1911.03.21
5.001 στίχοι · 37.608 λέξεις · 351 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55.
Τῆς 21ης Μαρτίου 1911
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 187 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος, διότι ἀκόμη δὲν προσεκομίσθησαν ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἕνεκα τοῦ ὄγκου των. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ ἐκκαθαρισθέντες ὑπάλληλοι τῶν Δημοσ. Ἔργων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκκαθαριστικῶν ἀποφάσεων διὰ νέου ἐλέγχου δικαίου. Θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ὅπως τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, ἥτις ἐπελήφθη ἤδη τῆς ἐργασίας τοῦ ἐλέγχου ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἐκκαθαρίσεις. 2) Οἱ κάτοικοι Σελιανιτίκων Αἰγίου ζητοῦσι διακανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν διὰ τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὀλίγον ἀργά. Εἰς τὸ ἀρχεῖον. 3) Ὁ Ἐμπορικὸς σύλλογος Αἰγίου πέμπει ὑπόμνημα αὐτοῦ περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ κυριακῆς ἀργίας νόμου.
§2Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι πολλαὶ ὁμοίας φύσεως. Νὰ γίνωσιν ὅλαι μαζί.
§3Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι συναφὲς πρὸς ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρέπεμψεν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ ἀποσταλῇ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν καὶ νὰ γίνῃ μία συζήτησις γενική.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ νὰ γίνῃ μία συζήτησις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀρθότατον. 4) Ὁ σύλλογος «Ἁγίων Πάντων» Καλαβρύτων παρακαλεῖ, ὅπως κατὰ τὴν 25 Μαρτίου ἀποσταλῇ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἵνα χαιρετίσῃ ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους τὸ λάβαρον τῆς παλιγγενεσίας.
§8Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν τέλος πάντων, μετὰ βίον πολλῶν ἐτῶν, συνήλθομεν νὰ σκεφθῶμεν γενικῶς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μεταβῇ μία ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν ἐκεῖ, ἵνα χαιρετίσῃ ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους τὸ λάβαρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεπέτασεν ὁ Γερμανὸς Παλαιῶν Πατρῶν καὶ τὸ ὁποῖον συμβολίζει τὴν παλιγγενεσίαν.
§9Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφέτος μόνον πρόκειται νὰ ἑορτασθῇ ἡ ἐπέτειος ἐν Καλαβρύτοις, ἐγένετο δὲ συνεννόησις μετὰ τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐδέχθη νὰ μεταβῇ ἐκεῖ διὰ τὸ ἐπίσημον. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται νὰ καθιερωθῇ ἡ ἑορτὴ ἀκριβῶς μετ’ ὀλίγον διὰ τὴν ἑκατονταετηρίδα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀποκαταστάσεως, καλὸν θὰ ἦτο ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἑορτῇ νὰ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν ἐξ ὀνόματος τῆς Συνελεύσεως, εἰς ἣν νὰ ἀνατεθῇ καὶ νὰ ἐκφωνήσῃ τὸν ἐκεῖ πανηγυρικόν.
§10Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔξοδα δὲν πληρώνει εὐτυχῶς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συγκινῇ ἡ Βουλή, νὰ ὁρισθῇ ἐπιτροπή.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δίδει ἡ Βουλὴ εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐπιτροπήν;
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τριμελῆ δέ.
§16Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πενταμελῆ, κύριε Πρόεδρε.
§17ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, διὰ νὰ εἶναι καταφανεστέρα ἡ συμμετοχὴ ὅλων ἡμῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ἐξ ὅλων τῶν νομῶν, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ.
§19Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οἱ Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ. Ἡ ἐπιτροπὴ νὰ σταλῇ ἀπὸ Βουλευτὰς ἄλλων νομῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὸ δυνατὸν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ σταλῇ ἐκτὸς τοῦ νομοῦ, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ προβῇ ὁ Πρόεδρος. Λοιπὸν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁρίσω πενταμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκτὸς τῶν Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀντικανονικῶς, κύριε Βουλευτά, συζητεῖται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος ἐπέτρεψα τὴν συζήτησιν.
§24Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἤθελον μόνον νὰ εἴπω, ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία μεταβαίνει ἐκεῖ, νὰ ἔβλεπε καὶ τὸν ναὸν ἐκεῖνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀνεκηρύχθη ἡ ἀνεξαρτησία, διότι ὑπόκειται εἰς καταστροφήν. Πρὸ διετίας ἤμην ἐκεῖ καὶ ἀντελήφθην αὐτό.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον ἐντελῶς. 5) Φοιτηταὶ τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀνανέωσις ἐγγραφῶν προηγουμένων ἐτῶν.
§26Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ στείλῃ ὡς τάχιστα τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον, καὶ θὰ παρακαλέσω ἐπίσης θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐν τάχει νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγκατένευσα νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ταχύτερον. Τὴν ἀποστέλλω ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. 6) Ἔμποροι, ἐμποροϋπάλληλοι καὶ ὑπηρέται τῆς Ἀμφίσσης ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ ἐν τῇ πόλει των. Ἐπίσης παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Θὰ γίνῃ γενικὴ συζήτησις. 7) Ποιμένες ὑπενοικιασταὶ τῶν λιβαδίων τῆς μονῆς Δαφνίου, ζητοῦσιν ὅπως τοῖς χαρισθῇ τὸ μίσθωμα τῶν λιβαδίων τούτων διὰ τὸ ποιμενικὸν ἔτος 1910–1911, ἐπειδὴ τὰ ποίμνιά των κατεστράφησαν· 8) Ἀπόστρατοι ὑπαξιωματικοὶ ἐκ Ναυπακτίας ζητοῦσιν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τοὺς νεωτέρους νόμους περὶ ἀποστρατείας ὑπαξιωματικῶν· 9) Οἱ ἔμποροι τοῦ δήμου Πηνειίων ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων· 10) Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς «Ὁσίου Λουκᾶ» παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ κατεδάφισις ταύτης, ἐχούσης ἱστορικὴν ἀξίαν. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. 11) Οἱ ἐκ Σύρου μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» ζητοῦσιν ἀνάκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος περὶ ἱδρύσεως ταύτης· 12) Οἱ ἱερεῖς Αἰτωλικοῦ ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ περὶ ἐνοριακῶν ναῶν νόμου· 13) Ὁ Δήμαρχος Ἀμαλιαπόλεως πέμπει ψήφισμα τοῦ Δημ. συμβουλίου περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν Κελερίων καὶ Κονταρόλακα τοῖς Ἀμαλιαπολίταις· 14) Ὁ Δήμαρχος Ἀμαλιαπόλεως πέμπει ψήφισμα τοῦ Δημοτ. συμβουλίου περὶ προσαρτήσεως τοῦ δήμου των τῇ ἐπαρχίᾳ Βόλου· 15) Ἔμποροι Χαλκίδος ζητοῦσι μετάθεσιν τοῦ σταθμάρχου Χαλκίδος· 16) Ὁ Ν. Λάσκαρις ἐκ Χάβαρι τῆς Ἠλείας ζητεῖ ἀναστολὴν τοῦ περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν νόμου· 17) Οἱ κάτοικοι Μεσσήνης ζητοῦσιν ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως μεταξὺ δήμου καὶ ἑταιρείας πρὸς ἠλεκτροφωτισμὸν τῆς πόλεώς των· 18) Ἐπιτροπὴ χωρίων δήμου Πελλήνης παρακαλεῖ, ὅπως μὴ μεταφερθῇ τὸ ἐκεῖ ταχυδρομικὸν γραφεῖον εἰς Καλλιάνι· 19) Ὁ Ε. Δεσύλλας διαμαρτύρεται, διότι δὲν τῷ ἐπετράπη νὰ ψηφοφορήσῃ κατὰ τὸ 1910, ὡς ὑπάρχοντος καὶ ἄλλου Δεσύλλα· 20) Οἱ ἐν Ῥίῳ στρατιωτικοὶ κατάδικοι καθαιρεθέντες ζητοῦσι χάριν· καὶ 21) Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς σχετιζομένης πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ στρατιωτικοῦ συμβουλίου περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ. Ἡ ἔκθεσις κατὰ πλειονοψηφίαν ἀποφαίνεται, ὅτι δέον νὰ εἰσαχθῇ καὶ τύχῃ γενικῆς συζητήσεως.
§28Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζεται. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἐλέγχου θέλει συζητηθῆ. Μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀναβάλῃ, ἐὰν θέλῃ. Λοιπὸν θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν τοῦ ἐλέγχου. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ παραπεμφθέντος πρὸς αὐτὴν σχεδίου ψηφίσματος ἀφορῶντος εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἀναθεωρηθέντος τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βενιζέλου. Διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης συνιστᾷ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ψηφίσματος. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. δήμαρχος Βόλου ἀπέστειλε πρόσκλησιν πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς μετὰ παρακλήσεως ὅπως ἀντιπροσωπευθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Ἐλευθερίων, ἡ ὁποία θέλει λάβει χώραν ἐκεῖ τὴν 25 Μαρτίου. Λοιπὸν ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ παρασταθῇ αὐτοπροσώπως, ἐκπροσωπῶν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὐχαρίστως.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ ὅμως καὶ τὴν ἄδειαν ἀπουσίας διὰ τὴν Πέμπτην καὶ τὸ Σάββατον, ἤτοι ἐπὶ τριήμερον.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§33Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§35Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς δηλώσεως, κύριε Πρόεδρε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριε Πετραλιᾶ. Μὴ βιάζεσθε. Ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν, ζητήσατε τὸν λόγον. Δὲν τὰ ἀνεγνώσαμεν ἀκόμη, διότι δὲν ἦλθον ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον. Ὁ κ. Βοζίκης, ὡς εἰσηγητὴς τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ἔχει ζητήσει τὸν λόγον καὶ προηγεῖται.
§37Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὕτη ἐγκρίνει κατ’ ἀρχὴν ταῦτα, καὶ θεωρεῖ ἐπείγουσαν τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτῶν, ἐπιφυλασσομένη, ἐὰν ἔχῃ, νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κανονίσῃ ἂν θὰ συναινέσῃ νὰ ψηφίσῃ ταῦτα πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἢ κατόπιν.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ, ἵνα ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ προταχθῶσι, πρῶτον μὲν τὸ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος ἀμέσως, καὶ ἔπειτα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἵνα ἀναγνωσθῶσι καὶ συζητηθῶσι ταῦτα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος μετὰ τὸν ἔλεγχον.
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρὸ τοῦ ἐλέγχου.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῶσιν;
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ψήφισμα περὶ ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀναθεωρηθέντος ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ψήφισμα ἔχει οὕτως· Ἡ Βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀσκοῦσα τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ μεταρρύθμισιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, Ψηφίζει Τὸ ἀναθεωρηθὲν ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, ἔχον οὕτως: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των· μόνον δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται οὔτε ἀναγνωρίζονται», θέλει ἰσχύσει ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδρίας, ἐν ᾗ θέλει γίνει ἡ τοιαύτη ἐπιψήφισις. Ψηφίζονται ἐπίσης κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ εἰς αʹ συζήτησιν νομοσχέδια 1) «περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς» 2) «περὶ ἐκτελέσεως ὀχυρωτικῶν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης» καὶ 3) «περὶ ἐκτελέσεως ἐπισκευῶν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας παλαιοὺς στρατῶνας καὶ στάβλους» καὶ «περὶ κατασκευῆς συμπληρωτικῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῶν στρατωνισμῶν». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Ἀλεξανδρῆς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως ταύτης ὡς καὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐγγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως.
§44Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸ μικροῦ ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ πολλῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι αἰτοῦνται τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας περὶ ἀνανεώσεως ἐγγραφῶν, τὸ δικαίωμα τῶν ὁποίων ἐδόθη δι’ ἑνὸς νόμου τῆς 16 Νοεμβρίου 1909. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε μὴ ἐγγραφὴ τῶν φοιτητῶν τούτων ἐγένετο ἕνεκα οἰκονομικῶν δυσχερειῶν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συστάσεως τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ἀνδρέου εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῶν ἐγγραφῶν μέχρι τέλους Ἀπριλίου.
§45Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ θερμῶς καὶ ἐκ μέρους τῶν φοιτητῶν.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν δὲν ψηφισθῇ μέχρι τότε;
§47Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἄν δὲν ψηφισθῇ, τότε ἡ Βουλὴ πιστεύω ὅτι θὰ δώσῃ μεγαλειτέραν προθεσμίαν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνεται ἡ προθεσμία τῆς ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, διὰ τὸ χειμερινὸν ἑξάμηνον 1910–1911, καὶ παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς δωρεὰν ἐγγραφῆς. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιά τινα νόμων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ἀνωτάτην παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ κλάδου τούτου δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ ὅτι σημαίνει καὶ περιορισμὸν τοῦ ὅλου ἀνακαινιστικοῦ προγράμματος αὐτῆς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ μόνον τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν. Ἡ νομοθετικὴ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Κράτει ἀποβλέπει εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι δὲ ἤδη κατηρτισμένη εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προγράμματος τούτου, χωρὶς νὰ ἀμελήσῃ νὰ συμβουλευθῇ τὰ φῶτα τῶν λαῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ περισσότερον ἡμῶν προηγμένοι εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ ἐνέκυψαν βαθύτερον εἰς ἐρεύνας ἐν τῷ ἐκπαιδευτικῷ ζητήματι, χωρὶς νὰ ἀμελήσῃ νὰ συμβουλευθῇ ἀκόμη τὰς γνώμας τῶν παρ’ ἡμῖν μετὰ κύρους ἀσχολουμένων σχετικῶς, οὐδὲ τὰ μέτρα ὅλων τῶν πολιτικῶν τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον διῴκησαν τὸν κλάδον τοῦτον, χωρίς, λέγω, νὰ ἀμελήσῃ νὰ συμβουλευθῇ πάντα ταῦτα, ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ μεγαλύτερος σύμβουλος αὐτῆς εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ προγράμματος ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ ἑλλὰς πατρίς, τὰ ἤθη αὐτῆς, αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς, αἱ δυνάμεις αὐτῆς καὶ ὁ ἐξ ὅλων τούτων προκύπτων ἰδιαίτερος ἐπαγγελματικὸς καὶ μορφωτικὸς προορισμὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ τόπῳ. Ἡ τακτικὴ αὕτη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μία κοινὴ προσχώρησις εἰς τὴν μεγάλην ἐν τῷ κόσμῳ κρατοῦσαν σήμερον ἀρχήν, τῆς ἀσφαλοῦς προαγωγῆς καὶ τῆς θετικῆς παιδεύσεως ἑνὸς λαοῦ ὄχι διὰ τῆς τεχνικῆς καὶ τῆς περιωρισμένης κατευθύνσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς φυσικῆς ἀνατροφῆς καὶ ἀναπτύξεως αὐτοῦ. Εἰς Κράτος δέ, τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν γεωργικόν, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ δὲν ἀμοιρεῖ καὶ πεδινῶν συνοικισμῶν καὶ μεγάλων πόλεων, εἰς χώραν, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ὀρεινή, ἀλλὰ καὶ ναυτικὴ ἐν ταὐτῷ, θὰ ἦτό τι σόλοικον, ἂν ἡ ἐκπαίδευσις εἶχε μίαν μορφὴν στοιχειώδους μορφώσεως. Ἡ ἔλλειψις ἀφ’ ἑτέρου πάσης ἀνατροφῆς εἰς τὰ ὀρεινὰ καὶ ἀπομεμακρυσμένα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἀνυπαρξία τοῦ ἀναμορφωτικοῦ ἔργου τοῦ ἱερέως, ἡ παντελὴς ἔλλειψις συγκοινωνίας τῶν μερῶν αὐτῶν μετὰ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, πράγματα τὰ ὁποῖα ἐλλείπουσιν ἐντελῶς ἐν Εὐρώπῃ, ὀφείλουσι νὰ μᾶς ἐπιβάλωσιν, ὅπως τὸ ἔργον τοῦ διδασκάλου τῶν μερῶν αὐτῶν τῶν ἀποκέντρων ῥυθμισθῇ ἄλλως καὶ ὄχι ὅπως ἔχει μέχρι τοῦδε κατ’ ἀπομίμησιν τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων. Ἡ ἀποβολὴ ἀπὸ τῶν νεαρῶν ψυχῶν τῶν παιδίων τῶν μερῶν τούτων τῆς τάσεως, ἡ ὁποία παρατηρεῖται σήμερον πρὸς ἀδικοπραγίαν, μᾶς ἐπιβάλλει, ὅπως δώσωμεν περισσοτέραν πνευματικὴν τροφὴν ὄχι μόνον τῶν στοιχείων τῶν κεφαλαιωδῶν τοῦ θετικοῦ καὶ τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ποινικοῦ. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει κατά τι ἠλαττωμένη ἡ ἐκπολιτιστικὴ ἐκεῖ ἐκπαίδευσις, τὸ τοιοῦτον οὐδόλως θέλει ζημιώσει, διότι ἡ ἀραιὰ ἐπικοινωνία εἰς τὰ μέρη ταῦτα ἐλαχίστως παρουσιάζει τὴν ἀνάγκην αὐτῆς, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν οὐσιαστικῶς θετικὴν τροφὴν εἰς τοὺς μαθητὰς ἐκείνους ἀφορῶσαν τὴν φρούρησιν τῶν συναλλακτικῶν των συμφερόντων, ἀνάγνωσιν ἤγουν καὶ ἀριθμητικήν, ἐν ταὐτῷ δὲ πρὸ παντὸς νὰ ἐξάρωμεν ψυχολογικῶς μέχρι μάλιστα ἀναγωγῆς εἰς δόγμα τὰ ἀγαθὰ τοῦ πατρικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τὰ ὀφέλη τῆς καλῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ γῆ εἶναι ὁ πρῶτος θεράπων τῶν Πολιτειῶν, ὁ μεγαλείτερος ἰατρὸς τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δυσχερειῶν, ἀρκεῖ ὅμως νὰ δύναταί τις νὰ ζητήσῃ πεφωτισμένως τὰ φῶτά της καὶ νὰ ἐξάγῃ κέρδη ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν της. Ἀλλά, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ διδαχθῇ ὁ παῖς τὸ τοιοῦτον καὶ νὰ διδαχθῇ εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει καὶ ὡς διδακτήριον καὶ ὡς ἀναψυχὴ καὶ ὡς παιδιά, εἰς τὸ σχολεῖον αὐτό, νὰ διδαχθῇ διὰ πειραματικῶν καὶ ὑποδειγματικῶν πρὸς τοῦτο καλλιεργειῶν. Διότι εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη εἰς τὸ σχολεῖον τοῦτο τὸ στοιχειῶδες ἐζήτησαν νὰ πλάσωσι τὴν παιδικὴν ψυχὴν μὲ τοπικὸν πηλόν, ζυμωμένον μὲ τὰ νάματα τοῦ αὐτοχθονισμοῦ. Ἀπεκόπη δὲ οὕτω τὸ δέλεαρ τοῦ ἀγνώστου, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὰς μεταναστεύσεις καὶ τὸν σοσιαλισμόν. Εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἄρα εἶναι ἀνάγκη νὰ διδαχθῶσιν οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ μαθηταὶ τὴν μεγάλην αὐτὴν εὐεργέτιδα, ἥτις καλεῖται γεωργία. Πρὸς τούτοις ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῶν διδασκάλων καὶ θερινῆς αὐτῶν ἀσκήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἱ σήμερον ὀνομαζόμενοι ὑποδιδάσκαλοι θὰ ὀνομάζωνται ἀγροτικοὶ διδάσκαλοι, θὰ ὑποχρεοῦνται δὲ ἐπὶ τριετίαν, ὅπως διδάσκωνται εἰς τὰς πλησιεστέρας Γεωργικὰς Σχολὰς μαθήματα συμπληρωτικὰ τῆς γεωργίας, ἵνα κατόπιν μεταδώσωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν ὀρεινῶν καὶ ἀπομεμακρυσμένων μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα διδάσκουσι. (Χειροκροτήματα). Διὰ νὰ γένηται ὅμως τὸ τοιοῦτον, κύριοι Βουλευταί, ὀφείλομεν δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καταθέτω, νὰ ἱδρύσωμεν σχολικὰ ἀγροκήπια. Δὲν πρόκειται δι’ οὐδεμιᾶς δαπάνης νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος. Ἕκαστον σχολεῖον ἔχει τὸν κῆπον αὑτοῦ καὶ τὴν αὐλὴν αὑτοῦ. Εἰς τὸν κῆπον τοῦτον καὶ εἰς τὴν αὐλὴν ταύτην νὰ γίνηται ἡ ὑποδειγματικὴ διδασκαλία, ὅπως κατορθωθῇ διὰ τῆς παρατηρήσεως, διὰ τῆς νοήσεως νὰ ἔχῃ ὁ μαθητὴς πλήρη ἀντίληψιν τῶν καλῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ μετ’ ἀγάπης καὶ ζήλου ν’ ἀσχοληθῇ εἰς αὐτήν. Εἴπομεν ἄνω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν ἡ ἀναμορφωτικὴ ἐργασία τοῦ ἱερέως. Ὁποῖα θαύματα ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῆς ἐργασίας ταύτης ἔκαμεν ὁ ἱερεὺς ἐν Εὐρώπῃ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς. Ὁ ἱερεὺς ἀνέλαβε καὶ ἐξημέρωσε τὴν λαϊκὴν ψυχήν. Οὐδεὶς δὲ ἠμφισβήτησεν ἐκ τῶν ἐχθρῶν του, ὅτι περισσότερον ἀπὸ ὅλας τὰς τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας προήγαγε τὴν κοινωνικὴν ἀνατροφήν. Ἂν δὲ εἰς τὴν Εὐρώπην ἐξετροχιάσθη ἐπικινδύνως ὁ κλῆρος τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, μὴ λησμονῶμεν, κύριοι Βουλευταί, τὴν μεγάλην ἱστορικὴν ἀποστολήν, ἣν διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους εἶχεν ὁ κλῆρος κατὰ τὴν δουλείαν, ὑπὸ τὸ ῥάσον τοῦ ὁποίου ἀνεζωπυρήθη καὶ ἀνεπτύχθη καὶ ἔζησε καὶ ἐξεκολάφθη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. (Εὖγε). Ἀλλ’ ὁ ἱερεὺς τόσον ἐν Εὐρώπῃ, ὅσον καὶ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι, ἐνομιμοποιήθη ὡς οἰκογενειακὸς σύμβουλος, ἐνομιμοποιήθη ὡς ἠθικὸς δικαστὴς τῶν οἰκογενειακῶν παραπτωμάτων, ἐνομιμοποιήθη, ὡς ἄδολος ὁδηγὸς τῶν κοινωνικῶν παραπτωμάτων, περισσότερον δὲ πάντων ὡς κατηχητὴς καὶ πλάστης τῶν νεαρῶν ψυχῶν, ὡς παραλαμβάνων τὸν παῖδα ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας καὶ ἀποδίδων αὐτὸν εἰς τὴν κοινωνίαν ἔντιμον καὶ χρήσιμον κοινωνικὸν παράγοντα. Ἀπορῶ διατί ἐλησμονήθησαν ταῦτα παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐλησμονήθησαν κατὰ παράβλεψιν ὅλων τῶν στοιχειωδῶν δογμάτων τῆς πολιτικῆς προνοίας, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ χώρα, ἡ ὁποία νὰ ἐθεώρησεν ὑψηλότερον καὶ συμφερώτερον πολιτειακὸν αὑτῆς προορισμὸν ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν κοινωνικὸν της ὀργανισμόν. Οὐδεμία δὲ χώρα ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ὄχι ὑγιᾶ, ἀλλὰ οὐδ’ ἀνθρωπίνως σκεπτομένην, ἐφ’ ὅσον μόνον ἐνασχολεῖται, ἐπιτυχῶς ἔστω, μόνον εἰς τὴν κατασταλτικὴν δικαιοσύνην. Διότι οὐδεὶς σήμερον λαὸς ὑψοῖ τὸ ἀνάστημα αὑτοῦ, ἐπαιρόμενος ἐπὶ πολιτισμῷ διότι ἔχει τελειοτύπους φυλακάς, ἢ διότι ἔχει ποινικοὺς νόμους συνθέσεως ἐπιζήλου, καθόσον τοῦτο θεωρεῖται κοινότατον ἀνθρωπιστικὸν καθῆκον. Ἂν παρ’ ἡμῖν, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐλλείπουσι ταῦτα, τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ τὰ Κράτη σήμερον ὑψοῦσι τὰ ἀναστήματα αὑτῶν ἐπὶ πολιτισμῷ καὶ ὑπερηφανεύονται, ὅταν ὑποδεικνύωσι τὰς τοιαύτας φυλακὰς κενὰς καὶ τοὺς τοιούτους ποινικοὺς νόμους ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπασχολήσεως. Τοῦτο δέ, διότι ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀναρρώσεως τῆς κοινωνικῆς ἑνὸς λαοῦ εἶναι αὐτόδηλος, ὅτε ἐπετεύχθη ὁ ἐμβολιασμὸς εἰς αὐτὸν τῆς ἐγκληματικῆς ἀνοσίας, ὅπερ δίδει εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον τὴν κατὰ τὸν ἐπὶ πολιτισμῷ διαγωνισμὸν νίκην. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἀκριβῶς εἰς τὸ διαγώνισμα τοῦτο τοῦ πολιτισμοῦ ἀπέδειξαν αἱ συζητήσεις τῶν τελευταίων δεκαετηρίδων καὶ πρὸ πάντων τῶν τελευταίων ἐτῶν εἰς Κράτη μεγάλα ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος παράγων ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ τὴν ἀναμορφωτικὴν δύναμιν τοῦ κλήρου εἰς τὴν διάπλασιν τῶν ψυχῶν τῶν παίδων, ὅπερ καὶ εἶναι ἓν ἐκ τῶν μεγάλων ἐπιχειρημάτων τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ. Ἀλλά, ὅπως ἐπιτευχθῇ τοῦτο, πρέπει ὁ κλῆρος νὰ νομιμοποιηθῇ καὶ νὰ διαπαιδαγωγηθῇ. Ἐὰν δὲ εἴπω, ὅτι τοῦτο παντελῶς παρημελήθη παρ’ ἡμῖν, δὲν θὰ εἴπω τι ὑπερβολικόν. Ἐζητήθη, κύριοι Βουλευταί, ὡς εἰσιτήριον εἰς τὴν ἱερωσύνην ἓν ἀπολυτήριον μεγαλειτέρου ἢ μικροτέρου σχολείου. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς λήψεως τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ σχολείου μέχρι τῆς ἱερωσύνης δὲν ὑπῆρξεν ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠκολούθησαν οἱ ὑποψήφιοι ἱερεῖς, καὶ μόνον ἐν ἀποτυχίᾳ εἰς πάντα ταῦτα ἐζήτησαν τὴν ἱερωσύνην.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ πρώην ἀστυφύλακες ἔγιναν ἱερεῖς.
§49Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τὰ μικρὰ μέρη, ὅπου ἀκριβῶς ὁ ἰδιαίτερος ζῆλος εἶναι ἀναγκαῖος, τοῦτο ὑπῆρξε κανών, καίτοι στατιστικαὶ τῆς Ἐκκλησίας πληροφορίαι βεβαιοῦσιν ὅτι οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν ἱερατικῶν σχολῶν ἠκολούθησαν κατὰ κανόνα πᾶσαν ἄλλην ἐπιστήμην ἢ ἐπάγγελμα, ἐλάχιστοι δ’ ἐτράπησαν εἰς τὴν ἱερωσύνην, τοῦτο δὲ διότι μεταξὺ τῆς λήψεως τοῦ ἀπολυτηρίου τούτου καὶ τῆς ἱερωσύνης παρεμπίπτει ἓν χρονικὸν διάστημα δεκαετὲς καὶ πλέον, καθ’ ὃ εἶναι φυσικὸν ὁ ὑποψήφιος ν’ ἀκολουθήσῃ ἄλλο τι ἐπάγγελμα, παρ’ οὗ μόνον ἡ ἀποτυχία θὰ τὸν ἀποσπάσῃ διὰ τὴν ἱερωσύνην.
§50Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔγιναν ἱερεῖς καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες.
§51Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ κακὸν τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθῇ, ἡ δὲ θεραπεία συνίσταται εἰς τὸ νὰ δώσωμεν ἐν τῷ ἅμα, διὰ καταλλήλου διδαχῆς, διδάσκαλον καὶ ἱερέα, ὃν ἀποφοιτῶντα θὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον ὡς διδάσκαλον τοῦ μικροῦ χωρίου, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν χειροτονήσωμεν ἱερέα, μόλις ἀποκτήσῃ τὴν νόμιμον πρὸς τοῦτο ἡλικίαν. Οὕτω παραδίδομεν τὸν μικρὸν παῖδα εἰς τὸν διδάσκαλον ἔχοντα τὸν ἔνθεον ζῆλον καὶ τὸν ἐνθουσιασμόν, τὸν σεβασμὸν δὲ τοῦ τόπου καὶ ὅστις, ἀφοῦ τὸν μαθητὴν παρακολουθήσῃ κατὰ τὴν νεότητα ὡς διδάσκαλος, θὰ τὸν παρακολουθήσῃ κατὰ τὸν ἔγγαμον βίον ὡς ἱερεύς. (Χειροκροτήματα). Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1856 συνεστάθησαν παρ’ ἡμῖν ἱερατικαὶ σχολαί, μία ἐν Τριπόλει, μία ἐν Ἄρτῃ, μία ἐν Σύρῳ καὶ μία ἐν Χαλκίδι. Αἱ δύο ἱερατικαὶ σχολαὶ κατηργήθησαν, δηλαδὴ τῆς Χαλκίδος καὶ τῆς Σύρου, καὶ ἔμειναν αἱ ἄλλαι δύο, τῆς Ἄρτης καὶ τῆς Τριπόλεως. Αἱ σχολαὶ αὐταὶ σήμερον παρέχουσι τὴν μάθησιν τὴν θρησκευτικὴν εἰς ἑλληνόπαιδας, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσι ταύτην, ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, μετὰ τὰ τέσσαρα δὲ ἔτη οὗτοι ἐξερχόμενοι ἀπὸ ἐκεῖ ἀκολουθοῦσι τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον διέγραψα πρὸ ὀλίγου. Εἶναι ἀνάγκη ὅθεν ὁ ἐξερχόμενος ἐκεῖθεν νὰ διορίζηται διδάσκαλος, ὅταν δὲ συμπληρώσῃ τὴν ἡλικίαν τὴν ἀπαιτουμένην διὰ νὰ γίνῃ τις ἱερεύς, τότε νὰ γίνηται ἱερεύς.
§52Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ ἂν μεταβάλῃ γνώμην;
§53Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ ὑπάρχῃ δεύτερος, διότι ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρίσκωνται πολλοὶ τοιοῦτοι.
§54Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν θὰ τεθῇ ἐγγύησίς τις;
§55Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὅταν θὰ ἴδητε τὸ νομοσχέδιον, ἐλπίζω, ὅτι θὰ μείνητε εὐχαριστημένοι· ἐὰν δὲ ἔχητε νὰ προσθέσητε τι, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν ὑγιᾶ καὶ καλὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἑλληνοπαίδων τῶν ὀρεινῶν καὶ ἀπομεμακρυσμένων μερῶν. Παραμένει ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ μόρφωσις τῶν Ἑλληνοπαίδων, οἱ ὁποῖοι οἰκοῦσι τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰς πόλεις. Ἡ σημερινὴ τοιαύτη συνίσταται ἀπὸ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀπὸ τὴν μέσην, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν γυμνασίων, καὶ ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην, ἤτοι τὴν Πανεπιστημιακήν. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν εἶναι τετραετής, ἡ δὲ μέση ἐκπαίδευσις διαιρεῖται εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων ἡ φοίτησις εἶναι τριετής, καὶ εἰς τὰ γυμνάσια, τῶν ὁποίων ἡ φοίτησις εἶναι τετραετής. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1905 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως συνεστάθησαν καὶ ἑξατάξια σχολεῖα. Δυστυχῶς ὅμως τὰ ἐξ αὐτῶν δι’ ἓξ ἢ πέντε διδασκάλων λειτουργοῦντα εἶναι ἐλάχιστα, μόνον σχεδὸν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Τὰ λοιπὰ πλήρη λεγόμενα σχολεῖα δυστυχῶς λειτουργοῦσι δι’ ἑνὸς διδασκάλου, δὲν ἀπέδωκαν δὲ τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἀνεμένομεν. Ἐρωτᾶται ἤδη· ἡ τοιαύτη ἐκπαίδευσις τῶν Ἑλληνοπαίδων τετραετὴς ἐν ταὐτῷ καὶ ἑξαετὴς εἰς τὸ δημοτικὸν καὶ τριετὴς εἰς τὸ ἑλληνικὸν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δίδηται εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας, διὰ νὰ παράγωσι τοὺς ἀγλαοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους πάντες περιμένομεν ἀπὸ τὴν μόρφωσιν αὐτῶν; Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὸ τοιοῦτο, πρέπει νὰ ἀναλογισθῶμεν ὅτι ὁ παῖς εἰσέρχεται εἰς τὸ σχολεῖον 6 ἢ 7 ἐτῶν, εἰς νηπιακὴν ἤγουν πνευματικὴν κατάστασιν, διὰ νὰ δυνηθῇ δὲ νὰ ἀσκηθῇ εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς διδασκαλίας, νὰ δημιουργηθῇ ἡ πρὸς τὸν διδάσκαλον ἐξοικείωσις, νὰ σχηματίσῃ οὗτος ἓν εἶδος προσοχῆς, ἀπαραίτητα στοιχεῖα διὰ νὰ εὐχερανθῇ ἡ μάθησις, ἐὰν δὲν εἶναι ὀλίγον τὸ πρῶτον ἔτος, ὅπερ θὰ καταναλωθῇ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, βεβαίως δὲν εἶναι πολύ. Παραμένει ἄρα τριετὴς ἡ μάθησις ἡ πραγματική, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν εἶναι τριετής, διότι δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας, ἕνεκα τῶν μεγάλων θερινῶν διακοπῶν καὶ τῶν πολλῶν ἀσθενειῶν, καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω διὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἐκπλήξῃ, ὅτι κατ’ ἔτος ἀποθνήσκουσιν εἰς ἡλικίαν ἀπὸ τῆς γεννήσεως μέχρι τοῦ τετάρτου ἔτους 16.000 παιδία, μέχρι δὲ τοῦ δεκάτου 20.500...
§56Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Τὰ φονεύει ἡ Πολιτεία.
§57Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. .. ἕνεκα λοιπὸν τῶν μεγάλων ἀσθενειῶν καὶ τῶν μακρῶν διακοπῶν ἡ πραγματικὴ μάθησις τοῦ Ἑλληνόπαιδος εἰς τὸ στοιχειῶδες σχολεῖον περιορίζεται εἰς μίαν διετίαν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι θὰ δυνηθῇ ὁ μαθητής, ὅπως ἀποκτήσῃ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῆς μαθήσεως, τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀνὴρ γενόμενος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἵνα παρακάμψῃ ὅλας τὰς δυσχερείας τοῦ ἐπαγγελματικοῦ αὐτοῦ βίου. Οὗτος δὲ εἶναι εἷς καὶ ὁ μεγαλείτερος σκοπὸς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Παρ’ ἡμῖν δὲ ἡ ἄποψις αὕτη ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν ἀξίαν, ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ἐκ 250.000 μαθητῶν φοιτώντων εἰς τὰ σχολεῖα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως μόνον 5293 ἀκολουθοῦσι σπουδὰς εἰς τὰ γυμνάσια, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι εἰσέρχονται εἰς τὴν κοινωνικὴν ζωὴν καὶ βιοπάλην ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν θρανίων τοῦ στοιχειώδους σχολείου μὲ τὰς ἐν αὐτῷ συγκομισθείσας ἐλαχίστας γνώσεις. Ἀλλά, ὅσον καὶ ἂν θεωρήσωμεν τὴν παρ’ ἡμῖν ἀντίληψιν προηγμένην φυσικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς διετῆ πραγματικὴν διδασκαλίαν νὰ ἐναποτεθῶσιν εἰς τὴν νεαρὰν κεφαλὴν αἱ διὰ τὰς ποικίλας τῆς ζωῆς ἀνάγκας ἀπαραίτητοι γνώσεις, νὰ καθοδηγηθῇ ἡ ἄπλαστος ἀκόμη ψυχὴ εἰς ἠθικὴν διδασκαλίαν καὶ νὰ καταδειχθῶσι καὶ ἐξαρθῶσιν αἱ ἀρεταὶ τῶν ἐντοπίων ἐπαγγελμάτων καὶ τεχνῶν. Ἡ ἀνάγκη ἄρα τῆς αὐξήσεως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς ἑξαετῆ ἐν μεγάλῃ κλίμακι ἐν τῷ Κράτει εἶναι καταφανής. Ὑπῆρξαν, Κύριοι, οἱ διατεινόμενοι ὅτι τὴν στοιχειώδη ταύτην τετραετῆ ἐκπαίδευσιν συμπληροῖ ὁ μαθητὴς εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον διὰ τριετοῦς ἀκόμη μαθήσεως. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀσύστατον. Δὲν ἔχετε, ὅπως πιστεύσητε τοῦτο, ἢ νὰ λάβητε τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλα πρὸς ὑμᾶς πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐκ τῶν 250.000 μαθητευόντων παιδίων μόνον 15.000 περίπου φοιτῶσι πρὸς συμπληρωτικὰς σπουδὰς εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, διότι 5293 ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 20 χιλιάδων, ὅσοι οἱ μαθηταὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἀκολουθοῦσι κλασσικὰς σπουδὰς εἰς τὸ γυμνάσιον, ὅλος δὲ ὁ ἄλλος ἀριθμὸς εἰσέρχεται εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον ἄνευ συμπληρώσεως ἄλλης στοιχειώδους μαθήσεως. Ἄρα κατὰ τί θὰ ὠφέλει ἡ συμπλήρωσις αὕτη, καὶ ἂν ἦτο τοιαύτη; Ἀλλ’ εἶναι ἔστω συμπλήρωσις σοβαρὰ τῆς στοιχειώδους τοιαύτης ἡ ἐν ταῖς δυσὶ τάξεσι τοῦ ἑλλην. σχολείου γενομένη—διότι περὶ ταύτης, ὡς θὰ ἴδωμεν, πρόκειται—ἢ εἶναι προτιμητέα αὐτῆς ἡ ἑξατάξιος ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, ἐν ἄλλοις λόγοις δέον νὰ προτιμηθῇ ἡ ἐξάπλωσις τῶν ἑξαταξίων στοιχειωδῶν καταργουμένων τῶν ἑλληνικῶν τοιούτων ἢ εἶναι προτιμότερον, τό γε νῦν ἔχον, τετραετὴς στοιχειώδης μετὰ διετοῦς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου; Τὸ θέμα, Κύριοι, εἶναι ἐκπαιδευτικῶς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, ἀντικείμενον γενόμενον παρ’ ἡμῖν μακρῶν καὶ θερμοτάτων συζητήσεων. Ἀλλά, ὅπως ὑπάρξῃ πλήρης ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ, δέον νὰ προστεθῇ ἐν τοῖς λεχθεῖσιν ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου τὸ ἑξαετὲς στοιχειῶδες θὰ ἔχῃ ὡς προορισμὸν νὰ καταρτίσῃ ἀκόμη καὶ τοὺς ἐφιεμένους κλασσικῆς μορφώσεως. Δύναται ἄρα τὸ τοιοῦτον ἑξατάξιον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοιοῦτον προορισμὸν ἐν ἀπορίᾳ τῆς συνδρομῆς τῶν δύο τάξεων τοῦ ἑλληνικοῦ, ὡς σήμερον; Καὶ πρῶτον ἡ ἐν συνόλῳ στοιχειώδης καὶ μέση μάθησις δὲν πρόκειται νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ χρόνον. Τὸ σχολαρχεῖον θὰ προστεθῇ ὡς πρώτη γυμνασιακὴ τάξις, ἡ δὲ τετραετὴς τοῦ δημοτικοῦ καὶ τριετὴς τοῦ ἑλληνικοῦ ἡ σημερινὴ θὰ γένηται ἑξαετὴς τοῦ στοιχειώδους. Ἡ ἀποβολὴ ἀπὸ τοῦ μέσου τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου θὰ καταστήσῃ τὴν μόρφωσιν διφυῆ ἔχουσαν δύο διακεκριμένα καὶ ὁμοιομόρφως κατηρτισμένα προγράμματα. Διὰ τῆς ὑπάρξεως σήμερον τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου ὁ μαθητὴς ὁ μόλις κατορθώσας ν’ ἀντιληφθῇ κατὰ τὸ τετραετὲς διάστημα τὸ ὕφος τῆς διδασκαλίας τοῦ δημοδιδασκάλου, ὁ μόλις ἀρχόμενος μετὰ δυσκολίας νὰ προσοικειῶται τὴν μάθησιν αὐτοῦ, παραδίδεται κατὰ τὸ μέσον ταύτης εἰς τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον, ἔχοντα ἄλλην μέθοδον, ἄλλο σύστημα διδασκαλίας. Ἀφήσατε ὅτι σήμερον ὁ μαθητὴς παραδίδεται ἀπὸ τὸν δημοδιδάσκαλον εἰς τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον, κατὰ ἐκπαιδευτικὴν μέθοδον ἀποτελοῦσαν μίαν σύγχυσιν καὶ ἀταξίαν πρωτοφανῆ, διότι εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἕκαστος διδάσκαλος ἔχει ἰδίαν μέθοδον, ἴδιον εἶδος παιδαγωγικῆς διδασκαλίας ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐφευρέσεως καὶ τῆς ἰδίας ἀντιλήψεως ἐπινοηθέν. Ἡ περιγραφὴ αὕτη, Κύριοι, εἶναι κατωτέρα τῆς ἀληθείας· λέγων ὅμως ταῦτα δὲν κατηγορῶ κανένα. Εἶναι τοῦτο συνέπεια τῆς ἀβελτηρίας τῆς Πολιτείας, ἥτις ἐπὶ ἑβδομηκονταετίαν δὲν κατώρθωσε νὰ μονιμοποιήσῃ ἕδραν παιδαγωγικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὅπως διδάξῃ τὸν διδάσκαλον κατὰ ποῖον σύστημα ἑνιαῖον θὰ διδάξῃ οὗτος τὸν μαθητήν. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο πραγματοποιηθῇ, καὶ τὸ ἐλπίζω ταχέως διὰ τῆς ἕδρας, ἣν ἱδρύομεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ (χειροκροτήματα), καὶ ὑπάρξῃ σύστημα εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν κατὰ τοὺς παιδαγωγικοὺς κανόνας, τὸ σύστημα τοῦτο θὰ εἶναι πρόσφορον διὰ παῖδας ἡλικίας ἄνω τοῦ 14ου ἔτους, οἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατήσωσιν ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ αὐτῶν ἐννοίας, ὧν ἡ μάθησις δὲν ἄρχεται ἐκ τῶν αἰσθητηρίων καὶ δὲν ἐπιδιώκει δι’ αὐτῶν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παρατηρητικότητος, ὡς συμβαίνει ἐν τῇ διδασκαλίᾳ εἰς τὸ στοιχειῶδες σχολεῖον. Δέον ἄρα εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο σύστημα, σύστημα τοῦ στοιχειώδους σχολείου, νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸν παῖδα, ὅταν δὲν πιστεύωμεν ὅτι πρὸ τοῦ 14 ἔτους οὗτος εἶναι ἱκανὸς καὶ ἕτοιμος νὰ συγκρατήσῃ τὴν διδαχὴν βοηθουμένην ὑπὸ τῆς παρατηρήσεως κατὰ τὴν εἴσοδον τῶν γνώσεων οὐχὶ διὰ τῶν αἰσθητηρίων, ἀλλὰ διὰ τῆς κρίσεως, ὅπερ ἐπιτελεῖ τὴν μέθοδον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅταν θεωρῶμεν ὡς μέλλουσαν νὰ κουράσῃ ἐπιζημίως τὸν νεαρὸν ἐγκέφαλον. Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ πείθουσι νὰ ἐμπιστευθῶ τὸν παῖδα μέχρι τοῦ 14 ἔτους εἰς τὸ στοιχειῶδες σχολεῖον, ἀφαιρῶν αὐτὸν κατὰ δύο ἔτη ἀπὸ τὸ ἑλληνικόν, ὅπως ἐκεῖθεν τὸν εἰσαγάγω ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ γυμνάσιον. Μία τελευταία ἀκόμη κατὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐγείρεται ἀντίρρησις, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὰς δύο τελευταίας τάξεις τοῦ στοιχειώδους σχολείου νὰ καταρτισθῇ καλῶς ὁ μαθητής, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ σπουδὰς γυμνασιακὰς εἰσερχόμενος ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν πρώτην γυμνασιακὴν τάξιν, ἥτις θ’ ἀντιστοιχῇ εἰς τὴν μέχρι τοῦδε γʹ τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ δι’ ἣν παρεσκεύαζον αὐτὸν καλλίτερον μέχρι σήμερον αἱ δύο τοῦ ἑλληνικοῦ τάξεις. Τὸ ἐπιχείρημα καταπίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὄχι μόνον διότι τὰ προγράμματα τῶν δύο τάξεων τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τῶν ἀνωτέρων τοῦ στοιχειώδους εἶναι τὰ αὐτά, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπετράπη ἤδη ὑπὸ τῆς Πολιτείας διὰ νόμου ἡ τοιαύτη εἰσαγωγὴ πρὸ ἐτῶν δι’ ἐξετάσεων, ἡ ἐκ τοῦ ἑξαταξίου ἤγουν δημοτικοῦ εἰς τὴν τρίτην τοῦ ἑλληνικοῦ κατάταξις, καὶ οἱ μαθηταὶ εἰσήρχοντο εὐχερῶς εἰς ταύτην, ὅσον καὶ οἱ ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ προερχόμενοι. Ἄρα τὸ πείραμα ἐφηρμόσθη καὶ ἐπέτυχε.
§58Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Καὶ ἀπέτυχεν.
§59Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἀπέτυχεν, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι μαθηταὶ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν ἑξαετῶν σχολείων εἰσέρχονται εἰς τὸ σχολαρχεῖον ὑφιστάμενοι δοκιμασίαν ἐπιτυχῆ ἀπὸ καθηγητὰς καὶ φιλολόγους, κριτὰς δηλαδὴ ὄχι αὐτοῖς εὔνους. Τὸ ἑξαετὲς ἄρα σχολεῖον τοῦ συστήματος ἡμῶν, ἀναπληρωματικὸν τῶν δύο τοῦ ἑλληνικοῦ τάξεων, εἶναι ἱκανὸν πρὸς πάντα ἐκπαιδευτικὸν προορισμὸν καὶ θὰ καταστῇ ἱκανώτερον, καθόσον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν περὶ θερινῶν ἀσκήσεων τῶν δημοδιδασκάλων θὰ ἐπιτευχθῇ θετικωτέρα ἡ διδασκαλία τῶν φυσιογνωστικῶν μαθημάτων εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους ὡς καὶ τῶν νεωτέρων ἀνακαλύψεων εἰς τὰς φυσικὰς ἐπιστήμας καὶ τῆς ποικίλης αὐτῶν ἐφαρμογῆς εἰς τὸν πρακτικὸν βίον, ἅτινα περισσὴν ὠφέλειαν θὰ παράσχωσι τῇ Ἑλληνικῇ νεολαίᾳ μεταδιδόμενα καταλλήλως. (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου ὡσαύτως νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, αὕτη ἑνιαίως καθίσταται ἑξαετής. Καταργεῖται τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον, ἂν καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ σχολεῖον τοῦτο εἶναι ἤδη κατηργημένον διὰ τοῦ νόμου ΒΧϞΒʹ τοῦ 1910, ὅστις ἐπέτρεψε τὴν ἄνευ ἐξετάσεων τοῦ ἀποφοιτῶντος μαθητοῦ ἑξαετοῦς σχολείου κατάταξιν εἰς τὴν γʹ τοῦ ἑλληνικοῦ. Οἱ μαθηταὶ ἤρξαντο νὰ προτιμῶσι τὴν φοίτησιν τοῦ ἑξαταξίου σχολείου, ἥτις διὰ τοὺς ἄνω λόγους εἶναι ὁμοιόμορφος καὶ εὐκολωτέρα, θὰ διετηροῦντο δ’ ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἐξ ἐλαχίστων μαθητῶν, ὅτε θ’ ἀπέθνησκον ἐξ ἐλλείψεως πνευματικῆς τροφῆς. Ἤδη ἐπέρχεται ὁμαλωτέρα καὶ φυσικωτέρα ἡ ἐξαφάνισις αὐτῶν. Τὸ σχολαρχεῖον προσκολλᾶται ὡς αʹ γυμνασιακὴ τάξις, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον τούτου αἱ τάξεις αὐξάνουσι κατὰ μίαν. Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη λόγον ἔχει ὅτι σήμερον οἱ μαθηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως εἶναι εἰς ἄκρον ἐπιβεβαρημένοι, αἱ δὲ ὧραι τῆς διδασκαλίας ἔχουσιν ὑπερβῆ τὸ ὅριον τὸ ὑπὸ τῆς σχολικῆς ὑγιεινῆς. Δυστυχῶς τὸ ποσὸν τῶν μαθημάτων τούτων δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ, ἐκ τούτου δὲ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ μεταρρύθμισίς τις, θεραπεύουσα τὸ ἤδη ὑπάρχον κακόν, ἤτοι νὰ αὐξηθῇ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν τὰ μαθήματα ταῦτα ὀφείλουσι νὰ διδαχθῶσιν, ὡς πανταχοῦ ἐγένετο, κατὰ τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλοσαξωνικόν, ἵνα ὑπάρχῃ οὐχὶ μόνον σωματικὴ ἀνάπτυξις τοῦ παιδός, ἀλλὰ καὶ αὐτενέργεια τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. Μόνον ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὰς ὥρας τῆς διδασκαλίας τοῦ Γυμνασίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ μεταδώσωμεν τὰς γνώσεις, ὧν ἔχει ἀνάγκην ὁ μαθητής, ὅπως ἐνστερνισθῇ ἢ παρακολουθήσῃ ἀνωτέρας σπουδάς, νὰ ἀποκτήσῃ πράγματι τὰς γνώσεις καὶ κρατήσῃ αὐτάς, νὰ μὴ θεωρηθῇ δὲ φορτωμένος ὁ νοῦς τοῦ μαθητοῦ, ὥστε νὰ κουρασθῇ δι’ ἀνωτέρας σπουδάς. Ἐκ τούτου θὰ προέλθῃ ἀλλοία ἡ κατάρτισις τῶν προγραμμάτων διὰ τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὅπερ θεωρῶ τὴν ἀξιωτέραν τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ συστήματος ἡμῶν. Τὰ προγράμματα ταῦτα θὰ καταρτίσῃ μεγάλη ἐπιτροπὴ ἐξ ἐπιστημόνων καὶ εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ συνέλθωσιν ἐνταῦθα κατὰ τὸν Αὔγουστον. Ἔχω ἐλπίδα ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἐννοήσῃ ποία ἡ μεγάλη ὠφέλεια τῆς καταρτίσεως τῶν προγραμμάτων, δι’ ὧν θὰ δοθῇ περισσότερος χρόνος πρὸς αὐτενέργειαν τοῦ μαθητοῦ καὶ σωματικὴν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν.
§60Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν νέων προγραμμάτων τὰ συγχαρητήρια ἀπὸ τοῦδε.
§61ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ κατάργησις, κύριοι, τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἐνῷ οὕτω θὰ πλουτίσῃ τὴν μαθητικὴν ἐκπαίδευσιν, χωρὶς ποσῶς νὰ θίξῃ τὸ διδακτικὸν προσωπικόν, θὰ ἐπιφέρῃ σημαντικὴν οἰκονομίαν εἰς τὸ Κράτος ἐξ ἐνοικίων, ὑπηρετῶν, μικροτέρου προσωπικοῦ, τόσην δὲ κατὰ τοὺς στατιστικοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου, ὥστε νὰ καλύψῃ τὴν δαπάνην μιᾶς ἑτέρας ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως, ἣν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ χώρα δὲν εἶναι μόνον γεωργική, εἶναι καὶ χώρα ἐμπορικὴ καὶ ναυτιλλομένη, οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐπίδοσις εἰς τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἐπαγγέλματα κατὰ πολὺ ἤθελε συντείνει εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάρρωσιν τοῦ τόπου καὶ κατὰ πολὺ ἤθελε βελτιώσει τοὺς πλουτοπαραγωγικοὺς αὐτοῦ πόρους. Ἀλλ’ ἡ μάθησις σήμερον εἰς τὰς ἀνωτέρας γεωπονικάς, ἐμπορικὰς καὶ ναυτιλιακὰς σχολὰς τῆς Εὐρώπης, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι μάθησις πανεπιστημιακή, ὅτε δὲ ὁ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἐπιδίδεται εἰς τὰ ἐπαγγέλματα ταῦτα, τὰ γεωπονικά, τὰ ἐμπορικά, τὰ ναυτιλιακά, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαγωνίζηται εἰς πᾶν βῆμα μὲ τὸν Εὐρωπαῖον ἐκ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς Πολιτείας, πρέπει νὰ προαγάγωμεν ταύτην τὴν μάθησιν, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν ἡμᾶς ὑποσκελιζομένους εἰς τὴν καλλιτέραν καὶ μεγαλειτέραν ἐκμετάλλευσιν τῆς χώρας. Βεβαίως ἔχομεν καὶ ἡμεῖς γεωργικὰς σχολὰς ἀρκετάς, ἔχομεν ἐμπορικὰς καὶ μίαν ναυτιλιακήν, ἀλλ’ οἱ ἐν αὐταῖς διδάσκοντες εὑρίσκονται πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ διδάξωσιν εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν ἀνωτέρων τάξεων ἀνώτερα μαθήματα, ἅτινα δὲν ἐννοοῦσιν οἱ μαθηταί, ἤ, ὅταν διδάσκωσι ταῦτα, νὰ διαμαρτύρωνται εἰς τὴν Πολιτείαν ὅτι ἡ διδαχή των οὐδὲν θὰ παραγάγῃ τὸ ἀγαθόν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανές, διότι δυστυχῶς οὐδεὶς Ἑλληνόπαις εἰσέρχεται εἰς τὰς σχολὰς ταύτας τὰς ἀνωτέρας ἔχων προπαρασκευήν τινα διὰ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διδαχθῇ, οὐδεμίαν εἰδικὴν διδαχήν, δι’ ἧς θὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ κατανόησις τεχνικῶν μαθημάτων, διδαχήν, τῆς ὁποίας ἡ ἀντικατάστασις εἶναι ἀδύνατος καὶ διὰ τῆς ἐπιμελεστέρας τελειοποιήσεως τῶν προγραμμάτων τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τί πρέπει ὅθεν νὰ γίνῃ; Πρέπει, κύριοι, Βουλευταί, νὰ καταρτίσωμεν καὶ ἡμεῖς προπαρασκευαστικὰς σχολάς, αἱ ὁποῖαι θὰ προπαρασκευάσωσι τὸν μαθητὴν εἰς τὰ μαθήματα τὰ τεχνικά, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ ἐννοήσῃ καλῶς καὶ ἀντιληφθῇ καλῶς ταῦτα παραδιδόμενα εἰς τὰς ἀνωτέρας ἐμπορικάς, ναυτικὰς καὶ γεωπονικὰς σχολάς. Πρώτη δὲ ἡ Γερμανία διὰ τῶν Vorbildungs Schule ἐσκέφθη νὰ δώσῃ μίαν τοιαύτην μάθησιν εἰς τοὺς μαθητὰς προτοῦ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς ἀνωτέρας ἐπαγγελματικὰς σχολάς, ἠκολούθησαν δὲ αὐτὴν πάντα τὰ Κράτη. Πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ προπαρασκευαστικῶν πρακτικῶν σχολῶν, ἔχει δὲ τὴν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τούτων ἡ παρεχομένη εἰς τὸν τόπον ὠφέλεια εἶναι σημαντικωτάτη, ἂν μὴ κολοσσιαία, διότι θὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ φυγαδεύσωμεν τὴν ἡμιμάθειαν τὴν κρατοῦσαν σήμερον ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς βιομηχανικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, τὸν ὑποσκελισμὸν τῶν Εὐρωπαίων ἐμπορικῶς καὶ ναυτιλιακῶς ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ὀθωμανικῆς ἀκτοπλοΐας, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ἰδίων μερῶν καὶ λιμένων, θὰ συγκρατηθῇ δι’ αὐτῶν ὁ σήμερον ἐξ ἐλλείψεως τοιούτων πρακτικῶν ἐνασχολήσεων πανελλήνιος ἐκπατρισμός, θὰ δυνηθῶμεν δὲ ἀκόμη περισσότερον, ὅπως ἀναχαιτίσωμεν τὴν ῥοπὴν πρὸς τὰς κλασσικὰς σπουδάς, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ γεννήσῃ μεταξὺ ἡμῶν τὸ ὀλέθριον νόσημα τῶν μεμορφωμένων ἀέργων. (Χειροκροτήματα). Τοιαῦται, κύριοι Βουλευταί, εἶναι αἱ μεταρρυθμίσεις τῆς Κυβερνήσεως αἱ ἀφορῶσαι τὴν στοιχειώδη εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν τῶν ἀρρένων. Τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπέσυρε καὶ ἡ θεραπεία καὶ ἡ προστασία τῆς μορφώσεως τοῦ γυναικείου πληθυσμοῦ. Εἶναι παρατηρημένον, κύριοι Βουλευταί, ἐκ στατιστικῶν πληροφοριῶν, ὅτι εἶναι τόσον μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλληνίδων, ὁ φοιτῶν σήμερον εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν ἀνώτερα Παρθεναγωγεῖα, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία μόλις κατορθοῖ κατ’ ἔτος τὸ 1/18 τοῦ ὅλου αὐτοῦ ἀριθμοῦ νὰ τοποθετῇ εἰς τὰ διδακτήρια αὐτῆς. Εἶναι φανερὸν ὅτι παντοῦ τοῦ κόσμου ἡ γυνὴ ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ὡς δυναμένην, ἐξ ἴσου μὲ τὸν ἄνδρα, ὅπως κατευθύνῃ ἐκτὸς τοῦ οἴκου τὴν δρᾶσιν αὐτῆς πρὸς εὕρεσιν πόρων ζωῆς ἐντίμου, πᾶσα δὲ Πολιτεία ἐθεώρησεν ὡς καθῆκον αὐτῆς, ὅπως αὐξήσῃ τὰ στάδια τῆς γυναικείας ταύτης φιλεργίας. Δυστυχῶς μόνον παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθη ὅτι πρέπει νὰ περικλεισθῶσιν ὅλα τὰ ὀφέλη τῆς γυναικείας φιλεργίας εἰς τὸ ἐπάγγελμα μόνον τῆς διδασκαλίσσης καὶ τῆς μαίας. Εἶναι ἀνάγκη ἡ ἀντίληψις αὕτη νὰ μεταβληθῇ, καὶ νὰ μεταβληθῇ ταχέως, προτοῦ ὁ ὀργασμὸς οὗτος πρὸς τὴν μάθησιν ἀποτελέσῃ κοινωνικὴν κατάστασιν ἀπειλητικήν. Πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει δύο νομοσχέδια· πρῶτον νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς γυναικείας ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ γυνὴ μετὰ τὴν στοιχειώδη σχολικὴν φοίτησιν αὐτῆς λαμβάνει συμπληρωματικὴν τοιαύτην, ἐὰν μὲν κατάγηται ἐκ γεωργικῶν μερῶν, διδαχὴν γεωργικῶν στοιχείων γυναικείας ἀντιλήψεως, ὅπως καταρτίσῃ αὐτὴν εἰς τὰς γυναικείας ἐνασχολήσεις τοῦ τόπου της, ἂν δὲ προέρχηται ἐξ ἀστικῶν πληθυσμῶν, ὅπως φοιτήσῃ συμπληρωματικῶς εἰς οἰκοκυρικὰς ἢ καλλιτεχνικὰς σχολὰς ἢ ἐπαγγελματικὰς τοιαύτας, τῶν ὁποίων σήμερον δὲν ἀμοιρεῖ ἡ Ἑλλὰς πρὸ παντὸς εἰς τὴν πρωτεύουσαν, χάρις, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, εἰς τὸν μέγαν ζῆλον καὶ τὴν μέριμναν τῶν ἐν Ἀθήναις δεσποινῶν. Ἐκτὸς τούτου ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως διδασκαλείου θηλέων, τὸ ὁποῖον πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, μίαν ἀκόμη μεγαλειτέραν ἀνάγκην νὰ ἐξυπηρετήσῃ, τὴν ἀνάγκην τῆς διαιρέσεως τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας πρόκειται εἰς τὰ σχολεῖα τῶν θηλέων νὰ λάβωσιν αἱ Ἑλληνίδες, διότι δυστυχῶς μέχρι σήμερον παρατηρεῖται τὸ ἑξῆς περίεργον, ὅτι αἱ δι’ ὅλως πρακτικὸν σκοπὸν διδασκόμεναι διδασκάλισσαι λαμβάνουσι τὴν αὐτὴν μόρφωσιν μὲ τὰς Ἑλληνίδας, αἵτινες φοιτῶσι, διὰ νὰ λάβωσι μίαν ἀνωτέραν ἠθικὴν καὶ διανοητικὴν ἐκπαίδευσιν προτοῦ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον. Διὰ τοῦ διδασκαλείου αὐτοῦ, διαιρουμένου εἰς δύο τμήματα, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν μάθησιν Ἑλληνίδων, αἱ ὁποῖαι θὰ λάβωσι τὴν πρακτικὴν ὁδὸν τῆς διδασκαλίσσης, καὶ μάθησιν Ἑλληνίδων, αἱ ὁποῖαι φοιτῶσι, διὰ νὰ λάβωσιν ἀνωτέραν μόρφωσιν. Ὑποβάλλεται ἐπίσης νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταρρυθμίζεται ὁ νόμος περὶ Πρακτικοῦ Λυκείου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Λυκείου τούτου, ὅστις εἶναι ὅπως καταρτίζωνται οἱ εἰς αὐτὸ φοιτῶντες εἰς μαθήματα φυσικὰ καὶ μαθηματικά, διὰ νὰ ἐξακολουθῶσι τὰς σπουδὰς αὐτῶν εἴτε εἰς στρατιωτικὰς εἴτε ἀκόμη εἰς τὰς φυσικομαθηματικὰς σχολὰς τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκπληρωθῇ μέχρι σήμερον ἕνεκα τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος τόσας παρεμβάλλει δυσχερείας καὶ τόσα ἔχει σφάλματα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ μαθηταὶ νὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ παρακολουθήσωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τὰ ἀνώτερα μαθήματα τὰ φυσικομαθηματικά, πολλῷ δὲ ἧττον τὰ διδασκόμενα εἰς στρατιωτικὰς σχολάς, καὶ εἶναι ἀνάγκη, ὅπως οὗτος μεταρρυθμισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Θὰ ἐθεωρεῖτο ἀληθὴς παράλειψις, κύριοι Βουλευταί, ἂν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἀφορῶντα τὴν στοιχειώδη καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν παρελείπετο, ὅπως ὑποβληθῇ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
§62Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τῆς στοιχειώδους μόνον;
§63ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀμέσως θὰ ἀκούσητε. Εἶναι τόση, λέγω, ἡ πρὸς τοῦτο ἐπανειλημμένως ἐκδηλωθεῖσα ἐπίμονος θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τούτου, ὥστε ἀληθῶς θὰ ἀπετέλει ἀληθῆ παράλειψιν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡ μὴ ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἡ ὁμόθυμος αὕτη καταδίκη τοῦ θεσμοῦ τούτου εἶναι συνέπεια τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀποτυχίας του. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξάρω εἰς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπέτυχεν ὁ θεσμός, διότι ἐπανειλημμένως ἐξήρθησαν ταῦτα καὶ ὑφ’ ὑμῶν καὶ ὑπ’ ἄλλων πολὺ περισσότερον εἰδικῶν ἐν τοιούτοις ζητήμασιν. Δυστυχῶς ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπέδειξε καταφώρως καὶ παταγωδῶς τὴν ἀποτυχίαν τῆς τοπικῆς ἐκπαιδευτικῆς αὐτοδιοικήσεως, καθόσον ἐχρησίμευσε μόνον, ὅπως ἐξυπηρετῇ τὸν ὀργιασμὸν τῆς μικροπολιτικῆς... (χειροκροτήματα), ἡ ὁποία κατώρθου πάντοτε διὰ δύο ἀσυνειδήτων ἀνθρωπίσκων, μεθ’ ὧν συνεμάχει καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἐπισκόπου, νὰ καπηλεύηται τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν (νέα χειροκροτήματα), μὲ αὐτοὺς δὲ δυστυχῶς συνεβάλλετο καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐξασφαλιζόμενος οὕτως ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξασφαλίζων εἰς αὐτοὺς ὅλας τὰς ἀσυνειδήτους ἀξιώσεις των, καὶ κατωρθοῦτο οὕτω πως ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου νὰ καταπέσῃ τὸ γόητρον τῆς διοικήσεως καὶ νὰ ἀνυψωθῇ εἰς δόγμα ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ἐκπαιδεύσεως διαφθείρουσα καταφανῶς τὰς συνειδήσεις τοῦ διδασκαλικοῦ κόσμου. (Χειροκροτήματα). Ἄλλως τε, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀνάληψις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους τῶν ἐξόδων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως φυσικὸν ἦτο νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν θεσμὸν ἀπομακρύνουσα ἀπ’ αὐτοῦ τὴν δημοτικὴν ἀρχήν, ἣν ἡ νέα διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν παρασκευάζει ἡ Κυβέρνησις, καθόλου δὲν εὐνοεῖ. Πρὸς τούτοις συνιστᾶται κεντρικὸν ἐποπτικὸν συμβούλιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν πρέπει κύριοι Βουλευταί, παρ’ ὅλα τὰ λεχθέντα, τὰ ἁμαρτήματα τοῦ θεσμοῦ τούτου νὰ μᾶς κάμωσιν ἐπιλήσμονας τῶν μεγάλων πλεονεκτημάτων τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ ἀπήλλαξε πολλῶν προστριβῶν τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, καὶ θὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν περισσοτέρων, ὅταν ἡ πίστις ἐπὶ τὴν μονιμότητα αὐτῶν ἐμπεδωθῇ, ἡσύχασε δὲ καὶ τὴν ψυχὴν τῶν λειτουργῶν ἀπὸ τὸν φόβον τῶν ζημιῶν ἕνεκα μὴ ἐξυπηρετήσεως ἐκνόμων ἀξιώσεων. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὰ συμβούλια ἀπαιτοῦσι τὴν ὕπαρξιν κοινωνίας ἐχούσης πλήρως εὐσυνείδητον γνῶσιν τῶν πολιτειακῶν της καθηκόντων, ἀλλά, ἂν αὕτη κατὰ τὴν ἐπίγνωσιν αὐτὴν κατά τι ἀκόμη νοσεῖ, ὑγιὴς κυβερνητικὴ ἀντίληψις ἐπιβάλλει τὴν ταχεῖαν ὤθησιν πρὸς ἠθικὴν διαμόρφωσιν διὰ τῆς ἀναθέσεως τῶν βαρέων πολιτειακῶν καθηκόντων εἰς τὸ ὑγιέστερον μέρος τοῦ κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ. Διὰ τοῦτο τὸ κεντρικὸν ἐποπτικὸν συμβούλιον συνιστᾶται ἐν τῷ κέντρῳ ἐκ πολιτῶν καὶ ὑπαλλήλων τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν κατὰ τεκμήριον, ὅτι οἱ ἐν ταῖς πόλεσιν οἰκοῦντες καὶ εἰς τὰ γράμματα προηγμένοι ἔχουσιν ὁπωσδήποτε μεγαλειτέραν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἢ οἱ μακρὰν τῶν πόλεων εὑρισκόμενοι, ἀποδείξαντες δυστυχῶς τοῦτο ἐν τῇ δοκιμῇ τῶν συμβουλίων, ἀλλ’ ἀκόμη οὕτω κατορθοῦται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον καὶ οὐχί, ὡς σήμερον, ὅλα τὰ βάρη τῶν ἐπιθεωρητῶν ἄνευ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐποπτείας. Ὑποβάλλεται ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναλαμβάνονται ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας δικαιώματα ἐποπτείας καὶ μείζονος ἐλέγχου τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα εἶχον μέχρι τοῦδε παραχωρηθῇ εἰς ἄλλους πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἔχει ψηφισθῆ νόμος περὶ διδακτικῶν βιβλίων, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ τῶν βιβλίων καθορίζεται κατὰ τυπογραφικὸν φύλλον, ὁ δὲ ἀναλαμβάνων τὴν ἔκδοσιν τοῦ βιβλίου ὀφείλει, ὅπως κάμῃ προσφορὰν οὐχὶ ἐλάσσονα τῶν 30% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀρχικῆς τοῦ βιβλίου κατὰ τυπογραφικὸν φύλλον, τὸ δὲ Κράτος λαμβάνει ἐκ τῆς τιμῆς τοῦ βιβλίου τούτου τὸ ποσὸν τῆς ἐλάσσονος προσφορᾶς. Τὸ ποσοστὸν τοῦτο ὀνομάζεται βιβλιόσημον καὶ ἐπικολλᾶται ἐπὶ τοῦ βιβλίου. Τὸ εἰσπραττόμενον ποσὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως σχετικὰς μὲ προμήθειαν σχολικῶν ὀργάνων κλπ. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου παρετηρήθη ὅτι ἡ ὕλη τῶν βιβλίων ὑπερέβη τὸ προϋπολογισθὲν ἐν τῷ νόμῳ ποσόν· ὑπάρχουσι βιβλία, τῶν ὁποίων ἡ ὕλη, ἐνῷ εἶχε καθορισθῆ διὰ τοῦ προγράμματος εἰς ὀκτὼ φύλλα, ἔφθασεν εἰς δώδεκα καὶ δεκατέσσαρα, αἱ τιμαὶ δὲ τῶν βιβλίων ηὔξησαν κατὰ τὸ διπλάσιον, καὶ τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τοῦ βιβλιοσήμου συνεπῶς ἐδιπλασιάσθη. Δέον ἄρα ἡ Πολιτεία, μὴ δυναμένη νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν τῶν βιβλίων, διότι ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις, νὰ ἐλαττώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτοῦ λαμβάνει. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττοῦται τὸ βιβλιόσημον κατὰ τὸ ἥμισυ. Εἰς πίνακας, τοὺς ὁποίους παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλήν, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦ βιβλιοσήμου ἀνέρχεται εἰς 60% ἐπὶ τῆς ὅλης τιμῆς τοῦ βιβλίου, 60, 64, 59, 54, 64, 63, 62, ἤτοι τὸ Κράτος ἐπὶ τιμῆς δύο δραχμῶν λαμβάνει 1,30–1,50 καὶ οὕτω καθεξῆς, ἄρα τὸ Κράτος ἐφ’ ὅσον λαμβάνει περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζεν, εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαττώσῃ ταῦτα, ἐλαφρύνον οὕτω τὸν τόσον ἐπιβεβαρημένον μαθητήν (εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα)
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή.
§65Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εὐχαρίστως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§68Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ἀρχόμενος τῆς εἰσηγήσεως, ὅτι ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιά τινα νόμων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ἀνωτάτην παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν. Τὰ σχέδια ταῦτά εἰσιν: ὀργανισμὸς περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ὀργανισμὸς περὶ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, κανονισμὸς τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς, κανονισμὸς τῆς Νομικῆς σχολῆς, κανονισμὸς τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς, κανονισμὸς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς, κανονισμὸς τῆς Μαθηματικῆς σχολῆς, ὀργανισμὸς τῶν ἐργαστηρίων, ὀργανισμὸς τῶν φροντιστηρίων. Ἐκτὸς τῶν δύο τούτων ὀργανισμῶν τῶν πρώτων οἱ λοιποὶ προσκολλῶνται ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν σχολῶν. Τὰ σχέδια ταῦτα νόμων, κύριοι Βουλευταί, ἂς μὴ φανῶσιν εἰς ὑμᾶς οὔτε πολλά, οὔτε οὐδὲν τὸ περιττὸν ἔχοντα· διότι δυστυχῶς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀνωτάτην παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν στερούμεθα σήμερον πάσης ὀργανώσεως. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει, εἶναι ἀπὸ τοῦ 1837. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, ὡς εἶπον, ἀνήκει εἰς τὴν ἐποχήν, τῆς ὁποίας ἡ ἀντίληψις ἦτο ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν σήμερον τοιαύτην, οὐ μόνον διότι δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀδιστάκτως ὅτι ἕνεκα πολλῶν ἀνακαλύψεων μετεβλήθη ἡ ὄψις τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῆς Ἰατρικῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἐν γένει ἐκπαιδευτικὴ κατεύθυνσις εἶναι ἐντελῶς διάφορος σήμερον καὶ διὰ τοὺς διδάσκοντας καὶ διὰ τοὺς διδασκομένους ἕνεκα τῆς ἀλλοίας τροπῆς, ἣν ἡ ἐκπαιδευτικὴ κίνησις τοῦ κόσμου ἔλαβε σήμερον. Δυστυχῶς εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος περιέργως καὶ διὰ τὴν ἐποχήν του δὲν ἐθεωρήθη κατάλληλος, διότι τότε ὠνομάσθη προσωρινὸς κανονισμὸς καὶ ὑπεσχέθη ὁ συντάκτης αὐτοῦ τὴν ταχεῖαν μεταβολήν του, εἰς τὸν ὀργανισμόν, λέγω, τοῦτον προσετέθησαν ἕτερα μέρη διὰ Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ηὔξησαν τὴν δυσαρμονίαν τοῦ ὅλου. Ἠθελήσαμεν, ἀναλαβόντες τὴν διοίκησιν τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνετέθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, νὰ βελτιώσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, εἴδομεν ὅμως δυστυχῶς, προχωροῦντες εἰς τὸ ἔργον, ὅτι ἡ καλλιτέρα βελτίωσις ἦτο νὰ καταρρίψωμεν αὐτὸν καὶ νὰ ἀνοικοδομήσωμεν νέον. Ὑπάρχει, κύριοι Βουλευταί, ἐπίμονός τις ἀξίωσις τῆς ἐπιστήμης ἀπό τινων δεκαετηρίδων, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέδωκαν τὰ περισσότερα Κράτη, ἡ ἀξίωσις ὅπως χωρισθῶσιν αἱ θεωρητικαὶ ἐπιστῆμαι τῶν πρακτικῶν τοιούτων. Διότι ἡ συνδιδασκαλία αὐτῶν οὐδὲν τὸ καλόν, πολλὰ δὲ τὰ κακὰ ἐκ τῆς συμφύσεως αὐτῶν παρήγαγεν. Ἑπομένως εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῆς ἐπιστήμης προσκλίνοντες δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον ὅτι εὐτυχοῦμεν νὰ διαιρέσωμεν τὰς ἐπιστήμας ἐν Ἑλλάδι εἰς δύο, εἰς θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς τοιαύτας, νὰ ἱδρύσωμεν δὲ δύο Πανεπιστήμια, ἓν Πανεπιστήμιον ἀποτελούμενον ἐκ τῶν θεωρητικῶν ἐπιστημῶν καὶ ἓν ἀποτελούμενον ἐκ τῶν πρακτικῶν τοιούτων. Ταῦτα πράττοντες, κύριοι Βουλευταί, ἐκπληροῦμεν καὶ τὴν θέλησιν ἑνὸς μεγάλου ὁμογενοῦς, τοῦ ἀειμνήστου Δομπόλη ἀποθανόντος ἐν Ῥωσίᾳ (χειροκροτήματα) καὶ ἀφήσαντος τὴν περιουσίαν αὐτοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως τοῦτο ἐν ἔτει 1906 προβῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν Πανεπιστημίου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§69Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀνελήφθη ὑπὸ τοῦ Κράτους αὐτὴ ἡ περιουσία;
§70Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Βεβαίως. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης ταύτης ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἐκπληροῦσα καὶ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τῆς ἐπιστήμης, προέβη εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος Πανεπιστημίου εἰς δύο τοιαῦτα...
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἕδρα τοῦ ἄλλου Πανεπιστημίου ποῦ θὰ εἶναι;
§72Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐν Ἀθήναις. Παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχει πρὸς τοῦτο ἀπορία, καὶ ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ πράξω τίποτε ἄλλο πρὸς λύσιν της ἢ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τὸ σχετικὸν τῆς διαθήκης, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἰς τὴν «ὁρισθεῖσαν ἐποχήν, δηλονότι τὸ 1906, ἡ Ῥωσικὴ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς πρὸς μεταφορὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου τούτου μετὰ τῶν τόκων πρὸς ἀνίδρυσιν ἐν Ἀθήναις, ἢ ἐν οἱᾳδήποτε ἄλλῃ πόλει, ἥτις ἔσται πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, Πανεπιστημίου ὀνομασθησομένου Καποδιστριακοῦ.
§73Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι διάφοροι πόλεις, αἱ ὁποῖαι διαμφισβητοῦσι τὴν ἐν αὐταῖς ἵδρυσιν τοῦ Πανεπιστημίου. Διὰ νὰ λείψῃ λοιπὸν καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀλλοῦ παρὰ μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας, δι’ αὐτὸ σᾶς ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησιν αὐτήν.
§74Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πρὸς ἐκτέλεσιν, ἐπαναλαμβάνω, τῆς διαθήκης ταύτης συνιστῶνται ἐν Ἀθήναις δύο Πανεπιστήμια· Πανεπιστήμιον ὀνομαζόμενον Καποδιστριακόν, ἀποτελούμενον.....
§75Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν νὰ γίνῃ τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ νὰ ἐξυπηρετῆται ἡ Ἤπειρος ὁλόκληρος.
§76Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις, ἐὰν ἐκ τῆς διαθήκης ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. ... Πανεπιστήμιον ὀνομαζόμενον Καποδιστριακὸν καὶ ἀποτελούμενον ἐκ τῶν σχολῶν τῆς Νομικῆς, τῆς Θεολογικῆς καὶ τῆς Φιλοσοφικῆς, καὶ Πανεπιστήμιον τὸ Ἐθνικὸν ἀποτελούμενον ἐκ τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς, ἐκ τῆς Φυσικομαθηματικῆς σχολῆς, ἐκ τοῦ Φαρμακευτικοῦ σχολείου καὶ ἐκ τοῦ Ὀδοντοϊατρικοῦ σχολείου.
§77Γ. ΠΩΠ. Ἡ διάκρισις τῶν τίτλων θὰ δεικνύῃ, ὅτι ἐθνικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι μᾶλλον ἡ Ὀδοντοϊατρικὴ παρὰ ἡ Νομική.
§78ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀντελήφθην πῶς ἐγένετο ἡ διαίρεσις, διότι αὐτὰ εἶναι δύο ἡμίση τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀντελαμβανόμεθα ποῖος κλάδος ἐδόθη εἰς τὸ ἐθνικὸν καὶ ποῖος εἰς τὸ Δομπόλειον, διότι δὲν ἀντελήφθην καλῶς.
§79Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρ’ ἡμῖν μέχρι σήμερον ὑπάρχει ἓν Πανεπιστήμιον, ἀποτελούμενον ἐκ πέντε σχολῶν, τῶν γνωστῶν, τῆς Νομικῆς, τῆς Θεολογικῆς, τῆς Φυσικομαθηματικῆς, τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ τῆς Ἰατρικῆς. Τὰ Πανεπιστήμια μέχρι σήμερον ἐν τῷ κόσμῳ δὲν ἔχει καθορισθῆ ἐκ πόσων σχολῶν ἀποτελοῦνται. Ὑπῆρχον δὲ ἐν Γαλλίᾳ πρὸ πάντων καὶ ὑπῆρχον μέχρι τοῦ 1885 Πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα ἀπετελοῦντο ἐκ μιᾶς σχολῆς. Παρ’ ἡμῖν ἐγένετο ἓν Πανεπιστήμιον ἐκ 5 σχολῶν, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περισσότερα. Ἐπειδὴ δὲ πᾶσαι αἱ σχολαὶ αὗται ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, ὅλαι αἱ σχολαὶ συνηνώθησαν εἰς ἓν Πανεπιστήμιον. Ἐὰν ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ τόπῳ καὶ δεύτερον Πανεπιστήμιον, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιστημονικῶς θὰ ἐπήρχετο μεταβολή τις, θὰ ἐπήρχετό τις ἔλλειψις ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἐὰν ἐχωρίζοντο αἱ σχολαί.
§80ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπέκρινα ἐγὼ τὸ πρᾶγμα, διότι εἶναι πιθανόν, ὅτι καὶ ἐγώ, ἐὰν εἶχον νὰ νομοθετήσω, θὰ ἔκαμνον δύο ἡμίση καὶ θὰ εἶχον δύο τμήματα ὑπὸ τὸ κοινὸν ὄνομα Πανεπιστήμιον· ἀλλ’ ἐρωτῶ περὶ τῆς κατανομῆς τῶν σχολῶν.
§81Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐπειδὴ δὲ αἱ σχολαὶ παρουσιάζουσιν ἐξωτερικά τινα σημεῖα συναφείας, ὁμογενείας, ὡς λόγου χάριν, ὡς παγκοίνως εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, αἱ σχολαὶ τῆς Νομικῆς, τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ τῆς Θεολογικῆς θεωροῦνται σήμερον σχολαὶ θεωρητικαί, αἱ δὲ σχολαὶ τῆς Ἰατρικῆς καὶ τῆς Φυσικομαθηματικῆς θεωροῦνται πρακτικαί, διὰ τοῦτο ἐγένετο τοιαύτη κατανομή, ὥστε εἰς τὸ ἓν Πανεπιστήμιον, εἰς τὸ Καποδιστριακόν, ὑπήχθησαν αἱ σχολαὶ τῆς Νομικῆς, τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ τῆς Θεολογικῆς, εἰς δὲ τὸ ἕτερον ἔμειναν αἱ σχολαὶ τῆς Ἰατρικῆς, τῆς Φυσικομαθηματικῆς καὶ τῆς Ὀδοντοϊατρικῆς.
§82ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλαδὴ ἀκριβῶς τὸ ἀντίστροφον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας, ἤθελον πράξει.
§83Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι θὰ ἠδύνασθε νὰ πράξητε τίποτε περισσότερον ἀπὸ αὐτὸ ὅπερ ἔπραξα ἐγώ, διότι θὰ ἐπεθυμεῖτε, ὡς καὶ ἐγώ, νὰ εἶσθε σύμφωνος μὲ τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Δομπόλη, ἐὰν δὲ ἐπεθυμεῖτε τοῦτο καὶ ἐγνωρίζετε τὴν διαθήκην, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὴν γνωρίζετε, θὰ ἠθέλετε λάβει ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Δομπόλης ἠθέλησεν, ὅπως εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὸ Καποδιστριακὸν ὑπάρξῃ Θεολογικὴ σχολή, ἥτις νὰ ἀποτελέσῃ μέρος αὐτοῦ. Ὅταν δὲ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ συναναμίξητε τὰς θεωρητικὰς μετὰ τῶν πρακτικῶν σχολῶν, δὲν ἠδύνασθε νὰ πράξητε τίποτε ἄλλο, σκεπτόμενος ἐπιστημονικῶς, ὅπως ὑμεῖς θὰ ἐσκέπτεσθε βεβαίως, παρὰ νὰ διαιρέσητε αὐτὰ ὡς ἐγὼ τὰ διῄρεσα.
§84Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ τὰ ἴδωμεν αὐτὰ εἰς τὴν συζήτησιν· δὲν εἶναι διὰ τώρα.
§85Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὰ Πανεπιστήμια, κύριοι Βουλευταί, οὕτω πως ἐχωρίσθησαν. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι πρὸς καθορισμὸν τῶν Πανεπιστημίων τούτων ἐζητήθη καὶ ἡ γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς διαθήκης ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι γνώμην. Ὀφείλω δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν μεγάλην Ῥωσικὴν Αὐτοκρατορίαν διὰ τὴν φιλόφρονα εὐμένειαν, μετὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέχθη τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Τὰ Πανεπιστήμια λοιπόν, Κύριοι, εἶναι σήμερον παρ’ ἡμῖν δύο, ἀποτελούμενα ἐν συνόλῳ ἐκ τῶν σχολῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀπετελεῖτο μέχρι σήμερον τὸ ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον.
§86Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Ὑπουργέ, διακοπήν τινα ἐπὶ σοβαρωτάτου ζητήματος;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύω, Κύριε, τὰς διακοπὰς ἐχόμενος τοῦ Κανονισμοῦ. Ἅμα τελειώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὑποβάλλετε τὰς παρατηρήσεις σας.
§88Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ μόνη μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία εἰσάγεται σήμερον ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις τούτοις, εἶναι ὅτι ἡ Νομικὴ σχολὴ διαιρεῖται εἰς δύο τμήματα· τὸ τμῆμα τὸ Νομικὸν καὶ τὸ τμῆμα τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν. (Χειροκροτήματα). Ἐπίσης δὲ εἰς τὸ δεύτερον Πανεπιστήμιον προστίθεται ἡ Ὀδοντοϊατρικὴ σχολή. Διὰ τοῦ τμήματος, Κύριοι, τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν θέλει πρώτην φορὰν κατορθωθῆ παρ’ ἡμῖν πραγματικὴ κατάρτισις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφίενται τὴν εἴσοδον αὐτῶν εἰς ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν διπλωματικὸν τὸν προορισμόν. Θέλει δὲ διὰ τοῦ τμήματος τούτου κατορθωθῆ ἔτι πλέον, ὅπως καταρτισθῶσι παρ’ ἡμῖν πραγματικοὶ ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως φέροντες ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν πρὸς πραγματικὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτῆς. Δὲν θὰ εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι δυστυχῶς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην πάσχομεν σήμερον ἔλλειψιν, καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἔρχεται νὰ πληρώσῃ ἡ σύστασις τοῦ τμήματος τούτου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἀκόμη ποίαν ἔλλειψιν θὰ πληρώσῃ ἡ σύστασις τοῦ Ὀδοντοϊατρικοῦ σχολείου. Θέλει ἀποκαθάρει τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πολλοῦ κακοῦ πρόξενοι γίνονται σήμερον παρ’ ἡμῖν. Τὰ δύο Πανεπιστήμια ταῦτα ἔχουσι κοινὴν τὴν διοίκησιν, κοινὴν τὴν Σύγκλητον καὶ κοινὸν τὸν πρύτανιν. Ἐθεωρήθη τοῦτο ἀναγκαῖον, ἵνα προσδοθῇ μεῖζον κῦρος εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὰς Ἀρχὰς τὰς διοικητικὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Καθ’ ὅλα ὅμως τὰ ἄλλα μέρη εἶναι ἐντελῶς διακεκριμένα ἀλλήλων ἔχοντα ἕκαστον ἰδίαν νομικὴν προσωπικότητα, ἐλήφθησαν δὲ πάντα τὰ μέτρα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως ἐν περιπτώσει συγκρούσεως τῶν δύο ἀντιπροσωπεύωνται καὶ τὰ δύο ἐπαρκῶς. Διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων δίδεται πλήρης ἡ αὐτοδιοίκησις εἰς τὰ Πανεπιστήμια τόσον διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχῶν, ὅσον καὶ διὰ τῆς διευθύνσεως τῆς περιουσίας αὐτῶν. Λαμβάνεται δὲ περισσοτέρα μέριμνα, ὅπως αἱ Ἀρχαὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Πανεπιστημίου ἔχωσι περισσοτέραν πεῖραν διορίζουσαι ὡς πρύτανιν οὐχὶ ἐκλεγόμενον, ἀλλὰ τὸν ἀντιπρύτανιν, καὶ οὕτω πως ὁ πρύτανις θέλει ἔχει ὅλην τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ὡς ἀντιπρύτανις. Ἀντὶ δὲ τῆς εἰσόδου ἄλλων μελῶν εἰς τὴν Σύγκλητον, ἡ Σύγκλητος ἀπαρτίζεται ἐκ τῶν προκοσμητόρων ὅλων τῶν σχολῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θέλομεν ἔχει ἀνθρώπους ἔχοντας ὅλην τὴν πεῖραν καὶ κάμνοντας χρῆσιν αὐτῆς εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Πανεπιστημίου. Τὸ ἀνώτατον διδακτικὸν προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου ἀποτελεῖται κατὰ τοὺς νέους ὀργανισμοὺς ἐκ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων καθηγητῶν. Εἰσάγεται δηλαδὴ ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. (Χειροκροτήματα). Ἀπὸ τοῦ θεσμοῦ τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ ἀρκετὴν τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐπιστημονικήν. Δὲν εἶναι εἰς ὑμᾶς ἄγνωστον, Κύριοι, ὅτι δυστυχῶς σήμερον παρ’ ἡμῖν ἡ ἐπιστημονικὴ κίνησις δὲν εἶναι οἵα προσεδοκᾶτο, διότι ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς καθηγητοῦ τακτικοῦ, πρὸ παντὸς ὅταν ᾖ νέος τὴν ἡλικίαν, παύει ἡ πρὸς τοιαύτην τινὰ ὁδὸν ἐπιστημονικὴ κίνησις. Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν, θεσμοῦ ἔχοντος θητείαν πενταετῆ, καὶ διὰ τῆς ἐλπίδος τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον περισσοτέρων καθηγητῶν θέλει ἀσφαλῶς αὐξηθῆ ἡ ἐπιστημονικὴ κίνησις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον προσδοκᾶται ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ· θὰ ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα ἡ ἅμιλλα μεταξὺ ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν καθηγητῶν, ἡ δὲ ἅμιλλα αὕτη θὰ ὑπάρξῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους, διότι πάντες θέλουσι προσπαθεῖ, ὅπως διὰ περισσοτέρας προσηλώσεως εἰς τὴν ἐπιστήμην ἀναδειχθῶσιν ὑπέρτεροι ἀλλήλων. (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν προσδοκᾶται ἀκόμη τι ἕτερον καλόν· θέλομεν ἀποκτήσει δι’ αὐτοῦ τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τοὺς ὁποίους δυστυχῶς σήμερον δὲν εὑρίσκομεν εὐκόλως. Ὅλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν τῇ Νομικῇ σχολῇ θέλουσιν εἰσέλθει ὡς ἔκτακτοι καθηγηταὶ καὶ θέλουσιν ἐξέλθει ἐκεῖθεν μετὰ τὴν πενταετῆ θητείαν, βεβαίως θὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς ὅλας τὰς θέσεις τὰς ἀνωτάτας παρ’ ἡμῖν, διότι θὰ ἔχωσιν ὅλον τὸ κῦρος καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἔχῃ ὅλην τὴν πεποίθησιν ἡ Πολιτεία ὡς καταλαβόντων τοιαύτην θέσιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τοιαύτην ἐπιδειξάντων ἐν αὐτῇ δρᾶσιν. Διὰ τοῦ συνδυασμοῦ λοιπὸν τοῦ τμήματος τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν καὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν προσδοκᾶται ἀσφαλῶς, ὅτι ἡ ὑπαλληλία παρ’ ἡμῖν θέλει φθάσει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἀναμένομεν πάντες. Ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, κύριοι Βουλευταί, τῶν μὲν τακτικῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῷ Ἐθνικῷ εἶναι 33 κατανεμόμενοι ὡς ἑξῆς· 17 εἰς τὴν ἰατρικὴν σχολήν, 15 εἰς τὴν σχολὴν τῶν φυσικῶν καὶ μαθηματικῶν· εἰς δὲ τὸ Καποδιστριακὸν εἶναι ἐπίσης 33 κατανεμόμενοι ὡς ἑξῆς· 7 εἰς τὴν φιλοσοφικὴν σχολήν, 11 εἰς τὴν νομικὴν καὶ 13 εἰς τὴν θεολογικήν. Αἱ δὲ ἕδραι τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου εἶναι 10 εἰς τὴν ἰατρικὴν καὶ 6 εἰς τὴν φυσικομαθηματικήν· εἰς δὲ τὸ Καποδιστριακὸν εἶναι 8 εἰς τὴν νομικήν, δύο εἰς τὴν θεολογικὴν καὶ 5 εἰς τὴν φιλοσοφικὴν σχολήν. Νέαι ἕδραι τακτικαὶ καὶ ἔκτακτοι, κύριοι Βουλευταί, συνιστῶνται ἐν μὲν τῇ νομικῇ σχολῇ ἡ ἕδρα τοῦ ὀθωμανικοῦ δικαίου, ἐν δὲ τῇ φιλοσοφικῇ σχολῇ ἡ ἕδρα τῆς παιδαγωγικῆς, ἐν δὲ τῇ φυσικομαθηματικῇ ἡ ἕδρα τῆς γεωπονικῆς χημείας. (Χειροκροτήματα). Ἐπίσης ἐν τῇ φιλοσοφικῇ σχολῇ ἡ ἕδρα τῆς μέσης καὶ τῆς νεωτέρας φιλολογίας (εὖγε). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξάρω εἰς ὑμᾶς τὰ ἀγαθὰ τὰ προκύψοντα ἐκ τῆς συστάσεως τῶν ἑδρῶν τούτων. Ἐὰν συνδυάσωμεν τὴν ἕδραν τοῦ ὀθωμανικοῦ δικαίου ἐν τῇ νομικῇ σχολῇ μετὰ τοῦ φροντιστηρίου τῶν ξένων γλωσσῶν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον θὰ διδάσκωνται ἡ Γαλλική, ἡ Ἰταλική, ἡ Ἀγγλική, ἡ Γερμανικὴ καὶ ἡ Τουρκική, ἡ Ἀλβανικὴ καὶ ἡ Ἀραβική, ἄν, λέγω, συνδυάσωμεν τὴν ἕδραν τοῦ ὀθωμανικοῦ δικαίου μετὰ τῆς διδασκαλίας τῆς Τουρκικῆς γλώσσης, ἀσφαλῶς θὰ συγκρατήσωμεν ὅλους τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἐρχομένους ἐκ τῶν ἀγαπητῶν ἡμῶν μερῶν, οἵτινες δυστυχῶς σήμερον εἶναι ἠναγκασμένοι, ποιοῦντες ἐνταῦθα τὰς σπουδάς των, νὰ μεταβαίνωσιν ἀλλαχοῦ, ἵνα ὑποστῶσι πάλιν τὴν διδασκαλίαν τοῦ ὀθωμανικοῦ δικαίου καὶ τῆς Τουρκικῆς γλώσσης, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμα αὑτῶν εἰς τὰ μέρη, ἔνθα ὁμιλεῖται ἡ Τουρκική. Διὰ τῆς ἕδρας τῆς παιδαγωγικῆς ἀναπληροῦται μία μεγάλη ἔλλειψις τοῦ διδακτικοῦ συστήματος τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καθόσον σήμερον οὐδεὶς διδάσκεται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τὸ τί θὰ διδάξῃ εἰς τὸν μαθητήν. Διὰ τῆς ἕδρας τῆς μέσης καὶ νεωτέρας φιλολογίας θὰ δυνηθῶσιν οἱ φοιτηταὶ ἡμῶν νὰ καταστῶσιν ἐγκυκλοπαιδικώτεροι, διότι εἶναι περίεργον σήμερον ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν νὰ διδάσκωνται φιλοσοφίαν καὶ νὰ ἀγνοῶσι τὰ ἀπὸ τῶν μέσων χρόνων καὶ ἐντεῦθεν νεώτερα φιλοσοφικὰ συστήματα περιοριζόμενοι ἀκόμη μέχρι τῆς γνώσεως τοῦ Καρτεσίου· θέλουσιν οὕτω ἀκόμη διδαχθῆ τὴν νεωτέραν φιλολογίαν, ὅπως οὕτως ἀνυψωθῇ καὶ ἡ τόσον κατερριμμένη θέσις τῆς ἡμετέρας (Εὖγε). Διὰ τῆς ἕδρας τῆς γεωπονικῆς χημείας ἐν τῇ φυσικομαθηματικῇ σχολῇ ἀναπληροῦται ἄλλη ἔλλειψις παρ’ ἡμῖν. Ἡ φυσικομαθηματικὴ σχολὴ εἶναι προωρισμένη νὰ διδάσκῃ τοὺς μαθητὰς τῆς φυσικῆς, τῆς φαρμακολογίας καὶ τῆς ἰατρικῆς, ἐπὶ πλέον δὲ ὅπως παρασκευάζῃ τοὺς καθηγητὰς τοῦ σχετικοῦ μαθήματος διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἀλλά, ἐνῷ ὁ τελευταῖος οὗτος σκοπὸς ἐκπληροῦται, οὐδεμία πρακτικὴ ὠφέλεια παρέχεται εἰς τοὺς ἐπιστήμονας, διότι ἐκ τῶν φοιτητῶν ἐκείνων, τῶν 25 κατ’ ἔτος λαμβανόντων δίπλωμα, μόνον εἷς ἢ δύο κατατάσσονται ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι οὐδένα εὑρίσκουσι πόρον ζωῆς, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ δοθῇ ἡ δέουσα ἐφαρμογὴ εἰς τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα, καίτοι ὑπάρχουσι δὲ τοιαῦτα πολλὰ ἐν Ἑλλάδι, δυστυχῶς κανεὶς παρ’ ἡμῖν δὲν καταρτίζεται πρὸς τοῦτο, καὶ πολλὴ θὰ ὑπάρξῃ ἡ ὠφέλεια εἰς τὸν τόπον, ἂν πραγματικῶς καταρτισθῶσι τοιοῦτοι ἐπαγγελματίαι. Ἡ ἐκλογὴ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, κύριοι Βουλευταί, θὰ γίνηται κατὰ τρόπον ἐντελῶς διάφορον τοῦ σημερινοῦ. Ὁ ὑποψήφιος ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸ δεκαετίας δίπλωμα Ἑλληνικοῦ ἢ ὁμοταγοῦς ξένου Πανεπιστημίου, ἐπὶ πλέον δὲ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐκδώσει μίαν τοὐλάχιστον πρωτότυπον πραγματείαν περὶ τοῦ ἰδίου κλάδου, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει ὑποψηφιότητα. Οὕτω πως θὰ λείψῃ τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ λαμβάνωνται ἐπιστήμονες ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κλάδου καὶ νὰ τοποθετῶνται εἰς τὸν ἄλλον ἐντελῶς ἀκατάλληλοι νὰ διδάξωσιν εἰς τὸν ὃν εἰς ὃν τοποθετοῦνται. Ἐπὶ πλέον δὲ ἀπαιτεῖται καὶ τὸ προσὸν τῆς ἀνεπιλήπτου διαγωγῆς. Ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῶν τίτλων τούτων τοῦ ὑποψηφίου καταρτίζεται τριμελὴς ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπονται πρὸς ἐξέτασιν οἱ τίτλοι οὗτοι. Ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς δύο μηνῶν ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἱκανωτέρου μεταξὺ αὐτῶν, καταρτίζεται δὲ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον δημοσιεύεται εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πρακτικοῦ τούτου συνέρχεται ἡ σχολὴ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καὶ ἐκλέγει τὸν ὑποψήφιον καθηγητὴν διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, δικαιολογουμένης τῆς ψήφου ἑκάστου καθηγητοῦ, καὶ τὸ πρακτικὸν δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ θέλουσιν ἐπίσης ἐκλέγεσθαι διὰ διαγωνισμοῦ, τοῦ ὁποίου διαγωνισμοῦ τὰ καθέκαστα θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος· οἱ ὑφηγηταὶ ἐπίσης διορίζονται κατόπιν διαγωνισμοῦ, οἱ ἐπιμεληταὶ ἐπίσης διὰ διαγωνισμοῦ. Τὸ κατώτερον προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ὑφηγητῶν καὶ ἐκ τῶν καθηγητῶν τῶν ξένων γλωσσῶν. Οἱ ὑφηγηταὶ θὰ περιορισθῶσιν εἰς τὰ μαθήματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι τακτικαὶ καὶ ἔκτακτοι ἕδραι. Ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὅταν ὑπάρχωσι καθηγηταὶ τακτικοὶ καὶ ἔκτακτοι εἰς μίαν ἕδραν, εἶναι παρακεκινδυνευμένον νὰ θέσωμεν καὶ ἕτερον ἐκεῖ διδάσκοντα, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἐξ ἄλλου πολλοὶ κλάδοι τῆς ἐπιστήμης, εἰς οὓς θὰ καταγίνῃ ὁ ὑφηγητής, ὅπως προαγάγῃ αὐτούς, διὰ τοῦ μέσου δὲ τούτου θὰ ἀπαλλαγῶμεν καὶ τῶν συγκρούσεων, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται σήμερον κατὰ τὴν διδασκαλίαν. Οἱ ὑφηγηταὶ θέλουσιν εἶσθαι δύο εἰς ἕκαστον μάθημα. Ὁ καθηγητὴς ὁ ἐκλεγόμενος, ἂν μὲν εἶναι δικηγόρος, θὰ ἐπιτρέπηται νὰ δικηγορῇ μόνον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἂν δὲ εἶναι ἰατρός, ὡς καθηγητὴς μὲν τῆς μικροβιολογίας, τῆς ἀνατομίας, τῆς παθολογικῆς ἀνατομίας καὶ τῆς φαρμακολογίας δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ἰατρικὸν ἐπάγγελμα, διότι ἀπὸ τοὺς καθηγητὰς τούτους προσηλωμένους ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις αὑτῶν, τὰ ὁποῖα καταρτίζονται διὰ πολλῶν θυσιῶν, σήμερον περιμένομεν τὴν πραγματικὴν ἐντοπίαν ἐπιστημονικὴν παραγωγήν, μόνον δὲ ἂν προσκολλήσωμεν αὐτοὺς εἰς τὰ ἐργαστήριά των θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ὅ,τι προσδοκᾷ τὸ ἔθνος διὰ τὴν ἐπιστήμην ἐν Ἑλλάδι. (Χειροκροτήματα). Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι πρόσφορον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν δικηγόρον, νὰ κατέρχηται εἰς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ εἰς τὰ κατώτερα Δικαστήρια. Ἐπίσης οἱ καθηγηταὶ οἱ ὁποῖοι διευθύνουσι κλινικήν, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἰδίαν τοιαύτην, διότι δυστυχῶς παρετηρήθη ὅτι ἀπὸ τῆς μιᾶς κλινικῆς τῆς δημοσίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσάγονται ἀσθενεῖς, διὰ νὰ διδάσκωνται οἱ φοιτηταί, ποσόν τι μεταβιβάζεται εἰς τὰς ἰδιαιτέρας κλινικάς. Τὸ τοιοῦτον εἶναι παραμέλησις τῆς ἐργασίας των ἀλλὰ καὶ παράβασις τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν Πολιτείαν αὐτήν. (Χειροκροτήματα). Οἱ καθηγηταί, κύριοι Βουλευταί, οἱ διοριζόμενοι ὀφείλουσιν ἐντὸς μιᾶς διετίας ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ, ὅπως ἐκδώσωσιν εὐσύνοπτον σύγγραμμα τῆς διδασκαλίας αὑτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου καὶ νὰ διδάσκωσιν, ὀφείλουσι δὲ ἀκόμη ἐντὸς μιᾶς διετίας νὰ ἐξαντλῶσι τὸ μάθημα αὑτῶν, διότι δυστυχῶς παρετηρήθη εἰς τὸ παρελθὸν ὅτι ὑπῆρξαν καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήγαγον τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν εἰς πλέον τῶν τριάκοντα σελίδων κατ’ ἔτος, δὲν κατωρθώθη δὲ ποτὲ ὁ φοιτητὴς νὰ λάβῃ μίαν πλήρη ἀντίληψιν τοῦ μαθήματος τοῦ καθηγητοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ διδάξῃ. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου θὰ ζητηθῇ ἡ Λυδία λίθος τῶν καθηγητῶν, θὰ θεωρήσωσι δὲ πάντες, ὅτι εἶναι βαρὺ φορτίον ἡ καθηγεσία, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δύναται νὰ ἀνέλθῃ μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται νὰ τὸ βαστάσῃ. Ἡ φοίτησις τῶν φοιτητῶν εἰς ὅλας μὲν τὰς σχολὰς εἶναι τετραετής, εἰς δὲ τὴν Ἰατρικὴν πενταετής.
§89Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἑξαετής ἔπρεπεν.
§90ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν φρονῶ, κύριε συνάδελφε, ὅτι διὰ τῶν εἰσαγομένων φροντιστηρίων ἐν ταῖς σχολαῖς καὶ διὰ τῆς πρακτικῆς ἀσκήσεως τῶν φοιτητῶν ἐπὶ μίαν τριετίαν ἐν ταῖς κλινικαῖς θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ ὁ φοιτητὴς μετὰ μίαν πενταετίαν πραγματικὸς ἐπιστήμων, ἀρκεῖ ἡ διδασκαλία νὰ ὑπάρξῃ οἷα περιμένεται παρὰ τῆς Πολιτείας ἐκ μέρους τῶν καθηγητῶν οὕτω πως καταρτιζομένων. Οἱ φοιτηταὶ ὑποβάλλονται εἰς ἐξετάσεις διφυεῖς, εἰς ἐξετάσεις τμηματικὰς ἐνιαυσίως, καὶ εἰς ἐξετάσεις γενικὰς ἐπὶ πτυχίῳ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς ὅτι ἡ σημερινὴ τῶν φοιτητῶν φοίτησις εἶναι δυστυχῶς εἰκονική. Φοιτητής, ὁ ὁποῖος δὲν προσκολλᾶται εἰς τὸ φροντιστήριον αὑτοῦ, φοιτητής, ὁ ὁποῖος δὲν προσπαθεῖ, ὅπως πρακτικῶς ἀντιληφθῇ διὰ τῆς φροντιστηριακῆς ἀσκήσεως τὴν διδασκαλίαν τοῦ καθηγητοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατήσῃ ταύτην, φοιτητής, ὁ ὁποῖος δὲν προσπαθεῖ, ὅπως συλλέξῃ πάσας τὰς γνώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην νὰ παρουσιάσῃ κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὑτοῦ, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτοῦ ἐπὶ μίαν ὥραν ἐξετάσει ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ παρουσιάζει ὅλας τὰς γνώσεις ἐκείνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων παρέχεται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς Πολιτείας τὸ δίπλωμα. Διὰ τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων ὁ φοιτητὴς θὰ ἀναγκασθῇ, ὅπως παρακολουθῇ πραγματικῶς τὰς φροντιστηριακὰς ἀσκήσεις, διότι ἄλλως δὲν θὰ δυνηθῇ καὶ νὰ λάβῃ τὰς ἀποδείξεις, ὅπως προσέλθῃ εἰς τὰς ἐξετάσεις αὑτοῦ. Αἱ ἐξετάσεις δίδονται ὄχι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἀλλὰ τοὺς δύο πρώτους μῆνας τοῦ ἑπομένου χειμερινοῦ ἑξαμήνου, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἓν διάστημα ἀρκετόν, διὰ νὰ ἐνεργῶνται εὐχερῶς αἱ ἐξετάσεις· ὁ φοιτητὴς δὲ ὁ εὐδοκιμήσας εἰς ὅλας τὰς ἐξετάσεις ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν τελευταίαν ἐξέτασιν ἐπὶ πτυχίῳ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀποδείξεων καὶ ἀπόδειξιν ὅτι διήκουσε μίαν τῶν ξένων γλωσσῶν· ὁ τελειόφοιτος ὅμως ὁ ὑφιστάμενος τὴν ἐπιτυχῆ ἐξέτασιν τοῦ τμήματος τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ ἀπόδειξιν ὅτι ἔδωκεν ἐπιτυχεῖς ἐξετάσεις εἰς δύο τῶν γλωσσῶν τούτων καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν τμηματικῶν αὑτοῦ ἐξετάσεων. Ἡ ἐξέτασις, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ τελευταία εἶναι ἐπὶ πτυχίῳ, ὁ δὲ εὐδοκιμήσας κατ’ αὐτὴν λαμβάνει τὸ πτυχίον αὑτοῦ μετ’ ἀναλόγου βαθμοῦ. Διὰ νὰ γένηται ὅμως διδάκτωρ, ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἑτέραν ἐξέτασιν. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ διδάκτορος εἶναι ἔνδειξις σοβαρᾶς καταρτίσεως καὶ δέον νὰ λαμβάνηται ὑπό τινος, διότι ἐπέδειξε γνώσεις τινὰς ὁπωσδήποτε κεφαλαιώδεις εἰς τὴν ἐπιστήμην· ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ οὗτος μελέτην τινὰ παρ’ αὑτοῦ προερχομένην, ἡ ὁποία νὰ δεικνύῃ τὴν πραγματικὴν αὐτενέργειαν αὑτοῦ, τὴν πραγματικὴν κρίσιν αὑτοῦ· ἀρκεῖ νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι διδάσκονται εἰς εἴκοσι καὶ εἰκοσιπέντε μαθήματα, δίδουσιν ἐξετάσεις εἰς δύο ἐξ αὐτῶν, διότι ὁ καθηγητὴς θέλει νὰ μάθῃ παρὰ τῶν φοιτητῶν τὴν κρίσιν αὐτῶν, τὴν αὐτενέργειαν αὐτῶν· δὲν θέλει νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον συνέλεξαν αὐτοὶ ἐπιπολαίως γνώσεις τινὰς κεφαλαιώδεις ἐν τῇ ἐπιστήμῃ· δέον ἄλλως μετὰ τὴν ἐπὶ πτυχίῳ ἐξέτασιν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ τὴν μεγάλην τιμὴν τοῦ διδάκτορος, νὰ παρουσιάσῃ ἐργασίαν εἰς τὴν σχολήν, ἡ ὁποία νὰ γένηται δεκτὴ ὑπὸ ἐπιτροπῆς διοριζομένης, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ ταύτην. Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ εἰσαγόμεναι διὰ τῶν νέων ὀργανισμῶν. Ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν θέλω διαψευσθῆ ὑπ’ οὐδενός, ἐὰν εἴπω, ὅτι διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων οὐ μόνον δίδεται μεγαλειτέρα προσοχὴ ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καθ’ ἃ θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν νομοσχεδίων, πρὸς καλλιτέραν τῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ Πανεπιστημίου ἀντίληψιν, οὐ μόνον διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν καθηγητῶν, ὡς γίνεται αὕτη, θέλουσιν εἰσέλθει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον οἱ κράτιστοι, οὐ μόνον διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν θέλει πραγματικῶς δοθῆ ζωὴ καὶ ἐπιστημονικὴ κίνησις μεταξὺ αὐτῶν, καὶ ἐκ τῆς ἁμίλλης αὐτῶν καὶ τῆς ἁμίλλης τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων καθηγητῶν θέλει παρουσιασθῆ μεταξὺ ἡμῶν τὸ καλὸν τῆς ἀπολαύσεως καθηγητῶν ἐχόντων ἐπίγνωσιν τοῦ μεγάλου αὑτῶν σκοποῦ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οὐ μόνον διὰ τῶν νέων ἑδρῶν θέλει ἐμπεδωθῆ μία οὐσιαστικωτέρα καὶ θετικωτέρα κατάρτισις τῶν φοιτητῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν δύο μεταρρυθμίσεων τῆς Πολιτείας, τοῦ τμήματος τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν φροντιστηριακῶν ἀσκήσεων πρὸς τοῦτο, θέλομεν κατορθώσει, ὅπως πραγματικῶς ἔχωμεν τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τῶν ὁποίων στερούμεθα σήμερον. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουσιν ἀξίαν τινὰ διὰ τὰς ἄλλας σχολάς, θὰ ἦσαν ἐλαχίστης, ἂν μὴ οὐδεμιᾶς, ἀξίας διὰ τὴν Ἰατρικὴν σχολήν, ἐὰν ἦσαν μόναι. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἰατρικὴ σχολή, αὐτὸς ὁ χαμαιλέων τῶν ἐπιστημῶν, ὁ διαρκῶς μεταλλάσσων σύστασιν καὶ μορφήν, ἔπαυσεν ἀπὸ πολλοῦ νὰ ἔχῃ ἀξίαν τινὰ ὡς θεωρητικὴ ἐπιστήμη· θέλετε ὀνομάσατέ την πρακτικήν, θέλετε θετικήν, θέλετε πειραματικήν, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, ἐὰν δὲν εἶναι κλινικὴ ἐπιστήμη. Λάβετε οἱονδήποτε κλάδον αὐτῆς· ἐὰν δὲν ἔχῃ οὗτος τὸ ἐργαστήριον αὑτοῦ πλησίον πρὸς πειραματισμόν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν κλινικὴν τοῦ διδάσκοντος διὰ τοὺς διδασκομένους· ἐὰν δὲν ἔχητε, κύριοι Βουλευταί, τοιαύτας κλινικάς, μή, πρὸς Θεοῦ, εἰσάγετε νέους ἐπιστήμονας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διότι βεβαίως θέλετε ἴδει μετ’ ὀλίγον αὐτοὺς καθισταμένους παχυλῶς ἀμαθεῖς καὶ ἀμαθεστέρους τοὺς μαθητάς των· διότι τὸ σῶμα τὸ ἀνθρώπινον, αὐτὸ τὸ περίεργον κατασκεύασμα τοῦ Θεοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξετασθῇ, ἔχει ἀνάγκην ὁ καθηγητὴς νὰ τὸ ἴδῃ ἐκ τοῦ πλησίον, νὰ ἴδῃ ὅλας τὰς παθολογικὰς ἀλλοιώσεις του, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ περισσοτέρας τούτων καὶ νὰ συγκροτήσῃ τὰς γνώσεις ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχει δὲ ἀνάγκην τῆς ἐξετάσεως ὅλων αὐτῶν ὁ ἰατρός, διὰ νὰ δυνηθῇ εἰσερχόμενος εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ φονεύσῃ τὸ νόσημα καὶ ὄχι τὸν νοσοῦντα. Δυστυχῶς τοιαύτας κλινικάς, διὰ τὰς ὁποίας σεμνύνεται σήμερον ἡ Γαλλία καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἴσως μετεβιβάσθησαν ἐξ Εὐρώπης τὰ φῶτα τῆς Ἰατρικῆς ἐπιστήμης εἰς τὴν Ἀμερικήν, τοιαύτας κλινικάς, λέγω, παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἔχομεν ἀτελεστάτας. Εἶναι δὲ ἄπορον, Κύριοι, πῶς κατώρθωσεν ἡ Ἰατρικὴ ἐπιστήμη παρ’ ἡμῖν νὰ κάμῃ βήματά τινα μὲ τὴν ἔλλειψιν τῶν κλινικῶν τούτων, καὶ εἶναι ἀκόμη ἀπορώτερον πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τοὺς Ἕλληνας αὐτοὺς ἐπιστήμονας τοὺς ἔκρινε τόσον αὐστηρῶς, ὅτε πρὸ μικροῦ ἠσχολήθη μὲ τὴν κατάρτισιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις καταρτίζει δύο κλινικὰς παθολογικὰς καὶ μίαν διὰ τὴν εἰδικὴν νοσολογίαν, δύο κλινικὰς χειρουργικάς, μίαν ὀφθαλμολογικήν, μίαν φρενολογικήν, μίαν παιδιατρικήν, μίαν μαιευτικήν. Αἱ κλινικαὶ αὗται τῶν τακτικῶν ἑδρῶν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὸ ὀλιγώτερον τεσσαράκοντα κλίνας διὰ τοὺς τακτικοὺς καθηγητάς, ὅπως εἰς αὐτὰς εἰσέρχωνται ἀσθενεῖς διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ καθηγητοῦ καὶ τοῦ μαθητοῦ, καταρτίζονται δὲ κλινικαὶ διὰ τοὺς ἐκτάκτους καθηγητὰς τὸ ὀλιγώτερον μὲ εἴκοσι κλίνας· εἰς ἑκάστην δὲ κλινικὴν προστίθεται καὶ τμῆμα ἐξωτερικῶν ἀσθενῶν, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ φοιτηταὶ θὰ ἐξασκῶνται εἰς τὸ πρακτικὸν μέρος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς φοιτήσεως αὐτῶν παρὰ τῷ τακτικῷ καὶ ἐκτάκτῳ καθηγητῇ. Ὥταν δέ, κύριοι Βουλευταί, ἔχωμεν μίαν τοιαύτην κατάρτισιν, μίαν τοιαύτην σπουδὴν γινομένην πλησίον ὅλων αὐτῶν τῶν κλινικῶν παρὰ τῷ τακτικῷ ἢ ἐκτάκτῳ καθηγητῇ, ἡ Ἀστυκλινικὴ περιττεύει. Δὲν θὰ ἦτο περιττὴ ἡ Ἀστυκλινική, ἐὰν ἠδύνατο ἡ Πολιτεία νὰ καταναλώσῃ μέγα ποσόν, διὰ νὰ τὴν καταρτίσῃ τοιαύτην· ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχῃ τοιοῦτον, ὅταν δὲν ἔχῃ νὰ θέσῃ ἐκεῖ τοὺς καθηγητὰς μὲ σχετικὰς κλίνας, εἶναι προτιμότερον νὰ τὴν κατανείμῃ εἰς περισσοτέρας κλινικὰς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. Τὰς δύο τούτων, μίαν παθολογικὴν κλινικὴν καὶ μίαν χειρουργικήν, τοποθετοῦμεν εἰς τὸ Πολιτικὸν νοσοκομεῖον. Τὸ Πολιτικὸν νοσοκομεῖον, Κύριοι, ἔχει πλέον τῶν ἑκατὸν κλινῶν διαθεσίμους διὰ τὴν τοιαύτην τοποθέτησιν, ὡς δὲ σήμερον καταρτίζεται τὸ ἀμφιθέατρον αὐτοῦ, εἶναι ἱκανὸν ὅπως περιλάβῃ τοῦτο μίαν κλινικὴν παθολογικὴν καὶ μίαν χειρουργικήν, μὲ τεσσαράκοντα κλίνας μὲν ἑκάστην διὰ τοὺς τακτικούς, μὲ εἴκοσι δὲ διὰ τοὺς ἐκτάκτους.
§91Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν δῆμον τὸ νοσοκομεῖον.
§92Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὡς περιφρουροῦνται σήμερον διὰ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῶν κλινικῶν τὰ δικαιώματα τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ δῆμος θέλει ἐπωφελῶς συντρέξει τὸ ἔργον τῆς Πολιτείας. Ἡ ἑτέρα κλινικὴ ἡ χειρουργικὴ τοποθετηθήσεται εἰς τὴν ἤδη ὑπάρχουσαν κλινικὴν τοῦ Ἀρεταιείου, ἡ δὲ ἑτέρα παθολογικὴ εἰς τὸ Αἰγινήτειον νοσοκομεῖον· ἡ φρενολογικὴ θὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Αἰγινητείου, ἡ δὲ γυναικολογικὴ μέρος τοῦ Ἀρεταιείου. Μαιευτήριον θέλει κτισθῆ νέον εἰς τὸ οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀγορασθῆ, θὰ δαπανηθῇ δὲ ποσὸν τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Θὰ μοὶ εἴπητε· τὰς 300.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ δαπανήσητε διὰ τὸ Μαιευτήριον, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσητε διὰ τὰς κλινικάς, τὰς ὁποίας θὰ κάμητε εἰς τὸ Ἀρεταίειον καὶ εἰς τὸ Αἰγινήτειον, ποῦ θὰ τὰ εὕρητε ὅλα αὐτὰ τὰ χρήματα; Ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον θέλει ὡς κτίριον ἀπαρτίσει μέρος τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἀπαλλοτριουμένου τοῦ πρὸς τοῦτο μέρους, ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου τοῦ πρὸς τοῦτο δοθησομένου θέλουσι καταρτισθῆ καὶ αἱ κλινικαὶ καὶ τὸ Μαιευτήριον. Ὡμίλησα, κύριοι Βουλευταί, περὶ ὅλων, περὶ ἑνὸς δὲ μόνον δὲν ὡμίλησα δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶπον εἰς ὑμᾶς, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν αὐξάνονται. Καθηγηταὶ ἔχοντες σήμερον 350 δραχμὰς μηνιαίως θὰ λαμβάνωσι 400, θὰ λαμβάνωσι δὲ καὶ 100 δραχμὰς ἀπὸ τὰ φροντιστήρια· ὥστε ἔχομεν 500 δρ., προστιθεμένων δὲ καὶ 100 δρ. λόγῳ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν τῶν δύο πενταετιῶν, γίνονται 600 δραχμαί. Προστίθενται οἱ μισθοὶ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν καὶ αὐξάνονται κατά τι οἱ μισθοὶ τῶν ἐπιμελητῶν. Ἀλλ’ ὅταν θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι θέλουσιν ὑπάρξει καὶ ἐγγραφαὶ διὰ τὰς ἀσκήσεις εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ποσὸν τοῦτο προστιθέμενον εἰς τὸ ποσὸν τῶν προσόδων τοῦ Καποδιστριακοῦ, αἱ ὁποῖαι πρόσοδοι θὰ εἶναι 250 χιλιάδες δραχμῶν, τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς μεταρρυθμίσεις. Μὴ νομίσητε, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ καὶ αὔξησις τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Γνωρίζετε ὅτι οἱ φοιτηταὶ σήμερον πληρώνουσι τριπλάσια καὶ τετραπλάσια διὰ τὰ ἄσκητρα εἰς τοὺς ἐπιμελητάς. Οἱ ἐπιμεληταὶ δὲν θὰ ἐξακολουθήσωσιν αὐτὴν τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦσι τώρα, διότι θὰ ἀποβάλλωνται, συλλαμβανόμενοι ἐν καταδολιεύσει τοῦ νόμου· ἀφ’ ἑτέρου οἱ φοιτηταί, θὰ πληρώνωσι μὲν ἄσκητρα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλὰ θὰ λαμβάνωσι τὴν πραγματικὴν ἐκπαιδευτικὴν τροφήν. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα τὰ κυβερνητικὰ ἐν ὅλῳ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν στοιχειώδη, τὴν μέσην καὶ τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν. Ὅταν μετά τινας ἡμέρας ὑποβάλω μέτρα τινὰ ἀφορῶντα τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν καλλιτεχνίαν καὶ τὴν ἀρχαιολογίαν, θὰ ἔχητε ἐν συνόλῳ ὅλον τὸ πρόγραμμα τὸ ἐκπαιδευτικὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνητε. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶμαι εἰδικὸς εἰς τὸν κλάδον τοῦτον, οὐδὲ ἐπαγγέλλομαι τὸν πρωτότυπον ἐκπαιδευτικὸν νομοθέτην, διότι ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι καὶ τὰ φῶτα τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ τὰ φῶτα τῶν εἰδικῶν καὶ τὰ μέτρα τῶν μέχρι τοῦδε διοικησάντων τὸν κλάδον τοῦτον ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ἐλάβομεν ἐξ αὐτῶν ὅ,τι ἐνομίσαμεν πρόσφορον καὶ τὸ προσηρτήσαμεν εἰς τὴν κεντρικὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀληθῶς διέπει ὅλα τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὡς τοιαύτη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐλλείπει ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι ἡ ἰδική σας συμβουλὴ καὶ τὰ ἰδικά σας φῶτα, τὰ ὁποῖα παρακαλεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσητε ἀμέριστα ἐν τῇ καταρτίσει τῶν νομοσχεδίων. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταί, ἓν μόνον φιλοδοξεῖ, ὅπως ἐκ τῆς κοινῆς ταύτης ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀδιαφορεῖ ἀπὸ ποῖον θὰ ἀπορρεύσῃ τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν γνώσεων καὶ τῶν συμβουλῶν, προέλθῃ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, θὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ θεωρεῖ σημαντικῆς ὠφελείας εἰς τὸν τόπον. Εἶναι σημαντικῆς ὠφελείας τὸ ἔργον τὸ ἐκπαιδευτικόν, ἡ δὲ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὑψίστη ἀρετὴ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον δεικνύει τόσην ἀντίληψιν καὶ τόσην ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ εἴπωμεν καθαρῶς τόσον εἰς ὑμᾶς, ὅσον καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωκεν ἀμέριστον τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἀνόρθωσις τοῦ τόπου, ἡ πραγματικὴ πολιτικὴ ἀνόρθωσις δὲν εἶναι ἔργον ἐφήμερον, ἀλλὰ μακρόν, διότι ἀποβλέπει εἰς ἓν καὶ μόνον μέσον ἐπιτυχίας, εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν. Τὸ ἔργον ἡμῶν σήμερον τῶν διευθυνόντων τὸν τόπον εἶναι, ὅπως δι’ ἐργασίας πραγματικῆς δώσωμεν τὴν κατεύθυνσιν καὶ τὸν τόνον εἰς μίαν θετικὴν ἐργασίαν πρὸς πραγματικὴν ἀποβολὴν ἐκ τοῦ μέσου ἡμῶν τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὴν παράλυσιν. Τὸ ἔργον, Κύριοι, εἶναι πολὺ δυσχερές, διότι δυστυχῶς ὑπῆρξε μακρὰ ἡ περίοδος τοῦ ὕπνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔζησεν ἡ πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ τὴν εἰκόνα τῆς συντάξεως, τὴν ὁποίαν ὠνειρεύθημεν ὅλοι ἡμεῖς, θὰ τὴν δώσῃ ἡ ἐκπαίδευσις, θὰ τὴν δώσῃ ὁ μορφωτὴς διδάσκαλος, θὰ τὴν δώσῃ ὁ ἱερεύς. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ὅταν ἔχωμεν τὴν συνδρομὴν ὑμῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐμπιστεύεται εἰς ὑμᾶς ὡς πρὸς εὐγενεῖς χεῖρας τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. (Χειροκροτήματα). Ἤθελον παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἔχητε τὴν καλωσύνην, νὰ παραπέμψητε εἰς ἐπιτροπὴν τὰ νομοσχέδια αὐτά.
§93Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ τυπωθῶσιν.
§94Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι τυπωμένα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου.
§96Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι δύο τὰ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἐπιτροπὴ ἀφορῶσα μόνον διὰ τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅταν δὲ θὰ διανεμηθῶσι τὰ νομοσχέδια, τότε θὰ γίνωσιν ἐπιτροπαὶ δι’ ἕκαστον κλάδον.
§98Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἐξαιρεθῶσι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§100Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μὴ θυμώνετε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασις νόμου ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 190 Βουλευτῶν, ἀφορῶσα εἰς τὸν διορισμὸν καθηγητῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον μόνον. Κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύνανται νὰ διορίζωνται τακτικοὶ καθηγηταὶ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίου οἱ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου διατελέσαντες τοιοῦτοι ἐν αὐτῷ. Πρὸς τοῦτο δὲ δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΓΨΛΑʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3731) τῆς 31 Μαρτίου 1910 ληφθείσας ἀποφάσεις περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν, ἀνακαλοῦν ταύτας ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἡ πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 190 συναδέλφους, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιτρέψει, ὅπως τὴν πρότασιν ταύτην τὴν παραπέμψω εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετασθῇ ἐν τῷ συνόλῳ.
§102Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ τυπωθῇ. Ἑκατὸν ἐνενήκοντα Βουλευταὶ σημαίνει μίαν ἐκδήλωσιν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέπει νὰ καταρτίσω τὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§105Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διορισθῶσι, νὰ εἶναι ξένα παντελῶς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου ἐνδιαφέροντος.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος νὰ ἐνασκήσῃ καρδιογνωσίαν καὶ νὰ διαγνώσῃ τίνες ἐνδιαφέρονται καὶ τίνες δὲν ἐνδιαφέρονται. Ἐὰν ἡ πρότασις αὐτὴ ἤθελεν ἑρμηνευθῆ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, τότε θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ Πανεπιστήμιον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί θέλετε βωβὴν ἐπιτροπήν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ἐκλέξω τὴν ἐπιτροπήν.
§107Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ὑπάρχουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἄμεσον συμφέρον.
§108Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι μνηστῆρες ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§109Γ. ΠΩΠ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τίθενται τοιαῦτα ζητήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἴσον ἐνδιαφέρον, ἐὰν δὲ ἠρωτώμεθα, θὰ ἐλέγομεν ὅτι, οἱ μνηστῆρες καὶ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ εἶναι οἱ καταλληλότεροι διὰ νὰ ὑποδείξωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὰ δέοντα, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια πρόκειται νὰ ἔλθωσιν ἐν τῇ κρίσει ἡμῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, ὅπως εὐαρεστούμενοι ἐγκαταλείψωσι τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἥτις πιθανὸν νὰ παρεξηγηθῇ, ὄχι εὐτυχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως θὰ παρακαλέσω νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ ἡ συζήτησις.
§110Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ ἀνετέθη εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκλέξητε τὴν ἐπιτροπήν, πᾶσα συζήτησις παρέλκει.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσω τὰς συστάσεις τῶν κ. Βουλευτῶν.
§112Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν;
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ ἠδυνάμην ὅμως ἴσως νὰ παρεξηγηθῶ, ἐὰν δὲν ἔδιδον τὸν λόγον εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐνῷ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν, ἐζήτησάν τινες τὸν λόγον, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸν λόγον.
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πράγματα συνέβησαν ὡς ἑξῆς. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα μοὶ δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ Βουλὴ διὰ τῶν συγκατανευτικῶν αὐτῆς φωνῶν ἔδωκε τὴν ἄδειαν, δὲν ἠρώτησα ὅμως, ἵνα παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου δι’ ἀναστάσεως. Ἀμέσως πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐζήτησαν νὰ κάμωσι συστάσεις διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
§117Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ἐμὲ ἐφάνη, ὅτι ἐρωτήσαντες ὡς ἠρωτήσατε, προτείναντες ὅπως προετείνατε, εἴχετε ὑπ’ ὄψει τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐστερήθην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφίας.
§119Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι βεβαίως.
§120Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ μεμφθῶμεν κανένα καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὸ Προεδρεῖον, δηλοῦμεν ὅτι πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν προσελθόντες ἐνταῦθα προσήλθομεν ἀκριβῶς, ἵνα καταπνίξωμεν, εἰ δυνατόν, τὰς μεθόδους τοῦ παρελθόντος. Ἐὰν δέ τινες ζυμωμένοι μὲ τὸ παρελθὸν φρονῶσιν ὅτι πολιτικὴ ἀνόρθωσις, ἀναγέννησις, πρόοδος, ἐθνικὸν μεγαλεῖον εἶναι νὰ ἀκολουθῶμεν τὴν πεπατημένην ὁδόν, ἐκείνην ἡ ὁποία μᾶς κατεβαράθρωσε, μᾶς ἐξηυτέλισε, μᾶς ἐταπείνωσεν, ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§121ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι.
§122Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν εἶναι πρέπον Βουλευταὶ εἰσηγηταὶ τῶν νομοσχεδίων νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα εὐρύτερον, σαφέστερον καὶ διεξοδικώτερον ἐν καιρῷ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ὁ Πρόεδρος ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§124ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀρθὸν ἤθελεν εἶσθαι, κατὰ τὴν γνώμην μου, μετὰ τὰς συστάσεις, αἵτινες ἔλαβον τοιοῦτον τόνον, καὶ νομίζω ὅτι καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἠκούσθησαν, ὀρθὸν ἤθελον εἶσθαι, ἵνα τοὐλάχιστον μὴ ἀνακοινώσητε τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς ἀπόψε, ἀλλ’ ἀναθεωρήσητε τὰς σκέψεις σας, ἐὰν ἔχητε καταλήξει εἰς ἀποφάσεις οὕτως ὥστε νὰ ἀναθεωρήσητε τὰς ἀποφάσεις σας κατὰ τὸ δυνατὸν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει σας συστάσεις, αἵτινες τοιοῦτον τόνον ἔσχον καὶ τοσαύτης ἠξιώθησαν κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς προσοχῆς.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζετε ἂν ἔχω κάμει ἀπόφασιν. Μὲ ἐλέγχετε ἐκ τῶν προτέρων.
§126ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, ὅτι ἡ διατετυπωμένη γνώμη, ἥτις ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔχει μεῖζον κῦρος τῆς ἀναπτυσσομένης προφορικῶς, καθόσον χρησιμεύει ὡς βάσις συζητήσεως, ἂν τυχὸν ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ὄντως ἐκεῖνοι εἶναι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ ἔχομεν πλέον ἡμεῖς ὡς βάσιν συζητήσεως τὰς γνώμας αὐτῶν. Αἱ γνῶμαι αὐτῶν δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἔχουσι μεῖζον κῦρος ἀπέναντι τῶν γνωμῶν τῶν ἀναπτυσσομένων προφορικῶς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.
§127ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἤκουσα τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὅτι ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ καὶ πιστεύω ὅτι ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμέ, ὅτι οὐδεὶς ἐκτὸς ἐμοῦ ὑπῆρξεν εἰσηγητὴς τῶν νομοσχεδίων. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἤκουσα γνώμας πολλῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἐμὲ νομοσχέδιον, οὔτε ἐγὼ θὰ ἐτόλμων τοιοῦτο νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§128Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς αὐτό, ἀφήνουσιν ἔξω τὴν ἰδιοτέλειαν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὖγε.
§130Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ. προλαλησάντων προσβάλλουσι τὴν Βουλὴν καὶ μειοῦσι τὸ κῦρος αὐτῆς.
§131Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λυποῦμαι κατάκαρδα, διότι ἐγενόμην πρόξενος ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ δημιουργηθῇ προσωπικὸν ἐπεισόδιον.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει. Σεῖς τὸ γεννᾶτε.
§133Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὡμίλησα γενικῶς.
§134Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι οὐδεὶς ἐκτὸς αὐτοῦ εἶναι εἰσηγητὴς αὐτῶν.
§135Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κανεὶς δὲν εἶπεν ὅτι εἶναι ἄλλος εἰσηγητής.
§136Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ μᾶς εἶπε τὴν πηγήν, ἣν εἶχεν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὅτε ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ διορισθῇ ἐπιτροπή, εἷς ἐξ ἡμῶν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ σύστασις πρὸς τὸν Πρόεδρον, ὅπως μὴ διορισθῶσι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς Βουλευταὶ ἐπιθυμοῦντες ἴσως νὰ διορισθῶσι καθηγηταί. Βεβαίως οὐδεὶς Βουλευτὴς θὰ ἐνεργήσῃ ὑστεροβούλως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἐν τοσούτῳ ὅμως, ἐπειδὴ ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὑπῆρξεν ἰδέα ὅτι μέλη τινά...
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ ἀναγκάζετε ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἀντικανονική, διότι δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§139Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Θεωρῶ καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρξε τοιαύτη ἰδέα, πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσοχήν, ὅπως μὴ ὑπάρξῃ ὄχι εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς οὐδένα παρεξήγησις περὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπει νὰ τὸ δεχθῶ ἐγὼ μετὰ τὰ γενόμενα. Ἐγὼ σᾶς δηλῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε τὴν πρόθεσίν της, ἵνα ἐκλέξῃ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς τὴν ἐπιτροπήν.
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐγένετο προληπτικὸς ἔλεγχος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκλεγῇ ὁ Α ἢ ὁ Β μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἔχει ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἰδιότητα, ἔχω δισταγμοὺς ἂν πρέπει νὰ δεχθῶ τοιαύτην ἐντολήν.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προτοῦ νὰ τελειώσητε τὴν φράσιν σας, ἐπιτρέψατε νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ γενόμενος ἔλεγχος δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§144ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§145Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ κατ’ ἐπανάληψιν ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκλέξητε τὴν ἐπιτροπήν.
§146Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
§147Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξαν συστάσεις τινὲς ὑπὸ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, αὗται δὲν ἔχουσιν ἐπιρροήν. Ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκλέξητε τὴν ἐπιτροπήν.
§148Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Σᾶς ἐδώκαμεν τὴν ἐντολήν.
§149ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ πνεῦμα τῶν συστάσεων αὐτὸ ἦτο, ἵνα ὁ Πρόεδρος ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, διότι, ἐὰν ἠμφισβήτουν ταύτην, θὰ κατηρχόμην τῆς ἕδρας, ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως ἐκ τῶν συστάσεων καὶ τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους βλέπω παρά τισι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, μήπως γίνῃ ἔλεγχος κατόπιν περὶ πλάνης τυχὸν τοῦ Προέδρου, οὐχὶ βεβαίως περὶ κακῆς πίστεως.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§153Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ προσθέτω μάλιστα, ὅτι, ἐάν τις ἐξ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν αἰσθάνηται κώλυμά τι, εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἴδιος θὰ δηλώσῃ τοῦτο.
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀνακοινώσω τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως καὶ ὄχι αὔριον, διότι γινώσκει ἡ Βουλὴ, ποία ἡ δυσχέρεια τοῦ Προέδρου πρὸς ἐκλογὴν μελῶν ἐπιτροπῆς καὶ πόσαι αἱ ἐγειρόμεναι ἐπιθυμίαι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν πρὸς ἐργασίαν. Δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ τὸ μαρτύριον τοῦτο δι’ ἐμὲ μέχρις αὔριον. Μετὰ τοῦτο εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§156Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέβαλε νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργός.
§158Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα πλέον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαμάης.
§160Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, ὑπεβλήθη καὶ ἀναφορὰ διὰ τὴν ὁδὸν Ἀχαρνῶν καὶ Ιʹ Σεπτεμβρίου. Ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα παρὰ τοῦ κ. Π. Ἠλιοπούλου καὶ κατετέθησαν. Ἔπρεπε λοιπὸν ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐγγεγραμμένον θέμα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν;
§162Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγράφη κατὰ λάθος.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑποβάλει αἴτησιν;
§164Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τακτικὸν εἶναι κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ θέλων νὰ ἀπαντήσῃ ἢ ἐπεκτείνῃ τὴν αἴτησιν τῶν πληροφοριῶν νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἠλιόπουλος ὁ προκαλέσας τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καθ’ ἣν ὥραν ὁ Ὑπουργὸς τὰ κατέθηκε φαίνεται ὅτι ἦτο ἀπών, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ κατέθηκεν ἄνευ ἀναπτύξεως, ἀλλὰ δὲν στερεῖται τοῦ δικαιώματος τούτου.
§166Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ὑπ’ ἀριθμὸν 26.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτή.
§168Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ἀναγραφῇ διὰ τὴν Πέμπτην.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναγράφεται πρώτη κατὰ σειρὰν διὰ τὴν Πέμπτην.
§170Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς, ὅταν πρόκειται νὰ ποιῶνται εἰσηγήσεις νομοσχεδίων τοσούτῳ μακράς, νὰ μὴ ποιῶνται ἐκλογὴν ἡμέρας ὡρισμένης διὰ τὸν ἔλεγχον, διότι οὕτως ὁ ἔλεγχος καταργεῖται τελείως. Ἀρκεῖ ὅτι περιωρίσαμεν αὐτὸν εἰς δύο ἡμέρας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ ὅτι ἐπερώτησίς τις, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, φέρει αὔξοντα ἀριθμὸν 59, ἀλλὰ συγχρόνως μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, εἶχον ἐπερωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ περὶ δευτέρου θέματος, περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ περιωνύμου διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τὸν ὁποῖον μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι ἠρωτήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τότε.
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ.
§172Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἡ ἐπερώτησις αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἀλλὰ δὲν βλέπω ἀναγεγραμμένην ὁμοῦ μὲ τὴν ἄλλην.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς.
§174Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διότι καὶ ἐγὼ δὲν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ τόσου καιροῦ ἐμερίμνα νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Κλάδης, Π. Ἠλιόπουλος, Σ. Καβαλλιεράτος, Ε. Κουλουμβάκης, Π. Ἀλεξάκης, Π. Ἀραβαντινός, Ν. Βάρθης, Φ. Νέγρης, Α. Τριγώνης καὶ Ν. Φουρίδης παρακαλοῦσιν, ὅπως προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 167 ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ῥακτιβάν. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διατί ἡ Εἰσαγγελία τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν παραμένει ἄνευ τακτικοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἄνευ τοῦ κατὰ νόμον προσήκοντος ἀναπληρωτοῦ ἐφέτου».
§176Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Προέβαλον, κ. Πρόεδρε, ἐπερώτησιν ἀναγομένην εἰς τὴν πλημμελῆ κατὰ τὴν γνώμην μου συγκρότησιν τῆς Εἰσαγγελίας τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, τῆς ἐπερωτήσεως δὲ ταύτης ζητεῖται ἡ πρόταξις δι’ αἰτήσεως 20 περίπου συναδέλφων. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ ἔρευνα τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ὄχι μόνον διότι ἀνάγεται εἰς τὸν ἔλεγχον πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ κυρίως διότι ἐκ τῆς ἀκρίτου ἐνεργείας τοῦ παρανόμως κατ’ ἐμὴν γνώμην διευθύνοντος τὰ τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν ἀπειλεῖται νὰ δημιουργηθῇ μία ἔκρυθμος κατάστασις μεταξὺ δικηγόρων καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν ἄνευ οὐδενὸς λόγου, διότι, ἐν ᾧ αὐτὸς ἐπροκάλεσε τὰ ἐπεισόδια, διεξάγει ἐν τούτοις ἀνακρίσεις κατὰ δικηγόρων ὁ ἴδιος (χειροκροτήματα).
§177ΝΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προταχθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως;
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις προτάσσεται. Ὁ κ. Ῥακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
§181Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μεταξὺ τῶν νομοθετημάτων, κύριοι Βουλευταί, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, εἶναι καὶ ὁ νόμος ͵ΓΥΛΖʹ «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν». Ὁ νόμος οὗτος ἐν ἄρθρῳ 11 ὁρίζει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Καθιέρωσε δὲ καὶ διαδικασίαν ἰδίαν, δυνάμει τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες εἰσαγγελεῖς ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἐπαρκείας αὐτῶν, μίαν δὲ ἡμέραν ἐμανθάνομεν ὅλοι ὅτι πάντες οἱ εἰσαγγελεῖς οἱ κατέχοντες τὰς ἕδρας τῶν εἰσαγγελέων τῶν πέντε Ἐφετείων τοῦ Κράτους ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκεῖς καὶ ἐπαύθησαν διὰ μιᾶς ἀποφάσεως. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου ἐξένισεν ὀλίγον καὶ ἐγένετο δεκτὴ μόνον μετ’ ἀναμονῆς, διότι ὁ κόσμος προσεδόκα νὰ ἴδῃ καὶ τὴν συνέχειαν τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ. Κατὰ τὰς ἑπομένας ἀποφάσεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν τὸ συμβούλιον ἐδείχθη μαλακώτερον, ἴσως διότι ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο, ἐπέδρασεν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ ῥητῶς ἐκπεφρασμένῃ δικαιολογίᾳ ὅτι δὲν ἦτο εὔλογον ν’ ἀπαιτηθῶσι τὰ αὐτὰ προσόντα ἐπαρκείας διὰ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, διότι οἱ ἀντεισαγγελεῖς δὲν ἔμελλον νὰ διευθύνωσιν Εἰσαγγελίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγεννᾶτο κενόν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος προυνόησε πῶς θὰ συμπληρωθῇ καὶ ἔχει ἰδίαν διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 12, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «Αἱ κενούμεναι θέσεις τῶν ἀντεισαγγελέων καὶ εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ἢ ἀντεισαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν πληροῦνται, ἐφ’ ὅσον ἐλλείπουσιν οἱ ἔχοντες τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον πρὸς προαγωγὴν εἰς τὰς θέσεις ταύτας ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἀνατίθενται δὲ τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα διὰ Β. Διατάγματος προσωρινῶς, τὰ μὲν τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἴς τινα τῶν ἀρεοπαγιτῶν, τὰ δὲ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὡς καὶ τὰ τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀντεισαγγελέως, εἴς τινα τῶν ἐφετῶν». Ὁ νόμος προδήλως δὲν ἐνόησε νὰ ἀφήσῃ τὰς Εἰσαγγελίας νὰ διευθύνωνται ἀπὸ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς κατὰ τὸ μακρὸν αὐτὸ διάστημα, διότι ὁ νόμος ὡς καὶ τὸ Συμβούλιον, ὅτε ἔπαυε τοὺς Εἰσαγγελεῖς ἐνόει προδήλως, ὅτι οἱ κατ’ ἀνοχὴν διατηρούμενοι ἀντεισαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ προσόντα, δὲν ἦσαν κατάλληλοι διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν Εἰσαγγελιῶν, δὲν θὰ ἀνελάμβανον ποτὲ ταύτην, ἀλλ’ ὅτι ἡ διεύθυνσις θὰ ἀνετίθετο εἰς ἐφέτας. Πράγματι ἡ Εἰσαγγελία Ἀθηνῶν ἀνετέθη εἰς ἕνα τῶν ἐγκριτωτέρων ἐφετῶν, τὸν κ. Ταμπακόπουλον· ἀλλὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς εἰσαγγελικῆς αὐτοῦ ὑπηρεσίας οὗτος διωρίσθη νομικὸς σύμβουλος, καὶ ἡ θέσις αὐτοῦ δὲν ἐπληρώθη, ἔμεινε κενή, διευθυνομένης τῆς Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν ἀπὸ τὸν ἀντεισαγγελέα κ. Δεκάριστον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν εἶχε κριθῆ ἱκανὸς ἀπὸ τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, ἵνα λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως· ἤ, ἐὰν ἐθεωρεῖτο τοιοῦτόν τι ὡς δυνάμενον νὰ γίνῃ, ἔδει νὰ προηγηθῇ ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην, ἐφ’ ὅσον θεωρηθῇ ἄξιος αὐτῆς, καὶ οὕτω νὰ διευθύνῃ νομίμως τὴν Εἰσαγγελίαν Ἀθηνῶν, διότι ἤδη νομίζω ὅτι κακῶς διευθύνει τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς νομικῆς ἀπόψεως ἔχομεν γεγονὸς πραγματικὸν ἀποδεικνῦον τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Οἱ δικηγόροι, ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην, δικαίως ἢ ἀδίκως, εἰς τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, ἐζήτησαν παρ’ ἐμοῦ ὡς προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου νὰ ὁρίσω ἡμέραν πρὸς συζήτησιν· ὥρισα, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, διότι παρουσιάζετο αἴτησις 15 συναδέλφων, ὥρισα συνεδρίασιν μετὰ δεκαήμερον προθεσμίαν τασσομένην ἐκ τοῦ νόμου. Ἡ προθεσμία ἦτο μακρά, τῶν δέκα ἡμερῶν, οἱ δικηγόροι εἶχον ἐπιθυμίαν νὰ κάμωσιν ἓν ψήφισμα ἐν σχέσει πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον περὶ ἀνακοπῶν, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἐπέκειτο, καὶ δὲν ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ ἀναμείνωσι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἐγίνετο ἡ τακτικὴ συνεδρίασις τοῦ συλλόγου. Τούτου ἕνεκα ἐζήτησαν νὰ κάμωσι μίαν συνέλευσιν ἔκτακτον, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχον καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος, τοῦ συνέρχεσθαι καὶ ἀναφέρεσθαι. Τὴν συνέλευσιν ὥρισαν αὐτοβούλως μεταξὺ δύο συνεδριάσεων τοῦ Πρωτοδικείου. Τὸ Πρωτοδικεῖον κατὰ Τετάρτην συνεδριάζει τὴν τρίτην ὥραν ἓν τμῆμα καὶ εἰς τὰς 4½ τὸ ἕτερον. Τοῦ πρώτου τμήματος ἡ συνεδρίασις ἔληξε περὶ τὰς 4· κατὰ τὸ μεσόχρονον δὲ τοῦτο διάστημα τῆς ἡμισείας ὥρας, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ δικηγόροι ἦσαν συνηγμένοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ δὲν εἶχόν τι νὰ κάμωσιν, ἠθέλησαν νὰ ψηφίσωσιν ἓν ψήφισμα ἀφορῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνακοπῶν, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις παρετάθη πλέον τοῦ δέοντος, καί, ὅτε ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ τὸ 2ον τμῆμα, ἵνα συγκροτήσῃ δικαστήριον, εὗρε τοὺς δικηγόρους συνηγμένους καὶ συνεδριάζοντας· καὶ κατὰ παράκλησιν αὐτῶν ἀπεχώρησε, δηλώσαντος τοῦ προέδρου ὅτι χορηγεῖ μιᾶς ὥρας προθεσμίαν, ἵνα λήξῃ ἡ συζήτησις ἐν τῷ συλλόγῳ καὶ ὅτι μετὰ μίαν ὥραν ἤθελεν ἐπανέλθει τὸ δικαστήριον. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον 20′ καὶ ἐμφανίζεται ὁ πρόεδρος μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν γραμματέων τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐζήτουν νὰ γίνῃ συνεδρίασις πρὸ τῆς ὥρας, ἥτις παρεσχέθη ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου εἰς τοὺς δικηγόρους, καὶ καθ’ ἣν ὥραν δὲν ἠδύνατο νὰ συγκροτηθῇ νομίμως συνεδρίασις, διότι οἱ ἔχοντες νὰ δώσωσιν ὅρκους καὶ οἱ μέλλοντες νὰ δικασθῶσιν, ἀκούοντες τὴν δήλωσιν τοῦ προέδρου ὅτι μετὰ μίαν ὥραν θὰ συνεκροτεῖτο ἡ συνεδρίασις ἠδύναντο νὰ ἀπέλθωσι, καὶ δὲν ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ δικασθῶσιν ἐρήμην ἢ νὰ γίνωσιν ἔκπτωτοι τῶν ὁρκοδοσιῶν των. Ἐγένετο παρατήρησις πρὸς τὸν κ. πρόεδρον «δὲν μᾶς ἐδώσατε προθεσμίαν μιᾶς ὥρας;». Καὶ οὗτος ἀπήντησε· «δὲν μᾶς ἀφήνει ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν». Ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς δὲ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ καὶ δύναμιν ἔνοπλον, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο νὰ διαλύσῃ συλλαλητήριον εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως διὰ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, καὶ ἤρξατο νὰ ἀπωθῇ ὁ ἴδιος τοὺς δικηγόρους, ἀλλ’ ἀντὶ τῶν δικηγόρων ἀπώθει τὸν κ. Σπηλιάδην. (Ἱλαρότης). Αὐτὰ τὰ ἐξακρίβωσα ὡς πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ τὰ διετύπωσα ἐν ἐκθέσει τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου. Προεκλήθη θόρυβος, θόρυβος ἀπρεπής, ὁμολογῶ, διότι δὲν εἶμαι ποτὲ ὑπὲρ τῆς ἀταξίας, θόρυβος ὅμως προκληθεὶς ἀπὸ τὴν ἄστοχον ἐνέργειαν αὐτοῦ τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἁρμόδιος ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ νὰ ἐπιβληθῇ. Ἴσως, ἐὰν ἦτο τακτικὸς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, θὰ ἐπεβάλλετο. Ἕνεκα λοιπὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως προυκλήθη θόρυβος, καὶ μετὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ ἀποχωρήσῃ τὸ δικαστήριον ἐπὶ ἓν τέταρτον, κατὰ τὸ ὁποῖον συνετάχθη τὸ ψήφισμα, μεθ’ ὃ συνεδρίασε τὸ τμῆμα καὶ ἀνεβλήθησαν αἱ πλεῖσται ὑποθέσεις ἕνεκα τῆς ταραχῆς, ἡ ὁποία εἶχε καταλάβει τοὺς δικηγόρους καὶ διότι δὲν ἤθελον νὰ δικάσωσιν ἐρήμην τοὺς συναδέλφους των, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποχωρήσει ἐν τῷ μεταξὺ, καὶ ἐτελείωσεν ἡ συνεδρίασις. Μετὰ τοῦτο ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, μορφωθεῖσαν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας διεξήγαγον ὡς πρόεδρος τοῦ συλλόγου, ἦτο ὁ κύριος ὑπαίτιος, διεξάγει ποινικὰς ἀνακρίσεις καὶ ἀπαγγέλλει κατὰ τῶν δικηγόρων κατηγορίαν ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς, δηλαδὴ ἐπὶ ἀντιστάσει καθ’ ἑαυτοῦ· ἐδέησε δὲ νὰ ὑποβληθῇ αἴτησις ἐξαιρέσεως ὑπὸ δικηγόρου, ἵνα ἀναθέσῃ εἰς τὸν ἑπόμενον ἀντεισαγγελέα τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ἦτο ἐνέργεια ἐκτὸς τοῦ νόμου. Τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ συλλόγου, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὰς ἠκροάσθη τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἅτινα ἦσαν παρόντα εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν δικηγόρων, ἐνήργησε προσθέτους διοικητικὰς ἀνακρίσεις διὰ τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Κωτσάκου καὶ κατέληξεν εἰς συμπέρασμα, ὅπερ εἶναι καὶ θετικὸν καὶ μεμετρημένον καὶ δύναμαι νὰ εἴπω λίαν φρόνιμον. Λέγει τὸ συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ἐπισταμένης ἐρεύνης τῶν γεγονότων κατὰ τὰς ὡς ἄνω ἐκθέσεις καὶ πάντα τὰ ὑποβεβλημένα αὐτῷ στοιχεῖα τὸ συμβούλιον ὁμοφώνως ἐσχημάτισε τὴν γνώμην, ὅτι τὸ προκείμενον ἐπεισόδιον οὐδεμίαν ἔχει σοβαρὰν σημασίαν, καὶ προῆλθεν ἐκ παρεξηγήσεως συνεπείᾳ ἐπεμβάσεως τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ κ. εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, καθ’ ἣν ὥραν, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. προέδρου τοῦ Δικαστηρίου ἀναβληθείσης τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως οἱ δικηγόροι συνεσκέπτοντο περὶ θέματος ἀφορῶντος αὐτούς, καὶ ἕνεκα τῆς κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν, ἐν οὐ δέοντι, προσελεύσεως ἐνόπλου δυνάμεως εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου. Θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀνωτέρω ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἀνεξαρτήτως τῆς κρίσεως αὐτῆς καὶ τῶν στοιχείων, ἐφ’ ὧν βασίζεται, εἰς ἃ τὸ συμβούλιον δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ, τὸ μὲν δίδει χαρακτηρισμὸν σοβαρότητος εἰς γεγονότα στερούμενα τοιαύτης, τὸ δὲ θίγει τὸ κῦρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ἀφοῦ διὰ τὰ γεγονότα ἴσην εὐθύνην φέρουσι κατὰ τὰς ῥητὰς δηλώσεις αὐτῶν πάντες οἱ ἐν τῇ συσκέψει ἐκείνῃ παρόντες δικηγόροι». Συγχρόνως δὲ μοὶ ὑπέβαλον ἀναφορὰν ὅλοι οἱ δικηγόροι, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρουσιν ὅτι ὅλοι εἶναι ἐξ ἴσου ὑπεύθυνοι.
§182Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ λέγουσιν αὐτό!
§183Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκει:) «Καὶ ἐπὶ πλέον δύναται νὰ δυσχεράνῃ τὴν μεταξὺ δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ δικηγόρων ἐμπρέπουσαν ὁμαλὴν συνεργασίαν». Βλέπετε ὅτι τὸ συμβούλιον φέρεται πολὺ συμβιβαστικῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, θέτει ἔδαφος ὁμαλότητος καὶ προσπαθεῖ νὰ μὴ δώσῃ σοβαρότητα εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Ἀπέναντι αὐτῶν ἔχομεν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν — καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν εἶναι ἀκριβῆ τὰ γραφέντα— φαίνεται ὅτι ὁ κ. εἰσαγγελεὺς δὲν γνωρίζει οὐδὲ τὸν κανονισμὸν τῶν ὡρῶν τῶν συνεδριάσεων τοῦ Δικαστηρίου, λέγει δὲ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀνακριβείας, ὅτι τὸ Δικαστήριον εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐκεῖ εὑρισκομένου εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντα καὶ μὴ δικηγοροῦντα ἐν Ἀθήναις, ὅτι ὁ τακτικὸς εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν οὐδέποτε λαμβάνει μέρος εἰς τὰς πολιτικὰς συνεδριάσεις, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὁ μὲν εἰσαγγελεὺς ἔφυγεν, ἅμα ἀποκατασταθείσης τῆς τάξεως, ἐξεπλήρωσε δὲ χρέη εἰσαγγελέως ὁ δικηγόρος κ. Θηβαῖος. Λέγει λοιπὸν ἀνακριβῶς ὅτι εὑρίσκετο ἐκεῖ ἀπ’ ἀρχῆς ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ψευδῶς δ’ ἐπίσης λέγει, ὅτι εἶχε παρέλθει καὶ ἡ προθεσμία τῆς μιᾶς ὥρας. Ἀπέναντι τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ συμβουλίου τοῦ συλλόγου, ἡ ὁποία τείνει νὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν ὁμαλὴν ὁδόν, ἔχομεν ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν, ὅστις προσπαθεῖ νὰ ἐξερεθίσῃ τὰ πράγματα. Νομίζω ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα συμπεριφορὰ καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὶν ἢ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὅτι ἐστάλη τὸ προσῆκον ἐρώτημα εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, διὰ νὰ ὀνομάσῃ ἕνα τῶν ἐφετῶν εἰσαγγελέα.
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐξέπληξαν, Κύριοι, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· μὲ ἐξέπληξαν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, ὑπὸ ἔποψιν τυπικήν, ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν νομικήν· διότι ἀνελπίστως καὶ ὑπὸ τὰς τρεῖς ταύτας ἐπόψεις ὁ κύριος προλαλήσας εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ἴσως δὲ αἱ κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξηγοῦνται ἐκ τῆς συγκινήσεως, ἡ ὁποία κατέχει τοῦτον ἢ δυσχερῶς συγκαλυφθεῖσα· ἐκ τῆς συγκινήσεως, μεθ’ ἧς ἀνέφερε τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Πρωτοδικείου, συγκινήσεως, ἡ ὁποία ἴσως εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀλλ’ ἡ ὁποία οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ συγχωρήσῃ αὐτῷ νὰ ὑποπέσῃ εἰς τριπλοῦν παράπτωμα αἰτιώμενος ἐμὲ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· παράπτωμα κοινοβουλευτικόν, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτὸν βεβαίως δύναται νὰ ᾖ συγγνωστόν, ἀλλὰ καὶ παράπτωμα νομικόν, παράπτωμα δικανικόν, παράπτωμα πολλαπλῶς θεμελιῶδες.
§185Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Ῥακτιβὰν ὅτι διετύπωσε τὴν ἀληθῆ κατάστασιν.
§186Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν διαφωνῶ ἤδη πρὸς τοῦτο· πιθανὸν νὰ διετύπωσεν ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ τὰ πράγματα καὶ ὅμως νὰ εἶναι ἀκριβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διατυπωθείσας αἰτιάσεις. Δυνατὸν νὰ εἶναι ἐν πᾶσιν ἀκριβῆ ὅσα εἶπε· διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ διαμφισβητήσω τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσω.
§187Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Βουλευτὴς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Ῥακτιβὰν νομίζω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς παράπτωμα νομικόν, οὐδὲ λογικὸν τοιοῦτον. (Χειροκροτήματα).
§188Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, παρατηρῶ ὅτι δι’ ὅσων εἶπον δὲν προετιθέμην νὰ διαφιλονεικήσω τὴν οὐσιαστικὴν ἀλήθειαν ἢ μὴ ἀλήθειαν τῶν λεχθέντων, διότι τοῦτο θὰ ἦτο τὸ κατάντημα καὶ πόρισμα συζητήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσῃ. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐγὼ δὲν ἤμην οὐδὲ εἶμαι εἰς θέσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ γνωρίζω τὰ γεγονότα. Ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐλέγχων τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δι’ ὅσα εἶπεν οὔτε πρὸς τὸν Κανονισμὸν οὔτε πρὸς τὸν νόμον διατελεῖ ἐν ἁρμονίᾳ. Καὶ πρῶτον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξ ὅσων εἶδεν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ δὲν ἦτο εὐχερὲς νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας ἐκείνας πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἀναγκαῖαι, ὅπως διαφωτισθῇ αὕτη περὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐξέθετο ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν. Διότι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐφρόντισε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐπερώτησιν ἔχουσαν ὧδε (ἀναγινώσκει): «Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατί ἡ Εἰσαγγελία τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν παραμένει ἄνευ τακτικοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἄνευ τοῦ κατὰ νόμον προσήκοντος ἀναπληρωτοῦ ἐφέτου». Γνωστὸν δὲ εἶναι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὄχι νῦν, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ, πρὸ διετίας ἐψηφίσθη, τότε ἀκριβῶς, ὅτε καὶ ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἐπερωτῶν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἀναγκαίως ἀφορᾷ ἀκριβῶς καὶ στενῶς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, δὲν ἐκτείνεται δὲ τὸ παράπαν καὶ οὐδαμῶς οὐδ’ ἐφ’ ὁμοίου οὐδ’ ἐπὶ σχετικοῦ θέματος. Ἡ διάταξις δὲ αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ὡς δικαιολογικὴν βάσιν καὶ θεμελιώδη ἀρχὴν τὴν ἰσότητα μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ἐπερωτωμένου. Τοῦτο δὲ καὶ ἐκτίθεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ σχεδίου ἐκείνου τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ὁ Κανονισμὸς ἐνόησε νὰ ἀποκαταστήσῃ ἰσότητα μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ἐπερωτωμένου, διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν ὁ ἐπερωτώμενος Ὑπουργὸς ἐγκαίρως νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἐπερωτῶντος πάντα τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἐπερωτῶν καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐνώπιον τῆς ὁποίας γίνεται ὁ ἔλεγχος, θέλουσι μορφώσει πεποίθησιν. Λέγω ταῦτα, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμὸν δὲν ἦτο βεβαίως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἡ ἐπερώτησις, ἐφ’ ὅσον ἐξετάθη πέρα τοῦ ἐρωτήματος, διατί δὲν πληροῦται ἡ θέσις τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἐφ’ ὅσον ἐξετάθη εἰς ζήτημα ἀνεπαρκείας τούτου, καὶ ἔτι πλέον ἐφ’ ὅσον ἐξετάθη εἰς σημεῖα ξένα ἐντελῶς, εἰς ἐπεισόδια λαβόντα χώραν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Δικαστηρίου ἢ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, καὶ εἰς παραπτώματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ ἐπεισόδια ὑπέπεσαν ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἢ ἄλλα δικαστικὰ πρόσωπα. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἐν τάξει ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τοῦτο ὅμως δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ παράσχω καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν πάντα ἐν γένει τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστῇ εἰς αὐτὴν γνώριμος ἡ θέσις τῶν πραγμάτων καὶ δυνατὴ ἡ προσήκουσα αὐτῶν ἐκτίμησις. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, πρέπει νομίζω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε εἶδον ταύτην ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐνόμισα, ὡς εἶχον καθῆκον νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ καὶ ἡ ἐπιθυμία πρὸς παροχὴν πληροφοριῶν θὰ ἐστρέφετο εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον· καὶ ἐπεμελήθην νὰ δώσω πλήρως πάσας τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ἐν τῇ πεποιθήσει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τούτων εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί του ὡς δικηγόρου ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί του ὡς προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, τὰς ἐξηγήσεις τουτέστι διὰ τίνα λόγον παραμένει ἄνευ τακτικοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἄνευ τοῦ κατὰ τὸν νόμον ἀναπληρωτοῦ ἐφέτου ἡ Εἰσαγγελία Ἀθηνῶν. Ἀληθῶς, Κύριοι, παραμένει ἄνευ τακτικοῦ εἰσαγγελέως ἡ Εἰσαγγελία Ἀθηνῶν· παραμένει δέ, διότι δὲν ἐνόμισα οὐδὲ νομίζω προσήκουσαν τὴν συμπλήρωσιν τῆς θέσεως ἐκείνης. Μένει καὶ ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν κενή, μένουσιν ἐπίσης ἄνευ τακτικῶν εἰσαγγελέων καὶ αἱ πέντε Εἰσαγγελίαι Ἐφετῶν τοῦ Κράτους. Δὲν ἐνόμισα δὲ προσῆκον καὶ σκόπιμον νὰ προκαλέσω τὴν συμπλήρωσιν τῶν θέσεων τούτων διὰ τακτικῶν εἰσαγγελέων, διότι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀδικήσω καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀρνηθῶ τὴν οὐσιαστικὴν ἀξίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη τὰ προσόντα πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων τούτων, δὲν δύναμαι ἐν τούτοις νὰ ἀποκρύψω ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι κατέχομαι ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα ὁ κύκλος τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα εὐρυνθῇ ὡς οἷόν τε πλειότερον, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι νὰ ἀποφασίσωσι πρὸς πλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων, νὰ ἔχωσιν ἐνώπιον αὑτῶν πρόσωπα ὡς οἷόν τε πλείονα καὶ κρείττονα. Εἰς τοιαύτην θέσιν εἶναι πιθανώτατον ὅτι θέλω εὑρεθῆ ἐντὸς προσεχοῦς χρόνου. Ἀναμένω πρῶτον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, διότι θέλω νὰ ἴδω, ἂν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀναθεωροῦσα τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου θέλει δεχθῆ τὴν πρότασιν τῶν 6 Βουλευτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αἱ θέσεις τῶν εἰσαγγελέων ἀποκαθίστανται ἰσόβιοι. Ἐὰν τοῦτο θέλῃ τύχει τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, θὰ τεθῇ τὸ πρῶτον βῆμα εἰς τὴν εὔρυνσιν τοῦ κύκλου ἐκείνων τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶσι θέσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅτι πρόσωπα πλεῖστα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ τιμήσωσι τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ νὰ τιμηθῶσι δι’ αὐτῆς, δὲν δέχονται νὰ ἐγκαταλίπωσιν ἤδη θέσιν ἰσοβίαν διὰ θέσεως, ἡ ὁποία δὲν φέρει τὸν θώρακα τῆς ἰσοβιότητος. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἀντιλήψεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποδέχονται θέσιν τοσοῦτον ὑψηλὴν καὶ σπουδαίαν, δὲν θέλω νὰ λησμονήσω τὸ δίδαγμα τοῦ ἀπωτάτου παρελθόντος περὶ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνεπληροῦντο θέσεις τοιαῦται, οὐδὲ νὰ λησμονήσω ὅτι ὁ ἀοίδιμος Παπαρρηγόπουλος ἀρεοπαγίτης ὢν ἐδέχθη νὰ ἀνταλλάξῃ τὴν θέσιν ταύτην πρὸς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἀποκρύψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐπιθυμίαν αὑτοῦ, ὅπως εὐρύνῃ τὸν κύκλον ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐὰν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἤθελεν ὑπερψηφίσει τῆς προτάσεως ὅπως ἰσόβιοι καταστῶσιν αἱ θέσεις τῶν εἰσαγγελέων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐὰν μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ προσόντων καὶ οὕτως εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν προσώπων ἐκείνων, πρὸς τὰ ὁποῖα θέλει στραφῆ ἡ προσοχὴ αὐτοῦ διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν πέντε παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέων. Ἰδοὺ ὅλοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τύχωσι τῆς ἐπιδοκιμασίας πάντων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουσι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ προβῇ καὶ δὲν θὰ προβῇ, ἐν τῷ παρόντι τοὐλάχιστον, εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων εἰσαγγελέων. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει· διατί δὲν γίνεται διορισμὸς προσωρινῶν εἰσαγγελέων ἐκ τῶν δικαστῶν ἐφετῶν; Διορισμὸς ἐφέτου ὡς προσωρινοῦ εἰσαγγελέως βεβαίως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τῆς ψήφου καὶ τῆς γνώμης τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ οὔτε ἐν Πάτραις οὔτε ἐν Ἀθήναις ἐγένετο τοῦτο, διότι ἄνευ ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐνταῦθα καλῶς διεξάγεται, καὶ ἐκεῖ καὶ ἐνταῦθα ὑπὸ δύο ἀντεισαγγελέων δὲν ἦτο ὀρθὸν οὐδὲ σκόπιμον νὰ ἀποσπάσῃ δύο ἐφέτας, ὅπως διορίσῃ τούτους προσωρινοὺς εἰσαγγελεῖς. Πρέπει δὲ νὰ καταστῇ γνώριμον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ὅτι δὲν περισσεύουσι κἂν ἐφέται, ὅπως διατεθῶσιν εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν· πανταχόθεν σχεδὸν ἔχω παραστάσεις περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἐφετείων, τὸ ὁποῖον δεσμευόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν δύναμαι κἂν νὰ αὐξήσω. Τοιούτων μάλιστα αἰτήσεων καὶ παραστάσεων φορεὺς καὶ κομιστὴς ἐγένετο καὶ εἷς τῶν ἐνταῦθα κυρίων συναδέλφων, διὰ τὴν δύναμιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, ὅπου καίτοι ὑπάρχει ὁ ἐκ τοῦ νόμου ἐνδεδειγμένος ἀριθμὸς παρουσιάζεται ἀνάγκη προσθήκης.
§189ΙΩ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Οὐδέποτε ὑπῆρξεν ὁ νόμιμος ἀριθμὸς ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ναυπλίου, περὶ τούτου δὲ καὶ σχετικὴν ἐπερώτησιν ἔχω ὑποβάλει.
§190Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τοῦ κ. Βουλευτοῦ· διὰ τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἐστάλη ἐρώτημα πρὸς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, καὶ ἐκ τῶν νεωστὶ προχθέντων ἐφετῶν δύο τοιοῦτοι ἐτοποθετήθησαν εἰς Ναύπλιον, τηλεγραφικῶς δὲ διετάχθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις των.
§191ΙΩ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Θὰ μεταβῶσι τὸν Μάϊον.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν τοῦτο συμβῇ, ὅπερ δὲν πιστεύω, τότε θὰ ἀσκήσω τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατ’ αὐτῶν, θὰ ἐκτελέσω καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν μου, ὅπως τὸ ἐξετέλεσα εἰς πᾶσαν περίστασιν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου συμπληροῦται ὁ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενος ἀριθμός, ἀλλ’ ἴσως καὶ μὲ τὴν συμπλήρωσιν ταύτην δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Ἐπίσης ἐν Ἀθήναις, καίτοι ἔχει ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ δυνάμει τοῦ νόμου προσήκων εἰς τὸ Ἐφετεῖον τοῦτο, παρίσταται ἀνάγκη καὶ ἑτέρου ἐφέτου. Θὰ ἦτο λοιπὸν τραῦμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἐφετείων, ἐὰν ἄνευ ἀνάγκης μάλιστα τῶν Εἰσαγγελιῶν ἐζητοῦμεν νὰ ἀποσπάσωμεν καὶ ἐφέτας εἰς ταύτας ὡς προσωρινοὺς εἰσαγγελεῖς.
§193ΣΩΚ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν ὁ ἐφέτης εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ δικηγόρου, καὶ νὰ μὴ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν προώρισεν ὁ νόμος, εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν;
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑμεῖς καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχητε τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβεβλημένον μὴ ὑπάρχοντος τακτικοῦ εἰσαγγελέως νὰ μὴ δύναται ὁ ἀντεισαγγελεὺς νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν εἰσαγγελέα, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐπιβεβλημένον μὴ ὑπάρχοντος εἰσαγγελέως νὰ ἔλθῃ ὁ ἐφέτης, εἶσθε ἐν τῷ δικαίῳ σκεπτόμενος ὅτι πάντως ἔπρεπε νὰ διορισθῇ εἰσαγγελεύς. Ὑπὸ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην θὰ ἦτο ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ νὰ φροντίσω δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου νὰ ἀναθέσω τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως εἰς ἕνα ἐφέτην. Ἐὰν ἦτο τοῦτο ἐπιβεβλημένον, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τοῦ νόμου, δὲν θὰ ἔκειτο πρὸ ἐμοῦ ζήτημα σκοπιμότητος καὶ ζήτημα συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ζήτημα μόνον τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως ἐν τοιαύτῃ ἑρμηνείᾳ, ἣν δίδετε εἰς τὸν νόμον, νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§195Ι. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Δὲν λέγει ὁ ὀργανισμὸς ὅτι τὸν εἰσαγγελέα ἢ ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἢ μὴ ὄντα ἀναπληροῖ ὁ νεώτερος ἐφέτης;
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ.
§197Ι. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν ἄλλον νόμον.
§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ νομίζω ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ εἰς αὐτό.
§199Ι. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ.
§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη σας εἶναι σεβαστή, πιθανὸν δὲ νὰ εἶναι καὶ ἡ ὀρθοτέρα. Ἐπιτρέψατέ μοι ἐν τούτοις νὰ διατυπώσω καὶ τὴν ἐμήν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὀρθήν. Εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἀναπληροῦται, ὑπάρχοντος ἀντεισαγγελέως, ὑπὸ τούτου. Ἐνταῦθα δὲ καὶ ἐν Πάτραις ὑπάρχουσι δύο ἀντεισαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι μὴ ὑπαρχόντων εἰσαγγελέων καλῶς ἀναπληροῦσι τούτους. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος καὶ ἐπερωτήσαντος Βουλευτοῦ, ἔκειτο ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐὰν ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἦτο ἀκριβής, τότε θὰ ἦτο ὑποχρεωτικὸς ὁ διορισμὸς προσωρινοῦ εἰσαγγελέως ἐφέτου, χωρὶς οὐδαμῶς νὰ προκύψῃ ζήτημα ἀναπληρώσεως. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν ἔχει βεβαίως σημασίαν τὸ πρᾶγμα διὰ τὴν Βουλήν, ἀλλά, ἐπειδὴ ἐλέχθη, δύναμαι νὰ καταστήσω γνώριμον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸ ὑμῶν· συνετάγη ὑπ’ αὐτοῦ, συνετάγη δ’ ἐπίσης ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τὸ ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου στηριζόμενον. Τοῦτο δὲν σημαίνει βεβαίως ὅτι αὐτὸς θὰ παράσχῃ αὐθεντικὴν τοῦ νόμου ἑρμηνείαν· διότι κατὰ τὸ δόγμα τὸ παγκοίνως ἀνεγνωρισμένον μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ὁ νομοθέτης θεωρεῖται ὡς ἀποθανών. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἁπλοῦς ἑρμηνευτὴς τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος οὐδαμοῦ βλέπει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶδεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἦτο, θὰ εἰσῆγε μίαν ἀνωμαλίαν, μίαν οὐτοπίαν, καὶ θὰ κατεγίνωσκεν εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ εἰς τὸν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος τὸν ἐψήφισε, μίαν ἐντελῶς ἀδόκιμον ἀντίληψιν τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συντίθενται τὰ Δικαστήρια καὶ ἄρα καὶ αἱ Εἰσαγγελίαι. Ὁ νόμος ἄλλην εἶχεν ἔννοιαν καὶ ἄλλον σκοπόν. Ὅτε ἀνέθετο εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν εἰσαγγελέων ἐν γένει, καὶ συνεπῶς τῶν εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν, ἦτο ἑπόμενον νὰ προΐδῃ πῶς θὰ ἀναπληρῶνται τὰ κενὰ τὰ σχηματιζόμενα διὰ τῶν ἐνδεχομένων ἀπολύσεων. Καὶ ῥητῶς λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἐκείνη πῶς ἔδει νὰ ἀναπληρωθῶσι τὰ κενά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδημιουργοῦντο ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπομακρύνσεως εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ὑπῆρχον οἱ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου φέροντες τὰ προσόντα ἵνα καταλάβωσι θέσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Προεῖδε λοιπὸν αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ εἶπεν: ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τις ὁ κρινόμενος ἄξιος, ἵνα καταλάβῃ τὴν θέσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἵνα διορισθῇ τοιοῦτος, τότε γίνεται διορισμὸς ἑνὸς ἐφέτου ὡς προσωρινοῦ Εἰσαγγελέως. Διορίζεται λοιπὸν ἐφέτης οὐχὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν ἁπλῆν τοῦ εἰσαγγελέως, ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι προσωρινὸς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν· εἰς τρόπον ὥστε ἀντὶ ὁριστικοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἔχομεν τοιοῦτον προσωρινὸν εἰσαγγελέα. Περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ εἰσαγγελέως, εἴτε ὁριστικοῦ εἴτε προσωρινοῦ τοιούτου, οὐδαμῶς διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐθίγησαν. Παραμένουσιν ἑπομένως ἐν ἰσχύϊ αἱ γενικαὶ ἀρχαί, κατὰ τὰς ὁποίας τὸν εἰσαγγελέα κωλυόμενον ἢ μὴ ὑπάρχοντα ἀναπληροῖ ὁ ἀντεισαγγελεύς. Καλῶς ἄρα ὁ ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν ἐνεργεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως, μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου, οὔτε ὁριστικοῦ οὔτε προσωρινοῦ. Ἄσχετος, ἐννοεῖται, πρὸς τὴν ἔννοιαν ταύτην τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς σκοπιμότητος. Ἐφ’ ὅσον ἄρα ὑπάρχουσι καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Πάτραις ἀντεισαγγελεῖς, ἀναλόγως τῆς σκοπιμότητος, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας δύναται εἴτε ὁ ἐλλείπων εἰσαγγελεὺς νὰ ἀναπληρωθῇ ὑπὸ τῶν ἀντεισαγγελέων, εἴτε νὰ προκληθῇ ὁ διορισμὸς τοῦ προσωρινοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Ἐπιβεβλημένος εἶναι ὁ διορισμὸς προσωρινοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν τότε μόνον, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀναπληρώσων. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίστασιν τὴν προκειμένην δύναται βεβαίως νὰ προκληθῇ καὶ διορισμὸς προσωρινοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, δύναται ὅμως καὶ νὰ μὴ προκληθῇ διορισμὸς τοιοῦτος ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν. Αὕτη εἶναι ἡ κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν ἔννοια τοῦ νόμου. Οὕτω δὲ τιθεμένου τοῦ πράγματος προέκειτο καὶ πρόκειται ἐνώπιον ἐμοῦ, ἐνώπιον τουτέστι τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ζήτημα σκοπιμότητος καὶ ζήτημα ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης. Ἐὰν ἡ σκοπιμότης καὶ ἡ ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλωσι τὴν συμπλήρωσιν τῆς θέσεως, ἡ συμπλήρωσις πρέπει νὰ γίνῃ· ἐὰν τοὐναντίον ἡ σκοπιμότης καὶ ἡ ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη δὲν ἐπιβάλλωσι ταύτην, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος.
§201Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο εὐστοχώτερον καὶ καλλίτερον τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἀναπληρῶσιν οἱ ἐφέται, οἱ ὁποῖοι εἶναι διακεκριμένοι, καὶ ὄχι οἱ ἀντεισαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταδικασθῆ ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως, διότι ἐκρίθησαν ὡς ἀνίκανοι; Καὶ ὡς τοιοῦτον ἐφέτην ἀναφέρω τῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι διακεκριμένος δικαστής.
§202Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος;
§203Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ὁ κ. Τζουλάτης.
§204Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀμφιβολία;
§205Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἐκρίθη ὡς οὐχὶ ἄξιος καὶ εὑρέθη ἀντεισαγγελεὺς ὡς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν.
§206Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκφράζετε τὴν γνώμην ταύτην, διότι δὲν γνωρίζετε ἴσως τὰ πραγματικὰ γεγονότα. Ὁ ἐφέτης, περὶ οὗ ὡμιλήσατε, εἶναι ἄριστος, ἐκτελεῖ ἄριστα τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ. Ὁ ἐφέτης κ. Τζουλάτης, ὅστις ἐξεπλήρου καθήκοντα εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἦτο τουτέστι προσωρινὸς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν τακτικήν του θέσιν, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ ὑπηρεσία του ὡς εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἦτο δὲ ἀπόλυτος ἀνάγκη καὶ ἀπαραίτητος διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας προσωρινῶς ἀπεσπάσθη. Ἐὰν ἀφορμᾶσθε ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν εἶναι καταδεδικασμένοι ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, τοῦτο εἶναι γνώμη ὑμετέρα, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος φρονεῖ ὅτι, διὰ νὰ διατηρήσῃ τούτους ἡ Πολιτεία ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τοῦτο σημαίνει ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐὰν φρονῆτε ὑμεῖς ὅτι εἶναι καταδεδικασμένοι ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πεισθῆτε καὶ νὰ θεωρήσητε ὅτι ἐκπροσωπεῖτε τὴν ἰδίαν ὑμῶν πεποίθησιν, ἐγὼ δὲ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελόν ποτε δεχθῆ, τοὐλάχιστον δὲν ἤθελόν ποτε ἐπιδοκιμάσει— διότι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην— ὅτι οἱ ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν, οἱ διαχειριζόμενοι τὰ τιμιώτατα τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Ἐὰν τοιοῦτοι ἦσαν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἐλαμβάνοντο ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔθετον αὐτοὺς ἐκτὸς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἑπομένως, ἐὰν ἔχητε ὡρισμένην τινὰ παράβασιν αὐτῶν, ἄφετε τὰς ἀοριστολογίας περὶ τοῦ ὅτι εἶναι καταδεδικασμένοι ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, φέρετε τὰς παραβάσεις των καὶ θὰ ἴδητε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀμείλικτον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του, ὅπως ὑπῆρξε πάντοτε, καὶ ὅπως ὑπῆρξεν ἀπέναντι πάντων. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ μίαν παρένθεσιν τὴν στιγμὴν ταύτην, παρένθεσιν, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς ὃ περιῆλθεν ὁ λόγος, ἀλλὰ πλὴν τούτου ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς ἐρώτημά τι ὑποβληθὲν ὑπό τινος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Μπένου, νομίζω, καὶ ἀποτελοῦν ἰδίαν ἐπερώτησιν, ἥτις εἶναι ἴσως ἐγγεγραμμένη κατωτέρω τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Κάμνω τὴν παρένθεσιν ταύτην, ἵνα ἴδητε κατὰ τίνα τρόπον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐννοεῖ νὰ φαίνηται ἀμείλικτος εἰς τὰς παραβάσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὅταν αὗται στρέφωνται ἐναντίον τῶν δικηγόρων. Μὲ ἐπηρώτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐβοίας τί ἐνηργήθη ἐπὶ ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία κατὰ τὴν 22 Φεβρουαρίου ἐστάλη ἐκ Χαλκίδος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ μέρους τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, παραπονουμένου ἐναντίον τοῦ Δικαστηρίου τῶν συνέδρων, διότι τοῦτο δι’ ἀποφάσεώς του κατεδίκασεν ὡρισμένους δικηγόρους ἐνόρκους ὄντας καὶ μὴ προσελθόντας ἐγκαίρως καὶ εἰς τὰ ἔξοδα ἀκόμη τῆς ἀναβληθείσης δίκης. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος παρεπονέθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, νομίζων ὅτι ὄντως οἱ δικηγόροι οἱ τιμωρηθέντες ἠδικήθησαν. Μὲ ἐπερωτᾷ λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐστάλη ἐκ Χαλκίδος τὴν 22 Φεβρουαρίου, καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι αὕτη. Εὐθύς, ὡς ἔφθασε τὸ ἔγγραφον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου μετὰ τῶν συναφῶν ἐκθέσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐμελετήθη ὑπ’ ἐμοῦ αὐτοπροσώπως καὶ ἐν τάχει, ἐπείσθην δὲ ὅτι ὄντως τὸ Δικαστήριον εὑρίσκετο ἐν ἀδίκῳ, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων παρὰ τὸν νόμον κατεδίκασε τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἔνορκοι δὲν εἶχον προσέλθει κατὰ τὴν προσήκουσαν ὥραν, καὶ ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὰ ἔξοδα τῆς ἀναβληθείσης δίκης, ἐνῷ ἐκ τοῦ νόμου δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ ἀμέσως ἀπηύθυνα ἔγγραφον τὴν 28 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τοῦ ὁποίου παραγγέλλεται νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς δικαστὰς τούτους τοῦ Δικαστηρίου τῶν συνέδρων καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν πειθαρχικὴν αὐτῶν τιμωρίαν. Θὰ ἦτο πολύ, ἴσως δὲ θὰ ἐθεωρεῖτο καυχησιολογία, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης μυρία παραδείγματα τοιούτου εἴδους ἔφερον ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῆς. Ἀκριβῶς διότι θάλπων τὰ Δικαστήρια, προστατεύων ταῦτα, δι’ ὅλων τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία καθιέρωσεν ὑπὲρ αὐτῶν, ἐνόμισα ἐξ ἄλλου καὶ νομίζω ἐπιβεβλημένον νὰ ἔχωσι ταῦτα ἀντιμέτωπον τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ἄγρυπνον καὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἄνευ τῆς ὁποίας ἕκαστος ἰσόβιος καὶ περιφρουρούμενος ὑπὸ τοιούτων προστατευτικῶν διατάξεων δικαστὴς ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ τύραννος.
§207Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ, τί ἐπράξατε διὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν Ἀνδρέου Μιαούλη, τὸ ὁποῖον διεβιβάσθη εἰς τὸν προκάτοχον ὑμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐφέτην Δημήτριον Σκοῦφον;
§208Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω περὶ τίνος ὁμιλεῖτε.
§209Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν σας ὑπάρχει ἔγγραφον διαβιβασθὲν εἰς τὸν προκάτοχόν σας, δι’ οὗ καταγγέλλεται οὗτος, ὅτι καταφώρως ἐφωράθη κατὰ τὴν τελευταίαν δίκην ὡς μεροληπτῶν φοβερά.
§210Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε. Ἐὰν ἐνομίσατε ὅτι δι’ ὅσων εἶπον ἠξίωσα καρδιογνώστου δυνάμεις καὶ ψυχολογικὰς ἐνοράσεις ἀσυλλήπτους, ἐπλανήθητε.
§211Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὑφίσταται ἐπίσημον ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν σας.
§212Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε πόσα ἔγγραφα ὑφίστανται, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ Ὑπουργεῖον;!
§213Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς τὸ ὑπομνήσω ἐν καιρῷ, ἵνα σᾶς εἴπω ποῖος εἶναι ὁ Σκοῦφος ὁ ἐφέτης.
§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καὶ θεωρῶ πλέον ἢ ἐπαρκῆ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος προέβη περαιτέρω, ἔφερε δ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐν τῷ παρόντι. Ὅτε ἔλαβον χώραν τὰ ἐπεισόδια ἐκεῖνα καὶ αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἦτο ἡ ὥρα τῆς συνεδρίας τῆς Βουλῆς· ἔλαβον δὲ χώραν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ μου, κατὰ τὰς 4½–5 μ. μ., ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Εἰδοποιήθην ἐνταῦθα, ὅτι ζητοῦμαι ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὸν ὁποῖον ἐδέχθην εἰς ἰδιαίτερον δωμάτιον, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὰ πράγματα κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας διετύπωσεν. Ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ τότε, ἵνα δι’ ἐπισήμου ἐκθέσεως μοὶ γνωρίσῃ τὰ λαβόντα χώραν, τοῦτο δὲ καὶ ἔπραξε. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ ἤδη νὰ ἀναγνώσω τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως, μετὰ τὴν ὁποίαν θὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λοιπῶν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν χθὲς γενομένην πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ἐν συντόμῳ ἀνακοίνωσιν περὶ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τοῦ ἐνταῦθα Πρωτοδικείου λαβόντων χώραν, μεταδίδω ὑμῖν ἀκριβέστερον τὰ συμβάντα. Ἐργαζόμενος χθὲς 16 τρέχοντος καὶ περὶ ὥραν 5ην μ. μ. ἐν τῷ γραφείῳ μου εἰδοποιήθην ὑπὸ τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ὅτι προκειμένου τὸ δικαστήριον νὰ συνεδριάσῃ πρὸς συζήτησιν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων, κατὰ τὴν τεταγμένην ὥραν 4 μ. μ.».
§215Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. 4 καὶ 30′ μ. μ.
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, κύριε Βουλευτά· δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἤδη. Σᾶς ἀναγινώσκω τί λέγει ἡ ἔκθεσις· δὲν ὑποστηρίζω τίποτε. Κατόπιν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ τί λέγει ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαί (ἀναγινώσκει): «... οἱ κύριοι δικηγόροι εἶχον καταλάβει τὴν αἴθουσαν αὐτοῦ πρὸς ἔκτακτον συνεδρίασιν. Ὅτι τὸ δικαστήριον ὑπὸ τὸν προεδρεύοντα τοῦ τμήματος πρωτοδίκην Ἀ. Ῥωμᾶνον καταλαβὸν τὰς ἕδρας του εὑρέθη πρὸ δικηγόρων ἐν ἐξάψει, θορυβούντων, κροτούντων τὰς ῥάβδους, τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ματαιώσωσι τὴν συνεδρίασιν. Μετὰ ματαίας ἀποπείρας, ὅπως ἄρξηται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὐτῆς τῆς προσωπικῆς παρεμβάσεως τοῦ τε προέδρου καὶ εἰσαγγελέως, ἠναγκάσθη νὰ ἀποσυρθῇ τὸ δικαστήριον, καὶ παρεκαλούμην νὰ μεταβῶ ἐκεῖ, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἐπιτύχω τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας καὶ τὴν συγκρότησιν τῆς συνεδριάσεως. Ἔσπευσα νὰ μεταβῶ καὶ ἐπληροφορήθην καὶ αὖθις ὅσα μοὶ εἶχον ἀνακοινωθῆ, σὺν τῇ προσθήκῃ ὅτι μερὶς δικηγόρων ἐκ τῶν σοβαρωτέρων καὶ ἀξιοπρεπεστέρων εἶχε παρακαλέσει τὸν κ. πρόεδρον καὶ εἰσαγγελέα νὰ χορηγήσωσι προθεσμίαν μιᾶς ὥρας, ὅπως διεξαχθῇ ἡ συνεδρίασις, εἰς ἣν αἴτησιν ἐθεώρησαν ὀρθὸν νὰ ἐνδώσωσιν. Ἀλλ’ ἡ ταχθεῖσα ὥρα εἶχεν ἤδη παρέλθει, καὶ ἑπομένως ἐπεβάλλετο, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ματαιωθείσης μάλιστα ἐκ μέρους τῶν κυρίων δικηγόρων τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ὡς εἴρηται, νὰ ἄρξηται αὕτη, καὶ παρεκάλεσα τὸ δικαστήριον ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ τοῦ προέδρου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως νὰ καταλάβῃ τὰς ἕδρας του, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ματαίως ὅμως ὁ κ. πρόεδρος διὰ τοῦ κώδωνος ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως· οἱ κ. δικηγόροι ἐμαίνοντο αὐτόχρημα, καὶ ἡ ἄνω περιγραφομένη κατάστασις τοῦ θορύβου ἐπετείνετο. Ἀνελθὼν τότε καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἕδρας καὶ εὑρὼν ταύτην ἐξ ὁλοκλήρου κατειλημμένην ὑπὸ δικηγόρων παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ κατέλθωσι ταύτης· τινὲς ὑπήκουσαν, οἱ πλεῖστοι ὅμως ἰταμῶς ἐπέμενον, καὶ ὁ κ. πρόεδρος μάτην προσεπάθει νὰ ἐκφωνήσῃ τὰς ὑποθέσεις. Ἠθέλησα νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸ πλῆθος τῶν δικηγόρων, ἀλλὰ δὲν ἠκουόμην. Μὴ δυνάμενος νὰ προΐδω ποῦ ἤθελον καταλήξει τὰ πράγματα, καθόσον ἀπόφασιν ἀμετάτρεπτον εἶχον νὰ ἐπιτύχω τὴν συγκρότησιν τῆς συνεδριάσεως, ὅπερ ἀπῄτει τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ δικαστηρίου, παρεκάλεσα ἁρμοδίως νὰ μοὶ σταλῇ μικρά τις δύναμις ὁπλιτῶν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ μὴ εὑρεθῶμεν ἀπροστάτευτοι καὶ ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς συνεπείας μιᾶς ὀχλαγωγίας (διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ ἀκριβὴς χαρακτηρισμὸς τῆς συναθροίσεως ἐκείνης). Τότε οἱ δικηγόροι κ. Σ. Παπαφράγκος, Λ. Νάκος, Σ. Συνοδινὸς καὶ ἄλλοι...».
§217Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔγγραφον ἀπολύσεως, κύριε Ὑπουργέ.
§218Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πρῶτον τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελεύοντος· κατόπιν θὰ ἴδωμεν διὰ τὸ ἔγγραφον τῆς ἀπολύσεως. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν:) «Μὲ παρεκάλεσαν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ τέταρτον, ἀναλαμβάνοντες καὶ ἐγγυώμενοι ὅτι ἤθελεν ἀποκατασταθῆ ἡ τάξις ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἐξακολουθήσει ἡ συνεδρίασις. Συνῄνεσα εἰς τὴν διακοπὴν καὶ μὲ τὸ ὡρολόγιον ἀνὰ χεῖρας εἶπον εἰς τοὺς ἄνω Κυρίους ὅτι ἡ ὥρα εἶναι ἕκτη παρὰ τέταρτον καὶ ὅτι εἰς τὰς ἓξ θὰ ἀρχίσῃ πάντως ἡ συνεδρίασις, καὶ μετὰ τῶν κ. δικαστῶν ἀπῆλθον εἰς τὸ δωμάτιον τῶν διασκέψεων. Τότε προσῆλθε δύναμις χωροφυλάκων ὑπὸ ἕνα ἀξιωματικόν, ὃν καλέσας παρήγγειλα νὰ ἀποσυρθῇ μετὰ τῶν ἀνδρῶν του καὶ σταθμεύσῃ εἰς τὴν λεωφόρον Πανεπιστημίου μακρὰν τοῦ Δικαστηρίου, ἣν παραγγελίαν μου ἐξετέλεσε. Παρελθόντος τοῦ τετάρτου τῆς ὥρας τὸ δικαστήριον κατέλαβε τὰς ἕδρας του, ἀλλ’ οἱ ἄνω κ. δικηγόροι ἐξ ὀνόματος τῶν συναδέλφων των ἀνεκοίνωσαν εἰς ἐμὲ καὶ τὸν πρόεδρον ὅτι ὑποβάλλουσιν εὐχὴν καὶ παράκλησιν ὅπως μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις· τοῖς ἀπήντησα ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ὅτι ἡ συνεδρίασις θὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ οὕτως ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ῥωμάνου τὸ ὡρισμένον τμῆμα τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων ἐξηκολούθησε καὶ ἐπεράτωσε τὴν συνεδρίασιν ἀποκατασταθείσης βαθμηδὸν τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἧς ἐξασφαλισθείσης ἀπῆλθον».
§219Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ συνεδρίασις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελον οἱ δικηγόροι, διότι οἱ δικηγόροι ἐκπροσωποῦσι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας.
§220Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ἔχω δισταγμὸν νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι ἀντίθετος γνώμη πρὸς αὐτήν, τὴν ὁποίαν διατυποῦτε, εἶναι ἡ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος φρονεῖ ὅτι τὸ δικαστήριον ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, οἱ δὲ κύριοι δικηγόροι ἦσαν κύριοι νὰ διαρρυθμίσωσι τὰ καθ’ αὐτούς, ἐὰν δὲν ἤθελον νὰ παραστῶσι κατὰ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, Κύριοι, ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν ταύτην, προεκάλεσεν ἔκθεσιν καὶ ἐκ μέρους τοῦ προεδρεύοντος τοῦ τμήματος ἐκείνου κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἔλαβον χώραν ὅσα ἤδη ἠκούσατε. Ὁ προεδρεύων τοῦ τμήματος ἐκείνου ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον, διαβιβασθὲν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Συμφώνως τῇ προφορικῇ ἐντολῇ ὑμῶν ὑποβάλλω ἔκθεσιν περὶ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 16 Μαρτίου 1911 τοῦ οὗ προΐσταμαι τμήματος τῶν ἐμπορικῶν τοῦ ἐνταῦθα Πρωτοδικείου. Κατὰ τὴν προσδιωρισμένην ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὥραν 4½ μ. μ. πρὸς ἕναρξιν τῶν συνεδριάσεων τοῦ τμήματος· πάντες οἱ τὸ τμῆμα ἀποτελοῦντες δικασταὶ εὑρίσκοντο εἰς τὸ δικαστικὸν κατάστημα, ἀναμένοντες τὴν ἕναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Κατὰ τὴν ἄφιξίν μου ὅμως εἰς τὸ Δικαστήριον εἶχον ἀντιληφθῆ ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων ὑπῆρχε μεγάλη συγκέντρωσις καὶ πολὺς ἐπροξενεῖτο ἐν αὐτῇ θόρυβος, διὸ καὶ παρέμεινα ἐπί τινα λεπτὰ τῆς ὥρας εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Γραμματέως ἀναμένων νὰ κοπάσῃ ὁ σάλος, ὃν ἐνόμισα προερχόμενον ἐκ τῆς πρὸ μικροῦ περατωθείσης συνεδριάσεως τοῦ τμήματος τῶν συνήθων. Ἀλλὰ πληροφορηθεὶς ὅτι ἅμα τῇ λύσει τῶν συνεδριάσεων τοῦ τμήματος τούτου κατέλαβε τὴν αἴθουσαν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἀρξάμενος τῆς συνεδριάσεως αὐτοῦ, μετέβην εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἔνθα πράγματι ἀντελήφθην ὅτι διεξήγετο συνεδρίασις τοῦ συλλόγου τούτου, ἐν μεγάλῳ ὅμως συνωστισμῷ καὶ ἀπεριγράπτῳ θορύβῳ καὶ συγχύσει, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ διάφοροι ἀγορηταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ συνεννοηθῶσι μεταξύ των καὶ μετὰ τοῦ Προεδρείου. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ἠγόρευεν ὁ δικηγόρος κ. Φαραντᾶτος, οὗ ἤκουσα μόνον τὴν φράσιν ὅτι «δέον νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα», εἰς τὴν πρότασίν του δὲ αὐτὴν πολλοὶ ἐφώναζον ἐρωτῶντες ποῖα τὰ μέτρα ταῦτα. Δὲν ἤκουσα ὅμως ἂν καθώρισε ποῖα τὰ ληφθησόμενα μέτρα. Ἡ κατάστασις αὕτη μὲ ἔπεισεν ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καταρτίσω δικαστήριον καὶ νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τῆς ἕδρας, διότι ζήτημα ἦτο πρῶτον ἂν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀνέλθωμεν καὶ δεύτερον ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀντιληπτὴ ἡ φωνή μου, πρὶν ἢ φροντίσω προηγουμένως νὰ ἐπέλθῃ σχετική τις ἡσυχία, δι’ ὃ καὶ προσεπάθησα διασχίζων τὰ συνωθούμενα περὶ τὸν προεδρεύοντα τοῦ συλλόγου πλήθη νὰ πλησιάσω αὐτὸν καὶ νὰ παρακαλέσω, ὅπως διακόψῃ τὴν συνεδρίασίν του, καθόσον ἦτο ὥρα δικαστικῆς συνεδριάσεως. Ἀντελήφθην ὅμως ὅτι δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν ἐφ’ ὅσον δὲν ἐθυσίαζον μέρος καὶ τῆς ἀτομικῆς μου ἀξιοπρεπείας, δι’ ὃ καὶ ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης καὶ μετέβην παρὰ τῷ κ. προέδρῳ, εἰς ὃν ἀνήγγειλα τὰ λαμβάνοντα χώραν. Τότε ὁ κ. πρόεδρος μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσω, καὶ μετὰ πολλὰς φωνὰς καὶ παροτρύνσεις, ὅπως μᾶς διανοίξωσι διάβασιν πρὸς τὸν προεδρεύοντα τοῦ συλλόγου, κατωρθώσαμεν νὰ πλησιάσωμεν. Οὗτος, ὅστις, νομίζω, ἦτο ὁ δικηγόρος κ. Δημητρακόπουλος, ἀντιληφθεὶς ἡμᾶς ἠγέρθη καὶ παρεχώρησε τὸ κάθισμά του. Τότε ὁ κ. πρόεδρος ἀποταθεὶς πρὸς τοὺς δικηγόρους συνέστησεν αὐτοῖς νὰ διακόψωσι τὴν συνεδρίασίν των. Τὴν σύστασίν του ὅμως ταύτην ἐκάλυψαν ἄπειροι φωναί, ἐπεκράτησε δὲ τοιοῦτος ἐρεθισμὸς καὶ τοσαύτη διηγέρθη ἔξαψις, ὥστε ὁλόκληρος ἡ αἴθουσα ἐδονεῖτο ὑπὸ τῶν κραυγῶν καὶ τῶν κτύπων τῶν ῥάβδων ἐπὶ τοῦ δαπέδου καὶ τῶν ἑδράνων τοῦ ἀκροατηρίου καὶ τῆς ἕδρας αὐτῆς. Ἐν τῇ τοιαύτῃ συγχύσει ἐπλησίασεν ὁ δικηγόρος κ. Θηβαῖος τὸν κ. πρόεδρον καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἐπί τινα χρόνον. Εἰς τὴν παράκλησιν ταύτην τοῦ κ. Θηβαίου ὑποστηριζομένην καὶ ὑπὸ πλείστων ἄλλων ἐνέδωκεν ὁ κ. πρόεδρος δοὺς παράτασιν ὥρας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐνῷ δ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. προέδρου μετὰ πολλῶν ἄλλων δικαστῶν ἀναμένοντες τὴν πάροδον τοῦ ταχθέντος χρόνου, κατέφθασεν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν κ. Σπηλιάδης καὶ ὑμεῖς ὀλίγον ὕστερον. Τὰ μετὰ τὴν ἄφιξιν ὑμῶν ἐπακολουθήσαντα θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς περιγράψω, διότι ταῦτα καὶ ὑφ’ ὑμῶν ἐγένοντο καταληπτὰ καὶ ἐν τοῖς σχετικοῖς Πρακτικοῖς σημειοῦνται...»
§221Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν τὸν ἐκάλεσε;
§222Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἐκάλεσεν ὁ εἰσαγγελεύς.
§223Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ πρόεδρος οὐδένα ἐκάλεσε.
§224Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐγὼ σᾶς ἀναγινώσκω τὰ ἔγγραφα. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιβάλω νὰ τὰ πιστεύσητε, οὔτε θὰ σᾶς ἀρνηθῶ τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀνασκευάσητε (ἀναγινώσκει): «...Ἰδιαιτέρως μάλιστα νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ σημειώσω ἐνταῦθα ὅτι ἐν τῷ ἐπικρατήσαντι δαιμονιώδει θορύβῳ κατὰ τὴν ἀπόπειραν πρὸς συνεδρίασιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. προέδρου, καθ’ ἣν καὶ ὑμεῖς παρίστασθε, οὐδένα ὡρισμένως ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις ὡς κυρίως αὐτουργὸν καὶ ὑπαίτιον τῆς καταστάσεως ταύτης. Εἶναι ὅμως τις ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἀληθείᾳ, λέγων ὅτι πάντες κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἶναι ὑπαίτιοι τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως· ἕκαστος πράττει τὸ καθ’ ἑαυτὸν εἰς τοῦτο, ἀναλόγως τοῦ μέτρου τῶν δυνάμεών του. Περισσότερον ὅμως καὶ μετὰ περισσῆς αὐθαδείας ἐθορύβουν οἱ πρὸς τὰ ὄπισθεν τῆς αἰθούσης ἱστάμενοι, καθ’ ὅσον συγχρόνως ἐφώναζον πρὸς τὸ Δικαστήριον «ἔξω, ἔξω, κάτω, κάτω», ἐφρόντιζον ὅμως οὕτω φωνάζοντες νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τῶν ἄλλων. Παρὰ δὲ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ἀγαπητοῦ ἔμαθον ὅτι ὁ δικηγόρος κ. Σπυρίδων Σταυρόπουλος τοσοῦτον ἰσχυρῶς ἐκτύπα τὴν ῥάβδον του ἐπὶ τῆς ἕδρας, καθ’ ὃν χρόνον τὸ δικαστήριον εὑρίσκετο ἐπ’ αὐτῆς, ὥστε ἡ ῥάβδος ἐθραύσθη. Συνεπείᾳ τῆς καταστάσεως ταύτης τὸ δικαστήριον ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν παραλεῖψαν οὕτω δι’ ἀλλοτρίας ἐπιβολῆς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του κατὰ τὴν τεταγμένην ὥραν. Μετὰ πάροδον δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας καὶ ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ κ. προέδρου, ἐλθόντες οἱ δικηγόροι κ. Θηβαῖος καὶ Παπαφράγκος καὶ ἄλλοι πολλοὶ μᾶς ἐβεβαίωσαν ὅτι τὸ ψήφισμα ἐπερατώθη. Τότε ἐγὼ πιστεύσας ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, κατήρτισα δικαστήριον καὶ ἐπανέλαβον τὴν διακοπεῖσαν συνεδρίασιν τοῦ Αʹ ἐμπορικοῦ τμήματος, ἐκφωνήσας τὰς πτωχεύσεις καὶ τὰς νόμῳ προτετιμημένας, μεθ’ ὃ διέκοψα τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ κομισθῇ τὸ πινάκιον καὶ τὰ δελτία τῆς συνεδριάσεως τοῦ Βʹ τμήματος. Ταύτην ὅμως ἐθεώρησα καλὸν νὰ ἀναβάλω προτάσει τοῦ κ. εἰσαγγελεύοντος, διὰ τοὺς ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἐκτεθειμένους λόγους, οὓς καὶ αὖθις θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω συναποστέλλων ἀντίγραφον τῶν Πρακτικῶν. Εὐπειθέστατος Ὁ προεδρεύων τοῦ ἐμπορικοῦ τμήματος πρωτοδίκης. Ἀ. Κ. Ῥωμᾶνος». Τὸ ἀντίγραφον τῶν Πρακτικῶν, μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπαλλάσσω τῆς ἀγωνίας, εἶναι τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Πρακτικὰ Συνεδριάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν τῆς 16ης Μαρτίου 1911 ἔτους. Δικασταὶ Κ. Παπαδόπουλος πρόεδρος Ἀ. Ῥωμᾶνος Κ. Κυριακόπουλος ἔμμισθος πάρεδρος κωλυομένων τῶν λοιπῶν δικαστῶν Ἀ. Σπηλιάδης εἰσαγγελεὺς Φ. Βαλασόπουλος ὑπογραμματεὺς Ἀντικείμενον Ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως τοῦ ἐμπορικοῦ τμήματος καὶ διακοπὴ ταύτης. Ἔκθεσις Πρακτικῶν Συγκροτηθέντος ὡς ἄνω τοῦ δικαστηρίου καὶ καταλαβόντος τὰς ἑαυτοῦ ἕδρας μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ὑπογραμματέως τοῦ κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν τῶν συνεδριάσεων τοῦ ἐμπορικοῦ τμήματος, ὁ πρόεδρος σημάνας τὸν κώδωνα ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Πάραυτα οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ εὑρισκόμενοι δικηγόροι ἤρξαντο θορυβοῦντες, μέγα δὲ μέρος τούτων, συναθροισθέντες πρὸ τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου, πολλοὶ δὲ καὶ ἀνελθόντες ἐπ’ αὐτῆς ἤρξαντο φωνάζοντες οἱ μὲν πρὸς τὸ ὄπισθεν μέρος ἰδίως τῆς αἰθούσης ἱστάμενοι «ἔξω, ἔξω· νὰ μὴ γίνῃ συνεδρίασις», οἱ δὲ ἐγγὺς τῆς ἕδρας καὶ πρὸ αὐτῆς προτρέποντες τὸ δικαστήριον καὶ τὸν εἰσαγγελέα, ν’ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης, πάντες ὅμως ἐποδοκρότουν, ἐκτύπων τὰς ῥάβδους των ἐπὶ τοῦ δαπέδου καὶ ἐπὶ τῶν πλευρῶν τῆς ἕδρας καὶ ἐφώναζον τοσοῦτον ἰσχυρῶς, ὥστε ἐκ τοῦ ἐντεῦθεν προξενουμένου δαιμονιώδους θορύβου καθίστατο ἀδύνατον ν’ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τοῦ προέδρου ζητοῦντος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν, ἐπὶ πλέον δὲ τοσαύτη σύγχυσις καὶ τοσοῦτος συνωστισμὸς εἶχεν ἐπικρατήσει, καθόσον ἐκτὸς τῶν διαδίκων καὶ τῆς πληθύος τῶν δικηγόρων εἶχον εἰσέλθει εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ πλεῖστοι ἄλλοι περίεργοι, ὥστε ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ καταληπτὸν τίνες ὡρισμένως καὶ κυρίως ἦσαν οἱ θορυβοῦντες, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα κατὰ τῶν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει θορυβούντων. Πρὸ τοιαύτης ὅθεν ἐκτρόπου καταστάσεως ὁ πρόεδρος ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι κατὰ τὴν διακοπὴν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ παῦσις τοῦ θορύβου καὶ κατασταθῆ ἐφικτὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συνεδριάσεως. Ἐφ’ ᾧ συνετάγη τὸ παρὸν Πρακτικόν. Ὁ πρόεδρος Κ. Παπαδόπουλος Ὁ ὑπογραμματεὺς Φ. Βαλασόπουλος» Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὸ Ὑπουργεῖον προκύπτοντα ἐκ τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν. Ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν πολλοῖς ἀντιτίθενται πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων τούτων. Ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς ἐκτίθενται ἐν τοῖς ἐγγράφοις, αἱ Ἀρχαὶ ἐκεῖναι εἶναι ἐν τάξει καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐνήργησαν. Ἂν ὅμως τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν ὡς ἐξετέθησαν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτήν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει ἡ ἀνεπάρκεια ἢ παράβασις ἀπὸ μέρους τῶν Ἀρχῶν. Προτρέπω ἑπομένως τὸν κ. Βουλευτὴν ὅσα εἶπε κατὰ τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει μεριμνήσει διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐξ ἴσου θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος κατὰ παντός, ὅστις ἤθελεν ἀποδειχθῆ παραβάτης αὐτοῦ.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§226ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§227Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ σεῖς. Εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι.
§229ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ λυθῇ πρῶτον αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει μίαν καὶ ἡμίσειαν νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν δεκάτην. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν δεκάτην μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§233Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν δήλωσιν σχετικῶς διὰ τὰ Πρακτικά. Εἶναι ἐπεῖγον τὸ ζήτημα.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ Πρακτικά;
§235Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη, διότι μερικαὶ ἐφημερίδες παρεξήγησαν γράψασαι ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Πειραιῶς ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐγκαθέτους. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Πειραιῶς ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐγκαθέτους· τὸν λαὸν τοῦ Πειραιῶς τὸν ἐξετίμων καὶ τὸν ἐξετίμησα καὶ τὸν ἐκτιμῶ, πολλῷ μᾶλλον, καθόσον ἔχει συχνὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν λαὸν τῶν Πατρῶν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω. Εἶναι φίλεργος καὶ ἐργατικός. Ἐγὼ ἔψεξα τοὺς ἐξ Ἀθηνῶν ἐγκαθέτους, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ ὡρισμένης φατρίας μεταβαίνοντες εἰς τὸν Πειραιᾶ πράττουσιν ὄργια εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τοῦ Πειραιῶς. Τὸν λαὸν τοῦ Πειραιῶς, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, τὸν ἐξετίμων καὶ τὸν ἐκτιμῶ, τοὺς ἐγκαθέτους ὅμως ἐκείνους τοὺς ἐξ Ἀθηνῶν κατερχομένους στιγματίζω, καὶ θὰ τοὺς στιγματίζω πάντοτε.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν δοθεῖσάν μοι ἐξουσιοδότησιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἐκ τῶν ἑξῆς βουλευτῶν: Γ. Ἰατρίδου, Ἀντ. Ροντήρη, Ν. Τριανταφυλλάκου, Κ. Ρακτιβάν, Μ. Γαλανοῦ, Ἐμ. Κυταριόλου, Θ. Μιχαλοπούλου, Ἀ. Μιχαλακοπούλου, Κ. Ζαβιτσάνου, Θ. Σκάση, Δ. Ζαμάνου, Κ. Μέρμηγκα, Δ. Λιμπεροπούλου, Ἀγ. Σλῆμαν, Γ. Κορομηλᾶ, Λ. Μαβίλη, Γ. Πὼπ, Ἰ. Κουρτάκη, Ἀ. Διομήδους, Ν. Ἀλιβιζάτου, Ε. Κουλουμβάκη. Τὸ ὅλον εἴκοσι καὶ ἑνός.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω καὶ πάλιν νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ πρότερον ἔκαμον, ὅτε ἐγένοντο αἱ συστάσεις πρὸς τὸν Πρόεδρον περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς, ὅτι φρονῶ ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς εἶναι δυνατὸν καλούμενος εἰς ἐπεξεργασίαν νομοσχεδίων καὶ εἰς συμβολὴν πρὸς τὸ Κράτος νὰ λησμονήσῃ ὅτι εἶναι πρὸ παντὸς δημόσιος ἀνήρ, ἀλλ’ ὅτι θ’ ἀφήσῃ πάσας τὰς σκέψεις περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος εἰς τὸν οἶκόν του.
§238Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον, ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν εἰς τὰς λεπτομερείας θὰ συζητήσωμεν τὰ πράγματα, τότε θὰ ἀπαντήσω ὡς ἁρμόζει.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλετε εἰς εὐθετώτερον καιρόν. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον κατὰ σειράν.
§240Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν συγκίνησιν τοῦ διαπρεποῦς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τοῦ σεμνοῦ ἐπιστήμονος, ὅστις εἶναι καὶ πρόεδρος τοῦ πρώτου, δύναμαι νὰ εἴπω, σωματείου τοῦ Κράτους μετὰ τὴν Βουλήν, ἀπήντησαν ἐπαρκῶς τὰ χειροκροτήματα καὶ ἡ ὁμόθυμος συμπάθεια τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἔθηκε τὰ ζητήματα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ μὴ κοινοβουλευτικῶς, καὶ μὴ νομικῶς, καὶ μὴ λογικῶς, καὶ μὲ πολλαπλᾶ σφάλματα ἄλλα!
§241Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸ ἔχει «τετρακόσια» τὸ μυαλό του ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§242Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ κοινοβουλευτικῶς διατί; Διότι, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ σπουδαῖον καὶ βάσιμον τῆς ἐπερωτήσεως αὑτοῦ, ἐπεκαλέσθη καὶ συμβάν τι πρὸ ἱκανῶν ἡμερῶν ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν. Ἡ ἐπερώτησις αὐτοῦ, ὡς ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή, ἦτο: διατί τοσοῦτον χρόνον δὲν ἐπληρώθη προσωρινῶς, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν; Καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς δῆθεν θὰ ἀνεπτύσσετο ἡ ἐπερώτησις, ἂν ἐν τούτῳ δὲν ἦτο παρεσκευασμένος ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ συμβάν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. συνάδελφος, ἦτο εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἐπερωτήσεως αὐτοῦ. Ἐὰν ἑπομένως ὡς πρὸς τὸ συμβὰν ἐκεῖνο δὲν ἦτο προητοιμασμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς κοινοβουλευτικῶς. Ἀλλ’ ὑπέπεσεν καὶ εἰς σφάλμα λογικὸν ὁ ἔντιμος Βουλευτής! Καὶ ποιοῦμαι λόγον περὶ τούτων, κύριοι Βουλευταί, διότι σκοπῶ νὰ υἱοθετήσω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι εἰς τὰ αὐτὰ ὑποπίπτω σφάλματα. Καὶ λογικῶς· διατί; Δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διατί. Καὶ καλῶς ἔπραξεν ὡς πρὸς τοῦτο, διότι ἔσχεν ἀπάντησιν προσήκουσαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἅμα ταῖς πρώταις αὐτοῦ λέξεσιν. Ἀλλ’ ὑπέπεσε καὶ εἰς νομικὸν σφάλμα ὁ ἔντιμος συνάδελφος, διότι ἔδει ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι καὶ πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, νὰ γινώσκῃ, ὅτι οὐδεμία διαπράττεται πρᾶξις παρὰ τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιον εἶχε συντάξει ὁ νῦν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης! Πῶς ἔχει ὁ νόμος, κύριοι συνάδελφοι; (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 12. Αἱ κενούμεναι θέσεις ἀντεισαγγελέων καὶ εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ἢ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν πληροῦνται ἐφ’ ὅσον ἐλλείπουσιν οἱ ἔχοντες τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον πρὸς προαγωγὴν εἰς τὰς θέσεις ταύτας ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἀνατίθενται δὲ τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα διὰ Β. Διατάγματος προσωρινῶς, τὰ μὲν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τινα ἐκ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, τὰ δὲ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ὡς καὶ τὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἴς τινα τῶν ἐφετῶν». Ἀνατίθενται λέγει «προσωρινῶς». Τὴν προσωρινὴν περίπτωσιν ἀκριβῶς προεῖδε καὶ ἐκανόνισεν ὁ νόμος. Ἀπόντος ἢ κωλυομένου, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἐκτελεῖ ἔργα ὁ ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου τὴν διάταξιν ἀνέγνων, οὐχὶ προσωρινῶς, ἀλλά, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, στιγμιαίως, διότι τὴν προσωρινήν, ἐπαναλαμβάνω, περίπτωσιν προεῖδε καὶ ἐκανόνισεν ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην ὑπερβαλλούσης μετριότητος ἐκφράσεως. Διότι εἴμεθα ἐξηναγκασμένοι νὰ ἀκούωμεν διαρκῶς τί θέλει πραχθῆ· «θέλομεν εἰσηγηθῆ, θέλομεν κατορθώσει, θέλομεν ἀνορθώσει, θέλομεν βελτιώσει, θέλομεν τοῦτο, θέλομεν ἐκεῖνο, μὴ ἐρωτᾶτε περὶ τίνος ἐπράξαμεν, μὴ ἐρωτᾶτε τί πράττομεν τώρα, διότι παρακωλύετε τὴν ἀνόρθωσιν»! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν πληροῖ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις τῶν νόμων, διότι οἱ νόμοι οἱ κείμενοι δὲν ἔχουσι δι’ αὐτὸν ὕπαρξιν· οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους θέλει λάβει τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχεδίοις καὶ ἀκολούθως θέλουσι ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλουσι κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ δημοσιευθῆ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, μόνον οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δέον νὰ τύχωσιν ἐφαρμογῆς· περὶ τῶν νόμων τῶν ἄλλων, τῶν κειμένων, ποῖος ἐρωτᾷ; Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἀνήκουσιν εἰς τὸ παρελθὸν τὸ φαῦλον καὶ ἁμαρτωλόν! Ποίαν σχέσιν δύνανται ἐκεῖνοι νὰ ἔχωσι πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν; Ἡ ἀνόρθωσις δὲν ἔχει καθῆκον νὰ σέβηται νόμους ἀνήκοντας εἰς τὸ παρελθόν! Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ῥητή. Ἀναθέτει, λέγει, τὰ καθήκοντα «προσωρινῶς», καὶ ὅμως ἔχουσιν ἀνατεθῆ τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα ἀπὸ μηνῶν εἰς τὸν κ. ἀντεισαγγελέα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνεπάρκεια ἀπεδείχθη ἐντελῶς.
§243ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Ταμπακοπούλου.
§244Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Ταμπακοπούλου. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ πρὸ πόσου χρόνου;
§245ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Πρὸ τεσσάρων μηνῶν, ὑποθέτω.
§246Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι οὔτε ὑφ’ ὑμῶν οὔτε ὑπὸ ἄλλου συναδέλφου δύναται νὰ θεωρηθῇ διάστημα τεσσάρων μηνῶν ὡς διάστημα στιγμιαῖον. Ὑποθέτετε, ὅτι εἶναι ἡ προσωρινότης ἀκριβῶς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προεῖδε καὶ ἐκανόνισεν ὁ νόμος; Καὶ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ἐκπληροῦντος καθήκοντα εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν νομίζω ὅτι τρανῶς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἀκριβῶς ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅσαι εἶναι αἱ φράσεις τοῦ ἐγγράφου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, τόσαι εἶναι καὶ αἱ ἀπρέπειαι καὶ αἱ ἀνακρίβειαι. Οἱ δικηγόροι εὑρισκόμενοι ἐν αἰθούσῃ δικαστικῇ κατὰ τὸ μεσολαβοῦν διάστημα μεταξὺ μιᾶς καὶ ἑτέρας συνεδριάσεως δικαστικῆς εἶχον καταλάβει τὴν αἴθουσαν. Κατακτηταὶ εἶχον ἐπέλθει οἱ δικηγόροι; Ἐνῷ εἶχον καταλάβει τὴν αἴθουσαν οἱ δικηγόροι καὶ τὸ δικαστήριον θὰ ἤρχιζε τὴν συνεδρίασιν αὑτοῦ κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ προεδρεύοντος κατὰ τὴν τετάρτην καὶ ἡμίσειαν ὥραν μ. μ. καὶ ἀντελήφθη τὸ δικαστήριον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ ἐπί τινα λεπτά, καὶ ἀνέμενε, καὶ εἰσέρχεται τὸ δικαστήριον καὶ προσπαθεῖ, κατὰ τὸ αὐτὸ ἔγγραφον τοῦ προεδρεύοντος, νὰ καθησυχάσῃ τὰ πράγματα, καὶ προσπαθεῖ τοῦτο ἐπὶ ὥραν ἱκανήν, καὶ μετέβη ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου, καὶ δὲν κατωρθοῦτο τοῦτο, καὶ παρέχεται παράτασις μιᾶς ὥρας, καὶ ἐπανέρχεται τὸ δικαστήριον εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ κ. προέδρου, καὶ ἀνέμενεν ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα ἱκανόν, καὶ μετὰ πάντα ταῦτα φθάνει ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, τοὐναντίον, κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν λέγει ὅτι περὶ ὥραν πέμπτην μ. μ., ἐνῷ εἰργάζετο εἰς τὸ γραφεῖόν του, εἰδοποιήθη. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς νὰ ὁμολογήσῃ πᾶς τις, ὅτι ὁ κ. εἰσαγγελεὺς συνέτασσε τὸ ἔγγραφον, χωρὶς νὰ ἔχῃ συνείδησιν τῆς σημασίας τοῦ ἐγγράφου ἑνὸς εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, σημειοῦντος μίαν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρξατο μία τις ἐνέργεια αὐτοῦ, τόσον σημαντικὴ ἐνέργεια ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος τῆς πρωτευούσης. Ἀλλὰ ἐπρόκειτο, κατὰ τὸν κ. εἰσαγγελέα ἐκεῖνον, περὶ ὀχλαγωγίας, ἐπρόκειτο περὶ ὀχλαγωγίας, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ συναθροίσεως ὁλοκλήρου τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος ἐν αἰθούσῃ δικαστηριακῇ. Καὶ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν προκειμένου νὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι τοῦ συνεδριάζοντος ἐν αἰθούσῃ δικαστηριακῇ δικηγορικοῦ Σώματος μετέβη ἐκεῖ συνοδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων!
§247Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μὲ μικράν τινα δύναμιν.
§248ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ ἐλαχίστην τινὰ δύναμιν, συνοδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων, ἔστω δύο. Τί ἐζήτουν οἱ χωροφύλακες; Ἡ μικρὰ ἐκείνη δύναμις τί ἐζήτει; Ἡ ἔνοπλος ἐκείνη δύναμις τί ἐζήτει εἰς τὴν δικαστηριακὴν αἴθουσαν, ὅπου συνεδρίαζε τὸ δικηγορικὸν Σῶμα τῆς πρωτευούσης; Μήπως μετέβησαν οἱ δικηγόροι ἐκεῖ νὰ κλέψωσι, νὰ φονεύσωσι, νὰ ἐμπρήσωσι, νὰ λεηλατήσωσι; Δέχομαι ὅτι ἐσκόπουν, μολονότι ἀποδεικνύεται ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἐσκόπουν νὰ ματαιώσωσι τὴν δικαστηριακὴν συνεδρίασιν. Τί ἐζήτει, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἔνοπλος δύναμις; Πῶς ἐκάλεσεν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τὴν ἔνοπλον δύναμιν, μόλις ἔλαβεν εἴδησιν ὅτι συνεδρίαζον, κατὰ τρόπον θορυβώδη ἔστω, οἱ δικηγόροι ἅπαντες τῆς πρωτευούσης ἐν δικαστηριακῇ αἰθούσῃ; Πῶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ, ὡς ἔλαβε τὴν εἴδησιν ὅτι συνεδρίαζε τὸ δικηγορικὸν Σῶμα, νὰ καλέσῃ ἔνοπλον δύναμιν; Ποῖαι ἦσαν αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἂν ἐκεῖνος δὲν εὑρίσκετο ἐν σφάλματι! Τίς ἔδωκε τὴν πληροφορίαν εἰς αὐτὸν ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ συνοδευθῇ ὑπὸ ἐνόπλου δυνάμεως; Εἶναι γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν εὑρίσκετο ἐν τάξει ὁ κ. συνάδελφος; Εἶναι γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πλήρη γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοσούτων ἡμερῶν; Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι κεντήσει τὴν περιέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι βεβαιωμένον, εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἐγγράφων, ὅτι ἐδόθη προθεσμία πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως μιᾶς ὥρας εἰς τὸ δικηγορικὸν Σῶμα, ὅτι ἡ προθεσμία ἐκείνη ἐδόθη μετὰ τὴν 4½ μ. μ. κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ προεδρεύοντος. Τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν λέγει, ὅτι ἔλαβεν εἴδησιν περὶ τῆς ὀχλαγωγίας αὐτῆς τὴν 5 μ. μ. καὶ ἔσπευσεν ἐκεῖ ὁ κ. εἰσαγγελεύς. Καὶ ἵστατο μὲ τὸ ὡρολόγιον εἰς τὰς χεῖρας, ἵστατο ὁ κ. εἰσαγγελεὺς μὲ τὸ ὡρολόγιον; Τὸ ἐπίστευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἵστατο μὲ τὸ ὡρολόγιον ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ ἀπωθήσῃ δικηγόρον, ἀπώθησε τὸν ...
§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν βλέπει.
§250ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὑποθέτω, νὰ ἀγνοῇ εἷς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ νομικῶν, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ὁ διευθύνων δηλαδὴ σήμερον τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ νὰ ἴδῃ ποία ὥρα σημαίνεται, διότι ὁ διευθύνων τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἔχει παντελῆ ἀδυναμίαν νὰ ἀναγνώσῃ οἱονδήποτε ἔγγραφον, νὰ γράψῃ οἱονδήποτε ἔγγραφον. Μόλις κατορθώνει νὰ βλέπῃ λέξεις τῶν ἐγγράφων δι’ ἰσχυροτάτου φακοῦ. Εἶμαι βεβαιωμένος ὅτι μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀναγινώσκουσιν εἰς αὐτὸν τὰ ἔγγραφα. Εἶναι ἐπίσης βεβαιωμένον, καὶ τὸ μαρτυρῶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Κακουργιοδικείου νὰ κρατήσῃ σημειώσεις, διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτὸν καὶ νὰ γράψῃ. Καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος μόλις ἔμαθε τὴν εἴδησιν, ἐνῷ εἶχε πλήρη συνείδησιν τῆς φυσικῆς του ταύτης ἀδυναμίας, σπεύδει ἐκεῖ, εἰσέρχεται μέσῳ τῶν δικηγόρων, ἀπωθεῖ τὸν ἕνα, ἀπωθεῖ τὸν ἄλλον, γίνεται ὁ περίγελως τῶν θεωμένων καὶ ἔπειτα μεταβαίνει εἰς τὸ γραφεῖόν του, ἢ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἄλλο γραφεῖον καὶ συντάσσει μακρὰν περὶ τῶν συμβάντων ἔκθεσιν, ὡς ἐὰν εἶχεν ἀντίληψιν τῶν συμβάντων. Τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ, θὰ εἴπητε, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία τὸν ἔχει εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην; Νὰ μείνῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο, καὶ οὐχὶ ἐν συνειδήσει τῆς φυσικῆς του ἀδυναμίας νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῇ τῶν πραγμάτων, καὶ κατόπιν νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ συντάξῃ ἔγγραφα προσβάλλοντα τὸ δικηγορικὸν Σῶμα τῆς πρωτευούσης, ἔγγραφα ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀνακριβέστατα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἀνακριβῆ. Ἀλλ’ εἶναι τὰ ἔγγραφα τῶν Ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέγνω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης! Τὸ ἔγγραφον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου δὲν ἦτο ἔγγραφον Ἀρχῆς; Κατὰ τὸν νόμον ὅμως, ἐν τῇ συντάξει τοῦ ὁποίου ἐπισήμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε συμπράξει, εἶναι Ἀρχὴ καὶ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος, καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ ἔγγραφον τοῦ συλλόγου, καί, ὅτε εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἔγγραφον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του καὶ ἀντίθετον ἔγγραφον ἄλλης Ἀρχῆς, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ διακριβώσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ ἔρχηται ἐνταῦθα καὶ νὰ λέγῃ ὅτι εὑρίσκεται ἀπροετοίμαστος, διότι δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν ἄλλην περίπτωσιν ἐπιβάλλεται ἡ ταχύτης τῆς ἐνεργείας, ἡ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς δραστηριότης, ὅτε τοῦτο δὲν ἀναγνωρίζει προκειμένου περὶ μιᾶς συγκρούσεως τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος τῶν Ἀθηνῶν καὶ μιᾶς τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἦλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα καταγγείλω μίαν φυσικὴν ἀδυναμίαν· τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ κατακριτέον ἀνθρωπίνως, καὶ αἰσθάνεται πᾶς τις δυσφορίαν τοιαύτας ἀπαγγέλλων κατηγορίας, ἀλλὰ πρόκειται, ὡς εἶπεν ὀρθότατα ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, περὶ σπουδαιοτάτου τῆς Δικαιοσύνης λειτουργοῦ. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον θὰ εὑρίσκηταί τις ἐν ἀδίκῳ, ἐὰν εἴπῃ, ὅτι ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα τῶν δικαστικῶν θέσεων ἐν τῷ Κράτει, καὶ τοιαύτη τις θέσις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς ἄνθρωπον μὲ φυσικὴν ἀδυναμίαν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος συντάσσει τοιαῦτα ἔγγραφα, ὁποῖον τὸ ἀναγνωσθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καί, ἐνῷ ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς καὶ λέγει ὅτι ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα «προσωρινῶς» εἰς ἕνα τῶν ἐφετῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει· δὲν ἔχω ἄλλα καθήκοντα ἐγώ, δὲν ἔχω ἄλλας ὑποχρεώσεις ἐγὼ παρὰ μόνον τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς ἐμὲ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ θὰ συντάξω καὶ σεῖς θὰ ψηφίσητε· μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ὑπάρχει δι’ ἐμὲ νόμος, δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις! (Χειροκροτήματα).
§251Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ὑπῆρξε δικαία ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθ’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπὶ ὑπερβάσει δῆθεν τοῦ θέματος, περὶ οὗ ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐπὶ ὑπερβάσει εὑρισκομένῃ ἐν οἷς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλὰ καὶ ἄδικος ἐὰν ἤθελε θεωρηθῇ ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐφελκύσω νέαν αἰτίασιν ἐκ μέρους αὐτοῦ καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ καταστήσω αὐτὸν ἐλέγχοντα ἀπὸ ἐλεγχομένου. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινὰς καὶ σκέψεις μου γεννηθείσας ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Οὗτος αἰτιολογῶν τὴν μὴ πλήρωσιν τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐπεκαλεῖτο τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προέβαλεν ὡς λόγον τὴν ἀναμονήν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις, προσδοκῶσα νὰ ἴδῃ ψηφιζομένας τὰς μεταρρυθμίσεις τὰς ὑπ’ αὐτῆς ὑποδεικνυομένας, ἵνα οὕτως εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν ὑποψηφίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ ἀνώτατον συμβούλιον θὰ ἔχῃ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς διορισθησομένους εἰς τὰς κενὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων. Ὀρθῶς ἐσκέφθη τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἂν ηὐρύνετο ὁ κύκλος τῶν προσώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ ἀνώτατον συμβούλιον θὰ ἐξέλεγε τοὺς εἰσαγγελεῖς, θὰ ἐξέλεγε καλλιτέρους. Ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἐντεῦθεν ἀναμονὴ τῆς Κυβερνήσεως οὐδαμῶς δικαιολογεῖ παραβίασιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, καὶ τοιαύτην ἀπετέλεσεν ἡ παράλειψις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα πληρώσῃ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, παράλειψις καταφανὴς καὶ χειροπιαστή, διότι ὁ νόμος ὁ ἀρτίως ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς ληξάσης Βουλῆς δὲν ἀφῆκεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν πλήρωσιν ἢ μὴ τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων αὐτῶν. Ἕν δὲ μόνον δικαίωμα ἔδωκε τῷ Ὑπουργῷ, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν οἱ δυνάμενοι νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας, νὰ ἀναθέσῃ ταύτας προσωρινῶς εἰς ἕνα τῶν ἐφετῶν. Ἀλλ’ εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν τοιαύτην προσωρινὴν ἀνάθεσιν, ὥστε νὰ ἀφήνηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ ἢ νὰ μὴ πληρώσῃ οὕτω πως, προσωρινῶς, τὰς θέσεις δι’ ἐφετῶν, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν εἰσαγγελικὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖρας ὑποδεεστέρων εἰσαγγελικῶν προσώπων, τῶν ἀντεισαγγελέων; Ἀναντιρρήτως δὲν εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις, διότι ὁ νόμος κατηγορηματικῶς λέγει· «ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως εἰς ἕνα τῶν ἐφετῶν». Ὅτε δὲ ὁ νόμος ὁμιλεῖ οὕτω, τὸ ἐντεῦθεν ἀπορρέον καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ ἄμεσος πλήρωσις τῶν θέσεων, ἔστω καὶ προσωρινῶς, δι’ ἑνὸς τῶν ἐφετῶν. Καὶ τόσον ἐπιτακτικώτερον εἶναι τὸ καθῆκον τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅσον προσωρινὸς θὰ εἶναι ὁ διορισμός, διότι, ὅταν ἔλθῃ ἡμέραν τινὰ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃ συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ καταστῶσιν ἰσόβιοι οἱ εἰσαγγελεῖς διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν προσωρινὸν διορισμὸν καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τοὺς ὁριστικοὺς εἰσαγγελεῖς τὰ καθήκοντά των. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι παραβίασις τοῦ νόμου ἐγένετο διὰ παραλείψεως ἔργου ἀνατιθεμένου εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλὰ προέτεινε καὶ ἕτερόν τι ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν παράλειψιν. Ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον τοῦ 1887, καθ’ ὃν κατὰ διετίαν κανονίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν τῶν ὑπηρετούντων παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ. Καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν· «πῶς δύναμαι νὰ παραβῶ τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ἐξ ἐπιταγῆς τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸ κανονίζον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ἀθηνῶν, ἵνα ἀποσπάσω ἐντεῦθεν ἐφέτην ἄνευ ἀντικαταστάσεως καὶ ἀναθέσω προσωρινῶς εἰς αὐτὸν τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν; Θὰ ἐμείουν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν κατὰ ἕνα καὶ θὰ παρέβαινον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὸν νόμον τοῦ 1887».
§252Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον αὐτό, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἀπεσπῶντο δυνάμεις ἀνεπίδεκτοι ἀναπληρώσεως. Δηλαδὴ δὲν δικαιοῦμαι ἤδη ἐνασκῶν τὸ ἐκ τοῦ Διατάγματος τοῦ νόμου τοῦ 1887 δικαίωμα νὰ μεταβάλω τὸν ἀριθμόν. Εἶπον ὅτι κατὰ τὸ 1887 ἐξεδόθη ὁ νόμος, ὅστις ἔλεγεν ὅτι κατὰ διετίαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν. Εἰς τὰ 1909 ἐξεδόθη Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ἐκ πόσων ἐφετῶν ἀποτελεῖται ἡ δύναμις ἑκάστου Ἐφετείου. Ἤδη αἱ ἐργασίαι τῶν Ἐφετείων ἀπαιτοῦσιν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1909 δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1887. Αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς καὶ ἄρτιος ὑπάρχων δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἐφετείων. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν δύναμαι δυνάμει τοῦ νόμου πρὶν ἢ παρέλθῃ ἡ διετία νὰ αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν.
§253Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ συνόλῳ;
§254Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐν τῷ συνόλῳ καὶ εἰς ἕκαστον τῶν Ἐφετείων. Διότι παντοῦ εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς μὲ τὴν ἔντασιν τῶν ἐργασιῶν, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Λοιπόν, ἐὰν καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ ἀφῄρουν ἕνα ἐφέτην, ἵνα προκαλέσω προσωρινῶς τὴν εἰς αὐτὸν ἀνάθεσιν καθηκόντων τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, θὰ ἠλάττουν τὸν ἤδη ἠλαττωμένον ἀριθμόν, θὰ καθίστων ἀνεπαρκέστερον τὸν ἤδη ἀνεπαρκῆ ἀριθμόν. Δὲν εἶπον λοιπὸν ὅτι ἡ ἐλάττωσις θὰ ἦτο παραβίασις τοῦ Διατάγματος. Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο παραβίασις, ἐφ’ ὅσον δυνάμει τοῦ νόμου λαμβάνω ἐφέτας. Εἶπον ὅτι κωλύομαι ἐκ τοῦ νόμου νὰ προκαλέσω προβιβασμοὺς καὶ αὐξήσεις ἐφετῶν. Ὅταν θὰ ἐκδοθῇ νέον Βασιλικὸν Διάταγμα κατὰ τὸν προσεχῆ Αὔγουστον....
§255Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1887 τὸ Διάταγμα δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν ἢ ἐκ τῆς ἐπιταγῆς τοῦ νόμου νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν. Πέρα τούτου...
§256Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τότε αἱ καθ’ ἕκαστον ὑπηρεσιακαὶ ἀνάγκαι ἐνδείξωσι μεταβολὴν τῆς κατανομῆς τῆς γενομένης, ἡ μεταβολὴ αὕτη θὰ γίνῃ, ἀλλὰ θὰ γίνῃ τότε· τώρα δὲν δικαιοῦμαι νὰ τὴν κάμω. Ὑποθέτω ὅτι εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.
§257Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀνέθετε τὰ καθήκοντα τὰ εἰσαγγελικὰ εἰς ἕνα ἐφέτην, ἐρωτῶ, δὲν ἴσχυε τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε;
§258Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§259Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἑπομένως κατὰ τί δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸ Διάταγμα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου;
§260Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ παρηκολουθήσατε εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν μου. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ Διάταγμα ἐμποδίζει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι δύο ζητήματα, ζήτημα νομιμότητος καὶ ζήτημα σκοπιμότητος καὶ ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος εἶπον, ὅτι κατέχομαι ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς ἐπιστημονικῆς τῆς ἀκλονήτου ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅτι, ὅτε λέγει ὁ νόμος «ἀναπληροῦται προσωρινῶς, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἔχων τὰ προσόντα», δὲν λέγει ὅτι ὑποχρεοῦται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἀναπληροῦται εἶναι ἐνταῦθα ἴσον μὲ τὸ διορίζεται, διότι θέλει νὰ κανονίσῃ προσόντα, καὶ ὅπως λέγει ὁ νόμος, ὅτι διορίζεται ὁριστικὸς εἰσαγγελεὺς ὁ ἔχων τὰ α, β, γ προσόντα, ἔρχεται ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἔχων τὰ προσόντα, διὰ νὰ διορισθῇ ὁριστικὸς εἰσαγγελεύς, ἀναπληροῦται διὰ τοῦ ἔχοντος τὰ α καὶ β προσόντα.
§261Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ νόμος.
§262Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁριστικός, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ διορίσητε προσωρινόν, ὅταν ὑπάρχωσιν ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ δικαστικοῦ οἱ ἀναπληροῦντες ἢ οἱ δυνάμενοι ἀναπληρῶσαι τὸν εἰσαγγελέα. Ὅταν ὑπάρχωσιν ἀντεισαγγελεῖς, βεβαιότατα ἀναπληροῦσι τὸν εἰσαγγελέα. Παραμένει ζήτημα σκοπιμότητος, καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ εἶναι δεκτὴ πᾶσα σκέψις, καὶ ζήτημα ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης. Ἐν τούτῳ ἀπήντησα ὅτι δύο εἶναι οἱ λόγοι τῆς ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης· πρῶτος ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, δεύτερος ὁ ἄλλος, ὅτι λόγοι ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης ἐπείγοντες καὶ σπουδαῖοι, θεραπείας δεόμενοι διὰ τὴν προσωρινὴν ἀναπλήρωσιν τῶν εἰσαγγελέων, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀντεισαγγελεῖς. Καὶ ζήτημα μὲν τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει, ἐξ ἄλλου ὅμως ὑπάρχει ἀνάγκη διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν Ἐφετείων νὰ παραμένωσι τοὐλάχιστον οἱ ὑπάρχοντες ἐφέται. Αὐτὰ εἶναι, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναμένω τὴν γνώμην σας.
§263Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι τὴν ἐξήγησιν, κύριε Ὑπουργέ, καὶ λέγω, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα διορίσητε προσωρινὸν εἰσαγγελέα ἕνα ἐφέτην, τὴν ἔχετε ἀναπόφευκτον ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεμία χωρεῖ ἀμφιβολία, ἥτις λέγει· «ἀνατίθεται προσωρινῶς εἰς ἕνα ἐφέτην ἡ διεύθυνσις τῆς Εἰσαγγελίας». Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, δι’ ὅσων λέγει, βεβαίως δὲν προσδιορίζει τὰ προσόντα, ὅπως ὑμεῖς θέλετε νὰ φρονῆτε, τῶν ἀναπληρωτῶν τῶν εἰσαγγελέων, ὅπου δὲ ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ προσόντων ἔχει τὴν ἔκφρασιν σαφῆ καὶ μὴ δεκτικὴν ἀμφιβολίας τινός. Ἐκ τῆς ἀντιδιαστολῆς δὲ τῶν δύο περιπτώσεων, τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν δὲν ἀναπληροῦνται οἱ ἀπολυθέντες εἰσαγγελεῖς, καὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα εἰς ἕνα ἐφέτην, ἐξάγεται προφανῶς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὑποχρέωσιν ἐπιτακτικὴν ἀποτελεῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα πληρώσῃ τὴν κενὴν θέσιν δι’ ἑνὸς ἐφέτου. Τούτου οὕτως ἔχοντος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ μὴ ἀποβλέψῃ πρὸς τὴν τυχὸν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ ἐπιτελέσεως νόμου μεταγενεστέρου καὶ ἄρα ἐπικρατεστέρου τοῦ νόμου ᾼΦΝΔʹ τοῦ 1887. Διότι ἡ ἐλάττωσις ὑπάρχει, ὡς ἐβεβαίωσεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων οὐδεμία ἐστὶν ἐνοχή, ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐλλιποῦς ὄντος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν, οὐδεὶς θὰ ἔψεγε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἄν, πληρῶν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τοῦ νεαροῦ νόμου, ἐπλήρου τὸ κενὸν διὰ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς τῶν ἐφετῶν ὡς εἰσαγγελέως. Καὶ ἐγὼ ἄλλοτε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ἤδη διεύθυνσιν, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐλαττώσω τὴν δύναμιν δύο Ἐφετείων τοῦ Κράτους, καὶ ἔπραξα τοῦτο, διότι εὑρισκόμην ἀπέναντι ἐπιτακτικῆς διατάξεως, ἀντιτιθεμένης εἰς τὸν νόμον τοῦ 1887, ἀπέναντι διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅταν ἐπέλθῃ ἀκύρωσις ἐκλογῆς τινος δημοτικῆς καὶ ἐκκληθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου, τὸ Ἐφετεῖον τὸ μέλλον νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῆς ἐφέσεως πρέπει νὰ συγκροτηθῇ ἐκ πέντε τακτικῶν ἐφετῶν, τὸ Διάταγμα δὲ ἦτο ἐκδεδομένον καὶ ἴσχυε, καθ’ ἣν ἐποχὴν ταῦτα ἐγένοντο. Τὸ Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1887 ὥριζεν ἀριθμὸν ἐφετῶν ἐν Λαρίσῃ 4 καὶ ἐν Κερκύρᾳ ἐπίσης 4· δὲν ἠδύνατο λοιπὸν νὰ συγκροτηθῇ δικαστήριον οὔτε ἐν Λαρίσῃ οὔτε ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου δύο ἐφέσεις ἀκυρωτικῶν Πρωτοδικείων τῆς περιφερείας τῶν Ἐφετείων ἐκείνων ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσι, καὶ εὑρέθην εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐλαττώσω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν εἰς ἄλλα Ἐφετεῖα, εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν καὶ νὰ μεταθέσω ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν δύο ἐφέτας, τὸν μὲν εἰς Κέρκυραν, τὸν δὲ εἰς Λάρισαν, ἵνα γίνῃ δυνατὴ ἡ συγκρότησις δικαστηρίου διὰ τακτικῶν δικαστῶν, οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο νὰ μὲ ψέξῃ, ὅτι παρέβην τὸν νόμον, ὅτι δὲν ἐπέδειξα σκοπιμότητα διοικητικὴν μεταθέτων ἐφέτας ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Ναυπλίου καὶ ἐλαττῶν οὕτω τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐφετείων τούτων, ἵνα πληρωθῇ ἐπιτακτικὴ διάταξις τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν. Τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη πορεία καὶ ἐνέργεια εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ ἀδιαφορήσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ ὤφειλε νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τὴν ἐπιτακτικὴν τοῦ νόμου, νόμου μάλιστα τοσούτῳ μᾶλλον ὑπερτέρου τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὅσῳ ἦτο νεώτερος, καὶ τόσῳ μᾶλλον ἐπιτακτικῆς διατάξεως, ὅσῳ ἡ ἀναπλήρωσις καὶ ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς ἀναπληρώσεως μέλλουσα νὰ προέλθῃ δὲν ἦτο ἢ προσωρινή, διότι λίαν προσεχῶς θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον νὰ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἐξασφαλιζομένης οὕτω τῆς ἰσοβιότητος τῶν εἰσαγγελέων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκτὸς τοῦ θέματος, ὡς τοῦτο ὑπολαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκτὸς τοῦ θέματος, λέγω, τοῦ κυρίου, τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀπευθυνθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἤθελε φέρει τις τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, βεβαίως δὲν θὰ εὕρῃ ἀποχρῶσαν τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἕνα χαρτί, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἓν φύλλον συκῆς νὰ συγκαλύψῃ τὴν γυμνότητα τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν κατὰ τῶν αἰτιάσεων, αἵτινες βασίμως ἀποδίδονται εἰς αὐτήν. Ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ἢ μᾶλλον τὴν ἀπολογίαν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διότι ἀπολογίαν θὰ ὠνόμαζον ἐγὼ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, καὶ ἀπολογία πρέπει νὰ ὀνομασθῇ, ἐνόσῳ ἡ ὑπαιτιότης τῶν γενομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἀποδίδεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν κ. ἀντεισαγγελέα, ἐνόμισε, λέγω, διὰ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς ὅτι ἐκάλυψε τὴν εὐθύνην τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη, Κύριοι, παραμένει ἀκεραία, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ μεθ’ ὅσα εἶπε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν θέλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξετάσω, ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν· τοῦτο οὔτε ἐγὼ οὔτε ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσῃ σήμερον, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐξακριβώσῃ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ ἀντλήσῃ ἐντεῦθεν πορίσματα θετικά, τὰ ὁποῖα νὰ ἀναγινώσκῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ ἡμέραν τινά, ἀλλ’ ὁπόταν θὰ ἐξελεχθῶσι κατὰ νόμιμον τρόπον τὰ πράγματα καὶ ὅταν θὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πορίσματα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς εἴτε περὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν δικηγόρων, ἂν ἐγένοντο τοιαῦται, εἴτε περὶ τῆς παρεκτροπῆς τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, τότε θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῆς ἐνεργείας του. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω, ἀλλ’ οὔτε καὶ δύναμαι νὰ κρίνω, ποία τις ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τελευτῶν τὸν λόγον, ὅτι, ἂν ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως τῶν πραγμάτων σκοπιμότης ἐν τῇ διοικήσει τῆς Δικαιοσύνης ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν μὴ πλήρωσιν θέσεως, τῆς ὁποίας ἡ πλήρωσις ἐπεβάλλετο ἐξ ἐπιταγῆς τοῦ νόμου, ἀπὸ εἰδικῆς ὅμως ἀπόψεως ὑπερτέρα σκοπιμότης ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Διατί ἆρά γε σήμερον εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀντεισαγγελεὺς ὁ διευθύνων τὴν Εἰσαγγελίαν Ἀθηνῶν καὶ πρὸ ὀλίγων μηνῶν δὲν ἦτο ἐπαρκὴς ἡ Εἰσαγγελία τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν μὴ ἔχουσα μὲν ὁριστικὸν εἰσαγγελέα, ἀλλ’ ἔχουσα προϊστάμενον αὐτῆς τὸν ἔντιμον ἐφέτην κ. Ταμπακόπουλον; Μήτοι τάχα ἐπλεόναζεν ἡ τότε ἐργασία τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν καὶ ἔκτοτε ἐμειώθη, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ ὁ ἀντεισαγγελεύς, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν; Δὲν πιστεύω τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐπίσης λόγοι σκοπιμότητος ἐπέβαλλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως ἐκείνης, τὴν πλήρωσιν καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει καὶ κελεύει ὁ νόμος τοῦ 1909. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων, κύριε Πρόεδρε, ἄγομαι εἰς τὸ πόρισμα ὅτι οὐχὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπέπεσεν εἰς ὀλίσθημα οἱονδήποτε, διότι ἐπὶ ἐδάφους στερεοῦ ἐπάτησεν, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἀνεκοίνωσε· τοὐναντίον βλέπω ὅτι ἐπὶ ὀλισθηροτάτου ἐδάφους ἐστάθη ἢ μᾶλλον ἐδοκίμασε νὰ σταθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ ἐδάφους τοσοῦτον ὀλισθηροῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὁσονδήποτε ἰσχυρὸς καὶ ἂν εἶναί τις, δὲν δύναται νὰ κρατηθῇ, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην θὰ περιπέσῃ εἰς ὀλισθήματα καὶ εἰς ἀτοπήματα, ὡς ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§264Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶμαι ὁ πρῶτος, κύριοι συνάδελφοι, ὅστις θὰ ὁμολογήσω τὴν κοινοβουλευτικήν μου ἀπειρίαν, διότι οὔτε ἐπολιτεύθην μέχρι τοῦδε, πλέον δὲ ἀμφίβολον εἶναι ἂν θὰ ἐξακολουθήσω πολιτευόμενος. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοὶ παρήγαγεν εὐχαρίστησιν, εἶναι ὅτι τὴν ἀπειρίαν μου ταύτην συνεμερίσθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις ἐφρόντισε νὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ ὅλα τὰ ἐφόδια καὶ νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπερώτησίν μου. Διότι, Κύριοι, ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορῶσα τὴν πλήρωσιν τῆς κενῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἶναι ἐξεταστέα καὶ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς. Καὶ ἀπὸ νομικῆς μὲν ἀπόψεως ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὸν νόμον, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὅτε ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἀνατίθενται τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα, ἐν ᾗ περιπτώσει χηρεύει ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως, εἰς ἕνα ἐφέτην, ἀποκλείει τὸν ἀντεισαγγελέα. Φρονῶ ἐπίσης ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος τοῦ νόμου ἡ αὐτὴ λύσις ἐπιβάλλεται, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ὁ νόμος, ὅτε ἀπεμάκρυνε τοὺς εἰσαγγελεῖς, διότι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ συμβουλίου δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς, ἐνόει ποτὲ νὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν Εἰσαγγελιῶν εἰς τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τεκμήριον εἶναι ἔτι ἀνεπαρκέστεροι. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα.
§265Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὅτε λέγει ὁ νόμος, ὅτι προσωρινῶς ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις τῶν Εἰσαγγελιῶν εἰς ἐφέτην, σημαίνει ὅτι εἰς τὸν ἀντεισαγγελέα οὔτε προσωρινῶς δὲν ἐνόει νὰ ἀναθέσῃ.
§266Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διότι ὅμως ἐγὼ εἶμαι νομικὸς καὶ συνήθισα νὰ σέβωμαι τὰς νομικὰς γνώμας τῶν ἄλλων, ἠθέλησα νὰ φέρω καὶ ἕτερον ζήτημα πραγματικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου προδήλως καταδεικνύεται ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ διευθύνοντος τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν ἀντεισαγγελέως, ὥστε, καὶ ἂν ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου εἶχεν ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι καὶ πάλιν ὑπεχρεοῦτο νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὁρίσῃ ἐφέτην εἰσαγγελέα. Αὐτὸ προκύπτει καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ προέδρου διαψεύδονται ὅλοι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως περὶ τῆς ὥρας τῆς συνεδριάσεως, περὶ τοῦ ὅτι ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ περὶ τοῦ ὅτι εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα, διότι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ προέδρου φαίνεται ὅτι δὲν εἶχε παρέλθει ἡ χορηγηθεῖσα ὥρα. Προκειμένου δὲ περὶ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἀπευθύνει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπεβάλλετο ἀκριβολογία καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα καὶ οὐχὶ τοσοῦτον χονδροειδεῖς ἀνακρίβειαι, ὁποῖαι αἱ περιεχόμεναι ἐν τῷ ἐγγράφῳ. Λοιπὸν κατ’ ἐμὲ δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐγγράφου, ἐὰν ἀντιπαραβάλωμεν αὐτὸ πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦ προεδρεύοντος, τὸ ὁποῖον κατέχει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀποδεικνύεται σαφῶς ὅτι δὲν εἶχεν ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων ὁ κύριος ἀντεισαγγελεὺς καὶ ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὴν περιωπὴν τῆς θέσεως, ἡ ὁποία τῷ ἐνεπιστεύθη. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ συγκινήσεως ὡμίλησα, διότι καὶ τοῦ Σώματος τῶν δικηγόρων μετέχω, καί, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς προΐσταται τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, προΐσταμαι καὶ ἐγὼ ἑτέρας ὑπηρεσίας, μικροτέρας βεβαίως, τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσκῶ καὶ ἰδίαν ἐν πειθαρχικῷ συμβουλίῳ δικαιοδοσίαν, ἣν θὰ ἐκαλούμην ἀκριβῶς νὰ μετέλθω καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως, ἐὰν μοὶ ὑπεβάλλοντο συγκεκριμένα γεγονότα. Διότι μόνον περὶ πειθαρχικοῦ παραπτώματος δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Ἐκπλήττομαι δ’ ἀληθῶς, ὅτε μοὶ λέγουσιν, ὅτι ἀποτελεῖ ἀντίστασιν κατὰ τῆς Ἀρχῆς. Ὅτε εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ μὲν πρώτη συνεδρίασις τοῦ Δικαστηρίου ἤρχισεν ἐγκαιρότατα καὶ ἐτελείωσε χωρὶς οὐδεὶς τοὺς δικαστὰς νὰ ἐνοχλήσῃ, ἔπειτα δέ, ἀφοῦ προσελθὸν τὸ Δικαστήριον παρέσχε μιᾶς ὥρας προθεσμίαν, μετὰ τὴν τετάρτην καὶ ἡμίσειαν, καὶ βλέπουσιν αἰφνιδίως εἰς τὰς πέντε νὰ ἐμφανίζηται ὁ κ. Δεκάριστος μετὰ κουστωδίας χωροφυλάκων ἀπ’ ἔξω, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι σκοπίμως προεκάλεσαν τὸν ἐπελθόντα φυσικῶς θόρυβον αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μετὰ ὀλίγα λεπτὰ προσεκάλεσαν τὸ δικαστήριον νὰ ἔλθῃ καὶ συνεδριάσῃ; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ἀντίστασις κατὰ τῆς Ἀρχῆς; Ἢ θέλομεν νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν χωροφυλάκων οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ κακοποιήσωσι τὸν πολίτην, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην, τὸν καταγγέλλουσιν εἶτα ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς Ἀρχῆς; (Χειροκροτήματα). Τὰ πράγματα βεβαίως δὲν ἐξηγοῦνται ὡς ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς ἐξήγησεν αὐτά, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν φθάσει εἰς μίαν εὐτυχῆ λύσιν, εἶναι νὰ διορισθῇ ἐφέτης, ὁ ὁποῖος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ μείνῃ κατὰ μέρος ὁ κ. ἀντεισαγγελεύς. Δὲν ἐπεθύμουν βεβαίως οὐδεμία νὰ ἐπέλθῃ δυσαρέσκεια μεταξὺ δικηγόρων καὶ δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐγὼ παρεκάλεσα τοὺς κ. δικηγόρους νὰ ἡσυχάσωσι, διαβεβαιώσας αὐτοὺς ὅτι τὸ συμβούλιον τοῦ συλλόγου ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, ἐβεβαίωσεν, ὡς εἶπον, τὰ γεγονότα καὶ ἔκαμε περὶ αὐτῶν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα καὶ θὰ ὑποβάλω καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§267Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν τὸ ἐκάμετε ἀμέσως;
§268Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἔκθεσις ἐγένετο τὸ Σάββατον μόλις καὶ ἐδημοσιεύθη ἀμέσως· θὰ ὑποβληθῇ δὲ καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπισήμως. Εἰς ταύτην θὰ ἴδητε ὅτι συμφωνεῖ ἐν τῇ ἀφηγήσει τῶν λαβόντων χώραν μὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. προεδρεύοντος, ἀφοῦ λείψωσι τὰ κοσμητικά. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν διετύπωσα τὴν ἐπερώτησίν μου οὕτω πως, ἵνα ζητήσω νὰ προσκληθῇ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον νὰ ὀνομάσῃ ἕνα ἐφέτην διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἔστω καὶ ἐπὶ κινδύνῳ μειώσεως τῆς δυνάμεως τοῦ Ἐφετείου, ὁ ὁποῖος ἐφέτης θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῶν τροχιάν.
§269Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀμφέβαλλον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν γενομένην ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐτήρει ἣν εἴθισται νὰ τηρῇ στάσιν, προκειμένου περὶ ἐλέγχου τὰς πράξεις αὐτοῦ ἀφορῶντος, τουτέστιν ἢ νὰ μὴ ἀπαντᾷ, ἢ ἀπαντῶν νὰ ἀποκρούῃ ἐγωϊστικῶς, ἔστιν ὅτε καὶ περιφρονητικῶς, πᾶσαν κατ’ αὐτοῦ γενομένην ὀρθὴν παρατήρησιν. Οὐδέποτε ὅμως ἐφανταζόμην ὅτι θὰ μετεχειρίζετο φράσεις τόσον ὑβριστικάς, τόσον εὐτελεῖς ἐναντίον συναδέλφου ἐγνωσμένης ἐπιστημονικῆς ἀξίας, οὐ μόνον ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον· φράσεις, αἵτινες παρέχουσιν ἡμῖν ἀφορμὴν νὰ σκεπτώμεθα ἐν μέλλοντι, ἂν πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς ἐπερωτήσεις ἢ ὄχι. Διότι, ὅταν λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐκπλήσσεται δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ῥακτιβάν, ὅστις φρονεῖ ὅτι οὕτως ὁμιλήσας ὑπέπεσεν εἰς παράπτωμα τυπικόν, νομικὸν καὶ λογικόν, βεβαίως θεωρεῖ αὐτὸν ἀνίκανον καὶ παράλογον καὶ συνεπῶς πάντα ἀντιφρονοῦντα καὶ διαμαρτυρόμενον κατὰ παρανομιῶν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ ὑπαγομένων...
§270Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διόλου. Δὲν πρόκειται περὶ ἀμαθείας, ἀλλὰ περὶ διαφορᾶς γνώμης ἐπιστημονικῆς. Ἐγὼ ἐκτιμῶ τὴν εὐρυμάθειαν τοῦ κ. Ῥακτιβάν.
§271ΣΩΚ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι ἐκτιμᾶτε περισσότερον τὸν ἑαυτόν σας! (Γέλωτες). Ἐν τούτοις εἴπετε ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦτον παράπτωμα, εἰς τοιαύτας ἀνακριβείας νομικάς, λογικάς, τυπικάς, ὥστε...
§272Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§273ΣΩΚ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Σᾶς ἐπιτρέπω ἐλευθέρως, ἀλλὰ σᾶς δηλῶ προκαταβολικῶς ὅτι δὲν θὰ συμφωνήσωμεν, διότι ἀτυχῶς ἔχω τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε καὶ σεῖς, νὰ ἀρκῶμαι εἰς τὸν ἑαυτόν μου. (Παρατεταμένοι γέλωτες).
§274Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὴν εὐρυμάθειαν τοῦ κ. συναδέλφου τὴν νομικήν, ὥστε ἠπόρησα πῶς ἐπλανήθη παρὰ τὴν ἐμὴν προσδοκίαν.
§275ΣΩΚ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εὑρίσκεσθε σεῖς ἐν πλάνῃ, ὅστις, χωρὶς ν’ ἀνασκευάσητε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. συναδέλφου, ἐχαρακτηρίσατε αὐτὸν παράλογον καὶ ἀμαθῆ, δηλαδὴ ὑβρίσατε αὐτόν, διότι καὶ μόνον ἤλεγξεν ὑμᾶς, ἐνῷ ὠφείλετε νὰ γνωρίζητε ὅτι ὁ ὑφ’ ἡμῶν ἀσκούμενος ἔλεγχος ἐξυπηρετεῖ τὴν πατρίδα, ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἐνεπιστεύθησαν ἡμῖν τὴν ἐντολὴν ἀκριβῶς ὅπως ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ προστατεύσωμεν τὰ δίκαια αὐτῶν, ὅταν μάλιστα ὁ ἔλεγχος ἀσκῆται καλῇ τῇ πίστει, ὡς ἡμεῖς πράττομεν.
§276Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδείς ποτε ἐσκέφθη ν’ ἀποδώσῃ εἰς κακὴν πίστιν τὸν ἔλεγχον, δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι, ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας καὶ ἂν προέρχηται, εἶναι πάντοτε ἄσκησις δικαιώματος, καὶ εἶναι ὑπόχρεος ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀπαντᾷ εἰς πάντα ἐπερωτῶντα.
§277ΣΩΚ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐξαιρετικῶς ὅμως σεῖς δὲν πράττετε τοῦτο, καίτοι ἀναγνωρίζετε τὰς ὑποχρεώσεις σας, ἀλλ’ ὑβρίζετε ἀντὶ νὰ ἀπαντᾶτε εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας ὑμᾶς. (Χειροκροτήματα). Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ ἔλεγχος ἐν γένει, ἰδίᾳ δὲ ὁ κατὰ τῶν ὑπουργικῶν πράξεων, εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς ἡμᾶς ὑποχρέωσις, πλανῶνται δὲ ὅσοι νομίζουσιν ὅτι, ἐπειδὴ ὁμοφρονοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει ν’ ἀδιαφορῶμεν εἰς παραλείψεις ἢ πράξεις αὐτῆς ἀντικειμένας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, δίδοντες μόνον ψῆφον ἀνεξετάστως εἰς πάντα τὰ ζητήματα ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἀκολουθήσω τοιαύτην πορείαν, ἀλλὰ καὶ ἔλεγχον θὰ ἀσκῶ, ὅταν τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλῃ τοῦτο, καὶ τὴν ψῆφόν μου οὐδέποτε θὰ δώσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως παρὰ πεποίθησιν, ἀδιαφορῶν ἂν θὰ προξενήσῃ καλὴν ἢ κακὴν ἐντύπωσιν εἰς αὐτὴν τοῦτο. Ἤδη δὲ θεωρῶ ἐπιβεβλημένον ἐμοὶ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐκ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον κατὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπίθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσαν αὐτοῦ ἀδιαφορίαν πρὸς τὸ δικηγορικὸν Σῶμα, ἐξ οὗ καὶ αὐτὸς οὗτος προέρχεται, εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατὰ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου γενομένης ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἰδίᾳ δὲ τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀντεισαγγελέως κ. Δεκαρίστου, ἐπιθέσεως ἥτις αὐτόχρημα ἐξηυτέλισε τὸ ἐν λόγῳ σωματεῖον τῆς πρωτευούσης. Εἴθε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἐψηφίζετο ὁ περὶ δικηγορικῶν συλλόγων θεσμός, ὅστις ὡς ἔχει, ἤτοι ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος, κατ’ ἀρχὴν οἰκτρῶς ἀπέτυχε καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπροστάτευσε τὸ δικηγορικὸν σῶμα, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπεδούλωσεν, ἐξηυτέλισεν αὐτό. Εἴδετε τί συνέβη προχθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν τῆς πρωτευούσης. Οἱ δικασταὶ ἐξύβρισαν τοὺς κυρίους δικηγόρους, ἐξηυτέλισαν αὐτούς, τοὺς ἠνάγκασαν ν’ ἀπέλθωσιν ἐκεῖθεν ἀντιτάξαντες κατ’ αὐτῶν καὶ αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν. Ἀντὶ δὲ παραχρῆμα νὰ κληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν οἱ ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης δικασταί, κατηγγέλθησαν ὑπὸ τῶν ὑπαιτίων καὶ δημιουργῶν τοῦ λυπηροῦ αὐτοῦ ἐπεισοδίου δικαστικῶν λειτουργῶν οἱ δικηγόροι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἀνακρίσεων κατ’ αὐτῶν αὐτοὶ οὗτοι ἐπελήφθησαν, οἱ δικασταί. Περὶ ὅλων αὐτῶν τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός; τί πράττει; ἀδιαφορεῖ, ἢ μᾶλλον ἀδικεῖ τοὺς πρώην αὐτοῦ συναδέλφους, ἵνα καταδηλώσῃ τὴν εὐλάβειαν, τὸν σεβασμόν, τὴν ἐκτίμησιν, ἣν τρέφει ὑπὲρ τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν οὕτω περιφρονητικῶς ἐξευτελίζονται οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι· καὶ ἄλλοτε καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπέστησαν ὁμοίους ἐξευτελισμοὺς χωρὶς οὐδεμία νὰ δοθῇ αὐτοῖς ἱκανοποίησις. Προσέτι δὲ οὐδέποτε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς οὔτε ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς αἰτήσεις, συστάσεις, παροτρύνσεις πρὸς αὐτοὺς γενομένας. Οὐδεὶς δ’ ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ ποία προσοχὴ δίδεται εἰς τὰς ὑποβαλλομένας ἑκάστοτε αἰτήσεις τῶν δικηγορικῶν συλλόγων πρὸς τὰς διαφόρους δικαστικὰς ἢ ἄλλας Ἀρχάς· οὔτε κἂν λαμβάνονται ὑπ’ αὐτῶν ὑπ’ ὄψιν. Ἐπανειλημμένως ᾐτήσαντο οἱ ἐν λόγῳ σύλλογοι τὴν μετάθεσιν δικαστικοῦ λειτουργοῦ κακὴν ἐπιδείξαντος διαγωγὴν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων του, ἢ τοὐναντίον τὴν ἀνάκλησιν ἀδικαιολογήτως μετατεθέντος ἔκ τινος Δικαστηρίου ἐντίμου δικαστοῦ, οὐδέποτε ὅμως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ συστάσεις αὐτῶν. Εἷς τῶν διακεκριμένων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἴσου ἀτυχῶν δικαστῶν, ὁ πρωτοδίκης κ. Παπανδρέου, ὁ ἐπὶ τριετίᾳ καὶ πλέον ὑπηρετήσας ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι καὶ ἐπιδείξας ἀρετὰς σπανίας, μετετέθη ἐν μέσῳ χειμῶνος ἔχων πολυμελεστάτην οἰκογένειαν. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Κεφαλληνίας τηλεγραφικῶς ᾐτήσατο —τοῦ νόμου ἐπιτρέποντος τοῦτο—νὰ ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις αὕτη, θεωρήσας ἄστοχον τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπάνθρωπον, οὐδεμίαν ὅμως ἔσχεν ἀπάντησιν. Ἐπρόκειτο δὲ περὶ δικαστοῦ, ὅστις πρωτεύει μεταξὺ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐντιμότητος.
§278Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§279ΣΩΚΡ. Α. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἂν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν ἢ πρότερον, βεβαιῶ ὅμως ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καίτοι, ὡς εἶπον, ἐπρόκειτο περὶ ἀρίστου καὶ ἠδικημένου δικαστοῦ ὑπηρετοῦντος ὑπερδεκαπενταετίαν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου.
§280Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ προσφυγαὶ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι γίνονται καὶ ἀναρμοδίως καὶ παρὰ τὸν νόμον.
§281ΣΩΚΡ. ΑΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τυπικῶς συμφωνῶ, οὐχ ἧττον οὐσιαστικῶς ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἐξαρτᾶται ἐξ ὑμῶν, διότι ἐνεργοῦντες ἁρμοδίως δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε τοῦτο, ἀλλὰ σεῖς, ὁσάκις δὲν σᾶς συμφέρει, δὲν εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν οἱασδήποτε ὑποθέσεως. Φρονεῖτε λοιπὸν ὅτι ἡ αἴτησις ἑνὸς δικηγορικοῦ συλλόγου δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ὅτι δὲν ἐμπνέει πεποίθησιν εἰς τὰς Ἀρχὰς ὁ δικηγορικὸς σύλλογος; Τότε εἴμεθα σύμφωνοι καὶ θὰ πράξωμεν ἄριστα νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτόν.
§282Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὁ νόμος λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπει μετάθεσιν, τί νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός;
§283ΣΩΚ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει μετάθεσιν, δὲν πρόκειται ὅμως περὶ μεταθέσεως, ἀλλ’ ἀνακλήσεως τοιαύτης, δικαστοῦ δυναμένου καὶ μετὰ τὴν τριετίαν νὰ παραμείνῃ καὶ ὑπηρετῇ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπου καὶ πρότερον ὑπηρέτει κατὰ νόμον. Καὶ πάντα ταῦτα ἀνέφερα, διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τῆς ἐπικρατούσης ἰδέας παρὰ τῇ ἀνωτέρᾳ καὶ ἀνωτάτῃ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ σᾶς προξενήσῃ ἐντύπωσιν ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν πρὸς τοὺς δικηγόρους, ὅσον ἀνάγωγος καὶ ἂν ἦτο αὕτη. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ ὅτι κακῶς ἀνετέθησαν καθήκοντα εἰσαγγελέως Ἐφετῶν κατὰ νόμον εἰς τὸν κ. Δεκάριστον ἀντεισαγγελέα καὶ ὅτι, διὰ νὰ εἶναι ἀκατάλληλος οὗτος, ἐδημιουργήθησαν αἱ σκηναί, ἀπαντᾷ εἰς αὐτὸν ὑβριστικώτατα, ὑποστηρίζων ἐν ταὐτῷ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ὅτι διορίζεται προσωρινῶς ἀναπληρωτὴς ἐφέτης μόνον ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντεισαγγελεύς, ἐνῷ ὁ νόμος ποσῶς δὲν ἐννοεῖ τοῦτο. Ἂς μᾶς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ συμφωνήσωμεν μετ’ αὐτοῦ, τοῦτο μὲν διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐκ Λακωνίας κ. συνάδελφος, διὰ τῆς φράσεως «προσωρινῶς ἀναπληρωτὴς διορίζεται ἐφέτης εἰς κενὴν θέσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν» ὁ νομοθέτης ἀκριβῶς ἀπέκλειε τὴν ὑποκατάστασιν τοῦ εἰσαγγελέως διὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως, τοῦτο δέ, διότι δὲν θὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι προκειμένου λόγου νὰ πληρωθῇ θέσις εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἶναι προτιμότερον νὰ πληρωθῇ αὕτη δι’ ἐφέτου, ἤτοι τακτικοῦ δικαστοῦ, παρὰ διὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν δύναται νὰ συμπληρωθῇ καὶ διὰ δικηγόρου παρέδρου αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ Εἰσαγγελία δὲν δύναται. Λέγει ὅμως ὅτι θὰ ἔπραττε τοῦτο, καίτοι κατὰ τὴν πεποίθησίν του δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν, οὐχ ἧττον ἐλλείψει ἐφετῶν δὲν τὸ ἔπραξε. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, διατί εἰς τὰς ἄλλας Εἰσαγγελίας Ἐφετῶν τοῦ Κράτους ἐτοποθετήθησαν καὶ νῦν ὑπάρχουσιν ἐφέται; Διότι, ὡς φρονῶ, ὁ νόμος ἐπιβάλλει τοῦτο, πάντως ὅμως, καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἂν δὲν εἶχε τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ἔδει τὴν θέσιν ταύτην νὰ μὴ ἀφήσῃ κενήν, ἀλλὰ νὰ πληρώσῃ ταύτην δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν παρὰ ταῖς ἄλλαις Εἰσαγγελίαις Ἐφετῶν ὑπηρετούντων προσωρινῶς ἐφετῶν, ἵνα μὴ παρουσιάζωνται τοιαῦται ἀνωμαλίαι καὶ ἄτοπα καὶ νὰ δημιουργῶνται ἄνευ λόγου σκάνδαλα εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας καὶ εἰς βάρος τῶν δικηγόρων. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἐξ ἐπιπολαιότητος τοῦ εἰσαγγελεύοντος τῶν Ἐφετῶν ἐξηυτελίσθη ὁ δικηγορικὸς σύλλογος τῆς πρωτευούσης καὶ δὴ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε καὶ ἐγώ, ὅστις εἶμαι μέλος καὶ ἀνήκω εἰς ἄλλον σύλλογον, λόγῳ συναδελφότητος νὰ αἰσθανθῶ τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὴν διαγωγὴν τοῦ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεύοντος, διαγωγὴν ἥκιστα συνᾴδουσαν πρὸς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης. Καὶ ταῦτα λέγω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί. Σεῖς δέ, κ. Ὑπουργέ, μὴ λησμονεῖτε ὅτι, ἐὰν χθές, σήμερον, αὔριον εἶσθε Ὑπουργός, τὴν ἑπομένην, τὴν μεθεπομένην θὰ εἶσθε ἁπλῶς δικηγόρος καὶ θὰ συγκαταλεχθῆτε μεταξὺ τῶν συναδέλφων σας ἐκείνων, πρὸς οὓς ἤδη ἐπιδεικνύετε ἀδιαφορίαν, ἀστοργίαν, περιφρόνησιν, καὶ τότε, τότε θὰ ἔχητε τὸ βάρος τῆς συνειδήσεως ὅτι ἠδικήσατε ὁμοίους, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά. Καταστρέφων τὸν λόγον μίαν σύστασιν ἔχω νὰ σᾶς κάμω, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς· ἀφαιρέσατε τῶν χειρῶν τοῦ δημιουργοῦ τῆς καταστάσεως ταύτης, τοῦ εἰσαγγελεύοντος τῶν Ἐφετῶν, πᾶσαν δικαιοδοσίαν, πᾶσαν ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἀναθέσατε τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων εἰς ἕνα τῶν καλλιτέρων, τῶν ἀρίστων ἐφετῶν, διότι ἄλλως θὰ προκαλέσητε κατάστασιν, τῆς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε τὰ ἀποτελέσματα.
§284Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ ὑποβληθεῖσα ἐπερώτησις καὶ κοινοβουλευτικωτάτη ἦτο καὶ κατὰ κοινοβουλευτικώτατον διετυπώθη τρόπον. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἔντιμος συνάδελφος ἐπηρώτησε τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κύριον Ὑπουργὸν διὰ τίνα λόγον παρὰ τὸν νόμον δὲν συμπληροῦται ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. Ὡς ἐπὶ πλέον δὲ ἔρεισμα τῆς ἐπερωτήσεώς του πλὴν τῆς αἰτιάσεως ὅτι ἡ μὴ συμπλήρωσις τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν ἦτο παράνομος ἔφερε τὴν ἑτέραν αἰτίασιν ὅτι ἡ μὴ συμπλήρωσις ἐγένετο καὶ γίνεται ἀφορμή, ὅπως ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν συνταράσσηται ἐξ ἀστόχου ἐνεργείας τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶς Ἐφετῶν. Εἰς ταῦτα ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἡ μὴ συμπλήρωσις τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν προσωρινῶς δι’ ἐφέτου δὲν εἶναι παράνομος, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ πεποίθησιν. Μετ’ ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἀκούω καὶ συλλογίζομαι τὰς νομικὰς σκέψεις τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ καθῆκον πράττω τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει θὰ μοὶ ἐπετρέπετο, νομίζω, νὰ δώσω μεγαλειτέραν προσοχὴν εἰς τὸν Νικόλαον Δημητρακόπουλον, τὸν νεκρὸν νομοθέτην τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ, τὸν νεκρὸν συντάκτην τοῦ Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, παρὰ εἰς τὸν ζῶντα Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω ὅτι τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ οὐδεμίαν ἀφήνει ἀμφιβολίαν, τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ, περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ εἰσαγγελικὴ ἕδρα τῶν Ἐφετῶν, κενωθεῖσα συνεπείᾳ τῆς ἐκκαθαρίσεως, νὰ μείνῃ κενὴ καὶ νὰ μὴ διαχειρίζηται ὑπὸ εἰσαγγελέως, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται νὰ συμπληρωθῇ, καί, ἂν δὲν συμπληρωθῇ ὁριστικῶς, πάντως δέον νὰ συμπληρωθῇ κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν προσωρινῶς δι’ ἐφέτου. Τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω, ἵνα σχηματίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἰδίαν ἀντίληψιν περὶ τοῦ πράγματος, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ κενούμεναι θέσεις ἀντεισαγγελέων καὶ εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καὶ ἀντεισαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν πληροῦνται, ἐφ’ ὅσον ἐλλείπουσιν οἱ ἔχοντες τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον πρὸς προαγωγὴν εἰς τὰς θέσεις ταύτας ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἀνατίθενται δὲ τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα διὰ Β. Διατάγματος προσωρινῶς τὰ μὲν τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἴς τινα τῶν ἀρεοπαγιτῶν, τὰ δὲ τοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ὡς καὶ τὰ τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀντεισαγγελέως εἴς τινα τῶν ἐφετῶν». Κατ’ ἐμὲ ἡ διατύπωσις αὕτη δὲν ἀφήνει καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι διὰ τὴν προσωρινὴν διεύθυνσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἀπαιτεῖται νὰ προκληθῇ ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, ὑποδεικνύουσα διὰ τὴν τοιαύτην προσωρινὴν διαχείρισιν τῆς εἰσαγγελικῆς θέσεως τὸν κατάλληλον ἐφέτην. Ἐὰν εἶχον καί τινα ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν λύσιν ταύτην, τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην διαλύει τὸ ἄρθρον 26 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ νόμου τούτου, συνταχθὲν ἀπὸ τὸν Νικόλαον Δημητρακόπουλον τὸν ἀποθανόντα νομοθέτην τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ. Τὸ ἄρθρον 26 λέγει τὰ ἑξῆς: «Προκειμένου νὰ πληρωθῶσι δι’ ἐφετῶν κατὰ τὴν προσωρινὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 κεναὶ θέσεις εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καὶ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πέμπει εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον τὰς ὑποβεβλημένας αὐτῷ περὶ τούτου αἰτήσεις ἐφετῶν μετὰ πάσης πρὸς φωτισμὸν τοῦ συμβουλίου ἀναγκαίας πληροφορίας». Πρόκειται περὶ τῆς ὁριστικῆς συμπληρώσεως ἕδρας δι’ ἐφέτου ἐντὸς τῆς πρώτης πενταετίας: «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οὐδένα τῶν αἰτούντων ἤθελεν ἐγκρίνει τὸ συμβούλιον, ἀποφαίνεται εἴς τίνα τῶν ἐφετῶν ἢ τῶν ἀρεοπαγιτῶν δέον νὰ ἀνατεθῶσι προσωρινῶς καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον τὰ καθήκοντα τοῦ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως ἢ τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἀντεισαγγελέως, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου. Ὁμοία τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου ἀπόφασις προκαλεῖται καὶ διὰ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου προσωρινὴν ἀνάθεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀντεισαγγελέως». Τὸ Διάταγμα προνοεῖ, καὶ νομίζω ὅτι κανονίζει τὴν περίπτωσιν ταύτην κατὰ τρόπον δεσμεύοντα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ καὶ ἂν παρὰ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα τὰ ἀντλούμενα ἐξ αὐτοῦ τοῦ κ. Νικολάου Δημητρακοπούλου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται εἰς αὐτόν, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν δι’ ἐφέτου συμπλήρωσιν τῆς εἰσαγγελικῆς θέσεως, βεβαίως, ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς ἐπιστημονικῆς πεποιθήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, περίπτωσις πρὸς ἔλεγχον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ὑπάρχει διὰ τὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος, ὑπάρχει ὅμως περίπτωσις πρὸς ἔλεγχον διὰ τὸ ζήτημα τῆς σκοπιμότητος τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου. Νομίζω ὅτι σκέψεις σκοπιμότητος ἐπέβαλλον, ἅμα τῇ ἀποχωρήσει τοῦ προσωρινῶς εἰσαγγελεύοντος ἐφέτου κ. Ταμπακοπούλου, ἐπέβαλλον, λέγω, σκέψεις στοιχειώδους σκοπιμότητος τὴν πρόκλησιν τοῦ διορισμοῦ ἑτέρου ἐφέτου πρὸς προσωρινὴν διαχείρισιν τῶν εἰσαγγελικῶν ὑποθέσεων τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, αἱ σκέψεις δὲ αὗται εἶναι αἱ ἑξῆς. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ἤδη ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν κ. Δεκάριστος εἶναι ἐκ τῶν διατηρηθέντων ἀντεισαγγελέων δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὅτε διετηρήθησαν οἱ διατηρηθέντες ἀντεισαγγελεῖς, τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον ἐθεώρησεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιεικῆ γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς διατηρήσεως ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ναὶ μὲν οἱ ἀντεισαγγελεῖς οὗτοι δύναται νὰ ὑποτεθῇ μετὰ τὴν αὐστηρὰν κρίσιν περὶ τῶν εἰσαγγελέων ὅτι δὲν κέκτηνται τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα αὐστηρῶς ἐξεταζομένων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ὑπαλλήλων θὰ ἐδικαιολόγουν τὴν παραμονήν των ὡς ἀντεισαγγελέων, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ θέσις τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἶναι κατωτέρα καὶ πολλῷ ἥσσονος σπουδαιότητος, διὰ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιεικεστέρου μέτρου κρίσεως θεωροῦνται οἱ ἀντεισαγγελεῖς διατηρητέοι. Ἔχομεν λοιπὸν πιστοποιημένην τὴν διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀνεπάρκειαν τῶν διατηρηθέντων ἀντεισαγγελέων ἐκ μέρους τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου τοῦ ἀπαρτιζομένου ἀπὸ τοὺς Ἡρακλεῖς, ὡς ἄλλοτε ἐν δημοσιογραφικῇ συνεντεύξει ἔλεγεν ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τοὺς Ἡρακλεῖς τοὺς βαστάζοντας τὸν θυρεὸν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ὅτι δὲ τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου περὶ τῆς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν εἰσαγγελικῶν καθηκόντων ἀνεπαρκείας τοῦ ἀντεισαγγελέως Ἀθηνῶν, τοῦτο πιστοποιεῖται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τὸ συμβούλιον προέτεινε πρὸς διαχείρισιν τῶν εἰσαγγελικῶν ὑποθέσεων καὶ διωρίσθη ὡς εἰσαγγελεύων ἐφέτης ὁ ἐφέτης κ. Ταμπακόπουλος παραμείνας τοιοῦτος μέχρι τῆς ἀποχωρήσεώς του ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλά, ἂν καὶ ταῦτα πάντα δὲν ὑπῆρχον, ἐκ τῆς σήμερον συζητήσεως προέκυψεν ὅτι ὁ κ. Δεκάριστος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ὡς ἀντεισαγγελέως, ἀπεδείχθη ὅμως ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Νομίζω ὅτι ἀνεπτύχθησαν τὰ πράγματα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας μετ’ ἀρκετῆς πειστικότητος, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψῃ τις ἐπὶ πλέον εἰς αὐτά. Ὀφείλω ὅμως ὡς ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν νὰ ἐκφράσω τὴν ψυχικήν μου ὀδύνην διὰ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἔγγραφον τὸ προερχόμενον ἀπὸ τὸν εἰσαγγελεύοντα ἀντεισαγγελέα κ. Δεκάριστον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιρρίπτονται μομφαὶ καὶ ἐκφράζονται φόβοι ὅτι ἦτο δυνατὸν τὸ δικηγορικὸν Σῶμα Ἀθηνῶν, ἐκ τῶν κόλπων τοῦ ὁποίου προέκυψεν ἡ κεφαλὴ ἡ σήμερον διευθύνουσα τὴν δικαστικὴν διοίκησιν, ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε νὰ μεταβληθῇ εἰς σῶμα ὀχλαγωγικόν. Τοὺς φόβους τούτους τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως ὀφείλω ὡς μέλος τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος Ἀθηνῶν νὰ τοὺς ἀποκρούσω μετ’ ἀγανακτήσεως, καὶ νομίζω ὅτι καὶ μόνον αὐτὴ ἡ σκέψις, ἡ ὁποία διῆλθεν ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ εἰσαγγελεύοντος ἀντεισαγγελέως, παριστᾷ ὅτι ὁ Κύριος αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίληψιν περὶ τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος Ἀθηνῶν, καί, ὅτε δὲν κατώρθωσε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας του νὰ ἀποκτήσῃ ἀντίληψιν περὶ τοῦ πῶς σκέπτεται καὶ ἐνεργεῖ τὸ δικηγορικὸν Σῶμα Ἀθηνῶν, βεβαίως δὲν εἶναι διανοητικῶς ἐπαρκής, ἵνα ἐκτελῇ ἐπὶ πλέον τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰ ἐκτυλιχθέντα γεγονότα καὶ μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς νομιμότητος ἢ σκοπιμότητος τῆς διαχειρίσεως τῆς εἰσαγγελικῆς ἕδρας Ἀθηνῶν ὑπὸ τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη ἀντεισαγγελέως, ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος ὅτι συνέβησαν ὅσα συνέβησαν καὶ ἐγένετο ἡ παροῦσα συζήτησις, ἐπιβάλλεται, χωρὶς νὰ θιχθῇ τὸ παράπαν ὁ ἀντεισαγγελεὺς ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀντεισαγγελικῶν καθηκόντων του, νὰ προκληθῇ ἐρώτημα περὶ συμπληρώσεως τῆς εἰσαγγελικῆς θέσεως δι’ ἐφέτου, τοὐλάχιστον προσωρινῶς. Εἶναι, νομίζω, μέτρον ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀγαθῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος, σχέσεων αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχωσιν ἀγαθαὶ ἐν τῷ συμφέροντι καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν δικηγόρων καὶ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων ὡς ὑπηρετῶν τῆς δικαιοσύνης, ὡς ὑπηρετῶν τῆς Πολιτείας πρὸς ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, μὴ προκαλέσαντος τὸν διορισμὸν προσωρινοῦ εἰσαγγελέως ἐκ τῶν ἐφετῶν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς νομιμότητος, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ὑπελέγξωσι τὴν ἐνέργειαν ὡς μὴ νόμιμον, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ πόρρωθεν νὰ πείσωσι τὴν διπλῆν Βουλήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν οἱ δυνάμενοι νὰ διορισθῶσιν ὡς ὁριστικοὶ εἰσαγγελεῖς, ἐπὶ μίαν πενταετίαν, γίνεται διορισμὸς προσωρινοῦ εἰσαγγελέως. Τοῦτο καὶ μόνον ὁρίζεται, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πενταετίας οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ διορισθῶσιν, οἱ μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα, δύνανται νὰ διορίζωνται ὡς προσωρινοὶ εἰσαγγελεῖς. Δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, νὰ ἐπικρίνητε τὴν ἐνέργειαν ὡς μὴ νόμιμον, ὅτι ὁ μὴ ἄμεσος διορισμὸς εἰς θέσιν κενωθεῖσαν κατά τινα τρόπον, εἴτε διὰ θανάτου εἴτε διὰ παραιτήσεως, ἀποτελεῖ παράνομον ἐνέργειαν τοῦ διευθύνοντος τὸν κλάδον τῆς ὑπηρεσίας, εἰς ὃν ἀνήκει ὁ ὑπάλληλος;
§286ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ἄμεσος ὄχι.
§287ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Καὶ ἐν τούτοις τινὲς ἐκ τῶν παρελθόντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀξιοτίμων συναδέλφων ἠθέλησαν νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι εἰδικῶς διὰ τὴν θέσιν αὐτὴν τοῦ προσωρινοῦ εἰσαγγελέως δὲν ἐπετρέπετο νὰ παρεμβληθῇ χρονικόν τι διάστημα μεταξὺ τῆς κενώσεως τῆς θέσεως καὶ τοῦ διορισμοῦ ἑτέρου.
§288ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι βεβαίως.
§289ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε δέχεσθε ὅτι, ὑφ’ οὓς ὅρους γίνεται ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ὁριστικοῦ εἰσαγγελέως, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους γίνεται καὶ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ προσωρινοῦ ἀντεισαγγελέως, καὶ τότε ζήτημα νομιμότητος δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ μένει ζήτημα σκοπιμότητος. Ἐξεταστέον ἤδη, ἂν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος ἡ ἐνέργεια τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης ὑπῆρξε μεμπτή. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν ὅτι ἀποβλέπων ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὁριστικῆς πληρώσεως τῶν εἰσαγγελικῶν θέσεων, διότι τοῦτο θὰ καταστῇ δυνατὸν ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προτείνωσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταί, ἀποβλέπων ἐξ ἄλλου εἰς τὸ ἀνεπαρκὲς προσωπικὸν τῶν Ἐφετείων καὶ εἰς τὸ γεγονὸς ἀκόμη ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν καὶ τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, ὅπου ἐλλείπουσι καὶ οἱ προσωρινοὶ εἰσαγγελεῖς, ἔχουσι δύο ἀντεισαγγελεῖς, ἀποβλέπων ἀκόμη εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ καλούμενοι ἐκ τοῦ νόμου εἰς ἀναπλήρωσιν καὶ τῶν ὁριστικῶν καὶ προσωρινῶν εἰσαγγελέων εἰς τὰ δύο ταῦτα Ἐφετεῖα ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν προσωρινὴν ταύτην ἀναπλήρωσιν, δὲν ἐνόμισε σκόπιμον νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν δύο τούτων Ἐφετείων ἀνὰ ἕνα ἐφέτην, διὰ νὰ φροντίσῃ νὰ διορισθῶσιν οὗτοι διὰ τοῦ συμβουλίου τοῦ δικαστικοῦ προσωρινοὶ εἰσαγγελεῖς. Καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἡ ἐνέργεια τοῦ διοικοῦντος τὰ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ ἔλεγχον, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον μομφήν. Ἐὰν βεβαίως, συνεπείᾳ τῶν γενομένων τελευταίως, συνεπείᾳ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν σκηνῶν, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην ἔκφρασιν, θέλει ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀντεισαγγελέως, τοῦ ἀναπληροῦντος τὸν μὴ ὑπάρχοντα εἰσαγγελέα, εἴτε ὁριστικὸν εἴτε προσωρινόν, δὲν ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα, τότε μόνον θὰ ἐνεδεικνύετο ἡ σπουδή, ὅπως καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ληφθῇ εἷς ἐκ τῶν δικαστῶν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν προσωρινὴν διεύθυνσιν τῆς Εἰσαγγελίας. Μέχρι τοῦ σημείου ὅμως τούτου οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ σπεύσῃ ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα καὶ φρονῶν ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς μόνον μετὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν τελευταίων σκηνῶν θὰ ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ, ὅπως προκαλέσῃ τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, θεωρῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ὡς καθῆκον νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι αἱ σκηναί, αἱ λαβοῦσαι χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἦσαν σκηναὶ λυπηρόταται, ἦσαν σκηναί, διὰ τὰς ὁποίας οἱ δικηγόροι Ἀθηνῶν, δὲν λέγω πάντες, ἀλλ’ οἱ μετασχόντες τῶν σκηνῶν καὶ οἱ πρωτοστατήσαντες εἰς αὐτάς, εἶναι ἄξιοι τῆς αὐστηροτέρας ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας καταδίκης. Ὅτιδήποτε δεχθῶμεν ὡς ἀκριβές, εἴτε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως, τὴν ὁποίαν φαίνεσθε διατεθειμένοι νὰ μὴ παραδεχθῆτε καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, εἴτε τὴν ἔκθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ δικαστηρίου, τὸ Πρακτικὸν δηλαδὴ τῆς δευτέρας συνεδριάσεως τοῦ δικαστηρίου, εἴτε τὴν ἔκθεσιν τοῦ προεδρεύσαντος, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδεμία ἠκούσθη ὑπόνοια ἐντεῦθεν, θὰ δεχθῆτε ὅτι οἱ κύριοι δικηγόροι Ἀθηνῶν, ὅσοι παρίσταντο εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ὅσοι μετέσχον εἰς τὰς σκηνὰς αὐτάς, εἶναι ἄξιοι, ἐπαναλαμβάνω, αὐστηροτάτης μομφῆς καὶ αὐστηροτάτης καταδίκης. Εἴπομεν, Κύριοι, ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται ἐξ ἴσου δι’ ὅλους, καὶ διὰ τοὺς ἀδυνάτους καὶ διὰ τοὺς ἰσχυρούς, καὶ διὰ τοὺς ἱσταμένους χαμηλὰ καὶ διὰ τοὺς ἱσταμένους ὑψηλά. Οἱ κύριοι δικηγόροι εἶναι ἐκ τῶν ἱσταμένων ὑψηλά, εἶναι ἐκ τῶν δυνατῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀδυνάτων. Καὶ ἄλλοι ἀδύνατοι, ἀσθενεῖς, οἱ ἐργάται νομίζοντες ὅτι ἀδικοῦνται καὶ ὅτι δύνανται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ διεκδικήσωσι τὰ δίκαιά των εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς μίαν τῶν δημοσίων ἀρχῶν, τὴν ἀστυνομικήν, καὶ προβαίνουσιν εἰς παρεκτροπὰς, αἱ ὁποῖαι τοὺς ῥίπτουσιν εἰς τὰς φυλακάς, ὅπου ἴσως τινὲς ἐξ αὐτῶν μανθάνω ὅτι εὑρίσκονται ἀκόμη. Πῶς θέλετε λοιπόν, ὅτε ἔνοχοι παρομοίων σκηνῶν εἶναι οἱ δικηγόροι, οἱ γνωρίζοντες τοὺς νόμους, οἱ ἀποτελοῦντες καὶ αὐτοὶ ὄργανα ἀναγκαῖα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, πῶς θέλετε νὰ κρίνητε τὴν ἐνέργειαν τῶν κυρίων δικηγόρων, ἐρχομένων νὰ κάμωσιν ὁμοίας σκηνὰς καὶ νὰ ἐπιδείξωσι μίαν συμπεριφορὰν πρὸς αὐτοὺς τοὺς δικαστάς, πῶς θέλετε νὰ κρίνητε ἐπιεικέστερον τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐκ τῆς μορφώσεώς των καὶ ἐκ τῆς εἰδικῆς ἐνασχολήσεώς των εἶναι ὑποχρεωμένοι εὐλαβέστερον νὰ ἔχωσι πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἔτι μᾶλλον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτούς; ὅτε, λέγω αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι συμπεριφέρονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποτελεῖ μόνον πειθαρχικὸν παράπτωμα, ἀλλὰ καὶ πρᾶξιν κολάσιμον; Πῶς θέλετε νὰ συγκινήσητε τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κοινὴν γνώμην ἀναπτύσσοντες εἰς αὐτὴν ὅτι δὲν συμπεριεφέρθη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καλῶς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τούτους, οἱ ὁποῖοι παρημπόδισαν τὸ δικαστήριον ἐλθὸν νὰ συνεδριάσῃ κατ’ ἐπανάληψιν, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, διατί; Διότι εἶναι δικηγόροι, διότι κατέχουσι κοινωνικὴν θέσιν ἐπιφανῆ, διότι εἶναι ἰσχυροί! Καὶ διατί πᾶς ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο δικηγόρος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀπετέλει μέρος ὁμοίου Σώματος κατέχοντος ὑψηλὴν θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διατί νὰ κρίνηται μετ’ ἄλλης αὐστηρότητος ἢ ἐκείνης, μὲ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κριθῶσιν οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἠδικοπράγησαν ἐναντίον τοῦ δικαστηρίου;
§290Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὅτε οἱ δικασταὶ αὐτοὶ οἱ τηρηταὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ εἶναι τηρηταὶ τῶν νόμων, παρανομοῦσι, δὲν ὀφείλουσιν οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμοδιώτεροι, νὰ ἐξεγερθῶσι κατὰ τῆς παρανομίας;
§291ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποίας παρανομίας;
§292Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Προσδιώρισαν τὴν ὥραν καὶ κατόπιν δὲν εὑρέθησαν συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς.
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἔχετε μελετήσει τὰ ἔγγραφα. Εἶναι ἀπολύτως βεβαιωμένον, ὅτι, ὅτε μετέβη εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἠθέλησε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἕδραν καὶ ἐξεδιώχθη ἀπὸ τοὺς δικηγόρους, ἦτο ἐν καιρῷ τὸ δικαστήριον. Τοῦτο, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου δὲν τὸ ἀρνεῖται. Ὑπάρχει μόνον ἡ ἀμφισβήτησις ὅτι, ὅτε ἠθέλησε τὸ δικαστήριον νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας, ὁ κ. Δεκάριστος μετέβη πρωτύτερα ἀπὸ τὴν ὥραν, ἡ ὁποία εἶχε δηλωθῆ.
§294ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τὸ βεβαιῶ καὶ ἐγώ, διότι παριστάμην ἐκεῖ καὶ κατόπιν ἦλθον ἐδῶ.
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἐγὼ ἔχω τοῦτο τὸ δεδομένον, ὅτι τὸ μὲν Δικαστήριον μετέβη ἐν καιρῷ, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἀμφισβητεῖται μόνον ἂν μετέβη μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου τῆς ὥρας ἢ ὀλίγον ἐνωρίτερον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διότι ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν δικηγόρων τῶν Ἀθηνῶν ἔτυχεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τόσον θερμῆς συνηγορίας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, ἡ ἐνέργεια ἀκριβῶς τῶν δικηγόρων ἡ τοιαύτη, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν, εἶναι ἀξία αὐστηροτάτης καταδίκης. Τώρα, ἂν ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τῆς ἐξακριβώσεως τῶν γεγονότων, καὶ τοιαύτη ἀρχὴ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς Δεκάριστος...
§296ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὅμως αὐτὸς ἐπελήφθη.
§297ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖτε, ὅτι δὲν ἐνεργεῖ σήμερον αὐτός, ἐν τούτῳ δὲ ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν τοῦ πράγματος. Λοιπόν, ἂν ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τοῦ πράγματος, θέλει ἐξακριβώσει ὅτι τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν εἶναι καθόλου ἀκριβῆ καὶ δὲν ἐγένοντο καθ’ ὃν τρόπον ἐκτίθενται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ προεδρεύοντος, τότε βεβαίως ἡ αὐστηρὰ ἐπίκρισις, τὴν ὁποίαν κάμνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν δικηγόρων, θέλει ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος, εὔχομαι δὲ νὰ ἀποδειχθῇ τοιαύτη.
§298ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν μὴ ἐκ μέρους του, ἐκ κακῆς ἴσως ἑρμηνείας, ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ κανονίζοντος τὸν διορισμὸν τῶν προσωρινῶν εἰσαγγελέων, δὲν συνετέλεσαν, ὅπως ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ πλήρη πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ νόμιμος καὶ σκόπιμος ὑπῆρξε, καὶ διὰ τοῦτο παρέστη ἀνάγκη, ὅπως ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀναλάβῃ τὴν συνηγορίαν περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον σοβαρὸν βεβαίως, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντελήφθη ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν ἐπιβάλλεται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Δύο ζητήματα γεννῶνται, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος καὶ σκοπιμότητος τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ἐπεισοδίων τῶν συμβάντων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὅτε ὁ νόμος ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν πληροῦνται αἱ ἕδραι διὰ τῶν καταλλήλων προσώπων, διορίζονται προσωρινῶς εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἐφέται, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται εἷς Ὑπουργός, ὅταν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας ἀφήνῃ κενὴν τὴν θέσιν τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ ἐφέτης, ὅτε ἐξ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου ἐξάγεται τοῦτο.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἀναπληρωτής· εἶναι εἰσαγγελεύς.
§300Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ λέγω· εἶναι εἰσαγγελεύς. Μάλιστα λέγω τοῦ νομίμου προσωρινοῦ εἰσαγγελέως. Δὲν δικαιολογεῖται, λέγω, ὅταν ἐξ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου βεβαίως πηγάζῃ, ὅτι ὁ νόμος ἤθελεν εἰς θέσεις τόσον σοβαράς, τόσον σημαντικάς, ὅσον αἱ θέσεις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὑπαλλήλους τοιούτους ἐμπνέοντας πλήρη ἐμπιστοσύνην περὶ τῆς ἐκ μέρους τῶν ἐκτελέσεως τῶν σοβαρωτάτων αὐτῶν καθηκόντων. Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ὅτι ὁ νομοθέτης θέλει ἄμεσον διορισμὸν εἰσαγγελέως, ἔστω καὶ προσωρινῶς, μέχρι τοῦ διορισμοῦ τοῦ τακτικοῦ εἰσαγγελέως, καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κακῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν σκηνῶν, τῶν λυπηρῶν ἐπεισοδίων τοῦ Πρωτοδικείου. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσφάλη ὑποστηρίζων ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς δὲν διετύπωσεν ὀρθῶς τὴν ἐπερώτησίν του, διότι τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ ἀπετέλει ἐπιχείρημα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Δεκάριστος, ἔντιμος κατὰ τὰ ἄλλα ὁμολογουμένως, εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Παρέστην καὶ ἐγὼ μάρτυς, κύριοι συνάδελφοι, τῶν συμβάντων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τοὐλάχιστον ἐγὼ παρέστην ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ, παρετηρήθη βεβαίως ἱκανὴ ζωηρότης συνοδευομένη καὶ μετά τινος θορύβου ἐκ μέρους τῶν δικηγόρων, ἀλλ’ ἐν τῇ ζωηρότητι ταύτῃ σᾶς βεβαιῶ μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν διεβλέπετο καμμία πρόθεσις προσβολῆς τοῦ δικαίου, καμμία πρόθεσις προσβολῆς τοῦ δικαστηρίου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ἦτο ὅτι ὁ θόρυβος οὗτος τῶν δικηγόρων καὶ ἡ ζωηρὰ αὐτῶν συζήτησις προήρχετο ἀπὸ μερικὰς κακὰς συνηθείας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, νὰ διεξάγωμεν τὰς συζητήσεις ἡμῶν μετά τινος θορύβου καὶ μετά τινος ταραχῆς. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὸ διαβλέπω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως· δὲν διαβλέπω προσβολὴν τοῦ νόμου, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πέρα τοιαύτης ἐνεργείας δὲν προέβησαν οἱ δικηγόροι· δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον ὅτι καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν, πρὶν ἢ τὸ δικαστήριον προσέλθῃ, ἠκούσθησαν δύο ἢ τρεῖς φωναὶ νὰ κηρυχθῇ καὶ ἀπεργία, φωναὶ ἐπιτρεπόμεναι, διότι, ὡς ἀνεγνωρίσθη, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἐνασκούμενον ἐντὸς τοῦ νόμου εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ προσβάλῃ· καὶ ἐν τούτοις αἱ ἐλάχισται αὗται φωναὶ τῶν δικηγόρων κατεβλήθησαν καὶ κατεπνίγησαν ὑπὸ τῆς φωνῆς τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχθη νὰ ἀπεργήσῃ σεβόμενον καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν νομοθεσίαν, καὶ πρὸ παντὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀξιοπρέπειαν. Τὰ πράγματα μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔβαινον ὁμαλῶς, ὁπότε εἰσέρχεται τὸ δικαστήριον. Ὁμολογῶ καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου—ἤμην παρὼν καὶ δι’ αὐτὸ βεβαιῶ τὰ γεγονότα αὐτά— ἐντιμότατος ὁμολογουμένως δικαστής, ἐταράχθη ὀλίγον ἐκ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθη ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ, καὶ μετά τινος ἐπιμονῆς ἔκρουε τὸν κώδωνα θέλων νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου. Οἱ δικηγόροι ἐφώναζον ὁμολογουμένως.
§301Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἐφώναζον «ἔξω, ἔξω!»
§302Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤκουσα. Ἀλλ’ οἱ δικηγόροι ἐφώναζον, καὶ ἐφώναζον πρὸς τὸν πρόεδρον νὰ ἀποχωρήσῃ τὸ δικαστήριον ἐπ’ ὀλίγον μέχρις ὅτου ληφθῇ μία ἀπόφασις τέλος πάντων περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ τὸ Σῶμα.
§303ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐνέργεια αὕτη δύναται νὰ ἐπιδοκιμασθῇ;
§304Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ καταλήξω, κύριε Πρόεδρε, εἰς συμπέρασμα. Νὰ εἶσθε βέβαιος. Ὑπεδείκνυον εἰς τὸν πρόεδρον νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἕδραν μέχρις ὅτου λάβῃ τὸ Σῶμα μίαν ἀπόφασιν, ἀφοῦ πλέον ἦσαν συγκεντρωμένοι ἐκεῖ 400–500 δικηγόροι τῶν Ἀθηνῶν συσκεπτόμενοι ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος συμφέροντα αὐτῶν καὶ τῶν πελατῶν των. Τότε δὲ ὁ πρόεδρος—ὁμολογῶ δέ, τῇ ὑποδείξει μου—ἀπεχώρησε τῆς αἰθούσης τοῦ Πρωτοδικείου παρασχὼν χρόνον τινὰ πρὸς λῆψιν τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως. Ἐγὼ δὲν βεβαιῶ ὅτι μίαν ὥραν ἔδωκε· δὲν τὸ ἤκουσα αὐτό. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπεχώρησα ἐγὼ τοῦ Πρωτοδικείου φρονῶν ὅτι ἐπῆλθε τάξις. Δὲν ἀντελήφθην τὰ λαβόντα χώραν, ἀλλ’ ἐκ τῆς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης στάσεως ἐν γένει τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος, ἐκ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συνεδριάσεως μετὰ μίαν ὥραν, φρονῶ ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἔκνομον ἐνέργειαν προέβησαν οἱ δικηγόροι· προέβησαν ἴσως εἰς θόρυβον, εἰς ταραχήν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἁρμόδιος ἦτο νὰ κρίνῃ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος καὶ τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου ἐπιβάλλον καὶ πειθαρχικὴν ποινὴν εἰς τοὺς δικηγόρους τοὺς προσβαλόντας τὴν ἰδίαν αὑτῶν ἀξιοπρέπειαν πρὸ παντός, τὸ δέχομαι αὐτό, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἐπεμβάσεως τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἐν μέσῃ τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου συνοδευομένης ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως φρονῶ ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις.
§305ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔξωθεν.
§306Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔξωθεν. Καὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῶν Ἀρχῶν ἔρχομαι νὰ ἐπικρίνω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῶν Ἀρχῶν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδοκιμάσῃ, διότι εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ ὅτι τὸ δικηγορικὸν Σῶμα ὡς ἐκπροσωποῦν ὁμολογουμένως τὸν ἰσχυρότερον καὶ ἀκμαιότερον παράγοντα τοῦ τόπου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν νομιμώτερον παράγοντα, ἔχει καθῆκον νὰ σέβηται τοὺς νόμους, ἀλλά, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀσφαλῶς βεβαιωμένον ὅτι Σῶμα γνωρίζον τοὺς νόμους καὶ σεβόμενον τοὺς νόμους παρέβη αὐτούς, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχὰς νὰ εἰσέρχωνται μετὰ συνοδίας ἀστυφυλάκων καὶ νὰ διαλύωσι νομίμους συνεδριάσεις καὶ νομίμους συσκέψεις τοῦ Σώματος τούτου.
§307Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, νομιμωτάτην καὶ σκόπιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὴ σπεύσαντος νὰ πληρώσῃ τὴν κενωθεῖσαν ἕδραν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Δὲν ἔχω βεβαίως πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἐπὶ τῆς γνώμης μου ἐμπιστοσύνην. Ὅτε βλέπω πρὸ ἐμοῦ γνώμας τοσούτου κύρους, οἵα ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου καὶ προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, εὔλογον εἶναι νὰ ἀμφιβάλλω καὶ μετὰ δειλίας νὰ προβάλλω τὴν ἐμὴν ταπεινὴν γνώμην κατέναντι τῆς τοιαύτης αὐθεντίας· ἐν τούτοις κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι Βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νόμιμος καὶ σκόπιμος εἶναι. Ὡς πάντες ἠκούσατε τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, ὁ Ὑπουργὸς κενουμένης τῆς ἕδρας τοῦ τακτικοῦ εἰσαγγελέως συμπληροῖ ταύτην, διορίζων προσωρινῶς εἰσαγγελέα. Προφανῶς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ὅτι μέχρι τοῦ διορισμοῦ τοῦ τακτικοῦ, τοῦ μονίμου, τοῦ ὁριστικοῦ εἰσαγγελέως νὰ συμπληρωθῇ ἡ θέσις αὕτη ὑπὸ τοῦ προσωρινοῦ εἰσαγγελέως, ὅστις κατὰ τὸν νόμον ἔσται ἐφέτης. Ἀλλὰ τίς δύναται, Κύριοι, νὰ δεσμεύσῃ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ; Τίς δύναται νὰ δεσμεύσῃ καὶ νὰ περιορίσῃ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς διοικήσεως, ὅπως αὕτη κατὰ τὸ σκόπιμον καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς ἀναφαινομένας προβῇ, ὅταν κρίνῃ πρόσφορον, εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς θέσεως ταύτης; Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι ἠθέλησαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπερβαλλόντως νὰ δεσμεύσωσι τὴν διακριτικὴν ταύτην ἐξουσίαν τῆς διοικήσεως· ἐνόμισαν ὅτι πρέπει ἐντὸς ὡρισμένου ἴσως χρονικοῦ διαστήματος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι θέλει συμπληρώσει τὴν θέσιν ταύτην, ἀλλὰ θὰ τὴν συμπληρώσῃ, ὁπότε οὗτος ἤθελε κρίνει σκόπιμον, ὁπότε οὗτος λόγῳ τῆς ἐν γένει διασκευῆς τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε κρίνει ὅτι εἶναι πρόσφορον ὅπως συμπληρώσῃ ταύτην, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀρκούντως ἐξήγησε πότε κατὰ τὴν κρίσιν του θεωρεῖ σκόπιμον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς θέσεως. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα τὸ ἀπασχολῆσαν τὴν Βουλήν. Ἔχω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ἀνήκω εἰς τὸ δικηγορικὸν Σῶμα καὶ βεβαίως δὲν θέλει μοὶ ἀποδοθῆ ἀστοργία καὶ ἀνευλάβεια πρὸς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ὀφείλω ὅμως μετὰ θάρρους νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ κρίσιν, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην σκηναὶ λυπηραὶ καὶ ἄτοποι ἐν τῇ συνεδριάσει τῶν συναδέλφων δικηγόρων ἐν Ἀθήναις. Παραβάλλων ὅσα περίπου οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξαν πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιέχουσιν αἱ δύο ἐκθέσεις, τοῦ τε εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου προεδρεύοντος, εὑρίσκω ταῦτα ἐντελῶς ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἐν τῇ ἐφημερίδι «Νέῳ Ἄστει» ἐδημοσίευσε· καὶ βλέπω, Κύριοι, τὰ ἑξῆς, ὅτι τὴν πέμπτην ἀκριβῶς ὥραν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν συνεδρίαζεν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος, τὸ δικαστήριον εἰσῆλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐζήτησε νὰ κάμῃ συνεδρίασιν. Ἀλλά, ὡς ἠκούσατε προηγουμένως, ἡ ὥρα ἡ ὡρισμένη τῆς συνεδριάσεως, εἶναι ἡ τετάρτη καὶ ἡμίσεια. Ἄρα τὸ δικαστήριον καθ’ ὑπέρβασιν τῆς τεταγμένης καὶ ὡρισμένης ἐκείνης ὥρας, καθ’ ὑπέρβασιν καὶ ἡμισείας ὥρας ἀκόμη, τὴν ὁποίαν ἔδωκε κατ’ ἀνάγκην, μετέβη, ἵνα καταλάβῃ τὴν θέσιν του καὶ συνεδριάσῃ. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι μία ὑποχώρησις κανονικὴ καὶ εὔλογος καὶ σκόπιμος τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐκθέσει τῶν ἀξιοτίμων δικηγόρων βλέπω καὶ τὰ ἑξῆς. Μετέβη τὸ δικαστήριον, ὅπως συνεδριάσῃ. Ἀλλ’ οἱ κύριοι δικηγόροι κατεξανέστησαν, τοῖς ἐφώναξαν «ἔξω», μετὰ ζωηρότητος ἀσυνήθους, ζωηρότητος τεινούσης πρὸς ἀνευλάβειαν, ἐζήτησαν παρὰ τοῦ δικαστηρίου, ὅπως ἀφήσῃ τοῦτο τὴν αἴθουσαν τῆς συνεδριάσεως, καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὥρας ταύτης. Αὐτὰ δὲ τὰ ὁμολογοῦσιν οἱ ἴδιοι κύριοι δικηγόροι. Ἀλλά, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ τῶν κυρίων δικηγόρων ὑπῆρξεν ἀνευλαβὴς πρὸς τὸ δικαστήριον, οὐ μόνον δὲ ἀνευλαβής, ἀλλὰ καὶ παράνομος, ἀντικειμένη εἰς αὐτὸ τὸ 5ον ἄρθρον τοῦ περὶ δικηγορικῶν συλλόγων νόμου, τὸ ὁποῖον, ὡς μοὶ φαίνεται, λέγει ὅτι οἱ δικηγόροι συνέρχονται ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου καθ’ ἃς ὥρας δὲν εἶναι ὡρισμένον ὅπως γίνῃ συνεδρίασις τοῦ δικαστηρίου.
§308Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἦτο συνεδρίασις τοῦ συλλόγου. Ἦτο συνάθροισις τυχαία τῶν δικηγόρων πρὸ τῆς συνεδριάσεως τοῦ δικαστηρίου.
§309Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἔπρεπεν οἱ κύριοι δικηγόροι νὰ γνωρίζωσι τὸν νόμον τοῦ σωματείου των καὶ νὰ γνωρίζωσιν ὅτι καθ’ ἃς ὥρας εἶναι ὡρισμένη συνεδρίασις, δὲν δύνανται νὰ καταλάβωσι τὴν αἴθουσαν τοῦ Πρωτοδικείου. Ἀλλά, Κύριοι, ἤκουσα ὅτι καὶ μεταξὺ τῶν δικηγόρων τῶν συνεδριαζόντων τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τοὺς δικηγόρους. Οἱ κύριοι δικηγόροι ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσιν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν συνέρχονται, ἵνα ἀποδοκιμάσωσι νομοσχέδιον ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη τὸν ἕτερον ἐκ τῶν παραγόντων αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσιν ὅτι δὲν ἦτο πρέπον πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ λαοῦ, πρὸ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον πρὸς τοὺς δικηγόρους, δὲν ἔπρεπε, λέγω, νὰ θέσωσιν ἐν ἀμφιβόλῳ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἤδη ἀποφανθῆ ἡ Βουλή, καὶ νὰ κλονίσωσι τὴν ἐπ’ αὐτὸ πεποίθησιν τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον θὰ καθίστατο τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους ἀξιῶν σεβασμὸν καὶ ὑπακοήν. Καὶ τοῦτο οὐ μόνον, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀνευλάβειαν αὐτοῦ πρὸς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Βουλήν.
§310Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§311Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω, κύριοι Βουλευταί, ὑμᾶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ὀρθῶς ἢ μὴ ἔπραξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὴ συμπληρώσας τὴν θέσιν τοῦ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως δι’ ἐφέτου, διότι πολλὰ περὶ τούτου ἐρρήθησαν. Ἐὰν ἠθέλετε νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ τῆς ἐνεργείας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀνεπιφυλάκτως ἤθελον εἴπει, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν, οὔτε παρέβη τὸν νόμον μὴ συμπληρώσας αὐτήν, διότι, ἐὰν ὁ νόμος ἐπέβαλλε ῥητῶς τὴν συμπλήρωσιν τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν δι’ ἐφέτου, τότε θὰ ἐπερίττευον οἱ ἀντεισαγγελεῖς. Θὰ συμφωνήσω μετὰ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, οἵτινες ὑπεστήριζον, ὅτι δὲν ἐκρίθησαν ἐπαρκεῖς οἱ ἀντεισαγγελεῖς διὰ τὴν θέσιν τοῦ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως· ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ νόμος ἀναγνωρίζει ὡς νομίμους ἀναπληρωτὰς τοῦ εἰσαγγελέως τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἔχει παντοῦ καὶ πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν εἰσαγγελέα. Ἑπομένως εἰς οὐδεμίαν παράβασιν ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω, Κύριοι, τὴν δρᾶσιν τοῦ εἰσαγγελεύοντος ἀντεισαγγελέως ἐν σχέσει πρὸς τὰ γεγονότα τῆς 16 Μαρτίου ἐ. ἔ. τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου, ἵνα ἴδωμεν τίς εὑρίσκεται ἐν παραβάσει τοῦ νόμου, ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἢ ὁ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεύς. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, κύριοι Βουλευταί, οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ἀποτελοῦσι πρόσωπον νομικὸν καὶ διοικοῦνται ὑπὸ συμβουλίου ἐκλεγομένου ἐκ τῶν μελῶν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχουσιν ἴδιον οἴκημα, ὅπως συνεδριάζωσιν, ὁ νόμος ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ συνεδριάζωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Δικαστηρίου, καθ’ ἃς ὥρας τὸ Δικαστήριον δὲν συνεδριάζει. Ἐπὶ πλέον δὲ ὁ νόμος τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοὺς ἀνεγνώρισεν ὡς Ἀρχὴν ἀνεξάρτητον, μὴ ὑποκειμένην, δηλαδὴ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἀρχὴν ὑποτεταγμένην παρὰ μόνον εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἀλληλογραφοῦσαν μετὰ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν. Ἔχομεν, Κύριοι, ἐδῶ τρεῖς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ οὐσιωδέστερον σημεῖον συγκρούονται πρὸς ἀλλήλας. Διότι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς καὶ τὴν Δικαιοσύνην εἰς ἀσφαλὲς συμπέρασμα, περὶ τοῦ τίς εἶναι ὁ παραβάτης τοῦ νόμου, ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὄχι εἰς τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ εἰς τὸ ἂν πραγματικῶς συνεδρίαζε τὸ δικαστήριον ἢ ὄχι. Διότι ὁ μὲν παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεὺς ἐκτίθησιν ἐν τῇ ἐκθέσει του τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Οἱ δικηγόροι εἶχον καταλάβει τὴν αἴθουσαν κλπ.». Ἔχομεν μίαν ἔκδοσιν, ὅτι τὸ δικαστήριον κατέλαβε τὰς ἕδρας του, ἀποπειραθὲν νὰ συνεδριάσῃ ὑπὸ τὸν προεδρεύοντα κ. Ῥωμᾶνον. Ἔχομεν ἑτέραν ἔκδοσιν αὐτοῦ τοῦ προεδρεύοντος κ. Ῥωμάνου βεβαιοῦντος ὅτι εἰδοποίησε τὸν τακτικὸν πρόεδρον, ὅτι συνεδριάζει ὁ δικηγορικὸς σύλλογος θορυβωδῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ, καὶ ὅτι ὁ τακτικὸς πρόεδρος τὸν παρεκάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ νὰ μεταβῶσι μαζί, ὅτι κατώρθωσαν νὰ πλησιάσωσι, καὶ τότε, ὅτε εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς ἕδρας του ὁ δικηγόρος κ. Δημητρακόπουλος, χωρὶς βεβαίως ὁ κ. πρόεδρος νὰ συγκροτήσῃ τὸ δικαστήριον, χωρὶς νὰ κρούσῃ τὸν κώδωνα καὶ νὰ κηρύξῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας, ὅτι ἄρχεται ἡ συνεδρίασις, ἀλλ’ ἦλθε μόνον ἐπὶ τῆς ἕδρας καὶ συνέστησεν εἰς τοὺς δικηγόρους νὰ ἡσυχάσωσι, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις. Ἔχομεν ἄλλην ὅμως ἔκθεσιν διάφορον πρὸς τὰς δύο προηγουμένας. Ἔχομεν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῶν Πρακτικῶν, καί, ἐὰν τὰ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἐκτιθέμενα εἶναι ἀληθῆ, ἀναμφιβόλως οἱ δικηγόροι ὑπέπεσαν εἰς παράπτωμα τιμωρητέον ποινικῶς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι χρήζουσι ταῦτα ἐρεύνης, διότι τὰ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἐκτιθέμενα διΐστανται πρὸς τὰ ἐν ταῖς δύο ἐκθέσεσιν ἀναφερόμενα, ἡ μία τῶν ὁποίων ὑποβάλλεται ἀπὸ τὸν προεδρεύοντα τοῦ Δικαστηρίου, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν κ. Παπαδόπουλον, διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ προεδρεύσας κ. Ῥωμᾶνος, δὲν φαίνεται, ὅτι προήδρευσε ποσῶς ὁ κ. Παπαδόπουλος, ὥστε ταῦτα χρήζουσιν ἐρεύνης ἐκ μέρους τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον ἐνέχονται οἱ δικηγόροι. Ἐγείρεται ὅμως ἄλλο ζήτημα, διότι ἐκτὸς τοῦ θορύβου, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει τὸ Πρακτικόν, ἠγέρθη καὶ ἕτερος θόρυβος, ὅτε ὁ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεὺς εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν, εἰς τὴν ὁποίαν συνεδρίαζεν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος. Καὶ ἐξεταστέον ἐστὶ τοῦτο: Καθ’ ἣν ὥραν νομίμως συνεδρίαζεν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος εἶχε δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ ἀποτόμως ὁ εἰσαγγελεύς, νὰ διαλύσῃ τὸν σύλλογον καὶ νὰ ἐγκαταστάσῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου τὸ δικαστήριον; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε, καί, ἂν οὕτω προσηνέχθη, ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἀποδοκιμάσας αὐτόν. Ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. εἰσαγγελεύς, ὅτι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἔχει Ἀρχήν, ὤφειλε νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἀρχήν, ἥτις διώκει καὶ διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, καί, ἐὰν δὲν ὑπήκουεν ἡ Ἀρχὴ καὶ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος, τότε νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του, χωρὶς νὰ θελήσῃ ἀποτόμως νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν καὶ νὰ ἀποβάλῃ τοὺς συνεδριάζοντας δικηγόρους. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι ὁ δικηγορικὸς σύλλογος εἶναι Ἀρχὴ καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποπέμπῃ διὰ τῶν χωροφυλάκων τοὺς δικηγόρους. Ἤδη, ἐὰν αἱ γνῶμαι αἱ ἐμαὶ εἶναι ἀκριβεῖς, κατόπιν τῶν ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἐπιβάλλεται, νομίζω, εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ ἄνευ ἄλλης ἐγκλήσεως, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς καταδιώξεως τοῦ παραβιάσαντος, τοῦ διαταράξαντος τὴν συνεδρίασιν τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου ἀντεισαγγελέως.
§312Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§314Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§316Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλω πείσει ὑμᾶς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῶσιν ὀλίγα τινὰ ἀκόμη, διότι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω ὅτι ἠθικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις νὰ δύναται, ὅστις νὰ τολμᾷ νὰ δίδῃ συμβουλὰς πρὸς ἡμίσειαν χιλιάδα δικηγόρων τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους. Πολιτικῶς βεβαίως ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ διαταγάς, νὰ διατάξῃ ἐνεργείας, ἀλλὰ νὰ δίδῃ συμβουλὰς νομίζω ὅτι εἶναι πλέον ἢ τολμηρὸν πρὸς ἡμίσειαν χιλιάδα δικηγόρων τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους. Καὶ κατὰ ποῖον τρόπον; Εἶναι ἄξιοι αὐστηροτάτης τιμωρίας, εἶναι ἄξιοι αὐστηροτάτης μομφῆς, εἶναι ἄξιοι συντόνου καταδιώξεως, εἶναι ἄξιοι αὐστηροτάτης κατακρίσεως, διότι διέπραξαν σκηνάς, διότι ἔπραξαν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διότι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς ἀπεργοὺς τροχιοδρομικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐν μέσῃ ὁδῷ καὶ ἐν νυκτὶ ἔρριψαν πυροβολισμούς, συγκρουόμενοι πρὸς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας! Ἀφοῦ, λέγω, ἐλέχθησαν πάντα ταῦτα, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κατὰ τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος τῆς πρωτευούσης ὁλοκλήρου, μετὰ ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ ἐπισημοτάτου τούτου βήματος ἔρχεται καὶ λέγει: «Ἄν ταῦτα δὲν εἶναι ἀληθῆ, παίρνω τὰ λόγια μου ’πίσω»! Καὶ ἔπειτα παρεξηγούμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος τούτου εἰμὴ νὰ λέγωμεν· μὴ πρὸς Θεοῦ μετὰ τόσης προχειρότητος πραγματεύεσθε τοιαῦτα ζητήματα· μὴ πρὸς Θεοῦ δίδετε ὑποσχέσεις· μὴ πρὸς Θεοῦ φέρετε νομοσχέδια· μὴ πρὸς Θεοῦ ἐπιβάλλετε νὰ καταρτίζωνται νόμοι τοῦ Κράτους σχέδια, τὰ ὁποῖα κατακρίνει τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Καὶ δίδονται συμβουλαὶ πρὸς τὸ δικηγορικὸν Σῶμα· διατί νὰ εἶσθε ἀνευλαβεῖς πρὸς τὴν Βουλήν; Διατί νὰ κατακρίνητε τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ταῦτα λέγονται ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος ἔδωκε δικαίωμα εἰς τοὺς δικηγόρους νὰ ἀποφαίνωνται γνώμην ἐπὶ τῆς νομοθεσίας...
§317Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἐν νομίμῳ συνελεύσει οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ν’ ἀποφαίνωνται.
§318Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν νομίμῳ συνελεύσει, κύριε συνάδελφε, οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ὅλου τοῦ Κράτους κατέκριναν τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐν νομίμῳ συνελεύσει νὰ κατακρίνωσι τοὺς νόμους καὶ ὡς ὑποβάλλονται καὶ ὡς ψηφίζονται, καὶ τοὺς νόμους τοὺς κατηρτισμένους ἀτελῶς καὶ τὰ νομοσχέδια καὶ τὰς ἐνεργείας πάσας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχουσιν οἱ δικηγόροι ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους πολίτας οὐχὶ ἐν νομίμῳ συνεδριάσει τοῦ συλλόγου —καὶ λέγω ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους πολίτας, διότι ὅλοι οἱ πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται καὶ περὶ νομοσχεδίων καὶ περὶ νόμων καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν.—Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ γίνηται συζήτησις καὶ νὰ ἀπευθύνωνται τοιαῦται μομφαὶ κατὰ τῶν δικηγόρων τῶν συνεδριαζόντων ἐν δικαστηριακῇ αἰθούσῃ καὶ εὑρισκομένων ἀπέναντι τῶν λογχῶν τῶν χωροφυλάκων; Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι ἢ δὲν εἶναι προσβολὴ κατὰ τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος, δὲν εἶναι ἀδεξία ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, δὲν εἶναι ἀνευλαβὴς στάσις τῶν Κυρίων ἐκείνων κατὰ πεντακοσίων ἐπιστημόνων οἱωνδήποτε, κατὰ πεντακοσίων πολιτῶν οἱωνδήποτε, οἵτινες συζητοῦντες ἐν μιᾷ δικαστηριακῇ αἰθούσῃ, εὑρίσκονται ὕποπτοι, ὅτι διέπραξαν, ἀξιοποίνους πράξεις, ὥστε νὰ συλληφθῶσιν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκληματοῦντες ὑπὸ τῶν κληθέντων χωροφυλάκων; Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ αὖθις. Ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς καὶ κατὰ νόμον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ ἔχῃ πληρώσει τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν προσωρινῶς δι’ ἑνὸς ἐφέτου, καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο πᾶς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἰδιαίτατα δὲ ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἔλεγον πρός τινας τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης πρὸ ὀλίγης ὥρας, φιλελεύθερον πολίτευμα οἱονδήποτε βάσιν ἔχει τὴν δυσπιστίαν πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ διὰ τοῦτο διαγράφει διατάξεις λεπτομερεστάτας ἐλέγχου τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἐλέγχου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι δυσπιστεῖ καὶ ὀφείλει νὰ δυσπιστῇ χωρὶς νὰ ἔχῃ διδόμενα, χωρὶς νὰ ἔχῃ πράγματα ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ δυσπιστῇ, καὶ εἶχεν ὑποχρέωσιν ἑπομένως πρὸς ἑαυτὸν ὁ τόσον ὑπερήφανος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ πληρώσει τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ἔχει δικηγορικὸν γραφεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνουσι δικηγόροι συγκατοικοῦντες πιθανῶς μετ’ αὐτοῦ· πάντως ἐν τῇ οἰκίᾳ ἐν ᾗ διαμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχουσι τὸ γραφεῖον τὸ δικηγορικόν. Καὶ ἦτο δυνατὴ ἡ παρεξήγησις, ἡ δυσπιστία, ἡ καχυποψία — λέγω τὴν λέξιν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀρεστή, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀνεκτὴ εἰς πάντας —, ἡ καχυποψία, ὅτι ἐπίτηδες δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, ἵνα ὑπάρχῃ ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἦτο προθυμότερος διὰ τὰς παρακλήσεις τὰς νομίμους ἢ μὴ νομίμους, τὰς τακτικὰς ἢ ἀτάκτους τῶν δικηγόρων ἐκείνων, οἵτινες ἐργάζονται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης....
§319Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἠθέλετε νὰ χαλάσῃ τὸ γραφεῖόν του ὁ κ. Ὑπουργός;
§320Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠθέλετε σεῖς νὰ μὴ τὸ χαλάσῃ; Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι τὸ ἐχάλασε· σεῖς λέγετε ὅτι δὲν τὸ ἐχάλασεν; Ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ ἐχάλασεν, ὅτι τὸ διευθύνουσιν ἄλλοι, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ἄλλοι ἔχουσι τὸ δικηγορικὸν γραφεῖον ἐντὸς τοῦ γραφείου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως δικαιολογεῖται ἡ καχυποψία ὅτι διατηρεῖται εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἦτο προθυμότερος εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῶν δικηγόρων ἐκείνων. Ἡ παρανομία λοιπὸν δὲν εἶναι τυπική, εἶναι οὐσιαστικωτάτη· εἶναι παρανομία, ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἄποψιν στοιχειωδεστάτης πολιτικῆς ἠθικῆς.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δικαῖος.
§322Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ὅτε, Κύριοι, ἀκούει τις τῶν ἀγορευόντων νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι εἶναι παράλειψις στοιχειώδους καθήκοντος, ὅτι εἶναι παράβασις πολιτικῆς ἠθικῆς ἡ μὴ συμμόρφωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἕνα νόμον, τοῦ ὁποίου τὴν ἑρμηνείαν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀγορεύοντες δίδουσιν, ὅτε, λέγω, ἀκούει τις τούτων, νομίζει ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεώς τινος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὀφειλομένης εἰς δολίαν προαίρεσιν, ἢ οὐκ οἶδα εἰς ποῖον ἄλλον σκοπὸν ἐπιτυχοῦς ἐξυπηρετήσεως πολιτικῆς ὠφελείας, ἢ δὲν γνωρίζω εἰς τίνας ἄλλας αἰτίας, προκαλεσάσας κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔλεγχον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀκόμη δὲ παραδοξότερον φαίνεται τὸ πρᾶγμα, ὅτε βλέπει τις ὅτι νομικοὶ ἄξιοι τῆς περὶ αὐτῶν κρατούσης φήμης ἐπιμόνως εἶναι προσηλωμένοι εἰς τὴν ἑρμηνείαν, εἰς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος περιέχει ἐπιτακτικὴν ἐντολήν, καθιεροῖ ῥητὴν καὶ ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ συμπληρώσῃ προσωρινῶς τὴν κενὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ, διὰ τῆς τοποθετήσεως ἐφέτου. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι, ἐὰν τοιαύτην, ἔστω καὶ πόρρωθεν, ἐνεῖχεν ἔννοιαν ὁ νόμος, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ νὰ ἐξέφραζε τοῦτο ὁ νομοθέτης, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσῃ ἕνα κανόνα ἢ μᾶλλον μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία θὰ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν τοῦ κρατοῦντος κανόνος· θὰ ἠσθάνετο, λέγω, τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσῃ μίαν λέξιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ συμπληρώσῃ τὸ κενὸν αὐτό, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος, θὰ ἤρχετο εἰς τὸν νοῦν τοῦ νομοθέτου νὰ ὁρίσῃ προθεσμίαν τινά, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του τοῦτο, καί, ἂν δὲν ἤθελε νὰ θέσῃ τοιούτους ῥητοὺς καὶ ἀμέσους περιορισμούς, θὰ ἐδείκνυε τοὐλάχιστον ἐμμέσως κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ καθῆκον αὐτὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ τῆς λέξεως «ἀμέσως», ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τὸ κενὸν αὐτό. Ὅτε δ’ ὅλα ταῦτα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ, τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν, ὡς καθιεροῦσαν δῆθεν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς προσωρινὴν πλήρωσιν τοῦ κενοῦ διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐφέτου μέχρι τοῦ χρόνου τοῦ διορισμοῦ τακτικοῦ εἰσαγγελέως; Ἀλλὰ καὶ ἡ λογικὴ ἑρμηνεία, Κύριοι, ἄγει εἰς τὴν ἀντίθετον ἀκριβῶς ἐκδοχήν, δηλονότι εἰς τὴν ἐκδοχὴν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος, ἀλλ’ ἐδόθη διὰ τοῦ νόμου εἰς αὐτὸν ἡ διακριτικὴ ἐξουσία, ἵνα, ὅταν αἰσθάνηται τὴν ἀνάγκην, ἀνάγκην ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς τυχὸν ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀντεισαγγελέων, ὅταν αἰσθάνηται κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ, προβαίνῃ, μὴ ἀναμένων τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, εἰς τὸν διορισμὸν ἐφέτου προσωρινῶς, ἂν ἤθελε κρίνει ὅτι ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει διεξαγομένη ὑπὸ τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Τούτου δεδομένου, Κύριοι, τίς δύναται νὰ εἴπῃ καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐνασκήσαντα, ὡς ἐνήσκησε, τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἀφεθεὶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τῶν δύο ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἓν τῶν Ἐφετείων (διότι περὶ τῶν ἄλλων δὲν γνωρίζω), τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, τὸ ὁποῖον εἷς τῶν προλαλησάντων ἀνέφερεν ὡς ἔχον περίσσειαν δικαστῶν, ὅτε, λέγω, τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην συζητεῖ ὑποθέσεις προτετιμημένας πρὸ δύο ὁλοκλήρων ἐτῶν; Καὶ κατόπιν τούτου ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πολὺ καλὰ γνωρίζει τὴν κατάττασιν τῶν Ἐφετείων καὶ τὸν γογγυσμὸν τοῦ λαοῦ διὰ τὴν φρικαλέαν βραδύτητα τῆς δικαιοσύνης, ἠλάττου τὸ ἤδη ἀνεπαρκέστατον προσωπικὸν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, διὰ νὰ φέρῃ προσωρινῶς εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἐν Ἀθήναις ἕνα ἐφέτην, ἐν Ἐφετείῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετοῦσι δύο ἀντεισαγγελεῖς, περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ ἠθικότητος τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρξε δευτέρα γνώμη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα, Κύριοι, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καὶ ἔχει ἀνάγκην τόσον μακρᾶς συνηγορίας, καὶ τὸ μόνον ἄξιον λόγου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, εἶναι ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς κυρίας προτάσεως ἀνεφύη ἓν παρεμπῖπτον ζήτημα, ἀναγόμενον εἰς τὰς σκηνὰς τῆς 16 τρέχοντος μηνός, αἱ ὁποῖαι ἐξετυλίχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, δὲν εἶναι διὰ τῆς προσηκούσης ἀνακριτικῆς ἐνεργείας διηκριβωμένον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ποῦ κεῖται ἡ εὐθύνη τῶν σκηνῶν ἐκείνων, εἴτε ὡς πρὸς τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία προεκάλεσε ταύτας, εἴτε ὡς πρὸς τοὺς ἐνόχους αὐτῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένον νὰ σχηματίζῃ τις γνώμην καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Εἶμαι μέλος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν, ἀποτελῶ μέλος τῆς οἰκογενείας τοῦ δικηγορικοῦ σώματος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶμαι ὑπήκοος τοῦ καθήκοντος καὶ φίλος τῆς ἀληθείας καὶ δὲν θὰ μὲ ἐπηρεάσῃ παντάπασι τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος, ὥστε νὰ ῥυθμίσω τὰς πεποιθήσεις μου καὶ τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῇ βάσει συναδελφικῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα νὰ μὲ κάμωσιν, ὥστε νὰ λησμονήσω τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περὶ τῶν σκηνῶν ἐκείνων θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, εἶναι ὅτι, ἂν δὲν διέπνεεν ἀμφότερα τὰ στρατόπεδα κἄποιον πνεῦμα ἐχθρότητος, τὸ ὁποῖον ὑπολανθάνει, ὡς εἶναι παγκοίνως γνωστόν, πρὸ τοσούτου χρόνου εἰς τὸ δικαστικὸν καὶ δικηγορικὸν Σῶμα ἐν Ἑλλάδι, ἂν δὲν ἐξήπτετο ὁ ἐγωισμὸς τοῦ δικηγόρου, ὁ ἐπὶ τόσα ἔτη τεταπεινωμένος, ἐκ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, καὶ ἂν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐπρυτάνευε πνεῦμα ζηλοτύπου ἀντιδράσεως τῶν δικαστικῶν προσώπων κατὰ τῶν δικηγόρων, εἶμαι βέβαιος ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦσαν τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα συνήθροισαν τοὺς δικηγόρους ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, εἶμαι βέβαιος, λέγω, ὅτι αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν. Εἶμαι οὐχὶ ὀλιγώτερον βέβαιος ὅτι μετὰ ἐμπεριστατωμένην ἀνακριτικὴν ἐνέργειαν, θ’ ἀποδειχθῇ ποῦ ὑπάρχει ἡ ὑπαιτιότης διὰ τὰς λυπηρὰς ἐκείνας σκηνάς, καὶ ὅτι ἡ ὑπαιτιότης θὰ ὑπάρχῃ πάντως εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη. Καί, ἂν μὲν ὑπάρχῃ ὑπαιτιότης ἐν τοῖς προσώποις τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀναμφιβόλως ὁ νόμος, ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία πρέπει νὰ ἀσκηθῇ βαρύτερον κατὰ τῶν προσώπων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐὰν ἑτέρωθεν, ὡς πολὺ φοβοῦμαι, βεβαιωθῇ ὅτι καὶ εἰς τὸν κύκλον τῶν δικηγόρων ἔλαβον χώραν πολὺ βαρυτέρας μορφῆς ἀταξίαι, νομίζω ὅτι ἡμεῖς μὲν οἱ δικηγόροι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην ἡμῶν διὰ τὰ συμβάντα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχομεν τὸ καθῆκον, τὸ ἐπιτακτικόν, ν’ ἀξιώσωμεν, ἵνα ἡ Πολιτεία μὴ φεισθῇ μηδ’ αὐτῶν τῶν δικηγόρων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐπιβάλῃ διὰ στιβαρᾶς χειρὸς τὸ κράτος τοῦ νόμου.
§323Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὐδέποτε ἤλπιζον κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἤθελον παρέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἤθελον καταβιβάσει τόσον πολὺ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Οὐδέποτε ἤλπιζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ν. Ψαρῶν, παρερχόμενοι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἤθελον τελείως παρερμηνεύσει τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου· οὐδέποτε ἤλπιζον ὅτι οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι ἤθελον ἐκτραπῆ πέρα τῶν ὁρίων τῆς ἤδη διεξαγομένης συζητήσεως, τῆς ἀφορώσης τὴν νόμιμον ἢ οὐ ἐνέργειαν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι ἀντικανονικῶς μεταπηδῶντες εἰς ἄλλο θέμα, τελείως ἄσχετον, ἤθελον παραφθείρει τὰς δηλώσεις ἐκείνας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τὰς ὁποίας πρὸ δύο ἡμερῶν γενομένας τοσοῦτον ἐνθουσιωδῶς ἀπεδέξατο ἡ Βουλὴ μετὰ χειροκροτημάτων καὶ ζητωκραυγῶν, ἐπεδοκίμασε δ’ ὁλόκληρος ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ πᾶσα ἑλληνικὴ ψυχή. Οὐδέποτε ἤλπιζον ὅτι ἤθελον φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὥστε νὰ ἐπιρρίπτωσι μομφὰς ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐντελῶς προσωπικάς. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον θλίβονται διὰ τὴν παρ’ ἡμῖν κρατοῦσαν ἔλλειψιν κοινοβουλευτικῆς πείρας, ἔσχον τοὐλάχιστον αὐτοὶ τὴν πεῖραν ἐκείνην, ἣν ὤφειλον νὰ ἔχωσι; Παρερχόμενοι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ μεμφόμενοι ἐν λόγοις τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς παράνομον ὤφειλον ἀπαραιτήτως μεθ’ ὅσα εἶπον νὰ ὑποβάλωσι καὶ πρότασιν μομφῆς κατ’ αὐτοῦ. Τοιοῦτο δὲν ἔπραξαν, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην κατ’ ἀντίθετον πρὸς αὐτοὺς λόγον καὶ ἵνα δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ συμπληρώσω τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ τούτου ἕνεκα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνουσα τὰς δηλώσεις καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκφράζουσα εἰς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην της μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ὑποβεβλημένη πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§325Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρερμηνεία ῥητοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, ἡ γενομένη σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καταδεικνύει πόσον δίκαιον ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιμένουσιν, ὅταν θεσπίζωμεν νόμους καὶ ψηφίσματα ἐνταῦθα, νὰ τὰ διονυχίζωμεν, ἵνα μὴ παραγνωρίζωνται καὶ διαφοροτρόπως ἑρμηνεύωνται. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ περὶ τῆς παρερμηνείας τοῦ νόμου, καθόσον ἀρκετὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐλέχθησαν καὶ τόσον θετικὰ καὶ πειστικά, ὥστε οὐδεὶς νὰ δύναται περὶ τούτου νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην εἰμὴ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι πάντοτε καὶ εἰς πᾶν ν’ ἀντιλέγωσι· τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφές, σαφέστατον. Ἔρχομαι καὶ ἐγώ, Κύριοι, ἐνώπιον ὑμῶν ὡς μέλος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου νὰ ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς πῶς ὄντως ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, Κύριοι, προκειμένου νὰ κρίνωμεν, πρέπει πρωτίστως νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἐρευνῶμεν ἀκριβῶς πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ νὰ μὴ παρασκευάζωμεν θύματα, διότι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βλέπω ὅτι κινδυνεύομεν νὰ φέρωμεν, παρερμηνεύοντες τὰ πράγματα, νὰ φέρωμεν ὡς θῦμα ἕνα τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, τοῦ ὁποίου ἄλλως τε ἠκούσατε καὶ τὴν ἔκθεσιν. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγίνωσκε πρὸ ὀλίγου ἔγγραφά τινα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑποθέτω ὅτι θὰ προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν αὐτῆς λέξεις ἢ φράσεις τινές, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ καθ’ ἃς ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς ἦλθεν ἐνταῦθα, ἔλαβε διαταγὰς καὶ ἐξετέλεσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε ὅτι ἐξετελέσθησαν.
§326Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§327Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ ἀντεισαγγελεύς.
§328ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦλθε μόνος του.
§329Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐντεῦθεν μετέβη μὲ τοὺς χωροφύλακας εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Δικαστηρίου, ἔνθα συνεδρίαζον οἱ δικηγόροι.
§330Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθεν ἐδῶ καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὰ γενόμενα.
§331Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἔλαβε διαταγάς.
§332Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό.
§333Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Ἦτο ὅμως ἐν τῷ δικαίῳ νὰ λάβῃ τοιαῦτα μέτρα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι τὰ μέτρα ἐκεῖνα ἐλήφθησαν ἐξ ἄκρας προκαταλήψεως· καὶ ἠκούσατε ὅλοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, λέγοντος ἐνταῦθα ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ ἐρημοδικιῶν, ὅτι οἱ ὑποβαλόντες τὸ ὑπόμνημα τὸ γνωστὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς — διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει μεγάλας χάριτας πρὸς τοὺς συντάξαντας αὐτό, διότι εἶναι διαφωτιστικόν —, ἠκούσατε αὐτοῦ λέγοντος ἐνταῦθα ὅσα εἶπεν, ὅτι δηλ. οὗτοι διὰ τοῦτο ἔδακον τὸ ἄγκιστρον, καὶ εἴδετε ὅτι ἐψηφίσθη μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς περὶ τὴν χαραυγὴν καὶ ἐγένετο νόμος τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Τὴν ἑπομένην οἱ δικηγόροι ἠθέλησαν νὰ μάθωσι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τί ἐνήργησε παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐνῷ οὗτοι συνεζήτουν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος καὶ τίνα ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἔχῃ παρὰ τῷ λαῷ, εὑρίσκονται τινες λέγοντες ὅτι οἱ δικηγόροι συνῆλθον, ἵνα ἐπικρίνωσι τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δὲν λέγουσιν οὗτοι τὰ δίκαια. Βεβαίως οἱ δικηγόροι ἔπρεπε νὰ συζητήσωσιν, ἀφοῦ ὀκτὼ ὅλα Προεδρεῖα διαφόρων σωματείων ἐξανέστησαν διὰ τοὺς ψηφισθέντας ἐκείνους νόμους. Ἐπειδὴ δ’ ἔτυχον καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι οἱ δικηγόροι συνεζήτουν ἐν πλήρει τάξει καὶ ἁρμονίᾳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυναν πρὸς αὐτόν, τῇ ὑποδείξει του ἴσως, αἱ διάφοραι Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ὄντως ἐνήργησαν τῇ παραγγελίᾳ του, διότι ἐντεῦθεν ἐδόθησαν αἱ ἐντολαί.
§334Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ ἀποδείξητε· ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ διαψεύδει.
§335Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἦλθεν ἐδῶ ὁ ἀντεισαγγελεύς, βεβαίως θὰ ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν αἱ διαταγαὶ τηλεφωνικῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ τοιαῦτα πράγματα ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἄνευ ἀνωτέρας διαταγῆς. Ὤφειλεν ἄρα νὰ ὁμολογήσῃ ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ν’ ἀναγνώσῃ καὶ τὸ διαφωτιστικώτατον ἔγγραφον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐξέθετε τὰ πράγματα.
§336Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ νὰ τὸ εὕρω;
§337Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες. Δὲν ἔπρεπε νὰ δώσητε περισσοτέραν πίστιν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως παρὰ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ συμβουλίου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τοῦτο, ὅπερ ἐν συνόψει ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἅμα τῇ λήξει τῆς συνεδριάσεως τοῦ τμήματος τῶν συνήθων ὑποθέσεων ἤρξατο ἡ σύσκεψις τῶν δικηγόρων, διαρκούσης δὲ τῆς συσκέψεως ταύτης περὶ ὥραν 5 περίπου προσῆλθεν ὁ κ. πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν μετὰ τῶν δικαστῶν καὶ τοῦ γραμματέως, ὅπως γίνῃ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως. Οἱ δικηγόροι, βλέποντες ὅτι ἡ προσέλευσις τῶν δικαστῶν διέκοπτε τὴν σύσκεψίν των, διεμαρτυρήθησαν μετά τινος ζωηρότητος, καὶ παρεκάλεσαν τὸν κ. πρόεδρον ν’ ἀναβάλῃ ἐπί τινας στιγμὰς τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὁ κ. πρόεδρος ἀποδεχθεὶς τοῦτο ἐδήλωσεν ὅτι ἡ συνεδρίασις τοῦ Δικαστηρίου θὰ ἀρχίσῃ μετὰ μίαν ὥραν, ἤτοι περὶ τὴν 6 ὥραν. Παρὰ ταῦτα ὅμως, μετὰ 20 μόλις λεπτὰ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ συνέλευσις εἶχε τερματισθῆ καὶ ἀνεγινώσκετο τὸ τελευταῖόν της ψήφισμα, εἰσῆλθον αἰφνιδίως εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μετὰ τοῦ γραμματέως αὑτοῦ, ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὁ ἀνακριτὴς κ. Φωκᾶς μετ’ ἄλλων, εἰς δὲ τὸν ὄπισθεν τῆς ἕδρας διάδρομον ἐνεφανίσθησαν χωροφύλακες. Ἐγνωστοποιεῖτο δὲ συγχρόνως πρὸς τοὺς δικηγόρους ὑπὸ πολλῶν ἔξωθεν ἐρχομένων, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου περιεζώννυτο ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων προεκλήθη ζωηροτάτη διαμαρτυρία μετὰ θορύβου ἐκ μέρους ἁπάντων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ δικηγόρων, οὐδενὸς ἐξαιρουμένου, ἐκφραζόντων τὴν ἀγανάκτησίν των διὰ τὰ μέτρα ταῦτα, ἅτινα, κατὰ τὴν κοινὴν αὐτῶν ἀντίληψιν, ἐλαμβάνοντο ἄνευ τινὸς λόγου πρὸς διάλυσιν τῆς συσκέψεως καὶ οὐχὶ πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, τῆς ὁποίας ἡ ὁρισθεῖσα ὥρα δὲν εἶχεν ἔτι παρέλθει. Συνεπείᾳ τῆς ζωηρᾶς ταύτης διαμαρτυρίας ἀπεχώρησαν οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ λοιπὰ δικαστικὰ πρόσωπα, ἐξηκολούθησε δὲ ἡ σύσκεψις καὶ ἔληξεν ἀμέσως σχεδὸν διὰ τῆς ἀναγνώσεως καὶ ἐγκρίσεως τοῦ ψηφίσματος. Ἀναγγελθέντος δὲ τούτου, εἰσῆλθε τὸ Δικαστήριον εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἤρξατο τῆς συνεδριάσεως διὰ τῆς ἐκφωνήσεως τῶν πτωχεύσεων καὶ νόμῳ προτετιμημένων, ἀναβληθεισῶν κατὰ τὸ πλεῖστον τῇ αἰτήσει τῶν ἐνδιαφερομένων. Κατόπιν, προτάσει τοῦ εἰσαγγελεύοντος ὅπως ἀναβληθῶσιν αἱ λοιπαὶ ὑποθέσεις, τὸ δικαστήριον δεχθὲν τὴν πρότασιν συνέταξε Πρακτικὸν ἀναβολῆς». Ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ἦτο ἐν γνώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τοιούτου ἐγγράφου, δὲν θὰ ὡμίλει μετὰ τόσης αὐστηρότητος κατὰ τῶν δικηγόρων Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ μήπως ἦτο αὕτη ἡ γνώμη τῶν δικηγόρων Ἀθηνῶν μόνον; Δὲν ἠκούσατε διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Πατρῶν καὶ τόσων ἄλλων δικηγορικῶν συλλόγων; Δὲν βλέπετε καθ’ ἑκάστην διαφόρους συλλόγους, ὅτι συνεδριάζουσι καὶ διαμαρτύρονται;
§338Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἡ ἀντίδρασις γίνεται ἀπὸ μοχθηρίαν· δὲν τὸ ἐνοήσατε ἀκόμη;
§339Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μεϊτάνη, ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἂν διαμαρτύρονται οἱ διάφοροι σύλλογοι ἀπὸ μοχθηρίαν. Εὑρίσκω λοιπόν, Κύριοι, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἄντικρυς ἀντικείμενα πρὸς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους καὶ δικαιοσύνην πρὸς τοὺς συναδέλφους του δικηγόρους.
§340Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αἰσθάνομαι, Κύριοι, ὡς μέλος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιδοκιμάσω πληρέστατα ὅσα προηγουμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου ἐκ Ψαρῶν καὶ Λακωνίας, καὶ συγχρόνως νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅστις μὲ γλῶσσαν πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ κατεφέρθη ἐναντίον τῶν δικηγόρων τῆς πρωτευούσης, οἵτινες, κατὰ τὴν γνώμην μου, μόνον ἄξιοι τιμῆς καὶ ἐκτιμήσεως εἶναι. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, εἶναι τοῦτο· ὅτι πλεῖστοι συνάδελφοι ἀντιπαρέρχονται τὸ βῆμα καταγγέλλοντες κυβερνητικὰς ὑπερβασίας, καταφώρως σκανδαλώδεις, τὰς ὁποίας ὅμως ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις καλύπτει διὰ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν κατορθώνει νὰ παρατάσσῃ. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὰς καλύπτῃ καὶ ὁσηνδήποτε πλειονοψηφίαν καὶ ἂν παρατάσσῃ, αἱ παρανομίαι παραμένουσι πάντοτε παρανομίαι. (Χειροκροτήματα). Καὶ λέγω ταῦτα πάντα, διότι καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπεκαλύφθη κατάφωρος καὶ χονδροειδὴς παρανομία, τὴν ὁποίαν βεβαίως διὰ τοῦ ἰδίου τρόπου θὰ θελήσῃ νὰ καλύψῃ ἡ Κυβέρνησις. Πρόκειται περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, καθ’ ὃν ἡ εἰσαγγελικὴ θέσις τῶν Ἐφετῶν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πληρωθῇ πρὸ πολλοῦ. Δὲν ἤμην ὁ κατάλληλος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν εἶμαι νομικός. Ὅλοι ὅμως ἠκούσατε ὅτι ὁ νόμος παρεβιάσθη· τὴν εἰσαγγελικὴν τῶν Ἐφετῶν θέσιν κατέλαβε παρὰ τὸν νόμον ὁ κ. Δεκάριστος, ὅστις εἶναι ἀνίκανος, ἅτε πάσχων ἀπὸ νόσον ἀθεράπευτον. Καὶ ἐν τούτοις, οὐ μόνον διατηρεῖται καὶ λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃ ἐκ τῆς θέσεως τῆς ὑψηλῆς, τὴν ὁποίαν κατέχει, ὁλόκληρον Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον σεβασμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπειλεῖ μετὰ τοῦτο διὰ τῶν λογχῶν νὰ ἐξαγάγῃ τοὺς δικηγόρους ἐκεῖθεν, ὅπου εἶχον συναθροισθῆ, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ συμφέροντα ἑαυτῶν καὶ τῶν πελατῶν των, νομίζοντες καὶ πιστεύοντες ὅτι ἦσαν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος ὕβρισεν ἢ δὲν ὕβρισε κατὰ τρόπον χυδαῖον τοὺς δικηγόρους; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἐκάλεσεν ἢ δὲν ἐκάλεσεν ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, ὅπως ἐκδιώξῃ αὐτοὺς ἐκεῖθεν, χωροφύλακας; Ἀλλὰ ποίαν θέσιν εἶχον οἱ χωροφύλακες; ἢ τί ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεδρίαζον ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ; Ἦσαν λωποδύται, τοὺς ὁποίους σύρουσιν εἰς τὰς κεντρικὰς ἀστυνομίας, ἢ ἄλλα στοιχεῖα κακοποιά; Καὶ ἐν τούτοις ἐγένοντο αὐτὰ ἐν μέσῃ πρωτευούσῃ καὶ ἐστρέφοντο ἐναντίον 400 ὅλων ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀκριβῶς, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὡμίλησε περὶ ἀσχημιῶν, περὶ ἀνθρώπων ἀξίων καταδίκης. Διὰ ποῖον λόγον; Διότι συνελθόντες ἐν συμφωνίᾳ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου συνεδρίαζον ἀκριβῶς διὰ τὰ συμφέροντα ἑαυτῶν καὶ τῶν πελατῶν των, καί, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ἀπέναντι τῆς συμφωνίας ἐκείνης ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ λέγει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἄξιοι πάσης καταδίκης, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἠσχημόνησαν καὶ ἐξετράπησαν. Εἶναι, σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, ὕβρις αὐτὴ ἢ οὐ ἀπέναντι ὁλοκλήρου Σώματος, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔσχε τὴν τύχην νὰ δικηγορήσῃ ἐν Ἀθήναις, ἐδικηγόρησεν ἐν Χανίοις. Τῷ εὔχομαι ὅμως νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ποτέ, διότι ἀσφαλῶς, συμφώνως πρὸς τὸν χαρακτῆρα τὸν εὐεπίφορον, τὸν ὁποῖον ἔχει, δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον σημεῖον θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ φρονῶ, Κύριοί μου, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχει, ἐὰν δικηγορήσῃ ἐν Ἀθήναις, ἀσφαλῶς θὰ λάβῃ τὴν ἄγουσαν ἴσως ἐκείνην, ὅπου ἀκριβῶς ἐπεζήτησε νὰ ἀποστείλῃ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοὺς δικηγόρους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ κόσμου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ ὄντως ἕνα τῶν ἀδαμάντων, καὶ δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λησμονῇ ὅτι ἴσως τώρα, ἴσως βραδύτερον, ἴσως μετ’ οὐ πολὺν χρόνον βεβαίως θὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν θέσιν, ἐξ ἧς ἀπεμακρύνθη, ἀλλὰ μὲ τὴν παρατήρησιν τὴν ἑξῆς ὅτι, ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν σκολιὰν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ μέχρι σήμερον, ἀσφαλῶς πολλὰ μέρη τοῦ ἀδάμαντος ἐκείνου θὰ ἀμαυρωθῶσι. (Χειροκροτήματα).
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ὑπάρχουσι δύο προτάσεις, ἡ τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουλουμβάκη καὶ ἡ τοῦ βουλευτοῦ κ. Πετροπουλάκη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετροπουλάκη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνουσα τὴν δήλωσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκφράζουσα εἰς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Ἡ πρότασις αὕτη, ὡς θέτουσα καθαρῶς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἶναι ἀπωτέρα, καὶ κατὰ συνέπειαν προτιμᾶται. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§342ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία δι’ αὔριον, διότι, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὡς ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δὲν ἐφαίνετο ὅτι θὰ κατέληγεν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ συζήτησις, διὰ τοῦτο δὲ πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἀπουσιάζουσιν.
§343Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτησε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθόν, διότι εἶναι ἐμφανὲς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ. Τουλάχιστον τοῦτο εἶναι τὸ φαινόμενον. Δὲν θέλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι, μὴ εὑρισκομένης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἦτο δυνατὸν ὁ Πρόεδρος νὰ συνεχίσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, ὁσάκις ἀποδέχεται ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξέρχηται τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅταν μάλιστα ἡ πρότασις ὑποβάλληται ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡμεῖς οὐδεμίαν τοιαύτην πρότασιν ὑπεβάλομεν. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης πρὶν ἢ λάβῃ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει. Καλλίτερον ἦτο νὰ ἀπεσύρετο ἡ πρότασις αὕτη τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοῦτο θὰ ἦτο τὸ ὀρθότερον καὶ τὸ πρακτικώτερον, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπεσύρετο ἡ πρότασις αὕτη, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ τοιαύτης, οὐχὶ ἀθετήσεως, ἀλλὰ κἄτι τι περισσότερον διὰ τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, ὥστε μετὰ πρότασιν ἐμπιστοσύνης νὰ ἀκούηται Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητῶν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης μετὰ 24 ὥρας ἢ μετὰ 12 ὥρας ἢ μετὰ ¼ τῆς ὥρας. Ὡς εἶπον, ὡς τίθεται τὸ ζήτημα, θὰ ἦτο προτιμότερον, χάριν τῆς ἱστορίας αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος νὰ ἀπεσύρετο ἡ πρότασις τῆς ἐμπιστοσύνης. Οὐδένα λόγον ἔχει ἡ πρότασις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι θὰ καλυφθῇ ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης. Πρὸς τί ἀποβλέπει ἡ πρότασις αὕτη; Ὅταν δὲ ἀποσύρῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρότασιν ταύτην, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ὅπως ἀποσύρῃ καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πρότασιν, καὶ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπου ἐτέθησαν, ὅπως ἐτέθησαν καὶ ἐπανέλθωμεν αὔριον, ἵνα συνεχίσωμεν τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς διπλῆς Βουλῆς.
§344ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκῃ δι’ ἑαυτὴν συμφέρον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εἴτε νὰ ἀποσυρθῶσιν αἱ προτάσεις εἴτε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία, διότι νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι μόλις ἔρχεται μία συζήτησις ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προειδοποιῶμεν αὐτήν, ὅτι θὰ φέρωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐὰν τοιαύτας, λέγω, ἀντιλήψεις ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τε τῶν συζητήσεων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῆς πρὸς τὴν ἰδίαν θέσιν ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου, ἡμεῖς, ἀποτελοῦντες ἄλλως τε τόσον μικρὰν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ μένῃ εἷς Ὑπουργὸς ὑπόδικος μέχρι τῆς αὔριον ἑσπέρας, ἂς μείνῃ.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ἀκριβῶς ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ὁ Πρόεδρος ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν δι’ ἀναστάσεως, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει καὶ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Μόνον δέ, διότι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, δι’ αὐτὸ ἀναβάλλεται τὸ ζήτημα.
§346Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαιοῖ ἐκ τῆς ἐπισήμου θέσεώς του, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ...
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐβεβαίωσε τοῦτο.
§348Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§350Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καί, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βλέπει ὅτι τὰ καθίσματα εἶναι ὅλα κενά, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ δι’ ἀναστάσεως νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή;
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προέτεινε κανεὶς τοῦτο; Συζητεῖτε περὶ πράγματος μὴ προταθέντος. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης καὶ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 20′ τῆς πρωίας).