὴν διάταξιν. Τίθεται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦτο. Ὅταν τις συζητῇ ἐν τῷ συνόλῳ ἓν νομοσχέδιον, δὲν νομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἴσως ἴσως σχολαστικός, λέγων ὅτι συζητεῖ κατὰ τρόπον παντελῶς διάφορον παρὰ καθ’ ὃν συζητεῖ κατ’ ἀρχήν; Καὶ ἔρχεται, μάλιστα τὸ πρᾶγμα κατὰ τάξιν. Συζητεῖται κατ’ ἀρχήν, κατὰ γενικωτάτην ἀρχήν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, τὸ νομοσχέδιον, ἐπακολουθεῖ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, ἐξ ἧς ἡ Βουλὴ διαφωτίζεται, ὥστε νὰ συζητήσῃ ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπακολουθεῖ καὶ ἄλλη κατ’ ἄρθρον συζήτησις καὶ ἄλλη ἐν τῷ συνόλῳ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι πραγματικὴ περιττολογία θὰ ἦτο μετὰ μίαν ἑτέραν συζήτησιν νὰ προηγῆται ἡ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ ἕπηται ἡ ἐν τῷ συνόλῳ συζήτησις, ἀφοῦ τὸ ἓν δὲν εἶναι κατὰ πάντα διάφορον τοῦ ἑτέρου.
§305ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ συζήτησις τῆς ἀρχῆς νὰ γίνηται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ περιέχοντος τὴν ἀρχήν;
§306Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἀκόμη, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ ἐν τῷ συνόλῳ συζήτησις περιέχει καὶ τὴν κατ’ ἀρχήν, καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει μία μόνη διάταξις ἑνὸς ἄρθρου περικλείουσα αὐτὴ μόνη τὴν ἀρχήν. Καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ὀρθότατον, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ διάταξις περιέχουσα αὐτὴ μόνη τὴν ἀρχήν.
§307Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχει παράδειγμα ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐψηφίσθη νομοσχέδιον ἀπονέμον ψῆφον εἰς τὰς γυναῖκας καὶ ἀπερρίφθη εἰς τὴν κατὰ σύνολον τρίτην συζήτησιν.
§308Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀρθῶς ἀπερρίφθη, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω.
§309Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶσθε μισογύνης!
§310Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· μισογύναι εἶναι οἱ θέλοντες νὰ φέρωσιν ἀπέναντι ἡμῶν τῶν ἰσχυρῶν τὰς γυναῖκας, διὰ νὰ τὰς συντρίψωσι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις τῆς πρώτης παραγράφου δὲν εἰσάγει νεώτερόν τι ἢ ἐκεῖνο ὅπερ εἶχεν εἰσαγάγει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἁπλῶς καὶ μόνον μᾶς ἀπαλλάσσει περιττολογιῶν. Ἡ δευτέρα παράγραφος, περιέχουσα διατάξεις σκοπιμωτάτας, εἰς τὰς ὁποίας ἤχθημεν ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, διατάξεις, αἵτινες ἐθεωρήθησαν σκόπιμοι καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου ταύτης, νομίζω, ὅτι καὶ αὕτη πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐπανέρχομαι ὅμως εἰς τὰς δύο τελευταίας παραγράφους, διὰ νὰ εἴπω ταῦτα. Προκαταβολικῶς, ἐὰν δὲν γένηται τὸ ἄρθρον δεκτὸν ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, περιττεύει ἐντελῶς, διότι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ ἄρθρον 65, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Νὰ διαγράψωμεν δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 57 ἐντελῶς. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ διαγράψωμεν τὰς δύο τελευταίας παραγράφους ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, διότι αἱ διατάξεις αὗται ἀναγράφουσι τρόπον ἐξαιρετικόν, τρόπον ἰδιαίτερον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡρισμένα νομοσχέδια θὰ ψηφίζωνται. Καὶ θὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δυσχέρεια θὰ παρουσιασθῇ, ἐὰν ἀποφασισθῇ ἔπειτα νὰ διαταχθῇ ὁ τοιοῦτος τρόπος ὑπὸ Κανονισμοῦ, ὅστις Κανονισμὸς θὰ ἀναγράφῃ τρόπον ἰδιαίτερον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζωνται νόμοι τοιοῦτοι, παρὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζωνται ὅλαι οἱ ἄλλοι νόμοι. Καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν τοιαῦται διατάξεις ἐζητοῦντο βραδύτερον νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸν Κανονισμόν, θὰ προεκάλουν ἀντιρρήσεις, τὸ μὲν διότι ἴσως δὲν θὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰ Σύνταγμα, τὸ δὲ διότι δὲν πρέπει νὰ τεθῶσιν, ἵνα μὴ τεθῇ ἀρχὴ κακή, ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Κανονισμὸν νὰ διατάσσῃ ἄλλον τρόπον σήμερον, ἄλλον τρόπον αὔριον τῆς θέσεως τῶν νόμων, ἄλλον τρόπον διὰ τὴν ψήφισιν τούτων τῶν νόμων, ἄλλον τρόπον διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων νόμων. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ στέρξητε τὴν διατύπωσιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Μὴ ταρασσώμεθα, διότι τὸ ἄρθρον εἶναι μακρόν, διότι ὑπάρχουσι Συντάγματα περιέχοντα μακροτέρας διατάξεις, διότι τὸ ἄρθρον, ἀφοῦ περιέχει διάταξιν Κανονισμοῦ, ἑπόμενον ἦτο νὰ εἶναι μακρόν.
§311Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§312Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ καταβάντος τοῦ βήματος συναδέλφου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς προτάσεως τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ ἐκ τούτου κατανοῶ πληρέστερον διατί τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεωρήθη ἐνοχλητικόν, διότι τὴν παραπομπὴν ταύτην προέβλεπε τὸ σχέδιον τῶν ἓξ νὰ καταστήσῃ ὑποχρεωτικὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δηλαδὴ τὸ σχέδιον τῶν ἓξ περιέχει διάταξιν, καθ’ ἣν προτιμᾶται τῆς παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς ἡ παραπομπὴ αὐτῶν εἰς Σῶμα, ὅπερ οὐδὲ κἂν ἐφαντάσθη τις ἡμῶν, Σῶμα βουλευόμενον ἀντὶ τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ὥστε νὰ πρέπῃ νὰ παρατηρηθῇ πρὶν ἢ προχωρήσωμεν περαιτέρω εἰς τὴν συζήτησιν. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ σχέδιον τῶν ἕξ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν ἄρθρῳ 84 (ἀναγινώσκει)· «δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἡ παρασκευὴ ἢ βάσανος τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαχθησομένων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων. Τὰ μὴ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἐπεξειργασμένα κυβερνητικὰ νομοσχέδια, ὡς καὶ αἱ παρὰ τῶν Βουλευτῶν ὑποβαλλόμεναι προτάσεις νόμων μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς αὐτῶν παραπέμπονται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ ταύτης εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας». Τοιαύτη διάταξις παρεντιθεμένη ἐνταῦθα θὰ ἀπετέλει ἴσως κώλυμα καὶ ἀποδοχῆς τῆς ἰδέας τῆς συστάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοιαύτη διάταξις περιλαμβανομένη ἐκεῖ καὶ συντελοῦσα ὡς πάσσαλος, δι’ οὗ ἐκκρούεται ὁ πάσσαλος τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν, τοιαύτη διάταξις βεβαίως πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ ἰδίως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ θελήσῃ νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ τὴν ἀπαγορεύουσαν τὴν μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς ὑποχρεωτικὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω, διότι τοῦτο ἴσως συντελέσῃ, ἂν ἐπὶ τοῦ πράγματος δὲν ἐπιστηθῇ προσηκόντως ἡ προσοχή, νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὑπὸ ἄλλην ὄψιν ἢ ἐκείνην, ὑφ’ ἥν τινες μέχρι σήμερον ἦσαν διατεθειμένοι νὰ θεωρήσωσιν αὐτό.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§314Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως πρὸς ἀναθεώρησιν συνταγματικῶν τινων διατάξεων, κύριοι Βουλευταί, μετὰ προσοχῆς καὶ μετ’ εὐλαβείας παρακολουθῶ τὴν συζήτησιν καὶ μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἀκροῶμαι τῶν διαφόρων ἀγορευόντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Λέγω δὲ μετ’ εὐλαβείας, διότι δι’ ἑκάστην μεταβολὴν γινομένην ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι βεβαιωθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ θλῖψίν τινα, διότι ἑκάστη λέξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἀποτελεῖ ἕνα ὀγκόλιθον ἐξ ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἔχουσι κτισθῆ τὰ Κυκλώπεια τείχη τὰ ἐγκατεσπαρμένα πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, πάντες δὲ οἱ συνάδελφοι, μετὰ τῶν ὁποίων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι ἐν τῷ αὐτῷ κόμματι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Βουλήν, γινώσκουσι τὴν ἀντίστασιν, τὴν ὁποίαν ἀντέταξα προκειμένου νὰ ὑπογράψωσι τὰ κόμματα μετὰ τῆς ἐπαναστάσεως τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν πρὸς διαρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀντέστην ἐφ’ ὅσον αἱ δυνάμεις μου μοὶ τὸ ἐπέτρεπον, ἠναγκάσθην ὅμως νὰ ὑποχωρήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ὁλοψηφίαν τῆς Βουλῆς· πρὸς τοῦτο μαρτύρομαι τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παριστάμενον ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ διαφωνήσαντα ζωηρῶς πρὸς ὑμᾶς.
§316Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐμὲ διαφωνήσαντα ζωηρῶς πρὸς ὅλους σας, ἀλλὰ μοὶ ὑπεδείχθη ὅτι δὲν ὑπῆρχε τέλος πάντων ἄλλη διέξοδος, ὅπως ἐξέλθῃ τὸ Κράτος τῆς ἀνωμάλου ἐκείνης καταστάσεως.
§317Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὸ καταπότιον Πὶγκ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§318Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρεθεὶς καὶ ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ δώσω ψῆφον ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος δυνάμει ἑνὸς προσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη τότε εἰς τὴν Βουλήν. Ἔδωκα, Κύριοι, ψῆφον, ὅπως ἐξέλθῃ τὸ Κράτος τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως ἐκείνης, οὐχὶ ὅπως ἀναθεωροῦντες καταστρέψωμεν τὸν ἀθῳότερον πάντων τῶν θεσμῶν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πεντηκονταετίαν σχεδὸν διέπει τὴν Ἑλλάδα.
§319Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Καὶ μᾶς κατέστρεψε.
§320Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν εὐθύνην ἂν σᾶς κατέστρεψε φέρω οὔτε ἂν σᾶς διώρθωσε ζητῶ ἔπαινον· ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κατήρτισαν ἐκεῖνοι, εἰς τὸ ἐπιστημονικὸν ἀνάστημα τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἀτενίσω. Ἀκούω δὲ πάντων τῶν ῥητόρων τῶν ὁμιλούντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κάμωσι ποιοτικὴν διάκρισιν εἰς τὰ διάφορα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ λέγωσι: τοῦτο ἦτο τὸ σοβαρώτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐκεῖνο ἡ καρδία, τὸ ἄλλο ὁ ἐγκέφαλος. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν μεταξὺ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ ὑπάρξῃ ποιοτικὴ διάκρισις, διότι ἅπαντα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος θεωρῶ ἐξ ἴσου χρήσιμα· ἀλλά, ἐάν, Κύριοι, ἔπταισαν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀθῳότερον πάντων εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Ἂν κατεκρίθη τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος, τὸ κατέκριναν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις προφασιζόμεναι ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ψήφισιν Ἀστικοῦ κώδικος, τὴν διαρρύθμισιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὴν διαρρύθμισιν τῶν Δικονομιῶν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα καὶ θὰ τὸ ἐνθυμῶνται πάντες οἱ συνεδρεύσαντες ἐν προηγουμέναις Βουλαῖς, ὅτε ἐγένοντο συστάσεις πρὸς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, ὅπως ἐπισπεύσωσι τὴν σύνταξιν καὶ κωδικοποίησιν τοῦ Ἀστικοῦ νόμου, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἰσχυρίζοντο ὅτι μὲ τὴν κατάστασιν αὐτὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι, ἀποτελούμεναι μάλιστα κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ δικηγόρους, εἰς συμπέρασμα πρὸς ψήφισιν δικαστικῶν νόμων. Ἰσχυρίζοντο μάλιστα ὅτι πταίει τὸ ἀθῷον ἄρθρον 57, διότι ἠξίου τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Πρὸς συμπλήρωσιν δὲ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔρχεται καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὡς στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, κατὰ τὸν ὁποῖον Κανονισμὸν ἐκτὸς τῆς ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ψηφίσεως, τῆς ἀναγνώσεως τρὶς ἑκάστου νομοσχεδίου ἀπαιτεῖται καὶ ἡ τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας συζήτησις καὶ ψήφισις τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ συνόλου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ὁμιλοῦσα περὶ τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν συνόλῳ τῶν νομοθετημάτων λέγει ὅτι ἡ διάταξις περὶ ψηφίσεως τῶν νόμων τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας καὶ δὴ ἐν ἑκάστῃ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁρίζει, γνωστὸν εἶναι ὅτι δὲν ἔτυχεν ἀκριβοῦς πάντοτε ἐφαρμογῆς, ἀλλ’ ἐν τῇ πρακτικῇ ἡ μὲν πρώτη ἀνάγνωσις, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ καὶ ἡ δευτέρα, παρέρχονται ἀσυζητητί, κατὰ τὴν τρίτην δὲ συζήτησιν οὐχὶ σπανίως ἐπιφέρονται τροπολογίαι, νέον αὐτόχρημα νόμον δημιουργοῦσαι, ὅστις οὕτω ψηφίζεται κατ’ οὐσίαν ἐφάπαξ ἄνευ τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων. Ἤδη προτείνονται μεταβολαί τινες τοῦ ἄρθρου τούτου· ἡ πρώτη μεταβολὴ εἶναι ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀναφερομένη ἐν τῷ προσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον πάντες ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, ἡ δὲ ἄλλη μεταβολὴ ἢ μᾶλλον αἱ ἄλλαι μεταβολαὶ εἶναι αἱ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμεναι· καὶ ἡ μὲν προτεινομένη ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν συμπληροῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡς ἐλάττωμα μέχρι τοῦδε ἀνεφέρετο ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, δηλαδὴ διακρίνει τὴν θέσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς ψήφισιν κωδίκων Ἀστικοῦ, Ἐμπορικοῦ, Ποινικοῦ δικαίου ἢ Πολιτικῆς καὶ Ποινικῆς Δικονομίας ἀπὸ τῆς ψηφίσεως ἁπλῶν νομοσχεδίων, καὶ περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως αὐτῆς οὐδεὶς εἶναι ὁ ἀντιλέγων, ἀλλ’ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ προτείνει διόρθωσιν κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἄρξωμαι τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου ἀπὸ τῆς παραγράφου ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ διορθώνει τὴν παράγραφον τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ἡ ἐπιψήφισις κωδίκων ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου δικαίου προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ». Ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἀναφέρονται ῥητῶς οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ δύναται μετὰ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν συνόλῳ νὰ ψηφίσῃ δι’ ἑνὸς ἄρθρου, ἡ συνταγματικὴ ὅμως ἐπιτροπὴ ἔκρινε καλόν, ὅπως συντάμῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἐν τῇ φράσει «ἡ ἐπιψήφισις κωδίκων ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου δικαίου»· κατὰ δὲ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ παράσχωσι τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐξάγεται ὅτι τὸν αὐτὸν σκοπὸν εἶχον καὶ αὐτοί, τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐπιτροπήν· ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ πόσοι νόμοι δύνανται νὰ περιληφθῶσι;
§321ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν εὐρύτερον σκοπόν.
§322Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἐγὼ εἶμαι κατὰ τοῦ εὐρυτέρου σκοποῦ καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραγράφου, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἰδοὺ διατί· ὑποθέσατε, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κωδίκων ἰδιωτικοῦ δικαίου οὔτε περὶ δικαστικῶν νόμων, ἵνα διὰ μιᾶς φράσεως συμπεριλάβωμεν τὴν ποινικὴν καὶ πολιτικὴν δικονομίαν, τοὺς ἀστικούς, ἐμπορικοὺς καὶ ποινικοὺς νόμους, διότι σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως διευκολύνῃ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων τούτων, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ νόμον ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῶν, τῶν ὁποίων μέλος ἀποτελεῖτε καὶ ὑμεῖς ἐπαξίως.
§323Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπαξίως;
§324Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐπαξίως προκειμένου περὶ τοῦ κ. Πετμεζᾶ. Προκειμένου λοιπὸν περὶ δημοσίου δικαίου θὰ συμπεριλαμβάνωνται οἱ ἐκπαιδευτικοί, οἱ ἐκκλησιαστικοί, οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι, οἱ νόμοι περὶ στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς, οἱ προξενικοί, πάντες οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἀνάγονται εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον. Ὑποθέσατε μίαν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Κυβερνήσεων, τὰς ὁποίας διέπει ἐν ταῖς ἐργασίαις καὶ ταῖς συζητήσεσι τῶν νομοθετημάτων ἡ καλὴ πίστις οὔτε περὶ τῶν πλειονοψηφιῶν τῶν ἐχουσῶν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ὅπως κατ’ ἐπανάληψιν ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις μὴ σεβομένη ἑαυτήν; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πλειονοψηφία μὴ σεβομένη ἑαυτήν; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τῷ ὑπενθυμίσω ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, νὰ τῷ ὑπενθυμίσω ὅτι κατὰ μίαν ἑσπέραν εἰς ἓν τέταρτον τῆς ὥρας ἐψηφίσθησαν 600 ἄρθρα διαφόρων νομοθετημάτων. Τὰ Πρακτικὰ λέγουσιν ὅτι τὴν 2αν καὶ ἡμίσειαν ἀπεχώρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὴν 3ην παρὰ τέταρτον ἐλύθη ἡ συνεδρίασις καὶ ἐν τούτοις 600 ἄρθρα ἐψηφίσθησαν. Τὴν ἑπομένην, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ κυρωθῶσι τὰ Πρακτικά, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἀφοῦ καὶ ἄλλοι ὡμίλησαν, καὶ εἶπον: διὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἑκάστου ἄρθρου, διὰ τὴν ἐρώτησιν τοῦ Προέδρου καὶ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ ἀποτελέσματος δὲν χρειάζεται τοὐλάχιστον ἓν λεπτὸν δι’ ἕκαστον ἄρθρον; Ἔχετε 600 λεπτά; Διὰ τὰς τοιαύτας Κυβερνήσεις, διὰ τὰς τοιαύτας πλειονοψηφίας πρέπει νὰ θέσωμεν ὅριον εἰς τὰς τοιαύτας αὐθαιρεσίας. Ἂν ἐπρόκειτο πᾶσαι αἱ πλειονοψηφίαι, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις νὰ εἶναι καλῆς πίστεως, τότε δὲν ἦτο ἀναγκαία οὔτε συνταγματικὴ οὔτε νομοθετικὴ διάταξις. Διὰ τοῦτο λοιπόν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μειώσω τὴν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τοὺς ἀποτελέσαντας τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν ὑπόληψίν μου, θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς ἀντὶ τῆς προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ δεχθῶσι τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει διατυπώσει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ σχεδίῳ αὑτῆς, διότι τὴν διατύπωσιν αὐτὴν τὴν θεωρῶ καὶ πληρεστέραν καὶ ἀσφαλεστέραν. Γνωρίζετε πόσοι στρατολογικοὶ νόμοι ἔχουσι ψηφισθῆ, ἀφ’ ὅτου καθιερώθη ἐν Ἑλλάδι ἡ γενικὴ στρατολογία. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται μία Κυβέρνησις καὶ θέλουσα νὰ κωδικοποιήσῃ εἴτε τοὺς στρατολογικοὺς νόμους εἴτε τοὺς νόμους περὶ χαρτοσήμου εἴτε τοὺς φορολογικούς, προκειμένου μάλιστα νὰ ψηφίσητε καὶ τὸν νόμον περὶ σπειρομένων γαιῶν, λαμβάνει ὅλους τοὺς φορολογικοὺς νόμους τοὺς ἰσχύοντας ἐπὶ τῇ μακαρίᾳ τῇ λήξει δεκάτῃ καὶ καὶ σᾶς τοὺς φέρει διὰ τῶν στοιχείων τῶν ἀριθμητικῶν καὶ σᾶς λέγει· ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ οἱ νόμοι: Α, Β, Γ, Δ κλπ. Ποῦ θὰ τοὺς εὕρητε αὐτοὺς τοὺς νόμους; Ποῖος ἔχει τὴν ἱκανότητα τῆς νομικῆς ἀρχαιολογίας νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ αὐτοὺς τοὺς νόμους; Διὰ τοῦτο ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ δεχθῶμεν τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, ὅπως εὕρηται τοῦτο διατετυπωμένον ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δώσωμεν τουτέστι τὴν ἄδειαν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, εἴτε εἰς τὴν παροῦσαν εἴτε εἰς τὴν διάδοχον αὐτῆς,—διότι μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὸ μέλλον ἀόρατον καὶ ἡ τύχη κοινή· ἂν προσμειδιᾷ πρὸς ὑμᾶς ἡ τύχη, δὲν εἶναι τίποτε εὐκολώτερον νὰ στρέψῃ αὕτη τὰ νῶτα αὔριον· καὶ εἰς ἄλλους πρὸ ὑμῶν ἄλλοτε προσεμειδία ἡ τύχη, ἀλλὰ τώρα ἠξεύρω καὶ ἐγὼ τί λέγετε σεῖς ἐδῶ; (Γέλωτες).
§325Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μέμνησο ὅτι ἄνθρωπος εἶ! (Γέλωτες).
§326Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν μέλλουσαν, εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ διευκολυνθῇ μίαν ὥραν τὸ ταχύτερον ἡ ψήφισις τοῦ ἀστικοῦ νόμου, ἡ ἀνακάθαρσις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἡ ἀνακάθαρσις τῆς ποινικῆς δικονομίας, ἐμβαλλώματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην βλέπομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐμβαλλώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω ἂν διορθώνουν ἢ χαλοῦν αὐτὸ τὸ κρατοῦν σύστημα τὸ περὶ δικονομιῶν. Καὶ θὰ εἶναι μεγάλη δόξα—τὸ εἶπον καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ λέγω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου —, θὰ εἶναι μεγάλη δόξα, ἂν περατωθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον αὐταὶ αἱ ἐπιτροπαί, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ πρὸς κωδικοποίησιν τῶν δικαστικῶν νόμων, θὰ εἶναι μεγάλη δόξα διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὰ εἶπον δὲ αὐτά, ὅτε παρεκάλεσα αὐτὸν ἰδιαιτέρως νὰ ἀποσύρῃ ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ κλαύσωσι πολλοί. Κηρύσσομαι λοιπόν, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔχει, ἐπιπροσθέτως δὲ νὰ προστεθῇ καὶ ἡ παράγραφος, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προτείνει. Ἀντὶ τῆς προτελευταίας παραγράφου τῆς μελέτης τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς νὰ προστεθῇ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως: «Προκειμένου ὅμως περὶ ἐπιψηφίσεως κωδίκων ἀστικοῦ, ἐμπορικοῦ, ποινικοῦ δικαίου ἢ πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικονομίας, κατόπιν συζητήσεως, ψήφισις αὐτῶν δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ». Τοῦτο νὰ τεθῇ ὡς βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἤδη, Κύριοι, ἐγένετο διαλεκτικὴ μάχη περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς βʹ παραγράφου τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπὶ τῆς χρησιμότητος οὐδεὶς ἀντεῖπε καὶ ἐγὼ θὰ τὸ ὑποστηρίξω, ὄχι ὅμως ὅλης τῆς παραγράφου. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον εὐλαβῶς ἠκροάσθην, καὶ οἱ ἄλλοι ὁμιλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ὅτι εἶναι χρησιμωτάτη ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπάς. Τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, καὶ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς διατάξεως ἔχω πεῖραν. Ὁσάκις νομοσχέδια παρεπέμφθησαν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἠθέλησαν νὰ ἐργασθῶσι, τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, Κύριοι, ἐγένοντο ἀρτιώτατα. Οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ὡς νομοσχέδια παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπάς, οἱ νόμοι ἐκεῖνοι εἶναι οἱ μᾶλλον εὐεφάρμοστοι κατὰ τὴν πρᾶξιν, τοὐναντίον δὲ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ ἐπιμονῇ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, χωρὶς νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπάς, αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἠναγκάσθησαν μετ’ ὀλίγον νὰ ζητήσωσι τὴν μετατροπὴν ἢ τὴν κατάργησιν τῶν νόμων ἐκείνων, διότι τὰ νομοσχέδια ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μόνον τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν φέρουσιν. Οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἔχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάθηται νὰ συντάσσῃ νομοσχέδια, εἴτε ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα διευθύνει τὰ ἔργα τῆς πλειονοψηφίας εἴτε αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας σεῖς κατακρίνετε ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ παρελθόν. Τὰ νομοσχέδια μίαν πηγὴν ἔχουσι, διότι οἱ ἰσόβιοι Ὑπουργοὶ δὲν μετεκινήθησαν ἐκ τῶν Ὑπουργείων· παραγγέλλετε ἀπόψε: θέλω ἓν νομοσχέδιον τοιοῦτον· τὸ πρωὶ σᾶς τὸ ἔχουσιν ἕτοιμον· τὸ φέρουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ψηφίζουσιν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ὑποδιαστολαὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπετρέπετο νὰ μεταβληθῶσι. Βεβαίως τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Διὰ τοῦτο ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ συνταγματοποιηθῇ; Πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Κανονισμόν; Θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ παραπομπὴ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πρῶτον δὲν εἶναι γνωστὸν πότε θὰ γίνῃ ὁ νέος Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς· δεύτερον ὁ Κανονισμὸς εἶναι εὐμετάβλητος ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ μία πλειονοψηφία —καὶ εἶπον ὅτι κοινὴ γὰρ ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον ἀόρατον καὶ ἄδηλον—μὴ εἰλικρινὴς καὶ μὴ σεβομένη ἑαυτὴν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ· ὅτι πάντα τὰ νομοθετήματα πρέπει νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφίζωνται ἀμέσως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος νὰ ψηφίζωμεν νόμον ἀφ’ ἑσπέρας καὶ τὴν πρωίαν νὰ μὴ τὸν γνωρίζωμεν, ὅπως ἐγένετο κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς τακτικῆς Βουλῆς. Ἐψηφίσαμεν νόμους, τοὺς ὁποίους ἦλθεν ἡ ἀμέσως Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐστατο ἐπαξίως ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, καὶ διώρθωσε μὲν μερικούς, ἐξακολουθεῖτε δὲ καὶ σεῖς νὰ διορθώνητε. Σεῖς ἐψηφίσατε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλονται 4–5–6 ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, διότι ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ὡς ἄλλοι τοιοῦτοι, ὅτε δὲ ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ κανείς, τῷ ἐπεβάλλετο σιωπὴ ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς αἰθούσης (Ἱλαρότης). Αἱ συζητήσεις δὲ αἱ γενόμεναι ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ εἰς τρεῖς ὀφείλονται, εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κ. Ἀγγελόπουλον. Οὐδεὶς ἄλλος ὡμίλει. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπηρκοῦμεν νὰ ἀναγινώσκωμεν ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο δι’ ἁμάξης καὶ ἐξεφορτώνοντο ἴσως εἰς τὸ προαύλιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἔφερον αὐτὰ ἐδῶ καὶ τὰ ἄφηνον ἔκθετα καὶ σᾶς ἔλεγον· ψηφίσατέ τα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, διότι τὰ ἔκαμαν νομομαθεῖς, καὶ ἐψηφίζοντο, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξακολουθεῖτε ἤδη νὰ τὰ διορθώνητε. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς εἶναι ἀπολύτως χρήσιμος. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς παραγράφου αὐτῆς τῆς διατυπωθείσης ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἥμισυ καταστρέφει τὸ πρῶτον ἥμισυ τῆς παραγράφου αὐτῆς, καὶ τὸ καταστρέφει ὄχι διὰ τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων καλῆς πίστεως, διότι, ὅπως εἶπον, αἱ καλῆς πίστεως Κυβερνήσεις καὶ καλῆς πίστεως πλειονοψηφίαι οὐδενὸς περιορισμοῦ ἔχουσιν ἀνάγκην· ἰδοὺ διατί, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω, θὰ τὸ ἀποδείξω δὲ ἐκ τῆς συγχρόνου ἱστορίας ἡμῶν αὐτῶν: «Εἰς ἐξαιρετικὰς ὅμως περιστάσεις δύναται ἡ Βουλὴ κηρύσσουσα τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν νὰ μὴ παραπέμψῃ ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο κατ’ ἄρθρον συζητήσεων χρόνον». Τοῦτο πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι, ἂν ὑποθέσητε ὅτι ἔχετε καὶ Κυβέρνησιν καὶ πλειονοψηφίαν κακῆς πίστεως, θὰ κηρύξητε ὅλα τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα, ὅπως ἀνέφερα, ὅτι ἑξηκοντάδες τοιούτων ἐψηφίσθησαν κηρυχθέντων ὅλων κατεπειγόντων. Ἀλλά, ἄν τι κατεπεῖγον πρόκειται νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, κατὰ τί παραβλάπτεται; Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀσθενοῦντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγήθη νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δι’ οὗ ἐζήτει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἑκατομμυρίων ὅλων καὶ παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως, διότι ἦτο κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον. Τότε ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου εἶπον, ὅτι δέον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν· «Ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ ψηφισθῇ». — Τὸ ἀφήνω ἐγώ, ἀλλὰ δὲν ἀφήνει τὸ Σύνταγμα, ἀπήντησα. Τῳόντι, ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης μου· παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις συνῆλθεν ἀμέσως, τὸ ἐνέκρινε καὶ ἐψηφίσθη. Εἰς τοιούτου εἴδους νομοσχέδια, οἱαδήποτε ἐπιτροπὴ καὶ ἂν εἶναι, θὰ καλῆται ἀμέσως νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς, διότι τὰ ὄντως κατεπείγοντα νομοσχέδια δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην κανονικῆς συζητήσεως· τὸ κατεπεῖγον τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, τῶν ὀρθῶν, τῶν ἀφορώντων συμφέροντα τοῦ Κράτους θὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ γίνῃ ἀναγραφὴ τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζων τὴν χρησιμότητα τῆς διατάξεως περὶ ἐπιτροπῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὕτη ἔχει θέσιν ἢ ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος ἢ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς· θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη μόνον ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ συνταγματοποιηθῇ, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι εὐμετάβλητος καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ συνταγματικὴ διάταξις ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ, ἂν συνταγματοποιηθῇ ἡ διάταξις, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ παραπέμπῃ τὰ διάφορα νομοθετήματα εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Ἔχομεν τώρα τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν διαγραφὴν τῆς ὁποίας προτείνω: «Ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς ἐτροπολογήθη». Κατὰ τί χρησιμεύει αὐτό, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰς δεκαετηρίδας ἰσχύει, προκειμένου περὶ συνόλου μόνον τὸ λεκτικὸν τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ διορθωθῇ, εἰς δὲ τὴν οὐσίαν δὲν δύναται νὰ ἐπεμβῇ; Ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ δώσωμεν τὴν σημασίαν εἰς τὸ σύνολον, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ἔδωκεν· ἀλλὰ τότε ἦτο περιττὴ ἡ διάκρισις κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως καὶ ἐν συνόλῳ ψηφίσεως, διότι εἶναι σχῆμα πρωθύστερον· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν κατ’ ἀρχήν, πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν, πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ ἕως εἰς τὸ τέλος.
§327ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμον τὴν διάκρισιν.
§328Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης, Κύριοι, ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, ὅπως τὸ διατυποῖ ἡ ἐπιτροπή: «Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορᾷ καταργηθέντων νόμων». Ἀλλοίμονον, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἑκάστοτε πλειονοψηφίας, ἵνα δι’ ἑνὸς ἄρθρου ἐπαναφέρωσιν ἐν ἰσχύϊ καταργηθέντας νόμους, τοὺς ὁποίους οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ μάθωμεν τί λέγουσι. Τὸ ἐπιχείρημα δὲ ὅτι ἐγένετο καὶ ἄλλοτε νὰ ἐπανέρχωνται ἐν ἰσχύϊ καταργηθέντες νόμοι, χωρὶς νὰ συζητηθῶσιν ἴσως, συνέβη πολὺ σπανίως, καὶ παράδειγμα φέρω τὸ ἑξῆς: Κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐρημοδικιῶν, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη καὶ τώρα. Ἵνα καταργηθῇ ὅμως ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἡ Βουλὴ τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Φικιώρη δὲν εἶπεν ὅτι καταργεῖται αὐτὸς ὁ νόμος καὶ ἐπανέρχονται τὰ ἄρθρα τῆς Ποιν. Δικονομίας ἐν ἰσχύϊ, ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις ὅλα τὰ ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὰ ὁποῖα μετερρυθμίζοντο διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ αὐτὴ ἡ τακτικὴ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐλάμβανε χώραν. Ὅταν εἷς νόμος καταργηθῇ, δὲν ὑφίσταται πλέον καί, διὰ νὰ λάβῃ ἐκ νέου ζωήν, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ ὄχι ὡς θὰ θέλωσιν αἱ μέλλουσαι πλειονοψηφίαι. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ θὰ εἶμαι πολὺ εὐτυχής, ἐὰν γίνωσι δεκτά.
§329ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀκόμη;
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς.
§331Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἀφοῦ καλοῦμεν τὴν Βουλὴν δι’ αὔριον εἰς τὰς 10.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12ῃ καὶ 10′.)