1910.10.08
1.387 στίχοι · 10.468 λέξεις · 73 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1910.
(Παρασκευή).
Προεδρία κ. Κωνσταντίνου Ἔσλιν.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35 μ. μ. παρόντων 236 Βουλευτῶν, προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Π. Θρ. Ζαΐμης.
Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑπόμενον ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινῶν Β. Διαταγμάτων, δημοσιευθέντων αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 313 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη: 1) Ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Στεφάνου Δραγούμη, νὰ διορίσῃ δ’ ἡμᾶς Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. 2) Ν’ ἀποδεχθῇ ὡσαύτως τὴν παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν: αʹ) Ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Δ. Καλέργη βʹ) Ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Γ. Φικιώρη γʹ) Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἐπ. Μαυρομμάτη δʹ) Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ἀνδρέου Παναγιωτοπούλου εʹ) Ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Ζορμπᾶ καὶ ϛʹ) Ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλη, καὶ 3) Νὰ διορίσῃ καὶ διώρισεν Ὑπουργούς: αʹ) Ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Νικόλαον Δημητρακόπουλον βʹ) Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Ἐμμ. Ῥέπουλην γʹ) Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Ἀπόστολον Ἀλεξανδρῆν, καὶ δʹ) Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Δ. Κορομηλᾶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ὀκτωβρίου 1910. Ὁ Πρόεδρος Ἐλευθ. Βενιζέλος».
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Στέμματος, ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8 Αὐγούστου ἐκδηλωθεῖσαν ἰσχυρὰν ῥοπὴν τῆς κοινῆς γνώμης, ἐκάλεσεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡ συγκρότησις ἀνεκοινώθη πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἥτις λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῇ σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν. Ἡ Κυβέρνησις θέλει πρὸ παντὸς ἐπιδιώξει, ὅπως ἀχθῇ εἰς αἴσιον καὶ ἀπρόσκοπτον πέρας τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ἡ παροῦσα Βουλή, τῆς ἀναθεωρήσεως δηλονότι πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν θεμελιωδῶν, ὧν τὴν ἀναθεώρησιν ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν ἡ Βουλή. Καίπερ ἀναγνωρίζουσα, ὅτι ἡ διπλῆ Βουλὴ ἀσκεῖ ἀμείωτον καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ προτιθεμένη νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς τὴν ἐπιψήφισιν ἐκείνων τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα φέρουσι χαρακτῆρα κατεπείγοντα, δὲν εἶναι ἐν τούτοις διατεθειμένη νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τὰ ἐνσαρκοῦντα τὸ ἀνορθωτικὸν αὑτῆς πρόγραμμα πλὴν ἄλλων λόγων καὶ διότι τὸ τοιοῦτο θὰ παρεῖλκεν ἐπ’ ἀόριστον τὰς ἐργασίας τοῦ παρόντος Σώματος, ὅπερ δι’ ἄλλον κυρίως ἐκλήθη σκοπόν, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, καὶ διότι ἡ κατάτμησις τῶν κομματικῶν δυνάμεων ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ οὐδεμίαν παρέχει ἐγγύησιν, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου προγράμματος ἠδύνατο λυσιτελῶς νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐν αὐτῇ. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιφυλαχθῆ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Βουλῆς ν’ ἀναπτύξῃ τὸ ἀνορθωτικὸν αὑτῆς πρόγραμμα ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, εἰς οὓς ἀπόκειται ν’ ἀποστείλωσιν, ἂν ἐγκρίνωσιν αὐτό, κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς εἰς τὸ τακτικὸν νομοθετικὸν Σῶμα ἐπαρκῆ πλειονοψηφίαν πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ προγράμματος τούτου. Ἐν τῷ μεταξὺ θέλει ἐπιδιώξει ἡ Κυβέρνησις τὴν παντελῆ ἐξάλειψιν καὶ τῶν τελευταίων ἰχνῶν τῶν διαιρέσεων, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν εἰς τὸ στράτευμα ἡ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους μέχρι Μαρτίου κρατήσασα ἀνωμαλία, ἵνα οὕτως ἐμπεδωθῇ πλήρης ἡ ἐν αὐτῷ πειθαρχία. Ἡ νέα Κυβέρνησις ἔχουσα γνώμονα πάσης αὑτῆς ἐνεργείας τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀσφαλίζουσα δὲ συγχρόνως τὴν ἀμερόληπτον ἐφαρμογὴν τῶν ἤδη κειμένων νόμων καὶ πρὶν ἢ οὗτοι μεταρρυθμισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνορθωτικοῦ προγράμματος καὶ παρέχουσα αὐτὴ πρώτη τὸ παράδειγμα τῆς πρὸς τοὺς νόμους εἰλικρινοῦς εὐλαβείας καὶ τῆς ἀπολύτου πρὸς αὐτοὺς ὑποταγῆς, ἀλλὰ καὶ ἑτοίμη διὰ τοῦτο νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν κατὰ πάσης ἀντιδράσεως εἴτε ἀτόμων εἴτε ὁμάδων ἔχει τὴν πεποίθησιν ἡ νέα Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ οὕτω τὸ πρῶτον ἀσφαλὲς βῆμα πρὸς τὴν ἐπιδιωκομένην ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους. Ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐπιτελεσθῇ ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην μακρᾶς περιόδου, ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς γαλήνης, εἶναι ἡ ἀρίστη ἐγγύησις ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι στοιχεῖον εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Συντελοῦσα δὲ τὸ καθ’ ἑαυτὴν εἰς τὴν ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως καὶ πάσης ἀφορμῆς διχοστασιῶν πέποιθεν ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς εἰρήνης ταύτης, τοσοῦτον ἀναγκαίας διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν πάντων τῶν κατοικούντων τὴν Ἀνατολὴν λαῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου, ἐκ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄκρας δεξιᾶς).
§3Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω δύο σχέδια ἀπαντήσεων, ἓν τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἕτερον τῆς μειονοψηφίας. Τὸ τῆς πλειονοψηφίας ἔχει οὕτω: Βασιλεῦ Μετ’ ἀγαλλιάσεως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐνωτίσθησαν τῶν λόγων τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος. Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία διαπιστοῦσα τὴν ἀναλλοίωτον ἑαυτῆς πίστιν πρὸς τὰς θεμελιώδεις βάσεις τοῦ κρατοῦντος συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ συμμορφουμένη πρὸς τὴν πάγκοινον ἀξίωσιν θέλει συντόνως ἐπιληφθῆ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν δεομένων μεταρρυθμίσεως μὴ θεμελιωδῶν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος διατάξεων. Προερχομένη ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐκ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τοῦ λαοῦ θέλει ἐπιδιώξει ἐν τῇ ἀναθεωρητικῇ αὐτῆς ἐργασίᾳ πᾶσαν βελτίωσιν, ἣν ὑπέδειξεν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος ἀπορρεύσασα. Ἐν τούτῳ ἄλλως ὑφίσταται ἐκδεδηλωμένη ἡ κοινὴ γνώμη, ὁδηγὸς ἀσφαλὴς ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἡμῶν. Βασιλεῦ· Ἀποβλέποντες εἰς τὸ χαλεπὸν τῶν περιστάσεων καὶ συμμορφούμενοι πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς λαϊκῆς θελήσεως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους θέλουσι καταβάλει πᾶσαν ἐπιμέλειαν πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς ἐντολῆς αὐτῶν. Εὐτυχεῖς δὲ θὰ θεωρήσωσιν ἑαυτούς, ἂν παρὰ τὰς ἐπιπροσθούσας δυσχερείας ἄρτιον ἐπιτελέσωσι τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὥστε ἡ ἐπερχομένη Βουλὴ νὰ εὑρεθῇ πρὸ προσφορωτέρου πολιτειακοῦ ἐδάφους διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν. Δεόμεθα, ὅπως ὁ Θεὸς σκέπῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1910. Ὁ Πρόεδρος καὶ ἀ. α. Α. Πονηρόπουλος Ὁ Εἰσηγητὴς Κ. Α. Βασιλείου Τὰ μέλη Ε. Ἐμπειρίκος Ι. Δ. Ῥάλλης Τὸ δὲ τῆς μειονοψηφίας ἔχει ὡς ἑξῆς: Βασιλεῦ· Χαίρουσα ἤκουσεν ἡ Γʹ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τὴν ἀγαλλίασίν Σου ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ ἡμῶν. Εὐχαρίστως ἤκουσε τὴν πεποίθησίν Σου, ὅτι πρεπόντως θὰ ἐκτελέσῃ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τὸ ἑαυτῆς ἔργον, οὗτινος αὐτὴ θὰ καθορίσῃ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ περιεχόμενον καθ’ ἣν ἔχει συνείδησιν τῆς ἐντολῆς της ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους ἀμέσως καὶ συμφώνως πρὸς τὰς περιστάσεις, ἃς τόσον κρισίμους ἀναγνωρίζει καὶ ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης. Δεόμεθα, ἵνα ὁ Θεὸς σκέπῃ τὸν Βασιλικὸν Οἶκον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1910. Τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας Ε. Κουλουμβάκης Π. Πετροπουλάκης
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ σχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα καὶ ἐν Παραρτήματι Αʹ. Ἀναθεωρ. Βουλῆς, ἀριθ. 26–27).
§5ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἤκουσα μετὰ σεβασμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναπτύσσοντος ἐν ὀλίγοις τὸ οἱονεὶ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν αὕτη θέλει τηρήσει ἐφ’ ὅσον αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος τούτου διαρκοῦσιν. Ἀλλ’ ἐπερίμενα καὶ κἄτι τι ἄλλο ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καί, ἐπειδὴ δὲν ἤκουσα τοῦτο, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, ἑρμηνεύων τὸ κοινὸν φρόνημα τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ μὲ δικαιώσητε, ἂν δὲν ἦλθον εἰς συμφωνίαν μεθ’ ὑμῶν, διὰ νὰ γίνω διερμηνεὺς τῶν γνωμῶν σας. Καὶ θὰ μὲ δικαιώσητε, διότι ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἐκεῖναι αἱ φῆμαι, αἱ ὁποῖαι περιίπτανται πέριξ τῶν κεφαλῶν μας, εἶναι πραγματικαὶ ἢ δὲν εἶναι. Καὶ ἂν εἶναι σύννεφα καὶ τὰ παρασύρει ὁ ἀήρ, ἐν τούτοις ταῦτα περιίπτανται καὶ ἔχουσιν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα εἰς ἀνησυχίαν.
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως ἀνησυχεῖ τὸ Σῶμα. Δὲν ἔχει κανεὶς ἀνησυχίαν.
§7ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἠξεύρω ὅτι μέσα σας σᾶς πάει τὶκ τὰκ διὰ τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἐλεύθερος, διὰ νὰ τὸ εἴπω ἐλεύθερα (ἱλαρότης). Λέγω λοιπὸν ὅτι ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, ἔστω καὶ κεκαλυμμένως, νὰ δώσῃ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο θὰ ἐργασθῇ ἀνεπηρεάστως μηδένα ἔχον πέριξ αὑτοῦ φόβον.
§8Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει κανένα φόβον.
§9ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Μᾶς σείουσι τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως. Ἐγὼ ἦλθον ἐνταῦθα νὰ διερμηνεύσω τὰς ἰδέας μου καὶ νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐνδομύχως αἰσθάνεσθε. Ἡ γνώμη πάντων ὑμῶν εἶναι ὅτι πρέπει νὰ καθαρισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ὅτι τὸ Σῶμα πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτοῦ μὴ δεχόμενον ἀπειλὰς καὶ μὴ ἀνεχόμενον τοιαύτας.
§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ φάσματα ἐξηλείφθησαν.
§11ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἠξεύρω, ἀφ’ ὅτου ἔγινεν ὁ ἁγιασμός.
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δαιμόνια ἀπέμειναν.
§13ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Φέρεται λοιπὸν ἀπὸ σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας ἡ ἀπειλή, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ὀφείλει νὰ ἐγκρίνῃ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως.
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῦ εἶναι τὸ πρόγραμμα αὐτό;
§15ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ διακόπτητε τὸν ἀγορεύοντα.
§17ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Φέρεται ἡ ἀπειλὴ ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἂν δὲν ἐγκρίνῃ πλῆρες καὶ ἀκέραιον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διαλυθῇ. Τώρα δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε: καὶ κατὰ τί ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνέχεται διὰ τὰ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων γραφόμενα; Ἀλλ’ οἱ τὰ τοιαῦτα γράφοντες εἶναι οἱ παρακαθήμενοι αὐτῷ, καὶ ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, ἡ ὁποία εἰς τρία κατὰ σειρὰν ἄρθρα μᾶς ἠπείλησεν, εἶναι ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, ἥτις ὑπερεμάχησε τῶν ἀρχῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τὸν ἔφερεν ἐπὶ τῶν πτερύγων της· εἶναι ἡ ἐφημερίς, ἥτις ἐγκαυχᾶται ὅτι ἐνίκησε νίκην μεγάλην, καὶ διὰ τοῦτο ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀκόμη διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰργάσθη συσκεπτόμενος μετὰ φίλων αὑτοῦ εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ διότι προσέτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐφημερίς, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο καὶ ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἡ ὁποία μᾶς λέγει ὅτι θὰ σπάσωμεν τὸ κεφάλι μας, ἐὰν δὲν ἐγκρίνωμεν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω ὄρεξιν νὰ σπάσω τὸ κεφάλι μου ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος.
§19ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλῶ. Ζητῶ νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα ἂν τὸ Σῶμα θὰ ἐργασθῇ μὴ ἔχον καθ’ ἑκάστην τὰς ἀπειλάς. Ἐπειδὴ λοιπὸν αἱ ἐφημερίδες αὐταὶ κεῖνται ἐγγύτατα τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἀξιώσω παρ’ αὐτοῦ, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ Σῶμα ὅτι τὰ τοιαῦτα λεγόμενα δὲν ἔχουσι προέλευσιν ἰδικήν του, καὶ ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐξελέγη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλει ἐργασθῆ, εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀποβλέπον, εἰμὴ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὑτοῦ, ἄνευ φόβου καὶ ἀπειλῶν, διότι ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ὁ φόβος, ὁ ὁποῖος ἐπισείεται, ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὁ φόβος οὗτος τῆς διαλύσεως οὐδεμίαν ἔχει θέσιν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, καὶ ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο, Σῶμα καθαρῶς ἐθνικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔδειξεν εἰσέτι τὰς ἐργασίας του καὶ τὸ γνώρισμα ὅτι θέλει ταύτας, διότι περικλείει πᾶν ὅ,τι ἔξοχον ἔχει ἡ Ἑλλάς, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον αὐτοῦ, μὴ ἀποβλέπον εἰς κανένα φόβον, καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ἐκείνη, ἐὰν ἐπιστῶσιν οἱ φόβοι, τότε θὰ ἴδωμεν ποῖοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ φοβῶνται.
§20Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι, μὲ ὅλην τὴν προσοχήν, τὴν ὁποίαν κατέβαλον πρὸς τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω τὰ ῥήματα ἐκεῖνα τὰ βασιλικὰ ἢ τοὐλάχιστον μίαν κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν περὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν περιεῖχον ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δηλονότι ὁ Ἄναξ ἐδήλου πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ὅτι τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Τοιοῦτον γεγονός, τὸ ὁποῖον συμβάλλει οὐσιωδῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, θὰ ἦτο πρέπον, νομίζω, νὰ ἀνακοινωθῇ οὐ μόνον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ καὶ νὰ διασαλπισθῇ δι’ ἐπισήμου καὶ κατηγορηματικοῦ τρόπου πρὸς ἅπαντα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· τοῦτο δέ, διότι, φρονῶ ὅτι τὰ βασιλικὰ ἐκεῖνα ῥήματα ἀποτελοῦσι τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸ εὐλαβῶς, ἀλλὰ καὶ πανδήμως ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὸν Ἄνακτα αἴτημα τῇ 14 Σεπτεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Μία τοιαύτη, Κύριοι, διαβεβαίωσις πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διαλύει βεβαίως τὰ νέφη, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχίσει νὰ πυκνῶνται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ὁρίζοντα. Τοιαύτη διαβεβαίωσις φέρει εἰς πλήρη ἁρμονίαν τὴν βασιλικὴν θέλησιν πρὸς τὴν ἐπ’ αὐτὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοιοῦτον ἄγγελμα ἄρα ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει διὰ πανηγυρικοῦ τρόπου νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως αἱ σημεριναὶ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συμπληρούμεναι κατὰ τοῦτο, δημοσιευθῶσι δι’ ἐκτάκτου παραρτήματος τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διαταχθῇ ἡ τοιχοκόλλησις αὐτῶν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων καὶ εἰς πᾶσαν χώραν καὶ κώμην Ἑλληνικήν. Ἀλλὰ τοιοῦτον γεγονὸς εἶναι ἄξιον νὰ τονισθῇ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ βασιλικοὶ ἀναιροῦσιν ἓν ἕτερον ἀτυχὲς πολιτικὸν γεγονός· τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνέσπειρε τὴν καχυποψίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸ ὁποῖον προήγαγε καὶ ἐκορύφωσε τὴν δυσπιστίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ ἄνδρας· τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ χρησιμεύει ὡς κρατὴρ ἡφαιστείου, ἐκ τοῦ ὁποίου βλέπομεν ἀκαταπαύστως νὰ ἐκπέμπωνται ἐντεῦθεν φλόγες καὶ σφοδραὶ ἀντεγκλήσεις καὶ λογομαχίαι. Διὰ τῶν βασιλικῶν ἐκείνων ὅμως λόγων αἴρεται τὸ αἴτιον, καὶ σβέννυται ὁ κρατήρ, καὶ καταπαύουσιν αἱ διαμάχαι, καὶ ἀποκαθίσταται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ σεβασμὸς ὁ ἀμοιβαῖος. Ἵνα δὲ ἐξηγηθῶ περὶ τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ γεγονότος, ὅπερ ὑπονοῶ, ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τελευταία Βουλὴ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐθεώρησεν ὡς ἐπιβλητικὴν ἀνάγκην, ἔξωθεν ἐπιβαλλομένην ἔστω, νὰ συγκαλέσῃ τὸ Συνέδριον τοῦτο. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε, ἵνα ἐπιτευχθῇ πρὸς τοῦτο ἡ Βασιλικὴ συγκατάθεσις, ἐζητήθησαν ἐγγυήσεις περὶ τοῦ ὅτι τὸ Συνέδριον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐκτραπῆ πέρα ἑνὸς διαγεγραμμένου σχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐτίθετο εἰς αὐτὸ ὡς κύκλος ἐνεργείας, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας, ἐκεῖνοι οἵτινες συνίστων τὸ μέτρον τοῦτο, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβωσιν εὐθύνας καὶ νὰ παράσχωσιν ἐγγυήσεις περὶ τοῦ ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐκτραπῆ τοῦ προδιαγεγραμμένου σχεδίου. Αὐτό, Κύριοι, τὸ πολιτικὸν συνάλλαγμα κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγώ, εἶναι τὸ ἡφαίστειον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀναδίδει φλόγας καθ’ ἑκάστην, καὶ θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐκπέμψῃ καὶ λάβαν, ἡ ὁποία θὰ παρασύρῃ τὸ συνέδριον τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ πολιτικὸν ἀναιρεῖται διὰ τῶν Βασιλικῶν λόγων, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἀνέλαβον τὰς ἐγγυήσεις καὶ παρέσχον τὰς ἐγγυήσεις, ἐκεῖνοι σήμερον ἐλευθεροῦνται τελείως ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως ἐκείνης.
§21Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίων λόγων Βασιλικῶν, παρακαλῶ; Τί γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες θὰ κρίνωμεν;
§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδενὸς τὰ ῥήματα θὰ κανονίσωσι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, οὔτε τοῦ Βασιλέως οὔτε ἄλλου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§24Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι τὰ ῥήματα τὰ Βασιλικὰ τὰ ἐξήγησα εὐθὺς ἐν ἀρχῇ....
§25Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν ῥήματα!
§26Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Καταλήγων, Κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω περισσότερον, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ Βασιλικοὶ ἐκεῖνοι λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐγκαινιάζεται πολιτικὴ νέα εἰς τὸν τόπον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καθ’ ὃν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς προείπω τρόπον. Δηλαδὴ αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, περιέχουσαι καὶ τὴν δήλωσιν τῆς βασιλικῆς ἐκείνης ἐπιθυμίας, νὰ δημοσιευθῶσιν εἰς ἅπαντα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, ἀποτελοῦσι τὴν ἀπαρχὴν τῆς πολιτικῆς ἀναστάσεως τοῦ ἔθνους.
§27ΣΠ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐν πρώτοις παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὡς ὅλως ἀπείρῳ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων, ἂν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου ὑποπέσω εἰς σφάλματά τινα ἢ ἐκταθῶ πέρα τοῦ δέοντος· θὰ προσπαθήσω ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ τηρήσω τοὺς τύπους τοὺς πολιτειακοὺς καὶ νὰ εἶμαι σύντομος εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων. Ἔλαβον τὸν λόγον, διότι καθῆκον θεωρῶ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ λαοῦ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ταύτῃ, καὶ νὰ εἴπω ὅτι προδίδεται. Θὰ ἀναπτύξω, Κύριοι, τὸ ζήτημα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βλέπων ὅτι ἕνεκα τῆς παρελθούσης διοικήσεως ἤγετο εἰς τὸν ὄλεθρον, ὅτι ἐν μὲν τῷ ἐσωτερικῷ, τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, ἡ πενία κατεμάστιζεν αὐτὸν καὶ ἠνάγκαζε τὴν ἀκμαίαν ἡλικίαν τῶν ἐφήβων καὶ τῶν ἀνδρῶν νὰ ἐκπατρίζωνται, ἀνεπιστρεπτὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὁδηγούμενοι ἐπὶ τῶν ὑπερωκεανίων ἀτμοπλοίων, δίκην νεκροφόρων ἢ λέμβων τοῦ Χάρωνος εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ὁπόθεν ἐλάχιστοι ἐπανήρχοντο. —καὶ ἐξ αὐτῶν δὲ ὅσοι ἐπανέρχονται, ἐπανέρχονται φέροντες τὰ βακτηρίδια τῆς φθίσεως ἢ ἄλλου νοσήματος, τὸ ὁποῖον μετέδιδον εἰς τοὺς ὑπολειπομένους οἰκείους των—, ἐν δὲ τῷ ἐξωτερικῷ τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν καταδιωκομένους, ἐκδιωκομένους, σφαζομένους, τὸ δὲ ὄνομα τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἦτο τιμιώτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ τίτλου τοῦ αὐτοκρατορικοῦ, περιφρονούμενον καὶ περιυβριζόμενον, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, λέγω, βλέπων πάντα ταῦτα ἐξηγέρθη καὶ διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης, πρῶτον μὲν διὰ τοῦ στρατοῦ, εἶτα δὲ διὰ τοῦ λαοῦ. Ἐξεγερθεὶς δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, φύσει φιλόνομος ὤν, δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι συνήθως εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐξορίας καὶ σφαγάς, ἀλλ’ ἠθέλησε δι’ εἰρηνικοῦ τρόπου νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας εἰς τὸν προσήκοντα σκοπόν. Ἀλλ’ ἠπατήθη. Ἡ γάγγραινα εἶχε προχωρήσει καὶ ἦτο ἀνάγκη δραστηρίων φαρμάκων. Τότε εὑρέθη, Κύριοι, τὸ μέσον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐκλήθη λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Κατὰ μὲν τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἦτο ἡ ἀσφαλιστικὴ βαλβίς, ἵνα δοθῇ διέξοδος εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἡτοιμάζετο νὰ ἐκραγῇ εἰς νέαν ἐπανάστασιν, διότι ἔβλεπεν ὅτι τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας δὲν ἐβελτιοῦντο, κατὰ δὲ τὸν λαὸν ἦτο τὸ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν σκοπὸν αὑτοῦ· καὶ ὄντως ὁ λαὸς διὰ τῆς ψήφου τῆς 8 Αὐγούστου ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν αὑτοῦ, κατεδίκασε τὸ παρελθὸν καὶ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους, ἵνα οὗτοι φροντίσωσι περὶ ἀνορθώσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πάλιν ἠπατήθη, διότι, ἐνῷ ἤλπιζεν ὅτι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ τῶν ἀνεξαρτήτων συντακτικῶν ἤθελεν εὕρει τέρμα τῶν δεινῶν αὑτοῦ, αἴφνης ἐγκατελείφθη. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠλπίζετο ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν συντακτικῶν, ἐγκατέλιπεν αὐτοὺς καὶ πρὸς στιγμὴν ἡ ὁμὰς τῶν συντακτικῶν εὑρέθη ἄνευ ἀρχηγοῦ.
§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι;
§29Σ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι πᾶς τις ἐννοεῖ αὐτόν. Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ ὀνομάσω αὐτόν, τὸν ὀνομάζω. Εἶναι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς αὐτὸν ὁ λαὸς εἶχε στρέψει τὴν προσοχήν του· εἰς αὐτὸν οἱ ἀνεξάρτητοι ἀντικομματικοὶ εἶχον στρέψει τὴν προσοχήν των καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἤλπιζον οὗτοι φρονοῦντες ὅτι θὰ ἐτίθετο ἐπὶ κεφαλῆς, διὰ νὰ ἀνορθώσῃ τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐσκέφθη ἴσως φρονιμώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐσκεπτόμεθα ἡμεῖς. Τοῦτο δὲν θέλω νὰ τὸ ἀμφισβητήσω. Περισσοτέραν πολιτικὴν πεῖραν ἔχει καὶ ἴσως σκέπτεται ὀρθότερον. Ἐγὼ λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι σκέπτεται καὶ ὁ λαὸς μετ’ ἐμοῦ. Ἐγκατέλιπε λοιπὸν τὴν σημαίαν· διότι, Κύριοι, μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας ἀκόμη, ἂν μὴ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε τοῦτο, οἱ περὶ αὐτὸν ὅμως καὶ τὰ δημοσιογραφικὰ αὐτοῦ ὄργανα ἐδήλουν, ὅτι αὐτοὶ συντακτικοὶ θὰ εἶναι καὶ συντακτικὸς θὰ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγκαταλειφθεῖσα δὲ ἡ ὁμὰς τῶν συντακτικῶν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ αὑτῆς εὑρέθη ἀσύντακτος, καὶ δι’ αὐτὸ παρετηρήθη ἡ εἰς πολλὰ τεμάχια κατατομὴ αὑτῆς· ἄλλως θὰ συνεσπειροῦτο περὶ τὸν ἀρχηγὸν αὑτῆς καὶ θὰ ἔφερε τὸ προσῆκον ἀποτέλεσμα. Ὁ λαὸς λοιπὸν δευτέραν φορὰν ἠπατήθη. Ὡς λόγος δέ, δι’ ὃν δὲν κηρύσσεται συντακτικὸς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὡς εἶπεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ἔστειλαν εἰς αὐτὸν οἱ συντακτικοί, ὅτι δυσαρέστως τὸ Στέμμα ἀκούει τὴν φράσιν «Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις». Δεύτερος λόγος εἶναι, ὅτι θὰ διαβληθῶμεν εἰς τοὺς ἔξω. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ Στέμμα δυσαρέστως ἀκούει τὴν φράσιν Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις; εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς ἔμβλημα τό: Ἰσχύς μου ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ, νὰ δυσπιστῇ πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ λαοῦ; Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι τὸ τοιοῦτον ἀληθές, ὅτι τὸ Στέμμα δυσαρέστως ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐγένετο Συντακτική. Οὔτε λόγος εἶναι, ὅτι θὰ διαβληθῶμεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ἐὰν κηρυχθῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις Συντακτική, καθ’ ὅσον εἶναι προτιμότερον, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος διαβαλλόμεθα πρὸς τοὺς ἔξω ὅτι εἴμεθα ταραξίαι, νὰ ὑπομείνωμεν τρεῖς ἕως τέσσαρας μῆνας, διὰ νὰ φέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὸ προσῆκον, παρὰ νὰ ἔχωμεν ἐφ’ ἡμῶν ἐπ’ ἄπειρον τὴν διαβολήν.
§30Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὑπάρχει θέμα Συντακτικῆς ἢ μὴ Ἐθνοσυνελεύσεως; Διατί συζητοῦμεν;
§31Σ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι εἶναι μία προσβολὴ ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅτι εἴμεθα ταραξίαι καὶ διὰ τοῦτο φοβούμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἰσχύν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ, ἵνα βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν τῆς Πολιτείας. Ἐγὼ δ’ ὅμως ὑποχωρῶ εἰς τοῦτο, ἀρκεῖ ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν λαόν, νὰ ἐκπληρωθῇ. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐκπληροῖ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ ὑποβάλῃ νομοθετήματα. Ἀλλ’ ὁ λαὸς ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ὄχι διὰ νὰ ἀναθεωρήσωμεν ἁπλῶς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα ὑπὸ ἄλλο πρόγραμμα. Ἀπέστειλεν ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους ἐκείνους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνορθωθῇ ἡ κατάστασις αὐτή, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ, ἵνα μὴ ἀναγκασθῇ ἡ Ἑλλὰς μίαν ἡμέραν νὰ μείνῃ ἔρημος ὅλων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν συντακτικῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἑτοιμάσῃ ἀκόμη τὸ νομοθετικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ δηλοῖ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος πρὸ ἔτους ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα; Ἡμεῖς, Κύριοι, ὡς πρόγραμμα ἡμῶν ὅλοι οἱ ἀνεξάρτητοι ἔχομεν ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε κόμματα κακῶς διηύθυναν. Ἵνα δηλώσωμεν δὲ τοῦτο, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς συναισθανόμεθα, ὅτι δυνάμεθα καλλίτερον νὰ διοικηθῶμεν. Ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εἶχεν ἕτοιμον πρόγραμμα, διὰ τοῦ ὁποίου καλλίτερον θέλομεν διοικηθῆ, ὅτι ἠθέλομεν ψηφίσει νόμους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐβελτιοῦτο ἡ κατάστασις· ἄλλως ὁμοιάζομεν μὲ τὸν ἰατρὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ κατηγορεῖ τοὺς θεραπεύοντα ἀσθενῆ πνέοντα τὰ λοίσθια ὅτι κακῶς ἐθεράπευον αὐτόν, αὐτὸς δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ αὐτόν. Δὲν ἐπετρέπετο λοιπόν, νομίζω, εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος. Ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ὑπέβαλε τὸ πολιτικὸν αὑτοῦ πρόγραμμα, εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κατατετμημένη εἰς διάφορα μικρὰ κόμματα. Ἡ Βουλὴ εἶναι κατατετμημένη εἰς διάφορα μικρὰ κόμματα, διότι δὲν ἔχει πρόγραμμα. Ἐὰν εἶχε πρόγραμμα, τότε θὰ συνεσπειροῦτο καὶ θὰ προέβαινεν εἰς συζήτησιν τῶν διαφόρων νομοθετημάτων ἀπορρίπτουσα τὰ μὴ ὠφέλιμα καὶ ἀποδεχομένη τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸ ἔθνος. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, ἐὰν δὲν εἶναι ἕτοιμος σήμερον, νὰ ἑτοιμάσῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρόγραμμα, ἐὰν δὲ δὲν εἶναι ἕτοιμος ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ ὑποβάλωμεν ἡμεῖς τοιοῦτον συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήνεγκεν, ὅτι δηλαδὴ εὐχαρίστως ἀποδέχεται πάντα, ὅστις ἤθελεν ὑποβάλει νομοσχέδιον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν. Πρὸς τοῦτο, Κύριοι, ἀρχόμενος ἐγὼ ἀπὸ τοῦ περὶ Παιδείας ζητήματος ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται τὸ βιβλιόσημον.
§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν Παιδείαν θὰ σωθῇ τὸ Κράτος, ἀπὸ τὸ βιβλιόσημον ὅμως ὄχι.
§33Σ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ. Θὰ σωθῇ καὶ ἀπὸ αὐτό, διότι σήμερον ὑπάρχουσι πολλὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα δὲν φοιτῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον, ὡς μὴ δυνάμενα νὰ ἀγοράσωσι τὰ τοῦ Κράτους βιβλία ἕνεκεν τοῦ βιβλιοσήμου. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον πρὰ τῶν ἐντολέων μου. Οἱ ἐντολεῖς μου μοὶ ἔδωκαν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ νὰ ὑποβάλλω μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνορθωθῇ τὸ ἔθνος. Ὑποβάλλω λοιπὸν πρότασιν νόμου 1) Περὶ καταργήσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ͵ΓΣΑʹ νόμου ἐπικολλωμένου βιβλιοσήμου ἐπὶ τῶν βιβλίων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν θέλητε, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§35Σ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ. Ἐπεβλήθη, Κύριοι, ἔνσημον ἐπὶ τῶν ἐνδεικτικῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ τοιοῦτον θέλει παρακωλύσει τὴν φοίτησιν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ εἰς τὰ σχολεῖα, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω δευτέραν πρότασιν νόμου περὶ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐγγραφῆς τῶν δικαιουμένων πρὸς τοῦτο μαθητῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως (γέλωτες). Γελᾶτε, Κύριοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ὁ λαὸς θὰ γελάσῃ κατόπιν μὲ ὑμᾶς. Ἐπειδή, Κύριοι, ἕνεκα τῶν πολλῶν νόμων, Διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν περὶ ἐγγραφῆς μαθητῶν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τῶν ἀποφοίτων ἀπὸ τὰ Δημοτικά, κυκεὼν ὑπάρχει εἰς τὰ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Μέσης, τοῦτο δὲ προκαλεῖ ἔριδας μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δύνασθε δὲ νὰ ἀντιληφθῆτε τοῦτο, ἐὰν μεταβῆτε εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ὅπου διαπληκτίζονται οἱ διδάσκαλοι καὶ ὑβρίζονται καὶ κτυπῶνται μεταξύ των...
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν εἶναι ἀπάντησις εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ εἶναι ὑποβολὴ προτάσεων. Πολὺ καλά. Δι’ αὐτὸ λοιπόν, Κύριοι, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐγγραφῆς τῶν μαθητῶν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ὁ κυκεὼν αὐτός. Περὶ καταργήσεως δηλ. τοῦ κατὰ τὸν ͵ΓΥΛΗʹ νόμον ἐνσήμου χάρτου, τοῦ ἐπικολλωμένου εἰς τὰ ἐνδεικτικὰ τῶν ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν προαγομένων μαθητῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. (Ζήτει Παράρτημα Αʹ Ἀναθ. Βουλῆς, ἀριθ.28–30). Ἐν τέλει λοιπόν, Κύριοι, διαμαρτυρόμενος ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος....
§37Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἔθνος ἀντιπροσωπεύετε.
§38Σ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ. Καὶ τὸ ἔθνος, εἰδικῶς ὅμως τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Διὰ τοῦτο διαμαρτυρόμενος ὑποβάλλω πᾶν ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμον χάριν τῆς πατρίδος καὶ τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν, δὲν ἐμερίμνησεν· ὑποβάλλω δὲ ἐγὼ σήμερον τὰς προτάσεις ταύτας, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὑποβάλω καὶ πᾶν ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελον κρίνει ἄξιον, ἀδιαφορῶν ποίαν ἐντύπωσιν θὰ προξενήσῃ ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ. Ἀρκεῖ ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε πάντοτε καυχῶμαι ὅτι ἐξεπλήρωσα καὶ ἐν οἱᾳδήποτε περιστάσει καὶ ἐν οἱᾳδήποτε θέσει. (Χειροκροτήματα).
§39Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Δὲν θ’ ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα τοῦτο κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ ἄφηνον δὲ γεροντοτέρους καὶ πλέον ἐντριβεῖς νὰ ἀναβῶσιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐπισήμου, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἕνεκα τῶν λόγων τῶν προλαλησάντων. Ὁ κ. Μ. Δαζέας εἶπεν, ὅτι ἡ Α. Μεγαλειότης θὰ ἦτο καλὸν νὰ δώσῃ μᾶλλον ἐπίσημον διὰ τῆς Κυβερνήσεως διαβεβαίωσιν, ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, διαβεβαίωσιν, ἡ ὁποία νὰ τοιχοκολληθῇ εἰς τὰ Δημαρχικὰ καταστήματα καὶ τὰ τοιαῦτα, ὅτι θὰ φυλάξῃ εἰς τὸ ἑξῆς πραγματικὴν ἀγάπην πρὸς τὸν λαὸν καὶ θὰ πετάξῃ τὸ παρελθὸν ἀκολουθῶν πραγματικὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα. Ἡ Ἑλλὰς ἐπείσθη πλέον, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑποσχέσεων καὶ χειρογράφων καὶ δημοσιογράφων· κατὰ τὴν σήμερον ἡμέραν ἀνέγνωσα ἐν Πειραιεῖ τὸν «Ῥιζοσπάστην», εἶδον δὲ ἐν αὐτῷ πολλὰς διαβεβαιώσεις...
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁμιλῆτε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐντὸς τοῦ θέματος ὁμιλεῖ.
§42Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Εἶχον λοιπὸν τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσω τὸν «Ῥιζοσπάστην», καὶ εἶδον ἐν αὐτῷ, ὅτι ἡ Α. Μεγαλειότης προέβη πολλάκις εἰς τοιαύτας δηλώσεις κατὰ διαφόρους ἐποχάς, καὶ δι’ αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ τοιχοκόλλησις τῶν Βασιλικῶν δηλώσεων διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ διάφορα τοῦ Κράτους Δημαρχικὰ καταστήματα. Θὰ ἐπεθύμουν τοιαῦτα συμβόλαια νὰ μὴ γίνωνται μεταξὺ Στέμματος καὶ λαοῦ· θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐφηρμόζετο τὸ μέγα ῥητὸν τοῦ Ἰσοκράτους, δηλαδὴ τὸ νὰ δορυφορῶνται οἱ Βασιλεῖς διὰ τῆς εὐνοίας τῶν πολιτῶν καὶ πράγματι διὰ τῆς ἐπιρροῆς τῶν λαῶν, οὐχὶ μὲ συμβόλαια γραπτά, ἀλλὰ μὲ τὰ ἄγραφα συμβόλαια τῆς καρδίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὡς ἀντιρρήσεως πρὸς τὸν κ. Δαζέαν ἠνάγκασέ με νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τὸ ἐπίσημον, κατ’ ἐντολὴν καὶ τῶν συμπληρεξουσίων μοι κ. κ. Δρακούλη καὶ Δεστούνη, τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως, τὸ ὁποῖον μὲ ὑποχρεοῖ νὰ σκεφθῶ, ἂν πρέπει νὰ παραμείνω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· διότι πρέπει νὰ μάθωμεν καλῶς, ὅτι οὐδεμία Μεγαλειότης εἶναι ἀνωτέρα τῆς Λαϊκῆς Μεγαλειότητος, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα). Ἡ Λαϊκὴ Μεγαλειότης εἶναι ὑπερτέρα πασῶν τῶν Μεγαλειοτήτων, ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκείνους τοὺς Ἡγεμόνας, οἱ ὁποῖοι δὲν αἰσθάνονται τὸ σοφὸν ῥητόν: «Φωνὴ λαοῦ, φωνὴ Θεοῦ». Ναὶ φωνὴ λαοῦ, φωνὴ Θεοῦ! Ὁ λαὸς ὁ πράγματι συναισθανόμενος τὸν προορισμὸν αὐτοῦ βαδίζει πρὸς τὸ ἠθικὸν δρομολόγιόν του, ὅτε ἡ φωνὴ αὐτοῦ ὡς φωνὴ εὐαγγελικοῦ Στέντορος θὰ ἀντηχήσῃ πράγματι μέχρι τῶν ὤτων Κυρίου Σαβαώθ, τότε δὲ θὰ ἀπαιτήσῃ ἐκδίκησιν κατὰ τῶν τυχὸν ἐκμεταλλευτῶν αὐτοῦ. Ἡ λαϊκὴ θέλησις, ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ, εἶναι Μεγαλειότης ὑπερτέρα τῆς Βασιλικῆς, εἶναι Μεγαλειότης, πρὸ τῆς ὁποίας ἡ Βασιλικὴ Μεγαλειότης εἶναι ὑπόδουλος· καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἅπαντες, ὅτι οἱ Βασιλεῖς εἶναι διὰ τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαούς, καὶ οὐχὶ οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη διὰ τοὺς Βασιλεῖς· ναί, οἱ Βασιλεῖς εἶναι ὑπηρέται τῶν λαῶν καὶ οὐχὶ οἱ λαοὶ ὑπηρέται τῶν Βασιλέων. Πρώτιστα διὰ ταῦτα ἐγὼ ἦλθον νὰ δηλώσω, ὅτι, ἂν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι θέλω νὰ λέγω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου τηρῶν τὴν τυπικὴν εὐκοσμίαν καὶ τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὴν ἐλευθέραν γνώμην τῶν λοιπῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§43ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐκφράζω τὴν χαράν μου, διότι ἀνετέθη εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐντολὴ τοῦ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀληθὴς καὶ ἀληθέστατος ὁ χαρακτηρισμός, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν πρὸς τὸ θέλημα τῆς δημοσίας γνώμης. Ἀληθῶς αὕτη, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας τῆς 8ης Αὐγούστου, ὑπέδειξεν, ὅτι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε τὴν ἐλπίδα ὅτι ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν μὲ τὸ πνεῦμα τῶν νέων ἰδεῶν τὸ ἐπικρατῆσαν μετὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα, ἦτο ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο μετ’ ἀγωνίας ἀνεμένομεν νὰ ἀκούσωμεν τὰς δηλώσεις αὐτοῦ τὰς πρώτας, αἵτινες, ἐὰν δὲν θὰ ἀπετέλουν τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, θὰ ἔδιδον ὅμως τὰς γενικὰς γραμμάς, ἐφ’ ὧν ἐπρόκειτο καὶ πρόκειται ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ ῥυθμίσῃ τὴν Πολιτείαν της. Ἀλλ’ εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας, ἐφ’ ὧν δὲν δύναμαι νὰ ἀσχοληθῶ, περιέλαβεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δήλωσιν ἀφορῶσαν τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος τούτου. Διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης καθώρισε τὴν ἐξουσίαν τοῦ Συνεδρίου τούτου καὶ κατέστησε γνωστὸν ὅτι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, τὸ παρὸν Σῶμα ἀπορρέει ἐκ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος· καὶ ὅτι τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἑπομένως ἀντλεῖ ἐκ τοῦ Συντάγματος τούτου. Ἡ δήλωσις αὕτη μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ 30 ἡμερῶν ἠγείραμεν τὸ ζήτημα τί εἶναι τὸ Σῶμα τοῦτο καὶ πόθεν ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν του. Τὸ Σῶμα αὐτὸ ἀπεφάσισεν ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος καὶ τῆς πηγῆς, ἐξ ἧς τοῦτο ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν του, ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος.
§44ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἐξήγησιν θέλω σᾶς δώσει, ἥτις διευκολύνει τὴν κανονικωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰς δηλώσεις της, ἐὰν αὗται δὲν ἤθελον προκαλέσει ζήτημα ψηφοφορίας, ἐννοεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς συνέχισιν τῆς συζητήσεως, ἥτις διεκόπη πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἥτις ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἢ ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ μᾶλλον ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς δηλώσεις της, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑπεκφύγῃ τὸν ἀγῶνα, ἐὰν οὗτος ἤθελεν ὑποδειχθῆ ὑφ’ ὑμῶν ἢ ὑπ’ ἄλλου τινός, ὅστις ἤθελεν ἐπιζητήσει νὰ συνδεθῇ ὁ ἀγὼν οὗτος πρὸς τὴν ἐμφάνισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐνομίζομεν κανονικώτερον νὰ χωρισθῇ τὸ ἓν θέμα τοῦ ἑτέρου. Ἐὰν ὅμως ὑμεῖς ἢ ἄλλος τις ἤθελε ζητήσει τὴν σύνδεσιν ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ἀποφύγει τὴν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου συζήτησιν.
§47ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρόθεσις ἡ ἰδική μου δὲν εἶναι ὅπως διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης προκαλέσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὸν λόγον εἶναι διότι ἐνόμισα ὅτι τὸ Σῶμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, φέρουσαν χαρακτηρισμόν, ὃν ἀποκρούομεν, διότι ἡμεῖς πρεσβεύομεν ὅτι ἀλλαχόθεν τὸ Σῶμα τοῦτο ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν του καὶ ὅτι πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ δικαιοδοσία αὐτή. Ἑπομένως δεχόμενος τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ποιοῦμαι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔναρξιν τῆς συνεχίσεως τῆς διακοπείσης συζητήσεως.
§48ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δυνατὸν ἄλλος τις νὰ ἔχῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲ καὶ ἄλλος τις δὲν ἔχῃ τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν, θὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐγώ, ὅπως ἀνταπαντήσω.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβον πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων τὸν λόγον καὶ ἀντιθέτως οἱονεὶ ὑπέδειξαν κενά τινα τῆς ὁμιλίας καὶ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ. Βεβαιότατα αἱ πρωθυπουργικαὶ δηλώσεις ἦσαν τοιαῦται, ὥστε εἰς πάντα συνάδελφον ἔδιδον καὶ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ εὐρύνωσι τὴν συζήτησιν, διότι πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ δικαίωμα ἀναφαίρετον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν εἶναι νὰ δηλώσῃ ἂν ἔχει ἢ οὐ ἐμπιστοσύνην. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἀντιρρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο, δὲν ἐθεώρησε, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε, ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλαβον καιρόν.
§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τούτων οὕτως ἐχόντων εὑρισκόμεθα, νομίζω, κοινοβουλευτικῶς πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἐὰν οἱ ὁμιλήσαντες θέλωσι νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας δύνανται νὰ τὸ πράξωσιν. Ἀλλ’ ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ γενικὸν φρόνημα τοῦ Σώματος, ἴσως καὶ τοῦ λαοῦ, ἀνταποκρίνεται μᾶλλον πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν συζητήσεως. Ἀφοῦ οἱ συντακτικοὶ καὶ κατὰ τὴν 3ην Σεπτεμβρίου καὶ κατὰ τὴν 6ην Σεπτεμβρίου 1910 προυκάλεσαν τὸ Σῶμα εἰς χαρακτηρισμὸν αὐτοῦ, διεκόπη δὲ ἡ συζήτησις, ἵνα συνεχισθῇ, κατ’ ἀπόφασιν αὐτοῦ μετὰ τὸν χαρακτηρισμόν του, νομίζω ὅτι πεδίον εὐρύτερον καὶ τακτικώτερον ἦτο νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο, προέχον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο. Ἔχων τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ Σῶμα δὲν ἀναλαμβάνω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι τόσον εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας, ὅσον καὶ εἰς τὰ ὑπὸ τῶν ἄλλων κ. κ. συναδέλφων λεχθέντα ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ πολλά. Τότε δὲ θὰ ἠδυνάμεθα ἐντεῦθεν νὰ λύσωμεν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ἐπακολουθοῦντα εἴτε εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος εἴτε καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ὅθεν πιστεύω, ὅτι, ἐὰν οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι ἔχωσι τὴν γνώμην ταύτην, θὰ εἶναι προτιμότερον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβάλλεται πρότασις—καὶ τοῦτο πᾶς ἀντιπρόσωπος ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ—, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν, ὅτι ἐπιβάλλεται πρωτίστως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀρχηγόν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἀναθεωρητικῶν, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ εἰς τὸν τέως Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Κερκύρας καὶ Ἀττικῆς, ἡγέτας κομμάτων, νὰ μᾶς ἀναπτύξωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διατί καὶ πρὸς τίνα λόγον μᾶς ἐκάλεσαν ἐνταῦθα παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἵνα προβῶμεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ὅταν δὲ προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις, θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν ταπεινήν μου γνώμην.
§52ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξηκολούθει, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἔντασις τῆς προσοχῆς μου, ὅτε ἐξερράγησαν ῥαγδαῖα χειροκροτήματα. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀνάγκην ἐντεταμένης προσοχῆς ἢ ῥαγδαίων χειροκροτημάτων. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἐγὼ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, εἶναι τοῦτο: ἡ κατάστασις τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐπέβαλλε τὴν ἀνάγκην τὴν ἀκαταγώνιστον, νὰ σχηματισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν σήμερον. Ἀλλὰ θὰ εἶχον ἐπίσης τὴν ἀδίστακτον γνώμην, ὅτι ἐπερίττευσεν ἐντελῶς νὰ λαλήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς συμφωνίας, περὶ τῆς ἁρμονίας, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ὑπ’ αὐτὸν Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀληθῶς ἰσχυρῶς ἐκδηλωθεισῶν ῥοπῶν κατὰ τὴν 8ην Αὐγούστου. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος δὲν εὑρίσκεται εἰς συμφωνίαν πρὸς τὴν ἰσχυρῶς ἐκδηλωθεῖσαν ῥοπὴν κατὰ τὴν 8ην Αὐγούστου. Ἀλλὰ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι παντελῶς ἀδιάφορον διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, παρισταμένη ἐνταῦθα ὡς ἀσκοῦσα ἐν ὀνόματι τῆς Α. Μ. τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην οὐδαμῶς συμπράττει εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, εἴτε εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς ἰσχυρῶς ἐκδηλωθείσας ἐκείνας ῥοπάς, εἴτε δὲν εὑρίσκεται. Διὰ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως εἶναι, λέγω, τοῦτο ἀδιάφορον. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι Βουλευταί, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀκριβὴς ἡ ἔκφρασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ὅτι «ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιδιώξει τὴν περάτωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως», ἀλλ’ ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παρακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως. Ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶμαι σταθερῶς ἀποφασισμένος νὰ ἀναγνωρίσω καὶ διὰ τῆς γνώμης μου καὶ διὰ τῆς ψήφου μου τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπέβαλε τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο, διότι εἶχον φοβηθῆ, ὅτι ἤθελε σχηματισθῆ Κυβέρνησις ἄλλη, ἥτις δὲν θὰ ἐσέβετο τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τῆς χώρας ταύτης. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβάλω καὶ γνώμην καὶ ψῆφον περὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ἦτο γλωσσικὴ παρεκτροπὴ ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Αʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, μετὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, συνεζητεῖτο, ἂν θὰ καταργηθῇ ἢ δὲν θὰ καταργηθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μετ’ ἐπιμονῆς, μετὰ πείσματος, ἐπανειλημμένως προεκλήθη ἡ γνώμη τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμονῆς, μετὰ τοῦ αὐτοῦ πείσματος ἠρνεῖτο νὰ δηλώσῃ γνώμην· προεκλήθη ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, προεκλήθη καὶ ὑπὸ τὴν διατύπωσιν ταύτην ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ καὶ αὖθις ἐπανειλημμένως ἠρνήθη. Καὶ ὅτε εἶπον πρὸς αὐτόν, ὅτι πιθανὸν ἤθελε διαφωνεῖ εἰς τοῦτο ὁ Βασιλεύς, ἀπήντησεν: εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἐὰν τοιαύτην γνώμην ἐκδηλώσῃ ὁ Βασιλεύς, αὐτὸς θὰ παραιτηθῇ ἀμέσως. Οὕτω καὶ τόσον ἐσέβετο τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τοῦ τόπου τούτου ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος. Διότι τὸ δικαίωμα τοῦ συντάσσειν τὸ πολίτευμα καὶ μεταρρυθμίζειν αὐτὸ εἶναι δικαίωμα ἀποκλειστικὸν τοῦ ἔθνους. Τοῦτο ἐδόξαζε καὶ ἔλεγεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης· διότι ἐκεῖνος, ὁ ἐκ τῶν δημιουργῶν τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν θεσμῶν, ἦτο ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Φρονῶ, κατὰ ταῦτα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς σήμερον δὲν εὑρίσκεται ἐν πραγματικῇ διαφωνίᾳ πρὸς τὸν Ἐπαμεινώνδαν Δεληγεώργην, προκειμένου περὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἡμετέρων θεσμῶν. Καὶ δὲν πιστεύω ὅτι εὑρίσκεται ἐν πληρεστέρᾳ γνώσει αὐτῶν ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργός, ὁ ἀληθῶς ἐκλεκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἀληθῶς ἐπέβαλον αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, δὲν πιστεύω, ὅτι εὑρίσκεται ἐν πληρεστέρᾳ γνώσει, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ Ἐπαμεινώνδου Δεληγεώργη. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὡς εἶχον καὶ πρὸ μηνὸς περίπου τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Συνέλευσιν, οὐδεμίαν οἱ θεσμοὶ ἡμῶν καταλείπουσιν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὐδαμῶς συμπράττει ἐν τῇ μεταρρυθμίσει τοῦ πολιτεύματος: Τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, κατὰ τὸ ὁποῖον ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους. Τὸ ἄρθρον 44, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλα δικαιώματα παρὰ μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν εἰς αὐτὸν τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ εἰς αὐτὸ συνάδοντες νόμοι. Τὸ ψήφισμα τῆς 9ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1863, τῆς δευτέρας ἐθνικῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κυροῦν τοὺς νόμους, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Τὸ ἄρθρον 110 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφίεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ μόνον τῶν Ἑλλήνων, οὐχὶ καὶ τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Καὶ ἤθελεν εἶσθαι περίεργον ἀκόμη περισσότερον, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἤθελε τολμήσει τις, ναί, ἂν ἤθελε τολμήσει, ἂν ἤθελεν ἔχει τὸ θάρρος, πλειότερόν τι καὶ διάφορον τοῦ θάρρους, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις, καλουμένη νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ πολίτευμα, ἡ Συνέλευσις, καλουμένη οὐχὶ κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ πολιτεύματος, δύναται νὰ ὑποστῇ τὸν κίνδυνον, νὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς. Εὑρίσκεσθε ἀληθῶς ἐπὶ τοῦ Καπιτωλίου, Κύριοι, εὑρίσκεσθε δὲ τῇ θελήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τῇ θελήσει ἡμῶν· τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ τὴν χαρὰν ἡμῶν, ἀποτελεῖ τὰς ἐλπίδας ἡμῶν, διότι εὑρίσκεσθε ἐπὶ τοῦ Καπιτωλίου. Ἀλλά, ἐὰν πρόκειται νὰ κινδυνεύσωσι καὶ διὰ μίαν στιγμὴν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν, οἱ εὑρισκόμενοι ἐπὶ τοῦ Καπιτωλίου πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν παροιμίαν. Καὶ δὲν ἔπρεπεν ἀκόμη περισσότερον νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὸ γλωσσικὸν σφάλμα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡγούμενος Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ὅλα τὰ μέλη μέλη τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Διότι ἤθελεν εἶσθαι ἐπίσης περίεργον νὰ ἔρχηται Κυβέρνησις, κατά τι μέρος ἀποτελουμένη οὐχὶ ὑπὸ Βουλευτῶν, νὰ διαφιλονεικήσῃ τὰ ὕψιστα τοῦ ἔθνους δικαιώματα.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος διαφιλονεικεῖ ὕψιστα δικαιώματα, κύριε Πληρεξούσιε;
§54ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς τὴν ἔκφρασιν ἐκείνην ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ, ὅτι «θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως», ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐχάραξαν οἱ ἐλεύθεροι τῆς χώρας θεσμοί. Ἡ Κυβέρνησις θὰ παρακολουθήσῃ, λέγω, τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως. Κυρίως ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· καὶ πιστεύομεν, ὅτι θέλετε ἐπιδιώξει καὶ θέλετε ἀνυψώσει τὸ γόητρον τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἰσχύν, διότι ἔχετε ὅλην τὴν δύναμιν τῆς θελήσεως, ὅλον τὸ φῶς τῆς διανοίας, ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ ζυγίζωμεν καὶ τοὺς τελευταίους ὑμῶν λόγους, διότι πρὸ δύο ἡμερῶν, νομίζω, ἢ τριῶν ἐδημοσιεύθη ἀνακοινωθέν τι εἰς πάσας τὰς ἐφημερίδας, ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, διὰ μέσου τῶν γραμμῶν τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐννοήσῃ καὶ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦτο γλωσσικὸν σφάλμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, κ. κ. συνάδελφοι, ἐγὼ θὰ ἐκφέρω καὶ γνώμην καὶ ψῆφον ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ θὰ προσκαλέσω πάντας ὑμᾶς νὰ ἐντείνητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, αἵτινες εἶναι αἱ σπουδαιότεραι ἴσως τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας.
§55Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ὑποτύπωσις, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἔθηκεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει τὸν λόγον αὐτῆς, διότι θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ἀποδώσω εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ τὴν ἔννοιαν ὅτι θέλει ἐκβιάσει τὸ ἔργον τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτελῶν ἔργον φρονήσεως θέλει ἐπιδιώξει, ὥστε τὸ ἔργον αὐτῆς νὰ προβῇ ἀπροσκόπτως, ἀλλὰ καὶ λυσιτελῶς. Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει ἡ ἐκπόρθησις τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει ἁπλῶς ἀπήχησις τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι κρέμανται ὑπεράνω τοῦ ἔθνους. Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχεν ἕτερον εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνὴρ κοινοβουλευτικὸς ὑψίστης περιωπῆς, ὁ Καζιμὶρ Περιέ, τὸ 1894 ἔλεγε. Νομίζω, ὅτι ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχεν ἕτερόν τι ἢ ὅτι τὸ Συνέδριον τοῦτο δύναται νὰ ἀντιποιηθῇ δικαιώματα ὕψιστα, δύναται νὰ ἀντιποιηθῇ δικαιώματα δυνάμενα νὰ ἐπιφέρωσι κλονισμὸν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ κινδύνους ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐλπίζω ὅτι ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἡ ἔννοια ὅτι θέλει μετὰ συνέσεως ἐπιδιώξει τὸ πέρας τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, καὶ οὐχὶ ὅτι θέλει ἐκπορθήσει τὸ πέρας τοῦ ἔργου τούτου. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ κρίνῃ ἄλλως καὶ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. συναδέλφου.
§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, διὰ νὰ δηλώσω ὅτι οὐδεμία τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδων διερμηνεύει ἐγκύρως τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, μολονότι ὑπάρχουσι πολλαὶ φιλικαὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐφημερίδες. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴν κ. Δαζέαν ἔχω νὰ εἴπω ὅτι οὔτε ὁ Βασιλεὺς οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ ἀπευθυνθῇ τὸ Στέμμα διὰ Διαγγέλματος πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκδηλώσῃ οἱασδήποτε ἰδέας αὐτοῦ ἐπὶ τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴν ἔχω νὰ εἴπω διὰ βραχυτάτων ὅτι δὲν δύναμαι νὰ θεωρηθῶ ἐγκαταλιπὼν σημαίαν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἥρπασα καὶ οὐδέποτε ἀνεπέτασα. Ὑπῆρξα ὁ εἰσηγητὴς τῆς γνώμης τῆς συγκλήσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσιν οἱ δυνάμενοι νὰ βεβαιώσωσι τίνας κατέβαλον ἀγῶνας, ὅπως γίνῃ δεκτὴ αὕτη. Καὶ θὰ ἦτο παράδοξον ἂν σήμερον ἤρχετο νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἐμμένων εἰς τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς ὡς Σώματος τοιούτου, Ἀναθεωρητικῆς δηλαδὴ Βουλῆς, καταπροδίδω τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἀνεπέτασα καὶ ἐγκαταλίπω τοὺς συναγωνιστάς μου. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴν ἔχω νὰ εἴπω ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἴσως δὲν ἦσαν ἄγαν συνταγματικά. Ἐζητήθη νὰ γίνῃ ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ Στέμματος, καθ’ ἣν στιγμὴν προσήρχετο ἐνώπιον αὐτῆς νέα Κυβέρνησις μὲ ὅλον τὸ κῦρος, μὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐμφανίζηται αὕτη σήμερον, ἑτοίμη νὰ ἀποδεχθῇ πᾶσαν συζήτησιν καὶ νὰ ἀποδεχθῇ πάσας τὰς εὐθύνας, καὶ ἑπομένως δυναμένη νὰ καλύπτῃ ἐντελῶς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχήν. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας βουλευτὴν κ. Κουλουμβάκην ἔχω νὰ κάμω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι οὐδὲν γλωσσικὸν παράπτωμα δύναται νὰ διακρίνῃ εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν. Αἱ δηλώσεις αὗται, ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι ἦσαν ἔγγραφοι· ἀπήγγειλα αὐτὰς ἀπὸ στήθους, ἀλλ’ ἦσαν ἔγγραφοι κατ’ ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ἰσχύει καὶ ἀλλαχοῦ, ἐν Γαλλίᾳ, λόγου χάριν, ὅπου ἐγγράφως γίνεται ἡ κυβερνητικὴ δήλωσις κατὰ τὴν ἐμφάνισιν πάσης νέας Κυβερνήσεως. Εἶναι λοιπὸν ἑκάστη τῶν φράσεων καὶ ἑκάστη τῶν λέξεων τῆς δηλώσεως ἐκείνης ἐντελῶς ἐζυγισμένη, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τῆς δικαιολογίας ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς στιγμὴν ῥητορικῆς ἐξελίξεως εἶπεν ἴσως περισσότερα παρ’ ὅ,τι ἤθελε νὰ εἴπῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι οὐδαμῶς ἀντιτάσσεται πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι διέπουσιν ἡμᾶς, καὶ τῶν ὁποίων θεσμῶν λάτρις εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἡ Κυβέρνησις αὐτή, φρονεῖ, λέγω, ὅτι οὐδαμῶς ἀντιτάσσεται πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἐὰν ὑπολαμβάνῃ τὴν θέσιν αὐτῆς ὡς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως διάφορον παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πιστεύει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἤθελε τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἐρχομένην ἐντελῶς ἄχρουν, ἐντελῶς ἄνευ ἰδεῶν, ὅπως παρακολουθήσῃ τὸ ἔργον τοῦ Σώματος τούτου, τοῦ πολυαρίθμου, ἁπλῶς πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταχωρίζῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, ἀντιλαμβάνεται διάφορον τὴν ἀποστολήν της. Καίτοι καθ’ ὁλοκληρίαν συμφωνεῖ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Στέμματος, μὴ λησμονοῦσα ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ Συνέδριον τοῦτο εἶναι Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς ἢ Συνέλευσις Συντακτικὴ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἴσως ἄλλων, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι οὐ μόνον δύναται, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει, νὰ ἐπιδιώξῃ χάριν ὑψίστων συμφερόντων τῆς χώρας ταύτης, ὅπως ἡ ἐργασία αὐτῆς κατὰ τὰς ἐγγράφους δηλώσεις μου ἀχθῶσιν εἰς πέρας καὶ ταχὺ καὶ ἀπρόσκοπτον. Εἰς τὴν διατύπωσιν ταύτην τῶν δηλώσεών μου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω οὐδὲ πόρρωθεν πῶς δύναται νὰ ἐνυπάρχῃ ἀπειλή τις. Ἢ πιστεύει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐστερημένη τοσούτου ἠθικοῦ κύρους, ὥστε, ὁσάκις ἤθελεν ἴδει συζήτησίν τινα παρελκυομένην ἐπ’ ἄπειρον, νὰ μὴ ἔχῃ σημασίαν ἡ παρέλκυσίς της ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἵνα παρακαλέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως συντομεύσῃ τὴν συζήτησιν καὶ φθάσῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἢ νομίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, θὰ ἦτο τοσοῦτον ἐπιλήσμων τῶν καθηκόντων της, θὰ ἦτο τοσοῦτον ἀναξία τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς ὁποίας νομίζει ὅτι ἀπολαύει καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ταύτης, ὥστε τυχούσης ἀνάγκης νὰ ἐδίσταζε νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς συζητήσεως τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς, θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἐπιτύχῃ ὅ,τι νομίζει ὅτι πρέπει αὕτη νὰ ὑποστηρίξῃ ἂν ὄχι ἐπὶ διατάξεων συνταγματικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν συνήθως νομοθετικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς; Καὶ πῶς οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δηλώσασα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θεωρεῖ ὅτι ἔχει ὑπέρτατον καθῆκον ὅπως ἐπιδιώξῃ, ἵνα τὸ ἔργον τοῦ παρόντος Συνεδρίου ἀχθῇ εἰς πέρας ταχὺ καὶ ἀπρόσκοπτον, ἐφάνη ὅτι παρεβίασε τὸ πνεῦμα τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας λεχθέντων. Ἐὰν αἱ δηλώσεις αὗται τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαρκεῖς, καὶ ἐὰν ὀλίγοι τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἤθελον θέσει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἐμφάνισιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς κοινοβουλευτικῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μάχην. (Χειροκροτήματα). Ἔχω ἀνάγκην καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω τὴν δήλωσιν, ὅτι, ἐὰν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δηλώσεών μου ἤθελε θεωρηθῆ περατωμένη, δι’ ὅσων εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως εἰσέλθῃ ἀμέσως εἰς τὴν πρὸ ἡμερῶν διακοπεῖσαν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ παρόντος συνεδρίου ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
§57ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι θεωρῶ ἐπαρκεῖς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θὰ παράσχω ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὴν ὑποστήριξίν μου.
§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπεμνήσθη σήμερον, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν Βουλὴν προηγουμένη τις ἀπόφασις ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος τούτου ὡς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀνεβλήθη, ὅπως συνεχισθῇ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου. Ὁ ὁριστικὸς καταρτισμὸς τοῦ Προεδρείου συνετελέσθη ἤδη, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐνεφανίσθη καὶ ἡ προκληθεῖσα ἐκ τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς πολιτικὴ συζήτησις ἔληξε. Πρόκειται ἑπομένως ἤδη, συμφώνως πρὸς τὰς εἰλημμένας ἀποφάσεις, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἐπειδὴ προβλέπομεν ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θὰ λάβῃ ἔκτασίν τινα, ἐνομίσαμεν προσῆκον, ὅπως ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος κατ’ αὐτὴν θέλει καταναλωθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, χρησιμοποιηθῇ καὶ εἰς προπαρασκευὴν ἄλλου τινὸς ἔργου, ἐξ ἐκείνων ἅτινα ἐφεξῆς θέλουσιν ἀπασχολήσει τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον Κανονισμοῦ εἰδικοῦ διὰ τὰ ἔργα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσω δέ, ὅπως τυπωθῇ οὗτος καὶ διανεμηθῇ κατὰ τὰ κεκανονισμένα. Ἀλλὰ συγχρόνως, χάριν μείζονος ἀσφαλείας καὶ ἐξακριβώσεως τῶν ὑποβαλλομένων γνωμῶν, νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς, θὰ δυνηθῇ νὰ τερματίσῃ τὴν προεργασίαν αὐτῆς, οὕτως ὥστε μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἐκείνης νὰ φέρῃ ταύτην ἑτοίμην, ὅπως ἀμέσως ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ὡμίλησα περὶ σχεδίου Κανονισμοῦ. Καὶ θὰ ἦτο ἴσως ἐνδεδειγμένον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ διττῶν λόγων πηγάζει ἡ ἀνάγκη τοιούτου Κανονισμοῦ. Ἐκ λόγων νομικῶν, οὕτως εἰπεῖν, οἵτινες ὑπαγορεύουσι τὴν ὕπαρξιν ἰδίου τινὸς Κανονισμοῦ ῥυθμίζοντος τὰ ἔργα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ λόγων οὐσιαστικῶν, ἀναγομένων εἰς τὸ εἶδος τῶν εἰσαχθησομένων δι’ αὐτοῦ κανονιστικῶν διατάξεων. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, ὁ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Συντάγματος ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἰσχύων ἤδη Κανονισμός, ῥυθμίζει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς ὡς νομοθετικοῦ καὶ ὡς πολιτικοῦ Σώματος. Δὲν ἀφορᾷ ὅμως τὰ ἔργα τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος συνισταμένης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἴδιον ἐντελῶς Σῶμα διάφορον τῆς ἁπλῆς Βουλῆς κατὰ τὴν σύνθεσιν καὶ τὸ σπουδαιότερον διάφορον κατὰ τὴν ἀποστολήν. Ἐφ’ ὅσον ἄρα ὁ ἰσχύων ἤδη Κανονισμὸς δὲν ἀφορᾷ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, αὕτη κατ’ ἀνάγκην δεῖται Κανονισμοῦ ἰδίου ῥυθμίζοντος τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων της. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ οὐσιαστικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως ἰδίου Κανονισμοῦ, ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰ ἰδιαίτερα ἔργα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἔργα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἔχουσιν ἐκ τῆς φύσεως αὑτῶν ἀνάγκην ἰδίων κανονιστικῶν διατάξεων ἀφισταμένων ἐν πολλοῖς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ὡς ἁπλοῦ νομοθετικοῦ ἢ ἁπλοῦ πολιτικοῦ Σώματος. Ἡ ἀνάγκη ἰδίων κανονιστικῶν διατάξεων διὰ τὰ ἔργα τοιούτου συνεδρίου, ἐμφανιζομένου εἴτε ὡς Συνταγματικῆς Συνελεύσεως εἴτε ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀνεγνωρίσθησαν, Κύριοι, πάντοτε καὶ πανταχοῦ. Ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀλλαχοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην διδασκόμενα, κυρίως δὲ καὶ πρωτίστως τὰ ἀλλαχοῦ εἰς ὅμοια συνέδρια ἐφαρμοζόμενα, ὑπετυπώσαμεν σχέδιόν τι Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὅπερ θὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Αὐτονόητον εἶναι ὅτι βάσις καὶ θεμέλιον τοῦ τοιούτου Κανονισμοῦ εἶναι ὁ ἰσχύων ἤδη Κανονισμὸς τῆς ἁπλῆς Βουλῆς. Διὸ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν, ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ ἀναφέρομεν ταύτην τὴν ἀρχήν, ὅτι: ὁ ἰσχύων ἤδη Κανονισμός, καθ’ ὃν ἡ ἁπλῆ Βουλὴ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὑτῆς, θέλει ἰσχύσει καὶ διὰ τὰ ἔργα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιεῖται διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νέων κανονιστικῶν διατάξεων. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἤδη νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σκέψεις τινὰς σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὰς τοῦ ὑφισταμένου Κανονισμοῦ διατάξεις, τῶν ὁποίων νομίζομεν ἀναγκαίαν τὴν μεταρρύθμισιν, τοῦτο μὲν χάριν διευκολύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲ πρὸς θεμελίωσιν τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐνδείκνυνται ὡς ἀπαραίτητοι, δι’ ἔργα οὑτωσὶ σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα, οἷα εἶναι τὰ ἔργα τοιούτου συνεδρίου. Ἐν πρώτοις τυπικαί τινες μεταρρυθμίσεις εἶναι ἀπολύτως ἐνδεδειγμέναι. Γνωσταὶ εἶναι ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν αἱ διατάξεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐπιτροπῶν· εἰς τὴν διαίρεσιν δηλαδὴ τῆς Βουλῆς εἰς ἐπιτροπάς. Τούτων τῶν διατάξεων εἶναι ἐνδεδειγμένη μεταρρύθμισίς τις ἐπιτρέπουσα ὅπως ὁ Πρόεδρος ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς ἐκλέξῃ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς εἰδικὴν τριακονταμελῆ ἐπιτροπήν, προορισμὸν ἔχουσαν τὴν ἐπεξεργασίαν πάντων τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθησομένων σχεδίων πρὸς ἀναθεώρησιν ἢ προσθήκην συνταγματικῶν διατάξεων. Τῆς συνταγματικῆς ταύτης ἐπιτροπῆς τὰ ἔργα διέπονται ὑπὸ τῶν κειμένων ἤδη ἐν τῷ ἰσχύοντι Κανονισμῷ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι καθορίζουσι τοὺς ὅρους τῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν, τὴν ἐκλογὴν τῶν προέδρων, τὴν ἐκλογὴν τῶν εἰσηγητῶν κλπ. Σκόπιμον ἐν τούτοις ἐθεωρήθη, ὅπως, πρὸς διευκόλυνσιν καὶ ἐπιτάχυνσιν τῶν εἰδικῶν ἔργων τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, χορηγηθῇ αὐτῇ τὸ δικαίωμα καὶ ἄλλας νὰ λάβῃ ἀποφάσεις κανονιστικὰς τῶν ἔργων της, συμπληρούσας ἢ καὶ μεταρρυθμιζούσας τὰς ἀντιστοίχους διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐξαιρετικὴ σοβαρότης τῶν ἔργων τῆς διπλῆς Βουλῆς, ὡς Σώματος κεκλημένου νὰ θεμελιώσῃ συντακτικὰς διατάξεις, ἐνδεικνύει τὴν ἀνάγκην μεταβολῆς τινων εἰς ἀντιστοίχους διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἀναγομένας εἰς τοὺς ὅρους τῆς προπαρασκευῆς καὶ τῆς συζητήσεως τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων. Ἐν πρώτοις καθιεροῦται ὑποχρεωτική, διὰ μεταρρυθμίσεως ἀντιστοίχου διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος ἢ πᾶσα πρότασις περὶ προσθήκης συνταγματικῆς διατάξεως εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν καὶ δὲν δύναται πρὸ τούτου νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης δὲν χρήζει, νομίζομεν, περαιτέρω ἀναπτύξεως. Ἀλλ’ οἱ αὐτοὶ λόγοι ἐνδεικνύουσι συναφῶς πρὸς ταύτην καὶ τὴν μεταβολήν, καθ’ ἣν καὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ἀναγόμεναι εἰς συνταγματικὰ σχέδια ἢ προτάσεις παραπέμπονται πάντοτε πρὸς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. Ἰδίαν τάξιν ἀποτελοῦσιν ἐκεῖναι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν συζήτησιν ὑποβάλλονται. Αἱ τροπολογίαι αὗται κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν δύνανται εἴτε νὰ συζητηθῶσιν ἀμέσως, εἴτε νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι προηγουμένως εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἡ διάταξις αὕτη, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὁποίας πικρὰν ἔχει πεῖραν ἡ Βουλή, ἐκρίθη μεταρρυθμιστέα ὡς πρὸς ἐκείνας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς συνταγματικὰς προτάσεις. Καὶ ὡρίσθη, ὅπως ἡ τύπωσις καὶ ἡ διανομὴ αὐτῶν, ὡς καὶ ἡ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν παραπομπὴ εἶναι πάντοτε ἀναγκαία, προκειμένου περὶ τοιούτων τροπολογιῶν· ἐκτὸς μόνον ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ τὴν τροπολογίαν ἀμέσως ἀπορριπτέαν. Τοιουτοτρόπως τροπολογίαν τινὰ κατὰ τὴν συζήτησιν προβαλλομένην, ἀμέσως δὲ ὡς ἄσκοπον κρινομένην, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπ’ αὐτῆς συζητήσεως, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀπορρίψῃ. Ἄν ὅμως τοὐναντίον δὲν κρίνῃ ταύτην οὕτω, δὲν δικαιοῦται ἀμέσως νὰ δεχθῇ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ προηγουμένως εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ὑποστῇ καὶ ταύτης τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν βάσανον. Αἱ διατάξεις αὗται, γενόμεναι δεκταὶ καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰς συνταγματικὰς ἀναθεωρήσεις τῶν ἐτῶν 1879 καὶ 1884, εἰσὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐνδεδειγμέναι παρ’ ἡμῖν, παρ’ οἷς τοσοῦτον πικρὰ ὑπάρχει ἡ πεῖρα, ἡ ἐκ τῆς ἀβασανίστου παραδοχῆς τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἰδίᾳ συζήτησιν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν. Δὲν προσήκει βεβαίως εἰς ἐμὲ νὰ ὑπομνήσω εἰδικώτερον εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡ μέχρι τοῦδε κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν πρᾶξις ὑποδεικνύει ὡς ἀπειλουμένους οὐχὶ τοσοῦτον ἐκ τῆς συζητήσεως προτάσεων νόμων μὴ παραπεμφθεισῶν προηγουμένως εἰς ἐπιτροπήν, ὅσον ἐκ τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων ἰδιαίτατα, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τῶν νομοσχεδίων ὑποβαλλόμεναι ἐπιψηφίζονται ἄνευ οὐδενὸς σπουδαίου ἐλέγχου καὶ ἄνευ τῆς προσηκούσης βασάνου καὶ τῆς πρὸς τὸ σύνολον συνοχῆς. Θὰ ἦτο δὲ ἄκρως κινδυνώδης τοιαύτη τακτικὴ νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς προκειμένου περὶ διατάξεων συνταγματικῶν, τῶν ὁποίων πᾶς τις εὐχερῶς κατανοεῖ τὴν ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα. Ἀλλὰ σπουδαιότεραι βεβαίως εἶναι αἱ εἰσαγόμεναι κανονιστικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἅπτονται οὐσιαστικώτερον τῶν ἔργων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον δύναταί τις ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ κρατοῦν παρὰ τῇ Βουλῇ πνεῦμα, θέλει δεχθῆ, ὅτι αὕτη ἐν τῷ ἔργῳ τῆς Ἀναθεωρήσεως εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς ἐχάραξεν ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως πρότασις τῆς ἁπλῆς Βουλῆς· καὶ ἐκτὸς τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀρχικῶς διετυπώθησαν ὡς ἀναθεωρητέαι, νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ κύκλῳ τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς καὶ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν τείνουσαν εἰς ἀναθεώρησιν ἄλλης διατάξεως τοῦ Συντάγματος μὴ θεμελιώδους. Τοῦτο ὅμως ἀκριβῶς ἐγείρει ἓν ζήτημα, τοῦ ὁποίου ὁ κανονισμὸς ἐκ προκαταβολῆς εἶναι ἐνδεδειγμένος πρὸς ἀποφυγὴν τῆς παρελκύσεως τῶν συζητήσεων, καὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκδοχῆς. Διότι εἰς ἕκαστον ἄρθρον, καὶ εἰς ἑκάστην πρότασιν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ προσθήκης συνταγματικῆς διατάξεως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ἡ πρότασις ἀνάγεται εἰς θεμελιώδη διάταξιν, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀποκρουστέα, ἢ ἂν τοὐναντίον ἀνάγεται εἰς μὴ θεμελιώδη, καὶ εἶναι κατ’ οὐσίαν ἐξεταστέα. Καθ’ ὑπόδειξιν τῶν ἀλλαχοῦ, καὶ ἰδίᾳ ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ ἀναλόγων θεμάτων κρατούντων καὶ ἐφαρμοζομένων, νομίζομεν ὀρθόν, ὅπως εἰς ἑκάστην ὑποβαλλομένην πρότασιν, καθ’ ἧς ἐγείρεται ἀμφισβήτησις, ἡ Βουλὴ ἀποφαίνηται διὰ προκαταρκτικοῦ ζητήματος ἂν θεωρεῖ ταύτην ἀναγομένην εἰς θεμελιώδη ἢ μὴ θεμελιώδη διάταξιν· καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει ἀποκρούῃ ταύτην ὡς ἀπαράδεκτον, μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν. Τοῦτο θὰ διευκολύνῃ βεβαίως τὰς συζητήσεις. Ἀλλά, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν τάσεων, αἱ ὁποῖαι οὐ μόνον ἐν τῇ ἁπλῇ Βουλῇ, ἥτις ἐψήφισε τὴν ἀναθεώρησιν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξεδηλώθησαν, δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ τις ἕνα κίνδυνον, ὁ ὁποῖος δύναται ἐκ τῆς τοιαύτης τακτικῆς νὰ προκύψῃ, κίνδυνον καθ’ οὗ ἀντιτίθεται ἡ σαφῶς ἐκπεφρασμένη θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ἀναμφισβήτητον βεβαίως εἶναι ὅτι ἡ δημοσία γνώμη τυγχάνει συντεταγμένη πρὸς τὴν ἐκδοχὴν ὅπως ἡ ἀναθεώρησις γίνῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν εὐρυτέρα, ὑποβάλλουσα εἰς λελογισμένον ἔλεγχον πᾶσαν μὴ θεμελιώδη διάταξιν καὶ καθιστῶσα ὡς οἷόν τε πληρέστερον τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Χάρτην. Ἐξ ἄλλου ὅμως ὑπὸ πολιτικῶν μερίδων, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ἔχωσι καὶ τὴν ἀριθμητικὴν ἐπικράτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διετυπώθησαν περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ὅρου «θεμελιώδεις διατάξεις», θεωρίαι καὶ γνῶμαι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι, ἐπικρατοῦσαι τυχόν, ἤθελον ἀποκλείσει τὴν συζήτησιν οὐ μόνον τῶν περὶ Γερουσίας, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων διατάξεων. Εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ ἀναζητηθῶσιν ἐγγυήσεις τινές, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ καταστῇ δυνατὴ ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἀναθεωρήσεως ἡ εὐρύτης ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ ἡ δημοσία γνώμη. Αὗται δὲ δύνανται νὰ ἀνευρεθῶσι καὶ νὰ ἐξασφαλισθῶσι διὰ καταλλήλου διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀναλόγους διατάξεις ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, εἰσαχθείσας ἀλλαχοῦ πρὸς ἐξασφάλισιν τοιούτων ἐγγυήσεων. Πανταχοῦ σχεδὸν αἱ Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται, ὅπως θέσωσι συνταγματικοὺς νόμους, εἴτε ὡς Συντακτικὰ Σώματα εἴτε ὡς Ἀναθεωρητικαὶ διπλαῖ Βουλαί, διὰ τῶν ψηφιζομένων ὑπ’ αὐτῶν Κανονισμῶν, ἀπομακρύνονται τῶν κειμένων συνταγματικῶν διατάξεων, ἵνα καθιερώσωσι διάφορον εἶδος ἀπαρτίας, ἐνίοτε δὲ καὶ διαφόρους ὅρους πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιψηφίσει συνταγματικῶν νόμων. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς διὰ νὰ παράσχωσιν εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν τὰς ηὐξημένας ἐκείνας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι νομίζονται ἀναγκαῖαι ὡς ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος τῶν ἔργων τοιούτων συνεδρίων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιλήψεων τούτων νομίζομεν ὅτι δι’ ἀναλόγου ἐν τῷ Κανονισμῷ διατάξεως δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν προσήκουσαν εὐρύτητα ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἀναθεωρήσεως κατὰ πάσης πρὸς περιορισμὸν αὐτῆς τάσεως. Διάταξις δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ καθιέρωσις διαφόρου, ἀνωτέρας πλειονοψηφίας, διὰ νὰ ἀπορριφθῇ ὡς ἀπαράδεκτος πρότασίς τις ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀνάγεται εἰς διάταξιν θεμελιώδη. Ἐπικρατοῦσιν ἀτυχῶς παρ’ ἡμῖν, ὡς δύναταί τις ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων νὰ ἀντιληφθῇ, πεπλανημέναι ἰδέαι περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ θεμελιώδους ἢ μὴ θεμελιώδους τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ὡς ἀντελαμβάνετο τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου τούτου ὁ ἡμέτερος συνταγματικὸς νομοθέτης. Ἡ διαστολὴ μεταξὺ τῶν θεμελιωδῶν καὶ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων δὲν γίνεται, ὡς ἔπρεπεν, ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἀφετηρίας, ἣν εἶχον ὑπ’ ὄψει αὑτῶν οἱ συντακτικοὶ νομοθέται τοῦ 1864 καὶ ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ ὅλον Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀπὸ γενικῆς καὶ κατὰ θεωρίαν ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Οὕτω δὲ συχνότατα παρ’ ἡμῖν συγχέεται ὁ ὅρος θεμελιώδης ἢ μὴ θεμελιώδης πρὸς τὸν ὅρον τοῦ οὐσιώδους ἢ μὴ οὐσιώδους, ὅπερ ἀποτελεῖ ῥιζικὴν ἐν τῷ ζητήματι πλάνην. Ἤδη ὅμως δὲν πρόκειται ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου· ἐθίξαμεν ἁπλῶς τὴν ἄποψιν ταύτην, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὴν ἔν τινι μέτρῳ ἀπομάκρυνσιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλειονοψηφίαν, ὁσάκις ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ θεμελιώδους ἢ μὴ διατάξεώς τινος, καὶ συνεπῶς τῆς ἀπορρίψεως ἢ μὴ ὡρισμένης προτάσεως. Προτείνομεν λοιπὸν διάταξιν, καθ’ ἥν, διὰ νὰ ἀπορριφθῇ ὡρισμένη πρότασις ὡς ἀπαράδεκτος ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀντίκειται εἰς θεμελιώδη διάταξιν, πρέπει νὰ ὑπερψηφίσωσιν αὐτῆς τὰ δύο τρίτα τῶν παρόντων μελῶν (ἰδιαίτεροι διάλογοι ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἐὰν ὑπάρξῃ τις ἀντίρρησις περὶ τούτου, θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν σταθερὰν ἐν τοῖς τοιούτοις ζητήμασι διδασκαλίαν τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν συνήθη πρᾶξιν τοιούτων συνεδρίων. Αἱ διατάξεις, Κύριοι, τὰς ὁποίας ὡς ψηφιστέας εἰς μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ ὑπέδειξα ἤδη, εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ ἐπιφέρωσιν ἔν τινι μέτρῳ ἐπιβράδυνσιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ εἰς ἀντάλλαγμα θὰ παράσχωσι τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ ἀλλαχοῦ δὲν ἐδίστασαν νὰ ζητήσωσι διὰ τὸ ἔργον τοιούτων συνεδρίων. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ σχεδίῳ καὶ ἀντίστοιχοι διατάξεις καὶ μεταρρυθμίσεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιφέρωσι συντομεύσεις τῶν ἔργων τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν συνεδρίου. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παρίσταται ἀνάγκη τριπλῆς ἀναγνώσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος· τῶν προτάσεων τουτέστι τῶν ἀναγομένων εἰς ἀναθεώρησιν, μεταρρύθμισιν ἢ προσθήκην συνταγματικῶν διατάξεων. Εἶναι ἀνάγκη ἴσως νὰ ὑπομνήσω, ὅτι σταθερῶς ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς Ἀναθεωρητικὰς Βουλὰς, τοῦ 1879 καὶ 1884, ἡ ἀρχή, ὅτι ἡ τριπλῆ ἀνάγνωσις καὶ ἐπιψήφισις εἶναί τι ἀνοίκειον καὶ ξένον πρὸς τὰ ἔργα Σωμάτων κεκλημένων νὰ θεμελιώσωσι διατάξεις συνταγματικάς. Εἰσηγούμεθα ἑπομένως ἄρθρον μεταρρυθμίζον διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπομακρυνόμενον τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τῶν διὰ τὴν θεμελίωσιν ὀργανικῶν νόμων κειμένων· ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον προτάσεις περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ προσθήκης συνταγματικῶν διατάξεων συζητοῦνται καὶ ἐπιψηφίζονται ἅπαξ μόνον, μὴ ἐφαρμοζομένου ὡς πρὸς ταύτας τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Ἐκ περισσοῦ δὲ ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 ἅπαξ μόνον ἐψηφίζοντο προτάσεις ἀναγόμεναι εἰς τὴν θεμελίωσιν τοῦ Συντάγματος. Τελευταία τις μεταρρύθμισις ἀφορῶσα ἐπίσης τὰ ἔργα ἡμῶν τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος — ποιοῦμαι δὲ τὴν διάκρισιν ταύτην, διότι θὰ ὑπάρξωσι καὶ νομοθετικαὶ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἀφορᾷ τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον—εἶναι ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας, ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ σχετικῆς διατάξεως τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ὁρίζομεν ὅτι πᾶσαι αἱ προτάσεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς μεταρρύθμισιν ἢ προσθήκην συνταγματικὴν ψηφίζονται πάντοτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀτοπήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ καλῆς πάντοτε πίστεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς λαμβάνουσι συνήθως χώραν ἐκ συγχύσεως κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τὴν γινομένην δι’ ἀναστάσεως. Τοιαύτη τις ἀρχή, καθιεροῦσα τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπιψήφισιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἐπεκράτησε καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐπιβραδύνει μὲν ἔν τινι μέτρῳ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἀνταποκρίνεται ὅμως πρὸς τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐργασιῶν, συνδέει ἕνα ἕκαστον τῶν ψηφιζόντων πρὸς τὴν ἐκφερομένην γνώμην, αὐξάνουσα οὕτω τὴν ἐκ ταύτης ἠθικήν, πολιτικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν εὐθύνην, καὶ ἀσφαλίζει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, ὑπὸ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ περιβάλλωνται μεταρρυθμίσεις τοιαύτης σπουδαιότητος. Αὐταί εἰσι, Κύριοι, αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Πρέπει ἴσως νὰ καταστήσω γνωστόν, ὅτι ἡ προσοχὴ ἡμῶν ἐστράφη ἐπί τινας στιγμὰς καὶ εἰς σκέψεις περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ τοῦ καθιεροῦντος τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἔκτασιν τοῦ λόγου, ὁρίζοντος δὲ ὅτι ἡ συζήτησις δὲν περατοῦται, ἂν δὲν παραιτηθῶσι τοῦ λόγου οἱ ζητήσαντες αὐτόν. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἀλλαχοῦ εἰς πολιτεύματα συνταγματικά, ἀλλὰ καὶ καθαρῶς κοινοβουλευτικῆς μορφῆς πολιτεύματα τίθενται φραγμοί τινες, ποὺ μὲν εὐρύτεροι, ποὺ δὲ στενώτεροι, διὰ τῶν ὁποίων δὲν παραβλάπτεται μὲν τὸ παράπαν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, κολάζονται ἐν τούτοις ἢ προλαμβάνονται αἱ ἐν τούτῳ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀσυνήθεις εἰς τοιαῦτα πολυμελῆ Σώματα. Ἐμελετήσαμεν τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ παραγνωρίζωμεν τὰς περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἀντιλήψεις τῶν λαῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας περιοριστικὰς διατάξεις εἰσήγαγον, ἐνομίσαμεν, ὅτι μεταρρυθμίσεις τοιαύτης φύσεως εἶναι ξέναι πρὸς τὰ ἤθη καὶ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργοῦσι παρ’ ἡμῖν τὰ πολιτικὰ Σώματα. Δὲν δύναταί τις εὐλόγως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις παρ’ ἡμῖν δυσφόρως ἔχει πρὸς τοιούτους περιορισμούς. Ἐὰν δέ τις πρὸς τοιαύτας συνηθείας καὶ τοιοῦτο πνεῦμα ἤθελεν ἀντιταχθῇ διὰ περιορισμῶν τοιαύτης φύσεως, δὲν εἶναι ἀπίθανον ἀντὶ τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως ἤθελεν ἐπιδιώξει, νὰ ὠθήσῃ τὰ πράγματα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἰς σημεῖα πολὺ ἀπομακρυνόμενα τῶν ἀγαθῶν προθέσεων. Διὰ τοῦτο ὀρθότερον καὶ πρακτικώτερον νομίζομεν νὰ μὴ θίξωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἀφήσωμεν δὲ αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλὴν γνώμονα καὶ κριτὴν τῶν ἐνδεχομένων παρεκτροπῶν. Φρονοῦμεν δὲ ὅτι ἡ δύναμις τῆς καθόλου γνώμης τῆς ἐν τῇ Βουλῇ σχηματιζομένης ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης χρήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ ἡ μεγαλειτέρα ταύτης δύναμις, ἡ τῆς δημοσίας γνώμης, θὰ εἶναι ὁ μέγας διδάσκαλος καὶ ὁ μέγας τιμωρός, ἐάν ποτε— ὅπερ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ πιστεύῃ—ἤθελε προκύψει παρεκτροπή τις καὶ κατάχρησις δυναμένη εἴτε νὰ ματαιώσῃ εἴτε νὰ ἀναβάλῃ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου.
§59Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε, τί γίνεται τὸ νομοθετικὸν δικαίωμα τοῦ Σώματος κατὰ τὴν τοιαύτην συνταγματικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς;
§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παραμένει ὡς ἔχει μὲ τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν.
§61Α. ΤΣΕΛΟΣ. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ὑφίσταται;
§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιότατα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Βουλὴ λειτουργεῖ καὶ ὡς πολιτικὸν Σῶμα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται, Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἔχει δὲ τὸν λόγον πρῶτος ὁ κύριος Γαρουφαλλιᾶς.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§65ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ καταλληλοτέρα ὥρα πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων; Περιμένομεν τὴν νύκτα νὰ ἀρχίσωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίζωμεν καὶ μίαν ὥραν πρὸ τῆς νυκτός; Πάντοτε αἱ συνεδριάσεις τῶν Συνελεύσεων ὡρίσθησαν τὴν 4ην μετὰ μεσημβρίαν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ὥραν αὐτὴν νὰ ἀρχίζωμεν.
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κανονίσατε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν δι’ αὔριον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Δι’ αὔριον εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος.
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σῶμα ἐπιθυμεῖ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ.