Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 49

1904.04.24

2.892 στίχοι · 21.750 λέξεις · 1 πίνακας · 137 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1904.04.24
Προεδρεία
Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΥ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1908)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49

τῆς 24 Ἀπριλίου 1904.

(Σάββατον).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 10 καὶ 50′ π. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.

§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ σελίδι τῶν πρακτικῶν ἀναγράφονται τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ῥοῦφος ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, περὶ ναυτῶν τινων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ τοῦ πλοίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τεταγμένοι· ἀλλ’ ἡ ἀναγραφὴ δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τῆς τελευταίας ταύτης ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ῥούφου πρέπει νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις, ἵνα πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, πῶς συμβαίνει τοιοῦτον ἄτοπον». Δὲν εἶπον τοῦτο. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ῥούφου παρετήρησα, ὅτι ἡ τάξις πρέπει νὰ τηρῆται πανταχοῦ καὶ πάντοτε, διότι δὲν εἶναι τακτικὸν νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις ὡς παρόντες ἐπὶ τοῦ πλοίου ναῦται, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἀλλαχοῦ.» Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ προσέτι ἐν τῇ ὀγδόῃ σελίδι, γενομένης μνείας τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίας τῆς πυρίτιδος καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἀναγράφεται, ὅτι «λεπτομερῶς ὁμιλήσας ἀντέκρουσα τὸ νομοσχέδιον, ὡς μὴ παρέχον ἀσφαλεῖς πόρους εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Δὲν εἶπον, ὅτι οἱ πόροι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς· εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίας ἐκρηκτικῶν ὑλῶν «δὲν παρέχει ἀσφαλῆ ἔσοδα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης», καὶ διὰ τοῦτο ἀντέκρουσα αὐτό.

§3ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν σελίδι τετάρτῃ, προκειμένου περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα περὶ τῶν ἐν Φιλιατροῖς φαρμακείων, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν» αἱ λέξεις «νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν». Ἐπίσης ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι καὶ ὀλίγον κατωτέρω ἀναγράφεται, ὅτι ἐπηρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν κατάργησιν Ὑποθηκοφυλακείου ἐν Γόρτυνι. Δὲν εἶπον περὶ Ὑποθηκοφυλακείου Γόρτυνος, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐν Φιλιατροῖς Ὑποθηκοφυλακείου.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθη καλῶς ὁ πρακτικογράφος. Θὰ γείνωσιν αἱ δέουσαι διορθώσεις. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ κάτοικοι Τρικκάλων διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Γιαννακίτσα ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου». Τὴν αὐτὴν παράκλησιν διαβιβάζει διὰ τηλεγραφήματός του ὁ γεωργικὸς λαὸς Λαρίσης.

§5ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γ. Δημόπουλος, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Δαμηλάτης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσαν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἐν τῷ ἄρθρῳ 40 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν Μοιραρχιῶν ὁρίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 16, ἀντὶ τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν 26, διότι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδαμοῦ ἀναφέρεταί τι σχετικόν.» Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει σύστασιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγκρίνῃ ταχέως τὸν ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ Μεσσηνίας ὑποβληθέντα αὐτῷ προϋπολογισμὸν δαπάνης πρὸς ἐπισκευὴν καὶ διαπλάτυνσιν τῆς ἐν Καλάμαις ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Νέδοντος γεφύρας Σταματελάκη, ἥτις συνδέει τὴν δημοσίαν ὁδὸν Καλαμῶν–Τριπόλεως καὶ δι’ ἧς ἀποκλειστικῶς ἐνεργεῖται ἡ κυκλοφορία τῶν ἁμαξῶν καὶ ὑποζυγίων, διότι ἐκ τῆς μεγάλης χρήσεως τὸ ξύλινον αὐτῆς κατάστρωμα κατεστράφη σχεδὸν, καὶ διατρέχουσι κίνδυνον οἱ διαβαίνοντες, τὸ δὲ πλάτος αὐτῆς δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§7ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ Λαρίσης.

§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττόν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Βουλευτά, τὸ ζήτημα.

§10ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κρίνω καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, μεθ’ ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτι προχθὲς ἐτέθη τέρμα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς διεξαχθείσας μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πύλης πρὸς διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἱκανοποιήσεως διὰ τὰ ἐν Σμύρνῃ συμβάντα τῆς 10 Ἀπριλίου. Ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Σμύρνης Ἀσὴμ βέης, μεταβὰς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, ἐξέφρασε πρὸς τὸν διευθύνοντα τὸ Γενικὸν Προξενεῖον κ. Παπαγεωργιάδην, τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου προαχθέντος εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου καὶ διπλωματικοῦ πράκτορος ἐν Κεττίγνῃ, τὴν λύπην τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν διὰ τὰ γεγονότα τῆς 10 Ἀπριλίου. Προσέθεσε δὲ, ὅτι ἡ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀφιχθεῖσα ἐπιτροπὴ προβαίνει εἰς ἀνακρίσεις πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τούτων ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου Σμύρνης καὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Ἀϊδινίου, ἐθεωρήθη δὲ τὸ ἐπεισόδιον ὡς λῆξαν. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις προέτεινε τὴν λύσιν ταύτην πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν 21 Ἀπριλίου (τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην), ἐδήλωσε δὲ, ὅτι, ἐπιθυμοῦσα νὰ διατρανώσῃ τὰ φιλικὰ αὑτῆς αἰσθήματα πρὸς τὴν Ἑλλάδα, προτείνει τὴν λύσιν ταύτην πρὶν ἢ ἔτι ἐξακριβωθῶσι τὰ γεγονότα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀποστείλῃ εἰς Σμύρνην, καὶ μολονότι αἱ παραστάσεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἀφηγήσεις τῶν προξενικῶν ἡμῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἀνεκοινώσαμεν πρὸς τὴν Πύλην. Ἐποιήσατο δ’ ἐν ταὐτῷ ἔκκλησιν ἡ Πύλη πρὸς τὴν σύνεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι, προτείνουσα νὰ τεθῇ ἀμέσως καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς ἐκποδὼν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπεθύμει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι περὶ πολλοῦ ποιεῖται τὰς φιλικὰς μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεις. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο αὐτῇ, λαμβανούσῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ σπουδαιότατα συμφέροντα τῶν ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ Ἑλλήνων, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν λύσιν ταύτην, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἀμέσως τὴν ἑπομένην (τὴν προτεραίαν τῆς Βασιλικῆς ἑορτῆς) γείνῃ ἡ ἐπίσκεψις αὕτη, καὶ δοθῶσιν αἱ συμπεφωνημέναι ἐξηγήσεις, δέχεται τὴν προταθεῖσαν λύσιν. Κανονισθέντος τοῦ ζητήματος τῆς ἱκανοποιήσεως, μένει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἀμέσως δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπετάθη πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δίδει ἀφορμὴν διαρκῶς εἰς συγκρούσεις μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν τῆς Τουρκίας, λυθῇ ἄνευ ἀναβολῆς διὰ διαιτησίας, καὶ προσέθεσεν, ὅτι θεωρεῖ ὡς ἐνδεδειγμένον πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τὸ διαρκὲς διαιτητικὸν Δικαστήριον τῆς Χάγης.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, αἵτινες εἶναι χρησιμώταται, ὅπως ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ γνώμην ἐπὶ τῶν γενομένων, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, κατ’ αὐτόν, ἡ σπουδή, μεθ’ ἧς ἐγένετο καὶ ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις τοῦ Γενικοῦ Προξένου Σμύρνης ἀπὸ Σμύρνης εἰς Κεττίγνην, ἦτο καὶ αὕτη ἐκτέλεσις ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἀπηύθυνε, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὁποίας ἔστερξε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Καὶ τῷ ὄντι ἡ σπουδὴ ἦτο κατάδηλος, διότι τὴν 22 Ἀπριλίου προεκλήθη Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ μετετίθετο εἰς Κεττίγνην ὁ Γενικὸς Πρόξενος Σμύρνης κύριος Ἀντωνόπουλος. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν πρὶν ἢ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸ Διάταγμα, καὶ ἐνῷ ἡ πρᾶξις τῆς μεταθέσεως τοῦ κυρίου Ἀντωνοπούλου δὲν ἦτο ἔτι ἀρτία, διότι ἀρτία ἤθελε κατασταθῇ μόνον μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔσπευσε τηλεγραφικῶς νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο εἰς τὴν Ὑψ. Πύλην καὶ εἰς τὸν διορισθέντα ἀναπληρωτὴν τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου. Ὡσαύτως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ κ. Ἀντωνόπουλος δὲν προεβιβάσθη Πολιτικὸς Πράκτωρ, ὡς ἔλεγε πρὸ μικροῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, διότι ἔλαβε θέσιν Γενικοῦ Προξένου, ἣν εἶχε καὶ ἐν Σμύρνῃ, εἰς ταύτην δὲ προσετέθη ὁ ἐπίτιμος βαθμὸς τοῦ Πολιτικοῦ Πράκτορος, κατὰ τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων· ἑπομένως δὲν ἐγένετο πρᾶξίς τις, ἡ ὁποία παρέχει ἀμοιβὴν εἰς τὸν κ. Ἀντωνόπουλον.

§12Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Δὲν ὑπάρχει θέσις Πολιτικοῦ Πράκτορος, ὑπάρχει μόνον θέσις Γενικοῦ Προξένου, δίδεται δὲ ἐπὶ τιμῇ, εἴτε ἐπὶ αὐξήσει μισθοῦ, καὶ ὁ ἐπίτιμος βαθμὸς τοῦ Πολιτικοῦ Πράκτορος.

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἐγνώριζον, καὶ διὰ τοῦτο ἠπόρησα, ὅτε εἴπετε, ὅτι προεβιβάσθη Πολιτικὸς Πράκτωρ. Ἡ ἀκριβολογία ἥρμοζεν εἰς ὑμᾶς, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ λαβόντα χώραν ἐν Σμύρνῃ κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου, τὰ ὁποῖα ὠνομάσθησαν ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας «ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης», ταῦτα εἶχον ἀφορμὴν τὴν διάρρηξιν τῶν σφραγίδων, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκικὴ ἀρχὴ εἶχεν ἐπιθέσει ἐπί τινος ἐμπορικοῦ καταστήματος πολίτου Ἕλληνος ἐν Σμύρνῃ· εἶχον ὡσαύτως ἀφορμὴν τὴν κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχῆς ἐπίθεσιν τοῦ ἀστυνόμου Σμύρνης, βοηθουμένου ὑπὸ στρατιωτῶν, προσέτι δὲ τὴν προσβολὴν τὴν γενομένην κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἕλληνος Προξένου καὶ τὴν κακοποίησιν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ ὑποπρόξενος ὑπέστη καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ μεταβάντες εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐμπόρου, τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ αἰτία πασῶν τούτων τῶν πράξεων ἦτο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Γενικὸν Προξενεῖον νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν βίαν, διὰ ν’ ἀναιρέσῃ πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ Ὀθωμανικὴ ἀρχὴ εἶχε διαπράξει, ὅπως ἀναγκάσῃ τὸν πολίτην Ἕλληνα νὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἀναγνωρίσει ὡς νομίμως ἐπιβαλλόμενον. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη ἐπιθυμία, ἡ ὁποία γεννᾶται ἐν ἐμοί, εἶναι νὰ ζητήσω νὰ μάθω, ποῖαι ἦσαν αἱ ὁδηγίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν Προξενικὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν Σμύρνῃ ἀπέστειλε τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου, τὸν διερμηνέα αὐτοῦ καὶ τοὺς καβάσηδες τοῦ Προξενείου, ἵνα προβῶσιν εἰς τὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι καὶ τὴν ὁποίαν δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτήν, εἶναι νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1904 μέχρι τοῦδε ἐπισταλέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα πρὸς τὸ ἐν Σμύρνῃ Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος, δι’ ὧν ἐδίδοντο αὐτῷ ὁδηγίαι περὶ τῆς στάσεως καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ κατὰ ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἥν ἡ τοπικὴ ἀρχὴ ἤθελε προβῆ εἰς μέτρα καταναγκασμοῦ τῶν Ἑλλήνων πρὸς πληρωμὴν τοῦ εἰρημένου φόρου ἐπιτηδεύματος.» Τῆς πληροφορίας ταύτης ἔχω ἀνάγκην, διὰ νὰ σχηματίσω πεποίθησιν, ἂν εἶναι ἀκριβῆ τὰ διαδοθέντα καὶ δημοσιευθέντα ὑπὸ ἐφημερίδων περὶ τῶν ὁδηγιῶν, αἵτινες περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐδόθησαν εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον Σμύρνης. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀρχικὴ αἰτία πάντων τούτων εἶναι ὁ ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἐπιβληθεὶς φόρος ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἠξίου νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἐπὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος οἱ πολῖται Ἕλληνες, οὕτω δὲ ὑπάρχει πλήρης διαφωνία γνωμῶν μεταξὺ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦτο ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει) «πᾶσαν τὴν μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἀλληλογραφίαν, τήν τε ταχυδρομικὴν καὶ τὴν τηλεγραφικὴν, τὴν ἀνταλλαγεῖσαν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1904 μέχρι τοῦδε, περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος· ἤτοι πάντα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐδίδοντο ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγίαι περὶ ἐνεργειῶν ἢ παραστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας παρεκαλεῖτο ἡ Πρεσβεία νὰ προβῇ, ὅπως πείσῃ τὴν Ὑψηλὴν Πύλην νὰ παύσῃ ἀπαιτοῦσα παρὰ τῶν Ἑλλήνων φόρον ἐπιτηδεύματος, ὑπὸ δὲ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας πληροφορίαι περὶ τῶν ὑπ’ αὐτῆς γενομένων ἐνεργειῶν ἢ παραστάσεων.» Χρησιμώτατον θὰ ἦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ ὡσαύτως (ἀναγινώσκει), «πάσας τὰς κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ὑποβληθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰς ἢ ἐκθέσεις τοῦ Γενικοῦ Προξένου, ταχυδρομικὰς καὶ τηλεγραφικὰς, περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος πραγματευομένας.» Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἄρχονται αἱ διαπραγματεύσεις. Δὲν πρέπει ἐγὼ νὰ ἀφηγηθῶ τὰ γενόμενα κατὰ τὴν δεκάτην Ἀπριλίου ἐν τῇ πόλει τῆς Σμύρνης, καὶ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ὑψ. Πύλης καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἤδη ταῦτα γνωστά. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐξακριβώσω λεπτομερέστερον, διὰ νὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην, τὰ συμβάντα κατὰ τὴν δεκάτην Ἀπριλίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει) «πάντα τὰ περὶ τῶν διαδραματισθέντων ἐν Σμύρνῃ κατὰ Ἀπρίλιον ἐνεστῶτος ἔτους ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου Σμύρνης ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα, ὡς καὶ τὰ ἀνταλλαγέντα περὶ τούτου ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, καὶ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν παρὰ ταῖς ἐν Εὐρώπῃ Αὐλαῖς Πρεσβειῶν τῆς Ἑλλάδος, δι’ ὧν ἀνηγγέλλοντο τὰ γεγονότα, ἢ ἐδίδοντο αὐταῖς ὁδηγίαι περὶ ἐνεργειῶν ἢ παραστάσεων.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς τροπῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ διὰ τῆς λύσεως τοῦ δυσαρέστου τούτου ζητήματος, εἰς τὴν ὁποίαν προσεχώρησεν, ἐπετεύχθη ἡ δήλωσις τῆς Ὑψ. Πύλης περὶ τῶν φιλίων αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῆς, ὅπως ταῦτα διατηρηθῶσι καὶ καλλιεργηθῶσι περισσότερον. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ νὰ μὴ ἀξιώσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ περισσότερον· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτοῦ. Ἡ Ὑψ. Πύλη εἶναι Κράτος ἀνεξάρτητον, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαιώματα καὶ συμφέροντα· ὁ Ἡγεμὼν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας διαχειρίζεται ταῦτα, εἰς αὐτὸν δ’ ἀνήκει νὰ χαράξῃ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν θέλει μετέλθει ἀπέναντι ἑκάστου τῶν Κρατῶν. Μέχρι δὲ τῆς 10 Ἀπριλίου δὲν εἶχε δοθῆ ἀφορμή τις, ἵνα μεταβληθῇ ἡ κατάστασις τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἐὰν ἐδόθη ἀφορμὴ πρὸς μεταβολήν τινα τούτων κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου, τοῦτο ἰδίως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, διότι συμφέρον ἔχομεν κατὰ ταύτην τὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διανύομεν, νὰ μὴ δημιουργῶμεν ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης περιπτώσεις καὶ περιπλοκὰς, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπενέγκωσι διατάραξιν τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς οἱονδήποτε Κράτος, καὶ ἰδίως πρὸς ἐκεῖνα τὰ Κράτη, ἅτινά εἰσιν ὅμορα τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς λύσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐχρησίμευσεν ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ τμηματάρχης κ. Παπαγεωργιάδης. Ὁ κ. Παπαγεωργιάδης ὑπῆρξεν ἄλλοτε ὑπάλληλος ἐν τῷ Γενικῷ Προξενείῳ τῆς Ἑλλάδος ἐν Σμύρνῃ, εἶχε δὲ περιέλθει ἐκεῖ εἰς ὑπηρεσιακὰς δυσχερείας. Δὲν καλοῦμαι νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτείας του ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτεία του ἐκείνη εἶναι γνωστὴ ἐν Σμύρνῃ, καὶ αὐτὸς γνωρίζει τὴν Σμύρνην. Ἦτο λοιπὸν σύμπτωσις, ἡ ὁποία δὲν προσεδοκᾶτο, σύμπτωσις, ὁ κ. Παπαγεωργιάδης νὰ εὑρεθῇ ἐν Μιτυλήνῃ, καὶ ἑπομένως νὰ ἦναι εὔκολος ἡ ταχίστη μετάβασις αὐτοῦ εἰς τὴν Σμύρνην — ἐὰν ἀληθεύωσι τὰ διαδιδόμενα, ὅτι ὁ κ. Παπαγεωργιάδης ἦτο εἰς τὴν Μιτυλήνην. — Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, διὰ τίνων πράξεων ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Παπαγεωργιάδην νὰ καταλίπῃ τὴν ὑπηρεσίαν του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπετράπη, διότι ὁ κ. Παπαγεωργιάδης ἐζήτησεν ἄδειαν ἀπουσίας, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκεν αὐτῷ ἄδειαν ἀπουσίας, καὶ διετέλει ἐπ’ ἀδείᾳ ἐν Μιτυλήνῃ, καὶ οὕτως ἐγένετο δυνατὸν νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ἐν Σμύρνῃ; Ἢ μήπως ὁ κύριος Παπαγεωργιάδης ἐξετέλει ὑπηρεσίαν, ἀπομακρυνθεὶς ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εὑρισκόμενος ἐν Μιτυλήνῃ ἢ ἐν Σμύρνῃ; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «τὰ περὶ τῆς ἀναχωρήσεως ἀπ’ Ἀθηνῶν τοῦ τμηματάρχου κ. Παπαγεωργιάδου σχετικὰ ἔγγραφα, ἤτοι τὴν περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας ἀναφορὰν αὐτοῦ, καὶ τὸ περὶ τούτου ἔγγραφον πρὸς αὐτὸν τοῦ Ὑπουργείου, ἂν ἀπεμακρύνθη τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίας του δι’ ἀδείας ἀπουσίας, ἢ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς παρηγγέλλετο νὰ ἀπέλθῃ τῶν Ἀθηνῶν δι’ ὑπηρεσίαν, ἂν ὄντως ἐν ἀποστολῇ ἐτύγχανεν ὅτε κατέλιπε τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίαν του.» Ὁ κ. Παπαγεωργιάδης, ἕνεκα λόγων ἀναγομένων εἰς τὸ παρελθόν, — τοὺς ὁποίους δὲν καλοῦμαι νὰ ἐξετάσω, — δὲν ἐθεωρεῖτο persona grata τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, διεδόθη δὲ εἰς τὴν πόλιν, ὅτι εἴτε συνεπείᾳ ὁδηγιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία συνέστησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας νὰ μὴ προβάλῃ ἀντίρρησίν τινα, ἵνα ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τοῦ Γενικοῦ Προξενείου Σμύρνης εἰς τὸν κ. Παπαγεωργιάδην, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας μετὰ τῆς φιλόφρονος διαθέσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει αὐτόν, ἔστερξε τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ ἐξεδόθη κατὰ συνέπειαν ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Παπαγεωργιάδου, ὡς διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου τῆς Σμύρνης. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὅλη αὐτὴ ἡ σπουδὴ ἐγένετο διὰ νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ὁ μουαβὶν Ἀσὴμ βέης, ἀξιόλογος ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον ἐγνωρίσαμεν ἐν Ἀθήναις ὡς πρέσβυν τῆς Τουρκίας, ὅτε μετέβη εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, εἴτε διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του διὰ τὰ συμβάντα τῆς 10 Ἀπριλίου, εἴτε, ὡς ἐν Ἀθήναις λέγουσι, — τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν τὸ γνωρίζω — διὰ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, ὅτι ἔστερξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Πύλης εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Παπαγεωργιάδου εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ Γενικοῦ Προξένου, νὰ κατορθωθῇ, λέγω, νὰ εὕρῃ ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Γενικοῦ Προξένου τὸν κ. Παπαγεωργιάδην, καὶ οὐχὶ τὸν κ. Ἀντωνόπουλον. Ἐπὶ τούτου δὲν ἔχω γραπτὴν ἐπερώτησιν, —δηλῶ ταῦτα προφορικῶς.—Δὲν ἔχω δὲ γραπτὴν ἐπερώτησιν, διότι δὲν ἔχω διδόμενα, ὅπως βεβαιώσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοὺς διαδιδομένους. Ἐμνημόνευσα δὲ τούτου, διὰ νὰ ζητήσω προφορικῶς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ, ὅταν θὰ καταθέσῃ καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα, προφορικὰς πληροφορίας, πῶς περὶ τούτου ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Γενικὸς Πρόξενος Σμύρνης ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας διέταξε τὸν Γραμματέα τοῦ Προξενείου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ πολίτου Ἕλληνος Βασιλακάκη καὶ νὰ διαρρήξῃ τὰς σφραγῖδας, ἢ ἂν δὲν τὸ ἔπραξεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλὰ τὸ ἔπραξε κατ’ ἐντολὴν καὶ ἐκτελῶν ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ὑπόθεσις δὲν ἦτο ὑπόθεσις τῆς ἁπλῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ ὑπόθεσις ἦτο κυβερνητική, ἑπομένως βεβαίως ἐγένετο λόγος, εἴτε πρὶν ἢ δοθῶσιν ὁδηγίαι εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον Σμύρνης, εἴτε μετὰ τοῦτο, ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καὶ ἀφοῦ ἐδόθησαν αἱ ὁδηγίαι, ἢ ἀφοῦ συνέβησαν τὰ συμβεβηκότα, βεβαίως ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ὑπουργῶν εἶναι μὲν ἡ διοίκησις τοῦ κλάδου αὐτῶν, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 3 Ἀπριλίου 1833 «περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Γραμματειῶν», ἀλλ’ ὅταν αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν κυρίως διοίκησιν τοῦ κλάδου του, θίγωσι γενικὰ συμφέροντα καὶ δύνανται νὰ ἐνασκήσωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ πράττῃ καὶ ἐνεργῇ ὅ,τι βούλεται, εἰμὴ ἀφοῦ προηγουμένως δώσῃ τὴν ἔγκρισίν του τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μετὰ συνεννόησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, (ἀναγινώσκει): «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφα τῶν πρακτικῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῶν συνεδριάσεων, καθ’ ἃς τὸ Συμβούλιον ἠσχολήθη αʹ) περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Προξενικῶν ἀρχῶν, ὅπως ἡ Ὀθωμανικὴ ἀρχὴ μὴ ἐπιμείνῃ, ἀπαιτοῦσα παρὰ τῶν Ἑλλήνων φόρον ἐπιτηδεύματος, βʹ) περὶ τῶν μέτρων ἢ ἐνεργειῶν αὐτῶν, ὅπως ἀποτραπῶσιν ἢ ἀποσοβηθῶσιν αἱ πρὸς ἀπαίτησιν τοῦ φόρου ἢ πρὸς καταναγκασμὸν τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ ἐνέργειαι τῶν κατὰ τόπους Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν.» Καὶ ταῦτα μὲν ἐν περιλήψει καὶ κεφαλαιωδῶς μοὶ συνέβη νὰ ἐπιθυμήσω, ἵνα κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δυνηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῆς νὰ σχηματίσωμεν πλήρη πεποίθησιν, οὐ μόνον περὶ τῶν αἰτιῶν, αἵτινες προὐκάλεσαν τὰ συμβάντα τῆς 10 Ἀπριλίου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὅπως ἐξομαλυνθῶσιν αἱ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἕνεκα τῶν διαπραχθέντων κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου ἐπῆλθον. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχω νὰ ἐνοχλήσω κατά τι καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀπευθύνων πρὸς αὐτὸν ἰδίαν παράκλησιν. Ἀφορμὴν ἔχω ὄχι μόνον τὰς διαδόσεις ἐν Ἀθήναις, τὰς κατακλυσάσας τὴν πόλιν καὶ κατὰ τὴν νύκτα τῆς 10 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν 11 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν 12 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν 13 Ἀπριλίου, ἀλλὰ καὶ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον χώραν καθ’ ἑκάστην τῶν ἡμερῶν τούτων, τὰ ὁποῖα προσέθετον εἰς τὰ στήθη τοῦ κοινοῦ δυσφόρητον βάρος, καὶ τὰ ὁποῖα ἐβεβαιοῦντο διὰ τῆς ἀντιλήψεως τῶν πολιτῶν. Φαίνεται, ὅτι αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους δὲν εἶχον ἐγκαταλειφθῆ ὅλως ἕνεκα τῶν κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου λαβόντων χώραν ἐν Σμύρνῃ· φαίνεται ὅτι ἐπῆλθεν ἰδέα νὰ γένηται προσφυγὴ εἰς αὐτάς. Διὰ τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κινήσεις διηνεκεῖς καὶ κἄπως σπασμωδικαί, διαταγαί, συσκέψεις μετ’ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἐν τοῖς κόλποις τῆς Κυβερνήσεως, ὅλα ταῦτα κατέστησαν εἰς τὸ κοινὸν γνωστόν, ὅτι κἄτι συνέβαινεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Διὰ τοῦτο (ἀναγινώσκει) «παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διαταγὰς πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, τὰς ὁποίας ἐξέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον, περὶ παρασκευῆς πλοίων τοῦ πολεμικοῦ στόλου διὰ συμπληρώσεως τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ, εἴτε πολεμικοῦ, εἴτε σκευῶν καὶ ἐπίπλων, εἴτε τροφῶν καὶ ἀνθράκων, ὡς καὶ τὰς ἀναφορὰς ἢ ἐκθέσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, δι’ ὧν τοῦτο ἀπεκρίνετο εἰς τὰς εἰρημένας διαταγάς.» Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μεταδοθῶσιν αἱ παρακλήσεις μου εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.

§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ μακρᾶς ἐπερωτήσεως ἐζήτησεν, ὅπως κατατεθῶσι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἐζήτησε δὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, ἀφ’ ἑνὸς, ὅπως δυνηθῇ νὰ μορφώσῃ γνώμην σαφῆ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως διασκεδασθῶσι διαδόσεις, ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπαναλαμβανόμεναι. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη καλῶς, ἂν ἐπολιτεύθη, ὅπως ἔπρεπε νὰ πολιτευθῇ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται ἡ γνῶσις τοῦ ὅλου ζητήματος, καὶ γεννᾶται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οὐσιαστικοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος δηλ. τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, νὰ προσαχθῶσιν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀποσταλέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη ἆρά γε τὴν 1 Ἰανουαρίου; Οὐχί· τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη πρὸ εἰκοσαετίας, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχομεν ἐνέργειαν ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον. Ὅπως μορφώσωμεν λοιπὸν γνώμην σαφῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν πολὺ εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν Κυβερνήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἄνευ βλάβης αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Δεύτερον, ζητεῖτε νὰ μάθητε, ποῖαι αἱ ὁδηγίαι, αἱ δοθεῖσαι εἰς τὴν Προξενικὴν ἀρχὴν Σμύρνης πρὸ τῶν συμβάντων τῆς 10 Ἀπριλίου. Ἀλλὰ πρῶτον, ἐδόθησαν ὁδηγίαι; καὶ ἂν ἐδόθησαν τοιαῦται, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ὁδηγίαι αὗται; Ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ; Εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ τῶν λαβόντων χώραν γεγονότων; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐδόθησαν ὁδηγίαι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ τίνα τρόπον ἐξετελέσθησαν αἱ ὁδηγίαι, αἱ τυχὸν δοθεῖσαι; Καὶ νομίζετε, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δύνανται σήμερον νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ; Κατ’ ἐμέ, πᾶσα συζήτησις δὲν δύναται ἢ νὰ βλάψῃ ἐθνικὰ συμφέροντα ἢ νὰ βλάψῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν διὰ διαιτησίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀποκρούω σήμερον τὴν συζήτησιν, καθῆκον ἔχω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα, ἵνα ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα γινώσκει, ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀδυνατῶ νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἔγγραφα, ἀδυνατῶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτε, ὅπως ἀνήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας πρόκειται ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων νὰ ἐξετασθῇ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων συζήτησις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ καταδικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς λύσεως, ἣν ἀπεδέχθη, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ καταδικάσῃ αὐτὴν, διότι δὲν συναινεῖ, ὅπως σήμερον συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, βεβαίως ἔχει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποκύψει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.

§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι σάτυραν τοῦ Ἀλεξάνδρου Σούτσου. Φαίνεται κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ποιητὴς Σοῦτσος ἔζη, ἐλαμβάνοντο μέτρα ἀδυσώπητα κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, ἔγραψε δὲ τότε ἐκεῖνος σάτυραν, ἥτις ἤρχετο ἀπὸ τῶν στίχων τούτων: «Εἶναι ἐλεύθερος ὁ Τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ.» Εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ποῦ στηριζομένη; ἐπὶ τῶν διαφόρων γεγονότων. Ποῖα εἶναι τὰ γεγονότα; πῶς ταῦτα διεπράχθησαν; Ἀρνεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ χορηγήσῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα φῶτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν οὕτως, ἄνευ ἐγγράφων, ἐπιλάθηται τῆς συζητήσεως πρὸς ἔλεγχον τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ πᾶν συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἐπικαλεσθῆ οἱ Βουλευταὶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον ἔχει τὴν εὐκολίαν ἢ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀρνῶνται τὴν ἀλήθειαν τοῦ συμβεβηκότος, ν’ ἀμφισβητῶσι τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως θέλουσιν οὕτως ἀναιρεῖ τὰς βάσεις καὶ τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διατὶ ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα ἡ δημοσίευσις τῶν ἐγγράφων ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐκανονίσθη ἤδη, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει πλέον, τὸ ὁποῖον μετέστη ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν; Ἢ κατὰ τί ἤθελε ζημιωθῆ ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἐκκρεμοῦς ἔτι ζητήματος, τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος — ἂν δηλ. ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον τοῦτον οἱ πολῖται Ἕλληνες, — ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ μάθῃ, τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἀποδείξῃ τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων, ἵνα ἐνισχύσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, ἵνα πείσῃ τὴν Ὑψ. Πύλην, ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὐτοῦ εἶναι δίκαιαι καὶ βάσιμοι; Δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ καλῶς ἢ κακῶς τὸ Συνέδριον τῆς Χάγης ἡ γνῶσις τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν παραστάσεων τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς; Μήπως αἱ παραστάσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐγίνοντο καὶ ἐτελοῦντο κρύφιαι καὶ μυστικαὶ, καὶ δὲν γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος προέβαλε παραστάσεις, ὅτι ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες δὲν ὑπόκεινται εἰς αὐτόν; Μήπως πρόκειται ἡμεῖς νὰ ἐλέγξωμεν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀσθενῆ καὶ ἀβάσιμα, ἢ ἦσαν ἰσχυρὰ καὶ ἔγκυρα; Βεβαίως αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀρνῶνται ν’ ἀποκαλύπτωσι τὰ μυστήρια τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ὅταν ἡ ἀποκάλυψις τῶν λεπτομερειῶν ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ὀφείλουσι νὰ ἀποδεικνύωσιν, ὅτι τῷ ὄντι βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι ἄλλως ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἶναι πρόχειρον μέσον εἰς πάντας νὰ ἀρνῶνται νὰ φωτίζωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν συμβεβηκότων. Ἀλλὰ προσέτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων ἤθελε περιορίσει τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν γενομένων, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διαδιδομένων· διότι, ἐὰν δὲν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, θέλουσι προταθῆ πρὸς συζήτησιν πᾶσαι αἱ διαδόσεις, αἱ ἐν τῇ πόλει κυκλοφορήσασαι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, πάντα τὰ ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας ἀνακοινωθέντα, τότε δὲ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ ἴσως βλάβη εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐὰν μὴ ὑπῆρχε ποτε πιθανότης, ὅτι ἡ ἀποκάλυψις τῶν πραγμάτων ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιζήμιος. Βεβαίως περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος δὲν εἶναι μόνον ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα, ἡ ὁποία καθῆκον εἶχε νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐγὼ αὐτός, ὅτε ὁ διορισθεὶς κατὰ τὸ ἔτος 1903 πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει μοὶ παρέσχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ χαιρετίσῃ εἰς τὸν οἶκόν μου καὶ νὰ μὲ προκαλέσῃ γὰ δώσω αὐτῷ γνώμας ἢ ὁδηγίας, εἶπον πρὸς αὐτόν, ὅτι τὴν μόνην ὁδηγίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώσω εἰς αὐτόν, εἶναι νὰ ἀσχοληθῇ, ἵνα ἐξομαλυνθῇ ἡ δυσχέρεια αὕτη, ἵνα ἀρθῇ ἡ διαφωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· διότι, ἐν ὅσῳ ζητήματα τόσον καίρια μένουσιν ἐκκρεμῆ, ὑπάρχει ὑπὸ τὴν στάκτην σπινθήρ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προκαλέσῃ πυρκαϊάν. Δὲν γνωρίζω τί ἄλλο ἔπραξαν. Ἐνδέχεται καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἐπράξαμεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξωμεν. Ἐὰν δὲ τοῦτο διενοεῖτο νὰ ἐνδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡμεῖς δὲν ἀποδειλιῶμεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ἔλεγχον διὰ τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἤδη ὅμως ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ μάθωμεν, τί ἔπραξεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Βεβαίως τὸ ζήτημα χρονολογεῖται ἀπὸ ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ. Ἑπομένως ἔχομεν δικαίωμα, ἐπαναλέγω, καὶ καθῆκον νὰ μάθωμεν, τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος καὶ κατορθώσῃ νὰ ἀγάγῃ αὐτὸ εἰς πέρας. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς συνταγματικόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς δράσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς γνώμης, ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελε σχηματίσει μετὰ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν κυβερνητῶν, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρέχει τὴν ἀφορμὴν ὅλων τούτων, τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος ἢ τοῦ κοινῶς λεχθέντος ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, ἤθελον ἀδιστάκτως εἰπεῖ τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον λεπτὸν καὶ εὐαίσθητον, ὥστε ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ψῆφος ἢ γνώμη Βουλευτοῦ, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἀπαισίαν λύσιν τῆς ἀξιοθρηνήτου πλοκῆς τῆς 10 Ἀπριλίου. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τοὺς φίλους μου νὰ μὴ ζητήσωσι ψηφοφορίαν, ἵνα μὴ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ νομίζωσιν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ὑπουργικὸν, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως, σπεύσωσι δὲ νὰ ψηφοφορήσωσι καὶ ἐγκρίνωσι καὶ ἐπιδοκιμάσωσι καὶ ἐπικροτήσωσι τὴν ἀπαισίαν λύσιν αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν τὸ εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ διὰ φράσεων καὶ λέξεων ἀποκεκαλυμμένως, διότι εἶχε τὴν συνείδησιν τοῦ πράγματος· τὸ εἶπεν ἐντὸς τῶν σιαγόνων του, ἐντὸς τῶν ὀδόντων του, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι παρουσίαζεν εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην νὰ ἐκφράσῃ τὰ αἰσθήματα τῆς εἰλικρινοῦς φιλίας, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς ἡμᾶς ἡ Ὑψηλὴ Πύλη καὶ τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος. Ἀλλὰ περὶ τούτου εἶπον, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ ὁποίαν ἤθελεν ἐγκρίνει πολιτικήν, σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματά του. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν, ἂν ἔχει ἡ Ὑψηλὴ Πύλη φίλια αἰσθήματα πρὸς ἡμᾶς, ἢ ἂν δὲν ἔχει τοιαῦτα· ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι νὰ μὴ εὑρίσκηται ἐν διαστάσει πρὸς τὴν γείτονα Αὐτοκρατορίαν. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, προσεπαθήσαμεν νὰ δώσωμεν ἀποδείξεις, ὅτι τοιαύτην εἴχομεν γνώμην περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Ἐὰν αὗται αἱ σχέσεις ὑπελήφθη ὅτι συνεταράχθησαν, δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ εὐθύνηται ἡ Ἑλλάς· ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ εὐθύνη, αὕτη βαρύνει ἴσως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αὐτοβούλως καὶ ἰδιορρύθμως προέβησαν εἰς πράξεις, εἰς ἃς δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶσιν. Ἑπομένως τὸ ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον εἶπε μὲ ἄτολμον φωνὴν ὁ εἰρημένος Ὑπουργὸς, ὅτι ἀπεκτήσαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπολύτως εἶναι εὐχάριστον, δὲν εἶναι ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον κατωρθώθη διὰ τῶν ἐνεργειῶν καὶ προσπαθειῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοῦτο ἦτο τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐπηρεάζουσι τὴν ἀξίωσιν ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ καταθέσῃ.

§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, θέλω προσθέσει ὀλίγας μόνον λέξεις. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταθέσῃ ἐν γένει ἔγγραφα, καὶ ὅπως διὰ πληροφοριῶν δώσῃ βάσιν συζητήσεως εἰς τὴν Βουλὴν θετικῆς καὶ εὐκρινοῦς, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδεμίαν αἰσθάνεται πεποίθησιν, ὅπως ὑποστῇ πλήρη ἔλεγχον, ἀνεξαρτήτως τῆς δυνάμεως τῆς κοινοβουλευτικῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παρατάξῃ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ λυθῇ δι’ ἁπλῆς ψηφοφορίας. Ἄν ἦτο τοιοῦτον, βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἤθελε προβῆ εἰς πρόκλησιν συζητήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν πληροφοριῶν, διότι, ἂν ἤθελε θεωρήσει τὸ ζήτημα ζήτημα ψηφοφορίας, ἤθελε βεβαίως ἀπόσχει, ἀφοῦ οὐδὲν συμφέρον ἤθελεν ἀποκομίσει ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἵνα ἀρνῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατάθεσιν τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, πρέπει βεβαίως νὰ αἰσθάνηται, ὅτι ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἐσκόπουν αἱ καταθέσεις τῶν ἐγγράφων νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῶσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπιτηδεύματος ἐν Τουρκίᾳ ἐπὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1904. Τῶν ἐγγράφων τούτων ἔχομεν ἀνάγκην οὐχὶ ἵνα μάθωμεν, ἂν εἶχε δίκαιον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἢ ἡ Ὀθωμανικὴ, ὑποστηρίζουσαι ἡ μὲν, ὅτι δὲν ὀφείλομεν, ἡ δὲ, ὅτι ὀφείλομεν φόρον ἐπιτηδεύματος. Διότι ταῦτα εἶναι ἀδύνατον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ νὰ συζητηθῶσι, καθόσον εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ Βουλευτὴς ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν αἰσθάνεσθαι, ὅτι ὑπάρχει εὔλογόν τι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἐναντίας γνώμης, ἤθελεν ὁμολογήσει τοῦτο. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂν δηλ. ὀφείλουσιν οἱ ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνες ὑπήκοοι νὰ καταβάλλωσι φόρον ἐπιτηδεύματος ἢ δὲν ὀφείλουσι. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὀφείλουσι νὰ διεξαγάγωσιν αἱ Κυβερνήσεις ἢ μεταξὺ αὐτῶν, ἢ ἀπέναντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἂν ἤθελον κληθῆ πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων εἶναι ἀναγκαία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα ἴδωμεν, κατὰ πόσον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο προειδοποιημένον ἐκ τῶν ἀξιώσεων καὶ τῶν διαθέσεων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ὅτι αὕτη δὲν ἦτο πρόθυμος νὰ δεχθῇ ὑποχώρησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ ἂν τοιαύτη ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτῃ διάθεσις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν, ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι θ’ ἀπαντήσωμεν παρὰ τῇ Πύλῃ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ κατὰ τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀντίστασιν δι’ ὅλων τῶν μέσων, δι’ ὧν ἀνθίσταται πᾶσα Κυβέρνησις, πιστεύουσα ὅτι ἔχει τὸ δίκαιον καὶ τὸ νόμιμον ὑπὲρ ἑαυτῆς. Ἐννοῶ, ἂν ἀπέναντι ἡμῶν ὑπῆρχε Κυβέρνησις Τουρκικὴ χαλαρὰ, διστάζουσα περὶ τοῦ δικαίου αὑτῆς, νὰ ἔρχηται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τῶν Προξενικῶν ἀρχῶν καὶ νὰ ζητῇ νὰ ἐκβιάσῃ τὰ προσπεποιημένα αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις μετέρχεται κατὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἀπέναντι ἡμῶν Κυβέρνησιν κατεχομένην ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ δίκαιον καὶ τὸ νόμιμον, Κυβέρνησιν ἀποφασισμένην νὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὸ, διότι δὲν περιορίζεται ἐκ συνθηκῶν καὶ συνεννοήσεων μετὰ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ἐναντίας ἐνεργείας ἐντὸς τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους μετὰ τοσούτου θάρρους καὶ ἄνευ περισκέψεως. Διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαίαν τὴν κατάθεσιν τῶν εἰρημένων ἐγγράφων πρὸς αὐτὸν μόνον τὸν σκοπὸν, καὶ οὐχὶ ἵνα σχηματίσωμεν γνώμην περὶ τοῦ δικαίου ἢ νομίμου τοῦ φόρου αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι στοιχεῖον ἀναπόφευκτον πρὸς σχηματισμὸν πεποιθήσεως περὶ τῶν γενομένων. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον ἄρθρον τῶν προτάσεων τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅπως κατατεθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τοῦ ἂν κατ’ ἐντολὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησεν ἡ Προξενικὴ ἀρχὴ Σμύρνης ἢ αὐτοβούλως, εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖον, ἀπαιτούμενον πρὸς σχηματισμὸν γνώμης τῆς Βουλῆς περὶ εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀνάγκην ἐγγράφων, ὅπως μορφώσω γνώμην περὶ τούτου, διότι τοσαύτην ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τοῦ Γενικοῦ Προξένου Σμύρνης, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἄνευ ἐντολῆς καὶ αὐτοβούλως προέβη εἰς τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη, οἷον ἡ παραβίασις τῶν σφραγίδων καὶ ἡ διὰ τῆς βίας ἐπαναφορὰ τῶν πραγμάτων εἰς τὴν πρὸ τῆς σφραγίσεως κατάστασιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως νὰ διεξαχθῇ συζήτησις, διότι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀπόδειξις, ἂν ἄνευ ἐντολῆς ἢ μετ’ ἐντολὴν ἐνήργησεν ὁ Γενικὸς Πρόξενος Σμύρνης. Πῶς θέλετε νὰ ἐκφράσωμεν περὶ τούτου γνώμην, ἂν τυχὸν ἤθελεν εἰς ψηφοφορίαν περιέλθει τὸ ζήτημα, μὴ ἔχοντες καὶ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον, ὅπερ εἶναι ἀναπόφευκτον, ὅπως κρίνωμεν, πῶς ἐγένοντο τὰ πράγματα καὶ ποία ὑπάρχει ἡ εὐθύνη ἑνὸς ἑκάστου; Ἀλλ’ ἀσχέτως τῆς εὐθύνης καὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν πραγμάτων, αὕτη εἶχε καθῆκον νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν, διότι, ἂν τὰ πράγματα εἴτε μοιραίως εἴτε ἐκ προπαρασκευῆς συνέβησαν, βεβαίως ἱκανοποίησις ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις παραγνωρίζῃ ἐντελῶς τὴν θέσιν αὐτῆς, καὶ δὲν ὑπολογίζῃ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν δυνάμεων, ἐπὶ τῶν πραγματικῶν μέσων αὑτῆς, ἀλλὰ προβαίνει εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι, ἐνῷ δεινώνουν τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι ἢ μία ἐπιβολὴ πρὸς Δυνάμεις ἄλλας ἢ ἐκείνας, αἵτινες εἶναι αἱ κυβερνητικαὶ δυνάμεις καὶ ἐφ’ ὧν δέον νὰ στηρίζηται, τότε ἡ Κυβέρνησις ἠμάρτησε. Νομίζω, ὅτι ἡ εὐθύνη τότε εἶναι μεγάλη. Τίς ἀμφιβάλλει, ὅτι ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῶν Δυνάμεων, καὶ παρεμβάσεως προκαλουμένης ἄλλοθεν ἢ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀφειλομένης μᾶλλον οὐχὶ εἰς ἡγεμονικάς, ὅσον εἰς συγγενικὰς σχέσεις, θὰ ἦσαν τὰ πράγματα λίαν δυσχερῆ καὶ θὰ ἦγον εἰς ἀποτελέσματα χείρονα ἐκείνων, εἰς ἃ κατέληξαν; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὅπως ἡ Βουλή, καὶ διὰ τῆς Βουλῆς τὸ ἔθνος μορφώσῃ γνώμην περὶ τῶν γενομένων, γνώμην, ἥτις δὲν θὰ ἦναι ἀναγκαία μόνον διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς εὐθύνης ἐκ μέρους τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ θὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς παράδειγμα καὶ ὁδηγὸς εἰς τὰς μελλούσας Κυβερνήσεις, πρέπον εἶναι νὰ μὴ ἀφεθῇ ἄνευ ἐπισήμων πληροφοριῶν καὶ φωτὸς περὶ τῶν γενομένων ἡ Βουλή, ὅπως δυνηθῇ ἐν γνώσει νὰ συζητήσῃ αὔριον, καὶ μὴ βασισθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς μόνα τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι γραφέντα, προερχομένη εἰς κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εὔλογον ἴσως νὰ ἐκφρασθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ τότε δύναται εἰς τοιαύτην συζήτησιν νὰ μὴ δοθῇ σπουδαιότης ἐκ μέρους καὶ τῶν ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, φρονῶ, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τοῦ τόπου καὶ χάριν τῆς ἰδίας αὑτῆς ὑπολήψεως, νὰ χορηγήσῃ πάντα τὰ μέσα καὶ τὰ φῶτα καὶ τὰ ἔγγραφα, ὧν ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τοῦ πράγματος ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς. Δι’ ὃ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς καταθέσεως τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων.

§17Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. (Διαμαρτυρίαι ἑκατέρωθεν).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Στάϊκος.

§19Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, διότι μὲ τὴν κατάπληξιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ.

§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ποίαν κατάπληξιν;

§21Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγὼ, ἐν τῇ συναισθήσει τῶν ἐμῶν δυνάμεων, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, —καὶ βεβαίως ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν,— παραιτοῦμαι τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ.

§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε τὸ ἀνάστημά μου εἶναι πολὺ μικρὸν, ἵνα ἀναμιχθῶ εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι μικρὸν τὸ ἀνάστημά μου ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὸ ζήτημα ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ἱκανόν, ἵνα ἀναμιχθῶ ὡς μέλος τοῦ Πανελληνίου. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὴν Βουλήν, ἐνδιαφέρει ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅταν ἐνδιαφέρῃ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ νὰ πιστεύωνται πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν, καὶ νὰ πιστεύωνται ἀκόμη πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγράφησαν. Δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν, οὔτε νὰ εἴπω πρὸς αὐτὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγράφησαν. Εἶναι ταῦτα τοιαῦτα, ὥστε πάντες ἔχετε αὐτὰ ἐν νῷ. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖα, ἐφ’ ὧν δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ νὰ δώσῃ φῶς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Πανελλήνιον, παρὰ μόνον ἐὰν περιφρονῇ καὶ Βουλὴν καὶ Πανελλήνιον. Περὶ τοῦ γεγονότος τοῦ λαβόντος χώραν ἐν Σμύρνῃ καὶ κληθέντος τὸ ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης, σχετικῶς πρὸς τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τοῦτο, καὶ περὶ τῆς λύσεως, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτὸ, εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῶσι πληροφορίαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, διότι δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ τὸ ἔθνος ν’ ἀκούῃ νὰ ψιθυρίζωνται εἰς τὰ ὦτά του πράξεις καὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι καταισχύνουσιν οὐχὶ πλέον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον. Προέτεινεν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα, μέχρις ὅτου ἀκούσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶντα.

§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησε καὶ ἀπαντᾷ, ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ἐπιμένει μάλιστα μεθ’ ὅσα εἴπετε. Διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἀπάντησις, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ δοθεῖσα, εἶναι ὀρθή. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, γινώσκων τὴν φρόνησιν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ κ. Προξένου, νομίζει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ ὁ Πρόξενος αὐτοβούλως εἰς τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη. Διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης τί ἀποδεικνύει ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσολογγίου; Καταδικάζει τὸ μέτρον. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἐν Σμύρνῃ δὲν ἐλήφθη κατὰ πρώτην φορὰν παρ’ Ἕλληνος Προξένου. Αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἔδοσαν πάντοτε διαταγὰς, ἵνα οἱ Πρόξενοι ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην, προβαίνωσιν εἰς ὅλα τὰ μέτρα, μετέρχωνται ὅλα τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι νὰ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν, ὅτι, δυνάμει τῶν ἰσχυουσῶν συμβάσεων, οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν τούτων ὁδηγιῶν προέβη κατὰ τὸ 1902 ὁ ἐν Βρυούλοις Ἕλλην Πρόξενος εἰς τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη ὁ ἐν Σμύρνῃ Γενικὸς Πρόξενος, ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ μέτρου ἐκείνου ὑπῆρξεν, ὅτι ἔπαυσαν αἱ κατὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐνέργειαι τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν ἐν Βρυούλοις πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων. Δὲν εἶναι λοιπὸν πρωτοφανὲς τὸ μέτρον, δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, ἵνα ἐν τῇ Βουλῇ συζητηθῶσι τὰ τῶν μέτρων τούτων. Ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ προκαλέσητε, δὲν δύναται ἢ νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.

§24ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ διωρθώσατε! (Θόρυβος).

§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ διωρθώσαμεν, λέγετε· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, διατὶ διωρθώθησαν, ὡς διωρθώθησαν, πρὸς δὲ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Βεβαίως αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ὑπεύθυνοι, ὅταν τοιαῦτα ἀτυχῆ συμβάντα παρουσιάζωνται, ἀλλὰ πρὸς ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῆς εὐθύνης πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν, τίνα εἶναι τὰ μέσα, ὁποῖα δύνανται νὰ διαθέσωσι.

§26ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι.

§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκαλεῖτε συζήτησιν, προκαλεῖτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ, διατὶ προέβη εἰς ἑτοιμασίαν τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἤξευρεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς ποίαν θέσιν ἤθελον εὑρεθῆ οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες ἐν Σμύρνῃ; ἤξευρεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη νὰ συνδράμῃ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους ἐν Σμύρνῃ; Μὴ ζητεῖτε, ἵνα ἐν τῇ Βουλῇ συζητηθῶσι τὰ θέματα ταῦτα. Ἀποβλέψατε εἰς τὰ μέσα ἡμῶν, καὶ πρὸς τὰ μέσα ταῦτα ἀποβλέποντες, μὴ ἐπιμένετε εἰς συζητήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῇ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· εὑρέθη ἐνώπιον μέτρων ἐκβιαστικῶν, τῶν ὁποίων ἡ Πύλη ἀπὸ καιροῦ ποιεῖται χρῆσιν κατὰ τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, καὶ κατὰ τῶν ὁποίων πάντοτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πάντοτε αἱ ἐν Τουρκίᾳ προξενικαὶ ἀρχαὶ διεμαρτυρήθησαν· ἐὰν δ’ ἐπῆλθον δυσάρεστα ἀποτελέσματα, καὶ ἐὰν ἡ ἱκανοποίησις ἡ δοθεῖσα θεωρῆται παρ’ ὑμῶν οὐχὶ ἐπαρκὴς, καταδικάσατε τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, νὰ μὴ συζητήσητε περὶ τῶν θεμάτων τούτων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.

§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν προέβημεν εἰς συζήτησιν περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη, ἀλλὰ συζητοῦμεν περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μὴ πράττῃ ὅ,τι κρίνεται πιθανὸν ὅτι δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὑπῆρχε φόβος, ὅτι ἐν Σμύρνῃ ἤθελον κακοποιηθῆ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, τὸ προχειρότερον, τὸ ἀμεσώτερον, τὸ τελεσφορώτατον μέτρον ἦτο νὰ διαπραχθῇ αὐτὴ ἡ κωμῳδία, ἡ ὁποία διεπράχθη ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὅτε ἐζητεῖτε ν’ ἀγοράσητε 300 τόννους γαιανθράκων, — διότι δὲν εἴχετε οὔτε γαιάνθρακας, — ὅτε ἐζητεῖτε νὰ κινήσητε πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν εὐκίνητα; Καὶ ὅτε προσεφύγετε εἰς μέσα τοιαῦτα, δὲν ἐσυλλογίζεσθε, ὅτι ἡ χρῆσις τοιούτων μέτρων, ἡ ἐπίδειξις πρὸς χρῆσιν τῶν τοιούτων μέτρων ἤθελεν ἀποτελέσει ὕβριν, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τῆς θυσίας τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλλάδος; Διατὶ ἐσταματήσατε, ἀφοῦ ἠρχίσατε; Ἐσταματήσατε, διότι ἐπῆλθεν ἄλλοθεν ἀντίθετος κρίσις;

§29Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πόλεμον ἠθέλατε νὰ κηρύξωμεν; (Θόρυβος).

§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε, μὴ ὁμιλεῖτε. Νὰ ὁμιλῆτε μόνον, ὅταν ἔχητε δικαίωμα. Εἶναι ἀταξία, εἰς τὴν ὁποίαν πάντοτε περιπίπτετε· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέχεται τὴν ἀταξίαν ταύτην.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά.

§32Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Μᾶς ἐδιδάξατε! (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν οἱ ἀσθενεῖς καὶ οἱ μικροὶ προβαίνωσιν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦσι τὴν πρόθεσιν αὐτῶν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν βίαν, καὶ πράττωσι τοῦτο ἀπέναντι ἰσχυροτέρων, βεβαίως οἱ ἰσχυρότεροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσωσι τοῦτο ὡς ὕβριν, διότι τὰ Κράτη δὲν δέχονται τὰς ἀπειλάς. Ἐὰν τὰ ἀσθενῆ Κράτη καταδικάζωνται νὰ δέχωνται ὕβρεις, ὑφίστανται αὐτὰς τὰ ἀσθενῆ, οἱ ἰσχυροὶ ὅμως δὲν δέχονται τὰς ὕβρεις. Ἀλλὰ ὑμεῖς διατὶ προσεφύγετε εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιδείξεις, καὶ δὲν προσεφύγετε εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς ξένας; Καὶ ἂν ἡ Τουρκία διὰ τῆς βίας ἤθελε πειραθῆ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους νὰ πληρώσωσι φόρον, τὸν ὁποῖον δὲν ὀφείλουσι, διατὶ δὲν προσεφύγετε εἰς τὰς ξένας Δυνάμεις, ἵνα ζητήσητε παρ’ αὐτῶν νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις ἐν Σμύρνῃ, καὶ φροντίσωσι νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος, τοὺς ἐκεῖ τόσον βαναύσως περιϋβρισθέντας; Καὶ ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ σᾶς ἀποκριθῶμεν, τί ἔπρεπε νὰ πράξητε, ἵνα μὴ περιέλθητε εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἵνα μὴ ἀναγκασθῆτε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν τοιαύτην λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσατε ὡς τοσοῦτον ἱκανοποιητικὴν, ὥστε τὴν ἀνηγγείλατε ὡς εὐφρόσυνον γεγονός! Ἰδοὺ λοιπὸν, τί θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν. Θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, διατὶ ἐδόθησαν ὁδηγίαι εἰς τὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβη, χωρὶς συγχρόνως νὰ προπαρασκευασθῆτε διὰ τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ Γενικοῦ Προξένου ἤθελε προκαλέσει ἀντίδρασιν ἰσχυροτέραν τῆς δράσεως τοῦ Προξένου. Διατὶ, ἀφοῦ συνετελέσθησαν τὰ γεγονότα τῆς 10 Ἀπριλίου, δὲν ἐζητήσατε παρὰ τῶν Δυνάμεων νὰ πιέσωσι τὴν Τουρκίαν, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὴν ὕβριν, τὴν γενομένην εἰς τὴν Ἑλλάδα; Καὶ ἔχετε τοσοῦτον θάρρος νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι διὰ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἐδόσατε, ἐσώσατε τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Δὲν γνωρίζω, εἰς ποίαν θέσιν θέλουσι περιαχθῆ οἱ Πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος πανταχοῦ τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν συλλογίζωνται, ὅτι ὅσα ἔπαθεν ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν Σμύρνῃ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πάθωσι καὶ αὐτοὶ, ὅταν, μετὰ τὰ παθήματα τοῦ Γενικοῦ Προξενείου τῆς Σμύρνης, μᾶς ἀναγγέλλητε λύσιν, δοθεῖσαν τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως, λύσιν, ἥτις δὲν εἶναι προσβλητικὴ, ἀλλ’ εἶναι ὑβριστική. Θέλετε λοιπὸν νὰ μὴ ἐξετάσωμεν ταῦτα; Θέλετε νὰ μὴ ἐξετάσωμεν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν γεγονότων τῆς Σμύρνης, καὶ προβάλλετε, ὅτι, ἂν προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Ἡ ἄρνησις ὑμῶν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡμεῖς δὲ ζητοῦμεν νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τὸ Σύνταγμα.

§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ὑπαχθῶμεν εἰς διάταξιν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν τῷ Συντάγματι, διότι οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται, ὅτι Κυβέρνησις, ἥτις νομίζει, ὅτι ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφων δύναται νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, εἶναι ὑποχρεωμένη, ἵνα τὴν ἀπαίτησιν τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν ἐκτελέσῃ. Κατηγορεῖτε ἡμᾶς, ὅτι δὲν προσεφύγαμεν εἰς τὰς Δυνάμεις. Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο προσφυγή;

§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε;

§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀμέσως.

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δὲν ἠρκέσθητε εἰς τοῦτο;

§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν ἠξεύρομεν, τί ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἐν Σμύρνῃ κατόπιν τῶν λυπηρῶν συμβάντων τῆς 10 Ἀπριλίου, καὶ εἴχομεν καθῆκον νὰ προβλέψωμεν καὶ νὰ παρασκευασθῶμεν. Εἶναι ἄδικον λοιπὸν νὰ κατηγορῆτε ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ. Θεωρῶ, ἐπαναλαμβάνω, πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἓν μάθημα δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ ζητήματος, καὶ τὸ μάθημα τοῦτο εἶναι, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς — καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω οὐδένα — νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ ἐξωτερικὴν πολιτικήν, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς περισυλλογῆς τῶν δυνάμεών του, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ δυνάμεων. Αὐτὸ εἶναι τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, πᾶσα δὲ συζήτησις εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ. Θεωρεῖτε τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον, καὶ νομίζετε ὅτι δὲν ἐπολιτεύθη καλῶς. Ἀφήσατε τὰ ἔγγραφα, προβῆτε εἰς τὴν καταδίκην αὐτῆς, ἀλλὰ μὴ ἐπιμένετε εἰς συζήτησιν τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ γοήτρου.

§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, διὰ νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον. Ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι λόγον τῶν πράξεών των πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀναπόφευκτος συνέπεια τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχουσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πῶς ἡ Βουλὴ θέλει δυνηθῆ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο καὶ νὰ ζητήσῃ εὐθύνας, ὅταν δὲν γνωρίζῃ τὰ συμβεβηκότα; Καὶ πῶς θέλετε νὰ γνωρίσῃ τὰ συμβεβηκότα, ὅταν ὑμεῖς δὲν καταθέτητε τὰ ἔγγραφα πρὸς διαλεύκανσιν αὐτῶν; Διὰ τοῦτο φρονῶ πεποιθότως, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέτωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ δίδωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας, καὶ ὅτι, ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ζημιῶνται, ὀφείλουσι ν’ ἀποδεικνύωσι κατὰ τί ταῦτα ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων ζημιοῦνται, καὶ ποῖα ἐκ ταύτης ζημιοῦνται συμφέροντα. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνεθυμήθη μόλις κατὰ τὸ 1904 τὴν πολιτικὴν τῆς περισυλλογῆς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ ποῦ ἦσθε ἐπὶ τρία ἔτη, ὅτε ἐκυβερνᾶτε τὴν Ἑλλάδα, σπαταλῶντες τὰ δημόσια χρήματα;

§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ποῦ ἦσθε σεῖς, ὅτε διὰ τοῦ πολέμου κατεστρέφετε τὴν Ἑλλάδα; (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ πολλῶν Βουλευτῶν ἑκατέρωθεν).

§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν πόλεμον προεκάλεσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, τῆς ὁποίας μέλη ἦσαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Μήπως ἦσθε καὶ ὑμεῖς μέλος τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης;

§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν πόλεμον ἐπροκαλέσατε σεῖς.

§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀφοῦ ἐπὶ τρία ἔτη ἐσπαταλήσατε 48 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἔρχεσθε τώρα καὶ λέγετε, ὅτι ἐφαρμόζετε πολιτικὴν περισυλλογῆς τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, καὶ ἐγκαλεῖτε ἡμᾶς διὰ τῶν ὀργάνων σας, ὅτι ἡμεῖς δὲν σᾶς ἀφήκαμεν τὰ μέσα, ἵνα δύνασθε νὰ ἐκστρατεύσητε κατὰ τῆς Τουρκίας! Αὐτοὶ εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ λέγῃ τις εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰ καφενεῖα, διὰ νὰ παραπείθωσι καὶ παραπλανῶσι τοὺς ἁπλουστέρους. Ἐκπλήσσομαι δὲ τῷ ὄντι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέφυγεν εἰς τοιαῦτα μέσα, προσέφυγεν εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.

§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε. Παρῆλθεν ἡ δωδεκάτη.

§45Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀληθῶς ἔχομεν κανονίσει, ὅτι περὶ τὴν δωδεκάτην ὥραν θὰ διακόπτωμεν, καὶ εἶναι ἤδη δωδεκάτη. Ἐὰν δὲ καὶ ἓν μέλος τῆς Βουλῆς νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν, ἐγὼ δὲν φέρω ἀντίρρησιν.

§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς φρονεῖ τοῦτο.

§47Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τότε λοιπὸν ζητῶ τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Καὶ ἐν πρώτοις, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἐνῷ ἠρνήθη νὰ παράσχῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, μόλις ἡ συζήτησις ἤρξατο ἄνευ δημοσίων ἐγγράφων, ἀμέσως ἐξωλίσθησε, καὶ παρέσχε πληροφορίας, εἰπὼν, ὅτι προσέφυγεν εἰς τὰς Δυνάμεις. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ συζήτησις ἄνευ καταθέσεως ἐγγράφων! Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον ἐνεργήσει διαλογὴν τῶν ἐγγράφων, ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ταῦτα μὲν, εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὸ Κράτος, ἐὰν ἀνακοινωθῶσιν, ἐκεῖνα δὲ ὄχι, καὶ ἤθελον προσαγάγει τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐνώπιον ἡμῶν, λέγοντες: «Κύριοι Βουλευταὶ, αὐτὰ εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸ θέμα, καὶ μόνον ταῦτα δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσιν». Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἡ συζήτησις τοιαύτην εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἀποκρούει ἡ Κυβέρνησις, θεωροῦσα ἐπιβλαβῆ, οὕτω δὲ δὲν ἤθελε λείψει νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον θέσει περιορισμὸν, οὕτως ὥστε ἡ φαντασία ἑκάστου ἀγορεύοντος νὰ μὴ φθάσῃ μέχρι πραγμάτων καὶ φράσεων καὶ ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι μακρὰν τῆς ἀληθείας καὶ μακρὰν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ τί εἶχε συμφέρον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ κηδεμονεύουσα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ πράξῃ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσι, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι πλέον τούτων δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ τι. Γνωρίζω καὶ ἐγὼ, ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρακολουθῶν, τὸν εὐαίσθητον χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ φοβούμενος σπεύδω νὰ δώσω αὐτῷ τὴν συμβουλὴν ταύτην. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀφήσῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὴν συζήτησιν ἐντελῶς ἀχαλίνωτον. Χαλινὸς εἶναι τὰ ἔγγραφα, διότι, πᾶς, ὅστις θὰ λάβῃ τὸν λόγον, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ εἴπῃ τι ἀντιβαῖνον εἰς τὰ πράγματα, διότι τὰ ἔγγραφα θὰ ἦναι ἐνώπιόν μας. Ἀλλ’ ἐρρίφθησαν φράσεις καὶ λέξεις περὶ εὐθυνῶν. Ὑπάρχουσι Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μὴ ἐνδιαφερόμενοι οὔτε περὶ τῶν εὐθυνῶν, ἃς θὰ ἔχητε δι’ ὅσα συνέβησαν ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ ὑπουργίᾳ ὑμῶν, οὔτε περὶ τῶν εὐθυνῶν, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς οὐδέποτε ἠρνήθη τὴν ἀναζήτησιν τῶν εὐθυνῶν, αἵτινες δύνανται νὰ τῷ αἰτηθῶσι. Δὲν ἠθέλησε ποτὲ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀναζήτησιν τῶν εὐθυνῶν. Ἂς μὴ ἐπικαλούμεθα λοιπὸν τὴν διοίκησιν ἐκείνην, τὴν μὴ ὑφισταμένην, καὶ δὴ ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλυσεν ἡ συνθήκη μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν γεγονότα πρόσφατα, τῶν ὁποίων ἡ ἐξέλεγξις δὲν συνετελέσθη καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀκόμη μεγάλας συνεπείας. Καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, «τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν;» Ἐγὼ δίδω ἀμέσως μίαν ἀπάντησιν· νὰ παρασκευασθῶμεν πρότερον δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔσπευσε νὰ πράξῃ αὐτοβούλως ἡ Κυβέρνησις. Τί διδασκόμεθα παρὰ τοῦ 1897; Κατὰ τὸ 1897 συνέβησαν πράξεις ἀμφισβητοῦσαι αὐτὰ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἐν Κρήτῃ· ἡ Ἑλλὰς ἀπέστειλε στρατὸν, ὁ ὁποῖος ἠμφισβήτει πλέον αὐτὴν τὴν ἐπὶ τῆς Κρήτης κυριαρχίαν τῆς Τουρκίας. Ἡ Πύλη ἐφάνη, ὅτι δὲν ἠσθάνθη τὴν ὕβριν, ἀπέστελλε δὲ τὸν πρέσβυν αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διετήρει φιλικωτάτας σχέσεις, ἐνῷ συγχρόνως παρεσκευάζετο, καὶ ὅτε παρεσκευάσθη τελείως, ἔδωκεν ἡμῖν τὸ μάθημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἐδίδαξε νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς πράξεις παρομοίου χαρακτῆρος ἀπαράσκευοι. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς θὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἣν ὑμεῖς θέλετε κρίνει ἐπαρκῆ ἢ μή. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, ἐὰν ἦτο προτιμοτέρα ἡ συμφορά, ἥτις ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβῆ, ἐὰν δὲν ἀπεστέλλετο ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην. Καὶ πῶς δὲν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν σοφὴν ἐκείνην πολιτικὴν τῆς Πύλης, καὶ πῶς δὲν ἠκολουθήσατε ταύτην, ἀλλ’ ἐξετέθητε εἰς σπασμωδικὰς κινήσεις, προκαλοῦντες τὴν γείτονα Δύναμιν μὲ τὸ κάπνισμα τῶν ἀτμοπλοίων;

§48ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄλλοτε ἐκάπνιζον, τώρα ὄχι.

§49Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἴσως νὰ ἐκάπνιζον οἱ πλοίαρχοι καὶ κυβερνῆται ἢ ἄλλοι τινές, καὶ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι καπνίζουσι τὰ πλοῖα. Ἴσως καὶ νὰ μὴ εἶχον κάρβουνα διὰ νὰ καπνίσουν!

§50ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεριμέναμεν νὰ λάβωμεν ἀπὸ σᾶς.

§51Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἀνθρακέμποροι.

§52ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πραγματικοὶ ὄχι, πολιτικοὶ ἴσως ναί.

§53Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Οὔτε πολιτικῶς. Μόνον δ’ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς μὴ σεβομένους τὴν ἀλήθειαν εἶμαι ἄγνωστος, καὶ ὄχι διότι θέλω νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς ὑστεροφημίαν, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ γνωσθῶσιν αἱ πράξεις μου, θέλω νὰ ἀκούσω περὶ ἐμαυτοῦ, τί ἔχετε νὰ εἴπητε.

§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην πιστοποιητικῶν.

§55Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θέλω βεβαίως πιστοποιητικόν, ἀλλὰ προκαλῶ πάντα, ὅστις ἔχει ἀμφισβητήσεις, νὰ τὰς προτάξῃ.

§56ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ δὲν διαμφισβητῶ...

§57Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ ἐγὼ, εἶμαι προσεκτικός.

§58ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης.

§59Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς θέλει ἀναπτύξει τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι τότε προέβη. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι θέμα μου τοῦτο· ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω περισσοτέραν πίστιν, — καίτοι δὲν παύω νὰ ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων, — ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅταν λέγῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «ποῦ ἐγνωρίζετε, ποίους κινδύνους ἠδύνατο νὰ διατρέξῃ τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐν Σμύρνῃ, καὶ ἐὰν ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ παραλείψω νὰ φροντίσω περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ τῶν ἄλλων κατοικούντων ἐν Σμύρνῃ ὁμοεθνῶν;» ἀπέναντι τῆς τοιαύτης δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι κατηγορηματικὴ καὶ ὁρίζει σαφῶς, — ἀλλ’ ἐνδεικνύει συνάμα καὶ τὰ πατριωτικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα, — ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὁ στόλος προετοιμασθῇ, ἵνα προστατεύσῃ τοὺς κινδυνεύσαντας ὁμοφύλους, τότε βεβαίως περιττὸν κρίνω καὶ αὐτὸ τὸ παρεμπεσὸν ζήτημα, ἂν ἐκάπνισαν ἢ δὲν ἐκάπνισαν τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ περιήλθομεν, νὰ ἀπειλήσωμεν διὰ τοῦ στόλου ἡμῶν τὴν Σμύρνην, ἐὰν εἰσήρχετο εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος ὁ στρατηγὸς Ἐτὲμ, τί ἠθέλετε μεταχειρισθῆ διὰ νὰ τὸν παρακωλύσητε καὶ τὸν ἀναγκάσητε νὰ σταματήσῃ εἰς τὴν Ὄθρυν ἢ τὴν Οἴτην; Οὐδὲν ἠθέλετε μεταχειρισθῆ, διότι ἔχετε καὶ ἀποθήκας κενὰς, καὶ τοὺς στρατῶνας κενοὺς στρατιωτῶν, καὶ τὴν κεφαλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι τὸν στρατὸν, κενωτέραν!

§60Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ, τῆς τελευταίας φράσεώς σας.

§61Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ διὰ σᾶς, καὶ δὲν ἔχω νὰ δώσω ἐξήγησιν. Σεῖς δὲν διοικεῖτε τὸ στράτευμα, διότι ὑμεῖς εἶσθε διεκπεραιωτὴς, σᾶς εἶπον δὲ καὶ ἄλλοτε, ὅτι μετὰ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι διεκπεραιωτής· λέγω δὲ τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ ἠναγκάσθην ἐπὶ 3 μῆνας νὰ ὑποστῶ τὰ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης κακά. Ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ διαχειρίζηται τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τοιοῦτο τυγχάνον, βεβαίως δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίληψιν ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ θέλητε νὰ μὲ πείσητε νὰ μεταβάλω τὰς ἰδέας μου.

§62Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω σαφῶς τὴν γνώμην σας, τί ἐννοεῖτε διὰ τῶν λεχθέντων. Σᾶς γνωρίζω δὲ καὶ μὲ γνωρίζετε, καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ γνωρίσω, τί ἐννοεῖτε διὰ τῶν λεχθέντων.

§63Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι εἶσθε Ὑπουργὸς, καὶ κυβερνᾶτε. Μὲ συγχωρεῖτε δὲ νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ δίδητε προσοχὴν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ πάντα ἀσκοῦντα τοιοῦτον ἀξίωμα, οἷον ὑμεῖς ἀσκεῖτε. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κυβερνᾷ, ἀλλὰ δὲν διοικεῖ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ γνωρίζετε, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ παρεμβαίνητε.

§64Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἔχω δικαίωμα, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Μὲ προσβάλλετε, καὶ πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶ (θόρυβος).

§65Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπω καμμίαν διακοπήν.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν διακοπὴν ἐπιτρέπει ὁ κύριος Λιμπρίτης.

§67Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ (θόρυβος).

§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὸν ἀγορεύοντα, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὡς τοῦτο καλῶς γνωρίζετε, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος λέγηται, ὅτι εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ διοικοῦντος τὸ στράτευμα κενωτέρα τῆς τῶν ἄλλων, νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς φράσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι δεδικαιολογημένη· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτόν.

§69Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅ,τι εἶπον, ὅπως προσβάλω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.

§70Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μοὶ δοθῶσιν ἐξηγήσεις· ὅτε δ’ ἔμαθον, ποίαν ἔννοιαν εἶχον αἱ φράσεις ὑμῶν, ἀμέσως ἀπετάθην πρὸς τὴν θορυβοῦσαν ἀριστερὰν πτέρυγα.

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θορυβοῦμεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ δικαιώματος τοῦ λόγου! Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου κατέλθῃ τοῦ βήματος, πᾶς τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, κατὰ πρῶτον δ’ ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι Ὑπουργοί.

§72Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐμποδίζω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἴπερ τις καὶ ἄλλος σέβομαι, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ἐνταῦθα νὰ ἐκτελέσω.

§73Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι κεναὶ ἦσαν αἱ ἀποθῆκαι ἡμῶν καὶ κενώτεραι αἱ κεφαλαὶ τῶν διοικούντων τὸν στρατὸν ἡμῶν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, ὅστις δ’ ἔχει τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν,—καὶ ἂς μὲ διαψεύσῃ πᾶς ὅστις νομίσῃ, ὅτι λέγω τι ἐναντίον πρὸς τὴν ἀλήθειαν, —ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι κεναὶ εἶναι αἱ στρατιωτικαὶ ἡμῶν ἀποθῆκαι, κενοὶ οἱ στρατῶνες καὶ κενὴ ἡ διοίκησις· ἡ διοίκησις εἶναι κενωτέρα πάντων, ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν.

§74Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι οἱ πόδες εἶναι καλλίτεροι.

§75Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐάν τις συμπεριλαμβάνῃ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τί πρὸς τοῦτο; Ἐν πρώτοις, κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑμῶν δὲν παρέχει τίποτε πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατεύματος. Θέλω εἴπει τι, διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν θέλοντα νὰ εἴπῃ, ἂν εἶναι ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Ὅταν αὔριον πρόκηται νὰ δαπανηθῶσι 1,000,000 δραχμαί,—ἤδη ἐζητήθησαν 500,000, ἀλλὰ θέλει βεβαίως δαπανηθῆ ἓν ἢ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον,— θὰ δαπανήσητε ταύτας, ἵνα πράξητε τί; ἵνα διαπράξητε γενικὰς ἀσκήσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐκθέσητε τοὺς δυστυχεῖς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς δυστυχεῖς στρατιώτας εἰς τὰ ὄμματα ὅλων τῶν ξένων στρατιωτικῶν ἀκολούθων, καίτοι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι στρατιωτικὸς ἀκόλουθος ὁ παρακολουθῶν τὰ γυμνάσια, διότι εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἦναι ἀνταποκριτὴς μιᾶς ξένης ἐφημερίδος, ἵνα ἴδῃ τὴν γυμνότητα τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον θέλετε ἀγάγει ἐκεῖ, ὅπως ἐκτελέσῃ μεγάλας ἀσκήσεις, ἐνῷ δὲν ἐξετελέσατε ἀκόμη οὔτε μικρὰς ἀσκήσεις. Ἐγὼ λέγω τὴν ἰδικήν μου γνώμην, καὶ ὅστις θέλει ἂς τὴν ἀκούσῃ. Τίς λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ποιήσηται ἐξαίρεσιν δι’ ἓν πρόσωπον; Βεβαίως κενὴ εἶναι ἅπασα ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ὅπως κενὴ εἶναι ἅπασα ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία· καὶ ὅταν κενὴ ἦναι ἅπασα ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ ὑπηρεσία, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρότερον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο ὑπόχρεος νὰ παρασκευασθῇ, ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ὀρθόν. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον εἰς αὐτὸν, ὅτι μᾶλλον ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας, ὅπως ναυλώσῃ μίαν δεκάδα ἢ μίαν εἰκοσάδα ἀτμοπλοίων, καὶ στείλῃ αὐτὰ νὰ σταθμεύωσιν εἰς τὸν λιμένα τῆς Σμύρνης, καὶ εἴπῃ εἰς τὸν Πρόξενον: «εἰδοποιήσατε τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ τοὺς ὁμοεθνεῖς, ὅτι τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα θέλουσι δεχθῆ αὐτοὺς καὶ τὰ ἀντικείμενα αὐτῶν, ὅτι θέλουσι παραλάβει αὐτοὺς ἄνευ ναύλων, καὶ οὕτω θέλουσι τοῖς σώσει τὴν ζωήν» — διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν, ταύτην δὲν θὰ ἔσωζεν ἡ ψευδὴς παρασκευὴ τοῦ στόλου.

§76Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀνέρχομαι, Κύριοι, τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀπαντῶν πρῶτον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής, ὅτι ἐγὼ παρακωλύω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι, ὅπως ἐγὼ ἐπιθυμῶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου δι’ ἐμέ, οὕτως ἐπιθυμῶ αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, προσέτι δὲ καὶ τὴν σέβομαι. Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία, Κύριοι, τοῦ λόγου ἔχει καὶ περιορισμούς τινας, ὥστε νὰ μένωμεν πάντοτε ἐντὸς τῆς ἀληθείας. Ὁ κύριος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι «αἱ ἀποθῆκαι εἶναι κεναὶ, ὅπως εἶναι κεναὶ καὶ αἱ κεφαλαὶ τῶν διευθυνόντων». Βεβαίως ἐπὶ τῆς φράσεως ταύτης εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ διασαφηνίσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ ζητήσω τὴν σαφήνειαν τῶν λόγων του διὰ νὰ δώσω τὴν δέουσαν ἀπάντησιν εἴτε ὡς πρὸς τοῦτο εἴτε ὡς πρὸς ἐκεῖνο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ τὴν Διοίκησιν...

§77Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου διοικητοῦ τοῦ στρατεύματος μέχρι τοῦ τελευταίου κενοὶ εἶναι οἱ στρατῶνες καὶ αἱ ἀποθῆκαι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῶν· διότι κεναὶ εἶναι δι’ ἐμὲ, ὅταν δὲν περιέχωσι τίποτε χρήσιμον διὰ τὸν στρατόν· εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἂν ἡ κεφαλὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περιέχει πολὺν νοῦν· δι’ ἐμὲ οὐδὲν χρήσιμον διὰ τὸ στράτευμα περιέχει.

§78Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πῶς διακόπτετε σεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν δέχεσθε διακοπάς; Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω διακοπάς. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὴν πρὸ πολλῶν ἐτῶν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ παραλαμβάνω τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος ἀπὸ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ. Ἐὰν αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν κεναὶ τότε, — καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ ποσῶς, — βεβαίως τὴν αὐτὴν σύγκρισιν δύναμαι νὰ κάμω καὶ δι’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὡς πρὸς κεφαλὰς κενὰς, ἐν σχέσει μὲ τὰς ἀποθήκας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν κεναὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.

§79Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα μεγάλας ἀσκήσεις.

§80Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ὀλιγοχρονίου διοικήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ ἦλθον ἄλλοι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἤρχισαν τὴν πλήρωσιν τῶν ἀποθηκῶν. Καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν δὲ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐγένετο τίποτε, καὶ ἔμειναν ἀποθῆκαι καὶ κεφαλαὶ ἐντελῶς κεναὶ, κατὰ τὴν σύγκρισιν ὑμῶν, τότε ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξακολούθησιν, ἔρχομαι εἰς τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τὴν ὑπουργίαν τοῦ κ. Κωνσταντινίδου. Ἤρχισε λοιπὸν ἡ ἐργασία, ἤρχισεν ἡ ἀγορὰ ἵππων, ἤρχισεν ἡ ἀγορὰ κλιβάνων, ἤρχισαν τόσαι ἄλλαι ἀγοραί· καὶ ἐπὶ τοῦ προγράμματος ἐκείνου εἰργάσθην καὶ ἐγὼ, καὶ ἔκαμα ἀγορὰς σκηνῶν, ἔκαμα ἀγορὰς ὑλικοῦ στρατοῦ, ἠγοράσθη διὰ τὴν ἀναχορηγίαν τῶν πυρομαχικῶν ὑλικόν, ὅπερ οὐδέποτε ὑπῆρχεν εἰς τὰς ἀποθήκας· προέβην εἰς ἀγορὰν καλύκων, καὶ καταγίνομαι εἰς πλήρωσιν τῶν φυσιγγίων πρὸς πολλαπλασιασμὸν τῶν πυρομαχικῶν τοῦ στρατεύματος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐργασία ἐξακολουθεῖ, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀνακριβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ καταλήξω, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἀφίνω ἐμὲ καὶ τὸν κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικὸν τι δὲν ἔχω, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἀνωτάτην Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἐκ τῶν φράσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ ἐνοήθη τι διὰ τὴν ἀνωτάτην Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ...

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνοήθη τοιοῦτόν τι, κύριε Ὑπουργέ. Ἐὰν ἐνοεῖτο τοιοῦτόν τι, τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπε.

§82Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν τοιοῦτόν τι ἐνόει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής....

§83Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν σᾶς συμφέρῃ νὰ κάμητε τοιαύτην ὑπόθεσιν, νὰ τὴν κάμητε.

§84Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε, καὶ ἔχετε ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε. Ἀτομικὸν συμφέρον ἐγὼ δὲν ἔχω, διότι εἶμαι ὁ ἀνώτατος ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἔχω νὰ λάβω ἄλλο τι· ὅ,τι ἐπῆρα τὸ ἐπῆρα μὲ τὸ σπαθί μου ἕως τώρα, καὶ τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν φθάνωσι μέχρι τοῦ προσώπου τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων αἱ ἔννοιαι τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, σᾶς λέγω καὶ λέγω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῇ Βουλευτὴς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὁ ὁποῖος νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτόν τι. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγὼ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εὑρίσκομαι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσω τὰς ἐργασίας καὶ τοὺς κόπους, οὓς καταβάλλει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ὁμολογῶ, ὅτι οἱ κόποι καὶ οἱ μόχθοι αὐτοῦ εἶναι ἀνώτεροι τῶν κόπων καὶ τῶν μόχθων καὶ τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ καὶ τῶν ἰδικῶν μου. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).

§85Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δύο λέξεις μόνον, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν διακοπήν.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§87Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅστις τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος του γνωρίζει, ὅστις περὶ τῆς πατρίδος του μεριμνᾷ, καὶ οὐχὶ περὶ ἐπιδείξεως, βεβαίως τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου πληρέστατα συνέλαβε, καὶ ὑμεῖς αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, πληρέστατα ἀντιλαμβάνεσθε τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου. Εἶπον ὅτι ἀπὸ τῆς ἀποθήκης καὶ τοῦ στρατῶνος μέχρι τοῦ ἀνωτάτου σημείου ὁ στρατὸς εἶναι κενὸς, καὶ ἡ Διοίκησις αὐτοῦ κενή. Βεβαίως εἶναι κενὴ ἡ Διοίκησις, διότι, μὴ οὖσα κατηρτισμένη, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, δὲν εἶναι πλήρης· μὴ ἔχουσα τὰ δι’ αὐτὴν ἀναγκαῖα, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, οὐδὲ πλήρης. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κεφαλὴ πλήρης μετὰ ὑπηρεσίας κενῆς; Ὅλα εἶναι σχετικά. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀμυνθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ προσώπου τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, θὰ ἀπήντων πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὁ μὲν Ὑψηλότατος καὶ Διάδοχος τοῦ Θρόνου εἶναι καὶ ἐκ τῶν συνηθειῶν καὶ ἐκ τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων ἀνώτερος πάσης ἐπικρίσεως. Ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἤτοι ἑνὸς ὀργάνου τῆς Διοικήσεως, αἱ πράξεις αὐτοῦ ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, ἂν εἰς τὰς πράξεις αὐτοῦ, εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ ἠθέλομεν εὕρει πταῖσμα, πῶς δυνάμεθα νὰ ψέξωμεν αὐτόν· ἀλλ’ ὅμως δὲν ὑπάρχει πρᾶξις οἱουδήποτε ὀργάνου τῆς Διοικήσεως μὴ ὑπαγομένη εἰς ἔλεγχον. Καὶ ἑπομένως ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔσπευσε νὰ ἐνθυμηθῇ νῦν, ὅτι συμπίπτει ἡ Διοίκησις νὰ ἔχῃ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τὸν Διάδοχον, ἀργὰ ἐπῆλθεν εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὴν σειρὰν τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου, ὡς κυβερνήτης, εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατερχόμενοι ἀπ’ αὐτοῦ πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε δὲν ἠξεύρω πῶς ἐτιτλοφόρει, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, τὴν ὁρατὴν καὶ ἀόρατον χεῖρα, καὶ κατερχόμενοι μέχρι τοῦ δεκανέως, βλέπομεν, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι κενός· ἐκεῖνος δὲ, ὅστις θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ στρατὸς κενὸς, ἐκεῖνος διαπράττει ἁμάρτημα πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, διότι θὰ ὑπάρξωσι καὶ νῦν εὔπιστοι, ὡς καὶ ἄλλοτε ὑπῆρξαν, — καὶ τοῦτο τονίζω ἰδιαζόντως, — οἱ ὁποῖοι θὰ πιστεύσωσιν, ὅτι, ὅταν ὁ ἀνώτατος στρατιωτικὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀξιότιμος κ. Σμολένσκης, ὁ ὑποστράτηγος, ὅστις ἔχει παρελθὸν ἀληθῶς ἔντιμον, ἀληθῶς παρέχον αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ καυχηθῇ, ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς βεβαιοῖ τὴν ἰσχυρότητα τοῦ στρατεύματος, θὰ πιστεύσωσι, λέγω, τοῦτο, καὶ ἡ πλάνη αὕτη θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας, καὶ μάλιστα ἐὰν ἐκτὸς τῶν πολλῶν εἰς τὴν πλάνην ταύτην περιπέσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες διαχειρίζονται τὰ κοινά.

§88Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι καταγινόμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ.

§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς τετάρτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Νικολαΐδου). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος;

§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν, ὅτι δύναται νὰ ᾖ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, οὐ μόνον τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ ζήτημα ἐν γένει τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὸ ἐπεισόδιον τῆς προσβολῆς τῆς Ἑλληνικῆς προξενικῆς ἀρχῆς ἐν Σμύρνῃ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀτυχὲς τοῦτο ἐπεισόδιον προῆλθε μὲν ἐκ τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων, ἀποτελεῖ ὅμως ζήτημα ὅλως διακεκριμένον. Τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδευμάτων εἶναι ζήτημα ἐκκρεμὲς ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον, πρόκειται δὲ ἴσως σήμερον νὰ ὑποβληθῇ εἰς διαπραγματεύσεις οὐσιωδεστέρας. Δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς αὐτὸ, ἐκεῖνα τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι δύνανται νὰ παραβλάψωσι κατά τι τὰς ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις. Τὸ ζήτημα ὅμως τῆς γενομένης προσβολῆς εἰς τὴν Προξενικὴν ἀρχὴν Σμύρνης, καὶ τῆς δοθείσης ἱκανοποιήσεως, καίτοι ἀπορρέει ἐκ τοῦ πρώτου, οὐχ ἧττον εἶναι ἀνεξάρτητον, εἶναι δὲ ζήτημα λελυμένον. Δύναται καὶ πρέπει ἑπομένως νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Πρέπει δὲ νὰ συζητηθῇ ἐπὶ βάσεων θετικῶν, καὶ ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν. Δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μένει ἐν τῷ κρυπτῷ καὶ δὲν συζητεῖται· ἀπ’ ἐναντίας συζητεῖται ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας, συζητεῖται ὑφ’ ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, συζητεῖται δὲ ἴσως ἐπὶ βάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ ἐπὶ βάσεων καὶ δεδομένων ἀσφαλῶν καὶ ἐπισήμων, διότι συνδέεται μετὰ ζητήματος ἐθνικῆς σημασίας καὶ μεγάλης σπουδαιότητος. Μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 ἡ μεγάλη πλειονότης τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους παρεδέχθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀλίγοι ἴσως παρεδέχοντο πρὸ τοῦ πολέμου· παρεδέχθη, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δύνανται καὶ πρέπει νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὰ συμφέροντα τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας διὰ φιλικῆς συνεννοήσεως καὶ φιλικῆς διεξαγωγῆς ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Εἶναι δὲ μεγίστης σημασίας ἡ γνώμη, ἣν τὸ ἔθνος δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἔχει ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, διότι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι ἐν Ἑλλάδι ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν. Ὁποίαν δὲ σημασίαν καὶ τίνα ἀποτελέσματα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πεφωτισμένη γνώμη τοῦ ἔθνους ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, πάντες ἀντιλαμβανόμεθα. Ἂν δὲ θέλωμεν νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς παραδείγματα ξένων ἐθνῶν, θὰ εὕρωμεν πλεῖστα τοιαῦτα. Ἐν Γαλλίᾳ π. χ. ζήτημα οὐχὶ ὅμοιον, ἀλλ’ ἀνάλογον πρὸς τὸ συμβὰν ἐν Σμύρνῃ, πρὸ ἐτῶν τινων ἐκινδύνευσε νὰ φέρῃ εἰς ῥῆξιν τὴν Γαλλίαν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, τὸ ζήτημα τῆς Φασσόδας. Καὶ ἐκεῖ ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους ὡς προσβολὴ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἀπέναντι τοῦ ταγματάρχου Μαρσὰν, τοῦ καταλαβόντος τὴν Φασσόδαν. Ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου, ἐφ’ ὅσον ἐγίνετο ἐκτὸς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, εἶχεν ἐξερεθίσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν κοινὴν γνώμην ἐν Γαλλίᾳ, ὥστε πάντες ἐφοβήθησαν ῥῆξιν μεταξὺ τῶν δύο ἐθνῶν. Ἡ συζήτησις ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων γενομένη, ἐπήνεγκε τὴν καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ συνετέλεσεν, ὅπως καλλιεργηθῇ ἡ ἰδέα τῆς συνεννοήσεως, ἥτις ἐπήνεγκε τὴν τελευταίαν μεταξὺ τῶν δύο ἐθνῶν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐλύθησαν τὰ πλεῖστα καὶ κυριώτερα ζητήματα, ἅτινα συνεχῶς ἔφερον διάστασιν μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας. Ἐπίσης ἐν Ἰταλίᾳ ἡ ἰδέα τοῦ Ἰταλικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐχθρικῶς διάκειται πρὸς τὴν Ἰταλίαν τὸ Γαλλικὸν ἔθνος, ἐπήνεγκεν ἐχθρικὰς μεταξὺ τῶν δύο ἐθνῶν διαθέσεις· αὗται δὲ συνετέλεσαν καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Τριπλῆς Συμμαχίας πρὸ 20 ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα, ὅτε αὕτη εἶχε χαρακτῆρα ἐχθρικὸν πρὸς τὴν Γαλλίαν. Ἡ συζήτησις ὅμως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τῶν διαφόρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα διῄρουν τὰ δύο ἔθνη, συνετέλεσεν, ὅπως τὸ Ἰταλικὸν ἔθνος φωτισθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐχθρικαὶ πρὸς αὐτὸ διαθέσεις ἀπὸ μέρους τῆς Γαλλίας, τοῦτο δ’ ἐπήνεγκε τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν φιλίαν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον ὑφισταμένην μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Γαλλίας. Ἀναφέρω τὰ δύο ταῦτα παραδείγματα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἰδέας, ἥτις ἴσως δὲν εἶχεν ἀνάγκην παραδειγμάτων, ὅτι ἡ πεφωτισμένη γνώμη τοῦ ἔθνους εἶναι τὸ κυριώτερον στοιχεῖον καὶ ἡ κυριωτέρα βάσις τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν σήμερον θεωροῦμεν ὡς ἀμοιβαίως ἐπωφελῆ, τῆς πολιτικῆς τῆς συνεννοήσεως μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας καὶ τοῦ φιλικοῦ διακανονισμοῦ τῶν ζητημάτων διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν συμφερόντων ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν. Τὸ ἀτυχὲς συμβὰν ἐν Σμύρνῃ ἔφερεν ἀναμφισβητήτως ἀνωμαλίαν καὶ ἀμφιβολίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας ταύτης παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ ἔθνει. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ζήτημα συζητεῖται ἐπὶ δεδομένων μὴ ἀσφαλῶν καὶ μὴ θετικῶν, πάντες δύνανται νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν συμφερόντων τῶν δύο Κρατῶν προσκρούει ἴσως εἰς ἀνυπέρβλητόν τινα δυσκολίαν διότι πιστεύουσιν ὅτι, τὰ λαβόντα χώραν ἐν Σμύρνῃ δύνανται ν’ ἀποδοθῶσιν ἐν μέρει καὶ εἰς σφάλμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τὴν λύσιν δὲ τοῦ ζητήματος, δὲν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μνημονευθῇ ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἰδέα αὕτη, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἴσως ἄνευ θετικῆς τινος βάσεως. Τὴν γέννησιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης τινὲς ἀποδίδουσιν εἰς σφάλμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε διότι αὕτη ἔδωκεν ὁδηγίας ὑπερβολικὰς, καὶ ὤθησε τὰ πράγματα, εἴτε διότι αἱ σχέσεις μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος Προξένου ἐν Σμύρνῃ καὶ τοῦ Τούρκου Διοικητοῦ ἦσαν τοσοῦτον τεταμέναι, ὥστε πᾶσα ἐνέργεια ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς διάστασιν. Ἄλλοι παραδέχονται, ὅτι, ἂν ἐπῆλθε λύσις, — τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι πρώτη ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ὡς καθ’ ὁλοκληρίαν ἱκανοποιοῦσαν τὴν Ἑλληνικὴν ἀξιοπρέπειαν, — ἂν, λέγω, ἐπῆλθε τοιαύτη λύσις, πταίει πάλιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ἐρεθίσασα τὰ πράγματα δι’ ἀπειλῶν, αἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ αἵτινες ἐκτελούμεναι ἤθελον ἴσως καταλήξει εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἄλλοι παραδέχονται, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει σφάλμα ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι αὐθαίρετος πρᾶξις τῆς Τουρκικῆς Διοικήσεως ἐγέννησε τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν κρίνωμεν τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς γεννήσεως αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λύσεώς του, ἐφ’ ὅσον ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἔχει θετικήν τινα βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίξῃ τὴν ἐξήγησιν τῶν συμβάντων, θὰ ὑφίσταται πάντοτε εἷς δισταγμὸς εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἰδέας καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς συμφερούσης εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Τοιοῦτος δὲ δισταγμὸς θέλει συντελεῖ εἰς τὴν ἐξασθένισιν τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ θετικὴ καὶ ἐπωφελὴς ἐφαρμογὴ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Καὶ ἕνεκα τῶν λόγων τούτων τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, καὶ διότι τὸ ζήτημα ἔληξε πλέον, καὶ οὐδένα ἔχει χαρακτῆρα ἐμπιστευτικῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων καὶ τὴν παροχὴν πασῶν τῶν ἀναγκαίων πληροφοριῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως φωτισθῇ αὕτη περὶ τῶν καθέκαστα τοῦ λήξαντος ζητήματος. Καὶ ἂν μὲν ἔπταισεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική, ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, τί πρέπει νὰ γείνῃ· ἂν δὲ ἄνευ πταίσματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο ἐν Σμύρνῃ, ἂς σκεφθῶμεν τότε, τίνες εἰσὶν οἱ ὅροι καὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ συντήρησις καὶ ἐπέκτασις τῶν ἀμοιβαίως ἐπωφελῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀρνούμενος νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, αἵτινες θὰ συντελέσωσιν, ὅπως καθ’ ὁλοκληρίαν καθαρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης καὶ ἐξαλειφθῇ πᾶσα ἐσφαλμένη ἐντύπωσις, δὲν πράττει ἔργον ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐπιβλαβὲς δ’ ἐπίσης ἔργον πράττει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλων νὰ ἀναμίξῃ μετὰ τοῦ ζητήματος τούτου ζητήματα ἄλλα καὶ ἀνεξάρτητα αὐτοῦ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πάντες ἐνθυμούμεθα, παρεκάλεσε τὴν Βουλήν, πολὺ δικαίως καὶ ὀρθῶς, πρὸ μηνῶν, νὰ ἀποφύγῃ αὕτη πᾶσαν συζήτησιν περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, ἰσχυρισθεὶς ὀρθῶς, ὅτι πάντες εὐθυνόμεθα διὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον. Σήμερον ὅμως, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ, δὲν ἠξεύρω πῶς, τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ πολέμου εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Διὰ λόγους εὐνοήτους, οὐδεμίαν εἶχε καὶ οὐδεμίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ σχέσιν καὶ ἀνάμιξιν τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἔτι δ’ ἐπιβλαβῆ θεωρῶ τὴν ἀνάμιξιν ἑτέρου ζητήματος, τοῦ ζητήματος τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πάντες οἱ ἀναμιγνύοντες τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς καὶ συνδέοντες αὐτὸ μετὰ παντὸς ἄλλου ζητήματος συζητουμένου εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκληματοῦσι πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ πρὸς τὴν σημασίαν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Οὐδεὶς, Κύριοι, ὑπάρχει, οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ οὔτε ἐκτὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἦναι ἀποφασισμένος νὰ παράσχῃ πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, ὄχι διότι νομίζομεν, ὅτι στρατιωτικῶς ὀργανούμενοι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν στρατιωτικὰς δάφνας καὶ βιαίας λύσεις ζητημάτων, ἀλλὰ διότι ἔθνος, τὸ ὁποῖον στερεῖται στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, εἶναι ἔθνος ἀτελές, καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν λαμβάνεται ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τῶν μεγάλων ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε παρουσιάζονται, τοὺς σχετιζομένους μὲ τὰ διάφορα εὐρωπαϊκὰ ζητήματα, καὶ μὲ τὰ ζητήματα ἑπομένως, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμᾶς ἐνδιαφέρουσιν ἀμέσως. Τοῦτο ἀκριβῶς πᾶς Ἕλλην ἐννοῶν, θέλει νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα στρατιωτικῶς ὠργανωμένην. Ἂν δὲ συζητοῦμεν ἡμεῖς τὰ νομοσχέδια τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας ὀργάνωσιν, πράττομεν τοῦτο ἀκριβῶς διότι ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως ἡ ὀργάνωσις ᾖ θετικὴ καὶ ἀσφαλής. Δὲν νομίζομεν δὲ, ὅτι ἐπιτυγχάνεται τοῦτο, ἂν μεταβληθῶσιν εἰς νόμους νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποβῆ ἀνεφάρμοστα εἴτε ἕνεκα τῶν διατάξεων αὐτῶν τούτων τῶν νομοσχεδίων, εἴτε ἕνεκα δυσαναλογίας καὶ ἀντιθέσεως αὐτῶν πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Τοιοῦτοι νόμοι, ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν ἰδέαν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, θὰ συντελέσωσιν ἀπ’ ἐναντίας νὰ καταστήσωσι προβληματικὴν καὶ παρεμποδίσωσιν αὐτήν. Παρεμπόδισιν δὲ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς γενικῆς ταύτης ἐπιθυμίας δύναται νὰ φέρῃ καὶ ἡ καθιερωθεῖσα συνήθεια παρὰ πολλοῖς, ἵνα ἀναμιγνύωσι τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, τὸ ὑψίστης σημασίας, μετὰ παντὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν. Διότι καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἁπλῆς τινος πιστώσεως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἴς τινας νὰ εἴπωσιν, ὅτι οἱ συζητήσαντες αὐτὴν δὲν θέλουσι τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τοιαύτης τακτικῆς δύναται νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν γελωτοποίησιν τῆς ἰδέας τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, ὅταν πανταχοῦ θέλωμεν νὰ ἀναμιγνύωμεν αὐτὴν ὡς φόβητρον κατὰ πάσης συζητήσεως. Εἶπον ταῦτα, Κύριοι, περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου καὶ περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ λύπης ἤκουσα ἀναμιγνυόμενα τὰ ζητήματα ταῦτα μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ θελήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς ἄλλα Κοινοβούλια, νὰ διακρίνωμεν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ χωρίζωνται, ὅταν συζητῶνται. Κεχωρισμένον δὲ τῶν ἄλλων εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης καὶ τῆς δοθείσης ἱκανοποιήσεως. Λελυμένον δὲ εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ οὐδὲν πλέον περιέχει τὸ μυστικόν. Ὀφείλει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων δεδομένων ἐξετάσωμεν αὐτὸ κατὰ τρόπον ἐπανορθοῦντα τὴν ἐπὶ ἐσφαλμένων ἴσως καὶ μὴ βασίμων δεδομένων γιγνομένην συζήτησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ παραβλάψῃ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους.

§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἐφανταζόμην, Κύριοι, ὅτε εἶδον ἐγερθέντα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος πολιτευτήν, ὅτι ἤθελε τολμήσει νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, διότι τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο δὲν εἶναι, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ἄσχετον πρὸς τὰ γεγονότα τοῦ 1897, καθόσον τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἀπεγύμνωσαν ὁλοσχερῶς, ἀπὸ ἐπόψεως στρατιωτικῆς, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τὸ ἔθνος καθόλου, καὶ ἑπομένως ἠδύνατό τις νὰ ἀναμένῃ οὐ μόνον τοιαύτας προσβολὰς κατὰ τῶν διατελούντων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἴσως καὶ χείρονας. Τοὐναντίον ἐπίστευον, ὅτι ἡ μακροχρόνιος πολιτεία του, ὡς ἄλλοτε ὡμολόγησεν ἐντεῦθεν, ἡ πεντηκονταετὴς περίπου, ὅτι ἡ πεῖρα ἐκείνη καὶ τὰ πικρὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων χρόνων, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐφωτίσθησαν καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες, ἤθελον τὸν διδάξει εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι λίαν προσεκτικός, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν Ἑλληνικὴν τιμήν. Ὅτε, Κύριοι, κατελαμβάνομεν ἔδαφος ξένης Ἐπικρατείας κατὰ τὸ 1897, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκηρύξαμεν ἐναντίον αὐτῆς τὸν πόλεμον, καὶ ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναπαυώμεθα εἰς τὰς θωπείας καὶ τὰς περιποιήσεις τοῦ τότε παραμένοντος ἐδῶ πρέσβεως τῆς Τουρκίας μέχρις οὗ ἑτοιμασθῇ ἡ Τουρκία, καὶ μᾶς δώσῃ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκε. Μᾶς ἔρριψε τότε εἰς λήθαργον, ἀναμενόντων ἡμῶν εἴτε ἀποκλεισμόν, ὡς τὸ 1886, εἴτε τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἐκείνῃ βεβαίως εἴχομεν σταυρώσει τὰς χεῖρας· διότι, ἐὰν δὲν εἴχομεν σταυρώσει τὰς χεῖρας, θὰ ἐνεργοῦμεν πρὶν ἢ δυνηθῶσιν οἱ Τοῦρκοι νὰ στρατολογήσωσιν ἀπὸ τὰ ἐνδότερα τῆς Ἀσίας τὰ στίφη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔφθασαν μέχρι Λαμίας κατόπιν. Καὶ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Δηλιγιάννην, προεδρεύοντα τότε τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν—νομίζω ὅτι ἦτο ἡ 12 ἢ 15 Νοεμβρίου—: «Θὰ πολεμήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης, ναὶ ἢ οὔ;» — «Ἀσφαλῶς, μοὶ εἶπεν εἰς ἀπάντησιν, θὰ πολεμήσωμεν, ἐὰν δὲν πάρωμεν τὴν Κρήτην». — «Ἐπιτραπήτω μοι, κύριε Πρόεδρε, τῷ εἶπον, νὰ σᾶς γνωρίσω, ὅτι ἡ παρασκευή, τὴν ὁποίαν κάμνομεν, δὲν μαρτυρεῖ τοῦτο. Μὴ ἐμπιστεύεσθε εἰς τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσι νὰ μᾶς περιποιῶνται, προσποιούμενοι ὅτι θὰ συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα καὶ θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα εἰλικρινῶς: Θὰ παρασκευασθῶσι καὶ θὰ μᾶς ἐπιτεθῶσι. Διὰ τοῦτο νομίζω καλόν, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ ἐξ Ἀλβανίας καὶ ἐκ Μακεδονίας ἐπιτεθῶμεν ἐναντίον αὐτῶν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἠθέλομεν νικήσει τὸ πρῶτον, — καὶ βεβαίως θὰ ἐνικῶμεν, διότι τότε ἡ Τουρκία δὲν εἶχε στρατιώτας ἐδῶ — καὶ μᾶς ἐμποδίσωσιν αἱ Δυνάμεις εἰς τὴν γραμμήν, θὰ ἤμεθα ἱκανοποιημένοι». Δυστυχῶς τοῦτο δὲν ἐγένετο, διότι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἄλλας σκέψεις. Μετ’ ὀλίγον ἐβομβαρδίζετο ἡ Ἑλλὰς ἐν Κρήτῃ ἀπὸ τοὺς ἡνωμένους στόλους τῶν Δυνάμεων, ἐλέχθη δὲ τότε, ὅτι, «ἀφοῦ αἱ Δυνάμεις μᾶς ἐπετέθησαν, εὑρισκόμεθα ἐν τῷ δικαίῳ, ἐὰν ἀνακαλέσωμεν τὸ στράτευμά μας, καὶ εἴπωμεν, ὅτι βεβαίως ἐσκοποῦμεν νὰ μονομαχήσωμεν ἐναντίον τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ νικήσωμεν, ἀλλὰ δὲν ἐπιστεύομεν ποτέ, ὅτι ἡνωμένη ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος ἤθελε μᾶς ἐπιτεθῇ καὶ παρεμποδίσει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ νικήσωμεν τὴν Τουρκίαν». Καὶ οὕτω θὰ ἤμεθα πάντες ἱκανοποιημένοι. Καὶ τοῦτο ὅμως δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ τότε Κυβέρνησις ὡς λύσιν αἰσίαν, καὶ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον. Μετὰ τὴν καταστροφὴν ἐκείνην, μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξόντωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ ἔθνος, ἔρχεται τώρα τὸ ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης, καὶ ἐρωτώμεθα: «διατὶ ἐδώκατε αὐτὴν τὴν λύσιν, ἡ ὁποία εἶναι κακή;» Καὶ ἐὰν σᾶς ἔλεγεν ἡ Τουρκία: «Κύριε, μὰρς ἀπ’ ἐδῶ! δὲν σᾶς δίδομεν καμμίαν λύσιν», τί ἠθέλετε πράξει;

§93Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ στείλωμεν τὸν στόλον!

§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Κυβέρνησιν.

§95Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ λέγω εἰς σᾶς, οἱ ὁποῖοι ζητεῖτε τὸν λόγον. Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της.

§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ ἴδωμεν ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν καὶ ἡμεῖς.

§97Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λοιπὸν λέγετε: «διατὶ ὁ στόλος νὰ παρασκευασθῇ;»

§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν λέγομεν τίποτε ἀπὸ αὐτά. Λέγομεν ὅτι θέλομεν νὰ λάβωμεν ἐπισήμους πληροφορίας, διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς.

§99Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ στόλος εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ παρασκευασθῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐδίδετο ἡ λύσις, ἡ ὁποία ἐδόθη, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἱκανοποιητική, σχετικὴ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἀδυναμίαν, βεβαίως εἶχε τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ὅ,τι ἦτο δυνατόν.

§100Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί ἤθελε πράξει;

§101Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συμβουλεύετε. Διότι αὐτὸ συμβουλεύετε.

§102Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ποῖον;

§103Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διότι λέγετε: «διατὶ ἐβάλατε τὸν στόλον καὶ ἐκάπνιζε; διατὶ ἠπειλεῖτε;»

§104ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡμεῖς ἐρωτῶμεν, ἂν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.

§105Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οἱ Τοῦρκοι μᾶς γνωρίζουσι κάλλιστα. Μὴ πλανᾶσθε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβουλεύω ἐγὼ, εἶναι νὰ ἐπέλθῃ σύνεσις πραγματικὴ καὶ ὀρθή, διὰ τῆς ὁποίας πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν, νὰ τίθηνται κατὰ μέρος, ὅταν πρόκηται περὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ κατά τε ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ νὰ μὴ περιορίζωνται ἐν τῷ κύκλῳ τῆς καθαρῶς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, διότι ἐφ’ ὅσον οὕτω πολιτευόμεθα, πάντοτε θὰ λαμβάνωμεν τὸ ῥάπισμα, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν χθὲς ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Σμύρνῃ. Μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου. Συμβουλεύω λοιπὸν, μὲ τὴν μικράν μου κρίσιν, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν τιμὴν τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ, νὰ τὰ ἀφίνωμεν ὁπωσδήποτε κεκαλυμμένα, ἵνα μὴ δίδωμεν ἀφορμὴν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μικράν τινα ἰδέαν ἀκόμη περὶ ἡμῶν, νὰ ἀποβάλωσι τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ἀπελπιζόμενοι ὁλοσχερῶς, νὰ τραπῶσιν ἄλλοι μὲν ζητοῦντες τὴν προστασίαν τῶν Βουλγάρων, ἄλλοι τὴν τῶν Σέρβων, καὶ ἄλλοι τὴν τῶν Ῥωμούνων. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμβουλή μου. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ πλέον, — ἐφ’ ὅσον δὲν δοθῇ ἀφορμὴ, — περὶ τῶν τοῦ πολέμου τοῦ 1897. Ἐὰν τοιαύτη ἀφορμὴ δοθῇ, θέλω ἐπανέλθει, καὶ ἂς φέρωσι τὴν εὐθύνην ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὴν ἀφορμήν.

§106Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπὸ δύο ἐτῶν περίπου χαραχθεῖσα σώφρων καὶ μεμετρημένη πολιτεία τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, καὶ αἱ φιλικαὶ σχέσεις, ἃς ἐκαλλιέργησαν μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ἐπήνεγκον μεγάλα καὶ προφανῆ ἀποτελέσματα διὰ σύμπασαν τὴν Ἀνατολήν. Ἐὰν σήμερον τὸ καθεστὼς ἐν Ἀνατολῇ τηρῆται, μετὰ τὴν ὀξυτάτην κρίσιν, ἣν διῆλθεν αὕτη κατὰ τὸ περυσινὸν θέρος, ἐὰν ἡ Τουρκία ζῇ, βεβαίως τὸ πλεῖστον ἢ μέγα μέρος ὀφείλεται εἰς τὴν εὔνουν καὶ φιλικὴν στάσιν, ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπέδειξε πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν. Οὔτε μετανοεῖ διὰ τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, πρῶτον διότι ἐν τῷ καθεστῶτι εὑρίσκει τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα, δεύτερον διότι καὶ τὸ πολυάριθμον ἐν τῇ δούλῃ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, τὰ 10 ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, ἅτινα βιοῦσιν ὑπὸ τὰ σκῆπτρα τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ὡς ἐκ τῆς σώφρονος ταύτης στάσεως τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἐβίωσαν βίον ὑποφερτὸν κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς παρελθόντας πάντας. Ἔχων σχέσεις καὶ ἀλληλογραφίαν πανταχοῦ τῆς δούλης Ἑλλάδος, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων τῶν Προξένων δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι πανταχοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας, ἔν τε τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀνέπνευσε καὶ ἀνεθάρρησε, καὶ ἠδύνατο νὰ συγκεντρώσῃ τὴν διάνοιαν αὐτοῦ πρὸς τοὺς φανατικοὺς καὶ ἀμειλίκτους ἐχθροὺς, οἵτινες ἐκ τοῦ βορρᾶ ἀπειλοῦσιν αὐτὸ διὰ δολοφονιῶν καὶ ἄλλων ἀτίμων μέσων νὰ ἐξοντώσωσι. Μελετήσατε τὰς ἐκθέσεις τῶν Προξένων τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἐρωτήσατε τοὺς ἐκεῖθεν ἐρχομένους. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος πέρυσιν ἐνόμισα καθῆκον, νὰ ὑψώσω τὴν μικρὰν φωνήν μου ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἐκφράζων τὴν ἐπιδοκιμασίαν καὶ τὸν θαυμασμόν μου διὰ τὴν πολιτείαν τὴν χαραχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἔλαβον θερμότατα συγχαρητήρια καὶ ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης μετὰ δακρύων καὶ ἐκ Σμύρνης καὶ ἐξ Ἀλβανίας καὶ ἐκ Μακεδονίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν μετανοημένον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος διὰ τὴν σώφρονα καὶ μεμελετημένην ταύτην πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν στάσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ παραδόξως, καὶ ἀνελπίστως τὸ ἐπισκῆψαν ἐν Σμύρνῃ ἐπεισόδιον ἐνεποίησεν ὀδύνην καὶ πόνον εἰς σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, οὐχὶ τόσον διὰ τὸ περιωρισμένον καὶ μεμονωμένον αὐτὸ περιστατικὸν, ὅσον διότι πολὺ ὑπωπτεύθη, ὅτι ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια, ἀφοῦ ἐκανόνισε τοὺς λογαριασμούς της μετὰ τῶν Βουλγάρων, μετὰ τὴν Τουρκοβουλγαρικὴν τουτέστι συνεννόησιν, ὑπετροπίασε πάλιν, ἐπανελθοῦσα εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ καὶ τοῦ Φουὰτ–πασσᾶ, τῶν δύο μεγάλων θεωρηθέντων Τούρκων πολιτικῶν, οἵτινες, ἐφαρμόζοντες τὸ Μακκιαβελικὸν σύστημα «διαίρει καὶ βασίλευε», ἐνόμιζον, ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, δημιουργοῦντες καὶ ζωοποιοῦντες τὴν Βουλγαρίαν, καὶ παρὰ τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου θρησκείας πλάττοντες Ἐξαρχίαν καὶ Ἔξαρχον Βούλγαρον, καὶ διορίζοντες ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν ἐπισκόπους Βουλγάρους, καὶ καταδιώκοντες τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον. Διὰ τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος βαθύτατα ἐκεντήθη ἔτι μᾶλλον ἀπὸ τὸ λυπηρὸν ἐπεισόδιον τὸ ἐν Σμύρνῃ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὀλίγων καὶ μεμετρημένων λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμάθομεν τὰς φράσεις, ἃς ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ δείξῃ τὰ φιλικὰ αὑτῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα αἰσθήματα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸ νὰ διατηρῇ φιλικὰς μεθ’ ἡμῶν σχέσεις. Τοῦτο δὲ πείθει ἡμᾶς, ὅτι τὸ ἐν Σμύρνῃ ἐπεισόδιον ὀφείλεται κυρίως καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν προσωπικὴν ἐνέργειαν Ἀσιανοῦ σατράπου, ὁ ὁποῖος ὡς τίτλον φέρει τὸν μισελληνισμόν. Εἶναι ἔργον προσωπικὸν τοῦ Κιαμὴλ–πασσᾶ.

§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι Κύπριος ὁ Κιαμήλ.

§108Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον. Γνωρίζετε δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προκειμένου περὶ φιλελληνισμοῦ καὶ μισελληνισμοῦ, κρινομένου οὐχὶ ὑφ’ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἐξεταζομένου ὡς ὅρου διεθνοῦς, ὅσον ὁ φιλελληνισμὸς ἐμφαίνει φύσιν ὑψηλόφρονα, διάνοιαν ὑπέροχον καὶ προνομιοῦχον, ὅπως ἡ τοῦ Βύρωνος, ἡ τοῦ Κάνιγγος, ἡ τοῦ Γλάδστωνος, καὶ διανοητικὴν ἀνάπτυξιν ὑπέροχον καὶ ἔκτακτον, καὶ εἶναι τίτλος διὰ τὸν φέροντα ὁ φιλελληνισμὸς, τίτλος εὐγενείας καὶ ἀριστοκρατίας καὶ ἐξοχότητος τοῦ πνεύματος καὶ τῆς διανοίας, τόσον ὁ μισελληνισμὸς εἶναι στίγμα καὶ τεκμήριον κτηνώδους ψυχῆς καὶ διανοίας ἀκαλλιεργήτου. Καὶ τοῦτο παρατηρεῖται οὐ μόνον εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔθνη. Ὅπου ὑφίσταται φιλελληνισμός, ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει πολιτισμὸς καὶ ἀνθρωπισμός· ὅπου ὑπάρχει μισελληνισμός, οὗτος εἶναι ὡς μία ἀγέλη κτηνώδης, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀτενίσῃ πρὸς τὸν ἥλιον. Ἀπὸ τοιοῦτον λοιπὸν σατράπην Ἀσιανὸν τὰ πάντα ἠδύνατό τις νὰ περιμένῃ, ὄχι μόνον ὕβρεις κατὰ τῶν προσώπων, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ κατὰ παντὸς ὁσίου καὶ ἱεροῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῷ δεινότερα, καὶ χειροπέδας καὶ ἀνασκολοπισμοὺς καὶ γενιτσαρισμούς. Ἐχάρην, εἶπον, πολύ, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις φαίνεται ἀμέτοχος πρὸς τοὺς τοιούτους βανδαλισμοὺς καὶ ἀποδοκιμάζουσα αὐτούς. Ἵνα δὲ μὴ μακρηγορῶ, ἐγὼ τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ ἀρκετὰ μὲν σπουδαῖον, ἀλλὰ δευτερεῦον, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅστις ὡμίλησε σχετικῶς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα. Θεωρῶ δὲ ἀσύνετον, ἵνα μὴ εἴπω ἀποτρόπαιον, χάριν ἑνὸς προσώπου, νὰ διακινδυνεύωσιν αἱ σχέσεις αἱ φιλικαὶ δύο ἐθνῶν, τῶν ὁποίων καὶ τὰ συμφέροντα καὶ οἱ κίνδυνοι καὶ ἡ ὕπαρξις ἔχουσι κοινὰς τὰς ἐλπίδας καὶ τὰς δυνάμεις. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν λύσιν ταύτην, —ὅπερ βεβαίως οἱ φίλοι αὐτῆς δύνανται πολὺ δικαίως νὰ πράξωσι, —λέγω, ὅτι τὸ νὰ λυθῇ διαφορὰ μεταξὺ Τουρκίας καὶ οἱουδήποτε ἔθνους, μικροῦ ἢ μεγάλου, ἐντὸς ἡμερῶν δὲν εἶναι μικρὸν κατόρθωμα, καὶ ἂν ἔτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἦτο ἡ Γαλλικὴ ἢ ἡ Ἀμερικανικὴ ἀκόμη. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο, ἤθελον συγχαρῆ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν σύνεσιν καὶ τὴν πολιτικὴν περίνοιαν, ἣν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπέδειξεν· ἐὰν δὲ μεγαλειτέραν ἤθελε δώσει ἱκανοποίησιν, ἐὰν δηλ. ἀπεδείκνυεν ἀρτίαν τὴν συναίσθησιν τῶν συμφερόντων αὐτῆς καὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἐπὶ τῆς φιλίας τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἤθελεν οὐ μόνον παύσει τὸν Κιαμὴλ πασσᾶν, ἴσως καὶ ἀνθισταμένη εἰς τὴν προστασίαν αὐτοῦ ὑπὸ ἰσχυρᾶς Δυνάμεως, —διότι καὶ ἐκεῖ τὰ πάντα γίνονται, —ἀλλ’ ἤθελε συνάμα λύσει καὶ τὸ φλέγον ζήτημα τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἤθελον τηλεγραφικῶς συγχαρῆ αὐτῇ ἐπὶ φρονήσει καὶ πολιτικῇ περινοίᾳ. Ὡς πρὸς ἡμᾶς δέ, ἤθελον εὐχηθῆ, τὸ κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου ἡμῶν ῥάπισμα νὰ γείνῃ σοβαρὸν μάθημα διὰ τὸ μέλλον, καὶ νὰ μὴ ἐξαντλώμεθα εἰς λόγους κενοὺς καὶ φράσεις καὶ ἀγῶνας ἀγόνους. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ σωφρονήσωμεν, νὰ συνετισθῶμεν, τῆς μὲν μιᾶς πτέρυγος μὴ ὑπεικούσης εἰς τοῦ κόμματος τὰς ἀπαιτήσεις, τῆς δὲ ἑτέρας μὴ θελούσης δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο νὰ ἐπιδιώξῃ.

§109Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ἕν πρᾶγμα· ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἂν δυνάμεθα ἐλευθέρως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ὁμιλῶμεν, καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε πρὸ μικροῦ περὶ τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ὁ κύριος Λιμπρίτης. Ἐνθυμεῖσθε, τί εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Λιμπρίτης περὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ εἶναι περιττὸν, οὔτε πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται τοιαῦται ὁμιλίαι ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ μέλλοντος Βασιλέως, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οἱ λόγοι τοῦ κ. Λιμπρίτου δὲν εἶναι δίκαιοι, οὔτε ἀληθεῖς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐγὼ δὲν κολακεύω, εἶναι γνωστόν, ὅτι τοὐναντίον ἐγενόμην πάντοτε θῦμα τοῦ χαρακτῆρός μου, χαρακτῆρος ξένου πρὸς τὴν κολακείαν, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι καὶ ὁ Διάδοχος καὶ ὁ ἐν Κρήτῃ πρίγκηψ ἐργάζονται εἰλικρινῶς μετὰ ζήλου καὶ νοημοσύνης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. Λυμπρίτου, διὰ νὰ μὴ καθιερωθῇ νὰ ὁμιλῶμεν ἐνταῦθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον περὶ τοῦ μέλλοντος Βασιλέως, διότι θὰ θελήσουν καὶ ἄλλοι ἴσως νὰ δείξουν ἀνεξαρτησίαν φρονήματος καὶ νὰ ὁμιλήσουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ οὕτω δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι δὲν ἐννοῶ. Πολλοὶ Βουλευταὶ πολλάκις ἠθελήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν στρατιωτικὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξαμεν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι, ὁσάκις ἠθέλησέ τις νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐξανέστησαν σύσσωμοι οἱ ἀξιωματικοὶ ὅλοι, ὅτι ὑβρίζομεν τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι ὑβρίζομεν τὸ στράτευμα, ὅτι ὁμιλοῦμεν ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω, τί θὰ γείνῃ τώρα, ὅτε εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἔρχεται καὶ λέγει καὶ κηρύττει ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου διοικητοῦ αὐτοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου δεκανέως, εἶναι κεφαλαὶ κεναί, εἶναι ἄχρηστοι καὶ ἀνίκανοι νὰ ἐκτελέσωσί τι ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ λέγῃ τοιαῦτα ὁ κ. Λυμπρίτης, ἐννοεῖ βεβαίως, ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν. Τὸν κ. Λυμπρίτην τὸν γνωρίζω καλῶς, τὸν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐν τῇ πολεμικῇ αὐτοῦ δράσει, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ἀξιωματικὸς γενναῖος, —τὸν εἶδον εἰς περιστάσεις κρισίμους μὴ φοβηθέντα, — ἀλλὰ δὲν ἔχει ἡρωϊκὰ καὶ στρατηγικὰ κατορθώματα, δυνάμενα νὰ δίδουν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ αὐτὴν τὴν στάσιν καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου καὶ μέχρι τοῦ τελευταίου δεκανέως, εἶναι κεναὶ κεφαλαί, ἄχρηστοι καὶ ἀνίκανοι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ στάσιν Κολοκοτρώνη καὶ Καραϊσκάκη, Μαυρομιχάλη καὶ Παπαφλέσσα. Διὰ νὰ ἐννοήσητε εἰς τίνας πολεμικὰς πράξεις θέλουσι νὰ δώσωσι χαρακτῆρα κατορθωμάτων ἡρωϊκῶν καὶ στρατηγικῶν, θὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων περίστασίν τινα. Ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πολεμικὴν πρᾶξίν του καυχᾶται ὁ κ. Λυμπρίτης διὰ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐν τῇ μάχῃ τῶν Βουκολιῶν ἐν Κρήτῃ. Ὁμολογῶ, ὅτι μετέβη εἰς τὸ κρισιμώτερον σημεῖον τῆς μάχης, εἰς τὴν μᾶλλον ἐπίκαιρον καὶ ἐπικίνδυνον θέσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μέγα στρατιωτικὸν κατόρθωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τῷ δώσῃ τοιαῦτα δικαιώματα. Εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν πραγματικῶς ἐπικίνδυνον, μαζὺ μὲ τὸν Λυμπρίτην καὶ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον μετέβησαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των, οὐδὲν καθῆκον πρὸς τὸ Κράτος εἶχον, νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ καὶ διακινδυνεύσωσι τὴν ζωήν των, οὔτε βλέψεις εἶχον περὶ μελλουσῶν ἀμοιβῶν καὶ προβιβασμῶν· καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι οὔτε ἐκαυχήθησαν δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, οὔτε τὸ ἀνέφεραν κἄν, διότι εἶχον ἴσως χιλίας ἄλλας πράξεις τῶν ὁμοίας νὰ ἐπιδείξωσιν. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸν — εἰς τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καὶ μόνον, ὡς γενναῖος ἄνθρωπος, διότι τὸν εἶδον ἐγὼ ἐκεῖ, μετ’ αὐτοῦ μεταβὰς εἰς τὸ ὀχύρωμα τοῦ Κισσαμίτου ἀρχηγοῦ Ἀναστασάκη, — δὲν νομίζω ὅτι τῷ δίδει τὸ δικαίωμα, ὡς ἄλλος Κολοκοτρώνης ἢ ἄλλος Καραϊσκάκης, νὰ λέγῃ, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου διοικητοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου δεκανέως, εἶναι κεναὶ κεφαλαί, ἄχρηστοι καὶ ἀνίκανοι νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκόν των! Καὶ τελευταῖον ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἂν συμφέρει, ἂν συνᾴδει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐν τῇ συζητήσει ἐθνικοῦ ζητήματος τοιούτου, νὰ ἔρχηται εἷς ἀνώτατος ἀξιωματικός, διατελέσας μάλιστα πρὸ μικροῦ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ λέγῃ, ὅτι εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἓν φυσίγγιον, καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ὅλοι εἶναι κεναὶ κεφαλαί, εἶναι κηφῆνες καὶ ἀνίκανοι!

§110Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἰμὶ εὐγνώμων διὰ τὴν μνείαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτής. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν προσεδόκων τοῦτο, οὐδὲ εἶχον ἀνάγκην αὐτοῦ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ ποτὲ νὰ ὡμίλησα ἐν τῇ Βουλῇ περὶ ἐμαυτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὴν οἰκίαν μου ἦλθέ ποτε ὁ κ. Βουλευτής· οὐδέποτε τὸν ἐνθυμοῦμαι καὶ οὐδέποτε μετ’ ἐμοῦ συνδιελέχθη περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης δράσεώς μου. Εἶναι εἰς ἐμὲ ἄγνωστος, δὲν ἔχω δὲ καὶ ὑποχρέωσίν τινα νὰ συνδεθῶ μετ’ αὐτοῦ. Ἂς ὁδεύῃ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὁδεύῃ, ἀλλὰ δὲν συνηντήθημεν οὐδ’ ἐν τῷ στρατιωτικῷ οὐδ’ ἐν ἄλλῳ τινὶ ἐπαγγέλματι. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς φράσεις μου, τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἐπιτιμήσῃ, καὶ ἐφάνη προκαλῶν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτων, εἰς ἕνα μόνον θέλω ἀνενεχθῆ, εἰς ἐκεῖνον, ὅστις κατεῖχε τὴν πρωίαν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχετε σεῖς τώρα, κύριε Πρόεδρε, καὶ οὗτινος ἡ ἀντίληψις εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ὅσα ἐγὼ εἶπον.

§111Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκαυχήθητε τὴν ἰδίαν ἑσπέραν εἰς τὸ χωρίον Γαβαλομοῦρι;

§112Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι παρέλκυσις τοῦ ζητήματος, κύριε Ἀργυρόπουλε...

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ, κύριε Ἀργυρόπουλε. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§114Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄν, Κύριοι, ἡ ἱκανοποίησις, ἡ δοθεῖσα ἡμῖν ὑπὸ τῆς Πύλης διὰ τὸ ἐπεισόδιον τὸ συμβὰν ἐν Σμύρνῃ, εἶναι ἀρκετὴ, ἢ ἂν ἠδύνατο νὰ δοθῇ καλλιτέρα, τοῦτο νομίζω ὅτι πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι σχετίζεται πρὸς ἄλλο ζήτημα πολὺ σπουδαιότερον, τὸ ζήτημα τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἵνα ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαίων αὐτοῦ καὶ ἐπιζητήσῃ τοιάνδε ἢ τοιάνδε ἱκανοποίησιν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καθὼς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων, οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν, παρὰ μόνον, ἵνα ἀποδειχθῇ δι’ αὐτῶν, κατὰ τὴν εἰκασίαν, τὴν ὁποίαν κάμνουσιν οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο δὲν προῆλθεν ἐξ αὐτοπροαιρέτου ἐνεργείας τῶν προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων ἐν Σμύρνῃ, συναισθανομένων τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουν, νὰ ὑπερασπίζουν τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν συνθηκῶν, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἐντολὴν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἔδωκεν ἀφορμὴν σπουδαιοτάτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν, ἵνα θέσῃ ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικὸν, τὸ ζήτημα δηλαδὴ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμὲς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὸ μόνον ἐνδιαφέρει τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους ἐν Τουρκίᾳ. Δὲν πρέπει νὰ διαλανθάνῃ τινὰ, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἦτο αὐτοπροαίρετος ἐκ τῆς συναισθήσεως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἠρύοντο ἐκ τῶν συμβάσεων, βεβαίως τοῦτο θέλει ἐνασκήσει μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως ἐκείνων, οἵτινες μέλλουσι νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποῖον λόγον ἔχουν, ἵνα ἐπιρρίψωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐνεργείας ταύτης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο βεβαίως ἤθελε βλάψει τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων θέλει ἐξαχθῆ πράγματι,—ὅπερ δὲν πιστεύω,—ὅτι κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐνήργησαν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, ποίαν πολιτικὴν ὠφέλειαν θέλουσιν ἀρυσθῆ ἐκ τούτου οἱ ζητοῦντες τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων; Ἂν τῷ ὄντι ἡ Κυβέρνησις ἐνετείλατο τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ ἐγέννησε τὸ ζήτημα καὶ τὴν ἀφορμὴν, ἡ ὁποία τῇ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἐκκρεμοῦς, τοῦ τοσοῦτον ἐνδιαφέροντος τὸν Ἑλληνισμόν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπαινος μᾶλλον ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι κατηγορία. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου· νομίζω ὅτι ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμωσι νὰ συναισθανθῶμεν, ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον τὴν τόλμην ἡμῶν, ὡς Ἑλλήνων. Νομίζω ὅτι εἶναι παρεμφερὴς ἡ περίστασις πρὸς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τοὺς πατέρας ἡμῶν ἠνάγκαζον νὰ θέτουν κατὰ μέρος πᾶσαν κομματικὴν διάστασιν, καὶ νὰ ἑνῶνται, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐπιβάλλουν τὸν σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Τί ὅμως βλέπομεν ἐδῶ, Κύριοι, καὶ τί ἀκούομεν; Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἐδῶ ἀπὸ πολλοῦ ἐνεκαινίσθη μία πολιτικὴ διάφορος τῆς τοῦ παρελθόντος, πολιτικὴ τῆς περισυλλογῆς, τῆς ἀνασυντάξεως τῆς στρατιωτικῆς τῆς χώρας· ἀλλ’ ἀντιτάσσεται πείσμων ἐνέργεια πρὸς παρεμπόδισιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν σεβασμόν; Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποίαν σημασίαν ἔχουσιν οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Λιμπρίτου, λέγοντος ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ πολέμου εἶναι κεναὶ, ὅτι στερούμεθα πολεμεφοδίων, καὶ δὲν ἔχομεν στρατιωτικὴν σύνταξιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ναυτικὴν δύναμιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα νὰ προβῶμεν εἰς τίποτε. Ἂν πραγματικῶς ἐνδιαφερώμεθα ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους, ἂν θέλωμεν, τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, πρέπει νὰ συντρέξωμεν πάντες, καὶ νὰ παύσῃ ἡ πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος, καὶ νὰ μὴ προερχώμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὕτως ὥστε ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς νὰ ἀποδίδῃ σφάλματα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἐπὶ τριετίαν κυβερνήσας τὴν χώραν δὲν συνέταξε στρατιωτικῶς αὐτὴν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀποδίδῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε ὅτι ἀποδίδει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ περίστασις αὕτη ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμῃ πάντας νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς κομματικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ νὰ συνεννοηθῶμεν ἤδη, ὅτε ὀλίγαι ἀκόμη ὑπολείπονται συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἔχομεν δὲ μεγάλην ἐργασίαν, καὶ εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ δυνηθῶμεν ἐντὸς τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἡμερῶν νὰ συντελέσωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἵνα καταστῶσι σεβαστὰ τὰ δικαιώματα ἡμῶν· διότι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν πορείαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὄχι μόνον προπηλακισμοὺς θέλομεν ἀπαντᾷ, ὡς ἐν Σμύρνῃ, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ κρίσιμος στιγμή, καὶ ἡμεῖς θὰ μείνωμεν ἐκτὸς τοῦ νυμφῶνος.

§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τὸ φοβερὸν ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης ἦτο, κύριοι Βουλευταί, βαθὺ τραῦμα εἰς πᾶσαν καρδίαν Ἑλληνικὴν, εἴτε ἐλεύθερον ἀναπνέει ἀέρα εἴτε ὑπόδουλος ζῇ, ἀλλὰ βαθυτέραν, ἀλλὰ ὀδυνηροτέραν πέπρωται νὰ ἀνοίξῃ πληγὴν ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης στωϊκῆς ἀπαθείας ἀπεδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ τὴν ὁποίαν ἄνευ δισταγμοῦ, ἄνευ ἄλγους ψυχῆς ἀνήγγειλεν εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς εὐφρόσυνον γεγονὸς, ὡς πλήρη ἱκανοποίησιν ἑαυτῆς, ὡς δικαίαν ἱκανοποίησιν καὶ τοῦ ἔθνους! Καὶ εἶναι βαθύτερον καὶ ὀδυνηρότερον τὸ τραῦμα, διότι, ἄν τις, ἀνίσχυρος ὤν, ὑπὸ ἰσχυροῦ ἀδικῆται, δὲν ἀπόλλυσι διὰ τοῦτο οὔτε τὸν σεβασμὸν οὔτε τὴν ἐκτίμησιν καὶ τῶν φίλων αὑτοῦ καὶ τῶν ἐχθρῶν, ἐν ὅσῳ τῆς ἀδικίας τῆς πρὸς αὐτὸν προσγενομένης ἔχει ἀκεραίαν τὴν συναίσθησιν, διατηρεῖ πλήρη τὴν συνείδησιν, διαφυλάττει ἄσβεστον ἐσαεὶ τὴν ἀνάμνησιν. Ἀλλ’ ἄν προφανῶς ἀδικούμενος συγκαταβαίνῃ καὶ καταπίπτῃ μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ζητῇ καὶ συγγνώμην παρὰ τοῦ ἀδικοῦντος καὶ ἔλεος, τότε βεβαίως ἐπισύρει ἐφ’ ἑαυτοῦ καὶ τὴν περιφρόνησιν καὶ τὴν χλεύην τῶν ἄλλων, διαγράφεται ἀπὸ τῆς βίβλου τῶν ζώντων, καὶ ἄν ζῇ, εἷς ἄταφος νεκρὸς εἶναι πλέον. Προσήλθομεν ἐνταῦθα, εἰς τὴν ἐθνικὴν αἴθουσαν, συντετριμμένοι, ὑπὸ τὸ κράτος θλιβερῶν ἐντυπώσεων ἐκ τῆς ἀναγγελθείσης λύσεως, προσήλθομεν νὰ μάθωμεν πᾶσαν τὴν ἔκτασιν καὶ τῆς γενομένης πρὸς ἡμᾶς ἀδικίας ἐν Σμύρνῃ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπακολουθήσαντος προσθέτου ὀνείδους· προσήλθομεν, ὑπείκοντες εἰς τὴν κραυγὴν τῆς ἐξεγερθείσης συνειδήσεως τοῦ ἔθνους, νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς κυβερνῶντας τὸ Κράτος, πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον συνέβησαν ἐν Σμύρνῃ ὅσα ἄδικα καὶ προσβλητικὰ εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἔθνους συνέβησαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐρωτῶμεν τοῦτο, ἀσκοῦντες ἐπιτακτικὸν καθῆκον ἐκ τῆς ἐντολῆς ἡμῶν, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ λέγει πρὸς τὴν ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὸ ἔθνος: «μὴ ζητεῖς νὰ μάθῃς, τί συνέβη ἐν Σμύρνῃ, διότι κινδυνεύουσι τὰ δημόσια συμφέροντα, ἂν ἐκτεθῶσι τὰ πράγματα.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ὑπάρχει δημόσιον συμφέρον ἀνώτερον τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους; Ἢ μήπως πρόκειται νὰ προτάξωμεν τὰ δημόσια συμφέροντα δίκην θώρακος καὶ ἀσπίδος ὁμοῦ, ὅπως καλύψωμεν τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ἐνῷ ἀντιστρόφως πρέπον εἶναι καὶ ἴδιον φιλοτίμων κυβερνητῶν, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ προτάττωσι τὸ στῆθος καὶ τὴν εὐθύνην αὐτῶν, ὅπως περιφρουρήσωσι τὰ δημόσια συμφέροντα, ὅπως ἄτρωτον διαφυλάξωσι τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους; Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος περὶ τῶν συμβάντων ἐν Σμύρνῃ, ὅπως προσαγάγῃ τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, δὲν ἀποτελεῖ, λέγω, ἡ ἄρνησις αὕτη περιφρόνησιν πρὸς τὴν Βουλήν, περιφρόνησιν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος; Καὶ ἂν οὐχὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων ἡ πεῖρα, διότι μικρὰ εἶναι αὕτη, ἀλλὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ μακρὰ πεῖρα καὶ ἡ βαθεῖα σύνεσις δὲν παρέχουσι τάχα πᾶσαν ἐγγύησιν καὶ πᾶσαν ἀσφάλειαν, ὅτι δὲν κινδυνεύουσι τὸ παράπαν τὰ δημόσια συμφέροντα ἐκ τῆς ἐξετάσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, ἀφοῦ τοιαύτη ἐξέτασις κρίνεται παρ’ αὐτοῦ ἐπιβεβλημένη; Ἀλλ’ ἂν ἐπίσης εὐφρόσυνόν τι καὶ τιμητικὸν γεγονὸς εἶναι καὶ δι’ ὑμᾶς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ διὰ τὸ ἔθνος ἡ λύσις τοῦ ἐπεισοδίου, —διότι τοιοῦτόν τι διαλαλεῖτε ἀπὸ τῆς χθὲς διὰ τοῦ ἐπισήμου ὑμῶν δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, — διὰ ποῖον λόγον δὲν σπεύδετε νὰ χαροποιήσητε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, τό τε ὑπόδουλον καὶ τὸ ἐλεύθερον, δεικνύοντες διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων, ποῦ ἔγκειται τὸ εὐφρόσυνον τῆς λύσεως, ἣν ἀπεδέχθητε καὶ δι’ ἣν κομπάζετε μὲν ἀοράτως εἰς τὰς στήλας τῆς ἐφημερίδος ὑμῶν, ἀλλ’ ἐρυθριᾶτε ὁρατῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Καθ’ ὅσον γνωρίζω, καὶ γνωρίζουσι πάντες, τὰ δυσάρεστα γεγονότα ἀποκρύπτονται, ἀλλὰ μετὰ περισσῆς προθυμίας καὶ εὐνοήτου ἀνακοινοῦνται τὰ εὐχάριστα. Πρὸς τί λοιπὸν ὑμεῖς τάχα ἀποκρύπτετε τὴν χαράν, διὰ νὰ ἐξαπλώσητε τὸ πένθος εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν γῆν; Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν συναινεῖ, δὲν δύναται νὰ προσαγάγῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, διότι βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καίτοι ἠρνήθη νὰ ἐξηγήσῃ τὰ ἐν Σμύρνῃ γενόμενα, κατὰ προφανῆ ὅσον καὶ ἀδικαιολόγητον ἀντίφασιν ἐθεώρησεν εὐπρεπὲς νὰ παραστήσῃ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπετύχομεν τὴν πρέπουσαν ἱκανοποίησιν ἐν τῷ ἐπεισοδίῳ τῆς Σμύρνης, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ὁ πόλεμος ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐπειδὴ ὁ πόλεμος κατέστησεν ἡμᾶς ἀνικάνους ν’ ἀντιμετρηθῶμεν πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν δικαίαν ἱκανοποίησιν εἰς ἄδικον ὕβριν, πάντα τὰ γενόμενα ἐν τῷ τελευταίῳ ἐπεισοδίῳ τῆς Σμύρνης βαρύνουσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν! Θαυμασία τῷ ὄντι λογική, τὴν ὁποίαν κρῖμα ὅτι δὲν τὴν ἐχειροκροτήσατε! Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραστήσω ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς, πόσον αὐτόχρημα κωμικὸς εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἀλλὰ θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅ,τι πρὸς ἡμᾶς ἄλλοτε αὐτὸς οὗτος ἐπανέλαβεν ἐντεῦθεν οὐχὶ ἅπαξ οὔτε δίς, ὅτι δηλ. τῆς εὐθύνης τοῦ πολέμου πάντες ἐξ ἴσου μετέχουσι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Σήμερον, ἐρωτώμενος ἵνα ἐξηγήσῃ τὸ εὐφρόσυνον γεγονὸς τῆς Σμύρνης, καὶ εἰς ἀμηχανίαν περιελθών, λέγει παραδόξως, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἱκανοποίησιν ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου, ἡ εὐθύνη τοῦ ὁποίου βαρύνει τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ 1897! Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λησμονεῖ οὕτω πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ἕνα τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οὓς κρίνει ὑπευθύνους τῆς σημερινῆς ταπεινώσεως, ἔχει σήμερον σύντροφον εἰς τὸ πλευρόν του. Ἡ ἁβρότης πρὸς τοὺς συναδέλφους του ἐξηφανίσθη ἐνώπιον τῆς ἀντιπαθείας του πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ 1897. Ἀλλ’ ἔστω· ἀλλ’ ἂν τῳόντι ὁ τελευταῖος πόλεμος ἐδημιούργησε τοιαύτην πραγμάτων κατάστασιν, οἵαν ὑπεδήλωσε καὶ ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ ᾖ ἀνίσχυρος ἐντελῶς, ὅπως ἐπιβληθῇ καὶ ἀξιώσῃ μετ’ ἀξιοπρεπείας τινὸς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν κεκτημένων αὐτῆς δικαιωμάτων, τοῦτο ἆρά γε πότε ἀντελήφθητε, πότε ἐμάθετε, κύριε Πρωθυπουργέ; Σήμερον ἢ πρὸ πολλοῦ; Καὶ πῶς, διὰ ποίας τόλμης, κατὰ ποίαν λογικὴν σκέψιν ἐπράξετε ὅσα ἐπράξετε ἐν Σμύρνῃ, ἀφοῦ ἐγνωρίζετε τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους; Ἔστω, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀνίσχυρος σήμερον, ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου, ὃν ἐπεχειρήσαμεν ἡμεῖς, καὶ τὸν ὁποῖον πάντες ὑμεῖς ἐντεῦθεν, ὡς νοήμονες, ὡς συνετοί, ὡς προβλεπτικοὶ ἄνθρωποι, ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλοι φίλοι ὑμῶν, τότε ἁπλοῖ Βουλευταί, συνεβουλεύετε καθ’ ἑκάστην καὶ ἐδῶ, ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἀναλάβωμεν. Ἔστω, πάντα ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ, εἶναι ἀληθῆ, ὅσον εἶναι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ ἀλήθεια ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τότε, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν δικαιοῦται πᾶς τις νὰ ἐρωτήσῃ ὑμᾶς, ἀφοῦ ἐγνωρίζετε τὴν ἀδυναμίαν τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἐδώκατε διαταγὰς εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Σμύρνῃ νὰ προβῇ εἰς τὸ ἄνοιγμα διὰ τῆς βίας τῶν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς ἀρχῆς κλεισθέντων καὶ σφραγισθέντων ἑλληνικῶν καταστημάτων; Δὲν ἀντελαμβάνεσθε, ὅτι εἰς τὴν βίαν ὑμῶν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἀντιταχθῇ βία, ὅταν μάλιστα ὁ καθ’ οὗ διαπράττετε βίαν ἦναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερος καὶ ἰσχυρότερος ὑμῶν; Δὲν εἴχετε νοῦν στοιχειώδη, ἵνα σκεφθῆτε, ὅτι ἡ βία, εἰς ἣν τοσοῦτον ἀπερισκέπτως ἐξωθήσατε τὰ πράγματα ἐν Σμύρνῃ, ἔμελλεν ἀναγκαίως καὶ ἀναποδράστως νὰ φέρῃ ὑμᾶς ἐκεῖ, ὅπου ἔφερεν, εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸ ὄνειδος, ἀφοῦ ὄπισθεν τῆς βίας ὑμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἀναγκαία ἀπόφασις, ὅπως χωρήσητε μέχρι τέλους, μέχρι τῶν ἄκρων; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πράγματι φρονῇ, ὅτι μικρὰ καὶ ἀνίσχυρα Κράτη, ὡς ἡ Ἑλλάς, δὲν ἱκανοποιοῦνται, ἀδικούμενα καὶ προσβαλλόμενα, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν προκαλοῦν τοὺς ἰσχυροὺς καὶ μεγάλους, διότι μεγάλη συμφορὰ καὶ μεγάλη ταπείνωσις ἀναμένει αὐτά. Καὶ βεβαίως ὑμεῖς, ἀκριβῶς διὰ τὸ εἶναι τὴν Ἑλλάδα ἀνίσχυρον, δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσητε, δὲν ἔπρεπε νὰ δώσητε εἰς τὸν Γενικὸν ὑμῶν ἐν Σμύρνῃ Πρόξενον διαταγὰς πρὸς λῆψιν μέτρων τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον ἀναγκαίως, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων πρὸς ὑμᾶς καὶ γνωστῶν πρὸ πολλοῦ ἀντιπαθειῶν τοῦ Τούρκου Διοικητοῦ τῆς Σμύρνης, νὰ προκαλέσουν δυσάρεστα ἀντίποινα. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητῇ νὰ ἐλαφρώσῃ τὴν εὐθύνην αὑτοῦ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, ἰσχυριζόμενος ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐπράξαμεν τοιοῦτόν τι, προβάντες εἰς τὸ διὰ τῆς βίας ἄνοιγμα ἑλληνικῶν καταστημάτων ἐν Τουρκίᾳ, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ὑπόμνησις τοιούτου προηγουμένου αὐξάνει τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διότι τότε, ὅτε ἐγένετο τὸ διὰ τῆς βίας ἄνοιγμα ἑλληνικῶν καταστημάτων εἰς μικρόν τι μέρος ἔξω τῆς Σμύρνης, τὰ Βρύουλα, ἴσως ἐπὶ τέλους δὲν ὑπῆρχον τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος καὶ περὶ ὧν ὡμίλει σήμερον τὴν πρωΐαν ὁ κ. Πρωθυπουργός...

§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ γεγονὸς τῶν Βρυούλων ἐγένετο μετὰ τὸν πόλεμον, τὸ 1902.

§117Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι ἐγένετο πρότερον, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ ἐπανάληψις τοιούτου τολμήματος, δύναμαι νὰ εἴπω, καθιστᾷ βαρυτέραν τὴν εὐθύνην τῶν σήμερον κυβερνώντων, διότι δύναταί τις ἐπὶ τέλους ἅπαξ, ἀνίσχυρος ὤν, νὰ ἐπιχειρήσῃ τι βίαιον ἐναντίον ἰσχυροῦ, καὶ νὰ τύχῃ ἀνοχῆς, ἢ νὰ τύχῃ συγγνώμης, ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τοιούτου ἐκτρόπου δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἀνεκτὸν νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἐπ’ ἄπειρον, πολλῷ δ’ ἧσσον νὰ μένῃ ἀτιμώρητος. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς Ἑλλάδος ἀνελαμβάνετε τοσοῦτον ἀπερισκέπτως τὴν βαρεῖαν εὐθύνην νὰ χωρήσητε εἰς μέτρα βίας ἐναντίον τῆς Τουρκίας ἐν αὐτῷ τῷ Κράτει αὐτῆς, τί ἐπράξατε κατόπιν, ὅτε τὰ μέτρα ταῦτα τῆς βίας, ἃ μετήλθετε, ἐστράφησαν ἐναντίον ἡμῶν, ἐστράφησαν ἐναντίον τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους; Ἐγνωρίζετε τὴν ἀδυναμίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅμως, ἅμα ἡ Τουρκικὴ Διοίκησις ἔθηκε πέδας εἰς τὰς χεῖρας τῶν προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς δεσμίους καὶ πληγωμένους εἰς τὸ κρατητήριον, ἐλάβετε ἡρωϊκὴν στάσιν, ὠρθώθητε ἀπειλητικῶς ἐπὶ τῶν ὀνύχων, καὶ ἐζητήσετε ἱκανοποίησιν, ἀφίνοντες νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἠθέλετε καταφύγει εἰς τὰ ἔσχατα, ἂν ἡ ἱκανοποίησις δὲν ἐδίδετο παραχρῆμα καὶ πλήρης! Καὶ διὰ τοῦτο ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου καὶ μὲ πολυθορύβους ἐπιδείξεις,— τὰς ὁποίας ἀπέχω ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω, διότι ὡς Ἕλλην αἰσθάνομαι πόνον ψυχῆς,—μὲ ἐπιδείξεις ἀναρμόστους προεβαίνετε εἰς ἑτοιμασίας τοῦ στόλου καὶ εἰς ἀπειλὰς, τὰς ὁποίας εἴχετε πλήρη συναίσθησιν, ὅτι δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσητε. Καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ βαρυτέρα εὐθύνη ὑμῶν. Διότι, ὅταν τις ἀνίσχυρος τὸν ἰσχυρὸν προκαλῇ καὶ ἀπειλῇ, καὶ ὅταν φθάσῃ ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἀπειλάς του, τρέπηται εἰς φυγὴν ἐπονείδιστον, τότε βεβαίως γίνεται καταγέλαστος. Καὶ ἔχει μὲν ἕκαστον ἄτομον τὸ δικαίωμα νὰ γελοιοποιῇ ἑαυτὸ, ὅταν θέλῃ, ἀλλὰ οἱ κυβερνῶντες τὸ Κράτος πρέπει νὰ ὦσι προσεκτικοὶ, διότι αἱ γελοῖοι πράξεις αὐτῶν δὲν φονεύουσιν αὐτοὺς μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ κυβερνῶσι. Ἀλλὰ ποῦ στηρίζεται, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ δικαιολογία τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ προσαγωγὴ τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων πρόκειται νὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα; Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων εἶναι ἔτι ἐκκρεμὲς, καὶ ὅτι διὰ τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην δὲν ἐπιτρέπεται, διότι βλάπτει τὰ δημόσια συμφέροντα, ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης. Ἀλλ’ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐννοεῖ, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυρος. Τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἀπὸ ἐτῶν ἐκκρεμὲς, δὲν εἶναι δὲ τοιοῦτον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ ζημίαν, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ ἐδῶ, ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐπὶ τοιούτων πράξεων ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι οἱ ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνες εἶναι δυνάμει τῶν συνθηκῶν ἀπηλλαγμένοι τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἡ Τουρκία ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον. Αἱ περὶ τοιούτου ζητήματος διαπραγματεύσεις καὶ ἐνέργειαι δὲν ἔχουσιν ἀπόκρυφον χαρακτῆρα διπλωματικόν, ὥστε ἡ ἀνακοίνωσις ἐγγράφων νὰ βλάψῃ ὁπωσδήποτε. Ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν λύεται, ἀλλὰ τοὐναντίον προκαλεῖ ἑκάστοτε δυσαρέστους ἐπιπλοκὰς, οἵα ἡ τελευταία τῆς Σμύρνης, τάχα ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, ἡ δημοσία ἐξέτασις ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ ζητήματος τούτου διὰ λεπτομεροῦς ἀναλύσεως δὲν ἤθελεν ἀποβῆ πρόξενος ὠφελείας μᾶλλον ἢ βλάβης; Κρατοῦνται μυστικαὶ καὶ ἀπόκρυφοι αἱ διπλωματικαὶ ἐκεῖναι ἐνέργειαι τῶν Κυβερνήσεων, διότι ἡ δημοσία ἀνακοίνωσις αὐτῶν ἤθελεν ἐκθέσει τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, ἢ ἤθελε φωτίσει τρίτους, οὓς συμφέρον ὑπάρχει νὰ κρατῶμεν ἐν τῷ σκότει. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἰς ὅλους γνωστὸν ἀπὸ μακροῦ, ποῖον τρίτον θὰ φωτίσῃ; Ἐπὶ ληξάντων ἄλλως τε ζητημάτων αἱ διπλωματικαὶ ἐνέργειαι καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν ἀποκρύπτονται ποτὲ ἀπὸ τῶν Βουλῶν. Εἶναι λοιπὸν ἐντεῦθεν φανερὸν, ὅτι οὐχὶ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῶν Ὑπουργῶν ὑπαγορεύει εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπόκρυψιν τῶν ἐγγράφων, τὴν ἄρνησιν τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν. Καὶ ὅμως, ἂν ὑπῆρχέ τις ἐνταῦθα ὑποχρεωμένος νὰ χορηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, ὁ τίς οὗτος εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως πολλάκις ἄλλοτε ἐν τῷ παρελθόντι ἐπὶ παρομοίων ζητημάτων ἀνήρχετο δεκάκις τῆς ὥρας εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐλέγξῃ τοὺς κυβερνῶντας, καὶ ζητήσῃ τὴν προσκομιδὴν ἐγγράφων, ὅπως κρίνῃ, ἂν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ὠφέλιμος ἢ ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης κατὰ τὸ 1896 ἦλθεν ἐπὶ τοῦ τάπητος, καὶ ὁ σήμερον Πρωθυπουργὸς καὶ πάντες οἱ συνυπουργοί του, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τότε ἦτο Ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, πάντες ἦλθον καὶ ἐζήτουν ἔγγραφα νὰ κατατεθῶσι καὶ εὐρυτάτη νὰ γένηται συζήτησις καὶ ἀνάπτυξις ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἵνα καταδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ πορεία, ἣν ἠκολούθουν οἱ τότε κυβερνῶντες, δὲν ἦτο πορεία σύμφωνος πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα. Σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, λησμονῶν ἑαυτόν, ἔρχεται νὰ παρατηρήσῃ πρὸς ἡμᾶς, ἐνῷ δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἐκκρεμοῦς ζητήματος διπλωματικοῦ, ὅτι ἐμποδίζουσιν αὐτὸν τὰ δημόσια συμφέροντα νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν τὸ φῶς, οὗ ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα ἐννοήσωμεν, τί ἐπὶ τέλους συνέβη ἐν Σμύρνῃ, καὶ πῶς κατέληξε τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο εἰς πρόσθετον ὄνειδος καὶ χλευασμὸν τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίτοι ἠρνήθη πρὸς ἡμᾶς νὰ ἐξηγήσῃ τὰ ἐν Σμύρνῃ γενόμενα, οὐχ ἧττον, κατ’ ἀντίφασιν, ἧς ἐμνήσθην προηγουμένως, προφανῶς στενοχωρούμενος πολὺ, προφανέστερον ὅμως μὴ ἀκολουθῶν λογικὴν σειράν σκέψεων, εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ὁποίων ἐγένετο ὁ πόλεμος, αὐτοὶ εἶναι οἱ αἴτιοι καὶ οἱ ὑπεύθυνοι τῆς τοιαύτης λύσεως, ἣν αὐτὸς ἀπεδέχθη, καὶ ἣν ἡ ἐφημερίς του ὀνομάζει εὐφρόσυνον γεγονός. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος σήμερον, ὅπως ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου. Ὁσάκις ἄλλοτε, ἐν τῷ παρελθόντι, ἐγίνετο λόγος περὶ τούτου καὶ ἐξεφράζετο ἐπιθυμία τις ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ἐξέτασιν τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγείρετο σύνοφρυς καὶ συνεσταλμένος, ἵνα βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμος τοιαύτη συζήτησις, διότι πάντες εἰσὶν ἐξ ἴσου ὑπεύθυνοι. Σήμερον, ἐρυθρὸς ἐξ ὀργῆς, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν περιέπεσεν, ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡμεῖς ἐντεῦθεν πταίομεν διὰ τὸν πόλεμον! Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις, εὐχαριστημένος μὲ τὸν ἑαυτόν του, ἀνήγγειλεν εἰς ἡμᾶς τὴν πρωΐαν τὴν εὐχάριστον λύσιν τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, μετὰ ποίας ὁρμῆς κατωνείδιζε καὶ οὗτος τὴν πρώτην λύσιν τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως, χαρακτηρίζων αὐτὴν ὡς προδοσίαν ἐναντίον τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἑλλάδος! καὶ ἐνθυμοῦμαι, πῶς ἐν μέσῳ χειμῶνι, τὴν παραμονὴν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους 1897, ἐγκατελίμπανε τὴν εὐμάρειαν καὶ τὰς ἀναπαύσεις τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας, ὅπως σπεύσῃ νὰ συμβουλεύσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ ἐπαναστατήσωσιν ἐκ νέου, μὴ ἀκούοντες τὰς συμβουλὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν γενομένην λύσιν τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως!

§118Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι τοῦτο εἶχεν ἀποτέλεσμα νὰ λυθῇ ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις, δέχομαι τὴν ἰδέαν σας ταύτην.

§119Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου ὑπῆρξεν ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κρήτης, τίνος ἐγκλήματος καθιστᾶτε ὑμᾶς αὐτοὺς ὑπευθύνους, καὶ περὶ ποίων εὐθυνῶν ὡμιλεῖτε σήμερον τὴν πρωΐαν; (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§120Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Κρήτη ἠδύνατο νὰ ἐλευθερωθῇ καὶ ἄνευ πολέμου.

§121Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριοι Ὑπουργοὶ, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε ἐνταῦθα περὶ εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, ὡς καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων ὑμῶν, διότι ὑμᾶς καὶ πολλοὺς ἄλλους βαρύνει μεγαλωστὶ ἡ εὐθύνη τῶν γεγονότων ἐκείνων. Καὶ βεβαίως ἡ Κρήτη θὰ ἠλευθεροῦτο καὶ ἄνευ τοῦ πολέμου. Ἐὰν δ’ ἐγένετο ὁ πόλεμος, τοῦτο εἶναι δυστύχημα, ὅπερ ἀποκλειστικῶς ὀφείλεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξῆψαν τὰ φιλοπόλεμα αἰσθήματα τοῦ ἔθνους, διὰ πάσης ἐλεεινῆς μεθόδου καὶ δι’ ἀποκρύφων ἑταιρειῶν γενόμενοι ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς καθ’ ἡμῶν κηρύξεως τοῦ πολέμου ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἡμεῖς σήμερον, ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, εἶναί τι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται, ἔλαβε πλέον πέρας. Εἴθισται εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὁσάκις ἦναι ἐκκρεμῆ διπλωματικὰ ζητήματα, νὰ ἀρνῶνται τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς Σμύρνης ἔληξε πλέον, εὐθὺς δ’ ὡς ἔληξε τὸ ἐπεισόδιον, ὡς ἐκανονίσθη τοῦτο, — καὶ ἐκανονίσθη κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς λέγετε εὐχάριστον, ἅπαν δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνους χαρακτηρίζει ἐπονείδιστον, — δὲν καταλαμβάνω, διὰ ποῖον λόγον ἀδικεῖτε τοσοῦτον καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, ὥστε δὲν φέρετε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἵνα δυνηθῇ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ χειροκροτήσῃ τοὺς κυβερνήτας ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι διὰ τόσον νοήμονος ἅμα καὶ εὐθαρσοῦς ἐνεργείας ἱκανοποιήσατε τὴν τρωθεῖσαν φιλοτιμίαν τοῦ ἔθνους! Πρέπον, νομίζω, εἶναι νὰ συναισθανθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος συμμερίζεται τὴν ἀγωνίαν, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς γενομένης λύσεως, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τοὐλάχιστον, ἂν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὸν πρέποντα τρόπον ἱκανοποιήσεως, ἂν αὐτοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν, ἵνα προκληθῶσι τοιαῦτα ἐπεισόδια, ἅτινα ὡδήγησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν πρόσθετον χλεύην.

§122Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι πρὶν ἢ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζητήσῃ τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης ἔγγραφα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον μόνοι φέρει τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δείξωσι ποία ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ποία ἐδόθη ἡ ἱκανοποίησις. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φαίνεται ὅτι δὲν ἔβλεπον συμφέρον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὄχι μόνον ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς εὑρίσκεται ἐν εὐλόγῳ ἀνησυχίᾳ, πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ποίου εἴδους ἱκανοποίησις ἐδόθη. Καὶ πρῶτον ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ ἐν Σμύρνῃ ἑλληνικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἐκλείσθη διὰ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ ὅτι ἔπραξε τὸ καθῆκον της, πρέπει μετὰ θάρρους νὰ εἴπῃ, ἂν διέταξε τὸν Πρόξενον νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐνήργησεν, ἢ ἂν οὗτος ἐνήργησεν αὐτοβούλως. Καὶ ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε τοιαύτην διαταγὴν εἰς τὸν Πρόξενον, τότε θὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πράγματι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις εἶχε δίκαιον νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη, καὶ ἂν ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις εἶναι ἀνάλογος. Ἀλλ’ ἵνα κρίνωμεν ἐπὶ τούτου, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ φωτισθῶμεν, ἂν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον της ἡ Κυβέρνησις. Ἄλλως τε, ἀφοῦ ἡ δημοσιογραφία ἀνέγραψε τὰ πάντα, διατὶ νὰ ἀρνῆται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα; Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα· ὁ στόλος διετάχθη νὰ εὑρίσκηται ὑπὸ ἀτμὸν, ἀνεζητοῦντο εἰς τὰς ὁδοὺς πλοίαρχοι, ἀξιωματικοί, ναῦται κλπ., καὶ ἐνέργειαι σπασμωδικαὶ ἐγίνοντο ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἐνέργεια αὕτη συνιστῶσα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος; ἢ ἀποδεικνύει, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ διοικῶμεν τὸ Κράτος; Ὁ στόλος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ, ἐὰν εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον ἐπράττομεν ὅ,τι πράττομεν σήμερον, ἱδρύοντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, καὶ παρεσκευάζομεν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἔχει ἄνδρας γενναίους καὶ φιλοτίμους, ἀλλ’ οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσιν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν· διότι δυστυχῶς μετὰ τὸν πόλεμον, ἀντὶ νὰ παρασκευάσωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, ηὐξήσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ χιλιάδων ὑπαλλήλων. Καθῆκον λοιπὸν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα μάθῃ ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον της, καὶ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὴν, ἢ ἀποδοκιμάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον της. Διότι δὲν πρόκειται περὶ κομματικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ἔθνους.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου θέματος.

§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον, θέλω ὁμιλήσει ἐγὼ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.

§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις, ἡ γενομένη συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ὑπ’ ἐμοῦ προταθείσης σήμερον, ἔλαβε διαφόρους τροπὰς, ἔκρινα δὲ, ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον καθῆκον νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τῶν τροπῶν τούτων, εἶχον ὅμως καθῆκον νὰ ἐπαναγάγω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν τροχιὰν, ἡ ὁποία εἶχε χαραχθῆ δι’ αὐτήν. Ἡ τροπὴ, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι αἱ πολιτικαὶ σχέσεις τοῦ ἡμετέρου Κράτους μετὰ τῆς ὁμόρου χώρας εἶναι χρήσιμοι καὶ ἀναγκαῖαι δι’ ἑκάτερον τῶν δύο Κρατῶν, καὶ διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα οὕτως, ὥστε νὰ φέρῃ διατάραξίν τινα ἢ ἀνωμαλίαν τινὰ εἰς τὰς σχέσεις ταύτας, ἦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, μελέτη ἀλλοτρία τοῦ θέματος, διότι δὲν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, οὐδὲ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην τινὰ, ἀφοῦ δὲν ἀνεκάλεσε τὸ φρόνημα καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ καθ’ ὅλον τὸ μέχρι τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης παρελθὸν διάστημα. Ἦτο δὲ καὶ ἐντελῶς ἔκτροπον νὰ ἐκφέρωνται κρίσεις ὑβριστικαὶ περὶ τῶν ἀνωτέρων λειτουργῶν τοῦ ὁμόρου Κράτους, διότι οἱ λειτουργοὶ οὗτοι διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, αἱ δὲ προσωπικαὶ κατὰ τῶν λειτουργῶν αὐτοῦ προσβολαὶ δὲν ἁρμόζει νὰ γίνωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ συζήτησις εἶχε σκοπὸν ῥητὸν, ὡρισμένον, εἶχε σκοπὸν νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φῶτα ἐκεῖνα, ὧν αὕτη ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων. Ποῖα δ’ ἦσαν τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἦτο κεκλημένη νὰ κρίνῃ; Παραλείπω τὸ θέμα, ἂν ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν Σμύρνῃ ἐνήργησε συνεπείᾳ ὁδηγιῶν ἢ διαταγῶν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος κ. Ἀντωνόπουλος ἔδωκεν εἰς ἀνταποκριτὴν τῆς Παρισινῆς ἐφημερίδος «Πρωΐας», ἱστορῶν τὸ γεγονὸς, ὃ ἔλαβε χώραν ἐν Σμύρνῃ. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ γαλλικὸν κείμενον, διότι ἴσως τινὲς τῶν Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσιν ν’ ἀκούσωσιν ἑλληνιστὶ τὰ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Προξένου κ. Ἀντωνοπούλου λεχθέντα εἰς τὸν ἀνταποκριτὴν τῆς Γαλλικῆς ἐφημερίδος. Τὸ φύλλον τοῦ «Matin» τῆς 2 Μαΐου νέου ἔτους, ἤτοι τῆς 19 Ἀπριλίου καθ’ ἡμᾶς, ἐννέα ἡμέρας μετὰ τὸ συμβεβηκός, ἀναγράφει, ὅτι ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ἔλεγε πρὸς τὸν Γάλλον δημοσιογράφον ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐν Σμύρνῃ Ἀρχὴ εἶχε κλείσει τρία ἐργαστήρια, ἀνήκοντα εἰς Ἕλληνας, τάξασα πρὸ ἑκάστου αὐτῶν ἕνα ἀστυφύλακα ἔνοπλον. Ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Βαλῆν διαμαρτυρίαν, καθιστῶν αὐτὸν ὑπεύθυνον διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, τὴν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς συνθήκας καὶ τὰς συμβάσεις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔλαβον μέχρι τῆς πρωΐας ταύτης ἀπάντησίν τινα εἰς τὴν διακοίνωσίν μου, ἐπεφόρτισα τὸν παρ’ ἐμοὶ ὑποπρόξενον κ. Δηλιγιάννην νὰ μεταβῇ μετὰ δύο καβάσηδων, νὰ ἀνοίξῃ ἓν τῶν τριῶν καταστημάτων καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐτῷ τὸν ἰδιοκτήτην αὐτοῦ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης, μετὰ ἀσθενῆ ἀντίστασιν τοῦ ἀστυφύλακος, τοῦ τεταγμένου νὰ μένῃ πρὸ τοῦ ἐργαστηρίου, ἤλπιζεν, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἤθελε περιορισθῆ εἰς ἁπλῆν ἀμφισβήτησιν τοῦ γεγονότος· ἀλλὰ πάραυτα εἰκοσὰς ἀστυφυλάκων εἰσέβαλεν εἰς τὸ κατάστημα, καὶ ἔλαβε χώραν τότε ὁ ἑπόμενος διάλογος: «Ὁ προϊστάμενος τῶν ἀστυφυλάκων εἶπε πρὸς τὸν ὑποπρόξενον κ. Δηλιγιάννην: «Δυνάμει τίνος δικαιώματος ἐτολμήσατε νὰ εἰσδύσητε εἰς μέρος, τὸ ὁποῖον ἦτο κεκλεισμένον συνεπείᾳ μέτρου τῆς δημοσίας διοικήσεως; Σᾶς διατάσσω νὰ κενώσητε τὸν τόπον τοῦτον ἀμέσως.» Ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπε τότε: «Δὲν δέχομαι διαταγὰς ἀπὸ ὑμᾶς. Δὲν ἐξαρτῶμαι, εἰμὴ ἐκ τῆς Κυβερνήσεώς μου. Εὑρίσκομαι ἐπὶ ἰδιοκτησίας Ἑλληνικῆς, διεπομένης ἀπὸ τοὺς ἡμετέρους νόμους. Ἡ ἐξουσία μου εἶναι ἡ μόνη, ἥτις δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τοῦ τόπου αὐτοῦ. Εὑρίσκομαι ἐνταῦθα. Μένω ἐνταῦθα, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ ἀφήσητε ν’ ἀπολαμβάνω ἐν εἰρήνῃ τῆς ἰδιοκτησίας μου.» Ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας εἶπε τότε πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην: «ἀπέλθετε». Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπήντησεν: «οὐχί.» Αἴφνης βαρεῖα ῥάβδος καταφέρεται κατὰ τοῦ κρανίου τοῦ κ. Δηλιγιάννη, οὗτος δὲ ἐξάγει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ θυλακίου τοῦ ἐνδύματός του τὸ περίστροφόν του, καὶ πυροβολεῖ. Σφαῖρα προσέβαλεν ἐλαφρῶς τὴν χεῖρα στρατιώτου. Ὁ ὑποπρόξενος ἔλαβεν ἔτι καιρὸν νὰ ῥίψῃ τρεῖς σφαίρας εἰς τὸν ἀέρα, ἐνῷ οἱ καβάσηδες ὁρμῶσιν, ἵνα τὸν προστατεύσωσιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης συνελήφθη ὑπὸ δέκα χειρῶν βαναύσων, καί, ὡς λέγουσι παρ’ ὑμῖν (ἐν Γαλλίᾳ), on le passe à tabac (τὸν ἔσπασαν στὸ ξύλο). Τότε ἔκλεισαν τὰς χεῖράς του ἐντὸς χειροπεδῶν, καὶ μὲ τὸ πρόσωπον καθημαγμένον σύρουσιν εἰς τὴν φυλακὴν αὐτόν τε καὶ τοὺς καβάσηδες. Μαθὼν πάραυτα ταῦτα, καταληφθεὶς δὲ ὑπὸ εὐλόγου ἀγανακτήσεως ἀπέναντι τῆς παραβάσεως ταύτης τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τρέχω εἰς τὸ Κονάκι, διὰ νὰ ἀπαιτήσω ἐπιτακτικῶς τὸν ἐμὸν ὑποπρόξενον, μετ’ ἐπιφυλάξεως διὰ τὰς συνεπείας τῆς ὑποθέσεως. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης μοὶ ἀπεδόθη, καὶ ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ ὀχήματός μου, ἔμελλον δὲ νὰ ἀπέλθω τοῦ Κονακίου, ὅτε ἔδειξαν τάσεις νὰ κρατήσωσι τοὺς καβάσηδες, οἵτινες εὑρίσκοντο παρ’ ἐμοί. «Δὲν θέλω ἀπομακρυνθῆ τοῦ Κονακίου, ἐφώνησα, ἄνευ τῶν καβάσηδων». Οὕτω τότε, ἐννοεῖτε, ἀπέζευξαν καταφανῶς τὸ ὄχημά μου. Τὰ προνόμιά μου, ὡς Προξένου, οὕτως ἐποδοπατήθησαν, καὶ ἡ τουρκικὴ βία ἐνησκήθη ἐπ’ ἐμοῦ αὐτοῦ. Μένω ἐσφηνωμένος ἐν τῷ ὀχήματί μου, καὶ ἐνήργησα νὰ πληροφορηθῶσιν οἱ συνάδελφοί μου περὶ τῆς λυπηρᾶς καὶ ταπεινωτικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκομαι. Ὁ κ. Blan, ὁ ὑμέτερος Γενικὸς Πρόξενος, ἦλθε νὰ μοὶ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του. Ἀφοῦ δ’ ἔλαβε τάχιστα γνῶσιν τοῦ συμβεβηκότος μου, καὶ ἐβεβαιώθη ἐπισήμως περὶ τῆς βίας, ἣν ὑφιστάμην, ἀνῆλθε πρὸς τὸν Βαλῆν Κιαμὴλ–πασσᾶν μετὰ ἡμίσειαν δ’ ὥραν παρεκλήθην νὰ μεταβῶ καὶ ἐγὼ παρὰ τῷ Τούρκῳ τούτῳ λειτουργῷ. Ὁ κ. Blan μοὶ ἀναγγέλλει τότε, ὅτι οἱ καβάσηδες θέλουσι μοὶ ἀποδοθῆ, ἀφοῦ ὑποβληθῶσιν εἰς βραχεῖαν ἐξέτασιν ἐνώπιον τοῦ διερμηνέως.» Ἀπὸ τὴν πληροφορίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ἔδωκε πρὸς τὸν ἀνταποκριτὴν τοῦ Παρισινοῦ «Matin», γίνεται κατάδηλον, ὅτι ὁ κ. Ἀντωνόπουλος δὲν ἐνήργησεν αὐτοβούλως, ἀλλ’ ἐξετέλει διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἰδίως δὲ λέγει ἔν τινι περιόδῳ: «Les instructions précises de mon gouvernement m'autorisaient à défendre nos nationaux, c'est ce qui a amené le conflit, dont j'ai été victime.» Ἤτοι: «Αἱ ἀκριβεῖς ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεώς μου μοὶ ἔδιδον τὴν ἐξουσίαν νὰ ὑπερασπισθῶ τοὺς συμπολίτας μας, τοῦτο δ’ ἐπήνεγκε τὴν σύγκρουσιν, τῆς ὁποίας ἐγενόμην θῦμα.» Ἐὰν, ὡς βεβαιοῦται ἐκ τῆς πληροφορίας ταύτης τοῦ κ. Γενικοῦ Προξένου, ἡ Κυβέρνησις εἶχε δώσει αὐτῷ ὁδηγίας, καὶ αὐτὸς ἐξετέλει τὰς ὁδηγίας ταύτας, ἐγὼ δὲν λαμβάνω τοῦτο ὡς ἀφορμὴν, ἵνα φέρω ἐπίκρισιν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τούτων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει κενόν. Καὶ ὄντως, καθ’ ὃν χρόνον ἐδίδοντο τοιαῦται ὁδηγίαι, διατὶ δὲν ἀνεμνήσθη τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι τῶν ὁδηγιῶν τούτων ἡ ἐκτέλεσις ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις καὶ συρράξεις, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελεν ἐπέλθει τοιαύτη σύρραξις, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσι κίνδυνοι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν τῆς Σμύρνης; — διότι τοῦτον τὸν κίνδυνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελε νὰ ματαιώσῃ διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν θωρηκτῶν καὶ τῶν πλοίων εἰς Σμύρνην. — Ἐὰν λοιπὸν τοιαῦται ἐδόθησαν ὁδηγίαι εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον Σμύρνης, διατὶ τότε συγχρόνως δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως παρασκευασθῶσιν ἔκτοτε τὰ πλοῖα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν χρῆσιν τῆς βίας, διὰ νὰ σώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν τῆς Σμύρνης, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε παραστῆ κίνδυνος τοιοῦτος; Λέγω ταῦτα α, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι ἐν τῷ λιμένι παρακειμένης νήσου ἐναυλόχουν δύο μεγάλα θωρηκτὰ, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα, ἐὰν δὲν σφάλλωμαι, εἶναι «Ἀβδοὺλ Μετζὴτ» καὶ «Μεσουδιέ»· λέγω ἐὰν δὲν σφάλλωμαι, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἔλαβον πρὸ δύο ἡμερῶν φάκελον ἐκ Μιτυλήνης, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχεν ἡ φωτογραφία τῶν δύο τούτων θωρηκτῶν. Ἂν ταῦτα ἐπράττετε τότε, ἠθέλετε ἀποφύγει τὸν θόρυβον καὶ τὴν κίνησιν τὴν σπασμωδικὴν, τὴν νευρικὴν, ἡ ὁποία σᾶς κατέλαβε μετὰ τὸ ἄγγελμα τοῦ συμβεβηκότος τῆς Σμύρνης, ὅπως κατορθώσητε νὰ παρασκευασθῶσι τὰ πλοῖα. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὰ ἔγγραφα, οὐχὶ διότι ἐκ προκαταλήψεως, ἐξ ἐπιθυμίας, σπεύδομεν νὰ ἐπικρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλησμόνησε τάχα, κατὰ τίνα τρόπον προσηνέχθημεν, καθ’ ὃν χρόνον διεξήγετο ἡ ὑπόθεσις αὕτη; Δὲν εἶπον τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοιούτων διαπραγματεύσεων πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἓν φρόνημα, αὐτὸ τοῦτο, τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς; Δὲν σπεύδω λοιπὸν νὰ δημιουργήσω ἀφορμὰς, διὰ νὰ προκαλέσω ἐπικρίσεις καὶ κατακρίσεις, ἀλλὰ σπεύδω νὰ φωτίσω τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ὅπως σχηματίσω γνώμην, ἂν τὰ πράγματα καλῶς διεξήχθησαν, ἢ ἂν ἡ κακὴ διεξαγωγὴ τῶν πραγμάτων ὡδήγησε ταῦτα εἰς τὴν λύσιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξαν. Τὰ θέματα ταῦτα δυστυχῶς μετέτρεψαν, καὶ ἀνέδραμον εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἵνα ἀνεύρωσιν ἐν τῷ πολέμῳ ἐκείνῳ αἰτίαν, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν ἀπαισίαν λύσιν τοῦ ἀξιοθρηνήτου ἐπεισοδίου. Καὶ οὕτως ἀπὸ ὑπολόγων καὶ ὑπευθύνων παρέστη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκαλῶν, καὶ ἐξετράπησαν εἰς ἄλλας συζητήσεις πρὸς ἀντιπερισπασμὸν καὶ πρὸς περικάλυψιν τῶν Σμυρναϊκῶν. Μοὶ ἐδόθη πολλάκις ἀφορμὴ, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, καὶ μοὶ δίδεται καὶ νῦν ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ καρδία ὅλων τῶν Ἑλλήνων εἶναι τεθλιμμένη καὶ ἀγανακτεῖ διὰ τὰ γενόμενα. Ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐπανέλαβον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι δύνανται νὰ κερδοσκοπήσωσιν, ἀπευθύνοντες αἰτιάσεις πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ 1895 καὶ 1896. Εἶπον πρὸς τοὺς τοιούτους πάντοτε, ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν εὐθύνας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρῆλθε χρόνος ἔκτοτε πολὺς, κατὰ τὰς διατάξεις δὲ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἡ ὑπόθεσις ἔχει παραγραφῆ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπισχνούμεθα νὰ μὴ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν τοιαύτην διάταξιν, ὑποβάλλομεν δ’ ἡμᾶς αὐτοὺς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει οὐ μόνον τοὺς πολίτας Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Τὸ σύστημα τοῦ ἀντεγκαλεῖν δὲν εἶναι σύστημα συνταγματικὸν, πολλῷ δὲ ἧσσον δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν. Ἐὰν ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐστρέφοντο αἱ ἀντεγκλήσεις, ἔσφαλον, ἕκαστος θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς καὶ νὰ ἐπικρίνῃ, καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ. Τὰ σφάλματα ὅμως ἐκεῖνα, ἐὰν ταῦτα ὑπάρχωσιν, εἶναι ὅλως κεχωρισμένα ἀπὸ τὴν πολιτείαν, τὸν βίον καὶ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον οἱ Ὑπουργοὶ δὲν στέργουσι ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν σύστασιν ἡμῶν, τὴν πρότασιν ἡμῶν· ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τούτου ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ καταλίπωμεν τὴν γνώμην μας, διότι νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν συνταγματικὸν δικαίωμα, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ νὰ γένηται ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ψηφοφορία, ἂν πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ἢ ὄχι. Ἐὰν ἡ ψηφοφορία καταλήξῃ εἰς γνώμην ἀντίθετον τῆς γνώμης ἡμῶν καὶ τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς συστάσεως ἡμῶν, δίδεται λύσις εἰς τὸ ζήτημα, οὐδὲ κρίνομεν, ὅτι πρέπει νὰ συζητῶμεν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ἐπὶ τούτου, ὅτι φρονῶ, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ τόπου, τῆς τιμῆς καὶ τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι ἀπαίσιον νὰ συντελέσωμεν, ἵνα παρασταθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δίδοντες ψῆφον ἐπιδοκιμασίας καὶ ἐπαίνου συμβεβηκότος ἀπαισίου, οἷον τυγχάνει ἡ ἐπιτευχθεῖσα λύσις τοῦ Σμυρναϊκοῦ ἐπεισοδίου. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλομεν ἀποφύγει νὰ προβάλωμεν πρὸς ψηφοφορίαν θέμα, ἂν ἐπιδοκιμάζει ἡ Βουλὴ τὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν.

§127Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ φράσεις μου περὶ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας παρεξηγήθησαν ὑπὸ τοῦ πολιοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ, καὶ οὕτως ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικρίνῃ αὐτάς. Σέβομαι τὴν γνώμην καὶ τὰ φῶτα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ὑπαλλήλου, ὃν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐγὼ γνωρίζω, ὡς συστηματικὸν καὶ φανατικὸν μισέλληνα, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου δύο χῶραι φιλικαὶ καὶ ὅμοροι, τὰ αὐτὰ ἔχουσαι συμφέροντα καὶ τοὺς αὐτοὺς πόθους, κινδυνεύουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς ῥῆξιν, ὡς πρωταιτίου τοῦ σοβαροῦ ἐπεισοδίου, νομίζω ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ἐκφρασθῶ ὡς ἐξεφράσθην, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αὐτὴ ἡ Κυβέρνησίς του κατὰ τὰς πρὸς τὸν ἡμέτερον ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴν ἀνακοινώσεις αὑτῆς ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ διατελῇ εἰς φιλικὰς μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής μὲ ἠδίκησε.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§129Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ κληθῇ νὰ δώσῃ ψῆφον ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἴτε ναὶ εἴτε ὄχι. Πρέπει ὅμως νὰ ἀναγνωσθῇ κείμενον προτάσεως. Τὸ κείμενον τοῦτο, ὅπερ ἑτοιμάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα καταθέσῃ, θὰ ἀναγνωσθῇ, καὶ θὰ προκληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς.

§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, συνιστῶσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διετύπωσεν οὕτω τὴν αἴτησίν του ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς διετύπωσε καθαρῶς καὶ εἶπεν, ὅτι ἐπιμένει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν νὰ καταθέσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα. Οὕτω πως διετύπωσε τὴν αἴτησιν, καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης ἐζήτησε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὥστε τὸ ζήτημα θὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: «Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.»

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.

§135Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἄλλην ποτὲ Βουλὴν, ὅτε ἀπετέλουν μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἠγέρθη ζήτημα περὶ καταθέσεως ἐγγράφων ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, διευθυνομένης ἀπὸ τὸν μακαρίτην Τρικούπην. Ἀκολουθῶν τότε τὴν γνώμην τοῦ τότε ἀρχηγοῦ μου, καὶ πιστεύων ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, ὑπεστήριξα ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, ὅταν τὰ σχετικὰ ζητήματα δὲν ἦναι ἐκκρεμῆ, νὰ καταθέτῃ τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δίδῃ λόγον ἀμέσως εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, κύριε Πρόεδρε, τὸ αἴτιον, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσε τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον ἐν Σμύρνῃ, ὑφίσταται ἐκκρεμὲς, κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα δὲν ἐλύθη κατ’ οὐσίαν, καὶ δὲν ἐλύθη, διότι ἡ Τουρκία δὲν ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῇ συνθήκῃ, ὅτι πάντες οἱ ξένοι ὑπήκοοι ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει δὲν ὀφείλουσι νὰ πληρώνωσι φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ ἐζήτει ἐξαιρετικῶς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ πληρώνωσιν οἱ ὑπήκοοι αὐτῆς φόρον ἐπιτηδεύματος. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀναντιρρήτως προὐκάλεσε τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, ἐκ λόγων, οὓς αὐτὴ γνωρίζει, διέταξεν, ἵνα οὕτως ἢ ἄλλως πολιτευθῇ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἐν Σμύρνῃ, ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀνατροπὴν τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα τὴν ὑποταγὴν τοῦ ὁμόρου Κράτους εἰς τὰς συνθήκας, ἤτοι νὰ ἀπαλλάξῃ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις τοὺς ὑπηκόους τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, ἐπαναλαμβάνω, θίγῃ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐπολιτεύθη καθ’ ὃν τρόπον ἐπολιτεύθη, θέλων νὰ προκαλέσῃ διὰ τούτου ἐπέμβασιν τῆς Εὐρώπης πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, δὲν νομίζουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων δύναται νὰ παραλύσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τόσον μεγάλου ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐργάζεται ἀπὸ εἰκοσαετίας τὸ ἡμέτερον ἔθνος; Φρονῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς μερίδος, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, περὶ καταθέσεως ἐγγράφων ἄμεσον σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὸ αἴτιον, ἐξ οὗ προεκλήθη τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον, εἶναι ἐπιζήμιος διὰ τὸ ζήτημα τὸ καθαυτὸ, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐμμένων εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν τότε, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, προέβαλον, ὅτι ἐζητοῦντο νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα ἐπὶ ζητήματος ὁμοίας περίπου φύσεως.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, ὡς αὕτη διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Γ. Μελισσηνοῦ, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λέων Μελᾶς Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ν
Στέργιος Μ. Καρανίκας ΟἸωάννης Γ. Καραπᾶνος Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΣπυρίδων Ν. Βαρζέλης
Κ. Ἀσημακόπουλος Κωνστ. Β. Κοττίκας
Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟΔημήτρ. Γ. Ράλλης Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΟἈλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Σμολένσκης Ο
Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΟΝικόλαος Λεβίδης Ο
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΟἈθαν. Μουτσόπουλος Ν
Γεώργ. Πολυγένης ΝἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ν
Γεώργ. Καρπετόπουλος ΟΘεόδωρος Λέκας Ν
Ἰωάννης Ζωγράφος ΟΚυριάκος Λιγυνὸς
Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΝἸωάννης Δαμηλάτης Ν
Ἀνδρέας Ψύλλας ΝΚωνστ. Ι. Φλέσσας Ο
Νικόλαος Γουναράκης ΝἨλίας Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΝΚίμων Βελλίνης
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΙ. Καφταντζόγλου
Νικόλαος Α. Στράτος ΟΙ. Παλάσκας Ο
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος ΟΔ. Τερτίπης Ο
Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ι. Καζαμπάκας
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ο
Νικόλαος Σταματιάδης ΟΚ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καρακίτης Νικόλ. Μπαλάφας Ο
Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ο
Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης Ν
Νικ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Νικολαΐδης
Κωνσταντῖνος Γρίβας ΟΘεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο
Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Ρώτας Ν
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΓεώργ. Ν. Θεοτόκης Ο
Περ. Ἀλεξάκης ΝΜιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
Π. Ταμπακόπουλος Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝἈλκίνοος Σ. Ζερβός Ο
Χαρίλ. Τζαννετάκης ΝΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας
Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΣπυρίδων Α. Ἀγάθος Ο
Μιχ. Φωτιάδης ΟΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος
Βασ. Μαστραπᾶς ΟἨλίας Α. Πολίτης Ο
Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. ΔεληγιάννηςΝ
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ν
Μιχ. Ι. Στελλάκης Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ο
Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης Ο
Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας
Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
Δημ. Τσιτσάρας ΝἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
Δημ. Χατζόπουλος ΟΔιονύσιος Π. ΒενιερᾶτοςΟ
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
Ἰωάν. Σερμπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλός Ο
Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος ΟΣπυρίδων Ε. Στάης Ο
Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας ΝΔιονύσιος Καλούτσης
Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς ΝΝικόλαος Τσοῦχλος Ο
Διονύσιος Π. Στεφάνου ΟΠαναγ. Σπυράκης Ν
Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΟἸωάννης Καλούτσης Ν
Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΟΧαράλαμπος Βοζίκης
Ἰωάννης Ν. Σισίνης ΟΓ. Λ. Μαυρομιχάλης
Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ο
Διονύσιος Π. Παυλόπουλος Στέφανος Κοπανίτσας
Ἰωάννης Θ. Ψημένος Γεώργιος Δ. Φικιώρης
Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης ΝΔημοσθ. Ματάλας
Δημοσθένης Γ. Δόγκας ΟἸωάννης Φίλιος
Νικόλαος Δαούτης Κωνσταντῖνος Καρακίτης
Ἰωάννης Κόλλιας Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ο
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος ΟΝικόλαος Μπουφίδης Ο
Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ἰωάννης Γ. Λάππας Ν
Πέτρος Ν. Δελένδας ΟΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
Β. Μαρκεζίνης Γεώργιος Σκληρός Ο
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς ΟΕὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΟἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ΟΓκίκας Μάστορης Ο
Ἀλέξανδρος Φωτήλας ΟἸωάννης Μπακόπουλος
Γεώργ. Χ. Παπαδημητρίου Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΟΚ. Κωνσταντόπουλος Ν
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
Κωνσταντῖνος Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ν
Ἀθαν. Πετρόπουλος ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο
Ἀθαν. Ζέρβας ΝΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος
Γ. Ἀναστασόπουλος ΟἸωάννης Α. Βρυώνης Ν
Γεώργιος Νικολαΐδης Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
Κωνσταντ. Τρικούπης ΟΝικόλαος Γ. Λεωνίδας Ο
Λεωνίδας Δεληγεώργης ΝΓ. Ν. Μπούμπουλης
Περικλῆς Μποῦτος ΟἸωάννης Ν. Καλαμάρης Ν
Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΝἘπαμ. Δ. Βαφειαδάκης Ν
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΚωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ο
Ἰωάννης Νικολαΐδης ΟἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ν
Ἀριστομέν. Προβελέγγιος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ο
Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΟΚάρολος Μ. Βιτάλης
Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΝΚων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ο
Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΟΣωτήριος Ι. Χατζηγάκης
Δημ. Ι. Φαρμάκης ΟΓεώργιος Ραδινὸς Ο
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟἈπόστολος Ζάππας
Ἰωάννης Μ. Κανναβός Ἠλίας Μπασδέκης Ο
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Σπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Ἀθαν. Πετσάλης ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ο
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΔημ. Ἀναστασόπουλος Ν
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟἈθαν. Νικολίτσας Ο
Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ἀλέξ. Στάικος
Φώτιος Π. Μοσχούλας ΟΓεώργιος Κορυζῆς
Νικόλ. Α. Παπαλέξης Θεόδωρος Λιμπρίτης Ν
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΝΛεων. Λαπαθιώτης
Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ο
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΝικόλαος Πλατσῆς Ο
Ἰωάννης Δελμοῦζος ΟΝ. Χατζῖσκος Ο
Δημήτριος Π. Νίκας ΟΧαρ. Εὐταξίας
Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Δ. Δεδούσης Ο
Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΝΝ. Κοντογιάννης
Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς
Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
Κωνσταντῖνος Γκότσης ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ
Δημήτριος Π. Γούναρης ΟΝικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-ΟΖήσιμος Σαραβέλας Ν
καούρης Νικόλαος Μαμούνης
Γεώργιος Ράλλης ΟἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ο
Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 165. Ἐκ τούτων 108 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 57 ὑπὲρ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
2τῆς 24 Ἀπριλίου 1904.
3(Σάββατον).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 10 καὶ 50′ π. μ. ἀναγινώσκον-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ
8τῶν πρακτικῶν.
9§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ σελίδι τῶν
10πρακτικῶν ἀναγράφονται τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἐπὶ ἐπε-
11ρωτήσεως, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ῥοῦφος
12ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, περὶ
13ναυτῶν τινων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ τοῦ πλοίου,
14ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τεταγμένοι· ἀλλ’ ἡ ἀναγραφὴ δὲν εἶ-
15ναι ἀκριβής. Ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ (ἀναγινώσκει):
16«Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τῆς τελευταίας
17ταύτης ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ῥούφου πρέπει νὰ δοθῶσιν ἐξη-
18γήσεις, ἵνα πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, πῶς συμβαίνει τοιοῦτον
19ἄτοπον». Δὲν εἶπον τοῦτο. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ.
20Ῥούφου παρετήρησα, ὅτι ἡ τάξις πρέπει νὰ τηρῆται παν-
21ταχοῦ καὶ πάντοτε, διότι δὲν εἶναι τακτικὸν νὰ ἀναγρά-
22φωνται εἰς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις ὡς παρόντες ἐπὶ
23τοῦ πλοίου ναῦται, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἀλλαχοῦ.»
24Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
25Ἀλλὰ προσέτι ἐν τῇ ὀγδόῃ σελίδι, γενομένης μνείας τῶν
26παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ
27τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίας τῆς πυρίτιδος καὶ τῶν
28ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἀναγράφεται, ὅτι «λεπτομερῶς ὁμιλήσας
29ἀντέκρουσα τὸ νομοσχέδιον, ὡς μὴ παρέχον ἀσφαλεῖς πόρους
30εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Δὲν εἶπον, ὅτι οἱ
31πόροι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς· εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ
32μονοπωλίας ἐκρηκτικῶν ὑλῶν «δὲν παρέχει ἀσφαλῆ ἔσοδα
33εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης», καὶ διὰ τοῦτο ἀντέ-
34κρουσα αὐτό.
35§3ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν σελίδι τετάρτῃ, προκειμένου
36περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα περὶ τῶν ἐν Φι-
37λιατροῖς φαρμακείων, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς
38λέξεις «ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν» αἱ λέξεις «νὰ πληροφορήσῃ
39τὴν Βουλήν».
40Ἐπίσης ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι καὶ ὀλίγον κατωτέρω ἀνα-
41γράφεται, ὅτι ἐπηρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δι-
42καιοσύνης διὰ τὴν κατάργησιν Ὑποθηκοφυλακείου ἐν Γόρ-
43τυνι. Δὲν εἶπον περὶ Ὑποθηκοφυλακείου Γόρτυνος, ἀλλὰ περὶ
44τοῦ ἐν Φιλιατροῖς Ὑποθηκοφυλακείου.
45§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθη καλῶς ὁ πρακτικογράφος.
46Θὰ γείνωσιν αἱ δέουσαι διορθώσεις.
47Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
48Οἱ κάτοικοι Τρικκάλων διὰ τηλεγραφήματός των παρα-
49καλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Γιαν-
50νακίτσα ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως
51τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ
52τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου».
53Τὴν αὐτὴν παράκλησιν διαβιβάζει διὰ τηλεγραφήματός
54του ὁ γεωργικὸς λαὸς Λαρίσης.
55§5ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ, κύριε
56Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
57§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γ. Δημόπουλος, κατάδικος ἐν ταῖς
58φυλακαῖς Παλαμηδίου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν
59παρακαλεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις.
60Ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Δαμηλάτης ὑποβάλλει ἐπε-
61ρώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν,
62ἔχουσαν οὕτως (ἀναγινώσκει):
63«Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
64Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἐν
65τῷ ἄρθρῳ 40 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρα-
66τοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν Μοιραρχιῶν ὁρίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον
67εἰς 16, ἀντὶ τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν 26, διότι ἐν τῇ εἰσηγη-
68τικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδαμοῦ ἀναφέρεταί
69τι σχετικόν.»
70Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει σύστασιν πρὸς τὸν κ.
71Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ
72τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
73«Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
74ἐγκρίνῃ ταχέως τὸν ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ Μεσσηνίας ὑπο-
75βληθέντα αὐτῷ προϋπολογισμὸν δαπάνης πρὸς ἐπισκευὴν
76καὶ διαπλάτυνσιν τῆς ἐν Καλάμαις ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Νέ-
77δοντος γεφύρας Σταματελάκη, ἥτις συνδέει τὴν δημοσίαν
78ὁδὸν Καλαμῶν–Τριπόλεως καὶ δι’ ἧς ἀποκλειστικῶς ἐνερ-
79γεῖται ἡ κυκλοφορία τῶν ἁμαξῶν καὶ ὑποζυγίων, διότι ἐκ
80τῆς μεγάλης χρήσεως τὸ ξύλινον αὐτῆς κατάστρωμα κατε-
81στράφη σχεδὸν, καὶ διατρέχουσι κίνδυνον οἱ διαβαίνοντες,
82τὸ δὲ πλάτος αὐτῆς δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγ-
83κοινωνίας.»
84Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
85§7ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ
86ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ Λαρίσης.
87§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττόν.
88§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Βουλευτά, τὸ ζή-
89τημα.
90§10ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
91Κρίνω καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, μεθ’
92ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ
93τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτι προχθὲς
94ἐτέθη τέρμα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς διεξαχθείσας
95μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πύλης πρὸς
96διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἱκανοποιήσεως διὰ τὰ ἐν
97Σμύρνῃ συμβάντα τῆς 10 Ἀπριλίου. Ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ
98Γενικοῦ Διοικητοῦ Σμύρνης Ἀσὴμ βέης, μεταβὰς εἰς τὸ
99Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, ἐξέφρασε πρὸς τὸν διευθύνοντα τὸ
100Γενικὸν Προξενεῖον κ. Παπαγεωργιάδην, τοῦ κ. Ἀντωνο-
101πούλου προαχθέντος εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου καὶ
102διπλωματικοῦ πράκτορος ἐν Κεττίγνῃ, τὴν λύπην τῶν Ὀθω-
103μανικῶν ἀρχῶν διὰ τὰ γεγονότα τῆς 10 Ἀπριλίου. Προσέ-
104θεσε δὲ, ὅτι ἡ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀφιχθεῖσα ἐπιτροπὴ
105προβαίνει εἰς ἀνακρίσεις πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων.
106Κατόπιν τῶν δηλώσεων τούτων ἐπανελήφθησαν αἱ σχέ-
107σεις μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου Σμύρνης καὶ τῆς Γενι-
108κῆς Διοικήσεως Ἀϊδινίου, ἐθεωρήθη δὲ τὸ ἐπεισόδιον ὡς
109λῆξαν.
110Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις προέτεινε τὴν λύσιν ταύτην πρὸς
111τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν 21 Ἀπριλίου (τὴν παρελ-
112θοῦσαν Τετάρτην), ἐδήλωσε δὲ, ὅτι, ἐπιθυμοῦσα νὰ διατρα-
113νώσῃ τὰ φιλικὰ αὑτῆς αἰσθήματα πρὸς τὴν Ἑλλάδα, προ-
114τείνει τὴν λύσιν ταύτην πρὶν ἢ ἔτι ἐξακριβωθῶσι τὰ γεγο-
115νότα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀποστεί-
116λῃ εἰς Σμύρνην, καὶ μολονότι αἱ παραστάσεις τοῦ Γενικοῦ
117Διοικητοῦ ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἀφηγήσεις τῶν προξενι-
118κῶν ἡμῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἀνεκοινώσαμεν πρὸς τὴν Πύλην.
119Ἐποιήσατο δ’ ἐν ταὐτῷ ἔκκλησιν ἡ Πύλη πρὸς τὴν σύν-
120εσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι, προ-
121τείνουσα νὰ τεθῇ ἀμέσως καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς
122ἐκποδὼν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπεθύμει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι περὶ
123πολλοῦ ποιεῖται τὰς φιλικὰς μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεις.
124Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο
125αὐτῇ, λαμβανούσῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ σπουδαιότατα συμφέροντα
126τῶν ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ Ἑλλήνων, ν’ ἀπο-
127κρούσῃ τὴν λύσιν ταύτην, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι, ὑπὸ τὸν ὅρον,
128ὅπως ἀμέσως τὴν ἑπομένην (τὴν προτεραίαν τῆς Βασιλικῆς
129ἑορτῆς) γείνῃ ἡ ἐπίσκεψις αὕτη, καὶ δοθῶσιν αἱ συμπεφω-
130νημέναι ἐξηγήσεις, δέχεται τὴν προταθεῖσαν λύσιν.
131Κανονισθέντος τοῦ ζητήματος τῆς ἱκανοποιήσεως, μένει
132ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἀμέσως δὲ
133ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπετάθη πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνά-
134μεις, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δίδει
135ἀφορμὴν διαρκῶς εἰς συγκρούσεις μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν
136προξενικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν τῆς Τουρκίας,
137λυθῇ ἄνευ ἀναβολῆς διὰ διαιτησίας, καὶ προσέθεσεν, ὅτι
138θεωρεῖ ὡς ἐνδεδειγμένον πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τὸ διαρ-
139κὲς διαιτητικὸν Δικαστήριον τῆς Χάγης.
140§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν παρά-
141κλησιν, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνη-
142σιν, ἵνα παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, αἵτινες εἶναι
143χρησιμώταται, ὅπως ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ γνώμην ἐπὶ τῶν
144γενομένων, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ
145τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, κατ’ αὐτόν, ἡ
146σπουδή, μεθ’ ἧς ἐγένετο καὶ ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις τοῦ
147Γενικοῦ Προξένου Σμύρνης ἀπὸ Σμύρνης εἰς Κεττίγνην, ἦτο
148καὶ αὕτη ἐκτέλεσις ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ὑψηλὴ
149Πύλη ἀπηύθυνε, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὁποίας ἔστερξε νὰ
150θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Καὶ τῷ ὄντι ἡ σπουδὴ
151ἦτο κατάδηλος, διότι τὴν 22 Ἀπριλίου προεκλήθη Βα-
152σιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ μετετίθετο εἰς Κεττίγνην ὁ Γε-
153νικὸς Πρόξενος Σμύρνης κύριος Ἀντωνόπουλος. Τὴν αὐτὴν
154ἡμέραν πρὶν ἢ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερ-
155νήσεως τὸ Διάταγμα, καὶ ἐνῷ ἡ πρᾶξις τῆς μεταθέσεως τοῦ
156κυρίου Ἀντωνοπούλου δὲν ἦτο ἔτι ἀρτία, διότι ἀρτία ἤθελε
157κατασταθῇ μόνον μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι
158τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔσπευσε
159τηλεγραφικῶς νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο εἰς τὴν Ὑψ. Πύλην καὶ
160εἰς τὸν διορισθέντα ἀναπληρωτὴν τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου.
161Ὡσαύτως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
162ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ κ. Ἀντωνόπουλος δὲν προεβι-
163βάσθη Πολιτικὸς Πράκτωρ, ὡς ἔλεγε πρὸ μικροῦ πρὸς τὴν
164Βουλὴν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, διότι ἔλαβε θέ-
165σιν Γενικοῦ Προξένου, ἣν εἶχε καὶ ἐν Σμύρνῃ, εἰς ταύτην δὲ
166προσετέθη ὁ ἐπίτιμος βαθμὸς τοῦ Πολιτικοῦ Πράκτορος,
167κατὰ τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων· ἑπομένως δὲν
168ἐγένετο πρᾶξίς τις, ἡ ὁποία παρέχει ἀμοιβὴν εἰς τὸν κ.
169Ἀντωνόπουλον.
170§12Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ
171ἐπιτρέπετε; Δὲν ὑπάρχει θέσις Πολιτικοῦ Πράκτορος, ὑπάρ-
172χει μόνον θέσις Γενικοῦ Προξένου, δίδεται δὲ ἐπὶ τιμῇ,
173εἴτε ἐπὶ αὐξήσει μισθοῦ, καὶ ὁ ἐπίτιμος βαθμὸς τοῦ Πολι-
174τικοῦ Πράκτορος.
175§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἐγνώριζον, καὶ διὰ τοῦτο
176ἠπόρησα, ὅτε εἴπετε, ὅτι προεβιβάσθη Πολιτικὸς Πράκτωρ.
177Ἡ ἀκριβολογία ἥρμοζεν εἰς ὑμᾶς, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
178τερικῶν.
179Τὰ λαβόντα χώραν ἐν Σμύρνῃ κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου,
180τὰ ὁποῖα ὠνομάσθησαν ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας «ἐπεισό-
181διον τῆς Σμύρνης», ταῦτα εἶχον ἀφορμὴν τὴν διάρρηξιν τῶν
182σφραγίδων, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκικὴ ἀρχὴ εἶχεν ἐπιθέσει ἐπί
183τινος ἐμπορικοῦ καταστήματος πολίτου Ἕλληνος ἐν Σμύρ-
184νῃ· εἶχον ὡσαύτως ἀφορμὴν τὴν κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς
185Ἑλληνικῆς ἀρχῆς ἐπίθεσιν τοῦ ἀστυνόμου Σμύρνης, βοηθου-
186μένου ὑπὸ στρατιωτῶν, προσέτι δὲ τὴν προσβολὴν τὴν γε-
187νομένην κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἕλληνος Προξένου καὶ τὴν
188κακοποίησιν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ ὑποπρόξενος ὑπέστη
189καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ μεταβάντες εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐμ-
190πόρου, τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ αἰτία πασῶν
191τούτων τῶν πράξεων ἦτο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ
192Γενικὸν Προξενεῖον νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν βίαν, διὰ ν’ ἀναι-
193ρέσῃ πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ Ὀθωμανικὴ ἀρχὴ εἶχε διαπρά-
194ξει, ὅπως ἀναγκάσῃ τὸν πολίτην Ἕλληνα νὰ ὑποβληθῇ εἰς
195φόρον ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἀνα-
196γνωρίσει ὡς νομίμως ἐπιβαλλόμενον. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη
197ἐπιθυμία, ἡ ὁποία γεννᾶται ἐν ἐμοί, εἶναι νὰ ζητήσω νὰ
198μάθω, ποῖαι ἦσαν αἱ ὁδηγίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν
199Προξενικὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν,
200πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν Σμύρνῃ
201ἀπέστειλε τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου, τὸν διερμηνέα
202αὐτοῦ καὶ τοὺς καβάσηδες τοῦ Προξενείου, ἵνα προβῶσιν εἰς
203τὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη
204ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι καὶ τὴν ὁποίαν δηλῶ εἰς τὴν
205Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν
206ν’ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτήν, εἶναι νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν
207(ἀναγινώσκει): «τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1904 μέχρι τοῦδε
208ἐπισταλέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἔγγραφα καὶ τηλεγραφή-
209ματα πρὸς τὸ ἐν Σμύρνῃ Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος,
210δι’ ὧν ἐδίδοντο αὐτῷ ὁδηγίαι περὶ τῆς στάσεως καὶ τῶν
211ἐνεργειῶν αὐτοῦ κατὰ ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἥν ἡ το-
212πικὴ ἀρχὴ ἤθελε προβῆ εἰς μέτρα καταναγκασμοῦ τῶν Ἑλ-
213λήνων πρὸς πληρωμὴν τοῦ εἰρημένου φόρου ἐπιτηδεύματος.»
214Τῆς πληροφορίας ταύτης ἔχω ἀνάγκην, διὰ νὰ σχημα-
215τίσω πεποίθησιν, ἂν εἶναι ἀκριβῆ τὰ διαδοθέντα καὶ δημο-
216σιευθέντα ὑπὸ ἐφημερίδων περὶ τῶν ὁδηγιῶν, αἵτινες περὶ
217τοῦ θέματος τούτου ἐδόθησαν εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον Σμύρ-
218νης.
219Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀρχικὴ αἰτία πάντων τούτων εἶναι ὁ ὑπὸ
220τῆς Τουρκίας ἐπιβληθεὶς φόρος ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον
221ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἠξίου νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἐπὶ τῶν πολιτῶν
222Ἑλλήνων, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει καὶ φρονεῖ,
223ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος οἱ πολῖται
224Ἕλληνες, οὕτω δὲ ὑπάρχει πλήρης διαφωνία γνωμῶν μετα-
225ξὺ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος,
226διὰ τοῦτο ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ.
227Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ προσέτι εἰς τὴν
228Βουλὴν (ἀναγινώσκει) «πᾶσαν τὴν μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντι-
229νουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἀλληλογραφίαν, τήν τε τα-
230χυδρομικὴν καὶ τὴν τηλεγραφικὴν, τὴν ἀνταλλαγεῖσαν ἀπὸ
231τῆς 1 Ἰανουαρίου 1904 μέχρι τοῦδε, περὶ τοῦ φόρου ἐπι-
232τηδεύματος· ἤτοι πάντα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔγγραφα,
233δι’ ὧν ἐδίδοντο ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγίαι περὶ ἐνερ-
234γειῶν ἢ παραστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας παρεκαλεῖτο ἡ Πρε-
235σβεία νὰ προβῇ, ὅπως πείσῃ τὴν Ὑψηλὴν Πύλην νὰ παύ-
236σῃ ἀπαιτοῦσα παρὰ τῶν Ἑλλήνων φόρον ἐπιτηδεύματος,
237ὑπὸ δὲ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας πληροφορίαι
238περὶ τῶν ὑπ’ αὐτῆς γενομένων ἐνεργειῶν ἢ παραστάσεων.»
239Χρησιμώτατον θὰ ἦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
240κῶν νὰ καταθέσῃ ὡσαύτως (ἀναγινώσκει), «πάσας τὰς
241κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ὑποβληθείσας εἰς τὸ
242Ὑπουργεῖον ἀναφορὰς ἢ ἐκθέσεις τοῦ Γενικοῦ Προξένου, τα-
243χυδρομικὰς καὶ τηλεγραφικὰς, περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης
244τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος πραγματευομένας.»
245Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἄρχονται αἱ διαπραγματεύσεις.
246Δὲν πρέπει ἐγὼ νὰ ἀφηγηθῶ τὰ γενόμενα κατὰ τὴν δε-
247κάτην Ἀπριλίου ἐν τῇ πόλει τῆς Σμύρνης, καὶ τὴν στάσιν,
248τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ὑψ. Πύλης καὶ οἱ
249ὑπάλληλοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἤδη ταῦτα
250γνωστά. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐξακριβώσω λεπτομερέστερον,
251διὰ νὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην, τὰ συμβάντα κατὰ
252τὴν δεκάτην Ἀπριλίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουρ-
253γὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν
254(ἀναγινώσκει) «πάντα τὰ περὶ τῶν διαδραματισθέντων ἐν
255Σμύρνῃ κατὰ Ἀπρίλιον ἐνεστῶτος ἔτους ἀνταλλαγέντα
256μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου Σμύρ-
257νης ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα, ὡς καὶ τὰ ἀνταλλαγέν-
258τα περὶ τούτου ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα μεταξὺ τοῦ
259Ὑπουργείου καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, καὶ
260μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν παρὰ ταῖς ἐν Εὐρώπῃ
261Αὐλαῖς Πρεσβειῶν τῆς Ἑλλάδος, δι’ ὧν ἀνηγγέλλοντο τὰ
262γεγονότα, ἢ ἐδίδοντο αὐταῖς ὁδηγίαι περὶ ἐνεργειῶν ἢ παρα-
263στάσεων.»
264Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρέστησεν εἰς τὴν
265Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς τροπῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὰς
266διαπραγματεύσεις, καὶ διὰ τῆς λύσεως τοῦ δυσαρέστου τού-
267του ζητήματος, εἰς τὴν ὁποίαν προσεχώρησεν, ἐπετεύχθη
268ἡ δήλωσις τῆς Ὑψ. Πύλης περὶ τῶν φιλίων αἰσθημάτων,
269τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐ-
270τῆς, ὅπως ταῦτα διατηρηθῶσι καὶ καλλιεργηθῶσι περισσό-
271τερον. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ νὰ μὴ ἀξιώσῃ ἡ Βουλὴ νὰ
272ἀσχοληθῇ περισσότερον· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται
273νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτοῦ. Ἡ Ὑψ. Πύλη εἶναι Κράτος ἀνεξ-
274άρτητον, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαιώματα καὶ συμφέροντα· ὁ
275Ἡγεμὼν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας διαχειρίζεται
276ταῦτα, εἰς αὐτὸν δ’ ἀνήκει νὰ χαράξῃ τὴν πολιτείαν, τὴν
277ὁποίαν θέλει μετέλθει ἀπέναντι ἑκάστου τῶν Κρατῶν. Μέ-
278χρι δὲ τῆς 10 Ἀπριλίου δὲν εἶχε δοθῆ ἀφορμή τις, ἵνα
279μεταβληθῇ ἡ κατάστασις τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος
280καὶ Τουρκίας. Ἐὰν ἐδόθη ἀφορμὴ πρὸς μεταβολήν τινα
281τούτων κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου, τοῦτο ἰδίως πρέπει νὰ
282ἐξετάσωμεν, διότι συμφέρον ἔχομεν κατὰ ταύτην τὴν περί-
283οδον, τὴν ὁποίαν διανύομεν, νὰ μὴ δημιουργῶμεν ἄνευ ἀπο-
284λύτου ἀνάγκης περιπτώσεις καὶ περιπλοκὰς, αἵτινες δύναν-
285ται νὰ ἐπενέγκωσι διατάραξιν τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς
286οἱονδήποτε Κράτος, καὶ ἰδίως πρὸς ἐκεῖνα τὰ Κράτη, ἅτινά
287εἰσιν ὅμορα τῆς Ἑλλάδος.
288Πρὸς λύσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐχρησίμευσεν ὑπάλλη-
289λός τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ τμηματάρχης
290κ. Παπαγεωργιάδης. Ὁ κ. Παπαγεωργιάδης ὑπῆρξεν ἄλ-
291λοτε ὑπάλληλος ἐν τῷ Γενικῷ Προξενείῳ τῆς Ἑλλάδος ἐν
292Σμύρνῃ, εἶχε δὲ περιέλθει ἐκεῖ εἰς ὑπηρεσιακὰς δυσχερείας.
293Δὲν καλοῦμαι νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτείας του ἐκεί-
294νης, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτεία του ἐκείνη εἶναι γνωστὴ ἐν Σμύρ-
295νῃ, καὶ αὐτὸς γνωρίζει τὴν Σμύρνην. Ἦτο λοιπὸν σύμπτω-
296σις, ἡ ὁποία δὲν προσεδοκᾶτο, σύμπτωσις, ὁ κ. Παπαγε-
297ωργιάδης νὰ εὑρεθῇ ἐν Μιτυλήνῃ, καὶ ἑπομένως νὰ ἦναι
298εὔκολος ἡ ταχίστη μετάβασις αὐτοῦ εἰς τὴν Σμύρνην — ἐὰν
299ἀληθεύωσι τὰ διαδιδόμενα, ὅτι ὁ κ. Παπαγεωργιάδης ἦτο
300εἰς τὴν Μιτυλήνην. — Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, διὰ τίνων
301πράξεων ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Παπαγεωργιάδην νὰ καταλί-
302πῃ τὴν ὑπηρεσίαν του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν.
303Ἐπετράπη, διότι ὁ κ. Παπαγεωργιάδης ἐζήτησεν ἄδειαν
304ἀπουσίας, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκεν αὐτῷ ἄδειαν ἀπου-
305σίας, καὶ διετέλει ἐπ’ ἀδείᾳ ἐν Μιτυλήνῃ, καὶ οὕτως ἐγέ-
306νετο δυνατὸν νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του καὶ νὰ χρησι-
307μεύσῃ ἐν Σμύρνῃ; Ἢ μήπως ὁ κύριος Παπαγεωργιάδης
308ἐξετέλει ὑπηρεσίαν, ἀπομακρυνθεὶς ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ
309Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εὑρισκόμενος ἐν Μιτυλήνῃ
310ἢ ἐν Σμύρνῃ; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
311καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «τὰ περὶ τῆς ἀνα-
312χωρήσεως ἀπ’ Ἀθηνῶν τοῦ τμηματάρχου κ. Παπαγεωρ-
313γιάδου σχετικὰ ἔγγραφα, ἤτοι τὴν περὶ χορηγίας ἀδείας
314ἀπουσίας ἀναφορὰν αὐτοῦ, καὶ τὸ περὶ τούτου ἔγγραφον
315πρὸς αὐτὸν τοῦ Ὑπουργείου, ἂν ἀπεμακρύνθη τῆς ἐν τῷ
316Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίας του δι’ ἀδείας ἀπουσίας, ἢ τὴν δια-
317ταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς παρηγγέλλετο νὰ ἀπέλθῃ
318τῶν Ἀθηνῶν δι’ ὑπηρεσίαν, ἂν ὄντως ἐν ἀποστολῇ ἐτύγ-
319χανεν ὅτε κατέλιπε τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίαν του.»
320Ὁ κ. Παπαγεωργιάδης, ἕνεκα λόγων ἀναγομένων εἰς τὸ
321παρελθόν, — τοὺς ὁποίους δὲν καλοῦμαι νὰ ἐξετάσω, — δὲν
322ἐθεωρεῖτο persona grata τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, διε-
323δόθη δὲ εἰς τὴν πόλιν, ὅτι εἴτε συνεπείᾳ ὁδηγιῶν τοῦ Ὑπουρ-
324γείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἡ ἐν
325Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία συνέστησεν εἰς τὸν
326Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας νὰ μὴ προβάλῃ
327ἀντίρρησίν τινα, ἵνα ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τοῦ Γενικοῦ Προ-
328ξενείου Σμύρνης εἰς τὸν κ. Παπαγεωργιάδην, ὁ δὲ Ὑπουρ-
329γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας μετὰ τῆς φιλόφρονος
330διαθέσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει αὐτόν, ἔστερξε τὴν σύστα-
331σιν ταύτην, καὶ ἐξεδόθη κατὰ συνέπειαν ὁ διορισμὸς τοῦ κ.
332Παπαγεωργιάδου, ὡς διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου τῆς
333Σμύρνης. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὅλη αὐτὴ ἡ σπουδὴ ἐγένετο διὰ
334νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ὁ μουαβὶν Ἀσὴμ βέης, ἀξιόλογος ὑπάλ-
335ληλος, τὸν ὁποῖον ἐγνωρίσαμεν ἐν Ἀθήναις ὡς πρέσβυν τῆς
336Τουρκίας, ὅτε μετέβη εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, εἴτε διὰ
337νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του διὰ τὰ συμβάντα τῆς 10 Ἀπρι-
338λίου, εἴτε, ὡς ἐν Ἀθήναις λέγουσι, — τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν δύ-
339ναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν τὸ γνωρίζω — διὰ ν’ ἀνακοινώ-
340σῃ εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, ὅτι ἔστερξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν
341Ἐξωτερικῶν τῆς Πύλης εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Παπα-
342γεωργιάδου εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ Γενικοῦ Προ-
343ξένου, νὰ κατορθωθῇ, λέγω, νὰ εὕρῃ ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ
344Γενικοῦ Προξένου τὸν κ. Παπαγεωργιάδην, καὶ οὐχὶ τὸν κ.
345Ἀντωνόπουλον. Ἐπὶ τούτου δὲν ἔχω γραπτὴν ἐπερώτησιν,
346—δηλῶ ταῦτα προφορικῶς.—Δὲν ἔχω δὲ γραπτὴν ἐπερώ-
347τησιν, διότι δὲν ἔχω διδόμενα, ὅπως βεβαιώσω τοὺς ἰσχυ-
348ρισμοὺς τοὺς διαδιδομένους. Ἐμνημόνευσα δὲ τούτου, διὰ νὰ
349ζητήσω προφορικῶς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν
350νὰ ἀνακοινώσῃ, ὅταν θὰ καταθέσῃ καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα,
351προφορικὰς πληροφορίας, πῶς περὶ τούτου ἔχουσι τὰ πράγ-
352ματα.
353Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Γενικὸς Πρόξενος Σμύρνης ἐξ ἰδίας πρωτο-
354βουλίας διέταξε τὸν Γραμματέα τοῦ Προξενείου νὰ μεταβῇ
355εἰς τὸ κατάστημα τοῦ πολίτου Ἕλληνος Βασιλακάκη καὶ
356νὰ διαρρήξῃ τὰς σφραγῖδας, ἢ ἂν δὲν τὸ ἔπραξεν ἐξ ἰδίας
357πρωτοβουλίας, ἀλλὰ τὸ ἔπραξε κατ’ ἐντολὴν καὶ ἐκτελῶν
358ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν πάσῃ περι-
359πτώσει ἡ ὑπόθεσις δὲν ἦτο ὑπόθεσις τῆς ἁπλῆς ἁρμοδιότη-
360τος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ ὑπόθεσις ἦτο
361κυβερνητική, ἑπομένως βεβαίως ἐγένετο λόγος, εἴτε πρὶν ἢ
362δοθῶσιν ὁδηγίαι εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον Σμύρνης, εἴτε μετὰ
363τοῦτο, ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καὶ ἀφοῦ ἐδόθησαν αἱ
364ὁδηγίαι, ἢ ἀφοῦ συνέβησαν τὰ συμβεβηκότα, βεβαίως ἡ ὑπό-
365θεσις περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ἡ ἁρ-
366μοδιότης τῶν Ὑπουργῶν εἶναι μὲν ἡ διοίκησις τοῦ κλάδου
367αὐτῶν, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 3 Ἀπριλίου 1833 «περὶ
368ἁρμοδιότητος τῶν Γραμματειῶν», ἀλλ’ ὅταν αἱ πράξεις
369τοῦ Ὑπουργοῦ, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν κυρίως διοίκησιν τοῦ
370κλάδου του, θίγωσι γενικὰ συμφέροντα καὶ δύνανται νὰ ἐνα-
371σκήσωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς ἐπι-
372κρατείας, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ πράττῃ καὶ
373ἐνεργῇ ὅ,τι βούλεται, εἰμὴ ἀφοῦ προηγουμένως δώσῃ τὴν
374ἔγκρισίν του τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοῦτο παρα-
375καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μετὰ συνεν-
376νόησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
377(ἀναγινώσκει): «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφα τῶν
378πρακτικῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῶν συνεδριάσεων,
379καθ’ ἃς τὸ Συμβούλιον ἠσχολήθη αʹ) περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν
380ἐνεργειῶν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Προξενικῶν ἀρχῶν, ὅπως ἡ Ὀθω-
381μανικὴ ἀρχὴ μὴ ἐπιμείνῃ, ἀπαιτοῦσα παρὰ τῶν Ἑλλήνων
382φόρον ἐπιτηδεύματος, βʹ) περὶ τῶν μέτρων ἢ ἐνεργειῶν αὐ-
383τῶν, ὅπως ἀποτραπῶσιν ἢ ἀποσοβηθῶσιν αἱ πρὸς ἀπαίτη-
384σιν τοῦ φόρου ἢ πρὸς καταναγκασμὸν τῶν πολιτῶν Ἑλλή-
385νων πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ ἐνέργειαι τῶν κατὰ τόπους Ὀθω-
386μανικῶν ἀρχῶν.»
387Καὶ ταῦτα μὲν ἐν περιλήψει καὶ κεφαλαιωδῶς μοὶ συνέ-
388βη νὰ ἐπιθυμήσω, ἵνα κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως
389δυνηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῆς νὰ σχηματίσωμεν πλή-
390ρη πεποίθησιν, οὐ μόνον περὶ τῶν αἰτιῶν, αἵτινες προὐκά-
391λεσαν τὰ συμβάντα τῆς 10 Ἀπριλίου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν
392ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὅπως ἐξομαλυνθῶσιν αἱ ἀνω-
393μαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἕνεκα τῶν διαπραχθέντων κατὰ τὴν 10
394Ἀπριλίου ἐπῆλθον.
395Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχω νὰ ἐνοχλήσω κατά τι καὶ τὸν
396κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀπευθύνων πρὸς αὐτὸν ἰδίαν
397παράκλησιν. Ἀφορμὴν ἔχω ὄχι μόνον τὰς διαδόσεις ἐν Ἀθή-
398ναις, τὰς κατακλυσάσας τὴν πόλιν καὶ κατὰ τὴν νύκτα
399τῆς 10 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν 11 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν
40012 Ἀπριλίου καὶ κατὰ τὴν 13 Ἀπριλίου, ἀλλὰ καὶ τὰ
401συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον χώραν καθ’ ἑκάστην τῶν
402ἡμερῶν τούτων, τὰ ὁποῖα προσέθετον εἰς τὰ στήθη τοῦ κοι-
403νοῦ δυσφόρητον βάρος, καὶ τὰ ὁποῖα ἐβεβαιοῦντο διὰ τῆς
404ἀντιλήψεως τῶν πολιτῶν.
405Φαίνεται, ὅτι αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους δὲν εἶ-
406χον ἐγκαταλειφθῆ ὅλως ἕνεκα τῶν κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου
407λαβόντων χώραν ἐν Σμύρνῃ· φαίνεται ὅτι ἐπῆλθεν ἰδέα νὰ
408γένηται προσφυγὴ εἰς αὐτάς. Διὰ τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
409τῶν Ναυτικῶν κινήσεις διηνεκεῖς καὶ κἄπως σπασμωδικαί,
410διαταγαί, συσκέψεις μετ’ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἐν
411τοῖς κόλποις τῆς Κυβερνήσεως, ὅλα ταῦτα κατέστησαν εἰς
412τὸ κοινὸν γνωστόν, ὅτι κἄτι συνέβαινεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
413τῶν Ναυτικῶν. Διὰ τοῦτο (ἀναγινώσκει) «παρακαλεῖται ὁ
414ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βου-
415λὴν τὰς διαταγὰς πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου,
416τὰς ὁποίας ἐξέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τοὺς μῆνας Μάρ-
417τιον καὶ Ἀπρίλιον, περὶ παρασκευῆς πλοίων τοῦ πολεμικοῦ
418στόλου διὰ συμπληρώσεως τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ, εἴτε πο-
419λεμικοῦ, εἴτε σκευῶν καὶ ἐπίπλων, εἴτε τροφῶν καὶ ἀνθρά-
420κων, ὡς καὶ τὰς ἀναφορὰς ἢ ἐκθέσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
421τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, δι’ ὧν τοῦτο ἀπεκρίνετο
422εἰς τὰς εἰρημένας διαταγάς.»
423Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως
424μεταδοθῶσιν αἱ παρακλήσεις μου εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουρ-
425γεῖα.
426§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς
427Ἀντιπολιτεύσεως διὰ μακρᾶς ἐπερωτήσεως ἐζήτησεν, ὅπως
428κατατεθῶσι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἐζήτησε
429δὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, ἀφ’ ἑνὸς, ὅπως
430δυνηθῇ νὰ μορφώσῃ γνώμην σαφῆ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς
431Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο
432λόγον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως διασκεδασθῶσι διαδόσεις, ὑπὸ
433τῶν ἐφημερίδων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπαναλαμβανόμεναι.
434Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ
435τὸ ζήτημα τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἔχει δικαίωμα νὰ
436ἐξετάσῃ, ἂν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἐπολι-
437τεύθη καλῶς, ἂν ἐπολιτεύθη, ὅπως ἔπρεπε νὰ πολιτευθῇ.
438Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται ἡ γνῶσις τοῦ ὅλου ζητήμα-
439τος, καὶ γεννᾶται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: εἶναι δυνατὸν
440κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ
441ζητήματος τούτου;
442Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε νὰ προσαχθῶ-
443σιν εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ ζητήμα-
444τος τοῦ οὐσιαστικοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος δηλ. τοῦ φόρου
445ἐπιτηδεύματος, νὰ προσαχθῶσιν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ
446ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου
447ἀποσταλέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’
448ἐρωτῶ, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη ἆρά γε τὴν 1 Ἰανουα-
449ρίου; Οὐχί· τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη πρὸ εἰκοσαετίας,
450καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχομεν ἐνέργειαν ὅλων
451τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν ἀπὸ
452τοῦ 1880 μέχρι σήμερον. Ὅπως μορφώσωμεν λοιπὸν γνώ-
453μην σαφῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν πολὺ
454εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶ-
455σιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνέρ-
456γειαν τῶν Κυβερνήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἄνευ
457βλάβης αὐτοῦ τοῦ ζητήματος;
458Δεύτερον, ζητεῖτε νὰ μάθητε, ποῖαι αἱ ὁδηγίαι, αἱ δο-
459θεῖσαι εἰς τὴν Προξενικὴν ἀρχὴν Σμύρνης πρὸ τῶν συμβάν-
460των τῆς 10 Ἀπριλίου. Ἀλλὰ πρῶτον, ἐδόθησαν ὁδηγίαι;
461καὶ ἂν ἐδόθησαν τοιαῦται, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνακοινωθῶσιν
462εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ὁδηγίαι αὗται; Ἐξέτασις τοῦ ζητήμα-
463τος τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ; Εἶναι δυνατὸν νὰ συζη-
464τήσωμεν σήμερον περὶ τῶν λαβόντων χώραν γεγονότων;
465Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐδόθη-
466σαν ὁδηγίαι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ τίνα τρό-
467πον ἐξετελέσθησαν αἱ ὁδηγίαι, αἱ τυχὸν δοθεῖσαι; Καὶ νο-
468μίζετε, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δύνανται σήμερον νὰ συ-
469ζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ;
470Κατ’ ἐμέ, πᾶσα συζήτησις δὲν δύναται ἢ νὰ βλάψῃ
471ἐθνικὰ συμφέροντα ἢ νὰ βλάψῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος
472τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν διὰ διαι-
473τησίας.
474Ἀλλ’ ἐνῷ ἀποκρούω σήμερον τὴν συζήτησιν, καθῆκον
475ἔχω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα,
476ἵνα ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα γινώσκει, ἐκφέρῃ γνώμην
477περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως.
478Ἀδυνατῶ νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ὑπὸ
479τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἔγγραφα, ἀδυνατῶ
480νὰ παραδεχθῶ, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτε, ὅπως
481ἀνήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ
482ζήτημα τῆς οὐσίας πρόκειται ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων
483νὰ ἐξετασθῇ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τῶν θεμάτων τού-
484των συζήτησις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ κατα-
485δικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς λύσεως, ἣν
486ἀπεδέχθη, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ καταδικάσῃ αὐτὴν,
487διότι δὲν συναινεῖ, ὅπως σήμερον συζητηθῇ τὸ ζήτημα
488τοῦτο, βεβαίως ἔχει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν νὰ πράξῃ τοῦτο,
489καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποκύψει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς
490Βουλῆς.
491§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι σάτυραν τοῦ Ἀλε-
492ξάνδρου Σούτσου. Φαίνεται κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ
493τὸν ὁποῖον ὁ ποιητὴς Σοῦτσος ἔζη, ἐλαμβάνοντο μέτρα ἀδυ-
494σώπητα κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, ἔγραψε δὲ τότε
495ἐκεῖνος σάτυραν, ἥτις ἤρχετο ἀπὸ τῶν στίχων τούτων:
496«Εἶναι ἐλεύθερος ὁ Τύπος,
497φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ.»
498Εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ
499ἐλέγχου ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ποῦ στη-
500ριζομένη; ἐπὶ τῶν διαφόρων γεγονότων. Ποῖα εἶναι τὰ
501γεγονότα; πῶς ταῦτα διεπράχθησαν; Ἀρνεῖται ὁ κ. Πρό-
502εδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ χορηγήσῃ τὰ ἀναγ-
503καιοῦντα φῶτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ
504ἤθελεν οὕτως, ἄνευ ἐγγράφων, ἐπιλάθηται τῆς συζητήσεως
505πρὸς ἔλεγχον τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ πᾶν
506συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἐπικαλεσθῆ οἱ Βουλευταὶ, ὁ
507κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθε-
508λον ἔχει τὴν εὐκολίαν ἢ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀρνῶνται τὴν
509ἀλήθειαν τοῦ συμβεβηκότος, ν’ ἀμφισβητῶσι τὴν ὕπαρξιν
510αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως θέλουσιν οὕτως ἀναιρεῖ τὰς βάσεις καὶ
511τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέγχου τῆς Κυβερ-
512νήσεως.
513Ἀλλὰ διατὶ ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια
514συμφέροντα ἡ δημοσίευσις τῶν ἐγγράφων ἐπὶ ζητήματος, τὸ
515ὁποῖον ἐκανονίσθη ἤδη, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει πλέον, τὸ
516ὁποῖον μετέστη ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν; Ἢ κατὰ τί ἤθελε
517ζημιωθῆ ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἐκκρεμοῦς ἔτι ζητήματος, τοῦ ζη-
518τήματος περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος — ἂν δηλ. ὑπόκειν-
519ται εἰς τὸν φόρον τοῦτον οἱ πολῖται Ἕλληνες, — ἐὰν ἡ Βου-
520λὴ ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ μάθῃ, τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον,
521ἵνα ἀποδείξῃ τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων, ἵνα ἐνισχύσῃ
522τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, ἵνα πείσῃ τὴν Ὑψ. Πύλην, ὅτι αἱ
523ἀξιώσεις αὐτοῦ εἶναι δίκαιαι καὶ βάσιμοι; Δύναται νὰ ἐπη-
524ρεάσῃ καλῶς ἢ κακῶς τὸ Συνέδριον τῆς Χάγης ἡ γνῶσις
525τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν παραστάσεων τῶν
526ἀντιπροσώπων αὐτῆς; Μήπως αἱ παραστάσεις τῶν ἀντι-
527προσώπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Κωνσταντινου-
528πόλει ἐγίνοντο καὶ ἐτελοῦντο κρύφιαι καὶ μυστικαὶ, καὶ δὲν
529γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος προέ-
530βαλε παραστάσεις, ὅτι ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος
531δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, ὅτι
532ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες
533δὲν ὑπόκεινται εἰς αὐτόν; Μήπως πρόκειται ἡμεῖς νὰ ἐλέγ-
534ξωμεν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις,
535καὶ νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀσθενῆ καὶ ἀβάσιμα,
536ἢ ἦσαν ἰσχυρὰ καὶ ἔγκυρα;
537Βεβαίως αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀρνῶνται
538ν’ ἀποκαλύπτωσι τὰ μυστήρια τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δι-
539οικήσεως τοῦ Κράτους, ὅταν ἡ ἀποκάλυψις τῶν λεπτομε-
540ρειῶν ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ
541ὀφείλουσι νὰ ἀποδεικνύωσιν, ὅτι τῷ ὄντι βλάπτονται τὰ
542συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι ἄλλως ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἡ
543κατάθεσις τῶν ἐγγράφων βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
544τους, εἶναι πρόχειρον μέσον εἰς πάντας νὰ ἀρνῶνται νὰ φω-
545τίζωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν συμβεβηκότων.
546Ἀλλὰ προσέτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
547λίου νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν
548ἐγγράφων ἤθελε περιορίσει τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὴν ἐξέτα-
549σιν τῶν γενομένων, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διαδιδο-
550μένων· διότι, ἐὰν δὲν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βου-
551λήν, θέλουσι προταθῆ πρὸς συζήτησιν πᾶσαι αἱ διαδόσεις,
552αἱ ἐν τῇ πόλει κυκλοφορήσασαι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας,
553πάντα τὰ ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας ἀνακοινωθέντα, τότε δὲ
554ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ ἴσως βλάβη εἰς τὰ δημόσια συμ-
555φέροντα, ἐὰν μὴ ὑπῆρχε ποτε πιθανότης, ὅτι ἡ ἀποκάλυψις
556τῶν πραγμάτων ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιζήμιος.
557Βεβαίως περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος δὲν εἶναι μόνον ἡ
558Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα, ἡ ὁποία καθῆκον εἶχε νὰ ἐνεργήσῃ.
559Ἐγὼ αὐτός, ὅτε ὁ διορισθεὶς κατὰ τὸ ἔτος 1903 πρέσβυς
560τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει μοὶ παρέσχε τὴν εὐ-
561χαρίστησιν νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ χαιρετίσῃ εἰς τὸν οἶκόν μου καὶ
562νὰ μὲ προκαλέσῃ γὰ δώσω αὐτῷ γνώμας ἢ ὁδηγίας, εἶπον
563πρὸς αὐτόν, ὅτι τὴν μόνην ὁδηγίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώ-
564σω εἰς αὐτόν, εἶναι νὰ ἀσχοληθῇ, ἵνα ἐξομαλυνθῇ ἡ δυσχέ-
565ρεια αὕτη, ἵνα ἀρθῇ ἡ διαφωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ
566τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἐπὶ
567τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· διότι, ἐν ὅσῳ
568ζητήματα τόσον καίρια μένουσιν ἐκκρεμῆ, ὑπάρχει ὑπὸ τὴν
569στάκτην σπινθήρ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προκαλέσῃ πυρκαϊάν.
570Δὲν γνωρίζω τί ἄλλο ἔπραξαν. Ἐνδέχεται καὶ ἡμεῖς νὰ
571μὴ ἐπράξαμεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξωμεν. Ἐὰν δὲ τοῦτο διε-
572νοεῖτο νὰ ἐνδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
573λίου, ἡμεῖς δὲν ἀποδειλιῶμεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ἔλεγχον
574διὰ τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
575του. Ἤδη ὅμως ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ μάθω-
576μεν, τί ἔπραξεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Βεβαίως τὸ ζή-
577τημα χρονολογεῖται ἀπὸ ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἕπεται,
578ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ. Ἑπομένως
579ἔχομεν δικαίωμα, ἐπαναλέγω, καὶ καθῆκον νὰ μάθωμεν, τί
580ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοί-
581κησιν, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος καὶ
582κατορθώσῃ νὰ ἀγάγῃ αὐτὸ εἰς πέρας.
583Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς συνταγ-
584ματικόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς δράσεως τῆς Κυβερνή-
585σεως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς γνώμης, ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελε
586σχηματίσει μετὰ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν κυβερνη-
587τῶν, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρέχει
588τὴν ἀφορμὴν ὅλων τούτων, τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου τοῦ
589ἐπιτηδεύματος ἢ τοῦ κοινῶς λεχθέντος ἐπεισοδίου τῆς Σμύρ-
590νης, ἤθελον ἀδιστάκτως εἰπεῖ τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἀλλὰ τὸ
591ζήτημα εἶναι τοσοῦτον λεπτὸν καὶ εὐαίσθητον, ὥστε ἐπ’ αὐ-
592τοῦ οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ψῆφος ἢ γνώμη Βουλευτοῦ,
593ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἀπαισίαν λύσιν τῆς ἀξιοθρηνήτου πλο-
594κῆς τῆς 10 Ἀπριλίου. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει
595τοὺς φίλους μου νὰ μὴ ζητήσωσι ψηφοφορίαν, ἵνα μὴ δοθῇ
596ἀφορμὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὸ Ὑπουρ-
597γεῖον, νὰ νομίζωσιν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ὑπουργικὸν, ὑπὲρ
598τῆς διατηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως, σπεύσωσι δὲ νὰ ψηφο-
599φορήσωσι καὶ ἐγκρίνωσι καὶ ἐπιδοκιμάσωσι καὶ ἐπικροτή-
600σωσι τὴν ἀπαισίαν λύσιν αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀρι-
601στερᾶς).
602Δὲν τὸ εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς γεγωνυίᾳ
603τῇ φωνῇ διὰ φράσεων καὶ λέξεων ἀποκεκαλυμμένως, διότι
604εἶχε τὴν συνείδησιν τοῦ πράγματος· τὸ εἶπεν ἐντὸς τῶν
605σιαγόνων του, ἐντὸς τῶν ὀδόντων του, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι πα-
606ρουσίαζεν εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν
607Ὑψηλὴν Πύλην νὰ ἐκφράσῃ τὰ αἰσθήματα τῆς εἰλικρινοῦς
608φιλίας, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς ἡμᾶς ἡ Ὑψηλὴ Πύλη καὶ τὸ
609Ὀθωμανικὸν Κράτος. Ἀλλὰ περὶ τούτου εἶπον, ὅτι ἔχει
610δικαίωμα νὰ ἔχῃ ὁποίαν ἤθελεν ἐγκρίνει πολιτικήν, σύμφω-
611νον πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματά του. Ἡμεῖς δὲν
612ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν, ἂν ἔχει ἡ Ὑψηλὴ
613Πύλη φίλια αἰσθήματα πρὸς ἡμᾶς, ἢ ἂν δὲν ἔχει τοιαῦτα·
614ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κρά-
615τους εἶναι νὰ μὴ εὑρίσκηται ἐν διαστάσει πρὸς τὴν γείτονα
616Αὐτοκρατορίαν. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυ-
617βερνήσει, προσεπαθήσαμεν νὰ δώσωμεν ἀποδείξεις, ὅτι τοι-
618αύτην εἴχομεν γνώμην περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ
619τῆς Τουρκίας. Ἐὰν αὗται αἱ σχέσεις ὑπελήφθη ὅτι συνε-
620ταράχθησαν, δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ εὐθύνηται ἡ Ἑλλάς·
621ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ εὐθύνη, αὕτη βαρύνει ἴσως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
622αὐτοβούλως καὶ ἰδιορρύθμως προέβησαν εἰς πράξεις, εἰς ἃς
623δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶσιν. Ἑπομένως τὸ ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον
624εἶπε μὲ ἄτολμον φωνὴν ὁ εἰρημένος Ὑπουργὸς, ὅτι ἀπεκτή-
625σαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπολύτως εἶναι εὐχάριστον, δὲν εἶναι
626ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον κατωρθώθη διὰ τῶν ἐνεργειῶν καὶ
627προσπαθειῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοῦτο
628ἦτο τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
629Τουρκίας μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου.
630Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐπηρεάζουσι τὴν ἀξίωσιν ἡμῶν. Διὰ
631τοῦτο ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει
632συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ
633ὁποῖα ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ καταθέσῃ.
634§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως
635τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, θέλω προσθέσει ὀλίγας
636μόνον λέξεις. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς
637Κυβερνήσεως, ὅπως καταθέσῃ ἐν γένει ἔγγραφα, καὶ ὅπως
638διὰ πληροφοριῶν δώσῃ βάσιν συζητήσεως εἰς τὴν Βουλὴν
639θετικῆς καὶ εὐκρινοῦς, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδεμίαν αἰσθάνεται
640πεποίθησιν, ὅπως ὑποστῇ πλήρη ἔλεγχον, ἀνεξαρτήτως τῆς
641δυνάμεως τῆς κοινοβουλευτικῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ
642παρατάξῃ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Τὸ ζήτημα
643δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ λυθῇ δι’ ἁπλῆς ψηφοφορίας.
644Ἄν ἦτο τοιοῦτον, βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἤθελε
645προβῆ εἰς πρόκλησιν συζητήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγρά-
646φων καὶ τῶν πληροφοριῶν, διότι, ἂν ἤθελε θεωρήσει τὸ ζή-
647τημα ζήτημα ψηφοφορίας, ἤθελε βεβαίως ἀπόσχει, ἀφοῦ
648οὐδὲν συμφέρον ἤθελεν ἀποκομίσει ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἵνα
649ἀρνῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατάθεσιν τῶν
650ζητουμένων ἐγγράφων, πρέπει βεβαίως νὰ αἰσθάνηται, ὅτι
651ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἐσκόπουν αἱ καταθέσεις τῶν ἐγγρά-
652φων νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπο-
653βῶσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτη-
654σε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς
655ἐπιβολῆς φόρου ἐπιτηδεύματος ἐν Τουρκίᾳ ἐπὶ τῶν Ἑλλήνων
656ὑπηκόων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1904. Τῶν ἐγγράφων τούτων
657ἔχομεν ἀνάγκην οὐχὶ ἵνα μάθωμεν, ἂν εἶχε δίκαιον ἡ Ἑλ-
658ληνικὴ Κυβέρνησις, ἢ ἡ Ὀθωμανικὴ, ὑποστηρίζουσαι ἡ μὲν,
659ὅτι δὲν ὀφείλομεν, ἡ δὲ, ὅτι ὀφείλομεν φόρον ἐπιτηδεύμα-
660τος. Διότι ταῦτα εἶναι ἀδύνατον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ
661νὰ συζητηθῶσι, καθόσον εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ Βουλευ-
662τὴς ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν αἰσθάνεσθαι,
663ὅτι ὑπάρχει εὔλογόν τι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἐναντίας γνώ-
664μης, ἤθελεν ὁμολογήσει τοῦτο. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμό-
665διοι νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂν δηλ. ὀφείλουσιν οἱ ἐν
666Τουρκίᾳ Ἕλληνες ὑπήκοοι νὰ καταβάλλωσι φόρον ἐπιτη-
667δεύματος ἢ δὲν ὀφείλουσι. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὀφείλουσι νὰ
668διεξαγάγωσιν αἱ Κυβερνήσεις ἢ μεταξὺ αὐτῶν, ἢ ἀπέναντι
669τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἂν ἤθελον κληθῆ πρὸς τοῦτο.
670Ἀλλ’ ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων εἶναι ἀναγκαία ἐπὶ τοῦ
671ζητήματος τούτου, ἵνα ἴδωμεν, κατὰ πόσον ἡ Ἑλληνικὴ
672Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο προειδο-
673ποιημένον ἐκ τῶν ἀξιώσεων καὶ τῶν διαθέσεων τῆς Ὑψηλῆς
674Πύλης, ὅτι αὕτη δὲν ἦτο πρόθυμος νὰ δεχθῇ ὑποχώρησιν
675ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ ἂν τοιαύτη ἐκ τῶν ἐγγρά-
676φων προκύπτῃ διάθεσις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως,
677ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ
678ἀντιτάξωμεν, ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι θ’ ἀπαντήσωμεν
679παρὰ τῇ Πύλῃ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα
680νομίζει ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ κατὰ τῶν ἐν Τουρκίᾳ
681Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀντίστασιν δι’ ὅλων τῶν μέσων, δι’ ὧν
682ἀνθίσταται πᾶσα Κυβέρνησις, πιστεύουσα ὅτι ἔχει τὸ δί-
683καιον καὶ τὸ νόμιμον ὑπὲρ ἑαυτῆς. Ἐννοῶ, ἂν ἀπέναντι
684ἡμῶν ὑπῆρχε Κυβέρνησις Τουρκικὴ χαλαρὰ, διστάζουσα
685περὶ τοῦ δικαίου αὑτῆς, νὰ ἔρχηται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
686νησις διὰ τῶν Προξενικῶν ἀρχῶν καὶ νὰ ζητῇ νὰ ἐκβιάσῃ
687τὰ προσπεποιημένα αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκικὴ
688Κυβέρνησις μετέρχεται κατὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ἀλλ’
689ὅταν ἔχωμεν ἀπέναντι ἡμῶν Κυβέρνησιν κατεχομένην ὑπὸ
690τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ δίκαιον καὶ τὸ
691νόμιμον, Κυβέρνησιν ἀποφασισμένην νὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὸ,
692διότι δὲν περιορίζεται ἐκ συνθηκῶν καὶ συνεννοήσεων μετὰ
693τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ἐναντίας
694ἐνεργείας ἐντὸς τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους μετὰ τοσούτου θάρ-
695ρους καὶ ἄνευ περισκέψεως. Διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαίαν
696τὴν κατάθεσιν τῶν εἰρημένων ἐγγράφων πρὸς αὐτὸν μόνον τὸν
697σκοπὸν, καὶ οὐχὶ ἵνα σχηματίσωμεν γνώμην περὶ τοῦ δι-
698καίου ἢ νομίμου τοῦ φόρου αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι στοιχεῖον ἀνα-
699πόφευκτον πρὸς σχηματισμὸν πεποιθήσεως περὶ τῶν γενο-
700μένων.
701Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον ἄρθρον τῶν προτάσεων τοῦ ἐντίμου
702ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅπως κατατεθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ
703ἔγγραφα, ἐξ ὧν θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ γνώμην
704περὶ τοῦ ἂν κατ’ ἐντολὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησεν ἡ
705Προξενικὴ ἀρχὴ Σμύρνης ἢ αὐτοβούλως, εἶναι ἐπίσης ἀναγ-
706καῖον, ἀπαιτούμενον πρὸς σχηματισμὸν γνώμης τῆς Βουλῆς
707περὶ εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν θὰ
708εἶχον ἀνάγκην ἐγγράφων, ὅπως μορφώσω γνώμην περὶ τούτου,
709διότι τοσαύτην ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖ-
710ραν τοῦ Γενικοῦ Προξένου Σμύρνης, ὥστε εἶναι ἀδύνατον
711νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἄνευ ἐντολῆς καὶ αὐτοβούλως προέβη εἰς
712τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη, οἷον ἡ παραβίασις τῶν σφραγίδων
713καὶ ἡ διὰ τῆς βίας ἐπαναφορὰ τῶν πραγμάτων εἰς τὴν πρὸ
714τῆς σφραγίσεως κατάστασιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ
715τοιαύτης ὑποθέσεως νὰ διεξαχθῇ συζήτησις, διότι πρέπει
716νὰ ὑπάρξῃ ἀπόδειξις, ἂν ἄνευ ἐντολῆς ἢ μετ’ ἐντολὴν ἐνήρ-
717γησεν ὁ Γενικὸς Πρόξενος Σμύρνης. Πῶς θέλετε νὰ ἐκφρά-
718σωμεν περὶ τούτου γνώμην, ἂν τυχὸν ἤθελεν εἰς ψηφοφο-
719ρίαν περιέλθει τὸ ζήτημα, μὴ ἔχοντες καὶ αὐτὸ τὸ στοι-
720χεῖον, ὅπερ εἶναι ἀναπόφευκτον, ὅπως κρίνωμεν, πῶς ἐγέ-
721νοντο τὰ πράγματα καὶ ποία ὑπάρχει ἡ εὐθύνη ἑνὸς ἑκά-
722στου; Ἀλλ’ ἀσχέτως τῆς εὐθύνης καὶ τῶν δικαιωμάτων,
723τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν πραγμάτων,
724αὕτη εἶχε καθῆκον νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν, διότι, ἂν τὰ
725πράγματα εἴτε μοιραίως εἴτε ἐκ προπαρασκευῆς συνέβη-
726σαν, βεβαίως ἱκανοποίησις ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ. Ἀλλ’ ὅταν
727ἡ Κυβέρνησις παραγνωρίζῃ ἐντελῶς τὴν θέσιν αὐτῆς, καὶ
728δὲν ὑπολογίζῃ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν δυνάμεων, ἐπὶ τῶν
729πραγματικῶν μέσων αὑτῆς, ἀλλὰ προβαίνει εἰς πράξεις, αἱ
730ὁποῖαι, ἐνῷ δεινώνουν τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ἀποδει-
731κνύεται ὅτι δὲν εἶναι ἢ μία ἐπιβολὴ πρὸς Δυνάμεις ἄλλας
732ἢ ἐκείνας, αἵτινες εἶναι αἱ κυβερνητικαὶ δυνάμεις καὶ ἐφ’
733ὧν δέον νὰ στηρίζηται, τότε ἡ Κυβέρνησις ἠμάρτησε. Νο-
734μίζω, ὅτι ἡ εὐθύνη τότε εἶναι μεγάλη. Τίς ἀμφιβάλλει,
735ὅτι ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῶν Δυνάμεων, καὶ παρεμβάσεως
736προκαλουμένης ἄλλοθεν ἢ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀφειλο-
737μένης μᾶλλον οὐχὶ εἰς ἡγεμονικάς, ὅσον εἰς συγγενικὰς
738σχέσεις, θὰ ἦσαν τὰ πράγματα λίαν δυσχερῆ καὶ θὰ ἦγον
739εἰς ἀποτελέσματα χείρονα ἐκείνων, εἰς ἃ κατέληξαν;
740Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὅπως ἡ Βουλή, καὶ διὰ τῆς Βου-
741λῆς τὸ ἔθνος μορφώσῃ γνώμην περὶ τῶν γενομένων, γνώμην,
742ἥτις δὲν θὰ ἦναι ἀναγκαία μόνον διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς εὐ-
743θύνης ἐκ μέρους τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ θὰ χρησι-
744μεύσῃ καὶ ὡς παράδειγμα καὶ ὁδηγὸς εἰς τὰς μελλούσας Κυ-
745βερνήσεις, πρέπον εἶναι νὰ μὴ ἀφεθῇ ἄνευ ἐπισήμων πληροφο-
746ριῶν καὶ φωτὸς περὶ τῶν γενομένων ἡ Βουλή, ὅπως δυνηθῇ
747ἐν γνώσει νὰ συζητήσῃ αὔριον, καὶ μὴ βασισθῇ κατὰ τὴν
748συζήτησιν εἰς μόνα τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι γραφέντα, προερ-
749χομένη εἰς κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εὔλο-
750γον ἴσως νὰ ἐκφρασθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ τότε δύναται εἰς τοι-
751αύτην συζήτησιν νὰ μὴ δοθῇ σπουδαιότης ἐκ μέρους καὶ
752τῶν ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, φρονῶ, ὅτι ἔχει κα-
753θῆκον ἡ Κυβέρνησις, καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τοῦ τόπου
754καὶ χάριν τῆς ἰδίας αὑτῆς ὑπολήψεως, νὰ χορηγήσῃ πάντα
755τὰ μέσα καὶ τὰ φῶτα καὶ τὰ ἔγγραφα, ὧν ἡ Βουλὴ ἔχει
756ἀνάγκην, ὅπως ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τοῦ πράγμα-
757τος ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς. Δι’ ὃ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς
758καταθέσεως τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων.
759§17Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. (Δια-
760μαρτυρίαι ἑκατέρωθεν).
761§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἔχει τὸν λόγον ὁ
762κύριος Στάϊκος.
763§19Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δια-
764κοπῇ ἡ συνεδρίασις, διότι μὲ τὴν κατάπληξιν, εἰς τὴν
765ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐρ-
766γασθῇ.
767§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ποίαν κατάπληξιν;
768§21Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγὼ, ἐν τῇ συναισθήσει τῶν ἐμῶν
769δυνάμεων, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, —καὶ βε-
770βαίως ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν,—
771παραιτοῦμαι τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ.
772§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε,
773εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε τὸ ἀνάστημά μου εἶναι πολὺ
774μικρὸν, ἵνα ἀναμιχθῶ εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι μικρὸν τὸ
775ἀνάστημά μου ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὸ ζήτημα ὡς μέλος τοῦ
776Κοινοβουλίου, εἶναι ἱκανόν, ἵνα ἀναμιχθῶ ὡς μέλος τοῦ
777Πανελληνίου. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὴν Βου-
778λήν, ἐνδιαφέρει ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅταν ἐνδιαφέρῃ ὅλην
779τὴν Ἑλλάδα, καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι
780δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ νὰ πιστεύωνται πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
781ἐγράφησαν, καὶ νὰ πιστεύωνται ἀκόμη πάντα ἐκεῖνα, τὰ
782ὁποῖα δὲν ἐγράφησαν. Δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βου-
783λὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν, οὔτε νὰ εἴπω πρὸς αὐτὴν
784ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγράφησαν. Εἶναι ταῦτα τοιαῦτα, ὥστε
785πάντες ἔχετε αὐτὰ ἐν νῷ. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὑπάρ-
786χουσι σημεῖα, ἐφ’ ὧν δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ
787νὰ δώσῃ φῶς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ
788Πανελλήνιον, παρὰ μόνον ἐὰν περιφρονῇ καὶ Βουλὴν καὶ
789Πανελλήνιον.
790Περὶ τοῦ γεγονότος τοῦ λαβόντος χώραν ἐν Σμύρνῃ καὶ
791κληθέντος τὸ ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης, σχετικῶς πρὸς τοὺς
792λόγους τοὺς προκαλέσαντας τοῦτο, καὶ περὶ τῆς λύσεως,
793ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτὸ, εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῶσι πληροφορίαι
794εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, διότι δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἶναι
795δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ τὸ ἔθνος ν’ ἀκούῃ νὰ ψιθυρίζωνται εἰς τὰ
796ὦτά του πράξεις καὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι καταισχύνουσιν οὐχὶ
797πλέον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον.
798Προέτεινεν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς νὰ διακόψωμεν
799τὴν συνεδρίασιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ παρα-
800μείνωμεν ἐνταῦθα, μέχρις ὅτου ἀκούσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον
801τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶντα.
802§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
803Κυβερνήσεως ἀπήντησε καὶ ἀπαντᾷ, ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν
804γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ἐπιμένει μάλιστα μεθ’ ὅσα
805εἴπετε. Διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
806νήσεως, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀπο-
807δεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἀπάντησις, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ δοθεῖσα, εἶναι
808ὀρθή. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, γινώ-
809σκων τὴν φρόνησιν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ κ. Προξένου, νομίζει,
810ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ ὁ Πρόξενος αὐτοβούλως εἰς
811τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη. Διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης
812τί ἀποδεικνύει ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσολογγίου; Καταδι-
813κάζει τὸ μέτρον. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν κατὰ τὴν
814περίστασιν ταύτην ἐν Σμύρνῃ δὲν ἐλήφθη κατὰ πρώτην φο-
815ρὰν παρ’ Ἕλληνος Προξένου. Αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις
816ἔδοσαν πάντοτε διαταγὰς, ἵνα οἱ Πρόξενοι ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν
817εὐθύνην, προβαίνωσιν εἰς ὅλα τὰ μέτρα, μετέρχωνται ὅλα
818τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι νὰ ἀποφύ-
819γωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον
820ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν, ὅτι, δυνάμει τῶν ἰσχυ-
821ουσῶν συμβάσεων, οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι
822νὰ πληρώσουν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν τούτων ὁδηγιῶν
823προέβη κατὰ τὸ 1902 ὁ ἐν Βρυούλοις Ἕλλην Πρόξενος εἰς
824τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη ὁ ἐν Σμύρνῃ Γενικὸς Πρόξενος,
825ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ μέτρου ἐκείνου ὑπῆρξεν, ὅτι ἔπαυσαν αἱ
826κατὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐνέργειαι τῶν διοικητικῶν
827ἀρχῶν ἐν Βρυούλοις πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων. Δὲν εἶναι
828λοιπὸν πρωτοφανὲς τὸ μέτρον, δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, ἵνα ἐν
829τῇ Βουλῇ συζητηθῶσι τὰ τῶν μέτρων τούτων. Ἡ συζήτη-
830σις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ προκαλέσητε, δὲν δύναται ἢ νὰ
831βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
832§24ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ διωρθώσατε! (Θόρυβος).
833§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ διωρθώσαμεν,
834λέγετε· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, διατὶ διωρθώθησαν, ὡς
835διωρθώθησαν, πρὸς δὲ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ποῖα εἶναι τὰ
836αἴτια τῆς καταστάσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Βε-
837βαίως αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ὑπεύθυνοι, ὅταν τοιαῦτα ἀτυχῆ
838συμβάντα παρουσιάζωνται, ἀλλὰ πρὸς ἀκριβῆ ἐκτίμησιν
839τῆς εὐθύνης πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν, τίνα εἶναι τὰ μέσα,
840ὁποῖα δύνανται νὰ διαθέσωσι.
841§26ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι.
842§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκαλεῖτε συζή-
843τησιν, προκαλεῖτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ, διατὶ προέβη
844εἰς ἑτοιμασίαν τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἤξευρεν ἡ
845Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς ποίαν θέσιν ἤθελον εὑρεθῆ οἱ ὑπή-
846κοοι Ἕλληνες ἐν Σμύρνῃ; ἤξευρεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
847σις, ἐὰν δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη νὰ συνδράμῃ τοὺς Ἕλ-
848ληνας ὑπηκόους ἐν Σμύρνῃ; Μὴ ζητεῖτε, ἵνα ἐν τῇ Βουλῇ
849συζητηθῶσι τὰ θέματα ταῦτα. Ἀποβλέψατε εἰς τὰ μέσα
850ἡμῶν, καὶ πρὸς τὰ μέσα ταῦτα ἀποβλέποντες, μὴ ἐπιμένετε
851εἰς συζητήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῇ τὸ
852γόητρον τῆς Ἑλλάδος.
853Δὲν ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην·
854εὑρέθη ἐνώπιον μέτρων ἐκβιαστικῶν, τῶν ὁποίων ἡ Πύλη ἀπὸ
855καιροῦ ποιεῖται χρῆσιν κατὰ τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, καὶ
856κατὰ τῶν ὁποίων πάντοτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πάν-
857τοτε αἱ ἐν Τουρκίᾳ προξενικαὶ ἀρχαὶ διεμαρτυρήθησαν· ἐὰν
858δ’ ἐπῆλθον δυσάρεστα ἀποτελέσματα, καὶ ἐὰν ἡ ἱκανοποίη-
859σις ἡ δοθεῖσα θεωρῆται παρ’ ὑμῶν οὐχὶ ἐπαρκὴς, καταδι-
860κάσατε τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, πρὸς τὸ
861συμφέρον τοῦ ἔθνους, νὰ μὴ συζητήσητε περὶ τῶν θεμάτων
862τούτων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
863§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν προέβημεν εἰς συ-
864ζήτησιν περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη, ἀλλὰ
865συζητοῦμεν περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Πᾶσα Κυ-
866βέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μὴ πράττῃ ὅ,τι κρίνεται πιθανὸν
867ὅτι δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
868Ἐὰν ὑπῆρχε φόβος, ὅτι ἐν Σμύρνῃ ἤθελον κακοποιηθῆ οἱ
869Ἕλληνες ὑπήκοοι, τὸ προχειρότερον, τὸ ἀμεσώτερον, τὸ τε-
870λεσφορώτατον μέτρον ἦτο νὰ διαπραχθῇ αὐτὴ ἡ κωμῳδία, ἡ
871ὁποία διεπράχθη ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὅτε ἐζητεῖτε ν’ ἀγο-
872ράσητε 300 τόννους γαιανθράκων, — διότι δὲν εἴχετε οὔτε
873γαιάνθρακας, — ὅτε ἐζητεῖτε νὰ κινήσητε πλοῖα, τὰ ὁποῖα
874δὲν ἦσαν εὐκίνητα; Καὶ ὅτε προσεφύγετε εἰς μέσα τοιαῦτα,
875δὲν ἐσυλλογίζεσθε, ὅτι ἡ χρῆσις τοιούτων μέτρων, ἡ ἐπίδει-
876ξις πρὸς χρῆσιν τῶν τοιούτων μέτρων ἤθελεν ἀποτελέσει
877ὕβριν, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Ὑψηλὴ Πύ-
878λη, καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τῆς θυσίας τοῦ
879γοήτρου τῆς Ἑλλάδος; Διατὶ ἐσταματήσατε, ἀφοῦ ἠρχί-
880σατε; Ἐσταματήσατε, διότι ἐπῆλθεν ἄλλοθεν ἀντίθετος
881κρίσις;
882§29Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πόλεμον ἠθέλατε νὰ κηρύξωμεν; (Θό-
883ρυβος).
884§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε, μὴ ὁμιλεῖτε. Νὰ ὁμι-
885λῆτε μόνον, ὅταν ἔχητε δικαίωμα. Εἶναι ἀταξία, εἰς τὴν
886ὁποίαν πάντοτε περιπίπτετε· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος
887ἀνέχεται τὴν ἀταξίαν ταύτην.
888§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ, κύριε Βου-
889λευτά.
890§32Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Μᾶς ἐδιδάξατε!
891(θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
892§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν οἱ ἀσθενεῖς καὶ οἱ μι-
893κροὶ προβαίνωσιν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦσι τὴν πρό-
894θεσιν αὐτῶν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν βίαν, καὶ πράττωσι
895τοῦτο ἀπέναντι ἰσχυροτέρων, βεβαίως οἱ ἰσχυρότεροι ἔχουσι
896τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσωσι τοῦτο ὡς ὕβριν, διότι τὰ Κράτη
897δὲν δέχονται τὰς ἀπειλάς. Ἐὰν τὰ ἀσθενῆ Κράτη καταδι-
898κάζωνται νὰ δέχωνται ὕβρεις, ὑφίστανται αὐτὰς τὰ ἀσθε-
899νῆ, οἱ ἰσχυροὶ ὅμως δὲν δέχονται τὰς ὕβρεις.
900Ἀλλὰ ὑμεῖς διατὶ προσεφύγετε εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιδεί-
901ξεις, καὶ δὲν προσεφύγετε εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς ξένας;
902Καὶ ἂν ἡ Τουρκία διὰ τῆς βίας ἤθελε πειραθῆ νὰ ἐπιβάλῃ
903εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους νὰ πληρώσωσι φόρον, τὸν ὁποῖον
904δὲν ὀφείλουσι, διατὶ δὲν προσεφύγετε εἰς τὰς ξένας Δυνά-
905μεις, ἵνα ζητήσητε παρ’ αὐτῶν νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν ὑπό-
906θεσιν, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις ἐν Σμύρνῃ, καὶ φρον-
907τίσωσι νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς
908Ἑλλάδος, τοὺς ἐκεῖ τόσον βαναύσως περιϋβρισθέντας; Καὶ
909ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ σᾶς ἀποκριθῶμεν, τί ἔπρεπε νὰ πρά-
910ξητε, ἵνα μὴ περιέλθητε εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἵνα μὴ
911ἀναγκασθῆτε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν τοιαύτην λύσιν, τὴν
912ὁποίαν ἐθεωρήσατε ὡς τοσοῦτον ἱκανοποιητικὴν, ὥστε τὴν
913ἀνηγγείλατε ὡς εὐφρόσυνον γεγονός!
914Ἰδοὺ λοιπὸν, τί θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν. Θέλομεν νὰ ἐξε-
915τάσωμεν, διατὶ ἐδόθησαν ὁδηγίαι εἰς τὸν Πρόξενον τῆς Ἑλ-
916λάδος νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα προ-
917έβη, χωρὶς συγχρόνως νὰ προπαρασκευασθῆτε διὰ τὴν ἐνδε-
918χομένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ Γε-
919νικοῦ Προξένου ἤθελε προκαλέσει ἀντίδρασιν ἰσχυροτέραν τῆς
920δράσεως τοῦ Προξένου. Διατὶ, ἀφοῦ συνετελέσθησαν τὰ γε-
921γονότα τῆς 10 Ἀπριλίου, δὲν ἐζητήσατε παρὰ τῶν Δυνά-
922μεων νὰ πιέσωσι τὴν Τουρκίαν, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὴν ὕβριν,
923τὴν γενομένην εἰς τὴν Ἑλλάδα; Καὶ ἔχετε τοσοῦτον θάρ-
924ρος νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι διὰ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἐδόσα-
925τε, ἐσώσατε τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
926Δὲν γνωρίζω, εἰς ποίαν θέσιν θέλουσι περιαχθῆ οἱ Πρόξε-
927νοι τῆς Ἑλλάδος πανταχοῦ τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν συλλογί-
928ζωνται, ὅτι ὅσα ἔπαθεν ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν Σμύρνῃ εἶναι
929ἐνδεχόμενον νὰ πάθωσι καὶ αὐτοὶ, ὅταν, μετὰ τὰ παθήμα-
930τα τοῦ Γενικοῦ Προξενείου τῆς Σμύρνης, μᾶς ἀναγγέλλητε
931λύσιν, δοθεῖσαν τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως, λύσιν, ἥτις
932δὲν εἶναι προσβλητικὴ, ἀλλ’ εἶναι ὑβριστική.
933Θέλετε λοιπὸν νὰ μὴ ἐξετάσωμεν ταῦτα; Θέλετε νὰ μὴ
934ἐξετάσωμεν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν γεγο-
935νότων τῆς Σμύρνης, καὶ προβάλλετε, ὅτι, ἂν προβῶμεν εἰς
936τοιαύτην ἐξέτασιν, παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ
937Κράτους; Ἡ ἄρνησις ὑμῶν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα,
938ἡμεῖς δὲ ζητοῦμεν νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τὸ Σύνταγμα.
939§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ὑπαχθῶμεν
940εἰς διάταξιν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν τῷ Συντάγματι, διότι οὐ-
941δαμοῦ τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται, ὅτι Κυβέρνησις, ἥτις
942νομίζει, ὅτι ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφων δύναται νὰ βλάψῃ τὰ
943ἐθνικὰ συμφέροντα, εἶναι ὑποχρεωμένη, ἵνα τὴν ἀπαίτησιν
944τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν ἐκτελέσῃ.
945Κατηγορεῖτε ἡμᾶς, ὅτι δὲν προσεφύγαμεν εἰς τὰς Δυ-
946νάμεις. Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο προσφυγή;
947§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε;
948§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀμέσως.
949§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δὲν ἠρκέσθητε εἰς
950τοῦτο;
951§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν ἠξεύρο-
952μεν, τί ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἐν Σμύρνῃ κατόπιν τῶν λυπηρῶν
953συμβάντων τῆς 10 Ἀπριλίου, καὶ εἴχομεν καθῆκον νὰ προ-
954βλέψωμεν καὶ νὰ παρασκευασθῶμεν. Εἶναι ἄδικον λοιπὸν νὰ
955κατηγορῆτε ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ.
956Θεωρῶ, ἐπαναλαμβάνω, πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέμα-
957τος τούτου ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
958Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἓν μάθημα δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ
959τοῦ ζητήματος, καὶ τὸ μάθημα τοῦτο εἶναι, ὅτι πρέπει
960πρὸ παντὸς — καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω οὐδένα —
961νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς
962τὸ ἔθνος, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ ἐξωτερικὴν πολιτικήν, εἶναι ἡ
963πολιτικὴ τῆς περισυλλογῆς τῶν δυνάμεών του, εἶναι ἡ πο-
964λιτικὴ τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ δυνάμεων.
965Αὐτὸ εἶναι τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τοῦ ζητή-
966ματος τούτου, πᾶσα δὲ συζήτησις εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ. Θεω-
967ρεῖτε τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον, καὶ νομίζετε ὅτι δὲν ἐπο-
968λιτεύθη καλῶς. Ἀφήσατε τὰ ἔγγραφα, προβῆτε εἰς τὴν
969καταδίκην αὐτῆς, ἀλλὰ μὴ ἐπιμένετε εἰς συζήτησιν τοῦ
970ζητήματος, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν
971ἀνύψωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ γοήτρου.
972§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ζη-
973τήσω τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, διὰ νὰ λάβω καὶ
974πάλιν τὸν λόγον.
975Ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι λόγον τῶν
976πράξεών των πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀναπόφευκτος συνέπεια
977τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχουσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
978Ἀλλὰ πῶς ἡ Βουλὴ θέλει δυνηθῆ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίω-
979μά της τοῦτο καὶ νὰ ζητήσῃ εὐθύνας, ὅταν δὲν γνωρίζῃ τὰ
980συμβεβηκότα; Καὶ πῶς θέλετε νὰ γνωρίσῃ τὰ συμβεβη-
981κότα, ὅταν ὑμεῖς δὲν καταθέτητε τὰ ἔγγραφα πρὸς δια-
982λεύκανσιν αὐτῶν; Διὰ τοῦτο φρονῶ πεποιθότως, ὅτι οἱ
983Ὑπουργοὶ ἔχουσι συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέ-
984τωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ δίδωσι τὰς ζητου-
985μένας πληροφορίας, καὶ ὅτι, ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
986τους ζημιῶνται, ὀφείλουσι ν’ ἀποδεικνύωσι κατὰ τί ταῦτα
987ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων ζημιοῦνται, καὶ ποῖα ἐκ
988ταύτης ζημιοῦνται συμφέροντα.
989Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνεθυμήθη
990μόλις κατὰ τὸ 1904 τὴν πολιτικὴν τῆς περισυλλογῆς τῶν
991στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ ποῦ ἦσθε ἐπὶ
992τρία ἔτη, ὅτε ἐκυβερνᾶτε τὴν Ἑλλάδα, σπαταλῶντες τὰ
993δημόσια χρήματα;
994§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ποῦ ἦσθε σεῖς,
995ὅτε διὰ τοῦ πολέμου κατεστρέφετε τὴν Ἑλλάδα; (θόρυ-
996βος καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ πολλῶν Βουλευτῶν ἑκατέ-
997ρωθεν).
998§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν πόλεμον προεκάλεσεν ἡ
999Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, τῆς ὁποίας μέλη ἦσαν ὁ κ. Ὑπουργὸς
1000ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημο-
1001σίας Ἐκπαιδεύσεως. Μήπως ἦσθε καὶ ὑμεῖς μέλος τῆς
1002Ἑταιρείας ἐκείνης;
1003§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν πόλεμον ἐπρο-
1004καλέσατε σεῖς.
1005§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀφοῦ ἐπὶ τρία ἔτη ἐσπα-
1006ταλήσατε 48 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἔρχεσθε τώρα καὶ λέ-
1007γετε, ὅτι ἐφαρμόζετε πολιτικὴν περισυλλογῆς τῶν στρα-
1008τιωτικῶν δυνάμεων, καὶ ἐγκαλεῖτε ἡμᾶς διὰ τῶν ὀργάνων
1009σας, ὅτι ἡμεῖς δὲν σᾶς ἀφήκαμεν τὰ μέσα, ἵνα δύνασθε νὰ
1010ἐκστρατεύσητε κατὰ τῆς Τουρκίας!
1011Αὐτοὶ εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ λέγῃ τις
1012εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰ καφενεῖα, διὰ νὰ παραπείθωσι καὶ
1013παραπλανῶσι τοὺς ἁπλουστέρους. Ἐκπλήσσομαι δὲ τῷ
1014ὄντι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέφυγεν εἰς
1015τοιαῦτα μέσα, προσέφυγεν εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα ἐν
1016τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
1017§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψω-
1018μεν, κύριε Πρόεδρε. Παρῆλθεν ἡ δωδεκάτη.
1019§45Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀληθῶς ἔχομεν κανονίσει, ὅτι περὶ
1020τὴν δωδεκάτην ὥραν θὰ διακόπτωμεν, καὶ εἶναι ἤδη δωδε-
1021κάτη. Ἐὰν δὲ καὶ ἓν μέλος τῆς Βουλῆς νομίζῃ, ὅτι πρέπει
1022νὰ διακόψωμεν, ἐγὼ δὲν φέρω ἀντίρρησιν.
1023§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1024Οὐδεὶς φρονεῖ τοῦτο.
1025§47Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τότε λοιπὸν ζητῶ τὸν λόγον, διὰ νὰ
1026εἴπω ὀλίγας λέξεις.
1027Καὶ ἐν πρώτοις, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον
1028τῆς Κυβερνήσεως, παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἐνῷ ἠρνήθη
1029νὰ παράσχῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, μόλις ἡ συζήτη-
1030σις ἤρξατο ἄνευ δημοσίων ἐγγράφων, ἀμέσως ἐξωλίσθησε,
1031καὶ παρέσχε πληροφορίας, εἰπὼν, ὅτι προσέφυγεν εἰς τὰς
1032Δυνάμεις. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ συζήτησις ἄνευ
1033καταθέσεως ἐγγράφων! Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ὁ ἀξιό-
1034τιμος κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουρ-
1035γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον ἐνεργήσει διαλογὴν τῶν
1036ἐγγράφων, ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ταῦτα μὲν, εἶναι ἐπι-
1037ζήμιον διὰ τὸ Κράτος, ἐὰν ἀνακοινωθῶσιν, ἐκεῖνα δὲ ὄχι,
1038καὶ ἤθελον προσαγάγει τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐνώπιον ἡμῶν,
1039λέγοντες: «Κύριοι Βουλευταὶ, αὐτὰ εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ
1040ἀφορῶντα τὸ θέμα, καὶ μόνον ταῦτα δύνανται ν’ ἀνακοι-
1041νωθῶσιν». Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἡ συζή-
1042τησις τοιαύτην εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἀποκρούει ἡ Κυ-
1043βέρνησις, θεωροῦσα ἐπιβλαβῆ, οὕτω δὲ δὲν ἤθελε λείψει νὰ
1044παράσχῃ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον θέσει περιορι-
1045σμὸν, οὕτως ὥστε ἡ φαντασία ἑκάστου ἀγορεύοντος νὰ μὴ
1046φθάσῃ μέχρι πραγμάτων καὶ φράσεων καὶ ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι
1047εἶναι μακρὰν τῆς ἀληθείας καὶ μακρὰν τῶν συμφερόντων
1048τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ τί εἶχε συμφέρον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀντι-
1049προσωπεύουσα ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ κηδεμονεύουσα τὰ
1050συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ πράξῃ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις
1051νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀνακοινω-
1052θῶσι, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι πλέον τούτων δὲν δύναται νὰ κατα-
1053θέσῃ τι.
1054Γνωρίζω καὶ ἐγὼ, ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρακολουθῶν,
1055τὸν εὐαίσθητον χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς
1056Κυβερνήσεως, καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ φοβούμενος σπεύδω νὰ δώ-
1057σω αὐτῷ τὴν συμβουλὴν ταύτην. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, διευθύνων
1058τὰς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀφήσῃ ἐν
1059τῷ Κοινοβουλίῳ τὴν συζήτησιν ἐντελῶς ἀχαλίνωτον. Χαλι-
1060νὸς εἶναι τὰ ἔγγραφα, διότι, πᾶς, ὅστις θὰ λάβῃ τὸν λό-
1061γον, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ εἴπῃ τι ἀντιβαῖνον εἰς τὰ πράγμα-
1062τα, διότι τὰ ἔγγραφα θὰ ἦναι ἐνώπιόν μας.
1063Ἀλλ’ ἐρρίφθησαν φράσεις καὶ λέξεις περὶ εὐθυνῶν. Ὑπάρ-
1064χουσι Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μὴ ἐνδιαφερόμενοι
1065οὔτε περὶ τῶν εὐθυνῶν, ἃς θὰ ἔχητε δι’ ὅσα συνέβησαν ἐν
1066τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ ὑπουργίᾳ ὑμῶν, οὔτε περὶ τῶν εὐθυ-
1067νῶν, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
1068Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς
1069οὐδέποτε ἠρνήθη τὴν ἀναζήτησιν τῶν εὐθυνῶν, αἵτινες δύ-
1070νανται νὰ τῷ αἰτηθῶσι. Δὲν ἠθέλησε ποτὲ νὰ ἀποφύγῃ τὴν
1071ἀναζήτησιν τῶν εὐθυνῶν. Ἂς μὴ ἐπικαλούμεθα λοιπὸν τὴν
1072διοίκησιν ἐκείνην, τὴν μὴ ὑφισταμένην, καὶ δὴ ἐπὶ θεμά-
1073των, τὰ ὁποῖα ἔλυσεν ἡ συνθήκη μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρα-
1074τείας, διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν γεγονότα πρόσφατα, τῶν
1075ὁποίων ἡ ἐξέλεγξις δὲν συνετελέσθη καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται
1076νὰ ἔχωσιν ἀκόμη μεγάλας συνεπείας.
1077Καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, «τί
1078ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν;» Ἐγὼ δίδω ἀμέσως μίαν ἀπάν-
1079τησιν· νὰ παρασκευασθῶμεν πρότερον δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1080ἔσπευσε νὰ πράξῃ αὐτοβούλως ἡ Κυβέρνησις. Τί διδασκό-
1081μεθα παρὰ τοῦ 1897; Κατὰ τὸ 1897 συνέβησαν πράξεις
1082ἀμφισβητοῦσαι αὐτὰ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ὑψη-
1083λῆς Πύλης ἐν Κρήτῃ· ἡ Ἑλλὰς ἀπέστειλε στρατὸν, ὁ
1084ὁποῖος ἠμφισβήτει πλέον αὐτὴν τὴν ἐπὶ τῆς Κρήτης κυρι-
1085αρχίαν τῆς Τουρκίας. Ἡ Πύλη ἐφάνη, ὅτι δὲν ἠσθάνθη τὴν
1086ὕβριν, ἀπέστελλε δὲ τὸν πρέσβυν αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνη-
1087σιν, καὶ διετήρει φιλικωτάτας σχέσεις, ἐνῷ συγχρόνως πα-
1088ρεσκευάζετο, καὶ ὅτε παρεσκευάσθη τελείως, ἔδωκεν ἡμῖν
1089τὸ μάθημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἐδίδαξε νὰ μὴ προ-
1090βαίνωμεν εἰς πράξεις παρομοίου χαρακτῆρος ἀπαράσκευοι.
1091Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς θὰ δώσῃ τὴν ἀπάντη-
1092σιν, ἣν ὑμεῖς θέλετε κρίνει ἐπαρκῆ ἢ μή. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν
1093Κυβέρνησιν τὴν τότε, ἐὰν ἦτο προτιμοτέρα ἡ συμφορά, ἥτις
1094ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
1095ἤθελε συμβῆ, ἐὰν δὲν ἀπεστέλλετο ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην.
1096Καὶ πῶς δὲν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν σοφὴν ἐκείνην
1097πολιτικὴν τῆς Πύλης, καὶ πῶς δὲν ἠκολουθήσατε ταύτην,
1098ἀλλ’ ἐξετέθητε εἰς σπασμωδικὰς κινήσεις, προκαλοῦντες τὴν
1099γείτονα Δύναμιν μὲ τὸ κάπνισμα τῶν ἀτμοπλοίων;
1100§48ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυ-
1101τικῶν). Ἄλλοτε ἐκάπνιζον, τώρα ὄχι.
1102§49Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἴσως νὰ ἐκάπνιζον οἱ πλοίαρχοι καὶ
1103κυβερνῆται ἢ ἄλλοι τινές, καὶ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι κα-
1104πνίζουσι τὰ πλοῖα. Ἴσως καὶ νὰ μὴ εἶχον κάρβουνα διὰ νὰ
1105καπνίσουν!
1106§50ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεριμέναμεν νὰ λάβω-
1107μεν ἀπὸ σᾶς.
1108§51Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἀνθρακέμποροι.
1109§52ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πραγματικοὶ ὄχι, πο-
1110λιτικοὶ ἴσως ναί.
1111§53Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Οὔτε πολιτικῶς. Μόνον δ’ εἰς τοὺς
1112ἀνθρώπους τοὺς μὴ σεβομένους τὴν ἀλήθειαν εἶμαι ἄγνω-
1113στος, καὶ ὄχι διότι θέλω νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς ὑστεροφη-
1114μίαν, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ γνωσθῶσιν αἱ πράξεις μου, θέλω
1115νὰ ἀκούσω περὶ ἐμαυτοῦ, τί ἔχετε νὰ εἴπητε.
1116§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἔχετε
1117ἀνάγκην πιστοποιητικῶν.
1118§55Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θέλω βεβαίως πιστοποιητικόν,
1119ἀλλὰ προκαλῶ πάντα, ὅστις ἔχει ἀμφισβητήσεις, νὰ τὰς
1120προτάξῃ.
1121§56ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυ-
1122τικῶν). Ἐγὼ δὲν διαμφισβητῶ...
1123§57Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ ἐγὼ, εἶμαι προσεκτικός.
1124§58ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης.
1125§59Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς
1126θέλει ἀναπτύξει τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον αὐτὸν
1127νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι τότε προέβη. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι
1128θέμα μου τοῦτο· ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
1129Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμέ-
1130νος νὰ δώσω περισσοτέραν πίστιν, — καίτοι δὲν παύω νὰ ἔχω
1131πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυ-
1132τικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς οὐσίας
1133τῶν πραγμάτων, — ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ
1134κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
1135κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅταν λέγῃ ὁ κύριος
1136Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «ποῦ ἐγνωρίζετε, ποίους κιν-
1137δύνους ἠδύνατο νὰ διατρέξῃ τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐν
1138Σμύρνῃ, καὶ ἐὰν ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ παραλείψω νὰ φρον-
1139τίσω περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ τῶν
1140ἄλλων κατοικούντων ἐν Σμύρνῃ ὁμοεθνῶν;» ἀπέναντι τῆς
1141τοιαύτης δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
1142εἶναι κατηγορηματικὴ καὶ ὁρίζει σαφῶς, — ἀλλ’ ἐνδεικνύει
1143συνάμα καὶ τὰ πατριωτικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα, — ὅτι ἦτο
1144ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὁ στόλος προετοιμασθῇ,
1145ἵνα προστατεύσῃ τοὺς κινδυνεύσαντας ὁμοφύλους, τότε βε-
1146βαίως περιττὸν κρίνω καὶ αὐτὸ τὸ παρεμπεσὸν ζήτημα,
1147ἂν ἐκάπνισαν ἢ δὲν ἐκάπνισαν τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα.
1148Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ περιήλθο-
1149μεν, νὰ ἀπειλήσωμεν διὰ τοῦ στόλου ἡμῶν τὴν Σμύρνην,
1150ἐὰν εἰσήρχετο εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος ὁ στρατηγὸς Ἐτὲμ,
1151τί ἠθέλετε μεταχειρισθῆ διὰ νὰ τὸν παρακωλύσητε καὶ τὸν
1152ἀναγκάσητε νὰ σταματήσῃ εἰς τὴν Ὄθρυν ἢ τὴν Οἴτην;
1153Οὐδὲν ἠθέλετε μεταχειρισθῆ, διότι ἔχετε καὶ ἀποθήκας
1154κενὰς, καὶ τοὺς στρατῶνας κενοὺς στρατιωτῶν, καὶ τὴν κε-
1155φαλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι τὸν στρατὸν, κενωτέραν!
1156§60Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1157κῶν). Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ, τῆς τελευταίας φρά-
1158σεώς σας.
1159§61Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ διὰ σᾶς, καὶ δὲν
1160ἔχω νὰ δώσω ἐξήγησιν. Σεῖς δὲν διοικεῖτε τὸ στράτευμα,
1161διότι ὑμεῖς εἶσθε διεκπεραιωτὴς, σᾶς εἶπον δὲ καὶ ἄλλοτε,
1162ὅτι μετὰ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὁ Ὑπουργὸς
1163τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι διεκπεραιωτής· λέγω δὲ τοῦτο,
1164διότι καὶ ἐγὼ ἠναγκάσθην ἐπὶ 3 μῆνας νὰ ὑποστῶ τὰ ἐκ
1165τῆς θέσεως ταύτης κακά. Ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ διαχειρίζηται
1166τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τοιοῦτο τυγχάνον, βεβαίως δύναται νὰ
1167ἔχῃ ἀντίληψιν ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω. Δὲν
1168βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ θέλητε νὰ μὲ πείσητε νὰ μετα-
1169βάλω τὰς ἰδέας μου.
1170§62Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1171κῶν). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω σαφῶς τὴν γνώμην σας,
1172τί ἐννοεῖτε διὰ τῶν λεχθέντων. Σᾶς γνωρίζω δὲ καὶ μὲ γνω-
1173ρίζετε, καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ γνωρίσω, τί ἐννοεῖτε διὰ τῶν
1174λεχθέντων.
1175§63Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι εἶσθε Ὑπουργὸς, καὶ
1176κυβερνᾶτε. Μὲ συγχωρεῖτε δὲ νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Ὑπουργὲ,
1177ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ δίδητε προσοχὴν εἰς τὴν κοινοβουλευ-
1178τικὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ πάντα
1179ἀσκοῦντα τοιοῦτον ἀξίωμα, οἷον ὑμεῖς ἀσκεῖτε. Γνωρίζετε,
1180ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κυβερνᾷ, ἀλλὰ δὲν διοι-
1181κεῖ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ γνωρίζετε, δὲν βλέπω τὸν λόγον,
1182διατὶ νὰ παρεμβαίνητε.
1183§64Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἔχω δικαίωμα, ὡς Ὑπουργὸς
1184τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς Γενικῆς Διοική-
1185σεως τοῦ στρατοῦ. Μὲ προσβάλλετε, καὶ πρέπει νὰ διαμαρ-
1186τυρηθῶ (θόρυβος).
1187§65Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπω καμ-
1188μίαν διακοπήν.
1189§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν διακοπὴν ἐπιτρέπει ὁ κύριος
1190Λιμπρίτης.
1191§67Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ (θόρυ-
1192βος).
1193§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς βεβαίως ἔχει
1194τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὸν ἀγορεύοντα, ἀλλ’ ὑποθέτω,
1195ὡς τοῦτο καλῶς γνωρίζετε, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνή-
1196σεως, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος λέγηται, ὅτι εἶναι ἡ κεφαλὴ
1197τοῦ διοικοῦντος τὸ στράτευμα κενωτέρα τῆς τῶν ἄλλων, νὰ
1198διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς φράσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι
1199ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι δε-
1200δικαιολογημένη· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
1201οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον
1202ἐπεβάλλετο εἰς αὐτόν.
1203§69Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅ,τι εἶπον, ὅπως
1204προσβάλω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
1205§70Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μοὶ δοθῶσιν ἐξη-
1206γήσεις· ὅτε δ’ ἔμαθον, ποίαν ἔννοιαν εἶχον αἱ φράσεις ὑμῶν,
1207ἀμέσως ἀπετάθην πρὸς τὴν θορυβοῦσαν ἀριστερὰν πτέρυγα.
1208§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θορυβοῦμεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθε-
1209ρίας τοῦ δικαιώματος τοῦ λόγου! Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1210Τυρνάβου κατέλθῃ τοῦ βήματος, πᾶς τις τῶν κυρίων Βου-
1211λευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, κατὰ πρῶτον δ’ ἔχου-
1212σι τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
1213§72Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐμποδίζω τὴν ἐλευθερίαν
1214τοῦ λόγου, διότι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἴπερ τις καὶ ἄλ-
1215λος σέβομαι, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ἐνταῦθα νὰ ἐκτελέσω.
1216§73Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω καὶ πά-
1217λιν νὰ εἴπω, ὅτι κεναὶ ἦσαν αἱ ἀποθῆκαι ἡμῶν καὶ κενώτε-
1218ραι αἱ κεφαλαὶ τῶν διοικούντων τὸν στρατὸν ἡμῶν. Αὕτη
1219εἶναι ἡ γνώμη μου, ὅστις δ’ ἔχει τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ἂς
1220ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν,—καὶ ἂς
1221μὲ διαψεύσῃ πᾶς ὅστις νομίσῃ, ὅτι λέγω τι ἐναντίον πρὸς
1222τὴν ἀλήθειαν, —ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι κεναὶ εἶναι αἱ
1223στρατιωτικαὶ ἡμῶν ἀποθῆκαι, κενοὶ οἱ στρατῶνες καὶ κε-
1224νὴ ἡ διοίκησις· ἡ διοίκησις εἶναι κενωτέρα πάντων, ἀπὸ κε-
1225φαλῆς μέχρι ποδῶν.
1226§74Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι οἱ πόδες εἶ-
1227ναι καλλίτεροι.
1228§75Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐάν τις συμπεριλαμβάνῃ καὶ τὸν κ.
1229Ὑπουργὸν, τί πρὸς τοῦτο; Ἐν πρώτοις, κύριε Ὑπουργέ,
1230νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑμῶν δὲν παρέχει τίποτε πρὸς
1231πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατεύματος. Θέλω εἴπει τι,
1232διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν θέλοντα νὰ εἴπῃ, ἂν εἶναι ἐναν-
1233τίον τῆς ἀληθείας. Ὅταν αὔριον πρόκηται νὰ δαπανηθῶσι
12341,000,000 δραχμαί,—ἤδη ἐζητήθησαν 500,000, ἀλλὰ
1235θέλει βεβαίως δαπανηθῆ ἓν ἢ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον,—
1236θὰ δαπανήσητε ταύτας, ἵνα πράξητε τί; ἵνα διαπράξητε γε-
1237νικὰς ἀσκήσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐκθέσητε τοὺς δυστυχεῖς
1238ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς δυστυχεῖς στρατιώτας εἰς τὰ ὄμμα-
1239τα ὅλων τῶν ξένων στρατιωτικῶν ἀκολούθων, καίτοι δὲν εἶ-
1240ναι ἀνάγκη νὰ ἦναι στρατιωτικὸς ἀκόλουθος ὁ παρακολου-
1241θῶν τὰ γυμνάσια, διότι εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἦναι ἀνταποκριτὴς
1242μιᾶς ξένης ἐφημερίδος, ἵνα ἴδῃ τὴν γυμνότητα τοῦ στρα-
1243τοῦ, τὸν ὁποῖον θέλετε ἀγάγει ἐκεῖ, ὅπως ἐκτελέσῃ μεγάλας
1244ἀσκήσεις, ἐνῷ δὲν ἐξετελέσατε ἀκόμη οὔτε μικρὰς ἀσκή-
1245σεις. Ἐγὼ λέγω τὴν ἰδικήν μου γνώμην, καὶ ὅστις θέλει ἂς
1246τὴν ἀκούσῃ.
1247Τίς λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ποιήσηται
1248ἐξαίρεσιν δι’ ἓν πρόσωπον; Βεβαίως κενὴ εἶναι ἅπασα ἡ
1249στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ὅπως κενὴ εἶναι ἅπασα ἡ ναυτικὴ
1250ὑπηρεσία· καὶ ὅταν κενὴ ἦναι ἅπασα ἡ στρατιωτικὴ καὶ
1251ναυτικὴ ὑπηρεσία, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρότερον εἶπεν ὁ ἀξιό-
1252τιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο ὑπόχρεος
1253νὰ παρασκευασθῇ, ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν
1254Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ὀρθόν. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον
1255εἰς αὐτὸν, ὅτι μᾶλλον ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὰς ἀτμο-
1256πλοϊκὰς ἑταιρείας, ὅπως ναυλώσῃ μίαν δεκάδα ἢ μίαν εἰκο-
1257σάδα ἀτμοπλοίων, καὶ στείλῃ αὐτὰ νὰ σταθμεύωσιν εἰς
1258τὸν λιμένα τῆς Σμύρνης, καὶ εἴπῃ εἰς τὸν Πρόξενον: «εἰδο-
1259ποιήσατε τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ τοὺς ὁμοεθνεῖς, ὅτι
1260τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα θέλουσι δεχθῆ αὐτοὺς καὶ τὰ ἀντικεί-
1261μενα αὐτῶν, ὅτι θέλουσι παραλάβει αὐτοὺς ἄνευ ναύλων, καὶ
1262οὕτω θέλουσι τοῖς σώσει τὴν ζωήν» — διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν
1263τιμὴν, ταύτην δὲν θὰ ἔσωζεν ἡ ψευδὴς παρασκευὴ τοῦ στό-
1264λου.
1265§76Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1266κῶν). Ἀνέρχομαι, Κύριοι, τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέ-
1267ξεις, ἀπαντῶν πρῶτον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1268τυνος κ. Βουλευτής, ὅτι ἐγὼ παρακωλύω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
1269λόγου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι, ὅπως ἐγὼ ἐπιθυμῶ τὴν
1270ἐλευθερίαν τοῦ λόγου δι’ ἐμέ, οὕτως ἐπιθυμῶ αὐτὴν καὶ διὰ
1271τοὺς ἄλλους, προσέτι δὲ καὶ τὴν σέβομαι. Ἀλλ’ ἡ ἐλευθε-
1272ρία, Κύριοι, τοῦ λόγου ἔχει καὶ περιορισμούς τινας, ὥστε νὰ
1273μένωμεν πάντοτε ἐντὸς τῆς ἀληθείας. Ὁ κύριος ἐκ Τυρνάβου
1274Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι «αἱ ἀποθῆκαι εἶναι κεναὶ, ὅπως εἶναι
1275κεναὶ καὶ αἱ κεφαλαὶ τῶν διευθυνόντων». Βεβαίως ἐπὶ τῆς
1276φράσεως ταύτης εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ διασα-
1277φηνίσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ
1278ζητήσω τὴν σαφήνειαν τῶν λόγων του διὰ νὰ δώσω τὴν
1279δέουσαν ἀπάντησιν εἴτε ὡς πρὸς τοῦτο εἴτε ὡς πρὸς ἐκεῖνο.
1280Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ τὴν Διοί-
1281κησιν...
1282§77Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου διοι-
1283κητοῦ τοῦ στρατεύματος μέχρι τοῦ τελευταίου κενοὶ εἶναι
1284οἱ στρατῶνες καὶ αἱ ἀποθῆκαι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῶν·
1285διότι κεναὶ εἶναι δι’ ἐμὲ, ὅταν δὲν περιέχωσι τίποτε χρή-
1286σιμον διὰ τὸν στρατόν· εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἂν ἡ κε-
1287φαλὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περιέχει πολὺν
1288νοῦν· δι’ ἐμὲ οὐδὲν χρήσιμον διὰ τὸ στράτευμα περιέχει.
1289§78Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πῶς διακόπτετε σεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν
1290δέχεσθε διακοπάς; Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω διακοπάς.
1291Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὴν πρὸ πολλῶν ἐτῶν διοίκησιν τοῦ
1292στρατεύματος, ἀλλὰ παραλαμβάνω τὴν διοίκησιν τοῦ στρα-
1293τεύματος ἀπὸ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου
1294Βουλευτοῦ. Ἐὰν αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν κεναὶ τότε, — καὶ δὲν
1295δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ ποσῶς, — βεβαίως τὴν αὐτὴν
1296σύγκρισιν δύναμαι νὰ κάμω καὶ δι’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὡς
1297πρὸς κεφαλὰς κενὰς, ἐν σχέσει μὲ τὰς ἀποθήκας, αἱ ὁποῖαι
1298ἦσαν κεναὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
1299§79Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα μεγάλας ἀσκήσεις.
1300§80Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ὀλι-
1301γοχρονίου διοικήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ
1302ἦλθον ἄλλοι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἤρχισαν
1303τὴν πλήρωσιν τῶν ἀποθηκῶν. Καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς ἐρ-
1304γασίας αὐτῶν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν δὲ ἐπὶ τῆς
1305πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ
1306καὶ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου
1307τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐγένετο τίποτε, καὶ ἔμειναν ἀποθῆ-
1308και καὶ κεφαλαὶ ἐντελῶς κεναὶ, κατὰ τὴν σύγκρισιν ὑμῶν,
1309τότε ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξακολούθησιν, ἔρχομαι εἰς τὴν πρω-
1310θυπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τὴν
1311ὑπουργίαν τοῦ κ. Κωνσταντινίδου.
1312Ἤρχισε λοιπὸν ἡ ἐργασία, ἤρχισεν ἡ ἀγορὰ ἵππων, ἤρ-
1313χισεν ἡ ἀγορὰ κλιβάνων, ἤρχισαν τόσαι ἄλλαι ἀγοραί·
1314καὶ ἐπὶ τοῦ προγράμματος ἐκείνου εἰργάσθην καὶ ἐγὼ, καὶ
1315ἔκαμα ἀγορὰς σκηνῶν, ἔκαμα ἀγορὰς ὑλικοῦ στρατοῦ, ἠγο-
1316ράσθη διὰ τὴν ἀναχορηγίαν τῶν πυρομαχικῶν ὑλικόν, ὅπερ
1317οὐδέποτε ὑπῆρχεν εἰς τὰς ἀποθήκας· προέβην εἰς ἀγορὰν κα-
1318λύκων, καὶ καταγίνομαι εἰς πλήρωσιν τῶν φυσιγγίων πρὸς
1319πολλαπλασιασμὸν τῶν πυρομαχικῶν τοῦ στρατεύματος. Βλέ-
1320πετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐργασία ἐξακολουθεῖ, καὶ κατὰ συνέπειαν
1321εἶναι ἀνακριβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνά-
1322βου Βουλευτής.
1323Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ καταλήξω, εἶναι
1324τὸ ἑξῆς. Ἀφίνω ἐμὲ καὶ τὸν κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν,
1325μετὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικὸν τι δὲν ἔχω,
1326καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἀνωτάτην Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν
1327ἐκ τῶν φράσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ ἐνοή-
1328θη τι διὰ τὴν ἀνωτάτην Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ...
1329§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνοήθη τοιοῦτόν τι, κύριε Ὑπουργέ.
1330Ἐὰν ἐνοεῖτο τοιοῦτόν τι, τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπε.
1331§82Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν τοιοῦτόν τι ἐνόει ὁ
1332ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής....
1333§83Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν σᾶς συμφέρῃ νὰ κάμητε τοιαύ-
1334την ὑπόθεσιν, νὰ τὴν κάμητε.
1335§84Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε, καὶ ἔχετε ὑπο-
1336μονὴν ν’ ἀκούσητε. Ἀτομικὸν συμφέρον ἐγὼ δὲν ἔχω, διότι
1337εἶμαι ὁ ἀνώτατος ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ
1338δὲν ἔχω νὰ λάβω ἄλλο τι· ὅ,τι ἐπῆρα τὸ ἐπῆρα μὲ τὸ σπαθί
1339μου ἕως τώρα, καὶ τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά. Σᾶς λέγω λοι-
1340πὸν, ὅτι, ἐὰν φθάνωσι μέχρι τοῦ προσώπου τοῦ μέλλοντος Βα-
1341σιλέως τῶν Ἑλλήνων αἱ ἔννοιαι τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
1342Τυρνάβου Βουλευτοῦ, σᾶς λέγω καὶ λέγω εἰς τὴν Βουλήν,
1343ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῇ Βουλευτὴς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύ-
1344την, ὁ ὁποῖος νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτόν τι. Διότι ὁμολογῶ,
1345ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγὼ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
1346τιωτικῶν, καὶ εὑρίσκομαι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσω τὰς ἐργασίας
1347καὶ τοὺς κόπους, οὓς καταβάλλει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ
1348στρατοῦ πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ,
1349ὁμολογῶ, ὅτι οἱ κόποι καὶ οἱ μόχθοι αὐτοῦ εἶναι ἀνώτεροι
1350τῶν κόπων καὶ τῶν μόχθων καὶ τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευ-
1351τοῦ καὶ τῶν ἰδικῶν μου. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
1352§85Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δύο λέξεις μόνον, κύριε Πρόεδρε, διότι
1353δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν διακοπήν.
1354§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
1355§87Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅστις τὸ συμφέρον τῆς
1356πατρίδος του γνωρίζει, ὅστις περὶ τῆς πατρίδος του μερι-
1357μνᾷ, καὶ οὐχὶ περὶ ἐπιδείξεως, βεβαίως τὴν ἔννοιαν τῶν λό-
1358γων μου πληρέστατα συνέλαβε, καὶ ὑμεῖς αὐτὸς, κύριε Πρόε-
1359δρε, πληρέστατα ἀντιλαμβάνεσθε τῆς ἐννοίας τῶν λόγων
1360μου. Εἶπον ὅτι ἀπὸ τῆς ἀποθήκης καὶ τοῦ στρατῶνος μέχρι
1361τοῦ ἀνωτάτου σημείου ὁ στρατὸς εἶναι κενὸς, καὶ ἡ Διοίκη-
1362σις αὐτοῦ κενή. Βεβαίως εἶναι κενὴ ἡ Διοίκησις, διότι, μὴ
1363οὖσα κατηρτισμένη, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, δὲν εἶναι πλήρης·
1364μὴ ἔχουσα τὰ δι’ αὐτὴν ἀναγκαῖα, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, οὐδὲ
1365πλήρης. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κεφαλὴ πλήρης μετὰ
1366ὑπηρεσίας κενῆς; Ὅλα εἶναι σχετικά. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ
1367ἀμυνθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ προσώπου
1368τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, θὰ ἀπήντων πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὁ
1369μὲν Ὑψηλότατος καὶ Διάδοχος τοῦ Θρόνου εἶναι καὶ ἐκ
1370τῶν συνηθειῶν καὶ ἐκ τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων ἀνώτερος
1371πάσης ἐπικρίσεως. Ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ τοῦ Γενικοῦ
1372Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἤτοι ἑνὸς ὀργάνου τῆς Διοικήσεως,
1373αἱ πράξεις αὐτοῦ ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον. Ἄλλο εἶναι τὸ
1374θέμα, ἂν εἰς τὰς πράξεις αὐτοῦ, εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ
1375ἠθέλομεν εὕρει πταῖσμα, πῶς δυνάμεθα νὰ ψέξωμεν αὐτόν·
1376ἀλλ’ ὅμως δὲν ὑπάρχει πρᾶξις οἱουδήποτε ὀργάνου τῆς Διοι-
1377κήσεως μὴ ὑπαγομένη εἰς ἔλεγχον. Καὶ ἑπομένως ὁ τρόπος,
1378καθ’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔσπευσε νὰ ἐν-
1379θυμηθῇ νῦν, ὅτι συμπίπτει ἡ Διοίκησις νὰ ἔχῃ ἐπὶ κεφαλῆς
1380αὐτῆς τὸν Διάδοχον, ἀργὰ ἐπῆλθεν εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ.
1381Ὑπουργοῦ.
1382Ἀλλ’ εἰς τὴν σειρὰν τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ
1383κεφαλῆς τοῦ ὁποίου, ὡς κυβερνήτης, εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουρ-
1384γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατερχόμενοι ἀπ’ αὐτοῦ πρὸς
1385ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε δὲν ἠξεύρω πῶς ἐτιτλοφόρει, τὸν
1386ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, τὴν ὁρατὴν καὶ ἀόρατον χεῖρα,
1387καὶ κατερχόμενοι μέχρι τοῦ δεκανέως, βλέπομεν, ὅτι ὁ στρα-
1388τὸς εἶναι κενός· ἐκεῖνος δὲ, ὅστις θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶ-
1389ναι ὁ στρατὸς κενὸς, ἐκεῖνος διαπράττει ἁμάρτημα πρὸς τὸ
1390Ἑλληνικὸν ἔθνος, διότι θὰ ὑπάρξωσι καὶ νῦν εὔπιστοι, ὡς
1391καὶ ἄλλοτε ὑπῆρξαν, — καὶ τοῦτο τονίζω ἰδιαζόντως, — οἱ
1392ὁποῖοι θὰ πιστεύσωσιν, ὅτι, ὅταν ὁ ἀνώτατος στρατιωτι-
1393κὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀξιότιμος κ. Σμολένσκης, ὁ ὑποστρά-
1394τηγος, ὅστις ἔχει παρελθὸν ἀληθῶς ἔντιμον, ἀληθῶς παρέ-
1395χον αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ καυχηθῇ, ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος
1396ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς βεβαιοῖ τὴν ἰσχυρό-
1397τητα τοῦ στρατεύματος, θὰ πιστεύσωσι, λέγω, τοῦτο, καὶ
1398ἡ πλάνη αὕτη θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας, καὶ μάλιστα ἐὰν
1399ἐκτὸς τῶν πολλῶν εἰς τὴν πλάνην ταύτην περιπέσωσι καὶ
1400ἐκεῖνοι, οἵτινες διαχειρίζονται τὰ κοινά.
1401§88Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1402Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι καταγινόμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ
1403τοῦ στρατοῦ.
1404§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
1405§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς τε-
1406τάρτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν.
1407(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
1408συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ ἀντι-
1409προέδρου κ. Ι. Νικολαΐδου).
1410Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἔχει τις τὸν λόγον
1411ἐπὶ τοῦ θέματος;
1412§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον κατὰ τὴν
1413πρώτην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι
1414μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν,
1415ὅτι δύναται νὰ ᾖ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ
1416ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, οὐ μόνον τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ
1417ζήτημα ἐν γένει τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ καὶ
1418τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὸ ἐπει-
1419σόδιον τῆς προσβολῆς τῆς Ἑλληνικῆς προξενικῆς ἀρχῆς ἐν
1420Σμύρνῃ.
1421Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀτυχὲς τοῦτο ἐπεισόδιον προῆλθε
1422μὲν ἐκ τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων, ἀποτελεῖ
1423ὅμως ζήτημα ὅλως διακεκριμένον. Τὸ ζήτημα τῆς πληρω-
1424μῆς φόρου ἐπιτηδευμάτων εἶναι ζήτημα ἐκκρεμὲς ἀπὸ εἰκο-
1425σαετίας καὶ πλέον, πρόκειται δὲ ἴσως σήμερον νὰ ὑποβληθῇ
1426εἰς διαπραγματεύσεις οὐσιωδεστέρας. Δύναται ἡ Κυβέρνη-
1427σις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
1428Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς αὐτὸ, ἐκεῖνα
1429τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι δύνανται νὰ παραβλά-
1430ψωσι κατά τι τὰς ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις. Τὸ ζήτημα
1431ὅμως τῆς γενομένης προσβολῆς εἰς τὴν Προξενικὴν ἀρχὴν
1432Σμύρνης, καὶ τῆς δοθείσης ἱκανοποιήσεως, καίτοι ἀπορρέει
1433ἐκ τοῦ πρώτου, οὐχ ἧττον εἶναι ἀνεξάρτητον, εἶναι δὲ ζή-
1434τημα λελυμένον. Δύναται καὶ πρέπει ἑπομένως νὰ συζητηθῇ
1435ἐν τῇ Βουλῇ. Πρέπει δὲ νὰ συζητηθῇ ἐπὶ βάσεων θετικῶν,
1436καὶ ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν. Δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1437μένει ἐν τῷ κρυπτῷ καὶ δὲν συζητεῖται· ἀπ’ ἐναντίας συ-
1438ζητεῖται ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας, συζητεῖται ὑφ’ ἁπάσης
1439τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, συζητεῖται δὲ ἴσως ἐπὶ βάσεων,
1440αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ
1441ἐπὶ βάσεων καὶ δεδομένων ἀσφαλῶν καὶ ἐπισήμων, διότι
1442συνδέεται μετὰ ζητήματος ἐθνικῆς σημασίας καὶ μεγάλης
1443σπουδαιότητος.
1444Μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 ἡ μεγάλη πλειονό-
1445της τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους παρεδέχθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1446ὀλίγοι ἴσως παρεδέχοντο πρὸ τοῦ πολέμου· παρεδέχθη, ὅτι
1447τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δύναν-
1448ται καὶ πρέπει νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὰ συμφέροντα τῆς ὁμό-
1449ρου Ἐπικρατείας διὰ φιλικῆς συνεννοήσεως καὶ φιλικῆς διε-
1450ξαγωγῆς ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Εἶναι δὲ μεγίστης
1451σημασίας ἡ γνώμη, ἣν τὸ ἔθνος δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἔχει
1452ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, διότι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν οἱ
1453πλεῖστοι ἐν Ἑλλάδι ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
1454εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν.
1455Ὁποίαν δὲ σημασίαν καὶ τίνα ἀποτελέσματα δύναται νὰ
1456ἔχῃ ἡ πεφωτισμένη γνώμη τοῦ ἔθνους ἐπὶ τοιούτου ζητή-
1457ματος, πάντες ἀντιλαμβανόμεθα. Ἂν δὲ θέλωμεν νὰ κατα-
1458φύγωμεν καὶ εἰς παραδείγματα ξένων ἐθνῶν, θὰ εὕρωμεν
1459πλεῖστα τοιαῦτα. Ἐν Γαλλίᾳ π. χ. ζήτημα οὐχὶ ὅμοιον,
1460ἀλλ’ ἀνάλογον πρὸς τὸ συμβὰν ἐν Σμύρνῃ, πρὸ ἐτῶν τινων
1461ἐκινδύνευσε νὰ φέρῃ εἰς ῥῆξιν τὴν Γαλλίαν μετὰ τῆς Ἀγ-
1462γλίας, τὸ ζήτημα τῆς Φασσόδας. Καὶ ἐκεῖ ἐθεωρήθη ὑπὸ
1463τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους ὡς προσβολὴ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀγ-
1464γλικοῦ στρατοῦ ἀπέναντι τοῦ ταγματάρχου Μαρσὰν, τοῦ
1465καταλαβόντος τὴν Φασσόδαν. Ἡ συζήτησις τοῦ ζητήμα-
1466τος τούτου, ἐφ’ ὅσον ἐγίνετο ἐκτὸς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς,
1467εἶχεν ἐξερεθίσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν κοινὴν γνώμην ἐν
1468Γαλλίᾳ, ὥστε πάντες ἐφοβήθησαν ῥῆξιν μεταξὺ τῶν δύο
1469ἐθνῶν. Ἡ συζήτησις ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπὶ τῶν ἐπισήμων
1470ἐγγράφων γενομένη, ἐπήνεγκε τὴν καθησύχασιν τῆς κοινῆς
1471γνώμης, καὶ συνετέλεσεν, ὅπως καλλιεργηθῇ ἡ ἰδέα τῆς
1472συνεννοήσεως, ἥτις ἐπήνεγκε τὴν τελευταίαν μεταξὺ τῶν
1473δύο ἐθνῶν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐλύθησαν τὰ πλεῖστα
1474καὶ κυριώτερα ζητήματα, ἅτινα συνεχῶς ἔφερον διάστασιν
1475μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας. Ἐπίσης ἐν Ἰταλίᾳ ἡ ἰδέα
1476τοῦ Ἰταλικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐχθρικῶς διάκειται πρὸς τὴν Ἰτα-
1477λίαν τὸ Γαλλικὸν ἔθνος, ἐπήνεγκεν ἐχθρικὰς μεταξὺ τῶν
1478δύο ἐθνῶν διαθέσεις· αὗται δὲ συνετέλεσαν καὶ εἰς τὸν σχη-
1479ματισμὸν τῆς Τριπλῆς Συμμαχίας πρὸ 20 ἐτῶν καὶ ἐπέ-
1480κεινα, ὅτε αὕτη εἶχε χαρακτῆρα ἐχθρικὸν πρὸς τὴν Γαλ-
1481λίαν. Ἡ συζήτησις ὅμως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς
1482Βουλῆς τῶν διαφόρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα διῄρουν τὰ δύο
1483ἔθνη, συνετέλεσεν, ὅπως τὸ Ἰταλικὸν ἔθνος φωτισθῇ, ὅτι
1484δὲν ὑπῆρχον ἐχθρικαὶ πρὸς αὐτὸ διαθέσεις ἀπὸ μέρους τῆς
1485Γαλλίας, τοῦτο δ’ ἐπήνεγκε τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν φιλίαν,
1486τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον ὑφισταμένην μεταξὺ Ἰταλίας
1487καὶ Γαλλίας. Ἀναφέρω τὰ δύο ταῦτα παραδείγματα πρὸς
1488ἐνίσχυσιν τῆς ἰδέας, ἥτις ἴσως δὲν εἶχεν ἀνάγκην παραδειγ-
1489μάτων, ὅτι ἡ πεφωτισμένη γνώμη τοῦ ἔθνους εἶναι τὸ κυριώ-
1490τερον στοιχεῖον καὶ ἡ κυριωτέρα βάσις τῆς πολιτικῆς, τὴν
1491ὁποίαν σήμερον θεωροῦμεν ὡς ἀμοιβαίως ἐπωφελῆ, τῆς πολι-
1492τικῆς τῆς συνεννοήσεως μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας καὶ
1493τοῦ φιλικοῦ διακανονισμοῦ τῶν ζητημάτων διὰ τοῦ συμβι-
1494βασμοῦ τῶν συμφερόντων ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν.
1495Τὸ ἀτυχὲς συμβὰν ἐν Σμύρνῃ ἔφερεν ἀναμφισβητήτως
1496ἀνωμαλίαν καὶ ἀμφιβολίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας
1497ταύτης παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ ἔθνει. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ζήτημα
1498συζητεῖται ἐπὶ δεδομένων μὴ ἀσφαλῶν καὶ μὴ θετικῶν, πάν-
1499τες δύνανται νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν
1500συμφερόντων τῶν δύο Κρατῶν προσκρούει ἴσως εἰς ἀνυπέρ-
1501βλητόν τινα δυσκολίαν διότι πιστεύουσιν ὅτι, τὰ λαβόντα
1502χώραν ἐν Σμύρνῃ δύνανται ν’ ἀποδοθῶσιν ἐν μέρει καὶ εἰς
1503σφάλμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τὴν λύσιν δὲ
1504τοῦ ζητήματος, δὲν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μνημονευθῇ
1505ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἰδέα αὕτη, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται καὶ
1506ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἴσως ἄνευ θετικῆς τινος βάσεως.
1507Τὴν γέννησιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης τινὲς
1508ἀποδίδουσιν εἰς σφάλμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε
1509διότι αὕτη ἔδωκεν ὁδηγίας ὑπερβολικὰς, καὶ ὤθησε τὰ πράγ-
1510ματα, εἴτε διότι αἱ σχέσεις μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος Προξένου
1511ἐν Σμύρνῃ καὶ τοῦ Τούρκου Διοικητοῦ ἦσαν τοσοῦτον τετα-
1512μέναι, ὥστε πᾶσα ἐνέργεια ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς διά-
1513στασιν. Ἄλλοι παραδέχονται, ὅτι, ἂν ἐπῆλθε λύσις, — τὴν
1514ὁποίαν πιστεύω ὅτι πρώτη ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ὡς καθ’
1515ὁλοκληρίαν ἱκανοποιοῦσαν τὴν Ἑλληνικὴν ἀξιοπρέπειαν, —
1516ἂν, λέγω, ἐπῆλθε τοιαύτη λύσις, πταίει πάλιν ἡ Ἑλληνικὴ
1517Κυβέρνησις, ἡ ἐρεθίσασα τὰ πράγματα δι’ ἀπειλῶν, αἵτι-
1518νες δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ αἵτινες ἐκτελούμεναι
1519ἤθελον ἴσως καταλήξει εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἄλλοι
1520παραδέχονται, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει σφάλμα ἀπὸ μέρους τῆς
1521Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι αὐθαίρετος πρᾶξις τῆς Τουρκικῆς
1522Διοικήσεως ἐγέννησε τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον. Ὁπωσδήποτε
1523ὅμως καὶ ἂν κρίνωμεν τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν
1524τῆς γεννήσεως αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λύσεώς του,
1525ἐφ’ ὅσον ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἔχει θετικήν τινα βάσιν, ἐπὶ
1526τῆς ὁποίας νὰ στηρίξῃ τὴν ἐξήγησιν τῶν συμβάντων, θὰ
1527ὑφίσταται πάντοτε εἷς δισταγμὸς εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς
1528ἰδέας καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς συμφερούσης εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
1529ἔθνος. Τοιοῦτος δὲ δισταγμὸς θέλει συντελεῖ εἰς τὴν ἐξασθέ-
1530νισιν τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ θετικὴ καὶ ἐπω-
1531φελὴς ἐφαρμογὴ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Καὶ ἕνεκα τῶν
1532λόγων τούτων τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος,
1533καὶ διότι τὸ ζήτημα ἔληξε πλέον, καὶ οὐδένα ἔχει χαρα-
1534κτῆρα ἐμπιστευτικῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, νο-
1535μίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν
1536τῶν ἐγγράφων καὶ τὴν παροχὴν πασῶν τῶν ἀναγκαίων πλη-
1537ροφοριῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως φωτισθῇ αὕτη περὶ τῶν κα-
1538θέκαστα τοῦ λήξαντος ζητήματος. Καὶ ἂν μὲν ἔπταισεν ἡ
1539Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική, ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, τί πρέ-
1540πει νὰ γείνῃ· ἂν δὲ ἄνευ πταίσματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
1541βερνήσεως ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο ἐν Σμύρνῃ, ἂς σκεφθῶμεν
1542τότε, τίνες εἰσὶν οἱ ὅροι καὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύ-
1543ναται νὰ στηριχθῇ ἡ συντήρησις καὶ ἐπέκτασις τῶν ἀμοι-
1544βαίως ἐπωφελῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς ὁμό-
1545ρου Ἐπικρατείας.
1546Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς
1547Κυβερνήσεως, ἀρνούμενος νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπι-
1548σήμους πληροφορίας, αἵτινες θὰ συντελέσωσιν, ὅπως καθ’
1549ὁλοκληρίαν καθαρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρ-
1550νης καὶ ἐξαλειφθῇ πᾶσα ἐσφαλμένη ἐντύπωσις, δὲν πράττει
1551ἔργον ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ
1552Ἑλληνισμοῦ.
1553Ἐπιβλαβὲς δ’ ἐπίσης ἔργον πράττει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1554Κυβερνήσεως, θέλων νὰ ἀναμίξῃ μετὰ τοῦ ζητήματος τού-
1555του ζητήματα ἄλλα καὶ ἀνεξάρτητα αὐτοῦ. Ὁ κύριος Πρό-
1556εδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πάντες ἐνθυμούμεθα, παρεκάλεσε
1557τὴν Βουλήν, πολὺ δικαίως καὶ ὀρθῶς, πρὸ μηνῶν, νὰ ἀπο-
1558φύγῃ αὕτη πᾶσαν συζήτησιν περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου,
1559ἰσχυρισθεὶς ὀρθῶς, ὅτι πάντες εὐθυνόμεθα διὰ τὸν πόλεμον
1560ἐκεῖνον. Σήμερον ὅμως, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ, δὲν ἠξεύρω
1561πῶς, τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς
1562Σμύρνης, ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ πολέμου εἰς
1563ὡρισμένα πρόσωπα, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
1564Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Διὰ λόγους εὐνοήτους, οὐδεμίαν εἶχε
1565καὶ οὐδεμίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ σχέσιν καὶ ἀνάμιξιν τὸ ζήτημα
1566τοῦτο μετὰ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν.
1567Ἔτι δ’ ἐπιβλαβῆ θεωρῶ τὴν ἀνάμιξιν ἑτέρου ζητήματος,
1568τοῦ ζητήματος τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν τῆς Ἑλλά-
1569δος. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
1570καὶ πάντες οἱ ἀναμιγνύοντες τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς
1571παρασκευῆς καὶ συνδέοντες αὐτὸ μετὰ παντὸς ἄλλου ζη-
1572τήματος συζητουμένου εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκληματοῦσι πρὸς
1573τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ πρὸς τὴν σημασίαν αὐτοῦ
1574τοῦ ζητήματος. Οὐδεὶς, Κύριοι, ὑπάρχει, οὔτε ἐν τῇ Βου-
1575λῇ οὔτε ἐκτὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἦναι ἀποφασισμένος
1576νὰ παράσχῃ πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρα-
1577σκευὴν τῆς χώρας, ὄχι διότι νομίζομεν, ὅτι στρατιωτικῶς
1578ὀργανούμενοι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν στρατιωτικὰς δάφνας
1579καὶ βιαίας λύσεις ζητημάτων, ἀλλὰ διότι ἔθνος, τὸ ὁποῖον
1580στερεῖται στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, εἶναι ἔθνος ἀτελές,
1581καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν λαμβάνεται ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν εἰς
1582τοὺς συνδυασμοὺς τῶν μεγάλων ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε
1583παρουσιάζονται, τοὺς σχετιζομένους μὲ τὰ διάφορα εὐρω-
1584παϊκὰ ζητήματα, καὶ μὲ τὰ ζητήματα ἑπομένως, τὰ ὁποῖα
1585καὶ ἡμᾶς ἐνδιαφέρουσιν ἀμέσως. Τοῦτο ἀκριβῶς πᾶς Ἕλλην
1586ἐννοῶν, θέλει νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα στρατιωτικῶς ὠργανω-
1587μένην. Ἂν δὲ συζητοῦμεν ἡμεῖς τὰ νομοσχέδια τὰ σχετι-
1588ζόμενα μὲ τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας ὀργάνωσιν, πράτ-
1589τομεν τοῦτο ἀκριβῶς διότι ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως ἡ ὀργάνωσις
1590ᾖ θετικὴ καὶ ἀσφαλής. Δὲν νομίζομεν δὲ, ὅτι ἐπιτυγχάνεται
1591τοῦτο, ἂν μεταβληθῶσιν εἰς νόμους νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
1592ἤθελον ἀποβῆ ἀνεφάρμοστα εἴτε ἕνεκα τῶν διατάξεων αὐτῶν
1593τούτων τῶν νομοσχεδίων, εἴτε ἕνεκα δυσαναλογίας καὶ ἀντι-
1594θέσεως αὐτῶν πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Τοιοῦτοι νόμοι,
1595ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν ἰδέαν τῆς στρατιωτικῆς παρα-
1596σκευῆς τῆς χώρας, θὰ συντελέσωσιν ἀπ’ ἐναντίας νὰ κατα-
1597στήσωσι προβληματικὴν καὶ παρεμποδίσωσιν αὐτήν. Παρεμ-
1598πόδισιν δὲ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς γενικῆς ταύτης
1599ἐπιθυμίας δύναται νὰ φέρῃ καὶ ἡ καθιερωθεῖσα συνήθεια
1600παρὰ πολλοῖς, ἵνα ἀναμιγνύωσι τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτι-
1601κῆς ὀργανώσεως, τὸ ὑψίστης σημασίας, μετὰ παντὸς ζητή-
1602ματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν. Διότι καὶ
1603αὐτὴ ἡ συζήτησις ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἁπλῆς τινος
1604πιστώσεως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἴς τινας νὰ εἴπωσιν, ὅτι οἱ συ-
1605ζητήσαντες αὐτὴν δὲν θέλουσι τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν
1606τῆς χώρας. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τοιαύ-
1607της τακτικῆς δύναται νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν γελωτο-
1608ποίησιν τῆς ἰδέας τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, ὅταν παν-
1609ταχοῦ θέλωμεν νὰ ἀναμιγνύωμεν αὐτὴν ὡς φόβητρον κατὰ
1610πάσης συζητήσεως.
1611Εἶπον ταῦτα, Κύριοι, περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου
1612καὶ περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, διότι ὁμολο-
1613γῶ, ὅτι μετὰ λύπης ἤκουσα ἀναμιγνυόμενα τὰ ζητήματα
1614ταῦτα μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, τὸ ὁποῖον
1615μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ θελήσωμεν καὶ ἡμεῖς,
1616ὡς ἄλλα Κοινοβούλια, νὰ διακρίνωμεν τὰ ζητήματα, τὰ
1617ὁποῖα πρέπει νὰ χωρίζωνται, ὅταν συζητῶνται. Κεχωρισμέ-
1618νον δὲ τῶν ἄλλων εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου τῆς
1619Σμύρνης καὶ τῆς δοθείσης ἱκανοποιήσεως. Λελυμένον δὲ εἶ-
1620ναι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ οὐδὲν πλέον περιέχει τὸ μυστικόν.
1621Ὀφείλει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὰς ἐπισήμους
1622πληροφορίας, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, ὅπως
1623ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων δεδομένων ἐξετάσωμεν αὐτὸ κατὰ
1624τρόπον ἐπανορθοῦντα τὴν ἐπὶ ἐσφαλμένων ἴσως καὶ μὴ βα-
1625σίμων δεδομένων γιγνομένην συζήτησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ
1626παραβλάψῃ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους.
1627§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἐφανταζόμην, Κύριοι,
1628ὅτε εἶδον ἐγερθέντα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος πολιτευ-
1629τήν, ὅτι ἤθελε τολμήσει νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγ-
1630γράφων ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, διότι τὸ ἐπεισό-
1631διον τοῦτο δὲν εἶναι, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς
1632ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ἄσχετον πρὸς τὰ γεγονότα τοῦ
16331897, καθόσον τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἀπεγύμνωσαν ὁλοσχε-
1634ρῶς, ἀπὸ ἐπόψεως στρατιωτικῆς, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος
1635καὶ τὸ ἔθνος καθόλου, καὶ ἑπομένως ἠδύνατό τις νὰ ἀνα-
1636μένῃ οὐ μόνον τοιαύτας προσβολὰς κατὰ τῶν διατελούντων
1637ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους,
1638ἀλλ’ ἴσως καὶ χείρονας. Τοὐναντίον ἐπίστευον, ὅτι ἡ μα-
1639κροχρόνιος πολιτεία του, ὡς ἄλλοτε ὡμολόγησεν ἐντεῦθεν, ἡ
1640πεντηκονταετὴς περίπου, ὅτι ἡ πεῖρα ἐκείνη καὶ τὰ πικρὰ
1641μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευ-
1642ταίων χρόνων, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐφωτίσθησαν καὶ πάντες οἱ
1643Ἕλληνες, ἤθελον τὸν διδάξει εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι λίαν
1644προσεκτικός, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσι
1645τὴν Ἑλληνικὴν τιμήν.
1646Ὅτε, Κύριοι, κατελαμβάνομεν ἔδαφος ξένης Ἐπικρα-
1647τείας κατὰ τὸ 1897, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὴν
1648στιγμὴν ἐκείνην ἐκηρύξαμεν ἐναντίον αὐτῆς τὸν πόλεμον,
1649καὶ ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναπαυώμεθα εἰς τὰς θωπείας
1650καὶ τὰς περιποιήσεις τοῦ τότε παραμένοντος ἐδῶ πρέσβεως
1651τῆς Τουρκίας μέχρις οὗ ἑτοιμασθῇ ἡ Τουρκία, καὶ μᾶς δώ-
1652σῃ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκε. Μᾶς ἔρριψε τότε εἰς
1653λήθαργον, ἀναμενόντων ἡμῶν εἴτε ἀποκλεισμόν, ὡς τὸ 1886,
1654εἴτε τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἐκεί-
1655νῃ βεβαίως εἴχομεν σταυρώσει τὰς χεῖρας· διότι, ἐὰν δὲν
1656εἴχομεν σταυρώσει τὰς χεῖρας, θὰ ἐνεργοῦμεν πρὶν ἢ δυνη-
1657θῶσιν οἱ Τοῦρκοι νὰ στρατολογήσωσιν ἀπὸ τὰ ἐνδότερα τῆς
1658Ἀσίας τὰ στίφη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔφθασαν μέχρι Λαμίας
1659κατόπιν. Καὶ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
1660νην ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Δηλιγι-
1661άννην, προεδρεύοντα τότε τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ Ὑπουρ-
1662γείῳ τῶν Οἰκονομικῶν—νομίζω ὅτι ἦτο ἡ 12 ἢ 15 Νοεμ-
1663βρίου—: «Θὰ πολεμήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν κατά-
1664ληψιν τῆς Κρήτης, ναὶ ἢ οὔ;» — «Ἀσφαλῶς, μοὶ εἶπεν εἰς
1665ἀπάντησιν, θὰ πολεμήσωμεν, ἐὰν δὲν πάρωμεν τὴν Κρή-
1666την». — «Ἐπιτραπήτω μοι, κύριε Πρόεδρε, τῷ εἶπον, νὰ σᾶς
1667γνωρίσω, ὅτι ἡ παρασκευή, τὴν ὁποίαν κάμνομεν, δὲν μαρ-
1668τυρεῖ τοῦτο. Μὴ ἐμπιστεύεσθε εἰς τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι
1669ἐξακολουθοῦσι νὰ μᾶς περιποιῶνται, προσποιούμενοι ὅτι θὰ
1670συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα καὶ θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα εἰλικρι-
1671νῶς: Θὰ παρασκευασθῶσι καὶ θὰ μᾶς ἐπιτεθῶσι. Διὰ τοῦτο
1672νομίζω καλόν, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ ἐξ Ἀλβανίας καὶ
1673ἐκ Μακεδονίας ἐπιτεθῶμεν ἐναντίον αὐτῶν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ
1674ὅτι ἠθέλομεν νικήσει τὸ πρῶτον, — καὶ βεβαίως θὰ ἐνικῶμεν,
1675διότι τότε ἡ Τουρκία δὲν εἶχε στρατιώτας ἐδῶ — καὶ μᾶς
1676ἐμποδίσωσιν αἱ Δυνάμεις εἰς τὴν γραμμήν, θὰ ἤμεθα ἱκα-
1677νοποιημένοι». Δυστυχῶς τοῦτο δὲν ἐγένετο, διότι ὁ τότε
1678Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἄλλας σκέψεις.
1679Μετ’ ὀλίγον ἐβομβαρδίζετο ἡ Ἑλλὰς ἐν Κρήτῃ ἀπὸ τοὺς
1680ἡνωμένους στόλους τῶν Δυνάμεων, ἐλέχθη δὲ τότε, ὅτι, «ἀφοῦ
1681αἱ Δυνάμεις μᾶς ἐπετέθησαν, εὑρισκόμεθα ἐν τῷ δικαίῳ, ἐὰν
1682ἀνακαλέσωμεν τὸ στράτευμά μας, καὶ εἴπωμεν, ὅτι βεβαίως
1683ἐσκοποῦμεν νὰ μονομαχήσωμεν ἐναντίον τῆς ὁμόρου Ἐπικρα-
1684τείας, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ νικήσωμεν, ἀλλὰ δὲν ἐπι-
1685στεύομεν ποτέ, ὅτι ἡνωμένη ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος ἤθελε μᾶς
1686ἐπιτεθῇ καὶ παρεμποδίσει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ νικήσωμεν τὴν
1687Τουρκίαν». Καὶ οὕτω θὰ ἤμεθα πάντες ἱκανοποιημένοι. Καὶ
1688τοῦτο ὅμως δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ τότε Κυβέρνη-
1689σις ὡς λύσιν αἰσίαν, καὶ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα
1690ἐπῆλθον.
1691Μετὰ τὴν καταστροφὴν ἐκείνην, μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ
1692κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξόντω-
1693σιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ ἔθνος, ἔρχεται τώρα τὸ ἐπεισό-
1694διον τῆς Σμύρνης, καὶ ἐρωτώμεθα: «διατὶ ἐδώκατε αὐτὴν
1695τὴν λύσιν, ἡ ὁποία εἶναι κακή;» Καὶ ἐὰν σᾶς ἔλεγεν ἡ
1696Τουρκία: «Κύριε, μὰρς ἀπ’ ἐδῶ! δὲν σᾶς δίδομεν καμμίαν
1697λύσιν», τί ἠθέλετε πράξει;
1698§93Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ στείλωμεν τὸν στόλον!
1699§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Κυβέρνησιν.
1700§95Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ λέγω εἰς σᾶς, οἱ ὁποῖοι
1701ζητεῖτε τὸν λόγον. Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της.
1702§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ ἴδωμεν ἀκριβῶς,
1703διὰ νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν καὶ ἡμεῖς.
1704§97Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λοιπὸν λέγετε: «διατὶ ὁ
1705στόλος νὰ παρασκευασθῇ;»
1706§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν λέγομεν τίποτε ἀπὸ αὐτά. Λέ-
1707γομεν ὅτι θέλομεν νὰ λάβωμεν ἐπισήμους πληροφορίας, διὰ
1708νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς.
1709§99Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ στόλος εἶχεν ὑποχρέωσιν
1710νὰ παρασκευασθῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1711Ναυτικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ πᾶν ὅ,τι ἦτο δυ-
1712νατὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐδίδετο ἡ λύσις, ἡ ὁποία
1713ἐδόθη, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἱκανοποιητική, σχετικὴ
1714πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἀδυναμίαν, βεβαίως εἶχε τὸ καθῆκον
1715ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ὅ,τι ἦτο δυνατόν.
1716§100Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί ἤθελε πράξει;
1717§101Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συμ-
1718βουλεύετε. Διότι αὐτὸ συμβουλεύετε.
1719§102Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ποῖον;
1720§103Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διότι λέγετε: «διατὶ ἐβά-
1721λατε τὸν στόλον καὶ ἐκάπνιζε; διατὶ ἠπειλεῖτε;»
1722§104ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡμεῖς ἐρωτῶμεν, ἂν εἶναι ἀληθὲς
1723τοῦτο.
1724§105Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οἱ Τοῦρκοι μᾶς γνωρίζουσι
1725κάλλιστα. Μὴ πλανᾶσθε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβουλεύω
1726ἐγὼ, εἶναι νὰ ἐπέλθῃ σύνεσις πραγματικὴ καὶ ὀρθή, διὰ τῆς
1727ὁποίας πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐσωτερικὴν
1728πολιτικὴν, νὰ τίθηνται κατὰ μέρος, ὅταν πρόκηται περὶ ζη-
1729τημάτων ἀφορώντων τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ κατά τε
1730ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ νὰ μὴ
1731περιορίζωνται ἐν τῷ κύκλῳ τῆς καθαρῶς ἐσωτερικῆς πολιτι-
1732κῆς, διότι ἐφ’ ὅσον οὕτω πολιτευόμεθα, πάντοτε θὰ λαμ-
1733βάνωμεν τὸ ῥάπισμα, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν χθὲς ἐν τῷ προσώπῳ
1734τοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Σμύρνῃ. Μὴ ἔχετε καμμίαν
1735ἀμφιβολίαν περὶ τούτου.
1736Συμβουλεύω λοιπὸν, μὲ τὴν μικράν μου κρίσιν, προκειμέ-
1737νου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν τιμὴν τοῦ κα-
1738θόλου Ἑλληνισμοῦ, νὰ τὰ ἀφίνωμεν ὁπωσδήποτε κεκαλυμ-
1739μένα, ἵνα μὴ δίδωμεν ἀφορμὴν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
1740ἔχουσι μικράν τινα ἰδέαν ἀκόμη περὶ ἡμῶν, νὰ ἀποβάλωσι
1741τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ἀπελπιζόμενοι ὁλοσχερῶς, νὰ τρα-
1742πῶσιν ἄλλοι μὲν ζητοῦντες τὴν προστασίαν τῶν Βουλγάρων,
1743ἄλλοι τὴν τῶν Σέρβων, καὶ ἄλλοι τὴν τῶν Ῥωμούνων. Αὐτὴ
1744εἶναι ἡ συμβουλή μου.
1745Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ πλέον, — ἐφ’ ὅσον δὲν δοθῇ
1746ἀφορμὴ, — περὶ τῶν τοῦ πολέμου τοῦ 1897. Ἐὰν τοιαύτη
1747ἀφορμὴ δοθῇ, θέλω ἐπανέλθει, καὶ ἂς φέρωσι τὴν εὐθύνην
1748ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὴν ἀφορμήν.
1749§106Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπὸ δύο ἐτῶν περίπου
1750χαραχθεῖσα σώφρων καὶ μεμετρημένη πολιτεία τῶν Ἑλλη-
1751νικῶν Κυβερνήσεων, καὶ αἱ φιλικαὶ σχέσεις, ἃς ἐκαλλιέργη-
1752σαν μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ἐπήνεγκον μεγάλα καὶ
1753προφανῆ ἀποτελέσματα διὰ σύμπασαν τὴν Ἀνατολήν. Ἐὰν
1754σήμερον τὸ καθεστὼς ἐν Ἀνατολῇ τηρῆται, μετὰ τὴν ὀξυ-
1755τάτην κρίσιν, ἣν διῆλθεν αὕτη κατὰ τὸ περυσινὸν θέρος,
1756ἐὰν ἡ Τουρκία ζῇ, βεβαίως τὸ πλεῖστον ἢ μέγα μέρος ὀφεί-
1757λεται εἰς τὴν εὔνουν καὶ φιλικὴν στάσιν, ἣν ἡ Ἑλληνικὴ
1758Κυβέρνησις καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπέδειξε πρὸς
1759τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν. Οὔτε μετανοεῖ διὰ τοῦτο τὸ Ἑλ-
1760ληνικὸν ἔθνος, πρῶτον διότι ἐν τῷ καθεστῶτι εὑρίσκει τὰ
1761συμφέροντα αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα, δεύτερον διότι καὶ τὸ πο-
1762λυάριθμον ἐν τῇ δούλῃ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, τὰ 10 ἑκατομ-
1763μύρια ἐκεῖνα, ἅτινα βιοῦσιν ὑπὸ τὰ σκῆπτρα τῆς ὁμόρου
1764Ἐπικρατείας, ὡς ἐκ τῆς σώφρονος ταύτης στάσεως τῶν
1765Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἐβίωσαν βίον ὑποφερτὸν κατὰ
1766τοὺς μῆνας τοὺς παρελθόντας πάντας. Ἔχων σχέσεις καὶ
1767ἀλληλογραφίαν πανταχοῦ τῆς δούλης Ἑλλάδος, δύναμαι νὰ
1768σᾶς βεβαιώσω, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων τῶν
1769Προξένων δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι πανταχοῦ τῆς
1770Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας, ἔν τε τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ τῇ
1771Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀνέπνευσε καὶ
1772ἀνεθάρρησε, καὶ ἠδύνατο νὰ συγκεντρώσῃ τὴν διάνοιαν αὐτοῦ
1773πρὸς τοὺς φανατικοὺς καὶ ἀμειλίκτους ἐχθροὺς, οἵτινες ἐκ
1774τοῦ βορρᾶ ἀπειλοῦσιν αὐτὸ διὰ δολοφονιῶν καὶ ἄλλων ἀτί-
1775μων μέσων νὰ ἐξοντώσωσι.
1776Μελετήσατε τὰς ἐκθέσεις τῶν Προξένων τῆς Μακεδονίας
1777καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἐρωτήσατε τοὺς
1778ἐκεῖθεν ἐρχομένους. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος πέρυσιν ἐνόμισα καθῆ-
1779κον, νὰ ὑψώσω τὴν μικρὰν φωνήν μου ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ
1780τούτῳ, ἐκφράζων τὴν ἐπιδοκιμασίαν καὶ τὸν θαυμασμόν
1781μου διὰ τὴν πολιτείαν τὴν χαραχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
1782ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἔλαβον θερμότατα συγχαρητήρια
1783καὶ ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης μετὰ δακρύων καὶ ἐκ Σμύρνης
1784καὶ ἐξ Ἀλβανίας καὶ ἐκ Μακεδονίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν
1785μετανοημένον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος διὰ τὴν σώφρονα καὶ με-
1786μελετημένην ταύτην πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν στά-
1787σιν αὐτοῦ.
1788Ἀλλὰ παραδόξως, καὶ ἀνελπίστως τὸ ἐπισκῆψαν ἐν
1789Σμύρνῃ ἐπεισόδιον ἐνεποίησεν ὀδύνην καὶ πόνον εἰς σύμπαν
1790τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, οὐχὶ τόσον διὰ τὸ περιωρισμένον καὶ
1791μεμονωμένον αὐτὸ περιστατικὸν, ὅσον διότι πολὺ ὑπωπτεύ-
1792θη, ὅτι ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια, ἀφοῦ ἐκανόνισε τοὺς λογα-
1793ριασμούς της μετὰ τῶν Βουλγάρων, μετὰ τὴν Τουρκοβουλγα-
1794ρικὴν τουτέστι συνεννόησιν, ὑπετροπίασε πάλιν, ἐπανελθοῦσα
1795εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ καὶ τοῦ Φουὰτ–πασσᾶ,
1796τῶν δύο μεγάλων θεωρηθέντων Τούρκων πολιτικῶν, οἵτινες,
1797ἐφαρμόζοντες τὸ Μακκιαβελικὸν σύστημα «διαίρει καὶ βασί-
1798λευε», ἐνόμιζον, ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Ὀθω-
1799μανικὴν Αὐτοκρατορίαν, δημιουργοῦντες καὶ ζωοποιοῦντες
1800τὴν Βουλγαρίαν, καὶ παρὰ τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου
1801θρησκείας πλάττοντες Ἐξαρχίαν καὶ Ἔξαρχον Βούλγαρον,
1802καὶ διορίζοντες ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν ἐπισκόπους Βουλγάρους,
1803καὶ καταδιώκοντες τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον. Διὰ τοῦτο τὸ
1804Ἑλληνικὸν ἔθνος βαθύτατα ἐκεντήθη ἔτι μᾶλλον ἀπὸ τὸ
1805λυπηρὸν ἐπεισόδιον τὸ ἐν Σμύρνῃ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὀλίγων καὶ
1806μεμετρημένων λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν
1807ἐμάθομεν τὰς φράσεις, ἃς ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε
1808πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ δείξῃ τὰ φιλικὰ αὑ-
1809τῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα αἰσθήματα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν
1810σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸ νὰ διατηρῇ φιλι-
1811κὰς μεθ’ ἡμῶν σχέσεις. Τοῦτο δὲ πείθει ἡμᾶς, ὅτι τὸ ἐν
1812Σμύρνῃ ἐπεισόδιον ὀφείλεται κυρίως καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς
1813τὴν προσωπικὴν ἐνέργειαν Ἀσιανοῦ σατράπου, ὁ ὁποῖος ὡς
1814τίτλον φέρει τὸν μισελληνισμόν. Εἶναι ἔργον προσωπικὸν
1815τοῦ Κιαμὴλ–πασσᾶ.
1816§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι Κύπριος ὁ Κιαμήλ.
1817§108Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον.
1818Γνωρίζετε δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προκειμένου περὶ φιλελ-
1819ληνισμοῦ καὶ μισελληνισμοῦ, κρινομένου οὐχὶ ὑφ’ ἡμῶν τῶν
1820Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἐξεταζομένου ὡς ὅρου διεθνοῦς, ὅσον ὁ φι-
1821λελληνισμὸς ἐμφαίνει φύσιν ὑψηλόφρονα, διάνοιαν ὑπέροχον
1822καὶ προνομιοῦχον, ὅπως ἡ τοῦ Βύρωνος, ἡ τοῦ Κάνιγγος, ἡ
1823τοῦ Γλάδστωνος, καὶ διανοητικὴν ἀνάπτυξιν ὑπέροχον καὶ
1824ἔκτακτον, καὶ εἶναι τίτλος διὰ τὸν φέροντα ὁ φιλελληνισμὸς,
1825τίτλος εὐγενείας καὶ ἀριστοκρατίας καὶ ἐξοχότητος τοῦ
1826πνεύματος καὶ τῆς διανοίας, τόσον ὁ μισελληνισμὸς εἶναι
1827στίγμα καὶ τεκμήριον κτηνώδους ψυχῆς καὶ διανοίας ἀκαλ-
1828λιεργήτου. Καὶ τοῦτο παρατηρεῖται οὐ μόνον εἰς τὰ ἄτομα,
1829ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔθνη. Ὅπου ὑφίσταται φιλελληνισμός, ἔχετε
1830πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει πολιτισμὸς καὶ ἀνθρωπισμός· ὅπου
1831ὑπάρχει μισελληνισμός, οὗτος εἶναι ὡς μία ἀγέλη κτηνώδης,
1832ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀτενίσῃ πρὸς τὸν ἥλιον.
1833Ἀπὸ τοιοῦτον λοιπὸν σατράπην Ἀσιανὸν τὰ πάντα ἠδύ-
1834νατό τις νὰ περιμένῃ, ὄχι μόνον ὕβρεις κατὰ τῶν προσώπων,
1835τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ κατὰ
1836παντὸς ὁσίου καὶ ἱεροῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῷ δεινότερα, καὶ
1837χειροπέδας καὶ ἀνασκολοπισμοὺς καὶ γενιτσαρισμούς.
1838Ἐχάρην, εἶπον, πολύ, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις φαί-
1839νεται ἀμέτοχος πρὸς τοὺς τοιούτους βανδαλισμοὺς καὶ ἀπο-
1840δοκιμάζουσα αὐτούς. Ἵνα δὲ μὴ μακρηγορῶ, ἐγὼ τὸ ζήτημα
1841τοῦτο θεωρῶ ἀρκετὰ μὲν σπουδαῖον, ἀλλὰ δευτερεῦον, ὅπως
1842καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅστις ὡμίλησε σχε-
1843τικῶς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα. Θεωρῶ δὲ ἀσύνετον, ἵνα μὴ
1844εἴπω ἀποτρόπαιον, χάριν ἑνὸς προσώπου, νὰ διακινδυνεύω-
1845σιν αἱ σχέσεις αἱ φιλικαὶ δύο ἐθνῶν, τῶν ὁποίων καὶ τὰ
1846συμφέροντα καὶ οἱ κίνδυνοι καὶ ἡ ὕπαρξις ἔχουσι κοινὰς τὰς
1847ἐλπίδας καὶ τὰς δυνάμεις. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, χωρὶς νὰ
1848θελήσω νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν λύσιν ταύτην,
1849—ὅπερ βεβαίως οἱ φίλοι αὐτῆς δύνανται πολὺ δικαίως νὰ
1850πράξωσι, —λέγω, ὅτι τὸ νὰ λυθῇ διαφορὰ μεταξὺ Τουρκίας
1851καὶ οἱουδήποτε ἔθνους, μικροῦ ἢ μεγάλου, ἐντὸς ἡμερῶν
1852δὲν εἶναι μικρὸν κατόρθωμα, καὶ ἂν ἔτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη
1853ἦτο ἡ Γαλλικὴ ἢ ἡ Ἀμερικανικὴ ἀκόμη.
1854Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο, ἤθελον συγχα-
1855ρῆ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν σύνεσιν καὶ τὴν πο-
1856λιτικὴν περίνοιαν, ἣν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπέδειξεν· ἐὰν δὲ
1857μεγαλειτέραν ἤθελε δώσει ἱκανοποίησιν, ἐὰν δηλ. ἀπεδεί-
1858κνυεν ἀρτίαν τὴν συναίσθησιν τῶν συμφερόντων αὐτῆς καὶ
1859τῆς ἐκτιμήσεως ἐπὶ τῆς φιλίας τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἤθελεν
1860οὐ μόνον παύσει τὸν Κιαμὴλ πασσᾶν, ἴσως καὶ ἀνθισταμένη
1861εἰς τὴν προστασίαν αὐτοῦ ὑπὸ ἰσχυρᾶς Δυνάμεως, —διότι καὶ
1862ἐκεῖ τὰ πάντα γίνονται, —ἀλλ’ ἤθελε συνάμα λύσει καὶ τὸ
1863φλέγον ζήτημα τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἤθελον τη-
1864λεγραφικῶς συγχαρῆ αὐτῇ ἐπὶ φρονήσει καὶ πολιτικῇ πε-
1865ρινοίᾳ.
1866Ὡς πρὸς ἡμᾶς δέ, ἤθελον εὐχηθῆ, τὸ κατὰ τοῦ ἀντι-
1867προσώπου ἡμῶν ῥάπισμα νὰ γείνῃ σοβαρὸν μάθημα διὰ τὸ
1868μέλλον, καὶ νὰ μὴ ἐξαντλώμεθα εἰς λόγους κενοὺς καὶ φρά-
1869σεις καὶ ἀγῶνας ἀγόνους. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ σωφρονήσω-
1870μεν, νὰ συνετισθῶμεν, τῆς μὲν μιᾶς πτέρυγος μὴ ὑπεικού-
1871σης εἰς τοῦ κόμματος τὰς ἀπαιτήσεις, τῆς δὲ ἑτέρας μὴ
1872θελούσης δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο νὰ ἐπιδιώξῃ.
1873§109Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ἕν
1874πρᾶγμα· ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἂν δυνάμεθα ἐλευθέρως ἐν
1875τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ὁμιλῶμεν, καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε
1876πρὸ μικροῦ περὶ τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ὁ
1877κύριος Λιμπρίτης. Ἐνθυμεῖσθε, τί εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος
1878Λιμπρίτης περὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ
1879περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ εἶναι περιττὸν,
1880οὔτε πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γί-
1881νωνται τοιαῦται ὁμιλίαι ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ μέλλοντος
1882Βασιλέως, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οἱ λόγοι τοῦ κ. Λιμ-
1883πρίτου δὲν εἶναι δίκαιοι, οὔτε ἀληθεῖς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι
1884ἐγὼ δὲν κολακεύω, εἶναι γνωστόν, ὅτι τοὐναντίον ἐγενόμην
1885πάντοτε θῦμα τοῦ χαρακτῆρός μου, χαρακτῆρος ξένου πρὸς
1886τὴν κολακείαν, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα δίκαιοι, ὀφεί-
1887λομεν νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι
1888καὶ ὁ Διάδοχος καὶ ὁ ἐν Κρήτῃ πρίγκηψ ἐργάζονται εἰλι-
1889κρινῶς μετὰ ζήλου καὶ νοημοσύνης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων
1890τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ
1891ἀποκρούσῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. Λυμπρίτου, διὰ νὰ μὴ καθι-
1892ερωθῇ νὰ ὁμιλῶμεν ἐνταῦθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον περὶ τοῦ
1893μέλλοντος Βασιλέως, διότι θὰ θελήσουν καὶ ἄλλοι ἴσως νὰ
1894δείξουν ἀνεξαρτησίαν φρονήματος καὶ νὰ ὁμιλήσουν κατ’ αὐ-
1895τὸν τὸν τρόπον, καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ οὕτω δυνάμεθα νὰ φθά-
1896σωμεν.
1897Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι δὲν ἐννοῶ. Πολλοὶ Βουλευταὶ πολ-
1898λάκις ἠθελήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν στρατιωτικὰ πράγματα,
1899ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξαμεν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι, ὁσάκις ἠθέ-
1900λησέ τις νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐξανέστησαν σύσσωμοι οἱ ἀξιω-
1901ματικοὶ ὅλοι, ὅτι ὑβρίζομεν τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι ὑβρίζο-
1902μεν τὸ στράτευμα, ὅτι ὁμιλοῦμεν ἐναντίον τῶν συμφερόντων
1903τῆς πατρίδος. Εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω, τί θὰ γείνῃ τώρα,
1904ὅτε εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἔρχεται καὶ λέγει καὶ κηρύτ-
1905τει ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ
1906τοῦ ἀνωτάτου διοικητοῦ αὐτοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου δεκα-
1907νέως, εἶναι κεφαλαὶ κεναί, εἶναι ἄχρηστοι καὶ ἀνίκανοι νὰ
1908ἐκτελέσωσί τι ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος.
1909Ἀλλὰ διὰ νὰ λέγῃ τοιαῦτα ὁ κ. Λυμπρίτης, ἐννοεῖ βε-
1910βαίως, ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν. Τὸν κ. Λυμπρίτην τὸν
1911γνωρίζω καλῶς, τὸν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐν τῇ πο-
1912λεμικῇ αὐτοῦ δράσει, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι
1913ἀξιωματικὸς γενναῖος, —τὸν εἶδον εἰς περιστάσεις κρισίμους
1914μὴ φοβηθέντα, — ἀλλὰ δὲν ἔχει ἡρωϊκὰ καὶ στρατηγικὰ κα-
1915τορθώματα, δυνάμενα νὰ δίδουν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ λαμ-
1916βάνῃ αὐτὴν τὴν στάσιν καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωμα-
1917τικοί, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου καὶ μέχρι
1918τοῦ τελευταίου δεκανέως, εἶναι κεναὶ κεφαλαί, ἄχρηστοι
1919καὶ ἀνίκανοι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ στάσιν
1920Κολοκοτρώνη καὶ Καραϊσκάκη, Μαυρομιχάλη καὶ Παπα-
1921φλέσσα.
1922Διὰ νὰ ἐννοήσητε εἰς τίνας πολεμικὰς πράξεις θέλουσι νὰ
1923δώσωσι χαρακτῆρα κατορθωμάτων ἡρωϊκῶν καὶ στρατηγι-
1924κῶν, θὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων περίστασίν τινα. Ὑπὲρ πᾶσαν
1925ἄλλην πολεμικὴν πρᾶξίν του καυχᾶται ὁ κ. Λυμπρίτης διὰ
1926τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐν τῇ μάχῃ τῶν Βουκολιῶν ἐν
1927Κρήτῃ. Ὁμολογῶ, ὅτι μετέβη εἰς τὸ κρισιμώτερον σημεῖον
1928τῆς μάχης, εἰς τὴν μᾶλλον ἐπίκαιρον καὶ ἐπικίνδυνον θέσιν.
1929Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μέγα στρατιωτικὸν κατόρθωμα,
1930τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τῷ δώσῃ τοιαῦτα δικαιώματα. Εἰς
1931τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν πραγματικῶς ἐπικίνδυνον, μαζὺ μὲ
1932τὸν Λυμπρίτην καὶ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον μετέβησαν καὶ
1933ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός
1934των, οὐδὲν καθῆκον πρὸς τὸ Κράτος εἶχον, νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ
1935καὶ διακινδυνεύσωσι τὴν ζωήν των, οὔτε βλέψεις εἶχον περὶ
1936μελλουσῶν ἀμοιβῶν καὶ προβιβασμῶν· καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρω-
1937ποι οὔτε ἐκαυχήθησαν δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, οὔτε τὸ ἀνέφε-
1938ραν κἄν, διότι εἶχον ἴσως χιλίας ἄλλας πράξεις τῶν ὁμοίας
1939νὰ ἐπιδείξωσιν. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸν — εἰς τὸ ὁποῖον ὁμο-
1940λογῶ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καὶ μόνον, ὡς γενναῖος
1941ἄνθρωπος, διότι τὸν εἶδον ἐγὼ ἐκεῖ, μετ’ αὐτοῦ μεταβὰς εἰς
1942τὸ ὀχύρωμα τοῦ Κισσαμίτου ἀρχηγοῦ Ἀναστασάκη, — δὲν
1943νομίζω ὅτι τῷ δίδει τὸ δικαίωμα, ὡς ἄλλος Κολοκοτρώνης
1944ἢ ἄλλος Καραϊσκάκης, νὰ λέγῃ, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί,
1945ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου διοικητοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου δεκα-
1946νέως, εἶναι κεναὶ κεφαλαί, ἄχρηστοι καὶ ἀνίκανοι νὰ ἐκτε-
1947λέσουν τὸ καθῆκόν των! Καὶ τελευταῖον ἀφίνω εἰς τὴν Βου-
1948λὴν νὰ κρίνῃ, ἂν συμφέρει, ἂν συνᾴδει εἰς τὰ συμφέροντα
1949τοῦ Κράτους, ἐν τῇ συζητήσει ἐθνικοῦ ζητήματος τοιούτου,
1950νὰ ἔρχηται εἷς ἀνώτατος ἀξιωματικός, διατελέσας μάλιστα
1951πρὸ μικροῦ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ λέγῃ, ὅτι εἰς
1952τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἓν φυσίγγιον,
1953καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ὅλοι εἶναι κεναὶ κεφαλαί, εἶναι κη-
1954φῆνες καὶ ἀνίκανοι!
1955§110Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἰμὶ εὐγνώμων διὰ τὴν μνείαν,
1956τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βου-
1957λευτής. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν προσεδόκων τοῦτο, οὐδὲ εἶχον
1958ἀνάγκην αὐτοῦ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ ποτὲ νὰ ὡμίλησα ἐν
1959τῇ Βουλῇ περὶ ἐμαυτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὴν οἰκίαν
1960μου ἦλθέ ποτε ὁ κ. Βουλευτής· οὐδέποτε τὸν ἐνθυμοῦμαι
1961καὶ οὐδέποτε μετ’ ἐμοῦ συνδιελέχθη περὶ τῆς τοιαύτης ἢ
1962τοιαύτης δράσεώς μου. Εἶναι εἰς ἐμὲ ἄγνωστος, δὲν ἔχω
1963δὲ καὶ ὑποχρέωσίν τινα νὰ συνδεθῶ μετ’ αὐτοῦ. Ἂς ὁδεύῃ
1964τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὁδεύῃ, ἀλλὰ δὲν συνην-
1965τήθημεν οὐδ’ ἐν τῷ στρατιωτικῷ οὐδ’ ἐν ἄλλῳ τινὶ ἐπαγ-
1966γέλματι. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς φράσεις μου, τὰς ὁποίας
1967ἠθέλησε νὰ ἐπιτιμήσῃ, καὶ ἐφάνη προκαλῶν τὴν ψῆφον τῆς
1968Βουλῆς ἐπὶ τούτων, εἰς ἕνα μόνον θέλω ἀνενεχθῆ, εἰς ἐκεῖ-
1969νον, ὅστις κατεῖχε τὴν πρωίαν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέ-
1970χετε σεῖς τώρα, κύριε Πρόεδρε, καὶ οὗτινος ἡ ἀντίληψις
1971εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ὅσα ἐγὼ εἶπον.
1972§111Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκαυχήθητε τὴν ἰδίαν
1973ἑσπέραν εἰς τὸ χωρίον Γαβαλομοῦρι;
1974§112Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι παρέλκυσις
1975τοῦ ζητήματος, κύριε Ἀργυρόπουλε...
1976§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ, κύριε Ἀργυρόπουλε.
1977Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1978§114Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄν, Κύριοι, ἡ ἱκανοποίησις, ἡ δο-
1979θεῖσα ἡμῖν ὑπὸ τῆς Πύλης διὰ τὸ ἐπεισόδιον τὸ συμβὰν ἐν
1980Σμύρνῃ, εἶναι ἀρκετὴ, ἢ ἂν ἠδύνατο νὰ δοθῇ καλλιτέρα,
1981τοῦτο νομίζω ὅτι πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι σχετίζεται
1982πρὸς ἄλλο ζήτημα πολὺ σπουδαιότερον, τὸ ζήτημα τῆς δυ-
1983νάμεως, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος,
1984ἵνα ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαίων αὐτοῦ καὶ ἐπιζη-
1985τήσῃ τοιάνδε ἢ τοιάνδε ἱκανοποίησιν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν μέχρι
1986τοῦδε λεχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις,
1987εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς,
1988καὶ ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετι-
1989ζόμενα πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καθὼς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁ-
1990ποῖα σχετίζονται μὲ τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα τοῦ φόρου ἐπι-
1991τηδεύματος τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων, οὐδένα ἄλλον
1992ἔχει σκοπὸν, παρὰ μόνον, ἵνα ἀποδειχθῇ δι’ αὐτῶν, κατὰ
1993τὴν εἰκασίαν, τὴν ὁποίαν κάμνουσιν οἱ κύριοι τῆς Ἀντι-
1994πολιτεύσεως, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο δὲν προῆλθεν ἐξ αὐ-
1995τοπροαιρέτου ἐνεργείας τῶν προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων ἐν
1996Σμύρνῃ, συναισθανομένων τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουν, νὰ
1997ὑπερασπίζουν τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν τῇ
1998ἀλλοδαπῇ, βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν συνθηκῶν, ἀλλ’ ὅτι τὴν
1999ἐντολὴν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν ὑπαλλήλων ἐκεί-
2000νων ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις.
2001Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἔδω-
2002κεν ἀφορμὴν σπουδαιοτάτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν, ἵνα
2003θέσῃ ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικὸν, τὸ ζή-
2004τημα δηλαδὴ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκ-
2005κρεμὲς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὸ μόνον ἐνδια-
2006φέρει τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους ἐν Τουρκίᾳ. Δὲν πρέπει νὰ
2007διαλανθάνῃ τινὰ, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐνέργεια
2008τῶν προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
2009του ἦτο αὐτοπροαίρετος ἐκ τῆς συναισθήσεως τῶν δικαιω-
2010μάτων, τὰ ὁποῖα ἠρύοντο ἐκ τῶν συμβάσεων, βεβαίως τοῦ-
2011το θέλει ἐνασκήσει μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως
2012ἐκείνων, οἵτινες μέλλουσι νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ
2013ζητήματος. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποῖον λόγον ἔχουν, ἵνα ἐπιρ-
2014ρίψωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐνεργείας ταύτης εἰς τὴν Κυβέρ-
2015νησιν. Τοῦτο βεβαίως ἤθελε βλάψει τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα
2016τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος.
2017Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων
2018θέλει ἐξαχθῆ πράγματι,—ὅπερ δὲν πιστεύω,—ὅτι κατ’ ἐν-
2019τολὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐνήργησαν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι,
2020ποίαν πολιτικὴν ὠφέλειαν θέλουσιν ἀρυσθῆ ἐκ τούτου οἱ
2021ζητοῦντες τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων; Ἂν τῷ ὄντι ἡ
2022Κυβέρνησις ἐνετείλατο τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ ἐγέννησε
2023τὸ ζήτημα καὶ τὴν ἀφορμὴν, ἡ ὁποία τῇ δίδει τὸ δικαίωμα
2024νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἐκκρεμοῦς, τοῦ
2025τοσοῦτον ἐνδιαφέροντος τὸν Ἑλληνισμόν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι
2026ἔπαινος μᾶλλον ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι κα-
2027τηγορία.
2028Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου· νομίζω ὅτι
2029ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο,
2030εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμωσι νὰ συν-
2031αισθανθῶμεν, ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον τὴν τόλμην ἡμῶν,
2032ὡς Ἑλλήνων. Νομίζω ὅτι εἶναι παρεμφερὴς ἡ περίστασις
2033πρὸς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τοὺς πατέρας ἡμῶν ἠνάγκαζον νὰ
2034θέτουν κατὰ μέρος πᾶσαν κομματικὴν διάστασιν, καὶ νὰ
2035ἑνῶνται, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐπιβάλλουν τὸν σεβασμὸν τῶν
2036δικαιωμάτων αὐτῶν. Τί ὅμως βλέπομεν ἐδῶ, Κύριοι, καὶ τί
2037ἀκούομεν; Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἐδῶ ἀπὸ πολλοῦ ἐνε-
2038καινίσθη μία πολιτικὴ διάφορος τῆς τοῦ παρελθόντος, πολι-
2039τικὴ τῆς περισυλλογῆς, τῆς ἀνασυντάξεως τῆς στρατιωτι-
2040κῆς τῆς χώρας· ἀλλ’ ἀντιτάσσεται πείσμων ἐνέργεια πρὸς
2041παρεμπόδισιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς εἶναι δυνα-
2042τὸν νὰ ἐπιβάλωμεν σεβασμόν; Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω,
2043ποίαν σημασίαν ἔχουσιν οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Λιμπρίτου, λέ-
2044γοντος ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ πολέμου εἶναι κεναὶ, ὅτι
2045στερούμεθα πολεμεφοδίων, καὶ δὲν ἔχομεν στρατιωτικὴν σύν-
2046ταξιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ναυτικὴν δύναμιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχο-
2047μεν τὰ μέσα νὰ προβῶμεν εἰς τίποτε. Ἂν πραγματικῶς ἐν-
2048διαφερώμεθα ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους, ἂν θέλωμεν, τὸ
2049Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ,
2050πρέπει νὰ συντρέξωμεν πάντες, καὶ νὰ παύσῃ ἡ πολιτικὴ
2051τοῦ παρελθόντος, καὶ νὰ μὴ προερχώμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις
2052ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὕτως ὥστε ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευ-
2053τὴς νὰ ἀποδίδῃ σφάλματα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι
2054ἐπὶ τριετίαν κυβερνήσας τὴν χώραν δὲν συνέταξε στρατιωτι-
2055κῶς αὐτὴν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀποδίδῃ ἐκεῖνα, τὰ
2056ὁποῖα ἠκούσατε ὅτι ἀποδίδει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρ-
2057τυνος.
2058Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ περίστασις αὕτη ἔπρεπε νὰ μᾶς
2059κάμῃ πάντας νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν κατὰ
2060μέρος τὰς κομματικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ νὰ συνεννοηθῶμεν
2061ἤδη, ὅτε ὀλίγαι ἀκόμη ὑπολείπονται συνεδριάσεις τῆς Βου-
2062λῆς, ἔχομεν δὲ μεγάλην ἐργασίαν, καὶ εἶναι ζήτημα, ἂν
2063θὰ δυνηθῶμεν ἐντὸς τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἡμερῶν νὰ συντελέ-
2064σωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὴν
2065στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἵνα καταστῶσι σεβαστὰ
2066τὰ δικαιώματα ἡμῶν· διότι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν
2067πορείαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὄχι μόνον προπηλακισμοὺς θέλομεν
2068ἀπαντᾷ, ὡς ἐν Σμύρνῃ, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ κρίσιμος στιγ-
2069μή, καὶ ἡμεῖς θὰ μείνωμεν ἐκτὸς τοῦ νυμφῶνος.
2070§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τὸ φοβερὸν ἐπεισόδιον τῆς
2071Σμύρνης ἦτο, κύριοι Βουλευταί, βαθὺ τραῦμα εἰς πᾶσαν καρ-
2072δίαν Ἑλληνικὴν, εἴτε ἐλεύθερον ἀναπνέει ἀέρα εἴτε ὑπόδου-
2073λος ζῇ, ἀλλὰ βαθυτέραν, ἀλλὰ ὀδυνηροτέραν πέπρωται νὰ
2074ἀνοίξῃ πληγὴν ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης στωϊ-
2075κῆς ἀπαθείας ἀπεδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ τὴν
2076ὁποίαν ἄνευ δισταγμοῦ, ἄνευ ἄλγους ψυχῆς ἀνήγγειλεν εἰς
2077τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς εὐφρόσυνον γεγονὸς, ὡς πλή-
2078ρη ἱκανοποίησιν ἑαυτῆς, ὡς δικαίαν ἱκανοποίησιν καὶ τοῦ
2079ἔθνους!
2080Καὶ εἶναι βαθύτερον καὶ ὀδυνηρότερον τὸ τραῦμα, διότι,
2081ἄν τις, ἀνίσχυρος ὤν, ὑπὸ ἰσχυροῦ ἀδικῆται, δὲν ἀπόλλυσι
2082διὰ τοῦτο οὔτε τὸν σεβασμὸν οὔτε τὴν ἐκτίμησιν καὶ τῶν
2083φίλων αὑτοῦ καὶ τῶν ἐχθρῶν, ἐν ὅσῳ τῆς ἀδικίας τῆς πρὸς
2084αὐτὸν προσγενομένης ἔχει ἀκεραίαν τὴν συναίσθησιν, διατη-
2085ρεῖ πλήρη τὴν συνείδησιν, διαφυλάττει ἄσβεστον ἐσαεὶ τὴν
2086ἀνάμνησιν. Ἀλλ’ ἄν προφανῶς ἀδικούμενος συγκαταβαίνῃ
2087καὶ καταπίπτῃ μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ζητῇ καὶ συγγνώ-
2088μην παρὰ τοῦ ἀδικοῦντος καὶ ἔλεος, τότε βεβαίως ἐπισύρει
2089ἐφ’ ἑαυτοῦ καὶ τὴν περιφρόνησιν καὶ τὴν χλεύην τῶν ἄλ-
2090λων, διαγράφεται ἀπὸ τῆς βίβλου τῶν ζώντων, καὶ ἄν ζῇ,
2091εἷς ἄταφος νεκρὸς εἶναι πλέον.
2092Προσήλθομεν ἐνταῦθα, εἰς τὴν ἐθνικὴν αἴθουσαν, συντε-
2093τριμμένοι, ὑπὸ τὸ κράτος θλιβερῶν ἐντυπώσεων ἐκ τῆς ἀναγ-
2094γελθείσης λύσεως, προσήλθομεν νὰ μάθωμεν πᾶσαν τὴν ἔκ-
2095τασιν καὶ τῆς γενομένης πρὸς ἡμᾶς ἀδικίας ἐν Σμύρνῃ ὑπὸ
2096τῆς Τουρκικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπακολουθήσαντος προσ-
2097θέτου ὀνείδους· προσήλθομεν, ὑπείκοντες εἰς τὴν κραυγὴν
2098τῆς ἐξεγερθείσης συνειδήσεως τοῦ ἔθνους, νὰ ἐρωτήσωμεν
2099τοὺς κυβερνῶντας τὸ Κράτος, πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον συνέ-
2100βησαν ἐν Σμύρνῃ ὅσα ἄδικα καὶ προσβλητικὰ εἰς τὴν φι-
2101λοτιμίαν τοῦ ἔθνους συνέβησαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγ-
2102μὴν ἐρωτῶμεν τοῦτο, ἀσκοῦντες ἐπιτακτικὸν καθῆκον ἐκ τῆς
2103ἐντολῆς ἡμῶν, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ λέγει πρὸς
2104τὴν ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὸ ἔθνος:
2105«μὴ ζητεῖς νὰ μάθῃς, τί συνέβη ἐν Σμύρνῃ, διότι κινδυ-
2106νεύουσι τὰ δημόσια συμφέροντα, ἂν ἐκτεθῶσι τὰ πράγματα.»
2107Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ οἱονδήποτε ἐξ
2108ὑμῶν, ὑπάρχει δημόσιον συμφέρον ἀνώτερον τῆς τιμῆς καὶ
2109τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους; Ἢ μήπως πρόκειται νὰ
2110προτάξωμεν τὰ δημόσια συμφέροντα δίκην θώρακος καὶ
2111ἀσπίδος ὁμοῦ, ὅπως καλύψωμεν τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν,
2112ἐνῷ ἀντιστρόφως πρέπον εἶναι καὶ ἴδιον φιλοτίμων κυβερ-
2113νητῶν, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ προτάττωσι τὸ στῆθος καὶ τὴν εὐ-
2114θύνην αὐτῶν, ὅπως περιφρουρήσωσι τὰ δημόσια συμφέροντα,
2115ὅπως ἄτρωτον διαφυλάξωσι τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους;
2116Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως
2117φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος περὶ τῶν συμβάντων ἐν
2118Σμύρνῃ, ὅπως προσαγάγῃ τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, δὲν
2119ἀποτελεῖ, λέγω, ἡ ἄρνησις αὕτη περιφρόνησιν πρὸς τὴν
2120Βουλήν, περιφρόνησιν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος; Καὶ ἂν οὐχὶ ἡμῶν
2121τῶν ἄλλων ἡ πεῖρα, διότι μικρὰ εἶναι αὕτη, ἀλλὰ τοῦ ἀρ-
2122χηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ μακρὰ πεῖρα καὶ ἡ βαθεῖα
2123σύνεσις δὲν παρέχουσι τάχα πᾶσαν ἐγγύησιν καὶ πᾶσαν
2124ἀσφάλειαν, ὅτι δὲν κινδυνεύουσι τὸ παράπαν τὰ δημόσια
2125συμφέροντα ἐκ τῆς ἐξετάσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοῦ
2126ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, ἀφοῦ τοιαύτη ἐξέτασις κρίνεται
2127παρ’ αὐτοῦ ἐπιβεβλημένη;
2128Ἀλλ’ ἂν ἐπίσης εὐφρόσυνόν τι καὶ τιμητικὸν γεγονὸς εἶ-
2129ναι καὶ δι’ ὑμᾶς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ διὰ τὸ ἔθνος ἡ λύσις
2130τοῦ ἐπεισοδίου, —διότι τοιοῦτόν τι διαλαλεῖτε ἀπὸ τῆς
2131χθὲς διὰ τοῦ ἐπισήμου ὑμῶν δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, —
2132διὰ ποῖον λόγον δὲν σπεύδετε νὰ χαροποιήσητε καὶ τὴν Βου-
2133λὴν καὶ τὸ ἔθνος, τό τε ὑπόδουλον καὶ τὸ ἐλεύθερον, δει-
2134κνύοντες διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων,
2135ποῦ ἔγκειται τὸ εὐφρόσυνον τῆς λύσεως, ἣν ἀπεδέχθητε καὶ
2136δι’ ἣν κομπάζετε μὲν ἀοράτως εἰς τὰς στήλας τῆς ἐφημε-
2137ρίδος ὑμῶν, ἀλλ’ ἐρυθριᾶτε ὁρατῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;
2138Καθ’ ὅσον γνωρίζω, καὶ γνωρίζουσι πάντες, τὰ δυσάρεστα
2139γεγονότα ἀποκρύπτονται, ἀλλὰ μετὰ περισσῆς προθυμίας
2140καὶ εὐνοήτου ἀνακοινοῦνται τὰ εὐχάριστα. Πρὸς τί λοιπὸν
2141ὑμεῖς τάχα ἀποκρύπτετε τὴν χαράν, διὰ νὰ ἐξαπλώσητε τὸ
2142πένθος εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν γῆν;
2143Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι
2144δὲν συναινεῖ, δὲν δύναται νὰ προσαγάγῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγ-
2145γραφα, διότι βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καί-
2146τοι ἠρνήθη νὰ ἐξηγήσῃ τὰ ἐν Σμύρνῃ γενόμενα, κατὰ προ-
2147φανῆ ὅσον καὶ ἀδικαιολόγητον ἀντίφασιν ἐθεώρησεν εὐπρε-
2148πὲς νὰ παραστήσῃ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπετύχομεν τὴν πρέπουσαν
2149ἱκανοποίησιν ἐν τῷ ἐπεισοδίῳ τῆς Σμύρνης, τοῦτο ὀφείλε-
2150ται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ὁ πόλεμος ἐγένετο ἐπὶ
2151τῶν ἡμερῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐπειδὴ ὁ πόλεμος
2152κατέστησεν ἡμᾶς ἀνικάνους ν’ ἀντιμετρηθῶμεν πρὸς τὴν
2153Τουρκίαν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν δικαίαν ἱκανοποίησιν εἰς ἄδι-
2154κον ὕβριν, πάντα τὰ γενόμενα ἐν τῷ τελευταίῳ ἐπεισοδίῳ
2155τῆς Σμύρνης βαρύνουσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν! Θαυμασία τῷ
2156ὄντι λογική, τὴν ὁποίαν κρῖμα ὅτι δὲν τὴν ἐχειροκρο-
2157τήσατε!
2158Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραστήσω ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς, πόσον
2159αὐτόχρημα κωμικὸς εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἀλλὰ θὰ ὑπο-
2160μνήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅ,τι πρὸς ἡμᾶς ἄλλοτε αὐ-
2161τὸς οὗτος ἐπανέλαβεν ἐντεῦθεν οὐχὶ ἅπαξ οὔτε δίς, ὅτι δηλ.
2162τῆς εὐθύνης τοῦ πολέμου πάντες ἐξ ἴσου μετέχουσι καὶ ἐν-
2163τεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Σήμερον, ἐρωτώμενος ἵνα ἐξηγήσῃ τὸ εὐ-
2164φρόσυνον γεγονὸς τῆς Σμύρνης, καὶ εἰς ἀμηχανίαν περιελθών,
2165λέγει παραδόξως, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἱκανοποίησιν
2166ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου, ἡ εὐθύνη τοῦ ὁποίου
2167βαρύνει τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ 1897! Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2168λησμονεῖ οὕτω πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπὶ τέ-
2169λους ἕνα τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οὓς κρίνει ὑπευθύνους τῆς
2170σημερινῆς ταπεινώσεως, ἔχει σήμερον σύντροφον εἰς τὸ πλευ-
2171ρόν του. Ἡ ἁβρότης πρὸς τοὺς συναδέλφους του ἐξηφανίσθη
2172ἐνώπιον τῆς ἀντιπαθείας του πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ
21731897.
2174Ἀλλ’ ἔστω· ἀλλ’ ἂν τῳόντι ὁ τελευταῖος πόλεμος ἐδη-
2175μιούργησε τοιαύτην πραγμάτων κατάστασιν, οἵαν ὑπεδήλω-
2176σε καὶ ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ ᾖ
2177ἀνίσχυρος ἐντελῶς, ὅπως ἐπιβληθῇ καὶ ἀξιώσῃ μετ’ ἀξιο-
2178πρεπείας τινὸς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν κεκτημένων αὐτῆς δι-
2179καιωμάτων, τοῦτο ἆρά γε πότε ἀντελήφθητε, πότε ἐμάθε-
2180τε, κύριε Πρωθυπουργέ; Σήμερον ἢ πρὸ πολλοῦ; Καὶ πῶς,
2181διὰ ποίας τόλμης, κατὰ ποίαν λογικὴν σκέψιν ἐπράξετε ὅσα
2182ἐπράξετε ἐν Σμύρνῃ, ἀφοῦ ἐγνωρίζετε τὴν ἀδυναμίαν τοῦ
2183Κράτους; Ἔστω, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀνίσχυρος σήμερον, ἐξ αἰ-
2184τίας τοῦ πολέμου, ὃν ἐπεχειρήσαμεν ἡμεῖς, καὶ τὸν ὁποῖον
2185πάντες ὑμεῖς ἐντεῦθεν, ὡς νοήμονες, ὡς συνετοί, ὡς προβλε-
2186πτικοὶ ἄνθρωποι, ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
2187κῶν καὶ ἄλλοι φίλοι ὑμῶν, τότε ἁπλοῖ Βουλευταί, συνεβου-
2188λεύετε καθ’ ἑκάστην καὶ ἐδῶ, ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκτὸς τῆς
2189Βουλῆς, νὰ μὴ ἀναλάβωμεν. Ἔστω, πάντα ταῦτα εἶναι
2190ἀκριβῆ, εἶναι ἀληθῆ, ὅσον εἶναι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ ἀλή-
2191θεια ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τότε, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν δι-
2192καιοῦται πᾶς τις νὰ ἐρωτήσῃ ὑμᾶς, ἀφοῦ ἐγνωρίζετε τὴν
2193ἀδυναμίαν τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἐδώκατε διαταγὰς εἰς τὸν
2194Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Σμύρνῃ νὰ προβῇ εἰς τὸ
2195ἄνοιγμα διὰ τῆς βίας τῶν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς ἀρχῆς κλει-
2196σθέντων καὶ σφραγισθέντων ἑλληνικῶν καταστημάτων; Δὲν
2197ἀντελαμβάνεσθε, ὅτι εἰς τὴν βίαν ὑμῶν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ
2198ἀντιταχθῇ βία, ὅταν μάλιστα ὁ καθ’ οὗ διαπράττετε βίαν
2199ἦναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερος καὶ ἰσχυρότερος ὑμῶν; Δὲν εἴ-
2200χετε νοῦν στοιχειώδη, ἵνα σκεφθῆτε, ὅτι ἡ βία, εἰς ἣν το-
2201σοῦτον ἀπερισκέπτως ἐξωθήσατε τὰ πράγματα ἐν Σμύρνῃ,
2202ἔμελλεν ἀναγκαίως καὶ ἀναποδράστως νὰ φέρῃ ὑμᾶς ἐκεῖ,
2203ὅπου ἔφερεν, εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸ ὄνειδος, ἀφοῦ ὄπι-
2204σθεν τῆς βίας ὑμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἀναγ-
2205καία ἀπόφασις, ὅπως χωρήσητε μέχρι τέλους, μέχρι τῶν
2206ἄκρων;
2207Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πράγματι φρονῇ, ὅτι μικρὰ καὶ ἀνί-
2208σχυρα Κράτη, ὡς ἡ Ἑλλάς, δὲν ἱκανοποιοῦνται, ἀδικούμενα
2209καὶ προσβαλλόμενα, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτον
2210τὸν λόγον δὲν προκαλοῦν τοὺς ἰσχυροὺς καὶ μεγάλους, διότι
2211μεγάλη συμφορὰ καὶ μεγάλη ταπείνωσις ἀναμένει αὐτά.
2212Καὶ βεβαίως ὑμεῖς, ἀκριβῶς διὰ τὸ εἶναι τὴν Ἑλλάδα ἀνί-
2213σχυρον, δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσητε, δὲν ἔπρεπε νὰ δώσητε
2214εἰς τὸν Γενικὸν ὑμῶν ἐν Σμύρνῃ Πρόξενον διαταγὰς πρὸς λῆ-
2215ψιν μέτρων τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον ἀναγκαίως, ὡς ἐκ
2216τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων πρὸς ὑμᾶς καὶ
2217γνωστῶν πρὸ πολλοῦ ἀντιπαθειῶν τοῦ Τούρκου Διοικητοῦ
2218τῆς Σμύρνης, νὰ προκαλέσουν δυσάρεστα ἀντίποινα.
2219Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητῇ νὰ ἐλαφρώσῃ τὴν εὐθύνην
2220αὑτοῦ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, ἰσχυριζόμενος
2221ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐπράξαμεν τοιοῦτόν τι, προβάντες εἰς τὸ διὰ
2222τῆς βίας ἄνοιγμα ἑλληνικῶν καταστημάτων ἐν Τουρκίᾳ, νο-
2223μίζω, ὅτι καὶ ἡ ὑπόμνησις τοιούτου προηγουμένου αὐξάνει
2224τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διότι τότε, ὅτε ἐγένετο
2225τὸ διὰ τῆς βίας ἄνοιγμα ἑλληνικῶν καταστημάτων εἰς
2226μικρόν τι μέρος ἔξω τῆς Σμύρνης, τὰ Βρύουλα, ἴσως ἐπὶ τέ-
2227λους δὲν ὑπῆρχον τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ
2228πόλεμος καὶ περὶ ὧν ὡμίλει σήμερον τὴν πρωΐαν ὁ κ. Πρω-
2229θυπουργός...
2230§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ γεγονὸς τῶν Βρυ-
2231ούλων ἐγένετο μετὰ τὸν πόλεμον, τὸ 1902.
2232§117Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι ἐγένετο πρό-
2233τερον, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ ἐπανάληψις τοιούτου τολμήματος,
2234δύναμαι νὰ εἴπω, καθιστᾷ βαρυτέραν τὴν εὐθύνην τῶν σή-
2235μερον κυβερνώντων, διότι δύναταί τις ἐπὶ τέλους ἅπαξ,
2236ἀνίσχυρος ὤν, νὰ ἐπιχειρήσῃ τι βίαιον ἐναντίον ἰσχυροῦ, καὶ
2237νὰ τύχῃ ἀνοχῆς, ἢ νὰ τύχῃ συγγνώμης, ἀλλὰ βεβαίως πρέ-
2238πει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τοιούτου ἐκ-
2239τρόπου δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἀνεκτὸν νὰ ἐπαναλαμβάνη-
2240ται ἐπ’ ἄπειρον, πολλῷ δ’ ἧσσον νὰ μένῃ ἀτιμώρητος.
2241Ἀλλ’ ἐνῷ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς ἀδυναμίας καὶ
2242τῆς ἀνεπαρκείας τῆς Ἑλλάδος ἀνελαμβάνετε τοσοῦτον
2243ἀπερισκέπτως τὴν βαρεῖαν εὐθύνην νὰ χωρήσητε εἰς μέτρα
2244βίας ἐναντίον τῆς Τουρκίας ἐν αὐτῷ τῷ Κράτει αὐτῆς, τί
2245ἐπράξατε κατόπιν, ὅτε τὰ μέτρα ταῦτα τῆς βίας, ἃ μετήλ-
2246θετε, ἐστράφησαν ἐναντίον ἡμῶν, ἐστράφησαν ἐναντίον τῆς
2247τιμῆς τοῦ Κράτους; Ἐγνωρίζετε τὴν ἀδυναμίαν τῆς Ἑλ-
2248λάδος, καὶ ὅμως, ἅμα ἡ Τουρκικὴ Διοίκησις ἔθηκε πέδας
2249εἰς τὰς χεῖρας τῶν προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὡδή-
2250γησεν αὐτοὺς δεσμίους καὶ πληγωμένους εἰς τὸ κρατητή-
2251ριον, ἐλάβετε ἡρωϊκὴν στάσιν, ὠρθώθητε ἀπειλητικῶς ἐπὶ
2252τῶν ὀνύχων, καὶ ἐζητήσετε ἱκανοποίησιν, ἀφίνοντες νὰ ἐν-
2253νοηθῇ, ὅτι ἠθέλετε καταφύγει εἰς τὰ ἔσχατα, ἂν ἡ ἱκανο-
2254ποίησις δὲν ἐδίδετο παραχρῆμα καὶ πλήρης! Καὶ διὰ τοῦτο
2255ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου καὶ μὲ πολυθορύβους ἐπιδείξεις,—
2256τὰς ὁποίας ἀπέχω ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω, διότι ὡς Ἕλλην
2257αἰσθάνομαι πόνον ψυχῆς,—μὲ ἐπιδείξεις ἀναρμόστους προε-
2258βαίνετε εἰς ἑτοιμασίας τοῦ στόλου καὶ εἰς ἀπειλὰς, τὰς
2259ὁποίας εἴχετε πλήρη συναίσθησιν, ὅτι δὲν ἦτο ποτὲ δυνα-
2260τὸν νὰ πραγματοποιήσητε. Καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ βα-
2261ρυτέρα εὐθύνη ὑμῶν. Διότι, ὅταν τις ἀνίσχυρος τὸν ἰσχυρὸν
2262προκαλῇ καὶ ἀπειλῇ, καὶ ὅταν φθάσῃ ἡ ὥρα νὰ πραγματο-
2263ποιήσῃ τὰς ἀπειλάς του, τρέπηται εἰς φυγὴν ἐπονείδιστον,
2264τότε βεβαίως γίνεται καταγέλαστος. Καὶ ἔχει μὲν ἕκαστον
2265ἄτομον τὸ δικαίωμα νὰ γελοιοποιῇ ἑαυτὸ, ὅταν θέλῃ, ἀλλὰ
2266οἱ κυβερνῶντες τὸ Κράτος πρέπει νὰ ὦσι προσεκτικοὶ, διότι
2267αἱ γελοῖοι πράξεις αὐτῶν δὲν φονεύουσιν αὐτοὺς μόνον, ἀλλὰ
2268καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ κυβερνῶσι.
2269Ἀλλὰ ποῦ στηρίζεται, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ δικαιολο-
2270γία τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ προσαγωγὴ τῶν αἰτουμένων ἐγ-
2271γράφων πρόκειται νὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα; Ὁ
2272κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα
2273τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων
2274εἶναι ἔτι ἐκκρεμὲς, καὶ ὅτι διὰ τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην
2275δὲν ἐπιτρέπεται, διότι βλάπτει τὰ δημόσια συμφέροντα, ἡ
2276ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ ἐπεισό-
2277διον τῆς Σμύρνης. Ἀλλ’ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐννοεῖ, ὅτι ὁ
2278ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυρος. Τὸ ζήτημα τοῦ
2279φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἀπὸ ἐτῶν ἐκκρεμὲς, δὲν
2280εἶναι δὲ τοιοῦτον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ ζημίαν, ὡς ἐκ τῆς
2281ἀναπτύξεως αὐτοῦ ἐδῶ, ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐπὶ τοιούτων
2282πράξεων ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς
2283ἰσχυριζόμεθα, ὅτι οἱ ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνες εἶναι δυνάμει
2284τῶν συνθηκῶν ἀπηλλαγμένοι τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἡ
2285Τουρκία ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον. Αἱ περὶ τοιούτου ζητή-
2286ματος διαπραγματεύσεις καὶ ἐνέργειαι δὲν ἔχουσιν ἀπόκρυ-
2287φον χαρακτῆρα διπλωματικόν, ὥστε ἡ ἀνακοίνωσις ἐγγρά-
2288φων νὰ βλάψῃ ὁπωσδήποτε. Ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη τὸ ζήτημα
2289τοῦτο δὲν λύεται, ἀλλὰ τοὐναντίον προκαλεῖ ἑκάστοτε
2290δυσαρέστους ἐπιπλοκὰς, οἵα ἡ τελευταία τῆς Σμύρνης, τάχα
2291ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, ἡ δημοσία ἐξέτασις ὑπὸ τῆς
2292ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ ζητήματος τούτου διὰ λε-
2293πτομεροῦς ἀναλύσεως δὲν ἤθελεν ἀποβῆ πρόξενος ὠφελείας
2294μᾶλλον ἢ βλάβης; Κρατοῦνται μυστικαὶ καὶ ἀπόκρυφοι αἱ
2295διπλωματικαὶ ἐκεῖναι ἐνέργειαι τῶν Κυβερνήσεων, διότι ἡ
2296δημοσία ἀνακοίνωσις αὐτῶν ἤθελεν ἐκθέσει τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλ-
2297λον, ἢ ἤθελε φωτίσει τρίτους, οὓς συμφέρον ὑπάρχει νὰ κρα-
2298τῶμεν ἐν τῷ σκότει. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ φόρου τῶν
2299ἐπιτηδευμάτων, εἰς ὅλους γνωστὸν ἀπὸ μακροῦ, ποῖον τρί-
2300τον θὰ φωτίσῃ; Ἐπὶ ληξάντων ἄλλως τε ζητημάτων αἱ
2301διπλωματικαὶ ἐνέργειαι καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν ἀπο-
2302κρύπτονται ποτὲ ἀπὸ τῶν Βουλῶν. Εἶναι λοιπὸν ἐντεῦθεν
2303φανερὸν, ὅτι οὐχὶ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλὰ τὸ συμφέρον
2304τῶν Ὑπουργῶν ὑπαγορεύει εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπόκρυψιν τῶν
2305ἐγγράφων, τὴν ἄρνησιν τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν.
2306Καὶ ὅμως, ἂν ὑπῆρχέ τις ἐνταῦθα ὑποχρεωμένος νὰ χο-
2307ρηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας καὶ τὰ ἔγγραφα,
2308τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, ὁ τίς οὗτος εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2309Καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων αὐτοῦ. Ὁ
2310κ. Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως πολλάκις ἄλλοτε
2311ἐν τῷ παρελθόντι ἐπὶ παρομοίων ζητημάτων ἀνήρχετο δε-
2312κάκις τῆς ὥρας εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐλέγξῃ τοὺς κυβερνῶντας,
2313καὶ ζητήσῃ τὴν προσκομιδὴν ἐγγράφων, ὅπως κρίνῃ, ἂν ἡ
2314ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ὠφέλιμος ἢ ἐπιβλαβὴς εἰς
2315τὸ Κράτος. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης
2316κατὰ τὸ 1896 ἦλθεν ἐπὶ τοῦ τάπητος, καὶ ὁ σήμερον Πρω-
2317θυπουργὸς καὶ πάντες οἱ συνυπουργοί του, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουρ-
2318γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τότε ἦτο Ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν κ.
2319Δηλιγιάννην, πάντες ἦλθον καὶ ἐζήτουν ἔγγραφα νὰ κατα-
2320τεθῶσι καὶ εὐρυτάτη νὰ γένηται συζήτησις καὶ ἀνάπτυξις
2321ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἵνα καταδείξωσιν εἰς τὴν Βου-
2322λὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ πορεία, ἣν ἠκολούθουν οἱ τότε
2323κυβερνῶντες, δὲν ἦτο πορεία σύμφωνος πρὸς τὰ δημόσια συμ-
2324φέροντα. Σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, λησμονῶν ἑαυτόν, ἔρ-
2325χεται νὰ παρατηρήσῃ πρὸς ἡμᾶς, ἐνῷ δὲν πρόκειται πλέον
2326περὶ ἐκκρεμοῦς ζητήματος διπλωματικοῦ, ὅτι ἐμποδίζουσιν
2327αὐτὸν τὰ δημόσια συμφέροντα νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν τὸ φῶς,
2328οὗ ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα ἐννοήσωμεν, τί ἐπὶ τέλους συνέβη
2329ἐν Σμύρνῃ, καὶ πῶς κατέληξε τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο εἰς πρόσ-
2330θετον ὄνειδος καὶ χλευασμὸν τῆς πατρίδος.
2331Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίτοι ἠρνήθη πρὸς ἡμᾶς νὰ
2332ἐξηγήσῃ τὰ ἐν Σμύρνῃ γενόμενα, οὐχ ἧττον, κατ’ ἀντίφα-
2333σιν, ἧς ἐμνήσθην προηγουμένως, προφανῶς στενοχωρούμενος
2334πολὺ, προφανέστερον ὅμως μὴ ἀκολουθῶν λογικὴν σειράν σκέ-
2335ψεων, εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ὁποίων ἐγέ-
2336νετο ὁ πόλεμος, αὐτοὶ εἶναι οἱ αἴτιοι καὶ οἱ ὑπεύθυνοι τῆς
2337τοιαύτης λύσεως, ἣν αὐτὸς ἀπεδέχθη, καὶ ἣν ἡ ἐφημερίς του
2338ὀνομάζει εὐφρόσυνον γεγονός. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ὥρα ἡ
2339κατάλληλος σήμερον, ὅπως ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ
2340πολέμου. Ὁσάκις ἄλλοτε, ἐν τῷ παρελθόντι, ἐγίνετο λόγος
2341περὶ τούτου καὶ ἐξεφράζετο ἐπιθυμία τις ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς
2342ἐξέτασιν τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγεί-
2343ρετο σύνοφρυς καὶ συνεσταλμένος, ἵνα βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν εἶ-
2344ναι χρήσιμος τοιαύτη συζήτησις, διότι πάντες εἰσὶν ἐξ ἴσου
2345ὑπεύθυνοι. Σήμερον, ἐρυθρὸς ἐξ ὀργῆς, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς ἀμη-
2346χανίας, εἰς ἣν περιέπεσεν, ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡμεῖς ἐντεῦθεν
2347πταίομεν διὰ τὸν πόλεμον!
2348Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ ὁ κ. Ὑπουρ-
2349γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις, εὐχαριστημένος μὲ τὸν ἑαυτόν
2350του, ἀνήγγειλεν εἰς ἡμᾶς τὴν πρωΐαν τὴν εὐχάριστον λύσιν
2351τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, μετὰ ποίας
2352ὁρμῆς κατωνείδιζε καὶ οὗτος τὴν πρώτην λύσιν τῆς Κρητι-
2353κῆς ὑποθέσεως, χαρακτηρίζων αὐτὴν ὡς προδοσίαν ἐναντίον
2354τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἑλλάδος! καὶ ἐνθυμοῦμαι, πῶς ἐν μέ-
2355σῳ χειμῶνι, τὴν παραμονὴν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους 1897,
2356ἐγκατελίμπανε τὴν εὐμάρειαν καὶ τὰς ἀναπαύσεις τῆς οἰκο-
2357γενειακῆς ἑστίας, ὅπως σπεύσῃ νὰ συμβουλεύσῃ τοὺς Κρῆ-
2358τας νὰ ἐπαναστατήσωσιν ἐκ νέου, μὴ ἀκούοντες τὰς συμ-
2359βουλὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ἀποδεχόμενοι
2360τὴν γενομένην λύσιν τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως!
2361§118Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι τοῦτο εἶχεν ἀποτέ-
2362λεσμα νὰ λυθῇ ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις, δέχομαι τὴν ἰδέαν σας
2363ταύτην.
2364§119Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποτέλεσμα τοῦ
2365πολέμου ὑπῆρξεν ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κρήτης, τίνος ἐγκλή-
2366ματος καθιστᾶτε ὑμᾶς αὐτοὺς ὑπευθύνους, καὶ περὶ ποίων
2367εὐθυνῶν ὡμιλεῖτε σήμερον τὴν πρωΐαν; (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς
2368ἀριστερᾶς).
2369§120Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Κρήτη ἠδύνατο νὰ ἐλευθερωθῇ
2370καὶ ἄνευ πολέμου.
2371§121Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριοι Ὑπουργοὶ,
2372δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε ἐνταῦθα περὶ εὐθυνῶν τοῦ
2373πολέμου, ὡς καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων ὑμῶν, διότι ὑμᾶς
2374καὶ πολλοὺς ἄλλους βαρύνει μεγαλωστὶ ἡ εὐθύνη τῶν γεγο-
2375νότων ἐκείνων. Καὶ βεβαίως ἡ Κρήτη θὰ ἠλευθεροῦτο καὶ
2376ἄνευ τοῦ πολέμου. Ἐὰν δ’ ἐγένετο ὁ πόλεμος, τοῦτο εἶναι
2377δυστύχημα, ὅπερ ἀποκλειστικῶς ὀφείλεται εἰς ἐκείνους, οἱ
2378ὁποῖοι ἐξῆψαν τὰ φιλοπόλεμα αἰσθήματα τοῦ ἔθνους, διὰ
2379πάσης ἐλεεινῆς μεθόδου καὶ δι’ ἀποκρύφων ἑταιρειῶν γενό-
2380μενοι ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς καθ’ ἡμῶν κηρύξεως τοῦ πο-
2381λέμου ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας.
2382Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν
2383ἡμεῖς σήμερον, ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, εἶναί τι ἐπιβε-
2384βλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρό-
2385κειται, ἔλαβε πλέον πέρας. Εἴθισται εἰς τὰς Κυβερνήσεις,
2386ὁσάκις ἦναι ἐκκρεμῆ διπλωματικὰ ζητήματα, νὰ ἀρνῶνται
2387τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς Σμύρ-
2388νης ἔληξε πλέον, εὐθὺς δ’ ὡς ἔληξε τὸ ἐπεισόδιον, ὡς ἐκανονί-
2389σθη τοῦτο, — καὶ ἐκανονίσθη κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς
2390λέγετε εὐχάριστον, ἅπαν δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνους χαρακτη-
2391ρίζει ἐπονείδιστον, — δὲν καταλαμβάνω, διὰ ποῖον λόγον ἀδι-
2392κεῖτε τοσοῦτον καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, ὥστε δὲν φέ-
2393ρετε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἵνα δυνηθῇ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ χειρο-
2394κροτήσῃ τοὺς κυβερνήτας ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι διὰ τόσον νοήμο-
2395νος ἅμα καὶ εὐθαρσοῦς ἐνεργείας ἱκανοποιήσατε τὴν τρω-
2396θεῖσαν φιλοτιμίαν τοῦ ἔθνους!
2397Πρέπον, νομίζω, εἶναι νὰ συναισθανθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
2398ὁλόκληρον τὸ ἔθνος συμμερίζεται τὴν ἀγωνίαν, ἥτις προέρ-
2399χεται ἐκ τῆς γενομένης λύσεως, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τοὐ-
2400λάχιστον, ἂν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἡ
2401Ἑλλὰς δὲν ἔχει δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὸν πρέποντα τρόπον
2402ἱκανοποιήσεως, ἂν αὐτοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν, ἵνα προκληθῶσι
2403τοιαῦτα ἐπεισόδια, ἅτινα ὡδήγησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς
2404τὴν πρόσθετον χλεύην.
2405§122Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι πρὶν ἢ ὁ σε-
2406βαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζητήσῃ τὰ σχετικὰ
2407πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης ἔγγραφα, ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2408γὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον μόνοι φέρει
2409τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δείξωσι ποία ἡ ἐνέρ-
2410γεια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ποία ἐδόθη ἡ ἱκανοποίησις. Ἀλλὰ
2411ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φαί-
2412νεται ὅτι δὲν ἔβλεπον συμφέρον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ἔγγραφα
2413ταῦτα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὄχι μόνον ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ
2414καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς εὑρίσκεται ἐν εὐλόγῳ ἀνησυ-
2415χίᾳ, πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν τὰς ἐν-
2416εργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ποίου εἴ-
2417δους ἱκανοποίησις ἐδόθη. Καὶ πρῶτον ἔρχεται τὸ ζήτημα
2418τοῦ ἐν Σμύρνῃ ἑλληνικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἐκλείσθη
2419διὰ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἡ Κυ-
2420βέρνησις θεωρῇ ὅτι ἔπραξε τὸ καθῆκον της, πρέπει μετὰ
2421θάρρους νὰ εἴπῃ, ἂν διέταξε τὸν Πρόξενον νὰ ἐνεργήσῃ ὡς
2422ἐνήργησεν, ἢ ἂν οὗτος ἐνήργησεν αὐτοβούλως. Καὶ ἐὰν τὸ
2423Ὑπουργεῖον ἔδωκε τοιαύτην διαταγὴν εἰς τὸν Πρόξενον,
2424τότε θὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πράγματι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις
2425εἶχε δίκαιον νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη, καὶ ἂν ἡ δοθεῖσα
2426ἱκανοποίησις εἶναι ἀνάλογος. Ἀλλ’ ἵνα κρίνωμεν ἐπὶ τούτου,
2427πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀρχη-
2428γὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ
2429φωτισθῶμεν, ἂν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον της ἡ Κυβέρνησις.
2430Ἄλλως τε, ἀφοῦ ἡ δημοσιογραφία ἀνέγραψε τὰ πάντα,
2431διατὶ νὰ ἀρνῆται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα;
2432Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα· ὁ στόλος διετάχθη
2433νὰ εὑρίσκηται ὑπὸ ἀτμὸν, ἀνεζητοῦντο εἰς τὰς ὁδοὺς πλοί-
2434αρχοι, ἀξιωματικοί, ναῦται κλπ., καὶ ἐνέργειαι σπασμωδικαὶ
2435ἐγίνοντο ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἐνέργεια
2436αὕτη συνιστῶσα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος; ἢ ἀποδεικνύει, ὅτι
2437εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ διοικῶμεν τὸ Κράτος; Ὁ στόλος θὰ ἦτο
2438δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ, ἐὰν εὐ-
2439θὺς μετὰ τὸν πόλεμον ἐπράττομεν ὅ,τι πράττομεν σήμερον,
2440ἱδρύοντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, καὶ παρεσκευάζομεν τὸν
2441στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν
2442ἔχει ἄνδρας γενναίους καὶ φιλοτίμους, ἀλλ’ οὐδὲν δύνανται
2443νὰ πράξωσιν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν· διότι δυστυχῶς
2444μετὰ τὸν πόλεμον, ἀντὶ νὰ παρασκευάσωμεν τὸν στρατὸν
2445καὶ τὸν στόλον, ηὐξήσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κρά-
2446τους διὰ χιλιάδων ὑπαλλήλων. Καθῆκον λοιπὸν ἔχει ἡ Κυ-
2447βέρνησις νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα μάθῃ
2448ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον της, καὶ
2449δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὴν, ἢ ἀποδοκιμάσῃ τὴν
2450Κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον της. Διότι δὲν
2451πρόκειται περὶ κομματικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ πρόκειται
2452περὶ τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ἔθνους.
2453§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ
2454ἄλλου θέματος.
2455§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν
2456λόγον, θέλω ὁμιλήσει ἐγὼ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
2457§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.
2458§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις, ἡ γενομένη συν-
2459επείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ὑπ’ ἐμοῦ προταθείσης σήμε-
2460ρον, ἔλαβε διαφόρους τροπὰς, ἔκρινα δὲ, ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον
2461καθῆκον νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τῶν τροπῶν τούτων, εἶχον ὅμως
2462καθῆκον νὰ ἐπαναγάγω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν τροχιὰν, ἡ
2463ὁποία εἶχε χαραχθῆ δι’ αὐτήν. Ἡ τροπὴ, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι
2464αἱ πολιτικαὶ σχέσεις τοῦ ἡμετέρου Κράτους μετὰ τῆς ὁμό-
2465ρου χώρας εἶναι χρήσιμοι καὶ ἀναγκαῖαι δι’ ἑκάτερον τῶν
2466δύο Κρατῶν, καὶ διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα,
2467καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα οὕτως, ὥστε νὰ
2468φέρῃ διατάραξίν τινα ἢ ἀνωμαλίαν τινὰ εἰς τὰς σχέσεις
2469ταύτας, ἦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, μελέτη ἀλλοτρία τοῦ
2470θέματος, διότι δὲν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐξω-
2471τερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, οὐδὲ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην
2472τινὰ, ἀφοῦ δὲν ἀνεκάλεσε τὸ φρόνημα καὶ τὴν γνώμην, τὴν
2473ὁποίαν εἶχε καὶ ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ καθ’ ὅλον τὸ μέχρι τοῦ
2474ἐπεισοδίου τῆς Σμύρνης παρελθὸν διάστημα. Ἦτο δὲ καὶ
2475ἐντελῶς ἔκτροπον νὰ ἐκφέρωνται κρίσεις ὑβριστικαὶ περὶ τῶν
2476ἀνωτέρων λειτουργῶν τοῦ ὁμόρου Κράτους, διότι οἱ λει-
2477τουργοὶ οὗτοι διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς κεντρι-
2478κῆς ἐξουσίας τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, αἱ δὲ προσωπικαὶ
2479κατὰ τῶν λειτουργῶν αὐτοῦ προσβολαὶ δὲν ἁρμόζει νὰ γί-
2480νωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
2481Ἡ συζήτησις εἶχε σκοπὸν ῥητὸν, ὡρισμένον, εἶχε σκοπὸν
2482νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φῶτα ἐκεῖνα, ὧν αὕ-
2483τη ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων.
2484Ποῖα δ’ ἦσαν τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἦτο κε-
2485κλημένη νὰ κρίνῃ; Παραλείπω τὸ θέμα, ἂν ὁ Γενικὸς
2486Πρόξενος ἐν Σμύρνῃ ἐνήργησε συνεπείᾳ ὁδηγιῶν ἢ διαταγῶν
2487τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου πληροφορίας, τὰς
2488ὁποίας αὐτὸς ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος κ. Ἀντω-
2489νόπουλος ἔδωκεν εἰς ἀνταποκριτὴν τῆς Παρισινῆς ἐφημερί-
2490δος «Πρωΐας», ἱστορῶν τὸ γεγονὸς, ὃ ἔλαβε χώραν ἐν Σμύρ-
2491νῃ. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ γαλλικὸν κείμενον,
2492διότι ἴσως τινὲς τῶν Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσιν ν’ ἀκούσωσιν
2493ἑλληνιστὶ τὰ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Προξένου κ. Ἀντωνοπούλου
2494λεχθέντα εἰς τὸν ἀνταποκριτὴν τῆς Γαλλικῆς ἐφημερίδος.
2495Τὸ φύλλον τοῦ «Matin» τῆς 2 Μαΐου νέου ἔτους, ἤτοι
2496τῆς 19 Ἀπριλίου καθ’ ἡμᾶς, ἐννέα ἡμέρας μετὰ τὸ συμ-
2497βεβηκός, ἀναγράφει, ὅτι ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ἔλεγε πρὸς τὸν
2498Γάλλον δημοσιογράφον ταῦτα (ἀναγινώσκει):
2499«Ἡ ἐν Σμύρνῃ Ἀρχὴ εἶχε κλείσει τρία ἐργαστήρια, ἀνή-
2500κοντα εἰς Ἕλληνας, τάξασα πρὸ ἑκάστου αὐτῶν ἕνα ἀστυ-
2501φύλακα ἔνοπλον. Ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Βαλῆν διαμαρτυρίαν,
2502καθιστῶν αὐτὸν ὑπεύθυνον διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, τὴν ἀντι-
2503βαίνουσαν εἰς τὰς συνθήκας καὶ τὰς συμβάσεις. Ἐπειδὴ δὲ
2504δὲν ἔλαβον μέχρι τῆς πρωΐας ταύτης ἀπάντησίν τινα εἰς
2505τὴν διακοίνωσίν μου, ἐπεφόρτισα τὸν παρ’ ἐμοὶ ὑποπρόξε-
2506νον κ. Δηλιγιάννην νὰ μεταβῇ μετὰ δύο καβάσηδων, νὰ
2507ἀνοίξῃ ἓν τῶν τριῶν καταστημάτων καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ
2508ἐν αὐτῷ τὸν ἰδιοκτήτην αὐτοῦ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης,
2509μετὰ ἀσθενῆ ἀντίστασιν τοῦ ἀστυφύλακος, τοῦ τεταγμένου
2510νὰ μένῃ πρὸ τοῦ ἐργαστηρίου, ἤλπιζεν, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον
2511ἤθελε περιορισθῆ εἰς ἁπλῆν ἀμφισβήτησιν τοῦ γεγονότος·
2512ἀλλὰ πάραυτα εἰκοσὰς ἀστυφυλάκων εἰσέβαλεν εἰς τὸ
2513κατάστημα, καὶ ἔλαβε χώραν τότε ὁ ἑπόμενος διάλογος:
2514«Ὁ προϊστάμενος τῶν ἀστυφυλάκων εἶπε πρὸς τὸν ὑπο-
2515»πρόξενον κ. Δηλιγιάννην:
2516«Δυνάμει τίνος δικαιώματος ἐτολμήσατε νὰ εἰσδύσητε εἰς
2517»μέρος, τὸ ὁποῖον ἦτο κεκλεισμένον συνεπείᾳ μέτρου τῆς
2518»δημοσίας διοικήσεως; Σᾶς διατάσσω νὰ κενώσητε τὸν τό-
2519»πον τοῦτον ἀμέσως.»
2520»Ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπε τότε: «Δὲν δέχομαι διαταγὰς
2521»ἀπὸ ὑμᾶς. Δὲν ἐξαρτῶμαι, εἰμὴ ἐκ τῆς Κυβερνήσεώς μου.
2522»Εὑρίσκομαι ἐπὶ ἰδιοκτησίας Ἑλληνικῆς, διεπομένης ἀπὸ
2523»τοὺς ἡμετέρους νόμους. Ἡ ἐξουσία μου εἶναι ἡ μόνη,
2524»ἥτις δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τοῦ τόπου αὐτοῦ. Εὑρίσκομαι
2525»ἐνταῦθα. Μένω ἐνταῦθα, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ
2526»ἀφήσητε ν’ ἀπολαμβάνω ἐν εἰρήνῃ τῆς ἰδιοκτησίας μου.»
2527»Ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας εἶπε τότε πρὸς τὸν κ.
2528»Δηλιγιάννην: «ἀπέλθετε». Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπήντη-
2529»σεν: «οὐχί.»
2530»Αἴφνης βαρεῖα ῥάβδος καταφέρεται κατὰ τοῦ κρανίου
2531»τοῦ κ. Δηλιγιάννη, οὗτος δὲ ἐξάγει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ θυ-
2532»λακίου τοῦ ἐνδύματός του τὸ περίστροφόν του, καὶ πυρο-
2533»βολεῖ. Σφαῖρα προσέβαλεν ἐλαφρῶς τὴν χεῖρα στρατιώτου.
2534»Ὁ ὑποπρόξενος ἔλαβεν ἔτι καιρὸν νὰ ῥίψῃ τρεῖς σφαίρας
2535»εἰς τὸν ἀέρα, ἐνῷ οἱ καβάσηδες ὁρμῶσιν, ἵνα τὸν προστα-
2536»τεύσωσιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης συνελήφθη ὑπὸ δέκα χειρῶν
2537»βαναύσων, καί, ὡς λέγουσι παρ’ ὑμῖν (ἐν Γαλλίᾳ), on le
2538»passe à tabac (τὸν ἔσπασαν στὸ ξύλο). Τότε ἔκλεισαν
2539»τὰς χεῖράς του ἐντὸς χειροπεδῶν, καὶ μὲ τὸ πρόσωπον κα-
2540»θημαγμένον σύρουσιν εἰς τὴν φυλακὴν αὐτόν τε καὶ τοὺς
2541»καβάσηδες.
2542»Μαθὼν πάραυτα ταῦτα, καταληφθεὶς δὲ ὑπὸ εὐλόγου
2543»ἀγανακτήσεως ἀπέναντι τῆς παραβάσεως ταύτης τοῦ διε-
2544»θνοῦς δικαίου, τρέχω εἰς τὸ Κονάκι, διὰ νὰ ἀπαιτήσω ἐπι-
2545»τακτικῶς τὸν ἐμὸν ὑποπρόξενον, μετ’ ἐπιφυλάξεως διὰ
2546»τὰς συνεπείας τῆς ὑποθέσεως.
2547» Ὁ κύριος Δηλιγιάννης μοὶ ἀπεδόθη, καὶ ἀνέρχεται ἐπὶ
2548»τοῦ ὀχήματός μου, ἔμελλον δὲ νὰ ἀπέλθω τοῦ Κονακίου,
2549»ὅτε ἔδειξαν τάσεις νὰ κρατήσωσι τοὺς καβάσηδες, οἵτινες
2550»εὑρίσκοντο παρ’ ἐμοί. «Δὲν θέλω ἀπομακρυνθῆ τοῦ Κονα-
2551»κίου, ἐφώνησα, ἄνευ τῶν καβάσηδων». Οὕτω τότε, ἐννοεῖτε,
2552»ἀπέζευξαν καταφανῶς τὸ ὄχημά μου. Τὰ προνόμιά μου,
2553»ὡς Προξένου, οὕτως ἐποδοπατήθησαν, καὶ ἡ τουρκικὴ βία
2554»ἐνησκήθη ἐπ’ ἐμοῦ αὐτοῦ.
2555»Μένω ἐσφηνωμένος ἐν τῷ ὀχήματί μου, καὶ ἐνήργησα
2556»νὰ πληροφορηθῶσιν οἱ συνάδελφοί μου περὶ τῆς λυπηρᾶς
2557»καὶ ταπεινωτικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκομαι. Ὁ κ.
2558»Blan, ὁ ὑμέτερος Γενικὸς Πρόξενος, ἦλθε νὰ μοὶ προσφέρῃ
2559»τὰς ὑπηρεσίας του. Ἀφοῦ δ’ ἔλαβε τάχιστα γνῶσιν τοῦ
2560»συμβεβηκότος μου, καὶ ἐβεβαιώθη ἐπισήμως περὶ τῆς βίας,
2561»ἣν ὑφιστάμην, ἀνῆλθε πρὸς τὸν Βαλῆν Κιαμὴλ–πασσᾶν μετὰ
2562»ἡμίσειαν δ’ ὥραν παρεκλήθην νὰ μεταβῶ καὶ ἐγὼ παρὰ τῷ
2563»Τούρκῳ τούτῳ λειτουργῷ. Ὁ κ. Blan μοὶ ἀναγγέλλει
2564»τότε, ὅτι οἱ καβάσηδες θέλουσι μοὶ ἀποδοθῆ, ἀφοῦ ὑπο-
2565»βληθῶσιν εἰς βραχεῖαν ἐξέτασιν ἐνώπιον τοῦ διερμηνέως.»
2566Ἀπὸ τὴν πληροφορίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀντω-
2567νόπουλος ἔδωκε πρὸς τὸν ἀνταποκριτὴν τοῦ Παρισινοῦ «Ma-
2568tin», γίνεται κατάδηλον, ὅτι ὁ κ. Ἀντωνόπουλος δὲν ἐνήρ-
2569γησεν αὐτοβούλως, ἀλλ’ ἐξετέλει διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεώς
2570του. Ἰδίως δὲ λέγει ἔν τινι περιόδῳ: «Les instructions
2571»précises de mon gouvernement m'autorisaient à
2572»défendre nos nationaux, c'est ce qui a amené le
2573»conflit, dont j'ai été victime.» Ἤτοι: «Αἱ ἀκριβεῖς
2574»ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεώς μου μοὶ ἔδιδον τὴν ἐξουσίαν νὰ
2575»ὑπερασπισθῶ τοὺς συμπολίτας μας, τοῦτο δ’ ἐπήνεγκε τὴν
2576»σύγκρουσιν, τῆς ὁποίας ἐγενόμην θῦμα.»
2577Ἐὰν, ὡς βεβαιοῦται ἐκ τῆς πληροφορίας ταύτης τοῦ κ.
2578Γενικοῦ Προξένου, ἡ Κυβέρνησις εἶχε δώσει αὐτῷ ὁδηγίας,
2579καὶ αὐτὸς ἐξετέλει τὰς ὁδηγίας ταύτας, ἐγὼ δὲν λαμ-
2580βάνω τοῦτο ὡς ἀφορμὴν, ἵνα φέρω ἐπίκρισιν ἐπὶ τῆς ἀπο-
2581φάσεως ταύτης, ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τούτων τῆς Κυβερνήσεως.
2582Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει κενόν. Καὶ ὄντως, καθ’
2583ὃν χρόνον ἐδίδοντο τοιαῦται ὁδηγίαι, διατὶ δὲν ἀνεμνήσθη
2584τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι τῶν ὁδηγιῶν τούτων ἡ ἐκτέλεσις ἠδύνατο
2585νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις καὶ συρράξεις, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελεν ἐπέλ-
2586θει τοιαύτη σύρραξις, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσι κίν-
2587δυνοι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν τῆς Σμύρνης; — διότι
2588τοῦτον τὸν κίνδυνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς τὴν
2589Βουλὴν, ὅτι ἤθελε νὰ ματαιώσῃ διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν
2590θωρηκτῶν καὶ τῶν πλοίων εἰς Σμύρνην. — Ἐὰν λοιπὸν τοι-
2591αῦται ἐδόθησαν ὁδηγίαι εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον Σμύρνης,
2592διατὶ τότε συγχρόνως δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως παρα-
2593σκευασθῶσιν ἔκτοτε τὰ πλοῖα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει,
2594ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν χρῆσιν τῆς βίας, διὰ νὰ
2595σώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν τῆς Σμύρνης, ἐν περιπτώ-
2596σει, καθ’ ἣν ἤθελε παραστῆ κίνδυνος τοιοῦτος; Λέγω ταῦτα
2597α, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν,
2598ὅτι ἐν τῷ λιμένι παρακειμένης νήσου ἐναυλόχουν δύο με-
2599γάλα θωρηκτὰ, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα, ἐὰν δὲν σφάλλω-
2600μαι, εἶναι «Ἀβδοὺλ Μετζὴτ» καὶ «Μεσουδιέ»· λέγω ἐὰν
2601δὲν σφάλλωμαι, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἔλαβον πρὸ δύο ἡμερῶν
2602φάκελον ἐκ Μιτυλήνης, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχεν ἡ φωτογρα-
2603φία τῶν δύο τούτων θωρηκτῶν. Ἂν ταῦτα ἐπράττετε τότε,
2604ἠθέλετε ἀποφύγει τὸν θόρυβον καὶ τὴν κίνησιν τὴν σπασμω-
2605δικὴν, τὴν νευρικὴν, ἡ ὁποία σᾶς κατέλαβε μετὰ τὸ ἄγγελ-
2606μα τοῦ συμβεβηκότος τῆς Σμύρνης, ὅπως κατορθώσητε νὰ
2607παρασκευασθῶσι τὰ πλοῖα.
2608Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὰ ἔγγραφα, οὐχὶ διότι ἐκ προ-
2609καταλήψεως, ἐξ ἐπιθυμίας, σπεύδομεν νὰ ἐπικρίνωμεν τὴν
2610Κυβέρνησιν. Ἐλησμόνησε τάχα, κατὰ τίνα τρόπον προση-
2611νέχθημεν, καθ’ ὃν χρόνον διεξήγετο ἡ ὑπόθεσις αὕτη; Δὲν
2612εἶπον τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν
2613τοιούτων διαπραγματεύσεων πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ
2614Ἑλλὰς ἔχει ἓν φρόνημα, αὐτὸ τοῦτο, τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς
2615ἐθνικῆς τιμῆς; Δὲν σπεύδω λοιπὸν νὰ δημιουργήσω ἀφορ-
2616μὰς, διὰ νὰ προκαλέσω ἐπικρίσεις καὶ κατακρίσεις, ἀλλὰ
2617σπεύδω νὰ φωτίσω τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ὅπως σχηματίσω
2618γνώμην, ἂν τὰ πράγματα καλῶς διεξήχθησαν, ἢ ἂν ἡ κακὴ
2619διεξαγωγὴ τῶν πραγμάτων ὡδήγησε ταῦτα εἰς τὴν λύσιν,
2620εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξαν.
2621Τὰ θέματα ταῦτα δυστυχῶς μετέτρεψαν, καὶ ἀνέδραμον
2622εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἵνα ἀνεύρωσιν ἐν τῷ πολέμῳ
2623ἐκείνῳ αἰτίαν, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν ἀπαισίαν λύσιν
2624τοῦ ἀξιοθρηνήτου ἐπεισοδίου. Καὶ οὕτως ἀπὸ ὑπολόγων καὶ
2625ὑπευθύνων παρέστη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκαλῶν, καὶ ἐξε-
2626τράπησαν εἰς ἄλλας συζητήσεις πρὸς ἀντιπερισπασμὸν καὶ
2627πρὸς περικάλυψιν τῶν Σμυρναϊκῶν.
2628Μοὶ ἐδόθη πολλάκις ἀφορμὴ, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τοῦ πο-
2629λέμου τοῦ 1897, καὶ μοὶ δίδεται καὶ νῦν ἀφορμὴ νὰ ὁμι-
2630λήσω κατὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ καρδία ὅλων
2631τῶν Ἑλλήνων εἶναι τεθλιμμένη καὶ ἀγανακτεῖ διὰ τὰ γε-
2632νόμενα. Ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐπανέλαβον ἐνώπιον τῆς Βου-
2633λῆς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι δύνανται νὰ
2634κερδοσκοπήσωσιν, ἀπευθύνοντες αἰτιάσεις πρὸς τοὺς Ὑπουρ-
2635γοὺς τοῦ 1895 καὶ 1896. Εἶπον πρὸς τοὺς τοιούτους πάν-
2636τοτε, ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν εὐθύνας. Εἶναι
2637ἀληθὲς, ὅτι παρῆλθε χρόνος ἔκτοτε πολὺς, κατὰ τὰς δια-
2638τάξεις δὲ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἡ ὑπόθεσις
2639ἔχει παραγραφῆ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπισχνούμεθα νὰ μὴ ἐπικα-
2640λεσθῶμεν τὴν τοιαύτην διάταξιν, ὑποβάλλομεν δ’ ἡμᾶς
2641αὐτοὺς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀντιπροσω-
2642πεύει οὐ μόνον τοὺς πολίτας Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἑλ-
2643ληνισμόν. Τὸ σύστημα τοῦ ἀντεγκαλεῖν δὲν εἶναι σύστημα
2644συνταγματικὸν, πολλῷ δὲ ἧσσον δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν.
2645Ἐὰν ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐστρέφοντο αἱ ἀντεγκλή-
2646σεις, ἔσφαλον, ἕκαστος θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταγ-
2647γείλῃ αὐτοὺς καὶ νὰ ἐπικρίνῃ, καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ
2648δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ. Τὰ σφάλματα ὅμως ἐκεῖνα, ἐὰν
2649ταῦτα ὑπάρχωσιν, εἶναι ὅλως κεχωρισμένα ἀπὸ τὴν πολι-
2650τείαν, τὸν βίον καὶ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων.
2651Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει νὰ καταθέσῃ τὰ
2652ἔγγραφα, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον οἱ Ὑπουργοὶ δὲν
2653στέργουσι ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν σύστασιν ἡμῶν, τὴν πρότασιν
2654ἡμῶν· ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τούτου ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ κατα-
2655λίπωμεν τὴν γνώμην μας, διότι νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν συν-
2656ταγματικὸν δικαίωμα, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παρακαλέσω
2657τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ νὰ γένηται ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου
2658ψηφοφορία, ἂν πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ἢ ὄχι.
2659Ἐὰν ἡ ψηφοφορία καταλήξῃ εἰς γνώμην ἀντίθετον τῆς
2660γνώμης ἡμῶν καὶ τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς συστάσεως ἡμῶν,
2661δίδεται λύσις εἰς τὸ ζήτημα, οὐδὲ κρίνομεν, ὅτι πρέπει νὰ
2662συζητῶμεν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ἐπὶ τούτου, ὅτι φρονῶ,
2663ὅτι ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν μεγάλων
2664συμφερόντων τοῦ τόπου, τῆς τιμῆς καὶ τοῦ γοήτρου τῆς
2665Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι ἀπαίσιον νὰ συντελέ-
2666σωμεν, ἵνα παρασταθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπρόσωποι τοῦ
2667ἔθνους δίδοντες ψῆφον ἐπιδοκιμασίας καὶ ἐπαίνου συμβεβη-
2668κότος ἀπαισίου, οἷον τυγχάνει ἡ ἐπιτευχθεῖσα λύσις τοῦ
2669Σμυρναϊκοῦ ἐπεισοδίου. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς
2670Βουλῆς ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγ-
2671γραφα, θέλομεν ἀποφύγει νὰ προβάλωμεν πρὸς ψηφοφορίαν
2672θέμα, ἂν ἐπιδοκιμάζει ἡ Βουλὴ τὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν.
2673§127Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ φρά-
2674σεις μου περὶ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτο-
2675κρατορίας παρεξηγήθησαν ὑπὸ τοῦ πολιοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιο-
2676τίμου πολιτευτοῦ, καὶ οὕτως ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπι-
2677κρίνῃ αὐτάς. Σέβομαι τὴν γνώμην καὶ τὰ φῶτα τοῦ ἀξιοτί-
2678μου προλαλήσαντος· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ὑπαλλήλου, ὃν
2679ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐγὼ γνωρίζω, ὡς συστηματικὸν καὶ φανα-
2680τικὸν μισέλληνα, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου δύο χῶραι φιλικαὶ
2681καὶ ὅμοροι, τὰ αὐτὰ ἔχουσαι συμφέροντα καὶ τοὺς αὐτοὺς
2682πόθους, κινδυνεύουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς ῥῆξιν, ὡς πρωταιτίου
2683τοῦ σοβαροῦ ἐπεισοδίου, νομίζω ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ἐκφρα-
2684σθῶ ὡς ἐξεφράσθην, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αὐτὴ ἡ Κυ-
2685βέρνησίς του κατὰ τὰς πρὸς τὸν ἡμέτερον ἐν Κωνσταντινου-
2686πόλει πρεσβευτὴν ἀνακοινώσεις αὑτῆς ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυ-
2687μίαν νὰ διατελῇ εἰς φιλικὰς μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεις.
2688Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευ-
2689τής μὲ ἠδίκησε.
2690§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτά-
2691σεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη.
2692Οἱ παραδεχόμενοι νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητη-
2693θέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, παρακα-
2694λοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
2695§129Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε.
2696§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2697§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ κληθῇ νὰ δώσῃ
2698ψῆφον ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἴτε ναὶ εἴτε ὄχι. Πρέπει ὅμως
2699νὰ ἀναγνωσθῇ κείμενον προτάσεως. Τὸ κείμενον τοῦτο, ὅπερ
2700ἑτοιμάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα καταθέσῃ, θὰ
2701ἀναγνωσθῇ, καὶ θὰ προκληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς.
2702§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς:
2703«Ἡ Βουλὴ, συνιστῶσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προσαγω-
2704γὴν τῶν ἐγγράφων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ ἐπεισόδιον τῆς
2705Σμύρνης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2706§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διετύπωσεν οὕ-
2707τω τὴν αἴτησίν του ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ὁ κ. ἐκ
2708Γόρτυνος Βουλευτὴς διετύπωσε καθαρῶς καὶ εἶπεν, ὅτι ἐπι-
2709μένει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον συνταγματικὸν καὶ κοι-
2710νοβουλευτικὸν νὰ καταθέσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντα ἔγγρα-
2711φα. Οὕτω πως διετύπωσε τὴν αἴτησιν, καὶ ἐπὶ τῆς αἰτή-
2712σεως ταύτης ἐζήτησε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὥστε τὸ ζή-
2713τημα θὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς:
2714«Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ
2715καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
2716λέγουσιν Ὄχι.»
2717§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει
2718καθῆκον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παρα-
2719δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2720§135Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἄλλην ποτὲ Βουλὴν, ὅτε
2721ἀπετέλουν μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
2722Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἠγέρθη ζήτημα περὶ καταθέσεως ἐγ-
2723γράφων ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, διευθυνομένης ἀπὸ τὸν
2724μακαρίτην Τρικούπην. Ἀκολουθῶν τότε τὴν γνώμην τοῦ
2725τότε ἀρχηγοῦ μου, καὶ πιστεύων ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ κατά-
2726θεσις τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, ὑπεστήριξα ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ
2727Κυβέρνησις ὀφείλει, ὅταν τὰ σχετικὰ ζητήματα δὲν ἦναι
2728ἐκκρεμῆ, νὰ καταθέτῃ τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα, διότι εἶναι
2729ὑποχρεωμένη νὰ δίδῃ λόγον ἀμέσως εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν
2730τοῦ ἔθνους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, κύριε Πρόεδρε, τὸ
2731αἴτιον, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσε τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον ἐν Σμύρ-
2732νῃ, ὑφίσταται ἐκκρεμὲς, κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα δὲν ἐλύ-
2733θη κατ’ οὐσίαν, καὶ δὲν ἐλύθη, διότι ἡ Τουρκία δὲν ἀπεδέ-
2734χθη τὴν γνώμην τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῇ συνθήκῃ, ὅτι πάν-
2735τες οἱ ξένοι ὑπήκοοι ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει δὲν ὀφεί-
2736λουσι νὰ πληρώνωσι φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ ἐζήτει ἐξαι-
2737ρετικῶς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ πληρώνωσιν οἱ ὑπήκοοι αὐτῆς
2738φόρον ἐπιτηδεύματος. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀναντιρρήτως προὐ-
2739κάλεσε τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον τῆς Σμύρνης. Ἐὰν, κύριε
2740Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, ἐκ λόγων, οὓς αὐτὴ γνωρίζει, διέ-
2741ταξεν, ἵνα οὕτως ἢ ἄλλως πολιτευθῇ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς
2742ἐν Σμύρνῃ, ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς
2743ἀνατροπὴν τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις,
2744ζητοῦσα τὴν ὑποταγὴν τοῦ ὁμόρου Κράτους εἰς τὰς συνθή-
2745κας, ἤτοι νὰ ἀπαλλάξῃ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις τοὺς
2746ὑπηκόους τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν
2747ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, ἐπαναλαμβάνω, θίγῃ τοὺς λό-
2748γους, ὧν ἕνεκα ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐπολιτεύθη
2749καθ’ ὃν τρόπον ἐπολιτεύθη, θέλων νὰ προκαλέσῃ διὰ τούτου
2750ἐπέμβασιν τῆς Εὐρώπης πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, δὲν νο-
2751μίζουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν
2752ἐγγράφων δύναται νὰ παραλύσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνή-
2753σεως, προκειμένου περὶ τόσον μεγάλου ζητήματος, περὶ τοῦ
2754ὁποίου ἐργάζεται ἀπὸ εἰκοσαετίας τὸ ἡμέτερον ἔθνος;
2755Φρονῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς μερίδος,
2756τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, περὶ
2757καταθέσεως ἐγγράφων ἄμεσον σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὸ αἴ-
2758τιον, ἐξ οὗ προεκλήθη τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον, εἶναι ἐπιζήμιος
2759διὰ τὸ ζήτημα τὸ καθαυτὸ, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκομαι εἰς
2760τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς γνώμης
2761τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐμμένων εἰς τὴν γνώ-
2762μην τὴν ὁποίαν τότε, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, προέβα-
2763λον, ὅτι ἐζητοῦντο νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα ἐπὶ ζητήματος
2764ὁμοίας περίπου φύσεως.
2765§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
2766(Γίνεται ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Θ. Π. Δη-
2767λιγιάννη, ὡς αὕτη διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2768ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Ρα-
2769δινοῦ καὶ Γ. Μελισσηνοῦ, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπό-
2770μενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2771Λέων Μελᾶς Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ν
2772Στέργιος Μ. Καρανίκας ΟἸωάννης Γ. Καραπᾶνος Ν
2773Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΣπυρίδων Ν. Βαρζέλης
2774Κ. Ἀσημακόπουλος Κωνστ. Β. Κοττίκας
2775Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟΔημήτρ. Γ. Ράλλης Ν
2776Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΟἈλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν
2777Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Σμολένσκης Ο
2778Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΟΝικόλαος Λεβίδης Ο
2779Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΟἈθαν. Μουτσόπουλος Ν
2780Γεώργ. Πολυγένης ΝἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ν
2781Γεώργ. Καρπετόπουλος ΟΘεόδωρος Λέκας Ν
2782Ἰωάννης Ζωγράφος ΟΚυριάκος Λιγυνὸς
2783Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΝἸωάννης Δαμηλάτης Ν
2784Ἀνδρέας Ψύλλας ΝΚωνστ. Ι. Φλέσσας Ο
2785Νικόλαος Γουναράκης ΝἨλίας Π. Μαυρομιχάλης Ο
2786Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΝΚίμων Βελλίνης
2787Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΙ. Καφταντζόγλου
2788Νικόλαος Α. Στράτος ΟΙ. Παλάσκας Ο
2789Ἰωάννης Σ. Στάϊκος ΟΔ. Τερτίπης Ο
2790Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ι. Καζαμπάκας
2791Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ο
2792Νικόλαος Σταματιάδης ΟΚ. Ζωγλοπίτης
2793Δημ. Καρακίτης Νικόλ. Μπαλάφας Ο
2794Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ο
2795Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης Ν
2796Νικ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Νικολαΐδης
2797Κωνσταντῖνος Γρίβας ΟΘεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
2798Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο
2799Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Ρώτας Ν
2800Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΓεώργ. Ν. Θεοτόκης Ο
2801Περ. Ἀλεξάκης ΝΜιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
2802Π. Ταμπακόπουλος Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
2803Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝἈλκίνοος Σ. Ζερβός Ο
2804Χαρίλ. Τζαννετάκης ΝΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας
2805Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΣπυρίδων Α. Ἀγάθος Ο
2806Μιχ. Φωτιάδης ΟΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος
2807Βασ. Μαστραπᾶς ΟἨλίας Α. Πολίτης Ο
2808Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. ΔεληγιάννηςΝ
2809Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ν
2810Μιχ. Ι. Στελλάκης Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ο
2811Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης Ο
2812Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας
2813Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
2814Δημ. Τσιτσάρας ΝἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
2815Δημ. Χατζόπουλος ΟΔιονύσιος Π. ΒενιερᾶτοςΟ
2816Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
2817Ἰωάν. Σερμπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλός Ο
2818Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος ΟΣπυρίδων Ε. Στάης Ο
2819Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας ΝΔιονύσιος Καλούτσης
2820Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς ΝΝικόλαος Τσοῦχλος Ο
2821Διονύσιος Π. Στεφάνου ΟΠαναγ. Σπυράκης Ν
2822Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΟἸωάννης Καλούτσης Ν
2823Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΟΧαράλαμπος Βοζίκης
2824Ἰωάννης Ν. Σισίνης ΟΓ. Λ. Μαυρομιχάλης
2825Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ο
2826Διονύσιος Π. Παυλόπουλος Στέφανος Κοπανίτσας
2827Ἰωάννης Θ. Ψημένος Γεώργιος Δ. Φικιώρης
2828Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης ΝΔημοσθ. Ματάλας
2829Δημοσθένης Γ. Δόγκας ΟἸωάννης Φίλιος
2830Νικόλαος Δαούτης Κωνσταντῖνος Καρακίτης
2831Ἰωάννης Κόλλιας Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ο
2832Λουκᾶς Γ. Μπέλλος ΟΝικόλαος Μπουφίδης Ο
2833Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ἰωάννης Γ. Λάππας Ν
2834Πέτρος Ν. Δελένδας ΟΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
2835Β. Μαρκεζίνης Γεώργιος Σκληρός Ο
2836Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς ΟΕὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ν
2837Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
2838Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΟἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
2839Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ΟΓκίκας Μάστορης Ο
2840Ἀλέξανδρος Φωτήλας ΟἸωάννης Μπακόπουλος
2841Γεώργ. Χ. Παπαδημητρίου Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
2842Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΟΚ. Κωνσταντόπουλος Ν
2843Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
2844Κωνσταντῖνος Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ν
2845Ἀθαν. Πετρόπουλος ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο
2846Ἀθαν. Ζέρβας ΝΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος
2847Γ. Ἀναστασόπουλος ΟἸωάννης Α. Βρυώνης Ν
2848Γεώργιος Νικολαΐδης Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
2849Κωνσταντ. Τρικούπης ΟΝικόλαος Γ. Λεωνίδας Ο
2850Λεωνίδας Δεληγεώργης ΝΓ. Ν. Μπούμπουλης
2851Περικλῆς Μποῦτος ΟἸωάννης Ν. Καλαμάρης Ν
2852Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΝἘπαμ. Δ. Βαφειαδάκης Ν
2853Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΚωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ο
2854Ἰωάννης Νικολαΐδης ΟἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
2855Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ν
2856Ἀριστομέν. Προβελέγγιος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ο
2857Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΟΚάρολος Μ. Βιτάλης
2858Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΝΚων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ο
2859Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΟΣωτήριος Ι. Χατζηγάκης
2860Δημ. Ι. Φαρμάκης ΟΓεώργιος Ραδινὸς Ο
2861Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟἈπόστολος Ζάππας
2862Ἰωάννης Μ. Κανναβός Ἠλίας Μπασδέκης Ο
2863Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Σπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
2864Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
2865Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
2866Ἀθαν. Πετσάλης ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ο
2867Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΔημ. Ἀναστασόπουλος Ν
2868Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟἈθαν. Νικολίτσας Ο
2869Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ἀλέξ. Στάικος
2870Φώτιος Π. Μοσχούλας ΟΓεώργιος Κορυζῆς
2871Νικόλ. Α. Παπαλέξης Θεόδωρος Λιμπρίτης Ν
2872Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΝΛεων. Λαπαθιώτης
2873Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
2874Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
2875Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ο
2876Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΝικόλαος Πλατσῆς Ο
2877Ἰωάννης Δελμοῦζος ΟΝ. Χατζῖσκος Ο
2878Δημήτριος Π. Νίκας ΟΧαρ. Εὐταξίας
2879Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Δ. Δεδούσης Ο
2880Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΝΝ. Κοντογιάννης
2881Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς
2882Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
2883Κωνσταντῖνος Γκότσης ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ
2884Δημήτριος Π. Γούναρης ΟΝικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
2885Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-ΟΖήσιμος Σαραβέλας Ν
2886καούρης Νικόλαος Μαμούνης
2887Γεώργιος Ράλλης ΟἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ο
2888Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν
2889§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 165. Ἐκ τούτων
2890108 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 57 ὑπὲρ αὐτῆς. Ἑπομένως
2891ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
2892Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ.)