Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session Β› Sitting 9

1904.01.28

3,921 rows · 29,690 words · 1 table · 218 turns

Date
1904.01.28
Presidency
Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΥ
Period
ΙΣΤ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1908)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9

τῆς 28 Ἰανουαρίου 1904.

(Τετάρτη).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπάτσα τῆς Ἄρτης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῶν νέων φόρων. Ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Βελεγρῆς παρακαλεῖ, ὅπως τὸ περὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν νομοσχέδιον ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποστράτων τοιούτων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά του. Ὁ λαὸς Τρικκάλων, συνελθὼν ἐν πολυπληθεστάτῳ συλλαλητηρίῳ, ἀπέστειλε τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἐπικροτεῖ τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀνασυντάξεως τῆς χώρας. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου διὰ ψηφίσματός του ἀποφαίνεται, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ καὶ φορολογικὰ νομοσχέδια τυγχάνουσι τῆς πλήρους ἐπιδοκιμασίας τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Βόλου ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ στρατιωτικὰ καὶ φορολογικὰ αὐτῆς νομοσχέδια, καὶ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως αὐτῶν. Τηλεγράφημα ἐκ μέρους τῶν δούλων Ἑλλήνων τῆς Κάτω Ἠπείρου, παρακαλούντων, ὅπως τάχιστα ψηφισθῶσι τὰ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Γ. Παπαδημητρίου κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας τῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας Χαϊκάλη, διότι ἡ βραδύτης τῆς κατασκευῆς στερεῖ τῆς συγκοινωνίας τοὺς αὐτόθι πληθυσμούς.» Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τῶν καθυστερουμένων ἀμέσων φόρων τῶν τελευταίων δέκα ἐτῶν, καθ’ ἕκαστον ἔτος καὶ καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν τῆς Πελοποννήσου». Ὑποβάλλω, ὡς Βουλευτὴς Φθιώτιδος, προτάσεις περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δι’ ὧν νομίζω ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ ταχυτέρα καὶ τακτικωτέρα δημοσίευσις τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, συνάμα δὲ καὶ τροποποιήσεις τινὰς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, δι’ ὧν ἐπέρχεται μικρὰ οἰκονομία εἰς τὰ ἔξοδα. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68). Ὁ ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς κ. Φ. Μοσχούλας ὑποβάλλει τροποποιήσεις διαφόρων ἐδαφίων τοῦ Κανονισμοῦ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 69). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθηκε νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1904». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 70). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινός.

§2Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀλλεπάλληλα κατέφθανον ἐνταῦθα τὰ τηλεγραφήματα ἐκ τῶν Θεσσαλικῶν ἐπαρχιῶν πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν τότε Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη περὶ τῆς τελείας καταστροφῆς, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν σιτοπαραγωγὴν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ μετὰ προθυμίας προέβη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ γνωστοῦ νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι πράγματι ἐπῆλθε καταστροφὴ τῆς σιτοπαραγωγῆς. Καίτοι ὅμως ἡ βεβαίωσις αὕτη ἐγένετο ὡς ὁ νόμος καθώριζε, καίτοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ κύριοι νομάρχαι καὶ εἰρηνοδίκαι, μετὰ τῶν διαφόρων δημάρχων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐπιστοποίησαν, ὅτι πράγματι ἐπῆλθε καταστροφὴ τοιαύτη τῆς παραγωγῆς, ὥστε ἐπεβάλλετο ἡ συνδρομὴ τῆς Πολιτείας ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, καίτοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ πολλοῦ συνεκεντρώθησαν πάντα τὰ σχετικά, ἐν τούτοις μέχρι τῆς σήμερον οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια, ὁ δὲ σεβαστὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβάλλει τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς πρὸς ἐπιστροφὴν τῶν ἀχρεωστήτως πληρωθέντων ποσῶν ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ φανῶσι πιστοὶ καὶ εἰλικρινεῖς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις των, ἔσπευσαν νὰ δανεισθῶσι τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν τοῦ φόρου, καὶ νὰ πληρώσωσιν αὐτὸν ἐμπροθέσμως. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης θὰ παρακαλέσω, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ ἡμῖν τὴν γνώμην του.

§3Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.

§4ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ὁ φόρος αὐτός, ἅπαξ πληρωθεὶς, δὲν ἐπιστρέφεται· δηλ. ἀπαλλάσσονται μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἐπλήρωσαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄτοπον, διότι, ἀφοῦ ἡ καταστροφὴ ἐβεβαιώθη, νομίζω, ὅτι καὶ οἱ πληρώσαντες καὶ οἱ μὴ πληρώσαντες πρέπει νὰ ἀπολαύσωσι τοῦ εὐεργετήματος, ὅπερ ὁ νόμος παρέσχεν αὐτοῖς· θὰ ἦναι δὲ ἄλλως καὶ ἄδικον, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν συνεπεῖς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν, ν’ ἀποκλεισθῶσι τοῦ εὐεργετήματος, ὅσοι δὲ δὲν ἐπλήρωσαν ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς. Νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο, τὸ εὐεργέτημα νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχέως, —διότι οἱ ἄνθρωποι ἐδανείσθησαν μὲ 2 καὶ 3% κατὰ μῆνα, (διότι οὕτω δανείζονται ἐκεῖ), ἵνα πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα διὰ τοὺς φόρους εἰς τὸ Δημόσιον. —νὰ διατάξῃ, λέγω, ταχέως τὴν ἐπιστροφὴν τῶν καταβληθέντων εἰς τοὺς καταβαλόντας αὐτὰ ἀδιακρίτως.

§5ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ αὐτὸ περίεργον πνεῦμα ὠθεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὧν τὸ εἰσόδημα κατεστράφη. Δυνάμει τοῦ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ταύτης νόμου συνετάχθησαν τὰ κατὰ τὸν νόμον πρωτόκολλα, καὶ ἐβεβαιώθη ἡ καταστραφεῖσα περιφέρεια εἰς ἕκαστον δῆμον, διετάχθη δὲ νὰ γείνῃ καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐκπτώσεως τοῦ φόρου. Ἀλλὰ δι’ ὅσους συνέβη νὰ πληρώσουν οὐδεμία λαμβάνεται φροντὶς, συζητεῖται δὲ, ἂν πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν καταβληθέντων ποσῶν. Φαίνεται ὅτι ὁ φόρος εἶναι πολὺς, καὶ δυσκολεύεται ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀποφανθῇ, ἢ συμβαίνει ἄλλο τι, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω γνῶσιν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ χορηγήσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἂν πρόκειται νὰ δοθῇ αὐτῇ ἡ ἔννοια εἰς τὸν νόμον.

§6ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς γενομένης ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου προτάσεως.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§8Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα καὶ φροντίδα περὶ τῶν φρεάτων ἐκείνων καὶ τῶν ὀπῶν καὶ τῶν σηράγγων, αἵτινες ἀνεῴχθησαν εἰς τὸ πεδίον τὸ Θριάσιον καλούμενον. Ὑπὸ τὸ πεδίον ἐκεῖνο, ἐνομίσθη καὶ ἐπιστεύθη ὑπὸ σοφῶν καὶ ἀσόφων, ὅτι κρύπτεται μέγας τις καὶ ἀνεκτίμητος θησαυρός, εὐρεῖα καὶ ἀνεξάντλητος δεξαμενὴ ὕδατος, ἱκανοῦ νὰ κατασβέσῃ τὴν δίψαν τῶν διψαλέων καὶ κονισαλέων Ἀθηνῶν καὶ τοῦ γειτονεύοντος Πειραιῶς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ἀνεκινεῖτο τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως, πιστὸς εἰς φαεινήν τινα καὶ λαμπρὰν θεωρίαν, ἥν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ ἀμελέτητα ἔργα ἐπιτυγχάνουσι, προέβη ἀπρομελετήτως καὶ εἰς βρασμὸν ὑδραυλικῆς ὁρμῆς εἰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας καὶ ἀνασκαφὰς ἀνὰ τὸ Θριάσιον πεδίον, οὐχὶ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔδει δοκιμαστικὰς, ἀλλ’ εἰς εὐρεῖαν, ὡς μὴ ὤφελεν, εὐρυτάτην κλίμακα. Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν γενομένων ἐργασιῶν, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ νῦν. Μαρτυρεῖ ἐπαρκῶς αὐτὴ ἡ πλήρης ἐγκατάλειψις τῶν ἔργων. Ἑκατομμύριον ὅλον ἐδαπανήθη ἀσκόπως, ἐρρίφθη κυριολεκτικῶς εἰς τὴν θάλασσαν. Δὲν γνωρίζω, πόσα ὅπλα καὶ πόσαι πυροβολαρχίαι, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ζητοῦσι σήμερον παρ’ ἡμῶν ἐπιφανεῖς συνάδελφοι, ἠδύναντο ν’ ἀγορασθῶσι διὰ τοῦ ἑκατομμυρίου τούτου, τοῦ καταβαραθρωθέντος. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι αἱ ὀπαὶ ἐκεῖναι καὶ οἱ χάνδακες τοῦ Θριασίου πεδίου ἐγένοντο ὁ ὑπὲρ τὸ δέον καὶ ὑπὲρ πᾶν ὅριον ἀνεκτὸν πολυτελὴς τάφος μιᾶς κενῆς καὶ παραλόγου ἰδέας. Ὁ περίφημος τάφος τοῦ Μαυσώλου, ὅν ἀπεθαύμαζεν ἡ ἀρχαιότης, δὲν φαντάζομαι ὅτι ἐστοίχισε περισσότερον. Ἀλλὰ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς ἀσκόπου καταστροφῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, δὲν ὑπῆρξε δυστυχῶς καὶ τὸ μόνον. Αἱ ὀπαὶ ἐκεῖναι καὶ αἱ σήραγγες, ἂν δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν μεταφορὰν ὕδατος εἰς Ἀθήνας, συνετέλεσαν ὅμως εἰς ἓν ἄλλο θαυμασιώτερον κατόρθωμα· μετέφεραν τὰ θαλάσσια ὕδατα εἰς τὸ Θριάσιον, τὸ ὁποῖον εἰκότως ἄν τις ὀνομάσετε τώρα θαλάσσιον πεδίον, διότι ἐκεῖ, ὅπου ἄλλοτέ ποτε, εἰς χρόνους παρῳχημένους, ἀντήχουν αἱ κραυγαὶ τοῦ μυστικοῦ Ἰάκχου, ἐμπαικτικῶς τώρα ῥοχθεῖ καὶ χλευαστικῶς φλοισβίζει τοῦ Ποσειδῶνος τὸ κῦμα. Ὁ μέγας ὑπόγειος θησαυρός, ἡ περιπόθητος ἐκείνη καὶ ἀκένωτος δεξαμενὴ ὕδατος πραγματικῶς ἀνευρέθη. Δὲν περιέχει τὰς χιλίας ὀκάδας ὕδατος ἀνὰ εἰκοσιτέσσαρας ὥρας, τὰς ὁποίας ὠνειρεύετο ὁ κ. Γ. Θεοτόκης, παρέχει δισεκατομμύρια τόννων ὕδατος· ἡ διαφορὰ μόνον, ἡ μικρὰ καὶ ἀσήμαντος, εἶναι, ὅτι τὸ ὕδωρ εἶναι θαλάσσιον· εἶναι ὁλόκληρος ἡ Μεσόγειος, τὴν ὁποίαν, ἂν ἔχῃ ὑπομονὴν, ὁ κύριος Θεοτόκης δύναται ἀξιόλογα νὰ ἀντλήσῃ, ὁπόταν θέλῃ, διὰ τῶν ὀπῶν ἐκείνων, καὶ νὰ μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας. Ἀλλ’ ἡ ἄνοδος αὕτη τοῦ θαλασσίου ὕδατος διὰ τῶν κατασκευασθεισῶν σηράγγων ἀπειλεῖ νὰ διαφθείρῃ, δηλαδὴ νὰ ἁλατίσῃ, οὐχὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἐπιχειρησάντων, ἀλλὰ τὸ ὀλίγον πόσιμον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον εἶχον τὰ φρέατα τοῦ δήμου Φυλῆς, καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν μόνην περιουσίαν τῶν κατοίκων, τῶν ἀρδευόντων διὰ τούτων τὰ κτήματα αὐτῶν, ἐξ ὧν ἀποζῶσι. Παρετηρήθη δὲ ἐξ ἄλλου, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐγένοντο αἱ ὑδραυλικαὶ ἐργασίαι καὶ αἱ σήραγγες τοῦ κυρίου Θεοτόκη, τὸ ὕδωρ τῶν φρεάτων τούτων ὠλιγόστευσεν ἐπαισθητῶς, καὶ ὀλιγοστεύει ὁσημέραι, εἰς τρόπον ὥστε ὑπάρχει κίνδυνος φανερὸς νὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς τὰ φρέατα τοῦ Ἀσπροπύργου, πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τῶν κατοίκων τοῦ ὡραίου ἡμῶν χωρίου. Πρὸ ἡμερῶν συμπολῖταί μου ἐκ τοῦ δήμου Φυλῆς μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι ὑπέβαλον ἁρμοδίως διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφοράν, δι’ ἧς ἱκετεύουσιν, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον φράξῃ διὰ μικρᾶς δαπάνης, χιλίων μόνον δραχμῶν, τὰς ἀνοιγείσας ὀπάς, ὡς καὶ τὰς σήραγγας, αἵτινες ἀφ’ ἑνὸς μὲν καθιστῶσι τὸ πόσιμον ὕδωρ τοῦ χωρίου ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐντονώτερον ὑφάλμυρον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐμποδίζουσι τὰ ὕδατα τῶν ὀρέων νὰ κατέρχωνται, ὡς ἄλλοτε, εἰς τὸ Θριάσιον, μεταφέρουσαι τοῦτο εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ δαπάνη, ὡς εἶπον, ἔσεται ἐλαχίστη καὶ ἀσήμαντος, ἀφοῦ δὲ ἐξωδεύσαμεν ἀνοήτως ἓν ὅλον ἑκατομμύριον δραχμῶν διὰ νὰ καταστρέψωμεν, ἐλπίζω ὅτι δὲν θ’ ἀντιταχθῇ ἀντίρρησις, νὰ δαπανήσωμεν φρονίμως χιλίας δραχμάς, διὰ νὰ ὠφελήσωμεν καὶ σώσωμεν ἕνα ὁλόκληρον δῆμον, οὗ κινδυνεύει ὁ μόνος πόρος ζωῆς, ὁ ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συναινέσῃ εἰς τοῦτο. Πρέπει ἄλλως τε ν’ ἀναλογισθῇ, ὅτι ὁ τρώσας ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἰάσηται. Ἤνοιξε διὰ τῶν ὀπῶν ἐκείνων καὶ τῶν φρεάτων μεγάλην πληγὴν εἰς τοὺς κατοίκους Φυλῆς, καὶ μεγάλην πληγὴν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ δευτέρα πληγὴ εἶναι ἀνίατος, — τὸ ἑκατομμύριον ἀπέπτη δυστυχῶς, — ἀλλ’ ἡ πρώτη θεραπεύεται, καὶ τὴν θεραπείαν ταύτην ἀναμένει εὐλόγως παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ λαὸς τοῦ δήμου Φυλῆς.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§10Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ χωρίον Βεργοβίτσα τοῦ δήμου Φελλόης ἐγένετο καθίζησις τοῦ ἐδάφους, καὶ πολλαὶ ἕνεκα τούτου κατέπεσαν οἰκίαι, κινδυνεύουσι δὲ πᾶσαι αἱ λοιπαὶ οἰκίαι τοῦ χωρίου νὰ καταρρεύσωσι. Δὲν ἐγένετο εὐτυχῶς δυστύχημά τι, ἀλλ’ ἀπειλοῦνται πολλὰ δυστυχήματα. Ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν γνωρίζουσιν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, ἂν δύνανται νὰ κατοικήσωσι πλέον εἰς τὰς οἰκίας των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — καὶ νομίζω ὅτι ἔλαβε περὶ τούτου ἀναφορὰν τοῦ κ. νομάρχου Ἀχαΐας — νὰ ἐπιστήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν προσοχήν του, νὰ διατάξῃ δὲ μηχανικόν, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ ἐξετάσῃ, ἂν δύνανται οἱ κάτοικοι ἄνευ φόβου νὰ μένωσιν εἰς τὰς οἰκίας των, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἕτοιμοι νὰ καταρρεύσωσιν, ἢ ποῖα μέτρα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως στερεωθῇ τὸ ἔδαφος τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ μὴ καταρρεύσωσιν αἱ οἰκίαι. Εἶναι, νομίζω, τὸ πρᾶγμα σοβαρόν, ἐπείγει δὲ καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.

§12ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπηύθυνεν ἐρώτημα εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν περὶ διορισμοῦ καθηγητοῦ τῆς Παιδιατρικῆς. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ἡ Σχολὴ ἀπήντησεν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Λαμβάνω τὴν τιμήν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἤδη ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπηύθυνε καὶ δεύτερον ἐρώτημα πρὸς τὴν Σχολὴν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἂν ἡ πληροφορία αὕτη ἦναι ἀληθής, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σὺν τῇ ἀπαντήσει τῆς Σχολῆς εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα καὶ ἀντίγραφον τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος.

§13ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θέλω καταθέσει τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ζητηθέντα ἔγγραφα.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 217,352.10 εἰς χρυσὸν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 23, ἄρ. 1 καὶ δραχ. 108,676 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 30 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§15Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Οὐδείς, ὑποθέτω, εἴτε ἐντὸς εἴτε καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης· οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ κατανοῶν τὸν κίνδυνον τὸν ἐκ Βορρᾶ προερχόμενον καὶ μὴ ἀντιλαμβανόμενος, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην λήψεως μέτρων συντόνων πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι, καίτοι κατ’ ἀρχὴν συμφωνῶ ὑπὲρ τῆς λήψεως τοιούτων μέτρων, διΐσταμαι ὡς πρὸς τοὺς πόρους, δι’ ὧν προικοδοτεῖται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα καταδείξω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ πρόθυμος πάντοτε εἰς πᾶσαν θυσίαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, δὲν φρονεῖ ὅτι εἶναι ὥρα νὰ ὑποστῇ νέα βάρη, ὅταν ἦναι δυνατὸν οἱ πόροι οἱ ἀναγκαῖοι πρὸς συντήρησιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐκ περικοπῆς δαπανῶν περιττῶν καὶ ἐξ ἄλλων οἰκονομιῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅστις, ὡς γνωστόν, ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πολὺ περισσότερον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων χάριν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἰδίως περὶ τῆς ἐξευρέσεως πόρων εἰδικῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην. Ἐπὶ τούτου πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει ἰδιαίτεροι φόροι ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον ταμεῖον, ὅπερ νὰ χρησιμεύῃ κυρίως διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον πρέπει τοῦτο νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης φροντίδος περὶ ἀνασυντάξεως στρατιωτικῶς τῆς χώρας, ὅσον τὸ ταμεῖον τοῦτο πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ οὐχὶ εἰς ἀπώτερον κυρίως μέλλον τὰς ἀνάγκας τὰς στρατιωτικὰς τοῦ τόπου, ἀλλὰ πρόκειται ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑπηρετήσῃ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς πάντες φρονοῦμεν, δὲν εἶναι ἀπίθανον λίαν ταχέως νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς ἡμᾶς. Ὅταν τοιαύτη ἦναι γενικῶς ἀνωμολογημένη ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξευρέσεως πόρων πρὸς σύστασιν τοιούτου ταμείου, νομίζω, ὅτι καθῆκον καὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἑτέρας εἶναι νὰ ὑποχωρήσωμεν ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τυχὸν διαφωνοῦμεν, καὶ νὰ καταστῇ οὕτως εὐχερὴς, δυνατὴ, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως ἢ μὴ τῶν φόρων, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὅλα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια μὲ τοιοῦτον πνεῦμα ψηφίζονται, καὶ ὑποθέτω ὅτι διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἀπαντήσωσιν ἐπιμόνους ἀντιρρήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, εἰμὴ ἐπὶ λεπτομερειῶν. Ἐὰν ὅμως δὲν συμφωνῇ ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν συμφωνῇ εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἰδοὺ, ὅτι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα καὶ ἡ χώρα πᾶσα ἐπιθυμεῖ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν, δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Εἰ μὲν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῶσι, θεωρεῖ ὅτι ἤρθη ἡ ἐμπιστοσύνη ἀπ’ αὐτῆς, θέλει τότε προκαλέσει δυσχερείας ἄλλας. Ἀλλ’ ἄνευ τούτων βεβαίως θέλουσιν ἐπέλθει κωλύματα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν τῶν νόμων τῶν στρατιωτικῶν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν, εἰ δυνατὸν, νὰ συντελέσῃ, ὑποχωροῦσα κατά τι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης μὴ διακινδυνεύσῃ ἐκ τῆς διχογνωμίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ διαιρέσῃ τὴν Βουλὴν ἐξ ἀφορμῆς κυρίως τοῦ ζητήματος τῶν φόρων. Τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει πόρους, οὓς οὐδεὶς ὁ ἀμφισβητῶν ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσωσι πόρους τοῦ ταμείου τούτου. Ἀλλὰ ὑπάρχει εἷς πόρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ γεννηθῶσι διαφωνίαι, καὶ πιθανὸν αἱ διαφωνίαι αὗται νὰ ἀπολήξωσιν εἰς μείωσιν τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἴσως δὲ καὶ εἰς περιπετείας πολιτικάς. Ὁ πόρος οὗτος εἶναι ὁ ἀφορῶν τὸ πρόσθετον τέλος ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου, διότι περὶ τῶν ἄλλων δὲν θὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ, οἵτινες θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φέρωσιν ἀντιρρήσεις, καὶ νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσουν πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· διότι τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, παραδείγματος χάριν, δηλαδὴ (ἀναγινώσκει) «τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐκποιουμένων κτηνῶν καὶ παντὸς ὑλικοῦ εὐχρήστου μὲν, ἀλλ’ ὁριστικῶς μὴ ἀναγκαίου εἰς τὸν στρατὸν», παρ’ ὅλων θὰ γείνῃ δεκτόν. Ἐπίσης τὸ δεύτερον, (ἀναγινώσκει) «τὰ μέχρι τῆς συστάσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου εἰσπραχθέντα καὶ μήπω διατεθέντα χρηματικὰ τιμήματα ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν τῶν μέχρι τοῦ 1894 ἀπογραφῶν καὶ τὰ ἐφεξῆς εἰσπραττόμενα τοιαῦτα, κατατεθειμένα ἢ μὴ παρὰ Τραπέζαις μετὰ τῶν τόκων αὐτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΤΟΗ, τοῦ 1896. Ὡσαύτως καὶ τὰ χρηματικὰ τιμήματα ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν τῶν μετὰ τὸ 1894 ἀπογραφῶν, ἂν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ εἴσπραξις τοιούτων». Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία, ὑποθέτω, θὰ ὑπάρξῃ σπουδαία ἀντίρρησις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπίσης ὁ τρίτος πόρος, ὅστις πρόκειται νὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ τοῦ ζύθου, εἰ καὶ εἶναι αὔξησις φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ ζύθου. Δύνανταί τινες νὰ ἀντιτάξωσι παρατηρήσεις κατ’ αὐτοῦ εἴτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἴτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, νομίζω ὅμως, χωρὶς νὰ δύναμαι βεβαίως νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ὁριστικὴν ἀντίθετον γνώμην, ὅπως ὁ φόρος οὗτος, ὡς κανονίζεται διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, ἀποτελέσῃ ἕνα τῶν πόρων τοῦ ταμείου. Ἐπίσης, ὑποθέτω, οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ πέμπτου, διὰ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον, καὶ τὸ ὁποῖον, πιστεύω, δὲν θὰ περιέχῃ τοιαύτας διατάξεις, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ τὰς ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή. Κατ’ ἀρχὴν φορολογία ἐπὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ἀντιθέτους γνώμας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπίσης οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὰς δωρεάς, τὰς κληρονομίας καὶ τὰ κληροδοτήματα. Λοιπὸν εἷς μόνον πόρος ὑπολείπεται, καὶ οὗτος εἶναι ὁ σπουδαιότατος τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὁ ἐκ τῆς προσόδου τῆς προερχομένης ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὑφιστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἐπιφύλαξιν καὶ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν νὰ προστεθῇ τὸ πρόσθετον τέλος, ἀλλ’ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενέγκῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τοσαύτας περικοπὰς δαπανῶν, ὥστε τὸ ποσόν, ὅπερ ζητεῖ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, νὰ ἐξευρεθῇ δι’ οἰκονομιῶν, μολονότι οὗτος εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ὑποστήριξις τῆς γεωργίας, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶναι ἐπιβάρυνσις τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ προσθέσωμεν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἄνευ καὶ δυσαρέστων ἀποτελεσμάτων ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐγένοντο, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι, ἀνήκω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διστάζουσι νὰ ἐπιδοκιμάσωσι νέους φόρους, ἐφ’ ὅσον δὲν πεισθῶσιν, ὅτι ἐξηντλήθησαν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα βεβαίως μὲν δὲν περιμένομεν ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἥτις ἀπὸ χρόνων καθ’ ἡμέραν αὐξάνει τὰς ἀνωφελεῖς δαπάνας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύει ἡ λογικὴ καὶ ἡ εἰλικρινὴς μέριμνα ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων. Ὅπως δήποτε ὅμως, λόγῳ τῶν περιστάσεων, ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν περισσότεραι — ἐπειδὴ ὀλίγισται ἐγένοντο — περικοπαὶ εἰς τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων προϋπολογισμῶν, καὶ νὰ γείνωσιν ἄνευ βλάβης τῶν ὑπηρεσιῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω αὔξησιν τοῦ τέλους τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, ἥτις θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζομεν, νομίζω ὅτι εἶναι κάκιστον νὰ ἐξαρτήσωμεν ἐκ τούτου, ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων, τὴν σύστασιν τόσον χρησίμου στρατιωτικοῦ ἔργου, ἔργου ὅπερ προσέτι εἶναι καὶ τὸ πλέον κατεπεῖγον καὶ ἐθνικαὶ τὸ ἐπιβάλλουσι περιστάσεις, καὶ χάριν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γείνωσι πᾶσαι αἱ θυσίαι ἄλλων ἰδεῶν καὶ γνωμῶν. Τοιαῦτα ἔργα ἐθνικὰ δὲν πρέπει νὰ δυσκολεύωνται διὰ προτάσεων, αἵτινες δύνανται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διαιρέσωσι τὰς γνώμας, ἐνῷ ὑπάρχει ὁμοφωνία δι’ αὐτά. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὅπως ἔχει, ἀλλὰ μεταβαλλομένης τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 2 οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐξαρτηθῇ ἡ προικοδότησις δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προσδοκᾶται ἐκ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς, ἑπομένως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε νὰ γένηται ὁριστική· γίνεται δὲ ὁριστική, ὅταν δεχθῶμεν, ὅτι τὰ 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου καὶ ἐπὶ τοῦ ἤδη εἰσπραττομένου εἰσαγωγικοῦ τέλους θέλουσιν ἀποτελέσει τὸν πόρον, περὶ οὗ προνοεῖ τὸ ἐδάφ. δʹ. δηλαδή, ἀντὶ «ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὑφεστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν», νὰ τεθῇ «ἡ πρόσοδος 2½ λεπτῶν χαρτίνων κατ’ ὀκᾶν ἐκ τῶν τελῶν εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σίτου καὶ σμιγοῦ σίτου μετὰ σικάλεως». Τοιουτοτρόπως, ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτου φόρου, δὲν κινδυνεύει τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ στερηθῇ αὐτοῦ τοῦ ἐσόδου, ἐὰν δὲ τὸ ψηφίσῃ, θὰ εἰσέλθῃ πάλιν τοῦτο εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τότε δὲν θὰ μειωθῇ τὸ ἔσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ σίτου. Τὸ Δημόσιον βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ πρότασις, θὰ στερηθῇ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον νῦν εἰσπράττει. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ζητῶμεν οὐχὶ μόνον ἀπὸ τοὺς ἄλλους θυσίας τῶν γνωμῶν αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ζητῶμεν θυσίας καὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἰδικῶν μας. Ἐὰν θὰ ἐλλείψῃ, μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου τέλους ἐπὶ τοῦ σίτου, χρηματικόν τι ποσόν, ἂς προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις δι’ οἰκονομιῶν ἐπὶ ἄλλων πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοιουτοτρόπως τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ταμείου δὲν ἐπέρχεται ζημία, ἂν ἐν τῇ Βουλῇ τυχὸν κατισχύσωσιν αἱ ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον. Αὐτὴν τὴν γνώμην διατυπῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἂς πεισθῇ δὲ, ὅτι προτείνω τοῦτο, οὐχὶ διότι θέλω νὰ παρεμβάλω δυσκολίαν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συντελέσω, ὅπως μὴ τὸ μέλλον τοῦ ἔργου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ψηφίσεως προσθέτου τέλους, περὶ οὗ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἂν θὰ ψηφισθῇ.

§17Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, οὕτω δὲ θὰ λάβωμεν πάντες γνῶσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸ τούτου φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων ὀφείλει νὰ ἀρχίσῃ ἐκ τῶν φορολογικῶν, καὶ ὄχι πρωθυστέρως, ὡς διεξάγεται. Ἠκούσαμεν πάντες προχθὲς τὰς ἐξενεχθείσας γνώμας, προκειμένου περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρὸς πρόταξιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐγὼ εἶχον ἀντίθετον γνώμην, ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶδον ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβεν εὐρυτέρας διαστάσεις, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ παρατείνω ταύτην. Ἐπανέρχομαι ὅμως σήμερον εἰς τὸ θέμα, συνεπείᾳ τῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ἀφοῦ τοῦτο θέλει συμβῆ ἀναποδράστως, δέον νὰ προβῶμεν κανονικῶς εἰς τὴν συζήτησιν, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν φορολογικῶν ἐκείνων νομοσχεδίων, ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν ὁποίων ἐξαρτῶνται οἱ πόροι, δι’ ὧν θὰ προικοδοτηθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν πρῶτον τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος, καὶ εἶτα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Διότι ἰδοὺ ποῖα ἄτοπα γεννᾷ ἡ τοιαύτη πρόωρος αὐτοῦ συζήτησις. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἔλεγε μὲν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφωνία ἐν τῇ Βουλῇ, προκειμένου περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν σύστασιν Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐζήτησεν ὅμως ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ κυριώτατος πόρος τοῦ ταμείου τούτου, ὁ προερχόμενος ἐκ τῆς προσθέτου φορολογίας τοῦ σίτου, ἐξ ἧς προσδοκῶμεν εἴσπραξιν 3,000,000 δραχμῶν ἐτησίως. Ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων θὰ ζητήσωσι πιθανῶς ἀφαιρέσεις ἄλλων ἐδαφίων τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, θεωροῦντες ἐπαχθεῖς καὶ τοὺς ἄλλους φόρους, τοιουτοτρόπως δὲ, ἀπὸ ἀφαιρέσεως εἰς ἀφαίρεσιν προβαίνοντες, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ καταστῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἄπορον καὶ ἄπροικον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐνδεχομένου τούτου ὑπάρχουσιν ἕτεροι συνάδελφοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τοὺς φόρους τούτους, προβαίνοντες εἰς αὐστηρὰς οἰκονομίας, ἐξ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ ἱκανῶς ἐξηντλημένος ἤδη λαός. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω σήμερον, ἂν εἶναι ἐπαχθὴς ἢ μὴ ὁ φόρος οὗτος· θὰ ἔλθῃ πρὸς τοῦτο καταλληλοτέρα εὐκαιρία. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἂν εἶναι δυνατὴ ἡ προικοδότησις τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης διὰ πόρων ἀορίστων καὶ δυσεπιτεύκτων. Τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι ἐν τῷ κόμματι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑπῆρξαν δὲ αἱ οἰκονομίαι ἡ βάσις τοῦ προγράμματος ἡμῶν. Ὡς γνωρίζω κάλλιστα, μεγάλη προθυμία ὑπῆρχεν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὰς οἰκονομίας ταύτας, ἀλλ’ ὑπήρξαμεν μάρτυρες τῶν συμβάντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ ἴδωμεν δὲ τί θὰ συμβῇ καὶ σήμερον, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῆς δι’ οἰκονομιῶν ἐξευρέσεως τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Δὲν εἶναι μυστήριον, Κύριοι, ὅτι κατὰ πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ψαλὶς τῆς περικοπῆς θέσεων καὶ τῆς καταργήσεως νόμων θεωρουμένων πολυδαπάνων, οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας πτέρυγος, οἱ τοπικῶς ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τούτων, συνασπίζονται, ἀποτελοῦντες ἰσχυρὰν ὁμάδα, καὶ ἀπειλοῦντες ἀνατροπὰς, οὗτοι δὲ ἐξαναγκάζουσι τὰς Κυβερνήσεις νὰ περιστέλλωσι τὰς πρὸς οἰκονομίας διαθέσεις των...

§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.

§19Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν χθὲς ἀκόμη, καὶ τὰ ἐνθυμούμεθα πάντες. Οὕτως εἴδομεν τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅπως καταργήσῃ τὰς νέας Νομαρχίας καὶ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Πρωτοδικείων, προβῇ δὲ καὶ εἰς ἄλλας τοιαύτης φύσεως οἰκονομίας, νὰ σταματήσῃ. Εἰς τοῦτο βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν προῆλθεν ἐξ ἀπροθυμίας, ἀλλ’ ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς στάσεως, ἣν ἔλαβον οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ πρὸ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Τοῦτο, ὅπερ συνέβη πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα μηνῶν, θὰ συμβῇ βεβαίως καὶ αὔριον, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ αὐτὰ προβληθῶσι μέτρα. Λοιπὸν, ἐὰν ἦναι ἀπόλυτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἀποκρούσωμεν δι’ αὐτοῦ τοὺς ἐκ τοῦ Βορρᾶ ἀπειλουμένους κινδύνους, ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν τοὺς φόρους τούτους, νὰ ἴδωμεν μέχρι τίνος σημείου φθάνει ἡ φιλοπατρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μέχρι τίνος σημείου ἐκτείνεται ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτοῦ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καθαρόν. Ἐσχηματίσθη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἡ πεποίθησις, ὅτι ὄντως ἐγκυμονεῖται θύελλα ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσῃ κινδύνους καθιστῶντας ἀναπόδραστον τὴν ἀνάγκην στρατοῦ; τότε ὀφείλει νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν. Ἐὰν ὅμως πιστεύῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ κίνδυνοι οὗτοι, ἢ ὅτι δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν λύσιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων δι’ ἑτέρας πολιτικῆς, διὰ τῆς πολιτικῆς οὐχὶ τῶν ὅπλων, ἀλλὰ τῆς εἰρήνης· ἐὰν νομίζῃ, ὅτι διὰ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἐξημερώσεως δύναται νὰ καταστῇ παράγων τοιοῦτος εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὥστε νὰ προσελκύσῃ τὴν εὐμένειαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅταν αὗται θὰ κρίνωσι τὴν τύχην τῆς Ἀνατολῆς, τότε πᾶσα φορολογία ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν εἶναι ματαία σπατάλη. Μάλιστα καθῆκον ἔχομεν νὰ περικόψωμεν σπουδαίως καὶ τὰς δαπάνας τοῦ ὑπάρχοντος προϋπολογισμοῦ τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, διότι ἄχρηστος καθίσταται ἡ δαπάνη τοσούτου χρήματος. Ἴσως ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ οἱ πρεσβεύοντες τὰς ἰδέας ταύτας, ἀλλ’ οὗτοι, μὴ ἀποτολμῶντες νὰ ἐκφράσωσιν ἐλευθέρως τὰς γνώμας των, θέλουσι νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ματαιώσεως τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ διὰ περιστροφῶν. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, αἱ κατὰ τῆς φορολογίας παρατηρήσεις δὲν παρουσιάζουσι τὴν εὐπρεπῆ καὶ εἰλικρινῆ διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν τῶν ἀγορευόντων, ἀλλὰ καταντῶσι λογοκοπήματα πρὸς ματαίαν σπατάλην χρόνου.

§20Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Βελλιανίτη!

§21Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Φρονῶ δὲ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων μεγάλων ζητημάτων, ἕκαστος ἔχει καθῆκον νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἀπεριφράστως. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δέον νὰ παρασκευασθῶμεν στρατιωτικῶς, ὀφείλουσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς θυσίας· ἐὰν οὔ, δέον νὰ διαγραφῶσι καὶ αἱ ὑπάρχουσαι δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὴν ἰδέαν ταύτην δὲν ἐσχημάτισα τώρα· ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἄλλοτε ταύτην, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη, ὅτι τὰ μέσα τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν δι’ οἰκονομιῶν, περικόπτοντες θέσεις καὶ καταργοῦντες δημοσίας ὑπηρεσίας, θὰ ἔχωμεν πάλιν τοὺς συνασπισμοὺς τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅπως ἀποκρούσωσι πᾶσαν περικοπὴν δαπάνης, καὶ θὰ ἴδωμεν, ὅτι, ἂν ψηφισθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, θὰ καταστῶσι πάντη ἄχρηστα.

§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἕκαστος πρέπει μετ’ ἀπολύτου εἰλικρινείας νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμή, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς περιστάσεις, ἀναβάλλοντες ἐπὶ 8 ἢ 10 ἡμέρας τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τάχιστα πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔθεσα σαφῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν παρουσιάσθην πρὸ ὑμῶν. Εἶπον ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Εἶπον ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἐπιβάλλεται, διότι ὕψιστα συμφέροντα συνδέονται μετὰ τῆς ταχείας στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Εἶπον ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται ἀφ’ ἑνὸς οἰκονομίαι, ἀφ’ ἑτέρου βάρη, καὶ ὅτι προήλθομεν εἰς οἰκονομίας. Διότι, ἂν ἐξετάσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, καὶ παραβάλητε τοῦτον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐν τοῖς τρισὶ πολιτικοῖς Ὑπουργείοις ὑπάρχει διαφορὰ 5,400,000 δραχμῶν. Ὅταν δ’ ἐκ τούτων ἀφαιρέσητε τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, διότι δὲν ὑφίσταται ὑποχρέωσις πρὸς ἀναγραφὴν τούτων, ὅταν ἀφαιρέσητε τὴν δαπάνην ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου, ὅταν ἀφαιρέσητε 700,000 δραχμὰς δι’ ἔξοδα ἐκλογικά, θέλετε εὕρει διαφορὰν δρ. 3.700.000. Καὶ εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλομεν ὑποβάλει καὶ ἕτερα νομοσχέδια,—τὰ ὁποῖα καὶ ὑπεβάλομεν ἤδη,—δυνάμει τῶν ὁποίων θέλει ἐπέλθει ἑτέρα οἰκονομία 2,000,000. Ἀλλ’ εἶπον ἀκόμη πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκτὸς τῶν οἰκονομιῶν τούτων, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνωσιν ἄλλαι. Εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι περιεκόψαμεν ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν Ὑπουργείων πάσας ἐκείνας, αἵτινες ἐθεωροῦντο ὡς μὴ ἀπολύτου ἀνάγκης. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι περιεκόψαμεν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς δαπάνας τῶν ὑγειονομοφυλάκων, τὰς δαπάνας διὰ τὰς δενδροστοιχίας, καὶ πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ σχετιζόμενον πρὸς ἀργομίσθους. Περιεκόψαμεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν τὰς δαπάνας τὰς προσωπικάς, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ περικόψωμεν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας. Ὑπέβαλον δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ εἰσάγεται νέον εἶδος ἀστυνομίας, δι’ οὗ θέλει ἐπέλθει οἰκονομία ἄνω τῶν 500,000 δραχμῶν. Ὑπέβαλον καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ θέλουσι περιορισθῆ αἱ δαπάναι αἱ χάριν τῆς ὁδοποιίας γινόμεναι. Ὑπέβαλον προσέτι νομοσχέδιον, δι’ οὗ περιορίζονται αἱ δαπάναι τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων κατὰ 202,000 δραχμάς. Ὑπέβαλεν ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν θέλομεν ἐξοικονομήσει ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ἀναγραφομένων. Ὑπέβαλεν ὁ ἕτερος συνάδελφός μου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπέρχονται οἰκονομίαι 100,000 δραχμῶν. Ὑπέβαλεν ἐπίσης νομοσχέδια ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, δι’ ὧν μεγάλαι ἐπιφέρονται εἰς τὰς δαπάνας οἰκονομίαι. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι πέραν τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἀδύνατον εἶναι νὰ γείνωσιν ἄλλαι. Ἀπέναντι ὅμως ὅλων αὐτῶν ἀκούω πολλάκις καὶ ἐπὶ ἡμέρας ἤδη ἐπαναλαμβανόμενον, διατὶ δὲν καταργοῦμεν τὰς νέας Νομαρχίας καὶ τὰ τέσσαρα νέα Πρωτοδικεῖα. Εἰς ἀπάντησιν τούτου λέγω, ὅτι δὲν καταργοῦμεν τὰς Νομαρχίας καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα, διότι πιστεύομεν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλλουσι τὴν διατήρησιν αὐτῶν, καὶ διότι φρονοῦμεν, ὅτι, ἂν ὑπάρχωσί τινες, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας δὲν δικαιολογοῦσι τὰς δαπάνας ταύτας, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὴν κατάργησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ προβαίνω, Κύριοι, καὶ περαιτέρω, δηλῶν εἰς ὑμᾶς, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ καταργήσεως τῶν νέων νομῶν καὶ τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων, ὁμιλεῖτε περὶ δαπάνης 150,000 δραχμῶν. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι πιστεύετε ὅτι αἱ 150,000 δραχμαὶ αὗται δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς πλήρωσιν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐπιβάλλουσι δαπάνην 8 ἑκατομμυρίων. Ἡ Κυβέρνησις λοιπόν, Κύριοι, μελετήσασα τὸν Προϋπολογισμόν, ἐπήνεγκεν εἰς αὐτὸν πάσας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πέραν τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἀδύνατον νὰ γείνωσιν ἄλλαι. Ἀφοῦ ἐξητάσαμεν τὰς οἰκονομίας, ἃς ἤλθομεν ἤδη εἰς τὰς ἐπιβαρύνσεις, τὰς ὁποίας τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τῶν ὁποίων παρατηρῶ μεγάλην ἐκ μέρους ὅλων διάθεσιν, προκαλοῦσιν· ἃς ἐξετάσωμεν τὰς δαπάνας, ἃς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπιβάλλουσιν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι δύνανται νὰ καλύψωσι τὰς δαπάνας ταύτας. — Λέγω αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι, καὶ ὄχι αἱ διασαλπιζόμεναι τοιαῦται, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ εὕρητε σεῖς, διότι ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀνεύρωμεν τοιαύτας. — Καὶ ποῖαι αἱ δαπάναι αὗται; Ηὐξήσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 1,400,000 δραχμάς, καὶ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ 1,100,000. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων σχεδὸν πᾶσα ἡ οἰκονομία, ἥτις ἐγένετο ἐν ταῖς δαπάναις τῶν ἑτέρων Ὑπουργείων, ἀπερροφήθη, καὶ ἐφθάσαμεν, Κύριοι, καίτοι, ὡς εἶπον, ὑπάρχει διαφορὰ δαπανῶν 5,400,000 δραχ. ἐν τοῖς τρισὶ πολιτικοῖς Ὑπουργείοις μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904, ἀνέρχεται εἰς 1,299,000 δραχμάς. Καὶ ταῦτα ἐγένοντο πότε; ὅτε δὲν ἐψηφίσθησαν εἰσέτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἀλλά, παρακαλῶ, μὴ λησμονήσητε, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας καὶ τοῦ περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θὰ προσθέσητε κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἕτερα 2,000,000. Μετὰ δὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐλαττωθῇ ἐπαισθητῶς τὸ ἔσοδον τῶν ἀντισηκωμάτων, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἀνερχόμενον εἰς 1,400,000 δραχμάς. Ἐκ τῆς ἐλαττώσεως λοιπὸν τῶν ἀντισηκωμάτων, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω εἰς 1,000,000, καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων προκαλουμένων, ἔχομεν ἀμέσως διαφορὰν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους 3,000,000 δραχμῶν. Καὶ ὅταν ἔχητε περίσσευμα 1,299,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἀπορροφήσωσιν αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις καὶ τὸ ὁποῖον πάντως ἀπορροφᾷ τὸ λανθάνον ἔλλειμμα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, πόθεν θὰ καλύψητε τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα οἱ νέοι στρατιωτικοὶ νόμοι ἐπιβάλλουσιν; Ἀλλὰ μήπως τὰ 3,000,000 ἀρκοῦσιν; Ἔχετε ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ τοῦτο ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν εὕρεσιν πόρων, ἀνερχομένων εἰς 4,500,000 δραχμάς. Καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ποῦ θὰ εὑρεθῶσιν; Ἐὰν ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀφαιρέσωμεν τὴν διάταξιν τὴν ἐπιβάλλουσαν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ σίτου, οἱ πόροι τοῦ ταμείου μόλις θὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1,500,000. Ἀλλὰ πόθεν θὰ λάβωμεν τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ὑπολείπονται; Πόθεν τὰ ἕτερα 3,000,000, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον πρὸ ὀλίγου; Θὰ ὑποβάλωμεν, ὡς εἶπον, νομοσχέδια περὶ οἰκονομιῶν, ἐξ ὧν ἀπεκδεχόμεθα οἰκονομίας 2,000,000 δρ. Ἀλλὰ τὰ 2,000,000 ταῦτα εἶναι ἀδύνατον νὰ καλύψωσι τὰ 3,000,000 τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσθέσωμεν 500,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται σήμερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ὁ ὁποῖος εἰς τὸ μέλλον θέλει ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πρέπει νὰ καλύψητε 3,500,000 ἀφ’ ἑνός, καὶ νὰ εὕρητε ἀφ’ ἑτέρου ἄλλα 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἄνευ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου ἐλλείπουσιν, ἵνα φθάσητε εἰς τὰ 4,500,000, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαιοῦντα, ὅπως λειτουργήσῃ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, λογικῶς σκεπτόμενος, ὅτι εἶναι δυνατὸν Προϋπολογισμός, ὅστις ὑπέστη ἐλάττωσιν 5,400,000, ὅστις θὰ ὑποστῇ ἑτέρας οἰκονομίας 2,000,000 διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων, ἅτινα ἤδη ὑπεβλήθησαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλας ἐλαττώσεις, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην ἐλάττωσιν τῶν 5,400,000, μετὰ τὴν δευτέραν τῶν 2,000,000, δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ τρίτην, ἀνερχομένην εἰς ἕξ ἑκατομμύρια. Ἄν τις τοιοῦτόν τι ὑποστηρίξῃ, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς δαπάνας τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, διότι αὗται δὲν καλύπτονται δι’ ἰδανικῶν οἰκονομιῶν. Ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ προκαλέσω ἐκείνους, οἵτινες δῆθεν φρονοῦσιν, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν δύνανται νὰ καλυφθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ὅπως ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑποδείξωσι, τίνες αἱ οἰκονομίαι αἱ δυνάμεναι νὰ φέρωσιν 6,500,000. Ἂς ἔλθωσι νὰ ὑποδείξωσι τὰς οἰκονομίας ταύτας, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παραχωρήσωμεν τὴν ἀρχὴν εἰς αὐτοὺς, καὶ νὰ ἐπικροτήσωμεν εἰς τὰς οἰκονομίας αὐτῶν. Ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὴν ἐφευρετικότητα ἐκείνων· ἐνομίσαμεν ὅτι πέραν τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ οἰκονομιῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀποδειχθῇ, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μεγαλείτεραι οἰκονομίαι νὰ ἐπιτευχθῶσι, καὶ ἂν παραδεχώμεθα, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, τότε ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ σίτου, ἡ προκαλοῦσα τοσαύτην ἀντίδρασιν, ἐκτὸς ἂν εὑρεθῇ ἕτερος φόρος, δυνάμενος νὰ δώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἀπεκδεχόμεθα. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ὡς ἀδύνατοι ἀποβαίνουσι περισσότεραι οἰκονομίαι, ἐπίσης ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος φόρος, δυνάμενος νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν· διότι, ἐν ὅσῳ οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ παρέχωσι πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται εἴτε νὰ δανείσωσι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτηθησόμενον διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ὁπλισμοῦ, εἴτε νὰ προμηθεύσωσιν ἡμῖν τὸν ὁπλισμὸν, λαμβάνοντες τὸ τίμημα αὐτοῦ εἰς ἐτησίας δόσεις, οὐδὲν ἐπιτυγχάνομεν· ἵνα δὲ ἡ ἐμπιστοσύνη γεννηθῇ, δέον νὰ δοθῇ αὐτοῖς πλήρης ἀσφάλεια. Ἄνευ τῆς ἀσφαλείας ταύτης οὐδένα θὰ εὕρητε διατεθειμένον εἴτε δάνειον νὰ δώσῃ, εἴτε τὸν ὁπλισμὸν νὰ παραχωρήσῃ ἐπὶ ἐτησίαις δόσεσιν. Ὁ μόνος φόρος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην ἀσφάλειαν, εἶναι ὁ τοῦ σίτου. Ἀδύνατον λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ ὁπλισμοῦ, ἐν ὅσῳ δὲν δώσωμεν φόρον, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα νὰ ἦναι ἀσφαλῆ, σταθερὰ καὶ ἀναμφισβήτητα. Τοιαῦται εἶναι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλομεν νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ ἡμέρας τινὰς τὸν κυβερνητικὸν βίον ἡμῶν, ἐὰν αἱ ἰδέαι ἡμῶν δὲν γένωνται ἀποδεκταὶ παρ’ ὑμῶν. Ἐὰν ταύτας ἀποδέχησθε, θέλομεν ἐξακολουθήσει κατέχοντες τὰς θέσεις ἡμῶν. Ἐὰν τοὐναντίον ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι τὰ μέτρα ἡμῶν δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτῆς, πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῆς τὰς οἰκονομικὰς, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐγκαταλείψει τὴν ἀρχήν. Ἢ δέχεσθε λοιπὸν τὰς ἰδέας ἡμῶν, καὶ πότε δότε εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα, ὅπως τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐφαρμόσωμεν, ἢ δὲν δέχεσθε τὰς ἰδέας ἡμῶν, καὶ τότε ἀπαλλάξατε ἡμᾶς τῆς εὐθύνης, διότι ἡ ταχεῖα ἀπαλλαγὴ ἡμῶν τῆς ἀρχῆς καὶ ἡ ταχεῖα ἀντικατάστασις δύναται σκοπιμώτερον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ ποῖον χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε νομίσει, ὅτι πρέπει νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ προσδιορίσωμεν· ἁρμόδιον νὰ προσδιορίσῃ τὰ περὶ τούτου εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπέχει τὴν εὐθύνην τοῦ κυβερνᾶν τὴν χώραν, ὡς καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ παραιτεῖσθαι· καὶ ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ μᾶς ἀγγέλλῃ δευτέραν ἤδη φορὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιψηφίσῃ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ, αὐτὸς θέλει παραιτηθῇ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα αὕτη, ἁρμόδιος ἄλλος εἶναι νὰ ἀκούσῃ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἁρμόδιος εἶναι ὁ Βασιλεύς, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει ἀκούσει κατόπιν τὰ ἀποφασισθέντα καὶ τὰ γενόμενα. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ποῖος κυβερνᾷ, καὶ ποῖος θὰ κληθῇ νὰ κυβερνήσῃ ἀντὶ τῶν νῦν κυβερνώντων· ἡμεῖς ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ταῦτα δ’ ὀφείλομεν νὰ παραστήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ πάσης εἰλικρινείας, καὶ νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ συνείδησις τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας μᾶς ἐπιβάλλει. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Βουλή, ποίαν κρίσιν ἔχει περὶ τῆς νέας στρατιωτικῆς νομοθεσίας· αὕτη θέλει ἐκδηλωθῆ, ὅταν ἡ Βουλὴ κληθῇ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἐγὼ, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, φρονῶ βεβαίως, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀναδιοργάνωσις τῆς χώρας εἶναι ἀναγκαία, φρονῶ ὅμως πρὸ πάντων, ὅτι ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ὡς καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα φρονῶ, δὲν φρονῶ ὅτι αἱ ἀνωμαλίαι ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου, αἱ μαστίζουσαι τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς Ἑλληνικοὺς κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, ὅτι αὐταὶ ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ σήμερον, σώζομεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ κινδυνεύοντα ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου. Ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας εἶναι ἀναγκαία. Βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν οὐχὶ μετὰ τῆς σπασμωδικῆς ἐκείνης ἀγωνίας, μετὰ τοῦ διλήμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἄγουσιν ἡμᾶς: «ἐὰν δὲν ἐπιψηφίσητε τὰ περὶ ὧν πρόκειται νομοσχέδια, δὲν θέλετε τὴν Μακεδονίαν.» Ταῦτα εἶναι ἐπινοήματα ἀγυρτικά. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐγὼ οὐδέποτε ἤμην κατὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, οὐδέποτε ἤμην κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χώρας. Ἐγὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε προϊστάμην τοῦ Ὑπουργείου τοῦ παραιτηθέντος κατὰ τὸν Ἰούνιον, ἀνήγγειλα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην ὁ νόμος περὶ στρατολογίας καὶ ὁ νόμος περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, διότι ἐθεώρησα, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐτίθεντο αἱ βάσεις κρείττονος μέλλοντος τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Δὲν εἶμαι δὲ ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν, τῶν φρονούντων ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν ὅλως τὴν πολιτικὴν τὴν στρατιωτικὴν, καὶ νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄλλων βελτιώσεων.

§24Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὑμεῖς θέλετε ν’ ἀκολουθήσωμεν τοιαύτην πολιτικήν.

§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἀσπάζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, μολονότι δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἀποδώσω εἰς ἄλλον Βουλευτὴν τοιαύτην τινὰ γνώμην· ἀλλ’ εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν νὰ ζητῶσι νὰ ἐπιβάλωσι τὸ ἀντίθετον, τὴν πλήρη ἄρνησιν, ἵνα μᾶς ὑποχρεώσωσι ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θέλει ἀπαιτήσει πολὺν χρόνον· πρέπει νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις, ἀλλὰ νὰ θέσωμεν αὐτὰς οὐχὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀπωλείας τῆς Μακεδονίας, οὐχὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν κινδύνου τοσοῦτον μεγάλων συμφερόντων τῆς χώρας· ἡ στρατιωτικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ βάσις ἐργασίας μελλούσης, ὅπως ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, συμφερόντων οὐχὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Καὶ τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἀσχάλλῃ τις, ὅταν βλέπῃ ἱερὰς ὑποθέσεις, ὑποθέσεις τοσοῦτον συνδεομένας μὲ τὴν ἱστορίαν τῶν γονέων μας, μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ὅταν τὰς βλέπῃ συρομένας ἐνταῦθα, ἵνα πείσωσι τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς δὲν ἀντιλέγομεν νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλ’ ἀξιοῦμεν, ὅτι, πρὶν ἢ ἐπιβληθῶσι τὰ βάρη ταῦτα, πρέπει νὰ πείσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι τὰ βάρη ταῦτα εἶναι ἀναγκαῖα, πρέπει νὰ πείσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δι’ ἄλλου τρόπου ἢ διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν βαρῶν τούτων. Καὶ ἐπείσαμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τούτου; Ποίαν ἀπόδειξιν ἐδώκαμεν πρὸς αὐτόν; Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σᾶς ἀνέφερε τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Βεβαίως δὲν ἦτο ἐλάττωσις ἐξόδων ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν διὰ τὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γενόμενον δάνειον εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν). Ἡ Βουλὴ ἤκουσεν, ὅτι ἐγένετο ἡ μνεία τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἑκατομμυρίου, περὶ οὗ εἴρηται...

§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα καθαρά, ὅτι δὲν ἦτο οἰκονομία. Ὑμεῖς ὅμως πέρυσι τὸ ἐθεωρήσατε οἰκονομίαν. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν τὸ θεωρῶ οἰκονομίαν.

§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν τὸ ἐθεώρησα οἰκονομίαν. Ἀποδείξατέ το. Μὴ μετέρχεσθε τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν μετήλθετε χθὲς κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅτε κατηγγέλλετε αὐτόν, ὅτι ἀπέκρουσε τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου αὔξησιν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, διότι ἔχει πολλὰς οἰκίας. Πείσατε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι μετήλθετε πάντα τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκέσητε εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην, καὶ ὅτι δὲν ὑπολείπεται ἕτερον μέσον ἢ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαὸν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα προτείνετε. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐπηνέγκατε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904; Ἐνομίσατε, ὅτι εἶναι οἰκονομία, ὅτι εἶναι ἐλάττωσις ἐξόδων περιττῶν, ἐλάττωσις ἐξόδων, ἥτις δὲν θὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως τῶν δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν;

§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα· 2,000,000 ἦτο τὸ ὅλον κονδύλιον, καὶ ἀνεγράψαμεν 1,600,000· ὥστε μόνον εἰς 400,000 δραχμὰς ἀνέρχεται ἡ οἰκονομία.

§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀντικατεστήσατε δι’ αὐτὴν τί; Τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τῶν πολιτῶν. Τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν ἐπιβάλλει ὁ περὶ ὁδοποιίας νόμος δι’ ἔργα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας, ἀλλὰ δὲν τὴν ἐπιβάλλει δι’ ἔργα τῆς ἄλλης ὁδοποιίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας· ἀντ’ αὐτῆς ἐπιβάλλει φόρους, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσπράττει τὸ Δημόσιον 5,000,000 δραχμάς· ἀφοῦ δ’ ἐπιβάλλει εἰς τοὺς πολίτας νὰ πληρώνωσι 5,000,000 δραχ. φόρους ὁδοποιίας, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ἐπιβάλῃ καὶ προσωπικὴν ἐργασίαν. Δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας ἡ Κυβέρνησις παρελθούσης ἐποχῆς ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δημεύσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, καὶ συνεχώνευσε τοῦτο μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἀποφύγῃ δυσαρέστους συνεπείας, εἰς τὰς ὁποίας δυστυχῶς ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1898 ὁ τόπος. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1901 προέτρεπον τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν καὶ νῦν τοιοῦτον, ὅτι πρέπει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττομεν ὡς ὁδικὸν φόρον, νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀκέραιον, ἵνα ἐξοδεύηται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἀπεδέχθη τοῦτο. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναγνωρίζομεν πάντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, πλὴν τῶν τακτικῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἀποδίδει διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ τὴν κανονικὴν διοίκησιν, ἀποδίδει καὶ χρῆμα εἰδικῶς διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ὁδῶν, πῶς ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ προσωπικὴν ἐργασίαν; Ἀλλὰ μήπως ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τῆς γεωργίας εἶναι ἐλάττωσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γένηται δεκτή; Διότι, ἐνῷ κατὰ τὰ 1899, 1900 καὶ 1901 τὸ Κράτος εἰσέπραξεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων 15 ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια τῶν ὅσα εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος 1896, νομίζετε ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν ᾐσθάνθη αὐτὴν τὴν μεγάλην φλεβοτομίαν; νομίζετε ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν περιῆλθεν εἰς κάματον; Τίνες ἐπλήρωσαν τὰ ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια ταῦτα; Τὰ ἐπλήρωσεν ἡ παραγωγὴ, δηλαδὴ ἠλαττώθησαν τὰ κεφάλαια, τὰ προοριζόμενα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐλαττοῦνται τὰ κεφάλαια τῶν παραγόντων, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ παραγωγὴ περιέρχεται εἰς κάματον, γίγνεται ἀσθενεστέρα, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ τις τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπρότεινε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, δὲν εἶναι ἀληθεῖς οἰκονομίαι. Ἐν ὅσῳ ἐπαναφέρουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁμιλοῦσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς περὶ τῆς προσθήκης τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Πρωτοδικείων, καὶ προβάλλουσι τοτὲ μὲν, ὅτι κατὰ 150,000 δραχμὰς ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τοτὲ δὲ κατὰ 200,000 ἢ 300,000, προβάλλουσι ζήτημα καταργήσεως τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Πρωτοδικείων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ κύριον ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Αἱ οἰκονομίαι ἀπαιτοῦσιν ἄλλας καταργήσεις, τὴν κατάργησιν τῶν περιττῶν θέσεων, τὴν παῦσιν τῶν ἀργομίσθων ὑπαλλήλων. 4,000 ἀργομίσθους προσεθήκατε διὰ τῶν νόμων τοῦ 1900, τοῦ 1901 καὶ τοῦ 1889! Καὶ ἡμεῖς διὰ τῶν νόμων, οὓς προετείναμεν, ἐζητήσαμεν τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν μόνον κατὰ 1000, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν ψηφιζόμενα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε παρενέβαλλε πᾶν πρόσκομμα. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, διότι, ἂν ἐψηφίζετο κατ’ αὐτὴν, ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ, καὶ ἤθελε λειτουργεῖ ἤδη ἡ νέα νομοθεσία, ὡς λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, διότι, ἐὰν ἐψηφίζετο τότε, ἤθελε καταδειχθῆ, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους. Ἀλλὰ καὶ τώρα ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια εὐχαρίστως, καὶ θέλομεν ψηφίσει αὐτά· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔχομεν ἀνάγκην, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν νέους φόρους, νὰ ζητήσωμεν ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τοιαύτας, ὥστε νὰ μᾶς μείνῃ περίσσευμά τι διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν ἤθελε μᾶς ἐπαρκέσει, τότε δυνάμεθα προθύμως νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν νέους φόρους. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε διὰ μακρῶν, Κύριοι, συνεζητήσαμεν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ἐξητάσαμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς οἰκονομίας, περὶ ὧν ἐποιήσατο τότε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ἀπεδείξαμεν ὁποία ἦτο ἡ σημασία τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατηγγέλθην πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγὼ δῆθεν ἠθέλησα νὰ εἴπω ὅτι εἶχον θεωρήσει τὸ ἑκατομμύριον διὰ τὸ δάνειον τὸ πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου ὡς οἰκονομίαν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅσα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903. Παρέστησεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἀπέναντι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 εἶχεν οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὥρισεν εἰς ἀριθμὸν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἀνέβην ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μεταξὺ τῶν οἰκονομιῶν, τῶν ἐπαγγελλομένων τότε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑπῆρχε ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονομία. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐμοῦ εἶναι, ὅτι ἐγώ, ὁμιλήσας περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 ἔν τισιν Ὑπουργείοις, εἶπον ῥητῶς, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομίαν τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο,—καὶ δι’ αὐτὸ δὲν μετεχειρίσθην τὴν λέξιν οἰκονομίαν,—ἀποτελεῖ διαφοράν, διότι πρόκειται περὶ δαπάνης, ἡ ὁποία δὲν ἐπιβάλλεται. Οὐδέποτε λοιπὸν εἶπον, ὅτι τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ ἀποτελεῖ οἰκονομίαν. Ἀλλὰ ποῖαι αἱ οἰκονομίαι τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀπεδείξαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ὅτε ταῦτα συνεζητοῦντο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι τῶν 10,000,000, ἃς ἐπηγγέλλετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν ἦσαν πραγματικαὶ οἰκονομίαι, διότι δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ 10 ἑκατομμυρίων, διότι, ἀναλύσαντες τὰς οἰκονομίας τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων τότε, ἀπεδείξαμεν τὸ ὅλως ἀσήμαντον τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων. Ἐπίσης κατηγόρησεν ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι περιωρίσαμεν τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν κατὰ δύο ὅλα ἑκατομμύρια. Ἐδηλώσαμεν, Κύριοι, ὅτι εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν, οὐχὶ μόνον κατὰ 2,000,000, ὡς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀλλὰ κατὰ 3,000,000, διότι, ἐνῷ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 πρὸς συντήρησιν τῆς ὁδοποιΐας ἀνέρχεται εἰς 2,200,000, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, περιορίζεται εἰς 1,800,000 δραχμάς. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ἐν τῇ ἰδιότητι ἀρχηγοῦ πολιτικοῦ κόμματος, ὅτι προτείνομεν οἰκονομίας 2,000,000 δραχμῶν; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναθέτομεν εἰς τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τῶν πολιτῶν τὴν συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἐνῷ, ἐὰν ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδῃ, ὅτι διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας πρόκειται νὰ συντηρήσωμεν τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ τὰς δημοτικὰς ὁδούς; Διατὶ λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος λέγει ἀνακριβείας, ἀλλ’ εἰς βάρος ἡμῶν; Καὶ δὲν εἶναι νεωτερισμὸς, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς ἐργασίας, τὸ ὑποβληθὲν ὑφ’ ἡμῶν· διότι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὰ ἡμερομίσθια ἀπὸ 2 μέχρι 12 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος, ἕνεκα τῶν ἐν αὐτῷ ὑπαρχόντων ἐλαττωμάτων, δὲν ἐφηρμόσθη. Ὁμιλεῖ πάντοτε περὶ οἰκονομιῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅταν ἦναι ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀρχῆς, φέρει Προϋπολογισμοὺς περιλαμβάνοντας δαπάνας ἀνωτέρας τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῶν προκατόχων αὐτοῦ Κυβερνήσεων. Καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἶναι περισσότερα τῶν δαπανῶν τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1901 καὶ 1902. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι αὐτὸς ἐφρόντισε περὶ στρατολογίας καὶ περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον ἤδη καταστῆ νόμοι τοῦ Κράτους, ἐὰν ἡμεῖς,—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ τότε—δὲν ἠθέλομεν ἐμποδίσει τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ποτὲ δὲν ἀνήρχοντο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ πάντοτε κατήρχοντο. Ἀλλ’ ἄς ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, Κύριοι. Τί ἔλεγε τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας; Πότε ἐπρόκειτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ; Ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει αὐτοῦ; Ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, ὅπως ἐξασφαλίσητε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ; Ἐπροτείνατε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐδηλώθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τοῦ 1905. Καὶ βεβαίως ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον ἠδιαφόρει, ἂν τὸ νομοσχέδιον, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἐφαρμοζόμενον, ἤθελεν ἐπιφέρει αὔξησιν τῶν βαρῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, εὔκολον εἶναι νὰ φέρωμεν ὀργανισμὸν ἀκόμη τελειότερον καὶ νόμους στρατολογίας, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἤθελεν ἀπαιτήσει ἐπαύξησιν τῶν δαπανῶν οὐχὶ κατὰ ὀκτὼ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ κατὰ 15 ὅλα ἑκατομμύρια, καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν τὴν φροντίδα νὰ εὕρωσι τὰ δεκαπέντε ἑκατομμύρια, ὅταν πρόκηται ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν· ἡμεῖς ὅμως, ἄλλως πολιτευόμενοι, φέροντες εἰς τὴν Βουλὴν στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων αὐξάνονται αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, φέρομεν συγχρόνως καὶ τὰ μέσα, ὅπως τὰς δαπάνας ταύτας καλύψωμεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος περὶ οὐδενὸς ἠσχολήθη οἰκονομικοῦ μέτρου, φέρων τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τούτου, γιγνομένου νόμου τοῦ Κράτους, καὶ ἔφερε νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου»· καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τί ἔλεγεν; ὅτι πόροι τοῦ ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου εἰσὶν οἱ ἑξῆς: «πάντα τὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νόμου καταβαλλόμενα ποσά». Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, κατήργει τὰς ἀπαλλαγάς, τὰς ὁποίας ἡμεῖς καταργοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὡς εἶπον, ὅτι τὰ ἀντισηκώματα κατὰ πολὺ ἤθελον ἐλαττωθῆ, καὶ ἑπομένως τὸ ἐξ αὐτῶν ποσόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροίκιζε τὸ ταμεῖον τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, πολὺ ὀλίγην θὰ εἶχε σημασίαν. Δεύτερος πόρος τοῦ ταμείου ὑλικοῦ πολέμου θὰ ἦτο «τὸ τίμημα τῶν ἐκποιουμένων κτηνῶν τοῦ στρατοῦ». Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι οὗτος πόρος πραγματικός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ βασισθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ δανείσῃ 40,000,000 εἰς ἡμᾶς; Προσέθετε τρίτον «τὸ τίμημα εὐχρήστου ὑλικοῦ πολέμου καὶ στρατοῦ, καταλογιζόμενον εἰς βάρος ὑπολόγων, εἴτε κατατιθέμενον παρ’ αὐτῶν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ στρατοῦ, εἴτε εἰσπραττόμενον διὰ τῶν ταμείων τοῦ Κράτους». Δηλαδὴ περὶ ὀλίγων δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ἐπρόκειτο. Προσέθετε δὲ κατόπιν «τὸ τίμημα τηλεβόλων, τυφεκίων καὶ τῶν πολεμεφοδίων αὐτῶν καὶ ἐν γένει παντὸς εὐχρήστου ὑλικοῦ, τοῦ ὁποίου ἕνεκα νεωτέρων τελειοποιήσεων καὶ ἐφευρέσεων ἤθελε κριθῆ ἀναγκαία ἡ ἀντικατάστασις». Προσέθετεν ἀκόμη: «τὸ τίμημα φαρμάκων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τὸ τίμημα βιβλίων καὶ στρατιωτικῶν κανονισμῶν, πᾶσα ἀδέσποτος ἀπόθεσις, προκύπτουσα εἰς τὰς διαχειρίσεις τοῦ στρατοῦ, τὰ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῆς πυρίτιδος ὠφελήματα, οἱ τόκοι τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου καὶ τὰ εἰσοδήματα τῆς ἐκ δωρεῶν προερχομένης ἀκινήτου αὐτοῦ κτήσεως», καὶ ἐπὶ τέλους προσέθετε: «δωρεαί, κληρονομίαι καὶ κληροδοτήματα ὑπὲρ τοῦ ταμείου.» Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι πρακτικὰ αὐτά; καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐσκέφθη ὁ τότε ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ὅτι οἱ πόροι αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωσι τόκους 100 χιλιάδων δραχμῶν; Ἰδοὺ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.

§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου, «περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου», διαφέρει ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατεθήκατε ὑμεῖς, κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι ὡς πόρον αὐτοῦ δὲν ἀναφέρει τὴν πρόσοδον τὴν προερχομένην ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ σίτου καὶ τὴν πρόσοδον τὴν προερχομένην ἐκ τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.

§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ἔχει. Ἀλλ’ ἔχουσι διαφορὰν μεταξὺ των τὰ δύο νομοσχέδια. Ἡμεῖς πρόκειται νὰ πορισθῶμεν 450,000 δραχμὰς μόνον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὑμεῖς δὲ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῆτε 500,000 δραχμάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ μεταξὺ τῶν δύο νομοσχεδίων, διαφορὰ τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν μετὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου.

§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν περιελάβομεν προσόδους ἐκ φόρων, διότι, ὡς εἶπον, ἠθέλομεν ἐπιβάλει φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἠθέλομεν ἐξαντλήσει ὅλα τὰ μέσα τῶν οἰκονομιῶν. (Φωναὶ καὶ θόρυβος ἐκ δεξιῶν). Φωνάζουν οἱ Κύριοι, μὴ τηροῦντες τὸν Κανονισμὸν καὶ διακόπτοντες. Νομίζετε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ φωνάζωμεν καὶ ἡμεῖς; Νομίζετε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ κάμητε οὔτε βῆμα πρὸς τὰ πρόσω;

§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πράξατέ το δικαίωμά σας εἶναι.

§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἡμεῖς μετ’ εὐλαβείας ἠκούομεν τὸν ἀρχηγόν σας.

§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», δὲν εἶπον, ὅτι δὲν περιέχονται ἔσοδα ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς περιελάβομεν. Βεβαίως τὸ ὁμολογοῦμεν· τὸ παρ’ ὑμῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περιέχει ἀνώτερα ἔσοδα, ἀλλὰ περιέχει ἀνώτερα ἔσοδα, διότι προσδοκᾷ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἠθέλομεν προβῆ εἰς αὔξησιν φόρου, ἀλλὰ μόνον ὅτε θὰ ἐξηντλοῦμεν ὅλα τὰ μέσα τῶν περικοπῶν καὶ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ μόνον τότε. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνέφερε μετ’ ἐμπαιγμοῦ τὰ ἔσοδα, τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1896 προσδιορισθέντα διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, ἐκ τοῦ ἀντισηκώματος, τὸ ὁποῖον ἐπετράπη νὰ ἀποδίδωσιν οἱ ἐξ ἐπιστρατειῶν φυγόστρατοι, καὶ εἶπεν, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα ἀνέρχονται μόνον εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀνέρχονται μόνον εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1896, ὅτε ἐγὼ πρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπεδέχθη αὕτη καὶ ἀνεγράφησαν τὰ ἀντισηκώματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ καταθέσωσιν οἱ καταδικασθέντες, διότι δὲν προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων τούτων τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξε μόνον κατὰ τὸ 1896 ἑπτακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἠλάττωσε τὸ κονδύλιον πρὸς συντήρησιν τῶν δημοσίων ὁδῶν κατὰ δύο ἑκατομμύρια. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν τοῦτο. Ἐγὼ ἐνόουν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶχεν ἀναγραφῆ ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου φέρει τὴν ἐλάττωσιν. Ὄχι δηλαδὴ ἐλάττωσιν 2,000,000, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ 2,000,000 φέρει τὴν ἐλάττωσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐμέμφθη τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσι τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀνεφέροντο ἐν αὐτοῖς. Δὲν ἔχω πρόχειρον σημείωσιν τῶν ποσῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ νόμου περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας προέκυπτεν ἐλάττωσις ἐξόδων ὑπερβαίνουσα τὰ πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν.

§37Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνήθην, κύριοι Βουλευταὶ, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νὰ ἐννοήσω, κατὰ τίνα συνειρμὸν ἰδεῶν καὶ πρὸς τίνα ἀπώτερον λόγον ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ κύριοι συνυπουργοί του ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἑνώσωσι τοσοῦτον στενῶς, τοσοῦτον ἀρρήκτως, εἰς ἓν ἀδιάσπαστον σύνολον, τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου πρὸς τὴν φορολογικὴν μανίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρέστησαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι τὰ νομοσχέδια τοῦ Διαδόχου, δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ, παρὰ μόνον ἂν τραφῶσιν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸ γάλα τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ νομοσχέδια τοῦ Διαδόχου καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικὰ ἀποτελοῦσιν ἓν σύμπλεγμα, ἐντελῶς ὅμοιον, ἀπαράλλακτον πρὸς τὸ ζεῦγος ἐκεῖνο τῶν ἀδελφῶν τοῦ Σιὰμ, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἐκ τῆς κοιλίας τῆς μητρός των συγκεκολλημένοι ἀπὸ τῆς ὠμοπλάτης, καὶ περὶ τῶν ὁποίων οἱ ἰατροὶ ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ παραμικρὰ ἀπόπειρα πρὸς χωρισμὸν αὐτῶν ἤθελεν ἐπιφέρει τὸν θάνατον ἀμφοτέρων· οὕτω δὲ καὶ ἔζων ἡνωμένοι, καὶ ὅταν ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν κατόπιν ἀσθενήσας ἐκ πολυφαγίας ἀπέθανεν, ὁ ἕτερος, καίτοι ὑγιὴς, ἠναγκάσθη ν’ ἀποθάνῃ καὶ αὐτὸς, σύρων ἀπὸ τῆς ὠμοπλάτης του τὸ πτῶμα τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ του. Εἰς τοιοῦτόν τινα σύνδεσμον ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι διατελοῦντα τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ φορολογικὰ, καὶ προβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δίλημμα καὶ λέγουσιν εἰς ἡμᾶς: «ἢ ψηφίζετε τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικὰ, ὅσα ἡμεῖς προτείναμεν, καὶ ἐπιβάλλετε φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐπὶ τοῦ ἄρτου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ δὲν θέλετε τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἢ δὲν θέλετε τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος»; Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν τοῦτο; ἀλλ’ εἶναι εὐπρεπὴς ἀπέναντι τοῦ Διαδόχου καὶ εὐλαβὴς πρὸς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν τοιαύτη τακτική; Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἐκβίασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ αὐθαίρετον ὑμῶν τοῦτο δίλημμα; Καὶ πῶς; Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης τάχα μόνον μὲ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια δύναται νὰ ὑπάρξῃ; καὶ μόνον μὲ τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ ἡ φορολογικὴ μανία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ ἀνδρωθῇ καὶ νὰ λειτουργήσῃ; Πρέπει τάχα νὰ φορολογήσωμεν, καὶ μόνον νὰ φορολογήσωμεν; πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τάχα μόνον νέα βάρη, καὶ δὴ τοσοῦτον ἐπαχθῆ, τοσοῦτον ἄδικα, τοσοῦτον παράλογα, ὅσον ἡ φορολογία τοῦ ἄρτου τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ προικοδοτήσωμεν τὸ ταμεῖον τοῦτο; Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος εὑρέσεως χρημάτων; δὲν ὑπάρχει ὁ τρόπος τῶν οἰκονομιῶν; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρέστησε πρὸς ἡμᾶς πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐπεδίωξε πανταχοῦ νὰ φέρῃ οἰκονομίας, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ πράξῃ τι ἄλλο, παρὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ ὀλίγα καὶ ἀσήμαντα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλει πρότερον. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπέ τι εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον πρὸς τὸ ὀρθὸν δὲν ἀνταποκρίνεται, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος εἶχεν ἄλλοτε περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἐν πλάτει κατὰ τὸ 1896. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ πάλιν ζωηρὸς διεξήγετο ἀγὼν περὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Καὶ ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ ἀκόλουθα, τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, διὰ νὰ ἐννοήσητε, ἂν εἶναι ὀρθὰ καὶ συνεπῆ τὰ σήμερον ὑποστηριζόμενα ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ ἀποτελοῦσιν ἀκριβῶς ἀντίθεσιν πλήρη καὶ τελείαν τῶν λεγομένων τώρα ὑπὸ τοῦ κυρίου Θεοτόκη. (Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης).

§38ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀναβάλλετε μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;

§39Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει καὶ ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§41Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν καλέσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των, ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἔνστασίν του.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Πολυγένη, εἰς τὴν ἔνστασιν;

§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους συνάδελφος δὲν θὰ ἐπιμείνῃ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐνδιαφέρον, ἐὰν θέλωσιν ἢ ὄχι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς ἀκούσωσιν. Ἐὰν ὁμιλῶμεν, ὁμιλοῦμεν διὰ νὰ φωτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅσοι δὲν θέλουσι νὰ ἀκούσωσι, δύνανται νὰ ἀπέλθωσι.

§44Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἀποσύρω τὴν ἔνστασίν μου, κύριε Πρόεδρε.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ προυτάθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, δὲν ἠδυνάμην, παρὰ νὰ διατάξω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Ἀποσυρθείσης τῆς ἐνστάσεως, παρακαλεῖται ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς τότε, ὁ σήμερον Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν μεταξὺ ἄλλων πολλῶν καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν· ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, ἄλλως διασκευαζόμενος, δύναται νὰ δώσῃ τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν.» Ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας». Καὶ ποίας ἐνόει θυσίας; «νὰ περιορίσωμεν ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας, ὅσον σεβασταὶ καὶ ἂν ἦναι αὗται». Ταῦτα ἐφρόνει καὶ ἐδίδασκεν εἰς ἡμᾶς τότε ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἔλεγεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξοικονομήσῃ αὐτὰ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ σήμερον διὰ τῶν φορολογικῶν του σχεδίων, νὰ τὰ ἐξοικονομήσῃ διὰ τοῦ περιορισμοῦ ὅλων τῶν ἄλλων δαπανῶν. Καὶ εἰς ποῖον Προϋπολογισμόν; Οὐχὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, τὸν αὐξηθέντα διὰ δεκάδος ἑκατομμυρίων δραχμῶν νέων δαπανῶν, ἀλλ’ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ὅτε δὲν ὑπῆρχον οὐδὲ αἱ νέαι Νομαρχίαι, οὐδὲ τὰ νέα Δικαστήρια, οὐδὲ ἡ ἄλλη ἐκείνη σωρεία, ἡ ποικιλώνυμος, τῶν προσθηκῶν εἰς τὰ ἔξοδα. Τότε λοιπὸν ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων πολιτικῶν Ὑπουργείων δέκα ἑκατομμύρια ὁλόκληρα χάριν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἐνῷ τώρα δὲν δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων οὐδὲ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς προικοδοσίαν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης! Τώρα θέλει νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ 4 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἦτο εἰς θέσιν κατὰ τὸ 1896 νὰ λάβῃ 10 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια χάριν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς περιστολῆς τῶν πιστώσεων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων!

§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποίαν ἡμέραν ἠγόρευεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου;

§48Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν 9 Νοεμβρίου τοῦ 1896.

§49Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα ὡμίλει περὶ τίνος Προϋπολογισμοῦ; Τοῦ 1897 ἢ τοῦ 1896;

§50Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγεν ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἠδύνατο νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ποσὸν δέκα ἑκατομμυρίων εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, οὐχὶ νὰ ἀποκτήσῃ ταῦτα δι’ ἐπιβολῆς νέας φορολογίας. Ταῦτα ἐδίδασκε τότε πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀπείρους, τοὺς ἀδαεῖς. Καὶ ἐλέγομεν ἡμεῖς πρὸς αὐτόν: «ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα δύνασθε ὑμεῖς νὰ πράξητε, βεβαίως καὶ τὴν ψῆφον ἡμῶν θὰ σᾶς δώσωμεν, διὰ νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αὗται τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν.» Ἀλλὰ συνεπίκουρος τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀντιπροσώπου ἤρχετο καὶ αὐτὴ ἡ οἰκονομολογικὴ αὐθεντία τῆς μερίδος ἐκείνης, ἤρχετο ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κύριος Σιμόπουλος, καὶ ἐδίδασκε καὶ ἐκεῖνος τοῦτο τὸ σπουδαῖον καὶ ἐξαίσιον, ὅτι περὶ τῶν νέων φόρων οὐδὲ λόγος πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν 8,000,000—ἐμειοδότει ὀλίγον—εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ ν’ ἀφιερώσωμεν ταῦτα ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Πῶς λοιπὸν τώρα θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς Κυρίους, πῶς θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ φορολογήσωσι διὰ δεκάδος ὁλοκλήρου νέων ἑκατομμυρίων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ νὰ πράξωσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ πράξωσι καὶ ὑπέσχοντο νὰ πράξωσιν ἄνευ προσθήκης φόρων, ἀλλὰ δι’ ἐλαττώσεως δαπανῶν, καὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν περιωρισμέναι τόσον, ὥστε ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐκείνων καὶ τῶν σημερινῶν ἀποτελεῖ ἓν πλεόνασμα 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Καὶ ἀφοῦ ἐπὶ 4 ἔτη κυβερνῶντες τὴν χώραν ἐδαπάνησαν ἐπὶ πλέον 32,000,000 δρ. εἰς νέα ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τακτικά, ἀφοῦ ὑπέβαλον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νέους φόρους, ἔρχονται σήμερον καὶ λέγουσι: «δόσατε εἰς ἡμᾶς ἄλλα 10,000,000, βοηθήσατε καὶ πάλιν ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, διὰ νὰ φροντίσωμεν τώρα περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας»! Ἀλλὰ δύναται νὰ πιστεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, λέγοντες ταῦτα, καὶ ὅτι πράγματι ἐπιδιώκετε τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας κατὰ τοιοῦτόν τινα ἐλεεινὸν καὶ ἀσυνάρτητον τρόπον; Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ πεισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ,— διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι βεβαίως πεπεισμένος,— εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς κοινωνίας συμπάσης δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, πρὶν ἢ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον οἰκονομίας, δυναμένης νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν ταῖς πιστώσεσι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τῶν πολιτικῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ κρίνωμεν καὶ θ’ ἀποδείξωμεν, ἂν ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν εἰς τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ νόμος τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῶν νέων Δικαστηρίων, εἶναι δαπάνη μόνον 150,000 δραχμῶν, ὡς λέγει ἀφελῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἢ εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τούτων. Τώρα βεβαίως δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ἡ κατάλληλος· θ’ ἀναπτύξωμεν ἄλλοτε κονδύλιον πρὸς κονδύλιον, ποῦ καὶ πῶς καὶ πόσον ηὐξήθησαν αἱ πιστώσεις χάριν τῶν δύο τούτων νόμων. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ἓν ἄλλο πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Θέλετε πράγματι καὶ εἶσθε εἰλικρινεῖς, θέλετε τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας; φέρετε τὸν Προϋπολογισμὸν, οὐχὶ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθητε νὰ φέρητε, οὐχὶ τὸν ἔχοντα οἰκονομίας 10,000,000 δραχμῶν· φέρετε τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1896, κατὰ τὸ 1897. Μόνον ἐὰν φέρητε τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν, μόνον ἐὰν περικόψητε τὰς πιστώσεις καὶ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας, δυνάμεθα νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, καὶ ὅτι πράγματι θέλετε τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ποτὲ, ὅτι πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὴν ἁπλουστάτην θυσίαν, νὰ ἀποκόψῃ δαπάνας αὐθαιρέτως ἐπιβληθείσας ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς διοικήσεως ἀκόμη.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§52ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἡ πρόκλησις, Κύριοι, τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, καὶ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεῦρε τὴν ψυχολογικὴν στιγμὴν τῆς πατριωτικῆς ἐξάρσεως, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων κατὰ τρόπον τείνοντα εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ συνέδεσε τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν τῆς χώρας, ὁ δὲ φίλος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἐζήτησε μάλιστα καὶ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῶν φορολογικῶν μέτρων, ἵνα δοκιμασθῇ, ὡς εἶπεν, ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων. Οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται νὰ εὑρεθῇ μεταξὺ ἡμῶν ἐστερημένος τῶν αἰσθημάτων τοῦ πατριωτισμοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα τόσον πομπωδῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ κολάσῃ τὰ νέα φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην ἀρνούμενος νὰ συμμερισθῇ τὴν τύχην τῶν ἀλυτρώτων ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ νὰ ὑποστῇ χάριν αὐτῶν λογικὰς θυσίας. Ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ἐμφύτως ἐγκεχαραγμένος εἰς τὰς ψυχὰς πάντων τῶν Ἑλλήνων, οὐδεμία δὲ παρῆλθε ἐθνικὴ περίστασις, καθ’ ἣν οὗτοι δὲν ἔσπευσαν νὰ προσφέρωσι μετ’ ἀξιοθαυμάστου αὐταπαρνήσεως καὶ ἐνθουσιασμοῦ διπλοῦν τὸν φόρον των, ἐν αἵματι καὶ χρήματι, εἰς τὸν ἅγιον τῆς πατρίδος βωμόν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο. Τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, μάτην δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ τὸ μετατοπίσῃ, μιμούμενος τὸν ἰατρὸν, ὁ ὁποῖος τὴν δριμύτητα τῆς πικρίας τοῦ φαρμάκου συνοδεύει δι’ ὀλίγων κόκκων ζακχάρεως. Τὸ ζήτημα εἶναι, κατὰ τίνα τρόπον καὶ διὰ τίνων μέσων δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὅ,τι δυνατόν. Διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰς πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας καταφεύγετε πάντοτε, ὁσάκις θέλετε χρήματα. Καὶ ἰδοὺ πρόχειρος πηγή· ἁπλώνετε τὰς χεῖράς σας εἰς τὰ θυλάκια τῶν πολιτῶν, καὶ ἀφαιρεῖτε ὅ,τι ἀπέμεινεν εἰς αὐτοὺς, κατὰ ἕνα τρόπον μάλιστα προχειρότατον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώρισεν ἄλλας πηγὰς φορολογίας ἀπὸ τὰς πηγὰς τοῦ ἄρτου, τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ οἴνου καὶ ἐν γένει τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ δὲν ἐγνώρισεν ἄλλην τάξιν πολιτῶν, ὅπως συμμερισθῇ τὰ βάρη τῆς Πολιτείας, ἀπὸ τὴν μάρτυρα μέσην τάξιν τῶν πτωχῶν πολιτῶν. Εἰς αὐτὰς καὶ μόνας τὰς πηγὰς καὶ εἰς μόνην τὴν τάξιν τῶν πτωχῶν πολιτῶν καταφεύγουσι πάντοτε οἱ οἰκονομολόγοι τῆς σήμερον, ὡς εἰς ἀκενώτους πηγὰς, ἵνα ἄρωσι τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ διαμορφώσωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ γίνεται στρατιωτικὴ ἀνασύνταξις τῆς χώρας τὴν ἑνδεκάτην ὥραν; ἐνεργεῖται σοβαρὰ στρατιωτικὴ ἀνασύνταξις εἰς βραχύτατον χρονικὸν διάστημα; Σεῖς, Κύριοι, ἐκλήθητε μετὰ τὸν πόλεμον, ἵνα κυβερνήσητε τὴν χώραν, καὶ τὴν ἐκυβερνήσατε ἀδιαταράκτως ἐπὶ τρία καὶ ἥμισυ ἔτη. Τί ἐπράξατε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας; Ἀντὶ νὰ ὑψώσητε τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ν’ ἀποκόψητε ἀπηνῶς περιττὰς δαπάνας, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὰς πολυτελεῖς ἐπιχορηγήσεις καὶ τὰς δωρεὰς, τοὐναντίον διεσκορπίσατε καὶ διὰ τῶν δύο χειρῶν σας τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον οὗτος σᾶς ἔδιδεν, ὑπείκων εἰς τὰς ἀγρίας καταδιώξεις σας, ἐπὶ κινδύνῳ νὰ στερηθῇ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, διεσκορπίσατε αὐτὸ εἰς ἔργα πολυτελῆ καὶ περιττὰ, εἰς ἔργα ἐντελῶς μάταια. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν πρέπει ἕκαστος μετ’ ἀπολύτου εἰλικρινείας νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του· καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ, λέγων τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀκούει διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμενον, διατὶ δὲν καταργεῖ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς Νομαρχίας, καὶ εἶπεν, ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται, διότι ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλλουσι τὴν δαπάνην ταύτην. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ,—καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε,—κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ ὑπηρεσία τῆς Διοικήσεως, ἀφ’ ὅτου ἐκάμετε τὸν νομόν Ἀχαΐας; καὶ κατὰ τί διοικεῖται σήμερον καλλίτερον ἡ Ἠλεία, ἀφ’ ὅτου ἀπεχωρίσατε αὐτὴν ἀπὸ τῆς Ἀχαΐας; Εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, κατὰ τί ἠνορθώσατε τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων; Μήπως διότι αἱ ὑποθέσεις τῆς Λεβαδείας δικάζονται ἤδη ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τῆς Λεβαδείας, ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν Λεβαδέων μικροκομματαρχῶν, καὶ οὐχὶ ἐν Ἀθήναις; Καὶ αὐτὸ σᾶς ἔκαμε, Κύριοι, νὰ αὐξήσητε τὰς δαπάνας, εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν μία φωνὴ ἠκούετο πανταχόθεν, ἡ φωνὴ τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς πείνης, καλοῦσα τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ παρέμβωσι! Καὶ ἐπιμένετε ἀκόμη, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ παραγωγοὶ τοῦ πολυτιμοτέρου προϊόντος τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κυριώτατον στοιχεῖον τῆς ἡμετέρας παραγωγῆς καὶ τὴν κυριωτάτην πηγὴν τοῦ πλούτου ἡμῶν, ὡς λαοῦ καὶ ὡς Κράτους, κατατρύχονται ὑπὸ δεινοτάτης κρίσεως καὶ περιῆλθον εἰς στυγνὴν ἀπελπισίαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀπηξιώσατε καὶ λόγον κἄν νὰ κάμητε! Ὁ ἄρτος λοιπὸν τῶν πολιτῶν, καὶ ὁ οἶνος, καὶ αἱ οἰκοδομαί, καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ἡ ζάκχαρις, μόνα τὰ εἴδη ταῦτα τῆς πρώτης ἀνάγκης, εἰς τὰ ὁποῖα προσετέθη τώρα καὶ τὸ φῶς...

§53Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἠλεκτρικόν.

§54ΧΟΙΔΑΣ. Μάλιστα, διὰ νὰ μὴ μείνῃ τίποτε ἀφορολόγητον!... Αὐτὰ, λέγω, μόνα θ’ ἀποτελῶσι πάντοτε τὰς πηγὰς τοῦ κορεσμοῦ τῆς φορολογικῆς ἀπληστίας σας; Εἶναι τοῦτο ὑπαγόρευσις τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος; Ἐπιτρέπεται ἡ ἐπ’ ἄπειρον αὔξησις τῶν φόρων ὡρισμένων εἰδῶν καὶ ὡρισμένης τάξεως; Καὶ δὲν βλέπετε, ὅτι οὕτω καθιστᾶτε ἀπρόσιτα τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ θὰ ἐξοντώσητε τελείως τὴν μᾶλλον φορολογουμένην τάξιν; Θέλετε χρήματα; Ὑπάρχουσι τοιαῦτα εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν σπατάλην, ἥτις ὑπῆρξε πάντοτε τὸ μόνον κεφάλαιον τῆς πολιτικῆς σας πίστεως. Διατὶ, Κύριοι, πρὶν ἀποφασίσητε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν λαὸν κατὰ τρόπον σκληρότατον νέους βαρεῖς καὶ ἀφορήτους φόρους, δὲν περικόπτετε τὰς περιττὰς δαπάνας; Τί τὰ θέλετε τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς Νομαρχίας; Διατὶ δὲν ἐκτείνετε τὸ ἔργον τῆς περικοπῆς εἰς ὅλα ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ χρόνος καὶ ἡ πεῖρα κατέδειξαν ἀνωφελῆ καὶ ἄχρηστα; Ὑπάρχουσι καὶ περιτταὶ δημόσιαι θέσεις, γνωσταὶ τοῖς κυρίοις Ὑπουργοῖς, ἀπορροφοῦσαι ἄνευ λόγου ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν καὶ οὐδένα ἐκπληροῦσαι σκοπόν. Ὑπάρχουσι καὶ Γυμνάσια περιττὰ, καὶ Εἰρηνοδικεῖα τοιαῦτα· διατὶ ὀρρωδεῖτε πρὸ αὐτῶν, καὶ δὲν ὀρρωδεῖτε πρὸ τοῦ ἀπαισίου ἐγχειρήματος τῆς μείζονος ἐπιβαρύνσεως τῶν ἀπορωτέρων τάξεων διὰ φόρων, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν μόνον σκέψεις περὶ ἀνακουφίσεως αὐτῶν ἐπεβάλλοντο; Τοῦτο λοιπὸν ἦτο πρωτίστως τὸ ἔργον σας, ὄχι ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν συνήθων εἰδῶν καὶ ἡ ἐξόντωσις τῶν ἀπορωτέρων τάξεων. Ἐκλήθητε, Κύριοι, νὰ ἀνορθώσητε, καὶ οὐχὶ νὰ ἐξολοθρεύσητε καὶ ἀπολέσητε. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν περικοπὴν πάσης περιττῆς καὶ ἀσκόπου δαπάνης δὲν ἠθέλετε ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας, τότε, ἀλλὰ μόνον τότε νὰ ἔλθητε νὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ λαοῦ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ζητεῖτε σήμερον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§55Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς θυσίας καλεῖ ἡμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι βλέπει, ὅτι τὰ ὕψιστα ζητήματα τῆς πατρίδος κανονίζονται προσεχῶς, καὶ ὀφείλομεν πάντες νὰ συναισθανθῶμεν, ὁποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλονται ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μᾶς εἶπε ποίαν αὐτὸς ἔχει πολιτικήν. Ἔχετε ἐξωτερικὴν πολιτικήν; Ποίαν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἔχετε; Εἰς τί θὰ συντελέσωσι τὰ μέτρα αὐτά; Πότε ἄρχεται ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν; Ἀφορῶσιν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον ἢ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον; Περὶ τούτου πρόκειται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαγγέλλεται, Κύριοι, χωρὶς νὰ τὸ εἴπῃ καθαρῶς πρὸς ἡμᾶς, τὴν μεγάλην ἀνάγκην τῶν παρασκευῶν, καὶ ἀπαιτεῖ τὰς θυσίας ταύτας, διότι τὸ μέλλον τὸ προσεχὲς εἶναι ἐπικίνδυνον. Ἐὰν τῳόντι ἔχῃ τοιαύτην πολιτικήν, ἡμεῖς πάντες εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συνεισφέρωμεν εἰς τὰ βάρη. Ἀλλ’ ἔχει τοιαύτην πολιτικήν; Πρόκειται νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλάς, καὶ ἔχει ἀνάγκην προσεχῶν προπαρασκευῶν; ἢ πρόκειται νὰ καλύψῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐλλείμματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ἐδημιούργησεν ἐν τῷ παρελθόντι; Ἄς τὸ εἴπῃ καθαρῶς. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐλλειμμάτων, καθῆκον ἔχομεν καὶ πάλιν νὰ σκεφθῶμεν, ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ προβῶμεν εἰς τὰς οἰκονομίας τὰς δυνατάς, καὶ μετὰ τοῦτο ἐν ἀνάγκῃ νὰ συνεισφέρωμεν καὶ τὸν ὀβολόν μας ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν ἐν γένει. Προετάξαμεν τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά· ἀλλὰ τίνος μέτρου ἐκ τῶν δι’ αὐτῶν προτεινομένων, καὶ συνεπαγομένων δαπάνας ἡ ἐφαρμογὴ ἄρχεται προσεχῶς; Οὐδενός. Τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης βεβαίως, ἐὰν προικισθῇ ὅπως κανονίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ λειτουργήσῃ μετὰ ἓν ἔτος. Δὲν θὰ ἤμεθα τάχα ἐν καιρῷ μετὰ ἓν ἔτος; Βεβαίως πάντες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συνεισφέρωμεν, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ καὶ ἐκ πόρων ἄλλων. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Πρόκειται περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συνήνεσε νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά, πλὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», καὶ λίαν ὀρθῶς· διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν φορολογικόν. Κανονίζονται φόροι, τοὺς ὁποίους ἐὰν δεχθῶμεν, ἐτελείωσε! δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ μὴ τοὺς ψηφίσωμεν. Τοιοῦτον κατ’ ἀρχὴν εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι προικίζομεν τὸ ταμεῖον διὰ τοῦ φόρου τοῦ σίτου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι κατόπιν νὰ δεχθῶμεν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ σίτου. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, ἵνα ψηφισθῇ συγχρόνως μὲ τὰ ἄλλα φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ κανονίσωμεν τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τούτου καὶ τὸ ποσόν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ.

§56Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, προκειμένου μετ’ ὀλίγον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος ἀληθῶς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους, εἴτε ἐν τῷ παρόντι εἴτε ἐν τῷ μέλλοντι, ἔχομεν καθῆκον ἀπαραίτητον πάντες νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἣν μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ δώσωμεν. Ἐκ τῶν προτέρων, Κύριοι, δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, καίτοι φρονῶ ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι καὶ ἕτεραι οἰκονομίαι, οὐχὶ βεβαίως ἱκαναὶ καὶ ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας πρὸς παρασκευὴν τῆς χώρας, ἐγὼ θὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ παροῦσαι δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ συζητῶμεν περὶ λεπτομερειῶν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ περὶ ἄλλων οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχόμενον νὰ γείνωσιν, ἐνδεχόμενον καὶ νὰ μὴ γείνωσι, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους. Προβάλλεται, Κύριοι, ἡ γνώμη, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν γείνωσιν αἱ διάφοροι οἰκονομίαι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ ἄρτου τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι αὗται, καίτοι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δύνανται νὰ γείνωσιν ἐν μέρει, δὲν εἶναι εὔκολον τώρα νὰ πραγματοποιηθῶσι καὶ ν’ ἀποφέρωσι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν, ὅπως παρασκευασθῶμεν τὸ ταχύτερον· διότι, ὡς εἶναι βεβαιωμένον, ἂν δὲν ἐξασφαλίσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον διὰ νόμου, πρὸς συνομολόγησιν δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ προμηθευθῶμεν τὰ ὑλικὰ τοῦ πολέμου, δι’ ὧν θὰ παρασκευασθῶμεν ἐν γένει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογήσωμεν τοιοῦτο δάνειον. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, προσβάλλεται, διότι δῆθεν βαρύνεται ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐπιβολῆς αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου κατὰ 2½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὠφέλιμον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρέχει εἰς τὸ ἔθνος 3,000,000 δραχμὰς, διὰ τῶν ὁποίων, Κύριοι, θέλομεν δυνηθῆ νὰ παρασκευασθῶμεν ἀπέναντι τοῦ προφανοῦς κινδύνου, τὸν ὁποῖον πάντες συνομολογοῦμεν καὶ πάντες διαβλέπομεν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ εἶναι καὶ προστατευτικὸν τῆς γεωργίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι διττὴ ἡ ὠφέλεια εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ. Φωνάζουσι πάντοτε ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης καὶ ζητοῦσι τὴν προστασίαν τῆς σταφίδος· περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος αἰωνίως λαλοῦσι, προκειμένου δὲ περὶ προστασίας τῆς γεωργίας, ἢ σιωπῶσιν ἢ ἐξεγείρονται! Ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἠκούσατε, ὅτι ἔλεγε καὶ τί ἐζήτει, ὁμιλῶν πάντοτε περὶ σταφίδος. Ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν περὶ προστασίας τῆς γεωργίας, καὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν πάντων ὑμῶν, ἀφοῦ ἡ γεωργία εἶναι ἡ κυριωτέρα δύναμις τῆς χώρας;

§57ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Καὶ τίς σᾶς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦτο; Σεῖς ἀμφισβητεῖτε τὸ ἰδικόν μας δικαίωμα.

§58Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναντίρρητον, Κύριοι, ἡ κυριωτέρα παραγωγικὴ δύναμις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ γεωργία, καὶ ἐνῷ αὕτη πραγματικῶς παρέχει τόσα ἀγαθὰ εἰς τὸν τόπον, ἐν τούτοις ἐγκατελείφθη τελείως ἀπροστάτευτος. Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ σῖτος διατελεῖ ἐν ὑποτιμήσει, καὶ οὐδεμία ἄλλη προστασία παρέχεται εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, αὕτη, σᾶς βεβαιῶ, θὰ ἦναι τελείως κατεστραμμένη. Ἀλλὰ τί ἔχομεν σήμερον; Ὁ σῖτος ἐν Θεσσαλίᾳ τιμᾶται περὶ τὰ 25 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ εἶναι καὶ ἀζήτητος οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα τῆς Ἑλλάδος μέρη. Ἐὰν εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τοῦ σίτου προστεθῇ καὶ ὁ ἐλάχιστος τελωνιακὸς δασμὸς, ἐκεῖνος, ὃν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, οὐδόλως θ’ αὐξήσῃ ἡ τιμὴ τοῦ πωλουμένου ἄρτου, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἡ αὐτή, ὡς ἦτο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἡ τιμὴ τοῦ σίτου ἦτο πολὺ ἀνωτέρα, ὁ δὲ ἄρτος ἐπωλεῖτο εἰς ἣν καὶ σήμερον πωλεῖται τιμήν. Φωνάζουσι, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τῶν 2½ λεπτῶν εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ τροφὴν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι ποσῶς δίκαιον, διότι, ἐπαναλέγω, δὲν δύναται νὰ ὑπερτιμηθῇ ὁ ἄρτος, οἱ δὲ φόβοι των εἶναι ὑπερβολικοί. Ἄς ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ σῖτος ἐτιμᾶτο 40 καὶ 42 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, νῦν δὲ ποία εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ σίτου ἐν Θεσσαλίᾳ; 25 λεπτὰ ἐν δὲ τῇ Φθιώτιδι 30, διότι εἶναι καλλιτέρας ποιότητος. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ τιμὴ τοῦ σίτου νῦν εἶναι 30 λεπτὰ καὶ 25, ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου δυστυχῶς εἶναι ἡ αὐτή, οἵα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διὰ λόγους κατ’ ἐμὴν ἰδέαν κερδοσκοπικοὺς ἐκείνων, οἵτινες μετέρχονται τὸν ἀλευροβιομήχανον κλπ. Ἀλλὰ περὶ τούτου δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας, ὥστε νὰ ὁρισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου ἀνάλογος πρὸς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τοῦ σίτου, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς ἐκ τοῦ νέου φόρου· διότι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν καταναλωθῇ ὁ σῖτος τῆς Θεσσαλίας, πάντοτε ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου θὰ ἦναι μικροτέρα, μεθ’ ὅλην τὴν προσθήκην τοῦ ἐπιβληθησομένου φόρου. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ φωτὸς ἐπεβλήθη φόρος, καὶ ἴσως ἐπιβληθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀέρος! Ναί, ἐπιβάλλεται φόρος καὶ ἐπὶ τοῦ φωτός· ποῖον ὅμως εἶναι αὐτὸ τὸ φῶς; ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ τοῦ ἀεριόφωτος, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος κατ’ ἐμὲ εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς πολυτελείας, διότι τοιοῦτον φῶς μόνον οἱ πλούσιοι καταναλίσκουσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι αἱ φωναὶ αὗται, αἱ κατὰ τῆς δῆθεν φορολογίας τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ ἄρτου, ἐκπέμπονται μόνον πρὸς ἐξέγερσιν τῶν ἁπλουστέρων καὶ οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως. Ἀλλά, Κύριοι, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ τοιούτου φωτός, ἀπολαμβάνουσιν ὅλα τὰ ἀγαθά, ζῶσιν ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις, ἐν Πειραιεῖ, ἐν μεγαλοπόλεσι, καὶ ἔχουσιν ὅλην τὴν εὐμάρειαν καὶ τὸν πλοῦτον καὶ τὴν εὐζωίαν. Ἐρωτήσατε ὅμως καὶ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἔχουσιν ἠλεκτρικὸν φῶς; ἔχουσιν ἀεριόφως; ἔχουσι τὴν εὐμάρειαν καὶ τὰ ἀγαθά, ἅπερ ἔχουσιν αἱ μεγαλοπόλεις; Ἀφοῦ δ’ ὁ λαὸς ὁ δυστυχὴς φορολογεῖται διὰ τὸ φῶς τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ πετρελαίου, διατὶ νὰ μὴ φορολογηθῶσι καὶ οἱ καταναλίσκοντες ἀεριόφως καὶ ἠλεκτρικὸν φῶς; Κραυγάζουσιν καὶ ἐναντίον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου· ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὁ ζῦθος αὐτὸς ποῦ καὶ ὑπὸ τίνων καταναλίσκεται; Καταναλίσκεται εἰς τὰς μεγάλας πόλεις καὶ ὑπὸ τῶν εὐπόρων. Ὅπου λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ εὐμάρεια καὶ ὁ πλοῦτος, ὅπου ἔχουσι δρόμους καὶ σιδηροδρόμους καὶ ὅλα τὰ ἀγαθά, θέατρα καὶ ἄλλας ἀπολαύσεις, ἐὰν δὲν εὐχαριστῶνται οἱ Κύριοι ἐκ τοῦ ἐγχωρίου οἴνου καὶ ἐπιθυμῶσι ζῦθον, ὀφείλουν νὰ πληρώσουν καὶ τὸν φόρον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τούτου πάσχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός; πάσχει ἡ Θεσσαλία, ἡ Στερεὰ Ἑλλάς, ἡ Πελοπόννησος; πάσχουσιν αἱ νῆσοι, διότι ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τοῦ ζύθου; Εὐτυχῶς οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν τούτων δὲν πάσχουσιν ἀπὸ τὴν μανίαν τῆς ζυθοποσίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξεγείρεται σύμπασα ἡ Ἑλλάς, κατὰ τὸν προαγορεύσαντα, καὶ προτιμᾷ δῆθεν νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὄντως ἀφορᾷ τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἔθνους! Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου βλέπομεν καὶ ἀκούομεν φωνὰς πανταχόθεν, ὅτι ὁ κίνδυνος τῆς πατρίδος εἶναι ἐπικείμενος καὶ προφανής, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει, οὐδὲ ὁ ἔσχατος τῶν πολιτῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συναισθάνηται πρὸ ποίου κινδύνου εὑρισκόμεθα. Καὶ ὅμως, ὅταν ἐρχώμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν κίνδυνον παρασκευαζόμενοι, ἐξεγειρόμεθα καὶ φωνάζομεν: «Ἆ! αὐτοὺς τοὺς φόρους δὲν τοὺς θέλομεν, διότι βαρύνουσι τὸν ἄρτον τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἐκείνους δὲν τοὺς ὑποφέρομεν, τοὺς ἄλλους δὲν ἀνεχόμεθα»! Ἀλλ’ οὕτω, Κύριοι, θέλει ναυαγήσει καὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια, καὶ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ καταλλήλου χρόνου θὰ εὑρεθῶμεν ἀπαράσκευοι καὶ θὰ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος, ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ἔλθῃ ἡ κρίσιμος στιγμή! Πρέπει, Κύριοι, νὰ παραιτήσωμεν καὶ κομματικὰς διενέξεις καὶ πολιτικὰς διαφορὰς καὶ τὴν φοβερὰν φιλαρχίαν, καὶ νὰ τείνωμεν πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας καὶ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν ἐν ψυχραιμίᾳ καὶ εἰλικρινείᾳ. Ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς εἰλικρινῆ καὶ πατριωτικὴν συνεννόησιν, ὅπως ψηφίσωμεν τάχιστα τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν πρόκειται, τὰ ὁποῖα εἶναι ὄντως ὠφέλιμα εἰς τὸ ἔθνος καὶ σωτήρια. Θὰ ηὐχόμην, ὁ κύριος Δηλιγιάννης νὰ ἔσπευδε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποῖα νομοθετήματα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, καὶ πῶς νὰ τροποποιηθῶσιν, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου· θὰ ηὐχόμην τὴν κατάργησιν τῶν νέων Πρωτοδικείων καὶ τῶν Νομαρχιῶν, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν τὸν ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸν καὶ πεπειραμένον πολιτευτὴν νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συντρέξῃ αὐτὴν κατὰ τὰς δυσχερεῖς ταύτας στιγμάς· θὰ παρεκάλουν καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην, καὶ τὸν κ. Ράλλην καὶ τὸν κ. Ζαΐμην, ὅπως καὶ οὗτοι προέλθωσιν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἴπωσιν ἐν εἰλικρινείᾳ τὰς γνώμας αὑτῶν καὶ παράσχωσι τὴν συνδρομὴν αὑτῶν κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις καὶ ἐξαγάγωσι τὴν ἀτυχῆ ἡμῶν χώραν ἐκ τῆς δυσχεροῦς θέσεως, εἰς ἣν αὕτη εὑρίσκεται νῦν καὶ πρὸ πολλοῦ.

§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδήλωσαν τὴν γνώμην των· θέλουν περικοπὴν δαπανῶν.

§60Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ποῖαι εἶναι αἱ περικοπτέαι δαπάναι· ἂν φρονοῦν, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ νέα Πρωτοδικεῖα καὶ αἱ νέαι Νομαρχίαι, δέον νὰ τὸ δηλώσουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως φωτισθῇ ἡ Βουλή. Περατῶν τὸν λόγον, δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι θέλω ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὡς ἔχει, διότι τὸ εὑρίσκω συντελεστικὸν εἰς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, διότι εὑρίσκω, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀφ’ ἑνὸς παρασκευάζεται τὸ ἔθνος, καὶ ὁπωσδήποτε θὰ εὑρεθῶμεν ἐν καιρῷ ἕτοιμοι πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐξ ἄλλου, διότι εὑρίσκω, ὅτι εἶναι προστατευτικὸν τῆς γεωργίας, ἣν καθῆκον ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν, διότι τὸ εὑρίσκω ὠφέλιμον καὶ ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ καλοῦ, ὅπερ εἶναι ἡ ἐξασφάλισις καὶ διάσωσις τοῦ κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ ἐκ τῶν παντοειδῶν αὐτοῦ ἐχθρῶν.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.

§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ διεύθυνσις, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν εἰς τὴν συζήτησιν, μοὶ ἐνέπνευσε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι θέλει νὰ γεννήσῃ δυσκολίας εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐνῷ ἀπεφασίσαμεν προχθές, ὅτι θὰ συζητηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ἔποψιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤγειρε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πάντες συμφωνοῦμεν, ὅτι πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν νέων φόρων ἐπὶ τῆς χώρας, ὀφείλομεν νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶσαν οἰκονομίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐποιήσατο οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἔχω τὸν Προϋπολογισμὸν ἐνταῦθα, ὅπως εἰσέλθω εἰς πλήρεις λεπτομερείας· ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμίαν οἰκονομίαν εἰσήγαγεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ σήμερον ἔτι ἀνέφερεν, ὅτι ἐποιήσατο οἰκονομίας ἄνω τῶν 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν ἀφῄρεσε τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς μὴ ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, ὅπως καταβάλῃ δάνειον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ὑπολείπονται δ’ οὕτω ἄνω τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο σύγκρισιν οὐχὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, ἀλλὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 μετὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐψηφίσθησαν. Ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 δὲν θὰ ψηφισθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις; Εἰς τοὺς μελετήσαντας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 γεννᾶται ἡ πεποίθησις, ὅτι θέλουσι ζητηθῆ πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ ἀνώτεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν κατὰ τὸ 1903. Ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε, τότε ὀφείλομεν ἐκ τῶν παρουσιαζομένων οἰκονομιῶν νὰ ἀφαιρέσωμεν πλέον τῶν 2 ἑκατομμυρίων, διότι θὰ ζητηθῶσι τὰ 2 ταῦτα ἑκατομμύρια δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ ἂν περιορίσωμεν τὴν σύγκρισιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ὑπολείπονται οἰκονομίαι δύο ἑκατομμυρίων, ἤτοι 700,000 δραχμῶν ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν ἐκλογῶν, 700,000 δραχμῶν ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, 400,000 ἐκ τῆς γεωργίας...

§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι 400,000.

§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ τὰ ἀγροκήπια, εἰς τὴν ἐν γένει δαπάνην... Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὴν δαπάνην τοῦ πετρελαίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἀγοράσῃ τὸ Κράτος, διὰ νὰ ἔχῃ εἰς τὰς ἀποθήκας του, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐκ τῶν τεσσάρων ἢ πέντε τούτων κεφαλαίων προέρχονται τὰ δύο ταῦτα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρουσίασεν ὡς πραγματικὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν προσωπικῶν, ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν καθημερινῶν διὰ τὰ διάφορα ὑλικὰ τῶν Ὑπουργείων, ἐπὶ ἄλλων κεφαλαίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυναταὶ οἰκονομίαι, οὐδεμία γίνεται οἰκονομία ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὅταν δ’ ἔλθωμεν εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπῆλθεν ἐλάττωσις δαπάνης, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπῆλθε καὶ αὔξησίς τις μικρά. Οὐδεμία ἑπομένως ἐγένετο μελέτη καὶ πρότασις πρὸς πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν. Εἶναι δὲ δυναταὶ οἰκονομίαι τοιαῦται, εἶναι δυναταὶ οἰκονομίαι, αἵτινες θὰ ἦναι ἴσως πικραὶ, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς χώρας. Ὑφίσταται ἑπομένως ἡ ἀνάγκη μελέτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν, καὶ οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας οὔτε ἐμελέτησεν οὔτε ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον δεῖται μελέτης, εἶναι ἆρά γε μόνον ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου, ὅστις πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ χάριν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἂν δὲν ἐπαρκέσουν αἱ οἰκονομίαι; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι πόροι, χωρὶς νέοι φόροι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, χωρὶς νὰ ἐξεγείρωσι τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὸν ἐρεθισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐξήγειραν εἰς τὰ ¾ τῆς Ἑλλάδος οἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενοι; δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλοι πόροι νὰ συμπληρώσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης; Βεβαίως εἶναι δυνατὸν, ἂν μετὰ μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους παραστῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξευρέσεως ἄλλων πόρων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ καθαρῶς οἰκονομικὸν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ ἐν τῇ στιγμῇ, καθ’ ἣν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι συζητηθῆ. Ἐνταῦθα ἔχομεν στρατιωτικὸν καθαρῶς μέτρον. Τὸ στρατιωτικὸν τοῦτο μέτρον εἶναι ἡ σύστασις Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δυνάμεθα ἀναμφισβητήτως νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, —καὶ εἶμαι ἐκ τῶν θερμῶν ὑποστηρικτῶν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ θεωρῶ ὄχι μόνον ἀναγκαῖον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλόμενον, — ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καταστήσωμεν προβληματικὴν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἐπιμένοντες εἰς ζήτημα οὐχὶ στρατιωτικόν, ἀλλ’ οἰκονομικόν. Δυνάμεθα νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τῶν πόρων, ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἂν ἡ μελέτη τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀπαιτήσῃ τὴν προσθήκην νέων φόρων, νέων βαρῶν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδεὶς θὰ ἀρνηθῇ τοῦτο· καὶ ἂν δὲν ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τοῦ σίτου, βεβαίως ὑπάρχουν ἄλλαι φορολογικαὶ ὗλαι, αἵτινες δύνανται νὰ ὑποστῶσι τὰ βάρη ταῦτα. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν πράγματι ποθῇ, ἂν εἰλικρινῶς ἐπιθυμῇ τὴν σύστασιν τοῦ ἱδρύματος τούτου, τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν πρέπει νὰ ζητήσῃ νὰ συνδέσωμεν τὴν λύσιν τοῦ ἐν γένει οἰκονομικοῦ ζητήματος, δὲν πρέπει νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ζήτημα πιέσεως ἐπὶ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης, τῆς ὑπὸ πάντων παραδεδεγμένης, τοῦ ταμείου τούτου. Δὲν πρόκειται δὲ διὰ τοῦ ταμείου τούτου νὰ λύσωμεν ἀμέσως τὰς ἐπιβαλλομένας, τὰς ἐπειγούσας στρατιωτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, διότι βεβαίως διὰ τοῦ ταμείου τούτου οὐδεμίαν ἀξίαν λόγου προπαρασκευὴν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσωμεν διὰ τὸ προσεχὲς θέρος. Τὸ προσεχὲς δὲ θέρος εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς φοβίζει ὅλους καὶ μᾶς ἐπηρεάζει. Ἂν πρέπῃ νὰ πράξωμέν τι διὰ τὸ προσεχὲς θέρος, βεβαίως τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναπαυώμεθα εἰς μόνην τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου τούτου, νομίζοντες ὅτι θὰ δυνηθῶμεν δι’ αὐτοῦ νὰ περατώσωμεν τὰς ἀπαιτηθησομένας παρασκευάς. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι ἡ ὑπόνοια, ὅτι θέλει νὰ γεννήσῃ δυσκολίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤγειρε τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν θὰ λυθῇ βεβαίως ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ· σήμερον πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβῶμεν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν πόρων αὐτοῦ. Ὑπάρχουν πόροι λειτουργοῦντες, τοὺς ὁποίους δύναμαι καὶ νὰ ὀνομάσω, ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν λειτουργοῦσι σήμερον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξεγείρουσι τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ μεγάλου πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτοὺς τοὺς πόρους δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν, ὅπως τοὺς παρεμβάλωμεν ὡς δυσκολίαν ἀνυπέρβλητον πρὸς σύστασιν τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον πάντες θεωροῦμεν ἀναγκαῖον. Ἂς μείνουν ἐκκρεμεῖς οἱ πόροι, καὶ ἂν θεωρηθῶσιν οἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενοι ὡς καταλληλότεροι, βεβαίως αὐτοὶ θὰ γείνουν παραδεκτοί· ἂν ὅμως δὲν θεωρηθῶσιν αὐτοὶ ὡς καταλληλότεροι, πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἄλλοι πόροι, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἐξεγείρωσι τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτῆς κατέληξεν ἀγορεύων εἰς τὴν πρότασιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ψηφισθῇ ἄνευ τοῦ ἄρθρου 2...

§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ προσδιορισμοῦ τῶν πόρων ἐκ τῶν προτέρων.

§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἄνευ δηλαδὴ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῶν πόρων τοῦ ταμείου. Εἶναι ἄπορον, πῶς συνεβίβασε μὲ τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν Βουλευτὴς διακεκριμένος ἐπὶ ταῖς οἰκονομικαῖς αὐτοῦ γνώσεσι τὴν σύστασιν ταμείου ἄνευ πόρων. Ψηφίσατε Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, συστήσατε τὸ ἵδρυμα τοῦτο, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ προικοδοτήσητε τοῦτο μὲ πόρους ἐπαρκεῖς, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε θὰ εὕρωμεν τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προικοδοτήσητε τὸ ταμεῖον...

§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μοὶ ἐπιτρέπετε;

§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.

§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀλλοιῶτε τοὺς λόγους μου.

§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ πάντα ἄλλον ἐκ τῶν συναδέλφων ἀνέμενον τοιαύτην πρότασιν παρὰ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν. Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ διακρίνωμεν τὰς αὐξήσεις τὰς φορολογικὰς εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὰς φορολογικὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι σταθεροὺς πόρους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τακτικοῦ τῶν δαπανῶν, καὶ εἰς αὐξήσεις φορολογικὰς, αἵτινες εἶναι ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ αἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι πόρους σταθεροὺς τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Προετάθησαν δι’ ἄλλων νομοσχεδίων αὐξήσεις τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ οὐδὲν αὗται ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οὐδὲν δ’ ἔχουσι τὸ κοινὸν, διότι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι καὶ βάσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, ἀνεγράφομεν ὡς πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὰς ἐνδεχομένας περικοπὰς ἢ οἰκονομίας τῶν δημοσίων δαπανῶν, καὶ προσεθέτομεν τὸ προϊὸν τῶν περικοπῶν τούτων ὡς πόρον τοῦ ταμείου κατὰ τὰ μέλλοντα ἔτη, προικοδοτοῦμεν τὸ ταμεῖον τοῦτο, μὲ δύο τρία, πέντε,—ὅσα θέλετε— ἑκατομμύρια. Ἐρωτῶ ὅμως, ἐὰν ἐζητοῦμεν, ἢ παρά τινος τραπεζίτου νὰ μᾶς χορηγήσῃ δάνειον, ἢ παρά τινος προμηθευτοῦ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ πληρώσωμεν τοῦτο εἰς δόσεις, ἠθέλομεν εὕρει παρ’ αὐτοῖς προθυμίαν πρὸς συνομολόγησιν τοιούτων ὑποχρεώσεων; ἢ τοὐναντίον ἠθέλομεν ἀκούσει παρ’ αὐτῶν, ὅτι τοιοῦτοι πόροι, τοσοῦτον ἀόριστοι, τοσοῦτον ἀσαφεῖς, ἐξαρτώμενοι ἐκ χιλίων δύο περιπετειῶν καὶ περιστάσεων, δὲν ἀποτελοῦσι ποτὲ βάσιν καὶ ἐγγύησιν πρὸς χορηγίαν δανείου, ἢ πρὸς χορηγίαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ ἐπὶ προθεσμίᾳ πληρωθησομένου; Ἀλλὰ διατὶ ἐξελέξαμεν κατὰ προτίμησιν τὴν προικοδότησιν τοῦ ταμείου τούτου διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ σήμερον ὑφεστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν; Ἐπροτιμήσαμεν πρωτίστως τὸν πόρον τοῦτον, διότι εἶναι σταθερὸς πόρος, διότι ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε χορηγήσει τὰ χρηματικὰ αὐτοῦ κεφάλαια, ἢ ἤθελε χορηγήσει τὸ πολεμικὸν ὑλικόν. Ἐπροτιμήσαμεν ὅμως τοῦτο καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι διὰ τῆς κατὰ μικρὸν αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν παρέχομεν προστασίαν εἰς πολυπληθὲς τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.

§72Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων μερῶν.

§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἰδέα, καὶ ἡ ἰδέα αὕτη κατωρθώθη νὰ μεταδοθῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι πλέον τόπος γεωργικὸς, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς συντηρεῖται ἐκ μόνου τοῦ σίτου, ὅστις εἰσάγεται ἔξωθεν. Ἀλλ’ ὑπάρχει μεγίστη περὶ τούτου πλάνη, διότι ὑπάρχουσιν οἱ πιστεύοντες,—ὅσοι δὲν ἐμελέτησαν κατὰ βάθος τὸ ζήτημα τοῦτο,—ὅτι μὲ 130 ἑκατομμύρια ὀκάδας σίτου τρέφεται ἡ Ἑλλάς. Εἶναι, Κύριοι, γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν στατιστικὴν ἡ Ἑλλὰς ἔχει πληθυσμὸν 520,000 οἰκογενειῶν, καὶ ὅτι, ἂν ὑπολογίσωμεν ὡς μέσον ὅρον καταναλώσεως δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν δύο ὀκάδας σίτου καθ’ ἡμέραν, θέλομεν ἔχει ἀνάγκην σίτου κατ’ ἔτος 380 ἑκατομμυρίων ὀκάδων. Ἐξ αὐτῶν ὁποῖον τμῆμα εἶναι τὸ εἰσαγόμενον ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς; Ἑκατὸν τριάκοντα ἑκατομμύρια, δηλαδὴ τὰ 65% τοῦ καταναλισκομένου ἐν Ἑλλάδι σίτου, παράγονται ἐν Ἑλλάδι, μόνον δὲ 35% εἰσάγονται ἔξωθεν· ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι, ἂν παρασχεθῇ προστασία εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἦναι δυνατὸν ἴσως νὰ ἔχωμεν ἐπάρκειαν τῶν παραγομένων ἐν Ἑλλάδι σιτηρῶν...

§74Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ οὕτω θὰ χάσωμεν τὰ τρία ἑκατομμύρια.

§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ χάσωμεν τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἀλλὰ θὰ τὰ πορισθῶμεν ἀλλαχόθεν· ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχωμέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπολογίζετε· δὲν θὰ ἐξάγωμεν κατ’ ἔτος 30 ἕως 40 ἑκατομμύρια δραχμὰς διὰ τὸν εἰσαγόμενον ἔξωθεν σῖτον.

§76Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν εἰσπράττητε ἐκ τοῦ τελωνείου, τί θὰ ἐξάγητε;

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἐγὼ δὲν διέκοψα ὑμᾶς, ὅτε ἠγορεύετε, καίτοι εἴπετέ τι ἐντεῦθεν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν ἠδύνατο Βουλευτὴς, ἔχων εὐπρεπῆ τὴν γλῶσσαν, νὰ εἴπῃ· εἴπετε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πάσχει ἀπὸ φορολογικὴν μονομανίαν.

§79Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον φορολογικὴν μονομανίαν. Μὴ παρεξηγεῖτε τοὺς λόγους μου. Εἶπον φορολογικὴν μανίαν (θόρυβος).

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§81Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ θεωρῆτε ἀνάρμοστον, ἐγὼ βεβαίως τὸ ἀποσύρω.

§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἀνάρμοστον εἶναι· διότι, ὅταν διακηρύσσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πάσχει ἀπὸ φορολογικὴν μανίαν, νομίζω ὅτι βεβαίως δὲν μετέρχεσθε εὐπρεπῆ γλῶσσαν, προκειμένου μάλιστα περὶ πολιτευομένου, ὁ ὁποῖος εἶναι πρεσβύτερος ὑμῶν καὶ ὁ ὁποῖος κατέχει ἀνώτατον τῆς Πολιτείας ἀξίωμα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἐπρόσεξα. Καὶ δὲν ἤθελον τὸ προσέξει κἄν, ἂν δὲν μοὶ ἐδίδετε ἀφορμήν. Εἴπετε ἄλλας ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐντεῦθεν νὰ ἀναιρέσω· διότι δὲν ἠξεύρω διατὶ ὑπελάβετε, ὅτι ὠφείλετε νὰ καταφύγητε εἰς τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐμοῦ, ἀγορεύσεις γενομένας κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1896, προκειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ἢ μᾶλλον προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν τότε ὑποδειχθεῖσαν ἀνωμαλίαν τῶν περιστάσεων τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ εἴπετε ἐντεῦθεν, ὅτι τότε καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγὼ ἐκηρύχθημεν ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ οὐδεμίαν συνεβουλεύσαμεν τότε ἐπιβολὴν φορολογίας, καὶ τώρα ἀναστρέφομεν τοὺς ὅρους, καὶ σήμερον ὑποστηρίζομεν τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ὑπεδηλώσατε, ἢ παρελείψατε νὰ προσθέσητε, ὑπὸ ποίας τότε περιστάσεις ἠγορεύομεν, καὶ εἰς τὴν παραμονὴν τίνων περιστάσεων εὑρισκόμεθα, συμβουλεύοντες οὐχὶ οἰκονομίας, συμβουλεύοντες ἐν γένει, εἰ δυνατόν, τὴν κατάργησιν τῶν πλείστων πιστώσεων, τῶν ἀναγραφεισῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, διότι τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ προικοδοτήσεως ἢ περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐπρόκειτο περὶ ἀμέσου ἐνεργείας, καὶ ἐλέγομεν τότε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι, ἂν εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου προσῆγε Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰρηνικώτερος ὅλων τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, — διότι, ἐνῷ οἱ προηγούμενοι ἀνέγραφον πίστωσιν δραχμῶν 400 χιλιάδων δι’ ἱππωνίαν, ὁ τοῦ 1897 ἢ οὐδὲν ἀνέγραφεν, ἢ τὴν περιώριζεν εἰς 200,000 δραχμὰς, — κατὰ τίνα τρόπον ἐσκέπτετο ν’ ἀντεπεξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι αὐτῶν τῶν περιπετειῶν, αἵτινες εἶχον ἀναφανῆ εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα καὶ αἵτινες ἦσαν ἀπειλητικώταται; Συνεβουλεύομεν τότε νὰ προικισθῶσι τὰ δύο Ὑπουργεῖα τὰ πολεμικὰ, — Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, — καὶ νὰ προικισθῶσιν ἀμέσως, διότι δὲν ὑπῆρχε καιρὸς τότε νὰ συστήσωμεν Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ γένωνται περικοπαὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν τὰ Ὑπουργεῖα ἐκεῖνα νὰ προικισθῶσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, νὰ παρασκευασθῇ δὲ ἡ Ἑλλάς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερείας, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι μόνον εἰς τοῦτο περιωρίσθημεν τότε, διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον, προσέθηκα, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἑνὸς ἑτέρου, οὐχὶ μόνον περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν τακτικῶν πιστώσεων τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ καὶ περὶ συστάσεως ἑνὸς Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἢ ἐξευρέσεως ἑνὸς πόρου, ὅστις ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὑπηρεσίαν δανείου, χρησιμοποιηθησομένου εἰς προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Συνεβούλευον τότε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετήσωμεν τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων· ἠγόρευσα δὲ διὰ μακρῶν, ὑποστηρίζων τὴν παρ’ ἡμῖν καθιέρωσιν τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων· ἐπικαλούμενος δὲ τὰ παραδείγματα ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἐκ τούτου εἰσόδημα σπουδαιότατον ἐπορίζοντο, κατέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἂν διὰ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν ἠθέλομεν ἔχει πέντε ἑκατομμυρίων ἐτήσιον εἰσόδημα, ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ ἔχωμεν τέσσαρα ἑκατομμύρια, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τρία ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πόρος ἑνὸς δανείου, τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν ἤθελε χρησιμοποιηθῆ εἰς προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι κεχωρισμέναι αἱ δύο ἡμῶν σκέψεις καὶ μέριμναι· ἡ μία δέον νὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, καὶ ἡ ἑτέρα εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἔλεγε: «διατὶ βιάζεσθε; διατὶ προβάλλετε τὴν σύστασιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀφοῦ τοῦτο θὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ τοῦ 1905;» Δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ τοιαύτην γνώμην προβαλών· διότι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀνεγίνωσκεν, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι δὲν πρόκειται τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ 1905, πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, καὶ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀναγκαίως, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχομεν ἀνάγκην ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὰς τακτικὰς πιστώσεις τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀντεπεξέλθωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δημιουργοῦσι τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ν’ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν τακτικῶν δαπανῶν, αἵτινες δημιουργοῦνται διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἀλλὰ συνάμα καὶ πρωτίστως ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ ὁπλισμοῦ, καὶ νὰ φροντίσωμεν περὶ ὁπλισμοῦ ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε, χωρὶς νὰ ἀναβάλωμεν καὶ χωρὶς νὰ ἀναμένωμεν, δὲν ἠξεύρω ποίας περιπετείας, ἢ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας μεταβολὰς τῶν πολιτικῶν καιρῶν. Ἡ προμήθεια τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄπειρον, οὔτε ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας μόνον τώρα ἐπιβάλλεται· τὴν εἴχομεν καὶ ὅτε οὐχὶ ἐπὶ τρία καὶ ἥμισυ ἔτη, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλ’ ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ κυβερνῶμεν τὴν χώραν· ἔκτοτε εἴχομεν τὴν γνώμην αὐτήν· ἀλλ’ ἔπρεπε πρωτίστως τότε νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, διότι μόνον οὕτως ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς. Τοῦτο πράγματι εἶχεν ἐπιτευχθῆ κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη, ὅτε δὲ εἰσήλθομεν εἰς τὸ τρίτον ἔτος, εἴχομεν ἤδη σκεφθῆ περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν ἔσχομεν τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901, ἵνα παρουσιάσωμεν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἡ ἰδέα, ὅτι υἱοθετήσαμεν νομοσχέδια παρασκευασθέντα ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν.

§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§84Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ διατὶ ὄχι; Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίων ἀφορώντων εἴτε εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας εἴτε εἰς σπουδαίαν ἀνόρθωσιν καὶ μεταρρύθμισιν, πρέπει νὰ ἀκούηται ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδίων.

§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ὑμεῖς τὸ λέγετε.

§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν φόρον ἢ μᾶλλον τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου. Κατέστη γενικὴ ἡ ἐξέγερσις, ὅτι ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῆς φορολογίας ταύτης ζητοῦμεν νὰ προκαλέσωμεν τὸν κάματον τῆς παραγωγῆς, διὰ τοῦ καμάτου δὲ τούτου νὰ στειρεύσωμεν τοὺς πόρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ νὰ καταστήσωμεν αὐτὸ ἀνίκανον, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ζήσῃ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τοῦ ἐπιβαλλομένου νῦν εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν 2 λεπτῶν καὶ 25 ἑκατοστῶν τοῦ λεπτοῦ, ἢ μᾶλλον τῶν 2¼ λεπτῶν, — καὶ ὄχι 2½ λεπτῶν, ὅπως ἐλέχθη ἐντεῦθεν, — δύναται νὰ καταπονηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον θὰ τὸν πληρώσουν αἱ πενέστεραι τάξεις αἱ κοινωνικαί, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος σῖτος δὲν χρησιμοποιεῖται πρὸς τροφὴν τῶν πενεστέρων τάξεων...

§87Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἐντόπιος κατ’ ἴσον ποσόν, καὶ θὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς δέκα ἑκατομμύρια, καὶ ὄχι τρία.

§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ἐπίκαιρος.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§90Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μοὶ ἐπέτρεψεν ὁ κ. Ὑπουργός.

§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν εὐχέρειαν τοῦ λόγου, καὶ ὅταν κατέλθω τοῦ βήματος ἔρχεσθε καὶ ὁμιλεῖτε.

§92Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔχω αὐτὴν τὴν ἀπορίαν, καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ ἐξηγήσεις, ὅτι κατ’ ἴσον λόγον θὰ αὐξηθῇ καὶ ἡ κατανάλωσις τοῦ ἐπιτοπίου σίτου, καὶ συνεπῶς ὁ λαὸς θὰ πληρώσῃ ἐννέα τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, καὶ ὄχι τρία.

§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Σᾶς ἔλεγον πρότερον, ὅτι 380 ἑκατομμύρια ὀκάδες σίτου καταναλίσκονται ἐν Ἑλλάδι πρὸς τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι ἐξ αὐτῶν τὰ 65% παράγει ἡ Ἑλλάς, τὰ δὲ 35% εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Τὰ 65% ταῦτα, τὰ παραγόμενα ἐν Ἑλλάδι, χρησιμοποιοῦνται πρὸ πάντων εἰς τροφὴν τῶν κατωτέρων τάξεων. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν διατίμησιν τοῦ ἄρτου, οἵα ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν. Ἐκ τῆς διατιμήσεως ταύτης δύνασθε νὰ πορισθῆτε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος σῖτος, ὁ ὁποῖος μεταβάλλεται συνήθως εἰς σιμιγδάλι καὶ ἐν μέρει εἰς φαρίναν, χρησιμοποιεῖται, ἵνα τροφοδοτῶνται αἱ ἀνώτεραι κοινωνικαὶ τάξεις, αἱ πλουσιώτεραι, αἱ εὐπορώτεραι· διότι σήμερον ἔχομεν ἐν Ἀθήναις διατίμησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄρτος πωλεῖται πρὸς 55 λεπτὰ ἡ Αʹ ποιότης, πρὸς 50 λεπτὰ ἡ Βʹ, πρὸς 45 ἡ Γʹ, καὶ πρὸς 35 ἡ τελευταία. Νομίζετε ὅτι αἱ πενέστεραι τάξεις χρησιμοποιοῦσι τὸν σῖτον τὸν ἐκ τῶν ἡγεμονιῶν ἢ τῆς Ρωσσίας ἐνταῦθα εἰσαγόμενον καὶ πωλούμενον 40 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ ὁ ἐντόπιος πωλεῖται 25 ἢ 27 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν; Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἀδίκως θόρυβος ἐδημιουργήθη· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν ζητήσει τὰς γνώμας τῶν περισσοτέρων κοινωνικῶν τάξεων, δὲν θὰ εἴχομεν ἐναντίαν ἀπάντησιν, ὅταν εἴπωμεν εἰς αὐτὰς, ὅτι, καὶ ὅτε τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα εἶχεν 180 ἢ 170 λεπτά, εἰς τὴν ἰδίαν τιμὴν ἐπωλεῖτο ὁ ἄρτος, εἰς ἣν καὶ νῦν, ὅτε τὸ συνάλλαγμα ἔχει 138 ἢ 140 λεπτά, καὶ τὴν αὐτὴν θὰ ἔχῃ τιμὴν ὁ ἄρτος, καὶ ἂν τὸ συνάλλαγμα κατέλθῃ εἰς 125 λεπτά. Μάλιστα ὑπῆρξαν οἱ διαδόσαντες, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ ἐπεβάλλετο φόρος λεπτῶν 2 25/00 ἐπὶ τοῦ σίτου, ὑπερετιμήθη ὁ ἄρτος κατὰ 5 λεπτά. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔμεινα ἔκπληκτος ἐκ τούτου, καὶ προσδραμὼν εἰς τὸν ἐπὶ τῆς διατιμήσεως τοῦ ἄρτου ἁρμόδιον, τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἐπληροφορήθην, ὅτι οὐδεμία ἐζητήθη μεταβολὴ τῆς κρατούσης διατιμήσεως τοῦ ἄρτου. Ὑπάρχει ἓν εἶδος σιτηρῶν, ὅπερ καταναλίσκεται ὑπὸ τῆς κατωτέρας τάξεως, ὁ ἀραβόσιτος, οὗτινος γίνεται χρῆσις πρὸ πάντων ὅταν ὑπάρξῃ σιτοδεία καὶ ὁ σῖτος ἕνεκα ταύτης ἦναι ἀπρόσιτος εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις. Ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου δὲ οὐδεμία ἐπιβάλλεται ἐπιβάρυνσις. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου, εἶναι καλὸν νὰ γινώσκωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ μάλιστα πῶς ἐπεβάλλετο αὕτη εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου. Ἐκ τῆς νομοθεσίας τοῦ παρελθόντος ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐκράτει παρ’ ἡμῖν μία κλῖμαξ τῆς φορολογίας τοῦ σίτου, ἀνερχομένη ἀπὸ 2 εἰς 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18 λεπτά...

§94ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποίας ἐποχῆς;

§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ κρατοῦσα νομοθεσία ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1853... Ὅταν τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον ποσὸν ἦτο περισσότερον, ηὔξανεν ἀναλόγως τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος. Ἐν τούτοις τότε οὐδεὶς ἠγείρετο θόρυβος. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς κλίμακος ταύτης ἐγεννήθησαν ἀδικίαι, κατὰ τὸ 1854 κατηργήθη τοῦτο, καὶ ἐπεβλήθη εἰσαγωγικὸν τέλος τεσσάρων λεπτῶν μέχρι 5½ τὴν ὀκᾶν. Οὕτω λοιπὸν ἐκ τῆς διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς μονάδος τὰ 8 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν σήμερον ἀποτελοῦσιν αὔξησιν λεπτῶν 2 25/00. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον νὰ μάθωμεν, πῶς φορολογεῖται ὁ σῖτος καὶ ἐν ἄλλοις ἔθνεσι, περισσότερον ἡμῶν προηγμένοις καὶ οἰκονομολογικῶς καὶ πλουτολογικῶς. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπάρχουσι δύο φόροι, ὁ εἷς ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον σῖτον, καὶ ὁ ἕτερος εἰς τοὺς ἀλευρομύλους.

§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ὁ πρῶτος.

§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον σῖτον ἐν Ἰταλίᾳ ἐπιβάλλεται ἐπὶ ἑκάστου τόννου δασμὸς φράγκων 75, ἤτοι ἐπὶ 100 ὀκάδων 9 φράγκα καὶ 60/00, δηλ. κατ’ ὀκᾶν 14 λεπτά. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ 100 χιλιόγραμμα πληρώνουσι φράγκα 7.

§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ κλίμακα;

§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν ὑπάρχει κλῖμαξ. Περὶ Γαλλίας θὰ ὁμιλήσω, καὶ θὰ προσθέσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς κλίμακος, ἧς μνείαν ἐποιήσατο ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὡς συμπέρασμα θέλομεν ἐξαγάγει, ὅτι ἡ κατ’ ὀκᾶν φορολογία ἀνέρχεται εἰς φράγκα περίπου 8 96/00 κατὰ 100 χιλιόγραμμα. Εἰς τὴν Γερμανίαν τὰ 100 χιλιόγραμμα ἔχουσιν εἰσαγωγικὸν τέλος πέντε μάρκα, τὰ δὲ 5 μάρκα ἀναλογοῦσι πρὸς 8 φράγκα.

§100ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Φράγκα 6 καὶ 25/00.

§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὀκτὼ δραχμάς. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ παράδειγμα ἄλλων ἐθνῶν, διότι, ὅπου καὶ ἂν μεταβῶμεν, θὰ εὕρωμεν εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου τοσοῦτον μέγα, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι ἐκπλήττομαι ὅτι δὲν ἠκούσθησαν ἐκεῖ παράπονα.

§102ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ χῶραι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, εἶναι σιτάρκεις ἢ ὄχι; Διότι ἐκ τοῦ λόγου τούτου θ’ ἀνεύρωμεν τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐπεβλήθη μικρότερος ἢ μεγαλύτερος φόρος.

§103Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι, μὴ γινώσκων, ὅτι ἤθελε μοὶ προβληθῆ τοιαύτη ἐρώτησις, δὲν ἔφερα μετ’ ἐμοῦ τοὺς σχετικοὺς πίνακας, ἐξ ὧν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι αὐτὴ ἡ Γαλλία εἰσάγει ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς κατ’ ἀναλογίαν περισσότερον σῖτον παρ’ ὅσον εἰσάγομεν ἡμεῖς.

§104Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Γαλλία;

§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ παραλλάσσει ἡ εἰσαγωγὴ μεταξὺ 38% καὶ 40%, ἀναλόγως τῆς ἐκεῖ παραγωγῆς δημητριακῶν καρπῶν. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ διαπραγμάτευσιν, ἥτις ἄλλοτε εἶχε λάβει χώραν πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ μεγάλου Κράτους, καθ’ ἣν ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐθεωρήθη ὡς παραχώρησις εἰς τὸ Κράτος αὐτό, — τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι εὐθύς, ὡς ἠθέλομεν αὐξήσει τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ σίτου, θὰ προαχθῇ καὶ θὰ προστατευθῇ ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς· τὴν προστασίαν δὲ ταύτην τοῦ πληθυσμοῦ τούτου δὲν πρέπει νὰ θέτωμεν εἰς δευτερεύουσαν μοῖραν, διότι ὁ πληθυσμὸς οὗτος εἶναι ὁ ἐπικρατέστερος. Διότι ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Βοιωτία καὶ πλεῖστα ἄλλα μέρη εἶναι σιτοφόρα· καὶ εἰς αὐτὴν δὲ τὴν Πελοπόννησον, ἐὰν ἐξαιρέσητε τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, εἰς τὰς ἄλλας παράγονται τοσοῦτοι δημητριακοὶ καρποί, ὥστε τὰ ἥμισυ τῶν ἀναγκῶν των νὰ καλύπτηται ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὴν ὀφειλομένην προστασίαν πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ὑπῆρχον παρ’ ἡμῖν πολλοὶ πολιτευόμενοι, οἵτινες, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, συνεβούλευον νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ὅτι δύνανται νὰ ἐκριζώσωσι τὰς σταφιδαμπέλους, καὶ νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅταν ἀναλογισθῶμεν, εἰς πόσην δυσκολίαν διατελεῖ ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, βεβαίως ἐπιβάλλεται ἔτι μᾶλλον ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σχετίζωμεν τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρὸς τὰς αὐξήσεις τὰς ἐπιζητηθείσας διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἴσως, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν αὐξήσεων ἐκείνων, θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον ἢ μᾶλλον προσῆκον νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νομίζω ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ διατεινώμεθα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ὁ σχετικὸς διὰ τοῦτο φόρος, διότι ὁ φόρος οὗτος θέλει ἀποτελέσει τὸν σταθερὸν πόρον τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§106Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς διόρθωσίν τινων ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν λεχθέντων. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον τὸ ἀναφερόμενον εἰς τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπάρχουσι πόροι προοριζόμενοι διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο, οἵτινες λειτουργοῦσι σήμερον, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ· ἑπομένως δὲν ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἱδρύσωμεν τὸ ταμεῖον χωρὶς νὰ προσδιορίσωμεν πόρους· ἐννοῶ νὰ προσδιορίσωμεν τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐψηφισμένους, ἀλλὰ προσέτι, ἱδρύοντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι δι’ ἑτέρων νόμων θὰ κανονίσωμεν τοὺς πόρους αὐτοῦ. Τοῦτο οὐδὲν ἤθελε περιέχει τὸ ἄτοπον. Ἀλλὰ σήμερον, ὡς ὀρθῶς ἠρώτησε καὶ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής, τί συζητοῦμεν; Συζητοῦμεν περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἣν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν; Βεβαίως ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐξῆλθε καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι, ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν τὸ ἐπίκαιρον, τὸ ὠφέλιμον καὶ τὸ χρήσιμον τῆς ἱδρύσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, συζητοῦμεν ἂν εἶναι καλὸς ἢ κακὸς ὁ φόρος τοῦ σίτου. Νομίζω ὅτι εἶναι ἔκρυθμος καὶ ἄτακτος ἡ συζήτησις αὕτη. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιῆλθεν εἰς πλήρη ἀντίφασιν, λέγουσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅτι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου παρέχει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πόρον ἀσφαλῆ καὶ βέβαιον, δι’ οὗ θὰ δυνάμεθα νὰ προσπορισθῶμεν διὰ δανείου ἢ διὰ προθεσμίας τὸ ἀναγκαῖον πολεμικὸν ὑλικόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποστηρίζουσα, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἀποβαίνει πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς γεωργίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γεωργίαν, βεβαίως θέλει καταλήξει εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας, καὶ ἂν ἡ ἐπάρκεια τῆς χώρας δὲν ἦναι πλήρης, ἀλλ’ ἐπέλθῃ κατὰ τὸ ἥμισυ, θὰ ἐλαττωθῇ ἡ εἰσαγωγή, ὁ πόρος θὰ ἦναι μικρός, καὶ ὁ φόρος θὰ ἦναι ἐπαχθής. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναιρέσω καὶ ἀνακριβείας τινὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ σίτου ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ Γαλλία δὲν εἰσάγει 40%, οἱοσδήποτε δὲ καὶ ἂν σᾶς ἔδωκε τὰς πληροφορίας ταύτας, αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸ μέσον τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Σήμερον ἡ Γαλλία εἰσάγει 5 ἢ 10% τὸ πολὺ ἐπὶ τῆς ὅλης καταναλώσεως, ὅταν δὲν ἔχῃ καλὴν ἐσοδείαν, ὅταν δ’ ἔχῃ τοιαύτην, δὲν εἰσάγει τίποτε. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε προσέτι, ὅτι προτείνας ἐγὼ τὴν αὐστηρὰν καὶ εἰλικρινῆ μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἐξεύρεσιν πραγματικῶν οἰκονομιῶν, ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐνόμισεν ὅτι ἐπρότεινα νὰ προικοδοτηθῇ τὸ ταμεῖον διὰ τῶν οἰκονομιῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἀκατάληπτος ἡ ἰδέα αὕτη. Ἐὰν θὰ ἐπιτύχωμεν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, βεβαίως θὰ εὕρωμεν ἕνα τῶν πόρων τῶν ἐξυπηρετούντων τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον νὰ καθιερώσωμεν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἴδιος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἄλλοτε εἶχε κατὰ νοῦν, — ὅτε διῴκησαν τὸν τόπον ἐπὶ 2½ ἔτη χωρὶς οὐδὲν νὰ πράξωσιν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, — ὅτι εἶχε κατὰ νοῦν ν’ ἀφιερώσῃ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων ἢ ἄλλον τινὰ πόρον, καταλληλότερον τοῦ φόρου τοῦ σίτου, διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Διότι πράγματι ὁ φόρος τοῦ σίτου ἐξήγειρε τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, μεγάλας δὲ δυσκολίας θέλει παρεμβάλει, αἵτινες θέλουσι παρακωλύσει ἂν ὄχι τὴν ἵδρυσιν, ἀλλὰ βεβαίως τὴν λειτουργίαν τοῦ ταμείου. Δὲν θέλετε τὸ ταμεῖον λοιπόν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλετε φόρον ἐξεγείροντα τοὺς πληθυσμοὺς (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἱδρύσατε αὐτὸ δι’ ἄλλων πόρων. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἴδωμεν, ἂν ὁ καταλληλότερος πόρος εἶναι ὁ φόρος τοῦ σίτου, καὶ ἂν δὲν θὰ εὕρωμεν ἄλλους καταλληλοτέρους. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ταμεῖον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, αἱ ὁποῖαι μᾶς πιέζουσι πάντας, τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας φοβούμεθα διὰ τὸ προσεχὲς θέρος; Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν πρόκειται τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ λίαν προσεχῶς, καὶ αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐξαρτήσῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θέλω νὰ συζητήσω, ἂν θὰ ἦναι δυναταὶ ἢ ὄχι, ἢ ἂν θὰ ἦναι ἐπωφελεῖς· σᾶς ἀναφέρω μόνον, ὅτι, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, μοὶ ἐγένοντο προτάσεις σπουδαίων προσώπων περὶ κατασκευῆς στόλου ἐπὶ τῇ βάσει, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ Κυβέρνησις σήμερον, τῆς πληρωμῆς εἰς προθεσμίας. Ὅτε ἀνέλυσα τὰς προτάσεις ταύτας, καὶ συνέκρινα τὰς θυσίας, ἃς θέλει ὑποστῆ τὸ Κράτος, εὗρον ὅτι τίποτε ὀλιγώτερον ἢ 60 τοῖς ἑκατὸν ἐζήτουν νὰ λάβωσιν ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὸ Κράτος. Δὲν συζητῶ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῆ ἡ ἐργασία τῶν τοιούτων συνδυασμῶν. Βεβαίως τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ διακεκριμένη ἀνάγκη, ἡ ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ τακτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀπέχει τῆς ἐννοίας τῶν ἐκτάκτων κινδύνων, τοὺς ὁποίους σήμερον φοβούμεθα διὰ τὸ προσεχὲς ἔαρ. Κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο τὰς ἀνάγκας ταύτας, τὰς προσεχεῖς. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνου ὁ κ. Ὑπουργὸς, περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν 10 ἑκατομμυρίων, εἶπεν, ὅτι τότε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος καὶ ἐπρόκειτο ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν νὰ προετοιμασθῶμεν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν τὴν οἰκονομίαν ταύτην. Τοιαῦται εἶναι αἱ οἰκονομίαι καὶ σήμερον. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἀληθὲς θέμα τῆς ἱδρύσεως τοῦ ταμείου, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα νὰ συζητηθῇ, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς αὐτοῦ, διότι τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομικὰ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι μεμονωμένα· διότι, ἂν συζητηθῇ μεμονωμένον τοῦτο, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς δυσάρεστον ἀποτέλεσμα. Ἄς ἐνθυμηθῶμεν, τί ἐπράξαμεν, ὅτε ἠθελήσαμεν νὰ σώσωμεν τὸ ἔθνος ἀπὸ τῆς χρεωκοπίας.

§107Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφρασεν ἓν παράπονον, ὅτι ἐγὼ, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ζωηροῦ πόθου, τὸν ὁποῖον ἔχει, ὁσάκις ἀναβιβάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους ἐπὶ φόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μετεχειρίσθην φράσιν ἀνευλαβῆ· εἶπον δηλαδή, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει φορολογικὴν μανίαν. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποσύρω τὴν λέξιν ταύτην, ἐὰν ἐθεωρήθη αὕτη ἀνευλαβής, διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁμιλῶν περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, δὲν ἐννοῶ νὰ θίξω οὔτε νὰ πειράξω προσωπικῶς ἀπολύτως οὐδένα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφρασεν ἐπίσης τὸ παράπονον, ὅτι κακῶς διηρμήνευσα τοὺς λόγους αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους ἔλεγεν ἄλλοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1907, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδείκνυεν, ὅτι, ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, ἐν τῇ πολιτικῇ αὐτοῦ ἐμπειρίᾳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο ἀνίκανος πλέον νὰ βαστάσῃ τότε νέον βάρος φορολογιῶν, καὶ ἑπομένως γεννᾶται σήμερον μεγάλη ἀπορίᾳ, ποῖα ἦσαν τὰ οἰκονομικὰ ἐκεῖνα καὶ εὐτυχῆ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἀπὸ τοῦ 1897 ἕως σήμερον, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσι τώρα εἰς αὐτὸν νὰ ἐπιβάλῃ νέον πρόσθετον βάρος φορολογίας ἐκ 10 ὅλων ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐπὶ λέξει ὁ κύριος Σιμόπουλος κατὰ τὸ 1896. Ἀναγινώσκω ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1896: «Αὔξησις φόρων δὲν εἶναι κατ’ οὐδένα λόγον δυνατή· οὔτε σκέψις οὔτε συζήτησις πρέπει νὰ γίνηται περὶ τούτου, διότι ἐπαρκῶς εἶναι βεβαρημένος ὁ Ἑλληνικὸς λαός... Εἶναι ἀνάγκη, ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ τὸν μεταρρυθμίσῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ παραβλαφθῇ ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Ἔχει ἡ πλειονοψηφία τὸ θάρρος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν; Θὰ ἦναι ἀξία συγχαρητηρίων ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους.» Τότε λοιπὸν ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὁ κ. Θεοτόκης, ὁ σήμερον Πρωθυπουργός, ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, θὰ ἦτο ἀξία συγχαρητηρίων, ἐὰν ἐπέστρεφε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, τὸν συντάκτην αὐτοῦ, καὶ ἂν τὰ δέκα ἑκατομμύρια, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἐξωκονομοῦντο διὰ τῆς περιστολῆς τῶν διαφόρων πιστώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Βλέπετε λοιπὸν τὸ παράδοξον τοῦτο, ὅτι, ὅταν μὲν ὁ κύριος Σιμόπουλος ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, εὑρίσκει τὰ πράγματα δύσκολα, εὑρίσκει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει πολλὴν ῥώμην καὶ ἀντοχήν, ὥστε νὰ βαστάσῃ εἰς τοὺς ὤμους του νέα βάρη. Ἀλλ’ ὅταν γίνηται Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ πράγματα μεταβάλλονται ἐπὶ τὸ ῥοδινώτερον· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποκτᾷ ἀμέσως εὐρωστίαν καὶ ῥώμην οἰκονομικήν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γίνεται αἰσιοδοξότατος περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Τότε ἀκριβῶς, ὅταν ἦναι Ὑπουργὸς ὁ κ. Σιμόπουλος, ἡ αἰσιοδοξία κυριαρχεῖ εἰς ὅλην αὐτοῦ τὴν ὑπόστασιν, εἰς ὅλην αὐτοῦ τὴν ὑπουργικὴν πορείαν· καὶ ὁσάκις βλέπω ταῦτα τὰ φορολογικὰ κατορθώματα, ταύτην τὴν ἀπέραντον περὶ ἀντοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ αἰσιοδοξίαν, ἣν ἔχει ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὅταν ἦναι Ὑπουργός, ἐνθυμοῦμαι ἐκείνην τὴν περίφημον σάτυραν τοῦ Βολταίρου περὶ τῆς αἰσιοδοξίας, σάτυραν, ἣν ἐπιγράφει «Candide». Εἰς τὸ βιβλίον τοῦτο ἀναφέρεται ὁ δόκτωρ Panglos, ὅστις ἐδίδασκε τὸν μαθητήν του Candide τὴν λαμπρὰν ἐκείνην θεωρίαν, ὅτι ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τοῦ γηΐνου ἔχουσιν ὡς ἄριστα, καὶ ὅτι πᾶν ὅ,τι συμβαίνει εἰς ἡμᾶς τοὺς θνητοὺς εἶναι τὸ καλλίτερον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ (dans le meilleur des mondes possibles). Συνέβη ὅμως — διηγεῖται εἰς τὸ βιβλίον του ὁ Βολταῖρος — εἰς μίαν ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν Θρᾴκην καὶ ὁ δόκτωρ αὐτὸς Panglos καὶ ὁ μαθητής του νὰ συλληφθῶσιν ὑπὸ Βουλγάρων λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀγριότητί των περιέκοψαν διὰ μαχαιρῶν τὰ ἐξέχοντα μέρη τῶν ὀπισθίων των. Ὁ δυστυχὴς Candide, ὀλολύζων ἐκ τοῦ πόνου καὶ ὀδυνηρῶς οἰμώζων, ἤρχισε νὰ διστάζῃ, ἂν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐδιδάσκετο, ἦτο καθόλου ὀρθή, διότι εἶδεν, ὅτι συμβαίνουσι καὶ δυσάρεστα πράγματα ἐν τῷ κόσμῳ, — διότι βεβαίως εὐχάριστον δὲν εἶναι νὰ χάσῃ τις εἰς τὰ καλὰ καθούμενα, καὶ δὴ μὲ τοιοῦτον τρόπον, ἓν μέρος τοῦ σώματός του. — Ὁ δόκτωρ Panglos, ὁ ὁποῖος ὠλόλυζε καὶ ἐκεῖνος, διότι εἶχε πάθει τὸ αὐτὸ πάθημα, ὀργισθεὶς ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ Candide, ὀργίλως τῷ ἀπεκρίθη, ὅτι εἶναι ἀνόητος, πολὺ ἀνόητος. «Δὲν ἐννοεῖς, τῷ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπάθομεν, ἦτο τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ πάθωμεν; Διότι οἱ Βούλγαροι λῃσταὶ μᾶς ἔκοψαν ὅ,τι μᾶς ἔκοψαν, ἀλλ’ ἂν μᾶς συνελάμβανον Τοῦρκοι στρατιῶται τοῦ πασσᾶ τῆς Ἀδριανουπόλεως, θὰ μᾶς ἔκοβαν τὸν λάρυγγα». Δὲν γνωρίζω, ἂν παρηγορήθη ὁ μακαρίτης Candide μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ὀπισθίων του· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρατηρῶ ὅτι ἔχει παραπλησίαν τινὰ αἰσιοδοξίαν. Δὲν θέλει νὰ παραδεχθῇ, μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τοῦ πολέμου, ὅτι ἡμεῖς ἐπάθομεν μεγάλα παθήματα κατόπιν μιᾶς τρομερᾶς ἐγχειρήσεως ἢ ἥττης, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν, αἱ οἰκονομικαὶ συνέπειαι τῆς ἥττης ἦσαν πολὺ ὀλέθριαι, ἦσαν ἡ περικοπὴ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους καὶ ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων χρεῶν, διότι τότε, ὅτε ἔλεγε περὶ ἀνικανότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ βαστάσῃ νέα βάρη, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ πολέμου· δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι κατόπιν ἐπάθομεν μέγα πάθημα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀπὸ τότε ηὔξησεν, ὅτι πᾶσα ἀνεξαρτησία οἰκονομικὴ ἐθνικὴ περιεκόπη, καὶ ὅτι τοὐναντίον οὐδὲν οἰκονομικὸν γεγονὸς ἐπῆλθεν, ἵνα βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ εὐδαίμονος τούτου λαοῦ, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ἐπιτρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν σήμερον νὰ φορολογήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ προσθέτου φόρου δέκα ἑκατομμυρίων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1897, ὅτε, ὡς ἐκ τῆς χρεωκοπίας εἶχεν ἐπέλθει σχετικὴ εὐμάρεια καὶ εὐπορία καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τότε δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κ. Θεοτόκην ἡ κατάστασις, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ προσθέσωμεν νέα βάρη, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας συνιστᾶτο, πολὺ σωφρόνως, πολὺ ὀρθῶς, νοημόνως, νὰ ἐπιζητήσωμεν οἰκονομίας εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, Κύριοι, τώρα νὰ πιστεύσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὰ, ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ὄχι μόνον δὲν ἐπήνεγκον οἰκονομίας εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοὐναντίον προσέθεσαν καὶ δαπάνας δέκα ἑκατομμυρίων εἰς τὸ Κράτος; ὅτι, ἐνῷ οἱ Κύριοι αὐτοὶ ὑπέσχοντο νὰ διοικήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ Προϋπολογισμὸν 53 μόνον ἑκατομμυρίων, κατήντησαν νὰ τὸν διοικῶσιν εἰς τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν μὲ Προϋπολογισμὸν κατὰ δέκα ἑκατομμύρια ἀνώτερον, καὶ νὰ ἐξοδεύωσι περιπλέον 32,000,000, χωρὶς οὐδὲ ἓν ὅπλον, οὐδὲ ἓν κομβίον νὰ ἀγοράσωσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας; Καὶ θέλετε ὑμεῖς, Κύριοι, τώρα νὰ σᾶς πιστεύσωμεν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ὅσα λέγετε, καὶ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια τοιαύτης φορολογικῆς σημασίας! Θέλετε νὰ παραδεχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ὀρθῶς ζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ μεγάλας θυσίας, ὅταν ὑμεῖς δὲν θέλητε νὰ ὑποβάλητε ὑμᾶς αὐτοὺς εἰς αὐτὰς τὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιτακτικῶς ἀπαιτοῦνται, ἐὰν θέλητε πραγματικῶς νὰ φροντίσητε περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας! Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ὅταν συμπίπτῃ αὕτη μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Δύναται ποτὲ λαὸς οἰκονομικῶς ἀποσυντεθειμένος νὰ ἦναι στρατιωτικῶς παρεσκευασμένος; Ταῦτα εἶναι ὀξύμωρα, καὶ ἀπορῶ, πῶς εἰσάγονται ἐδῶ καὶ συζητοῦνται σοβαρῶς τοιοῦτοι παραλογισμοὶ πολιτικοί. Καὶ δὲν εἶναι αὐτάρκης οἰκονομικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι τὰ βάρη σχετικῶς εἶναι πολὺ μεγάλα, νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον φορολογοῦντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ τὸν καταντήσωμεν νὰ αἰσθάνηται μεγάλην ἀδυναμίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του. Εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ ἔρχησθε καὶ νὰ ζητῆτε νὰ φορολογήσητε τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ συντάξητε τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον θὰ λειτουργήσῃ μετὰ καιρὸν καὶ θὰ φέρῃ καρποὺς μετὰ καιρόν; Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλληται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ψήφισις νομοσχεδίου ἔχοντος ἀρχὴν τοσοῦτον σύνθετον. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, ὅταν πρόκηται περὶ ζητήματος συνθέτου, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ καθῆκον, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ψήφισιν ἑκάστου νομοσχεδίου, νὰ προβάλλῃ κεχωρισμένως τὰ ζητήματα, καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸ διαιρετὸν τοῦ ζητήματος τούτου. Διότι τί θέλετε νὰ ψηφίσω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὄχι ὅμως καὶ ὑπὲρ τῆς φορολογίας, ὅταν ἐν συνόλῳ προβάλλητε εἰς ἐμὲ τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων; Θέλω νὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἀμύνης, δὲν θέλω ὅμως νὰ ψηφίσω τὸ περὶ προσθέτου φορολογίας τοῦ σίτου. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ εἰς ἐμὲ τὴν εὐκολίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ ψηφίσω συμφώνως πρὸς τὰς πεποιθήσεις μου; Εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ διαιρέσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὥστε νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἱδρυθῇ τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης αὐτοτελῶς, καὶ ἔπειτα δι’ ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν, ἔλθετε νὰ ζητήσητε τοὺς πόρους, δι’ ὧν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προικοδοτηθῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ ἄλλον τρόπον συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ παραβιάσῃ καὶ Κανονισμὸν καὶ λογικήν. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἐν πλήρει βεβαιότητι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πεισθῇ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν κεχωρισμένως τὰ ζητήματα, διότι δὲν θέλω νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι δῆθεν δὲν θέλουσι τὰ νομοσχέδια, διότι ὑποβάλλονται ὑπὸ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις εἰς τὸν ἀρχηγὸν μιᾶς ὑπηρεσίας νὰ φροντίζῃ περὶ κρείττονος συντάξεως τῆς ὑπηρεσίας του. Ποσάκις δὲν εἴδομεν τμηματάρχας καὶ ὑπαλλήλους συντάσσοντας νομοσχέδια, υἱοθετούμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ φερόμενα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Ἔχει τι τὸ ἀπρεπὲς τοῦτο; Τοὐναντίον εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος, διότι ἐπεμελήθη νὰ συντάξῃ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων φρονεῖ καὶ ἐλπίζει κρείττονα διαρρύθμισιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο λοιπὸν μόνον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφίσωμεν κεχωρισμένως, διότι εἶναι σύνθετον.

§108Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§109Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§110Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος, καίτοι ἐπεθύμουν νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλον διάφοροι ἐκ τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐπιβάλλουσι, νομίζω, εἰς πάντα, ὅστις ἐπιθυμεῖ, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διατελῇ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πράξεων τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, νὰ μὴ ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως. Διότι πρέπει νὰ καταδηλωθῇ σαφῶς, ὅτι οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας καὶ ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνάγκην αὐτῆς ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδεχθῶσιν, ὅτι ἡ τοιαύτη ὀργάνωσις δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ἂν μὴ ἡ χώρα ὑποβληθῇ εἰς θυσίας. Καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς διὰ πᾶσαν ἐποχὴν, καθίσταται ἐπιτακτικῶς ἀναμφισβήτητον νῦν, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ τὸ ἡμέτερον Κράτος. Ἐλέχθη ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων, ὅτι ἔδει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναζητήσῃ, πρὶν ἢ ζητήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, — καὶ θὰ ἴδωμεν ὁποῖα εἶναι τὰ τοιαῦτα βάρη, — ἐλέχθη ὅτι ἔπρεπε, πρὶν ἐπιζητήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τοιαῦτα βάρη, ν’ ἀναζητήσῃ τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐν αὐτῷ τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ δημιουργήσῃ δι’ οἰκονομιῶν περισσεύματα, καὶ νὰ διοχετεύσῃ τὰ περισσεύματα ταῦτα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἵνα οὕτω δημιουργηθῇ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ τοιαῦτα λέγοντες βεβαίως ἢ πλανῶνται, ἢ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ζητοῦσι νὰ πλανήσωσι τοὺς ἄλλους. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ἐπιζητοῦσι νὰ πλανήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι ἡ ἀγόρευσις τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελοπούλου, ὁ ὁποῖος ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος ἐπεκαλέσθη τὰς κατὰ τὸ 1897 ἀγορεύσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ καταδείξῃ, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν ἔδει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας, καὶ ὅτι τοιοῦτόν τινα τρόπον προέτεινεν ἀγορεύων τότε ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς γνωρίζει καλῶς, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλέγοντο ταῦτα, αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἦσαν πλήρεις ὑλικοῦ πολέμου, γνωρίζει, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἴχομεν ἀτελῆ μὲν ὁπλισμὸν πυροβολικοῦ, ἀλλ’ εἴχομεν πάντως ὁπλισμὸν, εἴχομεν ἀτελῆ ὁπλισμὸν τοῦ πεζικοῦ, ἀλλ’ εἴχομεν τέλος πάντων ὁπλισμὸν, καὶ δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀτελοῦς ὁπλισμοῦ κατεδείχθη κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, ὃν ἡ ἀφροσύνη ἡμῶν προεκάλεσεν· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἐστερούμεθα καὶ τότε ἐντελῶς ὁπλισμοῦ, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς οἵαν θέσιν εὑρισκόμεθα σήμερον, ἔχοντες εἰς τὴν ῥάχιν ἡμῶν τὰς συνεπείας τοῦ ἀτιμωτικοῦ δι’ ἡμᾶς πολέμου. Εἴχομεν λοιπὸν τότε ἓν εἶδος ὁπλισμοῦ. Σήμερον ὅμως οὐδὲν ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Σήμερον, Κύριοι, ἔχομεν πυροβόλα, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ νὰ σύρωνται εἰς τὰ γυμνάσια εἶναι κατάλληλα· σήμερον δὲν ἔχομεν ὅπλα διὰ τὸ πεζικὸν, καὶ ἂν ἔχωμέν τινα ἐκ τῶν προϋπαρχόντων, ὅπερ ἀμφίβολον, καὶ ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, Κύριοι, ἡ ἰδέα τοῦ τελείου ἐξοπλισμοῦ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· δὲν πρόκειται διὰ τῆς συστάσεως αὐτοῦ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ· περὶ τούτου μεριμνᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὀργανισμόν. Πρόκειται διὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ προμηθευθῶμεν τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦναι δυνατὸν ὁ στρατὸς, — ὠργανωμένος ἢ μὴ, ἀδιάφορον, — θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προασπίσῃ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. Σήμερον, ἂν ψηφίσωμεν τὰ ὀργανωτικὰ μέτρα ἄνευ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ θέλωμεν νὰ ἐκπαιδεύσωμεν στρατὸν, ἵνα ἔχωμεν αὐτὸν ἐντελῶς ἄοπλον, οὐδ’ ἀτελῶς κἂν ὡπλισμένον. Τοιαύτης δὲ οὔσης τῆς καταστάσεως, παρίστανται οἱ Κύριοι ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν εἶναι κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἡ ἐξεύρεσις πόρων, ὅπως προικοδοτηθῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο, ἵνα εὐθὺς ἀμέσως πληρώσωμεν τὴν πρωτίστην τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, ἂν δὲν μεριμνήσωμεν περὶ ὁπλισμοῦ; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ὁπλισμοῦ, ἂν εὐθὺς ἀμέσως δὲν ἐξεύρωμεν πόρους παγίους, δυναμένους νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀποταθῆ, ὅπως ζητήσωμεν νὰ μᾶς χορηγήσωσι τὰ μέσα πρὸς ἀπόκτησιν ὅπλων; Διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ὁπλισμοῦ, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα τῆς Ἑλλάδος. Πόθεν λοιπὸν θὰ πορισθῶμεν τοὺς πόρους, ἵνα ἐμπνεύσωμεν εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους θ’ ἀποταθῶμεν διὰ τὸν ὁπλισμόν, ἐμπιστοσύνην, ὅτι θέλουσι λάβει τὰ χρήματα αὐτῶν; Εἶναι, Κύριοι, ἀνάξιον συζητήσεως πᾶν ἐναντίον ἐπιχείρημα, προκειμένου περὶ τοιαύτης ἰδέας. Διότι ἐννοῶ τὴν πολιτικὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν: «μεταβάλατε τὸν στρατολογικὸν νόμον, μεταβάλατε τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας κατὰ τρόπον ἄλλον, παρεμφερῆ πρὸς τὸν Ἐλβετικόν, καὶ οἰκονομήσατε ἐντεῦθεν ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων 2, 3, 5 ἑκατομμύρια». Εἶναι τοῦτο ἓν σύστημα στρατιωτικῆς πολιτικῆς, καὶ τὸ ἐννοῶ, διότι διὰ τῆς τοιαύτης ἐξοικονομήσεως τῶν δαπανῶν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ὑλικὸν πολέμου· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουν: «διοργανώσατε τὸν στρατὸν ἡμῶν κατὰ τὸ πρότυπον τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ὁπλίσατε αὐτὸν τὸν στρατόν, ἀλλὰ ταῦτα πάντα πράξατε ἄνευ χρημάτων»! Αὐτὸ δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγηται, Κύριοι. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγωνται τοιαῦτα ὑπὸ ἀνδρῶν, τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὁποίων οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶσαν οἰκονομίαν, κατέχουσιν ἴσως κανὲν οἰκονομικὸν μυστήριον, ὅπερ ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Ἀλλ’ ἂν κατέχωσι μυστήριόν τι, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς καλοὶ πατριῶται, νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι δὲν «πρέπει νὰ ἐπιβάλητε αὐτὸν τὸν φόρον, διότι ἐκ τοῦ δεῖνος κονδυλίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύνασθε νὰ οἰκονομήσητε τόσα ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου κονδυλίου τόσα...»

§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἡ κοινὴ λογικὴ ἐπιβάλλει.

§112Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν ἐρωτᾶτε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, πόθεν θὰ πορισθῶμεν τὰ κονδύλια ταῦτα, τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, σᾶς ἀπαντᾷ: «ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε θέλω ὑποδείξει, πόθεν θὰ τὰ λάβωμεν». Καὶ διατὶ δὲν τὰ λέγετε τώρα; Μήπως εἶσθε Βούλγαρος ἢ Ὀθωμανός; Δὲν εἶσθε Ἕλλην; Ἔχετε ὑποχρέωσιν, ἂν εἶσθε Ἕλλην πατριώτης, τώρα νὰ ὑποδείξητε τὰ μέσα αὐτά, διὰ νὰ τὰ ἀναγράψωμεν ὡς πόρους τοῦ ταμείου. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ὅτι περισσεύματα Προϋπολογισμοῦ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι μεγάλα, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προμηθεύσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν ὁπλισμόν, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔχει δυστυχῶς ἀνάγκην νὰ προμηθεύηται τὸν ὁπλισμὸν ἐπὶ πιστώσει, διότι δὲν ἔχει μετρητὰ χρήματα· τὰ περισσεύματα, λέγω, δὲν ἀξίζουν οὔτε μίαν δραχμήν, διότι τὰ περισσεύματα δύνανται νὰ ἦναι ἐφέτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ δύνανται τὸ ἐπιὸν ἔτος νὰ ἐξαφανισθῶσι. Τὰ περισσεύματα οὐδεμίαν παρέχουσιν ἐγγύησιν εἰς τοὺς ξένους, καὶ γνωρίζετε τοῦτο κάλλιον παντὸς ἄλλου ὑμεῖς οἱ οἰκονομολόγοι, διότι τὰ περισσεύματα οὐ μόνον δὲν προκύπτουσι πάντοτε ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, ἀλλὰ καὶ ὅταν διὰ τοιούτων περισσευμάτων οὗτοι ψηφίζωνται, ὑπάρχουν αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι καταβιβρώσκουσι τὰ περισσεύματα· εἶναι ἡ μέθοδος, ἣν κάλλιον παντὸς ἄλλου ὑμεῖς γνωρίζετε.

§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ περισσευμάτων, ἀλλὰ περὶ ἄλλων πόρων.

§114Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑποδείξατέ μοι τοὺς ἄλλους πόρους.

§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἅμα ἔχετε ὑπομονήν.

§116Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν συζητῶσι περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον θίγει αὐτὴν τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι μάλιστα νὰ προΐστανται τῶν κοινῶν, πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάρρος νὰ λέγωσι σαφῶς τὴν γνώμην των, νὰ συμβουλεύωσι δὲ τὰ ἄριστα καὶ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τῶν ἐπισήμων ἀνδρῶν, τῶν ἀξιούντων ὅτι πονοῦσι τὴν πατρίδα των. Δὲν ζητοῦσι δι’ ὑπεκφυγῶν νὰ θέσωσι τρικλοποδιάν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, εἰς τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν ἀντιπάλους, διὰ νὰ γεννήσωσι χάος, καὶ ἐκ τοῦ χάους τούτου νὰ ὠφεληθῶσι πολιτικῶς, ἔστω καὶ ἐπὶ καταστροφῇ τελείᾳ τῆς πατρίδος αὐτῶν.

§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὅπως τοῦτο ὑμεῖς ἐπράξατε κατὰ τὸ 1897 (θόρυβος).

§118Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγίνεσθε ἐπὶ τόσα ἔτη. Ποῦ εἶναι ὁ ὁπλισμός σας; (θόρυβος).

§119Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι ἀντεγκλήσεις... λυποῦμαι δὲ, διότι πρὸ ὀλίγου ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς φίλον μου κ. Γουναράκην νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τρόπον ἥκιστα ἁρμόζοντα εἰς αὐτὸν περὶ συναδέλφων αὐτοῦ. Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὑπάρχουσι Βουλευταὶ μὴ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ ἐκφράσωσι τὴν ἑαυτῶν γνώμην, διότι εἰσὶν ὑπόδουλοι τῆς συναλλαγῆς. Τοιαύτην ὕβριν πρὸς συναδέλφους δὲν περιέμενον ποτὲ ν’ ἀκούσω παρὰ τοῦ ὄντως ἀγαπητοῦ φίλου μου, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Γουναράκη. Ἐὰν ἡ ἀφοσίωσις καὶ ἡ στοργὴ αὐτοῦ πρὸς τὸν ἡγέτην αὐτοῦ παρέσυρεν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τοιαῦτα νὰ ἐκστομίσῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετενόησεν ἤδη διὰ τοῦτο. Εἶπον, κύριε Πρόεδρε, — καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι δυστυχῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξακολουθήσω διὰ μακρῶν τὴν ἀγόρευσίν μου, — ὅτι πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ὅτι οἱ ἐπιθυμοῦντες, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς ἐνδεχομένους προσεχεῖς κινδύνους δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτούς, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς φωνῆς τῆς πατρίδος, νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπως ἔχει. Δὲν ἦτο ἐνταῦθα ἐπίκαιρος ἡ συζήτησις περὶ οἰκονομιῶν διὰ καταργήσεως νομῶν καὶ δικαστηρίων.

§120Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἆ! βέβαια! βέβαια!

§121Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως.

§122Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἄλλη μετὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν;

§123Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως, καὶ τότε θέλομεν ἴδει, ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ δαπάναι διὰ τὴν παροχὴν ὀφειλομένης εὐεργεσίας εἰς ὁλοκλήρους Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τοιαύτας θυσίας, πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν πάντες.

§124ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Πάντες, πάντες.

§125Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ὑμᾶς νὰ λέγητε: «ἢ ὅλοι νὰ χαθῆτε, ἢ ὅλοι νὰ ἐλευθερωθῶμεν.» Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ν’ ἀφαιρέσητε παρ’ ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον ἡμῶν ἄρτον, τὴν δικαιοσύνην, διὰ νὰ ἐξοικονομήσητε ὀλιγίστας χιλιάδας, δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν, διὰ ν’ ἀπολαμβάνητε σεῖς μόνοι τὰ ἀγαθὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης. Θέλετε νὰ ὑποβληθῶμεν ὅλοι εἰς θυσίας; Ἔλθετε νὰ καταργήσωμεν οὐχὶ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, — διότι τέσσαρα Πρωτοδικεῖα ἀντιστοιχοῦσι πρὸς ὀγδοήκοντα χιλιάδων δραχμῶν δαπάνην, — νὰ καταργήσωμεν εἴκοσι.

§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἴκοσιν.

§127ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ὅλα.

§128Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφήσατε τὸν τόπον τότε ἄνευ διοικήσεως, ἄνευ δικαιοσύνης, καὶ ἔλθετε νὰ λάβωμεν ὅλοι ἀνὰ ἓν ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας, διὰ νὰ τεθῶμεν φρουροὶ πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν). Δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, δυνατὸν νὰ συζητήσῃ τις ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἀποδείξω, ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθά, ἅτινα παρήχθησαν ἐκ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως.

§129Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν κάμητε αὐτὴν τὴν συζήτησιν.

§130Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τώρα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ φίλος μου κ. Ἀσημακόπουλος ἔχει καθῆκον νὰ μὴ φέρῃ ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἣν ὤφειλε ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ κύριος Ἀσημακόπουλος ἄνευ τῆς ἐμῆς συνδρομῆς.

§131ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι. Νὰ ὑποβληθῆτε σεῖς.

§132Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς, Κύριε, διὰ τῆς φορολογίας, ἣν ὑποστηρίζομεν, ὑποβαλλόμεθα εἰς θυσίας. Ἀλλὰ σεῖς ἐπιθυμεῖτε νὰ ὑποβληθῶμεν ἡμεῖς μόνον εἰς θυσίας, σεῖς δὲ ν’ ἀπολαμβάνητε τῶν ἀγαθῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης! Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ γείνῃ ποτέ· περὶ τούτου δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς παρίαι, οὐδ’ ἀπόκληρα τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ νὰ μᾶς καταδικάσητε ν’ ἀναζητῶμεν ἐπὶ ἡμέρας τὴν δικαιοσύνην, ὅταν σεῖς ἔχητε ταύτην ἐντὸς τῶν οἰκιῶν σας· ὄχι! τοῦτο δὲν θὰ γείνῃ ποτέ! Αὐτὴν τὴν εὐχαρίστησιν δὲν θὰ τὴν ἀπολαύσητε. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων συνεχῶς τὸν κώδωνα). Ἡσυχάσατε, Κύριοι. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!

§134Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν μου, κύριε Πρόεδρε, διότι καὶ ἀρκετὰ ἐξετάθη ὁ λόγος παρ’ ὅλων, καὶ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ μακρηγορήσω. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τῆς ὀργανώσεως τῆς στρατιωτικῆς τοῦ Κράτους. Τοῦτο τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὔτε εἶναι δυνατὴ ἡ διαίρεσις, καθ’ ἃ ἐπρότεινεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.

§136Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ βεβαίως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, θέλει ψηφισθῆ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, καὶ ἂν οἱ Κύριοι νομίζωσιν, ὅτι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν συνείδησιν αὐτῶν καὶ ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς πατρίδος, ἐὰν καταψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον, δύνανται, ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, νὰ καταψηφίσωσι τὰ καθέκαστα· καταψηφίζοντες ὅμως τὰ καθέκαστα θὰ δείξωσιν, ὅτι οὐδέποτε εἶχον πρόθεσιν καὶ σκοπὸν εἰλικρινῆ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι δεκάτη ἡ ὥρα· πρέπει νὰ διακόψωμεν. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διακόπτομεν.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ὁρίστε, κύριε Χατζόπουλε.

§141Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλήθημεν, κύριοι, εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν, ὅτι ἔκτακτοι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι περιστοιχίζουσι τὸν τόπον ἡμῶν, ἀνάγκαι σχετιζόμεναι μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἔθνους, μὲ αὐτὸ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ μὲ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων μία ἀποτυχία θέλει καταστήσει ἴσως ἀκροσφαλῆ καὶ τὴν ὕπαρξιν ἀκόμη τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ σύνολον τῶν συζητήσεων, ἀφ’ ὅτου συνήλθομεν ἐνταῦθα, ὅπως αὗται διεξάγονται παρ’ ἡμῖν, χρησιμεύει ἢ τείνει πρὸς θεραπείαν τῶν τοιούτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους; Κατορθώνομεν, ἔστω ἐπὶ τέλους καὶ κατὰ προσποίησιν, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον καλοῦμεν εἰς θυσίας, νὰ καταδεικνύωμεν τοὐλάχιστον διὰ τῶν λόγων ἡμῶν, διὰ τοῦ ὕφους ἡμῶν, διὰ τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν θέλομεν ἐπιβάλει εἰς τὴν ῥητορικὴν ἡμῶν, διὰ τῆς θυσίας τῶν πολλῶν λόγων, ὅτι συναισθανόμεθα ὑπὸ ποίας περιστάσεις συνήλθομεν ἐνταῦθα; Καὶ θὰ ἦτο ἴσως τὸ κυριώτατον τῶν ζητημάτων, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῇ καρδίᾳ ἡμῶν, ἡ συναίσθησις καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῶν περιστάσεων· διότι, ἐὰν τοῦτο τὸ ζήτημα κατωρθώναμεν νὰ λύσωμεν ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν, ἠθέλομεν ἴσως προβαίνει ἀπροσκόπτως εἰς πάντα τὰ ἄλλα ἔργα ἡμῶν. Τοῦτο πρὸ πάντων τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λύσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ λύσωμεν συζητοῦντες πρὸς τὸν ἑαυτόν μας καὶ πρὸς τὴν συνείδησίν μας, καὶ οὐχὶ ἀντιμαχόμενοι πρὸς ἀλλήλους. Καὶ ἐνῷ λέγομεν—ἐλέγομεν δὲ καὶ πρίν, οἱ πάντες ἔλεγον—ὅτι παρασκευαζόμεθα ἀπέναντι κινδύνων ἐκτάκτων τοῦ ἔθνους, συνελθόντες ἐνταῦθα οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ παριστάμεθα ὡς χανόμενοι ἐκ προοιμίων διὰ τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας προκαλοῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Κλαίομεν καὶ ὀδυρόμεθα πρὸς τὸν λαὸν αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σκοπὸν νὰ καλέσωμεν, ἵνα τὸ πᾶν θυσιάσῃ χάριν τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους, κλαίομεν διὰ τὸν φόρον τοῦ σίτου! Καὶ λέγων τοῦτο, σπεύδω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐγὼ ἴσως δὲν εἶμαι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὑπὲρ τοῦ φόρου, ἀλλὰ λέγω διὰ τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ συζητεῖν σήμερον, ὅτι κλαίομεν καὶ ὀδυρόμεθα ἐκ τῶν προτέρων ἐπὶ τῷ φόρῳ, ὅστις ἀπειλεῖ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν λαόν, τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος κατὰ μέγα μέρος θὰ κληθῇ νὰ θρέψῃ διὰ τῶν ἰδίων δαπανῶν, προμηθεῦον εἰς αὐτὸν τὸν σῖτον, ἀλλὰ προμηθεῦον τὸν σῖτον εἰς τὰ ὅρια τῆς Βουλγαρίας. Συζητοῦντες ἐνταῦθα, ἐξακολουθοῦμεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν θυσιῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα φορολογία, ἡ δεινοτέρα φορολογία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικὸν, δὲν εἶναι ἡ φορολογία ἡ διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλ’ εἶναι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὸν διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο τῆς ἐθνικῆς ῥητορικῆς (γέλωτες), τὸ ἀνεξάντλητον αὐτὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ῥητορικῆς, ὅπερ καλεῖται Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον.

§142Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰς μεγαλειτέραν μερίδα ὑμεῖς πάντοτε.

§143Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἄλλην ἐπαχθεστέραν δεινοτέραν καὶ σκανδαλωδεστέραν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν λαὸν, καὶ δὲν κατακρίνω, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, τὸ νὰ λέγῃ τις ὅσα θέλει ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι πρέποντα καὶ προσηκόντως τίθενται. Ἐν τοῖς τοιούτοις θέμασι καὶ ἂν καταναλώσῃ τις πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας, οὐδεμία ἀπώλεια ἐθνικὴ ἐπέρχεται· ἀλλ’ ἐπέρχεται ἀπώλεια ἐθνικὴ, ὅταν τις, λησμονῶν τὰς περιστάσεις, συλλογίζεται μόνον πῶς νὰ εὐφυολογήσῃ ἢ νὰ ῥίψῃ δηλητήριον εἰς πᾶσαν συνείδησιν ἐξεγειρομένην ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Συζητεῖτε ὅσον θέλετε, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, συζητεῖτε ὅσον θέλετε περὶ τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων, καὶ δὲν θὰ βαρυνθῶμεν νὰ σᾶς ἀκούωμεν· ἀλλὰ μὴ ἀρέσκεσθε νὰ εὐφυολογῆτε ἀκαταπαύστως καὶ νὰ ὁμιλῆτε ὑμεῖς διὰ μακρῶν περὶ χαρακτήρων καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ τίνων ἄλλων θεμάτων. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ὑπάρχῃ χαρακτηριστικὸν τῶν ἐποχῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐλλείπουσιν οἱ χαρακτῆρες, εἶναι ἡ πληθώρα τῶν λόγων, καὶ τὴν πληθώραν τῶν λόγων καταδεικνύετε ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, διότι πολλάκις, ἁπλῶς διὰ νὰ εὐφυολογήσητε, ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλήν. Καὶ συγγραφεὺς σοφὸς λέγει, ὅτι τὰς ἐποχὰς, τὰς ὁποίας διακρίνει ἡ ἔλλειψις χαρακτήρων, διακρίνει συγχρόνως ἡ πληθώρα τῶν λόγων. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, χαρακτήρων ἔχομεν ἀνάγκην κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας καὶ ἑπομένως ὀλιγότητος λόγων, ἀλλ’ ὀλιγότητος λόγων ἰδίως ἐπὶ ἐκείνων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα οὐχὶ ὠφελίμως, ἀλλ’ ἀκαίρως καὶ ἐπιβλαβῶς καὶ ὀλεθρίως, ἢ τοὐλάχιστον ἀσκόπως ἐν τῇ Βουλῇ ἀρέσκονταί τινες ν’ ἀνακινῶσι. Τί νὰ εἴπῃ τις, Κύριοι, ὅταν ἀκούῃ σήμερον νὰ ἐπιρρίπτωνται ἑκατέρωθεν μομφαὶ περὶ συναλλαγῆς;

§144Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ περὶ συναλλαγῆς.

§145Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ εἴπῃ τις, Κύριοι, ὅταν συζητῶν τις ἀνακινῇ ζητήματα χαρακτήρων, χωρὶς μάλιστα νὰ ἦναι ἁρμόδιος νὰ ἐπικρίνῃ ἄλλους, καὶ δὲν ἠξεύρω ὁποῖά τινα ἄλλα; Δὲν δεικνύει ὁ τοιοῦτος, ὅτι λησμονεῖ ἐντελῶς ὑπὸ ποίας περιστάσεις διατελεῖ ὁ τόπος; Βλέπω ἀληθῶς ἐμφανιζόμενα πρόσωπά τινα ἰδανικὰ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Τὴν συναλλαγὴν βλέπω, τὴν παρελθοῦσαν, τὴν μέλλουσαν, τὴν ἐνεστῶσαν· ἀκούω λόγους περὶ χαρακτήρων· βλέπω πολλὰ καὶ διάφορα ἄλλα ζητήματα ἐμφανιζόμενα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν βλέπω ὅμως πουθενὰ Μακεδονίαν ἐμφανιζομένην ἐν τοῖς λόγοις ἡμῶν. Νομίζετε, ὅτι τοὺς λόγους ἡμῶν ἐμπνέει ἡ συναίσθησις τῶν κινδύνων τῶν ἐθνικῶν; Λέγω ταῦτα, Κύριοι, οὐχὶ διὰ νὰ ψέξω τοῦτον ἢ ἐκεῖνον· τὰ λέγω διὰ νὰ ὑπενθυμίσω καὶ εἰς ἐμαυτὸν καὶ εἰς πάντας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὑπὸ ποίας περιστάσεις συνήλθομεν ἐνταῦθα. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν οἱ ὁμογενεῖς, οἱ ὁμόφυλοι, οἱ σφαζόμενοι καὶ κρεουργούμενοι ἤθελον συναγάγει τὰς προσδοκίας αὑτῶν ἐκ τῶν ὅσα ἤθελον ἀκούσει ἐνταῦθα λεγόμενα! Τί θὰ ὑποθέσωσι δι’ ἡμᾶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Μὲ ποῖον θάρρος θὰ παρασκευάζωνται πλέον καὶ αὐτοὶ εἰς ἀγῶνας μεγάλους, ἐὰν ἀκούωσιν ἡμᾶς ἐδῶ λογοκοποῦντας ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας, ἐὰν ἀκούωσιν ἡμᾶς ὀδυρομένους μὴ τυχὸν παρουσιασθῇ ἀνάγκη καὶ ἐπιβάλωμεν φόρον, ὁ ὁποῖος ἤθελε παραγάγει 2–3 ἑκατομμύρια;

§146Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν σιωπᾶτε;

§147Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ κάμω σᾶς νὰ σιωπήσητε (ἱλαρότης).

§148Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε βάλετε τὸ μονοπώλιον τῶν λόγων.

§149Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρασκευαζόμεθα βεβαίως νὰ ἐπιβάλωμεν μεγάλας θυσίας, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν μεγάλους ἐνδεχομένους κινδύνους. Μήπως πρόκειται, Κύριοι, νὰ καταβάλωμεν ἔξοδα διαδηλώσεων; Βεβαίως ὀλίγα χρειάζονται, ἐὰν πρόκηται περὶ διαδηλώσεων. Μήπως πρόκειται νὰ στείλωμεν συμμορίας τινὰς εἰς τὴν Μακεδονίαν; Καὶ εἰς τοῦτο οὐδεμία προπαρασκευὴ χρειάζεται. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα λέγω γενικῶς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπευθύνω ὑπόμνησίν τινα καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιθυμῶ, ἵνα καὶ ἡ Κυβέρνησις βαίνῃ κανονικῶς, οὐδεμίαν δίδουσα ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις· βαίνουσα δὲ κανονικῶς, καὶ ἐπωφελουμένη τῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ σύμπασα ἐξεδήλωσε πρὸς αὐτήν, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων κατὰ πρώτιστον λόγον καὶ εἶτα εἰς τὴν ἐξεύρεσιν πόρων. Πῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ψηφίζει νομοσχέδια στρατιωτικά, χωρὶς νὰ σκέπτηται, ὅτι θὰ εὕρῃ πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογὴν οἱ νόμοι οἱ στρατιωτικοί; Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφωνία ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῶν πόρων, δύναται τοῦτο ν’ ἀποτελῇ καμμίαν διαίρεσιν προκαταβολικὴν μεταξὺ τῶν δύο μερίδων; Τί μόνον δύναταί τις νὰ εἴπῃ πρὸς πάντας; ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐπιβαρύνομεν διὰ φόρων τὸν λαόν, ὅστις εἶναι πολὺ βεβαρημένος, χωρὶς νὰ εἴπῃ καὶ τί ἄλλο πρέπει νὰ γείνῃ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι βεβαίως παραλλήλως πρέπει νὰ προβῶσι καὶ αἱ οἰκονομίαι καὶ οἱ φόροι ἐν ἀνάγκῃ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ μᾶς διαιρέσῃ, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ αὐτὸ βεβαίως φρονοῦσι. Κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑπάρχει διαφωνία· ἀλλ’ ἐὰν κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑπάρχῃ διαφωνία, τὰ καθέκαστα, οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εὑρεθῶσιν οἱ πόροι, θ’ ἀνευρεθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν πόρων. Ὁ ψηφίζων τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἀναλαμβάνει βεβαίως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῶσι. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, οὔτε πιστεύω ὅτι ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀναλαμβάνει τις τὴν ὑποχρέωσιν, αὐτοὺς καὶ μόνον τοὺς πόρους νὰ ψηφίσῃ, οὓς ἡ Κυβέρνησις συνεδύασε πρὸς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν ὑπάρξωσι προτάσεις, — διότι περὶ διαφωνίας κατ’ ἀρχὴν δὲν πρόκειται,— αἱ ὁποῖαι ἤθελον διευκολύνει τὸ ἔργον αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρούσῃ ταύτας. Λοιπὸν θὰ προβῶμεν κανονικῶς, καὶ θὰ ψηφίσωμεν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια.

§150Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἀξίωσις αὕτη προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν.

§151Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ὡς πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Λοιπόν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προαποφασίζωνται, ὡς εἶπον, καὶ οἱ πόροι, τότε βεβαίως θὰ περιεπίπτομεν εἰς τὸ ἄτοπον, ὅτι θὰ προαπεφασίζομεν περὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, πρὶν ἢ συζητήσωμεν ταῦτα. Ἐάν τις ἀντικρούῃ πόρον τινὰ, πρατεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑποχρεοῦται σοβαρῶς νὰ προτείνῃ ἕτερον πόρον, νὰ προτείνῃ τοῦτον μετὰ σοβαρότητος, καὶ ὄχι μόνον νὰ ψέγῃ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἀντιπροτείνῃ τι. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐξαίρεσίς τις ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς στρατιωτικῆς ἀμύνης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀνάγκην νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ παραλλήλου μετὰ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου τοῦ σχετικοῦ, διότι δι’ αὐτοῦ προαποφασίζεται, ὡς δὲν συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα, φορολογία ἐπὶ τοῦ σίτου, χωρὶς νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σίτου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω καὶ πάλιν, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν δὲν δημιουργοῦνται ἀνάγκαι πολυτελείας, ἀλλὰ προνοεῖ τὸ ἔθνος περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπάρξεώς του, καὶ συνεπῶς ἕκαστος ὑποχρεοῦται νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς στρατιωτικὰς, καὶ κατόπιν νὰ ἐξεύρῃ τοὺς δι’ αὐτὰς πόρους. Ἀλλ’ ἐξαίρεσις, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὁσηνδήποτε πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχῃ εἰς τὰς ἑαυτῆς ἰδέας, νὰ μὴ ζητήσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι νομοθετικὸς σολοικισμός. Ἐξαίρεσις θὰ ὑπάρξῃ μόνον διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, καθόσον μάλιστα ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἴδομεν ὅτι ἡ διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ἐπιβληθησομένη φορολογία ἐξυπηρετεῖ καὶ ἄλλο τι, τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, καὶ ἔχει οὕτω καὶ αὐτοτελῆ ἀξίαν. Ἐγὼ, Κύριοι, καταλήγων τὸν λόγον, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῶν συνήθων ἐκείνων ἐπηρεασμῶν καὶ νὰ λησμονήσῃ τὰς περιστάσεις τὰς ἐθνικάς. Θὰ ἀφεθῶσι κατὰ μέρος αἱ ἄλλαι διαφωνίαι, ἐφ’ ὅσον αἱ διαφωνίαι αὗται θὰ δύνανται νὰ συμβιβάζωνται μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐνέργειαν τὴν ἐθνικήν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, συναισθανομένη τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας φέρει, ἔχῃ συγχρόνως καὶ ἐκ παραλλήλου τὸ θάρρος νὰ προβαίνῃ κανονικῶς· διότι βεβαίως, ἐὰν, λησμονοῦντες τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, ψηφίζωμεν ἀφ’ ἑνὸς στρατιωτικὰ μέτρα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ψηφίζωμεν τοὺς πόρους, οἵτινες καθίστανται ἀτυχῶς ἀπαραίτητοι, τότε βεβαίως ἡ εὐθύνη ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πίπτει ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἴτε ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἡ Ἀντιπολίτευσις εἴτε ἡ Βουλὴ σύμπασα νὰ δειχθῇ ἐπιλήσμων τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ φωνὴ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§152Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§153Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν, κύριε Πρόεδρε.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Βουλευτής.

§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του ἠσχολήθη νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ σιωπῶμεν. Ἐπὶ τῆς μεγαλοφυοῦς ταύτης ἰδέας του δὲν θ’ ἀπασχοληθῶ πλειότερον, ἐκ φόβου μήπως διὰ μακροτέρας ἀγορεύσεως θελήσῃ νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς ἐπιβεβλημένης ἡμῖν τοῖς ἄλλοις σιωπῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ, εἶναι ἡ ἐπιβεβλημένη ἀπάντησις πρὸς τὸν κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτήν. Οὗτος, ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κἄπως ὡς δικηγόρος, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς σημερινοὺς Ὑπουργοὺς, ἰδίᾳ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι, ὅτε οὗτοι κατὰ τὸ 1896 διελάλουν περὶ οἰκονομιῶν ἐπιβεβλημένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸς θεραπείαν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὅτι τότε ἦσαν ἄλλαι περιστάσεις, οὐχὶ ὅμοιαι πρὸς τὰς σημερινάς. Καὶ εἶπεν, ὅτι τότε αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ ἦσαν πλήρεις ὅπλων καὶ ἐφοδίων, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἐπείγουσά τις ἀνάγκη νὰ εὑρεθῶσι χρήματα διὰ φορολογίας. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐννοήσω, κατὰ τίνα ποτὲ τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος. Ἐγὼ βλέπω ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ὁμιλιῶν καὶ τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅτι αἱ περιστάσεις ἀκριβῶς ἦσαν αἱ αὐταί, διότι καὶ τότε ὁ κ. Σιμόπουλος ἐζήτησε νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας κατὰ 8,000,000 δραχμὰς, ἵνα ἀγοράσωμεν 6 τορπιλλοβόλα, νὰ ἀγοράσωμεν καταδρομικὰ, ἐζήτησε νὰ ἀναγράψωμεν πιστώσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ γενικὰς ἀσκήσεις, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ πράξῃ οὗτος σήμερον. Αἱ περιστάσεις λοιπὸν ἦσαν ἀκριβῶς ὅμοιαι καὶ τότε, ὅτε οἱ νῦν κυβερνῶντες ἐζήτουν τὴν περικοπὴν τῶν δαπανῶν, καὶ τώρα, ὅτε ζητοῦσι τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Σιμόπουλος: «Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην 10 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν στρατὸν καὶ 5 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν διὰ τὸ ναυτικὸν, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 18,000,000». Ἐπειδὴ δὲ μόνον τὰ 8 ἑκατομμύρια ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ διὰ τῆς περικοπῆς τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἔλεγεν, ὅτι τὰ ἄλλα 10 ἑκατομμύρια ἔπρεπε νὰ ἀνεύρωμεν διὰ τοῦ παλαιοῦ καὶ γνωστοῦ εἰς αὐτὸν τρόπου τῆς ἐξευρέσεως τῶν χρημάτων διὰ δανείου, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τοιοῦτον τότε, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ συμβιβασμοῦ, ἵνα συντάξωμεν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Τοιαῦτα συνεβούλευον τότε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἐρωτῶ αὐτοὺς τώρα, ἐὰν τότε, πρὸ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅτε θὰ ἦτο καθαρὰ ἀναίδεια νὰ ζητήσωμεν νέον δάνειον, συνεβούλευον νὰ ζητήσωμεν τοιοῦτο, διατί νῦν ἀποφεύγουσι νὰ ζητήσωσι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου παρέχει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν χρήσεων ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν, ὡς προεῖδεν ἐν χρόνῳ καταλλήλῳ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου;—διότι, ὡς γνωστόν, ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου χορηγεῖ ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν δάνειον μὲ ἐλάχιστον τόκον, τὸν τόκον τοῦ μεγάλου δανείου τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, δάνειον πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ἐλλειμμάτων, ἅτινα ἤθελον καταλίπει αἱ χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν.— Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, κατέλιπον αἱ χρήσεις αὗται ἐλλείμματα; ναὶ ἢ οὔ;

§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.

§157Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ θὰ σᾶς ἀποδείξουν ἐν πλάνῃ εὑρισκομένους. Καὶ ἡ μελέτη τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν δεικνύει, ὅτι αἱ χρήσεις τῶν Προϋπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1902 καταλήγουσιν ἀσφαλῶς εἰς ἔλλειμμα 13,000,000 δραχμῶν.

§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.

§159Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε τὸ ὄχι αὐτό, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναντίρρητον. Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καθώρισε δι’ ἐγγράφου της πρὸς τὸν Ἔλεγχον πολὺ προσφάτως. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν ἢ ἐπὶ τῶν προκατόχων ὑμῶν· ἀλλ’ ὅ,τι λέγω ἐγὼ τώρα, ἐγένετο. Καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔχομεν εἰς τὰς χρήσεις ἡμῶν ἔλλειμμα, καὶ ἑπομένως ἐδικαιούμεθα νὰ λάβωμεν δάνειον 10,000,000 φράγκων χρυσῶν, ὅπως διαθέσωμεν διὰ τὰ ἐλλείμματα, καὶ διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ ἠθέλομεν ἐπιβαρύνει ἐτησίως τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἐλαχίστου ποσοῦ ἐτησίως, διὰ 360,000 φράγκων χρυσῶν, διότι ὁ τόκος εἶναι 2½%. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εὕρωμεν ποσὸν χρημάτων ἐπαρκὲς διὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτει κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ 1896, νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας τῆς χώρας, σήμερον δὲ, ἐνῷ δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν δάνειον, δὲν ζητεῖ τοιοῦτον, ἐνῷ τοῦτο ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος δι’ ἐλαχίστης δαπάνης, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ φορολογήσῃ τὸν ἄρτον τῶν πτωχῶν τάξεων τοῦ λαοῦ; Τοῦτο προέρχεται, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μπουφίδης, ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ, αὕτη εἶναι, ὅτι τότε μὲν ἡ Ἑλλὰς ἦτο εἰς καλλιτέραν θέσιν, ἐνῷ τώρα εἶναι ἐπιβεβαρημένη, μετὰ τὰς ἀτυχίας τοῦ πολέμου, μεγαλωστὶ διὰ νέων βαρῶν. Εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δημοσίου χρέους σήμερον, ὅσος ἦτο κατὰ τὸ 1896; Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπεβαρύνθημεν διὰ τόσων δαπανῶν, λέγετε σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νέας φορολογίας, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας! Τὸ ὀρθότερον λοιπὸν πάντων ἦτο νὰ ζητήσητε τὸ δάνειον τῶν 10,000,000, χωρὶς νὰ προστρέξητε εἰς τὴν βάναυσον φορολογίαν τοῦ σίτου καὶ τῶν ἄλλων. Ταῦτα ἤθελον νὰ παρατηρήσω.

§160Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λίαν παράδοξοι μοὶ ἐφάνησαν αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Βουλευτῶν Λεβαδείας καὶ Εὐρυτανίας. Ἠξίωσαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς δὲν θέλωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ σίτου, δὲν θέλομεν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας· ὅταν δὲ οὕτω θέτωσι τὸ ζήτημα, θέλουσι βεβαίως νὰ μᾶς ἐκβιάσουν εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς πόρου τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, χωρὶς ἡμεῖς νὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἄλλον. Ἀλλὰ διατὶ, Κύριοι, δὲν δέχεσθε τὴν διαίρεσιν; Νομίζετε, ὅτι εἶσθε σεῖς περισσότερον πατριῶται ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας; Ἐγὼ εἰς οὐδένα ἀρνοῦμαι φιλοπατρίαν, ἀλλ’ ὅταν οὕτω θέτητε τὸ ζήτημα, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἔχω μεγαλειτέραν φιλοπατρίαν ἀπὸ σᾶς. Διατὶ μᾶς ἐκβιάζετε πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν ἀναγκαστικῶς, καὶ δὲν δέχεσθε νὰ δοκιμάσωμεν, ἂν δυνάμεθα δι’ ἄλλων πόρων ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν, ὅστις ἐπιβαρύνει πολὺ τὸν λαὸν, τὸν τοσοῦτον καὶ ἤδη βεβαρημένον; Ἤκουσα τὸν κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν λέγοντα: «προτείνατε σεῖς ἕνα ἄλλον πόρον». Δὲν θέλομεν ἡμεῖς ἀόριστον πόρον, ἀλλὰ σταθερόν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν, ἃς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἐγὼ δὲ, ὁ μὴ οἰκονομολόγος, σᾶς προτείνω, τὸν φόρον αὐτὸν τοῦ σίτου ν’ ἀντικαταστήσητε διὰ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε ἐκ τοῦ σίτου, ζητήσατέ τα ἀπὸ τὰς οἰκοδομάς. Καὶ ἂν ὁ πόρος οὗτος δὲν σᾶς ἐπαρκῇ, ἐξεύρετε ἄλλους πόρους· ἂν δὲ καὶ οὗτοι δὲν ἐπαρκέσωσι, θέσατε τελευταῖον καὶ ἐπὶ τοῦ σίτου φόρον. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὴ ἀρνηθῆτε πατριωτισμὸν καὶ εἰς ἡμᾶς, διότι, ἐὰν ἀρνηθῆτε τοῦτον, θὰ ἀρνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἰδικόν σας πατριωτισμόν.

§161Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται ὅτι ἔπεσε τὸ λαχεῖον τῶν ἐργατῶν. Ἐσκέφθη νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου τῶν πτωχῶν καὶ ὀρφανῶν, — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ πονεῖ πολὺ, διότι ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τὴν ἐργατικήν. — Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι καλὸν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης; Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν ἄλλα μέσα, καὶ ὄχι νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν μετὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης νὰ ἑνωθῇ ἡ φορολογία τοῦ σίτου, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Κυβέρνησις φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, εἰς τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας καὶ εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κράτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει μέσον οἰκονομικὸν ἄλλο καὶ φόρος ἄλλος. Ἐγὼ ὅμως θὰ τοῦ ὑποδείξω, ὅτι πρῶτον δύναται νὰ καταργήσῃ κατ’ ἐλάχιστον δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας θέσεις ὑπαλλήλων ἀργομίσθων, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται χωρὶς νὰ ἐργάζωνται, δεύτερον νὰ καταργήσῃ ἀριθμόν τινα εἰρηνοδικῶν καὶ πρωτοδικῶν, καὶ νομάρχας ἀκόμη, διότι, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τοιαύτην δεινὴν οἰκονομικὴν θέσιν, δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς αὐτούς, καὶ ἂν ἔτι ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν· τρίτον, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ ἀφήσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως ἡμῶν, καὶ τέταρτον, νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξαν εἰς ἄλλα ἔθνη, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ρουμανίας, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεώς του, ὅτε ἐκινδύνευεν ἡ Ρουμανία· ἀκόμη δὲ καὶ πάντες οἱ ὑπάλληλοι ν’ ἀφήσωσι τοὐλάχιστον 20% ἐκ τῆς μισθοδοσίας των, διὰ νὰ μὴ τρέχωσι τὸν κίνδυνον νὰ τοῖς λέγῃ ὁ ταμίας, ὅτι δὲν ἔχει χρήματα, ἵνα τοὺς πληρώσῃ, οὔτε ν’ ἀναγκασθῇ ἡ Βουλὴ χάριν αὐτῶν νὰ φορολογήσῃ τὸν ἄρτον τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου.

§162Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ἀρετὴ πάντων τῶν ἀνθρώπων, ἰδίως δὲ πρέπει νὰ ἦναι ἀρετὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν· ἀλλ’ ἡ εἰλικρίνεια δὲν εἶναι πολιτικὴ, οὔτε πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἐπιχείρημα, ὡς μέσον, ἵνα στηρίξῃ ἰδέας ἐσφαλμένας ὡς ὀρθάς. Ὑπὸ τῆς εἰλικρινείας ἐμπνεόμεθα καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν παραδεχόμεθα, ὅτι ὅσα ἐβεβαίωσεν εἶναι τὰ ἀληθῆ, τὰ μόνα ἀληθῆ· τοὐναντίον θεωροῦμεν, ὅτι εἶναι ψευδῆ, ψευδῆ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ἀληθεύει ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἕτεραι οἰκονομίαι, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἰσηγήσατο ἢ πρόκειται νὰ εἰσηγήσηται δι’ ἑτέρων νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶναι καθῆκον ἡμῶν, ὡς προεκλήθημεν ὑπὸ τῶν ἐν τῇ Συμπολιτεύσει, νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν δυνατὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Εἶναι ἆρά γε εἰλικρινὴς ἡ πρόκλησις αὕτη, ἡ ἀπευθυνομένη ἡμῖν ὑπὸ τῶν τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος; Ὀλίγην τις ἔχων πεῖραν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐννοεῖ, ὅτι δὲν εἶναι. Αὐτὰ προτείνουσιν, ὅπως μᾶς παρασύρωσι, καὶ εἶτα ἐγερθῶσι νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν δέχονται, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἴπωμεν. Τοῦτο λέγομεν ἐκ πείρας· διότι καὶ ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως προυτάθησαν ὑπὸ ἀντιπολιτευομένων οἰκονομίαι, καὶ ἐκείνη οὐδεμίαν ἐδέχθη. Σήμερον ζητοῦσιν, ἁπάσας τὰς οἰκονομίας, ἃς ὑποβάλλουσι, νὰ τὰς δεχθῶμεν ὡς ὀρθὰς, αὐτοὶ δὲ καταδικάζουσι πάσας τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας προέτεινεν ἡ ἄλλη Κυβέρνησις. Ἕκαστος ἔχει τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἰδέας· αὐτοὶ θεωροῦσιν, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ μόνα οἰκονομικὰ μέτρα, ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι καὶ τὰ ἰδικά μας οἰκονομικὰ μέτρα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἀπέναντι τῶν δύο αὐτῶν ἀναγκῶν, νὰ ὑπηρετήσῃ δηλαδὴ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ ἀφ’ ἑτέρου τὸν λαὸν διὰ νέων φόρων, ἠδύνατο νὰ προβάλῃ καὶ ὑποστηρίξῃ. Δὲν πρόκειται νῦν τὰς τοιαύτας οἰκονομίας ν’ ἀπαριθμήσω, ἀλλ’ ἐξ ὅσων πολλάκις ἐρρήθησαν θὰ εἴπω τινὰς ἐπιτροχάδην. Ἐζητήθη ἄλλοτε ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐπροτάθη ἡ δημοτική. Νομίζετε, ὅτι εἶναι μικρὰ οἰκονομία ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Ἄλλοτε κατετέθησαν καὶ ὑπελογίσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ περὶ τούτου, ἀλλὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην δὲν ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἔχει ἑτέρας ἰδέας. Ἂν ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὰς τὰς ἰδέας, εὑρίσκοντο ἐν τῇ ἐξουσίᾳ σήμερον, ἤθελον προτείνει μέ τινα παραλλαγὴν τὴν ἀστυνομίαν αὐτήν· καὶ ἰδοὺ ἀμέσως οἰκονομία ἑνὸς ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἢ καὶ δύο ἑκατομμυρίων ἐκ τούτου, Διότι ἐξαιρέσει τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἰς ἣν κατὰ μέρος μόνον θὰ μετεῖχον οἱ δύο δῆμοι, οὐδεμία ἄλλη δαπάνη ἤθελε, λόγῳ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, βαρύνει τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος θὰ συμμετεῖχεν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως διὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὡς στρατοῦ, θὰ ἠσφάλιζε δ’ αὐτὰς πληρέστατα. Μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε πάντες ἠγείραμεν φωνήν, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, ὑπὸ δύο ὅρους, ὑπὸ δύο συνθήκας ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ· πρῶτον διὰ μεγάλων οἰκονομιῶν, καὶ δεύτερον διὰ τῆς ἐξοβελίσεως ἐκ τοῦ στρατοῦ παντός, ὅ,τι δὲν ὑπηρετεῖ εἰς τὴν πρὸς πόλεμον ἐνέργειαν τοῦ Κράτους. Διότι δὲν εἶναι ὀρθόν, ἔθνος πτωχόν, ὡς τὸ Ἑλληνικόν, νὰ διατηρῇ στρατόν, τοῦ ὁποίου τὸ μέγιστον μέρος οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν κατὰ τὸν πόλεμον ἐνέργειαν· ἀπορῶ δέ, ἐνῷ θέλομεν νὰ ἐφοδιάσωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νέων πιστώσεων, πῶς δὲν ἠρχίσαμεν ἀπὸ τῆς περικοπῆς τῶν περιττῶν δαπανῶν, τῶν περιττῶν δηλ. διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν ἐνέργειαν ἐν πολέμῳ. Ὁ στρατὸς περιέχει πολλὰς ὑπηρεσίας μὴ ἀναγκαίας, ἢ ὀλιγώτερον ἀναγκαίας ἄλλων. Πρὸς τί ὑπάρχουσιν αἱ ἐπιθεωρήσεις τοῦ πυροβολικοῦ, αἱ ἐπιθεωρήσεις τοῦ μηχανικοῦ; πρὸς τί ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπιθεωρήσεις; πρὸς τί ἡ πολυτελὴς αὕτη ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν πλουσιώτερα ἡμῶν Κράτη; πρὸς τί τὸ πλῆθος τῶν ἰατρῶν; Νομίζετε, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀποτείνησθε πρὸς τὸν λαὸν καὶ νὰ ζητῆτε νέους φόρους, ὅταν ἀφίνητε τοσαύτην πολυτέλειαν θέσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Ὁποία καταβόθρα ἀφ’ ἑτέρου ἐγένετο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ αὐτὴ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις! Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν προκαταβολῶν; Βεβαίως δὲν ὑπάρχει χρησιμώτερον καὶ ἀναγκαιότερον πρᾶγμα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου νὰ λάβωμεν μέτρα, πρέπει πολλὰς ἐξ αὐτῶν τῶν δαπανῶν νὰ περικόψωμεν. Τί χρησιμώτερον τῶν δαπανῶν ὑπὲρ βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου; Ἀλλ’ ἐὰν πειθώμεθα, ὅτι κατ’ οὐδὲν χρησιμεύουσιν ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας οἱ γεωργικοὶ σταθμοί, ἐπί τινα χρόνον τοὐλάχιστον δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν τὴν ὑπὲρ αὐτῶν δαπάνην, ἵνα ταύτην δαπανήσωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους. Δι’ αὐτὸ διϊστάμεθα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι διότι διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀλλὰ διότι δὲν νομίζομεν, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπὸ τοῦ λαοῦ δικαίως ἀπαιτουμένη περικοπὴ πολλῶν μὴ τόσον ἀναγκαίων δαπανῶν. Εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τῆς γεωργίας, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἡ κυριωτάτη τῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι αὐτὸν τὸν φόρον ἐπιβάλλομεν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μετ’ ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσι τὴν αὔξησιν αὐτὴν τὴν πρόσθετον ἐπαχθεστέραν, διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐρρήθη, ὅτι οἱ φόροι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως χάριν ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἐπιβαρύνουσιν οὐχὶ τὸν πτωχὸν λαόν, ἀλλὰ τοὺς εὐπόρους, τοὺς πλουσίους, δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν, ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν βαρύνει ἢ μόνον τὴν πλουσίαν τάξιν, διότι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας θὰ καταμερίσῃ αὐτὸν εἰς τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσουν οἱ διάφοροι ἐνοικιασταί. Τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, θὰ καταμερίσῃ ὁ οἰνοπνευματοποιὸς ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν, τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν βοσκῶν, θὰ ἐπιρρίψῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἐπὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν βοσκῶν, καὶ οὗτος ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν τοῦ κρέατος. Οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιπέσωσι κατὰ τελευταῖον λόγον ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν, οἱ ὁποῖοι πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ πρὸς ἄλλας ἀνάγκας παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν; Ὥστε δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· οἱ φόροι θὰ κατανεμηθῶσι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπὶ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν διαφόρων ἀντικειμένων. Ἀνεφέρθη τὸ παράδειγμα ἄλλων Κρατῶν, ἀνεφέρθη ἡ ἐπιβολὴ ἐν Γαλλίᾳ μεγάλου δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου. Πράγματι ἐπεβλήθη οὗτος, ἀλλ’ ἡ Γαλλία, ἐνῷ ἐπροστάτευσε τοὺς παραγωγοὺς αὑτῆς δι’ αὐτοῦ τοῦ φόρου, ἐπήνεγκεν ὅμως εἰς τὰς φορολογουμένας τάξεις οὐ σμικρὰς ἄλλας ὠφελείας, δι’ ὧν ἀνεκούφισεν αὐτάς. Ἡ Γαλλία ἀπήλλαξε τὸν οἶνον παντὸς φόρου, ἐκτὸς τοῦ φόρου τῆς εἰσκομίσεως ἐντὸς τῶν πόλεων, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐλάχιστος· ἐκ τῶν ἐλαττώσεων δὲ τούτων καὶ τῶν ἐπὶ τῆς σακχάρεως περὶ τὰ 200,000,000 φράγκα ἐπέφερεν ἐλαττώσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἅτινα διὰ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ ἄλλων θ’ ἀναπληρώσῃ. Ὅπου ἀνακουφίζεται ὁ λαὸς διὰ λογικῆς φορολογίας καὶ προστατεύεται ἐν τῇ ἐργασίᾳ καὶ τῇ εὐημερίᾳ, καθ’ ἡμέραν δύναται νὰ φορολογῆται καὶ βαρύτερον, ὅταν τὸ ἐπιβάλλωσιν αἱ περιστάσεις. Οὕτως ἐν Ἀγγλίᾳ ἀρχὴ ἐπεκράτησεν ἀπὸ πολλοῦ ἐν τῇ φορολογίᾳ, ὅτι τὸ πρόγευμα τοῦ Ἄγγλου πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλεύθερον φόρων, δηλαδὴ πᾶν ὅ,τι μεταχειρίζεται ὁ λαὸς εἰς τὸ πρόγευμά του δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται· ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως φορολογοῦνται ἄλλα εἴδη, ἐν δὲ τῇ φορολογίᾳ τοῦ εἰσοδήματος ἐξαιροῦνται τὰ μικρὰ εἰσοδήματα. Λοιπὸν δὲν εἶναι προσῆκον νὰ λέγωμεν εἰς τοὺς ἡμετέρους ἐν τῇ Βουλῇ φίλους, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν, δὲν εἶναι τίποτε, δὲν εἶναι βαρεῖς, ὅτι οὐδεὶς θὰ τοὺς αἰσθανθῇ, διότι εὑρίσκονται πολλοί, οἱ ὁποῖοι, ἐνθαρρυνόμενοι ἐκ τοιούτων λόγων, οὓς δυστυχῶς πιστεύουσι, συνηθίζουσιν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι οὕτως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ψηφίσῃ μόνον αὐτὸν τὸν φόρον χάριν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ θὰ ψηφίσῃ καὶ πάντας τοὺς ἄλλους φόρους· ὥστε πρόκειται νὰ προστεθῇ ποσὸν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ οὐχὶ ὁ πλούσιος, ὁ λίαν εὔπορος μόνον, θὰ πληρώνῃ. Συνοψίζων λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς ἠθέλησα νὰ εἴπω, παρατηρῶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου, δὲν εἶναι σύμφωνος οὔτε πρὸς τὰς ἀνάγκας οὔτε πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος βεβαίως εἶναι ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν καὶ ὑπὲρ πάσης θυσίας χρηματικῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοιούτων δαπανῶν καὶ περὶ τοιούτων κινδύνων, δὲν ἕπεται, ὅτι οἱ φόροι δὲν εἶναι ἐπαχθεῖς· ἐπαχθεῖς γίνονται, διότι ὁ πολίτης αἰσθάνεται, ὅτι τὸ Κράτος δὲν μετῆλθε πάντα τὰ μέσα, ὅπως περικόψῃ πᾶσαν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ περικόψῃ πρὶν ἢ τὸν φόρον τοῦτον ἐπιβάλῃ. Διὰ τοῦτο ἰσχυριζόμεθα, ὅτι τιθέμεθα εἰς κακὴν θέσιν διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τοιούτων ἐθνικῶν περιστάσεων· τιθέμεθα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ διὰ τῶν μέτρων τούτων εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὐτοῦ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν αὐτὸν τὸν νόμον, πολὺ δὲ περισσότερον οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένομεν καὶ πάλιν, ὅτι, μολονότι τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καλῶς προικοδοτεῖται διὰ προσόδων ἐκ φόρων ἐπαρκῶν, —διότι οἱ φόροι πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἐπαρκεῖς καὶ βέβαιοι, —νομίζομεν ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ διὰ φόρων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, εὐθὺς ὡς εἰσήχθησαν, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς προκαλοῦσι στενοχωρίαν καὶ τὸ ἐρώτημα, διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον τοῦτον, ἀφοῦ τὸ ποσὸν αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν ἐξ οἰκονομιῶν; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, μολονότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς συστάσεως καὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου Ἀμύνης, μολονότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνδεθῇ πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν ἡ ἐπιψήφισις τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ὑπεστήριξα, νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐξ ὅσων εἰσπράττει ἐκ τοῦ σημερινοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς.

§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὑπέγγυον τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς.

§164Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ὑπέγγυοι αἱ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ δώσῃ οὔτε λεπτὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Πειραιῶς εἰς τοὺς δανειστάς. Τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς δὲν εἶναι ὑπέγγυον, ὑπέγγυοι εἶναι μόνον ὡρισμέναι δημόσιαι εἰσπράξεις, καὶ μεταξὺ αὐτῶν δὲν εἶναι ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τοῦ σίτου, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εἰσπράττηται. Ἑπομένως οἱαδήποτε μεταβολὴ εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην τοῦ σίτου οὐδὲν δίδει δικαίωμα εἰς τὸν Ἔλεγχον νὰ ἀντείπῃ. Τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εἶναι ἐπικουρικῶς ὑπέγγυον, ἐὰν δηλαδὴ αἱ καθαυτὸ ὑπέγγυοι πρόσοδοι δὲν ἤθελον δώσει τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος προσδιωρίσθη νὰ λαμβάνῃ ὁ Ἔλεγχος. Ἐὰν ἑπομένως δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει αἱ εἰσπράξεις τῶν καθαυτὸ ὑπεγγύων προσόδων, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 14 ἑκατομμυρίων καὶ 900 χιλιάδων, ὅπερ λαμβάνει ὁ Ἔλεγχος, τότε μόνον ὀφείλομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτοῦ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἐλλεῖπον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς καθιστᾷ ὑποχρέους νὰ μὴ θίξωμεν τὴν φορολογίαν τῶν μὴ ὑπεγγύων προσόδων. Οὐδέποτε ἠγέρθη ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Διὰ τοῦτο ἡ τυχὸν αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν 28,900,000 δραχμῶν δὲν δίδει δικαίωμα συμμετοχῆς τῶν δανειστῶν εἰς τὴν ὑπέρβασιν ταύτην, ὡς δίδει ἡ τῶν πραγματικῶν ὑπεγγύων προσόδων· ὥστε ἡ ἐκ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου πρόσοδος τοῦ τελωνείου Πειραιῶς θὰ εἰσέρχηται κατὰ τὸ ὁρισθησόμενον ποσὸν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ θὰ εἰσέρχηται ἀφεύκτως καὶ τακτικῶς, διότι οὐδέποτε θὰ ἐλλείψῃ ἐκ τῶν προσόδων τῶν κυρίως ὑπεγγύων φόρων ποσὸν, ὥστε πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Ἑπομένως δὲν βλάπτει τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου, καὶ ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου καὶ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὡς μία τῶν σπουδαιοτέρων καὶ βεβαιοτέρων εἰσπράξεων αὐτοῦ, καὶ θὰ ἀποβῇ ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ἀσφαλειῶν καὶ τῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες δύνανται νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ δανείσωσι τὸ ταμεῖον τοῦτο πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου 40,000,000 δραχμῶν, ἂν συνομολογηθῇ τοιοῦτον.

§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀλίγας λέξεις μόνον θέλω εἴπει πρὸς ἐπανόρθωσιν ἀνακριβείας τινὸς τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ λεχθέντων. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου δὲν εἶναι ὑπέγγυα τὰ εἰσοδήματα τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, εἰμὴ ἐπικουρικῶς καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἄλλων, τῶν κυρίως ὑπεγγύων προσόδων τοῦ Κράτους, δὲν συμπληροῦται τὸ πρὸς τὸν Ἔλεγχον διδόμενον ποσὸν κατ’ ἔτος, ὅτε συμπληροῦται τοῦτο ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς. Κατὰ τὸν περὶ Διεθνοῦς Ἐλέγχου νόμον ἅπασαι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ διατελοῦσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ αἱ ἄλλαι εἰσπράξεις ἐκ τῶν καθαρῶς ὑπεγγύων προσόδων, ἤτοι μονοπωλίων, σμύριδος, χαρτοσήμου, ἐνσήμων, ταινιῶν καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου. Τὸ ποσὸν τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Πειραιῶς κατὰ τοῦτο καὶ μόνον διαφέρει τοῦ ἐκ τῶν ἄλλων δημοσίων προσόδων, ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς πρὸς καθορισμὸν τῶν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἀνηκόντων πλεονασμάτων. Ἐν τῷ τέλει δ’ ἑκάστης ἑξαμηνίας ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ κρατήσῃ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ἀνατεθειμένην εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων δανείων, παραδίδει τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐκ τῶν οὕτω παραδιδομένων εἰς τὸ Δημόσιον πλεονασμάτων ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Πειραιῶς τὸ δεκατημόριον παρεχωρήθη καὶ καθωρίσθη δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡς τακτικὸς πόρος τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.

§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δι’ αὐτὸ δὲν ἠθέλησα προηγουμένως νὰ συσχετίσω τὸ ζήτημα τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐλέγχου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τοῦ Ἐλέγχου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διέλθῃ τοῦτο ἀπαρατήρητον. Ἡ δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησε διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐκ τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ, προσδιοριζόμενον ποσὸν τῶν 2½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐὰν αἱ ἄλλαι ὑπέγγυοι πρόσοδοι ἤθελον ἀποδώσει τὸ διὰ τὸν Ἔλεγχον προωρισμένον ποσὸν, καὶ ὅτι πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τούτου πρέπει νὰ γείνῃ συνεννόησις μετὰ τοῦ Ἐλέγχου, ἡ δυσχέρεια αὕτη ὑπάρχει πολλάκις· ἀπόδειξις δ’ ὅτι ὑπάρχει πολλάκις ἡ δυσχέρεια αὕτη, εἶναι, ὅτι, ὅτε ηὐξάνομεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὴν πρώτην προσοχὴν ἡμῶν ἀφιερώσαμεν εἰς τὸ ζήτημα, ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ, ἂν ἤθελεν ἐγκριθῆ ἡ προσθήκη αὕτη ἀπὸ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Καὶ δὲν ἔπρεπε μὲν νὰ ἀναμίξωμεν τὸν Ἔλεγχον εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, οὐχ ἧττον εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννοήσεις μετ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ ὑποστῶμεν καὶ δεχθῶμεν ὑποχρεώσεις, διὰ νὰ γείνῃ ἡ εἴσπραξις τοῦ προσθέτου τούτου φόρου ὑπὲρ τῶν Σιδηροδρόμων. Καὶ τώρα δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἐνδέχεται νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσπράττεται ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν χρησιμεύει, εἰμὴ πρὸς πληρωμὴν τοῦ πρὸς αὐτὸν διδομένου ποσοῦ προσθέτως, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ ἄλλαι ὑπέγγυοι πρόσοδοι δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς ὑποβεβλημένον εἰς τὸν Ἔλεγχον, καὶ νὰ παρουσιάσῃ ζητήματα, ὥστε νὰ σᾶς ἀναγκάσῃ νὰ γλιστρήσητε, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, χάριν αὐτοῦ τοῦ συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον προβάλλετε, καὶ νὰ δημιουργήσητε καὶ παραχωρήσητε αὔξησιν τῆς βαρείας πρὸς αὐτὸν ὑποχρεώσεως τοῦ τόπου. Μὴ πλέον ὑποχωρήσεις ἐπιπροσθέτους, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσιν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν, καὶ ὑποβάλλουσι τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους εἰς τὸν Ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπεβλήθη, κρίμασιν, οἷς οἶδε Κύριος. Ἔπρεπε λοιπὸν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν.

§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποιεῖσθε σύγχυσιν τῶν πραγμάτων· διότι, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπρόκειτο περὶ φόρου ὑπεγγύου, τοῦ ὁποίου τὰ πλεονάσματα κατανέμονται μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν πιστωτῶν· τὰ πλεονάσματα ὅμως τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, ὡς προεῖπον, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν κατανομὴν ταύτην. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ περίπτωσις.

§168Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.

§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὡμιλήσατε τοσάκις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ! (Θόρυβος).

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε τρίς, κύριε Βουλευτά, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ λάβητε καὶ πάλιν τὸν λόγον.

§171Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μίαν παρατήρησιν δικαιοῦμαι νὰ ὑποβάλω ἐφ’ ὅσον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§172Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου (Θόρυβος).

§173Π. ΣΑΚΚΗΣ. Νὰ ἡσυχάσουν οἱ Κύριοι· ἄλλως θὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε (Θόρυβος).

§174Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, παραλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ Ἐλέγχου καὶ κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μέχρις ὅτου κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν γείνῃ ὁ λογαριασμὸς καὶ λάβῃ ἐξ αὐτῶν ὁ Ἔλεγχος τὸ ποσὸν τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτόν. Ἐρωτῶ, Κύριοι, τί θὰ γείνῃ τώρα μὲ τὰς εἰσπράξεις τοῦ νέου δασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλομεν ἐπὶ τοῦ σίτου; Τάχα καὶ τὸ ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, καὶ μετὰ ἑξάμηνον δὲν θὰ δώσῃ οὗτος τὸ περίσσευμα; Ποίαν ἀξίαν λοιπὸν ἔχει τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός; Καὶ ἐνῷ λέγει εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», ὅτι λαμβάνει τὸ ταμεῖον τοῦτο τὰ 3 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαρύνοντος κατ’ ἐπαύξησιν τὸν σῖτον, κινδυνεύομεν νὰ μὴ προικοδοτήσωμεν δι’ οὐδενὸς πόρου τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, διότι τὰ χρήματα ταῦτα θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τοῦ ταμείου τοῦ Ἐλέγχου.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§176Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βάσις βεβαίως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τοῦτο κατηρτίσθη, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι βεβαίως οἱ πόροι πρέπει νὰ ἦναι ἀσφαλεῖς, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ βέβαιοι, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐφελκύσωσι κεφάλαια πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ ταμείου. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δύναται εὐλόγως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι οἱ πόροι οἱ ἀναγραφόμενοι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συζητήσεως τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 2, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, θὰ ἐπιφέρῃ ἴσως σιτάρκειαν, ἐπερχομένης δὲ τῆς σιταρκείας, θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τούτου. Δὲν δύναται λοιπὸν ὁ δανειστὴς νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς, ὅτι θὰ ἔχῃ παγίαν τὴν ἐγγύησιν τοῦ δανείου του, παγίαν τὴν εἴσπραξιν τῶν 3,000,000. Ἐπίσης ἡ περίπτωσις τοῦ ἐδαφίου βʹ δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἀσφάλειαν εἰς τὸν δανειστὴν, διότι μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ καὶ πέντε ἐτῶν θὰ ἐκλείψῃ τελείως τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐχὶ 500,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια θὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐκ μόνου τοῦ φόρου τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ἤτοι ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν. Γνωρίζω δὲ τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ προέρχομαι ἐκ μερῶν, ἐκ τῶν ὁποίων γίνονται μεταναστεύσεις. Ἀλλὰ καὶ ὁ φόρος οὗτος μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ ἐκλείψῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ ἐπειδὴ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, καὶ ἐπειδὴ πάντες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ ἐξοπλισμοῦ, ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ὀφείλομεν δὲ πρὸ παντὸς νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ τὰ κεφάλαιά των, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἥτις ὑποθέτω ὅτι οἰκονομεῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας. Ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου δʹ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ αὔξησις αὕτη», ἤτοι ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Τοῦτο δὲν ἐπενόησα ἐγὼ, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀναγράφον ἐν τέλει τοῦ δευτέρου ἐδαφίου: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ τὸ τοιοῦτον». Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον γʹ νὰ προστεθῇ τὸ αὐτό. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον εʹ πρέπει νὰ προστεθῇ: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ τὸ τοιοῦτον»· ὄχι διότι θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις περὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ πιστωθῇ, ὅτι ψηφίζομεν πρεπόντως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι ταῦτα, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν νόμον, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστάς: «δανείσατέ μας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ μέλλοντος ὑπάρξαι». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου, πρὸς πλήρη ἐξασφάλισιν καὶ τοῦ χρήματος καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, καὶ ὅπως πείσωμεν πάντας, ὅτι σπουδαίως συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτων ἐκ τῶν λοιπῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους». Πιθανὸν ἡ φράσις αὕτη νὰ μὴ ἦναι οἰκονομολογικὴ, τὴν ἔννοιαν ὅμως τὴν ἐννοεῖτε καλῶς· ἂς τὴν διατυπώσωσιν οἱ οἰκονομολόγοι. Ἐὰν δὲν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου καθαρῶς.

§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι καθαρόν.

§178Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δέχεσθε τὴν τροπολογίαν ταύτην;

§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι καθαρόν.

§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ ἀπὸ τοῦδε προδικάζομεν!

§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω, τί προδικάζετε· ἀλλ’ εἶναι καθαρόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ἐὰν δὲν ἐπιτραπῇ διὰ νόμου. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ προστεθῇ τίποτε, διότι εἶναι περιττόν.

§182Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ νόμος περὶ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου δὲν ἤθελε ψηφισθῆ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὕρισκεν ἄλλον τινά τρόπον, δυνάμενον ν’ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις, διατὶ νὰ καταστραφῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου;

§183Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω. Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ καθυστερούμενοι ἐργάται θαλάσσης, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, τὰ ὑπ’ αὐτῶν καταβληθησόμενα χρήματα εἰς ποῖον ταμεῖον θὰ εἰσάγωνται; Εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἢ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου;

§184Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ σημειωθῇ τοῦτο.

§185Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ ἀντισηκώματα τῶν ἐργατῶν θαλάσσης βεβαίως θὰ κατατίθηνται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὅπως καὶ σήμερον. Αὐτὸ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων.

§186Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ. Βεβαίως, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, προδικάζει τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ σίτου. Βεβαίως οἱ ψηφίζοντες ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τούτου δυσκόλως θὰ ψηφίσωσι κατόπιν κατὰ τῆς φορολογίας τοῦ σίτου. Νομίζω ὅτι, ἐὰν πραγματικῶς ὑπάρχῃ ἡ καθ’ ἡμέραν ἐπαγγελλομένη ἐντεῦθεν εἰλικρίνεια, πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβληθῇ. Ὁ φόρος τοῦ σίτου παρουσιάζει πολλὰς δυσκολίας...

§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάλιν τὰ ἴδια!

§188Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν δυσκολιῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τὸ ἄρθρον δεκτὸν, νὰ προστεθῇ δὲ ἐδάφιον ηʹ, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ λέγηται: «διὰ παντὸς ἄλλου φόρου ὁρισθησομένου».

§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τίποτε.

§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σεῖς λέγετε «τίποτε»!

§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τίποτε δὲν παραδεχόμεθα.

§192Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπιβάλλω νὰ παραδεχθῆτε. Μὲ τὸ «τίποτε» ἀποδεικνύετε, ὅτι ἀδιαφορεῖτε, τί θὰ συμβῇ. Πρόκειται περὶ τοῦ πῶς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὰ πράγματα. Ἡ γνώμη μας εἶναι, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ κατόπιν ὁ φόρος τοῦ σίτου, θὰ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἄλλον πόρον.

§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι! ὄχι!

§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου δʹ ποιοῦμαι τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον δὲν εἶναι πλῆρες. Ἐν τοῖς ἄλλοις ἐδαφίοις προστίθεται δυνητική τις διάταξις, ἥτις ἐξασθενεῖ τὰς θετικὰς διατάξεις αὐτοῦ, αὕτη δὲ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ. Τὸ ἐδάφιον βʹ λέγει: «Πόροι τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ὁρίζονται..., βʹ) Τὰ μέχρι τῆς συστάσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου εἰσπραχθέντα καὶ μήπω διατεθέντα χρηματικὰ τιμήματα ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν κλπ., ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ εἴσπραξις τοιούτων». Ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ ἐπίσης προστίθεται ὁμοία διάταξις: «Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν καὶ ἐπὶ τοῦ ζύθου, κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους καὶ τοὺς ἐν τῷ μέλλοντι ψηφιαθησομένους». Ἐὰν δὲν προστεθῇ τοιαύτη διάταξις καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ, ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ νόμου θὰ συναγάγῃ, ὅτι ὁ φόρος τοῦ σίτου ἀπεφασίσθη ὁριστικῶς· ἑπομένως ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περὶ τούτου ἔχει εἰσαχθῆ. Δὲν μένει πλέον εἰς αὐτὴν ἐλευθερία νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἢ νὰ προτείνῃ τροπολογίαν· δεσμεύεται διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ ἐν τῷ ἐδαφίῳ δ’ ἡ αὐτὴ διάταξις: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ αὔξησις αὕτη». Ἐὰν δὲ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐπιθυμῇ νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην, τότε προτείνω ἀντὶ τῆς παραγράφου δʹ νὰ τεθῇ: «ἡ πρόσοδος ἡ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν». Εἶναι πρόσοδος θετικὴ καὶ βεβαία. Ἐὰν δὲ ἕνεκα τῆς διαθέσεως τῆς προσόδου τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἤθελε μείνει κενόν τι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ Ὑπουργεῖον ἂς συμπληρώσῃ τὸ κενὸν, προτεῖνον ἄλλους φόρους, ἢ αὐξάνον τοῦτον τὸν φόρον.

§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προηγηθῇ ἡ τροπολογία. Οἱ παραδεχόμενοι...

§196Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λόγον;

§198Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω.

§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι γνωστὸν ἀκόμη τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν· διότι ἔχω δύο προτάσεις. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δέχηται τὴν πρώτην πρότασιν, τότε εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.

§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· δὲν δεχόμεθα τὴν πρώτην πρότασιν.

§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν γένηται δεκτὴ ἡ πρώτη πρότασις, τότε θὰ ψηφίσωμεν τὴν δευτέραν. Δέχεσθε;

§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.

§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε θὰ προτείνω νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.

§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κείμενον, ὅπως τροποποιεῖται διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ἐπρότεινα, ἔχει ὡς ἑξῆς: «δʹ) Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὑφεστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν ἐν γένει, ἐὰν αὕτη ἤθελε ψηφισθῆ διὰ νόμου.» Ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία. Ἐὰν ὅμως δὲν γείνῃ παραδεκτὴ, τότε προτείνω νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ δευτέρα πρότασις, ἐπιφυλασσομένης τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ τὰς προτάσεις τοῦ ἄρθρου.

§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος προτεινομένην τροπολογίαν ἔχουσαν οὕτω: «δʹ) Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὑφεστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν ἐν γένει, ἐὰν αὕτη ἤθελε ψηφισθῆ διὰ νόμου», λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.

§208Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Πρὶν ἢ προτείνῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὴν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὥστε πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία ματαία.

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Π. Σάκκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λέων Μελᾶς ΟἈνδρ. Παναγιωτόπουλος
Στέργ. Μ. Καρανίκας ΟΚ. Ἀσημακόπουλος Ν
Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟἈνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΟΔιονύσιος Π. Παυλόπουλος Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟἸωάννης Θ. Ψημένος
Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΟΓεώργιος Λ. Κρεστενίτης Ν
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΟΔημοσθένης Γ. Δόγκας
Γεώργ. Πολυγένης ΝΝικόλαος Δαούτης Ν
Γεώργ. Καρπετόπουλος ΟἸωάννης Κόλλιας Ο
Ἰωάννης Ζωγράφος ΟΛουκᾶς Γ. Μπέλλος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΧριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς
Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος ΝΠέτρος Ν. Δελένδας Ο
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Β. Μαρκεζίνης Ο
Κωνστ. Β. Κοττίκας ΟΤηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ο
Δημήτρ. Γ. Ράλλης Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΛεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ο
Κωνστ. Σμολένσκης ΟἈλέξανδρος Θ. Ζαΐμης
Νικόλαος Λεβίδης ΟἈλέξανδρος Φωτήλας
Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΝΓεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ν
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΝΒασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Ο
Κυριάκος Λιγυνὸς Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν
Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΚωνσταντῖνος Κρίτσας Ο
Ἀνδρέας Ψύλλας ΝἸωάννης Δαμηλάτης
Νικόλαος Γουναράκης ΝΚωνστ. Ι. Φλέσσας Ο
Θεόδωρος Λέκας ΝἨλίας Π. Μαυρομιχάλης
Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΝΚίμων Βελλίνης Ο
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΙ. Καφταντζόγλου Ο
Νικόλαος Α. Στρᾶτος ΟΙ. Παλάσκας Ο
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος ΟΔ. Τερτίπης Ο
Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ι. Καζαμπάκας
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ο
Νικόλαος Σταματιάδης ΟΚ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καρακίτης Νικόλ. Μπαλάφας
Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ο
Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης
Νικ. Γουλιμῆς ΟΝικόλ. Νικολαΐδης Ο
Κωνσταντῖνος Γρίβας ΟΘεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο
Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Κ. Ρώτας Ν
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΓεώρ. Ν. Θεοτόκης Ο
Περ. Ἀλεξάκης ΝΜιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
Π. Ταμπακόπουλος ΝΝικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝἈλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ο
Χαρίλ. Τζαννετάκης ΝΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας
Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΣπυρίδων Α. Ἀγάθος
Μιχ. Φωτιάδης ΟΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ο
Βάσ. Μαστραπᾶς ΟἨλίας Α. Πολίτης Ο
Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ν
Μιχ. Ι. Στελλάκης ΝἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης
Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΝἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
Δημ. Τσιτσάρας ΝἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
Δημ. Χατζόπουλος Διονύσιος Π. Βενιερᾶτος Ο
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚωνσταντ. Λ. Γεράκης Ο
Ἰωάν. Σερμπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλὸς Ο
Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος ΟΣπυρίδων Ε. Στάης Ο
Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
Γεώργιος Ι. Μελισσηνός Νικόλαος Τσοῦχλος Ο
Διονύσιος Π. Στεφάνου ΟΠαναγ. Σπυράκης Ν
Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΟἸωάννης Καλούτσης Ν
Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΟΧαράλαμπος Βοζίκης
Ἰωάννης Ν. Σισίνης Γ. Λ. Μαυρομιχάλης
Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης ΟΚ. Δ. Γεροκωστόπουλος
Στέφανος Κοπανίτσας Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
Γεώργιος Δ. Φικιώρης ΝἸωάννης Κ. Τσερτίδης Ν
Δημοσθ. Ματάλας Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν
Ἰωάννης Φίλιος Κωνσταντῖνος Γκότσης Ν
Κωνσταντῖνος Καρακίτης Δημήτριος Π. Γούναρης Ο
Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΟΔ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
Νικόλαος Μπουφίδης Οκαούρης
Ἰωάννης Γ. Λάππας ΝΓεώργιος Ράλλης
Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν
Γεώργιος Σκληρός ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο
Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς ΝΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟἸωάννης Α. Βρυώνης
Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
Γκίκας Μάστορης ΟΝικόλαος Γ. Λεωνίδας Ο
Ἰωάννης Μπακόπουλος Ν
Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης
Παναγ. Παπαναστασίου ΟΚωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ο
Παναγιώτης Μανέτας ΝἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
Ἀθαν. Πετρόπουλος ΟἈντώνιος Π. Βιτάλης Ν
Ἀθαν. Ζέρβας ΝἸωάννης Ν. Σιγάλας
Γ. Ἀναστασόπουλος ΟΚάρολος Μ. Βιτάλης
Γεώργιος Νικολαΐδης ΟΚων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ο
Κωνσταντ. Τρικούπης ΟΣωτήριος Ι. Χατζηγάκης
Λεωνίδας Δεληγεώργης ΝΓεώργιος Ραδινὸς Ο
Περικλῆς Μποῦτος Ἀπόστολος Ζάππας Ο
Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΝἨλίας Μπασδέκης Ο
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
Ἰωάννης Νικολαΐδης ΟἈνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Ἀριστομέν. Προβελέγγιος ΟἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ο
Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΟΔημ. Ἀναστασόπουλος Ν
Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΝἈθαν. Νικολίτσας Ο
Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΟἈλέξ. Στάϊκος Ο
Δημ. Ι. Φαρμάκης ΟΓεώργιος Κορυζῆς Ο
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟΘεόδωρος Λιμπρίτης
Ἰωάννης Ν. Καναβὸς ΝΛεων. Λαπαθιώτης
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Παντελῆς Γκίκας Ν
Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος ΝἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ο
Ἀθαν. Πετσάλης ΝΝικόλαος Πλατσῆς Ο
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΝ. Χατζῖσκος Ο
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΧαρ. Εὐταξίας Ο
Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Δ. Δεδούσης Ο
Φώτιος Π. Μοσχούλας ΟΝ. Κοντογιάννης Ν
Νικόλ. Α. Παπαλέξης ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Δημ. Δ. Πολυχρονόπουλος ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ. Ν
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος ΟΝικόλαος Καλογερόπουλος Ο
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ο
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΝικόλαος Μαμούνης Ν
Ἰωάννης Δελμοῦζος ΟἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ο
Δημήτριος Π. Νίκας Ο

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 173, ἐξ ὧν 61 ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ 112 κατ’ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἄλλην ψηφοφορίαν...

§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, δὲν ζητοῦμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἐπιφυλασσόμεθα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἑτέραν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, τὴν περὶ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν...

§213Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἂν ἡ τροπολογία προτείνηται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ λάβω τὸν λόγον.

§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρότεινα τὴν τροπολογίαν καὶ ἐπιμένω εἰς αὐτήν, καὶ θέλω προκαλέσει ψηφοφορίαν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι κεκμηκυῖα ἡ Βουλή.

§215Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὥστε νὰ μὴ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· διότι, ἐὰν τεθῇ καὶ ἀπορριφθῇ, πῶς θὰ τὴν προτείνωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν;

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ προτείνητε ψηφοφορίαν. Οὐδὲν ἐμποδίζει.

§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς ἑτέρας τροπολογίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη προτείνεται ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ἑξῆς: «δʹ) Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς πρώτην συζήτησιν). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
2τῆς 28 Ἰανουαρίου 1904.
3(Τετάρτη).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκον-
6ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
7μένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπάτσα τῆς
9Ἄρτης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι
10ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῶν νέων φόρων.
11Ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Βελεγρῆς παρακα-
12λεῖ, ὅπως τὸ περὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν νομοσχέδιον
13ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποστράτων τοιούτων. Κατὰ τὴν
14συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ
15ἀναφορά του.
16Ὁ λαὸς Τρικκάλων, συνελθὼν ἐν πολυπληθεστάτῳ συλλα-
17λητηρίῳ, ἀπέστειλε τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἐπικροτεῖ τὸ ἐθνι-
18κὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς
19ἀνασυντάξεως τῆς χώρας.
20Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου διὰ ψηφίσματός του
21ἀποφαίνεται, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ καὶ φορολογικὰ νομοσχέ-
22δια τυγχάνουσι τῆς πλήρους ἐπιδοκιμασίας τοῦ Θεσσαλικοῦ
23λαοῦ.
24Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Βόλου ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύ-
25νην τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ στρα-
26τιωτικὰ καὶ φορολογικὰ αὐτῆς νομοσχέδια, καὶ συνηγορεῖ
27ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως αὐτῶν.
28Τηλεγράφημα ἐκ μέρους τῶν δούλων Ἑλλήνων τῆς Κά-
29τω Ἠπείρου, παρακαλούντων, ὅπως τάχιστα ψηφισθῶσι τὰ
30ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια χάριν τοῦ συμφέρον-
31τος τῆς πατρίδος.
32Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Γ. Παπαδημητρίου κατέ-
33θηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν:
34«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πλη-
35ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς μειοδοτικῆς δη-
36μοπρασίας τῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας Χαϊκάλη, διότι ἡ
37βραδύτης τῆς κατασκευῆς στερεῖ τῆς συγκοινωνίας τοὺς αὐ-
38τόθι πληθυσμούς.»
39Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει
40τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν:
41«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
42προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν
43τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τῶν καθυστερουμένων ἀμέσων φόρων
44τῶν τελευταίων δέκα ἐτῶν, καθ’ ἕκαστον ἔτος καὶ καθ’ ἑκά-
45στην ἐπαρχίαν τῆς Πελοποννήσου».
46Ὑποβάλλω, ὡς Βουλευτὴς Φθιώτιδος, προτάσεις περὶ
47τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βου-
48λῆς, δι’ ὧν νομίζω ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ ταχυτέρα καὶ
49τακτικωτέρα δημοσίευσις τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων
50τῆς Βουλῆς, συνάμα δὲ καὶ τροποποιήσεις τινὰς τοῦ Κανο-
51νισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων
52αὐτῆς, δι’ ὧν ἐπέρχεται μικρὰ οἰκονομία εἰς τὰ ἔξοδα. Θέ-
53λουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68).
54Ὁ ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς κ. Φ. Μοσχού-
55λας ὑποβάλλει τροποποιήσεις διαφόρων ἐδαφίων τοῦ Κανο-
56νισμοῦ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
57ἀριθ. 69).
58Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθηκε νομοσχέδιον
59«περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος
601904». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
61ἀριθ. 70).
62Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ βουλευ-
63τὴς Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινός.
64§2Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀλλεπάλ-
65ληλα κατέφθανον ἐνταῦθα τὰ τηλεγραφήματα ἐκ τῶν Θεσ-
66σαλικῶν ἐπαρχιῶν πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν
67τότε Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη περὶ τῆς τελείας κατα-
68στροφῆς, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν σιτοπαραγωγὴν ἐν Θεσσα-
69λίᾳ, ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ μετὰ προθυμίας προέβη
70εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ γνωστοῦ νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ
71τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς τὰ διαμερίσματα
72ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι πράγματι ἐπῆλθε
73καταστροφὴ τῆς σιτοπαραγωγῆς. Καίτοι ὅμως ἡ βεβαίωσις
74αὕτη ἐγένετο ὡς ὁ νόμος καθώριζε, καίτοι οἱ ἀντιπρόσωποι
75τῆς Κυβερνήσεως, οἱ κύριοι νομάρχαι καὶ εἰρηνοδίκαι, μετὰ
76τῶν διαφόρων δημάρχων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων
77ἐπιστοποίησαν, ὅτι πράγματι ἐπῆλθε καταστροφὴ τοιαύτη
78τῆς παραγωγῆς, ὥστε ἐπεβάλλετο ἡ συνδρομὴ τῆς Πολι-
79τείας ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, καίτοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
80Οἰκονομικῶν πρὸ πολλοῦ συνεκεντρώθησαν πάντα τὰ σχε-
81τικά, ἐν τούτοις μέχρι τῆς σήμερον οὐδεμία ἐγένετο ἐνέρ-
82γεια, ὁ δὲ σεβαστὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβάλλει
83τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς πρὸς ἐπιστροφὴν τῶν ἀχρεωστή-
84τως πληρωθέντων ποσῶν ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ φα-
85νῶσι πιστοὶ καὶ εἰλικρινεῖς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις των, ἔσπευ-
86σαν νὰ δανεισθῶσι τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν τοῦ φόρου, καὶ νὰ
87πληρώσωσιν αὐτὸν ἐμπροθέσμως.
88Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης θὰ παρακαλέσω, ἂν ἦναι δυ-
89νατὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
90δηλώσῃ ἡμῖν τὴν γνώμην του.
91§3Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
92Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
93§4ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν
94ἔχω νὰ κάμω, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μίαν ἄλλην παρατήρη-
95σιν. Ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔχει τὴν
96γνώμην, ὅτι ὁ φόρος αὐτός, ἅπαξ πληρωθεὶς, δὲν ἐπιστρέ-
97φεται· δηλ. ἀπαλλάσσονται μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἐπλή-
98ρωσαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄτοπον, διότι, ἀφοῦ ἡ καταστροφὴ
99ἐβεβαιώθη, νομίζω, ὅτι καὶ οἱ πληρώσαντες καὶ οἱ μὴ πλη-
100ρώσαντες πρέπει νὰ ἀπολαύσωσι τοῦ εὐεργετήματος, ὅπερ
101ὁ νόμος παρέσχεν αὐτοῖς· θὰ ἦναι δὲ ἄλλως καὶ ἄδικον,
102ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν συνεπεῖς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
103ὑποχρεώσεων αὐτῶν, ν’ ἀποκλεισθῶσι τοῦ εὐεργετήματος,
104ὅσοι δὲ δὲν ἐπλήρωσαν ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς. Νο-
105μίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο, τὸ εὐερ-
106γέτημα νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ
107τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ὅσῳ τὸ δυ-
108νατὸν ταχέως, —διότι οἱ ἄνθρωποι ἐδανείσθησαν μὲ 2 καὶ 3%
109κατὰ μῆνα, (διότι οὕτω δανείζονται ἐκεῖ), ἵνα
110πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα διὰ τοὺς φόρους εἰς τὸ Δημόσιον.
111—νὰ διατάξῃ, λέγω, ταχέως τὴν ἐπιστροφὴν τῶν καταβλη-
112θέντων εἰς τοὺς καταβαλόντας αὐτὰ ἀδιακρίτως.
113§5ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ αὐτὸ περίεργον πνεῦμα ὠθεῖ τὴν
114ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ
115ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν
116ἀμπέλων, ὧν τὸ εἰσόδημα κατεστράφη. Δυνάμει τοῦ περὶ
117τῆς ἀπαλλαγῆς ταύτης νόμου συνετάχθησαν τὰ κατὰ τὸν
118νόμον πρωτόκολλα, καὶ ἐβεβαιώθη ἡ καταστραφεῖσα περι-
119φέρεια εἰς ἕκαστον δῆμον, διετάχθη δὲ νὰ γείνῃ καὶ τὸ
120πρωτόκολλον τῆς ἐκπτώσεως τοῦ φόρου. Ἀλλὰ δι’ ὅσους
121συνέβη νὰ πληρώσουν οὐδεμία λαμβάνεται φροντὶς, συζητεῖ-
122ται δὲ, ἂν πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν καταβλη-
123θέντων ποσῶν. Φαίνεται ὅτι ὁ φόρος εἶναι πολὺς, καὶ δυσ-
124κολεύεται ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀποφανθῇ, ἢ συμβαίνει ἄλλο τι,
125τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω γνῶσιν.
126Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
127ἐξετάσῃ καὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ χορηγήσῃ εἰς ἡμᾶς
128τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἂν πρόκειται νὰ δοθῇ αὐτῇ
129ἡ ἔννοια εἰς τὸν νόμον.
130§6ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς γενο-
131μένης ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου προτάσεως.
132§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
133§8Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν
134κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
135τερικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα καὶ φροντίδα περὶ τῶν
136φρεάτων ἐκείνων καὶ τῶν ὀπῶν καὶ τῶν σηράγγων, αἵτινες
137ἀνεῴχθησαν εἰς τὸ πεδίον τὸ Θριάσιον καλούμενον. Ὑπὸ τὸ
138πεδίον ἐκεῖνο, ἐνομίσθη καὶ ἐπιστεύθη ὑπὸ σοφῶν καὶ ἀσό-
139φων, ὅτι κρύπτεται μέγας τις καὶ ἀνεκτίμητος θησαυρός,
140εὐρεῖα καὶ ἀνεξάντλητος δεξαμενὴ ὕδατος, ἱκανοῦ νὰ κατα-
141σβέσῃ τὴν δίψαν τῶν διψαλέων καὶ κονισαλέων Ἀθηνῶν καὶ
142τοῦ γειτονεύοντος Πειραιῶς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
143σεως, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν
144ἐκείνην, ὅτε ἀνεκινεῖτο τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως, πιστὸς
145εἰς φαεινήν τινα καὶ λαμπρὰν θεωρίαν, ἥν ἀνέπτυξεν ἀπὸ
146τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ ἀμελέτητα ἔργα ἐπιτυγχάνου-
147σι, προέβη ἀπρομελετήτως καὶ εἰς βρασμὸν ὑδραυλικῆς ὁρμῆς
148εἰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας καὶ ἀνασκαφὰς ἀνὰ τὸ Θριάσιον πε-
149δίον, οὐχὶ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔδει δοκιμαστικὰς, ἀλλ’ εἰς εὐ-
150ρεῖαν, ὡς μὴ ὤφελεν, εὐρυτάτην κλίμακα.
151Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν γενομένων ἐργασιῶν,
152δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ νῦν. Μαρτυρεῖ
153ἐπαρκῶς αὐτὴ ἡ πλήρης ἐγκατάλειψις τῶν ἔργων. Ἑκατομ-
154μύριον ὅλον ἐδαπανήθη ἀσκόπως, ἐρρίφθη κυριολεκτικῶς εἰς
155τὴν θάλασσαν. Δὲν γνωρίζω, πόσα ὅπλα καὶ πόσαι πυροβο-
156λαρχίαι, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ζητοῦσι σήμερον παρ’ ἡμῶν
157ἐπιφανεῖς συνάδελφοι, ἠδύναντο ν’ ἀγορασθῶσι διὰ τοῦ ἑκα-
158τομμυρίου τούτου, τοῦ καταβαραθρωθέντος. Γνωρίζω ὅμως,
159ὅτι αἱ ὀπαὶ ἐκεῖναι καὶ οἱ χάνδακες τοῦ Θριασίου πεδίου
160ἐγένοντο ὁ ὑπὲρ τὸ δέον καὶ ὑπὲρ πᾶν ὅριον ἀνεκτὸν πολυ-
161τελὴς τάφος μιᾶς κενῆς καὶ παραλόγου ἰδέας. Ὁ περίφημος
162τάφος τοῦ Μαυσώλου, ὅν ἀπεθαύμαζεν ἡ ἀρχαιότης, δὲν
163φαντάζομαι ὅτι ἐστοίχισε περισσότερον.
164Ἀλλὰ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς ἀσκόπου
165καταστροφῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, δὲν ὑπῆρξε δυσ-
166τυχῶς καὶ τὸ μόνον. Αἱ ὀπαὶ ἐκεῖναι καὶ αἱ σήραγγες, ἂν
167δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν μεταφορὰν ὕδατος εἰς Ἀθήνας, συν-
168ετέλεσαν ὅμως εἰς ἓν ἄλλο θαυμασιώτερον κατόρθωμα· με-
169τέφεραν τὰ θαλάσσια ὕδατα εἰς τὸ Θριάσιον, τὸ ὁποῖον εἰ-
170κότως ἄν τις ὀνομάσετε τώρα θαλάσσιον πεδίον, διότι ἐκεῖ,
171ὅπου ἄλλοτέ ποτε, εἰς χρόνους παρῳχημένους, ἀντήχουν αἱ
172κραυγαὶ τοῦ μυστικοῦ Ἰάκχου, ἐμπαικτικῶς τώρα ῥοχθεῖ
173καὶ χλευαστικῶς φλοισβίζει τοῦ Ποσειδῶνος τὸ κῦμα. Ὁ
174μέγας ὑπόγειος θησαυρός, ἡ περιπόθητος ἐκείνη καὶ ἀκένω-
175τος δεξαμενὴ ὕδατος πραγματικῶς ἀνευρέθη. Δὲν περιέχει
176τὰς χιλίας ὀκάδας ὕδατος ἀνὰ εἰκοσιτέσσαρας ὥρας, τὰς
177ὁποίας ὠνειρεύετο ὁ κ. Γ. Θεοτόκης, παρέχει δισεκατομμύ-
178ρια τόννων ὕδατος· ἡ διαφορὰ μόνον, ἡ μικρὰ καὶ ἀσήμαν-
179τος, εἶναι, ὅτι τὸ ὕδωρ εἶναι θαλάσσιον· εἶναι ὁλόκληρος ἡ
180Μεσόγειος, τὴν ὁποίαν, ἂν ἔχῃ ὑπομονὴν, ὁ κύριος Θεοτό-
181κης δύναται ἀξιόλογα νὰ ἀντλήσῃ, ὁπόταν θέλῃ, διὰ τῶν
182ὀπῶν ἐκείνων, καὶ νὰ μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας.
183Ἀλλ’ ἡ ἄνοδος αὕτη τοῦ θαλασσίου ὕδατος διὰ τῶν
184κατασκευασθεισῶν σηράγγων ἀπειλεῖ νὰ διαφθείρῃ, δηλαδὴ
185νὰ ἁλατίσῃ, οὐχὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἐπιχειρησάντων, ἀλλὰ τὸ
186ὀλίγον πόσιμον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον εἶχον τὰ φρέατα τοῦ δήμου
187Φυλῆς, καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν μόνην περιουσίαν τῶν
188κατοίκων, τῶν ἀρδευόντων διὰ τούτων τὰ κτήματα αὐτῶν,
189ἐξ ὧν ἀποζῶσι. Παρετηρήθη δὲ ἐξ ἄλλου, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐπο-
190χῆς ἐγένοντο αἱ ὑδραυλικαὶ ἐργασίαι καὶ αἱ σήραγγες τοῦ
191κυρίου Θεοτόκη, τὸ ὕδωρ τῶν φρεάτων τούτων ὠλιγόστευσεν
192ἐπαισθητῶς, καὶ ὀλιγοστεύει ὁσημέραι, εἰς τρόπον ὥστε
193ὑπάρχει κίνδυνος φανερὸς νὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς τὰ
194φρέατα τοῦ Ἀσπροπύργου, πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τῶν
195κατοίκων τοῦ ὡραίου ἡμῶν χωρίου.
196Πρὸ ἡμερῶν συμπολῖταί μου ἐκ τοῦ δήμου Φυλῆς μὲ
197ἐπληροφόρησαν, ὅτι ὑπέβαλον ἁρμοδίως διὰ τοῦ κ. Προέδρου
198τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφο-
199ράν, δι’ ἧς ἱκετεύουσιν, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον φράξῃ διὰ
200μικρᾶς δαπάνης, χιλίων μόνον δραχμῶν, τὰς ἀνοιγείσας
201ὀπάς, ὡς καὶ τὰς σήραγγας, αἵτινες ἀφ’ ἑνὸς μὲν καθιστῶσι
202τὸ πόσιμον ὕδωρ τοῦ χωρίου ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐντονώ-
203τερον ὑφάλμυρον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐμποδίζουσι τὰ ὕδατα τῶν
204ὀρέων νὰ κατέρχωνται, ὡς ἄλλοτε, εἰς τὸ Θριάσιον, μετα-
205φέρουσαι τοῦτο εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ δαπάνη, ὡς εἶπον,
206ἔσεται ἐλαχίστη καὶ ἀσήμαντος, ἀφοῦ δὲ ἐξωδεύσαμεν ἀνοή-
207τως ἓν ὅλον ἑκατομμύριον δραχμῶν διὰ νὰ καταστρέψωμεν,
208ἐλπίζω ὅτι δὲν θ’ ἀντιταχθῇ ἀντίρρησις, νὰ δαπανήσωμεν
209φρονίμως χιλίας δραχμάς, διὰ νὰ ὠφελήσωμεν καὶ σώσωμεν
210ἕνα ὁλόκληρον δῆμον, οὗ κινδυνεύει ὁ μόνος πόρος ζωῆς, ὁ
211ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων.
212Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
213συναινέσῃ εἰς τοῦτο. Πρέπει ἄλλως τε ν’ ἀναλογισθῇ, ὅτι
214ὁ τρώσας ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἰάσηται. Ἤνοιξε διὰ
215τῶν ὀπῶν ἐκείνων καὶ τῶν φρεάτων μεγάλην πληγὴν εἰς
216τοὺς κατοίκους Φυλῆς, καὶ μεγάλην πληγὴν εἰς τὸ Δημό-
217σιον. Ἡ δευτέρα πληγὴ εἶναι ἀνίατος, — τὸ ἑκατομμύριον
218ἀπέπτη δυστυχῶς, — ἀλλ’ ἡ πρώτη θεραπεύεται, καὶ τὴν
219θεραπείαν ταύτην ἀναμένει εὐλόγως παρὰ τοῦ κ. Πρωθυ-
220πουργοῦ ὁ λαὸς τοῦ δήμου Φυλῆς.
221§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
222§10Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ χωρίον Βερ-
223γοβίτσα τοῦ δήμου Φελλόης ἐγένετο καθίζησις τοῦ ἐδάφους,
224καὶ πολλαὶ ἕνεκα τούτου κατέπεσαν οἰκίαι, κινδυνεύουσι δὲ
225πᾶσαι αἱ λοιπαὶ οἰκίαι τοῦ χωρίου νὰ καταρρεύσωσι. Δὲν
226ἐγένετο εὐτυχῶς δυστύχημά τι, ἀλλ’ ἀπειλοῦνται πολλὰ
227δυστυχήματα. Ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν γνωρίζουσιν οἱ κάτοι-
228κοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, ἂν δύνανται νὰ κατοικήσωσι πλέον
229εἰς τὰς οἰκίας των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύ-
230ριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — καὶ νομίζω ὅτι ἔλαβε περὶ
231τούτου ἀναφορὰν τοῦ κ. νομάρχου Ἀχαΐας — νὰ ἐπιστήσῃ
232ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν προσοχήν του, νὰ διατάξῃ
233δὲ μηχανικόν, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ ἐξε-
234τάσῃ, ἂν δύνανται οἱ κάτοικοι ἄνευ φόβου νὰ μένωσιν εἰς
235τὰς οἰκίας των, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἕτοιμοι νὰ καταρρεύσωσιν,
236ἢ ποῖα μέτρα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως στερεωθῇ τὸ ἔδα-
237φος τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ μὴ καταρρεύσωσιν αἱ οἰκίαι. Εἶ-
238ναι, νομίζω, τὸ πρᾶγμα σοβαρόν, ἐπείγει δὲ καὶ ἡ ἐνέργεια
239τοῦ Ὑπουργοῦ.
240§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
241§12ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
242πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
243καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπηύθυνεν ἐρώτημα εἰς
244τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν περὶ διορισμοῦ καθηγητοῦ τῆς Παι-
245διατρικῆς. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ἡ Σχολὴ ἀπήντησεν
246εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Λαμβάνω τὴν τιμήν νὰ παρακα-
247λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
248μοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
249ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο.
250Ἀλλ’ ἤδη ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπηύ-
251θυνε καὶ δεύτερον ἐρώτημα πρὸς τὴν Σχολὴν πρὸς τὸν αὐτὸν
252σκοπόν. Ἂν ἡ πληροφορία αὕτη ἦναι ἀληθής, θὰ παρακαλέσω
253τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σὺν τῇ ἀπαν-
254τήσει τῆς Σχολῆς εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα καὶ ἀντίγραφον
255τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος.
256§13ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
257παιδεύσεως). Θέλω καταθέσει τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
258Γόρτυνος ζητηθέντα ἔγγραφα.
259§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς
260ἡμερησίας διατάξεως.
261Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
262Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ
263νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως
264δραχμῶν 217,352.10 εἰς χρυσὸν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 23,
265ἄρ. 1 καὶ δραχ. 108,676 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ
266τοῦ κεφαλαίου 30 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
267τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903».
268(Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δε-
269κτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ
270ἀντιρρήσεως).
271Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Τα-
272μείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης».
273Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
274§15Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Οὐδείς, ὑποθέτω, εἴτε ἐντὸς εἴτε καὶ
275ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην
276περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης· οὐδεὶς ὑπάρχει
277ὁ μὴ κατανοῶν τὸν κίνδυνον τὸν ἐκ Βορρᾶ προερχόμενον καὶ
278μὴ ἀντιλαμβανόμενος, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην λήψεως μέτρων
279συντόνων πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεω-
280μένος νὰ δηλώσω, ὅτι, καίτοι κατ’ ἀρχὴν συμφωνῶ ὑπὲρ
281τῆς λήψεως τοιούτων μέτρων, διΐσταμαι ὡς πρὸς τοὺς πό-
282ρους, δι’ ὧν προικοδοτεῖται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύ-
283νης, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ
284τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα καταδείξω,
285ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ πρόθυμος πάντοτε εἰς πᾶσαν θυ-
286σίαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, δὲν φρονεῖ ὅτι εἶναι ὥρα νὰ ὑποστῇ
287νέα βάρη, ὅταν ἦναι δυνατὸν οἱ πόροι οἱ ἀναγκαῖοι πρὸς
288συντήρησιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ ἐξευρε-
289θῶσιν ἐκ περικοπῆς δαπανῶν περιττῶν καὶ ἐξ ἄλλων οἰκονο-
290μιῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
291§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλή-
292σας, ὅστις, ὡς γνωστόν, ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπο-
293λιτεύσεως, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία ἐντὸς τῆς
294Βουλῆς, πολὺ περισσότερον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ
295ζητήματος τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ
296ζητήματος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων χάριν τῶν στρατιωτι-
297κῶν παρασκευῶν.
298Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς
299χώρας, ἰδίως περὶ τῆς ἐξευρέσεως πόρων εἰδικῶν πρὸς τὸν
300σκοπὸν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἔχων ἐναντίαν
301γνώμην. Ἐπὶ τούτου πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει
302ἰδιαίτεροι φόροι ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον ταμεῖον, ὅπερ νὰ
303χρησιμεύῃ κυρίως διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλι-
304κοῦ. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον πρέπει τοῦτο νὰ προηγηθῇ πάσης
305ἄλλης φροντίδος περὶ ἀνασυντάξεως στρατιωτικῶς τῆς χώ-
306ρας, ὅσον τὸ ταμεῖον τοῦτο πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ οὐχὶ
307εἰς ἀπώτερον κυρίως μέλλον τὰς ἀνάγκας τὰς στρατιωτι-
308κὰς τοῦ τόπου, ἀλλὰ πρόκειται ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑπηρετήσῃ
309τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς πάντες φρονοῦ-
310μεν, δὲν εἶναι ἀπίθανον λίαν ταχέως νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς
311ἡμᾶς.
312Ὅταν τοιαύτη ἦναι γενικῶς ἀνωμολογημένη ἡ ἀνάγκη
313τῆς ἐξευρέσεως πόρων πρὸς σύστασιν τοιούτου ταμείου, νο-
314μίζω, ὅτι καθῆκον καὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς τῆς Βουλῆς καὶ
315τῆς ἑτέρας εἶναι νὰ ὑποχωρήσωμεν ἐπὶ ἐκείνων τῶν ση-
316μείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τυχὸν διαφωνοῦμεν, καὶ νὰ καταστῇ
317οὕτως εὐχερὴς, δυνατὴ, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τοῦ ζητήματος
318τῆς αὐξήσεως ἢ μὴ τῶν φόρων, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς
319συστάσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· διότι δὲν
320ἀμφιβάλλω, ὅτι ὅλα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια μὲ τοιοῦ-
321τον πνεῦμα ψηφίζονται, καὶ ὑποθέτω ὅτι διὰ τοῦτο δὲν θὰ
322ἀπαντήσωσιν ἐπιμόνους ἀντιρρήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, εἰμὴ ἐπὶ
323λεπτομερειῶν. Ἐὰν ὅμως δὲν συμφωνῇ ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν
324συμφωνῇ εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φό-
325ρων, ἰδοὺ, ὅτι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα
326καὶ ἡ χώρα πᾶσα ἐπιθυμεῖ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν, δὲν θὰ
327κατορθωθῇ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Εἰ μὲν ἡ παροῦσα Κυ-
328βέρνησις ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόε-
329δρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια, ὅτι,
330ἂν δὲν ψηφισθῶσι, θεωρεῖ ὅτι ἤρθη ἡ ἐμπιστοσύνη ἀπ’ αὐ-
331τῆς, θέλει τότε προκαλέσει δυσχερείας ἄλλας. Ἀλλ’ ἄνευ
332τούτων βεβαίως θέλουσιν ἐπέλθει κωλύματα εἰς τὴν ἐφαρ-
333μογὴν αὐτῶν τῶν νόμων τῶν στρατιωτικῶν, ἰδίως δὲ εἰς
334τὴν λειτουργίαν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
335Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν προσοχὴν τῆς
336Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν, εἰ δυνατὸν, νὰ συντε-
337λέσῃ, ὑποχωροῦσα κατά τι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ συ-
338στάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης μὴ διακινδυνεύσῃ ἐκ
339τῆς διχογνωμίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ διαιρέσῃ τὴν Βουλὴν
340ἐξ ἀφορμῆς κυρίως τοῦ ζητήματος τῶν φόρων. Τὸ νομοσχέ-
341διον περιλαμβάνει πόρους, οὓς οὐδεὶς ὁ ἀμφισβητῶν ὅτι
342πρέπει ν’ ἀποτελέσωσι πόρους τοῦ ταμείου τούτου. Ἀλλὰ
343ὑπάρχει εἷς πόρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ γεννηθῶσι διαφωνίαι, καὶ
344πιθανὸν αἱ διαφωνίαι αὗται νὰ ἀπολήξωσιν εἰς μείωσιν τῶν
345πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἴσως δὲ καὶ εἰς
346περιπετείας πολιτικάς. Ὁ πόρος οὗτος εἶναι ὁ ἀφορῶν τὸ
347πρόσθετον τέλος ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου, διότι περὶ τῶν
348ἄλλων δὲν θὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ, οἵτινες θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
349φέρωσιν ἀντιρρήσεις, καὶ νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
350ἀποτελέσουν πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης·
351διότι τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, παραδείγματος χάριν,
352δηλαδὴ (ἀναγινώσκει) «τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐκποιουμένων κτη-
353νῶν καὶ παντὸς ὑλικοῦ εὐχρήστου μὲν, ἀλλ’ ὁριστικῶς μὴ
354ἀναγκαίου εἰς τὸν στρατὸν», παρ’ ὅλων θὰ γείνῃ δεκτόν.
355Ἐπίσης τὸ δεύτερον, (ἀναγινώσκει) «τὰ μέχρι τῆς συστά-
356σεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου εἰσπραχθέντα καὶ μήπω διατεθέν-
357τα χρηματικὰ τιμήματα ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν
358τῶν μέχρι τοῦ 1894 ἀπογραφῶν καὶ τὰ ἐφεξῆς εἰσπραττό-
359μενα τοιαῦτα, κατατεθειμένα ἢ μὴ παρὰ Τραπέζαις μετὰ
360τῶν τόκων αὐτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΤΟΗ,
361τοῦ 1896. Ὡσαύτως καὶ τὰ χρηματικὰ τιμήματα ἐκ τῶν
362καθυστερούντων κληρωτῶν τῶν μετὰ τὸ 1894 ἀπογραφῶν,
363ἂν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ εἴσπραξις τοιούτων». Καὶ
364ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία, ὑποθέτω, θὰ ὑπάρξῃ σπουδαία ἀντίρρησις
365ἐν τῇ Βουλῇ.
366Ἐπίσης ὁ τρίτος πόρος, ὅστις πρόκειται νὰ προέλθῃ ἐκ
367τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ τοῦ ζύθου, εἰ
368καὶ εἶναι αὔξησις φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ ζύ-
369θου. Δύνανταί τινες νὰ ἀντιτάξωσι παρατηρήσεις κατ’ αὐ-
370τοῦ εἴτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἴτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, νομίζω
371ὅμως, χωρὶς νὰ δύναμαι βεβαίως νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι ἡ πλειο-
372νοψηφία τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ὁριστικὴν ἀντίθετον
373γνώμην, ὅπως ὁ φόρος οὗτος, ὡς κανονίζεται διὰ τῶν νέων
374νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, ἀποτελέσῃ ἕνα τῶν
375πόρων τοῦ ταμείου. Ἐπίσης, ὑποθέτω, οὐδεμία ἀντίρρησις
376ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ πέμπτου, διὰ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τὴν
377ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, περὶ τοῦ ὁποίου
378ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι θὰ ὑπο-
379βάλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον, καὶ τὸ ὁποῖον, πιστεύω, δὲν θὰ
380περιέχῃ τοιαύτας διατάξεις, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ
381τὰς ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή. Κατ’ ἀρχὴν φορολογία ἐπὶ τῶν
382ἐκρηκτικῶν ὑλῶν δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ἀντιθέτους γνώ-
383μας ἐν τῇ Βουλῇ.
384Ἐπίσης οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὰς δω-
385ρεάς, τὰς κληρονομίας καὶ τὰ κληροδοτήματα.
386Λοιπὸν εἷς μόνον πόρος ὑπολείπεται, καὶ οὗτος εἶναι ὁ
387σπουδαιότατος τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὁ ἐκ
388τῆς προσόδου τῆς προερχομένης ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὑφι-
389στῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν.
390Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἐπιφύλαξιν καὶ
391ἐπὶ τῶν σιτηρῶν νὰ προστεθῇ τὸ πρόσθετον τέλος, ἀλλ’ εἶ-
392μαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενέγκῃ ἡ Κυ-
393βέρνησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τοσαύτας
394περικοπὰς δαπανῶν, ὥστε τὸ ποσόν, ὅπερ ζητεῖ ἐκ τοῦ φό-
395ρου ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, νὰ ἐξευρεθῇ δι’ οἰκονομιῶν, μολονότι
396οὗτος εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ὑποστήριξις τῆς γεωργίας, ἀφ’ ἑτέρου
397ὅμως εἶναι ἐπιβάρυνσις τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, καὶ καλὸν θὰ
398ἦτο νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ προσθέσωμεν αὔξησιν
399τοῦ δασμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἄνευ καὶ δυσαρέστων ἀποτε-
400λεσμάτων ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐργασίας. Ἀλλ’
401ἐπειδὴ δὲν ἐγένοντο, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι,
402ἀνήκω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διστάζουσι νὰ ἐπιδοκιμάσωσι
403νέους φόρους, ἐφ’ ὅσον δὲν πεισθῶσιν, ὅτι ἐξηντλήθησαν ὅλα
404τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα βεβαίως μὲν δὲν περιμένομεν ἀπὸ Κυβέρ-
405νησιν, ἥτις ἀπὸ χρόνων καθ’ ἡμέραν αὐξάνει τὰς ἀνωφελεῖς
406δαπάνας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύει ἡ λογικὴ καὶ ἡ εἰλικρι-
407νὴς μέριμνα ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων. Ὅπως δήποτε ὅμως,
408λόγῳ τῶν περιστάσεων, ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε
409καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν περισσότεραι — ἐπειδὴ ὀλίγι-
410σται ἐγένοντο — περικοπαὶ εἰς τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων
411προϋπολογισμῶν, καὶ νὰ γείνωσιν ἄνευ βλάβης τῶν ὑπη-
412ρεσιῶν.
413Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶμαι δια-
414τεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω αὔξησιν τοῦ τέλους τοῦ δασμοῦ
415ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τού-
416του, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, ἥτις θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ τὴν
417ὁποίαν δὲν γνωρίζομεν, νομίζω ὅτι εἶναι κάκιστον νὰ ἐξαρτή-
418σωμεν ἐκ τούτου, ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων,
419τὴν σύστασιν τόσον χρησίμου στρατιωτικοῦ ἔργου, ἔργου
420ὅπερ προσέτι εἶναι καὶ τὸ πλέον κατεπεῖγον καὶ ἐθνικαὶ τὸ
421ἐπιβάλλουσι περιστάσεις, καὶ χάριν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ
422γείνωσι πᾶσαι αἱ θυσίαι ἄλλων ἰδεῶν καὶ γνωμῶν. Τοιαῦτα
423ἔργα ἐθνικὰ δὲν πρέπει νὰ δυσκολεύωνται διὰ προτάσεων,
424αἵτινες δύνανται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διαιρέσωσι τὰς γνώμας, ἐνῷ
425ὑπάρχει ὁμοφωνία δι’ αὐτά.
426Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑπο-
427βληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὅπως ἔχει, ἀλλὰ μεταβαλ-
428λομένης τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 2 οὕτως,
429ὥστε νὰ μὴ ἐξαρτηθῇ ἡ προικοδότησις δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ,
430τὸ ὁποῖον προσδοκᾶται ἐκ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς, ἑπομένως ἐκ
431τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε νὰ γένη-
432ται ὁριστική· γίνεται δὲ ὁριστική, ὅταν δεχθῶμεν, ὅτι τὰ
4332½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου
434καὶ ἐπὶ τοῦ ἤδη εἰσπραττομένου εἰσαγωγικοῦ τέλους θέλουσιν
435ἀποτελέσει τὸν πόρον, περὶ οὗ προνοεῖ τὸ ἐδάφ. δʹ. δηλαδή,
436ἀντὶ «ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὑφε-
437στῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν», νὰ τεθῇ «ἡ
438πρόσοδος 2½ λεπτῶν χαρτίνων κατ’ ὀκᾶν ἐκ τῶν τελῶν
439εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σίτου καὶ σμιγοῦ
440σίτου μετὰ σικάλεως». Τοιουτοτρόπως, ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ
441δὲν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτου φόρου, δὲν κινδυ-
442νεύει τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ στερηθῇ αὐτοῦ
443τοῦ ἐσόδου, ἐὰν δὲ τὸ ψηφίσῃ, θὰ εἰσέλθῃ πάλιν τοῦτο εἰς
444τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, μὲ τὴν δια-
445φορὰν, ὅτι τότε δὲν θὰ μειωθῇ τὸ ἔσοδον τοῦ δημοσίου τα-
446μείου, τὸ ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ σίτου.
447Τὸ Δημόσιον βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν δὲν ψη-
448φισθῇ ἡ πρότασις, θὰ στερηθῇ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκα-
449τομμυρίου, τὸ ὁποῖον νῦν εἰσπράττει. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς,
450ἀλλὰ πρέπει νὰ ζητῶμεν οὐχὶ μόνον ἀπὸ τοὺς ἄλλους θυ-
451σίας τῶν γνωμῶν αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ζητῶμεν θυσίας
452καὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἰδικῶν μας. Ἐὰν θὰ ἐλλείψῃ, μετὰ
453τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου τέλους ἐπὶ
454τοῦ σίτου, χρηματικόν τι ποσόν, ἂς προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρ-
455νησις δι’ οἰκονομιῶν ἐπὶ ἄλλων πιστώσεων τοῦ Προϋπολογι-
456σμοῦ νὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος
457τοιουτοτρόπως τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ταμείου δὲν ἐπέρχεται ζη-
458μία, ἂν ἐν τῇ Βουλῇ τυχὸν κατισχύσωσιν αἱ ἀντιρρήσεις
459κατὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, καὶ τοῦτο εἶ-
460ναι τὸ σπουδαῖον.
461Αὐτὴν τὴν γνώμην διατυπῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ παρα-
462καλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἂς πεισθῇ δὲ,
463ὅτι προτείνω τοῦτο, οὐχὶ διότι θέλω νὰ παρεμβάλω δυσκο-
464λίαν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἀποτελεῖ μέρος
465τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι αἰσθάνομαι
466ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συντελέσω, ὅπως μὴ τὸ μέλλον τοῦ ἔρ-
467γου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ψηφίσεως προσ-
468θέτου τέλους, περὶ οὗ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἂν θὰ ψηφισθῇ.
469§17Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ.
470ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ,
471οὕτω δὲ θὰ λάβωμεν πάντες γνῶσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸ τού-
472του φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων ὀφείλει νὰ ἀρ-
473χίσῃ ἐκ τῶν φορολογικῶν, καὶ ὄχι πρωθυστέρως, ὡς διεξά-
474γεται.
475Ἠκούσαμεν πάντες προχθὲς τὰς ἐξενεχθείσας γνώμας,
476προκειμένου περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρὸς
477πρόταξιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐγὼ εἶχον ἀντί-
478θετον γνώμην, ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶδον ὅτι ἡ συ-
479ζήτησις ἔλαβεν εὐρυτέρας διαστάσεις, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ
480παρατείνω ταύτην. Ἐπανέρχομαι ὅμως σήμερον εἰς τὸ θέ-
481μα, συνεπείᾳ τῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ
482Μεσολογγίου, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ
483νομοσχέδιον τοῦτο, χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ οὐ-
484σίαν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ἀφοῦ τοῦτο
485θέλει συμβῆ ἀναποδράστως, δέον νὰ προβῶμεν κανονικῶς εἰς
486τὴν συζήτησιν, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν φορολογικῶν ἐκείνων νο-
487μοσχεδίων, ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν ὁποίων ἐξαρτῶνται οἱ πό-
488ροι, δι’ ὧν θὰ προικοδοτηθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Εἶ-
489ναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν πρῶτον τὸ οἰκονομι-
490κὸν ἔδαφος, καὶ εἶτα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ
491συζήτησιν νομοσχεδίου. Διότι ἰδοὺ ποῖα ἄτοπα γεννᾷ ἡ τοι-
492αύτη πρόωρος αὐτοῦ συζήτησις. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βου-
493λευτὴς πρὸ μικροῦ ἔλεγε μὲν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφω-
494νία ἐν τῇ Βουλῇ, προκειμένου περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίου
495ἀφορῶντος εἰς τὴν σύστασιν Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐζή-
496τησεν ὅμως ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ κυριώτατος πόρος τοῦ ταμείου
497τούτου, ὁ προερχόμενος ἐκ τῆς προσθέτου φορολογίας τοῦ
498σίτου, ἐξ ἧς προσδοκῶμεν εἴσπραξιν 3,000,000 δραχμῶν
499ἐτησίως. Ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων θὰ ζητήσωσι πι-
500θανῶς ἀφαιρέσεις ἄλλων ἐδαφίων τοῦ προκειμένου νομοσχε-
501δίου, θεωροῦντες ἐπαχθεῖς καὶ τοὺς ἄλλους φόρους, τοιου-
502τοτρόπως δὲ, ἀπὸ ἀφαιρέσεως εἰς ἀφαίρεσιν προβαίνοντες,
503θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ καταστῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνι-
504κῆς Ἀμύνης ἄπορον καὶ ἄπροικον.
505Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐνδεχομένου τούτου ὑπάρχουσιν ἕτεροι
506συνάδελφοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν
507τοὺς φόρους τούτους, προβαίνοντες εἰς αὐστηρὰς οἰκονομίας,
508ἐξ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου
509τῆς Ἀμύνης, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ ἱκανῶς ἐξηντλημέ-
510νος ἤδη λαός. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω σήμερον, ἂν εἶναι ἐπα-
511χθὴς ἢ μὴ ὁ φόρος οὗτος· θὰ ἔλθῃ πρὸς τοῦτο καταλληλο-
512τέρα εὐκαιρία. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν
513τῆς Βουλῆς, ἂν εἶναι δυνατὴ ἡ προικοδότησις τοῦ Ταμείου
514τῆς Ἀμύνης διὰ πόρων ἀορίστων καὶ δυσεπιτεύκτων. Τὸ
515ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς ἄλλοτε ἐν τῇ
516Βουλῇ, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι ἐν τῷ κόμ-
517ματι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑπῆρξαν δὲ αἱ
518οἰκονομίαι ἡ βάσις τοῦ προγράμματος ἡμῶν. Ὡς γνωρίζω
519κάλλιστα, μεγάλη προθυμία ὑπῆρχεν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὰς
520οἰκονομίας ταύτας, ἀλλ’ ὑπήρξαμεν μάρτυρες τῶν συμβάν-
521των κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ ἴδωμεν δὲ τί θὰ συμβῇ
522καὶ σήμερον, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῆς δι’ οἰκονομιῶν
523ἐξευρέσεως τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης.
524Δὲν εἶναι μυστήριον, Κύριοι, ὅτι κατὰ πᾶσαν περίστα-
525σιν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ψαλὶς τῆς περικο-
526πῆς θέσεων καὶ τῆς καταργήσεως νόμων θεωρουμένων πολυ-
527δαπάνων, οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας
528πτέρυγος, οἱ τοπικῶς ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως
529τούτων, συνασπίζονται, ἀποτελοῦντες ἰσχυρὰν ὁμάδα, καὶ
530ἀπειλοῦντες ἀνατροπὰς, οὗτοι δὲ ἐξαναγκάζουσι τὰς Κυ-
531βερνήσεις νὰ περιστέλλωσι τὰς πρὸς οἰκονομίας διαθέσεις
532των...
533§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.
534§19Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν χθὲς
535ἀκόμη, καὶ τὰ ἐνθυμούμεθα πάντες. Οὕτως εἴδομεν τὸν κ. ἐκ
536Γόρτυνος Βουλευτὴν, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν
537εἶχεν, ὅπως καταργήσῃ τὰς νέας Νομαρχίας καὶ περι-
538ορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Πρωτοδικείων, προβῇ δὲ καὶ εἰς ἄλ-
539λας τοιαύτης φύσεως οἰκονομίας, νὰ σταματήσῃ. Εἰς τοῦτο
540βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν προῆλθεν
541ἐξ ἀπροθυμίας, ἀλλ’ ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς
542στάσεως, ἣν ἔλαβον οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ πρὸ τῆς
543τοιαύτης ἀποφάσεως. Τοῦτο, ὅπερ συνέβη πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα
544μηνῶν, θὰ συμβῇ βεβαίως καὶ αὔριον, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ
545αὐτὰ προβληθῶσι μέτρα.
546Λοιπὸν, ἐὰν ἦναι ἀπόλυτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς
547ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἀποκρούσωμεν δι’ αὐ-
548τοῦ τοὺς ἐκ τοῦ Βορρᾶ ἀπειλουμένους κινδύνους, ὀφείλομεν
549ν’ ἀποδεχθῶμεν τοὺς φόρους τούτους, νὰ ἴδωμεν μέχρι τίνος
550σημείου φθάνει ἡ φιλοπατρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μέχρι
551τίνος σημείου ἐκτείνεται ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτοῦ. Τὸ πρᾶγμα
552εἶναι καθαρόν. Ἐσχηματίσθη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἡ
553πεποίθησις, ὅτι ὄντως ἐγκυμονεῖται θύελλα ἐν τῇ Ἀνατολῇ
554καὶ ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσῃ κινδύνους καθιστῶν-
555τας ἀναπόδραστον τὴν ἀνάγκην στρατοῦ; τότε ὀφείλει νὰ
556ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν. Ἐὰν ὅμως πιστεύῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχου-
557σιν οἱ κίνδυνοι οὗτοι, ἢ ὅτι δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν λύσιν
558τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων δι’ ἑτέρας πολιτικῆς, διὰ τῆς πο-
559λιτικῆς οὐχὶ τῶν ὅπλων, ἀλλὰ τῆς εἰρήνης· ἐὰν νομίζῃ,
560ὅτι διὰ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἐξημερώσεως δύναται νὰ
561καταστῇ παράγων τοιοῦτος εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὥστε νὰ
562προσελκύσῃ τὴν εὐμένειαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅταν αὗ-
563ται θὰ κρίνωσι τὴν τύχην τῆς Ἀνατολῆς, τότε πᾶσα φορο-
564λογία ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν εἶναι ματαία
565σπατάλη. Μάλιστα καθῆκον ἔχομεν νὰ περικόψωμεν σπου-
566δαίως καὶ τὰς δαπάνας τοῦ ὑπάρχοντος προϋπολογισμοῦ τῶν
567δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, διότι ἄχρηστος καθίσταται ἡ
568δαπάνη τοσούτου χρήματος. Ἴσως ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῇ
569Βουλῇ οἱ πρεσβεύοντες τὰς ἰδέας ταύτας, ἀλλ’ οὗτοι, μὴ
570ἀποτολμῶντες νὰ ἐκφράσωσιν ἐλευθέρως τὰς γνώμας των,
571θέλουσι νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ματαιώ-
572σεως τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ διὰ περιστροφῶν. Διὰ τοῦ-
573το, κύριε Πρόεδρε, αἱ κατὰ τῆς φορολογίας παρατηρήσεις
574δὲν παρουσιάζουσι τὴν εὐπρεπῆ καὶ εἰλικρινῆ διατύπωσιν
575τῶν ἰδεῶν τῶν ἀγορευόντων, ἀλλὰ καταντῶσι λογοκοπή-
576ματα πρὸς ματαίαν σπατάλην χρόνου.
577§20Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Βελλιανίτη!
578§21Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Φρονῶ δὲ,
579ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων μεγάλων ζητημάτων, ἕκα-
580στος ἔχει καθῆκον νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἀπεριφράστως.
581Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δέον νὰ παρασκευα-
582σθῶμεν στρατιωτικῶς, ὀφείλουσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς θυ-
583σίας· ἐὰν οὔ, δέον νὰ διαγραφῶσι καὶ αἱ ὑπάρχουσαι δαπά-
584ναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὴν ἰδέαν ταύτην
585δὲν ἐσχημάτισα τώρα· ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω καὶ
586ἄλλοτε ταύτην, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
5871901. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη, ὅτι τὰ
588μέσα τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν
589δι’ οἰκονομιῶν, περικόπτοντες θέσεις καὶ καταργοῦντες δη-
590μοσίας ὑπηρεσίας, θὰ ἔχωμεν πάλιν τοὺς συνασπισμοὺς τῶν
591κυρίων συναδέλφων, ὅπως ἀποκρούσωσι πᾶσαν περικοπὴν δα-
592πάνης, καὶ θὰ ἴδωμεν, ὅτι, ἂν ψηφισθῶσι τὰ στρατιωτικὰ
593νομοσχέδια, θὰ καταστῶσι πάντη ἄχρηστα.
594§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι
595τὴν στιγμὴν ταύτην ἕκαστος πρέπει μετ’ ἀπολύτου εἰλικρι-
596νείας νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ
597στιγμή, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς περιστά-
598σεις, ἀναβάλλοντες ἐπὶ 8 ἢ 10 ἡμέρας τὴν λύσιν τοῦ ζη-
599τήματος, τὸ ὁποῖον τάχιστα πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν
600Βουλήν. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔθεσα σαφῶς, καθ’ ἣν
601στιγμὴν παρουσιάσθην πρὸ ὑμῶν. Εἶπον ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς
602Κυβερνήσεως εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως
603τῆς χώρας. Εἶπον ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, κατὰ τὴν κρίσιν
604ἡμῶν, ἐπιβάλλεται, διότι ὕψιστα συμφέροντα συνδέονται
605μετὰ τῆς ταχείας στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Εἶ-
606πον ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται ἀφ’ ἑνὸς οἰκονομίαι,
607ἀφ’ ἑτέρου βάρη, καὶ ὅτι προήλθομεν εἰς οἰκονομίας. Διότι,
608ἂν ἐξετάσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, καὶ παραβά-
609λητε τοῦτον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, θέλετε
610εὕρει, ὅτι ἐν τοῖς τρισὶ πολιτικοῖς Ὑπουργείοις ὑπάρχει
611διαφορὰ 5,400,000 δραχμῶν. Ὅταν δ’ ἐκ τούτων ἀφαιρέ-
612σητε τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγρα-
613φῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, διότι δὲν ὑφίστα-
614ται ὑποχρέωσις πρὸς ἀναγραφὴν τούτων, ὅταν ἀφαιρέσητε
615τὴν δαπάνην ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὸν Σιδηρόδρομον Πε-
616λοποννήσου, ὅταν ἀφαιρέσητε 700,000 δραχμὰς δι’ ἔξοδα
617ἐκλογικά, θέλετε εὕρει διαφορὰν δρ. 3.700.000. Καὶ εἶ-
618πον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλομεν ὑποβάλει καὶ ἕτερα νο-
619μοσχέδια,—τὰ ὁποῖα καὶ ὑπεβάλομεν ἤδη,—δυνάμει τῶν
620ὁποίων θέλει ἐπέλθει ἑτέρα οἰκονομία 2,000,000. Ἀλλ’ εἶ-
621πον ἀκόμη πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκτὸς τῶν οἰκονομιῶν τού-
622των, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἀδύνατον νὰ
623γείνωσιν ἄλλαι. Εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι περιεκόψαμεν ἐκ
624τῶν δαπανῶν τῶν Ὑπουργείων πάσας ἐκείνας, αἵτινες ἐθεω-
625ροῦντο ὡς μὴ ἀπολύτου ἀνάγκης. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα,
626ὅτι περιεκόψαμεν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς
627δαπάνας τῶν ὑγειονομοφυλάκων, τὰς δαπάνας διὰ τὰς δεν-
628δροστοιχίας, καὶ πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ σχετιζόμενον
629πρὸς ἀργομίσθους. Περιεκόψαμεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν
630Γεωργικῶν Σταθμῶν τὰς δαπάνας τὰς προσωπικάς, τὰς
631ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ περικόψωμεν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρε-
632σίας. Ὑπέβαλον δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ εἰσά-
633γεται νέον εἶδος ἀστυνομίας, δι’ οὗ θέλει ἐπέλθει οἰκονομία
634ἄνω τῶν 500,000 δραχμῶν. Ὑπέβαλον καὶ ἕτερον νομοσχέ-
635διον, δι’ οὗ θέλουσι περιορισθῆ αἱ δαπάναι αἱ χάριν τῆς
636ὁδοποιίας γινόμεναι. Ὑπέβαλον προσέτι νομοσχέδιον, δι’ οὗ
637περιορίζονται αἱ δαπάναι τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγρα-
638φείων κατὰ 202,000 δραχμάς. Ὑπέβαλεν ὁ ἐμὸς συνάδελ-
639φος κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νομοσχέδια, διὰ
640τῶν ὁποίων ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν θέλομεν ἐξοικονομήσει
641ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ἀνα-
642γραφομένων. Ὑπέβαλεν ὁ ἕτερος συνάδελφός μου κ. ἐπὶ τῆς
643Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπέρχονται οἰκο-
644νομίαι 100,000 δραχμῶν. Ὑπέβαλεν ἐπίσης νομοσχέδια ὁ
645κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, δι’ ὧν μεγάλαι ἐπιφέ-
646ρονται εἰς τὰς δαπάνας οἰκονομίαι.
647Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι πέραν τῶν οἰκονομιῶν τού-
648των ἀδύνατον εἶναι νὰ γείνωσιν ἄλλαι. Ἀπέναντι ὅμως
649ὅλων αὐτῶν ἀκούω πολλάκις καὶ ἐπὶ ἡμέρας ἤδη ἐπαναλαμ-
650βανόμενον, διατὶ δὲν καταργοῦμεν τὰς νέας Νομαρχίας καὶ
651τὰ τέσσαρα νέα Πρωτοδικεῖα. Εἰς ἀπάντησιν τούτου λέγω,
652ὅτι δὲν καταργοῦμεν τὰς Νομαρχίας καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα,
653διότι πιστεύομεν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλ-
654λουσι τὴν διατήρησιν αὐτῶν, καὶ διότι φρονοῦμεν, ὅτι, ἂν
655ὑπάρχωσί τινες, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπη-
656ρεσίας δὲν δικαιολογοῦσι τὰς δαπάνας ταύτας, ἡ Βουλὴ
657δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὴν κατάργησιν αὐτῶν.
658Ἀλλὰ προβαίνω, Κύριοι, καὶ περαιτέρω, δηλῶν εἰς
659ὑμᾶς, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ καταργήσεως τῶν νέων νο-
660μῶν καὶ τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων, ὁμιλεῖτε περὶ
661δαπάνης 150,000 δραχμῶν. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι πιστεύετε
662ὅτι αἱ 150,000 δραχμαὶ αὗται δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν
663εἰς πλήρωσιν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐπιβάλλουσι δαπάνην 8 ἑκα-
664τομμυρίων.
665Ἡ Κυβέρνησις λοιπόν, Κύριοι, μελετήσασα τὸν Προϋπο-
666λογισμόν, ἐπήνεγκεν εἰς αὐτὸν πάσας τὰς δυνατὰς οἰκονο-
667μίας, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πέραν τῶν οἰκο-
668νομιῶν τούτων ἀδύνατον νὰ γείνωσιν ἄλλαι.
669Ἀφοῦ ἐξητάσαμεν τὰς οἰκονομίας, ἃς ἤλθομεν ἤδη εἰς
670τὰς ἐπιβαρύνσεις, τὰς ὁποίας τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια,
671ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τῶν ὁποίων παρατηρῶ μεγάλην ἐκ μέ-
672ρους ὅλων διάθεσιν, προκαλοῦσιν· ἃς ἐξετάσωμεν τὰς δαπά-
673νας, ἃς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπιβάλλουσιν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν
674αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι δύνανται νὰ καλύψωσι τὰς δαπάνας
675ταύτας. — Λέγω αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι, καὶ ὄχι αἱ δια-
676σαλπιζόμεναι τοιαῦται, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ εὕρητε σεῖς,
677διότι ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἱκανότητα νὰ
678ἀνεύρωμεν τοιαύτας. — Καὶ ποῖαι αἱ δαπάναι αὗται; Ηὐ-
679ξήσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 τὰς δαπάνας τοῦ
680Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 1,400,000 δραχμάς,
681καὶ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ
6821,100,000. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῶν δύο τού-
683των Ὑπουργείων σχεδὸν πᾶσα ἡ οἰκονομία, ἥτις ἐγένετο
684ἐν ταῖς δαπάναις τῶν ἑτέρων Ὑπουργείων, ἀπερροφήθη, καὶ
685ἐφθάσαμεν, Κύριοι, καίτοι, ὡς εἶπον, ὑπάρχει διαφορὰ δα-
686πανῶν 5,400,000 δραχ. ἐν τοῖς τρισὶ πολιτικοῖς Ὑπουρ-
687γείοις μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τοῦ Προ-
688ϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι
689τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμὸς
690τοῦ 1904, ἀνέρχεται εἰς 1,299,000 δραχμάς. Καὶ ταῦτα
691ἐγένοντο πότε; ὅτε δὲν ἐψηφίσθησαν εἰσέτι τὰ στρατιωτικὰ
692νομοσχέδια. Ἀλλά, παρακαλῶ, μὴ λησμονήσητε, ὅτι μετὰ
693τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας καὶ τοῦ
694περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θὰ προσθέσητε κατ’ ἀνάγ-
695κην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
696τικῶν καὶ ἕτερα 2,000,000. Μετὰ δὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νο-
697μοσχεδίου περὶ στρατολογίας κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐλαττωθῇ
698ἐπαισθητῶς τὸ ἔσοδον τῶν ἀντισηκωμάτων, τὸ ὁποῖον ἀνα-
699γράφεται ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἀνερχόμε-
700νον εἰς 1,400,000 δραχμάς. Ἐκ τῆς ἐλαττώσεως λοιπὸν
701τῶν ἀντισηκωμάτων, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω εἰς 1,000,000,
702καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
703Στρατιωτικῶν, τῶν διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων προκαλου-
704μένων, ἔχομεν ἀμέσως διαφορὰν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
705Κράτους 3,000,000 δραχμῶν. Καὶ ὅταν ἔχητε περίσσευμα
7061,299,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ
707ἀπορροφήσωσιν αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις καὶ τὸ ὁποῖον
708πάντως ἀπορροφᾷ τὸ λανθάνον ἔλλειμμα τῆς δημοτικῆς ἐκ-
709παιδεύσεως, πόθεν θὰ καλύψητε τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα
710οἱ νέοι στρατιωτικοὶ νόμοι ἐπιβάλλουσιν;
711Ἀλλὰ μήπως τὰ 3,000,000 ἀρκοῦσιν; Ἔχετε ὑπὸ συ-
712ζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης,
713καὶ τοῦτο ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν εὕρεσιν πόρων, ἀνερχομένων εἰς
7144,500,000 δραχμάς. Καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ποῦ θὰ εὑ-
715ρεθῶσιν; Ἐὰν ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου περὶ Τα-
716μείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀφαιρέσωμεν τὴν διάταξιν τὴν ἐπι-
717βάλλουσαν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ σίτου, οἱ πόροι τοῦ
718ταμείου μόλις θὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1,500,000.
719Ἀλλὰ πόθεν θὰ λάβωμεν τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ὑπο-
720λείπονται; Πόθεν τὰ ἕτερα 3,000,000, περὶ ὧν ἔκαμα λό-
721γον πρὸ ὀλίγου; Θὰ ὑποβάλωμεν, ὡς εἶπον, νομοσχέδια περὶ
722οἰκονομιῶν, ἐξ ὧν ἀπεκδεχόμεθα οἰκονομίας 2,000,000 δρ.
723Ἀλλὰ τὰ 2,000,000 ταῦτα εἶναι ἀδύνατον νὰ καλύψωσι
724τὰ 3,000,000 τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα
725πρέπει νὰ προσθέσωμεν 500,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ φόρου τῶν
726οἰνοπνευμάτων, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται σήμερον ἐν τῷ προ-
727ϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ὁ ὁποῖος εἰς τὸ μέλλον θέλει
728ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πρέ-
729πει νὰ καλύψητε 3,500,000 ἀφ’ ἑνός, καὶ νὰ εὕρητε ἀφ’
730ἑτέρου ἄλλα 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἄνευ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ
731σίτου ἐλλείπουσιν, ἵνα φθάσητε εἰς τὰ 4,500,000, τὰ ἀπο-
732λύτως ἀναγκαιοῦντα, ὅπως λειτουργήσῃ τὸ Ταμεῖον τῆς
733Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
734Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, λογικῶς σκε-
735πτόμενος, ὅτι εἶναι δυνατὸν Προϋπολογισμός, ὅστις ὑπέστη
736ἐλάττωσιν 5,400,000, ὅστις θὰ ὑποστῇ ἑτέρας οἰκονομίας
7372,000,000 διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων, ἅτινα ἤδη ὑπεβλή-
738θησαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ὁ Προϋπολογι-
739σμὸς οὗτος δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλας ἐλαττώσεις, ὅτι
740μετὰ τὴν πρώτην ἐλάττωσιν τῶν 5,400,000, μετὰ τὴν
741δευτέραν τῶν 2,000,000, δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ τρίτην,
742ἀνερχομένην εἰς ἕξ ἑκατομμύρια. Ἄν τις τοιοῦτόν τι ὑπο-
743στηρίξῃ, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ
744θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς δαπάνας τῶν στρατιωτικῶν
745νομοσχεδίων, διότι αὗται δὲν καλύπτονται δι’ ἰδανικῶν οἰ-
746κονομιῶν. Ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ προκαλέσω ἐκείνους, οἵ-
747τινες δῆθεν φρονοῦσιν, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν δύνανται νὰ κα-
748λυφθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ὅπως ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆ-
749μα καὶ ὑποδείξωσι, τίνες αἱ οἰκονομίαι αἱ δυνάμεναι νὰ φέ-
750ρωσιν 6,500,000. Ἂς ἔλθωσι νὰ ὑποδείξωσι τὰς οἰκονομίας
751ταύτας, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παραχωρήσωμεν τὴν ἀρχὴν
752εἰς αὐτοὺς, καὶ νὰ ἐπικροτήσωμεν εἰς τὰς οἰκονομίας αὐτῶν.
753Ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὴν ἐφευρετικότητα ἐκείνων·
754ἐνομίσαμεν ὅτι πέραν τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, δὲν δύ-
755ναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ οἰκονομιῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀπο-
756δειχθῇ, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μεγαλεί-
757τεραι οἰκονομίαι νὰ ἐπιτευχθῶσι, καὶ ἂν παραδεχώμεθα, ὅτι
758ἐπιβάλλεται ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, τότε ἐπι-
759βάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ σίτου, ἡ προκαλοῦσα
760τοσαύτην ἀντίδρασιν, ἐκτὸς ἂν εὑρεθῇ ἕτερος φόρος, δυνά-
761μενος νὰ δώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύ-
762της ἀπεκδεχόμεθα. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ὡς ἀδύνατοι
763ἀποβαίνουσι περισσότεραι οἰκονομίαι, ἐπίσης ἀδύνατον εἶναι
764νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος φόρος, δυνάμενος νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν
765σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν· διότι, ἐν ὅσῳ οἱ πόροι τοῦ
766Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ
767παρέχωσι πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρό-
768κειται εἴτε νὰ δανείσωσι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτηθησόμενον διὰ
769τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ὁπλισμοῦ, εἴτε νὰ προμηθεύσωσιν ἡμῖν
770τὸν ὁπλισμὸν, λαμβάνοντες τὸ τίμημα αὐτοῦ εἰς ἐτησίας
771δόσεις, οὐδὲν ἐπιτυγχάνομεν· ἵνα δὲ ἡ ἐμπιστοσύνη γεννηθῇ,
772δέον νὰ δοθῇ αὐτοῖς πλήρης ἀσφάλεια. Ἄνευ τῆς ἀσφα-
773λείας ταύτης οὐδένα θὰ εὕρητε διατεθειμένον εἴτε δάνειον
774νὰ δώσῃ, εἴτε τὸν ὁπλισμὸν νὰ παραχωρήσῃ ἐπὶ ἐτησίαις
775δόσεσιν. Ὁ μόνος φόρος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ δώσῃ τοιαύ-
776την ἀσφάλειαν, εἶναι ὁ τοῦ σίτου. Ἀδύνατον λοιπὸν νὰ
777σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ ὁπλισμοῦ, ἐν ὅσῳ δὲν δώσωμεν φό-
778ρον, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα νὰ ἦναι ἀσφαλῆ, σταθερὰ
779καὶ ἀναμφισβήτητα.
780Τοιαῦται εἶναι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλο-
781μεν νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ ἡμέρας τινὰς τὸν κυβερνητικὸν
782βίον ἡμῶν, ἐὰν αἱ ἰδέαι ἡμῶν δὲν γένωνται ἀποδεκταὶ παρ’
783ὑμῶν. Ἐὰν ταύτας ἀποδέχησθε, θέλομεν ἐξακολουθήσει κα-
784τέχοντες τὰς θέσεις ἡμῶν. Ἐὰν τοὐναντίον ἡ Βουλὴ φρονῇ,
785ὅτι τὰ μέτρα ἡμῶν δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ συμφέ-
786ροντα τῆς χώρας, πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτῆς,
787πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῆς τὰς οἰκονομικὰς, παρακαλῶ αὐτὴν
788νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐγκατα-
789λείψει τὴν ἀρχήν. Ἢ δέχεσθε λοιπὸν τὰς ἰδέας ἡμῶν, καὶ πότε
790δότε εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα, ὅπως τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐφαρμόσωμεν,
791ἢ δὲν δέχεσθε τὰς ἰδέας ἡμῶν, καὶ τότε ἀπαλλάξατε ἡμᾶς
792τῆς εὐθύνης, διότι ἡ ταχεῖα ἀπαλλαγὴ ἡμῶν τῆς ἀρχῆς
793καὶ ἡ ταχεῖα ἀντικατάστασις δύναται σκοπιμώτερον νὰ
794ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. (Ἐπευφημίαι καὶ
795χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
796§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ ποῖον χρόνον τὸ Ὑπουρ-
797γεῖον ἤθελε νομίσει, ὅτι πρέπει νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν,
798ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ προσδιορίσωμεν· ἁρμόδιον
799νὰ προσδιορίσῃ τὰ περὶ τούτου εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουρ-
800γεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπέχει τὴν εὐθύνην τοῦ κυβερνᾶν τὴν χώ-
801ραν, ὡς καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ παραιτεῖσθαι· καὶ ἑπομένως
802ἦτο περιττὸν νὰ μᾶς ἀγγέλλῃ δευτέραν ἤδη φορὰν ὁ κ. Πρό-
803εδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν
804ἐπιψηφίσῃ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ, αὐτὸς θέλει
805παραιτηθῇ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα αὕτη, ἁρμόδιος ἄλλος εἶναι
806νὰ ἀκούσῃ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἁρμόδιος
807εἶναι ὁ Βασιλεύς, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει ἀκούσει κατόπιν τὰ
808ἀποφασισθέντα καὶ τὰ γενόμενα. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἔχομεν
809ὑπ’ ὄψει, ποῖος κυβερνᾷ, καὶ ποῖος θὰ κληθῇ νὰ κυβερνήσῃ
810ἀντὶ τῶν νῦν κυβερνώντων· ἡμεῖς ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμ-
811φέροντα τοῦ τόπου, ταῦτα δ’ ὀφείλομεν νὰ παραστήσωμεν
812εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ πάσης εἰλικρινείας, καὶ νὰ εἴπωμεν
813τὴν γνώμην ἡμῶν, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ συνείδησις
814τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας μᾶς ἐπιβάλλει. Δὲν γνωρίζω
815ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Βουλή, ποίαν κρίσιν ἔχει περὶ τῆς
816νέας στρατιωτικῆς νομοθεσίας· αὕτη θέλει ἐκδηλωθῆ, ὅταν
817ἡ Βουλὴ κληθῇ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἐγὼ, ὡς μέλος
818τοῦ Κοινοβουλίου, φρονῶ βεβαίως, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀνα-
819διοργάνωσις τῆς χώρας εἶναι ἀναγκαία, φρονῶ ὅμως πρὸ
820πάντων, ὅτι ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ
821στρατολογίας, ὡς καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ Ταμείου
822Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα φρονῶ, δὲν φρονῶ ὅτι
823αἱ ἀνωμαλίαι ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου, αἱ μαστί-
824ζουσαι τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς Ἑλληνικοὺς κατὰ τὰ δύο τε-
825λευταῖα ἔτη, ὅτι αὐταὶ ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην ταύτην,
826καὶ ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ
827σήμερον, σώζομεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ κινδυνεύοντα
828ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου. Ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν
829στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας εἶναι ἀναγκαία. Βεβαίως
830πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιληφθῶ-
831μεν οὐχὶ μετὰ τῆς σπασμωδικῆς ἐκείνης ἀγωνίας, μετὰ τοῦ
832διλήμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἄγουσιν ἡμᾶς: «ἐὰν δὲν ἐπιψη-
833φίσητε τὰ περὶ ὧν πρόκειται νομοσχέδια, δὲν θέλετε τὴν
834Μακεδονίαν.» Ταῦτα εἶναι ἐπινοήματα ἀγυρτικά. (Εὖγε!
835εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
836Ἐγὼ οὐδέποτε ἤμην κατὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχε-
837δίων, οὐδέποτε ἤμην κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώ-
838σεως τῆς χώρας. Ἐγὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε προϊστά-
839μην τοῦ Ὑπουργείου τοῦ παραιτηθέντος κατὰ τὸν Ἰούνιον,
840ἀνήγγειλα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ
841ψηφισθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην ὁ νόμος περὶ στρατο-
842λογίας καὶ ὁ νόμος περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πο-
843λέμου, διότι ἐθεώρησα, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐτί-
844θεντο αἱ βάσεις κρείττονος μέλλοντος τῶν στρατιωτικῶν
845πραγμάτων τῆς χώρας. Δὲν εἶμαι δὲ ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους
846ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν, τῶν φρονούντων ὅτι
847πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν ὅλως τὴν πολιτικὴν τὴν στρα-
848τιωτικὴν, καὶ νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄλλων βελτιώσεων.
849§24Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὑμεῖς θέλετε ν’ ἀκο-
850λουθήσωμεν τοιαύτην πολιτικήν.
851§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἀσπάζο-
852μαι τὴν γνώμην ἐκείνων, μολονότι δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἀπο-
853δώσω εἰς ἄλλον Βουλευτὴν τοιαύτην τινὰ γνώμην· ἀλλ’ εἶ-
854ναι ἀντικοινοβουλευτικὸν νὰ ζητῶσι νὰ ἐπιβάλωσι τὸ ἀντί-
855θετον, τὴν πλήρη ἄρνησιν, ἵνα μᾶς ὑποχρεώσωσι ν’ ἀποδε-
856χθῶμεν τὴν γνώμην αὐτῶν.
857Ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας εἶναι ἔργον, τὸ
858ὁποῖον θέλει ἀπαιτήσει πολὺν χρόνον· πρέπει νὰ θέσωμεν τὰς
859βάσεις, ἀλλὰ νὰ θέσωμεν αὐτὰς οὐχὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς
860ἀπωλείας τῆς Μακεδονίας, οὐχὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν κινδύνου
861τοσοῦτον μεγάλων συμφερόντων τῆς χώρας· ἡ στρατιωτικὴ
862ἐργασία, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ βάσις
863ἐργασίας μελλούσης, ὅπως ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐξασφάλισιν
864τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, συμφερόντων οὐχὶ κατ’ αὐ-
865τὴν τὴν στιγμήν. Καὶ τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἀσχάλλῃ τις,
866ὅταν βλέπῃ ἱερὰς ὑποθέσεις, ὑποθέσεις τοσοῦτον συνδεομέ-
867νας μὲ τὴν ἱστορίαν τῶν γονέων μας, μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ
868τόπου, ὅταν τὰς βλέπῃ συρομένας ἐνταῦθα, ἵνα πείσωσι τὸν
869ἕνα ἢ τὸν ἄλλον νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ νομο-
870σχεδίου.
871Ἡμεῖς δὲν ἀντιλέγομεν νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὸν Ἑλ-
872ληνικὸν λαόν, ἀλλ’ ἀξιοῦμεν, ὅτι, πρὶν ἢ ἐπιβληθῶσι τὰ
873βάρη ταῦτα, πρέπει νὰ πείσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι
874τὰ βάρη ταῦτα εἶναι ἀναγκαῖα, πρέπει νὰ πείσωμεν τὸν
875Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ
876ἐθνικὰ συμφέροντα δι’ ἄλλου τρόπου ἢ διὰ τῆς ἐπιβολῆς
877τῶν βαρῶν τούτων. Καὶ ἐπείσαμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ
878τούτου; Ποίαν ἀπόδειξιν ἐδώκαμεν πρὸς αὐτόν; Ὁ κύριος
879Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σᾶς ἀνέφερε τὰς οἰ-
880κονομίας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
8811904. Βεβαίως δὲν ἦτο ἐλάττωσις ἐξόδων ἡ ἀφαίρεσις τοῦ
882ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
883τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν διὰ τὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γε-
884νόμενον δάνειον εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου (διαμαρ-
885τυρίαι ἐκ δεξιῶν). Ἡ Βουλὴ ἤκουσεν, ὅτι ἐγένετο ἡ μνεία
886τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἑκατομμυρίου, περὶ οὗ εἴρηται...
887§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα καθαρά,
888ὅτι δὲν ἦτο οἰκονομία. Ὑμεῖς ὅμως πέρυσι τὸ ἐθεωρήσατε
889οἰκονομίαν. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν τὸ θεωρῶ οἰκονομίαν.
890§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν τὸ ἐθεώρησα
891οἰκονομίαν. Ἀποδείξατέ το. Μὴ μετέρχεσθε τὴν τακτι-
892κήν, τὴν ὁποίαν μετήλθετε χθὲς κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
893Ἄρτης, ὅτε κατηγγέλλετε αὐτόν, ὅτι ἀπέκρουσε τὴν προ-
894ταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου αὔξησιν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰ-
895κοδομῶν, διότι ἔχει πολλὰς οἰκίας. Πείσατε τὸν Ἑλληνι-
896κὸν λαόν, ὅτι μετήλθετε πάντα τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκέσητε
897εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, εἰς τὴν θεραπείαν τῶν
898ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην, καὶ ὅτι δὲν ὑπολείπεται
899ἕτερον μέσον ἢ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαὸν τὰ βάρη, τὰ
900ὁποῖα προτείνετε. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας
901ἐπηνέγκατε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904; Ἐνομί-
902σατε, ὅτι εἶναι οἰκονομία, ὅτι εἶναι ἐλάττωσις ἐξόδων πε-
903ριττῶν, ἐλάττωσις ἐξόδων, ἥτις δὲν θὰ βλάψῃ τὰ συμφέρον-
904τα τοῦ Κράτους, ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως τῶν δύο ἑκα-
905τομμυρίων δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν
906ὁδῶν;
907§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει οὕτω τὸ
908πρᾶγμα· 2,000,000 ἦτο τὸ ὅλον κονδύλιον, καὶ ἀνεγρά-
909ψαμεν 1,600,000· ὥστε μόνον εἰς 400,000 δραχμὰς ἀνέρ-
910χεται ἡ οἰκονομία.
911§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀντικατεστήσατε δι’ αὐ-
912τὴν τί; Τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τῶν πολιτῶν. Τὴν προ-
913σωπικὴν ἐργασίαν ἐπιβάλλει ὁ περὶ ὁδοποιίας νόμος δι’ ἔργα
914τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας, ἀλλὰ δὲν τὴν ἐπιβάλλει δι’ ἔργα
915τῆς ἄλλης ὁδοποιίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας· ἀντ’ αὐ-
916τῆς ἐπιβάλλει φόρους, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσπράττει τὸ Δημό-
917σιον 5,000,000 δραχμάς· ἀφοῦ δ’ ἐπιβάλλει εἰς τοὺς πο-
918λίτας νὰ πληρώνωσι 5,000,000 δραχ. φόρους ὁδοποιίας,
919δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ἐπιβάλῃ καὶ προσωπικὴν ἐργασίαν.
920Δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας ἡ Κυβέρνησις παρελθούσης ἐποχῆς
921ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δημεύσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας,
922καὶ συνεχώνευσε τοῦτο μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα δυ-
923νηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ
924ἀποφύγῃ δυσαρέστους συνεπείας, εἰς τὰς ὁποίας δυστυχῶς
925ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1898 ὁ τόπος. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1901
926προέτρεπον τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
927τὸν καὶ νῦν τοιοῦτον, ὅτι πρέπει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσ-
928πράττομεν ὡς ὁδικὸν φόρον, νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπο-
929λογισμῷ ἀκέραιον, ἵνα ἐξοδεύηται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν
930ὁδῶν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἀπεδέχθη τοῦτο.
931Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναγνωρίζομεν πάντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς
932λαὸς, πλὴν τῶν τακτικῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἀποδίδει διὰ
933τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ τὴν κανονικὴν διοίκησιν,
934ἀποδίδει καὶ χρῆμα εἰδικῶς διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ συν-
935τήρησιν ὁδῶν, πῶς ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν διὰ
936τὴν ὁδοποιΐαν καὶ προσωπικὴν ἐργασίαν;
937Ἀλλὰ μήπως ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τῆς γεωργίας
938εἶναι ἐλάττωσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γένηται δεκτή; Διότι,
939ἐνῷ κατὰ τὰ 1899, 1900 καὶ 1901 τὸ Κράτος εἰσέπρα-
940ξεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τού-
941των 15 ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια τῶν ὅσα εἰσέπραξε κατὰ τὸ
942ἔτος 1896, νομίζετε ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν ᾐσθάνθη αὐτὴν
943τὴν μεγάλην φλεβοτομίαν; νομίζετε ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν
944περιῆλθεν εἰς κάματον; Τίνες ἐπλήρωσαν τὰ ἐπὶ πλέον ἑκα-
945τομμύρια ταῦτα; Τὰ ἐπλήρωσεν ἡ παραγωγὴ, δηλαδὴ
946ἠλαττώθησαν τὰ κεφάλαια, τὰ προοριζόμενα πρὸς ἀνάπτυ-
947ξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐλαττοῦνται τὰ κεφάλαια
948τῶν παραγόντων, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ παραγωγὴ περιέρχεται εἰς
949κάματον, γίγνεται ἀσθενεστέρα, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνα-
950μείνῃ τις τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς.
951Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπρότεινε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ
952τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, δὲν εἶναι ἀληθεῖς οἰκονο-
953μίαι. Ἐν ὅσῳ ἐπαναφέρουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁμιλοῦσιν
954ἐκτὸς τῆς Βουλῆς περὶ τῆς προσθήκης τῶν Νομαρχιῶν καὶ
955τῶν Πρωτοδικείων, καὶ προβάλλουσι τοτὲ μὲν, ὅτι κατὰ
956150,000 δραχμὰς ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τοτὲ
957δὲ κατὰ 200,000 ἢ 300,000, προβάλλουσι ζήτημα καταρ-
958γήσεως τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Πρωτοδικείων. Ἀλλὰ
959τοῦτο δὲν εἶναι τὸ κύριον ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Αἱ οἰκο-
960νομίαι ἀπαιτοῦσιν ἄλλας καταργήσεις, τὴν κατάργησιν τῶν
961περιττῶν θέσεων, τὴν παῦσιν τῶν ἀργομίσθων ὑπαλλήλων.
9624,000 ἀργομίσθους προσεθήκατε διὰ τῶν νόμων τοῦ 1900,
963τοῦ 1901 καὶ τοῦ 1889! Καὶ ἡμεῖς διὰ τῶν νόμων, οὓς
964προετείναμεν, ἐζητήσαμεν τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν μόνον κατὰ
9651000, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν ψηφιζόμενα τὰ
966νομοσχέδια ἐκεῖνα, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε παρενέ-
967βαλλε πᾶν πρόσκομμα. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας
968λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον,
969διότι, ἂν ἐψηφίζετο κατ’ αὐτὴν, ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο ἤδη
970ἐν ἐφαρμογῇ, καὶ ἤθελε λειτουργεῖ ἤδη ἡ νέα νομοθεσία, ὡς
971λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστά-
972σεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, διότι, ἐὰν ἐψηφίζετο τότε,
973ἤθελε καταδειχθῆ, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπι-
974βάλωμεν νέους φόρους.
975Ἀλλὰ καὶ τώρα ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν ἀμφότερα τὰ
976νομοσχέδια εὐχαρίστως, καὶ θέλομεν ψηφίσει αὐτά· ἀλλὰ
977πρὸ τούτου ἔχομεν ἀνάγκην, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν νέους φόρους,
978νὰ ζητήσωμεν ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τοιαύ-
979τας, ὥστε νὰ μᾶς μείνῃ περίσσευμά τι διὰ τὰς στρατιωτι-
980κὰς ἀνάγκας· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν
981ἤθελε μᾶς ἐπαρκέσει, τότε δυνάμεθα προθύμως νὰ προσφύ-
982γωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν
983νέους φόρους. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ τῶν
984ἀκροατηρίων).
985§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε διὰ μακρῶν,
986Κύριοι, συνεζητήσαμεν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903,
987ἐξητάσαμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς οἰκονομίας, περὶ ὧν ἐποιή-
988σατο τότε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ
989ἀπεδείξαμεν ὁποία ἦτο ἡ σημασία τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων.
990Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατηγγέλθην πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγὼ δῆθεν ἠθέ-
991λησα νὰ εἴπω ὅτι εἶχον θεωρήσει τὸ ἑκατομμύριον διὰ τὸ
992δάνειον τὸ πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου ὡς οἰκο-
993νομίαν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅσα κατὰ τὴν
994ἐποχὴν ἐκείνην εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρ-
995τυνος, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903. Παρέστησεν
996ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἀπέναντι τοῦ Προϋπολογι-
997σμοῦ τοῦ 1902 εἶχεν οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὥρισεν εἰς ἀριθ-
998μὸν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἀνέ-
999βην ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μεταξὺ
1000τῶν οἰκονομιῶν, τῶν ἐπαγγελλομένων τότε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτί-
1001μου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὑπῆρχε ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυ-
1002ρίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονο-
1003μία. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος
1004καὶ ἐμοῦ εἶναι, ὅτι ἐγώ, ὁμιλήσας περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1005τοῦ 1904 καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταξὺ τοῦ Προϋπο-
1006λογισμοῦ τούτου καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 ἔν τι-
1007σιν Ὑπουργείοις, εἶπον ῥητῶς, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομίαν
1008τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο,—καὶ δι’ αὐτὸ δὲν μετεχειρίσθην
1009τὴν λέξιν οἰκονομίαν,—ἀποτελεῖ διαφοράν, διότι πρόκειται
1010περὶ δαπάνης, ἡ ὁποία δὲν ἐπιβάλλεται. Οὐδέποτε λοιπὸν
1011εἶπον, ὅτι τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ ἀποτελεῖ οἰκονομίαν.
1012Ἀλλὰ ποῖαι αἱ οἰκονομίαι τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
1013τοῦ, ἀπεδείξαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων,
1014ὅτε ταῦτα συνεζητοῦντο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον·
1015καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι τῶν 10,000,000, ἃς
1016ἐπηγγέλλετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν ἦσαν πραγ-
1017ματικαὶ οἰκονομίαι, διότι δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ 10
1018ἑκατομμυρίων, διότι, ἀναλύσαντες τὰς οἰκονομίας τῶν νομο-
1019σχεδίων τῶν ὑποβληθέντων τότε, ἀπεδείξαμεν τὸ ὅλως ἀσή-
1020μαντον τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων.
1021Ἐπίσης κατηγόρησεν ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,
1022ὅτι περιωρίσαμεν τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν κατὰ
1023δύο ὅλα ἑκατομμύρια. Ἐδηλώσαμεν, Κύριοι, ὅτι εὑρέθη-
1024μεν εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ περιορίσωμεν
1025τὰς δαπάνας πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν, οὐχὶ μόνον κατὰ
10262,000,000, ὡς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Βου-
1027λευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀλλὰ κατὰ 3,000,000, διότι, ἐνῷ τὸ
1028ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903
1029πρὸς συντήρησιν τῆς ὁδοποιΐας ἀνέρχεται εἰς 2,200,000,
1030τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς
1031τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, περιορίζεται εἰς 1,800,000
1032δραχμάς. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρ-
1033τυνος νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ
1034εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ἐν τῇ ἰδιότητι ἀρχηγοῦ πολιτι-
1035κοῦ κόμματος, ὅτι προτείνομεν οἰκονομίας 2,000,000 δραχ-
1036μῶν; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπο-
1037βάλλομεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναθέτομεν εἰς τὴν
1038προσωπικὴν ἐργασίαν τῶν πολιτῶν τὴν συντήρησιν τῶν ἐθνι-
1039κῶν ὁδῶν, ἐνῷ, ἐὰν ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδῃ, ὅτι
1040διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας πρόκειται νὰ συντηρήσωμεν
1041τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ τὰς δημοτικὰς ὁδούς; Διατὶ λοιπὸν ὁ
1042κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος λέγει ἀνακριβείας, ἀλλ’ εἰς βάρος
1043ἡμῶν;
1044Καὶ δὲν εἶναι νεωτερισμὸς, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ
1045προσωπικῆς ἐργασίας, τὸ ὑποβληθὲν ὑφ’ ἡμῶν· διότι ὑπάρ-
1046χει νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὰ ἡμερομίσθια ἀπὸ 2 μέχρι 12
1047δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος, ἕνεκα τῶν ἐν αὐτῷ ὑπαρ-
1048χόντων ἐλαττωμάτων, δὲν ἐφηρμόσθη.
1049Ὁμιλεῖ πάντοτε περὶ οἰκονομιῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρ-
1050τυνος, ὅταν ἦναι ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ τὴν εὐ-
1051θύνην τῆς ἀρχῆς, φέρει Προϋπολογισμοὺς περιλαμβάνοντας
1052δαπάνας ἀνωτέρας τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῶν προκατόχων
1053αὐτοῦ Κυβερνήσεων. Καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπο-
1054λογισμῷ τοῦ 1903 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἶναι περισσότερα
1055τῶν δαπανῶν τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1901 καὶ 1902.
1056Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι αὐτὸς ἐφρόντισε περὶ
1057στρατολογίας καὶ περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέ-
1058μου, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον ἤδη καταστῆ νόμοι τοῦ Κράτους,
1059ἐὰν ἡμεῖς,—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ τότε—δὲν ἠθέλομεν ἐμ-
1060ποδίσει τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευ-
1061τής, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ποτὲ δὲν ἀνήρχοντο ἐν τῇ
1062ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ πάντοτε κατήρχοντο.
1063Ἀλλ’ ἄς ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, Κύριοι. Τί ἔλεγε
1064τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας; Πότε ἐπρόκειτο τὸ νο-
1065μοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ; Ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ
1066ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει αὐτοῦ; Ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, ποῖα εἶναι
1067τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, ὅπως ἐξασφα-
1068λίσητε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ; Ἐπροτείνατε νομοσχέδιον,
1069τὸ ὁποῖον ἐδηλώθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τοῦ
10701905. Καὶ βεβαίως ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον ἠδιαφόρει,
1071ἂν τὸ νομοσχέδιον, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἐφαρ-
1072μοζόμενον, ἤθελεν ἐπιφέρει αὔξησιν τῶν βαρῶν τοῦ Κράτους.
1073Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, εὔκολον εἶναι νὰ φέρωμεν ὀργανισμὸν
1074ἀκόμη τελειότερον καὶ νόμους στρατολογίας, τῶν ὁποίων ἡ
1075ἐφαρμογὴ ἤθελεν ἀπαιτήσει ἐπαύξησιν τῶν δαπανῶν οὐχὶ
1076κατὰ ὀκτὼ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ κατὰ 15 ὅλα ἑκατομμύρια,
1077καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν τὴν φροντίδα νὰ
1078εὕρωσι τὰ δεκαπέντε ἑκατομμύρια, ὅταν πρόκηται ν’ ἀνα-
1079βληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν· ἡμεῖς ὅμως, ἄλλως πολιτευόμε-
1080νοι, φέροντες εἰς τὴν Βουλὴν στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διὰ
1081τῶν ὁποίων αὐξάνονται αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, φέρομεν
1082συγχρόνως καὶ τὰ μέσα, ὅπως τὰς δαπάνας ταύτας καλύψω-
1083μεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος περὶ οὐδενὸς ἠσχο-
1084λήθη οἰκονομικοῦ μέτρου, φέρων τὸ νομοσχέδιον περὶ στρα-
1085τολογίας, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τούτου, γιγνομένου
1086νόμου τοῦ Κράτους, καὶ ἔφερε νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως
1087ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου»· καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τί
1088ἔλεγεν; ὅτι πόροι τοῦ ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου εἰσὶν οἱ
1089ἑξῆς: «πάντα τὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολο-
1090γίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νόμου καταβαλλόμενα ποσά».
1091Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρ-
1092νησις, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ,
1093κατήργει τὰς ἀπαλλαγάς, τὰς ὁποίας ἡμεῖς καταργοῦμεν
1094διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, ἀποτέλεσμα
1095θὰ ἦτο, ὡς εἶπον, ὅτι τὰ ἀντισηκώματα κατὰ πολὺ ἤθε-
1096λον ἐλαττωθῆ, καὶ ἑπομένως τὸ ἐξ αὐτῶν ποσόν, διὰ τοῦ
1097ὁποίου ἐπροίκιζε τὸ ταμεῖον τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, πολὺ ὀλί-
1098γην θὰ εἶχε σημασίαν. Δεύτερος πόρος τοῦ ταμείου ὑλικοῦ
1099πολέμου θὰ ἦτο «τὸ τίμημα τῶν ἐκποιουμένων κτηνῶν τοῦ
1100στρατοῦ». Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι οὗτος πόρος πραγματικός,
1101ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ βασισθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκει-
1102ται νὰ δανείσῃ 40,000,000 εἰς ἡμᾶς; Προσέθετε τρίτον
1103«τὸ τίμημα εὐχρήστου ὑλικοῦ πολέμου καὶ στρατοῦ, κατα-
1104λογιζόμενον εἰς βάρος ὑπολόγων, εἴτε κατατιθέμενον παρ’
1105αὐτῶν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ στρατοῦ, εἴτε εἰσ-
1106πραττόμενον διὰ τῶν ταμείων τοῦ Κράτους». Δηλαδὴ περὶ
1107ὀλίγων δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ἐπρόκειτο. Προσέθετε
1108δὲ κατόπιν «τὸ τίμημα τηλεβόλων, τυφεκίων καὶ τῶν πο-
1109λεμεφοδίων αὐτῶν καὶ ἐν γένει παντὸς εὐχρήστου ὑλικοῦ,
1110τοῦ ὁποίου ἕνεκα νεωτέρων τελειοποιήσεων καὶ ἐφευρέσεων
1111ἤθελε κριθῆ ἀναγκαία ἡ ἀντικατάστασις». Προσέθετεν ἀκό-
1112μη: «τὸ τίμημα φαρμάκων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας,
1113τὸ τίμημα βιβλίων καὶ στρατιωτικῶν κανονισμῶν, πᾶσα
1114ἀδέσποτος ἀπόθεσις, προκύπτουσα εἰς τὰς διαχειρίσεις τοῦ
1115στρατοῦ, τὰ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ
1116τῆς πυρίτιδος ὠφελήματα, οἱ τόκοι τῶν κεφαλαίων τοῦ τα-
1117μείου καὶ τὰ εἰσοδήματα τῆς ἐκ δωρεῶν προερχομένης ἀκι-
1118νήτου αὐτοῦ κτήσεως», καὶ ἐπὶ τέλους προσέθετε: «δωρεαί,
1119κληρονομίαι καὶ κληροδοτήματα ὑπὲρ τοῦ ταμείου.»
1120Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι πρακτικὰ αὐτά; καὶ εἶναι
1121δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐσκέφθη ὁ τότε ὑποβαλὼν τὸ νομο-
1122σχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ὅτι οἱ
1123πόροι αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωσι τόκους 100
1124χιλιάδων δραχμῶν; Ἰδοὺ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν
1125ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.
1126§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κα-
1127τέθηκεν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου, «περὶ συ-
1128στάσεως ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου», διαφέρει ἀπὸ τὸ νο-
1129μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατεθήκατε ὑμεῖς, κατὰ τοῦτο μόνον,
1130ὅτι ὡς πόρον αὐτοῦ δὲν ἀναφέρει τὴν πρόσοδον τὴν προερχο-
1131μένην ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ σίτου καὶ τὴν πρόσο-
1132δον τὴν προερχομένην ἐκ τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευ-
1133ματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.
1134§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ
1135ἔχει. Ἀλλ’ ἔχουσι διαφορὰν μεταξὺ των τὰ δύο νομοσχέ-
1136δια. Ἡμεῖς πρόκειται νὰ πορισθῶμεν 450,000 δραχμὰς
1137μόνον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὑμεῖς δὲ ἀπὸ
1138ὅλα τὰ ἄλλα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῆτε 500,000 δραχ-
1139μάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ μεταξὺ τῶν δύο νομοσχεδίων,
1140διαφορὰ τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν μετὰ τῆς αὐξή-
1141σεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου.
1142§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν περιελάβομεν προσ-
1143όδους ἐκ φόρων, διότι, ὡς εἶπον, ἠθέλομεν ἐπιβάλει φόρους
1144εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἠθέλομεν ἐξαντλήσει
1145ὅλα τὰ μέσα τῶν οἰκονομιῶν. (Φωναὶ καὶ θόρυβος ἐκ δε-
1146ξιῶν). Φωνάζουν οἱ Κύριοι, μὴ τηροῦντες τὸν Κανονισμὸν
1147καὶ διακόπτοντες. Νομίζετε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ φωνάζωμεν
1148καὶ ἡμεῖς; Νομίζετε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ σᾶς ἀφήσω-
1149μεν νὰ κάμητε οὔτε βῆμα πρὸς τὰ πρόσω;
1150§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πράξατέ το δι-
1151καίωμά σας εἶναι.
1152§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἡμεῖς μετ’ εὐ-
1153λαβείας ἠκούομεν τὸν ἀρχηγόν σας.
1154§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον
1155κατέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, «περὶ
1156συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», δὲν εἶπον, ὅτι δὲν
1157περιέχονται ἔσοδα ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς περιε-
1158λάβομεν. Βεβαίως τὸ ὁμολογοῦμεν· τὸ παρ’ ὑμῶν ὑποβλη-
1159θὲν νομοσχέδιον περιέχει ἀνώτερα ἔσοδα, ἀλλὰ περιέχει
1160ἀνώτερα ἔσοδα, διότι προσδοκᾷ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν
1161ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι
1162δὲν ἠθέλομεν προβῆ εἰς αὔξησιν φόρου, ἀλλὰ μόνον ὅτε θὰ
1163ἐξηντλοῦμεν ὅλα τὰ μέσα τῶν περικοπῶν καὶ τῶν οἰκονο-
1164μιῶν, καὶ μόνον τότε.
1165Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνέφερε
1166μετ’ ἐμπαιγμοῦ τὰ ἔσοδα, τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1896
1167προσδιορισθέντα διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, ἐκ τοῦ
1168ἀντισηκώματος, τὸ ὁποῖον ἐπετράπη νὰ ἀποδίδωσιν οἱ ἐξ
1169ἐπιστρατειῶν φυγόστρατοι, καὶ εἶπεν, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα
1170ἀνέρχονται μόνον εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδας δραχμῶν.
1171Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀνέρχονται μόνον εἰς δεκάδας τινὰς χι-
1172λιάδων δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1896, ὅτε ἐγὼ πρότεινα εἰς
1173τὴν Βουλὴν καὶ ἀπεδέχθη αὕτη καὶ ἀνεγράφησαν τὰ ἀντι-
1174σηκώματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ καταθέσωσιν οἱ καταδικα-
1175σθέντες, διότι δὲν προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ,
1176ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων τούτων τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέ-
1177πραξε μόνον κατὰ τὸ 1896 ἑπτακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας
1178δραχμῶν.
1179Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε νὰ
1180παραστήσῃ, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἠλάττωσε τὸ κονδύλιον πρὸς
1181συντήρησιν τῶν δημοσίων ὁδῶν κατὰ δύο ἑκατομμύρια. Ἐγὼ
1182δὲν ἐνόουν τοῦτο. Ἐγὼ ἐνόουν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
1183εἶχεν ἀναγραφῆ ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὅτι
1184ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου φέρει τὴν ἐλάττωσιν. Ὄχι δηλαδὴ
1185ἐλάττωσιν 2,000,000, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ 2,000,000 φέ-
1186ρει τὴν ἐλάττωσιν.
1187Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐμέμφθη
1188τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, διότι τὰ νομοσχέ-
1189δια, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἠδύναντο νὰ
1190ἐπιφέρωσι τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀνεφέροντο ἐν αὐτοῖς.
1191Δὲν ἔχω πρόχειρον σημείωσιν τῶν ποσῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα
1192ἐπρόκειτο νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, γνωρίζω
1193ὅμως, ὅτι ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς
1194ἀστυνομίας, ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς
1195διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομείων καὶ
1196τηλεγράφων καὶ τοῦ νόμου περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας προέ-
1197κυπτεν ἐλάττωσις ἐξόδων ὑπερβαίνουσα τὰ πέντε ἑκατομμύ-
1198ρια δραχμῶν.
1199§37Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνήθην, κύριοι Βου-
1200λευταὶ, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νὰ ἐννοήσω, κατὰ τίνα συνειρμὸν
1201ἰδεῶν καὶ πρὸς τίνα ἀπώτερον λόγον ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ
1202Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ κύριοι συνυπουργοί του ἐνό-
1203μισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἑνώσωσι τοσοῦτον στενῶς, τοσοῦτον ἀρ-
1204ρήκτως, εἰς ἓν ἀδιάσπαστον σύνολον, τὰ στρατιωτικὰ νομο-
1205σχέδια τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου πρὸς τὴν φορολογι-
1206κὴν μανίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
1207Παρέστησαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι τὰ νομοσχέδια τοῦ Διαδόχου,
1208δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι σάρκα καὶ
1209ὀστᾶ, παρὰ μόνον ἂν τραφῶσιν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸ γάλα
1210τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βου-
1211λευτοῦ. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ
1212Συμβουλίου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ
1213νομοσχέδια τοῦ Διαδόχου καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικὰ
1214ἀποτελοῦσιν ἓν σύμπλεγμα, ἐντελῶς ὅμοιον, ἀπαράλλακτον
1215πρὸς τὸ ζεῦγος ἐκεῖνο τῶν ἀδελφῶν τοῦ Σιὰμ, οἱ ὁποῖοι
1216ἐξῆλθον ἐκ τῆς κοιλίας τῆς μητρός των συγκεκολλημένοι
1217ἀπὸ τῆς ὠμοπλάτης, καὶ περὶ τῶν ὁποίων οἱ ἰατροὶ ἀπεφάν-
1218θησαν, ὅτι ἡ παραμικρὰ ἀπόπειρα πρὸς χωρισμὸν αὐτῶν ἤθε-
1219λεν ἐπιφέρει τὸν θάνατον ἀμφοτέρων· οὕτω δὲ καὶ ἔζων
1220ἡνωμένοι, καὶ ὅταν ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν κατόπιν ἀσθενήσας ἐκ
1221πολυφαγίας ἀπέθανεν, ὁ ἕτερος, καίτοι ὑγιὴς, ἠναγκάσθη
1222ν’ ἀποθάνῃ καὶ αὐτὸς, σύρων ἀπὸ τῆς ὠμοπλάτης του τὸ
1223πτῶμα τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ του.
1224Εἰς τοιοῦτόν τινα σύνδεσμον ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι
1225διατελοῦντα τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ φορο-
1226λογικὰ, καὶ προβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δίλημμα καὶ
1227λέγουσιν εἰς ἡμᾶς: «ἢ ψηφίζετε τὰ νομοσχέδια τὰ φορολο-
1228γικὰ, ὅσα ἡμεῖς προτείναμεν, καὶ ἐπιβάλλετε φόρον ἐπὶ τοῦ
1229σίτου, ἐπὶ τοῦ ἄρτου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ δὲν θέλετε
1230τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἢ δὲν θέλετε τὸ με-
1231γαλεῖον τῆς πατρίδος»; Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν τοῦτο; ἀλλ’ εἶ-
1232ναι εὐπρεπὴς ἀπέναντι τοῦ Διαδόχου καὶ εὐλαβὴς πρὸς τὴν
1233ἐθνικὴν κυριαρχίαν τοιαύτη τακτική; Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἐκ-
1234βίασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ αὐθαίρετον ὑμῶν
1235τοῦτο δίλημμα; Καὶ πῶς; Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης τάχα
1236μόνον μὲ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια δύναται νὰ ὑπάρξῃ; καὶ
1237μόνον μὲ τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ ἡ φορολογικὴ
1238μανία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ
1239ἀνδρωθῇ καὶ νὰ λειτουργήσῃ; Πρέπει τάχα νὰ φορολογή-
1240σωμεν, καὶ μόνον νὰ φορολογήσωμεν; πρέπει νὰ ἐπιβάλω-
1241μεν τάχα μόνον νέα βάρη, καὶ δὴ τοσοῦτον ἐπαχθῆ, τοσοῦ-
1242τον ἄδικα, τοσοῦτον παράλογα, ὅσον ἡ φορολογία τοῦ ἄρ-
1243του τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ προικοδοτήσωμεν τὸ ταμεῖον τοῦτο;
1244Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος εὑρέσεως χρημάτων; δὲν ὑπάρ-
1245χει ὁ τρόπος τῶν οἰκονομιῶν;
1246Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1247λίου παρέστησε πρὸς ἡμᾶς πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐπεδίωξε παν-
1248ταχοῦ νὰ φέρῃ οἰκονομίας, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ πράξῃ
1249τι ἄλλο, παρὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ ὀλίγα καὶ ἀσήμαντα, περὶ
1250τῶν ὁποίων ὡμίλει πρότερον. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος
1251τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπέ τι εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ
1252ὁποῖον οὐ μόνον πρὸς τὸ ὀρθὸν δὲν ἀνταποκρίνεται, ἀλλ’ οὐδὲ
1253πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος εἶχεν ἄλλοτε περὶ
1254τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἐν
1255πλάτει κατὰ τὸ 1896.
1256Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ πάλιν ζωηρὸς διεξήγετο ἀγὼν
1257περὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς στρατιω-
1258τικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Καὶ ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυ-
1259πουργὸς τὰ ἀκόλουθα, τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ
1260ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, διὰ νὰ ἐννοήσητε, ἂν εἶναι ὀρθὰ
1261καὶ συνεπῆ τὰ σήμερον ὑποστηριζόμενα ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ ἀπο-
1262τελοῦσιν ἀκριβῶς ἀντίθεσιν πλήρη καὶ τελείαν τῶν λεγο-
1263μένων τώρα ὑπὸ τοῦ κυρίου Θεοτόκη.
1264(Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης).
1265§38ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀναβάλλετε μέχρις ὅτου ἔλθῃ
1266ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
1267§39Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει καὶ ἀπαρτία,
1268κύριε Πρόεδρε.
1269§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
1270Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1271§41Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν καλέσητε τοὺς κυρίους Βου-
1272λευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των, ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος
1273συνάδελφος δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἔνστασίν του.
1274§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Πολυγένη, εἰς τὴν ἔν-
1275στασιν;
1276§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ
1277ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους συνάδελφος δὲν θὰ ἐπιμείνῃ. Ἡμεῖς
1278δὲν ἔχομεν ἐνδιαφέρον, ἐὰν θέλωσιν ἢ ὄχι οἱ φίλοι τῆς Κυ-
1279βερνήσεως νὰ μᾶς ἀκούσωσιν. Ἐὰν ὁμιλῶμεν, ὁμιλοῦμεν διὰ
1280νὰ φωτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅσοι δὲν θέλουσι νὰ
1281ἀκούσωσι, δύνανται νὰ ἀπέλθωσι.
1282§44Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἀποσύρω τὴν ἔνστασίν μου, κύριε
1283Πρόεδρε.
1284§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ προυτάθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρ-
1285τίας, δὲν ἠδυνάμην, παρὰ νὰ διατάξω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ
1286καταλόγου. Ἀποσυρθείσης τῆς ἐνστάσεως, παρακαλεῖται ὁ
1287κύριος Ἀγγελόπουλος νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
1288§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ ἐκ Κερκύ-
1289ρας Βουλευτὴς τότε, ὁ σήμερον Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
1290Συμβουλίου, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν μεταξὺ ἄλλων πολλῶν
1291καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1292«Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ
1293τῶν δυσχερειῶν· ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ Προ-
1294ϋπολογισμός, ἄλλως διασκευαζόμενος, δύναται νὰ δώσῃ τὰ
1295μέσα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ὑπουργείων
1296τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν.»
1297» Ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν
1298δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ
1299σύνταξις τῆς χώρας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυ-
1300σίας». Καὶ ποίας ἐνόει θυσίας; «νὰ περιορίσωμεν ὅλας τὰς
1301ἄλλας δαπάνας, ὅσον σεβασταὶ καὶ ἂν ἦναι αὗται».
1302Ταῦτα ἐφρόνει καὶ ἐδίδασκεν εἰς ἡμᾶς τότε ὁ νῦν Πρόε-
1303δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἔλεγεν, ὅτι ἠδύνατο
1304νὰ ἐξοικονομήσῃ αὐτὰ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζη-
1305τεῖ σήμερον διὰ τῶν φορολογικῶν του σχεδίων, νὰ τὰ ἐξοι-
1306κονομήσῃ διὰ τοῦ περιορισμοῦ ὅλων τῶν ἄλλων δαπανῶν.
1307Καὶ εἰς ποῖον Προϋπολογισμόν; Οὐχὶ εἰς τὸν Προϋπολογι-
1308σμὸν τοῦ 1904, τὸν αὐξηθέντα διὰ δεκάδος ἑκατομμυρίων
1309δραχμῶν νέων δαπανῶν, ἀλλ’ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
13101897, ὅτε δὲν ὑπῆρχον οὐδὲ αἱ νέαι Νομαρχίαι, οὐδὲ τὰ
1311νέα Δικαστήρια, οὐδὲ ἡ ἄλλη ἐκείνη σωρεία, ἡ ποικιλώνυ-
1312μος, τῶν προσθηκῶν εἰς τὰ ἔξοδα. Τότε λοιπὸν ἐφρόνει, ὅτι
1313ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων
1314πολιτικῶν Ὑπουργείων δέκα ἑκατομμύρια ὁλόκληρα χάριν
1315τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἐνῷ τώρα δὲν δύ-
1316ναται νὰ εὕρῃ εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων
1317οὐδὲ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ παρὰ τοῦ
1318Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς προικοδοσίαν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνι-
1319κῆς Ἀμύνης! Τώρα θέλει νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἄρτον τοῦ
1320Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ 4 ἑκατομμύρια,
1321ἐνῷ ἦτο εἰς θέσιν κατὰ τὸ 1896 νὰ λάβῃ 10 ὁλόκληρα ἑκα-
1322τομμύρια χάριν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας ἐξ
1323αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς περιστολῆς τῶν πιστώ-
1324σεων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων!
1325§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1326Ποίαν ἡμέραν ἠγόρευεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1327βουλίου;
1328§48Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν 9 Νοεμβρίου τοῦ
13291896.
1330§49Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα ὡμίλει περὶ τίνος Προϋπολο-
1331γισμοῦ; Τοῦ 1897 ἢ τοῦ 1896;
1332§50Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγεν ὅτι εἰς τὸν Προϋπο-
1333λογισμὸν τοῦ 1897 ἠδύνατο νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ποσὸν δέκα
1334ἑκατομμυρίων εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων,
1335οὐχὶ νὰ ἀποκτήσῃ ταῦτα δι’ ἐπιβολῆς νέας φορολογίας.
1336Ταῦτα ἐδίδασκε τότε πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀπεί-
1337ρους, τοὺς ἀδαεῖς. Καὶ ἐλέγομεν ἡμεῖς πρὸς αὐτόν: «ἀλλ’
1338ἐὰν ταῦτα δύνασθε ὑμεῖς νὰ πράξητε, βεβαίως καὶ τὴν
1339ψῆφον ἡμῶν θὰ σᾶς δώσωμεν, διὰ νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ
1340ἀνάγκαι αὗται τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ
1341τῶν Ναυτικῶν.»
1342Ἀλλὰ συνεπίκουρος τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀντιπροσώπου ἤρ-
1343χετο καὶ αὐτὴ ἡ οἰκονομολογικὴ αὐθεντία τῆς μερίδος ἐκεί-
1344νης, ἤρχετο ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κύριος
1345Σιμόπουλος, καὶ ἐδίδασκε καὶ ἐκεῖνος τοῦτο τὸ σπουδαῖον
1346καὶ ἐξαίσιον, ὅτι περὶ τῶν νέων φόρων οὐδὲ λόγος πρέπει νὰ
1347γείνῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν 8,000,000—ἐμειοδότει
1348ὀλίγον—εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ
1349ν’ ἀφιερώσωμεν ταῦτα ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς στρατιωτι-
1350κῆς συντάξεως τῆς χώρας.
1351Πῶς λοιπὸν τώρα θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς Κυ-
1352ρίους, πῶς θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ φορολο-
1353γήσωσι διὰ δεκάδος ὁλοκλήρου νέων ἑκατομμυρίων τὸν Ἑλ-
1354ληνικὸν λαόν, διὰ νὰ πράξωσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύ-
1355νανται νὰ πράξωσι καὶ ὑπέσχοντο νὰ πράξωσιν ἄνευ προσθή-
1356κης φόρων, ἀλλὰ δι’ ἐλαττώσεως δαπανῶν, καὶ δαπανῶν, αἱ
1357ὁποῖαι ἦσαν περιωρισμέναι τόσον, ὥστε ἡ διαφορὰ μεταξὺ
1358ἐκείνων καὶ τῶν σημερινῶν ἀποτελεῖ ἓν πλεόνασμα 10 ἑκα-
1359τομμυρίων δραχμῶν; Καὶ ἀφοῦ ἐπὶ 4 ἔτη κυβερνῶντες τὴν
1360χώραν ἐδαπάνησαν ἐπὶ πλέον 32,000,000 δρ. εἰς νέα ἔξοδα
1361τοῦ Προϋπολογισμοῦ τακτικά, ἀφοῦ ὑπέβαλον κατὰ τὰ τε-
1362λευταῖα ἔτη νέους φόρους, ἔρχονται σήμερον καὶ λέγουσι:
1363«δόσατε εἰς ἡμᾶς ἄλλα 10,000,000, βοηθήσατε καὶ πάλιν
1364ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, διὰ νὰ φροντίσωμεν τώρα
1365περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας»! Ἀλλὰ δύ-
1366ναται νὰ πιστεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι σπουδαιολογεῖτε,
1367λέγοντες ταῦτα, καὶ ὅτι πράγματι ἐπιδιώκετε τὴν στρα-
1368τιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας κατὰ τοιοῦτόν τινα ἐλεεινὸν
1369καὶ ἀσυνάρτητον τρόπον;
1370Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ πεισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ,—
1371διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι βεβαίως πεπεισμένος,— εἶναι
1372ἀνάγκη νὰ πεισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν
1373κρίσιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς κοι-
1374νωνίας συμπάσης δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιβο-
1375λὴν νέων φόρων, πρὶν ἢ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον οἰκονομίας,
1376δυναμένης νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν ταῖς πιστώσεσι τῶν διαφόρων
1377Ὑπουργείων τῶν πολιτικῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ κρίνω-
1378μεν καὶ θ’ ἀποδείξωμεν, ἂν ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἐπέβα-
1379λεν εἰς τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ νόμος τῆς νέας διοι-
1380κητικῆς διαιρέσεως καὶ τῶν νέων Δικαστηρίων, εἶναι δα-
1381πάνη μόνον 150,000 δραχμῶν, ὡς λέγει ἀφελῶς ὁ κύριος
1382Πρωθυπουργὸς, ἢ εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τούτων. Τώρα βεβαίως
1383δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ἡ κατάλληλος· θ’ ἀναπτύξωμεν ἄλλοτε
1384κονδύλιον πρὸς κονδύλιον, ποῦ καὶ πῶς καὶ πόσον ηὐξήθη-
1385σαν αἱ πιστώσεις χάριν τῶν δύο τούτων νόμων.
1386Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ἓν ἄλλο πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς.
1387Θέλετε πράγματι καὶ εἶσθε εἰλικρινεῖς, θέλετε τὴν στρα-
1388τιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας; φέρετε τὸν Προϋπολογισμὸν,
1389οὐχὶ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθητε νὰ φέρητε, οὐχὶ τὸν
1390ἔχοντα οἰκονομίας 10,000,000 δραχμῶν· φέρετε τὸν Προ-
1391ϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1896, κατὰ τὸ 1897.
1392Μόνον ἐὰν φέρητε τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν, μόνον ἐὰν περι-
1393κόψητε τὰς πιστώσεις καὶ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας, δυ-
1394νάμεθα νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, καὶ ὅτι
1395πράγματι θέλετε τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας·
1396ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ποτὲ, ὅτι πρέπει νὰ
1397φορολογήσωμεν τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ νὰ προ-
1398βῶμεν εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη
1399εἰς τὴν ἁπλουστάτην θυσίαν, νὰ ἀποκόψῃ δαπάνας αὐθαι-
1400ρέτως ἐπιβληθείσας ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ
1401τῆς διοικήσεως ἀκόμη.
1402§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1403§52ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἡ πρόκλησις, Κύριοι, τοῦ κυρίου Προέ-
1404δρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, καὶ αἰσθάνο-
1405μαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζή-
1406τησιν θέματος.
1407Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1408Κυβερνήσεως ἐξεῦρε τὴν ψυχολογικὴν στιγμὴν τῆς πατριω-
1409τικῆς ἐξάρσεως, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν αὔξησιν τῶν φό-
1410ρων κατὰ τρόπον τείνοντα εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ἐλευθερίας
1411τῆς Ἑλλάδος, καὶ συνέδεσε τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια μὲ
1412τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν τῆς χώρας, ὁ δὲ φίλος Βου-
1413λευτὴς ἐκ Παξῶν ἐζήτησε μάλιστα καὶ νὰ προταχθῇ ἡ
1414συζήτησις τῶν φορολογικῶν μέτρων, ἵνα δοκιμασθῇ, ὡς εἶ-
1415πεν, ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων.
1416Οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται νὰ εὑρεθῇ μεταξὺ ἡμῶν ἐστερη-
1417μένος τῶν αἰσθημάτων τοῦ πατριωτισμοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα τό-
1418σον πομπωδῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ κολάσῃ τὰ
1419νέα φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν ὑπάρχει
1420Ἕλλην ἀρνούμενος νὰ συμμερισθῇ τὴν τύχην τῶν ἀλυτρώ-
1421των ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ νὰ ὑποστῇ χάριν αὐτῶν λογικὰς
1422θυσίας. Ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ἐμφύτως ἐγκεχαραγμένος εἰς
1423τὰς ψυχὰς πάντων τῶν Ἑλλήνων, οὐδεμία δὲ παρῆλθε
1424ἐθνικὴ περίστασις, καθ’ ἣν οὗτοι δὲν ἔσπευσαν νὰ προσφέ-
1425ρωσι μετ’ ἀξιοθαυμάστου αὐταπαρνήσεως καὶ ἐνθουσιασμοῦ
1426διπλοῦν τὸν φόρον των, ἐν αἵματι καὶ χρήματι, εἰς τὸν
1427ἅγιον τῆς πατρίδος βωμόν.
1428Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο. Τὸ ζήτημα, κύριοι
1429συνάδελφοι, ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, μάτην δὲ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1430γὸς ἠθέλησε νὰ τὸ μετατοπίσῃ, μιμούμενος τὸν ἰατρὸν, ὁ
1431ὁποῖος τὴν δριμύτητα τῆς πικρίας τοῦ φαρμάκου συνοδεύει
1432δι’ ὀλίγων κόκκων ζακχάρεως. Τὸ ζήτημα εἶναι, κατὰ τίνα
1433τρόπον καὶ διὰ τίνων μέσων δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ ἐν
1434τῇ περιστάσει ταύτῃ ὅ,τι δυνατόν. Διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς
1435τὰς πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας καταφεύγετε πάντοτε, ὁσάκις
1436θέλετε χρήματα. Καὶ ἰδοὺ πρόχειρος πηγή· ἁπλώνετε τὰς
1437χεῖράς σας εἰς τὰ θυλάκια τῶν πολιτῶν, καὶ ἀφαιρεῖτε ὅ,τι
1438ἀπέμεινεν εἰς αὐτοὺς, κατὰ ἕνα τρόπον μάλιστα προχει-
1439ρότατον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώρισεν ἄλλας πηγὰς φορολογίας
1440ἀπὸ τὰς πηγὰς τοῦ ἄρτου, τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευ-
1441μάτων, τοῦ οἴνου καὶ ἐν γένει τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγ-
1442κης, καὶ δὲν ἐγνώρισεν ἄλλην τάξιν πολιτῶν, ὅπως συμμερι-
1443σθῇ τὰ βάρη τῆς Πολιτείας, ἀπὸ τὴν μάρτυρα μέσην τάξιν
1444τῶν πτωχῶν πολιτῶν. Εἰς αὐτὰς καὶ μόνας τὰς πηγὰς καὶ
1445εἰς μόνην τὴν τάξιν τῶν πτωχῶν πολιτῶν καταφεύγουσι
1446πάντοτε οἱ οἰκονομολόγοι τῆς σήμερον, ὡς εἰς ἀκενώτους
1447πηγὰς, ἵνα ἄρωσι τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ διαμορ-
1448φώσωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ γίνεται στρα-
1449τιωτικὴ ἀνασύνταξις τῆς χώρας τὴν ἑνδεκάτην ὥραν; ἐνερ-
1450γεῖται σοβαρὰ στρατιωτικὴ ἀνασύνταξις εἰς βραχύτατον
1451χρονικὸν διάστημα;
1452Σεῖς, Κύριοι, ἐκλήθητε μετὰ τὸν πόλεμον, ἵνα κυβερνή-
1453σητε τὴν χώραν, καὶ τὴν ἐκυβερνήσατε ἀδιαταράκτως ἐπὶ
1454τρία καὶ ἥμισυ ἔτη. Τί ἐπράξατε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο
1455διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας; Ἀντὶ
1456νὰ ὑψώσητε τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ν’ ἀποκόψητε
1457ἀπηνῶς περιττὰς δαπάνας, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὰς πολυτελεῖς
1458ἐπιχορηγήσεις καὶ τὰς δωρεὰς, τοὐναντίον διεσκορπίσατε
1459καὶ διὰ τῶν δύο χειρῶν σας τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ
1460λαοῦ, τὸ ὁποῖον οὗτος σᾶς ἔδιδεν, ὑπείκων εἰς τὰς ἀγρίας
1461καταδιώξεις σας, ἐπὶ κινδύνῳ νὰ στερηθῇ καὶ αὐτοῦ τοῦ
1462ἐπιουσίου ἄρτου, διεσκορπίσατε αὐτὸ εἰς ἔργα πολυτελῆ
1463καὶ περιττὰ, εἰς ἔργα ἐντελῶς μάταια.
1464Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σήμερον εἶναι
1465ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν πρέπει ἕκαστος μετ’ ἀπολύτου εἰλικρι-
1466νείας νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του· καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο
1467αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ, λέγων τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις.
1468Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀκούει διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμενον, διατὶ
1469δὲν καταργεῖ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς Νομαρχίας, καὶ
1470εἶπεν, ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται, διότι ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας
1471ἐπιβάλλουσι τὴν δαπάνην ταύτην. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, Κύ-
1472ριοι, σᾶς παρακαλῶ,—καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντή-
1473σητε,—κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ ὑπηρεσία τῆς Διοικήσεως,
1474ἀφ’ ὅτου ἐκάμετε τὸν νομόν Ἀχαΐας; καὶ κατὰ τί διοι-
1475κεῖται σήμερον καλλίτερον ἡ Ἠλεία, ἀφ’ ὅτου ἀπεχωρί-
1476σατε αὐτὴν ἀπὸ τῆς Ἀχαΐας; Εἴπατέ μοι, παρακαλῶ,
1477κατὰ τί ἠνορθώσατε τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης διὰ
1478τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων; Μήπως διότι αἱ
1479ὑποθέσεις τῆς Λεβαδείας δικάζονται ἤδη ἐν αὐτῇ τῇ πρω-
1480τευούσῃ τῆς Λεβαδείας, ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν Λεβαδέων
1481μικροκομματαρχῶν, καὶ οὐχὶ ἐν Ἀθήναις; Καὶ αὐτὸ σᾶς
1482ἔκαμε, Κύριοι, νὰ αὐξήσητε τὰς δαπάνας, εἰς στιγμὴν,
1483κατὰ τὴν ὁποίαν μία φωνὴ ἠκούετο πανταχόθεν, ἡ φωνὴ
1484τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς πείνης, καλοῦσα τὴν Κυβέρνησιν
1485καὶ τὴν Βουλὴν νὰ παρέμβωσι! Καὶ ἐπιμένετε ἀκόμη, καθ’
1486ἣν στιγμὴν οἱ παραγωγοὶ τοῦ πολυτιμοτέρου προϊόντος τῆς
1487Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κυριώτατον στοιχεῖον τῆς
1488ἡμετέρας παραγωγῆς καὶ τὴν κυριωτάτην πηγὴν τοῦ πλού-
1489του ἡμῶν, ὡς λαοῦ καὶ ὡς Κράτους, κατατρύχονται ὑπὸ
1490δεινοτάτης κρίσεως καὶ περιῆλθον εἰς στυγνὴν ἀπελπισίαν,
1491καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀπηξιώσατε καὶ λόγον κἄν νὰ κάμητε!
1492Ὁ ἄρτος λοιπὸν τῶν πολιτῶν, καὶ ὁ οἶνος, καὶ αἱ οἰκοδο-
1493μαί, καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ἡ ζάκχαρις, μόνα τὰ εἴδη
1494ταῦτα τῆς πρώτης ἀνάγκης, εἰς τὰ ὁποῖα προσετέθη τώρα
1495καὶ τὸ φῶς...
1496§53Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἠλεκτρικόν.
1497§54ΧΟΙΔΑΣ. Μάλιστα, διὰ νὰ μὴ μείνῃ τίποτε ἀφορολό-
1498γητον!... Αὐτὰ, λέγω, μόνα θ’ ἀποτελῶσι πάντοτε τὰς
1499πηγὰς τοῦ κορεσμοῦ τῆς φορολογικῆς ἀπληστίας σας; Εἶναι
1500τοῦτο ὑπαγόρευσις τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς
1501ἰσότητος; Ἐπιτρέπεται ἡ ἐπ’ ἄπειρον αὔξησις τῶν φόρων
1502ὡρισμένων εἰδῶν καὶ ὡρισμένης τάξεως; Καὶ δὲν βλέπετε,
1503ὅτι οὕτω καθιστᾶτε ἀπρόσιτα τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγ-
1504κης, καὶ θὰ ἐξοντώσητε τελείως τὴν μᾶλλον φορολογου-
1505μένην τάξιν;
1506Θέλετε χρήματα; Ὑπάρχουσι τοιαῦτα εἰς τὰς οἰκονο-
1507μίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν σπατάλην, ἥτις ὑπῆρξε πάντοτε τὸ
1508μόνον κεφάλαιον τῆς πολιτικῆς σας πίστεως. Διατὶ, Κύ-
1509ριοι, πρὶν ἀποφασίσητε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν λαὸν κατὰ
1510τρόπον σκληρότατον νέους βαρεῖς καὶ ἀφορήτους φόρους, δὲν
1511περικόπτετε τὰς περιττὰς δαπάνας; Τί τὰ θέλετε τὰ
1512Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς Νομαρχίας; Διατὶ δὲν ἐκτείνετε τὸ
1513ἔργον τῆς περικοπῆς εἰς ὅλα ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ χρόνος καὶ ἡ
1514πεῖρα κατέδειξαν ἀνωφελῆ καὶ ἄχρηστα; Ὑπάρχουσι καὶ
1515περιτταὶ δημόσιαι θέσεις, γνωσταὶ τοῖς κυρίοις Ὑπουργοῖς,
1516ἀπορροφοῦσαι ἄνευ λόγου ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν
1517καὶ οὐδένα ἐκπληροῦσαι σκοπόν. Ὑπάρχουσι καὶ Γυμνάσια
1518περιττὰ, καὶ Εἰρηνοδικεῖα τοιαῦτα· διατὶ ὀρρωδεῖτε πρὸ
1519αὐτῶν, καὶ δὲν ὀρρωδεῖτε πρὸ τοῦ ἀπαισίου ἐγχειρήματος
1520τῆς μείζονος ἐπιβαρύνσεως τῶν ἀπορωτέρων τάξεων διὰ φό-
1521ρων, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν μόνον σκέψεις περὶ ἀνακουφίσεως
1522αὐτῶν ἐπεβάλλοντο;
1523Τοῦτο λοιπὸν ἦτο πρωτίστως τὸ ἔργον σας, ὄχι ἡ αὔ-
1524ξησις τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν συνήθων εἰδῶν καὶ ἡ ἐξόντω-
1525σις τῶν ἀπορωτέρων τάξεων. Ἐκλήθητε, Κύριοι, νὰ ἀνορ-
1526θώσητε, καὶ οὐχὶ νὰ ἐξολοθρεύσητε καὶ ἀπολέσητε.
1527Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν περικοπὴν
1528πάσης περιττῆς καὶ ἀσκόπου δαπάνης δὲν ἠθέλετε ἐπαρ-
1529κέσει εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας, τότε, ἀλλὰ μόνον τότε
1530νὰ ἔλθητε νὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ λαοῦ τὰς θυσίας, τὰς
1531ὁποίας ζητεῖτε σήμερον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1532§55Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς θυσίας καλεῖ ἡμᾶς καὶ τὸν
1533Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι
1534βλέπει, ὅτι τὰ ὕψιστα ζητήματα τῆς πατρίδος κανονίζον-
1535ται προσεχῶς, καὶ ὀφείλομεν πάντες νὰ συναισθανθῶμεν,
1536ὁποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλονται ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα λέ-
1537γει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μᾶς εἶπε ποίαν αὐ-
1538τὸς ἔχει πολιτικήν. Ἔχετε ἐξωτερικὴν πολιτικήν; Ποίαν
1539ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἔχετε; Εἰς τί θὰ συντελέσωσι τὰ μέ-
1540τρα αὐτά; Πότε ἄρχεται ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν; Ἀφορῶσιν εἰς
1541τὸ προσεχὲς μέλλον ἢ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον; Περὶ τού-
1542του πρόκειται.
1543Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαγγέλλεται, Κύριοι, χωρὶς νὰ τὸ
1544εἴπῃ καθαρῶς πρὸς ἡμᾶς, τὴν μεγάλην ἀνάγκην τῶν παρα-
1545σκευῶν, καὶ ἀπαιτεῖ τὰς θυσίας ταύτας, διότι τὸ μέλλον
1546τὸ προσεχὲς εἶναι ἐπικίνδυνον. Ἐὰν τῳόντι ἔχῃ τοιαύτην
1547πολιτικήν, ἡμεῖς πάντες εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συνεισφέρωμεν
1548εἰς τὰ βάρη. Ἀλλ’ ἔχει τοιαύτην πολιτικήν; Πρόκειται
1549νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλάς, καὶ ἔχει ἀνάγκην προσεχῶν προπαρα-
1550σκευῶν; ἢ πρόκειται νὰ καλύψῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐλλείμ-
1551ματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ἐδημιούργησεν ἐν
1552τῷ παρελθόντι; Ἄς τὸ εἴπῃ καθαρῶς. Ἐὰν πρόκηται περὶ
1553ἐλλειμμάτων, καθῆκον ἔχομεν καὶ πάλιν νὰ σκεφθῶμεν,
1554ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ προβῶμεν εἰς τὰς οἰκονομίας τὰς
1555δυνατάς, καὶ μετὰ τοῦτο ἐν ἀνάγκῃ νὰ συνεισφέρωμεν καὶ
1556τὸν ὀβολόν μας ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν ἐν γένει.
1557Προετάξαμεν τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά· ἀλλὰ τίνος
1558μέτρου ἐκ τῶν δι’ αὐτῶν προτεινομένων, καὶ συνεπαγομένων
1559δαπάνας ἡ ἐφαρμογὴ ἄρχεται προσεχῶς; Οὐδενός. Τὸ Τα-
1560μεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης βεβαίως, ἐὰν προικισθῇ ὅπως
1561κανονίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ λειτουργήσῃ μετὰ ἓν
1562ἔτος. Δὲν θὰ ἤμεθα τάχα ἐν καιρῷ μετὰ ἓν ἔτος; Βεβαίως
1563πάντες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης,
1564καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συνεισφέρωμεν, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ καὶ
1565ἐκ πόρων ἄλλων.
1566Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Πρόκειται περὶ ἀναβο-
1567λῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ κ. Πρω-
1568θυπουργός, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συνήνεσε νὰ προταχθῶσι τὰ
1569νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά, πλὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
1570συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», καὶ λίαν ὀρθῶς·
1571διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν φορολογι-
1572κόν. Κανονίζονται φόροι, τοὺς ὁποίους ἐὰν δεχθῶμεν, ἐτε-
1573λείωσε! δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ μὴ
1574τοὺς ψηφίσωμεν. Τοιοῦτον κατ’ ἀρχὴν εἶναι τὸ νομοσχέδιον.
1575Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι προικίζομεν τὸ ταμεῖον διὰ τοῦ φόρου
1576τοῦ σίτου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι κατόπιν νὰ δεχθῶμεν τὴν
1577αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ σίτου.
1578Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει ν’ ἀνα-
1579βληθῇ, ἵνα ψηφισθῇ συγχρόνως μὲ τὰ ἄλλα φορολογικὰ νο-
1580μοσχέδια, καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ κανονίσωμεν τοὺς
1581πόρους τοῦ ταμείου τούτου καὶ τὸ ποσόν. Διὰ τοῦτο φρο-
1582νῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ.
1583§56Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, προκειμένου μετ’ ὀλί-
1584γον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
1585δίου, τοῦ ἀφορῶντος ἀληθῶς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν
1586τοῦ ἔθνους, εἴτε ἐν τῷ παρόντι εἴτε ἐν τῷ μέλλοντι, ἔχο-
1587μεν καθῆκον ἀπαραίτητον πάντες νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην
1588ἡμῶν καὶ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἣν μετ’ ὀλί-
1589γον πρόκειται νὰ δώσωμεν.
1590Ἐκ τῶν προτέρων, Κύριοι, δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1591του, ὅτι, καίτοι φρονῶ ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι καὶ ἕτεραι
1592οἰκονομίαι, οὐχὶ βεβαίως ἱκαναὶ καὶ ἀνάλογοι πρὸς τὰς
1593ἀπαιτουμένας δαπάνας πρὸς παρασκευὴν τῆς χώρας, ἐγὼ
1594θὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι αἱ
1595περιστάσεις αἱ παροῦσαι δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ σκεπτώμεθα
1596καὶ νὰ συζητῶμεν περὶ λεπτομερειῶν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ
1597Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ περὶ ἄλλων οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι
1598ἐνδεχόμενον νὰ γείνωσιν, ἐνδεχόμενον καὶ νὰ μὴ γείνωσι, διὰ
1599τοὺς γνωστοὺς λόγους.
1600Προβάλλεται, Κύριοι, ἡ γνώμη, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν γεί-
1601νωσιν αἱ διάφοροι οἰκονομίαι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῶμεν
1602περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ ἄρτου τοῦ πτωχοῦ λαοῦ.
1603Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι αὗται, καίτοι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δύ-
1604νανται νὰ γείνωσιν ἐν μέρει, δὲν εἶναι εὔκολον τώρα νὰ
1605πραγματοποιηθῶσι καὶ ν’ ἀποφέρωσι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ
1606ὁποῖα σήμερον ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν, ὅπως
1607παρασκευασθῶμεν τὸ ταχύτερον· διότι, ὡς εἶναι βεβαιωμέ-
1608νον, ἂν δὲν ἐξασφαλίσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον
1609διὰ νόμου, πρὸς συνομολόγησιν δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ
1610δυνηθῶμεν νὰ προμηθευθῶμεν τὰ ὑλικὰ τοῦ πολέμου, δι’ ὧν
1611θὰ παρασκευασθῶμεν ἐν γένει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομο-
1612λογήσωμεν τοιοῦτο δάνειον.
1613Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, προσβάλλεται, διότι δῆθεν βα-
1614ρύνεται ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐπιβολῆς αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ δα-
1615σμοῦ τοῦ σίτου κατὰ 2½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Τὸ νομοσχέδιον
1616τοῦτο θεωρῶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὠφέλιμον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν
1617παρέχει εἰς τὸ ἔθνος 3,000,000 δραχμὰς, διὰ τῶν ὁποίων,
1618Κύριοι, θέλομεν δυνηθῆ νὰ παρασκευασθῶμεν ἀπέναντι τοῦ
1619προφανοῦς κινδύνου, τὸν ὁποῖον πάντες συνομολογοῦμεν καὶ
1620πάντες διαβλέπομεν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ εἶναι καὶ προστατευτι-
1621κὸν τῆς γεωργίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ἔχομεν καθῆκον
1622νὰ μεριμνήσωμεν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι διττὴ ἡ ὠφέ-
1623λεια εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ.
1624Φωνάζουσι πάντοτε ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης καὶ ζητοῦσι
1625τὴν προστασίαν τῆς σταφίδος· περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητή-
1626ματος αἰωνίως λαλοῦσι, προκειμένου δὲ περὶ προστασίας τῆς
1627γεωργίας, ἢ σιωπῶσιν ἢ ἐξεγείρονται! Ὁ πρὸ ὀλίγου κατελ-
1628θὼν τοῦ βήματος κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἠκούσατε, ὅτι
1629ἔλεγε καὶ τί ἐζήτει, ὁμιλῶν πάντοτε περὶ σταφίδος. Ἡμεῖς
1630δὲ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν περὶ προστασίας
1631τῆς γεωργίας, καὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν νομοθετικὴν πρό-
1632νοιαν πάντων ὑμῶν, ἀφοῦ ἡ γεωργία εἶναι ἡ κυριωτέρα δύ-
1633ναμις τῆς χώρας;
1634§57ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Καὶ τίς σᾶς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα
1635τοῦτο; Σεῖς ἀμφισβητεῖτε τὸ ἰδικόν μας δικαίωμα.
1636§58Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναντίρ-
1637ρητον, Κύριοι, ἡ κυριωτέρα παραγωγικὴ δύναμις τῆς Ἑλ-
1638λάδος εἶναι ἡ γεωργία, καὶ ἐνῷ αὕτη πραγματικῶς παρέ-
1639χει τόσα ἀγαθὰ εἰς τὸν τόπον, ἐν τούτοις ἐγκατελείφθη
1640τελείως ἀπροστάτευτος. Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ σῖτος διατελεῖ ἐν
1641ὑποτιμήσει, καὶ οὐδεμία ἄλλη προστασία παρέχεται εἰς τὴν
1642γεωργικὴν τάξιν, αὕτη, σᾶς βεβαιῶ, θὰ ἦναι τελείως κα-
1643τεστραμμένη. Ἀλλὰ τί ἔχομεν σήμερον; Ὁ σῖτος ἐν Θεσ-
1644σαλίᾳ τιμᾶται περὶ τὰ 25 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ εἶναι καὶ
1645ἀζήτητος οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα τῆς
1646Ἑλλάδος μέρη. Ἐὰν εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τοῦ σίτου
1647προστεθῇ καὶ ὁ ἐλάχιστος τελωνιακὸς δασμὸς, ἐκεῖνος, ὃν
1648πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, οὐδόλως θ’ αὐξήσῃ ἡ τιμὴ τοῦ
1649πωλουμένου ἄρτου, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἡ αὐτή, ὡς ἦτο καὶ
1650κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἡ τιμὴ τοῦ σίτου ἦτο πολὺ
1651ἀνωτέρα, ὁ δὲ ἄρτος ἐπωλεῖτο εἰς ἣν καὶ σήμερον πωλεῖται
1652τιμήν.
1653Φωνάζουσι, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐπιβαρυνθῇ
1654διὰ τῶν 2½ λεπτῶν εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ τροφὴν, ἀλλὰ
1655δὲν ἔχουσι ποσῶς δίκαιον, διότι, ἐπαναλέγω, δὲν δύναται
1656νὰ ὑπερτιμηθῇ ὁ ἄρτος, οἱ δὲ φόβοι των εἶναι ὑπερβολικοί.
1657Ἄς ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ σῖτος ἐτι-
1658μᾶτο 40 καὶ 42 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, νῦν δὲ ποία εἶναι ἡ τιμὴ
1659τοῦ σίτου ἐν Θεσσαλίᾳ; 25 λεπτὰ ἐν δὲ τῇ Φθιώτιδι 30,
1660διότι εἶναι καλλιτέρας ποιότητος. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ τιμὴ τοῦ
1661σίτου νῦν εἶναι 30 λεπτὰ καὶ 25, ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου δυστυ-
1662χῶς εἶναι ἡ αὐτή, οἵα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διὰ λό-
1663γους κατ’ ἐμὴν ἰδέαν κερδοσκοπικοὺς ἐκείνων, οἵτινες μετέρ-
1664χονται τὸν ἀλευροβιομήχανον κλπ. Ἀλλὰ περὶ τούτου δύ-
1665ναται νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας, ὥστε νὰ
1666ὁρισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου ἀνάλογος πρὸς τὴν τρέχουσαν
1667τιμὴν τοῦ σίτου, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς ἐκ τοῦ νέου
1668φόρου· διότι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν καταναλωθῇ ὁ σῖτος
1669τῆς Θεσσαλίας, πάντοτε ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου θὰ ἦναι μικρο-
1670τέρα, μεθ’ ὅλην τὴν προσθήκην τοῦ ἐπιβληθησομένου φόρου.
1671Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ φω-
1672τὸς ἐπεβλήθη φόρος, καὶ ἴσως ἐπιβληθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀέρος!
1673Ναί, ἐπιβάλλεται φόρος καὶ ἐπὶ τοῦ φωτός· ποῖον ὅμως
1674εἶναι αὐτὸ τὸ φῶς; ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ
1675φωτὸς καὶ τοῦ ἀεριόφωτος, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος κατ’ ἐμὲ εἶ-
1676ναι φόρος ἐπὶ τῆς πολυτελείας, διότι τοιοῦτον φῶς μόνον οἱ
1677πλούσιοι καταναλίσκουσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι αἱ φωναὶ
1678αὗται, αἱ κατὰ τῆς δῆθεν φορολογίας τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ
1679ἄρτου, ἐκπέμπονται μόνον πρὸς ἐξέγερσιν τῶν ἁπλουστέρων
1680καὶ οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως.
1681Ἀλλά, Κύριοι, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσωσι τὸν φόρον
1682τοῦ τοιούτου φωτός, ἀπολαμβάνουσιν ὅλα τὰ ἀγαθά, ζῶσιν
1683ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις, ἐν Πειραιεῖ, ἐν μεγαλοπόλεσι, καὶ
1684ἔχουσιν ὅλην τὴν εὐμάρειαν καὶ τὸν πλοῦτον καὶ τὴν εὐ-
1685ζωίαν. Ἐρωτήσατε ὅμως καὶ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κρά-
1686τους, ἔχουσιν ἠλεκτρικὸν φῶς; ἔχουσιν ἀεριόφως; ἔχουσι
1687τὴν εὐμάρειαν καὶ τὰ ἀγαθά, ἅπερ ἔχουσιν αἱ μεγαλοπόλεις;
1688Ἀφοῦ δ’ ὁ λαὸς ὁ δυστυχὴς φορολογεῖται διὰ τὸ φῶς τὸ
1689προερχόμενον ἐκ τοῦ πετρελαίου, διατὶ νὰ μὴ φορολογηθῶσι
1690καὶ οἱ καταναλίσκοντες ἀεριόφως καὶ ἠλεκτρικὸν φῶς;
1691Κραυγάζουσιν καὶ ἐναντίον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου· ἀλλ’
1692ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὁ ζῦθος αὐτὸς ποῦ καὶ ὑπὸ τίνων καταναλί-
1693σκεται; Καταναλίσκεται εἰς τὰς μεγάλας πόλεις καὶ ὑπὸ
1694τῶν εὐπόρων. Ὅπου λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ εὐμά-
1695ρεια καὶ ὁ πλοῦτος, ὅπου ἔχουσι δρόμους καὶ σιδηροδρό-
1696μους καὶ ὅλα τὰ ἀγαθά, θέατρα καὶ ἄλλας ἀπολαύσεις,
1697ἐὰν δὲν εὐχαριστῶνται οἱ Κύριοι ἐκ τοῦ ἐγχωρίου οἴνου καὶ
1698ἐπιθυμῶσι ζῦθον, ὀφείλουν νὰ πληρώσουν καὶ τὸν φόρον αὐ-
1699τοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τούτου πάσχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός; πάσχει ἡ
1700Θεσσαλία, ἡ Στερεὰ Ἑλλάς, ἡ Πελοπόννησος; πάσχουσιν
1701αἱ νῆσοι, διότι ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τοῦ ζύθου; Εὐτυχῶς
1702οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν τούτων δὲν πάσχουσιν ἀπὸ τὴν μα-
1703νίαν τῆς ζυθοποσίας.
1704Αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξεγείρεται σύμ-
1705πασα ἡ Ἑλλάς, κατὰ τὸν προαγορεύσαντα, καὶ προτιμᾷ
1706δῆθεν νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
1707ὄντως ἀφορᾷ τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἔθνους!
1708Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου βλέπομεν καὶ ἀκούομεν φωνὰς παν-
1709ταχόθεν, ὅτι ὁ κίνδυνος τῆς πατρίδος εἶναι ἐπικείμενος καὶ
1710προφανής, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων,
1711καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει, οὐδὲ ὁ ἔσχατος τῶν πολιτῶν, ὁ ὁποῖος
1712νὰ μὴ συναισθάνηται πρὸ ποίου κινδύνου εὑρισκόμεθα. Καὶ
1713ὅμως, ὅταν ἐρχώμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν κίνδυνον
1714παρασκευαζόμενοι, ἐξεγειρόμεθα καὶ φωνάζομεν: «Ἆ! αὐ-
1715τοὺς τοὺς φόρους δὲν τοὺς θέλομεν, διότι βαρύνουσι τὸν ἄρ-
1716τον τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἐκείνους δὲν τοὺς ὑποφέρομεν, τοὺς
1717ἄλλους δὲν ἀνεχόμεθα»! Ἀλλ’ οὕτω, Κύριοι, θέλει ναυα-
1718γήσει καὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια, καὶ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ
1719καταλλήλου χρόνου θὰ εὑρεθῶμεν ἀπαράσκευοι καὶ θὰ μεί-
1720νωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος, ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι τοῦ Εὐαγ-
1721γελίου, ὅταν ἔλθῃ ἡ κρίσιμος στιγμή!
1722Πρέπει, Κύριοι, νὰ παραιτήσωμεν καὶ κομματικὰς διε-
1723νέξεις καὶ πολιτικὰς διαφορὰς καὶ τὴν φοβερὰν φιλαρχίαν,
1724καὶ νὰ τείνωμεν πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας καὶ νὰ σκεφθῶ-
1725μεν περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν ἐν ψυχραιμίᾳ
1726καὶ εἰλικρινείᾳ. Ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς εἰλικρινῆ καὶ
1727πατριωτικὴν συνεννόησιν, ὅπως ψηφίσωμεν τάχιστα τὰ νο-
1728μοσχέδια, περὶ ὧν πρόκειται, τὰ ὁποῖα εἶναι ὄντως ὠφέλι-
1729μα εἰς τὸ ἔθνος καὶ σωτήρια.
1730Θὰ ηὐχόμην, ὁ κύριος Δηλιγιάννης νὰ ἔσπευδε νὰ ὑποδεί-
1731ξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποῖα νομοθετήματα πρέπει νὰ ψηφι-
1732σθῶσι, καὶ πῶς νὰ τροποποιηθῶσιν, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου·
1733θὰ ηὐχόμην τὴν κατάργησιν τῶν νέων Πρωτοδικείων καὶ τῶν
1734Νομαρχιῶν, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν τὸν ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸν
1735καὶ πεπειραμένον πολιτευτὴν νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Κυ-
1736βερνήσεως καὶ συντρέξῃ αὐτὴν κατὰ τὰς δυσχερεῖς ταύτας
1737στιγμάς· θὰ παρεκάλουν καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην, καὶ τὸν
1738κ. Ράλλην καὶ τὸν κ. Ζαΐμην, ὅπως καὶ οὗτοι προέλθωσιν
1739εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἴπωσιν ἐν εἰλι-
1740κρινείᾳ τὰς γνώμας αὑτῶν καὶ παράσχωσι τὴν συνδρομὴν
1741αὑτῶν κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις καὶ ἐξαγά-
1742γωσι τὴν ἀτυχῆ ἡμῶν χώραν ἐκ τῆς δυσχεροῦς θέσεως, εἰς
1743ἣν αὕτη εὑρίσκεται νῦν καὶ πρὸ πολλοῦ.
1744§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδήλωσαν τὴν γνώμην των· θέλουν
1745περικοπὴν δαπανῶν.
1746§60Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ὁρι-
1747σθῇ, ποῖαι εἶναι αἱ περικοπτέαι δαπάναι· ἂν φρονοῦν, ὅτι
1748πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ νέα Πρωτοδικεῖα καὶ αἱ νέαι
1749Νομαρχίαι, δέον νὰ τὸ δηλώσουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1750ὅπως φωτισθῇ ἡ Βουλή.
1751Περατῶν τὸν λόγον, δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι θέλω ψηφίσει
1752τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὡς ἔχει,
1753διότι τὸ εὑρίσκω συντελεστικὸν εἰς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν
1754συμφερόντων, διότι εὑρίσκω, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀφ’ ἑνὸς παρα-
1755σκευάζεται τὸ ἔθνος, καὶ ὁπωσδήποτε θὰ εὑρεθῶμεν ἐν και-
1756ρῷ ἕτοιμοι πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐξ
1757ἄλλου, διότι εὑρίσκω, ὅτι εἶναι προστατευτικὸν τῆς γεωρ-
1758γίας, ἣν καθῆκον ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν, διότι τὸ εὑ-
1759ρίσκω ὠφέλιμον καὶ ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ καλοῦ, ὅπερ εἶναι ἡ
1760ἐξασφάλισις καὶ διάσωσις τοῦ κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ
1761ἐκ τῶν παντοειδῶν αὐτοῦ ἐχθρῶν.
1762§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
1763§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ὁμολο-
1764γῶ, ὅτι ἡ διεύθυνσις, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
1765Κυβερνήσεως ἔδωκεν εἰς τὴν συζήτησιν, μοὶ ἐνέπνευσε τὴν
1766ὑπόνοιαν, ὅτι θέλει νὰ γεννήσῃ δυσκολίας εἰς τὴν ψήφισιν
1767τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐνῷ ἀπεφασίσαμεν προ-
1768χθές, ὅτι θὰ συζητηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὑπὸ
1769τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ἔποψιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1770νήσεως ἤγειρε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
1771περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον,
1772ὅτι πάντες συμφωνοῦμεν, ὅτι πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ψή-
1773φισιν νέων φόρων ἐπὶ τῆς χώρας, ὀφείλομεν νὰ ἐξαντλήσω-
1774μεν πᾶσαν οἰκονομίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους.
1775Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐποιή-
1776σατο οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Λυποῦ-
1777μαι, ὅτι δὲν ἔχω τὸν Προϋπολογισμὸν ἐνταῦθα, ὅπως εἰσέλθω
1778εἰς πλήρεις λεπτομερείας· ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
1779εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμίαν οἰ-
1780κονομίαν εἰσήγαγεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904.
1781Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσηγούμενος τὸν
1782Προϋπολογισμὸν καὶ σήμερον ἔτι ἀνέφερεν, ὅτι ἐποιήσατο οἰ-
1783κονομίας ἄνω τῶν 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν ἀφῄ-
1784ρεσε τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς μὴ
1785ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, ὅπως καταβάλῃ δάνειον εἰς τὴν
1786Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ὑπολείπονται
1787δ’ οὕτω ἄνω τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ κύριος
1788Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο σύγκρισιν οὐχὶ τοῦ Προϋπολογι-
1789σμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, ἀλλὰ
1790τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 μετὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν
1791πιστώσεων, αἵτινες ἐψηφίσθησαν. Ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολο-
1792γισμῷ τοῦ 1904 δὲν θὰ ψηφισθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πι-
1793στώσεις; Εἰς τοὺς μελετήσαντας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
17941904 γεννᾶται ἡ πεποίθησις, ὅτι θέλουσι ζητηθῆ πιστώ-
1795σεις ἀναπληρωματικαὶ ἀνώτεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐζητή-
1796θησαν κατὰ τὸ 1903.
1797Ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1798Κυβερνήσεως ἀνέφερε, τότε ὀφείλομεν ἐκ τῶν παρουσιαζο-
1799μένων οἰκονομιῶν νὰ ἀφαιρέσωμεν πλέον τῶν 2 ἑκατομμυ-
1800ρίων, διότι θὰ ζητηθῶσι τὰ 2 ταῦτα ἑκατομμύρια δι’ ἀνα-
1801πληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ ἂν περιορίσωμεν τὴν σύγ-
1802κρισιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 πρὸς τὸν Προϋπο-
1803λογισμὸν τοῦ 1903, ὑπολείπονται οἰκονομίαι δύο ἑκατομμυ-
1804ρίων, ἤτοι 700,000 δραχμῶν ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν
1805ἐκλογῶν, 700,000 δραχμῶν ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν,
1806400,000 ἐκ τῆς γεωργίας...
1807§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι 400,000.
1808§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ τὰ ἀγροκήπια, εἰς τὴν ἐν γένει
1809δαπάνην... Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὴν δαπάνην τοῦ
1810πετρελαίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἀγοράσῃ τὸ Κράτος, διὰ
1811νὰ ἔχῃ εἰς τὰς ἀποθήκας του, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐκ τῶν τεσ-
1812σάρων ἢ πέντε τούτων κεφαλαίων προέρχονται τὰ δύο ταῦτα
1813ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρουσίασεν ὡς
1814πραγματικὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν.
1815Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν προσωπικῶν, ἐπὶ τῶν δαπα-
1816νῶν τῶν καθημερινῶν διὰ τὰ διάφορα ὑλικὰ τῶν Ὑπουρ-
1817γείων, ἐπὶ ἄλλων κεφαλαίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυναταὶ
1818οἰκονομίαι, οὐδεμία γίνεται οἰκονομία ἐν τῷ Προϋπολογι-
1819σμῷ. Ὅταν δ’ ἔλθωμεν εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν, θέλομεν
1820ἀποδείξει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπῆλθεν ἐλάττωσις δαπάνης,
1821ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπῆλθε καὶ αὔξησίς τις μικρά. Οὐδεμία
1822ἑπομένως ἐγένετο μελέτη καὶ πρότασις πρὸς πραγματοποίη-
1823σιν οἰκονομιῶν. Εἶναι δὲ δυναταὶ οἰκονομίαι τοιαῦται, εἶναι
1824δυναταὶ οἰκονομίαι, αἵτινες θὰ ἦναι ἴσως πικραὶ, ἀλλ’ αἱ
1825ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς χώρας. Ὑφί-
1826σταται ἑπομένως ἡ ἀνάγκη μελέτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1827πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν, καὶ οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας οὔτε
1828ἐμελέτησεν οὔτε ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις.
1829Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομιῶν, τὸ
1830ὁποῖον δεῖται μελέτης, εἶναι ἆρά γε μόνον ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ
1831εἰσαγομένου σίτου, ὅστις πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ χάριν τοῦ
1832Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἂν δὲν ἐπαρκέσουν αἱ οἰκο-
1833νομίαι; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι πόροι, χωρὶς
1834νέοι φόροι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, χωρὶς νὰ
1835ἐξεγείρωσι τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὸν ἐρεθισμὸν, τὸν ὁποῖον
1836ἐξήγειραν εἰς τὰ ¾ τῆς Ἑλλάδος οἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
1837προτεινόμενοι; δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλοι πόροι νὰ συμπλη-
1838ρώσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης; Βεβαίως
1839εἶναι δυνατὸν, ἂν μετὰ μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κρά-
1840τους παραστῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξευρέσεως ἄλλων πόρων.
1841Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ καθαρῶς οἰκονομικὸν, νομί-
1842ζω ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ ἐν τῇ στιγμῇ, καθ’ ἣν τὰ οἰ-
1843κονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι συζητηθῆ. Ἐν-
1844ταῦθα ἔχομεν στρατιωτικὸν καθαρῶς μέτρον. Τὸ στρατιω-
1845τικὸν τοῦτο μέτρον εἶναι ἡ σύστασις Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς
1846Ἀμύνης. Δυνάμεθα ἀναμφισβητήτως νὰ ψηφίσωμεν τὸ νο-
1847μοσχέδιον τοῦτο, —καὶ εἶμαι ἐκ τῶν θερμῶν ὑποστηρικτῶν
1848τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ θεωρῶ ὄχι μόνον ἀναγ-
1849καῖον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλόμενον, — ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κατα-
1850στήσωμεν προβληματικὴν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἐπιμένοντες
1851εἰς ζήτημα οὐχὶ στρατιωτικόν, ἀλλ’ οἰκονομικόν. Δυνάμεθα
1852νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τῶν πόρων, ὅταν θὰ ἔλθωμεν
1853εἰς τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἂν ἡ μελέτη
1854τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀπαιτήσῃ τὴν προσθήκην νέων φόρων,
1855νέων βαρῶν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδεὶς θὰ ἀρνηθῇ τοῦ-
1856το· καὶ ἂν δὲν ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τοῦ σίτου, βεβαίως ὑπάρ-
1857χουν ἄλλαι φορολογικαὶ ὗλαι, αἵτινες δύνανται νὰ ὑποστῶσι
1858τὰ βάρη ταῦτα.
1859Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1860ἂν πράγματι ποθῇ, ἂν εἰλικρινῶς ἐπιθυμῇ τὴν σύστασιν τοῦ
1861ἱδρύματος τούτου, τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν
1862πρέπει νὰ ζητήσῃ νὰ συνδέσωμεν τὴν λύσιν τοῦ ἐν γένει οἰ-
1863κονομικοῦ ζητήματος, δὲν πρέπει νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ζή-
1864τημα πιέσεως ἐπὶ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης,
1865τῆς ὑπὸ πάντων παραδεδεγμένης, τοῦ ταμείου τούτου. Δὲν
1866πρόκειται δὲ διὰ τοῦ ταμείου τούτου νὰ λύσωμεν ἀμέσως
1867τὰς ἐπιβαλλομένας, τὰς ἐπειγούσας στρατιωτικὰς ἡμῶν
1868ἀνάγκας, διότι βεβαίως διὰ τοῦ ταμείου τούτου οὐδεμίαν
1869ἀξίαν λόγου προπαρασκευὴν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσω-
1870μεν διὰ τὸ προσεχὲς θέρος. Τὸ προσεχὲς δὲ θέρος εἶναι
1871ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς φοβίζει ὅλους καὶ μᾶς ἐπηρεάζει. Ἂν
1872πρέπῃ νὰ πράξωμέν τι διὰ τὸ προσεχὲς θέρος, βεβαίως τοῦτο
1873πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν
1874πρέπει νὰ ἐπαναπαυώμεθα εἰς μόνην τὴν σύστασιν τοῦ τα-
1875μείου τούτου, νομίζοντες ὅτι θὰ δυνηθῶμεν δι’ αὐτοῦ νὰ πε-
1876ρατώσωμεν τὰς ἀπαιτηθησομένας παρασκευάς.
1877Ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι ἡ ὑπόνοια, ὅτι θέλει νὰ
1878γεννήσῃ δυσκολίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤγειρε
1879τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν θὰ
1880λυθῇ βεβαίως ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς
1881Ἀμύνης ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ· σήμερον πρέπει νὰ ψηφίσωμεν
1882τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβῶμεν ἐν καταλ-
1883λήλῳ στιγμῇ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν πόρων αὐτοῦ.
1884Ὑπάρχουν πόροι λειτουργοῦντες, τοὺς ὁποίους δύναμαι καὶ
1885νὰ ὀνομάσω, ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν λειτουργοῦσι
1886σήμερον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξεγείρουσι τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ με-
1887γάλου πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτοὺς τοὺς πόρους δὲν
1888πρέπει νὰ θελήσωμεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν, ὅπως τοὺς
1889παρεμβάλωμεν ὡς δυσκολίαν ἀνυπέρβλητον πρὸς σύστασιν
1890τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον πάντες θεωροῦμεν ἀναγκαῖον. Ἂς
1891μείνουν ἐκκρεμεῖς οἱ πόροι, καὶ ἂν θεωρηθῶσιν οἱ ὑπὸ τῆς
1892Κυβερνήσεως προτεινόμενοι ὡς καταλληλότεροι, βεβαίως
1893αὐτοὶ θὰ γείνουν παραδεκτοί· ἂν ὅμως δὲν θεωρηθῶσιν αὐ-
1894τοὶ ὡς καταλληλότεροι, πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἄλλοι πόροι,
1895οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἐξεγείρωσι τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνι-
1896κοῦ λαοῦ.
1897§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1898Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτῆς κατέληξεν ἀγορεύων εἰς
1899τὴν πρότασιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου
1900Ἐθνικῆς Ἀμύνης ψηφισθῇ ἄνευ τοῦ ἄρθρου 2...
1901§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ προσδιορισμοῦ τῶν πόρων ἐκ
1902τῶν προτέρων.
1903§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ... Ἄνευ δηλαδὴ τοῦ ἄρθρου ἐκεί-
1904νου, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῶν πόρων τοῦ ταμείου.
1905Εἶναι ἄπορον, πῶς συνεβίβασε μὲ τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν
1906Βουλευτὴς διακεκριμένος ἐπὶ ταῖς οἰκονομικαῖς αὐτοῦ γνώσεσι
1907τὴν σύστασιν ταμείου ἄνευ πόρων. Ψηφίσατε Ταμεῖον Ἐθνι-
1908κῆς Ἀμύνης, συστήσατε τὸ ἵδρυμα τοῦτο, εἶπεν ὁ ἀξιότι-
1909μος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε
1910νὰ προικοδοτήσητε τοῦτο μὲ πόρους ἐπαρκεῖς, καὶ ὅταν ἔλ-
1911θωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ὅταν
1912ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε θὰ
1913εὕρωμεν τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προικοδοτήσητε τὸ
1914ταμεῖον...
1915§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μοὶ ἐπιτρέπετε;
1916§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
1917§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀλλοιῶτε τοὺς
1918λόγους μου.
1919§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ πάντα ἄλλον
1920ἐκ τῶν συναδέλφων ἀνέμενον τοιαύτην πρότασιν παρὰ ἀπὸ
1921τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν.
1922Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ διακρίνωμεν τὰς αὐξήσεις τὰς φο-
1923ρολογικὰς εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὰς φορολογικὰς αὐξή-
1924σεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι σταθεροὺς πόρους τοῦ προϋπολογι-
1925σμοῦ τοῦ τακτικοῦ τῶν δαπανῶν, καὶ εἰς αὐξήσεις φορολο-
1926γικὰς, αἵτινες εἶναι ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὸν τακτικὸν προϋπο-
1927λογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ αἵτινες θ’ ἀποτε-
1928λέσωσι πόρους σταθεροὺς τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
1929Προετάθησαν δι’ ἄλλων νομοσχεδίων αὐξήσεις τῶν ἐσό-
1930δων, ἀλλ’ οὐδὲν αὗται ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὸ Ταμεῖον
1931τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οὐδὲν δ’ ἔχουσι τὸ κοινὸν, διότι δὲν
1932ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι καὶ βάσιν τῆς λειτουργίας τοῦ
1933Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι,
1934ἀνεγράφομεν ὡς πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
1935τὰς ἐνδεχομένας περικοπὰς ἢ οἰκονομίας τῶν δημοσίων δα-
1936πανῶν, καὶ προσεθέτομεν τὸ προϊὸν τῶν περικοπῶν τούτων
1937ὡς πόρον τοῦ ταμείου κατὰ τὰ μέλλοντα ἔτη, προικοδοτοῦ-
1938μεν τὸ ταμεῖον τοῦτο, μὲ δύο τρία, πέντε,—ὅσα θέλετε—
1939ἑκατομμύρια. Ἐρωτῶ ὅμως, ἐὰν ἐζητοῦμεν, ἢ παρά τινος
1940τραπεζίτου νὰ μᾶς χορηγήσῃ δάνειον, ἢ παρά τινος προμη-
1941θευτοῦ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ πληρώσω-
1942μεν τοῦτο εἰς δόσεις, ἠθέλομεν εὕρει παρ’ αὐτοῖς προθυμίαν
1943πρὸς συνομολόγησιν τοιούτων ὑποχρεώσεων; ἢ τοὐναντίον
1944ἠθέλομεν ἀκούσει παρ’ αὐτῶν, ὅτι τοιοῦτοι πόροι, τοσοῦτον
1945ἀόριστοι, τοσοῦτον ἀσαφεῖς, ἐξαρτώμενοι ἐκ χιλίων δύο περι-
1946πετειῶν καὶ περιστάσεων, δὲν ἀποτελοῦσι ποτὲ βάσιν καὶ
1947ἐγγύησιν πρὸς χορηγίαν δανείου, ἢ πρὸς χορηγίαν πολεμικοῦ
1948ὑλικοῦ ἐπὶ προθεσμίᾳ πληρωθησομένου;
1949Ἀλλὰ διατὶ ἐξελέξαμεν κατὰ προτίμησιν τὴν προικοδό-
1950τησιν τοῦ ταμείου τούτου διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ σήμερον
1951ὑφεστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν; Ἐπροτι-
1952μήσαμεν πρωτίστως τὸν πόρον τοῦτον, διότι εἶναι σταθερὸς
1953πόρος, διότι ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε
1954χορηγήσει τὰ χρηματικὰ αὐτοῦ κεφάλαια, ἢ ἤθελε χορη-
1955γήσει τὸ πολεμικὸν ὑλικόν. Ἐπροτιμήσαμεν ὅμως τοῦτο
1956καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι διὰ τῆς κατὰ
1957μικρὸν αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν
1958εἰσαγομένων σιτηρῶν παρέχομεν προστασίαν εἰς πολυπληθὲς
1959τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
1960§72Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων με-
1961ρῶν.
1962§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἰδέα, καὶ ἡ ἰδέα
1963αὕτη κατωρθώθη νὰ μεταδοθῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ἡ
1964Ἑλλὰς δὲν εἶναι πλέον τόπος γεωργικὸς, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς
1965συντηρεῖται ἐκ μόνου τοῦ σίτου, ὅστις εἰσάγεται ἔξωθεν.
1966Ἀλλ’ ὑπάρχει μεγίστη περὶ τούτου πλάνη, διότι ὑπάρχου-
1967σιν οἱ πιστεύοντες,—ὅσοι δὲν ἐμελέτησαν κατὰ βάθος τὸ
1968ζήτημα τοῦτο,—ὅτι μὲ 130 ἑκατομμύρια ὀκάδας σίτου
1969τρέφεται ἡ Ἑλλάς. Εἶναι, Κύριοι, γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν
1970στατιστικὴν ἡ Ἑλλὰς ἔχει πληθυσμὸν 520,000 οἰκογε-
1971νειῶν, καὶ ὅτι, ἂν ὑπολογίσωμεν ὡς μέσον ὅρον καταναλώσεως
1972δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν δύο ὀκάδας σίτου καθ’ ἡμέραν, θέ-
1973λομεν ἔχει ἀνάγκην σίτου κατ’ ἔτος 380 ἑκατομμυρίων
1974ὀκάδων. Ἐξ αὐτῶν ὁποῖον τμῆμα εἶναι τὸ εἰσαγόμενον ἐκ
1975τῆς ἀλλοδαπῆς; Ἑκατὸν τριάκοντα ἑκατομμύρια, δηλαδὴ
1976τὰ 65% τοῦ καταναλισκομένου ἐν Ἑλλάδι σίτου, παρά-
1977γονται ἐν Ἑλλάδι, μόνον δὲ 35% εἰσάγονται ἔξωθεν·
1978ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι,
1979ἂν παρασχεθῇ προστασία εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις τῆς
1980Ἑλλάδος, θὰ ἦναι δυνατὸν ἴσως νὰ ἔχωμεν ἐπάρκειαν τῶν
1981παραγομένων ἐν Ἑλλάδι σιτηρῶν...
1982§74Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ οὕτω θὰ χάσωμεν τὰ τρία ἑκα-
1983τομμύρια.
1984§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ χάσωμεν τὰ τρία ἑκατομ-
1985μύρια, ἀλλὰ θὰ τὰ πορισθῶμεν ἀλλαχόθεν· ἀλλὰ καὶ θὰ
1986ἔχωμέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπολογίζετε· δὲν θὰ ἐξάγωμεν
1987κατ’ ἔτος 30 ἕως 40 ἑκατομμύρια δραχμὰς διὰ τὸν εἰσα-
1988γόμενον ἔξωθεν σῖτον.
1989§76Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν εἰσπράττητε ἐκ
1990τοῦ τελωνείου, τί θὰ ἐξάγητε;
1991§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1992§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἐγὼ δὲν διέκοψα
1993ὑμᾶς, ὅτε ἠγορεύετε, καίτοι εἴπετέ τι ἐντεῦθεν, τὸ ὁποῖον
1994δὲν ἠξεύρω ἂν ἠδύνατο Βουλευτὴς, ἔχων εὐπρεπῆ τὴν γλῶσ-
1995σαν, νὰ εἴπῃ· εἴπετε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πά-
1996σχει ἀπὸ φορολογικὴν μονομανίαν.
1997§79Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον φορολογικὴν μο-
1998νομανίαν. Μὴ παρεξηγεῖτε τοὺς λόγους μου. Εἶπον φορολο-
1999γικὴν μανίαν (θόρυβος).
2000§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
2001§81Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ θεωρῆτε ἀνάρμο-
2002στον, ἐγὼ βεβαίως τὸ ἀποσύρω.
2003§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἀνάρμοστον εἶναι· διότι,
2004ὅταν διακηρύσσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Ὑπουρ-
2005γὸς τῶν Οἰκονομικῶν πάσχει ἀπὸ φορολογικὴν μανίαν, νομί-
2006ζω ὅτι βεβαίως δὲν μετέρχεσθε εὐπρεπῆ γλῶσσαν, προκειμέ-
2007νου μάλιστα περὶ πολιτευομένου, ὁ ὁποῖος εἶναι πρεσβύτερος
2008ὑμῶν καὶ ὁ ὁποῖος κατέχει ἀνώτατον τῆς Πολιτείας ἀξίω-
2009μα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἐπρόσεξα. Καὶ δὲν ἤθελον τὸ προσ-
2010έξει κἄν, ἂν δὲν μοὶ ἐδίδετε ἀφορμήν. Εἴπετε ἄλλας ἀνα-
2011κριβείας, τὰς ὁποίας εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐντεῦθεν νὰ ἀναι-
2012ρέσω· διότι δὲν ἠξεύρω διατὶ ὑπελάβετε, ὅτι ὠφείλετε νὰ
2013καταφύγητε εἰς τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουρ-
2014γικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐμοῦ, ἀγορεύσεις γενομένας κατὰ Νοέμ-
2015βριον τοῦ 1896, προκειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
20161897, ἢ μᾶλλον προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κρη-
2017τικοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν τότε ὑποδειχθεῖσαν ἀνωμαλίαν τῶν
2018περιστάσεων τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ εἴπετε ἐντεῦθεν, ὅτι τότε
2019καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγὼ ἐκηρύ-
2020χθημεν ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ οὐδεμίαν συνεβουλεύσαμεν
2021τότε ἐπιβολὴν φορολογίας, καὶ τώρα ἀναστρέφομεν τοὺς ὅρους,
2022καὶ σήμερον ὑποστηρίζομεν τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2023λαοῦ. Δὲν ὑπεδηλώσατε, ἢ παρελείψατε νὰ προσθέσητε, ὑπὸ
2024ποίας τότε περιστάσεις ἠγορεύομεν, καὶ εἰς τὴν παραμονὴν
2025τίνων περιστάσεων εὑρισκόμεθα, συμβουλεύοντες οὐχὶ οἰκο-
2026νομίας, συμβουλεύοντες ἐν γένει, εἰ δυνατόν, τὴν κατάργη-
2027σιν τῶν πλείστων πιστώσεων, τῶν ἀναγραφεισῶν εἰς τὸν
2028Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, διότι τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ
2029προικοδοτήσεως ἢ περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύ-
2030νης, ἐπρόκειτο περὶ ἀμέσου ἐνεργείας, καὶ ἐλέγομεν τότε
2031πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι, ἂν εἰς τὰς
2032παραμονὰς πολέμου προσῆγε Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἦτο
2033εἰρηνικώτερος ὅλων τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, —
2034διότι, ἐνῷ οἱ προηγούμενοι ἀνέγραφον πίστωσιν δραχμῶν
2035400 χιλιάδων δι’ ἱππωνίαν, ὁ τοῦ 1897 ἢ οὐδὲν ἀνέγρα-
2036φεν, ἢ τὴν περιώριζεν εἰς 200,000 δραχμὰς, — κατὰ τίνα
2037τρόπον ἐσκέπτετο ν’ ἀντεπεξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι αὐ-
2038τῶν τῶν περιπετειῶν, αἵτινες εἶχον ἀναφανῆ εἰς τὸν πολι-
2039τικὸν ὁρίζοντα καὶ αἵτινες ἦσαν ἀπειλητικώταται; Συνε-
2040βουλεύομεν τότε νὰ προικισθῶσι τὰ δύο Ὑπουργεῖα τὰ πο-
2041λεμικὰ, — Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, — καὶ νὰ προικι-
2042σθῶσιν ἀμέσως, διότι δὲν ὑπῆρχε καιρὸς τότε νὰ συστήσω-
2043μεν Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ γένωνται περικοπαὶ ἄνευ
2044οὐδεμιᾶς ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν τὰ
2045Ὑπουργεῖα ἐκεῖνα νὰ προικισθῶσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης,
2046νὰ παρασκευασθῇ δὲ ἡ Ἑλλάς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δυνηθῇ
2047νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερείας, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εὑ-
2048ρισκόμεθα. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι μόνον εἰς τοῦτο περιω-
2049ρίσθημεν τότε, διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον, προσέθηκα,
2050ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἑνὸς ἑτέρου, οὐχὶ μόνον
2051περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν τακτικῶν πιστώσεων τῶν δύο πολε-
2052μικῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ καὶ περὶ συστάσεως ἑνὸς Ταμείου
2053Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἢ ἐξευρέσεως ἑνὸς πόρου, ὅστις ἠδύνατο
2054νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὑπηρεσίαν δανείου, χρησιμοποιηθησομένου
2055εἰς προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Συνεβούλευον τότε εἰς τὴν
2056Βουλὴν νὰ νομοθετήσωμεν τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμά-
2057των· ἠγόρευσα δὲ διὰ μακρῶν, ὑποστηρίζων τὴν παρ’ ἡ-
2058μῖν καθιέρωσιν τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων· ἐπικα-
2059λούμενος δὲ τὰ παραδείγματα ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἐκ
2060τούτου εἰσόδημα σπουδαιότατον ἐπορίζοντο, κατέληγον εἰς
2061τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἂν διὰ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευ-
2062μάτων δὲν ἠθέλομεν ἔχει πέντε ἑκατομμυρίων ἐτήσιον εἰσό-
2063δημα, ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ ἔχωμεν τέσσαρα ἑκατομμύρια,
2064ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τρία ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο
2065νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πόρος ἑνὸς δανείου, τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν
2066ἤθελε χρησιμοποιηθῆ εἰς προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ.
2067Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν
2068τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι κεχωρισμέναι αἱ δύο ἡμῶν
2069σκέψεις καὶ μέριμναι· ἡ μία δέον νὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν
2070τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν πολεμικῶν
2071Ὑπουργείων, καὶ ἡ ἑτέρα εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ πολεμι-
2072κοῦ ὑλικοῦ.
2073Ἀλλ’ ὑπάρχει συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἔλεγε:
2074«διατὶ βιάζεσθε; διατὶ προβάλλετε τὴν σύστασιν τοῦ Τα-
2075μείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀφοῦ τοῦτο θὰ λειτουργήσῃ
2076ἀπὸ τοῦ 1905;» Δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ τοιαύτην
2077γνώμην προβαλών· διότι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως
2078Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀνεγίνωσκεν, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι δὲν
2079πρόκειται τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ 1905, πρόκειται νὰ
2080ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, καὶ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀναγκαίως,
2081διότι πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχομεν ἀνάγκην ὑλικοῦ τοῦ πολέ-
2082μου. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὰς τακτι-
2083κὰς πιστώσεις τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ δυ-
2084νηθῶμεν ν’ ἀντεπεξέλθωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας
2085δημιουργοῦσι τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ν’ ἀν-
2086τεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν τακτικῶν δαπανῶν, αἵτινες δη-
2087μιουργοῦνται διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἀλλὰ συνάμα
2088καὶ πρωτίστως ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ ὁπλισμοῦ,
2089καὶ νὰ φροντίσωμεν περὶ ὁπλισμοῦ ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε, χω-
2090ρὶς νὰ ἀναβάλωμεν καὶ χωρὶς νὰ ἀναμένωμεν, δὲν ἠξεύρω
2091ποίας περιπετείας, ἢ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας μεταβολὰς
2092τῶν πολιτικῶν καιρῶν. Ἡ προμήθεια τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ
2093δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄ-
2094πειρον, οὔτε ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις
2095τῆς χώρας μόνον τώρα ἐπιβάλλεται· τὴν εἴχομεν καὶ ὅτε
2096οὐχὶ ἐπὶ τρία καὶ ἥμισυ ἔτη, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀτ-
2097τικῆς Βουλευτής, ἀλλ’ ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη εἴχομεν
2098τὴν τιμὴν νὰ κυβερνῶμεν τὴν χώραν· ἔκτοτε εἴχομεν τὴν
2099γνώμην αὐτήν· ἀλλ’ ἔπρεπε πρωτίστως τότε νὰ μεριμνή-
2100σωμεν διὰ τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονο-
2101μικῶν ἡμῶν, διότι μόνον οὕτως ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν
2102περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς. Τοῦτο πράγματι εἶχεν ἐπι-
2103τευχθῆ κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη, ὅτε δὲ εἰσήλθομεν εἰς τὸ
2104τρίτον ἔτος, εἴχομεν ἤδη σκεφθῆ περὶ στρατιωτικῆς συντά-
2105ξεως τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν ἔσχομεν τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν
2106τιμὴν νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ Νοέμ-
2107βριον τοῦ 1901, ἵνα παρουσιάσωμεν τὰ στρατιωτικὰ νομο-
2108σχέδια. Καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν
2109ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἡ ἰδέα, ὅτι υἱο-
2110θετήσαμεν νομοσχέδια παρασκευασθέντα ὑπὸ τοῦ προκατό-
2111χου ἡμῶν.
2112§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
2113§84Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ διατὶ ὄχι; Ἔχομεν τὴν
2114γνώμην, ὅτι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίων ἀφορώντων εἴτε
2115εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας εἴτε εἰς σπου-
2116δαίαν ἀνόρθωσιν καὶ μεταρρύθμισιν, πρέπει νὰ ἀκούηται ἡ
2117γνώμη τῶν ἁρμοδίων.
2118§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦ-
2119τόν τι. Ὑμεῖς τὸ λέγετε.
2120§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ
2121τὸν φόρον ἢ μᾶλλον τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου.
2122Κατέστη γενικὴ ἡ ἐξέγερσις, ὅτι ζητοῦμεν νὰ φορολογήσω-
2123μεν τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῆς φορολο-
2124γίας ταύτης ζητοῦμεν νὰ προκαλέσωμεν τὸν κάματον τῆς
2125παραγωγῆς, διὰ τοῦ καμάτου δὲ τούτου νὰ στειρεύσωμεν
2126τοὺς πόρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ νὰ καταστή-
2127σωμεν αὐτὸ ἀνίκανον, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ζήσῃ.
2128Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τοῦ ἐπιβαλλομένου
2129νῦν εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν 2 λεπτῶν καὶ 25 ἑκατοστῶν
2130τοῦ λεπτοῦ, ἢ μᾶλλον τῶν 2¼ λεπτῶν, — καὶ ὄχι 2½
2131λεπτῶν, ὅπως ἐλέχθη ἐντεῦθεν, — δύναται νὰ καταπονηθῇ
2132ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον θὰ τὸν πληρώσουν
2133αἱ πενέστεραι τάξεις αἱ κοινωνικαί, διότι γνωστὸν εἶναι,
2134ὅτι ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος σῖτος δὲν χρησιμοποιεῖται πρὸς
2135τροφὴν τῶν πενεστέρων τάξεων...
2136§87Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἐντόπιος κατ’ ἴσον
2137ποσόν, καὶ θὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς δέκα ἑκατομμύρια, καὶ ὄχι
2138τρία.
2139§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησίς σας
2140εἶναι ἐπίκαιρος.
2141§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
2142§90Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μοὶ ἐπέτρεψεν ὁ κ. Ὑπουργός.
2143§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν εὐχέρειαν τοῦ λόγου,
2144καὶ ὅταν κατέλθω τοῦ βήματος ἔρχεσθε καὶ ὁμιλεῖτε.
2145§92Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔχω αὐτὴν τὴν ἀπορίαν, καὶ δι’ αὐ-
2146τὸ ζητῶ ἐξηγήσεις, ὅτι κατ’ ἴσον λόγον θὰ αὐξηθῇ καὶ ἡ
2147κατανάλωσις τοῦ ἐπιτοπίου σίτου, καὶ συνεπῶς ὁ λαὸς θὰ
2148πληρώσῃ ἐννέα τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, καὶ ὄχι τρία.
2149§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Σᾶς ἔλεγον πρότε-
2150ρον, ὅτι 380 ἑκατομμύρια ὀκάδες σίτου καταναλίσκονται ἐν
2151Ἑλλάδι πρὸς τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι ἐξ αὐ-
2152τῶν τὰ 65% παράγει ἡ Ἑλλάς, τὰ δὲ 35% εἰσάγον-
2153ται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Τὰ 65% ταῦτα, τὰ παραγόμενα
2154ἐν Ἑλλάδι, χρησιμοποιοῦνται πρὸ πάντων εἰς τροφὴν τῶν
2155κατωτέρων τάξεων. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν
2156διατίμησιν τοῦ ἄρτου, οἵα ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν. Ἐκ τῆς
2157διατιμήσεως ταύτης δύνασθε νὰ πορισθῆτε τὴν ἀπόδειξιν,
2158ὅτι ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος σῖτος, ὁ ὁποῖος μεταβάλλεται
2159συνήθως εἰς σιμιγδάλι καὶ ἐν μέρει εἰς φαρίναν, χρησιμο-
2160ποιεῖται, ἵνα τροφοδοτῶνται αἱ ἀνώτεραι κοινωνικαὶ τάξεις,
2161αἱ πλουσιώτεραι, αἱ εὐπορώτεραι· διότι σήμερον ἔχομεν ἐν
2162Ἀθήναις διατίμησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄρτος πωλεῖται
2163πρὸς 55 λεπτὰ ἡ Αʹ ποιότης, πρὸς 50 λεπτὰ ἡ Βʹ, πρὸς
216445 ἡ Γʹ, καὶ πρὸς 35 ἡ τελευταία. Νομίζετε ὅτι αἱ πε-
2165νέστεραι τάξεις χρησιμοποιοῦσι τὸν σῖτον τὸν ἐκ τῶν ἡγε-
2166μονιῶν ἢ τῆς Ρωσσίας ἐνταῦθα εἰσαγόμενον καὶ πωλούμενον
216740 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ ὁ ἐντόπιος πωλεῖται 25 ἢ 27 λε-
2168πτὰ τὴν ὀκᾶν; Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἀδίκως θόρυβος
2169ἐδημιουργήθη· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν ζητήσει τὰς γνώμας τῶν
2170περισσοτέρων κοινωνικῶν τάξεων, δὲν θὰ εἴχομεν ἐναντίαν
2171ἀπάντησιν, ὅταν εἴπωμεν εἰς αὐτὰς, ὅτι, καὶ ὅτε τὸ ἐξω-
2172τερικὸν συνάλλαγμα εἶχεν 180 ἢ 170 λεπτά, εἰς τὴν ἰδίαν
2173τιμὴν ἐπωλεῖτο ὁ ἄρτος, εἰς ἣν καὶ νῦν, ὅτε τὸ συνάλλαγμα
2174ἔχει 138 ἢ 140 λεπτά, καὶ τὴν αὐτὴν θὰ ἔχῃ τιμὴν ὁ ἄρ-
2175τος, καὶ ἂν τὸ συνάλλαγμα κατέλθῃ εἰς 125 λεπτά. Μά-
2176λιστα ὑπῆρξαν οἱ διαδόσαντες, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπεβλή-
2177θη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ ἐπεβάλλετο
2178φόρος λεπτῶν 2 25/00 ἐπὶ τοῦ σίτου, ὑπερετιμήθη ὁ ἄρτος
2179κατὰ 5 λεπτά. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔμεινα ἔκπληκτος ἐκ
2180τούτου, καὶ προσδραμὼν εἰς τὸν ἐπὶ τῆς διατιμήσεως τοῦ
2181ἄρτου ἁρμόδιον, τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἐπληρο-
2182φορήθην, ὅτι οὐδεμία ἐζητήθη μεταβολὴ τῆς κρατούσης
2183διατιμήσεως τοῦ ἄρτου.
2184Ὑπάρχει ἓν εἶδος σιτηρῶν, ὅπερ καταναλίσκεται ὑπὸ
2185τῆς κατωτέρας τάξεως, ὁ ἀραβόσιτος, οὗτινος γίνεται χρῆ-
2186σις πρὸ πάντων ὅταν ὑπάρξῃ σιτοδεία καὶ ὁ σῖτος ἕνεκα
2187ταύτης ἦναι ἀπρόσιτος εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις. Ἐπὶ
2188τοῦ ἀραβοσίτου δὲ οὐδεμία ἐπιβάλλεται ἐπιβάρυνσις.
2189Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἔξωθεν
2190εἰσαγομένου σίτου, εἶναι καλὸν νὰ γινώσκωμεν τὴν ἱστορίαν
2191τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ μάλιστα πῶς ἐπεβάλλετο αὕτη
2192εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου.
2193Ἐκ τῆς νομοθεσίας τοῦ παρελθόντος ἐπληροφορήθην, ὅτι
2194ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐκράτει παρ’ ἡμῖν μία κλῖμαξ τῆς φορολο-
2195γίας τοῦ σίτου, ἀνερχομένη ἀπὸ 2 εἰς 4, 6, 8, 10, 12,
219614, 16, 18 λεπτά...
2197§94ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποίας ἐποχῆς;
2198§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ κρατοῦσα νομοθεσία ἀπὸ
2199τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1853... Ὅταν τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον
2200ποσὸν ἦτο περισσότερον, ηὔξανεν ἀναλόγως τὸ εἰσαγωγικὸν
2201τέλος. Ἐν τούτοις τότε οὐδεὶς ἠγείρετο θόρυβος. Ἐπειδὴ
2202ὅμως ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς κλίμακος ταύτης ἐγεννήθη-
2203σαν ἀδικίαι, κατὰ τὸ 1854 κατηργήθη τοῦτο, καὶ ἐπεβλή-
2204θη εἰσαγωγικὸν τέλος τεσσάρων λεπτῶν μέχρι 5½ τὴν
2205ὀκᾶν. Οὕτω λοιπὸν ἐκ τῆς διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς
2206μονάδος τὰ 8 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν σήμερον ἀποτελοῦσιν αὔξη-
2207σιν λεπτῶν 2 25/00.
2208Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον νὰ μάθω-
2209μεν, πῶς φορολογεῖται ὁ σῖτος καὶ ἐν ἄλλοις ἔθνεσι, περισ-
2210σότερον ἡμῶν προηγμένοις καὶ οἰκονομολογικῶς καὶ πλουτο-
2211λογικῶς. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπάρχουσι δύο φόροι, ὁ εἷς ἐπι-
2212βαλλόμενος εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον σῖτον, καὶ ὁ ἕτερος
2213εἰς τοὺς ἀλευρομύλους.
2214§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ὁ πρῶτος.
2215§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ.
2216Εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον σῖτον ἐν Ἰταλίᾳ ἐπιβάλλε-
2217ται ἐπὶ ἑκάστου τόννου δασμὸς φράγκων 75, ἤτοι ἐπὶ 100
2218ὀκάδων 9 φράγκα καὶ 60/00, δηλ. κατ’ ὀκᾶν 14 λεπτά. Εἰς
2219τὴν Γαλλίαν τὰ 100 χιλιόγραμμα πληρώνουσι φράγκα 7.
2220§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ κλίμακα;
2221§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν ὑπάρχει κλῖ-
2222μαξ. Περὶ Γαλλίας θὰ ὁμιλήσω, καὶ θὰ προσθέσω ἐκεῖνο,
2223τὸ ὁποῖον εἶπον ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς κλίμακος, ἧς μνείαν
2224ἐποιήσατο ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὡς συμπέρασμα θέ-
2225λομεν ἐξαγάγει, ὅτι ἡ κατ’ ὀκᾶν φορολογία ἀνέρχεται εἰς
2226φράγκα περίπου 8 96/00 κατὰ 100 χιλιόγραμμα. Εἰς τὴν
2227Γερμανίαν τὰ 100 χιλιόγραμμα ἔχουσιν εἰσαγωγικὸν τέλος
2228πέντε μάρκα, τὰ δὲ 5 μάρκα ἀναλογοῦσι πρὸς 8 φράγκα.
2229§100ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Φράγκα 6 καὶ 25/00.
2230§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὀκτὼ δραχμάς.
2231Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ παράδειγμα ἄλλων ἐθνῶν, διότι,
2232ὅπου καὶ ἂν μεταβῶμεν, θὰ εὕρωμεν εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ
2233ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου τοσοῦτον μέγα, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι
2234ἐκπλήττομαι ὅτι δὲν ἠκούσθησαν ἐκεῖ παράπονα.
2235§102ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ χῶραι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλή-
2236σατε, εἶναι σιτάρκεις ἢ ὄχι; Διότι ἐκ τοῦ λόγου τούτου
2237θ’ ἀνεύρωμεν τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐπεβλήθη μικρότερος ἢ με-
2238γαλύτερος φόρος.
2239§103Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι, μὴ γινώσκων,
2240ὅτι ἤθελε μοὶ προβληθῆ τοιαύτη ἐρώτησις, δὲν ἔφερα μετ’
2241ἐμοῦ τοὺς σχετικοὺς πίνακας, ἐξ ὧν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι
2242αὐτὴ ἡ Γαλλία εἰσάγει ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς κατ’ ἀναλογίαν
2243περισσότερον σῖτον παρ’ ὅσον εἰσάγομεν ἡμεῖς.
2244§104Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Γαλλία;
2245§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ παραλλάσσει ἡ εἰσα-
2246γωγὴ μεταξὺ 38% καὶ 40%, ἀναλόγως τῆς ἐκεῖ παρα-
2247γωγῆς δημητριακῶν καρπῶν. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ δια-
2248πραγμάτευσιν, ἥτις ἄλλοτε εἶχε λάβει χώραν πρὸς συνο-
2249μολόγησιν ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ μεγάλου Κράτους,
2250καθ’ ἣν ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐθεωρήθη ὡς
2251παραχώρησις εἰς τὸ Κράτος αὐτό, — τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει,
2252ὅτι εὐθύς, ὡς ἠθέλομεν αὐξήσει τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ
2253σίτου, θὰ προαχθῇ καὶ θὰ προστατευθῇ ὁ γεωργικὸς πλη-
2254θυσμὸς· τὴν προστασίαν δὲ ταύτην τοῦ πληθυσμοῦ τούτου
2255δὲν πρέπει νὰ θέτωμεν εἰς δευτερεύουσαν μοῖραν, διότι ὁ
2256πληθυσμὸς οὗτος εἶναι ὁ ἐπικρατέστερος. Διότι ἐκτὸς τῆς
2257Θεσσαλίας καὶ ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Βοιωτία καὶ πλεῖστα ἄλλα
2258μέρη εἶναι σιτοφόρα· καὶ εἰς αὐτὴν δὲ τὴν Πελοπόννησον,
2259ἐὰν ἐξαιρέσητε τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, εἰς τὰς ἄλλας
2260παράγονται τοσοῦτοι δημητριακοὶ καρποί, ὥστε τὰ ἥμισυ
2261τῶν ἀναγκῶν των νὰ καλύπτηται ἐκ τῆς ἐγχωρίου παρα-
2262γωγῆς. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν
2263καὶ τὴν ὀφειλομένην προστασίαν πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πλη-
2264θυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ὑπῆρ-
2265χον παρ’ ἡμῖν πολλοὶ πολιτευόμενοι, οἵτινες, ὅτε συνεζη-
2266τεῖτο τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου,
2267συνεβούλευον νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ὅτι
2268δύνανται νὰ ἐκριζώσωσι τὰς σταφιδαμπέλους, καὶ νὰ ἐπιδο-
2269θῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅταν
2270ἀναλογισθῶμεν, εἰς πόσην δυσκολίαν διατελεῖ ἡ γεωργικὴ
2271παραγωγὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, βεβαίως ἐπιβάλλεται
2272ἔτι μᾶλλον ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμ-
2273βάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σχετίζωμεν τοὺς
2274πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρὸς τὰς αὐξή-
2275σεις τὰς ἐπιζητηθείσας διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ
2276προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιω-
2277τικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἴσως, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συ-
2278ζήτησιν τῶν αὐξήσεων ἐκείνων, θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον ἢ
2279μᾶλλον προσῆκον νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου· ἀλλὰ προκει-
2280μένου περὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νομίζω ὅτι
2281δὲν δικαιούμεθα νὰ διατεινώμεθα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπι-
2282βληθῇ ὁ σχετικὸς διὰ τοῦτο φόρος, διότι ὁ φόρος οὗτος θέ-
2283λει ἀποτελέσει τὸν σταθερὸν πόρον τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνι-
2284κῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον διὰ τὴν στρα-
2285τιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα παρα-
2286τεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2287§106Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω
2288ὀλίγας λέξεις πρὸς διόρθωσίν τινων ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
2289γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν λεχθέντων. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐπρότεινα
2290νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον τὸ ἀναφερόμενον εἰς τοὺς πόρους τοῦ
2291Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπάρχουσι πόροι
2292προοριζόμενοι διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο, οἵτινες λειτουργοῦσι σή-
2293μερον, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀναγραφομένων ἐν
2294τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ· ἑπομένως δὲν ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἱδρύσωμεν
2295τὸ ταμεῖον χωρὶς νὰ προσδιορίσωμεν πόρους· ἐννοῶ νὰ προσ-
2296διορίσωμεν τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐψηφισμένους,
2297ἀλλὰ προσέτι, ἱδρύοντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης,
2298νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι δι’ ἑτέρων νόμων θὰ κανονίσωμεν τοὺς πό-
2299ρους αὐτοῦ. Τοῦτο οὐδὲν ἤθελε περιέχει τὸ ἄτοπον.
2300Ἀλλὰ σήμερον, ὡς ὀρθῶς ἠρώτησε καὶ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτα-
2301νίας Βουλευτής, τί συζητοῦμεν; Συζητοῦμεν περὶ τῆς ἡμε-
2302ρησίας διατάξεως, ἣν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν προ-
2303τελευταίαν συνεδρίασιν; Βεβαίως ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις λοι-
2304πὸν ἐξῆλθε καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συζη-
2305τοῦμεν, διότι, ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν τὸ ἐπίκαιρον, τὸ ὠφέλι-
2306μον καὶ τὸ χρήσιμον τῆς ἱδρύσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύ-
2307νης, συζητοῦμεν ἂν εἶναι καλὸς ἢ κακὸς ὁ φόρος τοῦ σίτου.
2308Νομίζω ὅτι εἶναι ἔκρυθμος καὶ ἄτακτος ἡ συζήτησις αὕτη.
2309Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας ἐπὶ τούτου,
2310ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2311τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιῆλθεν εἰς πλήρη
2312ἀντίφασιν, λέγουσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅτι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ
2313τοῦ σίτου παρέχει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
2314πόρον ἀσφαλῆ καὶ βέβαιον, δι’ οὗ θὰ δυνάμεθα νὰ προσπο-
2315ρισθῶμεν διὰ δανείου ἢ διὰ προθεσμίας τὸ ἀναγκαῖον πολε-
2316μικὸν ὑλικόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποστηρίζουσα, ὅτι ὁ φόρος οὗ-
2317τος ἀποβαίνει πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς γεωργίας. Ἐὰν ἡ
2318Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γεωργίαν, βεβαίως
2319θέλει καταλήξει εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας, καὶ ἂν ἡ
2320ἐπάρκεια τῆς χώρας δὲν ἦναι πλήρης, ἀλλ’ ἐπέλθῃ κατὰ τὸ
2321ἥμισυ, θὰ ἐλαττωθῇ ἡ εἰσαγωγή, ὁ πόρος θὰ ἦναι μικρός,
2322καὶ ὁ φόρος θὰ ἦναι ἐπαχθής.
2323Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναιρέσω καὶ ἀνακρι-
2324βείας τινὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ
2325σίτου ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ Γαλλία δὲν εἰσάγει 40%, οἱοσδή-
2326ποτε δὲ καὶ ἂν σᾶς ἔδωκε τὰς πληροφορίας ταύτας, αὗται
2327ἀνάγονται εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸ μέσον τοῦ παρελθόντος
2328αἰῶνος. Σήμερον ἡ Γαλλία εἰσάγει 5 ἢ 10% τὸ πολὺ ἐπὶ
2329τῆς ὅλης καταναλώσεως, ὅταν δὲν ἔχῃ καλὴν ἐσοδείαν,
2330ὅταν δ’ ἔχῃ τοιαύτην, δὲν εἰσάγει τίποτε.
2331Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε προσέτι,
2332ὅτι προτείνας ἐγὼ τὴν αὐστηρὰν καὶ εἰλικρινῆ μελέτην
2333τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἐξεύρεσιν πραγματικῶν οἰκονο-
2334μιῶν, ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐνόμι-
2335σεν ὅτι ἐπρότεινα νὰ προικοδοτηθῇ τὸ ταμεῖον διὰ τῶν οἰ-
2336κονομιῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἀκατάληπτος ἡ ἰδέα
2337αὕτη. Ἐὰν θὰ ἐπιτύχωμεν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας δυ-
2338νάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, βεβαίως θὰ εὕρωμεν ἕνα τῶν πόρων
2339τῶν ἐξυπηρετούντων τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον νὰ
2340καθιερώσωμεν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ὁ κ. Ὑπουρ-
2341γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἴδιος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι
2342ἄλλοτε εἶχε κατὰ νοῦν, — ὅτε διῴκησαν τὸν τόπον ἐπὶ 2½
2343ἔτη χωρὶς οὐδὲν νὰ πράξωσιν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, — ὅτι εἶχε
2344κατὰ νοῦν ν’ ἀφιερώσῃ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων ἢ
2345ἄλλον τινὰ πόρον, καταλληλότερον τοῦ φόρου τοῦ σίτου, διὰ
2346τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Διότι πράγματι ὁ φόρος τοῦ σί-
2347του ἐξήγειρε τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ,
2348μεγάλας δὲ δυσκολίας θέλει παρεμβάλει, αἵτινες θέλουσι
2349παρακωλύσει ἂν ὄχι τὴν ἵδρυσιν, ἀλλὰ βεβαίως τὴν λειτουρ-
2350γίαν τοῦ ταμείου.
2351Δὲν θέλετε τὸ ταμεῖον λοιπόν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλετε
2352φόρον ἐξεγείροντα τοὺς πληθυσμοὺς (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς
2353δεξιᾶς). Ἱδρύσατε αὐτὸ δι’ ἄλλων πόρων. Ὅταν δὲ ἔλθῃ
2354ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἴδωμεν, ἂν ὁ καταλλη-
2355λότερος πόρος εἶναι ὁ φόρος τοῦ σίτου, καὶ ἂν δὲν θὰ εὕρω-
2356μεν ἄλλους καταλληλοτέρους.
2357Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ταμεῖον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐξυπηρε-
2358τήσῃ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, αἱ ὁποῖαι μᾶς
2359πιέζουσι πάντας, τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας φοβούμεθα διὰ
2360τὸ προσεχὲς θέρος; Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας,
2361ἀλλ’ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολό-
2362γησεν, ὅτι δὲν πρόκειται τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ
2363λίαν προσεχῶς, καὶ αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ
2364ἐξαρτήσῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θέλω νὰ συζητήσω,
2365ἂν θὰ ἦναι δυναταὶ ἢ ὄχι, ἢ ἂν θὰ ἦναι ἐπωφελεῖς· σᾶς ἀνα-
2366φέρω μόνον, ὅτι, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν,
2367μοὶ ἐγένοντο προτάσεις σπουδαίων προσώπων περὶ κατα-
2368σκευῆς στόλου ἐπὶ τῇ βάσει, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ Κυ-
2369βέρνησις σήμερον, τῆς πληρωμῆς εἰς προθεσμίας. Ὅτε ἀνέ-
2370λυσα τὰς προτάσεις ταύτας, καὶ συνέκρινα τὰς θυσίας, ἃς
2371θέλει ὑποστῆ τὸ Κράτος, εὗρον ὅτι τίποτε ὀλιγώτερον ἢ 60
2372τοῖς ἑκατὸν ἐζήτουν νὰ λάβωσιν ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὸ Κράτος.
2373Δὲν συζητῶ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῆ ἡ ἐρ-
2374γασία τῶν τοιούτων συνδυασμῶν. Βεβαίως τοῦτο εἶπον, ὅτι
2375ἡ διακεκριμένη ἀνάγκη, ἡ ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ τακτικοῦ
2376ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀπέχει τῆς ἐννοίας τῶν ἐκτάκτων
2377κινδύνων, τοὺς ὁποίους σήμερον φοβούμεθα διὰ τὸ προσεχὲς
2378ἔαρ. Κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο
2379τὰς ἀνάγκας ταύτας, τὰς προσεχεῖς. Καὶ ἀπόδειξις τούτου
2380εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δι-
2381καιολογήσῃ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν
2382ἀνεκοίνου ὁ κ. Ὑπουργὸς, περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν 10 ἑκα-
2383τομμυρίων, εἶπεν, ὅτι τότε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ
2384ζητήματος καὶ ἐπρόκειτο ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν
2385νὰ προετοιμασθῶμεν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν τὴν οἰκο-
2386νομίαν ταύτην. Τοιαῦται εἶναι αἱ οἰκονομίαι καὶ σήμερον.
2387Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ παρα-
2388καλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς
2389τὸ ἀληθὲς θέμα τῆς ἱδρύσεως τοῦ ταμείου, καὶ ν’ ἀφήσωμεν
2390τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα νὰ συζητηθῇ, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς
2391αὐτοῦ, διότι τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομικὰ δὲν δύνανται νὰ
2392συζητηθῶσι μεμονωμένα· διότι, ἂν συζητηθῇ μεμονωμένον
2393τοῦτο, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς δυσάρεστον ἀποτέλεσμα.
2394Ἄς ἐνθυμηθῶμεν, τί ἐπράξαμεν, ὅτε ἠθελήσαμεν νὰ σώσω-
2395μεν τὸ ἔθνος ἀπὸ τῆς χρεωκοπίας.
2396§107Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
2397νομικῶν ἐξέφρασεν ἓν παράπονον, ὅτι ἐγὼ, ὁμιλῶν περὶ τοῦ
2398ζωηροῦ πόθου, τὸν ὁποῖον ἔχει, ὁσάκις ἀναβιβάζεται εἰς τὸ
2399Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους ἐπὶ φό-
2400ρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μετεχειρίσθην φράσιν ἀνευλα-
2401βῆ· εἶπον δηλαδή, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει φορολογικὴν
2402μανίαν. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποσύρω
2403τὴν λέξιν ταύτην, ἐὰν ἐθεωρήθη αὕτη ἀνευλαβής, διότι ἐν
2404τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁμιλῶν περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, δὲν
2405ἐννοῶ νὰ θίξω οὔτε νὰ πειράξω προσωπικῶς ἀπολύτως οὐδένα.
2406Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφρασεν ἐπίσης τὸ
2407παράπονον, ὅτι κακῶς διηρμήνευσα τοὺς λόγους αὐτοῦ, τοὺς
2408ὁποίους ἔλεγεν ἄλλοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολο-
2409γισμοῦ τοῦ ἔτους 1907, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδείκνυεν,
2410ὅτι, ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, ἐν τῇ πολιτικῇ αὐτοῦ ἐμπει-
2411ρίᾳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο ἀνίκανος πλέον νὰ βαστάσῃ
2412τότε νέον βάρος φορολογιῶν, καὶ ἑπομένως γεννᾶται σήμε-
2413ρον μεγάλη ἀπορίᾳ, ποῖα ἦσαν τὰ οἰκονομικὰ ἐκεῖνα καὶ
2414εὐτυχῆ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἀπὸ τοῦ 1897 ἕως
2415σήμερον, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσι τώρα εἰς αὐτὸν νὰ ἐπι-
2416βάλῃ νέον πρόσθετον βάρος φορολογίας ἐκ 10 ὅλων ἑκατομ-
2417μυρίων.
2418Ἀλλ’ ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐπὶ λέξει ὁ κύριος Σιμόπουλος κατὰ
2419τὸ 1896. Ἀναγινώσκω ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτι-
2420κῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1896:
2421«Αὔξησις φόρων δὲν εἶναι κατ’ οὐδένα λόγον δυνατή·
2422οὔτε σκέψις οὔτε συζήτησις πρέπει νὰ γίνηται περὶ τούτου,
2423διότι ἐπαρκῶς εἶναι βεβαρημένος ὁ Ἑλληνικὸς λαός...
2424»Εἶναι ἀνάγκη, ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνη-
2425σιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ τὸν
2426μεταρρυθμίσῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν
2427διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ στρατιωτικὴ καὶ
2428ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ παρα-
2429βλαφθῇ ἡ οἰκονομικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Ἔχει ἡ πλειο-
2430νοψηφία τὸ θάρρος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν; Θὰ
2431ἦναι ἀξία συγχαρητηρίων ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους.»
2432Τότε λοιπὸν ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὁ κ. Θεο-
2433τόκης, ὁ σήμερον Πρωθυπουργός, ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ
2434ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, θὰ ἦτο ἀξία συγχαρητηρίων, ἐὰν
2435ἐπέστρεφε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 εἰς τὸν κ. Δηλι-
2436γιάννην, τὸν συντάκτην αὐτοῦ, καὶ ἂν τὰ δέκα ἑκατομμύ-
2437ρια, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν
2438καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἐξωκονομοῦντο διὰ τῆς
2439περιστολῆς τῶν διαφόρων πιστώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουρ-
2440γείων. Βλέπετε λοιπὸν τὸ παράδοξον τοῦτο, ὅτι, ὅταν μὲν
2441ὁ κύριος Σιμόπουλος ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, εὑρίσκει τὰ
2442πράγματα δύσκολα, εὑρίσκει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν
2443ἔχει πολλὴν ῥώμην καὶ ἀντοχήν, ὥστε νὰ βαστάσῃ εἰς
2444τοὺς ὤμους του νέα βάρη. Ἀλλ’ ὅταν γίνηται Ὑπουργὸς τῶν
2445Οἰκονομικῶν, τὰ πράγματα μεταβάλλονται ἐπὶ τὸ ῥοδινώ-
2446τερον· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποκτᾷ ἀμέσως εὐρωστίαν καὶ
2447ῥώμην οἰκονομικήν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2448γίνεται αἰσιοδοξότατος περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας.
2449Τότε ἀκριβῶς, ὅταν ἦναι Ὑπουργὸς ὁ κ. Σιμόπουλος, ἡ
2450αἰσιοδοξία κυριαρχεῖ εἰς ὅλην αὐτοῦ τὴν ὑπόστασιν, εἰς
2451ὅλην αὐτοῦ τὴν ὑπουργικὴν πορείαν· καὶ ὁσάκις βλέπω
2452ταῦτα τὰ φορολογικὰ κατορθώματα, ταύτην τὴν ἀπέραν-
2453τον περὶ ἀντοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ αἰσιοδοξίαν, ἣν ἔχει
2454ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὅταν ἦναι Ὑπουργός, ἐνθυμοῦμαι
2455ἐκείνην τὴν περίφημον σάτυραν τοῦ Βολταίρου περὶ τῆς
2456αἰσιοδοξίας, σάτυραν, ἣν ἐπιγράφει «Candide». Εἰς τὸ
2457βιβλίον τοῦτο ἀναφέρεται ὁ δόκτωρ Panglos, ὅστις ἐδίδα-
2458σκε τὸν μαθητήν του Candide τὴν λαμπρὰν ἐκείνην θεω-
2459ρίαν, ὅτι ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τοῦ γηΐνου ἔχουσιν
2460ὡς ἄριστα, καὶ ὅτι πᾶν ὅ,τι συμβαίνει εἰς ἡμᾶς τοὺς θνη-
2461τοὺς εἶναι τὸ καλλίτερον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ
2462συμβῇ (dans le meilleur des mondes possibles). Συνέβη
2463ὅμως — διηγεῖται εἰς τὸ βιβλίον του ὁ Βολταῖρος — εἰς μίαν
2464ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν Θρᾴκην καὶ ὁ δόκτωρ αὐτὸς Panglos καὶ
2465ὁ μαθητής του νὰ συλληφθῶσιν ὑπὸ Βουλγάρων λῃστῶν, οἱ
2466ὁποῖοι ἐν τῇ ἀγριότητί των περιέκοψαν διὰ μαχαιρῶν τὰ
2467ἐξέχοντα μέρη τῶν ὀπισθίων των. Ὁ δυστυχὴς Candide,
2468ὀλολύζων ἐκ τοῦ πόνου καὶ ὀδυνηρῶς οἰμώζων, ἤρχισε νὰ
2469διστάζῃ, ἂν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐδιδάσκετο, ἦτο καθό-
2470λου ὀρθή, διότι εἶδεν, ὅτι συμβαίνουσι καὶ δυσάρεστα πράγ-
2471ματα ἐν τῷ κόσμῳ, — διότι βεβαίως εὐχάριστον δὲν εἶναι
2472νὰ χάσῃ τις εἰς τὰ καλὰ καθούμενα, καὶ δὴ μὲ τοιοῦτον
2473τρόπον, ἓν μέρος τοῦ σώματός του. — Ὁ δόκτωρ Panglos, ὁ
2474ὁποῖος ὠλόλυζε καὶ ἐκεῖνος, διότι εἶχε πάθει τὸ αὐτὸ πά-
2475θημα, ὀργισθεὶς ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ Candide, ὀργί-
2476λως τῷ ἀπεκρίθη, ὅτι εἶναι ἀνόητος, πολὺ ἀνόητος. «Δὲν
2477ἐννοεῖς, τῷ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπάθομεν, ἦτο τὸ καλ-
2478λίτερον, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ πάθωμεν; Διότι οἱ Βούλ-
2479γαροι λῃσταὶ μᾶς ἔκοψαν ὅ,τι μᾶς ἔκοψαν, ἀλλ’ ἂν μᾶς
2480συνελάμβανον Τοῦρκοι στρατιῶται τοῦ πασσᾶ τῆς Ἀδρια-
2481νουπόλεως, θὰ μᾶς ἔκοβαν τὸν λάρυγγα». Δὲν γνωρίζω, ἂν
2482παρηγορήθη ὁ μακαρίτης Candide μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο
2483διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ὀπισθίων του· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
2484ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρατηρῶ ὅτι ἔχει παραπλησίαν τινὰ
2485αἰσιοδοξίαν. Δὲν θέλει νὰ παραδεχθῇ, μετὰ πενταετίαν ἀπὸ
2486τοῦ πολέμου, ὅτι ἡμεῖς ἐπάθομεν μεγάλα παθήματα κατό-
2487πιν μιᾶς τρομερᾶς ἐγχειρήσεως ἢ ἥττης, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ
2488τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν, αἱ οἰκονομικαὶ
2489συνέπειαι τῆς ἥττης ἦσαν πολὺ ὀλέθριαι, ἦσαν ἡ περι-
2490κοπὴ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους καὶ ἡ αὔ-
2491ξησις τῶν δημοσίων χρεῶν, διότι τότε, ὅτε ἔλεγε περὶ ἀνικα-
2492νότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ βαστάσῃ νέα βάρη, εὑρι-
2493σκόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ πολέμου· δὲν ἀναγνωρί-
2494ζει, ὅτι κατόπιν ἐπάθομεν μέγα πάθημα, ὅτι ὁ Προϋπολογι-
2495σμὸς τοῦ Κράτους ἀπὸ τότε ηὔξησεν, ὅτι πᾶσα ἀνεξαρτησία
2496οἰκονομικὴ ἐθνικὴ περιεκόπη, καὶ ὅτι τοὐναντίον οὐδὲν οἰκο-
2497νομικὸν γεγονὸς ἐπῆλθεν, ἵνα βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ
2498εὐδαίμονος τούτου λαοῦ, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ἐπιτρέ-
2499πει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν σήμερον νὰ φορολο-
2500γήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ προσθέτου φόρου δέκα
2501ἑκατομμυρίων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1897, ὅτε, ὡς ἐκ τῆς χρεωκο-
2502πίας εἶχεν ἐπέλθει σχετικὴ εὐμάρεια καὶ εὐπορία καὶ εἰς
2503τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τότε
2504δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κ. Θεοτόκην ἡ κατάστασις, δὲν ἐπέ-
2505τρεπεν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ προσθέσωμεν νέα βάρη,
2506ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας συνιστᾶτο, πολὺ σωφρόνως, πολὺ ὀρθῶς,
2507νοημόνως, νὰ ἐπιζητήσωμεν οἰκονομίας εἰς τὰς πιστώσεις
2508τῶν διαφόρων Ὑπουργείων.
2509Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, Κύριοι, τώρα νὰ πιστεύσωμεν
2510ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
2511καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὰ, ὅταν ἀνα-
2512λογισθῶμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ὄχι μόνον
2513δὲν ἐπήνεγκον οἰκονομίας εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους,
2514ἀλλὰ τοὐναντίον προσέθεσαν καὶ δαπάνας δέκα ἑκατομ-
2515μυρίων εἰς τὸ Κράτος; ὅτι, ἐνῷ οἱ Κύριοι αὐτοὶ ὑπέσχοντο
2516νὰ διοικήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ Προϋπολογισμὸν 53
2517μόνον ἑκατομμυρίων, κατήντησαν νὰ τὸν διοικῶσιν εἰς τὸ
2518διάστημα τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν μὲ Προϋπολογι-
2519σμὸν κατὰ δέκα ἑκατομμύρια ἀνώτερον, καὶ νὰ ἐξοδεύωσι
2520περιπλέον 32,000,000, χωρὶς οὐδὲ ἓν ὅπλον, οὐδὲ ἓν κομ-
2521βίον νὰ ἀγοράσωσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώ-
2522ρας;
2523Καὶ θέλετε ὑμεῖς, Κύριοι, τώρα νὰ σᾶς πιστεύσωμεν καὶ
2524νὰ παραδεχθῶμεν ὅσα λέγετε, καὶ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια
2525τοιαύτης φορολογικῆς σημασίας! Θέλετε νὰ παραδεχθῇ ὁ
2526Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ὀρθῶς ζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ μεγάλας
2527θυσίας, ὅταν ὑμεῖς δὲν θέλητε νὰ ὑποβάλητε ὑμᾶς αὐτοὺς
2528εἰς αὐτὰς τὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιτακτικῶς ἀπαιτοῦνται,
2529ἐὰν θέλητε πραγματικῶς νὰ φροντίσητε περὶ στρατιωτικῆς
2530συντάξεως τῆς χώρας! Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ
2531στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ὅταν συμπίπτῃ αὕτη μὲ
2532τὴν οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Δύνα-
2533ται ποτὲ λαὸς οἰκονομικῶς ἀποσυντεθειμένος νὰ ἦναι στρα-
2534τιωτικῶς παρεσκευασμένος; Ταῦτα εἶναι ὀξύμωρα, καὶ ἀπο-
2535ρῶ, πῶς εἰσάγονται ἐδῶ καὶ συζητοῦνται σοβαρῶς τοιοῦτοι
2536παραλογισμοὶ πολιτικοί. Καὶ δὲν εἶναι αὐτάρκης οἰκονομι-
2537κῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι τὰ βάρη σχετικῶς εἶναι πολὺ
2538μεγάλα, νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον φορολογοῦντες
2539τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ τὸν καταντήσωμεν νὰ αἰσθάνηται
2540μεγάλην ἀδυναμίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του. Εἶναι
2541δυνατὸν τώρα νὰ ἔρχησθε καὶ νὰ ζητῆτε νὰ φορολογήσητε
2542τὸν ἄρτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ συντάξητε τὸ Τα-
2543μεῖον τῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον θὰ λειτουργήσῃ μετὰ καιρὸν
2544καὶ θὰ φέρῃ καρποὺς μετὰ καιρόν;
2545Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον τοῦ
2546σκέπτεσθαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλληται ἐνώπιον τῆς
2547Βουλῆς ἡ ψήφισις νομοσχεδίου ἔχοντος ἀρχὴν τοσοῦτον σύν-
2548θετον. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς συνεδριά-
2549σεις τοῦ Σώματος, ὅταν πρόκηται περὶ ζητήματος συνθέ-
2550του, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ καθῆκον, διὰ νὰ διευ-
2551κολύνῃ τὴν ψήφισιν ἑκάστου νομοσχεδίου, νὰ προβάλλῃ κε-
2552χωρισμένως τὰ ζητήματα, καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ἡ Κυ-
2553βέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸ διαιρετὸν τοῦ ζη-
2554τήματος τούτου. Διότι τί θέλετε νὰ ψηφίσω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος
2555δύναμαι νὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὄχι ὅμως
2556καὶ ὑπὲρ τῆς φορολογίας, ὅταν ἐν συνόλῳ προβάλλητε εἰς ἐμὲ
2557τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων; Θέλω νὰ ψηφίσω τὸ νο-
2558μοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἀμύνης, δὲν θέλω ὅμως νὰ ψηφίσω
2559τὸ περὶ προσθέτου φορολογίας τοῦ σίτου. Πῶς εἶναι δυνα-
2560τὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ εἰς ἐμὲ
2561τὴν εὐκολίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ ψηφίσω συμφώνως
2562πρὸς τὰς πεποιθήσεις μου;
2563Εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ διαιρέσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
2564ὥστε νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἱδρυθῇ τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης αὐ-
2565τοτελῶς, καὶ ἔπειτα δι’ ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δύ-
2566νασθε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν, ἔλθετε νὰ ζητήσητε
2567τοὺς πόρους, δι’ ὧν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προικοδοτηθῇ τὸ
2568ταμεῖον τοῦτο. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ ἄλλον
2569τρόπον συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ἐκτὸς
2570ἐὰν θέλῃ νὰ παραβιάσῃ καὶ Κανονισμὸν καὶ λογικήν.
2571Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἐν πλήρει
2572βεβαιότητι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πεισθῇ νὰ προτείνῃ εἰς
2573τὴν ψῆφον ἡμῶν κεχωρισμένως τὰ ζητήματα, διότι δὲν θέλω
2574νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχουσί τινες, οἱ
2575ὁποῖοι δῆθεν δὲν θέλουσι τὰ νομοσχέδια, διότι ὑποβάλλον-
2576ται ὑπὸ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, πῶς
2577εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις εἰς τὸν ἀρχηγὸν μιᾶς ὑπηρεσίας
2578νὰ φροντίζῃ περὶ κρείττονος συντάξεως τῆς ὑπηρεσίας του.
2579Ποσάκις δὲν εἴδομεν τμηματάρχας καὶ ὑπαλλήλους συν-
2580τάσσοντας νομοσχέδια, υἱοθετούμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ
2581φερόμενα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Ἔχει τι τὸ ἀπρεπὲς
2582τοῦτο; Τοὐναντίον εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων ἡ Α. Ὑ. ὁ
2583Διάδοχος, διότι ἐπεμελήθη νὰ συντάξῃ στρατιωτικὰ νομο-
2584σχέδια, διὰ τῶν ὁποίων φρονεῖ καὶ ἐλπίζει κρείττονα διαρ-
2585ρύθμισιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο λοιπὸν μόνον ἐπαναλαμ-
2586βάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφίσωμεν κεχωρισμέ-
2587νως, διότι εἶναι σύνθετον.
2588§108Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2589§109Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2590§110Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, ἠναγκασμένος
2591νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος, καίτοι ἐπεθύμουν
2592νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Τὰ ἐπιχειρήματα,
2593τὰ ὁποῖα προέβαλον διάφοροι ἐκ τῶν ἀγορευσάντων κατὰ
2594τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐπιβάλλουσι, νομίζω, εἰς
2595πάντα, ὅστις ἐπιθυμεῖ, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διατελῇ
2596ἐν ἐπιγνώσει τῶν πράξεων τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, νὰ μὴ
2597ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως. Διότι πρέπει νὰ καταδηλωθῇ σα-
2598φῶς, ὅτι οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς
2599χώρας καὶ ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνάγκην αὐτῆς ἔχουσιν ὑπο-
2600χρέωσιν ν’ ἀποδεχθῶσιν, ὅτι ἡ τοιαύτη ὀργάνωσις δὲν δύναται
2601νὰ ἐπιτευχθῇ, ἂν μὴ ἡ χώρα ὑποβληθῇ εἰς θυσίας. Καὶ ἂν
2602τοῦτο ἦναι ἀληθὲς διὰ πᾶσαν ἐποχὴν, καθίσταται ἐπιτα-
2603κτικῶς ἀναμφισβήτητον νῦν, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ὑπὸ
2604τὰς ὁποίας διατελεῖ τὸ ἡμέτερον Κράτος. Ἐλέχθη ὑπὸ τῶν
2605ἀντιφρονούντων, ὅτι ἔδει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναζητήσῃ, πρὶν
2606ἢ ζητήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, — καὶ
2607θὰ ἴδωμεν ὁποῖα εἶναι τὰ τοιαῦτα βάρη, — ἐλέχθη ὅτι ἔπρε-
2608πε, πρὶν ἐπιζητήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τοιαῦτα βάρη, ν’ ἀναζητήσῃ
2609τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐν αὐτῷ
2610τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ δημιουργήσῃ δι’ οἰκονομιῶν περισ-
2611σεύματα, καὶ νὰ διοχετεύσῃ τὰ περισσεύματα ταῦτα εἰς τὸ
2612Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἵνα οὕτω δημιουργηθῇ τὸ
2613μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν κατὰ
2614τὰς σημερινὰς περιστάσεις τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ ἔθνους ἡμῶν.
2615Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ τοιαῦτα λέγοντες βεβαίως ἢ πλανῶνται,
2616ἢ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ζητοῦσι νὰ πλανήσωσι τοὺς
2617ἄλλους. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ἐπι-
2618ζητοῦσι νὰ πλανήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι ἡ ἀγό-
2619ρευσις τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελοπούλου, ὁ ὁποῖος
2620ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος ἐπεκαλέσθη τὰς κατὰ τὸ 1897
2621ἀγορεύσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ
2622καταδείξῃ, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν ἔδει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ στρα-
2623τιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας, καὶ ὅτι τοιοῦτόν τινα τρό-
2624πον προέτεινεν ἀγορεύων τότε ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
2625μικῶν.
2626Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς γνωρίζει καλῶς, ὅτι,
2627καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλέγοντο ταῦτα, αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ἑλλη-
2628νικοῦ Δημοσίου ἦσαν πλήρεις ὑλικοῦ πολέμου, γνωρίζει, ὅτι
2629κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἴχομεν ἀτελῆ μὲν ὁπλισμὸν πυ-
2630ροβολικοῦ, ἀλλ’ εἴχομεν πάντως ὁπλισμὸν, εἴχομεν ἀτελῆ
2631ὁπλισμὸν τοῦ πεζικοῦ, ἀλλ’ εἴχομεν τέλος πάντων ὁπλι-
2632σμὸν, καὶ δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀτελοῦς ὁπλι-
2633σμοῦ κατεδείχθη κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, ὃν ἡ ἀφροσύνη
2634ἡμῶν προεκάλεσεν· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν
2635ἐστερούμεθα καὶ τότε ἐντελῶς ὁπλισμοῦ, δὲν θὰ εὑρισκόμε-
2636θα εἰς οἵαν θέσιν εὑρισκόμεθα σήμερον, ἔχοντες εἰς τὴν ῥά-
2637χιν ἡμῶν τὰς συνεπείας τοῦ ἀτιμωτικοῦ δι’ ἡμᾶς πολέμου.
2638Εἴχομεν λοιπὸν τότε ἓν εἶδος ὁπλισμοῦ. Σήμερον ὅμως οὐ-
2639δὲν ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Σήμερον, Κύριοι, ἔχομεν πυ-
2640ροβόλα, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ νὰ σύρωνται εἰς τὰ γυμνάσια
2641εἶναι κατάλληλα· σήμερον δὲν ἔχομεν ὅπλα διὰ τὸ πεζικὸν,
2642καὶ ἂν ἔχωμέν τινα ἐκ τῶν προϋπαρχόντων, ὅπερ ἀμφί-
2643βολον, καὶ ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς,
2644Κύριοι, ἡ ἰδέα τοῦ τελείου ἐξοπλισμοῦ πρόκειται νὰ ἐξυπη-
2645ρετηθῇ διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύ-
2646νης· δὲν πρόκειται διὰ τῆς συστάσεως αὐτοῦ νὰ ἐπιδιώξω-
2647μεν τὴν κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης
2648ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ· περὶ τούτου μεριμνᾷ ὁ Προϋπολο-
2649γισμὸς τοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὀργανισμόν. Πρόκει-
2650ται διὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ προμηθευθῶ-
2651μεν τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦναι δυνατὸν ὁ στρατὸς,
2652— ὠργανωμένος ἢ μὴ, ἀδιάφορον, — θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προ-
2653ασπίσῃ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. Σήμερον, ἂν ψηφίσωμεν
2654τὰ ὀργανωτικὰ μέτρα ἄνευ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου,
2655εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ θέλωμεν νὰ ἐκπαιδεύσωμεν στρατὸν,
2656ἵνα ἔχωμεν αὐτὸν ἐντελῶς ἄοπλον, οὐδ’ ἀτελῶς κἂν ὡπλι-
2657σμένον. Τοιαύτης δὲ οὔσης τῆς καταστάσεως, παρίστανται
2658οἱ Κύριοι ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἰσχυρίζονται,
2659ὅτι δὲν εἶναι κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως τοῦ
2660Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἡ ἐξεύρεσις πόρων, ὅπως
2661προικοδοτηθῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο, ἵνα εὐθὺς ἀμέσως πληρώ-
2662σωμεν τὴν πρωτίστην τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκό-
2663μεθα!
2664Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ στρατιω-
2665τικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, ἂν δὲν μεριμνήσωμεν περὶ
2666ὁπλισμοῦ; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ
2667ὁπλισμοῦ, ἂν εὐθὺς ἀμέσως δὲν ἐξεύρωμεν πόρους παγίους,
2668δυναμένους νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, πρὸς
2669τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀποταθῆ, ὅπως ζητήσωμεν νὰ μᾶς
2670χορηγήσωσι τὰ μέσα πρὸς ἀπόκτησιν ὅπλων; Διότι, ὅταν
2671ὁμιλῶμεν περὶ ὁπλισμοῦ, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ὁμιλοῦ-
2672μεν περὶ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν εἰς τὰ δημό-
2673σια ταμεῖα τῆς Ἑλλάδος. Πόθεν λοιπὸν θὰ πορισθῶμεν
2674τοὺς πόρους, ἵνα ἐμπνεύσωμεν εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους
2675θ’ ἀποταθῶμεν διὰ τὸν ὁπλισμόν, ἐμπιστοσύνην, ὅτι θέ-
2676λουσι λάβει τὰ χρήματα αὐτῶν;
2677Εἶναι, Κύριοι, ἀνάξιον συζητήσεως πᾶν ἐναντίον ἐπιχεί-
2678ρημα, προκειμένου περὶ τοιαύτης ἰδέας. Διότι ἐννοῶ τὴν
2679πολιτικὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν: «μεταβάλατε τὸν
2680στρατολογικὸν νόμον, μεταβάλατε τὸ σύστημα τῆς στρα-
2681τιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας κατὰ τρόπον ἄλλον, παρεμ-
2682φερῆ πρὸς τὸν Ἐλβετικόν, καὶ οἰκονομήσατε ἐντεῦθεν ἐκ
2683τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων 2,
26843, 5 ἑκατομμύρια». Εἶναι τοῦτο ἓν σύστημα στρατιωτικῆς
2685πολιτικῆς, καὶ τὸ ἐννοῶ, διότι διὰ τῆς τοιαύτης ἐξοικονο-
2686μήσεως τῶν δαπανῶν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ὑλικὸν πολέ-
2687μου· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
2688λέγουν: «διοργανώσατε τὸν στρατὸν ἡμῶν κατὰ τὸ πρότυπον
2689τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ὁπλίσατε αὐτὸν τὸν στρατόν,
2690ἀλλὰ ταῦτα πάντα πράξατε ἄνευ χρημάτων»! Αὐτὸ δὲν
2691εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγηται, Κύριοι. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέ-
2692γωνται τοιαῦτα ὑπὸ ἀνδρῶν, τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὁποίων
2693οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἐκεῖ-
2694νοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶσαν
2695οἰκονομίαν, κατέχουσιν ἴσως κανὲν οἰκονομικὸν μυστήριον,
2696ὅπερ ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Ἀλλ’ ἂν κατέχωσι μυστήριόν τι,
2697ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς καλοὶ πατριῶται, νὰ ἀνέλθωσιν
2698ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι δὲν «πρέπει νὰ
2699ἐπιβάλητε αὐτὸν τὸν φόρον, διότι ἐκ τοῦ δεῖνος κονδυλίου
2700τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύνασθε νὰ οἰκονομήσητε τόσα ἑκατομ-
2701μύρια κατ’ ἔτος, καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου κονδυλίου τόσα...»
2702§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν
2703ἡ κοινὴ λογικὴ ἐπιβάλλει.
2704§112Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν ἐρωτᾶτε τὸν κ. Βουλευ-
2705τὴν ἐξ Ἄρτης, πόθεν θὰ πορισθῶμεν τὰ κονδύλια ταῦτα,
2706τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, σᾶς ἀπαντᾷ: «ὅταν ἔλθῃ ἡ συζή-
2707τησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε θέλω ὑποδείξει, πόθεν θὰ
2708τὰ λάβωμεν». Καὶ διατὶ δὲν τὰ λέγετε τώρα; Μήπως εἶ-
2709σθε Βούλγαρος ἢ Ὀθωμανός; Δὲν εἶσθε Ἕλλην; Ἔχετε
2710ὑποχρέωσιν, ἂν εἶσθε Ἕλλην πατριώτης, τώρα νὰ ὑποδεί-
2711ξητε τὰ μέσα αὐτά, διὰ νὰ τὰ ἀναγράψωμεν ὡς πόρους τοῦ
2712ταμείου. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, κύριε Βουλευτὰ
2713ἐξ Ἄρτης, ὅτι περισσεύματα Προϋπολογισμοῦ, ὁσονδήποτε
2714καὶ ἂν ἦναι μεγάλα, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐμπνεύσω-
2715σιν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προμηθεύσωσιν
2716εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν ὁπλισμόν, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔχει δυστυχῶς
2717ἀνάγκην νὰ προμηθεύηται τὸν ὁπλισμὸν ἐπὶ πιστώσει, διότι
2718δὲν ἔχει μετρητὰ χρήματα· τὰ περισσεύματα, λέγω, δὲν
2719ἀξίζουν οὔτε μίαν δραχμήν, διότι τὰ περισσεύματα δύναν-
2720ται νὰ ἦναι ἐφέτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ δύνανται τὸ
2721ἐπιὸν ἔτος νὰ ἐξαφανισθῶσι.
2722Τὰ περισσεύματα οὐδεμίαν παρέχουσιν ἐγγύησιν εἰς τοὺς
2723ξένους, καὶ γνωρίζετε τοῦτο κάλλιον παντὸς ἄλλου ὑμεῖς οἱ
2724οἰκονομολόγοι, διότι τὰ περισσεύματα οὐ μόνον δὲν προκύ-
2725πτουσι πάντοτε ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, ἀλλὰ καὶ ὅταν
2726διὰ τοιούτων περισσευμάτων οὗτοι ψηφίζωνται, ὑπάρχουν αἱ
2727ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι καταβιβρώσκουσι
2728τὰ περισσεύματα· εἶναι ἡ μέθοδος, ἣν κάλλιον παντὸς ἄλ-
2729λου ὑμεῖς γνωρίζετε.
2730§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ περισσευμάτων,
2731ἀλλὰ περὶ ἄλλων πόρων.
2732§114Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑποδείξατέ μοι τοὺς ἄλλους πόρους.
2733§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἅμα ἔχετε ὑπομονήν.
2734§116Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν συζητῶσι περὶ θέματος, τὸ
2735ὁποῖον θίγει αὐτὴν τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ
2736πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι μάλιστα νὰ προΐστανται
2737τῶν κοινῶν, πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάρρος
2738νὰ λέγωσι σαφῶς τὴν γνώμην των, νὰ συμβουλεύωσι δὲ τὰ
2739ἄριστα καὶ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον
2740τῶν ἐπισήμων ἀνδρῶν, τῶν ἀξιούντων ὅτι πονοῦσι τὴν πα-
2741τρίδα των. Δὲν ζητοῦσι δι’ ὑπεκφυγῶν νὰ θέσωσι τρικλοπο-
2742διάν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, εἰς τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν ἀντιπά-
2743λους, διὰ νὰ γεννήσωσι χάος, καὶ ἐκ τοῦ χάους τούτου νὰ
2744ὠφεληθῶσι πολιτικῶς, ἔστω καὶ ἐπὶ καταστροφῇ τελείᾳ
2745τῆς πατρίδος αὐτῶν.
2746§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὅπως τοῦτο ὑμεῖς
2747ἐπράξατε κατὰ τὸ 1897 (θόρυβος).
2748§118Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγίνεσθε ἐπὶ τόσα ἔτη.
2749Ποῦ εἶναι ὁ ὁπλισμός σας; (θόρυβος).
2750§119Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐννοηθῇ
2751καλῶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος δὲν εἶναι ἐπιτε-
2752τραμμέναι ἀντεγκλήσεις... λυποῦμαι δὲ, διότι πρὸ ὀλίγου
2753ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς φίλον μου κ. Γουναρά-
2754κην νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τρόπον ἥκιστα ἁρμόζοντα εἰς αὐτὸν
2755περὶ συναδέλφων αὐτοῦ. Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, ὅτι,
2756προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὑπάρχουσι Βουλευ-
2757ταὶ μὴ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ ἐκφράσωσι τὴν ἑαυτῶν γνώ-
2758μην, διότι εἰσὶν ὑπόδουλοι τῆς συναλλαγῆς. Τοιαύτην ὕβριν
2759πρὸς συναδέλφους δὲν περιέμενον ποτὲ ν’ ἀκούσω παρὰ τοῦ
2760ὄντως ἀγαπητοῦ φίλου μου, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ.
2761Γουναράκη. Ἐὰν ἡ ἀφοσίωσις καὶ ἡ στοργὴ αὐτοῦ πρὸς
2762τὸν ἡγέτην αὐτοῦ παρέσυρεν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τοι-
2763αῦτα νὰ ἐκστομίσῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετενόησεν ἤδη διὰ
2764τοῦτο.
2765Εἶπον, κύριε Πρόεδρε, — καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι δυσ-
2766τυχῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξακολουθήσω διὰ μακρῶν τὴν
2767ἀγόρευσίν μου, — ὅτι πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι οἱ ἐπι-
2768θυμοῦντες τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ὅτι οἱ
2769ἐπιθυμοῦντες, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς ἐνδεχομένους
2770προσεχεῖς κινδύνους δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτούς, ἔχουσι
2771τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς φωνῆς τῆς πατρί-
2772δος, νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου
2773Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπως ἔχει. Δὲν ἦτο ἐνταῦθα ἐπίκαιρος ἡ
2774συζήτησις περὶ οἰκονομιῶν διὰ καταργήσεως νομῶν καὶ δι-
2775καστηρίων.
2776§120Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἆ! βέβαια! βέβαια!
2777§121Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως.
2778§122Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἄλλη μετὰ τὴν κατά-
2779στασιν αὐτήν;
2780§123Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως,
2781καὶ τότε θέλομεν ἴδει, ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ δαπάναι διὰ τὴν
2782παροχὴν ὀφειλομένης εὐεργεσίας εἰς ὁλοκλήρους Ἑλληνικοὺς
2783πληθυσμούς.
2784Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶ-
2785μεν εἰς τοιαύτας θυσίας, πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν πάντες.
2786§124ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Πάντες, πάντες.
2787§125Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς
2788ὑμᾶς νὰ λέγητε: «ἢ ὅλοι νὰ χαθῆτε, ἢ ὅλοι νὰ ἐλευθερω-
2789θῶμεν.» Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ν’ ἀφαιρέσητε παρ’ ἡμῶν τὸν
2790ἐπιούσιον ἡμῶν ἄρτον, τὴν δικαιοσύνην, διὰ νὰ ἐξοικονομή-
2791σητε ὀλιγίστας χιλιάδας, δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν, διὰ
2792ν’ ἀπολαμβάνητε σεῖς μόνοι τὰ ἀγαθὰ τῆς διοικήσεως καὶ
2793τῆς δικαιοσύνης. Θέλετε νὰ ὑποβληθῶμεν ὅλοι εἰς θυσίας;
2794Ἔλθετε νὰ καταργήσωμεν οὐχὶ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, —
2795διότι τέσσαρα Πρωτοδικεῖα ἀντιστοιχοῦσι πρὸς ὀγδοήκοντα
2796χιλιάδων δραχμῶν δαπάνην, — νὰ καταργήσωμεν εἴκοσι.
2797§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἴκοσιν.
2798§127ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ὅλα.
2799§128Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφήσατε τὸν τόπον τότε ἄνευ διοι-
2800κήσεως, ἄνευ δικαιοσύνης, καὶ ἔλθετε νὰ λάβωμεν ὅλοι ἀνὰ
2801ἓν ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας, διὰ νὰ τεθῶμεν φρουροὶ πρὸς σωτη-
2802ρίαν τῆς πατρίδος. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
2803Δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, δυνατὸν νὰ συζητήσῃ τις ἐπὶ
2804τοιούτου θέματος. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἀποδείξω,
2805ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθά, ἅτινα παρήχθησαν ἐκ τῆς νέας διοι-
2806κητικῆς διαιρέσεως.
2807§129Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν
2808κάμητε αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
2809§130Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τώρα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη
2810νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ φίλος μου κ. Ἀσημα-
2811κόπουλος ἔχει καθῆκον νὰ μὴ φέρῃ ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ ν’ ἀπο-
2812φασίσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρί-
2813δος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἣν ὤφειλε ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ κύ-
2814ριος Ἀσημακόπουλος ἄνευ τῆς ἐμῆς συνδρομῆς.
2815§131ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι. Νὰ ὑποβληθῆτε σεῖς.
2816§132Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς, Κύριε, διὰ τῆς φορολογίας,
2817ἣν ὑποστηρίζομεν, ὑποβαλλόμεθα εἰς θυσίας. Ἀλλὰ σεῖς
2818ἐπιθυμεῖτε νὰ ὑποβληθῶμεν ἡμεῖς μόνον εἰς θυσίας, σεῖς δὲ
2819ν’ ἀπολαμβάνητε τῶν ἀγαθῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δι-
2820καιοσύνης! Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ γείνῃ ποτέ· περὶ
2821τούτου δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς πα-
2822ρίαι, οὐδ’ ἀπόκληρα τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ νὰ
2823μᾶς καταδικάσητε ν’ ἀναζητῶμεν ἐπὶ ἡμέρας τὴν δικαιο-
2824σύνην, ὅταν σεῖς ἔχητε ταύτην ἐντὸς τῶν οἰκιῶν σας· ὄχι!
2825τοῦτο δὲν θὰ γείνῃ ποτέ! Αὐτὴν τὴν εὐχαρίστησιν δὲν θὰ
2826τὴν ἀπολαύσητε. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
2827§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων συνεχῶς τὸν κώδωνα). Ἡσυχά-
2828σατε, Κύριοι. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
2829§134Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν
2830μου, κύριε Πρόεδρε, διότι καὶ ἀρκετὰ ἐξετάθη ὁ λόγος
2831παρ’ ὅλων, καὶ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶμαι εἰς κατά-
2832στασιν νὰ μακρηγορήσω.
2833Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι τὸ νομοσχέ-
2834διον τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοσχεδίων, τὰ
2835ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας,
2836τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τῆς ὀργανώσεως
2837τῆς στρατιωτικῆς τοῦ Κράτους. Τοῦτο τὸ νομοσχέδιον πρέ-
2838πει νὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὔτε εἶναι δυ-
2839νατὴ ἡ διαίρεσις, καθ’ ἃ ἐπρότεινεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βου-
2840λευτής.
2841§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
2842§136Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ βεβαίως, κατὰ τὸν Κανο-
2843νισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, θέλει ψηφισθῆ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον,
2844καὶ ἂν οἱ Κύριοι νομίζωσιν, ὅτι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν
2845συνείδησιν αὐτῶν καὶ ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ
2846Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς
2847πατρίδος, ἐὰν καταψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον, δύνανται, ψη-
2848φίζοντες ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, νὰ καταψηφίσωσι τὰ καθέκαστα·
2849καταψηφίζοντες ὅμως τὰ καθέκαστα θὰ δείξωσιν, ὅτι οὐδέ-
2850ποτε εἶχον πρόθεσιν καὶ σκοπὸν εἰλικρινῆ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ
2851τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς συν-
2852τάξεως τῆς χώρας.
2853§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2854§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι δεκάτη ἡ
2855ὥρα· πρέπει νὰ διακόψωμεν. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
2856§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διακόπτομεν.
2857§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ.
2858Ὁρίστε, κύριε Χατζόπουλε.
2859§141Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλήθημεν, κύριοι, εἰς τὴν Σύν-
2860οδον ταύτην ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν, ὅτι ἔκτακτοι ἐθνι-
2861καὶ ἀνάγκαι περιστοιχίζουσι τὸν τόπον ἡμῶν, ἀνάγκαι σχε-
2862τιζόμεναι μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἔθνους, μὲ αὐτὸ τὸ
2863μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ μὲ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων
2864μία ἀποτυχία θέλει καταστήσει ἴσως ἀκροσφαλῆ καὶ τὴν
2865ὕπαρξιν ἀκόμη τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ σύνολον τῶν
2866συζητήσεων, ἀφ’ ὅτου συνήλθομεν ἐνταῦθα, ὅπως αὗται διε-
2867ξάγονται παρ’ ἡμῖν, χρησιμεύει ἢ τείνει πρὸς θεραπείαν τῶν
2868τοιούτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους; Κατορθώνομεν, ἔστω ἐπὶ τέ-
2869λους καὶ κατὰ προσποίησιν, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν λαὸν, τὸν
2870ὁποῖον καλοῦμεν εἰς θυσίας, νὰ καταδεικνύωμεν τοὐλάχι-
2871στον διὰ τῶν λόγων ἡμῶν, διὰ τοῦ ὕφους ἡμῶν, διὰ τῆς
2872θυσίας, τὴν ὁποίαν θέλομεν ἐπιβάλει εἰς τὴν ῥητορικὴν ἡμῶν,
2873διὰ τῆς θυσίας τῶν πολλῶν λόγων, ὅτι συναισθανόμεθα ὑπὸ
2874ποίας περιστάσεις συνήλθομεν ἐνταῦθα; Καὶ θὰ ἦτο ἴσως
2875τὸ κυριώτατον τῶν ζητημάτων, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λυθῇ
2876ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῇ καρδίᾳ ἡμῶν, ἡ συναίσθησις καὶ ἡ
2877ἀναγνώρισις τῶν περιστάσεων· διότι, ἐὰν τοῦτο τὸ ζήτημα
2878κατωρθώναμεν νὰ λύσωμεν ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν, ἠθέλομεν
2879ἴσως προβαίνει ἀπροσκόπτως εἰς πάντα τὰ ἄλλα ἔργα ἡμῶν.
2880Τοῦτο πρὸ πάντων τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λύσωμεν, ἀλλὰ νὰ
2881τὸ λύσωμεν συζητοῦντες πρὸς τὸν ἑαυτόν μας καὶ πρὸς τὴν
2882συνείδησίν μας, καὶ οὐχὶ ἀντιμαχόμενοι πρὸς ἀλλήλους.
2883Καὶ ἐνῷ λέγομεν—ἐλέγομεν δὲ καὶ πρίν, οἱ πάντες ἔλε-
2884γον—ὅτι παρασκευαζόμεθα ἀπέναντι κινδύνων ἐκτάκτων τοῦ
2885ἔθνους, συνελθόντες ἐνταῦθα οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ παρι-
2886στάμεθα ὡς χανόμενοι ἐκ προοιμίων διὰ τὰς θυσίας, εἰς τὰς
2887ὁποίας προκαλοῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Κλαίομεν καὶ
2888ὀδυρόμεθα πρὸς τὸν λαὸν αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σκοπὸν νὰ
2889καλέσωμεν, ἵνα τὸ πᾶν θυσιάσῃ χάριν τῆς ὑπάρξεως τοῦ
2890ἔθνους, κλαίομεν διὰ τὸν φόρον τοῦ σίτου! Καὶ λέγων τοῦ-
2891το, σπεύδω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐγὼ ἴσως δὲν εἶμαι, ἐὰν
2892δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὑπὲρ τοῦ φόρου, ἀλλὰ λέγω διὰ τὸ σύ-
2893στημα τοῦτο τοῦ συζητεῖν σήμερον, ὅτι κλαίομεν καὶ ὀδυρό-
2894μεθα ἐκ τῶν προτέρων ἐπὶ τῷ φόρῳ, ὅστις ἀπειλεῖ νὰ ἐπι-
2895βαρύνῃ τὸν λαόν, τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος κατὰ μέγα
2896μέρος θὰ κληθῇ νὰ θρέψῃ διὰ τῶν ἰδίων δαπανῶν, προμηθεῦον
2897εἰς αὐτὸν τὸν σῖτον, ἀλλὰ προμηθεῦον τὸν σῖτον εἰς τὰ ὅρια
2898τῆς Βουλγαρίας.
2899Συζητοῦντες ἐνταῦθα, ἐξακολουθοῦμεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ
2900τῶν θυσιῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα φορολογία, ἡ
2901δεινοτέρα φορολογία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸν λαὸν τὸν
2902Ἑλληνικὸν, δὲν εἶναι ἡ φορολογία ἡ διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς
2903Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλ’ εἶναι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐπι-
2904βάλλομεν εἰς αὐτὸν διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο τῆς ἐθνικῆς ῥη-
2905τορικῆς (γέλωτες), τὸ ἀνεξάντλητον αὐτὸ ταμεῖον τῆς ἐθνι-
2906κῆς ῥητορικῆς, ὅπερ καλεῖται Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον.
2907§142Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰς μεγαλειτέραν μερίδα ὑμεῖς
2908πάντοτε.
2909§143Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἄλλην ἐπαχθεστέραν
2910δεινοτέραν καὶ σκανδαλωδεστέραν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπι-
2911βάλλομεν εἰς τὸν λαὸν, καὶ δὲν κατακρίνω, κύριε Βουλευτὰ ἐξ
2912Ἀττικῆς, τὸ νὰ λέγῃ τις ὅσα θέλει ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ
2913ὁποῖα εἶναι πρέποντα καὶ προσηκόντως τίθενται. Ἐν τοῖς
2914τοιούτοις θέμασι καὶ ἂν καταναλώσῃ τις πέντε λεπτὰ τῆς
2915ὥρας, οὐδεμία ἀπώλεια ἐθνικὴ ἐπέρχεται· ἀλλ’ ἐπέρχεται
2916ἀπώλεια ἐθνικὴ, ὅταν τις, λησμονῶν τὰς περιστάσεις, συλ-
2917λογίζεται μόνον πῶς νὰ εὐφυολογήσῃ ἢ νὰ ῥίψῃ δηλητήριον
2918εἰς πᾶσαν συνείδησιν ἐξεγειρομένην ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν περι-
2919στάσεων (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2920Συζητεῖτε ὅσον θέλετε, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, συ-
2921ζητεῖτε ὅσον θέλετε περὶ τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων, καὶ δὲν
2922θὰ βαρυνθῶμεν νὰ σᾶς ἀκούωμεν· ἀλλὰ μὴ ἀρέσκεσθε νὰ εὐ-
2923φυολογῆτε ἀκαταπαύστως καὶ νὰ ὁμιλῆτε ὑμεῖς διὰ μα-
2924κρῶν περὶ χαρακτήρων καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ τίνων ἄλλων θε-
2925μάτων.
2926Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ὑπάρχῃ χαρακτηριστικὸν τῶν ἐποχῶν,
2927κατὰ τὰς ὁποίας ἐλλείπουσιν οἱ χαρακτῆρες, εἶναι ἡ πλη-
2928θώρα τῶν λόγων, καὶ τὴν πληθώραν τῶν λόγων καταδει-
2929κνύετε ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, διότι πολλά-
2930κις, ἁπλῶς διὰ νὰ εὐφυολογήσητε, ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλήν.
2931Καὶ συγγραφεὺς σοφὸς λέγει, ὅτι τὰς ἐποχὰς, τὰς ὁποίας
2932διακρίνει ἡ ἔλλειψις χαρακτήρων, διακρίνει συγχρόνως ἡ
2933πληθώρα τῶν λόγων. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, χαρακτήρων ἔχο-
2934μεν ἀνάγκην κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας καὶ ἑπομένως
2935ὀλιγότητος λόγων, ἀλλ’ ὀλιγότητος λόγων ἰδίως ἐπὶ ἐκείνων
2936τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα οὐχὶ ὠφελίμως, ἀλλ’ ἀκαίρως καὶ
2937ἐπιβλαβῶς καὶ ὀλεθρίως, ἢ τοὐλάχιστον ἀσκόπως ἐν τῇ
2938Βουλῇ ἀρέσκονταί τινες ν’ ἀνακινῶσι.
2939Τί νὰ εἴπῃ τις, Κύριοι, ὅταν ἀκούῃ σήμερον νὰ ἐπιρρί-
2940πτωνται ἑκατέρωθεν μομφαὶ περὶ συναλλαγῆς;
2941§144Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ περὶ συν-
2942αλλαγῆς.
2943§145Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ εἴπῃ τις, Κύριοι, ὅταν συ-
2944ζητῶν τις ἀνακινῇ ζητήματα χαρακτήρων, χωρὶς μάλι-
2945στα νὰ ἦναι ἁρμόδιος νὰ ἐπικρίνῃ ἄλλους, καὶ δὲν ἠξεύρω
2946ὁποῖά τινα ἄλλα; Δὲν δεικνύει ὁ τοιοῦτος, ὅτι λησμονεῖ
2947ἐντελῶς ὑπὸ ποίας περιστάσεις διατελεῖ ὁ τόπος;
2948Βλέπω ἀληθῶς ἐμφανιζόμενα πρόσωπά τινα ἰδανικὰ ἐν
2949τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Τὴν συναλλαγὴν βλέπω, τὴν παρελ-
2950θοῦσαν, τὴν μέλλουσαν, τὴν ἐνεστῶσαν· ἀκούω λόγους περὶ
2951χαρακτήρων· βλέπω πολλὰ καὶ διάφορα ἄλλα ζητήματα
2952ἐμφανιζόμενα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν βλέπω ὅμως πουθενὰ Μα-
2953κεδονίαν ἐμφανιζομένην ἐν τοῖς λόγοις ἡμῶν. Νομίζετε, ὅτι
2954τοὺς λόγους ἡμῶν ἐμπνέει ἡ συναίσθησις τῶν κινδύνων τῶν
2955ἐθνικῶν;
2956Λέγω ταῦτα, Κύριοι, οὐχὶ διὰ νὰ ψέξω τοῦτον ἢ ἐκεῖνον·
2957τὰ λέγω διὰ νὰ ὑπενθυμίσω καὶ εἰς ἐμαυτὸν καὶ εἰς πάν-
2958τας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὑπὸ ποίας περιστάσεις
2959συνήλθομεν ἐνταῦθα. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν οἱ ὁμογενεῖς,
2960οἱ ὁμόφυλοι, οἱ σφαζόμενοι καὶ κρεουργούμενοι ἤθελον συνα-
2961γάγει τὰς προσδοκίας αὑτῶν ἐκ τῶν ὅσα ἤθελον ἀκούσει ἐν-
2962ταῦθα λεγόμενα! Τί θὰ ὑποθέσωσι δι’ ἡμᾶς αὐτοὶ οἱ ἄν-
2963θρωποι; Μὲ ποῖον θάρρος θὰ παρασκευάζωνται πλέον καὶ
2964αὐτοὶ εἰς ἀγῶνας μεγάλους, ἐὰν ἀκούωσιν ἡμᾶς ἐδῶ λογο-
2965κοποῦντας ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας, ἐὰν ἀκούωσιν ἡμᾶς
2966ὀδυρομένους μὴ τυχὸν παρουσιασθῇ ἀνάγκη καὶ ἐπιβάλωμεν
2967φόρον, ὁ ὁποῖος ἤθελε παραγάγει 2–3 ἑκατομμύρια;
2968§146Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν σιωπᾶτε;
2969§147Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ κάμω σᾶς νὰ σιωπήσητε
2970(ἱλαρότης).
2971§148Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε βάλετε τὸ μονοπώλιον
2972τῶν λόγων.
2973§149Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρασκευαζόμεθα βεβαίως νὰ
2974ἐπιβάλωμεν μεγάλας θυσίας, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν μεγά-
2975λους ἐνδεχομένους κινδύνους. Μήπως πρόκειται, Κύριοι, νὰ
2976καταβάλωμεν ἔξοδα διαδηλώσεων; Βεβαίως ὀλίγα χρειά-
2977ζονται, ἐὰν πρόκηται περὶ διαδηλώσεων. Μήπως πρόκειται
2978νὰ στείλωμεν συμμορίας τινὰς εἰς τὴν Μακεδονίαν; Καὶ
2979εἰς τοῦτο οὐδεμία προπαρασκευὴ χρειάζεται.
2980Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα λέγω γενικῶς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ
2981ἀπευθύνω ὑπόμνησίν τινα καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπι-
2982θυμῶ, ἵνα καὶ ἡ Κυβέρνησις βαίνῃ κανονικῶς, οὐδεμίαν δί-
2983δουσα ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις· βαίνουσα δὲ κανονικῶς,
2984καὶ ἐπωφελουμένη τῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ σύμ-
2985πασα ἐξεδήλωσε πρὸς αὐτήν, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν
2986τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων κατὰ πρώτιστον λόγον καὶ
2987εἶτα εἰς τὴν ἐξεύρεσιν πόρων. Πῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι
2988ψηφίζει νομοσχέδια στρατιωτικά, χωρὶς νὰ σκέπτηται, ὅτι
2989θὰ εὕρῃ πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογὴν
2990οἱ νόμοι οἱ στρατιωτικοί;
2991Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφωνία ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῶν πόρων,
2992δύναται τοῦτο ν’ ἀποτελῇ καμμίαν διαίρεσιν προκαταβολι-
2993κὴν μεταξὺ τῶν δύο μερίδων; Τί μόνον δύναταί τις νὰ εἴπῃ
2994πρὸς πάντας; ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐπιβα-
2995ρύνομεν διὰ φόρων τὸν λαόν, ὅστις εἶναι πολὺ βεβαρημένος,
2996χωρὶς νὰ εἴπῃ καὶ τί ἄλλο πρέπει νὰ γείνῃ. Ἐγὼ φρονῶ,
2997ὅτι βεβαίως παραλλήλως πρέπει νὰ προβῶσι καὶ αἱ οἰκονο-
2998μίαι καὶ οἱ φόροι ἐν ἀνάγκῃ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα,
2999τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ μᾶς διαιρέσῃ, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις
3000καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ αὐτὸ βεβαίως φρονοῦσι. Κατ’ ἀρ-
3001χὴν δὲν ὑπάρχει διαφωνία· ἀλλ’ ἐὰν κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑπάρ-
3002χῃ διαφωνία, τὰ καθέκαστα, οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ
3003εὑρεθῶσιν οἱ πόροι, θ’ ἀνευρεθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν
3004νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν πόρων.
3005Ὁ ψηφίζων τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἀναλαμβάνει βε-
3006βαίως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν
3007οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῶσι. Δὲν
3008ἕπεται ἐκ τούτου, οὔτε πιστεύω ὅτι ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
3009ἀναλαμβάνει τις τὴν ὑποχρέωσιν, αὐτοὺς καὶ μόνον τοὺς πό-
3010ρους νὰ ψηφίσῃ, οὓς ἡ Κυβέρνησις συνεδύασε πρὸς τὰ στρα-
3011τιωτικὰ νομοσχέδια. Διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν
3012ὑπάρξωσι προτάσεις, — διότι περὶ διαφωνίας κατ’ ἀρχὴν δὲν
3013πρόκειται,— αἱ ὁποῖαι ἤθελον διευκολύνει τὸ ἔργον αὐτό,
3014δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρούσῃ ταύτας.
3015Λοιπὸν θὰ προβῶμεν κανονικῶς, καὶ θὰ ψηφίσωμεν τὰ
3016στρατιωτικὰ νομοσχέδια.
3017§150Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἀξίωσις αὕτη προὐκάλεσε τὴν
3018συζήτησιν.
3019§151Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ὡς
3020πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Λοιπόν, ἐὰν ἐπρό-
3021κειτο νὰ προαποφασίζωνται, ὡς εἶπον, καὶ οἱ πόροι, τότε
3022βεβαίως θὰ περιεπίπτομεν εἰς τὸ ἄτοπον, ὅτι θὰ προαπεφα-
3023σίζομεν περὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, πρὶν ἢ συζητή-
3024σωμεν ταῦτα. Ἐάν τις ἀντικρούῃ πόρον τινὰ, πρατεινόμενον
3025ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑποχρεοῦται σοβαρῶς νὰ προτείνῃ
3026ἕτερον πόρον, νὰ προτείνῃ τοῦτον μετὰ σοβαρότητος, καὶ
3027ὄχι μόνον νὰ ψέγῃ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ
3028ἀντιπροτείνῃ τι.
3029Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐξαίρεσίς τις ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς
3030στρατιωτικῆς ἀμύνης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀνάγκην
3031νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ παραλλήλου μετὰ τοῦ φορο-
3032λογικοῦ νομοσχεδίου τοῦ σχετικοῦ, διότι δι’ αὐτοῦ προαπο-
3033φασίζεται, ὡς δὲν συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα, φορολογία ἐπὶ
3034τοῦ σίτου, χωρὶς νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον
3035περὶ φορολογίας τοῦ σίτου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω καὶ
3036πάλιν, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν δὲν δημιουργοῦνται
3037ἀνάγκαι πολυτελείας, ἀλλὰ προνοεῖ τὸ ἔθνος περὶ τῆς τι-
3038μῆς καὶ τῆς ὑπάρξεώς του, καὶ συνεπῶς ἕκαστος ὑποχρεοῦ-
3039ται νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς στρατιωτικὰς, καὶ κατό-
3040πιν νὰ ἐξεύρῃ τοὺς δι’ αὐτὰς πόρους. Ἀλλ’ ἐξαίρεσις, ἐπανα-
3041λαμβάνω, ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης.
3042Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὁσηνδήποτε πεποίθη-
3043σιν καὶ ἂν ἔχῃ εἰς τὰς ἑαυτῆς ἰδέας, νὰ μὴ ζητήσῃ ἐκεῖνο,
3044ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι νομοθετικὸς σολοικισμός. Ἐξαίρεσις θὰ
3045ὑπάρξῃ μόνον διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, καθόσον μά-
3046λιστα ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
3047εἴδομεν ὅτι ἡ διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ἐπιβληθησομένη
3048φορολογία ἐξυπηρετεῖ καὶ ἄλλο τι, τοὺς γεωργικοὺς πληθυ-
3049σμοὺς, καὶ ἔχει οὕτω καὶ αὐτοτελῆ ἀξίαν.
3050Ἐγὼ, Κύριοι, καταλήγων τὸν λόγον, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι
3051δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῶν συνήθων
3052ἐκείνων ἐπηρεασμῶν καὶ νὰ λησμονήσῃ τὰς περιστάσεις τὰς
3053ἐθνικάς. Θὰ ἀφεθῶσι κατὰ μέρος αἱ ἄλλαι διαφωνίαι,
3054ἐφ’ ὅσον αἱ διαφωνίαι αὗται θὰ δύνανται νὰ συμβιβάζωνται
3055μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐνέργειαν τὴν ἐθνι-
3056κήν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, συναισθανομένη
3057τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας φέρει, ἔχῃ συγχρόνως καὶ ἐκ πα-
3058ραλλήλου τὸ θάρρος νὰ προβαίνῃ κανονικῶς· διότι βεβαίως,
3059ἐὰν, λησμονοῦντες τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, ψηφίζωμεν ἀφ’
3060ἑνὸς στρατιωτικὰ μέτρα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ψηφίζωμεν τοὺς
3061πόρους, οἵτινες καθίστανται ἀτυχῶς ἀπαραίτητοι, τότε βε-
3062βαίως ἡ εὐθύνη ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πί-
3063πτει ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον
3064εἴτε ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἡ Ἀντιπολίτευσις εἴτε ἡ Βουλὴ
3065σύμπασα νὰ δειχθῇ ἐπιλήσμων τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν καὶ
3066τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ φωνὴ σύμπαντος
3067τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3068§152Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω... (δια-
3069μαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3070§153Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν,
3071κύριε Πρόεδρε.
3072§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Βουλευτής.
3073§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευ-
3074τὴς διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του ἠσχολήθη νὰ πείσῃ ἡμᾶς,
3075ὅτι πρέπει νὰ σιωπῶμεν. Ἐπὶ τῆς μεγαλοφυοῦς ταύτης
3076ἰδέας του δὲν θ’ ἀπασχοληθῶ πλειότερον, ἐκ φόβου μήπως
3077διὰ μακροτέρας ἀγορεύσεως θελήσῃ νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς
3078ἐπιβεβλημένης ἡμῖν τοῖς ἄλλοις σιωπῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3079θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ, εἶναι ἡ ἐπιβεβλημένη ἀπάντησις πρὸς
3080τὸν κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτήν. Οὗτος, ὡς φίλος τῆς Κυ-
3081βερνήσεως καὶ κἄπως ὡς δικηγόρος, ἠθέλησε νὰ δικαιολο-
3082γήσῃ τοὺς σημερινοὺς Ὑπουργοὺς, ἰδίᾳ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
3083καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ παραστήσῃ,
3084ὅτι, ὅτε οὗτοι κατὰ τὸ 1896 διελάλουν περὶ οἰκονομιῶν ἐπι-
3085βεβλημένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸς θεραπείαν τῶν
3086στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὅτι τότε ἦσαν ἄλλαι
3087περιστάσεις, οὐχὶ ὅμοιαι πρὸς τὰς σημερινάς. Καὶ εἶπεν, ὅτι
3088τότε αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ ἦσαν πλήρεις ὅπλων καὶ ἐφο-
3089δίων, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἐπείγουσά τις ἀνάγκη
3090νὰ εὑρεθῶσι χρήματα διὰ φορολογίας. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ
3091ἐννοήσω, κατὰ τίνα ποτὲ τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι κατέληξεν
3092εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος.
3093Ἐγὼ βλέπω ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ὁμιλιῶν καὶ τοῦ κ.
3094Θεοτόκη καὶ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅτι αἱ περιστάσεις ἀκρι-
3095βῶς ἦσαν αἱ αὐταί, διότι καὶ τότε ὁ κ. Σιμόπουλος ἐζήτησε
3096νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας κατὰ 8,000,000 δραχμὰς,
3097ἵνα ἀγοράσωμεν 6 τορπιλλοβόλα, νὰ ἀγοράσωμεν καταδρο-
3098μικὰ, ἐζήτησε νὰ ἀναγράψωμεν πιστώσεις εἰς τὸν Προϋπο-
3099λογισμὸν διὰ γενικὰς ἀσκήσεις, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπά-
3100νας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα
3101ζητοῦμεν νὰ πράξῃ οὗτος σήμερον. Αἱ περιστάσεις λοιπὸν
3102ἦσαν ἀκριβῶς ὅμοιαι καὶ τότε, ὅτε οἱ νῦν κυβερνῶντες ἐζή-
3103τουν τὴν περικοπὴν τῶν δαπανῶν, καὶ τώρα, ὅτε ζητοῦσι
3104τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων.
3105Ἔλεγε τότε ὁ κ. Σιμόπουλος: «Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην
310610 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν στρατὸν καὶ 5 ἑκατομμυρίων φράγ-
3107κων χρυσῶν διὰ τὸ ναυτικὸν, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς τραπεζικὰ
3108γραμμάτια 18,000,000». Ἐπειδὴ δὲ μόνον τὰ 8 ἑκατομ-
3109μύρια ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ διὰ τῆς περικοπῆς τῶν δαπα-
3110νῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἔλε-
3111γεν, ὅτι τὰ ἄλλα 10 ἑκατομμύρια ἔπρεπε νὰ ἀνεύρωμεν διὰ
3112τοῦ παλαιοῦ καὶ γνωστοῦ εἰς αὐτὸν τρόπου τῆς ἐξευρέσεως
3113τῶν χρημάτων διὰ δανείου, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν
3114τοιοῦτον τότε, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ συμ-
3115βιβασμοῦ, ἵνα συντάξωμεν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς
3116χώρας. Τοιαῦτα συνεβούλευον τότε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης καὶ
3117ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἐρωτῶ αὐτοὺς τώρα, ἐὰν τότε, πρὸ τοῦ
3118συμβιβασμοῦ, ὅτε θὰ ἦτο καθαρὰ ἀναίδεια νὰ ζητήσωμεν
3119νέον δάνειον, συνεβούλευον νὰ ζητήσωμεν τοιοῦτο, διατί νῦν
3120ἀποφεύγουσι νὰ ζητήσωσι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ
3121ἐλέγχου παρέχει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κα-
3122λύψῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν χρήσεων ἀπὸ
3123τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν, ὡς προεῖδεν ἐν χρόνῳ καταλλήλῳ ἡ
3124ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου;—διότι, ὡς γνωστόν, ὁ νόμος περὶ
3125ἐλέγχου χορηγεῖ ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν δάνειον
3126μὲ ἐλάχιστον τόκον, τὸν τόκον τοῦ μεγάλου δανείου τῆς
3127πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, δάνειον πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ἐλ-
3128λειμμάτων, ἅτινα ἤθελον καταλίπει αἱ χρήσεις ἀπὸ τοῦ
31291898 καὶ ἐντεῦθεν.— Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
3130μικῶν, κατέλιπον αἱ χρήσεις αὗται ἐλλείμματα; ναὶ ἢ οὔ;
3131§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
3132§157Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ θὰ σᾶς ἀποδεί-
3133ξουν ἐν πλάνῃ εὑρισκομένους. Καὶ ἡ μελέτη τῶν ἀριθμῶν
3134αὐτῶν δεικνύει, ὅτι αἱ χρήσεις τῶν Προϋπολογισμῶν ἀπὸ
3135τοῦ 1898 μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1902 καταλήγου-
3136σιν ἀσφαλῶς εἰς ἔλλειμμα 13,000,000 δραχμῶν.
3137§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
3138§159Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε τὸ ὄχι αὐτό,
3139διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναντίρρητον. Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα
3140καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καθώρισε
3141δι’ ἐγγράφου της πρὸς τὸν Ἔλεγχον πολὺ προσφάτως. Δὲν
3142γνωρίζω, ἂν τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν ἢ ἐπὶ τῶν
3143προκατόχων ὑμῶν· ἀλλ’ ὅ,τι λέγω ἐγὼ τώρα, ἐγένετο.
3144Καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔχομεν εἰς τὰς χρή-
3145σεις ἡμῶν ἔλλειμμα, καὶ ἑπομένως ἐδικαιούμεθα νὰ λάβω-
3146μεν δάνειον 10,000,000 φράγκων χρυσῶν, ὅπως διαθέσω-
3147μεν διὰ τὰ ἐλλείμματα, καὶ διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ ἠθέλομεν
3148ἐπιβαρύνει ἐτησίως τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἐλαχίστου πο-
3149σοῦ ἐτησίως, διὰ 360,000 φράγκων χρυσῶν, διότι ὁ τόκος
3150εἶναι 2½%. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εὕρωμεν ποσὸν
3151χρημάτων ἐπαρκὲς διὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας.
3152Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
3153νομικῶν ἐζήτει κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ
31541896, νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον διὰ τὰς στρατιωτικὰς
3155δαπάνας τῆς χώρας, σήμερον δὲ, ἐνῷ δικαιούμεθα νὰ ζητή-
3156σωμεν δάνειον, δὲν ζητεῖ τοιοῦτον, ἐνῷ τοῦτο ἤθελεν ἐπιβα-
3157ρύνει τὸ Κράτος δι’ ἐλαχίστης δαπάνης, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ φο-
3158ρολογήσῃ τὸν ἄρτον τῶν πτωχῶν τάξεων τοῦ λαοῦ; Τοῦτο
3159προέρχεται, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μπουφίδης, ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν
3160περιστάσεων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ, αὕτη εἶναι, ὅτι
3161τότε μὲν ἡ Ἑλλὰς ἦτο εἰς καλλιτέραν θέσιν, ἐνῷ τώρα εἶ-
3162ναι ἐπιβεβαρημένη, μετὰ τὰς ἀτυχίας τοῦ πολέμου, μεγα-
3163λωστὶ διὰ νέων βαρῶν. Εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δημοσίου
3164χρέους σήμερον, ὅσος ἦτο κατὰ τὸ 1896;
3165Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπεβαρύνθημεν διὰ τόσων δαπανῶν, λέγετε σή-
3166μερον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ
3167τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νέας φορολογίας, ἵνα ἐπαρκέσωμεν
3168εἰς τὰς ἀνάγκας! Τὸ ὀρθότερον λοιπὸν πάντων ἦτο νὰ ζητή-
3169σητε τὸ δάνειον τῶν 10,000,000, χωρὶς νὰ προστρέξητε
3170εἰς τὴν βάναυσον φορολογίαν τοῦ σίτου καὶ τῶν ἄλλων.
3171Ταῦτα ἤθελον νὰ παρατηρήσω.
3172§160Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λίαν παράδοξοι μοὶ ἐφάνησαν αἱ ἀγο-
3173ρεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Βουλευτῶν Λεβαδείας καὶ Εὐ-
3174ρυτανίας. Ἠξίωσαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς δὲν
3175θέλωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ σίτου, δὲν θέλομεν καὶ τὴν στρα-
3176τιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας· ὅταν δὲ οὕτω θέτωσι τὸ
3177ζήτημα, θέλουσι βεβαίως νὰ μᾶς ἐκβιάσουν εἰς τὴν ψήφι-
3178σιν ἑνὸς πόρου τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, χωρὶς
3179ἡμεῖς νὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἄλλον. Ἀλλὰ διατὶ, Κύριοι,
3180δὲν δέχεσθε τὴν διαίρεσιν; Νομίζετε, ὅτι εἶσθε σεῖς περισ-
3181σότερον πατριῶται ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὴν
3182ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας; Ἐγὼ εἰς οὐδένα ἀρνοῦμαι φιλο-
3183πατρίαν, ἀλλ’ ὅταν οὕτω θέτητε τὸ ζήτημα, σᾶς ἀπαντῶ,
3184ὅτι ἔχω μεγαλειτέραν φιλοπατρίαν ἀπὸ σᾶς. Διατὶ μᾶς ἐκ-
3185βιάζετε πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν ἀναγκαστικῶς, καὶ δὲν δέχε-
3186σθε νὰ δοκιμάσωμεν, ἂν δυνάμεθα δι’ ἄλλων πόρων ν’ ἀντι-
3187καταστήσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν, ὅστις ἐπιβαρύνει πολὺ τὸν
3188λαὸν, τὸν τοσοῦτον καὶ ἤδη βεβαρημένον;
3189Ἤκουσα τὸν κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν λέγοντα: «προ-
3190τείνατε σεῖς ἕνα ἄλλον πόρον». Δὲν θέλομεν ἡμεῖς ἀόριστον
3191πόρον, ἀλλὰ σταθερόν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν, ἃς δυ-
3192νάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἐγὼ δὲ, ὁ μὴ οἰκονομολόγος, σᾶς προ-
3193τείνω, τὸν φόρον αὐτὸν τοῦ σίτου ν’ ἀντικαταστήσητε διὰ
3194τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ζη-
3195τεῖτε ἐκ τοῦ σίτου, ζητήσατέ τα ἀπὸ τὰς οἰκοδομάς. Καὶ
3196ἂν ὁ πόρος οὗτος δὲν σᾶς ἐπαρκῇ, ἐξεύρετε ἄλλους πόρους·
3197ἂν δὲ καὶ οὗτοι δὲν ἐπαρκέσωσι, θέσατε τελευταῖον καὶ ἐπὶ
3198τοῦ σίτου φόρον. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὴ ἀρνηθῆτε
3199πατριωτισμὸν καὶ εἰς ἡμᾶς, διότι, ἐὰν ἀρνηθῆτε τοῦτον, θὰ
3200ἀρνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἰδικόν σας πατριωτισμόν.
3201§161Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουρ-
3202γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται ὅτι ἔπεσε τὸ λαχεῖον τῶν
3203ἐργατῶν. Ἐσκέφθη νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου τῶν
3204πτωχῶν καὶ ὀρφανῶν, — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ πονεῖ πολὺ,
3205διότι ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τὴν ἐργατικήν. — Τίς δύναται νὰ
3206ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι καλὸν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης; Ἀλλὰ
3207δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν ἄλλα μέσα, καὶ ὄχι νὰ
3208ἐπιβαρύνωμεν τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν μετὰ
3209τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης νὰ ἑνωθῇ ἡ φορολογία τοῦ σίτου,
3210ἀλλὰ πρέπει νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιβά-
3211λῃ ἡ Κυβέρνησις φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, εἰς τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς
3212χήρας καὶ εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην,
3213ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κράτος.
3214Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρ-
3215χει μέσον οἰκονομικὸν ἄλλο καὶ φόρος ἄλλος. Ἐγὼ ὅμως
3216θὰ τοῦ ὑποδείξω, ὅτι πρῶτον δύναται νὰ καταργήσῃ κατ’ ἐ-
3217λάχιστον δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας θέσεις ὑπαλλήλων ἀργο-
3218μίσθων, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται χωρὶς νὰ ἐργάζωνται, δεύ-
3219τερον νὰ καταργήσῃ ἀριθμόν τινα εἰρηνοδικῶν καὶ πρωτοδι-
3220κῶν, καὶ νομάρχας ἀκόμη, διότι, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τοι-
3221αύτην δεινὴν οἰκονομικὴν θέσιν, δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπω-
3222μεν εἰς αὐτούς, καὶ ἂν ἔτι ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας
3223αὐτῶν· τρίτον, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ
3224ἀφήσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώ-
3225σεως ἡμῶν, καὶ τέταρτον, νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξαν εἰς
3226ἄλλα ἔθνη, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ρουμανίας, ὁ
3227ὁποῖος ἀφῆκε τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεώς του, ὅτε ἐκιν-
3228δύνευεν ἡ Ρουμανία· ἀκόμη δὲ καὶ πάντες οἱ ὑπάλληλοι
3229ν’ ἀφήσωσι τοὐλάχιστον 20% ἐκ τῆς μισθοδοσίας των, διὰ
3230νὰ μὴ τρέχωσι τὸν κίνδυνον νὰ τοῖς λέγῃ ὁ ταμίας, ὅτι δὲν
3231ἔχει χρήματα, ἵνα τοὺς πληρώσῃ, οὔτε ν’ ἀναγκασθῇ ἡ
3232Βουλὴ χάριν αὐτῶν νὰ φορολογήσῃ τὸν ἄρτον τοῦ πτωχοῦ
3233ἐργάτου.
3234§162Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ἀρετὴ πάν-
3235των τῶν ἀνθρώπων, ἰδίως δὲ πρέπει νὰ ἦναι ἀρετὴ τῶν πολι-
3236τικῶν ἀνδρῶν· ἀλλ’ ἡ εἰλικρίνεια δὲν εἶναι πολιτικὴ, οὔτε
3237πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἐπιχείρημα, ὡς μέσον, ἵνα στη-
3238ρίξῃ ἰδέας ἐσφαλμένας ὡς ὀρθάς. Ὑπὸ τῆς εἰλικρινείας ἐμ-
3239πνεόμεθα καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν παραδε-
3240χόμεθα, ὅτι ὅσα ἐβεβαίωσεν εἶναι τὰ ἀληθῆ, τὰ μόνα ἀληθῆ·
3241τοὐναντίον θεωροῦμεν, ὅτι εἶναι ψευδῆ, ψευδῆ ὑπ’ αὐτὴν τὴν
3242ἔννοιαν, ὅτι δὲν ἀληθεύει ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν εἶ-
3243ναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἕτεραι οἰκονομίαι, ἐκτὸς ἐκείνων,
3244τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἰσηγήσατο ἢ πρόκειται νὰ εἰση-
3245γήσηται δι’ ἑτέρων νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶ-
3246ναι καθῆκον ἡμῶν, ὡς προεκλήθημεν ὑπὸ τῶν ἐν τῇ Συμ-
3247πολιτεύσει, νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς οἰκονο-
3248μίας, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν δυνατὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ;
3249Εἶναι ἆρά γε εἰλικρινὴς ἡ πρόκλησις αὕτη, ἡ ἀπευθυνο-
3250μένη ἡμῖν ὑπὸ τῶν τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος; Ὀλίγην τις
3251ἔχων πεῖραν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐννοεῖ, ὅτι δὲν εἶναι. Αὐτὰ
3252προτείνουσιν, ὅπως μᾶς παρασύρωσι, καὶ εἶτα ἐγερθῶσι νὰ
3253εἴπωσιν, ὅτι δὲν δέχονται, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἴπωμεν.
3254Τοῦτο λέγομεν ἐκ πείρας· διότι καὶ ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως
3255προυτάθησαν ὑπὸ ἀντιπολιτευομένων οἰκονομίαι, καὶ ἐκείνη
3256οὐδεμίαν ἐδέχθη. Σήμερον ζητοῦσιν, ἁπάσας τὰς οἰκονομίας,
3257ἃς ὑποβάλλουσι, νὰ τὰς δεχθῶμεν ὡς ὀρθὰς, αὐτοὶ δὲ κατα-
3258δικάζουσι πάσας τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας προέτεινεν ἡ
3259ἄλλη Κυβέρνησις. Ἕκαστος ἔχει τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἰδέας·
3260αὐτοὶ θεωροῦσιν, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ μόνα οἰκονομικὰ μέτρα,
3261ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι καὶ τὰ ἰδικά μας οἰκονομικὰ μέτρα
3262εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἀπέναντι
3263τῶν δύο αὐτῶν ἀναγκῶν, νὰ ὑπηρετήσῃ δηλαδὴ τὴν στρα-
3264τιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ ἀφ’ ἑ-
3265τέρου τὸν λαὸν διὰ νέων φόρων, ἠδύνατο νὰ προβάλῃ καὶ
3266ὑποστηρίξῃ.
3267Δὲν πρόκειται νῦν τὰς τοιαύτας οἰκονομίας ν’ ἀπαριθμήσω,
3268ἀλλ’ ἐξ ὅσων πολλάκις ἐρρήθησαν θὰ εἴπω τινὰς ἐπιτροχά-
3269δην. Ἐζητήθη ἄλλοτε ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
3270νομίας, καὶ ἐπροτάθη ἡ δημοτική. Νομίζετε, ὅτι εἶναι μικρὰ
3271οἰκονομία ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
3272νομίας; Ἄλλοτε κατετέθησαν καὶ ὑπελογίσθησαν ἀπὸ τοῦ
3273βήματος τὰ περὶ τούτου, ἀλλὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην δὲν
3274ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἔχει ἑτέρας ἰδέας. Ἂν ὅμως
3275ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὰς τὰς ἰδέας, εὑρίσκοντο ἐν τῇ
3276ἐξουσίᾳ σήμερον, ἤθελον προτείνει μέ τινα παραλλαγὴν τὴν
3277ἀστυνομίαν αὐτήν· καὶ ἰδοὺ ἀμέσως οἰκονομία ἑνὸς ἢ ἑνὸς καὶ
3278ἡμίσεος ἢ καὶ δύο ἑκατομμυρίων ἐκ τούτου, Διότι ἐξαιρέσει
3279τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἰς ἣν
3280κατὰ μέρος μόνον θὰ μετεῖχον οἱ δύο δῆμοι, οὐδεμία ἄλλη
3281δαπάνη ἤθελε, λόγῳ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, βαρύνει τὸ
3282Κράτος. Τὸ Κράτος θὰ συμμετεῖχεν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς
3283ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως διὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὡς στρα-
3284τοῦ, θὰ ἠσφάλιζε δ’ αὐτὰς πληρέστατα.
3285Μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε πάντες ἠγείραμεν φωνήν, ὅτι πρέ-
3286πει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς
3287χώρας, ὑπὸ δύο ὅρους, ὑπὸ δύο συνθήκας ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ
3288σύστημα αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ· πρῶτον διὰ μεγάλων
3289οἰκονομιῶν, καὶ δεύτερον διὰ τῆς ἐξοβελίσεως ἐκ τοῦ στρα-
3290τοῦ παντός, ὅ,τι δὲν ὑπηρετεῖ εἰς τὴν πρὸς πόλεμον ἐνέρ-
3291γειαν τοῦ Κράτους. Διότι δὲν εἶναι ὀρθόν, ἔθνος πτωχόν, ὡς
3292τὸ Ἑλληνικόν, νὰ διατηρῇ στρατόν, τοῦ ὁποίου τὸ μέγι-
3293στον μέρος οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν κατὰ τὸν πόλε-
3294μον ἐνέργειαν· ἀπορῶ δέ, ἐνῷ θέλομεν νὰ ἐφοδιάσωμεν τὸ
3295Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νέων πιστώσεων, πῶς
3296δὲν ἠρχίσαμεν ἀπὸ τῆς περικοπῆς τῶν περιττῶν δαπανῶν,
3297τῶν περιττῶν δηλ. διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν ἐνέργειαν ἐν
3298πολέμῳ. Ὁ στρατὸς περιέχει πολλὰς ὑπηρεσίας μὴ ἀναγ-
3299καίας, ἢ ὀλιγώτερον ἀναγκαίας ἄλλων. Πρὸς τί ὑπάρχουσιν
3300αἱ ἐπιθεωρήσεις τοῦ πυροβολικοῦ, αἱ ἐπιθεωρήσεις τοῦ μη-
3301χανικοῦ; πρὸς τί ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπιθεωρήσεις; πρὸς τί ἡ
3302πολυτελὴς αὕτη ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν πλουσιώ-
3303τερα ἡμῶν Κράτη; πρὸς τί τὸ πλῆθος τῶν ἰατρῶν; Νομί-
3304ζετε, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀποτείνησθε πρὸς τὸν λαὸν καὶ
3305νὰ ζητῆτε νέους φόρους, ὅταν ἀφίνητε τοσαύτην πολυτέ-
3306λειαν θέσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
3307Ὁποία καταβόθρα ἀφ’ ἑτέρου ἐγένετο κατὰ τὰ τελευ-
3308ταῖα ἔτη καὶ αὐτὴ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις! Δὲν νομίζετε,
3309ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν προκαταβολῶν;
3310Βεβαίως δὲν ὑπάρχει χρησιμώτερον καὶ ἀναγκαιότερον πρᾶγ-
3311μα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν περὶ
3312τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου νὰ λάβωμεν μέτρα, πρέπει πολλὰς
3313ἐξ αὐτῶν τῶν δαπανῶν νὰ περικόψωμεν. Τί χρησιμώτερον
3314τῶν δαπανῶν ὑπὲρ βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου;
3315Ἀλλ’ ἐὰν πειθώμεθα, ὅτι κατ’ οὐδὲν χρησιμεύουσιν ὑπὲρ
3316τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας οἱ γεωργικοὶ σταθμοί, ἐπί τινα
3317χρόνον τοὐλάχιστον δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν τὴν ὑπὲρ αὐ-
3318τῶν δαπάνην, ἵνα ταύτην δαπανήσωμεν εἰς τὴν στρατιωτι-
3319κὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους. Δι’ αὐτὸ διϊστάμεθα πρὸς τὴν
3320Κυβέρνησιν, ὄχι διότι διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν
3321στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀλλὰ διότι δὲν νομίζομεν, ὅτι
3322ἐξηντλήθη ἡ ὑπὸ τοῦ λαοῦ δικαίως ἀπαιτουμένη περικοπὴ
3323πολλῶν μὴ τόσον ἀναγκαίων δαπανῶν.
3324Εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τῆς
3325γεωργίας, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἡ κυριωτάτη τῶν παρα-
3326γωγικῶν ἐργασιῶν τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λη-
3327σμονῶμεν, ὅτι αὐτὸν τὸν φόρον ἐπιβάλλομεν ἐπὶ τοῦ Ἑλλη-
3328νικοῦ λαοῦ μετ’ ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσι τὴν αὔ-
3329ξησιν αὐτὴν τὴν πρόσθετον ἐπαχθεστέραν, διότι αὐτό, τὸ
3330ὁποῖον ἐρρήθη, ὅτι οἱ φόροι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθη-
3331σαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως χάριν ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν
3332παρασκευῶν, ἐπιβαρύνουσιν οὐχὶ τὸν πτωχὸν λαόν, ἀλλὰ
3333τοὺς εὐπόρους, τοὺς πλουσίους, δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶναι
3334πλάνη νὰ νομίζωμεν, ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν βαρύ-
3335νει ἢ μόνον τὴν πλουσίαν τάξιν, διότι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς
3336οἰκίας θὰ καταμερίσῃ αὐτὸν εἰς τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον θὰ
3337πληρώσουν οἱ διάφοροι ἐνοικιασταί. Τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον
3338ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, θὰ καταμερίσῃ ὁ οἰνο-
3339πνευματοποιὸς ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν, τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον
3340ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν βοσκῶν, θὰ ἐπιρρίψῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἐπὶ
3341τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν βοσκῶν, καὶ οὗτος ἐπὶ τῶν καταναλω-
3342τῶν τοῦ κρέατος. Οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἶναι
3343δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιπέσωσι κατὰ τελευταῖον λόγον ἐπὶ τῶν
3344καταναλωτῶν, οἱ ὁποῖοι πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ
3345πρὸς ἄλλας ἀνάγκας παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν; Ὥστε δὲν
3346πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι
3347τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· οἱ φόροι θὰ κατανεμηθῶσι κατὰ τὸ
3348μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπὶ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆ-
3349σιν διαφόρων ἀντικειμένων.
3350Ἀνεφέρθη τὸ παράδειγμα ἄλλων Κρατῶν, ἀνεφέρθη ἡ
3351ἐπιβολὴ ἐν Γαλλίᾳ μεγάλου δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ ἔξω-
3352θεν εἰσαγομένου. Πράγματι ἐπεβλήθη οὗτος, ἀλλ’ ἡ Γαλ-
3353λία, ἐνῷ ἐπροστάτευσε τοὺς παραγωγοὺς αὑτῆς δι’ αὐτοῦ
3354τοῦ φόρου, ἐπήνεγκεν ὅμως εἰς τὰς φορολογουμένας τάξεις
3355οὐ σμικρὰς ἄλλας ὠφελείας, δι’ ὧν ἀνεκούφισεν αὐτάς. Ἡ
3356Γαλλία ἀπήλλαξε τὸν οἶνον παντὸς φόρου, ἐκτὸς τοῦ φόρου
3357τῆς εἰσκομίσεως ἐντὸς τῶν πόλεων, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐλάχιστος·
3358ἐκ τῶν ἐλαττώσεων δὲ τούτων καὶ τῶν ἐπὶ τῆς σακχάρεως
3359περὶ τὰ 200,000,000 φράγκα ἐπέφερεν ἐλαττώσεις εἰς τὸν
3360προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἅτινα διὰ τοῦ φόρου τῶν οἰνο-
3361πνευμάτων καὶ ἄλλων θ’ ἀναπληρώσῃ. Ὅπου ἀνακουφίζε-
3362ται ὁ λαὸς διὰ λογικῆς φορολογίας καὶ προστατεύεται ἐν
3363τῇ ἐργασίᾳ καὶ τῇ εὐημερίᾳ, καθ’ ἡμέραν δύναται νὰ φορο-
3364λογῆται καὶ βαρύτερον, ὅταν τὸ ἐπιβάλλωσιν αἱ περιστά-
3365σεις. Οὕτως ἐν Ἀγγλίᾳ ἀρχὴ ἐπεκράτησεν ἀπὸ πολλοῦ ἐν
3366τῇ φορολογίᾳ, ὅτι τὸ πρόγευμα τοῦ Ἄγγλου πρέπει νὰ
3367ἦναι ἐντελῶς ἐλεύθερον φόρων, δηλαδὴ πᾶν ὅ,τι μεταχειρί-
3368ζεται ὁ λαὸς εἰς τὸ πρόγευμά του δὲν πρέπει νὰ φορολο-
3369γῆται· ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως φορολογοῦνται ἄλλα εἴδη, ἐν δὲ
3370τῇ φορολογίᾳ τοῦ εἰσοδήματος ἐξαιροῦνται τὰ μικρὰ εἰσοδή-
3371ματα.
3372Λοιπὸν δὲν εἶναι προσῆκον νὰ λέγωμεν εἰς τοὺς ἡμετέ-
3373ρους ἐν τῇ Βουλῇ φίλους, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπι-
3374βάλλομεν, δὲν εἶναι τίποτε, δὲν εἶναι βαρεῖς, ὅτι οὐδεὶς θὰ
3375τοὺς αἰσθανθῇ, διότι εὑρίσκονται πολλοί, οἱ ὁποῖοι, ἐνθαρ-
3376ρυνόμενοι ἐκ τοιούτων λόγων, οὓς δυστυχῶς πιστεύουσι, συν-
3377ηθίζουσιν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι
3378οὕτως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ψηφίσῃ μόνον αὐτὸν τὸν φόρον χά-
3379ριν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ θὰ ψηφίσῃ
3380καὶ πάντας τοὺς ἄλλους φόρους· ὥστε πρόκειται νὰ προσ-
3381τεθῇ ποσὸν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων εἰς τὰ βάρη, τὰ
3382ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ οὐχὶ ὁ πλούσιος, ὁ λίαν εὔ-
3383πορος μόνον, θὰ πληρώνῃ.
3384Συνοψίζων λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς ἠθέ-
3385λησα νὰ εἴπω, παρατηρῶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνή-
3386σεως, προκειμένου περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ
3387τόπου, δὲν εἶναι σύμφωνος οὔτε πρὸς τὰς ἀνάγκας οὔτε πρὸς
3388τὰς ἰδέας τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος βεβαίως εἶναι ὑπὲρ τῶν
3389στρατιωτικῶν παρασκευῶν καὶ ὑπὲρ πάσης θυσίας χρηματι-
3390κῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοιούτων δαπανῶν καὶ
3391περὶ τοιούτων κινδύνων, δὲν ἕπεται, ὅτι οἱ φόροι δὲν εἶναι
3392ἐπαχθεῖς· ἐπαχθεῖς γίνονται, διότι ὁ πολίτης αἰσθάνεται,
3393ὅτι τὸ Κράτος δὲν μετῆλθε πάντα τὰ μέσα, ὅπως περικόψῃ
3394πᾶσαν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ περικόψῃ πρὶν ἢ
3395τὸν φόρον τοῦτον ἐπιβάλῃ. Διὰ τοῦτο ἰσχυριζόμεθα, ὅτι
3396τιθέμεθα εἰς κακὴν θέσιν διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνή-
3397σεως, προκειμένου περὶ τοιούτων ἐθνικῶν περιστάσεων· τι-
3398θέμεθα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ διὰ τῶν μέτρων τούτων εἰς τοι-
3399αύτην θέσιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὐτοῦ
3400ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν αὐτὸν τὸν νόμον, πολὺ δὲ
3401περισσότερον οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπι-
3402μένομεν καὶ πάλιν, ὅτι, μολονότι τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς
3403Ἀμύνης καλῶς προικοδοτεῖται διὰ προσόδων ἐκ φόρων ἐπαρ-
3404κῶν, —διότι οἱ φόροι πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἐπαρκεῖς καὶ βέ-
3405βαιοι, —νομίζομεν ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ διὰ φό-
3406ρων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, εὐθὺς ὡς εἰσήχθησαν, καὶ ἐν τῇ
3407Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς προκαλοῦσι στενοχωρίαν καὶ
3408τὸ ἐρώτημα, διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον τοῦτον, ἀφοῦ
3409τὸ ποσὸν αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν ἐξ οἰκονομιῶν;
3410Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, μολονότι εἶμαι
3411ὑπὲρ τῆς συστάσεως καὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου Ἀμύ-
3412νης, μολονότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ ὅτι δὲν
3413πρέπει νὰ συνδεθῇ πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν ἡ ἐπιψήφισις τῶν
3414φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν
3415ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ὑπεστήριξα, νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις
3416νὰ δίδῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύ-
3417νης ἐξ ὅσων εἰσπράττει ἐκ τοῦ σημερινοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἔξω-
3418θεν εἰσαγομένου σίτου ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς.
3419§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὑπέγγυον τὸ τελωνεῖον Πει-
3420ραιῶς.
3421§164Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ὑπέγγυοι αἱ ἐκ
3422τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς,
3423διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ δώσῃ οὔτε λε-
3424πτὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Πειραιῶς εἰς τοὺς
3425δανειστάς. Τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς δὲν εἶναι ὑπέγγυον, ὑπέγ-
3426γυοι εἶναι μόνον ὡρισμέναι δημόσιαι εἰσπράξεις, καὶ μεταξὺ
3427αὐτῶν δὲν εἶναι ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τοῦ σίτου, ὁπουδή-
3428ποτε καὶ ἂν εἰσπράττηται. Ἑπομένως οἱαδήποτε μεταβολὴ
3429εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην τοῦ σίτου οὐδὲν δίδει δικαίωμα
3430εἰς τὸν Ἔλεγχον νὰ ἀντείπῃ. Τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εἶναι
3431ἐπικουρικῶς ὑπέγγυον, ἐὰν δηλαδὴ αἱ καθαυτὸ ὑπέγγυοι
3432πρόσοδοι δὲν ἤθελον δώσει τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν, τὸ ὁποῖον
3433κατ’ ἔτος προσδιωρίσθη νὰ λαμβάνῃ ὁ Ἔλεγχος. Ἐὰν ἑπο-
3434μένως δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει αἱ εἰσπράξεις τῶν καθαυτὸ
3435ὑπεγγύων προσόδων, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 14
3436ἑκατομμυρίων καὶ 900 χιλιάδων, ὅπερ λαμβάνει ὁ Ἔλεγ-
3437χος, τότε μόνον ὀφείλομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ τελωνεῖον
3438Πειραιῶς, καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτοῦ νὰ συμπληρώσωμεν
3439τὸ ἐλλεῖπον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς καθιστᾷ ὑποχρέους νὰ μὴ
3440θίξωμεν τὴν φορολογίαν τῶν μὴ ὑπεγγύων προσόδων. Οὐδέ-
3441ποτε ἠγέρθη ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία.
3442Διὰ τοῦτο ἡ τυχὸν αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ τελωνείου
3443Πειραιῶς ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν 28,900,000 δραχμῶν δὲν δί-
3444δει δικαίωμα συμμετοχῆς τῶν δανειστῶν εἰς τὴν ὑπέρβασιν
3445ταύτην, ὡς δίδει ἡ τῶν πραγματικῶν ὑπεγγύων προσόδων·
3446ὥστε ἡ ἐκ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου πρόσοδος τοῦ τελω-
3447νείου Πειραιῶς θὰ εἰσέρχηται κατὰ τὸ ὁρισθησόμενον ποσὸν
3448εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ θὰ εἰσέρχηται
3449ἀφεύκτως καὶ τακτικῶς, διότι οὐδέποτε θὰ ἐλλείψῃ ἐκ τῶν
3450προσόδων τῶν κυρίως ὑπεγγύων φόρων ποσὸν, ὥστε πρὸς συμ-
3451πλήρωσιν αὐτοῦ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ τε-
3452λωνείου Πειραιῶς. Ἑπομένως δὲν βλάπτει τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὁ
3453νόμος περὶ ἐλέγχου, καὶ ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ δασμοῦ τοῦ σί-
3454του καὶ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ Τα-
3455μεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὡς μία τῶν σπουδαιοτέρων καὶ
3456βεβαιοτέρων εἰσπράξεων αὐτοῦ, καὶ θὰ ἀποβῇ ἡ σπουδαιο-
3457τέρα τῶν ἀσφαλειῶν καὶ τῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες δύνανται
3458νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ δανείσωσι τὸ ταμεῖον
3459τοῦτο πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου 40,000,000 δραχμῶν, ἂν
3460συνομολογηθῇ τοιοῦτον.
3461§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3462Ὀλίγας λέξεις μόνον θέλω εἴπει πρὸς ἐπανόρθωσιν ἀνακρι-
3463βείας τινὸς τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευ-
3464τοῦ λεχθέντων.
3465Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου
3466δὲν εἶναι ὑπέγγυα τὰ εἰσοδήματα τοῦ τελωνείου Πειραιῶς,
3467εἰμὴ ἐπικουρικῶς καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἄλ-
3468λων, τῶν κυρίως ὑπεγγύων προσόδων τοῦ Κράτους, δὲν συμ-
3469πληροῦται τὸ πρὸς τὸν Ἔλεγχον διδόμενον ποσὸν κατ’ ἔτος,
3470ὅτε συμπληροῦται τοῦτο ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Τελωνείου
3471Πειραιῶς. Κατὰ τὸν περὶ Διεθνοῦς Ἐλέγχου νόμον ἅπασαι
3472αἱ εἰσπράξεις τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς κατατίθενται εἰς τὴν
3473Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ διατελοῦσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς
3474Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ αἱ ἄλλαι εἰσπρά-
3475ξεις ἐκ τῶν καθαρῶς ὑπεγγύων προσόδων, ἤτοι μονοπωλίων,
3476σμύριδος, χαρτοσήμου, ἐνσήμων, ταινιῶν καπνοῦ καὶ σιγα-
3477ροχάρτου. Τὸ ποσὸν τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ
3478τελωνείου Πειραιῶς κατὰ τοῦτο καὶ μόνον διαφέρει τοῦ ἐκ
3479τῶν ἄλλων δημοσίων προσόδων, ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπ’
3480ὄψιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς πρὸς καθορισμὸν
3481τῶν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἀνηκόντων πλεονασμάτων.
3482Ἐν τῷ τέλει δ’ ἑκάστης ἑξαμηνίας ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ
3483Ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ κρατήσῃ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων
3484τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ἀνατεθειμένην εἰς τὴν
3485Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων δανείων, παρα-
3486δίδει τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐκ τῶν οὕτω
3487παραδιδομένων εἰς τὸ Δημόσιον πλεονασμάτων ἐκ τῶν εἰσ-
3488πράξεων τοῦ τελωνείου Πειραιῶς τὸ δεκατημόριον παρεχω-
3489ρήθη καὶ καθωρίσθη δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡς τακτικὸς πόρος
3490τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
3491§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δι’ αὐτὸ δὲν ἠθέλησα προη-
3492γουμένως νὰ συσχετίσω τὸ ζήτημα τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου
3493μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Ἐλέγχου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη παρουσιά-
3494ζεται τὸ ζήτημα τοῦ Ἐλέγχου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ
3495διέλθῃ τοῦτο ἀπαρατήρητον.
3496Ἡ δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ
3497τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησε διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν
3498ὁποίαν τὸ ἐκ τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ, προσ-
3499διοριζόμενον ποσὸν τῶν 2½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἔξω-
3500θεν εἰσαγομένου σίτου θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς
3501Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐὰν αἱ ἄλλαι ὑπέγγυοι πρόσοδοι ἤθελον
3502ἀποδώσει τὸ διὰ τὸν Ἔλεγχον προωρισμένον ποσὸν, καὶ ὅτι
3503πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τούτου πρέπει νὰ γείνῃ συνεννόη-
3504σις μετὰ τοῦ Ἐλέγχου, ἡ δυσχέρεια αὕτη ὑπάρχει πολλά-
3505κις· ἀπόδειξις δ’ ὅτι ὑπάρχει πολλάκις ἡ δυσχέρεια αὕτη,
3506εἶναι, ὅτι, ὅτε ηὐξάνομεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὴν
3507πρώτην προσοχὴν ἡμῶν ἀφιερώσαμεν εἰς τὸ ζήτημα, ἂν
3508ἤθελε γείνῃ δεκτὴ, ἂν ἤθελεν ἐγκριθῆ ἡ προσθήκη αὕτη ἀπὸ
3509τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Καὶ δὲν ἔπρεπε μὲν νὰ ἀναμίξωμεν
3510τὸν Ἔλεγχον εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, οὐχ ἧττον εὑρέθημεν
3511εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννοήσεις μετ’ αὐτοῦ, καὶ
3512νὰ ὑποστῶμεν καὶ δεχθῶμεν ὑποχρεώσεις, διὰ νὰ γείνῃ ἡ
3513εἴσπραξις τοῦ προσθέτου τούτου φόρου ὑπὲρ τῶν Σιδηροδρό-
3514μων. Καὶ τώρα δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἐνδέ-
3515χεται νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ
3516τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσπράττεται ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ
3517τοῦ σίτου, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν χρησιμεύει, εἰμὴ πρὸς πλη-
3518ρωμὴν τοῦ πρὸς αὐτὸν διδομένου ποσοῦ προσθέτως, ἐν περι-
3519πτώσει, καθ’ ἣν αἱ ἄλλαι ὑπέγγυοι πρόσοδοι δὲν ἤθελον
3520ἐπαρκέσει, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς ὑποβεβλημένον
3521εἰς τὸν Ἔλεγχον, καὶ νὰ παρουσιάσῃ ζητήματα, ὥστε νὰ
3522σᾶς ἀναγκάσῃ νὰ γλιστρήσητε, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον,
3523χάριν αὐτοῦ τοῦ συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον προβάλλετε, καὶ νὰ
3524δημιουργήσητε καὶ παραχωρήσητε αὔξησιν τῆς βαρείας πρὸς
3525αὐτὸν ὑποχρεώσεως τοῦ τόπου.
3526Μὴ πλέον ὑποχωρήσεις ἐπιπροσθέτους, αἱ ὁποῖαι προσ-
3527βάλλουσιν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν, καὶ ὑποβάλλουσι
3528τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους εἰς τὸν Ἔλεγχον, ὁ
3529ὁποῖος μᾶς ἐπεβλήθη, κρίμασιν, οἷς οἶδε Κύριος. Ἔπρεπε
3530λοιπὸν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
3531§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3532Ποιεῖσθε σύγχυσιν τῶν πραγμάτων· διότι, ὅτε ἐπρόκειτο
3533περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπρόκειτο περὶ
3534φόρου ὑπεγγύου, τοῦ ὁποίου τὰ πλεονάσματα κατανέμονται
3535μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν πιστωτῶν· τὰ πλεονάσματα ὅμως τοῦ
3536τελωνείου Πειραιῶς, ὡς προεῖπον, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν
3537κατανομὴν ταύτην. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ περί-
3538πτωσις.
3539§168Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε,
3540δύο λέξεις.
3541§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὡμιλήσατε το-
3542σάκις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ! (Θόρυβος).
3543§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε τρίς, κύριε Βουλευτά, ἐπὶ τοῦ
3544αὐτοῦ θέματος, καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε, κατὰ τὸν Κανο-
3545νισμόν, νὰ λάβητε καὶ πάλιν τὸν λόγον.
3546§171Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ λάβω τὸν
3547λόγον καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μίαν παρατή-
3548ρησιν δικαιοῦμαι νὰ ὑποβάλω ἐφ’ ὅσον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
3549γὸς τῶν Οἰκονομικῶν (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
3550§172Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον. Ἐζή-
3551τησα τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου (Θόρυβος).
3552§173Π. ΣΑΚΚΗΣ. Νὰ ἡσυχάσουν οἱ Κύριοι· ἄλλως θὰ ὑπο-
3553βάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε (Θόρυ-
3554βος).
3555§174Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου
3556Πειραιῶς, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, παρα-
3557λαμβάνονται ὑπὸ τοῦ Ἐλέγχου καὶ κατατίθενται εἰς τὴν
3558Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μέχρις ὅτου κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν
3559γείνῃ ὁ λογαριασμὸς καὶ λάβῃ ἐξ αὐτῶν ὁ Ἔλεγχος τὸ πο-
3560σὸν τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτόν. Ἐρωτῶ, Κύριοι, τί θὰ γείνῃ τώρα
3561μὲ τὰς εἰσπράξεις τοῦ νέου δασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλο-
3562μεν ἐπὶ τοῦ σίτου; Τάχα καὶ τὸ ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ
3563αὐξήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς
3564χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, καὶ μετὰ ἑξάμηνον δὲν
3565θὰ δώσῃ οὗτος τὸ περίσσευμα; Ποίαν ἀξίαν λοιπὸν ἔχει τὸ
3566ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκο-
3567νομικῶν Ὑπουργός; Καὶ ἐνῷ λέγει εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ
3568συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», ὅτι λαμβάνει τὸ
3569ταμεῖον τοῦτο τὰ 3 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαρύ-
3570νοντος κατ’ ἐπαύξησιν τὸν σῖτον, κινδυνεύομεν νὰ μὴ προι-
3571κοδοτήσωμεν δι’ οὐδενὸς πόρου τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης,
3572διότι τὰ χρήματα ταῦτα θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ χρηματο-
3573κιβώτια τοῦ ταμείου τοῦ Ἐλέγχου.
3574§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
3575Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην
3576συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
3577ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3578Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει).
3579Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
3580§176Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βάσις βεβαίως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς
3581τοῦτο κατηρτίσθη, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῶν πόρων τοῦ Τα-
3582μείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι βεβαίως οἱ πόροι πρέπει
3583νὰ ἦναι ἀσφαλεῖς, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυ-
3584βερνήσεως, καὶ βέβαιοι, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐφελκύσωσι κεφά-
3585λαια πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ ταμείου. Ὑποθέτω
3586ὅμως, ὅτι δύναται εὐλόγως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι οἱ πόροι
3587οἱ ἀναγραφόμενοι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν εἶ-
3588ναι ἀσφαλεῖς.
3589Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συζητήσεως
3590τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 2, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐπικαλεσθῶ
3591τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ
3592ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, λόγῳ τῆς αὐξήσεως
3593τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, θὰ ἐπιφέρῃ ἴσως
3594σιτάρκειαν, ἐπερχομένης δὲ τῆς σιταρκείας, θὰ ἐπέλθῃ ἐλάτ-
3595τωσις τοῦ φόρου τούτου. Δὲν δύναται λοιπὸν ὁ δανειστὴς
3596νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς, ὅτι θὰ ἔχῃ παγίαν τὴν ἐγγύησιν τοῦ δα-
3597νείου του, παγίαν τὴν εἴσπραξιν τῶν 3,000,000.
3598Ἐπίσης ἡ περίπτωσις τοῦ ἐδαφίου βʹ δὲν δύναται νὰ
3599παράσχῃ ἀσφάλειαν εἰς τὸν δανειστὴν, διότι μετὰ παρέ-
3600λευσιν τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ καὶ πέντε ἐτῶν θὰ ἐκλείψῃ τε-
3601λείως τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐχὶ
3602500,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια θὰ εἰσ-
3603πραχθῶσι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐκ μόνου τοῦ φόρου τοῦ
3604δευτέρου ἐδαφίου, ἤτοι ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν.
3605Γνωρίζω δὲ τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ προέρχομαι ἐκ μερῶν, ἐκ
3606τῶν ὁποίων γίνονται μεταναστεύσεις. Ἀλλὰ καὶ ὁ φόρος
3607οὗτος μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ ἐκλείψῃ.
3608Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ ἐπειδὴ πάντες εἴμεθα σύμφω-
3609νοι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, καὶ ἐπειδὴ πάν-
3610τες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ ἐξοπλισμοῦ, ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς
3611παρασκευῆς τῆς χώρας, ὀφείλομεν δὲ πρὸ παντὸς νὰ δώσω-
3612μεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ
3613τὰ κεφάλαιά των, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἥτις
3614ὑποθέτω ὅτι οἰκονομεῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας. Ἐν τέλει τοῦ
3615ἐδαφίου δʹ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν
3616ἐπιτραπῆ ἡ αὔξησις αὕτη», ἤτοι ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγω-
3617γικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Τοῦτο δὲν ἐπενόησα ἐγὼ,
3618ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀναγράφον ἐν τέλει τοῦ δευτέ-
3619ρου ἐδαφίου: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ τὸ τοιοῦτον».
3620Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον γʹ νὰ προστεθῇ τὸ αὐτό. Δὲν
3621βλέπω δὲ τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ τὸ αὐτὸ
3622καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον εʹ πρέπει
3623νὰ προστεθῇ: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ τὸ τοιοῦ-
3624τον»· ὄχι διότι θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις περὶ τοῦ μονοπωλίου
3625τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ πιστωθῇ, ὅτι ψηφίζομεν
3626πρεπόντως.
3627Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι ταῦτα, διότι,
3628ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν νόμον, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς
3629δανειστάς: «δανείσατέ μας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ
3630μέλλοντος ὑπάρξαι». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου, πρὸς πλήρη
3631ἐξασφάλισιν καὶ τοῦ χρήματος καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου,
3632καὶ ὅπως πείσωμεν πάντας, ὅτι σπουδαίως συζητοῦμεν τὸ
3633νομοσχέδιον τοῦτο, πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς παράγρα-
3634φος: «Καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτων ἐκ τῶν λοιπῶν τακτικῶν
3635ἐσόδων τοῦ Κράτους». Πιθανὸν ἡ φράσις αὕτη νὰ μὴ ἦναι
3636οἰκονομολογικὴ, τὴν ἔννοιαν ὅμως τὴν ἐννοεῖτε καλῶς· ἂς
3637τὴν διατυπώσωσιν οἱ οἰκονομολόγοι. Ἐὰν δὲν γείνῃ ἀποδε-
3638κτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ
3639ἄρθρου καθαρῶς.
3640§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἔχει τὸ νομο-
3641σχέδιον, εἶναι καθαρόν.
3642§178Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δέχεσθε τὴν τροπολογίαν ταύτην;
3643§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι καθαρόν.
3644§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ ἀπὸ τοῦδε προδικάζομεν!
3645§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω, τί προ-
3646δικάζετε· ἀλλ’ εἶναι καθαρόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεί-
3647νῃ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ἐὰν δὲν ἐπι-
3648τραπῇ διὰ νόμου. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ προστεθῇ τίποτε,
3649διότι εἶναι περιττόν.
3650§182Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ἤθελεν
3651ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ νόμος περὶ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου δὲν
3652ἤθελε ψηφισθῆ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὕρισκεν ἄλλον τινά τρό-
3653πον, δυνάμενον ν’ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις, διατὶ νὰ
3654καταστραφῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου;
3655§183Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν πληρο-
3656φορίαν θὰ ζητήσω. Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ καθυστερούμενοι
3657ἐργάται θαλάσσης, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, τὰ ὑπ’ αὐτῶν
3658καταβληθησόμενα χρήματα εἰς ποῖον ταμεῖον θὰ εἰσάγων-
3659ται; Εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἢ εἰς τὸ Τα-
3660μεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου;
3661§184Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ σημειωθῇ
3662τοῦτο.
3663§185Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ ἀντισηκώματα τῶν ἐργατῶν
3664θαλάσσης βεβαίως θὰ κατατίθηνται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ
3665Ἐθνικοῦ Στόλου, ὅπως καὶ σήμερον. Αὐτὸ νὰ σημειωθῇ εἰς
3666τὰ πρακτικά, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων.
3667§186Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ. Βε-
3668βαίως, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, προδικάζει τὸ
3669ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ σίτου. Βεβαίως οἱ ψηφίζοντες
3670ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τούτου δυσκόλως θὰ ψηφίσωσι κατόπιν
3671κατὰ τῆς φορολογίας τοῦ σίτου. Νομίζω ὅτι, ἐὰν πραγμα-
3672τικῶς ὑπάρχῃ ἡ καθ’ ἡμέραν ἐπαγγελλομένη ἐντεῦθεν εἰλι-
3673κρίνεια, πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ περὶ
3674τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβληθῇ. Ὁ φόρος τοῦ σίτου παρου-
3675σιάζει πολλὰς δυσκολίας...
3676§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάλιν τὰ ἴδια!
3677§188Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν
3678τῶν δυσκολιῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τὸ ἄρθρον
3679δεκτὸν, νὰ προστεθῇ δὲ ἐδάφιον ηʹ, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ λέγη-
3680ται: «διὰ παντὸς ἄλλου φόρου ὁρισθησομένου».
3681§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τίποτε.
3682§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σεῖς λέγετε «τίποτε»!
3683§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τίποτε δὲν παραδεχόμεθα.
3684§192Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπιβάλλω νὰ παρα-
3685δεχθῆτε. Μὲ τὸ «τίποτε» ἀποδεικνύετε, ὅτι ἀδιαφορεῖτε,
3686τί θὰ συμβῇ. Πρόκειται περὶ τοῦ πῶς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὰ
3687πράγματα. Ἡ γνώμη μας εἶναι, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ κατό-
3688πιν ὁ φόρος τοῦ σίτου, θὰ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία δὲν
3689ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἄλλον πόρον.
3690§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι! ὄχι!
3691§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου δʹ ποιοῦμαι
3692τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον
3693δὲν εἶναι πλῆρες. Ἐν τοῖς ἄλλοις ἐδαφίοις προστίθεται δυ-
3694νητική τις διάταξις, ἥτις ἐξασθενεῖ τὰς θετικὰς διατάξεις
3695αὐτοῦ, αὕτη δὲ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ. Τὸ ἐδάφιον βʹ
3696λέγει: «Πόροι τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ὁρίζονται..., βʹ) Τὰ μέ-
3697χρι τῆς συστάσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου εἰσπραχθέντα καὶ
3698μήπω διατεθέντα χρηματικὰ τιμήματα ἐκ τῶν καθυστερούν-
3699των κληρωτῶν κλπ., ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ εἴσ-
3700πραξις τοιούτων». Ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ ἐπίσης προστίθεται
3701ὁμοία διάταξις: «Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ δι-
3702καιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν
3703καὶ ποτῶν καὶ ἐπὶ τοῦ ζύθου, κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους καὶ
3704τοὺς ἐν τῷ μέλλοντι ψηφιαθησομένους». Ἐὰν δὲν προστεθῇ
3705τοιαύτη διάταξις καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ, ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ
3706νόμου θὰ συναγάγῃ, ὅτι ὁ φόρος τοῦ σίτου ἀπεφασίσθη ὁρι-
3707στικῶς· ἑπομένως ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ψηφίσῃ
3708τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περὶ τούτου ἔχει εἰσαχθῆ. Δὲν
3709μένει πλέον εἰς αὐτὴν ἐλευθερία νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομο-
3710σχέδιον, ἢ νὰ προτείνῃ τροπολογίαν· δεσμεύεται διὰ τῆς
3711ἀποφάσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ ἐν τῷ
3712ἐδαφίῳ δ’ ἡ αὐτὴ διάταξις: «ἐὰν διὰ νόμου ἤθελεν ἐπιτρα-
3713πῆ ἡ αὔξησις αὕτη». Ἐὰν δὲ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐπιθυμῇ
3714νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην, τότε προτείνω ἀντὶ τῆς
3715παραγράφου δʹ νὰ τεθῇ: «ἡ πρόσοδος ἡ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν
3716οἰκοδομῶν». Εἶναι πρόσοδος θετικὴ καὶ βεβαία. Ἐὰν δὲ
3717ἕνεκα τῆς διαθέσεως τῆς προσόδου τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν
3718ἤθελε μείνει κενόν τι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ Ὑπουρ-
3719γεῖον ἂς συμπληρώσῃ τὸ κενὸν, προτεῖνον ἄλλους φόρους, ἢ
3720αὐξάνον τοῦτον τὸν φόρον.
3721§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προηγηθῇ ἡ τροπολογία.
3722Οἱ παραδεχόμενοι...
3723§196Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
3724§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λόγον;
3725§198Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆ-
3726φον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω.
3727§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι γνωστὸν
3728ἀκόμη τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν· διότι
3729ἔχω δύο προτάσεις. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δέχηται τὴν πρώ-
3730την πρότασιν, τότε εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
3731§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· δὲν δεχόμεθα
3732τὴν πρώτην πρότασιν.
3733§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν γένηται δεκτὴ ἡ
3734πρώτη πρότασις, τότε θὰ ψηφίσωμεν τὴν δευτέραν. Δέχε-
3735σθε;
3736§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
3737§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε θὰ προτείνω νὰ γείνῃ
3738ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3739§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
3740§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κείμενον, ὅπως τροποποιεῖ-
3741ται διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ἐπρότεινα, ἔχει ὡς ἑξῆς:
3742«δʹ) Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ
3743ὑφεστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν ἐν γένει,
3744ἐὰν αὕτη ἤθελε ψηφισθῆ διὰ νόμου.»
3745Ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη ὑπὸ τῆς Βου-
3746λῆς, δὲν ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία. Ἐὰν ὅμως δὲν γείνῃ
3747παραδεκτὴ, τότε προτείνω νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ δευ-
3748τέρα πρότασις, ἐπιφυλασσομένης τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ τὰς
3749προτάσεις τοῦ ἄρθρου.
3750§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
3751§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
3752Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος προτεινομένην τροπολογίαν ἔχουσαν
3753οὕτω: «δʹ) Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως
3754τοῦ ὑφεστῶτος εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν ἐν γέ-
3755νει, ἐὰν αὕτη ἤθελε ψηφισθῆ διὰ νόμου», λέγουσι Ναὶ, οἱ
3756μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3757§208Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐζήτησα τὸν
3758λόγον, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
3759Πρὶν ἢ προτείνῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὁ κ. Βουλευ-
3760τὴς ἐκ Γόρτυνος τὴν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὥστε
3761πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία ματαία.
3762§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
3763(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3764ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Π. Σάκκη, ὡς
3765ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
3766κολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3767Λέων Μελᾶς ΟἈνδρ. Παναγιωτόπουλος
3768Στέργ. Μ. Καρανίκας ΟΚ. Ἀσημακόπουλος Ν
3769Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟἈνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ν
3770Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΟΔιονύσιος Π. Παυλόπουλος Ν
3771Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟἸωάννης Θ. Ψημένος
3772Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΟΓεώργιος Λ. Κρεστενίτης Ν
3773Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΟΔημοσθένης Γ. Δόγκας
3774Γεώργ. Πολυγένης ΝΝικόλαος Δαούτης Ν
3775Γεώργ. Καρπετόπουλος ΟἸωάννης Κόλλιας Ο
3776Ἰωάννης Ζωγράφος ΟΛουκᾶς Γ. Μπέλλος Ο
3777Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΧριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς
3778Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος ΝΠέτρος Ν. Δελένδας Ο
3779Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Β. Μαρκεζίνης Ο
3780Κωνστ. Β. Κοττίκας ΟΤηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ο
3781Δημήτρ. Γ. Ράλλης Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο
3782Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΛεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ο
3783Κωνστ. Σμολένσκης ΟἈλέξανδρος Θ. Ζαΐμης
3784Νικόλαος Λεβίδης ΟἈλέξανδρος Φωτήλας
3785Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΝΓεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ν
3786Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΝΒασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Ο
3787Κυριάκος Λιγυνὸς Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν
3788Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΚωνσταντῖνος Κρίτσας Ο
3789Ἀνδρέας Ψύλλας ΝἸωάννης Δαμηλάτης
3790Νικόλαος Γουναράκης ΝΚωνστ. Ι. Φλέσσας Ο
3791Θεόδωρος Λέκας ΝἨλίας Π. Μαυρομιχάλης
3792Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΝΚίμων Βελλίνης Ο
3793Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΙ. Καφταντζόγλου Ο
3794Νικόλαος Α. Στρᾶτος ΟΙ. Παλάσκας Ο
3795Ἰωάννης Σ. Στάϊκος ΟΔ. Τερτίπης Ο
3796Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ι. Καζαμπάκας
3797Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ο
3798Νικόλαος Σταματιάδης ΟΚ. Ζωγλοπίτης
3799Δημ. Καρακίτης Νικόλ. Μπαλάφας
3800Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ο
3801Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης
3802Νικ. Γουλιμῆς ΟΝικόλ. Νικολαΐδης Ο
3803Κωνσταντῖνος Γρίβας ΟΘεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
3804Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο
3805Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Κ. Ρώτας Ν
3806Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΓεώρ. Ν. Θεοτόκης Ο
3807Περ. Ἀλεξάκης ΝΜιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
3808Π. Ταμπακόπουλος ΝΝικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
3809Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝἈλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ο
3810Χαρίλ. Τζαννετάκης ΝΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας
3811Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΣπυρίδων Α. Ἀγάθος
3812Μιχ. Φωτιάδης ΟΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ο
3813Βάσ. Μαστραπᾶς ΟἨλίας Α. Πολίτης Ο
3814Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης
3815Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ν
3816Μιχ. Ι. Στελλάκης ΝἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
3817Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης
3818Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΝἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
3819Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
3820Δημ. Τσιτσάρας ΝἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
3821Δημ. Χατζόπουλος Διονύσιος Π. Βενιερᾶτος Ο
3822Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚωνσταντ. Λ. Γεράκης Ο
3823Ἰωάν. Σερμπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλὸς Ο
3824Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος ΟΣπυρίδων Ε. Στάης Ο
3825Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
3826Γεώργιος Ι. Μελισσηνός Νικόλαος Τσοῦχλος Ο
3827Διονύσιος Π. Στεφάνου ΟΠαναγ. Σπυράκης Ν
3828Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΟἸωάννης Καλούτσης Ν
3829Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΟΧαράλαμπος Βοζίκης
3830Ἰωάννης Ν. Σισίνης Γ. Λ. Μαυρομιχάλης
3831Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης ΟΚ. Δ. Γεροκωστόπουλος
3832Στέφανος Κοπανίτσας Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
3833Γεώργιος Δ. Φικιώρης ΝἸωάννης Κ. Τσερτίδης Ν
3834Δημοσθ. Ματάλας Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν
3835Ἰωάννης Φίλιος Κωνσταντῖνος Γκότσης Ν
3836Κωνσταντῖνος Καρακίτης Δημήτριος Π. Γούναρης Ο
3837Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΟΔ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
3838Νικόλαος Μπουφίδης Οκαούρης
3839Ἰωάννης Γ. Λάππας ΝΓεώργιος Ράλλης
3840Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν
3841Γεώργιος Σκληρός ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο
3842Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς ΝΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος
3843Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟἸωάννης Α. Βρυώνης
3844Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
3845Γκίκας Μάστορης ΟΝικόλαος Γ. Λεωνίδας Ο
3846Ἰωάννης Μπακόπουλος Ν
3847Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
3848Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης
3849Παναγ. Παπαναστασίου ΟΚωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ο
3850Παναγιώτης Μανέτας ΝἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
3851Ἀθαν. Πετρόπουλος ΟἈντώνιος Π. Βιτάλης Ν
3852Ἀθαν. Ζέρβας ΝἸωάννης Ν. Σιγάλας
3853Γ. Ἀναστασόπουλος ΟΚάρολος Μ. Βιτάλης
3854Γεώργιος Νικολαΐδης ΟΚων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ο
3855Κωνσταντ. Τρικούπης ΟΣωτήριος Ι. Χατζηγάκης
3856Λεωνίδας Δεληγεώργης ΝΓεώργιος Ραδινὸς Ο
3857Περικλῆς Μποῦτος Ἀπόστολος Ζάππας Ο
3858Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΝἨλίας Μπασδέκης Ο
3859Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
3860Ἰωάννης Νικολαΐδης ΟἈνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
3861Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
3862Ἀριστομέν. Προβελέγγιος ΟἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ο
3863Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΟΔημ. Ἀναστασόπουλος Ν
3864Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΝἈθαν. Νικολίτσας Ο
3865Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΟἈλέξ. Στάϊκος Ο
3866Δημ. Ι. Φαρμάκης ΟΓεώργιος Κορυζῆς Ο
3867Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟΘεόδωρος Λιμπρίτης
3868Ἰωάννης Ν. Καναβὸς ΝΛεων. Λαπαθιώτης
3869Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Παντελῆς Γκίκας Ν
3870Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος ΝἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
3871Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ο
3872Ἀθαν. Πετσάλης ΝΝικόλαος Πλατσῆς Ο
3873Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΝ. Χατζῖσκος Ο
3874Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΧαρ. Εὐταξίας Ο
3875Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Δ. Δεδούσης Ο
3876Φώτιος Π. Μοσχούλας ΟΝ. Κοντογιάννης Ν
3877Νικόλ. Α. Παπαλέξης ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
3878Δημ. Δ. Πολυχρονόπουλος ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
3879Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ. Ν
3880Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος ΟΝικόλαος Καλογερόπουλος Ο
3881Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ο
3882Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΝικόλαος Μαμούνης Ν
3883Ἰωάννης Δελμοῦζος ΟἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ο
3884Δημήτριος Π. Νίκας Ο
3885§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 173, ἐξ ὧν 61 ὑπὲρ
3886τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ 112 κατ’ αὐτῆς.
3887Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.
3888Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἄλλην ψηφοφορίαν...
3889§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι κεκ-
3890μηκυῖα, δὲν ζητοῦμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἐπιφυλασσό-
3891μεθα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
3892§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἑτέραν τρο-
3893πολογίαν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, τὴν περὶ τοῦ φόρου οἰκο-
3894δομῶν...
3895§213Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἂν ἡ τροπολογία προτείνηται νὰ συζη-
3896τηθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ λάβω τὸν λόγον.
3897§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρότεινα
3898τὴν τροπολογίαν καὶ ἐπιμένω εἰς αὐτήν, καὶ θέλω προκα-
3899λέσει ψηφοφορίαν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι τὴν
3900στιγμὴν ταύτην εἶναι κεκμηκυῖα ἡ Βουλή.
3901§215Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὥστε νὰ μὴ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν·
3902διότι, ἐὰν τεθῇ καὶ ἀπορριφθῇ, πῶς θὰ τὴν προτείνωμεν εἰς
3903τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν;
3904§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν
3905νὰ προτείνητε ψηφοφορίαν. Οὐδὲν ἐμποδίζει.
3906§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
3907§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς ἑτέρας τροπολογίας τοῦ κ. Δη-
3908λιγιάννη προτείνεται ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ
3909ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ἑξῆς:
3910«δʹ) Ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκο-
3911δομῶν.»
3912Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
3913ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ
3914δὲν παρεδέχθη.
3915Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3916νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
3917δέχθη.
3918(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρ-
3919θρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς πρώτην
3920συζήτησιν).
3921Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 μ. μ.)