1911.03.19
8.399 στίχοι · 63.852 λέξεις · 497 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54.
Τῆς 19ης Μαρτίου 1911
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 10 καὶ 50′ π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 188 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ θέλουσιν ἀναγνωσθῆ κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῆς συνεδριάσεως, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτυπωθῶσιν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Οἱ κάτοικοι τῆς Ἀνδραβίδας ἐξαιτοῦνται ἀναστολὴν τῆς ἀναγκαστικῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου μέχρι τῆς συγκομιδῆς τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου· 2) Οἱ κατάδικοι Καλαμῶν ζητοῦσι χάριν τοῦ ⅓ τῆς ποινῆς των· 3) Ὁ ἀπόστρατος ἐνωμοτάρχης Ἀν. Παναγιωτόπουλος ζητεῖ καθυστερούμενα χρηματικά του δικαιώματα ἐκ κατασχέσεως λαθρεμπορικῶν εἰδῶν· 4) Τὸ Δημοτ. Συμβούλιον Ἀρμενίου ζητεῖ, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σπειρομένων γαιῶν· 5) Οἱ μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» τοῦ δήμου Εὐρυμενῶν ζητοῦσι προστασίαν τῶν εἰς τὴν «Ἀμοιβαίαν» καταθέσεών των· καὶ 6) Ἡ Αἰκατερίνη Κορωναίου διαμαρτύρεται ὅτι ὁ σύζυγός της διατελεῖ ἐπὶ 20 μῆνας ὑπόδικος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν «Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος». Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον πρῶτος ἔχει ὁ κ. Παπαποστόλου.
§2Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ λογισθῶ εὐτυχής, ἂν καὶ κατ’ ἐλάχιστον θὰ συνέβαλλον διὰ τῆς ὁμιλίας μου εἰς τὴν ληφθησομένην ἀπόφασιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα καὶ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς μετ’ εὐμενείας νὰ μὲ ἀκούσητε, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δὲν τυγχάνω ἐπαγωγός, ὥστε νὰ εἶμαι εὐχάριστος, ὑπόσχομαι ὅμως ὅτι καὶ σύντομος θὰ εἶμαι καὶ εἰλικρινής, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ ὑπόθεσις, ἥτις οὖσα ἐθνικῆς σημασίας μὲ κάμνει νὰ παρέλθω τὸ βῆμα τοῦτο. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, Κύριοι, κατὰ τὴν τελευταίαν ὑπερτετραετῆ Βουλευτικὴν Περίοδον, καθ’ ἣν διῴκει τὸ Κράτος τυχαίως καὶ μοιραίως ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος πολιτευτὴς κ. Γ. Θεοτόκης, πληγεὶς μυχιαίτατα ἕνεκεν ἀποτυχίας ἐξωτερικῶν ζητημάτων του καὶ σοβαρῶν ἐκθέσεών του, καὶ συναισθανόμενος τὴν ὁσημέραι ἐπαυξανομένην κακοδαιμονίαν αὐτοῦ τούτου καὶ τοῦ Κράτους, πεισθεὶς δὲ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὑπὸ πολιτευτῶν νέων ἀπομακρυνθέντων τότε ἐκ τοῦ Θεοτοκικοῦ κόμματος, οἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ λεγόμενον Ἰαπωνικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, πεισθείς, λέγω, ὑπὸ τῆς ὁμάδος ἐκείνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐπρωτοστάτει καὶ δὴ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος πολιτευτὴς κ. Γούναρης, ὅτι ἡ κακοδαιμονία αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ καλλιτέρας τύχης, χωρὶς οὐ μόνον νὰ βλαφθῶσιν αἱ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἐσωτερικαὶ καὶ ἐξωτερικαί, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας καὶ ἐκεῖναι νὰ προκόψωσι, διότι ὑπῆρχε τρόπος, ὡς ἔλεγον ἐκεῖνοι, νὰ μεταφερθῶσι τὰ βάρη τὰ φορολογικά, τὰ πολὺ βαρέα, τὰ ὁποῖα φέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν ῥάχιν του, ἀπὸ τὰς ἀπόρους τάξεις εἰς τὰς εὐπορωτέρας, ἐλαττουμένης πολὺ τῆς φορολογίας τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ αὐξανομένης τῆς τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἐν γένει τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας, κατέληξεν εἰς τὴν γνωστὴν ἐπανάστασιν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εἶναι καὶ ἡ διπλῆ Βουλή. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν ὅλους τοὺς λόγους τῆς κακοδαιμονίας, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασε· νομίζω ὅμως καθῆκόν μου νὰ μὴ παραλείψω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἕνα τῶν πρωτίστων συντελεστῶν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ ὁ συντελεστὴς οὗτος κατὰ τὴν γνώμην μου, Κύριοι, ἦτο ἡ παράλειψις τοῦ Κράτους τοῦ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντα τὰ προηγμένα Κράτη, ἅτινα ἔχουσι σαφῆ ἀντίληψιν τῶν ὅρων τῆς ὑπάρξεως αὑτῶν, τῆς διατηρήσεως καὶ τῆς προόδου των, ἔπραξαν, τοῦ νὰ χαράξωσιν ὡρισμένην οἰκονομικὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν, ἐρειδομένην εἰς τὴν ἐμπεριστατωμένην καὶ συστηματικὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν παραγόντων καὶ δυνάμεων τῆς χώρας· δὲν ἔπραξε τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας του τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐνῷ ὤφειλε καὶ εἶχεν ἐπιτακτικὴν τὴν ὑποχρέωσιν, διότι καὶ βάρος κληρονομίας μέγα φέρει καὶ ἔδει ν’ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς δυνάμεις, οὐ μόνον πρὸς συντήρησιν καὶ πρόοδον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων του, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς· ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐβάδιζε, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μέγα ἀληθῶς διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα, μεταχειριζόμενον ἑκάστοτε τὴν ἐμπειρικὴν πολιτικὴν εἰς κάλυψιν τῶν Προϋπολογισμῶν, ἐτησίων ἀναγκῶν καὶ ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργοῦντο εἴτε ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως εἴτε ἐξ ἐξωτερικῶν περιπλοκῶν καὶ ἐθνικῶν ζητημάτων. Δὲν κατώρθωσε λοιπὸν μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως τὸ Κράτος νὰ προέλθῃ εἰς ἐξέτασιν συστηματικὴν καὶ ἰδιάζουσαν τῶν οἰκονομικῶν παραγόντων τῆς χώρας, καὶ σκεφθῇ ποίου εἴδους πολιτικὴν ἤθελεν ἀκολουθήσει, ποῦ θὰ στηρίξῃ αὐτήν, ποίους παράγοντας καὶ ποίας δυνάμεις θέλει προστατεύσει καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θέλει προστατεύσει. Οὐδὲ ἀνένηψε κἂν τὸ Κράτος ἡμῶν ἐκ τῆς εὐκαιρίας, ἥτις τῷ ἐδόθη πρὸ 30ίας περίπου διὰ τῆς προσαρτήσεως τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, διὰ τῆς ὁποίας προσεκτήσατο τὴν Θεσσαλίαν, χώραν ὁλοκληρωτικῶς γεωργικήν, ἥτις κατὰ φυσικὴν συνέπειαν καθίστα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος γεωργικόν, διότι δὲν ἀντελήφθη τὴν στιγμὴν ταύτην ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ στραφῇ πρὸς τὴν γῆν τὴν θεσσαλικὴν καὶ νὰ ἐπιληφθῇ μετὰ ταχύτητος τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὅροι τῆς ὑπάρξεως τῶν ὁποίων ἐν Θεσσαλίᾳ ἔχουσιν ἐξέλιξιν, οὐχὶ τυχαίαν, ἀλλ’ ἱστορικήν· δὲν ἀντελήφθη, λέγω, ὅτι ὁλοταχῶς ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς θεσσαλικῆς γῆς καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν Θεσσαλίαν εἰς δευτέραν Αἴγυπτον, χάριν τῶν ἰδίων αὐτοῦ οἰκονομικῶν συμφερόντων καὶ τοιούτων τῶν πολιτῶν του καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου· οὐδὲ ἐξιππάσθη κἂν ἐκ τοῦ παραδείγματος τῶν γύρω αὐτοῦ Κρατῶν, τὰ ὁποῖα παρηκολούθησαν τὴν πολιτικήν, περὶ ἧς σᾶς ἀνέπτυξα, οὐδὲ ἐπαραδειγματίσθη ἐκ τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία πρότερον ἔπασχε δεινῶς καὶ ἀντεμετώπιζεν ἐπαναστάσεις ἐσωτερικὰς τοῦ λαοῦ λόγῳ πείνης, κατὰ τὴν τελευταίαν δὲ τριακονταετίαν, μετὰ τὸν Κρίσπην, διὰ τῶν ἰθυνόντων αὐτὴν πολιτικῶν ἤλλαξε καὶ καθώρισεν ἐσωτερικὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἣν ἀκολουθεῖ ἀπαρεγκλίτως, καὶ τούτου ἕνεκα ἤδη εὐημερεῖ καὶ εἶναι μεταβεβλημένη εἰς ἕνα ὡραῖον κῆπον, καὶ ὄχι μόνον ὁ λαός της δὲν πάσχει, ἀλλὰ καὶ ὁ Προϋπολογισμός της εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀφήνῃ περίσσευμα καὶ ἔρχηται ἀρωγὸς εἰς οἱονδήποτε ἀτύχημά της καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο σπουδαῖον ζήτημά της. Οὐδὲν τούτων ἔπραξε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως ἠκολούθει τὸν αὐτὸν δρόμον. Ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, μεταξὺ τῶν καλῶν πρωτίστως ἐγεννήθη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑψώθη ἡ σημαία τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς, τῆς ὁποίας τὴν πραγμάτωσιν ἤρχισεν, ἐγκαθιδρύσασα καὶ εἰδικὸν Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, δι’ ὃ δὲν ἐδίστασε νὰ βαρύνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ δαπάνας ὑπὲρ τὰς 800,000 δραχμῶν ἡ νῦν Κυβέρνησις τῆς χώρας, ἡ ὁποία, οὖσα ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαναστάσεως, μὲ τὸ νέον κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, παραπλησίας ἔχει ἰδέας πρὸς ἐκείνους τοὺς πολιτευτάς, οὓς ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ἀνέφερα.
§3Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τίνος κόμματος ἀρχάς;
§4Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἔλεγον, κύριε Ὑπουργέ, πρὸ ὀλίγου ὅ,τι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀνέπτυξεν ἡ ὁμὰς τῶν Ἰαπώνων, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἐκ Πατρῶν πολιτευτὴς κ. Γούναρης, περὶ μεταβολῆς φορολογικοῦ συστήματος κ.λ.π., καὶ ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων παραπλησίας ἔχει γνώμας πρὸς τὰς ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἦλθον, κύριοι Βουλευταί, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας ἐν πλήρει καὶ ζηλευτῇ ὁμονοίᾳ, φέροντες εἰδικὴν σημαίαν ταυτιζομένην πρὸς τὴν τοῦ Φιλελευθέρου κόματος, σημαίαν τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τοπικὴ θεσσαλική, ἀλλ’ εἶναι σημαία τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς χώρας καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, διότι θίγει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ ἑπομένως εἶναι ἐθνικὴ σημαία, πλὴν θέλουσι νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας ὅτι ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν, ὅτι γεωργικὴ πολιτικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ γεωργία ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐχὶ διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὸ λοιπὸν δὲν εἶναι γεωργικόν, ἀλλὰ διότι κατ’ ἐξοχὴν ἐκεῖ εἶναι ἡ γεωργία τῆς Ἑλλάδος· καὶ δὲν ὑπάρχει γεωργία ἐν Θεσσαλίᾳ, Κύριοι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν, ὅτε ἡ κατάστασις αὐτῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον νὰ εἶναι ἀδύνατος πᾶσα πρόοδος, ἀλλὰ καὶ ὀπισθοδρόμησις νὰ ἐπέρχηται. Ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἀφόρητος καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ πρωτίστως λόγῳ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, οὗ ἡ λύσις ἐπιβάλλεται τὸ ταχύτερον. Οἱ λόγοι τῆς δημιουργίας τούτου τοῦ ζητήματος εἶναι τὸ μὲν ἡ Ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ἀνεγεννήθησαν εἰς τὰ πρόσωπά των τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν προγόνων των ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας, τοὺς ὁποίους προέβαλλον οἱ ἰδιοκτῆται, δὲν ἐστηρίζοντο εἰς τὸ δίκαιον, τὸ δὲ καὶ σπουδαιότερον, κύριοι Βουλευταί, εἰς ὃ καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε, διότι ἔχω ἀντίληψιν ἴσως πρωτότυπον, εἶναι ἡ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἀμέσως μετέπειτα παντελὴς ἔλλειψις πολιτικῆς προνοίας ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι, ἐνῷ οὐδόλως ἐγένετο, ὡς ὤφειλε, κάτοχον τῶν ὅρων καὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ, τῶν διαφόρων αὐτῆς κατηγοριῶν τῶν ἐπ’ αὐτῆς δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὡς διαδόχου τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας καὶ τῶν ὅρων τῆς ὑπάρξεως τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, οἵτινες, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἔχουσιν ἐξέλιξιν ἱστορικὴν καὶ οὐχὶ τυχαίαν—, ὡς καὶ τῶν δικαίων αὐτῶν, ἐνῷ, λέγω, τοῦτο δὲν ἔπραξεν, ὡς ὤφειλεν, ἐξ ἐναντίας ἀσκοῦν τὴν κυριαρχίαν του εἰσήγαγεν ὅλως ἀβασανίστως τῷ 1882 τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς, ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς ἔθεσε τὴν ἰδιοκτησίαν. Αὐτὴ ἡ ἀπότομος μεταβολὴ εἰς τὴν ἔννοιαν καὶ τοὺς ὅρους τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξιππάσῃ τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ κατ’ ἐξοχὴν τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, οἵτινες ἦσαν εἰθισμένοι εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς τὴν ἀπέδιδον οἱ νόμοι καὶ τὰ ἔθιμα ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Ἐπικράτειαν καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Ἐκ τούτων ὅθεν τῶν λόγων ἐδημιουργήθη, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα, διὰ νὰ ὁμιλήσω εἰς γλῶσσαν εἰλικρινείας, ὑπῆρξαν καταστρεπτικὰ πρωτίστως διὰ τοὺς κολλήγας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ καταστρεπτικώτατα διὰ τὴν γεωργίαν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον καὶ προκοπὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅτε εἰς τοιοῦτον σφάλμα, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, περιέπεσεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἦτο ὑποχρεωμένη πλέον, τὸν Ἑλληνικὸν νόμον τὸν ἄγνωστον ἕως τότε ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ μὴ τὸν ἔχῃ νεκρὸν γράμμα, ἀλλὰ ζωντανόν· ἐντεῦθεν ἡ κατεύθυνσις αὐτῆς, ἵνα ἡ ἀκίνητος κτῆσις ἐν Θεσσαλίᾳ ἀναγνωρισθῇ τελείως ἐλευθέρα ἄνευ τινὸς αἱρέσεως, ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν μακρὸν καὶ βίαιον, ὁ ὁποῖος ἠσκήθη μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν κολληγῶν, τόσον διὰ τῶν διοικητικῶν ὀργάνων της, ὅσον καὶ διὰ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐπέβαλλεν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ἤτοι ὁ ἀγὼν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, ὁ τοσοῦτον ὀλέθριος ἀποβὰς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, κύριοι Βουλευταί, εἶχε μέχρι τινὸς τοπικὴν σημασίαν, ἦτο ἀσυστηματοποίητος, δὲν εἶχε κοινὴν καὶ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν, καθ’ ἅπασαν τὴν Θεσσαλίαν, ἦτο ἀγὼν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν ἑκάστου χωρίου καὶ κολληγῶν, ἀλλὰ δὲν ἠσκεῖτο ὁμοιομόρφως, οὐδὲ συγχρόνως, οὐδὲ ὑπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν βάσιν· εἶχον πάντοτε τὴν ἀφετηρίαν, ὡς σᾶς εἶπον, οἱ γεωργοὶ ὅτι ᾐσθάνοντο ὅτι πατοῦσιν ἐπὶ ἐδάφους, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον δικαιώματα, ἐπὶ ἐδάφους τῶν πατέρων αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶχον συστηματικὴν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν βάσιν εἰς τὸ ζήτημα, καὶ ἀνέμενον ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας, ἥτις ἐν τῷ μεταξύ, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς λύσεως ὁπωσδήποτε τοῦ ζητήματος τοῦ θεσσαλικοῦ, διὰ τῶν διαφόρων πολιτικῶν κομμάτων, ἅπερ διὰ τῶν ἀρχηγῶν των διώκησαν τὸ Κράτος, ἀνεγνώρισε τὴν ἀρχήν, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ ἀγωνίζονται τὸν καλὸν ἀγῶνα, ἀγωνίζονται νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς, προβάλλουσι δὲ τὴν ἀξίωσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν τήνδε, ἥτις κατ’ ἐξοχὴν ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· καὶ διὰ τοῦ Δηλιγιαννικοῦ κόμματος τῷ 1896 ἐσχημάτισεν ἐπιτροπείαν, ἡ ὁποία ἐπιτοπίως ἐξετάσασα τὸ ζήτημα κατέληξεν εἰς ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσιν, κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς ἀνεγνώρισε τὴν ἀρχὴν ταύτην· καὶ διὰ τοῦ Ζαϊμικοῦ κόμματος, ὅπερ, ὡς τοιοῦτον, ἐν τῇ Βουλῇ παρουσίασε πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν ἔδει τὰ Ζάππεια κτήματα μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον (ἀναγκαστικῇ ἀπαλλοτριώσει) νὰ καταμερισθῶσιν εἰς μικρὰς ἰδιοκτησίας πρὸς τοὺς κολλήγας.
§5Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὄντος τοῦ κ. Νέγρη.
§6ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Καὶ ἦλθε, κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἐν ἔτει 1908 καὶ διὰ λόγους πλουτοπαραγωγικούς, οὐχὶ ἀξίας τοιαύτης, οἵας τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀνεγνώρισε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐν τῇ ἀνταλλαγῇ κτημάτων διαφόρων ἰδιοκτητῶν, κειμένων ἐναλλὰξ τῶν κτημάτων τοῦ ἄλφα ἐντὸς τοῦ κτήματος τοῦ βῆτα, καὶ τἀνάπαλιν.
§7Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ νόμου περὶ διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων.
§8Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μάλιστα· διὰ τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων, ὅστις ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἔχων βάσιν καὶ δικαιολογίαν τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τῆς χώρας.
§9ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι μὲ τὸ κείμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἐπιτρέπεται διὰ νόμου νὰ γίνῃ τοιαύτη ἀνταλλαγὴ ἀναγκαστική, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ ἐγένετο προσηκόντως, ὑπῆρξε καὶ ἀνεκτή.
§10Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα θὰ μεταχειρισθῶ.
§11ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§12Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ θὰ μεταχειρισθῶ καθ’ ὃν τρόπον ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὑποστηρίζει τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα μας, ἀξιότιμε κ. Βουλευτά. Καὶ ἐνῷ παρῆλθον ἀρκετὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἡ Θεσσαλία διετέλει ὑπὸ τὴν πάλην τὴν περιγραφεῖσαν, ἄνθρωπος μεγαλοκτηματίας, εὐεργέτης ἠθέλησε νὰ φανῇ πρός τε τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ τὸ ἔθνος, ὁ ἀοίδιμος Σ. Σκυλίτσης, καὶ ἐκάλεσε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἰς ὃ παρέδωκε 30 περίπου τσιφλίκια, κτήματα μεγάλα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀξίας ὑπὲρ τὰ 12,000,000 δραχμῶν, ἀντὶ ἐλαχίστου τιμήματος, μὲ τὸ πνεῦμα καὶ σκοπὸν τοῦ οἱονεὶ πωλητοῦ.
§13Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Ζαΐμη.
§14Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Καὶ ἀνέμενε, Κύριοι, εἰς μάτην ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἠγοράσθησαν τὰ κτήματα ταῦτα· μελέται ἐπὶ μελετῶν ἐγένοντο καὶ συνεργεῖα ἐπὶ συνεργείων μετεφέροντο εἰς Θεσσαλίαν, ἀλλ’ ὑπερδεκαετία παρῆλθε καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, ἡ Κυβέρνησις ἡ συνεχὴς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ἀνέβαλλεν ἐπ’ ἄπειρον· ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τῷ 1905, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν, διὰ νὰ καταδείξῃ ἐμπράκτως ὅτι υἱοθετεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἄλλως θὰ χάσῃ τὴν ὑπομονήν του ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς καὶ θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἐπαναστάσεως, καὶ δυστυχῶς σχεδὸν εἰπεῖν ἐγενόμην προφήτης. Καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι κατόπιν διενεμήθησαν τὰ κτήματα ταῦτα, ἀλλὰ διενεμήθησαν ἐξ ἀφορμῆς ἄλλης, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη μεγαλειτέρα καὶ σπουδαιοτέρα, ἐξ ἀφορμῆς ἐπιτακτικῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης.
§15Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν προσφύγων.
§16ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μάλιστα· ἐπῆλθε διανομή, ἀλλ’ εἰς τοὺς πρόσφυγας, ἐλάχιστοι δὲ Θεσσαλοὶ ἐγκατέστησαν εἰς τὰ διανεμηθέντα κτήματα ἐπὶ τῇ βάσει ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως· ἡ ἐγκατάστασις δ’ αὕτη ἀπὸ τοὺς ἀντιλέγοντας ἔπεσεν εἰς βάρος τῶν Θεσσαλῶν, ἐνῷ ἐδῶ ἔπρεπε νὰ θαυμάσωσι τὴν ψυχικὴν ἀντοχὴν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ἐδῶ ἔπρεπε μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν συμπεριφορὰν ταύτην ἄλλα γενναῖα μέτρα νὰ λάβῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι, ἐνῷ οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοὶ ἐγνώριζον ὅτι πρὸ παντὸς ἡ θεσσαλικὴ γῆ ἀνήκει εἰς αὐτούς, δὲν ἐδυσανασχέτησαν ποσῶς, καὶ ἐδέχθησαν τὴν διανομὴν γαιῶν των.
§17Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οἱ Θεσσαλοὶ δὲν ἐπῆραν τίποτε;
§18ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐλάχιστοι, ὡς εἶπον, ἐγκατέστησαν Θεσσαλοί. Ἀλλ’ ἐγκαρτερήσαντες, διότι προεξεῖχον ἐν αὐτοῖς ἀληθῆ Ἑλληνικὰ αἰσθήματα, ἅπερ ἐπιβάλλουσιν εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας ν’ ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα γῆ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἄσυλον πάντων τῶν διωκομένων ἀλυτρώτων Ἑλλήνων, δικαιουμένων εἰς ἐγκατάστασιν εἰς αὐτήν, ἐγκαρτερήσαντες, λέγω, συνέλαβον πάντες μίαν γενικὴν ἰδέαν, ἣν τοῖς ὑπέβαλεν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, τὴν ἰδέαν τῆς ἀποκαταστάσεώς των εἰς ἐγκτήμονας διὰ μέσου τῆς Πολιτείας, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψωσι καὶ τὸν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀγῶνά των, τὴν ὁποίαν ἰδέαν μετασχηματίσαντες εἰς πεποίθησιν προέβαλον ὡς ἀξίωσιν ἔναντι τοῦ Κράτους, τελευταῖον δὲ κατὰ τὸν τῆς ἐπαναστάσεως χρόνον, Φεβρουάριον μὲ Μάρτιον 1910, ἐλπίσαντες εἰς τὴν μετατροπὴν τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως καὶ τῆς νέας ἐξ αὐτῆς κατευθύνσεως τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τὴν παρουσίασαν ὡς ἐπείγουσαν ἀπαίτησιν, ἣν καὶ ἐπεσφράγισαν διὰ θυσίας τοῦ πολυτιμοτάτου ἀγαθοῦ τῆς ζωῆς των, μεθ’ ἃ πάντα ἐπαναφέρουσιν αὐτήν· ἀλλ’ οὐχὶ μόνον οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοί, ἀλλὰ σύμπασα, τολμῶ νὰ εἴπω, ὡς εἷς ἄνθρωπος, ἡ Θεσσαλία, διότι κατενόησε καλῶς ὅτι ἡ πρόοδος αὑτῆς καὶ τοῦ Κράτους ἐν γένει ἔγκειται κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν δημιουργίαν γεωργικῆς πολιτικῆς, προστατευούσης ἐκ παντὸς τρόπου τὴν γεωργίαν, ἧς ἄνευ οὐδὲ Κράτος οὐδὲ ἐμπόριον καὶ βιομηχανία οὐδὲ ἐπιστῆμαι καὶ τέχναι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι, καὶ σκοπούσης τὴν ἄρσιν παντὸς κωλύματος, τὴν ὕπαρξιν καὶ πρόοδον αὐτῆς καὶ δὴ πρωτίστως τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς κολληγίας, ἀνεγνωρισμένην δὲ καὶ ὑπὸ πάντων τῶν πολιτευτῶν Θεσσαλίας καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων τὴν ἐπισημοποίησαν διὰ τῆς ἀπὸ 8ης Μαρτίου 1910 πρὸς τὴν Βουλὴν προτάσεως νόμου, δι’ ἧς μάλιστα ὁ ἰδιαίτερός μου συμπολίτης ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς μετεπήδησεν εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἐπαναφέρουσιν αὐτὴν νομιμώτατα δι’ εἰδικῆς ἐντολῆς τῆς 8ης Αὐγούστου καὶ τῆς 28 Νοεμβρίου 1910, ἣν ἔδωκαν πρὸς τοὺς 48 ἀντιπροσώπους των, τοὺς παρακαθημένους μεταξὺ ἡμῶν, ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, καὶ δι’ αὐτῶν, ἐνῷ ἦτο φυσικὸν καὶ τὴν ἄμεσον πραγμάτωσιν ἢ λύσιν ν’ ἀξιώσωσι, σεβόμενοι τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος, ζητοῦσι παρὰ τῆς διπλῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος νὰ συμπεριλάβῃ ἐν αὐτῷ ἀπεριφράστως: Τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους τοῦ καταμερισμοῦ, δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως μεγάλων γεωργικῶν κτημάτων εἰς μικρὰς ἰδιοκτησίας ὑπὲρ ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ λόγῳ τῆς μεγάλης σοβαρότητος τῆς ὑποθέσεως ταύτης ν’ ἀναλάβῃ ἀπὸ τοῦδε τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς τοιαύτης ἀπαλλοτριώσεως, ὡς ἀφορώσης τὴν δημοσίαν ἀνάγκην ἢ ὠφέλειαν καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ περιλαμβανομένης.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ ὥρα.
§20ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τοῦτο δὲ θὰ ἀποτελέσῃ τὴν μεγαλειτέραν δόξαν διὰ τὴν Βουλήν, γενησομένην οὕτω πρόξενον μεγάλων οἰκονομικῶν καὶ ἠθικῶν ἀγαθῶν εἰς τὴν πατρίδα καὶ θεσπίζουσαν ἅμα διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἰσχυρότατον νόμον, ἀποτρέποντα τὴν μετανάστευσιν Ἑλλήνων εἰς τὴν ξένην (χειροκροτήματα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ ὥρα· ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται νὰ παραταθῇ ἡ ἀγόρευσις; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἀντιθέτως· οἱ μὴ παραδεχόμενοι .... (Ἐγείρονται ἐπίσης πολλοί).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§24Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· αὕτη εἶναι καὶ ἡ ἀντίληψίς μου.
§26Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ Βουλὴ φρονῶ ὅτι ἐμόρφωσε γνώμην περὶ τῆς μιᾶς μορφῆς ἢ τῆς ἑτέρας ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα.
§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι παράτασιν γενικήν, ἀλλὰ 5 λεπτά, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ συμπεράσματά του ὁ ἀγορεύων.
§28ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐνόμιζον ὅτι ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, καὶ ἀφοῦ ἐπρόκειτο ν’ ἀντικρούσω τοὺς 4 ἢ 5 ἀντιλέγοντας βῆμα πρὸς βῆμα ἐπὶ τοιαύτης σπουδαίας ὑποθέσεως, ἤθελον τύχει τῆς εὐνοίας τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ μ’ ἀκούσῃ μέχρι τέλους, ὡς καὶ τὰ συμπεράσματά μου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕως τὰς 11 καὶ ἡμίσειαν ἄνευ προλόγου καὶ ἐπιλόγου νὰ τελειώσητε.
§30ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἔρχεται λοιπὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, καὶ πρὸ τοιαύτης καταστάσεως τῆς πατρίδος ἡμῶν νὰ κριθῇ τὸ θεσσαλικὸν τοῦτο ζήτημα, ὅπερ κατέστη δευτέρα, μετὰ τὴν εἰς Χριστόν, πίστις εἰς τὴν συνείδησιν τῶν γεωργῶν, οἵτινες κατ’ αὐτὰς μάρτυρας καὶ ἁγίους τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ θανόντας ἀνεκήρυξαν. Καὶ ὅτε πρόκειται νὰ θεσπίσωμεν νόμους ἢ ν’ ἀναθεωρήσωμεν διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ νὰ συντάξωμεν τοιαύτας, βεβαίως θὰ φανῶμεν ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν πολιτικὴν πρόνοιαν, βεβαίως θὰ φανῶμεν ὅτι εἴμεθα ἀκαδημαϊκοὶ συνεδριάζοντες καὶ ὁμιλοῦντες περὶ φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου καὶ Πολιτείας ἰδανικῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἂν ἐξωτερικὰς βλέψεις οὐδὲ περιπλοκάς, οὐδ’ ἄλλον τινὰ προορισμὸν ἢ σκοπόν, εἰμὴ μόνον σκοποὺς ἐσωτερικούς, ἀποβλέποντας εἰς τὸ ἀπόλυτον δίκαιον, καὶ ὅταν συζητοῦντες τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ὑπὸ κρίσιν διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἢ θεσπίζοντες νέαν τοιαύτην δὲν λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους τὴν οἰκονομικήν, τὴν δημοσίαν γνώμην, τὸν νῦν πολιτισμόν, τὸ πνεῦμα τὸ νέον, τὸ ὁποῖον ἐξαγγέλλει εἰς τὴν οἰκουμένην ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν γῆν πλέον, ἀλλ’ ἡ γῆ εἰς τὸν ἄνθρωπον (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Λαμβάνω δὲ ὑπ’ ὄψιν θεωρίας, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξενεχθείσας, καθ’ ἃς θεωροῦνται πάγια τὰ ὅρια τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, διότι δὲν θίγομεν πάντες μὲν τὴν ἀρχὴν τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία εἶναι διατετυπωμένη εἰς τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἐν τῷ προσχεδίῳ καὶ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου αὐτοῦ, ἂν καὶ δυνάμεθα καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἀκόμη νὰ τροποποιήσωμεν, διότι, ὡς προλαβών με ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπε, καὶ ἐκεῖ ἔνθα τὸ πρῶτον ἐδημιουργήθη ἡ πηγὴ αὕτη — ἐν Γαλλίᾳ —, καὶ ἐκεῖ μετεβλήθη, ὅπερ σημαίνει ὅτι εἶναι μεταβλητή. Ἀλλὰ προκειμένου μόνον περὶ τῶν ὁρίων τοῦ σεβασμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἅτινα θὰ θεσπίσωμεν ἤδη, ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ θέσῃ ταῦτα καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους; Βεβαίως τὸ κυρίαρχον Κράτος διὰ τῆς διπλῆς Βουλῆς εἶναι τὸ δικαιούμενον νὰ θέσῃ τὰ ὅρια τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν πολιτῶν, καθ’ ὃν τρόπον ὑπαγορεύουσιν αὐτῷ ὁ προορισμός του, ὁ σκοπός του, τὰ ἤθη του, ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἡ πολιτικὴ πρόνοια ἢ καὶ ἀνάγκη. Καὶ ἄν, Κύριοι, δὲν ἐμπεριείχετο ὁ τρόπος, καθ’ ὃν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ζητοῦσι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐν τῇ ὑπὸ ἀναθεώρησιν διατάξει τοῦ Συντάγματος, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν εἰς ἄλλο θέμα, ὅτι θ’ ἀντλήσωμεν τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐκ τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον θὰ θέσωμεν ὡς κυριαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους; Πάντες ὅμως ἠδύναντο, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπεία, ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν ἐν τῷ σώματι τοῦ Συντάγματος ἐνδεικτικῶς ἀναγραφὴν τοῦ θέματος τούτου, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κανονικῶς καὶ χωρὶς νὰ περιπέσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τινα νομικὴν ἀνακολουθίαν. Δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβῃ ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ τύχῃ κατακρίσεως ὑπὸ τῆς Ἱστορίας καὶ τῶν ἐπιγόνων διὰ τὴν πρᾶξίν της ταύτην, διότι ἔχομεν ὅμοια παραδείγματα πολλὰ εἰς τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα, καὶ δικαίωμα τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτου εἶναι, ὡς ἄλλως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν σχέσει μὲ τὸ ἄρθρ. 71 τοῦ Συντάγματος, προκειμένου περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν θέσιν δημοσίου ὑπαλλήλου, τὰ σοβαρώτερα μόνον τῶν ζητημάτων νὰ περιλαμβάνῃ ἐνδεικτικῶς ἐν τῷ Συντάγματι, τὰ δὲ λοιπὰ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὡς ἐγένετο καὶ διὰ τοῦ προσχεδίου εἰς τὸ κατηγορούμενον ἄρθρον 17, ἐν ᾧ περιελήφθησαν θέματα, εἰδικῶς, μεταλλείων καὶ λοιπῶν νομημάτων. Μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Θεσσαλίας ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ Κράτος καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ὁλοκλήρου, ἂς ἀναλάβῃ ἡ Βουλὴ τὸ βαρύ, ἀλλὰ τετιμημένον ἔργον τῆς ἐξασφαλίσεως αὐτῆς, ἐν τῇ ἀναθεωρουμένῃ διατάξει τοῦ Συντάγματος, καὶ ἂς εἶναι βεβαία ὅτι θ’ ἀποδώσῃ τὴν εἰρήνην εἰς τὸ Κράτος, τὴν πρόοδον εἰς τὴν Γεωργίαν, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας, τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ ἔθνους, ἐλπίδας ταχείας καὶ πραγματικῆς ἐλευθερίας εἰς ὑπερδεκακισχιλίας οἰκογενείας γεωργῶν, ὧν θ’ ἐπισπάσηται αἰωνίαν τὴν εὐγνωμοσύνην, καὶ τέλος θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν συγκράτησιν τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας γωνίας (τῆς Θεσσαλίας), ἥτις, ἐκτελουμένων καὶ τῶν λοιπῶν ἔργων, θέλει καταστῆ πράγματι ἐριβῶλαξ καὶ ἱκανὴ νὰ προσδώσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας μεγαλειτέραν εὐτυχίαν πάσης ξένης χώρας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐξηγῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τηρῶ αὐστηρῶς τὴν ὥραν, διότι ἔχουσι μέχρι τοῦδε καταναλωθῆ ἑπτὰ ὧραι καὶ εἴκοσι λεπτά, ἐκτὸς τῆς πρωινῆς ὥρας, ποῦ ἔχομεν ἄλλην ἡμίσειαν, δηλαδὴ ἔχομεν φθάσει τὰς ὀκτὼ ὥρας· ὑπολείπονται τέσσαρες ὧραι· μέχρι τοῦδε δὲ ἔχουσιν ὁμιλήσει κατὰ πλειονοψηφίαν σπουδαίαν οἱ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τῶν Θεσσαλῶν, καὶ δὲν ἔχουσιν ἀκουσθῆ ἀκόμη οἱ ἀντιλέγοντες ὅλοι, πλὴν ἑνός· ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἐγγεγραμμένοι, διὰ νὰ ὁμιλήσωσιν ὀγδοήκοντα πέντε, διὰ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ λογαριασμοῦ, πρέπει νὰ τηρηθῇ ἀκριβῶς ἡ ὥρα, διότι γίνονται παρατάσεις, καὶ αἱ παρατάσεις αὗται βλάπτουσι. Τοῦτο νὰ τὸ γνωρίζητε. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§32Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Θὰ καταναλώσωμεν καὶ πέντε καὶ δέκα καὶ δεκαπέντε ἡμέρας προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος.
§33Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ φέρωμεν πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὴν φέρητε, κύριε Κουλουμβάκη, διὰ νὰ ἀπορριφθῇ παταγωδῶς. Ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλλητε προτάσεις ἀπορριπτομένας, φέρετε καθ’ ἑκάστην.
§35Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχει μόνον μεγάλην σπουδαιότητα, διότι ἀφορᾷ ἕν ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἀλλὰ κυρίως, διότι ἀναφέρεται εἰς τὸν θεμελιώδη θεσμόν, ἐπὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἀνθρωπίνη κοινωνία. Διότι ἀσχέτως πρὸς τὴν μορφὴν τῶν πολιτευμάτων, εἴτε δηλονότι ἀπολυταρχικὰ ἦσαν ταῦτα εἴτε δημοκρατικά, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἀνεγνωρίσθη πάντοτε. Ἀνεγνωρίσθη ὅμως ἐπίσης παραλλήλως ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἡ ἀνάγκη, ὅπως θέση αὕτη ὅριον εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ συζῶσιν εἰς κοινωνίαν, παράλληλα ἀπόλυτα δικαιώματα δὲν δύνανται νὰ συνυπάρχωσι. Πρέπει, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἔλθῃ τὸ ἀτομικὸν συμφέρον εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ γενικὸν καλόν, τὸ ἕν νὰ περιορίσῃ τὸ ἕτερον· ὁ βαθμὸς δέ, εἰς τὸν ὁποῖον ἑκάτερον θὰ ὑποχωρήσῃ, εἶναι μία μεγάλη ἔνδειξις τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων τῆς ἐποχῆς. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τόσοι εὔγλωττοι προλαλήσαντες, οἱ ὁποῖοι ἐξήντλησαν σχεδὸν τὸ θέμα, θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ ἐκθέσω πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν τὴν κατάστασιν καὶ τὰς βιοτικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ Θεσσαλοὶ σήμερον. Κρίνω ὅμως καλὸν κατόπιν τόσων ἐξόχων ἀγορεύσεων νὰ ἀρκεσθῶ, ὅπως ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως διαφόρου, ἀλλ’ οὐχὶ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου καὶ ὀλιγώτερον σπουδαίας. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν εἶναι μόνον ζήτημα τοπικόν, εἶναι ζήτημα κοινωνικόν, εἶναι δηλαδὴ μία φάσις τῆς μεγάλης δίκης, ἡ ὁποία διεξάγεται πρὸ τῆς ἀνθρωπότητος μεταξὺ ἐργασίας καὶ κεφαλαίου, μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν δηλονότι, τῶν μέσων παραγωγῆς καὶ τῆς ἀκλήρου μερίδος. Ἄν τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι συνήθως τὸ πρῶτον πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ πρώτη σύγκρουσις τῶν συμφερόντων τούτων, τοῦτο συμβαίνει, διότι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἔχει ὡς ἀντικείμενον αὐτὴν ταύτην τὴν πηγὴν τῆς ὑλικῆς ὑποστάσεως τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν παρὰ νὰ γεννηθῶσι τοιαῦτα ζητήματα· διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ ἀναγνωρίζουσι τὴν παντελῆ ἰσότητα τῶν πολιτῶν, δίδοντες τὰ αὐτὰ εἰς πάντας δικαιώματα, ἐὰν αἱ βιοτικαὶ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διάγουσιν οἱ πολῖται, εἶναι ὑπερμέτρως ἀνόμοιοι καὶ ἥκιστα ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν πολιτικῶς ἐξαγγελλομένην ἰσότητα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος τόσας ἐλευθερίας ἔχει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, δὲν δύναται ἕνεκα τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διαβιοῖ, νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐλευθεριῶν αὑτοῦ; Πρὸς τί τότε ἐδόθησαν αὗται; Δὲν πιστεύω, κατόπιν τῶν ἀγορεύσεων, αἵτινες προηγήθησαν, νὰ ἔχητε τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν ὅτι αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς εὑρίσκονται οἱ Θεσσαλοὶ ἀγρόται, ἀποτελοῦσιν ἀναχρονισμόν. Θὰ ἤρκει, ὅπως ἀποδειχθῇ τοῦτο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου, ὅτι οὔτε κουμπάρον δὲν δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἰδιοκτήτου, διὰ νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ ἰδιοκτήτου φθάνει, ὅταν οὗτος τυγχάνῃ νὰ εἶναι τυραννικός, καὶ μέχρι τῶν καθαρῶς οἰκογενειακῶν ἀκόμη ζητημάτων τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν.
§37Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Οὔτε γιατρὸ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν χωρὶς ἄδειαν.
§38Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Οἱ πολῖται ὅμως εἶναι ὡπλισμένοι διὰ τῆς καθολικῆς ψήφου, διὰ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των καὶ νὰ ἀμυνθῶσι. Καὶ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου ἤσκησεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη μίαν μεγάλην πίεσιν ἐπὶ τῆς κατευθύνσεως τῆς πολιτικῆς τῶν Κρατῶν τούτων. Εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ πρώτην φορὰν γεννῶνται τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἐὰν ὅμως ἡ πίεσις σήμερον δὲν εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὅσον ἀλλαχοῦ, δὲν νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ παρίδῃ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ νὰ περιμένῃ ἕως ὅτου ἀπειλητικῶς παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον αὐτοῦ. Τὸ καθῆκον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ προλάβῃ τὴν γένεσιν τοιούτων ζητημάτων. Διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον, στηριζομένη ἐπὶ μιᾶς βάσεως τοιαύτης, τόσον δικαίας δηλαδή, οἵα εἶναι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, νὰ εἰσέλθῃ καὶ ἐνταῦθα ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία βασίζεται εἰς τὰς περισσοτέρας ἑκάστοτε ὑποσχέσεις πρὸς τὸν λαόν, ἡ πολιτικὴ ἡ λεγομένη πολιτικὴ τῆς πλειοδοσίας. Διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς φιλοδόξους ὅτι οὐδὲν στάδιον εἶναι χρησιμώτερον πρὸς παρασκευὴν εἰς τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸ τοῦ αὐλικοῦ τοῦ πλήθους. Φοβεῖσθε μήπως τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκμεταλλεύονται δημοκόποι. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐκμετάλλευσις δὲν ἐγένετο. Θὰ γίνῃ ὅμως ἀφεύκτως, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν φροντίσῃ νὰ λάβῃ μέτρα προληπτικά. Τί δὲ θὰ εἶναι τὸ κέρδος τῆς μὴ ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ταύτης; Μηδέν, διότι ὑπάρχει ἔμμεσος τρόπος, καθ’ ὃν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις. Εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων χθὲς ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως ταύτης εἶπεν ἐπὶ λέξει ὅτι δὲν εἶναι Κράτη εὐνομούμενα καὶ πεπολιτισμένα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται ἔμμεσα μέσα πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου. Γνωρίζετε ὅμως, Κύριοι, ὅτι σήμερον μία μεγάλη, παγκοσμίου ἐνδιαφέροντος διαφορά, χωρίζει τὰς δύο ἐν Ἀγγλίᾳ Βουλάς, τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων καὶ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων; Γνωρίζετε τίς εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἀφορμὴ τῆς διαφορᾶς ταύτης; Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ὑπὸ τοῦ Λόϋδ Τζώρτζ. Ἐκ τῶν τριῶν δὲ μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα κυρίως στηρίζεται τοῦτο, τὰ δύο ἔχουσιν ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον, δηλαδὴ τὸ Death Duties bill ἐπιβάλλον βαρύτατα κληρονομικὰ τέλη καὶ τὸ Uncarned wealth bill, τὸ νομοσχέδιον δηλονότι τὸ ἐπιβάλλον φορολογίαν ἐπὶ τῆς ὑπερτιμήσεως, ἥτις δὲν εἶναι προϊὸν ἐργασίας. Αἱ φορολογίαι αὗται δύνανται νὰ πληρώνωνται καὶ εἰς γαίας. Καὶ ἐρωτῶ· ἀποτελοῦσι ναὶ ἢ οὐ ἔμμεσον τρόπον ἀπαλλοτριώσεως; Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπό τινος χρόνου ἔσχομεν μίαν πολιτικὴν μεταβολήν. Τὸ πρῶτον δέ, τὸ ὁποῖον ἐξηγγέλθη ὑπ’ αὐτῆς, εἶναι αἱ ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, καὶ εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν, καλλιτέραν δικαιοσύνην, πυκνοτέραν συγκοινωνίαν, δηλαδὴ πρόγραμμα διοικήσεως τοιοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ τὴν παγίωσιν τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως. Τὸ εὐαισθητότερον δὲ βαρόμετρον τῆς τοιαύτης πολιτικῆς διαφορᾶς ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ὑπερτίμησις τῆς ἀκινήτου περιουσίας. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ πάντα ταῦτα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὑπέστη μέχρι τοῦδε πλείστας θυσίας. Ἔτι πλέον αὔριον θὰ ζητηθῇ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ νὰ ψηφισθῇ δάνειον, τὸ ὁποῖον κατὰ δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ διατεθῇ κατὰ μέγα μέρος πρὸς ἀνόρυξιν ὑδραυλικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ ὁ λαὸς θὰ πληρώσῃ χρεολύσιον. Καὶ ἐρωτῶ πάλιν· εἶναι ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀσχέτως ἂν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις ἢ οὐ ἐν τῷ Συντάγματι, βαρύταται φορολογίαι, ἐπιβαρύνουσαι τὰς ἰδιοκτησίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν τοιούτων μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις; Καὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι τὰ μέτρα ταῦτα, βάρβαρα καὶ ἀπολίτιστα· διότι, ἂν ὑπάρχῃ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κοιτὶς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἀτόμου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον ἀνεγνωρίσθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ἡ Ἀγγλία. Καὶ ὅμως τὸ Κράτος τοῦτο ἐφήρμοσε τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Προτιμᾶτε λοιπὸν μίαν ἔμμεσον λύσιν τοῦ ζητήματος; Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη παρατεινομένη θὰ δημιουργῇ πρὸς τοῖς ἄλλοις καταλληλότατον ἔδαφος πρὸς δημοκοπίαν, ἐνῷ οὐδαμῶς δύναται νὰ ματαιωθῇ ὁριστικῶς ἡ ἐπίτευξις τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως; Διότι, ὅταν οἱ Θεσσαλοὶ ἴδωσι τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας στηρίζουσιν εἰς τὴν φιλελεύθερον ἀντίληψιν τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως, μὴ πραγματοποιουμένας, ὅταν ἴδωσι παραμένον ἀδιασάλευτον τὸ πρόσχημα τῆς συνταγματικῆς ἀπαγορεύσεως — ἐνῷ δὲν ἀποκλείεται ἡ πιθανότης νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἥτις διὰ νομοθετικῶν μέτρων νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ποθούμενον — πρὸς βλάβην καὶ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως, ὁ ἀναβρασμὸς θὰ αὐξάνῃ ἐν Θεσσαλίᾳ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ῥητῶς τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ῥηθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἤκουσα γνώμην ἐξόχου πολιτικοῦ ἀνδρός, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν τὸν τόπον, ὅστις νομίζει ὅτι, καὶ ἐπίσημοι τοῦ Σώματος ἐπεξηγηματικαὶ τοῦ ἄρθρου δηλώσεις ἀκόμη ἂν γίνωσι, δὲν ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν ἑρμηνευτικὴν σημασίαν. Ἡ ἀντίληψίς μου ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως εἶναι ὅτι, ἐὰν τὸ Σῶμα ἀποφασίσῃ τι καὶ προκαλούμενον νὰ δηλώσῃ ἐπισήμως ἀποφασίσῃ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἡ τοιαύτη δήλωσις τοῦ Σώματος, θὰ εἶχεν ὑποχρεωτικὴν ἑρμηνείαν διὰ τὸ μέλλον. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς ὑπάρχει ἀντίθετος ἀντίληψις εἰς ἄνθρωπον διοικήσαντα τὸν τόπον, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀγωνία τῶν Θεσσαλῶν πρέπει νὰ παραταθῇ διὰ τῆς ἐλαχίστης ἀβεβαιότητος ἀσκόπου πλέον οὐσιαστικῶς.
§39Σ. ΣΙΜΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ πολιτικὸς αὐτός;
§40Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὁ κ. Δραγούμης.
§41Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς ἐμνημονεύσατε. Εἶπον δηλαδή, ὅτι οὐδεὶς τρόπος ἐπίσημος ἑρμηνείας εἶναι εἰμὴ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐψηφίσθη ὁ ἑρμηνευόμενος νόμος ἢ ὁ θεσμός. Νόμος ἑρμηνεύεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νόμου, θεσμὸς συνταγματικὸς διὰ θεσμοῦ ὁμοίου. Ἡ διὰ δηλώσεως ἑρμηνεία οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει διὰ τὸν δικαστήν, διότι ὁ δικαστὴς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δι’ ὅσων ἐλέχθησαν δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές, ἀλλ’ ἐκεῖνο.
§42Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἀποδείξω, ὅτι, ἐὰν νομίσῃ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Σώματος ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τοιαύτη ἐξήγησις εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, τότε πρέπει νὰ τεθῇ αὕτη ὡς προσθήκη εἰς αὐτό, διότι, ἐὰν γνώμη προερχομένη ἀπὸ ἄνδρα διοικήσαντα τὸν τόπον λέγῃ τὰ ἐναντία, πῶς θέλετε νὰ ἡσυχάσῃ πλέον ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅταν ἀμφιβάλλῃ ὅτι ἐλήφθη ἀναμφισβήτητος καὶ ἀσφαλὴς μέριμνα διὰ τὴν ἄρσιν παντὸς περιορισμοῦ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα λύσῃ ἐν καιρῷ, ὡς καλλίτερον νομίσῃ, τὸ ζήτημα τοῦτο; Δὲν νομίζω ὅτι μακρότερον πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Θὰ ἤθελον ὅμως ἕν τῶν ἰσχυροτέρων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν μου καὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεων ἀντελήφθην, ν’ ἀναιρέσω. Λέγεται δηλονότι ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ Θεσσαλοὶ δὲν θὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν τοῦτο δώσῃ τὴν ἐγγύησίν του εἰς τὸ ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν δι’ ἀπαλλοτριώσεως. Πρὸς ἀντίκρουσιν τούτου θὰ σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, τί συνέβη εἰς τὴν Αἴγυπτον, τοῦτο δὲ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δύνανται νὰ τὸ βεβαιώσωσιν. Ἐκεῖ ἀφ’ ὅτου ἡ Ἀγγλικὴ κατοχὴ ἐπέφερε βελτίωσιν τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς διαβιοῦσιν οἱ κάτοικοι, ἔφερε δηλαδὴ μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν, δικαιοσύνην καλλιτέραν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν σύγχρονον πολιτισμόν, ὅτε ἐξετελέσθησαν τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἡ ἀξία τῶν κτημάτων ηὔξησε καταπληκτικῶς ὑπερδεκαπλασιασθεῖσα. Ἐὰν καὶ ἐδῶ οἱ ἰδιοκτῆται λάβωσι τὸ ἐπακριβὲς ἀντίτιμον τῶν κτημάτων, διότι οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ ποτὲ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον, πωληθῶσι δὲ ταῦτα εἰς τοὺς γεωργοὺς εἰς τὴν ἀξίαν αὐτήν, ἡ αὔξησις ὡς ἐκ τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων καὶ τῆς καλλιτέρας διοικήσεως θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἀξία τῶν γαιῶν νὰ ὑπερτριπλασιασθῇ. Ἡ μεγαλειτέρα παραγωγή, συνέπεια τῶν αὐτῶν λόγων, θὰ ἐπιτρέψῃ τότε, ὥστε εὐκολώτερον οἱ Θεσσαλοὶ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Οὐδαμῶς λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος· πρόκειται μόνον νὰ ἀπογοητευθῶσιν ὀλίγοι ἰδιοκτῆται, διότι δὲν λέγω ὅτι ὅλοι ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰς περιστάσεις, ὅταν ἡ ἐπίλυσις τοῦ ζητήματος δι’ ἀπαλλοτριώσεως καταστῇ ἀναπόφευκτος. Διότι μὴ νομίσητε ὅτι ζήτημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ Κράτη ἀντεμετώπισαν, δὲν θὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀφοῦ ἐδόθησαν αἱ πολιτικαὶ ἰσότητες, δὲν δύνανται αὗται ἐπὶ μακρὸν νὰ συνυπάρξωσι μετὰ τοιούτων οἰκονομικῶν ἀνομοιοτήτων ἀμέσως σχετιζομένων μὲ τὰς βιοτικὰς συνθήκας τῶν κατοίκων, ἄνευ τῆς ἐξαλείψεως ἢ μᾶλλον μειώσεως τῶν ὁποίων εἶναι λέξεις κεναί, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ἐδόθη εἰς τὸν λαὸν ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Θὰ εὑρεθῆτε, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην ταχέως νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ τότε, ἐὰν ὑπάρχῃ συνταγματικὴ διάταξις, ὄπισθεν τῆς ὁποίας νὰ ὀχυρωθῶσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, τότε θὰ εὑρεθῆτε πρὸ καταστάσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ ἀναγκασθῆτε νὰ πληρώσητε τετραπλάσια χρήματα, τὰ ὁποῖα τότε δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ πληρωθῶσιν, ἵνα ὠφεληθῶσι 200 γαιοκτήμονες. Νομίζω ὅτι ἐπιμελῶς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοσούτῳ σοβαρὸν ζήτημα, φέρον εἰς ῥῆξιν τὸ κεφάλαιον πρὸς τὴν ἐργασίαν. Ἄν ἡ Βουλὴ λάβῃ προληπτικὰ μέτρα πρὸς διεύθυνσιν τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν θὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἄκαιρον γένεσιν τοιούτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφεύκτως θὰ γεννήσῃ ἡ ἀντίληψις ὅτι μία μεγάλη τάξις Ἑλλήνων πολιτῶν πάσχει καὶ ἡ Πολιτεία ἀδιαφορεῖ. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι μόνον ὅτι θὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ μία δημοκοπικὴ πολιτική, τὴν ἐπίλυσιν ὅμως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος οὐδεὶς δύναται νὰ ματαιώσῃ, διότι ὑπάρχουσιν οἱ ἀόρατοι κοινωνικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν ἐξέλιξιν, καὶ οἱ ὁποῖοι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ σᾶς ἀναγκάσωσι νὰ προβῆτε εἰς τὴν ζητουμένην ἠρέμως σήμερον ἀπόφασιν. (Χειροκροτήματα).
§43Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη τὸν λόγον ἔχει ὁ κ.....
§45ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπανέλθωμεν, νομίζω ὅτι εἶναι καιρός.
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς 3 πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα μὴ χάνωμεν πολλὴν ὥραν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς προσήκοντα χρόνον, ἵνα γευματίσωσιν. Ἐὰν εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 3 μ. μ., δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 3ην μετὰ μεσημβρίαν. Μετὰ μεσημβρίαν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δικαῖος ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Ὁ κύριος Μπένος. Ἀπών. Ὁ κ. Σχινᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἀντιλέγων εἶναι;
§50Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε. Ἀλλὰ νὰ περιμείνωμεν νὰ ἔλθωσι Βουλευταί.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡρίσαμεν τὴν 3ην μετὰ μεσημβρίαν. Τώρα εἶναι 4 παρὰ 20′. Δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ περιμείνωμεν, ἐκτὸς ἂν ὑποβάλητε ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§52Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς προηγηθῇ ἄλλος τις.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἄλλοι εἶναι ὁμοφρονοῦντες.
§54Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀντιφρονοῦντες εἶναι ἐλάχιστοι.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιάσω τὴν σειράν, διότι ἐπίκειται ἡ λῆξις τοῦ δεκαώρου, διότι θὰ πέσῃ ἡ κατανάλωσις τῆς ὥρας εἰς βάρος τῶν ἀντιφρονούντων. Δι’ αὐτό, ὅστις θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ ὁμιλήσῃ.
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 4ην ὥραν. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις ὥρᾳ 4 καὶ 5′ μ. μ.).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§59Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος περιέχει τὴν συνταγματικὴν ἐγγύησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦ δικαιώματος τουτέστιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις κατέταξε μεταξὺ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη πάντοτε ὡς συμφυὲς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην προσωπικότητα, ὡς ἀποτελοῦν μίαν τῶν εἰδικῶν ἐφαρμογῶν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, καὶ ἡ προστασία τοῦ ὁποίου, κατὰ τὸν Locke, ἀποτελεῖ τὸν κυριώτατον σκοπὸν τῆς Πολιτείας. Πρέπει ἑπομένως μετ’ ἰδιαζούσης προσοχῆς νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως, ἥτις δύναται νὰ κλονίσῃ τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο σεβασμόν, ὁρμώμενοι ἐν τῇ κρίσει ἡμῶν μόνον ἀπὸ τῶν γενικῶν καὶ κοινῶς παραδεδεγμένων τοῦ δικαίου ἀρχῶν, οὐδαμῶς δ’ ἐπηρεαζόμενοι ἐξ ἄλλων βλέψεων, οἱασδήποτε φύσεως, εἴτε πολιτικῆς εἴτε κοινωνικῆς. Δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, περὶ τῆς προσφόρου διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου κρίνοντα, δὲν ὑπάρχει θεσσαλικὸν ἢ ἀγροτικὸν ζήτημα· δι’ ἐμὲ ὑπάρχει μόνον ζήτημα συνταγματικόν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πλήρης ἐπεκράτησεν ὁμοφωνία ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 17ου, ἐφ’ οὗ κυρίως ἐγείρεται ἡ συζήτησις, ἀλλά, ἐνῷ πλήρης ἐπεκράτησε περὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐδαφίου τούτου ὁμοφωνία, παραδόξως καὶ ἀπροσδοκήτως ὅλως ἐν πλήρει εὑρέθημεν διαφωνίᾳ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῶν ὅρων, οὓς μετεχειρίσθημεν ἐν τῇ διατυπώσει ταύτῃ. Εἶπον ἀπροσδοκήτως, διότι ὁμολογῶ ὅτι οὐδέποτε προσεδόκων, ἵνα τοιαύτη ἐπέλθῃ διαφωνία, προκειμένου περὶ ὅρων, ὧν κοινῶς γνωστὴ καὶ κοινῶς παραδεδεγμένη εἶναι ἡ ἔννοια. Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς καὶ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Σλῆμαν, ἂν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» περιέχεται καὶ ἡ περίπτωσις τῆς ἀπαλλοτριώσεως μεγάλων κτημάτων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν ἐν αὐτοῖς ἰδιοκτησιῶν, ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κ. Ῥακτιβὰν ἀπήντησεν, ἔχων σύμφωνον εἰς τοῦτο καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι ὁ καθορισμὸς τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη», δυναμένη διὰ νόμου νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν πρὸς τὸν ἐκτεθέντα σκοπόν, ἐὰν τὴν πλήρωσιν αὐτοῦ ἤθελε κρίνει ὡς ἔργον δημοσίας ἀνάγκης. Διὰ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης ἡ πλειονοψηφία ἀπήντησεν εἰς τὸ τεθὲν ἐρώτημα, χωρὶς πράγματι νὰ ἀπαντήσῃ, διότι, ἐνῷ ἐζητεῖτο ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἡ περίπτωσις ἀπαλλοτριώσεως μεγάλων κτημάτων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν τοιούτων περιλαμβάνεται ἐν τῷ ὅρῳ «δημοσία ἀνάγκη», ἡ πλειονοψηφία ἀποφυγοῦσα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο εἶπεν ὅτι περὶ τούτου δύναται καὶ δικαιοῦται νὰ κρίνῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Τοὐναντίον ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, μεθ’ ἧς συνετάχθην, ἀπήντησε σαφῶς καὶ ἀνενδοιάστως ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑποτεθῇ ποτε ὅτι περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη». Ὀφείλω ἑπομένως νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ καταδείξω τὸ σφαλερὸν τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας. Σκοπός, Κύριοι, τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων εἶναι οὗτος καὶ μόνος, νὰ δεσμεύσωσι τὰς χεῖρας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μὴ δυναμένης νὰ θίξῃ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὁποίων σκοπεῖ ἡ ἀναγραφομένη ἑκάστοτε ἐγγύησις. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειονοψηφίας ὁ σκοπὸς οὗτος ἐκμηδενίζεται. Τὸ Σύνταγμα ἀναγράφον τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτησίας μίαν καὶ μόνην καθιεροῖ ἐξαίρεσιν, τὴν τῆς διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἡ ἐξαίρεσις δ’ αὕτη ἀπορρέει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι πᾶς ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζῶν ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ θυσιάζῃ μέρος τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ ὑπὲρ τοῦ συνόλου τῆς κοινωνίας, ἧς ἔχει καὶ αὐτὸς ἀνάγκην πρὸς συντήρησιν καὶ ἐξασφάλισιν αὐτῶν τούτων τῶν δικαιωμάτων του· θέτων δὲ τὸ Σύνταγμα τοὺς γενικοὺς ὅρους τῆς τοιαύτης ἐξαιρέσεως δὲν ἀφήνει ἐλευθέραν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύσῃ κατ’ ἰδίαν βούλησιν, καθ’ οἵαν αὐτὴ θέλει ἔννοιαν τοὺς ὅρους τούτους. Τοῦτο δέ, καὶ μόνον τοῦτο τὸ στάδιον ἀφῆκεν ἐλεύθερον τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ νὰ καθορίσῃ, τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ τὸν τρόπον αὐτῆς, ἀλλ’ ἐντὸς πάντοτε τῶν ὁρίων τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεθειμένων γενικῶν ὅρων. Ἐν τῷ καθορισμῷ δὲ τούτῳ δύο, ὡς γνωστόν, ὑπάρχουσι συστήματα· ἢ διὰ γενικοῦ νόμου καθορίζονται αἱ εἰδικαὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ὡς τοῦτο λ. χ. ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Ἑλβετίᾳ, ἢ δι’ εἰδικοῦ νόμου καθορίζεται ἑκάστοτε ἡ εἰδικὴ περίπτωσις, ἐφ’ ἧς παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἀλλ’ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον σύστημα ἀποδεχθῶμεν, οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀφῆκεν ἐλευθερίαν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ νὰ καθορίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη». Ἂν τοὐναντίον δεχθῶμεν, οὐδεὶς πλέον ὑφίσταται φραγμός, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δυναμένης νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς περιπτώσεις δημοσίας ἀνάγκης καὶ περιπτώσεις, αἵτινες φέρουσι τοὺς χαρακτῆρας αὐτῆς. Καὶ οὕτως ἡ συνταγματικὴ ἐγγύησις καταρρέει.
§60Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ τότε;
§61Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ. Δὲν ἐμποδίζεται βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ τοῦτο πράττουσα ἐνεργεῖ πράξεις ἀντισυνταγματικάς, οὐδεμίαν δυναμένας νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν καὶ οὐδὲν κῦρος. Ἐρωτωμένη λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή, ἂν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» περιλαμβάνεται ἡ εἰδικὴ περίπτωσις, περὶ ἧς πρόκειται, ὤφειλεν εἰς τοῦτο νὰ ἀπαντήσῃ καθορίζουσα σαφῶς τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ οὐχὶ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δικαίωμα, ὅπερ αὕτη δὲν ἔχει καὶ ὅπερ ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἀνατροπὴν τῆς τεθείσης συνταγματικῆς ἐγγυήσεως. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας δοθεῖσα ἀπάντησις, κατ’ ἐμὲ προδήλως σφαλερά. Καὶ μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐδίστασεν, ὡς εἶπον, νὰ ἀπαντήσῃ: Εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» νὰ περιληφθῇ ἡ προκειμένη περίπτωσις ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων κτημάτων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν τοιούτων; Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται κἂν νὰ θεωρηθῇ ζήτημα. Εἶναι τοσοῦτον κοινῶς γνωστή, εἶναι τοσοῦτον κοινῶς παραδεδεγμένη ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη»....
§62Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἐξελίσσεται ἡ ἔννοια αὕτη διόλου;
§63Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§64Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὥστε ἡ αὐτὴ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Περικλέους καὶ ἡ αὐτὴ μέχρι σήμερον;
§65Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἔννοιαι τῶν ὅρων δὲν ἀλλάσσουσι κατ’ ἐποχάς· μόνον κατὰ κεφαλὰς ἀλλάσσουσι. Εἶναι τοσοῦτον κοινῶς γνωστὴ καὶ τοσοῦτον κοινῶς παραδεδεγμένη ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη, ὥστε περιττὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ πᾶσα ἀνάπτυξις περὶ αὐτῆς. Ἐὰν ἀνοίξητε τὸ προχειρότερον ὑμῖν ἐγχειρίδιον τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου, τὴν προχειροτέραν συλλογὴν νομολογίας, θέλετε εὕρει σαφῶς καθοριζομένην τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου τούτου. Πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὁ ὅρος οὗτος ἡρμηνεύθη ὅτι δὲν περιλαμβάνει μόνον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὰ ὠφέλιμα ἔργα. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει κἂν δευτέρα γνώμη. Οἱ σιδηρόδρομοι, αἱ ὁδοὶ εἶναι ἔργα ὠφέλιμα· δὲν εἶναι ἔργα ἀπολύτου ἀνάγκης. Καὶ ἄνευ σιδηροδρόμου δύναται νὰ ζήσῃ κοινωνία τις, ἀλλὰ μεγάλη εἶναι ἡ ἐκ τούτου ὠφέλεια. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκρινε μεταβλητέον τὸν μέχρι τοῦδε καθιερωμένον ἐν τῷ Συντάγματι ὅρον «ἀνάγκη», διότι ἐν αὐτῷ περιλαμβάνεται ἀναντιρρήτως καὶ ἡ ὠφέλεια. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἢ ἡ ὠφέλεια δέον νὰ ᾖ δημοσία, νὰ ἀποβλέπῃ τουτέστιν εἰς κοινωφελῆ τινα σκοπόν, ἐξ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων καθῆκον ἔχει νὰ μεριμνᾷ τὸ Κράτος. Δέον νὰ σκοπῆται ἡ κατασκευὴ ἔργου, ἐξ οὗ νὰ ὠφελῶνται ἢ νὰ δύνανται νὰ ὠφεληθῶσι πάντες. Τὸ κατασκευασθησόμενον ἔργον περιέρχεται εἰς τὴν δημοσίαν χρῆσιν (ad usum publicum) καθιστάμενον πρᾶγμα ἐκτὸς συναλλαγῆς (res extra commercium). Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων, κατάδηλον εἶναι ὅτι οὐδέποτε δυνατὸν εἶναι νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δημοσία ἀνάγκη ἡ μετάθεσις τῆς κυριότητος τῶν μεγάλων κτημάτων ἀπὸ τῶν χειρῶν ἑνὸς ἀτόμου εἰς χεῖρας ἄλλων ἀτόμων. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἐναντίας ἐκδοχῆς θέλει ἀποτελέσει ἓν μέγα βῆμα πρὸς τὰς κοινωνιστικὰς ἀρχάς. Ἡ πατρὶς ἡμῶν, Κύριοι, μέχρι τοῦδε ἔμεινεν ἀμόλυντος ἀπὸ τῆς κοινωνικῆς νόσου ταύτης.
§66Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὴ καταδικάζετε ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν κατέχετε.
§67ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νὰ ἐννοῆτε αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζομεν, καὶ νὰ εἶσθε εὐπρεπέστερος ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ ὑποστηρίζουσιν, οὐδεμία δὲ πολιτικὴ ἀρχὴ εἶναι μόλυσμα.
§68Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κοινωνισμὸς εἶναι ἡ χειρίστη κοινωνικὴ νόσος. Δὲν προσβάλλω σᾶς· προσβάλλω τὰς ἰδέας σας.
§69Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Οὐδεμίαν ἰδέαν ἔχετε δικαίωμα νὰ προσβάλλητε.
§70ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λέγετε ὅ,τι θέλετε. Εἶσθε ἀθῷος ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§71Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ χώρα ἡμῶν ἔμεινεν ἀμόλυντος ἀπὸ τῆς κοινωνιστικῆς νόσου καὶ μόνον ἐπ’ ἐσχάτων ἀνεφάνησαν τάσεις καὶ προσπάθειαί τινες, ἵνα τεχνικῶς, δι’ ἐμβολιασμοῦ, εἰσαχθῇ ἡ νόσος αὕτη εἰς τὸ κοινωνικὸν ἡμῶν σῶμα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καθῆκον καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ καταπολεμήσωσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰς τάσεις ταύτας.
§72Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτὸ ἐμβήκατε ἐπιτροπὴ εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον σεῖς;
§73Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ἀνόητος.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶσθε αὐθάδης. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐκφράσεις δὲν εἶναι κοινοβουλευτικαί, κύριε Πρόεδρε, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀνακληθῶσιν.
§76Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς συζητοῦμεν πάντοτε εὐπρεπῶς.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς εἶναι ἀνόητος ἐδῶ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ὁ κ. Ἠλιόπουλος παρεξετράπησαν· καὶ οἱ δύο πρέπει νὰ ἀνακαλέσωσι τὰς φράσεις των.
§79Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δώσω τὰς δεούσας ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλήν, οὐχὶ πρὸς τὸν διακόψαντα. Ὁμιλῶν, Κύριοι, δὲν προσέβαλον πρόσωπα. Ὡμίλησα περὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέγραψαν ἐν τῇ ἐρυθρᾷ σημαίᾳ των ἡ ὁμὰς τῶν Βουλευτῶν, ἡ καθημένη εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα. Ἐφ’ ὅσον δὲ περιωρίσθην νὰ προσβάλω τὰ δόγματα καὶ οὐχὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν, δὲν ἦτο, νομίζω, ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν διακόψαντά με νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον περιελήφθην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ ποία ἡ σχέσις τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀνέπτυσσον, πρὸς τὸν Ποινικὸν Νόμον καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου; Ποῖος ἠθέλησε νὰ προσβάλῃ τὰ πρόσωπα; Ἐγὼ ἢ ὁ διακόψας με; Καὶ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ διακοπή του αὕτη οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει; Καὶ τοῦτο ἤθελον νὰ ἐκφράσω λέγων ὅτι ἡ διακοπή του εἶναι ἀνόητος, ὅτι δηλ. οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν καὶ οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα.
§80ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίς ἐκ τῶν Κυρίων αὐτῶν εἶπεν ὅτι ἀποκρούετε ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἐννοεῖτε, καὶ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσητε εἰς αὐτὸν ὡς ἀπηντήσατε.
§81Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται δέον νὰ καταπολεμηθῶσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι παρασκευάζουσιν ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὴν χώραν. Ἀλλά, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ εἴτε προσθήκη τις ἐν τῷ Συντάγματι εἴτε ἑρμηνεία τις, ἔχουσα τὴν ἔννοιαν ὅτι δυνατὸν εἶναι νὰ θεωρηθῇ ὡς δημοσία ἀνάγκη ἡ ἀναγκαστικὴ ἀφαίρεσις τῶν κτημάτων ἀπὸ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν, ἵνα διανεμηθῶσιν εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας, τοῦτο, λέγω, θέλει ἀποτελέσει προδήλως προσχώρησιν εἰς τὰς κοινωνιστικὰς ἰδέας καὶ τοῦτο εἶναι, τὸ ὁποῖον ἐξάπτει τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν διακοπτόντων με. Πάντες, Κύριοι, μετὰ πολλῆς συγκινήσεως ἠκούσαμεν τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, οἵτινες τόσον εὐγλώττως διηρμήνευσαν τοὺς πόθους τῶν ἐντολέων των, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι λίαν εὐγενεῖς καὶ λίαν εὔλογοι εἶναι οἱ πόθοι οὗτοι. Ἀλλά, ὅσον εὐγενεῖς καὶ ὅσον εὔλογοι καὶ ἂν θεωρηθῶσιν οἱ πόθοι οὗτοι, δὲν δύνανται νὰ πραγματωθῶσιν εἰμὴ διὰ τῶν νομίμων μέσων, οὐδέποτε δὲ διὰ τῆς διασείσεως τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τῆς κοινωνίας, διὰ τῆς ἀθετήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, διὰ τῆς παραβιάσεως τῶν γενικῶν ἐκείνων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, τὰς ὁποίας ἐσεβάσθησαν πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἐὰν τοῦτο καὶ μόνον σκεφθῶσιν οἱ ἀγαπητοὶ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις των, ἵνα διὰ τοῦ Συντάγματος ἐπιτύχωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶναι λίαν εὔλογον καὶ λίαν ἐπιθυμητόν. Ὑπάρχουσι πρὸς τοῦτο ἄλλα μέσα.
§82Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθεν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο λεπτὰ ἀκόμη.
§84Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἂς παραταθῇ ἡ ὥρα.
§85Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπολείπονται παρὰ τρεῖς ὧραι, Κύριοι.
§87Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τελειώσω, κύριε Πρόεδρε. Ὅλα ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα διεξετραγώδησαν οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, δυνατὸν νὰ ὦσι πραγματικά. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν· ὅλαι ἐκεῖναι αἱ πιέσεις τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπὶ τῶν ἀγροτῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθηκαν, δυνατὸν νὰ ὦσι πραγματικαί. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα ταῦτα οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν εἰμὴ ὅτι δέον ταχεῖα νὰ ληφθῇ κυβερνητικὴ μέριμνα περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν διεπουσῶν τὴν ἐπίμορτον καλλιέργειαν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν θὰ καταβάλῃ ἐπιμέλειαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ πέρα τούτου δὲν νομίζω ὅτι δύναται καὶ ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἄλλο τι. Ἐπεκαλέσθησαν, Κύριοι καὶ ξένας νομοθεσίας, ἐπεκαλέσθησαν τὰ ἐν Ῥωμουνίᾳ γενόμενα. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι μεγάλη γίνεται κατάχρησις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς συγκριτικῆς νομοθεσίας. Δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀμφισβητήσω τὴν χρησιμότητα τῆς συγκριτικῆς ἐρεύνης τῶν ξένων νομοθεσιῶν, ἀλλ’ ἡ ἔρευνα αὕτη, ἵνα ἀποβαίνῃ χρήσιμος, δέον νὰ γίγνηται ὡς δεῖ. Ὅταν ἀναφερώμεθα εἰς τὰ ἐν ἄλλαις νομοθεσίαις γενόμενα, δέον συνάμα νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἐπὶ τῶν αὐτῶν γεγονότων, ὅτι ἐπὶ τῶν αὐτῶν κοινωνικῶν ὅρων καὶ περιστάσεων πρόκειται καὶ ἡμεῖς νὰ νομοθετήσωμεν. Δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ λέγηται ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ ἢ τοῦτο ἐγένετο ἐν Γερμανίᾳ, ὅπερ εἶναι λίαν εὔκολον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ κόρον ἐπανελήφθη ὅτι καὶ ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐγένετο νόμος ἐπιτρέπων τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐπὶ τῷ ῥηθέντι σκοπῷ, ἀπαντῶ ὅτι βεβαίως ἐγένετο ἐν Ῥωμουνίᾳ νόμος ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ἐγένετο ὑπὸ Κυβερνήσεως ἐπαναστατικῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε καιρόν.
§89Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειώνω εἰς πέντε λεπτά.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλή;
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὅτι ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκε νόμον ἐπιτρέποντα μερικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν, ἀλλά, ὅτε παρῆλθεν ἡ ἐπανάστασις, οὐδέποτε πλέον ἐγένετο χρῆσις τοῦ νόμου τούτου. Ἐν δὲ τῷ Συντάγματι τῷ Ῥωμουνικῷ ἀναγράφονται ὅλοι οἱ ὅροι ἐκεῖνοι καὶ ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμέναι καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς Συντάγμασι καὶ μόνον δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἀνεγνωρίσθη τὸ τετελεσμένον γεγονός, ὅπερ ἐδημιουργήθη δυνάμει τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἐκείνου νόμου τοῦ 1864. Ἐκ τούτου συνάγεται ὅτι τὸ Ῥωμουνικὸν Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει πλέον ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἔκδοσιν τοιούτων νόμων, διότι ἐκτὸς τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένοι καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Συντάγματα, τὸ ἄρθρον τοῦ Ῥωμουνικοῦ Συντάγματος παρουσιάζει καὶ τοῦτο τὸ ἰδιάζον, ὅτι περιέχει περιοριστικῶς καὶ τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις· μόνον δὲ ὡς τετελεσμένον γεγονός, ἵνα μὴ τυχὸν ζητηθῇ ἡ κατάργησις τῶν ἤδη γενομένων, ἀνέγραψεν ὅτι διατηροῦνται τὰ δικαιώματα τὰ ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου παραχθέντα. Καὶ ἐν ἔτει 1905, ὅτε νέα ἐξερράγη ἐπανάστασις, ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπεχώρησε καὶ δὲν συνήνεσεν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἄλλου παρομοίου νόμου. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι καὶ τὸ ἐκ Ῥωμουνίας ἐπιχείρημα καταπίπτει. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἀδύνατον εἶναι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία σεβομένη τὰς κοινῶς παραδεδεγμένας συνταγματικὰς ἀρχάς, τὰς ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου ἀπορρεούσας, νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε πρότασιν, δι’ ἧς ἤθελε καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἐπιτρέπεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς μεταθέσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τῶν χειρῶν ἑνὸς ἀτόμου εἰς χεῖρας ἄλλων ἀτόμων.
§93ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ἀφορᾷ ἕνα τῶν οὐσιωδεστέρων ὅρων τῆς ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι προόδου τοῦ πολίτου· ἄνευ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀδύνατον βεβαίως νὰ προοδεύσῃ τις. Ἀλλ’ ἐρωτητέον· τὸ Κράτος δύναται νὰ θέσῃ ὅριά τινα ὡρισμένης ἐπεμβάσεως εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ ἀποδόσει τιμήματος δι’ αὐτὴν προηγουμένου; Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ψηφίζουσα τότε τὸ Σύνταγμα καθώρισεν ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Πολιτεία διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ἀναγκαστικήν· ἀλλ’ ἐκ τῶν ζητημάτων, ἀφ’ ὧν ὡρμήθη εἰς τὴν συζήτησιν, ἀπομένει ἀσάφεια σπουδαία διὰ τὸν ἐκτελεστὴν τοῦ νόμου καὶ τὸν νομοθέτην ἴσως αὐτὸν προκειμένου περὶ μεγάλων γαιοκτησιῶν (τσιφλικίων). Διὸ εὐλόγως μεγάλη ἠγέρθη συζήτησις ποία εἶναι πλέον ἡ δημοσία αὐτὴ ἀνάγκη ἢ ὠφέλεια, καθ’ ἣν θὰ ἐπεμβαίνῃ δικαιώματι καὶ δυνάμει τὸ Κράτος. Κατὰ τοὺς ἐντεῦθεν παρελάσαντας ἀντιφρονοῦντας τῇ Θεσσαλικῇ τροπολογίᾳ, οἵτινες μετὰ τόσης ἀγάπης ἔχονται τοῦ παρελθόντος, ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ περιπτώσει ὑπάρχει κοινὴ ὠφέλεια ἢ δημοσία ἀνάγκη ἢ προκειμένου περὶ δημοσίων ὁδῶν, φρουρίων, στρατιωτικῶν ἔργων, πλατειῶν, καὶ ἄλλων ἔργων ἐξωραϊστικῶν πόλεων. Πάντα τ’ ἄλλα ζητήματα, ἰδιαιτέρως τὸ ζήτημα ἀποκαταστάσεως Ἑλλήνων περιπλανωμένων γεωργῶν εἰς μονίμους κατοίκους χωρίων, ἐν οἷς ἐγεννήθησαν καὶ ἐτράφησαν αὐτοὶ καὶ οἱ πρόγονοι αὐτῶν, ὅπως πλεῖστα ὠφεληθῇ ἐκ τούτου τὸ Κράτος, εἰς ἀσφάλειαν ἐσωτερικήν, εἰς ἀσφάλειαν τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητός του, εἰς πρόοδον τῆς γεωργίας, εἰς προαγωγὴν πάντων τῶν συναφῶν αὐτῇ κλάδων τῶν πλουτοπαραγωγικῶν, ἀφ’ ὧν τόσα θὰ ὠφεληθῇ τὸ Κράτος διακρατοῦν τὸ ἀπερχόμενον χρῆμα, πάντα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι δημοσίαν ὠφέλειαν ἢ ἀνάγκην, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνελεύθερον τὸ Σύνταγμα, ἂν ἡ ἐναντία γνώμη κατισχύσῃ, καὶ θέλει κινδυνεύσει ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν. Ἴσως, Κύριοι, δὲν θὰ εἶμαι ἐγώ, ὅστις πρέπει νὰ ἀποδείξω τὸ σφαλερὸν τῶν σκέψεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων οὐδ’ ἔχω τοιαύτην δύναμιν λόγου, ἀλλὰ τοῦτο θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτούς, πῶς πρέπει νὰ λύῃ τὰ οὕτω γεννώμενα ζητήματα τὸ Κράτος κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Διότι δὲν νομοθετοῦμεν ἐνταῦθα, ἀλλὰ συντάσσομεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν, καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προνοῶμεν καὶ δι’ ἀπώτερόν τινα χρόνον, διδασκόμενοι ἐκ τῶν ἐλλείψεων, ἃς ἐν αὐτῷ ὁ χρόνος καὶ ἡ πρόοδος τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ μέχρι σήμερον κατέδειξεν, ὅπως συμπληρώσωμεν, καὶ πρὸς τοῦτο μᾶς ἀπέστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλ’ ἡ στοργὴ πρὸς τὸ παρελθόν, φαίνεται, δὲν ἀφήνει τινὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως ἀρθῶσιν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς, ἣν σήμερον ἔχουσι, καὶ παρίστανται ὡς ὑπέρμαχοι καὶ συνήγοροι ἰδεῶν, αἵτινες οὐδ’ ἐν τῷ παρελθόντι θὰ ἐκράτουν, ἂν ὑπῆρχον ζητήματα, ἂν ἐγεννῶντο τοιαῦτα πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὥστε νὰ δοθῇ ἀφορμὴ πρὸς συζήτησιν ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, ὡς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας, ἀστέγων καὶ φερεοίκων Ἑλλήνων γεωργῶν ἐκτεθειμένων εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ τυχόντος τιμαριούχου ἰδιοκτήτου. Λησμονοῦσιν ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ ἐθεμελίωσε τὴν ἀναγέννησιν ἐπὶ τοῦ αἵματος καὶ τῶν ὀστῶν πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν Ἑλλήνων καὶ ὅτι προνομιοῦχοι τάξεις δὲν ὑπάρχουσιν, ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν ἴσα παρὰ πάντων ἀξιοῦν τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀκεραιότητά του πρὸς πάντας τὴν αὐτὴν στοργὴν καὶ τὸν πόνον ἐπιβάλλεται νὰ δεικνύῃ, ὅπως ἁρμονικὴ ἀποβαίνῃ ἡ συμβίωσις τῶν πολιτῶν ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ὑπελόγισαν ἆρά γε καὶ ποῖον ἄτοπον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν μὴ παρέχοντες εἰς τὴν Πολιτείαν δικαιώματά τινα εὐλόγου ἐπεμβάσεως ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν μὲ τὸ ἀζημίωτον αὐτῶν; Δὲν παρετήρησαν ἆρά γε ὅτι αἱ ἀγροτικαὶ ἰδιοκτησίαι κατέστησαν μικραὶ σατραπεῖαι, Κράτος ἐν Κράτει; Δὲν παρετήρησαν τὴν σπουδαίαν ἔλλειψιν, τὴν σημαντικὴν καὶ ἀξίαν πολλῆς προσοχῆς, νὰ ἀδυνατῇ τὸ Κράτος νὰ παρεμποδίσῃ τὴν δημιουργίαν δουλοπαροίκων ἐν μέσῳ εἰκοστῷ αἰῶνι εἰς τὸ διὰ τοῦ αἵματος πάντων ἀναγεννηθὲν τοῦτο Βασίλειον; Δὲν ἤλθομεν, Κύριοι, νὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις ὠφέλεια, ἀνάγκη δημοσία ἢ κοινή· ἤλθομεν ὑπὸ πραγματικῶν γεγονότων ὁρμηθέντες νὰ διορθώσωμεν ἐλλείψεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ὅπερ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γράμματος καὶ οὐχὶ τοῦ πνεύματος ἐξεμεταλλεύοντο οἱ κατὰ τὸ γράμμα ἔχοντες συμφέρον· ἀπεστάλημεν νὰ διοχετεύσωμεν εἰς αὐτὸ καὶ νὰ ἀποκρυσταλλώσωμεν τὸ ἀκριβὲς πνεῦμα τὸ κρατοῦν ἐν τῇ δημοσίᾳ τοῦ λαοῦ γνώμῃ ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων τῶν πολιτειακῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς ἐπὶ τοῦ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ ἱερότης τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὁ σεβασμὸς πρέπει βεβαίως νὰ καθιεροῦται ἀπόλυτος διὰ τὰ ἄτομα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνουσι πρὸς τὴν ὡρισμένην ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου ἐπὶ τῶν ὁμοίων του, ἐφ’ ὅσον δὲν καθάπτεται ὁ σεβασμὸς οὗτος τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν κινδυνεύει ἡ ὑπόληψις τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, ὅπερ ὡς σύνολον, ὡς ὁλότης ἀτόμων δύναται νὰ θέσῃ φραγμούς τινας καὶ ὅρια τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν κατ’ ἰδίαν ἀτόμων, πέρα τῶν ὁποίων νὰ προλαμβάνῃ τὰς ὑπερβασίας αὐτῶν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ καὶ νὰ περιστέλλῃ τάσεις πρὸς ὑποδούλωσιν πολιτῶν του, καὶ αὐτοῦ τούτου εἰς ὑποτέλειαν. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε καλῶς, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν σκεφθῶμεν καὶ ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν, ὅπως διὰ τοῦ πολιτεύματος προσδώσωμεν εἰς τὸ Κράτος δύναμιν ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων ἢ δὲν διασαφήσωμεν κάλλιον τὰ δικαιώματα αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπέμβασιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ συνόλου τῶν ἀτόμων, τοῦ Δημοσίου ἢ κοινοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, ὥστε μὲ τὸ ἀπεριόριστον οὕτω τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἀκινήτου καὶ μὲ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους νὰ ἐπεμβαίνῃ (ἐκτὸς ἐπὶ ὡρισμένων περιπτώσεων, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁδῶν δημοσίων κλπ.) νὰ καταστῇ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν σύμπαν κτῆμα ἑνὸς ὑπερπλούτου, καὶ νὰ ἔχῃ τὸν ὀνομαστικὸν τίτλον Συνταγματικὸν Κράτος (αἴσθησις)· ἢ δύναταί τις σοβαρῶς ν’ ἀντιλέξῃ εἰς τὸ τοιοῦτον· Καὶ διὰ τίνος τὴν ἀκεραιότητα θὰ ὑφίσταται βάρη εἰς δαπάνας καὶ θυσίας τὸ σύνολον; Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν θ’ ἀσχοληθῶ εἰς τὰς λέξεις, καί, εἴτε κοινὴ ὠφέλεια τεθῇ, ὅπερ προσφυέστερον, εἴτε δημοσία ἀνάγκη, ἀρκεῖ νὰ ἐννοῆται ἐν ταύτῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἀναγκαστικῶς μεγάλων ἀγροτικῶν γαιοκτησιῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς ἐγκατάστασιν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν διὰ πατριαρχικὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς. Φρονῶ δ’ ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπείας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 ἡ ἐξενεχθεῖσα συνεπείᾳ τροπολογίας πολλῶν Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις κτημάτων ἀγροτικῶν εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον ἤθελε κριθῆ τοῦτο δημοσία ἀνάγκη, ἥτις ῥητῶς ἀνατίθεται εἰς τὸν νόμον, μειοῖ τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ παρόντος συνεδρίου, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ ὡς ἀναθεωρητικοῦ συνεδρίου πρὸς διαρρύθμισιν τῶν κακῶς κειμένων ἢ ἐννοουμένων ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν. Δι’ ὅπερ ῥητῶς ἐν τῷ προκειμένῳ πρέπει ν’ ἀναφέρηται τὸ τοιοῦτον, ὡς ἀφορῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν μεγίστου μέρους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ περιορίζον ἀχαλίνωτον ἐλευθερίαν ἐλαχίστου μέρους ἀτόμων ἀσκούντων τυραννίδα ἐπὶ τῶν πρώτων ὑπὸ τὴν προστασίαν φιλελευθέρου πολιτεύματος καὶ ἐπὶ βλάβῃ αὐτῶν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους προφανεῖ συχνάκις καὶ συνηθέστατα. Ἀπὸ τοιαύτης δέ τινος σκέψεως ὁρμώμενοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἓξ Βουλευταὶ ἐν τῷ προσχεδίῳ σαφῶς ἐπιθυμοῦντες νὰ περιφρουρήσωσι διὰ τοῦ Συντάγματος ὑλικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα ἐκ φυσικῶν πηγῶν πλούτου προσέθηκαν ἐν τῷ 17 ἄρθρῳ: «Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων», χωρὶς ὅμως νὰ προνοήσωσι καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου φυσικοῦ πλούτου, τῆς καλλιεργησίμου γῆς, ἐφ’ ἣν ἔδει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ κυριαρχικὴ τοῦ Κράτους δύναμις καὶ ἐφορεία, ὅπως μὴ ζημιῶται ἀπὸ τοὺς ἐκμεταλλευομένους ἢ μὴ αὐτήν. Καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς εἰς οὐδεμίαν σκέψιν προῆλθον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἆρά γε δὲν ἀποτελεῖ πηγὴν πλούτου ὑπὲρ τῆς εὐτυχίας πάντων ἡ ἐκμεταλλεύσιμος διὰ καλλιεργείας ἐπιφάνεια τῆς γῆς; Πῶς περὶ ἐκείνων ἐλήφθη πρόνοια, οὐχὶ δὲ περὶ ταύτης τῆς σπουδαιοτάτης πηγῆς πλούτου διὰ τὸ Κράτος, διὰ τὸ σύνολον τῶν ἀτόμων καὶ διὰ τὸ Δημόσιον τὸ ἐκπροσωποῦν τὴν Πολιτείαν, ὅπερ θὰ ἐξησφάλιζε σιτάρκειαν καὶ παραγωγὴν προϊόντων μείζονος ἀξίας, ἧς μέρος διὰ τῆς φορολογίας θ’ ἀνῆκεν εἰς αὐτὸ ὡς εἰσόδημα, ἐνῷ ἄλλο ποσὸν δὲν θὰ ἐξήρχετο δι’ ἀγορὰν σιτηρῶν, ὧν ἡ ποσότης φθάνει τὰ 25 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀξίαν, ἅτινα φυγαδεύονται κατ’ ἔτος; Νομίζω ὅτι μετὰ ταῦτα φρονήσεως ἔργον ἐπιβάλλει, ὅπως δεχθῇ τὸ συνέδριον τὴν τροποποίησιν τῶν Θεσσαλῶν ἐκ τῶν αὐτῶν ὁρμώμενον λόγων καὶ ἡ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα μὴ τοιαύτη πηγὴ πλούτου μένῃ νεκρὰ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ τυχόντος ἀδαοῦς καὶ κακοβούλου ἰδιοκτήτου. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν εἶναι ἡ συμπλήρωσις τῆς τροπολογίας τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἡ τροπολογία τῶν Βουλευτῶν Θεσσαλίας. Διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀνελεύθερον κατάστασιν μιᾶς τάξεως τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅστις, ἐνῷ ὑπόκειται εἰς πάσας τὰς ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις καὶ τὴν τοῦ αἵματος, οὐδὲν τὸν συνδέει πρὸς αὐτὴν ὡς πατρίδα, ἀλλ’ ὑφίσταται τὰ βάρη διὰ τὸ συμφέρον ἄλλων. Καὶ συνεβούλευσαν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως μεγάλων ἰδιοκτησιῶν διὰ μικρὰς τοιαύτας μὲ πολλὴν δηκτικότητα καὶ εἰρωνείαν μὴ προσιδιάζουσαν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὅπως τοὺς εὐσεβεῖς, ὡς ἐκάλεσαν, πόθους τῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν ἀφήσωμεν εἰς τὸ μέλλον νομοθετικὸν Σῶμα νὰ πραγματώσῃ, καθόσον δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου. Καὶ ἂν ἐσκέπτετο τοιοῦτόν τι τὸ παρὸν συνέδριον, ὡρισμένως θὰ ἐλησμόνει τὴν ἀποστολήν του. Ὁ λαός, Κύριοι, ἀναμένει βελτίωσιν πάντων τῶν παρ’ ἡμῖν κακῶς κειμένων, τῶν παρακωλυόντων καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν εὐημερίαν του. Οὐδ’ εἶναι δὲ τοπικὸν τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, ἂν λυθῇ, εἶναι ἐθνικόν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐκ πασῶν τῆς Ἑλλάδος τῶν γωνιῶν θὰ προστρέξωσιν εἰς Θεσσαλίαν πρὸς ἐργασίαν καὶ δὲν θ’ ἀπέρχωνται εἰς Ἀμερικὴν ὡς νῦν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς θεσσαλικῆς πεδιάδος, εἰς ἣν πρὸ δεκαετίας ἦτο ἄγνωστος ἡ μετανάστευσις, ἐνῷ ὁσημέραι ἤδη ὀγκοῦται. Πρέπει δέ, Κύριοι, νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς καὶ τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας δὲν ἐπιζητεῖται καινόν τι, ἀλλ’ ἡ ἐπανόρθωσις ἀδικήματος τῆς Πολιτείας κατὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν τῆς Θεσσαλίας ἐπὶ βλάβῃ μὲν αὐτῶν καὶ τοῦ Κράτους διαπραχθέντος, ἐπ’ ὠφελείᾳ δὲ μόνον ἐκείνων, οἵτινες διαρρηγνύουσι τὰ ἱμάτιά των ἐντεῦθεν κατὰ τῆς τροπολογίας. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ἡ παραχώρησις τῆς Θεσσαλίας ἐγένετο διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1881 πρὸς τὴν Τουρκίαν ὑπό τινας ὡρισμένους ὅρους διὰ τοὺς κατοίκους αὐτῆς. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἐγεννῶντο ζητήματα ἀμφισβητήσεως δικαιωμάτων τσιφλικιούχων ἐπὶ χωρίων ὑπερηκόντιζον αἱ τότε Κυβερνήσεις, ἰδίᾳ τοῦ 1882, ἐπὶ Πρωθυπουργοῦ Τρικούπη, πᾶσαν ἐκ τῆς συμβάσεως ἀνάμιξιν διοικητικήν· καθ’ ὅσον δ’ ἀφεώρων τὰ ζητήματα προφανεῖς ἀδικίας αὐτῆς τῆς κτηματικῆς κατοχῆς τῶν γεωργῶν, μόνον διὰ Δικαστηρίων ἐδικαιοῦντο νὰ διεκδικήσωσι δίκαια καὶ οὕτω σκανδαλωδέστατα ὑπεστήριξαν τοὺς τσιφλικιούχους μὴ ἀσκήσασαι τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν διαφόρων τίτλων τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς ὁρίζει.
§94ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖος ἔθεσε τοὺς ὅρους;
§95Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Αἱ Δυνάμεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος μὲ διέκοψεν ἐρωτήσας ποῖος ἔθεσε τοὺς ὅρους αὐτῆς. Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, καὶ ἴσως καὶ ἐγώ, πολὺ καλὰ ποῖος ἔθεσε τοὺς ὅρους. Γνωρίζω ἐπίσης ὅτι ὑμεῖς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καθήμενος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ἐλέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ.
§96ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πότε ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ εἶπον αὐτό;
§97Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Κατὰ τὸ 1882.
§98Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν ἦτο ὁ κ. Δραγούμης.
§99Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Τὸ γνωρίζω κάλλιστα. Τὸ εἴπετε συζητοῦντες πρὸς τὸν τότε βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Λ. Ζυγομαλᾶν διαμαρτυρόμενον κατὰ τῶν πιεστικῶν κατὰ τῶν γεωργῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ὑποχρεώσεις, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκ τῆς συμβάσεως διὰ τοὺς κατοίκους τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, εἶναι ὄντως περιοριστικαὶ καὶ δεσμεύουσι μονομερεῖς ἀποφάσεις ἢ πράξεις· ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει καὶ διὰ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἰδιοκτήτας. Τὸ ἄρθρον ἕκτον δὲν ἐπιτρέπει τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεως τῶν ἀγροληπτικῶν σχέσεων, ὡς ἤδη συμβαίνει μὲ τὰ ἀπαίσια αἱματηρὰ συμβόλαια. Ἐν παρόδῳ δὲ ἀναφέρω ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, λάβρως ἐπετέθη κατὰ τῆς τότε ὑπευθύνου Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἰδίᾳ τοῦ τετάρτου ἄρθρου καὶ τοῦ 6ου, ὡς καθιερούντων τιμαριωτισμὸν διὰ τοὺς γεωργοὺς τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ παρ’ ὅλην αὐτὴν τὴν δυσμένειαν τῶν ὅρων, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀπὸ μέρους τῶν κυβερνώντων ἡ ἀγαθὴ καὶ πατριωτικὴ θέλησις, δὲν θὰ ὑφίστατο τοιαύτης ἐκτάσεως δουλοπαροικία ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν θὰ ἐξηκολούθει ἡ ῥαγιαδωσύνη ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ Συντάγματος. Δὲν θὰ ἐχύνετο τόσον ἀθῷον αἷμα ἐν Θεσσαλίᾳ χθὲς ἀκόμη, πρὸ ἔτους, δὲν θὰ ἐφυλακίζοντο, τίς οἶδε, πόσοι ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ 1882 διὰ διαφορὰς ἀγροτικῆς φύσεως. Καὶ θὰ ἔλειπον ταῦτα, ἐὰν ἠλέγχοντο οἱ κατὰ τὸ τέταρτον ἄρθρον τίτλοι καὶ τὰ ταπία, δι’ ὧν εἶχον δικαίωμα ἰδιοκτησίας καὶ ποῖον ἦτο τὸ δικαίωμα αὐτό, ὅπως μόνον ἐπ’ αὐτοῦ δίδεται ἡ προστασία τῶν ἀρχῶν. Οὕτω δὲ θὰ περιωρίζοντο οἱ δικαιοῦχοι εἰς ἐλαχίστας ἐκτάσεις γῆς καθαρᾶς ἰδιοκτησίας, διὰ καλλιέργειαν ἐπὶ μισθώσει ἀγρῶν (fermes)· ἐπίσης δὲν θὰ ἐδημιούργουν νέα λιβάδια ἢ ἐκεῖνα, δι’ ἃ εἶχον τίτλους εἰδικοὺς, ὡς χειμαδίων ἢ θερέτρων ἢ νομῶν (κισλάδων), ὡς εἰδικῶς ὁρίζει ὁ Ὀθωμανικὸς Νόμος ὅτι ἔδει νὰ ἐκδίδωνται τὰ ταπία, χωρὶς νὰ συμβῇ ὅ,τι σήμερον γίνεται, νὰ ἔχωσι δικαίωμα οἱ ἰδιοκτῆται νὰ πωλῶσι τοὺς μετὰ τὸν θερισμὸν τῶν σιτηρῶν βοσκησίμους ἀγροὺς καὶ τὰς περιφερείας τῶν χωρίων, δι’ ἃς ῥητῶς κατὰ τοὺς ὀθωμανικοὺς νόμους οὐδὲν δικαίωμα κυριότητος ἔχουσιν οἱ τσιφλικιοῦχοι ὡς κοινῆς χρήσεως τῶν κατοίκων, δι’ ἣν περιφέρειαν οὐδὲ τίτλους ἐξέδιδεν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις τοιούτους κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν Νόμον. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἐνέργεια τῶν τσιφλικιούχων ἀντιτίθεται καὶ εἰς τὸ ἕκτον ἄρθρον ἀπαγορεῦον πᾶσαν τροποποίησιν τῶν σχέσεων. Ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ αἱ μετ’ αὐτὴν δυστυχῶς καὶ κυρίως τοῦ 1883 παρ’ ὅλας τὰς εὐθύνας καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν εἶχον, καὶ παρὰ πάσας τὰς διαμαρτυρίας τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, οὔτε δικαίως οὔτε συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν ἐνήργησαν. Ἐθυσίασαν δὲ καὶ ἐσφαγίασαν εἰς τὸ κομματικόν των συμφέρον περιουσίαν πολλῶν ἑκατομμυρίων ἐξ ἀγροτικῶν κτημάτων τῆς Θεσσαλίας, ἀνήκουσαν μετὰ τὴν προσάρτησιν, κατὰ τὸ ἕνατον ἄρθρον, εἰς τὸ Κράτος, τὴν παρέδωκαν, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως σταθῶσιν εἰς τὴν ἀρχήν, εἰς πολιτικοὺς κερδοσκόπους καὶ ἐκμεταλλευτάς, ἐνῷ ἐν γνώσει τοῦ ἐγκλήματός των ἐκήρυττον ὅτι εἶναι δημοκοπικὴ ἡ ἐξέγερσις τῶν ἀγροτῶν Θεσσαλίας, ὡς μέχρι σήμερον πολλοὶ νομίζουσιν. Δὲν θ’ ἀνατρέξω εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν, Κύριοι, ὅπως ἀποδείξω πόσον δολίως συκοφαντεῖται εἷς δίκαιος ἀγὼν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ παριστῶν τὰ πρὸ τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας περὶ ἰδιοκτησίας· θεωρῶ ταῦτα τελείως ἄσχετα μὲ τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, εἶναι τὰ μετὰ τὸ 1883 γεγονότα καὶ ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως, ἰδίᾳ, ὡς εἶπον, ὡρισμένων ἄρθρων. Πρό τινων ἡμερῶν, Κύριοι, ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν φάκελον τῶν Πρακτικῶν τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς τῆς συσταθείσης κατὰ τὸ 9ον ἄρθρον, ὅπως ἐπιλύσῃ καὶ κανονίσῃ τὰ διάφορα ζητήματα ἀναγόμενα εἰς κτήματα τοῦ Κράτους ἀνήκοντα αὐτῷ καλῇ τῇ πίστει καὶ ἀποφέροντα εἰσόδημα ἢ εἰς συμφέροντα ἰδιωτῶν ἀναφερόμενα εἰς αὐτά, Τί δὲ παρετήρησα, κύριοι Βουλευταί; Πάντα τὰ σχετικὰ ἐπὶ ταύτης τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν ἐπιτρόπων εἰς τοὺς ἡμετέρους ἐν Λαρίσῃ κατὰ τὸ 1883 ἐν εἴδει πινάκων καὶ ἀναφερόμενα εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς δευτέρας καὶ πέμπτης συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσιν ἐξαφανισθῆ, ὡς ἐπίσης τὰ πρωτόκολλα τῆς παραδόσεως τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον καὶ ἀναφοραὶ τῆς ἐν Σερβίᾳ Ἑλλην. Πρεσβείας καὶ τῶν Ἑλλην. Πρακτορείων Σόφιας καὶ Κετίγνης πάντα τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἅπερ θὰ ἦσαν πάντως πληροφορίαι διὰ τὰ ὁμοίας φύσεως ἐκεῖ ἐπιλυθέντα ζητήματα. Καὶ ἐγένετο ἡ ἐξαφάνισις αὐτή, περὶ ἧς προσεχῶς ἔχω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἀναμφισβητήτως διότι ἐκινδύνευον ν’ ἀποκαλυφθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ Πρωθυπουργοὶ ὅτι ἐπονειδίστως ἐνήργουν, ἐξ ἄλλου δὲ θ’ ἀπεκαλύπτοντο οἱ ἅρπαγες τῶν Θεσσαλικῶν κτημάτων ὅτι δὲν ἦσαν πραγματικοὶ κύριοι, ἀλλὰ τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ τὸ ἐφκάρ, περὶ οὗ ἀορίστως δημοσιεύει ἐκ δῆθεν ἀποσπάσματος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὁ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅπως ῥίξῃ στάχτη ’ς τὰ ’μάτια κατὰ τὸ λεγόμενον τοῦ λαοῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ αἴτια τοῦ ζητήματος, ἰδοὺ πῶς ἐστραγγαλίσθη ὁ Θεσσαλικὸς λαός, ἰδοὺ πῶς ἐσφαγιάσθη πλοῦτος τοῦ Κράτους μέγας. Πάντα τὰ κτήματα, ἅτινα ἔδει νὰ εἶναι τοῦ Κράτους, τὰ ἔχουσιν ἰδιῶται φίλοι ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων μὲ ψευδεῖς τίτλους κυριότητος καὶ ἀγορὰς εἰς εὐτελεστάτας τιμάς. Ἰδοὺ τίνες ἀπεκάλουν τοὺς Θεσσαλοὺς δημοκόπους· οἱ λῃστεύσαντες τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ καὶ τὸ Κράτος! Καὶ μετὰ τὰς τοιαύτας αἰσχρότητας τοῦ παρελθόντος ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι πράττετε ἔργον ὑψίστης δικαιοσύνης μεριμνῶντες σήμερον περὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ προβλήματος; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν, ὅπως προσαρμοσθῶμεν πρὸς αὐτὰς ἐν τῷ προκειμένῳ, καὶ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς Θεσσαλοὺς γεωργοὺς εἰς τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, ἣν ἐζήτουν διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς πατρίδος των εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι δὲ σήμερον ἢ ῥαγιάδες συνεχίζοντες τὸν τουρκικὸν ζυγὸν ὑπὸ τὴν χειρίστην πλέον ἔκφανσιν, διότι τότε δὲν τοὺς ἐπέτων εἰς τοὺς δρόμους τοὐλάχιστον. Οὐδ’ εἶναι ἐπωφελὲς διὰ τὸ ἐλεύθερον Κράτος νὰ διατηρῇ τοιαύτην κατάστασιν εἰς χώραν γείτονα πρὸς διψῶντα ἐλευθερίας δοῦλον Ἑλληνικὸν λαὸν διατελοῦντα ὑπὸ ὁμοίας γεωργικὰς συνθήκας (εὖγε). Ἂς μιμηθῶμεν, ἂν δὲν προηγήθημεν, ἐκείνους, παρ’ ὧν προεῖπον ὅτι ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πληροφορίας διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της. Ὡμίλησάν τινες τῶν κ. συναδέλφων ὅτι ἐκ παρανοήσεως τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπιζητεῖται ἡ μικροϊδιοκτησία, ἐνῷ τὸ σύστημα τὸ ἐπὶ μορτῇ εἶναι ἄριστον καὶ κρατεῖ καὶ εἰς ἄλλα πεπολιτισμένα Κράτη. Ἂς ἐπιτρέψωσιν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὰ περὶ μορτῆς καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ βεβαιώσωμεν καὶ πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸ συνέδριον, ὅτι ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1882 δημιουργηθεῖσα καλλιέργεια εἶναι καὶ πρέπει νὰ ὀνομάζηται δουλοπαροικική, καὶ δὲν εἶναι ἀνταξία τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Αἱ Κυβερνήσεις τῆς χώρας ταύτης, ἐπιλήσμονες ὅλως τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους καὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς ἐλευθέρας ταύτης γωνίας, ὠργίασαν, ὅπως δημιουργήσωσι δουλοπαροικίαν, ἐνῷ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν βυζαντηνῶν χρόνων ἐλήφθη πρόνοια διὰ συνεχῶν Νεαρῶν, τῆς πέμπτης καὶ τῆς δευτέρας, περὶ καταργήσεως αὐτῆς, ὁ δὲ Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος καὶ τὴν ἀπέλασιν διέταξε «τῶν δυνατῶν καὶ ὑπερεχόντων, οἵτινες κατεφρόνησαν τῆς βασιλικῆς νομοθεσίας καὶ οὐκ ἔπαυσαν ὑπεισερχόμενοι εἰς ἀνακοινώσεις πενήτων». Τουναντίον δὲ διέθρεψαν καὶ ἐξυπηρέτησαν τὴν βουλιμίαν καὶ τὰς πλεονεκτικὰς διαθέσεις τῶν τσιφλικιούχων καὶ ἐξησφάλισαν αὐτοῖς ἀπόλυτον φεουδαρχισμὸν παρὰ τῆς συμβάσεως τοὺς ὅρους (ἄρθρον ἕκτον), καθ’ οὓς οὐδεμία ἐπετρέπετο μεταβολή, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἐλεεινοὶ δικασταὶ δι’ ἀποφάσεων ἐπέτων εἰς τοὺς δρόμους τοὺς γεωργοὺς τῶν χωρίων τῆς Θεσσαλίας, χωρὶς νὰ ἀπαιτῶσι παρὰ τῶν τσιφλικιούχων τίτλους πραγματικούς, ἂν ἦσαν κύριοι τῶν οἰκιῶν, δι’ ἃς οὐδαμῶς ὁ τουρκικὸς νόμος ἐπέτρεπε ταπία, ὡς ἐστεγασμένα κτήματα. Ἐπέσεισαν ἐπὶ πλέον οἱ ἀγορεύσαντες τὸν κίνδυνον ὅτι, ψηφιζομένης εἰς τὸ 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τῆς τροπολογίας τῆς θεσσαλικῆς, θέλει φυγαδευθῇ ἅπαν τὸ κεφάλαιον, καὶ ὅτι κάθε Ἕλλην, εἰς τὴν ξένην εὑρισκόμενος καὶ χρηματισθείς, δὲν θέλει προσέλθει ποτὲ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως παράσχῃ τὰ φῶτα αὐτοῦ καὶ τὴν διὰ τῶν κεφαλαίων του ὑποστήριξιν πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας. Ὄτι πλέον οὐδεὶς θὰ εἶναι τόσον μωρὸς ν’ ἀγοράσῃ ἤ, καὶ ἂν κατέχῃ τμῆμα γῆς μέγα, νὰ τὸ βελτιώσῃ, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὑπόκειται ἀργὰ ἢ ἐνωρὶς εἰς ἀπαλλοτρίωσιν· δὲν μᾶς λέγουσιν οὔτε μᾶς εἶπον ὅμως, ὁποίαν σπουδαίαν βελτίωσιν οἱ ἔχοντες νῦν ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλίκια ἐπέφεραν εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους· ἐνῷ τοὐναντίον παρατηρεῖται εἰς τὰς εὐαρίθμους ἐν Θεσσαλίᾳ μικροϊδιοκτησίας, καὶ εἰς δύο μόνον, ἀλλὰ μεγάλα ἀγροτικὰ κτήματα. Δὲν ἔχω δὲ ἢ ὡς μαρτύριον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν στατιστικὴν τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, καθ’ ἣν αἱ φορτηγοὶ ἅμαξαι ἐν συγκρίσει ἐπὶ τριῶν πενταετιῶν ἠλαττώθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν εἰς δέκα καὶ ἐννέα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἰς μεταφορὰν δημητριακῶν καρπῶν (1904–1909). Ἀμφιβάλλω δὲ καὶ ἂν οἱ ἐν τῇ ξένῃ ζῶντες ὁμογενεῖς ζῶσιν ὑπὸ τὰ ὄνειρα τοῦ νὰ ἐγκαταστῶσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα μεταξὺ ἀδελφῶν Ἑλλήνων δουλοπαροίκων, οὓς νὰ ἔχωσιν ὑπὸ τὰς διαταγάς των. Οἱ Ἕλληνες ἐν τῇ ξένῃ δὲν ὀνειρεύονται Ἑλλάδα μὲ τοιοῦτον λαόν, καὶ οἱ τοιαύτην Ἑλλάδα ὀνειροπολοῦντες δὲν εἶναι Ἕλληνες, καὶ καλλίτερα ἂς λείπουν. Μᾶς ὠνόμασαν ἐν τέλει κοινωνιστάς, διότι τοιαύτην τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος ζητοῦμεν, καὶ τοιοῦτον δικαίωμα θέλομεν νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία. Φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι τὰς προλήψεις τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ φεουδαλικὰ ὑπολείμματα τὰ θέλουσιν ἐντὸς σινικῶν τειχῶν, διότι οὕτω συμφέρει εἴς τινας, καὶ ἐκφέρουσι λέξεις καὶ ὀνομασίας, αἵτινες, ἐλπίζουσιν, ὅτι θὰ ταράξωσι τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλ’ αὐταπατῶνται ὡς οἱ Μανδαρῖνοι, ὅτε ἔκτιζον τὰ τείχη των, ἅτινα δὲν ἔχουσι πλέον καμμίαν ἀξίαν. Ὁ χρόνος καθιστᾷ γελοίας καὶ ἀνοήτους πολλάκις διὰ τῆς προόδου πράξεις τοῦ παρελθόντος καὶ ἰδέας, αἵτινες βεβαίως ἔχουσι καὶ τοὺς ἐκ συμφέροντος ὑπερασπιστάς. Ἡ ἐξέλιξις τῶν κοινωνιῶν τῶν νεωτέρων χρόνων βαίνει γοργῶς ἐκεῖ, ἔνθα ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ ἀληθὴς προορισμὸς αὐτῆς τὴν ὁδηγεῖ, καὶ τὰ μικρὰ ὁδοφράγματα τῶν κρατουσῶν εἰσέτι προλήψεων θὰ τὰ παρασύρῃ ἡ ὁρμὴ τῆς ἀληθείας, ὡς θὰ παρασύρῃ καὶ τὴν ἰδέαν αὐτῶν, καθ’ ἣν δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἀπαλλοτριώσεως ἀναγκαστικῆς διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν μεγάλων κτημάτων ἀγροτικῶν διὰ διανομὴν εἰς γεωργοὺς πρὸς καλλιέργειαν ἐν μικρᾷ ἰδιοκτησίᾳ. Διότι ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ διατηρῇ ἰσορροπίαν τῶν ἀτόμων ἐν τῷ Κράτει, ἄλλως ἡ τάξις τούτου εἶναι προβληματικὴ καὶ οἱ ἐσωτερικοὶ κλονισμοὶ ἄφευκτοι, ἀφοῦ παρὰ πάντων αἱ αὐταὶ ὑποχρεώσεις ἀπαιτοῦνται. Ἄλλοτε ἴσως ἐκράτουν ἰδέαι ὅτι τάξις τις φροντίζει διὰ τὸ Κράτος καὶ τάξις τις στρατεύεται, ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη διὰ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Ἄλλως ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ζητεῖ τὴν ἐλευθερίαν του, ὡς ζητοῦσι πλέον οἱ Μακεδόνες, οἱ Κρῆτες καὶ σύμπας ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμός, διότι δι’ αὐτὸν δὲν ἠλευθερώθη ἡ πατρίς του, ἀλλὰ δι’ ὀλίγους μεταπράτας τῆς Θεσσαλικῆς πεδιάδος καὶ τοῦ αἵματος καὶ τοῦ τομαριοῦ τοῦ γεωργοῦ αὐτῆς πρὸς αἶσχος τῶν συνταγματικῶν μας ἐλευθεριῶν. Καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανορθώσωμεν τὸ προσγενόμενον εἰς τὸν λαὸν τῆς Θεσσαλίας τὸν γεωργικὸν ἀδίκημα καὶ νὰ θεραπεύσωμεν ἓν μέγιστον ἕλκος τοῦ Κράτους, ὅπως μὴ περιστῇ καὶ αὖθις τοῦτο πρὸ νέων κλονισμῶν, πρὸ οἵων εὑρέθη κατὰ τὴν ἐποχήν, ἐξ ἧς συνῆλθε τὸ παρὸν συνέδριον, ἐνθυμούμενοι ὅτι τὰ πολιτικὰ Σώματα ὀφείλουσι νὰ μὴ περιφρονῶσι τὰς ἀνάγκας, παρέχοντα, κατὰ τὸν πολὺν φιλόσοφον Μὰξ Νορδάου, τὰς εὐνοϊκωτέρας συνθήκας διὰ τὴν ζωὴν αὐτῶν. Οὐδαμῶς δὲ πιστεύω ὅτι ἡ ἀποστέρησις τῆς ἐλευθερίας ἑκατὸν χιλιάδων Θεσσαλικοῦ λαοῦ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπουσιῶδές τι γεγονὸς ἐν τῷ Κράτει καὶ ὅτι οὐδεμίαν ἠσθάνθητε ἀποτροπίασιν πρὸς τὸ παρελθὸν διοικητικὸν σύστημα, ὅπερ τόσον ἐπαισχύντως ἐσφυρηλάτησε τὴν δουλείαν τόσου λαοῦ δι’ ἐλαχίστους κερδοσκόπους. Δὲν ζητοῦσι, Κύριοι, ἐλεημοσύνην οἱ Θεσσαλοὶ ἀγρόται· ἀπαιτοῦσιν ἐπὶ πληρωμῇ ν’ ἀναγνωρισθῇ καὶ ἀποδοθῇ ἡ ἐλευθερία ἐν τῇ ἐργασίᾳ καὶ τῷ οἴκῳ, ἣν διετήρησαν διὰ μέσου τόσων αἰώνων δουλείας καὶ ἣν ἐσεβάσθησαν κατακτηταί, ἀλλ’ ἀφῄρεσαν συνταγματικαὶ Κυβερνήσεις τῆς πατρίδος των καταστήσασαι αὐτοὺς δουλοπαροίκους ἀπὸ αἰχμαλώτων. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ παρὸν συνέδριον μνῆμον τῆς ὑψηλῆς του ἀποστολῆς, δι’ ἣν ἐκλήθη, δὲν θέλει παρίδει τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὅπερ ἔχει πρὸς τοὺς ὁμόρους δούλους ἀδελφούς. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ καταστήσωμεν ἐπὶ τέλους ζηλευτὴν τοῦ Θεσσαλοῦ γεωργοῦ τὴν κατάστασιν ὑπ’ ἐκείνων, πρὸς οὓς καθ’ ἡμέραν ἔρχεται εἰς ἐπικοινωνίαν, πρὸς τοὺς ἐξ Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας ἀδελφούς (χειροκροτήματα).
§100Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἐρώτησιν ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἂν εἶμαι ἀντιλέγων, ἀναγνωρίζω δὲ ὅτι θέλω μειώσει τὴν ἐσχηματισμένην ἐν τῇ Βουλῇ ἐντύπωσιν ἐκ τῆς προχθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ σεβαστοῦ πρεσβύτου καὶ ἐντίμου συναδέλφου, τοῦ πρώτου λαλήσαντος, ὡς καὶ τῆς πλειάδος τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἀγορευσάντων· ἂν δὲ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἔπραξα τοῦτο, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἣν μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ὄντως ζητήματος, καὶ ἵνα ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἐμὴ φωνή, φωνὴ μὴ Θεσσαλοῦ, ὑπὲρ τῶν εἱλώτων, ὅπως ἀπεκάλεσαν τοὺς Θεσσαλούς (χειροκροτήματα), τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, δι’ οὓς καλούμεθα νὰ σκεφθῶμεν σήμερον, ὅπως διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος παράσχωμεν πρὸς αὐτοὺς ἐλπίδα αἰσιωτέρου μέλλοντος. Ἐπλανήθην προχθὲς οἰστρηλατηθεὶς ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις, ἤκουσα τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ὑποφέρουσιν οἱ ἐκεῖ κατοικοῦντες, ἐπλανήθην ἀπὸ τὴν ἀνάμιξιν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ ὁμιλούντων καὶ ἐφαντάσθην πρὸς στιγμήν, πλανηθεὶς βεβαίως, ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ λύσωμεν ἢ ὄχι τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα. Πλὴν φεῦ ματαία ἐλπίς, πλάνη ὑπῆρχε, διότι δὲν πρόκειται διὰ τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πᾶς ἄνθρωπος ἔχει, καὶ δικαίωμα ἀφῃρημένον, ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἔννοιάν τινα, τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλπίδος καὶ μόνης, ἐλπίδος τὴν ὁποίαν ἔχοντες οὗτοι δύνανται νὰ ἐλπίζωσιν εἰς αἰσιώτερον, ὡς εἶπον, μέλλον. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι οὐσιαστικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Ἀντετάχθη ὑπ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων προλαλησάντων ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἄθικτον, οὐδὲ τολμᾷ τις νὰ τὸ θίξῃ. Καὶ ἐρωτῶ· ὑπάρχει τις ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην περὶ τούτου; Ὑπάρχει τις ὁ φρονῶν ὅτι δὲν εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρωπίνων λεγομένων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔτυχον γενικῆς ἀναγνωρίσεως καὶ συνιστῶσι τὴν βάσιν παντὸς ἐλευθέρου πολιτεύματος; Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ὑπόκεινται εἰς περιορισμούς τινας χάριν συμφερόντων γενικωτέρων; Δὲν καθορίζονται εἰς τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐνδεδειγμέναι ἐξαιρέσεις ἢ λεπτομέρειαί τινες, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν εἰδικὰς περιστάσεις; Καὶ εἶναι ἄξιον νὰ γίνηται περισσότερος λόγος διὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου; Καὶ ὅτε πρὸ ἡμερῶν διαρρυθμίζοντες τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864, εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὸ ἱερώτερον δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, δὲν καθωρίσαμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ περιορισμούς τινας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας; Ὄτε προχθὲς ἠσχολήθημεν, ὡς ἀσχολούμεθα, ἐνταῦθα περὶ διαρρυθμίσεως ἄλλων δικαιωμάτων σοβαρωτάτων, ὡς τοῦ δικαιώματος τῆς σκέψεως τοῦ ἀτόμου, δὲν ἐδέχθημεν καὶ δὲν ἐδέχθη καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 περιορισμοὺς τῆς σκέψεως χάριν ἄλλων συμφερόντων; Δὲν ἐδέχθημεν περιορισμοὺς τοῦ τύπου χάριν γενικωτέρων συμφερόντων; Διότι ὅλα τὰ δικαιώματα εἶναι ἱερὰ μέχρι τοῦ σημείου, ἀφ’ οὗ ἄρχεται προσβολὴ ἄλλων συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων γενικωτέρων. Συμπαρομαρτεῖ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ἄρθρου 17 τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικόν. Βεβαίως ἤδη, ὡς εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ λύσεως αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως τὰ γεγονότα ἔφεραν τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν τὸ ἔφεραν, ἢ ἵνα μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς ὡρίμους σκέψεις, ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις τινές, ἐπιβάλλεται λόγῳ τῆς καταστάσεως νὰ διαρρυθμίσωμεν ἐπὶ τὸ σαφέστερον τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος ἀναγραφόμενα. Καὶ ὑπάρχει ἆρά γε ἀνάγκη πρὸς τοῦτο; Καὶ ἂν ἀκόμη εἴχομεν ἀντίθετον γνώμην, ἡ κατάστασις τῶν Θεσσαλῶν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ λάβωμεν μέριμναν κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Τὰ δεινὰ διεξετραγῳδήθησαν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων των ὡς ἔδει. Ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι καὶ γεγονότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ. Καὶ ἂν τὰ γεγονότα ταῦτα δὲν εἶναι ἱκανά, ὅπως μᾶς προσδώσωσιν εἰκόνα τοῦ πράγματος, μὴ λησμονῶμεν τί ἔλαβε χώραν ἐνταῦθα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας λαβόντες ἀφορμὴν ἐξ ἀναφορᾶς ἀναγνωσθείσης ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐξιστόρησαν διὰ γεγονότων τὰ δεινά, ἅτινα ὑποφέρουσιν οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν, ἂν ὄχι τὴν ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ τὴν φρίκην καὶ τὴν συντριβὴν πάντων ἡμῶν. Ἔνεκα τῆς ἐξιστορήσεως τῶν γεγονότων τούτων ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων εἶπεν ὅτι πρώτιστον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην μὴ ἐκφύγῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν σχέσεων τῶν κολληγῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁμολογῶ ὅτι ἕνεκα τῶν λεχθέντων καὶ ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐλέχθη ὅτι θὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις, ἠσθάνθην, ἂν ὄχι ἄλλο αἴσθημα, ἀλλ’ αἴσθημα ἐντροπῆς ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Ἐλέχθη ὅτι αἱ σχέσεις θὰ κανονισθῶσιν, ἵνα χαρίσωμεν εἰς τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους τί; Τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Καὶ ὅτε μετὰ 30 ἐτῶν βίον ἐλεύθερον ἐρχόμεθα νὰ ὑποσχεθῶμεν νὰ δώσωμεν κατ’ ἀνάγκην τῶν πραγμάτων ἐπιβεβλημένην ὡς χάριν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον ὑπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν μᾶς ἐνδεικνύει, δὲν μᾶς ἐπιβάλλει ὅτι, καὶ ἂν ἄλλη ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχεν, αὐτὴ αὕτη μᾶς ὑποχρεοῖ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ πλατυτέραν ἔννοιαν, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν λύσιν; Καὶ προκειμένου εἰδικῶς περὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως», αὐτὰ ὥριζε τὸ Σύνταγμα, ὡς εἶχε ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1864. Κατεδείχθη ἀνάγκη βελτιώσεως ἢ ἑρμηνείας τῆς ἀναφερομένης ἐννοίας ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος; Ὁ μεταξὺ διαρρεύσας χρόνος κατέδειξεν ἐπιβαλλομένην τροποποίησίν τινα ἢ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι καὶ γνώμη ἀπαραδέκτου ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθές; Ἂν ὄχι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἂν ὄχι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὅτι κατέδειξαν τὴν ἀνάγκην διαρρυθμίσεως, ἐξηγήσεως, διασαφήσεων τῶν ἐννοιῶν τοῦ ἄρθρου 17, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπίσημοι ἀντιπρόσωποι, ἐπίσημοι ἄνθρωποι ἐν τῇ ἰδιότητί των κατέδειξαν τὴν ἀνάγκην τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης, καὶ ἔχομεν τὴν Βουλήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀντλοῦμεν τυπικῶς τὰ δικαιώματα ἡμῶν εὑρισκόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, τὴν Βουλὴν τῆς Βʹ ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΗʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, μεταξὺ δὲ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα αὕτη καθώρισεν ὡς ἀναθεωρητέα, εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 17, διότι εἶπεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 δέον νὰ σαφηνισθῇ, καθοριζομένης τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας». Ἡ πρὸ ἡμῶν Βουλή, ἡ Βʹ ἔκτακτος Σύνοδος τῆς ΙΗʹ Περιόδου, εἶχε κατανοήσει τὴν ἀνάγκην τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ σαφηνισθῇ ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας.
§101Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑπὸ μίαν ἔννοιαν νὰ σαφηνισθῇ· ἂν περιελαμβάνετο καὶ ἡ πνευματικὴ ἰδιοκτησία καὶ ἡ ἰδιοκτησία κινητῶν· οὐχὶ νὰ δοθῇ τοιαύτη ἔννοια διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἀκινήτων.
§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀπεφάσισεν ὅτι δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὸ ἱερὸν ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θίξῃ τις καὶ ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα συζήτησις. Ἔχομεν μίαν Βουλήν, τὴν πρὸ ἡμῶν, ἡ ὁποία μᾶς ἐπέτρεψε νὰ θίξωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο· ἔχομεν ἄλλους ἐπισήμους Βουλευτὰς ἀποτελοῦντας Κυβέρνησιν ἱκανούς, ὅπως εἶναι οἱ ὑποβαλόντες τὸ προσχέδιον, λέγοντας καὶ τούτους ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἔτι περισσότερον ἀκόμη πρέπει νὰ θίξωμεν τὸ ἄρθρον 17, ὥστε τὸν ὅρον δημοσία ἀνάγκη νὰ τὸν τροποποιήσωμεν εἰς δημοσία ὠφέλεια. Τοῦτο τὸ λέγει τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἔρχεται ἡ συζήτησις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ μετὰ τὰ λεχθέντα, μετὰ τὰ ἀποφασισθέντα, μετὰ τὰ ὑπὸ τῆς πείρας ἀποδεδειγμένα· πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν ἡμεῖς τὸ ἄρθρον 17, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅσα ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθόν, ὅσα πρέπει νὰ διαρρυθμισθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ὅσα ὠφελήματα πρόκειται νὰ ἀποκτήσωμεν ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διαρρυθμίσεως, ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος; Ὁ ὅρος δημοσία ἀνάγκη συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ὅτι δύναται νὰ μείνῃ ἄθικτος, ὅπως εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι δέχομαι ὅτι ἡ ἐξήγησις καὶ ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου τούτου εἶναι εὐρυτάτη, ἀδιάφορον ἂν εὑρέθησαν εἰς τὸ παρελθὸν ἄνθρωποί τινες μειονοψηφίαν ἀποτελοῦντες, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι ὁ ὅρος οὗτος, δημοσία ἀνάγκη, δὲν ἔχει τὴν εὐρυτάτην ἔννοιαν, ἡ πεῖρα ὅμως καὶ ἡ ἐφαρμογὴ μέχρι τοῦδε κατέδειξαν ὅτι ἀείποτε ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐδόθη εὐρυτάτη ἔννοια εἰς τὸν ὅρον τοῦτον.
§103Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖαι αἱ ἐφαρμογαὶ τῆς εὐρυτάτης ἀνάγκης παρακαλῶ;
§104Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅτε δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριε συνάδελφε, ἀποφασίζει ἡ Πολιτεία καὶ καταλαμβάνει κτῆμα ἀγρότου ἐν Κερκύρᾳ, ἵνα τὸ προσθέσῃ εἰς κτῆμα ἄλλου ὑψηλὴν κατέχοντος θέσιν, ποῖα εἶναι ἡ δημοσία ἀνάγκη; (Χειροκροτήματα).
§105Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἐγένοντο καταχρήσεις, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ὑφίσταται ὁ νόμος.
§106Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἐγένετο κατάχρησις καμμία, διότι εἶπον, ὅτι ἡ ἐξήγησις τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» ἔχει ἀφεθῇ τελείως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· πρέπει μόνον νὰ εἶναι προσηκόντως ἀποδεδειγμένη καὶ νὰ εἶναι ὅπως ὁ νόμος διατάσσει αὐτήν. Ὁ νόμος λοιπὸν διατάσσει ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ὁ νόμος καθορίζει τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ὁ νόμος χαρακτηρίζει ταύτην, διότι τὸ ἀφῃρημένον δικαίωμα τῆς κυριότητος ἢ τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναί τι ἄϋλον καὶ ἀσύλληπτον· εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς περιορισμοὺς ὠφελοῦντας τὸ γενικὸν συμφέρον· καὶ ὅτε, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν προηγουμένως νὰ εἴπω, θέτομεν περιορισμοὺς χάριν γενικωτέρων συμφερόντων εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν σκέψεων τοῦ ἀτόμου, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ἢ νὰ ἀπορήσωμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας; Καίτοι ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, φρονῶ, διότι ὑπάρχουσιν ἀντιλέγοντες, διότι ὑπῆρξαν εἰς τὸ παρελθόν, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι προσήκων ὅρος μᾶλλον προσαρμόζων θὰ ἦτο ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἀναγράφει, «δημοσία ὠφέλεια». Δὲν διαχωρίζω ἐγὼ οὔτε διακρίνω τὴν μίαν ἔννοιαν ἀπὸ τῆς ἑτέρας, ἂν ἡ μία εἶναι πλατυτέρα ἢ ὄχι· ἐγὼ τὴν αὐτὴν σημασίαν ἀποδίδω εἰς ἀμφοτέρας· ἐὰν ὑπάρχῃ ὅμως τις, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐναντίαν γνώμην, ἂν ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον δύναται νὰ ἀσκηθῇ εἰς τὸ μέλλον, θὰ ἐδεχόμην καὶ ἕτερόν τι ἀκόμη νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὁ ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» ἢ «κοινὴ ὠφέλεια» ἀκόμη. Τί θὰ ἔβλαπτεν, ἂν προσετίθεντο καὶ οἱ δύο οὗτοι ὅροι, καὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ τῆς κοινῆς ὠφελείας, καίτοι λέγω καὶ ὑποστηρίζω ὅτι ὁ ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ κοινὴ ὠφέλεια; Περὶ τούτου πολλὰ διδάσκομαι ἐκ τοῦ παρελθόντος· λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, ὁσάκις ἐγένετο περιορισμός, καὶ ἑπομένως στέρησις ἰδιοκτησίας χάριν δημοσίας ἀνάγκης, χάριν συμφέροντος δηλαδὴ πολλῶν ἀτόμων. Ἐπὶ παραδείγματι πολλάκις ἐστερήθη τις τῆς ἰδιοκτησίας του ἕνεκα ὑδρεύσεως πόλεως ἢ κωμοπόλεως, ἀριθμούσης 100 ἢ 200 κατοίκους, ἐστερήθη τοῦ ἀγροῦ του, τοῦ ὑδρομύλου του, τοῦ ὕδατος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε δικαίωμα τὸ ἄτομον, διότι ἡ δημοσία ἀνάγκη εἶναι ὠφέλεια τῶν πολλῶν· δὲν εἶναι αὔξησις τοῦ δημοσίου θησαυροῦ ἢ τοῦ δημοσίου πλούτου· εἶναι τὸ ἀναγκαῖον συμφέρον τὸ ὠφέλιμον τῶν 100 ἢ 200 ἀνθρώπων, χάριν τῶν ὁποίων περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἑνός, ἵνα προστατευθῶσιν ἕτερα συμφέροντα ἀτόμων πολλῶν ὁμοῦ. (Χειροκροτήματα). Τούτων οὕτως ἐχόντων, εἴτε τεθῇ ὁ ὅρος δημοσία ἀνάγκη εἴτε κοινὴ ὠφέλεια εἴτε καὶ τὰ δύο ὁμοῦ, ἀπαραίτητον θεωρῶ ὅπως διὰ ψηφίσματος τῆς παρούσης Συνελεύσεως καὶ ἀμέσως δοθῇ ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἐξήγησις, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀντιλογία διὰ τὸ μέλλον, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τοὺς ἀντιλέγοντας, νὰ δοθῇ διὰ ψηφίσματος ἡ ἔννοια ὅτι διὰ τῶν φράσεων αὐτῶν, ὅτι δύναταί τις νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν, νοεῖται ὅτι δύναται ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία νὰ μετατραπῇ εἰς μικράν, δύναται ὅμως κατόπιν προηγουμένης ἀποζημιώσεώς της, ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 17 (Χειροκροτήματα). Ὑπάρχει ὅμως κίνδυνός τις, ὥστε νὰ βλάψωμεν τὰ συμφέροντά τινων ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα ἄλλων; Ἐπίσης, κύριοι Βουλευταί, λέγω: ὁ καθορισμὸς τοῦ ἄρθρου, ὅπως καθωρίσθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, προσθέτει δικαιώματα, προσθέτει φρουροὺς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν καθιστᾷ ἔτι ἀσφαλεστέραν καὶ σπουδαιοτέραν ἐκείνης, ἣν εἶχεν ἀναγράψει τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἠσχολήθη, ἵνα περιφρουρήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἵνα ἐνδυναμώσῃ ταύτην, ἵνα ἀναγνωρίσῃ ἔτι πλέον τὴν ἱερότητα αὐτῆς, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται γενικώτερον συμφέρον, ὁπότε στερεῖταί τις οὐχὶ διὰ δημεύσεως. Εἶπέ τις ὅτι πρέπει νὰ δημεύσωμεν τὴν περιουσίαν καὶ νὰ τὴν δώσωμεν ἄνευ ἀποζημιώσεως εἰς ἄλλους; Ἀπ’ ἐναντίας καθορίζεται διὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τρόπος ἀποζημιώσεως ἔτι ἀσφαλέστερος, ἔτι βεβαιότερος, καὶ ἐνῷ μέχρι σήμερον ἡ στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας εἰσήρχετο δυνάμει ἀποφάσεως μόνον τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ ἐπεφυλάσσετο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν στερούμενον τῆς ἰδιοκτησίας του νὰ καταφεύγῃ εἰς δαπανηροὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας, ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ διαρρυθμίζουσα τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως κανονιζομένης δικαστικῶς. Καὶ ὅταν ἔχητε μίαν ἐξουσίαν τοῦ μέλλοντος, τὴν νομοθετικήν, ἡ ὁποία θὰ ἀποφασίσῃ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀναλόγως τῶν γενικῶν συμφερόντων, τῶν συνθηκῶν, τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Κράτος τοῦτο, καὶ θὰ ἀποφασίσῃ, λέγω, ὁ νομοθέτης, ὅτι εἶναι περίπτωσις δημοσίας ἀνάγκης, κοινῆς ὠφελείας, κοινοῦ συμφέροντος, ἵνα στερηθῇ τις μέρους τῆς ἰδιοκτησίας του πρὸς ὄφελος ἄλλων, καὶ ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ἐκπροσωποῦσα τὸν τόπον, τὸ ἀποφασίσῃ, καὶ ἔρχηται ἑτέρα ἐξουσία ἀνεξάρτητος, ἐξουσία εἰς τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ περιουσιακὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅλον τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχομεν ἀναθέσει, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἀμφότεραι ἀποφασίσωσι τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, δημεύεται ἢ ληστεύεται ὁ ἰδιοκτήτης, ἢ ἀποζημιοῦται μὲ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν πράγματι ἔχει τὸ κτῆμα; Καίτοι, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη θεσσαλικόν, φοβοῦμαι μήπως δυστυχῶς δὲν κατορθωθῇ νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι Θεσσαλοί, ἀλλά, ἂν δὲν δυνηθῶμεν νὰ τοῖς παράσχωμεν πλήρη τὴν ὠφέλειαν, ἂν δὲν δυνάμεθα, ὅπως θὰ ηὐχόμεθα, αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἴδωμεν τὸ ζήτημά των τοῦτο λυόμενον, ἂς παράσχωμεν τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα ταύτην, καίτοι ἔχομεν φόβους τινάς, διότι ἔχομεν ὑπ’ ὄψει συνθήκην, ἡ ὁποία δεσμεύει πως τὴν νομοθετικὴν ἢ διοικητικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ κατὰ τὸν ἐπιζητούμενον τρόπον τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὰ ζητήματα ὅμως ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐξετάσῃ Συνέλευσις θεσπίζουσα συνταγματικὰς διατάξεις· εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τις τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ νομοθετῇ· ὅταν ὅμως θεσπίζῃ συνταγματικὰς διατάξεις, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον συχνῶς καὶ τακτικῶς νὰ ἀναθεωρῆται ἑκάστοτε τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἂς εὐχώμεθα τοὐλάχιστον, ὅτι ὑπὸ αἰσιωτέρους οἰωνοὺς θὰ εὑρίσκηται ἡ Ἑλλὰς τοῦ μέλλοντος, ὥστε νὰ δυνηθῇ τὴν συνθήκην ταύτην ἀναγνωρίζουσα νὰ πείσῃ τοὺς ἔχοντας δικαιώματα, ἵνα ὑποχωρήσωσιν, ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὰ δίκαιά της. Καὶ ἡ συνθήκη αὕτη δὲν ἔπραξε τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ περιλάβῃ τὸν ὅρον τῆς δημοσίας ἀνάγκης, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Ἂς καταστήσωμεν εὐρυτέραν τὴν ἔννοιαν ταύτην τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἀγόμενοι καὶ ἐξ ἄλλου γενικωτέρου σκοποῦ, διότι, καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς εὑρεθῇ ὑπὸ εὐτυχεστέρους οἰωνοὺς νὰ συνάψῃ καὶ ἄλλην συνθήκην ὁμοίαν δι’ ἄλλας ὑποδούλους Ἑλληνικὰς χώρας, ἂς τεθῇ καὶ εἰς ἐκείνην ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ἀλλὰ διάταξις εὐρυτέρας ἐννοίας, διάταξις ὁμοία πρὸς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγράψωμεν ἀναθεωροῦντες τὸ ὑπάρχον ἄρθρον 17. Καὶ ταῦτα μὲν εἰδικῶς διὰ τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησα οὔτε θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον ἀσχολούμεθα καὶ διὰ τὸ ὁποῖον σκεπτόμεθα, εἶναι θεσσαλικὸν καὶ μόνον· πιθανὸν νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ Θεσσαλοὶ ἐκ τούτου, καὶ τὸ εὐχόμεθα πάντες, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα συνταγματικόν, εἶναι ζήτημα πανελλήνιον, εἶναι ζήτημα ἀκόμη—ὁμιλῶ καὶ ὡς Πελοποννήσιος—πελοποννησιακόν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἂν τεθῇ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀποδώσῃ ἡ Συνέλευσις, καὶ ἂν ὑπῆρχεν εἰς τὸ παρελθόν, δὲν θὰ ἐπήρχοντο τόσα κακά, ὅσα ἐπῆλθον. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὸ παρελθὸν ἐγέννησε τὴν ἀμφιβολίαν εἰς τὰς Διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ τὴν νομοθεσίαν ἂν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ περιορισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας· ἐγεννήθη ζήτημα ἂν ἐπετρέπετο περιορισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ ἀκινήτου ἕνεκεν μειώσεως τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς ὑπερπαραγωγῆς τοῦ προϊόντος. Ἓν μέσον ὑπῆρχε νὰ διατάξῃ ὁ νομοθέτης περιορισμὸν τῆς χρήσεως, τουτέστι νὰ ὑποχρεωθῶσι πάντες οἱ κάτοχοι σταφιδαμπέλων νὰ περικόψωσι μέρος τῆς περιουσίας των, ἀλλ’ οἱ ἐναντία φρονοῦντες ἐπέσεισαν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Ἀντετάχθη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἀντέστησαν οἱ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος ἐνδιαφερόμενοι, καὶ δὲν ἠδυνήθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ φέρῃ ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐπηκολούθησεν ἡ περίφημος Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ τελεία καὶ ἁγία κατ’ ἀρχάς, κατόπιν ὅμως ὀλεθρία. Κατ’ ἀνάγκην ἐπηκολούθησεν ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία, διὰ τὴν ὁποίαν ἀκούονται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τόσα καθ’ ἡμέραν, διὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσατε πόσοι συνάδελφοι προχθὲς ἐζήτησαν τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσωσι κατὰ ὑπερβασιῶν της. Ἐὰν λοιπόν, Κύριοι, λέγω, τοιαύτη ἐδίδετο ἔννοια, δὲν θὰ ἐπήρχοντο τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον. Καὶ σήμερον δὲ ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία μεθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει, κατέληξεν εἰς αὐτό, εἰς τὸ νὰ περικόψῃ ἑκουσίως πλέον διὰ παροχῆς χρηματικῶν μέσων πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας κατόχους σταφιδαμπέλων τὴν ἰδιοκτησίαν των, νὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς διὰ τῆς παροχῆς τῆς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως νὰ περικόψωσι μέρος τῆς ἰδιοκτησίας των. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐπιθυμητόν, θὰ ἦτο εὐκταῖον, εἶναι νὰ ἐδίδετο εὐρυτέρα ἔννοια τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, καί, ἐὰν ἔπραττε τοῦτο ἔκτοτε ἡ Πολιτεία, θὰ μᾶς ἀπήλλαττεν ἀπὸ τόσους φόβους καὶ τόσα κακά, τόσην ζημίαν καὶ τόσην δυστυχίαν, ἡ ὁποία μαστίζει τὴν Πελοπόννησον. Ἂν λοιπὸν ἡ τοιαύτη ἔννοια δὲν ἐδόθη τότε, ἂς δοθῇ ἤδη, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὸ μέλλον. Καὶ δὲν ἤθελεν ὑποστῆ τις ζημίαν, ἐὰν τοιαύτη ἐδίδετο ἔννοια, οὔτε πρόκειται ζημία τις νὰ ἐπέλθῃ, διότι ὁ σταφιδόκαρπος πληρώνει φόρον 50%, πληρώνει φόρον δημοτικόν, φόρον τοῦ Δημοσίου, πληρώνει φόρον εἰς εἶδος, πληρώνει παρακράτημα, καὶ ταῦτα πάντα ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐννοίας αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Δίδομεν ἑπτὰ δραχμὰς τὴν χιλιάδα εἰς τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, 15% εἰς εἶδος, 20% φόρον, 7% ἄλλον φόρον· διὰ τούτων τῶν καταβολῶν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ ἓν σπουδαῖον κεφάλαιον καὶ νὰ προέλθῃ πᾶσα ἀποζημίωσις. Σπουδαῖον λοιπὸν θεωρῶ νὰ διατυπώσωμεν τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος, διότι τότε θὰ ἐλύετο καὶ τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικόν, τὸ ὁποῖον καὶ ὠφέλιμον θὰ ἦτο εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ προλάβῃ πολλὰ κακά. Οὐδένα φόβον ἔχω διὰ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος οὐδὲ φοβοῦμαι ὅτι ἡ τοιαύτη τοῦ ζητήματος λύσις δύναται νὰ ἀνάψῃ πυρκαϊὰν εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, διότι δὲν βλέπω τί κακὸν δύναται νὰ παραγάγῃ μία τοιαύτη ἐξήγησις. Ἐὰν ἐπαγάγῃ κακόν τι ἡ τοιαύτη πυρκαϊά, τοῦτο θὰ εἶναι νὰ κατακαύσῃ τὴν δουλείαν, πάντως ὅμως ἐκ τῆς τέφρας της θ’ ἀνακύψῃ ἡ ἐλευθερία. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, εἰσάγω σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ἀμέσως ἡ ἀναθεωρηθεῖσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, καὶ παρακαλῶ, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, παρακαλουμένην εἰδικῶς, ἵνα εἰσαγάγῃ αὐτό, εἰ δυνατόν, τὴν Δευτέραν. Συναφῶς πρὸς τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ ψηφίσματος ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ἡ δικαιοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ δίδεται εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ διοικήσωσι στρατεύματα καὶ στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνεται πρόνοια καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ συνεχισθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὀχυρωτικῶν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐπίσης ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ἐπισκευῶν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας παλαιοὺς στρατῶνας καὶ στάβλους καὶ περὶ κατασκευῆς συμπληρωτικῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῶν στρατωνισμῶν». Παρακαλῶ, ὅπως συναινέσῃ ἡ Βουλή, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος καταρτίσῃ ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσι τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια, ὅπως τὰ ἐπεξεργασθῇ, εἰ δυνατόν, τὴν Δευτέραν μεταξὺ τῆς τρίτης καὶ τετάρτης ὥρας. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲ ταύτην εἶμαι πρόθυμος νὰ προσέλθω ὅπως δώσω ἐξηγήσεις.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή, πιστεύω, ἐξουσιοδοτεῖ τὸν Πρόεδρον, ὅπως καταρτίσῃ τὴν ἐπιτροπήν.
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέσχεν ἡ Βουλή, καταρτίζω τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Κοσόνας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου.
§111ΓΕΩΡ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Δὲν εἶμαι ἀντιλέγων.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§113ΓΕΩΡ. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀνάπτυξις τῆς ὁποίας ἐν ὀλίγοις μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐνῷ οἱ ἀδελφοὶ Θεσσαλοὶ ἀγωνίζονται, ὅπως ἀποκτήσωσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἀλλοτρίας περιουσίας, νομίζω ὅτι τὸ σύνολον τῆς χώρας ταύτης πρέπει ν’ ἀγωνισθῇ, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ὑγείαν αὐτῶν, καὶ τὴν ὑγείαν τούτων πρέπει ν’ ἀναλάβῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὑτῆς ἡ Πολιτεία. Τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς τροπολογίας μου, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ εἰς τὸ ἄρθρον 17 μετὰ τὰς λέξεις «διὰ δημοσίαν ἀνάγκην» νὰ προστεθῇ «ἢ καὶ δημοσίαν ὑγείαν». Φρονῶ, ὅτι ἡ δημοσία ὑγεία εἶναι ἀνωτέρα τῆς δημοσίας ἀνάγκης.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ αὐτὸ εἶναι δημοσία ἀνάγκη.
§115ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ἀνάγκης.
§116ΓΕΩΡ. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ νὰ δοθῇ μία ἑρμηνεία διασαφητική.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπών.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφετζόπουλος.
§120Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν θὰ ὑποβάλω.
§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕως τώρα ἡ συζήτησις γίνεται κυρίως ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπῆς, δὲν γίνεται συζήτησις. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον, ὅπως τις ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέθετεν ἀπὸ τοῦ βήματος τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπώσῃ οὕτω τὸ ἄρθρον.
§122ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χθὲς ὡμίλησεν ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, σήμερον ὁ κ. Γόντικας καὶ ὁ κ. Βοζίκης.
§123ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ μέρους, κατὰ τὸ ὁποῖον τροποποιεῖται ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ καταλαμβανομένου κτήματος, οὐδεὶς ὡμίλησεν. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου θὰ ἐχρειάζετο μία ἀνάπτυξις.
§124ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ μέρους δηλαδὴ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀποζημιώσεως. Οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ παρέλθω ἐγὼ ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἐξηγήσω τοὺς λόγους.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§126Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ μέρους, ἐφ’ οὗ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ὅτι οὐδὲν ἐλέχθη πρὸς τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη ἐκτυλίξεως, διότι εἶναι ἀκριβῶς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου, ὡς μετεμορφώθη, ὅπερ ἀποτελεῖ μεταβολὴν τοῦ κειμένου μέχρι τοῦδε. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ἄρθρῳ 17 ἀφῆκεν ἅπαν τὸ κείμενον τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ Συντάγματι ἄθικτον· ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτοῦ, ἐξήνεγκε γνώμας καὶ μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν γνωμῶν καὶ τὴν καταχώρισιν αὐτῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ἐσημείωσεν ὅτι οὐδένα εὗρε λόγον ἰσχυρόν, ἵνα μεταβάλῃ τὸ κείμενον ἔχον ἀρτίως κατ’ ἀρχήν. Προσέθηκεν ὅμως τὰς διατάξεις τὰς ἀπαραιτήτους πρὸς ἐξασφάλισιν ἐκείνων, ὧν ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία. Αἱ δὲ διατάξεις εἶναι αὗται· «ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ».—Ἔπρεπε πάντως νὰ παρασχεθῇ ἡ τοιαύτη ἐγγύησις·—«ἐν περιπτώσει δ’ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ δικαστικῶς μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου». Ὑπάρχει ἀνάγκη ταχύτητος· ἐπιτρέπεται λοιπὸν προσωρινῶς, ἀλλὰ κατὰ διαδικασίαν δικαστικὴν νὰ ὁρισθῇ ἡ δοτέα ἀποζημίωσις προσωρινῶς. Προσφέρεται τόσον ποσόν, ζητεῖται μεῖζον. Τὸ ποσὸν τὸ προσφερόμενον ἐκτιμῶν ὁ δικαστὴς κατὰ πόσον εἶναι ἐπαρκὲς ὁρίζει αὐτὸ ἤ, ἐὰν δὲν κριθῇ ἐπαρκές, προσθέτει ἴσως καί τι—, οὐχί, ὡς ζητεῖται, τὸ ὅλον—, καὶ ἐπιδικάζει τὸ προσωρινῶς κριθὲν ἐπαρκές, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης ἔχων ἠσφαλισμένην οὕτω τὴν ἀποζημίωσιν δύναται νὰ παρηγορηθῇ ὅτι ἡ Πολιτεία καταλαμβάνει ἀμέσως τὸ κτῆμα αὐτοῦ γινώσκων ὅτι δύναται νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην ἀμέσως ἔπειτα πρὸς ὁριστικὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ τόσον σπουδαίαν βελτίωσιν τῶν μέχρι σήμερον κακῶς ἐχόντων, ὧν ἕνεκα ἐπήρχετο διηνεκὴς ἡ παραβίασις τῶν δικαίων τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, στερουμένων τῆς κατοχῆς πρὶν ἢ δυνηθῶσιν οὐδὲ μακρόθεν νὰ ἴδωσι τὴν ἀποζημίωσιν, ἥτις δι’ αὐτοὺς ἐπεφυλάσσετο, καὶ ταύτην μὴ προσδιοριζομένην ἀμέσως ὑπὸ δικαστοῦ, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τις περισσότερα ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν λέγει ἄλλο ἢ ὅσα ἐξέθηκα ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν (ἀναγινώσκει): «Ὁμοφώνως δὲ σχεδὸν ἡ ἐπιτροπὴ (πλὴν ἑνὸς μέλους) ἐδέξατο ἀναγραπτέας ἐν τῷ Συντάγματι τὰς ἑξῆς δύο ἐγγυήσεις· αʹ) τὸν διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ εἴτε ὁριστικὸν εἴτε προσωρινὸν καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, παρ’ ἀρχῆς δικαστικῆς, κατ’ εἰδικὴν νόμιμον διαδικασίαν, ὅσον ἔνεστι συνοπτικήν, ἀποφαινομένης· βʹ) τὴν πρὸ πάσης καταλήψεως πραγματικὴν παροχὴν τῷ δικαιούχῳ τῆς κατὰ τὸν ἄνω τρόπον, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ὁριζομένης ἀποζημιώσεως, διαφυλαττομένου, ὡς εἰκός, αὐτῷ τοῦ δικαιώματος, ὅπως ἐπιδιώξῃ τὴν ἀπόληψιν μείζονος ἀποζημιώσεως διὰ τοῦ ὁριστικοῦ δικαστικοῦ καθορισμοῦ». Ἡ διάταξις αὕτη ἀληθῶς μοὶ φαίνεται πολύτιμος ἀδάμας προστεθεὶς εἰς τὸ κείμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, πολύτιμος ἀδάμας ἰδίως διὰ τοὺς ἀδυνάτους, διότι ἰδίως τῶν ἀσθενῶν ἡ περιουσία κατεπατεῖτο μὴ διδομένης εἰς αὐτοὺς μήτε τῆς προσηκούσης μήτε ἐγκαίρου ἀποζημιώσεως. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τούτου, ὅπερ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἀξιοῖ περισσοτέραν ἀνάπτυξιν, διότι καὶ δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη σοφία πρὸς κατανόησιν. Ἔρχομαι νῦν καὶ ἐπὶ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τοῦ ἄρθρου, ἐφ’ ἧς ἀληθῶς μὲν ἐνέκυψάν τινες τῶν συναδέλφων, ἀλλά, ὡς μοὶ φαίνεται, ὑπῆρξεν ἐν τῇ συζητήσει τὸ πάρεργον κατὰ τὰς δύο ἢ τρεῖς ταύτας ἡμέρας, καθ’ ἃς συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ θέματος· διότι ἐπῆλθεν ἡ παρεμβολὴ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεως, ζητήματος ἀξίου βεβαίως πολλῆς στοργῆς, ἀναγκάσαντος ἡμᾶς νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς αὐτό, περὶ τοῦτο δαπανωμένης ἁπάσης τῆς τε ἐντεῦθεν καὶ τῆς ἐκεῖθεν εὐγλωττίας, λησμονοῦντες τὸ κύριον. Τὸ ἄρθρον 17, ὅπως πρὸ ὀλίγου εἶπον, διετηρήθη καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ ὡς εἶχεν· «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως». Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπως καὶ χθές, νομίζω, διεκόψας τινὰ τῶν συναδέλφων εἶπον, δυνατὸν ἦτο καὶ νὰ ἐλλείπῃ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, διότι οὐδὲν ἄλλο πράττει τὸ ἄρθρον τοῦτο ἢ νὰ βεβαιοῖ ἐν τῷ Συντάγματι τὴν ἱερότητα τοῦ δικαιώματος καὶ τὸ ἄθικτον τῆς ἰδιοκτησίας, ἢ νὰ βεβαιοῖ τοῦτο τὸ ἱερόν, τοῦτο τὸ ἄθικτον, θεμελιώδη ἀρχήν, ἐπαγόμενον τὴν ἐξαίρεσιν ἐκείνην, τὴν μοναδικήν, ἣν αἱ ἀνάγκαι αἱ ὑπέρτεραι, αἱ δημόσιαι, αἱ κοιναί, ἐπιβάλλουσιν εἰς πᾶν Κράτος νὰ ἀποδεχθῇ. Ἂν ἔλειπεν ἐν τῷ Συντάγματι ἡ τοιαύτη ἀναγνώρισις τῆς τοιαύτης θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ δικαίου, τοῦτο δὲν ἤθελε σημαίνει βεβαίως κατάργησιν αὐτῆς, οὐδ’ ἤθελε βεβαίως εἶναι δυνατὴ μεταβολὴ εἰς αὐτὴν τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ τὸ ἄθικτον τῆς ἰδιοκτησίας ἄλλως ἢ ὡς κατ’ ἐξαίρεσιν διὰ τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐπιτρέπεται. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ πρῶτον Σύνταγμα τὸ ἐπαναστατικὸν τοῦ 1789 ἐνόμισαν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἠδύναντο νὰ ἐξαγάγωσιν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, μὴ μεταβαλλομένης ποσῶς τῆς ἀρχῆς τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, εἰσάγοντες ἁπλῶς τοῦτο εἰς τὸν ἀστικὸν κώδικα, ἐξ οὗ ὡς φαίνεται ὅτι τὰ ἄλλα ἔθνη αὐτολεξεὶ παρέλαβον τοῦτο καὶ ἔθηκαν εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν Συντάγματα. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δύο τινῶν προνοεῖ· πρῶτον ὅπως ἀσφαλίσῃ σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν· ἔπειτα εἰς καθοδήγησιν κατὰ τοῦτο, ὥστε νὰ πρυτανεύσῃ ἐν δικαιοσύνῃ ἡ ἔννοια, ἡ ἰδέα τῆς προστασίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἀκριβῶς, καθ’ ἣν ὥραν ἀναγκάζεται δι’ ὑπέρτερον συμφέρον ἡ Πολιτεία, ἢ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κοινοῦ, νὰ θίξῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν ἰδιωτικήν, ἥτις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπέναντι τῆς ὑπερτέρας ἀνάγκης τῆς κοινῆς ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ. Τὰ πάντα ὑποχωροῦσιν ἀπέναντι τῆς κοινῆς ἀνάγκης. Τὸ δὲ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ἐκτιμητὸν εἰς χρῆμα, ὀφείλει καὶ τοῦτο νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀλλ’ ἀσφαλιζομένου εἰς τὸν ἔχοντα αὐτὸ τοῦ δικαίου ἀνταλλάγματος. Τούτων οὕτως ἐχόντων κατὰ κανόνα, ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν πᾶσα ἡ ὀφειλομένη κατ’ ἀρχὴν ἐγγύησις διὰ τὸ δίκαιον τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, καλῶς διατετυπωμένη ἐν τῇ διατάξει τῇ κειμένῃ, ἐμφανίζεται δὲ μόνον τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ θιχθῶσιν αἱ λέξεις «δημοσία ἀνάγκη», ὅπως ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «δημοσία ὠφέλεια». Πολλοὶ περὶ τὴν ἰδέαν ταύτην ἠσχολήθησαν καὶ πολλῶν αἱ γνῶμαι ἐκυμάνθησαν, πρὸς στιγμὴν δὲ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ὡμίλησα περὶ «δημοσίας ὠφελείας», ἀλλ’ ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν ἐκείνων, πρὸς οὓς ὡμίλουν, ὅτι λέγων ὠφέλειαν δὲν ἐννοῶ τὴν πρώτην τυχοῦσαν, ἀλλ’ ὠφέλειαν, ἥτις νὰ δύναται νὰ δεχθῇ καὶ ἐπίθετόν τινα χαρακτηρισμὸν δεικνύοντα ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνήθους τινὸς ὠφελείας, ἣν προσδιώρισα διὰ τῶν λέξεων «ὑπερτάτη ὠφέλεια». Ἀλλὰ μοὶ παρετηρήθη καλῶς ὅτι ὁ ὅρος «ὑπερτάτη ὠφέλεια» ἐφαίνετο πλατύτερος τοῦ τῆς «δημοσίας ἀνάγκης» καὶ τοὺς δισταγμούς μου ἄνευ μικροφιλοτιμίας παρῄτησα ἀμέσως. «Δημοσία ἀνάγκη» ὅπως πάντοτε ἐκρίθη παρ’ ἡμῖν, ὅπου ὁ ὅρος οὗτος κεῖται, ἀλλ’ ὅπως ἐκρίθη καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν κεῖται οὗτος, ἀλλ’ αἱ λέξεις «κοινὴ ὠφέλεια», «δημοσία ἀνάγκη» σημαίνουσι τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τὸ ἀναγκάζον νὰ ἐπεμβῇ ἡ χεὶρ τῆς Πολιτείας καὶ τεθῇ ἐπὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ὑπέρτατον συμφέρον ἀναγκάζον. Τοῦτο εἶναι ἡ δημοσία ἀνάγκη· κατ’ ἐμὲ δὲ καὶ κατὰ πολλοὺς ἄλλους ὑπέρτατον συμφέρον, οὐχὶ ἁπλῶς κυβερνητικόν, τοῦ Κράτους, ἀλλὰ γενικώτερον κοινόν, κοινὸν συμφέρον, ὑπὲρ οὗ, ἐπειδὴ τὸ Κράτος προΐσταται τοῦ συνόλου καὶ ἅπαντα κατὰ κανόνα τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῷ διαχειρίζεται, αὐτὸ καὶ ὑπὲρ τούτου κινεῖται ζητοῦν νὰ θέση χεῖρα ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Τούτου οὕτως ἀναγνωριζομένου—διότι πάντες οἱ γράψαντες ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, πάντες μεταχειρίζονται ἀδιακρίτως πλείονας τοῦ ἑνὸς ὅρους, οἵτινες, ὅταν προσέξῃ τις, βλέπει ὅτι πάντες εἶναι ἰσοδύναμοι—τούτου οὕτως ἔχοντος, τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ὁρισθῇ μέχρι ποίου σημείου δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ στενὴ ἔννοια «δημοσία ἀνάγκη», καὶ ἐὰν τυχὸν ἴδωμεν ὅτι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τὸ στενὸν τῆς ἐννοίας πρέπει νὰ κατασταθῇ ἐλαστικώτερον, μέχρι ποίου σημείου πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἔννοια «δημοσία ὠφέλεια», ὅπως ἐπέλθῃ συνάντησις, καὶ ἐν τῷ μέσῳ, ἐκεῖ, εὑρεθῇ τὸ ζητούμενον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ θεσμοθέτου, εἰς ὃν ἀπόκειται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Καὶ ἐν τούτῳ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω κρείττονα ἐκείνων, ἅτινα ἐν μεταφράσει θέλω ἀναγνώσει εἰς ὑμᾶς, γεγραμμένα ὑπὸ ἐγκρίτου Γάλλου συγγραφέως, ὅστις εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, αὐτὸ τὸ κείμενον τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, ὅπερ ποιεῖται λόγον περὶ «δημοσίας ὠφελείας» (ἀναγινώσκει): «Οὐδετέρα τῶν ἐκφράσεων «ἀνάγκη—ὠφέλεια» ἀποδίδωσιν ἀκριβῶς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νομοθέτου. Κατ’ ἐκείνην μὲν («ἀνάγκη») θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τις ὅτι μόνον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ συγχωρεῖται ἀπαλλοτρίωσις, κατὰ ταύτην δὲ («ὠφέλεια») δὲν θὰ ἐδίσταζέ τις νὰ ἐπωφεληθῇ ἐξ αὐτῆς, εὐθὺς ὡς ἡ κοινωνία ἤθελεν ἔχει συμφέρον τι μικρόν. Τὸ δ’ ἀληθὲς κεῖται μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἄκρων, πλὴν ἀλλ’ ὅμως πλησιέστερον τῆς ἰδέας τῆς ἀνάγκης ἢ τῆς ὠφελείας. Καὶ ἀπόδειξις αὐτὸς ὁ νόμος τῆς 3 Μαΐου 1841, ἐν ᾧ ὁ λόγος γίνεται μόνον περὶ ἐπιχειρήσεων, αἵτινες κρίνονται ἀπαραίτητοι εἰς τὴν εὐτυχίαν χώρας τινός, δι’ ἃς ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἐπιβάλλεται, οὕτως εἰπεῖν, ἀναποφεύκτως». Σαφεστέρα ταύτης καὶ ἀληθεστέρα διατύπωσις τῆς ἐννοίας τῶν ὅρων μοὶ φαίνεται δύσκολον ἄλλη νὰ εὑρεθῇ καὶ διὰ τοῦτο προυτίμησα αὕτη νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἐμήν.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§128ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα λέγει συγγραφεὺς ὀνόματι De Rogny, οὗ τὴν γνώμην οὕτως ἀποδέχεται καὶ ὁ πολὺς Léon Say. Ἔχομεν οὕτω σαφῶς ὡρισμένον τὸ τί ἐννοοῦμεν οἱ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ λέγοντες «δημοσία ἀνάγκη» καὶ τοῦτο τὸ σαφῶς ἐν τῷ πνεύματι ἡμῶν ὡρισμένον ἄριστα διετύπωσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει προκαλέσας ἁπάντων τὴν περὶ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ συγκρότησιν, πλὴν τῆς μειονοψηφίας φοβουμένης τοιαύτην εὔρυνσιν τοῦ ζητήματος. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν φοβοῦμαι τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐννοίας, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ κηρύξω ἐνταῦθα, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι πᾶσαν ἔννοιαν δεικνύουσαν τὸ ὑπέρτερον διαφέρον, τὸ κοινόν, διὰ τοιούτου τινὸς ὅρου, πᾶσαν ἔννοιαν δεικνύουσαν τὸ τοιοῦτον ἐνδιαφέρον, δέχομαι, ὅπως στηρίξω ἐπ’ αὐτῆς τὴν κρίσιν μου, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ τοῦτο νὰ θίξωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν. Θέλω δὲ προχωρήσει καὶ ἔτι πρός, γινόμενος ἴσως, κατὰ τὴν κρίσιν τινῶν, τολμηρότερος· καὶ προκειμένου νὰ εἴπω τοῦτο ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐκ τούτου δὲν προδικάζεται ἡ ψῆφος, ἣν θέλω δώσει· διότι, ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Θεσσαλίας ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν πρότασιν αὑτῶν, ἐγὼ βεβαίως θὰ καταψηφίσω. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι τὴν ἀρχὴν ἀποκρούω, τὴν ἀρχὴν ἀμφισβητῶ. Ἀναγνωρίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Πολιτεία δι’ οἱονδήποτε ἔργον κοινῶς χρήσιμον, μεγάλης ἢ καὶ μικροτέρας χρησιμότητος, σιδηρόδρομον μέλλοντα νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν μεγάλην εἴτε τὴν μικροτέραν συγκοινωνίαν, ὠφελίμως εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διώρυγα μέλλουσαν νὰ ὠφελήσῃ ἐμπορικῶς, ἢ ὁδὸν ἐθνικὴν εἰς μικρότερον μὲν βαθμόν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν πρὸς δημοσίαν ὠφέλειαν, ἢ δημοτικὴν ὁδόν, περὶ ἧς ἴσως εἶναι ἀμφίβολον ἂν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ἀνοιχθῇ, ἔχει δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ἀναγκαστικὴν ἐπὶ δικαίᾳ ἀποζημιώσει, παρὰ ταῦτα ἐν τῇ αὐτῇ τάξει μετὰ τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν δέχομαι καὶ ἐκείνην, ἥτις ἐμφανίζεται ἐκ τοῦ λόγου ὅτι τὸ Κράτος πρὸς πλήρωσιν σκοπῶν ἀναγομένων εἰς τὸν εὐρὺν αὑτοῦ προορισμὸν ἀναγνωρίζει ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ ὑπερτέρου δημοσίου συμφέροντος, ὅπως μέγας ἀριθμὸς ἀνθρώπων εἴτε ἀνηκόντων εἰς τὸ Κράτος εἴτε προσφευγόντων εἰς αὐτό, διότι λόγῳ κοινῆς καταγωγῆς εἰς τῆς κοινῆς πατρίδος τὸ ἔδαφος ἐπὶ σωτηρίᾳ προσβλέπουσιν, οἰκογενειῶν ἀνεστίων καὶ πενήτων, ἀποκατασταθῇ συνοικιζόμενος ἐπὶ ἐδάφους τῆς χώρας· διότι τὴν τοιαύτην ἐγκατάστασιν θεωρεῖ ἀποτελοῦσαν ὑπέρτερον κοινὸν συμφέρον, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νομίζω ὅτι τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἡ ἀρχὴ εἶναι κάλλιστα ἐφαρμόσιμος. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἐδίστασα κατὰ τὸ ἔτος 1907, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ συνταξάσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ θεσσαλικά, νὰ διατυπώσω μόνον καὶ μόνον ἵνα δείξω ὅτι ἀπὸ ταύτης κατ’ ἀρχὴν ὁρμῶμαι, μὴ παρασυρόμενος ὅμως πέρα τῶν ἐσκαμμένων. Διότι, ἂν ἀρχή τις τοιαύτη ἀναγραφῇ ἐνταῦθα, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι πανταχοῦ καὶ πάντοτε θέλει ἐφαρμοσθῆ· Θὰ ἐφαρμοσθῇ τότε μόνον, ὅτε ἔχομεν ἀνυπέρβλητον τὸ κακόν, ἀφόρητον τὸ κακόν, τότε μόνον, ὅτε τὰ πράγματα, αὐτὰ φωνὴν ἀφιέντα ἐπιβάλλουσι τοῦτο, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ προηγηθῇ νόμος, ἀναγνωρίζων τῶν πραγμάτων τὴν ἀνάγκην τὴν ἀναπόφευκτον, ἀναγνωρίζων δὲ τοῦτο μετ’ ἐξέτασιν βαθεῖαν καὶ ἐπιμελῆ, καὶ ὅτι κατεστάθη ἀναγκαία ἡ ἀπαλλοτρίωσις διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην τὴν ὑπερτάτην. Ἐφαρμογὴν τοῦ κανόνος τούτου ἐπέτυχον ὡς εἰσηγητὴς ἐν ἔτει 1908 νὰ ἀναγράψω ἐν τῷ δευτέρῳ νόμῳ περὶ ἐγκαταστάσεως — ἐφαρμογὴν μικράν, ἐφαρμογήν, ἥτις οὐδὲν εἶχε τὸ τολμηρόν, ἥντινα ἐν τούτοις, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, τὴν τοῦ προηγουμένου νόμου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐδίστασε νὰ περιλάβῃ· ἐφαρμογήν, ἥτις ἀνεφέρετο εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τμημάτων μόνον, ἀνταλλαγὴν δέ, ἥτις καὶ ἐγένετο προθύμως, διότι δὲν ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ συνείδησις διὰ τὴν τοιαύτην ἀνάμιξιν τοῦ νομοθέτου. Τοῦτο παρατηρῶ, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὑπάρχουσιν ἠθικαὶ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, πολλῷ μείζονες ἐκείνων, δι’ ἃς συνήθως γίνεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπολλοτρίωσις, εἰς ἃς ὀφείλεται ὁμοία νομοθετικὴ πρόνοια, αἵτινες δ’ ἄλλως τε ἔχουσι καί τι πλέον τοῦ καθαρῶς ἠθικοῦ σκοποῦ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ ἀνάγκης καὶ ὠφελείας. Μὴ νομίζων δ’ ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ προσθέσω τι πλέον εἰς ὅσα ἤδη περὶ τούτου εἶπον ἀναγκάζομαι, ἐπειδὴ συναφῆ πρὸς τὸ ἄρθρον ἔχομεν πρότασιν, ἥτις κατὰ τὴν πρόθεσιν τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν τείνει νὰ προσαρμοσθῇ εἰς αὐτό, νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει αἰτιολογίαν θεσσαλικήν· ἡ πρότασις αὕτη ὑπεστηρίχθη ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν συμπεπηγμένων ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμάδι. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη ἀπορῶ πῶς δὲν παρετηρήθη ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς θεσσαλική, ἀλλ’ ἔχει χαρακτῆρα γενικόν. Ἔπρεπε νὰ παρατηρηθῇ φανερὰ ἐνταῦθα τοῦτο, ὅτι ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης εἰσάγεται δίκαιον ἐφαρμοσθησόμενον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα (ἀναγιγνώσκει): «Εἰδικὸς δὲ ἐπίσης νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν ἐν αὐτοῖς μικρῶν ἰδιοκτησιῶν». Ἄρχομαι ἀπὸ τούτου, διότι εἶναι τὸ πραγματικόν, θὰ ἐπανέλθω δ’ ἔπειτα ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος. Λοιπόν, ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη κατασταθῇ δυνατὸν νὰ προσκολληθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, πρέπει πάντως νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι δι’ αὐτῆς κανονίζονται τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι.
§129Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πάσης ἰδιοκτησίας, ὄχι μόνον τῆς ἀγροτικῆς.
§130ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, καὶ πάσης ἰδιοκτησίας. Καὶ ἐρωτῶ ἂν μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν ταύτην ὅλη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ ἡ ἐνταῦθα καὶ οἱ ἀπόντες ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τί πρόκειται νὰ συμβῇ. Διότι εἶναι πλάνη τὸ λεγόμενον ὅτι τὸ τμῆμα τῆς Ἑλλάδος τὸ ἀπὸ τοῦ 1881 ἐλεύθερον εἶναι εἰς χείρονα θέσιν παρὰ τὰ ἄλλα τμήματα τῆς Ἑλλάδος τὰ ἀπὸ τοῦ 1821 ἐλευθερωθέντα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Κερκύρας, διότι τὰ ζητήματα τῆς Κερκύρας εἶναι διάφορα. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς μορφῇ ἦτο κατὰ μέγα μὲν μέρος προϊὸν κατακτήσεως, κατὰ μέρος δέ, ὄχι μικρόν, προϊὸν ἀνταλλαγῆς καὶ παραχωρήσεως διὰ συνθήκης. Ὄχι μόνον ἡ Εὔβοια, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀττική, ἧς τὸ ἔδαφος τὸ ἱερὸν πατοῦμεν ταύτην τὴν ὥραν, καὶ ἡ Φθιῶτις, ἥτις ἀνήκει κατά τινα λόγον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἢ εἰς ἣν ἀνήκει κατά τινα λόγον ἡ Θεσσαλία· ἡ Φθιῶτις δὲ ἔχει πλῆρες τὸ σύστημα τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, εὐτυχοῦσα ὑπ’ αὐτό, παρ’ ὅλα τὰ ἄτοπα, ἅτινα παρακολουθοῦσι τὸ σύστημα, ὡς ὑπάρχει ἐν Φθιώτιδι κατά τι διάφορον τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Εὔβοια ἔχει τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας· ἡ Ἀττικὴ ἔχει τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ οὐχὶ μόνον τὸ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, ἐὰν μὴ εἰς μέγαν ἀριθμόν, ἀλλὰ δύνασθε ἐνταῦθα νὰ παρατηρήσητε ἓξ ἢ ἑπτά, ἴσως καὶ δέκα τοιαῦτα κτήματα. Πρέπει λοιπὸν καὶ ἡ Εὔβοια καὶ ἡ Ἀττικὴ καὶ ἡ Φθιῶτις, ἀλλὰ καὶ ἡ Βοιωτία καὶ αὐτὴ ἡ Πελοπόννησος, διότι καὶ ἐκεῖ σώζονται λείψανα τοιούτων ἰδιοκτησιῶν, νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι κρίνεται μετὰ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἡ τύχη. Κρίσεις ἐνταῦθα ἐγὼ δὲν φέρω· ἀλλὰ ψηφίζοντες ὅ,τι καὶ ἂν ψηφίσωμεν ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν μετὰ τῶν ὀφθαλμῶν ἀνοικτῶν, τὰ πάντα ζυγίζοντες, τὰ πάντα ὑπολογίζοντες, τὰ πάντα προβλέποντες, καὶ οὐδὲν διὰ τοῦτο θέλω παραλείψει, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ ὥρα. Ὑπό τινα ἔποψιν εἶναι εὐτυχὴς ἡ πρότασις οὕτως ἐρχομένη, διότι οὕτω γενικῶς ἔχουσα δεικνύει, ὡς εἶπον ἐκ τῶν προτέρων, εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ταύτης τῆς ἡμετέρας ὑποθέσεως ἐκ Θεσσαλίας — περὶ ἧς καὶ ὡμίλησέ τις συνάδελφος —· οὕτως ἔχουσα, λέγω, ἡ πρότασις δεικνύει δυσχέρειαν, ἥτις ἀκριβῶς προέρχεται ἐκ τῶν ἐπιταγμάτων ἐκείνων, οἵτινες εἶχον καὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν ἡμετέραν ὑπόθεσιν ἐν Θεσσαλίᾳ. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, Κύριοι — καὶ πιστεύω ὅτι ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἀγνοοῦσι —, δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἀγροτικῆς ἐν Θεσσαλίᾳ κανονίζεται οὐχὶ ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ἀλλ’ ἐκ συνθηκῶν, τετραπλῶν — τετραπλῶν λέγω, διότι ἑκάστη συνομολόγησις συνθήκης τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας περὶ τῶν θεσσαλικῶν καὶ ἡ συνομολόγησις τῆς συνθήκης τῆς εὐτυχίας καὶ ἡ συνομολόγησις τῆς συνθήκης τῆς δυστυχίας καὶ τῆς καταισχύνης εἶχον προηγουμένην τὴν συνθήκην τὴν συνομολογηθεῖσαν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, καὶ τῶν ἕξ, μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἐπιβληθεῖσαν ἔπειτα ὡς εἶχεν εἰς ἡμᾶς, μὴ ἐρωτωμένους περαιτέρω, κατ’ ἐπιταγὴν αὐτῆς τῆς προτέρας συνθήκης. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη συνθήκη, ἃς ἔχομεν ὑπογεγραμμένας μετὰ τῆς Τουρκίας, πρῶτον αὐτοτελῶς συνετάχθησαν μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἔπειτα, κατὰ τὴν ἐντολὴν τὴν ἐν τῷ κειμένῳ ταχθεῖσαν, μεταξὺ τῶν δύο ἐνδιαφερομένων.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τὴν παράτασιν τῆς ὥρας, καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ δωδεκαώρου.
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§133ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ δευτέρα δὲ συνθήκη, Κύριοι, ἡ συνθήκη τῆς δυστυχίας καὶ τῆς καταισχύνης, περιέχει καὶ ἐπιφύλαξίν τινα, ἣν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον συμφέρον νὰ περιφρονήσωσιν ἡμᾶς καὶ νὰ περιστείλωσι τὰς κινήσεις ἡμῶν, ἠξίωσαν νὰ τεθῇ ἐν τῇ συνθήκῃ. Ἐν τῇ συνθήκῃ ἐκείνῃ περιλαμβάνεται διάταξις, καθ’ ἥν, ὅ,τι δήποτε συμβῇ ἐν τῷ τμήματι τῆς ἐπανεκχωρουμένης, τῆς παραδιδομένης πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, Θεσσαλίας, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἡ ἀπερχομένη ἐκ τῆς Θεσσαλίας νικήτρια νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῶν Δυνάμεων.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ διὰ τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας;
§135ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ ὅλους, ἄνευ διακρίσεως δυστυχῶς—καὶ εὐχαριστῶ διότι μὲ διακόπτετε· δὲν θὰ χάσῃ τίποτε ἡ συζήτησις· θὰ κερδίσῃ, ὡς νομίζω.—Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι ἡ πρόνοια τῆς συνθήκης τοῦ 1881, τῆς διπλῆς, δὲν ἐγένετο περιωρισμένη διὰ τοὺς Ὀθωμανούς, ἀλλ’ ἐγένετο γενική, ὅπως εἶναι γενικὴ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν ἀπαραλλάκτως «Οὐδείς», ὅπως λέγει καὶ τὸ Σύνταγμα, «Οὐδείς». Ἐγένετο δὲ εὐλογώτατα τότε οὕτω, διότι ἐκεῖνοι, οὓς ἔμελλε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Τουρκία, ἦσαν ὑπήκοοι αὐτῆς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης.
§136Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα νὰ λέγωνται ἐνταῦθα!
§137ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀπορῶ πῶς ὑμεῖς σχετλιάζετε κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, κατέναντι κειμένων, ἅτινα δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε. Λέγετε· «πῶς εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα νὰ λέγωνται ἐνταῦθα!». Ἀπαντῶ εἰς τοῦτο ὅτι αὐτὰ ταῦτα πέρυσι, κατὰ τὸ 1910, ἐντονώτατα, ὡς καὶ ἐκ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ εἶχον τότε νὰ ὁμιλήσω, οὕτως ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἐπ’ αὐτῶν τούτων ἐστήριξα τὴν ἀπόλυτόν μου ἄρνησιν τότε, ἱστάμενος ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συναινέσω, ὅπως ψηφισθῇ νομοσχέδιον, πρὸς ὃ προσωπικῶς ἦτο δυνατὸν βεβαίως κατ’ ἀρχὴν καὶ πρὸς τοῦτο καὶ πρὸς ἄλλο νὰ ἔχω λίαν συμπαθῶς.
§138Α. ΤΑΚΗΣ......
§139ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, καθ’ ἣν ὥραν συνωμολογεῖτο τοῦτο μεταξὺ τῶν Δυνάμεων, ὧν ἡ συνθήκη ἐπεβλήθη, καὶ πρὶν ἢ συνάψωμεν τὴν εἰδικὴν ἡμεῖς μετὰ τῆς Τουρκίας, πάντες, ὅσοι διετέλουν μέχρι τῆς ὑπογραφῆς ταύτης ὑπήκοοι τῆς Πύλης, εἶχεν ἡ Πύλη οὐχὶ τὴν εὐσυνειδησίαν, ἀλλὰ τὸ συμφέρον, νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι κρατεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τρόπον τινὰ αὑτῆς καὶ δεικνύουσα δυσπιστίαν πρὸς τὸ Κράτος, εἰς ὃ προέκειτο νὰ παραδοθῶσιν, ἀφαιρούμενοι ἀπὸ τῶν ἀγκαλῶν αὐτῆς, ἐζήτησε τοὺς ὅρους τούτους· διότι ἡ Τουρκία ἐζήτησεν αὐτούς, καὶ ὑπάρχει τὸ κείμενον τὸ Τουρκικόν, ὅπερ αἱ Δυνάμεις παρέλαβον ἐπεξειργάσθησαν — διότι ἦτο διατετυπωμένον ἀτελῶς—καὶ αἱ Δυνάμεις δυστυχῶς τῇ ἐπεξεργασίᾳ αὑτῶν κατέστησαν σαφέστατον. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ διέπον τὰς ἡμετέρας σχέσεις.
§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τοὺς Ἕλληνας;
§141ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγουσιν οἱ ἀξιότιμοι διακόψαντές με· «καὶ τοὺς Ἕλληνας;» Λέγω καὶ ἐγώ· «ὄχι». Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν δυνάμεθα νὰ εἴπωμέν τι τελεσφόρον εἰς τὸν ἔχοντα συμφέρον —καὶ γνωρίζετε πῶς ἁρπάζει πᾶσαν εὐκαιρίαν ἡ γείτων φίλη, ὅπως δεικνύῃ τὴν πρὸς ἡμᾶς συμπάθειαν—, εἰς τὸν ἔχοντα συμφέρον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἐγγυηταὶ τῆς συνθήκης. Θὰ ἁρπάσῃ πᾶσαν εὐκαιρίαν. Φαίνεται περίεργον τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἀκούσατε καὶ τοῦτο τὸ ἄλλο· νομίζετε ὅτι μόνον Ὀθωμανοὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν; Ὑπάρχουσι πολῖται καὶ ἄλλων Δυνάμεων, καὶ τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην. Ὁ πρὸ ὀλίγου ἀποθανὼν Μαυρογορδᾶτος, ἐντιμότατος ἄνθρωπος, Ἕλλην τὸ γένος, ἀλλὰ πολίτης Ῥῶσος· τὰ τέκνα αὐτοῦ πολῖται Ῥῶσοι· νομίζετε, ὅτι, ἂν θίξητε τὴν περιουσίαν τοῦ Ἕλληνος χριστιανοῦ, ἀλλὰ προστασίαν ἔχοντος ξένην, κατὰ τὴν ἰδέαν, ἣν ἔχομεν δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, θὰ εἴμεθα κύριοι τῆς ὑποθέσεως αὐτῶν; Καὶ ἂν δὲν θίξῃ τις αὐτούς, ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἀπέναντι τῶν ξένων, ἂν ταῦτα οὕτως ἔχουσι, τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, δι’ οὓς πρὸ παντὸς εἶναι ἠγγυημένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡ ἰσότης ἀπέναντι τοῦ νόμου, καὶ κατὰ παραχώρησιν ἔπειτα καὶ πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους; Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ θίγητε τὴν Ἑλληνικὴν περιουσίαν, θὰ εἶναι προνομιοῦχος ἡ ξένη περιουσία. Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τὴν ψυχικὴν αἴσθησιν, ἥτις θέλει παραχθῆ, ὅταν ἴδωμεν πάντας τοὺς ξένους προνομιούχους ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ μόνους δούλους τοὺς Ἕλληνας! (χειροκροτήματα).
§142Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὰ δίκαια τῶν κολληγῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ὅταν καταπατῶνται, τίς θὰ τὰ προστατεύσῃ;
§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Τουρκία!
§144Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὥστε ὀνόματι εἶναι Ἕλληνες!
§145ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπήντησα ὡς ἀπήντησα εἰς τὸν συνάδελφον μεθ’ ὅσα εἶπε δι’ οὗ τρόπου εἶπεν αὐτά. Ὅταν ἀκούω τοιαύτην ἐρώτησιν, διὰ τρόπου τοῦ λέγειν θὰ ἀπαντήσω. Κύριοι, ἀντιπροσωπεύω μίαν ψῆφον ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπροσωπεύω γνώμην ὄπισθεν τῆς ψήφου ταύτης, γνώμην ἐξερχομένην ἐκ τῶν μυχίων τῆς πεποιθήσεώς μου, γνώμην ἣν θὰ εἴπω—καὶ εὔχομαι αἱ γνῶμαι αἱ ὑμέτεραι νὰ ἐπικρατήσωσι. Μία εἶναι ἡ ψῆφος ἡ ἐμή, ἴσως δέ, καὶ ἂν ἀποφύγω νὰ δώσω αὐτήν, ἀφοῦ ὡμίλησα, τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι ἀνάξιον λόγου. Περὶ τῆς Θεσσαλίας, Κύριοι, φρονῶ ὅσα ὀλίγοι Θεσσαλοὶ νομίζω ὅτι θερμότερον φρονοῦσι περὶ αὐτῆς. Καὶ περὶ τῆς Θεσσαλίας φρονῶ ταῦτα ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἡ πρώτη ἴσως φωνή, ἥτις ἐνταῦθα ἠγέρθη μετὰ θέρμης διὰ τὴν τελείαν ἀποκατάστασιν τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν— ὅσοι ἦσαν τότε ἐδῶ παρόντες θὰ ἐνθυμῶνται—, φωνὴ τοιαύτη, ὁποίαν ἐνταῦθα σήμερον ζητεῖτε νὰ ἐγείρητε ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν πασχόντων, ἠγέρθη ὑπ’ ἐμοῦ. Καὶ τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον παρεπέμφθη τῇ αἰτήσει μου εἰς ἐπιτροπήν, ἣν παρεκάλεσα, ἀντὶ τῆς προσφερομένης προεδρίας, νὰ μὲ καταστήσῃ εἰσηγητήν. Καὶ τότε πρῶτον ἐμελέτησα εἰδικώτερον τὰ ζητήματα, εὐτυχῶς δέ, καὶ χάρις εἰς τοὺς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συναδέλφους, τοὺς ἀληθῶς δειχθέντας ἀξίους τῆς δοθείσης ἐντολῆς, κατωρθώσαμεν νὰ ἔλθωμεν καὶ χειροκροτηθῶμεν ἐνταῦθα φέροντες νομοσχέδιον ἄρτιον περὶ ἐγκαταστάσεως Θεσσαλῶν, περὶ ὧν τὸ Κράτος ἐμερίμνα εὐθὺς ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ μικρὰ διὰ τὰς πολλὰς δυσχερείας ἐπιτυχόν. Εἶχε τότε συμβῆ τὸ δυστύχημα τοῦ ἐν Βουλγαρίᾳ διωγμοῦ καὶ τῆς ἀνάγκης ἐγκαταστάσεως χιλιάδων Ῥωμηλιωτῶν καὶ ἐπωφελούμενος τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐντόνως ἐνταῦθα εἶπον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τῆς ἀφορμῆς δοθείσης νὰ μὴ φροντίσωμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς τὴν γῆν τὴν ποτισμένην ὑπ’ αὐτῶν θρόμβους αἵματος καὶ ἱδρῶτος. Καὶ δὲν ἐδίστασεν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἑκατομμύρια, καὶ δὲν ἐδίστασεν ἡ τότε Κυβέρνησις—εἰς ἣν ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τοῦτο ταύτην τὴν ἑσπέραν, διότι δὲν πρέπει εἰς τοὺς ἀποιχομένους μόνον τὰ κακὰ νὰ καταλογίζωνται, ἀλλὰ καὶ τὰ πραχθέντα ἀγαθὰ κατὰ τὸ δίκαιον νὰ μνημονεύωνται—, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις, ἥτις εἶχε πρόνοιαν καταβεβλημένην ἀπὸ τοῦ 1891 νὰ ἀγοράσῃ 23 κτήματα τοῦ Στεφάνοβικ, προσφερόμενα ἀντὶ μικρᾶς τιμῆς ἀληθῶς ...
§146Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καὶ τὰ ὁποῖα ἠγοράσατε πρὸς 9 δραχμὰς κατὰ στρέμμα καὶ τὰ ἐδώσατε πρὸς 40 εἰς τοὺς χωρικούς.
§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, ὡς ὑμεῖς καλῶς γινώσκετε, προέτεινα τὰς 9 δραχμάς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐδίσταζεν εὐλόγως, αὐτοὶ δὲ οἱ Θεσσαλοὶ δὲν μὲ ὑπεστήριξαν, διότι ἐσκέφθησαν ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀξιωθεῖσα προσθήκη δὲν ἦτο μέγα πρᾶγμα...
§148Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ μίαν ἱπποτικὴν ἰδέαν δὲν σᾶς ὑπεστήριξαν.
§149ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὰ ἱπποτικὰ ὑμῶν αἰσθήματα, οὐδὲ θὰ ἔλεγον ταῦτα, ἂν δὲν μὲ διεκόπτετε καθ’ ὃν τρόπον ἐπράξατε. Καὶ οἱ Θεσσαλοὶ εἶναι Ἕλληνες, καί, ἂν ὁμιλοῦμεν διακεκριμένως περὶ Θεσσαλῶν, τοῦτο συμβαίνει λόγῳ τῆς ὑποθέσεως. Τὰς διακρίσεις Πελοποννησίων καὶ Στερεοελλαδιτῶν καὶ Θεσσαλῶν κατηργήσαμεν εὐτυχῶς ἀπὸ πολλοῦ καὶ εὑρισκόμεθα ἐδῶ πάντες Ἕλληνες, σύμφωνοι περὶ ἁπάντων ἐκείνων, ὅσα ἀφορῶσιν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἐν γένει. Ἴδωμεν λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, πῶς ἔχει ἡ συνθήκη. Καὶ ἐνταῦθα ἄλλο τι ὀξύμωρον ἐν τῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων θέλει ἐμφανισθῆ—διότι ὀξύμωρον ἦτο καὶ τὸ ἄλλο, ὅπερ προεκάλεσε τὰς διακοπάς τινων τῶν συναδέλφων—, ὅτι ἐν τῇ συνθήκῃ, ἣν συνωμολόγησαν αἱ Δυνάμεις καὶ κατόπιν αὐτῶν ἡμεῖς, δὲν γίνεται λόγος περὶ «δημοσίας ἀνάγκης», ἀλλὰ περὶ «δημοσίας ὠφελείας», ἐκ δὲ τούτου ἔχετε ὑμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ ὅ,τι χρειάζεσθε—ἄνευ ἀνάγκης εἰδικῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι—, ἔχετε τὴν διάταξιν τῆς «δημοσίας ὠφελείας», διότι ἡ συνθήκη αὐτὴ εἶναι νόμος, ἐκυρώθη διὰ νόμου, εἶναι νόμος διεθνής, ἀπέναντι δὲ τῶν ξένων, οἵτινες συνυπέγραψαν αὐτήν, ἐπίσημον κείμενον εἶναι τὸ Γαλλικόν—οὐδέποτε θὰ ἀντιτάξῃ τις εἰς αὐτοὺς τὴν Ἑλληνικὴν μετάφρασιν—, καὶ κατὰ τὸ κείμενον τὸ Γαλλικὸν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸν ὅρον τῆς κοινῆς ὠφελείας ἐπὶ δικαίᾳ ἀποζημιώσει. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μεταφράσω ἀπ’ εὐθείας τὸ Γαλλικὸν κείμενον, διότι τὸ Ἑλληνικόν, ὡς σφαλερόν, ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως ἐκεῖ ὅπου σφάλλεται (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 6» τὸ κείμενον τὸ Ἑλληνικὸν λέγει· «οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης προσηκόντως δικαιολογημένης κτλ.» Τὸ κείμενον τὸ Γαλλικὸν λέγει τὸ αὐτὸ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι λέγει «δημοσίας ὠφελείας». Ἰδοὺ ἔχετε νόμον, νόμον ὃν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, διότι, ἂν πρὸ ὀλίγου ἐξηγείροντό τινες πρὸς τὸ φάσμα τῆς παρεμβάσεως τῶν ξένων, φάσμα λίαν δυσάρεστον, φάσμα ὅπερ πρέπει πάντοτε ἡμεῖς οἱ μικροὶ νὰ ἐνθυμώμεθα, ἔχετε ἐνταῦθα αὐτοὺς τοὺς ξένους τοὺς παρεμβάντας λέγοντας πρὸς ὑμᾶς· «δύνασθε νὰ ἔχητε ἀπαλλοτρίωσιν ἀναγκαστικὴν τῶν κτημάτων, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ἡ διάταξις νὰ ἐπεκταθῇ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§150Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§151ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά—Ἔχοντες δὲ τοῦτο ἔχετε καιρὸν νὰ ἀναμείνητε. Διατί; Διότι καὶ μετὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ ἀναμείνητε. Καὶ οὗτος ὁ ὅρος ἂν εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἀναμένητε, διότι τὸ Σύνταγμα καθιεροῖ ἀρχήν· ἀλλ’ ἔπειτα πρέπει νὰ ἐκδοθῇ καὶ νόμος εἰδικός, ἵνα κανονίσῃ τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ὠφελείας ἢ ἀνάγκης. Αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ λέγει τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἄνευ νόμου οὐδαμοῦ γίνεται ἀπαλλοτρίωσις· θὰ ἔλθῃ νόμος, ὁ δὲ νόμος ἐκεῖνος θὰ ἐκδοθῇ μόνον μετὰ μελέτην καὶ ἐξέτασιν πάντων τῶν θεμάτων, τῶν τε ὑψηλοτέρων καὶ τῶν ταπεινοτέρων, μετ’ ἐξέτασιν λεπτομερῆ καὶ ἀκριβῆ πάντων τῶν στοιχείων, καὶ μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τοῦ ἔργου ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἀποληγούσης εἰς θετικὰ πορίσματα καὶ τὴν μελέτην αὐτῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως θέλει εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος ὁ μέλλων νὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο, ὅπερ ζητοῦσι σήμερον οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ καὶ ἄλλοι πολλοὶ παρὰ τῆς συζητούσης ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
§152Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Καθόσον ἀντελήφθην ἡ συνθήκη εἶναι συμφωνοτάτη πρὸς τὴν τροπολογίαν τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν.
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν ἔχομεν ἐψηφισμένην τὴν τροπολογίαν.
§154Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἔχομεν ἐψηφισμένην τὴν συνθήκην ἐν νόμῳ, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν τῷ Συντάγματι.
§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχομεν τὴν συνθήκην, ἥτις ἀσφαλίζει αὐτό. Πιστεύετε ὅτι συνθήκη μετὰ τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας ἔχει ὀλιγωτέραν δύναμιν παρὰ τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικόν;
§156Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κατὰ τί θὰ βλάψῃ ἂν τεθῇ;
§157ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ βλάπτει καὶ προσκόπτει κατὰ πᾶσαν στιγμήν, διότι φαίνεται ὅτι πρέπει τις νὰ λέγῃ μόνον τὰ ἀρέσκοντα, ἵνα δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἄνευ διακοπῶν. Συμβαίνει εἰς ἐμὲ ἐνταῦθα νὰ προβαίνω εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅπως ὁ Ποινικὸς Νόμος ὁ Ἰόνιος ἔλεγεν ἄλλοτε «μεθ’ ὑπερβάσεως τῶν δυσκολιῶν».
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ διακοπάς.
§159ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ἐμὲ φαίνονται ὠφέλιμοι, διότι φωτιζόμεθα περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ἴσως τοῦτο φέρει οἰκονομίαν ἄλλου χρόνου.
§160Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὠφέλησαν λίαν αἱ διακοπαί.
§161ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀπαντήσεις ὠφέλησαν. Θέλετε νὰ ἀκούσητε τώρα καὶ τὴν διάταξιν τῆς τελευταίας συμβάσεως τῆς μετὰ τὸν πόλεμον; Αὕτη ἡ σύμβασις ἔχει τοῦτο τὸ ἰδιάζον, Κύριοι, καὶ ἐδῶ παρακαλῶ νὰ καλύψωμεν τὸ πρόσωπον ἐξ ἐντροπῆς· ἀλλ’ «ἄφυκτος ἀνάγκη», καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ οἱ θεοὶ πείθονται.
§162Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Voe victis!
§163ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτε ἐπάθομεν ὅσα ἐπάθομεν ἐν Θεσσαλίᾳ, κατακυλισθέντες εἰς τὴν Λαμίαν, τότε παρενέβησαν αἱ Δυνάμεις καὶ ἠξίωσαν παρὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ἐμφανισθῇ αὐτή, ἀλλὰ νὰ διορίσῃ αὐτὰς πληρεξουσίους, ἄνευ ὅρων, ἡ δὲ Ἑλλὰς—δὲν ἠξεύρω ἄν τις ὑμῶν θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ πράξῃ ἄλλως—, εὑρισκομένη εἰς ἣν θέσιν ἔδειξα, ἔδωκεν ἀνεπιφυλάκτως τὴν πληρεξουσιότητα. Καὶ αἱ Δυνάμεις διεπραγματεύθησαν τὴν συνθήκην ὑπὸ τριπλοῦν χαρακτῆρα· πληρεξουσίων τῆς Ἑλλάδος, ἀντιπροσωπευουσῶν ἑαυτὰς καὶ ὡς μεσίτριαι, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μετὰ ῥητῆς δηλώσεως ὅτι αὐταὶ θὰ εἶναι καὶ οἱ μέλλοντες διαιτηταὶ ἐν παντὶ ζητήματι, αὐταὶ διαιτήτριαι. Ὥστε ὑπὸ τὴν τοιαύτην τριπλῆν μορφὴν τὴν εἰς τὰς σχέσεις τὰς ἄλλας, τὰς ἰδιωτικάς, ἀδύνατον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀντεπροσωπεύθημεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων καὶ κατ’ ἐπιταγὴν αὐτῶν ἔπειτα ὑπεγράψαμεν τὸ κείμενον, ὅπερ ἐκεῖνοι εἶχον συντεταγμένον, ὑπεγράψαμεν μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον 4· «Αἱ διατάξεις τῆς συνομολογηθείσης τῇ 24 Μαρτίου 1881 συνθήκης διατηροῦνται πλὴν τῶν διὰ τῆς παρούσης πράξεως τροποποιουμένων». Πιστεύω ὅτι ἐννοεῖτε ὅτι ἐτροποποιήθησαν εἰς βάρος ἡμῶν, καὶ ἔχομεν τὰ νέα σύνορα καί τι περισσότερον. «Ἡ Πύλη ἐπιφυλάσσεται νὰ προσαγάγῃ τὰς προτάσεις αὑτῆς πρὸς κανονισμὸν τῶν ἀπὸ τῆς συμβάσεως τοῦ 1881 ἀπορρεόντων ζητημάτων» — ταῦτα πρότερον δὲν ὑπῆρχον— «ἐνώπιον τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ὑπέγραψαν αὐτὴν καὶ ὧν τὰς ἀποφάσεις ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Ἑλλάς».
§164Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν αὐτό.
§165Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπέρ; Ὀφείλω νὰ τὸ ἀναγνώσω μετὰ τοῦ πένθους ἐκείνου, ὅπερ αἰσθάνεταί τις, ὅταν ἀναγινώσκῃ διὰ τὴν πατρίδα αὑτοῦ τοιαῦτα....
§166ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον, εἶναι ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος.
§167Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω ἄλλο. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν προκειμένου νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις, δι’ ἃς ὀφείλῃ, πρὶν ἢ πράξῃ ὁτιδήποτε εἷς ἕκαστος ἡμῶν, νὰ ἔχῃ ἰδέαν πάντων ἐκείνων, ἅτινα συντελοῦσιν, ὅπως ἀγάγωσιν ἡμᾶς εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι τὰ λεχθέντα εἶναι ἀρκετά, ὅπως μὴ προβῶ εἰς πλείονα, ἅτινα εἰς ἄλλην ὥραν θὰ ἦτο ἴσως χρήσιμον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐλλείψῃ ἀφορμὴ νὰ γένηται καὶ περὶ τούτων λόγος βραδύτερον. Ἐκεῖνο ὅπερ, ἐλπίζω, θέλει ἴσως ἐπιτραπῆ εἰς ἐμὲ ἄνθρωπον ὑπερβάντα τὴν μέσην ἡλικίαν καὶ εἰσελθόντα ἀπὸ καιροῦ εἰς τὴν γεροντικήν—νεώτερον βεβαίως τοῦ γηραιοῦ συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Γεωργιάδου τοῦ καὶ θαλερωτέρου ἐμοῦ—τοῦτο εἶναι νὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους πάντας ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὸ νὰ πείσωσιν ἑαυτοὺς περὶ τούτου τοῦ ἀναμφισβητήτου, ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ δίκαιον αὐτῶν σκέπεται ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὑπερσκέπεται ὑπὸ τῆς συνθήκης, καὶ ὅτι πρέπει μὴ σπεύδοντες νὰ προχωρήσωσιν εἰς τὰς περαιτέρω αὐτῶν ἀποφάσεις· πρέπει ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ ἀκούσωσι καὶ ἄλλων συμβουλάς, ὄχι διότι πρόκειται περὶ ζητήματος συνταγματικοῦ—διότι κυρίως δὲν εἶναι συνταγματικόν—, ἀλλὰ διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, ἐν ᾧ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ ἀντιπροσωπεύωσι τὴν Ἑλλάδα, γινώσκουσι καὶ αὐτῶν πλειότερα καὶ ἐμοῦ (ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§168Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον;
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξεφώνησα τὸ ὄνομά σας, δὲν ἦσθε παρών, μετατίθεσθε εἰς τὸ ἀριστερόν.
§170Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλή.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ μεταβολὴ τῆς σειρᾶς;
§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§173Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπιτρέπουσιν οἱ ἐρχόμενοι μετ’ ἐμέ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖοι; Μεθ’ ὑμᾶς ἔρχονται 94.
§175Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ, ποῖος ἔρχεται μετ’ ἐμέ;
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καφετζόπουλος. Εἴπομεν ὅτι ὁ λόγος εἶναι μόνον διὰ τὴν τροπολογίαν. Ἀπών. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§177Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶχον, κύριοι Βουλευταί, καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι συνέδριον λαϊκόν, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ἐνταῦθα κατόπιν λαϊκοῦ ἐξαγερμοῦ, ἐξαγερμοῦ ἀπηχοῦντος τὴν λαϊκὴν ἀγανάκτησιν καὶ ὀργὴν διὰ σαπρὸν περιβάλλον, ὅτι δὲν θὰ παρέλειπε ζήτημα τόσον σπουδαῖον, τόσον σοβαρόν, τόσον μέγα.
§178Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Μίαν διακοπήν, κύριε Πρόεδρε, πέντε λεπτῶν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ ποῖον λόγον, κύριε Βουλευτά;
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη διακοπῆς.
§181Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Πέντε λεπτῶν διακοπήν, κύριε Πρόεδρε.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμπρός.
§183Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν θὰ παρέλειπε, λέγω, ζήτημα σοβαρόν, τὸ ὁποῖον συνταράσσει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν χώραν ἐκείνην καὶ τὸ ὁποῖον συνετάραξε τὸ Πανελλήνιον ὅλον, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ἔμαθεν, ὅτι αἱ πεδιάδες τῆς Θεσσαλίας δὲν ἐποτίζοντο μόνον μὲ τὰ δάκρυα, μήτε μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ, ἐκείνου, ἀλλ’ ἐποτίσθησαν καὶ μὲ αἷμα ἀθῶον. Ἐχύθη, Κύριοι, τὸ αἷμα, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ λαὸς ἐκεῖνος δὲν ἀνεζήτει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν ἐλευθερίαν του, καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἐζήτει, ἔχυσε τὸ αἷμά του ἀνάνδρως δολοφονηθείς. Καὶ σήμερον ἐρχόμεθα ἡμεῖς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης κρατοῦντες τὸ φῶς καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ ζητοῦντες παρ’ αὐτῆς, ἵνα ἀναγνωρισθῶσι τὰ δίκαιά μας καὶ εἰσάγομεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶδον, ἀπεδέχθη καὶ ἐνόμισε καὶ νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι δικαία, ἀλλά, ὡς ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, θεωρεῖ ταύτην ὡς πολυτέλειαν καὶ ὡς περιττήν. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, ἔχομεν ἐν τῷ Συντάγματι τούτῳ καὶ ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ ἀμετάφραστον τῶν ἁγίων Γραφῶν, ὅτε ἀναφέρονται καὶ ἄλλαι διατάξεις ὅσον ἀφορᾷ τὸν προσδιορισμὸν καὶ τὸν διακανονισμὸν τῆς προσαγωγῆς καὶ ἀπολύσεως τῶν συλλαμβανομένων καὶ τόσαι ἄλλαι διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτε ἔχομεν, λέγω, τόσας διατάξεις περιττὰς καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ μέλλοντος νὰ προνοήσῃ, διατί τάχα ἤθελεν εἶναι περιττὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοιαύτης τροπολογίας ἐν τῷ Συντάγματι τούτῳ; Καὶ διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, μήπως καὶ τοῦτο δὲν προενόησε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀντικείμενον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Μήπως δὲν προενόησε περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς; μήπως δὲν προενόησε περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν ἀγωνιστῶν; μήπως δὲν προενόησε περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων; μήπως δὲν προενόησε περὶ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν; Καὶ ὅλα ταῦτα, διότι εἶχε συναίσθησιν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐκείνη ὅτι δὲν εἶχε μόνον δικανικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ εἶχε καὶ πολιτικὸν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδώσῃ εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ μορφὴν καὶ χαρακτῆρα σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν περιττὴ ἡ διάταξις αὕτη. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ἤθελε θεωρηθῆ περιττή, θὰ ἦτο ἀναγκαία ἐξ ἀπόψεως πολιτικῆς. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας νὰ ἡσυχάσῃ, ἐὰν δὲν παρασχεθῶσιν αὐτῷ ἐλπίδες περὶ αἰσιωτέρου μέλλοντος, καὶ ἐὰν δὲν ἴδῃ ὅτι αἴρεται πᾶν πρόσκομμα εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν πόθων καὶ ἐλπίδων αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη περίπτωσις, καθ’ ἣν εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ζητεῖται νὰ τεθῶσι διατάξεις τοιαῦται. Καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἐγένετο τὸ τοιοῦτον· καὶ εἰς τὴν Ῥωσίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Ῥωμουνίαν διατάξεις τοιαῦται ἐν τῷ Συντάγματι ἐτέθησαν. Ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ὀφείλομεν ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως νὰ ἐξετάσωμεν διὰ τίνα λόγον ἡμεῖς ζητοῦμεν, ἵνα τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη· ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς· θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐκεῖνα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀναγκάζουσιν, ἵνα ἐρχόμενοι ὡς ἐντολεῖς τοῦ λαοῦ ἐκείνου ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν. Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, μὲ τίνα τρόπον κατέλαβον τὰ κτήματα, τίνι τρόπῳ κατέχουσι καὶ ἂν νομίμως κατέχουσιν οἱ περισσότεροι τῶν τσιφλικιούχων τὰ κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι, ἐὰν ὑπῆρχε μία πατρικωτέρα Κυβέρνησις, θὰ ἀνεύρισκεν, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα δὲν εἶναι ἰδικά των, ἀλλ’ εἶναι προϊόντα ἁρπαγῆς, εἶναι ἀπόρροια θρασείας καταπατήσεως δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ Τουρκικὸς νόμος παρεῖχεν εἰς τοὺς γεωργούς· θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἐξετάσω καὶ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα τελοῦνται, ἐκεῖνα τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν. Θὰ παρίδω, Κύριοι, ὁποίας καταπιέσεις οὗτοι ἐναντίον τοῦ λαοῦ ἐκείνου κάμνουσι· θὰ παρίδω, Κύριοι, κατὰ τίνας μεθόδους ἔχουσιν ἀπορροφήσει τὸ αἷμα καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ ἐκείνου καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς τρία καὶ μόνον σημεῖα. Πρῶτον θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῶν ἀγροτικῶν συμβολαίων, ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουσιν οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι νὰ ὑπογράφωσιν οἱ χωρικοί, συμβολαίων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ στραγγαλισμὸς τῶν δικαίων ἑνὸς λαοῦ, στραγγαλισμὸς τῆς σκέψεως καὶ πάσης ἐλευθέρας ἐνεργείας· διότι τί ἄλλο εἶναι, Κύριοι, ὅτε διὰ τῶν συμβολαίων αὐτῶν ἀναγκάζονται οἱ χωρικοί, ἵνα ὑπογράφωσιν ἐν αὐτοῖς ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀπουσιάσωσιν ἐκ τοῦ κτήματος οὔτε μίαν ὥραν, ἐὰν δὲν προσέλθωσι προηγουμένως ἐνώπιον τοῦ αὐθέντου καὶ κύπτοντες τὴν κεφαλὴν δὲν ζητήσωσι τὴν ἄδειαν τούτου; Τί ἄλλο εἶναι, ὅτε ἀναγκάζονται νὰ ὑπογράφωσι τὰ συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαρνοῦνται τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ χωρικοὶ καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων καὶ ἐπὶ τῶν οἰκημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν ἐπεκράτησεν ἵνα κατοικῶσιν οὗτοι; Δεύτερον εἶναι ἡ ἐπέμβασις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος, ἡ ἐπέμβασις ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐπὶ 30 ἔτη ἤδη οὐδέποτε ἦλθεν ἁγνὸς ἀντιπρόσωπος Θεσσαλὸς ἐνταῦθα. Καὶ τρίτον, Κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐξώσεων, τὸ ἄτιμον τοῦτο μέσον, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται οἱ ἰδιοκτῆται, ἵνα ἐκπληρώσωσι τοὺς ἀθεμίτους αὐτῶν σκοπούς. Καὶ βλέπομεν, Κύριοι, τὸ θέαμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν μέσῳ χειμῶνος, εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ χωρικὸς δὲν ἤθελεν ὑποκύψει εἰς τὰς ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν πιέσεις, βλέπομεν ἀναγκαζομένους τοὺς χωρικοὺς τούτους νὰ ἐκδιώκωνται ὑπὸ τῶν ἀγροφυλάκων, τῶν ἐμπίστων τούτων ὀργάνων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ διαμένωμεν εἰς τὴν γῆν καὶ τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέχομεν, ὅταν δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς, ἵνα εὑρισκώμεθα καὶ κατοικῶμεν εἰς τὴν γῆν, ἡ ὁποία μᾶς ἐγέννησεν, ἀλλ’ εἴμεθα ἀλῆται καὶ πλάνητες, τότε ποίαν ἀγάπην δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς πρὸς τὴν γῆν ἐκείνην; Πανταχοῦ, Κύριοι, ἐν Θεσσαλίᾳ βασιλεύει ἡ ἐρήμωσις. Χωρία ὁλόκληρα ἠρημώθησαν, τὰ ὁποῖα μέχρι τινὸς ἤνθουν, ἐνῷ σήμερον ἔχουσι τελείως καταστραφῆ.
§184Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι Θεσσαλικόν· εἶναι γενικόν. Μὴ περιορίζεσθε τοπικῶς, διότι παρεξηγεῖσθε. Τὸ ζήτημα εἶναι γενικόν.
§185Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη ὑπάρχει τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅτι καὶ ἐκεῖ πιέζονται καὶ ὑποφέρουσιν οἱ γεωργοί. Ἡμεῖς ἀποκλειστικῶς ἐρχόμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἐξ ἀφορμῆς δὲ τῆς τροπολογίας ταύτης συζητοῦμεν τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα. Βογκᾷ λοιπόν, Κύριοι, ὁ λαὸς ἐκεῖνος, διότι ὑποφέρει καὶ στενάζει ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς τυραννίας τῆς δουλοπαροικίας, καὶ εἰς τὰ βογκητὰ ταῦτα σεῖς εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ ἔλθητε ἀρωγοί. Καὶ ἠκούσθη πρὸ ὀλίγου μία φωνή. Ἠκούσθη ὁ προλαλήσας σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οἱ Θεσσαλοί, ὅταν πρόκειται νὰ καταπατῶνται τὰ δικαιώματά των καὶ ὅταν πρόκειται νὰ ζητήσωσι τὰ δίκαια αὐτῶν καὶ τὴν ἐπανόρθωσιν τούτων, τότε πρέπει νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν τῆς Τουρκικῆς Πρεσβείας!
§186ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Αὐτὸ εἶναι παρανόησις. Αὐτὸ εἶναι ἀπαίσιον, καὶ δὲν τὸ εἶπον.
§187Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Οὕτω τὸ ἀντελήφθην. Ἐγὼ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ἐνόησα, πλὴν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις σας ταύτας δὲν ἐπιμένω. Καὶ εἶπόν τινες, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερὰ καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῆς δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν χεῖρα καὶ ὅτι τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην οἱ κύριοι αὐτῆς κατ’ ἀνάγκην δύνανται νὰ διαθέσωσιν ὅπως βούλονται καὶ νὰ ἐξώσωσιν εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν θέλουσι τοὺς κατοίκους. Ἀλλά, Κύριοι, ὅταν εἶναι ἡ γῆ ἀποκλειστικῶς ἰδική των καὶ μᾶς εἴπουν οἱ ἰδιοκτῆται ἀπὸ συμφώνου μίαν ἡμέραν· φύγετε πλέον ἀπὸ τὰ κτήματά μας, διότι ἡμεῖς θὰ φέρωμεν Ὀθωμανοὺς νὰ ἐγκαταστήσωμεν εἰς αὐτά, τότε ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τάχιστα τὴν γῆν, ἡ ὁποία μᾶς ἐγέννησε καὶ μᾶς ἀνέθρεψε, καὶ νὰ ἀπέλθωμεν ἀναζητοῦντες ἄλλην πατρίδα; Ἢ πῶς θέλετε ὁ Θεσσαλικὸς στρατὸς νὰ πέσῃ μαχόμενος καὶ νὰ χύσῃ τὸ αἷμά του, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι πίπτων εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης θὰ ἀφήσῃ κατόπισθέν του παντέρημα, χωρὶς οἰκίαν καὶ στέγην, καὶ πατέρα καὶ χήραν καὶ ὀρφανά; Λόγοι λοιπὸν ἐθνικοὶ καὶ ἱστορικοί, λόγοι δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος, ἐπιβάλλουσι τὴν ταχίστην μέριμναν τῆς Πολιτείας, διότι ἡ Πολιτεία, ὅταν μεθαύριον θὰ εὑρεθῇ εἰς περίστασιν νὰ καλέσῃ τὰ τέκνα αὐτῆς νὰ τὴν ὑπερασπίσωσι, δὲν θὰ καλέσῃ βεβαίως τοὺς τριακοσίους τσιφλικιούχους τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ πρὸς τοὺς χωρικοὺς θὰ στραφῇ, ἵνα προτάξωσιν οὗτοι τὰ στήθη των, καὶ αὐτοὺς θὰ καλέσῃ ὡς προπύργιον τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, καθ’ ὃν χρόνον βεβαίως οἱ ὀλίγοι τσιφλικιοῦχοι θὰ θεῶνται ἀπαθῶς τῆς πατρίδος τὰς τύχας ἀπὸ τὰ σαλόνια καὶ ἀπὸ τοὺς χορούς. Τελευτῶν, Κύριοι, μίαν ἐπιθυμίαν διατρανῶ καὶ ὑποβάλλω τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πάσχει δεινῶς. Ὁ λαὸς αὐτὸς ἔχει μίαν ἀξίωσιν καὶ μίαν ἀπαίτησιν, ἵνα γίνῃ παραδεκτὸς ὁ πόθος αὐτοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ σεβαστὴ Ἐθνοσυνέλευσις θέλει ἱκανοποιήσει τὸν πόθον τοῦτον τῶν χωρικῶν, διότι πράττοντες τοῦτο, Κύριοι, πράττετε ἔργον ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, ἔργον ἄξιον μεγάλης τιμῆς καὶ ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐπερχομένων γενεῶν· ἐὰν πράξητε ἄλλως, τότε θὰ ἀδικήσητε, καὶ ἡ ἀδικία αὕτη θὰ γίνῃ πρόξενος μεγάλων συμφορῶν. Ἔχω ὅμως καθῆκον, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, ἔχω, λέγω, καθῆκον νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, καὶ ὑποδείξω τὴν θύελλαν, νὰ κάμω δὲ ἔκκλησιν θερμοτάτην πρὸς τὰ πατριωτικά σας αἰσθήματα, ὅπως ἐν ὀνόματι τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, οἵτινες ἔχυσαν τὸ αἷμά των, ἀποδώσητε εἰς ἡμᾶς τὴν γῆν τῶν πατέρων καὶ τῶν προγόνων μας ἐξαλείφοντες οὕτω τὸ αἶσχος καὶ τὴν μαύρην τῆς δουλείας κηλῖδα, ἥτις εἶναι ἀποτυπωμένη εἰς τὸ μέτωπον τόσων χιλιάδων δουλοπαροίκων Θεσσαλῶν.
§188Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἔπρεπε νὰ τύχωσιν ἀπαντήσεως αὐτοστιγμεὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι ἐτέθη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι κυρίαρχον, εἶναι ἐλεύθερον νὰ διαθέσῃ τὰ ἐσωτερικὰ αὑτοῦ πράγματα ὡς θέλει καὶ ὡς βούλεται. (Χειροκροτήματα). Οὐδέποτε Κράτος ἐλεύθερον θὰ ἐρωτήσῃ οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος προκειμένου νὰ διαρρυθμίσῃ τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν. Οἱαιδήποτε συνθῆκαι καὶ ἂν εἶναι αὐταί, τότε δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐλεύθερον, δὲν εἶναι κυρίαρχον.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ θεωρία αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ἀκουσθῇ ἄνευ ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν τῶν συνθηκῶν, ἀλλ’ οἱ μικροὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πάντοτε λόγον νὰ στηρίζωνται εἰς συνθήκας. Ἡ ἐλευθερία τῶν Κρατῶν καὶ ἡ κυριαρχία αὐτῶν, ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερική, δύναται κάλλιστα νὰ περιορισθῇ διὰ συνθηκῶν.
§190ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι τοῦτο μόνον; Νομίζετε, ὅτι κυβερνῶμεν κανονικῶς, ὅπως τὰ ἄλλα ἔθνη; Τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τοὺς Καθολικοὺς τοὺς ἐν τῷ Αἰγαίῳ πελάγει νομίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἔχει κανονίσει, ὅπως καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν ἐν Ἑπτανήσῳ;
§191Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ εἶμαι τόσον ἔμπειρος, ὅσον ὑμεῖς, οὔτε τόσον νομομαθής. Οὐχ ἧττον ὅμως νομίζω, ὅτι πᾶς ἐπιστήμων σπουδάσας τὴν νομικὴν καὶ μελετήσας τὸ Διεθνὲς Δίκαιον, τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον καὶ ἐν γένει τὸ Δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἑκάστη Πολιτεία, ὡς κυρίαρχος, δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τότε μόνον δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ ....
§192ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε τὴν σοφήν, τὴν σοφωτάτην διατύπωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§193Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Λέγω, ὅτι προκειμένου περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἰδιωτικῶν σχέσεων τῶν πολιτῶν, διότι αὐτὸ τὸ ζήτημα τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ ὄχι αἱ σχέσεις τῶν Καθολικῶν καὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ξένων, ἀλλ’ αἱ ἰδιωτικαὶ σχέσεις τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων πρὸς πολίτας Ἕλληνας, ἠκούσθη ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ἐλεύθερον Κράτος νὰ ἐπεμβαίνῃ Πολιτεία ὡς τρίτη; Μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἐνόμιζον ἀπαραιτήτους, εἰσέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συγκινηθῇ ἀπὸ τὰ δεινοπαθήματα τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Ἀληθῶς ἐμπνευσμένοι ῥήτορες παρέστησαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ μεγίστη μερὶς τοῦ λαοῦ δὲν ἔχει οἰκίαν, οὔτε δύναται νὰ ἀποκτήσῃ τοιαύτην. Δὲν ἔχει οὔτε δύο μέτρα γῆς, ἵνα ταφῇ, οὔτε δύναται νὰ ἀποκτήσῃ τοιαύτην, ἐπὶ πλέον δὲ ὅτι δικαιοῦται ὁ τσιφλικιοῦχος ἐκεῖνος νὰ μεταβάλλῃ καὶ τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, νὰ τὸ μεταβάλλῃ εἰς γῆν σπειρομένην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, καὶ ὄχι αἱ τροπολογίαι αἱ διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲν παρουσιάζει ἐμπόδιον εἰς τὴν λῆψιν παντὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε τείνει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 λέγει· «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του παρὰ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην». Ἀλλὰ τίς δύναται ἐλλόγως νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δημοσία ἀνάγκη ἡ βελτίωσις τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς βιοῦσιν οἱ Θεσσαλοί. Τίς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ ὅτι δὲν θὰ εἶναι μέτρον δημοσίας ἀνάγκης πᾶν μέτρον λαμβανόμενον πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως; Οὐδείς, μοὶ φαίνεται. Διότι δημοσία ἀνάγκη εἶναι ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην, ἂν ὄχι τὸ σύνολον τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ ἡ μεγίστη μερὶς τοῦ συνόλου. Μεγίστη δὲ μερὶς εἶναι καὶ ὁ Θεσσαλικὸς λαός. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐμπόδιον παρεμβάλλεται ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ 17, ὡς ἔχει διατυπωθῇ κατὰ τὸ 1864, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νὰ λάβωμεν μέτρα οἱαδήποτε τείνοντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Ἤδη προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἑτέρα διαρρύθμισις· ἀφοῦ πρῶτον περιλαμβάνεται ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 17 τοῦ 1864, προστίθεται τὸ ἑξῆς· «Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ κλπ.». Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἂν ὁ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ προσδιορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ὀρθότερος, ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Μήπως κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα, καίτοι προδικάζεται διοικητικῶς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ πολίτης νὰ καταφύγῃ δικαστικῶς πρὸς διακανόνισιν τῶν ἀπαιτήσεών του; Νομίζω ὅτι δὲν στερεῖται τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἤθελέ τις εἴπει ὅτι θὰ ἐπιληφθῇ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εὐθὺς ἀμέσως τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω· δι’ αὐτοψίας τὸ Δικαστήριον θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς καταλαμβανομένας γαίας ἢ διὰ πραγματογνωμοσύνης, μεθ’ ἣν θὰ ἀποφασίσῃ; Ἐὰν δι’ αὐτοψίας, τοῦτο θεωρῶ δύσκολον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Δικαστήριον νὰ μεταβαίνῃ ἐπιτοπίως καὶ ἐκτιμᾷ τὰ καταλαμβανόμενα κτήματα, ἐὰν δὲ διὰ πραγματογνωμοσύνης, ἡ ἐγγύησις πάλιν τοῦ Δικαστηρίου θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς εὐσυνειδησίας τῶν πραγματογνωμόνων. Οἱ πραγματογνώμονες θὰ ἐθεωροῦντο ὡς προδικασταὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τὸ Δικαστήριον. Ἀλλ’ ὡς προδικαστικὴ ἐθεωρεῖτο καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ καθορίζουσα πρὶν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι οὐδεμία βελτίωσις ἐπέρχεται. Ἐπὶ πλέον «Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως», λέγει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐάν τις πιστῶς ἑρμηνεύσῃ τὴν βραχυτάτην περίοδον τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, «πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως», θὰ ἴδῃ ὅτι ἐν ταύτῃ περιλαμβάνεται ὅτι πρέπει ἡ ἀποζημίωσις νὰ προηγηθῇ τῆς καταλήψεως, διότι ἄλλη ἔννοια δὲν δύναται νὰ δοθῇ. Ἐὰν ἡ νομολογία κακῶς ἀντιληφθεῖσα τὴν διάταξιν ταύτην ἐνόμισεν ὅτι, ἐὰν δὲν φέρῃ ἀντίρρησιν ὁ δικαιούμενος λαμβάνειν, τότε μόνον δύναται νὰ λάβῃ προσωρινῶς ἐπιδικασθεῖσαν ἀπαίτησιν, νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ σφάλματος ἐκείνου δὲν πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν νέον σφάλμα. Θέτοντες ἐν ἀμφιβολίᾳ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει τὸ Σύνταγμά μας. Εἶναι ἁπλῶς ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἡ προσθήκη αὕτη, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὕτη δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἄνευ τῆς περιττῆς αὐτῆς προσθήκης. Μετὰ πάντα ταῦτα νομίζω ὅτι πληρέστερον καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κυβερνητικοῦ εἶναι τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἁπλῶς μόνον ἐγεννήθη ζήτημα ἑρμηνείας ἐσφαλμένης, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἄρθρον. Ἀρκεῖ νὰ δώσωμεν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ συμπεριλάβωμεν τὴν πρότασιν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, διότι αὕτη περιλαμβάνεται εἰς τὸν ὅρον τῆς δημοσίας ἀνάγκης.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν μελλόντων ν’ ἀγορεύσωσιν. Ἐλπίζω ὅτι θὰ παραιτηθῶσι πολλοί.
§196Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μετὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ παραιτηθῶσι πολλοί, ἴσως καὶ ὅλοι;
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄς ἐρωτηθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων, ἵνα μὴ λαμβάνῃ μῆκος ἡ συζήτησις.
§198Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὅλοι ἐδῶ.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφετζόπουλος.
§200Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλόπουλος.
§202ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης.
§204Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντόπουλος.
§206Ε. ΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δωδεκάωρον λήγει κανονικῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρετάθη ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Δραγούμη κατὰ 20 λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ 5 λεπτὰ διήρκεσεν ἡ παρεμπίπτουσα ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ δωδεκάωρον καὶ τὰ 25 ταῦτα λεπτά. Συναινεῖ ἡ Βουλή, ἵνα ἀπὸ τοῦδε ἀρχίσωσιν αἱ ἀγορεύσεις ἀνὰ τέταρτον;
§208ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§209Γ. ΠΩΠ. Εἶναι πιθανὸν νὰ ὁμιλήσωσί τινες πρὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ἄλλοι μετ’ αὐτόν. Ἀλλὰ τότε φυσικώτατα ἡ συζήτησις θὰ λάβῃ τροπὴν ἴσως διάφορον, διότι θὰ ἐγερθῶσιν ἀμφιβολίαι ἢ θὰ ἐπέλθωσι συμφωνίαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ τετάρτου τῆς ὥρας νὰ δυνηθῇ τις νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην του;
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§211ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶναι παράδοξος ἡ τροπή, κύριοι Βουλευταί, ἣν ἔλαβε τὸ προκείμενον ζήτημα· ἐν ᾧ πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 17, τουτέστι περὶ προστασίας, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἐννοεῖ νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ δύναται αὐθαιρέτως νὰ στερῇ τὴν ἰδιοκτησίαν τινός, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον, ἀνατρέπονται τὰ πράγματα. Ζητεῖται ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους ὡς σωτῆρος εἰς βάρος τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ σώσῃ τὴν κοινωνίαν τὴν εὑρισκομένην ἐν δυστυχίᾳ καὶ ἀπογνώσει. Ἀλλὰ μὴ θαυμάζετε τοῦτο. Δὲν εἶναι διόλου παράδοξον. Αὐτὴ εἶναι ἡ φύσις τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων. Ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις εἰς πᾶν δικαίωμα· τοιοῦτο εἶναι τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην· εἶναι ζήτημα κοινωνικόν, καὶ ὡς τοιοῦτο δεῖται μεγάλης προσοχῆς. Ὑπῆρξα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τσιφλικίων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ εἶδον, πρὸ 15 ἐτῶν παραμείνας ἐκεῖ 40 ἡμέρας, ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, ὅτι πρόκειται περὶ δουλοπαροικίας. Ἔχω εἰς χεῖράς μου τὸ Πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ ὁποίου τὰ συμπεράσματα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἡ ἐπιτροπή, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν ἀναγνωρίζει ὅτι «ἡ κατάστασις τῆς ἀγροτικῆς κτήσεως καὶ οἱ ὅροι τῆς γεωργικῆς καὶ κτηνοτροφικῆς παραγωγῆς εἶναι οὕτως ἐξαιρετικῶς νοσηρὰ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὥστε χρήζουσιν ἀπαραιτήτως νομοθετικῆς μερίμνης, γνωμοδοτεῖ ὅτι δέον 1) νὰ νομοθετηθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῆς οἰκίας, ἐν ᾗ εἶναι ἐγκατεστημένοι οἱ ἐν τοῖς τσιφλικίοις καλλιεργηταὶ μετὰ τῶν παραρτημάτων ταύτης, τῆς περιοχῆς της καὶ ἐκτάσεώς τινος καλλιεργησίμων γαιῶν, ἤτοι δέκα στρεμμάτων δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν καλλιεργητοῦ, 2) νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τῆς παραχωρήσεως ταύτης καὶ ὑπὲρ ἄλλων μὴ γεωργῶν κατοίκων τοῦ τσιφλικίου, 3) νὰ ἱδρυθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἀποκαθισταμένων οὕτως ἐν τοῖς τσιφλικίοις καὶ δουλεῖαι ἀτραπῶν, ὁδῶν, ἐλάσεως κτηνῶν καὶ θρεμμάτων, ποτισμοῦ αὐτῶν καὶ ὑδρεύσεως». Καὶ ἐρωτῶ· τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα τότε τόσον εἰς τὸ Κράτος νὰ θέσῃ ζήτημα ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὡς καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις εἶπεν ὅτι ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἐπιβάλλεται, ἐνῷ δὲν εἶναι ῥητῶς ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις ἐπιτρέπουσα τοιαύτην ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν; Εἶναι πρόδηλον ὅτι τὸ συνήγαγον ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος καὶ ὑπήκουσαν εἰς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων, ἥτις εἶναι ὁ ὑπέρτατος νόμος. Εἶπε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι, ἐὰν ἡ Πολιτεία κινδυνεύῃ καὶ τὸ Κράτος εὑρίσκηται εἰς τοιαύτην θέσιν ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ ἴδῃ χειρότερόν τι κακόν, βεβαίως ὑπάρχει περίπτωσις ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ αὐτῆς. Οὕτως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν, τὴν ἔθεσε, καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν λέγει ὅτι δὲν πρέπει νὰ διανεμηθῶσι τὰ τσιφλίκια καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ μέρος μόνον νὰ δοθῇ ἐξ αὐτῶν εἰς τοὺς γεωργούς. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἔκτοτε ἡ ἀρχὴ ἐτέθη, ὅτι ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἐπιτρέπεται, καὶ εἶναι ἄπορον πῶς μετὰ τόσον χρόνον τὸ ζήτημα μετετοπίσθη σήμερον καὶ ἡ συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ. Καὶ ἐγένετο τῳόντι συζήτησις περὶ τῆς ἱερότητος τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐλέχθησαν τόσα ὑπὲρ αὐτῆς, ἐνῷ οὐδεὶς ἐφιλονείκησε τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἦτο ἂν τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἰδιώτου, εὑρισκόμενον ἐνώπιον ἑνὸς καθολικωτέρου κοινωνικοῦ συμφέροντος, δὲν ὤφειλε νὰ ὑποχωρήσῃ διὰ δικαίας ἀποζημιώσεως. Οὕτως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ διανομή, δὲν λέγουσιν, ὅτι τὸ θεωροῦσι μὴ ἀναγκαῖον ἢ τὸ θεωροῦσιν ἐπιβλαβές· λέγουσιν ἁπλῶς ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται καὶ δὲν τὸ ἐπιτρέπουσιν, ἀξιοῦσι δηλ. τὴν ὑποχώρησιν τοῦ Κράτους πρὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ δὴ ἰδιοκτησίας ἐπὶ ὁλοκλήρων κοινοτήτων. Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἤθελον νὰ ἐπιστήσω ἰδιαζόντως τὴν ὑμετέραν προσοχήν, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἰδιοκτησία τῶν τσιφλικίων εἶναί τι ὅλως ἰδιόρρυθμον, δὲν εἶναι κἂν ἐκείνη ἡ ἰδιοκτησία, τὴν ὁποίαν ἐνόησαν νὰ προστατεύσωσι τὰ Συντάγματα, δὲν εἶναι ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία, οὐδ’ εἶχον ὑπ’ ὄψει τὰ Συντάγματα τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν εἷς ἄνθρωπος ἀντιποιεῖται τὴν κυριότητα ἐφ’ ἑνὸς ὁλοκλήρου χωρίου ἀπὸ 100, 500 μέχρι καὶ 800 οἰκογενειῶν. Ἡ περίπτωσις τῆς τοιαύτης ἰδιοκτησίας εἶναι ὅλως ἐξαιρετική, ἐδῶ δὲ ἔρχεται ἄλλο μέτρον ἢ τὸ ἀπόλυτον «ἐγὼ» τοῦ ἰδιοκτήτου, ἔρχεται τὸ ἔθιμον τῆς κοινότητος κανονίζον τὰ πράγματα, καὶ τὸ ἔθιμον αὐτὸ τὸ ἀνευρίσκομεν ὄχι μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι τσιφλίκια. Εἰδικῶς δὲ ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἐν ἔτει 1896 ἐπιτροπὴ τί εἶδεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν; Εἴδομεν καὶ ἐπείσθημεν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὑπῆρχε πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας ἔθιμον, καθ’ ὃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατέβαλε τὸ νενομισμένον μερίδιον τῶν καρπῶν τῆς γῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξωσθῇ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην. Ἀλλὰ τὸ ἔθιμον τοῦτο τὸ κατήργησαν ἐμμέσως τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, κηρύξαντα τὴν ἀγροληψίαν κοινὴν μίσθωσιν. Τὰ πράγματα ὅμως μεγαλοφωνοῦσιν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα κἂν πρὸ τῆς κοινῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε νὰ διαμαρτύρωνταί τινες καὶ φωνάζωσι· «πῶς ζητεῖτε νὰ λάβητε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἄλλου;». Ἐκ τῆς παρατηρήσεώς μου αὐτῆς περὶ τοῦ ἀρχαίου ἐθίμου, ὡς ῥυθμιστοῦ, στηριζόμενος ἔκαμον καὶ τότε ῥητὴν πρότασιν, καὶ ἤδη συνταγματικὴν προσθήκην, ἥτις εὑρίσκεται ἐνώπιον ὑμῶν, περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐθίμου, διότι ἐπείσθην ἀδιστάκτως ὅτι ὁ κόμβος τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος ἔγκειται εἰς τοῦτο καὶ ὅτι τὸ πρῶτον βῆμα πρέπει νὰ γίνῃ ἀπ’ ἐδῶ, πρέπει νὰ γίνῃ ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων. Διατί; Διότι αὐτὸ θὰ φέρῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν· εἶδον δὲ καὶ ἐπείσθην ἐν Θεσσαλίᾳ ὅτι εἶναι ἐμπαιγμὸς καὶ νὰ λέγῃ τις ὅτι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, ὑπάρχει ἐλευθερία περὶ τὸ συναλλάττεσθαι μεταξὺ γαιοδότου καὶ καλλιεργητοῦ. Ὅλα ὅσα ἠκούσθησαν ἐνώπιον ὑμῶν λεγόμενα ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας σᾶς βεβαιῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς ὅτι τὰ ἀντελήφθη ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἦτο ἐκεῖ...
§212Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μὴ ὁρκίζεσθε.
§213ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. .. Ὅ,τι συμβαίνει ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1885, διότι ἔκτοτε δὲν μετέβην ἐκεῖ καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ τότε ὅλα τὰ λεχθέντα σήμερον περὶ τῶν πιέσεων κατὰ τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰ θεσσαλικὰ τσιφλίκια, συνέβαινον ἀπαραλλάκτως, ἀκόμη καὶ τὸ περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ φιλονεικήσωσιν, ὅτι καὶ διὰ τὸν ἰδιόκτητον ἀγρόν, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ κολλήγας καὶ καλλιεργεῖ καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη δὲν ἔχει πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς καλλιεργείας, καὶ τοῦτο ἐπείσθημεν ἐκ τῶν μισθωτηρίων ὅτι τῳόντι συνέβαινεν. Ἀνεγνώσαμεν συμβόλαια, καθ’ ἃ ὑποχρεοῦται καὶ δι’ αὐτὰ τὰ ἰδιόκτητα τιμάχια νὰ δίδωσι μερίδιον· δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας αὐτῆς νὰ τὸ μεταφέρουσιν ὅπου θέλουσι, διότι τίθεται ἐντὸς τοῦ συμβολαίου νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ καλλιεργήσωσι μόνοι των καί, ἂν παραβῶσι τοῦτο, ἀποβάλλονται. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε· τί πρὸς τοῦτο; ἂς φύγωσι νὰ ὑπάγωσιν εἰς ἄλλο μέρος. Ἐδῶ ὅμως ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας καὶ τὰ αἰσθήματά σας, διότι πρόκειται περὶ ἀνθρωπισμοῦ, Κύριοι (χειροκροτήματα). Ἄν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς πόλεως, π. χ. περὶ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ὀλίγοι τῳόντι εἶναι οἱ ἔχοντες ἰδιοκτήτους οἰκίας, οἱ δὲ περισσότεροι μένουσι μὲ ἐνοίκιον, ἡ ἀλλαγὴ οἰκίας δὲν ἔχει σημασίαν, διότι, ἂν ὁ οἰκοδεσπότης μου μοὶ εἴπῃ· εἶσαι καλὸς ἐνοικιαστής, μοὶ πληρώνεις τακτικῶς τὸ ἐνοίκιον, ἀλλ’ ἡ μίσθωσις ἔληξε καὶ θέλω τὴν οἰκίαν μου νὰ τὴν δώσω εἰς ἄλλον, δὲν θὰ μοὶ κάμῃ ἐντύπωσιν· θὰ εἴπω· πολὺ καλά· μὲ τὸ ἴδιον ἐνοίκιον θὰ μεταβῶ εἰς ἄλλην οἰκίαν. Φαντασθῆτε ὅμως τὸν Θεσσαλὸν γεωργόν, καλὸν καὶ ἔντιμον, ἐκπληροῦντα τὰς ὑποχρεώσεις του ἐπακριβῶς, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης λέγει, ὅτι «πρέπει νὰ δεχθῇς καὶ τὸν δεῖνα ὅρον, διὰ νὰ δεχθῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀνανεώσω τὴν σύμβασιν· ἄλλως νὰ σηκωθῇς νὰ φύγῃς». Γνωρίζετε, Κύριοι, τί θὰ εἰπῇ αὐτὸ τὸ «νὰ σηκωθῇς νὰ φύγῃς»; Θὰ εἰπῇ νὰ ἀφήσῃς τὸν τόπον, ὅπου ἐγεννήθης, ὅπου ἐτάφησαν οἱ γονεῖς σου, ὅπου ἀνέθρεψες τὰ τέκνα σου, καὶ ἀφοῦ διῆλθες τὸν βίον σου ὁλόκληρον, νὰ διώκησαι αἴφνης καὶ νὰ φεύγῃς ἀγνοῶν καὶ σὺ ποῦ φέρεσαι. Αὐτὸ σημαίνει ἰδιοκτησία τσιφλικίου, τὴν ἱερότητα τῆς ὁποίας ἠκούσατε προβαλλομένην. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, Κύριοι, ἀναιρετικὸς τοῦ ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας ἐπιχειρήματος, ὄχι μόνον δηλαδὴ διότι ἐδῶ ἔχομεν μίαν ἰδιόρρυθμον ἰδιοκτησίαν, ὅπως σᾶς εἶπον, καὶ ἑπομένως πολὺ ὀλιγώτερον σεβαστὴν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ καὶ διότι προκειμένου καὶ περὶ οἱασδήποτε ἰδιοκτησίας εἶναι κοινῶς πλέον σήμερον ἀνεγνωρισμένον καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι ἰδιοκτησία δὲν νοεῖται παρὰ μόνον ἐν συντεταγμένῃ καὶ ὑφισταμένῃ κοινωνίᾳ· ἅμα ἡ κοινωνικὴ κατάστασις καταντήσῃ προβληματική, ὅταν προκύπτωσι κοινωνικὰ ζητήματα μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι τὴν ἔννομον τάξιν, οἱαδήποτε ἰδιοκτησία, ἵνα ἀσφαλισθῇ, ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ, πολὺ δέ, ἐννοεῖται, περισσότερον αὐτὴ ἡ ἰδιόρρυθμος ἰδιοκτησία. Ἀλλὰ πρόκειται ἆρά γε σήμερον νὰ λύσωμεν τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα; Πρόκειται νὰ μοιρασθῶσιν αἱ μεγάλαι ἰδιοκτησίαι τῶν τσιφλικιούχων ὑπὲρ τῶν κολληγῶν; ἴσως μὲ ἐρωτήσῃ τις, ἐκθέσαντα ὅσα ἐξέθεσα. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ σήμερον, ἀλλά, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἤχθη εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ συζήτησις, ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὕτη ὅσον οἷόν τε διαφωτιστική, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία διὰ τὸν μεταγενέστερον νομοθέτην, ὁ ὁποῖος θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, δίδουσα αὐτῷ τὸ μέτρον τῆς ἀθλιότητος τοῦ Θεσσαλοῦ γεωργοῦ, ὥστε νὰ ληφθῇ ἐγκαίρως ἓν μέτρον. Εἶναι δὲ ἀνάγκη, ἵνα προετοιμάσωμεν μίαν λύσιν τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος, ἀρχόμενοι ἀπὸ τοῦ νομοθετικοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου καὶ ἐπαναφέροντες εἰς τὴν ζωὴν τὸ ἀρχαῖον ἔθιμον, περὶ οὗ ἀρχόμενος ὡμίλησα, καθόσον οἱ καταργήσαντες αὐτὸ τσιφλικιοῦχοι, τοὐλάχιστον ὅτε μετέβη ἡ ἐπιτροπὴ τῷ 1896, δὲν ἤθελον νὰ ἠξεύρωσι καθόλου περὶ κανονισμοῦ, καταγγέλλοντες ὡς ἀπόκρυφον τὸν τουρκικὸν ἰραδὲν τοῦ 1860, ὁ ὁποῖος περιέχει ὁλόκληρον τὸ θεσσαλικὸν ἔθιμον, καὶ τοῦτο ἰδίως, διότι περιώριζε τὸ ἀπόλυτον δικαίωμά των εἰς ἔξωσιν τοῦ καλλιεργητοῦ, καθόσον ὁ ἰραδὲς ἐκεῖνος ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ καλὸς κολλήγας, ὁ ὁποῖος δηλαδὴ πληρώνει τὸ κεκανονισμένον δόσιμον, δὲν δύναται νὰ ἐκδιωχθῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἀναγκαία καὶ πρέπει νὰ δοθῇ πολὺς τόνος εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι προκειμένου περὶ τοιαύτης καταστάσεως 100,000 πολιτῶν Ἑλλήνων ἐκλογέων, λεγομένων ἐλευθέρων, μὴ ἐχόντων ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι καὶ οἵτινες εἶναι ἐξουθένωμα τοῦ κυρίου τοῦ τσιφλικίου, ἔπρεπε, λέγω, νὰ τονισθῇ ὅτι δίκαιον εἶναι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ συμφώνως μὲ τὸ κοινὸν συμφέρον (χειροκροτήματα). Ἔχω καταθέσει, κύριε Πρόεδρε, ὡς εἶπον ἀρχόμενος, καὶ εἰδικὴν πρότασιν συνταγματικὴν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγρολήπτου, νομίζων ὅτι πρέπει διὰ τὸ ἀσφαλέστερον τὸ τοιοῦτο νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει ἤδη νὰ ψηφίσῃ τὸ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρον 17 καὶ νὰ τεθῇ ἰδιαιτέρως ἡ πρότασίς μου ὡς 18, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια ἀγροτικοῦ ζητήματος....
§215ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατόπιν, κατόπιν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοδωρόπουλος. Εἶναι ὁμοφωνῶν;
§217Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζούκας;
§219Γ. ΖΟΥΚΑΣ. Ὁμοφρονῶν· παραιτοῦμαι.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουκουλέτσος.
§221Δ. ΚΟΥΚΟΥΛΕΤΣΟΣ. Ὁμοφρονῶν, ἀλλὰ δὲν παραιτοῦμαι.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κίρκος. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§223Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο εἶναι τὰ κυριώτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν καὶ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐπηκολούθησε. Πρῶτον τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐννοίας τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπον διὰ διατάξεως συνταγματικῆς νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς λύσεως τοῦ κολληγικοῦ ζητήματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐννοίας τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἀνεπτύχθησαν ἀρκετά, ὥστε δὲν ἔχω νὰ εἴπω παρὰ ἐλάχιστα. Οὐδεμία ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ ἀντικρούσω τὰς θεωρίας ἐκείνας, τὰς στηριζομένας εἰς δῆθεν φυσικὰ δίκαια, καθ’ ἃς θεωρίας τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν, ἀφ’ ἧς ὑπῆρξε κοινωνία καὶ ἦτο πάντοτε καὶ εἶναι δικαίωμα ἐντελῶς ἀπεριόριστον. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι θεσμὸς ἱστορικός, ἐπακολουθήσας ἄλλον τρόπον κατοχῆς τῆς γῆς, εἶναι θεσμὸς ἀπορρέων ἐκ τῆς Πολιτείας καὶ ἑπομένως δυνάμενος πάντοτε νὰ μεταρρυθμισθῇ ὑπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζῃ τις ὅτι ὑπὸ ὡρισμένας περιστάσεις εἶναι σκόπιμος ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία ἐφ’ ὡρισμένων ἀντικειμένων ὀφείλει νὰ ὑποχωρῇ πάντοτε, ὁσάκις ἀνώτερον συμφέρον κοινωνικὸν ἢ πολιτικὸν ἐπιτάσσει τοῦτο. Ὅπως λέγει διάσημος Ῥωμαϊστὴς καὶ νομικός, ὁ Rudolf Jhering: «τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως περιέχει τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ τῆς ἀντιθέσεως τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καὶ τοῦ γενικωτέρου κοινωνικοῦ συμφέροντος· αὕτη καθιστᾷ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας θεσμὸν πρακτικὸν καὶ βιώσιμον. Ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἤθελεν ἀποβῆ κατάρα τῆς κοινωνίας». Ἀλλά, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ἐπιτρέπεται βεβαίως ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ἀλλ’ εἰς περιστάσεις ἐντελῶς ἐξαιρετικάς, ὁσάκις πρόκειται νὰ μεταβιβασθῇ ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ δοθῇ τοῦτο εἰς κοινὴν χρῆσιν. Ἐὰν οἱ τοιαῦτα φρονοῦντες προσεπάθουν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην γνώμην, ἐὰν ἐμελέτων τὴν ἱστορίαν τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν ἤθελόν ποτε καταλήξει εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα. Ἐὰν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ συχνότερον παρουσιαζομένη περίπτωσις τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως εἶναι ἡ πρὸς παράδοσιν ἀκινήτων εἰς κοινὴν χρῆσιν ἢ πρὸς ἀπόκτησιν τοιούτων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δὲν ἕπεται ὅτι ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἔλαβεν εἰς τὸ παρελθὸν χώραν καὶ πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται μόνον διὰ τοὺς λόγους τούτους. Δικαιολογεῖται ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω λόγων ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ὡς ἐκ τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ὠργανωμένη κοινωνία καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ὅταν καὶ ἐπὶ ἄλλων περιπτώσεων συντρέχῃ ὑπὲρ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τὸ γενικώτερον κοινωνικὸν ἢ πολιτειακὸν συμφέρον, εἶναι αὕτη ἐπίσης δικαιολογημένη. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανείς, διατί θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις διὰ τὴν κατασκευὴν μιᾶς μικρᾶς κοινοτικῆς ὁδοῦ καὶ δὲν θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ὅπως ἡ ὕπαρξις τῆς κοινότητος ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐχρησίμευεν ἡ ὁδός, ἐξασφαλισθῇ. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν οὐδέποτε, ὁσάκις παρέστη ἀνώτερον γενικὸν συμφέρον, ἠμποδίσθη ἡ Πολιτεία, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ διὰ λόγους κοινωνικούς. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω τὰς ἀναγκαστικὰς ἀπαλλοτριώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ παρελθόντος αἰῶνος εἰς τὴν Πρωσσίαν, αἱ ὁποῖαι εἶχον σκοπὸν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν χωρικῶν τῆς Πρωσσίας καὶ ἔσχον μέγιστα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα καὶ διὰ τὸ Κράτος ἐκεῖνο καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἐπίσης ἐν Πρωσσίᾳ κατὰ τὸ 1908, ἕνεκα λόγων πολιτικῶν, πρὸς ἐγκατάστασιν χωρικῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου ὑπερεῖχον οἱ πολωνικοὶ πληθυσμοί, ἐπετράπη ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἀκινήτων πρὸς παραχώρησιν αὐτῶν εἰς μικροὺς Γερμανοὺς καλλιεργητάς. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις ἢ νόμος καθιερῶν τὸ ἀπρόσβλητον τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ὅπου τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἔχει βαθέως ῥιζοβολήσει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, ἐσχάτως ἕνεκα λόγων κοινωνικῆς ἀνάγκης ἐπανειλημμένως ἐπετράπη ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἀκινήτων ἰδιοκτησιῶν πρὸς παραχώρησιν αὐτῶν εἰς μικροὺς καλλιεργητὰς διὰ δύο νόμων, τοῦ Alloments Act τοῦ 1887 καὶ τοῦ Small Holdings and Allotments Act τοῦ 1907. Τελευταῖον δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Ἰρλανδικὸς νόμος τοῦ 1909 περιέλαβε διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἀκινήτων πρὸς παραχώρησιν αὐτῶν εἰς μικροὺς καλλιεργητάς. Διὰ τῶν παραδειγμάτων τούτων κυροῦται ἡ γενικὴ ἀρχή, ὅτι τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ἀπρόσβλητος ἡ κατοχὴ ὡρισμένου κτήματος ὡρισμένου ἀτόμου, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀπρόσβλητος ἡ ὁλικὴ ἀξία τῆς περιουσίας, διότι οὕτως ἐξασφαλίζεται ἡ ἐνίσχυσις τῆς φιλοπονίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἑπομένως ἡ αὔξησις καὶ τελειοποίησις τῆς παραγωγῆς, ἡ ἀνάπτυξις τῆς προσωπικότητος ἑνὸς ἑκάστου, τ. ἔ. ἐξασφαλίζονται πάντα, ὅσα κατὰ τὴν ἄρχουσαν οἰκονομικὴν θεωρίαν προεκάλεσαν τὴν γένεσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν διατήρησιν αὐτοῦ. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ χωρήσῃ ὅτι ἠμπορεῖ καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ δημοσία ἀνάγκη ἡ ἀποκατάστασις ὀκτὼ ἢ δέκα χιλιάδων γεωργικῶν οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦν καὶ καλλιεργοῦν τὴν θεσσαλικὴν πεδιάδα ἢ οἱωνδήποτε ἄλλων γεωργικῶν οἰκογενειῶν, ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος καλλιεργουσῶν τὴν γῆν, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ εὑρισκομένων ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι, ὅπως ἐπιτραπῇ τοῦτο, οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ τὸ Σύνταγμα. Κατὰ τὸ 1844 ἀντικατεστάθη ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος εὑρισκομένη λέξις «ὠφέλεια» διὰ τῆς λέξεως «ἀνάγκη». Ἀλλὰ οὐδεμία δικαιολογία τῆς τοιαύτης ἀντικαταστάσεως εὑρίσκεται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τῶν συζητήσεων, δὲν γεννᾶται δὲ ἀμφιβολία ἐξ ὅλης τῆς γενομένης τότε συζητήσεως ὅτι ἡ Συνέλευσις διὰ τῆς ῥηθείσης τροποποιήσεως οὐδόλως ἐσκόπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἔννοια τῆς ἀνάγκης εἰς μόνον τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Ἐν τούτοις θὰ ἔβλεπον εὐχαρίστως ἀντικαθιστάμενον τὸν ὅρον «ἀνάγκη» διὰ τοῦ ὅρου «ὠφέλεια», ὅπως ἐπιτρέπηται εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις καὶ τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις δὲν εἶναι ἀπαραίτητος διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ ἀπόκτησις ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χρησιμεύει εἰς τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐγράφησαν ἐσχάτως ἀρκετὰ καὶ ἐνταῦθα εἶπε τὰ δέοντα ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος. Ὡς ἐκ τούτου κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ αὐτοῦ περισσότερον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς σκοπιμότητος ἀναγραφῆς ὡρισμένης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς κολλήγας τῆς Θεσσαλίας. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προκαλέσωσι τοιαύτην τινὰ πολιτικὴν τοῦ Κράτους, δύνανται νὰ εἶναι πολιτικοί, κοινωνικοὶ ἢ οἰκονομικοί. Εὐτυχῶς διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς γεωργοὺς καὶ οἱ κοινωνικοὶ καὶ οἱ οἰκονομικοὶ καὶ οἱ πολιτικοὶ λόγοι εἶναι ὑπὲρ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος κατὰ τοὺς πόθους αὐτῶν. Ὅπως δὲ κατανοήσωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξεύρωμεν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι τὸν οἰκονομικὸν αὐτὸν ὀργανισμόν, καὶ τοῦτο, διότι τινὲς τῶν ἀγορητῶν ὑπεστήριξαν ὅτι, ἂν ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς πάσχει, πάσχει διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, δι’ οὓς πάσχουσιν ὅλοι οἱ ἀγρόται τῆς Ἑλλάδος, διότι ὑπάρχει ἔλλειψις συγκοινωνίας καὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, διότι ὑφίστανται ἕλη, ἕνεκα τοῦ ἀπαιδεύτου τῶν γεωργῶν, τῆς ἐλλείψεως πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Αἱ ἐλλείψεις αὗται, οἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως ἐπιδρῶσιν ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τῆς κατευθύνσεως τῶν γεωργῶν, ὑπάρχουσιν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅμως οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ παρατηρεῖται κακοδαιμονία τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ ὡς ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἔχει ἐκδηλωθῆ ἐξέγερσις τῶν γεωργῶν ὁμοία μὲ τὴν τῶν Θεσσαλῶν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὰ αἴτια τῆς δυστυχίας τῶν κολληγῶν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὸν διάφορον ἀγροτικὸν ὀργανισμὸν τῆς Θεσσαλίας. Τὰ χαρακτηρίζοντα τὸν ἀγροτικὸν τοῦτον ὀργανισμὸν εἶναι τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν Θεσσαλίαν κυριαρχεῖ μεγάλη ἰδιοκτησία καὶ μικρὰ καλλιέργεια. Ἡ βάσις αὕτη τοῦ ἀγροτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Θεσσαλίας περιέχει ἐν ἑαυτῇ μεγίστην ἀντίφασιν καὶ ἀποτελεῖ τὴν πρώτην αἰτίαν τῆς ἐξεγέρσεως τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῆς κακοδαιμονίας αὐτῶν. Ὁ ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης αὐτῶν βάσεως διά τε τοὺς καλλιεργητὰς καὶ τὴν παραγωγὴν δυσμενὴς οὗτος ὀργανισμὸς καθίσταται δυσμενέστερος ἕνεκα τῶν ἄλλων ὅρων αὐτοῦ. Ὁ κυριώτερος ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ καλλιεργητὴς παρέχει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὡρισμένον ποσοστόν, τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, σύστημα ἁρμόζον εἰς βαρβάρους ἐποχάς. Αὐτὸς δὲ ὁ ὅρος εἶναι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, σπουδαιοτάτη αἰτία τῆς κακοδαιμονίας τῆς Θεσσαλίας, διότι ἕνεκα τῆς ἀφαιρέσεως ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου μεγάλου ποσοστοῦ ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ὁ καλλιεργητὴς καθίσταται ὀκνηρός, μὴ ἔχων ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, ἥτις ἤθελε προκαλέσει καὶ περισσοτέρας δαπάνας καὶ μεγαλειτέρους κόπους. Ὑπεστηρίχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τοῦτο· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι διαδεδομένον τὸ σύστημα τοῦτο, ἔχει πολλὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Μόνον εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις δύναται νὰ εἶναι ὑποφερτὴ ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια καὶ νὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ καλλιεργείας δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλὰ περὶ καλλιεργείας ἐκλεκτῶν προϊόντων, ὅπως ἡ ἄμπελος, ἡ ἐλαία, ὅπου ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς ἔχει ἀποθέσει κεφάλαια εἰς τὴν γῆν καὶ ἑπομένως ἔχει εἰς μέγαν βαθμὸν αὐξήσει τὴν παραγωγικότητα αὐτῆς.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ συντομεύσω τὴν ἀγόρευσίν μου, κύριε Πρόεδρε. Πλὴν τοῦ τρόπου τῆς διανομῆς τῆς προσόδου τῆς γῆς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, συντελεῖ εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς θέσεως τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῆς γεωργίας ἐν γένει εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὁ καθορισμὸς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν δικαιοῦνται οἱ καλλιεργηταὶ νὰ παραμείνωσιν εἰς τὸ αὐτὸ κτῆμα. Ἐνῷ καὶ κατὰ τὸ Βυζαντιακὸν δίκαιον καὶ κατὰ τὰ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀναπτυχθέντα ἔθιμα ὁ ἰδιοκτήτης τότε μόνον δικαιοῦται νὰ ἐκδιώξῃ τοῦ κτήματος τὸν κολλήγαν, ὅταν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον δὲν ἐκπληρώσῃ οὗτος τὰς ὑποχρεώσεις του, οἱ τσιφλικιοῦχοι τῆς Θεσσαλίας ἐκβιάζοντες τοὺς κολλήγας καὶ τῇ συμπράξει δυστυχῶς καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων κατώρθωσαν νὰ ὑποβιβάσωσι τὴν σχέσιν τοῦ κολλήγου, ἥτις εἶχε χαρακτῆρα ἐμπραγμάτου δικαιώματος, εἰς ἁπλῆν μίσθωσιν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου γεωργικοῦ ἔτους δικαιοῦται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἐξώσῃ τοῦ κτήματός του τοὺς κολλήγας αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως ἡ παραμονὴ τῶν κολληγῶν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργούμενα κτήματα κατέστη ἀβεβαία, ὅπερ συνετέλεσε μόνον εἰς τὸ νὰ ἀπογοητεύσῃ τοὺς κολλήγας, νὰ ἀμβλύνῃ ἔτι περισσότερον τὸ ὑπὲρ βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας ἐνδιαφέρον των, νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς περισσότερον ὑποχειρίους εἰς τὴν ἀπληστίαν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν τσιφλικιούχων καὶ τῶν ἐπιστατῶν των. Ἐὰν δὲ εἰς πάντα ταῦτα προσθέσητε τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ κανόνα δεικνύουσιν ἀναφορικῶς εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τοὺς κολλήγας οἱ μακρὰν τῶν κτημάτων των ζῶντες καὶ εἰς ἀπλήστους καὶ ἀμαθεῖς ἐπιστάτας ἐμπιστευόμενοι αὐτὰ τσιφλικιοῦχοι τῆς Θεσσαλίας, θὰ ἔχητε πλήρη εἰκόνα τῶν αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας τῆς Θεσσαλίας.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ὑπέμνησα ἤδη ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§227Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀμέσως, κύριε Πρόεδρε. Τὸ συμπέρασμα εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ὅσον καὶ ἂν ὁ πόθος τῶν Θεσσαλῶν κολληγῶν νὰ γίνωσι κύριοι τῆς γῆς εἶναι δίκαιος, ἐν τούτοις δὲν νομίζω ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν εἰς ἀνεξαρτήτους γεωργοὺς εἶναι ὁ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, τοῦτο δέ, διότι ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἤθελε προσκόψει εἰς χρηματικὰς δυσχερείας. Ἐὰν τὸ Κράτος ἦτο εἰς θέσιν νὰ εὕρῃ ἀρκετὰ χρηματικὰ μέσα ὑπὸ εὐνοϊκοὺς ὅρους, θὰ ἦτο προτιμότερον τὰ χρηματικὰ ταῦτα μέσα νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν πιστωτικῶν ὅρων ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν κολληγῶν. Ἐπίσης θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ διατεθῶσι τὰ ἐν λόγῳ μέσα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν κατακλυζόντων τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ἑλῶν. Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅτι ἡ δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀποκατάστασις τῶν κολληγῶν ἤθελεν ἐπιφέρει ἐπιβάρυνσιν αὐτῶν καὶ διὰ χρεολυσίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὲς διὰ τοὺς κολλήγας τῆς Θεσσαλίας, διότι κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκαταστάσεως πρέπει νὰ ἔχωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα βάρη, ἵνα κατορθώσουν νὰ βελτιώσουν τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, ἄλλως θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ ἴδουν τὰ κτήματά των πλειστηριαζόμενα ὑπὸ τῶν δανειστῶν των. Ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου εἶναι δυνατὸν δι’ ὡρισμένης μεταρρυθμίσεως τῶν σχέσεων τῶν κολληγῶν ν’ ἀπαλλαγῶσι μὲν οὗτοι χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ γίνωσι διὰ μιᾶς ἰδιοκτῆται, ἀπὸ ὅλους τοὺς δι’ αὐτοὺς καὶ τὴν παραγωγὴν δυσμενεῖς ὅρους, οὓς ἀνέφερα, νὰ ἐξασφαλισθῇ δὲ συγχρόνως εἰς αὐτοὺς ἡ εὐκολία νὰ γίνωσι βραδύτερον ἀπόλυτοι κύριοι τῶν ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργουμένων κτημάτων. Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, ἥτις πάντοτε σχεδὸν ἐφηρμόσθη, ὁσάκις ἐπεδιώχθη ἀπελευθέρωσις χωρικῶν, θὰ συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς· πρῶτον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς παραμονῆς τῶν γεωργῶν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργούμενα κτήματα ἢ εἰς μέρος αὐτῶν, χαρακτηριζομένου τοῦ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματός των ὡς ἐμπραγμάτου, ὡς ἁρμόζει εἰς τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν φύσιν τῆς κολληγικῆς σχέσεως· δεύτερον εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς καταβολῆς τοῦ γεωμόρου, ἀπὸ καταβολῆς εἰς εἶδος εἰς καταβολὴν εἰς χρῆμα, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ὑπὲρ τῶν κολληγῶν ὅλη ἡ εἰς τὴν φιλοπονίαν ἢ εἰς τὰς μεγαλειτέρας δαπάνας τῆς καλλιεργείας ὀφειλομένη αὔξησις τῶν προσόδων τῶν ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργουμένων κτημάτων· τρίτον δὲ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς λύσεως τῆς σχέσεως τοῦ καλλιεργητοῦ καὶ τοῦ ψιλοῦ κυρίου δι’ ἐξαγορᾶς καὶ τῆς ψιλῆς κυριότητος ὑπὸ τοῦ καλλιεργητοῦ, ὁπότε ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὸν τοῦτο, καθοριζομένου ἐκ τῶν προτέρων τοῦ καταβλητέου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τιμήματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταβαλλομένου γεωμόρου καὶ τοῦ ὕψους τοῦ τόκου. Ἐὰν τοιαύτη τις μεταρρύθμισις τῶν κολληγικῶν σχέσεων ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, οἱ κολλῆγαι ἤθελον ἔχει ἐξασφαλισμένην τὴν παραμονὴν αὐτῶν ἐπὶ τῶν κτημάτων, ὅπου αὐτοὶ ἐγεννήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα οἱ προπάτορές των καὶ αὐτοὶ ἀνέκαθεν καλλιεργοῦν, εἰς τὰ ὁποῖα συνεπῶς ἔχουν βαθείας ῥίζας, θὰ διέτρεχον δὲ μόνον τὸν κίνδυνον, ἐὰν δὲν ἤθελον ἐκπληρώσει τὰς πρὸς τὸν ψιλὸν κύριον ὑποχρεώσεις των, δὲν ἤθελον δηλ. καταβάλει τὸ εἰς χρῆμα γεώμορον, νὰ ἴδουν ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριούμενον διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τὸ ἐμπράγματον αὐτῶν δικαίωμα ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργουμένων κτημάτων, κίνδυνον ἄλλως τὸν ὁποῖον διατρέχουν πάντες οἱ ἰδιοκτῆται ἀκινήτων κτημάτων, οἱ ἔχοντες οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις. Πρὸς τούτοις διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας καὶ διὰ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐξαγορᾶς καὶ τῆς ψιλῆς κυριότητος ἤθελεν ἀσφαλῶς ἐνισχυθῆ ὁ ζῆλος αὐτῶν πρὸς καλλιτέρευσιν τῆς γεωργίας καὶ ἤθελεν ἀναπτυχθῆ εἰς αὐτοὺς τὸ πνεῦμα τῆς ἀποταμιεύσεως καὶ ἐν γένει τὸ οἰκονομικὸν πνεῦμα. Λέγω πάντα ταῦτα, οὐχὶ ἵνα ἐπιδιώξω τὴν τοιαύτην λύσιν τοῦ κολληγηκῶν ζητήματος σήμερον διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἵνα δείξω ὅτι πλὴν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὑπάρχει καὶ ἄλλη λύσις αὐτοῦ καὶ ἵνα ὑποστηρίξω ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ λύσωμεν τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐπιθυμῶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν κολληγῶν καὶ διὰ λόγους ἐθνικούς, καὶ διὰ λόγους πολιτικούς, καὶ διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις κατὰ τρόπον συμφέροντα εἰς τοὺς κολλήγας, ἀποτελεσματικῶς καὶ σκοπίμως. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς ψήφισμα, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἱκανοποιεῖ τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις τῶν κολληγῶν, ἐξ ἀντιθέτου δὲν καθορίζει ῥητῶς τὸν τρόπον τῆς λύσεως τοῦ κολληγικοῦ συστήματος. Τὸ ψήφισμα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀναγνωρίζουσα τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις τῶν κολληγῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, Ψηφίζει ὅπως ληφθῇ, ὡς τάχιστα, νομοθετικὴ πρόνοια περὶ ἀποκαταστάσεως αὐτῶν εἰς ἀνεξαρτήτους γεωργούς».
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ὑπομνημάτων τῶν ποτοποιῶν. Θέλει ἀποσταλῆ πρὸς ἐκτύπωσιν, καὶ μετὰ τὴν διανομὴν θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὅπως γίνῃ γενικὴ συζήτησις. Ὁ κ. Τετενὲς. Εἶσθε ἀντιλέγων, κύριε Τετενέ, εἰς τὴν πρότασιν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν ἢ ὁμοφρονεῖτε;
§229ΟΘΩΝ ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὁμοφρονῶ βεβαίως ὑπὸ τύπους διαφόρους, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκθέσω.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν ἔχετε τὸν λόγον.
§231ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἔζησα, κύριοι Βουλευταί, ἐν Ῥωμουνίᾳ ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι ἐκεῖ, ὅτε ἐγεννήθη τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, δὲν ἐγεννήθη οὔτε ἀπὸ ἐπαναστάσεις, οὔτε ἀπὸ ἐκβιάσεις, οὔτε ἀπὸ ἀνάγκας γεωργικάς, διότι ἡ Ῥωμουνία κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν εἶχε μέγαν πληθυσμόν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἶχε μεγάλας ἐκτάσεις ἀκαλλιεργήτους. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὸ 1865, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὁ δὲ ἀγροτικὸς πληθυσμός, ὡς γνωρίζετε, ἦτο ἄνευ ἰδιοκτησίας. Ἡγεμόνευε τότε ἐν Ῥωμουνίᾳ ὁ Κούζας. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔθεσε τὴν ἀρχὴν ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ ἓν Κράτος, ἀνάγκη πᾶσα νὰ μὴ ἀποτελῆται μόνον ἀπὸ μεγάλους ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐργατικοί, οἱ ἁπλοϊκοὶ χωρικοί, οἱ ἐργαζόμενοι τὴν γῆν, νὰ εἶναι καὶ οὗτοι κάτοχοι μικρᾶς ἰδιοκτησίας, χάριν τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχωσι δοῦλοι εἰς πεπολιτισμένον Κράτος. Εὗρον ὅμως σφοδροτάτην ἀντίδρασιν ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν συντηρητικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπετέλουν οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται. Ἀρχηγὸς δὲ τοῦ κόμματος τῶν συντηρητικῶν ἦτο ὁ ἀοίδιμος Μπάρμπου Καταρτζῆς, ἄνθρωπος εὐρείας μορφώσεως, δυνάμεως λόγου ἰσχυρᾶς, ὅστις ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ἀκόμη ἡ ὥρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν χωρικῶν, διότι δὲν τοὺς ἐθεώρει ἀκόμη ὡρίμους, ἵνα ἀποκτήσωσι τὸ εὐεργέτημα τῆς ψήφου καὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας συνεζητεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο ἀμφιταλαντευομένη· οἱ μὲν φιλελεύθεροι ἤθελον ν’ ἀποκατασταθῶσιν οἱ χωρικοὶ ὡς μικροὶ ἰδιοκτῆται, οἱ δὲ συντηρητικοὶ ἐπέμενον ἀντιδρῶντες. Τὴν τρίτην ἡμέραν ὁ Μπάρμπου Καταρτζῆς ἐδολοφονήθη ἐντὸς τῆς ἁμάξης του, ἐνῷ μετέβαινεν εἰς τὴν οἰκίαν του ἐκ τῆς Βουλῆς. Ποῖος τὸν ἐδολοφόνησεν εἶναι ἄγνωστον μέχρι τοῦδε. Οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ ἔσπευσε καὶ ἐψήφισε νόμον μερικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων τῆς Ῥωμουνίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν χωρικῶν. Δὲν ὑπῆρχε, καθὼς σᾶς εἶπον, τότε ἐπανάστασις, δὲν ὑπῆρχε τίποτε παρέλκον, ἀλλὰ τὸ φιλελεύθερον κόμμα ἐνόμισεν ὅτι χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ καὶ χάριν τῆς εὐημερίας τῶν ἀγροτῶν εἶναι ἀνάγκη ὁ χωρικὸς νὰ ἔχῃ μικρὸν τμῆμα γῆς, ἵνα δύναται καὶ αὐτὸς νὰ ὀνομάζηται ἀληθῶς ἐλεύθερος καὶ τρέφῃ ἀγάπην πρὸς τὴν πατρίδα του. Διότι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται τὰ Κράτη, εἶναι οἱ ἀγρόται. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, εἷς ἐκ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων εἶπεν, ὅτι ἐδόθησαν μὲν γαῖαι εἰς τοὺς χωρικοὺς τῆς Ῥωμουνίας, ἀλλὰ κατόπιν ἐπαναστάσεως. Ἡ ἐπανάστασις τῆς Ῥωμουνίας ἐκ μέρους τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν δὲν ἐγένετο τότε, ὡς ἀνέφερεν ὁ κύριος συνάδελφος, ἀλλὰ μόλις ἐσχάτως, κατὰ τὸ 1905, εἶναι δὲ αὕτη ἐπανάστασις, ἡ ὁποία πάλιν προῆλθεν ἀπὸ τὴν τρομερὰν καὶ μεγάλην πίεσιν καὶ ἀπληστίαν τῶν ἰδιοκτητῶν. Τί νομίζετε ὅτι ὁ Ῥωμοῦνος χωρικὸς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ δίδῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην; Πρῶτον ὤφειλε νὰ δίδῃ εἰς αὐτὸν τὸ ἥμισυ τῆς προσόδου τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργει. Πλὴν τούτου ὅμως ὁ χωρικὸς εἶχε καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις. Ὤφειλε δηλαδὴ νὰ δίδῃ 25 ᾠὰ τὸν χρόνον, νὰ δίδῃ προσέτι δύο ὀκάδας βούτυρον δι’ ἑκάστην ἀγελάδα. Καὶ νομίζετε ὅτι ἦσαν ἀρκετὰ αὐτά; Ἕκαστος χωρικὸς ὑπεχρεοῦτο προσέτι διὰ συμβολαίου νὰ ἐργάζηται 6 ἡμέρας εἰς τὴν μηχανὴν τοῦ ἰδιοκτήτου ἄνευ πληρωμῆς, ὑπεχρεοῦτο νὰ μεταφέρῃ εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, δηλαδὴ εἰς ἀπόστασιν εἴκοσι καὶ ἐνίοτε τριάκοντα χιλιομέτρων, 40 ἢ 60 ἢ καὶ 80 σάκκους καρποῦ, ἀναλόγως τῶν καλλιεργησίμων γαιῶν, τὰς ὁποίας τῷ παρεχώρει ὁ ἰδιοκτήτης, ἄνευ πληρωμῆς τινος. Ἕκαστος χωρικὸς προσέτι ὑπεχρεοῦτο νὰ ὀργώσῃ, νὰ σπείρῃ καὶ νὰ θερίσῃ τόσα στρέμματα, ὅσα τῷ παρεχώρησεν ὁ ἰδιοκτήτης πρὸς ἰδίαν του καλλιέργειαν, καὶ νὰ μεταφέρῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν στρεμμάτων τούτων εἰς τὸ ἁλώνιον τοῦ ἰδιοκτήτου ἄνευ πληρωμῆς. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἦτο πραγματικὴ μέν, ἀλλὰ καὶ δικαία, διότι ἡ ἀναλογία τῶν ὅσα ἐλάμβανεν ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ὁ χωρικὸς ἦτο τοιαύτη, ὥστε ὁ μὲν πρῶτος νὰ λαμβάνῃ τὰ τρία τέταρτα τοῦ εἰσοδήματος, ὁ δὲ δεύτερος τὸ ἕν. Αὕτη ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῆς ἐπαναστάσεως. Ὅτε ἦλθον ἐδῶ, συνηθισμένος ὢν ἐκ τῆς Ῥωμουνίας μὲ ἀγροτικὰ κτήματα, διότι πάντοτε ἔζησα ἐκεῖ μεταξὺ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, μετέβην εἰς τὴν Θεσσαλίαν μὲ τὸν σκοπὸν ν’ ἀγοράσω ἐκεῖ κανὲν μέγα κτῆμα. Δυστυχῶς ὅμως εἶδον, ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν εἶναι χώρα, ἐν τῇ ὁποίᾳ δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ γεωργία, ἕνεκα τῶν κακῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται. Αἱ συνθῆκαι δὲ αὗται, αἱ ὁποῖαι ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἐν πρώτοις εἶδον ὅτι ὑπάρχουσι μὲν ἰδιοκτῆται ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ οὗτοι εἶναι μόνον κατὰ τύπους, διότι ἰδιοκτῆται κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὸ σύστημα τῆς καλλιεργείας, ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ πότε πρέπει νὰ σπείρῃ ὁ χωρικός, πότε πρέπει νὰ θερίσῃ, τί ποσὸν καὶ τί εἶδος πρέπει νὰ σπείρῃ, καὶ τί ἀπολαβὰς νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας του, ὁ τοιοῦτος νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἰδιοκτήτης. Ἐξ ἄλλου παρετήρησα ἐν Θεσσαλίᾳ τὴν ὕπαρξιν καὶ ἀγροτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ὅμως ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποίαν ὀνομασίαν νὰ δώσω. Οἱ δυστυχεῖς οὗτοι δικαιοῦνται μὲν νὰ λαμβάνωσι τὸ ἥμισυ ἢ τὰ δύο τρίτα τῆς προσόδου τῶν ἀγρῶν, τοὺς ὁποίους καλλιεργοῦσιν, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς κακῆς καλλιεργείας, ἡ ὁποία πράγματι γίνεται, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐσοδεύουσι καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶναι τὰ ⅔ τῆς παραγωγῆς, δὲν ἀρκεῖ οὐδὲ διὰ νὰ χορτάσωσιν ἄρτον. Ἐνόμιζον λοιπὸν καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος νὰ θέσῃ τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, ἐνόσῳ ὁ χωρικὸς νομίζει ὅτι εἶναι δοῦλος; Καὶ εἶναι πράγματι δοῦλος, ἐνόσῳ δὲν εἶναι κάτοχος μικροῦ τμήματος γῆς, διὰ νὰ φυτεύσῃ καὶ αὐτὸς ὀλίγα δένδρα. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἀγρότης εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἀπεφάσισε καθ’ ὅλην του τὴν ζωὴν νὰ φυτεύσῃ ἓν δένδρον. Καὶ βλέπετε ὁλοκλήρους πεδιάδας καὶ χωρία χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανὲν δένδρον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν ἀπολύτως ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ὅτι εἶναι πολιτισμένον αὐτὸ τὸ μέρος. Τὸ τμῆμα ὅμως τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς γῆς εἶναι ἐπὶ 30ετίαν ἐλεύθερον, καὶ ὅμως εἰς τὰ χωρία του δὲν παρατηρεῖται καμμία πρόοδος, ἡ ἔλλειψις δὲ αὕτη τῆς προόδου ὀφείλεται, κατ’ ἐμὴν πάντοτε γνώμην, εἰς τὸ ἑξῆς: Κατὰ κακὴν τύχην περιῆλθον τὰ περισσότερα τῶν κτημάτων εἰς χεῖρας ἰδιοκτητῶν κατοικούντων ἄλλων μὲν εἰς Παρισίους, ἄλλων εἰς Λονδῖνον, ἄλλων εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἄλλων εἰς Ἀθήνας. Κατ’ αὐτὸν ὅμως τὸν τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία βελτίωσις, διότι οἱ χωρικοὶ μείναντες μόνοι καὶ ὄντες ἐντελῶς ἀμαθεῖς ἐφήρμοζον σύστημα καλλιεργείας ἐντελῶς πρωτογενές. Ἄλλοτε εἶχον σπόρον, καὶ ἄλλοτε δὲν εἶχον· μέχρις ὅτου εὕρωσι τὸν σπόρον, παρήρχετο ἡ ἐποχὴ τῆς σπορᾶς, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ ἀπόδοσις ἦτο ἐλεεινή. Κατὰ τὴν εἰς Ἀθήνας διαμονήν μου ἐγνώρισα κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν μίαν ἑσπέραν τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κ. Θεοτόκην. Λόγου γενομένου εἶπον εἰς αὐτόν· Κύριε Πρόεδρε, ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ μερικὰς ἐντυπώσεις μου ἐκ τῆς Θεσσαλίας. Παρετήρησα τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι βάρβαρος καὶ ὀπισθοδρομικός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε καμμίαν πρόνοιαν διὰ τὴν πρόοδον τῆς χώρας ἐκείνης καὶ ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται μένουσι μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἀρκούμενοι εἰς τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἀτελοῦς καὶ πρωτογενοῦς καλλιεργείας τῶν χωρικῶν παράγουσι τὰ κτήματά των. Εἰς τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην προβαίνουσιν οἱ χωρικοὶ χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ, νὰ τοὺς φωτίσῃ.
§232ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Θεοτόκης;
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι ἐγνώριζε τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς καλλίτερον παντὸς ἄλλου.
§234ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μοὶ εἶπεν ὅτι κλιματολογικοὶ λόγοι δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ καλλιέργεια. (Χειροκροτήματα). Ἐγὼ τῷ ἀπήντησα: Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἔζησα εἰς τὴν Ῥωμουνίαν εἰς ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Γιαλομπίτσα, ἐπωνομάζετο δὲ Σαχάρα τῆς Ῥωμουνίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς ἐκ τῆς ἀγρίας καὶ ἀκαλλιεργήτου καταστάσεώς της. Ἡ χώρα αὕτη δὲν εἶχε δένδρα, εὑρίσκετο δὲ εἰς τόσον ἀγρίαν κατάστασιν, ὥστε τὰ χόρτα, ὡς ἐκ τῆς μὴ καλλιεργείας τοῦ ἐδάφους, ἐγένοντο τόσον μεγάλα, ὥστε τὴν νύκτα ὑπῆρχε φόβος νὰ σᾶς φάγωσιν οἱ λύκοι, οἱ εἰς αὐτὰ κρυπτόμενοι. Ἦλθεν ὅμως τὸ Κράτος καὶ ἐφύτευσεν ἐντὸς τῆς ἐρήμου ταύτης μεγάλας ἐκτάσεις δασῶν εἰς διάφορα μέρη τοῦ θέματος. Δάση ἀπὸ ἀκακίας καὶ ἄλλα εἴδη δένδρων κατάλληλα δι’ ἔπιπλα πρὸς κοινὴν χρῆσιν, 30,000 καὶ 40,000 στρεμμάτων. Ἦλθον προσέτι οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ὡσαύτως ἐφύτευσαν δένδρα καὶ ἐκαλλώπισαν διὰ διαφόρων μέσων τὰ κτήματά των. Τοιουτοτρόπως δὲ συνέβη μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν, ἐκεῖ ὅπου σπανιώτατα ἔβρεχε, νὰ μᾶς ἀπειλῇ ἡ πολυομβρία. Εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἀπέναντι τῆς θελήσεως τοῦ ἀτόμου τὰ πάντα ὑποχωροῦσιν. Ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὥστε ὅλα νὰ ὑποχωρῶσιν ἀπέναντι τῆς θελήσεώς του καὶ τῆς ἐπιμονῆς του. Εἰς τοῦτον ὅμως ἐδῶ τὸν τόπον δὲν ὑπάρχει οὔτε θέλησις οὔτε ἐπιμονὴ οὔτε ἐπιβολή, ἀλλὰ τὰ πάντα ἀφέθησαν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Ἡμεῖς εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, ἅμα ὡς ἐνῳκιάζομεν ἓν κτῆμα, ἡ πρώτη μας φροντὶς ἦτο, πῶς καὶ διὰ ποίων μέσων καὶ ὑλικῶν θυσιῶν ἠδυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ κτήματος ἐκείνου. Καὶ ταῦτα ἐπράττομεν, ἂν καὶ ἤμεθα πρόσκαιροι. Ἐγώ, λόγου χάριν, εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, εἰς τρία κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐνοικίασα ἀπὸ τὸ Κράτος διὰ μίαν δεκαετίαν, ἔκαμα πρόχωμα μήκους τεσσάρων χιλιομέτρων, ὕψους ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μέτρου καὶ πλάτους ἑπτὰ μέτρων. Δεξιόθεν δὲ καὶ ἀριστερόθεν ἐφύτευσα δένδρα. Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἐμποδίσω τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ νὰ πλημμυρῶσι καὶ καλύπτωσι πεδιάδα ἐντὸς τοῦ κτήματος δέκα χιλιάδων στρεμμάτων. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἤνοιξα φρέαρ εἰς βάθος 70 μέτρων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησα 30.000 φράγκων. Ὠκοδόμησα ἐντὸς τοῦ κτήματος οἰκίας, στάβλους, ἀποθήκας, μύλον, καὶ κήπους ἀκόμη κατεσκεύασα ἐντὸς αὐτοῦ, ἐξοδεύσας ἄνω τῶν 100.000 φράγκων, χωρὶς νὰ εἶμαι ἰδιοκτήτης. Οἱ ἰδιοκτῆται ὅμως τῆς Θεσσαλίας οὐδὲν ἐκ τούτων πράττουσιν, οὕτω δὲ ὁ τόπος μένει ἔρημος καὶ σκοτεινός. Τώρα ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἂν δύναται ἡ κατάστασις αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη. Ἐν πρώτοις οἱ ἰδιοκτῆται σᾶς λέγουσιν ὅτι «εἶναι συνταγματικόν, εἶναι δίκαιον νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ ἡμᾶς τεμάχιον γῆς, καὶ νὰ τὸ δώσητε εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ νὰ τοὺς καταστήσητε ἀνεξαρτήτους;». Λησμονοῦσιν ὅμως οἱ ἰδιοκτῆται ὅτι εἶναι κατὰ τύπους μόνον ἰδιοκτῆται. Ἐὰν λοιπὸν τοὺς πάρωμεν τὸ ἓν τεμάχιον καὶ τοῖς ἀφήσωμεν τὰ ἄλλα, θὰ γίνωσι κατ’ οὐσίαν ἰδιοκτῆται, θὰ κάμνωσιν ὅ,τι θέλουσι, θὰ εἶναι κύριοι τοῦ κτήματός των, θὰ σπείρωσιν ὅ,τι θέλουσιν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ λάβωμεν ἓν τεμάχιον τοῦ κτήματος, τοῦ ὑπολοίπου πρέπει νὰ μείνῃ ἀπόλυτος κύριος ὁ ἰδιοκτήτης. Διότι φρονῶ, ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ λείψῃ ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία. Ἔχομεν συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτήν, διότι, ὡς θὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, μόνον διὰ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας θὰ μορφώσωμεν τοὺς χωρικούς, θὰ τοὺς καταστήσωμεν καλοὺς καλλιεργητάς. Ἡμεῖς οἱ Κεφαλλῆνες, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐφύγομεν ἀπὸ τὴν πατρίδα μας καὶ μετέβημεν εἰς Ῥωμουνίαν, καθὼς καὶ οἱ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ Ἠπειρῶται, κατέστημεν οἱ διδάσκαλοι τῶν χωρικῶν τῆς Ῥωμουνίας, καὶ τοὺς ἐμορφώσαμεν πῶς νὰ καλλιεργῶσι συστηματικῶς. Καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ λοιπόν, καθ’ ἣν στιγμὴν γίνῃ ὁ χωρικὸς ἀνεξάρτητος, δὲν θὰ παρουσιάζηται κάθε καραγκούνης ἔχων μίαν ῥάβδον εἰς τὴν χεῖρα καὶ μίαν οἰκίαν εἰς τὴν Λάρισαν νὰ λέγῃ· «Κύριε ἰδιοκτῆτα, ἐνοικίασέ μου τὸ κτῆμά σου», ὅπως πράττει σήμερον, βασιζόμενος ἐπὶ τῆς ἐργασίας τοῦ χωρικοῦ. Τότε ὅμως δὲν θὰ βασίζηται ἐπὶ τῆς ἐργασίας τοῦ χωρικοῦ. Τότε θὰ παρουσιασθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν δὲν ἔχωσι γνώσεις τελείως ἐπιστημονικάς, θὰ ἔχωσιν ὅμως μεγάλας πρακτικὰς τοιαύτας καὶ ἀρκετὰ χρήματα εἰς τὴν τσέπην των καὶ θὰ ἐφαρμόσωσι νέον σύστημα ἐπὶ τῶν ¾ ἢ τοῦ ½ τῶν ἐκτάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ μείνωσι. Θὰ καλῶσι δὲ τοὺς χωρικοὺς νὰ τοὺς βοηθῶσιν ἐπὶ πληρωμῇ εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ μορφωθῶσιν οἱ χωρικοὶ καὶ θὰ γίνωσι μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη τέλειοι καλλιεργηταί, ὡς ἔγιναν ἐν Ῥωμουνίᾳ. Ἀλλά, μᾶς λέγει ὁ ἰδιοκτήτης, πῶς θὰ γίνῃ ἡ θυσία αὕτη; Νὰ μοῦ ἀποκόψητε τὴν μίαν μου χεῖρα; νὰ μείνω ἄνευ χειρός; Εἰς τοῦτον δύναται νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις ὅτι, ἀφοῦ τὸ σῶμά σου πάσχει καὶ δὲν εἶναι ἰδικόν σου, πῶς νὰ μὴ σοῦ ἀποκόψωμεν τὴν χεῖρα, ἀφοῦ πρόκειται νὰ σώσωμεν τὸ ὅλον σῶμα; Τέλος οἱ κύριοι ἰδιοκτῆται λησμονοῦσιν ὅτι χάριν αὐτῶν καὶ μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιβαρύνεται μὲ ἀρκετὰς θυσίας; Ἡ ἀπογραφὴ μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἐλεύθερος Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποτελεῖται ἐκ 2.700.000. Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὴν Ἑπτάνησον, τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, τὴν Πελοπόννησον, αἱ ὁποῖαι δὲν παράγουσι σῖτον πρὸς πώλησιν, ποῖοι μένουσι καὶ ὠφελοῦνται ἀπὸ τὸν φόρον τὸν εἰσαγωγικόν; Οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίας.
§235ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βέβαια, αὐτοὶ εἶναι.
§236ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Διὰ νὰ ἔχωμεν 11 λεπτὰ φόρον εἰσαγωγικόν, κάθε πολίτης Ἕλλην πληρώνει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ εἰς τὸ Δημόσιον 30 φράγκα τὸ ἔτος, διότι ἕκαστος πολίτης ἐξοδεύει 200 ὀκάδας σίτου κατ’ ἔτος. Αἱ 200 ὀκάδες σίτου πληρώνουσι δασμὸν εἰσαγωγικὸν περίπου 24 δραχμάς. Πάντα ταῦτα λοιπὸν δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Καὶ ἀπέναντι αὐτῶν δὲν δικαιοῦται οὗτος νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν μίαν μικρὰν θυσίαν; Δὲν δικαιοῦται ὁ Ἑλληνικὸς ἀγροτικὸς πληθυσμὸς νὰ εἴπῃ εἰς αὐτούς: Ἔχετε 20.000 στρέμματα καί, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν εἶσθε ἰδιοκτῆται κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ μόνον κατὰ τύπους, δώσατε ἓν τεμάχιον, καὶ τοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς μείνῃ, μετὰ 5 ἢ 10 ἔτη θὰ τριπλασιασθῇ, θὰ τετραπλασιασθῇ ἡ ἀξία, ὡς ἐτετραπλασιάσθη, ἐδεκαπλασιάσθη, ἐδεκαπενταπλασιάσθη εἰς τὴν Ῥωμουνίαν. Πρὸ εἰκοσιπενταετίας τὰ κτήματα εἰς τὴν Ῥωμουνίαν ἐπωλοῦντο πρὸς 8–10 φράγκα κατὰ στρέμμα Ἑλληνικόν· σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν στρέμμα πωλεῖται ἀντὶ 100 μέχρις 120 φράγκων. Ἡ ὕψωσις δὲ αὕτη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας καὶ τὴν τελειοποίησιν τῆς καλλιεργείας. Ἄρα καθ’ ἣν στιγμὴν τακτοποιήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις μεταξὺ χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἡ ἀξία τῶν ¾ ἢ τοῦ ½ τῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις θὰ μείνῃ, βεβαίως θὰ τριπλασιασθῇ ἐντὸς δεκαετίας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος σπουδαιότατος λόγος συνηγορεῖ, κύριοι Βουλευταί, ὑπὲρ τῆς μερικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καθ’ ἡμέραν εἴτε κατ’ ἔτος νὰ παρουσιάσῃ ἐπαναστάσεις, νὰ κινητοποιῇ συντάγματα καὶ νὰ τουφεκίζωνται ἀγρόται; (Χειροκροτήματα). Ποίαν θυσίαν ζητοῦμεν, κύριοι ἰδιοκτῆται ἀπὸ ὑμᾶς; Ζητοῦμεν νὰ χαρίσητε τὴν περιουσίαν σας; Ποτέ. Γνωρίζετε δὲ πάντοτε ὅτι οἱ ἰσχυροὶ ἀδικοῦσι τὸν ἀνίσχυρον, ὥστε καὶ τώρα, ὅτε θὰ μᾶς πωλήσητε τὰ κτήματά σας, πάντοτε θὰ λάβητε περισσότερα. (Χειροκροτήματα). Τὸ μεγάλο ψάρι εἶναι γνωστὸν ὅτι τρώγει πάντοτε τὸ μικρόν, σεῖς δὲ οἱ ἰδιοκτῆται εἶσθε τὰ μεγάλα ψάρια καὶ οἱ χωρικοὶ εἶναι τὰ μικρά. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ σοβαρόν. Εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον μόλις τὸ 1/20 τῆς ἐκτάσεώς του ἔχει πρὸς καλλιέργειαν, τὰ δ’ ἄλλα 19/20 εἶναι δάση, βουνά, πέτραι κλπ., ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ καλλιέργεια εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἀποδίδουσα τὸ ἓν πέντε, ἀφοῦ ἡ Ῥωμουνία ἔχει ἀπόδοσιν τὸ ἓν δεκαπέντε, ἡ Οὑγγαρία τὸ ἓν δεκαοκτώ, ἡ Γαλλία τὸ ἓν εἴκοσιν; Ἀπὸ τὰς γαίας, τὰς ὁποίας κατέχετε, κύριοι ἰδιοκτῆται, ὠφελεῖσθε ὑμεῖς; ὠφελεῖται ἡ Κοινωνία; ὠφελεῖται ἡ Πολιτεία; ὠφελοῦνται οἱ χωρικοὶ; Οὐδεὶς οὐδὲν ὠφελεῖται. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν νὰ ἐφαρμόσητε ἐπιστημονικὴν καλλιέργειαν, διὰ νὰ ἔχητε ἀπολήψεις μεγαλειτέρας καὶ νὰ δύνασθε νὰ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ὡς καὶ εἰς τὰς ἰδικάς σας ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ κατάστασις αὕτη δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὸ σύστημα τῆς καλλιεργείας; Δὲν δύνασθε, διότι ὁ ἰδιοκτήτης λέγει εἰς τὸν χωρικόν: καλλιέργησον οὕτως, ὁ δὲ χωρικὸς ἀπαντᾷ: Ἀφεντικό, ἔτσι ’ξεύρω· δὲν σοῦ ἀρέσει; πήγαινε ’ς τὴ δουλειά σου. Τῷ λέγει· σπεῖρε αὐτὸν τὸν σπόρον, ἐκεῖνος δέ, ἐὰν ὁ σπόρος εἶναι καλός, τὸν τρώγει, ἐὰν δὲ δὲν τῷ ἀρέσκῃ καὶ δὲν εἶναι καλός, τὸν σπείρει. Ἐξ ὅλων τούτων λοιπὸν εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ εὕρῃ ἓν μέσον νὰ λύσῃ τὸ σοβαρώτατον τοῦτο ζήτημα. Ἴσως δὲν εἶναι συνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα.
§237Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Νὰ τὸ κάμωμεν συνταγματικόν.
§238ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Βεβαίως νὰ τὸ κάμωμεν συνταγματικόν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι κοινοβουλευτικός, ἀλλὰ μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ ὁμιλῶ. Καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι κοινοβουλευτικός, ἀλλὰ μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ λέγω ὅ,τι θέλω ἐδῶ. (Χειροκροτήματα). Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν καὶ μεγάλας ἰδιοκτησίας, διότι ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔκαμε τὰς μεγάλας προόδους ἐν Ῥωμουνίᾳ, ἐκείνη ἡ ὁποία ἔκαμε τὰς μεγάλας προόδους ἐν Οὑγγαρίᾳ, ἐν Ῥωσίᾳ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη. Διότι, καθὼς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ἐὰν ὁ πατήρ μου δὲν εἶχεν ἓν μικρὸ ἀμπέλι εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, μίαν συκιάν, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐπέστρεφον ἴσως ποτὲ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν. Βλέπετε λοιπὸν τί κάμνει ἡ ἰδιοκτησία; Τὸ μικρὸ ἐκεῖνο ἀμπελάκι καὶ ἐκείνη ἡ συκιά, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔφαγα μερικὰ σῦκα, μὲ συνεκράτησαν καὶ δὲν ἔγινα ὑπήκοος Ῥωμοῦνος, ὅτε μὲ παρεκάλουν. (Χειροκροτήματα). Μήπως παρῆλθεν ἡ ὥρα;
§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· ἐξακολουθήσατε.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ζητῶ συγγνώμην, διότι, παραβιάζων ὀλίγον τὸν Κανονισμόν, προσεμέτρησα εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον κατηνάλωσαν τὰ δίκαια χειροκροτήματα.
§241ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Τὸ Κράτος, διὰ νὰ κάμῃ θυσίας, ζητεῖ ἀπολήψεις. Τὸ δοῦναι πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ λαβεῖν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σᾶς δίδει, κύριοι μεγάλοι ἰδιοκτῆται· σεῖς τί μᾶς δίδετε; Ἐξ ὅλων τούτων ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ καταστήσῃ τοὺς χωρικοὺς ἰδιοκτήτας, διὰ νὰ εὐημερήσωσι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ χωρικοὶ καὶ τὸ Κράτος, Τότε δὲ οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ κτήματός των ἢ θὰ ἐφαρμόσωσιν ἐπιστημονικώτερον τρόπον καλλιεργείας ἢ θὰ τὸ ἐνοικιάσωσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ γνωρίζωσι νὰ τὸ καλλιεργήσωσι συστηματικώτερον. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω. (Χειροκροτήματα καὶ εὖγε).
§242ΠΕΡ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα ὑπὸ δυσμενεῖς συνθήκας, μετὰ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ὁ προλαλήσας καὶ μεθ’ ὅσα εἶπε μετὰ τόσης χάριτος καὶ ποικίλης χαριτολογίας, καὶ ἐνδοιάζων ἂν δύναμαι ν’ ἀποκτήσω τὴν συμπάθειαν τῆς ἀκροάσεως, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος παρηκολουθεῖτο. Θέλω σᾶς εἴπει λοιπόν, Κύριοι, ὅτι γηγενὴς Θεσσαλός, ἀνέκαθεν δὲ ζυμωθεὶς μὲ τὴν χώραν ἐκείνην, ἕν καὶ κύριον ἦτο τὸ μέλημά μου ἀφ’ ὅτου ἀφῆκα τὰ βάθρα τῆς ἐκπαιδεύσεώς μου, ἤτοι τὸ νὰ φροντίζω πῶς τὸ μέλλον αὐτῆς νὰ βελτιωθῇ. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν τῆς τε ἀθηναϊκῆς καὶ Θεσσαλικῆς δημοσιογραφίας, εἰς ἣν δὲν ἔπαυσα δημοσιεύων ἄρθρα πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ μετ’ αὐτὴν σχετικὰ μὲ τὰ ἐξαιρετικὰ ζητήματα τὰ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἀναφανέντα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἄλλοτε διηύθυνε καὶ ἐξέδιδεν ἐφημερίδα ἐκ τῶν ἐγκριτωτάτων ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς ἣν πολλάκις εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποστείλω ἄρθρα περὶ τῶν θεσσαλικῶν ζητημάτων. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὅν, πρὶν ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν, ὅτε ἔλαβον τὴν εὐτυχίαν νὰ τὸν γνωρίσω, ἀπηύθυνα ὑπόμνημα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύνανται νὰ λυθῶσι τὰ θεσσαλικὰ ἀγροτικὰ ζητήματα. Δὲν εἶμαι ὅθεν ξένος τῶν ζητημάτων αὐτῶν· πάντοτε ἐμελέτησα καὶ μάλιστα μετὰ πάσης στοργῆς καὶ τῆς δυνατῆς ἐχεφροσύνης, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτά ἡ ὤθησις καὶ πρέπουσα λύσις. Πονῶ καὶ συμπαθῶ πρὸς τοὺς ἀγρότας τοὺς Θεσσαλούς. Εἶναι ὁ αὐτὸς λαός, ὁ ἀρχέγονος κάτοικος τῆς Θεσσαλίας, ὅστις πολεμήσας πρὸς τοὺς Ἠπειρώτας καὶ ἡττηθεὶς ὑπ’ αὐτῶν ἐσυνθηκολόγησε παραδώσας τὰ πάντα ἐκτὸς τῆς τιμῆς καὶ ζωῆς, καὶ ἔκτοτε ἄρχεται ἡ πενεστία ἡ γνωστὴ κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα. Σεμνύνομαι νὰ λέγω ὅτι εἶμαι πενέστης καὶ θὰ ἐθεώρουν ἐμαυτὸν εὐτυχῆ ὅτι κατάγομαι ἐξ ἐκείνων τῶν ἀρχαίων Θεσσαλῶν πενεστῶν, οἵτινες δι’ ὅλων τῶν αἰώνων, τριάκοντα ἂν μὴ καὶ περισσοτέρων, ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς πενεστίας αὐτῆς διεβίωσαν. Ἡ πενεστία καθ’ ὅλας τὰς ἐποχάς, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς μελέτης ὅλων τῶν συγγραμμάτων, δυστυχῶς ὑπῆρξεν ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα καὶ ὑπὸ τοὺς Ῥωμαίους καὶ τοὺς κατόπιν αὐτῶν κατακτητὰς τῆς χώρας καὶ ὑπὸ τοὺς Σλαύους καὶ τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Καταλανούς. Ὅτε ὅμως εἰσήλασε καὶ κατέκτησε τὴν προσφιλῆ μου πατρίδα ὁ ἐπίφοβος καὶ ἀπηνὴς καὶ ἀλλόφυλος καὶ ἀλλόθρησκος ἐχθρός, ὄχι μόνον τὴν πενεστίαν διετήρησεν, ἀλλ’ εἰς πολλὰ μέρη αὐτῆς τοιαύτην καταστροφὴν τῶν κατοίκων ἐπέφερεν, ὥστε εἰς πολλὰ χωρία κατοικούμενα ὑπὸ τῶν τότε πενεστῶν ἐντελῶς καταστραφέντα καὶ ἐρημωθέντα κατοίκων συνῳκίσθησαν ὑπὸ Μωαμεθανῶν κατοίκων μεταφερθέντων ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἔκτοτε δὲ παραμένει καὶ ἡ ὀνομασία τῶν χωρίων ὑπὸ τὴν διατηρουμένην τουρκικὴν τοιαύτην. Οὕτως ἡ χώρα αὕτη διὰ τῶν αἰώνων τοιαύτας ὑπέστη μεταβολὰς καὶ κακώσεις, ὥστε ἠλλοιώθη εἰς πολλά· καὶ ὅτε μᾶς εὗρε τὸ σωτήριον ἔτος 1881 τὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς θεσσαλικῆς χώρας καὶ τὸ ὁποῖον ἐχαιρετίσαμεν μετὰ τόσων παλμῶν χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῆς ἀνῆκεν ὡς ἰδιοκτησία εἰς τοὺς Μωαμεθανοὺς συμπολίτας μας. Ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν εἴχομεν τὸ σθένος, ἵνα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν ὑποβάλωμεν τὰς αἰτήσεις μας καὶ ζητήσωμεν τὰς δυνατὰς βελτιώσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἃς τότε τὸ Κράτος θὰ ἦτο ἴσως εἰς θέσιν εὐκολώτερον νὰ παράσχῃ. Καὶ παρῆλθον οὕτω 15 ἔτη, καθ’ ἃ διετελέσαμεν ὑπὸ τὴν προσδοκίαν αὐτῶν τῶν βελτιώσεων. Ἀλλὰ δυστυχῶς μετ’ αὐτὰ ἐπῆλθε τὸ μέγα κακόν, ὁ παρεμποδίσας πᾶσαν βελτίωσιν, ὁ ἀπαισίας ἐποχῆς ἐκεῖνος πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἐξέσπασεν ἰδίως ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἡμῶν τῶν Θεσσαλῶν. Ἀπὸ τοῦ Μπογαζίου μέχρι τοῦ Δομοκοῦ ὁ χείμαρρος ἐκεῖνος τῶν ἐπιδρομέων ἐχθρῶν δὲν ἠξεύρω εἰς πόσον πλάτος χιλιομετρικὸν κατηρήμωσε καὶ κατέστρεψε τὴν χώραν! Ἀκόμη, Κύριοι, καπνίζουσι τὰ ἐρείπια τῶν καταστραφέντων Φερῶν καὶ ἄλλων θεσσαλικῶν κωμῶν καὶ χωρίων. Καὶ ἡμεῖς οἱ κάτοικοι Βόλου ἐπληρώσαμεν λύτρα ἀπελευθερώσεως καὶ μετὰ τὴν διαπραγμάτευσιν καὶ ὑπογραφὴν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης· καὶ χαίρω, διότι παρίσταται ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω καὶ ἐρωτήσω τί ἀπέγινε διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν 55 χιλ. λιρῶν, ἃς ἡμεῖς οἱ Βολιῶται ἐδώσαμεν εἰς εἶδος εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν καὶ δὲν ἐπληρώθημεν τὴν ἀξίαν των οὔτε ὑπὸ τοῦ Τουρκικοῦ οὔτε ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ 15 ἔτη εἴχομεν τὴν προσδοκίαν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ ἐλάμβανε τὴν πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως ἐν γένει ὅλων τῶν θεσσαλικῶν ζητημάτων καὶ πραγμάτων καὶ κυρίως τῆς θέσεως τῶν ἀγροτῶν, ἐν τούτοις δὲν ἔλαβε τοιαύτην. Ὁ δὲ πόλεμος συνεπλήρωσε τὸ κακὸν ἐπαυξήσας τὴν κακοδαιμονίαν τῆς χώρας. Ἀπὸ τοῦ πολέμου ὅμως καὶ ἐντεῦθεν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μετεβλήθησαν ἐντελῶς οἱ ὅροι καὶ οἱ τρόποι τῆς καλλιεργείας. Τὸ Ἡσιόδειον ἄροτρον καθ’ ὅλον τὸν νομὸν Λαρίσης ἀντικατέστησε τὸ σιδηράροτρον. Λαμβάνω δὲ τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Τετενέν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1900 ἀνέτειλεν, ἐν Θεσσαλίᾳ χαραυγὴ βελτιώσεως γεωργικῆς· ὅτι δὲ ἡ χαραυγὴ αὕτη προάγεται καὶ ἐνδυναμοῦται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ καὶ μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐπιμελουμένου τὰ τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας τῆς χώρας, ὅστις θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸ πάσης ἄλλης ἑλληνικῆς χώρας εἰσήχθησαν καὶ λειτουργοῦσιν 80 ἁλωνιστικαὶ μηχαναί, συστημάτων τῶν διαφόρων εἰδικῶν περὶ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν ἐργοστασίων ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἡ παρουσία καὶ ἡ λειτουργία αὐτῶν τῶν μηχανῶν, ἐκτὸς τόσων ἄλλων εἰσαχθέντων γεωργικῶν μηχανημάτων, δὲν μαρτυρεῖ, Κύριοι, ὅτι ἐγένετο μεγάλη πρόοδος γεωργική; Τίνες ὅμως οἱ φορεῖς καὶ εἰσηγηταί; Ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, δέον νὰ τὸ εἴπω, ὅτι εἶναι οἱ ἐκ Ῥωμουνίας ἐλθόντες ὁμογενεῖς καὶ ἐγκαταστάντες παρ’ ἡμῖν ὡς ἰδιοκτῆται δι’ ἐξαγορᾶς τοιούτων παρὰ τῶν πρώην Τούρκων ἰδιοκτητῶν. Θησαυροὶ δὲ χρυσίου πρὸς τοῦτο ἐδόθησαν. Ἀλλ’ οἱ ἐκ Ῥωμουνίας ἐλθόντες δὲν μᾶς ἔφεραν μόνον τὴν γεωργικὴν πρόοδον, ἀλλὰ καὶ κακὰς ἕξεις καὶ συστήματα γεωργικά, ἅτινα εἶχον ἐκμάθει κατὰ τὴν ἐκεῖ διαμονήν των ὡς μεγάλων καλλιεργητῶν. Χωρὶς δὲ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ γεωργικὸς πληθυσμός μας ἦτο ἐντελῶς ἀμόρφωτος καὶ ἀπαίδευτος πρὸς ἀποδοχὴν τῶν τοιούτων συστημάτων, ἐπεχείρησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ σύστημα τῆς Ῥωμουνίας. Καὶ δι’ αὐτὸ εἴδομεν τοὺς κατοίκους πολλῶν χωρίων ἐξωσθέντας ἢ κάλλιον ἐξαναγκασθέντας ν’ ἀποχωρήσωσι τῆς ἀνέκαθεν πατρίδος των. Διότι ἠρνοῦντο νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰ καλλιεργητικὰ ἔθιμα τὰ ἐν Ῥωμουνίᾳ ὑφιστάμενα εἰς τὰς μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἐργοδοτῶν σχέσεις. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐγέννησε τὴν λυπηρὰν αὐτὴν κατάστασιν. Καὶ εἶναι ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς ἀξιοθρήνητον τὸ ὅτι ἄτομα τόσον ἀξιότιμα καὶ τόσον ἐντριβῆ εἰς τὰ τῆς γεωργίας κατέληξαν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Ὥστε ἀντὶ τῆς ὑφισταμένης ἄλλοτε γαλήνης νὰ ἔχωμεν σήμερον ὀξύτητα σχέσεων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν. Οἱ νεωστὶ ὅθεν ἐλθόντες οὗτοι ὡς καλλιεργηταὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ ἔχωμεν ἴσως τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγηται καὶ ὁ προλαλήσας, ἂν δὲν συνήντα τὰς κατ’ αὐτὸν ἐλλείψεις καὶ καταχρήσεις τῶν ἀγροτῶν, εἰσὶ κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ εἴθε ν’ ἀπατῶμαι, ἡ γενέτειρα τῆς παρατηρουμένης ἤδη ὀξύτητος. Ὑπῆρξαν πρὸ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τανζιμὰτ οἱ θαρραλέοι Θεσσαλοὶ πρόκριτοι, οἱ παλαιοὶ Χριστιανοὶ ἰδιοκτῆται τσιφλικίων τῶν πρὸ τῆς προσαρτήσεως χρόνων, ἡ πλειὰς τῶν ἐνδόξων ἐκείνων ἀνδρῶν τῶν προυχόντων καὶ προκρίτων τοῦ γένους, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως. Ἐκεῖνοι, οἵτινες πάντοτε διὰ τῆς δυνάμεως, ἣν ἤντλουν ἐκ τῆς θέσεώς των, ἤμβλυναν τὴν αἰχμὴν τῆς ἀκωκῆς, ἡ ὁποία βαρεῖα ἐπεσείετο καὶ κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν. Διατί θέλομεν νὰ ῥίψωμεν ἀνάθεμα κατὰ τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν κορυφῶν τοῦ ἔθνους μας καὶ μετὰ μυκτηρισμοῦ νὰ χαρακτηρίζωμεν αὐτοὺς τσιφλικιούχους προϋπάρξαντας ἢ ὑπάρχοντας, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι, θαυμαστὴ ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ δρᾶσις ἐκείνων ἡ πατριωτική, αἱ θυσίαι των αἱ μεγάλαι, διότι ἐπανειλημμένως εἶδον τὰς περιουσίας των πυρπολουμένας, διότι συχνάκις αὐτὴ ἡ ζωή των διεκινδύνευσεν ὑπὲρ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ γενικοῦ καλοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, λέγω, νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τοὺς ἀειμνήστους ἐκείνους ὀφείλομεν πολλοὶ ἐκ τῶν παρακαθημένων σήμερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ εὐτύχημα καὶ τὴν τιμήν, τὸ νὰ συγκαταλεγώμεθα μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν πρώην ἐλευθέρων ἡμῶν ἀδελφῶν. Ὀνόματα σεβαστά, ἱστορικά, θεμελιώσαντα πόλεις, ἀγωγοὶ καὶ φορεῖς τοῦ πολιτισμοῦ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας. Ὁ ἐξ Ἀγράφων Τσάπαλος, ἀτρόμητος καὶ γενναῖος ἀνήρ, ὅστις παρ’ ὀλίγον νὰ ἀποσταλῇ εἰς Φεζάν, ἂν ξένοι ἰσχυροὶ δὲν παρενέβαινον καὶ τοῦ διέσωζον τὴν ζωήν. Ἀναμιμνήσκομαι τοῦ Σακελλαρίου, μεγατίμου ἐξ Ἠπείρου πατριώτου, τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ χωρίου Δεμερλῆ, καὶ ἀναμιμνήσκω πρὸς ὑμᾶς καὶ τὴν χορείαν τόσων ἄλλων ἰδιοκτητῶν θεσσαλικῶν χωρίων ἁπάντων διακριθέντων ἐπὶ φιλοπατρίᾳ θερμῇ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς μαύρης δουλείας. Δὲν ἐλησμόνησε τὸ Πήλιον τὸν Δημήτριον Γιαλλόπουλον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου· ἐνθυμεῖται ὁ Ἁλμυρὸς τὸν Χρῖστον Ἀποστολίδην τὸν ἀπὸ τοῦ 1843 ἰδιοκτήτην τσιφλικίου ἐν Θεσσαλίᾳ τοῦ τέκνου τῆς ἡρωικῆς κώμης τοῦ Πλατάνου, ἥτις τοσάκις κατὰ τὰς διαφόρους ἐπαναστάσεις ἐγένετο ὁλοκαύτωμα διὰ τοὺς ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνάς της. Πῶς νὰ μὴ ἀναφέρῃ τις τὸν Νικόλαον Γάτσον τὸν μεταξὺ τῶν θεμελιωτῶν τῆς πόλεως Βόλου καὶ αὐτὸν τσιφλικιοῦχον; Τὸν ἐκ Λαρίσης πρόκριτον Καλπάκαν· αὐτὸν τὸν Ἀλέξανδρον Κασσαβέτην, τὸν δωρητὴν τοῦ τσιφλικίου Ἀϊδινίου, ἐν ᾧ λειτουργεῖ ἡ ὁμώνυμος Γεωργικὴ Σχολή; Τοὺς ἀδελφοὺς Καρτάλη, τοὺς γενναίους προμάχους τοῦ Σαρακηνοῦ, τοὺς ἀδελφοὺς Σαπουζῆ καὶ τόσους ἄλλους, τοὺς ὁποίους ἡ σύγχρονος γενεὰ λησμονεῖ καὶ ἀποκαλεῖ τσιφλικιούχους, ὡς νὰ μὴ ἦσαν αὐτοὶ Ἕλληνες τόσας καὶ τοιαύτας ὑπηρεσίας παρασχόντες εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸ ἔθνος; Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀνάγκη νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς καταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ὡς συμπέρασμα κατὰ πόσον ἡ θέσις τῶν ἀγροτῶν δι’ ἀπαλλοτριώσεως ἑκουσίας ἢ ἀκουσίας θὰ συντείνῃ εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ εὐημερίαν τῆς πλουτοφόρου χώρας. Τὸ κατ’ ἐμέ, προτιμῶ τὴν ἑκουσίαν κατὰ τὸ σύστημα τὸ Ῥωσικὸν καὶ τὸ Αὐστριακόν, διότι πιστεύω ὅτι οὕτω δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ εὐνοϊκὸν ἀποτέλεσμα. Διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον τρομερὸν καὶ φοβερόν, ὅσον παρίσταται, διότι ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ ὅλας τὰς εὐκολίας τῆς ταχείας λύσεως, ἂν θελήσῃ, ὡς πρεσβεύω, ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ συντείνῃ εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἐπιβάλλουσι νὰ δώσῃ. Τὸ ὅλον τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ χωρίων ἀνέρχεται εἰς 658, ἐξ ὧν κεφαλαιοχώρια 323, καὶ τσιφλίκια 345, ἀνήκοντα εἰς χριστιανοὺς Ἕλληνας, εἰς Ὀθωμανοὺς τὸ θρήσκευμα καὶ τὴν ὑπηκοότητα, καὶ εἰς ἄλλους ὑπηκόους ξένων Δυνάμεων.
§243Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ὑμεῖς πόσα τσιφλίκια ἔχετε;
§244Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἀπὸ τὰ ἐφοριακὰ βιβλία ἐν Θεσσαλίᾳ. Δύνασθε ν’ ἀναγνώσητε τὸν στατιστικὸν πίνακα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν στατιστικῶν μου ἀνακοινώσεων. Θέλω ὅμως νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ὡς διὰ μακρῶν ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξεν, ἡ παραδοχὴ παρ’ ἡμῖν γεωργικῆς πολιτικῆς εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ κλονισμῶν εἰς τὴν ποθητὴν λύσιν τῶν γεωργικῶν ζητημάτων, Μία τοιαύτη πολιτικὴ θὰ συνεργήσῃ εἰς τὸ νὰ διανεμηθῶσι τὰ μεγάλα κτήματα εἰς μικρὰς ἰδιοκτησίας εὐκολώτατα. Μὴ νομίσητε, παρακαλῶ, ὅτι οἱ λόγοι μου οὗτοι ἐφευρέθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Πραγματείαν τελείαν, βιβλίον ὁλόκληρον μετέφρασα ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ, διὰ νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ ἀποτελέσματος τῆς μετατροπῆς τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας εἰς μικράς, πάντοτε ὅμως ἐν σχέσει μὲ τὰς ἐν τῇ χώρᾳ μας κρατούσας γεωργικὰς συνθήκας. Ὅσα λοιπὸν διετύπωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν εἶναι ζητήματα διατυπωθέντα ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τῆς στιγμῆς ταύτης. Πρὸ καιροῦ ἀπετέλεσαν τὴν φροντίδα καὶ μέριμνάν μου ἀποβλέποντος εἰς τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Διότι τὴν Θεσσαλίαν, τὴν προσφιλῆ μου πατρίδα, ἀγαπῶ ἴσως πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις τόσον ἀποτόμως μὲ διέκοψε.
§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν δεκάτην ὥραν, διὰ νὰ τερματίσωμεν τὴν συζήτησιν.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Διακόπτεται διὰ τὴν δεκάτην ὥραν. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Ν. Μπούτου, Θεμιστ. Κ. Κουτσομητοπούλου, Ἀθ. Αἰλιανοῦ, Θ. Σταμούλη, Ἀναστ. Κοκκέβη, Μ. Δαζέα, Ἀντ. Πετρομανιάτου, Γ. Κορομηλᾶ, Ἀθ. Παπαχελᾶ, Χ. Δικαίου, Ἰω. Κουρτάκη, Π. Φλέσσα, Φ. Βακαλοπούλου, Ἀθ. Περρωτοῦ, Δ. Κάβουρα, Π. Ἰατροπούλου, Μενελ. Πιπιλῆ ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάρρῳ Νέδοντι κλπ.» ἐκτυπωθησομένη πρὸς διανομήν. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λάμπρου Κορομηλᾶ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Ἀποστόλου Ἀλεξανδρῆ ὑποβάλλεται Δήλωσις «περὶ ἐπιτευκτέων μεταβολῶν ἐν τοῖς εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1911», τυπωθησομένη πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς.
§248ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ἀνέκυψεν εἰς τὸ μέσον τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, εἴτε ὡς θεσσαλικὸν ζήτημα εἴτε ὡς γενικὸν ζήτημα, οἷον καὶ πράγματι εἶναι, εἰς τοῦτο βεβαίως ὑπαίτιοι δὲν εἶναι οἱ Βουλευταὶ Θεσσαλίας, ἀλλὰ ὑπαίτιοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς τὸ παρελθὸν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν διατύπωσιν αὐτοῦ, ἀντέταξαν εἰς τὰς προσπαθείας συμπαγοῦς ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦντος ἢ νὰ ἐπιτύχῃ ὅρους διεξαγωγῆς τοῦ περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνος, ὁμοίους πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀπολαμβάνουσιν ἄλλοι ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦντες ἢ νὰ ἐξυψωθῇ ἐπὶ ὁμοίου ἀνθρωπιστικοῦ ἐπιπέδου πρὸς ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵστανται καὶ ἄλλοι τῆς Ἑλλάδος γεωργικοὶ πληθυσμοί. Οὐδεμία, Κύριοι, ἀμφιβολία, ὅτι ἐν ἀνθρωπίνῃ κοινωνίᾳ ἀπόλυτος ἀτομικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Τοιαύτη τις ἐξουσία, ἀπολύτως ἀναγνωριζομένη, θὰ παρεκώλυε τὴν κοινωνικότητα, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἀριστοτέλην εἶναι συμφυὴς πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Τεθέντος τούτου, οἱ περὶ ἱερότητος τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἰσχυρισμοὶ εἶναι ὑπερβολικοί, ἀντιτίθενται δὲ καὶ πρὸς τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ πρὸς τὸ κοινωνικὸν συμφέρον καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην, ἅτινα οὐδόλως θὰ ἐξυπηρετοῦντο διὰ τῆς ἀπολύτου τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἀναγνωρίσεως. Κοινωνικὸν συμφέρον καὶ κοινωνικὴ ἀνάγκη ἰδού, Κύριοι, τὰ ὅρια τῆς προστασίας παντὸς ἐν γένει ἀτομικοῦ δικαιώματος, ἄρα καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Τοιαύτην ἀντίληψιν τῆς ἐκτάσεως τῆς νομίμου προστασίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἔχουσι συγγραφεῖς ὡς ὁ διάσημος ἐν Βιέννῃ καθηγητὴς Grünhut καὶ ὁ πολὺς Γερμανὸς δημοσιολόγος G. Meyer ἀνακηρύσσοντες ὡς ὅριον τῆς προστασίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας τὸ γενικὸν τῆς Πολιτείας συμφέρον. Τοιαύτη τις δὲ εἶναι καὶ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποδώσῃ τις ἑρμηνεύων τὰς λέξεις τοῦ ἰσχύοντος 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος «δημοσία ἀνάγκη». Ἐξ ἄλλου οὔτε ὁ ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» οὔτε ὁ ὅρος «δημοσία ὠφέλεια», ἀλλ’ οὔτε καὶ ὁ ὅρος «κοινὴ ὠφέλεια», τὸν ὁποῖον καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προέτεινεν ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς κ. Στ. Δραγούμης καὶ ἐνταῦθα ὑπεστήριξεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἔντιμος βουλευτὴς κ. Ζαβιτσᾶνος, δύναται νὰ καθορίσῃ ἐπακριβῶς τὸ ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου ἐκτείνεται τὸ δυνατὸν τῆς προστασίας παντὸς ἀτομικοῦ δικαιώματος, ἄρα καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Εἰς τὴν νομοθεσίαν δὲ ἀπόκειται νὰ καθορίζῃ ἑκάστοτε ἀκριβέστερον τὸ σημεῖον, μέχρι τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προστατεύσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἐντός, ἐννοεῖται, τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ὁ νομοθέτης, τοῦ νὰ ἀποδίδῃ, ἐν περιπτώσει ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἰς τὸν κύριον τὴν συνολικὴν ἀξίαν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ κατεχομένου καὶ ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριουμένου ἐδάφους. Οὐχ ἧττον, Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» γραμματικῶς ὑπολείπεται τοῦ ὅρου «δημοσία ὠφέλεια», διότι ὁ ὅρος «δημοσία ὠφέλεια» περιέχει λογικῶς καὶ τὸν ὅρον «δημοσία ἀνάγκη», ἐνῷ ὁ ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» δὲν περιέχει γραμματικῶς, κατά τινας δὲ — εὐτυχῶς λίαν εὐαρίθμους — οὐδὲ λογικῶς καὶ τὴν «δημοσίαν ὠφέλειαν», διὰ τοῦτο θὰ ἐτασσόμην καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ἡ διατύπωσις τοῦ ὁποίου εἶναι μᾶλλον ἐπιτυχὴς χωρὶς νὰ παύω ὑποστηρίζων, ὅτι, οἱαδήποτε διατύπωσις καὶ ἂν τεθῇ, ἐγὼ ταύτην τὴν γνώμην θὰ ἔχω καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ὅτι δηλαδὴ τοῦτο ἐπὶ τοσοῦτον προστατεύεται καὶ δέον νὰ προστατεύηται, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούει εἰς γενικώτερα συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Σχετικῶς, Κύριοι, πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης διατυπώσεως, ἢ τῆς τεθησομένης διατυπώσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἐπιμόρτων εἰς μικροϊδιοκτήτας, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις οὐδεμίαν ἀντισυνταγματικότητα θὰ εἶχεν, ἀλλὰ ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἦτο συνταγματικωτάτη. Οὔτε ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν, ὅπως εἶπε συνάδελφός τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦσιν ἐνταῦθα σοσιαλιστικὰς ἰδέας. Τὴν τοιαύτην γνώμην ἔχω ὄχι μόνον ὡς πολιτικός, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπιστήμων. Ἰδοὺ τί λέγει, Κύριοι, ὁ πολὺς Ἀδόλφος Βάγνερ, καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Βερολίνου, τοῦ ὁποίου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διατελέσω καὶ ἐγὼ μαθητής (ἀναγινώσκει): «Ἑκάστη βαθμὶς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐξελίξεως λαοῦ τινος ἔχει, καθὸ προϊὸν τοῦ μέχρι τοῦδε ἱστορικοῦ αὐτοῦ παρελθόντος, ὡρισμένην ὀργάνωσιν τῆς λαϊκῆς οἰκονομίας καὶ ὡρισμένην διαμόρφωσιν τοῦ τεχνικοῦ τρόπου τῆς ἀσκήσεως τῶν κατ’ ἰδίαν ἐπαγγελμάτων ἢ τῆς τοῦ ἐδάφους ἐκμεταλλεύσεως, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης διανομῆς τῆς κυριότητος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους καὶ τοῦ κεφαλαίου εἰς ὡρισμένους δικαιούχους. Ἐὰν μεταβολὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου καὶ τῆς διαμορφώσεως ταύτης ἀποδεικνύηται ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, μεθ’ ὥριμον βάσανον, ὡς οὐσιαστικὸς ὅρος τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τοῦ λαϊκοῦ βίου, καὶ ἐφ’ ὅσον συμβατικῶς ἡ τοιαύτη μεταβολὴ δὲν εἶναι δυνατή, ἡ ἰδιωτικὴ κτῆσις δέον νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ οὕτω βεβαιωθὲν δημόσιον συμφέρον καὶ δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις». Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, τοιαύτην θεωρητικὴν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς διὰ νομοθετικῆς πράξεως ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν μορτιτῶν, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ταχθῶ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν. Τοὐναντίον θὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν περὶ ψηφίσματος, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Ἀλ. Παπαναστασίου, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς τροπολογίας τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Θεσσαλίας προδικάζεται ὁ τρόπος τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἐνῷ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν θὰ ἐτασσόμην ὑπὲρ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς κατανομῆς αὐτῶν εἰς μικροϊδιοκτησίας, ἀλλὰ θὰ ἐτασσόμην ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος δικαιώματος τῆς κυριότητος τῶν τσιφλικίων εἰς δικαίωμα ἐμφυτευτικὸν ἐπὶ παγίῳ κανόνι εἰς χρῆμα καὶ μὲ τὸν ὅρον τῆς ἐξωνήσεως τῆς ψιλῆς κυριότητος τῶν τσιφλικίων. Διότι νομίζω ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπιτυγχάνεται, ὥστε οἱ μορτῖται νὰ μὴ δύνανται πλέον νὰ ἐκδιώκωνται ἐκ τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον βρέχουσι διὰ τοῦ ἱδρῶτός των, ἀφ’ ἑτέρου δέ, καθισταμένου παγίου τοῦ κανόνος, πᾶσα βελτίωσις τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία ἤδη εἶναι πρὸς ὄφελος κυρίως τοῦ τσιφλικιούχου, θὰ εἶναι εἰς τὸ ἑξῆς πρὸς ὄφελος τοῦ μορτίτου, ὅστις οὕτω θὰ ἔχῃ ζωηρὸν τὸ ἐνδιαφέρον νὰ προαγάγῃ τὴν καλλιέργειαν, διότι τὸ ὑπερβάλλον τῆς παραγωγῆς θὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτὸν ἀποκλειστικῶς. Καὶ διότι ἐξ ἄλλου ἐξασφαλίζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὸν ἐργαζόμενον καὶ ἐπιμελῆ κολλήγαν ἡ ἐξαγορὰ τῆς ψιλῆς κυριότητος, ὁσάκις ἤθελεν ἐπιτύχει εὐνοϊκοὺς πιστωτικοὺς ὅρους. Ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τοιαύτης τινὸς ἐμφυτεύσεως, καθιερουμένης πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκαταστάσεως μορτιτῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας, ἔχουσι κηρυχθῆ ἐνθουσιωδῶς οἱ σύγχρονοι οἰκονομολόγοι. Ἀνάλογον σύστημα ἐφηρμόσθη ἐσχάτως ἐν Μεκλεμβούργῳ πρὸς ἐγκατάστασιν μικρογεωργῶν· ἐπίσης ἐν Πρωσσίᾳ τελευταῖον διὰ τῶν νόμων τοῦ 1890 καὶ 1891 διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν κτημάτων διαρκοῦς προσόδου (Rentengüter) πρὸς ἐγκατάστασιν μικρογεωργῶν. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο ἔχει τὰ προσόντα ὅτι καὶ εὐχερὲς εἶναι καὶ ἀδάπανον διὰ τὸ Κράτος. Ἔχουσι δὲ συμφέρον οἱ γεωργοὶ τῆς Θεσσαλίας νὰ μὴ ἐξαντλήσωσι τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξαγορὰν τῶν τσιφλικίων, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωσι τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ πόρων, ὅπως ὑποβοηθήσῃ αὐτοὺς δι’ ἐγκαθιδρύσεως καταλλήλων πιστωτικῶν καὶ γεωργικῶν ὀργανισμῶν, ὅπως προαγάγῃ τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους καὶ καταστήσῃ αὐτὴν ἀκμαιοτέραν. Οὐδεὶς ἐξ ἄλλου δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι φλέγον καὶ ἐπεῖγον εἶναι τὸ θεσσαλικὸν καὶ ἐν γένει τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ὅτι δὲ διὰ τὴν ἐπίλυσιν αὐτοῦ δὲν συντρέχουσι μόνον οἰκονομικοί, ἀλλὰ καὶ πολιτικοί, δύναταί τις εἰπεῖν, λόγοι. Διότι ἔχει συμφέρον τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ πολίτας φρονηματίας, συνδεομένους μετὰ τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον θὰ κληθῶσιν ἡμέραν τινὰ νὰ ὑπερασπίσωσι. (Χειροκροτήματα).
§249Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 17 φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ διατύπωσις τῆς πρώτης παραγράφου ἡ ὑπὸ τῶν 6 Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν γινομένη μὲ τὴν διαφορὰν ἀντὶ τῆς λέξεως «δημοσία ἀνάγκη» νὰ τεθῇ «δημοσία ὠφέλεια», νὰ ἀπαλειφθῇ δὲ τὸ «προσηκόντως ἀποδεδειγμένη», ἀφοῦ λέγει «ὅπως ὁ νόμος διατάσσει», διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ νόμος θὰ διατάσσῃ νὰ εἶναι προσηκόντως ἀποδεδειγμένη ἡ ἀνάγκη. Καταθέτω τὸ σχέδιον, καθ’ ὃ οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν, ὅπως ὁ νόμος διατάσσει κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. (Ἰδὲ τροπολογίαν ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§250Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ἐξητάσθη μέχρι τοῦδε ἀπὸ δύο ἀπόψεων, ἀπὸ τῆς ἐπιστημονικῆς ἢ συνταγματικῆς ἀπόψεως καὶ δυστυχῶς καὶ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἀπόψεως. Λέγω δὲ δυστυχῶς, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν πολιτικὴν ἄποψιν, προβάλλοντες τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα, ὅπερ φέρει πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἴσως διακινδυνεύουσι καὶ τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφηρίστως ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος δύο τινὰ προέχουσι· προέχει τὸ γεγονός, ποία εἶναι ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις θὰ χαρακτηρίσῃ περίπτωσίν τινα ὡς περίπτωσιν δημοσίας ἀνάγκης καὶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπαναληφθείσης τῆς συνεδριάσεως ἀνέπτυξεν ὅτι ὡς δημοσίαν ἀνάγκην ἡ πεῖρα τῶν ἐθνῶν καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐθεώρησε μόνον τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἰδιοκτησία, ἀφαιρουμένη παρὰ τοῦ ἀτόμου, δίδεται πρὸς δημοσίαν χρῆσιν. Ἀληθῶς ἐπὶ μακρὸν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ὅτι δηλαδὴ δημοσία ἀνάγκη ὑφίστατο μόνον ὅτε τὸ ἀφαιρούμενον ἀπὸ τοῦ ἰδιώτου κτῆμα παρεδίδετο εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὅτι πλεῖστοι συγγραφεῖς ὑποστηρίζουσι τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ παρεῖδεν ὅτι ἡ ἔννοια τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἢ ἐκ τῶν νόμων ἐξωτερικόν τι γνώρισμα, δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἔννοια καὶ ἰδέα, παρὰ νὰ εἶναι εὐμετάβολος καὶ ἐξελισσομένη. Καὶ ἐὰν κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους, καθ’ οὓς ἄλλη ἦτο ἡ ἀντίληψις περὶ Κράτους, καθ’ οὓς τὸ Κράτος ἵστατο ξένον πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ὡς δημοσία ἀνάγκη ἐχαρακτηρίζετο ἡ περιωρισμένη περίπτωσις, καθ’ ἣν κτῆμά τι ἀφῃρεῖτο ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην, ἵνα παραχωρηθῇ εἰς δημοσίαν χρῆσιν, οὐδεὶς σήμερον θὰ εὑρεθῇ πλὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑποστηρίζων τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν περὶ δημοσίας ἀνάγκης εἴτε ἀπὸ ἐπιστημονικῆς εἴτε ἀπὸ πάσης ἄλλης ἀπόψεως. Σήμερον, ὅτε τὸ Κράτος παρίσταται ὡς συνασπισμὸς διαφόρων γενικῶν συμφερόντων, ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν, ὅτε προΐσταται καὶ ὀφείλει νὰ προΐσταται ἢ νὰ προάγῃ πάντα τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα καὶ νὰ ῥυθμίζῃ ταῦτα, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δημοσία ἀνάγκη εἶναι μόνη ἡ περίπτωσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, πρέπει δὲ νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ δημοσία ἀνάγκη διὰ τὸ νεώτερον Κράτος ὑφίσταται πάντοτε, ὁσάκις τοῦτο κρίνει ὅτι ὁ ὕπατος αὐτοῦ προορισμὸς ὡς Κράτους, ὀφείλοντος νὰ ἐπιτελέσῃ διαφόρους σκοπούς, ἐπιβάλλει, ὅπως περίπτωσίν τινα χαρακτηρίσῃ τούτου ἕνεκα ὡς περίπτωσιν δημοσίας ἀνάγκης. Καὶ ἂν φαντασθῶμεν πρὸς στιγμὴν ἐπὶ τῆς ἀπασχολούσης ἡμᾶς θεσσαλικῆς ὑποθέσεως, ὅτι ὁλόκληροι πληθυσμοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῶσι διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐὰν φαντασθῶμεν ὅτι εἰς μέρος τι τῆς Ἐπικρατείας, τὴν Θεσσαλίαν, εἶναι ἀδύνατον λόγῳ τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς διαβιοῦσιν ὁλόκληροι πληθυσμοί, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἰσότης καὶ ἡ δικαιοσύνη, ὅτι ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦτο ἀδύνατον νὰ εὐοδωθῇ ἡ παιδεία καὶ τὸ ἐθνικὸν αὐτῶν αἴσθημα, ἀδύνατον ἀκόμη νὰ εὐοδωθῇ τὸ πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον τελοῦμεν, καὶ ὅτι τέλος τὸ Κράτος διαγιγνώσκει ὅτι μόνον διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν ὡς ἰδιοκτητῶν δύνανται οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι νὰ γίνωσιν ἄρτιοι κοινωνικοὶ καὶ πολιτικοὶ παράγοντες, καὶ ὅτι τούτου ἕνεκεν ὑφίσταται ἀνάγκη ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἶναι τελείως ἀδύνατον μίαν τοιαύτην περίπτωσιν ἀπαλλοτριώσεως νὰ μὴ χαρακτηρίσωμεν ὡς περίπτωσιν δημοσίας ἀνάγκης συμφώνως πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῶν σκοπῶν, οὓς κέκτηται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ νεώτερον Κράτος. Ἑπομένως νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι μόνη ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δὲν ἐξαντλεῖ τὰς περιπτώσεις τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλ’ ὅτι αἱ περιπτώσεις τῆς δημοσίας ἀνάγκης ὑπάρχουσι καὶ δημιουργοῦνται πάντοτε συμφώνως πρὸς τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ νεώτερον Κράτος. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον συνταγματικὸν ζήτημα, ποία ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία κυριαρχικῶς κρίνει περὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης, καὶ περὶ τούτου ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις συντελεῖται διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ὅπως καὶ ὅταν ὁ νόμος ὁρίζει. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει κυριαρχικῶς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα, ὅπως κρίνῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Καὶ ἐὰν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἡ πεῖρα τῶν ἐθνῶν καὶ ἡ ἐπιστήμη χαρακτηρίζουσιν ὡρισμένας μόνον περιπτώσεις ὡς περιπτώσεις δημοσίας ἀνάγκης, πάλιν ἡ ἡμετέρα νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ἀπολαμβάνουσα ἐκ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσῃ κυριαρχικῶς περίπτωσίν τινα ὡς περίπτωσιν δημοσίας ἀνάγκης καὶ ἐξ οὐδενὸς περιοριζομένη ἐξωτερικοῦ γνωρίσματος, δύναται, παρὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑποστηριζομένην πεῖραν τῶν ἐθνῶν, νὰ χαρακτηρίσῃ ἀνεξελέγκτως οἱανδήποτε περίπτωσιν ὡς περίπτωσιν δημοσίας ἀνάγκης, ἀφ’ ἧς δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πράξῃ τοῦτο, οὐδεμία ὑπάρχει δύναμις, ἡ ὁποία νὰ κρίνῃ ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνάγκη ἀντισυνταγματικῶς ἐδημιουργήθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, παρορῶσα τὴν διάταξιν τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος τοῦ ἀναθέτοντος ἄνευ περιορισμοῦ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ τοιοῦτο δικαίωμα τῆς ἐξευρέσεως τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ ἀποβλέπουσα μόνον εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου τονισθεῖσαν πεῖραν τῶν ἐθνῶν. Λέγων ταῦτα οὐδαμῶς σκοπῶ νὰ καταλήξω, ὅπως ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς θεσσαλικῆς ὁμάδος. Βεβαίως ἀναγνωρίζω, καὶ οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ἀφοῦ τοσαῦται πεφωτισμέναι γνῶμαι ἀνεπτύχθησαν, ὁπόσον ἀνώμαλος εἶναι ἡ κατάστασις τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Θεσσαλίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὑπάρχει σαπρόν τι ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ παροῦσα Συνέλευσις, κεκλημένη, ὅπως ἀσχοληθῇ περὶ μόνον τὸ συνταγματικὸν ζήτημα τῆς δημοσίας ἀνάγκης εἶναι ἐντελῶς ἀναρμοδία νὰ ἐπιλαμβάνηται εἰδικῶν θεμάτων καὶ νὰ χαρακτηρίζῃ ταῦτα προκαταβολικῶς ὡς θέματα δημοσίας ἀνάγκης. Ἡ Συνέλευσις θὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτήν, ἐὰν καθορίσῃ τελείως τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ἀνάγκης, καὶ ἂν σαφῶς δηλώσῃ ὁποία ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις αὕτη δὲν εἶναι ἁρμοδία, ὅπως ἐξετάσῃ σήμερον τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα καὶ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ μεγάλων ἰδιοκτησιῶν καὶ ἡ δημιουργία μικρῶν ἰδιοκτησιῶν ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην. Διότι ἀνεπτύχθησαν μὲν γνῶμαι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἰδίως τῶν Θεσσαλῶν, ὅτι ἡ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἀφόρητος, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι ἡ πρώτη βαθμὶς καὶ τὸ πρῶτον βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προβῇ τὸ Κράτος, εἶναι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων καὶ ἡ κατανομὴ αὐτῶν εἰς μικρὰς ἰδιοκτησίας. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκλείω ἐν τῇ συνειδήσει μου, εἶναι τὸ ἔσχατον, ὅτι τότε μόνον δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσπασθῶσι τοιοῦτό τι μέτρον, ἢ νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτὸ ὡς μέτρον δημοσίας ἀνάγκης, ἐὰν ἀποδειχθῇ σαφῶς ὅτι οὐδὲν ἄλλο μέτρον εἶναι ἱκανὸν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ἰσότητα, ἥτις καὶ μόνη κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην, διότι καθ’ ἑαυτὴν ἡ κατανομὴ τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν εἰς μικράς, ἐφ’ ὅσον δὲν συντρέχουσιν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα, δὲν ἀποτελεῖ κατὰ τὴν γνώμην μου δημοσίαν ἀνάγκην. Μόνον ἐὰν αἱ παρομαρτοῦσαι συνθῆκαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, εἴτε πολιτικῆς εἴτε κοινωνικῆς, ἡ κατανομὴ τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν εἰς μικρὰς ἀποτελεῖ ζήτημα δημοσίας ἀνάγκης, τότε καὶ μόνον τότε εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων καὶ ἡ διὰ ταύτης δημιουργουμένη μικρὰ ἰδιοκτησία ὡς γινομένη λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἡ συζήτησις διεξήχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνταῦθα; Εἴμεθα παρεσκευασμένοι; Εὑρισκόμεθα πρὸ ὡρισμένου σχεδίου, ὅπως συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ; Ἐνταῦθα ἐκλήθημεν, ὅπως συζητήσωμεν τὸ συνταγματικὸν ζήτημα καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μόνον τοῦ συνταγματικοῦ τούτου ζητήματος καὶ ἐμμέσως συζητεῖται τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις χαρακτηρίζουσα ἀπὸ τοῦδε τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα ὡς ζήτημα δημοσίας ἀνάγκης, ἐνῷ τὴν Συνέλευσιν ταύτην, κεκλημένην κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ δημιουργήσῃ Σύνταγμα, ἀπασχολεῖ καὶ πρέπει ν’ ἀπασχολῇ ἓν μόνον ζήτημα, ἡ ἔκτασις τῶν ὁρίων τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ οὐχὶ ὁ καθορισμὸς ὡρισμένης περιπτώσεως κατ’ ἐξαίρεσιν ὡς περιπτώσεως δημοσίας ἀνάγκης; Καὶ μάλιστα περιπτώσεως δημοσίας ἀνάγκης, ἥτις ἵνα ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ συντρέχωσι καὶ συνυπάρχωσιν ὡρισμέναι συνθῆκαι, ὧν τὴν ὕπαρξιν οὐδεὶς ὑπευθύνως εἰσηγεῖται; Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅ,τι κυρίως ἐνδιαφέρει τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς ἤδη εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀβεβαιότης ἡ ὑπάρχουσα ὅτι, ἐὰν ποτε παραστῇ ἀνάγκη νὰ προβῇ τὸ Κράτος εἰς ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων καὶ δημιουργίαν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν, τότε δὲν θὰ εὑρεθῶσί τινες οἱ ὁποῖοι θὰ χαρακτηρίσωσι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ταύτην ὡς ἀντισυνταγματικήν. Ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νομίζω ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὕτη, χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος, εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς ἀναμφισβήτητα πορίσματα, νὰ προλύσῃ τὸ δυνατὸν καὶ συνταγματικὸν τοιαύτης ἀπαλλοτριώσεως ἐν τῷ μέλλοντι, ἵνα, ὅταν ἐπιστῇ ἡ τοιαύτη ἀνάγκη τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ βεβαιωθῇ αὕτη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μηδεὶς ὑπάρξῃ, ὁ ὁποῖος νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς ἀντισυνταγματικήν. Νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις, ψηφίζουσα τὸ ἄρθρον ὡς προετάθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, εἰς ἣν προέβη καὶ πρὸ ὀλίγου ψηφίζουσα ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης ἐν τῷ Συντάγματι εἰδικῆς ἀναπτύξεως τῶν περιπτώσεων τῆς δημοσίας ἀνάγκης, καὶ ὅτι ἀφιεμένου ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν περιπτώσεων τῆς δημοσίας ἀνάγκης εἰς τὴν νομοθετικὴ ἐξουσίαν, ὅτι, ἂν κυριαρχικῶς ἀποφανθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία περὶ περιπτώσεών τινων ὡς περὶ περιπτώσεων δημοσίας ἀνάγκης, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν θέλει εἶσθαι ἀντισυνταγματική, νομίζω, λέγω, ὅτι, ἂν τοιαύτη δήλωσις γίνῃ ἀσπαστὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ παρακάμψωμεν ἐντελῶς τὸ ἄλυτον, τὸ δύσλυτον μᾶλλον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην θεσσαλικὸν ζήτημα, οἱ δὲ θεσσαλικοὶ πληθυσμοὶ θὰ ἔχωσιν ἐκεῖνο, περὶ οὗ ἐνδιαφέρονται, θὰ ἔχωσι τὴν διαβεβαίωσιν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἡμέραν τινὰ θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, κυριαρχικῶς θὰ κρίνῃ περὶ τῆς ὑπάρξεως δημοσίας ἀνάγκης καὶ ὅτι οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἐξουσία, ἡ ὁποία τὸ μέτρον τοῦτο θὰ χαρακτηρίσῃ ποτὲ ὡς ἀντισυνταγματικόν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν τάσσομαι ἀμέσως ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς τοιαύτης τῶν Θεσσαλῶν προτάσεως. Νομίζω ὅτι τυπικῶς εἴμεθα ἀναρμόδιοι, ὅπως ἐπιληφθῶμεν τοιούτου ζητήματος κεκλημένοι ἐνταῦθα ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα ἀναθεωρήσωμεν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἄλλως δὲ καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τῶν Θεσσαλῶν, ἡ ὁποία πρότασις τῶν Θεσσαλῶν βεβαίως ἀποτελεῖ ἐπιταγὴν πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὡς διατυποῦται, θὰ ζημιώσῃ οὐ μόνον αὐτοὺς τούτους τοὺς Θεσσαλούς, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐν τῷ Συντάγματι θὰ δοθῇ ῥητὴ ἐπιταγὴ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως προβῇ εἰς ἀπαλλοτρίωσιν τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν, θὰ ἐπέλθῃ ἀνυπολόγιστος ἀστάθεια καὶ διακύμανσις τῶν τιμῶν τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ ἐπέλθῃ μία κατάστασις ἀβεβαία, καὶ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι δυσχερέστατον νὰ προβῇ τὸ Κράτος ἐν προσεχεῖ μέλλοντι εἰς τοιαύτην ἀπαλλοτρίωσιν, θὰ δημιουργήσωμεν ἐκκρεμῆ ἀφόρητον κατάστασιν, ἐνῷ, ἂν λυθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι, ἄν ποτε ἐπιστῇ τοιαύτη ἀνάγκη καὶ ἂν θεωρηθῇ τοιαύτη ἀνάγκη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τοιαύτη ἀπόφασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν ἤθελέ ποτε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀντισυνταγματική, νομίζω ὅτι ἱκανοποιοῦνται τελείως οἱ πόθοι τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι συγχρόνως οὐδεμία θὰ προκύψῃ ἀνωμαλία ἐκ τῆς ἀποδοχῆς διατάξεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς τὸ Σύνταγμα. (Χειροκροτήματα).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουκουλέτσος.
§252Δ. ΚΟΥΚΟΥΛΕΤΣΟΣ. Τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα, Κύριοι, ἀρκετὰ εὐρέως καὶ ἐκτεταμένως ἀνεπτύχθη ὑπὸ πάντων τῶν προλαλησάντων, ἰδίᾳ δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τετενέ, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα τοῦτο τόσον εὐρέως, χωρὶς ὅμως νὰ εἴπῃ αὐτὸς καὶ τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Πάντες γνωρίζετε ὅτι κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους ἡ Θεσσαλία ἦτο ὁ σιτοβολὼν τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου καὶ διέτρεφεν ὄχι μόνον τοὺς κατοίκους αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πληθυσμὸν ἦσαν ὑπερτριπλάσιοι τῶν σημερινῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατοίκους ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Σήμερον ὅμως δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό, διότι σήμερον ἐνίοτε δὲν ἐπαρκεῖ οὔτε πρὸς διατροφὴν τῶν κατοίκων αὐτῆς ἡ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τὰ συντείνοντα εἰς τοῦτο; Δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τοῦ ἐδάφους οὔτε ἡ ἐλάττωσις τῶν χειρῶν, λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων· τὰ αἴτια εἶναι ἀλλαχοῦ· εἶναι εἰς τὸ σύστημα τῆς καλλιεργείας, εἰς τὸ σύστημα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ πᾶς τις δύναται τοῦτο εὐκόλως νὰ τὸ ἴδῃ, ὅταν μεταβῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ παρατηρήσῃ δύο γειτονικὰ χωρία, ἐξ ὧν τὸ ἓν νὰ ἀνήκῃ εἰς μικροϊδιοκτήτας, τὸ δὲ ἕτερον εἰς τσιφλικιοῦχον, θὰ ἴδῃ, ὡς ὁ κ. Τετενὲς εἶπε, τὸ μὲν ἐξ αὐτῶν — ἀλλ’ ὁ κ. Τετενὲς παρετήρησε μόνον τὰ τσιφλίκια καὶ οὐχὶ τὰ μικροϊδιόκτητα χωρία — θὰ ἴδῃ τὸ μὲν ἓν ἐκ τῶν χωρίων τὸ ἀνῆκον εἰς τοὺς μικροϊδιοκτήτας νὰ εἶναι κατάφυτον ἀπὸ δένδρα, ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ νὰ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, ἡ ἀπόδοσις ἐπίσης, τὰ προϊόντα τῶν καρπῶν νὰ εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν ποιότητα καὶ ἐν γένει τὸ χωρίον ἐκεῖνο νὰ παρουσιάζῃ ὄψιν πολὺ διάφορον τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἕνα τσιφλικιοῦχον. Τὰ αἴτια τῆς διαφορᾶς ταύτης προκύπτουσιν ἐκ τοῦ ἑξῆς· ὅτι οἱ μικροϊδιοκτῆται δὲν φείδονται οὔτε κόπων οὔτε δαπανῶν, ὅπως καταστήσωσι τοὺς ἀγροὺς αὑτῶν παραγωγικωτέρους εἴτε διὰ λιπασμάτων εἴτε δι’ ἐπιμελεστέρας καλλιεργείας, ἐνῷ εἰς τὸ τσιφλίκιον δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό, διότι ὁ ἰδιοκτήτης, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Τετενέ, δὲν εἶναι γεωργός, εἶναι τοκιστὴς προσπαθῶν μὲν νὰ ἀπολαμβάνῃ πολλά, χωρὶς ὅμως νὰ δαπανᾷ τίποτε πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις· διατί νὰ μὴ προσπαθῇ ὁ κολλήγας ὁ ἴδιος νὰ βελτιώσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ κτήματος; Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι εὐνόητον. Ὁ κολλήγας δὲν ἔχει πεποίθησιν ὁ δυστυχής, ἂν διὰ τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους θὰ καταβάλῃ, διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῇ, θὰ ἀπολαύσῃ αὐτὸς τῶν καρπῶν αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι βέβαιος, ἂν τὸ ἐρχόμενον ἔτος, τὸν ἀγρόν, τὸν ὁποῖον θὰ καταστήσῃ παραγωγικώτερον, ἂν θὰ τὸν καλλιεργήσῃ ὁ ἴδιος, καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιος, ἂν θὰ εἶναι κάτοικος τοῦ ἰδίου χωρίου, διότι οἱ ἰδιοκτῆται, ὅταν ἴδωσιν ἕνα ἀγρὸν καθιστάμενον παραγωγικώτερον, τὸν καλλιεργοῦσι δι’ ἴδιον λογαριασμόν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τοὺς κολλήγας, ὅταν τυχὸν οὗτοι ἀποφασίσωσι νὰ ἔχωσιν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἰδιοκτήτου ἢ τοῦ ἐπιστάτου αὐτοῦ, τοὺς ἐκδιώκουσιν ἐκ τοῦ χωρίου των. Ὅταν οἱ κολλῆγαι ἔχωσι ταῦτα ὑπ’ ὄψει, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε μὲ ὄρεξιν νὰ ἐργασθῶσιν οὔτε νὰ βελτιώσωσι τὰ κτήματα, διότι τὰ θεωροῦσι, καὶ δικαίως, ξένα· ἐὰν ὅμως ὁ κολλήγας αὐτὸς γίνῃ μικροϊδιοκτήτης, θὰ ἴδωμεν τότε ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας θὰ αὐξήσῃ, θὰ διπλασιασθῇ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία θὰ μεταβάλῃ ὄψιν. Ὅταν λοιπόν, Κύριοι, ἔχητε ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἢ μᾶλλον ὑπόσχεται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαῦτα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, βελτίωσιν παραγωγῆς τοσαύτην, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποτελῇ δημοσίαν ἀνάγκην ἢ δημοσίαν ὠφέλειαν; Πᾶν Κράτος καὶ ἰδίως τὸ ἡμέτερον πολλὰ ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ ἀπὸ τὴν γεωργίαν, ἀλλά, ἂν μέχρι σήμερον ἡ γεωργία δὲν ἐπέφερεν ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστήμη διδάσκει, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ τσιφλίκιον, τὸ ὁποῖον συσφίγγει καὶ μαραίνει τὴν ψυχὴν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ κολλήγου. Οἱ ἀντιφρονοῦντες ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Συντάγματι τῆς προτεινομένης τροπολογίας ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ βλάψῃ τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν. Ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς ἠκούσατε, Κύριοι, ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία οὐδὲν ἀγαθὸν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ, εἰς τίποτε ἄλλο δὲν συντελεῖ παρὰ οἱ ἰδιοκτῆται νὰ μεταβάλωσιν ὅλα τὰ χωρία εἰς λιβάδια, καὶ τοῦτο συνέβη εἰς τὸ Δεμερλῆ, εἰς τὸ Παζαράκι καὶ εἰς ἄλλα χωρία ἀκόμη, ἅτινα, ἐνῷ πρότερον ἦσαν κατῳκημένα καὶ ἐκαλλιεργοῦντο, σήμερον εἶναι ἀκατοίκητα ἐντελῶς καὶ μεταβεβλημένα εἰς λιβάδια. Οἱ ἀντιφρονοῦντες ἰσχυρίσθησαν καὶ ἕτερον ἀκόμη λόγον, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δύνανται ἢ μᾶλλον προσφέρουσιν εἰς πώλησιν τὰ χωρία των. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλά, ἂν τὰ προσφέρωσι, τὰ προσφέρουσιν εἰς πολὺ ὑπερόγκους τιμάς, ἡ δὲ Κυβέρνησις κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ κανονίσῃ αὐτὴ τὸ ζήτημα τῆς ἀξίας τῶν τιμῶν, διότι οἱ χωρικοὶ κατεχόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ γίνωσιν ἰδιοκτῆται ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ ζυγοῦ τοῦ τσιφλικιούχου, δὲν θὰ διστάσωσι βεβαίως νὰ ἀγοράσωσι τὰ τσιφλίκια εἰς ὑπερόγκους τιμάς, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον λόγῳ τῆς ἐπιθυμίας ταύτης νὰ ναυαγήσωσι, καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία νὰ ἐπεμβῇ ὑπὲρ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ αὐθαιρεσίαν, τουτέστιν οὔτε εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ ζητῶσιν ὑπερόγκους τιμάς, ἀλλὰ νὰ κανονίσῃ αὐτὴ τὴν ἀξίαν τὴν δικαίαν, τὴν πραγματικήν, οὔτε εἰς τοὺς κολλήγας νὰ ἀγοράσωσι καὶ νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῆς ἀφροσύνης των. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν γεωργῶν, φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν πρέπει ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς νὰ γίνῃ δεκτή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν οἱ Θεσσαλοί, δὲν εἶναι, ὡς ἰσχυρίσθησαν πολλοί, νὰ ἁρπάσωσι τὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ νὰ ἀρθῇ τὸ νομιζόμενον συνταγματικὸν κώλυμα περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων δὲν ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην ἢ δημοσίαν ὠφέλειαν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι καὶ ἄλλος λόγος συντρέχει εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν τροπολογίας. Ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἶναι καὶ ἡ μεθόριος γραμμή, καὶ εἶναι συμφέρον ἐθνικὸν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας νὰ γίνωσιν ἰδιοκτῆται, ἀπαλλοτριουμένων τῶν κτημάτων, διότι ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων θὰ αὐξήσῃ καὶ οἱ κάτοικοι θὰ ἀποκτήσωσι στέγην. Τὸ συμφέρον λοιπὸν τὸ ἐθνικὸν ἐπιβάλλει τὴν ἀπόκτησιν ἰδιοκτησίας, διότι, ὅταν οἱ κάτοικοι ἑνὸς χωρίου ἔχωσιν ἰδιοκτησίαν, δύνανται βεβαίως νὰ ἀγωνίζωνται ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαίων, ἀλλ’ ἐπίσης θὰ ἀγωνίζωνται καὶ ὑπὲρ τῶν ἑστιῶν αὑτῶν. Αὐτοί, Κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν ἐκτὸς τῶν ἄλλων τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων ἐν Θεσσαλίᾳ, αὐτὰ δ’ ἐγὼ εἶχον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν.
§253Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς σήμερον, στρέφεται κυρίως περὶ τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἂν ἡ ἔννοια αὕτη τῆς δημοσίας ἀνάγκης πρέπει στενώτερον ἢ εὐρύτερον νὰ ἑρμηνευθῇ. Μέχρι σήμερον ἐθεωρεῖτο σχεδὸν ὑπὸ πάντων τῶν εἰς τὰ θέματα ταῦτα ἀσχοληθέντων καὶ ἐτηρεῖτο ὑπὸ τῆς πρακτικῆς τῶν διαφόρων Κρατῶν ὅτι ἡ δημοσία ἀνάγκη πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ τὴν στενὴν ἐκδοχὴν καὶ νὰ θεωρηθῇ ἑπομένως ὅτι ἐπιτρέπεται ἐπέμβασις σχετικὴ τοῦ Κράτους εἰς τὸν κύκλον τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων, μόνον προκειμένου περὶ ἀμέσου ἀνάγκης, περὶ ἀμέσου συμφέροντος τῆς Πολιτείας, ὅτι ἐπιτρέπεται μετατόπισις τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τοῦ ἰδιώτου εἰς τὸ Κράτος μόνον, ὅπως καταστῇ δηλαδὴ ἰδιοκτήτης ἀμέσως αὐτὸ τὸ Κράτος ἢ οἱ ἐν αὐτῷ κείμενοι ὀργανισμοὶ τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἢ αἱ διάφοροι ἑταιρεῖαι αἱ ἀναδεχόμεναι τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων ἀναφερομένων εἰς ἔργα δημοσίας ἀνάγκης. Ἡ στενὴ αὕτη ἔννοια εὑρίσκεται ἐν πολλοῖς διατετυπωμένη εἰς διάφορα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ῥητῶς, ὡς τὸ Ῥωμουνικόν, ὁρίζουσιν ὅτι περιπτώσεις δημοσίας ἀνάγκης εἶναι ἡ ὁδοποιΐα, περιλαμβανομένης καὶ τῆς διὰ σιδηροδρόμων γινομένης συγκοινωνίας, ἡ δημοσία ὑγεία καὶ τὰ ἔργα τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Αὗται εἶναι αἱ τρεῖς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας Συντάγματά τινα ῥητῶς καὶ ἀκάμπτως ἀναγράφουσιν ὡς ἐνεχούσας δημοσίαν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἡ στενὴ αὕτη ἔννοια τῆς δημοσίας ἀνάγκης εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ Συντάγματα, ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐν τούτοις ὅτι δὲν δύναται πάντοτε καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ δημοσία ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ ἀπολύτως εἰς τὸν στενὸν αὐτὸν κύκλον. Παρ’ ἡμῖν, ἔνθα καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τὸ ὁποῖον εἶχε τὰς λέξεις «δημοσία ὠφέλεια», καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε τὴν λέξιν «ἀνάγκη», δὲν ἀνεγνωρίσθη συνταγματικὸς περιορισμὸς τῆς ἐννοίας δημοσίᾳ ἀνάγκῃ, καὶ ἡμεῖς τέλος σήμερον, οἱ ὁποῖοι θὰ δεχθῶμεν εἴτε τὴν μίαν εἴτε τὴν ἄλλην λέξιν, ἢ τὴν λέξιν «ὠφέλειαν» ἢ τὴν λέξιν «ἀνάγκην», καίτοι γνωρίζομεν ὅτι γεννῶνται καθημερινῶς ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως «ἀνάγκη», οὐχ ἧττον μὴ περιορίζοντες τὰς περιπτώσεις τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ὅπως ἄλλα Συντάγματα πράττουσι τοῦτο, εἰς τὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι συνήθως ἀπαντῶσιν, ἐννοοῦμεν ὅτι δὲν θέλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς καὶ μόνον, διότι ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐνδεχομένως καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς περιπτώσεις δημοσίας ἀνάγκης. Ἀναγνωρίζομεν δηλαδὴ ὅτι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κεῖται, αὐτὴ νὰ δώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν ἑκάστοτε τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Ἡ ἔννοια «δημοσία ἀνάγκη» ἐξελίσσεται ὡς ἐξελίσσονται καὶ ὅλοι οἱ θεσμοὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου δικαίου, ὅτι δὲ ἅπαξ ἐθεωρήθη ὡς ἀποτελοῦν τοιαύτην εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς μεταβληθείσας συνθήκας νὰ μὴ ἐπαρκῇ πλέον, οὕτω δὲ ἀπὸ τοῦ ἀμέσου συμφέροντος τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἀπῃτεῖτο, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἀρκεῖ ἴσως σήμερον καὶ ἔμμεσον συμφέρον τῆς Πολιτείας ὡς ἐκ τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς Κοινωνίας. Ἂν περιορισθῶμεν εἰς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφερόμεθα, ἂν δηλ. δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δημοσία ἀνάγκη ἡ ἀπαλλοτρίωσις κτημάτων μεγάλων πρὸς διαμόρφωσιν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν, ἡ λύσις ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μελέτης τῶν συγκεκριμένων περιστάσεων τῆς ἐρεύνης τῶν διαφόρων συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι παρακολουθοῦσι ταύτας. Ὁ νόμος ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει βεβαίως δύναται ν’ ἀποφανθῇ ὅτι ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη μὴ παρεμποδιζόμενος ὑπὸ συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐὰν δὲ κρίνῃ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν χωρικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως ἐλέχθη ἐπανειλημμένως ἐνταῦθα ὑπὸ διαφόρων ῥητόρων, εἶναι πράγματι τοιαύτη, ὥστε ἐπιβάλλει ἄμεσον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Κράτους εἰς τὰ ζητήματα τὰ θεσσαλικά, δύναται ν’ ἀποφανθῇ καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ὡς δημοσίαν ἀνάγκην. Ὑπάρχει δὲ ἄμεσον συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ ἔμμεσον συμφέρον καὶ αὐτῆς τῆς κοινωνίας, ὅπως τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα λυθῇ. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς δημοσίας ἀνάγκης δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων, ἐφ’ ὅσον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κρίνει ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία αὐτὴ εἶναι ἁρμοδία ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ καθορίσῃ τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, οὐδενὸς περιορισμοῦ τεθέντος αὐτῇ ἐν τούτῳ, διότι λέγοντος τοῦ Συντάγματος ὅτι ὁ νόμος θὰ καθορίσῃ τὰς περιπτώσεις τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἀφήνομεν εἰς αὐτὸν εὐρύτητα κρίσεως, ὅπως σταθμίζων τὰ πράγματα ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ ἐρευνῶν τὴν σπουδαιότητα τῶν προκειμένων συμφερόντων ἀποφανθῇ κυριαρχικῶς. Ἑπομένως νομίζω ὅτι, κειμένης ἐν τῇ φράσει «δημοσία ἀνάγκη προσηκόντως ἀποδεδειγμένη, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει» τῆς ἐννοίας τοῦ δικαιώματος τῆς Πολιτείας, ὅπως προβῇ ἐνδεχομένως εἰς ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως σαφηνίσωμεν τοῦτο καὶ διὰ τῆς ἰδιαιτέρας τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνουσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι. Ἡ τροπολογία αὐτὴ κατ’ ἐμὲ εἶναι νομικῶς περιττή, διότι οὐδὲν ἄλλο πράττει εἰμὴ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τι, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Συντάγματι, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα τὸ ἡμέτερον ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλα Συντάγματα δὲν περιορίζει τὰς περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιέλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ἀναθεωρηθέντι ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, ἤθελον παρατηρήσει τὰ ἑξῆς: Ἐδέχθημεν ὅτι καὶ ἡ προσωρινὴ ἀποζημίωσις δὲν πρέπει νὰ κανονισθῇ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ὅτι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς προσωρινῆς ἀποζημιώσεως, κρίνοντες ὅτι ὑπάρχει συμφέρον νὰ δοθῇ μείζων ἀσφάλεια εἰς τὸν ἀποζημιούμενον, διότι τὸ δικαίωμα τούτου ἐπὶ τὴν δικαίαν ἀποζημίωσιν ζητεῖ κυρίως ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ φεύγοντες ἀπὸ τῆς σκέψεως ὅτι ἡ κρίσις ἐπὶ χρηματικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γεννήσωσι πολλὰς ἀμφιβολίας καὶ ὑπονοίας, εἶναι σκοπιμώτερον ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἡ κρίσις ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς ὀργανώσεώς της καὶ ὡς ἐκ τῆς τηρητέας διαδικασίας, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος θὰ διαγράψῃ, ἔστω καὶ συνοπτικήν, διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς προσωρινῆς ἀποζημιώσεως, παρέχει μείζονας ἀσφαλείας. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θ’ ἀποφαίνηται περὶ αὐτῆς καὶ ὄχι ἡ διοικητικὴ Ἀρχή, τῆς ὁποίας ἡ διαδικασία οὐδεμίαν χορηγεῖ ἐγγύησιν εἰς τοὺς ἰδιώτας περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν περὶ ἀποζημιώσεως ἀρχῶν. Οἱ φόβοι ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἐπεμβαίνουσα εἰς τὰ ζητήματα, ἔστω καὶ τῆς προσωρινῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ παρέλκυσιν τῆς ὑποθέσεως, εἶναι μάταιοι, διότι εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν νόμον ἀπόκειται διὰ τοῦ καθορισμοῦ συνοπτικῆς διαδικασίας νὰ καταστήσῃ καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ταχεῖαν, οἵαν προσδοκᾷ πᾶς ὅστις ζητεῖ τὴν ἀποζημίωσιν. Ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν κατέδειξε τὸ μέχρι τοῦδε παρελθὸν ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ ζητήματα καὶ τὴν προσωρινὴν ἀκόμη ἀποζημίωσιν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐρχόμενοι σήμερον νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ ζητήματα αὐτὰ πρέπει νὰ φύγωμεν ἀπὸ τῆς ἰδέας τοῦ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν διοίκησιν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπὸ κρίσεων ἐπὶ χρηματικῶν ζητημάτων, ζητημάτων τὰ ὁποῖα δύνανται ἴσως ν’ ἀφήσωσι καὶ στίγμα τι ἐπὶ τῆς διοικήσεως, διότι δυνατὸν ἡ διοίκησις ὡς ἐκ τῆς ἀτελοῦς διαδικασίας ν’ ἀναμιχθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ παρέχῃ πλήρεις ἐγγυήσεις, οὐδὲ θὰ γεννᾷ πλήρη πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἔννομον αὐτῆς ἐνέργειαν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρεκάλουν, ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἔχων τὴν γνώμην ὅτι τοιαύτη ἀπαλλοτρίωσις ἀναγκαστικὴ ἀντίκειται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§255Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ὑποτροπολογίαν τῆς τροπολογίας τῶν Θεσσαλῶν καὶ παρακαλῶ ἐν καιρῷ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§256ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔνοχος κυβερνητικὴ πολιτεία καὶ ἔλλειψις παντὸς ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε διεῖπον τὰ κοινά, ὅπως ἐπιληφθῶσι μετὰ ζήλου τοῦ διακανονισμοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος σχετιζομένου μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν τῆς χώρας καὶ μὲ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου, συνετέλεσεν, ὅπως ζήτημα καθαρῶς νομοθετικῆς φύσεως περιβληθῇ χαρακτῆρα συνταγματικὸν καὶ προκαλέσῃ εὐρυτάτην συζήτησιν ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, συζήτησιν, ἥτις, κατ’ ἐμέ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, περιεστράφη εἰς τὴν σκοπιμότητα τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου διακανονισμοῦ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν κατὰ πόσον ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλικίων δύναται νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονότης τῶν συγγραφέων ὑποστηρίζει...
§257ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι συγγραφεῖς;
§258Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει συγγραφεύς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§259Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι οἱ συνάδελφοι, οἱ ἐρωτῶντες τίνες εἶναι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην αὐτήν, τοὺς γνωρίζουσιν, ὅπως τοὺς γνωρίζω καὶ ἐγὼ τουλάχιστον (χειροκροτήματα). Ἡ ἔννοια τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ὅταν θέλωμεν ταύτην νὰ καθορίσωμεν ἐπιστημονικῶς, εἶναι ἐκείνη βεβαίως, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ Σῶμα ἡμῶν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὸν διακανονισμὸν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Κατ’ ἐμὲ γεννᾶται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐθίχθη ὑπὸ ἑτέρου συναδέλφου, καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης εὐγλώττου, ὁμολογῶ, δυνάμεως καὶ μετὰ τοσαύτης πειστικότητος ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα τὸ θιχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Τετενέ, τὸ ζήτημα τῆς μερικῆς ἀπαλλοτριώσεως.
§260Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔπεσες εἰς τὴν παγίδα!
§261ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ στεροῦμαι τσιφλικίων, κ. συνάδελφε, ὥστε οὐδεὶς κίνδυνος νὰ πέσω εἰς τὴν παγίδα, οὔτε περιμένω. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ μερικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων δὲν δύναται ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαλλοτρίωσις, ὡς στέρησις ἰδιοκτησίας, διότι, ἐὰν τοιαύτην ἐθεώρουν καὶ τὴν μερικήν, βεβαίως θὰ ἐκηρυσσόμην καὶ ἐναντίον ταύτης, διότι φρονῶ ὅτι ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας ἀπὸ προσώπου καὶ μεταβίβασις τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης εἰς ἕτερον πρόσωπον βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ δημοσία ἀνάγκη. Ἀλλ’ ἡ μερικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς κυριότητος, περιορισμὸν δὲ τῆς κυριότητος δὲν ἔχει ἀποστολὴν νὰ κανονίσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο· περιορισμὸν τῆς κυριότητος δύναται νὰ κανονίσῃ ἡ μετέπειτα ἐλευσομένη Βουλή, ἥτις ἐπιλαμβανομένη τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ κρίνουσα ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος οἰκονομικοῦ θὰ δύναται νὰ θέσῃ τοιούτους περιορισμοὺς ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὸν βίον τὸν οἰκονομικόν, καὶ τὸν βίον τὸν κοινωνικόν, καὶ τὸν βίον τὸν πολιτικὸν τῶν κατοίκων ἐκείνων τῆς Ἐπικρατείας, οἵτινες σήμερον ἴσως δικαίως διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀφόρητον κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τελοῦσιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, τοὺς ὁποίους ἐν συντόμῳ ἀνέπτυξα ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως μὴ ἀπασχολήσω ὑμᾶς περαιτέρω, φρονῶ ὅτι οὐδεμία ἑρμηνεία τῆς διατάξεως δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, οὐδενὸς ψηφίσματος ἀνάγκην ἔχομεν καὶ ὅτι αἱ μετέπειτα Βουλαὶ δύνανται κανονίζουσαι τὴν μερικὴν ἀπαλλοτρίωσιν νὰ φρονῶσιν ὅτι ἐφαρμόζουσι τοὺς νόμους.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§263ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ μίαν δήλωσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν θὰ ἀγορεύσῃ καὶ θὰ προβῇ εἰς δηλώσεις, ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα θὰ κάμῃ τοῦτο, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὡς Βουλευτής;
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπερβαίνετε τὰ ὅρια. Καθίσατε κάτω.
§265ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι πολὺ σωστὴ ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ παραβίασιν κατὰ τοῦ πολιτεύματος.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε κάτω. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, καὶ σᾶς καὶ τὸν κ. Γαρουφαλλιᾶν.
§267Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρὰ τὸν Κανονισμὸν ὅμως.
§268ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Διαμαρτύρομαι.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε κάτω. Εἶσθε αἰωνίως ἀνακατώματα. Νὰ τεθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις καὶ τῶν δύο κυρίων Βουλευτῶν εἰς τὴν τάξιν. Δὲν δύνασθε νὰ σεβασθῆτε καμμίαν ἀρχὴν εἰς τὸ Κράτος αὐτό (θόρυβος).
§270ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθίσατε κάτω.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι θὰ τεθῆτε εἰς τὴν τάξιν διὰ παντὸς πλέον, ἐὰν ἐξακολουθήσητε οὕτω.
§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 17ου τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς σχετικῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, διεξήχθη μακρὰ ἐνώπιον τοῦ σώματος τούτου συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 17ου περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ὅρου τῆς «δημοσίας ἀνάγκης» καὶ ἠρευνήθη εἰδικώτερον, ἂν ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κυρίων Θεσσαλῶν Βουλευτῶν ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17, ὁποία ὑπῆρχεν αὕτη ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, καὶ ὁποία προτείνεται ὅπως διατυπωθῇ ἐν τῷ σήμερον ἀναθεωρουμένῳ. Καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταί, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου νὰ διακηρύξω ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅτι ἡ πρότασις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας δὲν ἔχει κανὲν συνταγματικὸν κώλυμα, κατὰ τοῦ ὁποίου νὰ προσκόπτῃ, ὅπως γένηται δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς (χειροκροτήματα). Αἰσθάνομαι καλῶς, Κύριοι, ὅλην τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ λόγοι οὗτοι ἐκφερόμενοι ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπευθύνως σήμερον ἀσκεῖ τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ τόπῳ· ἀλλ’ αἰσθάνομαι συγχρόνως τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας διεκήρυξα ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς μου ἐν μέσῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως εἴπω τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, καὶ ἣν ἄλλως τε διεκήρυξα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς πρὸς ὅλους τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς μὴ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώχθη νὰ ἀσφαλισθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ὅπως ἦτο τοῦτο διατετυπωμένον ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται νὰ ἀσφαλισθῇ σήμερον διὰ τῆς νέας διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν, εἶναι τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του, ἄνευ προηγουμένης εὐλόγου ἀποζημιώσεως, ἄνευ ἀποζημιώσεως προηγουμένης τῆς παρ’ αὐτοῦ ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης, ἡ γινομένη ἐπὶ ἀποζημιώσει, τῇ προσηκούσῃ, δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ λόγους δευτερεύοντας, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνηται, ὁσάκις διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ταύτης πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ κοινὸν συμφέρον (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν σέβωμαι τὰς γνώμας τῶν ἀξιοτίμων φίλων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξαν τὴν ἀντίθετον ἐκδοχήν, ἔχω καθῆκον νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ ἐκδοχὴ αὕτη ἠδύνατο πρό τινων δεκαετηρίδων νὰ εὑρίσκῃ ἔρεισμα, ἀλλὰ σήμερον εἶναι ἀναχρονιστική. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὸ Κράτος οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀποφαίνηται ἑκάστοτε μετὰ ὥριμον ἐξέτασιν ἂν τὸ κοινωνικὸν συμφέρον ἐπιτρέπει τὴν ἵδρυσιν ἢ καὶ τὴν διατήρησιν ἀκόμη μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἢ τοὐναντίον, ὁπότε ἔχει καὶ τὸ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν, αὐτὸ ῥυθμίζον τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία κανονίζει τὴν ἔκτασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατατομὴν αὐτῆς, ἤτοι τὴν κατὰ διάφορον τρόπον συγκρότησιν αὐτῆς ἀναλόγως τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ἔχει περὶ τοῦ ἑκάστοτε κοινωνικοῦ συμφέροντος. Εἰς τὸ Κράτος, Κύριοι, οὐδείς ποτε ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ γενικῶν περιορισμῶν ἀφαιρῇ ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν μέρος τῆς ἀξίας αὐτῆς ἄνευ μάλιστα ἀποζημιώσεως, ὁσάκις ἐπιβάλλει τὰς γενικὰς λεγομένας δουλείας. Εἰς τὸ Κράτος ἀκόμη κανεὶς δὲν ἠμφισβήτησέ ποτε τὸ δικαίωμα, ὅπως ψηφίζῃ, ὑπαρχούσης σπουδαίας κοινωνικῆς ἀνάγκης, νόμον μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν, πλήττοντα καὶ αὐτὰ τὰ περιουσιακὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκτήθησαν νομίμως ὑπὸ τὸ κράτος τῶν τέως κρατούντων νόμων. Τὸ ἄτομον ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἰδιοκτησίας ἓν ἔχει δικαίωμα, νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, ὅπως πάντοτε σεβασθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν του μηδέποτε λαμβάνουσα αὐτὴν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, μηδέποτε ἀφαιροῦσα ἀπ’ αὐτὸ ταύτην, ἐκτὸς διὰ λόγους κοινοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ πέρα τῆς ἀντιλήψεως ταύτης εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ ἡ νεωτέρα ἀντίληψις τοῦ Κράτους τὸν ἰδιώτην ἐρχόμενον νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, ἵνα εἴπῃ· «ἐμμένω εἰς τὸ νὰ ἔχω ταύτην τὴν ἰδιοκτησίαν εἰδικῶς καὶ δὲν δέχομαι οὐδὲ ὡς ἀντάλλαγμα αὐτῆς τὴν πλήρη ἀξίαν της ὄχι διὰ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διότι οὕτω μοὶ ἀρέσκει». (Χειροκροτήματα). Ἡ κυριότης, ἐὰν τοιοῦτον εἶχε περιεχόμενον, θὰ μετεβάλλετο ἀπὸ κυριότητα, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον δικαιοῦται νὰ ῥυθμίσῃ ὁ νόμος, εἰς κυριαρχίαν δημοσίου δικαίου· ἀλλὰ τὴν κυριαρχίαν ἐνασκεῖ μόνον τὸ Κράτος, καὶ εἶναι ἀληθῶς περίεργον πῶς, ἐνῷ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους διὰ τὴν κατασκευὴν μιᾶς πλατείας, ἡ ὁποία χρησιμεύει συνήθως διὰ τὸν ἐξωραϊσμὸν μιᾶς πόλεως ἢ μιᾶς κωμοπόλεως, πῶς, λέγω, ἐνῷ διὰ τὴν κατασκευὴν μιᾶς πλατείας οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ πλείονας πτωχοὺς οἰκογενειάρχας, νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸν τὸν οἶκον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον στεγάζονται, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς πλήρη ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν τῆς περιουσίας ταύτης, ἐν τούτοις ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ νὰ ἀφαιρέσῃ εἴτε μέρος μιᾶς ἰδιοκτησίας μεγάλης, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τοὺς κατοίκους τοῦ μέρους τούτου, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἄστεγοι, οἱ ὁποῖοι αὐτοὶ καὶ οἱ πρόγονοι αὐτῶν κατῴκησαν πάντοτε τὸ μέρος αὐτό, ἐζύμωσαν αὐτὸ διὰ τοῦ ἱδρῶτός των, περιέχει δὲ ἡ γῆ τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων των καὶ τῶν τέκνων των ἀκόμη. (Χειροκροτήματα). Ἡ δὲ ἀμφιβολία αὕτη κατὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους λαμβάνει διαστάσεις ἐξεγειρούσας τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅταν πρόκειται οὐχὶ περὶ συνήθους μεγάλου κτήματος, ἀλλὰ περὶ τσιφλικίου, ὁποῖον τοῦτο ἔχει διαμορφωθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ, περὶ κτήματος δηλαδή, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον, περὶ κτήματος τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀποτελεῖ εἶδος μονοπωλίου διὰ τὸν κύριον, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ ἄλλου μέρους ὅλος ὁ πληθυσμὸς τοῦ μέρους ἐκείνου εἶναι ἐντελῶς ἀκτήμων καὶ δὲν ἔχει οὐδὲ τὴν στέγην ἀκόμη, ἵνα στεγασθῇ ὡς ἰδίαν αὐτοῦ. Δὲν θὰ ἐξετάσω παντάπασι ποῖα θὰ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς διαμορφώσεως τοῦ τσιφλικίου. Ἄν εἶναι προϊὸν βίας, διὰ τὸν νομοθέτην εἶναι ἀδιάφορον, ἀφοῦ καὶ ἡ κατάκτησις ἀτυχῶς εἶναι νόμιμος τρόπος κτήσεως. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀναδράμῃ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν πηγῶν τῆς δημιουργίας τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης, διὰ νὰ στιγματίσῃ αὐτήν, ἂν προήρχετο ἐκ κατακτήσεως ἢ ἐξ ἄλλης βίας, ἐφ’ ὅσον μάλιστα περὶ τῶν νῦν κατεχόντων οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ βιάσαντες καὶ δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ κατακτηταί. Ἓν μόνον θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ τὸ Κράτος· νὰ ἐξετάσῃ ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ κτήματος ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν τῶν κυρίων, διὰ νὰ εὕρῃ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον καὶ ποία ἡ ἀξία τοῦ δικαιώματος τούτου, εἴτε κυριότητα τὸ ὀνομάσητε εἴτε ἐξουσίασιν δημοσίων ἢ ἄλλου εἴδους γαιῶν τοῦ Ὀθωμανικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω συγχρόνως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀναγνωρίζων εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγκαστικῶς τὰ τσιφλίκια, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας, ἔχω συγχρόνως τὴν γνώμην ὅτι τὸ Κράτος κακὴν οἰκονομικὴν καὶ γεωργικὴν πολιτικὴν θὰ μετήρχετο, ἂν προέβαινεν εἰς ὁλοσχερῆ ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων τούτων. Ὁ συνδυασμὸς τῆς μικρᾶς μετὰ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, ὅπως τόσον εὐγλώττως ἀνέπτυξε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξυπηρετεῖ τὰ μάλα τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Ἐνῷ ἤδη, Κύριοι, ἔχομεν ἰδιοκτησίαν ὄχι μεγάλην ἐν Θεσσαλίᾳ—ἐξαιρῶ ὀλίγα τινὰ κτήματα περιελθόντα καθ’ ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον εἰς κυρίους τινὰς καλλιεργοῦντας διὰ τοῦ συστήματος τῆς μεγάλης καλλιεργείας, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι περισσότεροι τῶν πέντε ἢ ἕξ—, ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα δὲν ὑπάρχει μεγάλη καλλιέργεια, ἀλλὰ μόνον μικρά, καὶ δὴ ὑπὸ τὴν χειρίστην της μορφήν, ἀφοῦ κινδυνεύει νὰ μεταβάλῃ τὴν καλλιεργουμένην γῆν εἰς ἀπεράντους λειμῶνας. Τὸ Κράτος δέ, ἂν ἤθελεν ἐπεμβῇ, ὅπως ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγκαστικῶς μέρος τῶν κτημάτων τούτων, θὰ κατώρθωνεν, ὥστε νὰ ἀσφαλίσῃ συγχρόνως τὴν ὕπαρξιν καὶ τῆς μικρᾶς καὶ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας ὑπὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέτρεπεν εἰς ἑκατέραν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἄλλην, ὅπως ἡ γῆ ἀποδίδῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν ἀπόδοσιν, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τελεσφορώτερον τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς Πολιτείας. Διότι εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κύριος Ξηρὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεκήρυξεν, ὅτι οἱ πάσχοντες ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι μόνον οἱ καλλιεργηταί, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, οἵτινες ἐπίσης εἶναι ἄξιοι συμπαθείας, καὶ μόνον ἐσφαλμένη ἀντίληψις τῶν ἀληθῶν συμφερόντων αὐτῶν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ αὐτοὺς νὰ ἀντιτίθενται κατὰ τῆς ἰδέας τῆς ἀνυψώσεως τῶν ἀστέγων καλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας. Καὶ ἡ ἄποψις αὕτη, ἡ τοῦ συνδυασμοῦ δηλαδὴ τῆς μικρᾶς καὶ μεγάλης ἰδιοκτησίας χάριν τῆς μεγαλειτέρας ἀποδόσεως τῆς γῆς καὶ τῆς τελειοτέρας καλλιεργείας αὐτῆς, εἶναι ἄποψις, ἡ ὁποία αὐτὴ καὶ μόνη θὰ ἤρκει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς «δημοσίας ὠφελείας» ἢ «δημοσίας ἀνάγκης», ἵνα παραδεχθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς εἰς μικροϊδιοκτήτας. Διότι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ὑπὸ ποίας περιστάσεις καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἐν Θεσσαλίᾳ διατελεῖ κύριος κτήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καλλιεργῇ ὅπως θέλει, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν δύναται νὰ φέρῃ ἀληθῆ βελτίωσιν, διότι κατὰ πάσης τοιαύτης βελτιώσεως ὑπάρχει τὸ αἴσθημα τῆς ἀντιδράσεως τοῦ κολλήγου, ὁ ὁποῖος προτιμᾷ καὶ αὐτὸς νὰ ζημιωθῇ, διὰ νὰ μὴ ὠφεληθῇ ὁ ἰδιοκτήτης. Δὲν δύναται ἄρα νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι κοινὸν συμφέρον οὐσιωδέστατον, καὶ κοινὸν συμφέρον κεφαλαιῶδες, δικαιολογεῖ τὸ Κράτος, ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἄλλοι λόγοι, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τῶν κτημάτων, διὰ νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν μεταβολὴν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν εἰς ἰδιοκτήτας μικρούς. Ἀλλὰ κάμνων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν διακήρυξιν ταύτην, τὴν τόσον ἐπίσημον, ὅσον καὶ ἀνεπιφύλακτον, ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω συγχρόνως ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν σήμερον τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Θεσσαλίας. Τοῦτο οὐδὲν θὰ ὠφέλει. Δὲν θὰ εἶχε κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τῶν Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Συντάγματι οὐδένα θὰ εἶχε πρακτικὸν σκοπόν, διότι τὸ πᾶν πάλιν θὰ ἔμελλε νὰ λυθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ τόπου. Ἂν ἡ μέλλουσα νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκετο εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, εἶχεν ὁμοίαν τὴν γνώμην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδὲν θὰ ὑπῆρχε κώλυμα ἐκ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τῶν Βουλευτῶν Θεσσαλίας, ὅπως ἐπίσης, ἂν ἡ μέλλουσα νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ τόπου εἶχε τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν οἱ ἀντίθετοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν παρέμβασις τοῦ Κράτους δὲν δικαιολογεῖται δι’ ἔλλειψιν κοινοῦ συμφέροντος, οὐδαμῶς αὕτη θὰ ἐξηναγκάζετο ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, ὅπως ἀποφασίσῃ ἄλλα παρ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφρόνει ὡς ὀρθά. Ἀλλὰ, ἐνῷ οὕτως ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἄνευ πρακτικῆς ὠφελείας, ἠδύνατο, γινομένη δεκτὴ σήμερον ἄνευ ἀνάγκης, νὰ προκαλέσῃ δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἄλλος τῶν ῥητόρων τῶν ὁμιλησάντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπηνίχθη, καὶ αἱ ὁποῖαι, ἂν δὲν ἔχουσιν ὅλην τὴν ἔκτασιν, ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς αὐτάς, εἶναι δυσχέρειαι τὰς ὁποίας οὐδέποτε θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὸν ὑπευθύνως ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παρίδῃ, καὶ μάλιστα ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διακόπτων τινὰ τῶν ἀγορευσάντων εἶπον, ὅπως ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν ὅτι δὲν εἶναι οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ περιφρονῶσι τὰ ἐκ τῶν συνθηκῶν πηγάζοντα δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις. Τὸ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς τσιφλικιούχους νὰ δώσωσιν ἀναγκαστικῶς μέρος τῶν ὑπ’ αὐτῶν κατεχομένων κτημάτων ἐπ’ ἀνταλλάγματι εἰς τοὺς κολλήγας, θὰ ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνθήκης τῆς 24 Ἰουνίου 1881 νὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς μόνον, ἂν ἐλαμβάνετο ὡς μέτρον γενικὸν δι’ ὅλον τὸ Κράτος, οὐδεὶς δὲ θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὥριμος νὰ ἐπιληφθῇ καὶ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ λοιπὸν Κράτος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέτρον γενικὸν σήμερον, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅπως δι’ ἀποδοχῆς προτάσεως ὡς πρὸς ἕν μόνον μέρος τοῦ Κράτους προέλθωμεν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς σύμβασιν, τῆς ὁποίας οὐδείς, νομίζω, τὰς διατάξεις εἶναι διατεθειμένος νὰ παρίδῃ ἢ νὰ παραβιάσῃ. Ἄλλως τε, ἂν θεωρητικῶς ἐκήρυξα ὡς ἀνεπίδεκτον, ἐν τῷ νῦν χρόνῳ, σοβαρᾶς ἀμφισβητήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, ὅπως προβαίνῃ ἀναγκαστικῶς εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τῶν τσιφλικίων, εἶμαι συγχρόνως ὑπόχρεος νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ἡ ὁδός, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος, ὅπως φθάσῃ νὰ ἀναγάγῃ βαθμηδὸν τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας, δὲν εἶναι ἡ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλ’ ἡ τῆς ἑκουσίας. Ἡ πρόσφορος ὁδός, δηλ. ἡ τελεσφόρος ὁδός, ἡ ἑκουσία ἀπαλλοτρίωσις συμβιβάζεται καλλίτερον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς βαθμιαίας ἀναγωγῆς τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας δι’ ἐπιλογῆς· διότι ἄν, Κύριοι, ἀπηλλοτριοῦτε σήμερον ἓν τῶν τσιφλικίων καὶ τοῦτο ἐδίδετε ἀνεξετάστως εἰς πάντας τοὺς κατοικοῦντας αὐτό, διὰ νὰ τοὺς καταστήσητε ἰδιοκτήτας, πρέπει νὰ μὴ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς πάντας τούτους δὲν θὰ παρείχετε, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς δραστηριότητος, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, εἶναι δυνατὸν ταχέως νὰ ἐξελιχθῶσιν εἰς ἰδιοκτήτας μικρούς, ἀνεξαρτήτους. Θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ἴσως ἡ ἀντίρρησις, ὅτι, ἐὰν δὲν προβῶμεν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλ’ ἐπιδιώξωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν διὰ τῆς ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι τῆς ἀπληστίας μερικῶν ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν, θελόντων νὰ καταχρασθῶσι τοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὡς κύριοι ὁλοκλήρου τῆς γῆς, ὁλοκλήρων ἕκαστος ἐξ αὐτῶν χωρίων. Λέγω ὅτι ὁ φόβος θὰ ὑπάρχῃ διά τινας μόνον ἐξ αὐτῶν, διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἀληθῶς θὰ ἦτο ἄδικος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελεν εἰς τὴν αὐτὴν σειρὰν νὰ θέση ὅλους τοὺς τσιφλικιούχους τῆς Θεσσαλίας· ὑπάρχουσι μεταξὺ αὐτῶν οἱ φιλανθρώπως ἀσκοῦντες τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε οὐδένα τῶν κολλήγων ἐζήτησαν νὰ ἐξώσωσιν, ἐν μέσῳ μάλιστα τοῦ γεωργικοῦ ἔτους, οὔτε πέρα αὐτοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι πατρικῶς συμπεριφέρονται πρὸς αὐτούς. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ ἔχοντες τὸν φόβον τοῦτον παραγνωρίζουσιν, ὅτι τὸ Κράτος, πλὴν τῆς ἀπειλῆς τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει πάντοτε νὰ ἐπισείῃ, ὅπως φθάσῃ προσηκόντως εἰς τὸν σκοπόν, ἔχει εἰς χεῖράς του πλείονα μέσα, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐὰν ἀληθῶς μετὰ σοβαρότητος ἐπιδιώκῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἡ ὅλη οἰκονομικὴ καὶ γεωργικὴ καὶ δημοσιονομικὴ ἀκόμη πολιτικὴ τοῦ Κράτους εἶναι ἓν ὅπλον εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ὅταν σκοπίμως καὶ εὐσυνειδήτως κάμῃ χρῆσιν, δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ δι’ αὐτοῦ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Βεβαίως δὲ τὸ Κράτος ἀπρονοήτως ἐνεργεῖ, ὅταν, ἔχον ἐνώπιον αὐτοῦ πρὸς λύσιν τὸ μέγα τοῦτο ἀγροτικὸν ζήτημα, προβαίνῃ, προτοῦ χωρήσῃ εἰς τὴν ῥύθμισιν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ αὐξήσῃ ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ἄλλην τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας ἰδίως τῆς μεγάλης, διὰ τῆς ὁποίας καθίσταται δυσχερεστέρα ἡ ἐπίλυσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Καὶ ὅτε ἡ ὅλη οἰκονομικὴ καὶ γεωργικὴ καὶ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἄφηνε τὸν μέγαν ἰδιοκτήτην σχεδὸν ἀπηλλαγμένον παντὸς φόρου ἀμέσου, λέγω σχεδὸν ἀπηλλαγμένον, διότι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν συγκομίζει ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας διὰ τῆς διατηρήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀνέρχεται εἰς 2 ἢ 2½ ἑκατοντάδας χιλιάδων δρχ., καθ’ ὃν χρόνον ἡ φορολογία ἔπρεπε νὰ εἶναι πολλαπλασία, ὅτε, λέγω, τὸ Κράτος ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τοῦ μεγάλου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς παντὸς σχεδὸν ἀμέσου φόρου καθίστα τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ μεγάλου ἰδιοκτήτου ἔχουσαν ἀξίαν πολλαπλασίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν, εἶναι βέβαιον ὅτι ἔβαλλεν ἐναντίον μεγάλου καὶ θεμελιώδους συμφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶχε καθῆκον νὰ ἐπιδιώξῃ. Καὶ ὁ φόρος ἄρα τῶν σπειρομένων γαιῶν, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς εἶναι ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἓν μέσον διευκολῦνον τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Καὶ τὸ Κράτος, ἂν εὕρισκεν ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐπιδιῶκον τὴν λύσιν ταύτην εἰλικρινῶς καὶ ἐμμόνως, σκληροτραχήλους ἰδιοκτήτας, θὰ εἶχεν ἀκόμη καὶ ἄλλα μέσα, καὶ ἄνευ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, νὰ μετέλθῃ, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ὑποχώρησιν αὐτῶν εἰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις αὐτῆς, ὅπως παραχωρήσωσι μέρος τῶν κτημάτων ἐπὶ ἀπολήψει πλήρους, ἀλλὰ καὶ δικαίας, τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ μέρος τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἔχει εἰς χεῖράς του καὶ ἄλλα μέσα ἐννόμου καὶ δικαίας πιέσεως— ὄχι πιέσεως· ἡ λέξις δὲν θὰ ἦτο προσήκουσα· θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν κολληγῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, τὸν ὁποῖον ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς παρούσης Βουλῆς. Ὅταν διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων τούτων εἰς τὸ ἔννομον καθεστώς, ὁποῖον τοῦτο ὑφίστατο κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας, ὁ ἰδιοκτήτης ἐννοήσῃ τοῦ λοιποῦ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἀποβάλλῃ τὸν καλλιεργητὴν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὁπόταν δόξῃ αὐτῷ, ὁπόταν οὗτος δὲν ὑποκύπτῃ εἰς τοὺς πιεστικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτόν, ὅταν ἐννοήσῃ, ὅτι καὶ νομοθετικῶς θὰ ῥυθμισθῶσιν αἱ σχέσεις αὗται, ἐπαναλαμβάνω, πάντως ὄχι πρὸς ἀλλοίωσιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ καθεστῶτος τοῦ ὑφισταμένου μετὰ τὴν παραχώρησιν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, τότε ὁ μέγας ἰδιοκτήτης θὰ εἶναι προθυμότερος, ὅπως προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τοῦ κτήματός του, ἐπὶ ἀπολήψει τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν Βουλευτὴν Λαρίσης, ὁ ὁποῖος ἐγένετο τόσον εὔγλωττος διερμηνεὺς τοῦ θεσσαλικοῦ πόνου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι δὲν ἦτο δικαία ἡ ἐπίκρισις αὐτοῦ κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, διότι, ἂν ὁ διακανονισμὸς τῶν σχέσεων δὲν ἀποτελεῖ λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος, εἶναι βεβαίως προειδοποίησις τῆς λύσεως ταύτης. Τινὲς τῶν συνηγόρων τῶν ἰδιοκτητῶν ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀποκρούοντες τὰς κατηγορίας τὰς ἀποδοθείσας κατὰ τῆς ἐπὶ μορτῇ καλλιεργείας καὶ ἐπεκαλέσθησαν τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς καλλιεργείας καὶ πολλαχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου εἰσαχθὲν καὶ σήμερον ἔτι εὐδοκίμως λειτουργεῖ καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐπὶ μορτῇ καλλιέργεια εἶναι μία ἐκ τῶν ἀγαθωτέρων ἑνώσεων κεφαλαίου καὶ ἐργασίας πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῆς γῆς. Εἶναι μία τῶν ἀγαθωτέρων ἑνώσεων κεφαλαίου καὶ ἐργασίας. Ἀλλὰ τοῦτο ἰσχύει μόνον διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου ὁ προσφέρων τὴν ἐργασίαν δὲν εἶναι δουλοπάροικος, ὡς εἶναι ὁ Θεσσαλὸς κολλήγας, ἀλλὰ εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος πολίτης, εἶναι καὶ αὐτὸς συνηθέστατα μικρὸς ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος καὶ πέρα τῆς καλλιεργείας τοῦ κτήματός του προσφέρεται, ὅπως συνεταιρικῶς καλλιεργήσῃ καὶ τὸ κτῆμα τοῦ μεγάλου ἰδιοκτήτου διὰ τῆς ἐπὶ μορτῇ καλλιεργείας. Ἀλλὰ, ὅπου ἡ ἐπὶ μορτῇ καλλιέργεια διεξάγεται ὑφ’ οὓς ἐν Θεσσαλίᾳ ὅρους, ὅπου ὁ καλλιεργητὴς τὸν ἰδιοκτήτην τὸν μοναδικόν, τὸν ἔχοντα τὸ μονοπώλιον τῆς γῆς ἐν τῷ χωρίῳ του, θεωρεῖ ὡς τὸν ἐχθρὸν τὸν ἀπαγορεύοντα αὐτῷ εἰς τὸ διηνεκὲς νὰ ἀποκτήσῃ ἰδίαν στέγην καὶ μικρὰν τοὐλάχιστον ἔκτασιν γῆς, ἐκεῖ ἡ ἐπὶ μορτῇ καλλιέργεια, ὁσάκις μάλιστα, διὰ τὴν ἔλλειψιν διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν ὑφισταμένων, ὑφ’ ἃς ἐτέθη νομικῶς ἡ καλλιέργεια αὕτη, διεξάγεται ὁ διηνεκὴς αὐτὸς ἀγὼν μεταξὺ ἰδιοκτήτου, ζητοῦντος νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκ τοῦ κτήματος τὸν κάτοικον αὐτοῦ, καὶ καλλιεργητοῦ, ζητοῦντος μὲ πάντα τρόπον νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ διὰ τῆς κτηνοτροφίας μᾶλλον, ὅπως μὴ αὐξηθῇ ἡ ἀξία τοῦ κτήματος, ἐκεῖ βεβαίως ἡ ἐπὶ μορτῇ καλλιέργεια οὐδὲν ἄλλο ἀπεργάζεται ἢ μόνον τὴν χειροτέραν ἀπόδοσιν τῆς γῆς, καὶ εἶναι ἡ καλλιέργεια ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐλάχιστα ἐξυπηρετεῖ τὸ κοινὸν συμφέρον. Ὄταν ἑπομένως διακανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητάς, ὅταν διὰ τοῦ διακανονισμοῦ τούτου ἀποκατασταθῇ ἡ δυνατὴ ἁρμονία μεταξὺ ἀμφοτέρων τούτων, ὅταν γίνῃ ἀντιληπτὸν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅτι συνταγματικὸν μὲν κώλυμα διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν οὐδὲν ὑπάρχει, τὸ δὲ Κράτος ἐμμόνως θέλει ἐπιδιώξει τὴν καθ’ ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον, καλλίτερον διὰ τῆς ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ καταφεῦγον καὶ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, μέρους τῶν κτημάτων (χειροκροτήματα), ὅπως ἀποκαταστήσῃ τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς εἰς μικροϊδιοκτήτας, ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης διαφωτισθῇ περισσότερον καὶ περὶ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συμφέροντος καὶ πεισθῇ, ὡς θέλει πεισθῆ, ὅτι δίδων μέρος τοῦ κτήματός του ἐπὶ ἀπολήψει τῆς ἀξίας αὐτοῦ καὶ διατηρῶν τὸ λοιπὸν τοῦ κτήματος ἐλεύθερον πλέον πάσης ὑποχρεώσεως καὶ παντὸς δεσμοῦ, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐν τῷ ὑπολοίπῳ τούτῳ τοῦ κτήματος, διὰ τοῦ μέρους μάλιστα τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ διὰ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ ἄλλου κτήματος, ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας διὰ τὴν κρείττονα ἀπόδοσιν τῆς γῆς, τότε αὐτοὶ οὗτοι οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται θὰ εἶναι οἱ ἐπισπεύδοντες τὴν λύσιν ταύτην, καὶ θὰ φθάσῃ στιγμὴ μὴ πολὺ ἀπέχουσα ἀπὸ τῆς σήμερον, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχητε ἐνώπιον τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐκπροσωπούσης αὐτὸ Κυβερνήσεως τὸν κολλήγαν μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, προσερχομένους ἀμφοτέρους διὰ νὰ ζητῶσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων χωρικῶν εἰς μέρος τῶν μεγάλων κτημάτων. Ὄπως ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἀνάγκη εἶναι μόνον, ὅπως τὸ Κράτος ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἀποφασιστικῶς, ἐμμόνως, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τοῦτο ὄχι διὰ λόγους αἰσθηματικούς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος· ἔχει καθῆκον νὰ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτὸ διὰ λόγους οἰκονομικῆς πολιτικῆς, διὰ λόγους γεωργικῆς πολιτικῆς, διὰ λόγους πολιτικούς, ὅπως θέση κατὰ μέρος ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἅπαξ γεννηθὲν δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ τῆς προσηκούσης λύσεώς του νὰ ἀφήσῃ τὸ Κράτος τοῦτο ἀπερίσπαστον, διὰ λόγους ἀκόμη ἐθνικούς, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους, ἕκαστος τῶν ὁποίων εἶναι σοβαρώτερος τοῦ ἄλλου, ἔχει καθῆκον τὸ Κράτος, ὅπως ἐπιδιώξῃ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ τὴν λύσιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θέλει ἐπιδιώξει ἐμμόνως. (Χειροκροτήματα). Ὄτε, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μετέβην εἰς Θεσσαλίαν, διὰ νὰ κηρύξω ἐκεῖθεν τὸ πρόγραμμα τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐνῷ εἶχον κατ’ ἐπανάληψιν διακηρύξει πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἰδιοκτητῶν, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς Θεσσαλίαν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ προβῇ ἐν ἀνάγκῃ εἰς ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τῶν κτημάτων εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτε, λέγω, μετέβην εἰς Θεσσαλίαν, ἵνα κηρύξω ἐκεῖθεν τὸ πρόγραμμα τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, ὑπῆρξα τοσοῦτον ἐπιφυλακτικὸς εἰς τὰς ὑποσχέσεις μου πρὸς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ὥστε μονονουχὶ ἐθεωρήθην ἐχθρὸς αὐτοῦ. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρξα τοσοῦτον ἐπιφυλακτικός, ἦτο ὅτι δὲν εἶχον ἐπαρκῶς μελετήσει τὸ ζήτημα εἰσέτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὥστε νὰ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναληφθῶσιν ὡρισμέναι ὑποχρεώσεις, καὶ δὲν ἐνόμιζον διὰ τοῦτο, ὅτι μοὶ ἐπετρέπετο εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν νὰ εἴπω μίαν λέξιν ἐπὶ πλέον, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἐκπληρώσῃ. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἔκτοτε, Κύριοι, μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν τότε ἔδωκα περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων, τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικὸν ὑπῆρξεν ἀντικείμενον διηνεκοῦς μερίμνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ σήμερον μετὰ πάροδον μηνῶν ἔκτοτε εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσω ὀλίγον διαφόρως, παρ’ ὅ,τι ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν 20 Νοεμβρίου. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος πρέπει ὄχι μόνον νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ μεγάλους λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἀλλὰ καὶ δύναται ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐπιδιωχθῇ οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην, διότι τοιαύτη λύσις δὲν θὰ εἶναι μόνιμος, ἐὰν ἐπιδιωχθῇ σπασμωδικῶς, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ οὐχὶ εἰς μακρὸν χρόνον, ὅπως μᾶς παρέπεμψάν τινες τῶν προαγορευσάντων, ὅτε μᾶς εἶπον, ὅτι εἰς διάστημα μιᾶς 30ετίας 160, νομίζω, κτήματα μετεβλήθησαν εἰς κεφαλαιοχώρι, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυν αἰῶνα δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι καὶ εἰς τὰ λοιπὰ τσιφλίκια θὰ ἀποκαθίσταντο οἱ γεωργοὶ εἰς μικροϊδιοκτήτας. (Χειροκροτήματα). Ὅτε, Κύριοι, ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπάρχει ἀκίνητος ἰδιοκτησία, ἡ περιουσία τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, ἡ ὁποία καταλαμβάνει περίπου διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας στρεμμάτων γῆς ἐκ τῆς εὐφορωτάτης τῆς Θεσσαλίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας κατοικοῦσι σήμερον περὶ τὰς πεντακοσίας οἰκογενείας...
§273ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 5773 ψυχαὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφήν.
§274ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν ἀριθμὸν ἔλαβον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μετέβη εἰς Θεσσαλίαν κατὰ τὸ 1896.
§275ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σήμερον ἡ τελευταία ἀπογραφὴ δίδει 5773 ψυχάς.
§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπόν, ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰ κτήματα ταῦτα, ἐντὸς τῶν ὁποίων, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σήμερον κατοικούντων ἐν αὐτοῖς, δύνανται ἀσφαλῶς νὰ ἀποκατασταθῶσι 2.000 οἰκογένειαι, ἐὰν εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν ἐδίδοντο 100–120 στρεμμάτων γῆς, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων θὰ προέλθωσι περὶ τὰς 200,000 στρεμμάτων εὐφορωτάτης γῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῶσι πλείονες ἴσως τῶν δύο χιλιάδων οἰκογενειῶν διὰ τὸ ἐξαιρέτως εὔφορον τῆς γῆς ταύτης, ὅταν συμπληρουμένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος προσαχθῇ ἐνώπιον ὑμῶν ὁλόκληρος ἡ γεωργικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, τότε θέλετε ἴδει καὶ ὑμεῖς, διατί σήμερον ἡ Κυβέρνησις μετὰ πολὺ μείζονος θάρρους ἢ πρὸ τεσσάρων μηνῶν ἔρχεται νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων μελημάτων αὐτῆς ἔσται ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· (Εὖγε, εὖγε! Ῥαγδαῖα καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα) ὅτι τὴν λύσιν αὐτοῦ θὰ ἐπιδιώξῃ μετ’ ἐμμονῆς ἀδιαπτώτου, ἐλπίζουσα ὅτι θέλει ἀσφαλίσει τὴν λύσιν αὐτοῦ οὐχὶ ἐντὸς μακροῦ χρόνου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶναι ἐμπειρικός, ὅπως μὴ συλλήβδην ἀποκατασταθῶσιν ἐν μιᾷ στιγμῇ πάντες, καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, περὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις, ὅτι δύνανται νὰ γίνωσι ταχέως ἰδιοκτῆται ἀνεξάρτητοι. Μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀνταποκρίνονται καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ συνεδρίου τούτου, νομίζω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Θεσσαλίας, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα κατὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεώς των, θὰ ἀποσύρωσι ταύτην (φωναὶ ἐκ τῶν Θεσσαλικῶν ἑδωλίων: μάλιστα μάλιστα), ὅτι θὰ ἀρκεσθῶσι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως δεχθῇ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατυπώσεως τῆς ἐπιτροπῆς, μεταβάλλων ὅμως τὸν ὅρον «δημοσίαν ἀνάγκην» εἰς «δημοσίαν ὠφέλειαν», ὄχι διότι νομίζω ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς δημοσίας ἀνάγκης δημιουργεῖ πρόσκομμά τι, ἀλλὰ διότι θέλω ἐμφανέστερον νὰ δειχθῇ καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς ταύτης τῆς λεκτικῆς ἀκόμη ἡ προϊοῦσα εὐρυτέρα ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ (νέα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα)· θὰ ἐτόλμων, λέγω, νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ τὸ ἄρθρον ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἀκόμη δὲ μὲ τροποποίησιν, ἡ ὁποία θὰ ὥριζεν ὅτι τὸ δικαστικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον καὶ προσωρινῶς ἐν περιπτώσει κατεπείγοντος θὰ ἐκανόνιζε κατὰ διοικητικήν τινα διαδικασίαν τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ κατεβάλλετο ἀμέσως εἰς τὸν δικαιοῦχον, θὰ δύναται νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν ἄμεσον καταβολὴν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ κανονισθείσης ἀποζημιώσεως ἐκ τῆς παροχῆς ἐγγυήσεως ἐν ἀνάγκῃ διὰ τὴν μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὸ Δημόσιον, καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὥρισε τὸ δικαστικὸν πρόσωπον, ὑπάρχουσαν διαφοράν.
§277ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀντικείμενον νόμου;
§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί. Ἀλλά, ἐὰν ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ νόμος θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ἐν τούτῳ, διότι ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι ὑποχρεωτικῶς καταβάλλεται τὸ ποσὸν αὐτό, καὶ ἄνευ τῆς καταβολῆς δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του. Ἵνα μὴ λοιπὸν ὑπάρχῃ τὸ νομοθετικὸν τοῦτο κώλυμα, προτείνω νὰ γίνῃ τροποποίησίς τις, τὴν ὁποίαν θὰ προσαγάγῃ τις ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἀκόμη θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω, ὅπως τὸ δεύτερον ἐδάφιον τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ προσχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι ὑφ’ ἡμῶν εἰς τὴν Βουλὴν γίνῃ δεκτόν, διότι αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπή, δὲν εἶναι, νομίζω, πειστικαί· διότι, πρὸς ἀποφυγὴν ἐν τῷ μέλλοντι στασιασμῶν ἐπιστημονικῶν ἢ καὶ τῆς νομολογίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ζητοῦμεν νὰ προστεθῇ εἰδικὴ διάταξις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ σήμερον ὑπάρχον καθεστὼς εἶναι νομοθετικῶς διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσηγούμεθα· Θὰ ἐτόλμων δὲ νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ νομοθετικὸς κανονισμὸς ἰδιαίτατα πάντων τῶν ἀφορώντων τὰ ἰαματικὰ ὕδατα ἐν πολλῇ ἐλευθερίᾳ τῆς κινήσεως τοῦ νομοθέτου, χωρὶς νὰ φοβῆται ἑκάστοτε ὅτι δύναται νὰ προσκρούῃ συνταγματικὸν ἀπαράδεκτον, εἶναι ἐπιβεβλημένος, ἐὰν θέλωμεν νὰ κατορθώσωμεν καὶ τοῦτον τὸν πλοῦτον τῆς χώρας, ἕνα ἐκ τῶν κυριωτάτων, νὰ τὸν ἐκμεταλλευθῇ ἡ χώρα, ὅσον δυνατὸν εἶναι νὰ τὸν ἐκμεταλλευθῇ, ὅπως αὐξήσῃ τὰς προσόδους αὐτοῦ καὶ ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὴν βιομηχανίαν τῶν ξένων, ἡ ὁποία δύναται διὰ τῆς καλῆς καλλιεργείας καὶ διαχειρίσεως τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων νὰ ἀναπτυχθῇ, πλὴν ἄλλων μέσων, καὶ ἐν Ἑλλάδι περισσότερον. Ταῦτα ἦσαν, ὅσα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν προεκάλεσε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα).
§279Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν ἐρώτησιν. Ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω σχέσιν ἀγροτικὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρᾳ, δηλαδὴ τὸ πολύπλοκον τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία φθάνει εἰς ἐμφυτευτικὸν κυρίως δικαίωμα. Καίτοι ἐκ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἐκάμετε, πείθομαι ὅτι ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύετε τὴν παμψηφίαν τοῦ συνεδρίου τούτου, δέχεσθε ὅτι ἡ ὑποβολὴ ἑνὸς νομοθετήματος τείνοντος εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν σχέσεων τούτων νομοθετικῶς ἀρκεῖ, ἐπιθυμῶ νὰ τὸ διασαφηνίσητε καὶ πάλιν.
§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν διὰ νόμου ἀπαλλοτριωθῇ μέρος κτημάτων, ὅπως οἱ ἀκτήμονες χωρικοὶ γίνωσιν ἰδιοκτῆται, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ συζήτησίς τις, νομίζω ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ἐγερθῇ συζήτησις διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε, διότι καὶ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ἀκόμη εἶναι, ὅπως πάντοτε προηγουμένης πλήρους ἀποζημιώσεως διὰ τὰ τελέσματα ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπόκειται ἡ ἰδιοκτησία, περιορίσῃ αὐτήν, ἵνα εὑρίσκηται αὕτη ἐλευθέρα, διὰ νὰ κατορθώνηται ἡ μεγαλειτέρα ἀπόδοσις αὐτῆς (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§281Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἰαματικῶν πηγῶν καὶ τῶν ἄλλων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀγαπητοῦ περὶ τοῦ ῥέοντος ὕδατος, διότι φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον καὶ εἶναι σημαντικώτατος οἰκονομικὸς παράγων διὰ τὴν πρόοδον τῆς βιομηχανίας ἐν γένει ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν.
§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι χαίρω ὅτι ὑπεμνήσατε αὐτό, τὸ ὁποῖον μοῦ ὑπεξέφυγεν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου. Ὑπάρχει καὶ ἡ προσθήκη αὐτὴ τῶν ῥεόντων ὑδάτων, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἔκφρασις αὐτή.
§283Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὸν λόγον.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, εἶναι ἄλλοι πρὸ ὑμῶν. (Ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς). Νὰ καταβῆτε κάτω.
§285Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν δηλώσεων, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ καταβῆτε κάτω.
§287Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τί κάτω; Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατάστασις δὲν εἶναι ἡ ἰδική σας, κύριε Βουλευτά.
§289Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἔχω τὸν λόγον πρῶτος, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διατί μοὶ ἐμποδίζετε τὸν λόγον;
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγείρουσι ζήτημα. Λοιπὸν προηγοῦνται ἄλλοι ὑμῶν.
§291Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὸν λόγον.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον δίδω ἐγώ, ὄχι ἄλλος τις ἐνταῦθα.
§293Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μοῦ τὸν ἀφαιρεῖτε.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀφαιρῶ τίποτε. Σᾶς καταργῶ τὴν ἀναρχίαν, Τοῦτο πράττω.
§295Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διαμαρτυρηθῆτε.
§297Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὀνόματος τῶν Θεσσαλῶν τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ἀποσύρομεν αὐτήν. (Εὖγε, εὖγε! Χειροκροτήματα). Νομίζω δὲ καθῆκόν μου, ἵνα μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ Βουλὴ φρονοῦσα, ὅτι ἐξ αὐτῶν καὶ ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως προέκυψε πόρισμά τι, προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ πορίσματος τῶν δηλώσεων τούτων. Εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς διατύπωσις, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι πληροῖ τὰς ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐντυπώσεις (ἀναγινώσκει): «Ἡ διπλῆ Βουλὴ μετὰ τὰς μακρὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος συζητήσεις καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποφαίνεται ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος οὐδὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως θεσσαλικῶν τσιφλικίων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας». (Εὖγε, εὖγε! Χειροκροτήματα).
§298ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἶχον τοῦτο μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ διατύπωσις θὰ ἀνταπεκρίνετο πρὸς ὅσα εἶπον, ἐὰν λεχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους.
§299Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζητοῦμεν ἐνταῦθα θεσμοθέτημα, ὅπως ἐν ἁπλῇ Βουλῇ θὰ συνεζητεῖτο νομοθέτημα. Συζήτησις περὶ θεσμοθετήματος ἢ νομοθετήματος προβαίνει κατὰ σειράν, μὴ ἀπασχολουμένη δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ διὰ προτάσεων, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς θέματα ἔξω τῆς νομοθετικῆς πορείας (διαμαρτυρίαι· ὄχι, ὄχι). Παρακαλῶ, Κύριοι. (Νέαι διαμαρτυρίαι· ὄχι, ὄχι). Παρακαλῶ πάλιν. Οὐδέποτε τοῦτο παρετηρήθη. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἄρθρου συνταγματικοῦ ἢ ἄρθρου νόμου εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἢ ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου. Ἡ διατύπωσις ὑπεβλήθη, ἐτροποποιήθη, θὰ προταθῇ εἰς ψήφισιν. Αἱ ἐξηγήσεις αἱ δοθεῖσαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἄγουσιν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτήν. Πᾶν ἄλλο εἶναι ἀπαράδεκτον ταύτην τὴν ὥραν. Ἐὰν θέλωσιν οἱ Κύριοι νὰ ἔλθωσιν εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις, νὰ προκαλέσωσι τοιαύτας ἀποφάσεις, θὰ ἐκλέξωσιν ἄλλην ὥραν, ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ θὰ ὑποβάλωσιν ἐκεῖ τὰς προτάσεις των. Τοῦτο εἶναι τὸ νόμιμον (διαμαρτυρίαι· ὄχι, ὄχι). Τοῦτο εἶναι τὸ νόμιμον, καὶ τοῦτο τὸ νόμιμον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ. (Θόρυβος).
§300Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ἡσυχάσητε, ὅταν ὁμιλῶσι. Σᾶς ἀκούομεν τόσην ὥραν.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἄλλον χαρακτῆρα εἰμὴ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ. Συζήτησις οὐδεμία ἐγένετο, ἐπιφυλάσσεται δὲ τὸ Προεδρεῖον, ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, νὰ θέσῃ τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ πρότασις θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου. (Χειροκροτήματα). Ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρεξηγήσῃ, ὅτι ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γεννᾶται νέον ζήτημα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς Βουλευτὴς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην του, ὅσοι δὲ θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι θὰ τηρήσωσι τὴν σειρὰν τοῦ καταλόγου, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν σειρὰν τοῦ ἄλλου. Κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ καταλόγου προηγεῖται ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός.
§302Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι κατηύφραναν τὴν καρδίαν μου καὶ ὡς ἐπιστήμονος καὶ ὡς πολίτου, διότι ἔθηκε τὸ Κράτος ὑψηλά, ὅπως πρέπει νὰ ἵσταται τὸ Κράτος ὑψηλὰ κατὰ τὴν σημερινὴν περὶ Κράτους ἀντίληψιν, καὶ δὲν ἠνέχθη ἀπέναντι τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους νὰ παραταχθῇ τὸ μορμολύκειον τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς δῆθεν ἱερᾶς τῆς δῆθεν ἐκ τοῦ φυσικοῦ δικαίου ἀπορρεούσης, μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἐξηγηθῶ περισσότερον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω μόνον, εἶναι ὅτι συνηγορῶ, ὅπως συνηγόρησα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἵνα ἀντὶ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» τεθῇ ὁ ὅρος «δημοσία ὠφέλεια», ὡς ἦτο ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν.
§303ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα ποίαν γνώμην ἔχετε;
§304Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τώρα ἀκριβῶς μετὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ πείθομαι ἀδιστάκτως, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ φράσις «δημοσία ὠφέλεια», διὰ νὰ ἐπισημοποιηθῇ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦμεν.
§305ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐκφράζεται τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ παρεξηγήσεις, ἕνεκα τῶν κοινωνιστικῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἔχετε. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ παρεξηγήσεις, ὅτι βαίνετε ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας πολὺ μακρότερον ἢ ὅ,τι βαίνω ἐγώ. Δὲν κάμνω τὰς δηλώσεις ταύτας, διὰ νὰ μετριάσω τὰς δηλώσεις, αἵτινες δυσηρέστησαν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅστις ἐξεφράσθη κατὰ τρόπον ἀνευλαβῆ, ἀλλὰ τὰς κάμνω ἐν ἐπιγνώσει, καθότι ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν. Αἱ δηλώσεις μου εἶχον σκοπὸν εἰδικόν, σχετιζόμενον πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῆς μεγάλης ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου ὑπάρχει μονοπώλιον ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ καὶ ὅπου οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ χωρία δὲν ἔχουσι στέγην, διὰ νὰ στεγασθῶσι. Νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ κάμω τὰς δηλώσεις ταύτας.
§306Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αἱ δηλώσεις μου προεκλήθησαν καὶ ἡ ἔκφρασις αὐτῶν ἡ ἔντονος δικαιολογεῖται κατόπιν τῶν ἀναχρονιστικῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐξεπέμφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ αἵτινες δυστυχῶς ἐλέχθησαν ἀπὸ ἐπιστήμονας. Βεβαίως ὅμως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ πάντες οἱ ἐν γνώσει τῶν ζητημάτων καὶ τῆς σημερινῆς ἐπιστήμης δὲν δύνανται νὰ ἀποδώσωσιν εἰς ἡμᾶς ἄρνησιν τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας, οὔτε κομματικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας δὲν ἐκπροσωπεῖ ἡ ὁμὰς ἡμῶν, αἵτινες ἄγουσιν εἰς ἄρνησιν τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς πεπαλαιωμένον ἔν τισι καὶ χρήζοντα ἀνακαινίσεως, ἀλλὰ δὲν ἀρνούμεθα βεβαίως τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας· ὅταν δὲ μαχώμεθα, ὅπως δοθῇ ἡ ἰδιοκτησία εἰς τοὺς ἀγρότας, βεβαίως δὲν ἀρνούμεθα τὴν ἰδιοκτησίαν. Ταῦτα εἶχον καὶ ἐγὼ νὰ δηλώσω, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ παρεξήγησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἴμεθα ἀναρχικοί, ὅτι ἀρνούμεθα τὴν ἰδιοκτησίαν, διότι μόνον ὁ ἀναρχικὸς κατ’ οὐσίαν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὁ κοινωνιστὴς δὲν ἀρνεῖται τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας· μὲ μόνην ὅμως τὴν διαφοράν, ὅτι θέλει νὰ ἀντικαταστήσῃ ἀντὶ τῆς σήμερον ἀρχούσης ἀτομιστικῆς τὴν ἔννοιαν τῆς κοινωνιστικῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς δέον νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἀτόμων. Καὶ ταῦτα μὲν ἦσαν παρεκβάσεις πρὸς ἀπάντησιν εἰς ὅσα ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὸν νὰ δηλώσῃ ἀκριβῶς διὰ νὰ δείξῃ τὸ χώρισμα, ὅπερ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς ὁμάδος τῆς ἡμετέρας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ τονίσω, εἶναι ἐπίσης καὶ τὸ ἄλλο. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι διὰ τῶν τελευταίων δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἀντίκειται εἰς συνταγματικόν τινα φραγμὸν ἡ μερικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν θεσσαλικῶν κτημάτων, ἠθέλησε ν’ ἀποκρούσῃ ἀπολύτως καὶ κατ’ ἀρχὴν τὴν καθολικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων ἐν σχέσει πρὸς τὴν ῥύθμισιν τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος. Διότι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Κράτους κεῖται ὅτι πρὸς ἐξυπηρέτησιν κοινοῦ συμφέροντος δύναται τὸ Κράτος νὰ φθάσῃ—καὶ ἔχω τοιαῦτα παραδείγματα εἰς ἄλλας περιπτώσεις—καὶ εἰς τὴν ἐπὶ ἀποζημιώσει ἄρσιν ὁλοκλήρου τῆς ἰδιοκτησίας.
§307ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δηλώσεις μου ἔχουσι σχέσιν εἰδικῶς πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν θεσσαλικὸν ζήτημα, ἐὰν δὲ θέλητε νὰ ἀνακινήσητε καὶ ἄλλο ζήτημα, εἶμαι πρόθυμος ὄχι κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἀλλ’ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου μετὰ τῆς αὐτῆς εὐλαβείας, μετὰ τῆς ὁποίας ἐξέφρασα σήμερον τὰς ἄλλας δηλώσεις μου. Αἱ σημεριναὶ δηλώσεις μου ἰσχύουσι μόνον διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην περίπτωσιν, φαίνονται δὲ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά.
§308Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ διὰ τῶν δηλώσεών μου εἶπον ὅτι τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας δὲν τὴν θεωρῶ ὡς ἀπόρροιαν τοῦ φυσικοῦ δικαιώματος, δὲν τὴν θεωρῶ οὐδὲ ἱεράν. Ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον ἄλλην ἰδέαν, ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ θρησκεία ἡ χριστιανικὴ τὴν ἀντιμάχεται, ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι αὐτὸς ὁ πατὴρ τοῦ φυσικοῦ δικαίου ὁ Γρότιος ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ κληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ dominium eminens, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πολιτῶν. Οἱ ὑποστηρίζοντες ἐνταῦθα ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, ὑποστηρίζουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν ἐπιστημονικαῖς συζητήσεσι νὰ ὑποστηρίζωνται κατὰ τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, καὶ εἶναι κατώτερον ἐμοῦ ν’ ἀντικρούσω καταναλίσκων ἐπὶ πλέον χρόνον τῆς Βουλῆς θεωρίας παλαιοντολογικὰς καὶ δόγματα πηγάζοντα ἐκ διανοητικῆς καὶ ἠθικῆς ἀρτηριοσκληρώσεως.
§309Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ἐγκαρδίως, Κύριοι, διότι μοὶ ἀπεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὰς δηλώσεις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὁμολογῶ ὡσαύτως, ὅτι βαθεῖαν μοὶ ἐνεποίησε θλῖψιν τὸ γεγονός, ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνεθάρρυναν τὰς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἀναπτυχθείσας κοινωνιστικὰς ἰδέας. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι αὐτὴ ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἄρτι καταβάντος ἐκ τοῦ βήματος τούτου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Διηρχόμην ἀκριβῶς πρὸ τοῦ βήματος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξηγγέλλετο παρ’ αὐτοῦ τὸ ἀπόφθεγμα ὅτι «κατερρίφθη τὸ μορμολύκειον τῆς ἰδιοκτησίας». Ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο μοὶ ἐνεποίησεν οἰκτρὰν ἐντύπωσιν, καὶ διατελῶν ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶπον ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἀγορεύοντα—δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο— «Ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε τοιαῦτα, ὅτε ἄλλοι ὑψηλότερον ὑμῶν ἱστάμενοι εἶπον παρόμοια». Ἴσως ἡ φράσις μου ἦτο ὑπερβολική, ἀλλ’ ἤθελον τοῦτο νὰ ἐκφράσω, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνεθάρρυναν τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου ἐπὶ τούτῳ, διότι φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν πρέπει νὰ ἐνθαρρύνωνται τοιαῦται ἰδέαι, τὰς ὁποίας θεωρῶ ὀλεθρίας διὰ τὴν χώραν ἡμῶν.
§310ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐκπλήττομαι, Κύριοι, διότι ὁ ἀπελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφον, ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐκφράζει, δὲν εἶναι παράδοξοι, ἀφοῦ τοιαύτας ἐξέφρασαν κοινωνιστικὰς ἰδέας καὶ ἕτεροι ἱστάμενοι ὑψηλότερον. Ὅτε βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀγορεύσας πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία δὲν συγκινεῖται ἀκόμη ἀπὸ κοινωνιστικὰ ζητήματα, ὅτε ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, φράσσων τοὺς ὀφθαλμούς, ὅπως κἄποιον πτηνόν, δὲν βλέπει τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὄχι πολὺ μακράν, ὅτε νομίζει, ὅτι εἰς Πολιτείαν μὴ κοινωνιστικὴν ἐπιβάλλεται νὰ μετέρχηται πάντοτε καὶ πολιτικὴν μὴ κοινωνιστικήν, ὅτε δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι χώρα ἀπολυταρχική, χώρα ἔχουσα ἔτι φεουδαρχικὰ στοιχεῖα πολλὰ καὶ ἐν τῷ πολιτικῷ καὶ κοινωνικῷ ὀργανισμῷ τῆς ἑνὸς ὅλου τετάρτου αἰῶνος, κατήρτισε πλήρη ἐργατικὴν νομοθεσίαν (χειροκροτήματα παρατεταμένα), ὅπως διὰ τῆς μιᾶς μὲν χειρὸς δώσῃ εἰς τοὺς ἐργάτας ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ συμφώνως μὲ τὰς ἀξιώσεις τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, ἐνῷ διὰ τῆς ἄλλης ἐπισείει πρὸς τὸν ἐργατικὸν αὐτὸν πληθυσμὸν ὅλας τὰς λόγχας τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, διὰ νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν ἰδεῶν τῆς κοινωνιστικῆς δημοκρατίας, ὅτε ταῦτα παραγνωρίζει, ὅτε νομίζει ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος εἶναι νὰ μὴ βλέπῃ παντάπασι τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται κατὰ τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα ἐπὶ τὰ κάτω, κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἓν μέσον ἔχει νὰ προλάβῃ, νὰ προλαμβάνῃ τὰς ἐκρήξεις διὰ τῆς ἐγκαίρου ἱκανοποιήσεως τῶν δικαίων ἀξιώσεων τῶν τάξεων ἐκείνων τῶν ἐργατῶν τῶν ἀποκλήρων τῆς κοινωνίας, ὅτε τοιαύτην ἀντίληψιν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δὲν ἐκπλήττομαι βεβαίως, διότι τοιαύτας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰδέας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐδήλωσα ἐρχόμενος ἐν μέσῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν θὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ διακηρύξω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι, ὅπου ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία, ὡς ἐν Θεσσαλίᾳ, εὑρίσκεται ἀντιστρατευομένη πρὸς ὅλα τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ τὰ γεωργικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ ἀνθρωπιστικὰ καὶ τὰ ἐθνικά, ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἀτομικὴ ὀφείλει νὰ δεχθῇ, ὅπως ὑποχωρήσῃ, λαμβάνουσα πλήρη ἀποζημίωσιν, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ Κράτος τοὺς μεγάλους αὑτοῦ σκοπούς. Ὅτε εἶπον τοῦτο, ἐξεπλήρωσα στοιχειῶδες καθῆκον. (Εὖγε, χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαί). Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος μαζί μου κατῆλθε ζητῶν τὰς ψήφους τοῦ λαοῦ τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπὸ πρόγραμμα σαφές, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἀπέκρυψεν, ἔχει δικαίωμα, ἐὰν πιστεύῃ ἀληθῶς ὅτι κατεπρόδωκα τὸ πρόγραμμά μας, ὅτι κατεπρόδωκα τὸν ἀγῶνα τῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐγκαταλείψῃ καὶ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ βαδίσω εὐθὺ εἰς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἐχάραξα. (Ζητωκραυγαὶ καὶ χειροκροτήματα). Δὲν θὰ ἀπομακρυνθῶ τοῦ δρόμου τούτου, οὐδ’ ἐὰν ἔβλεπον ἑαυτὸν ἐγκαταλειπόμενον ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Θὰ προσέθετον ἀκόμη ὅτι δὲν θὰ ἐγκατέλειπον τὸν δρόμον αὐτόν, ἐὰν ἔβλεπον ἐμαυτὸν παραγνωριζόμενον, παρανοούμενον ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (Χειροκροτήματα καὶ εὖγε). Εἶναι καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν νὰ πίπτωσι μὲ τὰς ἰδέας αὐτῶν, διότι παρέχοντες ἑαυτοὺς θύματα τῶν ἰδεῶν των παρασκευάζουσι καὶ διευκολύνουσι τὸ ἔργον εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἔλθωσιν αὔριον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει δὲν εἶναι ὁ θρίαμβος τοῦ προσωπικοῦ ἐγώ, ἀλλ’ ὁ θρίαμβος τῆς ἰδέας. Εἶναι ἡ ἐπιτυχία τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ Κράτος τοῦτο. Ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπω, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν διὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ὅσοι νομίζουσι τὸ ἔργον δυσχερές, ὅσοι δὲν αἰσθάνονται τοὺς ὤμους αὑτῶν ἰσχυρούς, ὅπως βαστάσωσι τὸν Σταυρόν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν ἀγῶνα, ἐὰν νομίζωσι μάλιστα ὅτι ἐγὼ κατεπρόδωκα αὐτόν. Διότι ἐγὼ ἔχω ἥσυχον τὴν συνείδησιν. Ἐγὼ εἰς πᾶσαν περίστασιν—καὶ τὸ ἐγὼ αὐτὸ παρακαλῶ, νὰ τὸ σημειώσητε ὡς ἐκδηλοῦν τὴν ἔννοιαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τῆς χώρας—εἰς πᾶσαν περίστασιν θὰ εἶμαι τὸ ἀσφαλέστερον ἔρεισμα τῆς τάξεως καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἀλλὰ δὲν θέλω τὸ καθεστὼς τοῦτο ἀκινητοῦν, δὲν τὸ θέλω μένον ὑπὸ τὴν παλαιὰν αὐτοῦ διαρρύθμισιν, ὅπως σωρευθῇ αἰφνιδίως εἰς ἐρείπια, ἀλλὰ τὸ θέλω ἀκολουθοῦν τὴν πρόοδον, προσαρμοζόμενον πρὸς τὰς καθ’ ἡμέραν περιστάσεις, ἵνα κατορθώσῃ νὰ βοηθήσῃ τὸ Κράτος τοῦτο νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ὑψηλὴν αὑτοῦ ἀποστολήν. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖτε, ὅπως γίνῃ διακοπὴ πέντε λεπτῶν.
§312ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀνδρέου.
§315ΔΗΜ. Γ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶχον ἐγγραφῆ, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ καταλόγῳ, ὅπως λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου, ἀλλὰ μετὰ τὰς κατηγορηματικὰς καὶ σαφεῖς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔδωκεν εὐρυτέραν ἔννοιαν ἐπὶ τῆς «δημοσίας ὠφελείας», κρίνω περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὅτι δουλοπάροικοι καὶ φερέοικοι δὲν ὑπάρχουσι μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀττικῇ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑψώνω τὴν φωνήν μου, καὶ παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ περὶ τούτων καθ’ ὅσον εἶναι ἄξιοι καλλιτέρας τύχης, διότι καὶ ἐργατικώτατοι εἶναι καὶ φιλήσυχοι.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Βάρθης.
§317Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον, ὅπως ὑποστηρίξω τὰς δικαίας αἰτήσεις τῶν Θεσσαλῶν καὶ ὅπως συνδέσω μετ’ αὐτῶν καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Κερκύρας. Κατόπιν ὅμως τῶν ῥητῶν ὑποσχέσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ πράξω παρὰ νὰ περιμένω τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§319ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἔχω νὰ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐτροποποίησεν αὐτό, καὶ ἐπειδὴ ἤμην σύμφωνος εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ὡς αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπολαμβάνω ὡς καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω τὴν διατύπωσιν ταύτην ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Καὶ δὲν θ’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ὑπολαμβάνω ὡς ὑποχρέωσίν μου νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη». Αἰσθάνομαι δέ, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀκριβῶς μετὰ τὸ λεχθὲν ὅτι προτείνεται ὁ ὅρος «δημοσία ὠφέλεια», τὸ μὲν ὅπως ἐμφανέστερον ἐνδειχθῇ ἡ νέα κατεύθυνσις τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτό, κατὰ τὴν νεωτέραν δῆθεν καὶ μὴ ἀναχρονιστικὴν ἀντίληψιν, ὅπως στερῇ τινα τῆς ἰδιοκτησίας του χάριν «τοῦ κοινοῦ συμφέροντος» ἢ κατ’ ἄλλην ἔκφρασιν «τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος». Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κύριοι Βουλευταί, ἐπιτρέπεται νὰ στερηθῇ τις τῆς ἰδιοκτησίας του διὰ «δημοσίαν ἀνάγκην» καὶ μόνον, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ στερηθῇ τὸ ἄτομον τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ μόνον ὅταν ἐκ τῆς στερήσεως ταύτης καθίσταται δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις ἑνὸς ἢ πλειοτέρων σκοπῶν τοῦ Κράτους. Διότι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κύριοι Βουλευταί, τὸ κοινὸν ἢ κοινωνικὸν συμφέρον ὑπάρχει ἐν τῷ ἀθροίσματι τῶν κατ’ ἰδίαν προστατευομένων ἀτομικῶν συμφερόντων. Ταῦτα λέγων ἐννοῶ τὸ ἑξῆς: Τὸ Κράτος, ὡς ἔχει παρ’ ἡμῖν συγκροτηθῆ, καθῆκον καὶ μόνον δικαίωμα ἔχει νὰ προστατεύῃ τὰ ἄτομα, ἕκαστον τῶν ὁποίων εἶναι ἐλεύθερον ἐν τῇ ἀτομικῇ καὶ τῇ κοινωνικῇ αὐτοῦ δράσει· θίγει ἕν ἄτομον, καθ’ ὅσον τὸ ἄτομον ἐκεῖνο προσβάλλει τὴν ἐλευθερίαν ἑνὸς ἄλλου, ἡ ἰδιοκτησία δὲ εἶναί τι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ὅπερ δὲν νοεῖται εἰμὴ ὡς ἀναπόσπαστον τοῦ κοινωνικοῦ ἀτόμου. Δὲν νοεῖται κατ’ ἐμὲ τὸ ἄτομον, τὸ ἐν κοινωνίᾳ ἀπαραβίαστον, εἰμὴ καθόσον καὶ ἡ ἰδιοκτησία αὐτοῦ εἶναι ἀπαραβίαστος. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ ἀντιφρονούντων ὅτι ἡ κοινωνικότης εἶναι ἔμφυτος εἰς τὸν ἄνθρωπον, τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅπερ παρουσιάσθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἦτο τὸ ζήτημα τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἀναμφιβόλως, ἐὰν ἠθέλομεν διὰ τῆς φαντασίας φθάσει εἰς τὴν πρώτην στιγμήν, καθ’ ἣν παρουσιάσθη κοινωνία ἀνθρώπων, οὐδεμία ἄλλη σχέσις κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπῆρξε μεταξὺ αὐτῶν παρὰ σχέσις περιουσίας· ἡ σχέσις, ἣν παρήγαγεν ὁ πρῶτος καρπός, τὸν ὁποῖον συνέλαβεν, ὅπως ζήσῃ εἷς ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον καρπὸν ἔδει νὰ σεβασθῇ εἷς ἄλλος. Ἀναμφιβόλως κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην στιγμὴν ἄλλαι σχέσεις, σχέσεις ὑπάρχουσαι μεταξὺ πεπολιτισμένων ἀτόμων, δὲν ὑπῆρχον. Εἶναι ἑπομένως ἀναμφιβόλως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἔμφυτον εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὑπάρχον καὶ ἀναγνωρισθὲν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάσθη κοινωνία ἀνθρώπων. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἵνα ἐξασφαλισθῶσιν αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι, πρέπει, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἢ καὶ ὁλοκλήρως—δὲν ἀντελήφθην καλῶς—νὰ καταλυθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἀνομοιότητες. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικαὶ ἀνομοιότητες, εἶναι καὶ ἄλλαι ἀνομοιότητες, καὶ προσηκόντως εἶναι πολλαὶ ἀνομοιότητες, καὶ δυστυχία εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἀνομοιότητες, καὶ δυστυχία, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον οἰκονομικαὶ ἀνομοιότητες, οἰκονομικαὶ τουτέστιν ἀνισότητες, διότι βεβαίως καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀκμή, πρὸς τὴν ὁποίαν πᾶν ἄτομον προσατενίζει, εἶναι ἓν κέντρον τῆς δραστηριότητος, εἶναι ἓν μέγα ἐλατήριον πρὸς τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν πρόοδον αὐτοῦ. Τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει μόνον ἐν τῇ προκοπῇ ἑκάστου ἀτόμου, οὔτε ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ θίξῃ τὴν ἀτομικὴν ἰδιοκτησίαν χωρὶς νὰ συναισθάνηται ὅτι θίγει αὐτὴν τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν, αὐτὸ τὸ πρῶτον καὶ κυριώτατον μέσον τῆς δράσεως καὶ προκοπῆς τῶν ἀτόμων, ἑπομένως χωρὶς νὰ συναισθάνηται ὅτι βλάπτει αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φωνή, ἀλλὰ φωνὴ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μὴ προσήκουσα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως δικαιολογήσω ἄλλας μου σκέψεις ἐπὶ τῆς ἀποσυρθείσης προτάσεως τῶν κυρίων ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν, μολονότι ἀπεσύρθη αὕτη. Ἀναμφιβόλως κατὰ τὴν κειμένην συνταγματικὴν διάταξιν καὶ ὡς ὑπῆρχε καὶ ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐν ὅλῳ καὶ ἐν μέρει θὰ ἐπετρέπετο ἀπαλλοτρίωσις μεγάλων ἰδιοκτησιῶν, ἐὰν ἐτίθετο τὸ ζήτημα νὰ προστατευθῇ ἡ ζωὴ ἀτόμων, νὰ προστατευθῇ τιμὴ οἰκογενειῶν, νὰ ἐπιτευχθῇ εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν τῶν μεγάλων τοῦ Κράτους, ἡ ἐξασφάλισις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἠθικῆς. Διότι βεβαίως εἶναι ἱερὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ ἀναμφιβόλως εἶναι ἱερὰ αὐτὴ αὕτη ἡ ἀνθρωπίνη φύσις πρὸ παντὸς ἄλλου. Καὶ ὅτε ἔχομεν κατάστασιν πραγμάτων, ἐν τῇ ὁποίᾳ προσβάλλεται τὸ ἄτομον αὐτὸ τοῦτο εἰς ὅλα του τὰ δικαιώματα, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς του, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς τιμῆς του, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας του, βεβαίως ἔχομεν βεβαιωμένον ἓν πραγματικὸν γεγονὸς «δημοσίας ἀνάγκης», ἥτις θὰ ἐπέτρεπεν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἀπαλλοτρίωσιν μιᾶς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἀπαλλοτρίωσιν, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ χάριν τοῦ «κοινοῦ συμφέροντος» ἢ «τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος», διότι δόγμα τοιοῦτον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω, εἶναι ἀκραιφνῶς σοσιαλιστικόν. Δὲν λέγω «κοινωνιστικόν», διότι ἄλλος ὁ «κοινωνισμὸς» ἢ «κοινοτισμὸς» καὶ ἄλλος ὁ «σοσιαλισμός»· ὁ «κοινωνισμὸς» εἶναι ὁ ἄκρος σοσιαλισμός, καὶ ἑπομένως ὀρθῶς ἐγένετο ἡ διάκρισις, διότι ἄλλο σοσιαλισταὶ βεβαίως καὶ ἄλλο κοινωνισταί. Ἀλλ’ εἰς Κράτος ὡς τὸ ἡμέτερον νομίζω ἐπικίνδυνον νὰ μεταβάλωμεν τὸν ὅρον τῆς «δημοσίας ἀνάγκης» εἰς «δημοσίαν ὠφέλειαν», ὅπως ἐνδειχθῇ ἐμφανέστερον» ὅτι δίδομεν ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ φοβοῦμαι μήπως ἡ κατεύθυνσις ἀπὸ τοῦ σοσιαλισμοῦ φθάσῃ εἰς τὸν κοινωνισμόν.
§320Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχομεν τῷ 1844 τὴν λέξιν «ὠφέλεια», καὶ τῷ 1864 τὴν ἐκάμομεν «ἀνάγκην».
§321ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν ἔχῃ τις τὸν ὅρον ἐξ ὑπαρχῆς «δημοσία ὠφέλεια», δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ θιχθῇ ἡ ἀτομικὴ περιουσία, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν οἱ σκοποὶ τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ τὸν ὅρον «δημοσία ἀνάγκη» καὶ τὸν μετατρέπῃ εἰς «δημοσίαν ὠφέλειαν», ὅπως, ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω, «ἐνδειχθῇ ἐμφανέστερον» ἡ νέα κατεύθυνσις τοῦ Κράτους, καὶ ταύτην τὴν κατεύθυνσιν τὴν ἑρμηνεύωμεν ὅτι σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ θίγηται, νὰ προσβάλληται, νὰ στερῆταί τις τῆς ἰδιοκτησίας του χάριν τοῦ «κοινοῦ» ἢ τοῦ «κοινωνικοῦ συμφέροντος», βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ 1844, ὅτε ἀμφιβάλλω ἂν ὑπῆρχον σοσιαλισταί.
§322ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία εἶναι χρήσιμος ταύτην τὴν ὥραν, λυποῦμαι δέ, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἐπεκύρου τὸν λόγον μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εἶπε τοῦτο, προσέθηκε καὶ ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του ἡ ἀντικατάστασις τῆς λέξεως «ἀνάγκη» διὰ τῆς «ὠφελείας» δὲν μεταβάλλει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅτι ὑποχρεοῦται τὸ Κράτος μετὰ μεγάλης δυσκολίας νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπαλλοτριώσεις, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη ἀνάγκη.
§323ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐν ἀρχῇ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ στέρησις τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας χάριν τοῦ «κοινοῦ συμφέροντος»· μετὰ ταῦτα εἶπε χάριν τοῦ «κοινωνικοῦ συμφέροντος», μετὰ ταῦτα εἶπεν ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὰς κοινωνιστικὰς ἀρχάς, καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ του ἀγορεύσει εἶπεν ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ μεγάλων ζητημάτων τοῦ Κράτους, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ συνόλου ἡμῶν. Ὅτε ἔχω ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ὅτε ἄλλα ἐλέχθησαν ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτε, λέγω, ἔχω ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἔχω ἐπίσης δεδομένον ὅτι ἡ μετατροπὴ τοῦ ὅρου προτείνεται, ὅπως «ἐνδειχθῇ—αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως—ἐμφανεστέρα ἡ νέα κατεύθυνσις τοῦ Κράτους», κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν γένηται δεκτὴ ἡ μετατροπὴ τοῦ ὅρου, τὸ Κράτος ἡμῶν θεμελιοῦται πλέον, τὸ νέον Κράτος, ἐπὶ ἀρχῶν σοσιαλιστικῶν. Εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν, Κύριοι, ὅτι ὁ σοσιαλισμὸς προσήνεγκεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι του ἐτελείωσαν, εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ χωρὶς τὸν σοσιαλισμὸν νὰ ὑπάρξῃ νεωτέρα κατεύθυνσις εἰς τὸ Κράτος. Ἐν Ἀγγλίᾳ, κύριοι συνάδελφοι, οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον κόμμα σοσιαλιστικόν, καὶ ἐν τούτοις ἔχει νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα πολλὰ σοσιαλιστικὰ κόμματα ὀνειροπολοῦσι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος παρ’ ἡμῖν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν μετὰ τοιαύτας δηλώσεις ἀρχὰς σοσιαλιστικάς. Ἐπίσης ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω, ὅτι θέλω καταψηφίσει τὴν νεωτέραν πρότασιν τῶν ἐκ Θεσσαλίας κυρίων συναδέλφων, διότι αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβον δὲ τὴν τιμὴν ἐπανειλημμένως νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, παραβίασιν οὐσιωδεστάτην καὶ ἀξιόποινον τοῦ πολιτεύματος.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐτυχῶς ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν του φράσιν εἶναι ταπεινὴ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀποδέχεται ταύτην.
§325ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ γνώμη μου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ταπεινή, εἶναι ὑψηλοτέρα τῆς ἰδικῆς σας.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, εἶσθε ἀσεβέστατος.
§327ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σεῖς εἶσθε.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν καί, ἐὰν νομίζητε ὅτι θὰ εἰσαγάγητε τὴν ἀναρχίαν ἐδῶ, δὲν θὰ σᾶς τὸ ἐπιτρέψω.
§329Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν εἰσάγετε σεῖς· δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ εἰρωνευθῆτε.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. (Νέαι ἀντεγκλήσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἐγείρουσι πανδαιμόνιον ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Κωδωνοκρουσίαι καὶ φωναί).
§331Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ ποῦ γίνονται!
§332Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε τὸν Πρόεδρον.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐπιδείξητε καθεὶς τὸ ἀνάστημά του, δὲν θὰ μείνῃ τίποτε ἐδῶ μέσα. Νὰ τὸ ἠξεύρητε· μαζευθῆτε ’λιγάκι. (Νέαι ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν κ. κ. Καρασεβδᾶ, Πατσουράκου καὶ Βάρθη προκαλοῦσι πανδαιμόνιον).
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε ἐπὶ τέλους. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§335ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης βαίνομεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἔργον ἀληθῶς ἱερόν, ἀληθῶς ἐθνικόν, ἐν πάσῃ ὁμοφροσύνῃ, ἐν πάσῃ ὁμοφωνίᾳ συνεργαζόμενοι, παρ’ ὅλας τὰς διαφορὰς τῶν γνωμῶν, καὶ εἷς ἕκαστος ἐθεώρησεν ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ περιορίσῃ, νὰ χαλινώσῃ ἑαυτόν, ὅπως πάντες φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον τὸν ἕνα, τὸν ὁποῖον πάντες ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον πάντες αἰσθανόμεθα ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐργασθῶμεν. Ὅταν ἐμφανίζηται ἐνώπιον τοῦ βήματός τις, ὅστις ἔχει τὴν γνώμην αὑτοῦ καὶ τὴν ἐκφράζει, ὅσον ταπεινότερος εἶναι, ὅσον πλέον μεμονωμένος εἶναι, τόσον μεγαλείτερον σεβασμὸν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς (χειροκροτήματα). Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος, πρὸς τὸν ὁποῖον τρέφω ἰδιαιτέραν τιμήν, νὰ εἴπω ὅτι ἐξ ἀπροσεξίας αὐτοῦ ἐγεννήθη ἡ σκηνή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ταύτην τὴν ὥραν. Διότι δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ βεβαίως δὲν τὸ ἐσκέφθη, ὡς ἐκ τῶν φιλικῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει μετὰ τοῦ καταβάντος ἀπὸ τοῦ βήματος, οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ εἰρωνευθῇ....
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας.
§337ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὅταν κατέρχηται τοῦ βήματος, καὶ ἂν ἔτι εἶναι ἄξιος εἰρωνείας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ὅτι δὲν πάσχει ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγω, δὲν τὸ λέγω πρὸς μομφήν, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἦτο ἀνάγκη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ καταβῇ τῆς ἕδρας· τὸ εἶπον μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, παρακαλῶ νὰ δηλώσητε ὅτι δὲν ἠθέλετε νὰ εἴπητε φράσιν τινὰ δυσάρεστον εἰς τὸν καταβάντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ φιλικὴν μόνον, ὁμιλήσαντες ὅπως ὡμιλήσατε.
§338Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦτο περιττὴ ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Δραγούμη.
§339ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καθόλου.
§340Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σιωπᾶτε. Ὅταν εὑρίσκωμαι ἐπὶ τῆς ἕδρας, τηρῶ τάξιν ὑπὲρ τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ὅταν εὑρίσκωμαι ἐδῶ, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτῃ. Ἦτο περιττή, λέγω, ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Δραγούμη, διότι τὸν κ. Κουλουμβάκην δὲν εἰρωνεύθην, ἀλλὰ προέλαβον, διὰ νὰ μὴ κάμω πρὸς αὐτὸν παρατήρησιν καὶ κάμω χρῆσιν τῆς προεδρικῆς ἐξουσίας ἐναντίον του διὰ δευτέραν φορὰν ἀπόψε. Διότι κατερχόμενος τοῦ βήματος ἐξήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν συζήτησιν, ἵνα ἀνακοινώσῃ τὴν γνώμην, ἣν οὗτος ἔχει ὡς Βουλευτής, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἀρχηγὸς κόμματος, ἦτο ἀξιόποινος παράβασις τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὅταν εἷς Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγέλλῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς προβαίνοντα εἰς ἀξιόποινον παράβασιν τοῦ πολιτεύματος, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§341Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν δικαίωμα εἴχετε.
§342Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προέβην λοιπὸν εἰς ἐπιεικῆ πρὸς αὐτὸν παρατήρησιν, ἵνα μὴ...
§343Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Διακόπτει μὴ ἀκουόμενος).
§344Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τί λέγετε; Τί λέγετε; Ἀδιαφορῶ διὰ τὰς διακοπάς σας. Προέβην λοιπόν, λέγω, εἰς ἐπιεικῆ παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ διὰ δευτέραν φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ τὸν ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν, ὡς ἐξερχόμενον τῶν ὁρίων τῆς ἐν τῇ Βουλῇ τάξεως. Καὶ πρὸς τοῦτο εἶπον πρὸς αὐτόν, ἐπωφεληθεὶς φράσεώς του, ὅτι ταπεινὴν ἐκφράζει γνώμην, ὅτι εὐτυχῶς, λόγῳ τῆς ταπεινότητος τῆς γνώμης, ἡ Βουλὴ δὲν συμμερίζεται ταύτην, διὰ νὰ δώσω τέρμα εἰς φρασεολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἡ ἐμπρέπουσα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν σεβασμόν, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἀνόρθωσις καὶ μεταβολὴ καταστάσεως σημαίνει νὰ καταστρέψωμεν καὶ ὅ,τι καλὸν εἶχον αἱ πρώην Βουλαὶ καὶ ἡ πρώην κατάστασις. Ἀνόρθωσις σημαίνει μεταβολὴν καταστάσεως ἐπὶ τὰ βελτίω, ἐνταῦθα ὅμως βλέπω ἀπὸ καιροῦ, εἴτε λόγῳ ἀπειρίας τῶν πλείστων εἴτε λόγῳ κακῆς ἀρχῆς ἑτέρων ἐλαχίστων, βλέπω μεταβολὴν οὐχὶ ἐπὶ τὰ πρόσω, ἀλλ’ ἐπὶ τὰ χείρω. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ἀπὸ ὀκταετίας ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εὑρισκόμενος, ὅτι, ὁσάκις ἠγείρετο νὰ ὁμιλήσῃ ἀρχηγὸς κόμματος, καὶ ἐλαχίστου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐξ ἑπτὰ Βουλευτῶν ἀποτελουμένου, οὐχὶ ἀρχηγὸς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ μετὰ προσοχῆς ἀπέβλεπεν εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ διακόψῃ καὶ οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ προσενεχθῇ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν τρόπον προσηνέχθησαν ἐνταῦθα. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ἀπευθύνων παρατηρήσεις ἢ ἐξαγγέλλων ἀποφάσεις οὐδέποτε διεκόπτετο, ἀλλ’ οἱ λόγοι τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, ἀδιαφόρως πρὸς τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον κατέχει τὸ ἀξίωμα, ἦσαν λόγοι ἀκουόμενοι ἐν πλήρει εὐλαβείᾳ. Ἐνταῦθα ἠναγκάσθη ἀπό τινος χρόνου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀξιοῖ τὸν σεβασμὸν τῆς Βουλῆς λόγῳ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, ἀλλὰ λόγῳ τῆς προσωπικῆς ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ. Τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀναγκάζεται νὰ ἐντείνῃ τὴν φωνήν, ἵνα ἐπιβληθῇ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνόρθωσις, ἀλλ’ εἶναι χειροτέρευσις. Καὶ ἂν τοῦτο συγχωρεῖται πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες μὴ ὄντες κύριοι τοῦ λόγου πολλάκις ἐξ ἀπειρίας ἐξέρχονται τῶν ὁρίων, ἐν τούτοις συγχωρεῖται τοῦτο, διότι προέρχεται ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος, δὲν εἶναι ὅμως συγχωρητέον εἰς ἐκείνους τοὺς ῥήτορας, οἵτινες εὐδοκιμοῦντες ἐν ταῖς ἀγορεύσεσιν ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἐξέρχονται τῶν ὁρίων, οὐχὶ διότι δὲν δύνανται νὰ συγκρατηθῶσιν, ἀλλὰ διότι δὲν θέλουσι νὰ συγκρατηθῶσι. Καὶ ἐπικαλοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, τὴν συνδρομὴν ὅλων ὑμῶν, ἵνα, ἐφ’ ὅσον τὸ Προεδρεῖον ἐννοεῖ νὰ θέσῃ τὴν τάξιν ἐν ταῖς συζητήσεσιν, ἐπικουρῆτε ὑμεῖς καὶ βοηθῆτε οὐχὶ τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον κατέχει τὴν προεδρικὴν θέσιν, διότι, ἂν τὸ ἄτομον τοῦτο εἶμαι ἐγώ, ἀδιαφορῶ, ἀλλὰ χάριν τῆς Βουλῆς ζητῶ τὸ κῦρος τῆς θέσεως ταύτης, διότι, ἐὰν ἐξετάσητε τί συμβαίνει εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, θὰ ἴδητε ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος ὁμιλῇ, ἀξιοῦται τοῦ γενικοῦ σεβασμοῦ καὶ δὲν ἀναγκάζεται νὰ διαπληκτίζηται ἑκάστοτε πρὸς τοὺς Βουλευτάς, διότι δὲν ὑπάρχουσι Βουλευταί, οἵτινες λησμονοῦσι ποῖον εἶναι τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ποῖον σεβασμὸν ὀφείλουσι καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων.
§345Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην τελεῖ ἡ Βουλὴ ὑπὸ παράδοξον κατάστασιν εὐαισθησίας ἀληθοῦς. Τῆς εὐαισθησίας ταύτης ἐκδήλωσις ὑπῆρξε λέξις καὶ φράσις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲν ἔπρεπε βεβαίως νὰ ῥιφθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐγὼ ἤμην, Κύριοι, ὅστις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ μετὰ τιμῆς καὶ μετὰ πεποιθήσεως καὶ μετὰ ἐνθαρρύνσεως πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος ἐν πάσῃ αὐστηρότητι, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως εἰς διπλῆν Βουλὴν ὑπάρχουσι διπλᾶ τὰ προτερήματα καὶ διπλᾶ τὰ ἐλαττώματα καὶ συνεπῶς εἶναι ἀνάγκη διπλασίας ἐπιβολῆς τοῦ Προέδρου, ἐγώ, λέγω, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐμέμφθην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ὡς τοιούτου ἀντιπροσωπεύοντος τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ συνέλευσιν καὶ ὡς ἀτόμου ἀξίου παντὸς σεβασμοῦ. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπέναντι συναδέλφου ἡμῶν, ἀποτελοῦντος καὶ τούτου μέρος τῆς μικρᾶς μονάδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶπε φράσιν, ἥτις ἀρχικῶς ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ, καὶ συνεπῶς ὁ κ. συνάδελφος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συγχωρηθῇ ἡ ὑπερευαισθησία, τὴν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς αἰσθανόμεθα καὶ ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἔχομεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀπήντησε μετά τινος δριμύτητος, εἰς ἀπάντησιν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε λέξιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἥτις ἐὰν ἠκούετο ὑπό τινος καθημένου πρὸς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς αἰθούσης καὶ πρὸς ἄγνωστον, θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ ὁ λέγων ταῦτα νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν καὶ ἀναγραφῇ τὸ γεγονὸς εἰς τὰ Πρακτικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω μομφήν τινα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν φράσιν ταύτην, ἀλλ’ ἤλπιζον ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγεννήθη τὸ λυπηρὸν τοῦτο ἐπεισόδιον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἐγκατέλειπε τὴν ὑπερευαισθησίαν ἐκείνην καὶ θὰ ἀνωμολόγει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ὁμολογήσῃ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ πατριωτικῆς ὄντως μερίμνης, ἐπιτρεπομένης εἰς τὸν σεμνὸν ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴν ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ὁμολογούμενον, θὰ ἀνωμολόγει ὅτι τὸ σφάλμα ἦτο κοινὸν καὶ θὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, παρέχων τιμήν, ὡς ἀπὸ τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, πρὸς οἱονδήποτε ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔστω ἄξιον εἰρωνείας, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, παρέχει τιμὴν πρὸς αὐτὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀποδίδει τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ἔληξεν. Ὁ κ. Παπαχελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§347ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§348Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη, καὶ δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ ἔξοχος ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὕψωσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ περιωπήν, καθορίσας τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αὕτη δύναται νὰ περιορισθῇ καὶ στερηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχάς, αἵτινες κρατοῦσι σήμερον εἰς πάντα τὰ εὐνομούμενα καὶ φιλελεύθερα Κράτη. Αἱ ἀρχαὶ δὲ αὗται ἐφαρμόζονται οὐ μόνον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, αἵτινες εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον παρεμφερεῖς πρὸς τὸ ἡμέτερον ζήτημα. Καὶ τοῦτο λέγω διότι καὶ ἡ Κέρκυρα εὑρίσκεται εἰς ἀνάλογον τῆς προκειμένης περίπτωσιν, καίτοι αἱ συνθῆκαι εἶναι διάφοροι τῶν τῆς Θεσσαλίας, διότι καὶ ἐν Κερκύρᾳ οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ δυσπραγοῦσι, καθόσον ἡ ἀγροτικὴ περιουσία πιέζεται ὑπὸ πολλῶν βαρῶν, δὲν εἶναι δὲ ἀσύνηθες ἓν μόνον κτῆμα νὰ ὑπόκειται εἰς διάφορα βάρη καταβαλλόμενα εἰς διαφόρους δικαιούχους ἐξ οὗ ἡ δυσπραγία, ἐξ οὗ ἡ ἔλλειψις καλλιεργείας, ἡ ὑποτίμησις τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων καὶ ἡ φυγάδευσις τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, διότι οὐδεὶς δανείζει, ὅταν μόνην ἀσφάλειαν ἔχῃ κτήματα ἐπιβεβαρημένα, οὕτω δὲ οἱ χωρικοὶ ἀναγκάζονται νὰ γίνωνται θύματα τῆς ἀπληστίας τῶν διαφόρων τοκογλύφων, ἀφοῦ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀγροτικὴ Τράπεζα, ἵνα συνδράμῃ αὐτούς. Ταῦτα καὶ μόνα προσθέτω, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος, ἵνα ἐκταθῶ σχετικῶς ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας καὶ τῆς καταπονήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐπιφυλάσσομαι δ’ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ νὰ διαπραγματευθῶ περὶ τούτου ἐκτενέστερον. Πλὴν ἐξετάζων γενικώτερον τὸ ζήτημα αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ παρατηρήσω ὅτι καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν κτημάτων καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὅπου τοῦ Κράτους ὑφίστανται παρόμοιαι περιπτώσεις θέλει πολὺ ὠφελήσει τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, δὲν θὰ ἐπιφέρῃ δὲ καὶ τὴν πλήρη αὐτῶν εὐημερίαν, καθόσον καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Ἐπικρατείας, ὅπου τὰ κτήματα εἶναι ἐλεύθερα, οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ δυσπραγοῦσι, τοῦτο δὲ προέρχεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ταχυτέρας δικαιοσύνης, ὀλιγοδαπάνου διαδικασίας ἐκτελέσεως καὶ κυρίως ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία νὰ ἔρχηται ἀρωγὸς εἰς τοὺς χωρικοὺς ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ, ἵνα μὴ ἐμπίπτωσιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων διατρέχοντες τὸν κίνδυνον, ἀντὶ νὰ καλλιεργῶσι τὰ κτήματά των, ν’ ἀπογυμνῶνται αὐτῶν, ἐὰν δὲν πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως τὰ τοκογλυφικὰ δάνεια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπὶ τούτῳ τίθεται καὶ βραχεῖα προθεσμία. Ἡ ἔλλειψις ἐξ ὁλοκλήρου προστασίας τῆς γεωργίας παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ πρώτιστον καὶ κύριον αἴτιον τῆς δυσπραγίας τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἀνελθοῦσα εἰς τὴν ἀρχὴν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς Πολιτείας, καὶ ἥτις ἀπέδειξε διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ὅτι κήδεται τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πλούτου, θέλει ἀναντιρρήτως προνοήσει διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, πρὸς παροχὴν ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ ταχυτέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἵνα οὕτως οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί, αἰσθανόμενοι τὰ ἀγαθὰ πατρικῆς διοικήσεως, ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, ἥτις εἶναι παρ’ ἡμῖν τοσοῦτον προσοδοφόρος, ὅταν δεόντως καλλιεργηθῇ, καὶ οὕτω δὲ δὲν θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπατρίζωνται δυνάμενοι νὰ εὐημερῶσι καὶ ζῶσιν ἀνέτως ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν πατρίδι, ἡ δὲ εὐημερία τῶν ἀγροτικῶν τάξεων εἶναι εὐημερία αὐτῆς τῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦσι τὸν μεγαλείτερον πληθυσμόν, ἀδύνατον δὲ νὰ εὐημερήσῃ ἡ Πολιτεία, ὅταν τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς δυσπραγῇ καὶ πένηται.
§349Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Σακελλάριος ἔχει τὸν λόγον.
§351Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυταριόλος.
§353ΕΜ. ΚΥΤΑΡΙΟΛΟΣ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δεκαπεντάωρον συζήτησιν πρέπει νὰ παραιτηθῶ καὶ παραιτοῦμαι τῆς ἀγορεύσεώς μου.
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥούσης.
§355ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασσαβέτης. Ἀπών. Ὁ κ. Κογεβίνας.
§357ΣΠ. ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ. Μετὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸ ἄρθρον 17 ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν τὴν ἱκανοποιητικήν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐρώτησιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Ζαβιτσάνου νομίζω περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω ἀγόρευσιν καὶ ἐκφράζω τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ παράσχῃ πᾶσαν βοήθειαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως, μόλις ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν Κερκύρᾳ, γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καβαλλιεράτος. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§359Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγον θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, Κύριοι, διότι τὸ ζήτημα τῳόντι δύναται νὰ θεωρηθῇ σχεδὸν ἐξαντληθέν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι συζητοῦντες ἐνταῦθα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἴσως ἠρεμώτεροι καὶ ψυχραιμότεροι εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν, ἐὰν ἐθέτομεν σημεῖά τινα ὡρισμένα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βαδίσῃ ἡ συζήτησις. Ἤκουσα ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὡς ἄρθρου προστατεύοντος ἐν γένει «τὴν μὴ ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας». Φαίνεται, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη ἐγεννήθη ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι πρὶν ἢ ἐγκατασταθῶσι τὰ Συντάγματα καὶ τὰ πολιτεύματα τὰ συνταγματικὰ εἰς τὰ διάφορα Κράτη, οἱ μονάρχαι ἠδύναντο νὰ δημεύωσι τὴν περιουσίαν τοῦ ἰδιώτου ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ δὲν ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Διότι, ἐὰν εἰς τοῦτο μόνον ἀφεώρα, ἕπεται εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἄρθρον 18 καὶ ἠδύνατο κάλλιστα ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, ὁ τὸ πρῶτον τῷ 1789 ἐν Γαλλίᾳ θέσας τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, νὰ θέσῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ ἀντιστοίχῳ πρὸς τὸ ἡμέτερον 18 ῥήτραν, ὅπως ἔχει θέσει τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐν τῷ 18ῳ διὰ τὴν γενικὴν δήμευσιν, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ δήμευσις ἡ confiscatio. Τὸ ἄρθρον 17 προνοεῖ περὶ περιπτώσεως, διαφόρου τῆς δημεύσεως, προνοεῖ περὶ περιπτώσεως, ἐπιτρεπομένης καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1789, ἐπιτρεπομένης ἀπὸ τῆς παλαιοτάτης ἐποχῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὑπῆρξε κοινωνία, ἰδιοκτησία, πολιτεία καὶ κοινωνικὴ ἀνάγκη· ὁμιλεῖ περὶ τῆς περιπτώσεως τῆς alienatio, τῆς ἀπαλλοτριώσεως, τῆς expropriation· εἶναι δύο ὅροι τελείως διάφοροι· διότι ἐν μὲν τῷ δευτέρῳ ὑπάρχει πάντοτε ἡ ἔννοια τῆς ἀποζημιώσεως, ἐν δὲ τῷ πρώτῳ ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς σφετερίσεως τῆς ξένης ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἴσως ἤθελεν ὅμως εἴπει τις: Διὰ τίνα λόγον ἦτο ἀναγκαῖον, κατὰ τὸ 1789, ὅτε ἀνεκηρύχθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, νὰ προστατευθῇ ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ἡ γινομένη ἐπὶ ἀποζημιώσει, ἡ ἀπαλλοτρίωσις δηλαδή, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀφοῦ ἤδη ἦτο ἀνεγνωρισμένη; Καὶ ἐφηρμόζετο ἡ δι’ ἀποζημιώσεως στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας διὰ κοινωνικήν τινα ἀνάγκην; Ἡ ἱστορία τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀπαλλοτριώσεως δύναται νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς ἐξήγησιν τοῦ πράγματος. Ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων χρόνων, Κύριοι, ἀνεγνωρίζετο ἡ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἀπαλλοτρίωσις· ἦτο βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἀνεγνωρισμένον, ἀλλὰ τὸ κληθὲν ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἐν ἀπωτάτοις χρόνοις γραφείσαις ἱεραῖς γραφαῖς ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπεχώρει πρὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ δημοσίαν ἀνάγκην. Ἤθελον εἰς τοὺς εἰπόντας ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἦτο ἀείποτε ἱερὸν νὰ παραπέμψω εἴς τι βιβλίον τῆς παλαιᾶς ἱερᾶς Γραφῆς, εἰς τὰ «Παραλειπόμενα», ὅπου, ἐν κεφαλαίῳ 21ῳ, ὁ Δαυῒδ φέρεται λέγων τὰ ἑξῆς: «Καὶ εἶπε Δαυῒδ πρὸς Ὀρνά: δός μοι τὸν τόπον σου τῆς ἅλω καὶ οἰκοδομήσω ἐπ’ αὐτῷ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ»—ἐπρόκειτο βλέπετε, περὶ γενικοῦ καλοῦ, περὶ θυσιαστηρίου—«ἐν ἀργυρίῳ ἀξίῳ δός μοι αὐτόν». Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς λοιπὸν ἐκείνης ἱερῶς ἀνεγνωρίσθη ὅτι δύναται χάριν γενικωτέρων σκοπῶν, «ἐν ἀργυρίῳ ἀξίῳ»—ἐπὶ εὐλόγῳ δηλαδὴ ἀποζημιώσει—βλέπετε εἶναι οἱ ἴδιοι τοῦ Συντάγματος λόγοι σχεδόν— νὰ λαμβάνηται ἡ ἰδιοκτησία, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὸν σκοπὸν τὸν γενικόν. Ἡ ἱστορία αὕτη, Κύριοι, ἐπηκολούθησεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἀκόμη δὲν εἶχον λάβει κανὲν πρόσφατον παράδειγμα δημεύσεως τῆς περιουσίας ἄνευ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἦσαν πολὺ μεμονωμένα τὰ παραδείγματα καταχρήσεων· μεμονωμένα δὲ παραδείγματα ἀτυχῶς ἀκόμη καὶ σήμερον ἀπαντῶμεν, τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος, παρ’ ὅλην τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, πολλάκις καταπατηθεῖσαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Τίς ἦτο ἆρά γε ἡ ἀφορμὴ καὶ τίς ὁ σκοπός, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐτέθη ἐκείνη ἡ συνταγματικὴ διάταξις κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀκριβῶς 17 τῆς Déclaration des droits de l’ homme; Ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων τῶν τότε γενομένων μανθάνομεν τοῦτο· μανθάνομεν ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ Γάλλοι μετὰ τόσης θέρμης—θέρμης πάντως μεγαλειτέρας καὶ ζωηρότητος πάντως ὀξυτέρας ἐκείνης, ἥτις ἀπαντᾷ σήμερον παρ’ ἡμῖν—συνεζητοῦντο τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, συνεζητήθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, καὶ παρουσιάσθη ἓν ἱστορικὸν γεγονὸς ἀπαλλοτριώσεως, λίαν ἐξαιρετικόν· παρουσιάσθη φαινόμενον, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπαλλοτρίωσίς τις διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, γινομένη ἐπὶ τῷ σκοπῷ πάντως ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἥτις ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα μακροτάτην δίκην πρὸς ἀπόληψιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως, δίκης διαρκεσάσης ἐπὶ 64 ἔτη ὁλόκληρα. Ἔκπληκτοι τότε οἱ συζητοῦντες ἐσκέφθησαν ὅτι ἔπρεπεν, ὅπως ἡμεῖς διὰ πάντα κίνδυνον, εἴτε ὑποστατὸν εἴτε μή, νὰ λάβωσι μέτρα ζωηρὰ κατὰ τῶν τοιούτων παρεκκλίσεων καὶ εἶπον ὅτι πρέπει διὰ τοιούτων μέτρων νὰ προστατεύσωσι τὴν προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Τοῦτον τὸν σκοπὸν λοιπὸν ἔχει τὸ ἄρθρον 17· ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ τὴν προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο θέσωμεν ὡς βάσιν, Κύριοι, τῆς συζητήσεως ἡμῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισαν εἰς ἐποχὰς παλαιοτάτας, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀκόμη, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπολυταρχικῶς διῳκοῦντο τὰ Κράτη, κατὰ τὴν ἐποχὴν μετέπειτα τῆς ἐξελίξεως τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, πλεῖστα παρέχοντος παραδείγματα, κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξελίξεως τοῦ Ἀττικοῦ δικαίου, ὡς ἀναφέρει ὁ Δίων, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τοῦ νὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος ἐπὶ δικαίᾳ ἀποζημιώσει περιουσίαν τινά, ἵνα χρησιμοποιηθῇ αὕτη διὰ γενικὸν καλόν, δὲν δυνάμεθα σοβαρῶς νὰ τὸ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Θὰ ἠδυνάμεθα δὲ πρὸς τούτοις νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ λέξεις «δημοσίαν ἀνάγκην» αἱ τεθεῖσαι κατὰ τὸ 1789, ἐν τῇ διακηρύξει τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, βεβαίως ἦσαν λέξεις, τὰς ὁποίας προχείρως ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔθεσαν πρὸς ἔκφρασιν γνωστῆς ἰδέας· διὰ τοῦτο ἐλθὼν ὁ Γαλλικὸς κῶδιξ, ἀμέσως μετά τινα ἔτη, ἔθεσε τὰς λέξεις τῆς utilité publique ὠφελείας, χρησιμότητος μᾶλλον, δημοσίας. Καὶ ἐάν τις, Κύριοι, γραμματικῶς ἤθελεν ἑρμηνεύσει τὰς δύο λέξεις, «ἀνάγκην δημοσίαν» καὶ «ὠφέλειαν δημοσίαν», μετὰ στενοῦ πνεύματος, βεβαίως θὰ εὕρισκε διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο, ἀλλ’ ὄχι τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἀναπτυσσομένην ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὅταν λέγωμεν «ἀνάγκην», ὁμιλοῦμεν περὶ ἐννοίας τινός, παριστώσης ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἢ πρὸς ἐκεῖνον· ἀλλὰ πάντως τὸ Κράτος, λαμβάνον ἰδιοκτησίαν τινά, ἀποβλέπει εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἡ ὁποία θὰ παραχθῇ γενικῶς εἰς τὴν χρησιμότητα. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἀναφέρεται εἰς τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξετάζεται, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ὠφέλεια, ἡ ὁποία σκοπεῖται. Τὸ Κράτος, ἐὰν ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦσι, θὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ πράγματι ἐκ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης των· ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ μεγάλαι ἰδιοκτησίαι, ἐπὶ ἀποζημιώσει δικαίᾳ καὶ προηγουμένῃ, πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ὠφελείας ἐκείνης, τὸ Κράτος εἰς τὸ μέσον τοῦτο κατ’ ἀνάγκην θὰ φθάσῃ· ἐὰν πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ ἄλλο μέσον καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων, τότε βεβαίως θὰ μεταχειρισθῇ ἄλλο μέσον. Ἡ ἀνάγκη λοιπόν, Κύριοι, ἀναφέρεται εἰς τὸ μέσον καὶ ἡ ὠφέλεια εἰς τὸν σκοπόν, ὃν προτίθεται νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ Κράτος. Ὁ σκοπὸς τοῦ Κράτους, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, τῳόντι, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξυπηρετηθῇ, ἑκάστοτε καὶ μόνον δι’ αὐτὸν νὰ ἀφαιρῆται ἡ κτῆσις, ἀλλὰ διέλαθεν αὐτόν, ὅτι οἱ σκοποὶ τοῦ Κράτους, εὐτυχῶς διὰ τὰ Κράτη καὶ εὐτυχῶς διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, δὲν μένουσι πάντοτε οἱ αὐτοὶ καὶ στάσιμοι. Ἴσως ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν σκοπὸς τοῦ Κράτους ἐθεωρεῖτο νὰ ὑπερασπίζῃ καὶ τὴν δουλείαν αὐτήν, ἔναντι τῶν δούλων καὶ ὑπὲρ τῶν κυρίων, ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη εὐτυχῶς διὰ τὴν ἀνθρωπότητα ἐξέλιπεν· ἴσως ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν σκοπὸς τοῦ Κράτους ἐθεωρεῖτο νὰ προστατεύῃ τὰς ὑψηλὰς καὶ προνομιούχους τάξεις κατὰ τῶν ταπεινῶν, ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ αὕτη εὐτυχῶς διὰ τὴν ἀνθρωπότητα ἐξέλιπεν· ἴσως ὑπάρχει ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνιαχοῦ νομίζεται, ὅτι σκοπὸς τοῦ Κράτους δὲν εἶναι νὰ μεριμνᾷ, ἵνα προαγάγῃ τὰς μικρὰς καὶ χαμηλὰς τάξεις εἰς τὸ ὕψος, ὅπου κοινωνικῶς καὶ ἠθικῶς εὑρίσκονται ἄλλοι, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἐκλείπει ὁσημέραι, εὐτυχῶς διὰ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ μὴ ἔχωμεν ὄμματα, διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν τὴν ἀπανταχοῦ τοῦ προηγμένου κόσμου τοιαύτην κίνησιν τοῦ Κράτους. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Τὸν σκοπὸν βεβαίως τοῦ Κράτους θὰ ἐξυπηρετήσωμεν, ἀλλ’ ἡ Ἱστορία καὶ ἡ πρόοδος τοῦ ἀνθρωπισμοῦ διδάσκει ἡμᾶς, Κύριοι, ποῖοι εἶναι ἑκάστοτε οἱ σκοποὶ τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἀπὸ τούτων τῶν ἱστορικῶν δεδομένων ἀναχωρήσωμεν, ἐὰν ταύτην τὴν ἐξήγησιν κάμωμεν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπασχολώμεθα ἐπὶ μακρὸν μὲ θέματα, τὰ ὁποῖα καθαρῶς ἀνήκουσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἐκείνη ἡ ὥρα, θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ δεδομένα μιᾶς μεγάλης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνεστάθη κατὰ τὸ 1896 καὶ ἐμελέτησε τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ πῶς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη ἀλλαχοῦ. Διότι, ἐκτὸς τῆς Ῥωμουνίας, περὶ τῆς ὁποίας ἠκούσατε, ἐκτὸς τῆς Βουλγαρίας, ἐλύθη καὶ ἀλλαχοῦ ὅμοιον ζήτημα, ἐλύθη ἐν Σερβίᾳ· ὁ νόμος τοῦ 1880 ἐπὶ ἀποζημιώσει ἀφήρεσε τὰς μεγάλας ἰδιοκτησίας καὶ τὰς ἔδωκεν εἰς τοὺς μορτίτας· ὑπῆρχον καὶ ἐκεῖ ἀγαλίκια καὶ τσιφλίκια καὶ χωρία ὁλόκληρα, ἀνήκοντα εἰς κυρίους καὶ δεσπότας, καὶ ταῦτα ἀφῃρέθησαν καὶ ἐδόθησαν, διὰ νὰ προαχθῇ ἡ Σερβία, προαγομένων τῶν ἀγροτικῶν τάξεων. Ὅταν θὰ ἔλθῃ λοιπὸν ἡ ὥρα ἐκείνη, θὰ δύναται ἕκαστος νὰ ἀναπτύξῃ ἂν τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον προτείνεται ὡς χρήσιμον διὰ τὴν ὠφέλειαν τὴν κοινὴν εἶναι τοιοῦτον ἢ ἂν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἄλλο τι μέσον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀκριβῶς ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ δὲν ἀπησχολήθη ἐπὶ τούτου, φρονοῦσα ὅτι δὲν παράγεται κανὲν κώλυμα ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, δὲν παράγεται κανὲν κώλυμα πρὸς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τοῦ λεγομένου ἰδιαιτέρως θεσσαλικοῦ, ἀλλ’ ἐνδιαφέροντος ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ὡς ζητήματος οἰκονομικοῦ καὶ ἐθνικοῦ, γενικώτερον. Μὴ ἀπασχοληθεῖσα ὅμως πρὸς τοῦτο ἀπησχολήθη μὲ ἄλλην τινὰ διάταξιν, μέρος τῆς ὁποίας ὑπεστήριξα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐνώπιον ὑμῶν. Τὸ μέρος τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἡ προστασία τῆς προηγουμένης καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Τὸ προσχέδιον τῶν ἀξιοτίμων ἐξ συναδέλφων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει προνοήσει περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἄλλης τινὸς προνοίας περαιτέρω· ἐπρόκειτο καὶ περὶ τῆς προνοίας τοῦ νὰ προστατεύηται τὸ δίκαιον τῆς ἀποζημιώσεως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἀκόμη τῆς προσωρινῆς ἐκτιμήσεως αὐτῆς. Κύριοι, ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἐκτὸς τοῦ ἀπαλλοτριουμένου πράγματος, καὶ τοῦ προσώπου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει τὸ ἀπαλλοτριούμενον πρᾶγμα, εἴτε τοῦτο εἶναι ἰδιοκτήτης, εἴτε ἐμφυτευτής, εἴτε ἄλλο τι, ὑποθέτει ἀναγκαίως καὶ πρόσωπον ἀπαλλοτριοῦν, πρόσωπον δημοσίου δικαίου, εἴτε αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος, εἴτε δῆμον, εἴτε νομικὸν πρόσωπον νομοῦ. Τὸ δημόσιον τοῦτο νομικὸν πρόσωπον, ἔχον ἀνάγκην τινὰ νὰ ἐκπληρώσῃ, ἀπαλλοτριοῖ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου· ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἡ ἀπὸ τοῦ 1864 ἐδίδαξεν ἡμᾶς, ὅτι καταχρήσεις μεγάλαι ἐγένοντο, αἱ ὁποῖαι ἐξεμηδένισαν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἔβλεπεν ὁ νομοθέτης ἀπαθὴς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ἀπὸ πεντηκονταετίας, νὰ ἐκμηδενίζηται, διὰ σφαλερῶν νόμων καὶ ἐφαρμογῶν· ἐδίδαξε δηλαδὴ ἡ πεῖρα ὅτι δὲν ἐγένετο ποτὲ ὀργανική τις νομοθεσία, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διὰ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς διαδικασίας καὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων, δὲν ἐγένετο κῶδιξ ἀπαλλοτριώσεως πλήρης, ὡς ἔχει γίνει εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ ἄλλα Κράτη, παρεχόντων παράδειγμα τελείων τοιούτων κωδίκων, οἷοι ἐν Βυρτεμβέργῃ, Σαξωνίᾳ κλπ., ἀλλ’ ἐγένετο νομοθεσία τμηματική, ἐμπειρική, ἀνοργάνωτος ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων. Ἐγένετο εἷς νόμος, Β. Διάταγμα εἰς τὰ 1836, καὶ ἐξήγετο ἐξ ἐκείνου τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ τὰς ἐν ταῖς πόλεσιν ἀφαιρέσεις ἰδιοκτησιῶν πρὸς ῥυμοτομίαν ἐπιρρίπτεται τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς παροδίους· ἔγινεν ἄλλος νόμος κατόπιν, τὸ 1867, νομίζω, καὶ ἐξήγετο ἐξ ἐκείνου ἀντιθέτως συμπέρασμα ὅτι ἐπιρρίπτεται τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὰ νομικὰ πρόσωπα τῶν δήμων· ἀλλ’ ἐπηκολούθησεν ἄλλος νόμος κατόπιν ἑρμηνευτικὸς εἰς τὰ 1896, ἐμπειρικῶς πάντοτε ἐξ ἀφορμῆς, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε, τῶν ἀπαλλοτριώσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐν Πειραιεῖ, καὶ ἑρμηνευτικὸς γενόμενος ὁ νόμος ἔδωκεν ἰσχὺν πάλιν εἰς τὸ πρῶτον Β. Διάταγμα τοῦ 1836. Ἐκ τοῦ ὅλου λοιπὸν δαιδάλου τῆς νομοθεσίας ταύτης τῆς προβαινούσης ἐμπειρικῶς, καθὼς ὁ ἐμπειρικὸς ἰατρὸς ἀρκεῖται ἑκάστοτε εἰς τὸ νὰ ἐπιθέτῃ ἔμπλαστρα χωρὶς νὰ ἐρευνᾷ τὴν ὀργανικὴν κατάστασιν τοῦ σώματος καὶ νὰ λαμβάνῃ ὀργανικὰ μέτρα δι’ αὐτό, παρουσιάζεται ἐκμεμηδενισμένη ἡ προστασία, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἰδιώτου. Παραπέμπεται οὗτος νὰ ἀποζημιωθῇ ἀπὸ τοὺς παροδίους. Τί ἐγίνετο λοιπὸν κατὰ τὸ παρελθόν; Ἐβλέπετε παροδίους ἐνίοτε, οἱ ὁποῖοι συνέπιπτε νὰ ἀποτελῶσι τὸ εἰρωνικὸν θῦμα τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἀπετελεῖτο κτῆμά τι ἐκ δέκα ἢ εἴκοσι μέτρων πλάτους, ἄφηνον οἱ δῆμοι, οἱ ῥυμοτομοῦντες καὶ ἀφαιροῦντες τὸ κτῆμα, ἓν μέτρον ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἓν μέτρον ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, καὶ παρεπέμπετο τοιουτοτρόπως ὁ ἰδιοκτήτης, οὗ ἀφῃρεῖτο ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ κτῆμα, εἰς τὸν ἑαυτόν του, διὰ ν’ ἀποζημιωθῇ, εἰρωνικῶς, ὡς ἀπὸ παρόδιον, ἔχοντα τὸ τεμάχιον αὐτὸ τοῦ ἑνὸς μέτρου! Ἄλλοτε παρεπέμπετο εἰς παροδίους, οἱ ὁποῖοι εἶχον βεβαρημένην τὴν περιουσίαν των δι’ ὑποθήκης, καὶ ὁ ἀπαλλοτριωθεὶς ἰδιοκτήτης οὐδὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι συνέβαινον καὶ ἄλλα ἀδικήματα μεγαλείτερα. Συνέβαινε νὰ ἀνοίγηται δρόμος τις, ἐὰν δὲ ἰδιοκτήτης τις εἰς τὸ πλάγιον τῆς ὁδοῦ εἶχε κτῆμά τι μικρᾶς ἀξίας, ἐπερρίπτετο τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν παρόδιον αὐτὸν τὸν ἔχοντα τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐλαχίστην ἀξίαν, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ὁ παρόδιος κατεδιώκετο νὰ πληρώσῃ πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἤξιζεν ἡ περιουσία του ἡ μικρά, καὶ τοιουτοτρόπως ἐδημεύετο ἡ περιουσία αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ κἂν ὁ ἀτυχὴς τὴν παραμικρὰν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἠδύνατο καὶ αὐτὸς νὰ στραφῇ κατ’ ἄλλου τινός. Πόθεν προῆλθον τὰ ἄτοπα ταῦτα; Τὰ ἄτοπα ταῦτα προῆλθον ἐκ τοῦ ὅτι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν προυβαίνομεν ἐμπειρικῶς πάντοτε θέτοντες νόμους ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ χωρὶς νὰ καταρτίσωμεν ὀργανικὸν νόμον σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα. Ἔπρεπεν ἤδη, ἐρχόμενοι νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ νέον, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀσχολώμεθα εἰς θεωρίας, ἂν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι Ἱερὸν καὶ ἔμφυτον εἰς τὸν ἄνθρωπον εὐθὺς ὡς ἀναφανῇ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἂν ὑπάρχει λ. χ. τοιοῦτον ἔμφυτον δικαίωμα καὶ εἰς ἀγρίους λαούς, ὡς ἐν Αὐστραλίᾳ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὸ νὰ ἀνεύρωμεν, ὁποῖα ἦσαν τὰ ἄτοπα καὶ μειονεκτήματα τῆς ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου παρασχεθείσης προστασίας, ἵνα λάβωμεν μέτρα πρὸς τελειοτέραν μὲν προστασίαν τῆς ἀποζημιώσεως, πρὸς περιστολὴν δὲ ἀστόχων μέτρων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπέβαλον τὴν γνώμην καὶ ἐνώπιον ὑμῶν ὑποβάλλω τὴν πρότασιν, ἣν θὰ ὑποστηρίξω περὶ ἐπιδικάσεως τῆς προσωρινῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ δικαστικὸν πρόσωπον, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναπτύξω τὰ αἴτια. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολῶ ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα καὶ θὰ ἐκθέσω συντομώτατα τὰ πράγματα. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ προσωρινῆς ἐκτιμήσεως, αὕτη δέον νὰ ἀνατίθηται εἰς δικαστικὸν πρόσωπον, καὶ τοιοῦτος δύναται νὰ εἶναι καὶ ὁ πρόεδρος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης, διότι μόνον οὕτως ἐξασφαλίζομεν τὴν προκαταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐλέχθη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι θὰ παρουσιάζωνται δυσχέρειαι καὶ βραδύτητες, ἐὰν πρόκειται περὶ λίαν κατεπειγουσῶν ἐργασιῶν, τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ στρατιωτικαὶ ὀχυρωματικαὶ ἐργασίαι. Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, ὑπάρχει νόμος τῆς 30 Μαρτίου 1831, ὁ ὁποῖος προνοεῖ περὶ ἀπαλλοτριώσεως γινομένης διὰ κατεπειγούσας στρατιωτικὰς ἐργασίας, καὶ ὅμως καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὴν προσωρινὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων. Κατὰ τὰς δικονομικὰς διατάξεις ὁ πρόεδρος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης ἀσκεῖ δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐθεωρήθη δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι τοιαύτη τις δέον νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἥτις θέλει κρίνει περὶ προσωρινῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πρέπει νὰ προκαταβληθῇ εἰς τὸν ἀπαλλοτριούμενον ἰδιοκτήτην. Πρὸ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς θὰ παρίστανται δύο διάδικοι, ἀφ’ ἑνὸς τὸ Δημόσιον ἢ ὁ δῆμος ἢ ἐν γένει τὸ ἀπαλλοτριοῦν πρόσωπον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἰδιοκτήτης, τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖται τὸ κτῆμα. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀφεθῆ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς προσωρινῆς ἀποζημιώσεως, θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ βλάψῃ τὸν ἰδιοκτήτην, διότι θὰ ἔσπευδε νὰ ὁρίσῃ ἐλάχιστον ποσόν, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ πρὸς κατάληψιν διοικητικὴ ἐνέργεια καὶ ἄρα οὐδεμία συνταγματικὴ ἐγγύησις προηγουμένης ἀληθοῦς ἀποζημιώσεως θὰ ἐπραγματοποιεῖτο. Διὰ τοῦτο εἶναι προτιμότερον νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν προσωρινὴν ἐκτίμησιν. Ἐκεῖ λοιπὸν θὰ παρίστανται οἱ δύο ἀντίπαλοι· ὁ εἷς θὰ ἰσχυρίζηται ὅτι τὸ κτῆμα ἔχει μεγάλην ἀξίαν, καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἄλλος δέ, δηλαδὴ τὸ ἀπαλλοτριοῦν δημόσιον πρόσωπον θὰ λέγῃ, ὅτι τὸ κτῆμα ἔχει μικρὰν ἀξίαν. Ὁ πρόεδρος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης θὰ πρόκειται προσωρινῶς μόνον νὰ ἀποτιμήσῃ τὴν προκαταβληθησομένην ἀξίαν τοῦ κτήματος. Ἐὰν ἡ ἀποτίμησις γίνῃ κάτω τῆς τακτικῆς τιμῆς, θὰ δύναται ὁ ἰδιοκτήτης διὰ τῆς τακτικῆς ὁδοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν· ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις ὅμως κατὰ λάθος τοῦ δικαστοῦ γίνῃ εἰς ποσὸν μεῖζον τοῦ πραγματικοῦ, διατρέχει τὸν κίνδυνον τὸν δημόσιον ἢ ὁ δῆμος, νὰ καταδιώξῃ τὸν λαβόντα τὸ κτῆμα διὰ προσωπικῆς ἀγωγῆς καὶ νὰ μὴ εὕρῃ αὐτὸν φερέγγυον πλέον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ δι’ ἄλλας περιπτώσεις δισταγμοῦ τοῦ δικαστοῦ, ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ τροπολογία περὶ ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἄλλως συμφυὴς πρὸς τὰς νομικὰς ἀρχὰς τὰς διεπούσας τὰ περὶ προσωρινῶν μέτρων. Διότι γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ὁ διατάσσων προσωρινόν τι μέτρον δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ ἐγγύησίν τινα. Εἰς περίπτωσιν λοιπόν, καθ’ ἣν ὁ δικαστὴς ἤθελεν εὕρει, ὁ προσωρινῶς, ἐπαναλαμβάνω, δικάζων δικαστὴς ἤθελε διστάσει, ἤθελε νομίσει ὅτι τὸ ποσὸν δύναται νὰ εἶναι ἀνώτερον τοῦ ὁριστικῶς ἐπιδικασθησομένου, δύναται νὰ ζητήσῃ ἐγγύησιν διὰ τὴν διαφορὰν τὴν μεταξὺ τοῦ προσωρινῶς ἐπιδικαζομένου καὶ τοῦ κατ’ εἰκασίαν ἐπιδικασθησομένου τυχὸν μείζονος ποσοῦ, τὰς δὲ λεπτομερείας τῆς ἐγγυήσεως θέλει βεβαίως ὁρίσει ὁ νόμος ὁ ἐκδοθησόμενος, διότι δὲν θέλω νὰ φοβηθῶ ὅτι θὰ μείνωμεν πάλιν ἐστερημένοι ὀργανικῶν νόμων, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν.
§360ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐκ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§361Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἐκ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀλλὰ πάντες ἡμεῖς οἱ νομικοὶ εἴμεθα δεξιώτατοι εἰς τὸ νὰ εὑρίσκωμεν ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν κειμένων τῶν νομοθετικῶν ἢ ἐκ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, καὶ εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχει διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐκ τῆς φράσεως «πρὸ τῆς καταβολῆς» νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι ἡ καταβολὴ ἀποτελεῖ τοσοῦτον στερεὸν συνταγματικὸν δικαίωμα, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται μείωσις τοῦ μέτρου τούτου διὰ τῆς ἐγγυήσεως. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα.
§362Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἴπετε περὶ τοῦ ὑποχρέου εἰς καταβολήν· ἀνεφέρατε τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦνται οἱ παρόδιοι.
§363Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέφερα περιπτώσεις· εἶπον ὅτι, ἐνῷ ὑποχρεοῦνται οἱ παρόδιοι, πράγματι ὅμως ἀποζημίωσις δὲν γίνεται· οὐδεμία δίδεται τοιαύτη.
§364Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅταν ὑποχρεῶνται οἱ παρόδιοι εἰς ἀποζημίωσιν, ποῖος θὰ καταβάλῃ τὴν ἀποζημίωσιν;
§365Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν νομοσχέδιον ἤδη.
§366Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑποχρεοῦται ὁ παρόδιος νὰ καταβάλῃ;
§367Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχρεοῦται πάντοτε τὸ ἀπαλλοτριοῦν πρόσωπον νὰ προκαταβάλῃ καὶ δύναται νὰ στραφῇ κατ’ ἄλλων τυχὸν ὑποχρέων....
§368Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν μένει ἄλλη λύσις.
§369Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ὅτι μετεῖχε τῆς τελευταίας ἁπλῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος, καθ’ ὃν ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἀπαλλοτριοῦν πρόσωπον, εἴτε τοῦτο εἶναι τὸ Δημόσιον εἴτε ὁ δῆμος, νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ διὰ τῆς ἀποζημιώσεως ὑποκαθίσταται εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἀπαλλοτριούμενος ἰδιοκτήτης κατὰ τῶν παροδίων, καὶ τοῦτο εἶναι δίκαιον.
§370Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν διαφωνῶ εἰς αὐτό. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ τὸ καθορίσωμεν, ὄχι μόνον διὰ τὰς ἀποζημιώσεις, διὰ τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦνται οἱ παρόδιοι, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν νέαν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὸ ψηφιζόμενον ἄρθρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ εἶναι ὡρισμένον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ καταβάλῃ καὶ δὲν θὰ παραπέμπῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, διὰ νὰ ἀποζημιωθῶσιν ἀπὸ τοὺς παροδίους. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχομεν περίπτωσιν ἐκτιμήσεως ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου, τὸ ἀπαλλοτριούμενον δὲ περιέρχεται εἰς τοῦ Δημοσίου τὴν κυριότητα, τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ κανονισθῇ.
§371ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς νέας διατυπώσεως, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ἄρθρου 17 κατοχυροῦται ἀληθῶς ἡ ἰδιοκτησία, προστατεύεται πολὺ ἀποτελεσματικώτερον παρ’ ὅσον ἐπροστατεύετο ἀπὸ τὴν παλαιὰν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐρωτᾷ, τί θὰ γίνῃ εἰς περίπτωσιν, ὁποία εἶναι ἡ προβλεπομένη, εἰς ἐνδεχομένην ἀπαλλοτρίωσιν, ἐὰν ἀποφύγωμεν νὰ γίνῃ αὕτη ἀναγκαστικῶς. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ ἐπισπεύδων τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, καὶ τοῦτο θὰ εἶναι τὸ Κράτος, τὸ Κράτος θὰ ἀσφαλίσῃ εἰς τὸν τσιφλικιοῦχον τὴν δικαίαν ἀποζημίωσιν. Εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι κατὰ τὴν πολιτικήν, τῆς ὁποίας θὰ γίνωμεν εἰσηγηταί, δὲν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλὰ τὴν ἑκουσίαν ἀπαλλοτρίωσιν, θὰ κανονισθῇ δὲ καὶ οἰκονομικὸς ὀργανισμός. Διὰ τὸ ζήτημα δέ, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, μεθ’ ὅσας παρατηρήσεις ἔκαμε καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως δημοσίου ἔργου ὠφελῶνται οἱ παρόδιοι, ὅτι αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ ἀποζημιώσωσι. Θὰ προσθέσω μάλιστα καὶ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀνοιχθῇ μία ὁδὸς ἢ δημιουργηθῇ μία πλατεῖα εἰς μέρη πολυάνθρωπα μάλιστα, ὅπου ἡ ὠφέλεια ἐκ τοῦ ἀνοίγματος αὐτῆς τῆς ὁδοῦ ἢ τῆς πλατείας εἰς τοὺς παροδίους θὰ εἶναι πολλαπλασία ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον θὰ καταλάβῃ ἡ πλατεῖα ἢ ἡ ὁδός, δικαίωμα τοῦ Κράτους εἶναι νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας. Καὶ τοῦτο θὰ ἀποτελῇ ἕνα πόρον τοῦ Κράτους, δίκαιον πόρον τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος θὰ συντελῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὰς γενικωτέρας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, θὰ καθιστᾷ δὲ ἐλαφροτέραν τὴν θέσιν τῶν φορολογουμένων. Ἐνόμιζον ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δώσω αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις. (Χειροκροτήματα).
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§373Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔπρεπεν ἴσως, Κύριοι, νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ διήμερον ἤδη ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν θαυμασίαν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτοῦ, τὴν συναρπάσασαν τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ μία κἂν φωνὴ διαμαρτυρίας πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ δὴ ἀπὸ Βουλευτήν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπεριόριστον αἰσθάνομαι σεβασμὸν καὶ λόγῳ τῆς μακρᾶς του πείρας καὶ τῆς εὐρείας αὐτοῦ μαθήσεως καὶ τῶν ὑπάτων ἀξιωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνῆλθε, πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ Βουλευτὴν ἀρτίως κυβερνήσαντα τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα κατεβίβαζον τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν περιωπὴν ἐλευθέρου Κράτους καὶ ἀπετέλουν ἐλάττωσιν τῆς καταστάσεως καὶ σχεδὸν ὑπῆγον τὴν Ἑλλάδα εἰς κατάστασιν ὑποτελείας, εἰς κατάστασιν ὑποτελοῦς Δυνάμεως ἐχούσης ἐπικυρίαρχον ἄλλην Δύναμιν. Διότι τοιοῦτο ἀκριβῶς ἦτο τὸ νόημα τοῦ λόγου τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ὅτε ἔλεγε καὶ μετὰ ἐμμονῆς μάλιστα καὶ ἐπιμονῆς ἐμφαινούσης ἴσως καὶ ἐνδόμυχόν τινα εὐχαρίστησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ταῦτα λέγοντος (χειροκροτήματα), μετ’ ἐμμονῆς, ἥτις ἐμαρτύρει, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, εὐχαρίστησίν τινα ἐνδόμυχον—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδόλως παραδέχομαι ....
§374ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ τὸ λέγετε.
§375Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγω, διότι μὲ ἐξέπληξε τὸ φαινόμενον, τὸ λέγω, διότι τὸ ἐσημείωσα ἐν τῇ μνήμῃ μου, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ἐκ τῆς μελέτης τῶν συνθηκῶν, ὅτι ἐν ὑποτελείᾳ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς ὁμόρου Δυνάμεως, ὅτι ἐν ὑποταγῇ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῶν 6 Δυνάμεων τῶν ἐγγυητριῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης ταύτης, ἤρκει καὶ νύξιν ἁπλῆν νὰ κάμῃ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς ὡς Κράτος ἐλεύθερον, καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἦτο βεβαίως εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἐκ τῆς συνθήκης ἐκείνης ὑποχρέωσιν, καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν ὑπαινιγμόν. Οὐδεμία δ’ ἀνάγκη παρίστατο μετ’ ἐπιμονῆς, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ τονίσῃ καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ὑποτέλειαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ εὑρισκόμεθα, καὶ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποκείμεθα, καὶ τὴν ταπεινότητα ἡμῶν ὡς Κράτους ἐλευθέρου καὶ τὴν μικρότητα ἡμῶν καὶ τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε ἀνίσχυροι, ὁσονδήποτε μικροὶ καὶ ἂν εἴμεθα, ὅταν εἴμεθα Κράτος ἐλεύθερον, Κράτος αὐτόνομον, ὡς εἶναι ἡ Ἑλλάς, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἰσχύος, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ μεγαλείου· ἔχομεν μόνον ἀνάγκην μιᾶς ἄλλης ἰσχύος, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς ἡμᾶς τὸ δίκαιον. Καὶ τὸ δίκαιον ἀναντίρρητον προκύπτει ἐνώπιον ἡμῶν ἐκ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐξήγησε πρὸς ἡμᾶς ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής. Παρετηρήθη καὶ ἄλλοτε εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιπροσωπεύων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, παρετηρήθη καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν σεβαστὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτε καὶ ἄλλοτε ἀνεκινήθη τὸ θέμα τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει συμφέρον, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Τουρκία νὰ ἀξιώσῃ ἐπικυριαρχίαν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν κτημάτων, διότι δὲν εἶχε συμφέρον πρὸς τοιαύτην ἐπέμβασιν, ἐνόσῳ δὲν πρόκειται περὶ κανονισμοῦ σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν πρὸς ἰδιοκτήτας, οἵτινες φέρουσι τὴν ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα. Ἐκεῖ εὑρίσκει ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον πιέζει κατά τὴν γνώμην αὐτοῦ τὴν ἡμετέραν Συνέλευσιν, ἵνα νομοθετήσῃ προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ὡς ὑποδεικνύεται ὑπὸ ὁμάδος συναδέλφων Θεσσαλῶν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δεχομένου τὴν δημοσίαν ἀνάγκην ὡς περίπτωσιν ἐπιτρέπουσαν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τὴν ἀναγκαστικήν, διότι ἀναγνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐν τῷ ὅρῳ «δημοσία ἀνάγκη», πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐν τῷ ὅρῳ «δημοσία ὠφέλεια» ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ σκοπῷ προικοδοτήσεως ἀκτημόνων μορτιτῶν. Προσπαθήσας δὲ ὁ σεβαστὸς Βουλευτὴς νὰ ἀνεύρῃ ἕως ποῦ φθάνει τὸ ὅριον τῆς ἐννοίας τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ τῆς δημοσίας ὠφελείας, καὶ ποῦ κεῖται τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ δύο αὗται ἀπομεμακρυσμέναι ἀπ’ ἀλλήλων νομικαὶ ἔννοιαι εἶναι δυνατὸν νὰ συναντηθῶσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ ὁμὰς τῶν ἐκ Θεσσαλίας κ. συναδέλφων, ἐπεκαλέσθη καὶ τὴν γνώμην συγγραφέων καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι ἐγγύτατα μὲν τοῦ ὅρου τῆς δημοσίας ὠφελείας, ἀπωτέρω δὲ τοῦ ὅρου τῆς δημοσίας ἀνάγκης κεῖται τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τὸ ἀκριβές, ἐν τῷ ὁποίῳ συμπίπτει ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς τῆς ἀπαλλοτριώσεως, καὶ ταύτην τὴν ἐξήγησιν ἐθεώρησε, καὶ ἠξίωσε καὶ ὑμεῖς νὰ θεωρήσητε, ὡς σαφῆ λίαν καὶ ἄρα σοφήν. Ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι μικρὰν πεῖραν ἔχω καὶ πολὺ ὀλιγωτέραν μάθησιν τῆς τοῦ σεβαστοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ ἴσως ἡ ἀτέλειά μου αὕτη ἐγένετο πρόξενος, ὥστε νὰ μὴ ἐννοήσω ποῦ κεῖται ἡ σαφήνεια τῆς θεωρίας ταύτης καὶ ποῦ εἶναι δυνατόν, εἰς τὸ διάμεσον τοῦτο διάστημα τὸ χωρίζον τοὺς δύο ὅρους, τὸν ὅρον τῆς δημοσίας ὠφελείας καὶ τὸν ὅρον τῆς δημοσίας ἀνάγκης, νὰ θέσῃ τις τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τὸ ἀκριβές, τὸ ὁποῖον θὰ διαγράψῃ τὰ ὅρια, μέχρι τῶν ὁποίων δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἑρμηνεύουσα μίαν ἡμέραν αὐτὸν τὸν ὅρον τὸν συνταγματικόν, νὰ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς ποῖα ἔργα εἶναι τὰ ἐξυπηρετοῦντα τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεψεν ἡ Συνέλευσις ἡμῶν ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν ὅρον τὸν συνταγματικόν. Δημοσίαν ἀνάγκην λέγοντες, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτὴν ἄλλως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ἀσφαλῆ καὶ θετικὸν τοῦ ὅρου τούτου τοῦ νομικοῦ παρὰ μόνον ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ὅρου, διότι, ἐὰν γραμματικῶς καὶ μόνον ἑρμηνεύσωμεν τὸ πρᾶγμα, θὰ εἴπωμεν ὅτι δημοσία ἀνάγκη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς σωτηρίας ἑνὸς λαοῦ, ἑνὸς ἔθνους. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐνοήθη οὕτω πως ἀπὸ τοὺς ἀσχολουμένους περὶ τὰ συνταγματικὰ ὁ ὅρος δημοσίας ἀνάγκης, δὲν ἐνοήθη, ὡς ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἀπειλεῖται ἡ καταστροφὴ ἑνὸς λαοῦ ἢ ἑνὸς ἔθνους, ὅτε καὶ μόνον θὰ ἦτο συγκεχωρημένη ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἕνεκα τῆς δημοσίας ταύτης ἀνάγκης. Δὲν δυνάμεθα λοιπόν, γραμματικῶς ἑρμηνεύοντες τὸν ὅρον τοῦτον, νὰ εὕρωμεν τὰ ἀκριβῆ ὅρια, μέχρι τῶν ὁποίων ἐξικνεῖται ἡ ἐξουσία τῆς διοικήσεως, ἵνα ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγκαστικῶς ξένην ἰδιοκτησίαν. Τὰ ὅρια καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ὅρου τούτου θὰ ἀνεύρωμεν ἀλλαχοῦ, θὰ ἀνεύρωμεν εἰς τὴν νομολογίαν τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, θὰ ἀνεύρωμεν εἰς τὴν τάξιν τὴν τηρηθεῖσαν μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν ὅρων τούτων πανταχοῦ ὅπου ὑπάρχουσι συνταγματικὰ πολιτεύματα, πανταχοῦ ὅπου συνταγματικὰ πολιτεύματα περιέλαβον, προκειμένου περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιοκτησίας ξένης, τὸν ὅρον τοῦτον τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ τῆς δημοσίας ὠφελείας. Ἐρευνῶν δέ, κύριοι Βουλευταί, τὰ τοῦ θέματος τούτου οὐδαμοῦ εὑρίσκω, παρ’ οὐδενὶ ἔθνει εὑρίσκω καθιέρωσιν ἄλλων διατάξεων νομικῶν, δὲν εὑρίσκω ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ ὅρῳ δημοσίας ἀνάγκης ἢ δημοσίας ὠφελείας, —τῷ εὐρυτέρῳ τούτῳ ὅρῳ— νὰ περιέλαβον τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐπὶ σκοπῷ προικοδοτήσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν· εὑρίσκω δὲ ὅτι ἡ δημοσία ἀνάγκη ἡρμηνεύθη πάντοτε ὡς ἐμφαίνουσα τὴν ἀνάγκην ἐκτελέσεως ἔργων ὁδοποιίας, ἔργων συγκοινωνίας, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω αὐτὴν ὡς ἐμφαίνουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ σκοπῷ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων οἰκογενειῶν. Ἀλλὰ προβαίνω καὶ περαιτέρω ἔτι, καὶ ἐρευνῶν καὶ τοὺς νόμους, τοὺς νόμους τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσιν ἐν τοῖς Συντάγμασιν αὑτῶν τοὺς ὅρους τῆς δημοσίας ὠφελείας, καὶ ἐκεῖ δὲν ἀνευρίσκω, ὅτι ἀνεγνωρίσθη καὶ ἡ ἀνάγκη, περὶ ἧς πρόκειται ἤδη, ὡς ὑπαγομένη εἰς τὸν ὅρον τῆς δημοσίας ὠφελείας. Ἀλλὰ καὶ ἐμφανέστερον παράδειγμα δύναμαι νὰ φέρω πρὸς ὑμᾶς, τὸ παράδειγμα τὸ ἀπορρέον ἀπὸ τῆς ἱστορίας καὶ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος χωρῶν, εὑρεθεισῶν εἰς παρομοίαν, ἢ περίπου εἰς παρομοίαν, περίστασιν, ὡς ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον ἡμεῖς, τὸ παράδειγμα τὸ ἀπορρέον ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ Ῥωμουνικοῦ, διότι καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τῷ Ῥωμουνικῷ καθιερώθη ὁ ὅρος τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ξένης ἰδιοκτησίας χάριν δημοσίας ὠφελείας. Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ἄρθρῳ 19 τοῦ Ῥωμουνικοῦ Συντάγματος, τοῦ καθιεροῦντος τὸν ὅρον τοῦτον; Παρατηροῦμεν ἐκ παραλλήλου βαίνοντα τὸν καθορισμὸν τὸν ἀκριβῆ τῶν αἰτιῶν ἐκείνων, καθ’ ἃς κεῖται ὡς ὑπάρχουσα ἡ περίπτωσις τῆς δημοσίας ὠφελείας, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι μόνον προκειμένου περὶ ἔργων ὁδοποιίας, περὶ ἔργων δημοσίας ὑγείας καὶ περὶ ἔργων ἀποβλεπόντων εἰς τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν ὑπάρχει περίπτωσις δημοσίας ὠφελείας. Ἀπέκλεισεν ἄρα αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμα πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, ἄρα καὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ σκοπῷ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων πολιτῶν. Ἐκεῖ λοιπόν, Κύριοι, καὶ ἐκεῖ μόνον δύναμαι νὰ ἀνεύρω τὸν χαρακτῆρα τὸν σαφῆ, τὸν ἀκριβῆ καὶ τὴν ἔννοιαν τὴν ἀσφαλῆ τῶν ὅρων τούτων. Καὶ διὰ τοῦτο, ἔχων τὴν γνώμην ὅτι ἡ Συνέλευσις καθῆκον εἶχεν, ἵνα νομοθετήσῃ κατ’ ἔννοιαν τοιαύτην, ὥστε νὰ περιληφθῇ ἡ εὔλογος ἀξίωσις ἑνὸς λαοῦ θητεύοντος εἰς τοὺς δεσπότας μέχρι σήμερον, εἰς τοὺς κυριάρχους τῆς γῆς τῆς Θεσσαλικῆς, ἔχων τὴν γνώμην ὅτι οὕτως ὀφείλει νὰ νομοθετήσῃ ἡ Συνέλευσις, ἔχω κατ’ ἀνάγκην καὶ τὴν γνώμην, ὅτι οὔτε ὁ ὅρος τῆς δημοσίας ἀνάγκης οὔτε ὁ ὅρος τῆς δημοσίας ὠφελείας ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς περιστάσεως. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι, διὰ νὰ συμπληρώσω τὰς σκέψεις μου, ἀπαιτεῖται ὀλίγος ἔτι χρόνος.
§376ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τόσον σπανίως ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλήν, ὥστε εὐχαρίστως θὰ δεχθῇ αὕτη νὰ παρατείνῃ τὴν ὥραν.
§377Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστῆται νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπ’ ὀλίγον ἔτι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ συμπληρώσω τὰς σκέψεις μου.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§379ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθήσατε.
§381Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐπὶ τὸ θέμα, Κύριοι, καὶ λέγω, ὅτι ὅρος ἀνταποκρινόμενος πληρέστερον πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμὲ ὀφείλει νὰ περιλάβῃ ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ 17 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, εἶναι ὁ ὅρος «τοῦ κοινοῦ συμφέροντος». Ὁ ὅρος δὲ οὗτος ὑπῆρξεν ἄλλοτε ἐν τῷ Γαλλικῷ Συντάγματι μὲ τοιαύτην ἔννοιαν, ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1814. Εἶναι ὅρος εὐρύτερος, ὅρος δυνάμενος νὰ περιλάβῃ τὴν περίπτωσιν, ἥτις ἀπασχολεῖ ἡμᾶς ἀπὸ τῆς χθές. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπωσιν ἴσως τινές, θὰ μοὶ εἴπωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες· εἶναι ἆρά γε κοινὸν συμφέρον ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διανομὴ αὐτῆς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι; Καὶ ἀπαντῶ· ναί· εἶναι κοινωνικὸν συμφέρον, εἶναι συμφέρον δημόσιον, ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ξένη περιουσία, νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἀναγνωρισθῇ ἀντίστοιχον δικαίωμα ἰδιοκτησίας. Ἂν δὲ οἱ σκοποὶ τοῦ Κράτους, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, περὶ ἄλλα στρέφονται καὶ ὄχι περὶ ταῦτα, θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν· δὲν ὑπάρχει ἐθνικώτερος, ἁγιώτερος σκοπὸς ἀπὸ τοῦτον, καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τοιούτου σκοποῦ θεμελιοῖ τὴν ὕπαρξιν μιᾶς Πολιτείας, τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς ἔθνους, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ λέγηται φιλελεύθερον καὶ προοδευτικόν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ διατί ἆρά γε ἐγεννήθησαν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν δισταγμοί, ἀφ’ ὅτου τὸ πρῶτον ἀνεφάνη ἡ ἀξίωσις ἡ εὔλογος, ἡ δικαία ἀξίωσις ἑνὸς λαοῦ ὁλοκλήρου, ἂν ἆρά γε ἡ πραγματοποίησις τοιαύτης ἀξιώσεως δὲν ἀποτελεῖ πράγματι τὴν πλήρωσιν δημοσίας ἀνάγκης, τὴν ἐξυπηρέτησιν κοινῆς ὠφελείας, τὴν ἐξυπηρέτησιν κοινοῦ συμφέροντος; Ὑπάρχει, ὡς νομίζω, Κύριοι, κακὴ ἀντίληψις τῶν πραγμάτων ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν περιστάσεων. Οἱ δισταγμοὶ ἐγεννήθησαν ἐν τῇ ψυχῇ μας, διότι, συγκρίνοντες τὰς περιστάσεις, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον ἐσυγχωρεῖτο νὰ θεωρῶνται ὡς δημοσία ἀνάγκη, συγκρίνοντες τὴν περίπτωσιν τῆς καταλήψεως ξένης ἰδιοκτησίας, λ. χ. πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἢ σιδηροδρόμων, πρὸς ἀποξήρανσιν λιμνῶν, πρὸς ἀνέγερσιν φρουρίων ἢ ἄλλων τοιούτων ἔργων, πρὸς τὴν περίπτωσιν ἀπαλλοτριώσεως πρὸς τὸν σκοπὸν προικοδοτήσεως ἀκτημόνων πολιτῶν, εὑρίσκομεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν ὁλότητα τῆς κοινωνίας ὡς ἐξυπηρετοῦμεν αὐτὴν διὰ τῆς στρώσεως μιᾶς ὁδοῦ, ἀλλ’ ἐξυπηρετοῦμεν ὡρισμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα καὶ κατ’ ὄνομα θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ὁρίσωμεν. Ἀλλ’ εἶναι ἐσφαλμένη ἡ τοιαύτη ἀντίληψις· διότι, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ μεμονωμένα καὶ τὰ κατὰ μέρος ἄτομα, βεβαίως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις δημοσίας ἀνάγκης, κοινῆς ὠφελείας, κοινοῦ συμφέροντος, ἀλλ’ ὁ νομοθέτης ὁ νομοθετῶν δὲν ἀποβλέπει εἰς τὰ ἄτομα τὰ μεμονωμένα, τὰ ὁποῖα θὰ ὠφεληθῶσιν, ἀποβλέπει εἰς τὴν ὁλότητα τῶν ἀτόμων, εἰς ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος ἐτυραννήθη ἐπὶ 4 αἰῶνας καὶ ἐξακολουθεῖ ἀφ’ ὅτου ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἐλεύθερος νὰ τυραννῆται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ κυρίαρχοι αὐτοῦ, ἀποβλέπει εἰς μίαν κοινωνίαν ὁλόκληρον, εἰς τὸ ἐνεστὼς καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀκόμη, αὐτῆς καὶ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος παντὸς τὴν ἐξασφάλισιν ἐπιδιώκει, καὶ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτοῦ εἰς τύχην καλλιτέραν, καὶ ὁλομερῶς τὴν ἀνθρωπότητα ἐξυπηρετεῖ. Θητεύει δὲ σήμερον ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας, ἀτυχῶς δὲ καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ ἐν Μεσσηνίᾳ ἀκόμη θητεύει ὁ λαός. Ἔχει δικαίωμα δὲ καὶ ὑποχρέωσιν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἀπὸ τῆς δουλείας, ἔστω καὶ διὰ πραξικοπήματος ἀκόμη, ἐὰν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῆς τοιαύτης δουλείας, ἥτις ἄγει εἰς τὴν ἀποκτήνωσιν. Καὶ τὸ πραξικόπημα ἀκόμη θὰ ἦτο συγκεχωρημένον, ἵνα πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπελευθέρωσις ὁλοκλήρου λαοῦ ἀπὸ τῆς δουλείας. Ἡ Ἱστορία δὲ διδάσκει ἡμᾶς ὅτι ἐτολμήθη ἄλλοτε πραξικόπημα τοιοῦτον. Ἐν Ῥωμουνίᾳ διὰ πραξικοπήματος τολμηροῦ ἐδόθη ἡ πρώτη ἐλευθερία εἰς τοὺς δουλοπαροίκους Ῥωμούνους, ἦλθε δὲ κατόπιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1866 καὶ καθιέρωσεν ἰδιαιτέραν διάταξιν καὶ ἀνεγνώρισε τὸ κῦρος τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅστις ἐπροικοδότησε τοὺς ἀκτήμονας Ῥωμούνους δι’ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Ἐξετάσατε δέ, Κύριοι, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέτρου ἐκείνου. Κατὰ τὸ 1864 ἡ παραγωγὴ τῆς Ῥωμουνίας μόλις ὑπερέβαινε τὴν πενιχρὰν παραγωγὴν τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἐτετραπλασιάσθη ἡ παραγωγή. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην 20,000,000 μόλις στρεμμάτων γῆς ἐκαλλιεργοῦντο καὶ αἱ καλλιεργούμεναι σήμερον ἐκτάσεις ἀνέρχονται εἰς 60,000,000 καὶ πλέον στρεμμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποβλέψῃ τις εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἠθικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ ἴδῃ αὐτὰ καταφανῆ καὶ κατὰ πολὺ ὑπέρτερα τῶν οἰκονομικῶν, θὰ ἴδῃ ὅτι οἱ Ῥωμοῦνοι, οἵτινες δὲν ἠδύναντο ἄλλοτε νὰ ζήσωσιν ἄνευ διδασκάλου, καὶ διδάσκαλον ἔχοντες τὸν Ἕλληνα, τὸν ἔποικον Ἕλληνα, σήμερον εἶναι αὐτάρκεις δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ πάσας τὰς ἀνάγκας αὐτῶν τὰς πνευματικὰς καὶ τὰς βιομηχανικάς. Τοιαῦτα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς χειραφετήσεως ἐν Ῥωμουνίᾳ. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ὡς παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀπολυταρχικὰ πολιτεύματα, ὁ δεσπότης ἑνὸς λαοῦ, ὅταν ἔχῃ ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων του, δὲν ἀποστέργει νὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα σωτήρια διὰ τὸν λαόν. Καὶ ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Ῥωσίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκ πρωτοβουλίας αὐτοῦ τοῦ ἀπολύτου ἄρχοντος, τοῦ Τσάρου, προῆλθεν ἡ χειραφέτησις τῶν δουλοπαροίκων, ἡ χειραφέτησις τῶν Μουζίκων, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς τὰ ⅝ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ τῆς Ῥωσίας. Ἡ προικοδότησις δ’ ἐγένετο διὰ τῶν ἀπεράντων ἐκτάσεων τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα συνεποσοῦντο εἰς 45,000,000 στρεμμάτων γῆς, ἐκ τῶν ὁποίων 25,000,000 ἀνῆκον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Στέμματος, 20,000,000 δὲ εἰς τὴν κυριότητα τῶν διαφόρων εὐγενῶν. Καὶ παρεσχέθησαν τοιαῦται εὐκολίαι εἰς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων χωρικῶν, ὥστε νὰ κατασταθῇ βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ἡ ἀπόκτησις ἀκινήτου ἰδιοκτησίας δι’ αὐτούς· διότι καὶ μακραὶ προθεσμίαι πρὸς ἀποπληρωμὴν τοῦ τιμήματος ἠσφαλίσθησαν καὶ ἐγγυήσεις τοῦ Κράτους καὶ ἐν Ῥωσίᾳ καθὼς καὶ ἐν Ῥωμουνίᾳ. Ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐκεῖ ἐξησφαλίσθη ἡ διατήρησις τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης εἰς τὰς προικοδοτηθείσας οἰκογενείας ἀπαγορευθείσης τῆς ἀπαλλοτριώσεως αὐτῆς, εἶναι δ’ ἄξιον ἰδιαιτέρας μνείας καὶ ἰδιαιτέρας σημειώσεως καὶ δι’ ἡμᾶς ἀκόμη οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔλεγεν ὁ ἐλευθερωτὴς Τσάρος, ὁ Ἀλέξανδρος Βʹ, πρὸς τὴν συνέλευσιν τῶν εὐγενῶν. Εἶναι ἄξιοι ἰδιαιτέρας μνείας οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, διότι ἠδύναντο νὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς εἰς ἀσφαλεῖς σκέψεις καὶ σωτηρίους ἀποφάσεις διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν. «Εἶναι καιρός, Κύριοι, ἔλεγεν ὁ Τσάρος, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἐκ τῶν ἄνω νὰ καταλύωμεν τὴν δουλείαν, καὶ νὰ μὴ ἀναμείνωμεν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀρχίσῃ αὕτη νὰ καταλύηται ἐκ τῶν κάτω». Ἂς ἀναμνησθῶμεν τῶν λόγων τούτων οἱ ἐπιφορτισμένοι ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἵνα φροντίζωμεν περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Διότι, ἂν αἱ ἐξουσίαι αἱ ἐντεταλμέναι νὰ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων ἀστόργως ἔχωσι πρὸς αὐτά, προσκεκολλημέναι δὲ εἰς ἰδέας παλαιάς, ὡς εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος καὶ τῆς ἀπολύτου ἱερότητος τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ εἰς ἃς περιπτώσεις πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ τῆς ἀποτιμήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς χρῆμα τὸ δημόσιον συμφέρον, ἂν δὲν ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τοιαύτας ἀπηρχαιωμένας ἰδέας, καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς Πολιτείας τὸ ἐπιβάλλῃ, ἔστωσαν βέβαιαι ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὰ δημόσια συμφέροντα· καὶ τότε ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐπέρχεται δι’ ἀνατροπῶν ἐκ τῶν κάτω, διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι, οὐχὶ μὲν κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ πράγματι δοῦλοι, ἔρχεται ὥρα, καθ’ ἣν ἀποτινάσσουσι τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας καὶ λαμβάνουσιν αὐτοδυνάμως ὅ,τι ἡ Πολιτεία ἠρνήθη νὰ δώσῃ αὐτοῖς κατὰ νόμιμον τρόπον, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι βίον ἀνεκτόν, βίον ἀνθρώπινον, τὸν ὁποῖον καμμία κοινωνία πολιτικὴ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ. Εἰς τοιαύτην δὲ δυστυχῶς κατάστασιν πραγματικῆς δουλείας διατελοῦσιν οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ τῆς Θεσσαλίας. Εἶναι δοῦλοι, καὶ εἶναι ἀληθῶς καὶ πράγματι δοῦλοι. Καὶ λέγω τοῦτο ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴν κ. Ἀθανασάκην, ὅστις ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς· ποῦ εἶναι οἱ δοῦλοι εἰς τὴν Ἑλλάδα; ποῦ εὑρέθησαν οἱ δοῦλοι, ὡς ὁ νόμος ἐννοεῖ τοὺς δούλους; Ἀπαντῶν δὲ θὰ ἔλεγον, ὅτι δοῦλοι βεβαίως ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς δουλείας δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι, διότι τὴν ἔννοιαν ταύτην τὴν νομικὴν κατήργησε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν· ἀλλὰ δοῦλοι δὲν εἶναι μόνον οἱ ἐκ νομικῆς σχέσεως τοιοῦτοι· δοῦλοι εἶναι πολλάκις, δουλότεροι μάλιστα, οἱ ἐκ σχέσεων πραγματικῶν γινόμενοι τοιοῦτοι, οἱ ἐκ καταστάσεων κοινωνικῶν ἀποκαθιστάμενοι δοῦλοι, ἐνῷ ἀπολύτως κατὰ τύπους καὶ ψιλῷ ὀνόματι εἶναι ἐλεύθεροι πολῖται. Τοιοῦτοι δὲ ἀτυχῶς εἶναι οἱ θῆτες ἐκεῖνοι, οἱ πενέστατοι Θεσσαλοί, οἵτινες ἔχοντες τὴν συνταγματικὴν λεγομένην ἐλευθερίαν τὴν ἔχουσιν ἐν λέξεσι μόνον καὶ οὐχὶ πράγματι «Κατὰ τί εἶναι δεσμευμένη —ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠρώτα ἡμᾶς— ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀγρότου Θεσσαλοῦ, ὅστις θέλει νὰ λύσῃ τοὺς δεσμοὺς τοὺς συμβατικούς, τοὺς ὁποίους ἔχει μετὰ τοῦ αὐθέντου του;» Βεβαίως δὲν δεσμεύεται εἰς τοῦτο, καὶ ὁ ἀγρότης λύει, ἀξιότιμε συνάδελφε, τοὺς δεσμοὺς αὐτοῦ τοὺς συμβατικοὺς ἐλευθέρως, ἀλλὰ ποία τύχη ἀναμένει τὴν αὔριον καὶ αὐτὸν καὶ τὴν σύζυγόν του καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα ῥιγοῦντα καὶ γυμνητεύοντα δὲν θὰ ἔχωσι στέγην, ἵνα στεγασθῶσι, δὲν θὰ ἔχωσι ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, καὶ πεινῶντα δὲν θὰ ἔχωσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον; Μήπως ἔχει αὐτὸς ἀγρόν τινα νὰ καλλιεργήσῃ; Θὰ προσφύγῃ εἰς ἄλλον αὐθέντην, ἵνα τῷ δώσῃ ἀγρόν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος αὐτὸς αὐθέντης τοὺς ἰδίους ὅρους θὰ προβάλῃ καί, οἱανδήποτε ὁδὸν καὶ ἂν λάβῃ ὁ ἀτυχὴς θής, τοὺς αὐτοὺς σκληροὺς θὰ ἀπαντήσῃ ὅρους, καὶ ἐπὶ τέλους ἀκούων τὴν φωνὴν τοῦ αἵματος νὰ φωνάζῃ ἐν τῇ ψυχῇ του θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν ζυγὸν καὶ νὰ ὑποβληθῇ καὶ πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν βαρύν, ἂν ὄχι καὶ εἰς βαρύτερον ἔτι, ζυγόν. Αὕτη εἶναι ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Θεσσαλὸς μορτίτης, ἐλευθερίαν ὀνόματι, ἀλλ’ οὐχὶ ἐλευθερίαν πράγματι. Καὶ εἴδομεν πολλάκις δούλους, ὡς ἐννοοῦμεν τούτους ἐν τῇ περὶ δουλείας νομικῇ σχέσει—καὶ ἀναφέρει τοιούτους πολλοὺς ἡ Ἱστορία — εἴδομεν δούλους ἔχοντας πράγματι θέσιν ἐλευθέρων προσώπων, εἴδομεν δὲ τοὐναντίον ἐλεύθερα ἄτομα νὰ εἶναι πραγματικῶς δοῦλοι καὶ ὑποτελεῖς εἰς τοὺς κυρίους αὑτῶν. Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὅτι πρέπον θὰ ἦτο νὰ ἐτερματίζετο ἡ συζήτησις εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν θεσπεσίαν ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας κ. Τετενέ, ἀλλ’ ἐμεσολάβησαν ἄλλων Βουλευτῶν αἱ ἀγορεύσεις, ἐπῆλθε δ’ ἐν τέλει ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο ἀναγκαία, ἀλλά, μολονότι ἦτο ἀναγκαία, φρονῶ ὅτι δὲν ἀπέληξεν εἰς τὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἀπολήξῃ. Αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ κάμῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἦσαν σαφεῖς, ὡς ἔλεγεν, αἱ ἔννοιαι καὶ αἱ ἰδέαι σαφεῖς. Ἀλλ’ ἐν τῇ σαφηνείᾳ τῶν ἐννοιῶν καὶ ἐν τῇ σαφηνείᾳ τῶν ἰδεῶν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἀτυχῶς νὰ ἀνεύρω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἀπολύτως σαφές. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερακοντίζων τὰ ὅρια τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἐδέχθη νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ ὁ ὅρος τῆς δημοσίας ὠφελείας, τὴν μεταβολὴν δὲ ταύτην ἐθεώρει ἐνδεικτικὴν τῶν προθέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Συνέλευσις, καὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸν ὅρον καὶ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ὅρου. Ἐθεώρει ἐνδεικτικὴν τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ὅρος «ὠφέλεια» ἐνέχει καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐπὶ σκοπῷ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων μορτιτῶν. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε συνάμα νὰ δηλώσῃ, ὅτι μόνον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ ἔπρεπε νὰ γίνῃ σκέψις περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, καὶ μόνον κατὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε καταστῆ ἀδύνατος ἡ δι’ ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως ἀποκατάστασις τῶν Θεσσαλῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι σαφεῖς μὲν ἦσαν αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι, ἀλλὰ σαφεῖς ἦσαν καὶ αἱ δηλώσεις αὗται, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν δηλώσεων τούτων τῶν ὅλως ἀντιθέτων δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ποῦ κεῖται τὸ σαφές, τὸ βέβαιον, τὸ ἀσφαλὲς ἐν τῇ λύσει τῆς ἀπορίας, ἥτις ἀπασχολεῖ ἡμᾶς ἀπὸ χθές. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι ἐν τῷ ὅρῳ τῆς δημοσίας ὠφελείας ἢ ἐν τῷ ὅρῳ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος — διότι καὶ τούτου ἀκόμη ἐποιήσατο χρῆσιν — περιέχεται ἡ ἔννοια τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ σκοπῷ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, τότε θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, Κύριοι, ἵνα τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἤδη ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος τῷ ὑποβληθέντι ἤδη εἰς τὴν Βουλήν, περιλάβωμεν ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος. Καὶ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω, οὐδὲ νὰ ἐξηγήσω κἄν, καὶ ἴσως καὶ ἐμπειρότεροι ἐμοῦ, ἴσως καὶ πολυμαθέστεροι ἐμοῦ, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξηγήσωσι, τοιοῦτον τρόπον ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως, τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐνῷ ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ὡρισμένον τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἀκόμη δὲν προέβημεν εἰς τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ, εἰσάγομεν ἐξ ἄλλου εἰς τὴν Συνέλευσιν, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, σχέδιον ψηφίσματος ἐπὶ σκοπῷ ἵνα γένηται δεκτὸν εὐθὺς ὡς ἤθελε ψηφισθῆ τὸ ἄρθρον τὸ συζητούμενον. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος ἔχει νόημα σχετικόν, ἀναντιρρήτως σχετικόν, στενώτατα συνδεόμενον πρὸς τὸ ὅλον νόημα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Ἂν δὲ ἔχει νόημα τοιοῦτον, ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη, αὐτὴ ἡ στοιχειώδης λογικὴ ἐπιβάλλει, ἵνα τὸ νόημα τοῦτο περιλάβωμεν ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν, Κύριοι, κανεὶς λόγος, ἵνα ἀποχωρίσωμεν τὸ νόημα τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου ἀπὸ τὰ νοήματα τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν. Θὰ ἐνόουν τὸ ψήφισμα αὐτοτελὲς καὶ θὰ εὕρισκον λογικὸν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐπρόκειτο ἐκ προκαταβολῆς, προτοῦ ἀκόμη τὸ συνέδριον τοῦτο φθάσῃ εἰς συζήτησιν ἄρθρου τινὸς τοῦ Συντάγματος, νὰ νομοθετήσῃ τι, ἀντικείμενον πρὸς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτίθεται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μεταρρυθμίσῃ. Τότε βεβαίως τοιοῦτον ψήφισμα θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως, διότι τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ δὲν μετερρυθμίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, εἶναι Σύνταγμα, ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ ἰσχύῃ, καὶ ἐκ τούτου θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Συνέλευσις διὰ ψηφίσματος νὰ μεταβάλῃ διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος, ἵνα συμμορφώσῃ πρὸς τὴν μεταβολὴν ταύτην τὴν περαιτέρω πορείαν καὶ τὴν περαιτέρω ἐργασίαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπίσης, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄρθρου ἐψηφισμένου ἤδη, θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως τὸ ψήφισμα τοῦτο, διότι ἐπὶ ἐψηφισμένων δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ ψήφισμα, εἰσαγόμενον ἐν σχέσει πρὸς ἄρθρον συζητούμενον, θὰ ἦτο ἐξ ὁλοκλήρου σόλοικον, ἐξ ὁλοκλήρου ἄτακτον, ἐξ ὁλοκλήρου πρωθύστερον, ἐὰν τὸ συνέδριον τοῦτο ἐδέχετο νὰ ψηφισθῇ, ἀφοῦ ἐψηφίζετο πρῶτον τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζῃ, ὡς ὀφείλει κατ’ ἐμὲ ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τὸ ψήφισμα περιλαμβάνει νοήματα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται στενῶς πρὸς τὸ συζητούμενον ἄρθρον, νὰ περιλάβῃ ταῦτα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ 17 τοῦ Συντάγματος (χειροκροτήματα).
§382Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι· ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ πρώτῃ ὁμιλίᾳ του καὶ σήμερον εἶπεν ὑμῖν ὅτι, κατὰ τὴν προεκλογικὴν περιοδείαν του ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπεσχέθη πολὺ ὀλίγα εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἐθεωρήθη ἐχθρὸς τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὥστε καὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ νὰ ἐπιβουλευθῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης. Ἐντεῦθεν ὑπολαμβάνω καθῆκόν μου, ὡς ἰδιαίτερος ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ταύτης, νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης εἶναι γενναῖος καὶ εὐγενὴς καὶ οὐχὶ δολοφόνος καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβουλευθῇ τὴν ζωὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξ αἰτίας τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δι’ ὃ μάλιστα ὑπέσχετο μίαν λύσιν χωρὶς ν’ ἀποκρούῃ καὶ ἀποκατάστασιν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, ἀφοῦ μέχρι σήμερον οὐδέποτε ὕψωσε χεῖρα δολοφόνον κατὰ τῶν ἀνθρώπων, οὓς θεωρεῖ φύσει ἐχθρούς του, ἰδιοκτήτας, ἐπιστάτας καὶ ἐνοικιαστάς, καὶ δι’ αὐτὸ σύσσωμος διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἄτιμον ἐκείνην πρᾶξιν. Ὁ ἐπιβουλευθεὶς τὴν ζωὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πιστεύω ὅτι προέρχεται ἐκ τῶν ἐπιβουλευομένων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὴν πρόοδον.
§383Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας, ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ μέτρα συντελεστικά, λύοντα τὸ ἕτερον μέγα κοινωνικὸν ζήτημα, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα.
§384Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιορίζουσι τὴν ἀγόρευσίν μου ἀληθῶς εἰς ἐλάχιστα, τὰ ὁποῖα ὅμως νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιώρισε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὰς δαπάνας εἰς τὸ ἐλάχιστον, καθόσον ἐδήλωσεν ὅτι μέρος μόνον τῶν κτημάτων θέλει παραχωρήσει εἰς τοὺς ἐπιμορτίτας. Κύριοι, τὸ ζήτημα παρουσιάζετο πάντοτε ὡς οἰκονομικὸν μᾶλλον ἢ συνταγματικόν. Τὸ Σύνταγμα βεβαίως, ὡς ἐλέχθη, δὲν ἠμπόδιζε μέχρι τοῦδε τὰς ἀπαλλοτριώσεις γεωργικῶν κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, καὶ τοῦτο εἶναι τόσον βέβαιον, ὥστε ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1902, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, εἶχε καταθέσει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι λόγῳ τοιαύτης ἀνάγκης τὰ Ζάππεια κτήματα, καὶ ἐλέχθη τότε ὅτι ἡ τοιαύτη διάθεσις ἀντίκειται εἰς τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, καὶ ἐστηρίχθημεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, συμβουλευθέντες καὶ νομομαθεῖς ἐκ τῶν ἀρίστων εἰς τὸ ὅτι ὁ λόγος τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἐπέτρεπε νὰ παρίδωμεν καὶ τὴν θέλησιν αὐτὴν ἐν ἀνάγκῃ τοῦ διαθέτου, ἥτις ἄλλως δὲν ἦτο ὁποία τὴν νομίζουσί τινες. Κύριοι, μετ’ εὐχαριστήσεως μεγάλης ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δηλώσαντος ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα θέλουσιν ἤδη παραχωρηθῆ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ ζήτημα, καθὼς τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εὐκολύνει τὰ πράγματα μεγάλως. Ἐλέχθη ὅτι αἱ οἰκογένειαι τῶν καλλιεργητῶν ἀνέρχονται εἰς 10 χιλ., ἐξ αὐτῶν δ’ ὑποθέτω ὅτι ἔχουσιν ἤδη ἐγκατασταθῆ εἰς τὰ Στεφανοβίκεια 1500 ἕως 2000 οἰκογένειαι.
§385ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς αὐτῶν ἑπομένως ὑπολείπονται ἀκόμη 40.000 ψυχαί.
§386Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ παραδέχομαι, ἤτοι 8000 οἰκογένειαι ὡς ἔγγιστα. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι παραχωροῦμεν εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν 100 στρέμματα, ἔχομεν ἀνάγκην 800 χιλ. στρεμμάτων. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ Ζάππεια κτήματα ἀνέρχονται εἰς 250.000 στρέμματα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔχομεν ἀνάγκην ἀκόμη 550 χιλ. στρεμμάτων. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὸ στρέμμα πρὸς 20 δρ. ἕως 22 δρ., διότι νομίζω ὅτι ἡ τιμὴ αὐτὴ εἶναι λογική, ἔχομεν ἀνάγκην ὡς ἔγγιστα 11.000.000 ἢ τὸ πολὺ ἕως 12.000.000 δρ.
§387Γ. ΠΩΠ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ ἀξία τῶν στρεμμάτων εἶναι διάφορος ἐν Καρδίτσῃ, διάφορος ἐν Τρικκάλοις καὶ ἄλλη ἐν Λαρίσῃ· συγχρόνως εἶναι διάφορος καὶ ἡ ποσότης τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων, ὁ ὁποῖος χρειάζεται δι’ ἕκαστον κολλήγαν.
§388Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ τὸν μέσον ὅρον ὑπολογίζω εἰς 20 δρ. ἕως 22 δρ. καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μικρός. Ὥστε εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη περὶ μεγάλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἤθελε κάμει χρῆσιν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν πρὸς ἐκφόβισιν τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ἀπαντῶ ὅτι τὴν ἐκφόβισιν ταύτην δὲν νομίζω ἀναγκαίαν.
§389ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν μετεχειρίσθην τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν τῆς ἐκφοβίσεως.
§390Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι τοιαῦτα μέτρα εἶναι ἐντελῶς περιττά, διότι εὐθύς, ὡς ἰδιοκτήτης τις ἤθελε δυστροπήσει, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ τοὺς καλλιεργητὰς τοῦ κτήματός του ἐγκαθισταμένους εἰς ἕτερον κτῆμα, καὶ οὗτος καὶ μόνος ὁ φόβος βεβαίως θέλει τὸν ἀναγκάσει νὰ δεχθῇ, ὅπως αὐτὸς παραχωρήσῃ τὸ ἀναγκαῖον μέρος εἰς τὸ κτῆμά του, ἀφοῦ ἄλλως θὰ ἀποζημιωθῇ γενναίως. Διὸ θὰ προετίμων κατὰ πολύ, ὅπως μὴ φορολογηθῇ τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ εἰσόδημα τῶν σπειρομένων γαιῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ οὕτω δυνηθῶμεν ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ γεωργικὸν ταμεῖον διὰ τοιαύτης τοπικῆς φορολογίας, ὁπότε θὰ ἦτο δυνατὸν δι’ ἑνὸς δανείου τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ οἰκονομήσῃ καὶ μέρος, ἂν ὄχι ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον. Ἐξ ἄλλου δύναται πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν νὰ διατεθῇ καὶ ἄλλο μέρος τῆς περιουσίας Ζάππα. Τῳόντι, ἀφοῦ πληρωθῶσι τὰ διάφορα κληροδοτήματα, περισσεύουσι κατ’ ἔτος ὑπὲρ τὰς 150,000 δραχ. Τὸ περίσσευμα τοῦτο συγκεφαλαιοῦται κατ’ ἔτος, καὶ ἐντεῦθεν ὡς καὶ ἐξ ἄλλης περιουσίας τοῦ Ζάππα ὑπάρχει ἤδη κεφάλαιον χρηματικὸν σχηματισθέν, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον. Ἡ διαθήκη δὲ δὲν ὁρίζει τί θὰ γίνωσι τὰ περισσεύοντα ταῦτα χρήματα, ἀλλ’ ἁπλῶς λέγει ὅτι διὰ τῶν περισσευμάτων θὰ ἀγοράζωνται κτήματα. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν περιουσίαν ἀργοῦσαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν ἡμῶν. Εὐθὺς ὡς σχηματισθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσόν, ὅπως ἀγορασθῇ νέον τσιφλίκιον, ἡ Ζάππειος ἐπιτροπὴ θέλει ἀγοράζει ἓν τούτων, ὅπερ θὰ διανέμηται εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ὡς πρόκειται νὰ διανεμηθῶσι καὶ τὰ νῦν ἀνήκοντα εἰς τὴν Ζάππειον ἐπιτροπήν. Δι’ ἁπάντων τῶν μέσων τούτων εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ὅλον τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν.
§391Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, νὰ παραμείνωμεν ἐντὸς τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, βεβαίως θὰ ἤμην σύμφωνος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἔσπευσαν ἐντεῦθεν νὰ ἀποκρούσωσι τὴν πρότασιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, περὶ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς θίγοντος τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας. Θὰ ὑπενθύμιζον ὅμως ἐγὼ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὅτι παρίστατο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ καθ’ ἣν ἐποχὴν Βουλὴ ἁπλῆ, οὐχὶ διπλῆ ἀσκοῦσα τὸ συντακτικὸν αὐτῆς δικαίωμα, περιώριζεν αὐτὴν ταύτην τὴν χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀπαγορεύουσα ἐμμέσως εἰς τὰ σταφιδοφόρα μέρη τὴν περαιτέρω ἐμφύτευσιν ἀμπέλων, καὶ ἔπραττε τοῦτο, διότι ἔκρινεν, ὅτι δημοσία ἀνάγκη εἶναι ἡ παροχὴ εὐπορίας τινὸς εἰς τὰ σταφιδοφόρα ἐκεῖνα μέρη, εὐπορίας εὐλόγου, ἀντανακλώσης εἰς τὴν γενικωτέραν εὐπορίαν τοῦ ἐλευθέρου τούτου Κράτους. Ἀναμφισβητήτως δέ, ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην ἀπαγόρευσιν ἐμφυτεύσεως, θὰ ἦτο ἀληθῶς τρομερὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἀφήνωμεν, ἵνα καλλιεργῆται ἡ δουλοπαροικία ἐν Θεσσαλίᾳ, μεταχειριζόμενοι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀποκρούσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἐν τῇ ἀπαλλοτριώσει τῶν τσιφλικίων.
§392Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἴπετε ὅτι ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐψηφίσθη νόμος ἀπαγορεύων τὴν περαιτέρω ἐμφύτευσιν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι δὲν ἐψηφίσθη νόμος ἀπαγορεύων τὴν περαιτέρω ἐμφύτευσιν σταφιδαμπέλων, ἀλλ’ ἐπεβλήθη φορολογία.
§393Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο εἶπον ἀκριβῶς, διὰ νὰ φθάσω ἐκεῖ, ὅπου ἠθέλησε νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγων ὅτι ἐκτὸς τῶν μεθόδων τῶν συνήθων ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι μέθοδοι, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τῆς ἰδιοκτησίας τὰ δικαιώματα, ἀσκοῦντες πίεσιν οἱανδήποτε κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν διὰ τῆς ἰσχύος τοῦ Κράτους. Καὶ ταύτην τὴν διακοπὴν ἀνέμενον, διότι ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐπρόκειτο νὰ ἀπολήξω. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι προκειμένου νὰ ἑρμηνευθῇ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ ἐδίδασκον, ὅτι «δημοσία ἀνάγκη» εἶναι ἡ ἁπλῆ ἐκείνη ἔννοια τῆς ἀποδόσεως τῆς ὠφελείας τοῦ ἀπαλλοτριουμένου εἰς τὴν δημοσίαν χρῆσιν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, διότι ἡ ἔννοια τῆς χρήσεως τῆς δημοσίας ἀνάγκης εἶναι ἔννοια ἠθική, εἶναι δὲ ἔννοια ὑπερτάτης ἠθικῆς ἡ ἀπόδοσις εἰς 40,000 πολίτας Ἕλληνας ἰσοτιμίας καὶ ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα δεξιόθεν). Μὴ χειροκροτεῖτε, διότι ἴσως θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἶσθε δυσηρεστημένοι δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέλλω νὰ εἴπω. Ἔζησα καὶ ἐγὼ ταξιδεύσας καὶ μελετῶν ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἔζησα εἰς τὴν καλύβην τὴν ἀνήλιον τοῦ μορτίτου καὶ ἔζησα καὶ ἐντὸς τσιφλικίων καὶ ἔβλεπον ἐγγὺς τὴν διαφορὰν ἐκείνων, οἵτινες, ἀναπτυχθέντες ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἥλιον καὶ τὴν αὐτὴν στέγην, ἐχωρίζοντο ἀπὸ μικρᾶς ἀποστάσεως γῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τεραστίας ἀποστάσεως ψυχικῆς διαθέσεως. Ἔβλεπον τοὺς μικροϊδιοκτήτας τῶν κτημάτων ὑψαύχενας, ὑπερηφάνους, εὐσταλεῖς, ἔχοντας πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεώς των, πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς θελήσεώς των, καὶ ἔβλεπον παραπλεύρως πρὸς αὐτοὺς τὸν ἀτυχῆ μορτίτην κύπτοντα τὸν αὐχένα, μὴ δυνάμενον κἂν νὰ ἐξωτερικεύσῃ τὰς σκέψεις του, διότι ἡ σκέψις εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλευθέρας ζωῆς, ἐλευθέρας ἐργασίας, ἐλευθέρας βουλήσεως. Γνωρίζω τὰς ἀληθείας ταύτας πάσας καὶ δὲν θὰ ἤμην ἐγώ, Κύριοι ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ παρενέβαλλον φωνὴν διαμαρτυρίας, προκειμένου νὰ κριθῇ ὅτι εἶναι δημοσία ἀνάγκη ἀκριβῶς ἡ ἀπόδοσις ἀνθρωπισμοῦ ἐκ στοιχειώδους ἀλληλεγγύης κοινωνικῆς, ἡ ἀπόδοσις ἐλευθερίας πραγματικῆς πρὸς τοὺς ἀπελευθέρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζύμωσαν μὲ τὸν ἱδρῶτά των καὶ τὸ αἷμά των τὰς ἐκτάσεις, ἃς καλλιεργοῦσι καὶ ἔπειτα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «σκάπτουν τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο καὶ τὸ καλλιεργοῦν, διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ εὕρουν οὔτε τὸν ἄρτον αὐτῶν». Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο καὶ νὰ συζητῶμεν κἂν περὶ τούτου. Εὑρέθημεν ἐνώπιον συγχύσεως ἀληθοῦς. Δὲν ἐρχόμεθα νὰ κρίνωμεν ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· ἐρχόμεθα κατὰ τρόπον οὐχὶ παράδοξον, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, λίαν ἐπικίνδυνον, νὰ προσαρμόσωμεν ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἰς μίαν κατάστασιν ἐξαιρετικῶς ἐπείγουσαν, ἐξαιρετικῶς ἐπιβλητικήν, ἀλλὰ καὶ ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον, ἐπικίνδυνον ἐσωτερικῶς, ἐπικίνδυνον ἐθνικῶς. Ὄχι ἐθνικῶς ἀπὸ τῆς ἐννοίας τῆς συνθήκης, ἣν προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, διότι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς συνθήκης ἐκείνης, ἐφ’ ὅσον ἐδίδετο εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων ἡ ἔννοια τῆς γενικότητος, βεβαίως ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης τοῦ 1860 εὑρίσκεται ἐν πλήρει ὁμαλότητι, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ περὶ τούτου ἀντίρρησις, ὑποθέτω, οὔτε ἡ παραμικροτέρα ἰδίως ἀνησυχία ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ.....
§394ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ εἶπον.
§395Γ. ΠΩΠ. .. Ἀφοῦ ἄλλως τε τοῦτο καὶ τὸ ὑπεδείξετε καίπερ ἀποκρούοντες ἐν ἐκπλήξει τὴν γενικότητα τῆς δηλώσεως ἐκείνης, διότι ἐξεπλάγητε ὀλίγον διὰ τὴν γενικότητα τῆς τροπολογίας τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων. Καὶ θὰ ἐξεπλάγητε βεβαίως, διότι θὰ ἐσκέπτεσθε καὶ θὰ ἠθέλετε ἐνδομύχως, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς ἄλλας ἐθνικὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ γενικότης αὕτη ἤθελε προκαλέσει καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὕτω διακοπτόμενος θὰ ὁμιλήσω νῦν εὐρύτερον. Θλίβομαι δ’ εἰλικρινῶς, διότι δὲν παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ θλίβομαι ἐξ ἴσου, διότι δὲν παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει ἐντολὴν ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου εὑρίσκεται ἤδη ὁ κίνδυνος, ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 17ου τοῦ Συντάγματος, ὡς ὑπάρχει ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ὡς εὑρίσκεται ἐν τῇ ἑρμηνευτικῇ δηλώσει, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδέχθη κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐδῶ κατὰ τὴν μέθοδον ἄλλως ἀπὸ μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην στιγμὴν σκεπτόμενος καὶ ἀποφασίζων. Ἐὰν ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἠρώτων αὐτὸν νὰ μοὶ ἔλεγε—λαμβάνων τὸ ἐπιχείρημα ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Μπούσδρα τοὺς κρυπτομένους κινδύνους περὶ ὧν ὁμιλῶ. Ὁ κύριος Μπούσδρας θέλων νὰ συγκινήσῃ ἡμᾶς, ἐν πεποιθήσει βεβαίως, διότι εἶδε καὶ ἐπόνεσε τὸν Θεσσαλὸν ἀγρότην, μᾶς ἀνέφερε γεγονός τι, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες, γεγονὸς ἀληθὲς ὄντως. Ἀλλὰ τὸ ἀνέφερε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ συνεκίνει ὑπὸ ἄλλην μορφήν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναφέρῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀφῄρει τὸν παμμέγιστον κίνδυνον, τὸν πιθανῶς δυνάμενον νὰ διαγραφῇ ἀπὸ ἀντιθέτου ἀντιλήψεως προκειμένου περὶ Κράτους μικροῦ, ἔχοντος τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἰσχυρῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀποφυγῆς εὐπαθοῦς τινος ὁρμῆς δυστρόπου γείτονος. Τὴν βεβαίωσιν δὲ τῆς ἀνάγκης ταύτης πρὸ μικροῦ ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τί μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τρικκάλων; Εἶπεν ὅτι εἰς τὴν ἐπίμαχον ἐκείνην χώραν, πρὸς βορρᾶν τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων, οἱ Βούλγαροι, ἐπιζητοῦντες ὅπως ἐπεκτείνωσι τὴν ἐπιρροὴν αὐτῶν, ὑπόσχονται γαίας, καὶ προσέθηκεν ὅτι ἡ σώφρων Κυβέρνησις τῆς Τουρκίας ὅμοια πράττουσα συνιστᾷ ἐπιτροπάς, ὅπως φροντίσωσι νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τὰ μέρη ταῦτα τὰ τσιφλίκια—μέτρον, ὅπερ φυσικῶς θὰ ἐφκρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ Τουρκικῇ Ἐπικρατείᾳ. Νὰ διανεμηθῶσιν ἔνθεν κἀκεῖθεν εἰς τοὺς χωρικοὺς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτῶν, διότι καὶ ἐκεῖνοι—Τοῦρκοι τὸ πλεῖστον μορτῖται—ὑφίστανται, φαίνεται, δυναστείαν τινὰ ἐπικίνδυνον ἐκ μέρους τῶν τσιφλικιούχων καὶ ἰδίᾳ τῶν Ἑλλήνων τσιφλικιούχων. (Αἴσθησις). Δὲν θὰ ἀναφέρω ἐγώ, Κύριοι—διότι ἴσως ὑπάρχουσι λεπτά τινα ζητήματα, ἅτινα δὲν ὀφείλει νὰ θίγῃ οὔτε ὁ ἀνευθύνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύων, διότι ἀνεύθυνος εἶναι ὁ Βουλευτὴς καὶ ἀπέναντι ἑαυτοῦ καὶ ἀπέναντι ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀναφέρεται, ὅταν ἡ γνώμη αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἀνακοινώσεως ὑπευθύνου—δὲν θὰ ἀναφέρω, λέγω, ὁποίαν σημασίαν θὰ εἶχε τοιοῦτο γεγονός, προκειμένου περὶ μικρῶν τινων ἑστιῶν ἀληθοῦς φωτὸς φιλοπατρίας καὶ τῶν ὁποίων ὁ διαμελισμὸς ἐκεῖ ἀκριβῶς θὰ ἐσήμαινε μίαν πραγματικὴν ἠθικὴν ἧτταν· δὲν θὰ ἀναφέρω κἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ὁμολογηθῶσιν ἐντεῦθεν, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἐμφανοῦς ἔστω, ἀλλὰ μὲ ὑπεκφυγάς τινας, ἵνα καταστῇ γνωστὸν πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν κληθεῖσαν οὐχὶ ἁπλῶς νὰ ψηφίσῃ, ὡς ἔπρεπεν, ἄρθρον ὁμοίας φύσεως, ἀλλὰ νὰ προσαρμόσῃ αὐτὸ πρωτοτύπως ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ προσαρμοσθῇ, ἀλλὰ κατ’ ἄλλο σύστημα καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, δὲν θ’ ἀναφέρω δηλονότι πρόσφατα ἐπεισόδεια καθ’ Ἑλλήνων τσιφλικιούχων ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ, ἔπρεπεν ὅμως, νὰ λεχθῇ ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν ἤδη ἐτέθη ἐπίβουλος χείρ, ἡμῶν μὴ δυναμένων νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ὡς θὰ ἥρμοζε νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Καὶ ἐτέθη ἐπὶ σειρᾶς παραλίας, ἥτις ἄρχεται ἀπὸ Αἰκατερίνης καὶ ἐξικνεῖται μέχρι Δεδεαγάτς· ἐπὶ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὰ Ἑλληνικὰ μοναστήρια. Ἂν ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἠρώτων αὐτὸν καὶ θὰ σᾶς ἔλεγε βεβαίως, διότι τὸ γεγονὸς εὑρίσκεται εἰς τὸ παρελθόν, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ εὑρίσκηται ἐγγὺς ἡμῶν, θὰ σᾶς ἔλεγε τί συνέβη τοὐλάχιστον μὲ τὰ ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ Ἑλληνικὰ τσιφλίκια. Θὰ σᾶς ἔλεγε ποῖον ἦτο τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ μέγα τσιφλίκιον Ἀθηνογένους, ποῖον ἦτο τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ τσιφλίκιον Χαλκιοπούλου, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐρρίφθησαν ἐπ’ τούτῳ ληστρικαὶ συμμορίαι, κατωρθώθη νὰ διατηρηθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς χεῖρας, ἵνα μείνῃ εἷς πυρὴν Ἑλληνικοῦ αἰσθήματος ἐκεῖ, ὅπου ἀτυχῶς πράγματι ἐμφανίζεται δυσχείμερος ὁ βίος λόγῳ τῆς ἀδυναμίας ἡμῶν τῆς ἐσωτερικῆς. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ συνεκράτει τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκεῖ ἀπαλλοτρίωσιν, ἦτο ἡ ἀπουσία πανηγυρικῆς τινος ἑρμηνείας ἐφαρμοζομένης καὶ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὡς ταύτην ἐπιζητεῖ ἀπόψε ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐρχόμεθα νῦν ἀναγνωρίζοντες καὶ ὁμολογοῦντες τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δώσωμεν ἀφορμὰς οὐχὶ πλέον εἰς παρεξηγήσεις, ἀλλὰ νὰ δώσωμεν ἀφορμὰς εἰς πράξεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ θίξωσιν ἡμᾶς βαρύτατα! Πρὸς τοιαύτην δὲ ἀποφυγὴν κινδύνων θὰ ἤθελον καλέσει ὑμᾶς οὐχὶ νὰ ἀποσύρητε τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ἵνα ἀκριβῶς ἀποσύρητε τὴν γενομένην καὶ προταθεῖσαν δήλωσιν καὶ νὰ σκεφθῆτε ὅτι δὲν ἤλθομεν ἐδῶ νὰ νομοθετήσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἤλθομεν νὰ ψηφίσωμεν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔπρεπε δὲ τὴν ἔλλειψιν γεωργικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως—διότι περὶ τούτου πρόκειται—νὰ θελήσωμεν ἡμεῖς νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐπὶ ποικίλοις κινδύνοις, οὓς ἀνέφερα ἤδη, ὑπὲρ σκοπῶν εὐγενῶν μέν, ἀλλ’ ἀπραγματοποιήτων. Διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πράγματα ἀπραγματοποίητα, εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγε πρὸς τὸν λαὸν τῆς Καρδίτσης, ὅτε ἀκριβῶς ἀκολουθῶν τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ τι ἀπραγματοποίητον· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δέ, ἐπειδὴ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος πρὸ μικροῦ σειράν τινα ἀναδρομικῆς προσφυγῆς μέχρι τοῦ Δαυΐδ, τοῦ προφήτου τοῦ προειπόντος τὴν ἔλευσιν τοῦ Μεσσίου, τοῦ σώσοντος τὴν ἀνθρωπότητα, νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἀναδρομικῶς βαίνων δηλώσεις τινὰς τῆς Κυβερνήσεως ἐπισήμους καὶ ἐγγράφους. Μᾶς ἀνέφερε πῶς ἐσκέφθη ὁ προφήτης ἐκεῖνος τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ξένης ἰδιοκτησίας.
§396Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. «Ἐπὶ ἀργυρίῳ» πάντοτε.
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Δύο λεπτὰ ἔχει ἀκόμη ὁ ρήτωρ.
§398Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Νὰ παραταθῇ ἡ ὥρα, κ. Πρόεδρε.
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὄχι ἀπὸ ἐμέ.
§400Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ, ἐγὼ δὲν ἔχω ἢ νὰ κατέλθω ἀπὸ τοῦ βήματος μετὰ δύο λεπτά.
§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παράτασιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται τρεῖς).
§402ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ἠγέρθη.
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ὄχι πέρα τῆς ταχθείσης ὥρας.
§404Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς δὲ αἱ ἀνωμαλίαι αὗται ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος ἐνεφανίσθησαν καὶ ὡς ἀνωμαλίαι ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἄρχομαι ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν, ἵνα ἀπολήξω εἰς τὰς ἀνωμαλίας τῆς ἀγορεύσεως ταύτης καὶ ἵνα ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν θὰ φέρητε εἰς τοὺς ἐντολεῖς ὑμῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οὗτοι παρ’ ὑμῶν, δηλαδὴ τὴν ἀκριβῆ πραγμάτωσιν τῶν αἰτημάτων αὐτῶν καὶ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος. Ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω τέσσαρας δηλώσεις, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον ἠκολουθήθη τὸ πρόγραμμα τοῦτο. Ἡ πρώτη κυβερνητικὴ δήλωσις ἔχει ὡς ἑξῆς—διότι πρόκειται περὶ ζητημάτων σχετικῶν πρὸς τὰς ἀποψινὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.—Ἡ πρώτη δήλωσις ἔχει οὕτω: «Τὸ ἐπαχθὲς σύστημα τῆς δεκάτης, ὅπερ ἀποφέρει μὲν ἀκόπως πολλὰ εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καταθλίβει τοὺς φορολογουμένους, εἶναι δὲ προικοδότησις τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας, ἀφ’ ἧς ἑτοιμαζόμεθα κτλ.». Ποῖος νομίζετε, ὅτι χαρακτηρίζει οὕτω τὴν δεκάτην, δηλαδὴ τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνυπογράφως. Καὶ ἐν ὁμοίᾳ εἰς χρονολογίαν ἡμέρᾳ πρὸς τὴν σημερινήν, εἰς μελέτην αὐτοῦ δημοσιευθεῖσαν εἰς ἐφημερίδα μὴ ἐκδιδομένην πλέον....
§405Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§406Γ. ΠΩΠ. Τίνα σημασίαν ἔχει πότε ἐδημοσιεύθη; Καὶ πρὸ 13 ἢ 14 ἐτῶν ἂν ἔγινεν ἡ δημοσίευσις, τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὸν παλινῳδήσαντα. Ὅσον μακρότερον ἡμῶν ἀφίσταται ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, τόσον σημαντικωτέρα εἶναι ἡ δήλωσις αὕτη...Διότι ἤδη τὰ Κράτη προήχθησαν εἰς πολιτισμόν. Διότι ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιστήμη διεμορφώθη ἀρτίως πλέον. Καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀνατρέχῃ εἰς ῥήτρας τοιαύτης οἰκονομολογικῆς μαθήσεως, ὅπως ἀντλήσῃ διδάγματα, οὔτε κἂν ἡ μνήμη τοῦ ἐπιστήμονος μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου. Καὶ ἔχομεν δευτέραν δήλωσιν (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἔρχομαι νὰ σᾶς ὑποσχεθῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν, διὰ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Δὲν πρόκειται νὰ δημοκοπήσωμεν λέγοντες ὑμῖν ὑποσχέσεις ὁμοίας φύσεως». Ἐλέχθησαν ταῦτα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν Καρδίτσῃ.
§407Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἤθελε νὰ δημοκοπήσῃ.
§408Γ. ΠΩΠ. Σᾶς παρακαλῶ. Πρὸ ὀλίγου ἀνεφέρατε σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε τὸ ἔνστικτον τοῦ διακόπτειν, εἶσθε ὁ ἐν τῇ Βουλῇ διακόπτης (ἱλαρότης) ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Ἀττικῇ. Δὲν εἴπετε οὕτω;
§409Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα.
§410Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ ἔχητε ἀξιώσεις αὔριον; Ἐγὼ συνηγορῶ ἀκριβῶς περὶ τῶν ἀξιώσεών σας, διότι λέγω ὅτι ἡ πυρκαϊά, ἣν ἀνάπτουσιν αἱ πρωθυπουργικαὶ δηλώσεις, θὰ εἶναι γενική. Ἀπὸ τοῦ διμήνου λοιπὸν ἐκείνου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠσχολήθη εἰς μελέτην τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἐμελέτησε καὶ τὰ πορίσματα ἔφερεν ἐδῶ. Τί ἔφερεν ὅμως μέχρις ἡμῶν; Τὴν γεωργικήν του πολιτικὴν ἢ τὴν ῥητορικήν του πολιτικήν; Θὰ τὸ ἴδωμεν αὐτὸ μετ’ ὀλίγον. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τρίτην δήλωσιν (ἀναγινώσκει): «Πῶς εἶναι δυνατόν, ὅτε ἔχετε τὴν γῆν δῶρον τοῦ Θεοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲν σχεδὸν καταβάλλει ἡ ἀνθρωπίνη ἐργασία καὶ τὸ ὁποῖον δὲν φορολογεῖται, πῶς θέλετε τὸ προερχόμενον ἀπὸ τοιούτου κεφαλαίου εἰσόδημα νὰ τὸ ἀφήσητε ἀφορολόγητον;» Εἶπε ταῦτα ἐπὶ λέξει προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βεβαιῶν ὅτι θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν φορολογίαν διὰ τῆς δεκάτης. Εἶπε ταῦτα πάντα ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἶναι φυσικὸς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον φορολογεῖ τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ, τὴν γῆν, ἣν καὶ ζητεῖ ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θεωριῶν, ἃς ἠκούσατε. Διότι ὑπάρχει καὶ τετάρτη δήλωσις. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ δήλωσις τοῦ Δαυΐδ, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας· εἶναι τοῦ Κορανίου. Ἔχω ἐνώπιον ὑμῶν τὸ Κοράνιον, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἡ γῆ ἀνήκει μόνον εἰς τὸν Θεόν, ὅστις κληροδοτεῖ αὐτὴν ὡς ἂν βουληθῇ, καὶ ἀνήκει εἰς τὸ Ἰσλάμ, ὅπερ εἶναι σκιὰ τοῦ Θεοῦ, τὸ δὲ Ἰσλὰμ ἀπαλλοτριοῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐπὶ πληρωμῇ τῆς δεκάτης». Ἤθελον λοιπὸν νὰ γνωρίζω, ἀφοῦ ἐλάβετε γνῶσιν καὶ τῶν τεσσάρων ἀνακοινώσεων, κατὰ τί διαφέρει τὸ θεοκρατικὸν τοῦτο σύστημα ἀπὸ τὰς δηλώσεις ὄχι ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ προφήτης Δαυΐδ, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ θεοκρατικὸν σύστημα τοῦ Ἰσλάμ. Εἶναι τοῦτο πολιτικὴ τοῦ ὑπὸ τοῦ προφητάνακτος προαγγελθέντος Μεσσίου ἢ μήπως εἶναι πολιτικὸν σύστημα τοῦ προφητεύσαντος τὴν Τουρκικὴν δημοσιονομίαν; (Ἱλαρότης). Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀληθῶς κατέπληξε διὰ τῶν γενομένων τὴν ἑσπέραν ταύτην δηλώσεών του παρασυρθείς, ἄγνωστον πῶς, καὶ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα, ἵνα μὴ στερηθῇ συμπαθειῶν, τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιος, καὶ τὰς ὁποίας θὰ κατέκτα βεβαίως σταθερωτέρας, ἐὰν πρὸς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ ἰδέαν ἔμενεν. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἀναλυτικὴ ἀγόρευσις αὐτοῦ, καὶ εἶπε καὶ ἔκαμε δηλώσεις ἐπισήμους, ὅτι, ἵνα γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις, θὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος πρῶτον ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἀφαιρέσῃ ἀναγκαστικῶς τὰ κτήματα, καὶ προσέθηκεν εἶτα, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσῃ, ἵνα διὰ βραδείας, ἑκουσίας ὅμως, ἀπαλλοτριώσεως φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου θέλετε σεῖς, οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι. Ἀλλὰ τί ἐνοήσατε ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀλληλαναιρουμένων μέχρι τοῦ ἀσυλλήπτου δηλώσεων καὶ τί θὰ μεταφέρητε πρὸς τοὺς ἐντολεῖς σας; Θέσατε τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς καρδίας σας καὶ ἀπαντήσατε καὶ ἀνέλθετε ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ δώσατε προσηκούσας ἐξηγήσεις, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν. Διότι τὸ ζήτημα ὑμῶν δὲν εἶναι Θεσσαλικόν, εἶναι καὶ ἐσωτερικὸν δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διότι καὶ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ Φθιώτιδι καὶ Ἀττικῇ ὑπάρχουσι κτήματα τοιαῦτα, καὶ πανταχόθεν ὅμοιαι θὰ προβληθῶσιν ἀπαιτήσεις. Γνωρίζετε δὲ σεῖς, καὶ ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1890 ἐψηφίσθη νόμος ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας πρὸς παροχὴν δανείου γεωργικοῦ, ἀλλὰ τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἐδόθησαν εἰς ἐγγύτερον τῆς πρωτευούσης κείμενα κτήματα, ἵνα ἐκεῖ οἱ μορτῖται ἀπαλλοτριώσωσι τὰς ξένας κτήσεις, διότι ἐκεῖ τότε ὑπῆρχεν ἡ ῥοπὴ τῆς δημοσίας γνώμης ἰσχυροτέρα, ὅπως τώρα εἶναι ἰσχυρὰ ἡ ἀπὸ Θεσσαλίας ῥοπὴ ἢ παρασύρασα τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς ἀληθῶς συγκλονιστικὰς τῆς ἐρρύθμου τάξεως ἀποψινὰς δηλώσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καὶ τοιαύτην ἀλήθειαν πρέπει νὰ μεταφέρητε πρὸς τοὺς ἐντολεῖς ὑμῶν, διὰ νὰ εὑρίσκησθε ἐν ἀκριβείᾳ. Διατί δὲν ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ συγχρόνως ἐνώπιόν μας τὴν γεωργικήν της νομοθεσίαν; Τί θέλετε δηλώσεις ἑρμηνευτικάς; Ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, ἡμεῖς θὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν. Κομίσατε τὴν ἑτοίμην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1895, ἀφοῦ δὲν ἔχετε τοιαύτην, καὶ ἡ τοῦ 1895 ἐκρίθη ἀρτιωτάτη μετὰ τὴν μελέτην τὴν ἐπιτόπιον. Κομίσατέ την, ἀφοῦ ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Γεωργιάδης εἶπεν ὅτι ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος· κομίσατέ την, ἵνα τὴν ψηφίσωμεν, διότι ὄντως θὰ ἦτο εἰλικρινὲς τοῦτο, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, ἣν ζητεῖτε διὰ δηλώσεως ἑρμηνευτικῆς.
§411Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Πᾶν ἄλλο παρὰ ἀρτία ἦτο ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§412Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς ἀρτιότητος τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, διότι συνήθως αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν εἶναι ἥκιστα ἄρτιαι, ὡς καὶ ἥκιστα ἄρτιοι εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες ὡρισμένας ἐπιτροπάς. (Ἱλαρότης). Ὡμίλησα περὶ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ φωνὴ τοῦ ἡγηθέντος ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ζητήματος ὑμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡμολόγησεν, ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν εὐθὺς ἱδρύματα, διὰ νὰ φθάσητε εὐθὺς ἀμέσως εἰς ἀπαλλαγὴν τοῦ ὀνείδους τῆς δουλείας, χωρὶς νὰ εὑρίσκησθε εἰς θέσιν αὔριον νὰ κάμητε ἄλλας ἐνόπλους ἴσως διαμαρτυρίας, καὶ νὰ θέτητε εἰς διαρκῆ ἀγωνίαν τὸ ἀτυχὲς τοῦτο Κράτος, παρασύροντες εἰς περιπετείας καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ δώσητε εἰς ὑποσχέσεις, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὰ πραγματοποιήσητε, διότι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ πέρα τούτου, ὅτε ὑπόσχεσθε εἰς πεινῶντας τὸν ἄρτον, εἰς δυστυχοῦντας τὴν εὐτυχίαν καὶ εἰς δούλους τὴν ἐλευθερίαν καὶ δὲν δύνασθε νὰ πραγματοποιήσητε τὴν ἐπαγγελίαν, δίδετε μόνον τὸ σύνθημα ἐξεγέρσεων προκαλουσῶν τὴν ἐμφάνισιν τῆς κυβερνητικῆς πυγμῆς· καὶ πυγμῆς σιδηρᾶς, ὡς φημίζεται· ἀλλὰ σκεφθῆτε ἀκόμη, ὅτι ἡ πυγμὴ αὕτη ὀφείλει πρῶτον νὰ εἶναι σαρκίνη, διὰ νὰ ἅπτηται ψηλαφητὶ τῶν πραγμάτων, ὅπως μὴ μεταβάλληται εἰς σιδηρᾶν. Ὅταν δ’ ἐπιστῇ ἡ στιγμή, ἣν θὰ δημιουργήσωσιν αἱ ἀπραγματοποίητοι ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἴπωσιν οἱ τσιφλικιοῦχοι καὶ οἱ καλλιεργηταί, ὅτι ἠσθάνθησαν μόνον τοὺς ὄνυχας τῆς κυβερνητικῆς πυγμῆς, εἰσερχομένους εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐνῷ συγχρόνως εἰσήρχοντο εἰς τὴν ζωὴν τοῦ δυστυχοῦς μορτίτου, διὰ νὰ ἀφαιρέσωσι τὸ δέκατον τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§413Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἦτο καιρὸς πλέον, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κανονίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος καὶ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ. Κανονίζοντες τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι κατέχομεν τὴν λύσιν αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσεπάθησε μὲν νὰ κανονίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν λύσιν ἐφυγάδευσεν αὐτὴν καὶ ἀπεμάκρυνεν ἀφ’ ἡμῶν, τόσον ἐναγωνίως ἀναμενόντων, τὰς ἐλπίδας περὶ ἀμέσου καὶ πρακτικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος θὰ ἦτο πρᾶξις εὐχερεστάτη, κύριοι Βουλευταί, ἂν μὴ συνεδέετο μὲ τὸ ζωτικώτατον ἀγροτικὸν ζήτημα. Θὰ ἦτο εὐχερεστάτη, διότι τὸ ἄρθρον 17 βάσιν καὶ σκοπὸν ἔχει τὴν καθιέρωσιν καὶ ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἀνέκαθεν ἐπεκράτησαν καὶ ἤδη ἐπικρατοῦσιν αἱ φιλελευθερώτεραι τῶν ἀρχῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν. Περιττὴ ὅθεν καὶ ἄσκοπος ἦτο ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ σεβασθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Τίς, κ. Πρόεδρε, ἐσκέφθη ἢ τίς ἐφαντάσθη ἐξ ἡμῶν νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ καταβολῆς προηγουμένως τῆς προσηκούσης ἀποζημιώσεως; Ἀλλὰ προχωρῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς δηλώσεις του ἐδήλωσεν ἀνελπίστως ὅτι ἀποκρούει τὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴν διατάξεως περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναφυῶσι δυσχέρειαι καὶ νὰ προκύψωσι διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους ξένης Ἐπικρατείας, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἡ ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια ἔχει ἀναλάβει ὡρισμένην ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμβάσεως περὶ παραδόσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς τοιαύτην δήλωσιν πεπλανημένην. Οὐδὲν ξένον Κράτος δικαιοῦται νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ πάσης διατάξεως ἀναγραφομένης ἐν τῷ Συντάγματι, διότι τὸ τοιοῦτον θ’ ἀπετέλει ἐπέμβασιν εἰς τὰ καθήκοντα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τῆς συντασσούσης τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Οὐχὶ ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ διαμαρτυρίας. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις φυσικῷ τῷ λόγῳ, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς τοιαύτης διατάξεως, θὰ ἐφρόντισε προηγουμένως νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς δυσχερείας καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνοχὴν καὶ τὴν συναίνεσιν τῆς γείτονος Ἐπικρατείας. Ἀποδεικνύεται ἄρα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προφασίζεται καὶ δὲν θέλει εἰλικρινῶς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ φανερὰ ὑπεκφυγή. Ἀλλὰ τῳόντι, κύριοι Βουλευταί, ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 17 ἀπέβη δυσχερεστάτη πρᾶξις καὶ λίαν ἀκανθώδης, καὶ τοῦτο διότι συνεδέθη μὲ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Τί δὲ ἐστὶν ἀγροτικὸν ζήτημα; Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἀγροτικόν, τὸ ζήτημα εἶναι γενικόν, εἶναι αὐτόχρημα ἐθνικόν. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον νὰ κανονίσῃ μόνον τὰς περιουσιακὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν. Πρὸ παντὸς πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐξετέλεσε τὰς στοιχειώδεις αὑτῆς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἀγρότας τοὺς λεγομένους λευκοὺς δούλους. Πρόκειται νὰ κρίνωμεν, ἂν δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι ἀπενεμήθη καὶ ἀπονέμεται ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς πλουτοκράτας καὶ τοὺς ἀγρότας. Εἶναι πασίγνωστον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις οἱ ἰδιοκτῆται κατώρθωσαν νὰ σφετερισθῶσι τὰ δικαιώματα, ἅτινα εἶχον οἱ ἀγρόται καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας διὰ στρεβλῆς νομολογίας τῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήρισαν τὴν μεταξὺ τῶν τσιφλικιούχων ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν ὑφισταμένην νομικὴν σχέσιν ὡς σχέσιν μισθώσεως καὶ οὐχὶ ἑταιρείας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν τσιφλικιούχων, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς ἀγρότας τὰ ἐμπράγματα δικαιώματά των, τὰ ὁποῖα ἐσφετερίσθησαν οἱ ἰδιοκτῆται δυνάμει στρεβλῆς νομολογίας τῶν Δικαστηρίων. Ἄν λοιπόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεθυμεῖσθε τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώκατε πρὸ τεσσάρων μηνῶν εἰς τοὺς ἀγρότας Θεσσαλίας, ἂν εἰλικρινῶς ἐπεθυμεῖτε τὴν πρακτικήν, ταχεῖαν καὶ ἀπρόσκοπτον λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δὲν εἴχετε ἢ νὰ προσκομίσητε νόμον κανονίζοντα τὴν νομικὴν ταύτην σχέσιν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ ἀγροτῶν ὡς σχέσιν ἑταιρείας. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρόκειται μετ’ οὐ πολὺ νὰ ἀπέλθῃ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον χωρὶς νὰ λύσῃ τὸ ἐθνικῆς σημασίας ἀγροτικὸν ζήτημα. Τὸ συνέδριον τοῦτο ἀπερχόμενον πρόκειται ν’ ἀποκομίσῃ τίτλους ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, ὁ στιλπνότερος δὲ καὶ ὁ λαμπρότερος τίτλος θὰ ἦτο ὁ τίτλος τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος Κανακάρης.
§415Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σφακιανάκης.
§417Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον, Κύριοι, ἵνα δηλώσω ὅτι διεφώνουν ῥιζικῶς πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἡ ὁμὰς τῶν συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας ....
§418ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεσύρθη.
§419Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Διεφώνουν δὲ ἐπὶ πλέον πρὸς τὴν ἀξίωσιν αὐτῶν, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ πρότασις αὐτῶν ὡς διετυπώθη καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔδει νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων εἰδικῶς ἐν Θεσσαλίᾳ, διεφώνουν δὲ πρὸς πάντα ταῦτα, διότι ἐνόμιζον ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης τῶν κυρίων συναδέλφων παρενεβάλλετο σκόπελος, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἀνάγκη νὰ παρακάμψωσι. Κατόπιν ὅμως τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχω λόγον νὰ ὁμιλήσω, διότι φρονῶ ὅτι τὰ πράγματα καλῶς δι’ αὐτῶν διευθετοῦνται.
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§421Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τὴν ἀποζημίωσιν καταβάλλει τὸ ἀπαλλοτριοῦν Δημόσιον, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἰδίαν γνώμην καὶ τὴν ἀνέπτυξε, συνῄνεσε δέ, ὡς ἐφάνη, ἡ Βουλὴ εἰς τὴν γνώμην ταύτην, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὴν ἀναπτύξω.
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§423Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἀπορήσωσι, κύριοι Βουλευταί, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν διατί ἔλαβον τὸν λόγον ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς καταγωγῆς μου ἰδίᾳ ἐκ χώρας ξηρᾶς, ἀγόνου καὶ ἀνύδρου, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τόσον ὅλους ἡμᾶς, ὅσον καὶ ὁλόκληρον διαμέρισμα τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Εἶχον τὴν ἀτυχίαν, κύριοι συνάδελφοι, διωκόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους, νὰ παραμείνω ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ μελετήσω τὴν χώραν ἐκείνην τόσον ἀπὸ ἀρχαιολογικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀγροτικῆς ἀπόψεως. Μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ μελετήσω τὸν Θεσσαλὸν καὶ ὡς τσιφλικιοῦχον καὶ ὡς ἀγρότην καὶ ὡς ἐλεύθερον καὶ ὡς δοῦλον καὶ νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται περὶ λαοῦ ἀναξιοπαθοῦντος καὶ ἀξίου ὄχι μόνον τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ τῆς συμπαθείας καὶ αὐτῆς τῆς στοιχειώδους φιλανθρωπίας. Τώρα ἴσως κανεὶς ἀπορῶν ἐρωτήσῃ: Τίς ὁ λόγος νὰ ἀπασχολήσητε τὴν Βουλήν, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἐξηντλήθη; Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀρχίσω ἐξ ἀρχῆς δι’ ἐλαχίστων λέξεων νὰ σᾶς παραστήσω ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ σᾶς εἴπω. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι κατ’ ἐξοχὴν χώρα ναυτική, ἀλλ’ εἰδικῶς χάρις εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἶναι καὶ χώρα γεωργική. Ὡς τοιαύτη ἔπρεπε νὰ εἶχε διαμορφωθῆ καὶ διαπλασθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὄχι μόνον νὰ καταστῇ ἱκανὴ ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ λύσῃ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ἀλλὰ νὰ λύσῃ καὶ γενικώτερον τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα αὐτῆς ταύτης τῆς χώρας. Ἀτυχῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ φροντίσωσι, δὲν ἐφρόντισαν μέχρι τοῦδε. Δὲν θὰ θελήσω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ. Τοῦτο μόνον ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ θέσις τῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι σήμερον εἶναι χειρίστη, εἶναι χειροτέρα ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν καὶ τὴν δυναστείαν τοῦ Ἀλῆ. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· διότι καὶ τὸ τρίτον τῶν εἰσοδημάτων ἐλάμβανον καὶ τὰ οἰκήματα ἐθεωροῦντο ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀνῆκον εἰς τούτους. Ἄλλοτε εἶχον τοῦτο, ὅτι ἡ οἰκία ἦτο ἰδική των καὶ ἠδύναντο νὰ τὴν δωρήσωσι καὶ νὰ προικίσωσι τὴν θυγατέρα των, ἐνῷ τῶν τοιούτων ὅλων ἐστερήθησαν ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν. Αὐτὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐγνώρισα τὸν Θεσσαλὸν καὶ εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι εἶναι λαὸς ἄξιος ὄχι μόνον τῆς μερίμνης τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ τῆς συμπαθείας καὶ τῆς στοιχειώδους φιλανθρωπίας. Δὲν θὰ θελήσω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν Θεσσαλῶν εἰς δύο κόμματα, εἰς τοὺς περὶ τὸν τσιφλικιοῦχον καὶ εἰς τοὺς περὶ τὸν ἀγρότην. Δὲν θὰ θελήσω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπίσης ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν οἱ μὲν διὰ τοὺς μὲν καὶ οἱ δὲ διὰ τοὺς δέ, οἱ μὲν ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ δὲ ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἓν πρᾶγμα ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω: ποῖοι ἦσαν οἱ ἐντεταλμένοι νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς καταστάσεως ἐκείνης; Βεβαίως ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει τὴν ἀπάντησιν πρόχειρον· ὤφειλον νὰ φροντίσωσιν αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν, τὸ Κράτος ἡμῶν. Δὲν εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐν τῇ παραλύσει, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, δὲν εἴχομεν, Κύριοι, τὴν ἀξίωσιν νὰ σκεφθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις, ὅπως ἐσκέφθη ὁ Κούζας ἐν Ῥωμουνίᾳ, ὁ ὁποῖος διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς κατέστησε πάντας τοὺς Ῥωμούνους ἰδιοκτήτας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἠθέλομεν νὰ ἀντλήσωσι τὰ παραδείγματα ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχαίας ἱστορίας τῆς Θεσσαλίας, ἀπὸ τὸν τύραννον τῶν Φερῶν Ἰάσονα, νὰ λάβωσι τὸ παράδειγμα ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς χώρας, ἐκ τῆς ἱερᾶς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὸν Πεισίστρατον, ὁ ὁποῖος ἔθηκε τὸν ἀγρότην ὑπεράνω παντὸς ἄλλου πολίτου, ὁ ὁποῖος ἀνεβίβασεν ὡς δόγμα, ὅτι ὁ ἀγρότης ἀποτελεῖ τὸν σπουδαιότερον παράγοντα τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς Κράτους, καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω ἔτι μᾶλλον καὶ τοῦτο, ὅτι, ὡς ὁ αἰὼν τοῦ Περικλέους ὠνομάζετο χρυσοῦς αἰὼν διὰ τὴν Ἑλλάδα, οὕτως ὁ αἰὼν ἐκεῖνος ἠδύνατο ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ὀνομασθῇ ἀργυροῦς αἰὼν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἕως ἐδῶ ἔχει καλῶς τὸ πρᾶγμα. Ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὰς δηλώσεις τὰς ἐπισήμους, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι δὲν περιέμενόν ποτε ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι θὰ κατέληγεν ἐκεῖ, ὅπου κατέληξεν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ συνεκινήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἠσπάζετο ἐκείνην τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος πρὸς ὅλας τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ποῖος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠσπάσθη ἡ Κυβέρνησις τὴν πρότασιν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν; Ποῖος λόγος συντρέχει νὰ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ἐκείνην; Ἐγὼ τοὐλάχιστον κατὰ τὴν κρίσιν μου δέν εὑρίσκω κανένα πρὸς τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι διέγνωσα ἐν ταῖς δηλώσεσιν ἐκείναις, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω κανένα, ὅτι αἱ ἀρχαὶ ἐτέθησαν ἐν γνώσει ὅτι δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κοινωνισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σοσιαλισμοῦ. Ὁ σοσιαλισμός, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως, δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην βάσιν εἰμὴ τὴν ἀσέβειαν πρὸς τὴν θρησκείαν, τὴν ἀσέβειαν πρὸς τὸν ἐθνισμὸν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν οἰκογένειαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τῶν ἀρχῶν αὐτοῦ καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖον ἀκολουθοῦσι τὰς ἀρχὰς ταύτας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω ὅτι ὁ σοσιαλισμὸς κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἄρνησις πάσης ἠθικῆς.
§424Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδιαβάσατε καλὰ τὸν Πεισίστρατον.
§425Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Ἐπειδὴ γνωρίζω τοὺς Θεσσαλοὺς καλῶς, πάντας σχεδόν, προσωπικῶς ἔχω νὰ τοῖς τονίσω τοῦτο, ὅτι θὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των καὶ θὰ μεταφέρωσιν ἐπὶ τῶν ὤμων των τοῦτο καὶ μόνον. Ἴσως δὲν ἐλησμονήσατε ὅτι πρό τινων ἡμερῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν ταῖς «Ἀθήναις» ἐδημοσιεύθη ποίημα, τὸ ὁποῖον ὁ Πολύβιος Δημητρακόπουλος εἶχε γράψει ὑπὲρ τῶν μαλλιαρῶν εἰς μαλλιαρὴν γλῶσσαν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔγραφε πολλὰ ὑπὲρ τῶν μαλλιαρῶν, ἀλλ’ ἠξεύρετε τί ἔλεγεν ἡ ἀκροστιχίς; «Τρομάρα στὰ μπατζάκια σας».
§426Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος ἐπεφυλάχθην τοῦ λόγου ἀκριβῶς, ἵνα μὴ ἀποτελέσῃ ἡ ἀγόρευσίς μου παραφωνίαν, καὶ ἐτέθην ἑκουσίως εἰς τὸ ἀριστερόν, δὲν ἐφανταζόμην ὅμως ποτὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος θὰ μὲ ἐξεσφενδόνιζεν εἰς τὸ ἄκρον ἀριστερόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ λάβω τὸν λόγον τελευταῖος καὶ εἰς ὥραν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ εἶναι λίαν κουρασμένη καὶ ἐγὼ περισσότερον παντὸς ἄλλου. Ἐν τούτοις, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἐξ ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν μόνον ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐμένειάν σας, θὰ προσπαθήσω δὲ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ εἶμαι συντομώτερος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταλήξω ἐνωρίς. Ἀρκετὰ περιεπλανήθημεν ἐπὶ διήμερον ἀνὰ τὰ θεσσαλικὰ πεδία, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ σᾶς μεταφέρω πρὸς στιγμὴν εἰς τὰς εὐφόρους πεδιάδας τῆς Πελοποννήσου καὶ νὰ συζητήσωμεν πλέον ἄκρῳ δακτύλῳ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. (Διαμαρτυρίαι· ἐξημέρωσε, ἐξημέρωσε). Παρακαλῶ· δὲν διέκοψα κανένα (διαμαρτυρίαι). Μὴ ἀνησυχεῖτε, Κύριοι, διότι, εἴτε θέλετε εἴτε δὲν θέλετε, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα θὰ ἀπασχολήσῃ ἐν τούτοις τὴν Βουλὴν σήμερον ἢ αὔριον.
§427ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§428Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ κάμωμεν καθημερινῶς. Σήμερον εἶναι ἡ περίστασις συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 17, ἵνα τεθῇ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι, ἂν παρέλθωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ δὲν προστεθῇ ἢ δὲν ἑρμηνευθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν λέξεων τοῦ ἄρθρου 17 συμπεριέχονται καὶ αἱ ἔννοιαι ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας ἀφορᾷ ἡ τροπολογία μου, βεβαίως θὰ εἶναι ἀργὰ πλέον. Ὄταν θὰ ἔλθῃ ἐν ὅλῃ του τῇ ὀξύτητι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἔλθῃ λίαν ἐνωρίς, θὰ εἶναι ἀργὰ νὰ συζητῶμεν περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν θὰ δυνάμεθα πλέον νὰ λύσωμεν τοῦτο κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ λύσωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ αἰωνίως φλέγον σταφιδικὸν ζήτημα. Ἂν εἰς τὴν Θεσσαλίαν παραπονεῖσθε διὰ τοὺς τσιφλικιούχους σεῖς οἱ Θεσσαλοί, βεβαιωθῆτε ὅτι καὶ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἔχει ἕνα μέγαν τσιφλικιοῦχον ἐπάνω εἰς τὴν ῥάχιν της, τὴν Ἑνιαίαν. Ἂν εἰς τὴν Θεσσαλίαν οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ἀγρόται ὑφίστανται τὰ πάνδεινα ἐκ τῆς καταδυναστεύσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, βεβαιωθῆτε ὅτι καὶ ὁλόκληρος ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς ὑφίσταται ὁμοίαν καταδυνάστευσιν ἀπὸ τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία φέρει πρὸς εἰρωνείαν τὸν τίτλον «Προνομιοῦχος Ἑταιρεία πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐμπορίου».
§429ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐξηντλήθη.
§430Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὁ μόνος ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅστις θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσης τροπολογίας, ὥστε μὴ ἀνησυχεῖτε· ἄλλως τε ἡμεῖς παρηκολουθήσαμεν μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα, χωρὶς νὰ διακόψωμεν ὑμᾶς, καὶ μετὰ στοργῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ χειροκροτημάτων ἐπεκροτήσαμεν εἰς τὰς εὐγενεῖς ὑμῶν προσπαθείας πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς τυραννίας τῶν τσιφλικούχων. Διατί καὶ ὑμεῖς δὲν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκροασθῆτε καὶ ἡμᾶς μετὰ τῆς αὐτῆς προσοχῆς, ἀφοῦ καὶ ἐνταῦθα περὶ συνεχείας τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος πρόκειται, ἀφοῦ καὶ ἐν Πελοποννήσῳ οἱ σταφιδοκτήμονες ἀγωνίζονται τὸν αὐτὸν τῆς ἀπελευθερώσεως ἀγῶνα; Μὴ θορυβεῖτε· ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀγροτικὸν ζήτημα. Λοιπόν, Κύριοι, ἐπανέρχομαι. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκρήξεως τῆς σταφιδικῆς κρίσεως μετὰ πολλὰς περιπλανήσεις ἐν μέσῳ παρακρατήσεων καὶ ἀπαγορεύσεως φυτειῶν, ἐν μέσῳ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἀγορᾶς πλεονασμάτων οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ κατέληξαν ἐπὶ τέλους εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, μετὰ περιπλάνησιν, λέγω, 12ετῆ ἐνόμισαν ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου τούτου ἐρείσματος θὰ ἔλυον ὁριστικῶς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Αἱ ἐλπίδες ὅμως αὗται, τὰς ὁποίας ἐστήριξαν ἐπὶ τῆς Προνομιούχου, ἀπέβησαν μάταιαι· ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη ὅτι τοὐναντίον ἡ ἑταιρεία αὕτη ἱδρύθη οὐχὶ πρὸς προστασίαν, ἀλλὰ πρὸς καταδολίευσιν τῶν συμφερόντων τῆς παραγωγῆς, ὅτι ἀντὶ μητρὸς εὗρον ἐν αὐτῇ ἀπάνθρωπον καὶ κατάπτυστον μητρυιάν. Ὡρίσθη ἰδία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι συζητηθῆ τὰ περὶ παραβάσεων τῆς ἑταιρείας ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἐξετασθῆ ἂν ἐκ συστάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ τρὰστ τῶν ἐξαγωγέων Πατρῶν ἐνήργησεν εἰς βάρος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς τὰς ἀποδιδομένας αὐτῇ πολυειδεῖς παραβάσεις τῆς συμβάσεως. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄρθρον, δὲν ὑπάρχει ἐδάφιον, δὲν ὑπάρχει λέξις τῆς συμβάσεως τῆς σταφιδικῆς, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ παρεβίασεν αὕτη κατ’ ἀσύστολον τρόπον. Πανταχόθεν ἀκούεται ἡ κραυγὴ ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ κραυγαὶ αὗται, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀκούονται σποραδικῶς, νὰ λάβωσι διαστάσεις, καὶ συλλαλητήρια ἐπὶ συλλαλητηρίων ν’ ἀποδείξωσι κατὰ τρόπον ἐμφανῆ τὴν συνέχουσαν τοὺς σταφιδοκτήμονας ἀγανάκτησιν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐπιτρέπηται πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ μὴ δείξῃ ἐνδιαφέρον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ μὴ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα μὴ καταδυναστεύωνται ἐπὶ πλέον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Ἀλλ’ ἀμέσως ἔρχεται τὸ ἐρώτημα· τί θὰ συνέβαινεν ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑνιαία ἤθελε κηρυχθῆ ἔκπτωτος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, λόγῳ τῶν παραβάσεων αὐτῆς; Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος, διότι μετὰ 15 ἔτη λήγει ἡ διάρκεια τῆς ἑταιρείας καὶ θὰ ἔλθῃ κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα, ποία λύσις προσιδιάζει μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ποίαν ἀπόφασιν πρέπει νὰ λάβωμεν πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος; Ἡ διαρρεύσασα δωδεκαετία εἰς ἓν καὶ μόνον ἐχρησίμευσεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἔπρεπε ν’ ἀποτολμηθῇ ὑπὸ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, (ἡ ἀναγκαστικὴ τουτέστιν ἐκρίζωσις), ἤδη ἐπεβλήθη εἰς τὴν συνείδησιν πάντων. Σήμερον εὐτυχῶς ὅλοι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου εἶναι σύμφωνοι ὅτι ἐν περιπτώσει εἴτε ἐκπτώσεως εἴτε πτώσεως τῆς Ἑνιαίας, εἴτε καὶ λήξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς μία λύσις ὑπολείπεται, ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκρίζωσις. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ λύσις αὕτη, ἡ φυσικὴ αὕτη διέξοδος ἐκ τῆς παρατεινομένης σταφιδικῆς κρίσεως περιείχετο εἰς τὰς σκέψεις ὅλων ἀφ’ ἧς ἀνεφύη σταφιδικὸν ζήτημα, ἀλλὰ πάντες ἔλεγον καὶ συνεφώνουν ὅτι ἡ λύσις αὕτη προσκρούει εἰς τὸ 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκρίζωσις μέρους τινὸς σταφιδαμπέλων εἶναι ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας τοῦ ἰδιώτου ἄνευ δημοσίας ἀνάγκης, ἀδιάφορον ἂν αὕτη ἐπρόκειτο νὰ συντελεσθῇ μετὰ ἢ ἄνευ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκριζωτῶν. Ἰδοὺ διατί ἐπιμένω, ὅπως σήμερον, ὅτε συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἄρθρου 17, μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς ἐνδεχομένης ταύτης λύσεως, ἤτοι τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκριζώσεως, εἰς ἣν θᾶττον ἢ βράδιον θὰ καταλήξωμεν. Ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκρίζωσις ὅμως, ἡ ὁποία πάντως, καὶ τονίζω τοῦτο, πάντως θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον ἡμῶν, θὰ παρουσιασθῇ ὑπὸ δύο μορφάς, ἢ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς μετ’ εὐλόγου ἀποζημιώσεως ἐκριζώσεως ἢ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἄνευ ἀποζημιώσεως, διότι ἀναμφισβητήτως, ἐὰν μὲν ἔχωμεν τὰ μέσα, θὰ ἀποζημιώσωμεν τοὺς ἐκριζωτάς, ἤ, ἐὰν δὲν ἐξεύρωμεν ταῦτα, τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἄνευ ἀποζημιώσεως ταυτόχρονον καὶ ὑποχρεωτικὴν ἐκρίζωσιν τῶν σταφιδαμπέλων. Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι, τὴν γνώμην ὅτι θὰ καταστῇ εὐχερὴς ἡ εὕρεσις χρημάτων, καὶ νομίζω τοῦτο, διότι δυνάμεθα δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον πληρώνει ἡ σταφιδοπαραγωγὴ εἰς παρακρατήσεις καὶ ἑπτάδραχμα, ἅτινα ἀνέρχονται περίπου εἰς 50 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον, ἐὰν διατηρήσωμεν ἐπί τινα ἔτη τὴν εἰς χρῆμα εἰσφορὰν ταύτην, νὰ εὕρωμεν ἓν μέγα κεφάλαιον, δι’ οὗ ν’ ἀποζημιώσωμεν διὰ 200 καὶ 300 δραχμῶν τὸ στρέμμα καὶ ἐν διαστήματι 5–6 ἐτῶν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ κεφάλαιον τοῦτο καὶ νὰ ἀποζημιώσωμεν συγχρόνως μέχρι τοῦ ⅓ τῆς ὅλης ἐκτάσεως τῶν σταφιδαμπέλων. Ἐὰν ὅμως κριθῇ ἀναγκαῖον, ἵνα ἡ ἐκρίζωσις ἐνεργηθῇ ταχύτερον, καὶ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἄνευ τινὸς ἀποζημιώσεως ἐκρίζωσιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει (καὶ τοιαύτην ὑπονοεῖ ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ τροπολογία) θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα μήπως ἡ τοιαύτη ἀναγκαστικὴ ἐκρίζωσις ἄνευ τινὸς ἀμέσου ἀποζημιώσεως προσκρούει εἰς τὸ ἄρθρον 17, ἐφ’ ὅσον τοῦτο περιλαμβάνει τὸν ὅρον ὅτι ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀπαλλοτρίωσις, ἔστω καὶ διὰ κοινὴν ὠφέλειαν, ἔστω καὶ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην.
§431Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ θὰ ἦτο αὐθαίρετος.
§432Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν εἶναι αὐθαίρετος σᾶς φέρω τὸ παράδειγμα τοῦ νόμου, περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν σταφιδοφυτειῶν. Εἶπον τότε οἱ ἐνιστάμενοι ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος ὡς ἀντισυνταγματικός, καὶ ἐψηφίσαμεν ἀντὶ πάσης ἀπαγορεύσεως μίαν βαρυτάτην φορολογίαν διὰ πάντα νέον ἐμφυτευτήν. Ἀφοῦ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ περὶ παρακρατήσεως θεσμοῦ ἀπεφασίσθη μηδεμία νὰ ἐπιτραπῇ νέα ἐμφύτευσις, διότι ὅ,τι ἐπετυγχάνομεν διὰ τῆς παρακρατήσεως ἐξουδετεροῦτο διὰ τῶν νέων φυτειῶν, ἐν τούτοις δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους ἡ σώφρων ἐκείνη ἀπόφασις, διότι προσεβλήθη ὡς ἀντισυνταγματικός, καὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας, ὅτι εἶναι ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, ἥτις εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι ἀνεμπόδιστος. Ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐκριζώσεως γεννηθεῖσα ἅμα τῇ ἐκρήξει τῆς σταφιδικῆς κρίσεως ἐτέθη ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ. Ἰδοὺ λοιπὸν μία κατάφωρος παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ συγκεκριμένως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ἂν ἐξετάσωμεν κατ’ οὐσίαν τὸ πρᾶγμα, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχει ἀποζημίωσις, καὶ ὑπάρχει ὄντως ἔμμεσος ἀποζημίωσις διὰ τὸν ἐκριζωτήν, καθόσον διὰ τῆς ἐκριζώσεως ποσοστοῦ τινος τῶν σταφιδαμπέλων αὐξάνει ἡ ἀξία τοῦ ὑπολοίπου, καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ ἀποζημίωσις.
§433ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ τέταρτον παρῆλθεν.
§434Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ 12ώρου καὶ ἔχω ἑπομένως ½ ὥραν. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν ὤφειλον νὰ κάμω.
§435ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δηλώσεις δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν. Προσεκλήθητε δὶς νὰ ὁμιλήσητε καὶ ἀνεβάλετε.
§436Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἶμαι ἐν τάξει. Ὅτε ἦλθεν ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω, εἶπον ὅτι, ἵνα μὴ ἀποτελέσῃ ἡ ἀγόρευσίς μου παρατονίαν, διότι συζητουμένου τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος θὰ παρουσίαζον ζήτημα σταφιδικόν, εἶπον ὅτι ἀναμένω νὰ τελειώσῃ αὐτὸ καὶ ἔπειτα νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἐννοῶ νὰ χάσω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν.
§437ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§438Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, κ. Πρόεδρε, δὲν θέλετε νὰ μοὶ τὸ δώσητε ὑμεῖς, θὰ μοὶ τὸ δώσῃ ἡ Βουλή.
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Παρέχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα τῆς παρατάσεως;
§440ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§441ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀποδέχεται τὴν παράτασιν.
§442Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παύω λοιπὸν τὸν λόγον καὶ παραδίδω τὴν τροπολογίαν μου εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§443ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν τροπολογία τις προταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τροπολογίας καὶ οὐχὶ περὶ προσθήκης εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτεῖται ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὐτῆς, ἀπαιτεῖται ὅμως πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς εὐρυτέρας εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ταύτην ἀπορριπτέαν ἄνευ τινὸς περαιτέρω συζητήσεως. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν εἶναι ἀμέσως ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως ἀπορριπτέα.
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία ποία εἶναι: «Ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται ἡ διὰ κοινὴν ὠφέλειαν ἄνευ τινὸς ἀποζημιώσεως μετατροπὴ εἴδους καλλιεργείας ἢ ὑποχρεωτικὴ ἐκρίζωσις μέρους τῶν ἀμπέλων ἢ σταφιδαμπέλων». Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἡ τροπολογία αὕτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§445Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐρωτήσατε καὶ ἀντιθέτως, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται.
§446ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὅπως τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἡ τροπολογία αὕτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§447Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τροπολογίαν μου τὴν εἶχον ὑποβάλει πρὸ ἑνὸς μηνός, καθὼς προκύπτει καὶ ἐκ τῆς χρονολογίας.
§448ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.
§449Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ ἔχῃ ἀποφανθῆ ἐπ’ αὐτῆς. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἂν κατ’ ἀρχὴν δέχεται νὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία μου, διότι ἡ τροπολογία μου ἔχει ἤδη σταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς εἶπεν ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψει της αὐτήν. Κατὰ συνέπειαν δὲν δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε σήμερον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν κατ’ ἀρχὴν δέχεται νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ τροπολογία μου αὕτη.
§450ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀπεστάλη ἡ τροπολογία σας εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀπεστάλη ἐκ προνοίας ἐμοῦ. Πρόκειται περὶ προσθήκης εἰς τὸ προσχέδιον, διότι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 17 εἶναι ὑπὸ τροποποίησιν. Λοιπὸν ἀπεστάλη ὑπ’ ἐμοῦ ἡ τροπολογία σας εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ὅμως δὲν ἠδυνήθη ἀκόμη νὰ ἐξετάσῃ ταύτην· ὑμεῖς ὅμως δὲν εἴχετε τὴν πρόνοιαν νὰ ἀναπτύξητε τὴν τροπολογίαν σας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ὠφείλετε κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ τὴν ἀναπτύξητε, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἀπορρίψει ταύτην, παραχρῆμα τότε θὰ ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Αὐτὰ λέγει ὁ Κανονισμός. Ἔληξεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Θὰ ἀρχίσωμεν ἐκ τῶν τροπολογιῶν. Ἔχομεν πρῶτον τὴν τροπολογίαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Μπούσδρα, Λ. Θανοπούλου, Ν. Γαρδικιώτου, Γ. Τσαξίρη, Ἀγαμέμνονος Σλῆμαν, Γεωργ. Ζούκα, Μ. Μπουφίδου, Ἀθ. Βαβυλοπούλου, Κ. Χρυσοχοΐδου, Δ. Θεοδοσοπούλου, Ἀλεξίου Τάκη, Ἀλεξ. Κασσαβέτη, Γ. Δρίβα, Χρ. Καρᾶ, Παυσ. Ζωγλοπίτου, Γ. Βλάχου, Δ. Οἰκονόμου, Ν. Ἀθ. Γιουβρῆ, Γ. Καθάργιου, Γ. Κίρκου, Λ. Περιστέρη, Ε. Μαντοπούλου, Δ. Κουκιάδου, Γ. Σπυροπούλου, Ἀλ. Παπαποστόλου, ἔχουσαν οὕτως: «Εἰδικὸς δ’ ἐπίσης νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν ἐν αὐτοῖς μικρῶν ἰδιοκτησιῶν», ἥτις ἀπεσύρθη. Ἔχομεν εἶτα τὴν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Χριστίδου ἔχουσαν οὕτως: «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην καὶ κοινὴν ὠφέλειαν ἢ κοινὸν συμφέρον, προσηκόντως ἀποδεδειγμένα, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἧς βάσις εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας τῆς κατὰ τὰ πέντε ἔτη τὰ τελευταῖα. Ἐγειρομένης δὲ ἀμφισβητήσεως τὸ ποσὸν τοῦτο καθορίζεται διοικητικῶς καὶ καταβάλλεται τῷ δικαιούχῳ, δικαιουμένῳ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια διὰ τὸ ἐπὶ πλέον ἀξιούμενον ποσόν». Νὰ προστεθῶσι καὶ ἐδάφια ἔχοντα ὡς ἑξῆς· Ἐδ. αʹ. Τὸ Κράτος δικαιοῦται ν’ ἀπαγορεύῃ ἐπί τινος ὡρισμένου μέρους ἢ περιφερείας καλλιέργειαν, ἐμφύτευσιν, οἰκοδομάς, συνοικισμὸν καὶ κατασκευὴν ἔργων οἱασδήποτε φύσεως καὶ εἴδους, δι’ ὧν μεταβάλλεται ἡ κατάστασις τοῦ ἐδάφους ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον διὰ Β. Διατάγματος, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ κοινοῦ συμφέροντος, ἄνευ ἀποζημιώσεώς τινος πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας· ἀλλ’ ὁ χρόνος οὗτος δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ δέκα ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Ἐδ. βʹ. Ὅλα τὰ μὴ ἀνακαλυφθέντα μέχρι τοῦδε μεταλλεῖα ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἀνακαλυφθέντα καὶ δηλωθέντα, ἀλλὰ μὴ παραχωρηθέντα, ἅπερ ἕνεκα μὴ τηρήσεως τῶν περὶ μεταλλείων νόμων δὲν θὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τοὺς πρώτους δηλωτάς, ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος. Ἐπίσης καὶ τὰ δηλωθέντα μεταλλεῖα, περὶ ὧν ἐτηρήθησαν οἱ περὶ μεταλλείων νόμοι καὶ θὰ ἔμελλον νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τοὺς δηλωτάς, ἀνήκουσι κατὰ ⅔ εἰς τὸ Κράτος καὶ μόνον τὸ ⅓ ἐξ ἀδιαιρέτου θὰ παραχωρηθῇ εἰς τοὺς δηλωτάς. Ἐδ. γʹ. Πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, τὸ ἀποτελούμενον ἐξ ἀσκεπῶν γαιῶν, φυτειῶν, δασῶν, λιμνῶν καὶ ἰχθυοτροφείων, τὸ μὴ ἀνῆκον εἰς ἰδιώτην ἢ νομικόν τι πρόσωπον δυνάμει νομίμου τίτλου αὐτοῦ καὶ τῶν δικαιοπαρόχων του ἐπὶ 30αν, ἀνήκει ἐφεξῆς εἰς τὸ Δημόσιον· ἡ ἀποδεδειγμένως δὲ διὰ χρήσεως ἢ καρπώσεως, προσαρμοζούσης τῷ ἀκινήτῳ, κατοχὴ ὑπὸ ἰδιώτου ἢ νομικοῦ τινος προσώπου ἐδάφους τινὸς ἐπὶ 30αν ἀποτελεῖ τίτλον ἰδιοκτησίας».
§451Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§452ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Κορομηλᾶ ἔχουσα οὕτως: «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ (ἐν τῇ ἰδιοκτησίῃ ὑπάγεται καὶ πᾶσα πνευματικὴ πρωτότυπος ἀνακοινουμένη καὶ δημοσιευομένη ἐργασία), ἧς τὸ πρωτότυπον μέρος ἀποδείκνυται ὅτι ἦτο τελείως ἄγνωστον ἢ καὶ μόνον τοῖς συγχρόνοις (διάστημα 50 ἐτῶν, ἢ καὶ ἐπρεσβεύετο διεθνῶς ἀπὸ τὸν σοβαρὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, καθηγητάς, ἀκαδημαϊκούς, τὸ ἀντίθετον ἢ τὸ ἀδύνατον) εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν.....»
§453Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Θεοδωρίδου ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια ἀγροτικοῦ κτήματος, περικλείοντος εἰς τὰ ὅρια αὐτοῦ καὶ ἀγροτικὸν συνοικισμόν, ῥυθμίζεται, ἐφ’ ὅσον ὁ τῶν γαιῶν ἰδιοκτήτης εἶναι συγχρόνως καὶ τῶν οἰκιῶν, κατὰ τὸ ἀρχαῖον τοπικὸν ἔθιμον, ἀποκλειομένης πάσης ἐναντίας συμφωνίας».
§455Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§456ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπακυρίτση ἔχουσα οὕτως: «Ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας κινητῆς, ὡς καὶ ἀκινήτου, ἀστικῆς μὲν ὁσησδήποτε, ἀγροτικῆς δὲ ἐπὶ ἐκτάσεως τριῶν χιλιάδων (3000) παλαιῶν στρεμμάτων, δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν δὲ γαιοκτησιῶν πλέον τῆς ὡρισμένης ἐκτάσεως, κατῳκημένων ἢ κατοικησίμων, τὸ Κράτος ἀσκοῦν τὴν κυρίαρχον αὑτοῦ ἐξουσίαν ἀπαλλοτριοῖ ταύτας δι’ ἐγκατάστασιν κυριαρχικῆς καλλιεργείας, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι πολῖται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἐπὶ τῇ ὡς εἴρηται ἀποζημιώσει. Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἐν περιπτώσει δὲ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ δικαστικῶς, μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου. Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποφάσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως».
§457Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§458ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Θεοδωροπούλου ἔχουσα οὕτως: «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ, εἰμὴ διὰ κοινωνικὴν ὠφέλειαν, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως».
§459Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§460ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Συριοπούλου ἔχουσα οὕτω: «Προτείνω, ὅπως ἡ φράσις «μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως» ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἀπαγορευομένης τῆς καταλήψεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Γκλαβᾶ καὶ Λ. Φλαμῆ ἔχουσα οὕτως: «Ἐπιβάλλεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ παρεμβαίνῃ πρὸς λύσιν τῶν ἑκάστοτε κοινωνικῶν προβλημάτων, ἀγροτικῆς καὶ βιομηχανικῆς μορφῆς ὑπὲρ τῆς ἐργασίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Μερλοπούλου ἔχουσα οὕτως: «Αἱ λέξεις «δημοσίαν ἀνάγκην» ἀντικαθίστανται διὰ τῶν λέξεων «χάριν κοινοῦ συμφέροντος (νοουμένου ὡς περιλαμβάνοντος καὶ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας) προσηκόντως ἀποδεδειγμένου κλπ.», ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§461Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν παραδέχεται τὸ ψήφισμα.
§462ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἄλλο εἶναι τὸ ψήφισμα. Ὑπάρχει τροπολογία ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ φράσις «δημοσίαν ἀνάγκην» ἐν τῷ σχεδίῳ ἀντικαθίσταται διὰ τῆς φράσεως «δημοσία ὠφέλεια». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§463ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ψηφίσωμεν τὸ τροπολογημένον κείμενον;
§464ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφίσωμεν τὰς τροπολογίας καὶ ἔπειτα τὸ κείμενον.
§465ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον, προκειμένου περὶ ἄρθρου τοιούτου τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ, ἔχει καλῶς· εἰ δὲ ἄλλως, πάλιν ἔχει καλῶς. Θὰ προτείνω λοιπόν, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ συζήτησις, νὰ συναρμολογηθῶσιν αἱ προτάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ κειμένου, νὰ τυπωθῇ τὸ κείμενον καὶ νὰ τὸ ψηφίσωμεν τὴν Δευτέραν. Τοῦτο προτείνω προκειμένου περὶ Συντάγματος.
§466ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχηται, νὰ ἀναβάλωμεν. Ἀλλ’ ἴσως θὰ χάσωμεν καιρόν, διότι συζήτησις περαιτέρω δὲν θὰ γίνῃ τῶν τροπολογιῶν, ἐκεῖναι δέ, ἃς ἐγὼ ὑπέβαλον, εἶναι ἡ μεταβολὴ τῆς λέξεως «ἀνάγκη» εἰς «ὠφέλειαν» καὶ ἡ ἄλλη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐγγύησιν, ἡ ὁποία διετυπώθη μετὰ τῆς παραπομπῆς εἰς νόμον εἰδικόν, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ ζητήματος.
§467ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἔχω ἀκριβῆ ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, πρόκειται δὲ περὶ διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχω νὰ ἐμποδίσω τὴν ἐπιψήφισίν του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει συζήτησις, θὰ ἦτο πολὺ ὀρθότερον νὰ ἔχωμεν τετυπωμένον τὸ κείμενον καὶ νὰ ψηφίσωμεν δι’ ἀναστάσεως.
§468ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκτὸς τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή, ἤτοι τῆς μεταβολῆς τοῦ ὅρου «ἀνάγκη» εἰς τὸν ὅρον «ὠφέλεια», ὑπέβαλε καὶ ἑτέραν καὶ προστίθενται ὡς τελευταῖον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἑξῆς. «Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν καὶ ῥεόντων ὑδάτων».
§469Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§470ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω κηρύξει τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§471Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε τὸν κ. Δραγούμην καὶ ὡμίλησεν.
§472ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἐζήτησεν ἀναβολήν.
§473Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὴν τὴν ἑσπέραν τὰ νεῦρά σας πρέπει νὰ τὰ ἀφήσητε εἰς τὸ σπίτι σας.
§474ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νεῦρα τὰ ἰδικά μου πταίουν ἢ ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονὴ τῆς Βουλῆς ἀπὸ σᾶς; Κύριε Ῥοῦφε, θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς;
§475Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν εἰς τοιαύτην ὥραν νὰ ψηφίζωμεν τοιαῦτα ζητήματα περὶ ῥεόντων ὑδάτων;
§476ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§477ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδή, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προχωρήσωμεν, ἐξακολουθοῦμεν. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ὑποτροπολογία τοῦ κ. Σ. Ἀγαπητοῦ ἔχουσα οὕτως: «Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, ὡς προτείνεται εἰς τὸ προσχέδιον, νὰ προστεθῇ «ῥοῆς καὶ πτώσεως οἱωνδήποτε ὑδάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης ὑπάρχει ἑτέρα ὑποτροπολογία τῆς τροπολογίας ταύτης τοῦ κ. Δ. Χρυσοστάλη ἔχουσα οὕτω: «Νὰ προστεθῇ ἡ λέξις λιμνῶν ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 17 καὶ μεταξὺ τῶν λέξεων «ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων»· ἤτοι νὰ μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς «ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν, λιμνῶν καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἐπίσης ὑποτροπολογία τοῦ κ. Γ. Μπένου ἔχουσα οὕτως: «Ἐπειδὴ πλεῖσται ὅσαι λίμναι καὶ ἑλώδη μέρη κατέχονται ὑπὸ ἰδιωτῶν μὴ προβαινόντων εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τούτων ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοσίας ὑγείας, προτείνω, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος προστεθῇ ἐκεῖ ἔνθα ἀναφέρεται «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην» ἡ φράσις «ἢ καὶ δημοσίαν ὑγείαν κλ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως).
§478ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, τοῦ κ. Ἀνδρ. Μιχαλακοπούλου, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ὁποία ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Προτείνω, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ἐν περιπτώσει δὲ ἐπειγούσῃ δύνανται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀποζημίωσις μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου» προστεθῶσιν «ὅστις δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ εἰς παροχὴν ἀναλόγου ἐγγυήσεως, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίσει ὁ νόμος». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου).
§479ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον ψηφίζεται οὕτω...
§480Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θεωρῶ ὅτι εἶναι σοβαρώτατον τὸ ἄρθρον καί, ἐπειδὴ πρέπει ὁ καθεὶς νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς ψήφου του, προτείνω ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.
§481ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17ον, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ὁ κ. Πατσουράκος ψηφολέκτης.
§482ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§483ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται οὕτω δεκτὸν τὸ 17ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 17.— Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἐν περιπτώσει δ’ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ δικαστικῶς, μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου, ὅστις δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, εἰς παροχὴν ἀναλόγου ἐγγυήσεως, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίσει ὁ νόμος. Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως. Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν καὶ ῥεόντων ὑδάτων».
§484Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχομεν ὑποβάλει ἤδη ψήφισμα ἑρμηνευτικόν, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ θέσητε ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§485ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον τῆς ἑρμηνευτικῆς πράξεως τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ κ. Μπουφίδης, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ διπλῆ Βουλὴ μετὰ τὰς μακρὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος συζητήσεις, καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀποφαίνεται ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος οὐδὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως θεσσαλικῶν τσιφλικίων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας».
§486ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδῶ ζητοῦμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§487ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§488ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς δηλώσεως τὸν λόγον.
§489ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§490ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς ψηφοφορίαν.
§491ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος θέλετε τὸν λόγον; Ὁρίστε.
§492Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ταύτην τὴν δήλωσιν ἔχω νὰ σᾶς κάμω, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ τὴν ἑρμηνεύσῃ, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιζητεῖται νὰ δοθῇ ἑρμηνεία εἰς αὐτό. Ὁ νομοθέτης μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν θεωρεῖται, κατὰ γνωστὸν κανόνα, ἀποθανὼν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ ἴδιος τὴν ἑρμηνείαν, καὶ ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, εἶναι ἀπαράδεκτος.
§493ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Βοζίκη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς διαμαρτυρία.
§494ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§495ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει καὶ αἴτησις Βουλευτῶν. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν αἴτησιν, ὅπως γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις καὶ δὲν εὑρίσκονται 15 παρόντες).
§496ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι 15 ὑπογραφαὶ καὶ ἑπομένως ματαιοῦται ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα δι’ ἀναστάσεως).
§497ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 10′ τῆς πρωίας).