1905.07.06
3.057 στίχοι · 23.416 λέξεις · 176 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 6 Ἰουλίου 1905.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔχω δίκαιον, ἐὰν ὑποβάλω παράπονα σχετικῶς πρὸς τὰ πρακτικά. Ὅταν πρόκηται περὶ θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ μὴ δευτερολογήσῃ, εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ δεῖνα καὶ δεῖνα Βουλευτὴς συνεζήτησαν πρὸς ἀλλήλους. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ θεμάτων, ἐν οἷς εὑρίσκεταί τις ἀντιμέτωπος πρὸς ἄλλα πρόσωπα, πρὸς ἃ ἀπαντᾷ ὅτι δὲν εὑρέθη ἐν ἀνακριβείᾳ, διότι αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως τῆς Κρήτης ἀπέδειξε κατ’ οὐσίαν τὸ ἀκριβὲς, ὅταν πρόκηται, λέγω, περὶ τοιούτων θεμάτων, νομίζω ὅτι καθῆκον τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν εἶναι νὰ μὴ ῥίπτῃ εἰς τὸν σωρὸν τῶν συζητησάντων καὶ ἐκεῖνον, περὶ οὗ ἐλέχθησαν τὰ ἐναντία, μηδὲν τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἀναφέρων. Ἐν σελίδι 5 τῶν πρακτικῶν ἀναγράφεται, ὅτι ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος λέγει ταῦτα... Καὶ ἀφιεροῖ ὁ συντάκτης τῶν πρακτικῶν ἕξ στίχους εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου. Κατόπιν λέγει: «Ἐγείρεται ἐντεῦθεν συζήτησις, ἧς μετέχουσιν οἱ κ.κ. Δραγούμης, Καλομενόπουλος, Γκότσης κλπ.» Ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων θεμάτων, στοιχειῶδες καθῆκον τῶν συντασσόντων τὰ πρακτικὰ εἶναι νὰ θέτωσι περίληψιν τῶν λεχθέντων εἰς τὸ στόμα ἐκείνου, ὅστις εὑρίσκεται ὑπὸ κατηγορίαν ἐπὶ ἀνακριβείᾳ διὰ τὰ λεχθέντα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ παρεμβληθῶσι μετὰ τὸ ὄνομά μου ἐν τῇ παραγράφῳ ταύτῃ τῶν πρακτικῶν τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «ἀπαντήσας ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ κειμένου τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως Κρήτης γεννᾶται πεποίθησις, ὅτι τὰ ἀνακοινωθέντα ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἦσαν ἀκριβῆ.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θέλουσι διορθωθῆ συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Δραγούμη.
§4ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 2 τῶν πρακτικῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀναγράφεται ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων Δερλερὲ καὶ Βάλληνδα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Νάξου. Δὲν γνωρίζω, πῶς ὁ συντάκτης τῶν πρακτικῶν τοιαύτην ἔννοιαν εὗρεν εἰς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν εἶπον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήσατε ὅμως τὸν λόγον.
§6ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω γενικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θέλουσι διορθωθῆ κατὰ τὴν ὑπόδειξίν σας. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὡς διωρθώθησαν. Ἡ κυρία Βασιλικὴ Μιαούλη, ἐγγονὴ τοῦ ναυάρχου Μιαούλη, παρακαλεῖ νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Κάτοικοι Βονίτσης διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Βονίτσῃ.
§10ΔΗΜ. ΡΑΓΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας. Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κύριος Τσακόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Μαντινείας ὀφειλομένου ποσοῦ ἐκ δραχμῶν 36,603.59 διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς τὸ χωρίον Τσιπιανὰ τοῦ δήμου Μαντινείας». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 329). Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταθέσεως Προέδρων καὶ δικαστῶν τῶν Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους». Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 330). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πίνακα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου καὶ τῆς Γυμναστικῆς Σχολῆς. 2) Πίνακα τῶν ὡρῶν διδασκαλίας τῶν γυμναστῶν καὶ διευθυντῶν. 3) Πίνακα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῶν φοιτώντων εἰς ἕκαστον τῶν δύο τούτων ἱδρυμάτων.» Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτόπουλος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) πόσος εἶναι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν Προέδρων καὶ τῶν δικαστῶν ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους, καὶ 2) πόσοι ἐξ αὐτῶν εἰσῆλθον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1892 μετ’ ἐπιτυχίαν ἐν διαγωνισμῷ.» Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Πολύβιος Χριστόπουλος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) πόσοι δημοδιδάσκαλοι ἐξῆλθον ἐκ τῶν τεσσάρων ἐν τῷ Κράτει Διδασκαλείων κατὰ τὸ διάστημα τῆς λειτουργίας τούτων, 2) πόσαι κεναὶ θέσεις δημοδιδασκάλων ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει, καὶ 3) ἂν ὑπάρχουσι δημοδιδάσκαλοι ζητοῦντες νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰς κενὰς θέσεις ἢ εἰς τὰς θέσεις, ἐν αἷς ὑπηρετοῦσι γραμματισταὶ ἢ γραμματοδιδάσκαλοι.» Ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Ράγκος.
§12Δ. ΡΑΓΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Βονίτσης, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος ἐνταῦθα, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ παρακαλοῦσιν, ἵνα ἱκετεύσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 30 ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου διατίθενται τὰ τρία τέταρτα ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ τῶν ἐφεξῆς ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βονίτσης, Παλῃοχαλιᾶ καὶ Ἀκτίου πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου διὰ τὴν διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς τὴν πόλιν τῆς Βονίτσης. Ἔργον φιλανθρωπίας, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις καὶ κύρωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι καθημερινῶς ἀριθμοῦνται θύματα πλέον τῶν δέκα ἐξ ἑλωδῶν καὶ τυφοειδῶν πυρετῶν. Νομίζω ὅτι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ γνωρίζουσι τὸ νοσηρὸν κλῖμα τῆς Βονίτσης, ἥτις περιβάλλεται πανταχόθεν ἀπὸ ἕλη. Ὡς εἰ μὴ ἤρκουν δὲ οἱ τυφοειδεῖς καὶ ἑλώδεις πυρετοί, προσετέθη ἐπὶ πλέον, ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ ὕδατος, καὶ ὁ κοιλιακὸς τῦφος. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν ἱκετεύω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου.
§13Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸ τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Βονίτσης. Ἐπειδὴ δὲ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῶν, θέλω τάξει τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων τοπικὰ συμφέροντα καὶ μελλόντων νὰ ψηφισθῶσι.
§14Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ὅμοιον τηλεγράφημα, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ἤδη ἐπὶ τούτου. Ὁ κύριος Βρατσᾶνος ἔχει πρῶτος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα ὁμιλήσῃ, ὡς ἐδήλωσε, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ.
§16Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§17Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Δραγούμης ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ πίναξ ἐμφαίνων τοὺς τόκους τῶν ἐντόκων γραμματίων, τοὺς καταβληθέντας κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω.
§18ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§19Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Λιμπρίτης εἶχεν ἀνακοινώσει παράπονα τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς Ραψάνης διὰ τὴν ὑπὸ τῶν παραμεθορίων Ὀθωμανικῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἀποκοπὴν τοῦ ὕδατος, ἐξ οὗ οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως ταύτης ὑδρεύονται, καὶ ἐζήτησε νὰ γείνωσιν αἱ δέουσαι ἐνέργειαι. Εἰς ἀπάντησιν τηλεγραφήματός μου πρὸς τὸν ἐν Ἐλασσῶνι πρόξενον περὶ τούτου ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ προξένου, ἀναγγέλλοντος, ὅτι κατόπιν παραστάσεων αὐτοῦ ὁ διοικητὴς Ἐλασσῶνος Ἰμβραχὴμ– πασσᾶς συνέταξεν ἐνώπιόν του τηλεγράφημα πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ τάγματος Καρυᾶς, διατάσσων τὴν ἄμεσον διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος εἰς Ραψάνην, καὶ καθιστῶν αὐτὸν ὑπεύθυνον ἐν περιπτώσει μὴ ἐκτελέσεως τῆς διαταγῆς ταύτης.
§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Πολυβίου Χριστοπούλου, ζητήσαντος νὰ λειτουργῇ συγκοινωνία διὰ διπλῆς ἁμαξοστοιχίας ἐπιβατῶν μεταξὺ Μύλων καὶ Καλαμῶν. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου φαίνεται ὅτι δυσκολεύεται νὰ ἐγκαταστήσῃ διπλῆν ἁμαξοστοιχίαν, ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐπιμένει, ἵνα ἡ διπλῆ ἁμαξοστοιχία ἐγκατασταθῇ τὸ ταχύτερον. Ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ ἡμῶν, οὗτινος γνωστὴ ἡ φιλοπονία, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐγγράφων εὑρέθη καὶ μελέτη μετὰ νομοσχεδίου περὶ σφαγείων καὶ ζῳαγορᾶς τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ὑποβάλλω αὐτὸ σήμερον. Βεβαίως ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν εἶναι νὰ ψηφισθῇ, δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν θὰ κατορθωθῇ τοῦτο, διότι πολὺ ὀλίγος χρόνος ὑπολείπεται διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§21ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ Δημόσιον ὑποβάλλεται εἰς τὴν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένην δαπάνην;
§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ἔργον καθαρῶς δημοτικόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 331).
§24ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δύο ἐπερωτήσεις μου, εἰς ἃς οὐδεμία μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις. Πρώτη ἐπερώτησις εἶναι περὶ τῆς μὴ πληρωμῆς ὑπὸ τοῦ Ταχυδρομείου Πειραιῶς τῶν ἐπιταγῶν, καὶ δευτέρα περὶ τῶν λόγων καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπηγορεύθη ἡ ἐξαγωγὴ ὅπλων καὶ πολεμεφοδίων.
§25ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ προσκομίσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν, διότι καὶ πολλὰς ἀσχολίας ἔχω καὶ Βουλὴν ἔχομεν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προφθάσω εἰς ὅλα. Ἐν τούτοις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ταχυδρομικὰς ἐπιταγὰς, ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐξωμαλύνθη. Ὑπῆρχε μία μικρὰ ἀνωμαλία, ἀλλ’ αὕτη διωρθώθη ἀμέσως· ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐστάλη τὸ ποσὸν ἐκεῖνο. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω σήμερον.
§26ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου, ὅπερ εἴπετε, θὰ παρατηρήσω, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἔλαβον ἐκ Πειραιῶς ἐπιστολὴν, προερχομένην ἐκ μεγάλου ἐμπορικοῦ καταστήματος, παραπονουμένου ὅτι 3,000 δραχμῶν ἐπιταγαὶ δὲν ἐπληρώνοντο αὐτῷ.
§27ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει;
§28ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φέρει 2 Ἰουλίου. Τὸ κατάστημα τοῦτο εἶναι εἰς ἐμὲ ἄγνωστον. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ὑμεῖς λέγετε, ὅτι πράγματι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐν Πειραιεῖ ταχυδρομείου ἀπὸ Ἰουνίου δὲν ἐξηργύρωνε τὰς ἐπιταγάς.
§29ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ εἶναι τῆς 2 Ἰουλίου, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν 6 Ἰουλίου.
§30ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον τοῦτο. Ἀλλὰ λέγω ὅτι εἶναι πολὺ ἄτοπον, ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα νὰ ἀναμένωσιν οἱ ἄνθρωποι, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐκ τῶν ἐπιταγῶν ὀφειλόμενα αὐτοῖς. Ἂν δὲ τοῦτο ἐξηκολούθει τυχὸν νὰ γίνηται, ἔστε βέβαιος, ὅτι θὰ κατηργεῖτο ἐντελῶς ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐπιταγῶν ἐν τῷ ταχυδρομείῳ, ἐξ ὧν οὐ σμικρὰ κέρδη ἀπολαμβάνει.
§31Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πωρθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, — διότι τὰ καταγγελθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου μὲ ἀνησύχησαν, διὰ τοὺς λόγους, οὓς αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκθέτει, — αἱ πληροφορίαι, λέγω, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὅτι ἐξ ἀμελείας τοῦ ταμείου Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφρόντισε νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ἀνεβλήθη ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἡ πληρωμὴ ὡρισμένων ἐπιταγῶν. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐγένοντο τὰ πρῶτα παράπονα, ἀμέσως παρηγγέλθη ὁ Κεντρικὸς ταμίας καὶ ἐφωδίασε τὸ ταμεῖον Πειραιῶς μὲ τὸ ἀνάλογον χρηματικὸν ποσόν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν θέλωμεν νὰ συντελῶμεν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, νὰ μὴ ἐξογκώνωμεν τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου· διότι μία παράλειψις ἀναξία λόγου, δι’ ἣν θὰ δώσῃ λόγον ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, παρίσταται ἐνταῦθα ὡς μέγα κενόν. Ἐπῆλθε μικρὰ ἀναβολὴ ἕνεκα ὀλιγωρίας τοῦ ταμίου Πειραιῶς, ὅστις ὤφειλε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Κεντρικὸν ταμίαν περὶ ἐλλείψεως χρημάτων. Ἔκτοτε ὅμως τὰ πράγματα ἐπανῆλθον εἰς πλήρη τάξιν. Ἀλλὰ, ἐπαναλέγω, ἐξογκοῦντες τὰς πράξεις ταύτας, ἀντὶ νὰ συντελῶμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, συντελοῦμεν ἐναντίον αὐτοῦ.
§32ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐγένετο ὑπερβολή, ἥτις θὰ ἀπολήξῃ εἰς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, καὶ ἤκουσε κατὰ τίνα τρόπον ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ μετὰ πόσης ἐπιθυμίας ἵνα συντελέσω, ὅπως τὸ ταχύτερον διορθωθῇ ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐπιταγῶν ἐν τῷ ταχυδρομείῳ Πειραιῶς, ὡς ἀνεγράφη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἀπήντησεν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀφεώρα εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἐνέργειαν ἔπραξεν, ἤτοι εἶπεν ὅτι τὸ κακὸν διωρθώθη, καὶ περὶ τούτου οὐδεὶς ἔχει νὰ εἴπῃ τι. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγῃ ὅτι μικρά τις ἀταξία ὑπῆρχε, καὶ κατηγορῇ τὸν ἐπερωτῶντα Βουλευτήν, ὅτι παραβλάπτει τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐγὼ βεβαίως εὑρίσκομαι εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δυσκολεύωμαι νὰ ὀνομάσω τὸ κατάστημα, ὅπερ μοὶ ἔγραψε τὴν ἐπιστολήν· εἶναι τὸ κατάστημα ὑπὸ τὸν τίτλον «Γεωργούλης, Τσαρούλης καὶ Σία». Τὸ κατάστημα τοῦτο μοὶ ἔγραψε μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου, ἤτοι τὴν 2 Ἰουλίου. Σᾶς ἀναγινώσκω δὲ καὶ τὴν ἐπιστολὴν αὐτοῦ, βεβαιοῦντος ὅτι ἀπὸ 1 Ἰουνίου μέχρι 2 Ἰουλίου δὲν εἶχεν εἰσπράξει χρήματα ἐξ ἐπιταγῶν. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν).
§33Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται ἀληθῶς περὶ ὑπηρεσιῶν ἐκλογικῶν τῶν συμπολιτῶν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἐμοῦ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀνεγίνωσκε μετὰ προσοχῆς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐπιστολῆς, θὰ εὕρισκε πρόχειρον τὴν ἀπόδειξιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη δὲν βεβαιοῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου βεβαιοῖ, ὅτι δηλ. τὸ κατάστημα αὐτὸ εἶχεν ἐκκρεμεῖς ἐπιταγὰς 3,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξηργυρώθησαν.
§34Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι πάντοτε, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐπερωτῶντες ἡ ἀφορμὴ τῆς χρονοτριβῆς καὶ τῆς ἀπωλείας τοῦ πολυτίμου χρόνου, ἀλλ’ εἶναι πολλάκις αἱ ἐλλιπεῖς ἀπαντήσεις, αἱ διδόμεναι πρὸς τοὺς ἐπερωτῶντας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέστησεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι ἀπὸ 1 Ἰουνίου μέχρι 2 Ἰουλίου, ἤτοι ἐπὶ ἡμέρας 31, ἀνωμαλία τις ἐκράτησε περὶ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἐκ τοῦ καταστήματος τῆς ὑποδιευθύνσεως Πειραιῶς. Ἡ ἁπλουστέρα ἀπάντησις θὰ ἦτο μία κατάστασις, ἐμφαίνουσα τὰς ἀποσταλείσας εἰς τὸν Πειραιᾶ ἐπιταγὰς πρὸς ἐξόφλησιν, καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν. Οὗτος ὁ τρόπος θὰ ἦτο ὁ μόνος κατάλληλος, ἵνα πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ὄντως ἡ παραμέλησις δὲν ἦτο τόσον σημαντική, ὥστε νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀπαντῶντες οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι οὐδεμία χρονοτριβὴ θὰ ἐπέρχηται.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς καταστάσεως τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ.
§36Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ θέμα, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς Ψαρῶν καὶ πλωτάρχης τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ ἔθιξεν, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως θίγει καιριώτατα συμφέροντα, καὶ ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ, τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἄλλοτε, εἰς παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, ὅτε ἐπὶ τὴν ἀρχὴν εὑρίσκετο καὶ πάλιν τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου νῦν προΐσταται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις καὶ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς ἔπραξαν τότε καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, καὶ μάλιστα εἰδικοί, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα τοῦ ἀντιξόου τῶν περιστάσεων, εἴτε διότι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἴσως, παρὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ παρὰ τὰς εἰδικὰς αὐτοῦ μελέτας, ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ δράσῃ, ἡ φωνὴ καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων ὑπῆρξε φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην, καίτοι ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι καὶ ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς εἶναι συντομώτατος καὶ ἡ ὥρα τοῦ ἔτους ἐντελῶς ἀκατάλληλος διὰ μακρὰς συζητήσεις, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμή, νομίζω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, νὰ εἴπω δι’ ὀλίγων, σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως, τὴν γνώμην μου περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ. Ἐνθαρρύνομαι δὲ εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· διότι ὁμολογουμένως ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος, ὅτε κατὰ τὸ 1899 μέχρι τοῦ 1901 διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀρίστας ἀφῆκεν ἐντυπώσεις, ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἐνισχυόμενος καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ ἐκτελέσῃ καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς ὑπουργίας του τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον. Δὲν γνωρίζω τίνα γνώμην ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σήμερον· γνωρίζω τίνας σκέψεις εἶχε κατὰ τὸ 1899, ὅτε ἦτο φίλος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καὶ νῦν ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τὰς σκέψεις ἐκείνας προὐτίθετο καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ. Σήμερον ὅμως τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τοῦ Κράτους εἰσὶν ἐντελῶς ἀλλοῖαι, διότι κατὰ τὸ 1899 εἴχομεν πρὸ ἡμῶν μέλλον αἴσιον, μέλλον τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλλετο, ὅτι τὰ πάντα ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τοῦτο, διότι εἶχον τακτοποιηθῆ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διότι εἶχον τεθῆ βάσεις ὑγιεῖς τῆς εὐεξίας τοῦ τόπου· ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὰς γνώμας καὶ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχει νῦν κατὰ νοῦν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι ταῦτα πρόκειται νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ ἄλλων δεδομένων. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θ’ ἀκολουθήσῃ οὐδὲ τὰς γνώμας οὐδὲ τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐπιβληθείσας ἄλλοθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διοικοῦσαν τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ μεγαλεπήβολα ἐκεῖνα σχέδια, τὰ ἀπαιτήσοντα ἑκατομμύρια πολλά, τὰ ἀπαιτήσοντα θυσίας, καὶ εἰς ἄνδρας καὶ εἰς χρήματα, ὑπερόγκους διὰ τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους ἡμῶν· ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ σταθμίσῃ, θὰ μελετήσῃ, θὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τοῦ τόπου, καὶ ἀφοῦ λάβῃ τὰς ὁδηγίας τῶν συναδέλφων του καὶ τὰ φῶτα τῶν εἰδικῶν, θέλει προβῆ εἰς ἐκτέλεσιν ναυτικοῦ προγράμματος σώφρονος καὶ μεμελετημένου· οὐδὲ εἶναι δυνατὸν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ προβῇ εἰς παραγγελίαν δεκαπεντάδος ἀντιτορπιλλικῶν, ἢ ἕξ θωρηκτῶν καὶ δὲν ἠξεύρω πόσων τορπιλλοφόρων σκαφῶν κατὰ τὰς σκέψεις ἄλλων.
§37Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγένετο, κύριε συνάδελφε, ποτὲ σκέψις περὶ κατασκευῆς δεκαπεντάδος ἀντιτορπιλλικῶν;
§38Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ· ὅταν κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, δύνασθε νὰ ἀνέλθητε καὶ νὰ ἀνασκευάσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ λέγω. Εἶσθε δὲ εἰδικός, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ σᾶς ἀκούσῃ προθύμως.
§39Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἂν μοὶ ἐπιτρέπετε. Ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, τὸ γνωρίζω, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ μοὶ τὸ ὑπομνήσητε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§41Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ μοὶ ἔρχεται, Κύριοι, ἐνστίκτως τὸ ἐρώτημα: εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἔχωμεν τοιαύτας ναυτικὰς δυνάμεις, οἷας ἐπιβάλλουσιν αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν σκέψεις καὶ ὑποχρεώσεις; Εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀποκτήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπιθυμεῖ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολεμικὸν ἡμῶν ναυτικόν; Κατὰ τὴν γνώμην πάντων ἡμῶν, βεβαίως ἡ στιγμὴ δὲν εἶναι κατάλληλος, καὶ δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὡς πάντες γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, εὑρίσκονται εἰς οὐχὶ ἀνθηρὰν κατάστασιν. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἴσως εἰς προσεχὲς μέλλον νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες διακαῶς ποθοῦμεν, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὀφείλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα, πρέπει νὰ περισυλλεγῶμεν, καὶ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σχεδίων ἡμῶν. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πρέπει νὰ μένωμεν ἐν ἀδρανείᾳ; πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις ἐν ἐξαρθρώσει, ἐν παραλυσίᾳ; Πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἐν τῇ ἀποσυνθέσει, — τολμῶ νὰ εἴπω τὴν λέξιν — ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην; Διότι μετὰ πόνου, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, καὶ τὸ γνωρίζετε ἴσως, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Καὶ τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγώ· τοῦτο λέγουσιν οἱ ἁρμόδιοι, τὸ ὁμολογοῦσι πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες μαραίνονται καὶ σήπονται ἐν τῇ ἀργίᾳ, καὶ βαρέως φέρουσι τὴν κατάστασιν ταύτην οἱ βαθμοφόροι, τῶν ὁποίων τετρωμένη εἶναι ἡ φιλοτιμία, διότι συναισθάνονται τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους φέρουσι. Θὰ ἀφεθῶσι λοιπὸν τὰ πράγματα νὰ βαδίσωσι τὴν ὁδὸν τῆς καταστροφῆς; Δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τέλος πάντων σοβαρῶς, καὶ νὰ λάβωμεν σπουδαίαν μέριμναν περὶ τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων; Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τὸ ἐναντίον· ἀλλὰ πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, πρὶν δαπανήσωμεν διὰ τὴν κατασκευὴν ἀντιτορπιλλικῶν, τορπιλλικῶν καὶ θωρηκτῶν, πρέπει, Κύριοι, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ προσώπων, πρέπει νὰ καταγείνωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ ἐν γένει διὰ νομοθετικῶν μέτρων, καὶ ὅταν θὰ ἔχωμεν τέλειον καὶ ἄρτιον ὀργανισμόν, δυνάμεθα βεβαίως, τῶν μέσων ἐπιτρεπόντων, νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ ἀντιτορπιλλικὰ καὶ θωρηκτὰ καὶ ἄλλην ὑλικὴν δύναμιν. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει πρωτίστως περὶ τῶν προσώπων νὰ μεριμνήσωμεν καὶ κατόπιν περὶ τῶν πραγμάτων· διότι ἡ κατάρτισις τοῦ προσωπικοῦ εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ εἶναι ἡ δυσκολωτέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ σπουδαιοτέρα ἐπιχείρησις· ὅταν δ’ ἔχωμεν καλὰ καὶ ἰσχυρὰ στελέχη καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἱκανότητος καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἠθικῆς, ἔχομεν τὰ ¾ τῆς δυνάμεως. Τὴν ὑλικὴν δύναμιν δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ ἀποκτήσωμεν, ὅταν ἔχωμεν τὰ χρήματα, καὶ μόνον ὀλίγον χρόνον θὰ χρειασθῶμεν. Τὸ ναυτικὸν ζήτημα δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ μελετήσωμεν ἐκ τοῦ προχείρου. «Ἔργον τέχνης ἐστὶ καὶ οὐκ ἐκ τοῦ παρέργου μελετᾶσθαι», ἔλεγεν ὁ Θουκυδίδης· τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ φροντίσῃ περὶ ἐλαφροτέρας διασκευῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ πῶς τοῦτο; ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀχρήστων πλοίων, ὧν μέρος καὶ ἐξεποίησεν αὕτη, ὡς τὴν «Μυκάλην» καὶ τὴν «Ὄλγαν», ἀλλὰ βεβαίως ὑπάρχουσιν ἀκόμη πλοῖα ἄχρηστα, πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐκμυζῶσι μέγα μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ναυτικοῦ καὶ τὰ ὁποῖα ἔδει πρὸ καιροῦ νὰ εἶχον ἐξέλθει τῶν τάξεων τῆς ναυτικῆς ἡμῶν δυνάμεως. Ἔχομεν ἱκανὸν ἀριθμὸν ἀχρήστων πλοίων. Δυστυχῶς δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἀκριβῆ σημείωσιν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ μνημονεύσω πρὸς ὑμᾶς τὰ κυριώτερα τῶν πλοίων τούτων, ὧν ἓν εἶναι καὶ ἡ «Σφακτηρία», χάριν τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν ἀσκόπως ἐδαπανήθησαν 400.000 δραχμαὶ διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῶν λεβήτων αὐτοῦ καὶ δι’ ἄλλας ἐπισκευάς, καὶ ὅμως τὸ πλοῖον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ καμμίαν ὑπηρεσίαν, ἐκτὸς ἐὰν θεωρῆται τοιαύτη, ὅτι χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ ἔχῃ θέσιν ὁ κυβερνήτης αὐτοῦ καὶ τὸ ἄλλο προσωπικόν, νὰ χρησιμεύῃ δηλονότι ὡς σκεῦος μισθοτροφοδοτικόν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ «Ναύαρχος Μιαούλης», ὅστις πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ἐκτελέσῃ ἐκπαιδευτικὸν πλοῦν, εἶναι πλοῖον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μεγάλην χρησιμότητα, διότι καὶ παλαιὸν εἶναι καὶ δὲν προσφέρει τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν διὰ τῶν ἱστίων ἐξάσκησιν. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐκποιήσωμεν καὶ τὸ πλοῖον τοῦτο, καὶ νὰ κατασκευάσωμεν ἕτερον πλοῖον, εἰδικὸν ἐκπαιδευτικόν. Μεταξὺ τῶν ἀχρήστων εἶναι καὶ τὸ πλοῖον «Κανάρης», τὸ ἀντιτορπιλλικὸν καλούμενον, ἐνῷ πράγματι εἶναι πλοῖον ἐμπορικόν, μετασκευασθὲν ἐν περιστάσεσι δυσκόλοις τοῦ ἔθνους εἰς ἀντιτορπιλλικόν, ἐνῷ τὰ ἀντιτορπιλλικὰ σήμερόν εἰσι πλοῖα ἄλλου τύπου καὶ ἄλλης χρησιμότητος. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἐκποιηθῇ καὶ ὁ ἀτμοδρόμων «Ἑλλάς», χρησιμεύων ὡς Σχολὴ ναυτικῶν δοκίμων τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ οὐδεμίαν ἔχων πολεμικὴν ἀξίαν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρέλθωμεν καὶ τὰ τορπιλλοβόλα σκάφη, ἐκ τῶν ὁποίων ἀμφιβάλλω ἂν δύο ἢ τρία εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν, καὶ πρέπει νὰ ἐκποιηθῶσιν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, ὡς καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τί στοιχίζουν εἰς τὸ Κράτος, διότι δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ἐπιτακτικὴ νὰ ἐκποιηθῶσι πάντα τὰ εἰρημένα πλοῖα. Πάντα τὰ πλοῖα ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ὑλικὸν ἄχρηστον, εἶναι ὑλικὸν προωρισμένον ὡς βδέλλα νὰ ἐκμυζᾷ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐξαντλῇ αὐτὸν, εἶναι προωρισμένα νὰ φέρωσιν εἰς ἡμᾶς καταστροφὰς, διότι ἔχουσι τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν ναυτικῆς δυνάμεως, ἐνῷ πραγματικῶς δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ σκιά· καὶ φαντάζεσθε ὁποίαν καταστροφὴν δύναται νὰ φέρῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ὑπάρχει δύναμις, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει. Ἡ μόνη δύναμις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὸ ναυτικὸν, τὰ μόνα δηλαδὴ πλοῖα, εἰσὶ τὰ τρία θωρηκτὰ, ἀλλὰ καὶ ταῦτα μετασκευαζόμενα καὶ ἐπισκευαζόμενα καὶ ἀποκτῶντα τὸν ἀναγκαῖον ὁπλισμόν· πρέπει δὲ νὰ εἴπωμεν καθαρὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ θωρηκτὰ, ὡς ἔχουσι νῦν, εἶναι δυστυχῶς πλοῖα μικρᾶς πολεμικῆς ἰσχύος, εἶναι πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς ἐν ἡμέρᾳ δράσεως τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἴσως θὰ προσδοκᾷ ἀπ’ αὐτῶν. Ἀνάγκη ὅθεν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν σπατάλην ταύτην, τοῦ νὰ διατηρῶμεν στόλον ἄχρηστον καὶ ἐπιβλαβῆ· πρέπει νὰ ἐκποιήσωμεν τὰ πλοῖα ταῦτα, καὶ νὰ καταθέσωμεν τὰ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὰ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ ἔδει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἔχω ἄλλην ἰδέαν περὶ ταμείων εἰδικῶν, ἀντίθετον πρὸς ἐκείνην, ἥτις ἐνέπνευσε τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νόμου περὶ τῶν Ταμείων τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Τὰ ταμεῖα τὰ εἰδικὰ θεωρῶ ὡς μύκητας, ὡς παράσιτα εἰς τὸ σῶμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§42Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§43Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὰ ταμεῖα τὰ εἰδικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐξαντλήσουν ἢ νὰ φθείρουν τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, ἀποδεικνύουσι δ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος· διότι εἶναι δυσπιστία καθαρὰ, ὅταν θέλωμεν νὰ δεσμεύσωμεν τὰς χεῖρας ἡμῶν, καταθέτοντες ἰδιαιτέρως χρήματα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς καὶ περιορίζοντες ἡμᾶς αὐτοὺς διὰ τῶν νόμων. Καὶ τί πράττομεν; Λαμβάνομεν ἐκ τοῦ ἑνὸς θυλακίου καὶ θέτομεν εἰς τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον συνήθως εἶναι διάτρητον, καὶ τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ φεύγει, χωρὶς οὐδὲν νὰ ἀφίνῃ ἴχνος τῆς εἰσόδου του ἐν τῷ θυλακίῳ ἢ τὴν σκωρίαν μόνον. Θὰ ἐνόουν τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ἀλλ’ ὡς ταμεῖα πολέμου, τὰ κεφάλαια τῶν ὁποίων θέλουσι χρησιμεύσει ὡς κεφάλαια κινήσεως εἰς στιγμὴν ἀνάγκης, εἰς στιγμὴν πολεμικῆς δράσεως, καὶ οὐχὶ νὰ χρησιμεύσωσι τὰ ταμεῖα ταῦτα εἰς τὸ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαὸν βάρη, τὰ ὁποῖα θέλουσι χρησιμοποιηθῆ διὰ τὴν κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καίτοι τοῦτο εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω, σκοπὸς ἐθνικὸς, διότι ἡ κάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων φέρει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ἥτις εἶναι κεφάλαιον πολυτιμότατον. Ἀλλ’ εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν πρωτίστως περὶ προσώπων καὶ οὐχὶ περὶ πραγμάτων. Ἐννοῶ, λέγων περὶ προσώπων, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ καὶ πεπαλαιωμένος εἶναι καὶ ἀνεφάρμοστος ἐν πολλοῖς· τὸ πρῶτον δὲ μέλημα, τὸ ὁποῖον Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ, ἂν θέλῃ νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, εἶναι ἡ κατάρτισις ἑνὸς σοβαροῦ Ἐπιτελείου. Καὶ ὑπεβλήθησαν μὲν νομοσχέδια κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑπέβαλε, νομίζω, νομοσχέδιον περὶ Ἐπιτελείου, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει τέλος πάντων ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κάμῃ νόμον ἓν ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἔχομεν Ὑπουργεῖον, ὅτι ἔχομεν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν πολεμικοῦ Ὑπουργείου ἄνευ Ἐπιτελείου; Ἀμφιβάλλω, ἂν ὑπάρχει Κράτος, ἔστω καὶ ὀλίγας μονάδας θαλασσίας δυνάμεως διαθέτον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ἑνιαίαν διεύθυνσιν, ἥτις ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ὁρίζῃ, τί δέον γενέσθαι. Ἡ ὕπαρξις Ἐπιτελείου σημαίνει σχέδιον, σημαίνει πρόθεσιν καὶ πεποίθησιν, ὅπως ἐργασθῶμεν περὶ τῆς ναυτικῆς ἡμῶν ἀνορθώσεως, ἀλλὰ θὰ σημαίνῃ συγχρόνως, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ διευθύνῃ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἡ πρόνοια, ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ μεμελετημένη ἀπόφασις. Σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν ὑπάρχουσι μάχιμοι ἀξιωματικοὶ ἢ μόνον ὁ προσωπάρχης καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ, ἀλλὰ καὶ τούτων ἡ δρᾶσις εἶναι ἐντελῶς περιωρισμένη. Πάντες οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ εἶναι οἰκονομικοί, εἶναι μηχανικοί, εἶναι ὑπαξιωματικοί. Εἶναι λοιπὸν δυνατόν, ὁ Ὑπουργὸς ὁ μὴ ἔχων εἰδικὰς γνώσεις, εἰσερχόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ἔστω καὶ ἂν ἔχῃ ὅλην τὴν διάθεσιν, ὅλον τὸν ζῆλον νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του, εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τι προοδευτικὸν διὰ τὸν κλάδον του; Οὐδέποτε! Καὶ θέλομεν εὑρεθῆ, Κύριοι, καὶ πάλιν, ἐὰν δὲν μεριμνήσητε περὶ τοῦ καταρτισμοῦ Ἐπιτελείου, θέλομεν εὑρεθῆ ὅπως εὑρέθημεν κατὰ τὸ 1897, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ συμβουλεύηται τοὺς λογιστὰς καὶ ὑπολογιστὰς τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοὺς ἄλλους οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμβουλεύηται καὶ ἰατροὺς διὰ τὴν δρᾶσιν τοῦ στόλου! Καὶ ἐνθυμοῦμαι τοῦ ἑξῆς διαλόγου τὴν διαμοιβήν: — «Τί νομίζεις, ἰατρέ; νὰ βομβαρδίσωμεν τὸ Καρὰ–Μπουρνοῦ, ἢ νὰ μεταβῇ ὁ στόλος εἰς τὴν Θεσσαλονίκην; (γέλωτες). — «Πράξατε, ὅ,τι θέλετε, κύριε Ὑπουργέ! καὶ τὸ ἓν καλὸν καὶ τὸ ἄλλο καλλίτερον» (γέλωτες).
§44Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ συμβουλεύηται αὐτούς.
§45Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἦτο ὑποχρεωμένος, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἶχεν ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ συμβουλευθῇ, τῶν ὁποίων νὰ ζητήσῃ τὰ φῶτα καὶ τὰς γνώμας. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ εὑρισκόμενοι τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ εὑρίσκοντο ἐπὶ τῶν πλοίων, κύριε Ὑπουργέ· τίνα ἠθέλετε νὰ συμβουλευθῇ;
§46Α. ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Ἀφοῦ δὲν καταλάβαινεν ὁ ἄνθρωπος, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ἄλλους, ἂς ἦσαν καὶ πολῖται (γέλωτες).
§47ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ τότε Ὑπουργὸς εἶναι ἀπών, δὲν εἶναι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνεται λόγος περὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ.
§48Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὅταν ἀφηγῆταί τις ἐπεισόδιον, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ μάλιστα ὀνόματα, δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου ἀπόντων, ἀπορῶ δέ, πῶς ἀποτείνετε μομφὴν πρὸς ἐμέ, λαλοῦντα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Μάθετε δὲ, ὅτι ἔχω συνείδησιν καὶ ἐπίγνωσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγω, καὶ ἦτο περιττὴ ἡ παρέμβασίς σας αὕτη εἰς τοιαύτην συζήτησιν.
§49Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν, ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ ζήτημα;
§50Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, παρακαλῶ· δὲν ἐπιτρέπει.
§52Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης ἀπολύτως, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Ἐπιτελεῖον, διότι ἄνευ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν ναυτικὸν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, ὅτι σοβαρῶς σκεπτόμεθα περὶ τῆς ναυτικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως, περὶ τῆς ναυτικῆς ἡμῶν ἐπιβολῆς· διότι πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐπιβολῆς τακτικῆς καὶ οὐχὶ μόνον περὶ τοῦ νὰ γίνηται λόγος, ὅτι ἔχομεν τακτικὰς δυνάμεις. Πρέπει νὰ ἐπιβαλλώμεθα, διότι οὕτω μόνον θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἤμεθα κύριοι τῆς θαλάσσης, διότι τότε μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὰς προσδοκίας τὰς ἐθνικὰς καὶ εἰς τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὑπὸ ἔποψιν μὲν θάρρους εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῶμεν, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν ὀργανισμοῦ πρέπει νὰ λάβωμεν ταχίστην μέριμναν. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν καλεῖται νὰ δράσῃ· τίς θέλει δώσει εἰς αὐτὸ τὰ σχέδια; πῶς θέλουσιν ἐνεργήσει αἱ διάφοροι μονάδες, ἔστω καὶ ἐν μοίρᾳ συγκεκροτημέναι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἑνιαία διεύθυνσις; Διότι καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἀρχηγὸς τοῦ στόλου, ὁ ἀρχηγὸς οὗτος θὰ ἀναλάβῃ μὲν τὴν διοίκησιν, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ καταρτίσῃ καὶ ἐφαρμόσῃ ἓν σχέδιον. Ἀλλὰ πῶς; Θέλει καταρτίσει τοιοῦτον προχείρως, τῇ συνεργασίᾳ τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων τῶν ὑπὸ τὰς διαταγάς του; Ἀλλὰ τότε ποία πεποίθησις δύναται νὰ ὑπάρχῃ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος; Ἐνῷ, ἐὰν ὑπάρχῃ Ἐπιτελεῖον, τοῦτο θέλει μεριμνήσει περὶ πάντων, καὶ θὰ ἀπόκηται εἰς τὸν στόλαρχον νὰ κανονίσῃ μόνον κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς του. Πάντως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σχέδιον ἐκπονηθὲν ὑπὸ τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου θὰ ἦναι ψυχὴ τοῦ ναυτικοῦ.
§53Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξετέλεσα ἐγὼ τοῦτο κατὰ τὸ 1897, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς ἔθηκα τὸν τότε ναύαρχον μακαρίτην Μιλτιάδην Κανάρην.
§54Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐγένετο τοῦτο διὰ νόμου.
§55Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ Διατάγματος.
§56Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διαφέρει· πρέπει νὰ γείνῃ διὰ νόμου. Πρέπει νὰ μορφωθῇ τὸ Ἐπιτελεῖον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἓν σῶμα αὐτοτελὲς, τὸ ὁποῖον νὰ σκέπτηται περὶ τῶν ναυτικῶν ὑποθέσεων, τόσον περὶ τῶν γενικῶν, ὅσον καὶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν, καὶ ἐπὶ τῶν γνωμῶν αὐτοῦ νὰ ἔχῃ νὰ κρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ νὰ φωτίζῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προτείνῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλει εἰς αὐτὸν ὑποδείξει τὸ Ἐπιτελεῖον. Σήμερον βαδίζομεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ περιοριζόμεθα εἰς τὴν κατάρτισιν προχείρων ἐπιτροπῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀναμένομεν νὰ διορθώσωσι τὰ κακῶς κείμενα διὰ νομοθετημάτων προχείρων. Μόνη ἡ ὕπαρξις Ἐπιτελείου, ἐννοεῖται, δὲν εἶναι ἀρκετή· ἀπαιτοῦνται καὶ πολλὰ ἄλλα στοιχεῖα, διὰ νὰ φθάσῃ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπὴν, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ θέλησις τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ καὶ ἡ διάθεσις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος· ἀλλ’ ἂς προβῶμεν, διὰ νὰ κάμωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναδιοργανώσεως, εἰς τὴν σύστασιν Ἐπιτελείου.
§57Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ Ἐπιτελείου, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη.
§58Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νὰ τὸ ὑποβάλητε καὶ πάλιν, διὰ νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕτερόν τι, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ μεριμνήσῃ τὸ Κράτος, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι συγγενὲς, συναφὲς, καὶ ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τοῦτο δ’ εἶναι ὁ Ναύσταθμος. Ὁ Ναύσταθμος εἶναι μία λέξις, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιλαμβάνονται πλεῖσται ἔννοιαι, πλεῖστα ὅσα συμφέροντα καὶ διὰ τὸν στόλον καὶ διὰ τὸν δημόσιον θησαυρόν. Διὰ νὰ ἔχητε ναυτικὸν ἄρτιον καὶ ἕτοιμον ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, πρέπει νὰ ἔχητε Ναύσταθμον, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν κυριωτέραν βάσιν τοῦ ναυτικοῦ, διότι ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσιν ἐναποθηκευμένα πάντα τὰ χρειώδη τοῦ στόλου. Ὅταν δὲν ἔχητε Ναύσταθμον ἢ ἔχητε πλημμελῆ τοιοῦτον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ναυτικὸν, διότι, ὅταν εὑρεθῆτε ἐν πολέμῳ, ἐὰν εὑρεθῆτε ποτὲ, ἔχητε δὲ ἀνάγκην νὰ καθαρίσητε τὰ πλοῖα ὑμῶν καὶ δὲν ἔχητε δεξαμενὴν, θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ πέμψητε αὐτὰ εἰς Μελίτην ἢ εἰς Γένουαν ἢ εἰς Τουλών. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἦναι τελείως ὠργανωμένος ὁ Ναύσταθμος, ὅ,τι δὲ κυρίως ἀποτελεῖ τὴν τελειότητά του εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐπαρκοῦς δεξαμενῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἦναι δυνατὸς ὁ καθαρισμὸς τῶν πλοίων, διότι τὰ θωρηκτὰ ἔχουσιν ἀνάγκην καθαρισμοῦ καὶ ἐπισκευῆς κατὰ ἑξάμηνον... Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε συνάδελφε ἐκ Σπετσῶν;
§59Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§60Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξητε, ἡ φθορὰ θὰ ἦναι ἡ συνέπεια ἡ ἀναπόδραστος τῆς ἀμελείας καὶ ἀδρανείας ἡμῶν. Ἡ βελτίωσις πάντων τούτων δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνας, οὐδὲ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλάβῃ, ὅτι πρόκειται εἰς ἄλλας θυσίας νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος. Δυνάμεθα διὰ τῶν ὑπαρχόντων πόρων, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν μεγαλεπήβολα καὶ ἀνεφάρμοστα σχέδια, νὰ φροντίσωμεν πρωτίστως περὶ αὐτῶν τῶν οὐσιωδῶν πραγμάτων. Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ὁ Ναύσταθμος ἢ ἀφ’ ὅτου ὁ Ναύσταθμος μετεφέρθη ἐκ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα, δὲν γνωρίζω ὁποία καὶ ὁπόση ἐγένετο ἐργασία, οὔτε προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς διὰ λεπτομερειῶν· τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα διὰ τὰ Συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ὁλονὲν δαπανῶνται εἰς ὑλικὰ καὶ ἡμερομισθίους — καὶ λέγω ἡμερομισθίους, διότι πάντες ἐργάζονται, ἐλάχιστοι δ’ εἰσὶν ἐκεῖνοι, δι’ οὓς γίνονται παραβλέψεις. — Ἀλλ’ ἡ ἐργασία, ἡ ὑπ’ αὐτῶν ἀποδιδομένη ἰσοῦται τῷ μηδενί. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχομεν ἄλλα ἀποτελέσματα ἢ τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς βασιλικὴν θαλαμηγόν. Εἶναι ἑπομένως βέβαιον, ὅτι σπουδαία ἐργασία δὲν γίνεται. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὰ Συνεργεῖα ἐν Ναυστάθμῳ; δυνάμεθα ἀζημίως νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτὰ ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον, τὰς δὲ ἐργασίας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Ναύσταθμος, νὰ δώσωμεν εἰς ἰδιωτικὰ ἐργοστάσια, ἐνισχύοντες οὕτω, κατά τινα γνώμην, τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, τὴν ὁμολογουμένως μεγάλως ἀναπτυχθεῖσαν ἐν Πειραιεῖ; Πρακτικῶς σκεπτόμενος λέγω, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀλλ’ ἐξετάζων τὰ πράγματα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διαβλέπω τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ διατρέξῃ τὸ πολεμικὸν ἡμῶν ναυτικὸν, ἐὰν ἀναθέσωμεν εἰς ἰδιώτας τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ ὄχι εἰς ἄνδρας στρατιωτικῶς συντεταγμένους. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται πρέπει νὰ ἐκτελῶνται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἀλλὰ πρέπει ὁ Ναύσταθμος νὰ παρασκευασθῇ οὕτως, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκτελῇ ταχέως καὶ ἀκριβῶς πᾶσαν τεχνικὴν ἐργασίαν. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἐν συντομίᾳ καὶ περὶ ἄλλων τινῶν θεμάτων, περὶ τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν θερμαστῶν τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν καὶ ἀρκετὰ φλέγον καὶ ἐπεῖγον, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν λαμβάνετε ἢ σκέπτεσθε νὰ λάβητε ἀποφάσεις περὶ παραγγελίας πολεμικῶν πλοίων, ἀμφιβάλλω ἂν ἐσκέφθητε πῶς θὰ κινήσητε τὰ πλοῖα ταῦτα. Ἔχετε τὸ ἀπαιτούμενον προσωπικὸν μηχανικῶν; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἂν ἐνθυμεῖται τὸν ἀριθμὸν τῶν μηχανικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχητε ἀριθμόν, ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι εἰκονικός, διότι βεβαίως δὲν ἀνταποκρίνεται τὸ ποιὸν αὐτῶν πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου, καὶ μάλιστα ηὐξημένου, ὅταν προστεθῶσι καὶ αἱ μέλλουσαι νὰ κατασκευασθῶσι μονάδες. Σήμερον ὁ ἀριθμὸς τῶν μηχανικῶν εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς δὲν εἶναι ἐπαρκής, οὔτε ὑπὸ ἔποψιν ποσοῦ οὔτε ὑπὸ ἔποψιν ποιοῦ· καὶ πταίει εἰς τοῦτο ἡ Πολιτεία καὶ μόνη, ἥτις ἐθεώρησε τὸν μηχανικὸν κλάδον ὡς δευτερεύοντα, καὶ οὐδέποτε σπουδαίως ἐφρόντισε περὶ αὐτοῦ, ἐξ ἐναντίας ἀφῆκεν αὐτὸν εἰς τὴν τύχην του, καὶ ἐν πολλοῖς ἐζημίωσεν αὐτόν, καὶ ἐνέβαλεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀπογοήτευσιν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀντὶ νὰ προστατεύσῃ τὸν κλάδον ἐν γένει, ἐπροστάτευσε τὰ ἄτομα, καὶ ἀναλόγως τῶν ἀξιώσεων αὐτῶν ἐγένοντο νόμοι, καὶ βλέπομεν ὅτι τρεῖς διάφοροι νόμοι διέπουσι τὰ τοῦ ναυτικοῦ καὶ ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν προαγωγήν. Δὲν ἔχετε λοιπὸν ἀξιωματικοὺς μηχανικούς, διότι δὲν ἐφροντίσατε νὰ ἐξέλθῃ τις τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, διὰ νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι καὶ ἄριστος μηχανικὸς ἐν τοῖς πλοίοις, διότι, διὰ νὰ γείνῃ τοιοῦτος, χρειάζεται προπόνησις πρακτικὴ καὶ μακρά, ἥτις δὲν παρέχεται εἰς αὐτούς, οἵτινες καὶ φιλότιμοι εἶναι καὶ φιλόπονοι καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐργασθῶσιν, ἀλλὰ δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν οὔτε εἰς τὴν φιλοτιμίαν των οὔτε εἰς τὴν μάθησίν των, διότι στεροῦνται τῆς ἀπαιτουμένης πείρας... (διάλογοι θορυβώδεις).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σιωπή, παρακαλῶ. Δὲν δύναται ὁ ἀγορεύων νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις!
§62Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι θέμα, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει, φαίνεται, τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἔχουσιν ἄλλα ζητήματα σοβαρώτερα, ἀλλὰ ταῦτα θὰ ἐξετάσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀδιαφορίαν καὶ τὴν ἀναλγησίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ πρὸς τὰ ναυτικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν πράγματα!
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ ὑβρίζετε, κύριε Βουλευτά. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Σᾶς ἀκούομεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς.
§64Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Καὶ μάλιστα ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχετε ἄδικον, διότι, ἐὰν ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ τι τέλειον τὸ ναυτικόν μας, εἶναι οἱ μηχανικοί.
§65Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ, διὰ νὰ αὑτοθαυμασθῶμεν· τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν δὲν τὸ γνωρίζετε σεῖς, κύριε Συνοδινέ, καὶ ἦτο ἄκαιρος ἡ διακοπή σας.
§66Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω.
§67Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Πολὺ νευρικὸς εἶσθε, κύριε συνάδελφε.
§68Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀκολουθῶ τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (ἱλαρότης). Γνωρίζετε τοὺς μηχανικούς, καὶ τοὺς γνωρίζουσι πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δηλ. ἔχουσιν ἱκανότητα, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν· ὁμιλῶ δὲ γενικῶς καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐξαιρέσεων. Δὲν ἔχουσι πλόας μακροὺς ἐκτελέσει, ὅπως ἀσκηθῶσι μὲ τὴν θάλασσαν πρὸς ἀπόκτησιν καὶ ἀντοχῆς, ἣν πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπὲρ πάντα ἄλλον, διότι αὐτοὶ εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ πλοίου, ἡ κινητήριος αὐτοῦ δύναμις. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ Σχολὴ μηχανικῶν, ἐν ᾗ νὰ μορφῶται ὁ κατώτερος, ὁ ὑποκελευστὴς, ὥστε, ὅταν φθάσῃ εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν, νὰ ᾖναι τελείως κατηρτισμένος καὶ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἔποψιν, τὴν καὶ σπουδαιοτέραν. Ἐκ παραλλήλου δὲ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ Σχολὴ θερμαστῶν, διότι εἶναι ὁμολογούμενον ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ναυτικοῦ, ὅτι θερμαστὰς δὲν ἔχομεν, καὶ ὅτι οἱ θερμασταὶ δὲν παρασκευάζονται ἀπὸ σήμερον ἕως αὔριον, ἐκ τοῦ προχείρου· χρῄζουν καὶ οὗτοι προπονήσεως μακρᾶς. Σήμερον τί γίνεται; Κατατάσσονται ὡς θερμασταὶ οἱ πρῶτοι τυχόντες, μεταβαίνουσιν εἰς Πόρον, εἰς τὸ ἐκεῖ Προγυμναστήριον, καὶ διὰ τῶν ψηφίδων (χαλικίων) ἀσκοῦνται εἰς τὴν τροφοδοσίαν τῶν κλιβάνων. Οὐχὶ δὲ πρὸ πολλοῦ χρόνου μοὶ διηγήθησαν ἐπεισόδιον, ἥκιστα ἐποικοδομητικόν, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐπὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρὰ», ἐρχομένου ἐκ Μελίτης. Ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ὁ μηχανικὸς τοῦ πλοίου καὶ εἶπε πρὸς τὸν κυβερνήτην : «Κύριε κυβερνῆτα, εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν, διότι ἕνεκα τοῦ σάλου πάντες οἱ θερμασταὶ εἶναι στρῶμα ἐκ τῆς ναυτίας !». Καὶ ὁ κυβερνήτης ἠναγκάσθη νὰ ποδίσῃ, κατὰ τὴν ναυτικὴν ἔκφρασιν. Λοιπόν, Κύριοι, μὲ θερμαστὰς τοιούτους καὶ μηχανικοὺς φιλοτίμους μὲν καὶ ἱκανοὺς θεωρητικῶς, ἀλλὰ στερουμένους τῆς πείρας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέπητε εἰς αὔξησιν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ἔχητε Σχολὴν πρακτικὴν διὰ τοὺς μηχανικούς, διατὶ τοὐλάχιστον δὲν ἀποστέλλετε αὐτοὺς εἰς ξένους στόλους, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν; Ἀποστέλλετε τοὺς μαχίμους ἀξιωματικούς.
§69Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ τοὺς οἰκονομικούς.
§70Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀποστέλλετε τοὺς μαχίμους, καὶ καλῶς πράττετε, καὶ, ὅπως μοὶ ὑπενθυμίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀποστέλλετε καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, διὰ νὰ ἐκπαιδευθῶσι καὶ οὗτοι, καὶ δαπανᾷ τὸ Κράτος δι’ ἀποστολὰς οἰκονομικῶν, καὶ φειδωλεύεται διὰ τοὺς μηχανικούς ! Δὲν γνωρίζω ποῖαι σκέψεις ὤθησαν τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, τὸν ἀναλαβόντα τὴν εὐθύνην τῆς ἀποστολῆς οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν· ἐγὼ θεωρῶ τοῦτο ὡς σπατάλην, διότι ἀποστέλλονται οὗτοι εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ συνηθίσωσι τί; νὰ σπουδάσωσι τί; Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικοὺς ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δύνανται ἄριστα νὰ ἐκπαιδευθῶσιν εἰς τὰ ἐνταῦθα νοσοκομεῖα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν τελείως. Αἱ δαπάναι δὲ, αἵτινες διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοιούτων ἀξιωματικῶν ἐν Εὐρώπῃ διατίθενται, δύνανται νὰ διατίθηνται σκοπιμώτερον ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ κλάδου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, πρέπει νὰ γείνῃ μελέτη—καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,—περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαρρυθμίσεως τῶν τοῦ ναυτικοῦ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ᾖναι δυνατὸν πολλὰ νὰ οἰκονομηθῶσιν ἐκ τῶν σήμερον δαπανωμένων, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ χρησιμεύσωσιν αἱ οἰκονομίαι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν τοῦ ναυτικοῦ. Ἡ Προπαιδευτικὴ Μοῖρα, ἡ εὑρισκομένη ἐν Πόρῳ, εἶναι δυνατὸν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας νὰ συνενωθῇ μετὰ τοῦ Ναυστάθμου. Δὲν λέγω ὅτι ἡ ἐργασία ἡ γινομένη ἐν Πόρῳ δὲν εἶναι ἱκανοποιητική· ὁμολογουμένως οἱ πάντες φιλοτίμως ἐργάζονται, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐνθαρρύνῃ ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ δώσωμεν γνώμην, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον τὸ καθεστώς. Χάριν λόγων οἰκονομικῶν ἰδίως πρέπει τὸ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον νὰ ἑνωθῇ μετὰ τοῦ Ναυστάθμου, συνενουμένων δὲ τῶν δύο ὑπηρεσιῶν ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν, θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καρποὺς ἀγλαωτέρους...
§71Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ θέσις τοῦ Ναυστάθμου· δὲν ὑπάρχει ὕδωρ.
§72Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Περὶ τῆς καταλληλότητος ἢ μὴ τοῦ Ναυστάθμου δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν, διότι πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων· ἡ ἔλλειψις ὅμως τοῦ ὕδατος δύναται νὰ θεραπευθῇ διὰ δεξαμενῶν καὶ δι’ ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα εἰδικοὶ ἄνδρες ἤθελον συστήσει· καὶ ὑπάρχουσι, νομίζω, ἐκθέσεις τοῦ ἄλλοτε Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε, νομίζω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης—δὲν ἐνθυμοῦμαι—ἢ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν· διότι εἶναι πολὺ περίεργον, Κύριοι, καὶ παράδοξον τὸ θέαμα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὅτι οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν λαμβάνουσι μισθὸν ἠλαττωμένον, μισθὸν ξηρᾶς, οἱ δὲ τῆς δυτικῆς πλευρᾶς μισθὸν θαλάσσης· ἐπίσης οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ τοῖς Λιμεναρχείοις ὑπηρετοῦντες λαμβάνουσι μισθὸν ξηρᾶς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχομεν δύο διαφόρους ἀποδοχὰς, καὶ ὡς ἐκ τούτου γεννᾶται ἀντιζηλία, καὶ τὸ αἴσθημα τὸ ἐνυπάρχον ἐν τῷ ἀτόμῳ, τὸ αἴσθημα τοῦ κέρδους, τοῦ νὰ θέλῃ δηλ. ἕκαστος νὰ λάβῃ τὴν θέσιν, ἥτις ἔχει τὰς μεγαλειτέρας ἀποδοχὰς, γίνεται πρόξενον εἰς διενέξεις, αἵτινες βεβαίως δὲν συντελοῦσιν εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ συναδελφικοῦ πνεύματος. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν καὶ εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπως ὑπάρξῃ ὁμοιόμορφος μισθοδοσία, χάριν τῆς τάξεως καὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλετε προβῆ εἰς τὴν μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν πάντων, ὅσα ἔλαβον τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς οἰκονομίας· καὶ τὰς οἰκονομίας γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ. Δὲν πρέπει νὰ παραλείψω νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πρώτιστον καὶ κύριον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τὰ ἄχρηστα πλοῖα, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ἐκμύζησιν ταύτην τὴν σιγανὴν, ἀλλὰ καὶ ἐξαντλητικὴν, τὴν γινομένην εἰς τὰ δημόσια αὐτοῦ οἰκονομικὰ, ἀπὸ τὸ ἄχρηστον αὐτὸ ὑλικόν· πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τοῦ προσωπικοῦ, καὶ ἰδίως νὰ μεριμνήσῃ περὶ παγιώσεως τῆς πειθαρχίας, θὰ παγιωθῇ δὲ αὕτη, ὅταν ἀρχίσῃ συστηματικὴ ἐργασία. Μόνον διὰ τῆς ἀόκνου ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε διακαῶς ποθοῦσι καὶ ἐπιζητοῦσιν οἱ φιλότιμοι ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, θέλει παγιωθῆ καὶ ἑδραιωθῆ ἡ πειθαρχία, διότι τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ καιρὸς εἰς μεμψιμοιρίας καὶ διενέξεις. Πρέπει νὰ παύσωσι πλέον, ἐὰν θέλωμεν νὰ ζήσωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν προσδοκίας μέλλοντος αἰσιωτέρου, πρέπει νὰ παύσωσι, λέγω, τὸ «δὲν πειράζει» καὶ τὸ «ἄ! τὸν καϋμένον», διότι τὸ «δὲν πειράζει» καὶ τὸ «ἄ! τὸν καϋμένον» θὰ φέρωσιν ἡμᾶς εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον μικρὸν θὰ ἀπέχῃ τῆς ἀποσυνθέσεως, καὶ θέλει ἔλθει ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἡ λαῖλαψ ἡ λαϊκὴ, ἀγρίως ἐπερχομένη, θέλει σαρώσει οὐ μόνον ἡμᾶς τοὺς καθημένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ θέλει παρασύρει καὶ ἄλλους, οἵτινες οὐδεμίαν φέρουσιν εὐθύνην, διότι ἡμεῖς τοὺς συνηθίσαμεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ἡμεῖς ἐποδηγετήσαμεν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸ τεσσαρακονταετὲς διάστημα! (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§73ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Ἀπριλίου 1904, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τὴν ἀκόλουθον νομοθετικὴν ἐργασίαν: 1) Περὶ συστάσεως λαχείου ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. 2) Περὶ συστάσεως Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. 3) Περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. 4) Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ᾼΦΕʹ « περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου», ᾼΥϞΘʹ «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας», καὶ ᾼΥϞΗʹ «περὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ». 5) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡϞϚʹ νόμου περὶ Διευθύνσεως τοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ, καὶ περὶ συστάσεως κεντρικῆς ναυτικῆς φαρμακαποθήκης». 6) Περὶ παροχῆς χρηματικοῦ ποσοῦ δι’ ἐκτάκτους δαπάνας παραστάσεως εἰς τοὺς γενικοὺς ἀξιωματικοὺς ἀρχηγοὺς, εἰς τοὺς πλοιάρχους, μοιράρχους καὶ εἰς τοὺς κυβερνήτας τῶν πολεμικῶν πλοίων, τῶν ἀποστελλομένων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. 7) Περὶ συστάσεως θέσεως οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου. 8) Περὶ προσωπικοῦ τῶν συνεργείων τοῦ Β. Ναυστάθμου. 9) Περὶ κατατάξεως διπλωματούχων τῆς Σχολῆς τῶν μηχανουργῶν τοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου ὡς ἀρχικελευστῶν μηχανικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. 10) Περὶ συστάσεως Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ Σχολείου. 11) Περὶ μηχανικῶν τῶν ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων. 12) Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ᾼΡΟΗʹ νόμου τῆς 17 Ἀπριλίου 1884 «περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου». 13) Περὶ τῆς διὰ σκαφάνδρων ἁλιείας σπόγγων. 14) Περὶ αὐξήσεως τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Κατ’ ἄλλην δὲ συνεδρίασιν ὑπέβαλον δύο ἕτερα νομοσχέδια: 1) Περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. 2) Περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρχικελευστῶν, πυροβολητῶν, ὁπλιτῶν καὶ μηχανικῶν. Νομίζω, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ ἐνδεικτικὰ τῆς ἐργασίας, ἥτις ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας ἐγένετο, καὶ ἱκανὰ νὰ μετριάσωσι τὴν ἄδικον κατὰ τοῦ παρελθόντος ἐπίθεσιν ἀνεξετάστως καὶ ἐν συνοχῇ αὐτοῦ. Συντάσσων, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1905, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου πλῆρες ναυτικὸν πρόγραμμα, ἀποβλέπον οὐ μόνον εἰς τὴν τελείαν συμπλήρωσιν τοῦ ὑλικοῦ μέρους τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀρτίαν μόρφωσιν τῶν διαχειρισθησομένων αὐτὸ, ὡς ἡ εἰρημένη ἀπαρχὴ τῆς ἐμῆς νομοθετικῆς ἐργασίας δηλοῖ. Εἶχον ὑπ’ ὄψει μου πρόγραμμα στηριζόμενον ἐπὶ τῆς θεωρίας, ὅτι ὁ στόλος παντὸς Κράτους εἶναι ἡ ζῶσα καὶ ἐνεργὸς ἀναπαράστασις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, καὶ συνεπῶς δέον ἡ ἀναδιοργάνωσις καὶ σύνταξις τοῦ στόλου νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς γεωγραφικῆς τοποθεσίας τῆς χώρας, τῶν πολιτικῶν καὶ ἐθνικῶν βλέψεων τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν πόρων τῆς Πολιτείας, ἣν πρόκειται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ. Τὰς σκέψεις δὲ ταύτας ὡς βάσιν ἔχων, προέβαινον εἰς τὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ναυτικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν διοικητικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν χρησιμοποιήσεως καὶ τελείας συμπληρώσεως τῶν ὑλικῶν ἡμῶν στοιχείων καὶ μέσων. Πολιτικὰ ὅμως γεγονότα μὲ ἀπεμάκρυναν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ εἶδον μὲν εὐχαρίστως, ὅτι ὁ ἐμὸς διάδοχος κ. Μαυρομιχάλης ἐδέχθη τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐμοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε καὶ προφορικῶς, παραδίδων αὐτῷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐγνώρισα αὐτῷ, ἐπεζήτησεν ὅμως τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τόσον ἀστόχως, ὥστε σπουδαίως ἐφοβήθην, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς ἐντελῶς ἀλλοῖα ἀποτελέσματα τῶν προσδοκωμένων· δι’ ὃ ἐσκέφθην νὰ ζητήσω, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ, ὅσον οἷόν τε τάχιον, τῆς μελέτης καὶ ἐξετάσεως τῶν ναυτικῶν τῆς χώρας ἡμῶν πραγμάτων. Τὸ ἀπαίσιον ὅμως γεγονὸς τῆς δολοφονίας τοῦ ἀειμνήστου Πρωθυπουργοῦ μετέβαλε καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδόθη ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἀφορμὴ, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἄνδρα δράσεως καὶ ἀρίστων διαθέσεων, νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ τὰ μέτρα, δι’ ὧν τὸ ναυτικὸν ἡμῶν θέλει ἀνακύψει, ἀναλαμβάνον τὴν πρέπουσαν αὐτῷ περιωπὴν, διὰ τῆς τελείας καὶ ἀσφαλοῦς ἐπιτελέσεως τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Ὁ δὲ προορισμὸς τοῦ Ναυτικοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν εἶναι ἁπλοῦς. Ἡ Ἑλλὰς, ἐπικειμένη τῆς Μεσογείου θαλάσσης, ἀξιοῖ οὐ μόνον τὰ σκῆπτρα ἐπὶ τῆς ἐπικυριαρχίας αὐτῆς, νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ αὐτῆς δίκαια τελείως νὰ θεραπεύσῃ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ τὸν προορισμὸν τοῦτον τοῦ ναυτικοῦ ἔχων ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ λάβῃ πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀναδείξει τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἀντάξιον τῶν ἐλπίδων καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§74ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε, ἐκτὸς τοῦ νόμου περὶ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ποῖα ἄλλα ἐψηφίσθησαν;
§75ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ περὶ αὐξήσεως τῶν φαρικῶν τελῶν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τὸ περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§76ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὴν φιλοπονίαν σας, ἐπαινῶ τὴν ἐνέργειάν σας, ὅτι ὑπεβάλετε τόσα νομοσχέδια, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι.
§77ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄντως ὑπεβλήθησαν περὶ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, διότι δὲν συνετάχθησαν ἐπὶ ποδός. Ἂν δ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτῶν, τί πρὸς ἐμέ; Ἀνέφερα δ’ αὐτὰ οὐχὶ ἵνα ἀποδείξω τὴν φιλοπονίαν μου, ἀλλ’ ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας συνάδελφον. Εἴθε δὲ καὶ ὑμεῖς νὰ ἐκτελέσητε τοιαύτην ἐργασίαν.
§78ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος ἠρκέσθη νὰ ἀναφέρῃ τινὰ περὶ τῶν ὑφισταμένων διατάξεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. Ὁμιλήσας περὶ θερμαστῶν, εἶπεν ὅτι αἱ κείμεναι διατάξεις περὶ κατατάξεως τῶν θερμαστῶν δὲν εἶναι αἱ πρέπουσαι· ὁμιλήσας περὶ ναυτοπαίδων, ἐκάκισε τὴν διάταξιν τὴν ἰσχύουσαν περὶ τὴν κατάταξιν αὐτῶν, προσθέσας συνάμα, ὅτι οἱ ναυτόπαιδες προσλαμβάνονται ἐκ τῶν ὁδῶν μεταξὺ τῶν ἀγυιοπαίδων· ἀλλὰ δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι κατατάσσονται οἱ ἔχοντες κηδεμόνα ἐγγυώμενον δι’ εἴκοσι δραχμὰς κατὰ μῆνα κλπ., τοῦτο δὲ καὶ μόνον εἶναι ἀρκετὸν, ἵνα ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν λαμβάνονται ἐκ τῶν ὁδῶν, ἀφοῦ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πᾶσαι αἱ τοῦ νόμου τούτου διατάξεις καὶ ἐν γένει αἱ περὶ κατατάξεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τηροῦνται. Ὁ κ. συνάδελφος κατέληξεν εἰπὼν, ὅτι τὸ ἰσχῦον ἐκπαιδευτικὸν ἐν γένει σύστημα ἔχει ἀνάγκην μεγάλης δαπάνης· ἀλλὰ δὲν μᾶς ὑπέδειξε καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην δαπάνης τοιαύτης.
§79Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας εἶπον, ὅτι δὲν ἰσχύει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη.
§80ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Εἴπετε ὅτι αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις περὶ ναυτοπαίδων, αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις περὶ θερμαστῶν κλπ. δὲν εἶναι αἱ πρέπουσαι, καὶ ὅτι τὸ ἰσχῦον σύστημα εἶναι πολυδάπανον.
§81ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται.
§82ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Ἔστω, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται. Καὶ ἐγὼ ἐπιμένω ὅτι τηροῦνται. Εἶπε πρὸς τούτοις, ὅτι ἔχομεν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου περιβεβλημένον δι’ ὡρισμένων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ· ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα εἶναι ἀνεπαρκής· ἀλλ’ ὁ κύριος συνάδελφος ὑπηρέτησεν ὡς ὕπαρχος εἰς τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν, καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ, τίνι τρόπῳ δύναται ἡ ὑπηρεσία αὕτη νὰ κατασταθῇ ἐπαρκής. Εἶπε προσέτι, ὅτι οἱ πλόες τοῦ «Μιαούλη» δὲν παρέχουσι τελείαν τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ δοκίμου, διότι ἡ κίνησις τοῦ «Μιαούλη» γίνεται δι’ ἀτμοῦ, καὶ ἐπρότεινεν ὅτι καλλίτερον θὰ ἦναι, ὁ πλοῦς τῆς γενικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ναυτικῶν δοκίμων νὰ ἐκτελῆται διὰ τῶν ἀτμομυοδρομώνων. Μεθ’ ὅλας ὅμως ταύτας τὰς παρατηρήσεις του ὁ κ. συνάδελφος δὲν μᾶς ὑπέδειξεν ἐν γένει καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ λυσιτελῆ καὶ ἀποτελεσματικὰ διὰ τὴν πρόοδον τοῦ ναυτικοῦ. Μετὰ τὸν ἐκ Ψαρῶν ἀξιότιμον συνάδελφον παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, ὅστις ἀνῆλθεν εἰς πολὺ ὑψηλότερα ζητήματα καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ναυτικὸν εὑρίσκεται εἰς ἐντελῆ παραλυσίαν. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ παραλυσία, κύριε συνάδελφε, τὴν ὁποίαν παρατηρεῖτε εἰς τὰς τάξεις τοῦ ναυτικοῦ; Ἰσχυρίσθητε ὅτι ἐλλείπει ἡ ἐργασία, ἀλλ’ ἡ ἐργασία κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν δύναται νὰ συντελῆται ἐξ ἰδίας θελήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ἐργασία εἰς τὸ στράτευμα δὲν ἐπιβάλλεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς φιλοτιμίας τῶν ἀποτελούντων αὐτό· θέλετε νὰ κινῆται ὁ στόλος, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρέχῃ τὰ μέσα τῆς κινήσεως αὐτοῦ. Προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι πρέπει νὰ πωληθῶσιν ὅλα τὰ σκάφη, καὶ νὰ μείνωσι μόνον τὰ τρία θωρηκτά. Ἀλλὰ θεωρεῖτε ὡς ἄχρηστον ὑλικὸν τὸ «Ἄκτιον» καὶ τὴν «Ἀμβρακίαν»; θεωρεῖτε ὡς ἄχρηστον ὑλικὸν τὰ γερμανικῆς κατασκευῆς τορπιλλοβόλα;
§83Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὅλα τὰ ἄλλα σκάφη ὑμεῖς τὰ θεωρεῖτε χρήσιμα;
§84ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Ὑμεῖς δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶχε συσταθῇ μία ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν τῶν διαφόρων κλάδων, ἥτις διὰ πρωτοκόλλου ὑπέδειξε τίνα σκάφη εἶναι ἄχρηστα, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἐκποιηθῶσι πρὸς ὄφελος τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἅτινα καὶ ἐξεποιήθησαν.
§85ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἄχρηστα;
§86ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Οἱ εἰδικοὶ εὗρον, ὅτι τὰ ἄλλα εἶναι χρήσιμα· δὲν δυνάμεθα δὲ ἡμεῖς νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην νὰ καταδικάσωμεν ἐντεῦθεν ὡς ἄχρηστα σκάφη, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξήτασαν αὐτὰ, εὗρον χρήσιμα. Κατόπιν τῶν ἀξιοτίμων τούτων συναδέλφων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀνέφερεν, ὅτι ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες σχέδιον ὀργανώσεως τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅτι κατέστρωσε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1905 ἐπὶ τῇ βάσει πλήρους ὀργανώσεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὑποβληθέντα, δὲν βλέπω νὰ ἀπετέλεσαν πλήρη ὀργάνωσιν τοῦ ναυτικοῦ, γενόμενα νόμοι τοῦ Κράτους. Μεγίστην ὑπηρεσίαν ἤθελον παράσχει εἰς τὸ ἔθνος οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοί, ἐὰν ἐφρόντιζον νὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας, ὅτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, εὗρεν ἰσχυούσας, ἀκριβῶς δὲ πᾶσαι αἱ διατάξεις αὐταί εἰσιν αἱ συνταχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ μακαρίτου ναυάρχου Lejeune καὶ τῆς Γαλλικῆς ἐν γένει ἀποστολῆς, αἵτινες εἶχον ἐπιθεωρηθῆ καὶ ἐπεξεργασθῆ ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἀφῆκε τὰς λαμπροτέρας ἀναμνήσεις τῆς ἐν γένει δράσεώς του.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος ἦτο;
§88ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κύριος Θεοτόκης.
§89ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ θέμα, ὅπερ ἀνεκινήθη ταύτην τὴν ἑσπέραν, εἶναι ἓν τῶν δύο ἢ τριῶν σπουδαιοτάτων θεμάτων, ἅτινα καθῆκον ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Βουλή. Καὶ εἶναι μὲν θέμα, ὅπερ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον τὰ τῆς καταρτίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔρχονται, καὶ ἰδίως καθ’ ὃν τρόπον τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι πιθανὸν ὅτι θέλουσι συζητηθῆ, εἶναι δύσκολον νὰ ἐλπίσῃ τις ἐξέτασιν ἐπαρκῆ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Λυποῦμαι δι’ ὅτι ταύτην τὴν ἑσπέραν λίαν συνοπτικῶς τὰ πράγματα ἐξετέθησαν καὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ προκληθῇ, ὅσον ἔδει νὰ προκληθῇ, εὐρεῖα ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς εἰς τοσοῦτο καίριον θέμα. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχῃ ὀργανισμὸς καὶ Ὑπουργεῖον ἐν Ἑλλάδι, οὗτινος ὀργανισμοῦ, οὗτινος Ὑπουργείου αἱ δαπάναι κατὰ μέγα μέρος, δύναται μετ’ ἀσφαλείας νὰ ῥηθῇ, ὅτι ῥίπτονται εἰς τὴν θάλασσαν, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο καὶ ὁ ὀργανισμὸς εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ ὀργανισμὸς ὁ ναυτικός. Κατ’ ἐξοχὴν θαλάσσιον ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν καὶ μετὰ στοργῆς πάντοτε μεριμνῆσαν περὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς θαλάσσης, ἀφοῦ κατώρθωσε, μετ’ ἀγῶνας, οἵτινες ἀνεβίβασαν τὸ ναυτικὸν ἔργον ἐπί τινα χρόνον εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀνέλθῃ καὶ σταθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἐκ παραδόσεως ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ σταθῇ, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐν τοῖς θαλασσίοις πράγμασι διὰ μιᾶς ἐτράπη τὴν πρὸς τὰ κάτω ἄγουσαν, καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες καὶ οὗ τὴν ἀκρίβειαν, ἀντὶ νὰ ἀναιρέσῃ, ἐπεκύρωσε δι’ ὅσων εἶπεν ὁ τέταρτος ἀγορεύσας, ὑποδείξας καὶ αὐτὸς τὴν ἀποσύνθεσιν, ἥτις βασιλεύει ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν. Ἡ συζήτησις αὕτη δὲν εἶναι συζήτησις εὐθύνης βαρυνούσης τοὺς σήμερον κατέχοντας τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια· ἡ συζήτησις αὕτη ἀναφέρεται εἰς ὅλον τὸ ἀπὸ δεκαετίας περίπου καθεστὼς, εἰς πάντας τοὺς κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον κυβερνήσαντας τὰ κοινά. Καὶ ὄχι μόνον πάντες ὅσοι ἐκάθησαν ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἐνέχονται, ἀλλ’ ἐνέχονται σὺν αὐτοῖς καὶ αἱ Βουλαί, αἵτινες ἐσιώπησαν, καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἀνοχὴ ἡμῶν ἡ μεγάλη, ἡ προθυμία, ὅπως συγκαλύπτωμεν ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν εἶναι ἄξια συγκαλύψεως, ἐκεῖνα, ἅτινα ἀπ’ ἐναντίας πρέπει ν’ ἀποκαλύπτωνται καὶ δεικνύωνται, ἵνα ἀποφύγωμεν καταστροφάς, αὕτη ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ προθυμία εἰς συγκάλυψιν ἔφερε τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἐκεῖ, ὅπου πράγματι ἐρρίφθη, καίτοι δὲν ἐλλείπουσιν ἐν αὐτῷ τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, ἐὰν θέλωμεν, ἐκεῖ, ὅπου πᾶς Ἕλλην ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ ποθεῖ. Καθ’ ὃν χρόνον ἐξερράγη ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος, τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος εἶχε κατορθωθῆ νὰ θεωρῆται ὑπέρτερον ἐκείνου, καθ’ οὗ εἶχε νὰ πολεμήσῃ. Κατωρθώθη νὰ πιστευθῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο πρᾶγμα ἀληθῶς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ στόλος ὁ τουρκικὸς ἔμεινε κεκλεισμένος ἐκεῖ, ὅπου ἦτο καὶ πρότερον ἠγκυροβολημένος. Δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ τότε εἴχομεν φθάσει εἰς τοιαύτην περιωπὴν, ὥστε ἀληθῶς νὰ ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἐν ὥρᾳ συγκρούσεως ἠθέλομεν ἄρει τὸ κέρδος, ὅπερ ἀνεμένομεν ἐκ τῆς ἐργασίας τῆς ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον ἐκτελεσθείσης ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ πεποίθησις περὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ χάρις εἰς τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐκυριαρχήσαμεν τῆς θαλάσσης, μὴ γνωρίσαντες ὅμως νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς θέσεως τῆς τοιαύτης, τῆς ὑπερόχου. Ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου τὰ πράγματα τελείως ἀνεστράφησαν. Ἐπιμέλεια, προσοχή, προαγωγὴ καὶ πρόοδος τῶν ναυτικῶν πραγμάτων τῆς γείτονος Ἐπικρατείας. Ἀμέλεια, ἀπροσεξία, κατάπτωσις τῶν προόδων τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, ἀναμφισβήτητοι δυστυχῶς· ἂν δ’ ἤθελέ τις τυχὸν ἐπιχειρήσει ν’ ἀμφισβητήσῃ ταῦτα, ἤθελε φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην τοὺς εἰδικωτέρους νὰ εἴπωσι πράγματα, ἅτινα βεβαίως δὲν συμφέρει ἐνταῦθα νὰ ἀκουσθῶσιν. Ἐὰν ταύτην τὴν ὥραν ὑψώσητε τὸ βλέμμα πρὸς τὰς κορυφὰς τοῦ ναυτικοῦ, — ὄχι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, διότι ὁ Ὑπουργὸς κυβερνᾷ, πολιτικῶς ἐργαζόμενος ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ, — πρὸς τοὺς ναυάρχους... Ἐὰν στρέψητε τὸ βλέμμα πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, θέλετε εὕρει ἐν αὐτῷ δύο ἄνδρας, ἔχοντας ἔκ τινος παρασκευῆς ἱκανότητά τινα, ὥστε νὰ ἀξιῶσι μετὰ λόγου νὰ διοικήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποβλέψητε εἰς τὴν θάλασσαν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πλὴν ἑνὸς ἴσως, ὅστις ὁπωσδήποτε ἐκυβέρνησε θωρηκτὸν, καὶ ἀπὸ θωρηκτοῦ στολίσκον, οὐδεὶς ὑπάρχει, ὅστις νὰ δύναται ἐν ὥρᾳ κινδύνου, ἐν ὥρᾳ ἐργασίας, νὰ ἀναβιβασθῇ ἐπὶ θωρηκτοῦ, νὰ κυβερνήσῃ θωρηκτὸν ὡς ναύαρχος, καὶ ἀπὸ θωρηκτοῦ στόλον. Εἶναι ἀρχὴ ἀπαράβατος εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ὅτι ὁ μὴ κυβερνήσας θωρηκτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ εἰς ἀξίωμα ἐπιβάλλον τὸ καθῆκον νὰ κυβερνήσῃ στόλον, νὰ προαχθῇ εἰς θέσιν στολάρχου. Καὶ αὕτη ἡ ἀρχή, ἡ κυβερνῶσα πάντων τῶν ἐθνῶν τὸ ναυτικὸν ἔργον, αὕτη ἡ ἀρχὴ, ἣν ἀρτίως καὶ ἐπιμελέστατα διετύπωσεν ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ ὁ ναύαρχος Lejeune, ἐφ’ ἧς πρὶν ἢ ἐγκαταλίπῃ τὴν Ἑλλάδα μετ’ ἐπιμονῆς ἐφρόντισε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῶν Ὑπουργῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἡγεμόνος, παραδοὺς εἰς ἡμᾶς τοιοῦτο παράγγελμα, αὕτη ἡ ἀρχὴ τελείως παρημελήθη, καὶ ταύτην τὴν στιγμήν, γινομένης ἴσως μιᾶς ἐξαιρέσεως, οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ὁ κυβερνήσας θωρηκτὸν καὶ ἀπὸ θωρηκτοῦ στόλον.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιττὰ τὰ ὀνόματα· ἀρκεῖ τὸ γεγονός· διότι, ἐὰν ὀνομάσωμεν τοῦτον, κατ’ ἀνάγκην ὀνομάζομεν καὶ τὸν ἄλλον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἀσφαλίζῃ ἡμᾶς σήμερον ἡ κατάστασις, εἰς ἣν διακείμεθα μετὰ τὴν ἐν ἔτει 1897 καταστροφήν, καὶ ἡ μετ’ αὐτὴν ἡσυχία, ἆρά γε τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ φροντίσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ πράγματα τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν καὶ νὰ καταστήσωμεν δυνατὸν μετὰ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἐργασίαν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ σώματος τοῦ ναυτικοῦ, ὅπερ περιλαμβάνει ἀξιωματικοὺς πεπαιδευμένους καὶ ἀξίους πάσης τιμῆς, θέλουσιν ἀναδειχθῆ ἄνδρες ἱκανοὶ νὰ διοικήσωσιν ἔπειτα στόλον; Περὶ τούτου οὐδεμίαν εἶδον φροντίδα κατάλληλον. Καὶ ταῦτα λέγων δὲν ἀποβλέπω εἰς εὐθύνας τῶν νῦν κυβερνώντων· ἀποβλέπω εἰς τὸ δεκαετὲς παρελθὸν, τὸ μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς ἐξακολουθοῦν, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες γενικῶς δὲν ἐμεριμνήσαμεν περὶ τοῦ θέματος τούτου παντελῶς.
§92Α. ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Ἡ μόνη βελτίωσις εἶναι νὰ τὰ βγάλωμεν, κύριε Δραγούμη, διὰ δέκα ἔτη εἰς τὴν ξηράν.
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἐν ἀρχῇ ἀγορευσάντων ὀρθὰ, ἀλλ’ ἐλέχθησαν δυστυχῶς ὀλίγα. Ἡ ἐκπαίδευσις ἡ κατωτέρα γίνεται σχεδὸν ὁλόκληρος εἰκονική. Σχεδὸν πάντα τὰ πτυχία, ἅτινα παραχωροῦνται εἰς τοὺς οὕτως ἐκπαιδευομένους ἐν τῇ κατωτέρᾳ ἐκπαιδεύσει, εἶναι πτυχία ἀδιαφορίας καὶ χάριτος. Εἰσέρχονται οἱ ἄριστοι τῶν ναυτῶν τῆς Εὐρώπης εἰς τὸ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον, ὅπως διδαχθῶσι, τυραννοῦνται, ἐκτελοῦσι προθύμως καὶ μετὰ μεγίστης φιλοπονίας ὅ,τι παραγγελθῶσι, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἐξέρχονται ἀδίδακτοι, καὶ ἐκτὸς τῶν ναυτῶν τοῦ καταστρώματος, σχεδὸν πάντες οἱ ἄλλοι δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἄξιοι τῶν ποικίλων ἐκείνων ὀνομασιῶν, δι’ ὧν διακρίνονται καὶ χαρακτηρίζονται κατὰ τάξεις οἱ πτυχιοῦχοι. Ἡ ἐκπαίδευσις ἡ ἀνωτέρα εἶναι σχεδὸν πάντοτε ἀνεπαρκής. Δὲν εἶναι μόνον ἀτελὴς κατ’ ἐκεῖνα, καθ’ ἃ κατ’ ἀνάγκην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν αὐτὴν πολὺ ἐντελῆ, διότι ταῦτα συνεπάγονται μεγάλας δαπάνας, ἀλλ’ εἶναι ἀτελὴς καὶ κατ’ ἐκεῖνα, δι’ ἃ οὐδεμία καταβάλλεται δαπάνη. Ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος πολυτελεστέρου, ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ ἡ ἐκπαίδευσις νὰ χωρῇ πρὸς τὰ ἐπάνω, ἡ ἐκπαίδευσις ἢ χωρεῖ πρὸς τὰ κάτω ἢ μένει στάσιμος. Ἐὰν ἐξετάσητε, τί δαπανᾶται εἰς τὸ ναυτικὸν διὰ τὴν κίνησιν τῶν πλοίων, καὶ θέσητε κατὰ μέρος τὰ δαπανώμενα εἰς τὰς ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας, εἰς τὰ ἀπαραίτητα διὰ τοὺς ἀτμομυοδρόμωνας, διὰ τὰ πλοῖα τὰ κινούμενα πρὸς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἢ ἄλλας, ἐὰν ἀφαιρέσητε, λέγω, τὰ δαπανώμενα ἐκεῖ καὶ ἀποβλέψητε εἶτα εἰς τὸ πολεμικὸν μέρος τοῦ στόλου, τὸ καθαυτὸ μάχιμον καὶ ἐκπαιδευτικόν,— διότι ἔχομεν ἐκπαιδευτικὰ πλοῖα ἐστερημένα μὲν μαχίμου ἀξίας, ἀλλὰ πολλὴν ἔχοντα ἀξίαν ὡς ἐκπαιδευτικά,— θὰ ἴδητε, τίς ἡ δαπάνη ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ γινομένη. Τοῦτο θέλουσι καταστήσει κατάδηλον οἱ πίνακες, οὓς ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχωμεν μετά τινας ἡμέρας, διότι ἐζήτησα αὐτοὺς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ πίνακες δύο ἐτῶν, οἵτινες ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου εἶχον κατατεθῆ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας συντεταγμένοι, θέλουσι δείξει ὑμῖν, τί συμβαίνει ἐν τῷ ναυτικῷ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡς Ὑπουργὸς τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ τὸν ἔντιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, κατέθηκεν ἐν ἔτει 1900 καὶ 1901 πίνακας τῆς κατὰ πλοῖον καταναλώσεως τῶν γαιανθράκων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ὧν τηρήσας ἔχω ἐνταῦθα ἀντίγραφα. Ὡμίλησα δὲ τότε διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ὡμίλησα κατὰ τρόπον ὡσαύτως γενικὸν, καίτοι ἠγόρευον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ ἀγόρευσίς μου εἶχεν εἰδικώτερον σκοπὸν, ἐπίθεσιν κατὰ τῆς πολιτικῆς τῶν κυβερνητῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου. Ἐν τῷ πίνακι τοῦ ἔτους 1900 τί παρατηροῦμεν; Ὅτι πρῶτον πλοῖον κατὰ τὴν ἐν τῷ πελάγει διαδρομὴν, κατὰ τὰ διανυθέντα μίλια, παρίσταται ἡ θαλαμηγὸς «Ἀμφιτρίτη»· 9600 μίλια, καὶ κατανάλωσις 1265 τόννων ἀνθράκων, ἤτοι τὸ τρίτον τῆς καταναλώσεως ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου, πλὴν τῆς τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη». Δεύτερον πλοῖον, ἀλλὰ κινηθὲν πολὺ ὀλιγώτερον, ἔρχεται τὸ θωρηκτὸν «Ψαρά»· 1806 μίλια, 860 τόννοι γαιανθράκων, — γινώσκετε δὲ ὅτι τὰ θωρηκτὰ καταναλίσκουσι πολὺ περισσοτέρους γαιάνθρακας. — Ἔπειτα τὰ ἐκπαιδευτικὰ πλοῖα «Ἀχελῷος» καὶ «Εὐρώτας» εἶχον 4213 μίλια τὸ ἓν καὶ 4026 τὸ ἕτερον, καὶ ἐξώδευσαν, διότι ἱστιοπλοοῦσιν, ἐκεῖνο μὲν 88 τόννους γαιανθράκων, τοῦτο δὲ 76. Μετ’ αὐτὰ ἔρχεται ἡ «Κρήτη» μετὰ 3186 μιλίων καὶ καταναλώσεως 320 τόννων γαιανθράκων, καί τινα μικρὰ πλοῖα ὑπηρετικά, 5750 μίλια ἡ «Πάραλος», καὶ 2475 ἡ «Ἀφρόεσσα», τόννοι δὲ γαιανθράκων 410 καὶ 138, καὶ ἡ «Μυκάλη», ἥτις, νομίζω, κατεδικάσθη ἤδη ὡς ἄχρηστος...
§94ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξεποιήθη.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. μὲ 1515 μίλια, καὶ 190 τόννους γαιανθράκων. Ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ πίνακος τούτου βλέπετε, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἐκπαιδευτικὴ, ἀκριβῶς εἰπεῖν, ἐργασία δὲν ἐγένετο, ἐκτὸς μιᾶς, τῆς ἀποστολῆς τοῦ «Μιαούλη» εἰς τὸν Ὠκεανόν. Ὁ «Μιαούλης» κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο διήνυσε 13120 μίλια, ἐπὶ καταναλώσει γαιανθράκων 1020 τόννων, καὶ ὁ πλοῦς ἐκεῖνος ἐχαρακτηρίσθη ἐκπαιδευτικός. Καὶ τὸ ἑπόμενον δὲ ἔτος ἐπανελήφθη ὅμοιος πλοῦς, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἠκούσθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπαινούμενος, ὅτι ἀληθῶς εἰς αὐτὸν ὀφείλεται — καὶ εἰς αὐτὸν πράγματι ὀφείλεται — ἡ τοιαύτη ἐκπαιδευτικὴ μέριμνα. Οἱ τοιοῦτοι πλοῖ, γινόμενοι ὑπὸ πλοίου ἀνήκοντος εἰς ναυτικὸν Κράτους πλουσίου καὶ δυναμένου νὰ δαπανήσῃ πολλὰ εἰς τὴν ἐν γένει ἐκπαίδευσιν, δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνεκτοὶ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ναῦται καὶ ἀξιωματικοὶ ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους εὑρίσκονται μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ θαλάσσης, συγχρωτίζονται μετὰ τοῦ ὑγροῦ στοιχείου περισσότερον, καὶ ἐθίζονται εἰς τὸν ἐν τῇ θαλάσσῃ βίον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ βλέπουσι καὶ ἐπισκέπτονται παραλίας καὶ λιμένας· ἀλλὰ πέραν τούτου οὐδεμίαν ἀξίαν ἐκπαιδεύσεως ναυτικῆς, ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ναυτικὴ ἐπιστήμη τῶν σημερινῶν χρόνων, οὐδεμίαν, λέγω, ἀξίαν τοιαύτην ἔχουσιν οἱ πλοῖ οὗτοι· καὶ πάντες οἱ εὐπαίδευτοι καὶ ἄξιοι τιμῆς ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ τοιαύτην γνώμην ἁπανταχοῦ ἠκούσθησαν ἐκφέροντες. Τὸ ἑπόμενον ἔτος ὁ «Μιαούλης», οἰκονομικώτερον νῦν, ἐξετέλεσεν ὅμοιον πλοῦν, λαβόντος τότε τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπιβάλῃ μακροτέραν τὴν ἱστιοπλοΐαν. Χάρις εἰς τὴν τοιαύτην πρόνοιαν ὁ «Μιαούλης» διήνυσε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο 16570 μίλια, ἀντὶ τῶν 13000 τοῦ προηγουμένου ἔτους, δαπανήσας γαιάνθρακας 1762 τόννους, ἀντὶ τῶν 1020 τοῦ προηγουμένου ἔτους.
§96ΠΟΛΛΟΙ. Τότε ἐδαπάνησε περισσότερα.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄ! ναί! ἔχετε δίκαιον. Συνέχυσα μετὰ τοῦ πλοῦ τοῦ ἔτους 1899. Ὁ πλοῦς τοῦ ἔτους 1900 ὑπῆρξεν οἰκονομικώτερος, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς τὸν πλοῦν τοῦ ἔτους 1899, καθ’ ὃν διηνύθησαν 8740 μίλια, καὶ ἐδαπανήθησαν 1500 τόννοι γαιανθράκων. Οἱ πλοῖ ἦσαν τρεῖς. Τοῦ τρίτου δὲ τοὺς ἀριθμοὺς ἀνέγνωσα κατὰ παραδρομήν, ἀντὶ τῶν ἀριθμῶν τοῦ πρώτου. Ὁ τρίτος οὗτος πλοῦς ἔχει ἀριθμὸν μιλίων 16570, καὶ κατανάλωσιν 1762 τόννων γαιανθράκων, ἐγένετο δὲ ἐν ἔτει 1901. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰ τῆς κινήσεως τῶν πλοίων τοῦ στόλου, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι πρωτοστατοῦσα ἔρχεται καὶ πάλιν μετὰ τὸν «Μιαούλην» ἡ θαλαμηγὸς «Ἀμφιτρίτη», 11926 μίλια, δηλαδὴ 2326 μίλια περισσότερα τοῦ προηγουμένου ἔτους, μετὰ καταναλώσεως 1566 τόννων γαιανθράκων. Μετὰ τὴν θαλαμηγὸν «Ἀμφιτρίτην» ἔρχεται ἡ ἀτμοτελωνὶς «Ἐρμούπολις», 8570 μίλια, 81 τόννοι γαιανθράκων, διότι εἰργάσθησαν τὰ ἱστία. Ἔρχονται ἔπειτα τὰ θωρηκτά: «Ψαρὰ», 5841 μίλια, 1700 τόννοι γαιανθράκων· «Ὕδρα», 3076 μίλια, 738 τόννοι γαιανθράκων· «Σπέτσαι», 3000 μίλια, 570 τόννοι γαιανθράκων. Ἀλλ’ οὐδεμία ἐργασία ἐκπαιδευτική· ἄλλη ἡ ἐνασχόλησις τοῦ στόλου τῶν θωρηκτῶν, οὐχὶ ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ προγράμματος τοῦ ναυάρχου Lejeune. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ «Μυκάλη», 4491 μίλια, 634 τόννοι γαιανθράκων· ὁ «Ἀχελῷος» 3880 μίλια· ὁ «Ἀλφειὸς», δέκα πλοῖ, ὧν οἱ δύο μόνον ἐκπαιδευτικοί, 522 μίλια, 48 τόννοι γαιανθράκων, καὶ ὁ «Εὐρώτας», 2959 μίλια, 92 τόννοι γαιανθράκων, μετ’ ὀλιγωτέρων μιλίων καὶ μετ’ ὀλιγωτέρας δαπάνης, διότι, ὡς φαίνεται, βοηθητικῶς μετεχειρίζοντο καὶ τὰ ἱστία. Τοιαῦτα τὰ τῶν δύο τούτων ἐτῶν. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ οἱ πίνακες τῶν ἐτῶν 1902–1904, οὓς ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει προσκομίσει ζητηθέντας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέλουσι παραστήσει ὁμοίας, ὁμοιοτάτας ἀναλογίας· ἔχω μάλιστα τὸν φόβον, μήπως ἡ πολυτελὴς δαπάνη τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν εἶναι μεγαλειτέρα ταύτης, ἣν ἠκούσατε ἐνταῦθα. Διότι, Κύριοι, εἰς τὸν ἐλεύθερον ἡμῶν τόπον, τὸν τόπον τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας, τοῦ Συντάγματος τοῦ κοινοβουλευτικὴν χροιὰν κατὰ τὸν Ἀγγλικὸν τύπον ἔχοντος, παρουσιάζονται δυστυχῶς ἐν τῷ ναυτικῷ πάντα ἐκεῖνα τὰ φαινόμενα, ἅτινα κατήνεγκον εἰς ἀπώλειαν τὸ μέγιστον Κράτος τῆς Εὐρώπης, τὴν Ρωσσίαν, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν τῆς μικροτάτης Ἑλλάδος πρὸς τὸν Γολιὰθ τὸν Ρωσσικόν, ἀναλογιῶν γίγαντος πρὸς νάννον, ἅτινα ἐγένοντο παραίτια τῆς προσφάτου καταστροφῆς τῆς Ρωσσικῆς δυνάμεως κατὰ θάλασσαν, καὶ ἐπέδρασαν ὀλεθρίως καὶ ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ πολέμου τοῦ κατὰ ξηράν. Δαπάναι ἄστοχοι καὶ σπατάλη, παρ’ ὅλην τὴν ναυπήγησιν λαμπρῶν πλοίων, καὶ ἐλευθερία εἰς τοὺς ἀξιωματικούς νὰ περιφέρωνται ἄνευ ἐργασίας, καὶ παντοῖα ἄλλα ἄτοπα, ὧν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς παρεμφερῆ ἐνταῦθα, ἐν Ἑλλάδι, συνετέλεσαν, ὥστε ἡ Ρωσσία, καίπερ ἔχουσα κραταιὸν στόλον καὶ πλοῖα νεότευκτα, ἰσχυρότερα τῶν Ἰαπωνικῶν, νὰ μὴ δυνηθῇ μηδὲ μίαν νίκην νὰ καταγάγῃ, καὶ σύξυλα ἢ μᾶλλον συσσίδηρα νὰ ἀπολέσῃ σχεδὸν πάντα τὰ ἀποτελοῦντα τὸν στόλον αὐτῆς πλοῖα, ὧν ἐλάχιστα μόνον ἐσώθησαν. Ἐὰν ἀποβλέψητε εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἐν Ρωσσίᾳ διοικοῦνται, —καὶ συνέπεσε νὰ διατρίψω ἐν Ρωσσίᾳ ἐπί τινα χρόνον πρὸ τῆς τελευταίας καταστροφῆς καὶ ν’ ἀκούσω ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ, ὅπου ἡ φωνὴ μόλις μεταξὺ τεσσάρων τοίχων ἀκούεται, τὰ συμβάντα,—θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐν τῇ σμικρότητι ἡμῶν καὶ ἐν τῷ μικρῷ ἡμῶν κύκλῳ διοικούμεθα ναυτικῶς καθ’ ὅμοιον τρόπον. Δὲν ἐστερεῖτο ἡ Ρωσσία πεπαιδευμένων ἀξιωματικῶν, οὐδὲ ἀνδρείας ἐστεροῦντο οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῆς· δὲν ἐστερεῖτο οὐδ’ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τούτων πάντων ἡ ἀξία ἐξεμηδενίσθη ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διῳκοῦντο τὰ τοῦ ναυτικοῦ. Καὶ ὅλη ἡ δυσαναλογία εἰς δαπάνας, εἰς λαμπρότητα ναυτικὴν, ὅλη ἡ παρασκευὴ ἀνδρείων καὶ ἐν τῷ πλείστῳ καλῶν ἀξιωματικῶν, τὰ πάντα εἰς μάτην. Αὐτοκρατορία δὲ 120,000,000 ψυχῶν, μεγίστην ἔχουσα ἐπιβολὴν καὶ προκαλοῦσα τὴν εὐλάβειαν καὶ αὐτῶν τῶν Μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ἐταπεινώθη εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν ὑπὸ Κράτους, περὶ οὗ πάντες ἐν Ρωσσίᾳ ἐν ἀρχῇ ὡμίλουν μετά τινος περιφρονήσεως, ὡς περὶ ἀγνώστου μικροῦ Δαυίδ. Ἐὰν δὲ θελήσητε ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὰ ἐκεῖ γενόμενα, ζητοῦντες ἐξήγησίν τινα τοῦ κακοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ Ρωσσία εἶναι τὸ πρῶτον Κράτος ἐν τῷ Κόσμῳ ὑπὸ ἔποψιν θαλαμηγῶν. Εἶχον τὴν περιέργειαν, πολλάκις ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα, νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν Γαλλικὴν Ναυτικὴν Ἐπετηρίδα τοῦ παγκοσμίου ναυτικοῦ, ἥτις κατ’ ἔτος ἐκδίδεται ἐπισήμως, καὶ νὰ ἀναζητήσω ἐκεῖ ἐπιμελῶς τὰς θαλαμηγούς. Καὶ ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς στατιστικῆς μου ἐργασίας: «Aide—Mémoire de l’ officier de la Marine 1903» — εἶναι ὀλίγον παλαιὸν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἔχω νεώτερον. — Κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο, ἡ Γερμανία ἔχει θαλαμηγὸν 1, ἡ Ἀγγλία θαλαμηγοὺς 3, ἡ Βουλγαρία θαλαμηγὸν 1, ἡ Δανιμαρκία θαλαμηγὸν 1, ἡ Ἱσπανία θαλαμηγὸν 1, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς — μετὰ τοῦ μεγίστου ἐκείνου καὶ λαμπροῦ στόλου, ὅστις κατήγαγε τόσας νίκας, — θαλαμηγὸν 1, ἡ Ἑλλὰς θαλαμηγοὺς 2 — καὶ δὲν περιλαμβάνει ἡ Ἐπετηρὶς καὶ τὸ ἥμισυ θαλαμηγοῦ, ὅπερ κατωρθώσαμεν νὰ προσθέσωμεν!...
§98Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβὲς, — μὲ συγχωρεῖτε — μία μόνη θαλαμηγὸς ὑπάρχει, ἡ «Ἀμφιτρίτη».
§99ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι ἐσφαλμένα τὰ ἐν τῇ Ἐπετηρίδι, ἥτις ῥητῶς ἀναγράφει καὶ δευτέραν θαλαμηγὸν ἐν Ἑλλάδι, τὴν «Σφακτηρίαν».
§100Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι μία μόνη θαλαμηγὸς ὑπάρχει, ἡ «Ἀμφιτρίτη», καὶ οὐδεμία ἄλλη.
§101ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲ παρέμπεψα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὸ Γαλλικὸν χρονικόν.
§102Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι εἶναι προχειρότερον νὰ βεβαιωθῇ ἡ Βουλὴ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν παρὰ νὰ προστρέξῃ εἰς ξένα βιβλία.
§103ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι διστάζω νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ Γαλλικὴ Ἐπετηρὶς εἶναι ἐσφαλμένη ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, καὶ λέγω ὅτι ἔχομεν δύο θαλαμηγοὺς, καὶ θὰ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, ἐνόσῳ ἐξακολουθοῦμεν νὰ περιφέρωμεν τὴν «Σφακτηρίαν» ὡς θαλαμηγόν. Καὶ γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἡ «Σφακτηρία», τὸ μόνον ἱππαγωγὸν τοῦ στόλου, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, διὰ πιστώσεων, αἵτινες ἀλλαχοῦ ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι, διὰ μεγάλων δαπανῶν καὶ μεταβολῆς τῶν λεβήτων αὐτοῦ, μετεβλήθη ἀπὸ ἱππαγωγοῦ τοῦ στόλου εἰς πλοῖον, ὅπερ, ἂν δὲν ἔλαβε πανηγυρικῶς τὸν χαρακτῆρα Βασιλικῆς θαλαμηγοῦ, ἐχρησιμοποιήθη ὅμως πολλάκις εἰς μεταβίβασιν Βασιλικῶν προσώπων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
§104Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μετεβίβασε Βασιλικὰ πρόσωπα καὶ τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ» τῇ διαταγῇ μου, μετεβίβασε Βασιλικὰ πρόσωπα καὶ τὸ θωρηκτὸν «Σπέτσαι» τῇ διαταγῇ μου· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα εἶναι θαλαμηγοί.
§105ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅστις θέλει ἂς ἔχῃ κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμούς· ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ τοὺς ἀνοίξω.
§106Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βλέπω πολὺ μακρὰν μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ μάλιστα χωρὶς γυαλιά.
§107ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξακολουθῶ ἐκ τῆς Ἐπετηρίδος (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἰταλία θαλαμηγὸν 1, ἡ Ἰαπωνία, — ἡ νικήτρια τῆς Ρωσσίας, Αὐτοκρατορία 47,000,000 ψυχῶν — θαλαμηγὸν 1, ἡ Νορβηγία θαλαμηγὸν οὐδεμίαν, ἡ Ρωσσία θαλαμηγοὺς 9, ἡ Τουρκία θαλαμηγὸν 1. Οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἔχει θαλαμηγούς. Ἡ Γαλλία δὲν ἔχει, ἡ Σουηδία δὲν ἔχει, τὸ Βέλγιον δὲν ἔχει· ἡ Ὁλλανδία... δὲν ἠδυνήθην ἀσφαλῶς νὰ βεβαιωθῶ, ἂν ἓν πλοῖον αὐτῆς εἶναι θαλαμηγὸς ἢ ὄχι, πάντως ὅμως τοῦτο δὲν ἀναφέρεται ἐνταῦθα ὡς Βασιλικὴ θαλαμηγός. Αὕτη εἶναι ἡ ἔρευνα, ἣν ἐγὼ κατώρθωσα μετὰ πολλῆς εὐκολίας, διότι εἰς τοὺς ἐπισήμους τούτους πίνακας μετὰ πάσης ἀκριβείας εἶναι κατατεταγμένα τὰ πλοῖα τὰ ἀνήκοντα εἰς τοὺς στόλους πάντων τῶν ἐθνῶν. Ὅταν Κράτος τι ἐφιστᾷ πολὺ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς πλοῖα πολεμικῶς ἄχρηστα, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς ἰδιαιτέρας ἐπιθυμίας, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος τὸ ἔχον μίαν μόνην θαλαμηγὸν καταβάλλει καὶ καταστρέφει τὸ Κράτος τὸ ἔχον 9 θαλαμηγούς, τὸ δὲ Κράτος τὸ μικρὸν, τὸ ἀσχολούμενον περὶ θαλαμηγοὺς καὶ εἰς αὐτὰς δαπανῶν τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον τῶν γαιανθράκων, οὓς ἀγοράζει κυρίως ὑπὲρ τοῦ στόλου, φαίνεται προωρισμένον — ὅπερ μὴ γένοιτο — τὰ αὐτὰ νὰ πάθῃ, ἐὰν τυχὸν ἀντιμετωπίσῃ ἐχθρὸν ἐργαζόμενον. Δὲν φρονῶ ὅτι διὰ τὰ οὕτω γενόμενα ἐν Ἑλλάδι ὑπέχουσιν εὐθύνην ἄλλοι παρὰ τοὺς κυβερνήτας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ οἱ κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη — καὶ ὁμιλῶ γενικῶς, καὶ ἤθελον περιλάβει καὶ ἐμὲ αὐτόν...
§108Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως πρέπει νὰ περιλάβητε καὶ ὑμᾶς αὐτὸν, διότι καὶ ὑμεῖς κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ «Ἀμφιτρίτη» ἐγένετο θαλαμηγὸς, ἦσθε ἐν τῇ Κυβερνήσει.
§109ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κυβερνήτου, ὁμιλῶ περὶ ἁπάντων τῶν κυβερνητῶν· καὶ ἂν εἶχε συμπέσει κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν καὶ ἐγὼ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, βεβαίως ἤθελον περιλάβει καὶ ἐμὲ αὐτὸν — οὐδὲ ἤθελον ἀποκρύψει τοῦτο — εἰς τὴν εὐθύνην. Διότι ὁμιλῶ περὶ τῶν κυβερνητῶν συλλήβδην, καὶ κατ’ οὐδὲν θίγω τὰ πρόσωπα· οὐδ’ ἐννοῶ νὰ θίξω τὸ παράπαν τὸν ἄριστον τῶν μέχρι τοῦδε Ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας, — ἀπ’ ἐναντίας ἔχω καθῆκον ῥητῶς νὰ μνημονεύσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, ὅστις ἀληθῶς κατὰ τὴν ναυτικὴν αὐτοῦ ὑπουργίαν παρήγαγεν ἔργα, καὶ ἔργα πρώτης τάξεως. Εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ τὴν σύντονον ὀφείλεται ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ὑπουργίαν αὐτοῦ συνετελέσθη τὸ μέγα ἀληθῶς εὐτύχημα νὰ ἀποκτήσωμεν τρία ἀξιόμαχα θωρηκτά. Ἀλλ’ εἰς τὴν εὐθύνην μετὰ τῶν ἄλλων κυβερνητῶν τῆς Ἑλλάδος τῆς τελευταίας δεκαετίας βεβαίως περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Τὸ νὰ ὑπάρχῃ θαλαμηγὸς καὶ νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Βασιλείας, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὴν Ἑλλάδα, βεβαίως οὐδεὶς ἀποκρούει· καὶ βεβαίως εὐθύνην οὐδεμίαν γεννᾷ, οὐδὲ ἀξίωσιν κατακρίσεως ἐπιτρέπει τὸ γεγονὸς, ὅτι πλοῖόν τι ἀπεφασίσθη καὶ ἐτάχθη ὡς θαλαμηγὸς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Βασιλείας. Τὰ ἀποτελοῦντα ζήτημα εὐθύνης εἶναι τὰ ἔπειτα γενόμενα, ἅτινα κατωρθώθη νὰ συνεπαγάγωσι δαπάνας τρισμεγίστας, ὅπως ἀντὶ θαλαμηγοῦ συνήθους ἀποκτήσωμεν, διὰ μετατροπῆς πλοίου τοῦ στόλου, θαλαμηγὸν ἀξίας ἑκατομμυρίων. Οὐδεὶς ἐν Ἑλλάδι, παρὰ λαῷ ἐξόχως γενναίῳ καὶ φιλόφρονι, οὐδεὶς οὐδέποτε ἤθελεν ἀρνηθῆ, ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐμφανίζηται ἀξιοπρεπῶς, νὰ κατέχῃ πάντα ἐκεῖνα, ὅσα συντελοῦσιν εἰς παράστασιν αὐτοῦ τοιαύτην ἐν τῇ ξένῃ, μεθ’ ἧς πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν περιβεβλημένον τὸν κορυφαῖον ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου· πέραν τοῦ σημείου τούτου ὑπάρχει ὑπερβολή, πᾶσα δὲ ὑπέρβασις ἀποδεικνύει ἀδυναμίαν κυβερνητικὴν, εἰς ὡρισμένας ὥρας φθάνουσαν ἐνίοτε νὰ προσλαμβάνῃ χαρακτῆρα καὶ χροιὰν κολακείας. Καὶ οὐδὲν ὑπάρχει, ὅπερ νὰ φθείρῃ τόσον τὴν Βασιλείαν ἐν οἱᾳδήποτε χώρᾳ, ὅσον ἡ ἀδυναμία τῶν κυβερνητῶν καὶ ἡ κολακεία. Τὴν εὐθύνην δὲν ἔχουσιν οἱ ἀνεύθυνοι, καὶ πραγματικῶς, οὐχὶ μόνον διότι λέγει τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Τὴν εὐθύνην ἔχομεν ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ εἴπωμεν ἐντόνως τὰς ἀληθείας ἐκεῖ, ὅπου πρὸ παντὸς μόνη ἡ ἀλήθεια σῴζει. Ὅτε δαπανῶμεν ἑκατομμύρια εἰς τὸ ναυτικόν, καὶ οὐδὲν συγκομίζομεν, ἢ σχεδὸν οὐδέν, μία μόνη πρότασις ὑπολείπεται, ἐκείνη, ἣν ἤκουσα πρὸ ὀλίγου. Ἢ δαπανήσατε, ἵνα συγκομίσητε, ἢ παύσατε νὰ δαπανᾶτε, καὶ στρέψατε τὸ βλέμμα εἰς ἄλλα ἔργα, περὶ ἃ ἴσως δειχθῆτε ἱκανώτεροι. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1904 ἀνέβαινεν εἰς δραχ. 8,587,710, καὶ προσετίθετο καὶ τὸ Ταμεῖον τῶν Φάρων μετὰ τοῦ ποσοῦ δραχ. 725,050, δηλαδὴ ὑπὲρ τὰ ἐννέα ἑκατομμύρια, διότι τότε τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου δὲν ἐνεφανίζετο. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν ἔτει 1905, ὁ μὲν ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως ἀνέγραφε δρ. 7,445,454, δηλαδὴ περίπου 1,100,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προηγουμένου, καὶ προσέτι δραχ. 700,000 ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων. Ἀλλὰ τοῦτο, διότι ἔχομεν ἤδη ἐν ἔργῳ καὶ τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, καὶ παρηρτᾶτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου καὶ προϋπολογισμὸς 13,000,000 δαπανητέων ὑπὲρ τοῦ στόλου, ὧν μέρος ἀνάγεται εἰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀναγραφομένας ἐνταῦθα κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον διὰ λόγους εἰδικούς. Ἔρχεται κατόπιν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἀειμνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ἐμφανίζει ἐν μὲν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν δαπάνας δραχμῶν 6,803,499, ὑπὲρ δὲ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων δραχ. 700,000, καὶ τὰ αὐτὰ ποσὰ, σχεδὸν 13 ἑκατομμύρια, εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀλλ’ ὅτε πρόκειται περὶ τηλικαύτης δαπάνης, δαπάνης ἥτις προδήλως εἶναι ἀνωτέρα τῶν δυνάμεων ἡμῶν, — καὶ ἀπόδειξις ὅτι εἶναι ἀνωτέρα τῶν δυνάμεων ἡμῶν εἶναι ὅτι ἐγονατίσαμεν ἤδη, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, — ὅτε πρόκειται, λέγω, περὶ τοιαύτης δαπάνης, ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἀστοργία καὶ τοσοῦτον ἀμελής, ἀσυγχώρητος περὶ τὰ πράγματα τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν ἐνασχόλησις; Βεβαίως ὄχι. Ταῦτα λέγων τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν οὐδένα νὰ μεμφθῶ, διότι τὰ ἐπικρινόμενα δὲν εἶναι ἔργα προθέσεως, ἀλλ’ ἔργα ἀμελείας καὶ ἀπασχολήσεως περὶ ἄλλα, ἴσως μᾶλλον στενόχωρα καὶ περισπῶντα τὸν νοῦν ἐξ ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης, ἀλλὰ πράξεις ἀμελείας καὶ παραβλέψεις, ἃς βεβαίως πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν τὸ ταχύτερον νὰ ἐξαλείψωμεν, εἰσερχόμενοι δ’ ἐφεξῆς εἰς τὴν καλὴν ὁδόν, μετὰ καὶ τῆς ἐπικουρίας τῶν εἰδικῶν ταμείων, διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, — περὶ οὗ ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ γενήσεται ἐνταῦθα λόγος, — νὰ φροντίσωμεν ὡς ἀγαθοὶ κηδεμόνες τῶν δύο τούτων κλάδων, οἵτινες οὐδεμίαν αἰτίαν, οὐδένα ἄλλον λόγον ὑποστάσεως ἔχουσιν ἢ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ κλάδοι οὗτοι περιέλθωσιν εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν ἀποστολῆς, παρέχοντες μόνον ἀφορμὴν νὰ ἐκτίθηται τὸ ἔθνος εἰς παθήματα ἢ εἰς γέλωτα, προτιμότερον νὰ παύσωμεν δαπανῶντες, περιορίζοντες δὲ τὸ ἔργον ἡμῶν εἰς μόνην τὴν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρόνοιαν νὰ ἐκτελέσωμεν ἐκεῖνα μόνον, ὅσα ἐκτελοῦσιν ἔθνη καὶ Κράτη οὐδέτερα, μὴ διατρέχοντα κινδύνους ἀπωλείας πατροπαραδότου παρακαταθήκης. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ προχωρήσητε ὀλίγον ἔτι εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ παραρτήματι αὐτοῦ τῷ καλῶς λειτουργοῦντι καὶ καλὰ ἐπενεγκόντι ἀποτελέσματα, λέγω τὸ τμῆμα τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, πάντοτε μίαν φροντίδα ἀποκαλύπτετε ἐπικρατοῦσαν, τὴν φροντίδα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, οὐχὶ εἰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ εἰς προσωπικὰς θέσεις, φροντίδα, ἥτις βεβαίως προέρχεται ἐκ συμφερόντων ξένων πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλ’ ἥτις κατορθώνει νὰ ὑποδουλώνῃ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀδυναμία, βλέπετε, αὕτη τῶν κυβερνητῶν πρὸς τὰ κάτω· ἡ ἄλλη, ἡ πρώτη, ἦτο ἡ ἀδυναμία πρὸς τὰ ἄνω. Δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος οἱ κυβερνῆται νὰ εἴπωσι πρὸς τοὺς περὶ αὐτούς: «οὗτος εἶναι ὁ νόμος, αὕτη εἶναι ἡ ἀνάγκη· πᾶν τὸ ἐπὶ πλέον πρέπει νὰ μὴ ἐπιτραπῇ». Καὶ δὲν ὁμιλῶ ἐνταῦθα περὶ θέσεων κατωτέρων, περὶ προσλήψεως κατωτέρου προσωπικοῦ ἐκτάκτου, βοηθητικοῦ, ὅπερ συμβαίνει πολλάκις νὰ προσλαμβάνηται, νὰ προσλαμβάνηται δὲ μάλιστα πολλάκις ἄνευ πραγματικῆς ἀνάγκης· ὁμιλῶ περὶ θέσεων, αἵτινες γίνονται ὀργανικαί, ἐνῷ ὁ νόμος δὲν περιέχει αὐτὰς ὡς ὀργανικάς. Ἐνθυμοῦμαι ἐνταῦθα, ὅτι ἀγορεύων πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ ἔτους 1902, ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπέδειξα καὶ ἀπέδειξα ταῦτα εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀναγνωρίσαντα τὸ ἀκριβὲς τῆς βεβαιώσεώς μου ἐκείνης καὶ ὑποσχεθέντα νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἢ καταργοῦν τὸ κακὸν αὐτὸ ἢ νομιμοποιοῦν τὰς προσθέτους θέσεις ἐν τῷ τμήματι τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1901, ὅτε ταῦτα ἐλέγοντο, μέχρι τῆς σήμερον παρῆλθον τρία ὅλα ἔτη, οὐδὲν νομοσχέδιον ὑπεβλήθη, καὶ τὰ πράγματα μένουσιν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καθὼς καὶ ἐν τῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχουσι κεφάλαια πιστώσεων μεγάλων, ὑποδιῃρημένα εἰς ἐδάφια, οὐχὶ εἰς ἄρθρα. Ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον ἡ κίνησις τῶν χρημάτων γίνεται μετὰ μεγίστης εὐκολίας, καὶ ἐν ἀδυναμίᾳ τῶν Ὑπουργῶν νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὸ κακὸν ἑκατοντάδες ὅλαι χιλιάδων δραχμῶν διολισθαίνουσιν, αὐξάνουσαι τὰ ἐλλείμματα. Καὶ τοῦτο ὑπέμνησα πρὸ τριετίας τοὺς τότε Ὑπουργούς. Ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη τότε ἐπὶ τοιούτου τινὸς κεφαλαίου, ἐξ ἀφορμῆς δαπάνης 10,000 δραχμῶν ἐντελῶς ἀδικαιολογήτου, καὶ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία· ἀλλὰ παρῆλθον τὰ ἔτη, καὶ ἂν παρατηρήσητε καὶ τὸν ἐφετεινὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἴδητε καὶ τοῦτον συντεταγμένον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον· τὰ αὐτὰ κεφάλαια, τὰ αὐτὰ ἐδάφια καὶ ὄχι ἄρθρα. Ἐξακολουθεῖ τὸ κακόν! Ὁσάκις δὲ ἀπὸ τοῦ κέντρου, εἴτε ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἴτε ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐγένετο ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς διορθώσεως, πάντοτε ὑπῆρξεν ἀδύνατον ἡ ἀπόπειρα αὕτη νὰ ἐπιτύχῃ, καὶ νὰ ἐξέλθωμεν οὕτω τῆς πεπατημένης ὁδοῦ. Ταῦτα ἐὰν καλῶς ἐξετάσητε, Κύριοι, θὰ ἴδητε, ὅτι, ἐν ᾧ χρόνῳ διὰ περικοπῆς μισθῶν καὶ δι’ ἄλλων τρόπων, ἴσως μὴ ἐπαρκῶς γενναίων, ἀλλ’ ἴσως καὶ μὴ ἐπαρκῶς τελεσφόρων, ζητοῦμεν νὰ φέρωμεν οἰκονομίας, μόνον ἐὰν ταῦτα τὰ κεφάλαια ἀναθεωρήσωμεν μετὰ προσοχῆς, καὶ φροντίσωμεν νὰ κατατάξωμεν μετ’ ἀκριβείας κατ’ ἄρθρον τὰ ποσὰ τὰ ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιμελοῦς ἐξετάσεως ἀποδεικνυόμενα ἀπαραίτητα, θέλομεν ἔχει ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν οἰκονομίαν, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ εὐκολία εἰς τὸ ἑξῆς, ἀπὸ ἄρθρου προνοοῦντος περὶ δαπανῶν εἰς βοηθοὺς, εἰς γραφεῖς, νὰ μεταφέρωμεν τὸ χρῆμα εἰς πληρωμὴν συγγραμμάτων, καὶ ἀπὸ ἄρθρου πραγματευομένου περὶ δαπανῶν πρὸς πληρωμὴν συγγραμμάτων νὰ μεταφέρωμεν τὸ χρῆμα εἰς πληρωμὴν τυπογράφων ἐπικουρικῶν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἡ εὐκολία αὕτη, ὁσάκις ἀξιοῦται δαπάνη τις ὑπὸ οἱουδήποτε εἴτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας εἴτε ἔξω τῆς ὑπηρεσίας, ἡ εὐκολία τοῦ νὰ λαμβάνῃ τις ἀπὸ τῆς γειτονικῆς πιστώσεως, διότι ἡ γειτονικὴ πίστωσις χωρίζεται διὰ σανιδώματος εὐθραύστου καὶ οὐχὶ διὰ τοίχου ἀδιαπεράστου ἐκ λίθων στερεῶς συνδεδεμένων, ἡ εὐκολία αὕτη ἐπιφέρει δαπάνας, ἃς ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν δοκιμάσωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος τὸ ἀντίθετον σύστημα, θέλομεν ἰδεῖ ἐπ’ ἀγαθῷ διαγραφομένας. Δαπάναι — εἶπον τοῦτο πρὸ τριετίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 — δαπάναι, αἵτινες πρὸ τοῦ πολέμου εἶχον φθάσει εἰς ὡρισμένον ποσόν, ἐπειδὴ ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὸν πόλεμον κατὰ 50% ὑπεράνω, δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωσιν ἔπειτα, μετὰ τὸν πόλεμον, εἰς τὸ πρότερον καθεστὼς, καίτοι τὰ πράγματα ἡμῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν προτέραν εἰρηνικὴν κατάστασιν μετὰ στρατοῦ ἠλαττωμένου. Ὑπῆρξεν ἀδύνατον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀσφαλισθῶσιν ἐναντίον τῶν ἀξιώσεων καὶ τῶν ὠργανωμένων ἕξεων τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπὶ τούτων ἐφιστῶν ἐκ νέου τὴν προσοχὴν δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τῆς ἐπιθυμίας, ἣν δεικνύει ὅτι ἔχει, ἵνα φέρῃ διόρθωσιν εἰς τὰ τῆς οἰκονομικῆς τάξεως, θὰ καταβάλῃ τὴν προσήκουσαν μέριμναν. Θέλετε δὲ πεισθῆ, ἐὰν μόνον ἓν ἔτος ἡ δοκιμὴ γείνῃ, ὅτι ἐκ τῶν δύο Ὑπουργείων, τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπωλείας περὶ τὰ σκοπούμενα ἀποτελέσματα, θέλετε ἔχει οἰκονομίας, ὅσας δύσκολον εἶναι νὰ ζητήσωμεν ἐξ ἄλλων νομοθετημάτων, ἅτινα ἐνταῦθα ἐψηφίσαμεν ἢ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν. Διὰ τούτους τοὺς λόγους, Κύριοι, ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἀγορεύσω ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑπερμέτρως συντόμου ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν. Ἐν τοῖς ὀλίγοις, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν εἶπε, περιέχεται ὁλόκληρος τόμος κατηγοριῶν κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διαχειριζόμεθα τὰς ὑποθέσεις τὰς ναυτικάς. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὰ ἐξελθόντα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν εἶναι ἀπήχησις τῶν λεγομένων ὑφ’ ἁπάντων τῶν φιλοτίμων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες τήκονται καὶ ἐντρέπονται διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἄκοντες περιήχθησαν. Καὶ ἡ φωνὴ αὐτῶν ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἀκουσθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις θέλουσιν ἐργασθῆ, ὅπως τοιαύτη ἀξίωσις εὕρῃ δικαίωσιν.
§110Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Δραγούμην. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῶ, ὅτι τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ παραδεχθῶ ποτὲ, ὅτι εὑρίσκεται καὶ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, οἵαν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν Κυβερνήσεως, ἐπὶ τρία ἔτη διῴκησα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Δὲν ἀξιῶ βεβαίως ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἐγκρίνῃ τὴν διοίκησίν μου, διότι περὶ τούτου ἐντελῶς ἀδιαφορῶ, ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τριετίαν ἔδωκα εἰς τὸ ναυτικὸν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δώσω, καὶ τὸ ναυτικὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἐκείνων ἐτῶν εἰργάσθη, ὅσον ἀνθρωπίνως ἦτο δυνατόν. Τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, κύριοι Βουλευταὶ, περιέχει ὕλην εἰς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας φιλοτίμων ἀνθρώπων. Τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἔχει ἀξιωματικοὺς εὐπαιδεύτους, ἔχει ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ναυτικῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ τοὺς ἀξιωματικούς, ἐὰν σήπωνται, ἐὰν δὲν ἐργάζωνται· διότι τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι, ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ ἠθέλησαν νὰ τοῖς δώσωσιν ἐργασίαν, καὶ προθύμως εἰργάσθησαν καὶ μετὰ μεγάλου ζήλου εἰργάσθησαν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον διατάξει νὰ γείνωσιν ὑπερωκεάνειοι πλόες διὰ τοῦ «Μιαούλη», ὅτι ὡς χάριν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐζήτουν νὰ ἐπιβῶσι τοῦ πλοίου, καὶ ὅτι εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοποθετῶ τοὺς ἀξιωματικοὺς κατὰ σειράν, διὰ νὰ μὴ γεννῶνται παράπονα. Κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ναυτικὸν εἰργάσθη, εἰς τὸ ναυτικὸν εἶχεν ἐπιβληθῆ πλήρης πειθαρχία· ἡ Μοῖρα τῶν Ποταμῶν ἦτο εἰς πλήρη ἐνέργειαν ἐπὶ ἐννέα μῆνας κατ’ ἔτος, διαταγὴ δὲ αὐστηρὰ εἶχε δοθῆ νὰ μὴ κάμνουν χρῆσιν τῶν γαιανθράκων. Τὰ ταξείδια ὅλα ἐγίνοντο διὰ τῶν ἱστίων, αἱ καταστάσεις δὲ, αἵτινες ἐστέλλοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὰς ὁποίας εἶμαι πρόθυμος νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐγένετο κατανάλωσις γαιανθράκων μόνον τῆς ποσότητος ἐκείνης, ἥτις ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν μαγειρείων. Ἐπὶ ἐννέα μῆνας ἡ Μοῖρα τῶν Ποταμῶν ἦτο εἰς πλήρη ἐργασίαν· ἀκολούθως τὰ πληρώματα μετεφέροντο εἰς τὴν Θωρηκτὴν Μοῖραν, ἥτις κατὰ τὰ τρία ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, ἔκαμνε τακτικὰ τὰ γυμνάσιά της· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν ἐντίμων ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, τοὺς ὁποίους τότε εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐπιβῶσιν ἐπὶ τῶν θωρηκτῶν, ὅτε τὰ θωρηκτὰ διετάχθησαν νὰ κάμουν γυμνάσια πυροβολικοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ ὁμιλοῦντας μετὰ θαυμασμοῦ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν γυμνασίων. Ὁ στόλος λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς, ὁσάκις τῷ ἐδόθη ἐργασία, προθύμως τὴν ἐξετέλεσεν, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ λίαν φιλοτίμως εἰργάσθησαν καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐχαριστήσεως ἐδέχοντο τὰς διαταγὰς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐργασθῶσιν. Ὅλος ὁ στόλος ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς κίνησιν καὶ ἐργασίαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκτάκτου δαπάνης καὶ διὰ μόνων τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύο δὲ περίπου ἑκατομμυρίων οἰκονομία ἐγένετο ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν διαστήματι τριῶν ἐτῶν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς φοβερᾶς αὐτῆς κατηγορίας, ὅτι ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀποσύνθεσιν. Βεβαίως ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἀξιοῖ νὰ εὑρεθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, ἀπαιτοῦνται χρήματα. Ἡ ὀργάνωσις τοῦ στόλου, ἡ ἐνίσχυσις τοῦ στόλου, ἥτις εἶναι ἐπιθυμία ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, εἶναι ζήτημα χρημάτων, διότι, διὰ νὰ κατασκευάσητε θωρηκτὰ διὰ νὰ κατασκευάσητε ἀντιτορπιλλικὰ, διὰ νὰ κατασκευάσητε τορπιλλοβόλα, θέλετε χρήματα· κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω, ποῦ στηρίζεται ἡ κατηγορία, ὅτι ὁ στόλος δὲν ἐνισχύθη καὶ ὅτι ἐχάσαμεν τὴν ὑπεροχὴν ἀπέναντι τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν πόλεμον ἦτο εἰς ὑποδεεστέραν θέσιν, σήμερον δὲ, κατὰ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἀνωτέραν ἡμῶν· ἀλλ’ εἶναι κατ’ ἐμὲ ζήτημα, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὅτι δηλ. ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἀνωτέραν ἡμῶν κατὰ θάλασσαν. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, εἶναι βεβαίως λυπηρόν· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τοῦ στόλου εἶναι ζήτημα χρημάτων, εἶναι ζήτημα οὐχὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων, εἶναι ζήτημα ἑκατομμυρίων· διότι, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀπαιτοῦνται 50 ἢ 60 ἑκατομμύρια. Θὰ ἤμην δ’ εὐτυχὴς, ἂν ἐμοῦ ὑπουργοῦντος κατωρθοῦτο νὰ εὑρεθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα, ὅπως πραγματοποιηθῶσιν οἱ πόθοι τοῦ ἔθνους.
§111ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην φόρων· ἔχετε τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§112Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ τὰ δώσῃ ἡ Βουλή, ὁ λαὸς θὰ τὰ δώσῃ.
§113Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς φοβερᾶς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξήνεγκεν ἐναντίον τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον, διὰ τίνα λόγον τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐντεῦθεν εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν, καὶ πρὸ τῆς δεκαετίας, ὅτε ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἦτο Ὑπουργός, ἦτο εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό. Μοὶ φαίνεται ὅτι, ὁ ἐγωϊσμός του εἶναι πολὺ μέγας, τὸ νὰ νομίζῃ δηλ. ὁ κύριος Βουλευτής, ὅτι ἀφ’ ὅτου, δυστυχῶς δι’ αὐτὸν, ἔπαυσε νὰ πολιτεύηται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν καὶ νὰ ἔχῃ μέρος εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τοῦ στόλου, καὶ ὁ στόλος εὑρίσκεται εἰς τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, οἵαν παρέστησεν ὁ κύριος Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησε περὶ δράσεως τοῦ στόλου κατὰ τὸν πόλεμον. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις συνεζητήθη, καὶ ἴσως εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις καὶ πάλιν περὶ αὐτοῦ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ στόλοι, διὰ νὰ δράσουν, διὰ νὰ πολεμήσουν, πρέπει νὰ διαταχθῶσιν. Ὅταν δὲν διατάσσωνται, οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς κατηγορήσῃ, ὅτι δὲν ἔδρασαν. Κατὰ συνέπειαν δὲν εὐθύνεται τὸ ναυτικὸν, ἐὰν κατὰ τὸν πόλεμον δὲν ἔδρασε· διότι, ἐὰν διετάσσετο νὰ δράσῃ, ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἤθελε δράσει, διότι ὁ στόλος ἔχει ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦσαι ἕτοιμοι νὰ κάμουν τὸ χρέος των.
§114Α. ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα ὁ στόλος.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§116Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι ἐγένετο ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς καὶ ἄλλον ἔχει λόγον. Καὶ κατὰ τὸ 1900, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ τότε ὁμοία ἐπερώτησις ἐγένετο πρὸς ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο καὶ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἤδη ἡμερῶν, ἐπερώτησις, ἡ ὁποία οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει παρὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὴ τέλος πάντων ἡ θαλαμηγὸς «Ἀμφιτρίτη» εἶναι ἐκείνη, ἥτις καταστρέφει τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, καίουσα τοὺς ἄνθρακας τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ! Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας νὰ τὸν ἐρωτήσω· ὅτε ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μέλος δὲ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτο καὶ ὁ κ. Δραγούμης, ὑπῆρχε θαλαμηγὸς, κύριε Θεοτόκη; Σᾶς ἐρωτῶ.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§118Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι θαλαμηγὸς ὑπῆρχεν ἀπὸ 35 ἐτῶν. Λοιπὸν διατὶ τότε δὲν ἐταράσσοντο τὰ νεῦρα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἐκαίοντο οἱ ἄνθρακες διὰ τῆς θαλαμηγοῦ; Ἦτο μάλιστα τότε καὶ τροχοφόρος θαλαμηγὸς ἡ «Ἀμφιτρίτη», καὶ γαιάνθρακας ἔκαιε 40 τόννους τὸ ἡμερονύκτιον. Διατὶ τότε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν ἠνωχλεῖτο ἀπὸ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἐγίνετο ἕνεκα τῆς θαλαμηγοῦ «Ἀμφιτρίτης», καὶ σήμερον πολὺ συχνὰ ταράσσεται καὶ κάμνει ἐπερωτήσεις, διὰ νὰ ἀκούσητε σεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ νὰ ἀκούσουν οἱ πρακτικογράφοι τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ἡ θαλαμηγὸς «Ἀμφιτρίτη», ἡ φαγάνα, κατὰ τὸν κ. Δραγούμην, τοῦ ναυτικοῦ, καταναλίσκει τοὺς ἄνθρακας ἕνεκα τῶν ταξειδίων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως; Κύριοι Βουλευταί, τὸ Κράτος ἔδωκε μίαν θαλαμηγὸν εἰς τὸν Ἄνακτα, βεβαίως δὲ δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ θαλαμηγὸς αὕτη πρέπει νὰ ταξειδεύῃ μὲ ἱστία. Ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι λαὸς φιλότιμος, καὶ ἐννοεῖ βεβαίως, ὁ Βασιλεύς του νὰ ταξειδεύῃ ἀξιοπρεπῶς καὶ ἀναλόγως τῆς βασιλικῆς του θέσεως. Τὸ ἔθνος, παραχωρῆσαν τὴν θαλαμηγόν, τὴν παρεχώρησεν ἐν γνώσει τῶν δαπανῶν αὐτῆς. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ ἔχωμεν τόσον συχνὰ συζήτησιν, προκαλουμένην πάντοτε ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη, πόσα κάρβουνα καταναλίσκει ἡ θαλαμηγὸς αὕτη; Αὐτὸ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές. Θαλαμηγός, ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, εἶναι μία καὶ μόνη, —αὐτὸ τὸ βεβαιῶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,—ἡ «Ἀμφιτρίτη». Οὐδὲν ἄλλο πλοῖον εἶναι θαλαμηγὸς τοῦ Βασιλέως. Μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, καὶ ἰδίως ὁ Διάδοχος, ταξειδεύων διὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις τοῦ στρατοῦ, πολλάκις ζητεῖ πλοῖον, διὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶχον διατάξει τὴν «Μυκάλην», ἄλλοτε δὲ τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ», νὰ μεταφέρῃ τὸν Διάδοχον δι’ ὑπηρεσίαν. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὰ θωρηκτὰ καὶ τὰ διάφορα ἄλλα πλοῖα μετεβλήθησαν εἰς θαλαμηγούς, διότι ταξειδεύει ὁ Διάδοχος ἢ ἐταξείδευσεν ὁ πρίγκηψ Νικόλαος, μεταβαίνων εἰς Λάρισαν δι’ ὑπηρεσίαν. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θαλαμηγὸς εἶναι μία καὶ μόνη, ἡ «Ἀμφιτρίτη», καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον, καθ’ ἑκάστην νὰ ἐγείρηται τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ λέγωνται σκοπίμως τόσαι ἀνακρίβειαι. Καὶ ταῦτα μὲν εἰς ἀπάντησιν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Λυποῦμαι δὲ πολύ, διότι μὲ ἀναγκάζει νὰ τῷ ἀπαντήσω καὶ ἐπί τινος ζητήματος προσωπικοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς γνωρίζω ὅτι ἔχει λόγους νὰ μὲ ἀντιπαθῇ. Τοῦτο οὐδόλως μὲ λυπεῖ. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, τὸ γνωρίζετε σεῖς ὅλοι τῆς πτέρυγος αὐτῆς (προσβλέπει τὴν ἀριστεράν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶχεν ἄλλοτε τὴν φιλοδοξίαν νὰ γείνῃ ἀρχηγὸς τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ του. Δυστυχῶς μὲ εὗρεν ἀντιμέτωπον, καὶ ἀντιμέτωπον σφοδρόν. Ἔκτοτε παρατηρῶ ὅτι ἔχει μέσα του πάθος, καίτοι παρῆλθον ἔκτοτε δέκα περίπου ἔτη, καὶ ἠδύνατο τὸ πάθος του αὐτὸ νὰ ἐξατμισθῇ. Διότι δὲν ἐξηγοῦνται ἄλλως ὅσα εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην, θέλων νὰ προσβάλῃ προσωπικῶς τὸν ἕνα τῶν ὑποναυάρχων, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδελφός μου. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἀξιῶ, ὅτι ὁ ὑποναύαρχος Δ. Βουδούρης εἶναι Νέλσων· εἶναι ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐντίμως ἐπὶ 43 ὁλόκληρα ἔτη ἐν θαλασσίᾳ ὑπηρεσίᾳ... Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, κύριε Μπούμπουλη;
§119Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§120Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸν βαθμόν του μὲ τὴν σειράν του, χωρὶς νὰ ᾖναι διὰ τοῦτο ἄξιος κατακρίσεως. Τοποθετηθεὶς ἤδη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ἔστε βέβαιοι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι θὰ ἀποδείξῃ τὴν χρηστότητά του. Δὲν ἦτο λοιπὸν, νομίζω, ἀνάγκη μετὰ τόσης πικρίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτοῦ. Δὲν τὸν ὠνόμασε μὲν, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐνόησαν περὶ τίνος πρόκειται. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὑποναύαρχος Δημήτριος Βουδούρης ὑπηρέτησεν ἐντίμως καὶ εὐόρκως εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἐπὶ 43 ἔτη, τῇ διαταγῇ δὲ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅστις εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τοποθετηθεὶς ἐν τῇ θαλαμηγῷ «Ἀμφιτρίτη», ὑπηρέτησεν ἐν αὐτῇ ἐπὶ 33 ὁλόκληρα ἔτη, ἐξ ὧν 16 ἔτη ὡς κυβερνήτης τῆς θαλαμηγοῦ. Εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ἦτο ἐμπεπιστευμένη ἡ ζωὴ ὁλοκλήρου τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, οὐδέποτε δὲ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἔλαβε χώραν δυσάρεστόν τι. Ἠδύνατο λοιπὸν νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβῃ μὲ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός του τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποναυάρχου, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ ταραχθῶσι τὰ νεῦρα τοῦ κ. Δραγούμη.
§121Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγίνης συνάδελφος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπέδειξα τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰς εὐθύνας, ἃς ἔχει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου. Ἐλησμόνησεν ἴσως ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις καὶ αἱ εὐθῦναι αὗται εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Ἀλλ’ ἂν ἐλησμόνησε τοῦτο, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν πληροφορήσω, ποῖαι εἶναι αἱ εὐθῦναι αὗται, καὶ ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου ὑπέχει εὐθύνας δι’ ὅλα τὰ πλοῖα, διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλλιμενισμένα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ καὶ ὧν ἡ ὀργανικὴ δύναμις κατέρχεται κάτω τοῦ κεκανονισμένου ὁρίου. Ἐπίσης εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου τὸ εὑρισκόμενον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς νήσου Λέρου· ἐπίσης εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸ ὑλικὸν τὸ εὑρισκόμενον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Ὡμίλησα λοιπὸν περὶ τῶν πράξεων τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτος ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν κινδύνων τῶν ἐπαπειλούντων τὸν Ναύσταθμον, ἄνευ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπαιτοῦνται. Τοὺς κινδύνους τούτους γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, διότι εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ.
§122ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Τὰ μέσα τῆς διορθώσεως ζητοῦμεν νὰ ὑποδείξητε.
§123Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶπον ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ὑποδείξω καὶ τὰ μέσα τῆς διορθώσεως.
§124ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦσαν καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθησαν νὰ λάβωσιν αὔριον τὸν λόγον. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σήμερον, κύριε Πρόεδρε, συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν προέβη εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ, διότι ἀπουσίαζον οἱ δύο εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, χάριν δ’ αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ ἀναβάλῃ τὴν μελέτην εἰς ἄλλην ἡμέραν, καὶ νὰ παρακαλέσῃ αὐτοὺς νὰ προσέλθωσι.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ προσπαθήσω αὔριον νὰ προσέλθω.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως του καὶ τὸν κ. Γουναράκην νὰ προσέλθῃ αὔριον, ὥρᾳ 9 π. μ., ὅτε θὰ συνέλθῃ ἐκ νέου ἡ ἐπιτροπή. Αἱ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως» θὰ διανεμηθῶσιν αὔριον τὴν πρωΐαν. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον τὸ νομοσχέδιον. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστροουγγαρίας συνομολογηθείσης τὴν 8)21 Δεκεμβρίου 1904 συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ Δημόσιον τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος καταθέσεων ἐξ εἰσπράξεων προσθέτου δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ». Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§129Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ὁ κάματος τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπέρμετρος ἐκ τῆς γενομένης μέχρι τοῦδε συζητήσεως, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναβάλω τὴν ὁμιλίαν μου διὰ τὴν αὔριον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐσχάτως τὰ κυβερνητικὰ ἡμῶν πράγματα, καὶ μετὰ τὴν ὡμολογημένην, ἰδίᾳ ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὑρισκομένων, ἀνάγκην, ὅπως παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους ἰσορροπίαν, ἐπεθύμουν καὶ ηὐχόμην νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικρίνω μέτρον, ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφορῶν εἰς τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Καθῆκον ὅμως ὑψίστης σπουδαιότητος, ὅπερ ἐπιβάλλεται ἰδίᾳ εἰς ἐμέ, ὡς διαχειρισθέντα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ πρὸ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ προβαλλόμενον μέτρον θέλει ἀσκήσει ἐπιβλαβῆ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ προβαλλόμενον μέτρον θέλει καθιερώσει προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐπάγεται ἐπιβλαβεῖς συνεπείας εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὡς ἐκ τούτου ἐλυπήθην, ὅτε παρετήρησα, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ σπασμωδικῶς εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον, ὡς πρόχειρον καὶ εὔκολον, καὶ ἄλλαι πρὸ αὐτοῦ Κυβερνήσεις ἠδύναντο νὰ λάβωσιν, ἀπαλλασσόμεναι τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν. Πρωτίστως κρίνω ἐπάναγκες νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, ὅπως ἐντοπισθῇ εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐδημιουργήθη ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἔντοκος κατάθεσις, τῆς ὁποίας ζητεῖται νῦν ἡ ἀπόσπασις ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀποτελέσω μέλος τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως, ἤτοι κατὰ τὸ 1899, εἴχομεν ὡς ἕνα τῶν πρωτίστων ὅρων τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν προγράμματος τὴν κατασκευὴν τῆς διεθνοῦς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Συνόρων. Εἶχε ληφθῆ περὶ τούτου πρόνοια ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅστις καὶ δάνειον εἶχεν ἐπὶ τούτῳ συνομολογήσει, καὶ εἶχεν ἐκδώσει εἰς ἐργολαβίαν τὴν κατασκευὴν τῆς διεθνοῦς ταύτης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ οἱ ἀναλαβόντες τὸ ἔργον Ἄγγλοι ἐργολάβοι δὲν ἐξετέλεσαν τὰς ἀνειλημμένας ὑπ’ αὐτῶν ὑποχρεώσεις, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι, τὸ δὲ συνομολογηθὲν δάνειον δὲν ἐχρησιμοποιήθη, εἰμὴ μόνον ἐν μέρει εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, κατὰ τὸ ὑπόλοιπον δὲ εἰς τὴν μετατροπὴν ἑτέρων δημοσίων δανείων πρὸς ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἦτο δὲ πάντη ἀδικαιολόγητος πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μὴ μεριμνῶσα, ὅπως ἡ Ἑλλὰς συνδεθῇ μετὰ τοῦ συμπλέγματος τῶν εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων. Ὡς γνωστόν, μεταξὺ πάντων τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἀπεμονώθη ἡ Ἑλλάς, στερουμένη τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, καὶ ἑπομένως ἐστερήθη πάντων τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἡ συγκοινωνία ἐπάγεται. Περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι μὴ ἐπιχειροῦντες τὴν κατασκευὴν τῆς διεθνοῦς γραμμῆς ἐγινόμεθα τὸ ἀντικείμενον τῆς χλεύης τῶν ξένων. Ὑπῆρξαν πρὸ ἡμῶν κυβερνῆται, φρονοῦντες ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῶν περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ κατασκευασθῇ ἡ γραμμὴ αὕτη. Ἡμεῖς ὅμως ἐθεωροῦμεν τοῦτο ἀκατόρθωτον, ἐδηλώσαμεν δ’ εὐθὺς ὡς ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, ὅτι ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ προέλθωμεν εἰς πᾶσαν διαπραγμάτευσιν καὶ συνεννόησιν πρὸς τοὺς δυναμένους νὰ ἀναλάβωσι τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς καὶ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης. Μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας τῆς Κυβερνήσεως ὑπεβλήθησαν πρὸς αὐτὴν προτάσεις ὑπὸ τραπεζιτῶν καὶ μηχανικῶν ἐργολάβων, ὅπως ἀναλάβωσι τό τε δάνειον καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς. Τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας ἡ Κυβέρνησις διεξήγαγε μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ μετὰ μερίμνης, ὅπως τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου ὦσιν ὡς οἷόν τε ἐλάσσονα. Ὅτε δ’ ἐπείσθημεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως πρὸς παροχὴν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, ἐσκέφθημεν ὅτι παρεσκευάζομεν βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐκ τριῶν περίπου ἑκατομμυρίων. Εἴχομεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι πάντοτε στενὸς, ἐὰν δ’ ἐβαρύνομεν αὐτὸν διὰ ποσοῦ τριῶν ἑκατομμυρίων, ἠθέλομεν περιαγάγει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς δυσχερείας μείζονας ἐκείνων, ὑφ’ ἃς διετέλει. Ἐσκέφθημεν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἐπιζητήσωμεν αὔξησίν τινα ὑφεστῶτος φόρου, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἵνα δημιουργήσωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης πόρον, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθησόμενα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, οὐ μόνον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, ἀλλὰ καὶ ἑτέρου σιδηροδρόμου, τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο ἡ κατασκευή, τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου Μελιγαλᾶ. Ἦτο ἤδη ἀποδεδειγμένον, ὅτι αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαί, αἵτινες εἶχον συντελεσθῆ ἐν Πελοποννήσῳ, δὲν παρεῖχον τὰς ἀναγκαίας εὐκολίας εἰς πληθυσμοὺς πυκνοὺς καὶ εἰς χώραν προηγμένην εἰς προϊόντα καὶ εἰς ἐμπορικὰς συναλλαγάς. Ἡ γραμμὴ Πύργου–Μελιγαλᾶ συνεπλήρου σχεδὸν τὸ σύμπλεγμα τῶν ἐν Πελοποννήσῳ σιδηροδρόμων. Ὑπεβάλομεν λοιπὸν συγχρόνως πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς συμβάσεις περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν δύο τούτων σιδηροδρόμων, συνάμα δὲ καὶ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἀπὸ δραχ. 5,80 εἰς δραχ. 8 κατ’ ὀκᾶν. Πρὶν ἢ προέλθωμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, εἴχομεν ἀνάγκην τῆς συγκαταθέσεως τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς δύο τινά· πρῶτον ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ αὐξήσωμεν τὰ πλεονάσματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ πορισθῶμεν ἐκεῖθεν ἕν ποσὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων, καὶ δεύτερον ὅπως ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων, διότι ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καθίστατο ἀδύνατος ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου. Ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δι’ αὐτῆς τὴν συγκατάθεσιν τῶν Δυνάμεων, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύουσι τὰ μέλη ταύτης, ἠναγκάσθημεν νὰ προέλθωμεν εἰς παραχωρήσεις τινάς. Μετὰ τὰς διεξαχθείσας συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ἐπετύχομεν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως καθορισθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, διατεθῇ δὲ τοῦτο ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συνομολογηθησομένων δανείων τῶν δύο σιδηροδρόμων. Τὴν αὔξησιν ὅμως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν ἐκρίναμεν πρέπον νὰ συνδυάσωμεν πρὸς τὴν ἐγγύησιν, ἣν παρέσχομεν πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους, τοὺς ἀναλαβόντας τοῦ δανείου τὴν παροχήν, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐπαρκεῖς ὑπῆρχον αἱ ἐγγυήσεις, ἃς ἐχορηγοῦμεν μεσολαβήσει τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, καὶ τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὡς πρὸς τὴν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατάθεσιν τῶν χρημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, οὐδεμία ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀνελήφθη ὑποχρέωσις πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους τῶν δανείων τῶν δύο σιδηροδρόμων. Ἔχομεν ὅμως ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ὡς Κράτος, νὰ μὴ ἀναιρέσωμεν τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν προωρίσθη τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ. Νομοθετήσαντες τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐδημιουργήσαμεν μίαν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἴπομεν, ὅτι τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην δὲν ζητοῦμεν, ἵνα καλύψωμεν ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν, τὴν ζητοῦμεν μόνον πρὸς ἕνα ἀποκλειστικῶς σκοπὸν, ἵνα κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους. Φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δημιουργῶμεν φόρους ἢ οἱασδήποτε φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, νὰ καθορίζωμεν τὴν ἀποκλειστικὴν αὐτῶν χρῆσιν πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, μετά τινα δὲ χρόνον, ὅταν τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου εὑρίσκωνται ἐν δυσχερείᾳ, τὰ χρήματα ταῦτα νὰ τὰ ἀποσπῶμεν καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιῶμεν πρὸς πληρωμὴν ἀναγκῶν τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ...
§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ποσὸν ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων, κατατεθειμένων πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν, λαμβάνηται καὶ διατίθηται πρὸς ἄλλους σκοποὺς, δὲν πρέπει ὑμεῖς νὰ λέγητε τοῦτο, ὅταν μάλιστα ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου ἐξακολουθῇ ἀνελλιπῶς.
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων, εἶπον ὅμως, ὅτι ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἐκείνων, εἰς οὓς ἐπεβάλομεν τὸν φόρον, διότι εἰς αὐτοὺς εἴπομεν, ὅτε ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον τοῦτον πρὸς ἕνα ἀποκλειστικῶς σκοπὸν, ὅπως τὸ προϊὸν τοῦ φόρου τούτου χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἅτινα θὰ συνομολογήσωμεν πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, τουτέστι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων. Ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, φέρει στοιχεῖα μὲν ͵ΒΨΕʹ, χρονολογίαν δὲ 30 Μαρτίου 1900. Οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐκυρώθησαν αἱ συμβάσεις περὶ συνομολογήσεως τῶν ἀναγκαίων δανείων καὶ περὶ κατασκευῆς τῶν δύο σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, φέρουσι χρονολογίαν 8 Ἀπριλίου 1900· δηλαδὴ ἦτο σύγχρονος ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅπως χρησιμοποιηθῇ τὸ προϊὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν συνομολογηθησομένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον εἰσπράξεις ἐκ δικαιώματος καπνοῦ πλέον τοῦ ποσοῦ 7,050,000, μέχρι δραχμῶν 9,737,928 καὶ ἐκ τοῦ πλέον τοῦ τελευταίου τούτου ποσὸν 22/80, αἱ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκουσαι, κατατιθέμεναι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ συμφωνηθησομένῳ μετ’ αὐτῆς τόκῳ, προορίζονται ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν συνομολογηθησομένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ.» Ὁ νόμος περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐτέθη ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν, ἀλλὰ τὰ δάνεια, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὁποίων καθωρίσθη ὁ φόρος οὗτος, δὲν συνωμολογήθησαν ἀμέσως, ἰδίᾳ δὲ τὸ μέγα δάνειον, τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, δὲν συνωμολογήθη, διότι ὑπῆρχον δυσχέρειαι ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τότε διετέλουν αἱ χρηματιστικαὶ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης ὡς ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ Τράνσβαλ. Ὡς ἐκ τούτου αἱ καταθέσεις παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, αἱ προερχόμεναι ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, ἤρξαντο πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ λειτουργία τῶν δύο δανείων. Ὅτε δὲ τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν, ἐπειδὴ δὲν συνωμολογήθησαν ἀμέσως ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, ὑπῆρξαν πάντοτε πλεονάσματα μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων, καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἡ κατάθεσις αὕτη κατὰ μὲν τὴν 30 Ἰουνίου 1903 ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 5,406,499, τὴν 30 Ἰουνίου 1904 ἀνῆλθεν εἰς 5,542,880 ἐκ τῆς προσθήκης τοῦ τόκου, τὴν 31 Δεκεμβρίου 1904 εἰς δραχ. 5,612,166, καὶ τὴν 30 Ἰουνίου 1905 εἰς 5,682,318. Κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον, κατατεθειμέναι εἰσὶ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ δρ. 5,247,946. Κατὰ τὴν ὑποσημείωσιν, εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβάνονται οἱ τόκοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 434,372. Ὅταν προστεθῶσι καὶ οἱ τόκοι, τὸ ἀναληπτέον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 5,682,318, ὅσαι ἀναγράφονται εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1905. Δὲν ὑπῆρχεν ἄγνωστον τὸ ὑπὸ τοιοῦτον χαρακτῆρα κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρηματικὸν ποσόν. Πάντες οἱ διευθύναντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐγίνωσκον τοῦτο. Κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμία ἐγένετο ἀνακάλυψις ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς χθές, ἐμοῦ μὴ εὑρισκομένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος καὶ φίλος μου συνεχάρη τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ ἀνακαλύψει τῆς τοιαύτης παρὰ τῇ Τραπέζῃ καταθέσεως. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδέχθη τὰ συγχαρητήρια ταῦτα. Ἠπόρησα μάλιστα, πῶς ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος ἠγνόει τὴν παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατάθεσιν, διότι ὑποθέτω, ὅτι μελετᾷ τούς τε ἰσολογισμοὺς καὶ τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἃς ἀναγράφεται ἡ κατάθεσις αὕτη κατὰ τρόπον ὑποπίπτοντα εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὸ 1903, καὶ διετέλει ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς καταθέσεως ταύτης, δὲν ἐσκέφθη ὅμως νὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτῆς, διότι εἶχεν ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἦτο προσῆκον ν’ ἀποσπασθῇ ἡ κατάθεσις αὕτη ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ νὰ ἀναιρεθῇ ὁ προορισμός, τὸν ὁποῖον εἶχον τὰ χρήματα ταῦτα, κατατιθέμενα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι διεχειρίσθη τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους πλέον τοῦ ἑξαμήνου κατὰ τὸ 1903, καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι εὑρίσκετο πρὸ ἀπροχωρήτου ὡς ἐκ τῆς δυσχεροῦς καταστάσεως τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Τότε δὲν ἐσκέφθη ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα ταῦτα, ἀλλ’ εἶχε σκεφθῆ ἕτερόν τι, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐξ 20,000,000 φράγκων ὑπολοίπου τοῦ δανείου, τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Προέβη δὲ εἰς παραστάσεις πρὸς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν λόγῳ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν χρήσεων 1902 καὶ 1903. Τὰ περὶ τούτου συνεζητήθησαν κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς Περιόδου, οὐδένα δ’ ἔχω λόγον νὰ τὰ ἐπαναφέρω σήμερον ὑπὸ συζήτησιν. Ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν πρὶν ἢ καταλήξωσιν εἰς ὁριστικόν τι αἱ ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ διεξαγόμεναι διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐκείνου ἐξ 20,000,000 μὲν ἐν ἀρχῇ, 12,000,000 δὲ ἐπὶ τέλους. Ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐφαίνετο εὐμενῶς διατεθειμένη ἀπέναντι τῆς γενομένης εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου προτάσεως. Ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐπροτιμήσαμεν νὰ διακόψωμεν τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, διότι εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη τοῦ δανείου τούτου πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἰσορροπίας τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τοῦτο δὲ καὶ ἀπεδείξαμεν. Κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα, ἀφ’ ἧς ἀνήλθομεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, κατωρθώσαμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἓν ἑκατομμύριον, κατωρθώσαμεν δὲ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1903 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1904 νὰ εἰσπράξωμεν ἐν ὅλῳ δραχ. 5,000,000, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ νὰ καταθέσωμεν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 1,000,000 δραχ. εἰς ἔντοκον κατάθεσιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν διεπράξαμεν βεβαίως θαῦμά τι, οὐδ’ ἐκαυχήθημεν ἐπὶ τούτῳ. Ἐπράξαμεν τὸ καθῆκόν μας, ἐπιδιώξαντες τὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων, καὶ τὴν ἐπεδιώξαμεν διὰ τῶν τρόπων καὶ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν πρόσφορα, χωρὶς νὰ πιέσωμεν τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ νὰ ἐγείρωμεν παράπονα. Ὅτε δὲ προσήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβαλόντες εἰς αὐτὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, ἐγινώσκομεν ὅτι ὑπῆρχεν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένον ποσὸν ἐκ δρ. 5,406,499. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἔχει εἰδικὸν προορισμὸν καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἦτο καὶ εἰς ἡμᾶς εὔκολον καὶ πρόχειρον τὸ προβαλλόμενον ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως μέτρον. Ἀντὶ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ περικοπῆς τῶν δημοσίων δαπανῶν, ἀντὶ νὰ προβάλωμεν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεζητοῦμεν αὐξήσεις τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ 5,700,000, εὐχερέστερον ἦτο νὰ προβάλωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβάλλει νῦν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβωμεν δηλαδὴ τὸ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένον ποσὸν τῶν 5,406,499 δραχμῶν, καὶ οὕτω νὰ καταστήσωμεν τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόγραμμα ἄρτιον. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην· ἡμεῖς δὲν ἐφρονοῦμεν ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ προσφεύγωσιν εἰς τοιαῦτα μέτρα προσωρινὰ, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσι προσωρινῶς τὰ κενὰ τὰ ὑφιστάμενα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἢ τοῖς ἀπολογισμοῖς, καὶ νὰ ἐθίσωμεν τὰς Κυβερνήσεις νὰ μὴ μεριμνῶσι διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων, νὰ ἐθίσωμεν τὰς Κυβερνήσεις νὰ ἐπιτρέπωσιν ἢ νὰ ἀνέχωνται τὴν χαλάρωσιν ἐν τῇ διοικήσει καὶ τὴν καθυστέρησιν ἐν ταῖς εἰσπράξεσιν. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρίσκων προχείρους καταθέσεις τινὰς, προορισμὸν εἰδικὸν ἐχούσας, λαμβάνῃ ταύτας καὶ πληροῖ τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ ἐπιβεβλημένον, ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον, ὅπως μὴ χαλαρῶνται αἱ εἰσπράξεις καὶ μὴ μειῶνται ἐξ ἐλαττωματικῆς διοικήσεως τὰ δημόσια ἔσοδα. Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ ἀναμνησθῶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Νέγρη, παραστήσαντος ὅτι αἱ προβλέψεις τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 ὑπῆρξαν ὑπερβολικαί. Τοῦτ’ αὐτὸ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, πόθεν προκύπτει ἡ τοιαύτη μείωσις τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐσόδων. Ὅτε ἀνεγράφοντο τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων τούτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν προηγήθη ἡ προσήκουσα μελέτη; δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ μέσοι ὅροι τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν; δὲν ἐξητάσθησαν πάντα τὰ στοιχεῖα, ὅσα ὀφείλει εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅταν προϋπολογίζῃ τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα ἐγένοντο· ὅσοι δ’ ἐξ ὑμῶν διετελεῖτε μέλη τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου καὶ παρευρέθητε κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν εἰσήγετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905, θὰ ἠκούσατε τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ, διευθύνοντος τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δικαιολογοῦντος τὰ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ ἔσοδα μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἐξετάσεως λεπτομεροῦς. Ἀλλὰ πόθεν ἡ χαλάρωσις τῶν εἰσπράξεων; πόθεν ἡ μείωσις τῶν ἐσόδων; Βλέπομεν ἁπανταχοῦ τὴν μείωσιν ταύτην; Ἴσως εἰς ἓν μόνον ἔσοδον ὑπάρχει ποιά τις δικαιολογία, τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου, διότι ὡς πρὸς τοῦτο δύναταί τις καὶ τῶν ἐκλογῶν τὴν ἐπιρροὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ συγχρόνως τὴν κατάστασιν ἐν γένει τῶν συναλλαγῶν. Ὡς πρὸς πάντα ὅμως τὰ ἄλλα ἔσοδα, ἡ παρατηρουμένη χαλάρωσις, ἡ παρατηρουμένη μείωσις τῶν ἐσόδων ὀφείλεται εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς διοικήσεως, ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπίτασιν τοῦ λαθρεμπορίου. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ προέρχεται ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν, διότι οἱ καπνισταὶ δὲν ἠλαττώθησαν. Ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ πετρελαίου, ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου ἐκ τινων εἰδῶν ὑποβαλλομένων εἰς βαρέα τέλη τελωνιακά, ὡς τῆς σακχάρεως, πάντα ταῦτα ποῦ ὀφείλονται;
§134Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ, νὰ εἴπω δύο λέξεις;
§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα, τὴν ἀγόρευσιν ὑμῶν· ἐγὼ μόνον ὡς ἀφετηρίαν ἔλαβον τὴν ἀγόρευσιν ὑμῶν, ἵνα μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς παρατηρουμένης μειώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ 1905. Δὲν ἀποδέχομαι πάσας τὰς παρατηρήσεις ὑμῶν περὶ τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας ὑμεῖς προβλέπετε, διότι πᾶσαι αὗται αἱ ἐλαττώσεις, αἱ ὑφ’ ὑμῶν προταθεῖσαι, δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν μέσων ὅρων τῶν παρελθόντων ἐτῶν· ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1905 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1905. Κατὰ τὸ τετράμηνον τοῦτο χρονικὸν διάστημα αἱ εἰσπράξεις εἰσὶν ἐλάσσονες κατὰ δραχμὰς 4,000,000, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἀντίστοιχον τετράμηνον τοῦ 1904. Τοσαύτη ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ τελευταῖαι βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἔλαβον χώραν τὴν 20 Φεβρουαρίου. Ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν δικαιολογουμένη χαλάρωσις τῶν εἰσπράξεων ἔδει νὰ παρέλθῃ μετ’ αὐτῶν. Ἡ παρατηρουμένη αἰσθητὴ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1905 δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας· ἡ διαφορὰ αὕτη ἀποδοτέα εἰς τὰς συνθήκας, καθ’ ἃς διοικεῖται τὸ Κράτος ἀφ’ ἧς ἀπεχώρησε τῆς ἀρχῆς ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ Κυβέρνησις. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ τὰ ὄργανα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τὰ ὄργανα τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου καὶ ἐν γένει τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως ὀλιγώρως καὶ ῥᾳθύμως διάκεινται ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἐπιβαλομένων αὐτοῖς καθηκόντων. Ταῦτα ἀναφέρων, οὐδένα ἔχω λόγον νὰ αἰτιαθῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἡ ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἄνοδος αὐτοῦ εἶναι ὀλιγοχρόνιος. Ἔχω ἄλλως τε ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον θέλει διαχειρισθῆ τὰ οἰκονομικὰ ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς, θὰ δώσῃ εἰς τὰς δημοσίας εἰσπράξεις ὤθησιν τοιαύτην, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τῆς πρώτης ἑξαμηνίας ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ τῆς ἐπὶ πλέον εἰσπράξεως κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Πάντως ὅμως παρατηρῶ, ὅτι τὸ χάσμα τὸ οἰκονομικόν, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, διότι, ἐὰν ἐλαμβάνετο ἐγκαίρως πρόνοια, ὅπως σὺν τῇ ἐπιψηφίσει τῶν νομοσχεδίων τῶν συνεπαγομένων δαπάνας ψηφίζωνται καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικὰ, βεβαίως οὐδεμία ἀνισορροπία ἤθελεν ὑπάρχει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905. Ὁ σκοπός, πρὸς ὃν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, εἶναι τοῖς πᾶσι καταφανής· αʹ) ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰσέρχονται εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον δραχ. 5,682,318, βʹ) προστίθενται εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 δραχ. 5,682,318 ὡς ἔσοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ γʹ) ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1905 ποσὸν δραχμῶν 851,815, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὸ κεφάλαιον 13, ἄρθρον 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν: «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀπόδοσις μέρους τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1903 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ». Εἰς τὸ σημείωμα τὸ συνοδεῦον τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 845,774 διὰ τὸ 1903, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅμως τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἀναγράφεται τὸ ποσὸν δρ. 851,815. Κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ πιστωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905· ἑπομένως θὰ πιστωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905 διὰ τῶν δύο τελευταίων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 6,534,133. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂν μεταβληθῇ εἰς νόμον· ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1904 θὰ πιστωθῇ μὲ τὸ ποσὸν δραχ. 267,261, τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ χρῆσις αὕτη νὰ καταβάλῃ διὰ τὸ πλεονάζον μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ προελθόντος ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ χρησιμοποιηθέντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων. Τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 851,815 ἀνάγεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Αὐτὸ ἀνωμολογήθη ἐπισήμως διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905. Ἐγένοντο δὲ γνωστοὶ οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα προῆλθεν ἡ καθυστέρησις αὕτη. Δὲν προῆλθεν ἡ καθυστέρησις αὕτη ἐκ λόγων ἀνεπαρκείας τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου· διότι δὲν λέγω τι καινόν, δὲν λέγω τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἐφ’ ὅσον χρόνον ὑπήρχομεν ἡμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ, τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἶχεν ἄφθονον πάντοτε τὸ χρῆμα, καὶ οὐδέποτε ἐκλείσθησαν αἱ θύραι αὐτοῦ. Ἡ καθυστέρησις αὕτη προῆλθεν ἐκ λόγων ὅλως ἰδιαιτέρων καὶ ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ, ὑπερέβαινε τὰς προβλέψεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, καὶ ἀπητεῖτο ἡ πρόκλησις Διατάγματος περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἐπιτρέποντος τοῦτο τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου· ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ἐπρόκειτο τοῦτο νὰ γένηται συνέπεσε ν’ ἀπουσιάσῃ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ ἀξιότιμος τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε δὲ οὗτος ἐπανῆλθεν, ἐγὼ παρῃτήθην, καὶ ἑπομένως δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα δοθῇ ἡ πίστωσις καὶ καταβληθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο.
§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις τοῦ καπνοῦ εἶναι γνωσταὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Ὥστε μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως ἐμεσολάβουν δέκα μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἠδύνασθε ἀξιόλογα νὰ κανονίσητε τὸ ποσόν.
§137Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔπρεπε μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου.
§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρῃτήθην ἀρχομένου τοῦ Ὀκτωβρίου. Δύνασθε μάλιστα, ἐπειδὴ εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατέχετε ὅλα τὰ στοιχεῖα, νὰ ζητήσητε καὶ νὰ ἴδητε τὸ σχέδιον τοῦ Διατάγματος, ὅπερ εἶχον πρὸς τοῦτο παρασκευάσει, μετὰ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§139Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπεγράφη.
§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἄλλως τε ἔχει πρακτικὴν σημασίαν τὸ ἐκ τυχαίων συμβεβηκότων προκῦψαν γεγονός, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν κατεβλήθη διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Ἀναμφισβήτητον μόνον εἶναι, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ καθυστέρησις ἕνεκεν ἐλλείψεως χρημάτων. Χρήματα ὑπῆρχον ἄφθονα. Ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τέλει ποιεῖται τὴν ἑξῆς παρατήρησιν (ἀναγινώσκει): «... Ἑπομένως ἡ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατάθεσις τοῦ Δημοσίου ἐξ εἰσπράξεως τοῦ προσθέτου δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τείνει ἄνευ λόγου νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον, δεσμευομένων οὕτω τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ μετὰ τὴν ὡς ἄνω ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναληφθεισῶν ἐκ τῶν εἰρημένων δανείων ὑποχρεώσεων.» Ὑποθέτω, ὅτι δὲν προηγήθη ἡ ἀπαιτουμένη μελέτη ἐπὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπάγεται, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τῶν σιδηροδρομικῶν, διότι, ἂν τοιαύτη μελέτη προηγεῖτο, ἤθελεν ἀμέσως γείνῃ γνωστόν, ὅτι ἐκ τῆς καταθέσεως ταύτης ἐπρόκειτο κατὰ τὸ ἔτος 1905 νὰ ἀναληφθῶσι 500,000 περίπου δραχμαί...
§141Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. 445,000.
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 488,664. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶ. Τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ ὑπελογίσθη διὰ τὸ 1905 εἰς δραχ. 2,749,998, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν δύο δανείων ἀνέρχεται εἰς 3,238,662. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι εἶναι ἐξηγμένοι ἐκ τῶν δημοσίων καταστάσεων. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχουσι τὰ τῶν δανείων. Τὸ δάνειον τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Συνόρων εἶχε μέχρι τοῦδε τρεῖς ἐκδόσεις. Ἡ πρώτη ἔκδοσις, ἡ γενομένη κατὰ Μάρτιον τοῦ 1902, ἀφεώρα εἰς ὁμολογίας 44,000, ἤτοι εἰς κεφάλαιον ὀνομαστικὸν 22,000,000 φράγκων. Ἐγένετο δευτέρα ἔκδοσις τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Συνόρων κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1904 δι’ ὁμολογίας 43,500, ὀνομαστικὸν κεφάλαιον 21,750,000. Ἐγένετο καὶ τρίτη ἔκδοσις ὁμολογιῶν διὰ τὴν προέκτασιν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισαν δι’ ὁμολογίας 11,500, ὀνομαστικὸν κεφάλαιον 5,750,000. Τὸ ὅλον φράγκα 49,500,000, πληρωτέαι δόσεις ἐτήσιαι φρ. 1,976,000, χρεωλύσιον 46,500. Τὸ ὅλον 2.022,500. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου πρὸς 1,25 καὶ οὐχὶ πρὸς 1,30, ἡ πληρωτέα δόσις ἀνέρχεται εἰς φρ. 2,528,125. Πλὴν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἔχομεν τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 11,750,000. Πρὸς 5%, ἐτήσιαι δόσεις 587,500, χρεωλύσιον 25,000, τὸ ὅλον δραχ. 612,500. Ἐὰν προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 2,528,125, ἔχομεν 3,140,625. Αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἢ μᾶλλον τὸ πλεονάζον ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ κατὰ τὰ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἔτη, εἶχον ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1900, ἐπειδὴ ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 1,790,771, κατὰ τὸ ἔτος 1901 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 2,612,833, κατὰ τὸ ἔτος 1902 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 2,717,633, κατὰ τὸ ἔτος 1903 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 2,914,147, κατὰ τὸ ἔτος 1904 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 2,792,240. Ἀλλὰ διὰ τὸ 1905 ὑπελογίσθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον ἔλασσον κατὰ 400,000 δραχμάς. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν πέντε μηνῶν, τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου τούτου ἔσται κατώτερον. Ἀλλὰ καὶ μόνον κατὰ 400,000 δρ. ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὸ ἐπὶ ἔλαττον ποσόν, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀναλάβωμεν ἀπὸ τὴν κατάθεσιν τὴν ἔντοκον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ δραχ. 488,664. Ἐὰν δὲ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ καταπέσῃ περισσότερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπελόγισεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τότε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀναλάβει ἐκ τῆς παρὰ τῇ Τραπέζῃ καταθέσεως, ἔσεται ἀνώτερον. Ἀλλ’ ἆρά γε τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συνομολογηθῶσι δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἥτις ἐκυρώθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 8 Ἀπριλίου 1900, ἐξεδόθησαν πάντα; Δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν εἰς μόνον τὸν ὑπολογισμὸν, τοῦ ὁποίου ἐποιησάμην ἤδη μνείαν; Ἔχομεν δύο τμήματα ἀκόμη τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Συνόρων, τὰ ὁποῖα δὲν κατεσκευάσθησαν. Ἔχομεν πρῶτον τὸ τμῆμα ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Συνόρων διὰ Τεμπῶν, περὶ τοῦ ὁποίου γινώσκομεν ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ προβάλλεται ἡ μεταρρύθμισις τῆς συμβάσεως.
§143Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπεβλήθη. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἡμερησίας διατάξεως· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῆς συμβάσεως μία παράγραφος, καθ’ ἣν ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Συνόρων ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀδείας τῆς ἑνώσεως μετὰ τῶν τουρκικῶν σιδηροδρόμων...
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἠξεύρετε διατὶ δὲν ἀνεγράφη; διότι ὑπῆρχεν ὅρος τις, τὸν ὁποῖον ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχετο.
§146Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ τοιαύτη δυσχέρεια· ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶχε διατυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δὲν ἦτο ὁ αὐτὸς τύπος τῶν ὁμολογιῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὰς προηγουμένως ἐκδοθείσας ὁμολογίας.
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν πληροφορίαν,— δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἀκριβὴς,—ὅτι ἐγεννήθη δυσκολία, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφίνετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐλευθερία ν’ ἀποφασίσῃ ἢ μὴ τὴν κατασκευήν. Ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸν τὸν ὅρον δὲν τὸν δέχεται, διότι τὸ δάνειον, ἂν θὰ ἐγίνετο, θὰ ἐγίνετο ὁριστικῶς, ὅπως κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος.
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀπομένῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ οὕτως ἢ ἄλλως, διότι, προκειμένου νὰ ἐκδοθῶσιν αἱ ὁμολογίαι ἑνὸς δανείου, δέον νὰ ἦναι εἰλημμένη ὁριστικῶς ἡ ἀπόφασις περὶ κατασκευῆς τῆς γραμμῆς, δι’ ἣν προώρισται τὸ δάνειον.
§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν διετυπώθη οὕτως ἡ τελευταία ἄρνησις· διετυπώθη ὡς ἑξῆς· μὴ ὑπαρχούσης ἀποφάσεως παρὰ τῇ Κυβερνήσει πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου δὲν ὑπῆρχε λόγος ἐκδόσεως τοῦ δανείου.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ αὐτό· διότι, ὅπως εἶχε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἐφαίνετο ὁριστικὴ ἡ νέα ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐκδώσῃ τὰς ὁμολογίας, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν ἤθελε χρησιμοποιηθῆ πρὸς κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Συνόρων διὰ Τεμπῶν· διότι προκειμένου νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ὁμολογίαι, πρέπει βεβαίως νὰ ἦναι καθωρισμένος καὶ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ προϊὸν τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Ἐν τούτοις θἄττον ἢ βράδιον τὸ τμῆμα τοῦτο θὰ κατασκευασθῇ, εἶναι δὲ καὶ ἐν τῇ συμβάσει καθωρισμένον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ διὰ πάντα τὰ ἄλλα, πλὴν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνέρχεται, κατὰ τὴν σύμβασιν συμπεφωνημένον, εἰς φράγκα 4,888,000.
§152Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μέχρι Τσάγεζι.
§153Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως ἔχει οὕτως: «ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Συνόρων διὰ Τεμπῶν». Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀξία τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ. Προκειμένου δὲ νὰ κατασκευασθῇ τὸ τμῆμα τοῦτο, ἀναγκαίως θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ θὰ προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4,888,000. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν εἰδημόνων θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν ποσὸν φράγκων 1,000,000 περίπου. Ὑπάρχει μάλιστα ἡ γνώμη, ὅτι καὶ ἑτέρα τις δαπάνη θ’ ἀπαιτηθῇ, ὅπως ἐπιδιωχθῇ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ προέκτασις αὕτη μέχρι Συνόρων, δηλαδὴ θ’ ἀπαιτηθῇ καὶ μία δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς λιμένος καταλλήλου, ὅπως δύνανται τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελῶσι τὴν γραμμὴν ἀπὸ Τσάγεζι μέχρι Θεσσαλονίκης, νὰ εὑρίσκωσιν ἐκεῖ λιμένα, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προσορμίζωνται. Τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτηθησόμενον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος τούτου δὲν εἶναι ὑπολελογισμένον, διότι μελέτη τοιαύτη δὲν ἐγένετο. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι θ’ ἀπαιτηθῶσι περὶ τὰς 400,000 φράγκα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ὁριστικὴ μελέτη, δὲν ποιοῦμαι μνείαν. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχει πρόνοια διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἑτέρας προεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης, τῆς προεκτάσεως ἀπὸ Μπράλου μέχρις Ἰτέας. Ἡ προέκτασις δὲ αὕτη τοῦ σιδηροδρόμου προενοήθη ὑπὸ τῆς συμβάσεως οὐχὶ ἀσκόπως. Ἡ γραμμὴ αὕτη, καὶ ὑπὸ ἐμπορικὴν καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, εἶναι ἀπαραίτητος. Εἶναι ἀδύνατον, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ μετενεχθῇ στρατὸς καὶ ὑλικὰ πολέμου ἐκ Πατρῶν ἢ ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων εἰς τὴν Θεσσαλίαν, νὰ περιαγάγητε αὐτὸν διὰ τῆς πρωτευούσης, ὅπως τὸν μεταφέρητε εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος πρόκειται ἐκ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, ἐκ τῆς Πελοποννήσου, ἢ ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων νὰ μετενεχθῇ εἰς Θεσσαλίαν, δέον νὰ εὑρίσκῃ ἐν τῷ λιμένι τῆς Ἰτέας σιδηρόδρομον, διὰ νὰ συγκοινωνήσῃ μὲ τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλὰ καὶ συμφέροντα ἄλλα πολλὰ ἀκόμη ὑπάρχουσι, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ἐκ τῆς γραμμῆς ταύτης. Τό γε νῦν ἔχον, ἡ Θεσσαλία δὲν δύναται νὰ ἐπικοινωνήσῃ πρὸς τὰς Πάτρας καὶ τὴν Πελοπόννησον ἢ καὶ τὰς Ἰονίους νήσους, ὅπως θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικοινωνήσῃ, ἂν ὑπῆρχεν ἡ γραμμὴ αὕτη. Ἄλλοτε περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης ἐγένετο ἐκτενὴς λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδεὶς δὲ ὑπῆρξεν ὁ ἀμφισβητήσας τὴν χρησιμότητα τῆς γραμμῆς ταύτης. Προενοήθη λοιπὸν ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ταύτης ὑπὸ ὅρους τινάς. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας, ἥτις ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον ἀντὶ φράγκων 4,000,000...
§154Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποχρέωσις ὅμως οὐδεμία ἀνελήφθη.
§155Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§156Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδὲ ὡς πρὸς τὴν ἄλλην γραμμήν.
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν Λαρίσης. Ὑπάρχει ὅμως ἀνεγνωρισμένη ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μέχρι Συνόρων, ὡς καὶ τῆς κατασκευῆς διακλαδώσεως μέχρις Ἰτέας.
§158Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλωμεν.
§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Μήπως καὶ ἡ τοῦ σιδηροδρόμου κατασκευὴ ἐπεβλήθη ἡμῖν ἐξ ἀνωτέρας βίας; Ἐθεωρήθη ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου χρήσιμος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἐπιβάλλεται ἡμῖν καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν ὑπολειπομένων δύο τμημάτων.
§160Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, διότι δὲν εἶναι σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Συνόρων, εἶναι σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Δεμερλῆ.
§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς νόμους, δι’ ὧν ἐκυρώθη ἡ σύμβασις, ἀναγράφεται ὑποχρεωτικὴ ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς μέχρι Λαρίσης, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην γραμμήν, τὴν μέχρι Συνόρων, εἶναι τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν κατασκευὴν αὐτῆς.
§162Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι ὑποχρεωτική, εἶναι ἐπιβεβλημένη.
§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ἀνάγκης. Οὐδεμίαν δέ, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ διάδοχος αὐτῆς θὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἑταιρείας τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Συνόρων καὶ ἀπὸ Μπράλου μέχρις Ἰτέας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θ’ ἀπαιτηθῶσι φράγκα 9,888,000, ἤτοι ἐτήσιος τόκος πρὸς 5% ἐκ φρ. 494, 400, πλὴν τοῦ χρεωλυσίου, ὑπολογιζομένου δὲ τοῦ φράγκου πρὸς 1 καὶ 25, θέλομεν ἔχει ἐτησίως δαπάνην ἐκ δραχ. 618,000. Διὰ τὸ τμῆμα Λαρίσης–Συνόρων 4,888,000, διὰ τὸ τμῆμα Μπράλου–Ἰτέας 4,000,000, διὰ τροχαῖον ὑλικὸν 1,000,000, τὸ ὅλον 9,888,000. Ἤτοι δραχ. 650,000 περίπου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀνατρέπονται, ὅταν λαμβάνωμεν ἐκ τῆς Τραπέζης τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατετέθη παρ’ αὐτῇ καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν αὐτὸν τὸν προορισμόν, τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν συνομολογηθησομένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν γραμμῶν τούτων. Ἐὰν παρέμενεν, ὅπως ἔδει νὰ παραμείνῃ, ἄθικτος ἡ κατάθεσις αὕτη, καὶ τὸ ποσὸν τῶν 500,000, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναληφθῇ ἐκ τῆς καταθέσεως ταύτης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἤδη ἐκδοθεισῶν ὁμολογιῶν, καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 618 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον θέλει προστεθῆ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν δύο ἄλλων τμημάτων, δὲν ἤθελον ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, τοὐλάχιστον ἐπὶ πολλὰ ἔτη· διότι ὅ,τι ἤθελεν ὑπολειφθῆ ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου κατ’ ἔτος ποσοῦ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ θέλει λαμβάνεσθαι ἐκ τῆς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσεως. Ἡ περὶ ἧς ὅμως πρόκειται κατάθεσις δὲν εἶναι ἀπρόσοδος, διότι ἀποδίδει εἰς τὸ δάνειον τόκον 2½%. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἄλλως νὰ ζητήσωμεν τὸ χρῆμα, διὰ δανείου ἢ δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἠθέλομεν πληρώσει 5%, ὥστε ἠθέλομεν πληρώσει πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, 2½%, ἤτοι ἐπὶ ποσοῦ 6 ἑκατομμυρίων ἠθέλομεν πληρώσει 150,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον νὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων ἐν τῷ μέλλοντι πρόσοδον τοσούτου ποσοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἔχει, ἀφαιροῦντες τὴν κατάθεσιν ταύτην, τὴν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ μὴ προβαίνοντες εἰς ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν σταθεροῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διὰ τοῦ προχείρου ὅμως τούτου μέτρου, ὅπερ προτείνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, πληροῦται μὲν τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀφήσει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905, ἀλλὰ δὲν ἐπιτυγχάνεται τὸ σταθερὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἰσοζύγιον. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει ν’ ἀφορῶσι μόνον εἰς τὰς συμπτωματικὰς θεραπείας, διότι αἱ συμπτωματικαὶ θεραπεῖαι δὲν προλαμβάνουσι τὴν ὑποτροπὴν τῆς νόσου. Αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ φροντίζωσι πρὸ πάντων, ὅπως ἡ θεραπεία γένηται ῥιζική, οὕτω δὲ κατασταθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἰσοσκελὴς καὶ διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον. Τὸ κέρδος εἶναι ἐλάχιστον, ἐὰν κατορθωθῇ μόνον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905 νὰ ἦναι ἰσοσκελής, νὰ ἔχωμεν δὲ πάλιν τὸ 1906 ἐλλείμματα. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ προέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προέβαλε διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν προτίθεμαι νὰ μεμφθῶ ἰδίως τῶν διαχειρισαμένων ἢ τῶν διαχειρισομένων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὰ κοινὰ ὀφείλει νὰ αἰσθάνηται ὡς ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον τῆς ἀνελλιποῦς εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων· νομίζω ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ καταφεύγωσιν εἰς μέτρα προσωρινὰ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθιεροῦται προηγούμενον δυνάμενον νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιβλαβεστάτην ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, διότι, ὅταν μεταρρυθμίζοντες ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλομεν φόρους προορισθέντας πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν, ἀνατρέπωμεν ὅ,τι τότε ἀπεφασίσαμεν, θέλομεν ἀποβάλει τὸ ἀναγκαῖον ἠθικὸν κῦρος καὶ θέλομεν εὑρίσκεσθαι ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ δημιουργήσωμεν εἰδικόν τινα πόρον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Μετὰ τὸ προηγούμενον τοῦτο, τί κωλύει ἡμᾶς νὰ ἀνατρέψωμεν καὶ τόσους ἄλλους νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροικοδοτήσαμεν ὡρισμένα εἰδικὰ ταμεῖα πρὸς εἰδικὸν σκοπόν; Ἐὰν μετ’ ὀλίγα ἔτη εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς ὁμοίαν δυσχερῆ κατάστασιν, τί κωλύει ἡμᾶς νὰ ἀναλάβωμεν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στόλου ἢ διὰ τὴν προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς; Πρὸ πάντων δὲ πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπέχομεν εὐθύνην ἠθικὴν, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τοὺς ξένους, ἀλλὰ πρὸς αὐτὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅταν ἐπιβάλλωμεν ἕνα φόρον, καθορίζοντες τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολούθως τοῦ φόρου τούτου τὸ προϊὸν λαμβάνωμεν καὶ τὸ μεταχειριζώμεθα εἰς πλήρωσιν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὴν ἐπαγγελίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τοῦ Κράτους. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἀθετοῦμεν ὑποχρεώσεις ἀνειλημμένας πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐκδοθέντων διὰ τοὺς σιδηροδρόμους δανείων. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραλείψω γεγονός τι, ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπομνήσωσι πρὸς ἡμᾶς οἱ ξένοι, ὄχι ἵνα ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ μᾶς μεμφθῶσιν ἐπὶ ἀσυνεπείᾳ, ἐπὶ ἀθετήσει ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς αὐτοὶ δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς ἐνομοθετήσαμεν. Εἴχομεν πρό τινος χρόνου ἐνταῦθα ἀπεσταλμένον ἐκ μέρους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μελετήσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Οὗτος βεβαίως μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία κατάθεσις παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἔχουσα εἰδικὸν σκοπὸν, ἵνα χρησιμοποιηθῇ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτηθησομένου διὰ τὰ σιδηροδρομικὰ δάνεια, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἐὰν οὗτος σήμερον πληροφορηθῇ, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάθεσις ἀνελήφθη ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀναιρεθέντος τοῦ ἀρχικοῦ αὐτῆς προορισμοῦ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως χρησιμεύσῃ πρὸς πλήρωσιν τακτικῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγκῶν, βεβαίως δὲν θὰ διατηρήσῃ τὴν ἐνθαρρυντικὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισε διὰ τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν μέλλον. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλεγε χθὲς ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξέφρασεν αὐτῷ ἀπορίαν, πῶς ἀπέμενεν ἡ κατάθεσις αὕτη παρὰ τῇ Τραπέζῃ. Οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ παραδεχθῶ ὡς ἀκριβὲς τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λεχθέν. Δὲν παραδέχομαι ὅμως, ὅτι ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς καταθέσεως ταύτης. Τοῦτο δὲ γινώσκω, ὄχι μόνον διότι, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πολλάκις κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐδόθησαν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην αἱ ἀναγκαῖαι περὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς παρὰ τῇ Τραπέζῃ καταθέσεως ταύτης, καὶ αἱ ἐξηγήσεις αὗται ἐπέσπασαν τὸν ἔπαινον τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοιαύτη ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὥστε ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, αἵτινες πᾶσαι ποιοῦνται μνείαν τῆς καταθέσεως ταύτης, ποιοῦνται δὲ μνείαν δι’ ἕνα λόγον, ὃν ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν, ἵνα ἐννοήσητε τὸν μηχανισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων. Ἐπειδὴ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραλαμβάνῃ ἐκ τῶν ἠγγυημένων προσόδων καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων ἀναγκαῖον ποσόν, πληρώνει μὲν καὶ τοῦτο τακτικῶς, ἀλλ’ ὅταν ὑπολογίζῃ τὰ πλεονάσματα, εἰς τὰ πλεονάσματα ταῦτα καταλογίζει καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ 1903. Ἐν αὐτῇ ἀναγράφονται τὰ ἑπόμενα: «Τὸ ὑπερβάλλον τῶν προσόδων ὁλοκλήρου τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀνέρχεται εἰς φράγκα 138,906 καὶ εἰς δραχμὰς 16,234,055, εἰς ἃς συμπεριλαμβάνεται τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 2,914,147, τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ προσθέτου φόρου.» Διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν δανείων, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν δημοσίων δανείων τραπεζῖται ἐκδίδουσι προγράμματα, Prospectus. Ἐξεδόθησαν δύο προγράμματα, διότι κυρίως δὶς ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ἡ πρώτη ἔκδοσις τὸν Μάρτιον τοῦ 1907, καὶ ἡ δευτέρα ἔκδοσις τὸν Μάϊον τοῦ 1902. Εἰς τὰ δύο προγράμματα ταῦτα γίνεται μνεία, ὅτι διὰ νόμου ἐδημιουργήθη ὁ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὸ προϊὸν δὲ τῆς ἐκ τούτου εἰσπράξεως καθωρίσθη ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων. Εἰς τὸ παράρτημα τοῦ Prospectus ἀναγράφεται μάλιστα ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Βεβαίως ἐκ τούτου δὲν παρεχωρήσαμεν δικαιώματα ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων, τὸ πρόγραμμα δὲν εἶχε τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως...
§164Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνος ἐποχῆς εἶναι τὸ πρόγραμμα;
§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον πρόγραμμα ἐξεδόθη κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1902, καὶ τὸ πρῶτον παράρτημα τοῦ προγράμματος ἀναγράφει, ὅτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου προσδιωρίσθη καὶ ἡ πρόσθετος πρόσοδος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ὡς δὲ προεῖπον, εἰς τὸ παράρτημα τοῦ προγράμματος ἀναγράφεται ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου περὶ τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§166Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τίνος ἐποχῆς ὑπολογίζεται τὸ δάνειον; Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου; Αὐτὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ δύο ἐκεῖνα δάνεια;
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Τί ἐζήτησαν οἱ ἐκδόντες τὸ πρόγραμμα; Ἐζήτησαν νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τῆς 28 Μαρτίου τοῦ 1900 ἐδημιουργήθη εἷς φόρος εἰδικός, ἐδημιουργήθη πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν, κατατιθέμενον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, θέλει διατίθεσθαι ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων. Τὸ δὲ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τούτου ἀναγράφεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐν τῷ προγράμματι τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου.
§168Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν εἶχον οἱ ὁμολογιοῦχοι, ὅτε ἠγόραζον τὰς ὁμολογίας των.
§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ ὁμολογιοῦχοι οὗτοι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν ἀπέναντι ἡμῶν, διότι ἡμεῖς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι αὐτῶν ἀνελάβομεν ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· διότι ἐν τῇ συμβάσει, διὰ τῆς ὁποίας συνωμολογήθη τὸ δάνειον καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, εὑρέθησαν αἱ παρεχόμεναι πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου ἐγγυήσεις, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὰ πλεονάσματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Πάντα ταῦτα ἀνέφερα οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐναχθῶμεν ὑπὸ τῶν κατεχόντων τὰς ὁμολογίας τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων, λόγῳ ὅτι ἠθετήσαμεν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι αὐτῶν ἀνειλημμένας, ἀλλὰ μόνον διότι ἰδίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠξίωσεν, ὅτι ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἦτο ἐκπεπληγμένη, πῶς εὑρίσκετο καὶ παρετείνετο ἡ κατάθεσις αὕτη, καὶ διότι εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου ἄρχεται ἡ ἐκ τῆς καταθέσεως ἀνάληψις τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὑπολείπεται, τῆς ἀναγκαίας δαπάνης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν περὶ ὧν πρόκειται δανείων. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω πλείονα. Φρονῶ ὅτι δι’ ὅσων εἶπον ἔπεισα ὑμᾶς, ὅτι εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πάντως θὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Ἐὰν δ’ εἶχον πιθανότητά τινα, ὅτι ἡ γνώμη μου δύναται ν’ ἀσκήσῃ ἐπιρροήν τινα εἰς τὰς σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργοῦ, ἤθελον συστήσει εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§170Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἐπίλογος, εἰς ὃν κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἦτο προϊὸν τοῦ εὐερεθίστου χαρακτῆρός του, διότι καταλήγων τὸν λόγον εἶπεν, ὅτι δὲν ἠθέλησα νὰ ἐννοήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνος αὐτὸς κατενόησε, τουτέστιν ὅτι ἐγὼ δὲν ἐγίνωσκον ὅτι διὰ τῶν συμβάσεων τῶν σιδηροδρομικῶν δὲν παρεχωροῦμεν πρὸς ἐγγύησιν τῶν ὁμολογιούχων τὸ προϊὸν τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι καὶ ὑπέγραψα καὶ εἰργάσθην εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν συμβάσεων τούτων, καὶ γινώσκω ὡς ἄριστα, κρεῖσσον δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν ἐδίδετο ὡς ἐγγύησις ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων, καὶ ἠδυνάμην, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν συνείδησιν βεβαρημένην ὅτι παρεβίασα ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τῶν δύο σιδηροδρομικῶν δανείων, ἠδυνάμην, λέγω, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάληψιν τῆς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσεως. Δὲν ἔπραξα ὅμως τοῦτο, ὄχι διότι δὲν ἐγίνωσκον αὐτὸ, ὄχι διότι ἐνόμιζον ὅτι, ἐπειδὴ ἐγὼ προέβαλον τὸν νόμον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ καθώρισα τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω νέον νόμον, ἀνατρέποντα ἐκεῖνον. Δὲν ἔπραξα τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι εὐθὺς ὡς δημιουργεῖται εἷς φόρος, εὐθὺς ὡς εἷς φόρος ψηφίζεται ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ προορίζεται πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὁ σκοπὸς αὐτὸς νὰ ἀνατρέπηται. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀκολουθῶν τὴν συνήθη αὐτῷ πολεμικὴν ἐν ταῖς συζητήσεσιν, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ἴσως τὴν ἱλαρότητα τῆς Βουλῆς, διαιρῶν τὸν πολιτικόν μου βίον εἰς δύο περιόδους, εἰς τὸν πρὸ τῆς πτωχεύσεως καὶ εἰς τὸν μετὰ τὴν πτώχευσιν. Ὑποθέτω ὅτι ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διαχειρισθῶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους πρὸ τῆς πτωχεύσεως, οὐδ’ ἀπετέλουν μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκήρυξε τὴν πτώχευσιν. Γινώσκει δ’ ἐπίσης ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οὔτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲ μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἤμην, ὅτε συνωμολογήθη τὸ πρῶτον δάνειον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ὅπερ ὑπήχθη εἰς τὸν συμβιβασμόν. Γινώσκει δὲ ὡσαύτως, ὁποῖος θόρυβος ἐγένετο, μέχρι τοῦ νὰ ζητηθῇ ἡ εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον παραπομπὴ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, διότι ἐχρησιμοποίησε μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐκείνου πρὸς μετατροπὴν ἑτέρων δανείων. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐὰν ἐγένετο πρὸς ὥραν χρῆσις τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐκείνου πρὸς μετατροπὴν ἄλλων δανείων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, τὰ χρήματα ἐν τούτοις ὑπῆρχον, ἵνα χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅτε θὰ ἐπρόκειτο τὰ ἔργα νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἐὰν δὲ ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος δὲν ἐγένετο, δὲν ἐγένετο οὐχὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἔλειπον τὰ χρήματα, δὲν ἐγένετο διότι οἱ ἐργολάβοι παρέβησαν τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπαναλαμβάνει, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Καὶ μήπως ἰσχυρίσθη τις τὸ ἐναντίον; Βεβαίως ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ὡς φόρος τοῦ Δημοσίου εἰσεπράχθησαν καὶ κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν. Κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι εἶχον προορισμὸν ἄλλον ἢ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ πληρώνῃ καὶ καταβάλλῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, συμμορφοῦται πρὸς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ ἀπεδέχθη. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπῆρχε διακεκριμένος ὁ φόρος ὁ πρόσθετος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ δὲν κατωρθοῦτο νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ποῖον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα; Δὲν θὰ ἐπεβαρύνομεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἐπεβαρύνετο ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο; Βεβαίως. Τί λοιπὸν ἐγένετο; Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων δὲν ἐπεβαρύνθη, διότι ἐδημιουργήθη ὁ εἰδικὸς αὐτὸς πόρος, καὶ κατωρθώθη ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ νὰ ὑπηρετηθῶσι τὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων. Αὐτὸς ἄλλως ἦτο ὁ προορισμὸς αὐτοῦ. Κατὰ τί δὲ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἡ κατάθεσις αὕτη ἐν τῷ μέλλοντι; Ἐκ τῆς καταθέσεως ταύτης ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἐλλεῖπον μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραττομένου ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Ἀμέσως δὲ ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου ἄρχεται τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ λάβωμεν ἐκ τῆς καταθέσεως ταύτης δρ. 500,000. Ἐὰν δ’ ἐκδοθῶσι καὶ τὰ ἕτερα δάνεια διὰ τὴν προέκτασιν τῶν γραμμῶν, θέλομεν ἀκόμη λαμβάνει πλέον τῶν 500,000 ἑτέρας 650,000. Ὅταν δὲ ἐκ τῆς καταθέσεως ταύτης λαμβάνηται ὅ,τι ἐλλείπει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων, δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει, ὅτι θὰ ἔλθῃ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξαντληθῇ ἡ περὶ ἧς πρόκειται κατάθεσις. Βεβαίως θὰ δυνάμεθα τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ ἔτους 1912 νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων διὰ τῆς δαπάνης ταύτης. Ἄλλως τε μήπως εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει σήμερον; Αὐτὸς οὗτος ὁ σιδηρόδρομος διὰ τῆς χρήσεως αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐκμεταλλεύσει νὰ προσδώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον πρόσοδον, ἥτις δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ κατόπιν. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι δυνατὸν, τὸ ποσὸν τοῦτο μετά τινα χρόνον νὰ ἐξαντληθῇ, πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ δημιουργήσωμεν βάρη διὰ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἑπομένων ἐτῶν; Πλὴν τούτων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἰς τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων τοῦ 1899 καὶ 1900 κατελογίσθη τὸ τίμημα τῆς ἐκ παρακρατήματος σταφίδος, ἀναγόμενον εἰς κεκλεισμένας χρήσεις. Ὑπάρχει τι κοινὸν πρὸς τὸ σήμερον προτεινόμενον μέτρον; Ὑπῆρχε νόμος τις, καθορίζων πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν τὸ τίμημα τῆς σταφίδος, ἥτις ἀντὶ φόρου εἶχεν ἀποταμιευθῆ εἰς δημοσίας ἀποθήκας; Εἶναι δὲ προφανὴς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τοῦ τιμήματος ποσοῦ σταφίδος τῆς παρακρατήσεως, καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ προσθέτου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρου. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἐξετελέσθη ἀκριβῶς ὁ νόμος, εἰς δὲ τὴν δευτέραν, τὴν προκειμένην, ὁ νόμος ἀναστρέφεται. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, ἂν εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τὴν ἔντοκον, τοῦτο πράττει, ἵνα πληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ διοίκησις ἡμῶν· ἀλλ’ ἔρριψε μίαν λέξιν ἄνευ ἐννοίας, διότι ἡμεῖς οὐ μόνον δὲν ὑπήρξαμεν δημιουργοὶ ἐλλειμμάτων, ἀλλὰ τοὐναντίον, διαχειρισθέντες τὰ οἰκονομικά, εἴχομεν πλεονάσματα. Οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν χρήσεων 1899, 1900 καὶ 1901 παρουσίασαν πλεονάσματα ἐκ δραχμῶν 9,500,000. Εἰς τὸ πλεόνασμα τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατάθεσις ἐκ δραχμῶν 5,600,000. Τὸ τελευταῖον δὲ πλεόνασμα, ὅπερ ἐδημιούργησεν ἡ διαχείρισις ἡμῶν, χρησιμεύει νῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξέλθῃ τοῦ ἀπροχωρήτου καὶ τῶν ταμιακῶν δυσχερειῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γινώσκει, ὅτι εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπαρκῆ, καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἠρνήθη ἢ ἀνέβαλε τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων τούτων, ἡμεῖς δὲν ὑπέχομεν εὐθύνην, ἂν ἐκ τῆς μὴ ψηφίσεως τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων προῆλθεν ἔλλειμμα. Τὸ ἄξιον παρατηρήσεως καὶ περιεργίας εἶναι, ὅτι ἡμεῖς, οἱ κατηγορηθέντες ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀντιπάλων ὡς σπάταλοι, κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν πλεόνασμα τῶν ὑφ’ ἡμῶν διαχειρισθεισῶν χρήσεων ἐκ δραχμῶν 9,500,000, καὶ ἐπὶ πλέον κατάθεσιν παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐκ δραχ. 5,600,000, ἥτις καὶ αὕτη ἀποτελεῖ πλεόνασμα. Οἱ ἀντίθετοι δὲ ἡμῶν οὐδὲν ἐδημιούργησαν, οὐδὲν πλεόνασμα παρουσίασαν, χρησιμοποιοῦντες δὲ τὰ ἐκ τῆς μερίμνης καὶ τῆς ἐργασίας ἡμῶν προκύψαντα πλεονάσματα, ἐξακολουθοῦσι τὴν καθ’ ἡμῶν μομφήν, ὅτι ὑπήρξαμεν σπάταλοι καὶ ὅτι ἐδημιουργήσαμεν ἐλλείμματα. Εὐτυχῶς οἱ δημόσιοι ἀπολογισμοὶ καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν λαμβανόμενοι ἀριθμοὶ διαψεύδουσιν αὐτοὺς ἀμειλίκτως, καὶ πείθουσι τοὺς ἀμερολήπτως κρίνοντας τὰ πράγματα ἡμῶν, ὅτι ἡμεῖς ἐξεπληρώσαμεν ἀρτίως τὰς ἐπαγγελίας ἡμῶν περὶ περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
§172ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ταύτην τὴν ἑσπέραν εἶναι ἐξηντλημένη. Ἡ μακρὰ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἡ προκαλέσασα τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔθιξεν ὅλα τὰ ζητήματα. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἔτυχεν ἐπαρκοῦς ἀπαντήσεως, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς πάντας τοὺς ἔχοντας νὰ φέρωσι παρατηρήσεις, ἀναλόγους ἐκείνων, αἵτινες προσήχθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ὑπάρχει ἤδη ἔνδεια νέων ἐπιχειρημάτων. Διὰ τοῦτο ταύτην τὴν ἑσπέραν περιορίζομαι νὰ ὑποβάλω ἔγγραφον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ἀναπτύξω ταύτην κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 332). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§175Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀναβάλω δι’ αὔριον· ἐὰν ὅμως δι’ ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων χρειασθῇ μία συνεδρίασις, ἐπειδὴ ἔχομεν 20 τοὐλάχιστον νομοσχέδια νὰ ψηφίσωμεν, θὰ χρειασθῶμεν 20 τοὐλάχιστον συνεδριάσεις. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν, —χάριν τοὐλάχιστον τῶν ἐχόντων ἀνάγκην ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των Βουλευτῶν—νὰ συντάμωμεν τὸν χρόνον. Θὰ παρεκάλουν, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἐπείγουσαι ἐπερωτήσεις, εἰ δυνατόν, νὰ εἰσερχώμεθα ἐνωρίτερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω ὅτι δὲν ζητῶ τίποτε παράλογον, ἐὰν παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ συνερχώμεθα εἰς τὰς 6 μετὰ μεσημβρίαν, καὶ μετὰ μίαν ἢ δύο ὥρας ν’ ἀρχίζωμεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν. Ἀκριβῶς διότι καταγγελλόμεθα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ὅτι ἐρχόμεθα μόνον διὰ τῶν 5,600,000, τῶν κατατεθειμένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιμείνω, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἄρωμεν τὰ βάρη ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν. Καθ’ ὅσον ἤθελον ψηφισθῆ τὰ νομοσχέδια, δὲν βλέπω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κενόν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσιν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ ἐμμείνωσι περισσότερον εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ ἦναι ἡ αὐτή. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)