1905.07.04
2.328 στίχοι · 17.578 λέξεις · 200 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 4 Ἰουλίου 1905.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοίνωσις ἀναφορῶν. Ὁ Θεμιστοκλῆς Λάζος, κάτοικος Λαμίας παρακαλεῖ, ἵνα ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ Λάζος Ἀχιλ. Παπαλουκᾶς προβιβασθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ.
§2Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§3ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ἰωάννης Δ. Μαυρίκος καὶ Κ. Κονδύλης, στρατιωτικοὶ κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀκροναυπλίας, παραπονοῦνται δι’ ἐπιστολῆς των πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι, καίτοι ὑπάρχει σύστασις ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς ἀδίκως καταδικασθέντων, δὲν τοῖς ἀπενεμήθη χάρις Ἡ ἐν Ἀθήναις «Γενικὴ Ἑταιρεία σιτηρῶν» δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν προτείνει ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ ἐν τῇ σταφιδικῇ συμβάσει ἄρθρα περὶ προνομίου ἐκμεταλλεύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Πατρῶν δι’ ὑπομνήματός των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι νὰ προστατευθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως, ὑποχρεουμένης τῆς Ἑταιρείας, ἵνα ὡρισμένον ποσὸν ἐκ τοῦ παρακρατήματος πωλῆται εἰς αὐτούς.
§5ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι καὶ κοινοτικοὶ σύμβουλοι τοῦ χωρίου Κομποτίου τῆς Ἄρτης διὰ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι νὰ ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου τοῦ χωρίου των ἐνωμοτάρχου Β. Πετίνη, ὡς ἐπαναγαγόντος τὴν ἐπὶ μακρὸν ἐκλείψασαν ἐκ τοῦ χωρίου αὐτῶν ἡσυχίαν, τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πειραιῶς δι’ ὑπομνήματός του παραπονεῖται κατὰ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν Πειραιῶς, καὶ παρακαλεῖ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐνστάσεις ταύτας καὶ προσέτι νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑποβολῆς ἐνστάσεων, τοῦ ὡρισμένου ἤδη χρόνου ὄντος ἀνεπαρκοῦς. Ὁ δήμαρχος Ἱστιαίων παρακαλεῖ διὰ τηλεγραφήματός του νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἐρύματος τοῦ χειμάρρου Ξηριᾶ, διότι καταστραφέντος τούτου ὁ χείμαρρος ὑπερεξεχείλισε καὶ κατακλύσας τὴν πόλιν τοῦ Ξηροχωρίου ἐπήνεγκεν εἰς αὐτὴν καταστροφάς. Ὁ δήμαρχος Λαρίσης, πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἱππικῶν ἀγώνων, παρακαλεῖ νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀγώνων τούτων καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ὁ λαὸς τῶν Πατρῶν καὶ τῶν περιχώρων, συνελθὼν ἐν συλλαλητηρίῳ χθὲς, διὰ ψηφίσματός του ὁμοφώνου, διαβιβασθέντος τηλεγραφικῶς, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀμφείας δι’ ἐπιτροπῆς τηλεγραφικῶς ὑποβάλλει τὴν γνώμην του, ὅτι θεωρεῖ καταστρεπτικὴν τὴν ἑνιαίαν διαχείρισιν τῆς σταφίδος, σωτήριον δὲ τὴν κατάργησιν τῆς παρακρατήσεως. Διάφοροι ἔμποροι καὶ παραγωγοὶ σταφίδος, κάτοικοι Μελιγαλᾶ, διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τῆς συμβάσεως περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος, ἐφ’ ὅσον διὰ αὐτῆς καταργοῦνται τὰ δελτία παρακρατήσεως. Διάφοροι κάτοικοι Καλαμῶν διὰ τηλεγραφήματός των ὑποβάλλουσιν ὅμοια παράπονα. Ὁ βουλευτὴς Τροιζηνίας κ. Θεμ. Οἰκονομόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΒΤΜΘʹ καὶ ΒΤϞΖʹ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὄρα Παράρτημα, σελ. 306). Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Γ. Μῆτσος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν ἐσόδων τινῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1904 κλπ. Καὶ ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 307). Ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μπουφίδης.
§7Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸ μικροῦ, κύριε Πρόεδρε, ἀνεκοινώσατε ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητεῖται ὁ προβιβασμὸς τοῦ Λάζου Ἀχιλ. Παπαλουκᾶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ. Ὁ νέος, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἠδικήθη προφανῶς ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω, καὶ ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀναφορὰν ἐνεργήσῃ, ὅπως μὴ ἀδικῆται ἐπὶ πλέον ὁ περὶ οὗ πρόκειται. Ὁ νέος αὐτὸς εἶναι διδάκτωρ τοῦ δικαίου· καταταχθεὶς εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ μαθητεύσας ἐν αὐτῇ, ἐξῆλθεν ἐπιτυχὼν κατὰ τὰς ἐξετάσεις πρῶτος, ἢ μεταξὺ τῶν πρώτων. Κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸ σχετικὸν Διάταγμα, μετὰ τρίμηνον ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν οἱ ἐξερχόμενοι τῆς Σχολῆς ὡς ἐπιτυχόντες προτείνονται καὶ καταλαμβάνουσι τὴν θέσιν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, λαμβάνοντες καὶ τὰς ἀποδοχὰς αὐτοῦ, ἀφοῦ δ’ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον ἐπὶ τρεῖς ἔτι μῆνας, ἀπολύονται. Ὁ νόμος καὶ τὸ Διάταγμα δυστυχῶς ἀφῆκαν ἕν κενόν, καὶ τὸ κενὸν τοῦτο ἐγένετο αἰτία νὰ ἀδικῆται ὁ περὶ οὗ πρόκειται νέος· διότι, καίτοι ἐπέτυχεν, ὡς προεῖπον, μεταξὺ τῶν πρώτων, δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν προετάθη μετὰ τὸ τρίμηνον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, ἐνῷ προετάθησαν ἄλλοι τινὲς, καὶ ἕνεκα τούτου παρέμεινε στρατιώτης. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ τριμήνου προετάθη, ὅπως προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἀλλ’ ὁ μέραρχος φρονεῖ, ὅτι παρῆλθεν ἡ προθεσμία, καὶ δὲν ὑποβάλλει τὴν περὶ τούτου πρότασιν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, διότι τὸ Διάταγμα λέγει, ὅτι μετὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν πρέπει νὰ προταθῇ ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ, ἵνα λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἀλλὰ δὲν ὁρίζει τὸ Διάταγμα, ὅτι μόλις συμπληρωθῶσιν οἱ τρεῖς μῆνες πρέπει ἀμέσως νὰ γείνῃ ἡ πρότασις. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ἐκ τούτου, πόσον ἀδικεῖται ὁ νέος αὐτός...
§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πῶς ὀνομάζεται ὁ νέος αὐτός;
§9Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λάζος Παπαλουκᾶς. Πρῶτον εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπηρετήσῃ δύο ἔτη ὡς στρατιώτης, ἐνῷ οἱ συνάδελφοί του ὑπηρέτησαν τρεῖς μόνον μῆνας καὶ ἀπελύθησαν· δεύτερον, ἀπέναντι τῶν ἀποτυχόντων συναδέλφων του αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς ἥττονα θέσιν, διότι οἱ ἀποτυγχάνοντες κατὰ τὰς ἐξετάσεις δύνανται νὰ γείνωσι δεκανεῖς καὶ νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς ὑπαξιωματικοί, οὕτω δὲ αὐτὸς θὰ ἦναι ὑφιστάμενος αὐτῶν. Προφανῶς δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θὰ δώσῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος, καὶ θὰ φροντίσῃ, ἵνα ὁ μέραρχος ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἀφοῦ μάλιστα ὁ νέος αὐτὸς εἶναι ἐκ τῶν πρώτων ἐπιτυχόντων κατὰ τὰς ἐξετάσεις τῆς Σχολῆς διδακτόρων τοῦ Πανεπιστημίου, μεμορφωμένος νέος καί δικαιούμενος κατὰ τὸν νόμον νὰ λάβῃ τὸ βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ.
§10ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις ἀξιοτίμων συναδέλφων. Καὶ πρῶτον ἀπάντησιν εἰς τὸν βουλευτὴν Μήλου κ. Μάτσαν περὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος κ. Φικιώρην περὶ δημοσίων ἔργων. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Καταφυγιώτου, καὶ ἑτέραν ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Κριεκουκιώτου.
§11ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§12ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεγνώρισα τὴν σοβαρότητα τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, καθ’ ἣν προεκλήθη ἡ συζήτησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναμένωμεν τὸ πέρας τῶν διαπραγματεύσεων, διότι βεβαίως ἡ συζήτησις ἀπὸ τοῦδε δύνανται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ σταφιδοπαραγωγῶν. Τὴν γνώμην ταύτην συμμεριζόμενος καὶ ἐγὼ, οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἵνα μὴ δίδηται ἀφορμὴ εἰς ποικίλας διαδόσεις, αἵτινες μεγίστην ἐπίδρασιν ἔχουσι καὶ ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν σταφίδων καὶ ἐπὶ τῶν αὐξομειώσεων, αἵτινες παρατηροῦνται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Λέγω τοῦτο καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐνδέχεται νὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ὑποστῇ ἡ σύμβασις τροποποιήσεις τινὰς,—πρὸς τοῦτο δ’ ἀπαιτεῖται χρονικὸν διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν, —ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως περατωθῶσιν ὡς οἷόν τε τάχιον αἱ διαπραγματεύσεις, διότι παρῆλθον δέκα ἡμέραι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐγγίζομεν δὲ καὶ εἰς τὴν συγκομιδὴν τοῦ σταφιδοκάρπου.
§13Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Πατρῶν θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Αὐτοὶ ἐκφράζουσιν ἐκ τῶν προτέρων ὑπονοίας, ὅτι ἐν τῇ μελλούσῃ συμβάσει περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Καίτοι νομίζω ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ περὶ τούτου συζήτησις, διότι ἡ σύμβασις δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συνεπῶς δὲν γνωρίζομεν ἐπὶ τίνων βάσεων στηρίζεται, ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ βιομήχανοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ προστατευθῶσι δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Τριφυλίας κ.κ. Πονηρόπουλος καὶ Γεωργακόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀγορᾶς καὶ μετοχετεύσεως ὕδατος, διαπλατύνσεως τῆς δεξαμενῆς καὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἔν τε τῇ πόλει καὶ τῇ παραλίᾳ Κυπαρισσίας διὰ λιμενικῶν χρημάτων». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 308). Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Πονηρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 309) Ὁ κ. Κυριακούλης Λ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§15ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὸ δύο ἡμερῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ κατατάξεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατεύματι Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρὶν ὑποβάλω τὴν πρότασιν ταύτην ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσω ἐν πάσῃ τῇ δυνατῇ λεπτομερείᾳ, μήπως ἡ πρότασις αὕτη ἀντέκειτο ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τὸν διέποντα τὰ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐπειδὴ ἐφρόνουν, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶχον διὰ τὴν πρότασιν ταύτην, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἴδω τὰ πράγματα μὲ τὸν προσήκοντα φακὸν, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσω καὶ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Μετέβην λοιπὸν παρὰ τῷ οἰκείῳ τμηματάρχῃ καὶ μετ’ αὐτοῦ ἐξήτασα τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. τμηματάρχης ὁ ἁρμόδιος μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδόλως ἀναιρεῖται διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ὁ ὀργανισμὸς τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, διότι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἀποκτήσωσιν οἱ πρώην ὑπαξιωματικοὶ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε θὰ ἦτο εὐτύχημα διὰ τὸ στράτευμα, ἐὰν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι κατετάσσοντο ἐν αὐτῷ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ· διότι, ἵνα καταταχθῇ τις μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ἓν τοὐλάχιστον ἔτος ὡς δεκανεὺς ἢ λοχίας ἢ ἐπιλοχίας, νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον ἡμεδαποῦ Γυμνασίου ἢ ὁμοταγοῦς τινος Γυμνασίου τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ἐφ’ ὅλων τῶν μαθημάτων, ἅτινα διδάσκονται ἐν τῷ σχολείῳ, καὶ τελευταῖον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, νὰ ὑπηρετήσῃ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐπὶ ἓξ ὁλοκλήρους μῆνας ἄνευ ἀποδοχῶν. Ταῦτα εἶναι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πρώην ὑπαξιωματικός, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀποκτήσῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ. Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ πρότασις νόμου, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι προσωπική, διότι ἀφορᾷ ὡρισμένον πρόσωπον, καὶ ἐννοεῖτε πόσον δύσκολος ἦτο ἡ θέσις μου, νὰ ζητήσω νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ πρότασιν προσωπικήν. Ἐν πρώτοις ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω ὅλα ὑπ’ ὄψιν μου, διότι οὔτε τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, ἔχει ὁ περὶ οὗ πρόκειται νέος, οὔτε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1901, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο εἰς τὸν αὐτὸν νέον νὰ καταταχθῇ εἰς τὸ στράτευμα, —καὶ ὄντως κατετάχθη καὶ ὑπηρέτησεν, —οὔτε αἱ εὐγενεῖς πράξεις τῆς σεβαστῆς μητρὸς αὐτοῦ, —διότι πρόκειται περὶ τοῦ υἱοῦ τῆς κομήσσης Ριαγκούρ, —ἤθελον μὲ πείσει νὰ ὑποβάλω τοιαύτην πρότασιν νόμου, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον τὴν λατρείαν, ἣν ἡ εὐγενὴς κόμησσα ἔχει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον, ὅτι εἰς τὴν λέξιν «Ἑλλὰς» ἡ εὐγενὴς κόμησσα αἰσθάνεταί τι, τὸ ὁποῖον ὀλίγοι Ἕλληνες καὶ ὀλίγαι Ἑλληνίδες αἰσθάνονται, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἀπέβαλε τῆς ὑπηρεσίας της θαλαμηπόλον, ἥτις ἐτόλμησε νὰ ὁμιλήσῃ εἰς ἄλλην γλῶσσαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλληνικήν. Ταῦτα, ὡς προεῖπον, μὲ ἔπεισαν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν καὶ οὐχὶ αἱ γενναιοδωρίαι τῆς εὐγενοῦς κομήσσης, καίτοι καὶ ταύτας ἠδύνατό τις νὰ προβάλῃ, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καλύβη πτωχοῦ, ἥτις νὰ μὴ εἶδε τὴν χεῖρα τῆς εὐγενοῦς κομήσσης προσερχομένην ἀρωγὸν καὶ περιποιουμένην τοὺς ἐν αὐτῇ, οὔτε ἵδρυμα φιλανθρωπικόν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εὐηργετήθη ὑπ’ αὐτῆς, οὐδὲ Σύλλογος, οὗτινος ὁ σκοπὸς εἶναι ἐθνικός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔτυχε τῆς ἀμερίστου συνδρομῆς της. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὑποβάλλω θερμοτάτην παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν Βουλὴν νὰ τεθῇ ἡ πρότασίς μου εἰς τὸ δεξιὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὸν δὲ σεβαστόν μοι ἐξάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ υἱοθετήσῃ αὐτήν.
§16Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα εἶχον κύριε Πρόεδρε, παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος...
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος νὰ λάβητε τὸν λόγον. Αὔριον θὰ ἦσθε πρῶτος.
§18Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι θὰ λάβω τὸν λόγον μεθαύριον, Τετάρτην.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§20ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ ἡμερῶν ἐσκόπουν νὰ συνεχίσω τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀνέμενον τὰς καταστάσεις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ δημοσίου ταμείου τῶν χρήσεων τοῦ 1904 καὶ 1905 μέχρι τέλους Μαΐου 1905, ἃς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ταύτας ἔχων ἤδη ἀνὰ χεῖρας σπεύδω νὰ λάβω τὸν λόγον πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι νομίζω ἐπάναγκες νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου πολλὰ νομοσχέδια οἰκονομικὰ, ἅτινα φαίνονται παρημελημένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὡς εἶναι τὸ περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὗ ἡ ἐπιψήφισις θέλει φέρει οἰκονομίαν εἰς τὸ Δημόσιον περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, νὰ ὑποβληθῶσι δὲ καὶ ψηφισθῶσι καὶ ἕτερα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, καὶ ὧν τὴν ἀνάγκην δὲν ἔπαυσα ὑποδεικνύων ἐγὼ αὐτὸς ἀφ’ ὅτου πολιτεύομαι· εἶναι δὲ ταῦτα ἡ κατασκευὴ καταλλήλων ἀτμοτελωνίδων, ἡ ἀνέγερσις εὐρυχώρου τελωνείου ἐν Πειραιεῖ, ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς τελωνοφυλακῆς. Τὴν ἀνάγκην ταύτην εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θέλει κατανοήσει ἡ Βουλή, εὐθὺς ὡς θέλω ἐκθέσει αὐτῇ τὰ πράγματα, ὅπως τὰ ἀντιλαμβάνομαι. Καὶ πρῶτον ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς μετὰ τῶν δηλώσεων παρουσιάζει περίσσευμα 2,922.450.91. Δυστυχῶς ὅμως ἁπλῆ ἐπισκόπησις καὶ παραβολὴ αὐτοῦ πρὸς τὰς κατατεθείσας καταστάσεις τῶν χρήσεων 1904 καὶ 1905 ἀποδεικνύει, ὅτι ὄχι μόνον τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπάρχει ἔλλειμμα ὑπὲρ τὰ 3,000,000. Καὶ πρῶτον τὰ ἔσοδα εἶναι ἐξωγκωμένα κατὰ δραχμὰς 5,000,000 ὡς ἔγγιστα, ὡς δι’ ὀλίγων θέλω σᾶς ἀποδείξει. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ὑπάρχει σημειωμένον ἔσοδον δραχ. 1,400,000, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ἠλαττώθη ἡ τιμὴ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ ἐλέχθη μὲν, ὅτι ἕνεκα τῶν νέων φυτειῶν θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις, μεθ’ ὅλην τὴν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἰδοὺ αἱ καταστάσεις, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ βεβαίωσις κατὰ τὸ 1904 ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 2,038,000 ἀπέναντι βεβαιώσεως 2,098,000 τοῦ ἔτους 1903. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ βεβαίωσις ὄχι μόνον δὲν εἶναι μεγαλειτέρα, ἀλλ’ εἶναι καὶ μικροτέρα· ἀφοῦ δὲ τὸ 1903 μὲ βεβαίωσιν μεγαλειτέραν εἴχομεν εἰσπράξει δραχ. 1,019,000, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1905 δραχ.1,400,000; Εἶναι φανερὸν λοιπὸν, ὅτι 400,000 δρ. ἀναγράφονται ἐπὶ πλέον. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐπίσης, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν αὔξησιν τῶν νέων καταλόγων, ὀφείλει μὲν νὰ ἀναγράψῃ αὔξησιν ἐσόδου, ἀλλ’ ἀναγράφεται αὔξησις μέχρι 3,700,000, ἐνῷ τὸ 1904 ἡ εἴσπραξις ἀνῆλθεν εἰς 3,145,000. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ βεβαίωσις ἀνῆλθε μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 4,125,000, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως ταύτης, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσοστὸν τὸ ἀποδιδόμενον ὑπὸ τοῦ φόρου τούτου, ἤτοι 85%, θέλει ἴδει, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 3,700,000 δραχ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινε μετὰ τὴν ἔκπτωσιν, ἣν ἔκαμεν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐξωγκωμένον κατὰ 200,000 δραχμάς. Ὡς πρὸς τὸν τελωνιακὸν δασμὸν, ἂν μετατρέψωμεν τὰ χρυσᾶ φράγκα εἰς δραχμὰς, εὑρίσκομεν ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 ἀνεγράφησαν 380,000 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Ἐξ ἄλλου ἡ πρώτη ἑξαμηνία τοῦ 1905, κατὰ κατάστασιν, ἣν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἐγχειρίσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι κατὰ δραχμὰς 391,000 κατωτέρα τῆς ἀντιστοίχου ἑξαμηνίας τοῦ 1904. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προσθέσωμεν τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1904, εὑρίσκομεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905 εἶναι ἐξωγκωμένος κατὰ 774,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἤθελεν ἴσως εἴπει τις, ὅτι ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1905 ν’ αὐξήσῃ ἡ εἴσπραξις τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ. Ἀλλὰ, τοῦτο Κύριοι, δὲν εἶναι πιθανὸν, μᾶλλον δὲ πρέπει νὰ περιμένωμεν τὸ ἐναντίον, διότι ἐψηφίσαμεν ἤδη τὴν μετὰ τῆς Ἀγγλίας σύμβασιν, ἥτις, ὡς γνωρίζετε, θὰ φέρῃ ἐλαττώσεις ἐκ τελωνιακῶν δασμῶν περὶ τὰς 350,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ὥστε βεβαίως πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 774,000 δραχμῶν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐπὶ πλέον. Τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἐσόδων κατὰ τοὺς πέντε πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους 1905 εἶναι κατὰ 800,000 δραχμὰς ὀλιγώτερα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1904, καὶ τοῦτο εἶναι σημεῖον ὄχι εὐχάριστον, διότι ἡ ἐλάττωσις τοῦ χαρτοσήμου δεικνύει δυστυχῶς, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι νοσηρά. Οὕτω δυνάμεθα ν’ ἀποδείξωμεν καὶ ἄλλα ποσὰ ἐξωγκωμένα, ὡς τὰ ἐκ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν κατὰ δραχμὰς 350,000, τὰ ἐκ τελῶν καθυστερήσεως κατὰ δραχ. 300,000, τὰ τῶν ἐσόδων ἐκ δικαστικῶν τελῶν κατὰ δραχ. 250,000, τὰ τῆς προσόδου ἐκ δημοσίων νομημάτων κατὰ δρ. 500,000. Ὁ ὑπολογισμὸς δ’ οὗτος τῆς προσόδου τῶν δημοσίων νομημάτων δὲν εἶναι ὑπερβολικὸς, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1905 ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν δραχ. 3,553,000, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1903 ἔδωκε 3,267,000, ἤτοι 300,000 περίπου ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ τί μᾶς δίδουσιν οἱ 16 μῆνες τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς 16 μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1903; Εὑρίσκομεν κατὰ τὸ 1904 δραχ. 2,985,000, κατὰ δὲ τὸ 1903 δραχ. 3,042,000, ἤτοι ποσὸν μικρότερον κατὰ τὸ 1904. Ἐὰν δὲ μεταβῶμεν εἰς τοὺς 5 πρώτους μῆνας τοῦ 1905, καὶ παραβάλωμεν αὐτοὺς πρὸς τοὺς πέντε πρώτους μῆνας τοῦ 1904, εὑρίσκομεν εἰς τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1905 δραχ. 683,000 ἀπέναντι δρ. 892,000 τοῦ 1904, ἤτοι διαφορὰν δραχμῶν 200,000 περίπου ἐπὶ ἔλαττον· καὶ ἂν δ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ λοιποὶ μῆνες τοῦ ἔτους 1905 θ’ ἀποδώσωσι ποσὸν ἴσον πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1904, πάλιν τὰ πράγματα θὰ μείνωσι τὰ αὐτά, ἤτοι θὰ ἔχωμεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 200,000. Ἐὰν εἰς τὰς 200,000 ταύτας προσθέσωμεν τὰς 300,000, τὰς ὁποίας προανέφερα, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 500,000. Ἐπίσης ἐξ ἐκποιήσεως ἀκινήτων δημοσίων κτημάτων ἔχομεν 300,000 δραχ. ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἂς μεταβῶμεν ἤδη εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Εἶναι τοῦτο ἐξωγκωμένον κατὰ δραχ. 800,000, διότι κατὰ μὲν τὸ 1902 ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,474,000, κατὰ τὸ 1903 δραχ. 1,558,000, καὶ κατὰ τὸ 1904 δραχ. 1,650,000, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1905, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γουναράκη ἡ γνωστὴ ἀφαίρεσις τοῦ 1,000,000 δραχμῶν, τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος τοῦ 1903, ἀναγράφεται ποσὸν δραχ. 2,281,000, ἤτοι περὶ τὰς 600,000 περισσότερον τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ 1904. Ἀλλὰ τί βλέπομεν εἰς τοὺς πρώτους πέντε μῆνας τοῦ 1905; Ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ τοὺς μῆνας τούτους παρουσιάζει μόνον 383,000 δραχμάς, ἐνῷ κατὰ τὸ 1904 εἴχομεν δραχ. 590,000, καὶ κατὰ τὸ 1903 δραχ. 500,000, δηλ. περισσότερον 200,000· ἐὰν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν παραβάλλοντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, φθάνομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τὸ ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων ἐξωγκώθη κατὰ 800,000 δραχ. περίπου. Ἐὰν πάντα τὰ εἰρημένα ποσὰ προσθέσωμεν, εὑρίσκομεν ἐξωγκωμένα τὰ ἔσοδα εἰς ποσὸν δραχ. 5,000,000 περίπου. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσθέσωμεν πολλὰ ἀκόμη, διότι καὶ τὰ ἔξοδα εἶναι ἀνακριβῶς ἀναγεγραμμένα. Καὶ πρῶτον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρατηρῶ ὅτι συμβαίνει λάθος, τὸ ὁποῖον συμβαίνει συνεχῶς εἰς τὰ τελευταῖα τεύχη τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπιβολῆς τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Ἀφαιρεῖται ἡ προμήθεια τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ἐνσήμου ἐπὶ ποσοῦ δραχ. 10,700,000, διότι, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ἀναφέρει ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς δραχ. 10,700,000, ἐξακολουθοῦμεν ν’ ἀναγράφωμεν ἔκτοτε ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, ὅτι λαμβάνεται προμήθεια ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐνῷ σήμερον γνωρίζομεν πάντες, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ἀνέρχεται εἰς 17 ἕως 18 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος· ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν προμήθειαν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, φθάνομεν εἰς διαφορὰν δραχ. 18,000 κατ’ ἔτος, ἀναγραφομένων ὀλιγωτέρων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀσήμαντον, τὸ ἀναφέρω δὲ μόνον διὰ τὴν ἀκρίβειαν. Ἂς μεταβῶμεν νῦν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ δικηγορικὰς δαπάνας. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, θὰ ἴδωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1902 ἀνεγράφη ποσὸν δραχ. 1,081,000, κατὰ τὸ 1903 δραχ. 400,000, κατὰ τὸ 1904 δραχ. 570,000· ἐνθυμεῖσθε δὲ τί εἶχε γείνῃ διὰ τὸ 1902 καὶ 1903, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι εἰς μεταγενεστέραν χρῆσιν προσετέθησαν εἰς προγενεστέραν· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον, θέλομεν ἔχει ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν. Ἔχομεν οὕτω 2,051,000 δραχ. διὰ τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, ἑτέρας δὲ 350,000 διὰ τὰς δικηγορικὰς δαπάνας τῶν τριῶν ἐτῶν. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι δραχ. 683,000 διὰ τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, καὶ 116,000 διὰ τὰ δικηγορικὰ ἔξοδα· ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι τὰ μόνα πιθανά, φθάνομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἔχομεν ἀναγράψει δραχμὰς 130,000 ἐπὶ ἔλαττον. Ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δικαστικὰς δαπάνας. Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς δαπάνας τῶν ἠγγυημένων προσόδων, παρατηροῦμεν ὅτι εἰς τὰς τελευταίας δηλώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχεν ἀφαιρέσει ὁ κύριος τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν δαπάνην τοῦ χάρτου τοῦ χαρτοσήμου, φράγκα χρυσᾶ 40,000, τοῦ χάρτου πρὸς ἐκτύπωσιν ταινιῶν φρ. 5,000, ἐκ διαφόρων ἐντύπων φρ. 15,000, ἐκ σιγαροχάρτου φρ. 30,000, τὸ ὅλον 90,000 φρ. χρυσᾶ, ἤτοι δραχμὰς 117,000. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς καταστάσεις τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παρατηρήσωμεν τοὺς πέντε πρώτους μῆνας τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὄχι μόνον ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τῶν ἠγγυημένων προσόδων δὲν βλέπομεν, ἀλλὰ τοὐναντίον βλέπομεν αὔξησιν, διότι κατὰ τὸ διάστημα τῶν πέντε πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους 1905 ἔχομεν δαπάνας τῶν ἠγγυημένων προσόδων φρ. χρ. 595,000, ἐνῷ κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ 1904 εἴχομεν δαπάνας φρ. χρ. 518,901. Εἶναι φανερὸν λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τοὺς πρώτους πέντε μῆνας τοῦ 1905 αἱ δαπάναι ηὔξησαν, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ γείνῃ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τούτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὥστε καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐὰν προσθέσωμεν, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζει διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον ἀναγεγραμμένην κατὰ δραχ. 265,000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παρουσιάζει ὁμοίαν διαφορὰν 100,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν 40,000 δι’ ἔξοδα ὁδοιπορικὰ τῶν ὑπαλλήλων, διότι 80,000 ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸ 1903, καὶ 88,000 κατὰ τὸ 1904. Εἶναι φανερὸν λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν 40,000 δραχ. εἰς τὸ 1905, ὥστε ἔχομεν ἐντεῦθεν ποσὸν 40,000 δραχ. ὀλιγώτερον. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τῶν μαρτύρων, ἰατρῶν, χωροφυλάκων καὶ δικαστικῶν κλητήρων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐν ταῖς δηλώσεσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 γίνεται ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἔχωμεν βεβαίως αὔξησιν τῶν προϋπολογισθεισῶν πιστώσεων κατὰ δραχμὰς 60,000, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων, τῶν ἰατροδικαστικῶν πράξεων, τῶν συλλήψεων ὑπὸ χωροφυλάκων καὶ τῶν κοινοποιήσεων τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ὅτε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον θέλει ἐπαρκέσει. Ἑπομένως ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα 100,000 δραχ. ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔχομεν τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν καὶ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν. Ταῦτα εἶναι δαπάναι, αἵτινες πάντοτε ἐγίνοντο μέχρι τοῦδε καὶ αἵτινες θὰ γίνωνται καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐκτὸς ἐὰν ἀλλάξωμεν σύστημα· ἀλλὰ σύστημα δὲν ἠλλάξαμεν, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνωνται. Λοιπόν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 εἴχομεν δαπάνας δραχμῶν 2,955,000, κατὰ δὲ τὸ 1903 δραχ. 2,470,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1904 ἐγένετο ἡ δοκιμὴ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ κονδύλιον τοῦτο καὶ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 1,900,000, ἦλθον ὅμως αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις καὶ τὸ ἀνεβίβασαν εἰς δραχ. 2,242,000, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν ἐφετεινὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ μικρότερον ποσὸν τὸ ἤδη ἀναγεγραμμένον. Ἐὰν τοῦτο λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο τοῦ Προϋπολογισμοῦ ποσὸν δραχ. 400,000 εἰσέτι. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ ἐξετάζω τὴν συνδρομὴν πρὸς τοὺς δήμους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905 δραχ. 1,000,000, ἐνῷ τὸ 1902 εἶχεν ἀναγραφῆ 1,000,000, ἀνεγράφησαν δὲ καὶ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ 1904 ἄλλαι 204,000. Κατὰ τὸ 1903, ἐνῷ εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 1,200,000, ἀνεγράφησαν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ 1905 ἕτεραι 105,000. Ἐνῷ λοιπὸν βλέπομεν, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι 1,350,000 περίπου, ἀναγράφομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 δραχ. 1,000,000· ὥστε καὶ ἐνταῦθα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω τὰς 350,000 δραχμάς, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱ δῆμοι, οἵτινες ἐλάμβανον τὴν συνδρομὴν ταύτην, δὲν θὰ τὴν λάβωσι καὶ ἐφέτος. Ἔρχομαι τελευταῖον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ μεγάλως τὴν προσοχήν σας, διότι δυστυχῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέκαθεν συμβαίνει τι τὸ ἀνώμαλον, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ τὰ τελούμενα, δὲν ἐννοεῖ τίποτε. Ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἀφορᾷ βεβαίως εἰς τὸν νῦν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρήσῃ, ὅτι ἐνέχει τι τὸ προσβλητικὸν δι’ αὐτόν. Ἐὰν λάβητε ἀνέκαθεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἴδητε ὅτι ζητοῦνται νέαι πιστώσεις διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω συμβαίνει εἰς μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἕτερον Ὑπουργεῖον συμβαίνει, ὅτι πάντοτε ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἶναι ἀνώτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσπαθήσωσι νὰ καθιερώσωσι τάξιν τινὰ εἰς τοῦτο, διότι ἀληθῶς οὐδεὶς δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὰ τελούμενα, οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν, τί συμβαίνει εἰς τὸ 1905· ἀναγράφεται ὅτι θὰ σταλῶσιν εἰς ὑποχρεωτικὴν τετράμηνον ἄδειαν 500 ἄνδρες τοῦ μηχανικοῦ, 800 τοῦ πυροβολικοῦ, 450 τοῦ ἱππικοῦ, 4100 τοῦ πεζικοῦ, 180 νοσοκόμοι, ἤτοι τὸ ὅλον 6030, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀφαιροῦνται, λόγῳ ἀποστολῆς εἰς τετράμηνον ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν, 432,000 δραχμαί. Περὶ τούτου εἶχον ἐπερωτήσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εὐηρεστήθη σήμερον νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Ἡ τετράμηνος ἄδεια γνωρίζετε ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουνίου. Ἐπηρώτησα λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἀπεστάλησαν ἤδη καὶ πόσοι ἄνδρες ἀπεστάλησαν εἰς ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν. Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι «κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος οὐδεὶς ἀπεστάλη εἰς τετράμηνον ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν».
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποσταλῶσι.
§22Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πολὺ καλά· δὲν εἶπον καὶ ἐγὼ τὸ ἐναντίον. Δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποσταλῶσιν· ἀλλ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ 432,000 δραχμαὶ κακῶς ἐξεπέσθησαν, καὶ πρέπει νὰ προστεθῶσιν. Οὕτω νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀπέδειξα ὑμῖν, ὅτι ὄχι μόνον πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐσόδων 4,674,000 δραχμαί, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα 1,545,000 δραχμαί, καὶ οὕτως ἐκ τῶν δύο τούτων κονδυλίων ἀπαρτίζεται ποσὸν δραχ. 6,219,000, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1905. Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 2,922,450, τὸ περίσσευμα τὸ ἀναφαινόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μετατρέπεται εἰς ἔλλειμμα, καὶ δὴ ἔλλειμμα 3,296,550 δραχμῶν, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι αἱ ἐκ 5,000,000 δραχ. οἰκονομίαι, αἱ ἀναγγελλόμεναι ὡς μέλλουσαι νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ ἐφαρμογῆς τῶν νομοθετικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ συμβῇ, διότι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχουσιν ἤδη ἀποφανθῆ, ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων τινῶν καὶ Εἰρηνοδικείων, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἐξ οὗ προσεδοκᾶτο ἡ μεγαλειτέρα οἰκονομία, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐκ τῶν νομοσχεδίων δὲ τούτων προσεδοκᾶτο οἰκονομία 1,090,000 δραχμῶν διὰ τὸ ἔτος 1905. Ἐὰν δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὸ ἀνωτέρω ἔλλειμμα τῶν 3,296,000, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα δραχ. 4,386,550.
§23ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων ἢ ὅσον ὑμεῖς ἀνεφέρατε. Εἴπετε 1,090,000, ἐνῷ μόνον ἐκ τοῦ ἀστυνομικοῦ νομοσχεδίου προσεδοκᾶτο οἰκονομία 800,000 δραχμῶν.
§24Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπολογίζει μόνον διὰ τοὺς ἓξ μῆνας.
§25Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίω ὑπολογίζω μόνον διὰ τοὺς 6 μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ καθίστατο δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τούτων, ἐὰν ἤθελον ψηφισθῆ· ὥστε φθάνομεν διὰ τὸ 1905 εἰς ἔλλειμμα δραχ. 4,400,000 ὡς ἔγγιστα.
§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν συνόλῳ δηλαδὴ ἔλλειμμα ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων καὶ διαφόρων ἄλλων ἐλαττώσεων. Δὲν ὑπολογίζετε ὅμως καὶ τὰς αὐξήσεις, ἃς θὰ φέρωσί τινα τῶν νομοσχεδίων, ὡς τὸ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ψηφισθῇ.
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ γνωρίζω πολὺ καλὰ, ὅτι ἐὰν ψηφισθῇ—ὅπερ εὔχομαι καὶ ἐλπίζω—καὶ γείνῃ νόμος τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα ἐντὸς τοῦ ἔτους 1905. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ ἔτος τοῦτο, ἂν ὄχι μὲ 2,500,000 δραχμὰς, τοὐλάχιστον μὲ 2,000,000 ἢ μὲ 1,500,000. Καὶ ἐὰν λοιπὸν ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν θ’ ἀποφύγωμεν δαπάνην ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοὐλάχιστον 1,500,000 δραχμῶν, καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς 6,000,000 δραχ. ἔλλειμμα διὰ τὸ 1905. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωμεν καὶ τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ μετατροπὴ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἐκ φόρου εἰς εἶδος εἰς φόρον εἰς χρῆμα, θὰ ἔχωμεν καὶ ἐντεῦθεν ἄλλα 4,500,000 καθυστέρημα· καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ἔλλειμμα καὶ καθυστέρημα δραχ. 10,500,000. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἰλιγγιᾷ ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ φρονῶ ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσω, τί θὰ συμβῇ, ἐὰν δὲν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ μέτρα ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ἔχωμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ἔλλειμμα δρ. 10,500,000. Εἶπον ἔλλειμμα 10,500,000, ὀφείλω ὅμως νὰ ἀφαιρέσω ἐξ αὐτοῦ ποσόν τι, ἀσήμαντον μὲν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀκριβείας ὀφείλω νὰ τὸ ἀφαιρέσω· τοῦτο δ’ εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ συναλλάγματος. Ἀναγράφεται εἰς τὰς δηλώσεις τὸ φράγκον πρὸς 1,30, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἐκυμαίνετο περὶ τὰ 1,25, ὥστε βεβαίως ἔχομεν διαφορὰν 5 λεπτῶν· ἐὰν τὴν διαφορὰν ταύτην λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐλαττοῦται τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ δραχ. 1,280,000. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν εἰσπράξει εἰς χρυσὸν ἐκ τελωνιακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς φράγκα χρυσᾶ 4,500,000, καὶ περὶ τὰ 2,500,000 φρ. ἐξ ἄλλων ἐσόδων, δηλαδὴ περὶ τὰ 7,000,000 ἐν ὅλῳ, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ φέρωσι ζημίαν 350,000. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὴν ζημίαν ταύτην, ἔχομεν ἐκ τοῦ συναλλάγματος διαφορὰν εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου δραχ. 930,000. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἔχομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὴν κατὰ 5 λεπτὰ ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος ἐπὶ τῶν 5,000,000 φράγκων, ἅτινα ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων πρὸς 1,466· καὶ οὕτως ἐλαττοῦται ἡ πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου διαφορὰ κατὰ δραχ. 250,000, περιοριζομένη εἰς 680,000. Ἀλλ’ ἔχομεν δυστυχῶς ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὴν διαφορὰν συναλλάγματος, τὴν ὀφειλομένην εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν 9,000,000 φράγκων παλαιῶν δανείων, ἥτις ἀνέρχεται εἰς τὰ 60% τῶν 450,000 δραχμῶν, καὶ οὕτως ἔχομεν καὶ ἐκεῖθεν ἀπώλειαν 270,000 δραχμῶν· οὕτω δὲ τὸ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ὄφελος περιορίζεται εἰς δραχ. 410,000. Τυπικῶς μὲν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 δὲν ἔχομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ὄφελος τῶν δανειστῶν, διότι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος τοῦ προηγουμένου ἔτους, οὐσιαστικῶς ὅμως θὰ λείψῃ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐντὸς τοῦ 1905. Ἀληθῶς λοιπὸν ἔχομεν τὸ ποσὸν τοῦτο ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν 10½ ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν, Κύριοι, πρὸς στιγμὴν τὰς μᾶλλον εὐνοϊκὰς περιστάσεις διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος· ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ σύμβασις ἡ σταφιδικὴ ψηφίζεται, — ἀκριβῶς δὲ ταῦτα εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῶσιν, ὅπως γνωρίσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, τίνα σχέσιν ἔχει ἡ σύμβασις ἡ σταφιδικὴ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἵνα κανονίσωσι τὴν ἐνέργειάν των συμφώνως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπαρχίας των καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου.—Λοιπὸν, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἡ σταφιδικὴ, πρῶτον τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὰ 4½ ἑκατομμύρια τοῦ 1904, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι μὲν τὴν χρῆσιν τοῦ 1904, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ ἦναι κεφάλαιον, ὅπερ θὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπορεῖ χρημάτων...
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο.
§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν στενοχωρίαν τοῦ ταμείου. Θὰ εἰσπραχθῇ καὶ τὸ 1,000,000 τῆς χρήσεως τοῦ 1903, τὸ ὀφειλόμενον ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον θὰ περιληφθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι θὰ συμβῇ, λίαν εὐχάριστον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετηρήθη ἤδη, ὅτι τὸ συνάλλαγμα καταπίπτει καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως· ἐὰν λοιπὸν τὸ συνάλλαγμα φθάσῃ εἰς τὸ ἄρτιον, — ὡς δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἂν ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, — θὰ ἔχωμεν ἕτερον ὄφελος ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ὑπολειπομένην ἑξαμηνίαν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1,000,000 δραχμάς· ὥστε θὰ ἔχωμεν 1,000,000 δραχ. ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1903, καὶ 1,000,000 ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἔλλειμμα μένει χαῖνον, διότι, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰ 6,500,000 ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 10 ἑκατομμυρίων, πάλιν μένει ἔλλειμμα ἐκ 3,500,000. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ προΐδωμεν καὶ τὰ τοῦ 1906, παρατηροῦμεν ὅτι καίτοι θέλομεν ἔχει ὁλόκληρον τὸ ὄφελος τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συναλλάγματος, ἤτοι 2,000,000, θέλομεν ἐξ ἄλλου ἔχει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τῶν νέων νόμων, οἵτινες ἐλπίζω ὅτι θὰ ψηφισθῶσι, τὰ ἑξῆς ποσὰ ἐπὶ πλέον ἢ τὸ 1905· ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τὰς 160,000 δραχμὰς, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τὰς 100,000, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης 276,000, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι πρόωρον ν’ ἀσχοληθῶμεν ἀπὸ τοῦδε διὰ τὸ 1906;
§31Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, θὰ ἔχωμεν 85,000 δραχμάς...
§32ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐταὶ εἶναι ὑποθέσεις. Βεβαίως ὅλα ταῦτα εἶναι ὠφελιμώτατα, ἀλλ’ ὅπως ἀντιληφθῶμεν ὀρθῶς τὴν κατάστασιν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες θὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, εἶναι δ’ εἰς ἡμᾶς μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς αἱ δηλώσεις ἄγνωστοι. Ὥστε καταγινόμεθα εἰς ἐργασίαν ἀληθῶς ἄσκοπον.
§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὑποδείξω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποῦ εὑρισκόμεθα. Καὶ ἂν ἔτι ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὡς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἐπίσης προστίθενται 235,000 ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 850,000 περίπου. Δηλαδὴ ἐλαττοῦται τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1905 ἐκ τῶν δύο τούτων αἰτιῶν κατὰ 2,000,000 ὡς ἔγγιστα (1,000,000 ἐκ τοῦ συναλλάγματος καὶ 1,000,000 ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων), ἀλλὰ μένει πάντοτε ἔλλειμμα 1,500,000 δραχμῶν, εἰς ὃ θέλουσι προστεθῆ αἱ δαπάναι αἱ ἐκ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τῶν νέων στρατιωτικῶν νόμων, ἐκ δραχμῶν 3,000,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ὥστε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1906 δὲν θὰ ἦναι μικρότερον τῶν 4,500,000, ἢ τοὐλάχιστον 4,000,000, ἂν αἱ προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δήμους ἐλαττωθῶσιν εἰς ἓν ἑκατομμύριον, καὶ ἂν ψηφισθῶσι πάντες οἱ νόμοι, περὶ ὧν ὡμίλησα. Καὶ ἐνταῦθα ἐφιστῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δέον νὰ σκεφθῇ, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατείλῃ ἐπί τινα καιρὸν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων στρατιωτικῶν νόμων μέχρις οὗ ἐξυγιασθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ ληφθῶσι τὰ νέα νομοθετικὰ μέτρα, περὶ ὧν ἀνέφερα, ἅτινα θὰ περιστείλωσι τὸ λαθρεμπόριον καὶ θὰ προσπορίσωσι πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ. Βεβαίως ἔλαχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ βαρὺς ἀγὼν τοῦ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ δειλιάσῃ, καὶ ὅτι θὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς πάντα τὰ μέσα, τὰ ἀναγκαῖα, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν τροχιὰν, ἅτινα βεβαίως ἡ Βουλὴ ἀσμένως θέλει παραχωρήσει αὐτῇ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι 15 ἔτι, ἵνα ὁμιλήσωσιν, ἀλλὰ θὰ δώσω πρῶτον τὸν λόγον εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κ. Σάκκην.
§35Π. ΣΑΚΚΗΣ. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1905, συνταχθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δηλώσεων τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γουναράκη. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ, ἵνα ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 310).
§37ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ὀνόματος τῆς μειονοψηφίας, ὅτι αὕτη εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἰδίαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὡς γνωστόν, ὡς διεμορφώθη ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπὸ τῆς τέως Κυβερνήσεως, περιλαμβάνει τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα πάντων τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δι’ ὧν ἐπιφέρονται διάφοροι οἰκονομίαι. Τινὰ ὅμως τούτων ἐγκατελείφθησαν ἐντελῶς, ἄλλα δ’ εἰκάζεται ὅτι θὰ ἐγκαταλειφθῶσιν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ποία θὰ ἦναι ἡ ἐσχάτη μορφὴ, ἣν θὰ λάβῃ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔκρινεν ἑαυτὴν ἐν ἀδυναμίᾳ, ἵνα ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ — οὐχὶ μόνον ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς — δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὑτῆς ἐγκαίρως πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι παρεσκευασμένη, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς δηλώσεις αὐτῆς, δι’ ὧν μεταβάλλεται ὁ Προϋπολογισμός· διότι, ἐὰν ὑποβάλῃ ταύτας καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ τότε ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν.
§38ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος θέλω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Προκειμένου περὶ Προϋπολογισμοῦ νέου, ὑποβαλλομένου ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ περὶ τὸ τέλος τῆς Συνόδου λαμβάνοντος τροποποιήσεις ἀριθμητικὰς, προσθήκας δ’ ἐκ νομοσχεδίου τινὸς, ὅπερ τυχὸν ἐν τῷ μεταξὺ ἐψηφίσθη, ὑπαγορευομένας, αἱ δηλώσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι τὴν τελευταίαν ὥραν ἔχουσι καλῶς. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἔρχεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ συναρμολογεῖ τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ τελεῖται τὸ ἔργον ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας. Προκειμένου ὅμως περὶ καταστάσεως, εἰς ἣν ὡς ἐκ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων εὑρισκόμεθα σήμερον, καθ’ ἣν Προϋπολογισμὸς εἰσαχθεὶς ὑπὸ μιᾶς Κυβερνήσεως ἔτυχε δηλώσεων ἐκ μέρους ἑτέρας Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τοῦτο ἐπῆλθε μεταβολὴ, ἥτις ἀναγκαίως συνεπήνεγκε μεταβολὴν εἰς τὰς σκέψεις αὐτῆς, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἀκολουθήσῃ μέχρι κεραίας τὰς γνώμας, ἃς εἶχεν ἐκδεδηλωμένας τὸ κόμμα τοῦ ἀποθανόντος ἀρχηγοῦ, μεταβολὴν, ἣν ἀντιλαμβάνεται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ συνταγματικῶς ὁ Προϋπολογισμὸς, ἂν δὲν ὑποβληθῶσιν ἐγκαίρως αἱ δηλώσεις καὶ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει. Ἡ παραμικροτέρα πίστωσις, ἡ ἐνταῦθα ὑποβαλλομένη, 1000 ἢ 2000 δραχμῶν, διὰ πρόσθετον ἀνάγκην, δέον νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐνταῦθα θὰ ἔχωμεν δηλώσεις κατ’ ἀνάγκην μὴ σχετιζομένας πρὸς τὰ κεφάλαια, ἅτινά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δηλώσεις ὅλως νέας, ἃς ἄλλη παρὰ τὴν συντάξασαν τὸν Προϋπολογισμὸν Κυβέρνησις προέβλεψε. Τούτων τῶν δηλώσεων πρέπει ἐγκαίρως, νὰ ἔχωμεν γνῶσιν ἡμεῖς, τοῦτο μὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἤδη ἐψηφισμένων, τοῦτο δὲ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα νῦν μόνον ἡ Κυβέρνησις γινώσκει, ὅπως δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν ταύτας καὶ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ δεχθῶμεν τὰ φῶτα, ἅτινα δέον νὰ εἰσφέρῃ, κατὰ συνταγματικὸν καθῆκον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, συνενῶν τὰς εὐχάς μου πρὸς τὰς εὐχὰς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτοῦ, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν θέλῃ, ὁποτεδήποτε, καθ’ οἱανδήποτε ἡμέραν ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὴν ἑτοίμην, νὰ ὑποβάλῃ τὰς δηλώσεις ταύτας, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν μελέτην, ἣν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ποιούμεθα.
§39Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τῆς λαβούσης χώραν κατόπιν τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀναθεώρησιν ἐν γένει τοῦ προγράμματος τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ἡγέτου τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος. Εἶπον ὅτι ἀναγκαίως ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἐπῆλθεν, ὑπῆρχον νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ εἰς ἄλλα μέτρα, δι’ ὧν τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἐγεννᾶτο, ἤθελε πληρωθῇ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὶν ἢ ὑποβληθῶσιν αἱ σχετικαὶ δηλώσεις, ἃς ἐλπίζει ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἀνάπτυξις ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κυρίου Νέγρη ἐπὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως, καίτοι κατ’ ἐμὲ ἦτο ὀλίγον ὑπερβολικὴ, οὐχ ἧττον εἶναι μία σπουδαία συμβολὴ περὶ τοῦ τίς ἐστὶν ἡ ἀληθὴς κατάστασις, ἥτις θέλει προκύψει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς οὗτος διετυπώθη κατόπιν τῶν δηλώσεων τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη. Καὶ εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, διότι εὐηρεστήθη νὰ ἐκθέσῃ ταῦτα. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ὑπάρξωσι διάφοροι σκέψεις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι διάφορα ἀποτελέσματα ὡς πρὸς ὡρισμένα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Νέγρη περιεστράφη. Ἀναγκαίως εὑρισκόμεθα πρὸ ἐλλείμματος, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἠδύνατο νὰ τὸ μαντεύσῃ, μολονότι ἀπησχολεῖτο ἐπὶ ἄλλα ἀντικείμενα, παρὰ ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι πάντα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη τὸ μὴ ἀσφαλὲς ἰσοζύγιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις συνεκροτήθη μόλις τὴν 10 Ἰουνίου, δηλαδὴ εἶναι Κυβέρνησις μόλις 24 ἡμερῶν, καὶ ὅτι ἐντὸς τοῦ διαστήματος τούτου, τοῦ βραχυτάτου, ἦτο ἀδύνατον νὰ μεταβάλῃ τὴν ὄψιν ἢ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἡ Κυβέρνησις θὰ προσπαθήσῃ διὰ παντὸς τρόπου, διὰ παντὸς μέσου, ὅπως ἐπιτευχθῇ, καὶ πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ, τὸ ἰσοζύγιον. Νομίζω δὲ, ὅτι εἰς τοῦτο πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ ἡ Βουλή, ἄνευ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσωμεν. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναμείνῃ ἕως τότε.
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι αἱ δυσκολίαι, εἰς τὰς ὁποίας περιήλθομεν, προέρχονται ἐκ σφάλματος διαπραχθέντος κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ συντάσσηται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, καθ’ ὅσον δὲ ἤθελον ψηφισθῆ νομοσχέδια ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως προερχόμενα, καὶ ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων ἤθελον ἐπέλθει ἀλλοιώσεις εἰς τὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ μεταβάλλωνται τὰ κονδύλια τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἀτυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα ἡμᾶς παρεδέχθη σύστημα ἐντελῶς διάφορον, ὑποβαλοῦσα δηλώσεις ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, προεξοφλοῦσα οὕτω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἀγνοοῦσα δὲ, ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι, καὶ ἑπομένως εἴχομεν δηλώσεις μεταβαλλούσας τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ στηριζομένας ἐπὶ μὴ ψηφισθέντων νομοσχεδίων. Ἐπῆλθεν ἡ στυγερὰ δολοφονία, ἥτις ἐπήνεγκε μεταβολὴν Κυβερνήσεως, καὶ ἐγεννήθη ἀμέσως τὸ ζήτημα: εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ προταθέντα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ δηλώσεις; Καὶ ζητοῦμεν σήμερον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ νέας δηλώσεις, καὶ ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ὑποβάλῃ τὰς δηλώσεις ταύτας· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι αἱ δηλώσεις πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ νομοσχεδίων, ἅτινα ἔχουσι ψηφισθῆ. Μέχρι σήμερον ἐψηφίσαμεν νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐλάττωσίν τινα ἐξόδων, καὶ ταῦτα εἶναι γνωστά, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψηφισθέντων τούτων νομοσχεδίων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσι δηλώσεις. Καὶ ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσι δηλώσεις πρὶν ἢ ἀποφασίσωμεν ποῖα θὰ ὦσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσωμεν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην; Ἑπομένως πρώτη ἐργασία εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ ὑπόδειξις τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὰς ὀλίγας ταύτας ἡμέρας τῆς Συνόδου· διότι, ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ψηφισθῶσιν, αἱ δηλώσεις, ἃς θὰ ὑποβάλητε, θὰ ἔχωσι τὴν τύχην τῶν δηλώσεων τῶν ὑποβληθεισῶν ἤδη· διότι αἱ δηλώσεις αὗται προϋπέθετον τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας, νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ψηφισθῇ, τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Πρωτοδικείων, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δὲν θὰ ψηφισθῇ, τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην δὲν θὰ ψηφισθῇ. Ἐρωτῶ λοιπόν, αἱ νέαι δηλώσεις θὰ στηρίζωνται ἐπὶ ψηφίσεως νομοσχεδίων; Καὶ φέρω ἓν παράδειγμα. Ἀναντιρρήτως ἓν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα σπουδαῖα, εἶναι καὶ τὸ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο;
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἔχομεν 50 νομοσχέδια. Πρέπει κατ’ ἐμὲ νὰ καταλήξωμεν εἰς πρακτικὰ μέτρα, καὶ τὰ πρακτικὰ μέτρα εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ δέον νὰ ἀποφασίσῃ, ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθῇ· διότι πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν πάντες, ὅτι ὀλίγας ἔτι συνεδριάσεις ἔχομεν, καὶ κατὰ τὰς συνεδριάσεις ταύτας θὰ συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, θὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός, πολὺ δ’ ὀλίγος καιρὸς θὰ μένῃ, ἵνα συζητήσωμεν νομοσχέδια. Ἑπομένως τὸ πρακτικώτερον θὰ ἦτο, ἡ Βουλὴ ἀπὸ κοινοῦ ν’ ἀποφασίσῃ, ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσῃ κατὰ τὰς ὀλίγας ταύτας ἡμέρας. Μετὰ τὴν ψήφισιν δὲ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τότε μόνον θὰ δυνηθῆτε νὰ ὑποβάλητε δηλώσεις. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλητε δηλώσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν βεβαιότητα ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ ψηφισθῇ; Ἡ δήλωσίς σας θὰ ἔχῃ διαφορὰν δαπάνης 2,000,000 δραχμῶν· ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον· τὰ δύο ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγραφῶσιν. Ἑπομένως, κατ’ ἐμὲ, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς πρακτικὸν συμπέρασμα, πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποδείξῃ, ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἐὰν δ’ ἔχῃ καὶ ἕτερα νομοσχέδια, παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὰ ὑποβάλῃ, καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπιμένει. Καὶ ἀφοῦ ἐπέλθῃ μία ἀπὸ κοινοῦ ἀπόφασις περὶ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν· μετὰ δὲ τὴν ψήφισιν αὐτῶν νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ δηλώσεις αἱ πηγάζουσαι ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων. Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι τὰ πρακτικὰ μέτρα, ἄνευ τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ συζητηθῇ Προϋπολογισμὸς ἐπὶ βάσεων θετικῶν.
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἶναι βάσιμος, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ἀποτελουμένῳ ἐκ δηλώσεων πρέπει νὰ ἀναγράφωνται δαπάναι ἢ οἰκονομίαι στηριζόμεναι ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή...
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἐναντίον.
§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ τελειώσω. Αἱ ἐγγραφαὶ τῶν οἰκονομιῶν ἢ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἐστηρίζοντο ἐπὶ νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ ψήφισις ἀπετέλει ὅρον ὑπάρξεως τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδιώκοντο οἰκονομίαι, δὲν ἐψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μένῃ ἐν τοῖς πράγμασι. Πολλάκις δὲ, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὁ ἀοίδιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσι τὰ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια, θὰ λάβωμεν τὸν πῖλόν μας καὶ θὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας.
§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἦσαν ὄνειρα.
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ βάσις. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, στηριζομένου ἐπὶ νομοσχεδίων ψηφισθησομένων, δὲν εἶναι σύστημα οὔτε νέον οὔτε ἀποκρουστέον κατ’ ἀρχήν. Βεβαίως ὁμαλωτέρα εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, στηριζομένου ἐπὶ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, ἀλλ’ ὅταν Κυβέρνησίς τις τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν θεωρῇ ὡς μὴ καταλήγουσαν εἰς οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα χρήσιμα εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ νομίζῃ ὅτι ῥιζικαὶ μεταρρυθμίσεις αὐτῆς πρέπει νὰ ἐπέλθωσιν, εἴτε σχετιζόμεναι πρὸς τὰ ἔξοδα εἴτε σχετιζόμεναι πρὸς τὰ ἔσοδα, βεβαίως δικαιοῦται νὰ συντάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν της τούτων, καὶ ἐὰν μὲν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑποβάλει, ὁ Προϋπολογισμὸς μένει ἀκέραιος, ὅπως ὑπεβλήθη ὑπ’ αὐτῆς, ἐὰν δὲ δὲν ψηφισθῶσι ταῦτα, τότε εἴτε ἀπέρχεται αὕτη, ἐγκαταλείπουσα τὴν ἀρχὴν, εἴτε, ἐὰν δὲν θεωρῇ τὰ μὴ ψηφισθέντα ὡς ἄξια λόγου, δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὰς δηλώσεις αὐτῆς. Σήμερον ἡμεῖς σκεπτόμεθα περὶ Προϋπολογισμοῦ στηριζομένου ἐπὶ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο, ὅτι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μέχρι κεραίας...
§48Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ ἐφικτόν.
§49Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν τοῦτο ἀποτελῇ τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν βάσιν τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν δηλώσεων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συζητηθῇ, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τροποποιηθέντος διὰ τῶν δηλώσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέτρα καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἔκθεσις σύμφωνος μὲ τὰς διατάξεις καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν προηγουμένως τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι θὰ παριστῶσι, τίς ἔσται ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅστις θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ δεύτερον πλέον ἑξάμηνον τοῦ 1905. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰς δηλώσεις ταύτας, νὰ τὰς ὑποβάλῃ δὲ κατὰ τρόπον πλήρη καὶ τέλειον, καταλήγοντα εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι τὰ μέτρα, ἅτινα θὰ ψηφισθῶσιν, ἢ οἱ νόμοι, οἵτινες ἰσχύουσιν ὅσον ἀφορᾷ τά τε ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀναμφισβητήτως ἦτο ὀλίγον πρόωρος, βεβαίως ὅμως εἶχε τοὐλάχιστον τὸ καλὸν, ὅτι προεκάλεσε τὴν συζήτησιν, ἵνα παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ὑποβολὴν τῶν δηλώσεων αὑτοῦ, ὅπως ἔχωμεν ἐνώπιόν μας τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἶναι βάσιμος, καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡ ὑποβολὴ ὅμως δηλώσεων στηριζομένων ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν μὲν, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι πρόγραμμα ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς παραμονῆς ἢ μὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τοῖς πράγμασιν, ἡ τοιαύτη σύνταξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲν τὸ ἀνώμαλον ἢ τὸ ἄτοπον ἔχει.
§50ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§51Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον ὑμῶν δὲν ἀπέκρυψα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον σχετικῶς μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ μὲ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, οἷος ὑπεβλήθη ἀρχικῶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Χαλκίδος, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας, καὶ καθ’ ὅσον ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Γουναράκη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Σᾶς ἔλεγον τότε, ὅτι ἐκ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀναβολῆς τῆς ἐπιψηφίσεως ὡρισμένων νομοσχεδίων, τὸ ἀβέβαιον, τὸ μὴ ἀσφαλὲς πλεόνασμα τῶν 2,700,000, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κυρίου Γουναράκη, προέκυπτον οἰκονομίαι ἐπὶ ἔλασσον δραχ. 1,500,000, ἑπομένως τὸ μὴ ἀσφαλὲς ἐκεῖνο πλεόνασμα ἠλαττοῦτο εἰς 1,200,000, ἀφαιρουμένων τῶν 1,500,000, καὶ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πλεονάσματος 2,700,000. Ἀλλὰ προσέτι ἔλεγον τότε, ὅτι ὑπῆρχε καὶ εἷς λόγος περιπλέον, ὁ ὁποῖος τὸ πλεόνασμα ἐκεῖνο τὸ μὴ ἀσφαλὲς ἀπεδείκνυεν ἔλλειμμα, καὶ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι αἱ προβλέψεις, αἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν ταῖς δηλώσεσι περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τροποποιηθέντος ἤδη, διεψεύδοντο, καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Νέγρης πρὸ ὀλίγου οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ ἀκριβῶς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀνέφερα, σχετικῶς πρὸς ὡρισμένας προσόδους. Καὶ ὑπεδείκνυον τότε, ὅτι ἔχομεν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ὅτι ἔχομεν ἐλάττωσιν ἐκ τελωνιακῶν τελῶν, ὅτι ἔχομεν ἐλάττωσιν 1,200,000 ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων φόρων, ὑπελόγιζον δὲ τὸ ἐντεῦθεν προκῦψον ποσὸν ἐπὶ ἔλασσον τῶν εἰσπράξεων κατὰ 2,100,000, καὶ ἐντεῦθεν προστιθεμένου καὶ τοῦ 1,500,000 ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν οἰκονομιῶν, φθάνομεν εἰς ἐλάττωσιν εἰσπράξεων 3,600,000· ἔχομεν δηλαδὴ διαφορὰν μεταξὺ 2,700,000, τοῦ μὴ ἀσφαλοῦς πλεονάσματος, καὶ 3,600,000 ἓν ἔλλειμμα 900,000. Βεβαίως τινὰ τῶν νομοσχεδίων δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν, ἀλλ’ ὑπολογίζω ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα εἶχον ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, δύνανται νὰ ψηφισθῶσι, καὶ εἰς τοῦτο καταγίνομαι· ὀφείλω δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τοῦτο μετὰ πάσης προθυμίας μὲ συνέδραμε. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς βεβαίως, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις περὶ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ συντάμωμεν τὴν ἀνιαρὰν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους ἐργασίαν. Ἔχομεν ἀναμφισβητήτως ἀνάγκην νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτα· ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις τὴν ἀποφυγὴν τοῦ ὀλεθρίου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῶν τελευταίων ἐτῶν ἤρχισεν· ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις, ἥτις προεκλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας, ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περὶ τοῦ τίς εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂν δηλαδὴ πρέπει νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων νόμων ἢ κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει πλέον πραγματικὸν σκοπὸν, διότι εὑρισκόμεθα ἤδη ἀπέναντι τετελεσμένου γεγονότος, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν· ἐξετάζουσα δ’ ἡ Κυβέρνησις τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἀποκρύψῃ οὔτε πρὸς ὑμᾶς οὔτε καὶ πρὸς ἑαυτήν, ὤφειλε δὲ νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν τὴν τόσον σαφῆ, ἀλλὰ καὶ τόσον ὀδυνηράν. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται εἰς τὴν σύνταξιν τῶν δηλώσεων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον ἰσοζύγιον. Κύριοι, ἀναμφισβητήτως πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ Κυβέρνησις κατέγεινεν εἰς τὴν σύνταξιν ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσι, νὰ ψηφισθῶσι καὶ νὰ ἐκτελεσθῶσι. Διὰ τοῦ πρώτου τῶν νομοσχεδίων τούτων πρόκειται περὶ τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐκ τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς ὁλόκληρα 5,682,312 δραχμάς. Ἡ πρόνοια αὕτη ὁμολογουμένως ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας καὶ τὴν πρόνοιαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῇ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, ὑπέβαλεν ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξανε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ψηφισθέντος καὶ γενομένου νόμου τοῦ Κράτους, προέκυψε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἔχομεν ἤδη κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν αὐτό. Σημειώσατε δὲ, ὅτι κατ’ ἔτος κατεθέτομεν τὴν σχετικὴν πρόσοδον, πλὴν τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, καίτοι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου ἐκείνου δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκην τῆς καταβολῆς ταύτης παρὰ τῇ Τραπέζῃ καὶ τῆς παραμονῆς τῶν ποσῶν αὐτῶν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς, διότι, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου αὐτοῦ γίνεται διὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Διεθνὴς δὲ Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν προσόδων τῶν ὑπεγγύων, ἀφοῦ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν πάντων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν διαχείρισίν της, προβαίνει καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων. Ποῖα δὲ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἐκ τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἔχομεν; Εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ 1900 ἀπέδωκεν ἡμῖν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ δραχ. 13,153,201, κατὰ τὸ 1901 δρ. 17,758,794, κατὰ τὸ 1902 δρ. 17,544,113, κατὰ τὸ 1903 δραχ. 16,453,279, καὶ κατὰ τὸ 1904 δραχ. 19,210,359. Ἔχομεν δὲ πλὴν τῶν πλεονασμάτων καὶ 1,217,259 δραχ. ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ 1900, δραχμὰς 2,441,212 κατὰ τὸ 1901, καὶ δραχ. 1,589,475 κατὰ τὸ 1902. Ὅπως δικαιούμεθα μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων δανείων νὰ λαμβάνωμεν εἰς χεῖρας ἡμῶν καὶ διαθέτωμεν τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσι, καὶ ὅπως τίθενται τὰ πλεονάσματα ταῦτα εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, οὕτω δικαιούμεθα κατὰ μείζονα λόγον νὰ ζητήσωμεν καὶ λάβωμεν καὶ τὰ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, τὰ ὁποῖα παραδόξως ἐξηκολούθησαν νὰ κατατίθηνται ἐπὶ τόκῳ 2½%. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν, «περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ Δημόσιον τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος καταθέσεων ἐξ εἰσπράξεων προσθέτου δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ», ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῶν πλεονασμάτων τούτων εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἔχωμεν ἔσοδον δρ. 5,682,318. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετὰ τοῦ πίνακος τῶν ἀποτελεσμάτων. Κύριοι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ Σιδηροδρόμου, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ τὴν ὑποβολὴν ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς ἔσοδον 225,000 δραχμῶν δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, καὶ ἑπομένως τὸ ἥμισυ διὰ τὸ ἑξάμηνον. Ἔχομεν φόρον ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἐπιβατῶν τῶν σιδηροδρόμων, φόρον, ὁ ὁποῖος ἐξικνεῖται εἰς 7,500,000, ἀλλ’ οὐδένα φόρον πληρώνουσι τὰ ἐμπορεύματα τὰ διὰ τῶν σιδηροδρόμων μεταφερόμενα. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄδικον, ἀποδεικνῦον καὶ ἀφροντισίαν τοῦ Κράτους, διότι προσφέρεται μεγίστη ὑπηρεσία εἰς τοὺς μεταφέροντας τὰ ἐμπορεύματά των διὰ τῶν σιδηροδρόμων, ἥτις ὑπηρεσία, στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος 100 ὅλα ἑκατομμύρια, —διότι τόσον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη μέχρι σήμερον πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. — Δὲν πρόκειται ἀληθῶς περὶ φορολογίας, πρόκειται περὶ ἀποδόσεως κομίστρων, καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν κομίστρων 5% φόρος δι’ οἱονδήποτε ἐμπόρευμα. Ἔχομεν καὶ ἄλλὰ τινὰ νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι. Ἴσως, ἐὰν ὄχι ἀμέσως, ἐμμέσως ὅμως, οἱ πρὸ ὀλίγου λαβόντες τὸν λόγον ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐφάνησαν κατακρίνοντες τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀργοπορίαν. Κύριοι, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἴμεθα ἄξιοι τοιαύτης κατακρίσεως· ἀναγκαίως ὤφειλον νὰ ἐρευνήσω τὴν κατάστασιν ἐν ταῖς τελευταίαις λεπτομερείαις, νὰ ἀποβλέψω δὲ εἰς τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπεύσω τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἃς καταδεικνύει ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ εἶχον προσέτι ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶ, καὶ τίς θὰ ἦτο ἡ τύχη ὡρισμένων νομοσχεδίων, ὡς πρὸς ἓν δὲ τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, τὸ περὶ καταβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰς χρῆμα ἀντὶ εἰς εἶδος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἀμέσως νὰ πραγματοποιηθῇ, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ, τίς θὰ ἦναι ἡ τύχη τῆς σταφίδος εἰς τὸ μέλλον. Ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν διὰ τὴν ἑνιαίαν διαχείρισιν τῆς σταφίδος, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως, δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ ἐπιψηφίσεως ἢ μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον ὡς εἶναι διατετυπωμένον, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο δεκτὴ ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου εἰς εἶδος, αἱ περιστάσεις δ’ αὗται ἐξακολουθοῦσι νὰ ἦναι αἱ αὐταὶ, ἂν ὄχι καὶ δεινότεραι, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Θὰ ἦτο δὲ δύσκολον δι’ ἄλλων σκέψεων ἢ δι’ ἄλλων μέτρων νὰ ἐπιτύχῃ τις τὴν καταβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ φόρου ὑπὸ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἀλλὰ πρὶν σκεφθῇ περὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ μέτρου ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχει τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ ἀνακούφισιν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, καὶ εἰς τοῦτο κατέγεινεν ἡ Κυβέρνησις, ἐλπίζει δ’ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαπραγματεύσεων θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ὁριστικὸν καὶ οὐδὲν θετικὸν ἔχει νὰ ἀνακοινώσῃ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου, ἥτις ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως νόμου ὑποβάλλω τροπολογίαν μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποδράντος πρώην ὑποταμίου Τυρνάβου Κ. Γεωργίου ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων δεκαοκτὼ γραμματίων παρακαταθηκῶν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1903». Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ὑπογραφῆς καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν ὑπὸ τῶν ἀποβιωσάντων ταμιῶν Ἄρτης Κ. Νικάκη καὶ Μήλου Πρ. Δημητρακοπούλου ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων ὑπ’ αὐτῶν τριπλοτύπων ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ γραμματίων παραλαβῆς». Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ «ἐγκρίσεως συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ τελωνείου Πατρῶν, καὶ περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ αὐτόθι λιμένος πρὸς καταβολὴν τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστροουγγαρίας συνομολογηθείσης τὴν 8)21 Δεκεμβρίου 1904 συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν». Ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους παρασχεθείσης εἰς τὴν ἐμπορικὴν ἑταιρείαν «Δημητριάδης, Παπᾶς καὶ Σκαλιώρας» ἐγγυήσεως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια, ὡς καὶ ἡ τροπολογία, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, 311–318). Οἱ βουλευταὶ Ἄργους κύριοι Γ. Πολυγένης, Ἀγ. Φικιώτης καὶ Γ. Καρπετόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τῶν δήμων Λυρκείας καὶ Ἀλέας διὰ μὲν τὸν πρῶτον δραχ. 10,700 πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων ἐν τοῖς χωρίοις Μπέλεσι καὶ Καρυᾷ, διὰ δὲ τὸν δεύτερον δραχμῶν 9,700 πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τοῖς χωρίοις Σκοτεινῇ καὶ Ἁγίῳ Νικολάῳ». Οἱ βουλευταὶ Πατρῶν κύριοι Κ. Γεροκωστόπουλος καὶ Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως δραχμῶν 15,000 ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Τριταίας πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τοῖς χωρίοις Γρεβενῷ, Ρουπακιᾷ καὶ Σκιαδᾷ τοῦ δήμου τούτου». Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς κτηνῶν, προωρισμένων διὰ τὸ ἐν Ἀλητσελεπῇ τοῦ δήμου Βουπρασίων συσταθησόμενον ἱπποφορβεῖον καὶ κτηνοτροφεῖον». Αἱ προτάσεις νόμων αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 319–321).
§53ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι βεβαίως ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής, οὐχ ἧττον νομίζω ὅτι ὀφείλομεν πάντες νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου· παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λάβῃ κανὲν παράπονον ὑπ’ ὄψιν, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ φόρος μᾶλλον δίκαιος, οὗτος εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν σίτου. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι, ἐὰν εἰς πάσας τὰς χώρας τὰς καλλιεργούσας τὸν σῖτον ἡ σιτοπαραγωγὴ ηὔξησε καταπληκτικῶς, ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ ἡμῶν βαίνει ἐλαττουμένη· καὶ τοῦτο, διότι, ὑφ’ ἃς συνθήκας γίνεται παρ’ ἡμῖν ἡ καλλιέργεια τοῦ σίτου, εἶναι ἀδύνατος οἱοσδήποτε ἀνταγωνισμός, οὐδὲ δύναται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ὑπάρξῃ γεωργία ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ὁ γεωργὸς βλέπῃ, ὅτι ἡ γῆ οὐδὲν τῷ ἀποδίδει καὶ ὅτι ματαίως κοπιάζει. Ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, θέλω ἀποδείξει διὰ παραδειγμάτων καὶ ἀριθμῶν, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας τοῦ σίτου οὐδαμῶς μέλλει νὰ βαρύνῃ τὸν λαόν, ὅν τινες εἶπον ὅτι βαρύνει. Πρέπει δὲ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καταγόμενοι...
§54ΔΙΟΝ. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν ἔδωκε ποτὲ τίποτε τὸ Κράτος εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας.
§55ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει καὶ οὗτοι, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι, ὅπως ἡμεῖς ἐπὶ τοσαῦτα ἤδη ἔτη ἀκούομεν διαρκῶς περὶ σταφίδος χωρὶς νὰ διαμαρτυρώμεθα, ὀφείλουσι καὶ αὐτοὶ ἐπίσης νὰ μὴ θορυβῶνται σήμερον ἐπὶ τῇ συζητήσει τῆς γνώμης περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου, καὶ νὰ μὴ λησμονῶσιν, ὅτι ἡ γεωργία εἶναι ἡ βάσις τῆς εὐημερίας παντὸς τόπου, καὶ ὅτι, ἐνῷ πᾶσαι αἱ χῶραι, ἐν αἷς καλλιεργεῖται ὁ σῖτος, ἤτοι ἡ Γαλλία, ἡ Αὐστρία, ἡ Ἰταλία καὶ αὐτὴ ἡ Πορτογαλία, ἔνθα ἐλάχισται ἐκτάσεις ὑπάρχουσι σιτοφόροι, ἐπέβαλον δασμὸν βαρύτατον ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου εἰς αὐτὰς σίτου, διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ ἐγχώριος παραγωγή, ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ἐγένετο, ἡ δὲ γεωργία ἐγκατελείφθη παντελῶς εἰς τὴν τύχην αὐτῆς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προσήκοντος νομοσχεδίου, ἵνα σώσῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν φθίνουσαν γεωργίαν ἡμῶν καὶ ἀνακουφίσῃ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, τοὺς ἐν ἀπογνώσει σήμερον διατελοῦντας.
§56Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσθέσω δύο λέξεις εἰς ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ σίτου. Ἡ φορολογία τοῦ σίτου, κύριε Πρόεδρε, ὑπεδείχθη ἐνταῦθα ὑπὸ δύο μορφάς, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐπαυξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς προστασίας τῆς ἐν Ἑλλάδι σιτοπαραγωγῆς. Βεβαίως πάντες σήμερον ἐνδιαφερόμεθα καὶ πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν δημοσίων προσόδων, τῆς Κυβερνήσεως δ’ ἔργον εἶναι νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπει δι’ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου νὰ ἐπαυξήσῃ τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ κενά. Ὡς φορολογικὸν μέτρον ἐξεταζόμενον τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου, ἴσως ἤθελεν εἰπεῖ τις, ὅτι δικαίως γεννᾷ ἀφορμὴν παραπόνων ἐκ μέρους ὅλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους βλέπομεν ἐνταῦθα διαμαρτυρομένους. Ἀλλ’ ἐξεταζόμενον τὸ μέτρον τοῦτο ὡς μέτρον προστατευτικὸν τῆς σιτοπαραγωγῆς, οὐδενός, νομίζω, τὴν διαμαρτυρίαν ἔπρεπε νὰ ἐγείρῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξετασθῇ, ἂν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου αὐξάνουσιν ἢ δὲν αὐξάνουσιν αἱ δημόσιαι πρόσοδοι· πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι μέτρον προστατευτικὸν τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ ἂν εἶναι τὸ μόνον μέτρον τὸ προστατευτικὸν ὑπὲρ τῆς σιτοπαραγωγῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἐνδιαφέρον τὴν Θεσσαλίαν, τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἐνδιαφέρον πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα· διότι ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποδείξω, ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς πρόκηται νὰ προέλθῃ ὠφέλεια, αὕτη δὲν θέλει ἀποβῆ μόνον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, διότι, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς μᾶλλον βασίμους στατιστικὰς τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ Θεσσαλία παράγει τὸ ἓν τρίτον τῆς ὅλης σιτοπαραγωγῆς, τὰ δὲ λοιπὰ δύο τρίτα ἡ λοιπὴ Ἑλλάς. Ἑπομένως δὲν βλέπω, κατὰ τί τὸ σύστημα τὸ προστατευτικὸν τῆς σιτοπαραγωγῆς θὰ ἦναι ἀποκλειστικῶς προστατευτικὸν διὰ τὴν σιτοπαραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας. Λοιπὸν καὶ δι’ ὅσων ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς καὶ δι’ ὅσων λέγω ἐγὼ ἀποδεικνύεται, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς, ἡ προστασία αὕτη δὲν ἀποβλέπει εἰς μόνην τὴν Θεσσαλίαν, δὲν εἶναι ζήτημα μόνον Θεσσαλικὸν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα καθαρῶς Ἑλληνικὸν, ἀφορῶν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα· ἑπομένως πρέπει νὰ ἐνδιαφέρῃ πάντας· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, ἂν εἰσάγωμεν εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς σταφίδος 1,500,000 λίρας ὡς τίμημα αὐτῆς, κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἐξάγομεν τὸ αὐτὸ ποσὸν διὰ τοῦ Πειραιῶς πρὸς ἀγορὰν σίτου ξενικοῦ. Καὶ λέγω τοῦτο, διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πάλλης συνάδελφον κ. Ἀλεβιζᾶτον, ὅπως ἐννοήσῃ περὶ τίνος πρόκειται· ἐπὶ τοιούτων δὲ ζητημάτων πρέπει πάντες νὰ ὁμοφρονῶμεν καὶ νὰ ἐνδιαφερώμεθα, καὶ νὰ μὴ κρίνωμεν ταῦτα καθ’ ὃν τρόπον κρίνει ὁ κ. συνάδελφος. Ἔχομεν συμφέρον, παραμένοντες ἐνταῦθα, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ταχυτέραν λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἡμεῖς, οἱ μὴ ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καταγόμενοι, δὲν παραλείπομεν νὰ ἐκτελέσωμεν, ἀλλ’ ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα, διότι ὄντως πρόκειται περὶ λύσεως ζητήματος ἐνδιαφέροντος ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς πάσχοντας καὶ ἔχοντας ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς ἁπάσης τῆς Βουλῆς, οὕτω καὶ οἱ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἀντιπρόσωποι ἔχουσι καθῆκον, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς — καὶ δὲν νομίζω τοῦτο σήμερον κατάλληλον — νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς, νὰ παράσχωσι τὴν συνδρομὴν αὐτῶν ἀμέριστον καὶ ἀβίαστον, ἵνα ἡ Βουλὴ λάβῃ τὰ προσήκοντα προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς σιτοπαραγωγῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας τοῦ σίτου τὸ μόνον προστατευτικὸν μέτρον τῆς σιτοπαραγωγῆς· ὑπάρχουσι, καὶ μάλιστα προέχουσιν, ἄλλα· ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ὅτι τὰ μέτρα τὰ προστατευτικὰ τῆς σιτοπαραγωγῆς εἶναι πολλαπλᾶ, ἐφηρμοσμένα ἤδη ἀλλαχοῦ· ἑπομένως, ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὅτι ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας τοῦ σίτου δὲν εἶναι τὸ καταλληλότερον μέτρον πρὸς προστασίαν τῆς σιτοπαραγωγῆς, τότε θὰ ἐξεύρωμεν ἄλλα μέτρα. Ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ λάβωμεν προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς σιτοπαραγωγῆς, διότι ὀφείλω νὰ καταδείξω, ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν σιτοπαραγωγὴν εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται σήμερον, ἐντὸς ὀλίγου αὕτη θὰ καταστραφῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ τότε τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον σήμερον ὁ λαὸς νομίζει ὅτι τρώγει εὐθηνὸν, θὰ τὸν τρώγῃ πολὺ ἀκριβὸν, καὶ μάλιστα τοσοῦτον ἀκριβὸν, ὅσον ἴσως δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ σήμερον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.
§58ΑΡΙΣΤΟΜ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐνταῦθα σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, δὲν ἐναντιοῦμαι ποσῶς εἰς τὴν ῥιφθεῖσαν ἰδέαν τῆς φορολογίας τοῦ σίτου· πάντοτε ἐπεκρότησα τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς φορολογίας τοῦ σίτου, πιστεύω δὲ, — ὅπως ἄλλως καὶ εἰς περιστάσεις καταλλήλους κατέδειξα εἰς τὸν λαὸν τῆς ἐπαρχίας μου, — ὅτι ὄντως ἡ φορολογία τοῦ σίτου δὲν ἐπιβαρύνει τὸν λαϊκὸν πληθυσμὸν, δὲν ἐπιβαρύνει τὸν καταναλωτήν. Ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος κ. Κριεμάδης ὑπέδειξε, διὰ τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ, ἵνα ἡ σταφὶς λάβῃ προστασίαν, εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖον νὰ προστατευθῇ ἡ σιτοπαραγωγὴ, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει διὰ τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς ἤθελεν ἐπέλθει αὔξησις τῆς σιτοπαραγωγῆς, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου, θὰ ἦναι ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς εὐθηνίας τοῦ σίτου, διότι, καίτοι θεωρεῖται ὁ φόρος τοῦ σίτου ταμιευτικὸς, θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐξανομένης τῆς σιτοπαραγωγῆς θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ εἰσπράξῃ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου ὅσα εἰσπράττει σήμερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου, καὶ ἐὰν κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑποστηρίξῃ ἡ Βουλὴ προστατευτικὸν νόμον διὰ τοὺς σιτοπαραγωγοὺς τόπους, νομίζω ὅτι θὰ ἦναι καιρὸς νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ δι’ ἄλλα φορολογικὰ μέτρα, καὶ νὰ ζητήσῃ, ἵνα καὶ ἕτερα εἴδη, ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα, φορολογηθῶσιν, ὅπως καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους αὐξήσωσι καὶ οἱ σχετικοὶ κλάδοι τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ παραγωγῆς προστατευθῶσι. Νομίζω ὅτι ἡ ἀμπελοφυτεία ἀρκετὰ σήμερον μαστίζεται ἕνεκα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἕνεκα τοῦ πλεονάσματος τῆς παραγωγῆς. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἔν τε τῇ πρωτευούσῃ καὶ τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ηὔξησεν ἡ κατανάλωσις τοῦ ζύθου, καὶ ἀρκετὰ ἡ βιομηχανία αὐτοῦ ἐπροστατεύθη, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ εἰς τὸν ζῦθον πρέπει σήμερον νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη φορολογία...
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεβλήθη.
§60ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ποία;
§61Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεβλήθη φορολογία μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν βύννης.
§62ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ τοιαύτη φορολογία ἀντιστοιχεῖ πρὸς 17 λεπτῶν φόρον ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ζύθου.
§63Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πόσον θέλετε σεῖς νὰ ἐπιβληθῇ;
§64Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ ὁ ζῦθος περισσότερον.
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ζῦθος εἶναι ἀντικείμενον πολυτελείας ἀπέναντι τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς καχεξίας, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ φορολογηθῇ.
§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ ἡ οἰνοπαραγωγή μας, ὅταν ἐξοδεύωνται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ὀκάδων ζύθου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ εἶδος τοῦτο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι πρέπει ν’ αὐξήσῃ ἡ φορολογία· εἶναι καὶ τὸ οἰνόπνευμα, διότι καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος ἡ κατανάλωσις ηὔξησε. Τὸ οἰνόπνευμα φέρει τὸν ἀλκολισμόν, ὅστις ἐπιφέρει καταστροφὴν εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ λαοῦ. Ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κατανάλωσιν· διότι ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ὁ ὀργανισμὸς συνήθισε καὶ ἀπαιτεῖ τὸ οἰνόπνευμα, δὲν θὰ ἐμποδισθῇ νὰ τὸ πληρώσῃ καὶ ὑπερτετιμημένον. Ὁ Ἄγγλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε: «Θὰ αὐξήσω τὴν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἡ κατανάλωσις θ’ αὐξηθῇ». Καὶ πράγματι ηὔξησε τὴν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ἐκ τούτου ηὐξήθη καὶ ἡ κατανάλωσις...
§67Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας δὲν κατεπολεμήθη ὁ ἀλκολισμός.
§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ἂν δὲν καταπολεμηθῇ ὁ ἀλκολισμὸς, ὀφείλετε ἐν τούτοις ν’ αὐξήσητε τὴν φορολογίαν, ἔστω καὶ ἂν δι’ αὐτῆς δὲν ἤθελεν ἐλαττωθῆ ἡ κατανάλωσις τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἡ βλάβη τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν, διότι ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ ἄλλην φορολογίαν νὰ προτείνω εἰς τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς. Παρετήρησα ὅτι καὶ ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον πασῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν πάσχουσιν ἐν δυσαναλογίᾳ ἕνεκα τῆς συγκεντρώσεως πάσης ἐργασίας ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κλῖμαξ τῆς φορολογίας τῶν οἰκοδομῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὴν φορολογικὴν κλίμακα τοῦ φόρου τούτου ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Πανταχοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἡ ἀστικὴ περιουσία ὑποτιμᾶται, ἐνῷ ἐν Ἀθήναις καὶ τὰ οἰκόπεδα καὶ ἡ ἀστικὴ περιουσία καθ’ ἡμέραν αὐξάνουσι κατὰ τιμήν. Νομίζω ὅτι ἡ κλῖμαξ ἡ φορολογικὴ ἐν Ἀθήναις πρέπει νὰ ἦναι εἰς διπλάσιον βαθμὸν ἀνωτέρα τῆς φορολογικῆς κλίμακος τῶν ἐπαρχιῶν...
§69Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἀθήναις οἱ ἰδιοκτῆται φορολογοῦνται περισσότερον, διότι φορολογεῖται τὸ ἐνοίκιον, φορολογεῖται τὸ εἰσόδημα.
§70ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Φορολογεῖται τὸ εἰσόδημα, ἀλλὰ πᾶς ἐν Ἀθήναις, ὅστις θέλει νὰ πωλήσῃ τὴν ἀστικὴν περιουσίαν του, δύναται ἀμέσως καὶ εὐκόλως νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀστικὴν περιουσίαν του εἰς μετρητά, ἐνῷ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν εἶναι εὔκολον τοῦτο, διότι ἐκεῖ ἡ ἀστικὴ περιουσία ὑπετιμήθη εἰς τὸ τρίτον καὶ πλέον τῆς ἀξίας της. Ἡ φορολογία συνδέεται ἀρρήκτως, εἶναι ἡ βάσις τῆς αὐξήσεως τῆς περιουσίας ἐν Ἀθήναις...
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ θέμα· εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§72ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εὑρίσκομαι ἐκτὸς τοῦ θέματος· ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ φορολογίας, ἠθέλησα νὰ ὑποδείξω ποῦ κατὰ τὴν γνώμην μου δύναται νὰ προστεθῇ φορολογία. Οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ προσθέσω σήμερον ἐπὶ τοῦ θέματος.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§74ΔΙΟΝ. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Ἔχω ζητήσει πρὸ πολλοῦ τὸν λόγον σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ σίτου.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔληξεν ἀκόμη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Θὰ λάβωσι τὸν λόγον πάντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ, κατόπιν δὲ εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἕτεροι 15 περὶ ἄλλου θέματος, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν.
§76ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ σειρά μου, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἄλλως τὸ ζήτημα θεωρῶ προσωπικόν.
§77Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα· ἕως τώρα βλέπω ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ νέα φορολογία ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἐπὶ τούτου συζητοῦντας, νὰ εὐαρεστηθῶσι ν’ ἀφήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ λίαν δυσάρεστον καὶ βαρὺ ἔργον τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος τούτου, τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιβολῆς ἢ μὴ νέας φορολογίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ τὸ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εὑρίσκει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὑπάρχει λόγος, ἵνα προτείνῃ τοιοῦτο μέτρον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὁ κύριος Ἀλεβιζᾶτος παραιτεῖται τοῦ λόγου.
§79ΔΙΟΝ. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν.
§81ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§83ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Ἐπ’ ὀλίγον θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, μεταφέρων τὸ ζήτημα εἰς ἕτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ τοῦ 1900 περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, οἱ ἀνταποκριταὶ τῶν ἐφημερίδων, οἱ ἀποστέλλοντες τηλεγραφήματα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῶν ἐπαρχιῶν, ὑποβάλλονται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τέλους. Ἀφ’ ὅτου ἐγκατεστάθη τηλεφωνικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, αἱ ἀνταποκρίσεις γίνονται τηλεφωνικῶς. Ὡς γνωστόν, ἐν Πάτραις ἐκδίδονται τρία ἡμερήσια φύλλα, ἅτινα ἁμιλλῶνται πρὸς τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν τηλεφωνικῶν τελῶν, διότι οἱ προϊστάμενοι τῆς τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ζητοῦσι τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ τέλους, καὶ ὄχι τοῦ ἡμίσεος, ἐνῷ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ εἰρημένου νόμου ὑπάγει καὶ τὰς τηλεφωνικὰς ἀνταποκρίσεις εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, δὲν ὑπάρχει δὲ ἰδιαιτέρα διάταξις, ὅτι οἱ δημοσιογράφοι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ τηλεφώνου ὑποβάλλονται εἰς ἀκεραίαν πληρωμὴν τοῦ τέλους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οἱ δημοσιογράφοι εὑρίσκονται ἐν δικαίῳ, ἀξιοῦντες νὰ πληρώνωσι τὸ ἥμισυ. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Ἠλείᾳ, διότι δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ δὲν ὑπάρχει· αἱ ἐφημερίδες τῶν Πατρῶν καθ’ ἑκάστην ἀναγράφουσι ζωοκλοπάς, κλοπὰς διὰ ῥήξεως, ἀποπείρας ληστειῶν κλπ. Καίτοι δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς καταδίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν καὶ ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς διαφόρους ἐν Ἠλείᾳ ἀστυνομίας δι’ ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, διότι τὸ μέτρον τοῦτο πολὺ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Θὰ παρακαλέσω ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ λήγει τὸ σταφιδικὸν ἔτος καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχωμεν τὴν συγκομιδήν, νὰ ἀναστείλῃ, εἰ δυνατόν, ἐπί τινα χρόνον τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, μὴ ἔχοντες νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των, ἐξ ἀνάγκης κατέστησαν φυγόδικοι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ συλλέξωσι τὰ εἰσοδήματά των φυγοδικοῦντες.
§84Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς βεβαίως γνωρίζει, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἀναστολὴ τῶν φόρων. Μόνον διὰ νόμου εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις κατέγεινεν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν εἴσπραξιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιεικῆ. Καθ’ ὅσον δ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἄνεσίς τις καὶ εὐκολία εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, παρηγγέλθησαν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ μετέρχωνται πᾶν μέτρον ἐπιεικὲς περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων.
§85Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τηλεφωνικῶν τελῶν ὑπὸ τῶν ἀνταποκριτῶν τῶν ἐν Πάτραις ἐκδιδομένων ἐφημερίδων παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, τίνα γνώμην ἔχει. Δὲν νομίζει ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσπράττηται τὸ ἥμισυ τοῦ τέλους διὰ τὰ δημοσιογραφικὰ τηλεφωνήματα;
§86ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Θὰ ἐξετάσω.
§87Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον ὅτι εἴχετε γνῶσιν τοῦ ζητήματος.
§88ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι. Πρώτην ἤδη φορὰν λαμβάνω γνῶσιν.
§89Κ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ψηφισθέντι πέρυσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δημοσιευθέντι νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐν τῇ δεκάτῃ ἕκτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 37, προκειμένου περὶ τοῦ κατόπιν ἐξετάσεων προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν εἰς τοὺς ἀμέσως ἀνωτέρους βαθμοὺς δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ἀναγράφεται ὅτι οἱ ἡμίσεις τούτων προβιβάζονται κατ’ ἀρχαιότητα καὶ οἱ ἕτεροι ἡμίσεις καθ’ ἱκανότητα ἐκ τοῦ κεκυρωμένου πίνακος. Ἐν τῷ νόμῳ ὅμως τούτῳ, καθὼς καὶ ἐν τῷ δημοσιευθέντι κατόπιν κανονιστικῷ Διατάγματι παρετηρήθη ἀσάφειά τις, ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀρχαιότητος, ἰδίως ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικούς, οἱ δὲ γενόμενοι κατόπιν προβιβασμοὶ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς παράπονα καὶ παρεξηγήσεις. Ἐάν τις ἐξετάσῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου, καθ’ ὃν τὸ ἥμισυ τῶν ὑπαξιωματικῶν προάγεται κατ’ ἀρχαιότητα, ἄγεται εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐνεπνέετο ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς ἔχοντας μακροχρόνιον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅθεν ταύτῃ θὰ ἦτο πολὺ ἄδικον νὰ θεωρηθῇ ἐπιλοχίας ἔχων δεκαετῆ μόλις ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίαν ἀρχαιότερος λοχίου ἔχοντος εἰκοσαετῆ καὶ πλέον ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ πρῶτος ἔγεινεν ἐπιλοχίας κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐξετάσεων, ἢ νὰ θεωρηθῇ ἀρχαιότερος ἐπιλοχίας ἔχων δεκαετῆ μόλις ὑπηρεσίαν ἐπιλοχίου ἔχοντος εἰκοσαετῆ καὶ πλέον ὑπηρεσίαν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ πρῶτος ἔγεινεν ἐπιλοχίας ἕνα μῆνα πρότερον τοῦ δευτέρου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀσάφεια αὕτη εἶναι ἐλαστικὴ ἐν τῷ νόμῳ, καὶ δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία, ἥτις θὰ ἐνεργήσῃ τοὺς προβιβασμοὺς εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἐξηγήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν διάταξιν ταύτην, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως ἢ μᾶλλον διασαφήσεως τῆς εἰρημένης παραγράφου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ υἱοθετήσῃ αὐτήν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 322).
§91Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ διορθώσῃ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸν λόγον τῶν τεχνιτῶν· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν εἰς τὸν λόγον τοῦτον πρέπει νὰ ἦναι μόνον ἓξ ἐπιλοχίαι, σήμερον εὑρίσκονται 8, καὶ δύο ἐξ αὐτῶν παλαιοὶ ἐπιλοχίαι λαμβάνουσι τὰς θέσεις ἄλλων ὑπαξιωματικῶν. Εἶναι δὲ ἀκανόνιστος καὶ ἡ τοποθέτησις· ὁ ξυλουργὸς π. χ. εἶναι εἰς τὸ σαγματοποιεῖον, ὁ ὀρειχαλκεὺς εἰς τὸ χυτήριον κλπ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ αἱ ὑπηρεσίαι δὲν γίνονται κανονικῶς, καὶ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ κατώτεροι ἀδικοῦνται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο.
§92Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§93Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος δὲν εὐηρεστήθη διὰ δύο λέξεων νὰ μὲ προειδοποιήσῃ, διότι οὕτω θ’ ἀπέφευγε καὶ τοὺς κόπους, οὓς κατέβαλε. Θὰ ἐξετάσω μετὰ πάσης ἀκριβείας τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλὰ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· εἶναι ἤδη ἡ ὥρα 8 καὶ 30′, καὶ ἀκόμη δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἶναι πολλοὶ ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§95Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἐπειγούσας ἐπερωτήσεις, νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ ἀναβάλωσιν αὐτὰς διὰ τὴν αὔριον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Κ. Καραπάνος, Βρατσᾶνος, Γεωργόπουλος, Πονηρόπουλος, Τσάτσος καὶ Γκότσης ἐδήλωσαν ὅτι παραιτοῦνται τοῦ λόγου, ὡς καὶ ὁ κύριος Ζέρβας. Ὁ κύριος Δραγούμης ὑποβάλλει ἐγγράφως τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ πίνακα ἀναγράφοντα: αʹ) Τὸ ποσὸν τῶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1902, 1903 καὶ 1904 ἀγορασθέντων γαιανθράκων, ἔτι δὲ καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ προηγουμένου ἔτους δι’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν ὑπάρχον ἀπόθεμα. βʹ) Ὁποία ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα κίνησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν πλοίων τοῦ στόλου, κατ’ ὄνομα, πλοῦν καὶ μίλια, σημειουμένης καὶ τῆς ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου πλοίου γενομένης ὁλικῆς κατ’ ἔτος καταναλώσεως γαιανθράκων εἰς τόννους. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν εἰς τόκους ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου καταβληθέντων ποσῶν κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904, διακεκριμένως καθ’ ἕκαστον ἔτος.»
§97Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ διὰ τοῦ πίνακος ὁ κ. Βουλευτής, ἀναγράφονται ἑκάστοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ἔχει δὲ εἰμὴ νὰ καταφύγῃ ἢ εἰς τοῦτον ἢ εἰς τὰς διαδηλώσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸν προκάτοχον ὑμῶν εἶχον ὑποβάλει αἴτησιν πληροφοριῶν περὶ τῶν κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τέλους τοῦ 1904 λόγῳ πενταετοῦς παραγραφῆς τοκομεριδίων ἐξωτερικῶν δανείων ἐπιστραφέντων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Γουναράκης εἶχεν ἑτοίμους τὰς πληροφορίας. Θὰ παρακαλέσω, εἰ δυνατόν, νὰ τὰς καταθέσητε.
§99Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐργασία ἦναι ἑτοίμη, βεβαίως θὰ κατατεθῇ ἀμέσως.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐνθυμηθῆτε νὰ ἐρωτήσητε, πιστεύω ὅτι θὰ σᾶς δοθῇ ἡ ἀπάντησις, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἑτοίμη.
§101Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω εὐχαρίστως ἐξετάσει.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 137,809,062 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 305,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,059 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας «The Ellerman Lines Limited» συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως».
§103Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως τὸ «ἕξ μῆνας» θὰ γείνῃ «ἕνα μῆνα». Θὰ προκαλέσω μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνταλλαγὴν ἐπιστολῶν περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν).
§104Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 25 σύμβασις μετὰ τῆς Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοΐας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι καὶ μία ἄλλη.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἑδρευούσης Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοΐας (Service Maritime Roumaine) συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§108Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐψηφίσθη;
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δυνάμεθα ὁπωσδήποτε καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ φέρωμεν μίαν τροπολογίαν· εἰς τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως νὰ προστεθῇ μία τελευταία παράγραφος. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Περὶ τούτου ὑπῆρξε συνεννόησις μετὰ τῆς συνομολογησάσης τὴν σύμβασιν ἑταιρείας, καὶ ἑπομένως θὰ προστεθῇ αὐτὸ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§111Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τῇ δώσητε ἀκτοπλοΐαν;
§112Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§113Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο δοθῇ, νὰ δοθῇ ἐπὶ ἀνταλλάγματι πρὸς τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια τὰ καταπλέοντα εἰς Ρουμανικοὺς λιμένας, διότι ἡ ἀκτοπλοΐα θεωρεῖται πάντοτε ἓν προνόμιον τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας.
§114Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§115ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δι’ αὐτὸ ὑπάρχει ἀμοιβαιότης.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§117Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 57 τώρα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ Σταματίου Παπαλεονάρδου, ἰδιοκτήτου τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἀτμοπλοΐα Παπαλεονάρδου». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§119Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 19 καὶ 20. Τὸ πρῶτον εἶναι «περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων», τὸ ὁποῖον ἐπείγει, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν τὴν παραγγελίαν, τὸ δεύτερον εἶναι τὸ «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 κλπ.»
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἄνευ προσθέτου τέλους καὶ τόκου ὑπερημερίας, καὶ περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς πληρωμῆς προσθέτου τέλους καὶ τόκου ὑπερημερίας τῶν πληρωσάντων μέχρι τέλους Αὐγούστου 1904 τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη των ἐξ ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1903 κλπ.» (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).
§121Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ φορολογίας τῆς Θηραϊκῆς γῆς»).
§122Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἄνευ συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι νομοσχέδιον σπουδαιότατον, καὶ εἶναι ἀδύνατον βεβαίως νὰ μὴ θελήσωμεν ὀπωσδήποτε νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ἦναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἀφήσῃ νὰ διέλθῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον. Δυνατὸν ἴσως τὸ μέτρον τοῦτο νὰ μὴ ἦναι πλῆρες, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν τροπολογίας τοιαύτας, ὥστε νὰ κατασταθῇ ὁ νόμος τέλειος· ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, πάντες εἴμεθα σύμφωνοι νὰ εὑρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ νὰ περιορισθῇ τὸ λανθάνον ἔλλειμμα τῶν ἑκατομμυρίων.
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρησιν, ἵνα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ μελετήσωσι καὶ τὸ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐκ τῆς συγκριτικῆς μελέτης τῶν δύο νομοσχεδίων νὰ μὴ προκύψωσιν ἀναγκαῖαι τροπολογίαι τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου.
§124ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ ταύτῃ τῇ παρατηρήσει ἤθελον προσθέσει, ὅτι ἴσως θὰ ἦτο καλὸν μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὅ,τι συνέβη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, νὰ σταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως συμπαραβληθῶσι καὶ συνεξετασθῶσι τὰ δύο νομοσχέδια.
§125Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπεφυλασσόμην, ἵνα κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ζητήσω νὰ συσταθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§126Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχρόνως δὲ νὰ προσκομισθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι περὶ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δυνάμει τῶν προηγουμένων νόμων.
§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατετέθησαν.
§128ΑΝΤ. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διενεμήθη καὶ ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον πίναξ.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τώρα, καὶ κατόπιν θὰ σταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 καὶ ͵ΒΤϞΖʹ περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως»).
§130Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπανερχόμεθα τώρα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νὰ λυθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς.
§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀποφασισθῇ τώρα τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν μίαν ἡμέραν. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπή, ἥτις ὡρίσθη διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν εἰς τοῦτο, ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπήν, δὲν ἔχωσιν ἀντίρρησιν.
§134ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ πρὸ πάντων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ζήτημα δὲν λύεται, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του.
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τοῦτο θὰ γείνῃ ἐπιτροπή.
§136Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπήν.
§138Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἡ συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἐξετάσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου κύριον Νέγρην νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ συμπράξῃ.
§139Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εὐχαρίστως.
§140Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπήν, τὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ τοὺς πρώην Ὑπουργούς. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου οὗτοι εἶναι οἱ ἀκαταλληλότατοι πάντων· καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί...
§141Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ ἔχουσι τὴν ἐμπειρίαν.
§142Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τίνα ἐμπειρίαν; Οἱ κύριοι πρώην Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῆς Παιδείας ἔχουσι συμφέροντα...
§143Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Συμφέροντα δὲν ἔχουσιν· ἔχουσι γνώμας.
§144Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Συμφέροντα ἠθικά, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐξ ἄλλων προσώπων πρέπει ν’ ἀποτελεσθῇ ἡ ἐπιτροπή.
§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ κύριος Κουντουριώτης.
§146Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς διότι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοί, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα τὴν πρόσληψιν αὐτῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἑτέραν, ὡς λίαν τελεσφόρον. Οὐδενὸς ἐννοῶ νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἀξίαν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ μέλη τῆς ἐκ πρώην Ὑπουργῶν ἐπιτροπῆς ἐσχημάτισαν ἤδη μίαν γνώμην, ἡ δὲ συζήτησις μεταξὺ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φέρῃ εἰς συμπεράσματα μᾶλλον λυσιτελῆ καὶ μᾶλλον σκόπιμα.
§147Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θίγει τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἐκπαιδευτικὴν, διὰ τοῦτο θεωρῶ καλὸν νὰ προσληφθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἄλλα μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προτείνωσι μέτρα, ἅτινα ἐν τῇ Βουλῇ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προσήκοντα.
§148ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φιλοδοξῶ νὰ μετάσχω τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, διότι ὁμολογῶ ὅτι αἱ δυνάμεις μου ἐπὶ τῶν διδασκαλικῶν ζητημάτων δὲν εἶναι ἀρκοῦσαι. Ἐν τούτοις δὲν διστάζω ν’ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, διότι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐξοντώνει καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς δήμους, τὸ ἐνδιαφέρον δὲ τῶν πρώην Ὑπουργῶν ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου ἐνδέχεται νὰ τοὺς κάμῃ νὰ μὴ διαγνώσωσι τὸ κακὸν αὐτό. Περιορίζομαι νὰ ἀναφέρω ἕν μόνον παράδειγμα, ὅτι κατήντησε νὰ ἀρνηθῇ ἡ Πολιτεία καὶ τὴν νομικὴν τῶν δήμων ὑπόστασιν. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ πρέπει νὰ μετάσχωσι καὶ ἕτερα μέλη, δυνάμενα νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των, ἵνα ἀφ’ ἑνὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου περιφρουρηθῶσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δήμων μὴ παροραθῶσι.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θέλετε νὰ κάμω;
§150ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καταρτίσατε σεῖς τὴν ἐπιτροπὴν ὅπως θέλετε.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ καταρτίσω ἐγὼ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, καὶ θὰ σᾶς ἀνακοινώσω σήμερον ἢ αὔριον τὰ μέλη αὐτῆς. Ἐπιθυμεῖτε ἄλλο τι, κύριε Πρόεδρε;
§153Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλή, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπὶ ἡμίσειαν ἔτι ὥραν ἐργαζόμενοι.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒϠΜΒʹ τοῦ 1903 «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων».
§155ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιδοκιμάζω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ἀκολουθῶν τὸ πνεῦμα τὸ τεῖνον εἰς οἰκονομίας, νομίζω ἐμαυτὸν ὑπόχρεον νὰ ὑποδείξω τι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον, σχετιζόμενον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δύναται νὰ παραγάγῃ οἰκονομίαν ἀξίαν λόγου. Ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Γουναράκης, ἠρεύνησα τὸ ζήτημα τῶν ποσοστῶν τῶν εἰσπραττομένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος τοῦ ὑπηρετοῦντος ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν, ὡς καὶ τῶν ὑπηρετούντων ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις Πατρῶν, Βόλου, Σύρου, Ἠλείας, Καλαμῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐκ τῶν πινάκων, οὓς ὁ τότε Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ, ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1904 ἀποδοθέντα εἰς τὸν εἰσπράκτορα τοῦ καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν ποσοστὰ ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 7,000.
§156Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο εἰσπράκτορες.
§157ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἷς καὶ μόνον δύναται νὰ ἀρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, διότι εἶναι πολὺ ἄκοπος ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ δὲν ἀπαιτεῖ νὰ καταδιώκηται ὁ ὀφειλέτης. Ὑπέδειξα λοιπὸν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ποσοστῶν τούτων προσεγγίζει τὰς 600 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δηλαδὴ τὸν μισθὸν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν ταύτην θέσιν μονίμου ὑπαλλήλου, ἐξ οὗ θὰ ἐπέλθῃ μεγίστη οἰκονομία.
§158Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο ὑπάλληλοι.
§159ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον περὶ ἑνὸς πρόκειται, διότι εἷς ὑπάλληλος ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἐργασίαν. Ἐγὼ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ τούτου προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸν διορισμὸν παρὰ τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν ἑνὸς ταμίου γʹ τάξεως μὲ μισθὸν δραχμῶν 180 κατὰ μῆνα, δυναμένου νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ μὴ λαμβάνοντος πλέον τὰ ποσοστὰ τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ νόμῳ περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ταινιῶν καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου, καὶ τὴν μείωσιν τῶν ποσοστῶν ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις Πατρῶν, Βόλου, Σύρου, Ἠλείας, Καλαμῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐκ τούτου θὰ προκύψῃ ὠφέλεια ἐκ μὲν τοῦ καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν 5,000 δραχμῶν, ἐκ δὲ τῶν καπνεργοστασίων Πατρῶν, Βόλου, Σύρου, Ἠλείας, Καλαμῶν, καὶ Πειραιῶς δραχμῶν 8,082. Ἵνα δὲ πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀκριβείας τούτου, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἀναγνώσῃ τὸν πίνακα, ὃν ὑπέβαλεν ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καταθέτω τὴν τροπολογίαν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 323).
§160Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἵνα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται, καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατατάξεως καὶ καταργήσεως Οἰκονομικῶν τινων Ἐφοριῶν καὶ θέσεων ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§162ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 εἰσάγει δικονομικὴν μεταβολὴν οὐσιωδεστάτην καὶ ἀδικωτάτην, καθορίζουσα τὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ὅρκου τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν, τῶν ἐκπροσωπούντων τὸ Δημόσιον, καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, καὶ δέον, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι εἰς τὸ Δικαστήριον ἀπόκειται νὰ κρίνῃ, ποῖον ὅρκον πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ, τὸν ὅρκον διαδίκου ἢ τὸν ὅρκον τρίτου. Περὶ τούτου καὶ εἰς τὴν πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἔφερα τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Ἐὰν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἀποβάλῃ τινὰ τῆς κατοχῆς διὰ χωροφυλάκων, θ’ ἀπαιτήσῃ, ἐὰν ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Δικαστήριον, νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον τρίτου περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος;
§163Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ποσῶς ὀρθή, δὲν εἶναι δὲ ποσῶς ὀρθή, διότι δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐνεργείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐνεργεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, τὸ Δημόσιον δὲ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδει τὸν ὅρκον, καὶ οὐχὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ὁ Α ἢ ὁ Β. Ὡς πρὸς δὲ τὸ δεύτερον μέρος, ἀφοῦ δεχθῶμεν τὴν ἀρχήν, ἣν καθιεροῖ τὸ πρῶτον μέρος, παρατηρῶ, ὅτι τοῦτο ἐτέθη, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην νὰ προσφεύγωμεν ἐκ νέου εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ ζητῶμεν μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι ἐντελῶς τυπική· δηλαδή, ψηφιζομένου τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ δίδῃ εἰς τὸν ἔφορον τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ τὸν ὅρκον τοῦ τρίτου, θὰ δύναται οὗτος ἄνευ νεωτέρας δίκης καὶ ἄνευ νεωτέρας ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον τοῦ τρίτου καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις ὁρίζῃ ὅρκον διαδίκου.
§164ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ κειμένη νομοθεσία, δηλαδὴ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, ὁ κῶδιξ, τὸν ὁποῖον μετὰ πολλῆς προσοχῆς πρέπει νὰ θίγωμεν νομοθετοῦντες, ἀφῆκεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, πότε οὗτος θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου τὸν ὅρκον τοῦ πιστεύειν καὶ μὴ γινώσκειν. Ταύτην τὴν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἔρχεται νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον μετὰ μακρὰ ἔτη, καθ’ ἃ λειτουργεῖ ὁ νόμος, καθ’ ὃν μόνον οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ὁρκίζωνται ὡς ἐκ τῆς γνώσεως, ἣν λαμβάνουσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐνεργεῖ πράξεις αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας, ὡς ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν ὁ ταμίας, καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς μεταβολῆς ταύτης.
§165Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ ὁ ὅρκος τοῦ τρίτου τὰς αὐτὰς συνεπείας ἔχει.
§166ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος ὀρθοτάτην παρατήρησιν ὑποβάλλει· ἀλλ’ ὅταν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἦναι ὑπόχρεος νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον ἀπ’ εὐθείας τοῦ διαδίκου, ὅταν αὐτὸς ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν, πολὺ θὰ συλλογισθῇ· ὅταν ὅμως καλύψητε τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ὑπὸ τὴν ἀσπίδα τοῦ πιστεύειν καὶ μὴ γινώσκειν, γνωστοῦ μάλιστα ὄντος, ποία ἡ προσοχή, ἣν καταβάλλουσι τὰ Δικαστήρια πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ψευδορκίας, καὶ ποία ἡ ἀνοχὴ ἐν Ἑλλάδι τῆς ψευδορκίας, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἧς τὴν ἀνάγκην οὐδαμοῦ βλέπω. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐνδείκνυται προσοχὴ περισσοτέρα ἐπὶ τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ συναινέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται μέχρι τοῦδε, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§167Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνεργείας προσωπικῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἐνεργείας, θὰ ἐναχθῇ προσωπικῶς ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, καὶ τότε δὲν γεννᾶται τὸ ζήτημα· ὅταν ὅμως πρόκηται, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, περὶ ἐνεργείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, ἡ προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει· οὔτε εἶναι ὁ κίνδυνος μεγαλείτερος, ὅταν πρόκηται περὶ ὅρκου προσωπικοῦ, ἀπὸ τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος ὑπάρχει—ὑπὸ τοὺς ὅρους πάντοτε, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρισκόμεθα,—ὅταν πρόκηται περὶ ὅρκου ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ πιστεύειν καὶ μὴ γινώσκειν. Ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον διαφθορᾶς, ὥστε νὰ καταπίνωμεν τοὺς ὅρκους μετὰ τόσης εὐκολίας, ὡς ἀντίδωρον, τότε εἶναι περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα, ἂν πρέπει νὰ διατυπώσωμεν τὸν ὅρκον ὑπὸ τὸν ἕνα ἢ ὑπὸ τὸν ἄλλον τύπον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους δὲν ἔφθασαν εἰς τοιοῦτο σημεῖον διαφθορᾶς, πλὴν ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι προσωπικοί, ἐξαναγκάζοντες τὸν ἔφορον νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ὅτε θὰ δώσῃ τοῦτον ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν διατυπωθῇ. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔδωκα μέχρι τοῦδε καὶ δίδω καθ’ ἑκάστην πολλοὺς ὅρκους, ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκόν μου, πρὶν ἢ δώσω τὸν ὅρκον, νὰ ἐξετάσω προηγουμένως κατὰ πόσον ὁ ὅρκος οὗτος συμβιβάζεται πρὸς τὴν συνείδησίν μου, καὶ ἂν εὕρω ὅτι συμβιβάζεται, τότε τὸν δίδω, καὶ εἶναι ἡ μόνη πρᾶξις, ὅταν πρόκηται περὶ δικαστικῶν ὑποθέσεων, τὴν ὁποίαν ἐνεργῶ ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ μου εὐθύνῃ καὶ τῇ ἰδίᾳ μου συνειδήσει, διότι δυστυχῶς εἰς πάσας τὰς πράξεις τὰς δικαστικὰς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑπεύθυνος συντάκτης τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεων εἴτε τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου εἴτε τοῦ νομικοῦ συμβούλου· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ δόσεως ὅρκου, ἀναγκαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν θρησκείαν καὶ τὴν συνείδησίν του ὡς μάρτυρας διὰ τὸν ὅρκον, πρέπει νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα καὶ ἡσυχάσῃ τὴν συνείδησίν του, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐθεώρησα πάντοτε καθῆκόν μου νὰ μελετῶ πρῶτον τὰ πράγματα, νὰ καθησυχάζω τὴν συνείδησίν μου, καὶ τότε νὰ δίδω τὸν ὅρκον· ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι δὲν θὰ πράξωσιν ἄλλως.
§168ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κάμνει προϋπόθεσιν, ἥτις δὲν ἀληθεύει παντελῶς· προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν ἐφόρων, λέγει ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ πράξεων προσωπικῶν τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αὐτοὶ ἐνάγονται προσωπικῶς, καὶ ἑπομένως τότε δὲν γεννᾶται τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἂν προέκειτο περὶ τοιούτων πράξεων τῶν ἐφόρων, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· περὶ τούτου δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ τις κἄν, οὔτε νὰ τεθῇ διάταξις, οὔτε δ’ ἐγὼ ἐφαντάσθην, ἀναγινώσκων τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ πρόκηται περὶ προσωπικῶν ἐνεργειῶν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἢ ἀγωγῆς κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Πρόκειται περὶ ἐνεργειῶν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου· καὶ ἐρωτῶ: διατὶ τάχα ἐξαιρετικῶς δι’ αὐτὸν καὶ τὸν ταμίαν πρέπει νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διατάξεις εἰς τὸ Δικαστήριον καταλειπούσας τὴν κρίσιν πότε θὰ ὁρίσῃ τὸν ὅρκον ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ πιστεύειν καὶ μὴ γινώσκειν, ὅπως ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτοὺς ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ὁρκίζωνται τὸν ὅρκον τοῦ τρίτου; Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος προσωπικῶς ἐνεργεῖ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πρᾶξιν, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου· ὅταν δὲ προσέρχηται εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα δώσῃ τὸν ὅρκον, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὁ δικαστής, ὑποτασσόμενος εἰς τὸν νόμον, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν: «Σὺ ἐξετέλεσας προσωπικῶς τὴν πρᾶξιν, καὶ γνωρίζεις αὐτὴν, ἀλλὰ σοὶ ἐπιτρέπω νὰ ὁρκισθῇς, ὡς ἂν μὴ ἐξετέλεσας προσωπικῶς σὺ ταύτην, ὡς ἂν παρέλαβες αὐτὴν παρὰ τοῦ προκατόχου σου, μὴ μαθὼν παρ’ αὐτοῦ τὰ καθέκαστα, ὡς ἂν μὴ ἤκουσας περὶ αὐτῆς νὰ γίνηται λόγος ἄλλοτε», καὶ νὰ προσθέσῃ: «Ἐρεύνησον, πείσθητι, καὶ τότε δὸς τὸν ὅρκον». Τοῦτο μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸν καὶ γελοῖον· θὰ ἦναι δ’ ὄντως ὑπερβολικὸν καὶ γελοῖον, τοσοῦτον ἀπεριορίστως νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ δὴ εἰς ὑπηρεσίαν ἔχουσαν τὸν ζῆλον ὑπερβολικὸν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, θέλουσαν νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἔχουσαν ζῆλον ταμιευτικὸν τοιοῦτον, ὥστε εἶναι μὲν γνωστὸς καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἰδιαίτατα ἐν Ἑλλάδι, ζῆλον ὅστις θὰ ἐπιταθῇ ἔτι περισσότερον, ὅταν γνωσθῇ ἐντεῦθεν, ὅτι ἔλαβε τοιαύτην ἐξουσίαν διὰ τῆς φωνῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργοῦ, ὑποστηρίξαντος τὴν παραχώρησιν τῆς ἐξουσίας ταύτης καὶ ζητήσαντος τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῆς. Ἐὰν δεχθῶμεν νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, θὰ πλάσωμεν δίκοπον μάχαιραν, ἥτις θὰ κόπτῃ μὲν ἐνίοτε εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, θὰ κόπτῃ ὅμως συχνὰ εἰς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Εἶναι εὐκταῖον νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, καθ’ ὃ θὰ δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, —οὐχὶ περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ περὶ ὅλων συλλήβδην, —κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὡς ὁμιλοῦμεν, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς ἰδιαίτερον κύκλον, περὶ αὐτῶν, ἢ ὡς ὡμιλοῦμεν ἄλλοτε περὶ τῶν μακαρίᾳ τῇ λήξει ἐπάρχων. Οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπάρχων ἐβελτιώθησαν κατὰ μικρόν· εἶναι ἡ ὑπαλληλία βελτιωμένη, ἀλλὰ συλλήβδην λαμβανομένη κατέχει τὴν ἀμέσως ὑπὲρ τοὺς ἐπάρχους βαθμίδα. Οἱ ἔπαρχοι ἦσαν τὸ αἶσχος τῆς Ἑλλάδος. Οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι μέχρι πρὸ μικροῦ ἠδύναντο νὰ ὀνομασθῶσιν αἶσχος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐβελτιώθησαν πρὸ ὀλίγου· δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κλάδος οὗτος ἐβελτιώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐμπιστευθῶμεν τοσοῦτον εἰς αὐτούς. Τοῦτο ἀδύνατον οἱ διελθόντες διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ τὸ ἐγνώρισαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου παρατηροῦμεν καὶ ἄλλο τι εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, καὶ τοῦτο ἐπίσης γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, καὶ τοῦτο φοβοῦμαι μὴ ἴδω ἐνισχυόμενον, ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει. Οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι πολλάκις συναλλάσσονται μετὰ πολιτῶν ἐπὶ προσωπικοῦ τούτων συμφέροντος. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὁποίαν συναλλαγὴν προσωπικῶν συμφερόντων ἔφοροί τινες ἔρχονται. Παρὰ πολὺ συχνὰ εὑρίσκομεν συμφέροντα πολιτῶν συνδεόμενα στεγώτατα μετὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων. Ὑποθέσατε ὅτι πολῖται ἔχοντες διαφορὰς μετὰ τοῦ Δημοσίου ἔρχονται εἰς συναλλαγὴν συμφερόντων μετὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς διαφορᾶς· ἐὰν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἔλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ πρόκηται, συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γινόμενον νόμον, νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον τοῦ πιστεύειν καὶ μὴ γινώσκειν, εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον, ὅτι ἡ δίκη θὰ στραφῇ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἐφόρου ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ πολίτου τοῦ συναλλαχθέντος μετ’ αὐτοῦ. Τοῦτο φοβοῦμαι μὴ συμβῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ πλάσωμεν δίκοπον μάχαιραν, ἥτις συχνὰ θὰ κόπτῃ εἰς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Εἶναι τοσοῦτον γνωστὰ ταῦτα καὶ τοσοῦτον συνήθη, ὥστε δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Καὶ πάλιν προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη δὲν μεταβληθῇ, πολὺ φοβοῦμαι, μήπως αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ὡς ἔχει, εὑρεθῇ πρὸ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσαγάγῃ νέον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῇ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου.
§169Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ὀφείλεται εἰς ἐμέ, οὐδ’ ἐπάγεται εὐθύνην προσωπικὴν δι’ ἐμέ, δὲν ἀφορᾷ δὲ μόνον τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, περὶ ὧν ὡμίλησεν, ὡς ὡμίλησεν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ ἀφορᾷ πάντας τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸ Δημόσιον εἰς τὰς ἐπαρχίας, τοὺς ταμίας δηλαδὴ καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους. Αὐτοὶ ἐκπροσωποῦσι τὸ Δημόσιον εἰς τὰς μετὰ τῶν πολιτῶν διαφορὰς αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ περὶ αὐτῶν προνοεῖ ἡ διάταξις αὕτη. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὁ κίνδυνος, οἷον παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφησυχάσω τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σάμης, —διότι οὗτος πρῶτος ἔφερε τὸ ζήτημα, —δέχομαι τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ προκύψῃ καὶ τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισε καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σάμης ὡς τὸν κανόνα. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς· μετὰ τὴν φράσιν «ἐπιβαλλόμενοι διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ὅρκοι» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περὶ προσωπικῆς των ἐνεργείας».
§170ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει καλῶς.
§171ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύο μόνον λέξεις θὰ προσθέσω ἐν σχέσει μὲ τὴν διάταξιν ταύτην. Δὲν βλέπω διατὶ δὲν ἀφίνετε εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ διατυπώσῃ τὸν ὅρκον, ὑφ’ οἷον τύπον κρίνει τοῦτο ὀρθὸν καὶ νόμιμον· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδέχθητε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε, ἀπαλείψατε τοὐλάχιστον τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι καὶ οἱ ἐπαρχιακοὶ ταμίαι δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν τοιαύτην τροποποίησιν τοῦ ὅρκου ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ πιστεύειν καὶ μὴ γινώσκειν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ὅρκος διετυπώθη ἄλλως, χωρὶς νὰ ἦναι ἀναγκαῖον νὰ προκληθῇ εἰδικὴ περὶ τούτου ἀπόφασις.
§172Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ἐγένετο χάριν συντομίας καὶ οἰκονομίας δικαστικῶν ἐξόδων.
§173ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ἄρθρου 3 πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ.
§174Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§176Θ. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ, ὅπως τὴν Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν Οἰτύλου, ἀντὶ νὰ διευθύνῃ εἷς πρῶτος γραμματεύς, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὴν θέσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, νὰ τὴν διευθύνῃ ἔφορος, ὅπως καὶ νῦν, νὰ μὴ καταργηθῇ δηλ. ἡ θέσις τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἀφοῦ ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως ταύτης οἰκονομία εἶναι ἐλαχίστη.
§177ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ περὶ τούτου.
§178ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἡ οἰκονομία ἡ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθοῦ.
§179Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι ἐλαχίστη, τὸ ἄρθρον δ’ ἔχει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν· διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 5, καὶ νὰ γείνῃ τὸ ἄρθρον 6 ἄρθρον 5.
§180ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸ ἄρθρον 5 διαγράφεται, τὸ δὲ ἄρθρον 6 γίνεται ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 5):
§182Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Οἱ ἔφοροι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἤδη εἰς Ἐφορίας τρίτης τάξεως, αἵτινες διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὑποβιβάζονται εἰς Ἐφορίας τετάρτης τάξεως, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν τριετῆ, ἵνα προαχθῶσιν εἰς ἐφόρους βʹ τάξεως. Ἐὰν ἔχωσιν ἤδη οὗτοι ὑπηρεσίαν δύο ἐτῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ἐκτελέσωσιν ἑνὸς ἔτι ἔτους ὑπηρεσίαν, ὅπως προβιβασθῶσιν; ἢ ἕνεκα τοῦ ὑποβιβασμοῦ τῶν Ἐφοριῶν, εἰς ἃς ὑπηρετοῦσι, δὲν θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἐφόρων βʹ τάξεως;
§183Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἐφόρων βʹ τάξεως.
§184ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, καίτοι ἕνεκα οἰκονομίας βεβαίως γίνεται ὁ ὑποβιβασμός, ὑποβιβάζονται Ἐφορίαι, αἵτινες βεβαιοῦσι πολὺ μείζονα ἔσοδα ἄλλων Ἐφοριῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑποβιβάζονται καὶ αἱ ὁποῖαι, ἐν τούτοις, λόγῳ ἐλαττώσεως τῶν ὑπ’ αὐτῶν βεβαιουμένων ἐσόδων, ἔδει νὰ καταταχθῶσι πολὺ κάτω τῶν ὑποβιβαζομένων Ἐφοριῶν. Παραδείγματος χάριν ὑποβιβάζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Ἐφορία Αἰγιαλείας εἰς Ἐφορίαν δʹ τάξεως, Ἐφορία ἥτις ἐπὶ 27 Ἐφοριῶν γʹ τάξεως εἶναι ὀγδόη λόγῳ βεβαιώσεως ἐσόδων, ἐνῷ ἡ Ἐφορία Ναυπλίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐσχάτη λόγῳ βεβαιώσεως ἐσόδων εἰς τὴν σειρὰν τῶν Ἐφοριῶν αʹ τάξεως, παραμένει αʹ τάξεως· ἐπίσης ἡ Ἐφορία Ἄρτης, ἡ ὁποία εἶναι ἐνάτη μεταξὺ τῶν Ἐφοριῶν βʹ τάξεως, διατηρεῖται ὡς Ἐφορία βʹ τάξεως, ἐνῷ ἔδει νὰ ὑποβιβασθῇ εἰς Ἐφορίαν δʹ τάξεως. Τοιαῦται διατάξεις οὔτε ὀρθαὶ εἶναι οὔτε δίκαιαι. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν σχετικὴν, ἥτις παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτή.
§185Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας φαίνεται ὅτι πολὺ ἐπιπολαίως ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα, ἀποφανθεὶς, ὅτι ἡ Ἐφορία Ναυπλίας δὲν πρέπει νὰ ἦναι αʹ τάξεως· φαίνεται ὅτι δὲν γνωρίζει ὅτι ὁ ἔφορος Ναυπλίας εἶναι ἔφορος αʹ τάξεως, διότι ἀντιπροσωπεύει τὸ Δημόσιον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων εἰς τὰς διαφορὰς αὐτοῦ μετὰ πολιτῶν ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ.
§186Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ναύπλιον εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ Ἐφορίαν αʹ τάξεως· τοῦτο συμβαίνει καὶ διὰ τὴν Ἄρταν. Περὶ ὑποβιβασμοῦ τῆς Ἐφορίας Ἄρτης, ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν (ἱλαρότης)· ἀπόντος ὅμως αὐτοῦ, δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω.
§187ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τότε ν’ ἀφήσητε καὶ τὴν Ἐφορίαν Αἰγιαλείας ὅπως εἶναι.
§188Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ζητεῖτε σεῖς τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην σας· εἶπον δὲ, ὡς πρὸς τὰς ἄλλας, περὶ τῶν ὁποίων ἐκάμετε λόγον, ὅτι πρόκειται περὶ Ἐφοριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς πρωτευούσας νομῶν, καὶ ἑπομένως κατὰ τεκμήριον ἐκεῖ εἶναι περισσότεροι οἱ φόροι παρὰ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε, κύριε Πολυχρονιάδη, δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας.
§190ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὄχι· τὴν ἀποσύρω.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πολυχρονιάδης ἀπέσυρε τὴν τροπολογίαν του. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην συζήτησιν).
§192ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Νέγρη, Κουντουριώτου, Στάη, Θ. Φαρμακοπούλου, Γκότση, Εὐταξίου, Καλούτση, Μομφερράτου καὶ Γάτσου.
§194ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§195Κ. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ ἀντίρρησιν.
§196ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· αὔριον, αὔριον.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καταρτισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον.
§198Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, ὅπως τηρηθῇ καὶ δι’ αὔριον ἡ αὐτὴ σειρὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, προτασσομένου, ἐὰν ἐγκαίρως ἤθελε τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ Δημόσιον τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος καταθέσεων ἐξ εἰσπράξεων προσθέτου δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ».
§199ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 35′ μ. μ.)