1910.10.09
4.289 στίχοι · 33.422 λέξεις · 217 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20.
Τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1910
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Κωνσταντίνου Ἔσλιν.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ., παρόντων 183 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὰ Πρακτικὰ ἔχει παραλειφθῆ τὸ δεύτερον οὐσιῶδες νόημα περὶ τοῦ φάσματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· παρελείφθη ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθην ὀλίγον ἀντισυνταγματικός· καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω νὰ τεθῇ ἡ φράσις: «Δὲν φοβούμεθα τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως, διότι ἡ Μεγαλειότης τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἄλλης Μεγαλειότητος».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ συμφώνως μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Μαζαράκη;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν.
§6ΑΛ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμω μίαν ἀνακοίνωσιν, προτοῦ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§9Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δηλωθῇ δι’ ἀναστάσεως, ἂν δέχεται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Σκουζές.
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον· δὲν δύνασθε νὰ παραβῆτε τὸν Κανονισμόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ἡ Βουλή, ἂν θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Σκουζές.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§14ΑΛ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἔπαυσεν ἐργαζομένη ἐπῆλθε γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐβύθισεν εἰς λύπην καὶ πένθος Κράτος καὶ λαὸν πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς τρέφει συμπάθειαν πάντοτε ἕνεκα τῶν φιλελευθέρων ἀρχῶν, αἵτινες διέπουσι τὴν πολιτείαν του, εὐγνωμοσύνην δὲ διὰ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε πάντοτε πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀφ’ ἧς ἱδρύθη τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν Κράτος. Ὁ Βασιλεὺς Ἐδουάρδος τῆς Ἀγγλίας κατὰ τὰ ὀλίγα μόνον ἔτη, ἃ ἔμεινεν ἐπὶ τοῦ θρόνου, διὰ τῆς φιλελευθέρου καὶ φιλειρηνικῆς πολιτείας του ἔγνω νὰ στερεώσῃ καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον ἡ μεγάλη ἐκείνη Ἐπικράτεια ἀσκεῖ ἐπὶ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς. Διὰ τοῦτο κατέκτησε τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἀφοσίωσιν τῶν ὑπηκόων του ἀφ’ ἑνός, καὶ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν ξένων ἀφ’ ἑτέρου. Διὰ τοῦτο εἴδομεν ὅτι ὅλα τὰ Κοινοβούλια τῆς ὑφηλίου, ὅσα συνεδρίαζον κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου του, ἐξέφρασαν τὴν λύπην των αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἄλλα δὲ μόλις ἐπανέλαβον τὰς ἐργασίας των μετὰ τὰς διακοπὰς ἔσπευσαν νὰ ἐκφράσωσι τὴν λύπην των καὶ τὴν συμμετοχήν των εἰς τὸ πένθος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Νομίζω συνεπῶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ φωνή μου δὲν θὰ μείνῃ μεμονωμένη, ἐὰν σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, καί, ἂν ἡ Βουλή, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἐγκρίνῃ τοῦτο, νὰ ἐκφράσητε ἁρμοδίως τὴν συμπάθειαν καὶ συμμετοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἰς τὸ πένθος ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Ἐδουάρδου, ἰδιαιτέρως δὲ καὶ εἰς τὴν σεπτὴν χήραν τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία πλέον ἢ ἅπαξ διετράνωσεν, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, τὰ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος αἰσθήματά της.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, ὑποστηρίζουσα τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, πέποιθεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον θέλει ἑρμηνεύσει τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου τούτου καὶ θέλει συμμορφωθῆ πρὸς ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ συνέδριον εἶναι σύμφωνον;
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Πρὸ δύο ἡμερῶν εἰδοποίησα συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὲ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν τῶν ἐπερωτήσεων Ἡμερησίαν Διάταξιν, διότι προτίθεμαι νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ σκανδάλου τινὸς φλέγοντος, δηλαδὴ ἐπὶ τῶν γενομένων ἐσχάτως ἐξετάσεων τῶν ὑποψηφίων δοκίμων. Παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὴν σχετικὴν διάταξιν περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου δὲν τὴν ἔθεσεν εἰς ἐφαρμογήν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὀρθή. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται ἡ διάταξις νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν πρὶν τὸ Σῶμα λάβῃ τὸν τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶχε λάβει χαρακτηρισμὸν τὸ Σῶμα, δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἄλλως τοῦτο ἀντίκειται καὶ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν πεπραγμένα. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ ἐγένετο δεκτὸς ὁ προσωρινὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐγένοντο ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, καὶ αὐταὶ αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ τέλος ὅτι συμφώνως τῷ ἰσχύοντι Κανονισμῷ κατέχει ὁ κ. Πρόεδρος τὴν θέσιν, ἣν κατέχει τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἄπορον ἑπομένως μοὶ φαίνεται πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς φρονεῖ, ὅτι ἄλλας τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ θέση ἐν ἐφαρμογῇ καὶ ἄλλας οὐχί. Παρακαλῶ ὅπως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πρὶν ἄρξηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἐκδώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ὁ κ. Δερλερές, ὅτε μοὶ ὑπέβαλε τοιαύτην ἐπερώτησιν εἶπον εἰς αὐτὸν τὴν δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι. Τὸν παρεκάλεσα δὲ νὰ ἀποσύρῃ αὐτήν, καὶ τὴν ἀπέσυρε. Σήμερον ἐπανῆλθε καὶ ἐπανέφερε τὸ ζήτημα, εἶπον δὲ εἰς αὐτόν, ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως θὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως αὕτη ἀποφανθῇ.
§21Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε καθῆκον, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἀπεφασίσαμεν νὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων. Ὑμεῖς μάλιστα, κ. Πρόεδρε, προπάντων, ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθητε ἀναθεωρητικὸς ὑπὸ στενὴν Συνέλευσιν, ἔχετε καθῆκον νὰ σέβησθε τὸν ὑπάρχοντα. Οὐδὲν δικαίωμα εἴχετε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν. Ἡ τοιαύτη πρᾶξις νομίζω ὅτι ἀποδεικνύει ἔλλειψιν ἐθισμοῦ εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ βεβαίως ἡ διαμαρτυρία τῆς Βουλῆς, ἂν ἐπράξατε καλῶς ἢ κακῶς, πρέπει νὰ προηγηθῇ, διότι ἀναμφισβητήτως ἐπράξατε κακῶς καὶ οὐχὶ καλῶς καὶ ἔξω τοῦ νόμου.
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅτε ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε τὸν λόγον, ἠγνόουν περὶ τίνος προυτίθετο νὰ ὁμιλήσῃ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀντιρρήσεις, λυποῦμαι δέ, διότι ἐξέφρασεν ὁ κ. συνάδελφος ἓν εἶδος ἀποδοκιμασίας χωρὶς νὰ σκεφθῇ, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποδοκιμάσῃ τι πρὶν τὸ ἀκούσῃ. Ἐπρόκειτο νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι τὴν ἕκτην Σεπτεμβρίου διεκόπη ἡ πρώτη τῶν συνεδριάσεων, ἡ σοβαρωτάτη, ἐξ ἧς ἐξήρτηται ἡ τύχη τοῦ Σώματος τούτου, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τότε, ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ! Ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας εἶναι σεβαστή. Ἦλθεν ὅμως δεύτερον κροῦσμα, ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἐμὲ προώρως. Καὶ τότε εἶχον ἀντίθετον γνώμην, καὶ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα εὐλαβῶς ὑποβάλω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη μέχρι τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔκολος ἡ συνεννόησις ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, ἐγένοντο ὅσα ἐμεσολάβησαν. Ἐν τούτοις μετὰ πάροδον μιᾶς ἑβδομάδος ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Σήμερον, ἀφοῦ ἐγένετο λόγος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι βεβαιότατα ἀναφαίρετον εἶναι τὸ δικαίωμα τῶν ἀντιπροσώπων νὰ ἐνασκῶσι τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω οἱονεὶ παράκλησιν καὶ ὑπόμνησιν, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ μείνῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος μέχρι τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ εἴπω, ὅτε μὲ διέκοψέ τις τῶν συναδέλφων, οὐχὶ πρεπόντως.
§23Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «οὐχὶ πρεπόντως»;
§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς. Ἰδοὺ ὅτι ἄλλος συνάδελφος, ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχει, συζητεῖ διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὅστις ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ παρεμπιπτόντως ἄλλας συζητήσεις. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Σῶμα πρότασιν νὰ ἀναβάλῃ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν. Τὸ δὲ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν· εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις. Εἶναι ὅμως καλὸν νὰ σπεύσωμεν νὰ δώσωμεν τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς τὸ Σῶμα, διότι ἐξ αὐτοῦ ἤρτηνται τὰ πάντα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ παρεμπῖπτον θέμα νὰ ἀπασχολήσῃ ἤδη τὸ Σῶμα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιοῦτον θέμα δὲν ἔχει ὑποβληθῆ, διότι ὁ κ. Δερλερὲς τὸ ἀπέσυρεν, ἐπειδὴ ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν εἶναι ὅπως αἱ ἄλλαι Βουλαί. Γεννῶνται νέα θέματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προυνόησεν ὁ Κανονισμός, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ὅ,τι δὲ ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἀποφασίσει, αὐτὸ καὶ θὰ γίνῃ.
§26Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προκειμένου νὰ μὴ προταχθῇ πᾶσα ἄλλη συζήτησις πρὸ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ χαρακτηρισθῇ οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ, ἂν διὰ τῆς συζητήσεως τῆς διεξαχθείσης μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. συναδέλφου ἀπηγορεύθη ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Βουλευτά, ὅτι δι’ ὅσων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε πρὸς τὸν θελήσαντα νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησιν δὲν ἐξεδηλώθη διάθεσις πρὸς περιορισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κ. Πρόεδρος εὑρέθη εἰς τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκετο ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ τελειώσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν περὶ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος καὶ ἔπειτα νὰ ἀρχίσωμεν τὰς ἄλλας συζητήσεις. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν τὸν ὑποβαλόντα τὴν ἐπερώτησιν νὰ δεχθῇ νὰ μὴ διακοπῇ ἡ ἀρξαμένη πρὸ πολλοῦ συζήτησις περὶ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ δεχθῇ τὴν ἐπερώτησιν, δύναμαι δὲ ἐγὼ νὰ δώσω πληροφορίας ἐγκαίρως εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Μόλις δὲ τελειώσῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος θὰ ἀρχίσῃ καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§29ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δέχεται, ὅτι, οἱονδήποτε καὶ ἂν λάβῃ χαρακτηρισμὸν τὸ Σῶμα, θὰ ἔχῃ ἀπεριόριστον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον;
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα.
§31Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν πρέπει νὰ λείψῃ, διότι ἡ συζήτησις περὶ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος δυνατὸν νὰ λάβῃ διαστάσεις τοιαύτας, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ παρουσιασθῶσι ζητήματα μεγάλα καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ Βουλὴ δέον νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν Κανονισμόν· ἐνῷ δὲ θὰ διεξάγηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἐν ταὐτῷ νὰ ἐπιτρέπηται καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα μένει ἄλυτον.
§33Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησιν: θὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου;
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§35Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τότε, ἂν ἐπιμένῃ ὁ κ. Βουλευτής, πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κανονισμὸς δύναται ἑκάστοτε νὰ τροποποιῆται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Σώματος. Ἀπόφασις δὲ τοῦ Σώματος ὥρισεν ὅτι διακόπτεται ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ παρόντος Συνεδρίου, διὰ νὰ συνεχισθῇ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ὥστε εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, ἥτις κατὰ τοῦτο τροποποιεῖ τὸν Κανονισμόν. Δηλῶ ἄλλως, ὅτι, ἐὰν ἤθελε παρελκυσθῇ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ ἐὰν ἤθελεν ἐκφράσει ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ θέλων νὰ κάμῃ τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως διακοπῇ ἡμέραν τινὰ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως ἡ συζήτησις αὕτη, ἵνα γίνῃ ἡ ἐπερώτησίς του, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ δεχθῇ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κυρίαν συζήτησιν.
§37Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τὴν Δευτέραν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς.
§39Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς πᾶσαν ἐπὶ πλέον συζήτησιν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ παρέλκουσαν καὶ ὡς ἐξαντληθεῖσαν καὶ ὡς ἀνεπίδεκτον εὐρυτέρας ἀναπτύξεως καὶ ἐξετάσεως. Ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς καὶ ἐθνικῆς φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται αὕτη καὶ κατὰ μείζονα λόγον ὡς ἐνέχουσα σπουδαιοτέραν σημασίαν, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἀκριβῶς λαμβάνω τὸν λόγον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον χῶρον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσβλέπει μετ’ ἐλπίδος ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, μετ’ ἐλπίδος ἀνυψώσεως τοῦ ἐκπεσόντος γοήτρου τῆς χώρας, ἐμπεδώσεως τῆς τόσον εὐθίκτου δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, περιφρουρήσεως τῶν εἰς μυρίους κινδύνους ἐκτεθειμένων τιμαλφεστάτων ἐθνικῶν συμφερόντων, προσβλέπει ὡς εἰς παλλάδιον δυνάμενον νὰ προασπίσῃ τὰς πολιτικὰς αὐτοῦ ἐλευθερίας καὶ περισώσῃ πᾶν ὅ,τι πολύτιμον περικλείει ἡ χώρα. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐμπιστεύεται τυφλῶς καὶ ὕστατον τὴν τύχην ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς εἰς σανίδα σωτηρίας, σανίδα ἐφ’ ἧς προσδοκᾶται ἡ θεμελίωσις τοῦ μεγάλου οἰκοδομήματος τῆς ἀνακαινιζομένης Ἑλλάδος, Ἑλλάδος νέας ἰσχυρᾶς καὶ ἀκμαίας, Ἑλλάδος ἱκανῆς ὅπως τείνῃ ἐφεξῆς στιβαρὰν καὶ ἐπιβλητικὴν τὴν προστάτιδα αὐτῆς χεῖρα ἐπὶ τοῦ τόσον περιυβριζομένου καὶ δεινοπαθοῦντος, ὅσον καὶ ἀναξιοπαθοῦντος ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἀτενίζει ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὡς εἰς κέντρον εὐτελῶν πολιτικῶν διενέξεων, ταπεινῶν κομματικῶν παθῶν, βδελυρῶν προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων, εἰς ἃ δυστυχῶς ἐτείνομεν, καὶ τείνομεν ἡμεῖς διὰ τοῦ περιέργου τρόπου τῆς ἀντιλήψεως τῶν καθηκόντων ἡμῶν νὰ μεταβάλωμεν τὸν περίβολον τοῦτον, συντελοῦντες ὅπως τὸ Σῶμα τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑποπέσῃ εἰς τὴν δυσμένειαν τῆς κοινῆς γνώμης, ἐμπνεύσῃ τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ τὴν ἀποθάρρυνσιν καὶ περιέλθῃ εἰς τὴν πλήρη καὶ τελείαν αὑτοῦ καταδίκη συναποκομίζον τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ οἱ λόγοι οἱ συντρέχοντες εἰς τοῦτο, οἱ καὶ προκαλοῦντες τὴν συγκίνησιν καὶ ἀγωνίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν ὑφ’ ἡμῶν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τελουμένων, ἐν βαθυτάτῃ μελέτῃ καὶ ἐρεύνη αὐτῶν δέον νὰ πείσωσιν ἡμᾶς ὅτι ὡς ἀφετηρίαν ἔχουσιν οὐχὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὀρθῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἐπικρατοῦντος ἐν μέσῳ ἡμῶν πνεύματος, τοῦ μὴ ποσῶς λανθάνοντος φρονήματος, τῆς τελείας συναντήσεως τῶν ἰδεῶν, ἀλλ’ ὡς ἀφετηρίαν ἔχουσι τὴν ἔλλειψιν τὴν ἐκ τῆς ἐπιγνώσεως καὶ τῆς προθέσεως προερχομένην, τὴν εἰς τοῦτο καὶ μόνον ὀφειλομένην. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἀρθῶσι τὰ δύο ταῦτα ἐλατήρια ἐκ τοῦ μέσου ἡμῶν, ἡ ἐπίγνωσις καὶ ἡ πρόθεσις καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ὁ κομματικὸς ὑπολογισμός, ὁ δεινὸς οὗτος ἐφιάλτης, ἔστε βέβαιοι ὅτι τὰ πάντα ἀφ’ ἑαυτῶν ἤθελον ἐπανέλθει ἐν ζηλευτῇ τάξει καὶ ἁρμονίᾳ εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῶν θέσιν. Τούτου ἐπιτευχθέντος, ἤθελον ἀνακύψει διαλάμπουσα πλήρης ἡ μεταξὺ ἡμῶν ὁμοφωνία ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος, ἤθελεν ἐκλίπει τελείως ἡ περὶ τοὺς τύπους καὶ μόνον περὶ τοὺς τύπους περιστρεφομένη καὶ οὐχὶ περὶ τὴν οὐσίαν διχογνωμία καὶ ἤθελεν ἐξαφανισθῆ ἐντελῶς ἡ ἀπόστασις ἡ διαχωρίζουσα ἡμᾶς εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα ἔτοιμα νὰ ἐπιπέσωσι κατ’ ἀλλήλων καὶ σπαράξωσιν ἄλληλα.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ, ἆ.
§41Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐὰν ἐπ’ ἄλλων περιστάσεων τὸ κομματικὸν συμφέρον δέον νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιβεβλημένην αὐτῷ ὕπαρξιν καὶ ὑπόστασιν, ἤδη δέον νὰ τεθῇ ὑπὸ πάντων ἡμῶν ἐκποδὼν ὡς σάραξ δυνάμενος νὰ διαβιβρώσκῃ καὶ τὰς μᾶλλον ἱερὰς καὶ τὰς μᾶλλον πατριωτικὰς τῶν ἰδεῶν. Ἔρις καὶ διένεξις, λέγω, ὑφίσταται μόνον περὶ τοὺς τύπους καὶ οὐχὶ περὶ τὴν οὐσίαν. Καὶ τίς ὁ ἐν συνειδήσει ἀντιλέγων, ἐν συνειδήσει εἰς τοῦτο καὶ ἀντιφρονῶν; Οὐδείς. Καὶ βεβαίως οὐδείς. Πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρελάσαντες, καίπερ ἐξ ἀντιθέτων διευθύνσεων ὁρμώμενοι, κατέληξαν ὁμοφώνως, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ τέως ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ συμπέρασμα περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς γενικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν θεμελιωδῶν αὐτοῦ διατάξεων, πλὴν ἐν εἰδικωτέρᾳ μνείᾳ τοῦ θεσμοῦ τῆς Δυναστείας καὶ ἐν γενικωτέρῳ τόνῳ τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ δὴ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Πάντες διελάλησαν καὶ διεδήλωσαν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Δυναστείας καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, καταπνίξαντες ἐν τῇ μακροθύμῳ καὶ ἰδεώδει γενναιοφροσύνῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πᾶσαν φωνὴν διαμαρτυρίας αὐτοῦ στρεφομένην ἐκ δικαίας ἴσως ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, θεωρουμένου ὡς συνυπευθύνου, ἂν μὴ ἀποκλειστικῶς ὑπευθύνου, ἐπὶ τῇ ἐνεστώσῃ καταστάσει τῆς χώρας, τεθέντος οὕτως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκτὸς πάσης ἐπιθέσεως καὶ ἐκτὸς πάσης ἐπικρίσεως, ἐν τῇ διακρινούσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπαναλαμβάνω, ἄκρᾳ αὐτοῦ φιλοπατρίᾳ καὶ ἄκρᾳ πολιτικῇ συνέσει. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη: Μὴ ὑπαρχούσης ῥιζικῆς διαφωνίας, ποῖα τὰ ὑπολειπόμενα σημεῖα πρὸς μὴ τελείαν συνάντησιν τῆς γνώμης ἡμῶν; Ἐγὼ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἀνευρίσκω· καὶ δὲν ἀνευρίσκω τοιαύτην ἐφ’ ὅσον παραδέχομαι ὅτι πάντες ἐννοοῦμεν ἐνταῦθα νὰ κανονίζωμεν τὴν στάσιν ἡμῶν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν πάσῃ εὐσυνειδησίᾳ. Μετὰ τὰς ῥητὰς καὶ κατηγορηματικὰς δηλώσεις ἁπάντων τῶν κεκηρυγμένων ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὅτι θέλουσι τηρήσει ἀθίκτους τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅτι θέλουσι σεβασθῆ ταύτας ἀπαρεγκλίτως, ἐρωτᾶται: εἰς τί ὀφείλεται ἡ ἀσκουμένη πείσμων καὶ ἐπίμονος ἀντίδρασις ὅπως μὴ τὸ Σῶμα προσλάβῃ τὴν προσήκουσαν αὐτῷ μορφήν, ὅπως μὴ προσλάβῃ τὴν κυρίαρχον ἐκείνην δύναμιν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὴν ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως ἀπορρέουσαν, ὅπως μὴ τὸ Σῶμα προσλάβῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιβολὴν ἀπέναντι ἁπάντων ἀνεξαιρέτως ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὅπως μὴ προσλάβῃ τὴν αἴγλην καὶ τὸ μεγαλεῖον ἐν τῇ ἀποστολῇ αὐτοῦ ὡς Συντακτικῆς τοιαύτης; Δύο προφανῶς εἰσιν οἱ λόγοι οἱ προβαλλόμενοι καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀντίδρασιν ταύτην, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην τὴν γνώμην τῶν ἀντιφρονούντων: τὸ συναφθὲν συμβόλαιον μεταξὺ Βασιλείας καὶ Κυβερνήσεως καὶ οἱ ἐπικρεμάμενοι κίνδυνοι κατὰ τῆς χώρας ἐν Συντακτικῇ Συνελεύσει. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων οὔτε ἡ ὀρθὴ σκέψις οὔτε ἡ μεγάλη ἀλήθεια ἐπέχουσι θέσιν, ἀλλ’ ἐπέχουσι θέσιν εὐτελῆ καὶ ἀνάξια λόγου προσχήματα καὶ μυσαρὰ κομματικὰ πείσματα. Δὲν δύναται νὰ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ εὐσυνείδητος ἐκεῖνος, ὅστις σοβαρῶς ἤθελεν ὑποστηρίξει, ὅτι τὸ συναφθὲν συμβόλαιον, τὸ καὶ ὡς ἀδιάρρηκτον χαρακτηρισθὲν ὑπὸ τοῦ τέως κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ δεσμεύῃ τὰ δικαιώματα ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ ὅρια καὶ τὴν ἔκτασιν τοῦ ἔργου καὶ τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν. Ἀντίκειται καὶ εἰς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ εἰς τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου ἡ θεωρία, ὅτι ἐπὶ πολιτικῶν καὶ πολιτειακῶν ζητημάτων αἱ σκέψεις καὶ ἀποφάσεις μιᾶς Βουλῆς, σκέψεις καὶ ἀποφάσεις μὴ λαμβανόμεναι ἐν τῷ ἀπολύτως κυριαρχικῷ καὶ ἀνεγνωρισμένῳ αὐτῆς δικαιώματι, δύνανται νὰ δεσμεύσωσι τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ἑτέρας μεγαλειτέρας Βουλῆς. Ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο πρωτότυπον θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἐπ’ ἐσχάτων περιπεσόντος εἰς πολλὰς ἀτυχεῖς παραφωνίας καὶ παρακρούσεις λόγων καὶ σκέψεων, ἀσυνήθεις, ὁμολογῶ μετὰ λύπης μου, δι’ ἡμᾶς καλῶς γνωρίζοντας τὰ ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ τοῦ ἀνδρὸς προσόντα. Τὸ συναφθὲν συμβόλαιον, Κύριοι, προϊὸν ἀντισυνταγματικῆς ἀποφάσεως, εἰς ἣν ἐπρωτοστάτησαν αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων καὶ ἡ Κυβέρνησις, καταπατήσαντες διὰ τοῦ ἰδίου παραδείγματος καὶ ἀνατρέψαντες τὸ ἰσχῦον Πολίτευμα, ἀξιοῦσι παραδόξως καὶ παραλόγως ὅπως σεβασθῇ ἡ παροῦσα Βουλή, ὅπως μὴ μετατρέψῃ ἑαυτὴν εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, καίτοι, ὡς γνωστόν, κατηρτίσθη κατὰ τρόπον ὅλως ξένον πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγεγραμμένα ὅρια, καίτοι, οὕτω πως προελθοῦσα, δικαιοῦται ν’ ἀποτελῇ Σῶμα αὐθύπαρκτον καὶ αὐτοτελὲς μετ’ ἀπεριορίστου δικαιοδοσίας. Τοιοῦτοι ἰσχυρισμοί, Κύριοι, δὲν ἀποτελοῦσι σοβαρὰς σκέψεις ἀξίας προσοχῆς καὶ σεβασμοῦ. Δὲν δύναται νὰ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ εὐσυνείδητος ἐκεῖνος, ὅστις σοβαρῶς ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἀπειλοῦσι τὴν χώραν ἡμῶν κίνδυνοι πραγματικοὶ καὶ ἀληθεῖς ἐν Συντακτικῇ Συνελεύσει. Ἐγὼ προκαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ὅπως ἀπαριθμήσῃ ἔστω καὶ ἕνα κἂν κίνδυνον δυνάμενον ἐν τῇ ἀληθεῖ ἰδέᾳ τῆς πραγματικότητος νὰ περιστοιχίσῃ τὴν χώραν ἡμῶν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Εὐχερὲς τὸ προβάλλειν ἀπείρους φανταστικοὺς καὶ ἀνυπάρκτους κινδύνους πρὸς ὑποστήριξιν γνώμης σφαλερᾶς, ἵνα μὴ εἴπω ὑστεροβούλου καὶ ἰδιοτελοῦς, ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ καταπέσῃ ἡ λεοντῆ καὶ νὰ ἀποκαλυφθῇ γυμνὴ ἡ ἀλήθεια, ἐὰν ὄντως σωφρόνως καὶ πατριωτικῶς ἐννοῶμεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Κίνδυνοι, λέγουσι, δύνανται νὰ περιστοιχίσωσι τὴν χώραν ἡμῶν ἐν περιπτώσει Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ: ἐκ μέρους τίνος καὶ κατὰ τίνος; Μήπως ἐν μέσῳ ἡμῶν ὑπάρχουσιν ἐχθροὶ τῆς πατρίδος κεκρυμμένοι; Μήπως ὑπάρχουσιν ἕτεροι Πεισίστρατοι; Κίνδυνοι ἐκ μέρους τῶν Συντακτικῶν, ἐκ μέρους τῆς τάξεως ἐκείνης, εἰς ἣν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέπωμεν πάντες μετ’ ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, ἐκ μέρους τῆς τάξεως, ἐν ᾗ πρυτανεύουσιν αἱ ἁγνότεραι πολιτικαὶ σκέψεις, ἡ ἄκρα φιλοπατρία καὶ ἡ ἄκρα πολιτικὴ σύνεσις, ἐκ μέρους τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος ἀποβλέπει, μακρὰν παντὸς ἑτέρου ὑπολογισμοῦ; Οὐδεὶς βεβαίως κίνδυνος ὑφίσταται. Κινδύνους δημιουργεῖ δυστυχῶς μόνον ἡ φαντασία ἐκείνων, οἵτινες αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς ἄνευ ἀνάγκης ἐκδηλώσεως φιλοδυναστικῶν αἰσθημάτων, ὡσανεὶ ἐξεδηλώθησαν παρ’ ἡμῶν, παρ’ οἱουδήποτε, ἀντιδυναστικὰ τοιαῦτα. Κινδύνους διαβλέπουσιν οἱ τῆς σήμερον αὐλικοὶ θεράποντες. Καὶ γεννᾶται εὐλόγως ἡ ἀπορία, Κύριοι, πῶς τοὺς τοιούτους κινδύνους δὲν διέβλεπον οἱ αὐτόκλητοι καὶ τόσον ἔνθερμοι προστάται τοῦ Θρόνου, κινδύνους μὴ ἀφισταμένους ποσῶς τῆς ἰδέας τῆς πραγματικότητος, καθ’ ὃν χρόνον ἐξηναγκάζετο ἡ Α. Μεγαλειότης, κατὰ τρόπον ἐκβιαστικόν, κατὰ τρόπον θίγοντα τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν Αὐτοῦ, ὡς Ἡγεμόνος, νὰ προσυπογράψῃ καὶ προσεπικυρώσῃ τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα Διατάγματα περὶ τῆς ἀποπομπῆς τῶν τέκνων Αὐτοῦ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ, τὰ γνωστὰ Διατάγματα περὶ τῆς ἀποτάξεως τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν περιλάλητον 15ην Αὐγούστου ἐξεπλήρωσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, τηρήσαντες πιστῶς τὸν στρατιωτικὸν αὑτῶν ὅρκον; Λησμονοῦσι τόσον εὐχερῶς οἱ τὰ τοιαῦτα ὑποστηρίζοντες, ὅτι τὸ ἔρεισμα τοῦ Θρόνου, ἡ ἰσχὺς τοῦ Βασιλέως, συμβολίζονται ἐν τῇ ἀγάπῃ, καὶ μόνῃ τῇ ἀγάπῃ, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παρίσταται ἀκεραία καὶ ἀκλόνητος, σταθερὰ καὶ ἀμείωτος, τίνα κίνδυνον δύναται νὰ διατρέξῃ ἡ Δυναστεία καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ἐκ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως; Καὶ ἀντιθέτως· ἐὰν ἡ ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κλονισθῇ, ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ Στέμμα ἐκλείψῃ, ποία Συνέλευσις, εἴτε Συντακτικὴ εἴτε Ἀναθεωρητική, δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ περιφρουρήσῃ τὸν Θρόνον; Ἰδού, Κύριοι, ἀποδεικνύεται πασιφανῶς καὶ ἀναντιρρήτως, ὅτι οἱ προτασσόμενοι λόγοι ὑπὲρ τῆς μὴ μετατροπῆς τῆς Συνελεύσεως εἰς Συντακτικὴν εἰσι σόλοικοι καὶ ἀβάσιμοι, ἀποτελοῦντες ἐπιχειρήματα, μὴ δυνάμενα νὰ φέρωσι ποσῶς ἐν ἑαυτοῖς τὴν σφραγῖδα τῆς ἀληθείας, κρινόμενα ὅμως ὡς ἱκανὰ νὰ σαγηνεύσωσι καὶ παραπλανήσωσι καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἀγωνιζόμεθα τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς ἀναγεννήσεως τῆς χώρας· ὑπὸ τῶν αὐτῶν, ὑφ’ ὧν καὶ ἡμεῖς, ἐμφορούμενοι σκέψεων καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὀφείλουσι νὰ ὑψωθῶσιν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων. Ἡ πατρὶς ἡμῶν διέρχεται τὴν κρισιμωτέραν αὐτῆς περίοδον· πολλαπλοῖ καὶ μέγιστοι οἱ κατ’ αὐτῆς κίνδυνοι· τοὺς κινδύνους τούτους μόνον ὁ ἁγνὸς καὶ ἄδολος πατριωτισμὸς ἡμῶν δύναται νὰ ἀποτρέψῃ. Κοινοὶ κίνδυνοι, ἀλλὰ κοινοὶ καὶ οἱ ἀγῶνες· εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀποβλέψατε· ἐγκαταλείψατε τὰ προσχήματα, ἐγκαταλείψατε τὰ κομματικὰ πείσματα, τὰ κομματικὰ συμφέροντα, καὶ ἐγκολπωθῆτε τὸ μέγα πατριωτικὸν ἔργον τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Παρ’ αὐτῆς καὶ μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεκδέχεται τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος· τεθῆτε ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἔργου τούτου, ὑμεῖς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἱκανοὶ ὅπως διὰ τῶν φώτων ὑμῶν καὶ τῆς μακρᾶς πολιτικῆς πείρας καθοδηγήσητε ἡμᾶς εἰς τὴν ἐπιτυχῆ καὶ εὔστοχον ἐκπλήρωσιν τῆς δυσχερεστάτης ὄντως ἀποστολῆς ἡμῶν. Δώσατε τὰς χεῖρας πρὸς ἀλλήλους, συνεργαζόμενοι ἐν ἀγαπητῇ συμπνοίᾳ καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι θέλετε παράσχει τὴν ὑψίστην ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν πατρίδα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει χαράξει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀνεξίτηλον τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ. Ἡ πατρὶς ἡμῶν ἔκθετος σήμερον καὶ ὀρφανὴ ἔχει ἀνάγκην φιλοστόργων γονέων, ἔχει ἀνάγκην φιλοστόργων κηδεμόνων· υἱοθετήσατε ταύτην ἀπὸ κοινοῦ, κηδεμονεύσατε ταύτην ἀπὸ κοινοῦ, καὶ ἡ πατρὶς σωθήσεται καὶ μεγαλυνθήσεται. Εἶναι ἡ μόνη ὁδός, Κύριοι, ἡ ἄγουσα εὐθέως πρὸς τὸ καθῆκον· ἀντιπατριωτικὸν τὸ ἔργον ἐκείνων, οἵτινες τὴν ὁδὸν ταύτην δὲν ἤθελον ἀκολουθήσει, ἀλλὰ καὶ ἀντιπατριωτικὸν τὸ ἔργον ἐκείνων, οἵτινες τυχὸν ἤθελον διανοηθῆ νὰ ἀπειλήσωσι τὸ ἐθνικὸν συνέδριον διὰ πραξικοπήματος ἐν περιπτώσει μετατροπῆς αὐτοῦ εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἄς ἀναμετρήσωσι ψυχρῶς τὰς συμφοράς, ἃς θέλουσιν ἐπισωρεύσει κατὰ τῆς πατρίδος καὶ ἐπὶ τῆς ἰδίας κεφαλῆς, καὶ ἂς ἀναχαιτίσωσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ τοιαύτης κρημνώδους κατωφερείας. Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ ὅτι γλῶσσα ἧττον εὐλαβὴς καὶ μᾶλλον προκλητικὴ ἐκ μέρους τῶν ἰθυνόντων σήμερον τὰς τύχας ἡμῶν, ἑτοίμων νὰ δέχωνται καὶ δίδωσι μάχας, δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς ὀλέθρια καὶ δυσοίωνα ἀποτελέσματα· ἐὰν δὲν ἤθελον χαρακτηρισθῆ ἁπλῶς καὶ ἐπιεικῶς ὡς ἀτυχὴς κοινοβουλευτικὴ ἔκφρασις. Κατ’ ἀντίστροφον λόγον, Κύριοι, ἀντιπατριωτικὸν τὸ ἔργον καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον τυχὸν διανοηθῆ νὰ ἀπασχολήσωσι τὸ Συνέδριον τοῦτο ἐπὶ ζητημάτων εὐθυνῶν καὶ ἀποκαλύψεων, ζητημάτων, τὰ ὁποῖα, ἐν ᾧ οὐδὲν τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θέλουσι παρουσιάσει, θέλουσι συντελέσει εἰς συζητήσεις μακράς, ἀτέρμονας καὶ ἀγόνους, ἐπὶ προφανεῖ ἀπωλείᾳ πολυτίμου χρόνου, θέλουσιν ἐπιτείνει τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνυπομονοῦντος εὐλόγως ὅπως τὸ ταχύτερον ἐξέλθῃ τῆς ἀσφυκτικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἀπό τινος ἔχει καταδικασθῆ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδαμῶς ἐνδιαφέρεται, Κύριοι, διὰ τὸ παρελθόν. (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Τὸ παρελθὸν καταδικάζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὡς ἁμαρτωλόν, καὶ ὡς τοιοῦτον καταδικάζεται καὶ ὑφ’ ἁπάντων ἡμῶν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καταδικάζεται καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων τῶν κυβερνησάντων τὴν χώραν, διότι τοιοῦτον ὑπῆρξε τὸ περιβάλλον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνόει τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πολιτειακῶν αὐτοῦ καθηκόντων διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ καὶ τῶν κυβερνητῶν τῆς χώρας. Ὁ ἔλεγχος οὗτος ἂς ἀφεθῇ εἰς τὴν ἱστορίαν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἤδη σαφῆ τὴν ἰδέαν περὶ τῶν πράξεων ἑνὸς ἑκάστου τῶν διαχειρισθέντων τὰ κοινά· ἐὰν ἀντίξοοι περιστάσεις συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἀστοχήσωσιν οἱ κυβερνήσαντες τὴν χώραν ἡμῶν καὶ μὴ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τοῦτο οὐδαμῶς πταίουσιν οὗτοι, οὐδὲ δυνάμεθα μονομερῶς νὰ καταλογίσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐθύνην, διότι ὀφείλομεν πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν, ἐὰν εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ὅτι συνευθυνόμεθα διὰ τὰ ἐν τῷ παρελθόντι ἁμαρτήματα. Ἀλλά, ἐν ᾧ Κύριοι, εἶναι ἀντιπατριωτικὸν τὸ ἔργον τοῦτο, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κατάπτυστος βλασφημία πᾶσα μομφή, ἥτις ἤθελε τυχὸν ἐπιρριφθῇ κατὰ τῶν τάξεων τῶν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως κεκηρυγμένων, ὡς ἀγομένων ἐκ πνεύματος ἰδιοτελείας ὑπὲρ τῆς μακροτέρας παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος· εἰς τοιαύτας εὐτελεῖς καὶ ταπεινὰς σκέψεις οἱ Συντακτικοὶ δὲν ἀποβλέπουσιν, οὐδὲ εἰς τοιοῦτον φόβον ὑπολογίζουσιν, ἀλλ’ ἀποβλέπουσι μετὰ πίστεως καὶ ἀγάπης εἰς τὴν ἀληθῆ ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀνύψωσιν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν. Περαίνων, Κύριοι, τὸν λόγον μου, ὀφείλω νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἓν καὶ μόνον ἐστὶ τὸ ὄνειρον τῶν ἀσπαζομένων τὴν ἰδέαν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ἐθνικὴ ἀνάπλασις καὶ τὸ ἐθνικὸν μεγαλεῖον, καὶ ὑπὲρ τῆς πραγματικότητος τούτου ἀγωνίζονται τὸν ἱερὸν καὶ ὅσιον ἀγῶνα, τὸν ἀγῶνα τὸν ἐμπνεόμενον ὑπὸ τῆς Θείας Δικαιοσύνης καὶ τὸν εὐλογούμενον ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας. (Χειροκροτήματα).
§42ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καλούμεθα, Κύριοι, εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἡμῶν τὸ πρῶτον νῦν μετὰ πάροδον τεσσαράκοντα καὶ ἓξ ὅλων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ψηφισθὲν αὐτὸ ὑπὸ τῆς Βʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 ἐκλήθη ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ἀντιπροσωπεία εἰς ἔργον τοσαύτης σπουδαιότητος, εἰς ἔργον, ἐξ οὗ τὸ πᾶν ἴσως ἐξήρτηται διὰ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Ἡ ἀναθεώρησις, Κύριοι, τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐγχείρημα τολμηρὸν καὶ παρακεκινδυνευμένον διὰ πάντας τοὺς λαούς, μάλιστα δὲ διὰ τοὺς ἔχοντας τὴν ἰδιοσυγκρασίαν ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων. Διὸ καὶ ἀλλαχοῦ, κατ’ ἐξοχὴν δὲ παρ’ ἡμῖν, ἔχει ὑπαχθῆ αὐτὴ εἰς τοιούτους περιορισμούς, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ, ἂν ὄχι ἀδύνατος, δύσκολος τὰ μάλιστα. Εἰς τοῦτο δὲ ὀφείλεται ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ματαίωσις πάσης ἀποπείρας πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐξ αἰτίας δὲ τοιαύτης ἐδέησε καὶ νῦν νὰ ἐπιχειρηθῇ αὐτὴ ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Εἶμαι, Κύριοι, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀνέκαθεν ἔχουσι κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἡμῶν. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι ἦτο δυσκολώτατον νὰ ἐπέλθῃ αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον ἔχει καθιερώσει τὸ Σύνταγμα, ὅτι δὲ κατ’ ἀνάγκην θὰ προσεφεύγομέν ποτε εἰς ἐπανάστασιν ἐκ τῶν κάτω, ἢ εἰς πραξικόπημα ἐκ τῶν ἄνω, ὅπως ἐπιτύχωμεν τῆς ἀναθεωρήσεως. Αὐτὴν δὲ τὴν φορὰν ἐδέησε νὰ συνδράμωσι πρὸς τοῦτο, κατὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἐπανάστασις καὶ τὸ Β. Διάγγελμα τῆς 18ης Μαρτίου, ἵνα συγκληθῇ τὸ παρὸν Συνέδριον. Ἐδημιουργήθη δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔκρυθμος πραγμάτων κατάστασις, ἥτις στοιχίζει πολὺ εἰς ἡμᾶς καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν, μάλιστα δὲ ὑπὸ οἰκονομικήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, ὁπωσδήποτε ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, ἀνάγκη νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν εἰλικρινῆ προσπάθειαν, ἵνα πράγματι μεταρρυθμίσωμεν τὸ πολίτευμα ἐπὶ τὰ βελτίω καὶ καταστήσωμεν ἐφεξῆς κανονικωτέραν τῆς μέχρι τοῦδε τὴν λειτουργίαν του. Διότι ἄλλως κίνδυνος εἶναι νὰ ἐπαναληφθῇ ταχέως τὸ αὐτὸ ἐγχείρημα, ἀλλ’ ὑπὸ περιστάσεις πολλῷ δυσμενεστέρας ἢ νῦν. Ἐναντίαν περὶ τούτου γνώμην δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι καὶ μόνοι, ὅσοι διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐπιδιώκουσιν, ὡς κύριον σκοπόν, τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ, ἣν θεωροῦσιν ἐπουσιῶδές τι καὶ πάρεργον, ἀλλ’ ἐπιζητοῦσιν οὕτω διέξοδον μόνον ἐκ τῆς ἀνωμάλου πολιτικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἔχομεν περιστῆ ἀπὸ ἔτους ἤδη καὶ ἐπέκεινα. Αὐτοὶ μάλιστα δὲν ἐδίστασαν ἤδη πολλάκις ν’ ἀνομολογήσωσι τοῦτο ἀπροκαλύπτως, συνεπεῖς δὲ ὄντες πρὸς ἑαυτοὺς προσπαθοῦσι καὶ νῦν ἐκ παντὸς τρόπου, ὅπως ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἀχθῇ ὁπωσδήποτε καὶ ὅσον οἷόν τε τάχιον εἰς πέρας καὶ ἐπανέλθωμεν οὕτως εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν πρὸ τῆς 15ης Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους ἀπαντῶσαν παρ’ ἡμῖν. Ἀλλά, Κύριοι, ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ ἄλλοι μεταξὺ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν παροῦσαν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, ὡς καὶ τὴν ὅλην κακοδαιμονίαν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους ἡμῶν ὑπολαμβάνουσιν ἁπλᾶ μόνον συμπτώματα ὀργανικοῦ νοσήματος, ἀπὸ πολλοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς. Αὐτοὶ ἔχουσι τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν μὴ ληφθῇ πρόνοια περὶ ῥιζικῆς θεραπείας τοῦ τοιούτου νοσήματος, ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐκλίπωσι καὶ τὰ συμπτώματα, ὅτι δὲ ἡ μονομερὴς τούτων καταπολέμησις θὰ συνετέλει μᾶλλον εἰς ἐπίτασιν ἐκείνου καὶ θὰ καθίστα οὕτω θᾶττον ἢ βράδιον ἀναπόδραστον τὴν καταστροφήν. Οἱ πρῶτοι, Κύριοι, εἶναι οἱ εἰσηγηταὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος, γινομένης δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐπ’ ἀθετήσει τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Οἱ δεύτεροι εἶναι οἱ ἀποκρούοντες τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν, ὡς ἄκυρον ὅλως, προκειμένου νὰ γίνῃ αὐτὴ δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἥτις τὸ κῦρός της ἀρύεται ἐκ μόνου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅσον δ’ αὕτη συνεκλήθη ἐναντίον τῆς σχετικῆς διατάξεως τούτου οὐδεμίαν ἀπολύτως δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν, ἄκυροι δὲ κατ’ ἀκολουθίαν θὰ εἶναι καὶ πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις της. Ἀλλά, ἀφοῦ οὕτω πως ἀποκλείεται ἡ ἰδέα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, οἱ τοιαύτην ἔχοντες γνώμην ὑποστηρίζουσιν, ὅτι πᾶσα ἀναθεώρησις, γινομένη ἐπ’ ἀθετήσει τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἔργον Συντακτικῆς μόνον Συνελεύσεως. Ἐντεῦθεν προέκυψε καὶ ἡ διάκρισις τῶν ἀποτελούντων τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον εἰς ἀναθεωρητικοὺς καὶ εἰς συντακτικούς. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, πρόκειται περὶ διαφορᾶς μεγάλης, περὶ διαφορᾶς, ἥτις στρέφεται οὐχὶ περὶ ἐπουσιώδη, ἀλλὰ περὶ τὰ καίρια, ὡς τοιαύτη δ’ ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ εὐρεῖαν συζήτησιν. Ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐξήρτηται καθόλου ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Καθ’ ὅσον δὲ ὑπάρχει ἐλπὶς μόνον δι’ ἐξηκριβωμένης συζητήσεως νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ὀρθὴν καὶ αἰσίαν αὐτοῦ λύσιν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ μὴ φεισθῶμεν πρὸς τοῦτο κόπου καὶ χρόνου. Διὸ ἔγνων νὰ λάβω νῦν τὸν λόγον κἀγώ, ὅστις ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας ἤδη, ἀφ’ ὅτου τὸ πρῶτον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἔκτοτε δραττόμενος πάσης εὐκαιρίας, ἵνα συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τοῦ τύπου. Ὡς τοιοῦτος δὲ δικαιοῦμαι, νομίζω, εἴπερ τις καὶ ἄλλος νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Μὴ νομίσητε δέ, Κύριοι, ὅτι ἀξιῶ διὰ τοῦτο νὰ παράσχητε μείζονα πίστιν εἰς ἐμὲ ἢ εἰς τοὺς ἄλλους. Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω εἰς βάσανον πάσας τὰς μέχρι τοῦδε ἐξενεχθείσας γνώμας, θὰ φροντίσω δὲ sine ira et studio ν’ ἀποδείξω, ποῦ εὕρηται ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ δίκαιον. Πρὸς τοῦτο ὅμως ὀφείλω ἑκών, ἄκων νὰ εἶμαι ἀναλυτικὸς ἐξαντλῶν τὸ ἐπ’ ἐμοὶ πάντα τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα οὕτως ὥστε, εἰ δυνατόν, νὰ μὴ ἀφήσω ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω. Ἐλπίζω δὲ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναλυτικότης αὕτη προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, νὰ συγχωρηθῇ δὲ εἰς ἐμέ, ἵνα ἐπικαλεσθῶ ὑπὲρ τῶν γνωμῶν μου τὴν μαρτυρίαν διαφόρων συνταγματολόγων ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἀφοῦ ἔχω ν’ ἀντεπεξέλθω ἐν πολλοῖς ἐγώ, ὅστις οὔτε καθηγητὴς οὔτε ὑφηγητὴς ὑπῆρξα, οὐδὲ δόξαν νομομαθοῦς ἠξίωσά ποτε, πρὸς τὰς γνώμας τῶν διαπρεπεστέρων νομομαθῶν μας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγονται καὶ καθηγηταὶ καὶ ὑφηγηταὶ τοῦ δικαίου. Ἐν ἀρχῇ, Κύριοι, ἐπιστεύθη ὅτι ἡ ἀναθεώρησις θὰ περιωρίζετο εἰς μόνας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἃς εἶχον προδιαγράψει δι’ αὐτὴν ἡ ψῆφος τῆς τελευταίας Βουλῆς καὶ τὸ Β. Διάγγελμα τῆς 18 Μαρτίου ἐ. ἔ, ἡ δὲ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν θὰ ἐπελαμβάνετο νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἀφοῦ δὲ κατεδείχθη, ὁπόσον ἀνεπαρκεῖς ἦσαν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι εἰς πραγματικὴν βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος, ὁπόσον δ’ ἐπεῖγεν ἡ σύγχρονος νομοθετικὴ λύσις διαφόρων ζητημάτων, ἔκτοτε οἱ ἀναθεωρητικοὶ ἀνέκρουσαν πρύμναν, ὡς ἐμφαίνεται ἤδη καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, δι’ οὗ ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τοῦ παρόντος συνεδρίου, καὶ ἐκ τῶν σχετικῶν δηλώσεων τῶν ἡγετῶν τῶν δύο κομμάτων καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔκτοτε, Κύριοι, ἐκηρύχθησαν αὐτοὶ σχεδὸν πάντες ὑπὲρ τῆς εὐρείας ἀναθεωρήσεως, ἰδίως μετὰ τὴν εὔγλωττον καὶ πειστικὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οὗτος ὑπεστήριξεν ὅτι δυνάμεθα κάλλιστα νὰ διατηρήσωμεν τὸν ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα τοῦ παρόντος συνεδρίου, νὰ ἐπεκτείνωμεν δὲ τὸ ἀναθεωρητικόν του ἔργον καὶ εἰς ἄλλας μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὸ καὶ νέας τοιαύτας συντελεστικὰς καὶ ταύτας, ὡς ἐκεῖναι, εἰς τὴν κρείττονα διαρρύθμισιν καὶ κανονικωτέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ὡσαύτως ὑπεστήριξεν αὐτὸς ὅτι δύναται καὶ πρέπει ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ νὰ ἐνασκήσῃ καὶ νομοθετικὰ καθήκοντα συζητοῦσα καὶ ψηφίζουσα καὶ πᾶν ἄλλο νομοσχέδιον καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, περὶ οὗ εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι πρὸ μικροῦ διωρίσθη καὶ καθηγητὴς τοῦ Δικαίου ἐν τῷ Ἐθνικῷ ἡμῶν Πανεπιστημίῳ, ἐπαξίως τῆς ἐπιφανοῦς θέσεως, ἣν κατέχει ἐν τῷ νομικῷ ἡμῶν κόσμῳ, ἐπῆλθον εἶτα ἐπίκουροι καὶ συναρωγοὶ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, ὑφηγητὴς τοῦ Δικαίου, προσέτι δὲ ὁ κ. Πρόεδρος ἡμῶν καὶ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, πάντες ἔγκριτοι νομομαθεῖς. Ὀφείλω δέ, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὗτοι ἐξήντλησαν πάντα τὰ δυνατὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς εὐρείας Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὡς ἀπεκλήθη αὐτὴ ἔκτοτε. Τοσαύτην δ’ ἐντύπωσιν ἐνεποίησαν αἱ ἀγορεύσεις των καὶ ἰδίᾳ ἡ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν ἐπεβλήθη εἰς πάντας τοὺς ἀναθεωρητικούς. Ἐπειδὴ δὲ καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον τοῦ νὰ τηρηθῶσι κατὰ τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ πολιτεύματος ἀπαρασάλευτοι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν Θρησκείαν, τὴν Βασιλείαν καὶ τὸ εἶδος καθόλου τοῦ ἐν ἰσχύϊ πολιτεύματος ἡμῶν, διὰ τοῦτο πολλοὶ ἐνόμισαν τότε, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἐλύετο οὕτω κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικὸν εἴς τε τοὺς ἀναθεωρητικοὺς καὶ τοὺς συντακτικούς, ἀφοῦ κατ’ οὐσίαν οὗτοι δὲν διεφώνουν πλέον πρὸς ἀλλήλους. Ὅτε ὅμως ἐπείσθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ λύσις δὲν ἦτο εὔκολος, ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ ταῦτα ζωηροτέρα μάλιστα ἢ πρίν, τότε δὲν ἐδίστασαν νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν ἀπορίαν των ἐπὶ τούτῳ. Τινὲς δ’ αὐτῶν, ἐκ περιωπῆς συνήθως ἐξετάζοντες τὰ πράγματα καὶ περὶ πάντων ἀποφαινόμενοι, ὥσπερ ἐκ τρίποδος, ἔσπευσαν νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν προκειμένην συζήτησιν ὡς ἁπλῆν ματαιοσχολίαν, στρεφομένην περὶ μόνας τὰς λέξεις Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ὡς τοιαύτην δ’ ἀνταξίαν τῶν κενῶν ἐκείνων θεολογικῶν συζητήσεων, εἰς ἃς ἐνησμένιζον οἱ πάλαι κάτοικοι τοῦ Βυζαντίου καὶ κατ’ αὐτὰς ἔτι τὰς παραμονὰς τῆς ἐκπορθήσεώς του ὑπὸ Μωάμεθ τοῦ Βʹ. Ἀλλά, Κύριοι, οἱ τοιοῦτοι ἐπιτιμηταί μας περιωρίσθησαν τοὐλάχιστον εἰς μόνην τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ οἴκτου αὐτῶν πρὸς τὴν ἡμετέραν ματαιοσχολίαν. Εὑρέθησαν ὅμως ἄλλοι, μᾶλλον αὐτῶν ἐμβαθύνοντες εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, οὗτοι δ’ ἐν τῇ ἐγνωσμένῃ αὐτῶν ἐμβριθείᾳ ἀνεκάλυψαν ὑπὸ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν σκοποὺς αὐτόχρημα καταχθονίους, ὑφ’ οὓς ὁμοῦ μετὰ τῆς καταλύσεως τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς ἀναρχίας ἐπιδιώκονται καὶ ἄλλα πολλά. Ἐπιδιώκεται, Κύριοι, κατ’ αὐτοὺς ἡ ματαίωσις τοῦ μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἕτοιμον καθ’ ὅλα πρὸς συνομολόγησιν καὶ δὴ ὑπὸ τοὺς εὐνοϊκωτάτους δι’ ἡμᾶς ὅρους, ἀλλ’ οἱ κεφαλαιοῦχοι, μεθ’ ὅλην τὴν προθυμίαν, ἣν ἔχουσιν, ἵνα μᾶς δανείσωσι τὰ χρήματά των, ἐξαρτῶσι τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ ἐκ μόνου τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου, ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀπειλοῦντες ἄλλως νὰ μὴ συμπληρώσωσι καὶ αὐτὴν τὴν προκαταβολὴν τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, ἀνακηρυχθῇ αὐτὸ εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἐπιδιώκεται προσέτι ἡ ἔκρηξις οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς κρίσεως, καθ’ ὃν χρόνον καὶ ὑπὸ τὴν μίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν καθεύδομεν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ῥόδων, τὸ δὴ λεγόμενον. Ἐπιδιώκεται τέλος ἡ πρόκλησις τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας εἰς πόλεμον ἐναντίον ἡμῶν, καθ’ ὃν χρόνον διατελοῦμεν πρὸς αὐτὴν εἰς τόσον ἀγαθὰς σχέσεις, ὥστε καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ Γένος ἡμῶν ν’ ἀπολαύωσιν ἀνενόχλητοι πάντων τῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἔχουσιν ἐξασφαλίσει εἰς αὐτοὺς αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι, τὰ ἀπ’ αἰώνων προνόμια καὶ αἱ νέαι συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι ἐν Τουρκίᾳ. Ὑπῆρξαν μάλιστα καὶ οἱ φαντασθέντες ἐπὶ πᾶσι τούτοις τὸν Τουρκικὸν στρατὸν συγκεντρούμενον παρὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν καὶ ἕτοιμον νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, ἅμα τῇ ἀνακηρύξει τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἀλλά, Κύριοι, τοιαῦται τερθρεῖαι δὲν δύνανται ν’ ἀπασχολήσωσιν ἡμᾶς σοβαρῶς ἐνταῦθα μεθ’ ὅλην τὴν ἀνησυχίαν, ἣν φαίνονται αὐταὶ ἐμποιήσασαι εἰς τοὺς κύκλους ἀγαθοπίστων τινῶν ἀστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν ἤδη νὰ κρούσωσιν ἐπὶ τούτῳ τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου προκαλοῦντες διὰ τηλεγραφημάτων τὸν συναγερμὸν τῶν ὁμοφρόνων ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα πᾶσαν πρὸς σωτηρίαν τῆς κινδυνευούσης πατρίδος! Ἡμεῖς ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὴν τοιαύτην ἀλλοφροσύνην ὀφείλομεν ἐν πρώτοις νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ διαφωνία τῶν γνωμῶν περιορίζεται εἰς τὰς λέξεις μόνον, ἢ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰ πράγματα, εἶτα δέ, ἂν ἀποδειχθῇ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀληθές, νὰ ἴδωμεν, κατὰ τί διαφέρει καὶ κατὰ πόσον εἶναι προτιμοτέρα ἡ μία τῆς ἄλλης. Οἱ ἀναθεωρητικοί, Κύριοι, φαίνονται οἱ μᾶλλον συμβιβαστικοί. Αὐτοὶ ἐδείχθησαν πρόθυμοι νὰ ἐπεκτείνωμεν ἐν ἀνάγκῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος εἰς ὅλας τὰς μὴ θεμελιώδεις του διατάξεις, εἰς ἃς θέλουσι νὰ ἴδωσιν αὐτὴν ἐπεκτεινομένην καὶ οἱ συντακτικοί. Αὐτοὶ δὲ κυρίως διὰ τῆς τοιαύτης στάσεώς των παρέσχον ἀφορμὴν εἰς πολλοὺς νὰ πιστεύσωσιν ὅτι, ἐνῷ ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, οὐχ ἧττον ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἡ διαφωνία ὡς πρὸς τὰς λέξεις μόνον. Ἐὰν ὅμως τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον φαντάζονται οἱ πολλοί, διατί τότε οἱ ἀναθεωρητικοί, οἱ ἀποδεχόμενοι εὐρεῖαν τὴν ἀναθεώρησιν, ὅσον καὶ οἱ συντακτικοί, δὲν ἀποφασίζουσι ν’ ἀποδεχθῶσι καὶ τὸν ὅρον τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως θέτοντες οὕτω τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν ἀνιαρὰν συζήτησιν; Ἀλλ’ αὐτοί, Κύριοι, πᾶν τοὐναντίον, ἐν τοῖς πράγμασιν ἐλέγχονται μᾶλλον ἀδιάλλακτοι καὶ αὐτῶν τῶν συντακτικῶν. Τοῦτο ἀπέδειξεν ἤδη καὶ ὁ συμβιβαστικώτατος πάντων τῶν ἀναθεωρητικῶν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του διεκήρυξεν ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις σημαίνει καθολικὴν κατάλυσιν τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος καὶ ἀνυπαρξίαν πολιτεύματος μὲ ἀβέβαιον ἔννομον τάξιν. Καὶ δὲν ὑπῆρξε μόνος αὐτὸς ὁ τόσον ἀδιάλλακτος ἀπέναντι τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Καὶ πάντες σχεδὸν οἱ μετ’ αὐτὸν ἀγορεύσαντες ἀναθεωρητικοὶ ἐπροθυμήθησαν, τίς μᾶλλον νὰ ἐξάρῃ τὰς δυσυπερβλήτους δυσκολίας καὶ τοὺς μεγάλους κινδύνους τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως διὰ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος καθόλου. Ὁ κ. τέως Πρωθυπουργός, θεωρῶν τὸ Σύνταγμα ὡς συμβόλαιον μεταξὺ Βασιλείας καὶ Λαοῦ, ἐδήλωσεν ὅτι ἡ ἀνακήρυξις τοῦ παρόντος συνεδρίου εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν θὰ ἐσήμαινε μονομερῆ ἀναστολὴν τοῦ πολιτεύματος ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων, ὅτι δὲ τοῦτο θὰ ἠνάγκαζεν αὐτόν, εὑρισκόμενον τότε ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ τραπῇ τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ν’ ἀναθέσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὸ Στέμμα, οἱονεὶ ἐπισείων οὕτω πως τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Ἄλλος τις, Κύριοι, ὑπερακοντίζων ἐν τούτῳ τὸν κ. τέως Πρωθυπουργὸν ἰσχυρίσθη ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ συνυπάρξωσι Βασιλεία καὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἄλλος διεκήρυξεν ὅτι, καὶ ἂν αὐτὴ διὰ ψηφίσματός της ἀναγνωρίσῃ ὡς ἀπαρασαλεύτους τὰς περὶ Βασιλείας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναι ζήτημα, ἂν δύναται νὰ παραμείνῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος Αʹ ἐν Ἑλλάδι, ἂν δὲ Αὐτοῦ παραιτουμένου ἐκ τοῦ Θρόνου δὲν θὰ διετρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀπολέσωμεν τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις ἐξεχωρήθη εἰς ἡμᾶς δυνάμει συμβάσεως ὡς δῶρον ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ Αὐτοῦ ὡς Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων.
§43ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἡ Ἑπτάνησος ἐστερέωσε τὴν ἐλευθερίαν της διὰ τῶν ἀγώνων τῶν τέκνων της.
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην σας, ἀλλά, ὡς παρατηρεῖτε, ὑπάρχει ὁ διαφωνῶν πρὸς ἡμᾶς μεταξὺ τῶν ἀναθεωρητικῶν. Δὲν πρόκειται δὲ νῦν περὶ τούτου. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ καταδείξω οὕτω πως ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεγάλη μεταξὺ ἀναθεωρητικῶν καὶ συντακτικῶν, διαφορὰ στρεφομένη οὐχὶ περὶ τὰς λέξεις, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ φύσει ἀμβλυωποῦντες ἢ ἐθελοτυφλοῦντες, ἀλλὰ περὶ αὐτὴν τὴν οὐσίαν. Καὶ ἠκούσατε μέν, Κύριοι, μέχρι τοῦδε τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἀναθεωρητικῶν· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν νῦν, τί ἀπαντῶσιν εἰς αὐτοὺς οἱ συντακτικοί. Πρὶν ὅμως προβῶμεν εἰς τοῦτο, ἀνάγκη πᾶσα νὰ διαλευκανθῇ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐν παρόδῳ μόνον κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον, ἀλλ’ εἶναι σπουδαιότατον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς νῦν ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ Συνεδρίου, ἰδίως δ’ ἐν σχέσει πρὸς τὴν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς προνομίαν τοῦ Στέμματος. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι, ἂν τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ἡμῶν τυγχάνει τῷ ὄντι συμβόλαιον μεταξὺ Λαοῦ καὶ Βασιλέως, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες, ἢ ὄχι. Ἐγώ, Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ περὶ συμβολαίου θεωρία εἶναι ἀσύστατος.
§45Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχουσι σοβαραὶ ἀντιρρήσεις περὶ τούτου ἐξ ἡμῶν, κ. Βουλευτά.
§46ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξ ὑμῶν προσωπικῶς βεβαίως ὄχι.
§47Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη.
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠξεύρω, τί φρονεῖ τώρα, ὡς Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Βενιζέλος. Ὅτε ὅμως τὸ πρῶτον ἠγόρευσεν αὐτὸς ἀπὸ τοῦ ἐξώστου ξενοδοχείου τινὸς πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, ἰσχυρίσθη ὅτι, ἵνα γίνῃ εὐρυτέρα ἀναθεώρησις, ἔπρεπε νὰ εἶναι σύμφωνος εἰς τοῦτο καὶ ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων, ὁ Βασιλεύς. Ἤκουσα δὲ καὶ τὸν τέως Πρωθυπουργὸν διαρρηγνύοντα τὰ ἱμάτιά του ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἠδύνατο τὸ παρὸν Συνέδριον ν’ ἀνακηρύξῃ ἑαυτὸ Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ διακηρύττοντα ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο μονομερὴς ἀναστολὴ τοῦ Συντάγματος ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων. Τούτου ἕνεκεν ἐγὼ τουλάχιστον θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ διευκρινισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ὑπολειφθῇ ἀμφιβολία τις περὶ αὐτοῦ. Οἱ ὑπολαμβάνοντες τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ὡς συμβόλαιον μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως συγχέουσιν αὐτό, ὡς φαίνεται, πρὸς τὸ πάλαι Σύνταγμα, τὸ τοῦ ἔτους 1844. Ἀλλά, Κύριοι, μεταξὺ τούτου καὶ ἐκείνου ἀπαντᾷ διαφορὰ μεγάλη, διαφορά, ἡ ὁποία ἐξηνάγκασεν ἤδη αὐτοὺς τοὺς ψηφίσαντας τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 νὰ τὸ χαρακτηρίσωσιν, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ τοῦ 1844, ὡς «ἔργον νέον, δι’ οὗ νέαι θεωρίαι καθιδρύθησαν, νέοι κανόνες συντάξεως τῆς Πολιτείας εἰσήχθησαν». (Ἐπ. Ἐφημ. Συνελ. τ. ϛʹ, σελ. 784). Ἡ πρωτίστη δὲ καὶ κυριωτάτη διαφορὰ εἶναι ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἡ προϋπάρχουσα τούτου Βασιλεία παρίσταται ὡς συμβαλλομένη δι’ αὐτοῦ μετὰ τοῦ Λαοῦ, τοὐναντίον κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 οὐδὲν ἴχνος τοιαύτης συμβάσεως ἀπαντᾷ, διότι τοῦτο ἔθηκε μονομερῶς αὐτὸς εἰς ἑαυτὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς πρώτης Δυναστείας του, δι’ αὐτοῦ δὲ καθιέρωσε τὸ πρῶτον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ὡς πηγῆς πάσης ἐξουσίας ἐν τῷ Κράτει (ἄρθρ. 21). Ἡ Αʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις συνεκλήθη διὰ τοῦ Βασ. Διατάγματος τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843, ἐν ᾧ ἀναγινώσκομεν: «Ἄρθρ. 1. Θέλει συγκαλεσθῆ ἐντὸς τὸ πολὺ τριάκοντα ἡμερῶν Ἐθνικὴ Συνέλευσις, διὰ νὰ συντάξωμεν μετ’ αὐτῆς τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους». Τὴν δ’ ἔναρξιν αὐτῆς ἐκήρυξε τῇ 8ῃ Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ὁ Αʹ διὰ Βασιλικοῦ λόγου, δι’ οὗ ἀνωμολόγει ὅτι προέκειτο περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Πολιτείας, ὅστις θὰ συνετάσσετο ἐπὶ τῇ βάσει ἀμοιβαίων παραχωρήσεων καὶ θὰ ἐχρησίμευεν ὡς συνθήκη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ, καθ’ ἃ ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἑξῆς περικοπῶν τοῦ λόγου ἐκείνου (ἀναγινώσκει): «Σχεδιάζοντες τὸ Σύνταγμα τῆς κοινῆς ἡμῶν πατρίδος, ἂς μὴ φειδωλευθῶμεν περὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους παραχωρήσεις.... Ἂς συνομολογήσωμεν πρὸς ἀλλήλους συνθήκην, τῆς ὁποίας ἡ σκοπιμότης νὰ φέρῃ τὰ ἐχέγγυα τῆς διαμονῆς αὐτῆς καὶ διαρκείας». (Ἐπίσ. Πρακτ. Αʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνελεύσεως, σελ. 4). Πῶς δὲ, Κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ὡς θεμελιώδης τοῦ Κράτους νόμος; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ὄθων ἐλέῳ Θεοῦ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος.—Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει 1) Τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συζητηθὲν ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐπαρουσιάσθη εἰς Ἡμᾶς τὴν 21 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. παρὰ τῆς ἐπὶ τούτῳ σταλείσης παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἐπιτροπῆς· 2) Τὰς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου γενομένας παρ’ ἡμῶν παρατηρήσεις.... 3) Τὰς ἐπί τινων τῶν παρατηρήσεων τούτων εὐχὰς τῆς Συνελεύσεως... Ἀφοῦ κατὰ τὰ ἀνωτέρω συνωμολογήθη μεταξὺ Ἡμῶν καὶ τῶν Πληρεξουσίων τοῦ Ἔθνους τὸ Πολιτικὸν Σύνταγμα, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν αʹ) Νὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τὸ Πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος». Ἀλλὰ ποῦ, Κύριοι, ἴχνος τοιαύτης συνθηκολογήσεως μεταξὺ Βασιλέως καὶ Λαοῦ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864; Ὁ Γεώργιος Αʹ ἐκλήθη νὰ βασιλεύσῃ ἐν ἡμῖν οὐχὶ ἐλέῳ Θεοῦ, ὡς ὁ ἐκθρονισθεὶς πρῶτος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος Ὄθων, ἀλλὰ ψήφῳ τῶν Ἑλλήνων, ὡς διεκήρυξεν ὁ ἴδιος, ἅμα πατήσας τὸν πόδα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἀναγνωρίζων οὕτω πως ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀρχὴν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἥτις ἔμελλε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι. Ὡς ἂν δὲ μὴ ἤρκει ἡ διακήρυξις ἐκείνη, προκειμένου νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν Βασιλείαν, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 1863 ἔταξεν εἰς Αὐτὸν τὸν ἑξῆς ὅρον· «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς Συνελεύσεως, πλὴν τοῦ Συντάγματος». Ἀλλά, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἐστερήθη ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ κυρώσῃ τὸ νέον Σύνταγμα, ἐπιτρέπεται πλέον ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ ὅτι οὔτε συνθηκολόγησίς τις ἐπῆλθε διὰ τοῦ νέου Συντάγματος οὔτε ὡς συμβόλαιον μεταξὺ Βασιλέως καὶ λαοῦ δύναται νὰ θεωρηθῇ αὐτό; Διὸ καὶ ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ τοῦ 1844, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Γεώργιος Αʹ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων.—Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ παρὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως ὑπὸ τῶν Πληρεξουσίων τοῦ Ἔθνους ψηφισθὲν Πολιτικὸν Σύνταγμα (οὐχὶ σχέδιον Συντάγματος, ὡς ἐπὶ Ὄθωνος), ὅπερ καὶ Ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν, ἀποφασίζομεν καὶ διατάττομεν αʹ) νὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τὸ Πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος». Ἀλλ’ ἴσως, Κύριοι, νομίσῃ τις, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου σημαίνει κύρωσιν αὐτοῦ ὑπὸ τούτου, ἀφοῦ ἄλλως τε κατὰ τὸ ἄρθρον 109 αὐτοῦ «τὸ παρὸν Σύνταγμα ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν, ἅμα ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἔχει οὕτως, εἰς ἀπόδειξιν δ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ ἐπιφανεστέρου τῶν ζώντων συνταγματολόγων ἡμῶν, οὗτινος τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ἀναγνωρίζει αὐτὸς ὁ τέως Πρωθυπουργός, ὁ διορίσας αὐτὸν καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Ν. Ν. Σαρίπολος, ὅστις ἐν τῷ νεωτάτῳ καὶ κρατίστῳ τῶν ἔργων του, ὅπερ ἐδημοσίευσε τὸ παρελθὸν ἔτος Γερμανιστὶ ὑπὸ τὸν τίτλον τὸ «Δημόσιον Δίκαιον τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος», ἀποφαίνεται περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 109 τοῦ Συντάγματος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς «κυρώσεως» ἐν τῇ νομικῇ ἐννοίᾳ, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον ὡς ὁ ὅρκος εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ ἐδημιούργησεν ἡ κυρίαρχος θέλησις τοῦ λαοῦ, ἡ ἐκδηλωθεῖσα διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὅτι οὗτος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς ὑπογραφῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ «οὐχὶ ὁ τῆς κυρώσεως τοῦ Συντάγματος» συνάγεται καὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ψηφίσματος τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 1863». Ἐπὶ πλέον, Κύριοι, ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 ἀναγράφεται, ὡς προεῖπον, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἡ ἄγνωστος ὅλως εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Κατὰ τὸ 21 ἄρθρον του, «ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἐνεργοῦνται δέ, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Συνδυάσατε δὲ νῦν τὴν διάταξιν ταύτην πρὸς τὴν τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι» καὶ εἴπατέ μοι, ἂν ἡ στοιχειώδης λογικὴ ἐπιτρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι, χωρὶς τὸ Σύνταγμα ν’ ἀπονείμῃ εἰς αὐτὸν ῥητῶς τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν, τὴν συντακτικήν, ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς νὰ μετέχῃ αὐτῆς, ὡς συμβαλλόμενος μετὰ τοῦ λαοῦ. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, θελῆσαν ν’ ἀπονείμῃ εἰς τὸν Βασιλέα νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὥρισε τοῦτο ῥητῶς διὰ τῶν ἄρθρων 22, 23 καὶ 37. Κατ’ αὐτὰ «ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς»· «τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐνασκεῖ τοῦτο διὰ τῶν Ὑπουργῶν»· «ὁ Βασιλεὺς κυρώνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους· νομοσχέδιον ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, λογίζεται ἀκυρωθέν». Διατί ὅμως δὲν ἔπραξε τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν; Διατί καὶ ὡς πρὸς ταύτην δὲν ἀνεγνώρισε ῥητῶς εἰς τὸν Βασιλέα νὰ μετέχῃ αὐτῆς προτείνων διατάξεις διὰ τὸ Σύνταγμα ἢ κυρώνων αὐτὰς καὶ ἀρνούμενος, ἂν θέλῃ, τὴν κύρωσίν των; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἠθέλησεν οὕτω πως ν’ ἀποκλείσῃ αὐτὸν ἐκ πάσης ἀναμίξεως εἴτε εἰς τὴν σύνταξιν εἴτε εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος ἐπιφυλάξαν ἀμφότερα τὰ δικαιώματα ταῦτα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους. Ὡς πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν μάλιστα τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ὑπερηκόντισε καὶ αὐτὸ τὸ Βελγικόν, ὅπερ ἔσχον οἱ συντάκται του ὡς ὑπογραμμόν. Κατὰ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 131 (ἀναγινώσκει): «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δικαιοῦται νὰ διακηρύξῃ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἀναθεωρήσεως ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Μετὰ τὴν διακήρυξιν ταύτην αἱ δύο Βουλαὶ διαλύονται αὐτοδικαίως. Συγκαλοῦνται δύο νέαι συνῳδὰ πρὸς τὸ ἄρθρον 71. Αἱ Βουλαὶ αὗται ἀποφασίζουσιν ἐκ κοινῆς συμφωνίας μετὰ τοῦ Βασιλέως (de commun accord avec le Roi) περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων κ. λ. π.» Κατὰ δὲ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα (ἄρθρον 107) μετὰ πάροδον δέκα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος του δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσιν ὡρισμέναι διατάξεις του ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν, ἀφοῦ βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὡς δὲ ὁρίζεται ἐν αὐτῷ ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως θεωρεῖται βεβαία, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατὰ δύο συνεχεῖς Βουλευτικὰς Περιόδους διὰ τῶν τριῶν τετάρτων τῶν ψήφων τοῦ ὅλου αὐτῆς ἀριθμοῦ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα εἰδικῶς πρὸς τοῦτο, συγκειμένη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἥτις ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων.» Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, τὸ ἡμέτερον παρέλιπε τὴν διάταξιν τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ἐκ κοινῆς συμφωνίας μετὰ τοῦ Βασιλέως. Ἡ παράλειψις δὲ αὕτη δὲν εἶναι τυχαία τις, ἀλλ’ ἐγένετο ἀπὸ σκοποῦ, ὡς καθίσταται πρόδηλον τοῦτο ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ συντάξασα τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, εἶχε διατυπώσει τὸ ἄρθρον 107, σχεδὸν ὡς ἔχει αὐτὸ νῦν. Τὸ τότε ὅμως Ὑπουργεῖον ἠθέλησε νὰ τὸ τροποποιήσῃ ὧδέ πως: «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἡ μεταβολή τινος ἤ τινων τῶν διατάξεων αὐτοῦ, μόνον ἂν διαταχθῇ διὰ νόμου κλπ.» Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὅμως ἀπέκρουσε τὴν τοιαύτην τροπολογίαν, διότι, ἐὰν ἐπετρέπετο νὰ ληφθῇ ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως ἀπόφασις διὰ νόμου, ὁ Βασιλεὺς διὰ τῆς κυρώσεώς του θὰ μετεῖχε τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἔστω καὶ ἐμμέσως πως. Μέχρι τοιούτου σημείου ἡ Βʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνέλευσις ἀπέκλεισε τὸν Βασιλέα πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς συντάξεως καὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Τὴν γνώμην, Κύριοι, ταύτην ὑποστηρίζουσι καὶ πάντες οἱ ξένοι συνταγματολόγοι, ὅσοι ποιοῦνται καθόλου λόγον περὶ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος. Πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Γάλλου Borgeaud (Etablissement et révision des constitution en Amérique et en Europe, Paris 1893 p. 137 et 140) καὶ τοῦ Γερμανοῦ Zweig, οὗ τὸ νεώτατον ἔργον (Die Lehre vom Pouvoir Constituant, Tuebingen 1909), ἐξῆρεν ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος. Ὁ Zweig ἀναφέρων τὰ Συντάγματα, ἅτινα δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Στέμματος εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἐπάγεται (ἀναγινώσκει): «Τέλος καὶ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἀποκλείει, κατὰ παρόμοιον τρόπον πρὸς τὸ Νορβηγικόν, πᾶσαν συντακτικὴν πρᾶξιν τοῦ Στέμματος» (σελ. 270 κ. 314). Θὰ προσεκάλουν δὲ νῦν πάντα ἀντιφρονοῦντα νὰ ὑποδείξῃ ἕνα οἱονδήποτε συνταγματολόγον τῆς Ἑσπερίας, ἔχοντα ἐναντίαν γνώμην. Οἱ Πληρεξούσιοι τοῦ 1862, διατελοῦντες ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ πρώτου ἡμῶν Βασιλέως, ὧν ἕνεκεν εἶχον ἐκραγῆ διάφοροι ἐπαναστάσεις ἐν Ἑλλάδι, καταλήξασαι εἰς τὴν ἐκθρόνισιν Αὐτοῦ, ἠθέλησαν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νέου Συντάγματος, περὶ ὧν μέχρι τοῦδε ὁ λόγος, νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τὰς ὑπερβασίας ἐκείνας καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσιν οὕτω τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἡσυχίαν τῆς χώρας. Ἐντεῦθεν ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς Βασιλείας ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς συντάξεως καὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἐπὶ τὸ δημοκρατικώτερον καθόλου διαρρύθμισις τοῦ ἐν ἰσχύϊ πολιτεύματος ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ τοῦ 1844, ὅπερ ἦτο μᾶλλον μοναρχικόν. Ἐάν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1844–1862 εἴχομεν ἐν Ἑλλάδι περιωρισμένην μοναρχίαν, ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν δημοκρατίαν περιωρισμένην, κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ Γαλλικοῦ πολιτεύματος τοῦ 1779, ὅπερ ὠνομάσθη τότε «βασιλικὴ δημοκρατία» (Démocratie royale). Βεβαίως ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1862 παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1779 παρὰ Γάλλοις, ἦτο ὑπὲρ τῆς Βασιλείας καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, ἐρειδομένης εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους. Τούτου ἕνεκα καὶ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τοῦ 1862 καὶ ἐν ταῖς μετὰ ταῦτα Βουλαῖς ἀπεκλήθη τὸ νέον ἡμῶν πολίτευμα «Δημοκρατία βασιλευομένη». Τὴν γνώμην ταύτην ἀσπάζονται καὶ πάντες σχεδὸν οἱ ἡμέτεροι συνταγματολόγοι (πρβλ. ἰδίως Ἰ. Ἀραβαντινοῦ Συνταγμ. Δικ. τ. Αʹ, σελ. 218 κφξ. καὶ Ν. Ι. Σαριπόλου Πραγματ. Συνταγ. Δικ. ἔκδ. βʹ τ. Αʹ, σελ. 142 καὶ 240), προσεπικυροῖ δὲ καὶ εἷς τῶν κορυφαίων ἐν τῇ Γερμανικῇ ἐπιστήμῃ, ὁ πολὺς Jellinek, ἀποφαινόμενος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ κυριώτατον τῆς μοναρχίας γνώρισμα ἔγκειται ἐν τούτῳ, ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ τοῦ θεμελιώδους τῆς Πολιτείας Χάρτου δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ ἢ ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ μονάρχου. Ὅπου ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι μεταβολαὶ εἰς τὸ Σύνταγμα ἄνευ ἢ ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἐκεῖ οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ μοναρχίας, οἱονδήποτε ὄνομα καὶ ἂν φέρῃ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, διότι οὗτος ἔχει στερηθῆ τὴν ἀνωτάτην ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐνέργειαν, ἥτις δίδει εἰς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν». (Algem. Staatslehre, 2 Aufl. S. 667). Τὴν γνώμην ταύτην ὑποστηρίζει ἐρρωμένως καὶ ὁ νεώτατος τῶν ἡμετέρων συνταγματολόγων, εἰς οὗ τὰ φῶτα προσέφυγε καὶ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς πρὸς ὑπόδειξιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ν. Ν. Σαρίπολος παραθέτων ἐν τῷ προμνημονευθέντι συγγράμματι αὐτοῦ τὸ ἄρθρον 44 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰ μὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι», ἐπάγεται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀποκλείει τὴν ἀρχὴν τῆς μοναρχίας καὶ εἶναι ἐπακολούθημα καὶ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ 21 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ λαός, ὁ ἐκδηλῶν τὴν θέλησίν του διὰ τοῦ ὀργάνου του, τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι τὸ ἀνώτατον ὄργανον τῆς Πολιτείας. Ἡ Βουλή, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος συνερχομένη κατ’ ἔτος τὴν 1 Νοεμβρίου εἰς τακτικὴν Σύνοδον καὶ ἄνευ συγκλήσεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κέκτηται τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἀναθεωρήσεως τούτου μόνη ἄνευ συμπράξεως τοῦ Βασιλέως. Ἀναντίλεκτον ἄρα ὅτι τὸ ὄργανον, ὅπερ ἀποφασίζει περὶ μεταβολῆς τοῦ Συντάγματος, εἶναι τὸ ἀνώτατον τῆς Πολιτείας ὄργανον, διότι αὐτὴ ἡ ὀργάνωσις τῆς Πολιτείας ὑπόκειται εἰς τὴν θέλησίν του». (Ἔνθα ἀνωτέρω σελ. 15). Ὑπὲρ τῆς τοιαύτης γνώμης ἐπικαλεῖται ὁ κ. Σαρίπολος τὴν συμφωνίαν καὶ ξένων καὶ πάντων τῶν ἡμετέρων συνταγματολόγων πλὴν τοῦ πατρός του, ὅστις μόνος ἔχει διάφορον γνώμην. Οὗτος νομίζει ὅτι ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπόφασις δύναται νὰ ληφθῇ μόνον τῇ συναινέσει τοῦ Βασιλέως διὰ νόμου, ὅτι δὲ αἱ ἀναθεωρηθεῖσαι συνταγματικαὶ διατάξεις χρήζουσι τῆς κυρώσεως διὰ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλά, Κύριοι, τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ πατρὸς ἀνασκευάζει ὡς ἑξῆς ὁ υἱός (ἀναγινώσκει): «Ὁ συγγραφεὺς οὗτος (ὁ πατὴρ Σαρίπολος) στηρίζει τὴν γνώμην του εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως, ὅτι δὲ τὸ συμβόλαιον τοῦτο δύναται νὰ μεταβληθῇ μόνον τῇ ὁμοφώνῳ βουλήσει ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων. Ἡ θεωρία ὅμως αὕτη περὶ συμβολαίου, ἥτις ὑπεστηρίχθη καὶ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, ἐξεταζομένη ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, εἶναι ὅλως ἀσύστατος τὴν σήμερον. Τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται τὴν σήμερον, καθ’ ἣν γνώμην εἶχον κατὰ τὸν μεσαίωνα, νὰ εἶναι δικαιοπραξία μεταξὺ δύο διαφόρων προσώπων· εἶναι μᾶλλον νόμος, τεθειμένος ὑφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ δι’ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, τὴν Πολιτείαν. Συμβόλαιον ὅμως, τὸ ὁποῖον προϋποθέτει δύο πρόσωπα, δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται μεταξὺ δύο ὀργάνων τῆς Πολιτείας, ἅτινα ὡς τοιαῦτα οὐδεμίαν προσωπικότητα κέκτηνται διάφορον τῆς ἑνιαίας προσωπικότητος τῆς Πολιτείας. Ἡ περὶ Συντάγματος θεωρία, ὡς συμβολαίου, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν νεωτέραν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας, προϋποθέτει δ’ ἐπὶ πλέον δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, ἅτινα οὗτος δὲν κέκτηται κατὰ τὸ ἄρθρον 44 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα εἶναι νόμος, ἐκδηλῶν τὴν μονομερῆ θέλησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ». Αὐτ. σελ. 16 καὶ 18). Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ μακρηγορήσω πως, ἵν’ ἀποδείξω ὁπόσον ἕωλος καὶ ἀσύστατος εἶναι ἡ θεωρία περὶ Συντάγματος, ὡς συμβολαίου μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως· διότι πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, ἀφορῶντος εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, ἥτις θ’ ἀνετρέπετο ἄρδην, ἐὰν ἐγίνετο αὕτη ἀποδεκτή, ἔστω καὶ σιωπηρῶς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ προεδικάζετο, ὡς ὑπεδήλωσα ἤδη, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου καὶ θ’ ἀπέβαινε ματαία πᾶσα περαιτέρω συζήτησις περὶ αὐτοῦ. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἐλύετο καὶ ἕτερον ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος, τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τούτου, ἣν καὶ ὁ τέως καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐπέσεισαν καθ’ ἡμῶν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐλησμόνησε βεβαίως τὴν ἀπειλήν, τὴν ὁποίαν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ἐξετόξευσεν ἐναντίον ἡμῶν, ὅτε ἦτο ἔτι ἐν τῇ ἀρχῇ, δηλώσας ἤδη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ συνεδρίου τούτου ὅτι, ἐὰν ἀνεκηρύττετο εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, θ’ ἀνήρχετο εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ παραιτούμενος θὰ προεκάλει τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Στέμματος. Ἐὰν δέ, Κύριοι, τότε ὑπελείφθη ἀμφιβολία τις περὶ τῆς ἐννοίας τῶν λόγων ἐκείνων τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, ἔσπευσε νὰ διασκεδάσῃ αὐτὴν ὁ διάδοχός του ἐν τῇ Κυβερνήσει. Οὗτος, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν, ἐδήλωσεν ἀπροκαλύπτως, ὅτι θὰ ἔπραττε τοῦτο ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένην τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος. Ὅτε δὲ ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου, διεκήρυξεν ὅτι ἐξησφάλισεν ἤδη αὐτήν, κατά τι ἀνακοινωθέν, ὅπερ ἐδημοσίευσαν πανομοιοτύπως ὅλαι σχεδὸν αἱ ἐφημερίδες. Ἔκτοτε, Κύριοι, δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ τύπος νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνῃ, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις ἔχει ἐξησφαλισμένην τὴν διάλυσιν τοῦ παρόντος Συνεδρίου, οὗτινος τὴν πλειονοψηφίαν ἐννοεῖ νὰ ἐξαναγκάσῃ οὕτω πως εἰς τυφλὴν ὑποταγήν. Καὶ συνοδεύονται αἱ τοιαῦται διαβεβαιώσεις ὑπὸ ὕβρεων καὶ προπηλακισμῶν, καθαπτομένων καιρίως οὐ μόνον τῆς ἀξιοπρεπείας, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι οὗτοι ἵστανται τόσον ὑψηλά, ὥστε μετ’ ἀδιαφορίας καὶ περιφρονήσεως ν’ ἀντιπαρέρχωνται εἰς τοιαύτας ἐπιθέσεις. (Εὖγε, εὖγε! Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ ἐπευφημίαι). Καθ’ ὅσον ὅμως αὗται γίνονται ἐξ ὀνόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα ἐφημερίδος φιλικώτατα διακειμένης πρὸς αὐτόν· καθ’ ὅσον ἰδίως αἱ διαδόσεις περὶ ἐξασφαλίσεως ἐκ τῶν προτέρων τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, αἱ τόσον ἐπίμονοι, θέτουσιν ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ τὴν οἰκείαν προνομίαν τοῦ Στέμματος καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀδιάφορον δι’ ἡμᾶς. Ἤδη χθές, Κύριοι, εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἠρώτησε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, κατὰ πόσον αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος διαδόσεις εἶναι ἀληθεῖς. Ἔλαβε δὲ τὴν ἀπάντησιν ὅτι οὐδεμία ἐφημερὶς διερμηνεύει ἐγκύρως τὰς γνώμας του, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν εὐθύνεται αὐτὸς διὰ τὰ δημοσιευόμενα ἐν τῷ τύπῳ. Ἀλλὰ σήμερον ἡ ἐφημερίς, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη χθὲς ὁ κ. συνάδελφος, ἔσπευσε ν’ ἀναδημοσιεύσῃ τὸ ἀνακοινωθὲν εἰς τὸν τύπον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ τὴν κάθοδόν του ἐκ τῶν ἀνακτόρων, ὅτε τῷ ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι δ’ ἐκείνῳ ὑπεδηλοῦτο σαφῶς ὅτι ἦτο ἐξησφαλισμένη ἐκ τῶν προτέρων ἡ διάλυσις, προσετέθη δὲ ὑπὸ τῆς ἀναδημοσιευσάσης ἐφημερίδος ὅτι αὐτὸ εἶχε γραφῆ ἰδιοχείρως ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ γεγονὸς ὅμως τοῦτο ἀναγκάζει νῦν ἡμᾶς νὰ μὴ ἀντιπαρέλθωσι πλέον ἐν σιγῇ τὰ περὶ διαλύσεως δημοσιεύματα. Διότι, ἐὰν εἶναι ταῦτα ἀληθῆ, τότε εἶναι ζήτημα, ἂν εὑρισκόμεθα πλέον οὐχὶ ὑπὸ κοινοβουλευτικόν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ συνταγματικὸν κἂν πολίτευμα, ἢ ἂν πρόκειται περὶ ἀπολυταρχίας ἢ μᾶλλον δικτατωρίας ἐν Ἑλλάδι. Ἡ προνομία, Κύριοι, τῆς διαλύσεως ἀνεγνωρίσθη εἰς τὸ Στέμμα παντοῦ καὶ πάντοτε ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον τοῦ νὰ μὴ προεξοφλῆται αὕτη ποτὲ ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλὰ νὰ χρησιμοποιῆται ἐν δεδομένῃ στιγμῇ κρίσεως, δι’ ἣν οὐδεμία ἄλλη διέξοδος ὑπολείπεται ἢ ἡ τῆς διαλύσεως. Τούτου δ’ ἕνεκεν ἡ προεξόφλησις τῆς τοιαύτης προνομίας τοῦ Στέμματος θὰ ἐσήμαινεν οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον ἢ ἐκμηδένισιν αὐτῆς τε καὶ τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἧς αὐτὴ εἶναι ἓν τῶν πρωτίστων καὶ κυριωτάτων γνωρισμάτων. Προεξόφλησις ὅμως τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, γινομένη πρὸς ὃν σκοπὸν ἐγράφη ὅτι πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ αὐτὴ νῦν, ἤτοι πρὸς ἐνάσκησιν ψυχολογικῆς βίας ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐξαναγκαζομένης οὕτω πως εἰς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως παρὰ πεποίθησιν καὶ συνείδησιν, σημαίνει καί τι ἄλλο ἐπὶ πλέον· σημαίνει ἐκμηδένισιν καὶ αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅταν δέ, Κύριοι, ἐκμηδενισθῶσιν οὕτω πως οἱ δύο παράγοντες παντὸς συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τί ὑπολείπεται πλέον ἐκ τούτου; Ἔχομεν τότε πλήρη καὶ τελείαν αὐτοῦ κατάργησιν καὶ καθιέρωσιν τῆς δικτατωρίας. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ παράπαν τὸ Κοινοβούλιον, ἀφοῦ διὰ τῆς παρῳδίας τούτου οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ἡ συγκάλυψις τῶν εὐθυνῶν τῆς δικτατωρίας διὰ τῆς ψήφου του. Καὶ τοιοῦτό τι ἔπρεπε νὰ συμβῇ ἀναγκαίως, ἐὰν προέκειτο νῦν περὶ συνήθους Βουλῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς πολιτείας ἡμῶν ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἰς τὸ Στέμμα. Ἀλλὰ πρόκειται νῦν τῳόντι περὶ συνήθους Βουλῆς; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Καθ’ ἡμᾶς τοὺς συντακτικοὺς πρόκειται περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἤτοι περὶ κυριάρχου Σώματος, ἐξ οὗ πηγάζουσιν ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ ἡ Βασιλική, ἥτις διὰ τοῦτο οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα κέκτηται διαλύσεως αὐτῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἀπεφάσιζεν αὐτὴ νὰ προβῇ εἰς πολιτικὸν πραξικόπημα. Ἀλλά, Κύριοι, εἰς τοιοῦτο πραξικόπημα δὲν προέβη αὕτη ἐν ἔτει 1864 κατὰ τῆς τότε Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις κατετρίβετο εἰς ἀτελευτήτους συζητήσεις, εἰ καὶ διέσωζε τότε τὸ Στέμμα πλῆρες καὶ ἀκέραιον τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρόν του, καὶ θ’ ἀποτολμήσῃ Αὐτὸ νῦν τοιοῦτο πραξικόπημα μετὰ ἄδοξον πολιτικὸν βίον τεσσαράκοντα ἑπτὰ περίπου ἐτῶν, ἐξ οὗ δὲν ἐξέρχεται καὶ Αὐτὸ πάντη ἀλώβητον; Ἀλλά, καὶ ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῶν ἀναθεωρητικῶν καὶ ἀνακηρυχθῇ τὸ παρὸν ἐθνικὸν συνέδριον Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, μήπως καὶ τότε κέκτηται τὸ Στέμμα ἀπέναντι αὐτῆς τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως; Οὐδαμῶς, οὐδέποτε. Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι. Καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐνασκεῖ συντακτικὴν ἐξουσίαν, εἰ καὶ ἐν περιωρισμένῳ μόνον κύκλῳ καὶ ὑπὸ περιωρισμένην ἐντολήν. Ἐφ’ ὅσον δ’ ἐκπληροῖ τὴν τοιαύτην ἐντολὴν εἶναι καὶ αὐτὴ κυρίαρχον Σῶμα, ὡς τοιοῦτο μὴ ὑπαγόμενον εἰς διάλυσιν ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος. Ἀφοῦ, ὡς εἴδομεν ἤδη, οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα κέκτηται τοῦτο οὔτε ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἥκιστα πάντων δικαιοῦται αὐτὸ νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ὡς ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, καὶ αὐτὴ διαλύεται ἀφ’ ἑαυτῆς, ἅμα τῇ ἀποπερατώσει τοῦ ἔργου της, ἐκτὸς ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἔχῃ τάξει εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένην προθεσμίαν, ἧς ληξάσης θεωρεῖται αὐτὴ αὐτοδικαίως διαλελυμένη. Τοιαύτην, Κύριοι, προθεσμίαν τρίμηνον ὥρισε διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1848 ἐν ἄρθρῳ 111. Ἀλλὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἀντέγραψεν ἐν τούτῳ τὸ Βελγικόν, καθ’ ὃ οὐδεμία ἄλλη προθεσμία τάττεται εἰς αὐτήν, εἰμὴ μόνη ἡ μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου, δι’ ὃ συνεκλήθη. Τούτου ἕνεκεν ἡ ἐν ἔτει 1892 συνελθοῦσα ἐν Βελγίῳ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, προκειμένου ν’ ἀναθεωρήσῃ 11 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, παρέτεινε τὰς ἐργασίας της ἐπὶ 14 ὅλους μῆνας, χωρὶς ποτε νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν νοῦν τινος, ἵνα συμβουλεύσῃ εἰς τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Παρατηρητέον δέ, Κύριοι, ὅτι ἐν Βελγίῳ τὸ Στέμμα μετέχει τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, διότι αὐτὴ ἀποφασίζεται τὸ πρῶτον διὰ νόμου καὶ γίνεται εἶτα ἐκ συγεννοήσεως πρὸς τὸ Στέμμα, ὡς εἴδομεν ἤδη· ἐνῷ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα οὐδέτερον τῶν δικαιωμάτων τούτων ἀνεγνώρισεν εἰς τὸ Στέμμα, ἀλλὰ τόσον τὴν σύνταξιν, ὅσον καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος καθιέρωσεν ὡς ἀποκλειστικὸν κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ ἔθνους. Ἄν δ’ ἐκεῖ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οὕτω πως θὰ ἠδύνατο τὸ Στέμμα νὰ ματαιώσῃ μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως πᾶσαν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, πολλῷ μᾶλλον παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπιτρέπεται αὕτη. Οἱ νῦν ἀξιοῦντες νὰ τύχωσι παρὰ τοῦ Στέμματος τῆς διαλύσεως τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξώθησαν Αὐτὸ ἤδη καὶ εἰς τὴν σύγκλησιν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διὰ Β. Διαγγέλματος, ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ τὸ Διάγγελμα ἐκεῖνο ὑπῆρξε τὸ πρῶτον ὀλίσθημα Αὐτοῦ, τὸ ὁδηγῆσαν τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἰς τὰς παρούσας δυσχερείας. Ὡς ἐὰν δὲ μὴ ἤρκει τὸ πάθημα ἐκεῖνο, ἔρχονται νῦν αὐτοὶ οὗτοι οἱ δημιουργοὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ ζητοῦσι νὰ ἐξωθήσωσι τὸ Στέμμα εἰς νέον ὀλίσθημα χεῖρον τοῦ πρώτου. Διότι, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀξιοῦσι νῦν παρ’ Αὐτοῦ, ἤτοι ἡ διάλυσις τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου, ἄν τε Συντακτικὴ Συνέλευσις παραμείνῃ αὐτό, ἄν τε ἀνακηρυχθῇ εἰς Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, θὰ ἦτό τι χεῖρον ἢ πολιτικὸν πραξικόπημα, θὰ ἦτο αὐτὸ τοῦτο διαζύγιον μεταξὺ Λαοῦ καὶ Βασιλείας, ἥτις θὰ ἐτίθετο οὕτω πως ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καὶ παντὸς νόμου. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§49Α. ΤΣΕΛΟΣ. Πραξικόπημα τῆς ὑπευθύνου ἀρχῆς, ἂν συμβῇ τοιοῦτό τι.
§50Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήττομαι, Κύριοι, πῶς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, πῶς λησμονεῖ, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύματος, καὶ ἔρχεται εἰς συζήτησιν πρὸς σκέψεις ἐνδεχομένας ἢ ὑποτιθεμένας τοῦ Στέμματος καὶ εἰς ἐπικρίσεις αὐτοῦ, ἐνῷ ἔχει ἐνώπιόν του κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸς καὶ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Ἐλπίζω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον. Χθὲς ἐγένετο ἐπίσης τοιαύτη συζήτησις. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν ἐκπλήττομαι, ἐκπλήττομαι διὰ τὰ γινόμενα σήμερον γίνονται ἀπὸ ἀνθρώπου περιωπῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς ἐμπειρίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων καὶ ἐπευφημίαι ζωηραὶ καὶ παρατεταμέναι).
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Θόρυβος).
§52Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Αὐτὴ εἶναι μέθοδος τοῦ παρελθόντος· αὐτὰ πρέπει νὰ λείψωσι, διότι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐργασία.
§53Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ὅτε τὰς πρώτας ἡμέρας σᾶς ἔλεγον νὰ μὴ τοὺς ἐνθαρρύνητε, σεῖς δὲν ἠκούετε.
§54Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐάν, Κύριοι, εἶπον, ὅσα ἠκούσατε πρὸ μικροῦ περὶ τοῦ φάσματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη ἐπισείεται κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἔπραξα τοῦτο, οὐχὶ ἵνα κατηγορήσω, ἀλλ’ ἵνα ὑπερασπισθῶ τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον ὁ πρῶτος αὐτοῦ σύμβουλος ἀφήνει τόσον οἰκτρῶς ἐκτεθειμένον διὰ τῶν περὶ διαλύσεως διαδόσεων. Καὶ δὲν ἐκτίθεται τὸ Στέμμα, ὅτε γράφεται καὶ πιστεύεται, ὅτι Αὐτὸ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς πραξικόπημα κατὰ Σώματος κυριάρχου, ὁποῖον εἶναι τὸ παρὸν ἐθνικὸν συνέδριον, ὅτι δ’ ἐπὶ πλέον ἔχει προεξοφλήσει ἤδη τὴν γνώμην του περὶ τούτου; Ἐγώ, Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ φρόνησις καὶ μετριοπάθεια, ἥτις διέκρινε τὸν Βασιλέα Γεώργιον καθ’ ὅλον τὸν σχεδὸν πεντηκονταετῆ βίον του ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ ἐγκαταλίπῃ αὐτὸν νῦν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἄλλως τόσων κρισίμων περιστάσεων, ἃς διανύει τὴν σήμερον τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν. Ὅ,τι δὲ δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀξιώσωσί ποτε παρ’ Αὐτοῦ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς περιωπῆς ἑνὸς Δ. Βούλγαρη, ἑνὸς Ἀλ. Κουμουγδούρου, ἑνὸς Ἐπαμ. Δεληγεώργη καὶ ἑνὸς Χαρ. Τρικούπη, δὲν θὰ ἀνεχθῇ νῦν νὰ ἐκβιάσῃ παρ’ αὐτοῦ κανεὶς ἐκ τῶν σημερινῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐξ ὧν οὐδεὶς ἔχει τὸ ἀνάστημα ἐκείνων.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε διατί φοβεῖσθε;
§56ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μεθ’ ὅσα, Κύριοι, εἶπον μέχρι τοῦδε, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα ἀπάντησις πρὸς τὸν διακόψαντά με συνάδελφον.
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν μᾶς εἴπετε, τί συνεκομίσατε ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι μένει ἓν κενόν.
§58Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ὅ,τι ἀπεκόμισε καὶ χθὲς τὸ βράδυ.
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῶν χθεσινῶν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι θεωρῶ ὅτι ἔθηκαν τέρμα εἰς τὸ θέμα.
§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀποφεύγετε νὰ παράσχητε ἐξηγήσεις σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς διαψεύδοντες διαρρήδην τὰ γραφέντα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, ὡς ὑμετέρας δηλώσεις ἢ ἀνακοινώσεις περὶ διαλύσεως, ἐξευτελιζούσας καὶ τὸ Στέμμα καὶ τὴν ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, οὔτε ἡ συζήτησις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένη οὔτε τὸ ζήτημα λελυμένον. Ἔχετε δὲ καθῆκον ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὑμεῖς νὰ μὴ ἀφήσητε οὕτω πως ἐκτεθειμένον τὸ Στέμμα τοὐλάχιστον.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ; Διατί, ἀφοῦ εἶμαι ὑπεύθυνος Κυβέρνησις;
§62ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε καὶ ἔργῳ ὅτι εἶσθε ὑπεύθυνος Κυβέρνησις. Τὴν ἀπόδειξιν δὲ ταύτην καθυστερεῖτε καὶ ἀπέναντι τοῦ Στέμματος καὶ ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐνόσῳ δὲν προβαίνετε εἰς τὰς αἰτουμένας ἐξηγήσεις. Καὶ νῦν, κύριοι, μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κυρίου ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου. Εἶναι αὐτὸ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἢ Συντακτικὴ Συνέλευσις;
§63Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Νὰ διακόψωμεν ἕως πέντε λεπτά.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Εὐταξίας.
§66ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, πρὶν ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου, νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα παράσχῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς ἐξηγήσεις περὶ τῆς θέσεως τοῦ Στέμματος ἀπέναντι τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου. Τὰ γραφέντα περὶ διαλύσεως ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων κατ’ ἐπανάληψιν, ὡς δῆθεν ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθάπτονται καιρίως καὶ ἐκείνου καὶ τούτου. Νομίζω δὲ ὅτι οὔτε εἰς ἐμὲ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου οὔτε εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ συνεχίσῃ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον δὲν παρέχονται αἱ ζητούμεναι ἐξηγήσεις. Διὰ τοῦτο κατερχόμενος ἐκ τοῦ βήματος τούτου θ’ ἀναμείνω, ἕως οὗ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τὸ βῆμα, συζητεῖ μὲ τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις νὰ ὑπέχῃ τὴν εὐθύνην τῶν γραφομένων εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς πρωτευούσης. Ὅ,τι εἶπον χθές, τοῦτο ἔχω νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ὁμιλίας μου, ἀφοῦ ἀκούσω πάντας τοὺς ῥήτορας ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τότε βεβαίως θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ ἐπὶ τῆς ἐνδεχομένης ἐνασκήσεως τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος ἐναντίον τοῦ Σώματος τούτου. Δὲν εἶμαι ἄνθρωπος ὑπεκφεύγων τὰς εὐθύνας, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος νὰ μὴ ὁμολογήσω ὅλην τὴν ἀλήθειαν, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος νὰ μὴ ἐκθέσω φανερὰ τὴν πολιτικήν μου. Δύναμαι ἀκόμη νὰ προσθέσω τοῦτο, ἵνα διευκολύνω τὴν θέσιν σας: Ἐὰν θέλητε νὰ φέρητε τὴν στιγμὴν ταύτην ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τούτου, σᾶς δηλῶ ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθελον ἔχει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὰ Ἀνάκτορα νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου, δὲν θὰ διστάσω δὲ νὰ συστήσω εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα νὰ καλέσῃ ὑμᾶς οἵτινες θ’ ἀπεδεικνύεσθε τυχὸν ἔχοντες τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἵνα συστήσητε Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπολαύω τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος τούτου, ὅπως ὑπέθεσα χθὲς ὅτι ἀπολαύω ταύτης ἀκεραίας, καθ’ ὃν τρόπον ἔληξεν ἡ συζήτησις ἡ προκληθεῖσα ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω προεξοφλητικῶς ποίαν γνώμην θὰ εἶχον ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Θὰ παρακολουθήσω τὴν ἐξέλιξιν τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος τούτου καὶ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς θὰ διατελῶμεν, καὶ τότε ἀναλόγως τούτων θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω εἴπει ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ εἴπῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται προεξοφλητικῶς νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της εὑρισκομένη ἀπέναντι μελλουσῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας αὕτη δὲν δύναται νὰ προἴδῃ. Ταύτας τὰς ἐξηγήσεις εἶχον νὰ κάμω. (Χειροκροτήματα).
§68Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§70Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος.
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ· διὰ τὸν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος; Νομίζω ὅτι ἀμφισβητεῖται ἡ κοινοβουλευτικὴ παράστασις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ὑπάρχει ἓν παρεμπῖπτον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἑπομένως ὁ λόγος ἀνήκει εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν ἤδη εἰς τὸ βῆμα.
§72Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅτι ὁ τόνος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἰς τὴν εὐλογωτάτην ἀξίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διαλύσῃ μίαν ἀμφιβολίαν, διαψεύδων μίαν διάδοσιν, ἡ ὁποία προσέβαλε καὶ προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος. Κυβέρνησις μάλιστα φιλελευθέρα, οἵα ὀνομάζεται ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνεχθῇ, ὅπως τὸ Σῶμα τοῦτο παρέχῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην μὲ θυσίαν τῆς ἀξιοπρεπείας της, ἄνευ ἐπιγνώσεως τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων της. Πρωτίστως ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, καὶ ἀφοῦ ἀπὸ ἡμερῶν κυκλοφοροῦσι φῆμαι καὶ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδουσιν εἰς τὰ χείλη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν προεξόφλησιν τῆς προνομίας — προνομίας ὅμως ἀμφισβητουμένης καὶ ἐριζομένης, διότι, εἴτε ὡς Συντακτικὴ Συνέλευσις ἀνακηρυχθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο εἴτε ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ γνώμη ἡ κατισχύουσα, ἡ γνώμη ἡ ἐνδεικνυομένη ἐκ τοῦ σαφοῦς γράμματος τοῦ Συντάγματος εἶναι, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦλθε νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα —, ἀφοῦ, λέγω, τοιαῦται φῆμαι διεδόθησαν, εἶχεν ἀναντιρρήτως ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐδήλωσεν εἰς αὐτὴν ὅτι θὰ τὴν περιβάλλῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, εἶχε ὑποχρέωσιν νὰ σώσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τούτου, νὰ διαψεύσῃ τὰς φήμας, ἵνα τοῦτο δυνηθῇ ἄνευ θυσίας τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χθὲς καὶ σήμερον ἔτι κατηγορηματικώτερον, ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἠδύνατο ὁ λαὸς νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι πράττομεν τοῦτο βιαζόμενοι, συνεπείᾳ τοῦ φόβου, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει εἰς ἡμᾶς ἡ διάδοσις, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κρύπτει εἰς τὸ θυλάκιόν του τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος. Τοιαύτη ὑπόνοια, ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν, ὅπως ἐργασθῶσιν ἀφόβως καὶ εὐθαρσῶς διὰ τὴν ῥιζικὴν ἀνακαίνισιν τῆς Πολιτείας, καταρρίπτει τὸ ἠθικὸν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἡ ἄρνησις ἢ ἡ ἀποφυγὴ τῆς διαψεύσεως ἔχει ὡς συνέπειαν τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς Βουλῆς, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται αἱ διαδόσεις, εἴτε ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἴτε ἐκ τῶν ἐφημερίδων, αἵτινες ὑποστηρίζουσι καὶ ὑμνολογοῦσιν αὐτόν. Ἑπομένως ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιμείνωμεν ὅπως ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ ἂν τὰ διαδιδόμενα ταῦτα ἔχονται ἀληθείας, ἂν τὸ Στέμμα ἐσκέφθη, πρὶν ἀκόμη καταρτισθῇ καὶ πρὶν ἐπιληφθῇ τὸ Σῶμα τῶν καθηκόντων του, νὰ προεξοφλήσῃ τὴν διάλυσιν, διὰ νὰ τὸ καταστήσῃ πειθήνιον τῇ Κυβερνήσει, διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὰς ἀποφάσεις μας, εἴτε αὗται ἀφορῶσι τὸ πολίτευμα ἡμῶν, εἴτε τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχομεν, λέγω, καθῆκον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τοῦτο, καὶ ἐν ὅσῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν προβαίνει εἰς κατηγορηματικὴν διάψευσιν, ἐν ὅσῳ ὑπεκφεύγει, νομίζω, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος μᾶς ὑποχρεοῖ, ὅπως διακόψῃ πᾶσαν συζήτησιν καὶ ἀπόσχῃ πάσης ἐργασίας, μέχρις οὗ αἱ διαδόσεις αὗται διαψευσθῶσι κατηγορηματικῶς πλέον καὶ ἐπισήμως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὕρῃ διέξοδον εἰς τὴν ὑπόθεσιν προκαλῶν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τὸ Συνέδριον ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ Πληρεξουσίους, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐπείσθησαν ἂν πρέπει καὶ ἂν ἔχουσι καθῆκον νὰ περιβάλλωσιν αὐτὸν διὰ τῆς ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης των, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὸς ὃν εὐλόγως στρέφονται ὡς πρὸς νέον ἄνδρα σήμερον αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἀνέπτυξεν ἀκόμη τὸ πολιτικόν του πρόγραμμα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἀνορθώσει τὸ καταρρεῦσαν πολιτικὸν οἰκοδόμημα, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμένῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι ὁ λαὸς διὰ τῆς ψηφοφορίας τῆς 8ης Αὐγούστου ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν θέλει πλέον τὰ κόμματα τὰ προσωπικά, ἀλλὰ θέλει κόμματα ἀρχῶν, ἀλλὰ τὰ κόμματα ἀρχῶν προϋποθέτουσι προγράμματα πολιτικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνέπτυξεν ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐν τούτοις καὶ παρὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις, ἢ τοὐλάχιστον μεγίστη πλειονοψηφία αὐτῆς, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐξεδήλωσεν, ὅτι ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἡ μέλλουσα αὐτοῦ ἐργασία ἤθελεν ἔργῳ δικαιώσει τὰς προσδοκίας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπ’ αὐτὸν καὶ ἐπὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἥν περιεβάλλομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης μας, εὑρισκόμεθα ἀντιμέτωποι πρὸ ἑνὸς ἀπρεποῦς καταναγκασμοῦ, πρὸ μιᾶς διαδόσεως ἀσεβοῦς καὶ πρὸς τὸ Σῶμα καὶ πρὸς τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους, ἣν ἀντιπροσωπεύει οὗτος, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη σας, κύριε Πρωθυπουργέ, περὶ τῆς Συνελεύσεως, ὅτε τοιαῦται ἀνευλαβεῖς φῆμαι διαδίδονται, καὶ δὲν διαψεύδονται, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ συνεργασθῶμεν μεθ’ ὑμῶν, ἀφοῦ πλέον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἴδιον ἐπίπεδον, διότι σεῖς εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ τῆς τόσον ῥαγδαίας αἴγλης σας, ὥστε νὰ ἀπαντᾶτε μετ’ ἀδιαφορίας πρὸς τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐξευτελισμοῦ, ὅτι εἰς τὸ θυλάκιόν σας κρατεῖτε τὴν διάλυσιν, διὰ νὰ τὴν ἀναγνώσητε, ἅμα δὲν φανῶμεν πειθήνιοι εἰς τὰς προτάσεις σας. Ὑπὸ τοιαύτην ταπείνωσιν προτιμότερον νὰ διαλύσητε αὐτήν, ἂν καὶ τοιοῦτον δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει τὸ Στέμμα. Διὰ τοῦτο ἀποκρούων τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ὑπεκφεύγουσα κατηγορηματικὴν διάψευσιν, προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ διακόψῃ πᾶσαν συζήτησιν καὶ πᾶσαν ἐργασίαν, μέχρις οὗ οἱ ὑπεύθυνοι διαβεβαιώσωσι ταύτην, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐγράφησαν στεροῦνται ὑποστάσεως, ὅτι τόσον ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ τὸ Στέμμα εὐλαβοῦνται τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους, ὅτι ὑπεράνω τοῦ κυριάρχου τούτου Συνεδρίου οὐδεμία ἄλλη ὑπάρχει ἐξουσία, δικαιουμένη νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς διαλύσεως αὐτοῦ. Προτείνω λοιπόν, Κύριοι, εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅπως διακόψῃ πᾶσαν συζήτησιν καὶ πᾶσαν ἐργασίαν, μέχρις ὅτου ἡ Κυβέρνησις βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ γραφέντα καὶ καταγγελθέντα, ὅτι προεξωφλήθη ἡ διάλυσις τοῦ Σώματος, ὅτι τὸ Στέμμα ὑπεσχέθη νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, ἅμα ἤθελε τὸ ζητήσει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§73Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀναμφιβόλως, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη νὰ διαψεύσῃ τοὺς λόγους τοὺς ἀποδιδομένους αὐτῷ. Ἐν τῷ τύπῳ ἀνακοινωθέν, ἐπίσημον σχεδὸν χειρόγραφον, δοθὲν δηλαδὴ ὑπ’ αὐτοῦ, ἔρχεται εἰς ἐπιβεβαίωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Φθιώτιδος λεχθέντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σήμερον. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑποθέτω ὅτι ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς ἐπιτροπὴν παρουσιασθεῖσαν αὐτῷ ἐκ μέρους τῆς ὁμάδος τῆς ὑποστηριζούσης τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν προφορικῶς ἐξέφρασεν ὅ,τι καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐγράφη. Ἁρμόδιοι ὅπως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διαφωτίσωσιν ἡμᾶς εἶναι, ὑποθέτω, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευσαν ὡς ἐπιτροπὴ τῶν Συντακτικῶν καὶ οἱ ὁποῖοι μετέβησαν παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεζήτησαν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον τηρεῖται τοιαύτη στάσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι Σώματος κυριάρχου, ὑποθέτω, ὅτι θὰ εἶμαι ἐν τοῖς πράγμασι νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως ἀξία μομφῆς εἶναι ἡ Κυβέρνησις οὕτω πολιτευομένη.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ εἴπω μόνον ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τριανταφυλλίδου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐδημοσιεύθη ὑπὸ ἐφημερίδων φίλα διακειμένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος τούτου. Τὴν διάδοσιν αὐτὴν τὴν κατέστησε μᾶλλον πιστευτὴν τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὶν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν ἐδήλωσεν ἐπισήμως, ὅτι δὲν θὰ ἦτό ποτε διατεθειμένος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν, ἐὰν δὲν ἦτο ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένος, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀνάγκης θὰ τῷ ἐχορηγεῖτο ἡ προνομία τοῦ Στέμματος πρὸς διάλυσιν τοῦ Σώματος τούτου. Δὲν γνωρίζω βεβαίως ἐγώ, οὐδὲ ἐπιστοποιήθη ἐπισήμως ἂν πράγματι ἐδόθη τοιαύτη ὑπόσχεσις. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ζήτημα ἐντελῶς οἰκογενειακῆς φύσεως μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ ἀναφορικῶς πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, εἴτε τοῦτο ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἢ ὡς Συντακτικὴ Συνέλευσις. Βεβαίως καθ’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι νομίζομεν, ὅτι δὲν ἔχει κῦρος τοιαύτη ἀπόφασις, ἡ διάλυσις δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, καὶ θὰ ἐξαρτηθῇ μόνον ἐκ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν θὰ εἴχομεν ἡμεῖς, ἵνα καταστήσωμεν σεβαστὴν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν. Ἑπομένως τὸ ζήτημα ἂν ἔχει ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις τὴν διάλυσιν δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Συνέλευσιν. Ἐκεῖνο ὅπερ ἐνδιαφέρει τὴν Συνέλευσιν εἶναι ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διέδωκεν ὅτι ἔχει τὴν διάλυσιν, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀνεκτὴ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου. Ἤκουσα πολλοὺς ἐκφράζοντας τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἀλλ’ οὐδένα εἶδον τολμῶντα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, πλὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων. Ἡ δειλία, ἡ ὁποία ἐχαρακτήρισε τὰς πράξεις τῶν δύο παρελθουσῶν Βουλῶν, παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι χαρακτηρίζει ἐν μέρει καὶ τὰς πράξεις τῆς παρούσης Συνελεύσεως.
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Φιλοπατρία μόνον.
§76Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φιλοπατρία καὶ μόνον.
§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μου ἀντίληψις.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς συλλυποῦμαι.
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ δειλία, ἡ ὁποία ἦτο χαρακτηριστικὸν τῶν τελευταίων Βουλῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι χαρακτηριστικὸν καὶ τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Ἂν λοιπὸν ὑπάρχωσιν ἐνταῦθα οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἔχει τὴν θέσιν της ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠπείλησεν ὅτι ἔχει τὴν διάλυσιν...
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠπείλησεν ἡ Κυβέρνησις.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .. Ἂν νομίζωσιν ὅτι ἠπείλησε, τότε εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ θέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Εἶναι περιττὸν νὰ κρύπτωνται διαρκῶς· ἂς ὑποβάλωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡμεῖς δὲν φοβούμεθα τὴν διάλυσιν· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὴν διάλυσιν, ἐκεῖνοι εἶναι οἱ τυχάρπαστοι· ἡμεῖς πάλιν θὰ ἐπανέλθωμεν νικηφόροι, καί, ἂν δὲν ὑποβάλῃ τις τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὑποβάλλω ἐγὼ καὶ παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις.
§82Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζον, κ. Βουλευταί, ὅτι θὰ ἤναπτε τοιαύτη πυρκαϊά, δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔθετον τὸ ἔναυσμα. Λαβὼν προχθὲς τὸν λόγον ἀπὸ ἀγαθοῦ τοῦ συνειδότος καὶ ἐξ ἀντιλήψεως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, ὅπως μὴ δώσω ψῆφον ἐν λευκῷ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβιβάζῃ τὰ ὦτα καὶ νὰ δίδῃ ψῆφον ἐν λευκῷ Ὅσοι νομίζουσιν οὕτως, ἂν δὲν εἶναι διὰ τὸ Δρομοκαΐτειον, εἶναι διὰ τὸν Ἅγιον Γεράσιμον τῆς Κεφαλληνίας! (Γέλωτες). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτὰ ὄχι εἰς Σῶμα ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ κολακεύσω, περικλείει πᾶν ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἐν ἤθει καὶ πνεύματι κατέχει ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸν τελευταῖον σύλλογον τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν καταργηθῇ ὁ ἀνθρωπισμός μας, ἐτελειώσαμεν, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ Δάρβιν! Διὰ τοῦτο χθὲς λαβὼν τὸν λόγον ὑπὸ οὐδενὸς ἄλλου ἐλατηρίου ἤχθην, καὶ ἠπόρησα, διότι ὁ ἔντιμος προκαλήσας ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι κρυπτόμεθα. Ἐγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα. Δὲν ἦλθον ἐδῶ ὑπὸ οὐδενὸς ὑποκινούμενος καὶ τιθέμενος τρόπον τινὰ εἰς θέσιν νὰ βγάλω τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα. Ἐγὼ ἦλθον νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα μου καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ἀποστολή μου, ὥστε τὸ ὅτι δὲν τολμῶμεν, δὲν τολμῶμεν διότι ἡ φιλοπατρία μᾶς ἐμποδίζει, αὐτὴ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἀποκτήσωμεν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω τὰ προσόντα τοῦ κ. Βενιζέλου. Ὁ κ. Βενιζέλος μέχρις ὥρας εἶναι χρυσός, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς· πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τῆς γῆς νὰ γίνῃ κόσμημα ἢ νόμισμα. Δὲν ἔφερεν ἀκόμη τὸν χρυσόν. Ὅταν τὸν φέρῃ, τότε θὰ ἀποκαλυφθῶ καὶ θὰ τὸν ἀναγνωρίσω ἄξιον τῶν ἐλπίδων τοῦ ἔθνους μου.
§83ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶχον χθὲς τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, καὶ νομίζω ὅτι σᾶς εὕρισκον συμφώνους, ὅτι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπάρχουσι περιστάσεις, αἵτινες ὑπαγορεύουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐμπνεώμεθα ὑπὸ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον δὲν ἔπαυσαν αἱ περιστάσεις αὗται. Ὑπάρχει ἓν ζήτημα: ἄν, εἴτε Συντακτικῆς εἴτε Ἀναθεωρητικῆς οὔσης τῆς Συνελεύσεως, δικαιοῦται ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ αὐτήν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἄν, ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐγράφησαν ἢ δὲν ἐγράφησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα δηλώσῃ ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς προῆλθεν εἰς τοιαύτην ἢ τοιαύτην συζήτησιν μετὰ τοῦ Βασιλέως. Τοιοῦτος ἐξαναγκασμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως καὶ πάσης λογικῆς. Τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τοῦτο: δικαιοῦται ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν, εἴτε Συντακτικὴν εἴτε Ἀναθεωρητικὴν οὖσαν; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπιστημονικὴ δευτέρα γνώμη. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αἱ συνέπειαι δὲν θὰ εἶναι τρομακτικαὶ διὰ τὸν τόπον, διότι, ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ τοιοῦτο μέτρον λαμβανόμενον ὑπὸ τοῦ Στέμματος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἢ ἐδέχθη καὶ συνεμάχησε τὸ Στέμμα τοιοῦτον μέτρον λαμβάνον, ἢ ὅτι ἐπιέσθη τὸ Στέμμα. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει θὰ κατελύετο ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ· ἐν τῇ ἑτέρᾳ οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν ἤθελε πάθει τὰ αὐτὰ ἡ Βασιλεία πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπαθεν ἡ Συνέλευσις. Τοιαύτην ἐγὼ ὑποστηρίζω γνώμην. Ἀλλὰ τονίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζητήματα κυβερνητικὰ ταῦτα, διότι, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν καὶ χθὲς νὰ εἴπω πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἡ Κυβέρνησις ἀσκοῦσα ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἔχει σύμπραξιν ἐν τῷ ἔργῳ ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐξακολουθουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, οὐδὲν ἄλλο ἔχει καθῆκον, οὐδὲν ἄλλο ἔχει δικαίωμα, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ ἁπλῶς τοὺς νόμους. Εἶναι ἑπομένως ἐντελῶς ἀδιάφορον ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶναι ἄτοπον, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς καθ’ ὁλοκληρίαν ἄσκοπον, νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν εἴτε ἄλλοθεν. Ἄς ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς θέσεως τοιούτου ζητήματος οἱοσδήποτε ἂν θέλῃ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ ἀναλάβω εὐθύνην τοιαύτης προτάσεως. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ θέσῃ αὐτὴ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἂς ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς μελλούσης ἀκυβερνησίας, διότι ἐκ μέρους ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων συνεννοοῦμαι καὶ κατά τινα τρόπον καὶ κατά τι μέτρον συμπράττω, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐξεβιάσθη ἡ πτῶσις αὐτῆς. Ἡ Συνέλευσις διὰ ψηφίσματός της νὰ ἀποφανθῇ ὅτι εἶναι ἀπαραβίαστος καὶ μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἂς κανονίσῃ τὴν θέσιν της.
§84Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀνεφύη, περὶ διαλύσεως τοῦ Σώματος τούτου δὲν εἶχε τὸν τόπον του. Ἡμεῖς ἐστάλημεν ἐδῶ, ἵνα ἐκπληρώσωμεν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἵνα συνεχίσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως καὶ νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια νέου ἐθνικοῦ βίου, ἵνα θέσωμεν τὴν κορωνίδα τῆς ἐπαναστάσεως. Ὅτε λοιπὸν τοιαύτας ἔχομεν ἰδέας, ὅτε τοιούτων ἐμφορούμεθα φρονημάτων, νομίζω, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰς ἡμετέρας συνειδήσεις, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε μορμολύκεια οὔτε ἀπειλάς, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις θὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὸ Στέμμα νὰ τολμήσῃ νὰ διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν. Εἶναι ἐπιστημονικῶς βεβαιωμένον, ὅτι, εἴτε Ἀναθεωρητικὴ εἴτε Συντακτικὴ εἶναι ἡ Συνέλευσις, δὲν ἔχει τὸ Στέμμα τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ αὐτήν. Ἂν δὲ ἴδωμεν διαλυόμενον τὸ Σῶμα, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀντεπαναστάσεως κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ τὸ δίκαιον τῶν ἐπαναστάσεων δὲν διέπει ἡ λογικὴ οὐδ’ οἱ ἔγγραφοι θεσμοί. Τὸ δίκαιον τῶν ἐπαναστάσεων δίδει ἡ δύναμις. Ἐὰν λοιπὸν ἔχωμεν τὴν δύναμιν, ὅσοι λέγομεν, ὅτι ἐκπροσωποῦμεν τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ἀντιστῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης βίας, κατὰ τοιούτου πραξικοπήματος, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ καὶ νὰ συνεχίσωσι τὸ ἔργον ἡμῶν, ἐὰν δὲ δὲν ἔχωμεν αὐτήν, τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὸν λαὸν καὶ θὰ εἴπωμεν αὐτῷ ὅ,τι ἂν παρὰ τὸ Σύνταγμα τελεσθῇ. Καί, ἐὰν μὲν θελήσῃ ὁ κυρίαρχος λαὸς νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς ἀποδιωχθησομένους τυχὸν ἀντιπροσώπους αὑτοῦ, θὰ συνεχίσωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν. Ἂν δὲ ἀρνηθῇ νὰ ἔλθῃ ἀρωγός, τότε θέλομεν ἐπιρρίψει ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ τολμηθησομένου τυχὸν πραξικοπήματος εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ συμβουλεύσωσιν εἰς τὸ Στέμμα τὸ κατατόλμημα τοῦ νὰ διαλύσῃ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν πρὶν ἢ αὕτη ἄρξηται τοῦ ἔργου αὐτῆς. Κατὰ ταῦτα θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δημιουργηθῇ οὔτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε ζήτημα διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος μέχρις οὗ ἐκλίπωσιν αἱ περὶ διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως διαδόσεις. Φρονῶ δ’ ὅτι καιρὸς νὰ ἐπαναλάβῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὑτῆς ὡς Συντακτικῆς ἢ Ἀναθεωρητικῆς. Ὅσα δὲ καὶ ἂν σκέπτωνται, ὅσα καὶ ἂν διαδίδωνται εἶναι ξένα πρὸς ἡμᾶς. Ἡμεῖς θὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον, ὅπερ ἐνεπιστεύθη ἡμῖν ὁ λαός, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ περὶ διαλύσεως μορμολύκεια, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πτοήσωσι τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐπαναλαμβάνω ἐν τούτοις καὶ πάλιν ὅτι διάλυσις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως θὰ ἦτο πραξικόπημα τολμηρόν, ὅπερ μόνη ἡ ἰσχὺς εἶναι ἱκανὴ νὰ νομιμοποιήσῃ.
§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῆς γενομένης μέχρι τοῦδε συζητήσεως, Κύριοι, δύο προέκυψαν ζητήματα. Πρῶτον, δικαιοῦται ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὸ Συνέδριον τοῦτο; Δεύτερον δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις, ἵνα προεξοφλήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Στέμματος, προκειμένου περὶ ἐνασκήσεως προνομίας Αὐτοῦ; Ἐπὶ τῶν δύο τούτων ζητημάτων παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα ὀλίγας λέξεις ὑποβάλω εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν. Καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα θεωρῶ ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρὸ ὀλίγου πρότασις δὲν δύναται ὑπὸ τοῦ Σώματος νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ἐννοῶ Συνέδριον, τὸ ὁποῖον κηρύττει ἑαυτὸ ἀπαραβίαστον· δὲν ἐννοῶ τὰς πλατωνικὰς αὐτὰς δηλώσεις. Ἢ εἶναι τὸ Συνέδριον τοῦτο ἀπαραβίαστον, καὶ τότε οὐδεὶς δύναται νὰ παραβιάσῃ αὐτό, ἢ δὲν εἶναι ἀπαραβίαστον, καὶ τότε πρὸς τί αἱ πλατωνικαὶ αὐταὶ δηλώσεις; Ἔρχεται δεύτερον ζήτημα, τὸ καὶ σπουδαιότερον. Δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ προεξοφλήσῃ τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος; Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, Κύριοι, δευτέρα γνώμη δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Τοῦτο οὐδέποτε εἰς Κυβέρνησιν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, οὐδέποτε δὲ ὑπῆρξε Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ζητήσῃ τὴν προεξόφλησιν τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ ἀνάμνησίν τινα τοῦ παρελθόντος τοῦ τοσοῦτον καταδικαζομένου σήμερον. Εἰς ἐποχήν τινα ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Στέμματος τὴν ἄδειαν τῆς ἐξασκήσεως τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως καὶ ἐδόθη παρὰ τοῦ Στέμματος ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐβράδυνεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἵνα ποιήσηται χρῆσιν τῆς δοθείσης αὐτῷ ἀδείας, ἐτράπη πρὸς τὰ Ἀνάκτορα, ἔδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως καὶ εἶπεν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα: «Ἔχετε τὸ δικαίωμα μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς νὰ σκεφθῆτε· ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακαλέσητε τὸ Διάταγμα τοῦτο ἢ νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς προνομίας Ὑμῶν». Δὲν ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀλλοίαν μετῆλθε πολιτικήν. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω προσοχὴν εἰς γραφόμενα ἐν ἐφημερίσιν· ἐπεθύμουν μάλιστα, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἀπεδόθη αὐτῇ ὅτι προεξώφλησε τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος, νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς περιστάσεως καὶ νὰ εἴπῃ παρρησίᾳ, ὅτι οὐδέποτε τοιοῦτόν τι ἔπραξε. Ἀλλά, ἐὰν τὴν δήλωσιν ταύτην δὲν ἐποιήσατο ἀμέσως ὁ κ. Πρωθυπουργός, προέβη εἰς ταύτην ἐμμέσως τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι, ὅτε, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτήν, εἶπε πρὸς αὐτὸν ὅτι «ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θέλω λάβει τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ θέλω προτείνει, ὅπως ἀναθέσῃ εἰς ὑμᾶς τὴν ἐξουσίαν», ἐρωτῶ, αἱ λέξεις αὗται δὲν ἐδείκνυον ὅτι δὲν ἔχει τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως, ὅτι ἄρα δὲν προεξώφλησε τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος; Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δικαιοῦμαι νὰ δώσω τὴν ἑρμηνείαν ταύτην εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα;
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς διαδεχθῶ καὶ θὰ ἀπαντήσω, κύριε Πρόεδρε.
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐάν, ὡς πιστεύω, δικαιοῦμαι νὰ δώσω τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πρὸς τί ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ πρὸς τί ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ ἐλπίδι ὅτι ἡ συζήτησις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἴσως περατωμένη μετὰ τὰς δηλώσεις μου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία προεκλήθη κατὰ τρόπον οὐχὶ κανονικόν, διότι ἐπιζητεῖται ἐπάνοδος εἰς τὰ χθὲς κριθέντα—καὶ βεβαίως δὲν ἀπαγορεύεται ἡ ἐπάνοδος, μεταβληθεισῶν τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐνεφιλοχώρησαν τοιαῦται περιστάσεις καθιστῶσαι πιθανὴν μεταβολὴν τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς —, τὸ ζήτημα, λέγω, τὸ ὁποῖον ἀνωμάλως εἶναι εἰς συζήτησιν, εἶναι τοῦτο· πρῶτον, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξάσκησις τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος, ὅπως διαλυθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο καὶ γίνῃ καὶ πάλιν ἔκκλησις πρὸς τὸν λαόν, ἵνα ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προκαλέσει τὴν διάλυσιν; Δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσέ ποτε, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Στέμματος περὶ τῆς διαλύσεως εἶναι προεξωφλημένη; Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀφήσῃ ὑπάρχουσαν ἀμφιβολίαν τινὰ ὡς πρὸς τὰς σκέψεις αὐτῆς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πολιτικὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν τὸ συνέδριον τοῦτο ἤθελε κηρυχθῆ Σῶμα συντακτικόν, τοῦτο, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀπαραβίαστον καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐνάσκησις ἐναντίον αὐτοῦ προνομίας, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα ἐναντίον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλ’ εἶναι Βουλὴ ἀποτελουμένη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, τὸ Σῶμα τοῦτο δὲν εἶναι Σῶμα κυρίαρχον, δὲν καταλύει πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν, δὲν συγκεντροῖ τὴν ἐνάσκησιν ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ τῆς πλήρους κυριαρχίας, ἀλλ’ εἶναι Βουλὴ δικαιουμένη μόνον ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Στέμμα ἔχει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς προνομίας αὐτῆς, ἐὰν ἤθελον παρουσιασθῆ περιστάσεις ἐνδεικνύουσαι τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Ὁμολογῶ τὴν ἀπειρίαν μου ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν πολιτικῶν συζητήσεων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀλλ’ ὁμολογῶ συγχρόνως, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι δυνατὸν νὰ ζητῶνται πολιτικαὶ εὐθῦναι παρὰ Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραφομένων ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων. Καὶ πρὶν ἀκόμη εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι καμμία ἐφημερὶς δὲν διερμηνεύει ἐγκύρως τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον βεβαίως ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσα ὅτι καμμία ἐφημερὶς δὲν διερμηνεύει ἐγκύρως τὰς γνώμας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ μὲ ἐξαναγκάσωσι νὰ φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ τὰς συνδιαλέξεις, τὰς ὁποίας ἔσχον μετὰ τοῦ Βασιλέως, καθ’ ἣν στιγμὴν διεξήγοντο αἱ συνεννοήσεις πρὸς ἀνάληψιν ἐκ μέρους μου τῆς Ἀρχῆς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ὑποχρέωσιν συνταγματικήν· θὰ προσέθετον ἀκόμη μάλιστα, ὅτι θὰ ἦτο ἔκτροπον ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς νὰ φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου ὅλας τὰς συνδιαλέξεις, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν κατὰ τὴν ἀνάληψιν ἐκ μέρους μου τῆς Ἀρχῆς.
§89Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ τοιοῦτόν τι δὲν ἐζήτησα.
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐμὴν διάψευσιν περὶ τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ μέρους ἐφημερίδων τινῶν, ἀλλ’ ἐνόμιζον ἀκόμη περισσότερον σήμερον, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι, ἐὰν ἐμφανιζομένη ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος δὲν ἤθελε τύχει καὶ τῆς ἐγκρίσεως ὑμῶν, ἤθελεν ἀμέσως ἀνέλθει εἰς τὰ Ἀνάκτορα, διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν της καὶ ὅπως κληθῶσιν ἄλλοι δυνάμενοι ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Σώματος τούτου. Καίπερ μὴ ὑποχρεωμένος νὰ κάμω οὔτε τὴν δήλωσιν ταύτην περὶ τῆς πορείας, ἣν ἤθελον τηρήσει ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, ἐν τούτοις δὲν διστάζω νὰ τὴν κάμω· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐρωτώμενος ν’ ἀπαντήσω τί θὰ συνεβούλευον εἰς τὸ Στέμμα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε μοὶ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἐὰν θὰ παραμένω ἐδῶ διευθύνων, ὅσον ἐνδέχεται Κυβέρνησις νὰ διευθύνῃ ἢ συμπράξῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ὑπὸ προϋποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ φανῶσι μετὰ χρόνον, ὑπὸ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἐδεικνύετο ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν μεγάλην ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔστειλεν ὁ λαός, δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ προεξοφλήσω τὴν γνώμην μου· οὔτε ἡ ἐμὴ γνώμη δύναται νὰ προεξοφληθῇ πολὺ δ’ ὀλιγώτερον βεβαίως τοῦ Στέμματος ἡ γνώμη. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐλευθερία ὑμῶν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἄλλως τε θεωρῶ ὑφισταμένην, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχῃ τὴν ἀπειλὴν τῆς διαλύσεως, διότι ἔχω τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν χαρακτῆρα ὑμῶν, ὥστε νὰ μὴ φαντάζωμαι, ὅτι διστάζετε νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας, διότι ἠθέλετε παραπεμφθῆ καὶ πάλιν ἐνώπιον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλ’ ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς δυσπιστίας οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα θὰ εἶχε τό γε νῦν ἔχον κατὰ τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τὴν παραίτησιν αὐτῆς, διὰ νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἄλλους τὸ ἔργον αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς αὐτὰς τὰς δηλώσεις. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἀπέφυγε νὰ θέσῃ χθὲς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ ἠρκέσθη εἰς τὸ ὅτι αἱ δηλώσεις ἐγένοντο δεκταὶ ἄνευ ἀντιρρήσεως, εἶναι περίεργον, λέγω, ὅτι τοιαύτην ἐπιδείξασα χθὲς διαγωγὴν ἡ Κυβέρνησις καταγγέλλεται σήμερον ὡς ἐπιζητοῦσα νὰ ἐκθέσῃ τὸ Στέμμα, ἐὰν θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, φαντάζησθε ὅτι ὑπὸ τὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἠθέλετε εὕρει ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει τοὺς διατεθειμένους νὰ ὑπέχωσι τὰ βάρη τῆς ἀρχῆς, χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι ἀπολαύουσι τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τοῦ Σώματος τούτου, βεβαίως εὑρίσκεσθε ἠπατημένοι. Ἐὰν δὲ ἡ προκληθεῖσα ψῆφος ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ σήμερον, ἤθελε καταλήξει εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐντεῦθεν ἤθελε προέλθει ἀκυβερνησία, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη χθὲς εἷς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, βεβαίως ἡ εὐθύνη δὲν δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ μὲ ἐμέμφθησαν, Κύριοι, καὶ διὰ τὸν τόνον, μετὰ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐκινδύνευσα νὰ ἀκούσω ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ καθ’ ὃν ἐσυνήθισα τρόπον, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ καθ’ ὃν ἡ ἰδιοσυγκρασία μου ἐπιβάλλει τρόπον, ἀκόμη δὲ ὅτι ἔπρεπε παρερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, διότι ἔχω τὴν ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέρχωμαι κύπτων τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ ἐξαιτῶμαι ὡς ἔλεος τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα). Οὔτε σήμερον οὔτε εἰς ἄλλην ποτὲ περίστασιν, καθ’ ἣν θὰ εἶχον τὸν τιμὴν νὰ κατέχω τὴν ἐξέχουσαν τιμητικὴν θέσιν, δὲν θὰ ἠρχόμην ὡς ὑπόδικος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσω, διὰ νὰ ἐκλιπαρήσω τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Τὸ Σῶμα εἶναι ἐλεύθερον νὰ ἐκδηλώσῃ τὰς διαθέσεις του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅ,τι εἶχε νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιδιώξῃ μέχρι τῶν προσεχῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν νομίζητε ὅτι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δύνασθε νὰ δώσητε τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλετε πράξει τὸ καθῆκόν σας, ἀλλ’ εἶμαι ἐπίσης βέβαιος, ὅτι, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη ὑμῶν δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διότι τὸ ἐπέβαλε τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θέλετε διστάσει νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι θὰ χαθῇ ὁ τόπος διὰ τὴν πτῶσιν μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἡ λύσις θὰ εὑρεθῇ καὶ πάλιν. Οὔτε εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων οἵτινες θὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν βαρύτητα τῆς νόσου ἐξ ἧς πάσχουσι καὶ εἶναι συγχρόνως ἀπηλπισμένοι περὶ τῆς θεραπείας αὐτῆς. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ κρίσις θὰ παρέλθῃ. Ἔχω ἀμείωτον τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ζωτικότητα τοῦ ἔθνους, ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζω τὴν σοβαρότητα τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Ἀλλά, ἂν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἀνόρθωσις, αὕτη θὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν ὅλοι οἱ ὑπευθύνως ἀσκοῦντες αὐτὴν ἔχωσι τὸ θάρρος τῶν γνωμῶν αὐτῶν. Ἐάν, Κύριοι, ἐτόλμησα νὰ ἀναλάβω τὰ βάρη τῆς ἀρχῆς, ἔπραξα τοῦτο, οὐχί, ὡς τινες ὑπηνίχθησαν, διότι εἶχον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος· μοὶ ἦτο τοῦτο βεβαίως ἀναγκαῖον, ἐφ’ ὅσον τὸ συνέδριον τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ οὐχὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἀλλά, ἐὰν ἐδέχθην νὰ ἔλθω ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου, ἐδέχθην, διότι εἶχε μορφωθῆ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνεφανίζετο ἐνώπιον ὑμῶν οὐχὶ περιβεβλημένη ἁπλῶς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου (χειροκροτήματα). Τῆς κοινῆς ταύτης γνώμης ὑμεῖς εἶσθε διερμηνεῖς σήμερον. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κανονίσητε τὴν ψῆφόν σας κατὰ τὰς ἐνδείξεις αὐτὰς καὶ κατὰ τὰς ἐνδείξεις ὑμῶν περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ ἔχω δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῶ εἰδικώτερον πρὸς μίαν τῶν πτερύγων τῆς Συνελεύσεως. Ἔχω τὸ καθῆκον νὰ στρέψω ἰδιαίτερον τὸν λόγον πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἐρχομένους ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνορθώσεως τοῦ Κράτους, πρὸς ἐκείνους, οὓς ἔστειλεν ἐδῶ ἡ κοινὴ γνώμη, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω πρὸς αὐτούς: πρέπει νὰ προσέξητε, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς πολιτείας, ἣν ἀκολουθεῖτε, δὲν πρόκειται νὰ ὑποβοηθήσητε τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνορθώσεως, ἀλλὰ νὰ ἐμβάλητε πρόσκομμα εἰς αὐτόν. Πρὸς τοὺς ἐλθόντας διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ ὑπὸ τὸ ἀνορθωτικὸν πρόγραμμα ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, πῶς τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψίς των περὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§91Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τουλάχιστον ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτούς, πῶς δὲν ἐπεστήθη ἡ προσοχή των ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι σήμερον, προκειμένου ἄλλου ζητήματος, ἐτέθη ἄλλο, ὅπερ θὰ διευκολύνῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως, πῶς, λέγω, προκειμένου ἄλλου ζητήματος, ἦλθε παρεμπιπτόντως ζήτημα μέλλον νὰ συγχύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Νομίζω ὅτι οἱ Συντακτικοὶ καὶ οἱ Ἀναθεωρητικοὶ ἔχουσι πᾶν συμφέρον νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ ἑνωθῶσι τὰ δύο ταῦτα ζητήματα. Νομίζω καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι οἱ Συντακτικοὶ καὶ οἱ Ἀναθεωρητικοὶ θὰ παρεῖχον ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀνεπιφυλάκτως, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὑτῶν συμφώνως πρὸς τὴν συνείδησίν των περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἐπέσυρε τὴν προσοχὴν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὁμάδα ταύτην Βουλευτῶν. Ἐγώ, Κύριοι, δέχομαι νὰ κριθῇ ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ νὰ μείνῃ κατέχουσα τὴν ἀρχὴν καὶ τὰς εὐθύνας τὰς συναφεῖς πρὸς αὐτήν, ἐάν, ἀμφισβητηθείσης ἅπαξ ὁπωσδήποτε σοβαρῶς τῆς κοινοβουλευτικῆς αὐτῆς ὑποστάσεως, δὲν ἤθελε τύχει ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἐγκρινούσης τὰς ἀνακοινώσεις αὐτῆς καὶ μεταβαινούσης εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. (Παταγώδη καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
§93Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος νὰ παραχωρηθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας τὸ προνόμιον τῆς διαλύσεως, διότι δὲν ἀγνοεῖ ὁ Βασιλεύς, ὅτι ἐνταῦθα διεξάγεται ἀγὼν κοινοβουλευτικὸς μακρὸς καὶ πείσμων περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Δὲν γνωρίζει δὲ ὁ Βασιλεὺς ποῖον ἐκ τῶν δύο στρατοπέδων θέλει ἄρει τὴν νίκην περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Διὰ τοῦτο τονίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἄναξ ἐκ τῶν προτέρων νὰ προεξοφλήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ προνόμιον τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις κηρύσσεται Συντακτικὴ καὶ καθίσταται ἑπομένως κυρίαρχον Σῶμα, ἐξ οὗ ἀπορρέει πᾶσα ἐξουσία. Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας λάβῃ τὸ προνόμιον τοῦ Στέμματος, ὅτε ἡ Συνέλευσις κηρύσσεται Συντακτική, καὶ ἀσκῇ τὸ προνόμιον κατὰ τῆς Συνελεύσεως, τὸ Στέμμα φέρεται ἀντιμέτωπον τοῦ λαοῦ. Τότε μόνον λογχοφόροι δύνανται νὰ μᾶς ἐκδιώξωσιν ἐντεῦθεν. Καὶ πρὸς αὐτοὺς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ ἐν Γαλλίᾳ λεχθέν· «ἐντεῦθεν διὰ λογχῶν θὰ μᾶς ἐκβάλητε, διότι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ κυριάρχου λαοῦ». Τότε ἤθελον εἴπει πρὸς τὸν Ἄνακτα, καὶ εὔχομαι ἡ φωνή μου νὰ φθάσῃ μέχρις Αὐτοῦ, ὅτι «Ἡγεμόνες μένουσιν ἄνευ θρόνων, ἀλλὰ θρόνοι ποτὲ ἄνευ Ἡγεμόνων». Ἤθελον εἴπει πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι εἰς τὰ συνταγματικῶς κυβερνώμενα Κράτη εἶναι ὁ πρῶτος θεράπων τῆς Πολιτείας, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελεν ἐπαναλάβει ὅ,τι εἶπεν ὁ Λουδοβίκος ὁ 14ος ἐν Γαλλίᾳ μὲ τὸ μαστίγιον πρὸς τοὺς Βουλευτάς· «L’ état c’ est moi». Ἀλλὰ τῶν Βασιλέων, οἵτινες ἐτάχθησαν ἀντιμέτωποι τοῦ λαοῦ, ἀφῃρέθη ἡ ἁλουργὶς καὶ ἀνετράπησαν οἱ θρόνοι. Πέπεισμαι λοιπόν, ὅτι δὲν ἐδόθη ἐκ τοῦ Ἄνακτος προεξοφλητικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ προνόμιον, ἵνα τὸ ἐπισείῃ ὡς ψυχολογικὸν φάσμα κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἡμεῖς ἀπεστάλημεν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἵνα πιστῶς διερμηνεύσωμεν τὰς ἰδέας αὐτοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν Πολιτείαν. Ἐστάλημεν, ἵνα εἴπωμεν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε Ἑλληνικὴ Πολιτεία ὑπῆρξεν ἄνισος ἐν πᾶσιν. Ἑπομένως εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ διεκδικῇ ἐντεῦθεν τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ὀνόματι τῆς φιλοπατρίας αὐτῆς, ἐν ὀνόματι τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε, νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν εἶναι αὕτη τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ δώσῃ τὴν σχετικὴν κοινοβουλευτικὴν μάχην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέδειξε διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου, ὅτι φέρεται πρὸς ἡμᾶς ὡς πρὸς ἀνορθωτάς, ὡς ἀνατροπεῖς τοῦ παρελθόντος. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμμείνῃ εἰς τὰς σκέψεις του, δικαιοῦμαι νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ πράττει γνωρίζων ἐκ τῶν προτέρων πόσον καταφώρως ἤθελεν ἐκδηλωθῆ πρὸς αὐτὸν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ. Διότι, ἐὰν ἀληθεύῃ, ὅτι δὲν ἔχετε ἐνταῦθα πλειονοψηφίαν, βεβαίως ἔχετε τοιαύτην εἰς τὰς καρδίας τοῦ λαοῦ. Διότι, ἐὰν ἐξέλθητε ἐντεῦθεν τετρωμένος ὄχι βεβαίως ἠθικῶς, ἀλλὰ ῥιπτόμενος μακρὰν τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θὰ τύχητε τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ λαοῦ. Διότι δὲν ἐπιστεύθη παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπέβαλε τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Νομίζει ὁ λαός, ὅτι σεῖς εἶσθε ὁ τομεὺς μιᾶς νέας πολιτικῆς κινήσεως ἐν τῇ χώρᾳ· ὅτι φέρετε ἄρα τὸν πολιτικὸν σταυρὸν τοῦ παρελθόντος καὶ θέλετε δημιουργήσει πολιτικὴν τοιαύτην, ἥτις νὰ ἐμπνέῃ πεποίθησιν εἰς τὸν ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμόν. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ἀκόμη, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰς σκέψεις ταύτας. Ἐξορκίζω αὐτὸν ἐν ὀνόματι τῆς μεγάλης, τῆς διακρινούσης αὐτὸν φιλοπατρίας νὰ μὴ ἐμμείνῃ εἰς αὐτάς.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ἀναγκαιοῦσαν διὰ νὰ μείνω ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου τούτου;
§95Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταστρέφων τὸν λόγον μου ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἤθελεν ἐμμείνει ἀκριβῶς εἰς τὰς σκέψεις ταύτας, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος, συνεπὴς εἰς τὰς νεύσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ εἴπω ναί, ἔχω ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
§96ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν εἶπε τὴν ἑξῆς φράσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ προεξοφλήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ πρὸς τὸ Στέμμα ἐν ἐνδεχομένῃ περιπτώσει. Κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτὴ ἡ φράσις ἀποτελεῖ διάψευσιν πλήρη καὶ κατηγορηματικὴν τῶν γενομένων δηλώσεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγὼ κρίνω ἐπαρκεῖς τὰς τοιαύτας δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀποτελούσας διάψευσιν κατηγορηματικὴν τῶν ἔξωθεν διαδόσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκυκλοφόρησαν, περὶ τῆς προεξοφλήσεως τῆς γνώμης τοῦ Στέμματος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς προνομίας. Νομίζω δὲ ὅτι ἐκ τούτου ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀποσύρω τὴν πρότασιν.
§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφόν του, ὅπως θέλει, κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§98Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐφανταζόμην τὴν συζήτησιν νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον· ἀλλ’ ἐξετροχιάσθημεν καὶ ὁ ἐκτροχιασμὸς οὗτος ὀφείλεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι νὰ ὁδηγῶσι τὸ Σῶμα εἰς μίαν ὡρισμένην κατεύθυνσιν, οἱ ἀξιοῦντες νὰ προΐστανται καὶ ἡγῶνται μᾶλλον πεπειραμένοι αὐτοὶ ὡς κυβερνῆται. Ὁ ἐκτροχιασμὸς ὀφείλεται, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, διότι δὲν ἐξετελέσθη ἡ ὑποχρέωσις ἡ ὑποδεικνυομένη ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ὤφειλον οἱ ἀποφασίσαντες τὸ κατ’ ἐμέ, ἂν μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, τὸ συνταγματικὸν τέρας, ὅπως ἡμεῖς οἱ συντακτικοὶ ἀντιλαμβανόμεθα τὸ θέμα τοῦτο, νὰ εἴπωσιν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς πείσωσιν ὅτι ἔχομεν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, χαρακτηρίζοντες αὐτὸ συνταγματικὸν τέρας.
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφήσατε νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§100Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηρίζω, ὅτι πρῶτος ἔπρεπε ν’ ἀναβῆτε εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ὁμολογήσητε ὅτι ἐδώκατε τοιαύτην κατεύθυνσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς συγκλήσεως τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐννοεῖτε νὰ γίνητε ἀνώτερος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ὅταν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς προβάλωσιν ἄλλην γνώμην, σεῖς μὲν δύνασθε νὰ ἐμμείνητε εἰς τὴν προσωπικήν σας γνώμην, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ φίλοι σας ἔπρεπε ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι ὅπως ψηφοφορήσωσι καθ’ οἷον τρόπον ἤθελον κρίνει ὀρθότερον, καθόσον νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλῃ γνώμην. Νομίζω ὅτι εἶναι κατάχρησις τῆς ἰσχύος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέσῃ εὐθὺς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ θέμα, κύριε συνάδελφε.
§102Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχω συναίσθησιν τῆς ἀξίας τῆς ὥρας, κ. συνάδελφε, ἀλλ’ ἔχω ἴσως πλειότερον ὑμῶν συναίσθησιν ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀποφασίζεται ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Δὲν ἀρνοῦμαι ἀπὸ οὐδένα καὶ πατριωτισμὸν καὶ καλὴν θέλησιν, ἀλλὰ καὶ ἡ πλάνη εἶναι ἱκανὴ νὰ καταστρέψῃ τὸ ἔθνος. Καὶ ὑμεῖς, κ. συνάδελφε ἐκ Πατρῶν, ὡς νεώτερος ἐμοῦ κατὰ πολύ, βοηθήσατέ με, διότι ἀκριβῶς οἱ νεώτεροι πρέπει νὰ μεριμνήσωσι πλειότερον ἡμῶν· βοηθήσατέ με, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν πολιτειακῶν τελμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσήλθομεν. Λέγω λοιπόν, ὅτι μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλεν ὁ τέως κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατόπιν αὐτοῦ ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἡγούμενοι κομμάτων, νὰ ἐξηγήσωσιν εἰς ἡμᾶς διατί ἤλθομεν ἐνταῦθα, νὰ ἐκτεθῶσιν ἐντεῦθεν τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν καὶ πιθανὸν νὰ ἐπειθόμεθα ἡμεῖς νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτούς. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θέλει ν’ ἀκούσῃ προηγουμένως πάντας καὶ νὰ ὁμιλήσῃ τελευταῖος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, ὃν ὀφείλω πρὸς τὸ ἀξίωμά του, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ὀρθόν. Ἀτυχῶς προέκυψεν εἰς τὸ μέσον ζήτημα φοβερὸν ὅτι δηλαδὴ οἱ ἀντιπρόσωποι, οἵτινες ἐξελέχθησαν τὴν 8ην Αὐγούστου, ἵνα τερματίσωσι τὴν πολιτειακὴν ἀνωμαλίαν, κατὰ τὰς διαδόσεις διατελοῦσιν ὑπὸ τὸ κράτος, ὑπὸ τὸν φόβον τοῦ ξίφους τοῦ Δαμοκλέους. Καὶ ἤκουσα βεβαίως τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὴν 3ην Σεπτεμβρίου τριμελὴς ἐπιτροπὴ τῶν συντακτικῶν ἐβεβαίωσεν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν εἰς αὐτήν, ὅτι ἔχομεν τὴν γνώμην νὰ μὴ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν διάλυσιν ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένην, καὶ ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκούσητε ὅτι ὡρκίσθημεν θὰ ἔχωμεν τὴν διάλυσιν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ μικροῦ προέβη εἰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον· τοῦτο σημαίνει ὅτι ὡριμώτεραι σκέψεις κατέληξαν εἰς καλλίτερον συμπέρασμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ μικροῦ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἀπήντησεν, ὅτι προκειμένου λόγου περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως δικαίωμα διαλύσεως δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοιοῦτο δικαίωμα, κατ’ αὐτόν, ὑπάρχει. Δὲν φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδει πρὸ παντὸς νὰ κατακρίνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διότι δὲν θ’ ἀπεδείκνυε πολλὴν φιλοτιμίαν, δὲν θ’ ἀπεδείκνυε συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων ἡ ἀντιπροσωπεία, ἐὰν μὴ ἐξεκαθάριζε τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέψευσε τὸ πρῶτον μέρος, ἀλλ’ ἐξέφρασεν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὸ ἄλλο. Δύναμαι λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης καὶ ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει μὲν τὴν γνώμην του, προσέθηκεν ὅμως ὅτι τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τὸ Στέμμα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ προεξοφλήσῃ τί θὰ συστήσῃ εἰς τὸ Στέμμα νὰ γίνῃ, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ζητήματος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματα πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προεδρευομένην. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ οἱ διστάζοντες εἰς τὰς τοιαύτας ἐλπίδας καὶ ἰδίως οἱ πολέμιοι τῶν προσωπικῶν κομμάτων δὲν δύνανται νὰ στηρίζωνται εἰς βάθρα σαθρά, διότι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀκούσωσιν εὐθὺς ἀμέσως ὅτι ἡ πρώτη Κυβέρνησις μετὰ τὴν λεγομένην ἐπανάστασιν ἐρχομένη ἐνταῦθα ἔχει ὡρισμένας ἰδέας πρὸς ἐθνικὴν ἀναβίωσιν. Ἀλλὰ Κυβέρνησις ἤδη σχηματίζουσα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ὁμάδα, στηριζομένη δὲ εἰς ψῆφον ἀνοχῆς, ἀνέλαβε βαρύτατον ἔργον.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι εἰς ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ψῆφον ἀνοχῆς κατὰ τὰς δηλώσεις πολλῶν.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διατύπωσις ἀνήκει εἰς ἐμέ.
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρωτίστως εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους. Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι ἄλλως πως σκεπτόμενοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς εἴπητε, μὴ μοὶ δώσητε ψῆφον. Λοιπὸν τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς, εἶναι: ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ψήφου ἐμπιστοσύνης; Δὲν πρέπει νὰ γίνεται κατάχρησις τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης, διότι ἡ κατάχρησις τοῦ τοιούτου ζητήματος ἔφερε τὸ Κράτος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα. Ἤμην ἐνταῦθα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν· εἴδομεν, ὅτε ἡγεῖτο ὁ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής, ὅτι οὗτος πολλάκις ἠγάγκασε τοὺς στρατιώτας του νὰ καταψηφίσωσι τὰς προτάσεις των, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη κατάστασις ἔφερεν ἐκεῖ ὅπου εἴμεθα, διότι, ὅταν ἐπικρατήσωσιν οἱ συνήγοροι τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης, συντρίβουσι τὰ ἔργα τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κακῶς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐπωφελήθη τῆς πρώτης εὐκαιρίας, ἵνα θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐν στιγμῇ οὐχὶ καταλλήλῳ καὶ ἐν θέματι εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§107ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Σώματος ἐθεωρήθη πάντοτε ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἑπομένως ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο ζητημάτων, τοῦ ζητήματος δηλαδὴ τοῦ παρεμπίπτοντος περὶ τῶν διαδόσεων καὶ τῶν θρύλων, τοῦ ἀρκούντως ἐξηγηθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνδυάζηται πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Συνελεύσεως, τοῦ ὁποίου ζητήματος ἡ συζήτησις διεκόπη ἕνεκεν τοῦ παρεμπίπτοντος. Ὥστε οὐδαμῶς ἐπρόκειτο περὶ Ἀναθεωρητικῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἤκουσα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε...
§109ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω τὴν δήλωσιν αὐτήν, διότι ἔχω τὴν γνώμην μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσω ἀπεριόριστον ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντιτίθεμαι ὅμως καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν γνωρίζω ἐξωδίκως καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκδηλωθεῖσαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τοῦ χαρακτῆρος τῆς Συνελεύσεως, διότι νομίζει ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ δοθῇ ὡς Σώματος ἀναθεωρητικοῦ, ἐνῷ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις.
§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα τόσον λαμπρὰ καὶ ἀκριβῆ ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραλίπω ἁπλῆν δήλωσιν ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι καὶ ὑφ’ οἱωνδήποτε ἀρχῶν καὶ ἂν ἐμφορῶνται, οἱ ὑποστηρίζοντες, λέγω, ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει δικαίωμα διαλύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δὲν στηρίζονται οὔτε εἰς τὸ γράμμα οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζεται καθ’ ἑκάστην, οὐδὲ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· καθόσον πάντες οἱ συγγραφεῖς, μηδὲ τοῦ κ. Ζέγγελη, τοῦ τελευταίου γράψαντος, ἐξαιρουμένου, πλὴν τῶν ἀλλοδαπῶν, ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἀποφαίνονται, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν ἔχει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὴν βασιλικὴν ταύτην προνομίαν. Τὸ συμπέρασμά μου, Κύριοι, εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δεόντως ἐκτιμῶν τὴν ἐνεστῶσαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, καὶ ἀντιλαμβανόμενος ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ὅπως θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐβεβαίωσεν ὅτι ἔχει μὲν τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ προεξοφλήσῃ ὅτι τὸ Στέμμα δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ προκαλῶν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν πρέπει δ’ ἐν τῇ μέθῃ τῆς ἰσχύος του νὰ παρασύρῃ τὸ ἔθνος εἰς κρημνούς, διότι ἡ τοιαύτη πορεία φέρει εἰς δικτατωρίαν· καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκηρύχθη κατὰ τῆς δικτατωρίας.
§111ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδή, Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ὁ προκαλέσας τὸ προκείμενον ζήτημα, δικαιοῦμαι, νομίζω, ἐγὼ νὰ διατυπώσω καὶ τὴν πρότασιν, ἥτις θὰ ἔθετε τέρμα εἰς αὐτό. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη ἐπὶ τέλους νὰ δηλώσῃ ὅτι, εὐθὺς ὡς ἀπολέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, θὰ τραπῇ τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Ἐγὼ τοὐλάχιστον διαβλέπω ὑπὸ τὴν τοιαύτην δήλωσίν του διάψευσιν τῶν ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων γραφέντων περὶ διαλύσεως ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Τὸ Σῶμα, θεωροῦν ἐπαρκεῖς τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέσχε περὶ τῶν γραφέντων ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων περὶ διαλύσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ· ὑπάρχει πρότασις ἐμπιστοσύνης.
§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐγώ, νομίζω, ὅτι μόνον ἡ πρότασίς μου ἐνέχει τὸ συμπέρασμα, τὸ συναγόμενον ἐκ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ προκληθείσης συζητήσεως· διὸ ἐπιμένω εἰς αὐτήν.
§115Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, τότε οὗτος, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ, ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ἦσαν αἱ γνῶμαι τῶν διαφόρων ἀνεξαρτήτων, τῆς ὁμάδος τῶν συντακτικῶν, μέρος τῆς ὁποίας ἀποτελῶ καὶ ἐγώ. Προκειμένου λοιπὸν νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως συνήλθομεν, συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι κατόπιν τῶν περιστάσεων τῶν σοβαρῶν καὶ κρισίμων, τῶν ἐθνικῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀνεξαρτήτους συντακτικοὺς νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι ἐτήρησαν καὶ τηροῦσιν ἀμείωτον καὶ ἀκεραίαν τὴν γνώμην των περὶ τοῦ ἂν τὸ Σῶμα εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις ἢ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Συνεπὴς λοιπὸν πρὸς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ κοινοῦ, διακηρύττω ὅτι, τηρῶν ἀμείωτον τὴν γνώμην μου προκειμένου περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ μάλιστα θὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου πῶς εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν τὸ Σῶμα εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις ἢ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή παρεισέφρησε καὶ ἓν ζήτημα ὅλως διόλου ξένον, ἂν δηλονότι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐκ τῶν προτέρων προεξωφλημένην τὴν γνώμην τοῦ Ἄνακτος. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε διόλου νὰ σχετισθῇ μὲ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν τὸ Σῶμα εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις ἢ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, τηρῶν πάντοτε ἀμείωτον τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος καὶ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς μου πορείας, δηλῶ ὅτι θεωρῶ ὅτι ταύτην τὴν ἑσπέραν ἔχει δίκαιον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμμένῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς.
§116Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι συντακτικός, ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἀπὸ τῆς 14 τοῦ προπαρελθόντος Αὐγούστου οὐδὲν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ἐγένετο τὸ κανονικόν, διότι, ὅσα διημείφθησαν καὶ ὅσα ἐγένοντο, ὅλα ἦσαν πόρισμα τῆς ἐπαναστάσεως. Καὶ ὅτε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ἔλεγον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Δραγούμην, ὁ ὁποῖος εἶχε παρουσιασθῆ ὡς μεσεγγυοῦχος, ὅτι θὰ μεταμεληθῇ καλῶν τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, μοὶ ἔλεγε νὰ ἐξομολογηθῶμεν, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἔρχεται στιγμὴ νὰ ἐξομολογηθῶμεν. Ἐν τούτοις, μολονότι εὑρισκόμεθα ἔτι ἐν ἐπαναστάσει, χωρὶς νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι αἱ περιστάσεις ἀνέδειξαν τὸν κ. Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν καὶ ὤφειλε νὰ τὴν ἀναλάβῃ, διότι ἦτο ὁ δημιουργὸς τῆς τελευταίας αὐτῆς καταστάσεως, ἵνα τὴν ἐξομαλύνῃ αὐτός, τὸν ὁποῖον ἡ κοινὴ γνώμη ὑπέδειξεν ὡς μέλλοντα κυβερνήτην τῆς χώρας. Δὲν εἶναι ὅμως πρέπον οὐδὲ συμφέρον διὰ τὴν χώραν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατάστασις, καὶ νὰ χανώμεθα περὶ τοὺς τύπους, διότι ποίους τύπους θὰ τηρήσωμεν σήμερον; Τίποτε δὲν ἐτηρήσαμεν μέχρι σήμερον. Τώρα εἰσέρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Ἂν εἴμεθα Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἡ πατρὶς ἔχει ἀνάγκην ἡσυχίας καὶ ἄλλων πολλῶν μέσων, ὅπως ζήσῃ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ ψῆφος ἑκάστου τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι εἶναι καὶ θὰ εἶναι Συντακτικὴ ἡ κληθεῖσα Συνέλευσις, ἀλλὰ νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, καὶ οὐχὶ νὰ χανώμεθα εἰς τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν πολλοὶ συνάδελφοι.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ῥούφου Κανακάρη ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς γενομένας χθὲς καὶ σήμερον συζητήσεις ἐγκρίνουσα τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως προβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§118Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὰς ἐγκρίνω, ἀλλὰ δὲν θέλω καὶ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τότε καταψηφίσατε.
§120Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέλω νὰ καταψηφίσω, ἵνα μὴ εἴπωσι μίαν ἡμέραν ὅτι ὑπῆρξεν εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατεψήφισεν. Ἐδόθη διέξοδος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ διαπρεποῦς πολιτευτοῦ καὶ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν διέξοδον, ἥτις τῇ ἐδόθη, καὶ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοιαῦτα οὐσιώδη ζητήματα νὰ ζητῆται ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν ταχέως εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ ἡ ψῆφός μου νὰ θεωρηθῇ μὴ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐπιδιώκουσα τὴν πτῶσιν αὐτῆς, διὰ τοῦτο δὲν θὰ ψηφίσω καθόλου.
§121ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἡ παρελθοῦσα, ἡ Βουλὴ ἡ ἁμαρτωλὴ εἶναι τοιαύτη, διότι ὑπῆρξε κυρίως ἄνανδρος. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἄνανδρος.
§122Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ψηφίσατε ὄχι.
§123ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀποτέλεσμα πείσματος· πείσματα ἐγὼ δὲν θέλω.
§124Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑβρίζεται ἡ Βουλή.
§125Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἠκούσθη ἡ λέξις ὅτι ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ ὑπῆρξεν ἄνανδρος. Δὲν ὑπῆρξεν ἄνανδρος. Ὑπῆρξε φιλόπατρις. Ὑπῆρξαν μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν καὶ οἱ συζητήσαντες ἐνταῦθα καὶ οἱ πολεμήσαντες πολλὰ ἐκ τῶν μέτρων τῆς τότε Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπῆρξεν ἄνανδρος ἡ Βουλὴ ἡ παρελθοῦσα, ἀλλά, ἐπαναλέγω, ὑπῆρξε φιλόπατρις, διότι βεβαίως ἕκαστος ἡμῶν τῶν τότε Βουλευτῶν εἶχε τοὺς φίλους του καὶ ἠδύνατο νὰ ἐπιδιώξῃ ἀνωμαλίαν ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξαν, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ αἱματοκυλίσωσι τὸν τόπον. Εἴχομεν τὰς δυνάμεις νὰ ἀντιστῶμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξαμεν, καὶ ὑπεχωρήσαμεν θεωροῦντες ὅτι πράττοντες οὕτω ἐξησφαλίζομεν τὴν ἡσυχίαν ἐν τῷ τόπῳ. Τοῦτο πράττοντες δὲν ὑπήρξαμεν ἄνανδροι. Ὑπήρξαμεν καὶ εἴμεθα φιλοπάτριδες.
§126ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον θέτει πρὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, τὸ χωρίσῃ, διότι ἐπὶ μὲν τῶν χθεσινῶν αὐτοῦ δηλώσεων δὲν προέκυψε ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ θεωρηθῇ ὅτι δυσπιστεῖ ἡ Βουλὴ πρὸς τὰς προτάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Σήμερον ὅμως τὸ προκληθὲν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ βασιζόμενον ἐπὶ τῶν φημῶν τῶν ἐν ταῖς ἐφημερίσι φερομένων καὶ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ εὐαρίθμων Βουλευτῶν, οἵτινες μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέσυραν τὴν κατ’ αὐτοῦ δυσπιστίαν, δὲν ἀποτελεῖ δι’ ἡμᾶς δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμείνῃ εἰς τοιοῦτον ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ θὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας φρονῶν ὅτι οἱ ἐκεῖθεν (δεικνύει ἀριστερὰ) συνάδελφοι θὰ μᾶς ἀκολουθήσωσιν.
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ πείσματος ἐπιμένει, ὅπως ψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐγκρίνονται αἱ δηλώσεις αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἄγηται ἐκ πείσματος εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἢ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὑμῶν. Καὶ προηγουμένως εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἀναξία καὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀλλὰ καὶ τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἐὰν ἐδέχετο καὶ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ κοινοβουλευτικὴ αὐτῆς ὑπόστασις. Δὲν ὑποθέτω δέ, ὅτι ὑπάρχει τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀρνηθῇ ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα, τὰ προελθόντα μάλιστα ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῶν συντακτικῶν, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης μένουσα εἰς τὴν Ἀρχήν, ἂν δὲν τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν δηλώσεών της. Ἐλέχθη, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τροποποίησις τῶν προτάσεων· ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ, ὅτι οὐδεμίαν δέχεται τροποποίησιν. Ἀλλ’ ἐζητήθη συγχρόνως καὶ ἡ ἔκτασις τῆς ἑρμηνείας τῶν δηλώσεων. Εἶμαι πρόθυμος νὰ διευκολύνω μέρος τῶν κυρίων Βουλευτῶν δεχόμενος ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος μένει πάντοτε ἀκέραιον πρὸς συζήτησιν. Ὅταν περατωθῇ τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα, θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐκείνου. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι Βουλὴ ἐκ διπλοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν συγκροτουμένη, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ὑπάγεται εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Βασιλέως. Εἶναι γνώμη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμένομεν. Δὲν θὰ ἐδεχόμην, Κύριοι, ἐπὶ τοσοῦτον οὐσιώδους ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀμφισβήτησις, νὰ ἀφήσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἀσαφῆ. Ἡ ψῆφος λοιπὸν θὰ περιλαμβάνῃ τὰ δύο ταῦτα: τὴν ἔγκρισιν (δηλαδὴ τῶν δηλώσεων ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶπον περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἔγκρισιν τῆς δηλώσεως ὅτι, ἂν ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Βουλὴ διπλῆ, ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος εἶναι προνομία ἀκεραία.
§128Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἡρμήνευσε τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει εἰς τὴν πρότασιν τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ἀποδίδει δὲ κατὰ τὰ ἄρτι λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ διπλῆν ἔννοιαν ἐγκρίσεως τῶν δηλώσεων αὐτοῦ τῶν ἅμα τῇ ἐμφανίσει τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γενομένων, ἀλλ’ ἀποδίδει καὶ ἑτέραν ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ κυρία συζήτησις ἤθελεν ἀποδειχθῆ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ὡς κλίνουσα ὁριστικῶς ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἵτινες χαρακτηρίζουσιν ἢ ἐπεχείρησαν νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν Βουλὴν ταύτην ὡς Συντακτικήν, τότε ὑπάρχει περίπτωσις ἐνασκήσεως τῆς Βασιλικῆς προνομίας. Πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν χθὲς καὶ τῶν σήμερον γενομένων, ἀλλ’ ἐλέχθησαν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ὑπὸ Βουλευτῶν ἐκπροσωπούντων μόνον τὴν ἰδίαν των γνώμην, τὸ παραδοξότερον δὲ εἶναι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν δυσπιστίαν ἐπὶ τῶν ἐννοιῶν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, προέβησαν πρὸ ὀλίγου ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βριθούσης εἰς ἀποδοκιμασίαν τῶν ἰδίων κατακρίσεων, καὶ ἐθεώρησαν τὰς δηλώσεις — αἱ ὁποῖαι ὤφειλον νὰ βεβαιώσωσιν ἐντεῦθεν ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον παρήλλαξαν κατὰ τὴν χθεσινὴν καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς —, τὰς δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἱκανοποιητικάς. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπανέφερε τὴν συζήτησιν σήμερον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῶν ὁριστικῶς πλέον κριθεισῶν ὡς ἱκανοποιητικῶν, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, εἶναι ὁ Βουλευτὴς Φθιώτιδος. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς ἢ ὡς Ἀναθεωρητικῆς, ἐπανέφερε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παραδόξως ἐκβαίνων τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Βουλευτὴς κατέχει, ἀφοῦ πρὸ τόσων ἐτῶν εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν τὰς σκέψεις αὐτοῦ, ὅτε ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ κρίνῃ περὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῶν Ὑπουργῶν μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων δηλώσεων. Ἤκουσα πολλοὺς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, τῶν ὀλίγων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δηλώσεων καὶ ἐπέμειναν, ὅπως εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς δηλώσεις αὑτοῦ νὰ τὰς σαφηνίσῃ, ἤκουσα αὐτοὺς προσφεύγοντας εἰς δημοσιεύσεις ἐφημερίδων καὶ θέλοντας νὰ ἑρμηνεύσωσι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἐκ τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἀλλ’ οὐδέν, νομίζω, κοινὸν μεταξὺ τῶν δημοσιευομένων εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τῶν ἐπισήμων δηλώσεων, εἰς ἃς προβαίνει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μία Κυβέρνησις. Αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξαν σαφεῖς, παρενεβλήθη ὅμως τὸ ζήτημα τῆς διατυπωθείσης διὰ τοῦ τύπου ἀπειλῆς περὶ διαλύσεως τοῦ Σώματος. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων σκέψεων καὶ τῶν τοιούτων ὑπονοιῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὅτι δὲν ἠδύναντο αἱ ὑπόνοιαι αὗται, αἱ στηριζόμεναι εἰς δημοσιογραφικὰς δημοσιεύσεις, νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς κατάκρισιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον, κρίνεται ἐκ τῶν ἐπισήμων αὐτῆς πράξεων καὶ ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῆς. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν Κυβέρνησις ἔχει φίλους, οἱ ὁποῖοι εἴτε θέλουσι νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των, εἴτε θέλουσι νὰ ὑπερβάλωσι τὰς σκέψεις αὐτῆς λόγῳ τοῦ ζήλου καὶ λόγῳ τῆς ἀφοσιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ αἱ πράξεις αὐτῶν καὶ αἱ σκέψεις αὐτῶν καὶ αἱ διαφημίσεις αὐτῶν οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχουσι πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς. Ἐὰν αἱ σκέψεις αὗται εἶναι ὀρθαί, ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, μετὰ τὰς γενομένας δηλώσεις ὑφ’ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀμφισβητήσωσι τὴν εἰλικρίνειαν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εὑρίσκουσι τὰς τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεις, τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐπαρκεῖς καὶ ὡς ἱκανοποιητικάς, δὲν γνωρίζω ποῦ δύναται νὰ τεθῇ καὶ νὰ στηριχθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προέβη, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἰς ἑρμηνείαν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν προκαλεῖσθε νὰ δώσητε ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, καὶ εἰς τὴν ψῆφον αὐτὴν δίδει διπλῆν ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν τῆς ἐγκρίσεως τῶν γενομένων ὑπ’ αὐτοῦ δηλώσεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔννοιαν ὅτι δύναται κατὰ τῆς Βουλῆς, ὡς διπλῆς Βουλῆς Ἀναθεωρητικῆς, νὰ ἀσκηθῇ ἡ προνομία τοῦ Στέμματος. Φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξετίμησεν ἐπαρκῶς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ φθάσῃ μία πρότασις τοιαύτη, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἑτέραν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Προκαλεῖ ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ θέματος θίγοντος αὐτὰς τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἶναι εὔνους πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ εἶναι δυσμενής. Αὐτὸς δέ, ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθη μετὰ πάντων ἡμῶν τῶν ἀναθεωρητικῶν ὡς ἀναθεωρητικός, ἔρχεται νὰ θέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἧττον ἀποβλέπει ἢ εἰς τὸ νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφιβολίαν μίαν ἐκ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, μίαν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι δύναται νὰ μειδιᾷ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως φθάνομεν μὲ τὴν δευτέραν ἔννοιαν, ὑφ’ ἣν προκαλεῖσθε νὰ ψηφίσητε. Νομίζω ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης προτάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεδόθη τοιαύτη ἔννοια, νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας. (Ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης).
§129Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκλήθην, Κύριοι, τὴν ἑσπέραν ταύτην μετὰ δύο ἄλλων ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅπως προβῶ εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀλλ’ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ ἢ οἱ δύο ἕτεροι συνάδελφοι ἠθέλομεν προβῆ, οὐδόλως ἤθελον χρησιμεύσει εἰς ἣν ἀνάγκην ἐπεκαλεῖτο ὁ προκαλῶν ἡμᾶς, ἀπέσχον πάσης ἀνακοινώσεως πρὸς τὸ Σῶμα. Μεγάλη ὁμὰς ὁμοφρόνων Πληρεξουσίων μοὶ ἔκαμε τὴν τιμήν, ὅπως ἀναθέσῃ εἰς ἐμὲ καὶ δύο ἑτέρους συναδέλφους τὴν ἐντολήν, ἵνα ἔλθωμεν εἰς συνάντησιν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεννοηθῶμεν μετ’ αὐτοῦ ὑπὸ ποίους ὅρους ἡ ὁμὰς ἡμῶν θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ παράσχῃ αὐτῷ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε καταρτίσει Κυβέρνησιν. Ἀπέσχον, λέγω, καίπερ προκαλούμενος, νὰ προβῶ εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις, διότι ἐνόμιζον, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις αἱ ἐκ μέρους ἡμῶν γενόμεναι δὲν ἤθελον χρησιμεύσει ὡς στοιχεῖον κρίσεως ὑμῶν ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλετε κληθῆ νὰ κρίνητε περὶ ὅσων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος. Ἀλλά, ὅταν καλώμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐπὶ προτάσεως ὑποβληθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τὴν ἐπιτακτικήν, ἵνα δι’ ὀλίγων αἰτιολογήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ ἐξηγήσω διὰ ποίους λόγους θέλω φέρει τὴν ψῆφον, ἣν θέλω δώσει μετ’ ὀλίγον. Προκαταβολικῶς ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα, καὶ ἰδιαίτατα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκεῖνοι, μετὰ τῶν ὁποίων συμπράττει, οὐδόλως ἔχουσιν ἀνάγκην συμβουλῶν καὶ παραινέσεων παρ’ οὐδενός, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἶναι ἄξιοι ἐπιτιμήσεως καὶ ἐλέγχου ὅτι ἐγκατέλειψαν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐλησμόνησαν τὰ ὑπεσχημένα καὶ ὅτι δῆθεν εἶναι διατεθειμένοι ἄλλην ὁδὸν νὰ πορευθῶσι παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἕως τώρα ἐπορεύοντο. Ἐὰν ἡ ὁμὰς τῶν ὁμοφρόνων Πληρεξουσίων ἀποφασίσῃ, ὅπως δώσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς τὴν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ Κυβέρνησιν, τοῦτο ἔπραξε διατηροῦσα πλήρη τὴν αὐτοτέλειαν αὐτῆς, τοῦτο ἔπραξε διατηροῦσα ἀκεραίας τὰς γνώμας αὐτῆς τὰς πολιτικάς, καὶ ἰδιαίτατα τὰς γνώμας αὐτῆς ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος, ἐν τῷ ὁποίῳ συνεδρεύομεν. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἔννοιάν τινα προεξοφλήσεως τῆς γνώμης ταύτης, ἣν ἔχομεν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς Συνελεύσεως ταύτης, ἡ ὑποστήριξις ἡμῶν ἡ παρεχομένη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προέκυψαν ἀπόψε αἱ αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τί λέγω; οὐχὶ αἱ αἰτιάσεις, ἀλλ’ ἡ πρόκλησις ἡ ἀπευθυνθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παράσχῃ ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις πρὸς τὸ Σῶμα, ὁθενδήποτε, λέγω, καὶ ἂν προέκυψαν αὗται, οὐδένα λόγον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ αἰτιᾶται τῶν συντακτικῶν ἀνεξαρτήτων Πληρεξουσίων ὡς ἀθετούντων τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, ὡς ἀθετούντων τὰς δοθείσας ὑποσχέσεις πρὸς αὐτήν. Καὶ οὐδένα λόγον εἶχε νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι πάνυ εὐλόγως ἠγέρθη ἐν ἡμῖν αἴσθημα δυσφορίας διὰ τὰ ἀνακοινωθέντα διὰ τοῦ τύπου. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ ταῦτα, διότι ἐπαρκὴς περὶ τούτων ἐγένετο λόγος. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἄγει εἰς τὸ βῆμα, εἶναι, ὡς εἶπον, νὰ ἐξηγήσω καὶ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θέλω δώσει. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, Κύριοι, προεκλήθη ἡ συζήτησις, καὶ τὸ θέμα τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν οὐσίαν τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται τὸ Σῶμα, ἐπὶ τοῦ θέματος ἂν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις καὶ νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις πρὸς τὸ Σῶμα, διαψεύδουσα τὰ δημοσιευθέντα ἐν ἐφημερίσιν. Ἡ συζήτησις ὑπῆρξε μακρά, ἐὰν δὲ κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατὰ τὴν λογικὴν αὐτὴν αἱ προτάσεις αἱ προβαλλόμεναι ὑπὸ τὴν ψῆφον τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων καὶ αἱ ψηφοφορίαι αἱ ἐπ’ αὐτῶν γενόμεναι εἶναι τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, ἐρωτῶ ὑμᾶς ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ πρότασις ἡ προβληθησομένη μετὰ τοιαύτην συζήτησιν ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν; Ἔπρεπεν ἆράγε νὰ εἶναι ἡ πρότασις τοιαύτη, ὡς κατηρτίσθη αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἔπρεπε νὰ εἶναι πρότασις ἐνέχουσα δήλωσιν περὶ γνωμῶν καὶ πολιτικῶν θεωριῶν, ἀπὸ γενικῆς ἀρχῆς ἐξεταζομένων, ἢ νὰ εἶναι πρότασις περιλαμβάνουσα τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις; Αἱ γνῶμαι καὶ αἱ σκέψεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἱ θεωρίαι αὐτῶν δὲν τίθενται ὑπὸ ψηφοφορίαν. Εἶναι γνῶμαι ἀτομικαί, εἶναι γνῶμαι ἀκαδημαϊκαί, αἵτινες, ἐν ὅσῳ δὲν ἔρχονται εἰς ἐφαρμογήν, ἐν ὅσῳ δὲν προσαρμόζονται πρὸς τὰ πράγματα ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἐξουσίας τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι γνῶμαι οὐδεμίαν ἔχουσαι ἀξίαν διὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ Σώματα, εἶναι γνῶμαι, τὰς ὁποίας τὸ κοινοβουλευτικὸν Σῶμα δύναται νὰ παρίδῃ ἀδιαφοροῦν πρὸς αὐτάς. Δὲν δύνανται δὲ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, καὶ μάλιστα δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῶν Συνελεύσεων, ὅταν περὶ ταύτας δημιουργῆται ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν. Ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων δὲν δίδεται διὰ τὰς ἀρχὰς καὶ θεωρίας οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, δίδεται διὰ τὰ ἔργα αὐτῆς, διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, διὰ τὴν πολιτείαν αὐτῆς, ἥτις δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἐκτέλεσις τῶν νόμων καὶ τῶν ἔργων τῶν κυβερνητικῶν καὶ πρόνοια καὶ ἐπιμέλεια τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ὅτε καλούμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης διὰ θεωρήματα ἀκαδημαϊκά, τὰ ὁποῖα προβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπέχομεν τοιαύτης ψηφοφορίας, ἵνα μὴ μεταβάλωμεν τὸ κυρίαρχον τοῦτο ἐθνικὸν Σῶμα εἰς σύλλογον ἰδεολόγων, ἐπὶ ἀφῃρημένων θεωριῶν συζητοῦντα καὶ ψηφίζοντα. Ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπέχωμεν τοιαύτης παιδιᾶς ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζει νὰ συζητῶνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Δι’ αὐτὸ ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώθη πρὸς τὸ Σῶμα ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρότασις, ὅτι, ἀφοῦ διετυπώθη καὶ ὑπεβλήθη πρὸς ψήφισιν πρότασις, ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως αὐτῆς ὤφειλε νὰ περιλάβῃ ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ δηλώσεις ἐκ μέρους αὐτῆς. Διότι ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως ἀναγομένης εἰς τὰ πράγματα δύναται εὐλόγως νὰ δώσῃ τὸ Σῶμα ψῆφον ἐμπιστοσύνης, δὲν δύναται ὅμως νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ δηλώσεων ἀναγομένων εἰς σκέψεις καὶ ἰδέας ἐπιστημονικάς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, δὲν γνωρίζω διατί οὕτω σκεπτομένη, ὡς σκέπτεται, δὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ πράξω ἐγώ. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐνέχει δύο ἐννοίας, τὴν ἔννοιαν, ὅτι παρεσχέθησαν ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν διαδόσεων καὶ περὶ τῶν θρύλων, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ὡς ἀνευλαβεῖς πρὸς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σώματος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Στέμματος. Περιέχει, λέγω, τὰς ἐξηγήσεις, αἵτινες καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἑρμηνευόμεναι ἐθεωρήθησαν, δύναμαι δὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐθεωρήθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ Σώματος, ὡς ἐπαρκεῖς, καὶ διέλυσαν τὴν ἐκ τοῦ γεγονότος γεννηθεῖσαν δυσπιστίαν τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι καὶ σαφῶς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί ἤθελε πράξει εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα ἤθελε κηρύξει ἑαυτὸ συντακτικὸν καὶ τί ἤθελε τότε σκεφθῇ νὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὸν Βασιλέα ὑποβάλλων τὴν παραίτησίν του. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἀναντιρρήτως τοσοῦτον σαφεῖς, ὥστε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἑρμηνείας τινὸς καὶ περαιτέρω ἐξηγήσεως, δὲν εἶναι δὲ δεκτικοὶ παρερμηνείας, καὶ ἔχουσι τὴν ἔννοιαν, ὅτι πάντες ἐκεῖνοι οἱ θρῦλοι, οἵτινες, ὡς πιστεύω, δὲν ἐτάραξαν ἡμᾶς, διότι οὐδὲν τοιοῦτον δύναται νὰ ταράξῃ τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ἀλλ’ οἵτινες ἀνοικείως διεδόθησαν, ὅτι πάντες ἐκεῖνοι οἱ θρῦλοι ὡς καπνὸς διελύθησαν καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀπέμεινεν. Ἐξ ἀφετηρίας λοιπὸν τῶν ἐξηγήσεων τούτων καλουμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θὰ ἠρνεῖτο νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς ἐπὶ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής. Ἐγὼ δέ, χωρὶς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἐπιλάθωμαι τὰς ἐξηγήσεις τὰς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν γενομένας καὶ τοὺς ὅρους καὶ τὰς ἐπιφυλάξεις τὰς πρὸς αὐτὸν ἀνακοινωθείσας ὑπὸ τῆς ὁμάδος τῶν ὁμοφρόνων διὰ στόματος ἐμοῦ, θὰ ἤμην διατεθειμένος, καὶ εἶμαι ὄντως διατεθειμένος, νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ πρότασις, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἁπλῆ, εἶναι διφυής, καὶ ἐνέχει καὶ ἕτερον στοιχεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ψῆφος τῆς ἀντιπροσωπείας ἤθελεν εἶσθαι ἁπλῆ ψῆφος παιδιᾶς, ἂν δὲν ἦτο, ὡς εὐλόγως δύναταί τις νὰ φοβῆται, παγὶς δολία κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ Σώματος, ἐὰν ἁπλῶς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐκαλεῖτο νὰ ψηφίσῃ περὶ ἐπιστημονικῶν θεωριῶν καὶ ἰδεῶν ἀφῃρημένων. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ στέρξῃ, νὰ πράξω ἐγώ· ἔχω ἐγώ, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ χωρίσω τὰς δύο ταύτας ἐννοίας τὰς ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιλαμβανομένας. Διότι ἐπὶ τῆς μιᾶς μέν, τῆς πρώτης, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀποφανθῶμεν, καθῆκον ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, ἂν παρέχομεν ἢ δὲν παρέχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῆς ἑτέρας ὅμως καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀπόσχωμεν πάσης ψηφοφορίας, διότι καὶ παιδιὰ ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀναίρεσις, ὡς σαφῶς καὶ ἀπρομαχήτως καὶ προσφυῶς ἐξηγήθη ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἀναίρεσιν ἤθελεν ἐνέχει τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος τοῦ διαλύειν τὰς Βουλὰς ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ψῆφος ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι δυσμενὴς κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, Κύριοι, δηλῶ, ὅτι ἡ ψῆφός μου, ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἣν θέλω δώσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνέχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι θεωρῶ ἐπαρκεῖς τὰς ὑπ’ αὐτῆς δοθείσας ἐξηγήσεις ὡς πρὸς τοὺς θρύλους, οὐδόλως ὅμως ἐνέχει τὴν ἔννοιαν ἐπιδοκιμασίας τῶν δηλώσεων καὶ τῶν γνωμῶν τῶν πολιτικῶν, καὶ τῶν θεωριῶν τῶν ἀκαδημαϊκῶν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως τοῦ διαλύειν ἢ μὴ διαλύειν τὸ Σῶμα ἡμῶν εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὸ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπεβάλετε πρότασιν;
§131Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο καταλήγω. Καταλήγων, Κύριοι, λέγω, ὅτι δύο ἐννοίας ἐνέχει ἡ πρότασις, καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ ὅπως χωρισθῇ ἡ πρότασις αὐτή, καὶ ἡ μὲν πρώτη ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἡ δὲ ἑτέρα ἀποσυρθῇ, ἤ, ἐν περιπτώσει ἐπιμονῆς τοῦ προτείναντος ἵνα ψηφοφορηθῇ, προτείνω, ἵνα τὸ Σῶμα ψηφίσῃ κατὰ τοῦ παραδεκτοῦ τοιαύτης προτάσεως, διότι καὶ παιδαριῶδες, ἀλλὰ καὶ κινδυνῶδες ἤθελεν εἶσθαι τὸ ψηφίζειν παρομοίας προτάσεις. Ἡ πρότασις δέ, ἣν ὑποβάλλω, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Τὸ Σῶμα μετὰ τὰς χθεσινὰς καὶ σημερινὰς συζητήσεις θεωροῦν ἐπαρκεῖς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γενομένας ἐξηγήσεις καὶ ἐκφράζον τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην του μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§132Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεξήγησε καὶ διευκρίνησε τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Ἡ πρότασις ὅμως, καὶ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παραμένει ἀκεραία, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀφοῦ δὲν πρόκειται κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τοιούτου ζητήματος, ἂν δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἐάν, ὡς Ἀναθεωρητικὴ χαρακτηρισθῇ ἡ σημερινὴ Βουλή. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς γενομένας δημοσιεύσεις εἰς τὸν τύπον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρέσχε κατὰ τὴν γνώμην μου σαφεστάτας ἐξηγήσεις ἡ Κυβέρνησις. Κατόπιν τούτων φρονῶ, ὅτι ἄλλη πρότασις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος, καὶ ὡς τοιαύτην ὑποβάλλω τὴν ἀκόλουθον: «Ἡ Συνέλευσις θεωροῦσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει εὐθύνην διὰ τὰς γενομένας ἐν τῷ τύπῳ δημοσιεύσεις, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀπειλὴν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν....» Αὕτη εἶναι ἡ πρότασίς μου.
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀκούσαντες τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ θὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία κατὰ τὴν συζήτησιν παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἠθέλησε νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος, ὅπως διαλύσῃ, ἐὰν ἤθελεν ὑπάρξει περίστασις πρὸς τοῦτο, τὴν διπλῆν Βουλήν. Σχεδὸν ἐθεωρήθην ἐγὼ ὑπεύθυνος, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκινήθη καὶ διότι κατὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης θεωρίας, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν, Κύριοι, προφανῶς ἐπεβάλλετο, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἠγέρθησαν ἀμφισβητήσεις, νὰ ἔχῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς γνώμην. Ἐθεωρήθη ἐν τούτοις, ὅτι πρόκειται περὶ γνώμης ἀκαδημαϊκῆς, περὶ γνώμης μὴ ἐχούσης πολιτικὴν σημασίαν καὶ μὴ δυναμένης νὰ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν κύρωσιν, ἀλλὰ γνώμης, ἡ ὁποία ἴσως ἁπλῶς ἐξεφέρετο ὡς γνώμη ἀπὸ καθέδρας. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, τίνα γνώμην θὰ εἴχετε περὶ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἀξιοῦσα νὰ μείνῃ εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, θὰ ἐδέχετο ἐξενεχθεισῶν τοιούτων θεωριῶν ἐν τῷ Σώματι τούτῳ καὶ προκληθεῖσα νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της ἐπ’ αὐτῶν, θὰ ἐδέχετο ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸ προνόμιον τοῦ Στέμματος, ὅπως ἐνασκήσῃ ὅλας τὰς προνομίας, ἑπομένως καὶ τῆς διαλύσεως τοῦ Σώματος τούτου, ἐὰν ἤθελε μείνει διπλῆ Βουλή; Διατί ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι ἐγὼ τοῦτο προτείνων θέτω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος; Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διαμφισβητῶ τὸ πρᾶγμα, ἢ ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑποστηρίζω, ὅτι εἶναι ἀμείωτον τὸ προνόμιον τοῦ Στέμματος, ὅπως ἐνασκήσῃ τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως κατὰ πάσης Βουλῆς, καὶ ἑπομένως διπλῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ σοβαρῶς, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἔχῃ συνέπειαν διὰ τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ ἐδέχεσθε νὰ ἀφήσητε τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦτο τοσοῦτον ἄνανδρος ὥστε νὰ παραμένῃ ἐξ ἐπιεικείας εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ ἐδέχεσθε νὰ ἀφήσητε εἰς τὰ ἑδώλια αὐτήν, ἂν εἴχετε τὴν γνώμην, ὅτι αἱ θεωρίαι αὐτῆς αἱ πολιτικαὶ εἶναι θεωρίαι κατακριτέαι; Ἐάν, Κύριοι, παρηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἔλεγον μὴ ἀμφισβητεῖτε τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτῆς ἐμφάνισιν, ἴσως εἴχετε δίκαιον, ἀλλ’ ἐγὼ ἔρχομαι μὲ ἀκεραίαν καὶ ἀπεριόριστον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, καὶ ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα γράφει, ὅτι τοὺς Ὑπουργοὺς διορίζει καὶ παύει ὁ Βασιλεύς, ἐγὼ ἑρμηνεύων τὸ Σύνταγμα φρονῶ, ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ σχηματίζῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος εἶναι βεβαίως ἐλεύθερος νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὑτοῦ εἰς τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη καὶ δι’ ἧς ἐγκρίνονται αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ μειώσῃ τὴν σημασίαν τῆς ψήφου ταύτης. Ἐὰν ἠθέλετε δώσει εἰς ἡμᾶς τὴν ψῆφόν σας, ἡ ψῆφος αὕτη θὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν χθεσινῶν καὶ τῶν σημερινῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας περιλαμβάνεται, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, καὶ ἡ γνώμη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ αὑτὴ — καὶ περὶ τοῦ ἂν εἶναι Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο —, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ αὑτή, καὶ διπλῆ οὖσα, ὑπόκειται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐδέχθην, ἵνα διευκολύνω τὴν θέσιν ὁμάδος τινῶν Βουλευτῶν, ἵνα μὴ θεωρηθῇ τὸ παρέμβλητον αὐτὸ ζήτημα ὡς ἐξαντλοῦν καὶ τὸ κύριον ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε, εἶναι ὅτι ἐδέχθην νὰ μείνῃ ἀναφαίρετον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ συζητήσωσι τὸ θέμα τοῦτο καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ψηφοφορίαν, ἀλλὰ πέρα τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ, πέρα τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε, διὰ τῆς ὁποίας, ἂν θέλητε δώσει ψῆφον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε ἐγκρίνει τὰς δηλώσεις αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ οἱονδήποτε ἄλλον περιορισμόν. Εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μερλοπούλου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον μὲ παραμονὴν αὐτῆς ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν εἰμὴ μὲ ἔγκρισιν τῶν δηλώσεών της. (Γίνεται διακοπὴ 10 λεπτῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος διακόπτει τὴν συνεδρίασιν. Μετὰ τὴν διακοπήν. Ἐπαναληφθείσης τῆς συνεδριάσεως, ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα ὁ Δ. Γ. Ῥάλλης).
§134Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλων νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ σιδηροῦ κλοιοῦ, τὸν ὁποῖον περὶ ἑαυτὸν κατέστησεν ἐκ τῆς διπλῆς ἐννοίας, ἣν ἀπέδωκεν εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης, περιέπεσεν εἰς νέαν ἀντίφασιν, διότι σᾶς εἶπεν ὅτι ἐδέχθη, καὶ τοῦτο μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀφεθῇ εἰς τοὺς προβαλόντας τὴν πρότασιν περὶ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς νὰ φέρωσι τὴν ψῆφον αὐτῶν, ὅταν θὰ καταλήξῃ ἡ περὶ αὐτοῦ συζήτησις. Ἀλλ’ ἀφῆκε πράγματι διὰ τῆς διπλῆς ἐννοίας τῆς προτάσεώς του εἰς τοὺς συντακτικοὺς ἐλεύθερον τὸ στάδιον νὰ ψηφίσωσι κατὰ τὰς ἰδίας των σκέψεις καὶ τὴν ἰδίαν των πεποίθησιν; Βεβαίως ὄχι. Διότι, ἂν ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἣν διετύπωσε καὶ ἡρμήνευσεν, ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν κατ’ αὐτῆς ὑπερβαινούσης τὴν ἐντολήν της δύναται ν’ ἀσκηθῇ ἡ προνομία τῆς διαλύσεως, εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ ψῆφος αὐτῶν καὶ ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται εἰς τοὺς συντακτικούς; Δὲν λύεται διὰ τῆς διπλῆς ἐννοίας τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα πλέον ἢ οὐσιαστικῶς; Ἐγὼ τὴν συγκατάβασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν παραδέχομαι. Ἐθεώρησα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις ἐνταῦθα περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς. Ἐθεώρησα, ὅτι τοιαύτη συζήτησις ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπαράδεκτος. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤρξατο αὕτη δὲν εὑρίσκετο ἐπὶ τῶν ἐδωλίων τῶν ὑπουργικῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἄλλη, ἥτις μετὰ τῶν ἄλλων εὐθυνῶν ὑπέχει καὶ ταύτην, ὅτι ἀφῆκε νὰ παραδέρνηται τὸ σῶμα τοῦτο εἰς συζητήσεις καταρριπτούσας τὸ γόητρον αὐτοῦ. Ὅτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὤφειλε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀπαράδεκτον τὴν συζήτησιν τὴν ἐκτρέπουσαν τὴν διπλῆν Βουλὴν ἀπὸ τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἁρμοδιότητός της, προεκάλεσεν ἀκριβῶς συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς. Ἀλλά, καίτοι τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐξάρω τὴν ἀντίφασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δεχθέντος τὴν περαιτέρω συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν συντακτικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, ἀναιροῦντος ἐκ τῶν προτέρων τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἤθελον δώσει ἐκεῖνοι. Ἡ δευτέρα ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅτι δύναται νὰ ἀσκηθῇ κατὰ τῆς Βουλῆς ἡ προνομία τῆς διαλύσεως, δὲν καθιστᾷ ἀπαράδεκτον πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς; Διότι κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέστειλε μεταξὺ τῆς Συντακτικῆς καὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἐδέχθη ὅτι κατὰ τῆς πρώτης δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἡ προνομία τῆς διαλύσεως. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἀποδίδει εἰς τὴν πρότασίν του τὴν ἔννοιαν, ὅτι δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἡ προνομία τοῦ Στέμματος κατὰ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δὲν λύει ἀμέσως τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς; Αὐτὸ θὰ ἦτο κέρδος διὰ τὴν Βουλήν, διότι θὰ ἀπεδείκνυε μετάγνωσιν, ἂν ὄχι μετάνοιαν, διὰ μίαν συζήτησιν ἀτέρμονα, προκαλέσασαν ὅλα τὰ σκάνδαλα, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρέθημεν, καὶ συγκλονήσασαν ἐκ βάθρων τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ σῶμα τοῦτο. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μὲ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ θεωρήσω τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὡς ἀπαράδεκτον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς δευτέρας ἐννοίας, ἣν ἀπέδωκεν αὐτῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι τίθησι τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐξαρτᾷ ἐκ τῆς ψήφου αὐτῆς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος περὶ διαλύσεως ἐν περιπτώσει ὑπερβάσεως τῆς ἐντολῆς της. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ εὐστροφίᾳ τοῦ πνεύματός του ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφύγῃ ἐκ τῆς δυσχερείας, ἣν αὐτὸς ἑαυτῷ ἐδημιούργησεν. Ἀληθῶς ἠκούσθησαν ἐντεῦθεν φωναὶ καὶ συζητήσεις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς καὶ περὶ τούτου προέβαλον μίαν πρότασιν. Ἐὰν τὴν πρότασιν ταύτην ἐζήτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἐγὼ πρῶτος θὰ τὴν κατεψήφιζον, καίτοι θεωρῶ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ συζήτησις ἡ γενομένη ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν συντακτικῶν εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀλλὰ δὲν ζητεῖ τὴν καταψήφισιν τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἀλλὰ τὴν ἐπιψήφισιν προτάσεως προελθούσης ἐκ τῆς ἰδίας του πρωτοβουλίας, ἐξ ἧς ἐξαρτᾷ πλέον τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος. Δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ἐπ’ αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δύναται νὰ φρονῇ ὅτι ἀσφαλίζει ὑπὲρ ἑαυτοῦ μίαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης θέτων τοιοῦτο ζήτημα ἀπαράδεκτον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ παράπτωμα, εἰς ὃ περιέπεσεν. Αὐτός, σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ἐκπροσωπῶν σήμερον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ θέτῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰς προνομίας τὰς θιγούσας ἀκριβῶς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἅμα ὡς ἠθέλομεν δεχθῆ, ὅτι ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐξαρτᾶται ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, θίγομεν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθιστῶμεν διὰ τῆς παραδόξου ταύτης θεωρίας Συντακτικὴν τὴν Βουλήν, διότι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἶναι εὐμενὴς πρὸς τὴν πρότασιν, ἀλλὰ δύναται νὰ εἶναι καὶ δυσμενής, τότε δὲ τί ἤθελε γίνει ἡ προνομία τῆς διαλύσεως διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ὑπερβάσεως τῆς ἐντολῆς τῆς διπλῆς Βουλῆς; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φαίνεται ὅτι ἔχει ἐπαναπαυμένην τὴν συνείδησίν του, ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ζητημάτων σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα δὲν λύονται μὲ μειδιάματα, ἀλλὰ διὰ τῆς αὐστηρᾶς λογικῆς, ἐξ ἧς ἐλπίζω ὅτι ἐμφορεῖται, ὀφείλει δὲ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ ζητημάτων θεμελιωδῶν, δὲν ἁρμόζει νὰ καλύπτῃ τὰς ἰδίας του εὐθύνας ὀχυρούμενος χάριν τῆς κατοχῆς τῆς ἀρχῆς ὄπισθεν μιᾶς ψήφου, ἡ ὁποία δύναται ἐκ βάθρων νὰ κλονήσῃ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ ἐξαρτᾷ ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς τὴν ἐνάσκησιν τῆς θεμελιώδους διατάξεως τῆς διαλύσεως τῆς ὑπερβαινούσης τὴν ἐντολήν της.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐφανταζόμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως θὰ κατέληγεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο ζητεῖ διὰ τῆς προτάσεως τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς ὑμᾶς, ἢ μόνον νὰ ὑποκλέψῃ τὴν ψῆφόν σας, ἵνα παραμείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ. Ἀφοῦ ἤκουσα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει νὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι εἶναι βεβαία περὶ αὐτῆς, ἔρχεται ἡ ἄλλη ἄποψις, ὅτι θέλει νὰ ὑποκλέψῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ νὰ ὑποκλέψῃ ἀπέδωκεν εἰς τὴν ψῆφόν σας καὶ σημασίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ὁ κ. Βουλευτής. Σᾶς λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιδιώκεται παρὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν ὁ κ. Βουλευτής, νὰ μὴ δύναται νὰ δώσῃ ἀρνητικὴν ψῆφον εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην φόβῳ ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ διὰ τοῦτο ὅτι ἀρνεῖται εἰς τὸ Στέμμα τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι «ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, θὰ δώσω ψῆφον δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ ψῆφος αὐτὴ παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφορῶσα μόνον τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ τὸ δικαίωμα τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος». Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ κάμῃ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, καὶ τότε δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ συγχρόνως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπέκρινέ με δριμέως καὶ διότι ἐδέχθην τὴν συζήτησιν τὴν ἀρξαμένην περὶ χαρακτῆρος τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς, ὡς μελλούσης νὰ λάβῃ μίαν κανονικὴν πορείαν διὰ μιᾶς ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς, σχεδὸν δὲ μὲ κατήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὡς ἐπιδιώκοντα διὰ τῆς πολιτείας μου νὰ διευκολύνω τὸ ἔργον τῶν συντακτικῶν, λησμονῶν ἴσως ὅτι, ὅτε ἦλθον εἰς Ἀθήνας πρὸς ἄσκησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐπέβαλλεν ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ τῆς 8 Αὐγούστου, εὗρον τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων κρίσιμον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ῥίψας τὸ βάρος πρὸς τὸ μέρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο νὰ μὴ ἀφήσωσι νὰ κηρυχθῇ τὸ Σῶμα συντακτικόν, ἔδωκα ὁριστικῶς τὴν νίκην πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς (ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τοῖς ἀκροατηρίοις). Ἀλλά, ἐνῷ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία μου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῶ σήμερον, διότι, ἐγερθέντος ἑνὸς παρεμπίπτοντος ἐπεισοδίου, προεκλήθη ψῆφος ἐμπιστοσύνης; Πρὸς τί νὰ κατηγορῶμαι, διότι δὲν θέλω νὰ τερματισθῇ καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ψηφοφορίας ἡ σημερινὴ συζήτησις, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶναι γεγραμμένοι 30 Βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσωσι; Νομίζετε ὅτι εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι θὰ καταναλωθῶσι συνεδριάσεις πολλαί, ἵνα λεχθῶσι πολλὰ ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι εἶναι λελυμένον ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς γνώμης; Ἀλλά, ἂν σέβομαι τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ δὲν θέλω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ περιορίσω τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν νομίζω ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε καὶ νὰ καταγγέλλητε, ὅτι θέλω νὰ ὑποκλέψω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι εὔλογος ἡ ἀξίωσις ἐνίων τῶν ἐγγεγραμμένων ῥητόρων νὰ μὴ ἀφήσωσι νὰ ἐξετασθῇ τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο ζήτημα πρὶν ἢ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη των. Καὶ θέλετε λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἔχητε ὑπόδικον τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐκφρασθείσης δυσπιστίας ὑπὸ πολλῶν ῥητόρων ἐπὶ πέντε ἢ ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας καὶ ἔχητε τὰς συνεπείας τῆς διατηρήσεως εἰς τὴν Ἀρχὴν Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἐξεφράσθη ἀμφιβολία ἂν ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος;
§136Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ κοινῶς ἐννοούμενον κοινοβουλεύεσθαι, μόλις γεννηθῇ ἰδέα κἂν περὶ τῆς ἀξίας τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει ἀμέσως αὕτη νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Τὸ ζήτημα δέ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, δὲν προῆλθεν ἐκ πείσματος, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥς τινες ἰσχυρίσθησαν, ἀλλ’ ὅτι ἀποδεικνύει σεβασμὸν ἀκριβῶς πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, καὶ ἂν εἶχε μάλιστα ἄλλην τινὰ ἰδέαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς ἔπρεπεν, εἰς ἔκφρασιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ τὸ δεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἐξηνέχθησαν καὶ ἄλλαι ἰδέαι ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ὑποβάλλονται αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τί εἶναι, παρακαλῶ, τὰ προγράμματα τῶν Κυβερνήσεων ἢ σύνολον ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν, ἐν λεπτομερείαις μάλιστα, καὶ ἔχουσι καθῆκον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ κρίνωσιν ἀκριβῶς τὰ προγράμματα τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἐκφέρωσι ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἢ μή; Λέγουσιν, ὅτι τὰ Σώματα τὰ κοινοβουλευτικὰ κρίνουσι μόνον τὰς πράξεις, ἀλλὰ τὰ προγράμματα ἀκριβῶς εἶναι οἱ προάγγελοι τῶν ἔργων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκε καὶ κρίσεις περὶ τῶν συντακτικῶν, καὶ κρίσεις, τὰς ὁποίας δὲν περιέμενον παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἄλλοτε κάθηνται ἐδῶ καὶ ἄλλοτε ἐκεῖ οἱ ἀκολουθοῦντες τὰς ἡμετέρας ἰδέας, ἀλλά, ἐὰν ἀλλάξωσι θέσεις, ἐμφοροῦνται πάντες ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἰδέας, καί, ἂν δὲν μᾶς συνέπηξεν ἐνταῦθα κόμμα, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄξιοι κατακρίσεως. Ἐὰν πάλιν ἐξελέχθη ἐκ μέρους τῶν συντακτικῶν ἐπιτροπή, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠξεύρω τίνα γνώμην ἔχει, ἀλλὰ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε περὶ ἡμῶν τῶν καθημένων ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, νομίζω ὡς ἄδικον, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀναιρέσῃ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς ἐμέ, κηρύσσω δημοσίᾳ, πολιτευόμενος ἀνέκαθεν καθ’ ὡρισμένας πολιτικὰς καὶ ἐθνικὰς ἰδέας, ὅτι δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα, ἀλλ’ ὅτι πᾶσαν πρᾶξιν κοινωφελῆ καὶ ἀγαθὴν τῆς Κυβερνήσεως ἔχω καθῆκον νὰ ὑποστηρίζω, διότι ἕκαστος ὀφείλει νὰ δίδῃ Κυβέρνησιν εἰς τὴν πατρίδα του, διότι τὸ ἀκυβέρνητον δὲν εἶναι καλόν, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ψῆφόν μου θὰ δώσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ζητῶν σήμερον ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι ἐκτελεῖ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα, ἐγὼ δ’ ἀντιπροσωπεύων τὴν ἰδέαν ταύτην δὲν δύναμαι ἢ νὰ δώσω ἀνεπιφυλάκτως τὴν ψῆφόν μου. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Παπαλέξης).
§137Κ. ΕΣΛΙΝ. Κύριοι ἀντιπρόσωποι, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπιεικῶς, προκειμένου νὰ ἐξετάσω τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. Περίπου δύο μῆνες παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου συνῆλθε τὸ Σῶμα. Καὶ τὸ Σῶμα εὐθὺς ἀμέσως διῃρέθη εἰς δύο ὁμάδας, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν ἔλεγεν, ὅτι ἀποτελοῦμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν ἐκείνων μόνον τῶν διατάξεων, αἵτινες δὲν θίγουσι τὰ θεμέλια· ἡ δὲ ἑτέρα ὁμὰς ἔλεγεν, ὅτι εἴμεθα Συνέλευσις Ἀναθεωρητική, δικαιουμένη νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως ὅλων τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, πλὴν μόνον τῶν θεμελιωδῶν. Καί, ἐνῷ ὅλοι διὰ διαφορετικῶν λέξεων ἀκριβῶς τὰ αὐτὰ ἐλέγομεν περὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ Σώματος, οὐχ ἧττον ἠρίζομεν πρὸς ἀλλήλους καὶ ἡ μία ἡμέρα παρήρχετο μετὰ τὴν ἄλλην, μέχρις ὅτου ἐπιτευχθῇ συμφωνία περὶ τοῦ τύπου τοῦ ὅρκου, ὃν ἠθέλομεν ὀμόσει. Μόλις ἐπετεύχθη ἡ λύσις τοῦ ἐπὶ τοῦ ὅρκου ἀναφυέντος ζητήματος, νέον ἐπῆλθε στάδιον ἀναβολῆς τῶν κυρίων μας ἔργων, τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, εἰς τὸ ὁποῖον πολλὰς κατηναλώσαμεν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην ἡμέρας, ἵνα καταλήξωμεν εἰς τὴν κύρωσιν πασῶν σχεδὸν τῶν ἐκλογῶν. Μόλις δὲ παρῆλθε τὸ δεύτερον τοῦτο στάδιον, προεκλήθη τρίτον στάδιον ἀναβολῆς, ἡ ὑπουργικὴ κρίσις, δι’ ἧς ἀπωλέσαμεν 8–10 ἡμέρας μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Καί, μόλις τὰς ἐπανέλαβεν, εἰσήλθομεν πάλιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Συνελεύσεως ὡς Συντακτικῆς ἢ Ἀναθεωρητικῆς καὶ ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου προκύπτει ἤδη νέον ἐπεισόδιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἠναγκασμένη νὰ ὑποβάλῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐκπληροῦμεν τὴν πραγματικὴν θέλησιν τῶν ἐντολέων μας; Ἡ πραγματικὴ θέλησις τῶν ἐντολέων ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ εἰσέλθωμεν μίαν ὥραν ταχύτερον εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Καί, ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ θέλησις τῶν ἐντολέων ἡμῶν, ἐν τίνι δικαιώματι ἡμεῖς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν γεννῶμεν νέα ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπομακρύνουσιν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς μας; Ἂν αἰσθάνομαι σήμερον μομφήν τινα κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἐμοί, αὕτη εἰς τοῦτο συνίσταται, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐτέθη, χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο καμμίαν ὑποχρέωσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει λόγον διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ, ἀλλὰ λόγον πρὸς οὐδένα ὀφείλει δι’ ὅσα ἐν νῷ ἔχει, διότι δὲν εἶναι κατηγορούμενος ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως, ἀλλ’ εἶναι Πρόεδρος Κυβερνήσεως, λειτουργούσης ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἐὰν ἐγίνετο αὐτό, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὸ τεθὲν ζήτημα, ἐὰν ἐπετυγχάνετο νὰ πέσῃ σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μετέβαινεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ Ἀνάκτορα, διὰ νὰ δώσῃ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Δὲν μοὶ ὑποδεικνύετε τὸ ἐν τῇ Βουλῇ κόμμα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι πρόθυμον ν’ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν; ἢ τὸ ἕτερον ἐκεῖνο στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον καλούμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ εἶχε τὴν βεβαιότητα ὅτι μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας δὲν θὰ εὑρίσκετο ἐπίσης πρὸ ζητήματος ἐμπιστοσύνης; Καὶ μετὰ τοῦτο ἐρωτῶ ὑμᾶς: εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀπέναντι τοῦ τόπου, γεννῶντες καθ’ ἑκάστην νέα ζητήματα; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ πεισθῇ ὅτι ὅσα σήμερον ἐξεδηλώθησαν ἀποδεικνύουσι τοῦτο: ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πειθόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου περιβάλλει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ.
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ μικρὰν ἰδέαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑποθέτων ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ λεχθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ ἀποσύρουσα τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης.
§139Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκπλήσσομαι, Κύριοι, μὲ τὴν νέαν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἱδρύει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Παραξενεύομαι δὲ ἀκόμη, διότι βλέπω αὐτὸν ἐπιμένοντα εἰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἄλλην προκαλοῦσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Προεκάλεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κατηγορία κατ’ αὐτῆς διὰ τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικάς, κατὰ τὰς ὁποίας βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν: πῶς ἐννοεῖ τὰς κατηγορίας ταύτας, ὡς ἀφαιρούσας τὸ κῦρος αὐτῆς καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι: Ὑπάρχει κατηγορία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτη, κατὰ τῶν πράξεων αὐτῆς; Οὐχί. Προεβλήθη καὶ προεκλήθη τὸ παράπονον ὅτι εὑρισκόμεθα, ἐὰν τὰ γραφέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν εἶναι ἀληθὲς ὅτι προέρχονται ἐκ δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εὑρισκόμεθα, λέγω, ἀκόμη ἐν ἐπαναστάσει καὶ ὅτι καὶ ἡ ψῆφος καὶ ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου δὲν εἶναι ἐλευθέρα, καὶ ἐπεθύμει ὁ προκαλῶν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἂν τὰ γραφέντα ἦσαν γνῶμαι αὐτῆς καὶ ὑπεβλήθησαν ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Τί ἔμενεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ Καὶ ἐρωτῶ: ὑπῆρξε κατηγορία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπῃ διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι: ἐγὼ διὰ ταῦτα δὲν ἔχω εὐθύνην, ἢ ὅτι οὐδὲν ἐκ τούτων ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ζήτημα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ θὰ ἐσκέπτετο ἂν ἦτο ἀντίθετος ἡ δήλωσις παρ’ αὐτῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσῃ μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν προῆλθεν εἰς δήλωσιν, καὶ ἐπέμειναν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ ἐκφράσῃ κατηγορηματικὴν τὴν δήλωσιν αὐτῆς. Ἐν ὅσῳ φθάνει μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ, ποῖον δικαίωμα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Ποῖος λόγος προκαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Τί προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως; Προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν προεξώφλησε τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει πλέον κατηγορία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ὑφίσταται ἔλεγχος κατ’ αὐτῆς; Καὶ ὑπάρχουσι τὰ ἐκτοξευθέντα, ἐὰν ὑπῆρξαν ἐκτοξευθέντα, κατὰ τῆς κρίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἢ κατὰ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως; Ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοιαύτην στάσιν ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιδιώξῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ὅπως ἐξειλίχθη ἡ συζήτησις, ὅπως ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος, ὁ ὁποῖος προεκάλει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ τοιοῦτον διάβημα καὶ εἰς τοιαύτην πρότασιν. Καὶ ὅτε εἶδον μετὰ τόσης ἐπιμονῆς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ γνωμῶν ὅσον ἀφορᾷ περὶ τοῦ ἂν δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὴν διπλῆν Βουλήν, ἐνόμισα λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προκαλεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ μὴ προεξοφλήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην αὐτῆς, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ αὔριον εἰς τὸν Βασιλέα: ἔχετε τὸ δικαίωμα—διότι φαίνεται ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὴν ἀμφιβολίαν ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν διπλῆν Βουλήν—, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσητε τὴν διπλῆν Βουλήν, διότι δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο αὐτὴ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐγώ, διὰ νὰ μὴ ἔλθω εἰς τοιαύτας ἐξηγήσεις, εἶπον ὅτι δὲν θὰ ψηφίσω, διότι νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ κατηγορηματικῶς νὰ δηλώσῃ ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐμπιστοσύνης εἶχεν αὐτὴν τὴν διπλῆν ἔννοιαν, διότι δὲν ἤθελον νὰ λάβῃ εἰς τὰς χεῖράς του τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζε συνᾷδον εἰς τὸ πολιτικόν του συμφέρον νὰ κάμῃ αὐτῆς χρῆσιν. Μετὰ τὴν δευτέραν ταύτην δήλωσιν, τὴν κατηγορηματικήν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμεν, ἡ πρότασίς του εἶναι διπλῆ, καὶ κατὰ συνέπειαν κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ χωρισθῇ. Ἐὰν ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ χωρίσῃ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὴν πρότασιν αὐτήν, ζητεῖ ἀφορμήν, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ διάλυσις ἐν καιρῷ, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ὑπάρχον περὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης πνεῦμα καὶ ἡ ὑπάρχουσα γνώμη ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα δυνηθῇ νὰ κερδοσκοπήσῃ αὐξάνουσα τὰς πολιτικὰς αὐτῆς δυνάμεις. Διὰ τοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνεβίβασεν ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν—ὅπως διατείνεται, διότι ἐγὼ δὲν συμφωνῶ—τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν εἰς τοιαύτας κρισίμους τῆς πατρίδος περιστάσεις, ἵνα σκέπτηται πῶς θὰ κερδίσῃ κομματικῶς; Κύριοι, εἶπον ὅτι δὲν θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐὰν ἡ πρότασις μείνῃ ὡς ἔχει. Ἀλλά, ἐὰν ἡ Βουλὴ συμμορφουμένη πρὸς τὸν Κανονισμὸν χωρίσῃ τὸ ζήτημα, πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιδιώκῃ κομματικὰ ὀφέλη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιστῇ εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θὰ δεχθῇ ἀσμένως καὶ ἀμέσως τὴν διαίρεσιν τῆς προτάσεως. Ὁμιλῶ οὕτω, διότι εἶμαι στρατιώτης, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁμιλῶ εἰλικρινῶς καὶ οὐχὶ πολιτικῶς.
§140ΑΛ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ οἱ πολῖται εἰλικρινῶς ὁμιλοῦσιν.
§141Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι οἱ πολῖται δὲν ὁμιλοῦσιν εἰλικρινῶς, καὶ λυποῦμαι, διότι μὴ ἔχοντες τὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν δὲν ἐνοήσατε τί εἶπον. Λυποῦμαι δέ, καὶ διότι ἐγὼ ὑπῆρξα τόσον ἀτυχής, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἐκφρασθῶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ γίνωμαι καταληπτὸς εἰς τοὺς νέους. Εἶμαι, λέγω, εἰλικρινὴς καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξαγάγω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τὴν δυσχερῆ θέσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατείνεται ὅτι εἶναι εἰλικρινής· διατείνεται ὅτι δὲν θέλει νὰ μείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς· διατείνεται ὅτι θὰ εἶναι ἄνανδρος νὰ δεχθῇ νὰ μείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὸν ἡ Βουλή. Τοιαῦτα ῥητορικὰ σχήματα εἶναι ἄξια τῶν χειροκροτημάτων τῶν ἀκροατηρίων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄξια ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, τοιούτου, οἷος ὁ σημερινός. Ἐὰν θέλῃ νὰ θεωρηθῇ ἀνδρεῖος καὶ νέος πολιτευτής, ὀφείλει νὰ μὴ δεσμεύσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ προεξοφλήσῃ τὸ προνόμιον τοῦ Βασιλέως. Καί, ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὀφείλει νὰ διαιρέσῃ τὴν πρότασιν συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει οἴκοθεν τὸ διαιρετόν». Εἶναι σύνθετος πρότασις, καί, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εὗρεν ἀκόμη τὴν εὐκαιρίαν νὰ προκαλέσῃ οἴκοθεν τὸ διαιρετὸν αὐτῆς, ὑποβάλλω ἐγὼ τὴν πρότασιν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§143Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§145Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§146Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὸ σύνθετον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ διατυπώσει τῆς προτάσεως καὶ ὄχι ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ, τὴν ὁποίαν δίδομεν ἡμεῖς. Ἡ πρότασις καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἁπλουστάτη. Ἐὰν ἡ ἑρμηνεία τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπαρέσκει εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, οἱ κ. Βουλευταὶ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ καταψηφίσωσιν αὐτήν.
§147Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ χειρισθῇ καὶ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων τὴν νοημοσύνην αὑτοῦ καὶ τὴν εὐστροφίαν τοῦ πνεύματός του. Ἀλλ’ ἐδῶ, κ. Βουλευτά, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν χωροῦσιν οὔτε νοημοσύνη οὔτε εὐστροφία πνεύματος. Τὰ ζητήματα εἶναι καθαρά. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔθετε δύο ζητήματα, ἕνεκεν τῶν ὁποίων προεκλήθη ἡ συζήτησις, τότε τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἦτο διαιρετόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του παρουσίασε δύο ζητήματα καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν δύο ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακολουθήσω· περιμένω νὰ ἴδω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καί, ἂν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, θὰ ἐπανέλθω.
§148Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι λαμβάνω τὸν λόγον τρίτην ἤδη φοράν.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Βουλὴ τὸ δέχεται.
§150Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δικαιολογεῖται ὅμως ἡ ἐπανάληψις ἄνευ ἀδείας ἐκ τῆς ἄρτι ὑποβληθείσης προτάσεως. Ὑπεβλήθη μία πρότασις περὶ διαιρέσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, καὶ ὁ συμπολίτης μου λίαν ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι τόσον ἁπλῆ, ὥστε ἀναμφισβητήτως δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ περὶ διαιρέσεως. Ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς ἁπλῆς προτάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅτι, θεωρουμένης ὡς Ἀναθεωρητικῆς τῆς Βουλῆς, ὑπόκειται αὕτη εἰς τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος. Καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ διαιρέσεως ἡ πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἀποβλέπει εἰς τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἀποδίδομεν εἰς τὴν πρότασιν, ἀποβλέπει εἰς θέματα ἴδια, τὰ ὁποῖα εἶναι σύνθετα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ συνθέτου προτάσεως· πρόκειται περὶ τῆς ἐννοίας, ἡ ὁποία ἀπεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ δηλώσῃ, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ μὴ ἀποδίδῃ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν πρότασιν. Τὸν εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν συγκατάβασιν. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσυνήθισαν νὰ δικαιολογῶσι τὴν ψῆφόν των. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς μακρᾶς παραμονῆς αὐτῶν ἐνταῦθα ἀπέκτησαν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύνανται νὰ τὴν πείσωσι περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῶν προβαλλομένων ζητημάτων. Αὐτὰ δύναται νὰ τὰ συμβουλεύῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ πιστεύσωσιν. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω περιαυτολογῶν, εἶναι τοῦτο. Πολιτευόμενος ἀπὸ τόσον μακροῦ χρόνου δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐντεῦθεν νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Οὐδέποτε ἐδικαιολόγησα τὴν ψῆφόν μου, διότι ὑπῆρξα πάντοτε εἰλικρινής, ἀπαγορεύεται δ’ ἄλλως τοῦτο καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι σόλοικον ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τίνα σημασίαν ἔχει, ἂν ὁ Βουλευτὴς λέγει, ὅτι δὲν ἀποδίδει τὴν δευτέραν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τῆς προτάσεως αὐτοῦ καταψηφιζομένης, θὰ τὸ ἀνήρει τάχα ἡ ἐπιφύλαξις τοῦ Βουλευτοῦ; Ἐὰν ψηφίσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἠθέλομεν ἐξαρτήσει τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως ἐκ τῆς ψήφου ἡμῶν· δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν καταψηφίσωμεν, διότι ἠθέλομεν ἀναιρέσει πλέον θετικῶς ἐν περιπτώσει ὑπερβασίας τῆς Βουλῆς τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος καταψηφίζοντες τὴν πρότασιν ἐκείνην. Ἀναμφισβητήτως ὑπὸ τὴν δευτέραν ἔννοιαν δὲν ὑφίσταται ἡ προνομία τοῦ Στέμματος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἔθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θαυμάζει δέ, διότι Βουλευτὴς δὲν ἐσυνήθισε νὰ ψηφίζῃ πότε ὑπὲρ καὶ πότε κατά. Θεωρῶ ἐπιβεβλημένον, ὅπως ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας ταύτης, διότι οὔτε νὰ ἀναιρέσω δύναμαι θετικῶς τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος ὁρκισθεὶς ἐπὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ οὔτε νὰ δεχθῶ, ὅπως ἡ προνομία τοῦ Στέμματος ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς Βουλῆς ἐν ὑπερβασίαις αὐτῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἐξῆρε τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας παρέσχεν ἅμα τῇ ἀφίξει του εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ἀναθεωρητικόν. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠρνήθην τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Ὅτε δὲ ἐζητήθη ἡ γνώμη μου περὶ αὐτοῦ, δὲν ἠθέλησα, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον, νὰ μειώσω τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα πολιτευόμενον νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε. Θὰ ἦτο δὲ ἀνάξιος τοῦ ὀνόματος τοῦ πολιτευομένου ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε τηρήσει ἀλλοίαν πολιτικήν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καυχᾶται ὅτι ἦτο εἰσηγητὴς τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, νομίζω δέ, ὅτι οὐδὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἀναφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν παρὰ καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς πάντα πολίτην, καὶ εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ κατήγγειλε πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν, διότι τὸν ἐμέμφθην, ὅτι θέλει νὰ ὑποκλέψῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς συνοδεύων αὐτὴν πρὸς τὴν δευτέραν ἔννοιαν. Αὐτὴ ἡ λέξις δὲν ἐξῆλθεν ἐκ τῶν χειλέων μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς σφάλμα, διότι ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ συνέδεσε μὲ μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ συνταγματικὴν διάταξιν θεμελιώδη, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως. Ἀλλ’ ἔλεγε καί τι περιπλέον ἐντεῦθεν, ὅτι τὸν κατήγγειλα, διότι ἐδέχθη τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως καὶ ἠθέλησε νὰ ἐξάρῃ τὸν σεβασμὸν αὐτοῦ πρὸς τὸν ἐλεύθερον λόγον δικαιολογῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν κατήγγειλα κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εὗρε τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οὐδὲ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου πλέον, ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως ἐκβαινούσης τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλή. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν συνεπάγεται συζήτησιν, οὐδὲ δικαιολογεῖ συζήτησιν ἐπὶ θεμάτων ἀλλοτρίων πρὸς τὴν δικιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ἀκριβῶς νὰ θέσωσι τὸ ζήτημα, ἓν ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἀντιταχθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ἐλιποψύχει, ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἀντιταχθῇ τὸ ἀπαράδεκτον, ἡ δὲ παράλειψις αὐτῆς μᾶς φέρει εἰς τὰς κατόπιν συζητήσεις καὶ εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα προῆλθον. Ἓν δὲ τῶν πολλῶν ἀτόπων εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ συζήτησις, ἡ ὁποία, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν παρεσυρόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν διεκόψαμεν, διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα, ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, θὰ διεξήγετο ὁμαλωτέρα. Ἑπομένως, ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον δικαίως οἰκτίρει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, νὰ καταναλώσωμεν ἤδη 40 ὅλας ἡμέρας ἄνευ σκοποῦ καὶ διὰ συζήτησιν ἕωλον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀρκετὸν σθένος κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπαράδεκτον. Ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἀφήκαμεν τὰ πάντα ἐκτεθειμένα, καὶ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς Πολιτείας ἡμῶν, αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ Σώματος, τὴν ἀφήκαμεν ἐκτεθειμένην εἰς τὰς παραφορὰς ὡρισμένων Βουλευτῶν. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ἀδιέξοδον εἶναι καταφανές, εἶναι κατάδηλον, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ καταψηφίσωμεν τὴν πρότασιν, διότι καταψηφίζοντες αὐτὴν θέλομεν καταργήσει θετικῶς τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ὑπερψηφίσωμεν, διότι θέλομεν ἐξαρτήσει ἐκ τῆς ψήφου ἡμῶν τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς διὰ τὴν περίπτωσιν ὑπερβασίας τῆς Βουλῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους μία ὑπολείπεται ὁδός, ἡ ἀποχή.
§151ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἀντιπρόσωπος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Εὐταξίας, ἦσαν ἀπαραίτητοι καὶ ἐπιβεβλημέναι, καθόσον δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ ἐξακολουθῇ νὰ συνεδριάζῃ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου, τοῦ τρόμου καὶ τῆς ἀπειλῆς. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰς πρώτας ἐννοῶ, μετὰ τὴν ἀποκήρυξιν τῶν ἐφημερίδων ἐκείνων, αἵτινες εἶχον προεξοφλήσει τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος ὑπὲρ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα πλέον δὲν ὑπῆρχεν, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς καὶ ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἀντιπρόσωπος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Δηλοῦμεν ὅμως ἤδη, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου μετὰ τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὰς δηλώσεις, αἵτινες συνώδευσαν αὐτήν, καὶ δηλοῦμεν συνεπῶς, ὅτι θέλομεν ἀπόσχει τῆς ψηφοφορίας.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἡ συζήτησις ἤθελε γίνει ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε ῥητῶς χαράξει αὐτὴ ἡ συζήτησις, δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν, διότι ἡ συζήτησις προεκλήθη ἐκ διαδόσεων, αἵτινες ἀνεγράφησαν ἔν τισιν ἐφημερίσι, καὶ ἐζητοῦντο ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ἐφημερίσι ταύταις. Ἔδωκε τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τὸ ζήτημα εἶχεν ἐντελῶς λυθῆ. Ἀλλ’ ἐγεννήθη ἓν ἕτερον παρεμπῖπτον· συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν Συντακτικὴν ἢ πρὸς τὴν Ἀναθεωρητικήν. Περιττόν, Κύριοι, ὑποθέτω, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀναθεωρητικός, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς Ἀναθεωρητικῆς, καὶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς γεννᾶται ζήτημα ἂν τὸ Συνέδριον τοῦτο δύναται νὰ εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον. Ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, θέλω ἐκφράσει μετὰ πλήρους εἰλικρινείας τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος. Ἠμφισβητήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἄνακτος τοῦ νὰ ἐξασκήσῃ τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ διπλῆ αὕτη Βουλὴ ἤθελε θεωρηθῆ ὡς Ἀναθεωρητική, καὶ ἐδῶ φρονῶ ὅτι καθῆκον ἀπαραίτητον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐκφράσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὴν ἑαυτῆς γνώμην, εἶχε καθῆκον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ σπουδαίου νὰ εἴπῃ ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις αὐτῆς. Ἀλλὰ πέρα τούτου δὲν νομίζω ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ προχωρήσῃ, δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ὠφέλιμον—ἐπιτρέψατέ μοι δὲ τὴν λέξιν—καὶ πρέπον, ὅπως τεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῆς ἐγκρίσεως τῶν δηλώσεων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλως τε διαφωνία ἐν γένει, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ πρόκλησις τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Φρονῶ δὲ ὅτι, καὶ ἂν τοιαύτη ἀμφιβολία ὑπῆρχε, πρόκλησις τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἐνασκήσῃ τὸ προνόμιόν του, δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἔλθῃ, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐκ ψηφοφορίας, ἥτις ἠδύνατο νὰ εἶναι ἀρνητικὴ ἢ θετική, ἤθελεν ἐξαρτηθῆ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἄνακτος. Ἂν πεποίθησιν εἶχεν ὁ Πρωθυπουργός, καὶ δικαίως, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα ἔχει ὁ Βασιλεύς, τὴν γνώμην του ἔπρεπε νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τίς ἡ ἀνάγκη, ἵνα περιληφθῶσιν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ αἱ δηλώσεις αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος; Καλῶς ἔπραξεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκφράσας εἰλικρινῶς μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ νὰ προκληθῇ ἡ Βουλή, ὅπως ἐκφράσῃ καὶ αὐτὴ γνώμην, αὐτό, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τὸ κατανοήσω. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσητε πάντες, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, διαφεύγει ἐντελῶς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ ἡ Βουλή, καὶ ἑπομένως ἡ ἔκφρασις γνώμης ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνασκήσεως τῆς προνομίας οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐδένα λόγον ἔχει ὅπως τεθῇ, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Βασιλέως προκειμένου περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀμφισβητήσεις ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο προερχόμεναι ἐκ μέρους τῶν συντακτικῶν, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῆτε περὶ τῆς γνώμης αὐτῶν, καθ’ ὅσον δὲν παραδέχεσθε τὰς ἰδέας αὐτῶν. Ἂν λοιπὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν πολιτικὴν ὑμῶν ὡς πρὸς τὸ σπουδαιότατον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ διπλῆ αὕτη Βουλὴ πρόκειται νὰ ἐπιτελέσῃ, ὅταν ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτῶν συμφωνία, πόθεν γεννᾶται τὸ ζήτημα τοῦ νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τίποτε δὲν μᾶς χωρίζει; Ὅτε μάλιστα δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπάρχει εἷς κίνδυνος, δὲν λέγω κίνδυνος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ κίνδυνος ἀναμφισβήτητος ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, διότι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει ζήτημα, ἐνῷ ἀναμφισβητήτως κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει, ἄρα δὲν δύναται νὰ τεθῇ. Ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων ὁρμώμενος ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέναντι, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ὁμοφωνίας τῆς παρισταμένης ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, δὲν θέλει ἐπιμείνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἐπὶ τῶν δηλώσεων, καθ’ ὅσον αἱ δηλώσεις αὗται σχετίζονται πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐνασκήσεως τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ διπλῆ αὕτη Βουλὴ ἀμφισβητεῖται ὅτι εἶναι Ἀναθεωρητική. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας δὲν θέλει ἐπιμείνει· ἂν ὅμως παρ’ ἐλπίδα ἐπιμείνῃ, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι θέλω ἐκφράσει τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὰς ἐπιφυλάξεις, τὰς ὁποίας ἐδήλωσα, τουτέστι μὲ τὴν ῥητὴν δήλωσιν ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦτο πρέπον νὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν.
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐχρειάζετό τις, ἵνα πεισθῇ ἐντελῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πάντα λόγον, ὅπως ἐπιμείνῃ, ἵνα ψηφισθῇ ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, τὴν ἀπόδειξιν ταύτην παρέσχεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς κ. Εὐταξίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτὴς εἶπεν ἡμῖν, ὅτι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ αὐτὰς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πῶς θὰ κριθῇ ἂν αὐτοὶ οἱ μὴ ἀμφισβητοῦντες εἶναι οἱ περισσότεροι ἢ ὀλιγώτεροι; Πῶς θὰ κριθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν; Ἀλλὰ συγχρόνως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Βουλευτὴς ἐπέμεινεν ἐπὶ τοῦ σημείου ὅτι τὸ Στέμμα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, λησμονῶν ὅτι ἡ διπλῆ Βουλὴ ἔχει πλήρη καὶ ἀκεραίαν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοὐλάχιστον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν...
§154ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναγνώσατε τὸ σχετικὸν ἄρθρον.
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δέχομαι διακοπάς... Ὅτι ἔχει, λέγω, ἀκεραίαν καὶ ἀμείωτον καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἔχει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἦτο τερατῶδες ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Στέμμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἄποψις ὅτι, διαλυομένης τῆς διπλῆς Βουλῆς πρὶν αὕτη ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, θὰ κληθῇ πάλιν διπλῆ Βουλή, θὰ γίνῃ καὶ πάλιν ἑτέρα διπλῆ Βουλή, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὁποίας θὰ κληθῇ ἡ τακτικὴ Βουλή. Ἀλλά, φαίνεται, λησμονοῦμεν ποῖος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως ἐν τοῖς συνταγματικοῖς πολιτεύμασιν. Ἐὰν ἐπίστευέ τις τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν, θὰ ὑπέθετεν, ὅτι ἡ προνομία τῆς διαλύσεως εἶναι μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα ἐναντίον τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων. Καθ’ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχήν, ἵνα κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, διὰ νὰ ἀποκαθίσταται ἡ ἁρμονία ἐν τῷ πολιτεύματι. Ἡ Βουλή, εἴτε Ἁπλῆ εἴτε Διπλῆ, δὲν εἶναι κυρίαρχον Σῶμα. Εἶναι ἀντιπρόσωπος τῶν λαϊκῶν συμφερόντων, τῶν λαϊκῶν γνωμῶν. Ὁσάκις ἤθελεν εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἴτε ἁπλῆ εἴτε διπλῆ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην, εἶναι οὐχὶ μόνον δικαίωμα τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποφαίνηται ὁ λαὸς τελικῶς περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Διὰ τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου πῶς τοιαύτη τις πρᾶξις ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῶν παρελθόντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ἄσκησις δικαιώματος περιστέλλοντος τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δικαίωμα χρησιμοποιούμενον πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἁρμονίας τῶν παραγόντων ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀνησυχοῦντας διὰ τὴν τύχην τῆς παρούσης Βουλῆς, ὅτι ἡ τύχη αὐτῆς δὲν ἐξαρτᾶται, ἀληθῶς, ἐκ θεωριῶν συνταγματικῶν, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῆς τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων. Ἡ παροῦσα Βουλή, οἱονδήποτε καὶ ἂν φέρῃ χαρακτῆρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δύναται νὰ διαλυθῇ ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὑπεύθυνος κυβερνήτης, ὅπως εἰσηγηθῇ εἰς τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν καὶ προσυπογράψῃ τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ αὕτη, εἴτε Συντακτικὴ εἶναι εἴτε μή, ἡ Συνέλευσις αὕτη, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην σαφῶς ἐκδηλουμένην, ἡ Βουλὴ αὕτη θὰ διελύετο ὡς κάρφος ἀχύρου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι, τὸ καθῆκον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ὡς κυριώδεις, ὡς διευθυνούσας πάντα πολιτικὸν ἄνδρα σεβόμενον ἑαυτόν, καὶ τὰς ὁποίας διεκήρυξα πρὸ μηνὸς εἰς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν συνελθόντα ἐν πανδήμῳ συλλαλητηρίῳ. Εἶπον τότε, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει πρὸς τὴν Ἀρχὴν νὰ ἀποβλέπῃ οὐχὶ ὡς πρὸς σκοπόν, ἀλλ’ ὡς πρὸς μέσον. Ἀποβλέπων πρὸς ἕτερον σκοπόν, μὴ σπεύδων πρὸς κατάληψιν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐπιμένων νὰ συγκρατήσῃ αὐτήν, ἐὰν ἡ συγκράτησις αὐτῆς ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ ἰδίου προγράμματος, εἶναι πολιτικὸς ἀνήρ. Πῶς θέλετε ἤδη, ἀφοῦ προεκλήθην ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου νὰ κάμω δήλωσιν, νὰ εἴπω: ἀνακαλῶ τὰς γνώμας μου, ἵνα ἐπιτύχω ἐκ μέρους ὑμῶν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἠκούσθη καὶ ἄλλη μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· διατί, λέγει εἷς ῥήτωρ, παρέρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ λέγει ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀφοῦ ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ Στέμματος, τότε διατί ἐπιμένει νὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ ἐρωτῶ: διὰ τίνα λόγον, ἐὰν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, διατί διστάζετε νὰ ἐκδηλώσητε ταύτην καὶ δὴ κατὰ τρόπον ἐπίσημον, ὡς εἴθισται ἐν ταῖς Βουλαῖς; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί. Ἀλλ’ ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ, ἴσως ἀπὸ μιᾶς ὥρας, ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περατωμένη, ἀνεγνώσθησαν αἱ προτάσεις καὶ ἐζητήθη ὁ λόγος ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρελθὼν τὸ βῆμα ἔφερε καὶ πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, κατ’ ἀνοχὴν βεβαίως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἐξηντλημένη. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐνθυμούμενος, ὅτι ἐκηρύχθη ἡ συζήτησις περατωμένη, ὅτι οἱ ῥήτορες μόνον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι, θὰ περιορίσῃ αὐτοὺς ὑπομιμνήσκων, ὅτι δὲν συζητεῖται πλέον ἡ οὐσία, διότι ἐλπίζω ὅτι πάντες συμφωνεῖτε ὅτι ἡ ἑσπέρα αὕτη καὶ ἡ συζήτησις αὕτη δὲν δύναται νὰ τερματισθῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ κεκριμένην τὴν τύχην της. Ὑπάρχει καὶ δευτέρα πρότασις. Κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ δευτέρα πρότασις ἀνταποκρίνεται ἔτι μᾶλλον πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ ὁποιανδήποτε τῶν δύο θέλει.
§156ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι, Κύριοι, καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἐμπιστοσύνης τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὡς ἀπαράδεκτος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν αὐτῆς ἔννοιαν, καθ’ ἣν ἐπιζητεῖται παρὰ τοῦ Σώματος νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ διαλυτοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν καταλήγω ἐγώ, ὁρμώμενος ἐξ ἀντιθέτου ὅλως ἀφετηρίας πρὸς ἐκείνην, ἐξ ἧς ὡρμήθη ὁ κ. Ῥάλλης. Τὸ ἄρθρον 44 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Πολιτείας ἡμῶν Χάρτου ὁρίζει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι. Ποῦ ὅμως ἀνεῦρεν ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀναγραφομένην ῥητῶς τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος περὶ διαλύσεως τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου, ἔστω καὶ ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Στέμμα συμμετοχὴν εἰς τὴν νομοθετικήν, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἧς μέρος ἀπαρτίζει καὶ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος, ὡς ἀπέδειξα ἤδη ἐγὼ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων. Τὰ ἐπιχειρήματά μου ταῦτα οὔτε ὁ κ. Ῥάλλης οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεπειράθησαν ν’ ἀναιρέσωσιν. Ἐπειδὴ δὲ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι δὲν ἔχω γίνει εἰς αὐτοὺς καταληπτός, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω νῦν τὰ αὐτὰ σχεδόν, συντομώτερον ὅμως καὶ σαφέστερον κατὰ τὸ δυνατόν μοι. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἀναγράφει ῥητῶς, ὅτι τὸ Στέμμα δύναται νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν καὶ ν’ ἀναβάλλῃ τὰς ἐργασίας της, νὰ κυρώνῃ τὰ ὑπ’ αὐτῆς ψηφιζόμενα νομοσχέδια καὶ νὰ ἐνασκῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας καὶ τέλος νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ἐννοεῖται, τὴν τακτικήν, τὴν δικαιουμένην νὰ νομοθετῇ. Ποῦ ὅμως τοῦ Συντάγματος εὗρον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ῥάλλης ἀναγραφομένην ῥητῶς τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Οὐδαμοῦ· ἀλλὰ τότε ποῦ στηριζόμενοι αὐτοὶ ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προνομίας; Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐνασκεῖ καὶ αὐτὴ συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἔστω καὶ ἐν περιωρισμένῳ κύκλῳ. Ὡς τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ αὐτὴ κυρίαρχον Σῶμα, ὅπερ διαλύεται ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἅμα τῇ ἀποπερατώσει τοῦ ἔργου, δι’ ὃ εἰδικῶς συνεκλήθη, ὡς ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο συμβαίνει, Κύριοι, πανταχοῦ, ὅπου συγκαλεῖται Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ὑπὸ παραπλησίους ὅρους, ὡς ἡ ἡμετέρα. Προκαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Ῥάλλην καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μοι ὑποδείξωσιν ἓν καὶ μόνον παράδειγμα διαλύσεως αὐτῆς ἀλλαχοῦ ὑπὸ τοῦ Στέμματος. Ἀλλὰ μάτην θὰ κοπιάσωσιν εἰς τοῦτο. Καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Βελγίῳ, ὅπου τὸ Στέμμα συμμετέχει τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, ὡς εἴδομεν, δὲν ἀπετολμήθη τῷ 1893 ἡ διάλυσις τῆς ἐν ἔτει 1892 συγκληθείσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, εἰ καὶ παρέτεινεν αὐτὴ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ 14 ὅλους μῆνας. Διατί τοῦτο; διότι οὕτω πως θὰ ἐματαιοῦτο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, εἶναι τόσον ἁπλοῦν καὶ αὐτόδηλον, ὥστε μόνος ὁ ἐθελοτυφλῶν νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ καὶ ἀνομολογῇ αὐτό. Προκαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. ἀντιπρόσωπον Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἂν δύνανται, ν’ ἀποδείξωσι τὸ ἐναντίον. Ἐγὼ τοὺς διαβεβαιῶ, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν γνώμην των, ἂν τοῦτο καὶ μόνον τὸ ἐπιχείρημα κατορθώσωσι ν’ ἀναιρέσωσιν αὐτοὶ ἀποδεικνύοντες ὅτι δύναται νὰ γίνῃ κἂν λόγος περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, ὅταν τὸ Στέμμα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, πρὶν ἢ ἀγάγῃ αὐτὴ εἰς πέρας τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, δι’ ὃ εἰδικῶς συνεκλήθη. Ἐὰν δ’ ἐν Βελγίῳ, ἔνθα τὸ Στέμμα συμμετέχει τῆς ἀναθεωρήσεως, θὰ ἦτό τι ὅλως ἀκατανόητον ν’ ἀποτολμήσῃ αὐτὸ τὴν διάλυσιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν ἡμεῖς τὸ πρᾶγμα ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ἔχει ἀποκλείσει τὸ Στέμμα πάσης ἀμέσου ἢ ἐμμέσου συμμετοχῆς εἰς τὴν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, ἐπιφυλάξαν ταύτην ὡς ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους; Ἡ διάλυσις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς παρ’ ἡμῖν θὰ ἐσήμαινε καταπάτησιν ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος τῆς θεμελιωδεστάτης πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Πολιτείας ἡμῶν, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 21 αὐτοῦ, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἰδού, Κύριοι, διατί ἐγὼ εἶπον πρίν, ὅτι ἡ τοιαύτη διάλυσις θὰ ἦτό τι πλέον ἢ πολιτικὸν πραξικόπημα, θὰ ἦτο ἀληθὲς διαζύγιον μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας, ἥτις θὰ ἐτίθετο οὕτω πως ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καὶ παντὸς νόμου. Ἰδοὺ δὲ διατί εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι τὴν πρότασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐγκρίνουσαν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ διαλυτὸν τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου, ὀφείλει σύσσωμος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ν’ ἀποκρούσῃ, ὡς ἀπαράδεκτον. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, ἐν ᾧ συναντώμεθα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Διατί ὅμως ἐπιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης, ἣν ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς διὰ τοῦ φίλου του ἀντιπροσώπου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος; Διατί δὲν ἀρκεῖται αὐτὸς εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ἣν φαίνεται ἀσπαζόμενος καὶ ὁ ἡγέτης τοῦ ἑτέρου τῶν δύο κομμάτων, ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ καθ’ ἣν αὐτοὶ ἀμφότεροι θεωροῦσιν ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα, ὅπερ κέκτηται τὸ Στέμμα, ἵνα διαλύῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν; Τὰ δύο κόμματα ὁμοῦ μετὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἀπαρτίζουσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Σώματος τούτου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἱκαναὶ αἱ γνῶμαι τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο κομμάτων καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα διασκεδάσωσι πάντα ἐνδοιασμόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἤγειρον αἱ ἐμαὶ ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ διαλυτοῦ τοῦ παρόντος Σώματος; Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς μόνον λόγον τῆς ἐπιμονῆς του εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης προέβαλε τὸ ὅτι ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ διαμφισβητήσω τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος, ἵνα διαλύσῃ καὶ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἀλλά, Κύριοι, πρέπει νὰ εἶναί τις πολὺ ἀφελής, ἵν’ ἀποδεχθῇ ὡς πραγματικὸν τὸν τοιοῦτον λόγον. Αὐτὸς εἶναι ἁπλοῦν πρόσχημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ συγκαλύψῃ τὸν ἀληθῆ λόγον τῆς ἐπιμονῆς του εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης. Ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι, ὅτι αὐτός, γινώσκων κάλλιστα, ὁποῖον πραξικόπημα θὰ ἦτο ἡ μελετωμένη ὑπ’ αὐτοῦ διάλυσις, προσπαθεῖ νὰ μειώσῃ τὴν ἐξ αὐτῆς ἐντύπωσιν καθιστῶν συνένοχον δι’ αὐτὴν τὸ παρὸν ἐθνικὸν συνέδριον. Αὐτὴν τὴν σημασίαν κέκτηται ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν καλεῖσθε νῦν νὰ δώσητε ἐγκρίνοντες τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἃς τὸ Στέμμα δικαιοῦται νὰ διαλύσῃ τὸ συνέδριον τοῦτο, ἂν θεωρηθῇ αὐτὸ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, Κύριοι, καλεῖσθε νῦν ν’ ἀποφασίσητε τὴν αὐτοκαταδίκην σας ἀπαρνούμενοι καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸν ἀνθρωπισμόν σας, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ ν’ ἀνατρέψητε καὶ μίαν θεμελιωδεστάτην τοῦ Συντάγματος ἡμῶν διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Δὲν ἠξεύρω, πόσοι καὶ τίνες ἐξ ὑμῶν θὰ ἔχωσι τὸ θάρρος, ἵν’ ἀποτολμήσωσι τοιοῦτόν τι. Ἡμεῖς ὅμως ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε λόγῳ θὰ συντελέσωμεν διὰ τῆς ἡμετέρας ψήφου εἰς τοῦτο, θὰ προτιμήσωμεν δὲ μᾶλλον ν’ ἀπόσχωμεν τῆς ψηφοφορίας, διότι δὲν θέλομεν καταψηφίζοντες τὴν Κυβέρνησιν νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ δικαίωμα, ἵνα ἰσχυρισθῇ περὶ ἡμῶν, ὡς ἔπραξε πρίν, ὅτι δῆθεν ἐπιδιώκομεν τὴν ἀντικατάστασίν του ἐν τῇ ἀρχῇ.
§157Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὅταν, Κύριοι, τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ ὅτι ὄχι οἱ τύποι καὶ αἱ λέξεις, ὄχι ἡ διατύπωσις τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐνδείκνυται διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ψῆφον τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ κυριαρχῇ ἐν τῇ σκέψει ἡμῶν. Συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος, ἵνα ἄρωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; ναὶ ἢ οὔ; Νομίζω ὅτι τοῦτο προέχει, Κύριοι, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κατατριβώμεθα ἐπὶ τόσας ὥρας ἐνταῦθα περὶ λέξεις, περὶ διατυπώσεις ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν καλῶς ἐνόησα ἀπὸ τὴν συζήτησιν τὴν διεξαχθεῖσαν ἐνώπιον ἡμῶν, ἡ ὁμὰς τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καὶ ἡ ὁμὰς τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας, εἶναι κεκηρυγμέναι ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν τὸ λέγουσι καθαρά, Κύριοι, ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι: περὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης εὑρίσκομεν τὰ λάθη καὶ τὰ σφάλματα! ὅτι περὶ τὴν διατύπωσιν ταύτην εὑρίσκομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μὴ καταψηφίσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀποχωρήσωμεν! Τί, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἡ ὑμετέρα ἀτομικὴ γνώμη εἶναι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ κἂν ἐνταῦθα ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Σώματος ἂν ἤθελεν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ διπλῆ Βουλὴ ἢ Ἐθνικὴ Ἐθνοσυνέλευσις; Τί, ἂν ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς ἀτομικῆς σας ταύτης ὑπάρχουσι τόσοι Βουλευταὶ ἐνταῦθα, οἵτινες ἐδήλωσαν ὅτι ἔπρεπε σοβαρῶς νὰ συζητηθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ τῶν ὁποίων τοὺς λόγους θὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλή; Καὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἐνδεδειγμένη ἡ ψήφισις αὐτῶν ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος; Τί, λέγω, ἐὰν ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο ὅτι εἴμεθα Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις, θὰ ἐκάμνετε; Δὲν θὰ ἠρνούμεθα τὴν προνομίαν ταύτην εἰς τὸ Στέμμα, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς λέγετε ὅτι πρόκειται νὰ δικάσωμεν σήμερον ἐν τῇ θέσει τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Ὅπως ἐτέθη ἡ πρότασις, Κύριοι, δὲν περιλαμβάνει τὰς σκέψεις τὰς ἐνδιαθέτους τοῦ κ. Προέδρου. Ἡ πρότασις εἶναι καθαρά: Ζητεῖ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τῆς διπλῆς! ζητεῖ τὴν ἔγκρισιν τῆς ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις. Ὁποίαν γνώμην ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς ψήφου τῆς προτάσεως ταύτης περὶ τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος, νομίζομεν ὅτι δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν. Τοῦτο προβάλλεται ἐνώπιόν μας, Κύριοι, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν. Εἶναι καιρὸς νὰ ῥίψωμεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπολαύει πραγματικῶς τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἶναι καιρὸς νὰ ῥίψωμεν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας δὲν εἴδομεν ἀκόμη τὸ ἔργον ἐνώπιόν μας; Διατί, Κύριοι, διὰ λέξεις καὶ διατυπώσεις περὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης νὰ ῥίψωμεν τοιαύτην Κυβέρνησιν; Ποῖα τὰ σοβαρὰ ζητήματα, ποῖαι αἱ ἐργασίαι τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, αἱ ὁποῖαι ἦλθον ἐνώπιόν μας καὶ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ κρίνωμεν σοβαρῶς καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ ἐργασίαι καὶ αἱ πράξεις αὐτῆς εἶναι κατακριτέαι; Οὐδέποτε ἐφρόνουν, Κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ διατυπώσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοσαύτη συζήτησις περὶ τὰς λέξεις καὶ νὰ καταστραφῇ τοσοῦτος χρόνος ἄνευ λόγου. Καὶ συνεζήτει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτής, καί, ἐνῷ συνεζήτει περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, παρενεβλήθη τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε προκαταβολικῶς τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως παρὰ τοῦ Ἄνακτος. Καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο δηλώσεις ἐπαρκεῖς, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο συζήτησις τοιαύτη, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐρχόμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τούτου. Καὶ ἂν οὕτω πως εἰς κάθε ζήτημα παρεμβάλλομεν παρεμπίπτοντα ζητήματα, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι οἱ συντακτικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κωλυσιεργοῦσιν εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά;
§159Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν δήλωσιν ὅτι δὲν ἐξελέγημεν ὑπὸ ὡρισμένον πρόγραμμα. Ἐνταῦθα ἐλθόντες μετὰ μελέτην τῶν θεωριῶν τῶν συνταγματολόγων καὶ μετὰ παρακολούθησιν τῶν συζητήσεων περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἐπείσθημεν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον, ὅτι τὸ Σῶμα ἔπρεπε νὰ γίνῃ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἐκεῖνοι ἦσαν πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ συντακτικός, ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐπαναλέγω, παρεμβάλλομεν ζητήματα παρεμπίπτοντα καὶ δὲν ἀφήσαμεν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἡ σοβαρὰ ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Δὲν πρέπει, Κύριοι, συχνάκις νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, διότι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν μας ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι διατεθειμένη ἐναντίον μας. Βλέπομεν παρερχόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ αὐτὰ πρόσωπα καὶ συζητοῦντα ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων· δὲν διακρίνομεν ὅτι ὅλοι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην καὶ δικαιούμεθα νὰ τὴν ἐξενέγκωμεν, ἀλλά, ὅταν πρόκειται νὰ πείσωμεν τὴν Βουλήν, τότε πρέπει νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐκπροσωποῦντες τὴν ἀτομικήν μας γνώμην. Μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκπροσωποῦσι καὶ ἄλλας γνώμας, δύνανται νὰ διαφωτίζωσι τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος. Μετὰ ταῦτα, Κύριοι, δηλοῦμεν ὅτι θέλομεν ὑπερψηφίσει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης τὸ τεθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονοῦμεν ὅτι κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ ὑπὸ τὴν ἐξωτερικὴν ὄψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἐσωτερικήν, ὑφ’ ἣν διατελεῖ τὸ Κράτος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ῥίψωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἦλθεν ὑπὸ τὰς γνωστὰς ἐνώπιόν μας περιστάσεις.
§160ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Θὰ εἶμαι σύντομος εἰς τὴν ἐξήγησιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἡ πρότασις ἔχει οὕτως· «Ἡ Συνέλευσις μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς ἀρχηγὸς τῆς πτέρυγος ταύτης εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸν κινεῖ, ἵνα τὴν στιγμὴν ταύτην μὴ ἐκφράζῃ ἐμπιστοσύνην...
§161Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λέγητε ὅ,τι λέγετε διὰ λογαριασμόν σας.
§162ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Νομίζω ὅτι οὕτως ἐξεφράσθητε.
§163Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κακῶς νομίζετε.
§164ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Καὶ ἐὰν κακῶς ἀντελήφθην, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀντίρρησις διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως. Διότι, ἐὰν αὕτη ψηφισθῇ ἢ ἐὰν καταψηφισθῇ, τότε θέλει τεθῆ ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ προνόμιον τοῦ Στέμματος. Νομίζω ὅτι, ὡς διατυποῦται ἡ πρότασις, διορθοῦνται τὰ πράγματα.
§165Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καταργεῖται οὕτω τὸ προνόμιον.
§166ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὄχι.
§167Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς χθές, καὶ νομίζω ὅτι σᾶς εὕρισκον συμφώνους, ὅτι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπάρχουσι περιστάσεις, αἵτινες ὑπαγορεύουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐμπνεώμεθα ὑπὸ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον δὲν ἔπαυσαν αἱ περιστάσεις αὗται. Ὑπάρχει ἓν ζήτημα, ἄν, εἴτε Συντακτικῆς εἴτε Ἀναθεωρητικῆς οὔσης τῆς Συνελεύσεως, δικαιοῦται ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ αὐτήν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος, ἂν ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐγράφησαν ἢ δὲν ἐγράφησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως δηλώσῃ, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς προῆλθεν εἰς τοιαύτας ἢ τοιαύτας συζητήσεις μετὰ τοῦ Βασιλέως. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως καὶ πάσης λογικῆς τοιοῦτος ἐξαναγκασμὸς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τοῦτο: δικαιοῦται ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν, εἴτε Συντακτικὴν εἴτε Ἀναθεωρητικὴν οὖσαν; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπιστημονικὴ δευτέρα γνώμη. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ πλέον καὶ ἐπὶ τῶν συνεπειῶν γνώμης ἀντιθέτου ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι αἱ συνέπειαι δὲν θὰ εἶναι τρομακτικαὶ διὰ τὸν τόπον. Διότι, ἂν ἤθελε προταθῇ τοιοῦτο μέτρον πρὸς τὸ Στέμμα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἢ ἐδέχθη καὶ συνεμάχησε τὸ Στέμμα, τοιοῦτο μέτρον λαμβάνον, ἢ ὅτι ἐβιάσθη τὸ Στέμμα. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει θὰ κατελύετο ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ, καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι δὲν ἤθελε πάθει τὰ αὐτὰ ἡ Βασιλεία πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπαθεν ἡ Συνέλευσις. Τοιαύτας ἐγὼ ὑποστηρίζω γνώμας, ἀλλὰ τονίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζητήματα ταῦτα κυβερνητικά, διότι, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν καὶ χθὲς νὰ εἴπω πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἡ Κυβέρνησις, ἀσκοῦσα ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἔχει σύμπραξιν ἐν τῷ ἔργῳ ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐξακολουθουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, οὐδὲν ἄλλο ἔχει καθῆκον, οὐδὲν ἄλλο ἔχει δικαίωμα, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ ἁπλῶς τοὺς νόμους. Εἶναι ἑπομένως παντελῶς ἀδιάφορον, ποίαν ἔχει γνώμην ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς καθ’ ὁλοκληρίαν ἄσκοπον, νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν. Ἂς ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς θέσεως τοιούτου ζητήματος οἱοσδήποτε· τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τοιαύτης προτάσεως. Θὰ προέτεινον εἰς ὑμᾶς νὰ προέλθωμεν αὐτοστιγμεὶ εἰς ψηφοφορίαν, ὅτι ἡ Συνέλευσις, εἴτε Συντακτικὴ εἴτε Ἀναθεωρητικὴ οὖσα, εἶναι ἀπαραβίαστος. Ἂν ἐκεῖθεν ἢ ἐντεῦθεν προβληθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἂς ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην· ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ θέσῃ ἐκείνη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἂς ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην μελλούσης τυχὸν ἀκυβερνησίας, διότι ἐκ μέρους ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων συνεννοοῦμαι καὶ κατά τινα τρόπον καὶ κατά τι μέτρον συμπράττω, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐξεβιάσθη ἡ πτῶσις αὐτῆς. Ἡ Συνέλευσις διὰ ψηφίσματός της νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀπαραβίαστος, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἂς κανονίσῃ τὴν θέσιν της. Ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἡ παρελθοῦσα, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἡ ἁμαρτωλὴ καὶ κατάρατος εἶναι κυρίως ἀξιοκατάκριτος, διότι ὑπῆρξεν ἄνανδρος. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἄνανδρος καὶ θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν.
§168Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ψηφίσατε ὄχι.
§169ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀποτέλεσμα πείσματος, πείσματα δὲ ἐγὼ δὲν θέλω καὶ δὲν ψηφίζω. Εὔχομαι, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα ἐξακολουθῶ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀπευθύνω συγχαρητήρια πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν συνεννόησιν καὶ τὴν ὁμοφροσύνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Κερκύρας καὶ Ἀττικῆς Βουλευτῶν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀνάγκη, ἀνάγκη καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν ψῆφον ἡμῶν τῶν ἄλλων, τῶν μὴ ὁμοφρονούντων πρὸς αὐτούς, νὰ διακριβωθῶσι τὰ ὅρια τῆς ὁμοφροσύνης. Εἶναι σύμφωνοι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀναμφισβητήτως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, λέγω, καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ ἡμᾶς νὰ διακριβωθῇ, ἂν εἶναι σύμφωνοι καὶ περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς τοιαύτης διαλύσεως, ἂν τουτέστι συμφωνοῦσιν, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν ταύτης θὰ κληθῇ ἁπλῆ ἢ διπλῆ Βουλή. Εἶναι ἀνάγκη δι’ αὐτούς, ὑποθέτω, εἶναι ἀνάγκη καὶ δι’ ἡμᾶς ἀναμφισβητήτως, διότι δὲν δυνάμεθα βεβαίως οἱ συντακτικοὶ ἡμεῖς νὰ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι θὰ νικήσωμεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ.
§170Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ μόνη ἀνάγκη, ἡ ὁποία εἶναι, εἶναι νὰ εἶχε κλειδωθῆ πρὸ πολλοῦ ἡ Βουλή, διὰ νὰ μὴ λέγωνται αὐτά.
§171ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ μάθητε, κ. συνάδελφε καὶ συμπολῖτα, ὅτι αὐτό, ὅπερ λέγετε, τὸ παρεκάλεσα γονυπετὴς τὸν Ἰανουάριον, τὸ παρεκάλεσα καὶ πρὸ ἡμερῶν, τὸ παρακαλῶ καὶ τώρα. Διότι ἀναμφισβητήτως δὲν ἤμεθα παρεσκευασμένοι νὰ συνέλθωμεν εἰς ἐθνικὴν Συνέλευσιν, καὶ ἔσφαλαν ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεβούλευσαν τὴν σύγκλησιν Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας ταύτης δὲν ἦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός· εἰσηγητής, ἵνα συγκληθῇ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ πρώην Πρωθυπουργός, ὅστις ἐπέμενεν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου πέρυσιν, ὅτι μόνον μία Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἤθελε μᾶς ἐξαγάγει ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου. Ἐλθούσης δὲ τῆς ἀνάγκης κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. νῦν Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὴν γνώμην ἴσως καὶ ἐμοῦ, νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη καὶ θεωρηθέντος ἀπαραιτήτου νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κ. Δραγούμην, ἀλλά, ἐπιμένοντος τοῦ κ. Δραγούμη, ὅτι δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἢ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κληθῇ Ἐθνοσυνέλευσις, ἀπεφασίσθη ἡ σύγκλησις αὐτῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα τὰ ἱστορικά. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁμοφροσύνης τῶν κ. κ. Θεοτόκη, Ῥάλλη καὶ Βενιζέλου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσωμεν πάντες, ἂν ὑπάρχει ὁμοφροσύνη καὶ περὶ τοῦ ἂν ἡ κληθησομένη μετὰ τὴν διάλυσιν Βουλὴ θὰ εἶναι ἁπλῆ ἢ διπλῆ.
§172Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπομονὴν νὰ ἀκούσῃ καὶ εἰς ἄλλην Συνέλευσιν ὅσα ἀκούει τώρα, τότε εἶναι γιὰ μούντζωμα.
§173ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα· διότι δὲν ἤμεθα παρεσκευασμένοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν τακτικῶς καὶ μετὰ ὁμαλότητος, διότι ἤλθομεν ἀπαράσκευοι. Εἴμεθα ἑπομένως ἐντελῶς σύμφωνοι, κ. συνάδελφε· διατί μὲ διακόπτετε; Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα πείσματος τῆς Κυβερνήσεως, διότι πανταχόθεν, ἐξ ὅλων τῶν μερίδων, ἐξ ὅλων τῶν ὁμάδων καὶ τῶν ἀτόμων ἐξεδηλώθη ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε διατί διστάζετε νὰ τὴν ψηφίσητε;
§175ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι εἶναι περιττὸν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος πολιτικοῦ. Πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ζητήματα ἐπιστημονικὰ θὰ λύσωμεν; Ἔχομεν παροῦσαν τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν; Καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν διηκριβώθη. Τότε εἶναι προσῆκον νὰ τεθῇ ζήτημα. Δηλῶ δὲ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τότε δὲν θὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνην, καθ’ ἣν τίθενται ἐν ἀμφιβόλῳ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ κατὰ τὴν ψῆφον ἡμῶν, τότε δὲν θὰ τίθενται ἐν ἀμφιβόλῳ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ θὰ τίθενται καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ συνεφώνουν πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν τίθενται δῆθεν ἐν ἀμφιβολίᾳ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, διότι, καὶ ἂν ὑπάρξῃ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ κατὰ τὴν ψῆφον ὑμῶν, τότε δὲν θὰ τίθενται ἐν ἀμφιβολίᾳ μόνον τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶχε δικαίωμα καὶ συμφέρον ἡ Βουλὴ καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἀποφανθῇ, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματά της. Σήμερον ὅμως πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ ζητήματος ἀκαδημαϊκοῦ· ἡ ἐπιμονή, ἑπομένως, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ πανταχόθεν καταδηλοῦται ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἐπιμονὴ πείσματος ἀδικαιολογήτου.
§176Γ. ΠΩΠ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἡ ὁποία, ὡς φαίνεται, κινδυνεύει νὰ καταστῇ ἀληθῶς ἀτέρμων, ἐάν, ὡς εἶναι πιθανόν, πάντες οἱ συνηγμένοι ἐνταῦθα θελήσωσι νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφόν των ἢ τὴν ἄρνησιν τῆς ψήφου αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν πρότασιν περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἐτέθη δὲ καὶ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, καθ’ ἣν ὡσαύτως παρέχεται ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ ὁποίαν τῶν δύο προτάσεων προκρίνει καὶ καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ προέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν. Νομίζω, ὅτι διερχόμεθα περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ παραμένωμεν. Ἡ ὑπουργικὴ κρίσις ἐξερράγη ἀπὸ τῆς 8ης ἑσπερινῆς ὥρας, φθάνομεν δὲ ἤδη εἰς τὸ μεσονύκτιον καὶ δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ παραμείνῃ ἢ ἂν θὰ πορευθῇ πρὸς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχὴν καὶ καταθέσῃ τὴν ἀρχήν, ἀφήνουσα εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην περὶ τῆς τύχης τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ παρακληθῶσιν οἱ ζητοῦντες τὸν λόγον νὰ παραιτηθῶσι τούτου. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν παρατήρησιν, ὅτι οἱ σημειούμενοι ἵνα λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος συμβαίνει νὰ λέγωσι περισσότερα. Τοῦτο δὲν γίνεται κατὰ πρώτην φοράν.
§178Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίσας ὡς περατωθεῖσαν τὴν συζήτησιν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ συζήτησις διὰ τῆς ὑποβολῆς προτάσεως δὲν περατοῦται· πρέπει νὰ κηρυχθῇ περατωμένη μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἐγγεγραμμένου. Τοῦτο δὲν ἔλαβε χώραν. Ἐγὼ τὴν τρίτην φορὰν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Κουμουνδούρου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε πρότασιν ὅλως ἰδιαιτέραν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσηνίας προέβαλε τὸ διαιρετὸν τῆς προτάσεως, τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος· ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ διαιρετοῦ ἔλαβον ἐκ τρίτου τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νομίζων ὅτι ἔπρεπε νὰ μὲ δικαιολογήσῃ ἔλαβε τὸν λόγον, τὸν ηὐχαρίστησα διὰ τὴν ἀνοχήν του, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς ἀνοχῆς του. Ἐπρόκειτο νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ὡρισμένου θέματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Ἡ συζήτησις δὲν ἐκηρύχθη περατωμένη. Ἐὰν ἡ ὑποβολὴ οἱασδήποτε προτάσεως ἤθελε συνεπάγει τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως, ἀλλοίμονον πλέον εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὑπὲρ ἧς ὑπερημύνθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ τὴν νέαν αὐτὴν κοινοβουλευτικὴν θεωρίαν, θὰ λυπηθῶ πολύ, διότι θὰ εὑρεθῇ πάλιν εἰς νέαν ἀντίφασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτόν, διότι ἐθεώρησεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀνεχθῇ συζήτησιν πέρα τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς χάριν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, σήμερον δέ, ἅμα τῇ ὑποβολῇ οἱασδήποτε προτάσεως, νομίζει ὅτι ὁ λόγος δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ πλέον ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησις.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐννοῇ τοῦτο.
§180Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, εἶναι ὅτι τὴν κρίσιν ὑμῶν δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ τὴν ἀκούσω. Ἐγὼ συζητῶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀπευθύνομαι δὲ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀκουσθῶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Συζητῶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἀντίληψίς του, ὅτι ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι ἀκριβής. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σπεύδει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι οἱ κοινοβουλευτικοὶ ἀγῶνες συνεπάγονται κάματον καὶ ἀπαιτοῦσιν ὑπομονήν. Ἡμεῖς ἀγωνιζόμενοι ἐδῶ ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν διηνύσαμεν ὁλοκλήρους ὁλονυκτίας. Δὲν θὰ πάθῃ τι, ἐλπίζω, ἡ πολύτιμος ὑγεία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν παραταθῇ ἡ συζήτησις καὶ μίαν ἢ δύο ὥρας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ ὑπόσχομαι, εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν αἴθουσαν, πρὶν ἢ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον, καὶ ἡ ὁποία φέρει εἰς ἀπροχώρητον τὴν Βουλήν.
§181Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ τερματίσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ περαιτέρω ἐρευνῶν, ζητημάτων ἀκαδημαϊκῶς τιθεμένων, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία συνάμα ἐκπροσωπεῖ καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Σλήμαν.
§182Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὴ ἀπερρίφθη.
§183Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἡ πρότασις αὕτη λέγει τοῦτο: «Ἡ Συνέλευσις.....
§184Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί Συνέλευσις;
§185Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ τὸ διορθώσωμεν αὐτό. Λοιπόν: «Ἡ Συνέλευσις μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἐκφράζει ἀκριβῶς τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁμοθύμως δεδηλωμένον. Λοιπὸν φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις ὡς διατυποῦται καὶ ἀρτία εἶναι καὶ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς ἐκφράζει. Μίαν μόνην διόρθωσιν θέλω νὰ κάμω. Ἐνθυμεῖται τὸ Συνέδριον αὐτό, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ, ὑπεβλήθη μία πρότασις περὶ ἀναβολῆς μέχρις οὗ καταρτισθῇ τὸ Προεδρεῖον. Ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ ἐτίθετο ὁ ὅρος ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἐνόσῳ δὲν λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ, νομίζω, ὅτι ἀντὶ τῆς λέξεως: Συνέλευσις πρέπει νὰ τεθῇ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπωτέρα καὶ πρέπει νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης, διότι ἐκφράζει γενικῶς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρέπει νὰ προηγηθῇ.
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορίαν, ψηφοφορίαν.
§187Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἀδιαφορεῖ ποία ἐκ τῶν δύο προτάσεων ἤθελε ψηφοφορηθῆ. Ἀποδέχεται καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην. Ἀλλ’ ὑπὸ τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς διετύπωσε, καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὴν ἐν γένει γνώμην τῆς Βουλῆς, ὤφειλε νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ ἢ τουλάχιστον νὰ προκαλέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ ὅτι παραιτεῖται τῆς δευτέρας ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν.
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ εἶπεν.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τίποτε.
§190Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὤφειλε, λέγω, ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, πρὶν ἢ μᾶς βεβαιώσῃ ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις ἢ ἡ ἑτέρα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἑρμηνεύσῃ τοὺς λόγους μου ὅτι ἡ πρότασις ἡ δευτέρα εἶναι μᾶλλον σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρῃτήθη τῆς δευτέρας ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὴν πρώτην πρότασιν. Ἄν εἶπεν ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τοῦ ποία ἐκ τῶν προτάσεων ἤθελε ψηφισθῆ, προσέθηκεν ὅμως ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἤθελε δεχθῆ νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔθηκε, τὰ ἀφορῶντα ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως, διότι ἤθελε θεωρηθῆ ὑπ’ αὐτοῦ μία ὑποχώρησις καὶ μία δειλία. Λοιπὸν τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ποία θὰ εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἢ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης, ἀλλὰ ποία θὰ εἶναι ἡ ἔννοια ταύτης.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§192Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶσθε ὁ ἁρμόδιος νὰ δώσητε τὴν ἔννοιαν. Τὴν ἔννοιαν εἶναι ἁρμόδιος νὰ τὴν δώσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν ἔθηκεν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος δίδει τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων ὅλου τοῦ Σώματος, καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§194Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ καθῆκον νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸς ἔδωκε διπλῆν ἔννοιαν εἰς τὴν πρότασίν του. Συνήνεσε δέ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν ἤθελεν ὑπάρξει διάφορος ἔννοια, ὅπως ψηφισθῇ ἡ δευτέρα πρότασις ἀντὶ τῆς πρώτης. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρῇ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, ὅπως παραιτηθῇ τῆς δευτέρας ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὴν πρότασίν του, καὶ ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης δὲν περιλαμβάνει τὴν δευτέραν ἔννοιαν, πρέπει νὰ τὸ δηλώσῃ.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ τελευταία δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, κύριοι Βουλευταί: Ἡ Κυβέρνησις, μὴ δυναμένη νὰ θυσιάσῃ εἰς τὴν ἀντίθετον γνώμην τὰς γνώμας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης μὲ τὴν τροποποίησιν τὴν μικράν, ἣν ἐπέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).
§196Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδὴ τίθεται πάλιν τὸ ἀπροχώρητον, καὶ ἑπομένως ἡμεῖς ἐπαναλαμβάνομεν τὴν δήλωσίν μας, ὅτι ἀπέναντι τοῦ ἀπροχωρήτου αὐτοῦ ὀφείλομεν νὰ ἀπόσχωμεν τῆς ψηφοφορίας.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§199ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· εἶναι ζήτημα ἀξιοπρεπείας διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐπαρκὴς ἀριθμὸς Βουλευτῶν;
§202Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ὅλοι οἱ φιλελεύθεροι.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ψηφισθῇ δι’ ἀναστάσεως.
§204Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ζήτημα τοιαύτης σπουδαιότητος δὲν λύεται δι’ ἀναστάσεως, ἀλλὰ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν μὲ τὴν τροποποίησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο: «Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν θὰ λέγωσι ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι θὰ λέγωσιν ὄχι.
§206ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ εἴπω ναὶ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Κερκύρας πολιτευτής.
§207Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ναὶ μὲ τὴν παράκλησιν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν διάλυσιν, νὰ κάμῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιον χρῆσιν αὐτῆς.
§208Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τὴν αὐτὴν δήλωσιν ποιοῦμαι καὶ ἐγώ.
§209Ν. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὡσαύτως.
§210Σ. ΞΥΔΗΣ. Παρέχω ψῆφον ἐμπιστοσύνης μὴ παραδεχόμενος τὰς περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος γνώμας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπιφυλασσόμενος τῶν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἰδεῶν μου.
§211Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχων τὴν γνώμην, ὅτι αἱ θεωρίαι περὶ τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος δὲν εἶναι ὀρθαί, δίδω ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀφορῶν εἰς τὰς πράξεις καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἀκαδημαϊκὰς θεωρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§212Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ναὶ μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι ἔχει ἔννοιαν ἡ ψῆφός μου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐγκρίσεως τῶν δηλώσεων αὐτῆς.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Γ. Πολυγένης καὶ Κ. Σταμούλης καὶ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία). Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ διατυπώσω τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σλῆμαν ὡς ἐτροποποιήθη, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§214Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ψηφίζω ναὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς.
§215Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ψηφίζω ναὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἐπιφύλαξιν.
§216Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ψηφίζω ναί. Δηλῶ ὅμως ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. (Γίνεται εἶτα ἡ διαλογή, ἐξ ἧς προκύπτει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, παρόντων Βουλευτῶν 162).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 1 καὶ 25′ π. μ.).