1905.07.05
2.348 στίχοι · 17.921 λέξεις · 198 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 5 Ἰουλίου 1905.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα.)
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λαρίσης, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν νὰ ὑπαχθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης, νὰ μὴ ὑπαχθῇ δὲ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπαγομένη, ὡς καὶ νῦν, εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσης. Ὁ Γεώργιος Παπαδόπουλος, κάτοικος Καλαμῶν, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν καταγγέλλει, ὅτι παρανόμως δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 7,000 δραχμὰς ἐτησίως πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐν Κάμπῳ τῆς Λακωνικῆς Ἑλληνικοῦ σχολείου, ἐν ᾧ διὰ τὴν συντήρησιν αὐτοῦ ὁ Σπυρίδων Ἀλεξανδράκης ἔχει διαθέσει τὰς προσόδους τῆς ἡμισείας περιουσίας του, ἀνερχομένης εἰς ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κ. Λυμπερόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἐξαγωγῆς σύκων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 324). Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Ι. Ἰσχόμαχος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ καταργήσεως τελωνειακῶν θέσεων». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 325). Ὁ βουλευτὴς Πυλίας κ. Π. Σάκκης ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐξετάσῃ ἁρμοδίως καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐπροτάθη ἡ κατάργησις τοῦ σχολείου τῶν θηλέων τοῦ χωρίου Ὀσμάναγα τοῦ δήμου Πυλίων, ἐν ᾧ καὶ ὁ δῆμος εὔπορος τυγχάνει καὶ ἀριθμὸς μαθητριῶν ἐπαρκὴς ὑπάρχει. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν μεριμνήσῃ περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἀστυνόμου Κορώνης Διον. Καλλιανέση, ὑπιλάρχου, καὶ τοῦ ἀστυνόμου Πύλου Ἀριστομένους Κουκῆ, ἀνθυπομοιράρχου, ἐξ ὧν ὁ μὲν πρῶτος δραστηρίως κατεδίωξε τοὺς ἐπιφόβους λῃστοφυγοδίκους Σουλέλαν, Ἀναγνωστόπουλον καὶ Παπαδᾶτον, ὁ δὲ δεύτερος διὰ καταλλήλου ἐνεργείας καὶ μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς αὐτοῦ καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν τεσσάρων χωροφυλάκων κατώρθωσε τὴν σύλληψιν τῶν εἰρημένων λῃστοφυγοδίκων, ἀπαλλάξας οὕτω τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας ἐκ τῶν κακούργων τούτων.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§4Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Λαρίσης, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς δικαστικῶς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, συνῆλθε καὶ ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ἵνα οὐ μόνον μὴ ὑπαχθῇ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, ἀλλὰ καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης. Οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα ἐκφράζει τὴν εὐχὴν ταύτην ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Λαρίσης, εἶναι πολλοὶ καὶ διάφοροι· τοὺς λόγους δὲ τούτους ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§5Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§6Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Δικαίως, κύριε Πρόεδρε, κατεπλάγη ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Λαρίσης ἐπὶ τῷ ἀκούσματι, ὅτι ζητεῖται, ἵνα εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας ὑπαχθῇ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ. Θεωρῶ καθῆκόν μου, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσω θερμῶς τὸ τηλεγράφημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, διότι οὐδεὶς λόγος σπουδαῖος, οὐδεὶς λόγος βάσιμος συντρέχει, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ τοιαύτη μεταβολή· τοὐναντίον πλεῖστοι λόγοι συντρέχουσιν εἰς τὸ νὰ μένῃ τὸ καθεστὼς, ὡς ἔχει. Ὅ,τι λέγω, δὲν τὸ λέγω διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λαρίσης, ἤτοι ἀπὸ ἐπαγγελματικοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ τὸ λέγω ἀπὸ ὑψηλοτέρου σκοποῦ· διότι, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ κατενεχθῇ καίριον τραῦμα εἰς τὴν πόλιν τῆς Λαρίσης, εἰς τὴν μητρόπολιν τῆς Θεσσαλίας, εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, ἥτις ἐκ τῆς γεωγραφικῆς αὐτῆς θέσεως εὑρίσκεται εἰς διαρκῆ ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς δούλης Ἑλλάδος, καὶ θεωρεῖται ὡς κέντρον ἐθνικῆς ἐργασίας, θεωρεῖται ὡς ἐθνικὸν ἐργαστήριον, ἐν τῷ ὁποίῳ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπιμελείας καλλιεργεῖται καὶ ἐνισχύεται ἡ ἐθνικὴ ἰδέα. Τοιαύτας δὲ πόλεις ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ ἐνισχύῃ καὶ οὐχὶ νὰ καταδικάζῃ· ὅταν δὲ τοιαύτας πόλεις καταδικάζῃ ἡ Πολιτεία, συγκαταδικάζει καὶ τὴν ἐν αὐταῖς συντελουμένην ἐθνικὴν ἐργασίαν. Παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ δώσωσι προσοχὴν εἰς τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, καὶ καταψηφίσωσιν αὐτό, ὑπερψηφίσωσι δὲ, ἵνα τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης.
§7Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λαρίσης, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή, ἵνα γένηται περὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑποβάλω αὐτό.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Ὠρεῶν τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν κατὰ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους «Ταλαντάνι» ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου.
§9ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἐγγραφῆ καὶ χθές, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς παρεμπεσούσης οἰκονομικῆς συζητήσεως, τῆς παραταθείσης ἐπὶ τρεῖς ὥρας, ἀνέβαλον νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον. Ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τῶν λιμενικῶν ἔργων τῆς Νάξου.
§10ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀνεβάλλετο ἡ συζήτησις αὕτη ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας, μέχρις ὅτου κατορθώσω καὶ ἐγὼ νὰ λάβω γνῶσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλου ἐγγράφων, ὅστις εἶναι λίαν ὀγκώδης καὶ τοῦ ὁποίου ἀκόμη δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω γνῶσιν. Ὑμεῖς γνωρίζετε τὴν ὑπόθεσιν, οἱ κύριοι ἐκ Νάξου συνάδελφοι, οἱ χθὲς συζητήσαντες, γνωρίζουσιν ἐπίσης τὴν ὑπόθεσιν· ὁ ἀγνοῶν αὐτὴν εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη ἔτι νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§11ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν τολμῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρόθεσίν μου νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προβάλλει τοιαύτην ἐπιθυμίαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κόρπας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§13Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Πρό τινος χρόνου ἑλληνικὸν πλοῖον ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν ἀνεχώρησεν ἐκ Σύρου κενόν, διευθυνόμενον πρὸς τὴν Βηρυτόν. Ἐν τῷ πελάγει καὶ πλησίον τῆς Βηρυτοῦ συνελήφθη ὑπὸ τουρκικοῦ πολεμικοῦ καὶ ὁδηγηθὲν εἰς τὸν λιμένα τῆς Βηρυτοῦ ἐκρατήθη ἐκεῖ, τὸ δὲ πλήρωμα ἐφυλακίσθη. Τὸ ὀθωμανικὸν ἀτμόπλοιον καὶ ὁ ἐν αὐτῷ ἁρμόδιος ὑπάλληλος διατείνονται, ὅτι τὸ συλληφθὲν πλοῖον περιεῖχε λαθραῖα. Δὲν γνωρίζω, ἂν περιεῖχεν ἢ δὲν περιεῖχε λαθραῖα· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θετικῶς γνωρίζω καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἐκ Σύρου ἀνεχώρησε κενόν.
§14Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Περὶ τίνος πλοίου πρόκειται; Περὶ τοῦ «Ζεφύρου»;
§15Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Μάλιστα. Ἐν τῷ πελάγει ἐγένετο ἐπιθεώρησις, ἐξ ἧς ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ συλληφθὲν πλοῖον οὐδὲν λαθραῖον περιεῖχεν, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἄλλο ἐμπόρευμα. Ὁ Ἕλλην πλοίαρχος ἀνηνέχθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐνήργησε καταλλήλως. Ἔκτοτε ὅμως τὸ πλήρωμα διατελεῖ ἐν προφυλακίσει, διατείνονται δὲ αἱ ἁρμόδιαι Ὀθωμανικαὶ ἀρχαί, ὅτι ἀνηνέχθησαν εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἀναμένουσιν ἀπάντησιν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, καὶ ἐὰν μὲν ἦναι ἔνοχοι οἱ συλληφθέντες καὶ κρατούμενοι Ἕλληνες, νὰ τιμωρηθῶσιν, ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἔνοχοι, νὰ ταῖς ἀποδοθῇ ἡ ἐλευθερία.
§16Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρηγγέλθη ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής, καὶ ἐγένοντο πάντα τὰ δυνατὰ διαβήματα, μετ’ ὀλίγας δ’ ἡμέρας θὰ ἔχωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν διαβημάτων τούτων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§18ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, λόγου γενομένου περὶ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν φυγοδίκων, τῶν ἐκεῖθεν εἰσερχομένων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως, ὁ κ. Δαγρὲς εἶπεν, ὅτι ἡ μὴ σύντονος τούτων καταδίωξις ὀφείλεται ἴσως εἰς τὰ ὅτι οἱ φυγόδικοι οὗτοι εἶναι συγγενεῖς πολιτευομένων, καὶ ἐπειδὴ ὄχι μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλοπόλεως, καὶ δὴ ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς Καλάμαις, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω συγγενεῖς, καὶ ἐπειδὴ συνέστησα τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων ἐκείνων, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω, ὅτι οἱ φυγόδικοι οὗτοι εἶναι συγγενεῖς τοῦ κ. Φλέσσα, πολιτευομένου ἐκεῖ, καὶ ἔρχονται εἰς τὸν δῆμον Φαλαισίας, διότι γειτνιάζομεν πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν Φαλαισίας τὴν σύντονον τῶν εἰρημένων φυγοδίκων καταδίωξιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεωργακόπουλος ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§20Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τηλεγράφημα συμπολιτῶν μου ἐκ Φιλιατρῶν, παρακαλούντων με νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐν τῇ ὑποβληθησομένῃ σταφιδικῇ συμβάσει περιληφθῇ καὶ ὅρος ἐξαγορᾶς ὑπὸ τῆς «Ἑταιρείας τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος» τῶν δελτίων παρακρατήσεως ἐπὶ τῇ τιμῇ τῇ ὁριζομένῃ διὰ τὸν σταφιδόκαρπον. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ διαβιβάσητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§21ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα, δι’ οὗ οἱ συμπολῖταί μου παρακαλοῦσιν ἡμᾶς νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην.
§22Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§24Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, περὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ὑποψηφίων διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει) «οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼΣΛϚʹ προβλεπόμενοι καὶ προβιβαζόμενοι ὡς εὐεργετικοὶ δι’ ἐξετάσεων ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, καὶ ἐκ τῶν τελευταίων τούτων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, προάγονται οἱ ἡμίσεις κατ’ ἀρχαιότητα καὶ οἱ ἡμίσεις καθ’ ἱκανότητα, τῆς ἱκανότητος κρινομένης ἐκ τῆς σειρᾶς, ἥν ἤθελον λάβει εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐξετάσεων». Συνεπείᾳ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 21 Φεβρουαρίου 1905, κανονίζον τὰ τῶν ἐξετάσεων τούτων. Ἐν ἄρθρῳ 8 τοῦ Βασιλικοῦ τούτου Διατάγματος ὁρίζεται, ὅτι κατόπιν τῶν ἐξετάσεων καταρτίζεται ὁ πίναξ τῆς ἱκανότητος, ἐκ τῶν ἐν τῷ πίνακι δὲ τῆς ἱκανότητος φερομένων ὡς ἐπιτυχόντων ὑπαξιωματικῶν κανονίζεται ὁ πίναξ τῆς ἀρχαιότητος, καθ’ ὃν προτάσσονται τῶν λοχιῶν οἱ ἐπιλοχίαι. Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἠγέρθη κυρίως τὸ ἑξῆς ζήτημα. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ ἐπιλοχίου ἐν ἑκάστῳ συντάγματι ἐπιτυγχάνεται ὑπὲρ τῶν λοχιῶν οὐχὶ λόγῳ τῆς ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ σώματος τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀρχαιότητος καὶ ἱκανότητος αὐτῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν προσόντων τῶν ἐν τῷ αὐτῷ συντάγματι ἢ αὐθυπάρκτῳ τάγματι ὑπηρετούντων· ἤτοι, ἐνῷ καθ’ ὅλας τὰς προαγωγὰς τῶν ἀξιωματικῶν προάγονται ἀξιωματικοὶ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ πίνακος τῆς ἀρχαιότητος καὶ ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ λοχίαι προβιβάζονται εἰς ἐπιλοχίας ἀναλόγως τῆς ἐν ἑκάστῳ συντάγματι κενουμένης θέσεως...
§25Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀλλὰ καὶ λόγῳ ἱκανότητος.
§26Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ αὐτοῦ συντάγματος καὶ μόνον. Δὲν ἠξεύρετε τὸ ζήτημα, κύριε συνάδελφε.
§27Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ γνωρίζω, διότι ἐνδιαφέρομαι. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ στρατιωτικὴν ἐπαρχίαν, ὅπως καὶ σεῖς.
§28Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Συμβαίνει οὕτως, ἔν τινι συντάγματι, ἢ ἐν τινι αὐθυπάρκτῳ τάγματι, οἷα εἶναι τὰ τάγματα τὰ εὐζωνικὰ καὶ τὰ τοῦ μηχανικοῦ, νὰ κενωθῇ θέσις ἐπιλοχίου, νὰ προαχθῇ δὲ εἰς ταύτην ὑπαξιωματικὸς καθ’ ἱκανότητα καὶ ἀρχαιότητα ἐκ τοῦ κύκλου τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ συντάγματος ἢ τοῦ αὐθυπάρκτου τάγματος ἐνῷ συγχρόνως ὑπαξιωματικοὶ ἐν ἄλλοις συντάγμασιν, ἱκανώτεροι ἢ ἀρχαιότεροι τοῦ προαχθέντος, ἀπομένουσιν ἔτι ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ λοχίου, διότι ἔτυχεν ἐν τῷ συντάγματι ἢ τῷ αὐθυπάρκτῳ τάγματι, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετοῦσι, νὰ μὴ ἔχῃ κενωθῆ θέσις ἐπιλοχίου. Τούτου ἕνεκα βλέπομεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν συντάγμασιν ἐπιλοχίαι ἔχοντες χρόνον ὑπηρεσίας πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ χρόνου, ὃν ἔχουσι λοχίαι ἐξ ἴσου ἱκανοὶ, ἢ καὶ ἱκανώτεροι αὐτῶν, ἔχοντες δὲ μακροτέραν ὑπηρεσίαν ἐν ἄλλοις συντάγμασι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῶν ἐξετάσεων, ὡς ἔχουσι διατυπωθῆ, παράγει τοῦτο τὸ ἄδικον, ὅτι ἐν τῷ πίνακι τῆς ἀρχαιότητος ἐκ τῶν ἐπιτυγχανόντων ὑπαξιωματικῶν θὰ προηγηθῶσιν ἐπιλοχίαι ἄλλων λοχιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολλῷ μακροτέραν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι καὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως εἶναι ἱκανώτεροι τῶν τοιούτων ἐπιλοχιῶν...
§29ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν τούτοις εἶναι Βασιλικὸν Διάταγμα.
§30ΝΙΚ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς τὴν συζήτησιν προκαλῶ, ὅπως, εἰ δυνατὸν, διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα δι’ ἑτέρου Βασιλικοῦ Διατάγματος. Δὲν προκαλῶ συζήτησιν σκοπὸν ἔχουσαν ἔλεγχον παραβάσεως.
§31ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐννοεῖται νὰ προκαλέσω νέον Βασιλικὸν Διάταγμα; Ἐκεῖ θὰ καταλήξητε;
§32ΝΙΚ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως. Δὲν προκαλῶ ἔλεγχον περὶ μὴ ἐκτελέσεως Διατάγματος ἢ νόμου· προκαλῶ συζήτησιν, ἵνα προκληθῇ ἡ ἔκδοσις Βασιλικοῦ Διατάγματος διορθοῦντος τὸ πρᾶγμα.
§33Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζετε ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ Διάταγμα αὐτό; μήπως ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον;
§34ΝΙΚ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀντίκειται.
§35Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι.
§36ΝΙΚ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Γνωρίζω ὅτι ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι. Τὸ ζήτημα εἶναι δυσχερὲς, διότι, ἐὰν γένηται ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ἐπιτυχόντων κατάταξις κατ’ ἀρχαιότητα, ἀδιακρίτως βαθμοῦ, θὰ προκύψῃ τοῦτο τὸ ἄτοπον, ὅτι θέλουσι γενικῶς προηγηθῆ οἱ ἀρχαιότεροι λοχίαι τῶν ἐπιλοχιῶν, οἵτινες εἶναι κατὰ βαθμὸν ἀνώτεροι ἐκείνων. Ἐὰν δὲ παραμείνῃ ἡ νῦν ἰσχύουσα διάταξις, θέλομεν ἔχει τὸ ἄτοπον, ὅτι θὰ ἀδικηθῶσιν ὑπαξιωματικοὶ εὑρισκόμενοι τυχὸν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ λοχίου, ἐνῷ ἄλλοι νεώτεροι ἢ ὀλιγώτερον ἱκανοὶ, εὑρισκόμενοι ἐκ τυχαίων λόγων ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἐπιλοχίου, θὰ προηγηθῶσιν ἐκείνων ἐν τῷ πίνακι τῆς ἀρχαιότητος, ὡς ἀνώτεροι κατὰ βαθμόν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξευρεθῇ μέση τις λύσις. Ἡ λύσις, ἣν ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι ἡ ἑξῆς. Τὸ σχετικὸν Βασ. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τοῦ πίνακος τῆς ἀρχαιότητος, νὰ διορθωθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ προτάσσωνται ἐν τῷ πίνακι τῆς ἀρχαιότητος οἱ ἐπιλοχίαι τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ συντάγματος ἐπιτυχόντων λοχιῶν...
§37Α. ΖΕΡΒΑΣ. Αἱ ἐξετάσεις δὲν γίνονται χωριστά.
§38ΝΙΚ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ πίναξ γίνεται χωριστά. Ἐν τῷ πίνακι λοιπὸν νὰ προτιμῶνται γενικῶς οἱ ἀρχαιότεροι λοχίαι καὶ ἐπιλοχίαι· ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ λοχιῶν καὶ ἐπιλοχιῶν τοῦ αὐτοῦ συντάγματος, νὰ προτάσσωνται μεταξὺ τούτων οἱ ἐπιλοχίαι τῶν λοχιῶν. Ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ δεκτὸν, πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς γενικῆς κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ἀδιακρίτως βαθμοῦ προτιμήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι βεβαίως προτιμότερον τοῦ ἰσχύοντος.
§39Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀλλὰ δὲν διορθοῦται τὸ ἄτοπον, διότι θὰ εὑρεθῶσι πάλιν λοχίαι ἑτέρων συνταγμάτων νὰ ἦναι εἰς ἀνωτέραν θέσιν.
§40Α. ΖΕΡΒΑΣ. Εἰς ἄλλα ἄτοπα θὰ ὑποπέσωμεν, κύριε Βουλευτά.
§41ΝΙΚ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ταύτην τὴν γνώμην ὑποβάλλω, δύναται δὲ ἡ ὑπηρεσία, μελετῶσα τὸ ζήτημα, νὰ δώσῃ ἴσως λύσιν κρείσσονα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι προσγίνεται ἀδικία εἰς τοὺς νῦν λοχίας, οἱ ὁποῖοι θὰ χάσωσι θέσεις ἐν τῷ πίνακι τῆς ἀρχαιότητος, καταληφθησομένας ὑπὸ ἐπιλοχιῶν ἄλλων συνταγμάτων, καίτοι ἡ ἀρχαιότης τῶν ἐπιλοχιῶν τούτων εἶναι ἐλαχίστη, καὶ ἴσως μικροτέρα καὶ ἡ ἱκανότης αὐτῶν. Ἕτερον ζήτημα ἔχω νῦν νὰ ἀνακινήσω, ἀφορῶν ἐπίσης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ζήτημα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι πολὺ σπουδαιότερον. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, διότι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ θίξω, δὲν ἀφορᾷ εἰς τετελεσμένον ἤδη γεγονός, ἀλλὰ πρόκειται, οὕτως εἰπεῖν, περὶ προληπτικῆς ἐπερωτήσεως, περὶ συστάσεως πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προλάβῃ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῷ γίγνεσθαι ἢ μέλλει νὰ γείνῃ. Κατὰ τὸν ἐψηφισμένον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐν ἄρθρῳ 7 ὁρίζεται, ὅτι «σώματα ἢ τμήματα σωμάτων, ἀνήκοντα εἰς τινα Μεραρχίαν, δύνανται, ὑφισταμένης ἀνάγκης, νὰ ἑδρεύσωσιν ἐκτὸς τῆς περιφερείας τῆς Μεραρχίας, εἰς ἣν ἀνήκουσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίθενται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ διοικητοῦ τῆς Μεραρχίας, ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ὁποίας ἑδρεύουσι προσωρινῶς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν». Ἐν ἄρθρῳ δὲ 1 ὁρίζεται, ὅτι «αἱ περιφέρειαι καὶ τὰ διαμερίσματα αὐτῶν ὁρίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τῆς στρατολογίας καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπιστρατεύσεως διὰ Β. Διαταγμάτων», καὶ ἐν ἄρθρῳ 2, ὅτι «ἐν ἑκάστῃ στρατιωτικῇ περιφερείᾳ ἑδρεύει Μεραρχία στρατοῦ μετὰ τῶν ἀναγκαίων ὑπηρεσιῶν, ἐκ τῆς περιφερείας στρατολογουμένη καὶ ἔχουσα τὴν ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ὁριζομένην σύνθεσιν.» Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα, κανονίζον τὰ τῶν ἑδρῶν τῶν διαφόρων σωμάτων καὶ τὰ τῆς συνθέσεως τῶν Μεραρχιῶν. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ὑπὸ χρονολογίαν 9 Σεπτεμβρίου 1904, ἡ πρώτη Μεραρχία ἀπετελέσθη ἐκ τῶν Βʹ, Γʹ, Δʹ καὶ Εʹ συνταγμάτων πεζικοῦ, Δʹ καὶ Ϛʹ ταγμάτων εὐζώνων, Αʹ συντάγματος πεδινοῦ πυροβολικοῦ, Αʹ συντάγματος ἱππικοῦ, Αʹ τάγματος μηχανικοῦ, Αʹ λόχου μεταγωγικοῦ, Αʹ λόχου νοσοκόμων καὶ Αʹ στρατιωτικῆς μουσικῆς. Δι’ ἑτέρου δὲ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1904, ὡρίσθη ὅτι ἕδρα τοῦ πρώτου συντάγματος τοῦ πεδινοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ πρώτου τάγματος τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ πρώτου συντάγματος τοῦ ἱππικοῦ, ὡς καὶ τῶν πρώτων λόχων μεταγωγικοῦ καὶ νοσοκόμων εἶναι ἡ Λάρισα, ἕδρα δὲ τοῦ τρίτου πυροβολικοῦ συντάγματος, τοῦ τρίτου τάγματος τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ τρίτου συντάγματος τοῦ ἱππικοῦ εἶναι προσωρινῶς αἱ Ἀθῆναι, μέχρις οὗ ἑτοιμασθῶσι τὰ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν σωμάτων τούτων ἐντὸς τῆς τρίτης στρατιωτικῆς περιφερείας. Ἐπίσης δι’ ἑτέρων Β. Διαταγμάτων τῆς 9 Σεπτεμβρίου καὶ 5 Ὀκτωβρίου 1904 ὡρίσθη, ὅτι ἡ πρώτη Μεραρχία στρατολογεῖται ἐκ τῆς πρώτης στρατιωτικῆς περιφερείας, περιλαμβανούσης τοὺς νομοὺς Τρικκάλων, Καρδίτσης, Λαρίσης, Μαγνησίας, Φθιώτιδος, Φωκίδος, Βοιωτίας, Εὐβοίας, τὰς ἐπαρχίας Σύρου, Ἄνδρου καὶ Τήνου ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, καὶ τοὺς δήμους Καρπενησίου, Εὐρυτάνων, Ἀγράφων, Ἀγραίων, Δολόπων καὶ Κτημενίων τοῦ νομοῦ Εὐρυτανίας, καὶ ὅτι οἱ κληρωτοὶ, οἱ μὲν προοριζόμενοι διὰ τὸ πεζικὸν καὶ καταγόμενοι ἐκ τῆς πρώτης στρατιωτικῆς περιφερείας κατατάσσονται ἐν τῷ Εʹ συντάγματι οἱ τοῦ πρώτου διαμερίσματος, ἐν τῷ Δʹ συντάγματι οἱ τοῦ δευτέρου διαμερίσματος, ἐν τῷ Βʹ συντάγματι οἱ τοῦ τρίτου διαμερίσματος, ἐν τῷ Γʹ συντάγματι οἱ τοῦ τετάρτου διαμερίσματος, οἱ δὲ προοριζόμενοι διὰ τὰ λοιπὰ σώματα καὶ ὑπηρεσίας τῆς πρώτης Μεραρχίας κατατάσσονται εἰς ταῦτα ἐκ τῶν δήμων ὁλοκλήρου τῆς πρώτης στρατιωτικῆς περιφερείας. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ κεκανονισμένης περιοχικῆς στρατολογίας ὡρίσθη, ὅτι ἐκτὸς τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, τῶν ὁρισθέντων ἵνα στρατολογῶνται ἐκ τῶν δήμων τῆς Αʹ στρατιωτικῆς περιφερείας, θὰ στρατολογῶνται ἐπίσης ἐκ τῶν δήμων τῶν διαφόρων διαμερισμάτων, τῶν ἀποτελούντων τὴν πρώτην στρατιωτικὴν περιφέρειαν, τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 συντάγματα πεδινοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ καὶ τὸ Αʹ τάγμα μηχανικοῦ. Τὸ Διάταγμα ἐπίσης, τὸ κανονίζον τὰ τῆς ἕδρας τῶν διαφόρων σωμάτων, συνεπὲς ὂν πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸ καθιεροῦν τὴν περιοχικὴν στρατολογίαν, ὥρισεν ὅτι τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ, τὸ πρῶτον τάγμα τοῦ μηχανικοῦ καὶ τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ θὰ ἑδρεύωσιν ἐν Λαρίσῃ, ἕδρᾳ τῆς στρατιωτικῆς περιφερείας, ἐξ ἧς θὰ στρατολογῶνται, καὶ ὅτι θὰ μετασταθμεύσωσιν εἰς Λάρισαν τὸ μὲν πρῶτον πυροβολικὸν σύνταγμα πρὸ τοῦ μετασχηματισμοῦ του εἰς πρῶτον σύνταγμα πεδινοῦ πυροβολικοῦ, τὸ δὲ πρῶτον τάγμα τοῦ μηχανικοῦ ἅμα τῷ σχηματισμῷ αὐτοῦ, κανονισθέντος ἐπίσης διὰ τοῦ περὶ μετασχηματισμοῦ τῶν σωμάτων Β. Διατάγματος, ὅτι οἱ σχηματισμοὶ καὶ μετασχηματισμοὶ τῶν σωμάτων τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ θὰ ἐνεργηθῶσι τὸ βραδύτερον μέχρι 1 Σεπτεμβρίου 1905. Ἡ συγκρότησις ἑπομένως τοῦ πρώτου συντάγματος τοῦ πεδινοῦ πυροβολικοῦ, ὡς καὶ ἡ τοῦ πρώτου τάγματος τοῦ μηχανικοῦ, θὰ γένηται μέχρι τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1905 καὶ ἐντὸς τῆς κεκανονισμένης ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ διετίας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ.
§42Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διετάχθη ἤδη.
§43ΝΙΚ. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον, ὅτι διετάχθη, διότι ἐγένετο τοῦτο ἐντὸς τοῦ διετοῦς διαστήματος, τὸ ὁποῖον τάσσει ὁ νόμος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ Β. Διάταγμα ἐκανόνισεν, ὅτι ἡ μεταστάθμευσις τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ συντάγματος δέον νὰ γείνῃ πρὸ τοῦ μετασχηματισμοῦ του, ἵνα ταχέως τοῦτον ἐγκατασταθῇ καὶ ἑτοιμασθῇ, ὅπως περιλάβῃ καὶ ἐκγυμνάσῃ τοὺς νέους κληρωτούς, οἵτινες ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου θέλουσι προσέλθει πρὸς κατάταξιν. Ἤδη ἔλαβον πληροφορίας, καὶ πληροφορίας ἀρκετὰ ἀσφαλεῖς, καίτοι θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἦναι αὗται ἀσφαλεῖς, ἔλαβον, λέγω, πληροφορίας, ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινῆς διατηρήσεως τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ συντάγματος καὶ τοῦ πρώτου τάγματος τοῦ μηχανικοῦ ἐν Ἀθήναις. Βεβαίως ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δίδεται τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως σώματα ἢ τμήματα σωμάτων εἰς ἄλλας Μεραρχίας ἀνήκοντα παρακρατήσῃ, ἐὰν πραγματικαὶ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ προκαλέσωσι τοῦτο, προσωρινῶς ὅμως πάντοτε, ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῆς Μεραρχίας, εἰς ἣν ἀνήκουσι. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νῦν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα διατηρήσῃ προσωρινῶς ἐν Ἀθήναις τὰ εἰρημένα σώματα τοῦ στρατοῦ, — τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπάρχει καὶ δύναται νὰ ἀσκηθῇ, τηρουμένων τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου καὶ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων, — πρόκειται περὶ τοῦ σκοπίμου ἢ μὴ σκοπίμου τῆς διατηρήσεως τῶν σωμάτων τούτων ἐν Ἀθήναις. Ζήτημα στρατωνισμοῦ δὲν ὑφίσταται βεβαίως, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀσχολουμένους καὶ εἰς ἐμέ, — ὅστις δὲν ἀσχολοῦμαι μὲν περὶ τὰ στρατιωτικά, ἔλαβον ὅμως πληροφορίας παρ’ εἰδικῶν προσώπων, — ὅτι οἱ στρατῶνες οἱ ἐν Λαρίσῃ εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τοὺς ἄνδρας τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ συντάγματος. Τὴν στιγμὴν ταύτην δύο πυροβολαρχίαι εὑρίσκονται ἐν Λαρίσῃ, οἱ δὲ κληρωτοὶ τοῦ 1905, οἱ εἰς τὸ σύνταγμα τοῦτο μέλλοντες νὰ προσέλθωσι καὶ καταταχθῶσι, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως συμπληρώσωσι τὰ στελέχη ὁλοκλήρου τοῦ συντάγματος, καὶ ἀποτελεσθῇ οὕτω πλήρης ἡ εἰς ἄνδρας δύναμις αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ συμπληρώσωσι τέσσαρας μόνον πεδινὰς πυροβολαρχίας. Πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν θὰ συνυπηρετήσωσιν ἐφέτος οἱ ἄνδρες τῶν δύο κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν προβλεπομένων ἀπογραφῶν, ἀλλὰ θὰ συνυπηρετήσωσιν οἱ ἄνδρες τῆς τελευταίας ἐκ τῶν τοῦ παλαιοῦ ὀργανισμοῦ ἀπογραφῆς καὶ οἱ τῆς πρώτης τοῦ νέου ὀργανισμοῦ. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ λοιπὸν πλήρης ἡ δύναμις τῶν ἀνδρῶν τοῦ συντάγματος, ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ θ’ ἀποτελεσθῶσι τέσσαρες μόνον πυροβολαρχίαι ἐν πλήρει δυνάμει ἀνδρῶν, ἐκ τούτων δὲ, ἕνεκα ἀνεπαρκείας κτηνῶν, τρεῖς μόνον θὰ ὦσιν ἐζευγμέναι, ἡ δὲ τετάρτη πιθανῶς πεζοπόρος. Πρόκειται λοιπὸν, ἵνα εἰς Λάρισαν μεταβῶσι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος παρὰ ταῖς ἑδρευούσαις ἤδη ἐκεῖ δυσὶ πυροβολαρχίαις οἱ ἄνδρες δύο ἔτι πυροβολαρχιῶν καὶ τὰ κτήνη μιᾶς, τῶν ὑπολοίπων δὲ πυροβολαρχιῶν θὰ μεταβῶσιν εἰς Λάρισαν τὰ στελέχη μόνον μετὰ τῆς Διοικήσεως τοῦ συντάγματος, καὶ θὰ μετακομισθῶσι τὰ πυροβόλα καὶ αἱ λοιπαὶ ἀποσκευαί. Εἶναι δ’ ἐπαρκέστατοι οἱ ἐν Λαρίσῃ στρατῶνες, ὅπως περιλάβωσι τὴν δύναμιν ταύτην τοῦ πυροβολικοῦ, ἐν ᾧ εἶναι ἀνεπαρκεῖς οἱ στρατῶνες τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως περιλάβωσιν ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ συντάγματος, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ μεταστάθμευσις τούτου εἰς Λάρισαν ἤθελεν ἀνασταλῆ. Εἶναι δὲ τοῦτο φανερόν, διότι ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1905 ἡ δύναμις τοῦ πυροβολικοῦ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν θ’ ἀνέρχηται εἰς 33 πυροβολαρχίας, ἀντὶ τῶν 20 τοῦ παλαιοῦ ὀργανισμοῦ. Λαμβανομένου δ’ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕνεκα τῶν νέων στρατολογικῶν ὅρων ἡ εἰς ἄνδρας δύναμις ἑκάστης τῶν νέων πυροβολαρχιῶν θὰ ἦναι μείζων τῶν κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν πυροβολαρχιῶν, ἐν τοῖς στρατῶσι τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στρατωνισθῇ ἡ δύναμις τοῦ ἐν Ἀθήναις μονίμως ἑδρεύοντος συντάγματος τοῦ πεδινοῦ πυροβολικοῦ, ἡ δύναμις τοῦ τρίτου πυροβολικοῦ συντάγματος, ὅπερ ἐν Ἀθήναις προσκαίρως θὰ διαμένῃ καὶ ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετασταθμεύσῃ παρὰ τῇ ἕδρᾳ τῆς Γʹ Μεραρχίας ἕνεκα μὴ ὑπάρξεως στρατώνων, ἐν οἷς νὰ στρατωνισθῇ ἡ δύναμις τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ συντάγματος, τοῦ ὁποίου ἕδρα εἶναι ἡ Λάρισα, ἡ δύναμις τῆς μοίρας τοῦ βαρέος πυροβολικοῦ καὶ ἡ δύναμις τῶν δύο μοιρῶν τοῦ ὀρειβατικοῦ πυροβολικοῦ μετὰ τοῦ συνόλου τῶν κτηνῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ τῶν 33 τούτων πυροβολαρχιῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ἐπάρκειαν στρατώνων ἐν Λαρίσῃ, πλήρη δ’ ἀνεπάρκειαν στρατώνων ἐνταῦθα, ὅπως περιλάβωσιν ὅλον τὸ πυροβολικόν. Ζήτημα ἄρα στρατωνισμοῦ, δικαιολογοῦν τὴν ἀναστολὴν τῆς μετασταθμεύσεως, δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ καὶ ζήτημα ἐκπαιδεύσεως ἐπίσης δὲν ὑφίσταται, διότι τὸ σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τὸ τάγμα τοῦ μηχανικοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἕδραν τὴν Λάρισαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μέρος τῆς πρώτης Μεραρχίας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἐν τῷ ἐδάφει τῆς Θεσσαλίας, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ θὰ δράσωσιν ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ κατὰ παρουσιασθησομένην ἀνάγκην. Αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὅταν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἐλπὶς δράσεως στρατοῦ, δὲν ὑπάρχει καὶ λόγος νὰ ὑφίσταται οὗτος...
§44Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε μείνει εἰς τὴν Λάρισαν;
§45Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ; ὄχι.
§46Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δικαίως δὲν ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνωσι γυμνάσια πυροβολικοῦ ἐν Λαρίσῃ, ἕνεκα τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους.
§47Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἔπρεπε νὰ μὴ περιλάβῃ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τὴν ὕπαρξιν καὶ πεδινοῦ πυροβολικοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλὰ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι, ἂν ἡ Λάρισα δὲν ἔχῃ ἔδαφος κατάλληλον, δὲν ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὅλη ἡ Θεσσαλία δὲν ἔχει ἔδαφος πρόσφορον πρὸς ἐκτέλεσιν γυμνασίων πυροβολικοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα ἡ ἐκπαίδευσις τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὰ ἐν Λαρίσῃ ἑδρεύοντα σώματα, γίνηται ἐν Λαρίσῃ, ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ οἱ ἄνδρες οὗτοι στρατολογοῦνται. Δὲν φρονῶ δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις τῶν στελεχῶν δύναται νὰ γίνηται μόνον ἐν Ἀθήναις. Θὰ ἦναι περίεργον, ἄν, καθ’ ὃν χρόνον λαμβάνονται σοβαρὰ μέτρα περὶ ἐκπαιδεύσεως στρατιωτικῆς, ἄν, καθ’ ὃν χρόνον σχηματίζονται πλήρεις αἱ Μεραρχίαι μετὰ τῶν ἐπιτελείων των, ἡ δὲ Μεραρχία τῆς Λαρίσης ἔχει ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ὑπὸ ἀξιωματικῶν ἀρίστων τοῦ στρατοῦ συγκεκροτημένην, θὰ ἦναι περίεργον, λέγω, ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν ἀποστείλωμεν ἄνδρας, ὅπως ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τῶν ἀξιωματικῶν τούτων ἐκπαιδευθῶσιν, ἂν δὲν ἀποστείλωμεν εἰς Λάρισαν τὰ τεχνικὰ σώματα, ὅπως τὰ στελέχη τούτων καὶ οἱ ἄνδρες ἐκπαιδευθῶσι παρ’ αὐτοῖς καὶ χρησιμεύσωσι, τὸ Μηχανικὸν ἰδίως, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τεχνικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα τὸ ἐπιτελεῖον τῆς πρώτης Μεραρχίας ἤθελε κρίνει χρήσιμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἐν Λαρίσῃ στρατεύματος. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὔτε ζήτημα ἐκπαιδεύσεως κἄν ὑφίσταται. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ζητημάτων τούτων, ἐὰν δὲν πραγματοποιηθῇ ἡ μεταστάθμευσις τῶν εἰρημένων σωμάτων, γεννᾶται ἀμέσως καὶ ἕτερον ζήτημα. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τὰ σώματα τ’ ἀποτελοῦντα ἑκάστην Μεραρχίαν καὶ ἑδρεύοντα προσωρινῶς ἐν τῇ περιφερείᾳ ἑτέρας Μεραρχίας, ὑπάγονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ μεράρχου τῆς εἰς ἣν ἀνήκουσι Μεραρχίας, λόγῳ ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ μεράρχου τῆς παρ’ ᾗ ἑδρεύουσι Μεραρχίας, λόγῳ ὑπηρεσίας καὶ πειθαρχίας. Ἐὰν ἡ μεταστάθμευσις τῶν ἐν λόγῳ σωμάτων τοῦ στρατοῦ εἰς Λάρισαν ἀνακληθῇ, θὰ ἔχωμεν σώματα ἀνήκοντα εἰς τὴν πρώτην Μεραρχίαν, ἑδρεύοντα δ’ ἐκτὸς τῆς περιφερείας αὐτῆς, ὑπαγόμενα δὲ, λόγῳ ἐκπαιδεύσεως μὲν, εἰς τὸν ἐν Λαρίσῃ μέραρχον, λόγῳ δὲ πειθαρχίας καὶ ὑπηρεσίας, εἰς τὸν διοικητὴν τῆς δευτέρας Μεραρχίας. Τοῦτο, νομίζω, δὲν συντελεῖ εἰς τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατεύματι, οὐδ’ ἐμπεδοῖ αὐτὴν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ προάγει, χάος δὲ μόνον δημιουργεῖ. Ταῦτα εἶναι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμαγῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν σχετικῶν Β. Διαταγμάτων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτων. Πρόκειται καὶ περὶ ἑτέρου σοβαρωτάτου ἀτόπου, τὸ ὁποῖον κυρίως θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῶν σχετικῶν Β. Διαταγμάτων. Γινώσκομεν πάντες, καὶ οἱ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀσχολούμενοι εἰδικῶς καὶ οἱ μὴ ἀσχολούμενοι περὶ ταῦτα, ὅτι ἐπὶ ἔτη μακρὰ ὑφίστατο διένεξις μεταξὺ τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία παρεκώλυσε τὴν πρόοδον ὡρισμένων σωμάτων. Ἡ διένεξις αὕτη ἀφεώρα τὰς προτιμήσεις τινῶν σωμάτων ἀπέναντι ἑτέρων σωμάτων. Διότι, ἐνῷ ἐκτὸς δύο συνταγμάτων πεζικοῦ καὶ ἑνὸς τάγματος εὐζώνων, ὑπηρετούντων ἐν Ἀθήναις, πάντα τὰ λοιπὰ συντάγματα πεζικοῦ καὶ τάγματα εὐζώνων πάντοτε ὑπηρέτουν ἐν ταῖς ἐπαρχιακαῖς πόλεσι καὶ παρὰ τὰ σύνορα, τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ καὶ τὰ συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ, τὰ ὑπὸ τὸν κοινὸν ὅρον «τεχνικὰ ὅπλα» ἐννοούμενα, ἀδιακόπως, συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως εὑρίσκονται ἐν Ἀθήναις. Τοῦτο προὐκάλει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ σώματα ταῦτα προετιμῶντο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ κεντρικῇ, καὶ διὰ τοῦτο κατώρθουν πάντοτε νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας. Τοῦτο δὲ παρεκώλυσεν εἰδικῶς τὴν πρόοδον τοῦ σώματος τοῦ πυροβολικοῦ, ὑπὸ ἔποψιν δυνάμεως ἀνδρῶν καὶ ἀριθμοῦ πυροβολαρχιῶν. Καίτοι ὑπὸ πάντων ἦτο ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ πυροβολικοῦ ἦτο ἀνεπαρκής, οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ προτείνῃ μέτρα ὑπὲρ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ πυροβολικοῦ, διότι, ἄν τις ἤθελε τολμήσει τοιοῦτόν τι, θὰ παρεπονοῦντο, θὰ διεμαρτύροντο τὰ ἄλλα σώματα, ἕνεκα τῆς δημιουργηθείσης καὶ ἐπικρατησάσης παρ’ αὐτοῖς ἰδέας, ὅτι τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ προτιμᾶται τῶν ἄλλων σωμάτων, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ εἶναι προνομιοῦχοι, μὴ ἐξερχόμενοι ποτὲ τῶν Ἀθηνῶν. Τοιαύτη διάκρισις δὲν παρῆλθεν, ἐπαναλαμβάνω, ἄνευ βλάβης τοῦ σώματος τούτου, διότι, καίτοι, ὡς εἶπον, πάντες κατὰ τὸ παρελθὸν ἀνεγνώριζον τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς δυνάμεως τοῦ πυροβολικοῦ, ἐν τούτοις οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ προτείνῃ μέτρα καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καθόσον ἀμέσως προέβαλλεν εἰς τὸ μέσον τὸ προσωπικὸν ζήτημα, καὶ ἐγεννῶντο ἀντιρρήσεις καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν ἄλλων σωμάτων, ὅτι τὸ πυροβολικὸν προτιμᾶται καὶ ὅτι πᾶσα αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τούτου οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν, εἰμὴ τὴν παροχὴν βαθμῶν εἰς τοὺς προνομιούχους τούτους ἀξιωματικούς. Τὴν διένεξιν ταύτην κατώρθωσεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐξαλείψῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νέου ὀργανισμοῦ, διότι ἡ ὑπηρεσία διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου προέβη ἀληθῶς μετὰ θάρρους εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξέλιπον ἀπὸ τοῦ μέσου διενέξεις προσωπικαὶ, διενέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξυπηρέτουν οὐδὲ ἠδραίουν τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατῷ, ὅστις ἄνευ πειθαρχίας, καὶ δὴ πειθαρχίας παθητικῆς, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπόστασιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι ὁ νέος ὀργανισμὸς ἐπήνεγκε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ τηρηθῶσιν αὐστηρῶς αἱ διατάξεις αὐτοῦ, ὅπως μὴ παραχθῇ ἐκ νέου ἡ νοσηρὰ καὶ δηλητηριώδης ἀτμόσφαιρα ἐν τῷ στρατεύματι, ἥτις θὰ παραβλάψῃ, ἄν δὲν ἐξουδετερώσῃ τελείως, πᾶσαν ἐπιτυχῆ ὑπὲρ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἐνέργειαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες, ἐφ’ ὅσον τὰ συντάγματα αὐτῶν ὑπηρετοῦσιν ἐν Ἀθήναις, μένουσιν ἐνταῦθα, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν δέκα ἄλλων συνταγμάτων πεζικοῦ, οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν αὐθυπάρκτων εὐζωνικῶν ταγμάτων ἢ τῶν συνταγμάτων τοῦ ἱππικοῦ, τῶν ὁποίων ἓν ὑπηρετεῖ ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μετ’ εὐχαριστήσεως ν’ ἀποδεχθῶσι μέτρον σκοποῦν τὴν διηνεκῆ παραμονὴν ἐν Ἀθήναις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ. Πρόκειται δὲ—τονίζω τοῦτο καὶ πάλιν—περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν στελεχῶν τῶν σωμάτων τούτων, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν ἀνδρῶν. Νῦν ἐν Λαρίσῃ ὑπηρετοῦσιν, ὡς εἶπον, δύο πυροβολαρχίαι μετὰ πλήρους δυνάμεως εἰς ἄνδρας καὶ κτήνη, θὰ μεταβῶσι δὲ, ἐφαρμοζομένου τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἑτέρα ἐζευγμένη πυροβολαρχία, καὶ ἄλλη πεζοπόρος ἄνευ κτηνῶν, καὶ τὰ ἐπιτελεῖα τῶν τεσσάρων πυροβολαρχιῶν μετὰ τῆς Διοικήσεως τοῦ συντάγματος. Σκοπὸς λοιπὸν ἢ μᾶλλον ἀποτέλεσμα τῆς διατηρήσεως τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ συντάγματος ἐν Ἀθήναις εἶναι, ὅτι δὲν θὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν ἡ Διοίκησις τοῦ συντάγματος τούτου μετὰ τῶν ἐπιτελείων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεσσάρων πυροβολαρχιῶν αὐτοῦ καὶ τοῦ ἐπιτελείου καὶ τῶν ἀνδρῶν μιᾶς ἔτι ἐζευγμένης καὶ μιᾶς πεζοπόρου πυροβολαρχίας. Πρόκειται διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ δοθῇ εὐκαιρία εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους τῶν ἕξ πυροβολαρχιῶν καὶ εἰς τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ συντάγματος, ἵνα παραμείνωσιν ἐν Ἀθήναις, ἕνεκα ἰδικιτέρας εὐνοίας. Ἀλλὰ μετὰ πολλῆς περιεργίας παρετήρησα καὶ ἕτερόν τι—δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι μετὰ περιεργίας ἐπίσης παρετηρήθη τοῦτο καὶ ὑπὸ διαφόρων στρατιωτικῶν κύκλων,— ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ συντάγματι τοῦ πυροβολικοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν ἔδει πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1905 νὰ μετασταθμεύσῃ εἰς Λάρισαν, ἐτοποθετήθησαν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς οἱ ἐγγύτερον διακείμενοι πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ συντάγματος τούτου...
§48Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§49ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβές.
§50Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος τούτου;
§51ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐλεγχομένων προσώπων, καὶ δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὁ πρίγκηψ Νικόλαος.
§53ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι περίεργον, λέγω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ μέσον νὰ παραμένωσιν ἐν Ἀθήναις, ἐτοποθετήθησαν ἀκριβῶς ἐν συντάγματι, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ μετασταθμεύσῃ εἰς Λάρισαν. Ἀλλὰ καὶ τὸ περίεργον τοῦτο ἐξηγήθη, ὅτε ἐγνώσθη, ὅτι καὶ τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο θὰ μείνῃ ἐν Ἀθήναις. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐνεργήσωσιν, ὅπως τοποθετηθῶσιν ἐν συντάγματι παραμένοντι διαρκῶς ἐνταῦθα, ἐτοποθετήθησαν κανονικῶς καὶ κατὰ τὴν τηρουμένην σειρὰν ἐν τῷ πρώτῳ πυροβολικῷ συντάγματι, τῷ μέλλοντι νὰ μετασταθμεύσῃ εἰς Λάρισαν, ἀλλ’ ἐνεργοῦσι νῦν, ὅπως παραμείνῃ τὸ σύνταγμα τοῦτο ἐν Ἀθήναις. Ἡ ἐνέργεια δ’ αὐτῶν υἱοθετήθη ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ τοῦ συντάγματος, οὗτινος ἡ ὑψηλὴ θέσις ἀκριβῶς βαρύνει εἰς τὴν πλάστιγγα ὑπὲρ τὸ βάρος τῶν ἀναγκῶν καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ. Οὕτως ὅμως δημιουργοῦνται ἀτοπήματα, ἅτινα συγκλονίζουσι τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος καὶ καταστρέφουσι τὴν ὁμόνοιαν τῶν σωμάτων. Ἵνα προλάβω δὲ τὴν συντέλεσιν τῶν ἀτοπημάτων, ἔφερα τὸν λόγον, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἴδω συντετελεσμένα πρῶτον ὅσα ἀναφέρω, καὶ κατόπιν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπερωτῶν, χάριν ἐλέγχου πλέον, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, καὶ γνωρίζει αὐτὸς οὗτος, ὅτι τιμῶ αὐτόν, πρὸς τοῦτο δὲ προβαίνω ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὴν σύστασίν μου ταύτην, ἵνα πράξῃ τὸ καθῆκον, ὅπερ καὶ ὡς Μαυρομιχάλης καὶ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅπερ ἀναμένω παρ’ αὐτοῦ νὰ ἴδω ἐκτελούμενον. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν).
§54Κ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ πρώτου μέρους τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ πρότασις νόμου, ἣν χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἀφορᾷ ἀκριβῶς τὸν κανονισμὸν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν προαγομένων δι’ ἐξετάσεων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα, ἀφοῦ μελετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, υἱοθετήσῃ αὐτὴν καὶ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι πράγματι δικαιοτάτη.
§55ΣΠΥΡ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸν πρὸ ἑνὸς ἔτους ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐφαρμοζόμενον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους, ἕδρα τοῦ πέμπτου πεζικοῦ συντάγματος ἔχουσιν ὁρισθῆ τὰ Τρίκκαλα. Ἐν τούτοις τὸ πέμπτον πεζικὸν σύνταγμα δὲν μετεστάθμευσεν εἰσέτι εἰς Τρίκκαλα. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνας λόγους δὲν ἐγένετο ἡ μεταστάθμευσις αὕτη.
§56Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βάλτου συναδέλφου περὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι εἰς τὸ πρῶτον πυροβολικὸν σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ μετασταθμεύσῃ εἰς Λάρισαν, ἐτοποθετήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἔχοντες σειρὰν νὰ μεταβῶσιν εἰς Λάρισαν, διότι ἡμεῖς εἰς τὸ πυροβολικὸν τηροῦμεν σειρὰν, καὶ κατὰ τὴν σειρὰν ταύτην γίνονται αἱ τοποθετήσεις τῶν μελλόντων νὰ μεταβῶσιν εἰς Λάρισαν· ἐγὼ αὐτὸς, ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ, ὑπηρέτησα ἐν Λαρίσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἡ τοποθέτησις λοιπὸν τῶν ἀξιωματικῶν ἐγένετο κατὰ τὴν σειρὰν, καὶ οὐχὶ ἕνεκα εὐνοιῶν, ὡς ἀνέφερεν ὁ κύριος συνάδελφος. Ἐτοποθετήθη παραδείγματος χάριν ὁ λοχαγὸς κ. Μήτσας, ὁ ὁποῖος εἶχε σειρὰν νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν, καὶ ἐπειδὴ ἦτο Βουλευτὴς, δὲν μετέβη τότε κατὰ τὴν σειράν του, μεταβαίνει δὲ τώρα· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ κύριος Μήτσας δὲν συνδέεται ποσῶς μὲ τὰς εὐνοίας, περὶ ὧν εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐπίσης ἐτοποθετήθησαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί, μὴ συνδεόμενοι μὲ τὰς αὐτὰς εὐνοίας. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἔχει σχέσιν ἡ τοποθέτησις αὐτῶν μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος.
§57Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ 1900, κύριε Πρόεδρε, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐψηφίσθη ὁ νόμος ͵ΒΧϞΔʹ τῆς 24 Μαρτίου περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου αὐτοῦ διῆκε μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1901· ἀλλὰ καὶ κατόπιν, ἐν ἔτει 1903, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐψηφίσθη ἕτερος νόμος, ὁ ὑπὸ στοιχεῖα ͵Β͵ΩΟΓʹ τῆς 8 Ἰουλίου 1903, ὁ ὁποῖος παρέτεινε τὴν ἰσχὺν τοῦ πρώτου νόμου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904, καὶ ἐπέτρεπε τὴν ἀνανέωσιν τῶν χρεῶν καὶ διὰ τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898. Ὁ νόμος αὐτός, ὡς εἶναι γνωστόν, ὑπῆρξεν εὐεργετικὸς οὐ μόνον εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, τῶν ὁποίων πολλαὶ ληψοδοσίαι ἐκανονίσθησαν κατὰ τρόπον ἐπωφελῆ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη ἄνευ χρήσεως μέσων καταναγκαστικῶν κατὰ τῶν διαφόρων ὀφειλετῶν του νὰ εἰσπράξῃ πολλὰ, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀρκετὰς εἰσπράξεις διὰ τῶν ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦτον συνετάχθησαν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ὀφειλετῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἴτε ἐξ ἀνεπαρκείας τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, τῶν ἀνὰ τὰ διάφορα ταμεῖα ἐπιτετραμμένων τὸν κανονισμὸν τῶν χρεῶν τῶν διαφόρων ὀφειλετῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε ἐξ ἀδιαφορίας καὶ ἀμελείας τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν πάντα τὰ χρέη τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐξακολουθοῦσι δὲ νὰ ἦναι πολλοὶ λογαριασμοὶ αὐτῶν μετὰ τοῦ Δημοσίου εἰσέτι ἐκκρεμεῖς. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω νὰ παραταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1906, πρὸς δὲ νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν καὶ διὰ τὰς χρήσεις τὰς ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1901. Ὑποθέτω ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γένηται δεκτή, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μελετήσῃ αὐτὴν, καὶ ἐὰν τὴν ἐγκρίνῃ, νὰ διατάξῃ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι θὰ ἐπιδράσῃ ἐπωφελῶς καὶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὸ Δημόσιον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Κατσάνου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 326).
§59ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ σύστασις αὕτη ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀείμνηστος Πρόεδρος αὐτῆς εἶχε θεωρήσει τὴν σύστασιν ταύτην δικαίαν, καὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, ἵνα τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ, εἰ δυνατόν, ν’ ἀναγραφῇ αὕτη μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἐπειδὴ δὲ ἀπέχει πολὺ ὁ χρόνος, ἀφ’ ἧς ἡ ἀνάγκη παρουσιάσθη, θεωρῶ καλὸν νὰ δοθῇ παράτασις μέχρι τέλους τοῦ 1906.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συσταθεῖσα πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Συμβουλίου καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ μονιμότητος τῶν λειτουργῶν αὐτῆς ἐπεράτωσε σήμερον τὴν πρωΐαν τὰς ἐργασίας της. Παρακαλεῖται ὁ βουλευτὴς Ἄρτης καὶ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κ. Καραπᾶνος νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἐπενεχθείσας τροπολογίας.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐπεράτωσε σήμερον τὰς ἐργασίας της, κατέληξε δὲ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς βάσεις πλήρεις τοῦ νομοσχεδίου, θεωρήσασα ὅτι τοῦτο ἐξυπηρετεῖ σπουδαίως τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὅμως ἐνόμισε, καὶ ἔμεινα καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι πρέπει νὰ ἐπενεχθῶσι βελτιώσεις τινὲς καὶ τροποποιήσεις. Τὰς βελτιώσεις ταύτας καὶ τροποποιήσεις τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἐθεώρησα καλὸν νὰ καταγράψω, ἀντιγράφων ὁλόκληρα τὰ ἄρθρα, εἰς ἃ αὗται ἀνήκουσιν, ὅπως κατασταθῇ εὐκολωτέρα ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῶν τροποποιήσεων τούτων.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἑτέρα ἐπιτροπὴ, ἡ συσταθεῖσα πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, δὲν κατώρθωσε δυστυχῶς νὰ συνέλθῃ σήμερον. Προσῆλθον μόνον οἱ κύριοι Νέγρης καὶ Στάης. Θὰ παρακαλέσω τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθωσιν αὔριον, ὥρᾳ 10 π. μ. Ἐνόμισα δὲ καλὸν νὰ προσθέσω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ δύο ἕτερα μέλη, τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἤτοι τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας κ. Καραπάνον καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γουναράκην.
§63ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἴμεθα μέλη καὶ τῆς ἑτέρας ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐργάζεται τὴν δεκάτην πρωϊνὴν ὥραν, νὰ ὁρισθῇ ὥρα συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἡ ἑνδεκάτη πρὸ μεσημβρίας.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Αὔριον εἰς τὰς 11.
§65Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Δραγούμης, ἐξ ἀφορμῆς πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκ Κρήτης, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἐκεῖ Γενικὸς Εἰσαγγελεύς, ὅστις εἶναι καὶ ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγελλε πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῆς Κρήτης νὰ ἀπαγγέλλωσι κατηγορίαν κατὰ παντὸς ὀπαδοῦ τῶν ἐν Θερίσῳ συνηγμένων, καὶ νὰ εἰσάγωσι τὴν ὑπόθεσιν ἀμέσως εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅπως παραπέμπῃ τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος Κρῆτας ἐπὶ στάσει, ἂν δὲ τὸ Συμβούλιον ἤθελεν ἔχει ἐναντίαν γνώμην, ν’ ἀνακόπτωσιν ἀμέσως τὰ βουλεύματα οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἵνα κρίνῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Ἔσπευσα τότε ἀμέσως ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ἀκριβὲς τῆς πληροφορίας τοῦ κ. Δραγούμη, διότι καλῶς ἐγνώριζον, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἀνώτατος ὑπάλληλος τῆς Κρήτης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιοῦτον ἄτοπον. Εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀνακοινώσω σήμερον, ὅτι τὰ πράγματα μὲ ἐδικαίωσαν εἰς τὴν κρίσιν μου, διότι αὐτὸς ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς ἐτηλεγράφησεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον τοιοῦτον, οἷον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος, ἵνα τὰ ὀλίγα ταῦτα, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν.
§66ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι ἀκριβῶς τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἔπεισε τὸν φίλον βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν κ. Παπαγιαννακόπουλον περὶ τοῦ ἀβασίμου τῶν κατὰ τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως τῆς Κρήτης πληροφοριῶν, τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἰς ἐμὲ παρέσχε τὴν ἐπικύρωσιν, τὴν οὐσιαστικήν, τῆς ἀναγγελθείσης εἰδήσεως, καὶ ἂν ἔτι ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐγκυκλίου — πρᾶγμα ὅπερ ἀγνοοῦμεν μέχρι ταύτης τῆς ὥρας — αὐτοῦ τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως τῆς Κρήτης. Ἔλαβον καὶ προχθὲς ἀφορμὴν νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὅτι προσωπικῶς ἔχω φιλίας σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Τσέλου, ὅτι εἶχον ἀφορμήν, περιελθὼν μέρη τινὰ τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἀκούσω περὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ πολλὰ τὰ καλά, μὴ γνωρίζων αὐτὸν τότε, ἐδόθη δ’ εἰς ἐμὲ ἔπειτα εὐκαιρία νὰ εἴπω εὐχαρίστως, ὅτι τοιαῦτα ἤκουσα περὶ αὐτοῦ, καὶ ὅτε ἀνεχώρει εἰς Κρήτην, τιμηθεὶς δι’ ἐπισκέψεως ὑπ’ αὐτοῦ, συνεχάρην αὐτῷ καὶ ηὐχήθην ἐπιτυχίαν ἴσην πρὸς ἐκείνην, ἣν ἤκουσα περὶ αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι. Τὰ τελούμενα νῦν ἐν Κρήτῃ μὲ πείθουσιν, ὅτι ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ἄριστος οὗτος λειτουργὸς, εὑρεθεὶς ἐν τῇ νήσῳ μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος, ἐν τῇ τοιαύτῃ στενοχώρῳ θέσει δὲν κατώρθωσε νὰ διακρίνῃ σαφῶς, τί ἦτο τὸ πρακτέον, ὅτε ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ πράγματα ἔφερον αὐτὸν εἰς θέσιν ἀντικειμένην πρὸς τοὺς πόθους καὶ τὰ αἰσθήματα Ἕλληνος πολίτου, Ἕλληνος δημοσίου λειτουργοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δ’ εὑρίσκετο ἀπέναντι διαταγῶν, αἵτινες ἐν Κρήτῃ δίδονται κατὰ τρόπον διάφορον ἢ ὅ,τι ἐν Ἑλλάδι. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ἄλλοτε, Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὅστις δὲν ἐπανῆλθεν ἔπειτα εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, εὑρέθη ἀπέναντι ἀξιώσεως κυβερνητικῆς νὰ καταδιώξῃ πρᾶξιν, ἥτις ἐχαρακτηρίζετο ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ὡς ἔγκλημα τοῦ τύπου·—ὁ Ἀντεισαγγελεὺς ἐκεῖνος ὁ παρ’ Ἐφέταις ὠνομάζετο Ἀλέξανδρος Κοντόσταυλος·—ὅτε ἐπέμεινεν ἡ Κυβέρνησις παρ’ αὐτῷ, ἵνα προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν, ὁ Κοντόσταυλος, ὅστις ἔκρινεν ὅτι τὸ ἀπ’ αὐτοῦ ζητούμενον δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὴν συνείδησιν, ἣν εἶχε, τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἐντολὴν, ἣν ἐλάμβανε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, παρῃτήθη. Τοιοῦτόν τι νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ πᾶς τις παρὰ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως ἐν Κρήτῃ, ὅστις εὑρίσκεται εἰς τὴν στενόχωρον θέσιν (δὲν εὑρίσκεται δὲ μόνος, εὑρίσκονται καὶ ἄλλοι ἐν Κρήτῃ), ἂν ὑποταχθῇ εἰς τὰ περὶ καταδιώξεως κελεύσματα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων, νὰ παραβλέψῃ ἐθνικὸν καθῆκον, εἰς ὃ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐπιτρέπεται συμβιβασμός. Διότι, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπιδιώκεται ὑπὸ τῶν καταδιωκομένων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἀρίστας ἐν Κρήτῃ τάξεις, ἡ ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑλλάδος διὰ κινήματος ἀνωμάλου, Ἕλλην δὲ πολίτης, ἀνήκων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, ἔλαβε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὑφ’ ἣν ὑπηρετεῖ, ἐντολὴν νὰ καταδιώξῃ τοὺς Κρῆτας, τοὺς τοιοῦτον σκοπὸν ἐπιδιώκοντας, δι’ ἀνωμάλου, ἔστω, κινήματος, νομίζω ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ Κοντόσταυλος ἄλλοτε ἔπραξε, δεκάκις περισσότερον ὤφειλε νὰ πράξῃ ἐν Κρήτῃ ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεύς. Τὸ ὅτι δὲν ἔπραξε τοῦτο, δὲν σημαίνει βεβαίως, ὅτι ἀπέβαλε τὴν ἰδιότητα χρηστοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἀναντιρρήτως ἐξέθηκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν κατάκρισιν παντὸς Ἕλληνος, κατὰ τὰς ἰδέας, ἃς ἡμεῖς οἱ ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν περὶ τῶν καθηκόντων παντὸς Ἕλληνος ὑπαλλήλου, προκειμένης ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἐδημοσιεύθη, λέγεται ὅτι ἀπηυθύνθη κοινῶς καὶ πρὸς τὰς ἐφημερίδας καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· καὶ παρατηρῶ, ὅτι εἰς πάσας τὰς ἐφημερίδας — ἔχω κατηρτισμένην μικρὰν συλλογὴν ἀποσπασμάτων αὐτῶν — αἱ αὐταὶ λέξεις ἐπαναλαμβάνονται εἰς τὸ τηλεγράφημα. Τὸ τηλεγράφημα, ἑλληνιστὶ τηλεγραφηθὲν ἐκ Κρήτης, λέγει ἐν ἁπάσαις τὰ αὐτὰ αὐτολεξεὶ μετὰ καὶ τῆς λέξεως «ψευδέστατον», ὅπερ, ἐγκλείουσα μία τῶν ἐφημερίδων, περιέχει ἐν τούτοις καὶ φράσιν ὁλοκλήρως διαφέρουσαν. Ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ παραδόξως ὑπάρχει φράσις ὅλως διαφέρουσα τῆς ἐν τῷ αὐτῷ σημείῳ τεθειμένης ἐν τοῖς ἄλλοις τηλεγραφήμασι· μετὰ τὴν φράσιν ταύτην ἐξακολουθεῖ τὸ τηλεγράφημα ἀπαραλλάκτως καὶ ἐν αὐτῇ, ὡς ἐν ταῖς ἄλλαις ἐφημερίσιν. — Ἔχω ἐνταῦθα πολλάς, λαμβάνω δὲ τὸ φύλλον τῆς «Ἀκροπόλεως». — Ἡ περίοδος αὕτη ἀναγράφεται οὕτω: «Ψευδέστατον εἶναι, ὅτι ἐξέδωκα ἐγκύκλιον, ὡς ἀνέφερεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κ. Δραγούμης. Ἰδοὺ τί ἀκριβῶς συνέβη. Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως Ἡρακλείου, τί πρέπει νὰ πράξῃ διά τινας ταραξίας, συναθροισθέντας ὅπως ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς χωροφυλακῆς καὶ συλληφθέντας, παρήγγειλα, ὅπως ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν ἐπὶ στάσει». Ταῦτα περιέχουσι πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες αἱ ἄλλαι, ἐκτὸς τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηνῶν», ἣν πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα. Ἐν ταῖς «Ἀθήναις» λέγει τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα ταῦτα: «Ψευδέστατον εἶναι, ὅτι ἐξέδωκα ἐγκύκλιον, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Δραγούμης ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἡρακλείου ἐξέδωκε τοιαύτην ἐγκύκλιον διά τινας ταραξίας, συναθροισθέντας, ὅπως ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς χωροφυλακῆς, μετὰ τὴν σύλληψιν δ’ αὐτῶν ἀπηγγέλθη κατηγορία ἐπὶ στάσει». Εἰς τὸ τηλεγράφημα, ὡς ἐν ταῖς ἄλλαις ἐφημερίσιν ἔχει, λέγεται ὅτι ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἡρακλείου, τί πρέπει νὰ πράξῃ κατὰ τῶν συναθροισθέντων μετὰ σκοποῦ νὰ ἐπιπέσωσι κατὰ τῆς χωροφυλακῆς καὶ συλληφθέντων, καὶ ἀπήντησεν ὅτι ὀφείλει νὰ καταδιώξῃ αὐτοὺς ἐπὶ στάσει. Ἐνταῦθα λέγει, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, ἀλλ’ ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἡρακλείου, ἐνδιαλαμβάνουσαν ὅσα πρὸ μικροῦ ἠκούσατε. Ὅτε λοιπὸν ἔχω τηλεγράφημα ὑπὸ τὴν χρονολογίαν τῆς 3 Ἰουλίου, φέρον τὴν ὑπογραφὴν Τσέλος, καὶ ἕτερον τηλεγράφημα....
§67Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕν καὶ μόνον τηλεγράφημα ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως κατὰ τὴν τύπωσιν εἰς τὴν μίαν τῶν ἐφημερίδων παρεισέφρησαν μεταβολαί τινες. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι ἓν καὶ μόνον κείμενον ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§68ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοιοῦτο τυπογραφικὸν σφάλμα, μεταβάλλον ὁλόκληρον περίοδον, νὰ συμβῇ εἰς μίαν τῶν ἐφημερίδων, φαίνεται πολὺ παράδοξον.
§69Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαψεύσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἓν κείμενον τηλεγραφήματος ἀπεστάλη πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§70ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ εἴδησις ἡ ἐλθοῦσα ἐξ Ἡρακλείου, ἧς εἶχον λάβει γνῶσιν δι’ ἐπιστολῆς, ἔλεγεν ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος, ἐκδοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως, ἀπηυθύνθη οὐ μόνον πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς Προέδρους τῶν Δικαστηρίων καὶ τοὺς Εἰρηνοδίκας· ἐξεδήλου δὲ μεγάλην ἀπορίαν διὰ τοῦτο. Ἐκ τούτου μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀθήναις» τηλεγραφήματος, διότι ἠπόρησα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἐν αὐτῷ λόγος περὶ ἐγκυκλίου, ἐνῷ ἐν ταὐτῷ ἐλέγετο ἐν τῷ τηλεγραφήματι, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως παρὰ Πρωτοδίκαις, καὶ ἠρώτων ἐμαυτόν: ἂν τυχὸν τοιαύτη ἐγκύκλιος ὑπὸ Εἰσαγγελέως παρὰ Πρωτοδίκαις ἐξεδόθη, ἆρά γε πρὸς ποίους ἄλλους ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπευθύνηται ἢ μόνον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοὺς Εἰρηνοδίκας; Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι ἂν ἐγένετο, θὰ ἦτο πρωτοφανὲς ὅλως εἰς τὰ χρονικὰ τῶν Δικαστηρίων, καὶ αὐτῶν τῶν Κρητικῶν, ἅτινά εἰσι κατηρτισμένα ἀπαράλλακτα ὅπως τὰ Ἑλληνικὰ, ἐντελῶς ἀνεξάρτητα ἀπὸ παντὸς Εἰσαγγελικοῦ ἐπηρεασμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι τοῦτο, τὸ οὕτω δημοσιευθέν, εἶναι σφαλερόν, ἆρά γε διὰ τὸ σφάλμα πρέπει νὰ καταγγελθῇ ἡ ἐφημερίς, ἥτις ἐδημοσίευσε τὸ τηλεγράφημα, ὅτι διεστρέβλωσε τὰ πρὸς αὐτὴν ἀγγελθέντα; Τοιαύτην κατηγορίαν ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἔχω τὸ θάρρος νὰ ἀπευθύνω κατ’ οὐδενός. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν διαφορὰν ταύτην παραλείψωμεν, τί περιλαμβάνει τὸ τηλεγράφημα; Ὅτι ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεύς, ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐν Ἡρακλείῳ Εἰσαγγελέως παρὰ Πρωτοδίκαις, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ διά τινα ἢ διά τινας παραβάσεις γενομένας ὑπὸ ταραξιῶν, συναθροισθέντων ὅπως ἐπιτεθῶσι καθ’ ὑπηρετῶν τῆς ἀρχῆς, ἀπήντησε παραγγέλλων, ὅπως ἀπευθύνῃ κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν ἐπὶ στάσει. Ὁ αὐτὸς Εἰσαγγελεύς, ὅστις ἐνταῦθα, ἐρωτηθεὶς περὶ ἀνδρῶν Κρητῶν συναθροισθέντων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπιτεθῶσιν, ἀλλὰ περὶ ὧν δὲν λέγει ὅτι ἐπετέθησαν, ὁ αὐτὸς Εἰσαγγελεὺς κατωτέρω ἐν τῷ τηλεγραφήματι αὐτοῦ βεβαιοῖ, ὅτι καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τοῦ Εἰσαγγελικοῦ αὐτοῦ βίου, καὶ ἰδίως κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τῆς διαρκούσης ἐν Κρήτῃ, οὐδέποτε ἔδωκεν ἐντολὴν ἐν Κρήτῃ οἱασδήποτε καταδιώξεως οὐδενὸς ἄλλου ἢ μόνον τῶν φονέων καὶ τῶν τελεσάντων ἐπιθέσεις κατὰ τῆς χωροφυλακῆς! Καὶ ἰδοὺ πῶς τοῦτο ἐν τῇ ἑπομένῃ περιόδῳ τοῦ τηλεγραφήματος λέγει, λησμονήσας πῶς ἐξεφράσθη ἐν ἀρχῇ (ἀναγινώσκει): «Ἔχω τόσην φιλοπατρίαν καὶ τόσον βαθὺν ἐνθουσιασμὸν, ὥστε κατ’ οὐδενὸς τῶν ἐπαναστατῶν νὰ παραγγείλω καταδίωξιν, ἐκτὸς κατὰ τῶν ἐπιτεθέντων ἐναντίον τῶν χωροφυλάκων, ἐχόντων ἐπίσης αἷμα Ἑλληνικόν.» Λοιπὸν κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βεβαίωσιν, — καὶ δὲν πιστεύω ὅτι καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τυπογραφικὸν λάθος, — μόνον κατὰ τῶν ἐκτελεσάντων τοιαῦτα ἐγκλήματα, φόνους καὶ ἐπιθέσεις κατὰ τῶν χωροφυλάκων, βεβαιοῖ ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς τῆς Κρήτης, ὅτι ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα. Καὶ πῶς, ἐνῷ τοιαῦτα βεβαιοῖ, πῶς συμβιβάζει ταῦτα πρὸς τὴν ἑτέραν αὐτοῦ βεβαίωσιν, ὅτι ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως Ἡρακλείου ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ φυλακισθῶσι καὶ κατηγορηθῶσιν ἐπὶ στάσει ἄνθρωποι ἁπλῶς συναθροισθέντες, ὅπως ἐπιτεθῶσι βιαίως κατὰ τῶν χωροφυλάκων; Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἐν τῇ στενοχωρίᾳ, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ὁ δικαστικὸς οὗτος λειτουργὸς, κατ’ ἀνάγκην περιπίπτει εἰς ἀντιφάσεις. Ἡ ἀντίφασις ἐνταῦθα ἀποδεικνύεται καὶ διὰ παραδειγμάτων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρώην Βουλευτὴς, ἀνὴρ ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν Κρήτῃ, ὅστις δὲν ἔλαβε τὸ ὅπλον παντελῶς, ἀνήκων ἁπλῶς εἰς τὴν χορείαν τῶν ἐν Θερίσῳ, ὅστις δὲν ἐπετέθη κατ’ οὐδενὸς χωροφύλακος, ὅστις οὔτε φόνον διέπραξεν οὔτε οἱανδήποτε πρᾶξιν βίας, κατεδιώχθη, καταδιώκεται ἐπὶ στάσει, διότι μόνον καὶ μόνον ἀνήκει εἰς τὴν χορείαν τῶν ἐν Θερίσῳ· οὗτος εἶναι ὁ πρώην βουλευτὴς Γεώργιος Στεφανίδης, ὁ ἀδελφὸς ἑνὸς τῶν ἀρίστων ἡμῶν στενογράφων. Αὐτὸς καταδιώκεται ἐπὶ στάσει, μόνον καὶ μόνον διότι ἀνήκει κατὰ πεποίθησιν εἰς τοὺς ἐν Θερίσῳ, καὶ καταδιωκόμενος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προφυλαχθῇ, διότι ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως καὶ κατ’ αὐτοῦ. Εἶναι προφανὲς, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν Εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν ἐν Κρήτῃ δὲν περιορίζεται εἰς ὅσα μόνον λέγει ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεύς· εἶναι προφανὲς, ὅτι αἱ ἐνέργειαι τῶν Εἰσαγγελέων ἐν Κρήτῃ δὲν εἶναι μόνον ἐνέργειαι τοῦ κυρίου Τσέλου, ἀλλ’ εἶναι ἐνέργειαι καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ ἐν Ἡρακλείῳ, ὡς καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ ἐν Ρεθύμνῃ καὶ τοῦ ἐν Χανίοις. Ὅτε δὲ βλέπομεν τοσοῦτον ὁμόθυμον τὴν ἐνέργειαν τῶν Εἰσαγγελέων, ἐρωτῶ, ἂν εἶναι δυνατὸν ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς νὰ τεθῇ ἔξω τοῦ ζητήματος. Ὅτε ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς ἐρωτᾶται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἡρακλείου, ὑποβάλλοντος πρὸς αὐτὸν τὸ ἐρώτημα, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ εἰς τὴν τοιαύτην ἐρώτησιν ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς ἀπαντᾷ, παρέχων αὐτῷ ὁδηγίαν, πάντες γνωρίζομεν, τί συνήθως πράττεται ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων. Ἡ πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα Εἰσαγγελέα δοθεῖσα ἀπάντησις ἀνακοινοῦται ἰδιαιτέρως καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πρὸς ὁδηγίαν. Δὲν ἐξεδόθη ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ὡς ἀνήγγελλε τὸ γράμμα, ὅπερ ἀνέγνωσα. Ἔστω. Ἀλλ’ ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἡρακλείου ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς περὶ τοῦ θέματος, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ οὗτος ταύτην τὴν ἀπάντησιν. Καὶ ἐρωτῶ, ὑπάρχει διαφορὰ τις μεταξὺ ἐγκυκλίου αὐθορμήτως ἀπευθυνθείσης πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ἄλλους ἐν Κρήτῃ δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ ἐγγράφου ἀπευθυνθέντος μὲν πρὸς ἕνα, ἀνακοινωθέντος δὲ καὶ πρὸς τοὺς ὑπολοίπους Εἰσαγγελεῖς, ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει ἐκείνου; Ἀπολύτως οὐδεμία. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐσιαστικῶς ἡ εἴδησις εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Εἶναι ὅτι ἐπὶ τοιούτου θέματος ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸν Γενικὸν Εἰσαγγελέα τῆς Κρήτης νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ· ὅτι ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς, ἐν τῇ ζυγίσει τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων πρὸς ἀναγνώρισιν τοῦ πρακτέου, εὑρέθη ἔχων ἀπέναντι αὐτοῦ δύο ἀντιθέτους ἀξιώσεις, ἀξίωσιν ὑπηρεσιακὴν καὶ ἀξίωσιν ἐθνικήν· μεταξὺ τῶν δύο τούτων στενοχωρηθεὶς, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἀφήσῃ τὴν πλάστιγγα νὰ ῥέψῃ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς τοιαύτης ῥοπῆς εἶναι, ὅτι οἱ ζητοῦντες ἐν Κρήτῃ τοῦτο καὶ μόνον, τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διὰ τρόπου μὴ συμφώνου πρὸς τὸ ἐν τῇ νήσῳ καθεστὼς, οἱ τοῦτο ζητοῦντες καταδιώκονται ὑπὸ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως καταγομένου ἐξ Ἑλλάδος, πολίτου Ἕλληνος καὶ ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀνωτέραν ὑπαλληλίαν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας!
§71Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐπηρώτησε τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Χανίοις Ἐφετῶν, ἔλαβον δὲ μετὰ τὸν κ. συνάδελφον τὸν λόγον, διότι καὶ εἰς ἐμὲ διεβιβάσθη ἡ πληροφορία, ὅτι δι’ ἐγκυκλίου ἢ δι’ ἐγγράφου — ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρόπον — ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κρήτῃ Ἐφετῶν ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραγγείλῃ καταδιωκτικὰ μέτρα κατὰ τῶν ἐπιζητούντων τὴν ταχυτέραν μεταβολὴν τοῦ ἐν Κρήτῃ καθεστῶτος, ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν, ὅτι δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς Κρήτην ἐπ’ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐκτέλεσιν ἐκεῖ ὑπηρεσίας, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ ἠστόχησε δῆθεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀπευθύνας ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν τότε ἐπροχώρει, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εἶχε συνέπειαν τὴν ἐξέτασιν ἐν γένει τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, εἰς ἣν ἡ Βουλὴ, ἀποδεχθεῖσα τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀπέφυγε τὴν Παρασκευὴν νὰ εἰσέλθῃ. Ὡς ἐκ τούτου περιορίζομαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος Εἰσαγγελεὺς κύριος Τσέλος, — τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν ἔχω καὶ κανένα λόγον νὰ ἀμφιβάλλω ὅτι κέκτηται πάσας τὰς ἀρετὰς, αἵτινες πρέπει νὰ διακρίνωσιν ἀνώτερον δικαστικὸν λειτουργὸν, — ἔχει προφανῶς γνώμην διάφορον ἐκείνης, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι, ὡς ἠκούσατε, εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐγκυκλίου αὑτοῦ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ἔσπευσεν, ὡς Ἕλλην πολίτης καὶ ὡς Ἕλλην ὑπάλληλος, νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ δικαιολογηθῇ πρὸς αὐτόν. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία διεβιβάσθη πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, εἶναι βάσιμος, — ἔχω δ’ ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐνδεχόμενον καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ διαβιβάζωνται εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους πληροφορίαι εἴτε παραμεμορφωμέναι εἴτε στερούμεναι ἐντελῶς ὑποστάσεως, — ἀλλ’ ἐξετάζω μόνον τοῦτο, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Τσέλος προϊστάμενον αὑτοῦ ἄμεσον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔσπευσε καὶ ἔκρινεν ὅτι εἶχε καθῆκον ν’ ἀπολογηθῇ, ἐθεώρησε τὸν Ἕλληνα Πρωθυπουργόν. Τοῦτο εἶναι εὐχάριστον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ βλέπει, ὅτι οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλονται εἰς Κρήτην ὡς ὑπάλληλοι τοῦ ἐκεῖσε προσωρινοῦ καθεστῶτος, δὲν νομίζουσιν ὅτι ἔπαυσεν ἡ ἐξάρτησις αὐτῶν ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἀλλὰ θεωροῦσιν ὅτι προϊστάμενος αὐτῶν εἶναι ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς, καὶ Βασιλεὺς αὐτῶν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ. Τοῦτο εἶναι τὸ εὐχάριστον τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ κυρίου Τσέλου. Ἂν ὁ κύριος Τσέλος ἐσφαλμένως ἢ ὀρθῶς ἀντελήφθη τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῷ καθηκόντων, ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει διάθεσιν νὰ ἐξετάσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἂν ἡ διάψευσις αὐτοῦ ἦναι τόσον σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ, ὥστε νὰ διαλύσῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν, ἢ τοὐναντίον εἶναι ἀσαφὴς καὶ δίδῃ λαβὴν εἰς παρεξηγήσεις, τοῦτο ἀποτελεῖ θέμα ἄλλης συζητήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξάρωμεν, εἶναι, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Κρήτης προϊστάμενον αὐτοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται, θεωρεῖ τὸν Ἕλληνα Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε κατὰ τὴν κρίσιν μου ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Τσέλου, ὑποθέτω δὲ, ὅτι παρέλειψε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἑπόμενος τῇ ἀτυχεῖ τακτικῇ, ἣν ἀκολουθεῖ, νὰ ἀποφεύγῃ πάντα λόγον περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων. Ἐν τούτοις ἐλπίζω, ὅτι θέλει εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν προκαλέσει αὐτὸς οὗτος τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἣν ἐματαίωσε τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, διότι τὰ τῆς Κρήτης εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ συζητηθῶσι δὲ οὐχὶ ἀπὸ ἀπόψεως προσωπικῆς, ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς, οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὴν πορείαν, ἣν ἀκολουθοῦσιν οἱ ἐν Κρήτῃ, πορείαν ἥτις δυστυχῶς δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
§72Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§73Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καίτοι, Κύριοι, ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως Κρήτης πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἐθεώρησα ὅτι δὲν εἶχον καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν. Διότι ἐθεώρησα, ὅτι, καὶ ἂν ἠδικήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς Κρήτης, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν. Ὄχι νὰ ἀναφερθῇ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς προϊστάμενον αὐτοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου, ἀλλὰ ν’ ἀναφερθῇ καὶ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς δεκάδα ὁλόκληρον ἐφημερίδων, πρὸς ἃς ἀπηύθυνε κοινὸν τηλεγράφημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἐν τῷ δικαιώματί του, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόλυτον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ κρίσιν καὶ κατὰ τὰς ἰδίας του ἐμπνεύσεις, δύναται νὰ ἐπερωτήσῃ, καὶ δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως Κρήτης, καὶ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἀποτελεῖ ἀδικίαν πρὸς τὸν Γενικὸν Εἰσαγγελέα Κρήτης, ὅτι ἐξ ὑποβολῆς καὶ ἐπιβολῆς ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνήργησε κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ καθήκοντός του. Ἀλλ’ ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς Κρήτης δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ τηλεγράφημα τοιοῦτον, ἐλέγχων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐνασκήσῃ, δὲν εἶχε δὲ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καθ’ ὃν ἀπηυθύνθη, πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὰς ἐφημερίδας, οὔτε τὸ δικαίωμα νὰ διατυπώσῃ, ὡς διατύπωσε, τὸ παράπονον, ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ ἄξιον τῆς ἀξιοπρεπείας του νὰ θελήσῃ νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ καθήκοντός του. Διατὶ προέβη εἰς τὴν ἐνάσκησιν τούτου, δὲν εἶχε νὰ δώσῃ λόγον οὔτε πρὸς τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς οὔτε πρὸς οὐδένα ἄλλον, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὴν συνείδησίν του. Αὐτοὶ εἶναι, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ παρεκώλυσαν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὰς ἐφημερίδας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ἔληξεν.
§75Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεισόδιον εἶναι;
§76Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἐννοήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν προχθὲς γενομένην, ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ θέματος ἀφορῶντος τὴν Κρήτην. Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον προκαλῆται συζήτησις, διὰ νὰ συζητῶσι μόνοι των καὶ νὰ μὴ λαμβάνωσιν ἀπάντησιν, θὰ μᾶς ἐξαναγκάσωσι νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν, καὶ ἑπομένως νὰ παραβῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθημεν καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πράξωμεν Ἐπὶ τέλους ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο περιττὸν νὰ προστεθῇ τι.
§77Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε.
§79Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἡ λέξις δὲν εἶναι κατάλληλος.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τέλος πάντων! Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Κροκιδᾶς κατέθηκε τὴν ἑξῆς σύστασιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ οἱασδήποτε ἐγκρίνει ἐκ τῶν ἐν Κορίνθῳ ἀρχῶν, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὸ χωρίον Μάτι τοῦ δήμου Τρικάλων καὶ ἀντιληφθῶσιν τῆς ἐκεῖ γενομένης πρὸ ἡμερῶν ἐκ χαλάζης καταστροφῆς πάντων τῶν προϊόντων, πρωΐμων καὶ ὀψίμων, ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, νὰ λάβῃ δὲ μετὰ τοῦτο οἱονδήποτε ἐγκρίνει μέτρον πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀτυχῶν κατοίκων, εὑρισκομένων ἐν ἀπελπισίᾳ, εἴτε ἀναστέλλων δι’ αὐτοὺς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, εἴτε ἀπαλλάττων αὐτοὺς ἐπί τινα χρόνον πάσης φορολογίας, εἴτε ὅπως δήποτε ἄλλως ἐρχόμενος αὐτοῖς ἀρωγός.» Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Α. Στεφανόπουλος ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Πρὸ δύο περίπου μηνῶν διετάχθη ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς Γιώτης νὰ ἐνεργήσῃ διοικητικὴν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ ταμεῖον Ἠλείας γραμματέως Μανούσου καὶ τοῦ ὑποταμίου Λετρίνων Παπαδοπούλου. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.» Ὁ κύριος Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§81Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας παρῃτήθη τοῦ λόγου. Ὁ κ. Γεωργόπουλος ἐπίσης. Ὁ κ. Πονηρόπουλος...
§83ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χθές, κύριε Πρόεδρε, παρῃτήθην τοῦ λόγου. Ἐὰν ἑπομένως καὶ σήμερον παραιτηθῶ, καθ’ ἑκάστην θὰ παραιτῶμαι τοῦ λόγου.
§84Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὔριον νὰ ἐγγραφῇ πρῶτος ὁ κύριος Πονηρόπουλος.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Αὔριον ἔχομεν τὴν περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων συζήτησιν, καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἵνα ὁμιλήσῃ πρῶτος, ὁ κ. Βρατσᾶνος.
§86ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Πονηρόπουλε.
§88ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπό τινος καιροῦ ἐλυμαίνοντο τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας καὶ τὴν ὀρεινὴν Τριφυλίαν δύο διαβόητοι ληστοφυγόδικοι, ὁ Βαλάσης καὶ ὁ Χριστόπουλος. Οἱ φυγόδικοι οὗτοι, —οἵτινες νομίζω ὅτι ἔχουσι καὶ ἐπικηρυχθῆ, —καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἀπῆλθον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διελθόντες διὰ τοῦ Πειραιῶς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχουσιν ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τούτου. Αἱ πληροφορίαι ὅμως, ἃς ἐγὼ ἔχω, εἶναι, ὅτι οἱ φυγόδικοι οὗτοι ἀπῆλθον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τοῦ λιμένος Πειραιῶς, καὶ μάλιστα αἱ πληροφορίαι μου αὗται προσθέτουσι καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι τὴν φυγήν των διευκόλυνεν ἀστυφύλαξ τις ἐντεῦθεν. Τοῦτο ὅμως ἁρμοδία ἵνα ἐξετάσῃ εἶναι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχή...
§89ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος ἀστυφύλαξ;
§90ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνδιαφέρει τόσον τὸ ζήτημα τῆς διευκολύνσεως τῆς φυγῆς των. Τὸν λόγον φέρω εἰς ἕτερον ζήτημα, σχετικὸν πρὸς τὴν φυγὴν αὐτῶν. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν φυγοδίκων τούτων πρὸ πολλοῦ χρόνου συνελήφθησαν ὡς ὕποπτοι καὶ κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας 5 ἢ 6, νομίζω, ἄνθρωποι. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ πολὺ βραδέως βαίνει εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτῆς, ἀναχωροῦσα ἴσως ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ἔδει τὰ πρόσωπα ταῦτα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐστράφησαν αἱ ὑπόνοιαι αὑτῆς, νὰ τὰ κρατῇ ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ προσέλευσις τῶν εἰρημένων φυγοδίκων, ἢ ἡ καταδίωξις αὐτῶν, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι βάσιμοι. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσωσι ἐπισήμους περὶ τούτου πληροφορίας. Νομίζω ὅτι ἡ παράτασις τῆς κρατήσεως τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων δὲν δικαιολογεῖται, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ συστηθῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, Εἰσαγγελέα καὶ ἀνακριτὴν, νὰ περατώσωσι τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τῶν προσώπων, ἅτινα κρατοῦνται εἰσέτι ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ἂν πράγματι ἡ Δικαιοσύνη ἀνακαλύψῃ ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι ἔνοχοι, νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς ὅπου δεῖ· ἐὰν ὅμως τινὲς ἐξ αὐτῶν ἢ πάντες ἦναι ἀθῷοι, ν’ ἀπαλλαχθῶσι. Τὴν παράκλησιν ταύτην ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ ἐν τάχει πληροφορίας, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ Κυπαρισσίας ἔχει ἤδη γνῶσιν ἐπισήμως τῆς ἀναχωρήσεως τῶν εἰρημένων δύο φυγοδίκων. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ φροντίσῃ νὰ ἀρθῇ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς διὰ τὸν εἰρημένον λόγον κρατουμένους ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τελῶν χαρτοσήμου διὰ τὰς παρὰ τοῖς ταμιευτηρίοις τῶν Τραπεζῶν καταθέσεις καὶ ἀπολήψεις. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 327). Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον.
§92ΑΓΑΜ. ΣΛΗΜΑΝ. Συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις κατά τινος ὑπενωμοτάρχου δασοφύλακος, περὶ οὗ διαλαμβάνει τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐξ Ἁγυιᾶς. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§93Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ πίνακος τῆς δαπάνης «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης δραχ. 30,000 διὰ τὴν κατασκευὴν νέων δημοσίων ναυτικῶν κτιρίων καὶ ἔργων ἐπὶ τῆς παρὰ τὸν Ναύσταθμον νησίδος Λέρου».
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς ἐκθέσεως καὶ τοῦ πίνακος θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 328).
§95ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω πίνακα, ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Σύρου κ. Βοκοτοπούλου, ἐμφαίνοντα τὰς ὑπὸ τῶν Πλημμελειοδικείων τοῦ Κράτους ἐκδοθείσας ἀποφάσεις κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ ἑτέρους πίνακας. Διέταξα τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ καταρτίσωσιν αὐτούς· ἀλλ’ ἡ ἐργασία εἶναι τόσον κοπιώδης, ὥστε θ’ ἀπαιτήσῃ πολὺν χρόνον. Ἑπομένως θὰ ἦναι πολὺ δύσκολον ἢ μᾶλλον ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῶσι πάντες οἱ πίνακες ἐντὸς τοῦ βραχέος διαστήματος τῶν ὑπολειπομένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς.
§96Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι πράγματι ἡ συλλογὴ τῶν πληροφοριῶν εἶναι κοπιώδης, καὶ χρειάζεται χρόνος πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ παρακαλῶ, ὅταν αἱ πληροφορίαι αὗται συλλεχθῶσι, νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῶν. Παρακαλῶ δέ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ ὁ κατατεθεὶς πίναξ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι πολὺ ἐκτενής, θὰ τυπωθῇ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ Δημόσιον τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος καταθέσεων ἐξ εἰσπράξεων προσθέτου δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ».
§98ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ μόνον διότι μόλις πρὸ μικροῦ διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο, ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἐπιβάλλεται ἡ μελέτη αὐτοῦ, νὰ ἀναβληθῇ ἡ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ νομίζῃ ἐπεῖγον.
§99Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως τὸ νομίζει ἐπεῖγον. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποδειχθῇ ἐπαρκὲς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἄν πρόκηται νὰ γείνῃ παρατήρησίς τις, προκειμένου περὶ μιᾶς καὶ μόνης διατάξεως, δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ γείνῃ ἡ παρατήρησις αὕτη εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τις ἔχων ἀντίθετον γνώμην ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον χρήματα ἀνήκοντα εἰς αὐτό, καὶ κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς 2½%, ἐνῷ τὸ Δημόσιον πληρώνει εἰς τὴν Τράπεζαν τόκον 5% ἀπέναντι ἐντόκων γραμματίων.
§100ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ φέρω ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προχείρως ῥίψας βλέμμα ἐπὶ τοῦ διανεμηθέντος νομοσχεδίου καὶ τοῦ παραρτήματος, ἤθελον παρακαλέσει νὰ προσκομίσῃ τὴν ἑπομένην πληροφορίαν. Παρατηρῶ εἰς τὸν πίνακα, ὅτι, ἐν ᾧ ἀναγράφονται διὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902 ποσὰ κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ προσθέτου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρου τῶν δύο δραχμῶν, κατὰ τὰ ἔτη 1903 καὶ 1904 δὲν ἀναφέρονται τοιαῦτα ποσά. Εἰς τὴν στήλην δὲ τὴν γειτονικὴν, τὴν ὑπὸ τὸν τίτλον «μὴ κατατεθεῖσαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰσπράξεις ἐκ προσθέτου φόρου καπνοῦ», βλέπω διὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη ποσὰ πολὺ δυσανάλογα πρὸς τὰ ποσὰ τῶν προηγουμένων τριῶν ἐτῶν, ἤτοι κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1903 δραχ. 845,774, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1904 δραχ. 267,261, ἐν ᾧ διὰ τὸ 1900 ἀναγράφονται δραχ. 1,217,259, τὸ 1901 δρ. 2,441,212, καὶ τὸ 1902 δραχ. 1,589,475. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατόν, κατὰ τὰ ἔτη 1903 καὶ 1904, ἔτη καθ’ ἅ, ὡς ἐκ τῶν καταστάσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν γινώσκομεν, εἰσεπράχθησαν δραχ. 10,234,944 κατὰ τὸ 1903, καὶ 10,330,186 κατὰ τὸ 1904, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ 7,060,000 δραχμῶν, ὅσον εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τὸ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΕʹ ὁρισθὲν ποσὸν τῆς κατὰ τὸν νόμον περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου ἐτησίας προσόδου ἐκ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, καὶ 10,000,000 εἶναι σχεδὸν 3,000,000, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, καθ’ ἑκάτερον τῶν ἐτῶν τούτων νὰ φαίνηται εἰς τὸν πίνακα, ὅτι παρελείφθη μὲν ἡ κατάθεσις, τὸ καταθετέον δὲ ποσὸν διὰ τὰ δύο ἔτη εἶναι 1,113,035; Ὑπάρχει καὶ ἐνταῦθά τι τὸ δύσληπτον.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα· διότι πληρώνονται οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου καθ’ ὅσον παρέρχονται τὰ ἔτη.
§102ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τὰ ὑπόλοιπα;
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§104ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ δηλωθῇ ἐνταῦθα, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐννοήσω. Καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τὴν αὐτὴν ἀπορίαν ἐδήλωσαν. Οὕτω τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐεξήγητον. Μένει μόνον ἀνεξήγητον, πῶς ἐπὶ δύο ἔτη δὲν ἐγένετο ἡ κατάθεσις.
§105Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ποσῶς ἀνεξήγητον. Ἠκούσατε πολλάκις ἐπαναλαμβανόμενον καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου κ. Νέγρην καὶ ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀπορίας τῶν ταμείων δὲν κατετέθησαν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπραχθῆ, καὶ ἑπομένως καταλογίζεται μία παράβασις τοῦ νόμου, διότι, καίτοι τὸ δάνειον ἐξυπηρετεῖται διὰ τῶν πλεονασμάτων, οὐχ ἧττον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέτῃ τὰς εἰσπράξεις. Δὲν κατετέθησαν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1903. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος ὤφειλε νὰ τὰς καταθέσῃ, ἀλλ’ εὑρέθη εἰς στενοχωρίαν, δὲν ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποκομίσῃ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἐκ τῆς οἰκίας του, διὰ νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν. Κατὰ τὸ 1904 εὑρέθη πάλιν εἰς στενοχωρίαν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν κατετέθησαν τὰ χρήματα. Ἑπομένως δὲν εἶναί τι τὸ παράδοξον, ὅτι οὕτω συνετάχθη ὁ πίναξ.
§106ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον ἔχει καλῶς· τὸ δεύτερον ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν, διότι ἐνομίζετο, τοὐλάχιστον ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι μόνον κατὰ τὸ 1904 προσεκόψαμεν εἰς τόσον μεγάλην στενοχωρίαν.
§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτός.
§108ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἶναι καταφανές εἰς τὸν μελετήσαντα τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ 1904 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου καὶ ἔχοντα ὑπ’ ὄψει τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοὺς ἀπολογισμούς, ὅτι, ἂν εἴχομεν τὸν φόρον τῆς σταφίδος κατὰ τὸ 1904, δὲν ἠθέλομεν προσκόψει σήμερον εἰς τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς προσκόπτομεν. Ὥστε εἶναι ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1904 ἐκ τοιούτου λόγου νὰ μὴ κατέθεσε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Τράπεζαν. Καὶ ἐπὶ τούτου ἀναμένω τὴν πληροφορίαν, ἣν ἐδήλωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας ὅτι θὰ δώσῃ.
§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ποσόν, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις χρημάτων, ὅσον εἶναι ἡ ἔλλειψις πιστώσεως, ἐδήλωσε δὲ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν κατέθεσε τὰ χρήματα, τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ προερχόμενα, διότι δὲν ὑπῆρχε πίστωσις· καὶ ἐζήτησε πίστωσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ δικαιολογῶν τὴν μὴ κατάθεσιν. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, καὶ δὲν εἶναι ἁπλοῦν, ὅπως παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐπιφυλασσόμενοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, δὲν φέρομεν δυσκολίαν, ὅπως συζητηθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Λέγω δὲ ὅτι ἔχει σπουδαιότητα τὸ νομοσχέδιον, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ἀκριβῶς τοῦ ἔτους 1904 ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πολὺ ταχέως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν κατατεθειμένων παρὰ τῇ Τραπέζῃ ποσῶν ἐκ προηγουμένων χρήσεων, διότι δὲν θὰ ἀρκέσωσι τὰ ποσὰ τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ὅπως πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου Μελιγαλᾶ. Ἂν τώρα διαθέσωμεν τὰ παρὰ τῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενα χρήματα, τὰ ἐλλείμματα θὰ βαρύνωσι τοὺς μέλλοντας Προϋπολογισμούς.
§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατί; Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ πλεονάσματα δὲν ἔλειψαν χάριν λογιστικῆς τάξεως.
§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν στενὴν ἔποψιν θὰ ἐξετάσω τώρα τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν γενικῶν πλεονασμάτων, διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἔχομεν πλεονάσματα 19 ἑκατομμυρίων, 16 ἑκατομμυρίων, 17 ἑκατομμυρίων καὶ 13 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἡ συνάψασα τὴν σύμβασιν πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης καὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν προκαλουμένων ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων τούτων. Προέτεινε λοιπόν, καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων συμβάσεις, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξάνετο ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ἀπὸ 5,80 εἰς 8 δραχμάς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δ’ ἐλέγετο, ὅτι τὰ ποσὰ τὰ προκύψοντα ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν 5,80 καὶ 8 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν θέλουσι κατατίθεσθαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων δανείων. Ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε ἔλεγεν, ὅτι, ἐπειδὴ αὔξησιν τελῶν προτείνει, οὐχὶ ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅπως ἐκτελέσῃ δημόσια ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης ἀνεγνωρίζετο γενικῶς, τὸ ποσὸν τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ἤθελε κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς κάλυψιν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων δανείων. Ἐπειδὴ δὲ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων δὲν ἐπραγματοποιήθη ἀμέσως, ἤρξατο δὲ ἄμεσος ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καταβολή, εἴχομεν τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ὑποβληθέντι πίνακι. Κατὰ τὸ 1900, πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν δραχ. 1,217,259, τὸ 1901 κατετέθησαν δρ. 2,441,212, τὸ 1902, ὅτε ἄρχεται ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων, ἔχομεν ποσὸν 1,589,475 ὡς περίσσευμα· τὸ 1903, ὅτε μεγαλείτερον μέρος τοῦ δανείου ἐπραγματοποιήθη, ἔχομεν περίσσευμα μόνον δρ. 845,774, καὶ τὸ 1904 περίσσευμα δρ. 267,261. Ἔκτοτε ὅμως ἐξεδόθη τὸ δάνειον διὰ τὴν προέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισαν, κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα θὰ ἐκδοθῇ καὶ τὸ δάνειον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Λαρίσης καὶ Συνόρων. Λέγω κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ κατασταθῇ διεθνὴς ὁ σιδηρόδρομος, περὶ οὗ πρόκειται. Ὅταν τὰ δάνεια πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν τμημάτων, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον, ἐκδοθῶσιν, ὅταν γείνῃ ἀργότερον καὶ τὸ τμῆμα Ἰτέας, δὲν θὰ ἐπαρκέσωμεν βεβαίως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων μὲ μόνον τὸ περίσσευμα τῶν 267,261, διότι τὸ δάνειον μόνον διὰ τὸ τμῆμα Δεμερλῆ–Λαρίσης ὑπερβαίνει τὰ 5,000,000 φράγκα, θ’ ἀπαιτηθῶσι δὲ περὶ τὰ 6,000,000 φρ. διὰ τὸ τμῆμα Λαρίσης–Συνόρων, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι 11,000,000 φρ. πρὸς 5% ἀπαιτοῦσι ποσὸν 550,000 φράγκων. Ἑπομένως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσχέρειαν, ὅτι τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκὲς πρὸς τὴν καταβολὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων αὐτῶν. Ἐὰν τὰ ποσὰ τὰ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένα ἔμενον παρ’ αὐτῇ, τὰ ποσὰ ταῦτα θὰ ἐκάλυπτον τὰ παρουσιαζόμενα ἐλλείμματα, μέχρις οὗ τὰ ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως προκύψοντα κέρδη ἐπαρκέσωσι πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων. Ὅταν ὅμως διαθέσωμεν τὰ ποσὰ τὰ παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένα, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τοὺς μέλλοντας Προϋπολογισμοὺς τὰ ποσὰ τ’ ἀπαιτηθησόμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω σήμερον. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ζήτημα τὸ ἐξεταστέον δὲν θὰ ἦναι μόνον, ὁποῖον παρασκευάζει βάρος εἰς τοὺς μέλλοντας Προϋπολογισμοὺς ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἦναι, καὶ ἂν συμφέρει νὰ καταργηθῇ διάταξις νόμου, ὅστις σκοπὸν εἶχε νὰ ὁρίσῃ, ὅπως ποσόν τι κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς ἀσφάλειαν δανείου, ἀσφάλειαν ἰδανικὴν,—συμφωνῶ καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο,— διότι τὰ πλεονάσματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς δευτέρας ταύτης ἀσφαλείας· ἐξεταστέον, λέγω, ἂν εἶναι φρόνιμον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν διὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§112Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν ἀμέσως τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐπιχειρημάτων, ἤτοι ἂν ὑπάρχει πράγματι παράβασις τοῦ νόμου...
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§114Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη παράβασις, ἐὰν τὰ ἐξ ὑπεγγύων προσόδων πλεονάσματα, τὰ τεθέντα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνέρχωνται εἰς 13,153,201 δρ. τὸ 1900, εἰς 17,758,794 τὸ 1901, εἰς 17,544,113 τὸ 1902, εἰς 16,453,279 τὸ 1903, καὶ εἰς 19,210,329 τὸ 1904, ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνάληψις τῆς ἐγγυήσεως. Θὰ φέρῃ μὲν ὡς ἀποτέλεσμα μίαν ἐγγύησιν ὀλιγωτέραν διὰ τῆς ἀναλήψεως τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει βεβαίως τι, τὸ ὁποῖον νὰ προσκρούῃ εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἐγγυήσεις. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας εἶπεν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ βαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ μὴ καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπράττομεν τὸ αὐτό; Ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων γίνεται διὰ τῶν πλεονασμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς της ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου· ὅτε δ’ ἀνήγγειλα εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν τὸν σκοπὸν, ὃν ἔρχεται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐκείνη ἀπήντησεν, ὅτι θαυμάζει ὅτι δὲν ἐσκέφθημεν νὰ πράξωμεν τοῦτο πρὸ τόσου χρόνου, διότι βεβαίως ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο ἔλλειψις προνοίας νὰ ἔχωμεν κατατεθειμένα χρήματα πρὸς 2½%, νὰ δανειζώμεθα δὲ πρὸς 5%. Καὶ βεβαίως, ἐάν τις ἰδιώτης ἔπραττε τοιοῦτόν τι, ἤθελε θεωρηθῇ ἄξιος φρενοκομείου. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐνόσῳ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων διεξάγεται ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχει δὲ εἰς χεῖρας αὐτῆς ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων τὰ πλεονάσματα διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ὅλων τῶν δανείων, καὶ τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ, εἴμεθα δεδικαιολογημένοι, ἀφίνοντες παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὰ χρήματα ταῦτα πρὸς 2½%, πληρώνοντες δὲ τόκον 5%;
§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων βεβαίως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας εἶπεν, ἂν δηλ. πράγματι εἰς τὸ Prospectus καθορίζεται ὡς ὡρισμένη ἐγγύησις καὶ τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ Prospectus, ἵνα ἐκφέρω γνώμην, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τῶν δανείων δὲν πάσχει τι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀνακινεῖ ἕτερον ζήτημα· ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ προστεθεὶς διὰ τοῦ νόμου ΒΨΕʹ, ἀποτελεῖ φόρον ἔχοντα προορισμὸν ἀπολύτως εἰδικὸν, τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Συνόρων καὶ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ δικτύου τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ὁ εἰδικὸς οὗτος πόρος ἔχει τι τὸ ἀνάλογον μὲ τοὺς ἄλλους πόρους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὡρισμένους πρὸς εἰδικοὺς σκοποὺς, οἷοι εἶναι ὁ πόρος ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ ὁ πόρος ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οἵτινες εἶναι εἰδικοὶ πόροι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ νόμος ὁ καθορίσας τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ λέγει ῥητῶς, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων...
§116Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει ὅτι κατατίθεται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ.
§117Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων· ἀποτελεῖ δὲ εἰδικὸν πόρον, ἐξερχόμενον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ σκοποῦντα νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσι τὰ γενικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Ὅτι δὲ τὰ γενικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ, ἐὰν δὲν κρατήσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, ἅτινα θέλει παρουσιάσει τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ, θέλομεν πεισθῆ, μελετῶντες τοὺς πίνακας τοῦ 1905, εἰς τοὺς ὁποίους βλέπομεν, ὅτι τὸ εἰδικὸν τοῦτο ἔσοδον θέλει ἀνέλθει εἰς 2,728,000, ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ δανείου θέλει ἀνέλθει εἰς 3,236,602, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1905 τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ θέλει παρουσιάσει ἐλάττωσιν κατὰ 500,000 δραχμὰς καὶ πλέον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων τῶν ἐκδοθέντων. Ὅταν δὲ συμπληρωθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα διὰ τῆς κατασκευῆς καὶ τοῦ ἀπὸ Λαρίσης εἰς Τσάγεζι τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ, βεβαίως ἡ ἔλλειψις θὰ ἦναι πολὺ μεγαλειτέρα. Τὴν παρακαταθήκην ταύτην ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς, καίτοι δ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς στενοχωρίας τὰς ταμειακὰς, εἰς ἃς εὑρέθη πολλάκις τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἠθελήσαμεν οὔτε νὰ θίξωμεν κἄν αὐτὴν, διότι ἐθεωρήσαμεν τὴν παρακαταθήκην ταύτην ὡς ἀνήκουσαν οὐχὶ εἰς τὰ γενικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένον σκοπόν...
§118Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεβιάσατε ὅμως ἕτερον νόμον, τὸν νόμον περὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§119Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐκάμετε τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅτε ἦσθε φίλος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Αἱ καθυστερήσεις ὑπάρχουσιν εἰς διαφόρους ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου· καθυστερήσεις ἔχει τὸ Δημόσιον σήμερον ὄχι μόνον πρὸς τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλα πολλὰ, διότι δὲν εἶχε χρήματα, ἵνα καταβάλῃ. Τὸ ζήτημα ἑπομένως τῆς ἀναλήψεως τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατατεθειμένων χρημάτων, ἥτις ἴσως ἐπιβάλλεται ἐκ πικρᾶς ἀνάγκης ταμειακῆς, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον θέλουσι νὰ παραστήσωσιν αὐτό· εἶναι ἀναμφισβητήτως παράβασις ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν δυνάμει νόμου ἀνέλαβε τὸ Κράτος...
§120Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦτο τοιοῦτό τι, ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ διαμαρτυρηθῇ ἡ Βουλή. Καταγγέλλετε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὡς παραβιάζουσαν ἐγγύησιν.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον περὶ ἐγγυήσεως, εἶπον περὶ ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τῆς Ἑλλάδος, ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε πρὸς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Τὸ Δημόσιον, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὰς ἀσφαλείας, τὰς ὁποίας ὁρίζει διὰ νόμου πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένων σκοπῶν, δύναται διὰ νόμου νὰ τὰς ἀφαιρέσῃ, δὲν θὰ πράξῃ καλῶς. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ζητεῖ νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις· δὲν τὸ νομίζω ἁπλοῦν, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς προεῖπον, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καίτοι εὑρέθη εἰς ταμειακὰς στενοχωρίας, εἰς ὅσας καὶ ἡ παροῦσα, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀλλοιώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ καπνοῦ. Ὅτε ἐψηφίζετο ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ῥητῶς ἐδηλώθη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὅτε ἡμεῖς ἐμεμφόμεθα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅτι, διὰ νὰ αὐξήσῃ τοὺς πόρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ῥητῶς ἐδηλώθη, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι εἰδικὸν τὸ ταμεῖον, εἰς ὃ κατατίθεται τὸ ἔσοδον τοῦτο, ἔχει εἰδικὸν προορισμὸν τὸ χρῆμα τοῦτο, ὅπως τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀποφύγῃ τὴν ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων ἐπιβάρυνσιν. Ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὸν πόρον τοῦτον, ἀναγκάζομεν τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ ὑποστῇ βάρος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐζητήθη νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὰ γενικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς σιδηρᾶ ἀνάγκη, βεβαίως δὲ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κανονικὴ πρᾶξις πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς ὑπολήψεως τοῦ Δημοσίου.
§122Ι. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἀντὶ νὰ ἀκούσωμεν, κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστίας ἐνταῦθα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀνεκάλυψε, μεθ’ ὅλην τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τὴν λογιστικὴν, ἥτις κρατεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ λησμονημένα ταῦτα 5,000,000 παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῇ Ἐθνικῇ, ἀκούομεν μεμψιμοιρίας τοιαύτας, ὥστε νὰ θεωρῶμεν αὐτὸν καὶ ὡς παραβάτην τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν δανειστῶν αὐτοῦ! Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς καταθέσεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῶν ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ χρημάτων καὶ τῶν χρημάτων τῶν κατατεθειμένων ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, διότι τῶν μὲν δύο τούτων ταμείων τὰ χρήματα κατατίθενται καὶ χρησιμοποιοῦνται ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἐνῷ τὸ χρῆμα τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ χρησιμεύει μόνον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων. Διατὶ ἐγένετο ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τούτου; Ὅτε ἐγένετο τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, ἐπεβαρύνθη τὸ Κράτος μὲ νέον βάρος ἐκ 3,000,000 περίπου. Ἡ τότε Κυβέρνησις, λίαν ὀρθῶς σκεπτομένη, ἐξεῦρε τὸν τρόπον ν’ ἀνακουφίσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ βάρους τούτου, καὶ ἐσκέφθη νὰ ἐπιβάλῃ πρόσθετον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου μέγα μέρος τοῦ βάρους τοῦ ἐκ τοῦ νέου δανείου ἐπιβαλλομένου εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου θὰ ἐξευρίσκετο, ἤλπιζε δὲ, ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ ἤθελεν αὐξήσει ἡ ἐκ τοῦ καπνοῦ πρόσοδος, καὶ θὰ ἰσοφάριζεν αὕτη ἐντελῶς πρὸς τὸ βάρος τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ τότε μᾶς εἶπεν: «Αὐτὸν τὸν φόρον τὸν θέλω ὡς πρόσθετον ἐγγύησιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, διότι ηὔξησαν αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν κατόχων ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων». Δὲν λέγω ὅτι ἐν τῇ συμβάσει, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου καὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ποτε, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, πρέπει νὰ μένωσι κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ 99 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ διαρκέσῃ τὸ δάνειον, ὥστε, ἐὰν κατὰ τὴν τμηματικὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τούτων αἱ πρόσοδοι ἑνὸς ἔτους δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, νὰ ὑπάρχῃ κατατεθειμένον τὸ ποσόν, ὅπως ἐξ αὐτοῦ ἀναπληρῶται ἡ ἔλλειψις τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν λέγω τοῦτο. Ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, ὅπως χωρίζει τὰς ἄλλας προσόδους τοῦ Κράτους, τὰς ὑπεγγύους εἰς τοὺς δανειστάς μας, χωρίζει καὶ τὸν φόρον τοῦτον, ἢ μᾶλλον ἡμεῖς καταθέτομεν αὐτὸν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Λοιπὸν, ὅπως δικαιούμεθα κατ’ ἔτος νὰ λαμβάνωμεν τὰ περισσεύματα ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν διὰ τοὺς δανειστάς μας καθωρισμένων διὰ τοῦ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νόμου ποσῶν, δι’ ἐκδόσεως ἐνταλμάτων, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, λέγω, καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δικαιούμεθα κατ’ ἔτος νὰ λαμβάνωμεν ὅ,τι περισσεύει ἐκ τοῦ φόρου τούτου μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ του. Ἤδη παρῆλθον δύο ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ χρήματα ταῦτα μένουσι κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος νὰ μένωσιν ἀενάως, ὥστε ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν θὰ ὑπάρχωσι χρήματα πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου εἰς χεῖρας τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ λάβῃ ἐξ αὐτῶν, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν κρατεῖ ἰδιαίτερον λογαριασμὸν διὰ τὸ δάνειον τοῦτο. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεμίζει ὅλα τὰ δάνεια καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἀφοῦ βλέπει ὅτι ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων περισσεύουσι κατ’ ἔτος εἰς χεῖράς της 19,000,000, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναλαμβάνομεν τὰ περισσεύματα τῶν λοιπῶν ὑπεγγύων προσόδων, δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν νὰ μὴ ἀναλάβωμεν καὶ τὸ περίσσευμα τοῦτο.
§123Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς συνεχάρη τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ ἀνακαλύψει, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔκαμε, τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴν, διότι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του οὐδὲν ἀνεκάλυψεν. Ὁ κ. ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς συγχέει πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ συγχύσῃ. Οὐδεὶς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις διὰ τὸ Κράτος, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο μένῃ κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὡς ἐγγύησις πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους...
§124Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπεστήριξεν ὁ κύριος Καραπάνος.
§125Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἠξεύρετε ὅτι ἔχω τὴν ἀτυχίαν ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις νὰ διΐσταμαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν φορὰν ὑποθέτω ὅτι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὰς γνώμας, ἃς ὑποστηρίζει· καὶ λέγω ὑποθέτω, διότι τὸν διεκόψατε πρὶν συμπληρώσῃ τὴν ἰδέαν του. Δὲν ἠξεύρω, τί εἶχεν ἐν τῷ νῷ του, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ὡμίλησε περὶ ἐγγυήσεως, ἢ περὶ ἀσφαλείας δανειστῶν, ἀλλὰ περὶ ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἀνέλαβε πρὸς ἑαυτό.
§126Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§127Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο· ὅτε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ συμβάσεις περὶ κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ, ὑπεβλήθη καὶ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, ὅπως μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τούτων, ηὐξάνετο ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ, καὶ ῥητῶς ὡρίζετο ἐν τῷ νόμῳ (ἄρθρῳ 13), ὅτι «αἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον εἰσπράξεις ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ πλέον τοῦ ποσοῦ δρ. 7,060,000 μέχρι δραχ. 9,737,928, καὶ ἐκ τῶν πλέον τοῦ τελευταίου τούτου ποσοῦ 22/80, αἱ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκουσαι, κατατιθέμεναι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ συμφωνηθησομένῳ μετ’ αὐτῆς τόκῳ, προορίζονται ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν συνομολογηθησομένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ.» Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ὁποίας ἀποκλειστικὸς σκοπὸς ἦτο ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τῶν βαρῶν τῶν προκυπτόντων ἐκ τῶν δανείων τῶν σιδηροδρομικῶν, ἀπεφασίσθη, ἵνα τὸ προϊὸν τῆς ἐκ τῆς προσθέτου ταύτης αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων τούτων. Ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀγόρευσίν μου, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ τῆς προσθέτου ταύτης φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ δάνειον, ἀργότερον δ’ ἐξεδόθη τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου, παρουσιάσθησαν πλεονάσματα ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης· νῦν ὅμως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως πρόσοδος εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς καταβολὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ πίνακος τοῦ κατατεθέντος σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1905, ἐνῷ ἐκ τῆς αὐξήσεως θὰ ἔχωμεν πρόσοδον δραχ. 2,749,998, ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων δραχ. 3,238,662· ἄρα πρὸς πλήρη ὑπηρεσίαν τῶν δανείων μᾶς ἐλλείπουσι 500,000 περίπου δραχμαί. Κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀπαιτηθῶσι περισσότερα, διότι ἐξεδόθη ἤδη, ὡς εἶπον, τὸ δάνειον διὰ τὸ τμῆμα Δεμερλῆ– Λαρίσης, θὰ ἐκδοθῇ δὲ κατόπιν καὶ τὸ δάνειον διὰ τὸ μέχρι τῶν συνόρων τμῆμα, καὶ ἑπομένως θὰ μᾶς λείψωσιν ἀκόμη περισσότερα. Τοῦτο οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Δὲν δύναται ἐπίσης ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσι παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένα τὰ ποσὰ, περὶ ὧν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἔχωμεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι θὰ λαμβάνωμεν ἐξ αὐτῶν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγκαῖα πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων. Περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§128Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἀντίρρησις· πῶς δὲν ὑπάρχει; Ἡ ἀντίρρησις δὲ εἶναι, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦσιν ἵνα ἀναπληρῶσι κατ’ ἔτος τὰς ἐλλείψεις τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου. Ἀφοῦ, ὡς ὑπολογίζετε, τὸ πρῶτον ἔτος ἔλειψαν 500,000, τὸ δ’ ἑπόμενον θὰ λείψωσιν 750,000, καὶ τὸ τρίτον ἴσως 1,000,000, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, θὰ ἐξαντληθῶσιν ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν. Καὶ τότε; Τότε βεβαίως θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ βαρύνητε τὸν Προϋπολογισμόν. Διότι αὐτὸ λέγετε ὑμεῖς· ὑμεῖς δὲν πράττετε ὅ,τι ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής· ὑμεῖς λέγετε: «Ἐλάβομεν πρόνοιαν, ἵνα μὴ βαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων, ὑμεῖς δὲ τὴν πρόνοιαν ταύτην ἡμῶν ἔρχεσθε νὰ καταστρέψητε, λαμβάνοντες τὰ πλεονάσματα». Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι καὶ ἤδη ἐλήφθη πρόνοια· διότι τὸ νομοσχέδιον λέγει (ἀναγινώσκει): «Αἱ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος καταθέσεις ἐξ εἰσπράξεων ἐκ προσθέτου δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, αἱ συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 13 τοῦ νόμου ͵ΒΨΕʹ τῆς 30 Μαρτίου 1900 προωρισμέναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ, αἱ μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς ἐτησίας ὑπηρεσίας τῶν δανείων τούτων πλεονάζουσαι, ἀποδίδονται εἰς τὸ Δημόσιον σὺν τῷ δεδουλευμένῳ ἑκάστοτε τόκῳ αὐτῶν.» Αἱ μετὰ τὴν καταβολὴν λοιπὸν τῆς ἐτησίας ὑπηρεσίας τῶν δανείων τούτων πλεονάζουσαι καταθέσεις ἐξ εἰσπράξεων τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ ἀποδίδονται εἰς τὸ Δημόσιον σὺν τῷ δεδουλευμένῳ ἑκάστοτε τόκῳ αὐτῶν. Τώρα λέγετε, ὅτι ἡ ἐτησία ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων εἶναι ὑπερτέρα τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ. Ἐὰν ἦναι ὑπερτέρα τοῦ ἐσόδου τούτου, τότε τί γίνεται ἡ πρόνοιά σας; Ἐφέτος καὶ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ἔσοδον τοῦτο· ἀλλ’ ἐπὶ πόσα ἔτη θὰ διαρκέσῃ αὐτὸ τὸ πλεόνασμα; θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ τρία, ἐπὶ τέσσαρα, ἐπὶ πέντε ἔτη· ἀλλὰ τὰ δάνεια αὐτὰ τῶν σιδηροδρόμων θὰ ἐξοφληθῶσι μόνον μετὰ ἐνενηκονταεννέα ἔτη, μετὰ τὴν πάροδον δὲ τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν ἀναγκαίως τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους θὰ βαρύνῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβῆ. Πρῶτον δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ 500,000 δραχμῶν. Ἐφέτος πρόκειται περὶ ἐλλείμματος 500,000 δραχμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1906 θὰ πρόκηται περὶ ἐλλείμματος 750,000 δραχμῶν, καὶ κατὰ τὸ 1907 φοβοῦμαι ὅτι πολὺ πιθανῶς θὰ πρόκηται περὶ 1,000,000, τὸ ὁποῖον θὰ λείψῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων.
§130Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: «εἰς τί θὰ μᾶς χρησιμεύσωσι τὰ κατατεθειμένα 5,600,000, παρὰ εἰς τὴν κάλυψιν τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τούτων ἐπὶ πέντε ἢ ἓξ ἔτη»; Εἴμεθα σύμφωνοι κατὰ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐν τῷ νῷ τῶν συντακτῶν τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ αὔξησις πρέπει ἀποκλειστικῶς νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τῶν σιδηροδρομικῶν κατὰ τὰ πρῶτα κυρίως ἔτη, ὅτε ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν σιδηροδρόμων δὲν ἠδύνατο νὰ δίδῃ ὠφελείας, ὑπῆρχεν ὅμως ἡ ἐλπίς, καὶ ἐλπὶς λίαν βάσιμος, ὅτι μετὰ παρέλευσιν πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἐκμετάλλευσις νὰ δώσῃ ὠφελείας, δι’ ὧν νὰ καλυφθῇ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ προκύπτοντος ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν συναφθέντων πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ὡρμήθημεν, ὅτε ἐλάβομεν διὰ τοῦ νόμου τὴν πρόνοιαν τῆς καταβολῆς παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῶν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ προκυπτόντων ποσῶν. Ἡ ὑφ’ ἡμῶν ληφθεῖσα πρόνοια δίδει ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς, οἱ κατηγορηθέντες ἐπὶ σπατάλῃ, κατωρθώσαμεν, οὐ μόνον ἵνα αἱ χρήσεις, ἃς διεχειρίσθημεν, καταλήξωσιν εἰς σπουδαῖα πλεονάσματα, ἀλλὰ καὶ νὰ εὑρίσκωνται παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένα 5,600,000, ὅπως ταῦτα χρησιμεύσωσι πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1905 καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου...
§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελόπουλος λέγει «βεβαίως». Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ διατεθῶσι τὰ ἐκ προνοίας ἰδικῆς μας κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 5,600,000, ὧν τὴν ὕπαρξιν πάντες ἐγνωρίζομεν, κατὰ τὴν στιγμήν, λέγω, ταύτην ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ, νὰ εἴπω ὅτι αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, ὅτι συνετέλεσα, ὅπως ποσὸν 5,600,000 εὑρίσκηται κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ χρησιμεύσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι τὸ ἑξῆς: Συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ ἐπὶ τόκῳ 5 ἢ 6%, ὅπως καλύψῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐνῷ ἔχει χρήματα κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ τόκῳ 2½%; Βεβαίως δὲν συμφέρει· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν, ἵνα διὰ προχείρων καὶ προσωρινῶν μέσων κατορθώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 νὰ παραστήσωμεν ἰσοσκελῆ, ἀλλὰ δέον καὶ νὰ λάβωμεν τὰς προνοίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ὅπως καταρτίσωμεν μόνιμον ἰσοσκελῆ Προϋπολογισμόν, διότι κατὰ τὸ 1906 δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὸ ποσὸν τῶν 5,600,000. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, ὑπείκουσα εἰς τὰς περιστάσεις, ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν ὅσαι εἶναι ἐφικτὸν οἰκονομίαι, ἀλλ’ ἀφοῦ γείνωσιν αἱ οἰκονομίαι αὗται, εἶναι ἀνάγκη νὰ προστρέξωμεν καὶ εἰς ἄλλα μέσα, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τὸ μόνιμον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ἰσοσκελῆ Προϋπολογισμόν, μὴ ἐξαρτώμενον ἐκ μέτρων, οἷον τὸ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτεινόμενον, τὸ ὁποῖον πάντες βεβαίως θέλετε ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι ἐντελῶς προσωρινόν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐθεώρησα ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§134Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσηγησάμενος, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡμολόγησα, ὡς πάντες βεβαίως ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 5,682,318.20, τὸ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, ὀφείλεται εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ...
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑμεῖς εἴχετε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ κάμητε τὴν ὁμολογίαν ταύτην, καὶ οὐδεὶς ἄλλος.
§136Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, διατελοῦντος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς νὰ λέγῃ, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν φειδωλίαν, μεθ’ ἧς διεχειρίσθη τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις· διότι, ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ πέντε περίπου ταῦτα ἑκατομμύρια, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν φειδωλὴν διαχείρισιν ὑμῶν, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὸν πρόσθετον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπεβάλετε, δικαιολογοῦντες τὴν ἐπιβολὴν αὐτοῦ διὰ τῆς ἀνάγκης τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων. Ὅ,τι ἐπράξατε, τὸ ἐπράξατε ἄνευ ὅρων, — καὶ εἶσθε ἀξιέπαινοι διὰ τοῦτο, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, — ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀποδεικνύει τὴν φειδὼ, μετὰ τῆς ὁποίας διεχειρίσθητε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· τὰ πλεονάσματα δὲ ταῦτα δὲν ὀφείλονται εἰς πρόνοιαν ὑμῶν, ὀφείλονται εἰς τὴν περίστασιν, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον, ὅπως ἄρξωνται αἱ ἐργασίαι πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, ὄχι διότι ἀπέβλεψεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἰς τὸ νὰ συγκομίσῃ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, — τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐπαρκεῖ διὰ χρονικὸν διάστημα πλέον τῶν τριῶν ἐτῶν, — ἀλλὰ διότι ὁ πόλεμος τοῦ Τράνσβαλ δὲν εἶχε περατωθῆ, εἶχε δὲ συνομολογηθῆ ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ὅτι μόνον μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου ἐκείνου ἤθελεν ἀρχίσει ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ ἄρξηται ἡ Ἑταιρεία τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Ὁ πόλεμος, ὡς πάντες γνωρίζομεν, παρετάθη ὑπὲρ πᾶν μέτρον καὶ πᾶσαν πρόβλεψιν, καὶ τότε συνεκομίσθησαν αὐτὰ τὰ πλεονάσματα. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: τὰ πλεονάσματα ταῦτα καθιστῶσιν ἀδύνατον ἐπιβάρυνσιν, — ὡς ἀνέφερεν ἐπανειλημμένως ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ἀξιῶν ἔπαινον ἐκ τούτου, — τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Κατ’ ἐμὲ, ὄχι· διότι τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου ἔχει διάρκειαν 99 ἐτῶν, ὁμολογεῖται δὲ, — καὶ ὑπάρχει βεβαιωμένον εἰς τὰς καταστάσεις, — ὅτι ὁ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, διότι ἡ ὑπηρεσία αὕτη αὐξάνει κατὰ λόγον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ, ἡ ἰδική σας πρόνοια εἶναι ἐπαινετή, ἢ εἶναι καὶ ἡ ἰδική μου πρόνοια, ἐκ τοῦ ὅτι λαμβάνω χρήματα, κατατεθειμένα ἐπὶ τόκῳ 2½%, ἵνα πληρώσω χρέος, διὰ τὸ ὁποῖον πληρώνομεν τόκον 5%; Ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀσφαλίσητε, ὥστε διόλου νὰ μὴ βαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, θὰ ἐνόουν τὴν καταγγελίαν, ἣν θέλετε νὰ κάμητε καὶ τὴν ὁποίαν παρῄτησεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἐπίσης, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, ἔκαμε τὴν καταγγελίαν ταύτην. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὑμεῖς ἀπεβλέπετε εἰς τὸ νὰ ἐγκαταστήσητε ὑπηρεσίαν ἐντελῶς χωριστὴν, ἐξ ἧς ἠθέλετε νὰ ἐλαφρώσητε τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὸ δάνειον θὰ διαρκέσῃ 99 ἔτη, ὅτι, καθ’ ὅσον προχωρεῖ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου, κατὰ τοσοῦτον ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος τῇ εἰσηγήσει ὑμῶν ἐνομοθετήθη, ἀποβαίνει ἀνεπαρκής, καὶ ὅτι θὰ ἐλλείψωσιν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν τὰ πλεονάσματα· καὶ τότε ποῖον θὰ ἦναι τὸ κέρδος, ἐὰν ἐξακολουθήσωσι παραμένοντα κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὰ χρήματα ταῦτα; ὅτι θὰ ἔχωμεν πληρώσει τόκον 5%, ἐνῷ λαμβάνομεν 2½%. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα.
§137Ι. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. 1,500,000 δραχμῶν ζημία κατ’ ἔτος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τοῦ τόκου.
§138ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§139Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀξιοῖ ἔπαινον, διότι κατορθοῦται τὸ ἰσοσκελὲς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ διότι ἐφαρμόζει τὴν οἰκοκυρικὴν ἐκείνην πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει εἰς τὰ ἰδιωτικά του συμφέροντα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος δὲν δανείζεται πρὸς 5%, ἵνα δανείζῃ πρὸς 2½%, ἀλλὰ τοὐναντίον δανείζεται πρὸς 2%, ἵνα δανείζῃ πρὸς 5% (ἱλαρότης).
§140Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ὑποχρεῶμαι διὰ νόμου νὰ μὴ ἐγγίζω τὰ χρήματά μου, τὰ ὁποῖα ἔχω παρακαταθέσει εἰς μίαν Τράπεζαν, δὲν τὰ ἐγγίζω.
§141Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τινὰς τοιαύτας δίκας σας εἰς τὸ γραφεῖόν μου.
§142ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§143Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σκοπὸν ἔχω νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει, εἴτε τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης ἀρχῆς.
§144Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν ἔγγραφον ἔχω.
§145Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἴπετε ὅτι προσεκλήθητε ἀπὸ τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον.
§146Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον τίποτε. Εἶπον μόνον, ὅτι ἔκαμα λόγον εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤθελον καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν, ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐκπλήσσεται ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἐπὶ τόσα ἔτη δὲν ἔπραξέ τις τοῦτο.
§147Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ κατατεθῇ ὅ,τι σχετικὸν ὑπάρχει. Ἀλλὰ βεβαίως ὑπάρχουσι προηγούμενα τῆς ἐποχῆς τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§148Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ὑπάρχει.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι διαπραγματεύσεις ἐγένοντο πρὸς ὁρισμὸν τῆς ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου διαφορᾶς, διότι, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐνόμιζεν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ μέρος τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐκ τῆς αὐξήσεως, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐσόδου προερχομένου ἐξ αὐξήσεως καταναλώσεως, ἀλλ’ περὶ ἐσόδου ἐξ αὐξήσεως φορολογίας, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ συναινέσῃ, ὅπως μετάσχῃ τούτου ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή. Πολλαὶ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸν προσδιορισμόν. Διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλεγεν, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐζήτει νὰ ἀσφαλισθῇ κατὰ τοῦ κινδύνου τούτου. Ἀλλ’ οὐδεμία διαπραγμάτευσις ὡς πρὸς τὴν ἐγγύησιν τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπῆρξεν. Ἑπομένως εἶναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὸ ποσόν, χωρὶς διόλου νὰ προσβάλῃ τὴν ἐγγύησιν τῶν δανειστῶν.
§150ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχω πρόχειρον τὴν κατάστασιν τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἡ ὁποία κατὰ μῆνα δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρατηρῶ εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Καλαμῶν καὶ φίλον μου, ὅτι οὐδεμίαν ἀνακάλυψιν ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις, διότι εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 129 μερίδα φέρεται εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ποσὸν δρ. 5,474,449 τὴν 31 Δεκεμβρίου 1904, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐθνικὴ Τράπεζα. Λ/σμὸς καταθέσεων ὑπὲρ δανείων κατασκευῆς σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ».
§151Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἴδητε εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐκ τῶν χρημάτων τούτων καταθέσῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱεραὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς διάφορα ταμεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τῆς κατασκευῆς κτιρίων, δημοτικῶν σχολείων, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει τὸ Δημόσιον ἤδη ὑπὲρ τὸ 1,500,000 δραχμάς. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἂς κατατεθῇ μέρος, διότι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουσιν ἤδη ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀνερχόμεναι περίπου εἰς 1,000,000 δραχμὰς, γεννῶνται δὲ παράπονα δίκαια ἐκ μέρους τῶν ἐχόντων λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα εἶναι πρέπον νὰ θεραπευθῶσι.
§153Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι κατέγεινα εἰς τὴν ἀνεύρεσιν διαφόρων προσόδων ὑπὲρ τοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Δυστυχῶς εὗρον, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο εὑρίσκετο εἰς παθητικὴν θέσιν, ἄλλως οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ καταργήσω αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἵνα παύσῃ ἡ σπατάλη ἡ γενομένη. Καὶ ἐν ὅσῳ ἔχομεν ταμεῖον τοιοῦτον, ἐκ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας νὰ ἀφαιρῶμεν χρήματα ἀμέσως μὲν εἰς βάρος τοῦ ταμείου τούτου, ἐμμέσως δὲ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ τοιαῦτα νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα. Ἐὰν ἠθέλετε νὰ κατασκευάσητε διδακτήρια, ἠδύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, συμμορφούμενοι πρὸς τὸν γενικὸν νόμον περὶ δημοσίων ἔργων. Ἀλλ’ οὔτε εἰς ὑμᾶς, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Κυθήρων, οὔτε εἰς οἱονδήποτε ἄλλον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ἡ Πολιτεία τὸ δικαίωμα, ἵνα διὰ μιᾶς μονογραφῆς ὑποχρεοῖ αὐτὴν εἰς πληρωμὴν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν.
§154ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὴν γενικὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ καταργήσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰδικοῦ ταμείου, δὲν ἀσπάζομαι, ἀποδεχόμενος τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ ἄρτι ἐκλιπὼν ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας. Ἀντὶ δὲ νὰ καταργήσωμεν τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει καὶ τὴν κατασκευὴν κτιρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν καθόλου θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, προτιμότερον εἶναι νὰ προσαρτήσωμεν τὴν ληψοδοσίαν αὐτοῦ ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ὅπως γίνηται ἡ δέουσα ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως καὶ διαθέσεως τῶν πόρων αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δὲ πρέπον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ φορολογῆτε τοὺς ἐκπαιδευομένους, χάριν τῆς βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἵνα μεταχειρίζησθε τὰ ἐκ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ φόρου εἰσπραττόμενα ποσὰ εἰς ἄλλους σκοπούς.
§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§156ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι προεκλήθην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν πλεονασμάτων τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν, ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, ἀλλὰ μόνον θὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐνῷ ἀνέμενον παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας νὰ ἀναιρέσωσιν ὅσα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶπον, οὐδὲν ἤκουσα...
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§158ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὴν ἀναμένω. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τοῦτο καὶ μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἤθελον νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν σκληρὰν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ ἐγγίσω τὰ κεφάλαια ταῦτα· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, θὰ ἠναγκαζόμην δυστυχῶς καὶ ἐγὼ νὰ πράξω τοῦτο. Καὶ ὀφείλω νὰ τὸ δικαιολογήσω. Ὁμολογουμένως ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα εἶναι ἀποκλειστικῶς προωρισμένα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο ἐδέσμευε τὴν Κυβέρνησιν. Οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις σήμερον φέρει νέον νομοσχέδιον, ὅπως λύσῃ τὰ δεσμὰ ταῦτα. Μὴ λησμονῶμεν ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, χωρὶς νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, εἶχε παραλείψει νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου, μὴ καταθέσασα κατὰ τὸ 1900 τὸ ποσὸν 1,300,000 δραχμῶν ὡς ἔγγιστα.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἐξήγησα ἤδη.
§160Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐλέχθη μέν, ὅτι εἶχε λησμονηθῆ νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀνάλογος, ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ περὶ τούτου, οὐδόλως προέβαλε τὸ ζήτημα, ὅτι ἐλησμόνησε νὰ ζητήσῃ πίστωσιν. Εἶπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα, διότι τὸ δάνειον δὲν εἶχε πραγματοποιηθῆ, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς καταθέσεως. Νομίζω λοιπόν, ὅτι σήμερον τὰ πράγματα εἶναι πολὺ κανονικώτερα, διότι ζητεῖται νὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα διὰ νόμου. Πάντοτε ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα, νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν εἰς μίαν περίστασιν, ὅταν ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλῃ, νὰ τὸν μεταβάλλῃ. Καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ εὐχηθῶμεν νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ καὶ τοὺς νόμους περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Ταμείου Ἐθνικοῦ Στόλου.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 137,709,062 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰνομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 305,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904»). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,059 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905».
§162Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης ἔχω νὰ καταστήσω γνωστὰ πράγματά τινα πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συμβάντα ἐν τῷ συνοικισμῷ ἀκριβῶς τῶν Καμαριναίων, περὶ τῶν ὁποίων λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι διὰ νόμου, ψηφισθέντος ἐν ἔτει 1900, νομίζω, ἐδόθη εἰς τοὺς Καμαριναίους καὶ λοιποὺς πρόσφυγας ἐξ Ἠπείρου ἔκτασις γαιῶν, κειμένη παρὰ τὴν πόλιν τῆς Βονίτσης, πρὸς συνοικισμὸν καὶ καλλιέργειαν. Τὸ περίσσευμα τῶν γαιῶν τῆς ὅλης ἐκείνης περιφερείας μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 500 τετραγωνικῶν μέτρων δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, χρησιμοποιηθησομένων πρὸς συνοικισμόν, τὸ περίσσευμα, λέγω, τοῦτο ἐδόθη εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τῶν συνοικιζομένων, συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ νόμου περὶ κοινοτικῆς βοσκῆς. Διὰ νεωτέρου δὲ νόμου τοῦ 1903 ἐψηφίσθη πίστωσις πρὸς κατασκευὴν οἰκίσκων τοῦ συνοικισμοῦ, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὁποίας ἔρχεται ἡ προκειμένη πίστωσις τῶν δραχ. 7,059. Δυστυχῶς, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, —πληροφορίας ἀναμφισβητήτου κύρους, διότι προέρχονται ἐκ προσώπων ὑπηρετησάντων παρὰ τῇ Οἰκονομικῇ Ἐφορίᾳ Βονίτσης ἄλλοτε, — ἐγένετο διασπάθησις τοῦ χρήματος τοῦ διατεθέντος δι’ ἀροτῆρας βόας, διότι ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν Καμαριναίων καὶ λοιπῶν προσφύγων Ἠπειρωτῶν παρεισέφρησαν καὶ πρόσωπα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντα οὐδὲ πρὸς τὴν Καμαρίναν οὐδὲ πρὸς τὴν Ἤπειρον, καὶ οὐδένα σύνδεσμον πρὸς τὸν συνοικισμὸν τὸν ἐγκαταστάντα ἐκεῖ· παρεισέφρησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πρόσφυγες, τὰ ὁποῖα διέμενον ἐν Ἀθήναις πολὺν χρόνον πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν ἔτι ἐν Ἀθήναις. Ἔχω δὲ καὶ κατάλογον τῶν προσώπων τούτων. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ, δύναμαι νὰ τῷ δώσω τὸν κατάλογον τοῦτον αὔριον.
§163Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε.
§164Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ λάβῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀφορμήν, ἵνα διατάξῃ ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως ταύτης.
§165Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καθῆκον νὰ τὸ πράξω.
§166Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Στράτος ἐπιφυλάσσομαι, ἵνα εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν προσθέσω καὶ ἐγώ τινα, τὰ ὁποῖα γινώσκω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
§167Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν ἔχει βεβαίως διάθεσιν ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν τὴν ὥραν ταύτην εἰς συζήτησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 5 καὶ 6 νομοσχεδίων, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσι ταῦτα, καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται λοιπὸν τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 5 καὶ 6.
§169Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δι’ αὔριον.
§170Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ὑδραυλικῶν ἔργων ἐκ δραχμῶν 94,826.07».
§172Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἐξέλεγξιν τῆς καταστάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκονται τὰ δημόσια ἔργα. Βεβαίως δὲ ἡ ἐξέλεγξις αὕτη ἤθελεν ἀπασχολήσει παρὰ πολὺ τὴν Βουλὴν καὶ ἴσως εἰς ὥραν ἀκατάλληλον. Θὰ παρατηρήσω μόνον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ προσαγόμενος διὰ τὴν δαπάνην πρὸς κατασκευὴν προχωμάτων ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ χειμάρρου Ἰνάχου ἢ Ξηριᾶ εἶναι ὅλως διόλου ἐπιπόλαιος, καὶ ἴσως εἶναι ἀπόσπασμα μικρὸν προϋπολογισμοῦ ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐν ὅλῳ θὰ ἦσαν χρήσιμα, ἐνῷ διὰ τῆς προτεινομένης ἀποσπάσεως ἑνὸς μόνου τεμαχίου τῶν ἔργων τούτων δὲν θὰ παρασχεθῇ καμμία ὑπηρεσία εἰς τὸν τόπον. Ὁμολογουμένως καὶ ὁ χείμαρρος Ἴναχος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἕτερος χείμαρρος, ὁ ὁποῖος διέρχεται τὴν αὐτὴν πεδιάδα παρὰ τὸ Ἄργος, εἶναι ἀνάγκη νὰ διευθετηθῶσι, καὶ νὰ γείνωσι τεχνικά τινα ἔργα, ἵνα μὴ κατ’ ἔτος κατακλύζωνται αἱ εὐφορώταται ἐκεῖναι γαῖαι. Ἀφίνω τὸ θέμα τοῦτο κατὰ μέρος, μίαν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων. Διὰ τὰ ὑδραγωγεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρατηρῶ ὅτι εἶναι διττὴ ἡ ἐργασία, ἐργασία πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος δι’ ὑδραγωγείου κτιστοῦ, καὶ ἐργασία πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος δι’ ὑδραγωγείου διὰ σιδηρῶν σωλήνων. Ὡς γνωστόν, τὰ κτιστὰ ὑδραγωγεῖα δὲν ἐξασφαλίζουσι τὸ ὕδωρ κατὰ τῆς μολύνσεως καὶ τῆς μεταδόσεως ἑπομένως διαφόρων νόσων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων νὰ προτιμᾷ τὰ διὰ σιδηρῶν σωλήνων ὑδραγωγεῖα, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη εἶναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν τῶν κτιστῶν ὑδραγωγείων, ὡς δύναταί τις εὐκόλως νὰ πεισθῇ ἐκ τοῦ προσηρτημένου εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀναλυτικοῦ πίνακος τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου Παραβόλας.
§173ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§174Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐζήτησα νὰ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν πρὸς κατασκευὴν ἔργων διὰ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ χειμάρρου Ξηριᾶ. Τοὐναντίον εἶπον, ὅτι ἡ ζητουμένη πίστωσις εἶναι ἀνεπαρκής, ὅπως κατορθωθῇ νὰ προληφθῶσιν αἱ ζημίαι, αἵτινες προέρχονται ἐκ τῆς ἐκχειλίσεως τοῦ χειμάρρου ἐκείνου. Ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφός μου ἐξ Ἄργους κακῶς ἀντελήφθη ὅ,τι εἶπον, καὶ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἄλλως τὰ πράγματα. Ἡ ἐκχείλισις τοῦ χειμάρρου Ξηριᾶ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν δὲν ἐπήνεγκεν ἢ μόνον ζημίας τινὰς εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν καὶ εἰς ἐλάχιστα κτήματα μικροτάτης ἐκτάσεως παρὰ τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμόν...
§175ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἰσῆλθεν ἐντὸς τῆς πόλεως;
§176Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς τῆς πόλεως εἰσῆλθε πρὸ 30 ἐτῶν, ὅτε καὶ κατεσκευάσθη πρόχωμα. Τὸ πρόχωμα τοῦτο ὑπάρχει· ἀπαιτεῖται μόνον μικρὰ ἐπισκευή.
§177ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὰ πράγματα.
§178Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω πολὺ καλὰ τὰ πράγματα.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Φικιώτη, ἔχετε ἐνδιαφέρον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§180ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε μὴ διακόπτετε.
§182Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἕτερος χείμαρρος, ὁ διαρρέων τὸν δῆμον Ἄργους, ἐκχειλίζει συχνότερον καὶ καταστρέφει μεγαλειτέρας ἐκτάσεις κτημάτων λίαν προσοδοφόρων. Συνέστησα λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ ὅλον ἔργον, καὶ ὄχι ν’ ἀποσπασθῇ ἓν μόνον μέρος, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσῃ.
§183ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἁπλῶς θέλω νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν. Ὅτι μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς κατασκευῆς τοίχου ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ χειμάρρου Ξηριᾶ πρὸς προφύλαξιν τῆς πόλεως Ἄργους, οὐδεμίαν ἔχω παρατήρησιν. Θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα προφυλακτικὰ ἐναντίον τῆς παραφορᾶς τῶν χειμάρρων; Εἶναι ἔργον δημοσίας ἀνάγκης, καὶ ἐννοῶ κάλλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιλαμβάνεται αὐτοῦ. Ἀλλὰ βλέπω δύο προηγούμενα κονδύλια, 25,000 δραχμῶν καὶ 15,501 δραχμῶν, ἅτινα — ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἐξήγησις, ἣν δὲν ἠκούσαμεν, οὐδὲ βλέπομεν εἰς τὴν ἔκθεσιν, — ἀποτελοῦσι πιστώσεις δι’ ἔργα δημοτικά· διότι πρόκειται περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος εἰς τὸ χωρίον Ρεκούνιον καὶ περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ὑδραγωγείου Παραβόλας· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν συνηθίσαμεν νὰ βλέπωμεν ἐνταῦθα ὑποβαλλομένας τοιαύτας προτάσεις παροχῆς χρήματος τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ ἐκτελέσεως ἔργων δημοτικῶν· μέχρι τοῦδε δὲν συνηθίσαμεν νὰ βλέπωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια. Ἄν εἴχομεν προτάσεις, προερχομένας ἐκ βουλευτικῆς πρωτοβουλίας, καὶ ζητούσας, ὅπως χρῆμα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας χρησιμοποιηθῇ εἰς κατασκευὴν ἔργων δημοτικῶν ὠφελίμων, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἔχει καλῶς· τὸ χρῆμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ δῆμοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην σήμερον ν’ ἀποκτήσωσι δημοτικὰς ὁδοὺς, τὸ χρῆμα ἂς στραφῇ πρὸς ἄλλα ἐπωφελῆ δημοτικὰ ἔργα. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ὥραν ἡμεῖς ἐδῶ περικυκλούμεθα ὑπὸ ἐλλειμμάτων, ἅτινα δὲν δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν, τὸ νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος, ὅπερ ἤδη ἐκ τῶν δήμων ἔχει ἔλλειμμα ἑπτὰ ἑκατομμυρίων δραχμῶν...
§184ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δεκατεσσάρων ἑκατομμυρίων.
§185Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δώδεκα ἑκατομμυρίων.
§186ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δώδεκα ἑκατομμυρίων ἕνεκα τῆς ἀνεχείας τῶν δήμων... τὸ νὰ προσθέτωμεν καὶ τοιαύτην χορηγίαν ὑπὲρ τῶν δήμων, νομίζω ὅτι εἶναι τολμηρόν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§187Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 10, 11 καὶ 15, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπηρεσιακά.
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἄνευ προσθέτου τέλους καὶ τόκου ὑπερημερίας, καὶ περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς πληρωμῆς προσθέτου τέλους καὶ τόκου ὑπερημερίας τῶν πληρωσάντων μέχρι τέλους Αὐγούστου 1904 τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη των ἐξ ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1903 κλπ.» (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§190ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα λέγεται ὅτι οἱ μὴ πληρώσαντες ὀφείλουν νὰ πληρώσουν τὸν φόρον ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου.
§191Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§192ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι τὸν νόμον δὲν θέλετε δημοσιεύσει ἀμέσως, διότι βεβαίως οἱ ἄνθρωποι οὗτοι πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν παραγωγὴν τοῦ ἔτους.
§193Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν, ἣν δὲν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ.
§194ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Μέχρι πρώτης Ὀκτωβρίου.
§195Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀριθμὸς ἡμερησίας διατάξεως 15. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῆς Θηραϊκῆς γῆς». (Ἀναγινώσκεται καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§197Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, πρῶτον νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Αὐστροουγγαρίας συμβάσεως.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, αὔριον μέχρι τῆς 5½ μετὰ μεσημβρίαν νὰ ἔχωσι προσέλθει· νὰ μὴ γείνῃ ὅ,τι ἔγεινε σήμερον. Ἐὰν μέχρι τῆς 6 δὲν ἔχῃ συντελεσθῆ ἀπαρτία, ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμὸν θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 45′ μ. μ.)