1911.03.18
3.513 στίχοι · 26.894 λέξεις · 192 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53.
τῆς 18ης Μαρτίου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 193 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Χθὲς ὁμιλῶν περὶ τῆς ἑταιρείας οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων δὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἕως ὅτου προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τι;
§4Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσιριμώκου ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησις δέκα Βουλευτῶν, αἰτούντων ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 57 ἀντικειμένου τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὴν αἴτησιν ταύτην, καίτοι λόγοι οὐσιώδεις συνέτρεχον εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ Πρακτικά, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν 10ην σελίδα μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσιριμώκου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ ἐργολάβοι τῶν Δημοσίων Ἔργων τῆς Ἐπαρχίας Μεσολογγίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματός των· 2) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εὐπαλίου τῆς Δωρίδος ζητοῦσιν, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σπειρομένων γαιῶν· 3) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Σαμαίων παρακαλοῦσιν, ὅπως κατασκευασθῇ κοίτη, διὰ νὰ μὴ ὑπερχειλίσῃ ὁ διαρρέων τὴν Σάμην χείμαρρος· 4) Οἱ ἐν Πάτραις διαμαρτυρόμενοι Ἕλληνες διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ἱεροκήρυκος Πατρῶν, ὡς ἀποκαλέσαντος αὐτοὺς αἱρετικούς, μασόνους, ἀντιχρίστους καὶ ἐξεγείραντος κατ’ αὐτῶν τὸν λαόν· 5) Οἱ ἐμποροϋπάλληλοι Βόλου ζητοῦσιν, ὅπως μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰ ἐμπόρων Ἀθηνῶν πρὸς κατάργησιν τῆς κυριακῆς ἀργίας· 6) Οἱ κάτοικοι Μουσουνίτσης διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ τηλεγραφητοῦ Μαυρολιθαρίου ὡς ἀρνουμένου τὴν παράδοσιν τῶν ἐπιστολῶν καὶ ἐπιταγῶν διὰ λόγους κτηματικούς· 7) Ὁ εἰρηνοδίκης Κουρήτιδος πέμπει ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῶν δήμων Παμφίας, Ἀμβρακίας καὶ Παρευηνίων περὶ ἀναθέσεως τῶν πταισμάτων του εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κουρήτιδος· 8) Ὁ δήμαρχος Λευκαδίων ζητεῖ τὴν ἐπιστάθμευσιν οἱουδήποτε σώματος στρατοῦ εἰς Λευκάδα· 9) Οἱ κάτοικοι Βιδισόβης (Ἀετοῦ) παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σπειρομένων γαιῶν· καὶ 10) Οἱ οἰνοπαντοπῶλαι Πειραιῶς ζητοῦσι τὴν διὰ νόμου κατάργησιν τῆς κυριακῆς ἀργίας. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§6Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὡς γινώσκετε, κύριοι Βουλευταί, ἡ πρώτη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις περιελάμβανε τὰ ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων ἄρθρα 3–17, ὑπελείποντο δὲ ἄρθρα τινὰ ἐκ τοῦ ἰδίου κεφαλαίου. Διὰ μεταγενεστέρας ἐκθέσεως αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ ἀπήντησεν ἐπὶ διαφόρων τροπολογιῶν, αἵτινες παρεπέμφθησαν εἰς αὐτὴν καὶ ἀφεώρων εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ πρῶτα ἄρθρα. Σήμερον δ’ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις ἡ ἀφορῶσα τὰ ὑπολειπόμενα ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων καὶ τὰ κεφάλαια περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, περὶ Βασιλέως, περὶ διαδοχῆς καὶ ἀντιβασιλείας καὶ περὶ τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη μόνον ὀλίγον, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ γʹ ἐδαφίου αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἐκτὸς τῶν συνθέτων καταργεῖται. Οἱ νομικοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε ὅτι ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι τινὲς καὶ περὶ τοῦ ὁρισμοῦ τῶν συνθέτων πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ περὶ τῆς ἐπιβλητέας ποινῆς, ἀφοῦ κατηργήθη ἡ τοῦ θανάτου. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τὴν δικαστικήν, ὅπως ἀπεφήνατο καὶ ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου. Δὲν τρέχει δὲ κίνδυνόν τινα τὸ ζήτημα ἐκ τῆς παραπομπῆς εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι, ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τῶν συνθέτων ἀδικημάτων, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐφαρμοζομένων τῶν κανόνων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ συρροῆς, τότε μόνον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν, ὅταν ἐπισύρῃ τὸ πρόσθετον ἀδίκημα καθ’ ἑαυτό. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ κενόν, ὅτι δὲν ὁρίζεται ἑτέρα τις ποινή, ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὀρθῶς ὅτι εἶναι ζήτημα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ κανονίσῃ ποινάς, καὶ ποινὰς ἐλαφροτέρας, ἠπιωτέρας ἐπί τε τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀδικημάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ Ποινικὸς Νόμος ἀκολουθῶν παλαιοτέρας ἀρχὰς εἶναι ὑπερμέτρως αὐστηρός. Δὲν ἔπρεπεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἡ ἀναθεωρητικὴ αὕτη Βουλὴ χωρὶς νὰ ἐρευνηθῇ ἐν αὐτῇ βεβαίως καὶ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Ἀφοῦ ἀπὸ δεκαετηρίδων ἀκούομεν, ὅτι οὐσιώδης ἔλλειψις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν παρίσταται ἡ ἔλλειψις δευτέρας Βουλῆς, καὶ πολλαὶ τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν ἤθελον ἴσως ἐκλίπει, ἐὰν εἰσήγετο ὁ θεσμὸς οὗτος, εἶναι ὀρθὸν σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐπίκαιρον. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπόν, καίπερ οὐδεμίαν ἔχουσα σχετικὴν πρότασιν πρὸ αὑτῆς, προκειμένου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας ἠρεύνησε τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Ἡ πρώτη τῶν ἀντιρρήσεων ὑπὸ τοῦ προέδρου ἀκριβῶς τῆς ἐπιτροπῆς προβληθεῖσα ἦτο ὅτι τὸ θέμα ἀπέβλεπε θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἀναθεωρήσεως.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὀρθότατα!
§8Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀλλ’ ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε διὰ πλειονοψηφίας ἰσχυρᾶς τῆς ἐπιτροπῆς, ἦτο ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ αἱρετῆς Γερουσίας, δι’ ἐκλογῶν καταρτιζομένης, δὲν πρόκειται περὶ θεμελιώδους διατάξεως τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι δύο εἶναι αἱ θεμελιώδεις νομοθετικαὶ καὶ πολιτειακαὶ Ἀρχαί, ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδηλώσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας διαλαμβάνει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ αἱ περὶ τούτου διατάξεις εἶναι μεταβληταί, τηρουμένης τῆς βάσεως. Ὅθεν οὐδὲν ὑπάρχει κώλυμα, ἐφ’ ὅσον ἤθελε καθιερωθῆ δευτέρα Βουλὴ αἱρετή, διότι καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ μένουσιν ἀπαραμείωτα, ὡς ἐπίσης δὲν θίγονται τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας. Διὰ τοῦτο ἀπεφήνατο ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δύναται ἡ σύστασις Γερουσίας νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐρεύνης ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐδιχάσθη ἡ ἐπιτροπή, δέκα τῶν παρόντων κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν μελῶν κηρυχθέντων ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ καὶ δέκα κατ’ αὐτοῦ. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει διαλαμβάνεται συνοπτικωτάτη περίληψις τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ ὑποβληθέντων λόγων. Τὸ ζήτημα βεβαίως θὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θὰ εἶναι πρόωρος ἡ ἀφήγησις τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ ἐπιχειρημάτων τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσι ταῦτα δι’ ὀλίγων. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ εἰσηγητὴς αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς συναδέλφους κ. κ. Ἀραβαντινὸν καὶ Μιχαλακόπουλον, εἰς τὴν συνεργασίαν τῶν ὁποίων κατὰ πολὺ ὀφείλεται τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ἐκθέσεως. Καὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἀποτελούντων τὰ περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει διορθώσεις τινὰς μόνον. Εἰς τὸ ἄρθρον 25, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει, ὅτι, ἂν πρότασίς τις ἀπορριφθῇ ὑπὸ μιᾶς τῶν δύο νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον, ἡ φράσις «ὑπὸ μιᾶς τῶν δύο νομοθετικῶν ἐξουσιῶν» εἶναι ἀναντιρρήτως σόλοικος, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατὰ τὸ ἄρθρον 22 ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς· εἶναι ἑνιαία. Λοιπὸν προτείνει τὴν διόρθωσιν: «ὑπὸ ἑνὸς τῶν δύο παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας». Προετάθησαν καὶ τροπολογίαι τινὲς ὑπὸ συναδέλφων, τὰς ὁποίας θὰ ἴδητε ἐν τῇ ἐκθέσει, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατέληξεν εἰς τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν οἱουδήποτε ἑτέρου ἄρθρου ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ. Ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς τῆς 18 Φεβρουαρίου 1910 προτείνεται ὅτι «ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30 περὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀναθεωρητέα, καθόσον πολλάκις τὰ δημόσια συμφέροντα ἤθελον ἐξυπηρετεῖσθαι τελεσφορώτερον, ἐὰν ἐπετρέπετο ὁ διορισμὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου, καὶ εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τῶν ὑφυπουργῶν, περὶ ὧν ἐν ἄρθρῳ 31. Ἐπίσης ἐν τῷ προσχεδίῳ τῷ παραπεμφθέντι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, προτείνεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ἄρθρου 31 ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, τοῦ νὰ ἐπιτραπῇ ὁ διορισμὸς Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ πολὺ ἠσχολήθη εἰς τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, κατέληξεν ὅμως εἰς ἀρνητικὴν ἀπόφασιν ἐπ’ ἀμφοτέρων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου Πρωθυπουργὸν ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ὑφίσταται ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπὸ τὸν ἑξῆς τύπον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς λαμβάνει κατὰ κανόνα τὸ ἀξίωμα τοῦ πρώτου λόρδου τοῦ Θησαυροφυλακείου, τὸ ὁποῖον δὲν συνδέεται πρὸς διεύθυνσιν Ὑπουργείου τινός. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς ἀναλαμβάνει ἐνεργὰ Ὑπουργεῖα, καὶ ὡρισμένως ὁ Σώλσβαρυ δὶς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπίσης ἐν Γαλλίᾳ, καίτοι εἶναι δυνατὴ ἡ ὕπαρξις Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου, οὐχ ἧττον ἀπὸ τοῦ 1868 δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ διεφύλαξε δι’ ἑαυτὸν τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς Ὑπουργείου. Ὥστε τὰ παραδείγματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἐνισχυτικά. Παρ’ ἡμῖν ἡ δικαιολογία, ἡ ὁποία φέρεται ὅτι ὁ Πρωθυπουργός, ἀπαλλασσόμενος τῶν ἄλλων καθηκόντων, θὰ ἔχῃ πλείονα χρόνον πρὸς διεύθυνσιν τῶν ἄλλων ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἐκρίθη ἐπαρκής, οὐδὲ δυναμένη νὰ ἀντισταθμίσῃ τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ θέσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀρχηγοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὡς ἡγούμενος τῆς μερίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν καλεῖται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἔχει βεβαίως μεγαλειτέραν βαρύτητα γνώμης εἰς πᾶν ζήτημα, ὅπερ ἀποβλέπει τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς θέσεως, οὐχὶ τῶν ἰδίων του καθηκόντων. Ἄν δὲ ἐξετάσωμεν τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν τῇ προεδρίᾳ, βλέπομεν τὰ ἑξῆς: Ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διευθύνει τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ψήφου εἶναι πρῶτος ἐν ἴσοις, ἐπὶ δὲ σπουδαιοτέρων ζητημάτων ἀπαιτεῖται οὐχὶ κἄν πλειονοψηφία, ἀλλὰ ὁμοψηφία τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ Ὑπουργὸς ὁ διαφωνῶν ὀφείλει νὰ ἀποχωρήσῃ τοῦ Συμβουλίου, ὅταν πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος. Ἄρα ἡ θέσις του εἶναι πρώτου ἐν τοῖς ἴσοις ἄνευ οὐδενὸς ἰδιαιτέρου νομίμου πλεονεκτήματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἴδια καθήκοντα τῶν Ὑπουργῶν, ὁ Πρωθυπουργὸς εἴτε αὐτοκλήτως εἴτε καλούμενος δύναται νὰ δώσῃ γνώμην εἰς Ὑπουργόν, ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι καθαρῶς συμβουλευτική, διότι ἡ πρᾶξις θὰ ἐνεργηθῇ πάντοτε ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ. Ἑπομένως ἡ ἀναγόρευσις Πρωθυπουργοῦ ἔχοντος ὡς μόνον ἀξίωμα τὸ νὰ συμβουλεύῃ καὶ καθοδηγῇ τοὺς συνυπουργοὺς αὑτοῦ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, θὰ εἶχε δὲ τὸ μειονέκτημα νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν ἐπὶ μᾶλλον τῆς ἰσότητος καὶ τῆς αὐτοτελείας τῶν Ὑπουργῶν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατῇ ἐν τοῖς Ὑπουργικοῖς Συμβουλίοις. Διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ ἀποκρούει τὸν θεσμὸν Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τὸν θεσμὸν τοῦ ὑφυπουργοῦ εὑρίσκει λίαν πολυτελῆ. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑφίσταται ἕνεκα τῆς ἀνάγκης νὰ παρίστανται οἱ Ὑπουργοὶ ἐν ἀμφοτέραις ταῖς Βουλαῖς. Ἐν Γαλλίᾳ εἶναι τέσσαρες θέσεις ὑφυπουργῶν διὰ δευτερεύοντας κλάδους τῆς διοικήσεως. Παρ’ ἡμῖν θὰ ἦτο πολυτέλεια ἄσκοπος, θὰ ἔφερε δὲ καὶ ἰδιαιτέρας δυσχερείας, διότι ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ τὸ ἔργον καὶ ἡ θέσις τοῦ ὑφυπουργοῦ ὡς θέσις ἔχουσα ὡρισμένην δικαιοδοσίαν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πολὺ εὔκολον, καὶ κατὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι περιττὴ ἡ ἀναγραφὴ τῶν ὑφυπουργῶν ἐν τῷ Συντάγματι. Διόρθωσίς τις προτείνεται εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ φέρει ὅτι «ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει καὶ παύει ὡσαύτως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους». Ἐπειδὴ παραλείπεται ὁ ὅρος κατὰ νόμον καὶ δύναται νὰ γεννηθῇ παρεξήγησις, προτείνεται νὰ προστεθῇ τὸ «κατὰ νόμον» καὶ εἰς τὸ μέρος τῆς δευτέρας διατάξεως. Τὸ ἄρθρον 36 εἶναι τὸ ἀφορῶν τὸ κῦρος καὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι θεωρεῖται ἀτελὲς ἐν τούτῳ, ὅτι δὲν τάσσεται προθεσμία πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου, πολλάκις δὲ νόμοι ἐδημοσιεύθησαν πολὺ βραδύτερον τῆς διμήνου προθεσμίας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχον κυρωθῆ προγενεστέρως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἡ ἐπιτροπὴ σύμφωνος μετὰ τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν φρονεῖ ὅτι πρέπει καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου νὰ γίνηται νόμος ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν· ἄλλως ὁ μὴ δημοσιευθεὶς νόμος ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν εἶναι ἄκυρος. Ἐννοεῖται ὅτι αὐτὸς ὁ ὅρος τῆς δημοσιεύσεως ἀφορᾷ τὴν κατάρτισιν, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ· ἡ ἰσχὺς δύναται νὰ ἀναβληθῇ διὰ διατάξεώς τινος ὑπαρχούσης ἐν τῷ νόμῳ, ἡ κατάρτισις ὅμως τοῦ νόμου πρέπει νὰ γίνῃ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, ὡς ὁρίζεται διὰ τῆς ἀνωτέρω τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 36. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 37 γίνεται ἡ ἑξῆς τροποποίησις, ὅτι βραχύνονται αἱ προθεσμίαι, κατὰ τὰς ὁποίας συγκαλοῦνται οἱ ἐκλογεῖς ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τουτέστι καλοῦνται ἐντὸς μηνός, ἡ δὲ Βουλὴ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀντὶ τῶν μακροτέρων προθεσμιῶν, ἃς ἔτασσε τὸ ἄρθρον 37. Τὸ ἄρθρον 38 εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀναβολὴν καὶ ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὸ σχέδιον τῶν 6 Βουλευτῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ἅπαξ μόνον νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου εἴτε ἀναβάλλων τὴν ἔναρξιν εἴτε διακόπτων τὴν ἐξακολούθησιν ταύτης. Ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ὑπὲρ τὰς τριάκοντα ἡμέρας, οὐδὲ νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον, ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς». Μίαν μόνην μεταβολὴν εἰς τὸ λεκτικὸν ἐπιφέρει ἡ ἐπιτροπή, ἵνα δηλωθῇ ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐνάρξεως εἴτε ἡ διακοπὴ τῆς ἐξακολουθήσεως ἀναφέρεται εἰς τὰς ἐργασίας μόνον καὶ οὐχὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, διότι ἠθέλησεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ θεωρηθῇ μὴ διακοπτομένη ἡ Σύνοδος, ἀλλὰ διαμένῃ μεθ’ ὅλων τῶν παρομαρτούντων δικαιωμάτων τῶν Βουλευτῶν, ἀναστέλλωνται δὲ μόνον αἱ ἐργασίαι. Τὸ 39 ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀμνηστίας, διαλαμβάνεται δ’ ἐν αὐτῷ ἡ ἐξαίρεσις τῶν Ὑπουργῶν μόνον ἐν τῇ περιπτώσει τῆς χάριτος, λέγει δηλαδή: ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος «ἐξαιρουμένων τῶν περὶ τῶν Ὑπουργῶν διατεταγμένων» καὶ παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 82, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πρὸς Ὑπουργὸν χάρις ἀπονέμεται μόνον ἐπὶ τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ προσχεδίου τῶν 6 Βουλευτῶν προτείνεται ἡ τροποποίησις ἀμφοτέρων τῶν ἄρθρων, ἀπαλειφομένης μὲν ἐν ἄρθρῳ 39 τῆς ἐξαιρέσεως τῶν Ὑπουργῶν, προστιθεμένου δὲ ἐν ἄρθρῳ 82 ὅτι ἥ τε χάρις καὶ ἡ ἀμνηστία παρέχεται εἰς Ὑπουργὸν μόνον τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ διὰ τῆς ἀμνηστίας ματαιῶνται αἱ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν διατάξεις. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀμνηστία περιορίζεται κατὰ τὸ ἄρθρον 39 ἐπὶ πολιτικῶν μόνον ἀδικημάτων, παρέχεται δ’ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἐκ τῆς ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἐφαρμογῆς αὐτῆς, ἐὰν ἤθελε θεωρηθῆ χωροῦσα καὶ ὑπὲρ καταδιωκομένου Ὑπουργοῦ, ὅπερ ἀμφισβητούμενον. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ προκρίνει νὰ ἀφεθῇ τὸ ἄρθρον 39 ἀμετάβλητον, ὡς ἔχει. Εἶναι γνωσταὶ αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἀπαντῶσι κατὰ τὰς ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως, ἐπιβαλλομένης εἰς ἑκάστην περίπτωσιν τοιαύτης ἀποδημίας τῆς ἀνάγκης ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου. Ἕνεκα τούτου ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν 6 Βουλευτῶν προυτάθη, ὅπως ἰδιαιτέρως διὰ νόμου κανονισθῶσι τὰ περὶ ἀντιβασιλείας ἕνεκα ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως, ὅπως τουτέστι θεσπισθῇ νόμος γενικὸς διαλαμβάνων τὰ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ὁ γενικὸς θὰ ἦτο μᾶλλον παρακεκινδυνευμένος· ἐνόμισε δὲ ὀρθὸν νὰ καθορίσῃ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ἄρθρῳ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐκανόνισε τὰ κατ’ αὐτὸ ὡς ἑξῆς: ὅτι, «ἕνεκεν ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως μὴ ὑπερβαινούσης τοὺς τέσσαρας μῆνας, ὁ Βασιλεὺς δύναται ἢ νὰ παραχωρήσῃ τὴν Ἀντιβασιλείαν εἰς τὸν Διάδοχον ἢ νὰ ἀναθέσῃ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου ἤδη εἰδικοῦ νόμου, ἐξαιρουμένων τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄρθρων 31, 32, 33, 34, 37, 38 καὶ 40 τοῦ Συντάγματος. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν μακρότερον ἀποδημεῖ, τότε ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος», ὡς ἔχει καὶ τὸ παλαιόν. Τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ὅτι: «ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην Νοεμβρίου μηνός, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ πρότερον». Κύρωσίς τις ὅμως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ὅπως συνέρχηται αὐτοδικαίως, δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Συντάγματι· ἐπίσης δὲ δὲν ὡρίζετο ἀκριβῶς πότε ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ καὶ πότε μὴ ἡ Βουλή, τουτέστι πότε θὰ ἦτο περιττὴ ἡ Σύνοδος κατὰ Νοέμβριον διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶχε συγκληθῆ πρότερον. Ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν προτείνεται νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται κατ’ ἔτος αὐτοδικαίως εἰς τακτικὴν Σύνοδον, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ πρότερον εἰς τοιαύτην, δηλαδὴ εἰς τακτικήν· διότι τὸ κανονικὸν εἶναι εἰς τακτικὴν Σύνοδον νὰ γίνωνται τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου αὐτῆς, προενόησε καὶ περὶ τῆς κυρώσεως τῆς διατάξεως ταύτης, πρὸς κύρωσιν δὲ προσέφυγεν εἰς τὸ ἄρθρον 78, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλῇ τοὺς Ὑπουργούς, ὅπως ἐμφανισθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐδέχθη λοιπὸν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε συγκληθῆ ἁρμοδίως κατὰ τὴν ὡρισμένην ἐποχήν, τὴν ὁποίαν ἐποχὴν ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε καταλληλότερον νὰ ὁρίσῃ εἰς τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως, καὶ συνερχομένη προσκαλεῖ ἐνώπιον αὑτῆς τοὺς Ὑπουργούς, κατὰ τὸ ἄρθρον 78, ὀφείλοντας νὰ ἐμφανισθῶσι πρὸς κήρυξιν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ μέτριον θὰ ἦτο ἀνεπαρκές, ἐὰν πρὸς τοῦτο ἀπῃτεῖτο ἡ συνήθης ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἀπέχῃ μία μερὶς ὁλόκληρος καὶ νὰ μὴ ἦτο δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς διατάξεως ταύτης· διὰ τοῦτο εἰδικῶς ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ ὁρίζει ὅτι: ἡ Βουλὴ θεωρεῖται συγκεκροτημένη ἐν ἀπαρτίᾳ διὰ τοῦ τετάρτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ὅπως λάβῃ εἰδικῶς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, τῆς προσκλήσεως τῶν Ὑπουργῶν, διὰ νὰ κηρυχθῇ ἡ ἔναρξις· ὄχι διὰ τὰ περαιτέρω, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κανονικὴν ἀπαρτίαν. Ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν μάλιστα ἡ ἐπιτροπὴ διαφωνοῦσα πρὸς τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν φρονεῖ ὅτι θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον νὰ ὁρισθῇ, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως, ἀπαρτία ἐλάσσων τοῦ ἡμίσεος· ἑπομένως προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διατηρηθῇ ἡ παλαιὰ διάταξις. Μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς συζητήσεις παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ Βουλὴ συγκροτῆται ἐν ἀπαρτίᾳ διὰ τοῦ τετάρτου τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλὰ πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως διατηρεῖ τὴν παλαιὰν διάταξιν, καθ’ ἣν δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἐν ἀριθμῷ κατωτέρῳ τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων· προστίθεται δὲ ἡ προμνησθεῖσα ἐξαίρεσις τοῦ ἄρθρου 54, καθ’ ἣν θεωρεῖται καὶ μόνον ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ διὰ τοῦ τετάρτου. Χάριν ἀκριβείας πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπῆρξε καὶ γνώμη, καθ’ ἣν διὰ τὴν συζήτησιν δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁρισθῇ ἐν γένει ἀριθμὸς ἀπαρτίας· οὐχ ἧττον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν εὐπρεπέστερον τοὐλάχιστον τὸ τέταρτον τῶν Βουλευτῶν νὰ παρίσταται κατὰ τὰς συζητήσεις καὶ συνεπῶς νὰ δύναται νὰ στηρίξῃ καὶ ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας διὰ τὴν συζήτησιν, ὅταν δὲν εἶναι παρὸν τοὐλάχιστον τὸ τέταρτον τῶν Βουλευτῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 57 ἐγένοντο σπουδαιότεραι προτάσεις. Τὸ ἄρθρον 57 ὁρίζει ὅτι: «Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Εἶναι γνωστὸν πῶς τηρεῖται ἐν τῇ πρακτικῇ τὸ ἄρθρον αὐτό. Συνήθως ἡ πρώτη, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ ἡ δευτέρα συζήτησις γίνονται ἐντελῶς τυπικαί, μόνον δὲ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἀναπτύσσονται αἱ ἑκατέρωθεν γνῶμαι καὶ προτείνονται τροπολογίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει τὸν καιρὸν πλέον νὰ μελετήσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἐν τοσούτῳ αὗται ψηφίζονται κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ πολλάκις ἀποτελοῦσι νόμον ἀλλοῖον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀρχικῶς ἐν σχεδίῳ εἶχεν ὑποβληθῆ· ἕνεκα τούτου ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ τῶν συζητήσεων τούτων ὡς ἑξῆς: ἡ πρώτη συζήτησις νὰ ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου μόνον, κατόπιν δὲ αἱ δύο ἄλλαι νὰ συνίστανται εἰς τὴν ψήφισιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, νὰ χωρίζωνται δὲ αἱ συζητήσεις αὗται διὰ διημέρου τοὐλάχιστον διαστήματος, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐξαιρετικῶς κατεπείγουσα, ὁπότε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συντέμνῃ τὴν προθεσμίαν ταύτην εἰς μίαν ἡμέραν· ἐπὶ πλέον νὰ ὁρισθῇ ὅτι: ὁσάκις κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἤθελον γίνει δεκταὶ τροπολογίαι οἱαιδήποτε, πλὴν λεκτικῶν, ἐννοεῖται, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις θὰ ἀναβάλληται ὑποχρεωτικῶς μέχρι τυπώσεως ἐκ νέου καὶ διανομῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἄλλη ἐγγύησις, ἣν ἐπεζήτησεν ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ἡ παραπομπὴ πάσης προτάσεως νόμου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς πάλιν ἂν ἤθελεν ὑπάρξει κατεπεῖγον. Ὑπάρχει ὅμως μία τάξις νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὐχερὲς οὔτε ὀρθὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατυπώσεις ταύτας, ἐξ ἄλλου δ’ ἔχουσιν ἤδη ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἐγγύησιν προηγηθείσης προπαρασκευῆς· πρόκειται περὶ τῶν κωδίκων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ ἀστικὸν ἢ τὸ δημόσιον δίκαιον, οἱ ὁποῖοι προπαρασκευάζονται ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι κατ’ ἰδίαν, ὅπως πρέπει ἐν τῇ Βουλῇ. Περὶ αὐτῶν, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν πρότασιν τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, ἵνα ἡ ἐπιψήφισις τῶν κωδίκων αὐτῶν γίνηται δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίζηται βεβαίως εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ θὰ κυροῖ τοὺς κώδικας ἐν συνόλῳ· ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν τὴν περὶ τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τοὺς κώδικας θὰ γίνηται ἀνάπτυξις καὶ ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ κώδικος· μόνον δὲν θὰ γίνηται συζήτησις τοῦ κώδικος κατ’ ἄρθρον· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ πεισθῇ ὅτι ὑπάρχουσιν ἀτέλειαι, δύναται καὶ νὰ ἀναπέμψῃ τὸν νόμον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις τὸν συνέταξεν. Ἐπίσης ἐπὶ τῶν κωδίκων τούτων ἡ ἐπιτροπὴ παραδέχεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλείπηταί ποτε ἡ παραπομπὴ τῶν κωδίκων εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῆς Βουλῆς, οὔτε νὰ συντέμνωνται αἱ προθεσμίαι τῆς ψηφίσεως· δύναται δὲ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς νὰ ληφθῇ καὶ εἰδικὴ πρόνοια, ὅπως κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ταύτην τὴν γιγνομένην ἐν ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς λαμβάνωσι μέρος ἐνεργότερον πάντες οἱ Βουλευταὶ καὶ ὑποβάλλωσι τὰς τροπολογίας αὐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ τὸ νομοθέτημα ἐν συνόλῳ ἄρτιον εἰς τὴν Βουλὴν φέρον καὶ πᾶσαν δυνατὴν βελτίωσιν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου φρονεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἐπίσης κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων ἄνευ μεταβολῆς αὐτῶν κατ’ ἰδίαν, καὶ ὅτι ἐπίσης κατὰ τὸν τύπον τοῦτον δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀναφερομένου εἰς ἕτερα σχέδια καὶ ψηφιζομένου τοῦ νόμου τούτου εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις κατόπιν ἐπεξεργασίας καὶ ἐν ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν ἰσχύϊ διατάξεις κατηργημένων νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκράτησε πράγματι ἡ τακτικὴ ν’ ἀποκαθίστανται ἐν ἰσχύϊ δι’ ἁπλῆς τοιαύτης διατάξεως χωρὶς ὅμως νὰ τηρῶνται αἱ ἀνωτέρω ἐγγυήσεις. Ἐὰν τώρα κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτὴν τῶν κωδικοποιουμένων νόμων ἢ τῶν ἀποκαθισταμένων τοιούτων ὑπάρχῃ καὶ ἀνάγκη τροπολογίας τινός, εἶναι προφανὲς ὅτι αὕτη δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, οὐδὲν δὲ κωλύει νὰ γίνῃ καὶ δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν κωδικοποίησιν ἢ τὸν προγενέστερον νόμον, ἀλλὰ δι’ ἰδίου ἄρθρου, ὅπερ θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν τακτικὴν ψήφισιν τῶν τριῶν ἀναγνώσεων κλπ. καὶ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, οὐχὶ ἐν τῷ συνόλῳ. Τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει τὴν ἀρχὴν ὅτι: «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως», ἀναγράφεται τουτέστι τὸ ἀξίωμα ὅτι φόρος δὲν εἰσπράττεται ἄνευ νόμου· ἀλλ’ ὑπάρχει μία περίπτωσις φορολογικῶν νόμων, οἵτινες ἐν τῷ παρελθόντι ἤδη κατεδείχθη ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν ἀζημίως εἰς τὴν προγενεστέραν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψήφισιν, τοιοῦτοι δὲ οἱ νόμοι οἱ εἰσάγοντες ἢ αὐξάνοντες τοὺς τελωνιακοὺς δασμούς. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑποβάλλομεν τοιοῦτόν τινα νόμον εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 59, τί θὰ συμβῇ; Λαμβάνοντες γνῶσιν οἱ ἔμποροι οἱ εἰσάγοντες ἀντικείμενα ὑποβαλλόμενα εἰς δασμὸν θὰ σπεύσωσι νὰ εἰσαγάγωσι ταῦτα πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ φόρου, καὶ οὐ μόνον αὐτοὶ θ’ ἀπαλλαγῶσιν, ἀλλὰ καὶ κατόπιν ψηφιζομένου τοῦ φόρου θὰ ἐπιβάλωσιν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγοραστάς· ἑπομένως τὸν δασμὸν αὐτὸν θὰ τὸν ὠφεληθῶσιν οἱ ἔμποροι ἀντὶ τοῦ Δημοσίου. Ἕνεκα τούτου ἤδη εἰς τὸ παρελθὸν εἰσήχθη νόμος, ὅστις κατὰ τύπους ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικός, ὁ ἑξῆς: ὁρίζεται ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁσάκις εἰσάγονται νόμοι περὶ τελωνιακῶν δασμῶν, τίθενται ἐν προσωρινῇ ἐφαρμογῇ ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἀποδίδονται τὰ εἰσπραχθέντα. Αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι τῆς 21 Ἀπριλίου 1880, ἀλλ’ ἐπανελήφθη καὶ τὴν 30 Δεκεμβρίου 1892 καὶ 20 Φεβρουαρίου 1900. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένον, ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ὅσον ἔνεστιν αὐστηρῶς, τοῦθ’ ὅπερ ἐπίσης δὲν ἐτηρήθη εἰς τὸ παρελθόν. Ἐν τῇ προτάσει τῶν ἓξ Βουλευτῶν ὁρίζεται ὅτι πρέπει ὁ νόμος αὐτὸς ὁ φορολογικὸς νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς αὐτῆς Συνόδου, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ προσέθηκε καὶ νὰ δημοσιευθῇ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Κατὰ δεύτερον λόγον ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἑξῆς πρακτικωτέρας βλέψεις, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν δηλαδὴ νὰ ἀναγραφῇ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι ἡ ὑποχρεωτικὴ ἀπόδοσις τῶν εἰσπραχθέντων διὰ τὸν λόγον αὐτόν, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθην ἤδη προηγουμένως, διότι ἅμα εἰσαγομένου τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ τελωνειακοῦ ὁ ἔμπορος ἐπιβαρύνει ἀμέσως τὸ ἐμπόρευμα, εἰσπράττει δὲ παρὰ τῶν καταναλωτῶν τὸν δασμὸν ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἡ καταβολὴ πρὸς τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἀπομείνει ὁριστική· ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται νὰ ἀποδοθῇ ὁ φόρος εἰς τὸν κατ’ ἀλήθειαν δικαιούμενον, αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ἔμπορος, ἀλλ’ ὁ καταναλωτής· οὐχὶ μόνον δὲ τὰ εἰσαγόμενα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπόθεμα ἀκόμη ἐπιβαρύνει, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν τῷ καταστήματί του. Ἑπομένως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναγράψωμεν ἀπολύτως ὅτι ἀποδίδονται οἱ φόροι. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξεύρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δύναται ν’ ἀποδοθῇ ὁ φόρος πραγματικῶς εἰς τὸν ὑφιστάμενον τὴν ζημίαν, βεβαίως αὐτὸ θὰ ἐπιζητηθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κατὰ πρῶτον λόγον· πρέπει ὅμως νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκει τοιοῦτον τρόπον, νὰ ψηφίσῃ καὶ εἰδικήν τινα διάταξιν, ὅτι ὁ φόρος διὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐλειτούργησε, θεωρεῖται καλῶς εἰσπραχθείς, δηλαδὴ μόνον διὰ τὸ παρελθόν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ συνταγματικὸν κώλυμα εἰς τὴν τοιαύτην διάταξιν, διότι ἴσως πολλάκις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῇ τὸ πρόσωπον τὸ δικαιούμενον εἰς τὴν ἀπόδοσιν. Τὸ ἄρθρον 60 διαλαμβάνει ὅτι: «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ». Δὲν ὁρίζει ὅμως ὅτι πρέπει ταῦτα νὰ γίνωσιν ἐν τακτικῇ Συνόδῳ, ὅπερ εἶναι τὸ προσῆκον. Διὰ τοῦτο προτείνεται ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν νὰ προστεθῶσιν οἱ λέξεις: «ἐν τακτικῇ Συνόδῳ».
§9Γ. ΠΩΠ. Θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἔκτακτος;
§10Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν τροποποιοῦνται τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἔκτακτον. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐπεζήτησε καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμόν. Δὲν θέλει νὰ ἐπαναλαμβάνηται αὐτό, τὸ ὁποῖον σήμερον δυστυχῶς συμβαίνει, νὰ ψηφίζηται ὁ Προϋπολογισμὸς ὁλόκληρος τὴν τελευταίαν στιγμὴν μετὰ διαφόρων ἀλλοιώσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐξέλεγξις δὲν εἶναι εὐχερής. Διὰ τοῦτο προτείνει τὴν ἀναγραφὴν ἰδιαιτέρων διατάξεων, καθ’ ἃς ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἀφοῦ δὲ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν ψηφίζεται ἐνώπιον τῶν τμημάτων ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ὁριστέας εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας καὶ καθ’ Ὑπουργεῖα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾷ νὰ ληφθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ͵ΓΤΟΔʹ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1909, ὁ μεταβάλλων τὴν ἔναρξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, διότι μόνον κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ προνοεῖ περὶ Ἀπολογισμοῦ, ὅπως εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ τρίτου μηνὸς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως καὶ ἐξετάζηται καὶ οὗτος ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ψηφίζηται καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ Προϋπολογισμός. Εἰς τὸ ἄρθρον 61, τὸ ὁποῖον ὁρίζει: «Οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου»· ἠγέρθη ἀμφιβολία, ὁποίου εἴδους νόμος ἀπαιτεῖται, καὶ εἰδικῶς, διότι ὡς νόμος δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους· ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν ἀμφιβολιῶν τῶν θεωρητικῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἢ δὲν εἶναι νόμος, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφιζόμενος ἐφάπαξ, ἔστω καὶ ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις, ἃς νῦν προτείνει ἡ ἐπιτροπή, δὲν παρέχει τὴν ἀσφάλειαν νόμου, ὡς εἶναι οἱ ἄλλοι νόμοι. Διὰ τοῦτο προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι οὐδεμία σύνταξις, μισθός, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ θὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οὔτε θὰ παρέχηται ἄνευ ὀργανικοῦ νόμου ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος ἡ ἐπιτροπὴ ἔδωκε τὴν ἑξῆς πληρεστέραν διατύπωσιν κατὰ πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Σπετσῶν Ἀ. Διομήδους· «Ἡ Βουλὴ καθορίζει διὰ Κανονισμοῦ τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς πειθαρχίας». Τὸ ἄρθρον 66 πραγματεύεται περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ διὰ σφαιριδίων δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, οὔτε πρέπει νὰ παραμένῃ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Συντάγματι. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν προτείνει τὴν διαγραφὴν τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς ψηφοφορίας, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἀφεθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ οἷον τρόπον θέλει κρίνει αὕτη προσήκοντα. Ἔπειτα τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει· «ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνεργεῖται κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ψηφισθησόμενον νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὡς ἔχει, ἀλλ’ ἀποκατέστησε τὴν φράσιν «κατὰ νόμον». Πλὴν τούτου ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ καινοτομίαν, τῆς ὁποίας ὁ σκοπὸς εἶναι μὲν πρωτίστως ἠθικός, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ τύχῃ νομοθετικῆς κυρώσεως, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν. Εἶναι γνωστὸν παρ’ ἡμῖν, καὶ κακίστην ἐντύπωσιν ἐμποιεῖ ἡ συστηματικὴ ἀποχὴ πολλοῦ ἀριθμοῦ ἐκλογέων καὶ ἰδίως τῶν ἀνεπτυγμένων τάξεων κατὰ τὰς ἐκλογάς, παρὰ τὸ δόγμα, ὅπερ αἱ ἀρχαῖαι ἡμῶν νομοθεσίαι καθιέρουν, ὅτι πάντες οἱ πολῖται ὀφείλουσι νὰ μετέχωσι τῶν κοινῶν καὶ νὰ ἔχωσιν ὡρισμένην γνώμην. Ὑπάρχει δὲ καὶ τοιαύτη νεωτέρα διάταξις κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος τῷ 1893 προστεθεῖσα. Ἕνεκα τούτου τῇ προτάσει τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἀθανασάκη ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε τὴν προσθήκην ταύτην ὡς ἑξῆς διατυπωθεῖσαν, ὅτι «ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου (τοῦ ἐκλέγειν) εἶναι ὑποχρεωτική, κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου εἰδικώτερον ὁρισθησόμενα». Καὶ ἄλλαι σχετικαὶ προτάσεις ὑπεβλήθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, αἵτινες δὲν ἐγένοντο δεκταί, δὲν θέλω δὲ νὰ ἀναφέρω αὐτάς, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Συντάγματος κανονίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ εἶναι ἐλάσσων τῶν 150». Τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν ἔφερεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζεται διὰ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους καθ’ ὡρισμένας ἀναλογίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν δὲν ἐνέκρινε τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἐξευρέσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν καὶ ἐπροτίμησε νὰ ἀφήσῃ τὸν πάγιον ἀριθμὸν τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα Βουλευτῶν ὡς ἐλάχιστον ὅριον, ἐλευθέραν δὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως κανονίσῃ καὶ ἀνώτερον ἀριθμόν. Τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι «οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν». Δὲν προσδιορίζει ὅμως τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως καὶ τῆς λήξεως τῆς τετραετίας καὶ ἰδίως οὐδεμίαν ἔθηκεν ἐγγύησιν ἐπιβάλλουσαν τὴν σύγκλησιν τῶν ἐκλογέων καὶ τῆς Βουλῆς. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτε δὲν παρετηρήθη ἐν τῷ παρελθόντι ἄτοπόν τι, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προτείνῃ τὴν τροποποίησιν ταύτην κατὰ τὸ σχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν». «Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, ἅμα δὲ τῇ λήξει τῆς τετραετοῦς Βουλευτικῆς Περιόδου διατάσσεται ἡ ἐνέργεια γενικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκαλεῖται ὑποχρεωτικῶς ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν Σύνοδον, μόνον ἐὰν ὑπὸ τῆς ἀπελθούσης Βουλῆς δὲν ἐξεπληρώθησαν διὰ τὸ ἔτος τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τὰ ἐν ἄρθρῳ 60 ὁριζόμενα». Δύο μόνον προσθήκας ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπή. Ἐν πρώτοις εἰς τὴν φράσιν «ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν» προσέθηκε τὴν λέξιν «τῶν ἐκλογῶν τούτων», τουτέστι τῶν ἐκλογῶν τῶν ἐνεργουμένων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς κατ’ ἀντίθεσιν τῶν ἐνεργουμένων μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 37 ὁρίζον ἐπιτακτικώτερον τὴν προθεσμίαν τῆς συγκλήσεως. Ἐπίσης συνεπληρώθη ἡ φράσις «Συγκαλεῖται ὑποχρεωτικῶς ἡ νέα Βουλὴ» πρὸς μείζονα ἔμφασιν τοῦ ἀπαραιτήτου ταύτης διὰ τὴν συντέλεσιν τῶν ἐτησίων ἔργων, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐγένοντο ταῦτα προηγουμένως. Ἐὰν τουτέστιν ἐν τακτικῇ Συνόδῳ τῆς ἀπελθούσης Βουλῆς ἔχῃ ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῆ καὶ ἡ Βουλὴ καλῆται κατόπιν λήξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ὄχι διαλύσεως, τότε καὶ μόνον δύναται νὰ συνέλθῃ εἰς νέαν τακτικὴν Σύνοδον τὴν κεκανονισμένην ἐποχήν, ἤτοι τὸν Ὀκτώβριον· ἄλλως πρέπει νὰ κληθῇ ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, ἥτις ἐν πάσῃ περιπτώσει διατάσσεται ἀμέσως ἅμα τῇ λήξει τῆς τετραετίας.
§11Γ. ΠΩΠ. Γενομένων τῶν ἐκλογῶν τὸν Μάρτιον δύναται νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ τὸν Ὀκτώβριον.
§12Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δύναται, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ λήξεως τῆς τετραετίας καὶ ὄχι περὶ διαλύσεως. Τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει τὰ προσόντα τοῦ Βουλευτοῦ, ἀπαιτεῖ δέ, ὡς γνωρίζομεν, πλὴν τῶν ἄλλων νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην καὶ νὰ κατάγεται ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας, παρ’ ἧς ἐκλέγεται. Ἐκ τῶν προσόντων αὐτῶν ἡ καταγωγὴ ἐκ τῆς ἐπαρχίας βεβαίως παρέλκει, ἀντιτίθεται μάλιστα πρὸς τὸ ἕτερον δόγμα, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος καὶ ὄχι τὴν ἐπαρχίαν. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἔφερε καὶ τὸν ὅρον «ἀπολαμβάνων πρὸ διετίας τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα». Τοῦτο δύναται νὰ ἐμποδίσῃ πολίτας ἀποκτῶντας τὸ δικαίωμα διὰ πολιτογραφήσεως καὶ θέλοντας νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰ πολιτικά. Ἐντεῦθεν τὰ δύο αὐτὰ προσόντα διεγράφησαν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν συμφώνως καὶ πρὸς τὸ προσχέδιον. Ἕτερος ὅρος ἀναγραφόμενος κατὰ τὸ ἄρθρον 70 ἦτο νὰ ἔχῃ ὁ Βουλευτὴς τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. Τοῦτο ὅμως ἐθεωρήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ παρακεκινδυνευμένον, διότι νομοθέτης ἴσως καταχρώμενος δύναται νὰ περιορίσῃ τὰ προσόντα τοῦ Βουλευτοῦ ὑπερμέτρως δυσχεραίνων τὴν ἀληθῆ ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ· ἕνεκα τούτου ἔκρινε σκοπιμώτερον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὰ προσόντα τοῦ ἐκλογέως, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ παραβλαφθῶσιν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι ἀφορῶσι τὸν ὅλον λαόν. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον διατυποῦται ὡς ἑξῆς· «Ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι Ἕλλην πολίτης καὶ νὰ ἔχῃ τὴν νόμιμον ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν». Τώρα ὑπολείπεται τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπει ὁ ἐκλεγόμενος νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, διότι ἀπαιτεῖται ὥριμος κατάρτισις τοῦ νέου πολιτικοῦ καὶ διὰ νὰ τίθηται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ περὶ τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας μετὰ τῶν ἄλλων. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ διατηρηθῇ ἡ παλαιὰ διάταξις. Μειονοψηφία ὅμως οὖσα ἰσχυρὰ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐδέξατο, ὅτι, διὰ νὰ ἐκλεγῇ τις Βουλευτής, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἑτέρα ἐλάσσων μειονοψηφία ἀρκεῖται εἰς τὸ εἰκοστὸν πρῶτον ἔτος. Ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον.
§13Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐλάσσων μειονοψηφία;
§14Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὰ Πρακτικὰ ἀναφέρεται. Ἐὰν θέλητε νὰ μάθητε τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ εἰκοστοῦ πέμπτου ἔτους. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος προνοεῖ περὶ ἀσυμβιβάστων, τὰ ὁποῖα εἶναι οὐσιωδῶς διάφορα ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἱκανότητος. Τὰ ἀσυμβίβαστα συνίστανται εἰς ὡρισμένα λειτουργήματα, ἅτινα θεωρεῖται ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπίπτωσι μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, δύναται δὲ ὁ ἔχων αὐτὰ ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ παραιτούμενος τοῦ ἀσυμβιβάστου λειτουργήματος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 71 κατὰ τὴν παλαιὰν αὐτοῦ διατύπωσιν ἐχαρακτηρίζοντο ἀσυμβίβαστα τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Ἀλλ’ ἔχει πλέον ἢ ὡριμάσει ἡ γνώμη ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ πρῶτοι ἤδη αὐτοὶ οἱ ἡμέτεροι ἀξιωματικοὶ εὐλόγως ἠξίωσαν ὅτι πρέπει ὁ στρατὸς ν’ ἀπέχῃ τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀμύνης τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέξατο τὸ σχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν ὁμοψήφως, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἀσυμβίβαστα καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 71 λοιπὸν θὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὰ ἀσυμβίβαστα οἱ «ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοί» κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε κρατήσασαν ἔννοιαν τοῦ ὅρου τούτου, ὅστις ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ παλαιῷ ἄρθρῳ, ἤτοι οἱ ἀπαρτίζοντες μέρος τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ διατελοῦντες ἐν καταστάσει ἐνεργείας, διαθεσιμότητος ἢ ἀργίας, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ἐν ἀποστρατείᾳ καὶ ἐν ἐφεδρείᾳ ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖται. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην θεωρεῖται ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ ἡ ἰδιότης παντὸς ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου ὡς καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ. Πλὴν τῶν ἐμμίσθων ὅμως ὑπαλλήλων ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι δημόσιοι λειτουργοί, ἄμισθοι, τῶν ὁποίων τὰ καθήκοντα δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὰ τοῦ Βουλευτοῦ, κυρίως διότι ἀπαιτοῦσι τὴν παρουσίαν τῶν ὑπαλλήλων τούτων μονίμως ἐν ᾧ τόπῳ ἀσκοῦσι τὰ ἔργα των. Τοιοῦτοι ὑπάλληλοι εἶναι οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ φύλακες τῶν μεταγραφῶν, οἱ φύλακες τῶν ὑποθηκῶν καὶ οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες. Διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐθεωρήθησαν οἱ ἀσκοῦντες τὰ καθήκοντα ταῦτα ὡς μὴ δυνάμενοι ἐγκύρως νὰ ἐκλεγῶσι Βουλευταί. Ἀλλ’ ὀρθότερον εἶναι ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι ὡς μὴ συμβιβαζόμενοι πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Δευτέρα κατηγορία ἀσυμβιβάστου εἶναι τὰ ἔργα τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν διοίκησιν τῶν Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐφ’ ὅσον αἱ ἑταιρεῖαι αὗται καὶ Τράπεζαι ἀπολαύουσιν εἰδικοῦ προνομίου ἢ ἐπιχορηγήσεων παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐξ εἰδικοῦ νόμου. Τοιαῦτα δὲ προνόμια εἶναι τὰ μονοπώλια, ἡ ἔκδοσις τραπεζιτικῶν γραμματίων κ. τ. λ., ἢ συνδεόμενα πρὸς τὸ Κράτος διὰ συμβατικῶν παραχωρήσεων καὶ ἐργολαβιῶν. Δι’ ὃν δὲ λόγον οἱ ἐπιτετραμμένοι τῶν ἄνω Τραπεζῶν διατελοῦσιν ἐν καταστάσει ἀσυμβιβάστῳ πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀποκλείονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τραπεζῶν τούτων καὶ ἑταιρειῶν. Ὡσαύτως οἱ ἔμμισθοι νομικοὶ σύμβουλοι αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ὦσι συγχρόνως Βουλευταί, διότι ἡ ψῆφος αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ζήτημα ἀξιοπρεπείας εἶναι νὰ μὴ γίνωνται Βουλευταί, ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν ἔστω καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον ὑπάλληλοι. Τρίτην κατηγορίαν συνιστῶσιν οἱ διὰ δεσμῶν ἐργολαβιῶν ἢ ἄλλων συμβάσεων παραχωρήσεως συνδεόμενοι μετὰ τοῦ Κράτους, οἵτινες καὶ αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ μετέχωσι τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διότι ἐν τῇ Βουλῇ συζητοῦνται πολλάκις ζητήματα ἀφορῶντα αὐτούς. Τὸ ἄρθρον 71 ἀρχικῶς δὲν ὥριζε καὶ ποία ἦτο ἡ συνέπεια τοῦ ἀσυμβιβάστου. Διὰ νόμου δὲ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς ἰδίας Ἐθνοσυνελεύσεως ἐκανονίσθη, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὀφείλουσι νὰ παραιτηθῶσι πρὸ ὡρισμένου χρόνου, ἐὰν δὲ δὲν παραιτηθῶσιν, ἀκύρως ἐξελέγησαν. Ἡ τοιαύτη ὅμως διάταξις εἶναι ἐπάναγκες νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ κατένειμε τὰ ἀσυμβίβαστα ταῦτα εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπάγονται τὰ ἔργα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δημάρχου, δημαρχικῶν παρέδρων καὶ ἀξιωματικῶν. Αὐτοί, διὰ νὰ ἐκλεχθῶσι Βουλευταί, ὀφείλουσι νὰ ἐπιδώσωσι παραίτησιν εἰς ὡρισμένον χρόνον πρὸ τῆς ἐκλογῆς καί, ἐὰν δὲν ἐπιδώσωσι τοιαύτην, ἀκύρως ἐκλέγονται. Τοὐναντίον οἱ διατελοῦντες εἰς τὰ ἄλλα ἀσυμβίβαστα ἰδιωτικὰ ἔργα, π. χ. οἱ διευθυνταὶ τῶν Τραπεζῶν κλπ., δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Δι’ αὐτοὺς ἐθεωρήθη ὀρθόν, ὅπως ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ὑποχρεῶνται νὰ δηλώσωσιν ἂν ἐπιλέγουσι τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ ἢ προτιμῶσι νὰ διατηρήσωσι τὴν ἰδιωτικὴν θέσιν αὑτῶν. Καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν οὐδεμία δήλωσις ἤθελε γίνει, τότε θεωροῦνται ἔκπτωτοι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Οἱ τῆς τρίτης κατηγορίας, οἱ διατελοῦντες ἐν δεσμῷ συμβάσεων ἐργολαβίας ἢ παραχωρήσεων μετὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδεμιᾶς ἀδείας δύνανται νὰ τύχωσι, διότι εἶναι ἐνοχικῶς δεσμευμένοι ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ὥστε δὲν δύνανται νὰ παραιτηθῶσι καί, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ σχέσις αὕτη, ἡ ἐνοχική, θεωροῦνται ἀποκλειόμενοι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἀναγκαία συνέπεια τῆς προηγουμένης διατάξεως εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 72, καθ’ ἣν «Βουλευταὶ ἀποδεχόμενοι οἱονδήποτε τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένων καθηκόντων ἢ ἔργων ἐκπίπτουσιν αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος». Ἀπαιτεῖται δηλ. πάντως καὶ ἀποδοχή. Αὕτη εἶναι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν περιέλαβε τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ ἣν ἀπεδέχθη καὶ ἡ ἐπιτροπή. Ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τονίζονται εἰδικώτερον τὰ ἀτοπήματα, ἅτινα φέρει ἡ παρὰ τῆς ἰδίας Βουλῆς ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν, διότι οὔτε καὶ ἡ Βουλὴ δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα καθαρῶς δικαστικῆς ψήφου, καθόσον καὶ ἄλλοι λόγοι δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἕνεκα τούτου τὸ προσχέδιον προτείνει τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν εἰς δικαστικὸν σῶμα, κατά τινα τρόπον μικτῆς συγκροτήσεως ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη κατ’ ἀρχὴν καὶ συνεφώνησε πληρέστατα πρὸς τὰς σκέψεις ταύτας. Δὲν ἐθεώρησεν ὅμως ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι κατάλληλα πρὸς τοιαύτην ἐκδίκασιν, προετίμησε δὲ ἀντὶ τῶν ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἐφετῶν Ἀθηνῶν μόνον τὴν ἐκλογὴν διὰ κληρώσεως ἐκ πάντων τῶν ἐφετῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τρόπον ἀνάλογον ἐκείνου, καθ’ ὃν συγκροτεῖται τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον τὸ ἐκδικάζον τὰς παραβάσεις τῶν Ὑπουργῶν. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἄρθρον 73. Συνεζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἂν εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον ἔδει νὰ ὑπαχθῶσι μόνον τὰ τοῦ τυπικοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν ἢ καὶ αἱ ἄλλαι ἐνστάσεις αἱ ἀφορῶσαι τὰ προσόντα, ἐξενίκησε δὲ ἡ γνώμη, ὅπως τὸ σύνολον τῆς ἐκδικάσεως ἀφεθῇ εἰς τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Δικαστήριον. Τελευταῖον θέμα ἀπασχολῆσαν τὴν ἐπιτροπὴν εἶναι τὸ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐγκαταλείποντες τὰ βιοποριστικὰ αὑτῶν ἔργα, ἵνα παράσχωσι τὰς ὑπηρεσίας των πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὦσιν ὅλοι εὔποροι, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ μὴ εὔποροι. Ἕνεκα τούτου εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένον καὶ εἰς τὰς πλείστας Πολιτείας ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς παροχῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ ποσὸν ταύτης ὁρίζεται παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος εἰς 2,000 δραχ. παλαιάς, αἵτινες ὑπὸ τὰς συνθήκας τοῦ βίου τοῦ ἐν ἔτει 1864 ἦσαν ἐπαρκεῖς, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ βιοτικαὶ ἀνάγκαι ηὔξησαν καὶ κατέστη ὁ βίος δαπανηρότερος· ἕνεκα τούτου δὲ ἐπεκράτησε κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα χρόνους καὶ κατέστη σχεδὸν μόνιμον, ἵνα ἡ Βουλὴ συγκαλῆται καὶ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον κυρίως, ἵνα δικαιολογήσῃ συμπλήρωσιν ἀποζημιώσεως τελείως δικαιολογουμένην κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ παρὰ τύπον, διότι τὸ Σύνταγμα ἐπὶ ἐκτάκτων Συνόδων λέγει ὅτι ἀποδίδονται τὰ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου. Ἦτο ὀρθὸν ἡ διάταξις νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ νὰ τεθῇ βάσις δικαία, ὅσον ἐπιτρέπουσιν ἐπὶ τέλους αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ συμφωνοῦσα κατὰ τοῦτο πρὸς τὸ προσχέδιον τῶν 6 Βουλευτῶν ἔταξεν ὡς ἀποζημίωσιν ποσὸν 3,000, ἀλλὰ περιώρισε τοῦτο μόνον εἰς τὰς τακτικὰς Συνόδους· διότι τὸ προσχέδιον διαλαμβάνει, ὅτι αἱ 3,000 παρέχονται μὲν κατὰ τὰς τακτικὰς Συνόδους, ἀποτελοῦσι δὲ ἐτησίαν ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελεν ἐπέλθει ἔκτακτος Σύνοδος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ δίδηται μικρά τις ἀποζημίωσις εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἀκριβῶς διὰ τὰς δαπάνας τῆς μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, καὶ διότι ἡ ἔκτακτος Σύνοδος καλουμένη δι’ ἀνάγκας εἰδικὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν διάρκειαν τῶν τακτικῶν Συνόδων. Ἐκρίναμεν λοιπὸν ὀρθὸν νὰ δώσωμεν πρόσθετον ποσὸν 600 δραχμῶν δι’ ἑκάστην ἔκτακτον Σύνοδον. Ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως γίνεται πρόνοια καὶ περὶ κρατήσεων λόγῳ ἀπουσίας τῶν Βουλευτῶν. Κατὰ πλειονοψηφίαν ἡ ἐπιτροπὴ συνεφώνησε πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ κατὰ τοῦτο τὴν διάταξιν, ὅπως, οὐχὶ διὰ πᾶσαν ἀπουσίαν, ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὑπέρβασις πέντε συνεδριάσεων κατὰ μῆνα δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο. Δὲν ἐφαρμόζεται δὲ καὶ ἐπὶ ἀπουσιῶν ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος διαλαμβάνει, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι δὲν λαμβάνουσιν εἰμὴ μόνον τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως. Μετὰ τὸν ἀποκλεισμὸν λόγῳ ἀσυμβιβάστου ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡ διάταξις μένει ἐφαρμόσιμος μόνον διὰ τοὺς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ εἰθισμένα μέχρι σήμερον δὲν λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν κατὰ τὰς τακτικὰς Συνόδους μόνον, λαμβάνουσι δὲ τὴν τῶν ἐκτάκτων. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν φρονεῖ ὅτι ὁ μισθὸς τῶν Ὑπουργῶν εἶναι τόσον μέγας, ὥστε νὰ εἶναι δίκαιον νὰ ἀποκλείσωμεν αὐτοὺς τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι τὸ ἄρθρον 76 παρέλκει τελείως. Προετάθη μάλιστα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν καὶ αἱ συντάξεις ὑπάγονται εἰς τὸν ὑποβιβασμὸν αὐτόν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκρινε τοῦτο δίκαιον, διότι αἱ συντάξεις προέρχονται ἐκ κρατήσεων τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι δὲ ἀμοιβὴ παρεχομένη εἰς αὐτοὺς διὰ παρελθούσας ὑπηρεσίας. Οὕτω τὸ ἄρθρον 76 παρέλκει, ἐὰν δὲ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὰς περὶ κρατήσεως διατάξεις, αὗται θὰ λάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 76. Αὗται εἶναι αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ ἐπιτροπή, ἐν σχέσει πρὸς τὰ μέχρι τοῦ 76 ἄρθρα. Ἐλπίζω ὅτι αὗται θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης.
§16Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶχον ζητήσει νὰ ἐγγραφῶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅπως δι’ ὀλίγων ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω σχηματίσει ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ. Ἐκ τύχης ὅμως δὲν ἤμην τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἀπαράδεκτον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ προταθῇ εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τῆς συζητήσεως, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, ἵνα δι’ ὀλίγων ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου ταύτην.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος Κανακάρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§18Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁσάκις πρόκεινται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα σπουδαῖα, ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, νομίζω ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν οὐ μόνον ἔχει καθῆκον νὰ ἐκφράζῃ μετὰ παρρησίας τὴν γνώμην του, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ ἐκφράζῃ ταύτην, ἀδιαφόρως ἂν ἡ γνώμη του αὕτη πρόκειται νὰ προκαλέσῃ δυσαρέσκειαν εἴτε εἰς τοὺς πολλοὺς εἴτε εἰς τοὺς ὀλίγους, εἴτε εἰς τοὺς ἄνω εἴτε εἰς τοὺς κάτω. Αἰσθάνομαι ἔτι μᾶλλον τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, διότι....
§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἀπαράδεκτον δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ προτείνωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προκαλέσητε ἄλλην συζήτησιν, ἐὰν δύναται νὰ προταθῇ τὸ ἀπαράδεκτον;
§21Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. .... Διότι ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν γνώμην πολλῶν ἀντιπροσώπων, πολλῶν πονούντων διὰ τὴν κατεύθυνσιν, ἥν λαμβάνουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν δύνανται διὰ λόγους ἰδίους νὰ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τοῦ χειμάρρου αἰσθηματολογικῆς ῥητορείας, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συνεκίνησε μέν....
§22Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἀφοῦ πρόκειται οὕτω νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ τηρήσητε τὴν σειρὰν τῶν ἐγγεγραμμένων;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπετρέψατε ἀκόμη εἰς τὸν ῥήτορα διὰ τῶν διακοπῶν νὰ διατυπώσῃ τὰ ἐπιχειρήματά του. Ἐὰν ἀντιληφθῶ ὅτι θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας, θὰ τὸν διακόψω ἐγώ.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν σειρὰν αὐτήν, δηλαδὴ νὰ παρεμβάλλωμεν εἰς τὴν κυρίαν συζήτησιν τὴν συζήτησιν περὶ ἀπαραδέκτου, θὰ περιπλέξωμεν τὴν συζήτησιν καὶ θὰ λάβῃ τόσον μῆκος, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ὑποθέτω ὅτι ἐπιθυμεῖ. Νομίζω ὅτι δέχεται ἡ Βουλή, ὅτι ἡ προχθεσινὴ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔγινε, καὶ ἡ μέλλουσα νὰ ἐπακολουθήσῃ θὰ εἶναι ἀρκεταὶ νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν, ὥστε τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ τελειώσωμεν τὸ ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ συζήτησις. Θὰ ἐπρότεινον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε ἠκούσαμεν μόνον τοὺς ἔχοντας τὴν μίαν γνώμην, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφάσεις σχετικαὶ πρὸς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ὅπως ἀκουσθῶσι καὶ ἐκ τῶν ἐχόντων ἀντίθετον γνώμην, μεταξὺ τῶν ὁποίων φαίνεται ὅτι εἶναι καὶ ὁ ἀγορεύων κ. Βουλευτής. Ἀφοῦ δὲ δοθῇ εἰς τινας ἀκόμη ἐκ τῶν μὲν καὶ εἴς τινας ἐκ τῶν δὲ ὁ λόγος, ὅπως ἄλλως τε ὁρίζει καὶ ὁ Κανονισμός, ὅτι ἀγορεύουσιν ἐξ ὑπαμοιβῆς οἱ ἔχοντες ἀντιθέτους γνώμας, θὰ ἐπιτραπῇ τότε νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα εἴπῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως συνήγαγε.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Χειροκροτήματα).
§26Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἑνωθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ἀπαραδέκτου πρὸς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἀπαραδέκτου, πρέπει νὰ τὸν ἀκούσωμεν.
§28Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἔπρεπε πρὸ πάσης συζητήσεως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεθ’ ὅσα προσέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔπρεπε νὰ πεισθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παραιτηθῇ τῆς προτάσεώς του. Ἐφ’ ὅσον δὲν παραιτεῖται, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν ἀκούσωμεν.
§30Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐπανέρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀντιπροσωπεύω, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, τὴν γνώμην πολλῶν, τοὺς ὁποίους συνεκίνησεν ἡ αἰσθηματικὴ εὐγλωττία τῆς διεξαχθείσης κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν συζητήσεως, ἡ ὁποία περιέγραψε μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὰ δεινὰ μιᾶς τάξεως Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως οὐδενὸς ἐφείσθη, ὅπως παραδώσῃ εἰς τὸ μῖσος καὶ τὴν κοινὴν καταφρόνησιν ἐπίσης πολίτας Ἕλληνας, ἐπίσης ἴσα δικαιώματα ἔχοντας ἀπέναντι ἑνὸς εὐνομουμένου Κράτους. Τοιαύτην σπουδαιότητα κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δίδω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τοιαύτην σπουδαιότητα δίδω εἰς τὴν ἀντίληψιν, ἣν θὰ δείξῃ διὰ τῆς ψηφοφορίας της ἡ Βουλὴ ὅτι ἔχει τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου, ὥστε διαβεβαιῶ πάντας ὑμᾶς ὅτι θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω ἐν λευκῷ τὴν ψῆφόν μου εἰς τὴν μεταβολὴν ὅλων τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Διότι ἔχω ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ἐσχηματισμένην τὴν γνώμην ὅτι τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας τῆς χώρας δὲν ἦσαν οὔτε ἡ κακὴ διαρρύθμισις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος οὔτε ἡ ἔλλειψις οἱασδήποτε νομοθετικῆς προνοίας οὔτε τόσον ἡ κακὴ διοίκησις τῶν κοινῶν—βεβαίως ἀξιόμεμπτα ὅπου ἂν ὑπῆρξαν—, ὅσον ἡ παντελὴς ἔλλειψις ἁπάντων τῶν ἀποτελούντων τὸ Κράτος τοῦτο, ἀκριβῶς τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους.
§31ΧΡ. ΒΛΑΤΣΙΟΣ. Εἶσαι παλαιοκομματικός· δι’ αὐτὸ τὰ λέγεις.
§32Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, οὐ μόνον ὑπῆρχε παντελὴς ἔλλειψις ἀντιλήψεως τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν γένει καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, διότι δυστυχῶς τὸ Κράτος ἡμῶν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπηλευθερώθη, ὑπῆρξεν ἀτυχές. Εὑρέθη ὁ ἀνήρ, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὴν δύναμιν καὶ ἀποκρυσταλλωμένας πολιτειακὰς ἰδέας καὶ ὅλον τὸ θάρρος, τὸν τόπον τοῦτον, τὸν ὁποῖον εὗρε καπνίζοντα ἀπὸ τὴν πυρίτιδα τοῦ ἐχθροῦ, νὰ τὸν μεταβάλῃ εἰς Κράτος προόδου καὶ τοὺς γενναίους καὶ ὑψηλόφρονας πολεμιστὰς νὰ τοὺς μεταβάλῃ εἰς νομιμόφρονας πολίτας εὐνομουμένου Κράτους. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον τὸν ἔχασεν ἡ Ἑλλὰς προώρως, καὶ ὁ ἀνὴρ αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Μετὰ τοῦτον κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν εἷς ἀκόμη Ἕλλην ἐμφανίζεται, ὁ ὁποῖος...
§33Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ θέμα.
§34Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριε Βουλευτά, μὲ συγχωρεῖτε. Ἐδῶ δὲν εἶναι δημοτικὸν σχολεῖον. Εἶναι Βουλή, καὶ καθεὶς ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναπτύξῃ ὅπως νομίζει καλλίτερον τὰς γνώμας του· ἐδῶ δὲν δύναται νὰ χαραχθῇ ὡρισμένη ὁδὸς ὁμιλίας ἐπὶ ἑκάστου θέματος.
§35Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πέρα τοῦ δωδεκαώρου. Ἐννοεῖται ὅτι παρεμβάλλεται εἰς τὴν συζήτησιν καὶ μία πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου, ἡ ὁποία καταναλίσκει ὥραν εἰς βάρος τοῦ 12ώρου.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα. Λοιπὸν πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος εἶναι θεμελιώδης καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ αὐτοῦ οὔτε προσθήκη οὔτε τροπολογία. Τοῦτο πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ μετὰ πάσης συντομίας, ἵνα μὴ καταναλωθῇ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκτὸς τοῦ δωδεκαώρου.
§39Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θέλω δι’ αὐτῶν νὰ φθάσω, ὥστε ν’ ἀποδώσω τὴν δέουσαν σπουδαιότητα εἰς τὸ θέμα.
§40ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ ἡ συζήτησις ἐντὸς τοῦ δωδεκαώρου, διότι ἡ συζήτησις, ἥτις ἤρξατο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, φυσικώτατα εἶναι συζήτησις οὐχὶ μόνον περὶ τοῦ θεμελιώδους τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17, ἀλλὰ συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§42ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναμφιβολώτατα. Ὁ κ. συνάδελφος ἤγειρε συζήτησιν πολιτικὴν εὐρυτάτην. Πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἂν ἡ Συνέλευσις εἶναι Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τοιοῦτόν τι, κύριε Βουλευτά, οὔτε θὰ σᾶς δοθῇ ὁ λόγος ἐπ’ αὐτοῦ. Νὰ εἶσθε βέβαιος, δηλῶ δὲ ὅτι δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§44Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἔλεγον ὅτι μετὰ τὸν πρῶτον ἐκεῖνον ἄνδρα, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ Ἑλλάς, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, ἕνα ἀκόμη βλέπομεν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος εἶχε σαφῆ ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους καὶ ὁ ὁποῖος εἰργάσθη μετ’ ἐπιγνώσεως, ὅπως ἐμπεδώσῃ πράγματι τὰς ἀρχὰς Κράτους εὐνομουμένου, ἀλλ’ ἡ προσπάθεια αὐτοῦ συνετρίβη πρὸ τῶν παρεμβληθέντων ποικίλων καὶ πολλῶν ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα εἶχον γεννήσει κακαὶ ἕξεις ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ῥιζωθεῖσαι, κακαὶ ἕξεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταλήξει εἰς κατάστασιν ὀλίγον ἀπέχουσαν τῆς ὀχλοκρατικῆς. Καὶ οὗτος ὑπῆρξεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης. Ἔκτοτε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ Κράτος τοῦτο, τὸ σκάφος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πλέει ἀνερμάτιστον, ἄνευ πηδαλίου, ἄνευ ὡρισμένης κατευθύνσεως πολιτικῆς, ἄνευ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἄνευ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἄνευ στρατιωτικῆς πολιτικῆς. Ἡ ὅλη αὐτὴ κατάστασις παρεσκεύασε τὴν ἀγαλλίασιν, μεθ’ ἧς ἀπεδέχθη ὁλόκληρον τὸ Κράτος τὴν στρατιωτικὴν ἐκείνην ἐξέγερσιν καὶ τὰ ἐπακολουθήσαντα αὐτήν, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς γνωστά. Πλεῖστα ὅσα ἐζήτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀνορθώσῃ, πλεῖστα ὅσα ἐζήτησε νὰ διορθωθῶσιν ἐκ τῶν κακῶς κειμένων, τὸ ἀπαύγασμα ὅμως ὅλων αὐτῶν ὑπῆρξε λανθανόντως ἓν καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, νὰ ἴδῃ δημιουργούμενον Κράτος ἐσωτερικῶς, νὰ ἴδῃ δημιουργούμενον Κράτος ἐξωτερικῶς. Ἀδιάφορον ἂν αἱ κακαὶ ἕξεις τοῦ παρελθόντος, διότι ὅλα πρέπει νὰ λέγωνται ἐν εἰλικρινείᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μᾶς παρουσιάζουσι τὸ θέαμα πολλῶν ζητούντων τὴν ἀνόρθωσιν πέρα ἑαυτῶν· τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον· οὔτε κατηγορῶ κανένα διὰ τὰς σκέψεις αὐτάς, διότι αὗται εἶναι ἀπόρροια τῆς ὅλης πολιτειακῆς ἐξαρθρώσεως. Ἤμην καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἤλπισαν καὶ ἐλπίζουσιν, ὅτι τὸ καθεστὼς τὸ νέον, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη μετὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐκείνην ἐξέγερσιν, θέλει ἀκριβῶς, καὶ αὐτὸν τὸν προορισμὸν ἔχει, νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τοῦτο τὴν ὡρισμένην κατεύθυνσιν, νὰ ἐμπεδώσῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου καὶ νὰ διδάξῃ τοὺς πολίτας, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἀφῃρημένη τις ἔννοια μόνον, ἀλλ’ ὅτι ἐν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ εἶναι κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Θιέρσου «εἷς ἔντιμος ἄνθρωπος». Καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια αὐτὴ τοῦ Κράτους, τοῦ Κράτους τοῦ δικαίου, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, οὔτε δύναταί τις νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι ἀπαραίτητά τινα στοιχεῖα. Καὶ πρῶτον σεβασμὸς πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους, σεβασμὸς πρὸς τὰ ἔθιμα τὰ κῦρος νόμου ἔχοντα.
§45Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε τὰς συμπληρώσεις, Κύριε Καλαντζόπουλε;
§47Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Σεβασμὸς τοῦ νομοθέτου πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ σεβασμὸς πάντων τούτων καὶ αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου εἰς ἀνωτέρους τινὰς κανόνας φυσικοῦ δικαίου, οἱ ὁποῖοι ὑπέρκεινται τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Κράτους. Διότι οἱανδήποτε θεωρίαν περὶ Κράτους καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, εἴτε τὴν θεωρίαν ὅτι εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τῆς κοινῆς θελήσεως δι’ ὠργανωμένης δυνάμεως, εἴτε νομικὴ προσωπικότης, εἴτε συλλογικὸς ὀργανισμός, εἴτε οἱανδήποτε ἄλλην θεωρίαν θέλετε νὰ παραδεχθῆτε, πάντως ὅμως τὸ Κράτος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄτομα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀδιαφορῶσι διὰ τὰς φιλοσοφικὰς περὶ συγκροτήσεως τοῦ Κράτους ἰδέας, εἰς ἓν καὶ μόνον δὲ ἀποβλέπουσιν, εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν ἐν τῷ Κράτει αὐτῷ καὶ εἰς τὴν στάσιν τοῦ Κράτους αὐτοῦ ἀπέναντί των. Οἱ κανόνες δὲ οὗτοι τοῦ φυσικοῦ δικαίου, ἔμφυτοι εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἐγεννήθησαν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ἄνθρωπος ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ ἐν κοινωνίᾳ μετ’ ἄλλων, καὶ θὰ ὑπάρξωσιν, ἐφ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἐννοεῖ νὰ ζῇ ἐν κοινωνίᾳ μετ’ ἄλλων. Ὁ νομοθέτης συντάσσων νόμον ἔχει ὑπὲρ αὐτὸν ὅρια τῆς ἐξουσίας του τὰς διατάξεις τὰς συνταγματικάς, πέρα τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ προβῇ. Ἆρα πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ συντάκτης Καταστατικοῦ Χάρτου δὲν ἔχει ὅρια εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ; Ἐνταῦθα ἀκριβῶς διαφαίνεται τὸ Κράτος τοῦ δικαίου ἀπὸ τὰ κατ’ ὄνομα μόνον Κράτη. Ἐν τῷ Κράτει τοῦ δικαίου τὰ ὅρια εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ εἶναι οἱ φυσικοὶ νόμοι, εἶναι οἱ κανόνες τοῦ φυσικοῦ δικαίου, τοὺς ὁποίους οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ἐφ’ ὅσον αἱ πεπολιτισμέναι κοινωνίαι εἶναι συγκεκροτημέναι ὑφ’ οὓς ὅρους εἶναι σήμερον. Ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τῆς συγκροτήσεως μιᾶς κοινωνίας, διὰ νὰ τολμήσῃ τις νὰ θίξῃ ἕνα ἐκ τῶν κανόνων αὐτῶν τοῦ φυσικοῦ δικαίου. Βλέπομεν δὲ καὶ ἐκ τῆς Ἱστορίας, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἡ κοιτὶς αὐτὴ τῶν μεγάλων ἐλευθεριῶν, ἡ τὰ πάντα συνταράξασα καὶ ἀνατρέψασα, πρώτη ἐκείνη ἀνεκήρυξε τὸ δόγμα τῶν φυσικῶν δικαίων τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ πολίτου, πρώτη ἐκείνη ἀνεκήρυξεν ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ αὐτῆς ὅτι ἔχει ὅρια ἡ παντοδυναμία της, καὶ τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι τὰ φυσικὰ δίκαια τοῦ ἀτόμου. Ἀλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ κατηρτίσθησαν καὶ οὐδεμία ἠρνήθη ἓν ἐκ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν τῶν φυσικῶν τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ καὶ τὴν θεωρίαν τῶν Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται τὴν θεωρίαν τῶν κανόνων τοῦ φυσικοῦ δικαίου, ἂν παραδεχθῶμεν, εἰς τὸ αὐτὸ καταλήγομεν, διότι καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν θεωρίαν αὐτήν, ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ, διὰ νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα τῆς καθιερώσεως ὡρισμένων κανόνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέρκεινται τῆς αὐθαιρεσίας, οἱασδήποτε, καὶ αὐτῆς τῆς τοῦ συντάκτου Συντακτικοῦ Χάρτου. Ὁ νόμος εἶναι πρᾶξις ἀνθρωπίνη, εἶναι ἐπιτακτικὴ ὅμως ὑποχρέωσις, ὑποχρεοῦσα πάντας, καὶ ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, περισσότερον τοὺς ἄρχοντας, ὀλιγώτερον τοὺς ἀρχομένους, ἀλλά, διὰ νὰ εἶναι ὑποχρέωσις καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δέ, πρέπει, κατὰ τὴν σύγχρονον ἀντίληψιν ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀπευθύνεται, νὰ μὴ συγκρούηται πρὸς τοὺς κανόνας τοῦ φυσικοῦ δικαίου· λέγω, κατὰ τὴν σύγχρονον ἀντίληψιν τῶν πρὸς οὓς ἀπευθύνεται, διότι καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τῆς συγκροτήσεως τῆς κοινωνίας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μεταβληθῶσι καὶ οἱ κανόνες τοῦ φυσικοῦ δικαίου. Ὁ διαπρεπὴς Γάλλος συγγραφεὺς Duguit λέγει ὅτι οἱ Γάλλοι πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1789, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1791, ὅτε συνελθόντες ἀνεκήρυξαν ὡς ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα τὰ δίκαια τοῦ ἀτόμου, ὑπερκείμενα τῆς δικαιοδοσίας καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν Συντακτικῶν Συνελεύσεων τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι ἦσαν κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας μεγαλείτερα τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος νικῶντος ἐν ταῖς μάχαις τοῦ Βαγρὰμ καὶ τοῦ Ἄουστερλιτς. Τὸ Κράτος καὶ τὰ ἄτομα ὑποχρεοῦνται, ἐφ’ ὅσον, λέγω, αἱ κοινωνίαι αἱ πεπολιτισμέναι εἶναι συγκεκροτημέναι ἐπὶ τῶν βάσεων τῶν σημερινῶν, νὰ μὴ πράττωσι τίποτε, τὸ ὁποῖον θίγει τὴν κοινωνικὴν ἀλληλεγγύην. Οἱ κανόνες οὗτοι ἰσχυροποιοῦνται βεβαίως ὑπὸ τοῦ δικαίου, ἀλλὰ δὲν δημιουργοῦνται ὑπ’ αὐτοῦ, διότι τὸ δίκαιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργήσῃ τοιούτους. Τὸ Κράτος τοῦ δικαίου ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι καὶ τὸ Κράτος τῆς προόδου, καὶ τὸ Κράτος τῆς προόδου εἶναι καὶ τὸ Κράτος τοῦ δικαίου, κατὰ τὴν σοφὴν δὲ ῥῆσιν τοῦ Ἀριστοτέλους «οὐ φθαρτὸν τῇ πόλει τὸ δίκαιον». Θέλει διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς ν’ ἀποδείξῃ ὁ μέγας φιλόσοφος τὰ κακὰ τὰ ἐπαπειλοῦντα τὴν Πολιτείαν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν διέπεται ἀπολύτως ὑπὸ τοῦ δικαίου. Ἀλλὰ εὐλόγως δύναται εἰς ταῦτα νὰ προταθῇ τὸ ἐρώτημα· τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν μὴ παρέκβασιν ἀπὸ τῶν κανόνων αὐτῶν τοῦ φυσικοῦ δικαίου; Τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τιμωρήσῃ τὸ Κράτος ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ αὐτοῦ; Ἡ ἀπάντησις ἔρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι καὶ ἡ τιμωρία ἀφ’ ἑαυτῆς ἐπέρχεται. Ἡ τιμωρία τοιούτου Κράτους εἶναι ὅτι ἀπόλλυσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν πολιτῶν ἐπ’ αὐτό, ὅτι φθίνει, ὅτι περιέρχεται εἰς μαρασμὸν καὶ ἀναρχίαν. Οἱ κανόνες οὗτοι ὀχυροῦνται ὄπισθεν χαρακωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ τις ἀτιμωρητί. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι ἡ τιμωρία ἐπέρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς. Εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων κανόνων τοῦ φυσικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθησαν ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ δικαίωμα τοῦ εἶναί τινα δι’ ἑαυτὸν συνεπάγεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἔχειν δι’ ἑαυτόν. Καὶ ἤκουσα διακεκριμένον συνάδελφον ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνομιλίᾳ ὑποστηρίζοντα· καὶ τί εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ἡ Πολιτεία νὰ τὸ ἐκμηδενίσῃ διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὑπερόγκων βαρῶν ἢ διὰ τελῶν κληρονομικῶν; Τοιαύτη δυστυχῶς ὑπάρχει ἀντίληψις τῆς παντοδυναμίας τοῦ Κράτους ἀπέναντι τοῦ ἀτόμου. Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν συνάδελφον ἐκεῖνον· βεβαίως δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἡ Πολιτεία ἐκείνη Κράτος εὐνομούμενον. Βεβαίως δύναται νὰ αὐθαιρετήσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ μὴ ἀκούσῃ παρὰ τῶν ἄλλων ὅτι δὲν ἀποτελεῖ Κράτος τοῦ δικαίου. Καὶ θέλετε, Κύριοι, ὅτε ἔχω τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρω ἐνώπιον ὑμῶν, νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως εἴτε μεταβληθῇ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος εἴτε δοθῇ ἑρμηνεία διὰ ψηφίσματος ἢ δι’ ἄλλου τρόπου — πράγματα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην οὐδεμίαν θέσιν ἔχουσιν ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει —, θέλετε νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ μὴ ὑποβάλω τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, ὅτε ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην λαμβάνομεν πέλεκυν καὶ θέλομεν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ θανατώσωμεν πᾶσαν ἐλπίδα προόδου καὶ ἀναγεννήσεως τοῦ τόπου τούτου, θέλομεν ν’ ἀποκόψωμεν πᾶσαν ἐλπίδα προσελκύσεως κεφαλαίων ξένων διὰ τόσα καὶ τόσα, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν καὶ ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτῶν τῶν ἰδίων τῶν θελόντων νὰ θιχθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐλέχθησαν; Κεφάλαια διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, κεφάλαια διὰ τὴν καλλιέργειαν, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, κεφάλαια διὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα ζητοῦμεν διαρκῶς, καί, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς μὴ δυναμένη νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς προσόδους τοῦ ἰδίου της πλούτου ἔχει ἀνάγκην προσελκύσεως διὰ τῆς πίστεώς της ἔξωθεν πλούτου, ζητοῦμεν νὰ θίξωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐνῷ θίγοντες τὸ ἄρθρον τοῦτο θίγομεν αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Εἶναι βεβαίως ἐλευθέρα ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ πράξῃ ὅ,τιδήποτε θελήσῃ, ἀλλὰ δέον ν’ ἀναλογισθῶμεν πάντες τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας φέρομεν ἀπέναντι τῆς πατρίδος. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, καὶ ἂν συνετασσόμην μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὴν μεταβολήν, πρακτικὸν ἀποτέλεσμα οὐδὲν θὰ ἐπέλθῃ. Δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σήμερον καὶ ἔσφαλα μὴ δηλώσας εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι συζητῶν τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν συζητῶ τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν οὔτε ἄλλο τι ζήτημα τοπικόν, οὔτε προεξοφλῶ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου· διότι νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ παρασταθέντας ἐνταῦθα ὡς ἀναξιοπαθοῦντας πολίτας Ἕλληνας, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα δι’ οἱαδήποτε μέλη αὐτῆς, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, νὰ θίξῃ τὸν ἀκρογωνιαῖον τοῦτον λίθον τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐγὼ δηλῶ ταυτοχρόνως καὶ τοῦτο, ὅτι ἐκτὸς τῆς προσωπικῆς μου γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω καὶ δικαίωμα νὰ πράξω ἄλλως, διότι δὲν ἔλαβον τοιαύτην ἐντολὴν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μ’ ἔστειλαν ἐνταῦθα. Δὲν ἔλαβον ἐντολὴν νὰ θίξω τὸ ἀπαράβατον καὶ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλά, καὶ ἂν μοὶ ἔδιδον τοιαύτην ἐντολήν, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐδεχόμην.
§48ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέπεσεν εἰς μίαν πλάνην· ἐνόησεν ὅτι τὸ ἄρθρον, ὅπως διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ συζήτησις, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο μεταβάλλει θεμελιωδῶς τὸ προϋπάρχον, ἐκ τούτου δὲ τοῦ λόγου ἠθέλησε νὰ προτείνῃ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως. Δὲν δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ λόγος ἀπαραδέκτου ἡ μεταβολὴ τῆς στίξεως τοῦ ἄρθρου. Ἄλλως τε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ὅπως διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν διατύπωσιν ἐγὼ δὲν ἐδήλωσα ὅτι δέχομαι, ὄχι μόνον δὲν μειοῖ τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω τὰ ἐπιρρωννύει, ὥστε καὶ ἡ προσωρινὴ ὑποτίμησις τῆς ἀξίας νὰ γίνηται διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ γένηται συζήτησις περὶ ἀπαραδέκτου τῆς προκειμένης συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς διατυποῦται. Ἡ αἴτησις περὶ ἀπαραδέκτου ἀφορᾷ τὰς γνώμας διαφόρων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὰς τροπολογίας. Ἀλλ’ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὴν προκειμένην συζήτησιν καὶ ἐξετάσωμεν ἂν εἶναι δεκταὶ ἢ ἀπαράδεκτοι αἱ τροπολογίαι αὗται. Νομίζω μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὅτι θὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, δεχομένη μόνον ὅπως ἐξ ὑπαμοιβῆς παρέρχωνται ἐπὶ τὸ βῆμα οἱ ὑποστηρίζοντες γνώμην ἀντίθετον.
§49Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ δηλώσω τοῦτο μόνον εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ἐστήριξα τὴν πρότασιν περὶ ἀπαραδέκτου εἰς τὸν φόβον μήπως ἀλλάξῃ ἡ στίξις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, οὔτε σταματῶ εἰς τὴν νομικὴν ἔννοιαν τοῦ θεμελιώδους τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως, ἀλλ’ εἰς τὴν βάσιν τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης, ὑπὲρ τὰς θεμελιώδεις, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι κανὼν τοῦ φυσικοῦ δικαίου ἱσταμένου ὑπὲρ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους.
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συνεπράξατε ὅμως εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία μεταξὺ τῶν ἄλλων διατάξεων περιέλαβε καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ἀναθεωρητέαν.
§51ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, παρακαλῶ· τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰλημμένον ἐκ τῆς γαλλικῆς νομοθεσίας, ἀκριβῶς κατὰ τοὺς χρόνους τοὺς ἐπαναστατικούς, ἀφοῦ εἰσήχθη εἰς τὸ πρῶτον Σύνταγμα, ἐξηλείφθη εἰς τὸ ἕτερον, καὶ ἔκτοτε εὑρίσκεται εἰς τὸν ἀστικὸν κώδικα, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι οἱ διδάσκαλοι ἡμῶν ἀπεδέχθησαν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀποτελεῖ διάταξιν θεμελιώδη τοῦ Συντάγματος.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα δεχθῇ νὰ παύσῃ ἡ περὶ ἀπαραδέκτου συζήτησις ὡς ἄστοχος.
§53Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περιπίπτομεν εἰς ἄλλο ἀπαράδεκτον. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παύσῃ μίαν συζήτησιν;
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ «ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν Βουλήν» σημαίνει ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τοὺς ζητήσαντας τὸν λόγον, ἵνα παραιτηθῶσιν αὐτοῦ.
§55Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχει καλῶς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀπαραδέκτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῖον ἀπαράδεκτον ἀπέρριψεν;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Προβαίνομεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου. Ὁ κ. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Ξηρὸς ἦτο ἕκτος ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐμπρός μου, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν ἐγγεγραμμένων, ὅπως ὁμιλήσωσιν, εἶναι σύμφωνοι, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησις ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς ὁμάδος τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν. Προχθὲς ἔδωκα τὸν λόγον εἰς πλείονας ὁμοφρονοῦντας· σήμερον λοιπὸν ἔδωκα τὸν λόγον εἰς ἀντιφρονοῦντα κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§61Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ καλέσητε ἀντιλέγοντας.
§62Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι σοβαρὸν βεβαίως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θίγει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶναι σοβαρὸν διὰ πολλοὺς λόγους, τινὰς τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ἂν δηλονότι εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ προστεθῶσιν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁμὰς Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας. Ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη, οἵα ἔδει νὰ εἶναι λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀντικειμένου. Καὶ βεβαίως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δέον νὰ ῥυθμισθῇ ἐπὶ ἐπιπέδου ἀπολύτου εἰλικρινείας, ἀνεξαρτήτως τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα τυχὸν δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκῃ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος, ἐπὶ ἐπιπέδου ἀληθείας τῶν πραγμάτων καὶ ἐπιπέδου ἐπιστημονικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις θέλει κατευθυνθῆ. Ἀφορμήν, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἔδωκεν εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεως ταύτης ἡ τροπή, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐσχάτως ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε καὶ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν Βουλὴν τὴν προηγηθεῖσαν, ἀλλὰ καὶ προηγουμένας Βουλάς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἀξιώσεως, ὅπως γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις ἀναγκαστικὴ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλικίων.
§63Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ......
§64Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι ἐγὼ δὲν διέκοψα κανένα· σεῖς δὲ χθὲς κατηναλώσατε ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν.
§65Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Συγχρόνως πρέπει νὰ καταστῇ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶσθε ἐνοικιαστής τσιφλικίων καὶ ἔχετε συμφέρον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ καταστῇ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐξέρχεσθε παντὸς ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ εὐπρέπεια.
§67ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπονται εἰς τὴν Βουλήν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἀγνοῆτε πᾶσαν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, διὰ νὰ εἴπητε τοιαῦτα πράγματα.
§69Ν. ΞΗΡΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι εὑρέθη συνάδελφος καὶ δὴ συμπατριώτης μου νὰ μὲ διακόψῃ, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλῶς εἰς οἷον ἐπίπεδον ἵσταμαι, καὶ ὅστις πρὸ παντὸς δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ τοιαύτην διακοπὴν εἰς ἐμέ. Ἔχει δὲ λάβει καὶ ἄλλοτε πεῖραν τῶν διακοπῶν, τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ κάμῃ. Εἶχον λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ τροπή, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ζήτημα λόγῳ τῶν γεγονότων ἐκείνων ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, ὅπως μετὰ σοβαρότητος τῆς πρεπούσης ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Καὶ ἑπομένως εἶναι ἐξεταστέον ἂν ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὴ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑφίσταται τοιαύτη κατάστασις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ αὕτη ἀσχοληθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος καὶ τῆς λήψεως τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἤθελε κρίνει ὡς κατάλληλα πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ. Ἐπιβάλλεται ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀπὸ τῶν βάσεων καὶ τῶν σκέψεων τοῦ συμφέροντος τοῦ κοινωνικοῦ καὶ ἀπὸ τῶν βάσεων καὶ τῶν σκέψεων τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας καὶ τοῦ πλουτοπαραγωγικοῦ. Αἱ βάσεις αὗται εἶναι ἐκεῖναι, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ βαδίσωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος. Καὶ οἱ ὁμιλήσαντες χθὲς ἀξιότιμοι τῶν συναδέλφων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ ἐρεύνη αὑτῶν ἠκολούθησαν τὴν ἱστορίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον καταλῆξαν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τὸ γεωργικὸν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ κυρίως, καίτοι δὲν τὸ εἶπον ἀπροκαλύπτως, κυρίως ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐν συμπεράσματι δ’ εἶπον ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ συστήματος τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας ἐν Θεσσαλίᾳ ἀποτελεῖ στίγμα τοῦ πολιτισμοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν γνώμην παντός, πολὺ δὲ μᾶλλον τοιούτων συναδέλφων, νὰ διαφωνήσω καὶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχει κἂν γεωργικὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸ ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα ἀποτελεῖ στίγμα τοῦ ἐν Ἑλλάδι πολιτισμοῦ, καὶ δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται, ἂν μὴ παντοῦ, εἰς τὰ πλεῖστα τῶν μερῶν τοῦ κόσμου καὶ δὴ τῶν ἄγαν φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι καὶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ, διότι δὲν δύναται ἄλλως νὰ γίνῃ. Ἐν τῇ ἀναπτύξει δὲ τῶν χρονικῶν ὁρίων ἢ τῶν χρονικῶν περιόδων, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνεπτύχθη τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἐκεῖ περιέπεσον εἰς ἀνακριβείας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ συστήματος τούτου, διότι δὲν εἶναι ἀληθές, ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι τόσον γνωστὰ τὰ γεγονότα ταῦτα τὰ βεβαιοῦντα τὴν ὕπαρξίν του ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἕως σήμερον, ὥστε οἱοσδήποτε, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὸ ἀρνηθῆ, ἤθελε μὴ εὑρίσκεσθαι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐν ἀκριβοδικαίᾳ κρίσει καὶ ἐν καλῇ πίστει. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἱστορικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν γεγονότων τῶν πραγματικῶν δὲν ἐξετάθη ἡ ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων, ὡς ἔχει σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ πῶς ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, ἵνα ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἄλλοτε καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀσχοληθῶσι σήμερον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἔθνος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ὀλίγων δεκαετηρίδων ἀριθμεῖ βίον ἐλεύθερον, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κανονίσῃ καὶ γεωργικὸν σύστημα ἐργασίας, ὥστε νὰ προοδεύσῃ. Βεβαίως οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως τῶν προκαλεσάντων αὐτό, ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε νὰ συγχωρῆται πᾶσα ὑπερβολὴ εἰς τὰς σκέψεις, τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς κρίσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν ὑποχρέωσιν οἱ ὁπωσδήποτε σκεπτόμενοι νὰ προσέξωμεν, ἵνα μὴ προσκρούσωμεν εἰς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγγίσωμεν ὡς δίκαια τρίτων. Ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρίσκεται εἰς σχέσιν κατὰ μέρος τοιαύτην, οἵαν ἐξέθηκαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ σοβαρῶς καὶ εἰλικρινῶς ὅτι καὶ ἀντιστρόφως τὸ ζήτημα ἔχει τὴν ἑτέραν αὐτοῦ μορφήν, τὴν ἑτέραν αὐτοῦ ὄψιν, ὅτι δηλονότι καὶ πιέσεις ἀσκοῦνται κατὰ τῶν μορτιτῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ μορτῖται ἀσκοῦσι τοιαύτας πιέσεις κατά τινων ἰδιοκτητῶν, ὥστε νὰ εὑρίσκηται κανεὶς εἰς τὸ δίλημμα εἰς ποῖον πρέπει ἐν μέρει ἢ καθ’ ὅλου νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον.
§70Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἔχετε κανὲν παράδειγμα;
§71Ν. ΞΗΡΟΣ. Γνωρίζω ὅτι εἴς τι κτῆμα τετράκις ἀπέστειλε τὸ Κράτος τὸν ἴλαρχον Κρίτσαν συμπατριώτην μου μετὰ δυνάμεως, ἵνα ἐγκαταστήσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ πεντάκις τὸν ἀπέβαλον οἱ κ. κ. μορτῖται. Ἀλλά, Κύριοι, μήπως τοῦτο εἶναι τὸ μόνον παράδειγμα; Δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλο παράδειγμα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸ χωρίον Μεγάλα Καλύβια, ἢ τὸ χωρίον Μεγάλο Παλαμᾶ, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ μορτῖται κατέλυσαν πᾶν δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου αὐτοδυνάμως, κατέλυσαν πᾶν δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐκεῖ; Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ μεμονωμένων γεγονότων εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν τοιαύτην, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ δύναται νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἐκ τούτων. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος κοινωνικοῦ καὶ πλουτοπαραγωγικοῦ, ὡς εἶπον. Ἑπομένως συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, συμφέρει εἰς τὸ γεωργικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς γεωργοὺς μορτίτας ἡ μὴ κατάργησις ἀπολύτως τοῦ συστήματος τῆς μεγάλης καλλιεργείας, τῆς αὐτοκαλλιεργείας ἢ ὄχι; Ἢ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι λόγῳ τῶν συμφερόντων καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸ Κράτος, ὥστε νὰ καταργήσῃ πᾶσαν ἄλλην καλλιέργειαν καὶ νὰ κάμῃ τὰς μικρὰς ἰδιοκτησίας; ἢ δέον νὰ συνυπάρχωσιν ἀμφότερα τὰ συστήματα ταῦτα; Εἶναι ἐρωτήματα σοβαρὰ ταῦτα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν, διότι ἀποτελοῦσι τὰς γενικὰς βάσεις, τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ ζητήματος. Ἐσχάτως ἐν Θεσσαλίᾳ, κατὰ τὴν τελευταίαν 20ετίαν, 10ετίαν, 15ετίαν, δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς, παρατηρεῖται τοῦτο, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν περιουσίας ἐν τῇ ξένῃ, ἐγκατέστησαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐγκατέσπειραν τὰ κεφάλαια αὐτῶν, καὶ παρατηρεῖται σήμερον ἀναμφισβητήτως ἐν Θεσσαλίᾳ ὅτι ὑπάρχουσι κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν οὐχὶ κατὰ τὸ σύστημα τῆς μικρᾶς καλλιεργείας, ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τῆς μεγάλης καλλιεργείας, τὰ ὁποῖα βεβαίως δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πρότυπα προόδου γεωργικῆς. Τοῦτο εἶναι ἰδιαιτέρα ὄψις τοῦ ζητήματος εἰς ἄκρον σοβαρά, ἐφ’ ἧς ἰδιαίτατα δέον νὰ προσέξωμεν. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Δομοκοῦ ὑπάρχει τὸ κτῆμα τῆς Ξυνιάδος· τὸ κτῆμα τοῦτο, καλλιεργούμενον πρότερον κατὰ τὸ σύστημα μόνον τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας, ἐκαλλιεργεῖτο σπειρομένου σπόρου σίτου οὐχὶ πλέον τῶν 1500–2000 κοιλῶν. Ἠγοράσθη ἀπὸ τὸν Πλατανιώτην, ὁ ὁποῖος κατώρθωσεν εἰς διάστημα 5 ἢ 6 ἐτῶν νὰ βελτιώσῃ τὴν παραγωγήν του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ σπείρῃ 7000 κοιλῶν σπόρου σίτου δι’ αὐτοκαλλιεργείας καὶ 2000 κοιλῶν σπόρου κατὰ ἐπίμορτον σύστημα. Ἑπομένως ἐγένετο μία τοιαύτη τεραστία βελτίωσις ὅσον ἀφορᾷ τὴν καλλιέργειαν, ὥστε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ φαντασθῇ οὔτε νὰ ὀνειρευθῇ τις ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἀπαιτοῦνται τοιαῦτα κεφάλαια, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ ἡ μικρὰ καλλιέργεια εἰς τὴν καταβολὴν τοιούτων κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ μικρᾷ καλλιεργείᾳ τρόπος διοικήσεως ἱκανός, διὰ ν’ ἀποδώσῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Ὑπάρχουσι τὰ χωρία τὰ Ζωγράφεια, ὑπάρχουσι τὰ κτήματα τῶν Χαροκόπων καὶ δὲν ἠξεύρω τίνα ἄλλα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δικαιολογοῦσι τὴν γνώμην καὶ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο καλλιεργοῦντες ἐν Θεσσαλίᾳ πρόκεινται παραδείγματα γεωργικῆς προόδου διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ πηγαὶ πλούτου ἀσύγκριτοι, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ὠφελεῖται καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας προκειμένου νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ γεωργικὴ κατάστασις ἐν Ἑλλάδι. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ λεπτομερῶς ἀναλύων τὰς πλουτολογικὰς ὠφελείας καὶ τὰς οὐσιαστικὰς προόδους τοῦ συστήματος τούτου, διότι θὰ ἦτο ματαιοπονία, ἀφοῦ πρὸς τοιαύτην Βουλὴν ἀποτείνομαι. Οὐδείς, Κύριοι, ἀποκλείει τὸ δικαίωμα, ὅπως οὐδεὶς δύναται καὶ νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ ζητοῦντες νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ δίκαια αὐτῶν, καὶ τὰ ἔχουσι. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, πρὸς τὸ ὁποῖον διαφωνεῖ τις καὶ πρέπει νὰ διαφωνῇ ῥιζικῶς, εἶναι ὅτι ὁ τρόπος, τὰ μέσα καὶ αἱ μέθοδοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐργάζονται πρὸς ἀπόκτησιν τούτου, δὲν εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατό τις νὰ συμφωνήσῃ.
§72Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ποίας μεθόδους ἐννοεῖτε; Αὐτὸ ἀποτελεῖ ὕβριν καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐπεθύμουν ὁ κ. συνάδελφος νὰ δηλώσῃ ποίας μεθόδους μετεχειρίσθημεν, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν.
§73Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ἰδικός μου λογαριασμός.
§74Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ μᾶς τὰ εἴπητε.
§75Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ δώσω καμμίαν ἐξήγησιν· εἶναι τόσον γνωστά.
§76Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τότε μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀνατροφῆς σας.
§77Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρατηρῶ τὴν ἰδικήν σας ὑπερεκχειλίζουσαν καὶ ἁμιλλωμένην μὲ τὴν ἰταμότητά σας. (Κωδωνοκρουσίαι τοῦ κ. Προέδρου).
§78Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω μίαν ἐξήγησιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς τὴν δώσω ἐγὼ τὴν ἐξήγησιν.
§80Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δίδω καμμίαν ἐξήγησιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι ὁ ἀγορεύων οὔτε ἐσκέφθη οὔτε ἐπεζήτησε νὰ προσβάλῃ ἢ θίξῃ προσωπικῶς οἱονδήποτε ἐκ τῶν συναδέλφων του τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ὑποστηριζόντων τὰ ἀντίθετα, πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν οἱ ὑποστηρίζοντες ταῦτα εἶναι ἔντιμοι καὶ σεβαστοὶ συνάδελφοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου καὶ πρὸς ταύτην συμφωνεῖ καὶ ὁ ἀγορεύων. Ὁρίστε, κύριε Ξηρέ.
§82Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ νὰ ζητήσωσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀποκαταστῶσι μικροὶ ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ζητοῦσι, καὶ δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα, ὡς προεῖπον, ἀπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ κοινωνικοῦ, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον καὶ τὸ δίκαιον. Καὶ νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν ἔτι μᾶλλον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ προσβάλλωνται δικαιώματα, καὶ δικαιώματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι προησπισμένα καθ’ ὃν τρόπον εἶναι, δὲν δικαιοῦσθε δὲ νὰ τὰ θίξητε, διότι μὲ τὸ νὰ ζητῆτε νὰ προσβάλητε δικαιώματα τρίτων, δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἀσκεῖτε δικαίωμα σεῖς. Καὶ προσβάλλετε δικαιώματα τρίτων; Βεβαίως. Καθ’ ἣν στιγμὴν θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι δημοσία ἀνάγκη ἡ ἀποκατάστασις ὡρισμένων ἢ ἀορίστων καλλιεργητῶν, μικροκαλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ λάβωσιν ἰδιοκτησίας ὑπαρχούσας νομίμως καὶ δικαίως εἰς τρίτους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ τὰς ἀφαιρέσητε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, βεβαίως δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῷ δικαίῳ.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατόπιν ἀποζημιώσεως.
§84Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἴσως φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ διακόψας με, ὅτι δυνατὸν νὰ ἀγνοῶ τὴν πρότασίν των, ὅτι ἐπὶ ἀποζημιώσει θὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ φρονῶ ὅτι ἀδικοῦσιν ἑαυτούς, ἐὰν νομίζωσιν ὅτι μὲ διαφεύγει τοῦτο. Καὶ ἀκριβῶς ἐν τῷ ὅρῳ τούτῳ ἔγκειται ὁ κόμπος, ὡς θὰ ἔλεγέ τις δημοτικολόγων.
§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά· αὐτὸ εἶναι ἀρχαῖον.
§86Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐάν, Κύριοι, θελήσωμεν νὰ περιλάβωμεν τὴν διάταξιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὡς τροπολογίαν, ἢ ἐὰν ἠθέλομεν σκεφθῆ νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν τοιαύτην εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, θέλομεν δημιουργήσει, καὶ παρακαλῶ εἰς τοῦτο νὰ δοθῇ σημασία, θέλομεν δημιουργήσει μίαν κατάστασιν, οὐχὶ ὁμοίαν τῆς παρελθούσης, ἀλλὰ θέλομεν δημιουργήσει μίαν κατάστασιν πολὺ ζοφώδη καὶ μίαν ἀτμόσφαιραν πολὺ βεβαρημένην, καὶ θὰ ἔχωμεν μεθ’ ἓξ ἡμέρας ἐπανάστασιν ἐν Θεσσαλίᾳ.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνακριβέστατον.
§88Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ εὔχομαι, ἀλλ’ εἶναι ἡ γνώμη μου αὕτη, διότι γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐκβιασθῆ ἡ ἐκπλήρωσις τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης, ὁπωσδήποτε ἤθελε δοθῆ, ἑρμηνείας εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη τοιαύτη, ὁποίαν θέλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν; Καὶ εἶναι πρέπον τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ ἀποφανθῇ κυριαρχικῶς ἐν τῷ Συντάγματι, ἢ διὰ ψηφίσματος, ἢ διὰ δηλώσεως, ὅτι ὑπάρχει συγκεκριμένη δημοσία τοιαύτη ἀνάγκη; Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν συνταγματολόγων τῶν δεινῶν, οὔτε ἐκ τῶν κοινωνιολόγων τῶν ἀρίστων, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ δώσω τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν καὶ τὴν πρέπουσαν ἀνάπτυξιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἡ μικρὰ ἀντίληψίς μου μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι μικρά, νὰ φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τοιαύτη. Διότι δημοσία ἀνάγκη θὰ ἦτο, ἐὰν λ. χ. ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων, ἡ ὁποία ζητεῖται νὰ γίνῃ ἀναγκαστική, ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ πρὸς χρῆσιν βεβαίως ἄλλην, καὶ ὄχι αὑτήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἓν τσιφλίκιον, διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἓν μέγα πεδίον ἀσκήσεων στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσι μεγάλαι φυλακαὶ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ γίνωσι πεδία βολῶν, στρατῶνες κ.λ.π., βεβαίως θὰ ἔλεγον, ὅτι εἶναι δημοσία ἀνάγκη. Ἀλλὰ διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς ὄφελος ἢ εἰς ὠφέλειαν καὶ ἀνάγκην ἀτόμων ἢ ὁμάδων, βεβαίως δὲν εἶναι, Κύριοι, δημοσία ἀνάγκη. Ὑποθέτω, ὅτι ἐκτὸς τούτου θὰ ὑπάρχωσι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ τοὺς ἀγνοῶ ἢ δὲν τοὺς φαντάζομαι, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν. Ὑποθέσατε ὅμως, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει ἑκάστου καὶ ἐν τῇ ψυχῇ ἑκάστου εἶναι ἀποκεκρυσταλλωμένα τὰ συμπεράσματα ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων καὶ ἐπ’ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν καὶ θὰ ἀκουσθῶσι σκέψεων, ὅτι δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη διὰ τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον γεγονός, τὸ ὁποῖον μᾶς πείθει ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται νὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, δὲν εἶναι οὔτε ὁ ἁρμόζων οὔτε ὁ συμφέρων. Καὶ δὲν εἶναι ὁ ἁρμόζων, διότι, ὡς εἴπομεν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι προσβάλλονται δικαιώματα τρίτων, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας θέλετε εἴπει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἐν Θεσσαλίᾳ ἢ ἐν Ἑλλάδι ἀπολύτως διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μικρῶν ἰδιοκτητῶν, θέτετε ἐκτὸς συναλλαγῆς ἀπολύτως ὅλας τὰς μεγάλας ἰδιοκτησίας, καὶ δὲν τὰς θέτετε μόνον ἐκτὸς συναλλαγῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς βελτιώσεως. Διότι οὐδεὶς εἶναι παράφρων νὰ ἀποφασίσῃ νὰ κάμῃ βελτίωσιν ἐν τῷ κτήματι αὑτοῦ, νὰ δαπανήσῃ χρήματα, νὰ ὑποβληθῇ εἰς κόπους καὶ θυσίας· διατί; Διὰ νὰ ἔλθωμεν αὔριον νὰ τῷ εἴπωμεν: «Κύριε, τὸ κτῆμα αὐτὸ θὰ τὸ πάρωμεν ἡμεῖς», καὶ ἐνῷ ἐκ τῶν προτέρων θὰ γνωρίζῃ τί θὰ τῷ εἴπωμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν εἶναι καὶ συμφέρον, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἄλλαι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ αἱ γνώσεις αἱ προσωπικαί, τὰς ὁποίας ἔχω, τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἀθρόας ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων, τῆς ἄνευ ἐπιλογῆς, ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀπέτυχε κατὰ τρόπον οἰκτρότατον, ἀπέτυχε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς ὑποχρεώνῃ νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ τῶν λόγων τούτων, προκειμένου νὰ κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κτῆμά τι, τὸ Χατζήμισι, ἐπωλήθη κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο διανεμηθὲν εἰς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς, κατοικοῦντας ἐν τῷ κτήματι αὐτῷ, ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀθρόως καὶ ἄνευ ἐπιλογῆς καὶ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ. Λοιπὸν εἰς τὸ κτῆμα αὐτὸ ἔληξαν αἱ χρεολυτικαὶ δόσεις, τὰς ὁποίας ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωσι καὶ αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν· ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν, εὑρέθησαν ἐν καθυστερήσει, οἱ ἀγορασταὶ συνελήφθησαν συνεπείᾳ ἐνταλμάτων καὶ ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακάς τινες ἐξ αὐτῶν, καί τινες ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλον παραιτήσεις ἀπὸ τῶν μερίδων των.
§89Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ψευδέστατον.
§90Ν. ΞΗΡΟΣ. Νὰ εἶσθε εὐλαβέστερος, Κύριε, πρὸς τὴν ἀλήθειαν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο λεπτὰ ἔχετε ἀκόμη.
§92Ν. ΞΗΡΟΣ. Λυποῦμαι· πλὴν διὰ νὰ καταλήξω, Κύριοι, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος εἶναι ἀμείλικτος εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, συμπεραίνω ὅτι δὲν πρέπει τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε τροπολογίαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὡς ἔχει διατυπωθῆ. Ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἢ ἂν ἤθελεν ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ συμβῇ τι ἐπὶ τοῦ ζητήματος, θὰ ἦτο βεβαίως ἐν τάξει, ἂν ἔλεγε, δεχομένη τὸ μικτὸν σύστημα μικρᾶς καὶ μεγάλης καλλιεργείας, ὅτι ἐπιτρέπω ἢ μᾶλλον κάμνω νόμον, θεσπίζω τὴν ἐν μέρει ἑκουσίαν ἀπαλλοτρίωσιν, θέτω ὅρια εἰς τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν θὰ πρέπῃ νὰ πληρώνωνται τὰ κτήματα· καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον καὶ δίκαιον, ἂν ἔλεγεν ὅτι τὴν τιμὴν ταύτην, ἐφ’ ὅσον προσφέρονται κτήματα ἐν μέρει, ὁρίζω ἐπὶ τοῦ ἐξευρεθησομένου εἰσοδήματος τῆς τελευταίας τριετίας ἢ πενταετίας πρὸς 5% καὶ ὁρίζω τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος. Εἶμαι δὲ βέβαιος συνεπείᾳ δηλώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι προθυμότατοι, ὄχι μόνον νὰ προσφέρωσι μέρος τῶν κτημάτων των, ἀλλ’ ὁλόκληρα κτήματα, τόσα, ὥστε βεβαίως νὰ μὴ δύνανται νὰ τὰ ἀγοράσωσιν οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ τῆς Θεσσαλίας, ὅτε καὶ μόνον θὰ ἔχωμεν γεωργίαν προοδεύουσαν καὶ πλουτοπαραγωγικὴν ἐν τῷ συμφέροντι καὶ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ Δημοσίου. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς ἀσχολουμένους περὶ τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικόν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγένοντο προσφοραὶ κτημάτων καλῶν πρὸς ἀγοράν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδέχθησαν οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, διότι δὲν θέλουσι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως, ἤθελον τὸ σύστημα τῆς ἀναγκαστικῆς ἐπὶ τῇ ἀνεκπληρώτῳ ὑποσχέσει πληρωμῆς. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν θέλουσι τοῦτο, ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι τελευταῖον νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι, ἂν κάμωμεν δεκτὴν οἱανδήποτε τροπολογίαν, οἱανδήποτε ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θέλομεν ἀποκλείσει ἐκείνους ἐκ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν περιουσίαν ἐν τῇ ξένῃ, τιμήσαντες καὶ τιμῶντες τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα καὶ οἱ ὁποῖοι ὠνειροπόλησαν κατερχόμενοι εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν αὐτῇ, νὰ ἐγκατασπείρωσι τὰς περιουσίας αὑτῶν, νὰ τὰς ἀποδώσωσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ ἠθικῇ καὶ ὑλικῇ εἰς τὸν τόπον καὶ νὰ φανῶσι χρήσιμοι εἰς τὴν πατρίδα των· τίνας; ἐκείνους, οἵτινες ἀπετέλεσαν τὰ Ζάππεια καὶ τὰ Στεφανοβίκεια καὶ τὰ Ζωγράφεια καὶ τὰ Χαροκόπεια. Θέλετε λοιπὸν νὰ εἴπωμεν καὶ αὐτοὺς ἀντεθνικούς, ἀντιπατριωτικούς, ἀντισυμφεροντολογικούς· μάλιστα: σᾶς προορίζομεν εἰς αἰωνίαν ἐξορίαν. Δὲν θέλομεν τὴν πρόοδον, ἣν μᾶς φέρετε· δὲν θέλομεν τὸ φῶς· θέλομεν τὸ σκότος.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§94Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὐδέποτε ἴσως Βουλευτὴς μέχρι σήμερον θὰ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἢ τροπολογίαν οὕτω μεταρρυθμιστικὴν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἢ ἐπὶ νομοσχεδίου βραχυτέραν καὶ περιεκτικωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασις αὕτη ἀποτελεῖται ἀπὸ μίαν μόνον λέξιν ἢ μᾶλλον λεξούλαν ἀπὸ δύο συλλαβάς, τὴν ὁποίαν θέλω παρακαλέσει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκρίνῃ, ἵνα δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἄρθρου 17 καὶ εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον προστεθῇ ἡ λέξις «λιμνῶν». Ἐκεῖ δηλαδή, ὅπου λέγομεν «εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων», νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «λιμνῶν», τὸ ὁποῖον εἶναι δικαιότατον, ἴσως δ’ ἐκ παραβλέψεως τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρετέθη ἡ λέξις αὕτη, ἂν καὶ προκειμένου περὶ αὐτῶν τῶν λιμνῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἰς ἐμὲ τότε ἀπαντῶν πολλὰ ἔταξε. Παρακαλῶ λοιπόν, ἵνα εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖ, ὅπου θὰ προβλέψωμεν δι’ εἰδικῶν νόμων περὶ τῶν ἄλλων, τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων, νὰ προβλέψωμεν καὶ διὰ τὰς λίμνας, διότι ὑπάρχει θησαυρὸς τοιοῦτος γαιῶν κεκαλυμμένος ὑπὸ ὑδάτων, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ οἱ πέριξ τῶν λιμνῶν οἰκοῦντες ἢ παραπλεύρως ταύταις κτήματα ἢ τσιφλίκια ἔχοντες θέλουσι νὰ τὰς οἰκειοποιῶνται καὶ τὰς λίμνας ὡς ἰδικάς των. Ἐνῷ, ἂν ληφθῇ πρόνοια διὰ νόμου εἰδικοῦ εἰς τὸ μέλλον προνοοῦντος περὶ λιμνῶν, θὰ ὠφεληθῇ πολλὰ τὸ Κράτος, καὶ θὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀποστραγγίσεως τῶν λιμνῶν, ἑλῶν καὶ τελμάτων, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε. Διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὰ 1867 εἶπεν ὅτι «γαῖαι κατειλημμέναι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀρχαιοτάτων Ἑλλήνων ὑπὸ τῶν ὑδάτων καὶ μὴ καλλιεργηθεῖσαι ποτὲ ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος». Ἐπ’ αὐτῶν τῶν θέσιν νόμου ἐπεχουσῶν λέξεων στηριζομένη πᾶσα Κυβέρνησις κάλλιστα δύναται νὰ κάμῃ νόμον εἰδικὸν ἀργότερα, ὅταν τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῇ καὶ ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ, ὅτι δηλαδὴ εἰδικὸς νόμος θὰ προνοήσῃ ἀργότερα περὶ λιμνῶν· καὶ δι’ αὐτὸ θερμῶς παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν συντακτικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως τρυπώσωμεν εἰς τὸ 17 ἄρθρον αὐτὴν τὴν λέξιν «λιμνῶν», ἥτις λέξις ἐν καιρῷ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν ἐγκρίνει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἄνευ συζητήσεως, ἄλλως θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἰδιαιτέρως. Ἂς μείνῃ μέχρι τέλους τῆς συζητήσεως, ὅτε θὰ ἴδωμεν τὸ πόρισμα αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Βαβυλόπουλος.
§98ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§99Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τὸ 17ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, οὗτινος τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιλαμβανόμεθα, εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἄρθρων τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ἂν μὴ τὸ σπουδαιότερον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἀπὸ παλαιοτάτης ἐποχῆς μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς ἡ ἰδιοκτησία ἐθεωρεῖτο ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος. Παρὰ τοῖς ἀρχαίοις μάλιστα ὑπῆρχε καὶ θεὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ Ὅριος θεός. Παρ’ ὅλοις τοῖς Κράτεσιν ἡ ἰδιοκτησία ἐθεωρήθη πάντοτε ὡς ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος. Ὅτε συνῆλθε τὸ πρῶτον ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ μεταγενεστέρως ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1791 ἐθνικὸν Συνέδριον, ὅπως καθορίσῃ τὰ φυσικὰ δίκαια τοῦ ἀνθρώπου, καθιέρωσε καὶ ἐχαρακτήρισεν ὡς φυσικὰ δίκαια τούτου τὰ ἀφορῶντα τὴν ζωήν, τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία ἐθεωρήθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἡ κρηπὶς πάσης ἐλευθερίας καὶ ἡ βάσις πάσης ἀναπτύξεως καὶ προόδου κοινωνικῆς τε καὶ πολιτειακῆς. Ἀνεξαιρέτως τὰ Συντάγματα τῶν διαφόρων Κρατῶν ἀναφέρουσιν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖα Συντάγματα;
§101Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὅλα τὰ Συντάγματα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ταῦτα. Τὸ Βελγικόν, τὸ Αὐστριακόν, τὸ Ἰταλικόν.
§102Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Αὐτὰ εἶναι γνωστά.
§103Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Καὶ τῆς Δανίας καὶ τῆς Ῥωμουνίας, ὅπερ ἐπεκαλέσθησαν πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων. Παρ’ ἡμῖν ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως». Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ποιεῖται χρῆσιν τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη». Τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὰ νεώτερα Συντάγματα ἀντικατέστησαν τὸν ὅρον τοῦτον διὰ τοῦ ὅρου «δημοσία ὠφέλεια». Ἐν τούτοις ἄλλα Συντάγματα ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ ὅρου «δημόσιον συμφέρον», ὡς εἶναι τὸ Ἰταλικόν, τῶν δὲ Ἡνωμένων Πολιτειῶν μνημονεύει ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τελεῖται διὰ «δημοσίαν χρῆσιν». Κατ’ ἐμὴν γνώμην ἐν τῇ ἐννοίᾳ ἁπάντων τῶν μνησθέντων ὅρων περιλαμβάνεται ἄμεσος καὶ βεβαία ὠφέλεια, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ ἔμμεσος ὠφέλεια τῆς Πολιτείας, δὲν ἀποτελεῖ δὲ ἄμεσον καὶ βεβαίαν ὠφέλειαν τῆς Πολιτείας ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ἰδιώτου, διὰ νὰ δοθῇ εἰς ἄλλους ἰδιώτας, διότι οὕτω θὰ ἀνεγνωρίζετο ὁμὰς πολιτῶν ἀπολαύουσα μείζονος προστασίας ἀπέναντι ἄλλων, ἐν τῷ δικαίῳ τῆς ἰδιοκτησίας, καθ’ ἃς τὸ Κράτος ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριοῖ τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις δέον νὰ ἀφορᾷ πάντοτε τὸ δημόσιον συμφέρον. Ὁ Βένθαμ λέγει, ὅτι «ἡ ἰδιοκτησία καὶ ὁ νόμος ἐγεννήθησαν ὁμοῦ καὶ ὁμοῦ θὰ ἀποθάνωσι. Πρὸ τοῦ νόμου δὲν ὑπῆρχεν ἰδιοκτησία· καταργήσατε τοὺς νόμους, πᾶσα ἰδιοκτησία παύει». Πάντες οἱ συγγραφεῖς ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία γεννᾶται μετὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τούτου ἕνεκα εἶναι ἀναφαίρετος. Ὅτε μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον ἐτίθεντο φόροι, ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους, ὅπως καλυφθῇ ἡ πολεμικὴ ἀποζημίωσις, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ, οἱ πρῶτοι δὲ φόροι, οἵτινες ἀνῆλθον εἰς δρ. 500.000.000, δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ τεθῶσι φόροι ἐπὶ πλέον 250.000.000, ὁ Θιέρσος, ὁ Πρόεδρος τότε τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, ἐπειδὴ ἐξηνέχθησαν σοσιαλιστικαὶ θεωρίαι, λαβὼν τὸν λόγον εἶπεν· «ὁμιλοῦσι περὶ σοσιαλισμοῦ· ἂς ἴδωμεν τί σοβαρὸν ἐνυπάρχει ἐν τῇ λέξει ταύτῃ. Ὁ ἀληθὴς σοσιαλισμός, ὁ πραγματικὸς σοσιαλισμὸς δὲν ὀνειρεύεται νὰ λάβῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἵνα τὴν διανείμῃ, καθόσον γνωρίζει ὅτι ὄπισθεν ἑκάστου τεμαχίου γῆς ὑπάρχει ἔνοπλος πολίτης, ὅπως προασπίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του».
§104Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι διὰ τοὺς Θεσσαλούς.
§105Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι εἶσθε ἀντιλέγων.
§106Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἀπαντᾶτε, ὅταν ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα. Εἶσθε εὔγλωττος καὶ δύνασθε νὰ ἀπαντήσητε εἰς ὅ,τι λέγω. Ὑπῆρχε λοιπὸν ὁ πολίτης ὄπισθεν τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ ὁποῖος ἦτο ἕτοιμος μὲ τὸ ὅπλον του νὰ προασπίσῃ αὐτήν. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπεμβῶμεν καὶ ἀφαιρέσωμεν ἀναγκαστικῶς τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὸν κύριόν της, ἔστω καὶ ἐὰν προηγηθῇ ἀποζημίωσις αὐτῆς; Ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὸ Ῥωμουνικὸν Σύνταγμα περιλαμβάνει διάταξιν ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προτείνουσιν. Ἀλλὰ τὸ Ῥωμουνικὸν Σύνταγμα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θεωρεῖ ὡς ἱερὰν καὶ ἀπαραβίαστον τὴν ἰδιοκτησίαν, ταυτοχρόνως καθορίζει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὅλως ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Αἱ περιπτώσεις δ’ αὗται εἶναι αἱ ἑξῆς: «ἡ ὁδοποιία, ἡ δημόσιος ὑγεία καὶ τὰ ἔργα ἀμύνης τῆς χώρας». Ταῦτα ἀναγράφει τὸ Ῥωμουνικὸν Σύνταγμα τοῦ 1866, καὶ μετερρυθμίσθη κατὰ τὸ 1879 καὶ 1884. Ἐπειδὴ ἡ Θεσσαλία εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς εὑρίσκετο ἄλλοτε καὶ ἡ Ῥωμουνία, θὰ σᾶς εἴπω τί ἴσχυσεν ἐν Ῥωμουνίᾳ, πῶς ἐγένετο ἡ διανομὴ καὶ ἡ κατανομὴ τῶν γαιῶν καὶ πόθεν προέρχονται αὗται. Ἰδοὺ πῶς ἐχαρακτηρίζετο τότε ἐν Ῥωμουνίᾳ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα· ἐθεωρεῖτο ὡς μεγάλη πληγὴ χαίνουσα, ὡς μόνον δὲ φάρμακον, τὸ ὁποῖον θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ κλείσῃ τὴν κοινωνικὴν ταύτην πληγήν, συνεβάλλετο ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἵδρυσις ταμιευτηρίων καὶ ἀγροτικῶν Τραπεζῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἵδρυσις συνεταιρισμῶν ὑπὸ διαφόρους μορφάς. Τὸ πρῶτον ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 6 τοῦ νόμου τοῦ 1864 ἀνεγράφη ἡ ἀρχὴ τῆς πωλήσεως τῶν ἰδιοκτησιῶν τοῦ Κράτους κατὰ μικροὺς κλήρους πρὸς τοὺς χωρικούς. Δύο ὑπῆρξαν τὰ αἴτια, ἅτινα ἠνάγκασαν τὸν νομοθέτην νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πώλησιν τῶν τοῦ Κράτους ἰδιοκτησιῶν. Πρῶτον ἡ ἐπιθυμία, ὅπως βελτιώσῃ τὴν τύχην τοῦ καλλιεργητοῦ, ἐνισχύων αὐτόν, ἵνα ἀποκτήσῃ λωρίδα γῆς, καὶ δεύτερον σκοπὸς ταμιευτικός. Τὸ Κράτος κατόπιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἐκ μοναστηριακῶν κτημάτων κατεῖχε μεγάλας ἐκτάσεις γῆς εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅτε δὲ ὑπεχρεώθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Κράτος καὶ εἶχεν ἀνάγκην πολλῶν χρημάτων, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς ταύτας, ἠθέλησε νὰ πωλήσῃ αὐτὰς τὰς ἀκινήτους περιουσίας, τὰς προερχομένας ἐκ καταργηθέντων μοναστηριακῶν κτημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη βάσις.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖος τὸ λέγει αὐτό;
§108Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ Ἰάσκα, ὁ ἐκτενῶς συγγράψας περὶ τοῦ ἐν Ῥωμουνίᾳ, Ἰρλανδίᾳ, Ἀγγλίᾳ, Ῥωσίᾳ, καὶ Γερμανίᾳ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Διὰ τούτου θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι οὐδέποτε ἦλθε τὸ Ῥωμουνικὸν Κράτος νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ὅτι ἀναγκαστικῶς ἀφαιρεῖ τὰ κτήματα αὐτῶν καὶ τὰ παραδίδει εἰς ἄλλους, ὅπως τὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς ἰδιοκτησίαν των καὶ ὅπως ἡ ἰδιοκτησία αὕτη χρησιμεύσῃ πρὸς ἰδίαν αὐτῶν ὠφέλειαν καὶ οὐχὶ κοινήν.
§109Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ διάγγελμα τοῦ 1884.
§110Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Προέτεινον λοιπὸν ἐν Ῥωμουνίᾳ δύο τρόπους πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Αʹ. Ἀκολουθοῦντες τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν τὴν χαραχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1889 νὰ αὐξήσωσι τὰς ἰδιοκτησίας τοῦ Κράτους διὰ διαδοχικῶν ἀγορῶν γαιῶν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον νὰ πωλήσωσιν αὐτὰς ἑκουσίως καὶ οὐχὶ ἀναγκαστικῶς· καὶ Βʹ νὰ ὀργανώσωσιν ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1889 τὸ Κράτος ἐπώλει γαίας εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἐκείνους χωρικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τοιαύτας γαίας. Δεύτερον τὸ Κράτος δὲν ἐπώλει γαίας ἢ ὅπου εἶχεν ἀρκούσας τοιαύτας ἢ ὅπου αἱ χεῖρες ἔλειπον. Τρίτη περίπτωσις· τὸ Κράτος ἐπώλει τὰς γαίας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἐργασθῶσι καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ὀκνηρούς.
§111Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰς μοναστηριακάς;
§112Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἔκαμεν ἀγορὰς μεγάλας ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ Κράτος διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ Ῥωμουνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει Προϋπολογισμὸν ἐσόδων 466.000.000 καὶ ἐξόδων 477.000.000, ᾐσθάνθη κλονισμὸν ἐκ τῶν ἀγορῶν τούτων, διότι οἱ ἀγρόται δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσωσι τὰς καταβολάς των, καθότι ὑπῆρξαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑστέρησεν ἡ παραγωγὴ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ᾐσθάνθη κλονισμόν, καὶ ἤδη οἱ Θεσσαλοὶ τί λέγουσι πρὸς ἡμᾶς;: ἂς δαπανήσῃ τὸ Κράτος 100.000.000, ὅπως ἀγοράσῃ ἀναγκαστικῶς τὰς ἰδιοκτησίας ταύτας καὶ ἂς μᾶς πωλήσῃ τὰς εἰρημένας ἰδιοκτησίας, ἵνα τμηματικῶς εἶτα δώσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ τίμημα τούτων.
§113Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν τίθεται οὕτω τὸ ζήτημα.
§114Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τίθεται οὕτως, ἡ οὐσία ὅμως εἶναι τοιαύτη.
§115Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀντελήφθητε τὰ αἰτήματα τῶν Θεσσαλῶν.
§116Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Θὰ ἀκούσωμεν ὑμᾶς, ὅταν θὰ τὰ ἐξηγήσητε.
§117Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἴπομεν τοιαῦτα πράγματα.
§118Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τὸ εἶπε, κύριε συνάδελφε, ὁ ἔντιμος πρῶτος λαλήσας κ. Γεωργιάδης.
§119Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐδῶ παρατηρῶ ὅτι ἔχομεν διαιρεθῆ εἰς δύο γνώμας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ διαίρεσιν ζωηροτέραν ἀπὸ τὴν διαίρεσιν εἰς κόμματα. Ἂν ἐμποδίζωμεν οἱ τῆς μιᾶς γνώμης τοὺς ἀγορεύοντας ὑπὲρ τῆς ἄλλης γνώμης, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ, θὰ ἀναγκασθῶμεν δὲ νὰ μεταχειρισθῶμεν ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός, διὰ νὰ ἀκουσθῶμεν. Ἠκούσαμεν μετ’ εὐλαβείας ὅλους τοὺς ἀγορεύοντας· πρέπει νὰ μᾶς ἀκούσητε καὶ ὑμεῖς.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω καμμίαν διακοπήν.
§121Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, διὰ νὰ μὴ ἀναγινώσκω σχετικὰς διατάξεις ἰσχυούσας ἐν Ῥωμουνίᾳ, τὸ Ῥωμουνικὸν Κράτος ἐπεδίωξε τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν, ἀλλ’ ἐπεδίωξεν αὐτὴν δι’ ἀγορῶν νομίμων, ἑκουσίων. Εἴτε εἰς πλειστηριασμὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐκποιηθῶσι μεγάλαι ἰδιοκτησίαι, εἴτε ἄλλως πως, τὸ Κράτος ἔσπευσε νὰ τὰς ἀγοράσῃ καὶ τὰς κατένεμεν εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατὰ τὰ προεκτεθέντα ἤθελε νὰ ἐγκαταστήσῃ. Καὶ ὡς ἕτερον σκοπὸν ἀπέβλεπε τὸ Ῥωμουνικὸν Κράτος, πῶς εἰς γαίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον καλλιεργηθῆ, νὰ στείλῃ γεωργοὺς νὰ τὰς καλλιεργήσωσι καὶ ἐξέλεγε τοὺς πλέον φιλέργους καὶ εἰς αὐτοὺς ἔδιδε γαίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀγοράσει, ἢ γαίας ἐκ μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ οὐχὶ ἐξ ἀναγκαστικῶν ἀπαλλοτριώσεων. Τοῦτ’ αὐτὸ καὶ ἐν Ἰρλανδίᾳ ἐγένετο καὶ ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν αὐτὸς ὁ πολὺς Γλάδστων. Ὁ Luzzati, Κύριοι, ὅστις ἠγόρευε κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτε ἐγένοντο ἑορταὶ ἐπὶ τῇ ἑκατονταετηρίδι τοῦ Καβούρ, καὶ ὅστις, εἰρήσθω, καὶ φιλελεύθερος καὶ σοσιαλιστὴς εἶναι, ἔλεγεν ὅτι ἐκεῖνα τὰ Κράτη προοδεύουσιν, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἠγγυημένα.
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποῖος εἶπε τὸ ἐναντίον;
§123Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κύριοι, ὅπως τὸ Κράτος ἐπιδιώξῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ἐξαιρετικαὶ ὅλως περιστάσεις καὶ περιπτώσεις. Ὅταν τὸ Κράτος καλῇ τὸν πολίτην ὑπὸ τὰς σημαίας, διὰ νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του, ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν: σοῦ ἀφαιρῶ τὴν περιουσίαν σου, καὶ σοῦ τὴν ἀφαιρῶ, διὰ νὰ προασπίσω τὸ Κράτος· ἐπέρχεται ὁ ἐχθρὸς κατὰ τοῦ Κράτους· ἐὰν ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου εἶναι πρόσφορος, ὅπως ἐπ’ αὐτῆς κατασκευασθῶσιν ὀχυρωματικὰ ἔργα καὶ τοποθετηθῶσι τηλεβόλα πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ ἐχθροῦ, αὕτη ἀναμφιβόλως ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριοῦται. Αὐτὸ εἶναι δημοσία ἀνάγκη, ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη. Ὅταν τὸ Κράτος θέλῃ νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν συγκοινωνίαν καὶ κατασκευάζῃ λ. χ. σιδηρόδρομον ἀπὸ ἐδῶ μέχρι Πατρῶν, καταλαμβάνει τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἄλλου καὶ θέτει σιδηρᾶς γραμμάς· τότε ἀναμφιβόλως δικαιοῦται νὰ τὸ πράξῃ, διότι ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη ἵνα αὐξήσῃ τὴν συγκοινωνίαν, ὅπως εἰσρεύσῃ πλοῦτος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀναγκαστικῆς ἑνὸς κτήματος, ὅπως τὸ κτῆμα τοῦτο περιέλθῃ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, εἰς ὁμάδα προσώπων ἐπὶ βλάβῃ καὶ ἀνισότητι τῶν λοιπῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους, ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, διότι, ὅταν καταλάβωσι τὴν γῆν ταύτην τὰ πρόσωπα ταῦτα, θὰ ὑψώσωσι τὸ ἀνάστημά των πρὸ τῆς οὑτωσὶ δοθείσης ἰδιοκτησίας καὶ θὰ εἴπωσι πρὸς πάντα τολμήσοντα δι’ οἱονδήποτε λόγον νὰ εἰσέλθῃ ἐν αὐτῇ: «δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃς· εἶμαι ἐγώ, πρὸς ὃν ἀποκλειστικῶς ἀνήκει αὕτη». Ποῦ λοιπὸν ἡ γενικὴ ὠφέλεια καὶ ἡ ἄμεσος ἀνάγκη; Προαγορεύσαντες εἶπον ὅτι τὸ Κράτος οὐδέποτε ἐφρόντισε διὰ τοὺς Θεσσαλούς. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές· τὸ ἡμέτερον Κράτος, Κύριοι, εἶναι πτωχόν, ἔχει Προϋπολογισμὸν γλίσχρον· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηντλήθη πλέον, δὲν δύναται νὰ σηκώσῃ βάρη πλειότερα, δὲν δύναται νὰ σηκώσῃ φόρους, καὶ ἐν τούτοις τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἠγόρασε τὰ Στεφανοβίκεια κτήματα, 33 ὁλόκληρα τσιφλίκια, ὡς ὁ ἔντιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος ἀγορεύων ἐξέθηκε, καὶ κατένειμε τὰ Στεφανοβίκεια ταῦτα πρὸς τοὺς διαφόρους κατοίκους τῆς Θεσσαλίας.
§124Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. 7½ ἑκατομμύρια ἐδόθησαν εἰς τοὺς πρόσφυγας.
§125Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἀναμφισβητήτως συμπάσχω καὶ ἐγώ, Κύριοι, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ μέσον, ὅπως κατορθωθῇ αὐτοὶ νὰ ἀποκτήσωσιν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν πρεπόντως νὰ ἀποκτήσωσιν.
§126ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Πῶς;
§127ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν λύονται οὔτε εἰς μίαν οὔτε εἰς δύο συνεδριάσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὔτε δι’ ἐπιτροπῆς λύονται τὰ τοιαῦτα ζητήματα· εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους συζητοῦνται καὶ ὅμως εἰσέτι δὲν ἐλύθησαν, οὔτε ἐν Ῥωμουνίᾳ οὔτε ἐν Ἰρλανδίᾳ.
§128ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Δέκα χρόνια τὰ λέγομεν.
§129ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον διὰ νομίμων μέσων, διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἐπαρκεῖ, διότι πρόκειται περὶ πτωχοῦ Κράτους μὴ δυναμένου νὰ ἀναλάβῃ ἀμέσως τοιαῦτα βάρη, βαθμηδόν, λέγω, καὶ κατ’ ὀλίγον πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ λύσις· ἤδη προέχει ὁ διακανονισμὸς τῶν σχέσεων τσιφλικιούχου καὶ μορτίτου, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐξώσεως, ὁ διακανονισμὸς τοῦ τόκου, ἡ ἵδρυσις Γεωργικῆς Τραπέζης, ἡ κατασκευὴ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἡ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια. Τοιαῦτα ἔργα βελτιώσεως ὑπὲρ τοῦ Θεσσαλικοῦ πληθυσμοῦ ἔδει νὰ ἐπιδιώξωσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί. Ὡς ὅμως ἔχει ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τούτων πρότασις (ἀναγινώσκει)· «εἰδικὸς δ’ ἐπίσης νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν ἐν αὐτοῖς μικρῶν ἰδιοκτησιῶν», ἔχω ἀκράδαντον τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ εἰρημένη πρότασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεντεθῇ μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ ἀπετέλει ὄντως ἐξαμβλωματικὴν διάταξιν. Κύριοι, ἀναβαίνοντες τὸ βῆμα τοῦτο πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ὅτι δὲν ἐκπροσωποῦμεν ἁπλῶς τὴν ἐπαρχίαν, ἥτις ἔστειλεν ἡμᾶς εἰς τὸν περίβολον τοῦτον· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐκπροσωποῦμεν τὸ ἔθνος, βουλευόμενοι δὲ καὶ ψηφίζοντες πρέπει νὰ ψηφίζωμεν οὐχὶ μὲ τὴν καρδίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, νὰ ψηφίζωμεν καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν μὲ τὸν νοῦν, καὶ τότε μόνον θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἴδωμεν μεγάλην τὴν Ἑλλάδα, ὡς πάντες ὑμεῖς εὔχεσθε ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§131ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§132Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ διακόψωμεν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν 9 καὶ ½. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀθανασάκης ἔχει τὸν λόγον.
§135ΙΩ. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Κύριοι, δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦτο ἔλλειψις ἐκπληρώσεως καθήκοντος, ἐὰν δὲν ἤθελον ἐκφράσει τὴν γνώμην μου δημοσίᾳ. Ἴσως ἡ γνώμη μου αὕτη δὲν εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, ἀλλ’ ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαροῦ φρονῶ ὅτι πάντων αἱ γνῶμαι πρέπει ν’ ἀκουσθῶσι καὶ συζητηθῶσι μετὰ ἠρεμίας καὶ ἄνευ προκαταλήψεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πάντες ἐμφορούμεθα ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας καὶ δὲν ζητοῦμεν ἢ πῶς νὰ διορθώσωμεν τὰ θεσσαλικὰ πράγματα, ἤτοι νὰ βοηθήσωμεν τοὺς γεωργοὺς καὶ τοὺς κτηματίας, ἵνα προαγάγωσι τὴν γεωργίαν ἐν γένει. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναται σοβαρῶς ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ διάταξιν θεμελιώδη. Τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας, ὅπως ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου, εἶναι δικαιώματα τοιαῦτα, ὥστε, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπαράβατα. Τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν δὲν ἀντλοῦσιν ἐκ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ προϋπάρχουσιν αὐτοῦ, διότι ἀποτελοῦσι τὰ θεμέλια, τὰς βάσεις πάσης κοινωνίας. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας βλέπομεν ἀναγραφόμενον εἰς πάντα τὰ Συντάγματα ὡς δικαίωμα ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Βεβαίως οἱονδήποτε δικαίωμα τοῦ πολίτου, ἔρχονται περιστάσεις, καθ’ ἃς πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ ἐνώπιον τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ἐνώπιον τοῦ δικαιώματος τῆς Πολιτείας, τῆς Πολιτείας ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κηδεμὼν τῶν συμφερόντων τῶν ἀτόμων, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει, εἰμὴ ὅπως προαγάγῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων. Καὶ περιορισμὸς ἐτέθη εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀνεγράφη εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιώτου, τοῦ ἀτόμου, ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ ἐνώπιον τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, ὁσάκις παρουσιάζεται δημοσία ἀνάγκη ἢ δημοσία ὠφέλεια. Δὲν θὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» καὶ «δημοσία ὠφέλεια»· τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ὁσάκις ἐκ τοῦ προτεινομένου μέτρου πρόκειται νὰ προέλθῃ τὸ γενικὸν καλόν, νὰ ὠφεληθῇ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν, βεβαίως πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὸ δίκαιον τοῦ ἀτόμου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα γεννᾶται, τί ὑπονοοῦμεν διὰ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη», ὡς ἀναφέρει τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Βεβαίως ὑπάρχουσι Συντάγματα, τὰ ὁποῖα καθορίζουσι τί ἐννοοῦσι διὰ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ Ῥωμουνικόν, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ Συντάγματα, τὰ πλεῖστα, ὡς καὶ τὸ ἡμέτερον, τὰ ὁποῖα ἀναθέτουσι τοῦτο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία λοιπὸν εἶναι ἡ μόνη, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἑκάστης εἰδικῆς περιπτώσεως, ἂν ἡ περίπτωσις ἡ παρουσιαζομένη ὑπάγεται εἰς τὴν δημοσίαν ἀνάγκην ἢ οὔ. Καὶ ἡ ἑρμηνεία αὕτη θὰ ζητηθῇ οὐχὶ εἰς ὅσα ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν σήμερον. Ὁ συντάξας τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει πλέον, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς πλέον οὔτε νὰ τὸν ἀναπληρώσωμεν οὔτε νὰ τὸν συμπληρώσωμεν· ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἡ μόνη ἐντεταλμένη νὰ ἐφαρμόζῃ ἑκάστοτε τὴν διάταξιν ἐπὶ τῶν εἰδικῶν περιπτώσεων, αὐτὴ ἔχει νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ἄρθρον 17, καὶ θὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ ζητοῦσα τὰ στοιχεῖα τῆς ἑρμηνείας ἐκεῖ, ὅπου ζητοῦνται τὰ στοιχεῖα τῆς ἑρμηνείας πάντων τῶν νόμων, τουτέστιν εἰς τὰ Πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων καὶ τὰς γενομένας συζητήσεις, εἰς τὴν νομολογίαν, ἤτοι εἰς τὴν μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία λοιπὸν εἶναι ἡ μόνη, ἥτις ἔχει ἁρμοδιότητα, ἵνα ἑρμηνεύσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὁσάκις εἰδικὴ περίπτωσις παρουσιασθῇ καὶ οὐχὶ ἀφῃρημένως, οὐχὶ ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ δὲν φαντάζομαι, Κύριοι, ὅτι θὰ εὑρεθῇ Βουλή, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος τοῦ τόσον ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς θὰ φανῇ τοσοῦτον ἐπιλήσμων τῶν στοιχειωδῶν αὐτῆς καθηκόντων, ὥστε ν’ ἀναγάγῃ εἰς δημοσίαν ἀνάγκην περίπτωσιν, ἥτις δὲν εἶναι τοιαύτη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Βουλή, ἥτις θὰ παραδεχθῇ ὅτι εἶναι δημοσία ἀνάγκη ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ κτῆμα τοῦ ἑνός, ὅπως δοθῇ εἰς ἕτερον. Ἐννοῶ κάλλιστα τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ὅταν τὸ κτῆμα ἀφαιρεθῇ χάριν γενικοῦ συμφέροντος, οὐχὶ ὅπως εἷς ἰδιώτης τὸ ὠφεληθῇ καὶ καταστῇ κύριος αὐτοῦ. Θὰ ἐνόουν, Κύριοι, τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ἐὰν ἠδύνατο ἐπιστημονικῶς νὰ βεβαιωθῇ ὅτι τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν ὠφελεῖται ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπαλλοτριώσεως· τότε βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις καὶ τότε θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπεμβῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, πῶς δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὸ ἄρθρον 17 καὶ εἴτε διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ κειμένου, εἴτε διὰ τῆς προσθήκης τροπολογίας, ὡς ζητοῦσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, ἢ διὰ ψηφισμάτων καὶ ἑρμηνειῶν, νὰ συμπληρώσωμεν τὸν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει; Καί, ἂν πράξωμεν τοῦτο, δὲν φρονῶ ὅτι θὰ δεσμεύσωμεν μίαν μέλλουσαν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ οὕτως ἢ ἄλλως. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ὁ πάταγος, ὅλος αὐτὸς ὁ κοπετός, ἀφοῦ δὲν πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφασίσωμεν· ὄχι μόνον δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν, ἀλλὰ πάντες εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ζητοῦμέν τι, τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν εἶναι θεωρητικῶς ὀρθόν, οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύῃ ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ σήμερον ἢ εἰς προσεχὲς μέλλον. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν σοβαρῶς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τοῦτο, ὅτε ἠκούομεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς παρρησίας, ἥτις τὸν διακρίνει πάντοτε, νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀναλάβῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ἐψηφισμένου ἤδη δανείου, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπειγόντων συγκοινωνίας ἐξυπηρετούσης οὐ μόνον ἐμπορικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ στρατιωτικὰς ἀνάγκας; Ὅτε ἠκούομεν τοῦ αὐτοῦ Προέδρου λέγοντος ὅτι σκέπτεται καὶ μελετᾷ πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναλάβῃ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ δανείου τοῦ προωρισμένου διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, ὅτε ἠκούομεν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ συγκινήσεως ἀναγγέλλοντος εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἀφήνει ἔλλειμμα 4.500.000 καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἀντιδημοτικὸν τῆς δεκάτης ἢ τῆς ἕκτης ἐπὶ τοῦ σίτου πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ δάνειον, ὅπως ἐξαγοράσῃ τὰ κτήματα τὰ θεσσαλικὰ καὶ παραδώσῃ ταῦτα εἰς τοὺς γεωργούς; Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, διατί ν’ αὐταπατώμεθα καὶ διατί νὰ θέλωμεν νὰ πλανῶμεν καὶ τοὺς ἄλλους; Καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς ματαιοπονίας, περὶ ἀπωλείας χρόνου· πρόκειται περὶ βλάβης θετικῆς, ἡ ὁποία προσγίνεται οὐ μόνον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τοὺς γεωργούς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον· καὶ διὰ μὲν τοὺς ἰδιοκτήτας ἡ βλάβη εἶναι προφανής, διότι τὰ κτήματά των τίθενται ἐκτὸς συναλλαγῆς. Τίς ἐκ τῶν γαιοκτημόνων θέλετε νὰ προβῇ εἰς παραγωγικὰς δαπάνας ὑπὲρ τοῦ κτήματος αὐτοῦ, ὅταν ἔχῃ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους κρεμαμένην ὑπὲρ τὴν κεφαλήν του, ὅταν σκέπτηται ὅτι δυνατὸν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ, ἵνα φέρωσι καρποὺς μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη, νὰ μὴ τὰς καρπωθῇ οὔτε αὐτὸς οὔτε τὰ τέκνα του, ἀλλ’ ἄλλοι ξένοι; Καὶ δὲν ἀπομακρύνει ἡ τοιαύτη ἰδέα, ὁ τοιοῦτος φόβος, πάντα ὁμογενῆ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐλπίδα ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἔλθῃ εἰς τὸν τόπον του καὶ θὰ φέρῃ ὄχι μόνον τὸν δι’ ἐντίμου ἐργασίας κτηθέντα πλοῦτόν του, ἀλλὰ καὶ τὰ φῶτά του, τὴν πολύτιμον πεῖράν του; Οἱ δὲ γεωργοὶ πῶς θέλετε νὰ ἐργασθῶσι μετὰ τῆς προσηκούσης πλέον προσοχῆς καὶ γαλήνης, ὅταν διατελῶσιν ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας; καὶ ποίαν ἁρμονίαν δύνανται νὰ ἔχωσι μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅταν ὁ εἷς ὑποβλέπῃ τὸ κτῆμα τοῦ ἄλλου, ὅταν βαυκαλίζηται μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ καταστῇ κύριος τοῦ κτήματος πληρώνων δόσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τέλους δὲν θὰ πληρώσῃ; Τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησις τῶν γεωργῶν· ἂς μὴ πλανώμεθα, διότι, ἂν ἐγνώριζον ὅτι πρόκειται νὰ πληρώσωσι, δὲν ἤθελον κηδεμονίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· δύνανται νὰ ἀγοράσωσιν οἱ ἴδιοι καὶ ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, καὶ τὸ παράδειγμα τὸ ἔχομεν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἔχομεν, Κύριοι, τὸ παράδειγμα, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ κοπτώμεθα εἰς θεωρίας. Ἔχομεν τὰ δύο συστήματα· τὸ τῆς αὐτεπιλογῆς, τουτέστιν ἐκείνους τοὺς γεωργούς, οἱ ὁποῖοι, ἐργατικοὶ καὶ τίμιοι, εἰργάσθησαν καὶ ἀπέκτησαν κτήματα μόνοι των. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι 160 ὁλόκληρα τσιφλίκια ἠγοράσθησαν ὑπὸ τῶν χωρικῶν ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι τῆς σήμερον, πρᾶγμα μοναδικόν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀμφιβάλλω ἂν ἔχει γίνει καὶ εἰς ἄλλα μεγαλείτερα γεωργικὰ ἔθνη, πρᾶγμα, λέγω, μοναδικόν, ὅταν λάβωμεν μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τοὺς δυσμενεστάτους ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διατελεῖ ἡ Θεσσαλία. Ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐκηδεμόνευσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τοὺς ὁποίους διένειμε τὰ Στεφανοβίκεια κτήματα. Καὶ ἐδῶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σημειώσω τὰ ἑξῆς, ὅτι ἐκ τῶν 1408 κληρούχων τὴν πρώτην δόσιν ἐπλήρωσαν 971, τὴν δευτέραν 879 καὶ τὴν τρίτην οὐδείς.
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε ἔληξεν ἡ τρίτη δόσις;
§137Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου 1910.
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος πταίει;
§139Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Οὐδείς· ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων οὐδεὶς εὐθύνεται.
§140ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τηλεγραφήσητε ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς θέσεώς σας πρὸς τὸν ταμίαν Τρικκάλων, καὶ ἂν εὕρητε πλέον τῶν 2%, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωσαν τὴν τρίτην δόσιν, τότε θὰ παραδεχθῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον.
§141Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὰ λέγω ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐζήτησα καὶ μοὶ ἐδόθη σημείωμα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§142Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, κύριε Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ βήματος, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ταχθῶμεν πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βοζίκη 5 ἢ 4 Βουλευταὶ καὶ θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἐννοεῖτε κάλλιστα περὶ τίνος πρόκειται.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἰδοποιῶ τοὺς κ. κ. Θεσσαλοὺς Βουλευτὰς ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἔχουσι κερδίσει τὰς συμπαθείας τῆς Βουλῆς ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἂς μὴ θελήσωσι λοιπὸν νὰ χάσωσι τὰς συμπαθείας ταύτας κάμνοντες τοιαύτας διακοπάς. Καὶ ἡ γνώμη τῶν ἀντιφρονούντων εἶναι σεβαστὴ καὶ ὀφείλουσι νὰ ἀκούωσι μετὰ σεβασμοῦ τὰς γνώμας τούτων.
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τοιαύτης ἀξίας μάλιστα.
§145Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Δὲν πρόκειται περὶ λόγων, πρόκειται περὶ πραγμάτων· δὲν ἐβεβαίωσα τίποτε ἐκ γνώσεως ἰδίας· ἐγὼ ἐζήτησα μίαν σημείωσιν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μοὶ ἐδόθη αὕτη. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀκριβής, δὲν πταίω ἐγώ. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις. Ἀλλά, Κύριοι, ἤκουσα νὰ παριστάνωσι τὴν θέσιν τῶν γεωργῶν μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα, καὶ ἤκουσα ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ διαμαρτυρηθῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου. Ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγηται ὅτι ὑπάρχουσι δοῦλοι ἐν Ἑλλάδι. Οὐδεὶς δοῦλος ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ἐκτός, Κύριοι, ἂν νομίζητε ὅτι δοῦλοι εἶναι οἱ δοῦλοι τοῦ καθήκοντος, οἱ δοῦλοι τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἀνέλαβον νὰ ἐκτελέσωσι. Τοιοῦτοι δοῦλοι εἴμεθα πάντες, καὶ τὸ καυχῶμαι, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος μέχρι τοῦ κατωτάτου. Οἱ πάντες ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπέλθωσιν· εἶναι ἐλεύθεροι· ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν εἶναί τις ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὑτοῦ, οὔτε ὁ μηχανικὸς δύναται νὰ ἀφήσῃ τὴν θέσιν του καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν λιακάδα, οὔτε ὁ γεωργὸς τὸ ἄροτρον, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἄδειαν. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι τόσον ζοφερὰ ἡ θέσις τῶν γεωργῶν ἐν Θεσσαλίᾳ; Εἶναι τόσον κατακριτέον τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας; Ἐξετάσωμεν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διατελοῦσιν οἱ γεωργοί, καὶ τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας αὐτῶν—διότι καὶ ἐγὼ δὲν παύω νὰ ἀναγνωρίζω ὅτι κακοδαιμονοῦσιν οὐ μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται—ἐξετάσωμεν ποῦ ἔγκεινται τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας ταύτης. Τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας δὲν εἶναί τι σύστημα ἐφευρεθὲν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἢ ἐπὶ τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως· εἶναι σύστημα παλαιόν, ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐφαρμοσθὲν καὶ ἐξακολουθοῦν ἐφαρμοζόμενον καὶ εἰς Κράτη, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται περισσότερον ἡμῶν πεπολιτισμένα, ὡς ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ἐκεῖ δὲ εὑρίσκομεν τὸ σύστημα τοῦτο οὐ μόνον ἐν μεγάλῃ κλίμακι, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ὅρους δυσμενεστέρους ἐκείνων, ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὸ ἐν Ἰταλίᾳ ἐφαρμοζόμενον σύστημα ὁ γεωργὸς ὀφείλει νὰ δώσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ σπόρου καὶ τὸ ἥμισυ ὁ ἰδιοκτήτης, ἐνῷ ἐν Θεσσαλίᾳ ὅλον τὸν σπόρον δίδει ὁ ἰδιοκτήτης. Ὁ ἐπίμορτος καλλιεργητὴς ἐν Θεσσαλίᾳ ἔχει τὴν κατοικίαν του, ἔχει στάβλον, πρόβατα, κτήνη, ἔχει ἄφθονον νομήν, ἔχει δ’ ἐν τέλει καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον τὸν ἀποζημιοῖ βεβαίως ἀπὸ ὅλους τοὺς κόπους του διὰ τὴν ἐργασίαν του. Τοιοῦτος εἶναι ὁ συνεταιρισμὸς τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας ἐκεῖ, τὸν ὁποῖον θὰ ηὐχόμην νὰ εἴχομεν καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἐργασίας. Ἓν ἄτοπον ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐφαρμόζεται ἡ ἀστικὴ νομοθεσία ἐπὶ ἀγροτικῶν κτημάτων. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζωμεν τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα εὐκόλως δύνανται νὰ διορθωθῶσι, δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐξεγείρουσιν εἰς ἐπανάστασιν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἐλεεινὴ καὶ κακὴ ἡ θέσις τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, ὡς τὴν παρουσίασαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἤκουσα, Κύριοι, δεινὴν καταφορὰν κατὰ τῶν τσιφλικιούχων, τῶν 250 ἢ 300. Καὶ ποῖοι εἶναι οὗτοι; Οἱ Καραθεωρῆδες, οἱ Μαυροκορδᾶτοι, οἱ Φωτιάδαι, οἱ Ζωγράφοι καὶ ἄλλοι εἶναι τάχα Ῥωμοῦνοι ἢ Βούλγαροι, οἱ ὁποῖοι ἐπέδραμον καὶ λυμαίνονται τὸν τόπον; Καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται πρὸς καταπίεσιν τῶν γεωργῶν; Διότι ἔφθασε, Κύριοι, εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μέχρι τοῦ νὰ ἐξορκίσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ κάμῃ ὑδραυλικὰ ἔργα, διότι θὰ ὠφεληθῶσι μόνον 200 ἢ 300 ἰδιοκτῆται! Καὶ ἐπιτρέπονται νὰ λέγωνται τοιαῦτα, ὅταν συζητῶμεν σοβαρῶς ἐπὶ τοιούτου ζητήματος; Πῶς θὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται, χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ ὁ γεωργός; Καὶ ποῖος θὰ ὠφεληθῇ περισσότερον; Ποῖος θὰ ὠφεληθῇ περισσότερον, ὅταν τὸν μὲν σπόρον δίδῃ ἐξ ὁλοκλήρου ὁ ἰδιοκτήτης, τὸν δὲ καρπὸν διανέμωνται ἐξ ἴσου;
§146Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τότε θὰ εἶναι ἠλίθιοι, ὅταν ζητῶσιν ἀπαλλοτρίωσιν. (Ἱλαρότης).
§147Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἄλλα εἶναι τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας, Κύριοι, καὶ ἐκεῖνα πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν. Ἐὰν κηδώμεθα πράγματι τῶν συμφερόντων τῶν γεωργῶν, ὡς ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πάντες κηδόμεθα ἀκολουθοῦντες γνώμην ἴσως ὑμεῖς πεπλανημένην, ἴσως ἐγώ, ἀλλὰ πάντες κηδόμεθα καὶ ὅλοι ἀγόμεθα ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως, φρονῶ ὅτι ἀλλοῦ πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας οὐ μόνον τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν, ἐπαναλαμβάνω, τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆται δὲν εὑρίσκονται καθόλου εἰς εὐχάριστον θέσιν, περὶ τούτου δὲ δύναταί τις νὰ πεισθῇ, ἐὰν διέλθῃ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἴδῃ πόσα τσιφλίκια εἶναι ὑποθηκευμένα, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ ἰδιοκτῆται τούτων τῶν τσιφλικίων· θὰ ἦσαν δὲ εὐτυχεῖς, ἐὰν ἠδύναντο νὰ λάβωσιν ἀντὶ τῶν τσιφλικίων τούτων ὅσα τοῖς ἐστοίχισαν! Ἄλλα εἶναι τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας τούτων. Ἓν τῶν αἰτίων τούτων, ἐκτὸς τῆς δημοσίας ὑγείας (ἅπασα ἡ Θεσσαλία κατατρύχεται ὑπὸ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν), εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀγροτικῆς ἀσφαλείας· δὲν λησμονεῖτε τὸν φόνον τοῦ δυστυχοῦς Βλιτσάκη συμβάντα πρὸ δύο ἐτῶν εἰς ἀπόστασιν ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ. Ἡ δικαιοσύνη γνωρίζετε, Κύριοι, πόσον βραδέως ἀποδίδεται. Εἶδον πρὸ ἡμερῶν δικογραφίαν ὀγκωδεστάτην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο περὶ προσωρινῶν μέτρων, περὶ ῥοῆς ὕδατος. Ἡ δίκη αὕτη εἶναι ἐκκρεμὴς ἀπὸ τοῦ 1882. Ἐπὶ τριακονταετίαν δὲν κατώρθωσεν ὁ δυστυχὴς ἰδιοκτήτης νὰ ἀποκτήσῃ τὸ νερό του, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔκοψεν ὁ γείτων, καὶ τὴν δίκην ταύτην θὰ γνωρίζωσι πάντες οἱ ἐκ Καρδίτσης κ. κ. συνάδελφοι· εἶναι ἡ μεταξὺ Μαλλιοπούλου καὶ Ἀγαθοκλέους.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ οἱ δύο πολιτευόμενοι.
§149Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ εὑρισκόμενος ὁ εἰρηνοδίκης μεταξὺ τῶν δύο τούτων πολιτευομένων, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, εὑρίσκετο εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς Ἑλλάδος. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης. Τρίτον αἴτιον εἶναι ἡ πληγὴ τῆς τοκογλυφίας. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχῃ Τράπεζα Γεωργική, ἡ ὁποία νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἐλαφρῷ τόκῳ εἰς τοὺς γεωργούς. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν τοιαύτη δὲν ὑφίσταται, καὶ ἡ τοκογλυφία ἐξασκεῖται ἐν Θεσσαλίᾳ ἐν μεγίστῃ κλίμακι. Καὶ ἐν τούτοις καὶ ὑπὸ τοιαύτας δυσμενεῖς συνθήκας κατώρθωσαν οἱ γεωργοὶ νὰ ἐξαγοράσωσιν 160 καὶ πλέον τσιφλίκια. Ἐὰν θέλωμεν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς γεωργούς, ἂς ἑνώσωμεν τὰς προσπαθείας μας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεως. Ἐὰν τοῦτο κατορθώσωμεν, τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν· οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ τὴν παρέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ γεωργοὶ θὰ ἀγοράσωσι καλλίτερον καὶ εὐθηνότερον οἱονδήποτε κτῆμα. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Σλῆμαν, ὅτι ἡ ἑκουσία ἀπαλλοτρίωσις γίνεται ὑπὸ δυσμενεῖς ὅρους καὶ ἐκμεταλλεύονται τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο εἶναι ζήτημα συναλλαγῆς καὶ οὐδὲν πλέον. Τοιαῦτα συμβαίνουσι καὶ εἰς τὴν ἑκουσίαν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ εἰς τὴν ἀναγκαστικήν, καὶ ἐὰν ἐπιθυμῆτε ἓν παράδειγμα ἐπίσης σκανδαλῶδες, σκανδαλωδέστερον ἴσως ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, κάμετε ἕνα περίπατον μέχρι τῆς ἀκτῆς τοῦ Φαλήρου, μέχρι τῆς θαλάσσης, ἵνα ἴδητε τὴν θάλασσαν τοῦ Φαλήρου ἀπαλλοτριωθεῖσαν ἀναγκαστικῶς ἀντὶ 800 χιλιάδων δραχμῶν.
§150Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῦ;
§151Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Τὰ οἰκόπεδα τὰ πρὸ τοῦ Ζωολογικοῦ Κήπου, ἵνα γίνῃ πλατεῖα. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, Κύριοι, καὶ δὲν πρέπει νὰ χανώμεθα εἰς λόγους καὶ θεωρίας. Πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν καὶ νὰ ἑνώσωμεν τὰς προσπαθείας μας, ὅπως δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεως, ἂς εἴμεθα δὲ βέβαιοι ὅτι οὐ μόνον δὲν θὰ ζημιώσωμεν τούτους, ἀλλὰ θὰ τοὺς ὠφελήσωμεν, καὶ θὰ μείνωσιν εὐχαριστημένοι. Ἐνόμισα καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα· ἡ γνώμη μου πιθανὸν νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι λέγων ταῦτα εἶμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ ταύτῃ ἀναπαύω τὴν συνείδησίν μου.
§152Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ βαθὺς τῶν θεσσαλικῶν πραγμάτων γνώστης, ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Γεωργιάδης, ἐγένετο ὁ ἐμπνευσμένος εἰσηγητὴς τῶν θεσσαλικῶν δικαίων ἐνώπιον ὑμῶν· ἡ ἀγόρευσίς του ὑπῆρξεν ἁγνὴ καὶ ἄδολος, ὅπως εἶναι ἁγνὸν καὶ ἄδολον τὸ λευκόν του γῆρας, εἰς τὰς στροφὰς δὲ τὰς ἀμιμήτους τῶν λόγων του εἶδον πολλῶν συναδέλφων τοὺς ὀφθαλμοὺς νὰ δακρύωσιν. Αὐτὸ ὑπῆρξε σημεῖον κινδύνου δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντίθετον πρὸς τοὺς θεσσαλικοὺς πόθους γνώμην. Καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν τὴν εὔστροφον περὶ ἀπαραδέκτου πρότασιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ μοναδικὴν βάσιν ἔχουσαν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν ἀπὸ αἰσθηματολογικῶν θεωριῶν. Δὲν δυνάμεθα τῳόντι νὰ συζητῶμεν ἀπὸ αἰσθηματολογικῶν ἀπόψεων, ὅταν τὰ ζητήματα δὲν γεννῶσιν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἱερὰν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν εἴδομεν ὅτι παρήγαγεν ἡ ἐμπνευσμένη ἐκείνη ἀγόρευσις τοῦ πρεσβύτου Θεσσαλοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἔχομεν ὑψίστην ὑποχρέωσιν συνελθόντες εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο νὰ σκεφθῶμεν πρώτιστα πάντων περὶ ἐκείνων τῶν θεμάτων, ἅτινα ἀπασχολοῦσι κυριώτατα τὸ Ἑλληνικόν, καί, ὅτε τοιαύτην ἀποστολήν, Κύριοι, ἔχομεν, νομίζω ὅτι τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα κυριώτατα ὀφείλει νὰ ἐπισπάσηται τὴν ἡμετέραν προσοχήν. Ἂν τοῦτο συνδέηται πρὸς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ἐν αὐτῷ πρέπει νὰ δώσωμεν τὸν τόνον τῆς θεσσαλικῆς ὑποθέσεως. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ἀπεμακρύνθη τῆς ἐννοίας καὶ τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ οἱ ἐξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ ἓξ Βουλευταὶ ἐνόμισαν προσῆκον, ἵνα τὸ ἄρθρον 17 μεταρρυθμίσωσι προσθέτοντες ὅτι εἰδικοὶ νόμοι θέλουσι κανονίσει τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως ὀρυκτῶν, μεταλλείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων. Καὶ εὐλόγως, διότι προσήκει νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐτῶν τῶν νομημάτων, περὶ αὐτῶν τῶν θησαυρῶν τῶν Ἑλληνικῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν περὶ εἰδικοτήτων, περὶ θεμάτων οὐχὶ γενικῶν, ἔχομεν ἓν μέγα εἰδικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, καὶ τὸ μέγα αὐτὸ εἰδικὸν θέμα εἶναι ἡ λῆψις σοβαρῶν μέτρων περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαιώματα, ἐπίσης ὅπως πάντες οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, νὰ ζητήσωσι τὴν ἀποκατάστασιν αὑτῶν. Καὶ ἠρωτήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὑπάρχει ἆρά γε ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν χωρικῶν; καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη ἆρά γε εἶναι ἐπείγουσα; Μήτοι ἆρά γε ἡ ἀνάγκη αὕτη προσκρούει εἰς ἄλλα δικαιώματα, ἱερώτερα τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναμένουσιν οἱ ἀγρόται τῆς Θεσσαλίας νὰ ἴδωσι παρεχόμενα αὐτοῖς παρ’ ἡμῶν; Μήτοι ἆρά γε ὑπάρχουσιν ἐπιστημονικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην διαρρύθμισιν τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος; Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχον ὅλοι οἱ ἐπιστημονικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπεκώλυον ἡμᾶς νὰ μεταρρυθμίσωμεν, ὅπως προτείνομεν οἱ Βουλευταὶ Θεσσαλίας, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, καὶ μόνη ἡ περίστασις ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς παραβάσεως τῶν ἐπιστημονικῶν κανόνων προσφέρομεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς μέγιστον τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ μόνη ἡ περίπτωσις αὕτη, λέγω, θὰ ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν Βουλὴν Ἑλλήνων νὰ παρίδῃ τοὺς λόγους τούτους τοὺς ἐπιστημονικούς. Ἀλλὰ τῳόντι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι λόγοι κωλύοντες ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τὴν συνταγματικήν, καθὼς οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ προτείνομεν; Ὑπάρχει ἡ ἱερότης τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ὑπάρχει τὸ ἀπαραβίαστον αὐτῆς, εἶπον οἱ ἐναντιοφρονοῦντες, ὡς ἐὰν ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ, διὰ νὰ κηρύξωμεν ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν, νὰ ἀναιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς ἐὰν ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ δῃώσωμεν, νὰ λεηλατήσωμεν, νὰ ἁρπάσωμεν, διὰ νὰ ἔχωσιν οὕτω τὸ δικαίωμα αὐτοὶ νὰ μᾶς ἀντιτάξωσι τὴν ἱερότητα καὶ τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς πρῶτοι διεκηρύξαμεν καὶ διακηρύσσομεν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ μέγα αὐτὸ δικαίωμα τοῦ ἀτόμου, ἀλλά, καὶ ἂν δὲν ἠθέλομεν ἀκόμη ἀναγνωρίσει τὴν ἱερότητα τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, δὲν θὰ εἴχομεν βεβαίως τὸ θάρρος νὰ καλέσωμεν ὑμᾶς συναρωγοὺς εἰς μίαν Ἑλληνικὴν λεηλασίαν. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα). Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, Κύριοι, εἶναι τῳόντι σεβαστόν. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, προχωρῶ περισσότερον ἀκόμη, εἶναι ἔμφυτον, ἀλλ’ εἶναι τάχα ἔμφυτον μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη κεκτημένον αὐτό; Εἶναι ἔμφυτον εἰς ἐκείνους μόνον, οἱ ὁποῖοι στραγγαλίζουσι τοὺς ἀγρότας τῆς Θεσσαλίας, εἶναι ἔμφυτον μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποκερδαίνουσιν ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ἄλλων; Τὴν ἱερότητα τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, λέγω, ἀναγνωρίζομεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἔστεργεν οὔτε ὁ τελευταῖος Θεσσαλὸς ἀγρότης νὰ δεχθῇ ἄνευ ἀποζημιώσεως τὴν διανομὴν τῶν θεσσαλικῶν κτημάτων. Γινώσκετε, Κύριοι, ὑπὸ ποίας συνθήκας ὑφίσταται ἡ ἰδιοκτησία ἐν Θεσσαλίᾳ· ὁ εὔγλωττος καὶ σεβαστὸς κ. Γεωργιάδης σᾶς ἀνέπτυξε τὰ περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἓν γεγονὸς δὲν γνωρίζετε βεβαίως, ὅπως δὲν τὸ ἐγνώριζον καὶ ἐγὼ ἀκόμη μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καίτοι ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀσχολοῦμαι εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα· δὲν ἐγνώριζον τὸ ἑξῆς γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς καταπλήξῃ, διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως οἱ ἐναντιοφρονοῦντες δὲν θὰ ἔχωσιν οὔτε λέξιν νὰ εἴπωσιν. Δὲν ἀρκοῦνται οἱ Κύριοι, οἱ Γοσποδάροι τῶν θεσσαλικῶν πεδιάδων, δὲν ἀρκοῦνται εἰς ὅ,τι καθιέρωσε τὸ δουλικὸν ἔθιμον νὰ δίδωσιν αὐτοῖς οἱ μορτῖται ἐκ τῶν γαιῶν, ἃς παρέχουσι τοῖς ἀγρόταις εἰς καλλιέργειαν· ὄχι, δὲν ἀρκοῦνται εἰς τοῦτο, ἀλλά, ἄν τις φιλοπονώτερος ἀγρότης ἢ εὐτυχέστερος ἴσως τῶν ἄλλων ἀπεκόμισε διὰ μακρῶν ἐργασίας ἀγώνων ἀποταμίευμά τι χρηματικόν, καὶ δι’ αὐτοῦ κατώρθωσε ν’ ἀγοράσῃ τμῆμά τι ἐκ τοῦ κτήματος τοῦ μεγάλου αὐθέντου, ὁ τσιφλικιοῦχος ἀξιοῖ νὰ λάβῃ τὸ ἓν τρίτον, προκειμένου περὶ πεδιάδος Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης, ἢ τὸ ἥμισυ τοῦ προϊόντος προκειμένου περὶ τῆς Λαρισαϊκῆς πεδιάδος. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, τὴν ψυχολογικὴν καὶ δικαιολογικὴν βάσιν αὐτῆς τῆς τερατώδους τυραννίας. Εἶσαι ὑποχρεωμένος, λέγει ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ τσιφλικίου πρὸς τὸν ἀγρότην Θεσσαλόν, εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ δουλεύῃς δι’ ἐμέ, εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ δουλεύῃς μόνον ἐπὶ τῶν γαιῶν μου, καὶ ἔχω δικαίωμα ἀπόλυτον ἐπὶ τῆς ἐργασίας σου τῆς ἀόκνου, τῆς ἀδιακόπου, τῆς ἐνδελεχοῦς. (Εὖγε, εὖγε).
§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι σωματεμπορία.
§154Γ. ΠΩΠ. Ἐν τούτοις ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ διεφώνουν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν μεθ’ ὑμῶν, θὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἴσως ἡ ἀφορμὴ αὐτή, τὴν ὁποίαν προβάλλετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκείνη, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγετε καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίσπορος. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν θὰ γνωρίζῃ ἐν λεπτομερείᾳ, καὶ νομίζω ὅτι πάντες οἱ ἀπὸ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μορφῆς ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ θέματος πρέπει νὰ λέγωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πιστεύομεν ὡς ἀληθῆ, ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὰ πράγματα παρουσιάζουσιν ὡς ἀληθῆ. Ὑπάρχει δὲ ὁ κίνδυνος ὅτι, ὁσάκις γίνεται ἡ καλλιέργεια ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ κτήματος, συμβαίνει ὥστε ὁ σωρὸς τῆς συγκομιδῆς τοῦ ἐπιμόρτου καλλιεργητοῦ νὰ ἐξογκῶται πρὸς ζημίαν τοῦ σωροῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ κτήματος, τοῦ ὁποίου καλλιεργεῖ τὴν μορτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀφαιρεῖται μέρος τοῦ καλλιεργουμένου.
§155Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς λέγω, Κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ ἐννοήσητε καλῶς, ὅτι ὁ χωρικὸς ὁ μορτίτης, ὁ κολλήγας εἶναι ἰδιοκτήτης, ἀγοράσας δι’ ἰδίων χρημάτων τὸν ἀγρόν, ὅστις δύναται νὰ κεῖται, ὅπου θέλετε, ἐκεῖ, ἔνθα θέλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν· κεῖται ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου· ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιῶδες, ὅτι ὁ ἀγρὸς ἠγοράσθη ὑπ’ ἐκείνου τοῦ ἀθλίου χωρικοῦ διὰ χρημάτων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς γνωρίζει διὰ τίνων κακοπαθειῶν καὶ ταλαιπωριῶν καὶ ἀθλιοτήτων ἀπεταμίευσεν, ἠγοράσθη, ἀκούσατέ το! μὲ ἰδικά του χρήματα (αἴσθησις)... Σᾶς πειράζει τὸ γεγονός, ἀλλὰ πρέπει καλῶς νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἰδίᾳ αὐτοί, οἵτινες κόπτονται ὑπὲρ τῆς ἱερότητος τῆς ἰδιοκτησίας, πρέπει καλῶς νὰ μάθωσιν ὅτι ἠγοράσθη ὁ ἀγρὸς δι’ ἰδίων τοῦ χωρικοῦ χρημάτων, ὁ σπόρος ὁ ἀνήκων εἰς τὸν χωρικὸν ἐρρίφθη εἰς τὴν γῆν ὑπ’ αὐτοῦ, ὁ ἱδρώς του ἐπότισε τὴν γῆν ἐκείνην, τὸ ἄροτρόν του τὸν ἠροτρίασε, τὸ τέκνον του ἐκοπίασεν, ἐκεῖνος ἐκινδύνευσε νὰ πάθῃ ἀπὸ ἡλίασιν καί, ὅταν ἔρχηται ἡ στιγμὴ τῆς συγκομιδῆς, ὀγκοῦται πρὸ αὐτοῦ τὸ παράστημα τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος τῷ λέγει· ἀπὸ τὸν ἱδρῶτά σου θὰ μοὶ δώσῃς τὸ ἓν τρίτον! (Χειροκροτήματα). Καὶ ὅταν ὑπάρχῃ κανεὶς ἀπειθὴς εἰς τὴν ἐπιταγὴν αὐτήν, σύρων ἐλεεινόν τι ῥάκος ὑπερηφανείας, καὶ δὲν ὑποτάσσεται εἰς τὴν ἐπιταγὴν αὐτὴν τοῦ αὐθέντου, τοῦ Γοσποδάρου, αὐτὸς ἐνάγεται ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων. Ἀκούσατε δὲ καὶ φρίξατε! Ἐνήχθη τούτων τις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου Τρικκάλων, καὶ ἐκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη ἀπεδίωξε τὸν ἰδιοκτήτην τὸν ἄπληστον καὶ ἀπέρριψε τὴν ἀγωγήν του, ἀλλ’ ἐν Καρδίτσῃ ὑπάρχει ἄλλου εἴδους Δικαστήριον, ἡ δικαιοσύνη τῆς Καρδίτσης εἶναι μητρυιά, καὶ ἡ ἄστοργος αὕτη μητρυιὰ εἶπεν ὅτι δυνάμει τοῦ ἀπαισίου συλλογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸ ὀλίγου εἰς ὑμᾶς, εἶναι ὑπόχρεος ὁ χωρικὸς νὰ δώσῃ τὸ ἓν τρίτον τοῦ τιμίου αὐτοῦ προϊόντος, εἶπε δὲ καί τι φρικαλεώτερον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐγνώρισα πρὸ ὀλίγου· εἶπεν ὅτι ὁ ἀγρότης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν αὐθέντην νὰ ἁρπάσῃ τὸν ἱδρῶτα αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, εἶπεν ὅτι ὁ ἀγρότης αὐτὸς εἶναι ἐγκληματίας, εἶπεν, ὅτι εἶναι κλέπτης καὶ ἐτιμώρησεν αὐτόν. (Βαθεῖα αἴσθησις).
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ δικασταί;
§157Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τοὺς γνωρίζω· γνωρίζω τὸ γεγονός, τὸ πιστοποιῶ, εἶναι ἀληθές· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τὰ ὀνόματα τῶν δικαστῶν.
§158Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Κατεδικάσθησαν, εἴπετε;
§159Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα· κατεδικάσθησαν, κύριε Ζαβιτσᾶνε· εἶναι ἀπίστευτον, ἀλλ’ ἀληθὲς δυστυχῶς. Ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν παρίσταται εἷς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς βορειοτέρας Θασσαλίας· αὐτοῦ ὁ πατὴρ ὑπῆρξεν ὁ ἐναγόμενος, ἀλλ’ αὐτὸς ἐνήχθη ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης τῶν Τρικκάλων, καὶ κατ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἀπερρίφθη ἡ ἀγωγή· εἶναι ὁ κ. Γιουβρῆς. (Αἴσθησις).
§160Ν. ΓΙΟΥΒΡΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα· καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ πατρός μου.
§161Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ βεβαιῶ, διότι τὰ γνωρίζω ἐκ πληροφοριῶν ἀσφαλῶν.
§162Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δέχομαι τοῦτο· νὰ δεχθῶμεν ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται καταπιέζουσι τοὺς χωρικούς, ὅτι πάντα ταῦτα, ὅσα λέγετε, εἶναι ἀληθῆ. Θεωρεῖτε σεῖς ὅτι τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν αὐτὰ τὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν, διὰ νὰ τὰ δώσωμεν ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους εἰς τοὺς χωρικούς; Ἢ δικαιολογεῖ μόνον κανονισμὸν τῶν σχέσεων, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τῶν τσιφλικιούχων;
§163Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τί δικαιολογεῖ. Θὰ σᾶς προσθέσω τίνας ὑποχρεώσεις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ γεγονός, ὅτι ἓν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ταλαιπωρεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§164Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ νὰ συζητήσωμεν.
§165Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ θὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ διατί δὲν σᾶς ἀρέσκει ἡ ἄλλη ὄψις καὶ θέτετε τὰ γεγονότα ὑπὸ ἀμφισβήτησιν;
§166Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅλα μοὶ ἀρέσκουσιν.
§167Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πιθανόν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἕξιν, ὅταν ἀνέρχωμαι ἐδῶ (δεικνύει τὸ βῆμα) καὶ ὅταν ἔτι εἶμαι κάτω αὐτοῦ, νὰ μὴ λέγω τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἀσφαλῶς ὅτι εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀληθές. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ θέτωσί ποτε ὑπὸ ἀμφιβολίαν πᾶν ὅ,τι λέγω, διότι μόνον ὅ,τι γνωρίζω καλῶς λέγω, καὶ τὸ λέγω, διότι γνωρίζω ὅτι εἶναι ἀληθές. (Χειροκροτήματα) Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. πρέπει ἆρά γε, ὑπάρχει ἆρά γε ἀνάγκη, καὶ ἔχομεν δικαίωμα νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ Σύνταγμά μας τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐκ Θεσσαλίας κ. κ. Βουλευταὶ ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;
§168ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πότε ὑπεβλήθη;
§169Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπεβλήθη πρὸ καιροῦ καὶ ἀπεφάνθη, σεβαστὲ συνάδελφε, ἡ ἐπιτροπή.
§170ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποία ἐκ τῶν τροπολογιῶν;
§171Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτή, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν ἐν αὐτοῖς μικρῶν ἰδιοκτησιῶν». Τί λέγει, Κύριοι, αὐτὴ ἡ τροπολογία, αὐτὴ ἡ προσθήκη εἰς τὸ Σύνταγμα; Τί λέγει, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ διεγείρῃ αὐτὴν τὴν ἄκαμπτον ἀντίδρασιν ἀπὸ μέρους τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν τσιφλικιούχων Θεσσαλῶν; Τί λέγει; Μήπως λέγει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλίας μὲν τὴν καταγωγήν, ἀλλὰ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ἀθανασάκης; Μήπως λέγει ἆρά γε ὅτι πρέπει μόλις ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης, μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς τροπολογίας νὰ τρέξωμεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, διὰ νὰ καταλάβωμεν πλέον τὰ κτήματα ἀκωλύτως;
§172Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἰς τὴν «Πρωινὴν» εἶδον ὅτι ἐγένετο κατανομὴ χωρίου ἀπὸ τοὺς κολλήγας.
§173Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ σταματήσω ὅπως τὸ ἀκούσω. Μήπως ἆρά γε πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν νόμον, ὡς εἶπον οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὁ ὁποῖος ἀνατρέπει ἄρδην τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας; Ὅτε τὸ Σύνταγμα, ὡς ἀναθεωρηθήσεται, καὶ δὴ ἐν τῷ οὐσιώδει μέρει τοῦ 17 ἄρθρου αὐτοῦ, λέγει (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσῃ, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως», προστίθεται δὲ ὅτι (ἀναγινώσκει): «Εἰδικοὶ δ’ ἐπίσης νόμοι θέλουσι κανονίσει τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων», ζητοῦμεν δ’ ἡμεῖς νὰ προστεθῶσι καὶ ταῦτα: «Εἰδικὸς ἐπίσης νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν ἐν αὐτοῖς μικρῶν ἰδιοκτησιῶν», ἀνατρέπομεν, κύριε ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτά, τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀνατρέπομεν τὴν ἱερότητα τοῦ δικαιώματος αὐτῆς;
§174Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε δι’ αὐτό.
§175Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ τὸ εἴπητε μετ’ ὀλίγον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀποκρούω κατ’ ἀνθυποφοράν. Ἡ ἰδιοκτησία ἆρά γε δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως προσβάλλεται; Καὶ προσβάλλεται κατὰ πρώτην φοράν, καὶ προσβάλλεται ἄνευ δικαιώματος ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας; Ὅταν καταλαμβάνωμεν τὴν ἀκίνητον περιουσίαν τοῦ ἄλλου, διὰ νὰ σχηματίσωμεν μίαν πλατεῖαν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ ἀντιφρονοῦντες ἀναπνέουσι τὴν αὔραν τὴν ἑσπερινήν, λαμβάνοντες τὸ ἀναψυκτικόν των ἢ τὸν ναργιλέν των, ἴσως ὅσοι ἔχουσι τὴν ἕξιν αὐτήν, τότε δὲν προσβάλλεται ἡ ἰδιοκτησία; Τότε δὲν ἐξεγείρονται αὐτὰ τὰ αἰσθήματα τὰ συντηρητικά, τότε δὲν ἐξεγείρεται ἡ ἱερὰ αὐτῶν ἀγανάκτησις ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας; Ὅταν καταλαμβάνωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἄλλου, διὰ νὰ σχηματίσωμεν ἕνα ἰδιωτικὸν σιδηρόδρομον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ μεταφέρῃ τὰ μεταλλεύματα ἀπὸ τοῦ μεταλλείου εἰς τὴν θάλασσαν καὶ καταλαμβάνωμεν σειρὰν ξένων ἰδιοκτησιῶν, τότε, Κύριοι, ποῦ εἶσθε ὑμεῖς, διὰ νὰ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τέλος πάντων αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὴν περιλάλητον ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας; (Χειροκροτήματα).
§176Γ. ΠΩΠ. Καὶ τὸ σχολεῖον τῆς Καλλιθέας.
§177Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς. Ὅταν καταλαμβάνωμεν τὰς ἐκτάσεις τῶν συμπολιτῶν μας, διὰ νὰ κτίσωμεν σχολεῖα, νοσοκομεῖα, δικαστήρια, θέατρα, τότε θὰ ἐξεγείρησθε σεῖς, ἵνα εἴπητε ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ καταληφθῇ, διότι προστατεύεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἄν, Κύριοι, εἶναι δημοσία ἀνάγκη, ὅταν πρόκειται νὰ κτίσωμεν ἓν σχολεῖον, ἐὰν εἶναι δημοσία ἀνάγκη, ὅταν πρόκειται νὰ κάμωμεν μίαν ὁδόν, διὰ νὰ μεταφέρῃ ὁ ἰδιώτης τὰ μεταλλεύματα ἀπὸ τοῦ μεταλλείου εἰς τὴν θάλασσαν, ἐὰν εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις εὑρίσκητε τὴν δημοσίαν ἀνάγκην σεῖς, οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς ἰδιοκτησίας, σεῖς οἱ μαχόμενοι ὑπὲρ τοῦ ἀπαραβιάστου αὐτῆς, ἐὰν εὑρίσκητε εἰς αὐτὰς τὰς μηδαμινὰς περιστάσεις ὅτι ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, δὲν εὑρίσκετε ὅτι ὑπάρχει λοιπὸν τοιαύτη, ὅτε σᾶς φωνάζουσιν 100,000 ἀνθρώπων ὅτι «ἔχομεν ἀνάγκην τέλος πάντων νὰ εἴπωμεν ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι, ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ῥίπτωμεν τὸν ἱδρῶτά μας εἰς τὴν γῆν, γνωρίζοντες ὅτι θὰ εἶναι ἰδικόν μας τὸ προϊόν»; Καὶ μάλιστα, ὅταν πρόκειται ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου θὰ λάβωσι τὴν περιουσίαν, ν’ ἀποζημιωθῇ πλήρως, τότε νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, τότε, εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν προσβάλλεται ἡ ἱερότης τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τότε ἐξεγείρεσθε, διὰ νὰ εἴπητε, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ τὴν προστατεύσωμεν καὶ μίαν φορὰν αὐτὴν τὴν ἰδιοκτησίαν; Ἀλλά, Κύριοί μου, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς λάβω ὅλους ἐκ τῆς χειρὸς καὶ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὰς θεσσαλικὰς πεδιάδας, ἵνα ἴδητε ἐκεῖ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἵνα ἴδητε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν φέρονται οἱ ἰδιοκτῆται τῶε τσιφλικίων, ἀλλ’ ἰδίως οἱ μεγάλοι τύραννοι, οἱ φέροντες τὸν τίτλον τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἀγάγω ἐκεῖ νὰ ζήσητε μίαν μόνην νύκτα εἰς ἓν χωρίον θεσσαλικόν, νὰ παρακολουθήσητε μίαν μόνην οἰκογένειαν εἰς τὸν βίον αὐτῶν, καὶ νὰ συμπέσῃ τὴν νύκτα ἐκείνην νὰ ἔλθῃ ὁ ἀπουσιάζων δεσπότης, νὰ ἔλθῃ ὁ ἀπουσιάζων ἐνοικιαστὴς τοῦ τσιφλικίου καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὸ κονάκι (οὕτω καλεῖται ἡ οἰκία, εἰς τὴν ὁποίαν κάθηται ὁ ἄνθρωπος αὐτός), τότε θὰ σᾶς ἠρώτων, ἂν νομίζετε ὅτι ὁ βίος ἐκεῖνος, ὁ βίος, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ διάγουσιν ἐκεῖ, ἂν ὁ βίος αὐτὸς δὲν σᾶς ἐπιβάλλει παραβαίνοντες ὅλας τὰς ἀρχὰς ὅλων τῶν ἐπιστημῶν, παραβαίνοντες πᾶσαν ἀρχὴν τῆς Δημοσιονομίας, πᾶσαν συνταγματικὴν ἀρχήν, νὰ εἴπητε ὅτι τέλος πάντων ἀξίζει τὸν κόπον νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ παράβασις, διότι δὲν εἶναι βίος αὐτός, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ διάγουσιν. Κύριοι, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀνεξαρτησίαν ἀντετάχθη μία συμμαχία, ἡ ὁποία αὐτεκλήθη Ἱερά, διὰ νὰ βεβηλώσῃ τὸ ἁγνὸν αὐτὸ ὄνομα· εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν Θεσσαλῶν ἀδελφῶν, τῶν λευκῶν αὐτῶν δούλων, ἀντετάχθη μία ἄλλη συμμαχία, ἡ ὁποία δὲν ἐτόλμησε μὲν νὰ βεβηλώσῃ τὸ ὄνομα τῆς ἱερότητος καὶ νὰ ὀνομασθῇ Ἱερά, ὀνομάζεται ὅμως «Κτηματικὴ ἕνωσις», ὀνομάζεται ὅμως «Κτηματικὸς σύλλογος». (Χειροκροτήματα). Καὶ κατὰ τῆς Ἱερᾶς συμμαχίας, Κύριοι, ἀντετάχθη ἡ ἀνθρωπότης, καὶ τὴν δράκα τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους, ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἠθέλησαν νὰ καταπνίξωσιν, ἐβοήθησε καὶ κατέστησεν ἐλευθέρους. Ἐν ὀνόματι τοῦ προηγουμένου αὐτοῦ τῆς πατρίδος μας σᾶς καλῶ σᾶς, πατριῶται Ἕλληνες, σᾶς καλῶ, νὰ γίνητε οἱ ἐλευθερωταὶ τῶν δούλων Θεσσαλῶν. Ἐὰν τὸ πράξητε, θὰ ἔχητε τὴν συνείδησίν σας ἀναπεπαυμένην, ὅτι ἐπράξατε ἓν μέγα καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα σας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα (εὖγε εὖγε, χειροκροτήματα).
§178Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Θὰ γίνωμεν λησταί.
§179Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μένω ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι θὰ γίνωμεν λησταί, ἐὰν πράξωμεν αὐτό. Δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τοιαύτην ἀντίληψιν τῆς ἱερότητος τῶν ὑποχρεώσεών του, ἀλλὰ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, τὸν βεβαιῶ ὅτι ὑπῆρξε πολὺ ἀτυχὴς λέγων ὅ,τι εἶπεν εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς παρακολουθεῖ μετ’ ἀγωνίας τὰς συνεδριάσεις μας, διὰ νὰ ἴδῃ μέχρι ποίου σημείου θὰ φθάσῃ ἡ εὐγένεια τῶν ἀποφάσεών μας, διὰ νὰ ἴδῃ μέχρι τίνος σημείου θὰ ἐξαρθῇ τὸ συνέδριον τοῦτο, ἐγκαταλείπων τὸ χθαμαλὸν ἐπίπεδον, εἰς ὃ ἠθέλησε νὰ μείνῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω (εὖγε, εὖγε, ῥαγδαῖα καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§180Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἱερὸν εἶναι, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἀναφαίρετον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ θέτῃ ἐκποδὼν πᾶν πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρεμποδίσει τὴν κοινὴν ὠφέλειαν καὶ τὴν κοινὴν πρόοδον. Εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἠθέλομεν καταλήξει, ἐὰν τὸ προκείμενον ζήτημα ἤθελε συζητηθῆ ψυχραίμως, λογικῶς καὶ δικαίως. Δύναται μία συνταγματικὴ διάταξις νὰ ἐμποδίσῃ ἓν Κράτος ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν γενικῆς ὠφελείας; Δύναται μία συνταγματικὴ διάταξις νὰ παρεμποδίσῃ ἓν Κράτος ἀπὸ τοῦ νὰ κρατῇ μετέωρον καὶ φερέοικον πληθυσμὸν 100,000 Ἑλλήνων; Δύναται μία συνταγματικὴ διάταξις νὰ ἐμποδίσῃ ἓν Κράτος ἀπὸ τοῦ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς γεωργικῆς προόδου μιᾶς χώρας; Διότι κατ’ ἐμέ, ὑπὸ τοιαύτην ὄψιν παρουσιάζεται τὸ προκείμενον ζήτημα. Δὲν θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ζήτημα Θεσσαλικόν. Εἶναι ζήτημα Ἑλληνικόν· εἶναι ζήτημα γενικόν· καί, ὅταν οὕτω κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ ἀχθῶμεν εἰς τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταλήξωμεν. Ἐν Ἑλλάδι, Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα, ὑφ’ οὓς ὅρους τοῦτο νοεῖται σήμερον εἰς τὰς ἄλλας χώρας τοῦ κόσμου· δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν ἰδιοκτῆται ὑπαγορεύοντες τοὺς ὅρους τῆς καλλιεργείας εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται τὸ ἰδικόν μας ζήτημα, δὲν εἶναι ἀγροτικόν, διότι εἰς ἄλλα Κράτη οἱ ἰδιοκτῆται ὑπαγορεύουσι τοὺς ὅρους των πρὸς τὸν καλλιεργητήν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι οὗτοι. Ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδίως, ἰδιοκτῆται, καλλιεργηταὶ καὶ Κράτος, καὶ οἱ τρεῖς δέσμιοι πρὸς ἀλλήλους, ὁ εἷς παρακωλύων τὴν πρόοδον τοῦ ἄλλου. Ἤκουσα συναδέλφου προαγορεύσαντος, καὶ εἰπόντος δικαίως, ὅτι καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἄνθρωπος δυστυχής. Πράγματι εἶναι δυστυχής, διότι οἱ ὅροι τῆς καλλιεργείας διὰ τὸν ἰδιοκτήτην εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ μὴ προσκομίζῃ οὗτός τι πλέον διὰ τὸν ἑαυτόν του ἢ τὴν κατάραν τοῦ καλλιεργητοῦ καὶ τὴν δυστυχίαν τὴν ἰδίαν. Ὁ καλλιεργητὴς ὁμοίως εἶναι δοῦλος τοῦ ἰδιοκτήτου, κύριος ἐν τούτοις εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς καλλιεργείας τοῦ κυρίου του. Μεταξὺ τῆς πάλης τῶν δύο τούτων στοιχείων ἔρχεται τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν δικαίαν ἀπαίτησιν δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας νὰ ἴδῃ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς βελτιουμένην καὶ δὲν τὴν βλέπει. Καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως προκύπτει ἡ ἔννοια τῆς παρακωλύσεως τῆς κοινῆς ὠφελείας· διότι παρ’ ἡμῖν ἡ καλλιέργεια τί ἀποδίδει; Ἓν πρὸς πέντε! Ἐνῷ ἔχομεν ἓν πρὸς δέκα πέντε εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, ἓν πρὸς εἴκοσιν εἰς τὴν Γαλλίαν. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Πολιτεία κατὰ ποῖον τρόπον δέον νὰ ἀρθῇ ὁ γόρδιος αὐτὸς δεσμός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας ἐν Ἑλλάδι; Καὶ δὲν πρέπει ἐκ πρωτοβουλίας ἰδίας ἡ Πολιτεία νὰ σκεφθῇ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἀρθῇ ἡ δυσκολία αὕτη, οὕτως ὥστε νὰ δύναται καὶ ἡ καλλιέργεια νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ καταστῇ εὐτυχέστερος καὶ ὁ καλλιεργητὴς νὰ γίνῃ ἄνθρωπος; Καὶ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα νὰ συζητῶμεν ἡμεῖς περὶ τῆς στασιμότητος τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ περὶ ἀποχῆς ἀπὸ πάσης πρωτοβουλίας τῆς Πολιτείας πρὸς ἐπίλυσιν αὐτοῦ; Βεβαίως ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν συζητεῖται μία συνταγματικὴ διάταξις, ἐκ τῆς ὁποίας ἤθελε προκύψει ἡ ἔννοια, ἂν παρέχεται ἢ οὐ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν, ἥτις ἤθελεν εἶναι πρῶτον δι’ αὐτὴν ὠφέλιμος, δὲν εἶναι ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ εὐκαιρίας τυχούσης εἶναι καιρὸς ἡ Βουλὴ νὰ διαφωτισθῇ πλήρως καὶ νὰ μὴ ὑπολάβῃ ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι Θεσσαλικὸν μόνον, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα γενικόν, εἶναι ζήτημα Ἑλληνικόν, εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀλλαχοῦ καὶ παραπλεύρως ἡμῶν ἐλύθη πρὸ 50 ἐτῶν. Εἰς τὰ 1865, Κύριοι, ἡ Ῥωμουνία εἶχε δύο ἑκατομμύρια ἀνθρώπων καὶ τρία ἑκατομμύρια ὄχι δούλων, ἀλλὰ κτηνῶν ἐν κυριολεξίᾳ, διότι ὁ ἐνοικιάζων ἢ ὁ πωλῶν τὸ κτῆμά του ἐπώλει καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Παρουσιάσθη εἷς μεγαλεπήβολος ἡγεμὼν τῆς χώρας ἐκείνης, ὁ Κούζας, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ φωτεινῇ αὐτοῦ διανοίᾳ ὅπως ἀποκαταστήσῃ τρία ἑκατομμύρια κτηνῶν εἰς ἀνθρώπους, ἔφερεν ἀμέσως τὴν λύσιν μεγάλου ζητήματος, ἔθηκε τὴν βάσιν τῆς εὐημερίας τῆς χώρας ἐκείνης καὶ τῆς προόδου, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον. Διότι αἱ πρόοδοι τῶν ἐθνῶν δὲν εἶναι φαινόμενα στιγμιαίας ἐκρήξεως, ἀλλὰ προϊόντα χρόνου μακροῦ. Ἡ Ῥωμουνία ἦτο διῃρημένη εἰς φέουδα· οἱ φεουδάρχαι ἦσαν οἱ κύριοι τοῦ Κράτους· καὶ ἐτόλμησεν ὁ ἡγεμὼν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν ἐν μέσῳ τοιούτων στοιχείων ὅτι· ὀφείλομεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὸν δυστυχῆ αὐτὸν χωρικόν, τὸν δυστυχῆ αὐτὸν Ῥωμοῦνον, διότι δὲν ἔχει πατρίδα, ὅταν δὲν ἔχῃ οἰκίαν καὶ δὲν ἔχῃ ἰδιοκτησίαν, καί, ὅταν δὲν ἔχῃ πατρίδα, δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ παράγοντα Κράτους. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα). Καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένον, Κύριοι, ὅτι εἰς προηγουμένας συμπλοκὰς ἢ πολέμους οἱ Ῥωμοῦνοι ἀπετέλουν τὸ αἶσχος λαοῦ τρεπομένου εἰς φυγὴν εἰς πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ ἐχθροῦ, διότι οὐδὲν εἶχεν ἐνδιαφέρον διὰ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔζη. Ἐξηγέρθησαν οἱ φεουδάρχαι, ἐξηγέρθησαν οἱ Βογιάροι κατὰ τοῦ μεγαλοφυοῦς ἐκείνου ἀνθρώπου καὶ εἶπον: —Πῶς; θὰ μᾶς ἀφαιρέσῃς τὴν ἰδιοκτησίαν; Ἀπήντησε: —Θὰ σᾶς ἀφαιρέσω ἓν μέρος τῆς ἰδιοκτησίας σας, διὰ νὰ σᾶς κάμω εὐτυχεστέρους σᾶς, καὶ τοὺς χωρικούς Ῥωμούνους ἀνθρώπους. Ἡ πάλη ὑπῆρξε κρατερά. Ἐδέησε νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσίς των διὰ μιᾶς δολοφονίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς χώρας ἐκείνης, τοῦ Μπάρμπου Κανταρτζῆ, τοῦ εὐγλώττου ἐκείνου ῥήτορος τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, ὁ ὁποῖος ἤσκει μεγίστην ἐπιρροὴν ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς μὴ ἀπαλλοτριώσεως. Βεβαίως δὲν ἐζήτησεν ἡ Ῥωμουνία τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ καταλάβῃ τὰ κτήματα καὶ τὰ διανείμῃ ἐξ ὁλοκλήρου πρὸς τοὺς χωρικούς, διότι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὀλεθριώτερον, θὰ ἦτο πολὺ χεῖρον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ χώρα. Ὑπεχρέωσε τοὺς ἰδιοκτήτας εἰς τὴν λεγομένην μερικὴν ἀπαλλοτρίωσιν· ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς κτηματίας τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποκατέστησεν ἕκαστον χωρικὸν μὲ τόσα μέτρα γῆς, ὅσα ἠδύνατο νὰ καλλιεργήσῃ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, Κύριοι, ἡ καλλιέργεια τῆς Ῥωμουνίας ἦτο οἵα καὶ παρ’ ἡμῖν. Ὁ Ῥωμοῦνος, ὅστις ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἔχει ἰδιοκτησίαν, ἦτο σκηνίτης καὶ φερέοικος· ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀνάγκην τῶν βραχιόνων τοῦ χωρικοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ καλλιεργήσῃ· ἡ καλλιέργεια ἦτο ἀτελής, πλημμελής, ἐλαχίστη· ἡ πρόσοδος κατὰ ἡμερομίσθιον ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ καλλιέργεια, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ὁ τόπος. Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν χωρικῶν μετεμορφώθη ὑπὸ ἔποψιν καλλιεργείας ὁ τόπος. Ἀλλὰ παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ὅτε ἡ Πολιτεία ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας προέβη εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἔλαβε καὶ ὅλα αὐτῆς τὰ μέτρα, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸ ἔργον· διότι, ὅταν αἱ τοιαῦται δράσεις προέρχωνται ἐκ τῶν κάτω καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἄνω, ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Πολιτείας, βεβαίως τὸ ἔργον τὸ ἀναμένει ἡ ἀποτυχία. Τοῖς ἔδωκε τὰ 60–70 στρέμματα ἀναπαλλοτρίωτα ἐπὶ μίαν εἰκοσιπενταετίαν, διότι ἄλλως ἤθελε προσέλθει ἡ τοκογλυφία τὴν ἐπιοῦσαν καὶ ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία ἤθελεν ἐξαφανισθῆ. Παρηκολούθησε τὸν βίον αὐτῶν, τοὺς διηυκόλυνεν ἐπὶ μίαν εἰκοσιπενταετίαν καὶ κατέστησε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς μέχρι τῆς χθὲς κτήνη, ὡς εἶπον, πολίτας. Δὲν παρῆλθον, Κύριοι, πολλὰ ἔτη, καὶ οἱ Βογιάροι τῆς Ῥωμουνίας, οἱ φεουδάρχαι, ἔστησαν εὐγνώμονες ἀνδριάντα πρὸς τὸν Κούζαν, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος δὲν προήγαγε μόνον τὸν πλοῦτον τῆς χώρας, δὲν προήγαγε μόνον τὸ φρόνημα τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν τούτων τῶν μεγάλων κτηματιῶν. Εἰκοσαπλασιάσθη ἡ ἀξία τῶν κτημάτων, καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔγιναν εὐτυχεῖς, ἡ χώρα εἰρήνευσεν, ἔπαυσαν αἱ ἐξεγέρσεις καὶ ἐπαρουσιάσθη τὸ Ῥωμουνικὸν κράτος εἰς τὰ 1878 συντεταγμένον καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς ἀπέδειξε στρατιωτικὰς ἀρετὰς ἐπιζήλους. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ὅταν ἡ Πολιτεία ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας μεριμνᾷ περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν καὶ δὲν ἀφήνῃ ταῦτα νὰ προέρχωνται ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς πιέσεως τῶν κάτω στοιχείων, διότι βεβαίως αἱ τοιαῦται λύσεις εἶναι βίαιαι, αἱ τοιαῦται λύσεις εἶναι πλημμελεῖς (χειροκροτήματα). Κύριοι· παρῆλθον δεκάδες ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἡ χώρα ἐκείνη ὑπὸ ἔποψιν γεωργίας ἔκαμεν ἅλματα τεράστια. Κατὰ τὸ 1910 ἔχομεν ἐπίσημον στατιστικήν, ἥτις ἔχει οὕτως: «Ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἐκ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἀνῆλθε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὴν Ῥωμουνίαν εἰς 1,288,536,000 φράγκων». Ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τὸ μεγαλείτερον ποσὸν προσφέρει ἡ καλλιέργεια τοῦ σίτου, ἤτοι ποσὸν πεντακοσίων ὀκτὼ ἑκατομμυρίων.
§181Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὀκάδων;
§182Σ. ΣΙΜΟΣ. Δραχμῶν. Τὰ 288,000,000 εἶναι τοῦ ἀραβοσίτου. Ἀκούσατε καὶ ἄλλο καταπληκτικόν, ὅταν ἡ Πολιτεία προΐσταται αὐτὴ αὐτοβούλως. Ἔχει 62,000,000 φρ. ἀπὸ τὰς ἀμπέλους της.
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰσόδημα;
§184Σ. ΣΙΜΟΣ. Μάλιστα. Ἔχει 68,000,000 ἀπὸ τὸ χόρτον, καὶ ἔχομεν ἀπόδοσιν 1 ἑκατομμυρίου, ἤτοι 10 στρέμματα 261 φρ., ἓν ἑκτάριον ἀραβοσίτου 140 φρ., ἓν ἑκτάριον ἀμπέλου 842 φρ. καὶ ἓν ἑκτάριον τεύτλων 648 φρ. Μετὰ τοιαύτην δὲ πρόοδον τεραστίαν ἦλθε προχθὲς ἀκόμη εἰς τὰς 10 Μαρτίου, τοῦ μηνὸς τούτου, ὁ Βασιλεὺς Κάρολος, καὶ ἀνοίγων τὴν Ῥωμουνικὴν Βουλὴν, μετὰ τοιαύτην πρόοδον, Κύριοι, κατενόησε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπεκτάσεως τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν εἰς τοὺς χωρικοὺς (ἀναγινώσκει).... Ἔχω τὴν γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἔχω ἰδίαν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία, ἀλλὰ καὶ ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη εἶναι νὰ ἐγκατασταθῇ μονίμως καὶ ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία.
§185Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία ποίας ἐποχῆς εἶναι κληροδότημα;
§186Σ. ΣΙΜΟΣ. Τὴν προέλευσίν του θέλετε;
§187Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι τοῦ τιμαριωτικοῦ συστήματος. Εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην κατηργήθη αὐτὸ τὸ σύστημα. Εἰς τὴν Ἰρλανδίαν μένει, εἰς τὴν Ῥωμουνίαν κατηργήθη καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ καταργηθῇ (χειροκροτήματα).
§188Σ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι, δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα τῆς ἐρεύνης τῶν τοιούτων ζητημάτων παρ’ ἡμῖν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σφάλμα ἀντιλήψεως, εἶναι τὸ λεγόμενον, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατάστασις καλλιεργητῶν ἄνευ μικρᾶς ἰδιοκτησίας. Τοῦτο εἶναι πρὸς βλάβην τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας καὶ πρὸς βλάβην αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους. Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι συντελουμένων καὶ προαγομένων τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοδοσίας, ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία, ἡ ὑποδειγματικὴ ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία θέλει διευκολύνει καὶ χειραγωγήσει τὴν μικράν, εἶναι ἀναγκαία. Ὁ μέγας ἰδιοκτήτης θὰ εὑρίσκῃ τοὺς βραχίονας προθύμους καὶ προχείρους ἐν τῷ κτήματι αὐτῷ, καὶ ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης θέλει εὑρίσκει διδάσκαλον καὶ ἀρωγὸν τὸν μέγαν ἰδιοκτήτην. Ὅταν τοιουτοτρόπως αἱ σχέσεις ἀποκατασταθῶσιν, ἡ συμβίωσις εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ προαγωγὴ τῆς καλλιεργείας εἶναι ἐξησφαλισμένη. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τὸ πεῖσμα τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας λεγούσης: «Ἐν τίνι δικαιώματι θὰ μοῦ ἀφαιρέσῃς ἓν μέρος ἔστω τῆς ἰδιοκτησίας μου;» εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν καλλιέργειαν, οἵαν ποθεῖ τὸ Κράτος, οἵα συμφέρει εἰς τὸ Κράτος; Εἶναι δυνατὸν ἀφ’ ἑτέρου, ὅταν ἔχομεν τὸν καλλιεργητὴν ἐπαναστάτην καὶ εὐλόγως ἐπαναστατοῦντα διὰ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς γίνεται ἡ καλλιέργεια, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὑπάρξῃ ἰδιοκτησία ἐν Ἑλλάδι, ὅπως τὴν φανταζόμεθα καὶ ὅπως συμφέρει αὕτη εἰς τὸ Κράτος; Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν τὰ πράγματα τὰ ἐξετάσητε ὅπως πρέπει, καὶ ἐὰν ἤθελε κατανοηθῆ καὶ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅτι συμφέρον εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν χωρικῶν, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Καὶ ἤθελον ἀπαντήσει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶπέ ποτε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὸ κτῆμα ἑνὸς ξένου ὑπηκόου, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία καλῶς θὰ ἔπραττε νὰ τὸν ἐξήρει, διότι, ὅταν αὐτὸς ἴδῃ τὴν καταστροφήν του, θὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος νὰ ζητήσῃ ἐπιτακτικῶς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι δυστύχημα, Κύριοι, ἐὰν ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὸ νὰ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν Ἕλληνα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαλλοτριώσεως, διότι φαντάζομαι ὅτι τοῦτο θέλει κατανοήσει ὁ ἰδιοκτήτης αὐτός· ἐὰν ὅμως ἤθελεν εὑρεθῆ εἷς, ἴδια συμφέροντα ὑπολογίζων, νὰ παρεμποδίσῃ τὸ Κράτος, δικαίωμα τοῦ Κράτους εἶναι νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ παρεμποδίσῃ τὴν πρόοδον καὶ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν ἑνὸς γενικοῦ μέτρου. Καὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι μόνον Θεσσαλικὸν τὸ ζήτημα, ἀλλ’ εἶναι Ἑλληνικόν, διότι καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι παρόμοιαι συνθῆκαι ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἑπομένως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγει, πρέπει νὰ εἶναι γενικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων Κρατῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην κάτω τοῦ Ῥωμούνου ἢ τοῦ Βουλγάρου. Ἡ λογική, ἡ δικαιοσύνη, τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, τὸ συμφέρον μιᾶς χώρας ὑπαγορεύουσι μίαν βαθμιαίαν καὶ ἤρεμον καὶ λελογισμένην ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων. Εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ πρόοδος, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, διῆλθε τὸ ζήτημα ἀπὸ πολλὰς φάσεις, καὶ ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν συναδέλφων δύο ἕως τρεῖς, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐξέλιξιν τῶν νόμων ἐκείνων, καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς διαφωτίσωσι μετὰ πάσης προσοχῆς πῶς ἡ Ῥωμουνικὴ Πολιτεία ἐπεμελήθη τῆς συστηματικῆς καὶ ἐπιστήμονος διαρρυθμίσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς, ὅπως δυστυχῶς καὶ εἰς ἄλλους κλάδους, δὲν προηγήθη ἡ πρωτοβουλία, ἀλλ’ ἦλθον αἱ ἀνάγκαι ὑποδεικνυόμεναι ἐκ τῶν κάτω, αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων ὑπῆρξαν βεβιασμέναι καὶ ἀτυχεῖς. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα, Κύριοι, τῆς λεπτομεροῦς ἐρεύνης τοῦ ζητήματος. Ἤθελον μόνον ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων νὰ προκύψῃ ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος τῆς Πολιτείας, ὅπως μὴ ἐμποδισθῇ εἰς πρᾶξιν, ἥτις ἤθελεν ἀποβῆ πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ κοινὴ ὠφέλεια πάντως εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν γεωργικῶν ὅρων τῆς χώρας ἡμῶν. Καὶ ἐν τῇ ὠφελείᾳ ταύτῃ ἔγκειται καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ ἠθικοῦ τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος παραμένει σκηνίτης καὶ φερέοικος. Κύριοι, ἂν εἰς τὴν Ῥωσίαν ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Βʹ ἐπωνομάσθη ἐλευθερωτής, ἀκριβῶς διὰ τὴν μέριμναν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν χωρικῶν τῆς Ῥωσίας, ἂν εἰς τὴν Ῥωμουνίαν ὁ Κούζας ἠξιώθη τῆς προσωνυμίας τοῦ πατρὸς τῆς πατρίδος, εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο τίτλος ἀναφαίρετος τιμῆς διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀπεδίδετο εἰς αὐτὸν ἡ προσωνυμία τοῦ σωτῆρος τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§189Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Συζητοῦμεν, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, δι’ οὗ συνταγματικῶς προστατεύεται ἡ ἰδιωτικὴ περιουσία. Βεβαίως περὶ τῆς περιουσίας ἐν γένει καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν διαφόρων περιουσιακῶν δικαιωμάτων προνοεῖ πρωτίστως τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἡ ὑψίστη ὅμως σημασία κοινωνικὴ καὶ πολιτειακή, ἣν αὕτη ἀνέκαθεν ἐξήσκησε, συνετέλεσεν ὥστε νὰ κριθῇ ἀναγκαῖον, ἵνα καὶ συνταγματικῶς ἀναγνωρισθῇ κατ’ ἀρχὴν ὁ σεβασμὸς καὶ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς περιουσίας, ὅπως οὕτω τεθῇ φραγμὸς ἐναντίον οἱασδήποτε νομοθετικῆς αὐθαιρεσίας τεινούσης εἰς τὸ νὰ προσβάλλῃ δικαιώματα γενικῶς ἀναγνωριζόμενα καὶ συνδεόμενα πρὸς αὐτὴν τὴν ἔννομον τάξιν καὶ τὴν ὕπαρξιν ἐν γένει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τῆς τε κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι διατάξεις συνταγματικαὶ προστατευτικαὶ τῆς περιουσίας, ἐπιβληθεῖσαι κυρίως ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν συνεπείᾳ τῆς κατὰ τὰς διαφόρους ἱστορικὰς περιόδους ἀναφαινομένης ἀναγκαίως ὑπεροχῆς αὐτῶν καὶ ἐξυπηρετήσασαι ὁμολογουμένως συστήματα κοινωνικά, ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ἀπετέλεσαν βεβαίως ἐξ ἄλλου φραγμὸν δυσάρεστον κυρίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀφ’ ἧς ἀνεγνωρίσθη ὡς τὰ μάλιστα ἀναγκαία καὶ ἐπιβαλλομένη ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους περὶ τὸν διακανονισμὸν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν σχέσεων ὑψίστης σημασίας, ἀνάμιξις ἥτις θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατος ἄνευ τῆς προσβολῆς, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις, ὡρισμένων περιουσιακῶν δικαιωμάτων, ἀνάμιξις ὅμως ἐξ ἄλλου, ἥτις ἐπεζητήθη γενικῶς, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ἐκανονίζοντο τόσα ζητήματα κυρίως ἐργατικά, ὁ διακανονισμὸς τῶν ὁποίων ἐπεβάλλετο ἀπολύτως, οὐχὶ ἕνεκα ἰδιοτροπίας τοῦ νομοθέτου, οὔτε ἕνεκα ἀπροσδοκήτου ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ, οὔτε ἕνεκα τυχαίας ὑπεροχῆς πλειονοψηφίας τινός, ἀλλὰ διότι οὕτως ἐδίδασκεν ἡ ἱστορία, ὑπηγόρευεν ἡ πεῖρα καὶ ἐπέβαλλεν ἡ ἀνάγκη. Ἑπομένως χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τις σοβαρῶς τὴν χρησιμότητα τῆς συζητουμένης συνταγματικῆς διατάξεως ἐπισταμένως δέον νὰ ἐρευνηθῇ ἡ ἔκτασις αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι οὐχὶ βεβαίως πᾶν ὅ,τι σήμερον συμφέρον καὶ σκόπιμον κρίνεται δέον καὶ ἐν τῷ Συντάγματι ν’ ἀναγραφῇ, καθόσον ἐν αὐτῷ δέον νὰ τεθῶσι μόνον αἱ θεμελιώδεις ἀρχαί, ἐφ’ ὅσον ὅμως διατελοῦσιν ἐν στενῇ συναφείᾳ πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὰς νεωτέρας κοινωνικὰς ἀπαιτήσεις. Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο φρονῶ ὅτι ἅπασαι αἱ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι ἢ προσθῆκαι τῆς συζητουμένης διατάξεως δέον νὰ ἀπορριφθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀντικείμενα δεόμενα τακτικῆς νομοθετικῆς ῥυθμίσεως κατὰ τροποποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, πλὴν μιᾶς, ἐφ’ ἧς ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω τὰς κρίσεις μου. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δέον νὰ ἐρευνηθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην: 1) Ποῖα ἐκ τῶν περιουσιακῶν δικαιωμάτων δέον συνταγματικῶς νὰ προστατευθῶσιν. 2) Πότε ἐπιτρέπεται ἐξαίρεσις τῆς περὶ συνταγματικῆς ἀρχῆς. 3) Ὑπὸ ποίους ὅρους δέον νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ ἐξαιρέσεις. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα παρατηροῦμεν ὅτι κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ἡ προστασία παρέχεται μόνον εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Καίτοι ὁ ὅρος οὗτος ἐπιστημονικῶς ἐξεταζόμενος οὐδεμίαν θὰ κατέλειπεν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς σημασίας αὐτοῦ, καθόσον διὰ τοῦ ὅρου τούτου καταφανῶς δηλοῦται ὅτι ἡ προστασία παρέχεται μόνον εἰς τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ δικαιώματα, ἰδίᾳ δὲ τὰ ἐνοχικά, μολαταῦτα κατὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ καὶ ὑπὸ δοκίμων μάλιστα συγγραφέων ὑπεστηρίχθη ὑφ’ ἡμῶν ὅτι ὁ ὅρος ἰδιοκτησία δέον νὰ ἐκληφθῇ ἐν τῇ εὐρυτάτῃ αὐτοῦ σημασίᾳ ταυτιζόμενος οὕτω πρὸς τὸν ὅρον τῆς περιουσίας. Ὑπεστηρίχθη καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ γνώμη ἐν γνώσει τῆς ἀκριβοῦς σημασίας τῶν διαφόρων τεχνικῶν ὅρων καὶ ἐν τῇ μερίμνῃ ὅπως συνταγματικῶς προστατευθῶσιν οὐ μόνον τὰ ἐμπράγματα, ἀλλὰ καὶ τὰ περιουσιακὰ δικαιώματα, ὅτι ἔδει ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ ὅρος «ἰδιοκτησία» διὰ τοῦ ὅρου «περιουσία» παρέχοντος οὕτω τὴν συνταγματικὴν προστασίαν ἐφ’ οἱουδήποτε στοιχείου περιουσίας. Ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ, ἔνθα μετ’ ἐπιμελείας ἠρευνήθη τὸ ζήτημα, ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅπως διὰ τοῦ Συντάγματος προστατευθῇ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου διδόμενον χαρακτηρισμὸν αὐτοῦ μετὰ τῶν παρομαρτουσῶν αὐτῷ νομίμων ἐξουσιῶν, χρήσεως, καρπώσεως κλπ. Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ διατηρηθῇ ὁ ὅρος τῆς ἰδιοκτησίας, οὗτινος ποιεῖται χρῆσιν τὸ νῦν ἰσχύον Σύνταγμα, ὑφ’ ἣν μάλιστα ἔννοιαν διετύπωσα. Ἐρωτᾶται· ποία ἐκ τῶν δύο ἐκδοχῶν εἶναι σκοπιμωτέρα; Δέον ἆρά γε διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ προστατευθῶσιν ἅπαντα τὰ κεκτημένα δικαιώματα οἱασδήποτε φύσεως ἢ νὰ περιορισθῇ ἡ συνταγματικὴ προστασία μόνον εἰς τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος; Ἐγώ, Κύριοι, δὲν διστάζω νὰ ταχθῶ μὲ τὴν δευτέραν ταύτην γνώμην, ἣν ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέξατο, καὶ τοῦτο διότι φρονῶ ἀδιστάκτως μετὰ ἐπισταμένην ἔρευναν τοῦ ζητήματος, ὅτι, ἂν ἐν τῷ Συντάγματι ἤθελε τεθῆ διάταξις προστατευτικὴ οἱουδήποτε κεκτημένου δικαιώματος, συμπεριλαμβάνουσα δηλαδὴ καὶ τὰ ἐνοχικά, αὕτη οὐ μόνον δυσάρεστον φραγμὸν θὰ ἀπετέλει κατὰ πάσης μελλούσης ἀνθρωπιστικῆς καὶ ἐπιβαλλομένης νομοθετικῆς δράσεως, ἀλλὰ καὶ ἀφορμὴν παρερμηνειῶν καὶ ἀμφιβολιῶν ἀπείρων θὰ ἐγίνετο. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, διάφορα Συντάγματα, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμία τοιαύτη διάταξις ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη οὐδὲ ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος. Καὶ ὅμως εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἐσεβάσθησαν ἀνέκαθεν καὶ σέβονται ἅπαντα τὰ δικαιώματα, τά τε δηλαδὴ ἐμπράγματα ὡς καὶ τὰ ἐνοχικά, διότι ταῦτα ἔχουσι καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, ἰσχυρὸν προστάτην τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἐξ ἄλλου δῶρον ἄδωρον θὰ ἀπετέλουν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τούτων οἱαιδήποτε προστατευτικαὶ συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἀλλ’ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω ὅτι, ἐὰν τυχὸν διὰ τοῦ Συντάγματος ἤθελον προστατευθῆ καὶ τὰ κεκτημένα ἐνοχικὰ δικαιώματα, τοῦτο μακρὰν τοῦ ν’ ἀπετέλει πραγματικὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τούτων θ’ ἀπετέλει φραγμὸν δυσάρεστον καὶ αἰτίαν παρερμηνειῶν καὶ ἀμφιβολιῶν. Καὶ λέγω ταῦτα, Κύριοι, ἔχων κυρίως ὑπ’ ὄψει τὴν παρ’ ἡμῖν τελείαν σχεδὸν ἔλλειψιν πάσης κοινωνικῆς νομοθεσίας καὶ τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως στραφῇ, ὡς εἶμαι βέβαιος, καὶ εἰς τὸν διακανονισμὸν κοινωνικῶν σχέσεων, αἵτινες ἄνευ τῆς παρεμβάσεως καὶ ἀναμίξεως τοῦ Κράτους θὰ ἐξηκολούθουν διακανονιζόμεναι παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸν αὐτὸν πρωτοφανῆ, ἄδικον καὶ ὀπισθοδρομικὸν τρόπον. Αἰσθάνομαι δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν ἀνάγκην τοῦ ν’ ἀφεθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρα ἐλευθερία περὶ τὴν ἐξάσκησιν τῆς τακτικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἡ λῆψις τοιούτων μέτρων ἀναμφισβητήτως ἤθελε προσκρούσει εἰς διατάξεις συνταγματικὰς περὶ προστασίας κεκτημένων προσωπικῶν δικαιωμάτων, καθόσον οὐδεὶς δύναται νὰ παρίδῃ ὅτι ἅπασαι αἱ ὑπονοούμεναι κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ σχέσεις κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἔχουσι προσλάβει νομικὸν χαρακτῆρα καὶ συνδέονται διὰ δικαιωμάτων, ἅτινα πιθανώτατα θέλουσιν ὑποστῆ προσβολήν τινα καὶ δέον νὰ ὑποστῶσι τοιαύτην, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπὶ τὸ ἀνθρωπινώτερον ῥύθμισις αὐτῶν. Τίς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀρνηθῇ παρ’ ἡμῖν τὴν σημασίαν τῆς ἐλλείψεως τῆς νομοθεσίας κανονιζούσης τὰς σχέσεις καὶ τὰς περιστάσεις τῶν ἐργατῶν; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐπὶ παραδείγματι τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν χρησιμότητα νομοθετημάτων κανονιζόντων τὰ τοῦ ἡμερομισθίου, τὰς περιστάσεις τῶν ἐργοστασίων, τὰς εὐθύνας τῶν ἐργοστασιαρχῶν, τὰς ἐργατικὰς ἑνώσεις ἀλληλοβοηθείας, τὰς ἐργατικὰς ἀσφαλείας; Τίς δὲν θὰ φρίξῃ πληροφορούμενος ὅτι παρ’ ἡμῖν τοιαύτη ἀνάμιξις καὶ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς σχέσεις καθαρῶς κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς δὲν ἐπετελέσθη εἰμὴ διὰ τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας, δι’ ἑτέρου νόμου τοῦ 1901, εἰσηγουμένου νομίζω, τοῦ πολυτίμου συναδέλφου κ. Νέγρη, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν σχέσεις τινὲς ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ ὀρυχείοις, ὡς καὶ ἑτέρου νόμου ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως ψηφισθέντος, δι’ οὗ καθορίζονται αἱ ἐργασίαι τῶν παίδων καὶ τῶν γυναικῶν, λαμβανομένης προνοίας περί τε τῶν ἐργασίμων ὡρῶν καὶ τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας αὐτῶν; Ἀλλὰ τοιαῦτα ἐπὶ παραδείγματι νομοθετικὰ μέτρα ἐπιβαλλόμενα εἶναι πιθανώτατον ὅτι διὰ τῶν καθ’ ἕκαστα διατάξεων αὐτῶν θέλουσι προσκρούσει εἰς δικαιώματα προσωπικὰ κεκτημένα, τελοῦντα ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ Δικαίου. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι δίκαιον καὶ σκόπιμον νὰ τεθῇ συνταγματικὴ διάταξις παρακωλύουσα τὴν δρᾶσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου; Καὶ μήπως πλὴν τούτων διὰ τῆς καθιερώσεως τοιαύτης διατάξεως δὲν θὰ γεννηθῶσι σοβαραὶ ἀμφιβολίαι περὶ τῆς συνταγματικότητος νομοθετημάτων, περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν καὶ ἄλλων τινῶν, ἴσως δὲ καὶ φορολογικῶν τοιούτων; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τάσσομαι ἀναμφισβητήτως ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς προστασίας μόνον τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ τεχνικὴν αὐτοῦ ἔννοιαν, χωρὶς νὰ διαβλέπω τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τούτου, διότι, ὡς καὶ ἀνωτέρω εἶπον, τὰ δεόμενα προστασίας ἐνοχικὰ δικαιώματα, βάσιν ἔχοντα τὴν κοινὴν συνείδησιν, οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσιν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἄνευ αὐτῆς οὐδεμίαν σημασίαν ἤθελεν ἔχῃ οἱαδήποτε συνταγματικὴ ἐγγύησις. Τασσόμενος ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς προστασίας τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος καὶ μόνον αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι τὸ ἀτομικὸν τοῦτο δικαίωμα δέον νὰ ὑποχωρήσῃ ὁσάκις ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν πρὸς γενικώτερα συμφέροντα, ἅτινα δέον νὰ κατισχύσωσι λόγῳ τῆς ἰδιότητός των ταύτης. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τὴν στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας, ὅταν συντρέχῃ περίστασις «δημοσίας ἀνάγκης». Οἱ τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελοῦντες ἓξ Βουλευταί, ἐν τῷ ὑπ’ αὐτῶν ἐκπονηθέντι σχεδίῳ, ἐκτιμήσαντες ὅτι διὰ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» πιθανὸν νὰ ὑποληφθῇ ὅτι ἐν αὐτῷ περιλαμβάνεται μόνον τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ δημοσίως ὠφέλιμον, προέκριναν, ὅπως ὁ ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ὅρου «δημοσία ὠφέλεια». Εἰς τὸ συμπέρασμα δὲ τοῦτο κατέληξαν, τοῦτο μὲν ἀκολουθοῦντες τὰ νεώτερα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν τὸν ὅρον «utilité publique», τοῦτο δὲ διότι φρονοῦντες ὅτι ἤρκει νὰ συντρέχῃ ἡ περίστασις τῆς «δημοσίας ὠφελείας» χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται καὶ «ἀνάγκη», διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας τινός, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ὁ ἰδιοκτήτης πάντως θέλει ἀποζημιωθῆ, συνεπέστατα ἐνεργοῦντες ἠξίωσαν τὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴν τοῦ ὅρου τούτου. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν προέκρινε τὴν διατήρησιν τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη», ἀλλά, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. εἰσηγητοῦ διερμηνεύσαντος μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν σαφηνείας καὶ ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας τὸ κυριαρχῆσαν πνεῦμα τῶν τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτελεσάντων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ταῦτα δὲν ἐνόησαν νὰ περιορίσωσι τὰς περιστάσεις τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως εἰς μόνην τὴν περίστασιν τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου, ἀλλ’ ἔπραξαν τοῦτο ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δι’ ἀμφοτέρων τούτων ἐκφράζεται ἡ αὐτὴ ἔννοια, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἐδέχθησαν ὅτι δι’ οὐδενὸς ἐκ τῶν δύο τούτων ὅρων ἀποδίδεται τὸ «utilité publique». Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐτάχθην πρὸς τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας ἀναχωρῶν ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἔδει νὰ ἐπεκταθῶσιν εἰς ὅλα τὰ θέματα, καθ’ ἃ συντρέχει συμφέρον γενικώτερον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οἱ πολλοὶ ἐνδιαφέρονται, διότι ὁμολογουμένως, ὅσον ἱερὸν καὶ ἂν εἶναι, τὸ ἀτομικὸν τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα, καὶ βεβαίως τοιοῦτο εἶναι, πάντως τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον οὔτε σκόπιμον νὰ παρακωλύῃ τὴν ἐπίτευξιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων. Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο ἐδέχθην ὅτι ἔδει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» καὶ ἀντὶ τούτου νὰ προκρίνωμεν μᾶλλον τὸν ὅρον τῆς «κοινῆς ὠφελείας» ὡς ἀποδίδοντα πληρέστερον τὴν θέλησιν ἡμῶν καὶ ὡς ἀνταποκρινόμενον οὐχὶ βεβαίως κατὰ γράμμα, ἀλλὰ πάντως κατὰ τὸ πνεῦμα πρὸς τὸ «utilité publique» τῶν Γάλλων. Καὶ διὰ τοῦ ὅρου τούτου προτείνω, ὅπως ἀντικατασταθῇ ὁ ὅρος τῆς «δημοσίας ἀνάγκης», ὅστις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προεκρίθη. Πότε ὅμως καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις δέον νὰ θεωρηθῇ ὅτι συντρέχει περίστασις κοινῆς ὠφελείας, τοῦτο πρὸς ἀληθῆ ἐξασφάλισιν τοῦ ἰδιοκτήτου δέον νὰ καθορίζηται διὰ νόμου εἴτε γενικοῦ περιλαμβάνοντος κατηγορίας περιστάσεων κοινῆς ὠφελείας εἴτε καὶ εἰδικοῦ. Ἡ δὲ συνταγματικὴ αὕτη ἐγγύησις εἶναι συνεπεστάτη, καθόσον, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος ὑπάρχει μόνον χάριν τοῦ νόμου, ὅστις τὸ ἀναγνωρίζει, φανερὸν ὅτι τοῦτο μόνον διὰ νόμου εἶναι δίκαιον καὶ συνεπὲς νὰ περιορισθῇ ἢ τροποποιηθῇ. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας δυναμένη νὰ ἐπέλθῃ, ὁσάκις συντρέχει ἡ περίστασις τῆς κοινῆς ὠφελείας, δέον νὰ συνοδεύηται διὰ πλήρους καὶ ἀναλόγου ἀποζημιώσεως, ἥτις καὶ συνταγματικῶς τῳόντι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ. Βεβαίως, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου ἤθελε θεωρηθῆ ἀπόλυτον ὑπὸ τὴν γραμματικὴν ἔννοιαν, δι’ οὐδεμιᾶς νομικῆς διατάξεως καὶ ἕνεκα οὐδενὸς λόγου θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ. Ἐὰν ἐξ ἄλλου οἱ νόμοι καὶ αἱ διατάξεις δύνανται νὰ περιορίσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν ἐν ὀνόματι τῆς κυριαρχικῆς τοῦ Κράτους ἐξουσίας, οὐδεμία ἀποζημίωσις δικαιολογεῖται. Ἀλλὰ τὸ Κράτος, ὅπερ προβαίνει εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, οὐδὲν δι’ ἑαυτὸ σφετερίζεται, δὲν ἐνεργεῖ ἐν ὀνόματι τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐξασκεῖ δικαίωμά τι, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑποχρέωσιν, κανονίζον ἐν πνεύματι δικαιοσύνης τὸν ἀπαραίτητον ἐκεῖνον συμβιβασμὸν συμφερόντων καὶ δυνάμεων, ὅστις ἄνευ τῆς ζημίας οὐδενός, ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰ κοινὰ συμφέροντα, ὑποβοηθεῖ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφόρων δυνάμεων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, καθ’ ἃ καὶ ἀνωτέρω εἶπον, σκόπιμον εἶναι, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις καὶ συνταγματικῶς ἐξασφαλισθῇ καὶ διὰ τοῦτο ἐπιδοκιμαστέα ἐστὶν ἡ μέριμνα τῶν τε συντακτῶν τοῦ προσχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ὡς καὶ τῶν μελῶν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον καὶ ὑπὸ ἐκείνων καὶ ὑπὸ τούτων ἐλήφθη φροντὶς περὶ συνταγματικῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀποζημιώσεως. Δὲν δύναταί τις ὅμως ν’ ἀρνηθῇ ὅτι πρακτικωτέρα, σκοπιμωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα εἶναι ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑποδεικνυομένη ἐξασφάλισις, καθόσον ὑπὸ ταύτης καθορίζεται τοῦτο μὲν πρὸ πάσης καταλήψεως πραγματικὴ καταβολή, τοῦτο δὲ ὁ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ πάντοτε ἔστω καὶ προσωρινὸς καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως, ἐπιφυλαττομένου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ δικαιώματος τῆς συμπληρώσεως. Κατὰ τὰ λοιπὰ παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν γίνεται εἰδικὴ μνεία περὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν καὶ ἰαματικῶν ὐδάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὁρίζεται ὅτι θὰ κανονισθῶσι δι’ εἰδικῶν νόμων. Φρονῶ ὅμως ὡς καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ δέχεται, ὅτι ὁλόκληρος ἡ παράγραφος αὕτη παρέλκει καὶ δέον ἀζημίως νὰ ἀπαλειφθῇ, τοῦτο μὲν διότι τὰ περὶ ταύτην ἀνάγονται εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον τὸ ῥυθμίζον τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος κατά τε τὴν ἔκτασιν καὶ λοιπὰ συνιστῶντα αὐτὸ στοιχεῖα, τοῦτο δὲ διότι ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων διὰ τοῦ Συντάγματος κύρωσις νόμων προϋπαρχόντων θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ τὴν σκέψιν, ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ὑφίσταντο οὗτοι. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τάσσομαι μετὰ πεποιθήσεως ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἐδέξατο ἡ ἐπιτροπή, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, καθ’ ἣν ἀντὶ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη» νὰ ἀναγραφῇ ὁ ὅρος τῆς «κοινῆς ὠφελείας», ἧς ὑπαρχούσης ἐπιτρέπεται ἡ στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας ὑπὸ τοὺς ἀναγραφομένους ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 ὅρους. Ἰδιαιτέρα ὅμως τῳόντι προσοχὴ δέον νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν ἐκ τῶν νομῶν Τρικκάλων καὶ Λαρίσης προτεινομένην προσθήκην, καθ’ ἣν εἰδικὸς νόμος θέλει ῥυθμίσει τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως μεγάλων κτημάτων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν ἐν αὐτοῖς ἰδιοκτησιῶν. Ἡ ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῆς ἐρεύνης ταύτης μεθ’ ὅσης προσοχῆς ἐπέβαλλεν ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος καὶ ἐξετίμησε δεόντως τὰς τὴν προσθήκην ταύτην συνοδευούσας περιστάσεις. Σκοπὸς τῆς ὑποδεικνυομένης ταύτης προσθήκης εἶναι, ὡς καταφανῶς ἐξάγεται, ἡ διευκόλυνσις τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἄμεσος σπουδαιότης αὐτῆς. Τίς ἀμερολήπτως ἐρευνῶν, κύριοι Βουλευταί, τὰ τοῦ ζητήματος δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰς λυπηρὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς εὑρίσκονται πολλαὶ χιλιάδες οἰκογενειῶν ἐργαζομένων μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὰ συμφέροντα τῶν ὀλίγων οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα ἀπολαμβάνουσαι ἐκ τῆς ὑπ’ αὐτῶν συστηματικῶς καλλιεργουμένης γῆς, καίπερ ὑπ’ αὐτῶν καὶ τῶν προγόνων των ἐπὶ αἰῶνας κατεχομένης; (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι οἱ οὕτω πως ἐργαζόμενοι ἐκπροσωποῦσι τὰς ζωτικωτέρας οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους τούτου; (Χειροκροτήματα). Τίς δύναται ὡσαύτως νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεων καὶ ἡ ὑπὲρ τῶν τελευταίων τούτων ἀναγνωριζομένη ἀπελευθέρωσις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων δι’ οἱασδήποτε θυσίας ἐπιτυγχανομένη καὶ διὰ τῆς πλήρους ἱκανοποιήσεως βεβαίως τῶν ἰδιοκτητῶν θὰ ἀπετέλει βῆμα σημαντικώτατον πρός τε τὴν κοινωνικὴν πρόοδον καὶ τὴν οἰκονομικὴν προαγωγὴν τῶν τε ἀτόμων καὶ τοῦ Κράτους; (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Τίς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ, Κύριοι, ὅτι ὁ τοιοῦτος διακανονισμὸς τῶν σχέσεων θὰ συνετέλει εἴς τε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας καὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀπείρων ἐκτεταμένων καὶ ἀκαλλιεργήτων εἰσέτι γαιῶν; Τίς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ὅτι, ἂν ἀμφότερα ταῦτα ἐπιτευχθῶσι, θὰ ἐλύετο ἴσως τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ ἐβελτιοῦτο ἀναμφισβητήτως ἡ τύχη τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅστις μολονότι συγκεντροῖ τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους εἶναι ἐντούτοις ὁ διατελῶν ὑπὸ τὰς δυσμενεστέρας τῶν περιστάσεων, εἶναι ὁ ὑποστὰς τὰς συνεπείας τῶν σφαλμάτων μας περισσότερον παντὸς ἄλλου; (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ ἐπιτροπὴ ἠρεύνησε μετὰ προσοχῆς ἀναλόγου πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τὴν ὑποδεικνυομένην προσθήκην καὶ ἀπεφάνθη μὲν ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως αὐτῆς, οὐχὶ ὅμως ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁ νομοθετικὸς διακανονισμὸς τοιούτων σχέσεων θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι θὰ ἤρκουν αἱ ἀναγραφαὶ γενικῶν ὁρισμῶν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἡ λῆψις νομοθετικῶν μέτρων τεινόντων εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων καὶ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος ἐθεωρήθη οὐ μόνον ἀπάδουσα, ἀλλὰ συμβιβαζομένη πρὸς τὰς ὑποδεικνυομένας συνταγματικὰς διατάξεις, ἐφ’ ὅσον ἤθελε γίνει δεκτὸν ὅτι ἐν τῷ συγκεκριμένῳ θέματι συντρέχει ὁ ὅρος τῆς «κοινῆς ὠφελείας». Ἤδη ὅμως προβάλλεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ῥητὴ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως περὶ τῆς νομοθετικῆς λύσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ζητήματος τὰ μάλιστα ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν εὐνοϊκὴν καὶ ὑπὸ πάντων ποθουμένην λύσιν αὐτοῦ, καθόσον θὰ καθίστα εὐχερεστέραν τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀπαιτουμένων κεφαλαίων, ἅτινα προσιτώτερα θὰ ἦσαν, ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα θὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ βάσεως ἀναμφισβητήτου. Καὶ βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι μικρᾶς ἀξίας, καθόσον ἐξαρτῶντες τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐκ τῆς κρίσεως τῆς μελλούσης νὰ ἀποφανθῇ τακτικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις καὶ μόνη θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἂν συντρέχει ἐν τῷ δεδομένῳ θέματι ὁ ὅρος τῆς «κοινῆς ὠφελείας, εἶναι βεβαίως τι ὀλιγώτερον παρὰ νὰ ἀποφανθῶμεν ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἡ λύσις εἶναι κοινῶς ὠφέλιμος καὶ ἀφήσωμεν εἰς τὴν τακτικὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸν διακανονισμὸν τῶν λοιπῶν ζητημάτων. Ἀποδίδω δὲ τῳόντι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑψίστην σημασίαν, οὐ μόνον διότι θὰ ἤρκει ἡ ἐπίλυσις τοῦ ἀγροτικοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ πρᾶξιν τὰ μάλιστα ἐπωφελῆ, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τὰς αὐτὰς καὶ χείρονας ἀγροτικὰς σχέσεις εὑρίσκονται πλεῖστα ὅσα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ ἡ Ἑπτάνησος καὶ ἰδιαίτατα ἡ Κέρκυρα. Καὶ ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχει πάντοτε φλέγον τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, καθόσον καὶ εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην ὁλόκληροι πληθυσμοὶ στενάζουσι μὴ δυνάμενοι νὰ συντηρηθῶσιν ἐκ τῆς ὑπ’ αὐτῶν ἐπὶ αἰῶνας καλλιεργουμένης καὶ κατεχομένης γῆς. Τὸ πολύπλοκον τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις ταύτης διὰ πλείστων ὅσων ἐμφυτευτικῶν καὶ ἀγροληπτικῶν βαρῶν συνετέλεσεν, ὥστε νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ καλλιέργεια, διότι δὲν ἦτο φυσικὸν νὰ ἐργάζηταί τις, διὰ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἀγροδότου, ἀλλ’ ἡ ἐκ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς καλλιεργείας ζημία εἶναι προφανὴς καὶ γενικῶς αἰσθητή, ἐπηρεάζει δὲ ἀμέσως καὶ αὐτὸν τὸν ἀγροδότην, καθόσον ἐκ τῆς μὴ καλλιεργουμένης γῆς οὔτε ὁ ἀγρολήπτης ἀλλ’ οὔτε ὁ ἀγροδότης εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ. Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο καὶ ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ κατέστη γενικῶς αἰσθητὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, ἐπὶ ἀποζημιώσει πάντοτε τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐπιζητουμένη οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ἐδαφοληπτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐδαφοδοτῶν. Διὰ τῆς ἀπελευθερώσεως ταύτης καὶ μόνης οὐ μόνον θέλει αἰσθητῶς βελτιωθῆ ἡ οἰκονομικὴ θέσις τοῦ ἀγροτικοῦ στοιχείου, ἀλλὰ καὶ τὰ μάλιστα θέλει ἐνισχυθῆ ἡ κτηματικὴ πίστις, ἐξ ἧς καὶ μόνης θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν γεωργῶν ἐργατῶν ἐν γένει καὶ αὐτῶν τῶν κτηματιῶν ἐκ τῶν ὀνύχων τῶν τοκογλύφων. Θὰ δυνηθῇ τις δὲ σὺν τῷ χρόνῳ νὰ ἐλπίσῃ εἰς τὴν ἵδρυσιν Τραπέζης Κτηματικῆς Πίστεως, ἀφοῦ ἀριδήλως ἡ ἀγροτικὴ τῆς Κερκύρας περιουσία ἀπελευθερουμένη δὲν εἶναι μικροῦ λόγου. Ἀλλὰ ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἀναμφισβητήτως σημαντικώτατον βῆμα προόδου, ὡς ἀποτελοῦντα ἰσχυρᾶς ἐγγυήσεις κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς εὐεξίας. (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς βεβαίως οἱ τὸν νομὸν τῆς Κερκύρας ἐκπροσωποῦντες εἰδικῶς Βουλευταὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον περὶ βαθμιαίας, ἀλλὰ καὶ ὁριστικῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, ἰδιαιτέραν δὲ σύστασιν καὶ παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως μᾶς συνδράμωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦθ’ ὅπερ καὶ εὐχερὲς ἀποβαίνει, ἀφοῦ δὲν θὰ ζητήσωμεν θυσίας παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰς δὲ πρὸς τοῦτο οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν οἱ ἴδιοι Κερκυραῖοι θέλομεν ὑποστῆ. (Χειροκροτήματα). Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο κρίνω σκόπιμον τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, τροποποιουμένης ὅμως κατὰ τρόπον ὥστε αὕτη νὰ ὑπονοῇ ὡς κοινῶς ὠφέλιμον καὶ τὴν λύσιν παντὸς οἱουδήποτε ἄλλου ἀγροτικοῦ ζητήματος, τοῦθ’ ὅπερ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν ἀναγραφῇ ὅτι εἰδικὸς νόμος θέλει καθορίσει τὰς ἐν τοῖς διαφόροις νομοῖς σχέσεις τῶν ἐδαφοδοτῶν καὶ ἐδαφοληπτῶν, ὡς θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Ἐὰν ὅμως δὲν ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη, καὶ ἤθελεν, ὡς τοὐλάχιστον ἐλπίζω, δι’ ἰδιαιτέρας πράξεως ἀναγνωρισθῇ ἡ συνταγματικότης τῶν μέτρων τούτων, πάλιν ὑποβάλω τὴν εὐχὴν, ὅπως ἐν τῇ πράξει ταύτῃ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ ἔννοια ὡς ἀνωτέρω ὑπετύπωσα. Πᾶς τις δὲ ἐννοεῖ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν, ἤθελεν ἔχει ἡ παραδοχὴ οἱασδήποτε τῶν ἄνω λύσεων, καθόσον δι’ αὐτῶν καὶ μόνον ἐξασφαλιζόμεθα κατὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅπερ ἤθελε τυχὸν ἄνευ τούτων ἀντιταχθῆ, ὅτι αἱ προταθησόμεναι τυχὸν ἀπαλλοτριώσεις ἀντίκεινται εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, κρίνω σκόπιμον καὶ ἐπιβαλλόμενον, ὅπως ὀλίγας εἰσέτι λέξεις εἴπω πρὸς ὑμᾶς σχετιζομένας πρὸς ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ὁποίου μνεία γίνεται καὶ ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἐκθέσει. Καθόσον, μολονότι ἀπίστευτον φαίνεται, εἶναι ὅμως ἑτέρωθεν ἀληθές, ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ἐν ἔτει 1911 ἐξακολουθοῦσιν εἰσέτι ὑφιστάμενα τιμάρια καὶ καταβαλλόμεναι τιμαριωτικαὶ παροχαί, ὑπενθυμίζουσαι σχέσεις καὶ συστήματα μεσαιωνικὰ καὶ βάρβαρα, ἀποτελοῦντα ὄνειδος διὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Τινὰ ἐξ αὐτῶν εὐτυχῶς ἐξηγοράσθησαν διὰ διαφόρων νόμων διὰ τῆς καταβολῆς ποσῶν σχετικῶς εὐτελῶν, καὶ πολὺ ὀρθῶς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑφίστανται εἰσέτι τοιαῦτα, καὶ χάριν τούτων φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται, συνερχόμενοι ἐνταῦθα μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, νὰ δηλώσωμεν, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀπεδέχθη, ὅτι διὰ τοῦ ὅρου «ἰδιοκτησία» ἀναγραφομένου ἐν τῷ ἄρθρῳ 17ῳ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπονοοῦνται παροχαὶ φύσεως καθαρῶς τιμαριωτικῆς, ὁ διακανονισμὸς τῶν ὁποίων ἀφίεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὴν δὲ δήλωσιν ταύτην θεωρῶ ἀναγκαίαν, ὅπως ἀφεθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ ἐλευθέρως τὰ τῆς ἀποσβέσεως τοιούτων δικαιωμάτων, φρονῶν συγχρόνως ὅτι ἡ ἀπόσβεσις αὕτη εἶναι δίκαιον νὰ ἐπέλθῃ διὰ σχετικῆς ἀποζημιώσεως. Δέον δὲ ν’ ἀποδοθῇ τῳόντι ὑψίστη καὶ ὅλως ἐξαιρετικὴ σημασία εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν διαφόρων ἀγροτικῶν σχέσεων καὶ τὴν λύσιν ἰδίᾳ μὲν τοῦ θεσσαλικοῦ, ἀλλὰ μετὰ τούτου καὶ τῶν λοιπῶν ἀγροτικῶν ζητημάτων. Διότι τοῦτο φρονῶ ὅτι ἤθελεν ἀποτελέσει τὴν ἀπαρχὴν σοβαρᾶς πολιτικῆς ἀγροτικῆς, ἐξ ἧς φρονῶ ὅτι μάλιστα ἐξαρτᾶται ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τοῦ τόπου, ἡ βάσις δηλαδὴ καὶ προϋπόθεσις τῆς ἀνορθώσεως οἱουδήποτε ἄλλου κλάδου. Πολιτικὴ τείνουσα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας κατὰ προτίμησιν τῶν λοιπῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων διὰ τῆς λήψεως προστατευτικῶν καὶ συντελεστικῶν ὑπὲρ αὐτῆς μέτρων, ὡς τῆς καταργήσεως ἑτέρων ληφθέντων μέν δῆθεν χάριν τῆς προαγωγῆς καὶ ἀναπτύξεως ἑτέρων πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων, ἰδίᾳ τῆς βιομηχανίας, ἐπενεργησάντων ὅμως δυσμενέστατα καὶ εἰς βάρος τῶν γεωργικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, θὰ ἦτο βεβαίως σωστικὴ καὶ ἡ μόνη ἁρμόζουσα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ κατ’ ἐξοχὴν γεωργικοῦ χαρακτῆρος τῆς χώρας καὶ τῶν ἰδιαιτέρων παρ’ ἡμῖν περιστάσεων. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ χώρα, δὲν ὀφείλεται εἰς δυσμενεῖς περιστάσεις, ἀλλ’ εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε ἐπολιτεύθημεν μὴ ἐκμεταλλευθέντες ὡς ἔδει τὰς εὐνοϊκὰς παραγωγικὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν. Ἐὰν τοιαύτη ἐκμετάλλευσις ἤθελε γίνει καὶ ἤθελον παρ’ ἡμῖν χρησιμοποιηθῆ τὰ χαρίσματα, τὰ ὁποῖα ἡ φύσις ἀπένειμεν εἰς τὰς ἐκτεταμένας καὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐγκαταλελειμμένας θεσσαλικὰς ἐκτάσεις, καὶ ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας ἄλλη θὰ ἦτο, ἀλλὰ μετὰ ταύτης διάφορος θὰ ἦτο καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Τοιαύτην πολιτικὴν ἐὰν ἠθέλομεν ἐφαρμόσει, θὰ ἀπεφεύγομεν τὴν ἑκάστοτε κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων διὰ τῆς ἐπιβολῆς πάντοτε νέων φόρων, καθόσον ἡ αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ ἐπετυγχάνετο διὰ τῆς ἐντάσεως καὶ ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, τοῦθ’ ὅπερ ἀπαιτεῖ μὲν μεθοδικὴν καὶ μακρὰν ἐργασίαν, ἀλλ’ ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς ἀληθῆ ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ὁπωσδήποτε ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις, ἥτις χωρεῖ ἐπὶ τῆς ὑποβαλλομένης τροπολογίας, εἶναι ἂν ἡ ἀπαλλοτρίωσις κτημάτων καὶ ἐμπραγμάτων ἐν γένει δικαιωμάτων χάριν ἀγροτικῶν καὶ γεωργικῶν σκοπῶν ἀνταποκρίνεται πρὸς «δημοσίαν ὠφέλειαν» καθόσον, ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτως, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως μὴ ἀναγραφῇ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, ἔστω καὶ δι’ αὐτοτελοῦς προσθήκης, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ὑποβάλλεται, καὶ εἶναι τῳόντι σοβαρὸν ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὕτη θέλει διευκολύνει τὴν λύσιν τῶν ἀγροτικῶν παρ’ ἡμῖν ζητημάτων. Ἡ δημοσία ὠφέλεια, ἧς ἕνεκα ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ἡρμηνεύθη καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος εὐρύτατα. Αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ὑπάρχουσα οὐ μόνον ἐπὶ οἱωνδήποτε δημοσίων ἔργων ὁδικῶν, ὑδραυλικῶν κλπ., ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἔργων σκοπούντων τὴν λειτουργίαν ἀγαθοεργιῶν οἱωνδήποτε καὶ ἐν γένει σκοποῦ γενικωτέρου συμφέροντος, ἔστω καὶ ἂν ἀμέσως ἐκ τῶν ἔργων τούτων δὲν ἀπολαμβάνωσιν ἅπαντες. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἀφοῦ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐκτὸς πάσης σοβαρᾶς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων τὰ μάλιστα συμβάλλει εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀγροτικῶν ζητημάτων, ἡ ταῦτα πάντα διευκολύνουσα ἀναγκαστικὴ τῶν κτημάτων ἀπαλλοτρίωσις, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ὅλως εἰδικῶν παρ’ ἡμῖν περιστάσεων, ἀνταποκρίνεται οὐ μόνον εἰς κοινὴν ἢ δημοσίαν ὠφέλειαν ἢ καὶ δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἀποτελεῖ αὐτόχρημα ἀνάγκην ἐπιτακτικήν, ἐπιβαλλομένην ὑπ’ αὐτῶν τῶν κοινωνικῶν, πολιτικῶν καὶ ἐθνικῶν περιστάσεων. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὁλοκλήρου τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν παρατείνωμεν τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑσπέρας ταύτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω, ὅπως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ αὔριον συνέλθωμεν τὴν 10 πρωινὴν ὥραν, ἵνα ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§191ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 μ. μ.)