1905.05.18
3.607 στίχοι · 27.269 λέξεις · 265 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 18 Μαΐου 1905.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοίνωσις ἀναφορῶν. Ἀναφορὰ Ἰωάννου Γιαννοπούλου, καταδίκου ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ, παρακαλοῦντος νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ὁμοία τοῦ καταδίκου Χρήστου Κοκκινοβασίλη. Ἀναφορὰ τῆς Εὐανθίας θυγατρὸς τοῦ Γ. Κουσκουροπούλου, ἀγωνιστοῦ, παρακαλούσης νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ μηνιαῖον βοήθημα. Τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Κτημενίων τῆς Εὐρυτανίας, παρακαλούσης τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὰ ὑποβληθέντα εἰς αὐτὴν νομοσχέδια περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας καὶ τοῦ Εἰρηνοδικείου Κτημενίων καὶ τὸ περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀετοῦ, ἐκφράζοντος εὐχὴν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Τηλεγράφημα τοῦ ἐν Πύργῳ Συλλόγου «Ἁγίου Λουκᾶ καὶ Παντελεήμονος», παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος. Ὅμοιον τοῦ ἐν Πύργῳ Συλλόγου «Ὁμονοίας». Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τρικκάλων, παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Οἰτύλου Καπετανάκη, διερμηνεύοντος τὴν γνώμην τῶν συνδημοτῶν του, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Ἀναφορὰ διαφόρων γεωργοκτηματιῶν τῶν δήμων Λαρίσης καὶ Φακίου, παρακαλούντων νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἀπαλλάσσον αὐτοὺς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ τρέχον γεωργικὸν ἔτος 1904–1905. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Κορώνης, παρακαλοῦντος νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κορώνης. Τηλεγράφημα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἰθάκης, ἐκφράζοντος εὐχὴν, ἵνα ἡ Ἰθάκη ὑπαχθῇ διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας καὶ οὐχὶ εἰς τὸν τῆς Ἀχαϊοήλιδος. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Νεμέας, ἐπικροτούντων τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Κορίνθου, καὶ ἱκετευόντων, ἐν περιπτώσει διατηρήσεως αὐτοῦ, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου. Οἱ βουλευταὶ Τριφυλίας κ. κ. Πονηρόπουλος καὶ Γεωργακόπουλος ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα τῶν κατοίκων Κυπαρισσίας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως ὀκτὼ Πρωτοδικείων. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§2Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν διαφόρων γεωργοκτηματιῶν τῶν δήμων Λαρίσης καὶ Φακίου, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον καὶ ἐγώ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης οἱ παραπονούμενοι γεωργοκτηματίαι ἀναφέρουσιν, ὅτι τῇ 30 Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, συνέβη θεομηνία χαλάζης, ἥτις κατέστρεψε τὴν σπορὰν χιλιάδων στρεμμάτων, καὶ ἐξαιτοῦνται τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκθέτουσι δὲ πρὸς ἐμὲ καὶ δι’ ἐπιστολῆς τὰ γεγονότα, ὧν ἕνεκα τελεία ἐρήμωσις, οὕτως εἰπεῖν, ἔλαβε χώραν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Θερμῶς ἑπομένως συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἰτήσεως ταύτης, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ κάτοικοι οὗτοι, ὧν ὁ ἀριθμὸς μικρός, τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ γεωργικὸν ἔτος 1904–1905. Συνάμα δὲ, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν καταστραφέντων χωρίων εὑρίσκεται καὶ τὸ χωρίον Ἄκ Σεράϊ τοῦ δήμου Λαρίσης, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐνοικιάσει ὁ Εὐάγγελος Καλούσης, κατεστράφη δὲ τοῦτο ἐξ ὁλοκλήρου, θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἐπιτραπῇ μείωσις τοῦ μισθώματος, ἀντὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος ἔχει ἐνοικιάσει τὸ χωρίον ἀπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν τῶν κατοίκων.
§3ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνατειλάμεθα ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μας νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναλύονται λεπτομερῶς αἱ δαπάναι καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, τοῦ ὑφισταμένου καὶ λειτουργοῦντος ἐπὶ 35 ἤδη ἔτη. Σκοπὸν δ’ ἔχομεν ν’ ἀποδείξωμεν, καὶ ἀποδεικνύομεν ἐναργέστατα, ὅτι ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου τούτου, πολλὰς καὶ σπουδαίας ἐργασίας ἔχοντος, θέλει προκύψει ζημία, καὶ ὄχι ὠφέλεια, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐπειδὴ δὲ οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἔδωκαν ἡμῖν ἐντολὴν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κύριον Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν παρεπέμφθη καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ διατάξητε τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ ὑπομνήματος, ἀλλὰ πρωτίστως τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ.
§5ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, τροποποιητικῆς τῆς συνθήκης περὶ ἐκδόσεως. Τοῦτο μοὶ παρέχει ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον ἀνεπτυγμένην τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἀπὸ τῆς 9 Φεβρουαρίου 1902 εἶχον ὑποβεβλημένην εἰς τὴν τότε Βουλὴν, δὲν προέλαβον δὲ νὰ λάβω ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτῆς. Κατὰ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν: Αʹ) Πόσαι ἐκδόσεις Ἰταλῶν ἐγκληματιῶν ἐζητήθησαν ὑπὸ τῆς Ἰταλίας καὶ πόσαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς ἐν ἔτει 1877 συνομολογηθείσης συμβάσεως περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν μέχρι τέλους τοῦ 1904, διακεκριμένως κατ’ ἔτη, καὶ πόσαι ἐκδόσεις Ἑλλήνων ἐγκληματιῶν κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐζητήθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῆς Ἰταλίας καὶ πόσαι ἐξετελέσθησαν. Βʹ) Πόσαι ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει ὑπῆρξαν ἐν Ἑλλάδι αἱ δαπάναι συλλήψεως, κρατήσεως, διατροφῆς τῶν ἐκζητηθέντων, καθὼς καὶ τῆς ἐπιβιβάσεως αὐτῶν εἰς πλοῖον, αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τῆς συμβάσεως ἐπιβαρύνουσαι τὸ Κράτος, ἔνθα συνελήφθησαν οἱ ἐκδοθέντες. Παρακαλοῦνται ὡσαύτως οἱ αὐτοὶ Ὑπουργοὶ νὰ παράσχωσι τὰς αὐτὰς πληροφορίας καὶ περὶ τῶν ἀπὸ τοῦ 1904 ἀμοιβαίων ἐκδόσεων ἐγκληματιῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου μέχρι σήμερον. Ταῦτα σκοποῦσιν εἰς φωτισμὸν ἡμῶν. Πρόκειται περὶ σχέσεων διεθνῶν, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εὑρίσκεται πεπιεσμένη καὶ βεβαρημένη, καὶ ἰδίως ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν. Εἶναι γενικῶς γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι σήμερον ἑκατοντάδες ἐκδόσεων Ἰταλῶν ἐγένοντο, ἀμφιβάλλω δ’ ἂν ὑπάρχῃ δυὰς ἢ τριὰς ἐκδόσεων Ἑλλήνων. Τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ ἐκ τῆς συνθήκης τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου. Ὑφ’ ὁμοίους δὲ ὅρους τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἔλθωμεν καὶ πρὸς ἄλλα Κράτη εἰς παρομοίας συμβάσεις. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς σύμβασις μετὰ τῆς Αὐστροουγγαρίας. Ἐκ τούτου ἡ Ἑλλὰς θέλει κατασταθῆ κατ’ ἀνάγκην γενικὴ χωροφύλαξ τῆς Εὐρώπης, μὴ παρεχούσης ἡμῖν ἄξια ἀνταλλάγματα, οὐδ’ αὐτὰς πλήρως τὰς δαπάνας, ἃς καταβάλλομεν καὶ αἵτινες δὲν εἶναι μικραί. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῶν τοιούτου εἴδους συμβάσεων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρόσθετος αὕτη σύμβασις θέλει φέρει ἐπιβάρυνσιν, διὰ τοῦτο ἐνόμισα κατάλληλον τὴν περίστασιν νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας ταύτας ὑπὲρ τῆς Βουλῆς καὶ δι’ αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῇ Ἑλλάδι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Παξῶν κ. Σπ. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ὁ βουλευτὴς Καλαμπάκας κ. Σιβιτανίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Καλαμπάκας κ. Τάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος κ. Σαραβέλας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒϠΜΒʹ τοῦ 1903 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σάκης, Μῆτσος, Γκίκας, Γκότσης καὶ Στάης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου κλπ. Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 152–156). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα ἐμφαῖνον τὰς εἰσπράξεις τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904, καὶ ἕτερον σημείωμα, ἐμφαῖνον τὰ καταβληθέντα ποσὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τόκους καὶ χρεωλύσιον κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γκότσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐδαφίου ζʹ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 157).
§7ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν συναδέλφων κ. κ. Πονηροπούλου καὶ Δαγρὲ ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν χορηγηθέντων ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δανείων εἰς σταφιδοκτήμονας». Παρακαλῶ δέ, εἰ δυνατόν, νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 158).
§9ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ πράκτορες, οἵτινες, καταχρώμενοι τῆς θέσεως αὐτῶν, πιέζουσι μεγάλως τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοπαραγωγούς.
§10Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀοίδιμος ἀνήρ, ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ, κατέλιπε πρὸ ἐτῶν ποσὸν προορισθὲν πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ ἢ ἀλλαχοῦ, ὅπου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει προσφορώτερον. Ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἀπεδέχθη τὸ κληροδότημα τοῦτο, εὐλαβουμένη τὴν ἀρχικὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διαθέτου, ὑπέβαλε νόμον, δι’ οὗ καθωρίσθη, ὅπως ἡ Γεωργικὴ αὕτη Σχολὴ ἱδρυθῇ ἐν Λαρίσῃ· ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ περιελήφθη διάταξις, καθ’ ἣν τότε θὰ ἐγίνετο ἔναρξις τῆς ἱδρύσεως τῆς Σχολῆς ταύτης, ὅτε ὁλόκληρον τὸ κληροδότημα θὰ κατετίθετο. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτι ὁλόκληρον τὸ κληροδότημα ἐκεῖνο, ἐκκαθαρισθὲν ἤδη, κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπίσης δέ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, συμμορφουμένη πρὸς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ εἰρημένου νόμου, εἶχε διατάξει καὶ εἶχον καταρτισθῆ προϋπολογισμὸς καὶ λοιπὰ ἀπαιτούμενα σχεδιογραφήματα πρὸς ἔναρξιν τοῦ ἔργου τούτου, δὲν ὑπελείπετο δὲ ἢ νὰ διαταχθῇ ἡ δημοπρασία αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἐγένοντο ἐκλογαὶ, παρενεβλήθησαν κωλύματα ἴσως ἐκ τούτου, καὶ δὲν διετάχθη ἡ δημοπρασία αὕτη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκοπεῖ νὰ διατάξῃ τὴν δημοπρασίαν, ἐπὶ τῷ τέλει ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία τοῦ διαθέτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ὑποβάλω πρὸς αὐτὸν μίαν ἐπερώτησιν. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν, καθ’ ἣν ὁ ἐν Νεμπεγλὲρ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Φακίου τῆς Λαρίσης, ἑλληνοδιδάσκαλος Ε. Καλλίτσης ἀπηλλάγη τῆς ὑπηρεσίας πρό τινων ἡμερῶν ἐπὶ ἐγκαταλείψει θέσεως. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν ταύτην, στηριχθὲν εἰς ἔκθεσιν ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου, ὑπενωμοτάρχου, ὅστις, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ διδάσκαλος ἀπουσίασεν ἐπὶ δύο μῆνας, ἐνῷ ἔχομεν πληροφορίαν, ὅτι ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ σχολάρχης δι’ ἀναφορᾶς ἐξέθηκε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀπουσίασεν ἐπὶ 12 ἡμέρας ὁ εἰρημένος διδάσκαλος. Οὗτος, ἔχων τὴν οἰκογένειάν του ἐν Λαρίσῃ, πρό τινος καιροῦ—τὸν Μάρτιον, νομίζω,— ἐπεσκέφθη αὐτὴν, ἀλλὰ συνέπεσε νὰ ὑπάρχῃ μέλος τῆς οἰκογενείας πάσχον ἐκ διφθερίτιδος. Τὸ γεγονὸς ἐπιστοποιήθη καὶ ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας καὶ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν, τῶν ἐπισκεψαμένων τὸ πάσχον μέλος τῆς οἰκογενείας τοῦ διδασκάλου. Ὅτε ὁ διδάσκαλος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν θέσιν του, ἐκ λόγων μερίμνης ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγείας εἶχε καθῆκον ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ γεγονὸς εἰς τὸν σχολάρχην, ὅστις συνέστησεν εἰς αὐτὸν, ὀρθῶς καὶ φρονίμως ποιῶν, ν’ ἀπόσχῃ τῶν μαθημάτων, μὴ τυχὸν μεταδώσῃ τὸ μίασμα εἰς τοὺς μαθητάς. Λοιπὸν ἔχομεν δύο ἐκθέσεις, ἀντιθέτους πρὸς ἀλλήλας, ἔκθεσιν τοῦ προϊσταμένου, τοῦ καὶ ἁρμοδιωτέρου διὰ τὴν τοιαύτην παράλειψιν, καὶ ἑτέραν ἔκθεσιν τοῦ σταθμάρχου· ἀπορία δὲ μοὶ γεννᾶται, ὡς καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς ἀπόλυσιν ἑλληνοδιδασκάλου, ὅστις ἀπουσίασεν ἐκ λόγων σχετικῶν πρὸς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, καὶ οὐχὶ ἐξ ἀμελείας ἢ ὀκνηρίας. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἔγγραφα, —διότι ὑποθέτω ὅτι διημείφθη ἀλληλογραφία, —ἵνα κρίνωμεν κατὰ πόσον εἶναι δικαία ἡ ἀπόλυσις αὕτη.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπαλτατζῆς ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§12Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Κατὰ τοῦτο μόνον εἶναι σχετικὸν, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπέλυσεν ἑλληνοδιδάσκαλον διότι ἐβεβαιώθη ὅτι οὗτος κατέλιπε τὴν θέσιν του, ἐγὼ γνωρίζω ἑλληνοδιδάσκαλον, ὁ ὁποῖος, διορισθεὶς ἐν τῷ Ἑλληνικῷ σχολείῳ Ἁλμυροῦ, μετέβη ἐκεῖ, ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ τοῦτο ἀπῆλθεν εἰς Βόλον, ὅπου καὶ παραμένει, διδάσκων εἰς τὴν ἐκεῖ Ἐμπορικὴν Σχολήν· ἐγκατέλειψε δηλ. καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς μαθητὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Ἁλμυροῦ!
§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θέλω ἐξετάσει. Ὡς γνωρίζετε, ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ· ἀλλὰ τοιαύτην παράβασιν, ἐὰν βεβαιωθῇ, βεβαίως δὲν θ’ ἀφήσω ἀτιμώρητον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τροιζηνίας κ. Οἰκονομόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας τῶν ἐπαρχιῶν Ἑρμιονίδος καὶ Τροιζηνίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 159). Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Κροκιδᾶς ἀπευθύνει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς παρακαλεῖ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ Βορείου Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, καὶ τὰς περὶ τούτου ἀναφορὰς τῶν κατοίκων Κρωπίας. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Φούφας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Ἂν αἱ ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν γενόμεναι πράξεις τῶν ἰδιωτῶν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Βορείου Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν ἐνεργοῦνται ἐγκύρως. βʹ) Ἀφοῦ τὰ ἔργα τοῦ εἰδικοῦ ὑποθηκοφύλακος ἐν Κρωπίᾳ ἀνετέθησαν διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα Βορείου Πλευρᾶς Ἀθηνῶν, πῶς ἀναπληροῖ τοῦτον ὁ ἐκεῖ εἰρηνοδίκης;» Ὁ κύριος Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§15ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔλαβον πρὸ μικροῦ τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Ἰθακησίων, ἀγγέλλοντός μοι, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ ψηφίσματός του ἐκφράζει τὴν εὐχὴν νὰ μὴ χωρισθῇ ἡ Ἰθάκη τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, ὡς προτείνεται διὰ τοῦ τροποποιηθέντος νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, δι’ οὗ ἡ Ἰθάκη ὑπάγεται εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας. Ὡς μοὶ ἔγραψαν ἰδιαιτέρως δι’ ἐπιστολῶν, ἃς σήμερον ἔλαβον, πολλοὶ Ἰθακήσιοι καὶ αὐτὸς ὁ δήμαρχος Ἰθακησίων, ὁ ἰατρὸς κ. Κοκκίνης, ἡ ὑπαγωγὴ τῆς Ἰθάκης εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας εἶναι ἐναντία πρὸς ὅλους τοὺς ὅρους, τοὺς ὑπαγορεύοντας τὴν ἑνότητα πρὸς ἀποτέλεσιν περιφερείας διοικητικῆς, ἤτοι πρὸς τὴν ταυτότητα ἠθῶν καὶ ἐθίμων τοῦ πληθυσμοῦ, πρὸς τὴν χωρογραφικὴν ἢ γεωγραφικὴν ἐγγύτητα, πρὸς τὴν ὕπαρξιν συγκοινωνίας ἀδιακόπου καὶ εὐκόλου μεταξὺ τῶν δύο νήσων. Ἐνῷ τοὐναντίον, ὡς γνωρίζουσι πάντες οἱ ἰδόντες τὸν γεωγραφικὸν χάρτην, ἡ Ἰθάκη ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας χωρίζεται μόνον διὰ στενῆς τινος λωρίδος θαλάσσης, ἣν δύναταί τις νὰ διέλθῃ διὰ λέμβου ἐντὸς μιᾶς ὥρας, καὶ δύνανται νὰ διαπλεύσωσιν αὐτὴν οἱ κάτοικοι κατὰ πᾶσαν στιγμήν, οὕτω δὲ ἀπὸ τῆς μιᾶς νήσου νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν τῆς ἄλλης νήσου ἀπέναντι παραλίαν, ὁπόθεν δι’ ἁμάξης ἐντὸς ὡρῶν τινων δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς νήσου. Πλεῖστοι Ἰθακήσιοι τὴν καταγωγὴν διαμένουσιν ἐν Κεφαλληνίᾳ, καὶ ἡ ἐπικοινωνία αὐτῶν εἶναι ἀδιάκοπος κατὰ πάσας τὰς ὥρας τοῦ ἔτους, καὶ ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία τρὶς καὶ τετράκις τῆς ἑβδομάδος ὑπάρχει· καθ’ ὅλας δὲ τὰς περιόδους, εἴτε ὑπὸ τὴν Ἑνετίαν διετέλεσαν αἱ δύο νῆσοι, εἴτε ὑπὸ τὴν Ἀγγλίαν, εἴτε νῦν, ὅτε ἡνώθησαν μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἀπετέλουν καὶ ἀποτελοῦσι μίαν περιφέρειαν ἡ Ἰθάκη καὶ ἡ Κεφαλληνία. Δὲν ἠξεύρω ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ὑπαγωγὴν τῆς Ἰθάκης εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας· φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἂν ἐξετάσῃ ἀμφοτέρων τῶν νήσων τὰς εὐχὰς καὶ τὰς σχέσεις, θέλει πεισθῆ, ὅτι εἶναί τι ἀνωμαλώτατον καὶ ἀπροσφορώτατον ἡ ὑπαγωγὴ τῆς Ἰθάκης εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας, διότι διὰ τούτου ἐπέρχεται καὶ τὸ ἄτοπον, ἡ Ἰθάκη νὰ ὑπάγηται διοικητικῶς μὲν εἰς τὴν Ἀχαΐαν, δικαστικῶς δὲ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἂν μελετήσῃ πάντα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει πεισθῆ νὰ ἀποσύρῃ τὴν τροποποίησιν ταύτην.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀρκούντως ἔχουσι συζητηθῆ τὰ περὶ τούτου, καὶ ὅτι δὲν εἶναι νῦν κατάλληλος ὥρα πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, συζητοῦμεν.
§17ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσητε πληροφορίας περισσοτέρας, ἵνα πεισθῆτε περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς τροποποιήσεως, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ γίνηται συζήτησις ὅταν θὰ συζητῆται τὸ νομοσχέδιον καὶ μὴ παρατείνηται ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις αὐτοῦ ἐπὶ πολύ. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§18Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ, ὅτι τὴν μεταβολὴν ταύτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔκαμε κατόπιν εἰσηγήσεώς μου πρὸς αὐτόν. Ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Ἰθάκης καὶ Πατρῶν εἶναι εὐκολωτάτη, ταχυτάτη καὶ σχεδὸν καθ’ ἑκάστην, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Ἰθάκης καὶ Ἀργοστολίου εἶναι δυσχερεστάτη, διότι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ θέλων νὰ μεταβῇ εἰς Ἀργοστόλιον ἐξ Ἰθάκης νὰ διανύσῃ ἔφιππος ἑπτάωρον δρόμον μετὰ τὴν διάβασιν τοῦ στενοῦ, τοῦ χωρίζοντος τὰς δύο νήσους.
§19Δ. ΒΕΝΙΕΡΑΤΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἀγνοεῖτε ἐντελῶς τὰς ἀποστάσεις.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§21Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἡ διάβασις δὲ τοῦ στενοῦ διὰ λέμβου καθίσταται προβληματικὴ καὶ ἐνίοτε κινδυνώδης ἐν ὥρᾳ χειμῶνος. Ἐγὼ πρῶτον εἶχον ζητήσει τὴν γνώμην καὶ τῶν τεσάρων δημάρχων τῆς νήσου Ἰθάκης. Καὶ ὁ μὲν δήμαρχος Ἰθακησίων μοὶ ἐτηλεγράφησεν, ὅτι εἶναι ὅλως ἀπρόσφορον νὰ ὑπαχθῇ ἡ Ἰθάκη εἰς τὸν νομόν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀλλ’ οἱ λοιποὶ δήμαρχοι εἶπον, ὅτι εἶναι ὠφελιμωτάτη καὶ προσφορωτάτη ἡ τοιαύτη ὑπαγωγή, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ἑνὸς δήμου, ὁ ὁποῖος ἀπέχει 23 ὅλα μίλια τῆς Ἰθάκης καὶ πλησιάζει περισσότερον πρὸς τὰς Πάτρας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ δι’ ὅσους θέλω ἀναπτύξει ἐν καιρῷ, —ὅτε, νομίζω, θέλουσι πεισθῆ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Κεφαλληνίας,—τὸ συμφέρον τῆς ἐπαρχίας Ἰθάκης εἶναι νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§23ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κύριος ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς μᾶς ἀπεκάλυψε ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν τροποποίησιν ταύτην. Παρ’ αὐτοῦ ἐμάθομεν, ὅτι τὴν τροποποίησιν ἐνέπνευσεν μόνη ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Εὐχαριστοῦμεν αὐτόν, διότι μᾶς ἔδωκε τὴν πληροφορίαν ταύτην· ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λαμβάνων γνῶσιν τῶν ψηφισμάτων καὶ εὐχῶν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῆς γενομένης μέχρι τοῦδε συζητήσεως, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ ὑπαγωγὴ τῆς Ἰθάκης εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας εἶναι καὶ διὰ τὴν Ἰθάκην ἀπρόσφορος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς κανόνας τοὺς διέποντας τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους ἀνωμαλία ἀσυγχώρητος. Οἱοσδήποτε, ἔχων καὶ ἁπλῆν γνῶσιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἠξεύρει ὅτι οἱ Ἰθακήσιοι καὶ οἱ Κεφαλλῆνες εἶναι εἷς λαός. Δὲν γνωρίζω ὁποτέρας τῶν νήσων ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἀρχαιότερος, τόσον πολὺ ὅμως συνδέονται αἱ δύο αὗται νῆσοι, ὥστε γνωρίζομεν ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο ἐσχάτως ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι ἀμφισβητεῖται, ἂν οἱ Ἰθακήσιοι δὲν εἶναι Κεφαλλῆνες. Καὶ ἐκ τῆς ἐπίσης ἐσχάτως γενομένης ἐν τῷ τύπῳ ἀρχαιολογικῆς συζητήσεως περὶ τοῦ Ὀδυσσέως ἀποδεικνύεται ἡ ταυτότης τῶν σχέσεων καὶ τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων τῶν λαῶν τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἰθάκης εἶπεν, ὅτι ἡ μετὰ τῶν Πατρῶν συγκοινωνία τῆς Ἰθάκης εἶναι πυκνοτέρα. Τοῦτο εἶναι κατὰ τοῦτο μόνον ἀληθὲς, ὅτι δύο ἀτμόπλοια ἔχουσιν ἤδη κανονίσει ἑβδομαδιαίαν γραμμὴν ἀπὸ Ἰθάκης εἰς Πάτρας. Διὰ Κεφαλληνίας ὅμως, τουτέστι διὰ Σάμης καὶ Δολιχίου, ὑπάρχει τοιαύτη καθ’ ἑκάστην δι’ ἀκατίων, καὶ τετράκις τῆς ἑβδομάδος δι’ ἀτμοπλοίων. Ἡ τυχαία σύμπτωσις τῶν δρομολογίων δύο ἰδιωτικῶν ἀτμοπλοίων, κανονισάντων γραμμὴν ἐξ Ἰθάκης εἰς Πάτρας, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λόγος, ἵνα μεταβληθῇ ἡ διοικητικὴ διαίρεσις, ἣν ἄλλοι κανόνες ἀπαγορεύουσιν. Οὐδεμία δυσχέρεια θὰ ὑπάρξῃ νὰ γείνωσι καὶ ἄλλα πολλὰ μέσα συγκοινωνίας. Ἡ Ἰθάκη μετὰ τῆς Κεφαλληνίας συγκοινωνεῖ, ὡς προεῖπον, καθ’ ἑκάστην διὰ λέμβων καὶ πλοιαρίων καὶ ἀτμοπλοίων τριῶν διαφόρων ἰδιοκτητῶν, ἡ δὲ πρωτεύουσα τῆς Κεφαλληνίας ἀπέχει τρεῖς μόνον ὥρας τοῦ ὅρμου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δύναταί τις ταχύτερον νὰ μεταβῇ ἀπὸ τῆς Ἰθάκης εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι νῦν δὲν γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τότε δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως» τῆς ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Ἰθάκης εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας ἐγένετο τῇ συμβουλῇ τοῦ βουλευτοῦ Ἰθάκης κ. Πεταλᾶ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον καταθέσει, ὑπῆγε τὴν Ἰθάκην εἰς τὴν Κεφαλληνίαν· μὲ ὡδήγησε δὲ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον ἡ γειτονικὴ θέσις τῆς Ἰθάκης πρὸς τὴν Κεφαλληνίαν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἐγγύτης τῶν ἀποστάσεων νὰ κανονίζῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλαι σχέσεις καὶ ἄλλοι ἱστορικοὶ λόγοι καὶ ἄλλα κοινὰ συμφέροντα, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς Ἰθάκης μοὶ εἶπε τὴν γνώμην του, ὅτι ἡ Ἰθάκη πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς Πάτρας, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλω τὴν ἀναγραφὴν τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ἰθάκης ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας εἰς τὴν Ἀχαΐαν. Ἡ ἀναγραφὴ ὅμως αὕτη δὲν εἶναι ἀπόφασις, εἶναι θέμα πρὸς συζήτησιν, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι ἁρμοδία νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὁ κ. Βινιεράτος καὶ ὁ κ. Πεταλᾶς παραιτοῦνται τοῦ λόγου μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§27ΒΕΝΙΕΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρέπουλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§29ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον. Ὡς γνωστὸν, τὸ ταμεῖον τοῦτο τὸν τρίτον μῆνα ἑκάστης τριμηνίας ἀποστέλλει εἰς τοὺς ναυτικοὺς δήμους τὰ ποσὰ τῶν συντάξεων, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κατοίκους ἑκάστου δήμου. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸν πέμπτον μῆνα τοῦ ἔτους, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὸν ἕκτον, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἔχουσιν ἀποσταλῆ οὔτε τὰ ποσὰ τῆς πρώτης τριμηνίας! Ἐννοεῖται ὅτι διὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἐπιρρίψω εὐθύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ὁ λόγος τῆς τοιαύτης καθυστερήσεως εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἀνεπάρκεια τοιαύτη, ὥστε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐδέησε νὰ θιχθῶσι καὶ τὰ κεφάλαια αὐτοῦ, καὶ ν’ ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτῶν ποσὸν 180,000 δραχμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅπως ἐπαρκέσῃ τὸ ταμεῖον εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν συντάξεων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον δὲν ἐπαρκῇ διὰ τῶν τακτικῶν του πόρων εἰς τὴν τακτικὴν πληρωμὴν τῶν συνταξιούχων, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ πτωχαὶ αὗται οἰκογένειαι ἀποζῶσιν ἀπὸ τῶν συντάξεων αὐτῶν, μὴ ἔχουσαι ἄλλον πόρον ζωῆς, νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς διευθύνοντας τὸ ταμεῖον τοῦτο, οἵτινες ἐπίσης δὲν εὐθύνονται διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου, νὰ μεριμνήσωσιν ὁπωσδήποτε πρὸς ταχεῖαν ἀποστολὴν τοῦ ποσοῦ τοὐλάχιστον τῆς πρώτης τριμηνίας. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου πληροφοροῦμαι ὅτι ὑπάρχει καὶ νομοσχέδιον, —δὲν γνωρίζω ἂν ὑπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι συντεταγμένον, οὔτε ἂν εἶναι ἐγκεκριμένον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, —τὸ ὁποῖον, ὡς ἤκουσα, προνοεῖ περὶ μέτρων τινῶν, δι’ ὧν θ’ αὐξηθῶσιν οἱ πόροι τοῦ ταμείου. Ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ τὸ παραπέμψῃ δὲ ἡ Βουλὴ ἀμέσως εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐν τάχει τὸ ἐπεξεργασθῇ καὶ τὸ συμπληρώσῃ αὕτη, ἂν χρήζει συμπληρώσεως, νομοθετηθῶσι δὲ μέτρα τινά. Διότι ἀληθῶς κινδυνεύει νὰ φθάσῃ εἰς πλήρη χρεωκοπίαν τὸ ταμεῖον τοῦτο. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τούτῳ ὀφείλει νὰ φροντίσῃ τὸ ταμεῖον παντὶ μέσῳ, ἵνα ἀποστείλῃ τὰ πρὸς τοὺς συνταξιούχους τῶν ναυτικῶν δήμων ὀφειλόμενα ποσὰ, τοὐλάχιστον τὰ τῆς πρώτης τριμηνίας. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀπευθύνω, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγγράφως. Θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πρῶτον ποῖα ποσὰ ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἐξεκαθαρίσθησαν, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὰ δύο πολεμικὰ ταμεῖα, τουτέστιν εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, δι’ ἃ ἔχουσι προορισθῆ τὰ ἐν λόγῳ ἔσοδα, καὶ δεύτερον, ἂν κατεβλήθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὰ δύο ταμεῖα ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων προθεσμιῶν, καὶ ἂν δὲν ἀπεδόθησαν, τίς ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς. Καὶ τὴν πληροφορίαν μὲν ταύτην θὰ δώσῃ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· θὰ παρεκάλουν ὅμως αὐτὸν νὰ φανῇ ἐνδοτικώτερος εἰς τὴν παροχὴν ἄλλων τινῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θέλω νὰ ζητήσω, καὶ αἵτινες φαίνεται ὅτι μετά τινος φειδοῦς παρέχονται εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ παρεκάλουν τουτέστι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) πόσα χρήματα ἰδιωτικὰ, ἐκ τῶν εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρισκομένων οὔτε πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὸν τακτικὸν, οὔτε πρὸς τοὺς ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ χρηματικοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου, εὑρίσκοντο κατατεθειμένα ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους μέχρι τῆς 15 Μαΐου, ἢ διὰ τὸ εὐχερέστερον μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτους, καὶ βʹ) ἂν τὰ τοιαῦτα ἰδιωτικὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, εὑρίσκοντο ἀκέραια ἐν αὐτοῖς μέχρι τῆς ἐν λόγῳ ἡμέρας, ἢ πόσα ἐλλείπουσι, καὶ πῶς ἔχουσι διατεθῆ τὰ ἐλλείποντα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§31Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποστολῆς τῶν καθυστερουμένων συντάξεων, διότι ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν καθ’ ἑκάστην σχεδὸν λαμβάνω τηλεγραφήματα πολλῶν συνταξιούχων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι λαμβάνειν ἄλλος 13 καὶ 75/00, ἄλλος 8 καὶ 75, ἄλλος 5 καὶ 10, καὶ οὕτω καθεξῆς. Φαντασθῆτε εἰς τίνα θέσιν εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ὅταν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας καθυστερῆται εἰς αὐτοὺς τόσον γλίσχρον ποσόν, Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὡς οἷόν τε τάχιον, τὴν ἀποστολὴν τοὐλάχιστον τοῦ ποσοῦ τῆς πρώτης τριμηνίας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον σχετικῶς ἔχει ὁ κύριος Κουντουριώτης.
§33Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔχω νὰ κάμω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν...
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε πρῶτον σχετικῶς.
§35Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς θὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας διαταγὰς πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κρίνω εὔλογον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου...
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ κάμητε καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν;
§37Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ ὁμιλήσητε κατόπιν, μὲ τὴν σειράν σας. Ὁ κ. Βρατσᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§39Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ναυτικῶν δήμων ἔτυχε νὰ παρίσταμαι καὶ ἐγὼ, καὶ ἤκουσα, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου δὲν εἶναι εὐάρεστος. Ἐσχάτως ὅμως εἶδον δηλοποίησιν τοῦ ταμείου, δι’ ἧς δηλοῦται εἰς τοὺς κατόχους συντάξεων, ὅτι ἀναστέλλονται αἱ πληρωμαὶ μέχρι νεωτέρας εἰδοποιήσεως. Θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον· ἐὰν δ’ αὕτη δὲν ἦναι εὐάρεστος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐπληροφορήθην, εἶχε καταρτισθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῇ διαταγῇ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Κουμουνδούρου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυζώης ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§41ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἔπαθεν ὅ,τι καὶ τὸ Κράτος ἐκ τῆς μὴ καταβολῆς τῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν παρεχομένων προκαταβολῶν. Οἱ ναυτικοὶ δῆμοι ὑποχρεοῦνται κατὰ τὸν νόμον νὰ παρέχωσιν εἰσφορὰς πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν πόρων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἀλλὰ τὰς εἰσφορὰς ταύτας δυστροποῦσι νὰ καταβάλλωσι. Μόνον ὁ δῆμος Πειραιῶς ὀφείλει εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον 70,000 δραχμὰς, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς. Ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐπήνεγκε τὴν ἀνωμαλίαν, δι’ ἣν παραπονοῦνται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δηλαδὴ τὴν μὴ ἔγκαιρον ἀποστολὴν τῶν ποσῶν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ναυτικῶν συντάξεων εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτῶν. Γνωρίζω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἔλαβεν ἐσχάτως τὸ μέτρον, ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης, νὰ προτιμᾷ τὰς πληρωμὰς τῶν συντάξεων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ ἀναβάλλῃ δὲ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ συνταξιούχων.
§42Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοὐναντίον αἱ ἐπαρχίαι παραπονοῦνται.
§43ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Τοιαύτας ἔχω πληροφορίας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἁρμοδιώτερος, δύναται νὰ παράσχῃ ἐν καιρῷ πᾶσαν ἄλλην πληροφορίαν σχετικῶς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις καὶ συστάσεις, τὰς γενομένας ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων.
§44ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ὑπάρχουσι καθυστερήσεις πολλαὶ ἐκ μέρους τῶν δήμων. Καὶ ἐγὼ παρεπονέθην ἐπανειλημμένως, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὲν ἀπεστάλησαν χρήματα πρὸς τοὺς συνταξιούχους· ἀλλὰ τοῦτο δὲν προέρχεται μόνον ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ διότι ἐν γένει τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν. Ἡ στενοχωρία δὲ αὕτη τοῦ ταμείου ἔχει λόγον, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ναυτικοὶ οἱ κατέχοντες φυλλάδια αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπαγγελματίαι, παντοπῶλαι καὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς ναυτικοὶ, κατέχουσι φυλλάδια τοῦ ταμείου. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ παραγγελθῶσιν ὅλοι οἱ λιμενάρχαι καὶ αἱ διάφοροι ἀρχαὶ νὰ ὑποβάλωσι κατάλογον ὀνομαστικὸν ὅλων τῶν ἐχόντων φυλλάδια, καὶ παρὰ τὰ ὀνόματα αὐτῶν νὰ γράψωσι καὶ τὸ ἐπάγγελμα ἑκάστου, ἵνα οὕτως ἐπιτευχθῇ ἡ δέουσα ἐξέλεγξις. Ἐγὼ αὐτὸς συνέβη νὰ ἴδω ἄλλοτε φυλλάδιον εἰς χεῖρας παντοπώλου τινὸς, τὸ ὁποῖον ὁ λιμενάρχης συνεπείᾳ καταγγελίας μου κατέσχε.
§45ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἀντελήφθην, δύο εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ καθυστέρησις τῶν συντάξεων. Ἐπὶ τοῦ τούτου θέλω προσκομίσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς πληροφορίας, αἵτινες συνδέονται πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ὑποβολὴ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Περὶ τούτου δὲν δύναμαι ὁριστικῶς ν’ ἀποφανθῶ σήμερον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§46Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Τροιζηνίας συναδέλφου καταγγελθέντα δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ, ὅτι ὄντως συμβαίνει πολλάκις τὸ ἄτοπον, ἄνθρωποι ἔχοντες φυλλάδια τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἐργαζόμενοι δὲ εἰς τὴν ξηρὰν καὶ εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα, νὰ δίδωσι τὸ φυλλάδιον αὐτῶν εἰς ἕτερον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ναυτολογεῖται ὑπὸ ξένον ὄνομα, πολλάκις δὲ εἶναι καὶ ξένος ὑπήκοος, οὕτω δὲ ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ὁ μὴ ναυτιλλόμενος. Τοῦτο δ’ ἐπιφέρει βλάβην ὄχι μόνον εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει εἰς τὸ ναυτικὸν τοῦ τόπου, διότι κατέχουσι τὰς θέσεις τὰς ναυτικὰς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν δύνανται νὰ προσφέρωσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης εἰς τὸ ναυτικὸν, ὡς μὴ ναυτικοί. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῶν Λιμεναρχείων καὶ τῶν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν ἐπὶ τοῦ ἀτόπου τούτου.
§47Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ κρίσις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εὑρίσκεται νῦν εἰς τὴν δευτέραν περίοδον· ἡ πρώτη αὐτοῦ κρίσις ἐπῆλθεν ἕνεκα τῶν μεγάλων καταχρήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ γνωρίζει καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνεκαλύφθησαν ὑπὸ τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ κ. Σκουλούδη. Ἡ τακτοποίησις, ἡ ὁποία ἐγένετο τότε, συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν ναυτικῶν δήμων, ἐπήνεγκε σπουδαῖα ἀποτελέσματα, διότι κατωρθώθη νὰ ἀνέλθωσιν αἱ εἰσπράξεις, αἱ ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ναυτικῶν μας ἀνδρῶν, εἰς 600,000 δραχμὰς, ἐνῷ εἶχον κατέλθει, ἕνεκα τῶν μεγάλων καταχρήσεων τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν, μέχρι 300,000 δραχμῶν, ἀντὶ 700,000, αἵτινες ἔπρεπε νὰ εἰσπράττωνται. Φαίνεται ὅμως, ὅτι καὶ πάλιν ἐπανελήφθησαν αἱ παλαιαὶ ἐκεῖναι καταχρήσεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου περιέστη, ὡς λέγεται, τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον εἰς τὴν προτέραν δυσάρεστον κατάστασιν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν πρῶτον, νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, μὴ τυχὸν αἱ παλαιαὶ ἐκεῖναι καταχρήσεις λαμβάνουσι πάλιν χώραν, καὶ δεύτερον νὰ ἐξακριβώσῃ, μήπως ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ ἐπανέλαβε πάλιν τὸ σύστημα τῶν προκαταβολῶν καὶ δανείων, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν ἄλλοτε εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἄλλους ὁπλίτας, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνέλθει κατὰ τὸ 1892 εἰς δραχ. 300,000, αἵτινες δὲν γνωρίζω ἂν ἐπληρώθησαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν τῶν εἰς διαφόρους δήμους καὶ εἰς διαφόρους ἐπαρχίας ὀφειλομένων πρὸς τοὺς συνταξιούχους, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἀποστέλλει τακτικῶς τὸ ἐπίδομα εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν καθυστεροῦσι τὰς καταβολάς των. Διὰ τοῦτο δὲ οὐδέποτε παρεπονέθησαν οἱ συνταξιοῦχοι τῆς ἐπαρχίας μου, διότι ἡ ἐπαρχία μου οὐδὲν καθυστερεῖ εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον.
§48ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μελετῶν, κύριε Πρόεδρε, τὰ ναυτικὰ ζητήματα, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἶδον τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, καὶ ἐζήτησα τὴν συνεργασίαν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ναυτικῶν νήσων, εἰς τοὺς ὁποίους, ὅτε συνήλθομεν ἐν ἐπιτροπῇ πρὸς συζήτησιν, ὑπέδειξα τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου. Μετ’ αὐτῶν, γνωριζόντων καὶ πρότερον τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου, συνετάξαμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ πολλαὶ ἐπήρχοντο βελτιώσεις εἰς τὰ κατὰ τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰσήγαγον τότε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν κατωρθώθη ἡ ψήφισίς του, ὑποβάλλω νῦν αὐτὸ ὡς πρότασιν νόμου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§50Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριε Πρόεδρε, διενηργήθησαν προαγωγικαὶ ἐξετάσεις εἰς τὸν κλάδον τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐκ τοῦ βαθμοῦ ὑποκελευστοῦ δευτέρας τάξεως εἰς τὸν βαθμὸν πρώτης τάξεως. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων ὑπεβλήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μετὰ παραστάσεων καὶ ἐνστάσεων, ἀλλ’ οὔτε αἱ παραστάσεις οὔτε αἱ ἐνστάσεις ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὁ πίναξ ἐπεκυρώθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ προήχθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον εἰς τὰς ἐξετάσεις. Οἱ ἀποτυχόντες ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἐπέδωκαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, διὰ τοῦ ὑπομνήματος δὲ τούτου ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ παρέβη τὰ ἄρθρα 19 καὶ 21 τοῦ κανονιστικοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1886 τοῦ ΑΡΟΣʹ νόμου. Ἡ παράβασις τοῦ ἄρθρου 19 εἶναι, ὅτι δὲν ἐτέθησαν δύο ζητήματα, ὡς ῥητῶς κελεύει τὸ ἄρθρον αὐτό, οὐδ’ ὑπῆρχε κληρωτὶς κατὰ τὴν ὥραν τῶν ἐξετάσεων. Ἐπίσης παρέβη ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἄρθρον 19 καὶ ὡς πρὸς τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ δίδηται τὸ αὐτὸ γραπτὸν θέμα εἰς ἅπαντας τοὺς ἐξεταζομένους, ἐν τούτοις δὲν ἐγένετο τοῦτο, ἀλλ’ εἴς τινας μὲν ἐδόθη ἓν θέμα, εἰς ἄλλους δ’ ἕτερον θέμα. Ἐπίσης, ὡς προεῖπον, παρέβη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, διότι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος δὲν παρέστη κατὰ τὰς ἐξετάσεις, ἢ μᾶλλον δὲν παρέστη κατὰ τὸ τέλος τῶν ἐξετάσεων· προσῆλθε τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ ἀπῆλθε μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, ὁπότε εἶχον ὑπογραφῆ τὰ ἀποτελέσματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἦναι ἐνήμερος τῆς ὑποθέσεως, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πῶς ἔχει ἀκριβῶς ἡ ὑπόθεσις, νὰ εὐαρεστηθῇ δὲ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βαθμολογιῶν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· διότι, ἂν πράγματι συνέβησαν ὅσα οἱ ἀδικηθέντες λέγουσι, προφανέστατα ἐγένετο ἀδικία, ἧς ἕνεκα τέσσαρες τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων ἀπερρίφθησαν τῶν ἐξετάσεων, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστῶσι τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ποινῆς, καὶ μετὰ ἕν ἔτος, ὅταν κενωθῶσι θέσεις, τότε μόνον νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθωσιν εἰς νέας ἐξετάσεις. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει πράξει ὅ,τι ὁ νόμος κελεύει.
§51ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο αἱ αὐταὶ παραστάσεις, καὶ ἐξετέθησαν ζωηρῶς τὰ αὐτὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ Ὕδρας. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ, σὺν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κύριος συνάδελφος, καὶ τὴν διαμαρτυρίαν τῶν ἀποτυχόντων, τὴν ἐπιδοθεῖσαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Μετὰ τὴν κατάθεσιν δὲ τῶν ἐγγράφων θέλω ἀναπτύξει καὶ ἐγὼ τὸ θέμα, ἐὰν εὕρω ὅτι τὰ παράπονα εἶναι βάσιμα.
§52Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐξετέθησαν τὰ παράπονα ταῦτα· ἀλλ’ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἀδικίαι δὲν ἐγένοντο, ὡς ἰσχυρίζονταί τινες τῶν ὑποψηφίων. Τὸ μόνον ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἀσαφείας τινάς· οὕτω τὰς σχεδιάσεις παραπέμπει εἰς τὰ γραπτά, ἀλλ’ εἶναι ἀμφίβολον, ἂν αἱ σχεδιάσεις πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς γραπτὰς ἐξετάσεις ἢ τὰς προφορικάς.
§53ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, τὸ πρόσωπον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ προϊστάμενος δηλονότι τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν ἐπιτροπήν, εἶναι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος. Ὅταν δὲ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος πεισθῇ, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο παρανομία, ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος, οὕτως εἰπεῖν, νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ προσκομίσω ὅλα τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀφοῦ ἄλλως τε εἶμαι ὑπόχρεως, χάριν τοῦ ἐλέγχου, νὰ προσκομίσω αὐτὰ, καὶ θέλω τὰ προσκομίσει λίαν προσεχῶς.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καβαλλιεράτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§55ΜΙΛΤ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐδημοσιεύθησαν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας ἐκθέσεις περὶ τοῦ οἰκτροῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθεν ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν τοῖς δυσὶ δήμοις Ἄνω Λειβαθοῦς καὶ Κάτω Λειβαθοῦς τῆς ἐπαρχίας Κραναίας. Ἔκτοτε καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων ἐλάβομεν τηλεγραφήματα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, φαίνεται δὲ, ὅτι διεσαλεύθη ἐπὶ τοσοῦτον ἐκεῖ ἡ τάξις, ὥστε ὅλα τὰ ἐγκλήματα, ὅσα ἀναγράφει ὁ Ποινικὸς Νόμος, γίνονται ἐκεῖ, πλεονάζουσι δὲ ἰδίως αἱ νυκτοκλοπαί. Διεσαλεύθη δὲ ἡ τάξις ἐπὶ τοσοῦτον ἀφ’ ὅτου πρὸ μηνῶν ἀνεκλήθη ἐκεῖθεν ὁ ἀστυνόμος. Ἐπειδὴ εἶναι ἄδικον, ἡ ὡραία ἐκείνη ἐπαρχία νὰ εὑρίσκηται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ ἀποστολῆς ἀξιωματικοῦ ἀστυνόμου.
§56Π. ΚΑΨΑΛΗΣ. Πρὸ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐδολοφονήθη, κύριε Πρόεδρε, ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου Παραχελωίτιδος τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου Δημ. Καρβογιάννης, ὁ ὁποῖος — καὶ τὸ ἀναφέρω ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν μνήμην αὐτοῦ — ἦτο χρηστὸς καὶ νομοταγὴς πολίτης. Τὸ κακούργημα διεπράχθη ἐντὸς τοῦ Νεοχωρίου, πρωτευούσης τοῦ εἰρημένου δήμου, μόλις δύσαντος τοῦ ἡλίου, ὅτε ἡ ἀγορὰ ἦτο πλήθουσα, καὶ τὰ καταστήματα ἀνοικτά. Πρὸς ἔπαινον τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἡ δικαστικὴ καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των μετὰ ζήλου καὶ περισκέψεως, συγκρατήσασαι τὴν τάξιν, ἥτις ἐκινδύνευε νὰ διαταραχθῇ, καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ διαταραχθῇ, ἐὰν, ὡς συμβαίνει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, οἱ συγγενεῖς τοῦ δολοφονηθέντος ἐτρέποντο εἰς ἐκδικήσεις κατὰ τῶν οἰκείων τοῦ δολοφόνου καὶ τῶν συνεργῶν αὐτοῦ, —διότι οὗτος εἶχε καὶ συνεργούς.—Παρὰ τοὺς μόχθους ὅμως τῶν ἀρχῶν, δυστυχῶς δὲν ἐπετεύχθη ἡ σύλληψις τοῦ δολοφόνου, ὁ ὁποῖος, βασιζόμενος εἰς τὸ εὐρὺ συγγενολόγιον του, περιφέρεται περὶ τὸν δῆμον Παραχελωΐτιδος, ἐπωφελούμενος δ’ ἐκ τῆς κατόπιν γενομένης ἐκεῖθεν ἀνακλήσεως τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἀπειλεῖ ὅτι θὰ φονεύσῃ καὶ τὸν νέον δήμαρχον, ἀδελφὸν τοῦ φονευθέντος, Γ. Καρβογιάννην καὶ πάντα μάρτυρα, ὁ ὁποῖος προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ κατέθηκε κατ’ αὐτοῦ. Ὁ ἐγείρας δολοφόνον χεῖρα κατὰ τοῦ πρώτου λόγῳ ἀξιώματος, — ἐὰν δὲ θέλητε, καὶ λόγῳ γένους — πολίτου τοῦ δήμου, προηγουμένως βεβαίως ὑπελόγισεν ὅλον τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν, εἴτε αὐτοβούλως εἴτε παροτρυνόμενος ὑπ’ ἄλλων, νὰ φέρῃ εἰς πέρας, καὶ τὴν βαρύτητα τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπικρέμανται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του· ὁ τοιοῦτος δὲν ὑποχωρεῖ, δὲν δειλιᾷ, δὲν διστάζει καὶ πρὸ ἄλλης πράξεως, φερούσης τὴν αὐτὴν ὠμότητα, τὴν αὐτὴν ἀποτροπαιότητα. Συνεπῶς ἡ πραγματοποίησις τῶν ἀπειλῶν τοῦ δολοφόνου δὲν εἶναι δυσχερὴς, τώρα μάλιστα, ὅτε, ὡς ἐκεῖθεν μοὶ ἐπιστέλλουσιν, οὗτος ἀπετέλεσεν ὁμάδα μεθ’ ἑτέρων δύο ἢ τριῶν ἀτόμων τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ἐκ τῆς ἐγκληματικῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, παρὰ προσδοκίαν καὶ κατὰ κακὴν μοῖραν, ἔχει δαψιλῆ ἡ ἐπαρχία Μεσολογγίου. Ἐννοεῖται ἐντεῦθεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ὁ δήμαρχος καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Παραχελωΐτιδος ἐπτοήθησαν, καὶ σᾶς βεβαιῶ ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, ἡ ὁποία ἐπιθυμῶ νὰ διαπνέῃ καὶ τοὺς λόγους μου καὶ τὰς πράξεις μου, ὅτι δὲν ἐξέρχονται εἰς τὰ κτήματά των ἢ μετὰ προφυλάξεων καὶ σιδηροφοροῦντες, ἐνῷ, προκειμένου νῦν τοῦ θερισμοῦ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ βραδύτερον τῆς συγκομιδῆς αὐτῶν, δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἀσφάλειαν, τοσαύτην τοὐλάχιστον, ὅση ἀπαιτεῖται, ὅπως ἀνύποπτοι συλλέξωσι τὰ ὀλίγα αὐτῶν προϊόντα, ἂν μὴ δι’ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον διὰ νὰ φανῶσιν ἐνήμεροι εἰς τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις των. Εὐελπιστῶ, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα ταῦτα καὶ θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν ἀναλόγου στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς τὸν δῆμον Παραχελωΐτιδος.
§57ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε, ἀνεγνώσθη ἀναφορὰ δῆθεν τῶν κατοίκων Νεμέας, ἐξαιτουμένων, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου, ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν εἶναι γνησία· εἶναι ἔργον ἑνὸς καὶ μόνου, καὶ τούτου ἀνισορρόπου, ὅστις ἔχει μανίαν ἀληθῶς κατὰ τοῦ Πρωτοδικείου Κορίνθου, διότι, ὁσάκις παρουσιάσθη ἐκεῖ ὡς κατηγορούμενος, κατεδικάσθη, ἐνῷ ὁσάκις παρουσιάζετο εἰς τὸ Ναύπλιον ἠθωοῦτο. Φαίνεται ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς ἔχει πολλὰς δοσοληψίας μετὰ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἰδίως τῆς Ποινικῆς. Διὰ νὰ βεβαιωθῇ δὲ τὸ πρᾶγμα, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποστείλητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν δήμαρχον Νεμέας, εἴτε εἰς ἄλλον τινὰ, ἵνα πιστοποιηθῇ, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι γνησία. Ἐπὶ ἄλλου ζητήματος θὰ φέρω τώρα τὸν λόγον. Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς ἐνεργηθείσας ὑπ’ αὐτοῦ μεταθέσεις κατὰ τὸ ἑξάμηνον διάστημα, καθ’ ὅ διατελεῖ Ὑπουργὸς, καθὼς καὶ τοῦ σημειώματος τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν δαπάνην, ἥτις συνετελέσθη διὰ τῶν μεταβολῶν τῶν τε ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθεισῶν, ὡς καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ παρρησία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀξία μείζονος ἐκτιμήσεως, ἡ δὲ φιλαρέσκεια, ἡ διαφαινομένη εἰς τὰς γραμμὰς τοῦ σημειώματος, εἶναι ἀξία καλλιτέρας τύχης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀρνεῖται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός· ἰσχυρίζεται μόνον, ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἁμαρτωλὸς τοῦ προκατόχου του. Δὲν ἀρνεῖται, ὅτι ἐνήργησε 245 μεταβολὰς εἰρηνοδικιακὰς, ἀλλ’ ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ προκάτοχός του ἐνήργησε 280, καὶ ἑπομένως ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἄλλας 35. Δὲν ἀρνεῖται ὅτι ἐνήργησεν 172 μεταβολὰς γραμματέων Εἰρηνοδικείων, ἀλλ’ ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ προκάτοχός του ἐνήργησεν 180, καὶ ἑπομένως δικαιοῦται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλας 8 ἀκόμη. Δὲν ἀρνεῖται, ὅτι διὰ τὰς μεταβολὰς ταύτας ἐδαπάνησεν 20,000 δραχμὰς, καὶ ζητεῖ ἄλλας 40,000 δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἀλλ’ ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ προκάτοχός του ἐδαπάνησεν 80,000, καὶ ἑπομένως μένουσι διαθέσιμοι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δραχμαὶ 20,000. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἕως πότε θὰ παριστάμεθα μάρτυρες ἢ ἀκροαταὶ τοιαύτης γλώσσης ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Λέγει δὲ ταῦτα ὁ κύριος Καραπάνος, ὁ πλούσιος, ὁ ἀνεξάρτητος, ὁ νοήμων, ὁ εὐφυὴς, ὁ συντηρητικός! Καὶ σημειώσατε, ὅτι εἰρηνοδίκαι εἶναι ἐν ὅλῳ 234, καὶ 18 εἰδικοὶ πταισματοδίκαι, συνετελέσθησαν δὲ 245 μεταβολαί· ἕπεται λοιπὸν, ὅτι ἕκαστος αὐτῶν ἐχόρευσε τὸν πρῶτον τετράχωρον, μερικοὶ δὲ καὶ τὸν δεύτερον, καὶ σημειώσατε ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ πταισματοδίκαι εἶναι ἡ δικαιοσύνη τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὁποίου κοπτόμεθα, μόνον ὅταν δὲν ἤμεθα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ὅ,τι ὅμως, Κύριοι, εἶναι φοβερὸν, εἶναι ὁ χρόνος, καθ’ ὅν συνετελέσθησαν αἱ μεταβολαὶ αὗται. Αἱ πλεῖσται τῶν μεταβολῶν τούτων συνετελέσθησαν ἀπὸ τῆς 1 μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ τοῦ γραφείου του. Καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς καὶ ἄλλοι εὐτυχεῖς κάτοικοι τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐξήρχοντο ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ χοροῦ, 200 οἰκογενειάρχαι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ταξειδεύσωσι μετὰ γυναικῶν καὶ τέκνων καὶ ἐπίπλων! Καὶ ἀξιοῦμεν κατόπιν παρὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν νὰ ἦναι ἔντιμοι, νὰ ἦναι εὐμαθεῖς, νὰ ἦναι ἀκέραιοι, καὶ δὲν γνωρίζω τί ἄλλο, ἐν ᾧ τοὺς μεταχειριζόμεθα χειρότερον ἀπὸ σκύλους! Καὶ μίαν ἀκόμη λέξιν. Ἐβεβαιώθη ἐπισήμως, ὅτι διὰ τὰς μεταβολὰς, ἤτοι τὰς μεταθέσεις, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ σεμνώτερον βεβαίως τῶν Ὑπουργείων, δαπανᾷ ἐτησίως 80,000 δραχμάς· κατ’ ἀναλογίαν λοιπὸν τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα ὑπερβαίνουσι τὰς 100,000 ἕκαστον. Καὶ ἐν ᾧ διὰ τοιαῦτα ἐξοδεύονται 80,000 δραχμαὶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔρχονται νὰ στερήσωσι τοῦ φωτὸς τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ ἄρτου τῆς δικαιοσύνης 10 νομοὺς καὶ 20 ἐπαρχίας, διατί; διὰ νὰ ἐξοικονομήσωσιν ἴσον ποσὸν, καὶ διότι ἐφρόντισεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν!
§58Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος ἐκ Κορινθίας προώρως προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἶχον ἐγὼ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν σημείωσιν, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ ἐσκόπουν νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τούτου, ὅτε θὰ ἐθεώρουν κατάλληλον τὴν στιγμήν· ἀλλὰ μὲ προέλαβεν ὁ κύριος συνάδελφος, διότι ἐξήγειρε πιθανῶς τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ ἡ κατάθεσις τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα συγκριτικὸν πίνακα, καὶ ἑπομένως ματαίως ὑπέβαλεν εἰς τὸν κόπον τῆς συντάξεως τοιούτου τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου του ὁ κύριος Ὑπουργός, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ τοιούτου πίνακος δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ πολὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν συνέβαινε νὰ ἤμην ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἴσως θὰ ἐδικαιολογεῖτο, συγκρίνων τὰς πράξεις μου πρὸς τὰς ἰδικάς του πράξεις. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤμην τότε ἁπλοῦς θνητὸς, καὶ παραμένω τοιοῦτος· ἑπομένως οὐδένα λόγον εἶχε νὰ ἀντιτάξῃ κατ’ ἐμοῦ τὰς πράξεις τοῦ προκατόχου του Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ δὲν θὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· θὰ συζητήσω μόνον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς σήμερον, διότι βραδύτερον θέλω εὐρύτερον ἐξετάσει τὸ θέμα τῶν σημειώσεων, τὰς ὁποίας κατέθεσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· διότι αἱ σημειώσεις αἱ κατατεθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον. Περιορίζεται μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ σημείωσιν τῶν γενομένων μεταθέσεων τῶν εἰρηνοδικῶν, ἐνῷ ἐγὼ εἶχον ζητήσει νὰ κατατεθῇ πίναξ τῶν γενομένων διορισμῶν, ἀπολύσεων καὶ μεταθέσεων γραμματέων εἰρηνοδικῶν· διότι ἐκ τῆς στατιστικῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐνήργησα ἐπὶ τῶν φύλλων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, προκύπτει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μόνον κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα, τὸ ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεώς του εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τῶν ἐκλογῶν, ἐνήργησε μεταβολὰς, πόσας νομίζετε; 723, κατανεμομένας ὡς ἑξῆς· 167 διορισμοὺς, 357 μεταθέσεις, 172 ἀπολύσεις καὶ 27 ἀνακλήσεις...
§59Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πᾶσα ἀπόλυσις συνεπάγεται καὶ διορισμόν.
§60Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γνωρίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἡ ἀπόλυσις συνεπάγεται καὶ διορισμόν, ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ θέμα ἐν σχέσει πρὸς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνηργήθησαν αἱ πράξεις αὗται. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐνηργήθησαν πάντα ταῦτα, ἦτο ὁ τῶν παραμονῶν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν δὲν ἐγένετο ἐνταῦθα κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν λόγος μακρὸς περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας τῶν Ὑπουργῶν, τοῦτο ὀφείλεται μόνον εἰς τὸ ὅτι σεῖς συνηθίσατε νὰ ἦσθε ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσητε τὴν ἰδιότητά σας, ἀφοῦ ὁ ἀρχηγός σας δὲν τὴν ἐλησμόνησε μέχρι τῆς χθὲς, ἡμεῖς δ’ ἀγνοοῦμεν τὴν τέχνην τοῦ ἀντιπολιτεύεσθαι· ὅτι δ’ ἀγνοοῦμεν τὴν τέχνην τοῦ ἀντιπολιτεύεσθαι, τὸ γνωρίζετε, δὲν ἀμφιβάλλω, τὸ βλέπετε, καὶ τὸ βλέπει ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀναγινώσκων καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλομεν νὰ ματαιοπονήσωμεν, συζητοῦντες ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, διότι δέν ἔχομεν κανὲν συμφέρον νὰ καταδείξωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ πῶς κατωρθώθη νὰ ἔλθωσιν, ὅσοι κατώρθωσαν νὰ ἔλθωσιν ἐξ ἡμῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δοθῇ ἀφορμὴ καὶ γείνῃ συζήτησις κατὰ τὴν γενησομένην πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε θέλει καταδειχθῇ διὰ τίνας λόγους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς ὅσας προέβη μεταβολάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ αὐτὸς ὁ πίναξ, ὃν κατέθηκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐνήργησε πλείονας μεταβολὰς, μεταθέσεις, τῶν ὅσας ἐνήργησεν ὁ προκάτοχός του, διότι ἀφαιρεῖ—δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον—τὰς 64 ἀνακλήσεις, καὶ περιορίζει οὕτω τὸν ἀριθμὸν τῶν μεταβολῶν, ἐνῷ ἔπρεπεν αὗται νὰ ἦναι 206 ἀπέναντι 270. Διατὶ ἀφαιρεῖ τὰς ἀνακλήσεις; Αἱ ἀνακλήσεις ἔχουσι πολλῷ μεγαλειτέραν σημασίαν τῶν διορισμῶν καὶ τῶν μεταθέσεων, καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀνακλήσεων ἀκριβῶς ἀποδεικνύει τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὰς μεταβολὰς ἐν τῷ χρονικῷ ἐκείνῳ διαστήματι, τῷ πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Αἱ ἀνακλήσεις ἀποδεικνύουσιν, ἂν ὄχι πίεσιν, προθυμίαν ὅμως, ὅπως εὐχαριστήσῃ ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀνάκλησις, ἵνα οὕτω καταστήσῃ τοὺς ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφερομένους φίλους, ὑπὲρ ὧν ἐνδιαφέρεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν θὰ τὸν ὠφελήσῃ λοιπὸν ἡ συγκριτικὴ ἐξέτασις τοῦ θέματος, καὶ διὰ τούτο ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, ὅπως συζητηθῇ εὐρύτερον ἡ δρᾶσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Βάρνῃ Βουλγαρικῆς Ἐμπορικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας».
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 160).
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πολλαὶ ἀπευθύνονται ἐπερωτήσεις, ὀφείλω καθ’ ἑκάστην συνεδρίαν νὰ ἀπαντῶ εἰς αὐτάς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω εἰς τρεῖς ἐπερωτήσεις. Μοὶ ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τῆς Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας, μεθ’ ἧς συνωμολογήσαμεν σύμβασιν, ἥτις εἶναι ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔχει τρία μεγάλα ἀτμόπλοια· τὸν «Βασιλέα Κάρολον», χωρητικότητος τόννων 839, τὴν «Πριγκήπισσαν Μαρίαν», χωρητικότητος τόννων 635, καὶ τὴν «Ρουμανίαν», χωρητικότητος τόννων 1328. Τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα θέλουσι προσεγγίζει εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, διατηροῦντα τακτικὴν ἑβδομαδιαίαν συγκοινωνίαν μεταξὺ Κωστάντσης–Πειραιῶς μέσῳ Κωνσταντινουπόλεως. Μοὶ προὐτάθη ὡσαύτως ἐπερώτησις καὶ μοὶ ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ συμβιβασμοῦ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν λιμενικῶν ἐσόδων τῆς Αἰγίνης πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην σπεύδω νὰ ἐκπληρώσω, καταθέτων εἰς τὴν Βουλὴν αʹ) τὴν ἀναφορὰν τοῦ Παντελῆ Γιαννούλη, κατοίκου Αἰγίνης καὶ ἐνοικιαστοῦ τοῦ λιμενικοῦ φόρου Αἰγίνης κατὰ τὸ 1902, καὶ ἑτέραν ἀναφορὰν τοῦ Εὐαγγέλου Λεούση, ἐνοικιαστοῦ τοῦ λιμενικοῦ φόρου Αἰγίνης κατὰ τὸ 1901· βʹ) τὴν ἔκθεσιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ γʹ) τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου ἐπ’ αὐτῆς. Μοὶ προετάθη ἐπιθυμία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, ἵνα διαταχθῇ νομομηχανικὸς νὰ μεταβῇ εἰς τὸν δῆμον Θεσπιῶν καὶ ἐξετάσῃ τὰ τῶν πλημμυρῶν, περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖται λόγον ἡ ἐπερώτησις. Ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπεστάλη εἰδικὸς μηχανικὸς εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ὅπως ἀντιληφθῇ κατὰ πόσον τὴν γενομένην πλήμμυραν ἐπήνεγκεν ἡ κατασκευὴ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς εἰς τὰς γαίας τοῦ δήμου ἐκείνου, ἐξ ἧς χιλιάδες στρεμμάτων τῆς γονιμωτάτης ἐκείνης ἐκτάσεως μετεβλήθησαν εἰς λίμνην. Μοὶ ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς κ. Σλῆμαν κατὰ τὴν ΚΒʹ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς πληροφορίαι περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Λαρίσης–Τσάγεζι, μετὰ τῆς παρακλήσεως, ὅπως κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Καίτοι ὁ φάκελος οὗτος εἶναι ἀρκετὰ ὀγκώδης, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ καταθέσω αὐτὸν, ἀλλ’ ἔχω δισταγμὸν, μήπως παραπλανηθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἑπομένως συνιστῶ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ φροντίσῃ νὰ διατηρηθῇ ἀκέραιος ὁ φάκελος, καὶ τὰ ἔγγραφα νὰ μὴ ἐξέλθωσι τοῦ γραφείου τοῦ Προεδρείου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐξ Αἰγιαλείας ἔλαβον ἀναφορὰν ἐπιτηδευματιῶν ἁλιέων, παραπονουμένων ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρημέλησε τὴν καταδίωξιν πλοιαρίων ἁλιευτικῶν, ἁλιευόντων ἐν τῷ Κορινθιακῷ κόλπῳ παρανόμως. Τοὺς παρανόμως ἁλιεύοντας οἱ ἀναφερόμενοι κατήγγειλαν καὶ εἰς τὸν ὑποτελώνην Αἰγίου καὶ εἰς τὸν τελώνην Πατρῶν καὶ εἰς τὰς ἄλλας τελωνειακὰς ἀρχὰς, ἀνηνέχθησαν δὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα διὰ τηλεγραφήματος. Ἐξετάσας καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα, εἶδον ὅτι οἱ παραπονούμενοι ἁλιεῖς εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ, διότι καὶ διὰ νόμου καὶ διὰ Β. Διατάγματος καὶ δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπηγορεύθη ἡ ἁλιεία, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦσιν οἱ ἀναφερόμενοι, διότι πρόκειται περὶ ἁλιείας δι’ ἀνεμοτρατῶν, — ἀδιάφορον, ἂν αὕτη γίνεται ὑπὸ ὑπηκόων Ἑλλήνων ἢ μὴ τοιούτων, — διότι ὁ νόμος τοῦ 1882, ἐρανισθεὶς διατάξεις ἐκ τοῦ νόμου τῆς 14 Μαρτίου 1834, ἀπαγορεύει τὴν ἁλιείαν διὰ δυναμίτιδος καὶ ἄλλων καταστρεπτικῶν τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων ὀργάνων. Ὁ νόμος οὗτος ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ πραγματεύεται τοῦτο, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν καταστρεπτικῶν ὀργάνων τοῦ γόνου καταλέγεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ἡ ἀνεμότρατα. Αἱ ἀνεμότραται εἶναι δύο εἰδῶν, αἱ ἁλιεύουσαι διὰ δικτύων φαινομένων μόνον ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ τῆς θαλάσσης, καὶ αἱ ἁλιεύουσαι διὰ κακκαβῶν, ἤτοι διὰ δικτύων, τὰ ὁποῖα κατέρχονται μέχρι τοῦ πυθμένος τῆς θαλάσσης καὶ τὰ ὁποῖα ἀποδεδειγμένως εἰσὶ καταστρεπτικὰ τελείως τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων. Τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας ἀπηγορεύθη ἡ ἁλιεία καὶ διὰ Β. Διατάγματος καὶ δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ 17 Ἰουνίου 1895 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 12218. Εἶναι ἄξιον ἀπορίας, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκώφευσεν εἰς τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀναφερομένων, ῥητῶς δηλούντων, ὅτι πρόκειται περὶ ἁλιείας δι’ ἀνεμοτρατῶν, αἱ ὁποῖαι ποιοῦνται χρῆσιν κακκαβῶν καὶ ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ Κορινθιακῷ κόλπῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἄλλα συμφέροντα ὑψηλότερα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ συντόνως τὰ κατάλληλα μέτρα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἐκμεταλλευθῇ, ἀφίνονται νὰ καταπατηθῶσι. Δὲν πρόκειται περὶ παραπόνων ὀλίγων ἐπαγγελματιῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους ὑψηλοτέρας σημασίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσῃ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυόμενα, δύναται δὲ νὰ συνεννοηθῇ πρὸς τοῦτο καὶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶναι ἁρμόδιος ἐπὶ τοῦ θέματος.
§66ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ξένων ὑπηκόων, ὁ κανονισμὸς τοῦ ζητήματος ἀνάγεται βεβαίως εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τι πέραν τῶν ἐπιτετραμμένων ὑπὸ τῶν συνθηκῶν, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ συνεννοηθῇ περὶ τοῦ θέματος τούτου μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἐκ Κυθήρων κ. συνάδελφος, νομίζω ὅτι χρήζουσι προσοχῆς τινος· Διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἐφαρμόσωμεν αὐστηρῶς τὰς διατάξεις ταύτας κατὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων εἰς τὴν ἁλιείαν, κινδυνεύομεν νὰ ὑποστῶμεν μεγίστας ζημίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐὰν οἱ ξένοι ἤθελον μιμηθῆ ἡμᾶς. Γενομένου λόγου περὶ ἰχθυαλιείας, καὶ ἐγὼ συνηγόρησα μετὰ πολλῶν συναδέλφων ὑπὲρ αὐστηροτέρων μέτρων κατὰ τοῦ τρόπου ἐκείνου τῆς ἁλιείας, ὁ ὁποῖος καταστρέφει τὸν γόνον τῶν θαλασσίων εἰδῶν, καὶ βεβαίως δὲν θὰ συνηγορήσω σήμερον, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ χρῆσις μέτρων καταστρεπτικῶν. Ὅταν ὅμως λέγωμεν ἁλιείαν γενικῶς, πρέπει νὰ διακρίνωμεν δύο εἴδη, τὴν ἰχθυαλιείαν καὶ τὴν σπογγαλιείαν. Ἀτυχῶς δὲ ὁ νόμος, ὃν ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν, διότι δι’ ὧν μέσων ἐνεργεῖται ἡ ἰχθυαλιεία, διὰ τῶν ἀνεμοτρατῶν, διὰ παρομοίου τινὸς μέσου ἐνεργεῖται καὶ ἡ ἁλιεία τῶν σπόγγων. Συμβαίνει δὲ τὸ ἑξῆς παράδοξον, ὅπερ εἶναι καὶ σημαντικὸν, ὅτι, ἐὰν ἐφαρμόσωμεν κατὰ γράμμα τὰς διατάξεις τοῦ ἀναφερθέντος νόμου, κινδυνεύομεν ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν σπογγαλιείαν ἐντὸς τῶν κόλπων τῶν ἡμετέρων θαλασσῶν διὰ τοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ νόμος. Εἶναι δὲ τὸ μέσον τοῦτο αἱ γαγγάμαι ἢ κοινῶς καγκάβαι. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις βεβαίως θὰ λάβῃ τὰ μέτρα, ἐφ’ ὧν προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, πρέπει νὰ τηρήσῃ τὴν διάκρισιν ταύτην, διότι κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν ζημιούμενα σπουδαῖα συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐὰν ἤθελον ἐφαρμοσθῆ αἱ αὐταὶ ἀπαγορευτικαὶ διατάξεις ἐπὶ τῆς σπογγαλιείας, ἃς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁρίζει ὁ ἡμέτερος νόμος.
§67ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ νόμος τῆς 4 Ἰουνίου 1882 περιέχει τοσαύτας ἀτελείας, ὅσας ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος. Μίαν εὑρίσκω παράλειψιν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, τὴν μὴ ἔκδοσιν σχετικοῦ Β. Διατάγματος, κανονίζοντος τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ ῥητῶς γίνεται διάκρισις ἁλιείας ἰχθύων καὶ ἁλιείας σπόγγων. Ἀναγκάζομαι νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὴν διάταξιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ϠϞΑʹ τῆς 4 Ἰουνίου 1882, ἵνα πεισθῇ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι σαφὴς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται ἡ διὰ δυναμίτιδος ἢ δι’ ἄλλων ὀργάνων, καταστρεπτικῶν τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων, ἁλιεία, πρὸς δὲ ἡ κατὰ τὴν σπογγαλιείαν χρῆσις μηχανημάτων καὶ οἱουδήποτε εἴδους ἐργαλείων, καταστρεφόντων πᾶν τὸ προστυχὸν ἐν τῷ πυθμένι τῆς θαλάσσης (κακκάβα).» Δὲν γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἰχθύων καὶ σπόγγων, ἐνῷ γίνεται διάκρισις τῶν πλοίων τῶν ἐχόντων καταστρεπτικὰ ὄργανα. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ῥητῆς καὶ ὡρισμένης περιπτώσεως, τῆς ἁλιείας διὰ δικτύων, τὰ ὁποῖα κατέρχονται εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης καὶ καταστρέφουσι τὸν γόνον τῶν ἰχθύων. Ἐὰν πρόκηται περὶ αὐτῆς, ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ· ἐὰν δὲν πρόκηται περὶ αὐτῆς, τότε πᾶσα ἀπαγόρευσις εἶναι παράνομος, καὶ τὰ παράπονα ἄδικα. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, πρὸς οὓς ὑπέβαλον ἐπερωτήσεις, νὰ καταθέσωσι τὰς διὰ τῶν ἐπερωτήσεών μου ζητουμένας πληροφορίας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ὑποβάλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐξετάσῃ καὶ παράσχῃ τῇ Βουλῇ τὴν πληροφορίαν, διατὶ, ἀφοῦ αἱ ἀπολύσεις τῶν γραμματιστῶν Βιδισόβης τοῦ δήμου Ἀετοῦ καὶ Μάλης τοῦ δήμου Τριπύλης ἐδημοσιεύθησαν τὴν 1 Δεκεμβρίου 1904 ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνεπῶς ἔκτοτε θεωροῦνται κενωθεῖσαι αἱ θέσεις, προσεκλήθησαν δ’ ἐπὶ πλέον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ Τριφυλίας διὰ τοῦ ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1904 ἐγγράφου αὐτοῦ τὰ οἰκεῖα Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ προτείνωσι τὰς προτάσεις, παρελθούσης δ’ ἀπράκτου τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἠδύναντο ταῦτα ν’ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμά των, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Τριφυλίας διὰ τῆς ὑπὸ στοιχεῖα ΙΑʹ τοῦ 1905 πράξεώς του προέτεινε, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, διὰ μὲν τὸ γραμματεῖον Βιδισόβης τὸν γραμματιστὴν Γ. Παπακωνσταντίνου, διὰ δὲ τὸ γραμματεῖον Μάλης τὸν Ἰωάννην Πανούσην, ὁ νομάρχης Τριφυλίας δὲν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τούτων, καθ’ ἣν εἶχε ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως; Διατί, ἀντὶ τούτων, νομίμως προταθέντων, ὁ νομάρχης Τριφυλίας, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ καθήκοντος, προέβη, δυνάμει ὀψιγενῶν καὶ ἐκπροθέσμων πράξεων τῶν εἰρημένων Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἤτοι τῆς ἀπὸ 26 Δεκεμβρίου 1904 τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀετοῦ, περιελθούσης τῷ ἐπιθεωρητῇ τὴν 7 Ἰανουαρίου 1905, καὶ τῆς ἀπὸ 5 Ἰανουαρίου 1905 τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τριπύλης, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπ’ αὐτῶν προταθέντων, διὰ μὲν τὸ γραμματεῖον Ἀετοῦ τοῦ Σ. Παπαντωνοπούλου, διὰ δὲ τὸ τῆς Βιδισόβης τοῦ Π. Λαμπροπούλου, ἀμφοτέρων ἀπολυθέντων τῶν θέσεων τούτων δι’ ἀμέλειαν καὶ διαγωγὴν ἀνεπίδεκτον βελτιώσεως; Διατὶ ὁ αὐτὸς νομάρχης Τριφυλίας προέβη κατὰ τὰ ἐκτεθέντα εἰς τὸν διορισμὸν τῶν Παπαντωνοπούλου καὶ Λαμπροπούλου, ἐναντίον τῆς ἀντιθέτου γνωμοδοτήσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, οὗ ἡ γνωμοδότησις, κατὰ τὴν ἑρμηνευτικὴν ἐγκύκλιον τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου, εἶναι ἀπαραίτητος ἐν τῷ προκειμένῳ;»
§69ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἀνακοινοῦται ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ὅτι ὁ κ. νομάρχης Τριφυλίας προέβη ἐσχάτως εἰς πράξεις τινὰς, σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀποτελούσας αὐτόχρημα παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου. Φρονῶ δὲ, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὄχι μόνον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, κατὰ τὰς παρασχεθείσας μοι πληροφορίας, ἐγένετο τοιαύτη ἀνακοίνωσις καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω τὰ γεγονότα, ὅπως ἐκ τούτων ὁδηγούμενος προβῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν προσήκουσαν ἔρευναν, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι τὰ καταγγελλόμενα εἶναι ἀληθῆ, νὰ προκαλέσῃ τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τοῦ νομάρχου, ὅστις, εἰς οὐδὲν λογιζόμενος τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τὰ δικαιώματα ἑκάστης τῶν ἀρχῶν τῶν τεταγμένων πρὸς διακανονισμὸν τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, προέβη εἰς τοιαύτας παραβάσεις. Κατὰ τὴν 15 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἦσαν κεναὶ δύο θέσεις γραμματιστῶν, μία ἐν τῷ χωρίῳ Βιδισόβῃ τοῦ δήμου Ἀετοῦ, καὶ ἑτέρα ἐν τῷ χωρίῳ Μάλῃ τοῦ δήμου Τριπύλης τῆς ἐπαρχίας μου. Ὁ ἐπιθεωρητὴς, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, τὴν 15 Δεκεμβρίου προεκάλεσε τοὺς δημάρχους, ἵνα προσκαλέσωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, προτείνωσι τοὺς διοριστέους εἰς τὰς κενὰς ταύτας θέσεις. Τὰ Δημοτικὰ ὅμως Συμβούλια τῶν εἰρημένων δήμων δὲν προέβησαν ἐντὸς τῆς τεταγμένης ὑπὸ τοῦ νόμου προθεσμίας εἰς πρότασιν τῶν διοριστέων, ἀλλὰ τὸ μὲν ἓν μόνον μετὰ πάροδον 20 ἡμερῶν, τὸ δὲ ἕτερον μετὰ πάροδον ἑτέρων 20 ἡμερῶν προέβη εἰς πρότασιν περὶ διορισμοῦ τῶν γραμματιστῶν ἐκείνων, οἵτινες εἶχον ἀπολυθῆ προηγουμένως ἐπὶ ἀμελείᾳ καὶ διαγωγῇ ἀσυμβιβάστῳ. Ἐννοεῖται ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ, παρελθούσης τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένης πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων Ἀετοῦ καὶ Τριπύλης δεκαημέρου προθεσμίας, ὁ ἐπιθεωρητὴς, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, προεκάλεσε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, καὶ τοῦτο, ἐνασκοῦν τὰ ἐκ τοῦ νόμου δικαιώματά του, προέτεινε τοὺς διοριστέους πρὶν ἢ προλάβωσι νὰ φθάσωσιν αἱ ἐκπρόθεσμοι πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Καὶ διὰ μὲν τὸ χωρίον Βιδίσοβαν προέτεινε τὸν γραμματιστὴν Γ. Παπακωνσταντίνου, διὰ δὲ τὸ χωρίον Μάλην τὸν γραμματιστὴν Ἰωάννην Πανούσην. Ἐν ᾧ δὲ τοῦτο συνέβη, καὶ ἐν ᾧ ἔφθασαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Νομαρχίας ἀμφότεραι αἱ πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, αἱ γενόμεναι ἐκπροθέσμως, ὁ νομάρχης Τριφυλίας πολὺ βραδέως, τῇ 16 καὶ 24 Φεβρουαρίου, προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐκπροθέσμως προταθέντων, ἀφεὶς νὰ παρέλθωσι δύο μῆνες, χωρὶς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, διορίζων τοὺς νομίμως προταθέντας. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς, πρὸς τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἀνεφέρθησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦντες νὰ διαταχθῇ ὁ νομάρχης νὰ ἐκτελέσῃ τὰς νομίμους πράξεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὧν τὴν ἐκτέλεσιν ἐπὶ μακρὸν ἀνέβαλλε, μέχρις οὗ ἔλθωσιν αἱ πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐν ᾧ γνωστὸν εἶναι, ὅτι αἱ πράξεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, αἱ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου γινόμεναι, εἶναι ὑποχρεωτικαὶ ὄχι μόνον διὰ τὸν νομάρχην, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπιαδεύσεως. Φρονῶ ὅτι διὰ τῶν παραβάσεων τούτων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι παραβιάζεται ὁ νόμος, δύνανται νὰ προκύψωσι καὶ ἀξιώσεις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ζημιοῦνται ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο δέον νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἀκυρωθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ νομάρχου γενόμενα, κολασθῇ δὲ παραδειγματικῶς ὁ παραβάτης τοῦ νόμου.
§70ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§71ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑποβάλλω ἔνστασιν, ἀλλ’ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἄλλος τρόπος ἐνστάσεως!
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Ἀναστασοπούλου καὶ Θρ. Μαυρομαρᾶ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 141 Βουλευτῶν. Ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§74Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐν ὅλῃ τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, ἰδίᾳ δὲ ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν, τὴν ὁποίαν, ὡς γνωστόν, μαστίζει κρίσις, καὶ κρίσις μεγάλη οἰκονομική. Τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐξεδόθησαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν 2,000 ἐντάλματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἐντάλματα ταῦτα κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ὅτε οὐδεὶς ἔχει οὐδὲ λεπτὸν νὰ πληρώσῃ.
§75Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τί δικαίωμα ἔχω ἐγώ;
§76Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὅπως γίνεται συνήθως.
§77ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαχθεισῶν ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πίνακα τῆς προκυπτούσης διαφορᾶς ἕνεκα τῆς ἰσχύος τῶν ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων πρὸς βλάβην τῶν Ταμείων τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 161). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Ζυγομαλᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἑξῆς: 1) Πόσοι κληρωτοὶ τῶν ἀπογραφῶν τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905 ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων τοῦ Κράτους, καὶ πόσοι ἀπηλλάγησαν ἢ ἐξῃρέθησαν. 2) Πόσοι ἐκ τῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1904 προσῆλθον, καὶ πόσοι ἐκηρύχθησαν ἀνυπότακτοι. 3) Πόσοι ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ διαφόρων ἀπογραφῶν ἢ ἔφεδροι προσῆλθον ἵνα ὑπηρετήσωσιν, ἢ ἀπέτισαν ἀντισηκώματα, καὶ πόσα.»
§79ΑΝΑΣΤ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἐξέδωκαν κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904 ἕκαστον τῶν Εἰρηνοδικείων Σολυγείας, Ζαχόλης, Στυμφαλίας καὶ Ἐπιδαύρου. Θέλω δὲ τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον τοῦ Πρωτοδικείου Κορινθίας ἔδωκε πληροφορίας, ὅτι θεωρεῖ καταργητέα τὰ Εἰρηνοδικεῖα Σολυγείας, Ζαχόλης καὶ Στυμφαλίας, ἐνῷ ἐξ ἄλλου πληροφοροῦμαι ὅτι δὲν θεωρεῖται μεταξὺ τῶν καταργητέων καὶ τὸ τῆς Ἐπιδαύρου, καίτοι τὰ Εἰρηνοδικεῖα Σολυγείας, Ζαχόλης καὶ Στυμφαλίας ἔχουσι περισσοτέραν ἐργασίαν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Σάμης κύριος Ποταμιᾶνος ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις: «Αʹ) Παρακαλῶ ἵνα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέσῃ τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων: 1) τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τῆς ἀπὸ Καλλιάνι εἰς Μπέλεσι ἐθνικῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Πύργου, καὶ ἰδίως τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας εἰς θέσιν Παλαιόκαστρον ἢ Καπελίτσαν· 2) τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ τμῆμα Βερβίτσης διὰ Διβρίτσης εἰς Κοντοβάζαιναν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Δημητσάνης–Πατρῶν, ἤτοι: αʹ) τὸ σχεδιάγραμμα τῶν τμημάτων καὶ τῶν γεφυρῶν τούτων καὶ ἰδίως τῆς γεφύρας Παλαιοκάστρου· βʹ) τοὺς προϋπολογισμούς· γʹ) τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, τὰς γενομένας δημοπρασίας, ἢ τὰ γενόμενα συμβόλαια καὶ τὰ πρωτόκολλα ἐνάρξεως τοῦ ἔργου, παραλαβῆς αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀφορῶντα. Βʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: αʹ) εἰς ποίαν κατάστασιν εὕρηται ἡ κατασκευὴ τῶν εἰρημένων τμημάτων καὶ ἰδίως τῆς γεφύρας Παλαιοκάστρου· βʹ) ποῖα ἔργα ἐξετελέσθησαν· γʹ) πόσα ποσὰ καὶ πρὸς τίνας ἐπληρώθησαν, καὶ διὰ τίνων ἐνταλμάτων καὶ δυνάμει τίνων συμβάσεων. Ἐν γένει δὲ νὰ παράσχῃ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν.» «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Τὰ πρὸ τῆς τελευταίας ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Βουλευτῶν ἐν τῷ δήμῳ Σαμαίων (τῆς 1 Μαΐου ἐ. ἔ.) ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ ἀναφορὰς τοῦ νομάρχου καὶ μοιράρχου Κεφαλληνίας, τὰς προκαλεσάσας τὴν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἀποστολὴν στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐξ ἑνὸς λόχου τοῦ πεζικοῦ. 2) Τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ περὶ διορισμοῦ στρατιωτικοῦ ἐπόπτου ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐκλογὴν, καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. 3) Τὰ ἔγγραφα ἢ τηλεγραφήματα τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπόπτου καὶ τοῦ διοικοῦντος τὸν σταλέντα ἐκεῖ λόχον τοῦ πρώτου πεζικοῦ συντάγματος λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ κυρίου Τσιριγώτου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸ τῆς ψηφοφορίας καὶ μετ’ αὐτήν, καθὼς καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, τηλεγραφικὰς ἢ ἐγγράφους, πρός τε τὸν διοικοῦντα τὸν λόχον κ. λοχαγὸν καὶ πρὸς τὸν στρατιωτικὸν ἐπόπτην. 4) Τὰ ἔγγραφα τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπόπτου πρὸς τὸν διοικοῦντα τὸν σταλέντα λόχον τοῦ πρώτου πεζικοῦ συντάγματος, καὶ τὰς ἀπαντήσεις τούτου πρὸς τὸν ἐπόπτην. 5) Τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς σταλείσης εἰς τὰ δύο τμήματα στρατιωτικῆς φρουρᾶς ἀξιωματικῶν. 6) Τὰς συνταχθείσας τυχὸν ὑπ’ αὐτῶν καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπόπτου καὶ τοῦ λοχαγοῦ ἐκθέσεις περὶ τῆς ψηφοφορίας.» «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον ἢ τὸ τηλεγράφημα, δι’ οὗ μετεκαλέσατο εἰς Ἀθήνας τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἀνακριτὴν Κεφαλληνίας κατὰ τὰ τέλη Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἐνταῦθα πρόσκλησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ.»
§81Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ κατ’ αὐτὰς θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ναυτικῶν θεμάτων, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Ἂν αἱ λιμενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους, τηροῦσαι τοὺς καταλόγους, οὓς ἐπιτάσσει τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ᾼΥΚΘʹ νόμου, ἀποστέλουσι πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον τοὺς εἰδικοὺς καταλόγους, οὓς ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 16 τοῦ αὐτοῦ νόμου. 2) Ἂν εἶναι ἐν χρήσει αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ᾼΥΚΗʹ, ὡς καὶ ἡ αʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ αὐτοῦ νόμου. 3) Ἂν εἶναι ἐν χρήσει τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος περὶ γενικοῦ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. 4) Ἂν τηρεῖται ἡ ἀναλογία ἡ ἐπιτασσομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος. 5) Ἂν εἶναι ἐν χρήσει τὰ ἄρθρα 37, 38, 39, 40, 47, 48, 89, 99, 100, 101, 102, 104, 106, 107, 112, 113,115, 116, 118, 119, 129, 137, 142, 143, 174, 176,184, 187, 206, 207, 234, 235, 236, 237, 238, 239,240, 241, 242, 243, 244, 245, 246, 247, 256, 257 καὶ 258. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσοι ναῦται ἐθελονταὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὰς τάξεις, πόσοι τούτων εἰσὶ πτυχιοῦχοι, καὶ τίνος εἰδικότητος, πόσοι εἰσὶ διπλωματοῦχοι, καὶ τίνος ἐπαγγέλματος. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, ἐμφαίνων τὸ ὀνοματεπώνυμον τῶν κληρωτῶν, οἵτινες διῆλθον τοῦ Κεντρικοῦ Προγυμναστηρίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898 μέχρι τῆς σήμερον, τὸ ἐπάγγελμα, ὅπερ ἐξήσκουν οὗτοι πρὸ τῆς εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν κατατάξεώς των, τὰς γραμματικὰς αὐτῶν γνώσεις, ὡς καὶ πᾶσαν πληροφορίαν, ἣν οἱ ἁρμόδιοι ἐν τῷ Κεντρικῷ Προγυμναστηρίῳ συνέλεξαν περὶ τῶν κληρωτῶν τούτων. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, ἂν εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀκολουθήσῃ ἐν ταῖς ναυτικαῖς παρασκευαῖς τὸ πρόγραμμα, ὅπερ ἡ μεγάλη, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ βασιλόπαιδος Γεωργίου, ναυτικὴ ἐπιτροπὴ κατήρτισε. Ὡσαύτως παρκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τίνα λόγον τὸ Βαρβάκειον Λύκειον εἶναι ἐν ἰδιωτικῷ οἰκήματι, μισθωθέντι ἐπὶ τούτῳ ἀντὶ μηνιαίου μισθώματος 1200 δραχμῶν, ἀφοῦ ὑπάρχει κτίριον, ὅπερ ᾠκοδομήθη διὰ χρημάτων τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Βαρβάκη.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§83Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πάντοτε ὑπῆρξε φειδωλὸν καὶ μεμετρημένον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσωπικὰς μεταβολάς· τοῦτο δ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ εἶδος τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ἐξωτερικῆς. Εὐχῆς μάλιστα ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ὁ τρόπος οὗτος τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεξετείνετο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι ὑπεβλήθη ἢ μᾶλλον ὑπεγράφη Διάταγμα ἀπολύσεως ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, τοῦ γενικοῦ προξένου καὶ διπλωματικοῦ πράκτορος τῆς Ἑλλάδος ἐν Μαυροβουνίῳ κ. Σταματίου Ἀντωνοπούλου. Ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος εἶναι δημιούργημα τῆς ἑαυτοῦ ἱκανότητος· δὲν ἀνήκει εἰς κόμματα, δὲν ἀνήκει εἰς φατρίας, δὲν πολιτεύεται, καὶ ἑπομένως ἀπέλαυε καὶ ἀπολαύει πάντοτε τῶν συμπαθειῶν τῶν προϊσταμένων αὑτοῦ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ γενικοῦ προξένου καὶ διπλωματικοῦ πράκτορος ἀπὸ τῆς κατωτάτης βαθμίδος, ἀλλ’ αἴφνης διὰ Β. Διατάγματος, ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀπολύεται ὁ ἀνώτατος αὐτὸς λειτουργὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο ἐνεποίησεν ἔκπληξιν ὄχι μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους, παρὰ τοῖς ὁποίοις ἦτο ἐμπεπιστευμένος, ὡς γενικὸς πρόξενος, ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος. Δὲν θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τίνες οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν λόγοι οἰκονομίας προὐκάλεσαν τὴν ἀπόλυσιν ταύτην. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν ὁποῖον διακρίνει καὶ εὐγένεια ἤθους καὶ πρᾳότης, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον, ἀπέναντι ἀρχαίου ὑπαλλήλου νὰ μετέλθῃ τοιαύτην πολιτείαν, καὶ ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ δικαστικοῦ τινος κλητῆρος ἢ περὶ γραφέως τινος Ὑπουργείου, νὰ τινάξῃ αὐτὸν ἐκ Κεττίγνης εἰς Ἀθήνας διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς. Τὰ παραδεδεγμένα, κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλλουσιν, ὥστε, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα Διάταγμα ἀπολύσεως ὑπαλλήλου δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον, νὰ προσπαθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ μετριάσῃ τὴν πικρίαν, νὰ διαθρύψῃ, τρόπον τινὰ, τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἀπολυομένου ὑπαλλήλου, — ἰδίως δὲ ὅταν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀριθμῇ τριάκοντα ὁλοκλήρων ἐτῶν ὑπηρεσίαν, — διὰ τῆς ὑποβολῆς πρὸς τὸν Ἄνακτα ἐκθέσεως, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζητῇ τοὐλάχιστον νὰ ἐκφρασθῇ εἰς αὐτὸν ἡ Βασιλικὴ εὐαρέσκεια. Ἀφοῦ ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ μένων, διὰ λόγους βεβαίως, τοὺς ὁποίους γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία καὶ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποστῇ τοιαύτην τύχην, καὶ ὡς γραφεὺς ἢ ὡς ὑπάλληλος κατέχων τὴν κατωτάτην βαθμίδα νὰ ἀπολύηται οὑτωσεὶ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν διενεμήθησαν καὶ διανέμονται παράσημα δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ὄχι μόνον μικρὰ, ἀλλὰ καὶ μεγάλα.
§84ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ζηλεύεις! (ἱλαρότης).
§85Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχω παράσημον, οὐδὲ θέλω νὰ ἔχω.
§86Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ν’ ἀπαλείψωμεν τὴν πίστωσιν τῶν παρασήμων.
§87Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καθ’ ἣν στιγμὴν, ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, διανέμονται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ παράσημα, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ χρυσώσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ καταπότιον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς ἀνώτατον λειτουργὸν τοῦ Κράτους, προτείνων αὐτὸν, ὅπως τῷ ἐκφρασθῇ ἡ Βασιλικὴ εὐαρέσκεια, -ὅταν μάλιστα τοῦτο γίνηται εἰς μικροὺς καὶ ἀσήμους ὑπαλλήλους, —καὶ προσθέτως νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ ἀνώτερον παράσημον. Δὲν ἀναμένω βεβαίως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν στάσιν του, ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος, ὁ εἰσαγόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς ἀπολύσεως ἀνωτάτου ὑπαλλήλου ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἄνευ ἐκφράσεως τοὐλάχιστον Βασιλικῆς εὐαρεσκείας, εἶναι ἄτοπος, καὶ εὔχομαι νὰ ᾖναι ἡ τελευταία αὕτη φορὰ, καθ’ ἣν λαμβάνει χώραν τοιαύτη ἀπόλυσις.
§88Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Σταμάτιος Ἀντωνόπουλος ὁμολογουμένως εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων διπλωματικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις μὲ ἰδίαν ἀτομικὴν θυσίαν καὶ ἴδιον προσωπικὸν κίνδυνον ὑπεστήριξε τὸ Ἑλληνικὸν γόητρον ἐν Σμύρνῃ, ὡς ἐνθυμοῦνται πάντες, βεβαίως δὲ δὲν ἔπρεπε νὰ τύχῃ τοιαύτης ἀμοιβῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τάχιστα θ’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν ἄριστον τοῦτον ὑπάλληλον, καὶ θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν προσήκουσαν θέσιν.
§89Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐμφαῖνον τὸ ποσὸν τῆς ἐγκληματικότητος κατ’ ἐπαρχίαν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τοῦτον πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας, διότι εἶναι εὐνόητον, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος θὰ συμβάλῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πίνακα τῆς ἐγκληματικότητος τῆς προηγουμένης δεκαετίας.
§91Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου προτοῦ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται. Καταθέτω καὶ ἐγγράφως τὸ σημείωμα, ὅπως διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§93ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§94ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἐκ Κυθήρων κύριον συνάδελφον, θελήσαντα νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ἀντιπροσωπευομένης ἐπαρχίας· διαβεβαιῶ ὅμως τὸν κ. Στάην, ὅτι πολὺ πρότερον αὐτοῦ καὶ εὐθὺς ὡς μοὶ ἀνεκοινώθησαν τὰ γενόμενα πρὸς συμβιβαστικὴν ἐξόφλησιν τῶν εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Αἰγίνης ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ λιμενικοῦ φόρου Εὐαγγέλου Λεούση καὶ Παντελῆ Γιαννούλη, ὀφειλόντων τοῦ μὲν πρώτου δραχ. 3160 ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901, τοῦ δὲ δευτέρου δραχ. 9348 ἀπὸ τοῦ 1902, ἔσπευσα ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς νὰ πληροφορηθῶ καὶ ἐξ ἐπισήμου πηγῆς τὰ κατὰ τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν, ἵνα ἀνακόψω ταύτην, ἄν ἤθελον βεβαιωθῆ, ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ληφθεῖσα ἀπόφασις δὲν ἦτο ἡ συμφέρουσα· ἀλλὰ δυστυχῶς εὑρέθην πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, διότι εἶχεν ἐγκριθῆ αὕτη ἀπὸ τῆς 4 Μαΐου, εἶχε δὲ συναφθῆ καὶ τὸ σχετικὸν συμβόλαιον, ἐνῷ ἐγὼ τὸ πρῶτον ἐλάμβανον γνῶσιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως μόλις τὴν 11 Μαΐου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ γραφεῖον, εἰς ὃ ἀπετάθην, μὲ ἔπεισεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διέπραξεν εὐεργέτημα ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Αἰγίνης, μὲ ἐβεβαίωσε δὲ ὅτι ὀφείλονται εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα ὑπὲρ τὰ 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ὅτι εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶναι, ἂν δι’ ὅλα τὰ τοιαῦτα ταμεῖα συνέβαινε τὸ αὐτὸ, οἷον συνέβη εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Αἰγίνης, καὶ ὅτι εἰς προγενεστέρας ἐποχὰς ἐχαρίσθησαν ὄχι 50%, ἀλλὰ 60% καὶ 70%, μοὶ ἀνέφερε δὲ καὶ περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κυρίου Τριανταφυλλάκου ἐχαρίσθη ὑπέρογκον ποσὸν εἰς βάρος ἑνὸς λιμενικοῦ ταμείου, — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τίνος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεποίησεν ἔκπληξιν, ἦτο ἡ σπουδὴ, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνηργήθη ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται. Τὴν 29 Ἀπριλίου συνετάχθη τὸ πρακτικὸν ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Αἰγίνης, τὴν 2 Μαΐου εἶχε πρωτοκολληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὴν 4 Μαΐου εἶχεν ὑπογραφῆ, καὶ δὴ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τούτου, διὰ τὴν βραδύτητα λίαν ἐπουσιώδους τυπικῆς ὑποθέσεως, δικαιολογουμένη διαβεβαιοῖ, ὅτι βραδύνει ἡ ὑπογραφὴ ἕνεκεν πλείστων ἀσχολιῶν τῶν Ὑπουργῶν. Μεγαλειτέραν δ’ ἔτι ἔκπληξιν μοὶ παρήγαγε τὸ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου λεχθὲν, ὅτι διὰ τῆς σχετικῆς διαταγῆς ἐπεβάλλετο ἡ μετὰ σπουδῆς κοινοποίησις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν ἐργολάβον. Ἀνηνέχθην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διεῖδον, ὅτι μὲ ταραχήν τινα ἤκουσε καὶ οὗτος τὰ γενόμενα, καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν γενομένη εἰσήγησις πολὺ περιεπλάκη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Πρὶν λάβω τὴν τιμὴν, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἤκουον νὰ γίνηται λόγος περὶ συναλλαγῆς, καὶ πολὺ συχνὰ ἀνεγίνωσκον καὶ εἰς ἐφημερίδας περὶ ταύτης· συζητουμένου δὲ τοῦ μέτρου τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἤκουον ν’ ἀποδίδηται ἡ κακοδαιμονία τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν δῆθεν ἐξασκουμένην συναλλαγήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὡς τμηματάρχης ἄλλοτε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ὡς Βουλευτὴς νῦν, κατεῖδον, ὅτι τὴν συναλλαγὴν δὲν ἐξασκοῦσιν οἱ Βουλευταὶ (ἐπιδοκιμασίαι). Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἠθικοποιηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, λίαν δ’ ἐπικαίρως καὶ σοφῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατά τινα τῶν συνεδριάσεων τῆς παρούσης Συνόδου κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ὅπως διορθωθῶμεν, πρέπει ἕκαστος τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν νὰ προσπαθῇ νὰ καθίσταται ἠθικώτερος τοῦ προκατόχου του. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἰς τὴν σοφὴν ταύτην καὶ διδακτικωτάτην παραίνεσιν προσθέσῃ: «ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς ἠθικοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων».
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, χρεωστῶ δὲ νὰ ἀμυνθῶ, διότι γνωρίζω τὰ πρόσωπα ταῦτα, δὲν γνωρίζω δὲ τοὺς ὀφειλέτας, καὶ διότι εἰργάσθην μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων κ. Σάουρωτ, ὁ ὁποῖος μοὶ εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν τιμιότητα τοῦ ἀνδρός· δὲν πρέπει δὲ νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψίς του.
§96ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Σάουρωτ μοὶ ἐξέθηκεν, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ λιμενικοῦ φόρου Αἰγίνης ὤφειλον, ὁ μὲν εἷς 9,000 δραχμὰς, ὁ δ’ ἕτερος 3,000, καὶ ὅτι αὐτοὶ διετείνοντο, ὅτι ἐζημιώθησαν, ὅτι δὲν εἰσέπραξαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὤφειλον, καὶ παρίστων, ὅτι δὲν τὸ εἰσέπραξαν, διότι ἡ ἐμπορία τῶν σπόγγων δὲν ἦτο τοιαύτη, ὁποίαν τὴν ὑπέθετον, διότι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν δὲν ἦτο τοσοῦτον, ὅσον τὸ προσεδόκων, καὶ διότι καὶ ἄλλαι ζημίαι ἐπῆλθον εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Αἰγίνης. Ὁ κ. Σάουρωτ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι αὐτοὶ ἐζήτουν νὰ χαρισθῶσιν εἰς αὐτοὺς 70%, καὶ νὰ πληρώσωσι 30%, μοὶ παρέστησε δὲ, ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν αὐτοὶ νὰ πληρώσωσι 50%, δηλαδὴ νὰ χαρίσωμεν εἰς αὐτοὺς, 1500 δραχμὰς εἰς τὸν ἕνα, καὶ 4,500 εἰς τὸν ἄλλον, ἤθελεν ἐξασφαλισθῆ πρὸς ὄφελος τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Αἰγίνης τὸ ποσὸν τοῦτο. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι λίαν εὐτελὲς, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου ἤθελε συναινέσει πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν νὰ ζημιώσῃ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον 1500 δραχμὰς ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου 4,500 δραχμὰς, διὰ νὰ ὠφεληθῶσι ποῖοι; διὰ νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἐνοικιασταί. Νομίζω ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ φίλου καὶ συναδέλφου Βουλευτοῦ Αἰγίνης ἦτο ὑπέρμετρος. Δὲν γνωρίζω ποῖαι περιστάσεις ὑπῆρξαν ἐν Αἰγίνῃ ἐν σχέσει πρὸς τὰς πολιτικὰς σχέσεις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου καὶ τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε γνωμοδότησιν νὰ δεχθῇ 50%, διότι ἄλλως κινδυνεύει τὸ λιμενικὸν ταμεῖον νὰ ἀπολέσῃ καὶ αὐτά.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, προτιμότερον θὰ ἦτο, ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν, ἣν πάντοτε ἠκολούθησεν, ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ εἶχον ὡς ἀρχὴν νὰ μὴ δεχθῶ ποτε συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος νὰ περιλαμβάνῃ δωρεὰς, διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη γείνῃ ἀποδεκτὴ, καταστρέφεται ἐντελῶς τὸ σύστημα τῶν δημοπρασιῶν. Ὅταν γίνηται δημοπρασία, ἐὰν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσφέρει ποσὸν, ἔχῃ ἐλπίδα, ὅτι δι’ ἰσχυρῶν ὑποστηρίξεων θὰ ἦναι δυνατὸν, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσφέρει, νὰ μὴ τὸ καταβάλῃ, ἀλλὰ νὰ ἐπέλθῃ δωρεὰ διὰ μέρους τοῦ ποσοῦ, εἰς τὴν δημοπρασίαν δύναται νὰ προτείνῃ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δικαίως θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ, καὶ ἑπομένως νὰ ματαιώσῃ τὴν δημοπρασίαν. Ἐγὼ ἀείποτε ἠκολούθησα τὸ σύστημα νὰ ἀπορρίπτω πᾶσαν πρότασιν περὶ συμβιβασμοῦ, περιέχουσαν δωρεὰν, καὶ ἂν ἀναδιφήσητε τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐδέχθην πολλάκις, ἵνα εἰς δόσεις καταβληθῇ τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν, ὅτε παρουσιάσθησαν περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδικαιολόγουν τὴν εἰς δόσεις πληρωμὴν, πάντοτε ὅμως ἀπέριψα δωρεὰν ποσοῦ ὀφειλομένου ὑπὸ ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου. Νομίζω δ’ ὅτι κατ’ ἀρχὴν τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ δεκτόν. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεμίχθη ἀνὴρ ἀνεγνωρισμένης τιμιότητος, οἷος εἶναι ὁ κ. Σάουρωτ, οὐδεὶς ὑπάρχει δευτερεύων σκοπὸς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν, λόγῳ τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τῶν λιμενικῶν ταμείων, καλὸν εἶναι νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχή· διότι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν αἰτήσεων περὶ συμβιβασμοῦ, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει πεισθῆ, ὅτι μέγαν διατρέχουσι κίνδυνον τά τε λιμενικὰ καὶ τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, ἐὰν καθιερωθῇ τὸ σύστημα τῆς δωρεᾶς διὰ συμβιβασμοῦ.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει διαφορὰ μεγάλη μεταξὺ τῶν δημοπρασιῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουσιν οἱ διάφοροι ἐργολάβοι. Ἐνταῦθα ἔχομεν ἓν ταμεῖον λιμενικόν, τὸ ὁποῖον διοικεῖται καὶ ἐφορεύεται ὑπὸ λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ διορίζεται ἀπὸ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον τοῦ τόπου, αὐτὴ δ’ ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκθέτῃ καὶ παριστᾷ, ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ γείνῃ συμβιβασμὸς μετὰ τῶν ὀφειλετῶν, οἵτινες δὲν θεωροῦνται ἀφερέγγυοι, ὅπως ἀποτίσωσιν αὐτὸ τὸ ποσόν, συμβιβασμὸς τοσοῦτον μηδαμινός, οἷος εἶναι ὁ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 12,000 δραχμῶν, ἐνόμισα ὅτι δὲν προσβάλλεται οὔτε ἡ ἀρχὴ τῶν δημοπρασιῶν οὔτε ἡ τῶν ἐγγυητῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦσιν οἱ ὀφειλέται. Τὰς περιστάσεις ταύτας γνωρίζει ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή· ὅταν δὲ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ συνιστᾷ συμβιβασμόν, δηλαδὴ ἐκ τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ, ὅπερ εἶναι τὸ ¼ ἢ τὸ ⅓ τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ, νὰ δεχθῇ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ, ἐνόμισα ὅτι δὲν σπαταλᾶται τὸ χρῆμα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κυθήρων, ὅτι τοῦτο εἶναι πρᾶξις πρωτοφανής, ἥτις θέλει χρησιμεύσει ὡς παράδειγμα, τὸ ὁποῖον νὰ προκαλέσῃ πρᾶξιν ἄλλης παραχωρήσεως, ὑπὸ ἰδιοτελῶν συμφερόντων γενομένην, διότι δύναμαι νὰ ἀναφέρω 50 ἢ 60 τοιαύτας πράξεις, γενομένας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν οὐχὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλων Ὑπουργῶν. Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας δὲν ἐνέκρινε τοιαύτας πράξεις, οὐχ ἧττον ὅμως ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἐνέκριναν τοιαύτας, ὁσάκις τὸ λιμενικὸν ταμεῖον δὲν εἶχεν ἐλπίδα νὰ εἰσπράξῃ ὅλα τὰ ὀφειλόμενα, ἀλλὰ μέρος μόνον τῶν ὀφειλομένων.
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται πράξεις. Ἀκριβῶς διότι τοιαῦται ὑπάρχουσι, καὶ πλεῖσται προτάσεις πρὸς τοιαύτας πράξεις, ἠκολούθησα τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργείου, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος, διότι δὲν γνωρίζω τὰ πράγματα...
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸν κύριον Στάην.
§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον κατ’ ἀρχήν, ὅτι καλὸν θὰ ἦναι νὰ μὴ γίνωνται δεκταὶ τοιαῦται προτάσεις. Διότι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι αἱ λιμενικαὶ ἐπιτροπαὶ γνωμοδοτοῦσιν, εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον, σᾶς βεβαιῶ, μεγάλην ἀξίαν δὲν ἔχει· διότι, ἐὰν ἐξετάσῃ τις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, πόσαι προτάσεις περὶ συμβιβασμοῦ ὑποβάλλονται ὑπὸ τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν, θέλει ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ μεγάλην δυσκολίαν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοιούτων προτάσεων.
§103ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§104ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδόλως ἡ ὁμιλία μου ἀπέβλεπεν εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀναγκάζομαι δ’ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἔλθω καὶ εἴς τινας λεπτομερείας. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐνήργησεν ὡς ὤφειλεν, εἶναι κυρίως ὁ τότε εἰρηνοδίκης Αἰγίνης, ὅστις ἔχων τὴν μετάθεσιν ἀνὰ χεῖρας, ἐκάλεσε μόνον τὰ δύο μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ καὶ τὰ ἕτερα δύο μέλη καὶ χωρὶς νὰ καλέσῃ τὸν γραμματέα τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐσπευσμένως προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ ὑπάγηται καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰρηνοδίκης, νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀπαρατήρητον τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§106ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπεδόθη καὶ μομφὴ εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἐπηρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, μομφὴ διότι ἐζήτησα τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ μετὰ τόσης σπουδῆς ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Κριεκουκιώτης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένετο μελέτη πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἀρχαίας Ὀλυμπίας μέχρι Μπίτσι τῆς Γορτυνίας, καί, ἐὰν ἐγένετο τοιαύτη, ἂν ὑπεβλήθη εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπεβλήθη, παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ὁ νομομηχανικὸς Ἠλείας νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως ταύτην, ἵνα γένηται δυνατὸν νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ αὐτῆς, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ συγκοινωνία τῶν νομῶν Ἀρκαδίας καὶ Ἠλείας. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ὁ νομομηχανικὸς Ἠλείας νὰ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν μελέτην διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἀπὸ ἀρχαίας Ὀλυμπίας εἰς Κούκουρα τοῦ δήμου Λετρίνων.» Ὁ κύριος Δερλερὲς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§108ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, ἐζητήθη ἡ κατάθεσις ἐγγράφων ἀφορώντων τὸ λιμενικὸν ζήτημα Νάξου. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα...
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔδωκα παραγγελίαν νὰ ἑτοιμασθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐλπίζω ὅτι αὔριον θὰ δυνηθῶ νὰ τὰ καταθέσω.
§110Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτεθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰ πραγματικὰ αἴτια τῆς ἀτυχοῦς τροπῆς, ἣν ἔλαβε τὸ ζήτημα.
§111ΛΟΥΚΑΣ Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ἐσχάτως ἐγένοντο προβιβασμοὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν σῶμα τοῦ ναυτικοῦ, καὶ μεταξὺ ἄλλων προὐβιβάσθησαν ὑπολογισταὶ εἰς λογιστάς· ἑπομένως ἐκενώθησαν θέσεις ὑπολογιστῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσαι θέσεις ὑπολογιστῶν ἔμειναν κεναί, ἂν συνεπλήρωσε ταύτας, ἢ ἂν σκέπτεται νὰ τὰς συμπληρώσῃ, διότι πέρυσιν ἐγένετο ὁ κατ’ ἔτος γινόμενος διαγωνισμός, καὶ συνετάχθη ὁ πίναξ τῶν ἐπιτυχόντων κατὰ τὰς ἐξετάσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός, πόσοι ἐξ αὐτῶν θὰ καταλάβωσι τὰς κενωθείσας θέσεις, ἢ ἂν σκέπτεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ προβῇ καὶ ἐφέτος εἰς προκήρυξιν νέου διαγωνισμοῦ. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ πίναξ τῶν ἐπιτυχόντων πέρυσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις ὑπολογιστῶν ἀπὸ τὸν πίνακα ἐκεῖνον, χωρὶς νὰ προκηρυχθῇ νέος διαγωνισμός. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ζητοῦμεν οἰκονομίας πανταχόθεν, καὶ περικόπτομεν μισθοὺς πτωχῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ σπαταλῶνται χρήματα, ὅταν δύνανται νὰ οἰκονομῶνται τοιαῦτα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§113Α. ΤΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας, ὡς γνωστὸν, ὑπάρχουσι πολλὰ μοναστήρια, τὰ Μετέωρα, ἔχοντα πολλὰ κτήματα, ἰδίως τσιφλίκια, ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ὁποίων 200 ἕως 250 χιλιάδες δραχμαὶ κατ’ ἔτος δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν. Οἱ καλόγηροι, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ μοναστήρια ταῦτα, δὲν εἶναι περισσότεροι τῶν 25, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν χρησιμοποιουμένων ἵνα μεταφέρωσι διὰ τῶν ὑποζυγίων τὰς τροφὰς εἰς τὰς Μονάς. Καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλίας, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι σήμερον, οὐδόλως ἔχουσι περισσεύματα εἰς τὰς Μονὰς, τοὐναντίον δὲ αἱ Μοναὶ αὗται εἶναι κατάχρεοι. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δι’ ἕκαστον τῶν καλογήρων τούτων ἀναλογοῦσιν ἔξοδα 10,000 δραχμὰς ἐτησίως, ὅσα δηλαδὴ ὑποθέτω ὅτι δὲν λαμβάνουσιν οὔτε οἱ Ὑπουργοὶ (γέλωτες). Πολλάκις ἰδιῶται δι’ αἰτήσεών των ἐζήτησαν, καὶ οἱ κύριοι νομάρχαι ἐξέθηκαν εἰς δημοπρασίαν τὰ τσιφλίκια ταῦτα, καίτοι δὲ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας ἦτο τετράκις ἢ πεντάκις καὶ ἐνίοτε ὀκτάκις περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι δίδουσιν ἀπολογισμὸν οἱ καλόγηροι, καὶ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἐσύστησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐγκρίνῃ τὰς δημοπρασίας ταύτας, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ διέτασσον νὰ συνταχθῶσι συμβόλαια μὲ τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐνεκρίθησαν αἱ δημοπρασίαι, διότι εἰς τοῦτο ἀνθίσταντο τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια· καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Πολλάκις οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξωσιν ἐντόνως τοὺς νομάρχας νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια, ἵνα συντάξωσι συμβόλαια μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν· ἐν τούτοις, ἐπειδὴ τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια ἠρνήθησαν, δὲν συνετάχθησαν συμβόλαια. Εἰδικῶς ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, καὶ ἴσως καὶ ὁ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἥτις γειτονεύει, δυσφορεῖ διὰ τοῦτο, βλέπων ἐνίοτε τοὺς ἀνεψιοὺς τῶν καλογήρων αὐτῶν νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τὰ κτήματα τῶν Μονῶν μὲ ἄλογα ἀξίας 30 καὶ 40 λιρῶν, μὲ κοτόπουλα κρεμασμένα ἐπ’ αὐτῶν καὶ διάφορα ἄλλα. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον ἐπιτρέποντα τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια δὲν ἐγκρίνωσι τὴν ἐνοικίασιν ταύτην. Ἔστω δὲ βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας θὰ ἦναι πολὺ ἀνώτερον τῶν ἀπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλουσιν οἱ καλόγηροι οὗτοι ἐτησίως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν περισσεύματα μεγάλα, δι’ ὧν καὶ Ἱερατικὴν Σχολὴν θὰ δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν ἐν Καλαμπάκᾳ καὶ ὅ,τι δήποτε ἄλλο ἐν ἀνάγκῃ. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν θὰ δυσκολευθῇ εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ σώσῃ μεγάλην περιουσίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν λαὸν ἐκεῖνον θὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὴν δεινὴν δυσφορίαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἠξεύρετε πόσην περιουσίαν ἔχουσι τὰ μοναστήρια αὐτά; Ὅτε ἀπέθανεν ὁ Ἡγούμενος Κωνστάντιος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, μετὰ τὸν θάνατόν του περιέζωσαν τὴν Μονὴν μὲ στρατιώτας, διὰ νὰ ἴδωσι ποῦ κρύπτεται ὁ θησαυρός. Εἰς μίαν κρύπτην εἷς εὔζωνος εὗρεν 118,000 δραχμὰς, καὶ λέγουσιν ὅτι ὁ εὔζωνος αὐτὸς εὗρε καιρὸν καὶ ἐπωφελήθη τῆς περιστάσεως νὰ κρύψῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του τὰ περισσότερα τῶν εὑρεθέντων. Ἄλλος καλόγηρος, τεσσάρων μόνον μηνῶν ἀριθμῶν μοναχικὸν βίον, κατήγγειλε τὸν ὑπηρέτην του, διότι τοῦ ἔκλεψε 17,000 δραχμάς! Φαντασθῆτε εἰς τέσσαρας μῆνας νὰ ἔχῃ 17,000 δραχμάς! Ἀπὸ αὐτὰ τὰ γεγονότα δύνασθε νὰ πεισθῆτε, τί γίνεται εἰς τὰ μοναστήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι πλουσιώτατα τόσον, ὥστε ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ἔχει 80,000 δραχμῶν περίπου ἐτήσιον εἰσόδημα, καὶ εἶναι τρεῖς μόνον καλόγηροι ἐν αὐτῇ.
§114Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιμότερον λοιπὸν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καλογήρου (γέλωτες).
§115Α. ΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἤμην βέβαιος, ὅτι θὰ μὲ ἔκαμνον Ἡγούμενον, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ παρητούμην τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ μοναστήρια. Ἐπίσης ἤθελον ὑποβάλει παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ φροντίδα διὰ τοὺς δυστυχεῖς Κουτσουφλιανίτας, διότι ἔχουσιν ἑπτὰ ἔτη ἀφ’ ὅτου ἔκαψαν τὰς οἰκίας των, καὶ ἐλθόντες εἰς τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος ἔκτισαν ἐκεῖ καλύβας μὲ φύλλα, καὶ ἔκτοτε μένουσιν ἐκεῖ. Ἐχάρισεν εἰς αὐτοὺς τὸ Κράτος κτήματά τινα, ἀλλ’ οὐδεμία διανομὴ τῶν κτημάτων τούτων ἐγένετο εἰς αὐτούς. Τοῖς ὑπεσχέθη τὸ Κράτος ὅτι θὰ τοῖς κάμῃ οἰκήματα, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἐγένετο. Πολλὰ ἐλέχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ὁ τύπος πολλὰ ἔγραψε, καὶ ποιήματα ἐγένοντο δι’ αὐτούς. Ὁ ξένος τύπος εἶπεν, ὅτι οἱ Κουτσουφλιανῖται ἀπέδειξαν, ὅτι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔζησεν ἐλεύθερος, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ὑπὸ ζυγόν· οἱ δὲ Εὐρωπαῖοι ἡγεμόνες ἔλεγον, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάγῃ ἐμπρὸς ἕνας λαός, πρέπει νὰ μιμῆται τοὺς γενναίους Κουτσουφλιανίτας. Εἶναι κρίμα ἀληθῶς νὰ μὴ ληφθῇ δι’ αὐτοὺς πρόνοιά τις. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης πολλάκις ὡμίλησεν ἐνθέρμως ὑπὲρ αὐτῶν.
§116ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§117Α. ΤΑΚΗΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ περὶ αὐτῶν πρόνοιάν τινα. Ἄλλως τε εἶναι παράκλησις αὐτῶν πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου νὰ μὴ τοὺς ἀφήσωμεν καὶ τὸν ἐρχόμενον χειμῶνα νὰ διέλθωσιν εἰς τὰς καλύβας αὐτὰς, τὰς ἀπὸ φύλλα κατεσκευασμένας, διότι μὲ τὸν παρελθόντα βαρύτατον χειμῶνα σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ τέταρτον αὐτῶν ἀπέθανον, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι πάσχουσι, διότι δὲν ἔχουσιν οἰκήματα.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσαι οἰκογένειαι εἶναι;
§119Α. ΤΑΚΗΣ. Εἶναι 135 οἰκογένειαι.
§120ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Καλαμπάκας συναδέλφου περὶ Μονῶν εἶναι ἀληθέστατα, ἴσως μάλιστα εἶναι καὶ ἐλάσσονα τῆς ἀληθείας. Ὄχι μόνον ἐν Καλαμπάκᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Τρικκάλοις ὑπάρχουσι Μοναὶ πλουσιώταται, τὰς ὁποίας διαχειρίζονται οἱ καλόγηροι ἄνευ ἀπολογισμῶν. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νομίζω ὅτι τὰ κτήματα τῶν Μονῶν εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ ἐνοικιασθῶσι, διὰ νὰ λείψωσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι σήμερον, καὶ μὴ παχύνωνται οἱ διάφοροι καλόγηροι καὶ Ἡγούμενοι, ἀλλὰ καὶ πολλαὶ κουμπάραι αὐτῶν, —διὰ νὰ εἴπωμεν ὀλίγον ξεσκέπαστα τὰ πράγματα (γέλωτες). —Εἶναι περιουσίαι μεγάλαι, τὰς ὁποίας δύναται τὸ Δημόσιον νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ ἱερῶν σκοπῶν, ὑπὲρ Σχολῶν π. χ. τοῦ κλήρου ἢ ἄλλων οἱωνδήποτε ἱερῶν σκοπῶν. Εἶναι ἄδικον, ὁλόκληροι περιουσίαι νὰ χάνωνται ἀδίκως.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τάκης ἔχει τὸν λόγον.
§122ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
§123Α. ΤΑΚΗΣ. Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω...
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τάκης θὰ ὁμιλήσῃ σχετικῶς. Δὲν ὑποχωρεῖτε ὑπὲρ αὐτοῦ;
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ σχετικῶς θὰ ὁμιλήσω, καὶ εἶχον ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§128Α. ΤΑΚΗΣ. Μετὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς παρακαλέσαμεν τρεῖς Βουλευταὶ τὸν Ἡγούμενον τοῦ Ἁγίου Στεφάνου νὰ ψηφίσῃ ἓν ποσὸν, διὰ νὰ γείνῃ μία γέφυρα εἰς τὸ ποτάμι τοῦ Κοβελτσίου, διότι ἡ γέφυρα αὕτη συνδέει ἓν μέγα κτῆμα τῆς Μονῆς πρὸς δὲ καὶ τέσσαρας δήμους τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας καὶ μέρος τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ὡς καὶ μέγα διαμέρισμα τῆς Μακεδονίας. Ἐψήφισε τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον 6,000 δραχμὰς, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἵνα κατασκευασθῇ γέφυρα, εἴχομεν δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον διὰ δραχμῶν 4,000, ὅπως οὕτω διὰ ποσοῦ 10,000 δραχμῶν δυνηθῇ νὰ κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα. Τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἐνέκρινεν ἡ Νομαρχία. Πληροφοροῦμαι ὅμως, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπέρριψε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δίκαιον, αὐταὶ αἱ 6,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐπερίσσευσαν ἐκ τῶν καταχρήσεων, ν’ ἀποδοθῶσιν πάλιν εἰς τοὺς καλογήρους, διότι εἶναι τὰ μόνα χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ περισσεύσουν ἀπὸ τὰς Μονὰς ταύτας ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας.
§129Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κυρίων Θ. Φαρμακοπούλου, Σπυράκη Τζωρτζοπούλου καὶ Καφαντάρη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ κατασκευῆς ἁπλῶν ἔργων τῶν δημοτικῶν ὁδῶν ἔξω τῆς περιμέτρου τῶν πόλεων δαπάναις τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἐμφαίνεται, πόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 162).
§131Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὡσαύτως ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 163). Οἱ βουλευταὶ Κραναίας κύριοι Βενιεράτος, Σβορῶνος καὶ Λουκᾶτος ὑποβάλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 164). Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§133ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶσθε πιστὸς ἐφαρμοστὴς τοῦ Κανονισμοῦ, ἤθελον νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἐφαρμόσητε καὶ ἄρθρον τι τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἡμερησία διάταξις κανονίζεται ἅμα τῇ λήξει τῆς συνεδριάσεως ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, διότι ὅσοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρακολουθῶμεν τὴν συζήτησιν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα θὰ περιέχῃ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς ἑπομένης, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ εἰδικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέγει τοῦτο.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται τοῦτο δι’ ὅλην τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δύναται νὰ γείνῃ διὰ τὰ 3 ἢ 4 πρῶτα νομοσχέδια.
§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§137ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, κύριοι Βουλευταί, ποία ἀρχικῶς ἰδέα ἐπρυτάνευσεν ἐν τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει δύο κυρίως φέρονται λόγοι, ὡς ὑπαγορεύσαντες τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ· λόγος περιορισμοῦ δαπάνης, τουτέστιν οἰκονομία, καὶ δεύτερον πρόληψις συμβαινουσῶν καταχρήσεων. Θὰ ἐπεθύμουν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρῶτον λόγον, τὸν φερόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν τῆς οἰκονομίας, νὰ μὴ εἶχε προβληθῆ, τουτέστι νὰ μὴ εἶχον προταθῆ αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβαλλόμεναι εἰς τὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς διατιμήσεως, δι’ οὓς λόγους θέλω κατόπιν ἀναφέρει. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἄλλον λόγον, τῆς προλήψεως συμβαινουσῶν καταχρήσεων, ἐπαινῶ τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἓν μόνον φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τῶν ἄρθρων τῶν σχετικῶν, τῶν εἰς τὴν πρόληψιν τῶν καταχρήσεων τούτων ἀφορώντων, καθιεροῦται διαδικασία πολύπλοκος καὶ πολυτελής, ἥτις ἀμφιβάλλω ἂν θὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν λεγομένην οἰκονομίαν, ἢ εἰς τὸν περιορισμὸν δαπανῶν. Δὲν ἔχομεν στατιστικοὺς πίνακας, ἵνα, ἐπὶ τούτων στηριζόμενοι, κρίνωμεν περὶ τῆς οἰκονομίας, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, εἶπον ὅτι θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἶχε προταθῆ τοιαύτη μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ ποινικῆς διατιμήσεως, διότι τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους καὶ ὁ νόμος οὗτος γείνῃ γνωστός, καταχωριζόμενος ἐν τῷ δελτίῳ τῆς συγκριτικῆς νομοθεσίας, τὸ ὁποῖον ἐν Εὐρώπῃ ἐκδίδεται, θὰ ἀπορήσωσιν οἱ ἀναγινώσκοντες, βλέποντες ὅτι περιορίζομεν εἰς τοσοῦτον γλισχρότητος τὰ δικαιώματα τῶν μαρτύρων, τῶν πραγματογνωμόνων, τῶν ἰατρῶν, τῶν μαιῶν καὶ παντὸς ἄλλου ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καλουμένου, καὶ δυοῖν θάτερον θὰ ὑποθέσουν ἢ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὐπορεῖ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε τὰ ἡμερομίσθια κατήντησαν εἰς 30 καὶ 60 λεπτὰ καὶ μίαν δραχμὴν, ἀναλόγως τοῦ καλουμένου προσώπου, ἢ ὅτι ἡ γλισχρότης ἡμῶν προέβη μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε αἱ λεγόμεναι ἀποζημιώσεις πρὸς τοὺς μάρτυρας, τοὺς καλουμένους ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, νὰ κινῶσι τὸ μειδίαμα τοῦ ἀναγινώσκοντος. Εἶναι ὁμολογούμενον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ δικαστικὴ νομοθεσία ἡμῶν, ὅσον σοφὴ καὶ ἂν ὑπῆρξεν, ὅτε συνετάχθη, οὐχ ἧττον δεῖται διορθώσεως, δεῖται μεταρρυθμίσεως, ἀλλὰ μεταρρυθμίσεως ἐπὶ τὸ βέλτιον, καὶ μέχρι τοῦδε ἀποκνοῦμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τούτου, διότι δὲν εὑρίσκεται ὁ δυνάμενος νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἠρκέσθημεν εἰς μερικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ τροποποιήσεις, αἵτινες δὲν ἦσαν πάντοτε πολὺ ἐπιτυχεῖς· ἡ δὲ νῦν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτεινομένη φρονῶ ὅτι εἶναι ἡ πασῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἀτυχεστέρα. Καὶ δὲν λέγω ἁπλῶς λόγους, ἵνα καταπλήξω. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς τροποποιήσεις τὰς προτεινομένας, καὶ βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ συγκρατήσητε τὸ μειδίαμα. Ἡ πρώτη διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀφορᾷ εἰς πρόληψιν καταχρήσεων καὶ οἰκονομίαν συγχρόνως. Κατὰ τὴν ποινικὴν διατίμησιν, τὴν ἐν ἔτει 1834 εἰσαχθεῖσαν, οἱ ἰατροί, οἱ καλούμενοι εἴτε ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ εἴτε ὑπὸ ποινικῶν Δικαστηρίων, ἐπληρώνοντο μὲ δύο δραχμὰς διὰ τὴν ἐπίσκεψιν. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀπορίαν τοὺς εἴτε ἐκ παραδόσεως εἴτε ἐξ ἀντιλήψεως ἰδίας γινώσκοντας, πῶς εἶχον τότε τὰ τῆς κοινωνίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι τὸ τρέχον τότε νόμισμα ἦτο ἡ σφάντζικα, κατὰ τὸ νόμισμα δὲ τοῦτο ἐπληρώνοντο αἱ ἐπισκέψεις αἱ ἰατρικαὶ πρὸς μίαν σφάντζικαν. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀποζημίωσις ἡ ὁριζομένη ἐν τῇ διατιμήσει οὐδὲν ἔχει τὸ παράδοξον. Ἀλλὰ προϊόντος τοῦ χρόνου, μεταβαλλομένων τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν, βεβαίως ἡ ἀποζημίωσις αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἐπαρκής. Τί ἐγίνετο λοιπόν; Ὁ ἰατρός, ὁ πραγματογνώμων, ἐπληρώνετο χωριστὰ διὰ τὴν ἐπίσκεψιν, καὶ χωριστὰ διὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ συνέπειαν τῆς ἐπισκέψεως συνέτασσε. Τῶν καταχρήσεων αὐτῶν τὴν πηγὴν τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ προλάβῃ, καὶ ἑνώνει τὰ δύο εἰς ἕν, καὶ ἑπομένως λέγει (ἀναγινώσκει): «Δι’ ἑκάστην ἐπίσκεψιν, διαταχθεῖσαν ἐξ ἐπαγγέλματος, συμπεριλαμβανομένης τῆς τυχὸν ἀναγκαίας ἀναφορᾶς ἢ τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 διαλαμβανομένου μαρτυρικοῦ, δραχμὴν 1.» Τώρα σᾶς παρακαλῶ, ἄνευ προκαταλήψεως νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖος εἶναι ὁ ἐπιστήμων ἐκεῖνος, ὁ ἄξιος τοῦ ὀνόματος, ὁ ὁποῖος θὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ ἢ ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον τοῦ νὰ ἐξετάσῃ καὶ γνωμοδοτήσῃ καὶ κάμῃ ἔκθεσιν ἰατροδικαστικὴν, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἔλθῃ νὰ πάρῃ μίαν δραχμὴν ἀπὸ τὸ Κράτος; Εἶναι τοῦτο ἀξιοπρεπές; Σᾶς παρακαλῶ.
§138Π. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμά του, ἐὰν θέλῃ νὰ προσέλθῃ, ἢ εἶναι ὑποχρεωμένος ὑπὸ τοῦ νόμου;
§139Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν δηλαδὴ θέλητε, ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ συζητήσωμεν, τότε τὸ Κράτος, ὅταν δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώνῃ, ἂς λέγει: «ὑποχρεῶ τοὺς πολίτας· ἀποζημίωσις δὲν ὑπάρχει». Τὸ πρᾶγμα εἶναι τότε εἰλικρινέστερον, γενναιότερον· ὄχι ὅμως νὰ εἰρωνευώμεθα τὸν ἐπιστήμονα, καλοῦντες αὐτὸν διὰ νὰ μαρτυρήσῃ, διὰ νὰ κάμῃ ἰατροδικαστικὴν ἔκθεσιν, καὶ εἶτα ὡς ἀποζημίωσιν νὰ τοῦ δώσωμεν μίαν δραχμὴν εἰς τὸ χέρι!
§140Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν δώσητε 10 δραχμὰς εἰς τὸν ἐπιστήμονα, τὸν ἀμείβετε; Πρέπει νὰ τοῦ δώσητε 50 δραχμάς.
§141Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε μὴ τοῦ δώσητε τίποτε, κύριε Ὑπουργέ. Νομίζω ὅτι τὸ Κράτος εἶναι δεδικαιολογημένον, ἀφίνον τὰ κείμενα ὡς ἔχουσι, καίτοι κακῶς ἔχουσιν. Ὅταν ὅμως ἔρχησθε νὰ μεταβάλητε τὰ κείμενα, ὅταν ἔρχησθε νὰ νομοθετήσητε ἐκ νέου, ὀφείλετε νὰ νομοθετήσητε ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ κατὰ τὰς ὑφισταμένας σήμερον περιστάσεις, καὶ ὄχι ἐπὶ τὸ χεῖρον, βεβαίως δὲ εἶναι ἐπὶ τὸ χεῖρον ὅ,τι προτείνετε.
§142ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι 8 ἡ ὥρα.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Στεφάνου νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀπών.
§145Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, εἶναι εἰς δευτέραν· συνεπῶς δύναται ὁ κύριος Καλομενόπουλος ὁ ὁποῖος εἶναι παρών, νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§146Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Στεφάνου ἤρχισεν ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι ἀπών· δὲν ἦλθε.
§148Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κυρίου Προέδρου ἐξαρτᾶται νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συνεχίσῃ τὴν συνεδρίασιν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἢ νὰ συνεχίσῃ αὐτὴν μετά τινας στιγμάς. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος δύναται νὰ κρίνῃ, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ συνεχίσωμεν τὴν συνεδρίασιν μετά τινας στιγμάς.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ δὲν τὸ λέγετε καθαρῶς, κύριε Βουλευτά, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ;
§150Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω τοῦτο. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν συνεδρίασιν ταύτην τὴν στιγμήν, ἢ νὰ τὴν ἐπαναλάβῃ μετά τινας στιγμὰς, ὅτε θὰ ἦναι ἐδῶ καὶ ὁ κ. Στεφάνου, διὰ νὰ συνεχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του. Δὲν θὰ ἔλεγον τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐκαλούμην νὰ λάβω τὸν λόγον. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ λάβω τὸν λόγον, διακόπτων τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Στεφάνου.
§151Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἂν ὁ κ. Στεφάνου, παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ἤθελεν ἀσθενήσει;
§152Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀπευκταίαν πληροφορίαν.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε. Ὁ κύριος Βουλευτὴς σᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Μιλτ. Ἀννίνου Καβαλλιεράτου καὶ Δ. Μυλωνᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 124. Ὁ κύριος Στεφάνου παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§155Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅτε διέκοψα τὴν ἀγόρευσίν μου, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλεγον, ὅτι ἡ μεταρρύθμισις τῶν ἄρθρων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως, ἥτις προτείνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, φθάνει μέχρι τοιούτου βαθμοῦ γλισχρότητος, ὥστε νὰ κινῇ τὸ μειδίαμα τοῦ ἀναγινώσκοντος τὸ νομοσχέδιον· καὶ ἀνέγνωσα ὑμῖν τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν διὰ τοῦ ἄρθρου 1. Προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων διὰ τῶν ἑπομένων ἄρθρων, αἵτινες θέλουσι κυρώσει τοὺς λόγους μου καὶ θέλουσιν ἀποδείξει, πιστεύω, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σοβαρῶς ὁμιλῶ καὶ οὐχὶ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ παρετήρησε, ὅτι δὲν σοβαρεύομαι, ὑποβάλλων τοιαύτας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου. Διότι ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ἐπικροτήσει καὶ ἤθελον μάλιστα συνηγορήσει, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νομοθετήματος μεταρρυθμίζοντος τοὺς κειμένους δικαστικοὺς νόμους ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ὑφισταμένας σήμερον συνθήκας. Ἀλλ’ ὅτε, ἀντὶ νὰ προοδεύσωμεν, ὅτε, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ζῶμεν, προτείνομεν μεταρρύθμισιν νόμου κειμένου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1834, καὶ ὑπολογίζομεν σήμερον τὰ ἡμερομίσθια ἢ τὰς ἡμεραργίας τῶν προσκαλουμένων ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἐλαττοῦντες τὰ ὡρισμένα ὑπὸ τῆς νομοθεσίας τοῦ 1834, βεβαίως ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἀπορήσῃ καὶ νὰ κατεξαναστῇ κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπὶ τὰ χείρω τροποποιήσεως, τροποποιήσεως ὑποδεικνυομένης ἐκ πνεύματος δῆθεν οἰκονομικοῦ. Καὶ ἐπιτρέπονται τοιαῦται οἰκονομίαι, — ἂν οἰκονομία ἦναι αὕτη, — προκειμένου νὰ διαφωτισθῇ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη; Διότι ἡ ἀκριβὴς ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης μεγάλα ἔχει τ’ ἀποτελέσματα καὶ μεγάλην τὴν σημασίαν διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἔχει τὸ Κράτος· ἐὰν δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν ἐκπληροῖ τὸ Κράτος, βεβαίως δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Διὰ τοῦτο, ὅταν τὸ Κράτος θέτῃ τὴν χεῖρα αὑτοῦ καὶ δι’ οἰκονομιῶν ζητῇ νὰ περιστείλῃ καὶ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, δικαίωμα ἔχομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτό: «Στῆθι! Δὲν δύνασαι νὰ προβῇς περαιτέρω, δὲν δύνασαι νὰ ὑπερβῇς τὰ ἐσκαμμένα, διότι θέτεις ἐν κινδύνῳ τὰ τιμαλφέστατα, τὰ ὁποῖα καθῆκον ἔχεις νὰ προστατεύσῃς.» Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ τὸ Κράτος ἀντιπροσωπεύουσα, ὅτι «εἰς στενοχωρίας χρηματικὰς ἢ οἰκονομικὰς εὑρισκομένη, ἀναγκάζομαι νὰ θέσω χεῖρα καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης». Διότι τότε μόνον θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη, λέγουσα τοῦτο, ὅταν αἱ δαπάναι αὗται, αἱ χάριν τῆς Δικαιοσύνης γινόμεναι, ἦσαν δαπάναι πολυτελείας ἢ περιτταί. Ἀλλ’ οὐδὲν τὸ περιττὸν χάριν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι εἶναι γνωστόν, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ ἀκούσητε ἀπὸ τοῦ στόματός μου, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ παρέχῃ πρὸς αὐτὸν οὐ μόνον ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τῶν δικαστῶν, οὓς ὀφείλει ἐπαρκῶς νὰ ἀμείβῃ, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ εὐπρόσιτον τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν δὲ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν μαρτύρων, τῶν καλουμένων ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἐμπειροτεχνῶν, τῶν ἐπιστημόνων, καταβιβάζητε ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καθίσταται δύσκολος ἢ ἀδύνατος ἡ προσέλευσις αὐτῶν, ὑπηρετεῖτε ἆρά γε τὴν Δικαιοσύνην; Καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ παρέχῃ πᾶσαν εὐκολίαν, ὥστε ἡ Δικαιοσύνη νὰ λειτουργῇ ἐπαρκῶς καὶ ὡς ἐμπρέπει εἰς αὐτὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ της; Ἄλλως, τί θέλομεν νὰ λεγώμεθα Κράτος πολιτισμένον, ὅταν ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1905, μετὰ πάροδον 70 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ Βασίλειον, ἐρχώμεθα καὶ ποιώμεθα τοιαύτας ἀτυχεῖς ἐγχειρίσεις;
§156ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Συγχέετε τὴν ποινικὴν διατίμησιν μὲ τὴν Δικαιοσύνην!
§157Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἔχητε ἐναντίας ἰδέας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐκθέτω ἀπὸ τοῦ βήματος, δύνασθε νὰ ἔλθητε εἰς τὸ βῆμα, ἵνα μὲ ἀντικρούσητε.
§158ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§159Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σεῖς δὲν εἶσθε Πρόεδρος, διὰ νὰ μοὶ ὑποδείξητε, ἂν εὑρίσκομαι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§160ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶμαι Πρόεδρος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι συγχέετε τὰ ζητήματα (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§161Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ διδάξητε εἰς αὐτὸν τὸν κύριον, ὅτι δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ διακόπτῃ· δὲν τὸν ἔχομεν πρωτόσχολον.
§162ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Σεῖς κάμνετε τὸν πρωτόσχολον (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§163Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε;
§164ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§165Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε νὰ σιωπήσῃς.
§166ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν σιωπῶ (θόρυβος).
§167Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ προστατεύσητε, διὰ νὰ ὁμιλήσω.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα, κύριε Βουλευτά.
§169ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει, δὲν ἀφορῶσιν τὸ συζητούμενον θέμα... (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§170Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, δὲν σιωπᾷ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸν κάμω νὰ σιωπήσῃ, φέρων ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ν. Α. Στράτου καὶ Γ. Καφαντάρη, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 128 Βουλευτῶν. Ὁ κύριος Στεφάνου παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του. Σᾶς εἰδοποιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Στεφάνου.
§172ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο ἐπειδὴ εἶναι συμπολίτης σας (ἱλαρότης).
§173Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶχε δίκαιον ὁ διακόψας με κ. συνάδελφος ὡς ἐκτὸς τοῦ θέματος εὑρισκόμενον, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ κατανοήσῃ, ὁποία ἡ σχέσις τῆς ποινικῆς διατιμήσεως πρὸς τοὺς λόγους τοὺς ἐμοὺς, τοὺς ἀφορῶντας εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἀκριβῶς οἱ λόγοι μου ἐκεῖνοι ἔτεινον εἰς τὸ νὰ καταδείξωσιν, ὅτι, ἵνα ἡ Δικαιοσύνη δεόντως λειτουργήσῃ, ὀφείλουσιν ὅλα τὰ ὄργανα καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, ἐναρμονίως νὰ ἐργάζωνται. Ὄργανα δὲ πρὸς τὴν εὔστοχον καὶ ἀκριβῆ λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον αὐτῆς μάρτυρες ἢ πραγματογνώμονες, καὶ ἰδίως οἱ ἰατροί. Διότι, ὡς παρετήρησε χθὲς ὁ ἐκ Σάμης ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐκ τῶν ἰατρικῶν ἐκθέσεων ἐξαρτῶνται πολλάκις ἰατροδικαστικὰ ζητήματα, τὰ μάλα συντελοῦντα εἰς τὸ νὰ διαφωτίσωσι τὴν Δικαιοσύνην ὅπως ἀπονεμηθῇ αὕτη δεόντως. Καὶ μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, πρόκειται δηλαδὴ περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης εἰς κατηγορούμενον, ἐνώπιον αὐτῆς συρόμενον. Ποσάκις δὲ ἡ Δικαιοσύνη δὲν διέπραξε λάθη, καταδικάσασα ἀθώους! Ἀλλ’ ἴσως ἐρωτήσῃ πάλιν ὁ κύριος συνάδελφος, ὁ διακόψας με: «καὶ τίνα σχέσιν ἔχει τοῦτο πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν μαρτύρων καὶ τῶν πραγματογνωμόνων;» Διότι, ὅπως σήμερον προσδιορίζονται τὰ δικαιώματα ταῦτα, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε οἱ μάρτυρες νὰ μὴ προσέρχωνται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἑπομένως νὰ ἐπέρχηται ἀναβολὴ καὶ ἑπομένως νὰ παρατείνηται ἡ προφυλάκισις τῶν κατηγορουμένων καὶ τὰ μαρτύρια αὐτῶν. Τί δὲ πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ἐὰν μετὰ πάροδον μηνῶν ἢ ἔτους ἔλθῃ ἡ Δικαιοσύνη καὶ κηρύξῃ αὐτὸν ἀθῶον; Τίς θ’ ἀποζημιώσῃ αὐτὸν διὰ τὰς ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἐν τῇ προφυλακίσει; Διὰ τοῦτο τὸ Κράτος πρέπει νὰ συντελέσῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ὅσον ἐφικτὸν αὐτῷ, ἵνα ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμηται καλῶς καὶ ταχέως. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔρχηται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ προτείνῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων ἡμεραργίας ἀπὸ μιᾶς δραχμῆς, ὅσον εἶχον ὁρισθῆ ἐν ἔτει 1834, εἰς 60 λεπτά, ὑπολογίζων ὅτι ταύτην τὴν ζημίαν ὑφίσταται ὁ μάρτυς, ὁ προσερχόμενος ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἀφίνων τὴν ἐργασίαν του, ὁ ἀφίνων τὴν οἰκίαν του, ὁ ἀφίνων τὸ χωρίον του διὰ νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἄλλος συνάδελφος μὲ διέκοψεν, ἐρωτῶν με: «καὶ δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ πολίτης νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ μαρτυρήσῃ;» Βεβαίως εἶναι ὑπόχρεως. Καὶ τὶς τὸ ἀρνεῖται; Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἡ Πολιτεία, ἡ ἔχουσα κυρίως τὸ συμφέρον, ἵνα διονυχίζωνται αἱ δίκαι αἱ ποινικαί, ὅπως ἐξακριβῶνται τὰ κατὰ τὴν πρᾶξιν καὶ τὸν πράξαντα, δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποζημιώνῃ τὸν μάρτυρα; Ἆρά γε πάντες οἱ μάρτυρες, οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, εἶναι πλούσιοι ἢ ἐν τοιαύτῃ οἰκονομικῇ εὐεξίᾳ εὑρίσκονται, ὥστε νὰ ἦναι εἰς αὐτοὺς ἀδιάφορον, ἐὰν ἐγκαταλείψωσι τὰς ἐργασίας των καὶ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης; Ἅμα δ’ ὡς τὸ Κράτος ἀναγνωρίζῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, ἵνα ἀποζημιώνῃ τὸν μάρτυρα, ὀφείλει ν’ ἀποζημιώνῃ αὐτὸν ἐπαρκῶς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ λέγῃ πρὸς τὸν μάρτυρα: «πάρε 60 λεπτὰ διὰ τὸν κόπον σου, καὶ πήγαινε στὸ καλό.» Καὶ προβαίνει καὶ περαιτέρω τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐλαττώνει καὶ τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἡμεραργίας, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας τοὺς ἔλασσον τῶν 15 ἐτῶν, καὶ περιορίζει τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν εἰς 30 μόνον λεπτά! Ὅταν, Κύριοι, τῷ καιρῷ ἐκείνῳ τὸ μονόλεπτον, διδόμενον εἰς τὸν ἐπαίτην, ἐφαίνετο ἐπαρκὴς πρὸς αὐτὸν εὐσπλαγχνία, σήμερον τὸ τριακοντάλεπτον εἶναι διὰ τὰ θυλάκια τῶν πλουσίων, εἶναι τὸ συνήθως εἰς τοὺς ἐπαίτας διδόμενον. Καὶ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ ἀποζημιώνει τὴν γυναῖκα, τὴν ἀφίνουσαν, ἂν ὄχι ἄλλο τι, τὸ νοικοκυριό της, διὰ νὰ μεταβῇ καὶ μαρτυρήσῃ, μὲ 30 λεπτά!
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί λαμβάνει σήμερον;
§175Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἀφοῦ θέλετε νὰ θίξητε τὰ κείμενα, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ μεταρρυθμίσητε αὐτὰ ἐπὶ τὸ βέλτιον.
§176Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί λαμβάνει σήμερον;
§177Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀφήσατε τὰ κακῶς κείμενα. Ἀλλ’ ἅμα ὡς θελήσητε νὰ τὰ μεταρρυθμίσητε, μεταρρυθμίσατέ τα, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ βέλτιον.
§178Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· ἐρωτῶ, τί λαμβάνουσι σήμερον, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι λαμβάνουσι πολλὰς δραχμάς.
§179Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. 50 λεπτά, κατὰ τὴν διατίμησιν τοῦ 1834, ἀλλ’ εἴμεθα εἰς τὰ 1905. Τὸ νομοσχέδιον ἐλαττώνει καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν χειρουργῶν, τῶν ἰατρῶν, τῶν ἑρμηνέων εἰς μίαν δραχμήν, τῶν μαιῶν, τῶν ἰδιωτῶν μαρτύρων καὶ ἀξιωματικῶν, τῶν εἰς δικαστικὴν μαρτυρίαν καλουμένων, εἰς λεπτὰ 60, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἁπλῶν στρατιωτῶν, τῶν εἰς δικαστικὴν ὡσαύτως μαρτυρίαν καλουμένων, εἰς λεπτὰ 30. Πραγματευόμενος τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν διὰ τοῦ ἄρθρου 1 εἶπον, ὅτι εἶναι μέχρι γελοίου γλίσχρα ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἰατροδικαστῶν, τῶν καλουμένων νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸν τραυματισθέντα ἢ φονευθέντα, καὶ συντασσόντων ἔκθεσιν ἰατροδικαστικήν, ἡ ἀποζημίωσις τῆς μιᾶς δραχμῆς. Καὶ φαντασθῆτε ἰατρὸν καλούμενον διὰ μαρτυρίαν, ἀπομακρυνόμενον τῆς πελατείας αὐτοῦ καὶ ἐρχόμενον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀποζημιούμενον δὲ διὰ μιᾶς καὶ μόνης δραχμῆς! Τὸ νομοσχέδιον προεῖδε, φαίνεται, τὰς ἀντιρρήσεις ταύτας, καὶ ὁ συντάκτης αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ τὰς δικαιολογήσῃ. Ἐν τῇ δικαιολογητικῇ δὲ ἐκθέσει λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς ἰατρῶν, ἐπιζητούντων τὴν ἄνευ ἀνάγκης ἔκδοσιν παραγγελιῶν· κατ’ ἀκολουθίαν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων δὲν ἀπειλεῖται κίνδυνος μὴ εὑρέσεως ἰατρῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἁπλῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐπιδέσεως τραυμάτων κλπ.» Καὶ ἐρωτῶ: ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ λειτουργία καὶ ἡ ἐπέμβασις τοῦ ἰατροῦ ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις συνίσταται εἰς τὴν ἁπλῆν ἐπίδεσιν τῶν τραυμάτων, καὶ ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἐπιστήμονες ἰατροὶ εὐθηνοί, λόγῳ τῆς ἀφθονίας; Ἐὰν γίνωνται καταχρήσεις, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἰατροὶ περισαίνοντες τὸν Εἰσαγγελέα ἢ τὸν ἀνακριτήν, ἐὰν πολλαπλασιάζωνται αἱ παραγγελίαι πρὸς ἐπισκέψεις ἢ ἐπιδέσεις, κτυπήσατε τὰς καταχρήσεις, μὴ καταβιβάζετε ὅμως ἐπὶ τοσοῦτον τὸν ἰατρόν, τὸν ἐπιστήμονα, ὥστε νὰ τὸν ἀποζημιῶτε διὰ μιᾶς καὶ μόνης δραχμῆς. Τί ἆρά γε; εἶναι λόγος ἐπαρκής, ὅτι ὑπάρχει πληθὺς ἰατρῶν, ὅτε καὶ τὸ ἐπιτήδευμα ἀποβαίνει εὐθηνότερον; Ἐὰν δὲ ζητῶμεν ἰατροὺς εὐθηνούς, ἵνα διαφωτίσωσι τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλοίμονον, Κύριοι, εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἐκείνην, ἡ ὁποία διὰ τοιούτων μέσων καὶ διὰ τοιούτων ὀργάνων ἀνιχνεύει τὴν εὕρεσιν τῆς ἀληθείας! Δὲν θὰ παρατείνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπαρκῆ θεωρῶ τὰ λεχθέντα. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἑτέρα ὄψις τοῦ ἑτέρου μέρους τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν πρόληψιν τῶν καταχρήσεων, τῶν μέχρι τοῦδε γινομένων κατὰ τὰς ἐκκαθαρίσεις τῶν δικαιωμάτων τῶν μαρτύρων, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα, ὡς καὶ πάντες, ὑποθέτω, οἱ εἰς τὰ Δικαστήρια φοιτῶντες τὴν αὐτὴν ἔχουσι γνώμην, διότι πράγματι ἐξασκεῖται κατάχρησις μεγίστη ἐν τῇ προεξοφλήσει τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ τοιαύτην πολύπλοκον διαδικασίαν, ὥστε πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ναυαγήσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Οἱ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον βλέπουσιν ὅτι ἐπιβάλλει εἰς τὴν καλοῦσαν ἀρχὴν νὰ σημειοῖ ἐπὶ τῆς κλήσεως τὰ ὀφειλόμενα λόγῳ τῆς ἀποστάσεως δικαιώματα, εἰς τὸν Πρόεδρον, τὸν κατὰ τὴν συνεδρίαν διευθύνοντα τὴν συζήτησιν, νὰ βεβαιοῖ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ μάρτυρος, εἰς τὸν γραμματέα νὰ καταχωρίζῃ τὰς κλήσεις αὐτάς, καὶ νὰ τηρῇ βιβλίον, καὶ νὰ πληρώνῃ αὐτὰς ἐκ τῆς προκαταβολῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τῆς ἐκπληρώσεως δὲ τούτων πάντων τῶν διατυπώσεων ἐπιτηρητὴν καὶ ἔφορον θέτει τὸν Εἰσαγγελέα. Θεωρητικῶς, καὶ ὅπως ἔχουσι ταῦτα ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι καλὰ καὶ ἅγια· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι; Καὶ ὁ γραμματεὺς θὰ ἀντιστῇ ἆρά γε εἰς τὸν πειρασμόν, ἵνα φαλκιδεύσῃ, χάριν τῆς προθυμοτέρας καταβολῆς, τὰ μαρτυρικὰ δικαιώματα; Καὶ θὰ τηρῇ πράγματι τὸ βιβλίον αὐτό, ὥστε ἡ ἐξέλεγξις νὰ ἦναι πρόχειρος; Ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ἄτλας τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς διαδικασίας, θὰ δύναται καὶ ἐκεῖ νὰ ἐπιβλέπῃ; Ἐπιβάλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸ νομοσχέδιον πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ ποῖος Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εὐσυνείδητος θὰ δύναται νὰ τιμωρήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, διότι δὲν ἔχει Λυγγὸς ὄμματα, διὰ νὰ ἐπιβλέπῃ ὅλην αὐτὴν τὴν λειτουργίαν, ἧς ἡ ἐπίβλεψις διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς αὐτὸν ἀνατίθεται; Ἀλλὰ προσθέτως πρὸς ὅλα τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, λέγω, ὅτι οἱ ἐκ τῶν συναδέλφων δικανικοὶ γινώσκουσιν, ὅτι ἐν τοῖς δικαστικοῖς νόμοις πολλὰ εἶναι ἀναγεγραμμένα καθήκοντα, ἐπιβαλλόμενα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ συγχρόνως γινώσκουσι καὶ πόσα ἐξ αὐτῶν ἐκπληροῦνται, καὶ ὅτι πολλὰ μένουσι γράμματα κενὰ, διὰ τὸ ἀδύνατον τῆς ἐκπληρώσεως, ὁσάκις μάλιστα, ὅπως συμβαίνει, λόγῳ οἰκονομίας, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχῃ τοὺς βοηθοὺς τοὺς ἀναγκαίους, διότι, ἐκτὸς ὀλίγων τινῶν Πρωτοδικείων, παρὰ τοῖς ὁποίοις ὑπάρχει καὶ ἀντεισαγγελεὺς, εἰς τὰ λοιπὰ ὅλη ἡ ἐργασία ἀνατίθεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐκεῖ δὲ κατ’ ἀνάγκην ἐν πολλοῖς τοῦ Εἰσαγγελέως τὰ καθήκοντα ἐκπληροῖ ὁ γραμματεὺς ἢ ὁ ὑπογραμματεὺς, διὰ δὲ τὴν ἀνάκρισιν, γινώσκομεν πάντες, ὅτι παρὰ τῷ ἀνακριτῇ ὑπάρχει γραμματεὺς, ὁ ὁποῖος καταντᾷ ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ ἐν πολλοῖς, διότι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ ἀνακριτής. Ἐὰν λοιπὸν εἰς ὅλα ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμενα, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀτελῶς ταῦτα θὰ ἐφαρμοσθῶσιν· οὐχ ἧττον ἂς ψηφισθῶσι, καὶ ἐὰν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὑπάρξῃ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως καὶ βελτιώσεως, πάντοτε ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι παροῦσα, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν βελτίωσιν. Καταλήγων τολμῶ νὰ δώσω μίαν συμβουλὴν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ ἀκουσθῇ, ἀλλὰ τὴν ἀναφέρω διὰ τὴν ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς μου· Θὰ ἐτόλμων νὰ προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποσύρῃ τὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, τὰ δὲ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ψηφιζόμενα δύνανται πράγματι ν’ ἀποδειχθῶσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ χρήσιμα.
§180Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅτε ἀνέγνων τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, μετὰ τῆς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κατελήφθην καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὰς θλιβερὰς σκέψεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας φαίνεται ὅτι κατέχεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ Κράτος μας. Ἐγὼ δὲν ἀνέμενον, — ὀφείλω νὰ τὸ δηλώσω, — ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι τόσον θλιβερὰ, ὅσον ὑποδεικνύει καὶ περιγράφει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τολμῶ δὲ νὰ ἐπιμείνω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι σφάλλεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατά τε τὴν ἀντίληψιν καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔσχε, περιγράψας μὲ τόσον μελανὰ χρώματα τὴν κατάστασιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Δὲν παραδέχομαι, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα ἄνευ ἀνάγκης προσκαλοῦσιν ἐπιστήμονας εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν ἐκθέσεων, ἐπὶ τῷ τέλει καὶ μόνῳ τοῦ νὰ χαρίσωσι πρὸς τοὺς ἐπιστήμονας αὐτοὺς δύο δραχμάς. Δὲν ὑπέπεσέ ποτε εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, καίτοι δικηγορῶ καὶ ἀσχολοῦμαι τόσον περὶ τὰ πολιτικὰ, ὅσον καὶ περὶ τὰ ποινικὰ, δὲν ὑπέπεσε, λέγω, ποτὲ εἰς τὴν ἀντίληψίν μου τοιοῦτόν τι, οὔτε πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ὑπάλληλος τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας ἱκανὸς νὰ διαπράξῃ τὸ τοιοῦτον. Δὲν δέχομαι, Κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος μας ἔφθασεν εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν, ὥστε νὰ ἐκδίδωνται ἐντάλματα βιαίας προσαγωγῆς ἐκ συμπαιγνίας, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μεταξὺ τοῦ ἐκδίδοντος καὶ τοῦ ἐκτελοῦντος, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ λάβῃ ὁ χωροφύλαξ τὴν εὐτελῆ ἀμοιβὴν, τὴν ὁποίαν τῷ παρέχει ὁ νόμος. Ἐλπίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι δὲν αἰσιοδοξῶ, ἀλλ’ ὀρθότερον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐκτιμῶ τὴν κατάστασιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἐμὴ ἀντίληψις εἶναι ὀρθοτέρα, καίτοι δὲν θέλω νὰ φανῶ ὅτι ὑπερτιμῶ ἐμαυτὸν ἀπέναντι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ, Κύριοι, μετὰ τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ εἰσηγήσει του, περιγράφων τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, καὶ μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἐν τῇ ἐκθέσει του, «κανονίσας ἐπὶ τὸ λυσιτελέστερον τὰ κακῶς ἔχοντα», ἀνέμενον ὅτι ἤθελον ἐν τῷ σχοινοτενεῖ τούτῳ νομοσχεδίῳ εὕρει τὴν θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων, τὴν τιμωρίαν τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διαπράττουσιν ἐκβιάσεις καὶ πλαστογραφίας εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀτυχῶς, εἴτε διότι ἐλησμόνησε τὴν μεγάλην ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐφαντάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἴτε δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα ἄλλον λόγον, ἐλησμόνησε τὴν ἐπιτακτικὴν ταύτην ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διετύπωσε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν μου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιγράφει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, καὶ τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Πῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, κατέχοντες ἐπὶ ἑξάμηνον τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐφαντάσθητε ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὅτι ἐκδίδονται ἐκ συμπαιγνίας ἐντάλματα, ὅτι κατὰ χάριν ἐκδίδονται παραγγελίαι, ὅτι διαπράττονται τοιαῦται ἐκβιάσεις καὶ τοιαῦται πλαστογραφίαι, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς πρὸς δεκαρολογίαν ἐκδίδει τὸ ἔνταλμα,—διότι ὑμεῖς οὐδένα ἄλλον τρόπον εὑρίσκετε, —δὲν ἐκρίνατε τοῦ κόπου ἄξιον νὰ λάβητε ἄλλα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῆς ἀθλίας ταύτης καταστάσεως, παρὰ νὰ περικόψητε ἁπλῶς τὴν δεκαρολογίαν τοῦ χωροφύλακος; Τὸ Κράτος λοιπὸν αὐτὸ εἶναι τόσον ἀπηλπισμένον περὶ ἑαυτοῦ, ὥστε, εὑρίσκον τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης του τόσον ἀθλίαν, νὰ μὴ δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ οὐδενὸς ἄλλου, παρὰ πῶς νὰ δεκαρολογήσῃ καὶ αὐτό; Οὐδένα, Κύριοι, θὰ δυνηθῇ νὰ πείσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον. Δὲν κρίνω δ’ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Βεβαίως πολλὰ τῶν παρ’ ἡμῖν πλημμελῶς ἔχουσιν, ἀλλὰ δὲν δέχομαι ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν. Ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν, πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ ἀρχίσωμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς ἐπαύριον· ἐὰν ὅμως δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, πρέπει ν’ ἀποσύρῃ τὴν ἔκθεσίν του ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ ἄλλην ἔκθεσιν, δικαιολογοῦσαν τὸ νομοσχέδιον. Τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν πραγματογνωμόνων ἔχουσι κακῶς; Οἱ μάρτυρες ἀποζημιοῦνται σήμερον, ὅπως ἀπεζημιοῦντο πρὸ ἑνὸς αἰῶνος, καὶ κρίνει ἡ Πολιτεία, ὅτι πρέπει ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον νὰ τοὺς ἀνταμείβῃ; Ἀλλ’ αὐτὰ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τόσον μηδαμινὰ πράγματα, ὥστε δὲν ἤξιζε καὶ δὲν ἥρμοζεν, ἐπιζητοῦντες τὸν περιορισμὸν τῶν εὐτελῶν αὐτῶν δαπανῶν, νὰ ζωγραφίσητε διὰ τοιούτων μελανῶν χρωμάτων τὴν κατάστασιν τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὕτω κρίνει τὰ πράγματα, καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν φοβερὰν ἔκθεσιν μᾶς εἰσήγαγε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων δὲν εὑρίσκει ἄλλο τι ἢ τὴν ψαλίδισιν τῆς δραχμῆς, τῆς δεκάρας καὶ τοῦ λεπτοῦ! Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι οὕτω δεικνύομεν, ὅτι ἠρχίσαμεν νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν. Ἠρχίσαμεν, Κύριοι, ἀπὸ σειρὰν γεγονότων ἀπογοητευτικῶν νὰ ἐπηρεαζώμεθα, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν πεποίθησιν περὶ τῆς ἐπαύριον. Προχθὲς ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος σαφῶς μᾶς εἶπεν, ὅτι, καίτοι ἀναγνωρίζει τὴν μεγάλην ἀνάγκην ὑπηρεσιῶν τινων, ἐπειδὴ ὅμως οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐντεταλμένοι τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς ὑπηρεσίας, θὰ καταργήσῃ αὐτήν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λόγος, ὅπως στερηθῇ τῶν τοιούτων ὑπηρεσιῶν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία; Παρόμοιόν τι λαμβάνει χώραν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπληροφορήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι διαπράττονται καταχρήσεις· δὲν ἐσκέφθη, πῶς τὰς καταχρήσεις ταύτας νὰ τιμωρήσῃ, δὲν σκέπτεται, πῶς διὰ προληπτικῶν μέσων νὰ πολεμήσῃ αὐτὰς, ἀλλ’ ἀπέχων πάσης ἀποπείρας καταπαύσεως τοῦ κακοῦ λέγει: «ἂς περιορίσω τουλάχιστον τὰ δαπανώμενα ἐν τῷ ἀθλίῳ αὐτῷ Κράτει· ἂς ὑφίσταται δι’ αὐτὰς τὰς παρανομίας, δι’ αὐτὰς τὰς ἐκβιάσεις, κατά τι ὀλιγωτέρας δαπάνας τὸ Κράτος τοῦτο, καὶ δὲν πειράζει· ἂς ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του αὐτὸ τὸ Κρατίδιον»! Ὄχι, Κύριοι, δὲν συμμερίζομαι αὐτὴν τὴν σκέψιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἐγὼ συμμερίζωμαι ἢ ὄχι τὰς σκέψεις τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν· πρόκειται περὶ τοῦ ἄν ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ καὶ δὲν θὰ δεχθῇ τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ συζητήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, εἴτε εἰς ἐπιτροπὴν νέαν, εἴτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήχθη καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως 8 Πρωτοδικείων. Τοῦτο δὲ πρὸς οὐδένα ἄλλον σκοπὸν προτείνω ἢ μόνον διότι ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπανερχόμενος εἰς ὀρθοτέρας σκέψεις, θὰ δεχθῇ νὰ διορθωθῶσι διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ἠξεύρω τί πρῶτον καὶ τί ὕστατον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ σχολιάσω. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, μετὰ τὴν ἐπαγγελίαν ὅτι τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραττόμενα θὰ θεραπεύσῃ ὁ προτείνων Ὑπουργὸς, ἀναγινώσκω ἐδῶ μίαν πραγματείαν, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τὴν ὁποίαν κανονίζονται ἐπουσιωδέστατα πράγματα, καὶ ἀπασχολεῖται ὁ νομοθέτης, ὁδηγῶν τὸν μάρτυρα, πῶς νὰ ἐγχειρίσῃ τὴν κλῆσίν του, ὁδηγῶν τὸν Εἰσαγγελέα μὲ τίνα χεῖρα —μὲ τὴν δεξιὰν ἢ τὴν ἀριστερὰν— θὰ παραλάβῃ ἀπὸ τὸν μάρτυρα τὴν κλῆσιν, ὁδηγῶν τὸν γραμματέα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ μετρήσῃ τὰ δεκάλεπτα εἰς τὸν μάρτυρα! Αὐτὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔργα νομοθετικά. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς πολὺ, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον αὐτῆς νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου καὶ μιᾶς ἑκάστης περιόδου. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, —δὲν κάμνω δὲ διάκρισιν, ἄν τινες ἐξ ὑμῶν εἶναι ἢ δὲν εἶναι δικηγόροι ἢ νομικοὶ, διότι καὶ οἱ μὴ ὄντες δικηγόροι ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ εἰσέλθητε εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ γνωρίζετε τὰς ἀνάγκας τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, — ἀρκεῖ, λέγω, νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο μόνον, ὅτι βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀπασχόλησις τοῦ γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν μαρτύρων. Ὁ γραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου, κατ’ αὐτὸ τὸ φοβερὸν νομοσχέδιον, εἶναι ὑποχρεωμένος αὐτὸς νὰ πληρώνῃ καὶ νὰ καθαρίζῃ τὰ μαρτυρικὰ δικαιώματα, καὶ τῷ εἶναι ῥητῶς ἀπηγορευμένον νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς ὑπογραμματέα τινά. Ὁ γραμματεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, Κύριοι, ὡς πάντες οἱ εἰσελθόντες εἰς Πρωτοδικεῖον γνωρίζετε, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Πρωτοδικείου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τὸν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν του. Δὲν ἔχει τὸν καιρὸν ὁ γραμματεὺς οὐδὲ εἰς τὰς συνεδριάσεις νὰ λάβῃ μέρος, οὐδὲ τὴν ἀναγκαίαν ἐποπτείαν νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῶν ὑπογραμματέων, οὐδὲ μετὰ τῶν δικαστῶν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν, καθ’ ἃ εἶναι ὑπόχρεως, διὰ τὰ τῆς ὑπηρεσίας του, ἀλλὰ πρέπει ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας, ἐπὶ ποινῇ, νὰ ᾖναι ἀπησχολημένος εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δικαιωμάτων εἰς τοὺς μάρτυρας! Δὲν δύναται δὲ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς ὑπογραμματέα. Ἐὰν κωλύηται, ἐὰν ᾖναι ἀσθενής, ἀναθέτει τὴν ὑπηρεσίαν, λέγει αὐτὸ τὸ δρακόντειον νομοσχέδιον, εἰς ποῖον; εἰς τὸν ἀρχειοφύλακα τοῦ Πρωτοδικείου! Σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ὡς δοκίμιον νεαροῦ τινος μαθητοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελε δοθῇ ὡς θέμα νὰ συντάξῃ μεταρρύθμισιν τῆς ποινικῆς διατιμήσεως, θὰ ἦτο μέτριον τὸ ἔργον· ἀλλ’ εἰς νομοσχέδιον ὑποβαλλόμενον ἀπὸ τὸν σεβαστὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοὐλάχιστον εἶναι ἄξιον ἀπορίας καὶ ἐκπλήξεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι οὐδὲ τὰ προσχήματα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τηρεῖ, οὐδὲ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ εἶναι εὔστοχον καὶ σκόπιμον τὸ νομοσχέδιον, εἶπον, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπανήρχετο βεβαίως βραχύτερον μὲν κατὰ τὴν ἔκτασιν, ἀλλ’ ἁρμονικώτερον, θὰ περιεῖχε διατάξεις σκοπίμους καὶ τέλος πάντων θὰ ἦτο ἐφαρμόσιμον...
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας.
§182Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα,
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου ὑποβάλλει πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποστηρίζουσι 10 Βουλευταί;
§184ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§185ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις πρῶτον.
§186Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ πρῶτον, καὶ ἔπειτα νὰ ἐξακολουθήσω.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
§188Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουσι 10 Βουλευταὶ τὴν πρότασιν;
§190Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως τὴν ὑποστηρίζουσιν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν τοῦτο. Δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως θὰ τεθῇ ἡ πρότασις.
§191Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν ὑπάρχει.
§192Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀναβολῆς, μάλιστα· ἀλλὰ δὲν ἔχετε πρότασιν ἀναβολῆς. Πρόκειται περὶ οὐσιαστικῆς παραπομπῆς. Λοιπὸν, προκειμένου περὶ τοιαύτης προτάσεως, πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις, καὶ θὰ ἔλθῃ ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως τὸ ζήτημα, ἂν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν ἢ θὰ συζητηθῇ κατ’ ἄρθρον.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον θὰ ᾖναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα;
§194Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως θὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή, ἂν πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Καλομενόπουλε.
§196Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπέδειξε τὴν γνώμην ταύτην, δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ δυστροπήσω. Ἐν τούτοις συνεχίζω. Ὅπως ἐνοήσατε, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλὰ εἰς ὅσα εἶπον περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλά, Κύριοι, διότι κατέστησα σαφῆ τὴν γνώμην, ἣν ἔχω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργός. Θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄσκοπον, δὲν πληροῖ τὸν σκοπόν, δι’ ὃν εἰσήχθη. Θέλετε νὰ εἴπω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι μόνον σκοπὸς ὀρθοτέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἶναι καὶ σκοπὸς οἰκονομίας; Ἐὰν καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν πρέπῃ νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, πρῶτον ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν εἶμαι παρασκευασμένος, ἵνα ταύτην τὴν στιγμὴν ἐξετάσω τὴν γνώμην, ἥν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεώς του. Δὲν εἶμαι παρασκευασμένος, διότι δὲν συνοδεύει μὲ κανὲν δικαιολογητικὸν τὸ νομοσχέδιόν του ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν μᾶς λέγει, ὁποία τις οἰκονομία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεώς του. Ἡ ἐλάττωσις τῶν δικαιωμάτων δὲν σημαίνει ὅτι θὰ συνεπαγάγῃ καὶ ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, διότι γνωρίζομεν, ὅτι, ὅσον μεγαλειτέρας δυσκολίας παρεμβάλλομεν εἰς τὴν προσέλευσιν τῶν μαρτύρων, εἰς τόσον περισσοτέρων δικαιωμάτων τὴν πληρωμὴν εἶναι ἐκτεθειμένον τὸ Δημόσιον, εἰς τόσον περισσοτέρας δαπάνας ὑποβάλλεται, διότι ἐπέρχεται ἀναβολὴ τῶν δικῶν κλπ. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ θεωρῶ ἐντελῶς δευτερεῦον, προκειμένου περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν τὸ θέτω εἰς ἐντελῶς ὑστέραν μοῖραν. Ἡ οἰκονομία ἄλλως τε, ἣν ὑποθέτω ὅτι προσδοκᾷ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεώς του, θὰ ἦναι τόσον μικρὰ, ὥστε εἶναι ἀναξία τοῦ λόγου καὶ τοῦ κόπου. Τὸ νομοσχέδιον θὰ κριθῇ ὡς νομοσχέδιον δικαστικόν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν, δυναμένην νὰ μελετήσῃ τοῦτο καὶ συνδυάσῃ τὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας φέρει τὸ νομοσχέδιον, μὲ τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ὅπως ἔχει, τὸ θεωρῶ ἄστοχον· τὸ θεωρῶ δέ, Κύριοι, ὄχι μόνον ἄστοχον, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον. Τὸ θεωρῶ ἐπιζήμιον, διότι ἔγκειται εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητῇ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἀλλ’ ἔγκειται εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ ἡσυχάζῃ ὅτι εὗρε τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἔστω καὶ μὲ τὸ ἀνεπιστημονικώτερον τῶν φαρμάκων. Ἐὰν ἡ κατάστασίς μας ἦναι τοιαύτη, ἂν οὐχὶ οἵαν τὴν περιγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ οἵαν τὴν αἰσθανόμεθα πάντες, ἐὰν ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν δὲν ἵσταται εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην τῆς τελειότητος, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ τὴν βλέπωμεν, δὲν λαμβάνομεν δὲ μέτρα ἀνάλογα, ἀλλὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἀτελοῦς μέτρου, θὰ ἐξέλθωμεν, Κύριοι, ἐντεῦθεν μὲ τὴν συναίσθησιν τάχα ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον μας, ὅτι ἐλάβομεν μέτρα καὶ ἡμεῖς κατὰ τὴν περίοδόν μας ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄρσεως τοῦ ὑπάρχοντος κακοῦ; Ὄχι, Κύριοι· πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα γενναῖα, πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας μας, τὰς ἀνάγκας μας, τοὺς πόρους μας, καὶ ἀναλόγως αὐτῶν νὰ λάβωμεν μέτρα πρὸς μεταρρύθμισιν τῶν κειμένων, ὅπως ἐπέλθῃ διόρθωσις αὐτῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς βαθείας μελέτης. Νομοσχέδιον, οἷον τὸ προκείμενον, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, συνετάχθη ἐν σπουδῇ, ἐπὶ ποδὸς, οὕτως εἰπεῖν, δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ φέρῃ τὴν ἀνόρθωσιν ταύτην, τὴν βελτίωσιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἣν ἀναμένει παρ’ ἡμῶν ὁ ἐντολεὺς ἡμῶν Ἑλληνικὸς λαός.
§197Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν οὐσίαν, κύριε Βουλευτά;
§199Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θὰ ἦμαι τόσον ἀμείλικτος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον ὑπῆρξαν οἱ κύριοι συνάδελφοι· ἀλλὰ θὰ τολμήσω, μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν μέτρῳ δικαιοσύνης θὰ κριθῶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ἡ πρόθεσις τοῦ νὰ κατακρίνω ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἴσως πολὺ ἐκοπίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἐγεννήθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος, καὶ διὰ τοῦτο εἶδόν τινας τῶν κυρίων συναδέλφων ἐξεγειρομένους, ὅτε συνεζητεῖτο διάταξις σχετιζομένη πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων. Μοὶ ἔκαμε, λέγω, ἐντύπωσιν τοῦτο, διότι δὲν διστάζω, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν δὲν ἦναι τὸ σπουδαιότερον, εἶναι βεβαίως ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἐκ τοῦ περιεχομένου καὶ τῆς ὀρθότητος τῶν διατάξεων, ὅσον ἐκ τῶν συνεπειῶν, εἰς ἃς δύναται νὰ φέρῃ ἡ ψήφισις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοθετήματος. Διότι πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τρεῖς κυρίως ἰδέας ἐσκόπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ· τὴν ἰδέαν τῆς οἰκονομίας διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν πραγματογνωμόνων, ἥτις ὑπῆρξεν ἄστοχος ἰδέα, ἄστοχος ἀρχή· ἐσκόπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ταχεῖαν πληρωμὴν τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων πρὸς τοὺς μάρτυρας καὶ τὴν ἀσφαλῆ ἐπίδοσιν τῶν κλήσεων πρὸς τοὺς μάρτυρας καὶ τοὺς κατηγορουμένους—ἁγία ἀρχὴ καὶ ὀρθοτάτη ἰδέα·—ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ μὲν πρώτη τῶν ἰδεῶν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ πραγματοποιουμένη θὰ φέρῃ βεβαίως καταστρεπτικὰ διὰ τὴν Δικαιοσύνην ἀποτελέσματα, αἱ δὲ δύο ἄλλαι ἰδέαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, αἱ ὀρθόταται, τὰς ὁποίας ἐκ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι διὰ τῶν διατάξεων, ἃς περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι συζητῶν καὶ ἐρευνῶν τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ πείσω πάντας ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λίαν φιλοτίμως ἐζήτησε νὰ πραγματοποιήσῃ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τριῶν τούτων ἰδεῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ὅ,τι παρετήρησαν καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὅτι δηλ. καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πάντες οἱ πρὸ αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω διατὶ, μὴ ἔχοντες τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα καταγείνωσιν εἰς ἔργα μεταρρυθμιστικὰ τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς, τουτέστιν εἰς ἔργα μεταρρυθμιστικὰ τῆς νομοθεσίας τῆς ἀφορώσης ἐν γένει τὴν Δικαιοσύνην, καταγίνονται εἰς δευτερεύοντά τινα ζητήματα, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ἰδέας, ὅτι τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τόσον κακῶς, ὥστε αὐτοὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποδεικνύουσιν εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης συμπράττουσι μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελέσεως, ὅπως κλέψωσι τὸ Δημόσιον! Αὐτὸ δὲν εἶναι πάθος, τὸ ὁποῖον κατέλαβε μόνον τὸν παρόντα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης — πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν· — δὲν ἐνθυμοῦμαι Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος εἴτε ἐν μεγάλῃ κλίμακι εἴτε ἐν μικρᾷ νὰ μὴ μᾶς ὑπέδειξε πολλάκις, ὅτι εἰς τοιαύτην εὑρίσκεται κατάστασιν ἡ Δικαιοσύνη. Καὶ εἶναι, Κύριοι, βλασφημία αὐτὸ, καὶ πρέπει ἡμεῖς, οἱ γνωρίζοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ οἱ γνωρίζοντες τοὺς δικαστικοὺς ἄνδρας, νὰ ἐγείρωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, καὶ πενόμενοι, πεινῶντες καὶ γυμνητεύοντες, διατηροῦσι τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης ὑψηλά· πρέπει νὰ ἐγείρωμεν ὑπὲρ αὐτῶν φωνὴν, διὰ ν’ ἀποκρούσωμεν τοιαύτην μομφὴν, ὅταν μάλιστα ἐξέρχηται ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Γνωρίζετε ὑμεῖς, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι δικαστικοὶ ἄνδρες μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἐξευτελιζόμενοι, ὥστε νὰ συνεννοῶνται μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δὴ τῆς χωροφυλακῆς, διὰ νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα, ὅπως ἐντεῦθεν πορίζωνται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μοιράζονται ἐξ ἡμισείας μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Διότι τίνα λόγον θὰ ἔχῃ ἡ ἐκ συμπαιγνίας ἔκδοσις τούτων ἐνταλμάτων, ἂν δὲν ἔχῃ τὸν λόγον τοῦτον; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, Κύριοι, κανένα. Γνωρίζω μόνον, ὅτι οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης πένονται, γνωρίζω μόνον, ὅτι οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης μετροῦσι τὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον δίδουσιν εἰς τὰ τέκνα των· ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι κατὰ κανόνα ἀπαράβατον οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης κρατοῦσιν ὑψηλὰ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἦσαν εὐτυχῆ ὅλα τὰ Κράτη, ἂν εἶχον δικαστικοὺς χαρακτῆρας, ὡς πρὸς τὴν ἔποψιν ταύτην, οἵους ἔχει ἡ Ἑλλάς. Ἐὰν μειονεκτῶσι κατ’ ἄλλα τινὰ οἱ δικαστικοὶ ἡμῶν ἄνδρες, βεβαίως δὲν μειονεκτοῦσι κατὰ τοῦτο. Ἠδύνατο ἴσως νὰ κατηγορήσῃ τις πολλοὺς ἐξ αὐτῶν ἐπὶ σκαιότητι, ἐπὶ κακῇ συμπεριφορᾷ, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς κατηγορήσῃ ἐπὶ μεροληψίᾳ καὶ ἐπὶ κακοηθείᾳ. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ δὲν εἶναι; Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀκούωνται τοιοῦτοι λόγοι ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, λόγοι στιγματίζοντες τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀτενίζωμεν ὡς πρὸς ἄγκυραν σωτηρίας;
§200Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς κατηγόρησε τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης. Ματαιοπονεῖτε, λέγοντες τοιαῦτα.
§201Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι τοῦτο ἔμεινε σήμερον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὑγιές. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα τοῦτο, διότι πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταφερώμεθα κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τρέφωμεν σεβασμὸν διὰ τὴν ἄκραν αὐτῶν ἐντιμότητα. Ἔλεγον λοιπὸν, — ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, — ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιζητῶν οἰκονομίαν, — δὲν γνωρίζω πόσην, διότι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει δὲν ἀναφέρει πόση θὰ ἦναι ἡ οἰκονομία ἡ ἐκ τῶν ἐλαττώσεων τῶν δικαιωμάτων τῶν ἡμεραργιῶν καὶ τῶν ἰατρικῶν καὶ τῶν ἄλλων πραγματογνωμοσύνης κλπ. ἀποζημιώσεων, — ἐπιζητῶν, λέγω, νὰ φέρῃ οἰκονομίας, καταφέρει σπουδαῖον τραῦμα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Διότι, ὅσον καὶ ἄν τινες τῶν κυρίων συναδέλφων δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι σχετίζονται αἱ διατάξεις αὗται πρὸς τὴν ἐν γένει ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι εἰς στενωτάτην εὑρίσκονται πρὸς ταύτην σχέσιν. Σᾶς ἀπέδειξε δὲ ἀγορεύων ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι ἡ πραγματογνωμοσύνη καὶ ἰδίᾳ αἱ ἰατροδικαστικαὶ ἐκθέσεις κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι σπουδαιότατα μέσα, δι’ ὧν ἡ Δικαιοσύνη δύναται νὰ ἔχῃ τὸ φῶς εἰς συγκεκριμένας περιστάσεις. Ἀλλὰ τὸ φῶς τοῦτο ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι λάμπον καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἔχει ἀξίαν, ἐφ’ ὅσον προέρχεται παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἠθέλησαν καὶ ἠδυνήθησαν νὰ ἐργασθῶσιν, ὡς πρέπει νὰ ἐργάζωνται οἱ τοιούτου εἴδους ἐπιστήμονες. Ἀλλ’ ὅταν ἐννοῆτε ν’ ἀποζημιώνητε τοὺς ἰατροδικαστὰς διὰ τῆς γλισχροτάτης ἀποζημιώσεως, ἣν ὁρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ὅταν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναφωνῇ, ὅτι πληθὺς τοιούτων ἰατροδικαστῶν εἶναι ἕτοιμοι νὰ παράσχωσι τὰς ὑπηρεσίας των, γνωρίζετε ὁποῖον φῶς θέλετε ἔχει διὰ τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην;
§202Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί λαμβάνουν σήμερον αὐτοί;
§203Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐρώτησίν σας ἀπήντησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι, ἂν σήμερον δὲν λαμβάνουσιν ὅσα πρέπει νὰ λαμβάνωσιν, ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγητε νομοσχέδιον αὐξάνον τὰ λαμβανόμενα ποσά, εἰ δ’ ἄλλως, δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγητε νομοσχέδιον, ἐξ οὗ δείκνυται, ὅτι δὲν εἶσθε Ὑπουργὸς Κράτους πεπολιτισμένου. Διότι, ἂν ἐξετάσητε τί γίνεται εἰς ἄλλα μέρη, θὰ ἴδητε πῶς ἀμείβονται οἱ παρέχοντες τὰς κυριωτέρας ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, — διότι οἱ ἰατροδικασταὶ εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέσον, εἰς ὃ θέλει στηριχθῇ μία δικαστικὴ ἀπόφασις. — Καὶ μ’ ἐρωτᾶτε, τί λαμβάνουσι σήμερον. Ἐὰν σήμερον, ἕνεκα τοῦ ὅτι δὲν λαμβάνουσιν ὅσα πρέπει, λίαν ἀτελῶς ἔχουσι τὰ τῶν ἰατροδικαστικῶν ἐκθέσεων, εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν γείνῃ νόμος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, αἱ ἀτέλειαι θὰ φθάσωσι μέχρις ἐκμηδενίσεως τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Θεωρῶ λοιπόν, ὅτι αἱ τοιαῦται μειώσεις θέλουσι σπουδαίως παραβλάψει τὴν Δικαιοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Σύρου, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μελετηθῇ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοιαύτη ἐπιτροπή, γνωρίζουσα τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἰατροδικαστικῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν πραγματογνωμοσυνῶν, ποτὲ δὲν θὰ θελήσῃ ν’ ἀποδεχθῇ τοιαύτας διατάξεις, αἵτινες καθιστῶσιν ἀνωφελεῖς τὰς τοιαύτας ἐκθέσεις τῶν πραγματογνωμόνων καὶ οὐδὲν κῦρος παρέχουσιν ἀπέναντι τῆς δικαιοσύνης, εἴτε λόγῳ τῆς εὐτελείας τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θέλουσι σπεύδει πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων πράξεων, εἴτε λόγῳ τῆς ἀνικανότητος αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε δὲν θέλουσι παρέχει τοιαῦται ἐκθέσεις, οὕτω πως ἀμειβομένων τῶν ἐκτελούντων αὐτὰς προσώπων, πίστιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Πολλάκις παρέστη ἀνάγκη εἰς δίκην νὰ καταφύγῃ ἡ Δικαιοσύνη εἰς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ἰατροὺς, καὶ προκαλέσῃ ἰατροδικαστικὴν ἐξέτασιν ἐκ μέρους αὐτῶν, εἴτε ὅπως ἐκφέρωσι τὴν κρίσιν αὐτῶν, εἴτε ὅπως ἐξετάσωσιν ἀπ’ εὐθείας. Ἐννοεῖτε, ἐάν ποτε λάβῃ ἀνάγκην ἡ Δικαιοσύνη νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ φῶτα τῶν τοιούτων ἰατρῶν, τί θέλει συμβῆ ἕνεκα τῆς ἀμοιβῆς.
§204Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον τί λαμβάνουσι;
§205Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Προβλέπει περὶ αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον.
§206Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Λαμβάνουσι μίαν δραχμὴν, ἣν θὰ λαμβάνωσι καὶ ὅταν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι διὰ περιγραφῆς τῶν διατάξεων αὐτοῦ θέλουσι λαμβάνει τὴν αὐτὴν ἀμοιβήν, ἣν σήμερον λαμβάνουσι. Τί νομοθετεῖτε λοιπὸν, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι θέλουσι περιγραφῆ αἱ διατάξεις αὗται, ἵνα ἐξυπηρετηθῇ ἡ Δικαιοσύνη; Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου εἶναι ὀρθοτάτη. Ἀλλὰ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον; Ἴδωμεν, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβλεψε περὶ τῆς ἀμέσου πληρωμῆς τῶν μαρτύρων καὶ περὶ τῆς κλητεύσεως τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν μαρτύρων. Προχθές, κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶπον τινὰ ἐπ’ αὐτοῦ, καίτοι δὲν εἶχον μελετήσει αὐτὸ, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος. Ἐμελέτησα ἤδη αὐτὸ, καὶ εἶδον τὴν διαδικασίαν, τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν μαρτύρων, τῶν καλουμένων εἴτε ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ εἴτε ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου. Τίς ἐκ τῶν κυρίων εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὅσα τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει ἐν ταῖς σχετικαῖς διατάξεσι; Τὸ νομοσχέδιον ἀξιοῖ, μόλις ὁ μάρτυς ἐξετασθῇ, νὰ θεωρηθῇ ἡ κλῆσίς του, ἀφοῦ βεβαιωθῇ ἡ ταυτότης του καὶ ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ παραδοθῇ ἡ κλῆσις πρὸς τὸν μάρτυρα, ὅστις θέλει αὐτοστιγμεὶ μεταβῆ παρὰ τῷ γραμματεῖ, ἵνα πληρωθῇ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Ἀλλὰ γνωρίζετε πόσας ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος συνεδριάζουσι τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ μεγάλα μάλιστα κέντρα, ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις κλπ.; Ἐὰν ἔχωσι δύο ἢ τρεῖς δικασίμους, συνεδριάζουσιν 6 ἡμέρας, διότι εἶναι τόση ἡ πληθὺς τῶν ὑποθέσεων, ὥστε αἱ ἡμίσεις παραμένουσι διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ὅλαι δὲ αἱ συνεδριάσεις παρατείνονται ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθυτάτης νυκτός. Θὰ παραμένῃ λοιπὸν ὁ γραμματεὺς εἰς τὸ γραφεῖόν του μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἐργασίμων ὡρῶν, ἵνα ἀναμένῃ τὰς κλήσεις τῶν μαρτύρων, ὅπως πληρώσῃ;
§207ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Διατὶ ὄχι;
§208Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ διότι εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νὰ παραμένῃ. Καὶ ὅταν ἀρχίζῃ νὰ νυκτώνῃ, καὶ προσερχόμενοι δὲν θὰ εὑρίσκωσι τὸν γραμματέα, θὰ παραμένωσι κατὰ τὴν ἑπομένην, ἢ θὰ συμβαίνῃ ὅ,τι συνέβαινε, θὰ δίδωσιν εἰς τὸν κλητῆρα τὰς κλήσεις μὲ ἔκπτωσιν μιᾶς ἢ δύο δραχμῶν; Οὐδὲν λοιπὸν θὰ κατορθώσητε δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων.
§209Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ μείνῃ ἡ οἰκονομία ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
§210Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔμενεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲν ἐπληρώνετε. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ χρῆμα τοῦ μάρτυρος κερδαίνῃ τὸ Δημόσιον, ἐξυπηρετεῖται ὁ σκοπός;
§211Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τοῦτο ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον πρωτίστως.
§212Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε, ὅταν μάρτυς γνωρίζῃ ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοῦ, δὲν θὰ ἔλθῃ καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ Δικαστήριον, ἵνα τὸν καταδικάσῃ, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ πολίτης νὰ ἦναι πλούσιος, ἵνα προσέλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, οὔτε ὁ πραγματογνώμων οὔτε ὁ μάρτυς, γνωρίζων ὅτι οὐδέποτε θὰ λάβῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἣν πρόκειται νὰ λάβῃ. Αὐτὰ θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος, ἀφοῦ κύριον σκοπὸν ἔχετε νὰ ὠφεληθῆτε τὸ τριακοντάλεπτον τοῦ μάρτυρος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν συμφωνεῖ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυνουρίας, διότι ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὴν Δικαιοσύνην διὰ τῶν μέτρων του, ἀλλὰ, παρὰ τὸν σκοπόν του, δὲν θέλει τὸ κατορθώσει διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, τὸ πλεῖστον τῆς ἑβδομάδος ὁ γραμματεὺς οὐδὲν ἄλλο θὰ κάμνῃ ἢ νὰ καταχωρῇ τὰς κλήσεις καὶ συρράπτῃ βιβλία. Ὁ γραμματεὺς εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν δὲ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὰ κύρια αὐτοῦ ἔργα, θὰ μένῃ ὅλη ἡ ἐργασία τοῦ Δικαστηρίου ἐκκρεμής. Δὲν θὰ δύναται ὁ γραμματεὺς οὔτε ἀντίγραφον νὰ δώσῃ, οὔτε τὴν διανομὴν τῶν ὑποθέσεων νὰ κάμῃ, οὔτε χαρτόσημον νὰ δώσῃ, ὡς συνήθως, διότι θ’ ἀπασχολῆται μὲ τοὺς ταμιακοὺς λογαριασμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ τοῦ κάμουν τὸ κεφάλι ἄνω κάτω. Διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων τὸ νομοσχέδιον περιέχει μίαν περιεργοτάτην διάταξιν, τὴν τοῦ ἄρθρου 17, καθ’ ἣν ὁ γραμματεὺς ἀποστέλλει ἔγγραφον καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν του!...
§213Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐννοεῖτε, ποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ πρᾶγμα.
§214Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐννοῶ, ἀλλ’ ἐννοῶ ἐπίσης, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Δικαστηρίου τοιαύτη ἐργασία, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἀπασχολῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἄλλην ἐργασίαν. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι οὕτω θὰ κατορθώσητε νὰ πληρώνωνται οἱ μάρτυρες ἀμέσως, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν θὰ χειροτερεύσητε τὴν θέσιν τῶν μαρτύρων διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἀγαθὴ εἶναι ἡ πρόθεσις ὡς πρὸς τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀγαθὴ εἶναι ἡ πρόθεσις αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν κλήσεων καὶ τῶν ἐνταλμάτων. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις, τίνα θέσιν ἔχουσιν αἱ διατάξεις περὶ ἐπιδόσεως εἰς νομοσχέδιον περὶ ποινικῆς διατιμήσεως; Προκειμένου περὶ δικαστικῶν νόμων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ νομοθετῶμεν τοιουτοτρόπως. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀφοῦ μάλιστα ἀναγνωρίζω τὰς ἀγαθὰς προθέσεις αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ συντάξῃ δύο νομοσχέδια, διότι τὸ πρῶτον ἀφορᾷ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅταν δὲ θίγωνται οἱ δικαστικοὶ κανόνες, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται τοιοῦτον ἀνακάτωμα, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ κανεὶς ποῖαι αἱ διατάξεις αἱ τροποποιοῦσαι καὶ ποῦ εὑρίσκονται αἱ τροποποιήσεις τῶν τροποποιουμένων διατάξεων. Λοιπὸν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἴτε παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον εἴτε μὴ, πρέπει, νομίζω, ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῶσιν αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐπίδοσιν, τῶν ἄλλων διατάξεων, ἵνα συζητηθῶσιν ἰδιαιτέρως καὶ ἀναπληρώσωσιν οὕτω τὰ μεταρρυθμιζόμενα ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν πρόκηται νὰ γείνῃ, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διατάξεων τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διατάξεις παρεμφερεῖς πρὸς τὰς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀξιῶν νὰ προσυπογράφῃ ὁ τὸ ἔγγραφον λαμβάνων, καὶ ἐν ἀρνήσει τούτου ἢ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ νὰ προσλαμβάνηται ἐγγράμματος μάρτυς, ὅστις νὰ ὑπογράφῃ. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχωμεν ἀνατεθειμένα τὰ τῶν ποινικῶν ἐπιδόσεων εἰς τοὺς κλητῆρας, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις ἡ ὑπάρχουσα σήμερον, διότι καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ὅλαι αἱ ἐπιδόσεις θὰ γίνωνται δι’ ἑνὸς μάρτυρος, ἴσως ἐκ τοῦ κέντρου τοῦ Δικαστηρίου, χωρὶς οὗτος νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ χωρίον. Θὰ ἐτόλμων εὐλαβῶς νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τυγχάνοντα μάλιστα καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μίαν γνώμην πρὸς μελέτην. Θὰ ἦτο, νομίζω, ὀρθότερον νὰ ἐπιδίδωνται τὰ δικόγραφα ταῦτα διὰ τῶν ἱερέων τοῦ χωρίου...
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τῶν ἱερέων!
§216Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον μελέτης, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐπιδόσεως. Ὡς ἔχουσι τὰ τῶν ἐπιδόσεων, ὁ δικαστικὸς κλητὴρ, ὢν ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ εἰς χωρίον, ὅπως ἐπιδώσῃ δικόγραφον,—διότι κατὰ τὸ πλεῖστον πρόκειται περὶ ἀνθρώπων κατοικούντων εἰς τὰ χωρία, —καὶ μεταβαίνων ἐκεῖσε, δὲν εὑρίσκει κανένα, διότι πάντες οἱ χωρικοὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς ἐργασίας των. Ἑπομένως θὰ καταλήξῃ νὰ κάμῃ τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν μὲ ἕνα μάρτυρα, καὶ ἀμφιβάλλω μάλιστα, ἂν θὰ δίδῃ τὰς κλήσεις. Θὰ ἐξακολουθῇ λοιπὸν ἡ ἰδία κατάστασις. Ἐνῷ, ἐὰν ἀνατεθῶσιν, ἐπί τινι ἀμοιβῇ, ἐλαχίστῃ, εἰς τοὺς ἱερεῖς αἱ τοιαῦται ἐπιδόσεις, θὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι τὸ δικόγραφον θὰ δοθῇ εἰς χεῖρας τοῦ καλουμένου, διότι πάντως θὰ τὸν συναντήσῃ ὁ ἱερεὺς τὸ ἑσπέρας ἐπανελθόντα.
§217Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ ἐκπέσῃ οὕτως ὁ κλῆρος· θὰ γεννῶνται παράπονα κατ’ αὐτοῦ.
§218Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὔτε τοῦτο δὲν θὰ συμβῇ, διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι καὶ ἀρκετὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν κλῆρον ἔχει ὁ λαὸς, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ λόγος παραπόνου, διότι ὁ ἱερεὺς πρόκειται νὰ καταστήσῃ εἴς τινα συγχωριανόν του γνωστὸν, ὅτι ἔχει μίαν κλῆσιν. Νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς ἐπιδόσεις. Ἐξασφαλίζοντες δὲ τοιουτοτρόπως τὰς ἐπιδόσεις, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς μεγαλείτερον ἐγχείρημα, εἰς τὸ νὰ καταργήσωμεν τὰς ἐρημοδικίας. Ἡ κατάργησις δὲ αὕτη ὄχι μόνον θέλει ἐλαττώσει τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας καταβάλλει τὸ Κράτος διὰ τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἠθικὴν θέλει προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας. Διότι ἡ κατ’ ἀντιμολίαν συζήτησις, παρόντων τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας καὶ τῶν παθόντων, θέλει καταστήσει δυνατὴν τὴν ἀκριβῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ θέλει ἐπιβάλει εἰς τοὺς πολίτας τὸ καθῆκον, ἵνα προσέρχωνται εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ δίδωσι λόγον, μὴ ζητοῦντες νὰ ὑπεκφύγωσιν αὐτὴν διὰ τῶν μέσων τῶν ἐρημοδικιῶν καὶ τῶν μέσων τῶν ἀναβολῶν.
§219ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Τί νὰ γείνῃ;
§220Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν γνώμην μου ταύτην. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀξία μελέτης, ἂς ἀναθέσῃ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ συνδέσῃ τοῦτο μὲ τὴν κατάργησιν τῆς ἐρημοδικίας ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις.
§221Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ ἄλλου νομοσχεδίου.
§222Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, διότι καὶ εἰς ἄλλο νομοσχέδιον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ τὸ ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα τῶν ἐπιδόσεων, καὶ πρὸς ὀρθοτέραν παράστασιν τοῦ πράγματος καὶ κανονικωτέραν διαρρύθμισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ χωρισθῶσι τὰ δύο ταῦτα θέματα καὶ συζητηθῶσι κεχωρισμένως, ὅπως ἕκαστον λάβῃ τὴν οἰκείαν αὐτῷ θέσιν, ἵνα μὴ ἐπέρχηται σύγχυσις. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος, θεωρῶ ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὴν Δικαιοσύνην αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, οὐδόλως θὰ μεταβληθῶσι τὰ σήμερον συμβαίνοντα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν προσώπων, ἅτινα ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας, ἀφοῦ μελετήσωσι τὸ νομοσχέδιον, νὰ ὑποβάλωσι τὰς παρατηρήσεις των, διότι οὕτω θέλει καταστῆ δυνατὸν νὰ γείνῃ τέλειόν τι ἔργον, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Δικαιοσύνην.
§223Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§224Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ παραδεχθῇ αὐτήν. Νομίζω ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἰατρῶν καὶ χειρουργῶν εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ· διότι, ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῆς συζητήσεως, δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς οὔτε σήμερον ἀμοιβὴ μεμονωμένη δύο δραχμῶν, ἀλλὰ γίνεται πιστοποιητικὸν εἰκονικόν, ὅπως λάβωσιν οὗτοι ἀμοιβὴν ἐπαρκῆ...
§225Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι.
§226Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τουλάχιστον ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην. Βλέπετε δέ, ὅτι, ὁσάκις δὲν ἐπαρκῶσιν αἱ πιστώσεις, δίδονται νέαι· ὥστε καὶ ἐλαττουμένης τυχὸν τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἰατρῶν καὶ χειρουργῶν τὰ εἰκονικὰ πιστοποιητικὰ δὲν θὰ λείψουν, καὶ θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ζητῆτε νέας πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν τῶν ἰατρῶν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπείσθην καὶ περὶ ἄλλου τινός, περὶ τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία θὰ προσγείνῃ εἰς τοὺς προσερχομένους ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης μάρτυρας διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ὡς ἐκ τούτου, καίτοι ἤδη ἔχω ἐκφρασθῆ ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γείνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι, οὐχ ἧττον καὶ ἐγὼ θὰ ζητήσω, ὅπως τὸ ἄρθρον 2 ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§228Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§229ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου ἐξηγεῖ τὸν λόγον, δι’ ὃν γίνεται συζήτησις ἐμπαθὴς καὶ παρεκτείνεται αὕτη ἐπὶ θεμάτων, ἅτινα πάντως ἔδει νὰ συζητῶμεν ἄνευ κομματικῆς προκαταλήψεως καὶ ἐμπαθείας. Ἀλλὰ πταίει διὰ τοῦτο ἡ Βουλή, πταίουσιν οἱ συζητοῦντες ἢ προκαλοῦντες συζήτησιν, ὅταν εἰσάγωνται νομοσχέδια, καὶ δὴ δικαστικά, μὴ συνοδευόμενα ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἥτις ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι ἔχουσι διευκρινισθῆ οἱ νομοθετικοὶ λόγοι ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦτον δικαστικῆς ἀρχῆς διὰ τῶν ἱκανωτέρων αὐτῆς ἀντιπροσώπων, ὥστε καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ ἔχωσιν ἐνώπιόν των τὸ κῦρος τῆς γνώμης τῶν ἁρμοδίων καὶ νὰ συζητῶσιν ἐν ἐπιγνώσει; Αὐτὸ τὸ ἐσπευσμένον, τὸ ἀμελέτητον τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἴσως σφάλμα τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον δὲν προεῖδεν, ἵνα κανονίσῃ προεπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ δικαστικοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ θεραπεύηται ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, προκαλούντων γνωμοδοτήσεις, ἢ συνιστώντων ἐπιτροπάς, ὡς γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ἐπιτροπὰς ἐξ ἀνδρῶν δικαστικῶν, οἵτινες νὰ παρασκευάζωσι τὰ νομοσχέδια, συνοδευόμενα δι’ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων. Δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, οὐδὲ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἔργον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ μόνον, ὅστις δὲν εἶναι δικαστικός. Φρονῶ ὅτι ἄνευ τῆς προσηκούσης προσοχῆς ὑπέγραψεν αὐτό, διότι βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, τί νομίζετε; Πλὴν τῶν ὅσα οἱ ἄλλοι συνάδελφοι κατήγγειλαν εὑρίσκω δημιουργουμένας καὶ νέας ἀξιοποίνους πράξεις, εὑρίσκω διατάξεις περιοριστικὰς τῆς ἐλευθερίας πρὸς τὸ ἐρευνᾶν τῶν μελῶν τῆς ἀνακρίσεως, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ μεταβαίνῃ ἐκτὸς τῆς ἕδρας του ἢ μόνον δι’ ὡρισμένα ἐγκλήματα, καὶ τοῦτο ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Διὰ τὰ ἄλλα ἐγκλήματα ἐπιτρέπεται τῷ ἀνακριτῇ νὰ μεταβαίνῃ μόνον μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου. Νέα προδικασία, νέαι ὅλως δικονομικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπορῶ πῶς διέφυγον τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου.
§230Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν μὲ διέφυγον. Εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἐπρόκειτο νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§231ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λοιπὸν δημιουργεῖ νέα ἀδικήματα, καὶ δὴ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 19. Ὁ ἀρνούμενος ἢ ἀναβάλλων ἐφ’ οἱᾳδήποτε προφάσει γραμματεὺς ἢ ἀρχειοφύλαξ νὰ ἐξαργυρώσῃ παραχρῆμα τὰς ἐγχειριζομένας αὐτῷ κλήσεις ἐντὸς τῶν ἄνω προθεσμιῶν καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 10 τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως πέντε ἡμερῶν μέχρις ἑνὸς μηνός, μὴ ἀποκλειομένης ἐκ τούτου καὶ τῆς πειθαρχικῆς αὐτοῦ καταδιώξεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 21.» Ἐδῶ δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε καταγγελίαν. Θὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰς ἐργασίας τῶν Δικαστηρίων ἄνευ λόγου. Ἀλλὰ βλέπετε κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 24. Αἱ ἐπιτόπιοι μεταβάσεις πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων Εἰσαγγελέων, ἀνακριτῶν ἢ ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων ἐκτελοῦνται ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ἀναγγελίας τοῦ τελεσθέντος ἀδικήματος, ἐπιτρέπονται δὲ μόνον ἐπὶ ληστείας, πειρατείας, ναυταπάτης, ἀνθρωποκτονίας καὶ βιασμοῦ.». Ἐρωτῶ: καὶ ἂν πρόκηται περὶ ἐμπρησμοῦ, καὶ ἂν πρόκηται περὶ στάσεως, ὁ ἀνακριτὴς δὲν δύναται νὰ μεταβῇ; πρέπει νὰ προκαλέσῃ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου;
§232Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐκεῖνο πάλιν, τὸ ὁποῖον κάμνουν σήμερον, νὰ γυρίζουν ὅλον τὸν χρόνον!...
§233ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αἱ καταχρήσεις τῶν ὑπαλλήλων δὲν δικαιολογοῦσι τὴν τοιαύτην ἀπρόσεκτον μεταβολὴν τῶν δικονομιῶν διατάξεων· δικαιολογοῦσιν ἴσως τὴν αὐστηρὰν λειτουργίαν τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς, ἀλλὰ δὲν δικαιολογοῦσι μεταβολὰς καθιστώσας δεσμίαν τὴν ἀνάκρισιν καὶ γιγνομένας χάριν ἀτοπιῶν εὐθεραπεύτων διοικητικῶς. Ἔχομεν τόσα ἄλλα ἐγκλήματα, ἐπαναλαμβάνω, οἷον τὴν παράνομον κατακράτησιν καὶ στέρησιν τῆς ἐλευθερίας, ὅταν κρατῶσιν ἕνα ἄνθρωπον φυλακισμένον, ἔχομεν τὴν στάσιν, τὴν σύστασιν συμμοριῶν ἢ ἑταιρειῶν ἐγκληματικῶν, καὶ πράξεις συνεχεῖς αὐτῶν· καὶ δι’ αὐτάς, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθῃ ὁ ἀνακριτής, διότι δὲν εἶναι ληστεία, οὐδὲ πειρατεία, οὐδὲ ναυταπάτη. Ἐρωτῶ δὲ, διὰ τὴν ναυταπάτην τί θὰ ἐξέλθῃ νὰ κάμῃ ὁ ἀνακριτής; Ποῦ ἠκούσθη ἐπὶ ναυταπάτης ἢ πειρατείας νὰ ἦναι ἀναγκαία ἡ ἐπιτόπιος μετάβασις τοῦ ἀνακριτοῦ; Ἴσως ἡ ναυταπάτη εἶναι τὸ μόνον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖ νὰ κινηθῇ ὁ ἀνακριτὴς τῆς θέσεώς του. Ἀνέφερα ταῦτα, διότι αἱ παρατηρήσεις μου ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον ἠγνόει τελείως καὶ τὸ θεωρητικὸν καὶ τὸ πρακτικὸν μέρος τῆς λειτουργίας τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἤδη ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ ὑπολογιζομένη οἰκονομία δὲν εἶναι ἀληθής,—καὶ δὲν εἶναι ἀληθής, διότι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. συνάδελφος, θὰ γίνηται ἐλάττωσις καὶ τῆς εἰσπράξεως καὶ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, καθότι θὰ ἐλαττωθῶσι καὶ αὐτά, — τὰ ἔξοδα τὰ δαπανώμενα διὰ τὴν πορείαν τῶν ἀνακριτῶν εἶναι, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, προκαταβολαὶ ῥιπτόμεναι εἰς βάρος τοῦ καταδικαζομένου. Θὰ ἦτο ἀντὶ τοιούτων μέτρων εὐνόητος ἡ εἰσαγωγὴ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐβαρύνετο διὰ τῶν ἐξόδων ὁ κακῶς καταγγέλλων ἐν ἀθῳώσει, θὰ ἦτο ἴσως ἀνάγκη νὰ διαρρυθμισθῇ τοιοῦτος θεσμὸς ὑπὸ περιορισμοὺς παρεμποδίζοντας τὰς ἀνοήτους καταγγελίας, αἵτινες αὐξάνουσιν ἀσκόπως τὰς ἐργασίας τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προσθέτει καὶ δαπάνας λανθανόντως. Ἐξεταζομένης δὲ τῆς σχέσεως τοῦ γραμματέως πρὸς τὸν ταμίαν, ἣν διαγράφει τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδητε ὅτι γεννᾷ ἐργασίαν τοῦ γραμματέως καθιστῶσαν ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην βοηθοῦ ὑπογραμματέως. Ὁ γραμματεὺς θὰ ἔχῃ κλήσεις τῶν Εἰσαγγελέων καὶ κλήσεις τῶν ἀνακριτῶν, καὶ θὰ καταχωρίζῃ αὐτὰς εἰς βιβλίον· ἀπαιτεῖται λοιπὸν τοὐλάχιστον ἡ προσθήκη ἑνὸς ὑπαλλήλου, διὰ νὰ τηρῇ τὰ βιβλία καὶ τὰ ἔγγραφα διὰ τὰς τοιαύτας δοσοληψίας τοῦ γραμματέως πρὸς τὸν ταμίαν καὶ τοῦ γραμματέως πρὸς τὸν ἀνακριτήν. Τοῦτο θ’ ἀπαιτήσῃ, ὡς εἶπον, νέαν δαπάνην, ἡ ὁποία θὰ προστεθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ τοιουτοτρόπως, ὅταν καλῶς ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ φανῇ ὅτι ὁ θησαυρὸς, τὸν ὁποῖον ἤλπισεν ὅτι θὰ εὕρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι κατά τι ὀλιγώτερος καὶ τῶν ἀνθράκων. Ἀφοῦ δὲ τοιαῦται γίνονται μεταβολαὶ εἰς τὴν Δικονομίαν, δημιουργοῦνται καὶ δύο ἢ τρεῖς ἀξιόποινοι πράξεις, ὡς βλέπετε εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παραδείγματος χάριν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ὁλόκληρον ἀνέγνων, ἥτις καθιεροῖ διπλῆν ποινήν, δικαστικὴν καὶ πειθαρχικήν. Αὐτό, τὸ νὰ τιμωρῆται ποινικῶς ὁ γραμματεὺς ἢ ὁ ἀρχειοφύλαξ, καὶ ἐκτὸς τῆς ποινικῆς τιμωρίας νὰ ὑπάρχῃ ἀπειλὴ καὶ πειθαρχικῆς τοιαύτης, εἰς ποίαν νομοθεσίαν οἱουδήποτε Κράτους δύναται νὰ εὑρεθῇ; Τίς ὁ εὐλογημένος συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλα περίεργα τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 22. Ὁ ταμίας, ὅστις ἤθελε παρεμβάλει οἱονδήποτε πρόσκομμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀνατιθεμένων αὐτῷ διὰ τοῦ νόμου τούτου καθηκόντων τιμωρεῖται, διωκόμενος ἐπὶ τῇ μηνύσει τοῦ γραμματέως ἢ ἀρχειοφύλακος, διὰ προστίμου μέχρι διακοσίων δραχμῶν.» Θὰ ἔχωμεν δηλ. τώρα καὶ ἔριδας μεταξὺ γραμματέως ἢ ἀρχειοφύλακος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ ταμίου, καὶ καταγγελίας καὶ δίκας! Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ τοῦ ἄρθρου 23 (ἀναγινώσκει): «Τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ἀμελήσαντα ὁπωσδήποτε ἢ παραλείψαντα νὰ καταδιώξῃ τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου τούτου, ἢ νὰ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν τοιούτων παραβάσεων, τιμωρεῖ πειθαρχικῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διὰ πειθαρχικῆς ποινῆς προστίμου μέχρι δραχμῶν 50.» Ἀλλὰ διατὶ τὴν ὑπάρχουσαν νῦν ἐν τῷ ὀργανισμῷ δικαιοδοσίαν, τὴν μὴ ὁρίζουσαν τὰς περιστάσεις, ἀλλ’ ἀφίνουσαν τὴν κρίσιν εἰς τοὺς προτείνοντας καὶ τὰ Συμβούλια, διατὶ τὴν περιορίζετε δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως; Ἐθεώρησα ὅτι τὰ ὀλίγα αὐτὰ ἀρκοῦσιν, ἵνα δικαιολογήσω τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Μάλιστα ἤθελον εὐχηθῆ, ἵνα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην παρακληθῶσι νὰ λάβωσι μέρος καὶ ἀνώτεροι δικαστικοὶ, ὅπως ἐπενέγκωσι τροπολογίας, ὅσας οὗτοι ἤθελον κρίνει ἀναγκαίας, ἢ προτείνωσι τὴν ἀπάλειψιν διατάξεων, δυναμένων νὰ παραγάγωσι δυσάρεστα καὶ ἄδικα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀφεύκτως θὰ ἐπέλθωσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ψηφιζομένου ὡς ἔχει. Πλὴν τῶν ἐγκλημάτων τοῦ αἵματος καὶ εἰς τὰ ἐγκλήματα τῆς τιμῆς ἡ παρέμβασις τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς φωτισμὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ παρέμβασις ἰατροδικαστοῦ πεφωτισμένου εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία χάριν αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν δὲ λέγητε, ὅτι θὰ καλῆτε ἕνα ἰατρὸν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ δίδητε μίαν δραχμὴν, διὰ νὰ κάμῃ ἐρεύνας περὶ βιασμοῦ ἢ περὶ ἄλλου τινὸς τοιούτου ἐγκλήματος, βεβαίως δὲν σπουδαιολογεῖτε. Θὰ εὑρίσκητε ἰατροὺς, δεχομένους τοιαύτην ἀμοιβὴν, ἀλλὰ τοιούτων ἰατρῶν ἀποφάνσεις βεβαίως δὲν θὰ ἀξιῶτε νὰ τὰς σέβηται ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ ὑπεράσπισις, καὶ, παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Δικονομίας τοῦ νὰ ὦσιν ὑποχρεωτικαὶ, ἢ θὰ περιφρονῶνται ἢ θὰ γίνωνται παραίτιοι ἀδικιῶν τῆς Δικαιοσύνης ἀσυγχωρήτων. Δὲν βλέπετε, ὅτι τοιουτοτρόπως, ἀντὶ νὰ βελτιῶται ἡ Δικαιοσύνη, βλάπτεται κατὰ ἕνα καιριώτατον αὐτῆς βαθμὸν, κατὰ τὴν λύουσαν τὰς ἀμφιβολίας ἐπιστημονικὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐγκλημάτων εἶναι τὸ κύριον καὶ συνήθως τὸ μόνον φῶς, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ φθάσῃ ἡ Δικαιοσύνη εἰς τὴν ἀλήθειαν; Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ συνδρομὴ τοὐλάχιστον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἢ καὶ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου· διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν τοιαῦτα νομοσχέδια ψηφίζωνται, τῶν δικαστικῶν γνωμῶν μὴ ζητουμένων ἢ μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, δικαίως θέλομεν κριθῆ, ὅτι καὶ πρὸς τὸ νομοθετεῖν ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναξία.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§235Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δύο λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε μίαν παρεξήγησιν, ἥτις δὲν θέλω νὰ μείνῃ ἄνευ ἀναιρέσεως. Εἶπεν ὅτι ἄλλοτε ἐγὼ, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἐξέφρασα ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ἐντιμότητος τῶν δικαστικῶν ἀνδρῶν, ἐνίων τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν σήμερον, διαμαρτυρηθεὶς δι’ ὅσα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει, δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς ὅσα ἄλλοτε εἶπον. Δὲν εἶπον ποτὲ τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1899, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Πρωτοδικείων, (διότι ταύτην τὴν ἀγόρευσίν μου ἐνόει ὁ κύριος Βουλευτὴς) ἐπέκρινα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ δίκαι ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις τῶν μεγάλων κέντρων, καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τῶν μεγάλων κέντρων δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ δικαιοσύνην, διότι αἱ δίκαι διεξάγονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος πᾶν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι ἀπονέμεται ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε ν’ ἀπονέμηται, δικαιοσύνη. Εἶπον δὲ τὰ ἑξῆς, δικαιολογῶν μάλιστα αὐτὰ (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ τέλος πάντων ὁποία εἶναι αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη τῶν μεγάλων κέντρων, ἣν ἐξυμνεῖτε, καὶ τὴν ὁποίαν περιφέρεται ὡς πλάνης ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ποιμὴν ἐπὶ ἡμέρας ἵνα ἀνεύρῃ; Ἀκούσατε! Θὰ σᾶς ὁμιλήσω πρῶτον περὶ τῆς πολιτικῆς Δικαιοσύνης...» Καὶ ἀναφέρω ἐνταῦθά τινα περὶ τῆς πολιτικῆς Δικαιοσύνης, καὶ μετὰ τοῦτο ἐξακολουθῶ (ἀναγινώσκει:) «Παρέστητε ποτὲ εἰς συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐν Ἀθήναις; Ὅσοι δὲν παρέστητε, ἀκούσατε, τί τελεῖται ἐκεῖ...» Καὶ περιγράφω ἐδῶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ δίκαι εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους ὑμᾶς. Λέγω δὲ εἰς τὸ τέλος, μετὰ τὴν περιγραφὴν ταύτην, — τὴν ὁποίαν δὲν ἀναγινώσκω, διότι εἶναι μακρά...
§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον καὶ πάλιν τὴν εἰκόνα.
§237Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὴν ἠκούσατε, θὰ τὴν ἀκούσητε δὲ καὶ πάλιν, ὅταν ποτὲ συμβῇ νὰ ἔλθῃ συζήτησις περὶ τῶν μεγάλων κέντρων, θ’ ἀκούσητε πάλιν αὐτὴν τὴν περιγραφήν. Τότε μὲ διέκοψεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, εἰπὼν τὰ ἑξῆς: «Αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ τὴν Δικαιοσύνην διορθοῦσιν οἱ δικασταί. Τὰ αὐτὰ πρόσωπα θὰ ἦναι καὶ ἐν Λεβαδείᾳ καὶ ἀλλαχοῦ». Καὶ ἐγὼ ἀπήντησα: «Βεβαίως τὰ αὐτὰ πρόσωπα θὰ ἦναι, ἀλλὰ δὲν θὰ συμβαίνωσι ταῦτα· διότι, ὅταν περιορίζητε διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸν ἀριθμὸν τῶν καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν ἐκδικαζομένων ὑποθέσεων, ἔχητε δὲ τὰ Δικαστήρια ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν μικρῶν κέντρων, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσι ταῦτα. Καὶ τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ δικαστής, ὅταν ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκδικάζῃ εἰς μίαν ἡμέραν 80 καὶ 100 ὑποθέσεις; Εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νὰ δικάσῃ ὅλην αὐτὴν τὴν πληθὺν εἰς μίαν ἡμέραν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Δικατήριον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καταφεύγῃ εἰς τοιοῦτον τρόπον ἐκδικάσεως, ὥστε...» Καὶ διηγοῦμαι ἓν νοστιμότατον δικαστικὸν ἀνέκδοτον.
§238Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀνέκδοτον, ὅτι κατεδικάσθη ἄλλος ἀντ’ ἄλλου.
§239Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ἦτο δικηγόρος ὁ κύριος Ράλλης, ὁ ὁποῖος εὗρε τὸν πελάτην του καταδεδικασμένον. Ἐνθυμεῖσθε αὐτὸ τὸ ὡραῖον ἀνέκδοτον.
§240Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ φαεινὴ εἰκὼν τῆς Δικαιοσύνης.
§241Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἔψεξα τὰ πρόσωπα τῶν δικαστῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντιμότατα καὶ τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, ὅσον εἶναι δυνατόν· ἀλλ’ ὅταν ἀξιῶτε παρ’ αὐτῶν νὰ δικάζωσι διακοσίας ὑποθέσεις εἰς μίαν ἡμέραν, συμβαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, νὰ ἐκφωνῆται τὸ ὄνομα τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ μάρτυρος, καὶ πρὶν ἢ οὗτος προφθάσῃ νὰ εἴπῃ «παρὼν», ὁ Πρόεδρος νὰ λαμβάνῃ τὴν ταυτότητα αὐτοῦ, νὰ τῷ λέγῃ: «βάλε τὸ χέρι σου εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ὁρκίσου, κάθησε κάτω». Ποῖος λοιπὸν ἐκ τῶν Βουλευτῶν νομίζει ὅτι ἐκεῖ ἀπονέμεται δικαιοσύνη; Καθεὶς ἐλπίζει εἰς τὴν τύχην ἢ εἰς τὰς περιστάσεις νὰ κατορθώσῃ νὰ φύγῃ ἀπ’ ἐκεῖ· καὶ ἂν τύχῃ νὰ καταδικασθῇ, βεβαίως δὲν ἀποδίδει τοῦτο εἰς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἤθελεν ὁ διάβολος, καὶ τὸν ἐπῆρε μία καταδικαστικὴ ἀπόφασις. Τὸ ἄτοπον τοῦτο λοιπὸν ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι θεραπεύεται διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Καὶ βεβαίως θεραπεύεται, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι εἰς τὰ Δικαστήρια τῶν μικρῶν κέντρων τοιαῦτά τινα δὲν λαμβάνουσι χώραν. Μόνον εἰς τὰ Δικαστήρια τῶν μεγάλων κέντρων, ὅπου ὑπάρχει πληθὺς ὑποθέσεων καὶ ἐλλείπει ἐντελῶς ὁ ἔλεγχος, ἐκεῖ συμβαίνουσιν ὅλα αὐτὰ τὰ παρατράγῳδα, βιαζομένων τῶν δικαστῶν, ἵνα τελειώσουν τὴν πληθὺν τῶν ὑποθέσεων, καὶ ἐπὶ τέλους μὴ δυναμένων ν’ ἀντιληφθῶσι· διότι μετὰ παρέλευσιν ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως, ὅταν συνεδριάζῃ δέκα ὥρας ὁ δικαστής, βεβαίως δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀντιληφθῇ πλέον, καὶ δὲν βλέπει τὴν ὥραν, πότε νὰ τελειώσῃ, διὰ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ἐκείνην. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ δικασταὶ τῶν μεγάλων κέντρων. Κοπιᾶστε, μὲ αὐτὸν τὸν ἐγκέφαλον, τὸν ὁποῖον ἔχετε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ν’ ἀποφασίσητε περὶ τῶν νομοθετημάτων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν! Οὕτω καὶ οἱ δικασταὶ δὲν δύνανται πλέον ν’ ἀποφασίζωσιν ἐν ἠρεμίᾳ πνεύματος, ὅταν κάθηνται καὶ συνεδριάζωσιν ἕως τὴν 1½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§242Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τί λέγεται μὲ αὐτὸ τὸ κεφάλι, ὄχι τί ἀποφασίζεται.
§243Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τί λέγεται.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§245ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰ λεχθέντα, καὶ ὁμολογῶ ὅτι, καίτοι ἐν ταῖς λεπτομερείαις βλέπω ἱκανὰ τὰ ἄξια προσοχῆς καὶ διορθώσεως, δὲν ἐπείσθην ὅτι τὰ κατηγορούμενα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι βάσιμα. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν καλῶς ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ ἐπιμεληθῶμεν αὐτοῦ, προκύπτει μέγα εὐεργέτημα, τὸ τῆς ἀναιρέσεως μεγίστων καὶ ἀσυγγνώστων καταχρήσεων, σκανδαλωδῶν καταχρήσεων, αἵτινες ἀπὸ μακροῦ χρόνου βασιλεύουσιν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις σχεδὸν πᾶσιν. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ προκύπτει θετικῶς οἰκονομία, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ ὡς γινομένη διὰ σφετερισμοῦ ἐκ τοῦ βαλαντίου τῶν πτωχῶν μαρτύρων, ἰατρῶν, πραγματογνωμόνων κλπ. Ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε μικρὸν μέρος ἐκείνων τῶν μεγίστων ζημιῶν, ἃς ὑφίστανται οἱ καλούμενοι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων μάρτυρες ἕνεκα τῶν καταχρήσεων τῶν σκανδαλωδῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, μικρὸν μόνον μέρος δὲν ἀποδίδεται εἰς αὐτούς, τὸ μέρος, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα λεπτὰ, ἅτινα ἀφαιροῦνται ἐκ τῆς μέχρι σήμερον διδομένης ἀμοιβῆς. Ἡ ἀμοιβὴ ἡ διδομένη εἰς τοὺς μάρτυρας δὲν εἶναι βεβαίως ἀμοιβὴ ἀποζημιοῦσα αὐτοὺς δι’ ὅλην τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίστανται, διότι οὐδὲ ἐν ἔτει 1834, ὅτε ἐνομοθετεῖτο ἡ ποινικὴ διατίμησις, τὸ ἡμερομίσθιον ἦτο δυνατὸν νὰ τιμολογήσητε εἰς μίαν δραχμὴν παλαιὰν (ὁ λόγος ἦτο τότε περὶ παλαιᾶς δραχμῆς, ἡ δὲ ἀφομοίωσις τοῦ νομίσματος ἔφερε νῦν τὴν νέαν δραχμὴν, ἀλλὰ μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας ἐπληρώνοντο 89 λεπτὰ τῆς νέας δραχμῆς). Λοιπὸν δὲν ἀποζημιοῦται τελείως ὁ μάρτυς διὰ τὴν μετακίνησιν, δὲν σκοπεῖ τοῦτο ὁ νομοθέτης, οὐδὲ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει νομοθέτης, ὅστις πιστεύει, ὅτι τὸ ταμεῖον τὸ δημόσιον δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν ὅλων τῶν καλουμένων ἵνα μαρτυρήσωσιν. Οἱ καλούμενοι ἵνα μαρτυρήσωσι, καθ’ ἣν ὥραν καλοῦνται εἰς ὑποχρεωτικὴν ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, ὑπὲρ τοῦ Κράτους, κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν τινά. Μέρος τῆς ζημίας αὐτῶν ἀποδίδει τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον ἀπομένει εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου. Λοιπὸν οἱ οὕτω καλούμενοι, καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν παλαιὸν καὶ κατὰ τοὺς νόμους τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν κρατοῦντα σήμερον καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν μέλλοντα, οὐδέποτε θ’ ἀποζημιωθῶσι διὰ τὸ ὅλον· ἀποζημιοῦνται κατὰ τὸ δυνατὸν, καὶ ἐπεκράτησε ν’ ἀποζημιῶνται διὰ μιᾶς δραχμῆς, ἢ μιᾶς καὶ ἡμισείας, ἢ καὶ 50 λεπτῶν, κατὰ λόγον διακρίσεων, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης τῆς μικρᾶς, τῆς μιᾶς δραχμῆς, τῆς μιᾶς καὶ ἡμισείας, τῆς ἡμισείας δραχμῆς, ἀφαιρεῖται, εἶπον, ἐκεῖνο τὸ μικρὸν μέρος, ὅπερ θ’ ἀποδίδηται εἰς τὸν μάρτυρα, καταργουμένης τῆς καταχρήσεως. Καὶ ἐξεταστέον, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ταύτης περιέρχεται ἡ θέσις τοῦ μάρτυρος εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν, ὥστε νὰ ἦναι εἰς αὐτὸν ἀδύνατον νὰ κινηθῇ, ὅπως ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου; Νομίζω, ὄχι· διότι, ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὰς κατὰ μέρος διατάξεις, — καὶ βεβαίως δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὰς, — θὰ ἴδῃ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πρόσθετά τινα, ἅτινα δὲν περικόπτονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἄλλοις ἄρθροις, θέλει δὲ ἴδει, ὅτι μένει τὸ δικαίωμα τῆς πορείας ἄθικτον, καὶ ἐν τῇ πορείᾳ μένει ἄθικτος ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὰ τυχὸν παρουσιαζόμενα ἐμπόδια, περιοριζομένη ἐν σμικρῷ. Ὁ μάρτυς διὰ τῆς μικρᾶς ταύτης περικοπῆς δὲν θέλει βεβαίως καταστραφῆ, οὐδὲ θέλει στερηθῆ τοῦ ἄρτου κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς θέλει διατρίψει ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Δικαστηρίου ἢ καθ’ ὁδόν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἔχῃ οὕτως, ἡ οἰκονομία εἶναι θετική· καὶ ὅτε ἔρχεται ὥρα εἰς τὰ Κράτη ὁμοία ἐκείνης, ἥτις ἦλθε σήμερον δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρέπει βεβαίως ν’ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς ἄλλας οἰκονομίας. Ἐγὼ ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα, ἅτινα δὲν θίγει τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει ν’ ἀποκόψωμεν δαπάνας καὶ ἐνταῦθα, ὅπου, ὅσα καὶ ἂν ἀποκόψωμεν, πάλιν ἀρκετὰ θέλουσι μείνει τὰ ἀπολλύμενα διὰ καταχρήσεων, ἃς αὐτὴ τῶν πραγμάτων ἡ φύσις καθιστᾷ ἀδύνατον νὰ καταργήσωμεν. Πρέπει ν’ ἀποκόψωμεν πολλά, ἀναγνωρίζοντες πάντες ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι, εἴτε ἐπταίσαμεν εἴτε δὲν ἐπταίσαμεν εἷς ἕκαστος ἡμῶν, ὅτι, ὅτε ἐπὶ ἕξ ὁλόκληρα ἔτη ὑπερέβημεν τὸν σταθερὸν Προϋπολογισμόν, ὅστις ἐκρίθη ἀναγκαῖος διὰ τὴν ἀνόρθωσιν ἡμῶν, κατὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, δίκαιον εἶναι νῦν νὰ πληρώσωμεν πάντες ἡμεῖς καὶ πάντες οἱ ἀποστείλαντες ἡμᾶς ἐνταῦθα, ὅπως εἰς τοιαῦτα προβῶμεν, νὰ πληρώσωμεν τὴν ποινήν, ἧς κατέστημεν ἄξιοι. Ἑκατὸν καὶ ἓν ἑκατομμύρια μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 (διότι τούτου τοῦ ἔτους δὲν ἔχομεν τὸν ἀπολογισμόν, ἔχομεν ὅμως πέντε ἐτῶν ἀπολογισμοὺς) ἐδαπανήσαμεν ὑπεράνω τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν ἔτει 1898 ἐν συμπράξει μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἔθετο ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τῆς πολιτείας ἡμῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπὶ πενταετίαν. Αἱ δαπάναι αἱ τοιαῦται, ἡ σπατάλη εἰς χρήσιμα ἴσως, ἀλλὰ πολυτελῆ, καὶ ἡ ἀλόγιστος διαχείρισις τοῦ χρήματος, ὑπὲρ οὗ δὲν ἐσκέφθημεν συνετῶς, ἄγει εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς σήμερον. Καὶ ὅπως ἀλλαχοῦ θ’ ἀκούσωμεν γογγυσμούς, οὕτω καὶ ἐνταῦθα σήμερον ἀκούονται γογγυσμοί, μετὰ τῆς διαφορᾶς, ὅτι ἐνταῦθα οἱ γογγυσμοὶ στρέφονται περὶ ἐλάχιστα καὶ ἀνάξια τόσον μακρᾶς συζητήσεως, ὅση ἐγένετο ἐνταῦθα. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἴσως λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι πολὺ μικρὰ ἀποκόπτομεν· ἀλλὰ βεβαίως ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, θίγει παράρτημα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, μέρος τοῦ κώδικος· προκειμένου δὲ περὶ δικαστικῶν νόμων, πολλὴ ἀπαιτεῖται προσοχή, ἵνα μὴ ἐπιλύωνται τὰ ζητήματα ἀπ’ εὐθείας ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ νομοσχεδίων, ἅτινα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐπιμεμελημένα, δὲν κατηρτίσθησαν μετ’ ἐπεξεργασίαν δικαστικὴν τὴν προσήκουσαν. Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ παραλείψωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως παραπέμψωμεν αὐτὸ εἰς ἐπιτροπήν. Καὶ τοῦτο λέγων ἀποτολμῶ, τοὺς μὲν προτείνοντας τὴν γνώμην τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ παρακαλέσω νὰ διευκολύνωσι τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, μέλλοντας πάντως νὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὴν δὲ Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ νὰ παραδεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον διέλθῃ μετὰ τοῦτο δι’ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς, εἰς ἣν νὰ τεθῇ προθεσμία, καθ’ ἣν νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸ καὶ προσκομίσῃ τὰς προτάσεις τὰς τροποποιούσας ἢ τὰς γενομένας ἐπὶ τροποποιήσεων. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐπιτραπῇ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν, γινομένης δεκτῆς τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, πρὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ψηφιζομένου ἀπόψε τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, νομίζω ὅτι τὰ πάντα συμβιβάζονται, καὶ ἡ κρείττων ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτυγχάνεται, καὶ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἔργον ἐπεῖγον βεβαίως, δὲν παρεμποδίζεται. Διότι ἐπείγοντα ἔργα εἶναι τὰ θέματα τὰ πολλαπλᾶ καὶ πολυσχιδῆ, τὰ ὑποβληθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης, τὰ ἀξιοῦντα περάτωσιν ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς μηνὸς ἕνεκα τῆς ὥρας τοῦ ἔτους. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον γένηται παραδεκτὴ ἡ γνώμη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ πρὸ τῆς τρίτης νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὥριμον πρὸς τρίτην ἀνάγνωσιν, νομίζω ὅτι αἱ γνῶμαι πᾶσαι συμβιβάζονται ὑπὲρ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τῆς τελειοτέρας καταρτίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ Βουλῇ εἰς προαγωγὴν τῶν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ. Τοῦτο προτείνω, παρακαλῶν καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἀκούσω τὰς ἑκατέρωθεν γνώμας.
§246Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς, ὡς πρὸς αὐτό, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§247Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀναγκαίως ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν θέλει βραδύνει ἐπὶ πέντε ἢ ἓξ ἡμέρας, διότι ἄλλα νομοσχέδια θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κρίνω λοιπὸν σκόπιμον, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν δύναται νὰ φέρῃ τροποποιήσεις.
§248Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸ τοῦ σοφοῦ Οἰκονομίδου, ὅστις ἐζήτησε διὰ τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου ἐξ ἑνὸς ἄρθρου ἑξάμηνον προθεσμίαν.
§249Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πολὺ ἐξαίρετε τὰ πράγματα! Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων θεμάτων.
§250Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ἀλλά, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐὰν πρόκηται νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν...
§251ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μόνον ἐκ Βουλευτῶν.
§252Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. τότε σκόπιμον κρίνω νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων, διότι τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια ἀναποδράστως καὶ ἀναγκαίως ἔχουσι συνάφειαν πρὸς ἄλληλα.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως 8 Πρωτοδικείων, καὶ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἔκρινα ἀναγκαῖον, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα συζητηθῶσιν ἐν πάσῃ εὐρύτητι. Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν 8 Πρωτοδικείων εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ἐδέχθην τὴν πρότασιν. Ἐπροτάθη ὅτι ἐπεσπεύσθη πολὺ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ὑπεσχέθην νὰ γένηται αὕτη μετὰ πάροδον ἓξ ἢ ἑπτὰ ἡμερῶν. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ στέρξωμεν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετὰ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἡμέρας, καθ’ ἃς θέλει ἐργασθῆ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιτροπὴ ἐκ μόνον Βουλευτῶν.
§254ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπαρκοῦσιν οἱ Βουλευταί.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμήν, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπεξεργαζομένην τὸ νομοσχέδιον περὶ Πρωτοδικείων, ἵνα εἰσαγάγῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ταχέως εἰς τὴν Βουλήν.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§257Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ τέλος τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου τροποποιουμένου ἄρθρου 23 τῆς ποινικῆς διατιμήσεως παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «ἓξ δὲ ὧραι πορείας ἀντιστοιχοῦσι πρὸς μίαν ἡμέραν ἡμεραργίας.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§259ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἐπ’ αὐτοῦ μίαν τροπολογίαν.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 165). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§261Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 7 προτείνω προσθήκην δευτέρας παραγράφου, ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «Ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν ἄρθρων 69 καὶ 70 τῆς ποινικῆς διατιμήσεως ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ ἀνακριτὴς ἐν τῇ ἐπὶ τῆς κλήσεως βεβαιώσει περὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ μάρτυρος ὁρίζει καὶ τὰς ἕνεκεν ἐμποδίου προσθέτους ἡμεραργίας, ἂν τοιαῦται ὑπάρχωσι, καὶ τὸ δι’ αὐτὰς πληρωτέον ποσόν.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–23).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§263Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 24, στίχον πέμπτον, μετὰ τὴν λέξιν «βιασμοῦ» παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «στάσεως, ἀντιστάσεως κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ἀναλόγων σοβαρῶν ἐγκλημάτων». Ἀντὶ δὲ τῶν λέξεων «ἐὰν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιτοπίου μεταβάσεως ἀποφανθῇ κατὰ πλειονοψηφίαν τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν κλπ.», νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις: «τῇ ἐγκρίσει ἢ δυνάμει παραγγελίας τοῦ ἁρμοδίου παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως, ἢ κατόπιν διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.»
§264ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἥτις παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 166). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).