1911.03.31
2,058 rows · 15,220 words · 241 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62.
Τῆς 31ης Μαρτίου 1911
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 20′ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 184 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως μετὰ παρατηρήσεις τῶν κυρίων Θ. Πετραλιᾶ καὶ Δ. Γκλαβᾶ).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Αἴτησιν τοῦ Δ. Π. Οἰκονόμου κατοίκου Καλαμπάκας ζητοῦντος σύνταξιν· 2) Οἱ κάτοικοι Γκοριτσᾶς ζητοῦσιν ἀδείας ὑλοτομίας· 3) Οἱ κάτοικοι Ξανθιανίκων καὶ Φαγριανίκων τοῦ δήμου Λεύκτρου ζητοῦσιν, ὅπως ὑπαχθῇ εἰς τὴν περιφέρειάν των ἡ Μονὴ «Παναγία ἡ Γιάτρισσα»· 4) Ὁ Κ. Καφετζῆς κλητὴρ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ 30ετίαν ὑπηρετήσας ζητεῖ σύνταξιν ἢ βοήθημα· 5) Οἱ κάτοικοι Σκουρτοῦς τοῦ δήμου Ἀστακοῦ ζητοῦσιν, ὅπως γίνῃ ἡ δέουσα σύστασις τῷ ἐφόρῳ Βονίτσης ζητοῦντι ἀνυπάρκτους φόρους· 6) Οἱ κάτοικοι Περαχώρας ζητοῦσιν, ὅπως μὴ ἐγκριθῇ σύμβασις πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν πηγῶν Λουτρακίου· 7) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βόλου ζητεῖ ἀναστολὴν τοῦ περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν θεσμοῦ πρὸς ἐκκαθάρισιν αὐτῶν· 8) Ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς Ζαχάρως κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς «Προνομιούχου»· 9) Οἱ κάτοικοι Γαυρίου τῆς Ἄνδρου ζητοῦσι νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ ῥακίου ἐκ μούρων 2 μῆνας κατ’ ἔτος· καὶ 10) Οἱ κάτοικοι Μπατσίου Ἄρτης ζητοῦσιν ἵδρυσιν δημοτικοῦ σχολείου θηλέων· Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§2Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὑπ’ ἀριθμὸν 96 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐπερώτησις σπουδαιοτάτη. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐν γένει ἐνδιαφέρον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ προτάξεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ.
§6Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπείᾳ προτάσεως τῶν βουλευτῶν κ. Πελ. Ἠλιοπούλου, Θ. Πετραλιᾶ, Κ. Κατηφόρη, Διον. Κλάδη, Γ. Πὼπ, Ν. Ῥαφτοπούλου, Γ. Παπακυρίτση, Α. Μονοκρούσου κλπ. γενικεύεται ἡ συζήτησις.
§8Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἀναγνώσω ἀκριβῶς τί ἔγραψεν ἡ «Πατρίς», διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ χαρακτηρίσητε δεόντως τοῦτο.
§9Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Συνέβησαν ὄργια· ὠργίασεν ὁ εἰσαγγελεύς.
§10Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει:) «Σοβαρὸν ἐπεισόδιον...... μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ προέδρου Πρωτοδικῶν. Αὐτὰ καὶ μόνον ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ἡ ἐφημερὶς «Πατρίς», ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τὸ μόνον ἡμερήσιον φύλλον ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἠλείᾳ, φύλλον τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ ὕψιστα κοινωνικὰ συμφέροντα. Αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὅλως χρονογραφικῶς ἀνέγραψεν ἡ «Πατρίς», ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ὡς ἐξύβρισις, κατηγγέλθη ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος κ. Βαρουξῆς καὶ εἰσήχθη δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς δίκην. Δὲν ἤρκει μόνον τὸ κατηγορητήριον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀλλεπάλληλα ἄλλα κατηγορητήρια ἐδημιούργησεν ὁ Εἰσαγγελεύς. Τηλεγραφικῶς εἰδοποιήθη ὁ κ. Βαρουξῆς, ὅτι εἰσήχθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτοῦ ἦτο ἀναγεγραμμένη ὑπ’ ἀριθ. 75 εἰς τὸ Πινάκιον. Ἀμέσως σπεύδει νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Πύργον φρονῶν, καὶ πολὺ δικαίως, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσίς του κατεῖχε τὴν 75ην σειρὰν ἐν τῷ Πινακίῳ, πάντως θὰ ἐξεδικάζετο μετὰ μεσημβρίαν ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ. Ἐπιβιβάζεται λοιπὸν ὁ κ. Βαρουξῆς εἰς τὸ πρῶτον τραῖνον καὶ φθάνει εἰς Πύργον. Ἀλλὰ τί εἶχε συμβῆ; Ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶχε ζητήσει τὴν προτίμησιν τῆς ὑποθέσεως· εἶχεν εἰσαχθῆ αὕτη πρώτη πασῶν κατὰ προτίμησιν, καὶ εἶχεν ἤδη δικασθῆ ἐρήμην. Φαντασθῆτε λοιπόν, ἐὰν ἴσχυε καὶ ὁ νόμος περὶ ἐρημοδικιῶν, τί ἠδύνατο νὰ πάθῃ ὁ δημοσιογράφος αὐτός. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ λάβῃ τὰ ἐπεισόδια ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ δώσῃ ἓν καλὸν μάθημα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, οἵτινες οὐ μόνον διαπληκτιζόμενοι καὶ ἀλληλοϋβριζόμενοι δημοσίᾳ καταρρίπτουσι παρὰ τῇ κοινωνίᾳ τὸ γόητρον τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τολμῶσι, ποιούμενοι κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, νὰ μεταχειρίζωνται πάντα τὰ μέσα τῆς ἐκδικήσεως ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες ἐλέγχουσιν αὐτούς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ ἤδη λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν ἀτόπων αὐτῶν.
§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος «Πατρίδος», τοῦ ὁποίου τὸ σχετικὸν δημοσίευμα ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ προλαλήσας, εἶχε περιέλθει ἐγκαίρως εἰς γνῶσίν μου πολλὰς ἡμέρας πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ἡ ἐπερώτησις, ἡ ἤδη συζητουμένη. Τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ἡ ἐφημερὶς «Πατρίς», ἐνόμισα ὅτι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀληθεύουσι τὰ γραφόμενα, προσκρούει εἰς τὰ καθήκοντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως· καὶ διὰ τοῦτο ἀπηύθυνα ἔγγραφον περιέχον καὶ φύλλον τῆς ἐφημερίδος πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, τὸν ὁποῖον διέταξα νὰ μεταβῇ ἄνευ ἀναβολῆς εἰς Πύργον καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐν Πύργῳ Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρόεδρον. Ἔλαβον δὲ τηλεγραφικῶς τὴν εἰδοποίησιν, ὅτι μετέβη ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ προέβη εἰς ἀνακρίσεις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ἐδημιουργήθη φαίνεται, καὶ δεύτερον ἐπεισόδιον, τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τουτέστιν ἐκάλεσε δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον νὰ δικασθῇ ὁ διευθυντὴς τῆς «Πατρίδος» ἐπὶ ἐξυβρίσει, διότι τοιαῦτά τινα ἐδημοσίευσε. Διὰ τοῦτο ὅμως τὸ γεγονὸς δὲν δύναμαι νὰ κάμω ἐπέμβασίν τινα, δὲν δικαιοῦμαι νὰ εἴπω τι πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ δίκη, οὐδὲ εἶμαι ἀπὸ τοῦδε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ἂν ὁ Εἰσαγγελεὺς εὑρίσκεται ἐν κανονικῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ἢ ὄχι. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀποδειχθῇ ὅτι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς δημοσίας κατηγορίας ἐναντίον τοῦ διευθυντοῦ τῆς «Πατρίδος» ὁ Εἰσαγγελεὺς παρέβη τὰ καθήκοντά του, βεβαίως τὸ γεγονὸς τοῦτο θέλει ἀποτελέσει βάσιν καταδιώξεως ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην τινὰ παράβασιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§13Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπῆρξεν οἵα ἀνεμένετο νὰ εἶναι ἀπὸ Ὑπουργὸν τῆς θελήσεως καὶ τῆς περιωπῆς βεβαίως τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον, εἶναι τοῦτο, ὅτι πάντως ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς ὑπόκειται εἰς τὸν κίνδυνον νὰ καταδικασθῇ καὶ ὑποστῇ ποινήν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστῇ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ τιμωρηθῇ ὁ Εἰσαγγελεύς, ἂν τυχὸν παρέβη τοὺς τύπους.
§14Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὰ θὰ τὸν τιμωρήσωσιν οἱ δικασταί, χωρὶς νὰ εἶναι ἔνοχος; Συνωμοσίαν τοιαύτην μεταξὺ δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέως δὲν φαντάζομαι.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ὑπέγραψε τὸ ἐγκλητήριον, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ ἀντικαταστάτης τοῦ Εἰσαγγελέως;
§16Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω περὶ τούτου, διότι καὶ δὲν ἐξετάζω τὸν τύπον, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Γνωρίζομεν δὲ ὅτι ὑπάρχει πνεῦμα συναδελφότητος μεταξὺ τῶν δικαστῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τῶν τύπων, γνωρίζομεν δὲ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων κλάδων. Οὐδένα δὲ δισταγμὸν ἔχω νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εἰς τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις κατὰ γενικὸν κανόνα δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν κρίσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ δικάσωσι. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπραξε τὸ καθῆκον του, νομίζω ὅμως ὅτι θὰ ἦτο καλὸν καὶ τὸ ἄλλο Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς τοποθετήσεως τῶν διαφόρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς δέον νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παραμένῃ ἐν Πύργῳ. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἔργον ἄλλου σώματος, τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δογάνης ἔχει τὸν λόγον.
§18Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἁρπάσῃ τὸν κύριον αὐτὸν ἐκ τοῦ ὠτίου καὶ νὰ τὸν μεταθέσῃ, διότι ἐν Πύργῳ ἐδημιουργήθη κατάστασις ἀφόρητος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κατήγγειλε καὶ πνέει μένεα κατὰ τοῦ δημοσιογράφου Βαρουξῆ, γνωρίζετε διατί; Διότι ὁ Βαρουξῆς ὡς ἐφημεριδογράφος ἤλεγξε τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι εἰς τοὺς χορούς του ἐκάλει τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς μόνον εἰσήγησιν πρὸς μετάθεσιν αὐτοῦ δύναται νὰ κάμῃ, ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ τὴν κάμῃ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσι ζητήσει τὸν λόγον 12 Βουλευταί· Θὰ ὁμιλήσωσι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§21Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ὁ κ. Μανουσόπουλος.
§22Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ καλλίτερος Εἰσαγγελεύς.
§23Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ συλλάβῃ ἐκ τοῦ ὠτίου τὸν Εἰσαγγελέα αὐτόν, ἵνα τὸν ἀποπέμψῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἐλέχθησαν ταῦτα, καθόσον ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ποίας περιωπῆς εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Μανουσόπουλος, διότι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπηρετεῖ...
§24Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν εἶπον νὰ τὸν πετάξῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· νὰ τὸν μεταθέσῃ.
§25Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. .. καὶ πόσον ὑψηλὰ ἵσταται ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρομανιάτης.
§27Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω κατὰ τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ ἐπιρρίψωσι κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ Εἰσαγγελέως. Οἱ μεμφόμενοι αὐτοῦ δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὸ ἐπεισόδιον ἐν Πύργῳ, ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ μεμφθῶσι καὶ ὁλόκληρον τὴν εἰσαγγελικὴν δρᾶσιν αὐτοῦ. Τὴν μομφὴν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, τὴν εὑρίσκω καὶ ἀδικαιολόγητον καὶ ἀόριστον. Δὲν δύνανται οἱ κ. συνάδελφοι νὰ μέμφωνται ἕνα Εἰσαγγελέα, ἂν δὲν ἔχωσιν ἀποδείξεις κατ’ αὐτοῦ, ἂν δὲ ἤθελον ζητηθῆ ἀποδείξεις, αἱ ἀποδείξεις θὰ ἦσαν πάντοτε ὑπὲρ τοῦ εἰσαγγελέως. Τοῦτο μόνον ἐγὼ ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Μανουσόπουλος εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων Εἰσαγγελέων, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν γνωρίζω, διότι ὑπηρέτησεν εἰς τὰς Καλάμας, θὰ παρεκάλουν δὲ νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἂν ὁ κ. Μανουσόπουλος εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν Εἰσαγγελέων, καθ’ ὧν δύνανται νὰ ἐγείρωνται μομφαί, ἢ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ παραμένωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁμολογουμένως τιμῶσι ταύτην.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βοζίκη καὶ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δύναται νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω οὔτε ἐξ ὄψεως τὸν κ. Μανουσόπουλον, ἀλλὰ γνωστὸν ὅτι καὶ εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπάρχουσιν ὑποθέσεις, ἐφ’ ὧν φαίνεται θορυβώδης ὁ ἕτερος τῶν ὑπαλλήλων, ὁ πρόεδρος, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βοζίκης, δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι δυνατὸν νὰ εἶναι τίμιος εἷς ὑπάλληλος, ἀλλὰ νὰ κάμῃ μίαν μεμονωμένην πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ἐρεύνης. Γνωρίζω ὅτι διαδίδεται ἐν Ἀθήναις ἐν τῷ δικαστικῷ κόσμῳ ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου μετέβησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ἐξήτασαν τὰ κατὰ τοὺς ὑπαλλήλους, ἔκαμον ἔκθεσιν καὶ κατὰ τοῦ προσώπου, ἐκείνου, ἥτις ὅμως δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ προήχθη οὗτος, εἶναι δ’ εὐχάριστον, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον, καθ’ ὃν χρόνον πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσεν ἀναφορὰν πολίτου περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, περὶ ἧς ἔχω μὲν ἀντίθετον γνώμην, ἀλλ’ ἐξ ἧς ἀρύομαι ἐπιχείρημα κατὰ τῶν ἀναξίων.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συγγραφὴ τῶν «παραλλήλων βίων». Δὲν θὰ μείνῃ κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐξυμνήσῃ ἢ νὰ μὴ κατηγορήσῃ πρόσωπον. Ὁ κ. Πετρέας ἔχει τὸν λόγον.
§33ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί· αἱ μομφαὶ αἱ ἐπιρριπτόμεναι καθ’ ἑνὸς δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν εἶναι ἄμεμπτον, νομίζω, ὅτι εἶναι πρόωροι καὶ ἄδικοι, ἄλλως οὐδεμίαν ἔγγραφον βεβαίωσιν φέρουσιν οἱ ἀξιότιμοι κ. προαγορεύσαντες, μαρτυροῦσαν ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὰς παραβάσεις, τὰς ὁποίας τῷ καταγγέλλουσιν. Ἄν, Κύριοι, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνόμισεν ὅτι ὑβρίσθη ἢ προσεβλήθη ὁπωσδήποτε ὑπὸ τῶν δημοσιογράφων, νομίζω, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν. Ἂν λοιπὸν προσέφυγεν εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ ἐζήτησεν ἱκανοποίησιν τῆς προσβληθείσης ὑπολήψεώς του, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μεμφώμεθα αὐτόν, οὐδὲ νὰ ἐπιρρίπτωμεν μομφὴν εἰς τὸ Δικαστήριον, εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ δικάσωσι τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ δημοσιογράφου. Ἂν δὲ ὁ ἴδιος ὁ παθὼν ἐνήργησε καὶ ὡς κατήγορος τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως, ἡ δικονομία προβλέπει καὶ δύναται ὁ κατηγορούμενος νὰ ζητήσῃ τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν, καταδιώκων τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὅστις ἐπελάθετο τοῦ καθήκοντός του, καί, ἐνῷ ὤφειλε ν’ ἀπόσχῃ πάσης ἐνεργείας, ἀπεσιώπησε τὴν ἰδίαν αὐτοῦ συμμετοχὴν καὶ ἐνήργησεν αὐτὸς ὁ παθὼν ὡς κατήγορος. Ἐὰν δὲ περιπλέον παρέβαινε τοσοῦτον καταφώρως τὸ καθῆκόν του ὁ Εἰσαγγελεύς, ἠδύνατο διὰ μιᾶς αἰτήσεώς του ὁ κατήγορος νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσίν του. Ὁ ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα διασύρεται σήμερον, εἶναι εἷς τῶν διαπρεπεστέρων καὶ καλλιτέρων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, πρόωρος δὲ εἶναι ἡ ἀξίωσις τῶν κυρίων προλαλησάντων, ἀξιούντων ἵνα συλλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν Εἰσαγγελέα ἐκ τοῦ ὠτίου.
§34Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν τὸ κάμνει, δι’ αὐτὸ τὸ εἶπον. Σεῖς εἶσθε συμπολίτης του καὶ συγγενής του καὶ δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Πετραλιᾶ.
§36ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἂς βεβαιωθῶσι δικαστικῶς αἱ παραβάσεις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τότε, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του, δύναται νὰ ἐπιρριφθῇ μομφὴ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§37Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅπως ἦλθον τὰ πράγματα, πρέπει νὰ φύγῃ ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο ἀπὸ ἐκεῖ.
§38Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι, ὅτε κατηγγέλθη εἰς ἐμὲ τὸ ἐπεισόδιον Πύργου, ἰδίᾳ ἐκ μέρους τοῦ ἐμοῦ συμπολίτου κ. Βαρουξῆ, εἶπον κατ’ ἐμαυτόν, ὅτι τὸ ζήτημα μεταξὺ προέδρου Πρωτοδικῶν καὶ Εἰσαγγελέως δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ τὸ ἐπιληφθῶμεν πρὶν ἢ τὴν τελευταίαν λέξιν εἴπῃ ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῖον τῶν δύο μερῶν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμήν, καὶ ποῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεβίβασε τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης εἰς χθαμαλὸν ἔδαφος.
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζομεν καὶ ἂν συνέβησαν τὰ πράγματα.
§40Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶμαι συμφωνότατος. Ἐπίσης εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κανονίζωμεν τὰς κοινωνικὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἐάν τις ἐξετράπη καὶ ἐσύρθη εἰς ἐδάφη καὶ στρώματα κοινωνικὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μειοῦσι τὸ γόητρον τῆς Πολιτείας, ὑπάρχουσιν Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπαναφέρωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, καὶ βεβαίως θὰ εἶναι οὐτοπία νὰ λέγηται ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν. Τὸ κέντρον τῆς ὑποθέσεως, Κύριοι, συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς: Ὁ Εἰσαγγελεύς, κατόπιν τῶν δημοσιευθέντων ἐκ μέρους τοῦ δημοσιογράφου κ. Βαρουξῆ εἰς τὴν «Πατρίδα» τοῦ Πύργου, ὑπέγραψε τὸ ἐγκλητήριον θέσπισμα ἢ δὲν τὸ ὑπέγραψεν;
§41ΧΡ. ΚΟΡΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ὑπέγραψεν.
§42Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν λέγει τις ὅτι τυπικῶς, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν ὑπέγραψε τὸ κλητήριον θέσπισμα, ἀλλὰ τὸ ὑπέγραψεν ὁ Ἀντεισαγγελεύς, δὲν λέγει τις ὅτι τυπικῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς εὑρίσκεται εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ πάσης ἐμπαθείας ἐναντίον τοῦ κ. Βαρουξῆ, δὲν ἀγνοεῖτε ὅμως ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ εἶναι ἀδιαίρετος, μάλιστα δὲ εἶναι ἀδιαίρετος πρὸ πάντων ὁσάκις πρόκειται νὰ κανονισθῇ σχέσις Ἀντεισαγγελέως ἢ Εἰσαγγελέως ἀφ’ ἑνὸς καὶ οἱουδήποτε τρίτου ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ ἱστορία τῶν Δικαστηρίων ἀποδεικνύει τοῦτο. (Διαμαρτυρίαι).
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§44Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, εἶναι διατί στενοχωρούμεθα, ὅταν ἀκούωμεν ὁμιλοῦντας τοὺς συναδέλφους μας.
§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ ἐξετυλίχθησαν ἐπαρκῶς. (Θόρυβος).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω μετὰ λύπης μου, ὅτι πρὸ παντὸς θορυβοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον ἤδη, οἱ ὁποῖοι ἐξήσκησαν τὸ δικαίωμά των.
§47Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ κατέλθω τοῦ βήματος, ἐὰν δὲν ἀποκρυσταλλώσω τὰς σκέψεις μου. Παρατηρῶ, Κύριοι, μετὰ λύπης μου, ὅτι ὁσάκις ὁμιλοῦσι ῥήτορες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντιθέτους σκέψεις πρὸς οἱονδήποτε τῶν κυρίων Βουλευτῶν, κανονίζομεν τὴν στάσιν μας εἴτε διὰ θορύβου εἴτε δι’ ἐπικροτήσεων. Βεβαίως εἰς τὰ πολυμελῆ Σώματα παρατηροῦνται τοιαῦται ἀνωμαλίαι, ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι ὁσάκις ῥήτωρ συγκεκριμένος ἀνέρχεται νὰ ὁμιλήσῃ δι’ οἱανδήποτε ὑπόθεσιν, λαμβάνεται τοιαύτη στάσις ἐκ μέρους ὡρισμένης μερίδος Βουλευτῶν, ἡ ὁποία ὁμολογῶ ὅτι δὲν τῇ περιποιεῖ τιμήν. Μάλιστα δὲ δὲν διστάζω νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτε ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργοστολίου καὶ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Τετενές, ἐγὼ τὸν ἤκουσα μετὰ μεγίστης προσοχῆς, αὐτὸς ὅμως ἔχει ἓν περίεργον ἐλάττωμα, ὄχι βεβαίως κοινοβουλευτικόν· ὁσάκις δηλαδὴ ἀνέρχονται ἕτεροι Βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσωσιν, αὐτὸς πάντοτε διακόπτει. Ἄλλως πρέπει νὰ σημειωθῇ τὸ ἑξῆς, χωρὶς νὰ στενοχωρηθῶσι μερικοὶ κύριοι, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκπροσωποῦσι τὸν ἐργατικὸν κόσμον καὶ ὄχι τὸ κεφάλαιον καὶ ὄχι τοὺς οἰκοκυραίους. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως: Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσαγγελεὺς Πύργου εἶναι εἷς τῶν διαπρεπεστέρων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους ἀπὸ μορφώσεως, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι καὶ ἀπὸ χαρακτῆρος, διότι, ἂν τελευταῖον ὁ τόπος οὗτος πάσχει καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, νομίζω ὅτι οὔτε ἀπὸ ἀνθρώπους μεμορφωμένους ὑστερεῖ ὁ τόπος οὗτος οὔτε ἀπὸ ῥήτορας οὔτε ἀπὸ δημοσιογράφους πεφωτισμένους· ὁ τόπος αὐτὸς ἔφθασεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασε, μόνον ἕνεκα ἐλλείψεως χαρακτήρων. Δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσαγωγὰς τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μετὰ τὸ ἐπεισόδιον μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ δημοσιογράφου, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις ἢ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων πάντως προέρχεται ἀπὸ ἐλατήρια ὄχι εὐγενῆ, ὄχι εὐπρεπῆ εἰς δικαστὴν ἱστάμενον εἰς τὸ ὕψος αὑτοῦ. Δὲν ἀγνοεῖ τὸ σῶμα, ὅτι μεταξὺ τῶν λευκῶν μετώπων τῶν δικαστῶν ὑπάρχουσι καὶ ἐστιγματισμένα τοιαῦτα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τοῦτο ἀκόμη διὰ τὸν Εἰσαγγελέα Πύργου, ἀλλὰ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος ἤθελον νὰ ὑποβάλω τὴν σύστασιν, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα). Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὶν ἢ παρακαλέσω αὐτὸν ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι πραγματικῶς ἡ πολιτεία αὐτοῦ ἡ μέχρι τοῦδε εἶναι ἀξία πάσης τιμῆς καὶ παντὸς ἐπαίνου, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν προϊσταμένην τῆς Εἰσαγγελίας Πύργου Ἀρχήν, τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ἵνα τὸ ταχύτερον κανονίσῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ Εἰσαγγελέως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ προέδρου τῶν ἐν Πύργῳ Πρωτοδικῶν ἀφ’ ἑτέρου. Ὡσαύτως δὲ νὰ πράξῃ καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Πύργου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς κ. Γόντικας συνέστησεν, εἰ δυνατόν, νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ πᾶσαν εἰσαγωγὴν νέων ὑποθέσεων, διότι τοῦτο θὰ ἐδημιούργει τὸ μέγιστον τῶν σκανδάλων τῶν δικαστικῶν. Ἐὰν δὲ ἤθελε βεβαιωθῆ ὅτι τὰ καταγγελλόμενα ἔχονται ὑποστάσεως καὶ βασιμότητος, δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, φρονῶ, οἱ ὁποῖοι ἠθέλομεν συστήσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, διότι ἔχει ἀντίληψιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων του. Θὰ ἔλεγον ὅμως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, διότι, ἂν ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἵσταται εἰς τὸ ὕψος αὑτοῦ καὶ θέλει πράξει πᾶν ὅ,τι θέλει προκύψει ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐμπνέει ὁ Ὑπουργός, πρὸς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τῆς χώρας, τὸ δικαστικόν. Μόνον πρὸς ὑμᾶς καὶ μόνον πρὸς ὑμᾶς ἔχομεν ἐμπιστοσύνην καὶ εὐελπίζομεν ὅτι θέλετε πράξει τὸ καθῆκον ὑμῶν καὶ ἀπέναντι τῶν Κυρίων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ἱστάμενοι ἐκεῖ δὲν ἔχουσι καμμίαν ἄλλην ἀποστολὴν εἰμὴ νὰ λῃστεύωσιν ἀλλήλους καὶ μόνον ἀλλήλους.
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀποδειχθῆ παρεκτρεπόμενοι, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Συμβούλιον.
§49Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ τοὺς μεταθέσητε.
§50ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς καὶ παντὸς ἐπαίνου οἱ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἔντιμοι συνάδελφοι, διότι ἐξηγέρθησαν ἐπὶ τῇ ἀδικαιολογήτῳ κατ’ αὐτοῦ ποινικῇ καταδιώξει ἑνὸς συμπολίτου των δημοσιογράφου. Νομίζω, ὅτι θέλει ἐπιτραπῆ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναμιγνύεται συμπολίτης μου ἀληθῶς καὶ ἰσάδελφος φίλος μου, ὁ Εἰσαγγελεύς. Προκειμένου περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν διστάζω νὰ εἴπω, μὲ ὅλον τὸν κίνδυνον παρεξηγήσεως, καθόσον πρόκειται, λέγω, περὶ συμπολίτου μου καὶ ἰσαδέλφου φίλου μου, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἀρίστου τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, ἐὰν τεθῇ ἐκτὸς πάσης συγκρίσεως ὁ ἀνώτατος Εἰσαγγελεύς. Ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ ἐγείρεται κατ’ ἔτος κατὰ πολλῶν μυριάδων Ἑλλήνων πολιτῶν. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, προκειμένου περὶ πολλῶν μυριάδων, νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἤδη ἠσχολήθη εὐλόγως, διότι, προκειμένου περὶ καταδιώξεως ἑνὸς δημοσιογράφου, ἐγείρεται ζήτημα ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Τὸ λέγω τοῦτο εἰλικρινῶς. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐρωτῶ: Ἐὰν ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος ἔγραψεν ἀδικαιολογήτως, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐν μέσῃ πλατείᾳ ἀπεκάλεσε τὸν πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου κακοηθέστατον, ἐὰν τοῦτο τὸ ἐτηλεγράφησεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν ἕνεκα τούτου ἐδημιουργήθη σκάνδαλον τοιοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἡ Βουλὴ ἀκόμη νὰ ἀσχολῆται, ὑπάρχει τις ὁ ἀμφισβητῶν, ὅτι ὡς προσῆκε κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ γένηται τοιαύτη συζήτησις κατὰ τῆς καταδιώξεως ἑνὸς δημοσιογράφου, τοσοῦτο προσῆκε καὶ ἐπεβάλλετο ταχεῖα ἡ ποινικὴ καταδίωξις τοῦ δημοσιογράφου ἐκείνου, ὅστις ἀπεκάλει ὑβριστὴν τοῦ προέδρου τὸν Εἰσαγγελέα, ἐὰν ἀπεκάλει τοῦτον ἀδικαιολογήτως ὑβριστήν; Ἀλλὰ τυπικῶς μόνον, λέγουσιν, εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐὰν δὲν ὑπέγραψεν ἐκεῖνος τὸ κλητήριον θέσπισμα, διότι τῇ αἰτήσει του τὸ ὑπέγραψεν ἄλλος, ἀναπληρώσας αὐτόν. Καὶ τί ἠθέλετε νὰ πράξῃ; Ἔπραξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅ,τι πράττουσιν ὅλοι οἱ πολῖται. Ὑπέβαλε μήνυσιν. Τί ἄλλο ἔπραξε; Δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, ὅπως ἐγερθῇ ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ κατὰ τοῦ, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, ὑβριστοῦ του, τοῦ συκοφάντου του; Διότι συκοφαντία εἶναι, καὶ συκοφαντία λίαν ἐπικίνδυνος, ὅταν γράφῃ τις δημοσίᾳ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐν μέσῃ πλατείᾳ ἀπεκάλεσε τὸν πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου κακοηθέστατον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων γεγονότων, περὶ τοιούτων πραγμάτων, ἀναφερομένων εἰς τοιοῦτον Εἰσαγγελέα, ὅτι ἔδει μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς νὰ χειρισθῶμεν ἐνταῦθα τὰ ζητήματα, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένος ἐκεῖνος, ὅστις λέγει: Ποιοῦμαι σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ, καί, ἂν δὲν ἐνεργήθη προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου. Ἀλλὰ τοιαύτη φρασεολογία, ἐπαναλαμβάνω, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν προσήκουσα. Μὲ τὰ «ἐὰν» δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, νὰ φθάνῃ τις εἰς αὐτόχρημα κατάκρισιν ἑνὸς τοιούτου Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ νομίζω..........
§51Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λησμονεῖτε ὅτι εἴπομεν ὅτι εἶναι πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν.
§52ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λησμονεῖτε, λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ γεγονότων; Ποῖα εἶναι τὰ γεγονότα; Ὅτι ἠγέρθη ἡ ποινικὴ ἀγωγή, ὅτι εἰσήχθη ὁ δημοσιογράφος εἰς δίκην, ὅτι ἐδικάσθη, ὅτι ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος δὲν παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα ἀπολογηθῇ, ἀλλ’ ὅτι εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὸ θεωρεῖον, καὶ ἰδοὺ αὐτός, καὶ δημιουργεῖ ὅλον τὸν θόρυβον, ὅστις δημιουργεῖται ἐναντίον ἑνὸς τοιούτου Εἰσαγγελέως.
§53Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐπερίττευε πᾶς λόγος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: Διατί ἐπὶ τόσας ἡμέρας δὲν προσεκομίσθησαν τὰ πορίσματα τῆς διαταχθείσης ἀνακρίσεως;
§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις.
§55Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις; Εἶναι 10–12 ἡμέραι. Νομίζω ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ τύπου καὶ μάλιστα διὰ τῆς καταχρήσεως ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῆς ἀρχῆς τῶν καταδιωκόντων αὐτὸν ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειτέραν παρανομίαν, ἀπειλεῖ δὲ κίνδυνον μεγάλων διαστάσεων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον καὶ νόμιμον, ἵνα λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι, ταυτοχρόνως δὲ νὰ διατάξῃ νὰ ἀνασταλῶσιν αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις, αἱ τρεῖς, νομίζω, ἢ τέσσαρες, διὰ τῶν ὁποίων ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ κατεδικάσθη ὁ κ. Βαρουξῆς εἰς φυλάκισιν καὶ πρόστιμον. Πρέπει νὰ πεισθῶσι προσηκόντως οἱ ὑπάλληλοι ὅτι ἡ ἐπιδιωκομένη ἀποκέντρωσις διὰ τῆς ἀνορθώσεως ζητεῖ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν αὐθαιρεσίαν. Αὐτὸ κυρίως εἶναι τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι περισσότερα μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, ἀρκεῖ μάλιστα ἡ εὔλογος ἀπορία ὅτι, ἐνῷ σήπονται ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Εἰσαγγελίας χιλιάδες μηνύσεων πολιτῶν, ἡ προσωπικὴ μήνυσις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ἥτις, συμφώνως καὶ πρὸς τὸν ἱπποτισμὸν αὐτοῦ, ἔδει νὰ διήρχητο πλῆρες τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐκδόσεως βουλεύματος εἰσήχθη μὲ ἠλεκτρικὴν ταχύτητα δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§56Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν μομφήν, ἡ ὁποία ἐρρίφθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Κουλουμβάκη. Δὲν διενοήθη κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Εἰσαγγελέως νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην τὸν κ. Βαρουξῆν ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει βάσιμος λόγος. Ἀλλὰ ζητοῦμεν τὸ ἑξῆς. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κατὰ παράβασιν τοῦ καθήκοντός του, ἐνῷ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν, οὗτος εἰσήγαγεν ἀπ’ εὐθείας εἰς δίκην τοῦτον, καὶ εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὅπερ καταγγέλλομεν, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει εἰσήγετο εἰς προανάκρισιν, φυσικώτατα θὰ ἐξητάζετο τόσον παρὰ τῆς κατηγορίας, καθὼς καὶ παρὰ τῆς ὑπερασπίσεως, θὰ ἦτο δὲ ἀναμφιβόλως τὸ ἐκδοθησόμενον βούλευμα ἀθῳωτικόν, διότι οἱ μάρτυρες θὰ κατέθετον πράγματι τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμφεσβητήθη, ὅτι πράγματι εἶναι κακοηθέστατος. Ἀλλὰ τόσον εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, τοῦτο, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξεταζόμενος ὡς μάρτυς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου εἶπεν ὅτι δὲν εἶπεν ὅτι εἶναι κακοηθέστατος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀνάξιος χαιρετισμοῦ. Εἶναι δὲ τοῦτο σπουδαῖον, κύριοι Βουλευταί, διότι ἀναμφιβόλως ἐξεταζομένων τῶν μαρτύρων θὰ ἐξεδίδετο βούλευμα ἀθῳωτικόν. Ἀλλὰ τί συνέβη; Συνέβη ὅ,τι εἶπεν ἀκριβῶς ὁ κ. Βουλευτής. Εἰσήχθη εἰς δίκην ἀπ’ εὐθείας ἄνευ προανακρίσεως, τὸ δὲ Δικαστήριον λόγῳ συναδελφότητος κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς φυλάκισιν καὶ πρόστιμον, καὶ οὕτω κατέστησε τοῦτον, ὅστις, ἐὰν τακτικῶς διενηργεῖτο ἡ προανάκρισις, θὰ ἦτο ἀθῶος, σήμερον νὰ εἶναι φυγάς.
§57Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§58Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί συνέβη ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἀμφότεροι οἱ ὑπάλληλοι διακρίνονται ἐπὶ ἱκανότητι, λόγῳ ὅμως τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου ἡ δικαιοσύνη παρίσταται οὐχὶ ἐν ἁρμονίᾳ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ ἁρμονία.
§59Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν οἱ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κύριοι συνάδελφοι περιωρίζοντο μόνον εἰς ἁπλῆν ἐπερώτησιν καὶ εἰς συστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προκαλέσῃ ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου κατὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἀπασχολούντων τὴν Βουλὴν ἐπεισοδίων, βεβαίως οὔτε ἡ συζήτησις θὰ ἐλάμβανε τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, οὔτε αἱ φωναί, αἵτινες ἠκούσθησαν, θὰ ἠκούοντο ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔδειξαν ἀτόπως κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ τάσεις τινὰς πρὸς ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Μανουσοπούλου, διότι, ἐνῷ ἐν τῷ ἐπεισοδίῳ ἐκείνῳ δὲν ὑπάρχει ἐξηκριβωμένον ποῦ ὑπάρχει ἡ ὑπαιτιότης, ἐν τούτοις πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων, λαβόντες τὸν λόγον, ἠθέλησαν εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως νὰ ἀποδώσωσιν εὐθύνην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κ. Μανουσόπουλον. Τούτου τοῦ λόγου ἕνεκα, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλου, ὅστις εἶναι ἐκ τῶν σπανιωτάτων τοῦ Κράτους καὶ ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν μεγίστην αὑτοῦ ἱκανότητα καὶ χρηστότητα, ὀρθὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀκουσθῇ φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ τῆς τάσεως τῆς ἀδίκου τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁμολογῶ ὅτι ἔσπευσαν παρὰ πολὺ εἰς τὰς κρίσεις των, συστήσαντες εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μέτρα τινά, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ληφθῶσιν, ἐὰν ἡ διηκριβωμένη ἔρευνα θὰ ἐπέβαλλε τὴν λῆψιν τοιούτων μέτρων. Αἱ φωναὶ αὗται δὲν εἶναι φωναὶ συνηγορίας, διότι ὁ κ. Μανουσόπουλος δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγορίας, ἀλλ’ εἶναι φωναὶ διαμαρτυρίας κατὰ τῶν συναδέλφων ἐκείνων καὶ ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου, συγκρινομένου πρὸς τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγένετο ἥρως ἐπεισοδίου μεταξὺ δικαστικῶν προσώπων, ἐπεισοδίου ὅμως, ὅπερ συνέπεσε μὲ τὴν ἐκεῖ τοποθέτησιν τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ μετάβασις καὶ εἰς ἄλλα ἀκόμη μέρη συνέπεσε μοιραίως νὰ προκαλέσῃ ὁμοίας φύσεως ἐπεισόδια. Καὶ ταῦτα μὲν ἀπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐνόμισα ὅμως ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰ τὰ προηγούμενα χάριν τῆς ἀσφαλεστέρας κρίσεώς της.
§60Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον τὸ ἀναγραφὲν δημοσίευμα ἐν τῇ ἐφημερίδι «Πατρίδι» τοῦ Πύργου, ἀποτελεῖ ἀδίκημα, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ τοῦτο τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς τὴν καταγγελίαν τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος, καὶ λέγω ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, καθότι τὸ δημοσίευμα αὐτὸ ἔφθασε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ, καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἐσχημάτισε τὴν πρέπουσαν πεποίθησιν, ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ ἀδίκημα ἢ ὄχι κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν, εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ὑπηρεσιακὴ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του. Ἐάν, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου, ἐὰν ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος «Πατρίδος» Πύργου ἐξύβριζεν ἄλλον συμπολίτην μας, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς θὰ εἶχε τὴν προθυμίαν αὐτὴν δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως νὰ φέρῃ τὸν κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἢ θὰ ἄφηνε τὴν ὑπόθεσιν νὰ παραγραφῇ, ὡς συνήθως παραγράφονται εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Εἰσαγγελίας; Ἀποδεικνύεται λοιπὸν τρανότατα ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔχει διάφορον τὴν ἀντίληψιν, ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του. Δὲν ἐπετρέπετο ποτέ, λόγῳ ἀξιοπρεπείας, καὶ ἂν ἠδικήθη, καίτοι εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἠδικήθη, διότι ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας τὸ δημοσίευμα, καὶ φαίνεται ἐξ αὐτοῦ ἂν ἠδικήθη ἢ ὄχι, δὲν ἐπετρέπετο τὴν ἑπομένην τῆς δημοσιεύσεως, ἤτοι τὴν 16ην, νὰ κοινοποιήσῃ καὶ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν πρώτην δικάσιμον.
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναγνώσατε τὸ ἔγγραφον.
§62Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν χρειάζεται νὰ ἀναγνωσθῇ· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω νὰ συστήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἦτο ἀναξιοπρεπὲς ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε, καὶ νὰ φέρῃ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τὸν κατηγορούμενον, ὡσεὶ ἐπρόκειτο νὰ διασαλευθῇ ἡ δημοσία τάξις, καὶ ἔσπευσε νὰ τὴν ἱκανοποιήσῃ. Δὲν ἠδύνατο, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως προσωπικῆς, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει κανονίσει καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἀδικουμένους; Ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὸς ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν του; Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἀποδεικνύεται τρανότατα ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη ἡ ἐσπευσμένη λόγον εἶχε τὴν ἱκανοποίησιν προσωπικοῦ πάθους τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον ἐπείσθη ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀδικήματος, ἐὰν ἀνεγράφη ἐκ μέρους τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος χρονογραφικῶς ἓν γεγονός.....
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ ἂν εἶναι γεγονός.
§64Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσητε τηλεγραφικῶς πληροφορίας, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου.
§65Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐγένετο.
§66Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ναί, ἀλλὰ παρῆλθον δεκαπέντε ἡμέραι μέχρι σήμερον, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχετε μορφώσει τὴν γνώμην ἂν εἶναι ἀδίκημα ἢ ὄχι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε προσέτι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐὰν ὁ τύπος δὲν ἀνέγραφε τὰ τοιούτου εἴδους γεγονότα, θὰ ἦτο ἀνάξιος τῆς θέσεώς του καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Εἴχετε λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διδάξητε τοὺς Κυρίους αὐτοὺς ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀνήκει εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔταξεν ὁ νόμος νὰ ἀπονέμωσι ταύτην εἰς τοὺς ἄλλους, δὲν εἶναι κτῆμα ἐκείνων καὶ ὅτι, ὅταν παρουσιάζηται εἰδικὴ περίπτωσις νὰ ἀδικῆται λειτουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ οὗτος τὴν συναίσθησιν ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νὰ ἀποτελῇ αὐτὸς τὴν ἐξαίρεσιν τῆς ταχίστης δικαστικῆς ἐνεργείας. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἐνέργεια αὕτη ἦτο παρεξηγήσιμος, ἐπεβάλλετο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Πατρῶν, ὅπως ἀναβληθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αὗται, νὰ εἰσαχθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο, ὡς εἶπον, περὶ δημοσιεύματος θίγοντος τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ περὶ ἀναγραφῆς χρονογραφικῶς ἐπεισοδίου προκληθέντος ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, καί, ἐὰν ἀπεδεικνύετο ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδίκημα, τότε νὰ ἐφέρετο ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος. Διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν αὐτήν, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, νὰ δίδωμεν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσι τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, τότε διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοσιογραφία, τότε ἡ δημοσιογραφία εἶναι διὰ τὰ ἀδικήματα τῶν πολιτῶν καὶ οὐχὶ διὰ τὰ ἀδικήματα τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, προκειμένου νὰ κοινοποιηθῇ καὶ ἡ ἐρήμην ἀπόφασις πρὸς τὸν κατηγορούμενον, δι’ ἧς καταδικάζεται εἰς τριῶν μηνῶν φυλάκισιν, νὰ διατάξῃ νὰ μὴ κοινοποιηθῇ, αἱ δὲ μετέπειτα μηνύσεις νὰ ἀναβληθῶσι, διότι δυστυχῶς καὶ τετράκις ἀκόμη κατηγγέλθη ὁ διευθυντὴς διὰ τὸ αὐτὸ γεγονός.
§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπεμβῶ.
§68Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα νὰ μὴ κοινοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν, μέχρις οὗ ἐξακριβωθῇ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἂν πρόκειται περὶ ἀδικήματος;
§69Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἔχω δικαίωμα.
§70Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἔχω διάφορον γνώμην. Διότι, ἐὰν γίνῃ δεκτὸν ἐκεῖνο, ὅπερ ὑποστηρίζετε, τότε ἀσφαλῶς, ἕως οὗ ὑμεῖς ἐπεμβῆτε, τὸ τομάρι τοῦ ἀδικηθέντος πολίτου θὰ ἔχῃ φθάσει εἰς τὸν ταμπάκην. Καὶ οὕτω φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος ἐνέργεια ὑμῶν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι ἄλλως δὲν πρέπει νὰ στηριζώμεθα μόνον ἐπὶ τῶν γραπτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἀγράφων νόμων.
§71Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄκαιρον τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, παρέχει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι σκοπὸς αὐτῆς δὲν ἦτο νὰ κατηγορηθῇ πρᾶξίς τις τοῦ εἰσαγγελέως τυπική, ἀλλὰ σκοπὸς αὐτῆς ἦτο νὰ προπαρασκευασθῇ τὸ ἔδαφος πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου δημοσιογράφου. Ὅτε ἤχθη ἐνώπιον τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου, ὅπως ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη τοῦ δημοσιογράφου, ἐθεωρήθη σκόπιμον ἐντεῦθεν νὰ προκαταληφθῇ ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἡ Δικαιοσύνη, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκεται διὰ τῆς γιγνομένης συζητήσεως. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, κατὰ πόσον ἡ πληροφορία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Μανουσόπουλος εἰσήγαγε, παρὰ τὸν νόμον, τὸν δημοσιογράφον εἰς τὸ ἀκροατήριον ἄνευ προδικασίας δύναται νὰ εἶναι καὶ πιθανὴ κἄν. Φρονῶ ὅτι, ὡς μὴ ὤφελεν, ἠρκέσθησαν εἰς τοιαύτας παρασχεθείσας ὑπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου δημοσιογράφου. Οὐδεὶς ὅμως ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ φαντασθῇ ὅτι εἰσαγγελεὺς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Μανουσοπούλου καὶ λόγῳ μορφώσεως νομικῆς καὶ λόγῳ ἀξιοπρεπείας χαρακτῆρος ἦτο δυνατὸν νὰ ὀλισθήσῃ εἰς παρόμοιον ὀλίσθημα. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅθεν ποσῶς ὅτι ὁ δημοσιογράφος εἰσήχθη εἰς τὸ ἀκροατήριον μετὰ προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη τάχα τοῦ γενομένου θορύβου καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ δῆθεν ἐπεισόδιον διατελεῖ ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου; Ἐντεῦθεν ἰδιαιτέρως ἐνισχύεται ἡ ὑπόνοια ὅτι προπαρασκευὴν τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ δημοσιογράφου ἀποτελεῖ ἡ γενομένη συζήτησις, μεταβληθέντος τοῦ Βουλευτηρίου εἰς αἴθουσαν Πλημμελειοδικείου, πρὸ τοῦ ὁποίου τελεσφόρως ἠδύναντο καὶ ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν αἱ τυχὼν διαδικαστικαὶ ἀκυρότητες. Οἱ ἐπιτιθέμενοι κατὰ εἰσαγγελέως τιμῶντος τὸ δικαστικὸν σῶμα ὤφειλον, νομίζω, νὰ ἔχωσι βεβαιωμένας κατά τινα τρόπον τὰς αἰτιάσεις των, ὑπὸ τὸ δικαιολόγημα δὲ τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ τύπου ἄτοπον ἦτο νὰ ἐπιτίθενται κατὰ ἀπόντος ἐντίμου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ἴσως ὅπως οὕτως ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ ἐκτόπισίς του. Δὲν εἶναι ὅμως ξένος πρὸς τὸν γενόμενον θόρυβον καὶ ὁ σκοπὸς τῆς προκαταλήψεως τῆς Δικαιοσύνης ὑπὲρ τοῦ κ. Μαυρέα σχετικῶς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, περὶ οὗ ἤδη ἀσχολεῖται. Ὡς πρὸς τοῦτον ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι, ἂν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἤσκει τὰ καθήκοντα αὑτοῦ ὡς προσῆκε, δὲν θὰ ἐδίδετο εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἡ εὐκαιρία νὰ ὑπερασπίσωσιν αὐτόν. Δὲν νομίζω κατάλληλον τὴν στιγμὴν νὰ ὁμιλήσω σχετικῶς πρὸς τὸν κ. Μαυρέαν· ὅταν θὰ τὸ πράξω, καὶ τοῦτο δὲν θὰ ἀποφύγω συζητουμένης τῆς περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος σχετικῆς προτάσεως, θὰ πεισθῆτε πάντες, καὶ θὰ πεισθῆτε ἐξ ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα ἤδη καὶ ὧν μέρος μόνον κατέθεσεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὅτι, ἂν μὴ συνέτρεχεν ἄλλος λόγος πρὸς ἀναστολὴν τοῦ περὶ ἰσοβιότητος θεσμοῦ, τὸ μέτρον ἐπιβάλλεται, ὅπως κριθῇ μόνος ὁ δικαστικὸς οὗτος λειτουργός. (Χειροκροτήματα).
§72Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς τὸ Δικαστήριον πᾶσα ἐπίσημος παρέμβασις τῆς κεντρικῆς Ἀρχῆς ἐποπτευούσης τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν δὲν θὰ εἶχε τὸν λόγον της. Ἀλλά, εἰ καὶ ἡ συζήτησις ὑπῆρξε πρόωρος, ἐν τούτοις ἀπὸ περιωπῆς ἐξετάζων τὴν ὑπόθεσιν ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου εἰς δύο κυρίως σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ εὕρητε ἄξια λόγου, καὶ ἴσως ἤθελον ἐπισύρει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐν καιρῷ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι ἡ σύρραξις ἡ γενομένη μεταξὺ δύο ὑπαλλήλων ἔσχεν ἀφορμὴν τὴν δημοσίαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναρμοδίως εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ ὡς εἶχε καὶ ὡς μετερρυθμίσθη κανονίζει τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐνόρκων διὰ τὰς παραβάσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνάγονται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον. Τουτέστιν ἐν ἀμφιβολίᾳ προτιμᾶται πάντοτε τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, καὶ μόνον ὅταν κλασσικῶς τίθηται τὸ ἀδίκημα ἢ ἡ αἰτίασις ὡς ἀναφερομένη εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ δὲν ὑπάρχῃ περὶ τούτου ἀμφιβολία, τότε μόνον καθίστανται ἁρμόδια τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Ὁ λόγος εἶναι προφανής· ἡ Πολιτεία δυσπιστεῖ πρὸς τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους νὰ κρίνωσιν ὑπάλληλον καταγγελλόμενον διὰ παραβάσεις ἀναγομένας εἰς τὰ δημόσια αὑτῶν καθήκοντα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διατεθῶσιν εὐνοϊκῶς ὑπὲρ τοῦ συναδέλφου των ἔκ τινος ὑπηρεσιακῆς προκαταλήψεως ἐπηρεαζόμενοι. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται ἡ δυσπιστία, τὴν ὁποίαν ἔχουσι πάντα τὰ Συντάγματα, ὅσα καθιέρωσαν ὡς δικαστὰς τῶν διὰ τοῦ τύπου παραβάσεων τοὺς ἐνόρκους, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι αἱ ἐξυβρίσεις ἀναφέρονται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν ὑπαλλήλων. Ἐν προκειμένῳ, ἐξ ὅσων ἤκουσα, ἐμόρφωσα τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἐπεισόδιον τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὑπαλλήλων ἔχει ἀφορμὴν ὑπηρεσιακήν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εὑρίσκω πῶς ἐκρίθησαν ἁρμόδια τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Δεύτερον σημεῖον εἶναι τοῦτο. Ἡ προανάκρισις ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς συγγραφεῖς πάντας μόνον ὅταν ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐντελῶς ἀποδεδειγμένη, καὶ οὐδὲν σημεῖον ὑπάρχῃ χρῇζον μείζονος διευκρινίσεως· κατὰ ῥητὴν μάλιστα διάταξιν τῆς Δικονομίας μετὰ τὴν προανάκρισιν ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τακτικοῦ ἀνακριτοῦ, ὅταν ἐνδεικνύηται ἡ λῆψις τῆς ἀπολογίας τοῦ κατηγορουμένου. Εἰδικώτερον δὲ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐνεδείκνυτο ὄχι πλέον ἡ διεξαγωγὴ διεξοδικῆς προανακρίσεως, ἀλλ’ ἡ διεξαγωγὴ τακτικῆς ἀνακρίσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ δημοσιογράφος ἀπέδωκε πρᾶξιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ἡ ὁποία ἀληθεύουσα θὰ ἠδύνατο νὰ τὸν ἐκθέσῃ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, συκοφαντεῖ, ὁ συκοφαντῶν δὲ ἐγκαλούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αἰτήσηται τὴν ἀναστολὴν τῆς ποινικῆς καταδιώξεως μέχρις οὗ διεξαγομένων ἀνακρίσεων κατὰ τοῦ ὡς συκοφαντηθέντος καταγγελθέντος ὑπαλλήλου ἤθελον ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀθῶος. Τοιουτοτρόπως ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναγράφει ἡ Ποινικὴ Δικονομία. Διὰ νὰ καταλήξω τὸν λόγον καὶ νὰ παράσχω δωρεὰν μίαν νομικὴν συμβουλὴν εἰς τὸν δημοσιογράφον, εὑρίσκω ὅτι, καὶ ἤδη εἰσαχθείσης τῆς ὑποθέσεως δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως καὶ τὴν καταδίωξιν τοῦ ὡς συκοφαντηθέντος παρουσιαζομένου προσώπου.
§73Γ. ΠΩΠ. Ὀλίγας λέξεις θὰ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, διότι παρακολουθήσας τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως, καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθησαν, εἶδον αὐτὰς λαμβανούσας διαστάσεις καθαρῶς προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπολήγει εἰς Πελοποννησιακὴν ἔριδα, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ λάβω μέρος. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι λεπτομέρειαί τινες, αἱ ὁποῖαι θίγουσι γενικώτερα ζητήματα, καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω ἐπαρκεῖς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡμᾶς ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως ἡ γενικὴ ὄψις τοῦ ζητήματος, καὶ ἐμφανίζεται σειρὰ παραδόξων γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται ἀναμφισβητήτως νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἀσυγκινήτους. Βλέπομεν ὅτι δημοσιογράφος ἐδημοσίευσεν εἴδησίν τινα διατετυπωμένην μετ’ ἐπιφυλάξεως ἀληθῶς ἀξίας πάσης τιμῆς. Ἡ εἴδησις αὕτη καταγγέλλει εἰσσαγγελέα ὡς ἐξυβρίσαντα πρόεδρον Δικαστηρίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀμφότεροι συμπράττουσι, καὶ βλέπομεν τὸν εἰσαγγελέα θιγόμενον, ἐπιτιθέμενον, ἐνῷ ὁ κυρίως ὑβριζόμενος διὰ τῆς δημοσιευθείσης εἰδήσεως εἶναι ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἔρχεται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀνακοινοῖ ἡμῖν ὅτι ἔλαβεν ἤδη γνῶσιν τῆς εἰδήσεως ταύτης, ἀλλὰ συγχρόνως ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐρήμην ἐκδοθείσης ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Καθ’ ἡμᾶς καὶ ἐρήμην ἀπόφασις ὤφειλε νὰ ἀποτελῇ δεδικασμένον ὅτι ψευδῆ ὑπῆρξαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, διότι ἡ στοιχειώδης εὐλάβεια πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀξιοπρέπειαν δὲν ἐπέτρεπεν, ἵνα ὁ κατηγορούμενος δικασθῇ ἐρήμην. Καὶ ἐρωτῶ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν· πρὸς τί ἡ σπουδὴ ὅπως εἰσαχθῇ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐπὶ ἐξυβρίσει ἐπὶ ὑποθέσεως κυριώτατα ἀναγομένης εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἂν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ἰδιωτικὸς βίος εἰσαγγελέως ἔχοντος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν νόμον, καὶ νὰ λέγῃ ὅτι «θίγει τὸν ἰδιωτικόν μου βίον» καὶ νὰ λέγῃ ὅτι «ἀπὸ ἰδιωτικοῦ βίου δύναμαι νὰ παραβαίνω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος κολάζει», ἐνῷ ἔχομεν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία παραδίδει αὐτὸν εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωσιν ἡμᾶς ἀσυγκινήτους γεγονότα ὁμοίας φύσεως, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις κόπτεται ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς Δικαιοσύνης, ὁσάκις ἀκούεται ἡ φωνὴ ἡμῶν περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν καθαρίζεται τὸ ἔδαφος τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος τῆς ἠθικῆς πολιτικῆς ἐν Ἑλλάδι.
§74Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης συζήτησις. Ὑπάρχει πρότασις τῶν βουλευτῶν κυρίων Καραπάνου, Πετραλιᾶ, Βάρβη, Νέγρη, Πατσουράκου, Σκιαδαρέση, Μαβίλη καὶ ἄλλων τριῶν, τῶν ὁποίων τὰς ὑπογραφὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναγνώσω, οἵτινες ζητοῦσι τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 15 ἐπερωτήσεως ἐχούσης τὸν ἑξῆς τίτλον· «Διατί δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς Ἀστυνομίας Ἄρτης;».
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ!
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι! Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Διατί αὐταὶ αἱ ἀναφωνήσεις; Θὰ ἐλύετο καλλίτερον τὸ πρᾶγμα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀλεξάκης πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τῆς ἐχούσης τὸ ἑξῆς θέμα: «Διατί δὲν προέβη εἰσέτι εἰς διορισμὸν διευθυντοῦ δασολογικῆς Σχολῆς Βυτίνης;».
§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει γενικευθῆ ἡ συζήτησις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, καὶ εἶναι ἐλεύθερος ὁ λόγος.
§80Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συνεννοούμενος μετὰ τοῦ συναδέλφου του κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας σπεύσῃ νὰ διορίσῃ διευθυντὴν τῆς Σχολῆς ἐν Βυτίνῃ, διότι οἱ μαθηταὶ δυστυχῶς τῆς ἐν Βυτίνῃ Σχολῆς, ἡ ὁποία συντηρεῖται δαπάναις τοῦ κληροδοτήματος τοῦ φιλογενοῦς Τριανταφυλλίδου, στερούμενοι διευθυντοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σπουδάσωσιν ὅπως ἔπρεπεν. Ὅπως δὲ γνωρίζει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πᾶσα ἡ Βουλή, ὁ σκοπὸς τῆς σχολῆς ἐκείνης εἶναι νὰ παράσχῃ ὑπηρέτας τοῦ Δημοσίου, σκοπὸν ἔχοντας καὶ τὴν διαφύλαξιν καὶ ἐν γένει τὴν ἐπιμελητείαν τῶν δασῶν. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα συνεννοούμενος σπεύσῃ νὰ συμπληρώσῃ, ἐπαναλέγω, τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ, διότι ὁ διευθυντὴς τῆς σχολῆς ἐκείνης προσεκολλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ ποῖον τρόπον προσεκολλήθη χηρευούσης τῆς θέσεως ἐκείνης.
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἀπουσιάζων κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν δὲν ἤκουσε τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα.
§82Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀνέγνωσα.
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰς ἀνεγνώσατε; Δὲν ἔχομεν νὰ διορίσωμεν διευθυντήν. Ἐὰν γνωρίζητε κανένα ἔχοντα τὰ προσόντα τὰ ἐκ τοῦ νόμου, θὰ σᾶς εἶμαι εὐγνώμων νὰ τὸν συστήσητε νὰ τὸν διορίσω ἀμέσως. Εἷς εἶναι, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθη. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος τις, ὑποδείξατέ τον.
§84Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαταχθῇ τότε ὁ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας παρὰ τὸν νόμον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὶν ἢ προσκολληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, διότι εἶναι ἄδικον νὰ στερῶνται οἱ μαθηταὶ τέλος πάντων τοῦ διευθυντοῦ. Βεβαιωθῆτε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχω κανὲν προσωπικὸν ἐνδιαφέρον οὔτε κανὲν προσωπικὸν πάθος κατὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκτιμῶ, ἀλλ’ ἔχω ἐνδιαφέρον νὰ λειτουργήσῃ τέλος πάντων μία σχολή, ἡ ὁποία συνέπεσε λόγῳ τοῦ σεβασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ Τριανταφυλλίδου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βυτίνης.
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι θὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον τὸ ζήτημα αὐτό, Κύριοι. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἄνευ διευθυντοῦ· ἔστω καὶ ἂν δὲν δύναται νὰ διορισθῇ τμηματάρχης, δικαιοῦται ὅμως κατὰ τὸν νόμον νὰ ἀναπληροῖ τὸν τμηματάρχην, ἐκτὸς ἂν ὁ θόρυβος γίνεται — καὶ δὲν τὸ ὑποθέτω — διὰ νὰ διορισθῇ ἄλλος τις εἰς τὸ τμῆμα.
§86Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶμαι ξένος αὐτοῦ τοῦ θορύβου.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· προχθὲς ὅμως ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν ἐπερωτῶντα ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ τὸ ἕτερον πρόσωπον. Ἐδήλωσα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς παραπέμπει καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ κατὰ τὸν νόμον τυπικὰ προσόντα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ διορίσωμεν. Ἑπομένως ἡ συζήτησις πρέπει νὰ κηρυχθῇ περατωμένη.
§88Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ὡμίλησα περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ὑπαλλήλων τὸ ἔχουσιν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ καὶ ὄχι οἱ Βουλευταί. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ διευθυντοῦ τῆς σχολῆς τῆς γεωργικῆς ἐν Βυτίνῃ.
§89ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ἀνάγκης. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ θυσιάσῃ τὸ ἔλασσον χάριν τοῦ μείζονος.
§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλασσον εἶναι ἡ σχολή;
§91ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου. Ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὁ διευθύνων σήμερον τὸ τμῆμα τῆς Γεωργίας, εἶναι ὁ ἄριστος.
§92Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸν ζητοῦμεν.
§93ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ ὑπηρεσία του σήμερον ἐν τῷ νῦν γιγνομένῳ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας εἶναι χρησιμωτέρα τῆς ὑπηρεσίας του ἐν τῇ ἐπίσης χρησίμῳ σχολῇ τῆς Βυτίνης. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη πρὸ τῆς δυσχεροῦς αὐτῆς θέσεως ἠναγκάσθη νὰ τοποθετήσῃ αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας. Φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὅταν ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, θὰ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦ διευθυντοῦ τῆς γεωργικῆς σχολῆς Βυτίνης.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἔχοντος ἑτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἡ συζήτησις κατὰ συνέπειαν κηρύσσεται περατωμένη. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ἵνα ἐπερωτήσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς «διατί δὲν ἔχει ὁρίσει ἰδιαίτερον θεωρεῖον τῶν δικηγόρων»; Παρακαλῶ, ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ; Ἔχετε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ· διότι ἡ ἐπερώτησις διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἶναι τι ἀσύλληπτον ἐν τῇ Βουλῇ.
§95Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς «τὰ τῶν λοιπῶν θεωρείων κανονίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς». Λαμβάνων ἀφορμήν, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῶν τελευταίων δικαστικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρό τινος ὑπεβλήθησαν, παρατηρῶ ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν δικηγόρων ἠθέλησαν νὰ παρακολουθήσωσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσι θέσιν ἐν τοῖς θεωρείοις. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι κατὰ τὸν περὶ δικηγορικῶν συλλόγων νόμον οἱ δικηγόροι εἶναι οἱ μᾶλλον ἁρμόδιοι καὶ ὑπόχρεοι μάλιστα νὰ ἐκφέρωσιν ἑκάστοτε τὰς γνώμας αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἐν γένει νομοθεσίας. Πρὸς τοῦτο ὅμως εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ δύνανται ἐλευθέρως καὶ ἐν ἀνέσει νὰ παρακολουθῶσι τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος τούτου. Ὅταν ὅμως ἡ Βουλὴ ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν παρέχῃ τὴν εὐκολίαν ταύτην, φυσικὰ θὰ δυσκολεύωνται καταλλήλως καὶ ἐγκαίρως νὰ συντελῶσι πρὸς τοῦτο καὶ νὰ ἐκφέρωσι τὰς ἐπὶ τῆς νομοθεσίας κρίσεις καὶ γνώμας των. Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἀνήκει εἰς τὸ δικηγορικὸν Σῶμα, μολονότι δὲ ὥρισε διάφορα θεωρεῖα διὰ τοὺς ἱερεῖς, διὰ τὰς Κυρίας, καὶ πλῆθος ἄλλων διὰ τὰς ἄλλας τάξεις τοῦ λαοῦ θεωρείων, διὰ τοὺς δικηγόρους ὅμως παρέλειψε νὰ ὁρίσῃ, καὶ τοῦτο, ὡς φαίνεται, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ. Φρονῶ ὅτι ἐκ τῶν πολλῶν θεωρείων δύναται νὰ διαιρέσῃ ἕν, τὸ ὁποῖον ν’ ἀφιερώσῃ εἰδικῶς διὰ τὴν τάξιν ταύτην τῶν δικηγόρων, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἁρμοδιωτέρα πασῶν, ἵνα παρακολουθῇ τὰς συζητήσεις. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως, εἰ δυνατόν, διευκολυνθῇ εἰς τοὺς δικηγόρους ἡ ἄνετος καὶ εὐχερὴς παρακολούθησις αὕτη τῶν ἐργασιῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ τῶν θεωρείων τῆς Βουλῆς ἔχουσι κανονισθῇ δι’ ἰδιαιτέρου Κανονισμοῦ, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτήθη ὁ Πρόεδρος ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· διὰ πρώτην δὲ φορὰν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχει Κανονισμὸς ἐσωτερικός, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη καὶ ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ. Διὰ τούτου ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν θεωρείων· δὲν ἐπῆλθε καμμία καινοτομία εἰς τὰ θεωρεῖα, ἀλλὰ καθωρίσθησαν τὰ πράγματα ὡς εἶχον καὶ πρότερον, γενομένων μόνον μεταθέσεών τινων τῶν θεωρείων. Βεβαίως ὑπάρχουσι θεωρεῖα δι’ ὡρισμένας τάξεις, καὶ τοιαῦτα θεωρεῖα ἦσαν ἀνεγνωρισμένα καὶ πρότερον· δὲν ἠδυνάμην νὰ καινοτομήσω, διότι δὲν ὑπάρχει χῶρος ἐπιτρέπων τοιαύτας καινοτομίας. Ἐὰν ἤδη συζητήσωμεν νὰ καθορίσωμεν ἰδιαίτερον θεωρεῖον δι’ ἕκαστον σωματεῖον, τότε δὲν ἠθέλομεν εὕρει τὸ ἄκρον πλέον τοῦ καθορισμοῦ τοιούτων θεωρείων· οὐχ ἧττον ὅμως δηλῶ ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς οὐδένα ποτὲ δικηγόρον ἠρνήθην εἰσιτήριον εἰσόδου εἰς θεωρεῖον ἰδιαίτερον, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὴν ἐπιλογὴν τοῦ Προέδρου, διότι ὑπάρχει καὶ ἰδιαίτερον θεωρεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποστέλλονται πάντοτε ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιστήμονες θέλοντες νὰ παρακολουθήσωσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ οὐδέποτε ἠρνήθην τοιοῦτον εἰσιτήριον εἰς δικηγόρον. (Ὡραῖα. Εὖγε, εὖγε! Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Εἰς τὸ θεωρεῖον δὲ αὐτὸ εἰσέρχονται ὄχι μόνον οἱ δικηγόροι, ἀλλὰ καὶ πάσης φύσεως ἐπιστήμονες, θέλοντες νὰ παρακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τώρα, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ καθορισθῇ ἰδιαίτερον θεωρεῖον διὰ τὸ δικηγορικὸν Σῶμα, ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν θὰ φέρω ἀντίρρησιν καὶ θὰ σπεύσω νὰ τὸ ἐκτελέσω, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ εἶναι φειδωλότεροι τότε περὶ τὴν ἐκζήτησιν εἰσιτηρίων διὰ τοὺς συμπολίτας των, διότι θὰ εἶναι περιωρισμένος ὁ χῶρος δι’ αὐτούς.
§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔργον διοικήσεως.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα. Τώρα εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου «Πρόοδος» ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία «Ἑνιαία». Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ζητηθῇ ἡ ἀναβολὴ ἢ ὄχι. Ἐπειδὴ κατὰ λάθος ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας δὲν ἐπροτιμήθησαν τρεῖς ἐπερωτήσεις ἀφορῶσαι τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις αὐταί, διότι εἶναι λάθος τῆς συντάξεως τοῦ πίνακος τῶν ἐπερωτήσεων. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 4 ἐπερώτησιν, ἥτις ἀφορᾷ ἔγγραφον ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ἀ. Βαβυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται.
§101Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω τὸν λόγον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§103Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἀπεφασίσθη προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεως ἀπευθυνομένης πρὸς Ὑπουργὸν αἱ ἐπερωτήσεις νὰ συζητῶνται, ὅταν εἶναι παρόντες οἱ Ὑπουργοί.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη τοιοῦτόν τι.
§105Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις.
§107Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ τοιαύτην ἑρμηνείαν δίδω εἰς τὸν Κανονισμόν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, ὅτι γίνεται συζήτησις καὶ καταναλίσκεται χρόνος ἕνεκεν ἀγνοίας τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἐπερώτησις, εἴτε ἀναβληθῇ εἴτε διαγραφῇ, δὲν σημαίνει τίποτε, διότι πάλιν κατὰ τὸν Κανονισμὸν δύναται νὰ ἐγγραφῇ. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Βουλευτής, διαγράφεται. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐπερωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατί δὲν κατέθεσεν ἔγγραφα αἰτηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ.
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἰδοποιηθῇ.
§111Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰδοποιηθῇ, διότι ὅλοι εἴμεθα ἰσότιμοι.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ προτάσει μου θὰ εἰδοποιηθῇ, διότι οὐδένα συνάδελφον ἐννοῶ νὰ ἀδικήσω.
§113Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἔλθῃ ὁ κ. Βαβυλόπουλος, παρακαλῶ νὰ ἐπιτραπῇ νὰ κάμῃ τὴν ἐπερώτησίν του.
§114Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαγραφῇ. Ἐξηγήθην μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ κατατεθέντων ἐγγράφων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§116Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν αἴτησιν τῶν ἐμπόρων Κατακώλου. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα εὑρίσκονται ἐκτεθειμένα εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑφίστανται βλάβας σπουδαίας. Ἐζήτησα, ὅπως κατασκευασθῇ ἓν ἐπιστέγασμα εἰς τὸ Τελωνεῖον Κατακώλου. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ταχεῖα ἐνέργεια, διότι οἱ ἔμποροι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὑφίστανται μεγάλας ζημίας ὡς ἐκ τοῦ Τελωνείου Κατακώλου.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου «Πρόοδος», ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία «Ἑνιαία».
§118Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἴχομεν ἐγγραφῆ πολλοὶ εἰς τὰς προγενεστέρας Ἡμερησίας Διατάξεις, φέρομαι δ’ ἐγὼ πρῶτος εἰς αὐτάς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§120Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτηθῶ κατ’ ἀρχήν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά! Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ καταναλωθῇ ἡ ὥρα ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§122Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν, εἶναι, διότι ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τὸν σχετικὸν τὸν ἀφορῶντα τὴν «Ἑνιαίαν», ὁ ὁποῖος δὲν κατετέθη μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς.
§123Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατετέθη ὁ φάκελος.
§124Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα αὐτὸν ἀπὸ τὸν Διεκπεραιωτὴν κ. Δημητρέαν, καὶ οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν κατετέθη.
§125Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Δημητρέας ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐστάλη ὁ φάκελος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ.
§126Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατετέθη ὁ φάκελος, πάλιν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ γνῶσιν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ὀγκωδεστάτου φακέλου καὶ ἡ συζήτησις πρόκειται νὰ γίνῃ ἐμπεριστατωμένως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἐπειδὴ ἐγένετο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνταῦθα σταφιδικὸν συνέδριον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν ἐπί τινας ἡμέρας, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ πορίσματα αὐτοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς ὀλιγοήμερον ἀναβολήν· νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἢ τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Πέμπτην.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὰ αἰσθήματά σας ὑπὲρ τῆς τάξεως τῶν ἐπερωτήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ μὴ ἀρχίσωσι συζητήσεις μακραὶ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ἐν τῇ Βουλῇ, Κύριοι, ἐκ παραδόσεως ἔχει κατορθωθῆ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀρχὴ αὐτή, ὅταν δηλαδὴ ὑπάρχωσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναβολήν, διότι δὲν ἔλαβον γνῶσιν ἐγγράφων, ἡ Βουλὴ παραχωρεῖ τὴν ἀναβολήν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις χωρὶς μελέτην. Ὁσαδήποτε ἐπιχειρήματα καὶ ἂν προταθῶσι κατὰ τῶν αἰτήσεων τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ζητοῦσι τὴν ἀναβολήν, τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ δὲν θὰ εἶναι ἰσχυρά.
§128Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ κρίνητε ὑμεῖς.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κρίνω ἐγώ.
§130Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου «Πρόοδος» καὶ ἡ ἐπερώτησις τῶν κ. συναδέλφων ἔχουσιν ἐγγραφῇ πρὸ μηνός, αἱ δὲ λεγόμεναι παραβάσεις τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας διακηρύττονται καὶ κοινολογοῦνται ἀνὰ τὸν σταφιδικὸν κόσμον ἀπὸ διετίας. Προχθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος κατῆλθε τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγου, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐδάφιον τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ παρεβιάσθη. Δὲν ἐννοῶ τώρα διατί ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν εἶχεν ἐγγραφῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὅλοι ἐζήτουν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἀμέσως, ἐνῷ τώρα ἀπ’ ἐναντίας ζητοῦσι τὴν ἀναβολήν. Νομίζω, ὅτι ζητήματα τοιαύτης φύσεως θίγοντα μεγάλα οἰκονομικὰ τοῦ τόπου δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἐν ἐκκρεμότητι καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ἐπίκειται ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι καθ’ ὃν τρόπον διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δῆθεν ὑπερβασιῶν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ἔχει ἀποτελέσματα ὀλέθρια διὰ τὴν σταφίδα, διότι ἔχομεν εἰσέτι ἀπόθεμα σταφίδος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐκ 50,000,000 λιτρῶν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χάριν τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε, θὰ συμβῇ· διὰ συζητήσεων ἀμελετήτων ἡ ἀγορὰ θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα.
§132Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§133Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς «Ἀμοιβαίας» ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εἶναι εὔθικτος εἰς τὰ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀσχολούμενος εἰς τὴν θλιβερὰν ὑπόθεσιν τῶν γαιανθράκων εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ καθαρισθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς ὑπονοίας. Καιρὸς λοιπὸν εἶναι νὰ καθαρισθῇ καὶ ὁ σταφιδικὸς ὁρίζων ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν τῆς ὑπονοίας. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταγγέλλουσι τὴν Ἑταιρείαν, δὲν θέλουσι νὰ καθαρισθῇ ὁ ὁρίζων, ἀλλὰ παρελκύουσι τὴν συζήτησιν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταγγέλλουσι, πρέπει νὰ εἶναι καὶ προπαρεσκευασμένοι διὰ νὰ συζητήσωσιν, ὑπέθετον δὲ ὅτι ἡ ὁπλοθήκη τῶν συναδέλφων ἦτο πλήρης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως, διότι εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον εἶναι ἐπιβλαβὴς ἢ ὄχι ἡ ἀναβολή.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν....
§135Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος ἔχω τὸν λόγον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίου ζητήματος προσωπικοῦ;
§137Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς συκοφαντίας.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται τόσος θόρυβος, ὥστε δὲν ἀντελήφθην, ἂν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα.
§139Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπε προηγουμένως, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος εἶπον, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐδάφιον καὶ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ παρεβίασεν ἡ Ἑταιρεία ἡ Προνομιοῦχος, ἐκ τούτου δ’ ἐφαντάσθη, ὅτι ἔχω πλήρη τὴν ὁπλοθήκην καὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν. Ἐγὼ τότε, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, δὲν ἀνέπτυξα τὴν τροπολογίαν μου λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, ἠθέλησα μόνον αὐτὰς τὰς βασίμους κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται κατὰ τῆς Ἑνιαίας, νὰ ἐπισημοποιηθῶσιν ἐγγράφως, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἔχομεν λάβει ἐπισήμως γνῶσιν τοῦ φακέλου παρακαλῶ ἡ συζήτησις νὰ ἀναβληθῇ.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§141Γ. ΠΩΠ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνετε, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ φέρησθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατὰ τῶν Βουλευτῶν.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα μάλιστα.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν καὶ γράφεται εἰς τὰ Πρακτικά.
§144Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρεβίασε τὸν Κανονισμὸν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαπράττει νέον κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἀτόπημα ἐνθαρρύνων διὰ τῶν λέξεων «μάλιστα, μάλιστα» τὴν προεδρικὴν παράβασιν. Καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπετέλει τὸ Προεδρεῖον τὸ καθῆκόν του, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸ νομίζει ὅτι ἐπιτελεῖ τὰ καθήκοντά του, νὰ ἐπιδοκιμάζῃ ἢ ἀποδοκιμάζῃ. Τοιαῦτα γεγονότα οὐδέποτε ἐγένοντο ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἐπικαλοῦμαι πάντων ὑμῶν τὴν προσοχήν. Ἐννοῶ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου αὐστηροτέραν, ἐννοῶ ἐνίοτε τὴν ἐξάσκησιν αὐτὴν φθάνουσαν μέχρις ἀδικήματός τινος, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διεπράχθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου πρᾶξις προσβάλλουσα ὁλόκληρον τὴν Βουλήν.
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία;
§146Γ. ΠΩΠ. Διεπράχθη πρᾶξις...
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία;
§148Γ. ΠΩΠ. Παύσατε ἐπὶ τέλους. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δίχως νὰ ἐρωτήσῃ, καθ’ ὃ εἶχε στοιχειῶδες καθῆκον, ἐπιβεβλημένον αὐτῷ καὶ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἁβρότητος τῆς ὀφειλομένης πρὸς τοὺς ὁμοτίμους αὐτῷ, ἀφῄρεσε τὸν λόγον. Ὅτε δὲ διέπραξε τοιαύτην παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ ἕνα Βουλευτήν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διέπραττε κάτι πλέον ἢ ἔκτροπον.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς τὸν λόγον ἀφῄρεσα. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω;
§150Γ. ΠΩΠ. Οὐδεμίαν διακοπὴν συγχωρῶ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ καταστείλητε τὸν θυμόν σας.
§152Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχω θυμόν, ἀλλ’ ἀγανάκτησιν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀγανάκτησις καὶ ὁ θυμὸς εἶναι τὸ ἴδιον.
§154Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἀγανακτῶ ἐκ καθήκοντος· ἐπιβεβλημένου· σεῖς θυμώνετε ἐξ ἕξεως.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς θυμώνετε ἄνευ ἕξεως!
§156Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπέθεσεν ὅτι ἔχει πρὸ αὐτοῦ μαθητὰς σχολείων ἢ στρατιώτας, τοὺς ὁποίους διατάσσει, ὡς ἐὰν παρέβησαν τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἐδῶ διαμαρτύρεται ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐστράφη μετὰ τοιαύτης, θὰ εἴπω τὴν λέξιν, ἀσεβοῦς προθέσεως καὶ ἐκτύπησε τὸν κώδωνα καὶ ἀνεκάλεσε τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον εἰς τὴν τάξιν. Δὲν γνωρίζω τίς τῶν δύο ἔπρεπε νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ τοῦτο διαπράξας ἢ ὁ Βουλευτής, ὅστις καθῆκον στοιχειῶδες ἠθέλησε νὰ ἐπιτελέσῃ! Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Πλανῶνται δὲ οἱ πιστεύοντες, ὁσοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸν ἀριθμὸν ἢ οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ὅτι θὰ δυνηθῶσι νὰ φιμώσωσι τὰ στόματα ἡμῶν εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι φρονοῦσιν οὕτω τὸ ἴδιον συμφέρον. Θλίβομαι ἰδιαιτέρως ὅτι πάντες ὑμεῖς ἀντὶ νὰ προσέλθητε συνεπίκουροι τοῦ συναδέλφου σας ἐκείνου, ὅστις ἔχει καὶ τὸ πλεονέκτημα νὰ παρίσταται ὡς ἀντιπολιτευόμενος, προσήλθετε συνεπίκουροι πρὸς τὴν ἰσχύν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς θρυμματίσῃ, διότι ἡ φωνὴ ἡμῶν ὡς ἀντιπολιτευομένων εἶναι ἴσως πάντοτε ἐλευθερωτέρα ἐκείνων, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην οὔτε ἐγὼ ὁμιλῶ ὑπὲρ ἐμοῦ, οὔτε σεῖς πράττετέ τι ὑπὲρ ὑμῶν. Πάντες ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἐννοίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Βεβαιότατα δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι ἀξία τῆς μομφῆς τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἀναιρεῖ αὐτὴν ταύτην τὴν παράδοσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). (Ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρόεδρος καταλείπει τὴν ἕδραν καὶ ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος, καταλαμβάνει δὲ τὴν ἕδραν ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Πέρρος).
§157Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὴ ἡ ἐξέγερσις τοῦ φιλελεύθερα αἰσθήματα ἔχοντος κυρίου συναδέλφου, διότι τὸ γενόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν εἶχε σημασίαν παραβιάσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Τί συνέβη, Κύριοι, ἱστορικῶς; Ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, συνέστησα δὲ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἰδὼν ὅτι τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου ἡ γνώμη ἦτο ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀφοῦ καθ’ ἕξιν, ἢ πάντοτε, ὅταν προσέρχωνται Βουλευταὶ καὶ ζητῶσι νὰ ἀναβληθῇ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ ὑποθέσεώς τινος, ἵνα λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ διεξαγάγωσι τὸν ἔλεγχον αὐτῶν ἀκριβέστερον ἐπὶ τοῦ θέματος, ἡ ἀρχὴ τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ παρέχῃ τὴν ἀναβολήν. Διότι ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ διεξάγηται ἔλεγχος τακτικῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς καὶ ἐν ἐπιγνώσει καὶ οὐχὶ νὰ διεξάγηται συζήτησις λογοκοπημάτων. Συνέστησα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης εἶχε γνώμην ἀντίθετον κατὰ τῆς ἀναβολῆς, ὤφειλον νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς αὐτόν, ἵνα ἀκουσθῇ ἀντίθετος γνώμη, καὶ ἔδωκα εἰς αὐτὸν τὸν λόγον προσπαθῶν νὰ περιορίσω τὸν κ. συνάδελφον διὰ διαφόρων παρατηρήσεων, ἵνα τὸν λόγον περιορίσῃ ἐντὸς τοῦ θέματος τῆς ἀναβολῆς καὶ μὴ θίξῃ κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα, ἵνα μὴ γένηται ἀνάφλεξις συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας προώρως.
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ὑποθέσεως.
§159Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ χάριν αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου ὁ κ. Πὼπ ὁμολογουμένως εἶχε ζητήσει τὸν λόγον προφορικῶς, ὡς ζητεῖ τὸν λόγον ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Βουρλούμης ἐπεράτωσε τὸν λόγον του, συνέστησα εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἵνα παραιτηθῶσι τοῦ λόγου καὶ ἵνα μὴ ἐπιτρέψωσι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν εἶναι δεκτὴ ἡ ἀναβολή, ὅπως προχωρήσωμεν περαιτέρω. Ἠρωτήθη ἡ Βουλή, καὶ ὅλοι ἐφώναξαν ναί. Ὑπέθεσα ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶχε ζητήσει νὰ ἐγγραφῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην μόνον ἐζήτησε τὸν λόγον, ὑπέθεσα, λέγω, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς γνώμης τῆς παμψηφίας τῶν συναδέλφων. Καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ προέβην εἰς τὸ νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οὐδεμία αὐθαιρεσία ἐγένετο οὔτε ἀπόπειρα αὐθαιρεσίας, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἐγὼ οὐδένα ἐστέρησά ποτε τοῦ λόγου.
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§161Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἂν ἠθέλησα νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ παρεμβάλλῃ ἀσκόπως συζητήσεις ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ἀφοῦ ἡ γνώμη τῶν πλειόνων Βουλευτῶν ἦτο ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφασις καὶ ἀφοῦ ἐδικαιολογεῖτο ἡ ἀναβολή, ἂν τοῦτο ἔπραξα, τὸ ἔπραξα ὑπὲρ τῆς ἀσκήσεως τοῦ πραγματικοῦ ἐλέγχου, ἀφοῦ περιωρίσαμεν τὰς ἡμέρας τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς τελευταίας τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀφοῦ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων περιλαμβάνει 145 θέματα γενικῆς συζητήσεως καὶ γενικῆς ἐρεύνης, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἑβδομάδων ἀναμένουσι συζήτησιν διὰ ποῖον λόγον; Διότι διὰ τῶν διαφόρων προτάσεων καταναλίσκεται ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν αὐτῶν πραγμάτων, διὰ τῆς ἀπεραντολογίας. Ἐφ’ ὅσον μετὰ τὸ θέμα τοῦτο ὑπάρχει σπουδαιότατον τὸ θέμα τῶν ποτοποιῶν, τὸ θέμα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ θέμα τῆς φορολογίας τῆς ῥητίνης, θέματα πραγματικοῦ ἐλέγχου, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σειρὰ ἀναφορῶν διαφόρων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομόνως ἀναμένουσι ν’ ἀκουσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ὁ λόγος περὶ τῶν αἰτημάτων αὐτῶν, καὶ ἐπὶ πολὺ θὰ ἀναμένωσι ν’ ἀκουσθῇ ὁ λόγος περὶ τούτων, ἐφ’ ὅσον τοιαῦτα θέματα ὑπάρχουσιν, ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ καταναλώσῃ ἡ Βουλὴ χρόνον συζητοῦσα περὶ ἀναβολῆς. Νομίζω δέ, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ὑπὲρ τῆς πραγματικῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐλέγχου νὰ παρατείνηται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ θεμάτων, ἐφ’ ὧν ὑπάρχει ὡριμότης πρὸς ἀπόφασιν. Ἐὰν τοῦτο λέγηται αὐθαιρεσία, ἀφήνω τὴν λέξιν καὶ τὸν τίτλον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μοὶ τὸν ἔδωκεν. Ἐγὼ προσωπικὸν ζήτημα οὔτε προεκάλεσα, οὔτε θὰ προκαλέσω, ἐφ’ ὅσον ἔχω τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεπιστεύθη ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα). Ἐγὼ ἀνεκάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν τάξιν, ὄχι διότι μοῦ ἐζήτησε τὸν λόγον, ἀλλὰ διότι πρὶν ἢ προτιμήσῃ νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ Προεδρείου ὥρμησεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του εἰς τὸ βῆμα μετὰ παραφορᾶς καὶ παρουσίασεν εἰκόνα τοιαύτην, ἡ ὁποία ἦτο ἐντελῶς ἀσεβὴς πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάκλησίν του εἰς τὴν τάξιν.
§162Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ ὀρθῶς.
§163Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἤμην ἐγὼ κατηγορούμενος, ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς βλέπων τὴν ἀγανάκτησιν, ὑφ’ ἧς κατελήφθη ὁ κ. Βουλευτής, ἤδη κρίνω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προτείνω ἐπιεικῶς νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις αὐτοῦ εἰς τὴν τάξιν, διότι δὲν ἦτο κύριος τῆς γλώσσης αὐτοῦ ἕνεκα τοῦ ὑπερβολικοῦ θυμοῦ. Ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι οὔτε ἔδωκα οὔτε θὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς προσωπικὰ ἐπεισόδια, διότι ἐφ’ ὅσον κατέχω τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεπιστεύθη ἡ Βουλή, γεννῶν προσωπικὰ ἐπεισόδια οὔτε νὰ ἱκανοποιήσω δύναμαι οὔτε νὰ ἱκανοποιηθῶ. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐσυνήθισα νὰ προσβάλλωμαι οὔτε νὰ προσβάλλω ἄνευ ἱκανοποιήσεως, ἐφ’ ὅσον κατέχω τὴν θέσιν ταύτην καὶ γεννῶνται προσωπικὰ ζητήματα, θὰ φαίνωμαι πάντοτε ἡττημένος. (Χειροκροτήματα).
§164Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπετέλεσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ πράξῃ. Ὡμολόγησεν ὅτι Βουλευτὴς ἐζήτησε τὸν λόγον, χωρὶς δὲ νὰ ἐρωτηθῇ ἐκλήθη, ὅπως ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως θέματος, ὅπερ αὐτοβούλως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔκρινεν ὡς ἐξαντληθὲν καὶ ὡς μὴ δυνάμενον νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ματαίῳ. Ἡ ὁμολογία αὕτη εἶναι ἡ πρώτη· ἡ δευτέρα εἶναι ἡ πραγματικωτέρα. Ἀποδεικνύει ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν παραφορᾷ εὑρισκόμενος, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ, ἠθέλησε νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον...
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§166Γ. ΠΩΠ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν ἆ, ἆ, ἂς βεβαιωθῶσιν ὅτι ἐντὸς τῶν Κοινοβουλίων φωναὶ τοιαῦται δὲν ἐκπέμπονται, ἀλλὰ γίνονται συζητήσεις. Τὰ ἄναρθρα ἐπιφωνήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ νήπια, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς ἄνδρας τοὺς συζητοῦντας. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Ἀνέμενον νῦν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀναγνωρίζων ὅτι ἐν παραφορᾷ εὑρισκόμενος καὶ δὴ ἀπέναντι συναδέλφου σας, οὐδέποτε θελήσαντος νὰ θίξῃ τι, τὸ ὁποῖον προσωπικῶς θὰ ἔβλαπτε, μεταχειρισθέντος δὲ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ἁβρότητος καὶ τὰ σφοδρότατα ἐπιχειρήματα τῆς ἐπιθέσεως, ἀπέναντι τοιούτου συναδέλφου σας· ἀνέμενον καὶ εἶχον ἐγὼ τὴν ἀξίωσιν οὐχὶ ὡς ἄτομον, διότι γνωρίζω νὰ κανονίζω τὰ κατ’ ἐμαυτόν, ἀλλ’ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ τύχω τῆς ἐπιδοκιμασίας σας, τῆς ἐπιδοκιμασίας τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς τὸ Προεδρεῖον ὤφειλε πρὸς ἡμᾶς. Διότι ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) τὸ ἔργον τοῦ Προεδρείου ὑποβοηθοῦμεν ἐνισχύοντες αὐτὸ εἰς αὐστηροτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ ποινὴν ἀναγραφομένην καὶ τῆς ὁποίας ἔχει τὸ δικαίωμα ὑπὸ ὅρους καὶ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόζῃ μετὰ μείζονος φειδοῦς καὶ προσηλώσεως εἰς τὸν Κανονισμὸν ἀπέναντι παντὸς τοῦ ὁποίου ἡ παράστασις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς ὅσα σᾶς εἶπον. Εὐτυχῶς ἐγκαίρως ὁ κ. Πρόεδρος κατενόησε τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε. Κατενόησεν ὅτι οὐδενὸς ὁ θυμὸς εἶναι ὁ κάλλιστος σύμβουλος, ἀλλ’ ἰδίως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καλεῖται, ἵνα ἐκπροσωπῇ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ τοῦ ὁποίου τὴν παράστασιν ὀφείλει νὰ διακρίνῃ ἤρεμος σκέψις, ἤρεμος κρίσις καὶ ἠρεμία πρὸ παντὸς φράσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δι’ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ἵνα ζητήσῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ ποινή, τὴν ὁποίαν ἀσκόπως καὶ ἀτόπως ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ κατὰ Βουλευτοῦ, ἔπραξεν ὅ,τι τῷ ἐπεβάλλετο. Κατόπιν τούτου ἀναμφισβητήτως καὶ ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο ἔχω ἢ νὰ ἀποσύρω τὴν ἐπιρριφθεῖσαν μομφήν, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξεν, ἐνῷ δὲν ἔπραξε τοῦτο ἀπὸ σκοποῦ, ὡς ὡμολόγησεν.
§167ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὶν ἢ ὁ ἔντιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος ἐγερθῇ τῆς θέσεως αὑτοῦ καὶ διαμαρτυρηθῇ, ὡς διεμαρτυρήθη, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχεν εἴπει τοῦτο ἐπὶ λέξει: «Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως κηρύξω τὴν συζήτησιν περαιωθεῖσαν». Τοιαύτην παράκλησιν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπευθύνῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τοιαύτης παρακλήσεως δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων εἶναι ὑπερτέρα τῆς ψήφου τοῦ ἑνός, ἀλλ’ οὐχὶ ἡ γνώμη τῶν πλειόνων τῆς γνώμης τοῦ ἑνός. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, παρὰ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἄλλων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ. Δὲν ἔχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ ἀποκλείῃ τινά, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, καὶ δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἀποκλεισθῇ τις νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ. Τοιαῦτα ἐρωτήσας ὁ κ. Πρόεδρος καὶ τοιαύτην προκαλέσας ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καταφώρως παρέβη τὸν Κανονισμόν.
§168Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἠρώτησα τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καταλύουσαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἔκαμα ἐπίκλησιν, ἣν συνήθως πράττω, ὅταν βλέπω καταπεπονημένην τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκούῃ ἀτελευτήτους συζητήσεις, ἡ ἔκκλησις δ’ αὕτη συνήθως συνοδεύεται διὰ παραιτήσεως ἀπὸ τοῦ λόγου τῶν ἐγγεγραμμένων. Δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποκλείσῃ τινὰ τοῦ λόγου, διότι θὰ ἤμην παράφρων, ἐὰν ἐζήτουν τοιοῦτόν τι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀποδίδητε εἰς ἐμὲ τοιαύτας πράξεις.
§169ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαιῶν ὅτι τοιαύτην εἶχε πρόθεσιν πείθει πάντας ἡμᾶς, πείθει ἐμὲ πρῶτον, ὅτι τοιαύτην εἶχε πρόθεσιν. Ἀλλ’ ἔχων τοιαύτην πρόθεσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ προσκαλέσῃ τὸν κατὰ τὴν γνώμην αὑτοῦ παρεκτραπέντα Βουλευτὴν νὰ ἀνακαλέσῃ μίαν λέξιν ἢ φράσιν, τὴν ὁποίαν ἀτόπως ἐξήνεγκεν, οὐχὶ δ’ εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν. Δὲν εἶχε τοῦτο τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· καὶ ἦτο τοῦτο δευτέρα παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἔδει κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ εἴπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε πρὸ μικροῦ, ἵνα τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς.
§170Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν παρηκολουθήσατε καλὰ ὅσα ἐλέχθησαν.
§171Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐὰν ἔλεγε ταῦτα καὶ μόνα ταῦτα, θὰ ἦσαν ἱκανά· ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις εἶναι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὄχι μόνον ἐν τῇ ἕδρᾳ αὑτοῦ, ἀλλὰ καὶ κάτω τῆς ἕδρας αὑτοῦ, πάντοτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, λέγω, παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο δὲν ἐθεώρησε ταῦτα μόνα ἱκανά, ἀλλ’ ἐλάλησε περὶ λογοκοπημάτων, περὶ ἀπεραντολογιῶν, ἀλλ’ ἐπέστρεψε φράσεις εἰς τὸν ἐξενεγκόντα αὐτάς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀκόμη ἐλάλησε καὶ περὶ τῶν ἀντιλήψεων καὶ κρίσεων καὶ τῆς συνήθους στάσεως αὑτοῦ ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων! Νομίζω, ὅτι εἰς τὸν διευθύνοντα τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη τοιαύτη γλῶσσα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι πρῶτος ἐγὼ καὶ ἐντονώτερον παντὸς ἄλλου ἀνεγνώρισα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πρὸ ἡμερῶν τοὺς ἀγῶνας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἡμῶν, ἀλλὰ δέον νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι οἱ ἀγῶνες ἐκεῖνοι ἴσως συνετέλεσαν, ὥστε εἰς τὴν φρασεολογίαν αὑτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὐθυμολογῶν καὶ λογοπαικτῶν καὶ ἐπιπλήττων νὰ ἐξέρχηται τῶν ὁρίων ἐκείνων τῆς ὑψηλῆς ἀξιοπρεπείας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸν διευθύνοντα τὰς ἐργασίας τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου. Καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως, ὡς πείθομαι μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, ὡς ἐγὼ ἐπείσθην καὶ πρὸ τῆς δηλώσεως ἀκόμη, προσωπικῶς ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐν τῇ προθέσει αὑτοῦ, ὅπως ἐξυπηρετῇ τὸ προσῆκον, ἔφθασεν εἰς ἔκφρασιν, ἥτις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ εἶναι ἡ ἔκφρασις ἐπὶ τοσοῦτο μᾶλλον κατακριτέα, διότι συναισθανομένη τὴν πρόθεσιν τοῦ Προέδρου ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν, ἥτις κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν θὰ εἶχε πρόθεσιν ἀγαθήν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, οἵτινες δὲν θὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅλην τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ παράβασις θεμελιώδους ἀρχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ ῥυθμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ σκοπιμότης ἔτι τοῦ ἔργου, ὅπερ ἐπιτελοῦμεν. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας ἀκριβῶς τοῦ Προέδρου νὰ παρέχηται τὸ μέγιστον παράδειγμα τοῦ τρόπου τῶν συζητήσεων, τοῦ τρόπου ἐκείνου, ὅστις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἀγνοῶ ποῦ θέλει ἀγάγει ἡμᾶς, ὅταν τὰ πράγματα χωρήσωσι πέρα τινὸς ὁρίου.
§172Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ὑπάρχωσι περισσότερα δικαιώματα εἰς τὸν Πρόεδρον.
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπάρχει ἴσως Κανονισμὸς ὠργανωμένου πολιτικοῦ Σώματος παρέχων εἰς τὸν διευθύνοντα τὰ ἔργα αὐτῆς Πρόεδρον ὀλιγώτερα δικαιώματα καὶ ὀλιγωτέραν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς ἰδικῆς μας Βουλῆς. Ἀλλὰ τὰ ὀλίγιστα δικαιώματα καὶ ἡ ὀλίγη ἐξουσία, ἡ ὁποία μένει εἰς τὸν Πρόεδρον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ μας Κανονισμοῦ, πρέπει τοὐλάχιστον ν’ ἀσκῶνται ὑπ’ αὐτοῦ ἐλευθέρως, ἐὰν δὲν πρόκειται αἱ ἐργασίαι ἡμῶν ἀπὸ ἐργασιῶν Σώματος ὠργανωμένου νὰ μετατραπῶσιν εἰς συνάθροισιν ἑνὸς ἁπλοῦ πλήθους. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία εἶχε γίνει διὰ τὴν «Ἑνιαίαν», ἰδὼν ὅτι δὲν ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπερωτήσεως ὑπὸ τῶν ἐπερωτώντων, διότι προφανῶς εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ἀσκήσωσι τὸν ἔλεγχον, ἐζήτησε παρεμβαίνων νὰ διευκολύνῃ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ἀπολεσθῇ ἐπὶ ματαίῳ χρόνος πολὺς εἰς παρεμπῖπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὅπως ἀντελαμβάνετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ὀρθῶς ἀντελαμβάνετο, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ κατέληγε πάντως εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς ζητουμένης ἀναβολῆς· ἐζήτησε νὰ παρεμβῇ, ὅπως κερδίσῃ διὰ τὴν Βουλὴν χρόνον, καὶ ὅτε ὡμίλησαν δύο, ὁ μὲν εἷς ζητῶν τὴν ἀναβολήν, ὁ δὲ ἄλλος ζητῶν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ἀντιλαμβανόμενος ὀρθῶς τὰς διαθέσεις τοῦ Σώματος ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ, ὅπως μεταφέρῃ τὴν ἐπερώτησιν ἀπὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς σήμερον εἰς ἄλλην ἡμέραν. Ὑπῆρχεν ἀληθῶς αἴτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ψαρῶν, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὸν ὁ λόγος, καὶ εἶχε βεβαίως δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως μὴ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, πρὶν ἢ ἀκουσθῇ καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος μὴ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τοῦ Σώματος χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ, δὲν εἶχε βεβαίως τὸ δικαίωμα, παρασυρόμενος ὑπὸ ἐρεθισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ὅλοι ὑποκείμεθα κατὰ τὰς συζητήσεις, ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τούτου παρασυρόμενος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φερθῇ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ὁ προσήκων, καὶ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ψαρῶν ὅτι ὑπερέβαινε τὰς προθέσεις του καὶ ὅτι δὲν ἐνοήθη ὑπ’ αὐτοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, πόσην περιεῖχεν ἀτοπίαν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρῶν, ὅτι συνιστῶν ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως ἐπεδίωκε τὴν κατάρριψιν τοῦ ἐλέγχου καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὥστε καὶ διὰ τοῦτο, διότι δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ὁρμή, μὲ τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ Προεδρεῖον, διὰ τῆς ὅλης στάσεώς του, ἡ ὁποία ἦτο ὑβριστικὴ διὰ τὸ Προεδρεῖον, διὰ τοῦτο προεκλήθη ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη νὰ ἐκφρασθῇ ἡ μομφὴ τῆς Βουλῆς, καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος παρέσχε τοιαύτας ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπέ τις νὰ πιστεύῃ ὅτι ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαρκεῖς καὶ πλήρεις ὑπὸ τῶν δημιουργῶν τοῦ ἐπεισοδίου. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐθεωρήθησαν τοιαῦται. Λυποῦμαι ὅτι ἐπεδιώχθη νὰ παρεξηγηθῶσι καὶ χαρακτηρισθῶσιν ὡς σημαίνουσαι ἀναγνώρισιν ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἦτο ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, δὲν προστατεύσωμεν τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος, ἀσκοῦντα τὴν ὀλίγην ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Σώματος τούτου, βεβαίως ἡμεῖς, τὸ ὅλον Σῶμα, θὰ αἰσθανθῶμεν τὰ ἀποτελέσματα τούτου. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφράσει ἀντὶ τῆς ψήφου μομφῆς, ἡ ὁποία ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ψαρῶν, τὴν πλήρη ἔγκρισίν της διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προέδρου.
§174Γ. ΠΩΠ. Μετὰ τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐξηγήσεις διὰ τὰ τελεσθέντα εἶπον ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀμοιβαιότητος καὶ ἀπέσυρον τὴν πρότασιν τῆς μομφῆς. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐξέπληξεν ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐξέπληξεν ἐμὲ ἰδιαζόντως καὶ θὰ ἐξέπληξε πάντας ἐκείνους, οἵτινες εἰθίσθησαν, ὅπως παρακολουθῶσι τὰ ἐν παντὶ Κοινοβουλίῳ τελούμενα, ὄχι ἡ συνηγορία, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ σύμπραξις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον περιστοιχίζει ἀπόλυτος σχεδὸν καὶ πλήρης εἰς ἀριθμὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐναντίον ἀντιπολιτευομένου, τοῦ ὁποίου πρῶτος αὐτὸς ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τὴν εὐγένειαν τοῦ χαρακτῆρος καὶ τὴν ἁγνότητα τῶν προθέσεων καὶ πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίζῃ τὸ ἥκιστα εὐέξαπτον. Διότι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέχεται ὑπὸ ὀργῆς καὶ θυμοῦ ἐνίοτε, βεβαίως ἐγὼ οὐδέποτε ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠθέλησα νὰ ἔχω εἰς τὰς σκέψεις μου καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις μου ὁδηγὸν τὸν θυμόν. Διότι, ἐὰν θυμοὶ ὑπαγορεύσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐμφανίζω καὶ ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, δὲν γνωρίζω ποῖος ἐξ ἡμῶν θὰ ἐξέλθῃ ἄτρωτος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ δὲν ἦτο συνηγορία ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἦτο συνηγορία ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πράξεως, ἥτις καινοφανῆ ἀληθῶς ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ ἔργα τοῦ Προεδρείου καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἴσως ὑπὸ ἄλλας συνθήκας καὶ ἄλλας περιστάσεις θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ διαμαρτυρηθῇ. Σήμερον οἱ ὅροι ἀνεστράφησαν καὶ ὁ εἰσηγούμενος τῆς πλειονοψηφίας ὑποδεικνύει καὶ ἐνθαρρύνει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀσκῇ ἀτόπως τὰ ἔργα αὐτοῦ τὰ κανονίζοντα τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Εἶχε λοιπὸν πάντα λόγον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως, ὁμιλῶν κατὰ τρόπον συνηγορίας ὑπὲρ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀπολογηθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ διὰ πρᾶξιν, ἥτις δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη νὰ γίνῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, διὰ πρᾶξιν, ἥτις ἀντιβαίνει πρὸς αὐτὰς ταύτας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πάντες ὀφείλομεν καὶ πρὸ πάντων ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡγέτης μιᾶς πλειονοψηφίας πρὸς τὰ καθήκοντα τὰ ἀσκούμενα ὑπὸ τοῦ ἀνευθύνου Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνηγορῶν οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀπολογηθῇ. Διὰ τοὺς ἀπολογουμένους ὑπάρχει πάντοτε ἡ συγγνώμη ἀδεξίων τινῶν λέξεων. Τὴν συγγνώμην ταύτην τὴν παρέχω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. (Εὖγε, εὖγε ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθῇ, παρακαλῶ, ἡ πρότασις, κύριε Πρόεδρε.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἔχουσα οὕτω: «Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ Προέδρου προβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει; Ὅταν προβάλληται, ὑπάρχει λόγος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς προτάσεως.
§179Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§180Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι πρότασις λόγῳ τῆς μομφῆς τῆς ἐπιρριφθείσης.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁρίστε, Κύριε Πὼπ, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§182Γ. ΠΩΠ. Παραιτοῦμαι.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς συζήτησις ἐπερατώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Δέχεται τὴν ἀναβολήν;
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· μάλιστα.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἐλέγχου.
§186ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· ὄχι· βραδύτερον.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ τὰς ἑορτάς.
§188Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§189ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον· αὔριον.
§190ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως γίνονται αἱ ἐπερωτήσεις Δευτέραν καὶ Πέμπτην ἐπ’ ὀλίγας μόνον ὥρας, θὰ καταντήσῃ νὰ μᾶς κυνηγᾷ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων χωρὶς νὰ κάμωμεν τίποτε. Νὰ καθίσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ κάτω, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς θέσις σας, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ποτοποιῶν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γρηγορίου.
§192Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προηγοῦμαι ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς.
§193ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§194Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὑπάρχουσι, κύριε Πρόεδρε, πολλοὶ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ποτοποιῶν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ἄν ἡ Βουλὴ συναινῇ νὰ ἀναβληθῇ, ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐγγεγραμμένος, συναινῶ εἰς τὴν ἀναβολήν.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ ἐτόλμων νὰ παρακαλέσω νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλή, ὅπως συζητήσωμεν Σύνταγμα· εἶναι ἡ τελευταία ἑβδομάς· ἂς ἀναβληθῇ λοιπὸν ἡ συζήτησις αὕτη διὰ τὴν Δευτέραν μετὰ τὰς ἑορτάς.
§196Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Ἑνιαίας.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ συζητηθῇ Σύνταγμα;
§198ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ Βουλὴ δέχεται. Προχωροῦμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. (Διάλογοι καὶ θόρυβος).
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ἀθηνογένης ἠρώτησέ με ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἂν ὁ Ναύσταθμος τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ εἶναι ἱκανὸς νὰ παράσχῃ ἀποτελεσματικὴν βοήθειαν εἰς καταδυόμενα ἐν κινδύνῳ διατελοῦντα. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ ἀποτελεσματικὴ βοήθεια. Τὸ ζήτημα μελετᾶται ὑπὸ τῆς ἀποστολῆς, ἥτις παρακολουθεῖ τὴν κατασκευὴν τοῦ καταδυομένου ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἐγκαίρως θὰ ληφθῇ περὶ τοῦ πράγματος φροντίς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Θανόπουλος παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις του καὶ διατάξῃ, ἵνα τὸ καταβληθησόμενον ἀντισήκωμα ὑπὸ τῶν ἀπολυομένων διαθεσίμων τὴν 1 Ἀπριλίου πληρωθῇ κατὰ δόσεις, ὡς γίνεται προκειμένου περὶ τῶν διὰ διαφόρους ἄλλους λόγους ἀπαλλασσομένων. Παρέχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 121 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας τὸ ἀντισήκωμα τῶν ἀπαλλαγέντων πληρώνεται κατὰ δόσεις, ἀλλὰ τῶν διαθεσίμων καταβάλλεται τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπολύονται μετὰ τὴν ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, ἂν δὲ δὲν κατατεθῇ, παραμένουσιν ὑπηρετοῦντες· ἑπομένως ἡ σύστασίς του δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λαρίσης κ. Βλάχος παρακαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουσιν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδίδωνται καὶ εἰς ἄλλα ἔργα ἐκτὸς τοῦ εἰδικοῦ αὐτῶν προορισμοῦ, βιοποριστικὰ καί τινων ἄλλων ὑπαλλήλων, εἰς οὓς ἀπαγορεύεται ἡ ἐνασχόλησις αὕτη. Ἐκρίθη ἀνέκαθεν ὅτι οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ἰατροὶ τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ ἀσχολῶνται καὶ εἰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας, νὰ ἐξασκῶσι δηλαδὴ τὸ ἐπάγγελμά των, διότι τοῦτο οὔτε πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν ὡς ἀξιωματικῶν ἀντίκειται οὔτε παρακωλύει αὐτοὺς ἀπὸ τὴν προσήκουσαν ἀφοσίωσιν εἰς τὰ ἔργα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, παραμένοντος πάντοτε τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τοὺς ἐποπτεύοντας νὰ μὴ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως ἡ ἰδιωτικὴ αὐτῶν ἐνασχόλησις γίνηται ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Γαρουφαλλιᾶς καὶ ἕτερός τις, νομίζω, ὁ κ. Σῖμος, παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς οἱ ἀρχισαλπιγκταὶ ἐπιλοχίαι, λοχίαι καὶ δεκανεῖς δὲν ἐξωμοιώθησαν πρὸς τοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς καὶ πρὸς τὴν προαγωγὴν αὐτῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νομοσχεδίου. Λόγοι καθαρῶς στρατιωτικοὶ δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐξομοίωσιν αὐτήν, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἐπιλοχίαι σαλπιγκταὶ θὰ γίνωσιν ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ δύνανται νὰ φέρωσι τὴν σάλπιγγα καὶ νὰ σαλπίζωσιν· αὐτοὶ δὲ χρειάζονται ὡς σαλπιγκταὶ καὶ ὄχι νὰ ἔχωσι μακρὺ ξίφος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ τοῖς ἐπέτρεπε νὰ εἶναι σαλπιγκταί. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Μερλόπουλος ἐζήτησε νὰ μάθῃ «ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ ἀποσπασματάρχου Τρύφωνος Γιαννάρου». Παρέχω τὴν ἐξήγησιν ὅτι φόνος τοιοῦτος δὲν ἔλαβε χώραν, ὅτι ἐτραυματίσθη εὐτυχῶς ἀκινδύνως ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος φυγόδικος Ἀλεξανδρόπουλος, ἀλλ’ ὅτι, ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀποσπάσματος θεωρῆται ἔκνομος, δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἡ προσήκουσα καταγγελία, ἵνα καταδιωχθῶσιν οἱ ἔνοχοι. Εὐτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπῆλθε θάνατος. Οἱ βουλευταὶ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κύριοι Χρυσόγελος καὶ Ποῦλος παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ πληροφορία «ποῦ στηριζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς γνωματεύει, ὅτι εἰς τὰς διατάξεις τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ νόμου ͵ΓΥΙʹ τοῦ 1909 περὶ στρατολογίας τεθείσης εἰς ἐφαρμογὴν δυνάμει τοῦ ἀπὸ 12 Μαρτίου 1910 Βασιλικοῦ Διατάγματος ὑπάγονται μόνον οἱ ἀπὸ τοῦ 1905 καὶ ἐντεῦθεν ἀπαλλαγέντες, ἐν ᾧ οὐδεμία διάκρισις γίνεται ἐκ τῆς μνησθείσης παραγράφου μεταξὺ ἀπαλλαγέντων καὶ ἀνυποτάκτων». Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἀληθῶς ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ νόμου ͵ΓΥΙʹ ἐτέθη διὰ Διατάγματος εἰς ἐφαρμογήν, διότι ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν κατὰ τμήματα ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐτέθη δὲ εἰς ἐφαρμογὴν εἰδικῶς διὰ τοὺς ἀπαλλαγέντας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν ἀνυποτάκτων. Ἀλλ’ ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρούσης ἐπερωτήσεως μελετήσας τὸ ζήτημα εὗρον, ὅτι οὔτε ὡς πρὸς τοὺς ἀπαλλαγέντας δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ κακῶς μέχρι σήμερον ἐφηρμόσθη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ μονομερῶς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ νόμου, διότι ἀκριβῶς ἡ παράγραφος αὐτὴ τοῦ νόμου προϋποθέτει ἐφαρμογὴν ὁλοκλήρου τοῦ νόμου. Ἑπομένως ὅ,τι γίνεται διὰ τοὺς ἀνυποτάκτους θὰ γίνῃ καὶ διὰ τοὺς ἀπαλλαγέντας, δηλαδὴ καὶ ἐκεῖνοι δὲν θὰ διέπωνται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἀναγνωριζομένου ὅτι κακῶς ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις αὕτη.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ ὑποβληθέντος τῇ Βουλῇ ὑπὸ τῶν ἐκκαθαρισθέντων πταισματοδικῶν, εἰρηνοδικῶν κ. λ. π. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς) Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ὁ προεδρεύων κατὰ τὸ προηγηθὲν μέρος τῆς συνεδριάσεως μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις, ἵνα τὴν Δευτέραν μὴ ἀσκηθῇ ἔλεγχος, ἀλλὰ διατεθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Γενικὴ συζήτησις περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης.
§204ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐὰν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
§205Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, καθότι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν, θὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§207ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, παρακαλῶ, τὸν λόγον. Ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης· ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀκριβές, βεβαίως ἤθελον παραιτηθῆ τῆς συζητήσεως· ἀτυχῶς ὅμως δὲν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἁπλῶς πρότασις νόμου ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπογεγραμμένος καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐλπίζομεν ὅτι θὰ καταλήξῃ ταχέως εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῆς ῥητίνης ἐπιθυμοῦμεν νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἀκριβῶς διότι ζητοῦμεν, ὅπως ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς Βουλῆς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίων, καὶ ὅπως ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος.
§208Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τοιαύτη πρότασις;
§209ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Εἶναι παρὼν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἁρμόδιος καὶ ἕτοιμος νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν.
§210Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα διὰ πολλὰ διαμερίσματα τῆς χώρας.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀπέμεινεν ἀμφίβολος. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται τὴν ἀναβολήν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀνδρανόβης τῆς Εὐρυτανίας.
§212ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναβάλλεται.
§213Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἀναβάλλω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν εἶναι παρών.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐφημερίων Καστρακίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§215Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Νὰ διαγραφῇ τὸ ὄνομά μου, κύριε Πρόεδρε.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάμμος. Ἀπών. Ὁ κ. Παπαποστόλου.
§217Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ν’ ἀναβληθῇ, διότι ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς χήρας Γ. Λιχαδιώτου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σφακιανάκης.
§219Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἐπροχώρει ἀπροσκόπτως ὁ ἔλεγχος, ἂν οἱ κυβερνητικοὶ Βουλευταὶ παρῃτοῦντο τοῦ λόγου.
§220Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Ἡ χήρα Λιχαδιώτου, κ. Πρόεδρε, εἶχε τρεῖς υἱούς, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν εἰς τὴν Μακεδονίαν ἐπὶ πολὺν χρόνον· ὁ εἷς αὐτῶν ἔπεσε ποτίσας διὰ τοῦ αἵματός του τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς Μακεδονίας, ὁ ἕτερος λαβὼν τραῦμα διαμπερὲς τοῦ θώρακος καὶ νοσηλευθεὶς ἐπί τινα καιρὸν εἰς τι χωρίον τῆς Μακεδονίας ἐπανῆλθεν εἰς Ξηροχώριον πρὸς ἀνάρρωσιν· ἅμα δὲ τῇ ἰάσει τοῦ τραύματος αὐτοῦ ἐπανῆλθε καὶ πάλιν εἰς Μακεδονίαν, ἔνθα ἠγωνίσθη ὑπὸ διαφόρους ἀρχηγοὺς ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, μεθ’ ὃ ἐπισυμβάντος τοῦ θανάτου τοῦ ἑτέρου ἀδελφοῦ ἐπανῆλθεν εἰς Ξηροχώριον, ἀλλὰ καταβεβλημμένος ὑπὸ τῶν κακουχιῶν καὶ μὴ δυνηθεὶς νὰ ἀνθέξῃ εἰς προσβολὴν νόσου τινὸς ἐλαφρᾶς ἀπεβίωσε καταλιπὼν τὴν ἀτυχῆ μητέρα του ἄνευ τινὸς προστασίας. Ἡ μήτηρ τῶν γενναίων ἐκείνων τέκνων εἶναι ἡ σήμερον ἀναξιοπαθοῦσα καὶ στερουμένη τοῦ ἐπιουσίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ ν’ ἀποδοθῇ μικρά τις σύνταξις εἰς αὐτὴν πρὸς πορισμὸν τοῦ βίου της. Περὶ τῶν ἀγώνων, τοὺς ὁποίους διεξήγαγον τὰ τέκνα αὐτῆς ἐν Μακεδονίᾳ, ὑπάρχουσι πιστοποιητικὰ ἐπίσημα τῶν τότε ὁπλαρχηγῶν συνημμένα ἐν τῇ ἀναφορᾷ, διὰ τῶν ὁποίων καταδείκνυται ἡ διαγωγὴ αὐτῶν ἐν Μακεδονίᾳ. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον γυνὴ στερηθεῖσα τοιούτων υἱῶν νὰ προστατευθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ μὴ ἀφεθῇ νὰ τελευτήσῃ τὸν βίον προώρως καὶ ἕνεκα στερήσεως τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου.
§221ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω πληροφορίας ζητηθείσας ὑπὸ ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν. Πρῶτον εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Πολυχρονιάδου περὶ συστάσεως τοῦ σώματος τῶν ἀγροτικῶν διανομέων. Δεύτερον εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μαυρίκη περὶ κατασκευῆς ὑποστέγου εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης ἐν Σχηματαρίῳ. Τρίτον ἀπάντησιν ἐπίσης εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρυσοστάλη περὶ τῆς δαπάνης, ἥτις θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἀγροτικῶν διανομέων. Τέταρτον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δικαίου. Πέμπτον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Θεοδωροπούλου ζητήσαντος διαφόρους πληροφορίας. Ἕκτον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μέρμηγκα περὶ τοῦ μηχανικοῦ, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἐργασία πρὸς τοποθέτησιν τοῦ μηχανήματος διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν ποντικῶν ἐν τοῖς ἀτμοπλοίοις, τοῦ εὑρισκομένου ἀπὸ πολλοῦ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Καταθέτω ἐπίσης ἀπάντησιν ἄλλην εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μαυρίκη. Ἀπάντησιν μετὰ σχετικῶν ἐγγράφων πρὸς τὸν βουλευτὴν κ. Βασιλόπουλον. Ἀπάντησιν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Κασίμην περὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐν Κυπαρισσίᾳ Ἀστυνομίας. Ἐπίσης ἀπάντησιν μετὰ σχετικῶν ἐγγράφων τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§222Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Τὸ ἐρώτημά μου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειώσω ὅτι ἀναφέρεται οὐχὶ εἰς ἐνέργειαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς προγενεστέραν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἐτῶν παρέχει τὸ ἑξῆς θέαμα. Παρηγγέλθη καὶ παρελήφθη ἐνταῦθα μηχάνημά τι, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς τὸ ἄριστον πρὸς καταστροφὴν τῶν ποντικῶν τῶν πλοίων, τῶν κυριωτέρων φορέων τῆς πανώλους. Τὸ μηχάνημα τοῦτο ἠγοράσθη πρὸ 4 ἐτῶν ἀντὶ δραχμῶν 40.000 περίπου καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐπὶ μίαν δηλ. Ὀλυμπιάδα, κατάκειται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ κεκλεισμένον ἐντὸς τῶν αὐτῶν κιβωτίων, δι’ ὧν τότε μετηνέχθη, ὑποκείμενον εἰς τὸν κίνδυνον τῆς πλήρους καταστροφῆς ἢ τοὐλάχιστον βλάβης μεγάλης καὶ ἀχρηστίας. Ἤδη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας παρέχεται ἡ πληροφορία, ὅτι τὸ μηχάνημα πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἀφοῦ παρασχεθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν φορτηγὶς κατάλληλος πρὸς τοποθέτησιν αὐτοῦ. Ἡ φορτηγὶς αὕτη δὲν κατωρθώθη νὰ ἐξευρεθῇ ἔτι, καὶ ἕνεκα τούτου τὸ μηχάνημα κατάκειται ἄχρηστον, παραδεδομένον εἰς βεβαίαν φθοράν. Περὶ τῶν ἀρχαίων Ἀβδήρων σῴζεται ἡ παράδοσις, ὅτι οἱ κάτοικοι αὐτῶν, ἀφοῦ πρῶτον ἐπεράτωσαν τὴν κατασκευὴν πολυτελοῦς κρήνης, ἔπειτα ἀντελήφθησαν ὅτι οὐδὲ σταγὼν ὕδατος ὑπῆρχε. Κατὰ τί διαφέρει ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν ταύτης ἀπὸ τῆς Ἀβδηριτικῆς ἐκείνης; Ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει τὸν Ὑπουργὸν τὸν νῦν, ἀλλὰ πάντως βαρύνει τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸν κ. Ὑπουργὸν εὐχαριστῶ διὰ τὰς παρασχεθείσας πληροφορίας καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως σπεύσῃ νὰ θέσῃ εἰς χρῆσιν τὸ μηχάνημα τοῦτο, διότι βεβαίως ἡ εἰκὼν τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι ἥκιστα ἐποικοδομητική.
§223ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἐξέθηκεν αὐτὰ ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Ὅτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῶν ἀμυντικῶν μέτρων κατὰ τῶν ἐπιδημικῶν νόσων καὶ ἰδίως κατὰ τῆς χολέρας, μοὶ ἐδόθησαν αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ὡς καὶ περὶ τοῦ μηχανήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη καὶ κατέκειτο ἐν τῷ τελωνείῳ, μὴ ἐξαχθὲν εὐτυχῶς οὐδὲ κἂν τῶν κιβωτίων. Τὸ μηχάνημα ἐκεῖνο ἐζητήθη νὰ τοποθετηθῇ ἐπί τινος πλοίου, καί, ὡς μοὶ παρέστησεν ἡ ὑπηρεσία, εἶχον ὄντως γεννηθῆ δυσχέρειαι ὡς πρὸς τὴν εὕρεσιν τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ὅτε τὰ πράγματα μοὶ ἐγένοντο γνωστά, ἐθεώρησα ὅτι θὰ ἦτο τελεσφορώτερον νὰ συνεννοηθῶ ἐπὶ τούτου μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὃν ἀνέφερα τοῦτο, περιττὸν δὲ νὰ προσθέσω τί οὗτος ἀπήντησε καὶ ποίας διαθέσεις ἐπεδείξατο ὡς πρὸς τοῦτο, εἴπομεν δὲ νὰ γίνῃ μέριμνα νὰ ἐξευρεθῇ ἓν οἱονδήποτε πλοῖον ἐξυπηρετοῦν τὰς διαστάσεις τοῦ μηχανήματος, διότι ἀκριβῶς τεχνικοὶ λόγοι ἀποκλείουσι τὴν τοποθέτησιν αὐτοῦ εἰς οἱονδήποτε πλοῖον...
§224Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εἶχον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ποία δαπάνη θὰ ἀπαιτηθῇ ἐπὶ πλέον διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἀγροτικῶν διανομέων. Ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι θὰ ἀπαιτηθῶσι 447,584 δραχ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπηρεσία εἰς τὸ Κράτος λειτουργοῦσα ὁπωσδήποτε καλῶς, τοιαύτη δύναται νὰ λογισθῇ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, καὶ τοῦτο συμβαίνει, διότι βραδέως, ἀλλ’ ἀσφαλῶς μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἔβαινε διορθώνουσα τὰ κακῶς κείμενα. Ὀλίγον δὲ εἰς τοῦτο συνετέλεσεν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς εἴπω, καὶ ἡ συναλλαγή, διότι, ἀφοῦ τόσα κατελογίσαμεν εἰς βάρος της, ἂς εἴπωμεν καὶ τὰ ἀγαθά της, διότι ἡ συναλλαγή, τὴν ὁποίαν ἐχειρίσθησαν οἱ προκάτοχοι συνάδελφοι ἡμῶν, ἔφεραν εἰς φῶς πολλὰ ταχυδρομεῖα ἀνὰ τοὺς δήμους τοὺς μικροὺς καὶ τὰ χωρία τοῦ Κράτους. Ἕκαστος τῶν συναδέλφων ἡμῶν, ὁσάκις ἠδύνατο, ὅπου ἔβλεπε τὴν ἔλλειψιν, συνίστα καὶ ἓν ταχυδρομεῖον καὶ ἓν τηλεφωνεῖον, εἰς τρόπον ὥστε ἐγένετο πληρεστέρα, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, καὶ οὕτω μεγάλαι ἀρτηρίαι ἐξυπηρετοῦντο διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν ταχυδρομείων τούτων διευθυνομένων ὑπὸ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἀμειβομένων διὰ γλισχροτάτης ἀμοιβῆς, διότι πέντε δραχμὰς ἕκαστος δημοδιδάσκαλος λαμβάνει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Πλὴν δὲ τούτου οἱ ταχυδρόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν ἀγροτικῶν διανομέων, ἔχουσιν ἀναλάβει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην διὰ δημοσίου διαγωνισμοῦ εἰς ἐξηυτελισμένην τιμήν. Οὕτω λοιπόν, ἐνῷ ἐκτελεῖται πλήρως ἡ ὑπηρεσία διὰ γλισχροτάτης ἀμοιβῆς, ἔρχεται εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὁ Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων ἐξ ἀγαθῆς βεβαίως προαιρέσεως νὰ μᾶς φέρῃ αὐτὴν τὴν πολυτέλειαν, ἡ ὁποία θὰ στοιχίσῃ 500.000 δραχ. εἰς τὸ Κράτος.
§225Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Πολυτέλειαν τὴν λέγετε αὐτήν;
§226Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἡ κρίσις μου εἶναι αὐτή. Λέγω ὅτι σήμερον πανταχοῦ ὑπάρχουσι διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ἀμείβονται πέντε δραχμάς, καὶ οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον καλῶς καὶ τοσοῦτον ἀσφαλῶς ἔχουσιν ἐπισύρει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπισύρωσιν οἱ ἀγροτικοὶ διανομεῖς. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς δαπάνης ταύτης, χωρὶς νὰ προσθέτῃ τίποτε εἰς τὸ Κράτος, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πλήρως ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία αὐτή. Λοιπὸν τότε θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐξοδεύσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν, ὅταν καὶ εἰς ἐμὲ ἐν τῷ χωρίῳ μου καὶ ἐν τῷ ἀπερίττῳ οἴκῳ μου ἐπιτρέψητε νὰ βάλω ἠλεκτρικὸν κώδωνα καὶ διάφορα ἄλλα τοιαῦτα πράγματα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ θεωρῶ περιττὴν τὴν δαπάνην τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἂς ἀφήσωμεν νὰ διορθωθῶσι τὰ οἰκονομικά μας, καὶ ἂς τὰ βάλωμεν εἰς ἐφαρμογὴν τότε.
§227Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν συναινῇ, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· ἐπιθυμεῖ νὰ τερματίσῃ τὸν ἔλεγχον καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν;
§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συναινέσει τῆς Βουλῆς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέτεινε τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου. Δέχεται ἡ Βουλὴ τοῦτο;
§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1911 ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐξόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ταμείου». Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν ἤδη τὴν ἔκθεσίν της, ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν παροχὴν δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν.
§233ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θράκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου, Κύπρου καὶ Μικρᾶς Ἀσίας καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν, ὡς καὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐγγραφῶν καὶ ἀνανεώσεων τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§235Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως εἶναι καλόν. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐδέχετο τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ ὁποία εἶναι τετυπωμένη, ὅπως τὸ προνόμιον τῆς δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν δικαιουμένων ταύτης φοιτητῶν χορηγηθῇ οὐ μόνον διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ δεύτερον, διότι οἱ αὐτοὶ λόγοι συνηγοροῦσι καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Ἐπίσης εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου θὰ παρεκάλουν, ἀντὶ «μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους», νὰ τεθῇ «μέχρι τέλους Μαΐου ἔ. ἔ» Ἐν τέλει δὲ νὰ προστεθῇ ὡς ἴδιον ἐδάφιον τὸ ἑξῆς, ὅτι «μέχρις αὐτῆς τῆς προθεσμίας ἐπανέρχεται εἰς ἰσχὺν καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ͵ΓΨΛΘʹ νόμου τῆς 22 Μαΐου 1910, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τοὺς πρὸ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ μεταγραφέντας ἐκ μιᾶς Σχολῆς εἰς ἄλλην φοιτητάς». Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι δικαιοτάτη καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§236Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθησαν διάφοροι αἰτήσεις ἐκ μέρους τῶν φοιτητῶν τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, ἵνα καὶ οἱ φοιτηταὶ τῶν σεισμοπαθῶν μερῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς των δυσπραγίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐγγραφῶσι, νὰ ἐγγραφῶσι καὶ αὐτοὶ δωρεάν.
§237Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἢ τρεῖς εἶναι, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον σπουδαίως καὶ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐγγραφῶσιν ἀτελῶς.
§238Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ κάμνω αὐτὴν τὴν σύστασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροποποιήθη).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 1 ἕως 5 καὶ τῶν ἐδαφίων αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΓʹ (3393) τῆς 24ης Ὀκτωβρίου 1909 περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Π. Κορομηλᾶ προσθήκη εἰς τὸ 72ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τυπωθησομένη πρὸς διανομήν. Ὑποβάλλεται ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς ἐπὶ ὑπομνήματος πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκκαθαρισθέντων πταισματοδικῶν, εἰρηνοδικῶν κτλ., τυπωθησομένη πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Συναινεῖ ἡ Βουλή, ὅπως ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις ὁρισθῇ τὴν τρίτην μ. μ.;
§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 8ην καὶ 45′).