1905.05.17
1,919 rows · 14,525 words · 100 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
τῆς 17 Μαΐου 1905.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοίνωσις ἀναφορῶν. Αἴτησις Ἀγγελικῆς χήρας Θρασυβούλου Κ. Κανάρη, παραπονουμένης διὰ τὸ ἀνεπαρκὲς καὶ γλίσχρον τῆς συντάξεώς της, καὶ παρακαλούσης νὰ τῇ χορηγηθῇ πρόσθετον βοήθημα, ὡς ἐχορηγήθη καὶ εἰς τὰς ἄλλας νύμφας τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου Κ. Κανάρη. Ἀναφορὰ τοῦ στρατιωτικοῦ καταδίκου Γ. Σέρβα, παρακαλοῦντος νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Κυπαρισσίας, παρακαλούντων νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας. Τηλεγράφημα τοῦ βουλευτοῦ Δωρίδος κ. Χλωροῦ, ἀνακοινοῦντος ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀμφισσέων ἐψήφισε δραχμὰς 10,000 διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, ἐν ἀνεπαρκείᾳ δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προκαλέσῃ αὔξησιν τῆς φορολογίας τῶν ἐλαίων κλπ. Τηλεγράφημα τῶν δημάρχων Σολλίου καὶ Καρνίων καὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μύτικα, παρακαλούντων νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Σολλίου. Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν «Ἑρμοῦ», διερμηνεύοντος τὴν εὐχὴν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ποταμίων, παρακαλοῦντος: αʹ) Ἐὰν καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, ἡ ἐπαρχία Κυθήρων νὰ ὑπαχθῇ δικαστικῶς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν: βʹ) νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ποταμίων, καὶ γʹ) ἐὰν τοῦτο καταργηθῇ, τὸ μέλλον νὰ ἀπομείνῃ Εἰρηνοδικεῖον νὰ ἔχῃ δύο ἕδρας, χειμερινὴν ἐν τῷ δήμῳ Κυθηρίων, καὶ ἐαρινὴν ἐν τῷ δήμῳ Ποταμίων.
§2Ν. ΜΑΜΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ οὗ ἀπενέμετο σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ Θρασυβούλου Κανάρη, νύμφην τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου Κ. Κανάρη, σύνταξις, ἧς ὅλαι αἱ ἄλλαι χῆραι τῶν τέκνων τοῦ ἀειμνήστου Κανάρη ἀπολαύουσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἡ χήρα αὕτη στερεῖται τῶν πρὸς τὸ ζῇν, ἐνῷ ὅλαι αἱ ἄλλαι χῆραι Κανάρη, αἱ εὑρισκόμεναι ὑπὸ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀπολαύουσι σχετικῆς εὐημερίας.
§3Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς χήρας Θρασυβούλου Κανάρη, διότι ἐκτὸς τῶν λόγων, οὓς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ τὸ ὅτι ἔχει τέκνα ἀνήλικα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐργάζωνται.
§4Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω ὅτι πᾶσα σύστασις, προκειμένου περὶ τοῦ ὀνόματος Κανάρη, εἶναι περιττή. Ὁμόφωνος θὰ ἦναι ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ δοθῇ σύνταξις εἰς τὴν χήραν Θρασυβούλου Κ. Κανάρη. Θὰ ἦναι ἐντροπή, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀσκόπως δαπανᾷ ἴσως πολλά, νὰ μὴ δώσῃ ἐλάχιστον βοήθημα εἰς τὴν χήραν τοῦ Θρασυβούλου Κανάρη.
§5Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν τῆς χήρας Θρασυβούλου Κανάρη, συμφωνῶν μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§7ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 9 Ἀπριλίου, ὡς καὶ κατὰ τὴν τῆς 11 Ἀπριλίου, ᾐτησάμην νὰ κατατεθῶσι πληροφορίαι τινὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσαι εἰς τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν ἢ εἰσιν ἀποδοτέα εἰς τοὺς εἰσπράκτορας τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὴν πώλησιν ταινιῶν σιγαροχάρτου ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Σύρου, Βόλου, Καλαμῶν, Πύργου καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ περιῆλθον τὰ σχετικὰ πρακτικὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, καίτοι μέχρι σήμερον παρῆλθον δύο καὶ πλέον μῆνες, οὐδεμία πληροφορία μοὶ ἐδόθη. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου νὰ συζητηθῇ προσεχῶς τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ἐπιχορηγήσεων διδομένων εἰς τοὺς ὑποταμίας κλπ., καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ταμιακόν, νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας.
§8Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω ταύτας· ἐὰν δέ που ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις, ὑποδείξατέ μοι αὐτὰς, ἵνα συμπληρώσω τὰς πληροφορίας.
§9ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡσαύτως ὑποβάλλω αἴτησιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν ἢ εἶναι ἀποδοτέα ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1904 μέχρι σήμερον εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἢ τὸν ἀναπληροῦντα αὐτὸν, καὶ εἰς τοὺς τμηματάρχας, γραμματεῖς καὶ λοιποὺς ὑπαλλήλους, τοὺς παρὰ τῇ Γενικῇ Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἐν Ἀθήναις ὑπηρετοῦντας, κατ’ ἄτομον, εἰ δυνατὸν, καὶ κατὰ ποσόν. Θέλω καταθέσει καὶ ἔγγραφον σημείωμα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Γυθείου κ. Δ. Πετροπουλάκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Πόσαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Γυθείου κατὰ τὰ ὀκτὼ τελευταῖα ἔτη (1896 ἕως 1905), ἑκάστου ἔτους ἰδιαιτέρως. 2) Πόσαι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἐν Γυθείῳ καπνοκοπτηρίου κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη, ἐπίσης ἑκάστου τούτων ἰδιαιτέρως. 3) Πόσοι οἱ φόροι ἐξ ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη, ἑκάστου ἔτους ἐπίσης ἰδιαιτέρως.» Ὁ βουλευτὴς Κέας κ. Ρεδιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνιακῶν θέσεων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 149). Ὁ βουλευτὴς Παξῶν κ. Σπ. Βελλιαννίτης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως 5,000 δραχμῶν ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων Γαΐου, Λογκοῦ καὶ Λάκκας τῆς ἐπαρχίας Παξῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων δι’ ἀρτεσιανῶν φρεάτων ἐν τῇ νήσῳ τῶν Παξῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150). Τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀργιθέας τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἡ δὲ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς θέλει ἀναγραφῆ πρώτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151). Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου». Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§11Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 6, στίχῳ τρίτῳ, ἀντὶ «ἐπικυρωθῶσι» νὰ τεθῇ «ἐγκριθῶσι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ͵ΒΨΞΗʹ νόμου τῆς 1 Ἰουνίου 1900 περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ὅλα τὰ ἄρθρα αὐτοῦ).
§13Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μέχρι τοῦδε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ προηγούμενοι νόμοι εἶχον παραδεχθῆ τὸ ἰσόβιον τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Τώρα διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου πολλαὶ θέσεις καταργοῦνται. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργόν, ἔλαβε πρόνοιαν, τίνι τρόπῳ θ’ ἀπολυθῶσιν οἱ νῦν ἰσόβιοι ὑπάλληλοι;
§14ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι ἰσόβιοι· μόνιμοι.
§15Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μόνιμοι ὑπάλληλοι. Δὲν νομίζει ὅτι εἶναι πρέπον νὰ προστεθῇ ἰδιαίτερον ἄρθρον εἰς τὸ νομοσχέδιον, κανονίζον τὸν τρόπον τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, ταμίας, ὑποταμίας καὶ εἰρηνοδίκας διδομένων μηνιαίων ἐπιχορηγήσεων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν δασονομικῆς ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒϠΜΒʹ τοῦ 1903 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§17Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 3, στίχῳ βʹ, μετὰ τὰς λέξεις «ἔχων δίπλωμα» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς Νομικῆς Σχολῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν Σχολῶν τῶν Καλῶν Τεχνῶν καὶ τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν».
§19Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ διακόψω τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ, ὅπως ταχέως προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν χρησίμων νομοθετημάτων, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις μόνον. Δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας τάξεως εὐημερούσης, δὲν πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς ἐπάγγελμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὴν κοινωνίαν. Βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐπαγγελμάτων, οἷα εἶναι τὸ ἰατρικὸν, τὸ δικηγορικὸν κλπ., ἡ φορολογία αὕτη ἤθελεν εἶσθαι εὐεργετική· ἀλλ’ οἱ σπουδάζοντες εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν πολλάκις πορίζονται τὰ πρὸς συντήρησιν αὑτῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς μεγάλους κόπους καὶ θυσίας. Τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναπτύξεως τῶν μαθημάτων ἐκείνων, τῶν γνώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ Σχολὴ τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν, πολὺ ἐξετιμήσαμεν ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐξετίμησαν, προσενεγκόντες τὴν περιουσίαν αὐτῶν ὁλόκληρον ἢ μέγα μέρος αὐτῆς ὑπὲρ τῆς Σχολῆς τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν. Ἱδρύθησαν σχολεῖα, ὑποτροφίαι καὶ βραβεῖα πρὸς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονται εἰς τὰς βιομηχανικὰς τέχνας. Μήπως νομίζετε, ὅτι πρόκειται περὶ καλλιτεχνῶν, ζωγράφων ἢ ἀνδριαντοποιῶν; Βιοπαλαισταὶ εἶναι οἱ ἐκ τῆς Βιομηχανικῆς Σχολῆς ἐξερχόμενοι, λαμβάνοντες μισθὸν 40 ἢ 50 δραχμῶν ἐν καταστήμασιν, ὅπου ἐργάζονται ὡς σχεδιασταί, ἢ ἡμερομίσθιον τριῶν ἢ τεσσάρων δραχμῶν εἰς τὰς οἰκοδομάς, ὅπου ἐργάζονται ὡς κοσμηματογράφοι. Καὶ ἂν σήμερον εὑρίσκεται οἰκία μετὰ φιλοκαλίας κεκοσμημένη, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοὺς ἐξερχομένους ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν. Καὶ ἐν τούτοις θέλετε νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν εἰς τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τραπῶσι πάντες οὗτοι εἰς τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§21ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τῆς δευτέρας παραγράφου ἐπιβάλλονται δίδακτρα εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ ἐν τῷ Μετσοβείῳ Πολυτεχνείῳ λειτουργοῦντος Κυριακοῦ Σχολείου. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐξ ἀβλεψίας· διότι τὸ Κυριακὸν Σχολεῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ μαθητάς, οἱ ὁποῖοι, ἐπωφελούμενοι τῆς Κυριακῆς ἀργίας, προσέρχονται ἐκεῖ, ἵνα πορισθῶσι γνώσεις τινάς. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον νομίζω ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο δέον νὰ διορθωθῇ, καθόσον ἡ Πολιτεία πολλάκις ἔλαβε πρόνοιαν καὶ ἔδωκε συνδρομὴν εἰς διάφορα καταστήματα, τὰ ὁποῖα παρέχουσι τοιαύτας γνώσεις, ὡς εἰς τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» καὶ εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τῶν Φίλων τοῦ Λαοῦ».
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§23ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν θέλω ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι προφανῶς, τοῦ λόγου γινομένου περὶ τῶν Κυριακῶν τούτων σχολείων, πρόκειται περὶ διατάξεως κατὰ λάθος παρεισφρησάσης εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου. Ἀλλὰ τὸν λόγον ἐζήτησα ἀκριβῶς, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν μορφὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ὁ καταγράψας τὸ νομοσχέδιον, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον ΒΤΕʹ, προέταξεν: «Ἄρθρον μόνον. Ἐν τῷ νόμῳ ΒΤΕʹ τῆς 12 Ἰουνίου 1895 περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν προστίθεται μετὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ ἴδιον ἄρθρον, τόδε: «Ἄρθρον 1 δίς». Ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ «1 δίς». Ὁ νόμος ΒΤΕʹ μεταχειρίζεται τὴν τοιαύτην κατάταξιν, διότι τὰ ἄρθρα αὐτοῦ προσαρμόζει πρὸς τὸν νόμον τὸν περὶ χαρτοσήμου· ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ λόγος οὗτος δὲν ὑπάρχει, ὥστε ἀρκεῖ τὸ «ἄρθρον μόνον». Ἔχω καὶ δευτέραν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου, καθ’ ὃ «εἰς τέλος δραχ. 150 ὑπόκεινται αἱ ἐν ἀρχῇ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἐγγραφαὶ τῶν μαθητῶν τοῦ Σχολείου τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν» πρέπει νὰ προστεθῇ «ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου», διότι τότε ἄρχεται τὸ σχολικὸν ἔτος.
§24Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ προστιθεμένου «ἄρθρου 1 δὶς» λέγεται: «Εἰς τέλος δραχμῶν 20 ὑπόκεινται αἱ ἐν ἀρχῇ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἐγγραφαὶ τῶν μαθητῶν τοῦ ἐν τῷ Μετσοβείῳ Πολυτεχνείῳ λειτουργοῦντος Κυριακοῦ Σχολείου». Ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὁ καθηγητὴς τοῦ Κυριακοῦ Σχολείου διεγράφη, καὶ ἑπομένως ἢ δὲν θὰ ὑπάρχωσι μαθηταὶ φορολογούμενοι, ἢ θὰ ὑπάρξῃ καθηγητής.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθή, καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο προῆλθε, διότι καθ’ ὃν χρόνον συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐγνώριζον ὅτι ἤθελε διαγραφῆ ὁ μισθὸς τοῦ καθηγητοῦ. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλομεν προβῆ εἰς τὴν διόρθωσιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§27Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἐκφράζω τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀναθεωρηθῆ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡ φωνή μου ἤθελεν ἀκουσθῆ, ἀλλὰ βεβαίως ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πλημμελεστάτη. Ἐπιβάλλομεν τέλη ἐκεῖ, ὅπου ἰδιωτικὰ κεφάλαια συνέστησαν ἐκπαιδευτήρια. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ θὰ ἀποσυρθῇ ἢ θὰ τροποποιηθῇ ῥιζικῶς. Ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἕνα μόνον σκοπὸν ἔχει, νὰ καταστήσῃ προνομιούχους τοὺς νῦν ἐξελθόντας τοῦ Σχολείου τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν καὶ τοὺς τῆς ἀνωτέρας τάξεως αὐτοῦ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως».
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη ἄνευ ἐκθέσεως, διότι τὸ δεύτερον νῦν εἰσάγεται, εἰσαχθὲν καὶ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1902. Αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τότε τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐξετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται νῦν ἐνώπιον ἄλλης Βουλῆς, ὀφείλω νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας ταύτας. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐπορίσθημεν ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1836 εἶχε κατασταθῆ ἐν τῇ χώρᾳ. Τὸ Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 ἀναγράφει τὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τὴν Ἀρχήν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀσκεῖται διὰ τῶν δήμων. Τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 δὲν ἀποδέχομαι ἐν γένει· ἐπειδὴ ὅμως αἱ περὶ ἐφαρμογῆς τῆς γνώμης ταύτης τοῦ Διατάγματος διατάξεις ἀναθέτουσι τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἀστυνομεῖν εἰς τοὺς δήμους, δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου, ἀφοῦ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, οἱ δῆμοι, ἐνασκοῦσι τὸ ἀστυνομεῖν. Ἀλλὰ τὸ ἀστυνομικὸν τοῦτο σύστημα κατηργήθη, ἀντικατασταθὲν ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Λέγοντες δὲ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, δὲν ἐννοοῦμεν λειτουργοὺς ἀσκοῦντας ἀστυνομίαν στρατιωτικήν, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, καθ’ ἣν ἡ κατὰ τοὺς νόμους τοπικὴ ἀστυνομία ἐνεργεῖται δι’ ὀργάνων στρατιωτικῶν, ἑπομένως ὁ ὁρισμὸς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν εἶναι πλήρης. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐπολέμησα, ὅτε προὐτάθη εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τοῦ συστήματος τούτου παρετάθη ἐπὶ 12 καὶ πλέον ἔτη. Ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ἡ πεῖρα ἡ ἀποκτηθεῖσα μοὶ φαίνεται ὅτι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῶν γνωμῶν ἡμῶν, διότι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἡ διὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐκτελουμένη, δὲν ἐπήνεγκε τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας προσεδόκων οἱ εἰσαγαγόντες τὸ σύστημα τοῦτο, ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι ἔφερε ζημίαν, διότι ἔταξεν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν λειτουργοὺς τοῦ Κράτους, ἀνθρώπους ὑπηρετοῦντας τὸ Κράτος ἐν ἄλλαις τάξεσι, καὶ δὴ ἐν τάξεσιν, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν· ἐνδέχεται δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ ταχθέντες νὰ ἐνασκῶσι τὴν ἀστυνομίαν, ἐνδέχεται, λέγω, νὰ ἀπέκτησαν ἕξεις, τὰς ὁποίας μεταδίδει ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν τόλμην νὰ προτείνω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι, ὅταν ὑπάρχῃ σύστημά τι καθεστηκὼς ἐν τῇ χώρᾳ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ ἐφάπτηταί τις αὐτοῦ, καὶ νὰ βαίνῃ κατά τινα κλίμακα, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ προσῆκον. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν προτείνω τὴν κατάργησιν τῆς λεγομένης στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν τῇ πρωτευούσῃ, τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διατηρεῖται δὲ ἐν αὐτοῖς ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἐν τοῖς δήμοις δὲ, ἐν οἷς ὑπάρχει ἡ πρωτεύουσα νομοῦ, καὶ ἐν τοῖς δήμοις, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ὡρισμένον, ἀνατίθεται ἡ ἀστυνομία εἰς ἀξιωματικούς· ἀλλ’ ἐν τοῖς δήμοις, ὧν ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἥσσων τῶν 11,000 ψυχῶν, ἐγκαθίσταται ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀστυνομία ἐνασκεῖται ὑπὸ στρατιωτικῶν ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἷα τυγχάνει μέχρι τοῦδε, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς, ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν ἡ ἀστυνομία ἀνατίθεται εἰς ἀντιμοίραρχον τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐν τοῖς δήμοις, ὧν ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς ἕνδεκα χιλιάδας ψυχῶν, ἀνατίθεται εἰς ἀνθυπομοίραρχον ἢ εἰς ἀνθυπολοχαγόν· ἐν τοῖς δήμοις δὲ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ἐλάσσονα τῶν 11,000 ψυχῶν, ἐγκαθίσταται ἀστυνομία δημοτική. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἔκρινα ἀναγκαίαν, ἵνα ὁδηγήσῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας των.
§30ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τοῦ ἀστυνομικοῦ, ἔχω ἀνέκαθεν γνώμας μὴ συμφωνούσας πρὸς τὰς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ σύστημα, ὅπερ μέχρι ταύτης τῆς ὥρας λειτουργεῖ, εἶναι σύστημα ὑπαγορευθὲν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐπαρκοῦντας πόρους, ὅπως ἱδρύσῃ ἀστυνομίαν, μὴ ἔχουσα ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, βεβαίως πᾶς τις ἤθελεν εἶναι σύμφωνος, ὅτι οὐδόλως πρέπει νὰ ἀναμιχθῶσιν οἱ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ τοῦ στρατοῦ, τὰ τῆς χωροφυλακῆς, τὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἑλλάδι κανονίζονται οὐχὶ ἐντελῶς κατὰ τὸ προσῆκον, ἀλλὰ κατὰ τὰ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐπιβαλλόμενα, καὶ στρατὸς καὶ χωροφυλακὴ καὶ ἀστυνομία εἰσὶ περίπου μόνον, οὐχὶ δὲ ἀκριβῶς, ἐν τῇ πρεπούσῃ θέσει· τὸ δὲ σύστημα τὸ ἐξ ἀνάγκης, τὸ μὲν διὰ λόγους δημοσίας ἀσφαλείας, κάκιστα ἐχούσης πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ συστήματος, τὸ δὲ διὰ λόγους οἰκονομίας, εἰσαχθὲν πρὸ δωδεκαετίας περίπου, εἰσήχθη κατὰ τρόπον, ὅστις ἠγγυᾶτο πολὺ μείζονα τὴν ἐπιτυχίαν ἐκείνης, ἥτις ἐπετεύχθη. Λόγοι δὲ ἀσφαλίζοντες τὴν μείζονα ἐπιτυχίαν, τὴν καὶ ἄνευ βλάβης τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν ἀστυνομίαν στρατιωτικῶν, ἀποξενουμένων ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτῶν ἔργου, ὑπῆρχον δύο. Ὁ πρῶτος, ὅτι ἡ ἀστυνομία, ὡς ὠργανώθη, ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας παραληφθεῖσα, εἶχεν ταχθῆ ὑπὸ στρατιωτικὸν ἀρχηγόν, ἡ δὲ πειθαρχία καὶ ἡ ἑνότης τῆς ἰδέας, ἡ ὑπὸ τὸν ἀρχηγόν, ἠσφάλιζε πολὺ κρείττονα λειτουργίαν ἐκείνης, ἥτις παρετηρήθη. Νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς λειτουργίας αὐτῆς ἔδωκε τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἕτερος λόγος, ὅστις καθίστα τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀβλαβῆ μὲν εἰς τὸν στρατὸν, ὠφέλιμα δὲ εἰς τὸν ἀσκοῦντα ἀστυνομικὰ ἔργα ἀξιωματικὸν, εἶναι ἡ περιοδικὴ διὰ τῆς ἀστυνομίας διέλευσις ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν τούτῳ, καίπερ κειμένης ῥητῆς διατάξεως, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, διότι, ἐνῷ ὁ νόμος ὥριζε, πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ διέλθωσι διὰ τῆς ἀστυνομίας, καὶ πάντες νὰ μὴ μένωσιν ἀστυνομοῦντες πέραν τῶν δύο ἐτῶν, ἐν τούτοις δὲν εἰσῆλθον πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οἱ εἰσερχόμενοι μένουσι πολὺ πέραν τοῦ χρόνου, ὃν ὁ νόμος ὁρίζει. Οἱ δύο οὗτοι λόγοι, ὁ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου καὶ ὁ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς αὐστηρᾶς διατάξεως τοῦ νόμου τῆς ἐκ περιτροπῆς διελεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τῆς ἀστυνομίας, ὑπῆρξαν ἡ αἰτία τῆς ἀτελεστέρας λειτουργίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἧς ἕνεκα ἡ διοίκησις συνεκεντρώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς στρατιωτικοὺς, οἵτινες κατ’ ἀνάγκην ἐχρήσθησαν κομματικῶς διὰ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς, καὶ ἐγεννήθη τὸ παράπονον εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς κύκλους, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ἐξελθόντες ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ μὴ ἐπανελθόντες εἰς αὐτὸν καθίστανται ὀλιγώτερον χρήσιμοι εἰς τὸ κύριον αὑτῶν ἔργον. Ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, ὅπερ ἦτο καὶ Ἀρχηγεῖον τῆς Ἀστυνομίας, λόγον εἶχε διαφωνίαν τῶν διαδόχων τοῦ ἱδρύσαντος τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, διαφωνίαν περὶ τὴν ἀρχὴν, διαφωνίαν εἰσέτι ἐξακολουθοῦσαν νὰ ὑφίσταται καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου, ἥτις καὶ πρὸ ὀλίγου ἐξεδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὑφισταμένη, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων τῆς Πολιτείας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν ἀμέσως τὸ ὅλον νὰ μεταβάλῃ. Εἰς ἐμὲ ἐφάνη, ὅτι ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅπως ἐλειτούργησεν αὕτη, ἐκαρπώθημεν μεγάλα ἀγαθά. Καὶ δὴ, ἂν ὑπολογίσῃ τις ὅτι μέχρι τῶν ἐσχάτων τούτων ἐτῶν, καθ’ ἃ τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐταράχθησαν ἴσως πέραν τοῦ δέοντος, ἀπηλλάγησαν αἱ ἐπαρχίαι τῶν μεταβατικῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, τοῦτο καὶ μόνον τὸ εὐεργέτημα εἶναι ἀρκετὸν, ὅπως μὴ ῥίψῃ τις τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν παρήρχετο συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἄνευ διαμαρτυρίας τῶν Βουλευτῶν κατὰ τῶν ἀσχημιῶν καὶ παρανομιῶν τῶν περιερχομένων τὰς διαφόρους ἐπαρχίας στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἄνευ διαμαρτυριῶν τῶν Βουλευτῶν, ζητούντων νόμους εἰδικοὺς, ὅπως περιορισθῇ τὸ κακόν. Ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀφ’ οὗ αὕτη ἐφηρμόσθη ἐξ ὁλοκλήρου ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα κατέστησαν περιττὰ, καὶ ἤθελον εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστα σήμερον εἰς ἡμᾶς, ἂν τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν ἔφερον ποιάν τινα ἀνωμαλίαν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἠσφάλισε καὶ εἰς τὰ μικρότερα τμήματα τῆς χώρας τὴν παρουσίαν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀπορίαν τῶν δήμων, ἦτο ἐντελῶς ἀνίσχυρος νὰ προστατεύσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ὅπου δὲν ἦτο ἁπλῶς σκιά, ἦτο βεβαίως ἵδρυμα κακοποιόν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, τίς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πρό τινων ἡμερῶν μετὰ φρίκης ἀνεμνήσθη τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Τὴν φρίκην ἐκείνην συμμερίζομαι καὶ ἐγώ, ἐφ’ ὅσον εὑρέθην εἰς συνάφειαν, ἀντιπροσωπεύων ἐπαρχίαν, μετὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ ὑπέβαλε, καὶ ὑπὲρ οὗ, δι’ οὓς λόγους εἶπον προηγουμένως, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην σήμερον κατ’ ἀρχὴν ἢ μόνον κατὰ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκονται ἐν ταυτῷ καὶ οἰκονομίαι, — διότι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν πάντες πρέπει νὰ μεριμνῶμεν σήμερον, — ἔχει, ὡς ἐξηγήθη, πολλαπλῆν βάσιν· στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐν Ἀθήναις, ἀστυνομίαν ὑπὸ ἀξιωματικὸν ἐν ταῖς πόλεσιν, αἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11,000 ψυχῶν. Ἡ τοιαύτη διαρρύθμισις καὶ εἰς ἐμέ, τὸν μὴ παραδεχόμενον τὸ ὀρθὸν τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, φαίνεται ἐπιτυχής, καὶ ἴσως ἤθελον κρίνει αὐτὴν ἐπιτυχεστέραν, ἂν δὲν ἐστέρει τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 11,000 ψυχῶν, καὶ ἐφήρμοζεν εἰς αὐτὰς ἀστυνομίαν διοικουμένην ὑπὸ ἀξιωματικῶν· διότι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπάρχουσι πόλεις, αἵτινες ἔχουσι 5000, 6000, 7000 ψυχάς, καὶ διότι ἔχουσι τοιαύτην διαφοράν, κάτω τῶν ἕνδεκα χιλιάδων ψυχῶν, δὲν μοὶ φαίνεται...
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ πόλεων ἐχουσῶν κάτω τῶν 11,000 ψυχῶν, ἀλλὰ περὶ δήμων.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ δήμων; Τότε ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἔχει θέσιν. Παρερχόμενος δὲ τοῦτο, ἔρχομαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἐκεῖνο, εἰς ὃ καὶ πρότερον, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν. Θὰ ἐγχειρίσωμεν τὴν ἀστυνομίαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἑτέρου τῶν δύο τοπικῶν κομμάτων, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι θὰ καταστήσωσιν ἀναγκαίαν τὴν καθημερινὴν τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ἀντιθέτων ἐπίκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῶν πιέσεων τοῦ πιέζοντος καὶ στείλῃ εἰς προστασίαν στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα. Τὸ Κράτος, μεθ’ ὅσων μέσων διαθέτει, δὲν θὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς σύστασιν ἀστυνομικῶν σταθμῶν, καὶ μέγα μέρος, ὁλόκληρα τμήματα τῶν δήμων τούτων θὰ μένωσιν ἄνευ προστασίας. Δὲν θὰ ἦναι παροῦσα ἡ ἀστυνομία, διότι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ σταθμοὺς ἀσφαλίζοντας τοὺς δημότας κατὰ τῶν κακοποιῶν στοιχείων, καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἡ πρόνοια τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας. Εἰς ἓν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν μελετήσω τὸ νομοσχέδιον πληρέστερον, — διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἔσχον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως μελετήσω τελείως αὐτό, — ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὴν συμβολὴν τῶν γνωμῶν μου πρὸς ἐντελεστέραν διαρρύθμισιν τῶν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία. Ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία βεβαίως ἔχει ἀνάγκην εἰδικῶν ἀνδρῶν, καὶ βεβαίως ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀρθῶς ἔπραξε, καθορίσας τὰ περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ἦτο ἐπαρκὴς εἰς ἐκτέλεσιν καθηκόντων ἀγροτικῆς ἀστυνομίας, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ἵνα ὀργανωθῇ ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία οὕτως, ὥστε ἐξ αὐτῆς νὰ προέλθῃ ἄγρυπνος καθημερινὴ ἐν γνώσει τῶν κτηματικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὅρων τῶν ἐν τοῖς ἀγροῖς ἔργων προστασία. Βεβαίως δὲ ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία δὲν παρέσχε μέχρι σήμερον καλὰ ἀποτελέσματα, διότι οἱ ἀστυνόμοι ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσι καλῶς τὰς ἀνάγκας τῆς φυλάξεως τῶν κτημάτων. Μόνοι οἱ κύριοι τῶν κτημάτων, οἱ ἀγροκτῆται, εἶναι ἱκανοὶ νὰ μεριμνήσωσι προσηκόντως περὶ τῆς φυλάξεως αὐτῶν· ἂν δὲ περὶ τοὺς ἀγροκτήτας τούτους ἐγκαταστήσωμεν δύναμιν ἐπαρκῆ, δυναμένην νὰ ἀπαλλάξῃ τὰ κτήματα αὐτῶν ἀπὸ ζημιῶν καὶ κακοποιῶν, ἐὰν καταρτίσωμεν δι’ αὐτῶν τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀγροφυλακὴν, ὄχι βεβαίως καθ’ ὃν τρόπον ὑπῆρχε καὶ σήμερον ὑπάρχει, ἀλλὰ κατὰ τρόπον συμφωνότερον πρὸς τὰς τοπικὰς ἀνάγκας, τότε βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου βελτίωσις ἐν τῇ ἀγροτικῇ ἀστυνομίᾳ. Εὔχομαι δὲ, τὸ ταχύτερον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἠθέλησα νὰ εἴπω ταῦτα συντομώτατα, ἵνα διατηρήσω ἀκεραίαν τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀστυνομίας.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§34Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τετάρτην ἤδη περίοδον εἰσερχόμενος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ πάσας τὰς Περιόδους συνεζητήσαμεν ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου. Ἐάν τις ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, ποῖον τὸ ἁρμοδιώτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀστυνομικὸν σύστημα, βεβαίως θὰ προσκρούσῃ εἰς περιστάσεις ἰδιαζόντως κρατούσας ἐν Ἑλλάδι, τὰς τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν καὶ τὰς τοπικάς. Ἡ Ἑλλάς, χώρα κατὰ τὸ πλεῖστον παράλιος, ἔχει πόλεις, ἐν αἷς συχνάζουσι ξένοι, ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῶν ὁποίων ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ μεριμνῶμεν πλειότερον ἢ περὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων, διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν πολλάκις, πῶς νὰ προφυλάξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ παντὸς κινδύνου, ἀλλ’ οἱ ξένοι, μακρὰν τῆς πατρίδος αὐτῶν καὶ ἐν ξένῃ χώρᾳ εὑρισκόμενοι, ἔχουσιν ἀνάγκην μεγαλειτέρας περιφρουρήσεως καὶ ἀσφαλείας. Εἶναι λοιπὸν πόλεις παράλιοι, ἔχουσαι πληθυσμὸν μικρότερον τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἔχωσι στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν διευθυνομένην ὑπὸ ἀξιωματικοῦ, καὶ αἵτινες πρέπει ἐν τούτοις νὰ τύχωσιν ἰδιαιτέρας μερίμνης. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν ἐξετάζων τις τὸ ζήτημα τοῦ ἁρμοδιωτέρου διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀστυνομικοῦ συστήματος, δὲν δύναται νὰ λύσῃ αὐτὸ, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς τοπικὰς περιστάσεις. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπροτίμων μελέτην πληρεστέραν τῶν ποικίλων ἀναγκῶν τῆς χώρας, εἴτε ὡς πρὸς τὰς ἀσχολίας τῶν κατοίκων, εἴτε λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπισκέψεως ἀλλοδαπῶν χάριν ἐμπορικῶν λόγων ἢ ἀρχαιολογικῶν ἢ μεταλλουργικῶν κλπ. σκοπῶν. Κράτος πτωχὸν, ὡς ἡ Ἑλλὰς, μὴ δυνάμενον νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς γενικὰς ἰδέας αἵτινες, πρέπει νὰ κρατήσωσι πρὸς τὸ καλῶς ἀστυνομεῖν, ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἔχῃ τὴν πολυτέλειαν δύο σωμάτων ἀσφαλείας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς χωροφυλακῆς πολλάκις συμπίπτει πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν, ἢ καὶ συγκρούεται πρὸς αὐτήν· εἶναι ἑπομένως περιττὸν νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τὴν πολυτέλειαν δύο τοιούτων σωμάτων ἀσφαλείας, καὶ ἐπιβάλλεται, ἵνα τὴν πολυτέλειαν ταύτην καταργήσωμεν τὸ ταχύτερον. Αἱ γνῶμαι αὗται ἤθελον ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ ἄλλης βάσεως, τὴν τῆς συγχωνεύσεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας· αὕτη δὲ θέλει πραγματοποιηθῆ διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἀστυφυλακῆς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις: «πάντοτε καθίσταται δυνατὴ ἡ συγχώνευσις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τοῦ σώματος τῆς ἀστυνομίας, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν;» Βεβαίως ὄχι· καὶ διὰ τοῦτο ἂς ἐξετάσωμεν, ποῦ ἡ συγχώνευσις αὕτη θέλει προσκρούσει. Ἐν τοῖς ἀγροτικοῖς δήμοις ἡ ἐπικράτησις τῆς ἀνάγκης τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ὑπαίθρου χώρας, τῶν καλλιεργημένων ἐκτάσεων, ἀπὸ φθορᾶς ἀπαιτεῖ ἰδιάζουσαν φροντίδα καὶ γνῶσιν τῶν καθέκαστα. Διὰ τοῦτο δημοτικὴ ἀστυνομία, περιλαμβάνουσα καὶ τὴν ἐποπτείαν τῆς ἀγροφυλακῆς, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ μᾶλλον ἁρμόζον σύστημα. Ὁ ἀστικὸς βίος μικρὰν ἔχει σπουδαιότητα, καὶ ἑπομένως τῆς ἀστυφυλακῆς ἡ ἔλλειψις δὲν ἀφίνει κενόν τι ἐν τοῖς δήμοις τοῖς καθαρῶς ἀγροτικοῖς· εἶναι δὲ οἱ δῆμοι οἱ ἀγροτικοὶ πολλοὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ὁ τύπος τῶν δήμων τούτων εἶναι ὁ τύπος ὁ ἐπικρατέστερος. Ἐν τοῖς δήμοις τούτοις δὲν διακρίνει τις ποία ἡ πρωτεύουσα· ἀριθμός τις κωμῶν, ὧν σπανίως ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 50 ἕως 100 οἰκογενείας, ἀποτελεῖ τὸν δῆμον· τοιοῦτοι δὲ εἶναι ὅλοι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι τῆς Ἑλλάδος. Ἐκεῖ βεβαίως πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὸν τόπον νὰ διοικῆται ἀφ’ ἑαυτοῦ, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι ἔχουσιν ἀνάγκην ἰδιαζούσης μερίμνης. Ἄς ἀφήσωμεν ἐν τοῖς δήμοις τούτοις τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὸν δήμαρχον· τοῦτο ἄλλως τε συμφέρει καὶ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δὲ χωροφυλακή, οὐδόλως παρεμβαίνουσα, θὰ τηρῇ ἐκεῖ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Θὰ ἤμεθα τοιουτοτρόπως ἀσφαλέστεροι, ὅτι ἡ δημοσία τάξις θέλει παγιωθῆ ἐκεῖ. Ἐὰν θελήσωμεν διὰ παραβολῆς πρὸς ἄλλας ἐποχὰς νὰ κρίνωμεν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας τῆς ὑπαίθρου ἐβελτιώθη ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, διὰ τῆς προαγωγῆς τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἐν τῷ συνόλῳ προόδου τῆς Ἑλλάδος. Ὅσον καὶ ἂν ἤμεθα μεμψίμοιροι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προώδευσε. Τὸ μεμψιμοιρεῖν εἶναι ἀρετὴ καὶ διὰ τὸν λαὸν καὶ διὰ τὸ ἄτομον· εἶναι ἀρετή, διότι ἕκαστος καθίσταται προσεκτικὸς εἰς τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ προσπαθεῖ ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν, μεγεθύνων τὰ ἐλαττώματα ἐν τῇ φαντασίᾳ του. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι μεμψίμοιρος, διότι εἶναι ἀξιοπρεπής, διότι θέλει νὰ παρίσταται εὐπρόσωπος ἐνώπιον τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἐντελῶς ἐν καλῇ καταστάσει. Ἑπομένως ἡ μείωσις τῆς ἀνάγκης τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων κυρίως προσῆλθεν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βελτιώσεως, ἥτις εἶναι συνέπεια τῆς πρὸς τὴν καλλιέργειαν ἐπιδόσεως, ἡ ὁποία φέρει τὸν λαὸν πάντοτε εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ὁμιλῶν δὲ περὶ λαοῦ, ἐννοῶ τὸν λαὸν τὸν σεβόμενον τοὺς νόμους, ἐκεῖνον, ὅστις μεταβαίνει εἰς τὸ ὕπαιθρον διὰ νὰ ἐργασθῇ καὶ ὄχι διὰ νὰ κλέψῃ. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀρνώμεθα τὴν εὐκοσμίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἂν ἐκτάκτως περιστάσεις τινὲς εἴς τινας τῶν ἐπαρχιῶν παρέχωσι πράγματα εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, διασαλεύοντα αὐτήν. Ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ εἰς μέριμναν λήψεως μέτρων ἀσφαλείας δι’ ἀποστολῆς μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἢ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν. Ἐν δὲ τοῖς πόλεσιν, ὅπου ὁ ἀστικὸς βίος εἶναι ὁ κρατῶν, ἡ χωροφυλακὴ ἀστυνομοῦσα θὰ παρέχῃ τὴν ἀσφάλειαν, ἥν τανῦν παρέχει ἡ ἀστυφυλακή. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν θὰ εἴπω πολλά. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ περὶ τῆς ἐκ περιτροπῆς ὑπηρεσίας πάντων τῶν ἀξιωματικῶν παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ καὶ τῆς παραμονῆς αὐτῶν ἐν αὐτῇ ἐπὶ δύο ἔτη. Ἀνήκω εἰς τὸν στρατὸν, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ κακίσω τινὰ, ὅτι, πλὴν ἐλαχίστων ἀξιωματικῶν, ἄτομον κατ’ ἄτομον, τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀκατάλληλα διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι δὲ τῷ ὄντι δυσχερὲς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνήθισε νὰ παραμένῃ ἐν τῷ στρατῷ, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ποικίλα ἔργα τοῦ ἀστυνόμου, ἔργα ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πολλάκις μᾶς ἀναγκάζουσι καὶ ἐκ τῆς ὁδοῦ ν’ ἀποτραπῶμεν. Οὐδέποτε θὰ πείσητε ἀξιωματικὸν νὰ κατέλθῃ πρὸς τὰ κατώτερα μέρη τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα ἴδῃ, ἂν τηρεῖται ἐκεῖ ἡ τάξις. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἐξ ἄλλου λόγου καθίσταται δυσχερὲς τὸ ἀστυνομεῖν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, διότι τοῦτο περιέχει καὶ ἄλλας τινὰς ὑποχρεώσεις, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταδιώξεως τῶν παραβάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι καλοῦσι πλῆθος πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, παραβάσεων ἀστυνομικῶν, ἀγροτικῶν κλπ. Εἰς τὰς καταδιώξεις ταύτας οἱ ἀστυνόμοι εἶναι δημόσιοι κατήγοροι· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι, καὶ συνεπῶς ἢ μὲ πολὺ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν ἢ πολλάκις μὲ πλήρη ἄγνοιαν τῶν πραγμάτων ἐκτελοῦσι τὸ ἔργον τοῦτο. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπον πρός τινα, λίαν προσκείμενον πρὸς τὸν μακαρίτην Τρικούπην: «Ἀφοῦ εὑρίσκεσαι τόσον πλησίον αὐτοῦ, εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ἂν θέλῃ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἂς ἱδρύσῃ ἓν σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ σπουδάσωσιν ἐπὶ τρεῖς τοὐλάχιστον μῆνας οἱ ἀξιωματικοί, οἱ μέλλοντες νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι· ἂς τάξῃ ἕνα διοικητικὸν ὑπάλληλον, ὅστις νὰ διδάξῃ εἰς αὐτοὺς τὰ στοιχεῖα τοὐλάχιστον τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας· ἂς τάξῃ ἕνα νομικὸν, ὁ ὁποῖος νὰ διδάξῃ εἰς αὐτοὺς τὰ στοιχεῖα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐκτελῶσι τὸ ἔργον τοῦ δημοσίου κατηγόρου.» Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὔτε διὰ τὰς Ἀθήνας εἶναι χρήσιμος ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, οὔτε διὰ τὸν Πειραιᾶ, οὔτε δι’ ἄλλην οἱανδήποτε πρωτεύουσαν νομοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπέτυχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐν μέρει, ἐπέτυχε διὰ τοῦ γρόνθου, ἐπέτυχε διὰ τῆς βίας καὶ τῆς ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ στρατιωτικὸς ἀπεκόμισεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ του ἐπαγγέλματος. Οὕτως ὁ ἀστυνόμος καθίσταται φοβερὸς ἐναντίον τοῦ παραβάτου, γίνεται ὅμως φοβερὸς πολλάκις καὶ ἐναντίον τοῦ ἀθώου πολίτου. Κύριοι, ὁμολογήσατε ἓν πρᾶγμα· μία ἀνάγκη ἐπέδρασεν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη κρατεῖ καὶ νῦν ἐν τῷ πνεύματι ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἡ οἰκονομία. Διὰ τοῦτο καταλήγω εἰς ἓν συμπέρασμα· νὰ ὁρισθῶσιν οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι ἐκεῖνοι, ἐν οἷς ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία εἶναι ἡ ἁρμόζουσα οὐχὶ λόγῳ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ λόγῳ ἀσχολιῶν τῶν κατοίκων, ἡ δὲ χωροφυλακὴ ἂς ἀναλάβῃ τὸ ἀστυνομεῖν εἰς πάσας τὰς ἄλλας πόλεις. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς προέρχονται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου διδάκτορες ὄντες τῆς Νομικῆς εὐκόλως δύνανται ν’ ἀποκτήσωσι πᾶσαν ἀναγκαιοῦσαν διοικητικὴν μάθησιν. Σᾶς παρακαλῶ, ἀκούσατέ με. Προκειμένου νὰ νομοθετήσητε, ἐνθυμήθητε, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὑπέβαλεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, καὶ ἐψηφίσθη τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ἐφαρμογὴν, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν ἄλλοτε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, καὶ ὅμως δὲν ἐφηρμόσθη. Διατί; Διότι ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ εἴτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, εἴτε ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλουσιν ἀρκεσθῆ μόνον εἰς ὅσας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μελέτας ἔκαμον· ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς ἔλθῃ εἰς τὴν ἐφαρμογήν, ἑκάστη διάταξις θὰ διονυχισθῇ, θὰ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν θέλουσιν εἴπει, ὅτι δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμος. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀρκετὰ νομοσχέδια, μεταβληθέντα εἰς νόμους, ἐρρίψαμεν εἰς ἀχρηστίαν, ἂς μὴ σπεύδωμεν, μεταχειριζόμενοι τὴν αὐτὴν μέθοδον. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ ἐγὼ ἀκολουθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀποδόσεως εἰς τοὺς μικροὺς δήμους τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν, ἤτοι εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους. Εἰς τὴν βάσιν ταύτην εἴμεθα σύμφωνοι· σύμφωνοι εἴμεθα ἐπίσης ὡς πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς πόλεσι, τῆς χωροφυλακῆς δυναμένης νὰ ἐκτελέσῃ, ὡς διοικητικὴ ἀστυνομία, τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ἐὰν νομοθετηθῇ, καθίσταται ἀναπόφευκτον, ἐν ἑκάστῃ πρωτευούσῃ ἐπαρχίας νὰ σταθμεύῃ ὑπομοιραρχία χωροφυλακῆς. Ἡ ὑπομοιραρχία τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ τὸν κανονισμὸν αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν ἄλλην νομοθεσίαν, τὴν ψηφισθεῖσαν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Βασιλείας, εἶναι βεβαίως σταθμός τις. Ἑπομένως ἡ χωροφυλακή, ἑδρεύουσα ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, θέλει παρέχει τὴν συνδρομήν της εἰς ὅλην τὴν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν. Ὁμιλῶ περὶ ἀστυνομιῶν τινων, οὐχὶ περὶ ἀστυνομιῶν ὑπαίθρου χώρας. Ἡ ἀστυνομία ὑπαίθρου χώρας δὲν ὑπάγεται εἰς ἀστυνομικοὺς νόμους. Ἐὰν ἐπῆλθε βελτίωσίς τις τῆς ἐν γένει δημοσίας ἀσφαλείας, παρακαλῶ νὰ μὴ ἀποδοθῇ αὕτη εἰς τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ εἰς τὸ σύστημα τῆς καταδιώξεως.
§36Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπομοιραρχίαι θέλουσι συσταθῆ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν, ἐνισχύομαι εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως μία σπουδαία οἰκονομία. Ἂς ἀφήσωμεν ἐλευθέρους τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους νὰ διευθύνωσι τὰ καθ’ ἑαυτούς. Ὅπου ἀστυνομεύει ὁ δήμαρχος καὶ ὅπου ὁ κλητὴρ εἶναι ὁ μόνος ἀστυφύλαξ, αὐτὸς θὰ ἀρκέσῃ νὰ πράξῃ, ὅ,τι πράττει σήμερον ὁ ὡς ἀπεσπασμένος ἀστυνομεύων. Εἰς τὰς μεγάλας ὅμως πόλεις πρέπει νὰ δημιουργηθῇ διοικητικὴ ἀστυνομία, ἀστυνομία εὐπρόσωπος, ἀστυνομία, ἥτις πλὴν τῶν ἄλλων ἔργων της πρέπει νὰ ἦναι εὐπρόσωπος διὰ τὴν προστασίαν τῶν ξένων. Ἡ εὐπρόσωπος παράστασις τῶν ἀρχῶν εἶναι ἀπαραίτητος· οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἂς ἀναλάβωσι προσθέτως καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δύναται ἐπὶ νέων βάσεων νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομικῆς διαρρυθμίσεως, νὰ πράξῃ τοῦτο. Θὰ φέρῃ οἰκονομίαν, θὰ δημιουργήσῃ ὑπηρεσίαν εὐπρόσωπον, καὶ θ’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία βέβαιον εἶναι ὅτι πολὺ ἀπεμάκρυνεν αὐτὸν τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἔργου.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, Κύριοι, μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων συζητεῖται τὸ ἀστυνομικὸν ζήτημα· ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριζε τὴν ἰδέαν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἄλλοτε ὑπεστήριζε ταύτην ἀπολύτως, ἐν ὀνόματι ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν· σήμερον αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι δὲν ἔχουσι πλέον ἰσχὺν, καὶ ὑποστηρίζει σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἄρνησιν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, καὶ ὑποστηρίζει τοῦτο, χωρὶς νὰ εἴπῃ κἄν, ποῖοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι πείθουσιν αὐτὸν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐπολέμησε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ὑπεστήριξεν. Ὅσοι παρηκολούθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γινώσκουσιν, ὅτι κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριζε πάντοτε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς ταύτης ἰδέας ἐπολέμησε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἦναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔπεισεν αὐτὸν τότε, ὅτι ἔδει νὰ πολεμήσῃ τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐρωτῶ αὐτὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ὑπεστήριζε, καὶ νὰ ἔλθῃ σήμερον νὰ ὑποστηρίξῃ ἰδέας ὅλως ἀντιθέτους, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ μεγαλειτέρων δήμων τοῦ Κράτους; Ἆρα δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν; Πρόκειται περὶ ἄλλου τινός; πρόκειται περὶ οἰκονομίας; Ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσω, Κύριοι, τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς ὅσα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν. Ἤρξατο ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τοῦ λόγου του, ὑποστηρίζων ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους, ἀδιάφορον ἂν τὸ σύστημα τὸ ὑπ’ αὐτοῦ σήμερον προβαλλόμενον ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ ἐναντίον· ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος. Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐν δικαίῳ, διότι, ἀφοῦ ἀνεγνώρισεν, ὅτι δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀναθέσῃ εἰς τοὺς δήμους τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἀστυνομίας, φρονῶ ὅτι ἕπεται, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, καθόσον ἐκ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Κράτος, τοῦ ἀναθέτειν τὴν ἀστυνομίαν εἰς τοὺς δήμους, προκύπτει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ δικαιοῦται νὰ ἔχῃ. Προβαίνων ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατηγόρησε τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ εἶπεν, ὅτι «ὅλοι γινώσκομεν τὰ κακὰ τῆς ἀστυνομίας ταύτης». Ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι ὅλοι γινώσκομεν τὰ κακὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν λησμονεῖ καὶ τὰ καλὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οὐδεὶς ἡμῶν δύναται νὰ λησμονῇ, ὅτι, ὅτε ἡ ἀστυνομία ἡ στρατιωτικὴ, ἐλειτούργησεν ὑπὸ τὸν τύπον τὸν ἀρχικόν, τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν ἄριστα. Ἐν ὅσῳ ὑπῆρχεν Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλιζε μονιμότητα ἀστυνόμων, ἀμετάθετον ἀστυνόμων, τιμωρίαν παρεκτρεπομένων ἀστυνόμων, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐλειτούργει καλῶς, καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ὑπῆρξαν ἄριστα. Εὐθὺς ὅμως, ὡς τῇ προτάσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῇ θελήσει αὐτοῦ κατηργήθη τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, εὐθὺς ὡς ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἀφέθη εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εὐθὺς ὡς κατεστράφη πᾶς δεσμὸς καὶ πᾶσα πειθαρχία μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀστυνομιῶν, εὐθὺς ὡς ἀποτέλεσμα τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου καὶ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν ὑπῆρξεν ἡ ἐγκατάστασις ἀνεξαρτήτων, οὕτως εἰπεῖν, ἀστυνομιῶν, εἴδομεν τὸ θέαμα ἀστυνομιῶν διευθυνομένων ὑπὸ ὑπενωμοταρχῶν, πολλάκις δὲ καὶ ὑπὸ ἁπλῶν χωροφυλάκων, ἐξαρτωμένων ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαμέσου ἀρχῆς, ἐπιβαλλούσης τὴν πειθαρχίαν, καὶ ἕνεκα τούτου παρέλυσεν ἐντελῶς τὸ σύστημα· καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω τοῦτο, καὶ νὰ ὁμολογήσω ἐπίσης, ὅτι τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὸ σύστημα κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐφαρμογὴν παρήγαγε, δὲν τὰ βλέπομεν πλέον. Ἀλλ’ ἠδύνατο, Κύριοι, τὸ σύστημα ἐκεῖνο βελτιούμενον, ἠδύνατο, λέγω, διὰ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου νὰ βελτιωθῇ, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ προκύψαντα ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐπιβάλλουσι τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ἐπιβάλλοντες ταύτην. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι στρατιωτικαὶ ἀνάγκαι ὑπέδειξαν, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τοῦ συστήματος ἐκείνου ἦτο ἀδύνατος. Εὐθὺς ὡς ἐσκέφθημεν περὶ ὀργανώσεως στρατοῦ, ἐπεκράτησεν ὀρθῶς ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ σοβαρὰ σκέψις περὶ στρατοῦ καὶ νὰ διατηρηθῇ σύστημα ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ τριακοσίους καὶ πλέον ἀξιωματικούς. Ἀδύνατον εἶναι νὰ σκεφθῶμεν περὶ διατηρήσεως τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐὰν πράγματι προτιθέμεθα νὰ ὀργανώσωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, νὰ συνταχθῶμεν στρατιωτικῶς. Ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων ὁρμώμενος ὑπεστήριξα πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὑπεστήριξα μάλιστα, ἀφοῦ οἱ νόμοι περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐψηφίσθησαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον,—ὅπερ ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους,— διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικαθίσταται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία διὰ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας· ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ δαπάναι τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας εἶναι τοσαῦται, ὥστε ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Βεβαίως θεωρητικῶς αὐτὸ ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ καλλίτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν· ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς ἀδυναμίας τῆς οἰκονομικῆς εἶναι ἀδύνατον περὶ αὐτοῦ νὰ σκεφθῶμεν. Ἀποκλειομένου τούτου, τί μένει; Μένει ἢ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἄνευ ὅμως τῶν πολλαπλῶν διακρίσεων, ἃς προτείνει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἢ ἡ ἀνάθεσις τῆς ἀστυνομίας εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐτάχθην πάντοτε κατὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Φρονῶ ὅτι τὰ κακὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶδον ἄλλοτε λειτουργοῦσαν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν κακῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξε καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τῶν κακῶν ἐκείνων, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία οὐδὲν καλὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ φέρῃ· διότι ἀποτελεῖ ἄρνησιν ἀστυνομίας, ἀποτελεῖ κατάλυσιν πάσης ἀστυνομίας, καὶ τοῦτο, παρ’ ὅλα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναγνωρίζεται ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος, διότι τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἀστυνομία ἔσεται δημοτικὴ, θὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀστυνόμος καὶ δύο ἀστυνομικοὶ κλητῆρες. Ἐρωτῶ, ἀστυνομία μὲ δύο κλητῆρας εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ; Ἄλλως τε ἔχομεν καὶ ἑτέραν ἀναγνώρισιν τῆς ἀληθείας ταύτης, διότι εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ διατηρεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἐν ταῖς πρωτευούσαις δὲ τῶν νομῶν καὶ ἐν τοῖς δήμοις, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ὑπερβαίνουσι τὰς 11,000 ψυχὰς, διορίζονται ἀστυνόμοι, ἀξιωματικοί. Δὲν ἀποδεικνύουσι ταῦτα, ὅτι οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμίαν ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, διότι ταύτην, ὡς ἀποτελοῦσαν κατ’ ἐμὲ κατάλυσιν πάσης ἀστυνομίας ἐπιφυλάττουσι διὰ τοὺς μικροὺς δήμους, περὶ ὧν φαίνεται ὅτι ὀλίγον ἐνδιαφέρονται καὶ τοὺς ὁποίους καταδικάζουσιν εἰς ἐφαρμογὴν συστήματος, ὅπερ κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν ἀποτελεῖ ἄρνησιν ἀστυνομίας; Εἰς τοὺς δήμους τούτους δὲν θὰ ἔχητε ἀστυνομίαν· καὶ δὲν θὰ ἔχητε ἀστυνομίαν, διότι δύνασθε μὲν νὰ ἀναθέσητε εἰς τὸν δήμαρχον τὰ καθήκοντα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀγρονομίαν, τὰ καθήκοντα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ὑγείαν τῶν κωμοπόλεων καὶ χωρίων, ἀλλὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως πρέπει νὰ ἀναθέσητε εἰς δύναμίν τινα. Εἴτε δημοτικὴ εἶναι αὕτη, εἴτε ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε στρατιωτική, ἀπαιτεῖται πάντοτε δύναμίς τις πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἐν τόποις μάλιστα, ὅπου ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι τοιαύτη, ὥστε καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν νὰ ἐκτραγωδῆται ἡ ἐν αὐτοῖς κακὴ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὅλοι οἱ δῆμοι, ἀνεξαρτήτως πληθυσμοῦ, δικαιοῦνται νὰ ἀπαιτήσωσι τὴν ἐν αὐτοῖς τήρησιν τῆς τάξεως, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν κατοίκων αὐτῶν. Ὡς πρὸς ταῦτα διάκρισις δὲν χωρεῖ. Ὑμεῖς δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου πολλὰς ποιεῖσθε διακρίσεις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων προτείνετε ἀστυνομίαν τρισυπόστατον! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ἡ τήρησις τῆς τάξεως ἀνατίθεται εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τότε διατὶ δὲν ἀνατίθενται τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἐκτὸς ἐκείνων, περὶ ὧν ὡμίλησα καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀνατεθῶσιν οὐχὶ εἰς ἀστυνόμον, ἀλλ’ εἰς τὸν δήμαρχον, διατὶ δὲν ἀνατίθενται ὅλα τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυνομικὰ εἰς τὴν χωροφυλακήν; Διατὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῶν ὑπεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ οἰκονομίαν παράγει, καὶ ἀστυνομίαν ἐξασφαλίζει, καὶ ἑνιαῖον ἀστυνομικὸν σύστημα καθιεροῖ καθ’ ὅλην τὴν χώραν; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, θὰ ἔχητε τρία ἀστυνομικὰ συστήματα, λειτουργοῦντα παραλλήλως. Εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου ἐνδιαφέρεσθε καὶ ὅπου εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἐνδιαφέρησθε πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, καθιεροῦτε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν 11,000 κατοίκους, δὲν ἔχετε στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ἀνατίθεται ἡ ἀστυνομία εἰς ἀξιωματικούς. Οἱ ἄλλοι δῆμοι, οἱ πολλοὶ, εἶναι ἀπόκληροι! περὶ αὐτῶν δὲν σκεπτόμεθα! Ἀδιάφορον εἰς ὑμᾶς, ἂν οἱ δῆμοι οὗτοι μένουσιν ἄνευ ἀστυνομίας. Ἀλλὰ μήπως ἡ διάκρισις αὕτη ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως; Ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἀστυνομικάς. Καὶ ἔχομεν νομοσχέδιον ἀναγνωρίζον πλήρη ἀνισότητα μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος· ἔχομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ἀναθέτει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἀπαλλάσσονται καὶ αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς πάσης καταβολῆς δι’ ἀστυνομικὰς δαπάνας· ἔχομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὰς ἀστυνομικὰς δαπάνας τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν 11,000 κατοίκων ἀναθέτει ἐν μέρει εἰς τὸ Κράτος, ἐν μέρει εἰς τοὺς δήμους, διότι εἰς τὸ Κράτος ἀναθέτει τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ, ἀναθέτει καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, εἰς τοὺς ἄλλους δήμους ἀναθέτει τὰ πάντα εἰς βάρος τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, δικαιούμεθα νὰ κάμωμεν τοιαύτας διακρίσεις; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περισσότερον ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ ζητήματος τῆς ἀστυνομίας καὶ ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου· διότι, ἐὰν μὲν σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν οἱ ἀξιωματικοί, — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νέων νόμων ἀπαιτεῖ, — ὁ σκοπὸς αὐτὸς δὲν ἐπιτυγχάνεται, δὲν ἀποδίδει εἰς τὸν στρατὸν ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, διότι ἀνατίθεται ἡ ἀστυνομία τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων τῶν ἐχόντων 11,000 κατοίκους εἰς ἀξιωματικούς. Ἐὰν δὲ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι οἰκονομικὸς, καὶ πάλιν δὲν κατορθοῦται ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος, διότι ἀπαλλάσσονται τῆς καταβολῆς τῶν δαπανῶν τῆς ἀστυνομίας ἡ πρωτεύουσα καὶ ὁ Πειραιεύς, πλουσιώταται πόλεις, ἀπαλλάσσονται ἐν μέρει τῆς καταβολῆς τῶν δαπανῶν τούτων οἱ δῆμοι, ἐν οἷς ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, ἢ οἱ ἔχοντες πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11,000 κατοίκων, ἀπαλλάσσονται δηλαδὴ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει οἱ δυνάμενοι νὰ καταβάλλωσι τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας, ἐπιρρίπτεται δὲ τὸ βάρος τῶν ἀστυνομικῶν δαπανῶν εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὀλιγωτέρους τῶν 11,000 κατοίκους. Ἀλλὰ δύνανται οἱ δῆμοι οὗτοι νὰ ὑποστῶσι τὰς δαπάνας ταύτας; Μετὰ μεγάλης εὐκολίας λύομεν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, μεταφέροντες τὰς δαπάνας, ἃς καταβάλλει σήμερον τὸ Κράτος, εἰς τοὺς δήμους, καὶ ὑποθέτοντες ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου πράγματι τὸ Κράτος ἀπαλλάσσεται τῶν δαπανῶν τούτων. Καὶ ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, καὶ νομίζει ὅτι ἀπαλλασόμεθα τῶν προκαταβολῶν, ἐὰν διὰ νόμου κανονίσωμεν, ὅτι οἱ δῆμοι εἶναι ὑπόχρεοι ν’ αὐξήσωσι τὸν φορολογικὸν ὅρον μέχρι 3% καὶ προαιρετικῶς μέχρι 4%. Καὶ φρονεῖ ὅτι τοῦτο ἀρκεῖ, χωρὶς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν δήμων καὶ εἰς τὴν ἀδυναμίαν, ἐν ᾗ οὗτοι θὰ εὑρεθῶσι καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν, περὶ ἧς πρόκειται, νὰ καταβάλλωσι τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ὅταν γινώσκωμεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι θὰ δύνανται νὰ ἐπαρκῶσι καὶ εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας; Ἀνισότης λοιπὸν τῶν διαφόρων δήμων ὡς πρὸς τὰς ἀστυνομικὰς δαπάνας, ἀδυναμία οἰκονομικὴ διὰ τοὺς πλείστους πρὸς συντήρησιν καὶ αὐτῆς τῆς κακῆς ἀστυνομίας, αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀδυναμία αὕτη πρὸς συντήρησιν δημοτικῆς ἀστυνομίας θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι πράγματι τὸ πᾶν θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Καὶ ἐρωτῶ: τότε δὲν εἶναι προτιμότερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει διὰ τῆς συστάσεως Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ ἑδρεύοντος ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ νομοῦ, ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Νομάρχου, τὸ ὁποῖον, λέγω, ἐξασφαλίζει τὸν λαὸν κατὰ τῶν πιέσεων καὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; δὲν εἶναι προτιμώτερον τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἢ τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα ἔσεται, ὅτι, ἐνῷ ἔχετε σήμερον ἀποσπάσματα στρατιωτικὰ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν, ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἀποσπάσματα τὰ στρατιωτικὰ ἔσονται διαρκῆ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως; Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ σκεφθῆτε. Εἶσθε πλειονοψηφία, καὶ δύνασθε νὰ ψηφίσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλετε. Ἡμεῖς καθῆκον μόνον ἔχομεν, ἵνα κατὰ τοιούτων μέτρων διαμαρτυρηθῶμεν.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, διότι ἔστερξε νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ νὰ συντρέξῃ πρὸς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἐπιμένει νὰ ἀναμιμνήσκηται τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ καταργηθέντος κατὰ τὸ 1895. Τὸ Ἀρχηγεῖον ἐκεῖνο τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι πλέον μία légende διὰ τὸν κ. Βουλευτήν. Αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ βάσις τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος αὐτοῦ, αὐτὸ ἦτο ἡ ἐγγύησις τῆς δημοσίας τάξεως, αὐτὸ ἦτο ἡ βεβαίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, αὐτὸ ἦτο ἡ στέγη, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐστεγάζοντο οἱ πολῖται, ἀνενόχλητοι καὶ δυνάμενοι νὰ ἐργάζωνται ἐν ἀνέσει, καὶ νὰ διανύωσιν ὄλβιον βίον! Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς διετηρήθη ἐπὶ 7 ἢ 8 μῆνας, διότι κατὰ τὸ 1894 συνεστήθη, καὶ κατὰ τὸ 1895 τῇ προτάσει ἡμῶν κατηργήθη. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι συνηρμολογημένον μὲ τὰς γενικὰς περὶ διοικήσεως καὶ περὶ ἀστυνομίας ἰδέας τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας, ὅστις καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην μᾶς εἶπεν ὅτι φρονεῖ, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους· ἑπομένως, κατ’ αὐτόν, τὸ Κράτος πρέπει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἀστυνομίας, οἱ δὲ πολῖται οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι νὰ ἀσχολῶνται περὶ τούτου. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς εἶχε ταχθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος· οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶχον δικαίωμα ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς αὐτὸ, ἡ ἐξουσία των δὲν ἔφθανε μέχρις αὐτοῦ, ἀρχῆς αὐτοτελοῦς, ἀνεξαρτήτου καὶ ἀπηλλαγμένης πάσης ὑπουργικῆς ἐπηρείας· ἐὰν δ’ ἤθελέ τις νὰ καλέσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ζητήσῃ εὐθύνας παρ’ αὐτῶν, δὲν εἶχε δικαίωμα τοιοῦτον· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελον εἰπεῖ, καὶ εὐλόγως, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα οὐδὲ νὰ διατάξωσι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, οὐδὲ νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ, οὐδὲ νὰ ἐλέγξωσιν αὐτάς. Οὕτω δ’ εἴχομεν ἑπτὰ Ὑπουργοὺς, καὶ ὄγδοον Ὑπουργὸν τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε μὲ τὴν Βουλήν, εἰς οὐδένα οὐδεμιᾶς ἀρχῆς ἔλεγχον ὑπήγετο· δηλαδὴ ἦτο Ὑπουργὸς Ἀστυνομίας αὐτόβουλος, αὐθύπαρκτος καὶ ἀνεύθυνος! Αὐτὴν τὴν ἰδιοφυᾶ ἀρχὴν, αὐτὸν τὸν ἀνεύθυνον Ὑπουργόν, αὐτὸν τὸν διατάσσοντα ἀναιτιολογήτως καὶ ἐνεργοῦντα ἀνευθύνως, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἥτις ἠδύνατο νὰ πράττῃ ὅ,τι ἤθελεν, αὐτὴν κατηργήσαμεν κατὰ τὸ 1895 ἡμεῖς. Τὸ σύστημα τοῦ Ἀρχηγείου ἐκείνου ἦτο τερατῶδες ἐν Κράτει κοινοβουλευτικῶς διοικουμένῳ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι τοιαύτας ἰδέας ἀπέκρουσα πάντοτε, διότι φρονῶ, ὅτι ἐν τοῖς κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένοις Κράτεσι πρέπει νὰ καταβάλληται προσπάθεια, ἵνα οἱ πολῖται μάθωσι νὰ διοικῶσιν ἑαυτοὺς, ὅπως μίαν ἡμέραν ἀποκατασταθῇ ἐν τῇ χώρᾳ πλήρης αὐτοδιοίκησις. Διότι ἐπίσης φρονῶ, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δικαίωμα τοῦ πολίτου. Ὁ πολίτης ἔχει καὶ συμφέρον καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ φροντίζῃ νὰ ἀσφαλίζῃ τὸν οἶκόν του, νὰ προνοῇ, ἵνα ἔχῃ ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐργασίαν του, νὰ ἔχῃ ὕδωρ ὑγιεινὸν διὰ νὰ πίνῃ, νὰ μὴ ἔχῃ τέλματα ἐν τῇ συνοικίᾳ του, ἵνα ἀποφεύγῃ τοὺς διαλείποντας πυρετοὺς, νὰ ἔχῃ ὁδοὺς ἀγροτικὰς, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς τοὺς ἀγρούς του, νὰ ἀσφαλίζῃ τὰς ὄρνιθάς του, ἵνα μὴ κλέπτωσιν αὐτὰς οἱ νυκτοκλέπται. Καὶ σεῖς φρονεῖτε, ὅτι περὶ πάντων τούτων πρέπει νὰ φροντίζῃ τὸ Κράτος, πρέπει νὰ μεριμνᾷ ἡ Κυβέρνησις! Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας διαφωνεῖ ῥιζικῶς πρὸς ἐμὲ, καὶ διαφωνεῖ οὐχὶ μόνον πρὸς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, διότι τὸ κόμμα τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἡγοῦμαι, ἔχει τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ τὰς ἰδέας ταύτας ἐφήρμοσε πάντοτε, ὁσάκις ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχήν. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι ἐζήτησα παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς μετὰ μῆνάς τινας ἀφ’ ἧς τοῦτο εἶχεν ἐγκατασταθῆ. Εἶχον τότε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδράμω εἰς ἐκλογικὴν περιοδείαν, ὅτε δ’ ἔφθασα εἰς τὴν Λάρισαν, ἐτέθην ὑπὸ ἀόρατον ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, διότι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς ἔκρινεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ μανθάνῃ, ποῖοι μὲ ἐπισκέπτονται, τί λέγω πρὸς αὐτοὺς, τί οὗτοι λέγουσι πρὸς ἐμέ! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀστυνομία, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχωμεν! Ἀλλὰ συγχέει δύο διακεκριμένα θέματα· συγχέει τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, ὀφείλοντος νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας πάσης τῆς ὑπαιθρίου χώρας, μὲ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν. Τοπικὴ δὲ ἀστυνομία εἶναι ἡ φροντὶς περὶ διατηρήσεως τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως ἐν ταῖς κώμαις καὶ ἐν τοῖς χωρίοις καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν. Αὕτη ἐργάζεται, ἵνα παρέχωνται πᾶσαι αἱ εὐκολίαι τοῦ κοινωνικοῦ βίου εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις· νὰ ἔχωσιν ἐν αὐτοῖς ὁδοὺς, ἵνα δύνωνται νὰ μεταβαίνωσιν ἀκωλύτως εἰς τὰ κτήματά των, νὰ ἔχωσιν ὕδωρ, νὰ μὴ ἔχωσι τέλματα, νὰ ἔχωσι καθαριότητα, νὰ προλαμβάνωσι τὰς πυρκαϊὰς καὶ νὰ ἀμύνωνται κατ’ αὐτῶν, νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν ὑγείας, ἵνα προλαμβάνωσι τὴν μετάδοσιν τῶν κολλητικῶν νόσων καὶ προμηθεύωνται τὰ ἀναγκαῖα, ἵνα θεραπεύωνται, νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν ὑδάτων, ἵνα μὴ κατακλύζωνται αἱ κατοικίαι των, αἱ ὁδοί των, οἱ ἀγροί των. Ταῦτα λέγονται τοπικὴ ἀστυνομία, police locale. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι ἄλλο θέμα, δὲν εἶναι τοπικὴ ἀστυνομία, εἶναι ἀσφάλεια τοῦ Κράτους· αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, καὶ τοῦτο ὀφείλει νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐλυπήθη, διότι εἶχεν ἐπινοήσει σύστημα ἀστυνομικὸν καὶ εἶχε παρασκευάσει νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφισθῆ, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη...
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, διότι τὸ περὶ χωροφυλακῆς δὲν εἶχε ψηφισθῆ.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ πρὸ ὑμῶν, κατὰ τὸ 1895, ἐγὼ εἶχον ὡσαύτως προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐτέθησαν ἐν ἐκτελέσει. Διατὶ δὲν ἐξετελέσθησαν;
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ λόγους οἰκονομικούς. Ἐγὼ ὡμολόγησα τοῦτο. Δὲν σᾶς ἐκάκισα δι’ αὐτό.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐκακίσατε βεβαίως, ἀλλ’ ἐπεδείξατε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον προεβάλετε κατὰ τὸ 1904, ὡς ἐπινόημα, τὸ ὁποῖον ἠγγυᾶτο τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, δὲν ἐγένετο νόμος, ἐνῷ καὶ ἐγὼ εἶχον προτείνει νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας καὶ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς κατὰ τὸ 1895, ἤτοι πρὸ αὐτοῦ, καὶ ταῦτα δὲ δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐκτέλεσιν δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, διὰ τὴν μὴ ἐπάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα ἐνίοτε νὰ μὴ ἐπιμένωμεν εἰς τὰ ἄρτια συστήματα, νὰ ἐπινοῶμεν δὲ συστήματα ὀλιγώτερον τέλεια, διότι αὐτὰ δὲν ἀπαιτοῦσι μεγάλας χρηματικὰς δαπάνας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων καὶ οὐχὶ τοῦ Κράτους, διατὶ ἔφερα νομοσχέδιον μικτόν; ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Διατὶ ἀνέχομαι τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ; Διατὶ ἐν τῷ περὶ ἀστυνομίας νομοσχεδίῳ μου ἀναγράφω ἀστυνόμους ἀντιμοιράρχους ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, καὶ ἀνθυπολοχαγοὺς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν ἢ τῶν δήμων, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 11,000 κατοίκων; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν διδάσκω διοικητικὸν δίκαιον, οὐδ’ εἶμαι καθηγητὴς τοῦ δικαίου τούτου· δὲν εἶμαι ἀρχηγὸς Σχολῆς, διδάσκων πολιτειακὸν δίκαιον ἢ θεωρίας περὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν· ἐγὼ εἶμαι διοικητὴς, ἑπομένως δὲν διδάσκω, ἀλλὰ διοικῶ, καὶ ὀφείλω νὰ διοικῶ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν, ἔχω δὲ βαρεῖαν εὐθύνην, ἐὰν πειραθῶ νὰ κάμω ἅλματα ἀπότομα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκτίθενται εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἐὰν, ἀφοῦ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία λειτουργεῖ ἐπὶ δέκα καὶ τρία περίπου ἔτη, ἠρχόμεθα καὶ κατηργοῦμεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐκ βάθρων, καὶ καθιδρύομεν ἀστυνομίαν δημοτικὴν, νομίζετε ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἀκίνδυνον; Δὲν ἠθέλετε χαρακτηρίσει αὐτὸ τολμηρόν; Νομίζετε ὅτι δύναμαι νὰ ἀναλάβω τοιαύτην εὐθύνην ἀπέναντι τῶν συμβησομένων; Ὅταν ἐκριζῶται ἓν σύστημα πλῆρες, καὶ εἰσάγηται νέον τι σύστημα ἀτελὲς, νομίζετε τὸ ἐγχείρημα συνετόν; Νομίζετε, ὅτι πράττω ἄδικον, διότι δὲν προτείνω νὰ νομοθετηθῇ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐν πάσῃ τῇ χώρᾳ; Συμβαίνει νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχω δὲ καθῆκον νὰ προβλέπω περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ προβλέπω καὶ περὶ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ συναρμολογήσω πάντα τὰ τοιαῦτα συστήματα, διὰ νὰ μὴ ἐπιχειρήσω παράτολμα ἔργα, ὅπως μὴ ἐκτεθῶ εἰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐπάγουσιν ἐνδεχόμεναι ἀποτυχίαι. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας μὲ ἐπέκρινε, διότι εἰς τὰς μικρὰς κοινωνίας, εἰς τοὺς μικροὺς δήμους, οἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν ἐλάσσονα τῶν 11,000 ψυχῶν, τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, ὅτι ὁ ἀστυνόμος θέλει ἔχει δύο ἀστυνομικοὺς κλητῆρας. Ὁ δῆμος, ὅστις κατοικεῖται ἀπὸ ὀλιγωτέρας τῶν 11,000 ψυχὰς, ἐννοεῖται ποίαν ἔχει πρωτεύουσαν. Ἡ ἐσωτερικὴ τάξις τῆς πρωτευούσης αὐτοῦ ἔχει ἀνάγκην μεγαλειτέρας δυνάμεως τῶν δύο ἀστυνομικῶν κλητήρων, ἵνα ἐμποδίζωσι τὰς ἀταξίας, ἵνα διατηρῶσι τὴν τάξιν;
§43Α. ΖΕΡΒΑΣ. Δύο ὑπάρχουν καὶ σήμερον.
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον μία κώμη ὁ δῆμος, εἶναι καὶ ἄλλα χωρία.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι 500 ψυχαί, 400 ψυχαί. Ἀλλὰ διατὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει ὅτι δύνανται νὰ προσληφθῶσιν ἀστυφύλακες; Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι τόσον πολυάριθμον, ὅσον εἶναι νῦν, ἀλλὰ βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἄστοργον, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν δὲν θὰ ἦτο καὶ ἀκίνδυνον, ν’ ἀπολύσῃ τις τῶν τάξεων τῆς ἀστυφυλακῆς πάντας τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ σῶμα αὐτῆς, σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ φροντίσω, ἵνα συντηρήσω αὐτούς. Ἐπειδὴ δὲ, ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, οἵτινες θέλουσιν ὑπηρετεῖ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ὑπολείπεται ἔτι ἀριθμὸς ἀστυφυλάκων, ἔκρινα ὅτι ἠδυνάμην νὰ χρησιμοποιήσω τούτους εἰς τοὺς δήμους τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν ἢ τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11,000 ψυχῶν, παρέχων εἰς αὐτοὺς ἐκ τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς τόσους, ὅσων οὗτοι ἔχουσιν ἀνάγκην, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι ἵνα ὑπηρετῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἐπειδὴ οἱ δῆμοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰ βάρη τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, ἐὰν δὲ δὲν προσελάμβανον τοὺς ἀστυφύλακας αὐτοὺς οἱ δῆμοι, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελε μισθοδοτεῖ αὐτοὺς, ἔκρινα, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παράσχω εἰς τοὺς εἰρημένους δήμους συνδρομήν τινα, ἀναλαμβάνων, ἵνα τὰ ἡμίση ποσὰ τῶν μισθῶν αὐτῶν πληρώνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ ἄλλα δὲ ἡμίση ποσὰ οἱ δῆμοι. Πρόκεινται τῳόντι δύο συστήματα διακεκριμένα, ἀλλ’ εἰς Κράτη κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δυσπιστῶσιν οἱ διοικοῦντες πρὸς τοὺς πολίτας, — διότι πολῖται εἶναι οἱ δῆμοι, — καὶ νὰ μὴ ἐμπιστεύωνται εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ νὰ θέλωσι νὰ κηδεμονεύωσιν αὐτοὺς, καὶ νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν κηδεμονίαν ταύτην καὶ εἰς τὰς περὶ διατηρήσεως τῆς ὑγείας αὐτῶν μερίμνας καὶ εἰς τὰς διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν οἰκιῶν των καὶ τῶν ἀτόμων τῆς οἰκογενείας των. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως κατηρτίσθη, εἶναι προϊὸν ἀνάγκης· ἀνάγκης, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν ἀπὸ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπάρχοντος εἰς ἕτερον σύστημα ἀπόλυτον καὶ πλῆρες· ἀνάγκης, διότι ὀφείλομεν νὰ συντηρήσωμεν τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα· ἀνάγκης, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν ὑπὲρ τὸ δέον τοὺς δήμους· ἀνάγκης, διότι πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς περισσεύοντας· ἀνάγκης, διότι πρέπει νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ μεγάλας δαπάνας. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὸν στρατὸν, δὲν εἶναι οὐδὲ πέντε οὐδὲ δέκα οὐδὲ τριάκοντα, εἶναι πολλῷ περισσότεροι, ἀπασχολοῦμεν δ’ αὐτοὺς εἰς ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι δὲ ἀκίνδυνον, οὐδὲ ἀζήμιον, νὰ ἐκτρέπῃ τις τοὺς ὑπηρετοῦντας τὸ Κράτος ἀπὸ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς, καὶ νὰ τρέπει αὐτοὺς εἰς ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπάγονται, ἂν οὐχὶ ἄλλο τι κακὸν, τοὐλάχιστον τὴν ἀπώλειαν τῶν ἕξεων, ἃς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα δίδει εἰς αὐτοὺς. Διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει ἐπαρκέσει εἰς πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 ἕως 8 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§47Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 ὁρίζεται, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπάγεται ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 9, λέγοντος «ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἢ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου», τὸ «πάντοτε» ἀποδίδεται καὶ εἰς τὰς δύο περιόδους, εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπάγεται ὑπὸ τὸν ἁρμόδιον νομάρχην, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὥστε καὶ οἱ ἀστυνόμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀφοῦ ὁ προϊστάμενος αὐτῶν ὑπάγεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐποπτείαν, δύνανται νὰ τιμωρηθῶσιν ὄχι ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ νομάρχου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ προνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ διορθωθῇ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 10–13 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§50Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοὺς ἀνθυπασπιστάς, οἵτινες ἀναλαμβάνουσιν ὑπηρεσίαν ἀστυνόμου, ὅπως καὶ δι’ αὐτοὺς ὁρισθῇ μικρὸν ἐπιμίσθιον. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι καὶ οἱ ἀνθυπασπισταὶ ὑποβάλλονται εἰς δαπάνας, καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ περιληφθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦ ἄρθρου τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Θ. Φαρμακοπούλου καὶ Ι. Καλούτση.
§52Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει, Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου;
§54ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον κατὰ τοῦτο, καὶ θὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις ἡ ἀναθέτουσα τὴν πρότασιν εἰς τοὺς ἀστυνόμους.
§56Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος εἶναι ὀρθοτάτη, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἰσχῦον πρὸ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καθεστώς, διότι ἐκεῖνος ὁ νόμος εἶχε καταργηθῆ. Λοιπὸν θὰ μένωσιν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Βουλευτής, τί θὰ γείνῃ ὡς πρὸς τοὺς δήμους, εἰς οὓς δὲν θὰ ὑπάρχῃ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; Ἐὰν ματαιωθῇ ἡ ἐκλογὴ ἀγροφυλάκων, τί θὰ γείνῃ;
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχῃ κενὸν, θὰ πληρωθῇ τὸ κενόν.
§58Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, εἰς ποίαν ἐκ τῶν τριῶν κατηγοριῶν ἀνήκει ὁ δῆμος Λαυρίου. Ὁ πληθυσμὸς αὐτοῦ δὲν ὑπερβαίνει τὰς 11,000 ψυχάς· νομίζω ὅμως, ὅτι χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ δήμου πρέπει νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις.
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, ὅπως, ἕνεκα τοῦ ἰδιάζοντος χαρακτῆρος, ὃν ἔχει ὁ δῆμος Λαυρίου, ληφθῇ ἰδιαιτέρα τις μέριμνα περὶ αὐτοῦ. Διότι ἐν Λαυρίῳ ὑπάρχει, οὕτως εἰπεῖν, πανσπερμία· ἐπειδὴ δὲ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα δὲν εἶναι ἐντόπια, ἀλλ’ εἶναι ξένα, ὁ δήμαρχος Λαυρίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ δήμῳ Λαυρίου, καὶ ἕνεκα τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἕνεκα τοῦ κρατοῦντος ἐν αὐτῷ ἐπαγγέλματος, ὑπάρχει πάντοτε ἀνάγκη ἰδιαιτέρας προνοίας.
§61Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καμμία ἐξαίρεσις.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, διότι ὁ δῆμος Λαυρίου ἔχει κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν πληθυσμὸν 11,185 ψυχῶν.
§63ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ διάταξις περὶ ὑδρονομέων, διότι ἐν τῷ νόμῳ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν ὑπάρχει διάταξις περὶ διορισμοῦ ὑδρονομέων, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἠναγκάσθησαν πολλοὶ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι νὰ προκαλέσωσιν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἀπεφάνθη τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι οἱ ὑδρονομεῖς ἐξομοιοῦνται πρὸς τοὺς ἀγροφύλακας.
§64ΑΛΕΞ. ΤΑΚΗΣ. Εἶχον νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς περὶ πληθυσμοῦ διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου ὁ δῆμος Μαλακασίου τῆς Καλαμπάκας. Ὁ δῆμος οὗτος βεβαίως ἔχει μόνον 3,000 ψυχὰς, ἢ καὶ ὀλιγωτέρας, ἀλλ’ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννέα χωρία καὶ ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν, ἡ ὁποία ἀπέχει μόλις ἑξήκοντα βήματα τοῦ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τουρκικοῦ στρατῶνος.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων». Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§66ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθῶς ἐπαινετὴ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ προαίρεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν πρόνοιαν, ἣν λαμβάνει, ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς βελτιώσεως τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ποινικῇ δικαιοσύνῃ, καὶ διότι τοῦ ἔργου του τούτου τοῦ ἀναμορφωτικοῦ, ὡς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ἀναφέρει, ἄρχεται, τὸ μὲν ἀπὸ τῆς μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ποινικῆς διατιμήσεως, τὸ δὲ ἀπὸ τῆς διαρρυθμίσεως ἑτέρων διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν διατάξεων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν κοινοποίησιν τῶν κλητηρίων θεσπισμάτων καὶ τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν, ἐπιτυγχάνει πως τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ συγχαρῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τούτῳ. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ τρόπος τῆς παρ’ ἡμῖν ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων ἐγένετο ἀφορμὴ πλείστων ὅσων ἀδικιῶν τοῖς πολίταις, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐγένετο ἀφορμὴ καὶ ἑτέρου κακοῦ, σάρακος, ἵνα εἴπω οὕτω, ὁ ὁποῖος διαβιβρώσκει τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς ἡμῶν δικαιοσύνης. Διότι γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι αἱ ἐπιδόσεις, αἱ ὑπὸ τῶν δικαστικῶν κλητήρων γινόμεναι ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, γίνονται, καθ’ ὃν τρόπον γίνονται ὑπ’ αὐτῶν, μὴ παραδιδομένων τῶν ποινικῶν δικογράφων, κλητηρίων καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων, εἰς τοὺς πρὸς οὓς ἀπευθύνονται, ἀλλ’ εἰς ἕτερα πρόσωπα, ἅτινα οὐχὶ σπανίως οὐδαμῶς παραδίδουσιν αὐτὰ εἰς αὐτούς. Τὰ ποινικὰ Δικαστήρια ἔγνωσαν νὰ μετριάσωσι τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐπήρχετο ἐκ τῆς ἀπορρίψεως τῶν ἀνακοπῶν ἰδίᾳ, ἐκ τούτου δὲ διὰ τῆς παραδοχῆς κατὰ κανόνα δευτέρων καὶ ἐκπροθέσμων ἀνακοπῶν πολλαπλασιάζεται ἐν τοῖς Δικαστηρίοις ἡ ποινικὴ διαδικασία, ἀπασχολοῦνται δικαστικὰ πρόσωπα, ἀνώτερα καὶ κατώτερα, πλέον τοῦ δέοντος, καὶ ἡ πολυγραφία κυριαρχεῖ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις. Δύναταί τις λοιπὸν εὐλόγως νὰ συγχαρῇ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔσπευσεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ περιλάβῃ τοιαύτην διάταξιν, προλαμβάνουσαν τὰ ἄτοπα τὰ ἐκπηγάζοντα ἐκ τῶν διατάξεων τῆς μέχρι τοῦδε κρατούσης νομοθεσίας. Δὲν δύναται ὅμως νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ διὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν καὶ προκειμένου περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες σκοποῦσι τὴν τροποποίησιν ἄρθρων τινῶν τῆς ποινικῆς διατιμήσεως. Βεβαίως πνεῦμα ἄκρας φειδωλίας ἐπρυτάνευσεν ἐν τῇ διαρρυθμίσει τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας· ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπουλώσῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ, καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς μέσα οἰκονομίας καὶ εἰς περικοπὰς δαπανῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸ ἄνευ σοβαρᾶς μελέτης νὰ προβῇ εἰς τὴν περικοπὴν τῶν ἀπαραιτήτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀποτελούσης τὸ θεμέλιον παντὸς εὐνομουμένου Κράτους. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου ἀνευρίσκομεν πρώτην τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου περὶ ποινικῆς διατιμήσεως. Ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀμοιβὴν τῶν ἰατρῶν διὰ τὰς κατὰ παραγγελίαν τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν ἢ ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων ἐνεργουμένας ἰατροδικαστικὰς πράξεις. Ἡ ἰσχύουσα ποινικὴ διατίμησις ἔχει καθορίσει ἀμοιβὴν τῶν ἰατρῶν δραχμὰς 2 δι’ ἑκάστην συνήθη ἰατροδικαστικὴν πρᾶξιν. Τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον περιορίζει εἰς μίαν δραχμὴν τὴν ἀμοιβὴν ταύτην, καὶ ὡς αἰτιολογία τοῦ περιορισμοῦ φέρονται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τὰ ἑπόμενα: «διότι ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς ἰατρῶν, ἐπιζητούντων τὴν ἄνευ ἀνάγκης ἔκδοσιν παραγγελιῶν κλπ.» Εἶναι πιθανὸν ἐν τῷ ἐπιστημονικῷ κόσμῳ νὰ εὑρίσκωνται καὶ ἰατροί, οἵτινες περισαίνουσι τὰ εἰσαγγελικὰ καὶ ἀνακριτικὰ γραφεῖα, ἵνα λάβωσι τοιαύτας παραγγελίας. Εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι καί τινες ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, ἐκ τῶν κατωτέρων βεβαίως, —διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι Εἰσαγγελεῖς ἢ ἀνακριταὶ προβαίνουσιν εἰς τὴν ἔκδοσιν παραγγελιῶν, ἢ μόνον ὅταν ἀπόλυτος ἀνάγκη ὑπηρεσιακὴ τὸ ἐπιβάλλῃ, — εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι προβαίνουσιν εἰς ἔκδοσιν τοιούτων παραγγελιῶν, ἵνα ὠφελήσωσιν ἰατρούς. Ἡ κατάχρησις ὅμως αὕτη νομίζετε ὅτι θὰ περισταλῇ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἰατροῦ; Οἱ ἰατροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν εὐτέλειαν νὰ καταφεύγωσιν εἰς τοιαῦτα μέσα ἀντὶ δύο δραχμῶν, ἐξ ἴσου θὰ καταφύγωσιν εἰς αὐτὰ καὶ ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς. Καὶ ἐνῷ δὲν περιορίζεται ἡ κατάχρησις διὰ τοῦ τρόπου τούτου, ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ δι’ ἄλλου τρόπου, ὃν εὐθὺς ἀμέσως ὑποδεικνύω. Ἐὰν δὲν κρίνηται ἐπαρκὴς ἡ θεώρησις ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἤδη εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ θεώρησις τῶν καταστάσεων τῶν ἰατρῶν, ἂς ληφθῇ τὸ μέτρον τὸ ἐφαρμοζόμενον διὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν νεκροψιῶν, τουτέστι σὺν ταῖς καταστάσεσι μετὰ τὸ πέρας τῆς ποινικῆς ὑποθέσεως, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, νὰ συνυποβάλλωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν ἰατροδικαστικῶν ἐκθέσεων, ἅτινα νὰ ἐξελέγχωνται ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος. Τότε ὁ ἔλεγχος θὰ ἦναι πλήρης, ὡς συμβαίνει ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν νεκροψιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων τοιαῦται καταχρήσεις δὲν λαμβάνουσι χώραν. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ἄτοπα τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἐὰν συμβαίνωσι πράγματι, δὲν θεραπεύονται διὰ τῆς τοιαύτης τοῦ νομοσχεδίου διατάξεως, εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, ὅτι θὰ προκύψωσιν ἕτερα, χείρονα τούτων, ἐφ’ ὅσον ἐλαττοῦται ἡ ἀμοιβὴ τοῦ ἰατροῦ, καὶ δὴ τοῦ ἰατροῦ ἐκείνου, ὅστις, ὡς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐκτίθεται, ἵσταται πρὸ τῶν ἀνακριτικῶν ἢ ἀστυνομικῶν γραφείων, ἵνα λάβῃ μίαν οἱανδήποτε παραγγελίαν χάριν τῆς ἀμοιβῆς. Ὁ ἰατρὸς οὗτος θὰ καπηλευθῇ πλέον αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ καθήκοντος, τοῦ ἀνατιθεμένου αὐτῷ ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ θὰ συναντῶμεν συχνὰ τὴν διαστροφὴν τῆς ἀληθείας ἐν ταῖς τοιαύταις ἐκθέσεσιν. Ἀντὶ νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἀμοιβὴν, ἵνα ἡ Δικαιοσύνη ἔχῃ ἀσφαλῆ ὁδηγὸν τῶν ἀποφάσεών της διὰ τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντος τούτου ὑπὸ σοβαρωτέρων ἐπιστημόνων, περιορίζομεν αὐτὴν, ἵνα παραδώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην εἰς ἰατροὺς ἀναλαμβάνοντας τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην χάριν μόνον τοῦ ἰδίου ἑαυτῶν συμφέροντος καὶ δυναμένους νὰ διαστρεβλώσωσι τὴν ἀλήθειαν εἴτε ὑπὲρ τῶν παθόντων εἴτε ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων, ἐπὶ βλάβῃ πάντοτε τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δικαιωμάτων τῶν μαρτύρων, τῶν ἐμφανιζομένων ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων, ἐνέχει τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα, καὶ μάλιστα ἐπὶ μείζονι κινδύνῳ τῆς ἀπροσκόπτου λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, ὑποθάλπουσα τὴν λιπομαρτυρίαν καὶ τὰς συχνὰς ἀναβολάς. Καὶ πρό τινων ἡμερῶν, Κύριοι, μοὶ ἐδόθη ἀφορμή, γενικῶς ὁμιλοῦντι περὶ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, νὰ ποιήσωμαι παρεμπιπτόντως μνείαν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ ὑποδείξω τὰ ἄτοπα, ἅτινα θὰ προκύψωσιν, ἐὰν, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τοῦ βίου, ἀντὶ τῆς μιᾶς δραχμῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἡμεραργίαν τοῦ μάρτυρος κανονίζει τὸ Διάταγμα τοῦ 1834, ἐλαττώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν αὐτοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς 60 λεπτὰ μόνον. Ἐὰν δὲ συνδυάσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἄρθρου 2 πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, ἡ ὁποία ἐγκυμονεῖ ἑτέραν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ μάρτυρος, θὰ πεισθῶμεν, ὅτι δυσκόλως πλέον οἱ μάρτυρες θὰ προσέρχονται εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια. Τὸ ἄρθρον 6 μοῦ ἐφείλκυσεν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν, διότι ὁμιλεῖ περὶ καταρτισμοῦ πίνακος τῶν ἀποστάσεων, καὶ ὁρίζει ὅτι ὁ πίναξ οὗτος θὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Οἱ πίνακες τῶν ἀποστάσεων δὲν κανονίζονται οὔτε ἐκανονίσθησαν ποτὲ διὰ Β. Διατάγματος, οὔτε γνωρίζομεν νομοθεσίαν τινὰ κανονίζουσαν διὰ Β. Διαταγμάτων αὐθαιρέτως τὰς ἀποστάσεις. Αὗται δὲν κανονίζονται, ἀλλ’ ἐξακριβοῦνται...
§67Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν βλάπτει.
§68Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλάπτει, λέγετε! Παραβιάζει τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων. Λέγετε ὅτι δὲν βλάπτει. Καὶ ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδειχθῇ, ὅτι βλάπτει, θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἀφοῦ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1834 δὲν κανονίζει ἀποστάσεις, ἀλλὰ κανονίζει ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποστάσεων. Πόσα χιλιόμετρα ἕκαστος ἄνθρωπος δύναται νὰ διανύσῃ καθ’ ὥραν, εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς συνήθους πείρας. Ἄνθρωπος βαδίζων πεζῇ διανύει καθ’ ἑκάστην ὥραν πέντε χιλιόμετρα. Ἀναμφιβόλως δὲ τὸν προσερχόμενον ἐνώπιον ἀνακριτικῶν ἀρχῶν ἢ Δικαστηρίων μάρτυρα δὲν δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε ἄλλως ἢ ὡς πεζοποροῦντα, διότι ἀτυχῶς δὲν ἔχουσι πάντες τὴν εὐκολίαν νὰ ἔχωσι δίφρους καὶ ἵππους ἀραβικούς. Ἡ συνήθης λοιπὸν πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι δι’ ἑκάστην ἀπόστασιν 5 χιλιομέτρων ἀπαιτεῖται μία ὥρα. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τί θὰ κανονίσῃ; τὴν ἀπόστασιν ἢ τὴν ἀποζημίωσιν;
§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πόσα χιλιόμετρα ἀπέχει ἡ μία πόλις τῆς ἄλλης.
§70Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος δεδομένου θὰ κανονίσῃ τοῦτο;
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τοῦ ἰσχύοντος σήμερον.
§72Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο πίνακας χωρογραφικούς, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἔχομεν, τὸν τοῦ Κλεώπα καὶ τὸν τοῦ Νουχάκη. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν πρέπει νὰ κανονισθῶσιν αἱ ἀποστάσεις· διότι, ἐὰν Β. Διάταγμα κανονίσῃ ἄλλως τὰς ἀποστάσεις, ἡ τυχὸν σύντμησις αὐτῶν θὰ ἐπαυξήσῃ τὴν δυσχέρειαν τῆς προσελεύσεως.
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν.
§74Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦτο, διότι τότε βεβαίως ἡ προσθήκη αὕτη θὰ καταστήσῃ τὸ ἄρθρον καλλίτερον. Ἑτέρα διάταξις ἀξία προσοχῆς εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰς ἀμοιβὰς τῶν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ἡ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι καὶ αὕτη δὲν θὰ συμβάλῃ πολὺ εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Περιορίζοντες τὰ δικαιώματα τῶν ὀργάνων τούτων τῆς ἐκτελέσεως, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ καταστήσωμεν αὐτὰ νωθρὰ καὶ ἀδρανῆ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν ἐνταλμάτων τῆς βιαίας προσαγωγῆς...
§75Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀντὶ νὰ ζητῆτε τὴν αὔξησιν τῶν ἀμοιβῶν αὐτῶν, πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν ἐντελῆ κατάργησιν τούτων, διότι τὰ ὄργανα ταῦτα δὲν πράττουσιν ἄλλο τι ἢ ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των.
§76Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ὑπὸ τῶν ὀργάνων τούτων νῦν, ὅτε ἀμείβονται, γίνεται ἀτελὴς, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, τί θὰ γείνῃ, ἐὰν ἀμειφθῶσιν ὀλιγώτερον. Ἐγὼ κατὰ θεωρίαν ἐγκρίνω τὴν γνώμην σας, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐπὶ ἰδιαιτέρᾳ ἀμοιβῇ. Ἔχετε ὅμως ὑπ’ ὄψει τὰ συμβαίνοντα μέχρι τοῦδε. Δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, ὅτι θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν καλλιτέραν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, περιορίζοντες τὴν ἀμοιβὴν ἢ καταργοῦντες αὐτήν. Διότι τί συμβαίνει τανῦν; Δὲν ἐκπληροῦσιν ἐπαρκῶς τὸ καθῆκόν των καὶ σήμερον, ὅτε ἀμείβονται· ἐὰν δ’ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἀμοιβαί, οὐδόλως θὰ τὸ ἐκπληρῶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν λαμβάνωσι χώραν καταχρήσεις, εἰς τοῦτο πταίει ἡ ἔλλειψις ἐλέγχου, ἡ ἔλλειψις ἐπιβλέψεως ἐπὶ τῶν ὀργάνων τούτων. Δὲν πταίει ἡ κειμένη νομοθεσία. Αὕτη καλῶς ἔχει, διότι ἠθέλησε νὰ ὑπεκκαύσῃ τὸν ζῆλον τῶν ὀργάνων τούτων τῆς ἐκτελέσεως διὰ τῆς ἀμοιβῆς, ἣν χορηγεῖ. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτήν, ὅτι κατὰ θεωρίαν συμμερίζομαι τὴν γνώμην του, διότι τὸ ὄργανον τῆς ἐξουσίας εἶναι τεταγμένον νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἄνευ ἀμοιβῆς τινος ἰδιαιτέρας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην προσθέτου ἀμοιβῆς, καὶ ἔχομεν τὸ δεδομένον μέχρι τοῦδε, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις αὕτη τοῦ καθήκοντος γίνεται ἐλλιπὴς, ἐλλιπεστάτη θὰ γείνῃ, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὰς ἀμοιβὰς τῆς ἐκτελέσεως. Ἔχομεν ἀσφαλὲς παράδειγμα τὸν πρόσφατον νόμον τοῦ 1903 περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ νόμου τούτου περιωρίσθησαν αἱ ἀμοιβαὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐνταλμάτων κατὰ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἔκτοτε δ’ ἐπηρεάσθησαν αἱ εἰσπράξεις. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τοῖς θέμασι, τὰ ὁποῖα ἠπνιξάμην, πνεῦμα οἰκονομιῶν· τοὐναντίον ἔδει νὰ κρατήσῃ σκέψις αὐξήσεως τῶν ἀποζημιώσεων, καίτοι τὸ Κράτος ἡμῶν διατελεῖ ὑπὸ ἐκτάκτως κρισίμους οἰκονομικὰς περιστάσεις. Προκειμένου περὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εὐρύθμου καὶ κανονικῆς λειτουργίας αὐτῆς, προκειμένου, λέγω, περὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνὸς μὲν, παγιοῦσα τὴν δημοσίαν τάξιν διὰ τῆς ἀκριβοῦς τῶν νόμων ἐφαρμογῆς, ὑποβοηθεῖ τὰς πλουτοπαραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρέχει τροφὴν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς καταναλώσεως χαρτοσήμου, δὲν πρέπει νὰ ἐνδοιάσωμεν, ἂν οὐχὶ νὰ προβῶμεν πέραν τῶν νενομοθετημένων, τοὐλάχιστον νὰ τηρήσωμεν αὐτὰ ἄνευ ἐμβριθοῦς τῶν πραγμάτων ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζιδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§78Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Συντομώτατα, Κύριοι, θέλω ἀπασχολήσει ἡμᾶς ἐπὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ συνεισφέρω τὰ ἐκ τῆς πείρας διδάγματα τριακονταετοῦς δικηγορικοῦ σταδίου, ἐξασκηθέντος εἰς τὸ βῆμα τῆς δικαιοσύνης τοῦ λαοῦ, τουτέστι τῶν Πλημμελειοδικείων, Εἰρηνοδικείων, Πταισματοδικείων καὶ Πρωτοδικείων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, ὅτι βάσις καὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1834 περὶ ποινικῆς διατιμήσεως καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας συντρεχόντων προσώπων, δὲν εἶναι ἡ πλήρης αὐτῶν ἀποζημίωσις. Τὴν βάσιν ταύτην οὐδεμία νομοθεσία, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἔχει· εἶναι σχετικὴ τις μικρὰ ἀποζημίωσις ἀπέναντι τῶν μεγάλων θυσιῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ καλούμενοι πρὸς συνδρομὴν τοῦ ἔργου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἃς ὀφείλουσιν ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Δικαιοσύνην νὰ συνεισφέρωσιν. Ἑπομένως δὲν εἶναι κύριον ζήτημα, ἂν ἡ μία δραχμὴ, ἡ διδομένη κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1834, ἢ τὰ 60 λεπτὰ, τὰ διδόμενα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι ἀρκετὰ, ἵνα ἱκανοποιήσωσι τὰς ἡμεραργίας τῶν καλουμένων μαρτύρων, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται, λόγῳ τῆς συνδρομῆς πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰ ἔργα αὐτῶν. Καὶ ἐν τῇ μιᾷ περιστάσει καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ, δύναταί τις εἰπεῖν, τὸ ποσὸν εἶναι γελοῖον. Πρόκειται λοιπὸν περὶ μικρᾶς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ὅταν τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην ὠθῶμεν πέραν καὶ τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου, μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νομοθετοῦμεν ἓν βάρος ἐπὶ πλέον πρὸς τοὺς ὑποχρεωμένους νὰ βοηθήσωσι τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης· δηλαδὴ προσθέτομεν εἰς αὐτοὺς μίαν φορολογίαν. Ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ προσπαθήσωμεν, ἵνα τὸν κύκλον τῶν φορολογουμένων τούτων περιορίσωμεν ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ ταῦτα Κύριοι, καὶ ἐκ τῆς ἐπόψεως ταύτης μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν καὶ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ εἰσηγησαμένου τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὰ ἑξῆς θέματα. Οἱ παρακολουθήσαντες τὰς συνεδριάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων πιστεύω ὅτι ἀπεκόμισαν τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἔχω ἀποκομίσει, ὅτι δηλαδὴ τὰ ἐννέα δέκατα τῶν κατ’ ἔγκλησιν τιμωρουμένων ἀδικημάτων τυγχάνουσι, μετὰ τὸ στάδιον τοῦ παροξυσμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ὠθεῖται ὁ μηνυτὴς ἐξ ὀργῆς, ἀγανακτήσεως καὶ πάθους ἐκδικήσεως νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης, τυγχάνουσι, λέγω, τῆς συγγνώμης τῶν μηνυτῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἄρθρον 23 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον, «ἀφοῦ ἅπαξ ὁ ἀδικηθεὶς ἐμφανίσῃ ῥητὴν ἔγκλησιν κατὰ τὰς εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀναφερομένας περιπτώσεις, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν καὶ τὴν τιμώρησιν τοῦ κατηγορουμένου, ἀνακαλῶν τὴν ἔγκλησιν». Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Δικαιοσύνη, εἶναι ὑπόχρεως ὁ μηνυτὴς, εἶναι ὑπόχρεοι οἱ μάρτυρες νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἐξέλιξιν τῆς δίκης. Οὕτω δὲ βλέπομεν κατηγορούμενον καὶ μηνυτὴν φιλικῶς πλέον πρὸς ἀλλήλους διακειμένους, συνάψαντας ἴσως καὶ σχέσεις συγγενικὰς, προσερχομένους ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα εἴπωσι τί; ἢ νὰ ὁμολογήσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπέλθῃ ἐκ ταύτης καταδίκη καὶ συνεπῶς ἀναρρίπισις τῶν λησμονηθέντων παθῶν των, ἢ νὰ εἴπωσι ψεύδη. Καὶ βλέπομεν τὸ οἰκτρὸν θέαμα, νὰ ὑποχωρῇ τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιεικείας, τὸ αἴσθημα τῆς συγγνώμης ἀπέναντι τῆς εὐθύνης, ἣν ἔχει ὁ ὡς μάρτυς προσερχόμενος ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἵνα βεβαιώσῃ τὰ ἀληθῆ, ἐνῷ ταῦτα εἶναι ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νῦν θέλει νὰ εἴπῃ. Ἐὰν λοιπὸν ἐπικρατήσῃ ὁ πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον σεβασμὸς, εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς διαθέσεις του, ἡ Δικαιοσύνη δὲν τὸν ἱκανοποιεῖ, ἀλλὰ τὸν στενοχωρεῖ καὶ τὸν συντρίβει· ἐὰν τὸ ἀντίθετον κρατήσῃ, τότε ἔχομεν ἄλλο οἰκτρὸν θέαμα, καὶ τὸν μηνυτὴν νὰ ψευδομαρτυρῇ, καὶ τὸ παράδειγμά του ν’ ἀκολουθῶσιν οἱ λοιποὶ μάρτυρες, καὶ οὕτως ὠθοῦμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης εἰς ψευδομαρτυρίαν, εἰς χαλάρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Ἑπομένως καὶ ἐν τῇ μιᾷ περιπτώσει καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ μοὶ φαίνεται ὅτι γεννᾶται κακὸν κοινωνικὸν, τοῦ ὁποίου ἕκαστος δύναται ν’ ἀναμετρήσῃ τὸ μέγεθος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ κακὸν δύναται νὰ λείψῃ, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τροποποιηθῇ, ἀφαιρουμένης ἐξ αὐτοῦ τῆς λέξεως «δὲν», ἢ ἄλλης τινὸς τροποποιήσεως ἐπερχομένης. Ἀφίνω τὴν τροποποίησιν τούτου εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης — ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ ὑποβάλω τοιαύτην — δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, εὐχερέστατα διατυπουμένου.
§79Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τολμήσατε, κύριε συνάδελφε, διότι τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς ὅλους τοὺς ποινικοὺς νόμους τοὺς νεωτέρους, καὶ ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθοτάτη.
§80Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Τὸ ἐμελέτησα, καὶ μεμελετημένος ἀπασχολῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν τολμῶ νὰ ὑποβάλω ἴδιον ἄρθρον, διότι ὑποθέτω, ὅτι μὲ τὴν πλουσιωτάτην ἡμερησίαν διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἰδική μου πρότασις θὰ εἶχε τὴν τύχην ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν οὐρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προτείνατέ το, κύριε Βουλευτὰ, προτείνατε ὑμεῖς τὴν τροποποίησιν.
§82Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὑποδεικνύω ταύτην. Δὲν καινοτομοῦμεν τελείως, ἐπεκτείνοντες τὴν συγγνώμην, διότι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου καθιεροῦσι τὸ δικαίωμα τῆς συγγνώμης τοῦ ἀδικουμένου, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὴν συγγνώμην ταύτην περιορίζουσι μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐγκλήσεως, ὅτε ἀπὸ μόνου τοῦ ἀδικουμένου ἡ Πολιτεία ἐξαρτᾷ τὴν ἔγερσιν δημοσίας ἀγωγῆς· λέγει δηλ. πρὸς αὐτόν: «Σοὶ παρέχω στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον δύνασαι νὰ συγχωρήσῃς τὸν ἀδικήσαντά σε μέχρι τῆς ἐγχειρίσεως τῆς ἐγκλήσεως». Διατὶ ὅμως νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ ἀδικηθεὶς καὶ πέραν τῆς ἐγχειρίσεως τῆς ἐγκλήσεως, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ κατ’ ἀνακοπὴν συζητήσεως; Ὅτε συντάττει καὶ ἐγχειρίζει τὴν μήνυσιν, διατελεῖ ὑπὸ τὸ κράτος ὀργῆς, πάθους ἐκδικήσεως, συναισθημάτων ἐν γένει, τὰ ὁποῖα τὸν ὠθοῦσιν εἰς πράξεις, δι’ ἃς, ὅταν ταῦτα παρέλθωσι, μετανοεῖ. Ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως δὲ κατὰ χρονικὰ ὅρια τοῦ δικαιώματος τῆς συγγνώμης οὐδεμίαν διατάραξιν ἐπιφέρομεν εἰς τὸν διάκοσμον τῆς Πολιτείας. Ἀφορᾷ αὕτη τὰ μικρὰ πλημμελήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ Πολιτεία, τὰ ὁποῖα δὲν διεγείρουσι τὴν κοινὴν περιέργειαν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν ἀπομακρυνόμεθα τῶν ἀρχῶν τῆς συγγνώμης, τὰς ὁποίας εὑρίσκω διεσπαρμένας εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Καινοτομοῦμεν μὲν κατά τι, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος, ὃν διακρίνει μὲν τὸ εὐερέθιστον, ἡ παραφορὰ, ἀλλὰ τὸν περικοσμεῖ συνάμα ἡ γενναιοφροσύνη καὶ ἡ ἐπιείκεια πρὸς τὸν ἀδικήσαντα αὐτόν.
§83ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε μεταβάλλετε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§84Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὅσα εἶπον, εἶναι σχετικώτατα. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει μίαν φορολογίαν, παρέχον 60 μόνον λεπτὰ δι’ ἡμεραργίαν τοῦ μάρτυρος, ἀντὶ τῆς παρεχομένης μέχρι τοῦδε μιᾶς δραχμῆς, καὶ ὅτι ἡ φορολογία αὕτη πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ στενώτατα αὐτῆς ὅρια, ἤτοι νὰ περιορίσωμεν τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς εἶναι ὑπόχρεοι οἱ μάρτυρες νὰ προσέρχονται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, σχετικώτατον κατὰ τὴν κρίσιν μου πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐὰν πρόκηται περὶ φορολογίας, — καὶ βεβαίως περὶ τοιαύτης πρόκειται, ὡς ἀνέπτυξα ἤδη, — νομίζω ὅτι ὀρθότατον εἶναι νὰ φορολογήσωμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὐχὶ τὸν συντρέχοντα τὸ ἔργον αὐτῆς ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἀμείωτα τὰ δικαιώματα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μαρτύρων εἰς μίαν δραχμήν, ὡς ὁρίζει τὸ Διάταγμα τοῦ 1834, καὶ νὰ μὴ τὰ περιορίσωμεν εἰς τὰ 60 λεπτά· ὡς ἀντιστάθμισμα δὲ νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἕτερον νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται, ὅτι αἱ μηνύσεις πρέπει νὰ γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου μιᾶς δραχμῆς.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§86Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ προλαμβάνετε, ἵνα τελειώσω τὴν σκέψιν μου. Τοῦτο δύναται νὰ ὁρισθῇ — διὰ νὰ μὴ ἑνωθῇ μὲ τοὺς πόρους καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ χαρτοσήμου — ὡς εἰδικὸς πόρος, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰδικῶς πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν μαρτύρων. Δὲν πρόκειται δὲ μόνον διὰ τῆς μονοδράχμου φορολογίας περὶ ἀντισταθμίσεων χρηματικῶν, οἰκονομολογικῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀγαθοῦ γενησομένου εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Σᾶς εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, — καὶ ὁμιλῶ πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τῆς ἐν Ἑλλάδι κοινωνίας, τῆς ἐκτὸς τῶν πόλεων, — ὅτι αἱ μηνύσεις γράφονται ὑπὸ τῶν περιοδευόντων δικαστικῶν κλητήρων. Ἐὰν λοιπὸν τεθῇ εἷς ἐλάχιστος περιορισμὸς, — διότι νομίζω ὅτι καὶ δραχμὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου, τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας, δὲν θὰ ἦναι ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ στερήσῃ καὶ τὸν ἀπορώτερον τῆς προστασίας ταύτης, ἀλλὰ θὰ ἐμποδίσῃ τὰς προπετεῖς μηνύσεις, — ἐὰν, λέγω, ὑποβληθῇ ὁ μηνυτὴς εἰς τὴν ἐλαχίστην θυσίαν τῆς μιᾶς δραχμῆς, θὰ τῷ δοθῇ καιρὸς σκέψεως· μέχρις οὗ εὕρῃ τὸν προσήκοντα ἔνσημον χάρτην, ὃν δὲν θέλει πλέον εὑρίσκει πρόχειρον εἰς τὰ θυλάκια τῶν περιοδευόντων δικαστικῶν κλητήρων, θὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην μήνυσιν, ἥτις δυνατὸν καὶ νὰ ἦναι ἀναξία λόγου ἢ προπετής. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ δι’ ἄλλο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, σχετικὸν πρὸς τὸ συζητούμενον νομοθέτημα. Ὡς γνωστὸν, αἱ περισσότεραι δικογραφίαι, αἱ εἰσαγόμεναι εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, ἢ εἶναι ὅλως ἀβάσιμοι, ἢ ἀνήκουσιν εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα. Τὰ ¾ τοὐλάχιστον εἰς τὸ Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζομαι ἐγὼ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Καλομενοπούλου, — εἶναι ἀνάξια λόγου.
§87Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§88Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Καὶ ἔρχονται οἱ δυστυχεῖς μάρτυρες καὶ οἱ κατηγορούμενοι καὶ ἀπασχολοῦνται, μὲ αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας, 15 ἡμέρας, καὶ πλείονας, διὰ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ του ἐξυβρίσθη τις δι’ ἀερολογημάτων, καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως πολλάκις τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἀπορρίπτει πλείστας τοιαύτας μηνύσεις, ἢ ἐπιβάλλει πταισματικὰς ποινὰς, διότι εἰσάγονται ἀμελέτητοι ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, χαρακτηριζόμεναι ὡς πλημμελήματα, ἐνῷ δὲν ἀφορῶσιν οὔτε πταίσματα!
§89Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δι’ ἀπευθείας κλήσεως δὲν εἰσάγονται;
§90Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Βεβαίως ἡ δ’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰσαγωγὴ τῶν πλημμελημάτων εἶναι ἤδη καθιερωμένη ἐν Σύρῳ. Ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη τοὐλάχιστον ἐν Σύρῳ εἶναι ἐνημερωτάτη. Λοιπὸν ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Πρῶτον νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῶν Εἰσαγγελέων, ὥστε αἱ μηνύσεις νὰ μελετῶνται ἐπισταμένως, καὶ ἢ διὰ προβουλευμάτων αἱ προδήλως ἀβάσιμοι ν’ ἀπορρίπτωνται, ἢ νὰ εἰσάγωνται εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα αἱ ἀφορῶσαι πταίσματα, διὰ νὰ μὴ βασανίζωνται οἱ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἀφίνουσι τὰ ἐπαγγέλματά των καὶ μένουσι μακρὰν τοῦ τόπου των, καὶ ἵνα μὴ ἀδίκως ἀπασχολῶνται τὰ Δικαστήρια. Δεύτερον, μία μικρὰ, ἐλαχίστη φορολογία μιᾶς δραχμῆς, εἰδικῶς πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν μαρτύρων, θὰ ἐμποδίσῃ ἐπίσης πολλὰς προπετεῖς μηνύσεις. Τρίτον, ἡ ὑποδειχθεῖσα τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 23 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τὰ τρία ταῦτα ἐλπίζω ὅτι τὰς δεκάδας τῶν χιλιάδων ἐκκρεμῶν ποινικῶν δικογραφιῶν θὰ περιορίσωσι κατὰ πολὺ, καὶ θὰ παύσῃ νὰ παρίσταται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τῶν χιλιάδων τούτων ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν, ὅτι εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ νόμου. Δι’ αὐτῶν, Κύριοι, τῶν μέτρων θὰ ἴδητε ἐξαφανιζόμενον τὸ φάσμα τῶν ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν, καὶ θ’ ἀποβῇ ἡ λειτουργία τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὁμαλωτέρα, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα τὰ κατ’ ἔγκλησιν τιμωρούμενα. Τὸ ποσὸν δὲ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μαρτύρων νὰ μὴ ἐλαττωθῇ, διότι τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ μικρὸν καὶ ὅπως ἔχει κανονισθῆ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1834, οὗ ζητεῖται κατὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ τροποποίησις.
§91ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει αὐτοῦ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, σκοπὸν ἔχει νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ προλάβῃ καταχρήσεις. Εἶναι δὲ ἀξιοσημείωτος ἡ δικαιολογία αὐτοῦ, διότι σὺν ἄλλοις ἀναγινώσκω εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰ ἑξῆς: «... Κατ’ ἀκολουθίαν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἰατρῶν δὲν ἀπειλεῖται κίνδυνος μὴ εὑρέσεως ἰατρῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἁπλῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐπιδέσεως τραυμάτων κλπ.» Ταῦτα λέγει ἡ ἔκθεσις. Ἀλλ’ ὁ ἰατροδικαστὴς δὲν καλεῖται, ἵνα ἐπιδέσῃ τραῦμα, οὔτε ἵνα θεραπεύσῃ· καλεῖται νὰ ἐξετάσῃ τὸν παθόντα ἢ τὸν στελλόμενον αὐτῷ, ἢ τὸ τραῦμα, καὶ ὁρίσῃ ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὅπως φωτισθῇ περὶ τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸ θέμα, ὅπερ ἡ Δικαιοσύνη καλεῖται νὰ λύσῃ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ ἰατροδικαστοῦ εἶναι σπουδαιότατον, ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον θὰ ἀντλήσῃ φῶς ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἰατροῦ, καὶ θ’ ἀποφασίσῃ ὁδηγούμενον ἐξ αὐτῆς. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἐνεργεῖται τόσον ἀμελῶς τοῦτο, ὥστε μᾶλλον ἔπρεπε ν’ ἀναβλέψωμεν διὰ τοῦ νόμου, ἵνα εὕρωμεν τρόπον, ὅπως ἐπιμελέστερον καὶ λυσιτελέστερον γίνηται ἡ ἰατροδικαστικὴ ἐργασία. Ἐν τούτοις, παρὰ ταῦτα, εὑρίσκομεν καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν παράδοξον φράσιν «διὰ τῆς ἐπιδέσεως τραυμάτων»! Δὲν γνωρίζω, τίνα λόγον ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦτο. Μήπως ὁ ἰατροδικαστὴς ἐκτελεῖ χρέη χειρουργοῦ θεράποντος;
§92Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ φράσις παρέλκει.
§93ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἄς ἀφήσωμεν τὸ «ἡ φράσις παρέλκει», διότι πρόκειται περὶ νόμου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου παρατηρῶ καὶ ἄλλα τινὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει πρὸς δικαιολογίαν τοῦ μέτρου, τοῦ σκοπουμένου ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει) «... Αἱ δὲ καταχρήσεις περὶ τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων βιαίας προσαγωγῆς, ἐκ συμπαιγνίας πολλάκις μεταξὺ ἐκδίδοντος καὶ ἐκτελοῦντος δῆθεν αὐτὰς, ἐξογκοῦσιν οὐσιωδῶς τὰ ἔξοδα τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης.» Ὑπάρχουσι λοιπὸν δικασταὶ ἢ Δικαστήρια συνεννοούμενα μετὰ τῶν ἐκτελεστῶν καὶ ἐκδίδοντα ψευδῆ ἐντάλματα βιαίας προσαγωγῆς; Διότι τοῦτο ὑπονοεῖται ἐν τῇ ἐκθέσει. Καταγγέλλετε δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἀνακριτὰς ἢ Δικαστήρια, ὅτι ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἐκτελούντων ἐκδίδουσι ψευδῆ ἐντάλματα βιαίας προσαγωγῆς.
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκδίδονται ἐντάλματα, λαμβάνοντα...
§95ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν λέγει τοῦτο ἡ ἔκθεσις. Ἀλλ’ ἐὰν τῷ ὄντι συμβαίνωσι τοιαῦτά τινα, δὲν ἔχετε μέσα πρὸς περιστολήν; δὲν ἔχετε τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν; Δὲν δύνασθε ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταστείλητε τὰς καταχρήσεις, ἵνα μὴ γίνωνται αἱ τοιαῦται συνεννοήσεις μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ μικροκερδοσκόπων; Προχείρως προέβην εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι εὐρύτερον νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, καὶ νὰ δείξω, ὅτι κακῶς τὸ νομοσχέδιον δικαιολογεῖ ἢ καταστρεπτικῶς ζητεῖ νὰ διορθώσῃ τὰ τυχὸν ἄτοπα. Τὸ νομοσχέδιον προσέτι δίδει πειθαρχικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ τῶν μοιράρχων καὶ ἀστυνόμων. Δύναται νὰ δοθῇ τοιοῦτον δικαίωμα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν μοίραρχον, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; δύναται νὰ τῷ δοθῇ δικαίωμα νὰ τιμωρῇ διὰ προστίμου 10 μέχρις 100 δραχμῶν; Διότι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου σὺν ἄλλοις λέγει, ὅτι «ὁ Εἰσαγγελεύς, ἂν μὴ εὑρίσκῃ ἀποχρῶντας τοὺς δικαιολογητικοὺς λόγους τῆς μὴ ταχείας ἐκτελέσεως τῶν ἐνταλμάτων βιαίας προσαγωγῆς ὑπὸ τῶν μοιράρχων ἢ ἀστυνόμων, ἐπιβάλλει αὐτοῖς πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου δραχμῶν 10 μέχρις ἑκατόν.» Νομίζω ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως. Ὡς πρὸς τὸ κύριον ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἰατροδικαστῶν καὶ τῶν μαρτύρων, κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ ἐλάττωσις αὕτη θέλει προκαλέσει πολλαπλῶς τὴν αὔξησιν τῶν δικῶν καὶ τὴν παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τῶν Δικαστηρίων· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ μάρτυς νὰ ἐξετασθῇ, ἵνα λάβῃ ὁ μὲν ἀνὴρ 60 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν, ἡ δὲ γυνὴ 30 καὶ ὁ παῖς 15, καὶ νὰ παραιτήσωσι τὰ ἔργα των. Τὸ ἡμερομίσθιον ὁσημέραι αὐξάνει· θὰ προτιμῶσι λοιπὸν νὰ ὑποστῶσι μίαν ποινὴν λιπομαρτυρίας, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν πάντοτε τὰ Δικαστήρια εἶναι ἐπιεικῆ· ἐν τούτοις ὅμως ἡ Δικαιοσύνη θὰ παρακωλύηται εἰς τὸ ἔργον της, διότι θὰ γίνηται ἀναβολὴ διὰ τὴν ἔλλειψιν μαρτύρων. Δὲν βλέπω νὰ ἔχῃ κανένα λόγον ἡ μνεία, ὅτι τὰ κατώτερα ὄργανα χρησιμεύουσιν ὡς μέσον χρηματισμοῦ καὶ ἐκβιάσεων. Περὶ τούτου ἔπρεπεν ἡ ἔκθεσις νὰ περιλάβῃ ἄλλας διατάξεις· διότι, ὅταν δὲν δίδηται τίποτε εἰς τὸν μάρτυρα, τότε πᾶς δικαστὴς θὰ εὕρῃ, ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἡ προσέλευσίς του, οἱ δ’ ἐκτελοῦντες τὰ ἐντάλματα θὰ δεικνύωσιν ἀπροθυμίαν καὶ ὄκνον, καὶ οὕτως αἱ μὲν δίκαι θὰ πολλαπλασιάζωνται, αἱ ἀνακρίσεις θὰ ἐπιβραδύνωνται, καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων, αἱ θεωρούμεναι τελεσίδικοι, θὰ γεννῶσιν ἀδικήματα, θὰ αὐξάνῃ δὲ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοποίνων, δὲν ἠξεύρω μέχρι τίνος ποσοῦ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει εἰς τοὺς γραμματεῖς νὰ τηρῶσι νέα βιβλία πρὸς καταχώρισιν τῶν ἐξοφλουμένων κλήσεων, βιβλία τῆς δοσοληψίας μὲ τὸ ταμεῖον καὶ ἄλλα, καὶ τοῦτο ἐπάγεται δαπάνας. Ὁ ταμίας θὰ ἦτο προχειρότερος πληρωτὴς, ὁ δὲ σκοπὸς τοῦ νὰ μεταβῇ ὁ μάρτυς εἰς τὸν ταμίαν θὰ ἀπήλλασσε τὸ Δημόσιον τῆς δαπανηρᾶς καὶ πολυπλόκου συναλλαγῆς μεταξὺ γραμματέως καὶ ταμίου· ἤρκει νὰ δοθῇ εἰς τὸν κλητῆρα τοῦ ἀκροατηρίου ὑποχρεωτικὴ ὑπηρεσία νὰ ὁδηγῇ τοὺς μάρτυρας εἰς τὸν ταμίαν. Καὶ τὸ ὅτι δὲ θὰ ὑποχρεῶται ὁ ταμίας νὰ προκαταβάλλῃ καθ’ ἑβδομάδα 1000 δραχμὰς εἰς τὸν γραμματέα τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ δὲ γραμματεὺς θὰ ὑποχρεῶται νὰ παραδίδῃ τῷ ταμίᾳ τὰς ἐξαργυρωθείσας κλήσεις μετὰ καταλόγου κλπ., ὡς εἶπον, προκαλεῖ πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν γραμματέα. Ἐὰν δὲ ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, θὰ ἴδητε τ’ ἀποτελέσματα, ὧν ἓν εἶναι καὶ ἡ προσθήκη ὑπαλλήλων. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω περισσότερα τὴν στιγμὴν ταύτην. Εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων ἐξέφρασε τὴν ὑπόνοιαν, μήπως, εὐθὺς ὡς ὁ προσερχόμενος μάρτυς ἐπιδεικνύει τὴν κλῆσίν του εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, πληρώνηται ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ τὴν ἐξέτασιν. Νομίζετε ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ δύνηται νὰ κάμνῃ αὐτὸ τὸ ἔργον; Προσθέτετε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μίαν εἰδικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν του. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι «ὁ γραμματεὺς τῶν Πρωτοδικῶν παραλαμβάνει προσωπικῶς καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα παρὰ τοῦ ταμίου κλπ. ποσὸν δραχμῶν χιλίων πρὸς πληρωμὴν τῶν μαρτύρων»· καὶ κατωτέρω λέγει, ὅτι, «ἐὰν ὁ γραμματεὺς ἀμελήσῃ τὴν πληρωμήν, τιμωρεῖται». Νομίζετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάλληλος πρὸς τοιαύτας δυσοληψίας διαδικασία, καὶ θέλετε νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ γραμματεὺς νὰ πληρώνῃ ἀμέσως, ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ παύσεως διὰ Β. Διατάγματος; Φρονεῖτε ὅτι τοῦτο ἀρκεῖ, ἵνα περιστείλῃ πολλὰς καταχρήσεις; Νομίζω ὅτι ἀπατᾶσθε. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω σήμερον.
§96ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὰ εἰς τὴν πταισματικὴν δικαιοσύνην ἀναγόμενα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ, διότι δὲν βλέπω τι περὶ τούτων ἀναφερόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας.
§98ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Αὔριον νὰ ἔλθωμεν.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, ἂς ἔλθωμεν αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 μ. μ.)