1911.02.05
2,422 rows · 17,988 words · 212 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22.
Τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1911
(Σάββατον).
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ.μ. παρόντων 185 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
Προσελθόντες εἶτα ὁρκίζονται τὸν νενομισμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὅρκον οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Μᾶνος, Π. Καράπαυλος, Β. Γρίβας καὶ Δημ. Μάρκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Αἴτησιν Στενημαχιτῶν προσφύγων ἐκ τῶν ἐν Λεβαδείᾳ συνῳκισμένων, διαβιβασθεῖσαν δι’ ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ὁριστικῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν· 2) Αἴτησιν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἐκ τῶν παρασχόντων ἐξόχους ὑπηρεσίας, περὶ τροποποιήσεως σχετικοῦ νόμου ͵ΓΗΠΓʹ τοῦ 1910· 3) Ὑπόμνημα τοῦ Ἀναργ. Μιχαλακοπούλου ἐπὶ πελοποννησιακῶν ἰδίως ζητημάτων· 4) Αἴτησιν τῶν κατοίκων Καλαμπάκας περὶ ἀναστολῆς τῆς περαιτέρω εἰσπράξεως τῶν φόρων παρ’ αὐτῶν καὶ ὑπὲρ ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Τάκη ὑποβληθέντος περὶ δασῶν σχεδίου νόμου· 5) Αἴτησιν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, παρακαλούντων ν’ ἀνατεθῇ αὐτοῖς οἰκονομικὴ ὑπηρεσία· 6) Ἀναφορὰν τῶν στενογράφων τῆς Βουλῆς Π. Μαγιάκου καὶ Ἰω. Ἀγγελοπούλου Ἀθανάτου, ἀναγομένην εἰς τὴν ἀμοιβὴν αὐτῶν ἐπὶ τρεῖς μῆνας, καθ’ οὓς εἰργάσθησαν, ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς προσλήψεώς των εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Πρώτη πρότασις πρὸς συζήτησιν εἶναι ἡ πρότασις «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ἡ πρότασις ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἀφορᾷ δὲ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ Βιβλιοφύλακος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις ἔχει οὕτω: «Πρὸς τὴν Βουλὴν Συνελθοῦσα σήμερον ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ καὶ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 14 τῆς 1 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἔγγραφον τοῦ κ. Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ προτείνεται ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τοῦ Βιβλιοφύλακος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς εἰς δραχ. 400 κατὰ μῆνα, εὑρίσκουσα δὲ αὐτὴν εὔλογον καὶ δικαίαν, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ προτείνῃ τὴν σχετικὴν τροπολογίαν ἔχουσαν οὕτω: Τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τροποποιεῖται οὕτω: Τοῦ Βιβλιοφύλακος........ εἰς δραχμὰς 400 Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Φεβρουαρίου 1911 Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ Ὁ πρόεδρος Σ. Ψύχας Ὁ εἰσηγητὴς Εὐθ. Βελλιανίτης Τὰ μέλη Α. Τάκης Γιαννούσιος Β. Μιχαλέας Α. Σακελλαρίου Ἰω. Παπαθανασιάδης»
§2Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τὴν ἀφορῶσαν εἰς τροποποίησιν ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ, δι’ ὧν διαρρυθμίζονται τὰ τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ὑπαλλήλων, καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Πρόεδρος εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη τὴν Βουλήν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσῃ παρομοία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν μισθοδοσίας δι’ ὡρισμένον ὑπάλληλον. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῶ οὔτε τὸ δίκαιον τῆς αὐξήσεως, οὔτε τὸ ποσόν, οὔτε τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπαλλήλου. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ μιᾶς ἀρχῆς, περὶ ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσεν ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον αὔξησις μὴ ἀπαραιτήτως ἐνδεδειγμένη, μὴ ἐξυπηρετοῦσα τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γένηται. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις καὶ ἡ αὔξησις ἐν γένει μισθολογίων εἶναι ἐκείνη τὴν σήμερον, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ γενικὰ ταῦτα συμφέροντα, καὶ πρὸς ἃς αὐξήσεις μάλιστα δυσθύμως ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐξαιρετικῶς δ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως ἀναγκαίας μισθολογίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πράξεως χαριστικῆς. Μολονότι, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀσήμαντον τὸ ποσὸν τῆς προτεινομένης αὐξήσεως, ἐν τούτοις ὡς ἀντιβαῖνον πρὸς τὴν γενικὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μοὶ ἐγέννησε τὴν σκέψιν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τοιαύτης αὐξήσεως. Ἐπὶ πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἀπετόλμησαν ἄλλαι παρελθοῦσαι Βουλαὶ καταδικασθεῖσαι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ πραγματώσῃ ἡ παροῦσα Βουλή. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠρνήθη δαπάνην ἑπτακοσίων δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει μία ὁλόκληρος πόλις, καὶ ὅτε ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠρνήθη δαπάνην 2000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἠξίουν 10,000 ψυχαὶ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν παρὰ τὴν Κυπαρισσίαν τέλματος καταμαστίζοντος ἐπὶ ἑξάμηνον τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ὅτε ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοιαύτας οἰκονομίας, νομίζω ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ ὄχι κατὰ τῆς αὐξήσεως, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀρχῆς, κατὰ τῆς ἀντιλήψεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ θὰ δύναται νὰ διανείμῃ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν.
§3Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Συνάμα ὅμως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ καὶ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τοῦ Διεκπεραιωτοῦ ἀπὸ δραχμὰς 200 εἰς 220, διότι ὅλοι ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παριστάμενοι βλέπομεν καὶ ἀναγνωρίζομεν ὁπόσας ὑπηρεσίας παρέχει πρὸς ἡμᾶς ὅλους καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ Διεκπεραιωτὴς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος τελευταίως ἐλάμβανε μισθὸν 240 δραχμάς, καὶ δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους περιωρίσθη τὸ ποσὸν εἰς 200. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἵνα αὐξηθῇ ὁ μισθὸς αὐτοῦ κατὰ 20 μόνον δραχμάς, οὐχὶ κατὰ 40, ὅσας ἐλάμβανεν ἄλλοτε, δηλαδὴ ἀπὸ 200 νὰ γίνῃ 220.
§4ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ Βουλὴν ἄνευ Βιβλιοθήκης. Ὅσοι δὲ γινώσκουσι καλῶς τὰ τῆς Βουλῆς ταύτης, δὲν δύνανται νὰ φαντασθῶσι καὶ τὴν Βιβλιοθήκην αὐτῆς χωρὶς τὸν Βιβλιοφύλακα, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν αἱ Βουλαὶ τοῦ παρελθόντος δὲν ἐσκέφθησαν νὰ αὐξήσωσι τὸν μισθὸν αὐτοῦ. Ὑπερήφανος τοὐλάχιστον θὰ εἶμαι ἐγώ, διότι θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον τοῦτο πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, τοῦ ὁποίου καὶ τὰ φῶτα καὶ ἡ εὐσυνειδησία καὶ ἡ βαθυτάτη ἀφοσίωσις πρὸς τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα περὶ αὐτοῦ. Αἰσθάνομαι ὑπερηφάνειαν καὶ τιμήν, διότι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τοιούτου ὑπαλλήλου.
§5Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ τραγικῶς παρέστησε τὴν αὔξησιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Νομίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Βιβλιοφύλακος δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς μίαν κατηγορίαν. Εἶναι ὑπηρεσία ἐθνική, τὴν ὁποίαν προσφέρει ὁ Βιβλιοφύλαξ ἐδῶ, καὶ ὁ ἱδρώς, τὸν ὁποῖον χύνει, εἶναι ἱδρὼς ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὄχι ὑπὲρ ἰδικῆς του ἐργασίας, καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως.
§6Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει κανεὶς Ἀντιπρόεδρος νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ, διότι ἐσκόπουν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ὑπάλληλος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἔχει 37 ἐτῶν ἔντιμον καὶ πολύτιμον ὑπηρεσίαν, καὶ ἑπομένως εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ τὸν ἀμείψῃ.
§9Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅστις γνωρίζει τὰ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ τὰ τοῦ ἔργου τοῦ κ. Καλογεροπούλου, δὲν δύναται παρὰ νὰ συμφωνῇ ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ αὔξησις αὕτη τῆς μισθοδοσίας του.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. 2) Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς. Κεφάλαιον Αʹ. Ἄρθρον 1. Βουλή. Ἀποζημίωσις Βουλευτῶν Ἀναθεωρητ. Βουλῆς 364 Χ 3,000=1,092,000.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸ ποσὸν τῶν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν τῆς Διπλῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ εἶναι κατωτέρα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν τῆς ἁπλῆς Βουλῆς. Αὕτη πρώτη προέτεινε καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς σχετικῆς διατάξεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε καθορισθῆ διὰ τὴν ἁπλῆν Βουλήν. Ἄλλως τε, ἐὰν ἀναγνωρίζηται ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν τῆς διπλῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ εἶναι κατωτέρα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω ὅτι τοῦτο συνδέεται μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι καὶ αἱ ἐργασίαι τῆς διπλῆς Βουλῆς θέλουσι παραταθῆ εἰς τὸν συνήθη χρόνον τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ἑξάμηνον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπὶ τοῦ παρόντος ψηφίσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένον, ἐπιφυλαττομένη, ἐὰν ἤθελε βραδύτερον ἀναθεωρήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ἀφοῦ ψηφίσῃ ἐκεῖνο τὸ ποσόν, νὰ ῥυθμίσῃ ὁριστικῶς τότε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς.
§12Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα ὅλης ἐν γένει τῆς ἀποζημιώσεως.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 Κεφαλαίου Αʹ; Οὐδείς. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο ὡς ἐτροποποιήθη...
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἐτροποποιήθη;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιωρίσθη τὸ ποσὸν εἰς 651,600. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγκάζομαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μοὶ ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐλπίζω ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι θὰ ἀποσύρωσι τὴν πρότασίν των.
§16Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἐγίνετο δεκτὴ ἡ τροποποίησις τοῦ Συντάγματος, αὕτη καὶ ἄνευ ἰδιαιτέρας μνείας θὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ διὰ τὴν παροῦσαν Βουλήν, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Κεφάλαιον Βʹ. Εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο περιλαμβάνονται τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τὰς καταργηθείσας ὡς πρὸς τὰς 28 ἡμέρας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, εἰς τὸ κεφάλαιον δὲ Γʹ περιλαμβάνονται τὰ ἔξοδα συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἐτροποποιήθησαν τελευταίως ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς 11 μῆνας καὶ δύο ἡμέρας. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ Κεφάλαιον Βʹ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 3ον· εἶτα ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 4ον).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§19ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος νομίζω ὅτι εἶναι ἀόριστος καὶ χρειάζεται κάποια σαφεστέρα καταγραφὴ τῶν ἐξόδων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ τὴν ἐξήγησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος παρέστησεν εἰς ἐμὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη πιστώσεώς τινος, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν γραφικήν της ἐργασίαν καὶ εἰς ἐκτύπωσιν τῆς ἐκθέσεώς της. Ἐδέχθην λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν (4000), πάντως ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ.
§21ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5ον)
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 6ον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει σχετικὴ ἀναφορὰ τῶν δύο στενογράφων Π. Μαγιάκου καὶ Ἰ. Ἀγγελοπούλου Ἀθανάτου, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουσι δοθῆ οἱ μισθοὶ τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου. Οἱ στενογράφοι οὗτοι ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς στρατιῶται τὸν Ὀκτώβριον, ὁ δὲ προκάτοχός μου κ. Ἔσλιν δὲν ἤθελε νὰ ἐγκρίνῃ τὰς μισθοδοτικὰς αὐτῶν καταστάσεις ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐκλήθησαν εἰς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ στενογράφοι ὅμως οὗτοι κατὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς μῆνας ἠσχολήθησαν εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν στενογραφημάτων, καὶ θὰ εἶναι ἄδικον, νομίζω, κύριοι Βουλευταί, νὰ στερήσωμεν ὑπαλλήλους παλαιοὺς τῆς μισθοδοσίας των, διότι ἔτυχε νὰ ὑπάγουν στρατιῶται. Ἐγκρίνει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ λάβωσι τοὺς μισθούς των;
§23ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα μάλιστα. (Ἐγκρίνεται πίστωσις 1335 δρχ. πρὸς πληρωμὴν καθυστερουμένων μισθῶν 3 μηνῶν τῶν ἐκτελούντων τὴν στρατιωτικήν των θητείαν στενογράφων Π. Μαγιάκου καὶ Ἰω. Ἀγγελοπούλου Ἀθανάτου καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 6ον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7ον (ἀναγινώσκεται).
§25ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Πολυζωίδου εἶναι οἰκογένεια τριμελὴς πτωχοτάτου ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐνταῦθα εὐσυνειδήτως καθ’ ὑπερβολὴν ὑπηρετήσαντος, καὶ εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ τὴν τοιαύτην, τὴν ὑπερβολικήν, ὀφείλεται ὅτι ἀπέκτησε τὸ νόσημα, ὅπερ παρέσυρεν αὐτὸν προώρως εἰς τὸν τάφον. Τοῦ Πολυζωίδου τὸ ὑπόδειγμα ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ ὑπόδειγμα τῶν ὑπαλλήλων, διότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην, ὅπως ἀπὸ πρωίας μέχρι βαθυτάτης νυκτὸς φθείρῃ τὴν ὑγείαν του, ἐργαζόμενος περισσότερον ἢ ὅ,τι ἐζητεῖτο ἀπ’ αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐφόρων τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν σῴζωνται μέχρι σήμερον ἐν τάξει τὰ χειρόγραφα ἑπτὰ ὁλοκλήρων Συνόδων, ὧν δὲν ἐδημοσιεύθησαν τὰ Πρακτικὰ δι’ ἔλλειψιν ἄλλων, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἄκραν αὐτοῦ ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἄκραν αὐτοῦ φροντίδα, τὰ πάντα νὰ ἔχῃ ἕτοιμα, ὥστε καὶ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ, ὃν προεγίνωσκε, διότι εἶχεν ἤδη πρότερον πάθει ἐκ τῆς ἀσθενείας, ἥτις ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὸν τάφον, νὰ σωθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἱστορίας τῆς κοινοβουλευτικῆς τοῦ τόπου τούτου, τυπούμενα βαθμηδόν, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δίδει πίστωσιν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ θερμῶς νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀληθῶς ἐντίμου τούτου ὑπαλλήλου τὸ βοήθημα, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπερ ἴσως εἶναι καὶ ἀνεπαρκές, ὅπως ἀνταποκριθῶσι σήμερον μήτηρ καὶ ἀδελφαὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου μετὰ τὰς δαπάνας, ἃς ὑπέστησαν διὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ μακαρίτου.
§26Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει, καὶ μετὰ τὴν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἀναφορᾶς τῆς μητρὸς τοῦ μακαρίτου Πολυζωίδου, ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ βοήθημα 1,000 δραχ. διὰ τὴν οἰκογένειαν Πολυζωίδου. Ἡ ἀναγραφὴ τοῦ βοηθήματος τούτου εἶναι ἐνδεικτική, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ὁριστικῶς ἀναγραφῆ. Ἡ Βουλὴ κανονίζουσα τὰ τοῦ βοηθήματος θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Κράτος, θανόντος τοῦ Πολυζωίδου κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον καὶ μὴ διορισθέντος ἀντικαταστάτου παρὰ τὸν Φεβρουάριον, δὲν κατέβαλε οὔτε τὸν μισθὸν τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλὰ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρὸ παντὸς ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ὅστις δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ ἀξιώματος, δι’ οὗ μὲ ἐτίμησεν ἡ Βουλή, ὅτι ὑπῆρξε θῦμα τῆς ἐργασίας. Ὁ Πολυζωίδης ἀπέθανεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, ὑπῆρξε δὲ μοναδικὸς ὑπάλληλος, καὶ ἀρκεῖ μόνον τοῦτο νὰ λεχθῇ πρὸς τιμὴν τῆς μνήμης τοῦ ἀειμνήστου ὄντως ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐνῷ καθ’ ἑκάστην Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ καθ’ ἑκάστην πολιτικὴν μεταβολὴν παρουσιάζοντο ἀθρόοι ὑποψήφιοι διὰ τὴν κατάληψιν τῶν θέσεων τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν οὐδεὶς Πρόεδρος ἐσκέφθη ὅτι δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν Πολυζωίδην, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ διανοηθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἀξίωσιν, διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν Πολυζωίδην. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλή, τιμῶσα τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου τούτου ὑπαλλήλου, θέλει ἔλθει ἀρωγὸς γενναία εἰς τὴν πενθοῦσαν οἰκογένειαν.
§27Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρξα Βουλευτὴς μέχρι τοῦδε, θέλω νὰ προσθέσω κἄτι, σχετικῶς μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εἶπον. Διότι ὡς ἰδιώτης ἁπλοῦς, προσερχόμενος εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς καὶ ζητῶν νὰ συμβουλευθῶ τὰ Πρακτικά, εὕρισκον πάντοτε ἕνα ἀφωσιωμένον ὑπάλληλον, πρόθυμον νὰ ὑπηρετήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὁπωσδήποτε, ἄνευ τίτλου τινός, προσήρχοντο εἰς τὸ γραφεῖόν του ἡμέρας τε καὶ νυκτός. Διὰ τοῦτο ὀφείλω εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ.
§28Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς: Θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, νὰ λάβῃ, εἰ δυνατόν, γενικώτερα μέτρα, διότι ὑπάλληλοι, ὑπηρετήσαντες δέκα καὶ δεκαπέντε ἔτη, λιμώττουσι δυστυχῶς. Προχθὲς δὲ εἶδον μετὰ μεγάλης μου λύπης Βουλευτὴν ὑπηρετήσαντα ἐπὶ 25ετίαν νὰ ἐπαιτῇ εἰς τὰς τριόδους. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, εἰ δυνατόν, διὰ γενικοῦ μέτρου νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς δεινοπαθοῦντας αὐτοὺς ἀνθρώπους.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις εἰς 2,000 δραχμῶν. Δέχεται ἡ Βουλή;
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 7ον, ὡς ἐτροποποιήθη. Εἶτα δὲ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς).
§31Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, πρὶν ἢ ψηφίσῃ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Εἶναι ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια διὰ πάντας τοὺς ἀναμιγνυομένους μὲ τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς καὶ μὲ τὴν σχετικὴν ὕλην καὶ νομολογίαν, ὅτι ἔλλειψίς τις τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς παγία καθιστᾷ δύσχρηστον ταύτην. Δὲν ὑπάρχει εὑρετήριον γενικὸν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων, ἀφ’ ἧς ἤρξατο αὕτη ἐκδιδομένη· εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐγκρίνῃ πίστωσίν τινα μικράν, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἐφέτος ἡ ἐργασία αὕτη, ἡ ὁποία θὰ χρειασθῇ ἴσως τριετίαν νὰ συντελεσθῇ;
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχει οὔτε ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως εὑρετήριον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἡ πρότασις εἶναι νὰ γίνῃ εὑρετήριον.
§34ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προηγεῖται ἡ φροντὶς τῆς δημοσιεύσεως τῶν Πρακτικῶν τῶν ἐστενογραφημένων τῶν Συνόδων, αἵτινες εἶναι ἐν καθυστερήσει ἀπὸ τοῦ 1905. Τοῦτο προηγεῖται. Διότι εἶναι ἀτοπώτατον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβουλευθῇ τις ἐν τοῖς τόμοις τούτοις τοσούτων ἐτῶν τὰς ἀγορεύσεις ἰδίως τῶν κυβερνητῶν ἐκείνων, οἵτινες ὁλόκληρον νομοθεσίαν ἐστήριξαν κατὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ ἐπιχειρημάτων ἀγνώστων σήμερον εἰς τοὺς πάντας, διότι βεβαίως τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ οὐδενὸς τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων παρέχουσιν ἐπαρκῆ ἰδέαν. Εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς τυπώσεως τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῶν Συνόδων τούτων 1905–1910 συμπεριλαμβανομένου.
§35Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ποιεῖται καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἐπικαιροτάτη καὶ ἀληθής, ἔχω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν. Καθυστερεῖται ἡ ἔκδοσις τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΖʹ Περιόδου — διότι μόνον τῆς Αʹ Συνόδου τῆς Περιόδου ταύτης ἔχει ἐκδοθῆ ἡ ἐφημερίς —, ὁλοκλήρου τῆς ΙΗʹ καὶ τῆς διαλυθείσης διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἡ καθυστέρησις ὀφείλεται εἰς δύο λόγους: ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν φειδὼ περὶ τῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἐκτύπωσιν, ἡ ὁποία ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐδείχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καταστάσης ἀδυνάτου μετὰ τὴν συγκέντρωσιν ἀφθόνου ὑλικοῦ τῆς διὰ πιστώσεως 4,000 δρ. κατ’ ἔτος συγχρόνου ἐκτυπώσεως τῶν καθυστερουμένων τόμων· ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἀμέλειαν ἡμῶν τῶν ἰδίων. Ὁ κ. Δραγούμης γνωρίζει πόσους κόπους κατέβαλλεν ὁ ἀποθανὼν ἐπιθεωρητής, διὰ νὰ περισυλλέγῃ παρὰ τῶν Βουλευτῶν τὰς διορθώσεις τῶν ἐστενογραφημένων ἀγορεύσεών των· δυστυχῶς δὲ περὶ τὴν ἐπίδειξιν τῆς ἐλλείψεως ἐπιμελείας πρωτεύουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς συζητήσεις ἡγοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ· ὥστε εἶναι διπλοῦν τὸ λάθος. Ἡ μία ἔλλειψις θεραπεύεται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πίστωσις διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκτυπώσεως τῶν Πρακτικῶν τῶν παρελθουσῶν Συνόδων εἶναι διπλασιασμένη— ἀντὶ 4,000 ἔχω ἀναγράψει 8,000—, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτυπώσωμεν τὰ πάντα μέχρι τοῦ Ἰουνίου καὶ νὰ ἐκδώσωμεν συγχρόνως καὶ τῆς τρεχούσης διπλῆς Βουλῆς Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων, δι’ ἣν ἐλήφθη μέριμνα, ὅπως τυποῦται ἐφ’ ὅσον αἱ ἀγορεύσεις δίδονται διωρθωμέναι. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιμελείας τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἐκ τῶν ὑπαλλήλων οὔτε ἐκ τῶν πιστώσεων.
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ τοὺς παραπέμπωσιν εἰς τὸ Παράρτημα.
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Διὰ τοῦτο θέλω γνωστοποιήσει εἰς τοὺς κ.κ. Βουλευτάς, ὅτι ἔλαβον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα ἤδη καὶ εἰς τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον καὶ εἰς τὸν Ἐπιμελητήν, νὰ τάξω δέκα ἡμέρας προθεσμίαν εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅπως ἐπιστρέψωσι τὰς ἀγορεύσεις των, πέρα δὲ ταύτης θὰ δημοσιεύηται ἡ σειρὰ τῶν ἀγορεύσεων ὄχι ὅπως ἔχουσι, διότι οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ ἀγορεύσεις ἀθεωρήτους, ἀλλὰ παραλειπομένων τῶν ἀθεωρήτων αὐτῶν ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ παραπέμπωνται εἰς τὸ Παράρτημα, ἵνα μὴ τοιουτοτρόπως παρακωλύηται ἡ ἐκτύπωσις ὅλων τῶν ἄλλων ἀγορεύσεων. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο εἶναι δύσκολον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἡγουμένων τῶν κομμάτων ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, διότι δημιουργοῦμεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, μὴ δημοσιεύοντες ἐπικαίρως τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀρχηγῶν. Τούτων ἕνεκα θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τοὺς ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ ἡγουμένους τῶν συζητήσεων, ὅπως θεωρῶσι τὰς ἀγορεύσεις των ἐγκαίρως, εἰ δυνατὸν δέ, ἡ φωνή μου νὰ μεταδοθῇ καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀρχηγοὺς μερίδων. Ὥστε ἐπὶ τοῦ εὑρετηρίου ἡ Βουλὴ δὲν παρέχει τὴν ἄδειαν;
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι...
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν ἐν τῷ συνόλῳ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§40ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετροπουλάκη.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§42ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἀπερρίφθη.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη τὸ σύνολον;
§44ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα, ὅτε ἀνεκοίνωσα τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἠμείφθησαν ἀρκετὰ καὶ δι’ ἐπιμισθίων ἀκόμη. Ἂς εἶναι εὐχαριστημένοι. Μὴ ἐπιμένετε. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν τροποποιήσεων ἔχει τὸν λόγον πρῶτος ὁ κ. Παπαναστασίου, ὡς εἰσηγητής.
§46ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖον κείμενον θὰ ψηφίσωμεν;
§47Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ δέχεσθε;
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. εἰσηγητής.
§51Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς μίαν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν βλέπω ἀναγεγραμμένην.
§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη, διότι τὸ τυπογραφεῖον καθυστέρησεν εἰς τὴν ἐκτύπωσιν ἕνεκα βραδύτητος περὶ τὴν ἀποστολήν, προελθούσης ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῆς πρωινῆς συνεδριάσεως· ἐστάλη περὶ τὴν τετάρτην πρωινὴν καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποσταλῇ ταχύτερον, ἀναμένεται δὲ καὶ θὰ διανεμηθῇ ἐντὸς πέντε λεπτῶν τῆς ὥρας.
§53ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο τινὰ διακρίνουσι τὸ συνέδριον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὰς συνήθεις Βουλὰς τὰς Ἑλληνικάς· ἓν ἐντελῶς ἐσωτερικὸν καὶ τυπικόν, καὶ ἄλλο οὐσιαστικόν. Πρῶτον ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου καὶ δεύτερον ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ. Ὁ ἀριθμὸς ὁ διπλάσιος τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου ἀπῄτει τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προκειμένου νὰ χρησιμεύσῃ οὗτος καὶ ὡς Κανονισμὸς τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τροποποιήσεις ἐντελῶς ἐπουσιώδεις. Τὸ δεύτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ συνεδρίου τούτου, τ. ἔ. ἡ ἀποστολή του ὡς Σώματος ἐκτελοῦντος συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἐξουσίαν δηλαδὴ πρὸς μεταρρύθμισιν συνταγματικῶν διατάξεων, ἐπέβαλλεν ἐπίσης ὡρισμένας τινὰς τροποποιήσεις, ἀλλ’ αἱ τροποποιήσεις αὗται κατὰ μὲν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ προβοῦν μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ διευκολυνθῇ εἰς μέγιστον βαθμὸν ἡ ψήφισις τῶν συνταγματικῶν προτάσεων, κατὰ δὲ τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς αἱ τροποποιήσεις πρέπει νὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ καταστήσωσι λεπτομερεστέραν ἢ ὡς συμβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἁπλῆς Βουλῆς τὴν ἐξέτασιν καὶ αὐστηροτέραν τὴν βάσανον τῶν συνταγματικῶν προτάσεων. Ἐν τούτοις τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περιλαμβάνει τρεῖς πλὴν ἄλλων διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διευκολύνουν εἰς μέγιστον βαθμὸν τὴν ψήφισιν τῶν συνταγματικῶν προτάσεων καὶ δὴ τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς πρὸς συγκρότησιν τῆς ἀπαρτίας περιορίζεται ἀπὸ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς εἰς τὸ τρίτον, πρὸς τούτοις τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἀντὶ τῶν εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις ψηφίσεων εἰσάγεται μία μόνη ψήφισις, καὶ τέλος ἄλλην μίαν διάταξιν, ἀποτελοῦσαν ὄχι τροποποίησιν τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἔχουσαν σχέσιν πρὸς τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου, καθ’ ἣν διάταξιν αἱ ὑποβαλλόμεναι συνταγματικαὶ τροπολογίαι δύνανται ἢ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ σχεδίου καθιεροῦται, ἢ νὰ ἀπορριφθῶσιν ἄνευ συζητήσεως. Εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τριῶν τούτων οὐσιωδῶν προτάσεων. Ὁ σκοπὸς τοῦ θεσμοῦ, καθ’ ὃν πρέπει, ὅπως λαμβάνωνται ἀποφάσεις ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, νὰ παρίσταται ὡρισμένος, ἀρκετὰ μεγάλος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, εἶναι εὐνόητος καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῇ ὑπ’ ἐμοῦ· ἔχει δὲ τύχει γενικῆς ἀποδοχῆς· ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις, ἐλάχιστα εἶναι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, καθ’ ἥν, ὅπως ψηφισθῇ θεσμός τις, δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ μὴ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηρίζηται ὑφ’ ὡρισμένου ἀρκετὰ μεγάλου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Πρώτην θέσιν ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐξαίρεσιν Κρατῶν ἔχει ἡ Ἀγγλία, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας ἀπαιτεῖται ἐλάχιστος μὲν ἀριθμὸς ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων, πολὺ δὲ ὀλιγώτερος εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων. Ἐπίσης ἡ Αὐστρία παρεκκλίνει τῆς γενικῆς ἀρχῆς, δεχομένη ὅτι ἀρκεῖ πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων εἰς μὲν τὴν Γερουσίαν ἡ παρουσία ἐλαχίστου ἀριθμοῦ, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τεσσαράκοντα Γερουσιαστῶν, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν ἡ παρουσία ἑκατὸν Βουλευτῶν ἐπὶ 516. Καὶ εἰς τὴν Ἰαπωνίαν ἐπίσης παρουσιάζεται ἡ ἐξαίρεσις, ὅπου πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων νομοθετικῶν ἀρκεῖ ἡ παρουσία τοῦ τρίτου τῶν Βουλευτῶν.
§54Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τίνος ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἐν ὅλῳ; Πόσους Βουλευτὰς ἔχει ἡ Ἰαπωνία δηλαδή;
§55ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω.
§56Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζητε αὐτό (μειδιάματα).
§57ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ βεβαίως εἶναι ἀξιέπαινος προσπάθεια πρὸς μίμησιν τῶν Ἰαπώνων. Ἀλλὰ τουλάχιστον ἔπρεπεν ἡ μίμησις νὰ γίνῃ πλήρης καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, διότι εἰς τὴν Ἰαπωνίαν, τὴν ὁποίαν, φαίνεται, εἶχον ὡς πρότυπον οἱ ὑποβαλόντες τὸ σχέδιον ἕξ Βουλευταὶ προκειμένου περὶ συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων, ἀπαιτεῖται ἀκριβῶς ἄλλος ἀριθμὸς πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας· ἀπαιτεῖται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ παρουσία τῶν ⅔ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἄλλη πάλιν ὡρισμένη πλειονοψηφία, ὄχι ἡ συνήθης, διὰ τοὺς νόμους. Εἶναι δὲ ἀρκετὰ εὔλογος ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος τῶν συνταγματικῶν διατάξεων· τὴν ἐξαίρεσιν δὲ αὐτήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Ἰαπωνίαν, ἔχει καθιερώσει καὶ ἡ Αὐστρία, ἡ ὁποία, ὡς προανέφερα, ἔχει θέσει ὅριον ἀπαρτίας πολὺ κατώτερον τοῦ ἰδικοῦ μας. Εἰς τὴν Αὐστρίαν ἀπαιτεῖται πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων, δι’ ὧν ἐπέρχονται συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις, ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεος τῶν Βουλευτῶν καὶ πλειονοψηφία τῶν δύο τρίτων. Τοιαῦται δὲ περὶ ἀπαρτίας διατάξεις, δυσχεραίνουσαι τὰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις, ἔχουσι γίνει ἀποδεκταὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Ὁλλανδίαν ἐπὶ παραδείγματι ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τῶν ⅔ τῶν Βουλευτῶν, εἰς τὴν Σαξωνίαν τῶν ¾ καὶ πλειονοψηφία τῶν ⅔ τῶν παρόντων Βουλευτῶν, εἰς τὴν Βάδην ἡ παρουσία τῶν ¾, εἰς τὴν Ῥουμανίαν ἡ παρουσία τῶν ⅔ καὶ πλειονοψηφία τῶν ⅔ τῶν παρόντων Βουλευτῶν. Ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, εἰς οὐδὲν ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας δύνανται νὰ γίνουν συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις διὰ τῆς παρουσίας ἀριθμοῦ Βουλευτῶν κατωτέρου τοῦ ἡμίσεος. Ἀλλά, ὅσον καὶ ἂν εἶναι σεβαστοὶ οἱ θεσμοὶ οἱ Ἀγγλικοί, ἀμφιβάλλω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ μεταφυτεύσωμεν εἰς τὸν τόπον μας τὸν περὶ ἀπαρτίας ἀγγλικὸν θεσμόν. Ἄλλος ὁ ἀγγλικὸς χαρακτήρ, ἄλλος ὁ ἰδικός μας. Ἡ συντηρητικότης τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ παρέχει ἀρκετὴν ἐγγύησιν ὅτι οὐδέποτε τὴν διάταξιν αὐτὴν περὶ ἀπαρτίας θέλει καταχρασθῆ ὡρισμένη πλειονοψηφία. Δὲν θὰ ὑποστηρίξω βέβαια, ὅτι τοιαύτην τινὰ ἐξαιρετικὴν περὶ ἀπαρτίας διάταξιν, ὡς ἡ ἀγγλική, ἤθελον καταχρασθῆ παρ’ ἡμῖν οἱ κυβερνῆται, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὴν μομφήν, ὅτι κατηγορῶ συστηματικῶς τὰ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ κοινὴ συνείδησις, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ σοφή, ἀξιοῖ νὰ ἔχωμεν αὐστηροὺς περιορισμούς; καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν νόμων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλάκις ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν κατάχρησις ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτεύσεων τῆς διατάξεως περὶ ἀπαρτίας, κατάχρησις, ἡ ὁποία ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ ματαιώσῃ τὸ ἔργον τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἀλλ’ ἡ κατάχρησις αὕτη δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως περὶ ἀπαρτίας ἢ τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ἰσοδυναμεῖ πρὸς κατάργησιν, διότι εἶναι εὔκολον δι’ ὡρισμένων μεταρρυθμίσεων νὰ περιστείλωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, ὅπως ἔγινε τοῦτο ἐσχάτως διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δυνάμεθα, ἂν θέλωμεν, ἕνεκα τοῦ διπλοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν νὰ διπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὑποστηρίζουν διὰ τῆς ὑπογραφῆς καὶ παρουσίας των τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, καὶ οὕτω νὰ περιορίσωμεν τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως.
§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι πέντε ἀντιπολιτευόμενοι, διὰ νὰ ὑπογράψωσιν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§59ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Βοζίκης λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πέντε, ὅπως ὑπογράφωσι διαρκῶς ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἐξ ὅλων τῶν σκέψεων τούτων ἐμφορουμένη ἡ ὁλομέλεια τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει εἰς τὸ συνέδριον νὰ ἀπαλείψῃ ὁλόκληρον τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ σχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν καὶ ψήφισιν δὲν ἐπῆλθεν ὁμοφωνία εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε εἰσηγητά. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἔργον σας γίνεται δεκτὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον διατί τώρα γίνεται μακρὰ συζήτησις.
§61ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς βάσις τῆς συζητήσεως θὰ ληφθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἑπομένως οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην τότε καὶ μόνον δύνανται νὰ ὁμιλήσωσιν.
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ προτείνω τροπολογίας. Βάσις ὅμως τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
§65ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Καὶ ἡ ἐπανειλημμένη ἀνάγνωσις καὶ ἐπιψήφισις τῶν νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων ἀνάγεται εἰς ἐκείνους τοὺς περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι δικαιολογίαν μόνον τὸν ἐξαιρετικὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν πρώτων συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκήρυξαν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας, αἵτινες συνελεύσεις ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον ἐξασφαλίσει περισσότερον τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας, ἂν περιώριζον ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰς νομοθετικὰς μεταρρυθμίσεις. Ἡ ἐπανειλημμένη ψήφισις τῶν νομοθετημάτων ἀνεγνωρίσθη πάντοτε ὑφ’ ὅλων τῶν Βουλῶν καὶ διατηρεῖται μέχρι σήμερον. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω παραδείγματα ξένων Κρατῶν· ἀρκεῖ αὐτὴ ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων. Γνωρίζετε ὅλοι ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι οἱ συντρέχοντες ὅπως σχηματίσωσι πολυμελῆ Σώματα τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην. Πολλάκις εὔγλωττοι ἀγορεύσεις εἶναι ἀρκεταί, ὅπως παρασύρωσι πολυμελῆ Σώματα. Πολλάκις κόπωσις, συμπάθεια ἢ ἀντιπάθεια ἢ συμφέροντα συντελοῦν, ὥστε νὰ λάβουν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι βεβαίως, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις δὲν εἶναι πολύπλοκα καὶ πολυσέλιδα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην μακρᾶς μελέτης, ὅπως κατανοηθῶσιν ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις δὲν εἶναι καὶ τόσον εὔληπτοι, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν καὶ ψήφισιν νὰ κατανοηθοῦν αἱ ὑποβαλλόμεναι συνταγματικαὶ προτάσεις, νὰ ὑποβληθοῦν καὶ ἀναπτυχθοῦν αἱ ἐπ’ αὐτῶν τροπολογίαι. Δὲν εἶναι δὲ πιθανόν, ὅτι διὰ τῆς μιᾶς ἀναγνώσεως ἤθελε κατορθώσει ἡ Βουλὴ νὰ κερδίσῃ χρόνον πολύν, διότι, ἂν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὁ Κανονισμός, δὲν εἶναι δύσκολον ἢ μᾶλλον εἶναι πολὺ πιθανὸν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων νὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι παραπεμπόμεναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ προκαλοῦν ἀναβολὴν τῶν συζητήσεων, ἐνῷ, ἂν ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς μειονοψηφίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑποβολὴ τροπολογιῶν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ὑποβάλλεται εἰς περιορισμούς, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς προτάσεις καὶ τὰς τροπολογίας, ἔχουσα ἤδη λάβει γνῶσιν ὅλων τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν, νὰ κατορθώσῃ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ κατανοήσῃ τὰ ζητήματα καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰς ὀρθοτέρας ἀποφάσεις. Ἐπὶ τῶν σκέψεων τούτων στηριζομένη ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέβαλε τὴν περὶ διπλῆς ψηφοφορίας πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἑτέρα τροποποίησις, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ ἡ ἐπιτροπή, ἐπίσης οὐσιώδης, εἶναι ἡ ἀπάλειψις ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ σχεδίου, τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος, τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόρριψιν τροπολογίας τινὸς ἄνευ παραπομπῆς αὐτῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τοιοῦτο μέτρον θὰ ἦτο δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀπόρριψιν ἄνευ συζητήσεως προτάσεων σοφωτάτων καὶ ἐπωφελῶν. Γνωρίζομεν, κύριοι Βουλευταί, εἰς ποίαν ψυχολογικὴν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ μετὰ μακρὰν συζήτησιν· δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ τίποτε. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τροπολογία ὑποβαλλομένη κατὰ τὴν συζήτησιν πάντοτε θὰ ἀπορρίπτηται. Τελευταῖον προτείνομεν μικράς τινας τροπολογίας, ἐντελῶς ἐπουσιώδεις, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦνται ἐπαρκῶς εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν τέλει αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὅτι προκειμένου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τροποποιήσεως τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι συνάφειαν πρὸς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ μετὰ μεγίστης περισκέψεως. Ὁ λόγος, ὅτι δὲν ὑπάρχει σοβαρὰ ἀντιπολίτευσις, δὲν ἀποτελεῖ δικαιολογίαν, ὅπως καταρρίψωμεν τοὺς τύπους. Ὁ λόγος, ὅτι τρέφομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι ἱκανός, ὅπως μᾶς πείσῃ νὰ ἄρωμεν ὅλους τοὺς περιορισμοὺς τῆς ψηφίσεως συνταγματικῶν διατάξεων. Οἱ περιορισμοὶ δὲν τίθενται δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ κάμουν κατάχρησιν τῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ τίθενται δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἂν δὲν ἦσαν οἱ περιορισμοί, ἤθελον κάμει κατάχρησιν τῶν ἐλευθεριῶν, ἡ δὲ Βουλὴ αὕτη δὲν ἔχει μόνον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἄρτιον ἔργον, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐργάζωνται αἱ μέλλουσαι Βουλαί. Διότι ὄχι μόνον ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ παραχθῶσιν ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἔλθουν αὐτὰ εἰς φῶς, θέλει κριθῇ, ἂν τὸ Σῶμα τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν πραγματικῆς ἀναγεννήσεως ἢ θὰ ἀποτελέσῃ μόνον μίαν πολυτάραχον περίοδον τῆς παρελθούσης ἐκείνης ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὡς ἐποχὴν καταπτώσεως καὶ διαφθορᾶς.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δελακοβίας ἔχει τὸν λόγον.
§67Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Παραιτοῦμαι, διότι ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας θὰ ὁμιλήσω.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§69Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§71Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον πρῶτον (ἀναγινώσκεται).
§73ΑΛ. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν διετυπώθη ὀρθῶς τὸ ἄρθρον πρῶτον. Ψηφίζοντες σήμερον, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἀποδεχόμεθα, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐπράξαμεν μέχρι σήμερον τὸ ἐπράξαμεν ἄνευ Κανονισμοῦ. Ἀποδεχόμεθα, ὅτι καὶ αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν καὶ ὁ καταρτισμὸς τοῦ Σώματος καὶ αἱ ἐργασίαι, εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν μέχρι σήμερον, ἐγένοντο ἄνευ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφοῦ τὸν Κανονισμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐνηργήσαμεν ὅ,τι μέχρι σήμερον ἐνηργήσαμεν, ἐρχόμεθα νὰ τὸν ψηφίσωμεν σήμερον λέγοντες, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἢ νὰ διατυπωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ φαίνηται ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διεῖπε τὰς πράξεις αὐτῆς ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ θὰ διέπῃ αὐτὰς καὶ ἐφεξῆς.
§74Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἀντίρρησις εἶναι ἰσχυρά. Ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης, τὸ ἔπραξε κοινῇ ἐπινεύσει. Δὲν ὑπῆρξεν ἀνάγκη, ὅπως ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμόν, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφθασε. Σήμερον εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονίσωμεν τὰ πράγματα διὰ τὸ μέλλον. Τὸ παρελθὸν διεξήχθη κάλλιστα καὶ νομιμώτατα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σιωπηροῦ, τοῦ δεδικασμένου Κανονισμοῦ τῆς τακτικῆς Βουλῆς.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. (Ψηφίζεται τὸ πρῶτον ἄρθρον). Ἄρθρον δεύτερον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει προσθήκη εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προταθεῖσα ὑπὸ δεκαπεντάδος κ. συναδέλφων, ἀφορῶσα δὲ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἡμερῶν τῆς ἐνεργείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν προσδιορίζεται ἐν αὐτῇ εἰς ποῖον ἄρθρον ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν θὰ γίνῃ ἡ προσθήκη αὕτη, θὰ παραστῇ ἀνάγκη, ὅπως προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ σχεδίου, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ὡς τελευταῖον ἄρθρον αὐτοῦ. Ὥστε θὰ συζητήσωμεν τὰ λοιπὰ ἄρθρα κατὰ σειράν.
§76ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον δεύτερον ἀφορᾷ εἰς τὴν δωδεκάωρον συζήτησιν. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀρκετὸς ὁ χρόνος διὰ τὰ πλεῖστα τῶν ἄρθρων. Ἐν τούτοις εἶναι δυνατὸν ἐν ἄρθρῳ τινὶ νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη μεγαλειτέρου χρόνου τοῦ δωδεκαώρου, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ δωδεκάωρον νὰ ἐξαντλήσουν οὐχὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφώτιζον τὴν Βουλὴν περισσότερον, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύσωσι κάλλιστα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 Βουλευταὶ καὶ νὰ ἐξαντλήσωσι τὸν χρόνον ἢ 10 ἢ 12 Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ συμβῇ νὰ εἶναι ὄχι οἱ δυνάμενοι νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι προσήκει ἡ ἑξῆς τροπολογία. Προτείνω νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς μεταρρύθμισις, διότι νομίζω ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ προτάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν μεταρρύθμισιν ἢ προσθήκην συνταγματικῆς διατάξεως, ἔχουσι τοῦτο ἀποφασίσει ἐκ τῶν προτέρων. Ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως θὰ ἀποφασίσωσι νὰ ἀγορεύσωσι, θὰ εἶναι οἱ ἀντιλέγοντες, οἱ ἔχοντες νὰ προτείνωσι παρατηρήσεις τινάς, καὶ συνεπῶς θὰ ἀρκῇ εἰς αὐτοὺς ὁ χρόνος τῶν 15′ λεπτῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἐὰν γένηται δεκτὴ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνω, θὰ συμβαίνῃ τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων· ὅσοι ἔχουσι νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ προτάσεως τοιαύτης θὰ ἐγγράφωνται διὰ τοῦ Προεδρείου ὅτι θὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ δεῖνος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἐγγράφωνται ἄπειροι.
§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου;
§79ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἀγορεύσωσιν, ὅσον πρέπει καὶ ὅσον συμφέρει ἴσως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀγορεύωσι. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ ἐγγράφωνται ἄπειροι, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἐγγράφωνται ἴσως ἄπειροι κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας. Ἀλλά, ὅταν προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, δὲν πιστεύω νὰ ἐγγράφωνται ἄπειροι.
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατόπιν τῆς γενομένης παρατηρήσεως, ἤθελον προτείνει, ὅπως μετὰ τὰς φράσεις τοῦ ἄρθρου «Μετὰ 12ωρον συζήτησιν ἐπὶ προτάσεως ἀφορώσης μεταρρύθμισιν ἢ προσθήκην συνταγματικῶν διατάξεων ὁ Πρόεδρος τῆς Διπλῆς Βουλῆς...» προστεθῇ: «λαμβάνων τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, ἀποφαινομένης δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ συζητήσεως, ἐξακολουθεῖ θέτων χρονικὸν ὅριον 15 λεπτῶν». Οὕτως εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ ἄρθρου, τοῦ ὁποίου δὲν ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ 12ώρου, νὰ συνεχίζηται ἡ συζήτησις διὰ μικρῶν ἀγορεύσεων 15λέπτων, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ τοῦτο ἄνευ συζητήσεως, δι’ ἀναστάσεως, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν συζητήσεις ἐπὶ παρεμπιπτόντων ζητημάτων. Παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§81Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καθιστᾷ περιττὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποβάλει. Ἀλλά, ἀφοῦ τίθεται ὅριον, ἴσως θὰ ἦτο εὐχερὲς νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ περιττὴν ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀφοῦ ὁρίζεται ἡμίσεια ὥρα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τὸ 12ωρον, καὶ τίθεται καὶ ὅριον ἡμισείας ὥρας, πέρα τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ κανείς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ τὸν ῥήτορα καὶ πέρα τῆς παρελεύσεως αὐτῆς, μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ 12ώρου νὰ δίδηται ἡμίσεια ὥρα εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἀγορεύσωσι καὶ νὰ ἐπιτρέπηται ἡ παράτασις αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ τὸν ῥήτορα καὶ πέρα τῆς ἡμισείας ὥρας. Διότι θὰ ὑπάρξωσι ζητήματα καὶ ῥήτορες, οἱ ὁποῖοι θὰ κρατήσωσι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς, ὥστε προθύμως αὕτη νὰ παράσχῃ παράτασιν τῆς ἡμισείας ὥρας. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν γίνεται κατάχρησις, καὶ διαρκοῦντος τοῦ 12ώρου τῆς συζητήσεως, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ διάστημα πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας εἰς ἐκείνους, οἵτινες λέγουσι πράγματα μὴ ἐνδιαφέροντα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας θὰ ἐπαναφέρῃ τὸ παλαιὸν «ἐφωτίσθημεν», καὶ τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ δύναται νὰ συγκρατῇ τὴν τάξιν.
§83Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ τοῦτο ἤθελον νὰ προτείνω, ὅπως καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 12ώρου ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ παρατείνηται ἡ ἀγόρευσίς τινος, ἀφοῦ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ 12ώρου θὰ ὁρίζηται διάστημα χρονικὸν δι’ ἕκαστον ῥήτορα. Ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἐντὸς τοῦ δωδεκαώρου δὲν δύναταί τις νὰ ἀγορεύσῃ ὑπὲρ τὴν μίαν ὥραν, ἐκτὸς μόνον τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης ἐξασφαλίζεται ὁ σκοπός.
§84ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τί θέλω νὰ προλάβω διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἣν προέτεινα. Τὸν φοβερὸν συνωστισμόν, ὅστις θὰ γίνηται περὶ τὸ Προεδρεῖον, τίς νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος, καὶ τὰ μεγάλα παράπονα κατὰ τοῦ Προέδρου, ὅτι ἴσως ἐφάνη μεροληπτικός. Αὐτὰ εἶναι σπουδαιότατα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὰ 1911 θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ζητῆται περιορισμὸς τοῦ λόγου. Νομίζω, ὅτι πρέπει αἱ παρατηρηθεῖσαι καταχρήσεις, ἔστω καὶ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀγάγωσιν εἰς ἄλλο τι, ἢ μόνον, ὅπως προλάβωμεν ἄλλας καταχρήσεις μεγαλειτέρας. Δὲν εἶναι εὔκολον, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν διατάξεις καταστατικάς, κανονιζούσας τὸ ἱστορικὸν μέλλον τοῦ τόπου, νὰ ζητῶσι πολλοὶ ἐπὶ ματαίῳ τὸν λόγον, οὔτε νομίζω δυνατὴν τὴν πολυλογίαν ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Βουλευτὴς ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων, ὅστις νὰ ἀδολεσχῇ. Θὰ σεβασθῇ ἑαυτόν. Λοιπὸν νὰ ἐγγράφωνται ὅσοι ζητοῦσι τὸν λόγον ἐκ τῶν προτέρων, ὅσοι ἂν θέλωσι, νὰ ἐξαντλῆται ἡ σειρὰ τούτων καὶ ἀκολούθως, προκειμένου πλέον περὶ ἀντιρρήσεων, νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος εἰς 15 λεπτά. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τούτου εὐλογώτερον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ θέλει ἴδει ὅτι ἐξοικονομεῖται χρόνος περισσότερος καὶ τάξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δι’ αὐτῆς παρὰ διὰ τῆς ἰδίας του προτάσεως.
§85Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γενομένην προσθήκην, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος δύναται ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς νὰ θέτῃ τὸ χρονικὸν ὅριον, νομίζω ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ, ὅπως τοῦτο ᾖ τοὐλάχιστον 15 λεπτῶν, ἀλλὰ νὰ δύναται νὰ εἶναι καὶ ἀνώτερον τούτου. Νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «τοὐλάχιστον».
§86Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ περιορίσῃ τὸν ἀγορεύοντα εἰς 15 λεπτὰ τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δι’ ἀναστάσεως, ἄνευ συζητήσεως. Τοῦτο κατ’ οὐσίαν οὐδεμίαν ἐπιφέρει μεταβολὴν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, διότι ἄνευ συζητήσεως, δι’ ἀναστάσεως ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἢ ὄχι. Καὶ τίς θὰ ἐκτιμήσῃ τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἂν δι’ ἀναστάσεως ἀποφανθῇ περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ λόγου ἢ ὄχι; Ἡ κρίσις τοῦ Προέδρου. Δηλαδὴ ἤθελον νὰ μετριάσω κἄπως τὴν εὐθύνην τοῦ Προέδρου.
§87ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει ὁσάκις τις θέλει νὰ ἀγορεύσῃ τρίτην φοράν· ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται δι’ ἀναστάσεως, ἀντιλαμβάνεται δὲ ὁ Πρόεδρος τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς καὶ παρέχει τὴν ἄδειαν· αὐτὸ μάλιστα γίνεται ὄχι δι’ ἀναστάσεως, ἀλλὰ δι’ ἐπινεύσεως.
§88ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ὅμως δὲν περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἢ τὸ δικαίωμα τῶν 15 νὰ ζητήσωσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως θέλετε νὰ ψηφισθῇ, περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ περὶ τούτου, κύριοι Βουλευταί, δὲν διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν διαφωνῶ δὲ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ὑπῆρχεν ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἡ κωλυσιεργία ὑψωμένη εἰς τὸν ὕπατον βαθμόν· ἐθεωρεῖτο μάλιστα τότε ὡς δόγμα πολιτικόν. Ἀλλ’ ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν κωλυσιεργία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ὑπῆρχεν, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑποδείξητε τάσιν τινὰ πρὸς κωλυσιεργίαν. Ἀφοῦ ὅμως, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν ἁπλῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα πᾶσα Βουλὴ τὴν ἑπομένην τῆς ψηφίσεως αὐτῶν Σύνοδον δύναται νὰ τὰ ἐξαφανίσῃ δι’ ἄλλου νεωτέρου νόμου, ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς ὅλους τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀναθεωρῶνται ἀνὰ πᾶσαν Σύνοδον οἱασδήποτε Βουλῆς; Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ συνταγματικὴ διάταξις νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ δωδεκάωρον.
§89ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§90ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εὑρίσκετε τόσον ἁπλοῦν τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ γραφῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ὅτι περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ὑπὸ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς 15′, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη; Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπὸ τόσον καλῆς θελήσεως ἐμπνεόμεθα ὅλοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Βουλὴν ταύτην, δὲν νομίζετε ὅτι περιττεύουσιν αὐταὶ αἱ διατάξεις αἱ περιορίζουσαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Καὶ ἤκουσα ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ λίαν πεφωτισμένον πρὸς δικαιολογίαν τῆς γνώμης του νὰ λέγῃ: ἐνδεχόμενον νὰ ζητήσουν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τὸν λόγον, καὶ ὀφείλουσιν, ἀπαντῶ ἐγώ, νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον ἐπὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν, διότι πρὸς τοῦτο ἦλθον οἱ Βουλευταὶ ἐδῶ. Οἱ Βουλευταὶ δὲν ἦλθον διὰ νὰ ψηφίζωσι διὰ τοῦ ναὶ ἢ τοῦ ὄχι· προορισμὸς τῶν Βουλευτῶν εἶναι νὰ συζητῶσι τὰς διατάξεις, ἐφ’ ὧν καλοῦνται νὰ ἐκφέρωσι γνώμην. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θέσῃ κανένα περιορισμὸν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, διότι κατ’ οὐσίαν φρονῶ ὅτι οὐδεμία συζήτησις ἐπ’ οὐδενὸς ἄρθρου θὰ διαρκέσῃ πέρα τῶν 24 ὡρῶν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§92ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, οὐδεὶς περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε εἰς τὰς ἁπλᾶς Βουλὰς. Τὸ θέμα ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν διπλῆν Βουλήν, δὲν εἶναι ὅμοιον πρὸς ὅσα ἀπησχόλουν τὰς ἁπλᾶς Βουλάς, δὲν εἶναι ἡ ἐπιψήφισις συνήθων νόμων. Πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως σχεδὸν ὅλων τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Ὀρθὸν λοιπὸν εἶναι, ἀφοῦ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου δέον νὰ ψηφίσωμεν τόσας συνταγματικὰς διατάξεις, νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε αἱ συζητήσεις νὰ διεξαχθῶσιν ὁμαλώτερον καὶ ἐντὸς τεταγμένων χρονικῶν ὁρίων, ἵνα κατορθωθῇ ἡ ἀναθεώρησις ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔταξε, τῶν ἕξ μηνῶν. Ἀντιλέγουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δωδεκάωρος συζήτησις δι’ ἕκαστον ἄρθρον δὲν ἐπαρκεῖ. Δὲν ἐξετάζω κατὰ θεωρίαν τίποτε ἐξ ὅσων εἶπον, ἀλλ’ ἐρωτῶ: Πόσοι ῥήτορες θὰ λάβωσι τὸν λόγον εἰς ἑκάστην συνταγματικὴν διάταξιν; πέντε; ἕξ; ὀκτώ; δέκα; δώδεκα; Δὲν ἀρκεῖ μία ὥρα εἰς ἕκαστον ῥήτορα, καὶ εἰς τὸν κ. Κουλουμβάκην, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ;
§93ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ· ἐγὼ καυχῶμαι ὅτι εἶμαι ὁ συντομώτερος τῶν ῥητόρων τῆς Βουλῆς.
§94Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ὁ περισσότερον ὁμιλῶν ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων. Ἂν λοιπὸν δὲν φωτίσωσι τὴν Βουλὴν 12 ἀγορεύσεις μιᾶς ὥρας ἢ 24 ἡμισείας ὥρας, διότι οὐδεὶς δὲν θ’ ἀντίσχῃ περισσότερον ὑποστηρίζων ἢ ἀποκρούων μίαν πρότασιν συνταγματικήν, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει φωτισθῆ, μήπως σταματᾷ ἡ συζήτησις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο; Περιορισμὸς μόνον τίθεται διὰ τὰς μετὰ ταῦτα ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἡμῶν τῶν ἄλλων τῶν ἁπλῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστημονικῆς συζητήσεως, τῆς βαθείας καὶ εὐρείας, ὥστε νὰ κρατήσωμεν τὴν Βουλὴν κρεμαμένην ἀπὸ τὰ χείλη μας ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. (Ἱλαρότης). Ἄν, λέγω, τελειώσωσιν οἱ μεγάλοι ῥήτορες, δὲν σταματᾷ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἑκάστης ἀγορεύσεως περιορίζεται εἰς ¼ τῆς ὥρας. Καὶ τί δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις εἰς ¼ τῆς ὥρας; Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πλέον τοῦ ¼ ὁμιλῶν τις ἐπὶ συνταγματικῆς τινος διατάξεως θέλει ἀναλογισθῆ νὰ προβῇ εἰς παρεκβάσεις καὶ ῥητορικὰ σχήματα, διὰ νὰ κρατήσῃ τὸ βῆμα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ συνταγματικῶν ζητημάτων οὔτε αἱ παρεκβάσεις εἶναι ἀναγκαῖαι οὔτε αἱ ἐκκλήσεις πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὰς κινδυνευούσας ἐλευθερίας αὐτοῦ! Ἡ συζήτησις θὰ εἶναι ἐντελῶς ἐπιστημονική, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ δύναται νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἀγορεύων ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας.
§95Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κρατῶ λογαριασμὸν πόσον θὰ ὁμιλήσητε.
§96ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κρατήσητε λογαριασμόν, διότι ἐτελείωσα χωρὶς νὰ λήξῃ τὸ ¼ τῆς ὥρας.
§97ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν τροπολογίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι εἰς τὸν δευτερολογοῦντα τὸ διάστημα δέον νὰ περιορισθῇ εἰς ¼, διότι ὑποτίθεται ὅτι κατὰ τὴν πρώτην του ἀγόρευσιν ἐξήντλησεν ὅλα τὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα. Ἂν δὲ ἀναγκασθῇ νὰ δευτερολογήσῃ, ¼ τῷ ἐπαρκεῖ, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς τυχὸν ἀντιρρήσεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δέον ὡς ὑποτροπολογία νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι ὁ δευτερολογῶν Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ πέρα τοῦ ¼ τῆς ὥρας.
§98ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι τὸ δωδεκάωρον πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὸν λόγον. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι πολλαὶ καταχρήσεις λαβοῦσαι χώραν κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις ἤγαγον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ....
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τὸ εἰσήγαγεν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἤμην ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας αὐτῆς· δὲν τὸ ἀρνοῦμαι.
§100ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. .. ὅπως ὁρισθῇ τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἑκάστης συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὸν λόγον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον συνταγματικαὶ διατάξεις νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον ὑπό τινων ῥητόρων ἐπικαλουμένων ἐπιχειρήματα σοβαρά, ὥστε ἡ Βουλὴ εὐχαρίστως νὰ τοὺς ἀκούῃ καὶ νὰ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἀγόρευσίς των. Προτείνω λοιπόν, ὅπως ἀφεθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὸν λόγον, ὅπως εἶχε μέχρι τοῦδε, νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ δωδεκάωρον, νὰ παραπέμπωνται δὲ οἱ δευτερολογοῦντες εἰς τὸ τέλος μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ καταλόγου τῶν δηλωσάντων ὅτι θὰ ὁμιλήσωσι, καὶ δι’ αὐτοὺς νὰ τεθῇ ὁ περιορισμὸς ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὁμιλῶσι πλέον τῶν 15 λεπτῶν τῆς ὥρας.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου θέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς ἕκαστον τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μάλιστα εἰδικώτερον εἰς ἕκαστον λογικὸν πλάσμα, τὸ δικαίωμα νὰ ἐξωτερικεύῃ τὰς ἐνδομύχους σκέψεις του ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως. Λέγω τοῦτο, διότι συνήθως, παραπλανώμενοι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ καταχρᾶταί τις τὸν χρόνον, ὥστε ἀφῃρημένος νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ὅτε λοιπὸν ζητεῖται ἡ φειδὼ τοῦ χρόνου, δὲν πρόκειται νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Πρόκειται μόνον νὰ προληφθῇ ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κάμῃ ῥήτωρ τις. Ἂν δὲ ἀμφιβάλλῃ τις καὶ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν καλῇ πίστει, ὅτι εἰς διάστημα ἡμισείας ὥρας δὲν δύναται νὰ ἐξαντλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς ἀπασχολήσει, ἂν ἤθελεν ὑποστηρίξει τοῦτο ἀπὸ καλοῦ συνειδότος θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ παραιτηθῶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται διὰ τὸν περιορισμὸν τοῦτον. Ἄλλως τε, Κύριοι, μένει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ἂν ἡ συζήτησις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν παροχὴν εὐρυτέρου χρονικοῦ διαστήματος πρὸς ἀγόρευσιν, νὰ ἐπιτρέπῃ τοῦτο, ἀλλὰ δέον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ προκαλουμένη δι’ ἀναστάσεως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἄνευ συζητήσεως νὰ περιορίζῃ τὸν χρόνον, διὰ μὲν τὸ πρῶτον δωδεκάωρον εἰς ἡμίσειαν ὥραν, μετὰ δὲ τὴν πάροδον τοῦ δωδεκαώρου εἰς 15 λεπτὰ κατ’ ἀγόρευσιν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Λακωνίας βουλευτοῦ κυρίου Κουτούπη, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον αὐτῆς μέρος τὸ ἔχον οὕτω: «κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Διπλῆς Βουλῆς οὐδεὶς Βουλευτὴς δύναται ν’ ἀγορεύῃ ἐπὶ ἑκάστης προτάσεως ἀφορώσης εἰς μεταρρύθμισιν ἢ προσθήκην συνταγματικῆς διατάξεως πέρα τῆς ἡμισείας ὥρας, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ συζητήσεως ἤθελε παράσχει τὴν σχετικὴν ἄδειαν». Ἔπειτα ἐπακολουθεῖ δεύτερον ἐδάφιον: «μετὰ δωδεκάωρον συζήτησιν ὁ Πρόεδρος τῆς Διπλῆς Βουλῆς, λαμβάνων τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς ἀποφαινομένης δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ συζητήσεως, θέτει χρονικὸν ὅριον 15 λεπτῶν δι’ ἑκάστην τῶν ἀκολούθων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἀγορεύσεων». Ὡς τελευταῖον ἐδάφιον δύναται νὰ προστεθῇ τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουτούπη: «Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δι’ ἀναστάσεως κατὰ τὰ ἀνωτέρω ψηφοφορίας ἐκτιμᾷ ἀπολύτως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπαγγέλλει, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀμφισβητήσεως οἱασδήποτε ἐν τούτῳ μηδὲ προτάσεως περὶ ψηφοφυρίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως».
§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρηθῇ ὅτι τὸ δωδεκάωρον, ἐὰν διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, θὰ ἐξακολουθῇ ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως, δηλαδὴ θὰ ὑπολογίζηται ἡ δωδεκάωρος συζήτησις ἐν συνόλῳ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§106ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μετὰ τὴν λίαν ὀρθὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὅλη ἡ σχετικὴ πρόνοια δὲν ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλὰ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον ν’ ἀντίκειται εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ 2 ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεξαμένου τὰς τροπολογίας.
§108Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου νομίζω ὅτι, ὅπως εἶναι διατυπωμένον, δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὅτι διὰ τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ ὁμιλήσωσι μετὰ τὸ δωδεκάωρον, ἀπαιτεῖται ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§110ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι βεβαίως. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ 2 ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ νέα φράσις τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ λέγουσα ὅτι: «ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τάξῃ ὡρισμένην προθεσμίαν πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της», διότι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ δὲν πρέπει νὰ τῆς ἀμφισβητήσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτό.
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ φράσις αὕτη.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βοζίκης.
§115Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ ὁποία ὅμως, ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ βάσιμος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀγάγῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἀπόφασιν περὶ ἀπαραδέκτου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος «ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα εἰδικῶς πρὸς τοῦτο, συγκειμένη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἥτις ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων». Εἶναι δὲ περιττὸν ν’ ἀναπτύξω ὅτι εἶναι Βουλὴ καὶ ὄχι Συντακτικὴ Συνέλευσις͵Βουλὴ μὲ διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν. Θ’ ἀποφασίσωμεν κατὰ τίνα τρόπον; Κατὰ τὸν τρόπον τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι. Προκειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς νόμου, ἀποφαίνεται ἅπαξ ἡ Βουλή. Προκειμένου ὅμως περὶ ἄλλου νομοσχεδίου κατὰ τὸ ἄρθρον 57 δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Ἐφ’ ὅσον εἶναι Διπλῆ Βουλὴ καὶ ὄχι Συντακτικὴ Συνέλευσις, μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τὸ Σύνταγμα κατερρίφθη, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ψηφίσωμεν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἔχουσι τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐφαρμοστέον καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα, ἀλλὰ προσεπάθησαν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μὴ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις αὕτη. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι, ἂν ἤθελε θεωρηθῆ ὡς βάσιμος, βεβαίως θὰ εἴχομεν πρότασιν ἀπαραδέκτου.
§116ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, διότι προφανῶς ἡ γνώμη, ἣν διετύπωσε, παραγνωρίζει τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς ταύτης, τὸν συναφῆ πρὸς τὸ ἔργον τὸ ἐντεταλμένον εἰς αὐτήν, τὸ κύριον, καὶ ἤθελον εἴπει τὸ μοναδικόν, ἂν δὲν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὰς γνωστὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀναγκαζόμεθα ἔχοντες ἐν ἡμῖν αὐτοῖς νομοθετικὴν δύναμιν καὶ νὰ νομοθετήσωμεν τὰ ἀπαραίτητα. Ἡ Βουλὴ ἡ Ἀναθεωρητική, ἐφ’ ὅσον ἐκπληροῖ ἔργον ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι ὑποκατάστατος τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἔχει ἐντολὴν ἀπ’ αὐτῆς αὐτὴ νὰ ἀσκήσῃ ἐκεῖνα τὰ δίκαια, ἅτινα ἡ Συντακτικὴ εἶχεν ἐν ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ. Διέκρινεν ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις θεμελιώδη ἄρθρα ἀπὸ μὴ θεμελιωδῶν· δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἀναθεώρησιν ὅλου τοῦ Συντάγματος ἐπιφυλάξασα εἰς ἑαυτήν, ἐὰν ἡ περίστασις ἐνεφανίζετο, νὰ ἐμφανισθῇ ὁλόσωμος μετὰ τῆς πανοπλίας αὐτῆς, τῆς πλήρους αὐτῆς κυριαρχίας· ἀλλ’ ἐγκρίνασα τὴν ἀναθεώρησιν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων ἔκρινεν ὑπερβολικὸν ν’ ἀξιώσῃ νὰ ταράξῃ τὰ πράγματα, ὅπως ἐμφανισθῇ ἐνταῦθα αὐτὴ μεθ’ ὅλης αὐτῆς τῆς κυριαρχίας, ἵνα συζητήσῃ περὶ τοιαύτης ἀναθεωρήσεως. Διὰ τοῦτο ἐκανόνισεν οὕτω, καὶ ἐκανόνισε σοφῶς τὰ κατ’ αὐτήν· ἐπέτρεψεν εἰς διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν νὰ συνέλθῃ καὶ κρίνῃ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, σφάλμα δὲ νομίζω ὅτι ἦτο τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ Ὑπουργῶν ἐν ταὐτῷ, νὰ μνημονεύσωσι τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἵνα παραμερίσωσιν αὐτήν. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ παραμερισθῇ, διότι ἀφορᾷ, ὡς κάλλιστα παρετήρησεν ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὰ νομοσχέδια· ἡ δὲ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναι νομοσχέδιον. Τοῦτο καλῶς διακρίνασα ἡ ἐπιτροπὴ διέγραψε τὴν παρεμβεβλημένην ταύτην φράσιν, τὴν παραμερίζουσαν τὸ Σύνταγμα, οὗτινος ἡ μνεία οὐδεμίαν εἶχεν ἐνταῦθα θέσιν, καὶ διετύπωσε τὴν διάταξιν, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ἐνταῦθα διατετυπωμένη. «Ἄρθρον 35 τρίς. Προτάσεις περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ προσθήκης συνταγματικῶν διατάξεων συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ἅπαξ μόνον». Τοῦτο ἔχει πλῆρες δικαίωμα ἡ Βουλὴ διὰ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις νὰ διατάξῃ, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι ἐντολοδόχος τοῦ κυριάρχου ἐπιτετραμμένη ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκτελέσῃ ἐνταῦθα, διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ οὖσα, πᾶν ὅ,τι ἤθελεν ἐκτελέσει, καθ’ ὃν αὐτὴ ἤθελε κρίνει τρόπον, ἡ Συντακτική, ἂν διὰ τὸ ἔργον τοῦτο ἐνεφανίζετο. Ἐργαζόμεθα κατ’ ἐπιτροπήν, καὶ ἐργαζόμενοι κατ’ ἐπιτροπὴν ἔχομεν ἅπαντα τὰ δικαιώματα, ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ διαγεγραμμένου εἰς ἡμᾶς, νὰ κανονίσωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν, ὅπως ἂν βουλώμεθα. Ἐπειδὴ δ’ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἀντίθεσιν τῆς προτάσεως τῆς μειονοψηφίας πρὸς τὴν πρότασιν τῆς πλειονοψηφίας. Φρονῶ ὅτι ὀρθῶς ἔκρινεν ἡ πλειονοψηφία καὶ δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας· ἀλλὰ καὶ φρονῶ ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος τῆς προτάσεως τῆς μειονοψηφίας, ἀποσπωμένη ἐκεῖθεν καὶ τοποθετουμένη ὡς δευτέρα παράγραφος τῆς προτάσεως τῆς πλειονοψηφίας, θέλει ἀποτελέσει πρόσθετον ἐγγύησιν, ἣν δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν· δηλαδὴ μετὰ τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δὲ ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν, ὅτι πάντοτε θὰ γίνηται ὀνομαστικὴ κλῆσις, διότι τοῦτο θὰ ἦτο φορτικόν, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι, καὶ ἂν εἷς καὶ μόνος Βουλευτὴς ζητήσῃ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, αὕτη πρέπει νὰ γίνηται.
§117Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὸν λόγον μόνον ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀκόμη, κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς τακτικῆς Βουλῆς, ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαράδεκτον, διότι πρόκειται ἤδη διὰ τοῦ ψηφιζομένου Κανονισμοῦ νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων εἰς μίαν μόνην συνεδρίαν. Καὶ ἐξηγοῦμαι διατί. Ὑποθέσωμεν ὅτι ἀποτελοῦμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, καὶ ἀντιπροσωπεύομεν ὁλόκληρον τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἀποτελοῦντες Συντακτικὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καμμίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὡς ἀσκοῦντες δικαίωμα κυριαρχικὸν καὶ δικαίωμα πλῆρες. Ἤδη, ὅτε δὲν ἀντιπροσωπεύομεν πλήρη τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύομεν ἐν μέρει ταύτην, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἀναθεωρήσωμεν ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, μὴ θεμελιώδεις, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τοιοῦτον δικαίωμα, ἀσκοῦμεν κατὰ τοῦτο συντακτικὴν ἐξουσίαν, καί, ἐφ’ ὅσον ἀσκοῦμεν τὴν συντακτικὴν ταύτην ἐξουσίαν, οὐδεμία διάταξις συνταγματικὴ ἐκ τῶν ὑπὸ μεταρρύθμισιν ὑπαρχουσῶν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος ἀπέναντι τῆς Διπλῆς ταύτης Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ῥητῶς ἢ σιωπηρῶς δὲν θελήσῃ νὰ ἔχῃ ἰσχύν. Ἑπομένως, ἂν ἤδη δεχθῇ ἡ Συνέλευσις τὸ ἄρθρον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἔχει, δηλοῖ τὴν γνώμην, ῥητῶς μάλιστα, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ συνταγματική, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ κατάργησιν, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναμφισβητήτως. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι οὐδὲν ἀπαράδεκτον δημιουργεῖται ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§118ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ σχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βοζίκης εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ παραμερίσῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τὴν διάνοιαν τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ μετοχὴ αὕτη δὲν ἔχει ἐπιρροήν, διότι δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§119Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ συγχωρήσῃ εἰς ἐμὲ ὁ σεβαστός μοι φίλος νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν γνώμην μου. Ἴσως ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τῆς γνώμης του θὰ ἠναγκαζόμην νὰ ὑποχωρήσω, ἐὰν δὲν ἤρχετο ἐπίκουρος εἰς τὴν γνώμην του ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος ὑπερέβη τὰ ἐσκαμμένα ὑποστηρίξας ὅτι οὐδεμία διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει κῦρος, ἀφ’ ἧς συνεκλήθη ἡ Διπλῆ Βουλή.
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπεν αὐτό· ἀφ’ ἧς τὸ θελήσῃ. —
§121Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι οὐδεμίαν τῶν ὑπὸ ἀναθεώρησιν διατάξεων ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶμεν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ τὰς μεταβάλωμεν, καὶ ὅτι δυνάμεθα καὶ πρὶν ἢ ψηφίσωμεν νέας διατάξεις νὰ τὰς ἐφαρμόσωμεν. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων του. Εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη τὰς ἀξιώσεις, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἀσχοληθῶ περὶ τῆς γνώμης του αὐτῆς, ὄχι διότι τὴν θεωρῶ ἀναξίαν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ διότι ἠσχολήθην ἄλλοτε. Ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην — καὶ μοὶ δίδει εἰς τοῦτο ἀφορμὴν ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσηνίας— ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τηρήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος μέχρι τῆς ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων μεταβολῆς αὐτῶν, ὅτι πρέπει νὰ τὰς μεταβάλωμεν καθ’ οὓς ὅρους ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, καὶ ὄχι δι’ ἁπλοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα ὅτι μεταβάλλονται; Αὐτὸ νὰ μᾶς εἴπητε.
§123Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει: «ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα ἐν ἄλλῃ διατάξει πῶς ἀποφασίζει ἡ Βουλή.
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Διπλῆ.
§125Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἴμεθα διπλῆ Βουλὴ καὶ ἐνεργοῦμεν κατ’ ἐπιτροπὴν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν εἶναι περιωρισμένη καὶ ἀναφέρεται εἰς μεταρρύθμισιν ὡρισμένως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, κανονίζεται δὲ διὰ τῶν λέξεων «ἀποφασίζει ἡ Βουλή», εἴτε ἁπλῆ εἶναι εἴτε διπλῆ. Διὰ τῶν λέξεων «ἀποφασίζει ἡ Βουλή» κανονίζεται τρόπος τῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον εἶναι προδιαγεγραμμένος ὑπὸ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἔχω περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος. Ἔρχεται τὸ ζήτημα: καλούμενοι νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θὰ τηρήσωμεν καὶ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦτο, τὸ ἀφορῶν τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἢ μὴ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς νομοσχέδια καὶ δὲν ἀφορᾷ εἰς διατάξεις συνταγματικάς; Ἀληθῶς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἀντιτασσόμενον κατ’ ἐμοῦ εἶναι σοβαρόν, δὲν νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ τὸ παρέλθω. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὅταν ὁμιλῇ περὶ νομοσχεδίων, ὁμιλεῖ περὶ νόμων, νόμος δὲ εἶναι καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ εὑρίσκω ἐν τῇ σκέψει μου ὅτι, ἐὰν διὰ τὸ ἁπλοῦν νομοσχέδιον ἀπαιτεῖται ἡ μεγίστη ἐπιμέλεια τῶν τριῶν ἀναγνώσεων, τάχα δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ αὐτὴ τοὐλάχιστον, οἵα πρέπει νὰ καταβληθῇ διὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιμέλεια τῶν τριῶν ἀναγνώσεων; Διατί ἐγένετο χρῆσις τῆς λέξεως νομοσχεδίου; Διότι δὲν εἶχε φθάσει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ὅτε συνεζήτει τὸ ἄρθρον 57, εἰς τὸ ἄρθρον 107, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἀναθεωρήσεως.
§126Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ προσθέσω τι, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ εἴπω, ἵνα μὴ σᾶς διακόπτω, ὅτι τὸ παράδειγμα εἰς ἡμᾶς, τοὺς κατ’ ἐντολὴν ἐνταῦθα σήμερον ἐργαζομένους, ἔδωκεν αὐτὴ αὕτη ἡ Συνέλευσις, διότι ἡ αὐτὴ Συνέλευσις τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ ἐψήφισεν ἅπαξ.
§127Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο τὸ εἶπον εἰς τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν. Δὲν ἀντιτάσσεται τίποτε νέον, εἰς τοῦτο δὲ ἐπρόκειτο καὶ ἤδη νὰ καταλήξω. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, ἀλλ’ ὑποδεικνύω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εὑρίσκεται πρὸ τοιούτου κενοῦ. Εἶπον καὶ εἰς τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν ὅτι θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἄλλαι Συνελεύσεις ἅπαξ μόνον ἐψήφισαν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὀφείλω ὅμως νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ Συντακτικῶν Συνελεύσεων, αἵτινες μόναι καθώριζον τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, διότι δὲν ἐδεσμεύοντο ὑπὸ ὑφισταμένου Συντάγματος. Ἀλλὰ σήμερον τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄλλως· ἔχομεν Σύνταγμα· ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐφαρμόζωμεν μέχρις ἀναθεωρήσεως. Ἂν αἱ διατάξεις του αἱ ἀφορῶσαι τὰς συζητήσεις ἔχωσί τι τὸ μὴ ὀρθὸν ἢ τι κενόν, θὰ πρέπῃ πρῶτον νὰ διορθώσωμεν τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς συζητήσεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ συμφώνως πρὸς ταύτας, διορθωμένας, νὰ προβῶμεν εἰς τὰς συζητήσεις· δὲν δυνάμεθα νὰ παραβαίνωμεν ὑφισταμένας συνταγματικὰς διατάξεις. Καὶ θὰ ἤθελον, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δέχεται ὅτι δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως συνταγματικῶν διατάξεων τμηματικῶς, καίτοι τοῦτο παρὰ τὴν γνώμην μου, θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τοιαῦτά τινα ζητήματα θὰ ἦτο σκοπιμώτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐν γένει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως μερικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος παρὰ τὴν σειράν αὐτῶν καὶ μεταβάλλοντες τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦδε νὰ προβῶμεν κατόπιν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις ἐκείνας. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποδείξω ταῦτα, διὰ νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα καὶ νὰ μὴ περιέλθῃ ἀπαρατήρητον τοσούτῳ σπουδαῖον ζήτημα κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου.
§128Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶχον τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ παραδεκτοῦ ἢ ἀπαραδέκτου τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἐξήτασεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, ἔχει καὶ βασιμότητα καὶ ὑπόστασιν, ἀλλ’ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ὑποτεθῇ ὅτι ἐτηρεῖτο ἡ διαδικασία ἡ διαλαμβανομένη ἐν τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 107 ἐτηρεῖτο διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς παρούσης Βουλῆς, θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης ὅτι διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἔδει νὰ τηρηθῇ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος κατηργήθη, ὅτι συνεκλήθημεν ἐνταῦθα οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει καὶ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲ ἀκολουθοῦμεν τὴν διαδικασίαν, ἣν ἀκολουθοῦμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, ἐπειδὴ ἔχομεν τοιαύτην ἐντολὴν οὐχὶ ἐκ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863 καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἀλλ’ ἐκ τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς μᾶς ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀναγνωρίσαντες δὲ καὶ ἀποδεχθέντες τὴν ἐντολὴν αὐτὴν περιορίζομεν μὲν τὰς ἐργασίας μας εἰς τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις, ἀκολουθοῦμεν δὲ τὴν διαδικασίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία προσφορώτερον θὰ ἐξυπηρέτει τὸν σκοπόν μας. Ἀλλ’ ἔχω προσέτι τὴν ἰδέαν ὅτι, καὶ ἂν τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ἐπρόκειτο νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας μας, φοβούμεθα δὲ ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εὐθὺς εἰς τὰς ἐργασίας μας, δυνάμεθα διὰ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τροποποιήσωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ φαινόμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον δι’ ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων ἐπῆλθεν ἀλλοίωσις τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Θὰ παρέπεμπον δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας εἰς εἰδικὴν πραγματείαν τοῦ διασήμου δημοσιολόγου Γιέλλινεκ, ὁ ὁποῖος, αὐτὸ τὸ θέμα πραγματευόμενος, φέρει παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα Βουλαὶ εὑρέθησαν πρὸ τῆς ἀνάγκης τηρήσεως διαδικασίας, ἡ ὁποία, ἀκριβῶς εἰπεῖν, δὲν ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διέγραψαν αἱ ἀπελθοῦσαι Συντακτικαὶ Συνελεύσεις.
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἁπλαῖ Βουλαί;
§130Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἁπλαῖ Βουλαί. Θέτει δὲ ὡς βάσιν ὁ μέγας αὐτὸς δημοσιολόγος τῆς ἀναλύσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει, τοῦ πράγματος καὶ τῆς ἐξηγήσεως αὐτοῦ τοῦ ἐξαιρετικοῦ φαινομένου τὴν παρατήρησιν τοῦ Οὐλπιανοῦ, ὅτι τὸ δίκαιον πλάσσεται οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ νόμου, οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ ἐθίμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν ταχέως εἰς πέρας, βεβαίως δυνάμεθα νὰ μὴ ἀπαιτήσωμεν τὴν τριπλῆν ἀνάγνωσιν καὶ τριπλῆν ψήφισιν. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ οὐσιαστικὸς λόγος, τὸν ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ὑπεδήλωσεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, καὶ δι’ ὃν εἶπεν ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, διὰ νὰ περιορίσωμεν τὴν ψήφισιν καὶ νὰ μὴ ἀπαιτήσωμεν τὴν τριπλῆν ψήφισιν καὶ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον. Ἕν ζήτημα ὅμως προηγεῖται, νομίζω, ἂν καὶ κατὰ πόσον διὰ τῆς ἁπλῆς ψήφου, καὶ εἰς τοῦτο εἶμαι ἐνδοιαστικός, θὰ διεξαγάγωμεν τὸ ἔργον μας ὄχι μόνον ταχέως, ἀλλὰ καὶ ἐκτάκτως καὶ προσηκόντως. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω ὅτι μὲ τὴν ἁπλῆν συζήτησιν θὰ γεννηθῶσι χασμωδίαι ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶλλον θὰ δυσχεράνουν παρὰ θὰ διευκολύνουν τὸ ἔργον, ἐγὼ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, μέχρις οὗ ἀκούσω καὶ ἄλλων γνώμας, αἱ ὁποῖαι νὰ μὲ μεταπείσωσι.
§131Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱονδήποτε χαρακτῆρα, νομίζω, καὶ ἂν δώσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν διπλὴν Βουλήν, εἴτε Συντακτικὴν ταύτην θεωρήσωμεν, εἴτε Ἀναθεωρητικήν, νομίζω ὅτι δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, οἵα εἶναι ἡ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλαχθῇ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο δέ, διότι κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἣν βασίζω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων Συνελεύσεων καὶ δὴ τοῦ 1864, πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, σκοπὸν ἔχουσα νὰ ἀλλοιώσῃ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔχῃ κῦρος, δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ ψήφισις ταύτης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία καὶ ἡ ἔκδοσις καὶ δημοσίευσις αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Τοῦτο ὑποστηρίζεται καὶ ὑπὸ τῆς συγγραφῆς τοῦ κ. Σαριπόλου, τελευταῖον ἐκδοθείσης (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιωδῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἀποφάσεις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ οὗτος ὀφείλει, ἐὰν αὗται ἐλήφθησαν κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐκδώσῃ καὶ διατάξῃ τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν».
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐταὶ εἶναι ἐπιστημονικαὶ θεωρίαι.
§133Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δυνάμεθα ὅμως ἄριστα νὰ κάμωμεν μίαν μεταρρύθμισιν μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἰσχύει ἀπὸ τοῦδε. Πάντα ταῦτα θὰ τὰ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς, δυνάμεθα δὲ νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ ἀναθεωρήσωμεν, θὰ ἰσχύουν ἀφ’ ἧς θὰ δημοσιευθοῦν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμεθα ὅμως ἄριστα καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ διατάξεις αὗται θὰ ἰσχύουν ἀφ’ ἧς ἡμέρας θὰ ψηφισθοῦν. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τεχνικά.
§134Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Θέλω νὰ σᾶς ὑποβοηθήσω. Φαίνεται ὅτι δὲν παρέστητε κατά τινας δηλώσεις, γενομένας χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως θὰ ἐγνωρίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη βασιλικῆς κυρώσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ προσχέδιον, τὸ ἐμφανισθὲν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, προεκυρώθη ἤδη ὑπὸ τοῦ Στέμματος.
§135ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ κυρώσεως· ὡμίλησα περὶ ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως, καὶ διαφέρει ἡ κύρωσις τῆς δημοσιεύσεως. Συνεπῶς θά μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθῶ νὰ θεωρῶ, ὅτι ἀφοῦ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 ἀπητήθη ἡ ἔκδοσις καὶ δημοσίευσις τούτων, πολλῷ μᾶλλον διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς παρούσης Βουλῆς θὰ ἀπαιτῆται ἡ ἔκδοσις καὶ δημοσίευσις τούτων. Οἱαδήποτε ἑπομένως ἀλλαγὴ ἄρθρων τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀδύνατος.
§136ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἡ ἔνστασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ἔφερε κατὰ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπαρχούσης ἐν τοῖς πρὸς ψήφισιν ἄρθροις, καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐξηνέχθη, ἐδόθη δὲ ἡ δέουσα ἀπάντησις, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν θὰ ἠδύνατο ἀμέσως νὰ δοθῇ παραμερίζουσα τὰ ἀπαράδεκτα, τὰ ὁποῖα ἐγένετο προσπάθεια ἵνα ἕκαστος κατ’ ἄλλον τρόπον παρακάμψῃ. Ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἤκουσα πράγματα, ἅτινα δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν συμπίπτουν μὲ ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις εἰς τὴν μνήμην του περὶ τῆς φύσεως, τῆς σημασίας καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἤκουσα θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μακαρῖται πρόγονοι ἡμῶν ὑπῆρξαν καὶ ἐντολεῖς ἡμῶν τῶν ἐνταῦθα συνεδρευόντων, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τοῖς ἔργοις ἡμῶν σήμερον ἡμεῖς ἔχομεν μίαν ἐντολὴν μετὰ θάνατον νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, θὰ ἤμεθα τελείως δεσμευμένοι ἀπὸ τοὺς μακαρίτας ἐκείνους καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰ τοῦ πολιτεύματος καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλομεν. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές...
§137Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Εἶναι τρόπος ἐκφράσεως.
§138ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ἐξανίστασθε;
§139ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι περιττεύει ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§140ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις σας, τὴν ὁποίαν δύνασθε κάλλιστα νὰ ἀναπτύξητε ἐντεῦθεν, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν περιττεύει καθόλου. Ἐὰν ἐγὼ σφάλλωμαι ἑρμηνεύων τὸν λόγον τῆς ἐντολῆς ἢ τῆς ἐννοίας τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπεστήριξεν ὅτι ἐλάβομεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἂν βεβαίως καταλήξῃ ἡ πρότασις μέχρι ψηφοφορίας. Ὀρθότατα δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς ἀπήντησεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι ἐξασκοῦμεν φυσικῶς κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τῶν συνταξάντων τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι καὶ περὶ τῆς κυριαρχίας ταύτης ὑπάρχει κἄποια ἀντίληψις ἐσφαλμένη, διότι, φαίνεται, νομίζεται ὑπό τινων τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅτι κυριαρχίαν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ μόνον μία Συντακτικὴ Συνέλευσις. Φαίνεται ὅτι ἐπικρατεῖ παρά τισι τῶν προαγορευσάντων ἡ ἰδέα, ὅτι κυριαρχίαν δὲν ἐξασκεῖ μία διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὅτι κυριαρχίαν δὲν ἐξασκεῖ αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶναι παραγνώρισις ἡ ἐκδοχὴ αὕτη, Κύριοι, τῆς ἐννοίας τῆς κυριαρχίας, διότι ἡ κυριαρχία, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἀνῆκεν εἰς τοὺς ἀπὸ Θεοῦ προερχομένους ἡγεμόνας καὶ σήμερον ἀνήκει εἰς τὸν λαόν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, ὡς γνωρίζομεν, εἰμὴ τὸ δικαίωμα ἑκάστου Κράτους νὰ ῥυθμίζῃ τὰ ἑαυτοῦ πράγματα ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ καθ’ ὃν αὐτὸ βούλεται τρόπον. Κυριαρχίαν λοιπὸν ἐξασκεῖ καθημερινῶς ὁ λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ κυριαρχία αὕτη δύναται νὰ ἐξασκηθῇ ἐν εὐρυτάτῳ μέτρῳ, ὅταν πρόκειται νὰ θεμελιωθῶσιν οἱ πολιτικοὶ θεσμοί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ βαίνῃ ἡ καθ’ ἡμέραν ῥύθμισις τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ἐξασκηθῇ ἐν μέτρῳ στενῷ, τῷ μέτρῳ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δύναται δὲ νὰ ἐξασκηθῇ καὶ ἐν μέτρῳ κειμένῳ ἐν τῷ μέσῳ, ἐν τῷ μέτρῳ ἀκριβῶς, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασκήσωμεν ἡμεῖς τὴν κυριαρχίαν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ θίξωμεν τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰς μὴ θεμελιώδεις. Τεθέντος τούτου, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν συζήτησιν, ἂν τὸ Σῶμα τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς Σῶμα Συντακτικῆς Συνελεύσεως; ἢ ὡς Σῶμα Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἀληθὲς ὅτι προεκλήθη καὶ κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐψηφίζετο, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὸ Σύνταγμα, καὶ μάλιστα προκριματικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἐρρίφθη ἡ ἰδέα ὅτι Συντακτικὴ ἔσται ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία θὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐγένετο καὶ τότε συζήτησις, ἂν εἶναι Συνέλευσις ἡ Βουλὴ ἢ ἀναθεωρήσασα τὸ Σύνταγμα, παρετήρησα δὲ ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ὑπέλαβε τὴν διάκρισιν ταύτην ὡς διάκρισιν οὐσιώδη, πραγματικὴν καὶ ἔκαμε διαστολὴν τοῦ πράγματος καὶ εἶπεν εἰς ἡμᾶς: προσέξατε· δὲν εἴμεθα Συνέλευσις, ἀλλ’ εἴμεθα Βουλή. Τὸ πρᾶγμα ὅμως οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν καὶ διαφορὰν, ὥστε νὰ τονίζῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ προκαλῇ αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ νὰ σᾶς παρακαλῇ νὰ μὴ περιπέσητε εἰς λάθη, ὑπολαμβάνοντες, ὅτι εἶσθε Συνέλευσις, διότι, διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἐπιστημονικῶς δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως καὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα ἂν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἢ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τὸ συνέδριον τοῦτο, κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ἡμέτερον τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ζήτημα ἔλυσαν, ὅτε ἔθεσαν τὸ Σύνταγμα. Ἀπήντησεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μαντεύω ὅτι καὶ νῦν γεννᾶται εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν· ἀπήντησε καὶ εἶπεν: εἴτε Συνέλευσιν τὴν ἀποκαλέσητε, εἴτε διπλῆν Βουλὴν τὴν ἀποκαλέσητε, τὸ θέμα εἶναι ὡρισμένον καὶ ἡ ἐντολὴ αὐτῆς εἶναι ὡρισμένη. Τούτου τεθέντος ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῷ τούτῳ ὡρίσθη ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν περιωρισμένην ἐξουσίαν ἐνταῦθα, νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἤδη ἐρωτᾶται: εἴμεθα ἆρά γε ὑποχρεωμένοι νὰ δημοσιεύσωμεν τὰς ψηφισθησομένας διατάξεις ἢ νὰ ζητήσωμεν τὴν συναίνεσιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος διὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ὅταν αὗται ὑφ’ ἡμῶν κυρωθῶσιν; Οὐδαμόθεν προκύπτει τοιαύτη τις ὑποχρέωσις. Ἡ Συνέλευσις ἡ Συντακτικὴ τοῦ 1863 δὲν εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἂν θελήσωμεν νὰ τὸ πράξωμεν, εἶναι ἄλλο ζήτημα, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ τὸ πράξωμεν, διότι ἔχει καὶ ἕνα ἄλλον λόγον ἡ δημοσίευσις οὐσιώδη, τὸν λόγον τῆς γνωστοποιήσεως εἰς τοὺς πολίτας τῶν ψηφισθησομένων διατάξεων. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν τὴν συναίνεσιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος; Καὶ τοῦτο ἀρνητικῶς ἐλύθη τότε. Ἐγένετο καὶ συζήτησις—ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη—καὶ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐδόθη λύσις ἀρνητική, διότι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, Συντάγματος οὐχὶ παρακεχωρημένου τῇ βασιλικῇ συγκατανεύσει, Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως, διότι δὲν παρεχωρήθη ἀπὸ τὴν εὐμένειαν τοῦ Βασιλέως, Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἵδρυσεν ὁ λαὸς δι’ ἑαυτὸν καὶ ἐκάλει τὸν Βασιλέα, ἂν θέλῃ, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦτο, νὰ τὸν ὑπηρετήσῃ καὶ ὑπηρετηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, εἰς τὴν ἔννοιαν, λέγω, τοιούτου τινὸς Συντάγματος ἀντίκειται τελείως νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ζητήσωμεν τὴν συναίνεσιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Δὲν ἐνόησα λοιπὸν διατί ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς συναίνεσις πρὸς τὸ κῦρος τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐγένετο ὑπ’ αὐτῆς μόνον καὶ μόνον ὡς ἐξουσίας ὑπευθύνου ἔναντι τοῦ Βασιλέως διὰ πᾶσαν πρᾶξιν αὐτῆς. Εἶναι βεβαίως ἐλεύθερον τὸ Στέμμα, ἂν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος διαρρυθμισθῶσιν ὑφ’ ἡμῶν κατὰ τρόπον, ἀποκρούοντα καὶ ἀποκλείοντα λογικὴν συνεργασίαν μεθ’ ἡμῶν, νὰ δηλώσῃ οὐχὶ τὴν συναίνεσίν του πλέον, ἀλλὰ τὴν ἄρνησιν τῆς συναινέσεως συνεργασίας μετὰ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θέτει θεσμοὺς παραδόξους, καὶ οἰκοδομεῖ κατὰ τρόπον ἀσπρόσφορον πρὸς προκοπὴν τὸν πολιτικὸν αὐτοῦ οἶκον. Αὐτὴ τοὐλάχιστον κατ’ ἐμέ—καὶ δὲν ὑποθέτω ὅτι σφάλλομαι—εἶναι ἡ ἀντίληψις, ἀπὸ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ βαίνωμεν. Τεθέντος τούτου ἐρωτᾶται: τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ἐμποδίζει κατὰ τρόπον θεμελιοῦντα ἔνστασιν ἀπαραδέκτου τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ; Προετάθη τὸ ἀπαράδεκτον τοῦτο, καὶ κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου δύο ἢ τρεῖς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, θεωρίαι ἀποκλείουσαι τὸ ἀπαράδεκτον διετυπώθησαν· ἡ μία ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος προνοεῖ περὶ νόμων, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει ἐφαρμογήν, ὅταν πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν θέσιν συνταγματικῶν διατάξεων· ἡ ἑτέρα ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν σύγκλησιν τοῦ παρόντος Συνεδρίου, καὶ κατὰ συνέπειαν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν τροποποίησιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως· καὶ ἄλλη τις, ἐνθυμοῦμαι, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ὑπεστηρίχθη ἀρκούντως, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι εἶχε τῳόντι πρόθεσιν νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ὁ ὑποστηρίξας αὐτήν. Ἡ τρίτη αὕτη θεωρία ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐνόει ἀναμφισβητήτως τελείως, ποῖον ἦτο τὸ ὀρθὸν νὰ γίνῃ, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῆς εὐφυΐας, ἥτις στολίζει αὐτόν, καὶ διὰ τῆς μακρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, διωλίσθησε τεχνηέντως καὶ ἔφθασεν, ὑποδεικνύων ἡμῖν, ὅτι οὐσιαστικῶς εἶναι ὠφελιμώτερον τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ κατέληξεν, ὑποδεικνύων δηλαδὴ εἰς ἡμᾶς ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον τμηματικῶς καὶ κατ’ ἐκλογὴν νὰ ψηφίσωμεν ἄρθρα τινά. Ἐν τούτῳ δ’ ἔγκειται ἡ βάσις καὶ ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, ἐὰν—καὶ συνομολογεῖτε τοῦτο ὑποθέτω πάντες—δεχθῶμεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους, δὲν εἶναι διάταξις θεμελιώδης—καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τούτου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουσι μυρίαι γνῶμαι περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ διακριτικοῦ τῶν θεμελιωδῶν ἢ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι θεμελιώδης· ἀφοῦ λοιπὸν δεχόμεθα ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης, ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὴν καταργήσωμεν ἀμέσως. Ἐρωτᾶται: καταργοῦντες τὸ καταργητέον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὑπὸ τοῦ καταργουμένου ἄρθρου διατασσομένην διαδικασίαν; Ὂχι βεβαίως· διότι τότε ἐκλείπει ἡ κυριαρχία, ἣν ἀσκοῦμεν, ἡ περιωρισμένη μέν, φθάνουσα ὅμως μέχρι τῆς καταργήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁλόκληρος ἡ συζήτησις ἢ ὁλόκληρος ὁ πόνος καὶ ὁ κόπος, ὁ ὁποῖος ἔγινε, διὰ νὰ εὑρεθῶσι τρόποι πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ ἀπαραδέκτου τοῦ ὑποβληθέντος, παρεῖλκε τελείως· πρόκειται περὶ διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι θεμελιώδης· ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τὴν διάταξιν αὐτήν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ πράξωμεν τοῦτο αὐτὴν τὴν στιγμήν· ἐὰν ὀνομάζωμεν σχέδιον, ἢ ἐὰν ὀνομάζωμεν σχέδιον καὶ διαρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν ἀπόψε, ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν· ἡ ὀνομασία τοῦ τί θὰ ψηφίσωμεν δὲν μεταβάλλει τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὀρθῶς.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ οὐσίαν τροποποιοῦμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; δὲν κανονίζομεν μόνον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ προβῶσιν αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, ἀλλὰ προβαίνομεν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς οὐσιαστικὴν μεταρρύθμισιν ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ. Δικαιούμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ἀπὸ τοῦδε; Τίς δύναται νὰ εἴπῃ ὄχι; Τίς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν δύο, τρία, τέσσαρα κεχωρισμένα ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τροποποιοῦμεν τὸ Α, Β, Γ, Δ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, οὐδὲ νὰ καταφύγωμεν εἰς ἄλλας θεωρίας πρὸς παράκαμψιν τοῦ τόσον ἀβασίμου ἀπαραδέκτου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν δύο ὄψεις εἶναι ἐξεταστέαι· εἶναι ἡ μία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής, ὅτι, ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν, εἶναι βεβαίως δυσχερέστερον τὸ ἔργον τῆς συναρμολογήσεως αὐτῶν κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν ἐπιψήφισιν ἐν πλήρει ἐπιγνώσει πασῶν τῶν τροπολογιῶν· ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη ἄποψις· εἶναι ἡ ἄποψις τῆς παρελκύσεως τῶν συζητήσεων· διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Ἐθνοσυνέλευσιν ἠθέλησαν ἀκριβῶς νὰ ἀποφύγωσι τὴν παρέλκυσιν μακρῶν συζητήσεων καὶ ἠθέλησαν νὰ δώσωσι μίαν καὶ μόνην κύρωσιν διὰ μιᾶς καὶ μόνον ἀναγνώσεως, διότι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις ἴσως περισσότερον ἐκτεταμένας ἐκείνων, τὰς ὁποίας θὰ προεκάλει ἡ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§143ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Μόνον δωδεκάωρον.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δωδεκάωρον! Λυποῦμαι, διότι ἔχομεν διάφορον ἀντίληψιν τοῦ δωδεκαώρου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ μέγας χρόνος, ἀλλ’ ὑμεῖς νομίζετε τὸ ἐναντίον· εἶσθε γενναιότερος εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν δωδεκαώρων καὶ εἶμαι φειδωλότερος εἰς αὐτά, καὶ κατὰ συνέπειαν φρονῶ ὅτι ἡ ἐπιψήφισις εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν εἶναι ἀρκετή. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, κἄτι, τὸ ὁποῖον, καὶ εἰς τὸ παρελθὸν συνέδριον, τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐννοῶ, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω· δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὰ Σώματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἀντλοῦσι μὲν τὴν ἐντολὴν αὐτῶν ἀπὸ τὸν λαόν, ἀλλ’ ὑπὸ ἐξαιρετικὰς συνθήκας, διότι πρόκειται νὰ διοργανώσωσι συνταγματικὰς διατάξεις, εἶναι Σώματα, τὰ ὁποῖα πάντοτε καὶ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας ἐθεωρήθησαν ὅτι ἐγκλείουσιν ἀπροόπτους κινδύνους ἐν ἑαυτοῖς — τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ παραγνωρίσωμεν ποσῶς.—Ἰδιαίτατα δέ, Κύριοι, ὁ τρόπος τῆς συνθέσεως τοῦ ἡμετέρου διπλοῦ ἀναθεωρητικοῦ Σώματος, ἡ κατάρτισις αὐτοῦ ἐκ διπλοῦ ἀριθμοῦ δεικνύει ὅτι, ἂν ἀληθεύῃ ὅτι πάντοτε τὰ Σώματα αὐτὰ ἐγκλείουσι κινδύνους, ὅτι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύνανται ν’ ἀντιποιηθῶσι δικαιώματα μείζονα, δικαιώματα τὰ ὁποῖα οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ κἂν ὑπῆρχον τῶν ἐντολοδόχων, ἐὰν, λέγω, τοῦτο ἀληθεύῃ, πρέπει πάντες νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶναι νὰ περατωθῇ ταχέως ἡ ἐργασία τοῦ συνεδρίου τούτου. Λέγων τοῦτο τονίζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῷ παρελθόντι συνεδρίῳ εἶπον: δὲν ἐννοῶ τὴν ταχύτητα διὰ τῆς ἀκαίρου ἐπισπεύσεως, ἐννοῶ ὅμως τὴν ταχύτητα τὴν λελογισμένην, τὴν ταχύτητα ἐκείνην, πρὸς τὴν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς θὰ βαίνωμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ περαιτέρω παράτασις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαγάγῃ ἀγνώστους κινδύνους ἢ διακυμάνσεις τοιαύτας, τοὺς ὁποίους πάντες ἡμεῖς, ὡς πάντες ἐξ ἴσου πονοῦντες τὸν τόπον, καὶ διαπνεόμενοι ὑπὸ φιλοπατρίας, ἔχομεν καθῆκον ἱερὸν νὰ διαφύγωμεν.
§145Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω, περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος τούτου, μὲ κάμνει νὰ νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραδεχθῶ τὸ ἄρθρον 35. Ἤκουσα ὅμως μίαν συνταγματικὴν ἀνακρίβειαν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἐλέχθη δηλαδή, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δύναται νὰ θίξῃ καὶ ἄλλας ἀκόμη διατάξεις, ἐκτὸς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ὑπὸ τοῦ σχεδίου. Φρονῶ ὅτι ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, εἶναι ὁ περιορισμός, ἐντὸς εἰδικῶν καὶ προαποφασισθέντων ὁρίων, τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ θίξῃ....
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Διακόπτουσιν)...
§147Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἀποτείνομαι ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος, προαγορεύσας, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι δύναται ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ νὰ θίξῃ καὶ ἄλλας διατάξεις ἐκτὸς ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ προσχέδιον ἀναφέρει.
§148ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Καὶ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τοιαύτας.
§149Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος, στηριχθεὶς εἰς τὸ ὅτι ὁ λαὸς εἶναι κυρίαρχος, ἐνόμισεν ὅτι δύναται ὄχι μόνον ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἁπλῆ Βουλὴ νὰ λαμβάνῃ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας ἑκάστοτε, τὰς ὁποίας νομίζει χρησίμους ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ. Ὁ λαὸς βεβαίως εἶναι κυρίαρχος, ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποί του δὲν ἔχουσι πάντοτε τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἶναι Σώματα πηγάζοντα ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις ἔχουσιν ἰσχὺν μεγαλειτέραν τῶν κοινῶν νόμων. Τότε θὰ ἦτο ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ προλαλήσας εἶπεν, ἂν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις εἶχον ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν ἀξίαν μὲ τοὺς κοινοὺς νόμους. Αὐτὸ ὅμως δὲν συμβαίνει· καί, ἐπειδὴ δὲν συμβαίνει, αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις ἐνεργοῦσιν ὡς φραγμοὶ καὶ χαλινοί, οἱ ὁποῖοι περιορίζουν τὴν ἐξουσίαν τῶν Βουλευτῶν τῆς ἁπλῆς Βουλῆς. Ἡ νομοθετικὴ συνήθως Βουλὴ ἀσκεῖ τακτικὴν ἔννομον ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀσκεῖ ἔννομον, ἂν καὶ ἔκτακτον τοιαύτην, μόνον δὲ μία Συντακτικὴ Συνέλευσις δύναται νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Σύνταγμα, καθ’ ὃ δικαιουμένη ἄρδην ἀκόμη νὰ μεταβάλῃ, ἐὰν θέλῃ.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀγαπητὸς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Μιχαλακόπουλος ἔθιξε πλεῖστα ὅσα ζητήματα κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λαρίσης συνάδελφον νὰ εἴπῃ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν. Ὑπεσχέθη εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι θὰ ἀπεδείκνυε πόσον ἐσφαλμένη ἦτο ἡ ἔκφρασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου περὶ τῆς ἐντολῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως οὔτε ὁ κ. Δραγούμης οὔτε ἄλλος κανεὶς ἔδωκεν ἀξίαν θεωρίαν, ἀλλ’ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του. Πρὸς τούτοις ὡμίλησε καὶ περὶ κυριαρχίας ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ὁ κ. Βοζίκης μετεχειρίσθη τὸν ὅρον κυριαρχίαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκτελέσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Ὑποθέτω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος δὲν ἀφεώρων τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, διότι ἄλλως θὰ ἦσαν ἐντελῶς ἐσφαλμένα. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος προέβη καὶ περαιτέρω καὶ εἶπεν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863 ἐλύθη τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§152ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἐσφαλμένον, διότι ἡ διπλῆ Βουλὴ ἀσκεῖ συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους διαγράφει τὸ Σύνταγμα.
§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον δὲν τὸ εἶπον Παρατηρήσατε τὰ Πρακτικά.
§154Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σὲ πιστεύομεν.
§155ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, διὰ νὰ ἀφήσωμεν τὰς ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ὑπεστήριξεν, ὅτι ὑπάρχει μέγιστος φόβος παρελκύσεως τῶν συζητήσεων ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς κλεψύδρας, πρώτην φορὰν εἰσαγομένου εἰς τὴν Βουλήν, δὲν φαντάζομαι, ὅτι ἡ Συνέλευσις διατρέχει καὶ τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον παρελκύσεως τῶν συζητήσεων. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχει, εἶναι νὰ ψηφισθῶσι συνταγματικαὶ διατάξεις ἄνευ ἐπαρκοῦς συζητήσεως, ἄνευ ἐπαρκοῦς πειστικῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐπιχειρημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ διάφοροι συνταγματικαὶ προτάσεις. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς τὴν τροπολογίαν τῆς μειονοψηφίας καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀπορρίψῃ ἄνευ σκέψεως τὴν ἀξίωσιν, ὅπως διὰ διπλῶν συζητήσεων καὶ ψηφοφοριῶν γίνωνται δεκταὶ αἱ συνταγματικαὶ προτάσεις. Καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι κατὰ σοβαροῦ κινδύνου ἀντιποιήσεως ὑφ’ οἱουδήποτε νομοθετικοῦ Σώματος δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐσκέφθησαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸ οἱ ἐντολεῖς του, πρέπει νὰ λαμβάνωνται τὰ δυνατὰ προφυλακτικὰ μέτρα. Ἀναγνωρίζω ἐπίσης, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ περατωθῶσι τὸ ταχύτερον αἱ ἐργασίαι τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος σοβαρὸς κίνδυνος ἀναφορικῶς πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Δυνατὸν βεβαίως εἶναι νὰ ἀντιποιηθῇ αὕτη περισσότερα δικαιώματα, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἁπλῆ Βουλὴ· δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατί τοιαῦται ὑποθέσεις θὰ ἦσαν ἱκαναὶ νὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ διεξαγάγωμεν τόσον ἐσπευσμένως καὶ ἄνευ σοβαρῶν συζητήσεων τὴν συντακτικὴν ἐργασίαν μας.
§156Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος συνταγματικοῦ ζητήματος, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα, ὡς ἐξετέθησαν, δὲν ἔχουσιν ἁπλῆν μόνον ἐπιστημονικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ ἔχουσι καὶ μεγίστην πολιτικὴν σημασίαν. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ἕκαστος ὀφείλει νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Καὶ ἐν πρώτοις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἂν ἡ παροῦσα διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ψηφίσῃ εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἐπὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία. Τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα προνοεῖ μόνον περὶ ψηφίσεως τῶν νόμων, εἶναι δ’ ἐσφαλμένον, ὅτι προνοεῖ καὶ περὶ ἀναθεωρητέων διατάξεων, διότι τὸ τελευταῖον οὐδαμῶς ἐξάγεται ἐκ τοῦ γράμματος αὐτοῦ. Τὸ δὲ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863, ὁπότε ἐψηφίσθησαν διὰ μιᾶς ἀναγνώσεως καὶ θεμελιώδεις διατάξεις, ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, τοῦ συνταχθέντος τότε, αἱ διπλαῖ Βουλαὶ δὲν καλοῦνται νὰ συντάξωσιν ἁπλοῦς νόμους, ἀλλὰ ψηφίζουσι συνταγματικὰς διατάξεις, δικαιοῦνται δὲ νὰ ψηφίσωσιν αὐτοὺς εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως μὲ ἐξέπληξεν, εἶναι ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς παρούσης διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ συνταγματικῶν διατάξεων καὶ ἄνευ συμπράξεως τοῦ ἑτέρου παράγοντος τῆς Πολιτείας, ἄνευ συμπράξεως τοῦ Βασιλέως, νὰ ἐκδώσῃ καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τὰς διατάξεις ταύτας. Νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἴμεθα Συντακτικὴ Βουλή, δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὸ πᾶν. Ἀλλ’ ὅμως εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἐφ’ ὅσον δεχθῶμεν ὅτι δὲν εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλ’ Ἀναθεωρητικὴ διπλῆ Βουλή, ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι προφανῶς ἐσφαλμένη. Διότι, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1863 ἀπενεμήθη εἰς τὸν Βασιλέα Γεώργιον τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι Βασιλεὺς ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ἐφ’ ὅσον δὲν εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ μεταβάλλωμεν πλήρως τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐδέχθη νὰ βασιλεύσῃ.
§157Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§158Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἑτέρου παράγοντος τῆς Πολιτείας, τοῦ Βασιλέως, διότι πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, ἃς καὶ μόνας δικαιούμεθα νὰ μεταβάλλωμεν, οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, διότι καὶ ἡ κρίσις, ἂν διάταξίς τις εἶναι θεμελιώδης ἢ ὄχι, θὰ ἀπόκειται φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς ἡμᾶς ἀναθεωροῦντας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη κρίσις τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ θεμελιώδους ἢ μὴ διατάξεώς τινος δύναται νὰ μὴ συμπίπτῃ πρὸς τὴν κρίσιν καὶ τοῦ ἑτέρου παράγοντος τῆς Πολιτείας, τοῦ Βασιλέως. Οὐδόλως ἄρα δυνάμεθα νὰ μεταβάλλωμεν μονομερῶς διατάξεις, αἵτινες δυνατὸν νὰ εἶναι θεμελιώδεις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐδέχθη νὰ βασιλεύσῃ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐταὶ εἶναι θεωρίαι.
§160Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ θεωριῶν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ ἐκτραπῶμεν εἰς παραλόγους συζητήσεις καὶ νὰ μὴ καταστρέψωμεν τὸ πολίτευμα, πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορίσωμεν σαφῶς τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ ἐργασθῶμεν, καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων μας. Ἀπατᾶσθε, ἐὰν καὶ ὑμεῖς δὲν ἔχητε τοιαύτην γνώμην. Ὑποστηρίζω καὶ πάλιν τελευτῶν, καὶ τονίζω ἰδιαιτέρως, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ψηφίσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις, ἢ νὰ θέσωμεν ταύτας μονομερῶς ἐν ἰσχύϊ, ἐὰν προηγουμένως δὲν ὑποβάλωμεν ταύτας ὑπὸ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ Βασιλέως καὶ αἵτινες τότε μόνον θὰ ἰσχύσωσιν, ὅταν γένωνται δεκταὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρὸ ὀλίγου προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ παροῦσα Βουλή, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, καὶ παρὰ τὴν ἔλλειψιν διπλῆς ἀποφάσεως Βουλῆς προγενεστέρας, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἔλλειψις ἀνεπληρώθη ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς παρεμβολῆς τοῦ Στέμματος διὰ τοῦ γνωστοῦ Διαγγέλματος, ἐφ’ ὅσον, λέγω, ἡ παροῦσα Βουλὴ πρόκειται νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη ἡ προηγουμένη Βουλὴ καὶ ἐνέκρινε τὸ Στέμμα, αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ῥυθμισθῶσιν αἱ ὑπὸ ἀναθεώρησιν διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀποφάσεις κυρίαρχοι, μὴ ἔχουσαι τὴν ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος.
§162Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου μου.
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ συνέδριον τοῦτο, ἕνεκα γνωστῶν εἰς πάντας λόγων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω περισσότερον τοῦ τετάρτου τῆς ὥρας, ἐπειδὴ ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ἐπαναλαμβάνω, τὸ συνέδριον τοῦτο προῆλθεν εἰς εὐρυτέραν ἐξουσίαν καὶ πρόκειται νὰ ἀναθεωρήσῃ καὶ ἄλλας διατάξεις, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθη ἡ προηγουμένη Βουλὴ καὶ τὸ Διάγγελμα τὸ βασιλικόν, ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ἂν κανονικῶς τὸ συνέδριον τοῦτο δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τούτων τοῦ Συντάγματος, μὴ ἔχον σύμφωνον καὶ τὸν μοναρχικὸν παράγοντα. Καὶ βεβαίως ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐπὶ πάσης ἄλλης διατάξεως μὴ περιλαμβανομένης εἰς τὸ ψήφισμα τῆς προηγουμένης Βουλῆς καὶ εἰς τὸ Διάγγελμα τὸ βασιλικόν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ μοναρχικὸς παράγων θὰ εἶχεν ἐναντίαν γνώμην, δὲν θὰ ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ταύτης ἔγκυρος, ἐὰν δὲν ἐτύγχανε καὶ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, παρὰ τὸ βασιλικὸν Διάγγελμα τὸ πρῶτον, διὰ τοῦ ὁποίου περιωρίζετο ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν εἰς μόνα τὰ ἄρθρα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1910, ἔχομεν ἔκτοτε τὸν βασιλικὸν Λόγον, τὸν ἐναρκτήριον τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τῆς συνελθούσης κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1910. Ἔχομεν ἀκόμη τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῆς παρούσης Βουλῆς. Δι’ ἀμφοτέρων τούτων τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων ὁ μοναρχικὸς παράγων, ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἀνορθωτικὴν κίνησιν, ἐξεδήλωσεν ὅτι δύναται ἡ ἀναθεώρησις νὰ περιλάβῃ πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν θεμελιωδῶν. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν διατάξεων, τῶν ὁποίων τὴν ἀναθεώρησιν εἰσηγοῦνται οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ εἶναι συγχρόνως μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς, δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν κυριαρχικῶς, ἔχοντες καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἐκδεδηλωμένην τὴν γνώμην τοῦ Στέμματος, ὅτι τὰς διατάξεις ταύτας θεωρεῖ μὴ οὔσας θεμελιώδεις, ἀλλ’ ὅτι καὶ πέρα τούτων δυνάμεθα νὰ προβῶμεν. Ἀλλὰ μένει πάντοτε εἰς τὸν μοναρχικὸν παράγοντα τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν αἱ ἄλλαι διατάξεις, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν θίξει, εἶναι θεμελιώδεις, ὁπότε εἰς ἐκεῖνον θὰ ἀπέκειντο τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πορίζεται ἐκ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ περιστέλλῃ ἐνδεχομένας ὑπερβασίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅπως προστατεύσῃ κατ’ ἰδίαν ἀντίληψιν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναμίξεως τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος εἰς τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρεμπιπτόντως ἐγεννήθη. Τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ πολλὴν ὥραν, εἶναι ἡ τροποποίησις τῶν ἄρθρων 33 καὶ 35 δὶς καὶ τρὶς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, ὡς διετυπώθη τὸ ἄρθρον ἀρχικῶς, δὲν εἶχε τὴν σημασίαν, ὅτι ἐζητήθη ἀπὸ τοῦδε ἡ τροποποίησις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ φράσις, ἡ ὁποία ἀφῃρέθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καλῶς ἀφῃρέθη, διότι ἀνῆκε μᾶλλον εἰς τὴν αἰτιολογίαν τοῦ σχεδίου καὶ ὄχι εἰς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ διάταξιν ἱδρύουσαν δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι αἰτιολογία ἐμπεριεχομένη εἰς τὸν νόμον καὶ δὲν συμβαίνει τοῦτο σπανίως εἰς τοὺς νόμους. Ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν, ἐὰν, θέλωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ ταχύτερον νὰ περατωθῇ, ἀλλὰ καὶ ὡριμώτερον νὰ διεξαχθῇ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι πᾶν, ὅ,τι ψηφίζομεν, εἶναι καὶ τὸ ὁριστικὸν κείμενον τοῦ Συντάγματος, θέλομεν προβῆ εἰς ἀποφάσεις ὡρίμους καὶ ἀσφαλεστέρας, ἐνῷ, ὅταν θέλωμεν σκεφθῇ ὅτι καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἀσχοληθῶμεν ἐκ νέου ἐπὶ τῆς αὐτῆς διατάξεως καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διατύπωσιν αὐτῆς κατὰ τὴν βʹ ἢ γʹ συζήτησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ λείπῃ ἡ ἐπαρκὴς προσοχὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ περιπέσῃ αὕτη εἰς σφάλμα. Θὰ ἐδεχόμην τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, περὶ τῆς προκλήσεως ψηφοφορίας ὀνομαστικῆς, ἐὰν δὲν ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ὡρισμένα ἄρθρα τόσαι τροπολογίαι καὶ ὑποτροπολογίαι, ὥστε ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῶσι δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ κατετρίβομεν χρόνον μακρόν, ἐνῷ μόνον διὰ τὴν ὁριστικήν, τὴν τελειωτικὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου, ὡς διατυποῦται, περιορίζεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ ἀποδεχόμενος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅπως διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε διὰ τὰς τροπολογίας καὶ ὑποτροπολογίας νὰ μὴ ἀπαιτῆται ψηφοφορία ὀνομαστική.
§166Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη προηγουμένως περὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, τοῦ ἐν τῷ προσχεδίῳ, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀντίκειται πρὸς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ συνέπειαν ἐθεώρησε τὴν διάταξιν ταύτην ἀντισυνταγματικήν.
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἐθεώρησε σκόπιμον.
§168Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι σκόπιμος ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, τὸ πρᾶγμα διαφέρει, διότι ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματική...
§169ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἂν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ ἐδέχθησαν νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὄχι τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτῶν, τὸ ἔπραξαν κυριώτατα πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ χρόνου. Ἐγνώριζον ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, δι’ οὗ ἐθίγετο τὸ ἄρθρον 56, θὰ παρεξετείνετο ἐπὶ χρόνον μακρόν. Πρὸς οἰκονομίαν χρόνου παρῃτήθησαν τῆς προτάσεως, ὅπως ψηφισθῇ ἀπὸ τοῦδε ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, διότι, ἐὰν ἠθέλομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ προβῶμεν εἰς τροποποίησιν αὐτῆς, ὅπως ἀπὸ τοῦδε ἰσχύσῃ ἡ διάταξις αὕτη, δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο κανονικόν.
§170Γ. ΠΩΠ. Παρ’ ὅλην τὴν σαφήνειαν, μὲ τὴν ὁποίαν διετυπώσατε τὰς γνώμας ὑμῶν, μοὶ ἐγεννήθη ἀμφιβολία, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς ἀδυναμίαν τῆς ἀντιλήψεώς μου. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις κρινόμεναι ὑπό τινων μὲν θεμελιώδεις, ὑπ’ ἄλλων δὲ μὴ θεμελειώδεις. Ἡ ἀνάμιξις τοῦ Στέμματος εἰς ἀναγνώρισιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων καὶ μὴ θὰ φέρῃ αὐτὸ νὰ εὑρεθῇ εἰς στιγμήν τινα εἰς σύγκρουσιν μετ’ αὐτῆς, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ περὶ διατάξεώς τινος ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης, καὶ δύναται αὕτη ν’ ἀποφανθῇ περὶ τροποποιήσεως τῆς διατάξεως ταύτης. Ἔχομεν δὲ διάταξιν μεγίστης σημασίας ἀμφισβητουμένην ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ὑπὸ μελῶν μάλιστα τῆς Κυβερνήσεως διατυπωσάντων τὴν γνώμην αὐτῶν. Εἶναι ἡ διάταξις περὶ Γερουσίας.
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ Στέμμα δὲν τὴν θεωρεῖ οὐσιώδη.
§172Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐζήτησα τί φρονεῖ τὸ Στέμμα διότι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τὰς γνώμας τοῦ Στέμματος, διότι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις ἡ καλύπτουσα διὰ τῆς εὐθύνης τὸ Στέμμα. Ἀλλ’ ἤθελεν παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ καταστήσητε γνωστόν, εἰ δυνατόν, τί θὰ συμβῇ, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς Γερουσίας. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν τοῦ Στέμματος, καί, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ Στέμμα δὲν ἀποδέχεται ταύτην, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀρνησικυρίας ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς;
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξῆλθον τῶν αὐστηρῶν κοινοβουλευτικῶν κανόνων μνημονεύσας τὸ Στέμμα. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν, τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Πολυτεύματος, δὲν διεξάγεται ὑφ’ ἡμῶν ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, ὅπως αὕτη διετυπώθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, τοῦ 1864. Ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ὄχι μόνον διότι διὰ τῆς παρεμβολῆς τοῦ Στέμματος ἀνεπληρώθη ἡ ἔλλειψις ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρξαν δύο ἀποφάσεις τακτικῶν Βουλῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ηὐρύνθη ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως κοινῇ συναινέσει λαοῦ ποθοῦντος καὶ σπεύδοντος πρὸς Ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ Βασιλέως, ὅστις ἀπεφάσισε καὶ ἐδήλωσεν ὅτι τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ ἔπειτα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον ἐξέρχεται τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, νομιμότητα ἔχει, καθόσον ὁ λαὸς μετὰ τοῦ Στέμματος εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἤδη μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην προβαίνω, ὅπως ἀναπτύξω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὸν ἐρωτήσαντα τὴν γνώμην μου, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιληφθῆ καὶ θεμάτων ἄλλων, περὶ ὧν ὁ ἀνεύθυνος παράγων ἤθελεν ἔχει γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἤθελε δηλαδὴ θεωρεῖ ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἀνήκουσιν εἰς τὰς θεμελιώδης διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δίδω τὴν ἐξήγησιν ὅτι, ἂν ὁ ἀνεύθυνος παράγων εὑρίσκετο σύμφωνος μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, αὕτη θὰ εἰσηγεῖτο εἰς τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα τὰ μέσα, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ προασπίσῃ καὶ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἂν ἐπίστευεν, ὅτι πρὸς τὴν γνώμην ταύτην εἶχεν σύμφωνον καὶ τὴν λαϊκὴν γνώμην, ἡ ὁποία θὰ ἐκαλεῖτο νὰ ἐκδηλωθῇ ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπὶ τῆς μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς διαφωνίας. Ἄν δὲν ὑπῆρχεν ἡ συμφωνία αὕτη, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ ἐγκατέλιπε τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν θὰ ἀπηυθύνετο ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§174ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προβῇ εἰς ἐξήγησιν δηλώσεων αὐτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην μου ἀναγκαιοτάτων. Νομίζει ἆρά γε ὅτι ἡ διαφωνία τυχὸν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Διότι, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ προσκομίσω τὸ κείμενον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχεν ἄλλοτε τὴν γνώμην αὐτήν· ἐφρόνει τουτέστιν ὅτι ἡ διαφωνία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλήν, ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων, δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε πρέπον νὰ ἀποτελέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§175ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συζήτησις παρεξέκλινε, καὶ θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἐπαύομεν ἀσχολούμενοι ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιφυλαχθῆ καθ’ ἣν ὥραν θέλει συζητηθῆ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν νὰ δηλώσω ἃς ἔχω γνώμας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἀρκοῦμαι νὰ δηλώσω ἤδη ὅτι ὅσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ φαίνονται ἀκριβῶς σύμφωνα πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἐνταῦθα.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπερατώθη. Ὁ κ. Δραγούμης ἐνέδειξε τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 4ον ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Συνεστάθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης του καὶ τῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μία προσθήκη. Ἀναγινώσκω καὶ τὸ ἄρθρον καὶ τὴν προσθήκην. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4ον οὕτω παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§177Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν θὰ παραπέμπωνται αἱ τροπολογίαι καὶ προτάσεις. Ὑπάρχει προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν αἱ προτάσεις; Ὄχι. Θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα τῆς προθεσμίας καὶ θὰ λυθῇ αὐθαιρέτως ἐκ τῶν προτέρων· ἤτοι πρότασις ὑποβαλλομένη κατὰ τὴν συζήτησιν διατάξεως.....
§178Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἄλλο ἄρθρον.
§179Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ διασκευὴ τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ, ὅστις διαστέλλει μεταξὺ προτάσεως, ἄνευ προθεσμίας, καὶ τροπολογίας ὑποβαλλομένης κατὰ τὴν συζήτησιν.
§180Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχητε εὐκολίαν νὰ τὴν παραπέμπητε εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι φανερόν.
§182Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φανερὸν μέν, νὰ ῥηθῇ δέ, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἔννοια αὕτη.
§183Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντιλαμβάνεται ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος θὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι. Αὗται θὰ δύνανται νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἂν δὲν παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς ἣν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τάξῃ χρόνον πρὸς προσκόμισιν τῆς ἐκθέσεώς της. Ἀλλὰ ἔχει καιρὸν νὰ κάμῃ ταῦτα ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπή; Ἡ Βουλή, ὅταν θὰ προβαίνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, θὰ ἀναμένῃ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος νὰ προσκομίσῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν διαφόρων τροπολογιῶν;
§184Γ. ΠΩΠ. Ὧν μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Συνεπῶς ἡ ἔννοια, ἥτις ἐδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου.
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 5 προβλέπει περὶ τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται πρὸ πάσης συζητήσεως ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε προθεσμίας. Λοιπὸν περὶ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν προβλέπων τὸ ἄρθρον ὁρίζει ὅτι πᾶσαι αἱ τοιαῦται παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. Κατανοεῖτε δ’ εὐχερῶς ὅτι ἡ Βουλή, παραπέμπουσα εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν τὰς ὑποβαλλομένας τροπολογίας, δικαιοῦται νὰ τάξῃ προθεσμίαν πρὸς αὐτήν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἔκθεσίν της. Βεβαίως αὐτονόητον εἶναι ὅτι, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπιστῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, εἰς ὃ ἡ τροπολογία ἀναφέρεται, ἡ Βουλὴ θὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν μέχρις οὗ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν ἔκθεσίν της. Ἡ σοβαρότης τῆς τροπολογίας καὶ ἡ σοβαρότης τῆς διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνάγεται, διατάξεως συνταγματικῆς, ἐπιβάλλει αὐτὴν τὴν ἀναβολήν. Ἐλήφθη δὲ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν συνταξάντων τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἀκόλουθος περίστασις, ἡ ὁποία ἐπίσης λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀπὸ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν. Τουτέστι τί θὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται τροποποίησίς τις οὐχὶ πρὸ πάσης συζητήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν; Θὰ γίνηται καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖπον; Ἀναγκαίως, τουτέστιν ἡ Βουλὴ θὰ παραπέμπῃ τὴν τροπολογίαν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπείαν, ὅτε ἀκολούθημα θὰ ἦτο καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς περαιτέρω συζητήσεως; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φυσικά.
§187Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). «Φυσικὰ» εἶναι ἡ πρώτη ἀπάντησις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία καὶ πρέπει νὰ δοθῇ κατὰ τὴν γνώμην μου. Εἶναι εὐνόητον, ὅταν πρὸ πάσης συζητήσεως ὑποβάλληται ἡ τροπολογία, νὰ παραπέμπηται, ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ἐρεύνης, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ τοιαύτη παραπομπὴ ἐγκαίρως γινομένη θὰ δύναται νὰ εἶναι ἄνευ σπουδαίας ζημίας χρόνου πολλοῦ καὶ μακροῦ ἀναλυτική. Διαφέρει ὅμως τὸ ζήτημα εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται ἡ τροπολογία κατὰ τὴν συζήτησιν. Διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς περιπτώσεως ταύτης ἀφωρμήθημεν ὑπό τινα ἔποψιν καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλίας καὶ τῶν γενομένων κατὰ τὰς Ἐθνοσυνελεύσεις τοῦ ἔτους 1879 καὶ τοῦ ἔτους 1884. Κατὰ τοῦτον, τροπολογία ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη ἐγκαίρως κατὰ τὸ στάδιον τόσον μακρᾶς προεξεργασίας, τροπολογία, ἥτις ἐγεννήθη κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συζητήσεως, φέρει ἐν ἑαυτῇ τεκμήριον τῆς μὴ σπουδαιότητο, ὄχι τὴν ἀπόδειξιν.
§188Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δυνατὸν νὰ εἶναι ἔμπνευσις.
§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀπόδειξις, ἀλλὰ τεκμήριον· πρέπει καὶ αἱ τροπολογίαι αὗται νὰ ἐξετάζωνται. Ἀλλ’ εἰς ταύτην τὴν ἀνάγκην συμπαρεδρεύει μία ἑτέρα ἀνάγκη: ἡ ἀνάγκη τουτέστι νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἤρξατο ἀπασχολοῦσα τὴν Βουλήν. Ποία λοιπὸν ἡ λύσις καὶ ἡ διέξοδος, τὴν ὁποίαν ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ ἐξευρεθῇ; Καὶ πάλιν κατ’ αὐτὸ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐκεῖ διδασκόμενα καὶ κρατοῦντα καὶ εἴπομεν ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν ἤθελεν ἀποφανθῆ ὅτι δὲν εὑρίσκει σπουδαίαν τὴν τροπολογίαν, δύναται νὰ ἀπορρίψῃ αὐτὴν ἀμέσως, χωρὶς νὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἤθελεν εἴπει ὅτι ἡ τροπολογία φέρει ἐκ πρώτης ὄψεως τὰ στοιχεῖα τῆς σοβαρότητος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μὴ δύναται μὲν νὰ ἀποδεχθῇ ταύτην ἀμέσως, διότι τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, νὰ παραπέμπῃ δὲ ταύτην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ὥριμον βάσανον. Ἐν περιπτώσει λοιπόν, καθ’ ἥν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὑποβαλλομένης μιᾶς προτάσεως, ἴδῃ ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ τροπολογία αὕτη ἐνέχει σοβαρότητα καὶ ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ μίαν—δύο ἡμέρας, ἵνα ἀποφανθῇ προκειμένου περὶ συνταγματικῆς διατάξεως, δέον νὰ παραπέμπῃ ταύτην εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. Ἤθελον ἑπομένως παρακαλέσει τὴν Βουλήν, κατὰ τοῦτο ἀπομακρυνόμενος τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ στέρξῃ εἰς τὴν προσθήκην τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς τελευταίας φράσεως εἰς τὸ ἄρθρον 6. Διότι κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Διπλῆν Βουλήν, τὸ ἄρθρον 6 εἶχεν ὁλοκλήρως οὕτω πως: «Εἰς τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προστίθεται ἐδάφιον τελευταῖον ἔχον οὕτως: «Ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὕτη, ὡς καὶ ἡ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν παραπομπὴ εἶναι πάντοτε ἀναγκαία, προκειμένου περὶ τροπολογίας ἀναγομένης εἰς συνταγματικὴν πρότασιν, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ταύτην ἄνευ τινὸς συζητήσεως ἀμέσως ἀπορριπτέαν». Εἰς τοῦτο ἐγένετο τροπολογία κατὰ τὴν συζήτησιν ἔχουσα οὕτως: «Ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὕτη, ὡς καὶ ἡ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παραπομπὴ εἶναι πάντοτε ἀναγκαία, προκειμένου περὶ τροπολογίας ἀναγομένης εἰς συνταγματικὴν πρότασιν, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ταύτην μετ’ εἰσήγησιν τοῦ ὑποβαλόντος Βουλευτοῦ ἄνευ τινὸς περαιτέρω συζητήσεως ἀμέσως ἀπορριπτέαν». Αὕτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§190Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Διατί, ὅταν πρόκειται νὰ ἀπορρηφθῇ, νὰ ἀπορρίπτηται ἀμέσως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅταν δὲ πρόκειται νὰ γίνῃ δεκτή, νὰ μὴ δύναται ἡ Βουλὴ εὐθὺς νὰ τὴν ἀποδεχθῇ;
§191Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ πρᾶγμα εἶναι φανερόν. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπεβλήθη τροπολογία τις, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως σχηματίζει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαία, ὥστε ν’ ἀξίζῃ τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῇ, δύναται νὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Ἐὰν ὅμως ἡ πεποίθησις τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι, ὡς ὑποβάλλεται ἡ τροπολογία, δὲν εἶναι εὐθὺς ἀμέσως ἀπορριπτέα, εἶναι ἀξία συζητήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι προσῆκον νὰ συζητηθῇ, δὲν εἶναι προσῆκον ὅμως καὶ νὰ γίνῃ ἀμέσως δεκτὴ πρὶν ἢ ὑποστῇ μίαν βάσανον ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν καὶ τὴν κυρίαν διάταξιν.
§192Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὸν ἑξῆς κίνδυνον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἅπαξ, ἄνευ τινὸς συζητήσεως ἀμέσως ἀπορριπτέαν, ἐὰν προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, νομίζω, ὅτι καινοτομοῦμεν ἐν οὐσιωδεστάτῳ μέτρῳ, δηλαδὴ δεχόμεθα ἕν ἀπαράδεκτον ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς δι’ ἀποφάσεως αὐτῆς ἄνευ συζητήσεως. Τουτέστι δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα οὔτε ὁ προτείνων κἂν τὴν τροπολογίαν οὔτε ἄλλος τις ἔχων ἀντίθετον γνώμην ἢ γνώμην σύμφωνον καὶ συμπολιτευομένην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προτείνοντος, νὰ ἀποφαίνηται ἄνευ συζητήσεως ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι ἀπορριπτέα. Νομίζω δέ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι τόσον σοβαρόν, ὥστε δὲν πρέπει πρωτοτύπως νὰ καινοτομήσωμεν ὡς πρὸς τὰ συνταγματικὰ προκειμένου περὶ τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Φρονῶ ὅτι, ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον μὲ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὕτω πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§193ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι πολλὴν σημασίαν δίδομεν εἰς ταύτην τὴν ἐν καθυστερήσει πρότασιν. Πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος γινομένης μετὰ πάσης προσοχῆς, μετὰ πάσης ἐλλείψεως σπουδῆς, μετὰ πάσης ἐξετάσεως παντὸς κυρίου καὶ παρεπομένου θέματος. Παραπέμπονται πάντα εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐξετάζονται ἐκεῖ, ἐπανέρχονται ἐνταῦθα, καὶ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως ἑνὸς ἄρθρου ἐμφανίζεται εἷς μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑποβάλλει ἐκ τοῦ προχείρου πρότασίν τινα. Τί θέλει συμβῆ; Θέλει συμβῆ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θέλει συνομολογήσει περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς αὐτήν, περιττὸν νὰ παραπέμψωμεν αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀναβάλλοντες τὴν τελευταίαν ὥραν ἔργα, ἅτινα σπεύδομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν, καὶ ἀναγκαζόμενοι ἢ νὰ ἀνακόψωμεν αὐτὰ ἢ νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς μεταβολὴν τῆς τάξεως προβαίνοντες εἰς τὰ περαιτέρω. Ἐὰν ἡ πρότασις εἶναι σπουδαία, φαντάζεσθε ὅτι δὲν θὰ ἐγερθῶσι 10–15–20 Βουλευταί—ὅσον σπουδαιοτέρα, τόσον περισσότεροι,—οἵτινες θὰ κρατήσωσι τὸν κ. Πρόεδρον θέλοντα τυχὸν νὰ εἴπῃ περιττὴν τὴν παραπομπήν; Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ἁπλούστατον. Ἡ μὴ σπουδαία πρότασις δὲν ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως. Θὰ τὴν εἰσαγάγῃ καὶ θὰ τὴν ἐξηγήσῃ ὁ Βουλευτής, ἐὰν δὲ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ παρακολουθήσῃ πνεῦμα ἀποκρουστικὸν παρὰ τῇ Βουλῇ, ἡ πρότασις θὰ τύχῃ ἐκείνης τῆς τύχης, ἧς ἀληθῶς ἦτο ἀξία. Ἐὰν ὅμως εἶναι σπουδαία, πιστεύετε ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο, τὸ τοσούτους ἐπιστήμονας εἰδικοὺς περιλαμβάνον, δύναται νὰ παρίδῃ τὴν σπουδαίαν πρότασιν καὶ ἀξιώσῃ, ἵνα διὰ βοῆς ἀπορριφθῇ; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· εἶναι κοινὸν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἔργου, εἰς ὃ ἀσχολούμεθα μετὰ τῆς αὐτῆς ἅπαντες προαιρέσεως καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ καλὴ αὐτοῦ διασκευή.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 5ου ἄρθρου ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6. (ἀναγινώσκεται).
§195Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ προσέξωσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι συμβαίνουν πολλάκις πράγματα, ὅταν τὰ βλέπωμεν γεγραμμένα, νὰ φαίνωνται μικρά, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει νὰ γίνωνται μεγάλα. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συζητῇ πολλάκις εἰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι κεκοπιακυῖα, εἰς ὥρας προκεχωρημένας, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν φωνὴν «ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις» νὰ κριθῇ πραγματικῶς ἀπαράδεκτος καὶ νὰ ἀπορριφθῇ. Ὥστε πάντως καλλίτερον θὰ εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ ἡ φράσις αὕτη καὶ νὰ παραπέμπωνται πᾶσαι αἱ προτάσεις εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἢ νὰ μὴ παραπέμπηται καμμία πρότασις εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα μὴ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον αὐτόν. Ἄλλως τε πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο ὅτι μία πρότασις, τὸ πρῶτον ὑποβαλλομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φανῇ σπουδαία, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς συζητήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἐνῷ, ὅταν γίνῃ ἀνάπτυξις τῆς προτάσεως, εἶναι ἐνδεχόμενος καὶ ἄλλος νὰ προσφέρῃ τὰ φῶτά του καὶ νὰ γίνῃ ἡ πρότασις τελειοτέρα.
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένοι οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ κ. Κανακάρης. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν στιγμὴν δηλαδὴ ἔχουσιν ἐξετασθῆ ἤδη τὰ πάντα, τὸ σχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν, τὸ σχέδιον ὅπως θὰ προσαχθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτό, ὅλαι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη αὕτη. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, θὰ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον, ἀφοῦ ἀκούσωμεν τὸν προτείνοντα, καταναλίσκοντα τὴν ἡμίσειαν ὥραν ἢ τὸ τέταρτον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, νὰ μὴ ἔχωμεν οὐδένα ἄλλον, ἵνα ἀντιτάσσηται κατὰ τῆς γνώμης ἐκείνου, καὶ ἔχετε τὴν Βουλὴν ἀποφαινομένην, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἀσχοληθῇ περὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως. Τοῦτο εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω ὅτι μία περαιτέρω ἐγγύησις εἶναι, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς θὰ παρακολουθῶσι τὸ ἔργον μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ὥστε, ὅταν ἴδωσιν ὅτι πρότασις τοιαύτη εἶναι ἀξία νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, θέλουσι προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποδέχηται τὴν παραπομπὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὥστε παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς εἶναι διατετυπωμένον μὲ τὴν συμπλήρωσιν.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα μάλιστα.
§198Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Τὸ σπουδαιότερον δὲν τὸ εἴπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφαίνηται, ὅτι πρότασίς τις εἶναι ἀξία συζητήσεως ἢ ὄχι ἀπὸ τὴν φάτσαν τοῦ προτείνοντος (ἱλαρότης).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασίν του;
§200Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 6 ἐπερατώθη. Τὸ ἄρθρον 6 θὰ ἀναγνωσθῇ συμφώνως καὶ πρὸς τὴν τελευταίαν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. «Εἰς τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προστίθεται ἐδάφιον τελευταῖον, ἔχον οὕτως: Ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὕτη, ὡς καὶ ἡ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παραπομπὴ εἶναι πάντοτε ἀναγκαία, προκειμένου περὶ τροπολογίας, ἀναγομένης εἰς συνταγματικὴν πρότασιν, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ταύτην μετὰ εἰσήγησιν τοῦ ὑποβαλόντος Βουλευτοῦ ἄνευ οὐδεμιᾶς περαιτέρω συζητήσεως ἀπορριπτέαν». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ ἄρθρον 7, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 8).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἔχει ἐκτυπωθῆ ἐσφαλμένως, διότι λέγει· «εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ τριάκοντα τακτικῶν καὶ πέντε ἀναπληρωματικῶν μελῶν», ἐνῷ τὰ ἀναπληρωματικὰ εἶναι ἓξ καὶ τόσα ἐξελέγησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης ἔχει ἐσφαλμένην τὴν ἀπαρτίαν, διότι λέγει· «παρόντος τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον τῶν μελῶν αὐτῆς», ἐνῷ ὡρίσθη τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν μελῶν αὐτῆς.
§203ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν βʹ παράγραφον, προτελευταῖον στίχον, νὰ μεταβληθῶσιν αἱ λέξεις «ἐναντίον τῶν διατάξεων» εἰς «παρὰ τὰς διατάξεις».
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον, 8 ὡς διωρθώθη τῇ προτάσει τοῦ κ. Προέδρου καὶ τοῦ κ. Στ. Δραγούμη).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει, Κύριοι, εἰσέτι προσθήκη εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κύριοι· Σ. Θεοδωρόπουλος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Κ. Μέρμηγκας βουλευτὴς Λακωνίας Ἰωάννης Μπουρνιᾶς βουλευτὴς Εὐβοίας Π. Πετροπουλάκης βουλευτὴς Λακωνίας Γ. Κατσιμπίρης βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Ἰ. Βαββανάκος βουλευτὴς Λακωνίας Χ. Κορύλλος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Ν. Χρυσόγελος βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Β. Ἀντωνόπουλος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Κ. Πανουτσόπουλος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Θ. Ψυχαληνὸς βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Ὄθων Τετενὲς βουλευτὴς Κεφαλληνίας Γ. Ἐξαρχόπουλος βουλευτὴς Κυκλάδων Ι. Ἀκρίδας βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Θ. Μιχαλόπουλος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἡ προσθήκη αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προστίθεται ὡς τελευταία παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Ἐξαιρετικῶς κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος διενεργεῖται δὶς τῆς ἑβδομάδος, κατὰ Δευτέραν καὶ Πέμπτην. Ἡ διάρκεια ἑκάστης ἀγορεύσεως ἐπὶ ἐπερωτήσεων δέον νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ 10′ λεπτὰ τῆς ὥρας, δυνάμενα νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ 5′ ἔτι λεπτὰ ἀδείᾳ τοῦ Προέδρου καὶ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς». Ἐπίσης ὑπάρχει ὁμοία πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Διον. Κλάδη, ἥτις μάλιστα πρὸ τῆς προηγουμένης μετεβλήθη, ἀλλ’ ἥτις κατὰ λάθος ἔχει τυπωθῆ. Ἐπίσης ὑπάρχει πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 21 καὶ 29 δίς, 22, 22 δίς, 22 τρίς, 22 τετράκις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀνδρ. Μιχαλακοπούλου καὶ ὁρῶσα τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, μᾶλλον δὲ ἐκτεταμένη καὶ ἀπωτέρα. Πῶς θὰ ἐξετασθῶσιν αἱ προτάσεις αὗται; Ὡς προτάσεις νέαι ἢ θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ συζητούμενον σχέδιον Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς;
§206ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει αἱ προτάσεις αὗται νὰ συζητηθῶσιν ἰδιαιτέρως.
§207ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας.
§208ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τεθῇ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ προσθῆκαι τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θεοδωροπούλου καὶ λοιπῶν, καθὼς καὶ τοῦ κ. Κλάδη, ἀποσύρονται, καθόσον περιλαμβάνονται ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, ἥτις θὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς Δευτέρας. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ψηφίζεται οὕτω καὶ τὸ σύνολον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Θὰ διακόψωμεν ἤδη τὴν συνεδρίασιν, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10.
§210ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 25′ μ. μ.).