| 2146 | Κληρούμενοι ἀριθμοὶ | Ποσὰ ἀμοιβῶν | ||
| 2147 | ||||
| 2148 | 1ος δραχμαὶ | 100,000 | 100,000 | |
| 2149 | 2ος » | 25,000 | 25,000 | |
| 2150 | 3ος » | 10,000 | 10,000 | |
| 2151 | 3 ἑπόμενοι πρὸς δραχμὰς | 5,000 | 15,000 | |
| 2152 | 5 » » » | 1,000 | 5,000 | |
| 2153 | 411 » » » | 1,000 | 41,100 | |
| 2154 | 578 » » » | 50 | 28,900 | |
| 2155 | 1000 | 225,000 |
1905.07.01
2.616 στίχοι · 19.985 λέξεις · 1 πίνακας · 191 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
τῆς 1 Ἰουλίου 1905.
(Παρασκευή)
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δουραλῆ τοῦ δήμου Ἕλους τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ κατασκευῆς προχώματος ἄνωθεν τοῦ χωρίου των, εἰς τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα, πρὸς προστασίαν τοῦ χωρίου ἀπὸ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ. Ὁ δήμαρχος Ἐμπορείου τῆς Θήρας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος σύμβασις. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΨΠΑʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1901 περὶ κατασκευῆς δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 294). Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Βελέντζας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον ΒΧʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ἐξ συνεργείων καὶ τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΦϞΘʹ τῆς αὐτῆς χρονολογίας θέσεων λογιστῶν καὶ ὑπολογιστῶν». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἐσόδων ἐκ τελωνιακῶν δασμῶν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τρ. ἔτους, ὡς καὶ τὴν κατάστασιν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 μέχρι τέλους Μαΐου 1905. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1905 μέχρι τέλους Μαΐου, ἂν ἦναι αὕτη ἑτοίμη, ἄλλως μέχρι τέλους Ἀπριλίου.»
§2Γ. ΛΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δουραλῆ παρακαλοῦσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε, νὰ κατασκευασθῇ πρόχωμα ἄνωθεν τοῦ χωρίου των καὶ πρὸς τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα, ἵνα προστατεύῃ αὐτὸ ἀπὸ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ. Κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα ἕνεκα τῆς μεγάλης πολυομβρίας ὁ ποταμὸς Εὐρώτας ὑπερεξεχείλισε καὶ κατέστρεψεν ὅλα τὰ σπαρτὰ τοῦ χωρίου. Παρακαλοῦσι λοιπὸν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δουραλῆ καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῶν πτωχῶν αὐτῶν κατοίκων, διότι, ἐὰν δὲν ληφθῆ μέριμνα, ἐπερχομένου τοῦ χειμῶνος, εἶναι φόβος οὐχὶ μόνον νὰ καταστραφῶσιν αἱ σποραί, ὡς ἐκ τῆς ὑπερεκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ, ἀλλ’ ἴσως θὰ ἔχωμεν καὶ ἀνθρώπινα δυστυχήματα, ἐὰν συμβῇ μάλιστα πλήμμυρα ἐν καιρῷ νυκτός. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατασκευασθῇ μικρόν τι πρόχωμα, τὸ ὁποῖον δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ καὶ μεγάλην δαπάνην, ἵνα προστατευθῶσιν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω, ὅπως οἱ κάτοικοι τοῦ αὐτοῦ χωρίου, τῶν ὁποίων τὰ εἰσοδήματα κατεστράφησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐκ τῶν πλημμυρῶν, ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Περὶ τοῦ δικαίου τῆς αἰτήσεως ταύτης δύναται νὰ βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.
§3ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δουραλῆ τοῦ δήμου Ἕλους εἶναι δικαιοτάτη· ὅτι δὲ εἶναι δικαιοτάτη, δύναται νὰ κρίνῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἐπεσκέφθη τὸ χωρίον τοῦτο, τὸ κείμενον εἰς τὰς ἐκβολὰς τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ συμβῶσι πολυομβρίαι οὔτε χιόνες πολλαί, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἵνα τὸ χωρίον τοῦτο κατακλυσθῆ πανταχόθεν ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Μικρὰ δαπάνη, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν κατασκευὴν προχώματος εἰς τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα, θὰ σώσῃ οὐχὶ μόνον τὴν περιουσίαν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ζωὴν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὑποθέτω καὶ πιστεύω, ὅτι, ἐν τῇ μερίμνῃ του ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ καλοῦ, θὰ θελήσῃ νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς σωτηρίαν τοῦ χωρίου Δουραλῆ.
§4Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΑΓ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§6Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλαὶ πολλάκις ἐγένοντο ἐπερωτήσεις καὶ συστάσεις ἐν τῷ παρελθόντι περὶ διευθετήσεως τῶν χειμάρρων τῶν διασχιζόντων τὸ Ἀργολικὸν πεδίον, διότι τὰ ὕδατα αὐτῶν πλημμυροῦντα καταστρέφουσιν ὁλόκληρα χωρία, ἡ ζωὴ δὲ τῶν κατοίκων διατρέχει κίνδυνον, καὶ αἱ περιουσίαι αὐτῶν καταστρέφονται. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις εἶχε διατάξει μελέτην, ἀλλ’ ἡ μελέτη αὕτη κατέδειξεν ὅτι ἤθελε χρειασθῆ πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων τούτων ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἕνεκα τούτου τὰ ἔργα ταῦτα ἐγκατελείφθησαν. Ἀλλὰ νῦν δὲν πρόκειται περὶ τοσούτου ποσοῦ. Σήμερον εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συμπολίτης μου κατέδειξε, νὰ διαταχθῇ μελέτη πρὸς κατασκευὴν ἔργων διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ τοσούτου, ὥστε νὰ δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτὸ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἵνα ὅμως ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ εὐθὺς ἀμέσως ἡ μελέτη τῆς ἐργασίας. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὸν οἰκεῖον μηχανικόν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν μελέτην ταύτην.
§7ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ γνωρίζω τὸ μέγεθος τῶν καταστροφῶν, αἵτινες ἐπέρχονται εἰς τὰς παρὰ τοὺς χειμάρρους τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου γαίας ἐκ τῶν κατακλυζόντων αὐτὰς ὑδάτων, νομίζω ὅτι τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἤθελε παραδεχθῆ νὰ κάμῃ τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ πρέπει νὰ κάμῃ αὐτά, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν ἄνευ μὲν ζημίας τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς ὠφέλειαν μάλιστα αὐτοῦ, δύναται δὲ μετὰ μελέτην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, πρὸς κάλυψιν δὲ τῆς δαπάνης, ἢ μέρους αὐτῆς, νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς παρὰ τοὺς χειμάρρους ἰδιοκτήτας γαιῶν μὲ μέρος τῆς πρὸς τοῦτο δαπάνης. Εἶναι δὲ οἱ ἰδιοκτῆται πρόθυμοι νὰ ὑποστῶσι, κατὰ δόσεις βεβαίως, τὴν πληρωμὴν μέρους τῶν δαπανῶν τούτων. Θὰ ἦναι δὲ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων ἐπωφελὴς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, διότι εἰς τὸ Ἀργολικὸν πεδίον τὸ Δημόσιον ἔχει πολλὰς ἐκτάσεις ἐθνικῶν γαιῶν, αἵτινες σήμερον κατακλύζονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῶν χειμάρρων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχουσιν ἀνάλογον ἀξίαν, ὡς ἐκ τούτου δὲ τὸ Δημόσιον ἐκμισθοῖ αὐτὰς πρὸς 10 μόνον δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἐνῷ κατασκευαζομένων ἔργων τινῶν θὰ πολλαπλασιασθῇ ἡ ἀξία τῶν γαιῶν τούτων, καὶ ἑπομένως καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ περισσότερα ἐκ τῆς ἐκμισθώσεως αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι, ὡς εἶπον, πλὴν τῶν ζημιῶν, ἃς οἱ ἰδιῶται κτηματίαι ὑφίστανται ἐκ τῶν πλημμυρῶν, ὑφίσταται τοιαύτας καὶ τὸ Δημόσιον. Φρονῶ δέ, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον σχετιζόμενον μὲ τὴν δαπάνην, ἥτις θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἐν τῷ Ἀργολικῷ πεδίῳ. Ἐὰν δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθορισθῇ ὅτι ἡ δαπάνη τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων θὰ βαρύνῃ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν παρακειμένων τοῖς χειμάρροις γαιῶν, τὸ πρᾶγμα θὰ γείνῃ καλλίτερον.
§8Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Μετὰ τὰς πρώτας βροχὰς τοῦ παρελθόντος φθινοπώρου ὁ παρακείμενος τοῦ Ξηροχωρίου ποταμὸς Ξηριᾶς, ὅστις εἶναι χείμαρρος ὁρμητικώτατος, εἰσώρμησεν ἐντὸς τῆς πόλεως, κατέκλυσε τὰ πέριξ αὐτῆς κτήματα, παρέσυρε ζῷα, περιήγαγε δὲ εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν τὴν ζωὴν τῶν κατοίκων. Τῶν δυστυχημάτων τούτων ἔλαβε γνῶσιν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῇ φιλοτίμῳ μερίμνῃ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Πετσάλη διετάχθη καὶ ἐγένετο ἡ ἁρμοδία μελέτη περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι, προϋπελογίσθη δὲ καὶ ἡ δαπάνη, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐγίνετο ἡ ἐκτέλεσις τῆς μελέτης, εἰς δραχμὰς 24,000. Ἔκτοτε τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ καὶ περὶ τούτου σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ ἐπιδιωχθῇ ἡ ταχίστη ἐπιψήφισις αὐτοῦ, ἵνα κατασκευασθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα τεχνικὰ ἔργα πρὸς παρεμπόδισιν τῆς καταστροφῆς τῆς πόλεως. Διότι, ἐὰν τὰ ἔργα ταῦτα δὲν κατασκευασθῶσιν ἐντὸς τοῦ θέρους, τὸν ἐρχόμενον χειμῶνα ἀσφαλέστατα ἡ πόλις τοῦ Ξηροχωρίου θὰ διατρέξῃ τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ τὴν κατασκευὴν τῶν εἰρημένων ἔργων.
§9Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶχον παρασκευάσει νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ὑδραυλικῶν ἔργων ἐκ δραχμῶν 96,826.07». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐλπίζω δέ, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς συστάσεις τὰς γενομένας ἄρτι ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων. Παρακαλῶ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ τυπωθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 295).
§11Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ πρῶτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τῶν ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κρατήσεων τῶν ἀξιωματικῶν». Εἶναι νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ στρατοῦ. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ προσθέτου διατάξεως εἰς τοὺς διέποντας τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νόμους». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Φυλῆς ὀφειλομένου ποσοῦ πρὸς κατασκευὴν βραχίονος ἐν τῇ παραλίᾳ τοῦ δήμου τούτου».
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 296–298). Ὁ βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Ι. Ἀντωνόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ἡραίας ὀφειλομένου ποσοῦ διὰ τὴν διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου τούτου». Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 299). Ὁ κύριος Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§15ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κατὰ τύχην, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς δὲν παρέτυχον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ δὴ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμης συνάδελφος ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπερωτήσῃ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων, ἀφορώντων τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως, καὶ δὴ τὸν δῆμον Φαλαισίας τῆς ἐπαρχίας ταύτης διὰ διάφορα ὄργια, τὰ ὁποῖα δῆθεν διαπράττουσιν ἐκεῖ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Καὶ παρέστησε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Φαλαισίας, καὶ ἰδίως εἰς τὸ χωρίον Δυρράχιον, ἔχουσι τοποθετηθῆ καὶ ὑπηρετοῦσιν ἀστυφύλακες ἐντόπιοι. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον, καθόσον τὴν ἀστυνομίαν τοῦ δήμου Φαλαισίας διευθύνει ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν τῷ στρατῷ, ὁ ἀξιωματικὸς Ι. Βίκος, τὸν ὁποῖον γνωρίζουσι πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πυλίας, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης καὶ ἄλλοι, οἵτινες δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι περὶ αὐτοῦ, ὁ ἀξιωματικὸς δὲ οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβαίνῃ τὸν νόμον. Παρέστησεν εἶτα εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμης συνάδελφος, ὅτι τὸ ταχυδρομεῖον καὶ τηλεφωνεῖον τὸ ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας διευθύνει ὁ αὐτόθι δημοδιδάσκαλος, ὅστις εἶναι ἐντόπιος καὶ ἀποσφραγίζει δῆθεν τὰς ἐπιστολὰς καὶ ἐν γένει διεξάγει τὴν ὑπηρεσίαν πλημμελῶς, δι’ ὃ καὶ ἐπιστολαὶ ἐξ Ἀμερικῆς συστημέναι ἀπωλέσθησαν ἢ ἀπεσφραγίσθησαν, καὶ ὅτι διαπράττει διάφορα ὄργια. Καὶ τούτου οὐδὲν ἀνακριβέστερον. Ἂν ὁ δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Μανουσόπουλος, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ ταχυδρομεῖον καὶ τηλεφωνεῖον, εἶναι ἐντόπιος, τοῦτο οὐδὲν ἐνέχει τὸ ἄτοπον. Ὁ δημοδιδάσκαλος οὗτος, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον ἦτο πολιτικὸς φίλος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς πληροφορίας ταύτας παρέσχον πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σάμης συνάδελφον, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο παρίστατο ὑπ’ αὐτῶν, ὅτι ἦτο δημοδιδάσκαλος περιωπῆς, καὶ ὄντως εἶναι τοιοῦτος, τώρα δὲ, ὅτε πρὸ ἑνὸς ἔτους ἔπαυσε νὰ ἦναι πολιτικὸς φίλος αὐτῶν, γενόμενος πολιτικὸς φίλος ἄλλων, τώρα βεβαίως ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς μετεβλήθη ἐντελῶς καὶ διαπράττει ὄργια! Παρέστησεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Σάμης, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας, καὶ ἰδίως ἐν τῷ χωρίῳ Δυρραχίῳ, ἔνθα ὑπάρχει ἀστυνομικὸς σταθμὸς, οἱ συμπολῖταί μου Δυρραχῖται, τῇ ἀνοχῇ τῶν ἐντοπίων ἀστυφυλάκων, ὑλοτομοῦσιν ἄνευ ἀδείας καὶ κατέστρεψαν μὲν τὸ δάσος Νεοχωρίου καὶ Ρεκίτσης, ἔχουσι δὲ σεσωρευμένην ἐντὸς καὶ πέριξ τῶν οἰκιῶν των τὴν ξυλείαν. Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ ὅτι εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ. Ἀλλ’ ἡ πλάνη αὐτοῦ εἶναι φυσική· δὲν πταίει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι οὕτω παρέστησαν πρὸς αὐτὸν οἱ ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας φίλοι του δι’ ἐπιστολῶν πρὸς αὐτόν, ὡς εἶπε καὶ ὡς ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Βεβαιῶ τὸν κύριον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὸν ἐν τῷ χωρίῳ Δυρραχίῳ ἀστυνομικὸν σταθμὸν ὑπηρετεῖ ὡς σταθμάρχης ὁ Δημήτριος Πεφάνης, καταγόμενος ἐκ τοῦ δήμου Ἀλαγονίας τῶν Καλαμῶν, ὡς δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Καλαμῶν συνάδελφοι, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ προσθέσω περὶ τούτου. Κατήγγειλεν ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐν τῷ χωρίῳ Σαμαρᾷ ἀστυνομικὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας Φαλαισίας ἐντόπια ἐπετέθησαν ἀθεμίτως κατὰ γυναικῶν, αἵτινες ἀπέκρουσαν αὐτὰ διὰ τῆς βίας. Εἶναι εὔκολον, κύριε Πρόεδρε, νὰ λαμβάνῃ τις μίαν ἐπιστολὴν παρὰ διαφόρων φίλων του, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ γράφωνται ὅσα γράφονται ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς, τὰς ὁποίας λέγει ὅτι ἔλαβεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ταῦτα ν’ ἀπαγγέλλῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὡς γεγονότα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι συνάδελφος, οἷος ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Σάμης Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ νὰ ἦναι ἐκ τῶν ἐγκρίτων καὶ ἐπιφανῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἔπρεπε τόσον εὐκόλως νὰ δίδῃ πίστιν εἰς τοιαύτας ψευδεστάτας καὶ ἀνειλικρινεῖς πληροφορίας. Ἐπληροφόρησεν ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος τὴν Βουλήν, ὅτι φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι οὐ μόνον μένουσιν ἀκαταδίωκτοι, ἀλλὰ καὶ περιφέρονται μετ’ ἀστυφυλάκων. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ εἶχον διακοπῆ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, εἶχον κατέλθει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἐκεῖ δὲ εὗρον ἀστυνομικὸν ἀπόσπασμα ἐκ δέκα εὐζώνων, διευθυνόμενον ἀπὸ ἕνα ὑπενωμοτάρχην, ὅστις εἶχε διαταγὴν νὰ περιέλθῃ τὸν δῆμον Φαλαισίας, διότι εἶχεν ἡ ὑπηρεσία πληροφορίας, ὅτι εἶχον εἰσβάλει φυγόδικοι, συνδεόμενοι ἀκριβῶς μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πληροφοροῦσι τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ ὅτι μεταβάντες εἰς τὸ χωρίον Σαμαρᾶ καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἀθ. Γιαννοπούλου καὶ λαβόντες διαφόρους πληροφορίας διηυθύνθησαν πρὸς τὸ ἀνατολικῶς τοῦ χωρίου τούτου κείμενον ἕτερον χωρίον Ἄκοβον, τὸ γειτνιάζον μετὰ τῆς Σπάρτης καὶ τῶν Καλαμῶν. Τὴν συνδρομὴν τῶν φυγοδίκων ἐκείνων, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ παρασχόντες τὰς πληροφορίας εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐπικαλοῦνται, προσκαλοῦντες αὐτοὺς, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν των· τὴν ἐπικαλοῦνται ἰδίως κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ μεταχειρίζονται τοὺς φυγοδίκους αὐτοὺς, ἵνα πιέζωσι τοὺς μὴ φίλα αὐτοῖς φρονοῦντας καὶ ἀναγκάζωσιν αὐτοὺς νὰ μεταβάλλωσι τὸ ἐκλογικὸν αὐτῶν φρόνημα· τοὺς ἔφεραν δὲ καὶ εἰς τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν συμπλοκὴν, ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς τὸ χωρίον Γαρδίκιον τοῦ δήμου Ἀμφείας, ὁπόθεν μετὰ τοὺς φόνους, οὓς ἐκεῖ διέπραξαν, οἱ φυγόδικοι μετέβησαν εἰς τὸν δῆμον Φαλαισίας καὶ ἠπείλουν τοὺς φίλους ἡμῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαμῶν συνάδελφον κ. Δαγρὲν, ὅστις ἐκ γεωγραφικῆς καταγωγῆς (ἱλαρότης) εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν φυγοδίκων τούτων. Διὰ νὰ βεβαιωθῇ δὲ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμης συνάδελφος εἰς ὁποίας οὗτος ἀνακριβείας περιέπεσεν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἐν τῇ ἐπερωτήσει του, ὑποβάλλω ἐγὼ ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀποδειχθῇ, τίς εἶναι ἐν τῷ ἀστυνομικῷ σταθμῷ Δυρραχίου τῆς Φαλαισίας σταθμάρχης, καὶ ἂν ἀστυνομικὰ ὄργανα ἦσαν τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. συνάδελφος καταγγέλλει ὅτι παρεξετράπησαν ἐν τῷ χωρίῳ Σαμαρᾷ, ἢ τὸ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον δικαίως μετέβη ἐκεῖ πρὸς καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ζητουμένας πληροφορίας, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων ἐνεχόντων σπουδαιοτάτην ἔννοιαν δὲν πρέπει τόσον εὐκόλως νὰ παρασύρηται, δίδων πίστιν εἰς ψευδεῖς πληροφορίας καὶ ἀνακοινῶν αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§16ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐβεβαίωσά τι, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀνήγγειλα, τί καταγγέλλουσιν ἐκεῖθεν δι’ ἐπιστολῶν, καθ’ ὃ δὲ εἶχον καθῆκον προὐκάλεσα ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, δυστυχῶς οὐχὶ πάντες ἔχομεν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων καὶ χρεῶν ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ βλέπομεν ἀπό τινων ἡμερῶν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἑκάστης ἐπαρχίας, ὅταν καταγγέλληταί τι ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφορῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ᾖναι κυβερνητικὸς, φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἀπαντᾷ αὐτός. Ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐβεβαίωσα τίποτε, ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ τριῶν ἐπιστολῶν μοὶ ἀνεφέροντο ἐκεῖθεν τὰ γεγονότα ταῦτα, διετύπωσα αὐτὰ, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἀφαιρέσας προηγουμένως ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὑπερβολικὰ, καὶ προεκάλεσα ἐπ’ αὐτῶν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεγαλοπόλεως, ἔπρεπε νὰ δώσουν, καὶ θὰ τὴν δώσουν βεβαίως, οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ, καὶ τοιοῦτοι εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἀμφοτέρων τῶν Ὑπουργῶν τούτων ὑπάγονται τὰ καταγγελθέντα γεγονότα. Τὸ νὰ προκαλῆται ὅμως συζήτησις μεταξὺ Βουλευτῶν περὶ γεγονότων ἀφορώντων εἰς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ἀποτελεῖ ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀκούει τὰς τοιαύτας συζητήσεις. Ἐγὼ, ὡς Βουλευτὴς, ἔχω καθῆκον, ὅταν μοὶ καταγγέλλωνται παρανομίαι ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἄγνωστοι, νὰ προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ κατάγωμαι ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ τὰ καταγγελλόμενα διεπράχθησαν· ἀρκεῖ ὅτι ἐκεῖθεν διὰ τριῶν ἐπιστολῶν ζητοῦσι παρ’ ἐμοῦ νὰ φέρω ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. Πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ὅλα τὰ καταγγελλόμενα ἀληθῆ· ἐὰν ὅμως ἦναι ἀληθῆ ταῦτα, τότε θὰ διαψεύσωσι τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, νομίζω, οὗτος νὰ μὴ δεχθῶ ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἡ διάψευσις αὐτοῦ πρὶν ἢ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἀπαντήσωσιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου.
§17Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Δώδεκα φυγόδικοι ἐπίφοβοι...
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικὸν εἶναι;
§19Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα, σχετικόν... Δώδεκα, λέγω, φυγόδικοι ἐπίφοβοι, κατηγορούμενοι διὰ τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις τὰς λαβούσας χώραν κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, περιεφέροντο καὶ περιφέρονται ἐλεύθεροι καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος συναδέλφου κ. Ζέρβα. Δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν προεκάλεσα συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἐζήτησα ν’ ἀποσταλῶσι στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα καὶ καταδιωχθῶσιν αὐστηρῶς οἱ φυγόδικοι οὗτοι. Λυποῦμαι δὲ, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὗτοι οὐδεμίαν καταδίωξιν ὑπέστησαν. Ὁ πραγματικὸς δὲ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου οἱ φυγόδικοι οὗτοι δὲν καταδιώκονται, εἶναι, ὅτι συνδέονται διὰ στενωτάτης φιλίας μετὰ διαφόρων πολιτευομένων, οἵτινες προστατεύουσιν αὐτοὺς ἀπὸ πάσης καταδιώξεως, καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν συνδρομὴν αὐτῶν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἑκάστοτε ἐκλογῶν, ἵνα ἐνισχύωνται κομματικῶς, τὰ δὲ ἀποσπάσματα, χάριν τῶν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι προστατεύουσι τοὺς φυγοδίκους αὐτοὺς, δὲν θέλουσι νὰ τοὺς καταδιώξωσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ φυγόδικοι οὗτοι εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ζέρβα καὶ μετεχειρίσθησαν μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν συνάδουσι πρὸς ὁμαλὰς περιστάσεις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ διατάξῃ τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν τῶν εἰρημένων φυγοδίκων. Εἶναι φυγόδικοι ἐπικίνδυνοι, ὀφείλει δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς νὰ καταδιωχθῶσιν ἀπηνῶς καὶ συστηματικῶς οἱ φυγόδικοι οὗτοι, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ σύλληψις αὐτῶν, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα οὐχὶ εὐχάριστα.
§20ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, διότι ὁ κ. Δαγρὲς ἐν τῇ ἀγορεύσει του πολὺ ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος φυγόδικοι συνδέονται μετὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἅμα τῇ ἐμφανίσει τοῦ ἀποσπάσματος ἐνεργοῦσι καὶ ἐξουδετεροῦσι τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, εὐθὺς ὡς τὸ ἀπόσπασμα ἐνεφανίσθη εἰς τὸ χωρίον Σαμαρᾶ καὶ κατεδίωξε τοὺς φυγοδίκους, ἀπεστάλη πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τηλεγράφημα ἐκεῖθεν, ὅτι δῆθεν τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα κατέστρεψαν τὸν τόπον, καὶ ἐβίασαν γυναῖκας καὶ ἄλλα ψευδέστατα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀκούων τις φρίττει. Ἔλαβον ἐκεῖθεν γνῶσιν τούτων, καὶ ἀμέσως ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ γράψω ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διαψεύδων τὰ καταγγελλόμενα κατὰ τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος, ὡς ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Εἶχε δίκαιον λοιπὸν ὁ κ. Δαγρές, εἰπὼν ὅτι οἱ φυγόδικοι δὲν καταδιώκονται, διότι ὑποστηρίζονται.
§21ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τῶν Βουλευτῶν.
§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν Βουλευτής. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην καλῶς νὰ ἐννοήσω περὶ τίνος ἀκριβῶς πρόκειται καὶ περὶ τίνος σχέσεως πρόκειται· ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ θέλουσιν ἀμειλίκτως καταδιώξει τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους, ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς τὰ παριστᾷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής.
§23ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι ἀληθέστατον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι τὸ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα κατεδίωξε καὶ κατέστρεψε τοὺς φυγοδίκους ἐν Μεγαλοπόλει.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§25Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος προανήγγειλε προχθὲς τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἀνέβαλε διὰ τὴν σήμερον. Ἐὰν σκοπὸς τῆς αἰτήσεως τοῦ λόγου ἦναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν ὑπόμνησιν. Βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀπόλυτον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε Βουλευτήν, ἵνα διατυπώσῃ οἱανδήποτε θέλῃ ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἐπερωτώντων ἐπὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτη ἐπερώτησις, οἵα ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος. Γινώσκων τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα κάλλιον παντὸς ἑτέρου, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ ἱκετεύσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακεδαίμονος νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Διότι οἱοσδήποτε ὑπαινιγμός, οἱαδήποτε συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ζημιώσῃ εἰς τὰ καιριώτατα αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εὑρισκόμεθα εἰς στιγμὴν πολὺ κρίσιμον διὰ τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Θὰ παρακαλέσω δέ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ θὰ ἱκετεύσω ἐν ἀνάγκῃ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακεδαίμονος καὶ οἱονδήποτε ἄλλον νὰ ἀναβάλῃ εἰς ὑστέραν συνεδρίασιν τὴν ἐπερώτησίν του.
§26Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προετιθέμην πρὶν ἢ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἤκουσεν ἡ Βουλή, νὰ λάβω μετὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφον τὸν λόγον, ἵνα εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ, λυποῦμαι δέ, διότι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο τοσοῦτον κατηγορηματική, καὶ διετυπώθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἔχω, νὰ μὴ εἰσακούσω τὰς ἱκεσίας αὐτοῦ, —διότι καὶ αὐτὴν τὴν λέξιν μετεχειρίσθη ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, —ἀδυνατῶ νὰ πράξω τοῦτο, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ὑποχωρήσω, ὅπως ὑπεχώρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος, μολονότι ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν συζήτησιν περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ τελουμένων· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη μέχρι τοῦ νὰ ἱκετεύσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, εὔχομαι δὲ εἰς τὸν Θεὸν, ἵνα μὴ αἱ ὑποχωρήσεις ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, ἵνα μὴ οἱ δισταγμοὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἀποβῶσιν εἰς βλάβην τοῦ ἔθνους.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§29Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων, εἶχον ἀπόφασιν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος· ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως οὐδεὶς ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς συζητήσεως. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σιωπήσῃ παρὰ μόνον ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οὓς ἔθετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ὅταν νομίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δύναται νὰ γείνῃ περὶ τούτου συζήτησις, παράσχῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς ἐν σχέσει πρὸς ζήτημα τοσοῦτον φλέγον καὶ τοσοῦτον ἐνδιαφέρον ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμόν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καρπετόπουλος.
§31Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ ἡ γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους εἶναι γνωστὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις διαφόρως, ἢ ὅπως ἀποδίδει εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ὅτι σκεπτόμεθα. Ἕν μόνον ἔχω καθῆκον, νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐδίστασεν εἰς τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, ἡ Κυβέρνησις πάντοτε ἠκολούθησε πορείαν ὑπαγορευομένην ὑπὸ τῶν ἀπαραγράπτων συμφερόντων τοῦ ἔθνους.
§32Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι φαίνεται ὅτι ἐν τῇ συγκινήσει, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατελήφθην τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν κατώρθωσα νὰ διατυπώσω σαφῶς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου, καὶ παρεξηγήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶπον, οὐδὲ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς ἐπολιτεύθη ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι καθόλου. Εἶπον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην καὶ τὴν παράκλησιν νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ συνεπείᾳ τῆς σαφοῦς ταύτης προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος ἀπέσυρε τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ ἐγὼ παρῃτήθην τοῦ λόγου. Λυποῦμαι δὲ, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν, ὡσανεὶ προεκάλει τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε ν’ ἀποσοβήσῃ.
§33Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετεχειρίσθητε τὴν λέξιν δισταγμόν. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀπάντησιν.
§34Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδίστασεν, ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν· τοῦτο εἶπον· ὄχι ὅτι διστάζει ἐν τῇ πολιτείᾳ αὑτῆς ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ὄχι ὅτι διστάζει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της. Ἐὰν εἶχον τοιαύτην ὑπόνοιαν, βεβαίως δὲν θὰ παρῃτούμην τοῦ λόγου· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τοιαύτην ὑπόνοιαν περὶ οἱασδήποτε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλ. ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διστάζει ἐν ἐθνικῷ ζητήματι νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της. Δὲν ἔπρεπε δὲ εἰς τὴν λέξιν ταύτην νὰ δοθῇ ἔννοια, τὴν ὁποίαν αὕτη δὲν εἶχε.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖσθε τοῦ λόγου, κύριε Καρπετόπουλε;
§36Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Θὰ κάμω καὶ ἐγὼ μίαν δήλωσιν. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ὀφείλει νὰ σιωπᾷ, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ζητήματος τοιαύτης σημασίας· ἀπ’ ἐναντίας νομίζω ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ παρακολουθῇ καὶ νὰ συζητῇ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τοὺς διαχειριζομένους αὐτό, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, ὅταν μάλιστα αὐτοὶ οὗτοι δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς ἔλεγχον. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος, καίπερ ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω, νὰ δεχθῶ τὴν ἀναβολὴν κατόπιν τῆς παρακελεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βασίλειος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§38Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω θερμὴν σύστασιν καὶ παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἀναφορᾶς, ἥτις, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ, ὡς καὶ παντὸς λαμβάνοντος γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Πρόκειται κύριε Πρόεδρε, περὶ δικαστικῆς πλάνης ἐκ τῶν φοβερωτέρων. Ἄνθρωπος ἀθῷος διατελεῖ ἐπὶ δεκαοκτὼ ἤδη ὁλόκληρα ἔτη ἀδίκως ἐν ταῖς φυλακαῖς. Πρόκειται περὶ καταδίκου ὀνόματι Εὐθυμίου Καρακώστα, ὁ ὁποῖος πρὸ 18 ἐτῶν κατεδικάσθη ἐπὶ φόνῳ εἰς θάνατον, ἐμετριάσθη δὲ κατόπιν ἡ ποινή του εἰς ἰσόβια δεσμά. Καὶ μέχρι μὲν πρό τινος χρόνου περὶ τῆς ἀθῳότητος αὐτοῦ ὑπῆρχε μόνον φήμη καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Βάλτου καὶ Ξηρομέρου, ἀλλ’ ἀπό τινος τὴν ἀθῳότητα αὐτοῦ ἐπιστοποίησε δικαστικὸν βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πλημμελειοδικῶν. Τὸ βούλευμα ἐκεῖνο βεβαίως δὲν ἠδύνατο σαφῶς καὶ ὡρισμένως ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς δικαστικῆς πλάνης, διότι θὰ προσέκρουεν εἰς τὸ δεδικασμένον, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πλημμελειοδικῶν περιωρίσθη ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῇ βάσει μηνύσεως κατὰ τῶν πραγματικῶν ἐνόχων τῆς πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰρημένος κατάδικος Εὐθύμιος Καρακώστας κατεδικάσθη, καὶ μὴ ἔχον ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις μετὰ παρέλευσιν τόσου χρόνου ἀποφαίνεται ἢ μᾶλλον ὑποδεικνύει, ὅτι ὁ Καρακώστας οὗτος ἐγένετο θῦμα δικαστικῆς πλάνης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατόπιν ἑνὸς τοιούτου ἐπισήμου ἐγγράφου δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὁ κατάδικος οὗτος νὰ παραμένῃ εἰς τὰς φυλακάς. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει ἡ σχετικὴ δικογραφία, ὑπάρχει τὸ βούλευμα καὶ ἡ σύστασις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἐν τῇ δικογραφίᾳ δ’ ἐκείνῃ ἐπὶ πλέον ὑπάρχει φάκελος καταθέσεων μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦσιν, ἐκθέτοντες καὶ διάφορα συγκεκριμένα περιστατικά, ὅτι ὁ κατάδικος οὗτος εἶναι ἀθῷος, καὶ ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθη. Δὲν ἔχω δὲ, ὡς εἶπον, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη θὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτι ταχέως, πρὶν ἢ ἡ Α. Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς ἐπιχειρήσῃ τὸ ταξείδιόν του εἰς Εὐρώπην, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν Διάταγμα, ὅπως ὁ κατάδικος οὗτος, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι ἀθῷος καὶ περὶ τῆς ἀθῳότητος τοῦ ὁποίου, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ δικασταί, οἵτινες ἐξέδωκαν τὸ βούλευμα, δημοσίᾳ ὁμιλοῦσιν, ὅπως ὁ κατάδικος οὗτος, λέγω, ὁ πράγματι ἀθῷος, ἀφεθῇ ἐλεύθερος.
§39Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφός μου, εἶχον κάμει σύστασιν, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν πρώτην τακτικὴν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου, ὑπουργοῦντος τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κυρίου Ζυγομαλᾶ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς συστάσεώς μου ἐκείνης διετάχθη ἀκριβῶς εἰδικὴ μέριμνα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐν Πάτραις. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος κατάδικος κρατεῖται ἐπὶ δεκαοκτὼ ὅλα ἔτη ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἔχει δὲ καταδικασθῆ ἐπὶ φόνῳ. Ὁ πατὴρ αὐτοῦ, λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ ἐξομολόγησιν θανόντος καταδίκου πρὸς τὸν ἱερέα, ὑποδείξαντος ἑαυτὸν καὶ ἑτέρους δύο ζῶντας ὡς τοὺς πραγματικοὺς φονεῖς καὶ ἐνόχους τῆς πράξεως, κατήγγειλε τοὺς δύο ἐπιζῶντας ἐκ τῶν φονέων. Ἐγένετο ἀνάκρισις, τὸ δὲ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐξέδοτο βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπαυσε μὲν πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν ἐναντίον τῶν δύο καταγγελθέντων ὡς φονέων, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι παρῆλθον ἤδη 18 ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τῆς πράξεως, ἀλλὰ συγχρόνως τὰς σκέψεις αὐτοῦ ἐστήριξεν ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς πληρεστάτης ἀθῳότητος τοῦ νῦν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἀδίκως κρατουμένου. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ βουλεύματος τούτου ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν ἐποιήσατο τὴν δέουσαν σύστασιν περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς τὸν κατάδικον τοῦτον. Ἐντεῦθεν νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιλαμβανόμενος τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θέλει πράξει ἔργον οὐ μόνον φιλανθρωπίας, ἀλλὰ καὶ αὐστηρᾶς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου.
§40ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι πάντα τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐνεποίησαν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν βαθυτάτην, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐργασθῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ θὰ λάβω βεβαίως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύουσι τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ταῦτα πρέπει νὰ προκύψωσιν ἐκ τῶν δημοσίων ἐγγράφων. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀλλὰ πρέπει νὰ βεβαιωθῶ καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων.
§41Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γρίβας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§43Κ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συναινέσῃ νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδραγωγείου Βονίτσης.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον.
§45Κ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ ΓΡΙΒΑΣ. Φέρει τὸν ἀριθμὸν 3.
§46Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμένετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Γρίβα.
§48Κ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ ΓΡΙΒΑΣ. Πολὺ καλά.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαλλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§50Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ὡς καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα ἐκκρεμῆ, ἀτυχῶς δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ φέρωμεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἄλλα ἐξ ἴσου σοβαρὰ ζητήματα Θεσσαλικά, διότι οὐδ’ εὐκαιρία μᾶς δίδεται, οὐδὲ ὁ χρόνος εἶναι ἐπαρκής. Ἀναγκάζομαι ὅμως, προκειμένου περὶ τοῦ χωρίου Σοφάδων, ἐπειδὴ εἶναι ἐπεῖγον τὸ ζήτημα, νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν νόμου. Τὸ χωρίον Σοφάδες ἐξηγοράσθη ὑπὸ τῶν χωρικῶν παρὰ τῆς ἰδιοκτητρίας Ἑλένης Ζαρίφη κατὰ τὸ 1884 ἀντὶ 25,000 λιρῶν, κατέβαλον δὲ ἀμέσως τότε οἱ χωρικοὶ 4,000 λίρας, μετὰ ἕξ μῆνας κατέβαλον ἑτέρας 3,000 λίρας, καὶ ἐξηκολούθησαν νὰ πληρώνουν τακτικῶς τὰς δόσεις μέχρι τοῦ 1889, ὅτε ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρεώθη τὸ Δημόσιον νὰ ἐγγυηθῇ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῶν χωρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξηγοράζοντο ἀπὸ τοὺς χωρικούς. Τότε λοιπὸν οἱ Σοφαδῖται ἠθέλησαν νὰ ἐπωφεληθῶσι τοῦ εὐεργετήματος τούτου, καὶ ἐζήτησαν νὰ ἴδωσι πόσα ὀφείλουσιν, ἵνα ἔλθῃ καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἐγγυηθῇ. Καίτοι δὲ, ὡς προεῖπον, εἶχον πληρώσει 7,000 λίρας, εὑρέθησαν ὀφειλέται 32,000 λιρῶν, ἐνῷ ἡ ἀρχικὴ ἀξία τοῦ χωρίου ἦτο 25,000 λιρῶν. Ἐν τούτοις ὑπέκυψαν, μὴ δυνάμενοι νὰ πράξωσιν ἄλλως, διότι δὲν εἶχον τακτικὸν συμβόλαιον πληρωμῆς, δὲν εἶχον ἀποδείξεις τακτικάς, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ δεχθῶσι τὸ ποσὸν τῶν 32,000 λιρῶν, καὶ ἐπλήρωνον εἰς τακτικὰς δόσεις, ὅτε κατὰ τὸ 1900 ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπέβαλε νόμον, ὅστις καὶ ἐψηφίσθη, διὰ τοῦ ὁποίου ὁλόκληρον τὸ ὑπὸ τῶν Σοφαδιτῶν ὀφειλόμενον πρὸς τὸ Δημόσιον ποσὸν ἐκεφαλαιώθη εἰς 24,400 λίρας, καὶ ὡρίσθη νὰ πληρωθῇ εἰς δέκα ἴσας δόσεις. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, ἕνεκα τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν τοῦ πολέμου, τὰς ὁποίας ἐδοκίμασεν ὅλη ἡ Θεσσαλία, καὶ οἱ Σοφαδῖται τότε δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ ἕνεκα τούτου, καίτοι ἐπλήρωσαν ἀρκετὰ, καθυστεροῦσι μέρος ἐκ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ καθυστέρησις αὕτη ἀποδίδεται καὶ εἰς ἄλλον λόγον, ὅτι τὸ ποσὸν ἦτο πολὺ μεγαλείτερον· ἐὰν δ’ ἦτο δυνατὸν νὰ κατανεμηθῇ εἰς δόσεις περισσοτέρας, θὰ ἐμειοῦτο τὸ ποσὸν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐπλήρωνον πολὺ εὐκολώτερον οἱ χωρικοί. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. Ἀλεξ. Παπαποστόλου καὶ Δ. Λάππα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ χωρίου Σοφάδων», καὶ παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ αὕτη λίαν ἐπείγουσα καὶ ψηφισθῇ κατὰ προτίμησιν, διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, θ’ ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον νὰ καταδιώξῃ διακοσίας οἰκογενείας καὶ νὰ ῥίψῃ αὐτὰς εἰς τὰς φυλακάς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Καρδίτσης ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 300).
§52Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν κατοίκων Σοφάδων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχε καταρτισθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπρόκειτο ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς κ. Γουναράκης νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν· ἐπελθούσης ὅμως τῆς ὑπουργικῆς μεταβολῆς ἕνεκα τῆς δολοφονίας τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, δὲν ὑπεβλήθη τοῦτο. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ πρὸ ὀλίγου ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὡς πρότασις νόμου εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ πῶς περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐν τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§54ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπαναλάβω τὴν καὶ πρότερον ὑποβληθεῖσαν αἴτησίν μου, ἥτις ἔτυχε καλῆς ὑποδοχῆς παρὰ τῷ τέως Προέδρῳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀειμνήστῳ Δηλιγιάννῃ, ὡς Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ, καίτοι ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεώς μου, τὸ ἐπελθὸν ἀπαίσιον γεγονὸς δὲν ἔδωκεν αὐτῷ τὸν καιρὸν νὰ ἐκτελέσῃ ταύτην. Ἡ σύστασίς μου ἀφεώρα καὶ ἀφορᾷ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας. Ἡ ἀπόλυσις αὕτη ἐπῆλθεν ἐσχάτως, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ νομάρχου Τριφυλίας, καθ’ ἣν ἦτο ἐφαρμοστέα ἡ περίπτωσις τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου τοῦ 1891, τουτέστιν ἡ δυνητικὴ ἐκείνη περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ δύναται ν’ ἀπολυθῇ, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἐλλείψεις τοῦ ταμείου αὐτοῦ ἢ ἐλλείμματα. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶχεν ἀνακινηθῆ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, συνεπείᾳ δὲ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 30878 τῆς 21 Ἰουλίου 1904 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διετάχθη ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐντίμου τούτου εἰσπράκτορος· ὁ νομάρχης ἀνέθηκε τὴν ἐξέλεγξιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης δι’ ἐγγράφου αὑτοῦ ἀπεφήνατο, ὅτι ἡ διαχείρισις, καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τῶν βιβλίων τῶν χρήσεων 1901, 1902 καὶ 1903, ἔχει ἀνελλιπῶς, διότι τὰ εἰσπραχθέντα, παραβαλλόμενα πρὸς τὰ καταβληθέντα, εὑρίσκονται ἐν ἐξισώσει νομίμῳ. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ εἰρηνοδίκου γίνεται μνεία, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν εἰσέτι. Συνεπείᾳ τῆς ἐξελέγξεως ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδοτο τὴν ἀπόφασίν του, ὑπ’ ἀριθ. 28077 τοῦ 1904, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν εὗρε στοιχεῖα πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8, ἐδαφίου γʹ, τοῦ νόμου τοῦ 1891...
§55ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ τὴν ἀπόλυσιν;
§56ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις εἶχε λήξει, ἡ ἐξέλεγξις εἶχε γείνῃ, καὶ ἡ ἀπόφασις εἶχεν ἐκδοθῆ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν 10 Αὐγούστου 1904, διὰ μεταγενεστέρας διαταγῆς τοῦ, παρήγγειλε νεωτέραν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ εἰσπράκτορος, καὶ διέταξε νὰ ὑποβληθῇ ἔκθεσις τοῦ νομάρχου μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀπολογισμῶν. Ἔκτοτε ἡ ὑπόθεσις ἔμενεν ἐκκρεμής· ὁ νομάρχης δὲ Τριφυλίας, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς ἐξέλεγξιν νέαν, διὰ προτάσεώς του ὑποβληθείσης τὸν Ἰανουάριον ἐνεστῶτος ἔτους προέτεινε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰσπράκτορος, στιριζόμενος εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, ἥτις ἀπέδειξεν, ὅτι καλῶς εἶχεν ἡ διαχείρισις αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα χρήζει ἀναθεωρήσεως, διότι ἔχομεν μίαν ἐξέλεγξιν ἐκκαθαρίσεως καὶ βεβαιώσεως τῶν λογαριασμῶν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσαν καλῶς, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἔχομεν προϋπολογισμοὺς ἀνεξελέγκτους. Ἐὰν ὁ κ. νομάρχης Τριφυλίας ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς νέαν πρότασιν περὶ τοῦ εἰσπράκτορος τούτου, ἔδει πρωτίστως νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς αὐτοῦ, καὶ νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν τούτων. Τοῦτο ἢ δὲν ἔπραξεν, ἢ ἔπραξε μὲν, μὴ δυνάμενος δὲ νὰ προτείνῃ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰσπράκτορος συνεπείᾳ τῆς ἐξελέγξεως, ἀνηνέχθη εἰς τὴν πρώτην ἐξέλεγξιν, καθ’ ἣν καλῶς ἔχει ἡ διαχείρισις αὐτοῦ. Καὶ ἐκ τούτου προέκυψεν ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς τοιαύτης προτάσεως, νὰ προκληθῇ Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ ἀπολύσεως τοῦ εἰσπράκτορος. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ἐπισταμένως ἐρευνήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι φρονῶ ὅτι περιέχει τι τὸ παράνομον ἡ πρόκλησις ἀποφάσεως περὶ ἀπολύσεως τοῦ καλῶς διαχειρισθέντος τὰ δημοτικὰ χρήματα εἰσπράκτορος.
§57ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνέγνων χθὲς εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἄστυ» καὶ σήμερον εἶδον ἐπαναλαμβανόμενον ἐν ταῖς ἄλλαις ἐφημερίσιν, ὅτι ἐν Πειραιεῖ προσῆλθον εἰς τὸ ταχυδρομεῖον δικαιοῦχοι, ὅπως ἐξαργυρώσωσιν ἐπιταγὰς ταχυδρομικὰς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος δὲν ἦτο ἕτοιμος, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐξαργύρωσιν, καὶ ἐδόθη ἀπάντησις ἀναβλητική. Τὸ πρᾶγμα ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ ἀνακριβές· διότι, ἐὰν ἦναι ἀκριβὲς, ἡ πρᾶξις εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες συντελοῦσιν εἰς μεγίστην ζημίαν καὶ τῆς ταχυδρομικῆς εὐκολίας περὶ τὴν ἀποστολὴν χρημάτων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὰ τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἐκανονίσθησαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887, ἐτέθη δὲ ὁ νόμος εἰς ἐφαρμογὴν τὴν 1 Ἰανουαρίου 1888, εὐθὺς δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀπεδείχθη, ὁποία ἦτο ἡ ἀνάγκη, ἣν ᾐσθάνετο ὁ ἑλληνικὸς κόσμος, ὅπως ἀποστέλλῃ τὰ χρήματα αὑτοῦ διὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὁδοῦ, καὶ ὁποία ἡ χρησιμότης τῆς ὀργανώσεως τοιαύτης ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, τὸ 1888, ἡ κίνησις τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 3,246,472, ἀπὸ ἔτους δὲ εἰς ἔτος ἡ προϊοῦσα αὔξησις ἔφθασε μέχρι τῶν 11,000,000 καὶ πλέον ἐν ἔτει 1893, μεθ’ ὃ ἔτος ὑπεβιβάσθη ἡ κίνησις εἰς 10,948,436, καὶ ἀπὸ τοῦ 1896 ἤρξατο νέα κατάβασις εἰς 9,756,537, ἔπειτα δὲ εἰς 7,958,115 κατὰ τὸ ἔτος τοῦ πολέμου, εἰς 8,496,737 ἐν ἔτει 1898, εἰς 8,246,739 ἐν ἔτει 1899, εἰς 8,960,063 ἐν ἔτει 1900 μέχρι τοῦ 1901, ὅτε ἤρχισε πάλιν ἀναβαίνουσα ἡ κίνησις, εἰς 11,439,690 τὸ 1901, εἰς 12,613,842 τὸ 1902, εἰς 13,670,207 τὸ 1903, ὅπως ἀπολήξῃ κατὰ τὸ 1904 εἰς 15,314,812. Ἐδόθη ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ ἐξετασθῇ ἐνταῦθα δὶς, διὰ τίνα λόγον μεταξὺ τοῦ ἔτους 1894 καὶ τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901 ἐπῆλθε τοιαύτη κατάπτωσις, ἐκ τῆς ἐρεύνης δὲ, ἥτις ἐγένετο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐξ ἄλλων ἀνεπισήμων πληροφοριῶν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι παραίτιος τοῦ κακοῦ ὑπῆρξε πρῶτον μὲν ἡ μὴ τακτικὴ πληρωμὴ κατὰ τὴν ἐμφάνισιν τῶν ἐχόντων ἐπιταγὰς, ἔπειτα δὲ (καὶ ἴσως τὸ δεύτερον τοῦτο συνετέλεσε καὶ εἰς τὸ πρῶτον, καίτοι ἐγὼ δὲν πείθομαι περὶ τούτου) ἡ ἀποκοπὴ τῆς ἀμοιβῆς, ἥτις ἐδίδετο εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους, ἧς ἕνεκα ἐμαράνθη ὁ ζῆλος αὐτῶν περὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐπιταγῶν, ἐλαττωθέντος οὕτω τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποστελλόντων χρήματα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. Ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ νέου αὔξησις, ἥτις ἔφθασεν εἰς ὃ σημεῖον πρὸ μικροῦ ἐβεβαιώθη, ἀφαιρεῖ ἐκ μέσου τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἐκλιπούσης τῆς ἀμοιβῆς δὲν ἐλειτούργησε προθύμως ἡ ὑπηρεσία, καὶ ὅτι τυχαῖαι περιπτώσεις παρήγαγον τὴν δυσπιστίαν τῶν ἀποστολέων καὶ τὴν ἕνεκεν αὐτῆς ἐλάττωσιν τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. Ὅμοια ἀπεύχομαι ν’ ἀποδειχθῇ ἀληθὲς ὅτι συνέβησαν τελευταῖον, ὡς ἐγράφη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀκριβὲς τὸ γραφὲν περὶ τοῦ Πειραιῶς, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀμέσως θέλει ἀντηχήσει καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, γινόμενον πρόξενον πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ νέας ἐλαττώσεως εἰσπράξεων, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐγκαίρως δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.
§58ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ δώσω ἀμέσως τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Δὲν γνωρίζω, τί συνέβη εἰς τὸν Πειραιᾶ, διότι οὐδὲν τοιοῦτον μοὶ κατηγγέλθη μέχρι τῆς ὥρας ταύτης· ἐὰν δὲ τοιοῦτόν τι ἤθελε συμβῆ, νομίζω ὅτι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμάνθανε τοῦτο, θὰ ἤμην ἐγώ· ἐν τούτοις δὲν ἔμαθον τίποτε. Γνωρίζω μόνον, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶναι ἐνήμερον εἰς πάσας τὰς πληρωμὰς, δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω, πῶς δὲν εἶναι ἐνήμερον τὸ ἐν Πειραιεῖ ταχυδρομικὸν γραφεῖον. Ὑποθέτω, ὅτι τυχαῖον γεγονὸς ἔχει λάβει χώραν, καὶ θέλω ἐξετάσει καὶ πληροφορήσει τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον.
§59ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην. Ἀλλ’ εἶχον σκοπόν, λαβὼν τὸν λόγον, νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν ἐρώτησιν, ἄσχετον πρὸς τὰ περὶ ἐπιταγῶν λεχθέντα. Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἐπικλήσεως πρὸς τοὺς προτιθεμένους νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐπέτυχε, καὶ λίαν ὀρθῶς, παρ’ αὐτῶν ἀπάντησιν, ὅτι ὑποχωροῦσιν ἀπέναντι τῆς παρακλήσεως αὐτοῦ, ἕνεκα τῶν λόγων τῶν παρακολουθησάντων αὐτήν. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐκινεῖτο διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἦτο ζήτημα διεθνές, καὶ βεβαίως ἀπέναντι τῆς διαβεβαιώσεως τοῦ μόνου ἁρμοδίου νὰ γινώσκῃ, ἂν προκύπτουσιν ἢ δὲν προκύπτουσι κίνδυνοι ἐκ τῆς συζητήσεως εἰς τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν, τὸ ὑπὸ διεθνῆ κρίσιν εὑρισκόμενον, ἀπέναντι ταύτης τῆς διαβεβαιώσεως ἔδει πάντες νὰ σιγήσωσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω ἐνταῦθα ὑποβάλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐρώτημα ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ διεξαγόμενον ὑπὸ διεθνῆ ἔποψιν Κρητικὸν ζήτημα. Γεννᾶται δ’ εἰς ἐμὲ ἡ ὑποχρέωσις ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ θέσω αὐτό, διότι ἀκριβῶς πρὸ μιᾶς ὥρας ἔλαβον τὴν εἴδησιν, περὶ ἧς θέλω εἰπεῖ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔλαβον τὴν εἴδησιν, ὅτι ἐγκύκλιος τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως ἐν Κρήτῃ, ἀπευθυνθεῖσα οὐ μόνον πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς Προέδρους τῶν Δικαστηρίων ἀνακοινωθεῖσα, παραγγέλλει, ὅπως, πᾶς ὅστις ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τῶν ἐν Θερίσῳ συλλαμβάνεται ὅπου δήποτε τῆς νήσου, — διότι περιέρχονται πολλοὶ ἐλευθέρως καὶ εἰς τὰς πόλεις, — κατηγορῆται ἐπὶ στάσει, καὶ εἰσαγόμενος ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου παραπέμπηται, ὅπως δικασθῇ ἐπὶ στάσει· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τυχὸν οἱ δικασταὶ ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ τοιαύτη κατηγορία δὲν εἶναι βάσιμος, νὰ ἀνακόπτῃ τὸ βούλευμα ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅπως κρίνηται ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν ἐν δευτέρῳ βαθμῷ ἡ ὑπόθεσις. Ἂν πρόκειτο περὶ ἐνεργείας δικαστικῆς καθαρῶς Κρητικῆς, θὰ εἴχομεν ἴσως τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ταύτης μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα, οὗτινος ἀνεβάλομεν πρὸ ὀλίγου τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐνέργεια ἐγένετο ὑπὸ πολίτου Ἕλληνος, ἀνήκοντος εἰς τὴν Δικαστικὴν ὑπηρεσίαν τὴν Ἑλληνικήν, λαβόντος δὲ κυβερνητικὴν ἄδειαν νὰ μεταβῇ εἰς Κρήτην καὶ παράσχῃ ἐκεῖ τὴν ἑλληνικὴν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν παρὰ τοῖς Κρητικοῖς Δικαστηρίοις, ἅτινα εὐλόγως ὑφ’ ἡμῶν θεωροῦνται ὡς συνέχεια τῶν Ἑλληνικῶν. Ἀλλ’ ἂν ὄντως Ἕλλην πολίτης εὑρέθη εἰς θέσιν τοιαύτην ἐν Κρήτῃ, ὥστε νὰ ὑπογράψῃ τοιαύτην ἐγκύκλιον, — εὑρέθη δὲ εἰς τοιαύτην θέσιν, ἴσως διότι τοιαῦται ἐντολαὶ ἔξωθεν ἐδόθησαν εἰς τοὺς κυβερνήτας τῆς Κρήτης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς Κρήτης προέκυψεν ἡ ἰδέα τῆς τοιαύτης καταδιώξεως, — ἂν Ἕλλην πολίτης καὶ δικαστικὸς λειτουργὸς ἔπραξε ταῦτα, δοθείσης ἔξωθεν τοιαύτης ἐντολῆς, τίθεται τὸ ἐρώτημα: ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ παρέχῃ ἄδειαν εἰς τοὺς δικαστικοὺς αὐτῆς ὑπαλλήλους, ὅπως πολιτεύωνται οὕτως ἐν Κρήτῃ, καταδιώκοντες ὡς ἐπὶ πράξει παρανόμῳ, ἐπὶ ἐγκλήματι καθοσιώσεως, ἐπὶ στάσει, ἐκείνους, οἵτινες, ἐπιδιώκοντες τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου αὐτῶν, ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρόπον τὸ ἔργον τοῦτο ἀνεκινήθη, ἀποβλέπουσιν ἀποκλειστικῶς διὰ τοῦ ἔργου τούτου εἰς ἐπιτυχίαν πληρώσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων, εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν δὲν ἦναι καιρὸς καὶ δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ φωνήν, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν ἐπιτρέπηται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο σιωπᾷ, ὅμως ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα, τοὺς Ἕλληνας πολίτας, οὓς παρεχωρήσαμεν ἐκεῖ πρὸς ὑπηρεσίαν Κρητικὴν, Ἑλληνικὴν, νὰ ἀνακαλέσωμεν παραχρῆμα, ὅταν οὗτοι, ὑποχρεωθέντες ν’ ἀποβάλωσι τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀπαραιτήτως ὤφειλον νὰ διατηρῶσιν ἐκεῖ, καταδιώκωσι Κρῆτας, Ἕλληνας, ὡς στασιαστὰς, διότι ἐξεγείρονται, ζητοῦντες τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν.
§60Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ καταγγελθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου συνδέονται στενώτατα μὲ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Φικιώρης. Ἀφοῦ δὲ συνῄνεσαν πάντες, κατόπιν παρακλήσεώς μου, κατόπιν ἱκεσίας μου, εἰς τὸ νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν ἐνταῦθα, θαυμάζω ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον γνωρίζει, πόσον εἰς ζητήματα τοιαῦτα ἡ συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται, ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, θαυμάζω ὅτι ἠθέλησε νὰ φέρῃ πάλιν τὸ ζήτημα, ἴσως διότι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, τὴν ἐπερώτησιν, ἥτις ἐπιμένω δηλῶν ὅτι βεβαίως θέλει ζημιώσει εἰς τὰ καιριώτατα τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ἠθέλησε δι’ ἄλλης θύρας καὶ δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ ἐπαναφέρῃ. Δι’ ἐκεῖνα βεβαίως, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὰ τῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης, οἱ ὑπάλληλοι οἱ Ἕλληνες, οἵτινες ἔλαβον ἄδειαν καὶ εὑρίσκονται ἐν Κρήτῃ, ἐν ὑπηρεσίᾳ τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ὑπαινιγμὸς δὲ, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, εἶναι ἐντελῶς πεπλανημένος καὶ ἐντελῶς μὴ ἀληθής. Οὐδεμία ἔξωθεν καὶ οὐδέποτε—τοὐλάχιστον ἀφ’ ὅτου ἐγὼ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν—ὑπεβλήθη εἰς οἱανδήποτε ἀρχὴν ἐν Κρήτῃ ὑπόδειξις περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ἐξ ἐναντίας φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἀρχὰς τὰς ἐν Κρήτῃ ἐντελῶς ἐλευθέρας εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει ἄλλην ἰδέαν· ὅπως ἄλλοτε εἶχε τὴν ἰδέαν, ἣν καὶ ἀνέπτυξεν, ὅτι πρέπει νὰ στείλωμεν προξένους εἰς Κρήτην, οὕτω σήμερον ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἄδειαν κατόπιν νομοθετικῆς πράξεως τῆς Βουλῆς, ὅπως ὑπηρετήσωσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ τῇ Κρητικῇ, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὄντες ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τοιοῦτό τι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς πεπλανημένον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς κατὰ μέρος ἐνεργείας οἱουδήποτε ὑπαλλήλου τῆς Κρητικῆς Πολιτείας.
§61ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ διττὸν τρόπον μετετόπισε τὸ ζήτημα. Πρῶτον ἠθέλησε νὰ συνάψῃ αὐτὸ πρὸς τὰ ζητήματα, ἅτινα ἐκίνει ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Λακεδαίμονος, καὶ ἐφ’ ὧν ἀνεστάλη πᾶσα συζήτησις κατόπιν τῆς ἐπικλήσεως αὐτοῦ πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ ἀγορεύσωσι. Καὶ ἐγὼ ἤμην μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἔμελλον νὰ λάβωσι τὸν λόγον...
§62Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίστε, λάβετέ τον.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως δὲν διέκοψα ὑμᾶς, οὕτω καὶ ὑμεῖς νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Ἔχετε πρὸς τοῦτο καθῆκον καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἔχετε καθῆκον ἰδιαίτερον καὶ ὡς κυβερνήτης. Καὶ ἐγὼ ἤμην μεταξὺ τῶν μελλόντων νὰ ἀγορεύσωσι, καὶ εὐχαρίστως εἶδον τὸν πρῶτον ἐπιληφθέντα τῆς ὑποθέσεως δι’ ἐπερωτήσεως κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακεδαίμονος προσχωρήσαντα ἀμέσως εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ θέματα, ἅτινα ἤθελον κινηθῆ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης, εἶναι ἐντελῶς ἀλλοῖα ἐκείνου, ὅπερ ἀνεκινήθη ταύτην τὴν στιγμήν, διότι μέχρι πρὸ μιᾶς ὥρας δὲν εἶχον τὴν εἴδησιν, περὶ ἧς ἡ ἐπερώτησις, ληφθεῖσαν πρὸ ὀλίγου. Μετετόπισεν ἄρα τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλων νὰ περιλάβῃ αὐτὸ εἰς ἐκεῖνο τὸ σύνολον τῶν θεμάτων, ἅτινα ἔμελλε νὰ ἀνακινήσῃ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος, ἐνῷ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς ἐκεῖνα, δυνάμενον μόνον νὰ συνδυασθῇ ἐν γενικῇ συζητήσει, ἂν ἡ συζήτησις εἶχε σκοπὸν νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθόν, πρᾶγμα ὅπερ, καθ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω, δὲν ἐσκοπεῖτο διὰ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συζητηθῶσι, διότι συνδέονται πρὸς διεξαγωγὴν ὑποθέσεως πολιτικῆς, ἐχούσης μάλιστα διεθνῆ χαρακτῆρα; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν δι’ ἄλλου λόγου ν’ ἀποτραπῇ ἡ συζήτησις, ἐγένετο ἐκ προθέσεως ἡ μετατόπισις· διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ κλεισθῇ τὸ στόμα τῆς Βουλῆς. Τὸ θέμα εἶναι τοσοῦτον καθαρῶς Ἑλληνικόν, οὐχὶ δὲ Κρητικόν, ὥστε ἄλλος τρόπος, ἐκτὸς τῆς αὐθαιρέτου μετατοπίσεως αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς ἐδάφους, δὲν ὑπῆρχεν, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ματαιωθῇ συζήτησις, ἥτις δὲν συμφέρει. Δὲν συμφέρει δὲ ὄχι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς τοὺς κυβερνήτας τῆς Ἑλλάδος. Δευτέραν μετατόπισιν τοῦ θέματος ἀποτελοῦσιν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἑρμηνεύσας ὅτι οἱ λόγοι μου περιέχουσι τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως ἐγένετο ἐξ ὑποβολῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ποῦ εὗρε τὴν ἰδέαν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τοῖς λόγοις, οὓς πρὸ μικροῦ ἐγὼ ἐνταῦθα εἶπον καὶ οἵτινες ἔναυλοι ἔτι εἰς τὰς ἀκοὰς πάντων ἀντηχοῦσιν; Ἐγὼ ῥητῶς εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποβολῆς ἔξωθεν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐφρόντισα δὲ καὶ νὰ ἀκριβώσω τὴν ἔννοιαν τοῦ λόγου τούτου, προαποκλείσας τὴν ἰδέαν, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι δυνατὸν νὰ προέρχηται οὐδ’ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐν Κρήτῃ κυβερνητικῶν κύκλων. Ἀλλ’ ὅτε εἶπον ὅτι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντολὴ τοιαύτη νὰ ἐδόθη ἐκ τοῦ Ἁρμοστειακοῦ κύκλου ἐν Κρήτῃ, κατὰ μείζονα λόγον ἀπέκλειον πᾶσαν ἔννοιαν ὑποβολῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἂν τοιαύτην ἐνέργειαν ἦτο ποτε δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ, ἂν τοιαύτην ὑποβολὴν παραβάσεως Ἑλληνικῶν καθηκόντων ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτελέσῃ, θὰ ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ συνταχθῇ κατηγορητήριον κατ’ αὐτῆς καὶ νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ τελεσφορήσῃ. Ἀλλὰ τοιαύτη ἰδέα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διέλθῃ τοῦ νοῦ οὐδενὸς τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων. Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον, διότι οὕτω μοὶ ἐγράφη ἐκ Κρήτης, εἶναι, ὅτι ἔξωθεν, ἐκ πρωτοβουλίας ξένων, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκέπτωνται ὅπως σκεπτόμεθα ἡμεῖς, ἐπήγασεν ἡ τοιαύτη ὁδηγία, καὶ φαίνεται ὅτι ἐδόθη κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ νομίσωσιν οἱ ἐκεῖ, ὅτι ὤφειλον νὰ κύψωσι τὴν κεφαλήν. Καὶ ταῦτα μὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐν Κρήτῃ θέσιν τῶν πραγμάτων, καὶ οὐδεὶς ἔχει νὰ εἴπῃ τι σήμερον περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐρωτῶ, ἂν ἐπιτρέπεται, ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθῶμεν παρέχοντες τοὺς ἡμετέρους δημοσίους λειτουργοὺς εἰς τὴν ἐκεῖ ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτε ἔτι παρουσιάζονται τοιαῦτα φαινόμενα, ὅτι ἀξιοῦται ἀπ’ αὐτῶν ὑπὸ οἱωνδήποτε, μὴ συνδεομένων μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀξιοῦται, λέγω, νὰ παρίδωσι τὰ Ἑλληνικὰ αὑτῶν καθήκοντα, ὅπως ἐξυπηρετήσωσιν ἐν Κρήτῃ τὰ συμφέροντα τῶν κατόχων αὐτῆς ἢ οἱουδήποτε ἄλλου. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα, ὅπερ ἔθεσα σαφῶς καὶ καθαρῶς. Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι Βουλή, δὲν ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι Κυβέρνησις, ἥτις συναισθάνεται τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ν’ ἀπαγορεύῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας νὰ γίνωνται ὑπηρέται τοιούτων προσταγμάτων, ἀντικειμένων καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικά, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ καθήκοντα τὰ Ἑλληνικά, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἀπωλέσθη ἐν Ἑλλάδι πᾶσα ἔννοια καθήκοντος, πᾶσα ἔννοια ἐθνικῆς φιλοτιμίας.
§64Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤμην πολὺ εὐχαριστημένος, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἠδυνάμην νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι πρέπει, ὅσον ἀσθενὴς καὶ ἂν ᾖναι ἡ φωνή μου, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος. Τὸ περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἐπληροφορήθην καὶ ἐγὼ σήμερον ἐκ Κρήτης, ἀλλά, καὶ ἂν προεχώρει ἡ συζήτησις, ἥτις ἐσταμάτησε μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον περὶ αὐτοῦ, διότι τοιαῦτα ἢ ἀνάλογα περιστατικὰ γνωρίζω τόσα, ὥστε θὰ ἀπησχόλουν ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, ἀφηγούμενος αὐτά, θὰ ἔκαμνον δὲ λόγον μόνον περὶ τῆς ἐν Κρήτῃ δημιουργηθείσης καταστάσεως, καὶ ὁμιλῶν πρὸς εἰδότας δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ φέρω καὶ πραγματικά, οὕτως εἰπεῖν, περιστατικὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου, ὅπως λέγομεν εἰς τὴν δικηγορίαν. Ὅτι τὸ περιστατικὸν τοῦτο καὶ μυρία ἄλλα παρόμοια εἶναι ἐνδεικτικὰ καταστάσεως νοσηρᾶς ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν, εἶναι ἀναντίρρητον, πιστεύω δέ, ὅτι τὴν συγκίνησιν, ἣν αἰσθάνεται ἡ Βουλὴ διὰ τὸ Κρητικὸν ζήτημα, καὶ τὴν ἀδημονίαν, ὑφ’ ἧς κατέχεται διὰ τὴν νοσηρὰν ἐκεῖσε κατάστασιν, συμμερίζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἐργάζεται πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο δὲν δικαιολογεῖται ἡ ταραχὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῇ προκλήσει τοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, κρίνω ματαίαν τὴν ἀπασχόλησιν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ ἐν Κρήτῃ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ κυρίου ζητήματος, οὗ παρεμπῖπτον εἶναι τὸ τῆς ἐγκυκλίου. Συναισθάνομαι ὅμως, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δύο λέξεις. Ἡ Κυβέρνησις, δι’ οὓς λόγους αὐτὴ γνωρίζει, μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θέλει ἀκόμη συζήτησιν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου ἐπανέλαβε τὴν αὐτὴν δήλωσιν, σύσσωμος δὲ ἡ Βουλὴ ὑπεχώρησεν εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι μὴ οὕτω στερεῖται εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς τὰς πατριωτικὰς ἡ Κυβέρνησις πολυτιμοτάτου ἀρωγοῦ, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ζητήματος, καὶ τοιοῦτος ἀρωγὸς εἶναι τὸ Κοινοβούλιον. Οἱοσδήποτε ἄλλος, ὅπου καὶ ἂν ἵσταται, δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὁ ἀρωγὸς ὁ εἰλικρινής, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιζητῇ ἡ Κυβέρνησις. Λυποῦμαι δέ, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις στερεῖται ἑκουσίως ἐν τοιαύτης περιωπῆς ἐθνικῷ ζητήματι τῆς ἀρωγῆς τοῦ Κοινοβουλίου.
§65Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πρὸ ὀλίγου παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπερωτήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ. Ἀνεγνώρισα τὸ δικαίωμα τῶν ἀξιοτίμων κ. Βουλευτῶν, ἵνα διατυπῶσι δι’ ἐπερωτήσεων τὰς ἰδέας αὐτῶν. Ἐὰν δ’ ἐπιμένωσιν εἰς τοῦτο καὶ φρονῶσιν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ, ἂς παρέλθωσιν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἂς ἀναπτύξωσι τὰς περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἰδέας των, ἀλλ’ ἂς τὰς ἀναπτύξωσιν εἰλικρινῶς, ἀναλαμβάνοντες ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, καὶ ὄχι διὰ περιστροφῶν. Διότι διὰ περιστροφῶν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀκριβῶς ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν, ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συζητήσῃ· καὶ ὅτε ἔλεγεν ὅτι ἔξωθεν προέρχεται ἡ ὑποβολὴ εἰς τὸν ἐν Κρήτῃ Γενικὸν Εἰσαγγελέα, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ὑποθέσω, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐὰν θεωρῇ ὅτι ἡ ὑποβολὴ αὕτη προέρχεται ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἐν ταῖς χερσὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἡ Κρήτη, τότε πρέπει νὰ στραφῇ κατ’ αὐτῶν καὶ νὰ μὴ ἐλέγχῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἐννοοῦμεν νὰ προέλθωμεν ἐνέργειαν ἢ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν τῶν ἐν Κρήτῃ. Θεωροῦμεν ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνική, ἐπέτρεψεν εἰς ὑπαλλήλους Ἕλληνας νὰ μεταβῶσιν εἰς Κρήτην καὶ ἀναλάβωσιν ἑτέραν ὑπηρεσίαν, αὐτοὶ εἶναι ἀλλότριοι πλέον πρὸς ἡμᾶς. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ διευθύνωνται οὗτοι ὑφ’ ἡμῶν, διότι, ἐὰν τοῦτο πράξωμεν, θ’ ἀναμιχθῶμεν εἰς ζητήματα ἐντελῶς ἀλλότρια, διότι θέλομεν θέσει εἰς ἀντίθεσιν αὐτοὺς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν προστασίαν ἐπὶ τῶν ἐν Κρήτῃ, καὶ γνωρίζετε ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλείτεροι αὐτοὶ ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὅτι δύνανται νὰ μᾶς ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν πράττομεν ἔργον φρόνιμον καὶ συνετόν, αἰτιώμενοι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέονται ἴσως ἐκ διαθέσεων εὐμενῶν πρὸς ἡμᾶς. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ οὔτε μίαν λέξιν νὰ εἴπω πλέον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§66Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας δηλῶ ὑμῖν, κύριε Δραγούμη, ὅτι διὰ τρίτην ἤδη φορὰν δίδεται ὑμῖν ὁ λόγος.
§69ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος...
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο λέγω, διότι δεσμεύομαι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§71Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ λάβῃ καὶ διὰ τρίτην φορὰν τὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ ἐπὶ τούτου ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§72Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε δείξει τόσον ἐνωρὶς αὐτοκρατορικὰς διαθέσεις πρὸς περιορισμὸν τοῦ λόγου. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης καὶ τελεία πάντοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρὸ πάντων δὲ ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ἀρκεῖ ὅτι συγκρατοῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀρκεῖ ὅτι δεχόμεθα τὰς συστάσεις, ἐπικλήσεις καὶ ἱκεσίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ πειθόμεθα εἰς τὰς διαβεβαιώσεις αὐτοῦ, ἐπιφυλαττόμενοι, ἵνα ἐν καιρῷ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας, καὶ σιωπῶμεν, διότι ὀφείλομεν νὰ εἰσακούσωμεν τὴν σύστασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅστις, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλα φρονήματα περὶ τῶν ὑποδούλων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πάντες οἱ Ἕλληνες (εὖγε!). Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προκαλέσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅταν εἷς Βουλευτὴς ἐπιμένῃ νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ μάλιστα εἰδικὸς, ὡς ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Δραγούμης. Πέποιθα δ’ ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ πλεῖστα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχηγὸν ἐκεῖνον, ὅστις πάντοτε ἐκηρύσσετο καὶ ὑπερήσπιζε τὸ ἄθικτον τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, δὲν θὰ στέρξῃ εἰς τοιοῦτον ἀπολυταρχικὸν περιορισμόν.
§73Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Ἐν περιπτώσει δέ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐκ τρίτου ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ἂς τὸν λάβῃ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Δραγούμην νὰ ὁμιλήσῃ ἐκ τρίτου.
§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν προέβαλε. Νομίζω ὅτι αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἐποιήσατο, κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὗρον ἠχὼ ἐν τῇ Βουλῇ διότι ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον σκοπὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ νὰ ὁμιλήσωσιν, ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως...
§76Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σύστασιν, ὄχι ἀπαίτησιν.
§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ φρονῶ ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλέσας τὴν Βουλὴν νὰ ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως (εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ἐγεννήθη ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐὰν πρόκηται νὰ εἴπω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου, ἤθελον, μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, παρατηρήσει, ὅτι θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔφερε, χωρὶς πάλιν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἣν πάντες θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει αὐτόν, ἀφοῦ ὑπέβαλεν ἤδη τὰς σκέψεις του, ἀφοῦ τὰς σκέψεις ταύτας βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἐπὶ τῶν σκέψεων τούτων ἐρειδομένη εἶναι πιθανὸν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄνευ βλάβης τοῦ ζητήματος θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λάβῃ, ἤθελον, λέγω, παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ἵνα ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς περαιτέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ἡ εὐθύνη, ἀλλὰ καὶ πλήρης ἐλευθερία πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πάντοτε ἐνόμισα, ὅτι ἐπὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ἐπὶ ζητημάτων μάλιστα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ὁμοφωνία, —διότι ὁμοφωνία ἐπικρατεῖ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς πρὸς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, —πρέπει πλήρης ἐλευθερία νὰ δίδηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις διά τινων λέξεων, τὰς ὁποίας ἤκουσα, ὑπέδειξεν ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην παρατηρεῖται εὐμενής τις διάθεσις τῶν Δυνάμεων, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀφιεμένης τῆς Κυβερνήσεως ἐλευθέρας, ἵνα, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ συμφέρον τοῦ ζητήματος ἐπιβάλει αὐτῇ νὰ πράξῃ;
§78ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας διὰ τὴν παρέμβασιν αὐτοῦ εἰς τὸ ζήτημα καὶ δι’ ὅσα εἶπεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρακώλυσιν τοῦ λόγου, ἥτις ἠπειλήθη ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἐγὼ προετιθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως εἴπω δύο λέξεις μόνον, ἐν σχέσει πρὸς ὅσα ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν εἶπε, καὶ δηλώσω ὅτι τὸν κ. Γενικὸν Εἰσαγγελέα Κρήτης καὶ ἐγὼ γνωρίζω προσωπικῶς, καὶ ἔχω λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι τηρητὴς εὐσυνείδητος τοῦ καθήκοντος, προσθέσω δ’ ἁπλῶς τοῦτο καὶ μόνον ἐπὶ πλέον ὅτι ἐνταῦθα ἔχων νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον ἑλληνικῆς συνειδήσεως, συνειδήσεως Ἕλληνος Βουλευτοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀποκρύψω πρᾶξιν, ἥτις προφανῶς, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἀντίκειται εἰς τὸ ὀρθῶς ἐννοούμενον ἐθνικὸν καθῆκον, ὅτι δὲν ἠδυνάμην, τοιαῦτα φρονῶν, ἄλλως νὰ πράξω ἢ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτῆς· ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπεκαλούμην καὶ ἐπικαλοῦμαι ἢ μόνον τὴν ἐπέμβασιν αὐτῆς ἀπέναντι Ἕλληνος ὑπαλλήλου ἀπὸ τῶν διαταγῶν αὐτῆς ἐξηρτημένου, ὅπως ἀνακαλέσῃ αὐτὸν ἐνταῦθα, καταλείπουσα εἰς τὴν Κρητικὴν Κυβέρνησιν ἐλευθερίαν νὰ ζητήσῃ ἀλλαχοῦ, ὁπουδήποτε θέλει, ἄλλον Γενικὸν Εἰσαγγελέα. Τοιαῦτα προετιθέμην νὰ εἴπω, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ διακοπή. Ταῦτα δὲ βεβαίως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶναι πεπεισμένος ὅτι δὲν εἰσῆγον ἐνταῦθα τὸ Κρητικὸν ζήτημα, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι ζήτημα καθαρῶς ἐσωτερικῆς σχέσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Ἕλληνος πολίτου, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Ἕλληνος ὑπαλλήλου, εἰς ὃν αὕτη ἔδωκεν ἄδειαν ὑπηρεσίας ἔξω τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅστις ἄνευ τῆς ἀδείας ταύτης δὲν ἦτο νομίμως δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ παρὰ ξένῃ Κυβερνήσει. Καὶ ὑπηρετεῖ ἀληθῶς παρὰ ξένῃ Κυβερνήσει ὁ κ. Τσέλος, διότι ἡ Κρητικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐξαρτᾶται ἀφ’ ἡμῶν, ὅπως λάβῃ χαρακτῆρα ἑλληνικόν· ἡ Κρητικὴ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις κατ’ ἐντολὴν τῶν κατόχων τῆς Κρήτης πραγματουμένη δι’ Ἁρμοστοῦ. Τοῦτο προέκειτο νὰ εἴπω, καὶ τοῦτο βεβαίως δὲν εἰσάγει τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν, τὸ διεθνές, εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μόνον ζήτημα ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοιούτους ὅρους Ἕλλην πολίτης νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν Κρήτῃ, ἂν δ’ ἐπείθετο, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτόν. Δὲν πιστεύω δὲ ὅτι ἐκ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ κ. Τσέλου θὰ ἐπήρχετο τὸ ἀποτέλεσμα ν’ ἀπολέσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν ἐν Κρήτῃ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,278.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Καλούτσης).
§80Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν δαπανῶν τῆς κηδείας τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς κονδύλιον 2,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου Γ. Σκλαβοῦνον. Ἡ λῆψις τῶν χρημάτων τούτων παρὰ τοῦ κ. καθηγητοῦ νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄτοπος, διότι ὁ καθηγητὴς ἐξετέλει κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπηρεσίαν, προσκληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ ἀείμνηστος ἀνήρ, ὁ τόσον τραγικὸν θάνατον σχών, εὑρίσκετο τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα τῆς Πολιτείας, ἔπρεπε δὲ ὁ κ. καθηγητὴς νὰ ἔχῃ τὸ συναίσθημα, τὸ ὁποῖον ἅπαντες εἴχομεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καὶ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὸ ποσὸν αὐτό· ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἀπῄτησε τὸ ποσὸν τοῦτο.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἐπιστολῆς.
§82ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ τοιοῦτο θεωρῶ τερατῶδες, ὅτι Ἕλλην δημόσιος λειτουργὸς, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, κληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ παράσχῃ ὑπηρεσίαν, ἠρνήθη νὰ παράσχῃ αὐτήν, —διότι εἶναι ἄρνησις ὑπηρεσίας τὸ γενόμενον, καὶ ὀφείλει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν καθηγητὴν τοῦτον, διὰ νὰ διδαχθῶσι τέλος πάντων οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι πληρωνόμενοι, μισθοδοτούμενοι ἁδρῶς ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἔχουσι τὸ καθῆκον, ὁσάκις καλῶνται νὰ ἐκπληρώσωσιν ὑπηρεσίαν, νὰ προσφέρωσιν αὐτὴν ἀγογγύστως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ τὴν πρᾶξιν τοῦ εἰρημένου καθηγητοῦ ἀνευλαβῆ ὄχι μόνον πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν μνήμην τοῦ μεταστάντος πολιτικοῦ ἀνδρός, προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διαγράψῃ τὴν πίστωσιν ταύτην, ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ τὸν καθηγητὴν εἰς ἀπολογίαν καὶ τιμωρήσῃ αὐτόν.
§83Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀφοῦ ἐπληρώθη τὸ ποσόν!
§84Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσω λεπτομερῶς ἓν ἕκαστον τῶν κονδυλίων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ καταστάσει, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 15,278.80. Ἀλλ’ ἡ ἐπιψήφισις τῆς πιστώσεως δὲν συνεπάγεται καὶ δικαίωμα εἰς ἀπόληψιν τῶν τυχὸν μὴ δικαιολογουμένων ἐκ τῶν κονδυλίων αὐτῶν, ἑπομένως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τῆς πιστώσεως ταύτης, θέλω δὲ ἐξετάσει μέχρι τῆς τρίτης ἀναγνώσεως κατὰ πόσον δικαιολογεῖται ἓν ἕκαστον τῶν κονδυλίων.
§85Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως...
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπεν ὅτι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, τότε θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Κουντουριώτην.
§87Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως δὲν συνεπάγεται καὶ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς καταβολὴν τοῦ ποσοῦ εἰς ἓν ἕκαστον τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ καταστάσει, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον δικαιοῦται εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν νὰ πληρωθῇ, θέλει δὲ τὸ πράξει πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§89Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ, ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἐν Βάρνῃ ἑδρευούσης Βουλγαρικῆς Ἐμπορικῆς Ἀτμοπλοΐας, ὡς καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 29 περὶ ὁμοίας συμβάσεως μετὰ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοΐας εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἐνῷ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 28 περὶ ταχυδρομικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας «The Ellerman Lines Limited» εἶναι εἰς πρώτην συζήτησιν, εἶχε δὲ ἀποφασισθῆ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅπως πᾶσαι αἱ ταχυδρομικαὶ συμβάσεις ψηφισθῶσιν ὁμοῦ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν, διότι νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γείνῃ προτίμησις εἰς συμβάσεις ταχυδρομικάς, αἱ ὁποῖαι πᾶσαι εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τὴν συγκοινωνίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον τὸ ἐξωτερικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ὅπως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρείας «The Ellerman Lines Limited», καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῶσι πᾶσαι ὁμοῦ, ἡ Βουλγαρική, ἡ Ρουμανικὴ καὶ ἡ μετὰ τῆς ἑταιρείας «The Ellerman Lines Limited».
§90Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως τῆς Βουλγαρικῆς, ἀμέσως κατόπιν νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας «The Ellerman Lines Limited».
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν τόκων τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905 ἐπὶ τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§92Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ δώσῃ βραχειάν τινα ἀπάντησιν. Τὸ θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶχεν ἑλκύσει καὶ τὴν ἐμὴν προσοχήν, καὶ εἶχον κατὰ τὴν Σύνοδον, καθ’ ἣν εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν ἐνώπιον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, καταθέσει καὶ σχετικὸν νομοσχέδιον. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον διαλαμβάνει περίπου περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου, καὶ κανονίζει τὰς πιστώσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων ἢ τῶν τόκων μόνον διὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1904 καὶ 1905, χωρὶς ν’ ἀπαιτῆται ἡ προσαγωγὴ τῶν τοκομεριδίων, ἐξ ἧς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ΓΚΕʹ εἶχεν ἐξαρτήσει τὴν πληρωμήν. Ἀφοῦ αἱ ὁμολογίαι δὲν ἐξεδόθησαν, ἄρα καὶ τὰ τοκομερίδια δὲν παρεδόθησαν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους, θὰ ἦτο δὲ ἀκατανόητον ν’ ἀπαιτηθῇ παρ’ αὐτῶν ἡ προσαγωγὴ τοκομεριδίων πρὸς λῆψιν τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτοὺς τόκων. Ἀλλ’ ὁ νόμος ΓΚΕʹ γεννᾷ ἕτερον ζήτημα, ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν ἐπὶ τῆς ταμιακῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ νὰ γεννήσῃ ἔλλειμμα κατ’ ἔτος ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἐὰν περὶ τούτου ἐγκαίρως δὲν προνοήσωμεν· διότι ὁ νόμος ΓΚΕʹ, θελήσας νὰ διακανονίσῃ τὸ χρέος πρὸς τὰς ναυτικὰς νήσους, καὶ ἀναγράψας τὴν ἀρχήν, ὅτι ἔδει τὸ χρέος αὐτὸ νὰ τραπῇ εἰς ἀνωνύμους ὁμολογίας, προεῖδε περὶ τῆς καταβολῆς τοῦ τόκου, καὶ προσθέτως περὶ χρεωλυσίου ἐτησίως ἐκ δραχμῶν 20,000. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔπραττε, καθορίζων ἐν ἄρθρῳ 2 χρεωλύσιον 20,000 δραχμῶν, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶτα κατέστη νόμος, ἐν ἄρθρῳ 7, ἄνευ ἐπιμελοῦς ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τροπολογιῶν, αἵτινες εἰσήχθησαν, ὁ νόμος ἐκεῖνος διετυπώθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκτὸς τοῦ χρεωλυσίου τῶν 20 χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας μεμελετημένως ὁ ἁρμόδιος τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προκάτοχός μου εἶχε θεωρήσει ὡς ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ χρέους, ἀνέγραψε καὶ χρεωλύσιον 1,000,000 περίπου ἐτησίως, δεχθεὶς, ὅπως εἴτε εἰς πληρωμὴν εἴτε εἰς προεξόφλησιν χρέους ἐκ τιμήματος δημοσίων κτημάτων ἢ ἄλλων κτημάτων ἐκκλησιαστικῶν ἐκποιουμένων γίνωνται δεκταὶ αἱ ὁμολογίαι αὗται ἀντὶ μετρητῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§93Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρτιον.
§94Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὸ ἄρτιον. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐξόφλησις τοιαύτης ἱερᾶς τοῦ Κράτους ὀφειλῆς πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὑτοῦ ἐκ τῶν ναυτικῶν νήσων, εἰ καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ πιστωταὶ νῦν δὲν εἶναι οἱ ἀρχικοὶ δικαιοῦχοι, διότι αἱ ἀπαιτήσεις αἱ ἀρχικαὶ μετεβιβάσθησαν ἐπὶ μεγίστῃ ἐκπτώσει εἰς ἄλλους ἐπιχειρηματίας, διότι αἱ ἀνάγκαι περιήγαγον τοὺς ἀρχικοὺς δικαιούχους ἢ τοὺς ἀμέσους κληρονόμους αὐτῶν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκποιήσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, εἴτε οἱ ἀρχικοὶ δικαιοῦχοι ἤθελον παρασταθῆ σήμερον ἐνώπιον τοῦ Δημοσίου, ζητοῦντες τὰ ὀφειλόμενα πρὸς αὐτοὺς, εἴτε δικαιοδόχοι αὐτῶν, πάντοτε εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, χρέος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπήλαυσε τόκον 1%, νὰ ἐξοφληθῇ ταχέως. Δυστυχῶς αἱ ταμειακαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν τοιαύτην ταχεῖαν ἐξόφλησιν, καὶ μόνον χρεωλύσιον δραχ. 20,000 ἐκρίθη ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξαχθῇ ἐτησίως ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὴν τοιαύτην βαθμιαίαν ἐξόφλησιν, χρεωλύσιον προωρισμένον νὰ αὐξάνηται κατ’ ἔτος κατὰ λόγον τοῦ τόκου τῶν ἑκάστοτε χρεωλυτικῶς ἐξοφλουμένων ὁμολογιῶν. Ἡ ἐξόφλησις θὰ ἦναι βραδεῖα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν σκεφθῇ τις, καὶ ἂν ἐπιζητῆται ἡ ταχυτέρα ἐξόφλησις, δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ χρέος 20,000,000 νὰ ζητηθῇ χρεωλύσιον 5% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Καὶ 5% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου θὰ ἦτο τὸ χρεωλύσιον, ἐν ᾗ περιπτώσει παρέμενε τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ͵ΓΚΕʹ νόμου ὅπως ἔχει, διότι ἀληθῶς πᾶσα ὁμολογία, εἴτε πρὸς προεξόφλησιν χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον τοιούτου, εἴτε πρὸς πληρωμὴν καταβαλλομένη, δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κυκλοφορίαν· ἀμέσως θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξοφληθεῖσα καὶ ἀκυρωθεῖσα, τὰ χρέη δὲ ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἰσπράττει ἐτησίως ἓν ὁλόκληρον ἑκατομμύριον, αὐτὰ τὰ χρέη ἤθελον ἐξοφλεῖσθαι διὰ τοιούτων ὁμολογιῶν, τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας στερουμένης τῶν χρημάτων, ἅτινά εἰσι προωρισμένα δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Τοιαύτης δ’ ἐπαρκείας μὴ ὑπαρχούσης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ἐγένετο εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ἡ δέουσα εἰσήγησις, ἂν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν δὲν νομίζει ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, ὅπως διὰ δευτέρου ἄρθρου, προστιθεμένου εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διακανονισθῇ τὸ ζήτημα, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑποχρέωσις ἡ ἐκ τοῦ νόμου
͵ΓΚΕʹ.
Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1905, τῷ ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσαχθέντι, ἀνεγράφη καί τις σχετικὴ πίστωσις διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁμολογιῶν· μετὰ τὴν τοιαύτην δ’ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, — ἣν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς θ’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις, — καὶ τοῦ νόμου ἐν ἰσχύϊ διατελοῦντος, καὶ τῆς πιστώσεως ἀναγραφομένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, πῶς θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας ἐκείνας, τὰς ἐκ συναρπαγῆς προελθούσας; — διότι ἐγένετο δεκτὴ τροπολογία, ἥτις ἀνέτρεψε τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§95Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον· προσετέθη μία περίπτωσις.
§96Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὸν νὰ τραπῶσι τὰ χρέη εἰς ἀνωνύμους ὁμολογίας, διὰ νὰ παύσουν αἱ ἑκάστοτε ἀπαιτήσεις τῶν ἁρμοδίων ταμιῶν περὶ νομιμοποιήσεως τῶν κατόχων ἢ τῶν δικαιούχων. Δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὀρθὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, καταργοῦντες ὁλόκληρον τὸν νόμον. Νομίζω ὅμως, ὅτι δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον πρέποντα καὶ ἐπίκαιρον, δεχόμενοι, ἐὰν συμπίπτῃ καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αἱ πρὸς τὸ Δημόσιον καταβολαὶ τοιούτων χρεῶν γίνωνται ἐν μέρει δι’ ὁμολογιῶν ἐπὶ ποσοστῷ οἱῳδήποτε, τῷ δεκάτῳ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην.
§97Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὴν καταβολὴν τῶν καθυστερουμένων τόκων τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905. Ἠδύνατο βεβαίως νὰ ληφθῇ γενικωτέρα πρόνοια καὶ νὰ συζητηθῇ κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1904 νόμος ͵ΓΚΕʹ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ πράξω, εἶναι νὰ προσθέσω διάταξιν, δι’ ἧς ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ͵ΓΚΕʹ ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς αὐτοῦ διατάξεις μέχρι τέλους τρέχοντος ἔτους.
§98Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος, εἰσήχθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἡ πληρωμὴ τοῦ τόκου εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν. Ἐπειδὴ δὲ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 κατέστησαν ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ τοῦτο ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἵνα πληρωθῶσιν οἱ καθυστερούμενοι τόκοι, διότι ἄλλως ἤθελον ἐγερθῆ ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὑπεβάλλετο καὶ εἰς δαπάνας δικαστικάς, σὺν τῇ πληρωμῇ τῶν τόκων. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν παρακωλύει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προηγουμένου νόμου, οὐδὲ τὴν ἔν τισι μεταρρύθμισιν αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου ἄνευ ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου θὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι; Ὁ νόμος ὁ παλαιὸς δὲν ὑφίσταται πλέον, διὰ τῆς ἀνατολῆς δὲ τοῦ νέου δὲν θ’ ἀναζήσῃ ὁ παλαιὸς νόμος. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, Ὥστε οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ· διότι, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀφαιρεθῇ μέγα ποσὸν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦτο προλαμβάνεται διὰ τῆς ὡς προείρηται μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν γνώμην, νὰ πληρώνηται ὁ τόκος καὶ νὰ δίδηται καὶ ἓν ποσὸν 200,000 ἢ 300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ὡς χρεωλύσιον, καὶ οὕτω χρεωλυτικῶς νὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ φέρωνται ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ νόμου ͵ΓΚΕʹ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς δύναται δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 7. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1905.
§100Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, κανονίζει τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1905 εἰς 22,515 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, ὁρίζει δὲ ἐν ἄρθρῳ 2, ὅτι «ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας τιθεμένων εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1905 θέλουσι καταταχθῆ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κατὰ μέγιστον ὅρον 10,156, ἀναγκαιοῦντες πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ὁριζομένης τακτικῆς δυνάμεως αὐτοῦ». Τὸ ἄρθρον τοῦτο κανονίζει τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ 1905 ἴσην ἀκριβῶς πρὸς τὴν δύναμιν, ἥτις εἶχε κανονισθῆ διὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, κανονίζει δ’ ἐπίσης τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1905 κληθησομένων ὑπὸ τὰς σημαίας κατὰ τὸ 1905 μικρότερον τοῦ περυσινοῦ. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Δεκεμβρίου 1905 ἀναγκαίως θέλουσι κληθῆ ὑπὸ τὰς σημαίας οἱ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1905, ηὐξημένοι ὅμως κατὰ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀπαλλάσσονται πλέον τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἕνεκα τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀναγράφει ἀριθμὸν ἀνδρῶν τοσοῦτον, ὅσον ἡ μεταρρύθμισις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐπιβάλλει. Λέγω δὲ ὅτι δὲν ἀναγράφει, διότι, ἐὰν ἀναλύσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, θέλομεν ἔχει ἀξιωματικοὺς 1973, ὑπαξιωματικοὺς 4505, μουσικοὺς 215, σαλπιγκτὰς 638, καὶ στρατιώτας 15,019. Ἀριθμὸς στρατιωτῶν 15,019 εἶναι ὁ πάγιος ἀριθμὸς περίπου, ὅστις κατ’ ἔτος προσέρχεται, συμφώνως πρὸς τὸν παλαιὸν στρατολογικὸν νόμον. Εἶναι γνωστὸν ὅμως, ὅτι ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1905 θὰ προσθέσῃ περὶ τὸ ἥμισυ πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις ὑπελογίσθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου πέρυσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ὁ ὑποβεβλημένος εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον δὲν μεταρρύθμισαν ἐν τούτῳ αἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως γενόμεναι δηλώσεις, ἀναγράφει ἀριθμὸν ἀνδρῶν 22,518, προσθέτως δὲ, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἄνδρας 5592, καὶ ἐπὶ πλέον διαθεσίμους 708, ἤτοι ἐν ὅλῳ 6300 ἄνδρας· ἑπομένως τὴν ὅλην δύναμιν ἀναβιβάζει εἰς ἄνδρας 28,818. Ἔχομεν λοιπὸν ἀντίφασιν πλήρη μεταξὺ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τοῦ ὑποβεβλημένου Προϋπολογισμοῦ· ἔχομεν διαφορὰν 6,300 ἀνδρῶν. Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ ἀβλεψίας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις ἔπεσε θῦμα τῆς διαφορᾶς τῶν ἄρθρων τοῦ παλαιοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ τῶν τοῦ νέου· διότι ὁ παλαιὸς στρατολογικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 79 καθορίζει, ὅτι «πάντες οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν καλουμένην ἀπογραφὴν, οἱ μὴ ἐξαιρεθέντες ἕνεκα σωματικῆς βλάβης, μὴ ἀπαλλαγέντες συνεπείᾳ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου, μὴ τυχόντες ἀναβολῆς κατατάξεως ἢ μὴ προορισθέντες διὰ τὸν κατὰ θάλασσαν στρατὸν, ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὰ κατωτέρω ὁριζόμενα». Τὸ ἄρθρον δὲ 80 λέγει, ὅτι «ἐκ τῶν ἀμέσως κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὑποχρέων πρὸς στράτευσιν κατατάσσονται ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς ἀπαιτουμένους διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐν εἰρήνῃ ὀργανικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τῶν λοιπῶν πεμπομένων εἰς τὴν διαθεσιμότητα τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ κλπ.». Ἤτοι, κατὰ τὸν παλαιὸν στρατολογικὸν νόμον, τροποποιηθέντα ἤδη, οἱ διαθέσιμοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως ὁ ἐτήσιος νόμος, ὁ ἀναγράφων τὰ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτούς. Κατὰ τὸν νῦν ὅμως ἰσχύοντα στρατολογικὸν νόμον οἱ διαθέσιμοι ὑποχρεοῦνται εἰς ἑξάμηνον ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ καλέσῃ εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν μόνον ὅσους ἔχει ἀνάγκην, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καλέσῃ εἰς ἓξ μηνῶν ὑπηρεσίαν πάντας τοὺς διαθεσίμους. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει, ἵνα ἐν τῷ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίῳ ὡς καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφῇ ὁ ἀκριβὴς ἀριθμὸς τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καίτοι τοῦτο θὰ γείνῃ διὰ λόγον μόνον τυπικὸν, διότι ἡ δύναμις αὕτη θὰ ὑπηρετήσῃ μόνον κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1905, ὅτε ἡ νέα ἀπογραφὴ θὰ καταταχθῇ. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις ποιοῦμαι, ὅπως διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον χάριν τῆς ἀκριβείας.
§101Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τοιαύτας περίπου παρατηρήσεις ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι μεγάλην συζήτησιν· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἔτος ὑποβάλλεται, καὶ εἰς μὲν τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ ὁρίζεται ἡ δύναμις τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, εἰς δὲ τὸ δεύτερον ὁ ἀριθμὸς τῶν κληθησομένων πρὸς συμπλήρωσιν τῆς τακτικῆς δυνάμεως. Ὁ ἀριθμὸς τῶν κληθησομένων πρὸς συμπλήρωσιν τῆς τακτικῆς δυνάμεως εἶναι ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ψηφισθέντος τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου, οἱ διαθέσιμοι δὲν θ’ ἀπαλλαχθῶσιν, ἀλλὰ θὰ καταταχθῶσιν. Ἀλλὰ δύνανται νὰ καταταχθῶσι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου οὐχὶ τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τὸ 1905 δὲν θὰ συμβῇ τι, τὸ ὁποῖον νὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμόν, διότι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἢ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς αὐτὸν ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος, καὶ διατάξῃ τὴν κατάταξιν τῶν κληρωτῶν τὴν 1 Δεκεμβρίου, θὰ ἔχῃ τὸ κέρδος τῶν δύο μηνῶν, καὶ τὴν 1 Δεκεμβρίου θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν τὴν πρώτην. Ἀλλὰ μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου θὰ ἔχωμεν δύναμιν μεγαλειτέραν, διότι οἱ μὲν κληρωτοὶ θὰ ἐξακολουθῶσιν ὑπηρετοῦντες, οἱ δὲ διαθέσιμοι θὰ ὑπηρετῶσι τὴν ἑπτάμηνον ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο ἤθελον ὑποδείξει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν, ὅπως μὴ κατὰ τὸ 1906 ἐπέλθῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατωρθώθη νὰ μὴ συμβῇ κατὰ τὸ 1905. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τακτικῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1905». Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν».)
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Βάρνῃ ἑδρευούσης Βουλγαρικῆς Ἐμπορικῆς Ἀτμοπλοΐας συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας «The Ellerman Lines Limited» συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως».
§103ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἔρχονται, ἵνα ἀποδείξωσι πόσον μεγάλη ἀπαιτεῖται προσοχὴ ἀπὸ μέρους τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς εἰς τὰ ἔργα τὰ τοιούτου εἴδους, τὰ τελούμενα ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων, διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ συμβάσεως ὑπαγομένης κατὰ πάντα εἰς τοὺς κανόνας, εἰς οὓς ἡ προηγηθεῖσα σύμβασις καὶ ἄλλαι, ὡς ἡ Ρουμανική, ἣν ἔχω ἐνταῦθα, παραδόξως εἰς τὸ ἄρθρον 11 εὑρίσκεται διαφορὰ οὐδαμῶς δεδικαιολογημένη ὑπὸ ὑπηρεσιῶν τούτων, ἃς θέλει προσφέρει ἡ Ἀγγλικὴ αὕτη ἑταιρεία, ἥτις πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ταχυδρομική, διότι αἱ ἀποστάσεις ἀπὸ πλοῦ εἰς πλοῦν εἶναι τοιαῦται, ὥστε, μόνον ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς τοὺς πρὸ πεντηκονταετίας χρόνους, εἶχε λόγον νὰ θεωρηθῇ ὡς ταχυδρομική. Ἀλλὰ δὲν ἔχω σκοπὸν διὰ τοῦτο νὰ προβάλω ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἔχομεν συμβάσεις ὁμοίου εἴδους τόσας, ὥστε βεβαίως μία μόνη ἀπόφασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προέλθῃ εἰς ἀναθεώρησιν πασῶν τῶν τοιούτων συμβάσεων, καὶ νὰ καταβάλληται ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων μέριμνα εἰς τὸ ἑξῆς, ὥστε νὰ χορηγῶνται ὑπὲρ ταχυδρομικῶν πράγματι ὑπηρεσιῶν τοιαῦται ἀπαλλαγαὶ βαρῶν, οὐχὶ δὲ καὶ ὑπὲρ παντὸς, ὅστις, ἔχων συμφέρον ἐμπορικόν, νὰ κατέρχηται εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ ἓξ μῆνας καὶ νὰ ζητῇ καὶ ἐπιτυγχάνῃ τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως, ἁπλῶς ἵνα κατορθώσῃ νὰ μὴ πληρώνῃ τὰ βαρέα ὄντως τέλη ἀγκυροβολίας, ἅτινα θὰ κατέβαλλεν, ἐὰν δὲν συνήπτετο τοιαύτη σύμβασις. Λοιπὸν ἰδού· τὸ ἄρθρον 11 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ παροῦσα σύμβασις, ἐπιφυλασσομένης τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλει ἐπικυρωθῆ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἑταιρείας ταύτης· θεωρεῖται δὲ ἰσχύουσα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κυρώσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ θέλει ἰσχύει ἐπὶ τρία ἔτη· τούτων δὲ παρελθόντων θέλει ἐξακολουθήσει ἰσχύουσα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, μέχρις οὗ τὸ ἓν τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἀναγγείλῃ εἰς τὸ ἕτερον ἕξ μῆνας πρότερον τὴν πρόθεσιν αὑτοῦ τοῦ νὰ παύσῃ ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταγγελθῆ αἱ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν συμβάσεις, θεωρεῖται αὐτοδικαίως παύουσα ἡ ἰσχὺς τῆς παρούσης συμβάσεως ἕξ μῆνας μετὰ τὴν καταγγελίαν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους.» Ἡ μετὰ τῆς Ρουμανικῆς καὶ ἡ μετὰ τῆς Βουλγαρικῆς Ἑταιρείας σύμβασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «.... καὶ θέλει ἰσχύει ἐπὶ τρία ἔτη· τούτων δὲ παρελθόντων, θέλει ἐξακολουθήσει ἰσχύουσα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, μέχρις οὗ τὸ ἓν τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἀναγγείλῃ εἰς τὸ ἕτερον ἕνα μῆνα πρότερον τὴν πρόθεσιν αὑτοῦ τοῦ νὰ παύσῃ ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταγγελθῆ αἱ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν συμβάσεις, θεωρεῖται αὐτοδικαίως παύουσα ἡ ἰσχὺς τῆς παρούσης συμβάσεως ἕνα μῆνα μετὰ τὴν καταγγελίαν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους.» Διατὶ ἡ τοιαύτη διάκρισις μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἑταιρειῶν καὶ τῆς Ἀγγλικῆς; καὶ διατὶ νὰ μὴ καθιερῶται τὸ αὐτὸ καὶ διὰ ταύτην; Τὸ πρᾶγμα, ὅπερ παρατηρῶ ἐνταῦθα, συνέβη καὶ ἄλλοτε, καὶ προεκάλεσεν ὁμοίας ἐμοῦ παρατηρήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ἐξετάσας τὸ ζήτημα, ἀπέληξεν εἰς ἐκεῖνο, εἰς ὃ πιστεύω ὅτι θὰ ἀπολήξῃ καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, εἰς τὸ νὰ ἐξομοιώσῃ δηλαδὴ τὴν σύμβασιν ταύτην πρὸς τὰς ἄλλας. Διότι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἐξαιρέσεως ὑπὲρ οὐδεμιᾶς ἑταιρείας, πολλῷ δὲ ἧττον ὑπὲρ ἑταιρείας, ἥτις δὲν παρέχει πράγματι ὑπηρεσίας ταχυδρομικάς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ, ὥστε τὸ μέρος τοῦτο τῆς συμβάσεως νὰ διορθωθῇ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων, ἵνα, πρὶν ἢ τοιαῦται συμβάσεις συνομολογῶνται, τὰ ζητήματα πάντα ὑποβάλλωνται οὐ μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ὄχι διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ οἱανδήποτε ὑπάρχουσαν ἀνάγκην δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν καὶ λάβῃ τὰς γνώμας τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀλλὰ διότι συνήθως παραμελεῖται τοῦτο νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ κανόνα ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἐφιστᾷ ἐπαρκῶς τὴν προσοχὴν, ἐνῷ εἶναι ἀνάγκη εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ καταβάλληται αὕτη, ἣν ζητῶ, ἡ τριπλῆ ἐξέτασις τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν.
§104Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου βεβαίως εἶναι ὀρθαί. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐν τῇ προκειμένῃ συμβάσει ὑπάρχει ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι διότι εἶναι ἀντίγραφον τῆς προηγουμένης συμβάσεως. Ἡ ἑταιρεία αὕτη εἶναι συνέχεια τῆς ἑταιρείας Παπαγιάννη, ἥτις εἶχε τὴν σύμβασιν ταύτην ἰσχύουσαν, ἑπομένως ἐθεώρει, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἐξηκολούθουν, καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νέας συμβάσεως. Ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν ὅμως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ταχυδρομείων, ἐπειδὴ ἐγένετο ἐκχώρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἑταιρείας Παπαγιάννη, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ σύμβασις, καὶ διὰ τοῦτο ἀντεγράφη ἡ προηγουμένη, ὡς εἶχεν· ἐπειδὴ δ’ ἐκείνη ἀνέγραφεν ἓξ μῆνας, δι’ αὐτὸ ἐτέθησαν ἓξ μῆνες καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει, ἐνῷ διὰ τὴν Βουλγαρικὴν ἑταιρείαν καὶ τὴν Ρουμανικὴν ἐγένετο νέα σύμβασις, καὶ ἐτέθησαν νέοι ὅροι.
§105Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ γενομένη παρατήρησις διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρου τῆς συμβάσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισούτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους».
§107ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι θὰ ζητηθῶσι πᾶσαι αἱ ταχυδρομικαὶ συμβάσεις. Μετὰ τὴν ψηφισθεῖσαν ἄρτι σύμβασιν ὑπ’ ἀριθ. 28 τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔρχεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28, ἀνεβλήθη δὲ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29, διὰ νὰ συζητηθῶσι καὶ αἱ δύο ὁμοῦ αὔριον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§109ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὀρθότερον εἶναι νὰ ψηφίζωνται πᾶσαι συγχρόνως. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ὅτε ἐγὼ διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, συνάδελφός τις εἶχεν ἐπερωτήσει, διατὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα μὴ ἀπαντῶσι δυσχερείας εἰς τὴν Ρουμανίαν ἡ Νέα λεγομένη Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία τῆς Σύρου καὶ ἡ Ἑταιρεία Δεστούνη–Γιαννουλάτου. Εἶχε κατορθωθῆ τότε νὰ ἀναγνωρισθῇ ἓν τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρείας Δεστούνη–Γιαννουλάτου ὡς ταχυδρομικὸν, ἀλλὰ τοῦτο κατωρθώθη μόνον μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ αὐτὰ δικαιώματα, οἷα ἐζητοῦμεν ἐν Ρουμανίᾳ ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας Δεστούνη–Γιαννουλάτου, καὶ ὅτι θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ὑπόσχεσις· τὸ ἀτμόπλοιον ἐκεῖνο, λέγω, κατωρθώθη νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ταχυδρομικὸν ἐπὶ τῇ ῥητῇ ὑποσχέσει, ὅτι θὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ἴδῃ ὅτι ἐψηφίσθησαν σήμερον αἱ ἄλλαι συμβάσεις, δὲν ἐψηφίσθη δὲ ἡ Ρουμανικὴ, δὲν γνωρίζω ποία θὰ ἦναι ἡ στάσις αὐτῆς ἀπέναντι τῶν πλοίων τῆς ἑταιρείας Δεστούνη– Γιαννουλάτου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ μετὰ τῆς Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοΐας σύμβασις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσθη, ἵνα πᾶσαι αἱ συμβάσεις ἔλθωσι κατὰ τὴν τάξιν τῆς ψηφίσεως εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν.
§111ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, κύριε Πρόεδρε.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὕτως ἀντελήφθην.
§113ΣΚΟΥΖΕΣ. Κακῶς ἀντελήφθητε. Ἡ ἡμερησία διάταξις ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 6 λέγει: «Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Βάρνῃ ἑδρευούσης Βουλγαρικῆς Ἐμπορικῆς Ἀτμοπλοΐας συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως»· ὑπ’ αὔξοντα δὲ ἀριθμὸν 29 λέγει: «Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἑδρευούσης Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοΐας (Service Maritime Roumaine) συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως». Εὑρίσκετε ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνα αὐτά;
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο παράπονον καὶ προεβλήθη παρατήρησις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κυρίου Ζυγομαλᾶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σύμβασις· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη νὰ ψηφισθῇ αὕτη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ οὕτως αἱ ὑπ’ ἀριθ. 28 καὶ 29 νὰ συμβαδίζωσιν. Οὕτως ἀντελήφθην.
§115ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν πρότασιν νὰ ψηφισθῶσι καὶ αἱ δύο. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28 σύμβασις, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεδέχθη κατόπιν νὰ ψηφισθῇ αὔριον ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29, ὥστε μετὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28 νὰ συμβαδίζωσιν. Ὁ κύριος Σκουζὲς δύναται νὰ φέρῃ πρότασιν, ἐὰν θέλῃ, νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ Ρουμανικὴ σύμβασις. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἂς ψηφισθῇ.
§117Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ. Ἂς μείνῃ δι’ αὔριον· δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ψηφισθῇ σήμερον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ μείνῃ δι’ αὔριον. Ἔχομεν τώρα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7.
§119Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ τοῦτο ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς Ἑλλάδος». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§121Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§123Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ τρόπος, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν ὁποῖον σκεπτόμεθα καὶ νομοθετοῦμεν, εἶναι παράδοξος καὶ ἐκπληκτικὸς συγχρόνως. Διότι, ἐνῷ καὶ ὑπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ὑπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν) καταδικάζονται τὰ λαχεῖα ὡς ἀνήθικα καὶ ἀθέμιτα, καὶ ἐνῷ πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἐν τούτοις, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ παραδοχὴν τῶν λαχείων αὐτῶν. Καὶ ἤκουσα μάλιστα καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως χθές, ἀναγνωρίζοντος μὲν, ὅτι πράγματι τὸ λαχεῖον δὲν εἶναι κανονικὸν, καὶ ἴσως εἶναι δυνατὴ ἡ παραδοχὴ τῆς ἰδέας τοῦ ἀνηθίκου, ἀλλ’ ἐπειδὴ μᾶς παρέχει 600,000 ἢ καὶ 1,000,000 ἔσοδον, πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν. Τὰ τοιαῦτα θεωρῶ ἄτοπα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἠθικοῦ ἢ μὴ τοῦ λαχείου, διότι ἤθελον διατρέξει τὸν κίνδυνον νὰ ἐπιτιμηθῶ καὶ αὖθις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως...
§124Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διατρέχετε κανένα κίνδυνον ἐπιτιμήσεως ἐκ μέρους μου.
§125Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. ὅπως ἐπετιμήθην κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπ’ αὐτοῦ, εἰπόντος ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν ἡ γνώμη περὶ λαχείου ἐν γένει, προκειμένου νὰ συγχωνευθῶσι τὰ δύο λαχεῖα, τὸ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τὸ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (ἱλαρότης). Ἐγὼ πρόκειται νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν, ἣν ἐποιησάμην καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως συμπεριληφθῇ ποσόν τι καὶ ὑπὲρ τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας. Κρίνω περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τοὺς συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῆς συστάσεώς μου ταύτης, διότι κατ’ ἐπανάληψιν καὶ εἰς παρελθούσας Περιόδους, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, πᾶσαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἀνεγνώρισαν τὴν ὀρθότητα καὶ τὸ δίκαιον τοῦ πράγματος, καὶ ἐδέχθησαν καὶ ἀνεγράφετο καὶ ἐψηφίζετο εἰς ἕκαστον Προϋπολογισμὸν πίστωσις τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν. Πρόκειται περὶ ποσοῦ ἐλαχίστου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν ἑταιρείας, ἥτις εἶναι μὲν τύποις ἑταιρεία ἰδιωτική, οὐσιαστικῶς ὅμως ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, φιλοτίμως δὲ καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν ἱστορικῶν καὶ ἐθνολογικῶν κειμηλίων τῆς χώρας. Πάντες δ’ ὅσοι μετέβησαν καὶ ἐπεσκέφθησαν τὸ ἀρχεῖον τὸ πολύτιμον καὶ τὰ μυρία ἀντικείμενα, ὡς λ. χ. ὅπλα, στολὰς, εἰκόνας κτλ., τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῷ καταστήματι τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας, ἀνεγνώρισαν ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καὶ κυριαρχικῶς εἰς τὸ Κράτος. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ μὴ συμπεριληφθῇ καὶ ποσόν τι διὰ τὴν Ἱστορικὴν καὶ Ἐθνολογικὴν Ἑταιρείαν, ἀφοῦ, ὡς ἔχω πεποίθησιν, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ συνάδελφόν του ν’ ἀναγράψῃ καὶ εἰς τὸν ἐφετεινὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ποσόν τι χρηματικόν, ὅπως τὸ Δημόσιον ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀφαίμαξιν ταύτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατ’ ἔτος, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προστεθῇ παράγραφός τις εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπως ἡ Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία λαμβάνῃ μέρος ἐκ τῶν χρημάτων τῶν μελλόντων νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο τούτων λαχείων. Περὶ τούτου πρόκειται, καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην, ἡ ὁποία, νομίζω, εἶναι δικαιοτάτη.
§126Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ἐσκέφθην νὰ ἐπιτιμήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτήν, διότι ἔλαβεν ἢ προτίθεται νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἐξ ἐναντίας, ὁσάκις λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὁμιλεῖ μετὰ τόσης χάριτος, ὥστε ἀληθῆ αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν νὰ τὸν ἀκούω. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐλπίζω, νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ποιάν τινα ἀντίφασιν, ζητῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ποιεῖται. Ἐγὼ δὲν ἔθιξα οὔτε θίγω τὸ ζήτημα τὸ γενικὸν τοῦ λαχείου. Ἐγὼ εὑρίσκω τὸν θεσμὸν καθιερωμένον διὰ προγενεστέρων νόμων, κανονίζω δὲ τὰ τῆς διανομῆς μεταξὺ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ὅπως μὴ ἀφήσω τὰ δύο λαχεῖα νὰ συγχέωνται καὶ ν’ ἀντιμάχωνται. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, εἶμαι δ’ ὡς ἐκ τούτου ἠναγκασμένος νὰ μὴ δεχθῶ, καίτοι λυποῦμαι, τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ λαχεῖον καὶ τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας, ὅπως δὲν παρεδέχθην τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Νέγρη περὶ καθορισμοῦ ποσοστοῦ συμμετοχῆς ὑπὲρ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πρὸς ἑταιρείας ἐχούσας καθαρῶς ἰδιωτικὸν χαρακτῆρα νὰ προβῶμεν εἰς προικοδοτήσεις διὰ λαχείων. Βεβαίως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι πόροι, ὅπως, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, δοθῇ βοήθημά τι ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο διὰ νομοσχεδίου, ὅπερ νὰ καθορίσῃ προικοδότησιν ὑπὲρ ἑταιρειῶν. Καὶ ἀναγνωρίζω μὲν καὶ ἐγώ, ὡς εἶπον καὶ χθές, ὅτι οἱ διοικοῦντες καὶ διευθύνοντες τὰ τῶν δύο ἑταιρειῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἐργάζονται λίαν ἀξιεπαίνως μετ’ ἀληθοῦς ἐνθουσιασμοῦ καὶ φιλοπατρίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν καθαρῶς ἰδιωτικὸν χαρακτῆρα τῶν ἑταιρειῶν τούτων, δὲν γνωρίζομεν δὲ καὶ τίνες αἱ ἀνάγκαι τῶν ἑταιρειῶν τούτων, ὅπως ἀποσπάσωμεν ὡρισμένον ποσὸν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἑταιρείας ἢ τῆς ἄλλης. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐξ Ὕδρας συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ.
§127Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐπιμένω, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν οἱονεὶ ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως...
§128Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι «οἱονεὶ ὑπόσχεσιν»· δὲν ἔδωκα καμμίαν ὑπόσχεσιν· εἶπον «ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή»· τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς.
§129Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. μετὰ τὴν οἱονεὶ, λέγω, ὑπόσχεσιν, ὅτι θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσόν τι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§131Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέπτυξε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποβάλω ταύτην καὶ ἐγγράφως. Θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τίνα γνώμην ἔχει ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης, ἂν τὴν δέχεται ἢ τὴν ἀπορίπτει.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ὑπεβάλετε ἐγγράφως.
§133Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι· ἀνέπτυξα μόνον προφορικῶς παρατηρήσεις, σκοπούσας τὸν ἐν τῷ μέλλοντι καθορισμὸν τεσσάρων κληρώσεων, ἀντὶ τῶν μέχρι τοῦδε τριῶν, οὕτως ὥστε ἕκαστον γραμμάτιον, τιμώμενον μιᾶς δραχμῆς, νὰ μετέχῃ μιᾶς μόνον κληρώσεως.
§134Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται τοιαύτη τροπολογία δεκτή, διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν παραδεχόμενοι ταύτην ἠθέλομεν καταστήσει τέσσαρας κληρώσεις, ἠθέλομεν ἔχει τέσσαρα λαχεῖα αὐτοτελῆ, θὰ εἴχομεν δὲ χρόνον πρὸς διάθεσιν τῶν γραμματίων μόνον τὸ τρίμηνον, τὸ μεταξὺ ἑκάστης κληρώσεως, ὁ δὲ χρόνος οὗτος δὲν θὰ ἦτο ἐπαρκής. Διὰ τοῦτο ἀπέκρουσα τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς, περὶ διαιρέσεως τοῦ λαχείου εἰς δύο· ἀποκρούσας δὲ τὴν τροπολογίαν ταύτην, κατὰ μείζονα λόγον δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, διότι θεωρῶ ἀσύμφορον, τὴν γνώμην περὶ διαιρέσεως τοῦ λαχείου εἰς τέσσαρα αὐτοτελῆ λαχεῖα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Σπετσῶν κ. Μπούμπουλη...
§136Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§138Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Μετὰ τὰς τελευταίας λέξεις τοῦ δευτέρου στίχου «προξενικὰς καὶ ἄλλας» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «πολιτικὰς, στρατιωτικὰς καὶ ναυτικάς». Ὡς δευτέρα δὲ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς: «Διὰ Β. Διατάγματος δύναται προσέτι νὰ ἀνατίθηται ἡ πώλησις τῶν γραμματίων, πρὸς ταῖς κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΓΚΔʹ τοῦ 1904 ἀνεγνωρισμέναις Τραπέζαις, καὶ εἰς ἰδιωτικὰς Τραπέζας, Ἑταιρείας ἢ ἰδιώτας, ἐπὶ τῇ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁριζομένῃ ἀμοιβῇ τῶν δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως.»
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§140ΣΤΕΦ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἤμην χθὲς ἐνταῦθα, ὅτε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἀγνοῶ, ἂν ἐγένετο ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ φέρω εἰς τὸ ἄρθρον 4. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὁρίζεται ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἀπὸ τοῦ ἔτους 1906 καὶ ἐφεξῆς καὶ εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τριμηνίας ἀποδίδεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ λαχείου εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα, ποσὸν δραχμῶν ἑβδομήκοντα πέντε χιλιάδων, καὶ διατίθεται εἰς ἀνάγκας αὐτῆς.» Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει σκοπὸν, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ λαχείου, ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν 300,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καταβάλλουσα εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τριμηνίας πρὸς αὐτὴν τὸ ποσὸν τῶν 75,000 δραχμῶν. Ἐὰν τοιοῦτος ἦναι ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον καλῶς ἔχει, ὡς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι τοιοῦτος ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας προτίθηται ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν κατ’ ἀναλογίαν τῶν γιγνομένων εἰσπράξεων τὰς 75,000 εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τριμηνίας, φρονῶ ὅτι ἄλλως πρέπει νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον.
§141Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον αὕτη μέχρι σήμερον ἀπελάμβανεν ἐκ τοῦ ἰδίου αὑτῆς λαχείου, καὶ ἑπομένως τὸ ἄρθρον διετυπώθη ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἂν δὲν εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ διάστημα ἑκάστης τριμηνίας ἐκ τοῦ λαχείου 75,000 δραχμαὶ, πῶς θὰ ἀποδοθῶσιν αὗται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν; Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ἄτοπος καὶ ἀπραγματοποίητος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἰς διάστημα τριῶν ὅλων μηνῶν δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ λαχείου 75,000 δραχμαί. Ἀπ’ ἐναντίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι πολὺ ὑπέρτεραι τῶν 75,000 δραχμῶν θὰ ἦναι αἱ εἰσπράξεις ἑκάστης τριμηνίας.
§142Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ὅμως κατὰ τὴν τρίτην κλήρωσιν δὲν θὰ εἰσπραχθῶσιν 75,000 δραχμαί.
§143Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ λαχείου τοῦ τρέχοντος ἔτους, πρόκειται περὶ τοῦ λαχείου ἀπὸ τοῦ 1906 καὶ ἐφεξῆς.
§144Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ καὶ διὰ τὸ 1906.
§145Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τοῦτο, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς διαιρέσεως ἑκάστου γραμματίου εἰς τέσσαρα. Σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τὴν τρίτην καὶ τετάρτην κλήρωσιν τὸ γεγονὸς τοῦτο, νὰ μὴ εἰσπραχθῶσιν 75,000 δραχμαί, διότι ἐγένετο ἡ πώλησις τῶν γραμματίων τῶν τεσσάρων κληρώσεων, καὶ ἑπόμενον ἴσως εἶναι νὰ μὴ ἀγορασθῶσι πλέον γραμμάτια τῆς τρίτης καὶ τετάρτης κληρώσεως. Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο εἶναι τὸ ἐλάττωμα τοῦ νόμου, ὅτι δὲν προέβλεψεν ὅτι, καθ’ ὅσον γίνεται ἑκάστη κλήρωσις, κατὰ τοσοῦτον ἀποβαίνει ὀλιγώτερον πολύτιμον τὸ γραμμάτιον τοῦ λαχείου, διότι αἱ τύχαι εἶναι ὀλιγώτεραι. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἔχομεν σήμερον τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, νὰ κατανείμωμεν τὸν λαχνὸν εἰς τέσσαρα γραμμάτια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σπετσῶν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχουσι τρεῖς τροπολογίαι τῶν βουλευτῶν κυρίων Νέγρη, Κανακάρη καὶ Μπούμπουλη.
§147Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὴν διασάφησιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§148Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης τὴν ἰδικήν μου.
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ὁ κύριος Κανακάρης ἀπέσυρε τὴν τροπολογίαν του.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν εἶπε τίποτε ὁ κ. Κανακάρης· ἐπειδὴ δὲ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν παρίσταται ἐνταῦθα, θὰ τὴν ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κανακάρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§151Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Χθὲς ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ ἡ θέσις τοῦ λογιστοῦ γραφέως αʹ τάξεως, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἐν τῷ σώματι τοῦ Ναυτικοῦ ἀξιωματικοὶ ἱκανοὶ πρὸς τοῦτο, εἷς τῶν ὁποίων ἀποσπώμενος δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἄνευ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς χρηματικῆς διὰ τὴν μισθοδοσίαν ἑνὸς λογιστοῦ. Ἄλλως τε καὶ ὁ ἰσχύων νῦν νόμος προνοεῖ περὶ τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ, ὡς προσλαμβανομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τοιοῦτον ὑπάλληλον εἴτε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε καλλίτερον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἔνθα καὶ εἰδικότης ὑπάρχει παρὰ τῷ οἰκονομικῷ σώματι, ἀλλὰ καὶ προθυμία περὶ τὴν προσφορὰν ὑπηρεσίας ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα, εἰ δυνατόν, τὴν διαγραφὴν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5.
§152Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν φρονῶ, ὅτι ἐντεῦθεν θὰ προκύψῃ οἰκονομία, διότι, ἐὰν ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τῆς ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας ἕνα λογιστήν, ἢ ἕνα οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, ἀναμφισβητήτως θὰ τὸν ἀναπληρώσωμεν ἐκεῖ. Ἔχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ ἐγκαταστήσωμεν ὑπηρεσίαν διαρκῆ καὶ μόνιμον εἰς τὸ λαχεῖον τοῦτο, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσωμεν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἠθέλομεν ζητήσει δι’ ἀποσπάσεως νὰ πληρώσωμεν τὴν θέσιν ταύτην τοῦ λογιστοῦ.
§153Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τοὺς ἁρμοδίους, ἂν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ εὑρίσκονται τοποθετημένοι εἰς τὰς νενομοθετημένας θέσεις. Δὲν θέλω νὰ ψέξω τινά, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ προσωπικὸν δὲν εἶναι ὅλον εἰς τὰς θέσεις του. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ οἰκονομία αὕτη.
§154Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι ὅλοι οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ εὑρίσκονται τοποθετημένοι εἰς τὰς θέσεις των...
§155Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως.
§156Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. .. καθ’ ὅσον δὲ ἠθέλομεν ἀποσπάσει ἕνα ἐκ τούτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαχείου, ἠθέλομεν τὸν ἀναπληρώσει εἰς τὴν θέσιν του. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἐκ τούτου βλέπω οἰκονομίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§158Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κινδυνεύω νὰ γείνω ἐνοχλητικός, νομίζω...
§159Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως, κύριε Στράτε.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεσθε ἐνοχλητικὸς σεῖς, κύριε Στράτε, διότι, ὅταν ὁμιλῆτε, ὁμιλῆτε κατόπιν μελέτης.
§161Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε. Χθὲς ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν παράκλησιν, ὅπως, ἐὰν εὑρίσκῃ σκόπιμον, ἀναγράψῃ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ διάταξιν κανονίζουσαν παγίως τὰς ἀμοιβὰς τὰς διδομένας εἰς τοὺς κληρουμένους λαχνούς. Ἐξέθηκα δὲ καὶ τὸν λόγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἔκδοσις λαχνῶν, ἐὰν δὲν ἦναι ἐκ τῶν προτέρων κεκανονισμέναι αἱ ἀμοιβαί. Τί ἔχει γείνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἀνεγράφησαν αἱ ἀμοιβαί, ἀλλ’ ἀνεγράφη ὅτι Βασιλικὸν Διάταγμα θέλει κανονίσει ταύτας. Ἀλλὰ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ἐξεδόθη καὶ ἐκανόνισεν ἀμοιβὰς καταβληθείσας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἵτινες δὲν ἐκπροσωποῦσι πλέον τὸ ⅓ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τοῦ λαχείου, ἀλλ’ ἐκπροσωποῦσι ποσὸν μεῖζον τούτου. Διότι μέχρι τοῦδε ἔχομεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ λαχείου 1,600,000 δραχμάς, ἔχει δὲ ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἀμοιβὰς, κατὰ τὸ οἰκεῖον Βασιλικὸν Διάταγμα, δραχ. 900,000, ἤτοι πλέον τοῦ ½ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐσόδου τοῦ λαχείου. Ὥστε τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ἔχει ὑπερβῆ ἐντελῶς τὴν ἄδειαν, ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔδωκε.
§162Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τίς τὸ ἔκαμε;
§163Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, πιεζομένη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ψέξω τινά, ἀλλὰ ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα, ἐὰν εὑρίσκῃ ταύτην ὀρθήν, ἀναγραφῇ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὡς διάταξις τοῦ νῦν ψηφιζομένου νόμου.
§164Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ προστεθῇ δηλαδὴ ὡς ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου.
§165Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§166Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δέχομαι. Νὰ προστεθῇ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὡς ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 9 Ἰουλίου 1904 περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ͵ΓΚΔʹ τῆς 10 Ἰουνίου 1904, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 8. Ὁ ἀριθμὸς τῶν κληρουμένων λαχνῶν καὶ τὰ ποσὰ τῶν παρεχομένων ἀμοιβῶν ὁρίζονται δι’ ἑκάστην τῶν τεσσάρων κληρώσεων ἑκάστου ἔτους ὡς ἑξῆς:
| Κληρούμενοι ἀριθμοὶ | Ποσὰ ἀμοιβῶν | |
| 1ος δραχμαὶ | 100,000 | 100,000 |
| 2ος » | 25,000 | 25,000 |
| 3ος » | 10,000 | 10,000 |
| 3 ἑπόμενοι πρὸς δραχμὰς | 5,000 | 15,000 |
| 5 » » » | 1,000 | 5,000 |
| 411 » » » | 1,000 | 41,100 |
| 578 » » » | 50 | 28,900 |
| 1000 | 225,000 |
Αἱ ἀμοιβαὶ αὗται πληρώνονται ἀμέσως μετὰ τὴν κλήρωσιν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓΚΔʹ τοῦ 1904, πρὸς τοὺς κατόχους τῶν κληρωθέντων γραμματίων, ἐὰν ταῦτα ἔχωσι πωληθῇ πρὸ τῆς κληρώσεως.»
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ἓξ συνεργείων καὶ τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΨΚΘʹ τῆς αὐτῆς χρονολογίας θέσεων λογιστῶν καὶ ὑπολογιστῶν». Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§168ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις συνεργείων, προωρισμένων διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ τιμήματος τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἔσχε τὴν ἀρχὴν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896, ὅτε διὰ τοῦ νόμου τῆς 6 Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους συνεστάθησαν καὶ ἐλειτούργησαν δύο συνεργεῖα, ὧν ἕκαστον περιελάμβανεν ἕνα ὑπολογιστὴν αʹ τάξεως καὶ τέσσαρας ὑπολογιστὰς βʹ τάξεως. Διὰ μεταγενεστέρου δὲ νόμου, τοῦ νόμου ͵ΒΧʹ τοῦ 1899, τὰ συνεργεῖα ταῦτα ηὐξήθησαν κατὰ τέσσαρα, ἤτοι ἐξίκοντο εἰς ἀριθμὸν περιλαμβάνοντα τριάκοντα ἐν ὅλῳ ὑπαλλήλους, κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τῶν βαθμῶν καὶ μὲ τὰς αὐτὰς μισθοδοσίας, τουτέστιν ἓξ ὑπολογιστὰς αʹ τάξεως, μισθοδοτουμένους πρὸς 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ εἴκοσι τέσσαρας ὑπολογιστὰς δευτέρας τάξεως, λαμβάνοντας μισθὸν 110 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑποβληθέντος καὶ νῦν συζητουμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ προτείνεται ἡ ἀνασύστασις τῶν ἓξ τούτων συνεργείων, τῶν λειτουργησάντων ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη, ἀρυόμεθα τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ συνεργεῖα ἐξεκαθάρισαν μέχρι τοῦδε τὸ τίμημα ἐθνικῶν κτημάτων εἴκοσι δύο ἐπαρχιῶν ἐν ὅλῳ. Δὲν γνωρίζω, τίνα γνώμην ἔχουσί τινες ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα περὶ τῆς τελεσφόρου ἐργασίας τῶν συνεργείων τούτων. Ἐγὼ ὅμως, καθ’ ὅσον ἐκ πείρας γινώσκω, ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι τὰ συνεργεῖα δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὑτῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἴσως ἀληθές, ὅτι διῆλθον πολλὰς ἐπαρχίας, ἀσχολούμενα εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ τιμήματος ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἴσως δ’ ἐξίκοντο αἱ ἐπαρχίαι αὗται μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 22, ὡς ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἀλλὰ τὸ προϊόν τῆς ἐργασίας αὐτῶν δὲν ὑπῆρξεν ἀνάλογον πρὸς τὰς προσδοκίας τοῦ νόμου. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι λαμβάνονται ἐκ τῶν ἐχόντων ἀπολυτήριον Γυμνασίου, κατά τε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1896 καὶ τὰς τοῦ 1899, ὅστις καθορίζει ἀκριβέστερον τὰ τῶν προσόντων αὐτῶν. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον δύνανται οὗτοι μὲ τοιαῦτα ἐφόδια ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὅμως ἄλλοι μὲν ἀποσπῶνται εἰς ἐκτάκτους ἐργασίας τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἢ εἰς ἄλλας διαφόρους ἀσχολίας, ἄλλοι δὲ διανύουσιν εἰκονικῶς τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν ἐν συνεργείοις, τακτικῶς μισθοδοτούμενοι καὶ ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν ποσότητα τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τὴν ποιότητα αὐτῆς. Ἀντὶ τοῦ συστήματος τούτου, πρὸ τοῦ ἔτους 1896, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη, ἴσχυεν ἕτερον σύστημα, τὸ καθιερωθὲν διὰ τοῦ νόμου τῆς 20 Ἰανουαρίου 1893 περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὀφειλομένου τιμήματος δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν...
§169Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐντελῶς ἀστοχῆσαν σύστημα, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ, τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Ἤμην Βουλευτὴς καὶ τότε, καὶ τὸ γνωρίζω.
§170ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὴν πληροφορίαν, ἥν μοὶ παρέσχεν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι μᾶλλον τὴν πλήρη ἀστοχίαν τοῦ κρατοῦντος συστήματος καὶ ὅτι τὸ σύστημα τὸ κρατῆσαν πρὸ τοῦ 1896 ὑπῆρξεν εὐστοχώτερον τοῦ νῦν κρατοῦντος δαπανηροῦ τοιούτου. Πρὸ μικροῦ μάλιστα ἠρώτησα συνάδελφον ἐκ Κορινθίας, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτοῦ ἐργασία τοῦ διελθόντος αὐτὴν συνεργείου, καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὔτε τὸ δέκατον τῆς ὅλης ἐργασίας ἠδυνήθη τοῦτο νὰ ἐκτελέσῃ. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπ’ ἀμοιβῇ ὡρισμένη ἐκκαθάρισις εἶχεν ἀποτελέσματα πρακτικώτερα, τὸ μὲν διότι ἡ ἐκκαθάρισις ἐγίνετο τακτικώτερον καὶ ἐν συνεχείᾳ, ἕκαστος δὲ δηλωτὴς ἠδύνατο νὰ λαμβάνῃ ἀμέσως καὶ εὐχερῶς τὸ παραχωρητήριόν του, τὸ δέ, ὅπερ καὶ σπουδαιότερον, διότι δὲν ἐβαρύνετο διὰ δαπάνης μεγάλης τὸ Δημόσιον, δαπάνης δυσαναλόγου πρὸς τὸ ἔσοδον τὸ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραττόμενον.
§171Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε, πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τοῦ συστήματος τῆς λεγομένης κατὰ περιφέρειαν ἐκκαθαρίσεως;
§172Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη αὕτη τῆς κατὰ περιφέρειαν καὶ κατ’ ἀποκοπὴν ἐκκαθαρίσεως δύναται νὰ μὴ βαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ὁ μέλλων νὰ λάβῃ τὸ παραχωρητήριόν του θὰ ἦναι λίαν εὐχαριστημένος νὰ καταβάλῃ τὰ 25 ἢ 30 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἐκκαθάρισιν, νὰ τὸ λαμβάνῃ ὅμως ταχέως, καὶ νὰ μὴ ἀναμένῃ τὴν ἐκκαθάρισιν μετὰ δέκα ἢ καὶ πλείονα ἔτη· διότι ἀναλογίσθητε, ὅτι ἓξ συνεργεῖα πρόκειται νὰ διέλθωσιν ἀκόμη ἱκανὸν ἀριθμὸν ἐπαρχιῶν, ἑπομένως ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι μὲν ἔξοδον κατ’ ἐπιφάνειαν, θὰ ἦναι ὅμως ἔσοδον ἀπολήψιμον. Καὶ ἐπειδὴ περὶ δαπάνης ὁ λόγος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω, εἰς πόσον ἀνῆλθεν ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν τῶν ἓξ συνεργείων, τῶν ἀποτελουμένων ἐκ προσωπικοῦ συγκειμένου ἐκ νέων, ἀπείρων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, φερόντων μόνον ἀπολυτήριον Γυμνασίου, οἱ ὁποῖοι, εἶναι γνωστόν, πῶς καὶ διατί διορίζονται, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν κέκτηνται εἰδικότητα παρέχουσαν εἰς αὐτοὺς τὴν ἱκανότητα νὰ προβαίνωσιν εἰς τελείας ἐκκαθαρίσεις, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν εἶναι ἐργασία λαβυρινθώδης, κοπιώδης καὶ συνάμα ἀπαιτοῦσα εἰδικότητα. Ἡ δαπάνη λοιπὸν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἓξ συνεργείων ἀνέρχεται διὰ μὲν τοὺς ὑπολογιστὰς αʹ τάξεως εἰς δραχμὰς 10,000 ἐτησίως, διὰ δὲ τοὺς ὑπολογιστὰς βʹ τάξεως εἰς δραχμὰς 31,480 ἐτησίως, κατὰ τὸ κεφάλαιον 28, ἄρθρον 2 τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1905, τουτέστιν ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 41,480. Προστιθεμένης εἰς ταύτας καὶ τῆς δαπάνης τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν συνεργείων, δαπάνης προσθέτου, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἕτερον σύστημα ἐκλείπει, ἀναβιβάζεται ἡ ὅλη δαπάνη εἰς δραχμὰς 43,890 ἐτησίως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποιὸν τοῦ προσωπικοῦ, ὅπερ ἀσχολεῖται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος διατίθεται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς συντήρησιν τῶν συνεργείων. Ἐσχάτως μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ λάβω ἀμεσωτέραν ἀντίληψιν τῶν ἀτελειῶν τοῦ συστήματος. Ἰδιῶταί τινες ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ἰδιῶται ἔχοντες ἀνάγκην νὰ λάβωσι τοὺς τίτλους των, ἀπετάθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦτο διέταξε νὰ γείνῃ εἰδικῶς ἡ ἐκκαθάρισις ὡρισμένων παραχωρητηρίων· ἀλλὰ καὶ πάλιν αὕτη κατέστη δυσέφικτος, διότι εὐλόγως οἱ ὑπάλληλοι τῶν οἰκείων Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, ξένην τῶν καθηκόντων αὐτῶν θεωροῦντες τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, μετὰ πολλῆς βραδύτητος ἐνήργησαν τὴν ἐκκαθάρισιν, ἐν ᾧ ὑπάλληλος πρόσθετος παρ’ ἑκάστῃ Ἐφορίᾳ ἐκ τῶν πεπειραμένων λογιστικῶν δύναται νὰ ἐκτελῇ ἄνευ μισθοῦ καὶ ἐπὶ ὡρισμένῃ δι’ ἑκάστην ἐκκαθάρισιν ἀμοιβῇ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἀσχολούμενος εἰδικῶς εἰς αὐτήν, κατὰ τὸν τρόπον δὲ τοῦτον καὶ τῆς περιττῆς δαπάνης ἀπαλλάσσεται τὸ Δημόσιον, καὶ οἱ ἰδιῶται εὐκολύνονται εἰς τὴν ταχυτέραν λῆψιν τῶν παραχωρητηρίων, ἅτινά εἰσι χρησιμώτατα εἰς αὐτούς, ὡς τίτλοι ἀπαραίτητοι ἐν ταῖς ἰδιωτικαῖς αὐτῶν σχέσεσι, καὶ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὀφειλῆς αὐτῶν καὶ τὴν παγίωσιν τῶν δόσεων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πραγματεύεται καὶ περὶ ἑτέρας κατηγορίας ὑπαλλήλων. Ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι ἡ τῶν καλουμένων ἐκτάκτων ὑπαλλήλων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἰσήχθησαν τὸ πρῶτον διὰ τοῦ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887. Δι’ αὐτοῦ ἐδημιουργήθησαν θέσεις τεσσάρων λογιστῶν βʹ τάξεως, ἑνὸς ἀρχειοφύλακος, δέκα ὑπολογιστῶν αʹ τάξεως, δέκα ὁμοίων βʹ τάξεως καὶ δέκα γραφέων βʹ τάξεως. Ἐν ὅλῳ δηλαδὴ προσετέθησαν εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ καλούμενον τμῆμα τῶν κτημάτων, 35 ὑπάλληλοι διὰ τὴν θεωρηθεῖσαν ἔκτακτον ταύτην ὑπηρεσίαν. Διὰ μεταγενεστέρου νόμου, τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΘʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899, ἡ κατηγορία τῶν ὑπαλλήλων τούτων διετηρήθη, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν ἐμειώθη εἰς δύο λογιστάς, δέκα ὑπολογιστὰς αʹ τάξεως καὶ δέκα δευτέρας τάξεως, ἤτοι ἀπὸ 35 εἰς 22 ἄτομα. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προβάλλεται ἡ διατήρησις καὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτου, μειουμένου εἰς 18 μόνον λογιστὰς καὶ ὑπολογιστάς. Ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων τούτων μειώσεων δῆλον γίνεται, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἔβαινεν ἐλαττουμένη. Ἐξεταστέον νῦν, ἂν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν βαθμιαίως ἐξέλιπε, καὶ κατέστη ἤδη περιττὴ ἡ διατήρησις τῶν ἐκτάκτων τούτων ὑπαλλήλων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, διότι διανύομεν ἐποχὴν, καθ’ ἣν πάντες ἀναγνωρίζομεν; ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται ἐν ἐκτάκτως κρισίμῳ καταστάσει, καὶ ὅτι διὰ παντὸς τρόπου δέον νὰ ἐπιδιώξωμεν οἰκονομίας, περικόπτοντες πολυτελεῖς δαπάνας. Ἴδωμεν, πόσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβεβλημένον ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν. Οἱ τακτικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου ἀνέρχονται κατ’ αὐτὸν εἰς 25 γραμματεῖς αʹ τάξεως, εἰς 10 γραμματεῖς δευτέρας τάξεως καὶ ταμειακοὺς λογιστὰς, καὶ εἰς 52 γραφεῖς πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως, ἤτοι οἱ τακτικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀνέρχονται εἰς 87 γραμματεῖς καὶ γραφεῖς, ἐκτὸς τῶν τμηματαρχῶν. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν περιλαμβάνονται οἱ ὑπάλληλοι τοῦ δασικοῦ τμήματος, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἰδιαιτέραν κατηγορίαν, δὲν περιλαμβάνονται ὡσαύτως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀποτελοῦντες ἰδιαιτέραν κατηγορίαν, ὡς καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ τμήματος τοῦ δημοσίου χρέους. Ἑπομένως ἀπομένουσιν ἑπτὰ τμήματα, εἰς τὰ ὁποῖά εἰσι κατανεμητέοι οἱ 87 οὗτοι τακτικοὶ ὑπάλληλοι. Γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων περὶ διανομῆς ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν παρεῖχον ἐν ἀρχῇ σοβαρωτέραν ἐργασίαν καὶ μείζονα ἀσχολίαν εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο ἡ σύνταξις τῶν παραχωρητηρίων, ἡ συναφὴς αὐτῇ ἐργασία καὶ ἡ τῶν πράξεων κατατάξεως. Σήμερον ὅμως ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία γεννᾶται ἐκ τοιούτων ἀντικειμένων, ἠπλοποιήθη, εἶναι δὲ αὕτη αἱ συνήθεις ἀμφισβητήσεις συνεπεία καταμετρήσεως ἀδηλώτων γαιῶν ἢ φυτειῶν, αἱ ὁποῖαι λύονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Κατανεμομένων λοιπὸν τῶν 87 ὑπαλλήλων εἰς τὰ ἑπτὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου, ἀναλογεῖ ὁ ἀριθμὸς 12 τουλάχιστον τακτικῶν ὑπαλλήλων ἐν τῷ πρώτῳ τμήματι. Καὶ ἐρωτῶ, τίνα θέσιν ἔχουσι πλέον οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι, καὶ διατὶ δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ τακτικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ πρώτου τμήματος, ἀφοῦ ἑτέραν ὑπηρεσίαν δὲν ἔχουσιν ἢ μόνον τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ δημόσια κτήματα; Ἡ πίστωσις ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1905 διὰ τοὺς 18 ὑπαλλήλους τῆς ἐκτάκτου ταύτης ὑπηρεσίας ἀνέρχεται εἰς 42,480 δραχμάς. Ἑπομένως τὸ ἄθροισμα τῆς δαπάνης διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ὑπαλλήλων τῶν δύο κατηγοριῶν, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 78,480. Ἡ δαπάνη αὕτη ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰ ἑξῆς ἔσοδα — καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἡ καταβαλλομένη δαπάνη διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τούτου εἶναι ὅλως δυσανάλογος πρὸς τὰς ἀντιστοίχους εἰσπράξεις. — Ἐν τῷ κεφαλαίῳ 15 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1905 ἀναγράφονται ἔσοδα ἐκ προκαταβολῶν δηλουμένων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν δραχμαὶ 20,000, ἐκ προσωρινῶν δόσεων τῶν αὐτῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν δραχ. 120,000, ἐκ προκαταβολῶν δηλουμένων ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν δραχ. 250, καὶ ἐκ προσωρινῶν δόσεων τῶν αὐτῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν δραχ. 4,000. Εἰς ταύτας δύνανται νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου πάγιαι δόσεις ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐκ δρ. 390,000, καὶ αἱ ἐν ἄρθρῳ 13 πάγιαι δόσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐκ δραχ. 5,000· ἤτοι τὸ ὅλον ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς δραχ. 539,250. Ἀλλὰ βεβαίως τὸ ἔσοδον τῶν ἐκ παγίων δόσεων δέον νὰ ἐκπεσθῇ, διότι ἡ ἐργασία τῶν παγίων δόσεων ἔχει ἐκτελεσθῆ ἤδη, καὶ ἑπομένως τὸ ἀπομένον ἔσοδον, τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὴν δαπάνην, ἣν κατὰ τοὺς νόμους τούτους καταβάλλει τὸ Δημόσιον, δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 144,250. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνυπολογισθῇ τὸ ὅλον ἔσοδον ἐκ δραχ. 539,250, πάλιν δαπανᾶται διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ ἐκκαθάρισιν αὐτοῦ τὸ ἓν ἕβδομον περίπου τοῦ ὅλου τῶν εἰσπραττομένων. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν γνώμην, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μελετήσῃ δὲ καλλίτερον τὸ ζήτημα, καὶ ἐὰν εὕρῃ ὀρθὴν τὴν νῦν ὑποβαλλομένην γνώμην, καθ’ ἣν ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης τοῦ Δημοσίου ἡ ἐκκαθάρισις δύναται νὰ συντελῆται ἀπροσκόπτως καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν δηλωτῶν, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀκολουθῶν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ὡδήγησε τὸν νομοθέτην τοῦ 1893, καθ’ ὃ ἡ περὶ ἧς πρόκειται ὑπηρεσία νὰ διενεργῆται ἄνευ πραγματικῆς δαπάνης τοῦ Δημοσίου, δικαιουμένου νὰ συνεισπράττῃ τὰ προκαταβαλλόμενα δι’ ἑκάστην ἐκκαθάρισιν μετὰ τῶν εἰσπραττομένων νῦν κατὰ τὸν κείμενον νόμον λοιπῶν ἐξόδων κοινοποιήσεως τῶν εἰδοποιητηρίων καὶ μεταγραφῆς τῶν παραχωρητηρίων. Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον σύστημα, μακρὰν τοῦ νὰ ἀστοχήσῃ, ὡς πρὸ μικροῦ ἐλέχθη, ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ποσότητος καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῆς ἐργασίας, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν τε ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου.
§173Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο τινὰ εἶναι τὰ ἀντικείμενα, εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ὁποίων ἀποβλέπει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ, τοῦτο μὲν εἰς τὸ νὰ δώσῃ κῦρος εἰς τὰς πράξεις τὰς τελεσθείσας ὑπὸ τῶν συνεργείων ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1904 μέχρι σήμερον, τοῦτο δὲ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων ΒΧʹ καὶ ͵ΒΦϞΘʹ τοῦ 1899 ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, γινομένου νόμου τοῦ Κράτους. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἐπιτακτικὴν, ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν, ἵνα ἐγκρίνωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα κυρώσωμεν τοῦτο διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν, διότι πρόκειται περὶ πράξεως τελεσθείσης ἤδη, πρόκειται περὶ κυρώσεως ἀποζημιώσεως καταβληθείσης ἤδη ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον· διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τοῦ 1899 ἔληγεν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ πρακτικοῦ αὐτοῦ ἀπεφάσισε, μὴ παρούσης τῆς Βουλῆς, νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῶν συνεργείων, ἀνέλαβε δὲ, ἵνα ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην καταβάλῃ τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὀφειλομένας εἰς τὰ μέλη τῶν συνεργείων. Πρόκειται λοιπὸν περὶ κυρώσεως πράξεως τελεσθείσης ἤδη, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας. Ἀμφισβητεῖ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν σκοπιμότητα τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ἀμφισβητεῖ τὸ ἀποτελεσματικὸν καὶ τελεσφόρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἢ μᾶλλον συνεχίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἰσάγει τὸ πρῶτον νῦν νέον σύστημα πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ τιμήματος τῶν ὀφειλομένων δόσεων ἐκ διαθέσεως ἐθνικῶν γαιῶν. Τὸ σύστημα εἶναι παλαιόν...
§174Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ λειτουργεῖ παρανόμως.
§175Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ λειτουργεῖ παρανόμως ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1904. Τὸ σύστημα εἶναι παλαιόν, διότι ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1896. Μέχρι τοῦ 1896, κύριε Πρόεδρε, διάφορα ἐκ περιτροπῆς—τρία, νομίζω—ἐδοκιμάσθησαν συστήματα πρὸς ἄρσιν τοῦ μεγάλου κακοῦ, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς ἐκείνους τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες, πεποιθότες εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, ὅτι δύνανται νὰ καταστῶσι κύριοι ἐθνικῶν γαιῶν, ἐὰν ἐκπληρώσωσιν ὅρους τινὰς καὶ ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐδήλωσαν ἐθνικὰς γαίας, καὶ κατέλαβον καὶ καλλιεργοῦσιν αὐτὰς ὡς ἴδια κτήματα. Προσγίνεται, λέγω, μέγα ἄδικον εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τούτους διότι ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει, ὅτι μετὰ μίαν δεκαπενταετίαν ἀπὸ τῆς δηλώσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς θὰ ἀπέκτων δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῆς δηλωθείσης γῆς, προέβησαν εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας, ἐξακολουθοῦσι δὲ καὶ νῦν ἀκόμη, ἤτοι ἐπὶ τριακονταετίαν καὶ πλέον, —διότι ἀπὸ τοῦ 1871, ὅτε τὸ πρῶτον κατηρτίσθη ὁ νόμος περὶ διαθέσεως ἐθνικῶν γαιῶν, μέχρι τοῦ ἔτους 1905 εἶναι 35 ἔτη, —ἐξακολουθοῦσι, λέγω, καὶ νῦν ἔτι νὰ πληρώνωσι προσωρινὰς δόσεις, αἱ ὁποῖαι καταλογίζονται μὲν εἰς τὸ χρέος αὐτῶν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δὲν ἄγουσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπον οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς γαίας, δὲν ἄγουσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα δηλαδὴ ἀποκτήσεως κυριότητος ἐκ μέρους τῶν δηλωτῶν, ἄγουσι δὲ καὶ εἰς ἐπιζήμια ἀποτελέσματα· διότι συμβαίνει πολλάκις νὰ ἔχῃ πληρωθῇ τελείως τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐν τούτοις, μὴ γενομένης ἐκκαθαρίσεως καὶ μεταγραφῆς, νὰ μὴ ἦναι κύριοι τῶν γαιῶν, καὶ νὰ μὴ δύνανται συνεπῶς οὐδὲ εἰς προικοδοσίαν νὰ διαθέσωσι τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸς αὐτοὺς τὸ Δημόσιον καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεπλήρωσαν, οὐδὲ νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐντεῦθεν πηγαζούσης ἐξ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας πίστεως, οὐδὲ ἄλλην τινὰ δικαιοπραξίαν νὰ ἐνεργήσωσι. Τοιαύτη ἦτο, κύριε Πρόεδρε, ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν εὗρεν ἡ Βουλή, ὅτε τὸ πρῶτον ἔλαβεν ἔκτακτα μέτρα πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ τιμήματος τοῦ ὀφειλομένου ἐκ δηλώσεων ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ ἐνομοθέτησε μέτρον τι, τὸ μέτρον τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν προσθέτου προσωπικοῦ λογιστῶν, τὸ ὁποῖον σκοπὸν καὶ ἀποστολὴν εἰδικὴν καὶ ἀποκλειστικὴν εἶχε νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ τιμήματος τοῦ ὀφειλομένου ἐκ δηλώσεων ἐθνικῶν γαιῶν, ἵνα, παγιουμένου τοῦ χρέους ἑκάστου δηλωτοῦ, ἂν ὑπελείπετο τοιοῦτον, ἐνεργηθῇ ἡ μεταγραφὴ τῶν παραχωρητηρίων καὶ μεταβιβασθῇ οὕτως ὁριστικῶς ἡ κυριότης τῶν γαιῶν εἰς τοὺς δηλωτάς. Τὸ σύστημα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμοσθὲν ἐπί τινα ἔτη, κατεδείχθη ἐν τέλει ἀλυσιτελές, καὶ μὴ ἄγον ταχέως εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνομοθετήθη, ὁ δὲ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κατιδὼν τὸ ἄσκοπον τοῦ συστήματος τούτου, προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἔτος 1893 νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργεῖτο τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, καὶ εἰσήγετο νέον σύστημα, τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀποκοπὴν ἀμοιβῆς τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀνατεθεῖσαν πλέον εἰς τὰς Ἐφορίας. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἀπενέμετο εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ οἰκονομικοὺς ἐφόρους ἀμοιβὴ 30 λεπτῶν δι’ ἑκάστην ἐκκαθάρισιν...
§176Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 25 ἕως 30.
§177Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἐλειτούργησεν ἐπὶ τρία ἔτη· ὅτε δὲ μετὰ ταῦτα κατεδείχθη καὶ τοῦ συστήματος τούτου τὸ ἐλαττωματικὸν καὶ ἀλυσιτελές, ἠναγκάσθη κατὰ τὸ 1896 ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἄστοχον τοῦ συστήματος, καὶ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τούτου, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἑτέρου συστήματος. Ἐνθυμοῦμαι δέ, —διότι ἐτύγχανον καὶ τότε μέλος τῆς Βουλῆς, —ὅτι ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον ἄνδρα πληροφορίαι ἀκριβεῖς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀμφοτέρων τῶν συστημάτων, καὶ προσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι αὗται, ταύτας δ’ ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, ἵνα προβῇ εἰς ἀσφαλῆ σύγκρισιν τῶν δύο συστημάτων, τοῦ συστήματος τοῦ πρὶν κρατοῦντος καὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κατόπιν ἐνεκαινίσθη. Προσήγαγε λοιπὸν τότε ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν ὁποίων προέκυψαν τὰ ἑξῆς δύο ἀναμφισβήτητα γεγονότα, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀποκοπὴν ἀμοιβῆς τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων καὶ αἱ ἐκκαθαρίσεις αἱ γινόμεναι κατ’ ἔτος ἦσαν πολὺ ὀλίγαι καὶ ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου ὑπερόγκως μεγάλη. Ἐὰν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, προτιθέμενος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐμερίμνα ἐγκαίρως νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐφαρμοσθέντος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 συστήματος, ἤτοι ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα κατ’ ἀριθμὸν τῶν ἐκκαθαρίσεων, θὰ ἐπείθετο ἀδιστάκτως, ὅτι ἀδίκως ὅλως ἔψεξε τὸ νομοσχέδιον, ἀδίκως ὅλως ἐθεώρησεν αὐτὸ ὡς ἀλυσιτελὲς καὶ μὴ ἄγον εἰς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν προτείνεται. Ἔχω δὲ καὶ τὴν ἀπόδειξιν πρόχειρον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ μόνον σύστημα, τὸ ἀπολύτως, δύναμαι νὰ εἴπω, εὐδοκιμῆσαν, εἶναι τὸ σύστημα τὸ καθιερωθὲν διὰ τῶν νόμων τοῦ 1899, τῶν ὁποίων τὴν ἰσχὺν ἐπαναφέρει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· διότι, ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι ͵ΒΦϞΘʹ καὶ ͵ΒΧʹ τοῦ 1899, ὁ Ὑπουργὸς ὁ τότε, ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν συνεργείων εἶναι τὸ μόνον δυνάμενον νὰ φέρῃ ταχέως εἰς ἀποτελέσματα ἀσφαλῆ, ἀναγνωρίζων δὲ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἱδρυθέντων ἀρχικῶς δύο συνεργείων, προέτεινε τὴν σύστασιν καὶ ἑτέρων τεσσάρων τοιούτων, ἵνα φθάσωμεν ταχύτερον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Εὐτυχῶς δὲ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις ἡ αἰτιολογικὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀποδεικνύει, ὅτι προσεγγίζομεν εἰς τὴν τελείαν ἐκκαθάρισιν καὶ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπον οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ συστήματος τούτου. Διότι εἰς 22 ἤδη ἐπαρχίας ἔχει γείνῃ πλήρης καὶ τελεία ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ὀφειλομένου τιμήματος δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν...
§178Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Γῆν ὁρῶμεν!
§179ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς γῆν ὁρῶμεν, διότι τὴν ποθητὴν γῆν θὰ ἴδωμεν, μόνον ὅταν φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ὅτε θὰ παύσουν τὰ δεινοπαθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ πεισθέντος, ὡς ἔλεγον, εἰς τὰς ὑποσχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ δηλώσαντος ἐθνικὰς γαίας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἀπέκτα κυριότητα ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων, καταβάλλων τὸ τίμημα. Καὶ ὁ μὲν Ἑλληνικὸς λαὸς ἔπραξε τὸ καθ’ ἑαυτόν, καταβάλλων ἐπὶ 35 ἔτη τὰς ὀφειλομένας εἰς τὸ Δημόσιον προσωρινὰς δόσεις, ὑπερβὰς δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ὤφειλε κατὰ τὴν ἀρχικῶς γενομένην ἐκτίμησιν, ἀλλ’ ἔχει καθῆκον, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὅσον ἔνεστι τάχιον φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ποθεῖ ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ σχετιζόμενος ὁπωσδήποτε πρὸς τὸν νόμον περὶ διαθέσεως ἐθνικῶν γαιῶν.
§180Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔθιξα τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων. Ἀναγνωρίζω ὅτι, ἀφοῦ τὰ συνεργεῖα ἐλειτούργησαν, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε οἱ ὑπάλληλοι τῶν συνεργείων εἰργάσθησαν, πρέπει νὰ νομιμοποιηθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη· ἀλλ’ ἀποκρούω τὴν ἀνασύστασιν αὐτῶν, ὡς ἀλυσιτελῆ. Δυνατὸν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τοῦ 1896 νὰ ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ διὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν ἐκκαθάρισις ἀπέβη ἀτελεσφόρητος, διὰ τὸ πολυάσχολον ἴσως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἀποκλείεται ἕτερον σύστημα μετὰ κρείσσονος διαρρυθμίσεως. Μεθ’ ὅλα δὲ, ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφος, κατάδηλον εἶναι, ὅτι τὰ συνεργεῖα δὲν ἐπέτυχον. Δὲν ἔχομεν δυστυχῶς πληροφορίας στατιστικὰς περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐργασίας τῶν συνεργείων. Ἐὰν εἴχομεν τοιαύτας, θὰ ἤντλουν καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπιχειρήματα, καὶ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐμφανέστερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα. Νομίζω ὅμως, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν πεῖραν, ἣν ἔχομεν κεκτημένην περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως διὰ τοῦ συστήματος τῶν συνεργείων, ἡ πεῖρα δ’ αὕτη διδάσκει, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν συνεργείων εἶναι μᾶλλον ἀργόμισθοι. Ἐπὶ τέλους, ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ συστήματος τούτου, καθορίσατε τοὐλάχιστον τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ προσωπικοῦ ἀναλόγως τῆς συντελουμένης ὑπ’ αὐτοῦ ἐργασίας.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§182Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κατὰ τὴν λῆξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀνάκλησις, ὑπῆρχον λογισταὶ καὶ ὑπολογισταὶ ὑπηρετήσαντες, οἵτινες διατελοῦσιν ἔτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπ’ εὐθύνην τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑπηρετῶσι. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, νομίζω, νὰ ἐρωτήσω, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι θὰ ὁρκισθῶσιν ἐκ νέου, ἢ θὰ θεωρηθῇ ὡς συνέχεια τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ὁ διάμεσος χρόνος;
§183Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸν διάμεσον χρόνον θὰ τοῖς δοθῇ μία ἀποζημίωσις, ἀλλὰ θὰ θεωρηθῇ ὅτι εἰς τὴν λῆξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἔληξε καὶ ἡ ὑπηρεσία των. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§185Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 3 πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§186Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῇ.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται τὸ ἄρθρον 3, καὶ οὕτω τὸ ἄρθρον 4 λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 3. (Ἀναγινώσκεται τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 3 καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην συζήτησιν.)
§188ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§189ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως, Εἶναι 9½ ἡ ὥρα.
§190Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, καθόσον μάλιστα βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ.μ.)