1905.07.02
1,978 rows · 15,116 words · 152 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
τῆς 2 Ἰουλίου 1905.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα.)
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τῶν κ. κ. Ἀλεξ. Παπαποστόλου, βουλευτοῦ Καρδίτσης, καὶ Δ. Γ. Ράλλη Πρωθυπουργοῦ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοίνωσις ἀναφορῶν. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Ναυπάκτου, παρακαλούντων, ὅπως κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος συμπεριληφθῇ καὶ ἡ σταφὶς Ναυπάκτου εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν ποιότητα, ἱδρυθῇ δὲ καὶ ἐν Ναυπάκτῳ ἀποθήκη πρὸς παραλαβὴν σταφιδοκάρπου Ναυπακτίας καὶ Δωρίδος. Αἴτησις τοῦ Μιχαὴλ Πασχάλη, πρόσφυγος ἀγωνιστοῦ, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ χορηγία τοῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον οὗτος ἐλάμβανε. Τηλεγράφημα διαφόρων σταφιδοκτημόνων Νησίου τῆς Μεσσήνης, παρακαλούντων ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως κανονισθῇ ἡ τιμὴ τῆς ἐξαγορᾶς οὐχὶ εἰς δραχμὰς 80, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὴν τρέχουσαν τιμὴν τοῦ σταφιδοκάρπου. Αἴτησις τοῦ Γεωργίου Ἀγγελοπούλου, κατοίκου Καμαρῶν, παρακαλοῦντος νὰ χορηγηθῇ βοήθημά τι εἰς τὸν ὀκταετῆ ἔγγονόν του, οὗτινος ὁ πατὴρ ἀπεβίωσεν ὡς ἐπίστρατος κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Ὑπόμνημα τῶν ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, περὶ προσόντων τῶν φαρμακοποιῶν. Οἱ βουλευταὶ Φθιώτιδος κ. κ. Κ. Ἀγαθοκλῆς, Ν. Βελέντζας καὶ Ι. Δ. Τσιριμῶκος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων». Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 301). Ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Μπουφίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διέταξε τὴν μεταβολὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Δεμερλῆ ἀπὸ Δερβὲν–Καρυᾶ εἰς Πεντάμυλον· καὶ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς τοῦτο ἐγένετο, καταθέτων συγχρόνως καὶ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δερλερές.
§4ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 16 Μαΐου ἐ. ἔ. ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων βουλευτὴς κύριος Στάης εἶχε ζητήσει τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀφορώντων τὴν ἐν ἐκρεμότητι ἀπὸ τριετίας περίπου διατελοῦσαν ὑπόθεσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων τῆς Νάξου. Τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα κατετέθησαν τὴν μεθεπομένην ἡμέραν, ἀφ’ ἧς ἐζητήθησαν, ἔκτοτε δὲ, καὶ μέχρις τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν ἡ ἀπαισία δολοφονία τοῦ ἀοιδίμου πρώην Πρωθυπουργοῦ Θ. Π. Δηλιγιάννη, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν διακοπεισῶν ἕνεκεν ταύτης ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον ἐγένοντο πολλαὶ συνεδριάσεις, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ἐγένετο περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀποτελεῖ ζήτημα ἐξόχου ἐνδιαφέροντος διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προέρχωμαι, ἀναγκάζομαι ἐγὼ πρῶτος νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Πρὸ τούτου ὅμως αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐντελῶς ἐλεύθερος τῆς ἀτόπου ἄλλως τε δι’ ἐμὲ φιλοδοξίας τοῦ νὰ ἐπιτηδευθῶ ποτε ἐνώπιον ὑμῶν τὸν ῥήτορα, διότι ἔχω ἀρκοῦσαν γνῶσιν ἐμαυτοῦ, ὥστε νὰ ἐννοῶ εὐκόλως, ὅτι πλησίον τόσων λογάδων, ἀσυγκρίτως ἐμοῦ ὑπερτέρων καὶ κατὰ τὰ φῶτα κατὰ τὴν πεῖραν καὶ κατὰ τὸν νοῦν, καταληπτότατος μοὶ ἐνδείκνυται σκοπός, ἵνα κρατῶν τῆς γλώσσης παρακολουθῶ μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις τῶν διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἀντιλήψεως καὶ κρίσεώς μου σταθμίζων τὰ παραγόμενα ἐξ αὐτῶν συμπεράσματα νὰ ἐποικοδομῶ ἑκάστοτε τὰς πεποιθήσεις μου. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν τῇ πρώτῃ Συνόδῳ τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ἐξόχου ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς προέρχομαι, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσω μετὰ κύρους τόσον τὸν νομικόν, ὅσον καὶ τὸν ἐπιστημονικὸν ἔλεγχον τοῦ ζητήματος, θέλω περιορισθῆ νὰ θέσω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν ἐπίσημον ἱστορίαν τοῦ ζητήματος, ὅπως ὑμεῖς, Κύριοι, ἐξενέγκητε τὴν κρίσιν περὶ τῶν αἰτιῶν τῆς δυστυχοῦς τροπῆς τοῦ ζητήματος, καὶ ὑποβοηθήσητε τὴν ἐνδεικνυομένην ὑπὸ τοῦ δικαίου θεραπείαν. Ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τοῦ λιμένος Νάξου ἐγένετο κατὰ μῆνα Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον τοῦ 1901, αἱ ἐργασίαι δὲ αὗται ἔβαινον ὁμαλῶς μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1902, ὅτε τὴν 18 τοῦ μηνὸς τούτου τὸ πρῶτον ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Νάξου ὑπέβαλε πρότασιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ πράξεως αὐτῆς, ἵνα διαταχθῇ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων νὰ μεταβῇ εἰς Νάξον καὶ ἐξετάσῃ τὰ συντρίμματα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιοῦντο πρὸς ἀποτέλεσιν τοῦ πυρῆνος τοῦ μώλου, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρει ἀκατάλληλα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐθεώρησε περιττὴν τὴν μετάβασιν ἐπιθεωρητοῦ εἰς Νάξον, ἀπέστειλε δὲ πρὸς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποῖαν ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων εἶχε συντάξει καὶ ὑποβάλει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον συνεπείᾳ ἀμέσου προγενεστέρας διαταγῆς τούτου, διὰ τῆς ἐκθέσεως δ’ ἐκείνης μεταξὺ ἄλλων ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων ἀπεφαίνετο, ὅτι τὰ συντρίμματα, περὶ ὧν ἡ πρότασις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἦσαν κατάλληλα, τότε δὲ εἶχεν ὑποβληθῇ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος λογαριασμὸς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ πληρωμὴ πρὸς τὸν ἐργολάβον ἐγένετο κανονικῶς. Τὴν 3 Μαΐου 1902, συνεπείᾳ προφορικῶν παραστάσεων τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ πέτρωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνοντο οἱ χρησιμοποιούμενοι διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου ὀγκόλιθοι, ἦτο εὔθρυπτον, τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν ἐπιβλέποντα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων μηχανικὸν νὰ ἐξετάσῃ μετὰ προσοχῆς καὶ ἀπαγορεύσῃ τὴν χρῆσιν τοιούτων ὀγκολίθων, ἐὰν αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου Πρωτοπαπαδάκη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἦσαν ἀκριβεῖς, τότε δὲ εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ὁ τρίτος καὶ ὁ τέταρτος λογαριασμός, καὶ πάλιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ πληρωμὴ πρὸς τὸν ἐργολάβον ἐγένετο κανονικῶς. Μνημονεύω, Κύριοι, τὴν χρονολογίαν τῆς ὑποβολῆς τῶν λογαριασμῶν, διότι, ὡς θέλετε παρατηρήσει βραδύτερον, ἡ καθυστέρησις τῆς πληρωμῆς παρέσχε τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας, ἡ δὲ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν παρέσχε τὴν ἀφορμὴν εἰς αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ ἐπανειλημένας αἰτήσεις περὶ διαλύσεως τῆς ἐργολαβίας. Τὸν ἐπιόντα μῆνα Ἰούνιον τοῦ 1902 ἓν μέλος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ὑπέβαλε τὴν πρότασιν πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη, ἐφ’ ἧς συνετάχθησαν τρεῖς πράξεις, συναφεῖς αὐτῇ, τὴν πρότασιν, λέγω, ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐργασίας τοῦ λιμένος εἰς τὸν παρεπιδημοῦντα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν Νάξῳ μηχανικὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην, ὅστις, ἀναλαμβάνων δωρεὰν, ὡς ἐδήλου τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας ταύτης, νὰ ὑποδείξῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἐλλείψεις τῶν χρησιμοποιουμένων ὑλικῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔδει νὰ ἐκτελῶνται αἱ ἐργασίαι. Μόνον δὲ ὁ πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὁ εἰρηνοδίκης Νάξου, διετύπωσεν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὑπέλαβε τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς προδίδουσαν οἱονεὶ δυσπιστίαν πρὸς τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν καὶ ἀνευλάβειάν τινα πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τῳόντι ἀπέρριψε τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ συγχρόνως διέταξε τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὸ ἔργον καὶ δι’ ἐκθέσεώς του ἀναφέρῃ, ἂν αἱ αἰτιάσεις αἱ προφορικῶς μὲν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, ἐγγράφως δὲ ἐκ μέρους τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ὑποβληθεῖσαι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦσαν ἀληθεῖς. Τὴν 16 Ἰουλίου 1902 ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεφαίνετο, ὅτι τὰ ὑλικὰ τὰ χρησιμοποιούμενα πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἔργου ἦσαν κακῆς ποιότητος, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετελεῖτο τὸ ἔργον ἐν Νάξῳ, ἦτο ὁ συνήθης τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου κατεσκευάσθησαν πάντα τὰ ἐν Ἑλλάδι λιμενικὰ ἔργα· προσέθετε δὲ συγχρόνως, ὅτι ὁ προκαλούμενος ἐν Νάξῳ θόρυβος προέρχεται ἐκ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης διὰ νέων παραστάσεών του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν προσέβαλε τὸ κῦρος τῆς ἐκθέσεως ταύτης, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διέταξε τότε τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοσίων ἔργων κ. Τζώτζην, ἵνα μεταβῇ, καὶ μετέβη οὗτος εἰς Νάξον πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ἑξῆς θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων παραστάσεων ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον: 1) Ἂν ἐβυθίζετο ἀντὶ συντριμμάτων ἄμμος, 2) ἂν σὺν τῇ κατασκευῇ τοῦ πυρῆνος τοῦ μώλου συνεβάδιζε καὶ ἡ ἐπικάλυψις μεγαλειτέρων ὑλικῶν πρὸς προστασίαν αὐτοῦ, 3) ἂν ἐβυθίζοντο καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς διατομῆς ὑλικὰ, καὶ τέλος, ἂν τὰ παρεχόμενα πετρώματα ἦσαν κατάλληλα δι’ ὃν σκοπὸν ἐχρησιμοποιοῦντο. Ὁ ἐπιθεωρητὴς κ. Τζώτζης ὑπέβαλε τὸν ἐπιόντα μῆνα, τουτέστι τὴν 3 Αὐγούστου, τὴν ἔκθεσίν του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἀνῄρει πάσας τὰς αἰτιάσεις τοῦ κ. Πρωτοπαδάκη. Τότε δὲ εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ὁ ἕκτος λογαριασμὸς, ὅστις καὶ ἐνεκρίθη, βραδύτερον δὲ ὑπεβλήθησαν καὶ ὁ ἕβδομος, ὄγδοος καὶ ἔνατος λογαριασμὸς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνεκρίθησαν. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ὑπέβαλε τὴν 21 Σεπτεμβρίου 1902 μακροσκελὲς ὑπόμνημα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου προσέβαλεν ὡς ἀνακριβῆ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Τζώτζη, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ ὑποδείξει αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, διέταξε τὸν μηχανικὸν Μπουγιούκαν νὰ μεταβῇ εἰς Νάξον καὶ ἐνεργήσῃ ἐξέλεγξιν ὑπὸ πάσας τὰς ἐπόψεις, ἐξέλεγξιν δηλαδὴ οὐ μόνον ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τῶν χρησιμοποιουμένων ὑλικῶν, ὡς ἐγίνετο πρότερον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ποσότητα τῶν ἐκτελεσθεισῶν ἐργασιῶν. Ὁ μηχανικὸς κ. Μπουγιούκας, μεταβὰς εἰς Νάξον, παρέμεινεν ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον, πραγματικῶς ἐργαζόμενος· λέγω δὲ πραγματικῶς ἐργαζόμενος, διότι καὶ ἐγὼ, διατρίβων τότε ἐν τῇ πατρίδι μου, ἔσχον ἰδίαν ἀντίληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, μετὰ τὸ πέρας τῶν ὁποίων ὑπέβαλεν οὗτος μακρὰν καὶ ἐμπεριστατωμένην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκθεσιν, ἥτις ἐν περιλήψει ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὄσον ἀφορᾷ τὰ πέτρωμα, ἐξ οὗ προήρχοντο οἱ ὀγκόλιθοι, ὁ μηχανικὸς Μπαυγιούκας ἀναφέρει, ὅτι τὸ πέτρωμα εἶναι σκληρὸν, συμπαγὲς, μεγάλης συνεκτικότητος, ἐν μιᾷ λέξει, ὅτι ἔχει ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας καλὰς ἰδιότητας διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἦτο προωρισμένον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ συντρίμματα, ἀναφέρει ὅτι ταῦτα προέρχονται ἐκ στρώματος τοῦ λατομείου, τὸ ὁποῖον μὲ τὸν πρῶτον κραδασμὸν κονιοποιεῖται, ἀλλὰ συγχρόνως ἀποφαίνεται ὅτι ταῦτα ἦσαν σύμφωνα πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς. Συνέβαινε δὲ τοῦτο, διότι ὁ ὅρος τῆς συγγραφῆς κατὰ τὸ μέρος τοῦτο ἦτο ἀτελὴς, διότι ὥριζε μὲν, ὅτι τὰ συντρίμματα ἔπρεπε νὰ ὦσιν ἀδιάλυτα ἐν τῷ ὕδατι, ἀλλὰ δὲν προσδιώριζε καὶ τὸ μέγεθος τοῦ κόκκου τῶν συντριμμάτων. Ἑπομένως ταῦτα, καίτοι μετεβάλλοντο εἰς κόνιν, ἐν τούτοις ἦσαν σύμφωνα πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς, ὡς ἀδιάλυτα ἐν τῷ ὕδατι. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ποσότητα τῶν ἐκτελεσθεισῶν ἐργασιῶν, τοῦτο μόνον ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μπουγιούκα ἐκανόνισε καὶ ἀνεγνώρισε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ὁ ἐργολάβος. Καὶ ἐδῶ τελειώνουν αἱ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη καὶ τῶν διαφόρων μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου διέτασσεν ἑκάστοτε νὰ μεταβῶσιν εἰς Νάξον καὶ ἐπιθεωρήσωσι τὰ ἔργα ταῦτα. Νῦν πρόκειται περὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, περὶ τῶν αἰτήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἐργολάβος περὶ διαλύσεως τῆς ἐργολαβίας, καὶ περὶ τῶν δύο ἀποφάσεων, διὰ τῆς μιᾶς τῶν ὁποίων ὁ ἐργολάβος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, διὰ τῆς ἑτέρας δὲ ἀνεκλήθη ἡ ἔκπτωσις αὐτοῦ. Τὴν 12 Ὀκτωβρίου τοῦ 1902 ὁ ἐργολάβος διέκοψε τὰς ἐργασίας του, καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1903 ὑπέβαλε τὴν πρώτην διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, λέγων ὅτι ἀναγκάζεται νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον, διότι ἡ ἐπιτροπὴ παραβιάζει τοὺς ὅρους τῆς ἀμφοτεροβαροῦς μεταξὺ αὐτῆς καὶ τούτου συμβάσεως, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν, εἰμὴ νὰ συμμορφοῦται καὶ νὰ ἐκτελῇ ἀπαρεγκλίτως τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὴν 27 Φεβρουαρίου 1903 ὑπεβλήθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ τὴν 19 τοῦ ἐπιόντος μηνὸς, τουτέστι τὸν Μάρτιον τοῦ 1903, ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίσθη τὸ ποσὸν τῶν 8,253 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου, διετάχθη δὲ συγχρόνως καὶ ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τούτου ὑποβολὴ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἑβδόμου λογαριασμοῦ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἑβδόμου, ὀγδόου καὶ ἐνάτου, οἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἐγκριθῆ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν ἀμέσως, καὶ παμψηφεὶ ἐψήφισε τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου, ὑπέβαλε δὲ καὶ τὴν σχετικὴν πρᾶξιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ προσεκάλεσε τὸν ἐργολάβον νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διακοπείσας ἐργασίας, ἀλλὰ παραδόξως ὁ ἐργολάβος ἀρνεῖται νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν πρόσκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αὐτὸς ζημιοῦται ἐκ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, τῆς προερχομένης ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ἐπιτροπῆς, μὴ συμμορφουμένης πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως περὶ πληρωμῆς τῶν ἐκτελουμένων ὑπ’ αὐτοῦ ἐργασιῶν εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς, ἐνῷ, ὡς προεῖπον, ἡ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν, εἰμὴ νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὰς ἐκδιδομένας ἑκάστοτε καὶ διαβιβαζομένας πρὸς αὐτὴν διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνέκρινε τὴν πληρωμήν. Τὴν 8 Μαΐου 1903 δι’ ἑτέρας ἀποφάσεώς της ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νέαν διαμαρτυρίαν τοῦ ἐργολάβου, ὅτι ζημιοῦται, ἐκ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, καὶ παρεκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνέκρινε τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου. Τὴν 30 Μαΐου 1903 ἐκοινοποιήθη ἡ πρώτη δήλωσις τοῦ ἐργολάβου περὶ διαλύσεως τῆς συμβάσεως, λόγῳ δῆθεν ὅτι εἶχε παρέλθει τρίμηνον διάστημα ἀφ’ ὅτου διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι, ἐνῷ προφανῶς ἀπὸ τῆς 19 Μαρτίου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκοινοποιήθη ἡ δήλωσις αὕτη, δὲν εἶχον παρέλθει τρεῖς μῆνες. Ἀλλὰ καὶ δευτέραν δήλωσιν ὑπέβαλε κατόπιν, ἤτοι μετὰ παρέλευσιν πέντε περίπου μηνῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθησαν ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα διαμαρτυρία τοῦ ἐργολάβου, ὅτι ζημιοῦται ἐκ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, ὡς καὶ αἱ δηλώσεις αὐτοῦ περὶ διαλύσεως τῆς ἐργολαβίας, μὲ τὴν παράκλησιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἐπανειλημμένην νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ τὴν διαμαρτυρίαν αὐτῆς, ὅτι θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀνεύθυνον διὰ πᾶσαν τυχὸν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐγείρει ὁ ἐργολάβος κατὰ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, τὸ Ὑπουργεῖον, λέγω, δὲν ἐνέκρινε τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου. Ἡ ἐπιτροπὴ μάλιστα ἐζήτησεν ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως περὶ ἐκπτώσεως τοῦ ἐργολάβου, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν νομάρχην Κυκλάδων εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν νὰ προβῇ, διότι ἀνέμενε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰς ὃ εἶχε τεθῇ τὸ ἐρώτημα, ἂν ὁ ἐργολάβος ἐδικαιοῦτο ἢ δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ αἰτήσηται τὴν διάλυσιν τῆς ἐργολαβίας. Τὴν 16 Δεκεμβρίου 1903 τέλος ἀπερρίφθησαν αἱ περὶ διαλύσεως τῆς ἐργολαβίας δηλώσεις τοῦ ἐργολάβου, διετάχθη δὲ ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ ὁ ἐργολάβος νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας του, ἐπειδὴ δὲ οὗτος δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐστάλη ὁ σχετικὸς φάκελος πρὸς τὸν νομάρχην Κυκλάδων, καὶ δι’ ἀποφάσεως τούτου ὁ ἐργολάβος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Ἀλλὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ὁ διάδοχος αὐτοῦ ἀοίδιμος πρώην Πρωθυπουργὸς Δηλιγιάννης ἠκύρωσε διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως, ἀνακαλέσας τὸν ἔκπτωτον ἐργολάβον. Ἐδήλωσα, Κύριοι, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ ἡ γνῶσις τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων, τῶν κανονιζόντων τὰ τῶν δημοσίων ἔργων, ἄρα δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαμφισβητήσω τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον, οὐδὲ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνεκάλεσαν τὴν ἔκπτωσιν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι ἡ τελευταῖον ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις ὑπῆρξε λίαν ὀλεθρία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου τῆς Νάξου. Ὑπῆρξε δὲ ὀλεθρία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου τῆς Νάξου, διότι ἐνίσχυσε τὴν ἰδιοτέλειαν, ἵνα μὴ εἴπω τὰς ἁρπακτικὰς διαθέσεις τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἔγνω νὰ κενώσῃ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Νάξου καὶ νὰ πληρώσῃ διὰ τοῦ χρήματος αὐτοῦ τὰ θυλάκιά του, ἀδιαφορῶν ἂν τὸ χρῆμα τοῦτο ἦτο προϊὸν τοῦ ἱδρῶτος τῶν δυστυχῶν συμπολιτῶν μου. Ἐχαρακτήρισα, Κύριοι, ὡς ἁρπακτικὰς τὰς διαθέσεις τοῦ ἐργολάβου, διότι ὁ Κύριος αὐτὸς μὲ συνήντησεν, ἐπανελθόντα ἐνταῦθα ἐκ Νάξου μετὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ μοὶ ἐπρότεινεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ λύσιν τινὰ συμβιβαστικήν, ἐγὼ δὲ τὸν ἐδέχθην ἀμέσως, καὶ τὸν παρουσίασα ἐνώπιον τῶν ἄλλων συναδέλφων μου εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κυρίου Βαφειαδάκη, ἔνθα μεταξὺ ἄλλων τῷ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῇ καὶ ὑπογραφῇ συμβόλαιον μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὴ δι’ ἀμφότερα τὰ συμβαλλόμενα μέρη πᾶσα τυχὸν ληφθησομένη ἀπόφασις· ὁ ἐργολάβος δὲ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποβάλῃ τὰ βιβλία του ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἑνὸς ἢ πλειόνων μηχανικῶν τῆς ἐκλογῆς μας, καὶ ὅ,τι ἀποφασισθῇ ὑπ’ αὐτῶν, τοῦτο καὶ θὰ δεχθῇ. Τῷ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς θὰ ὑποδείξωμεν ὡς διαιτητὴν τὸν κ. Διαμαντίδην· ἐπὶ τῷ ἀκούσματι ὅμως τοῦ ὀνόματος τούτου ὁ ἐργολάβος ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν λύσιν διὰ διαιτησίας ἰδιωτικῆς φύσεως. Εἰς μάτην τὸν ἐβεβαίουν, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι τὸν κ. Διαμαντίδην οὐδόλως γνωρίζω οὔτε κατ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὅτι φίλος μου μηχανικός, εἰς ὃν ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν, μοὶ τὸν συνέστησεν ὡς ἔντιμον καὶ εἰλικρινῆ ἄνθρωπον καὶ τελείως μεμορφωμένον ἐπιστήμονα. Ἠρνήθη τέλος πάντων ὁ ἐργολάβος νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην λύσιν, ὅτε δὲ προσκληθεὶς ὑφ’ ἡμῶν νὰ δηλώσῃ, μέχρι τίνος ποσοῦ περίπου ἐξικνοῦνται αἱ ἀπαιτήσεις αὐτοῦ, ἐδήλωσε τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν! Τότε ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν περιττὴν πλέον πᾶσαν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐνῷ πρὸς ἡμᾶς προέβαλε τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν 100,000 δραχμῶν, ὁ ἐργολάβος μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλεν ὑπόμνημα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδιπλασίαζε τὸ ποσὸν τοῦτο, δηλαδὴ ἐζήτει, Κύριοι, 195,000 δραχμάς! Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι αἱ προθέσεις αὐτοῦ εἰσιν ἰδιοτελεῖς ἢ μᾶλλον ἁρπακτικαί. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἔλαβον χώραν πολλαὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τοῦ Πρωτοπαπαδάκη καὶ τῶν ἐξετασάντων τὸ ἔργον μηχανικῶν. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, αἱ γενόμεναι καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦσαν ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι· τὸ ἔργον ἐξετέθη δὶς καὶ τρὶς εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ ἐργολάβου· ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἐθεώρει, ὅτι αἱ κεκανονισμέναι τιμαὶ τοῦ ἔργου ἦσαν πλέον ἢ ἱκανοποιητικαὶ διὰ τὸν ἀναλαμβάνοντα τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐργολάβον· ἐν τοιαύτῃ ἐκδοχῇ μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, διατὶ ὁ διακεκριμένος ὄντως μηχανικὸς καὶ ἀνεξάρτητος ἐντελῶς, ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν, ἐργολάβος συμπολίτης μου δὲν ἀνελάμβανε τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου, συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, ὅτε καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ ἀπόγονοι ἡμῶν θὰ ἐθεωροῦμεν τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην ὡς εὐεργέτην τῆς πατρίδος μας;
§5ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ζητεῖτε εὐθύνας, κύριε Βουλευτὰ, ἀπὸ τὸν Πρωτοπαπαδάκην, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ δώσῃ τοιαύτας;
§6ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ εὐθύνας.
§7ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ζητεῖτε εὐθύνας ἀπὸ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην, ὅταν λέγητε, ὅτι ἐνῷ ἔκαμε τόσας παραστάσεις, ἐγγράφους τε καὶ προφορικὰς, δὲν ἀνελάμβανεν αὐτὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§8ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἦτο ἀκατάλληλος ἴσως ὁ τρόπος τῆς ἐκφράσεως, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ μοὶ καταλογίσῃ ἡ Βουλὴ, ἂν δι’ αὐτοῦ ἀποδίδωνται ἔννοιαι, ἃς δὲν ἐσκόπουν νὰ μεταδώσω πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν φράσεών μου, ἀφοῦ μάλιστα ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι στρατιώτης καὶ δὲν ἠξεύρω νὰ χειρίζωμαι τὸν λόγον καλῶς. Ἐν τούτοις οὐδόλως κωλύομαι, κύριε συνάδελφε, νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδέποτε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν διενοήθην νὰ δεχθῶ ὅτι ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης δὲν ἐπόθησεν εἰλικρινῶς τὴν εὐόδωσιν τόσον βαρυσημάντου διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μας ἔργου. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριε συνάδελφε, εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδεμία ὑπερβολὴ ἀποτελεῖ ἀρετὴν, δικαίως ἠδύνατο νὰ κακίσῃ αὐτὸν ἡ Νάξος, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λιμένος αὐτῆς περιέσφιγξεν ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ μετ’ ἀπροσέκτου στοργῆς καὶ θέρμης, χωρὶς νὰ φαντάζηται, ὅτι τοιαύτη περίπτυξις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ καταλήξῃ εἰς ἀσφυξίαν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ ἐκδοχῇ ἐδικαιοῦτό τις νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς αὐτὸν τὴν γνωστὴν ῥῆσιν: «τοῦτο εἶναί τι πλέον ἢ κακούργημα, διότι εἶναι σφάλμα». Πρὸς τί ὅμως, κύριοι Βουλευταί, αἱ ἐκ τῶν ὑστέρων μεμψιμοιρίαι; Νῦν περὶ θεραπείας μόνον τοῦ κακοῦ πρόκειται, διότι θὰ ἦτο σκληρὸν, θὰ ἦτο ἐπωδύνως ἀνελεύθερον, ἡ Νάξος νὰ ὑποστῇ τὰς ὀλεθρίας συνεπείας σφαλμάτων καὶ κακῶν ὑπολογισμῶν, εἰς οὓς ποσῶς δὲν συμμετέσχε. Διὰ τοῦτο περαίνων τὸν λόγον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα σπεύσῃ ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐθυδικίᾳ νὰ περιβάλῃ μετὰ τοῦ προσήκοντος ἐνδιαφέροντος τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διευκολύνων ἐπὶ βάσεων ὅσον οἷόν τε ἠγγυημένων τὴν διαιτησίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ νῦν ὁ ἐργολάβος, ἐὰν αὕτη γένηται δεκτὴ ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Νάξου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα εὐαρεστηθῶσι νὰ διευκολύνωσι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Νάξου εἰς τὴν ἀκώλυτον ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτοῦ ὑποχρεώσεων, προικοδοτοῦντες αὐτὸ ἐτησίως διὰ ποσοῦ 15,000 δραχμῶν τουλάχιστον. Μία δὲ τοιαύτη χορηγία δὲν ἔχει, κατ’ οὐσίαν τοὐλάχιστον, τὸν χαρακτῆρα τῆς δωρεᾶς, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Νάξος, ἡ παρέχουσα ἐκ τῆς σμύριδος μόνον 600,000 χρυσᾶς δραχμὰς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐτησίαν πρόσοδον, εἶναι ἐκ τῶν ἥκιστα ἐπιβαρυνουσῶν τὸ Δημόσιον ἐπαρχιῶν εἰς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, συγκοινωνίας μέσων καὶ λοιπῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν. Διὸ ἐλπίζω, ὅτι ἡ φιλάγαθος πρόνοια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει θεωρήσει ὑπέρμετρον τὴν παράκλησίν μου ταύτην, ἧς ἡ πραγματοποίησις ὑπόσχεται νὰ στηρίξῃ ὁλοκλήρου τῆς Νάξου τὸ μέλλον. Γνωρίζει δὲ πολὺ καλλίτερον παντὸς ἄλλου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμία δαπάνη δύναται νὰ θεωρηθῇ περιττὴ, ὅταν ἡ δαπάνη αὕτη ἦναι πράγματι ἀναγκαία. Πρὸς τοῦτο καταθέτω σχετικὴν πρότασιν νόμου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ υἱοθετήσῃ αὐτήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Νάξου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 302).
§10ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Νάξου ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολὺ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ αὐτὸς ἐμελέτησα μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὸν φάκελον τὸν ὀγκώδη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐγὼ αὐτὸς μετὰ μελέτην τοῦ φακέλου τούτου προέβην εἰς τὴν ἀπόφασιν, περὶ τῆς ὁποίας οἱ κύριοι Βουλευταὶ Νάξου πρὸ μικροῦ ἔκαμαν λόγον. Ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ λάβω τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἠναγκάσθην νὰ ὑπερνικήσω δυσκολίας τινὰς, διότι ἐν τῷ τμήματι τῷ ἁρμοδίῳ ὑπῆρχόν τινες φρονοῦντες τὰ ἐναντία, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο καὶ νόμιμος καὶ δικαία. Διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος, ἐκοινοποιήθη δὲ ἡ ἀπόφασις καὶ ἑπομένως ἐξετελέσθη. Εἶχε λήξει λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Νάξου, ὅτε τὴν 22, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, Φεβρουαρίου, δηλ. καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν πληροφοριῶν, ὅπως μάθῃ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες εἶχον λάβει χώραν τὴν 20 Φεβρουαρίου, ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις, ἡ ἀνακαλοῦσα τὴν ἀπόφασίν μου, τὴν κηρύξασαν ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον. Δυνάμει δὲ τῆς δευτέρας ταύτης ἀποφάσεως ἡ ὕπαρξις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ, διότι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ ἐργολάβου πρὸς ἀποζημίωσιν θέτουσιν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ὕπαρξιν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Νάξου. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τὸν κ. ἐκ Νάξου Βουλευτὴν λέγοντα, ὅτι ὁ ἐργολάβος ἐν συζητήσει μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Νάξου ἀνεβίβασε τὰς ἀπαιτήσεις αὑτοῦ εἰς 100,000 δραχμὰς, δι’ ἀναφορᾶς του δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναβιβάζει τὰς ἀπαιτήσεις του εἰς 195,000 δραχμάς. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ σύστημα τῆς ἀνακλήσεως ἢ ἀναθεωρήσεως ἀποφάσεως κοινοποιηθείσης ἤδη καὶ ἐκτελεσθείσης ἐπιτρέπεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διακόπτων τὸν ἕτερον τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ Νάξου ἀγορεύοντα, εἶπε: «Φοβοῦμαι, μήπως ἀνακαλουμένης τῆς δευτέρας ἀποφάσεως δώσωμεν δικαίωμα εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις». Ἀλλὰ τότε ἡ ἀνάκλησις τῆς πρώτης ἀποφάσεως θὰ δώσῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, ἐὰν καταδικασθῇ δυνάμει τῆς δευτέρας ἀποφάσεως, τῆς ἀνακαλούσης τὴν πρώτην, νὰ πληρώσῃ ἀποζημιώσεις, ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον καταβάλῃ τὰς ἀποζημιώσεις ταύτας. Δικαιοῦται ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Νάξου νὰ εἴπῃ τὰ ἑξῆς: «Τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ὑπὲρ ἐμοῦ, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐξετελέσθη. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκτελεσθεῖσαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ τὴν ἀνεκάλεσεν· ἄρα τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον, ἄρα θὰ καταβάλῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἐὰν εἰς ταύτην καταδικασθῶ». Ταῦτα βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Νάξου. Ἀλλ’ ἐξεταστέον: ἡ ἀπόφασις ἡ ἀνακαλέσασα τὴν πρώτην ἀπόφασιν εἶναι νόμιμος; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἡ ἀκυρώσασα ἀπόφασιν καὶ κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν νόμιμον, εἶναι ἄκυρος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἁπλούστατον. Εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀνακαλέσῃ ἀπόφασιν νόμιμον, ἐκτελεσθεῖσαν ἤδη; Καὶ ἐὰν, ὡς φρονῶ, δὲν εἶχε δικαίωμα τοιοῦτον, βεβαίως ἡ δευτέρα ἀπόφασις εἶναι ἄκυρος· κηρυττομένης δὲ ταύτης ἀκύρου, βεβαίως ἀποφεύγομεν τὰς ζημίας, αἵτινες ἐκ ταύτης δύνανται νὰ προκύψωσιν. Ὁ δὲ κίνδυνος, ὅτι ἡ ἀκύρωσις τῆς δευτέρας ἀποφάσεως θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ ἐργολάβου, δὲν φαίνεται σοβαρός· διότι, ἐὰν ἡ ἀπόφασις ἦναι ἄκυρος, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ ἀποτελέσματα. Ὅπως δήποτε τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι νομικόν, ἐφιστῶ δ’ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐξετάσῃ, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§12ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξέφρασα τὸν δισταγμὸν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸν φόβον, ὅτι ἡ ἀνάκλησις τῆς δευτέρας ἀποφάσεως ἤθελεν ἔτι μᾶλλον ἐπιβαρύνει τὸ ζήτημα καὶ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ ἀξιώσεις, ἃς ἐγέννησεν ἡ πρώτη ἀπόφασις. Ἐν τούτοις αὕτη ἦτο ἡ ἀπορία τῶν κυρίων συναδέλφων. Βεβαίως, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς νομικοῦ, καὶ εὐθὺς ἀμέσως συνέλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην πρέπει νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§13ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς κατὰ τὴν 16 Μαΐου τρέχοντος ἔτους ἐζήτησα δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλου περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Νάξου, ἐσημείωσα δὲ ῥητῶς τὴν κατάθεσιν ὀκτὼ ἐγγράφων, διότι ἐπ’ αὐτῶν κυρίως ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη. Ἑπτὰ τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων κατετέθησαν, ἡ ἀπὸ 22 ὅμως Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ ἧς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ λόγον, δὲν κατετέθη. Ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα καὶ πάλιν ἐγγράφως τὴν κατάθεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἡ ὁποία ὅμως δὲν κατετέθη μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ ἀπαισίου γεγονότος, τῆς δολοφονίας τοῦ ἀειμνήστου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Μετὰ τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο γεγονὸς ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διότι ὁ ὑπεύθυνος τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης δὲν ὑπῆρχε πλέον· δι’ ἐμὲ ἑπομένως, θέλοντα νὰ ἐνασκήσω τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πράξεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ἡ ἐπερώτησίς μου εἶχε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Νάξου συνάδελφος, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις ἐξήντλησε τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐσκόπουν νὰ φέρω, ἵνα καταδείξω τὸ ἄκυρον τῆς δευτέρας ἀποφάσεως, δι’ ἧς ἠκυρώθη ἡ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος. Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, στάδιον περαιτέρω ἀναπτύξεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης δι’ ἐμέ. Ἐκ τῆς μελέτης μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐπείσθην, ὅτι καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνετέλεσε κυρίως εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, δι’ ἧς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος. Ἐὰν δὲ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ πάλιν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ πεισθῇ ὅτι πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς 22 Φεβρουαρίου 1905, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀναμφιβόλως τὸ Δημόσιον θὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον μεγάλων ἀποζημιώσεων. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διὰ παντὸς μέσου ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ὅπερ ἐξυπηρετεῖ οὐ μόνον τοπικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ εἰσπράξῃ πλέον τῶν 600,000 φράγκων χρυσῶν ἐκ τῆς Ναξίας σμύριδος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Νέγρης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§15ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐμφαῖνον πόσοι ἄνδρες ἐστάλησαν εἰς τετράμηνον ἄδειαν ἐκ τῶν διανυόντων τὸ δεύτερον ἔτος τῆς ὑποχρεώσεώς των.» Ὁ κύριος Γάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Γάτσον τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Στριφτόμπολας.
§18ΑΛΕΞ. ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἐπειδὴ εἶμαι γέρων, καὶ Κύριος οἶδεν, ἂν θὰ ἐπανέλθω πλέον εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἀπεφάσισα νὰ εἴπω μερικὰ γεροντικὰ λόγια, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν προσοχήν σας, τὴν ἀπάθειάν σας, τὴν ψυχραιμίαν σας καὶ πρὸ πάντων τὸν πατριωτισμόν σας, ὅπως διαθερμάνῃ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπέναντι τῶν κινδύνων τῶν ἀπειλούντων τὰ ἐθνικὰ καὶ ἰδίως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα. Οἱ λόγοι μου θὰ ἔχωσι τόσην δύναμιν, ὅσην ἔχει ἐπὶ πάσχοντος σώματος εἷς σιναπισμὸς, ὅστις, ἐὰν δὲν φέρῃ τὴν θεραπείαν, δὲν θὰ προξενήσῃ καὶ βλάβην ἄλλην παρὰ ἓν μικρὸν τσούξιμο (ἱλαρότης). Παρατηρῶ ἓν πρᾶγμα μετὰ λύπης μου, Κύριοι, ὅτι ὁ κόσμος ὁλόκληρος καταφέρεται κατὰ τῶν Βουλευτῶν· μᾶς ὑβρίζει σκαιότατα, λόγῳ ὅτι αἰτία τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον εἰς τὸ ἔθνος, καὶ αἰτία τῆς παρούσης ἀπελπιστικῆς καταστάσεως εἴμεθα ἡμεῖς οἱ Βουλευταί...
§19Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§20Α. ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Ὁ κόσμος ὅλος καὶ ἰδίως οἱ χρυσοκάνθαροι (ἱλαρότης). Καὶ ἐν τῷ δικαίῳ τὰ λέγουσι, διότι καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ, γενόμενος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν δυστυχῆ αὐτὸν λαὸν τὸν ἔγδαρε μὲ τὸ στουρνάρι (γέλωτες), καὶ μόνον αὐτοὺς τοὺς χρυσοκανθάρους ἐλησμόνησεν, οἵτινες εὐλόγως ἐθεώρησαν τοῦτο ὡς περιφρόνησιν, καὶ δι’ αὐτὸ καταφέρονται ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν· ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις καὶ ὁ νέος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐνθυμηθῇ νὰ φορολογήσῃ καὶ τὰ κεφάλαια, χωρὶς νὰ φοβηθῇ, ὅτι ἕνεκα μικροῦ τινος φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος θὰ φυγαδευθῶσι τὰ κεφάλαια, ἅτινα ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος φέρουσι τόκον 2–3%, μόνον, ἐνῷ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ἀρχίζουν ἀπὸ 8% καὶ φθάνουν εἰς 40%. Ἐν γένει ὅμως δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κόσμος νὰ καταφέρηται κατὰ τῶν Βουλευτῶν, διότι πότε καὶ ποία Κυβέρνησις ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν εὐεργετικὰ διὰ τὸν τόπον νομοθετήματα, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὰ ἀπεδέχθη καὶ δὲν τὰ ἐψήφισε; Καὶ ὄχι μόνον ἡ παροῦσα Βουλή, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Βουλαί. Ἡμεῖς ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα χθεσινὸν νὰ προβάλωμεν πρὸς τὸν λαόν. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος, διὰ λόγους οἰκονομίας ἢ δι’ ἄλλους λόγους, —δὲν ἠξεύρω ποίους, — ἐπιβάλλουσι νὰ κοψοκεφαλασθῶμεν (ἱλαρότης)· τοῦτο εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡμεῖς δι’ ἀναστάσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ἐστέρξαμεν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ὁμιλοῦσι περὶ συναλλαγῆς, καὶ ὅλοι παραπονοῦνται καὶ ὅλοι φωνάζουσιν, ὅτι μᾶς ἔχασεν ἡ συναλλαγή, καὶ ὑβρίζουσι τοὺς Βουλευτάς· ἀλλὰ ποῦ ἔχει τὰς ῥίζας ἡ συναλλαγή; εἰς ποίους προσφέρονται αἱ παροχαί; Θὰ σᾶς εἴπω ἐγώ. Εἰς τὸ Παλάτι κατὰ πρῶτον λόγον...
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Στριφτόμπολα!
§22ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Τί εἶναι; Εἶναι ἡ ἀλήθεια (ἱλαρότης). Κατὰ δεύτερον λόγον τὴν συναλλαγὴν τὴν ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοί, κατὰ τρίτον λόγον αἱ Κυρίαι τῶν Ἀθηνῶν (γέλωτες καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ τῶν θεωρείων), κατὰ τέταρτον λόγον οἱ τμηματάρχαι· ἡμεῖς δὲ οἱ Βουλευταὶ ἀπολαμβάνομεν τὰ ψιχία μόνον, τὰς ὕβρεις καὶ τὴν πενίαν! Αὐτὰ ἔχομεν ὡς ἀποτέλεσμα ἡμεῖς οἱ Βουλευταί! Ἄς εὑρεθῇ τις νὰ εἴπῃ, ἂν ὑπάρχει πολιτευόμενος ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ὅτου ἠρχίσαμεν νὰ πολιτευώμεθα, ὅστις εἰσῆλθεν οἰκοκύρης εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ δὲν ἐξῆλθεν αὐτῆς πένης. Οὐδὲ μόχθων οὐδὲ χρημάτων οὐδὲ τῆς ἰδίας ὑγείας φείδεται ὁ πολιτευόμενος, καὶ εἰς τὸ τέλος ἐξέρχεται γυμνός, καὶ τὰ παιδιά του πένονται εἰς τοὺς δρόμους. Αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα ἡμῶν τῶν πολιτευομένων, καὶ περὶ τούτου δύναταί τις νὰ φέρῃ πολλὰ παραδείγματα. Ἀλλ’ ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τοὺς πολιτευομένους οἴκους τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν. Ὁ Πατρινός, ὁ ὁποῖος ἦτο πλουσιώτατος, εἶχε περιουσίαν λαμπρὰν καὶ εἰσοδήματα, σπίτια καὶ κτήματα, ἀπέθανεν εἰς τὴν ψάθα! Ὁ Κοντογούρης, πλουσιώτατος ἄνθρωπος, ἐντιμότατος καὶ νομομαθής, διατελέσας πολλάκις Βουλευτής, Ὑπουργὸς καὶ Δήμαρχος, κατέστρεψε μεγάλην ἰδικήν του περιουσίαν. Πρόκειται ἐπίσης ἡμῖν παράδειγμα ὁ Θάνος Κανακάρης, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια προσήνεγκε πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα καὶ μετέπειτα· ὁ Κανακάρης ἦτο ἄνθρωπος ἐπίσης πλουσιώτατος, εἶχεν ἰδίαν περιουσίαν, ἐπῆρε προῖκα 500,000 δραχμὰς, ἔζη λιτότατα, καὶ ὅμως, χρηματίσας πολλάκις Δήμαρχος, Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς, ἀπέθανε πτωχός, ἡ δὲ χήρα αὐτοῦ σήμερον στερεῖται, καὶ δὲν εὑρέθη μία πατριωτικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ: «ἂς δώσωμεν μίαν σύνταξιν καὶ εἰς τὴν χήραν Κανακάρη, ἀφοῦ τόσοι καὶ τόσαι ἐπῆραν συντάξεις». Καὶ ὅμως ἦτο καθῆκον εὐγνωμοσύνης ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅπερ παρέλειψαν αἱ μέχρι σήμερον Κυβερνήσεις. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐκ τῆς συναλλαγῆς ὀφέλη καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πολιτευομένων! Κύριοι, τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ηὐχαρίστησαν ὅλον τὸν κόσμον· καὶ ηὐχαριστήθη ὁ κόσμος, ὄχι διότι ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ὁ χρυσοῦς αἰὼν μὲ ἐκεῖνα τὰ περιωρισμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ διότι εἶδεν, ὅτι εὑρέθη ἐπὶ τέλους μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ ἔναρξιν οἰκονομιῶν, ἔστω καὶ ἂν αὗται ἦσαν μικραὶ, διότι θὰ ἤρχετο κατόπιν ἄλλη, ἡ ὁποία θὰ προέβαινεν εἰς ῥιζικωτέρας οἰκονομίας, κατόπιν ἄλλη ἔτι μᾶλλον, καὶ οὕτω βαθμηδὸν ἤθελεν ἐπὶ τέλους ἐπέλθει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος ἐκ τῶν ἐσόδων μόνον τόσα, ὅσα θὰ ἦσαν ἀναγκαῖα πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Ἂν ἐξηγέρθησαν μερικαὶ ἐπαρχίαι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῶσι τὰ Πρωτοδικεῖα αὐτῶν, αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἴσως εἶχον δίκαιον νὰ ἀποστέργωσι τὴν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων των, ἀλλ’ ἦσαν ἀφ’ ἑτέρου ἐν τῷ ἀδίκῳ, διότι τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγον πρὸς ὑποστήριξιν τοπικῶν συμφερόντων, αἱ διαδηλώσεις, τὰ συλλαλητήρια...
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ δυναμίτιδες.
§24Α. ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Αἱ δυναμίτιδες, ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἀποδοκιμαστέα· διότι εἶναι ἄτοπον, ὅταν τὸ Κράτος θέλῃ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον γενικοῦ συμφέροντος, νὰ σηκώνεται κάθε δῆμος εἰς τὸ πόδι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐναντίον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα αὕτη ἔκρινε καλὸν καὶ συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ λάβῃ, καὶ νὰ ἀξιοῖ διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα παραιτηθῇ τῶν μέτρων αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει πλέον Κράτος, σύνολον δηλαδὴ ἀνθρώπων ἐχόντων τὰ αὐτὰ συμφέροντα, τοὺς αὐτοὺς πόθους, ἀλλὰ παρασκευάζεται ἡ ἀναρχία. Ἦσαν λοιπὸν ἐν τῷ ἀδίκῳ, διότι κατέφυγον εἰς τοιαῦτα μέσα, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους κατενόησαν τὸ ἄδικον, καὶ ἡσύχασαν. Ἀλλ’ ὅσην ἀγαθὴν ἐντύπωσιν προὐξένησαν τὰ περιωρισμένα καὶ γλίσχρα μάλιστα οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τόσην ἐξήγειραν ἀγανάκτησιν παρὰ τῷ λαῷ τὰ μέτρα τὰ στρατιωτικά. Ὅταν ὁ λαὸς ἀκούῃ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ὅταν ἀκούῃ ἀγορὰς πλοίων, ὅταν ἀκούῃ προβιβασμοὺς ναυάρχων καὶ στρατηγῶν, ἀγανακτεῖ· καὶ δικαίως ἀγανακτεῖ. Διότι, Κύριοι, εἰς τί μᾶς ἐχρησίμευσαν ὅλα ταῦτα; ἀγανακτεῖ, ὅταν ἀκούῃ περὶ πλοίων, διότι τὰ πλοῖα μὲ τὰς συχνὰς ἐπισκευὰς ἐχρησίμευσαν πάντοτε ὡς καταβόθραι, εἰς τὰς ὁποίας κατεπόθησαν πολλὰ ἑκατομμύρια. «Θὰ ἀγοράσωμεν, λέγει ἡ Κυβέρνησις, πυρομαχικά, θὰ κατασκευάσωμεν νέα πλοῖα». Ἀλλ’ εἰς τί θὰ χρησιμεύσουν ταῦτα; Μίαν φορὰν ἐλάβομεν ἀνάγκην τῶν πλοίων, καὶ τὴν φορὰν ἐκείνην τὰ πλοῖα ἀνεχώρησαν ἄνευ ἐμπυρίων καὶ πυρομαχικῶν, ἐπῆγαν εἰς Καραμπουρνοῦ, ἐβομβάρδισαν δῆθεν τοὺς σιτοβολῶνας, καὶ ἐπέστρεψαν ὥσπερ στόλος νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος, χωρὶς εὐτυχῶς καθ’ ὅλας τὰς γενομένας ναυτικὰς ἐπιδείξεις νὰ πάθῃ τις ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῶν πληρωμάτων, χωρὶς εὐτυχῶς νὰ πάθῃ κανὲν ἐκ τῶν πλοίων καὶ ἐπέστρεψαν πάντες σῷοι καὶ ἀβλαβεῖς, καὶ ἔπρεπε νὰ τοὺς εὐχαριστήσωμεν, διότι μᾶς ἔφεραν τὰ πλοῖα σῷα καὶ ἀβλαβῆ, — ἀφοῦ προηγουμένως κατέστρεψαν μόνον τοὺς ἀστακοὺς τῆς Σκιάθου, — διότι δυνατὸν τὰ πλοῖα νὰ χρησιμεύσωσι πάλιν εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἄλλου τινός, οὐχὶ προδοτικοῦ, πολέμου. Καὶ ὅλα αὐτά, Κύριοι, γίνονται, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν θέσιν μας. Ὅλαι αὐταὶ αἱ προετοιμασίαι δὲν ἔχουν σκοπόν τινα. Ἀλλὰ βλέπετε, ἀφοῦ ὁ στόλος ἐπέστρεψε νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος ἐκ τοῦ πολέμου ἐκείνου, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπακολουθήσωσι καὶ τὰ ὑπερωκεάνεια ταξείδια εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν εἰς χρυσὸν οἱ ἀξιωματικοί! Ἀλλὰ, βλέπετε, ἦτο ἀνάγκη οἱ ἔξω Ἕλληνες νὰ ἴδωσι τὰ πλοῖα καὶ τὸν στόλον, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἔδρασε κατὰ τὸν ἐφιάλτειον ἐκεῖνον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος, χωρὶς νὰ πάθῃ ζημίαν τινὰ ἄλλην, πλὴν τῆς συνήθους φθορᾶς ἐπίπλων καὶ σκευῶν, τῆς ἐκ τῶν τρικυμιῶν προερχομένης! Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀντὶ νὰ μᾶς ὠφελήσῃ ὁ εἰκονικὸς ἐκεῖνος πόλεμος, ἀντὶ νὰ μᾶς διδάξῃ τί πρέπει νὰ κάμωμεν, μᾶς ἐξηχρείωσεν ἀκόμη περισσότερον. Ἀντὶ νὰ ἀφυπνίσῃ τὴν λαϊκὴν συνείδησιν, τὴν ἀπεκοίμισε καὶ τὴν ἐχαύνωσεν, ὥστε ἀναισθήτως νὰ ἀκούῃ προβιβασμοὺς στρατηγῶν καὶ ναυάρχων, καθ’ ὃν χρόνον τὸ ἔθνος ἐξηυτελίζετο, καὶ ὁ ἐχθρὸς κατεσκήνου ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ στήσωμεν τὴν λαιμητόμον εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, ὅπως κόψῃ ἑκατὸν τοὐλάχιστον κεφαλὰς ἐπιφανῶν, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐξώθησαν τὸ Κράτος εἰς παρακεκινδυνευμένα πολεμικὰ ἐγχειρήματα, καὶ ἐξεμεταλλεύθησαν τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπῆρξε τὴν φορὰν ἐκείνην μακρόθυμος μέχρις ἐκνευρίσεως, ὁ μέγας Θεὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι δίκαιος. Τὸ αἷμα τῶν παιδιῶν μας, τὸ ἀδίκως καὶ ματαίως χυθὲν, τὸ ὁποῖον ἐπότισε τὰς πεδιάδας τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας καὶ τοὺς βράχους τοῦ Γριμπόβου, φοβοῦμαι μήπως πέσῃ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἐκείνων, οἵτινες συνετέλεσαν νὰ σφαγιασθῇ ἱερὸς ἀγὼν, εἰς τὸν ὁποῖον μὲ τόσον ἅγιον καὶ φλέγοντα ἐνθουσιασμὸν προσέτρεχον οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες καὶ φιλέλληνες, ὅπως ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς πατρίδος καὶ χύσωσι τὸ αἷμά των ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως τῶν ὑπὸ τὸν ζυγὸν στεναζόντων ἀδελφῶν μας Ἑλλήνων χριστιανῶν. Καὶ φοβοῦμαι μήπως ἐκ τοῦ χυθέντος αἵματος τῶν ἀδικοσφαγμένων τέκνων βλαστήσῃ ἓν αἰώνιον ἀνάθεμα κατὰ τῶν προκαλεσάντων τὸν ἄδικον αὐτῶν θάνατον πρωταιτίων, οἵτινες ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου καθημαγμένα καὶ ὠχρὰ θὰ ἴδωσι τὰ φαντάσματα τόσων ἀθῴων θυμάτων, καὶ χεὶρ παρήγορος δὲν θὰ εὑρεθῇ νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς των. Ἀλλὰ προσέξατε σεῖς, οἱ ὁποῖοι διέπετε τὴν τύχην τοῦ ἀτυχοῦς καὶ πολυπαθοῦς αὐτοῦ ἔθνους, καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς διαδεχθῆτε (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως), διότι ὑπάρχει Θεὸς τιμωρὸς τῶν ἀδίκων, ὅστις θὰ κρίνῃ καὶ σᾶς καὶ τοὺς ἀνευθύνους, καὶ ὅστις πέμπει καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ζωῇ προδρόμους τῶν βασάνων τῆς ἄλλης ζωῆς· προσέξατε λοιπόν, ἀνευθυνοϋπεύθυνοι, προσέξατε, διότι δὲν κοιμώμεθα ἐπὶ ῥόδων, ἀλλὰ τρικυμία καὶ σάλος μᾶς ἀπειλεῖ. Ὡς προεῖπον, ἐξεδηλώθησαν ἤδη συμπτώματα ἀναρχικῶν τάσεων· ἐπαισθητὴ δὲ ἀποβαίνει ὁσημέραι ἡ ἔκλυσις τῆς διοικήσεως εἰς πάντας τοὺς κλάδους, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐκ τῶν σταθερῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ οἰκονομικὸν χάος κατέστη ὁρατὸν καὶ εἰς τοὺς μὴ οἰκονομολόγους, καθίσταται δὲ τρομερὸν καὶ ἀπειλητικώτερον ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, ἥτις ἐπιβάλλει συντονωτάτην τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅθεν φροντίσατε πρὸ πάντων περὶ τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ λαοῦ, περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἵνα παρασκευάσητε πρῶτον τὴν βαθμιαίαν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἔπειτα σκεφθῆτε περὶ τῆς σκοπιμότητος τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀφήσατε τὰς παραγγελίας ὅπλων καὶ πυρομαχικῶν, τὰ ὁποῖα ἴσως εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσιν (ἱλαρότης). Μὴ γελᾶτε, διότι φαίνεται, ὅτι δὲν ἐνόησατε ἀκόμη τὴν θέσιν μας. Ἡ θέσις ἡ ἰδική μας σήμερον εἶναι ἀνάλογος πρὸς ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ποτὲ εἷς ὀφειλέτης ἀπέναντι Ἑβραίου δανειστοῦ. Ὑπῆρχε μίαν φορὰν εἷς Ἑβραῖος, ὅστις εἶχε δανείσει πρός τινα ποσόν τι· αἴφνης ὁ Ἑβραῖος μανθάνει, ὅτι ὁ ὀφειλέτης του πρόκειται νὰ μονομαχήσῃ· σηκώνεται καὶ πηγαίνει καὶ τὸν εὑρίσκει· ὁ ὀφειλέτης προσποιεῖται, ὅτι δὲν τὸν γνωρίζει καὶ τῷ λέγει: «Ποῖος εἶσαι; τί θέλεις;» — «Πῶς! δὲν μὲ γνωρίζεις;» τῷ ἀπαντᾷ ὁ Ἑβραῖος. «Ἐγὼ εἶμαι ὁ δανειστής σου, καὶ σὺ ὁ ὀφειλέτης μου. Πῶς ἦλθες ἐδῶ;» — «Ἦλθα νὰ μονομαχήσω» λέγει ὁ ὀφειλέτης. — «Νὰ μονομαχήσῃς;» ἐρωτᾷ ὁ Ἑβραῖος. — «Μάλιστα νὰ μονομαχήσω, διότι ὁ ἀντίπαλός μου μὲ ἐξύβρισε· προσεβλήθη ἡ ἀξιοπρέπειά μου, ἡ φιλοτιμία μου, καὶ πρέπει νὰ ἐκπλύνω τὴν ὕβριν διὰ τοῦ αἴματός του». Τότε ὁ Ἑβραῖος τῷ λέγει: «Εἰς τί προσεβλήθη ἡ ἀξιοπρέπειά σου καὶ ἡ φιλοτιμία σου; Δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ μονομαχήσῃς, διότι μοῦ ὀφείλεις, καὶ ἂν σκοτωθῇς σὺ, ποῖος θὰ μοῦ πληρώσῃ τὰ λεπτὰ μου; Πλήρωσε πρῶτα τὸν παρᾶ μου, καὶ ἔπειτα κάθησε καὶ κόψε τὸν λαιμόν σου». (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις μας ἀπέναντι τοῦ Ἐλέγχου! εἴμεθα ὑπὸ κηδεμονίαν. Τί τὰ θέλομεν λοιπὸν τὰ ὅπλα καὶ τὰ πλοῖα καὶ τὰς λοιπὰς προετοιμασίας; Ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι, διότι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἡμέραν τινὰ μία Μεγάλη Δύναμις καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ: «Ἐμπρός! καὶ ἐγὼ ἀναλαμβάνω νὰ πληρώσω τὰς ὑποχρεώσεις σας». Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔλλειψις τῆς προετοιμασίας τῆς στρατιωτικῆς, εἶναι καὶ ἄλλα προσκόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑπερπηδήσωμεν, καὶ 200,000 στρατὸν ἐὰν ἔχωμεν, καὶ ἑκατὸν καράβια, ἐκτὸς ἐὰν ἔλθῃ ἄλλος καιρός. Καὶ τί ἐννοῶ μὲ τὸ «ἐκτὸς ἐὰν ἔλθῃ ἄλλος καιρός», θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου. Ἄχ! ἀλλοίμονόν μας! Ὁ Ὄθων ἐξεδιώχθη κατὰ τὸ 1862, ἐξεδιώχθη δὲ χάριν τῶν χρυσῶν ὀνείρων, τὰ ὁποῖα ἔτρεφε διὰ τὴν Μεγάλην Ἰδέαν, διὰ τὴν προπατορικὴν εὔκλειαν, ἰδέαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐκληροδότησεν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ὁ τελευταῖος Αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου, ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔτρεφε καὶ ἐθώπευε καὶ ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐλικνίζετο ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν ὡραίαν Ἑπτάλοφον Νύμφην τοῦ Βοσπόρου, πρὸς ἣν πρέπει νὰ στρέφηται ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία παντὸς Ἕλληνος. Ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης ὁ πρῶτος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, ὁ μακρὰν τῶν κόλπων αὐτῆς ἀποθανών, τὰ πάντα ἐθυσίασε· δεκαεξαετεῖς ἐργασίας, μακροὺς κόπους, χρηματικὰς δαπάνας, τὰ πάντα τέλος προσήνεγκεν ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης, ἀλλὰ κατώρθωσεν ἐπὶ τέλους νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Βούλγαρον, εἰς τὸν Σέρβον καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ρουμᾶνον: «Στῆτε καὶ μὴ ἀτενίζετε τὴν Ἑλλάδα!» Ἀλλ’ ἦτο καὶ πολὺ φιλάνθρωπος ὁ ἀείμνηστος Ὄθων καὶ πολὺ φιλόπατρις. Ὅλοι πιθανὸν νὰ ἐνθυμῆσθε τὰς χρηματικὰς δωρεὰς, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου του ταμείου ἔκαμνεν εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀγωνιστῶν. Ἐὰν εἶχον ἀνάγκην φαρμάκων, τοὺς ἔστελλεν εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Φαρμακεῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο τότε ἐκεῖ, ὅπου εἶναι νῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐλάμβανον ταῦτα δωρεάν. Εἶχε πέντε στρατιωτικοὺς ἰατροὺς, τοὺς ὁποίους ἔστελλε διαρκῶς νὰ ἐπισκέπτωνται δωρεὰν τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀγωνιστῶν, τὰς ἐχούσας ἀνάγκην ἰατρικῆς συνδρομῆς. Ἀλλὰ δι’ ὅλα αὐτὰ τί ἀπήλαυσεν; Ὕβρεις καὶ συκοφαντίας! Κατώρθωσε λοιπὸν ὁ ἀείμνηστος Ὄθων νὰ συνασπισθῇ καὶ συνεννοηθῇ τόσον μὲ Ρουμάνους, Σέρβους καὶ Βουλγάρους, ὡς καὶ μὲ πασσάδες καὶ μπέηδες τῆς Ἀλβανίας, μὲ πασσάδες καὶ μπέηδες τῆς Ἠπείρου καὶ μὲ πασσάδες καὶ μπέηδες τῆς Μακεδονίας, ὥστε συνεφώνησε μετ’ αὐτῶν, οὗτοι μὲν νὰ ἐπαναστατήσωσιν εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ δὲ Ἑλλὰς νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν Θράκην. Ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία τότε ἐνδιεφέρετο ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας καὶ ἡ ὁποία κατεσκόπευε τὰ διαβήματα ταῦτα τοῦ Ἕλληνος Μονάρχου, εἶδεν ἐπὶ τέλους, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ῥοῦν τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης, καὶ ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὁ Ῥῶσσελ, ἔστειλε κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1862 τελευταίαν διακοίνωσιν πρὸς τὸν ἐν Ἑλλάδι πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, τὸν Ἔλλιοτ, πατέρα τοῦ νῦν πρεσβευτοῦ, δι’ ἧς ἔλεγε: «Τί τὰς θέλει αὐτὰς τὰς μεγάλας προετοιμασίας ἡ Ἑλλάς; Μανθάνω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς συνεννοεῖται μὲ Κρατίδιά τινα τοῦ Αἵμου. Εἰπὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως εἰς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, ὅτι τὸ παραμικρὸν κίνημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε γείνῃ κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ πᾶσα ὑποστήριξις ταραχῶν εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, ἤθελεν ἐπιφέρει πολὺ ταχέως τὴν ἐκθρόνισίν του». Ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας διεκοίνωσε ταῦτα πρὸς τὸν Ὄθωνα, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἔδωκε προσοχὴν, καὶ ὁ Ὄθων ἐδιώχθη. Ἐδιώχθη μὲν ὁ Ὄθων, ἀλλ’ ὁ Θεὸς, ὁ ὁποῖος κήδεται τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν ἐγκαταλείπει αὐτὴν εἰς τὰς μεγάλας καὶ δεινὰς περιστάσεις καὶ ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις θὰ μᾶς σώσῃ, ἐνέπνευσε μίαν ἀγαθὴν ἰδέαν εἰς τοὺς Ἕλληνας, νὰ ζητήσωσιν ὡς διάδοχον τοῦ Ὄθωνος ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος τὸν πρίγκηπα υἱὸν τῆς Βικτωρίας, Ἀλφρέδον τῆς Ἀγγλίας, καὶ πράγματι τὸν ἐζήτησαν· μολονότι δ’ ἐγνώριζον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος μέλος τῶν βασιλευουσῶν Οἰκογενειῶν τῶν τριῶν προστατίδων Μεγάλων Δυνάμεων, ἐν τοσούτῳ ἐπέμειναν. Αὐτὸ ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα τότε, διότι, ἂν δὲν ἤθελεν ἐκλέξει ὡς διάδοχον τοῦ Ὄθωνος τὸν πρίγκηπα Ἀλφρέδον, καὶ ἐξέλεγε τότε τὸν Λάϊχτεμπεργ τῆς Ῥωσίας, εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ ὑπῆρχε σήμερον Ἑλλὰς εἰς τὸν γεωγραφικὸν χάρτην, διότι ἡ Ἀγγλία ἀπὸ ἀντιζηλίαν ἤθελεν ἐργασθῆ ἐπιζημίως διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ προκαλέσει ταραχὰς καὶ ἐμφυλίους πολέμους εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ, ὥστε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Εὐρώπη, τῇ προτροπῇ καὶ τῇ εἰσηγήσει τῆς Ἀγγλίας, νὰ μᾶς διαμελίσῃ, διότι, ὡς γνωστὸν, ἡ Εὐρώπη ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος εἶχε μεταμεληθῆ διὰ τὸ ἔργον της τοῦτο. Ἀλλὰ ἡ Θεία Πρόνοια καὶ πάλιν τότε, ἐμπνεύσασα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἁβρόφρονα ἐκείνην στάσιν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, διέσωσε τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως ἐμπνεύσασα κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τὸν φιλελληνισμὸν εἰς τοὺς πεπολιτισμένους λαοὺς ἔδωκεν εἰς αὐτὸ τὴν πρώτην ὕπαρξιν, καὶ ὅπως κατὰ τὴν μακραίωνα δουλείαν, ὑπὸ τὸν βαρὺν τῆς τυραννίας ζυγὸν καὶ τὸν διαρκῆ τρόμον τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, τῆς ἀγχόνης καὶ τοῦ ἀνασκολοπισμοῦ εἶχε διασώσει ὡς ἐν ἱερᾷ κιβωτῷ εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους ὅλου καὶ ἰδίως εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰς Μονὰς τὰ τέσσαρα τιμιώτατα χαρακτηριστικὰ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας καὶ ἑνότητος, τὴν γλῶσσαν καὶ τὰ γράμματα, τὴν θρησκείαν καὶ τὸν πατριωτισμόν. Καὶ τὰ τέσσαρα ταῦτα πράγματα, εἶναι γνωστόν, πόσον ὀφείλονται ἰδίως εἰς τὰς Μονὰς καὶ εἰς τὸν Κλῆρον ἐν γένει, τοῦ ὁποίου ἀτυχῶς τὴν κατάστασιν οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ βελτιώσῃ ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ ὢ τῆς ἀγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀχαριστίας ἡμῶν! Ὁ Θεὸς, λέγουσιν οἱ πιστοὶ, κατέβη εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ ἴδῃ τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀνθρώπων. Εἶδε λοιπὸν τοὺς ἀγαθοὺς, ἀλλ’ εἶδε καὶ τοὺς κακούργους, τοὺς λῃστὰς, τοὺς φονεῖς, τοὺς ἅρπαγας, τοὺς δολοφόνους καὶ αὐτὸν τὸν πατραλοίαν· διῆλθεν ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ δὲν τοῖς εἶπε τίποτε! Ἀλλ’ ὅτε ἐστράφη ὄπισθεν καὶ εἶδε τὸν ἀγνώμονα καὶ ἀχάριστον, εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἐπικατάρατος ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἐγεννήθης! κατηραμένον τὸ πρῶτον μειδίαμα τέκνου τοιούτου· κατηραμένον τὸ φίλτρον, τὸ κάλλος, ὁ ἔρως, ὁ κόσμος!» Λοιπὸν καὶ ἡμεῖς ὑπαγόμεθα εἰς αὐτὸ τὸ ἀνάθεμα, καιρὸς δὲ εἶναι μετανοίας, καὶ πρέπει νὰ μὴ ἐξακολουθῶμεν ἀσεβοῦντες κατὰ τοῦ Πλάστου διὰ τῆς ἐμμονῆς μας εἰς τὴν ἀχαριστίαν καὶ τὴν ἀγνωμοσύνην. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους λάβῃ τὴν τιμητικὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἀνιδρύσεως ἀνδριάντων εἰς τοὺς ἀειμνήστους πρώτους Βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος, τὸν Ὄθωνα καὶ τὴν Ἀμαλίαν. Τὸ ἔθνος, αἰσθανόμενον τὴν πλάνην του, ἂς δείξῃ δι’ ἔργων τὴν πικρὰν μεταμέλειάν του, ὅπως ἐλαφρυνθῶσι τὰ δεινά μας, οὐχὶ ἄσχετα καὶ ἀλλότρια πρὸς τὴν κατάραν τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προὐξενήσαμεν εἰς τοὺς ἀλησμονήτους καὶ πολυκλαύστους, ὅσον ἐναρέτους καὶ καλοὺς ἐκείνους Βασιλεῖς. Τέλος πάντων, Κύριοι, ἂς ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς Ἡγεμόνας ῥαδιουργηθέντας, συκοφαντηθέντας καὶ ἐξωσθέντας διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἠγάπων τὸ ἔθνος καὶ εἰργάζοντο ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. Οἱ ἀνδριάντες, τῶν ὁποίων τὴν ἀνέγερσιν προτείνω, ἐγειρόμενοι ἐν τῷ μέσῳ τῆς πλατείας τῶν Ἀνακτόρων, θέλουσιν ἐμπνέει διδάγματα σοβαρώτατα ὑψίστης διὰ τοὺς λαοὺς καὶ τοὺς Βασιλεῖς σημασίας. Ὁ Ὄθων λοιπὸν ἐδιώχθη, ἡ Ἀγγλία, κολακευθεῖσα διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀλφρέδου εἰς τὸν θρόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς φέρῃ Βασιλέα. Ἐτρέχομεν ἀνὰ τὴν Εὐρώπην, κρούοντες τὰς θύρας τῶν βαρώνων καὶ πριγκήπων, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν μᾶς ἤνοιγε τὴν θύραν. Ἠξεύρετε τίνα ἰδέαν εἴχομεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες; ὅτι ἅμα ἐκδιωχθῇ ὁ Ὄθων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, θ’ ἀφήσῃ ὁ Ναπολέων τὸ Βασίλειόν του, θ’ ἀφήσῃ τὸ Βασίλειόν του ὁ Γουλιέλμος τῆς Πρωσσίας, ἢ ὁ Φραγκίσκος Ἰωσὴφ τῆς Αὐστρίας, ἵνα ἔλθωσι νὰ βασιλεύσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα! Αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶχε κολλήσει εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Ἐπὶ τέλους ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητούσαμεν, τὸ εὕρομεν. Ἐκρούομεν θύρας, καὶ οὐδεὶς μᾶς ἤνοιγεν· ἐπὶ τέλους ἠνοίχθη μία θύρα, καὶ ἐξ αὐτῆς ἐξῆλθεν ὁ πρίγκηψ Αὔγουστος τοῦ Δουκάτου τῆς Σαξωνίας, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη νὰ ἔλθῃ ὡς Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὅτε τοῦ ἐπρότεινεν ἡ Ἀγγλία τὸν ὅρον, ὅτι θὰ βασιλεύσῃ μὲν, ἀλλ’ ὡς Βασιλεὺς θὰ ὑπογράψῃ πρωτόκολλον, ὅτι οὐδέποτε θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν, καὶ ὅτι οὐδέποτε θὰ λάβῃ τὰ ὅπλα κατ’ αὐτῆς, αὐτὸς ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ ἀπεποιήθη καὶ εἶπε: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμεύσω τὸ μέλλον ἑνὸς ἔθνους;» Ἔπειτα παρουσιάσθη εἷς ἄλλος, Ἐρνέστος λεγόμενος, τὰ αὐτὰ δὲ συνέβησαν καὶ μὲ αὐτόν. Ἐπὶ τέλους ἤρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας Ρῶσσελ καὶ τοῦ πατρὸς τοῦ Βασιλέως ἡμῶν· ὁ πατὴρ τοῦ Βασιλέως ἡμῶν ἐδέχθη νὰ στείλῃ τὸν υἱόν του ὡς Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος· ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ οἱ Ἕλληνες τότε εἶπον: «Δόξα τῷ Θεῷ! Ἡμεῖς ἐζητούσαμεν Βασιλέα ἀπὸ ξύλο, καὶ ἔρχεται Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται καὶ Χριστιανός· τί ἄλλο θέλομεν διὰ τὴν Ἑλλάδα;». Ἀμέσως ἡτοιμάσθη τριμελὴς ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν Κανάρην, Ζαΐμην καὶ Γρίβαν, ὅπως ἀναχωρήσῃ εἰς Κοπεγχάγην καὶ προσφέρῃ τὸ Στέμμα εἰς τὸν νέον Ἡγεμόνα...
§25Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ τὰ γνωρίζομεν· δὲν ἔχομεν ἐπιθυμίαν νὰ τὰ μάθωμεν τώρα.
§26ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Κρῖμα, ποῦ εἶσαι καπετανόπουλο!
§27Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ὑπομονὴ ὅλων ἐξηντλήθη.
§28ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Τί νὰ εἴπω διὰ σὲ, ὁ ὁποῖος καταλαμβάνεις ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας τὸ βῆμα καὶ ὁμιλεῖς περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων!
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά.
§30ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Ἀνεχώρησε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἔφθασεν εἰς Βιέννην, ὅπου τότε εὑρισκόμην καὶ ἐγώ. Τηλεγραφεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἔφθασεν εἰς Βιέννην, καὶ τῇ δίδεται ἡ ἀπάντησις ἐκ Κοπεγχάγης νὰ μὴ προχωρήσῃ, διότι δὲν ἀπεφασίσθη τι ὁριστικὸν περὶ τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τούτου ἠγανάκτησεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὁ δὲ Γρίβας ἐπέμενεν, ὅπως αὐθημερὸν ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὁ Ζαΐμης, ὁ συνετὸς καὶ φρόνιμος ἀνὴρ, εἶπεν: «Ἐὰν ἀναχωρήσωμεν ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄνευ Βασιλέως, ἐνῷ ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ λάβωμεν Βασιλέα, θ’ ἀνάψωμεν πυρκαϊάν!» Τοὺς κατέπεισε λοιπὸν, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ ἐπροχώρησαν εἰς Κοπεγχάγην, καὶ ἐκεῖ ἤρχισαν διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Χριστιανὸν, διότι ὁ πατὴρ τοῦ Βασιλέως δὲν ἤθελε νὰ στείλῃ τὸν υἱόν του ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ βασιλεύσῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως τοῦ εἶπεν, ὅτι ἐν γνώσει τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως εἶναι ὁ ὅρος αὐτὸς, καὶ οὕτως ὑπεγράφη πρωτόκολλον, ὅτι δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν καὶ οὔτε ὅπλα θὰ ἐγείρῃ κατ’ αὐτῆς...
§31Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἱστορικῶς βεβαιωμένον αὐτό.
§32ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Τώρα θ’ ἀκούσῃς, Κύριε, ποῦ ὁμιλεῖς μὲ τὸ καπέλλο σου! Ὅτε ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἤρχετο ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ ἐκ Ζακύνθου πληρεξούσιος Δομενεγίνης καὶ λέγει: «Τοιοῦτον Βασιλέα ἐζήτησεν ἡ Ἑλλάς; ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ ἔλθῃ νὰ βασιλεύσῃ; Αἶσχος καὶ ὄνειδος!»...
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ ποῦ λέγετε! Ἡ δὲ Συνέλευσις τὸν ὕβριζε καὶ τὸν ἐποδοκρότει!
§34ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Τὰ πρακτικὰ τὰ λέγουν...
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον;
§36ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Τὸν Δομενεγίνην.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§38ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Αὐτὰ ἔχουσι καταχωρισθῆ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῇ αἰτήσει πολλῶν, διὰ νὰ ἔλθωσιν οἱ μεταγενέστεροι νὰ ἴδωσιν, ὅτι ὑπῆρξε καὶ εἷς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ ὅρου αὐτοῦ. Τέλος πάντων ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἦλθεν ὁ Βασιλεύς. Ὁ στρατὸς δὲν μᾶς χρειάζεται. Δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ βάλῃ τὸ χέρι του ἐπὶ τοῦ ξίφους καὶ νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον; Ὄχι. Λοιπὸν κάμνω τὴν πρότασιν νὰ διαλυθῇ ὁ στρατὸς, καὶ νὰ κρατήσωμεν τόσον στρατὸν, ὅσον ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας· ἄλλως, τοὐλάχιστον ἂς ἐφαρμόσωμεν τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλοι θὰ ἤμεθα στρατιῶται. Περὶ τούτου μάλιστα ἔχει γράψει καὶ πραγματείαν τινὰ ὁ ἐκ Καλλιφωνίας τῶν Καλαβρύτων καταγόμενος ἀπόστρατος ταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ κ. Μεντζελόπουλος, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτει τὰ τοῦ συστήματος τοῦ Ἑλβετικοῦ μέ τινας τροποποιήσεις, προσαρμοζομένας εἰς τὰ ἡμέτερα ἤθη. Λοιπὸν εἶναι μάταιον καὶ ἄδικον νὰ γίνηται σπατάλη τόσων ἑκατομμυρίων διὰ τὴν συντήρησιν στρατοῦ καὶ στόλου, καὶ εἶναι μάταιον νὰ ἀσχολῆσθε περὶ στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως, καὶ χάριν χρυσῶν ἐπωμίδων νὰ ἐκμυζᾶτε τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ μέχρις ἐξαντλήσεως τῆς παραγωγικῆς του δυνάμεως, ἀφοῦ ὁ Βασιλεύς μας δὲν δύναται νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, ἐκτὸς ἐὰν παραιτηθῇ ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε αὐτά. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρητε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως εἰς τὰς ὁμιλίας σας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§40ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Ἐγὼ λέγω ταῦτα, διότι ὁ Διάδοχος οὐδεμίαν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἀνέλαβεν, οὐδ’ ἔχει δώσει τινὰ ὑπόσχεσιν. Ὁ Γεώργιος εἶναι ὁ Βασιλεὺς ὁ φερτὸς, ἐνῷ ὁ Διάδοχος ἐγεννήθη εἰς τὰ ἰδικά μας χώματα. Ἔπειτα δὲν τὸ λέγω ἐγὼ μόνον· ὅλον τὸ ἔθνος ἀτενίζει εἰς τὸν Διάδοχον, τὸν γενόμενον θῦμα τοῦ εἰκονικοῦ πολέμου, καὶ ἐλπίζει δι’ αὐτοῦ, ὡς Βασιλέως, νὰ ἀνακτήσῃ τὴν σβεσθεῖσαν ἐθνικὴν αἴγλην. Ἄλλως ὑπὸ σκῆπτρον καταδεδικασμένον εἰς ἀδράνειαν καὶ στρατὸς καὶ στόλος εἶναι περιττοὶ, καὶ μυριάκις προτιμότερον νὰ περικόψωμεν γενναίως τὰς δαπάνας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ ἀναλάβωμεν τοὐλάχιστον οἰκονομικῶς, χωρὶς νὰ προσφεύγωμεν εἰς περικοπὰς γλίσχρων μισθῶν πτωχῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς καταργήσεις Δικαστηρίων. Διὰ σημαντικῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ δυνάμεθα ἄνευ προσθήκης νέων φόρων νὰ προλάβωμεν τὴν ἐπικειμένην δευτέραν χρεωκοπίαν, νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ πάντοτε διαφεῦγον ἡμᾶς ἰσοζύγιον, καὶ νὰ διαθέσωμεν ὀλίγα χρήματα καὶ ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Οὕτως ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θὰ ἀναπνεύσῃ ὁ ἀναξιοπαθῶν Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἀναπνέων θὰ φρονηματισθῇ καὶ θὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Γυθείου κ. Τζωρτζάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1903 ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Γυθείῳ Πρωτοδικῶν κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων καὶ διὰ τὸ 1905 ἔτος». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ κατὰ τὴν σειράν της ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 303).
§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν διετάχθη ἡ ἀπαγόρευσις ἐξαγωγῆς ἐκ τῆς Ἐπικρατείας, γενικῶς ἢ μερικῶς, (καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ἐκ τίνων λιμένων καὶ τόπων) ὅπλων καὶ ἄλλων πολεμικῶν ἐφοδίων, πότε, διὰ τίνος πράξεως καὶ διὰ τίνα λόγον. Ὁ κύριος Κροκιδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§43ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σᾶς εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ καλλιεργήσαντες ἐθνικὰς γαίας πληρώνουσιν εἰς τὸ Δημόσιον 1 δραχμὴν καὶ λεπτὰ 50 λόγῳ φόρου ἐπικαρπίας. Τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος ἐξαίρεσιν ἀποτελοῦσιν οἱ καλλιεργηταὶ τῶν γαιῶν τῆς λίμνης Φενεοῦ. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς εἰδικὸν νόμον, ὅστις σπεύδω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἐσκόπει οὔτε τὴν ἀδικίαν οὔτε τὴν καταπίεσιν τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Ὅτε ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης Στυμφαλίας συνέβη αὐτομάτως, ὁ νόμος τῆς 8 Ἀπριλίου 1900, ἐπιτρέψας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς ἔργα τινὰ, ὥρισεν ὅτι αἱ γαῖαι αὗται θὰ παραχωρηθῶσιν οὐχὶ κατὰ τὸν γενικὸν νόμον περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν γαιῶν, ἀλλὰ συνεπείᾳ δηλώσεως καὶ μετὰ προηγουμένην εἰδικὴν ἐκτίμησιν ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς· ὥρισεν ὅμως ἐν ταὐτῷ, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς δηλώσεως ὑποχρεοῦνται οἱ καλλιεργηταὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων νὰ πληρώνωσι φόρον οὐχὶ ἁπλοῦν, ἀλλὰ διπλοῦν. Ἡ ἰδέα τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου ἐκείνου ἦτο, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται ἀποξηραινόμεναι καὶ καλλιεργούμεναι ἀποκαθίστανται γαῖαι πρώτης τάξεως καὶ ἀφθόνως παραγωγικαὶ, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ προέκειτο νὰ συντελεσθῶσι καὶ ἔργα, δίκαιον ἦτο νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ καλλιεργηταὶ αὐτοὶ εἰς διπλοῦν φόρον. Τὰ πράγματα ὅμως διέψευσαν τὰς βλέψεις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, διότι τὰ μὲν ἔργα δὲν ἐξετελέσθησαν, ἡ δὲ παραγωγὴ ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξεν ἄφθονος, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπελείφθη κατὰ πολὺ τῶν κοινῶν γαιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις ἀπολαμβάνει μόλις μίαν δραχμὴν καὶ 50 λεπτὰ κατὰ στρέμμα. Τοῦτο ἀνεγνωρίσθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ πάντων, καὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατόπιν υἱοθέτησεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ἐγένετο νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἠλαττώθη ὁ φόρος τῆς ἐπικαρπίας ἀπὸ δραχμῶν τριῶν εἰς δραχμὰς 2 διὰ τὸ ἔτος 1902. Κατόπιν, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. Σιμοπούλου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεβλήθη ἕτερον νομοσχέδιον, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, διὰ τὸ ἔτος 1903, μὲ τὴν προσθήκην, ὅτι ἡ μείωσις αὕτη πρέπει νὰ ἦναι διαρκής. Δυστυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο νόμος, καὶ οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι καὶ καλλιεργηταὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐξαιρετικοῦ νόμου, χωρὶς οὐδὲν νὰ λάβωσιν. Οἱ συνάδελφοί μου ἐκ Κορινθίας καὶ ἐγὼ, νομίσαντες ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος τῆς ἐξαιρετικῆς ταύτης φορολογίας, συνετάξαμεν νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβεβλημένων ἤδη τοιούτων, καὶ παρακαλοῦμεν τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐὰν θέλωσι, νὰ τὸ ψηφίσωσι, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ υἱοθετήσῃ, συνεχίζων τὴν εὐεργετικὴν αὐτοῦ δρᾶσιν ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καλλιεργητῶν, οἵτινες εὐγνωμόνως ἐνθυμοῦνται αὐτήν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κορινθίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 304). Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ κατατάξεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν». Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 305). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,278.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905» δι’ ἔξοδα κηδείας τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀοιδίμου Θ. Π. Δηλιγιάννη.
§45Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐγένετο παρατήρησις ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ἀναγραφόμενον κονδύλιον τῶν δραχμῶν 2,000. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νῦν ἡ Βουλὴ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐκλεχθεῖσα τὸ ἐνέκρινεν, ἑπομένως ἐρχόμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ πληρώσωμεν γενομένην ἐξόφλησιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν).
§46ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ πρότασις νόμου, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 81, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΖʹ τῆς 25 Μαρτίου 1904 περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν» ἔχει ἀντικείμενον σπουδαιότατον καὶ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις, εἶναι λίαν ἐπαχθὴς καὶ καταθλιπτικός, προσέτι δὲ ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ὄχι μόνον νὰ παράγωσι σούμαν καὶ οὖζον, ἀλλὰ καὶ νὰ πωλῶσιν αὐτό, διότι καὶ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος τάσσεται διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν εἰδῶν αὐτῶν, καὶ ὁ τρόπος τῆς πωλήσεως δεῖται μεταβολῆς. Παρακαλῶ λοιπόν, ἵνα ἡ πρότασις νόμου αὕτη προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι πρότασις γενικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ.
§47Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ προταχθῶσιν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 82 καὶ 84 προτάσεις νόμου, αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Μαυρομμάτη, αἵτινες ἀφορῶσιν, ἡ μὲν τροποποίησιν τοῦ περὶ δασῶν νόμου, ἡ δὲ τροποποίησιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Αἱ προτάσεις αὗται εἶναι σπουδαιόταται, ἐξυπηρετοῦσι δὲ καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα, διότι δι’ αὐτῶν, ἐὰν ψηφισθῶσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θ’ αὐξήσωσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου κατὰ 60,000 δραχμὰς ἐτησίως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἐνισχυθῇ τὸ μόνον προϊόν, τὸ ὁποῖον αἱ δύο ἐπαρχίαι Βάλτου καὶ Ξηρομέρου ἔχουσι, τὸ βαλανίδιον.
§48Κ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 31 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον περὶ διοχετεύσεως ποσίμου ὕδατος εἰς τὴν πόλιν τῆς Βονίτσης. Εἶναι τοῦτο ἔργον φιλάνθρωπον καὶ δίκαιον, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ποσίμου ὕδατος τὴν πόλιν τῆς Βονίτσης καταμαστίζει ἡ ἀσθένεια τοῦ κοιλιακοῦ τύφου, κινδυνεύουσι δὲ ν’ ἀποθάνωσιν ἐκ τούτου πάντες οἱ κάτοικοι Βονίτσης.
§49Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε εἶχεν εἰσαχθῇ καὶ εἶχε ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τῶν κατοίκων Βονίτσης, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτάξῃ καὶ τὰς προτάσεις μου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δασῶν καὶ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ βαλανίδιον.
§50Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν κατάταξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς προσεχοῦς Δευτέρας θὰ προταχθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι μετὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸν Προϋπολογισμόν.
§51Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ αὐτά, κύριε Πρόεδρε, συνδέονται μὲ τὸν Προϋπολογισμόν.
§52Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πολλὰ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος ἄξια προσοχῆς, καὶ δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν εἰς τρεῖς συνεδριάσεις ἄνευ συζητήσεως, διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὰ ἔχω κατατάξει μετὰ τὰ συνδεόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν.
§53Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Αὐτὰ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν.
§54Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ μεταβληθῇ ἔστω καὶ ὡς πρὸς ἓν ἐξ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων τοπικὸν συμφέρον, ἡ κατάταξις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ γεννηθῶσιν ἀναγκαίως παράπονα ἐκ μέρους τῶν ἄλλων συναδέλφων καὶ ἀπαιτήσεις περὶ προτάξεως καὶ ἄλλων νομοσχεδίων. Ἄλλως τε ἡ ὑμετέρα πρότασις νόμου ἀφορᾷ εἰς μεταρρύθμισιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ ἑπομένως δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι σύμφωνος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συστήσω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων των νὰ συντελέσωσι διὰ τῆς ἀποχῆς αὐτῶν ἀπὸ μακρᾶς συζητήσεις, ἵνα φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν τόκων τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905 ἐπὶ τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον.
§56Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον μόνον ν’ ἀναγνωσθῇ ὡς ἄρθρον πρῶτον, κύριε Πρόεδρε, διότι θὰ προτείνω καὶ ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἄρθρον 1).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§58Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομένας χθὲς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Χαλκίδος κ. Καλογεροπούλου προτείνω νὰ προστεθῇ ἄρθρον 2, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ͵ΓΚΕʹ τῆς 14 Ἰουνίου 1904 ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς αὐτοῦ διατάξεις ἀναστέλλεται μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους 1905.» Οὕτω θὰ ἔχωμεν τὸν χρόνον, ἵνα παρασκευάσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἀναγκαῖον.
§59Π. ΓΚΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀναστολὴ τοῦ νόμου ὑποσημαίνει, ἂν ὄχι κατάργησιν, τοὐλάχιστον τελείαν ἀχρηστίαν τοῦ νόμου. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταργηθῇ. Σκόπελος πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἦτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7, πάντες δ’ ἐδηλώσαμεν, ὅτι συναινοῦμεν νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα καὶ χωρὶς νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι γίνονται δεκταὶ αἱ ὁμολογίαι κατὰ τὸ ἓν τέταρτον. Δὲν ἐπιβαρύνεται δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὅταν ἡ μεταρρύθμισις αὕτη γείνῃ.
§60ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Χαλκίδος, ἣν ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι λύει τελείως τὸ ζήτημα. Διότι, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἀναστέλλεται μέχρι τέλους τοῦ 1905 ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, ἐν ταὐτῷ δὲν ἐπαναφέρομεν εἰς τὴν ζωὴν τὸν προϋπάρχοντα νόμον, καὶ ἐνῷ δὲν ἐπαναφέρομεν εἰς τὴν ζωὴν τὸν προϋπάρχοντα νόμον, ἔχομεν ἕνα νόμον κατηργημένον, καὶ μέρος ἑνὸς ἄλλου νόμου, οὗ ἡ ἰσχὺς κατὰ τὰ λοιπὰ βεβαίως ἀναστέλλεται. Καθιεροῦμεν πρῶτον τόκους, οὓς δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν οὔτε κατὰ ποσὸν οὔτε κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον. Οἱ τόκοι, ὡς ἐνταῦθα ψηφίζεται νὰ παραχωρηθῶσι διὰ τὰ 2 ἔτη εἰς τοὺς δικαιούχους, συμπίπτει νὰ ἦναι οἱ αὐτοὶ πρὸς τοὺς τοῦ νέου νόμου καὶ οἱ τοῦ παλαιοῦ. 1% κατεβάλλετο διὰ τόκον εἰς τοὺς δικαιούχους, καὶ ὁ νέος δὲ νόμος 1% παραχωρεῖ εἰς αὐτούς. Ἀλλ’ ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ἀναστέλλεται ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς τὸ 1904, καὶ ἐν ταὐτῷ δὲν εἴπωμεν ὅτι ἐπαναφέρεται ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1904, δὲν ἔχομεν οὔτε ἐκ τοῦ παλαιοῦ οὔτε ἐκ τοῦ νέου νόμου τὴν ἰσχὺν τῶν τόκων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ καὶ νὰ ὁρισθῇ ἐνταῦθα. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ἐκφράσῃ τις νομοθετικῶς τὴν ἰδέαν, ἂν ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις νόμου ψηφισθέντος καὶ καταργήσαντος ἄλλον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ἄλλον τινὰ τρόπον, ὅστις νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Χαλκίδος, πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι πληρώνονται οἱ τόκοι τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905 πρὸς 1%. Οὕτως οὐδὲν μὲν προσβάλλεται δικαίωμα, ἀφίνομεν δὲ τὸ ζήτημα ἐλεύθερον. Ταῦτα εἶπον προχείρως, ὡς τρόπον διορθώσεως, περὶ οὗ ἐγὼ αὐτὸς δὲν ἔχω βεβαιότητα, ἂν εἶναι καὶ ὀρθός, ἀλλὰ τὸ ἄλλο βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν.
§61Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαντῶν εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀναστολὴ τοῦ νόμου σημαίνει τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, διότι ῥητῶς ἐν τῷ προστιθεμένῳ ἄρθρῳ 2 λέγεται, ὅτι «ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ΓΚΕʹ τῆς 14 Ἰουνίου 1904 ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς αὐτοῦ διατάξεις ἀναστέλλεται μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους 1905». Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις, λέγει, — καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου — ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις μέχρι τέλους τοῦ 1905. Διατὶ ζητεῖται ἡ ἀναστολὴ μέχρι τέλους τοῦ 1905; Διότι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ παρεμπέσῃ ἡ Βουλευτικὴ Σύνοδος τοῦ Νοεμβρίου, κατ’ αὐτὴν δὲ θὰ κανονίσωμεν ὁριστικῶς τὸ θέμα. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου ἐγένετο ἐκ τοῦ ὅτι περιελήφθη τὸ ἄρθρον 2· ἀλλὰ τοῦτο ἔγεινε, διότι ἡ μὲν διάταξις ἡ πρὸς καθορισμὸν τοῦ τόκου μένει ἀκεραία, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἀποφαίνεται τὸ ἄρθρον 1, τὸ ἄρθρον 2 ὅμως ἔρχεται καὶ λέγει «ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις». Πλὴν δηλ. τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὸν καθορισμὸν τοῦ τόκου, ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι πλήρης, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν εἴτε ὁ εἷς εἴτε ὁ ἕτερος τῶν κυρίων συναδέλφων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 137,709,062 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 305,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,059 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Βάρνῃ ἑδρευούσης Βουλγαρικῆς Ἐμπορικῆς Ἀτμοπλοΐας συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως».
§63Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν γενικὴ ἐξεφράσθη ὑπὸ πάντων τῶν Βουλευτῶν ἐπιθυμία ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῆς συμβάσεως ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι χορηγοῦνται εἰς τοὺς Βουλευτὰς εἰσιτήρια δωρεὰν διὰ τὰς ἐσωτερικὰς γραμμάς. Τοῦτο εἶναι ἐμπαιγμὸς καὶ εἰρωνεία κατὰ τῶν Βουλευτῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἢ νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἵνα μὴ ἐμπαίζωνται οἱ Βουλευταί. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μέχρις οὗ ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συμβάσεως.
§64Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θεωρεῖ, ὅτι εἶναι εἰρωνεία ἡ ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει περιλαμβανομένη διάταξις, ἀφοῦ αὕτη περιλαμβάνεται εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις. Πρόκειται περὶ ἀνταλλάγματος, τὸ ὁποῖον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀνταλλαγμάτων περιλαμβάνεται εἰς τὰς συμβάσεις.
§65Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὸ νὰ δώσῃ δωρεὰν εἰσιτήρια εἰς τοὺς Βουλευτάς; Πῶς θὰ δώσῃ εἰσιτήρια, ἀφοῦ δὲν ἔχει καμμίαν ἐσωτερικὴν γραμμήν; Ἔρχεται ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ γραμμή;
§66Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ γραμμὴ ἐσωτερική, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ χορηγηθῶσι τὰ εἰσιτήρια, ἐννοεῖται ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις θὰ μένῃ νεκρά. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ συμβάσεως, ἥτις θὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Πιθανὸν εἰς τὸ μέλλον ἡ Ἑταιρεία νὰ ἔχῃ καὶ ἐσωτερικὰς γραμμάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς τρίτην συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας «The Ellerman Lines Limited» συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως».
§68Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θέλω ὑποβάλει τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 τῆς συμβάσεως, ἡ ἀφορῶσα τὸν χρόνον τῆς καταγγελίας τῆς συμβάσεως, θὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὴν σχετικὴν διάταξιν τῶν ἄλλων δύο ὁμοίων συμβάσεων.
§69ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ προσέξητε, ὅτι εἶναι δὶς αἱ λέξεις «ἓξ μῆνας».
§70Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς β συζήτησιν).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 «περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§72Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Πρῶτον ἀφαιρῶ τὰς διατάξεις τὰς σχετικὰς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, οἵτινες δὲν διέπονται ὑπὸ εἰδικῶν νόμων...
§73Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Πῶς δὲν διέπονται;
§74Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἐλέγετε καὶ σεῖς χθές. Λοιπὸν ἡ δευτέρα παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας δύναται νὰ χορηγηθῇ ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἄδεια ἀπουσίας μέχρις ἑνὸς μηνὸς κατ’ ἔτος μὲ πλήρεις ἀποδοχάς.» Τοῦτο παρατηρεῖται, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης δυνάμει τῶν κειμένων κανονισμῶν δικαιοῦνται εἰς δεκαπενθήμερον ἄδειαν, ἥτις δύναται νὰ παραταθῇ μόνον κατόπιν ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Οὐδένα δὲ λόγον ἔχομεν, ἀφοῦ πρόκειται ἀκριβῶς νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀδείας τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ δικαίωμα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Μετὰ ταῦτα διαγράφεται ἐπίσης, διότι τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἀλλότριον πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐδάφιον αʹ τῶν ἐξαιρέσεων, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἐξαιροῦνται: αʹ) οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης οἱ συνεπείᾳ Β. Διαταγμάτων, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προκαλουμένων, πρὸς ἐκπαίδευσιν ἀπουσιάζοντες ἐπ’ ἀδείᾳ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἰς οὓς παρέχεται ἄδεια ἀπουσίας μέχρι τριῶν ἐτῶν μὲ πλήρεις ἀποδοχάς.» Ἡ περίπτωσις αὕτη διέπεται ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τούτου. Διαγραφομένου οὕτω τοῦ ἐδαφίου αʹ ἔρχεται εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ τὸ ἐδάφιον βʹ, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «βʹ) Οἱ κωλυόμενοι ἕνεκεν ἀσθενείας, πιστοποιουμένης ὑπὸ δύο ἐπιστημόνων ἰατρῶν ἐν ἐκθέσει συντασσομένῃ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου, δημοσίᾳ συνεδριάζοντος, μετὰ προηγουμένην ὁρκομωσίαν αὐτῶν, ἐν ᾗ μνημονεύεται ἐν λεπτομερείᾳ ἡ ἀσθένεια τοῦ πολιτικοῦ ὑπαλλήλου ἢ τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὁπότε ἡ ἄδεια ἀπουσίας δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ τρεῖς μῆνας, μὲ τὴν ἀπολαυὴν ὁλοκλήρου τοῦ μισθοῦ διὰ τὸν πρῶτον μῆνα, καὶ τοῦ ἡμίσεος μισθοῦ διὰ τοὺς ἑτέρους δύο μῆνας.» Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, διότι ἡ ἀσθένεια αὐτῶν πιστοποιεῖται πάντοτε ὑπὸ ὑγειονομικῶν ἐπιτροπῶν, διὰ τοῦτο δέον νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἢ τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης». Μετὰ ταῦτα τὸ ἐδάφιον γʹ γίνεται ἐδάφιον βʹ.
§75ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι ταύταις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ ὑποκαθισταμένου ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης δύναται νὰ χορηγηθῇ ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἄδεια ἀπουσίας μέχρις ἑνὸς μηνὸς κατ’ ἔτος μὲ πλήρεις ἀποδοχάς». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξ οὗ θέλει βεβαίως ἀπαλειφθῆ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ὑπογραφὴ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, εἶναι ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν διπλοῦν αὐτοῦ χαρακτῆρα, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ τῷ προξενικῷ τὰ περὶ τῶν ἀδειῶν εἶναι οὕτω διαγεγραμμένα, ὥστε, ἐὰν ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, μεταβάλλεται ἐντελῶς ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου ἐκείνου. Οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσι δικαίωμα, κατὰ τὸν προξενικὸν νόμον, τριμήνου ἀπουσίας κατὰ τριετίαν· τοὺς τρεῖς τούτους μῆνας δύνανται οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι — καὶ τοῦτο συμβαίνει συνήθως — νὰ λάβωσιν ὁμοῦ ἀθρόως μετὰ τὸ τέλος τῆς τριετίας. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὠφελῶνται τοῦ ἀγαθοῦ τούτου οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ ἐκ τούτου θὰ ὦσιν ἠναγκασμένοι νὰ ζητῶσι κατ’ ἔτος τὴν ἄδειαν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑπηρεσίας τῆς προξενικῆς. Ὁ προξενικὸς ὑπάλληλος, ὁ ἐργασθεὶς ἐν τῇ θέσει αὐτοῦ ἐπὶ τρία ἔτη, εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ λάβῃ τρίμηνον ἄδειαν, ἐνῷ οἱ δικασταὶ κατ’ ἔτος λαμβάνουσι διὰ τῶν διακοπῶν καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι διὰ τῶν ἀδειῶν, αἵτινες παραχωροῦνται ἑκάστοτε εἰς αὐτούς. Βεβαίως, ἐὰν σκοπὸς ἦναι νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰ τῆς οἰκονομίας τῶν ἀδειῶν, ὡς ὁρίζονται ἐν τῷ προξενικῷ νόμῳ, τὸ πρᾶγμα θὰ συμβῇ οὕτως, ὅτι καὶ ἐτησίως θὰ δύναται ἕκαστος προξενικὸς ὑπάλληλος νὰ ζητήσῃ ἄδειαν ἑνὸς μηνός. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐζήτησε νὰ νομοθετήσῃ γενικῶς διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, δὲν εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν νὰ τροποποιήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ κώδικος τοῦ προξενικοῦ. Ἐκ τῆς τροποποιήσεως ὡς πρὸς τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους οὐδεμία οἰκονομία ἐπέρχεται, διότι ὁ λαμβάνων τρίμηνον ἄδειαν ἀνὰ τριετίαν εἶναι ὡς ἂν λαμβάνῃ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν ἀνὰ ἕκαστον ἔτος, καὶ ἐκ τούτου οἰκονομία δὲν ἐπέρχεται· ἐὰν δὲ δὲν πλανῶμαι περὶ τούτου, ἴσως θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ περιλαμβάνωνται ἐνταῦθα οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι.
§76Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1, συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ὡς ἑξῆς: «Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας, πλὴν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, διεπομένων ὑπὸ τοῦ προξενικοῦ νόμου, δύναται νὰ χορηγηθῇ ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἄδεια ἀπουσίας μέχρις ἑνὸς μηνὸς κατ’ ἔτος μὲ πλήρεις ἀποδοχάς.»
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας ὑποθηκεύσεως τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς πρὸς συνομολόγησιν δανείου ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ταύτης».
§78ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ. Διατί χορηγεῖται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου νὰ ὑποθηκεύσῃ ὅλα τὰ παραρτήματα τοῦ Σιδηροδρόμου καὶ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ; Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι, νομίζω, καὶ τὸ πάρκον (ἡ δενδροφυτευμένη πλατεῖα τῆς Κηφισιᾶς), τοῦ ὁποίου τὴν γῆν ἔδωκε τὸ Δημόσιον πρὸς χρῆσιν. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ὡς δωρητὴς τὸ Δημόσιον παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθηκεύσωσι καὶ αὐτό;
§79Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§80ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἤθελον· διότι, ἂν ὁ Σιδηρόδρομος δύναται νὰ ὑποθηκεύσῃ ὅλα τὰ παραρτήματα αὐτοῦ, δύναται νὰ ὑποθηκεύσῃ καὶ μέρος αὐτῶν. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἤθελον νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἂν ἐν τῇ παροχῇ τῆς ὑποθήκης περιέχεται τὸ δικαίωμα τοῦ δανειστοῦ νὰ ἐκποιήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ πάρκον, τὸ ὁποῖον εἶναι περιουσία ἱκανῶς σπουδαία. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις.
§81Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλογεροπούλου ἀκριβῶς δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ναυπλίας, διότι αὕτη ὁμιλεῖ περὶ χρήσεως, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι χρῆσις τοῦ πάρκου γίνεται κατὰ λόγον τοῦ προορισμοῦ του, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ πάρκον πλέον ὑποθηκευόμενον θὰ δύναται νὰ συντηρηθῇ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 1 πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Καλογεροπούλου.
§83Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θ’ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Καλογεροπούλου ὡς ἄρθρον 1.
§85ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ μέχρι 900,000 δραχμῶν δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς καὶ τῶν τόκων αὐτοῦ, περὶ οὗ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἐν ἰσχύϊ ἤδη καταστατικοῦ τῆς εἰρημένης ἑταιρείας, ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ παράσχῃ δικαίωμα πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἐπὶ τῆς ἀνηκούσης αὐτῇ χρήσεως ὅλων τῶν συντετελεσμένων καὶ εἰς τὴν δημοσίαν χρῆσιν παραδεδομένων τμημάτων τοῦ Σιδηροδρόμου, καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἔκτασιν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαυρίου καὶ ἀπὸ Ἡρακλείου μέχρι Κηφισίας, καὶ τῶν παρακολουθημάτων τοῦ Σιδηροδρόμου, θεωρουμένων καὶ τούτων ὡς ἀκινήτων, οἷον μηχανῶν, ἁμαξῶν, ἐργοστασίων καὶ παντὸς εἴδους τροχαίου ὑλικοῦ, ἀναγκαίου πρὸς χρῆσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Σιδηροδρόμου, τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἢ ἐν ὑπαίθρῳ ἤδη εὑρισκομένου, κατὰ τὰς ὑφισταμένας νομίμους ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας παραχωρήσεις. Ἐν περιπτώσει ἐκδόσεως ὁμολογιῶν διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, ἡ ὑποθήκη ἀποκτᾶται δι’ ἐγγραφῆς ὑπὲρ τῶν ἀνωνύμων ὁμολογιούχων, ἐπιμελείᾳ τῆς Ἑταιρείας δυνάμει τῆς περὶ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν πράξεως τῆς Ἑταιρείας. Ἡ ἐγγραφὴ τῆς ὑποθήκης γίγνεται ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ὑποθηκῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ παράγει ἅπαντα τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἐπὶ τῆς χρήσεως ἁπάντων τῶν τμημάτων τοῦ Σιδηροδρόμου.»
§86Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ τετάρτη παράγραφος (εἶναι, νομίζω, ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου), ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου τούτου ἐτήσιος τόκος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ᾖναι ἀνώτερος τῶν 5% μὲ χρεωλύσιον οὐχὶ κατώτερον τοῦ 1% ἡ δὲ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν 90%».
§87Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας μου περιωρίσθη τὸ ὑποθηκευτέον ποσόν. Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Δραγούμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, εἶναι περιττή, διότι ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τὸ εἰς αὐτὴν ἀνῆκον θὰ ὑποθηκεύσῃ, οὕτω δὲ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου, ἔχουσα δικαίωμα χρήσεως καὶ ὑποθηκεύσεως αὐτοῦ, ἂς κανονίσῃ μετὰ τῶν δανειστῶν τὸν τόκον καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς ἐκδόσεως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Τὸ Δημόσιον τότε μόνον θὰ εἶχε λόγον νὰ μεριμνήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἐμερίμνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποθηκευθῇ ὁ Σιδηρόδρομος καὶ νὰ διαρκέσῃ ἡ ὑποθήκη καὶ πέραν τῆς χρήσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, ὅτε τὸ Δημόσιον, ἀναλαμβάνον τὴν χρῆσιν καὶ ἔχον νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ χρέη, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ καὶ πόσος τόκος ἤθελε συνομολογηθῆ καὶ μὲ πόσον ποσοστὸν ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἐν σχέσει πρὸς τὸ πραγματικόν, θὰ συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον, καὶ πόσον τὸ χρεωλύσιον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, γινομένης ἀποδεκτῆς τῆς τροπολογίας τῆς ἐμῆς, παρέλκει ἐντελῶς ἡ πρόνοια, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἔλαβε, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξέθηκα.
§88Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρόκειται περὶ δημοσίας ἐγγραφῆς καὶ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν· οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ κανονίσῃ σήμερον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐκδοθῶσιν αἱ ὁμολογίαι, τὸν τόκον, τὸ χρεωλύσιον καὶ τὸ ποσόν, εἰς ὃ θὰ ἐκδοθῶσι.
§89Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§90Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§91Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μεγίστην ἀληθῶς θὰ παράσχῃ ὑπηρεσίαν, ἂν εὐαρεστηθῇ νὰ διαθέσῃ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν πεῖραν αὑτοῦ εἰς σύνταξιν νομοσχεδίου γενικοῦ περὶ ὑποθήκης ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων· ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐπιτεύξεως τοιούτου νομοσχεδίου νομίζω ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Χαλκίδος, ἥτις νομίζω ὅτι συμβιβάζεται περισσότερον πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ πρὸς τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ἡ ὑποθήκη. Ἐὰν ἄλλη ὑποθήκη ἐστηρίχθη οὐχὶ πλέον ἐπὶ τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Σιδηροδρόμου καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἀποτελούντων μίαν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, τοῦτο οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιβαῖνον πρὸς τὴν διάταξιν, ἣν παρεδέχθημεν, τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Χαλκίδος. Δύναται καὶ τὸ ἓν σύστημα νὰ γείνῃ δεκτὸν καὶ τὸ ἕτερον· δὲν θὰ ὑπάρξῃ παντελῶς σύγχυσις, διότι τὸ ἓν σύστημα ἐφαρμόζεται εἰς μίαν ὑποθήκην καὶ τὸ ἕτερον εἰς ἑτέραν...
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλογεροπούλου καὶ τῆς προσθήκης τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.»
§93ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω μικρὰν παρατήρησιν. Καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καὶ ἐν ἄλλοις, ἅτινα ψηφίζονται, ἐπεκράτησεν ἀπό τινος χρόνου νὰ σημειῶται, ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ», Πρέπει νὰ λέγωμεν «ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως», διότι ἡ δημοσίευσις ἔχει ἔννοιαν ἄλλην· ἡ καταχώρισις ἐξαιρετικῶς φέρει τ’ ἀποτελέσματα τῆς δημοσιεύσεως. Λοιπὸν πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Πάντοτε οὕτως ἐγίνετο, ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ἐπεκράτησε νὰ τίθηται «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως».
§94Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι αἱ δύο φράσεις εἶναι ταυτόσημοι, διότι διὰ τῆς καταχωρίσεως ἐπέρχεται ἡ δημοσίευσις, καὶ ἐκ τῆς δημοσιεύσεως προκύπτει ἡ καταχώρισις.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζημία δὲν ἐπέρχεται, ἀλλ’ εἶναι ἀνακριβὴς ἡ λέξις.
§96Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ ἔποψιν λεκτικὴν εἶναι ἀκριβέστερον τὸ «καταχώρισις», ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Συμβουλίου καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ μονιμότητος τῶν λειτουργῶν αὐτῆς».
§98ΣΠΥΡ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοὐναντίον μάλιστα εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, κατ’ ἐπανάληψιν δὲ καὶ ἡμεῖς ὑπεβάλομεν καὶ ἄλλοι ὑπέβαλον νομοσχέδια περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἐπειδὴ ὅμως ὑπεβλήθησαν καὶ διάφοροι τροπολογίαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βοκοτοπούλου εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα συσταθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις ἐντὸς συντόμου προθεσμίας νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς.
§99Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἴπετε ὅτι δὲν εἶσθε κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐδεὶς βεβαίως ἐνταῦθα εἶναι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἔχῃ νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας, εὐχαρίστως δυνάμεθα νὰ τὰς συζητήσωμεν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὰς τροπολογίας αὐτοῦ καθὼς καὶ τὰς τροπολογίας τὰς ὑπὸ οἱουδήποτε ἄλλου διατυπωθησομένας θέλει ὑπευθύνως δεχθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν νομίσῃ ὅτι συμβάλλουσιν εἰς τὴν καλλιτέραν διατύπωσιν τοῦ θέματος. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ προβῶμεν νῦν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§100ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§101ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι μεταξὺ τῶν δύο τούτων προτάσεων κεῖται ἡ ἐπιτυχία. Εἴτε τὴν μίαν πρέπει νὰ δεχθῶμεν εἴτε τὴν ἑτέραν, ὅπως φθάσωμεν νὰ ψηφίσωμεν ἐπαρκῶς κατηρτισμένον νομοσχέδιον, ὅπερ, ἐὰν ψηφισθῇ, θ’ ἀποτελέσῃ ἀληθὲς εὐεργέτημα ἐν Ἑλλάδι. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ εἶναι ὀρθὸν, ἐν ταῖς λεπτομερείαις περιέχει πολλὰ ἀμελέτητα, περιέχει θεμελιώδεις ἐλλείψεις περὶ τὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ ὅσας ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου ἐκφερομένας, καὶ ἄλλας ὅσας δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξωσιν οἱ ὁμιλήσαντες. Ἔχει εὐτυχῶς ἐν ἑαυτῇ ἡ Βουλὴ ἀριθμὸν εἰδικῶν ἀνδρῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, σπανίως ἀπαντώντων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων· δυνάμεθα λοιπόν, μὴ ἀπολλύντες χρόνον, νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰς δυνάμεις, ἃς ἔχομεν ἐνταῦθα, ἴσως δὲ καὶ τῇ συμπράξει τοῦ προσώπου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θέλει ἐκλέξει ἐκ τῶν εἰδικωτέρων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ θέσει εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐν τῇ συσταθησομένῃ ἐπιτροπῇ, ἴσως ἐπετυγχάνομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, ἐὰν ἐψηφίζομεν αὐτὸ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ὅτι ἀπὸ τῆς ἐπιούσης ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ μελέτη τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις ἐντὸς τακτοῦ χρόνου ἤθελε φέρει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Εἶμαι καὶ ἐγὼ πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ἐπιδιώξωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ὡς ἔχομεν καθῆκον, βεβαίως τὸ ἔργον θὰ παρουσιάσῃ πολλὰς δυσχερείας, ἐνῷ, ἐὰν ἐπεξεργασθῇ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁπωσδήποτε ἄρτιον, ὅπερ θ’ ἀποτελέσῃ τὴν ἀφετηρίαν εἰς ψήφισιν καὶ ἄλλων νομοθετικῶν μέτρων χρησιμωτάτων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ ψηφίσωμεν τοῦτο εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ταύτην τὴν ἑσπέραν ἄνευ συζητήσεως, νὰ ἐπιφυλαχθῶσι δὲ νὰ ἀναπτύξωσι τὰς τροπολογίας των οἱ ὑποβαλόντες τοιαύτας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§102Λ. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Κυβέρνησις οὐδένα λόγον ἔχει νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς ἐπιτροπὴν· ὑποβάλλει μόνον τὴν παράκλησιν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιταχύνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπεξεργασίαν της, ἵνα κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισις νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα πάντες ἀναγνωρίζομεν. Παρακαλῶ ὅμως νὰ προβῇ νῦν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὥστε νὰ ὑπολείπηται μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς μόνον ἡ τρίτη ἀνάγνωσις.
§103ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§104Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι εἰλημμένον, ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, κατὰ μέγα τοὐλάχιστον μέρος αὐτοῦ, ἀπὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προετοιμάσει ὁ Σύλλογος τῶν καθηγητῶν ἐν συνεργασίᾳ μετά τινων τῶν κυρίων συναδέλφων, τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Κ. Παπαμιχαλοπούλου, τοῦ πρώην συναδέλφου κ. Χαραλάμπους Βοζίκη καὶ ἄλλων συναδέλφων. Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἡ δὲ ὑπηρεσία αὐτοῦ, θέλουσα νὰ συντάξῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἔλαβε κατὰ μέγα μέρος τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἐξ ἐκείνου. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ δεῖται βελτιώσεων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς μονιμοποιήσεως τέλος πάντων τοῦ κλάδου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅστις εἶναι ὁ σπουδαιότερος κλάδος τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς πάντας νὰ σπεύσωμεν ἄνευ πολλῶν συζητήσεων καὶ πολλῶν τροπολογιῶν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου κ. Δραγούμη, ἣν, ὡς εἶδον, ἀπεδέχθη καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἵνα ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ καταρτίσῃ δὲ ἀκολούθως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἥτις ἐν τακτῇ ἡμέρᾳ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ τὰς τροπολογίας, ἃς ἤθελε νομίσει ἀναγκαίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικώτερον καὶ τὸ συντελεστικώτερον, ὅπως δείξῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὴν διάθεσιν, ἣν ἀναμφιβόλως ἔχει νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§105Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει λόγον νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὁρίσῃ τὰ μέλη αὐτῆς ἐξ ὅλων τῶν πρώην Ὑπουργῶν τῆς Παιδείας, μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ καὶ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, διότι βεβαίως οὗτος θὰ ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἴδῃ τὸ ἔργον του ἐπιψηφιζόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ καθιστάμενον νόμον. Ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως ἡ τοιαύτη σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον αἱ ἐπὶ τοῦ θέματος ἰδέαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ συμπίπτουσι πρὸς τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ· ἀμφότεροι οὗτοι θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐκεῖ ἔγκειται ἡ δυσχέρεια. Ὁπωσδήποτε δὲν βλέπω διατὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ ἀναβληθῇ ἡ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Θὰ ἦτο ἴσως ὀρθότερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰς δικαιολογίας, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἂν κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον ἐπεξειργασμένον ὑπὸ τῆς συσταθησομένης ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ δέχεται ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, δὲν ἠξεύρω διατὶ δὲν θέλει νὰ δεχθῇ νὰ γένηται μὲν σήμερον ἡ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τοῦτο ἔχει, καὶ μεθαύριον νὰ γείνῃ ἡ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισις αὐτοῦ κατὰ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει εἰς αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπεξεργασίαν αὐτῆς.
§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ διπλῆ συζήτησις δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ τὴν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν θέτω ὡς ζήτημα· ἀλλὰ προκειμένου νὰ γείνῃ νέον νομοσχέδιον εἴτε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἴτε ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν διὰ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δώσωμεν καιρὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀντὶ μιᾶς, νὰ κάμῃ δύο συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νέου νομοσχεδίου, τὸ θεωρῶ συντελεστικώτερον εἰς τὴν καλλιτέραν καὶ τελειοτέραν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§107Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ, ἵνα παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἐπέλθῃ ἐπεξεργασία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἥτις θὰ διατυπώσῃ τὰς γνώμας, ἃς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐνταῦθα. Ἐὰν παραπέμψωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ διατυπώσωσι τὰς γνώμας ταύτας, καὶ τότε θὰ κυλίωμεν τὸν λίθον τοῦ Σισύφου, διότι πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν πάλιν ἀπέναντι τῶν παρατηρήσεων, ἃς ὑπέβαλεν εἴτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἴτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος εἴτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ καταρτισθῇ δὲ κατόπιν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἀκολούθως νὰ ὁρισθῇ προθεσμία δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθωσι καὶ ἐπεξεργασθῶσι τὸ νομοσχέδιον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταρτίζω λοιπὸν τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις, θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀπὸ τοὺς ἑξῆς κ. κ. βουλευτάς: Κ. Καραπάνον, Σπ. Στάην, ΑΘ. Εὐταξίαν, Δ. Βοκοτόπουλον, Στέφ. Δραγούμην, Κ. Ι. Ἀγγελόπουλον, Φ. Νέγρην, Α. Ζυγομαλᾶν...
§109Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λ. Μομφερρᾶτον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λ. Μομφερρᾶτον, Θ. Φαρμακόπουλον...
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ἀπὸ τόσους πολλούς.
§112Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταρτίσητε τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Οὕτως εἰς ταύτην θὰ λάβωσι μέρος ὁ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κύριοι Εὐταξίας, Στάης, Μομφερρᾶτος, Δραγούμης, Ζυγομαλᾶς, Καραπᾶνος, Φαρμακόπουλος κλπ. Ὁπωσδήποτε δὲν πρέπει νὰ ἦναι πολυμελὴς ἡ ἐπιτροπή, διότι ἄλλως ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ συνάντησις τῶν μελῶν αὐτῆς ἐπὶ τούτῳ θὰ ἦναι δυσχερής. Ὁ κ. Φαρμακόπουλος ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ μὴ θέλῃ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, ἐκπροσωπεῖ τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας καὶ βεβαίως καὶ τὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας ὡς μέλους αὐτῆς.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ θ’ ἀποτελεσθῇ ἐξ ὅλων τῶν πρώην Ὑπουργῶν τῆς Παιδείας. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἦναι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε κανονικόν.
§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ νὰ μὴ δοθῇ ἡ πλειονοψηφία εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, σᾶς παραχωρῶ ἐγὼ μίαν θέσιν, μὴ λαμβάνων μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§115ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Ὄχι, ὄχι, δὲν εἶναι δυνατόν· πρέπει νὰ λάβητε μέρος.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Εὐταξία· νὰ μείνητε· εἶναι ἀπαραίτητος ἡ συμμετοχή σας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§117Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταρτισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κοινοβουλευτικῶς καὶ κατὰ τὸν Κανονισμόν, δηλαδὴ μὲ πλειονοψηφίαν ἐν αὐτῇ ἐκ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ καταρτισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ λόγον οὐ μόνον τῆς εἰδικότητος, ἀλλὰ καὶ τοῦ φιλοπόνου τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ συμπράξωσι καὶ συνεργασθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§118Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ὁ κ. Βοκοτόπουλος, κύριε Πρόεδρε, νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις, νὰ περιληφθῶσι μόνον οἱ πρώην Ὑπουργοὶ καὶ νὰ μὴ περιληφθῇ καὶ ὁ κ. Βοκοτόπουλος;
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ προέτεινεν ἡ Βουλή.
§120Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πολὺ καλά· καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ κύριος Βοκοτόπουλος.
§121Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ βάλητε καὶ τοὺς μέλλοντας Ὑπουργοὺς (ἱλαρότης).
§122Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐμαυτοῦ· ὁμιλῶ περὶ τοῦ κυρίου Βοκοτοπούλου, ὁ ὁποῖος κατέγινεν εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, λαβὼν μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις μετὰ τοῦ Συλλόγου τῶν καθηγητῶν κατήρτισε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ μέρος.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Βοκοτόπουλος εἶναι κατάλληλος· βεβαίως εἶναι κατάλληλος εἴπερ τις καὶ ἄλλος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν...
§124Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶδον ἄλλον νὰ συντάξῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον, ὡς ὁ κ. Βοκοτόπουλος.
§125ΣΠΥΡ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ κ. Βοκοτόπουλος, διότι θὰ ἦναι χρησιμώτατος εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§126Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον θὰ ἦναι καὶ ὀλιγωτέρα ἡ συζήτητις ἐν τῇ Βουλῇ.
§127Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, δὲν δέχομαι.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐπιτροπὴν κατήρτισεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός.
§129Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπὴν, βεβαίως δὲν ἐσκόπουν ἐγὼ διὰ τῆς προηγουμένης ὁμιλίας μου παρὰ νὰ ὑποδείξω εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπράξωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκεῖνοι τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες ἔχουσιν ὡρισμένας ἰδέας ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, θὰ συγκροτηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, παρακαλῶ δὲ, ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως νὰ ὁρίσητε τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπήν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐδέχθην ὅ,τι εἴπετε ὑμεῖς· ἡ ἐπιτροπὴ δηλαδὴ ν’ ἀποτελεσθῇ ἐκ τῶν πρώην Ὑπουργῶν τῆς Παιδείας.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§132ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, εἰς τὴν συσταθησομένην ἐπιτροπὴν νὰ παραπέμψῃ ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Δερλερὲ, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διδασκαλείου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θ’ ἀποτελεσθῇ ἐξ ἐκείνων τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα διετέλεσαν Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δέχεται, ἑπομένως τὴν ἐπιτροπὴν καταρτίζω ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Καραπάνου, Στάη, Ἀθ. Εὐταξία, Μομφερράτου, Ζυγομαλᾶ, Γ. Θεοτόκη, Θ. Φαρμακοπούλου καὶ Σκουλούδη. Τώρα θ’ ἀναγνωσθῇ τυπικῶς καὶ θὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μείνῃ πρὸς συζήτησιν ἡ τρίτη ἀνάγνωσις αὐτοῦ μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεξεργασίαν του. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–13). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκονται).
§134ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἐν τῇ διατυπώσει τῶν ἀφορώντων τὸ νομοσχέδιον διορθωθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι ἐν αὐτῷ ἀτέλειαι.
§135ΠΟΛΛΟΙ. Θὰ διορθωθῶσι.
§136ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ συμβουλευθῇ νομικοὺς διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὑπάρχουσί τινες διατάξεις αὐτοῦ, αἵτινες ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως εἶναι τερατώδεις.
§137Λ. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐὰν ἦσθε ἐδῶ προηγουμένως, θὰ ἐγνωρίζετε ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς καταλέγεται καὶ ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν διακεκριμένων νομικῶν μας, καὶ ἑπομένως θὰ δώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων.
§138ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν τὸν βλέπω ἐδῶ· ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, πρέπει νὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νὰ λάβητε μάλιστα καὶ τὴν πρωτοβουλίαν.
§139ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ στείλητε καὶ εἰς ἐμὲ ὅλας τὰς τροπολογίας, αἵτινες ὑπεβλήθησαν, ὑμεῖς δὲ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ καλέσητε τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα συνέλθῃ αὔριον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς καλέσω· θὰ συνέλθητε μόνοι σας.
§142ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ εἶσθε καὶ ὑμεῖς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ λάβω μέρος, διότι ἔχω ἄλλας ἀσχολίας ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§144Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἐπιμένει βεβαίως νὰ ψηφίσῃ τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ δεχθῇ νὰ ψηφίσῃ ἀπόψε καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 15 καὶ 20 τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας εἰς τοὺς Ὀθωμανούς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς λειτουργίας τῶν δύο ἐκ τῶν τεσσάρων ἐν τῷ Κράτει λειτουργούντων Διδασκαλείων». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§147Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 83.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τέλους χαρτοσήμου διὰ τὰς παρὰ τοῖς ταμιευτηρίοις τῶν Τραπεζῶν καταθέσεις καὶ ἀπολήψεις». (Γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προταχθῶσιν ὅσα ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐψηφίσθησαν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν· κατόπιν τούτων τὰ ὑπ’ ἀριθ. 19 καὶ 20, καὶ ἔπειτα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42· κατὰ τὴν σειρὰν δὲ τῶν νομοσχεδίων τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος νὰ ἔλθωσι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 75, 79, 80, 81, 82 καὶ 84, καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 44.
§150Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 47, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§151Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔλθωσι τὴν Δευτέραν ἐγκαίρως, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 5 καὶ 30′. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)