1904.01.29
2.729 στίχοι · 21.344 λέξεις · 163 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
τῆς 29 Ἰανουαρίου 1904.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. παρόντων 146 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῆς Ἀγγελικῆς χήρας Θρασυβούλου Κανάρη ἀντιπλοιάρχου τοῦ Β. Ναυτικοῦ, αἰτουμένης αὔξησιν τῆς συντάξεώς της. Ἀναφορὰ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν κρατουμένων, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ἀρχιφύλακος τῶν φυλακῶν. Ἀναφορὰ τοῦ πρώην ἐνωμοτάρχου τῆς ἀστυφυλακῆς Δ. Γαρδίκη, ὑπομιμνήσκοντος ὅτι ἐξετέλεσεν ἐξαιρετικῶς τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν του, καὶ ζητοῦντος νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ παράσημον. Τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ τῶν ἀγροτικῶν δήμων Λαρίσης, ἐκφραζόντων τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Ὁμοία τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Κιερίου τῆς Θεσσαλίας. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας τῆς πόλεως Τυρνάβου, ζητούντων νὰ τοῖς ἐπιστραφῇ ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ὡς καταστραφείσης τῆς παραγωγῆς τῶν σταφυλῶν. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κατοχῆς τοῦ δήμου Οἰνιάδος, παρακαλούντων νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου τοῦ Γ. Ντόκου οἰκοδόμησις δημοτικοῦ σχολείου, ἕνεκα τοῦ ἀνθυγιεινοῦ τῆς θέσεως. Ὑπόμνημα τοῦ Στυλιανοῦ Τζαλούχου ὑπὲρ τοῦ ἀλυτρώτου καὶ τοῦ ἐν διασπορᾷ Ἑλληνισμοῦ. Ὑπόμνημα τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ μεταδοθῇ τὸ θρησκευτικὸν καὶ ἐθνικὸν αἴσθημα εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα.
§2ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι δικαία ἡ ἀνακοινωθεῖσα ἀναφορὰ τῆς χήρας Θρασυβούλου Κανάρη, διότι εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην συμβαίνει ἐξαιρετικόν τι, ὅτι, ἐνῷ ἡ χήρα τοῦ ἑνὸς Κανάρη ἐπροικίσθη ὑπὸ τοῦ ἔθνους, ἡ χήρα τοῦ ἄλλου ἐγκατελείφθη εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§3Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους παρακαλῶ νὰ υἱοθετηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§5Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Σήμερον, ὁπότε πολλαπλοῖ ἐθνικοὶ κίνδυνοι περιβάλλουσι πανταχόθεν τὸ ἔθνος ἡμῶν, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἄκαιρον νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ φωνὴ τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ διὰ τοῦ ὑπομνήματος, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος. Ὡς ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ δι’ ἑνὸς βλέμματος, τὸ ὁποῖον ἔρριψα ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τούτου, περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ γνῶμαι τῶν ἔξω Ἑλλήνων περὶ τῶν ἐθνικωτάτων ζητημάτων, περὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος, περὶ τῆς διπλωματικῆς καὶ προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, περὶ τῶν Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καὶ Ἀντιοχείας κλπ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διέλθῃ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀπαρατήρητος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ ἑπομένως νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Πιστεύω δὲ, ὅτι περὶ τούτου δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 71). Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπόμνημα τῶν φοιτητῶν περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ μαθήματος τῆς ἐθνικῆς κατηχήσεως εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. (Ἀναγινώσκεται).
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται τὸ ἀναγνωσθὲν ὑπόμνημα, ἀνάγεται εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὴν διοίκησιν ἐν γένει οὐχὶ μόνον ὑπὸ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εἰς τὴν διοίκησιν πάντων τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα θέλουσι διαδεχθῆ ἄλληλα. Οἱ ἀναφερόμενοι διὰ τοῦ ὑπομνήματος εἰς τὴν Βουλὴν φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀνατροφὴ, ἡ διδομένη εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας, ἡ πρώτη ἐκπαίδευσις, ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, αἱ πρῶται γνώσεις, αἵτινες μεταδίδονται εἰς τὴν ἁπαλὴν νεότητα, χρήζουσι συμπληρώσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ καταστῇ πιθανόν, ὅτι, προαγομένης τῆς ἡλικίας καὶ καθιστωμένων τῶν Ἑλληνοπαίδων τούτων ἐφήβων, καὶ εἰσερχομένων εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν, τὸ αἴσθημα τῆς πατρίδος θέλει εἶσθαι ἐν αὐτοῖς μεγαλείτερον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος δύναται, καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀνετέθη εἰς αὐτὸν, τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως, ἣν ὀφείλει νὰ ἐνασκῇ ἐπὶ τῆς διδασκαλίας τῆς διὰ τῶν ἱεροκηρύκων γιγνομένης, δύναται, λέγω, νὰ λάβῃ μέτρα, οἷα ἐγκρίνει, ὅπως θερμανθῇ περισσότερον ἐν τοῖς νεωτέροις συμπολίταις ἡμῶν τὸ αἴσθημα πρὸς τὴν πατρίδα.
§9ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀναμφιβόλως, κ. Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, εἶναι μάλιστα, κατ’ ἐμέ, τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε ἐξέρχεται τοῦ κύκλου ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ συστήσωσιν αὐτό. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἁρμοδιωτέρα νὰ ἐξετάσῃ καὶ λύσῃ αὐτό. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνέθηκα τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς διδασκαλίας τῶν διαφόρων μαθημάτων εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία διὰ καταλλήλου ἐπιτροπῆς θέλει ὁρίζει καὶ τὰ διδακτέα μαθήματα. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ κατάλληλος στιγμὴ πρὸς συζήτησιν τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν θέλει συζητηθῆ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§10Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀφορμῆς διδομένης ἐκ τοῦ ἀναγνωσθέντος ὑπομνήματος, καθῆκον ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλὴν δύο λέξεις, ἀναμιμνήσκων, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον ἐθάψαμεν τοὺς ὑπὲρ πατρίδος πεσόντας στρατιώτας ἄνευ ἱερέως, ὅτι οὐδαμοῦ ἐν οὐδενὶ στρατοπέδῳ εἴχομεν ἱερέα! Εἶναι καιρὸς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὰ ξηρὰ γράμματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μορφώνουσι τοὺς ἄνδρας, δὲν εἶναι ταῦτα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μορφώνουσι τοὺς καλοὺς πολίτας, τοὺς ἀγαθοὺς στρατιώτας· εἶναι καιρὸς νὰ ὑποχρεώσωμεν ἡμεῖς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἵνα μεριμνήσωσιν, ὅπως οὐ μόνον ἐξακολουθήσωσιν ἐκτελούμενα τὰ θρησκευτικὰ καθήκοντα παρὰ τοῖς στρατιωτικοῖς σώμασιν ὑπὸ τῶν παρ’ αὐτοῖς τεταγμένων ἱερέων, ἀλλὰ παρὰ τὸ πλευρὸν παντὸς μεράρχου, παντὸς διοικητοῦ Σώματος νὰ τάξωσιν ἕνα μεμορφωμένον ἱερέα καὶ πλείστους ἄλλους ἐν τοῖς Σώμασιν, οἵτινες νὰ φροντίζωσιν ἐνδελεχῶς καὶ διαρκῶς, ὅπως οἱ στρατιῶται καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκπληρῶσι τὰ θρησκευτικὰ αὑτῶν καθήκοντα. Εἶναι καιρὸς οὐ μόνον ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἐπαναφέρωμεν τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα, καὶ νὰ διδάσκωνται ταῦτα ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις καὶ ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διὰ καταλλήλων βιβλίων· εἶναι καιρὸς νὰ θεωρήσωμεν τὴν διδασκαλίαν ταύτην συναφῆ πρὸς τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντα. Πολὺ ὀρθῶς λέγεται, ὅτι ἡ πίστις καὶ ἡ πατρὶς εἶναι οἱ δύο πόλοι, περὶ τοὺς ὁποίους στρέφεται πᾶν ἔργον γενναῖον, καὶ δι’ ὧν οἱ πατέρες ἡμῶν ἐδημιούργησαν τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δυστυχῶς κατεβιβάσαμεν εἰς ὃ σημεῖον τὴν ἔχομεν καταβιβάσει.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κύριος Α. Βιτάλης κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72). Ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας κ. Φ. Μοσχούλας ὑποβάλλει πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 73).
§12Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Γκότση λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῆς ἐν Μανωλάδι στρατιωτικῆς φρουρᾶς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Α. Βιτάλης.
§14Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καίτοι τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπί τινας στιγμὰς, δὲν εἶναι ἐπίκαιρον, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ, ἀπόψε δὲ ἢ αὔριον θέλει συζητηθῆ, οὐχ ἧττον παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐπιληφθῶ αὐτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω, σχετικῶς πρὸς τὴν πρὸ ὀλίγου ἀνακοινωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τροπολογίαν μου, θέλω προλάβει μακρὰς ἀγορεύσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ τῆς τροπολογίας μου ταύτης δύο τινὰ προτείνω. Πρῶτον ἡ διαφορὰ τῶν δύο μέχρι πέντε ἐτῶν, ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν ἡλικίαν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, περιορίζεται εἰς δύο ἔτη δι’ ὅλους τοὺς βαθμούς, ἐξαιρουμένου τοῦ λοχαγοῦ, τὸ ὅριον ἡλικίας τοῦ ὁποίου μένει ὡς ἔχει. Διὰ τῆς δευτέρας τροπολογίας, ἀντὶ δύο ἐτῶν, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, προτείνω, ἵνα μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μόνου ἔτους ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἄρχηται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ὁρισθέντων ὁρίων ἡλικίας, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ συσσωρευθῶσιν ὁμοῦ πολλοὶ ἀξιωματικοὶ ἀπόστρατοι καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν κλονισθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ στερηθῇ τὸ στράτευμα ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων, ὁπωσδήποτε ἱκανῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλίνης ἔχει τὸν λόγον.
§16ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐχὶ τὸ πρῶτον πρὸ μηνὸς ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ὑπέστη καταστροφὰς, ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν. Πρὸ ἡμερῶν ἀπεστάλη περὶ τούτου τηλεγράφημα πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρόμοιον δὲ τηλεγράφημα ἀπεστάλη καὶ πρὸς ἐμέ. Ἀπὸ τοῦ 1883, ὅτε κατεσκευάσθη ὁ σιδηρόδρομος Θεσσαλίας, ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ χρησιμεύει ὡς πρόχωμα κατὰ τῆς τακτικῆς πορείας τῶν ὑδάτων, ἕνεκα δὲ τοῦ προχώματος τούτου τὰ ὕδατα εἰσρέουσιν ἐκ μιᾶς καὶ μόνης γεφύρας, καὶ ἐκ τῆς γεφύρας ταύτης εἰσρέουσιν εἰς τὴν πόλιν καὶ καταστρέφουσι τὰς οἰκοδομάς. Τοιαύτη καταστροφὴ ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1894 ἢ 1895· παρεκάλεσα δὲ τότε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς προστασίαν τῆς πόλεως. Καίτοι ὅμως ἔκτοτε διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς καὶ ὑπέδειξε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐνηργήθη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὴν νῦν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως προληφθῇ πᾶς κίνδυνος τῆς πόλεως, προερχόμενος ἐκ τῶν πλημμυρῶν. Πρὸς τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν Καρδίτσης νὰ συντάξῃ τὴν ἀπαιτουμένην μελέτην καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο ἔργων. Σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ καὶ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας ἐν τῷ νομῷ Καρδίτσης, διότι οὐδέποτε αἱ Κυβερνήσεις προὐνόησαν περὶ κατασκευῆς ὁδῶν ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ, καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοιούτων συμβαίνουσι δυστυχήματα. Τινὲς φυσικαὶ ὁδοὶ, —διότι ὁδοὶ πραγματικαὶ δὲν ἔγειναν, — αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰ χωρία μετὰ τῆς πόλεως Καρδίτσης, κατεστράφησαν ἐκ τῶν πλημμυρῶν καὶ κατεστάθησαν ἐπικίνδυνοι εἰς τοὺς διαβάτας. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀναγκαίων προχείρων τοὐλάχιστον ἔργων, ὥστε νὰ μὴ διακόπτηται ἡ ἔστω καὶ τοιαύτη συγκοινωνία. Πρὸ παντὸς ὅμως δέον νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευή, ἔστω καὶ κατὰ τμήματα, τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καρδίτσης εἰς Ἴταμον, κατασκευαζομένου τοῦ πρώτου τμήματος ἀπὸ Καρδίτσης μέχρι γεφύρας Ρούσου. Ἐπίσης δέον νὰ κατασκευασθῇ τὸ μικρὸν ἄλλως τε τμῆμα τῆς ὁδοῦ Καρδίτσης εἰς Νευρούπολιν, τὸ μέχρι Παπαρράντζας, καὶ ν’ ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Καρδίτσης εἰς Ἰθώμην, ἐπεκτεινομένη μέχρι Μουζακίου.
§17Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ θετικωτέρου τρόπου, ὅτι οὐδεμία ἀναφορὰ περιῆλθεν εἰς ἐμὲ περὶ οὐδενὸς ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα καταγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων χωρίων τινῶν τῆς Μανωλάδος, παραπονουμένων κατὰ τῶν αὐτόθι ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§20Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλητε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σημερινὰς τηλεγραφικὰς εἰδήσεις.
§21ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εὐθὺς, κύριε Πρόεδρε, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἡ ἀναφορὰ, περὶ ἧς ὁ λόγος, καὶ ἐν ᾗ ἀνεφέρετο, ὅτι πρόκειται περὶ προστασίας κτημάτων μοναστηριακῶν, ἐζήτησα πληροφορίας ἐπισήμους. Δὲν ἔλαβον εἰσέτι δυστυχῶς τοιαύτας. Ἔχω ὅμως ἐξωδίκους πληροφορίας, ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων ὅλως ἀνακριβῶν. Ἐπιφυλάσσομαι, εὐθὺς ὡς λάβω τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, ν’ ἀνακοινώσω ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν.
§22Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι καθαρῶς στρατιωτικόν. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι παρεξετράπησαν οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι. Ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλωμεν τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων, τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος φρουρεῖ τὰ κτήματα τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· δὲν ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ μεμφώμεθα τοῦ Διαδόχου, διότι, ἐὰν οἱ φύλακες παρεξετράπησαν, ὀφείλομεν νὰ καταγγείλωμεν τὸν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ἀξιωματικόν, καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν νόμιμον τιμωρίαν αὐτοῦ.
§23Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινάς. Ἐκ τούτων τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκε σήμερον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέμενον δὲ, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς πρόκειται.
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζητήσατε, νομίζω, νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχεδιάγραμμα τῶν κτημάτων τοῦ Διαδόχου καὶ τοὺς ἐκδοθέντας πίνακας ὑλοτομίας ἐπὶ τῶν αὐτόθι δασῶν ἀφ’ ἧς τὰ κτήματα ταῦτα παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔλαβον τὸ σχετικὸν σημείωμα, διέταξα νὰ ἑτοιμασθῶσι τὸ σχεδιάγραμμα καὶ οἱ πίνακες· πιστεύω δὲ, ὅτι μέχρις αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἦναι ἕτοιμοι, ὅπως κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν.
§25Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἀπαντήσω εἴς τινας, οἵτινες φαίνονται ἀσχάλλοντες δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅσοι ἔχουν τὴν εὐτυχίαν νὰ γειτνιάζωσι μὲ τὰ κτήματα τοῦ Διαδόχου, τὰ ἐν Μανωλάδι καὶ Ἀχαΐᾳ, ὅτι ἐκεῖ ἔχει ἀποσπασθῆ ἀπὸ τοῦ 1896 δύναμις στρατιωτικὴ, ἐξ 26 χωροφυλάκων ἀποτελουμένη, τῆς ὁποίας ὁ προορισμὸς εἶναι — κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατατεθὲν σημείωμα — ἡ ἐξασφάλισις τῆς δημοσίας τάξεως εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα· ἐπὶ κεφαλῆς δὲ τῆς εἰρημένης δυνάμεως ἐτέθη εἷς ἀνθυπομοίραρχος. Ὁ ἀνθυπομοίραρχος οὗτος εἶναι ὁ ἀνθυπομοίραρχος Βουράκης, ὅστις, διατελῶν ἀπὸ δεκαετίας εἰς τὰ κτήματα ἐκεῖνα ὡς ὑπενωμοτάρχης, προήχθη εἰς ἐνωμοτάρχην καὶ κατόπιν εἰς ἀνθυπομοίραρχον.
§26Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ γείνῃ καὶ στρατηγός!
§27Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Βεβαίως θὰ γείνῃ καὶ στρατηγὸς ἐντὸς ὀλίγου. Ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τοῦ ἀνθυπομοιράρχου τούτου, καὶ ποῖον τὸ ἔργον καὶ τὸ καθῆκον τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία ἀπεσπάσθη εἰς τὰ κτήματα τοῦ Διαδόχου; Μᾶς εἶπον, ὅτι ἀπεσπάσθησαν πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐν τούτοις τί πράττουσιν ἐκεῖνοι; Εἶναι ἐπιστάται τῶν κτημάτων τοῦ Διαδόχου, ὡσεὶ ἀπεσπάσθη ἡ δύναμις ἐκείνη, ὅπως φυλάττῃ τὰ κτήματα τοῦ Διαδόχου καὶ συντρέχῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ πρὸς διαρπαγὴν τῶν γειτονικῶν περιουσιῶν διὰ τῆς βίας, ἥτις ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως αὐτοῦ ἐνεργεῖται. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε ζητήσει πληροφορίας διὰ τοῦ κ. συναδέλφου του ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὁ Βουράκης οὗτος καθὼς καὶ ὁ ὑπενωμοτάρχης καὶ οἱ ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρες εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύουσιν ἢ ὡς μάρτυρες εἰς ὅλα τὰ προσωρινὰ μέτρα τοῦ Διαδόχου. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰγιαλείας ἔκαμε μνείαν καὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολιν». Ἐντύπωσιν, Κύριοι, ἔκαμε καὶ εἰς ἐμὲ τὸ γεγονός. Ὁ κ. Βουράκης ἐπετέθη κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἐν τῇ θέσει Ἀλῆ Τσελεπῆ, ὅπου ὁ ἐνοικιαστὴς εἶχε μεταβῆ, ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν Μονὴν, ἵνα ἐνεργήσῃ προσωρινὰ μέτρα κατὰ τοῦ Διαδόχου καὶ ἐξετάσῃ μάρτυρας· τὸν ἀπέκλεισεν εἰς ἓν πανδοχεῖον, καὶ ἐπενέβη ὁ εἰρηνοδίκης, ἵνα τὸν λυτρώσῃ. Καὶ ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, πράττει, διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν πανικὸν εἰς τοὺς κατοίκους, ὅπως μὴ καταθέσωσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀλήθειαν καὶ προστατευθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Μονῆς, τὰ ὁποῖα πολὺ ἔσπευσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ν’ ἀπεμπολήσῃ. Ὅταν ἔλθωσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, θὰ προκαλέσω εὐρυτέραν συζήτησιν, καὶ θέλω ἀποδείξει διὰ τῶν σχεδιαγραμμάτων, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Διαδόχου κατέλαβον, παρὰ τὸν νόμον, χιλιάδας στρεμμάτων γῆς ἀνηκούσης εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ διὰ τῆς βίας, ἣν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιβάλωσι διὰ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἀπεσπάσθησαν διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, κατέλαβον τὴν περιουσίαν καὶ τῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τοιαύτης δυνάμεως, καὶ οἱ ὁποῖοι οὔτε ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσιν τὰ δίκαιά των, διότι γνωρίζετε πόσον δύσκολος εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ διὰ τῆς Δικαιοσύνης ἄγουσα εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ δικαίου, ὅταν μάλιστα ἀντίδικος ἦναι ὁ Διάδοχος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι ἐν γνώσει αὐτῶν. Ἀρκεῖ τὰ ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δικάζουσιν ὑπόθεσιν τοῦ Διαδόχου, διὰ νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ πράξωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην εἰς ἀνθρώπους ἀδικουμένους. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ ἁρμοδίως πληροφορίας, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ Βουράκης αὐτὸς καὶ οἱ 26 ἄνδρες αὐτοῦ οὐδὲν ἄλλο πράττουσι, παρὰ νὰ πιέζωσι τὸν κόσμον καὶ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς μάρτυρες τοῦ Διαδόχου εἰς τὰ προσωρινὰ μέτρα αὐτοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1896 καὶ ἐντεῦθεν εἰς ὅσας δίκας ἐγεννήθησαν μεταξὺ Διαδόχου καὶ χωρικῶν αὐτοὶ εἶναι μάρτυρες.
§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ δίκης περὶ κατοχῆς, καὶ ἑπομένως μόνοι οἱ ἐκεῖ παραμένοντες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μάρτυρες.
§29Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ περὶ τοῦ τελευταίου γεγονότος, ὅπερ ἀνεγράφη ἐν τῇ «Ἀκροπόλει».
§30Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ νὰ διατάξω ἀνακρίσεις, πρέπει νὰ λάβω καταγγελίαν.
§31Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι καταγγελία;
§32Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβω ἀφορμὴν ὑπηρεσιακὴν, ἵνα ζητήσω πληροφορίας καὶ πράξω ὅ,τι πρέπει. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὡς σᾶς εἶπον, οὐδεμίαν ἀναφορὰν ἔλαβον. Αὐτὰ πρώτην φορὰν τὰ ἀκούω.
§33Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δέουσα ἐνέργεια ἀνήκει εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ, σήμερον δ’ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἑπομένως τὸ Προεδρεῖον ἐνήργησεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ.
§35Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν, δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένα ἀπὸ ἐμέ.
§36Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι εἶναι ἀπὸ σᾶς ὑπογεγραμμένα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαφειαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§38ΣΤΑΜ. Δ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεστάλησαν αἱ ἐργασίαι τοῦ βάθρου τοῦ ἀνδριάντος τοῦ στρατηγοῦ Κολοκοτρώνη; Διότι, ὡς μανθάνω, διαφωνία μεγάλη ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τοῦ καλλιτέχνου κ. Σώχου, καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ. Σῶχος μετέβαλε τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσχωρήσουν αἱ ἐργασίαι ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ. Τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ δυσαρέσκεια τοῦ κ. Σώχου, ὥστε διστάζει νὰ παραδώσῃ τὰ ἀνάγλυφα, ἅτινα ἐπρόκειτο νὰ δωρήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐράνων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, ὅπως αὕτη ἀποφανθῇ, ποῖον ἐκ τῶν δύο σχεδίων πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἀρθῇ οὕτως ἡ ὑφισταμένη διαφορά.
§39Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς περιστάσεως ταύτης ἔχω καὶ ἐγὼ γνῶσιν, θεωρῶ δὲ καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι γνωρίζω σχετικόν. Ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπὶ τοῦ ἀνδριάντος Κολοκοτρώνη, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν καλλιτέχνην κ. Σῶχον νὰ δώσῃ τὸ ἔργον πρὸς ἐκτέλεσιν, ὁ κ. Σῶχος, προκειμένου περιέργου, ὅπερ ἔμελλε νὰ κοσμήσῃ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, προσέφερε τὸ ἔργον δωρεὰν, προσεφέρθη δὲ καὶ νὰ ἐπιστατήσῃ δωρεὰν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, καὶ ὄντως ἐπεστάτησεν ἐν Παρισίοις· ἐζήτησεν ὅμως, διὰ νὰ ἦναι τέλειον τὸ ἔργον, νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ βάθρον αὐτοῦ δύο σχετικὰ ἀνάγλυφα, ἔργα αὐτοῦ ἔξοχα, διὰ τὰ ὁποῖα εἰργάσθη ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ ἐζήτησε μόνον δι’ αὐτὰ νὰ πληρωθῇ ποσὸν σχετικῶς ἐλάχιστον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, καὶ ὑπεσχέθη νὰ πληρώσῃ τὸν κ. Σῶχον, ὅταν ἔχῃ χρήματα ἐκ μελλουσῶν εἰσπράξεων. Ὁ κ. Σῶχος ἐδέχθη, καὶ παρεχώρησε δωρεὰν τὸ ἔργον, καὶ ἐπεστάτησε δωρεὰν εἰς τὴν ἐκ χαλκοῦ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀναγλύφων, καὶ ἔκαμε δωρεὰν ἐπίσης τὸ σχέδιον τοῦ βάθρου καὶ τῆς τοποθετήσεως. Τὸ σχέδιον δὲ τοῦτο ἔκαμεν, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν γνώμην καὶ τὴν ἔγκρισιν κατόπιν τῶν ἐξοχωτέρων μηχανικῶν καὶ γλυπτῶν τῶν Παρισίων. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς τοποθετήσεως, ὁ κύριος Σῶχος εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστατήσῃ μηχανικὸς, ἀλλὰ πᾶς γλύπτης ἠδύνατο νὰ κάμῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ βάθρου καὶ τὴν τοποθέτησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχεδίων καὶ τῶν ὁδηγιῶν, ἃς αὐτὸς ἔδωκεν· ἄλλως τε δὲ, ἐπειδὴ εὑρίσκετο ἐδῶ, προσεφέρετο αὐτὸς νὰ ἐπιστατήσῃ δωρεάν. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὴν γνώμην καὶ τὴν προσφορὰν ταύτην τοῦ κ. Σώχου, ἀλλ’ ἀνέθηκε τὴν ἐπιστασίαν εἰς τὸν μηχανικὸν τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Καὶ ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε μέχρι τοῦδε νὰ πληρώσῃ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη εἰς τὸν κ. Σῶχον, ἐπροπλήρωσεν ἐν τούτοις ἑπτακοσίας πεντήκοντα δραχμὰς εἰς τὸν μηχανικὸν τοῦ δήμου ἄνευ ἀνάγκης, ἀφοῦ ὁ κ. Σῶχος προσεφέρετο νὰ ἐπιστατήσῃ δωρεὰν, καὶ ἀφοῦ ὁ μηχανικὸς τοῦ δήμου, λαμβάνων ὡς τοιοῦτος μισθὸν 800 δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐκ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ ὡς καθηγητὴς τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς ἐπίσης μισθοδοτούμενος ἐκ τοῦ Δημοσίου, ὤφειλε δωρεὰν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον. Ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ τῆς τοποθετήσεως, ὁ κύριος Σῶχος ὑπέδειξεν, ὅτι τὸ βάθρον ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῇ τρία μέτρα ἔμπροσθεν, πρὸς τὴν ὁδὸν Σταδίου, ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἐν ᾗ ἤδη ἐτοποθετήθη, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη, καὶ ἐτοποθετήθη τὸ βάθρον εἰς θέσιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὴν καλαισθησίαν καὶ εἰς τοὺς ὅρους τῆς τέχνης· ὅτε δὲ ἦλθε καὶ εἶδε τοῦτο ὁ κ. Σῶχος, προσηνέχθη δι’ ἐξόδων του νὰ κάμῃ τὴν μετατόπισιν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ βάθρου ὁ μηχανικὸς τοῦ δήμου μετέβαλε τὸ σχέδιον, — τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν καὶ τῇ ἐγκρίσει τῶν ἐπιστημοτέρων μηχανικῶν τῆς Γαλλίας, — καὶ προσέθεσε σχήματά τινα, ἐναντίον τῆς καλαισθησίας καὶ ἐναντίον τῶν ὅρων τῆς τέχνης. Προκειμένου δὲ περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀναγλύφων, ὁ κ. μηχανικὸς θέλει νὰ τοποθετήσῃ αὐτὰ ἄλλως παρὰ ὡς ὁ κ. Σῶχος τὰ ἔχει τοποθετήσει ἐν τῷ προπλάσματί του, ἤτοι ἀκαλαισθήτως καὶ ἀτέχνως. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Σῶχος ἀπέσυρε τὰ ἀνάγλυφα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐσταμάτησε τὸ ἔργον. Ὁ κ. Σῶχος εἶναι, ὡς γνωστὸν, ὁ ἐξοχώτερος τῶν Ἑλλήνων γλυπτῶν, εἷς δὲ τῶν ἐξοχωτέρων τῆς Εὐρώπης, καὶ εἶναι ἄπορον, πῶς δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ γνῶμαι αὐτοῦ, προκειμένου μάλιστα περὶ ἰδίου αὑτοῦ ἔργου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐξέτασις καὶ ὁ προσήκων ἔλεγχος, πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου. Νομίζω δ’ ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ, αἵτινες ἀναλαμβάνουσι τοιαῦτα ἔργα, πρέπει νὰ ἦναι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ μὴ ἀφίνωνται νὰ πράττωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλ’ αἱ πράξεις αὐτῶν δέον νὰ ἐκτελῶνται μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου περιστρέφεται εἰς τὸν τρόπον τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀναγλύφων, τοῦ μὲν διατεινομένου ὅτι διὰ καθηλώσεως δέον ταῦτα νὰ τοποθετηθῶσι, τοῦ δὲ δι’ ἐμπλαισιώσεως. Πρὸς τοῦτο διωρίσθη ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ διαφωνία ἐπῆλθεν εἰς τὰς γνώμας τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§42Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Πρὶν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ συντάξεων θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 20 καὶ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 20 οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἀποκτῶσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἐὰν μετὰ 30 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀποστρατευθῶσι τῇ αἰτήσει των δι’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας. Ἐπεθύμουν νὰ σαφηνισθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου, ἵνα, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, δυνηθῇ ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του καὶ προτείνῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21, ἐὰν ἀξιωματικός τις προβιβασθῇ πρὸ τῆς συμπληρώσεως ὀκταετοῦς ὑπηρεσίας (ἥτις ἐθεωρεῖτο ὡς εὐεργέτημα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ συντάξεως) ἐν ᾧ βαθμῷ κατέχει καὶ ζητήσῃ ν’ ἀποστρατευθῇ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τοῦ προβιβασμοῦ του, δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ, εἰς ὃν προεβιβάσθη, ἀλλὰ θὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον πρὶν εἶχε. Λόγου χάριν, ἐγὼ προεβιβάσθην εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου καὶ δὲν ἔχω ὑπηρεσίαν λοχαγοῦ ὀκταετῆ· κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν δικαιοῦμαι νὰ λάβω σύνταξιν ταγματάρχου, καίτοι προεβιβάσθην δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐν ἐνεργείᾳ· θὰ λάβω τὴν σύνταξιν τοῦ ἀμέσως κατωτέρου βαθμοῦ, ἤτοι τὴν τοῦ λοχαγοῦ. Αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκει): «Οἱ προαχθέντες εἰς ἀνώτερον βαθμόν, πρὶν ἢ συμπληρώσωσιν ἐν τῷ ἀμέσως κατωτέρῳ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν, ἀποστρατευόμενοι τῇ αἰτήσει των ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τοῦ προβιβασμοῦ των, λαμβάνουσιν τὴν σύνταξιν τοῦ ἀμέσως κατωτέρου βαθμοῦ.» Λοιπὸν ἐγώ, Κύριοι, ὑπηρετῶ ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις, μὲ ἀφῆκεν ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, καὶ μοὶ λείπει ἓν ἔτος, τὸ ὁποῖον πρὶν ἦτο εὐεργέτημα. Ἐὰν πρὶν συμπληρώσω ὀκταετίαν ὡς λοχαγὸς προαχθῶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου καὶ θελήσω ν’ ἀποστρατευθῶ μετὰ 10 ἢ 12 μῆνας, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λάβω σύνταξιν ταγματάρχου, ἤτοι τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω, ἀλλὰ θὰ λάβω τὴν σύνταξιν τοῦ λοχαγοῦ, ἐνῷ πᾶς ὑπάλληλος, συμπληρῶν τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅριον, λαμβάνει τὴν ἀνάλογον σύνταξιν. Διατὶ ἐγὼ ν’ ἀδικηθῶ; διατὶ νὰ μοὶ δοθῇ σύνταξις λοχαγοῦ καὶ ὄχι ταγματάρχου; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις, ἵνα ἐν καιρῷ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§43Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἴσως, κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀσχολίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται σήμερον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ μὲ τὴν Βουλήν, δὲν ἔδωσαν καιρὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς δι’ ἐπερωτήσεώς μου πρὸ ἡμερῶν ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῆς ἱππωνίας τοῦ στρατοῦ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἐὰν ἔχῃ τι τετελεσμένον, νὰ τὸ καταθέσῃ.
§44Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατέθεσα πληροφορίας.
§45Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δοθῶσι.
§46Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, — ἂν δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ κωλῦον, — ἂν ἀληθεύει ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ἐσχάτως, πρὸ μηνὸς περίπου, προέβη εἰς μεμονωμένον προβιβασμὸν κατωτέρου ἀξιωματικοῦ, καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ πρᾶξις αὕτη.
§47Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Προέβην εἰς τὸν προβιβασμὸν, διότι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἶχε 12, νομίζω, ἢ 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ἐὰν δὲ δὲν ἐπροβιβάζετο, δὲν θὰ κατώρθου, κατόπιν προβιβαζόμενος καὶ καταλαμβανόμενος ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν τοῦ λοχαγοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλω Διάταγμα εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπεγράφη, καὶ οὕτως ἐπροβιβάσθη ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς, ὅστις ἦτο καὶ ὁ ἀρχαιότερος τῶν ὁμοιοβάθμων του.
§48Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Συμπληρωματικῶς παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, εὑρίσκονται καὶ ἄλλοι, ἂν δηλαδὴ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καταλαμβάνει, ἢ ὄχι, καὶ ἄλλους ἀξιωματικοὺς εἴτε τοῦ αὐτοῦ ὅπλου εἴτε καὶ ἄλλου.
§49Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα, εἶναι καὶ ἄλλοι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις πρὸς προβιβασμόν. Διὰ τὸν ἀξιωματικὸν ὅμως, τὸν ὁποῖον ἐπροβίβασα, ὑπῆρχε κενὴ θέσις, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐπροβίβασα. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις καὶ δι’ αὐτὸν, βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἐπροβίβαζα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§51Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπανειλημμένως ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀναφοραὶ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Μουσαλὰρ, Δελερίων καὶ Καρατσολίου, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ὑπέστησαν φθορὰς σημαντικὰς ἐκ θεομηνίας, ἐπελθούσης κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ δημητριακοὶ καρποὶ εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἁλωνίοις, καὶ αἱ ἄμπελοι ἐν τῇ ἀκμῇ των. Ἐκ τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Ὀλύμπου καταιγὶς σφοδρὰ, κυκλὼν, σχεδὸν εἰπεῖν, ἐπελθὼν, ἐπέφερε τελείαν καταστροφήν. Ἡ καταστροφὴ ἦτο τοιαύτη, ὥστε καὶ στέγαι οἰκιῶν ἀφῃρέθησαν, πάντα τὰ κατοικίδια πτηνὰ παρεσύρθησαν καὶ ἄνθρωποι ἐκινδύνευσαν νὰ πνιγῶσι. Νομίζω, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ τῶν παθόντων κατοίκων, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ τύχωσι παρ’ ὑμῶν τῆς δεούσης ἐρεύνης. Δὲν ἀξιῶ παρ’ ὑμῶν νὰ λάβω ἀπάντησιν σήμερον περὶ τοῦ πρακτέου. Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς οἰκείας ἀρχὰς, ὅπως δώσωσιν αὗται τὰς δεούσας πληροφορίας. Θὰ παρακαλέσω ὅμως ὑμᾶς ν’ ἀποστείλητε διαταγὴν πρὸς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς, ὅπως οἱ ὀφείλοντες νὰ καταβάλωσι τοὺς νενομισμένους φόρους ἀροτριώντων καὶ ἀμπέλων τοῦ παρελθόντος ἔτους μὴ καθυστερήσωσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλετε ἀπαλλάξει αὐτοὺς, ἢ νὰ παραγγείλητε εἰς τὰς ἀρχὰς νὰ μὴ εἰσπράξωσι τοὺς φόρους τούτους, μέχρις ὅτου μετὰ τὴν προσήκουσαν ἐξέτασιν λάβητε ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει, ἐκεῖνοι μὲν, ἐλπίζοντες ὅτι θὰ εἰσακουσθῶσιν αἱ αἰτήσεις των, θ’ ἀναβάλωσι τὴν πληρωμὴν, τοῦ χρόνου δ’ ἐπιστάντος, θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν πρόσθετον φόρον, ὅπερ ἔσεται καταστρεπτικὸν δι’ αὐτούς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως σὺν τῇ μερίμνῃ ὑμῶν περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος ἐπιστείλητε εἰς τὰς οἰκείας ἀρχὰς διαταγὰς, ἵνα γνωρίσωσιν ἐγκαίρως εἰς τοὺς παθόντας κατοίκους τὴν ἀπόφασίν σας περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς, ἐὰν τοιαύτην ἀπόφασιν λάβητε, ἢ, ἂν τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ πράξητε, νὰ εἰδοποιήσητε αὐτοὺς ἐγκαίρως, ὅτι δέον νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους.
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως, κωλυόμενος ἐκ τοῦ νόμου, δὲν δύναμαι νὰ δώσω διαταγήν.
§53Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τουλάχιστον νὰ εἰδοποιηθῶσιν οἱ κάτοικοι, ὅτι θὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῆς καθυστερήσεως, ἐὰν δὲν καταβάλωσι τοὺς φόρους.
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν ἄλλων θὰ ἐνεργήσω μετὰ σπουδῆς.
§55Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἑτέραν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι πολὺ πρόσφατος ἡ πλήμμυρα τοῦ Πηνειοῦ, ἡ κατακλύσασα χιλιάδας ὅλας στρεμμάτων γῆς. Κάτωθεν τῆς Λαρίσης ἡ μὲν δεξιὰ ὄχθη προασπίζεται κατὰ πλημμυρῶν διὰ φράγματος, ἔχοντος μῆκος τρισχιλίων περίπου μέτρων. Τὸ φράγμα τοῦτο, καλῶς γενόμενον, προασπίζει μεγάλας ἐκτάσεις· εἴθε μάλιστα νὰ ἐπεξετείνετο, ὅπως προληφθῶσι καὶ οἱ κίνδυνοι τῆς πλημμύρας, διότι ὁμολογουμένως, ἂν τὸ φράγμα ἤθελεν ἐπεκταθῆ, ἤθελεν ἀνασταλῆ καὶ ἡ τῶν ὑδάτων τροπὴ πρὸς τὴν δεξιὰν καὶ ἡ ἐκ τούτων πλήρωσις τῆς Βοιβηΐδος ἢ Κάρλας, διότι αὕτη δὲν ἔχει ἀναβλύζοντα ὕδατα. Ἡ ἀριστερὰ ὅμως ὄχθη τοῦ Πηνειοῦ ἔχει μείνει ὅλως ἀνυπεράσπιστος. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ προνοήσασα εἶχε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὅστις καὶ ἐψηφίσθη, καὶ συνεπείᾳ αὐτοῦ ἐγένετο δημοπρασία, καθ’ ἣν ἐργολάβοι ἀνέλαβον τὸ ἔργον, καὶ ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσωσι τὰ ἔργα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε κατασκευασθῆ καὶ τὸ ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης φράγμα. Τὸ φράγμα τοῦτο ἤθελε προασπίσει τὰς γαίας τοῦ χωρίου Τατὰρ καὶ τοῦ χωρίου Καζακλάρ, γαίας πρώτης ποιότητος, τῶν ὁποίων περὶ τὰς 15,000 στρέμματα κατακλύζονται δυστυχῶς ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Πληροφοροῦμαι παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι, καίτοι πρὸ πολλοῦ ἡ ἔγκρισις ἔχει δοθῆ εἰς τὸν ἐργολάβον, — νομίζω μάλιστα, ὅτι ἔχει δοθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, — ὁ νομομηχανικὸς ἠρνήθη νὰ διατάξῃ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔργου. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν θέλῃ, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, μήπως μετεμελήθη ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν καὶ σκέπτεται νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον; ἢ εἶναι ἀνεπάρκεια τοῦ μηχανικοῦ ἢ ἀσχολία αὐτοῦ εἰς ἄλλα ἔργα; Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀκριβῶς διότι ἐπροστατεύθησαν αἱ ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης γαῖαι, τὰ ὕδατα ἐτράπησαν πρὸς ἀριστερὰ, καὶ κατέκλυσαν τὰς γαίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἀφήσωμεν τοὺς καλλιεργητὰς τῶν γαιῶν τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης εἰς τὴν τύχην των, καὶ δέον νὰ λάβωμεν καὶ περὶ αὐτῶν τὴν πρόνοιαν, ἣν ἐλάβομεν διὰ τοὺς τῆς δεξιᾶς ὄχθης. Καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δύο λέξεις. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος περὶ δυνάμεως ἀσφαλιζούσης τὰ κτήματα τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Χθὲς εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω, ὅτι καὶ αἱ περὶ τὸ Στάδιον ἐκτάσεις, αἵτινες ἐπρόκειτο ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι (δὲν γνωρίζω δὲ τί ἀπέγεινεν), ἐφρουροῦντο ὑπὸ χωροφυλάκων καὶ ἑνὸς λοχίου. Δὲν ἐγνώριζον, τί ἔργον ἐξετελεῖτο. Κατ’ ἀρχὰς ἐνόμισα, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προστατευθῶσι συμφέροντα τοῦ Σταδίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρομαι, ἀλλὰ κατόπιν εἶδον, ὅτι ἠνοίγετο χάνδαξ καὶ καθωρίζοντο γήπεδα. Βεβαίως οἱ ἰδιοκτῆται καλῶς πράττουσι, προφυλάσσοντες τὴν ἰδιοκτησίαν των· ἀλλ’ ὑπὸ τὴν προστασίαν χωροφυλάκων πρὸς τι;
§56Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι περὶ ὅλων αὐτῶν οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχω.
§57Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι τόσον ἀσήμαντον τὸ πρᾶγμα!...
§58Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λαμβάνω ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τούτου, ἵνα ἐξετάσω.
§59Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐλέγξω. Φέρω ἁπλῶς τοῦτο εἰς γνῶσιν ὑμῶν, διὰ νὰ ἐξετάσητε.
§60Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ δώσητε γραπτὸν σημείωμα.
§61Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἂν τὸ ἐνθυμηθῆτε, πράξατε ὅ,τι νομίζετε καλόν. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἀτομικῶς, ἐνδιαφέρει τὴν τάξιν τοῦ στρατεύματος· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ πρακτικογράφος θὰ τὸ περιλάβῃ εἰς τὰ πρακτικά. Εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ στρατεύματος· διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πολλάκις ἡμεῖς οἱ διοικοῦντες τὸ στράτευμα καταχρώμεθα τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν διαχειριζόμεθα, καὶ μεταχειριζόμεθα ταύτην πρὸς ἐκτέλεσιν συμφερόντων ἀτομικῶν.
§62Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι μὲ γνωρίζετε ἀρκετὰ, ὥστε νὰ μὴ ἀμφιβάλλητε, ὅτι θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν καὶ τῆς τηρητέας κατὰ τὴν ἔκδοσιν διαδικασίας». Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, διότι δὲν συμμερίζομαι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνέγνων ἀναγεγραμμένας ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, μεθ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνώδευσε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν. Κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἧς ἐμνήσθην, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι πάντα τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, ἤτοι τὰ κοινὰ κακουργήματα καὶ τὰ κοινὰ πλημμελήματα, εἶναι διεθνῆ. Ἑπομένως ἕκαστον Κράτος ὀφείλει νὰ σπεύδῃ, ἵνα συντρέχῃ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν διαπραξάντων τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ταῦτα δὲν διεπράχθησαν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τοῦ Κράτους τούτου. Μάλιστα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν συνδρομὴν ἑνὸς συγγραφέως Rivier, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὡς ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει, «ἡ ἔκδοσις, ὡς πρᾶξις κυριαρχικὴ τῆς Πολιτείας, νόμιμος θεωρητέα, κἂν ἔτι μὴ ὑποχρεῶται ἐκ συμβάσεως ἡ Πολιτεία νὰ παρέχῃ ἄσυλον εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματήσαντας ἀλλοδαπούς». Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἀξίωσις, ἵνα τὸ ἔγκλημα τῆς πειρατείας θεωρῆται ὡς ἔγκλημα διεθνές· ἱστορικοὶ λόγοι ὑπεχρέωσαν τὰ Κράτη νὰ ἦναι σύμφωνα, διὰ νὰ καταδιώκωσιν ἀπὸ κοινοῦ τὸ ἔγκλημα τῆς πειρατείας, διαπραττόμενον εἰς τὰς θαλάσσας, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι, ὅτι τὰ κοινὰ ἐγκλήματα εἶναι ἐγκλήματα διεθνῆ. Ἑπομένως δὲν ἀναγνωρίζω τὴν ὑποχρέωσιν τῶν διαφόρων Πολιτειῶν νὰ σπεύδωσι νὰ ἀναδέχωνται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδίδωσι τοὺς ἐγκληματίας, διὰ νὰ καταδιώκωνται τὰ ἐγκλήματα, τὰ διαπραχθέντα ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἕκαστον Κράτος δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν οἰκογένειαν, ἑπομένως ἔχει τὸ καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως αὐτοῦ, περὶ τῆς εὐτυχίας τῶν πολιτῶν τῶν κατοικούντων ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ, περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πνευματικῆς τῶν πολιτῶν τούτων, περὶ τῆς προλήψεως ζημιῶν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τῶν πολιτῶν, ἢ ἀδικημάτων γιγνομένων, ἐνασκεῖ δὲ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἵνα προλαμβάνῃ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον διαπραχθῆ αὗται, νὰ καταστέλλῃ αὐτὰς διὰ καταδιώξεως· ἀλλὰ διὰ τὴν καταστολὴν ἢ τὴν πρόληψιν τῶν ἐγκλημάτων τῶν συμβαινόντων ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις, δὲν γνωρίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν Κράτος, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν διεπράχθησαν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, νὰ ἐκδίδῃ τοὺς διαπράξαντας αὐτά. Ἂν ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία Κράτους τινὸς, εἴτε ἕνεκα ἀτελοῦς νομοθετικῆς προνοίας, εἴτε ἕνεκα ἀτελείας περὶ τὴν λειτουργίαν καὶ ἐνάσκησιν αὐτῆς, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων καὶ ἄνευ τῆς ἰδίας ὑπαιτιότητος δὲν ἠδυνήθη νὰ καταστείλῃ ἔγκλημα διαπραχθὲν ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ ἐκείνῃ, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ὑποχρεωμένον ἄλλο τι Κράτος, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος, παραδίδον τοὺς αὐτουργούς, ἐὰν προσέφυγον εἰς αὐτό. Ὅτε ἀνεγίνωσκον ἐν τῇ σχετικῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναγραφόμενον τὸν ἀριθμὸν τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἄλλα Κράτη συνωμολόγησαν περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, καὶ ἀνέφερε πραγματικῶς, ὅτι «ἡ Γερμανία καὶ τὰ καθ’ ἕκαστα Κράτη αὐτῆς ἔχουσιν ὑπὲρ τὰς 100 συμβάσεις ἐκδόσεως πρὸς ἄλλας Πολιτείας», ὅτι «ἡ Ἰταλία ἔχει περὶ τὰς 50, ἡ Ὁλλανδία ὑπὲρ τὰς 60», δὲν ἠξεύρω δὲ πόσας ἡ Σουηδία, μοὶ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπον τὴν μορφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι διεγίγνωσκον ἐν τῇ μορφῇ αὐτοῦ αἴσθημα συστολῆς ἢ αἰδοῦς, διότι ἀνεμιμνήσκετο ὁ φιλόπατρις συμπολίτης μας τὴν ἐντροπήν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς, διότι δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως. Κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν λοιπόν, ἡ ὑποχρέωσις ἑκάστου Κράτους, ἵνα ἐκδίδῃ ἀμοιβαίως τοὺς ἐγκληματήσαντας εἰς τὸ ἄλλο Κράτος, ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἔγκειται ἐν τῇ κυριαρχίᾳ τῆς Πολιτείας, καὶ ἂν συνομολογῶνται συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως, δὲν συνομολογοῦνται ἵνα ἀναλάβῃ ἕκαστον τῶν συμβαλλομένων Κρατῶν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδίδῃ, ἀλλὰ συνομολογοῦνται, ἵνα κανονίζωσι τὸν τρόπον τῆς ἐκδόσεως, διότι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐκδίδειν τοὺς ἐγκληματήσαντας ἔχει ἐγκειμένην ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῆς κυριαρχικῇ ἐξουσίᾳ. Τοῦτο τῷ ὄντι καταδηλοῖ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμφορεῖται ὑπὸ ἰδεῶν καθολικῆς ἀληθείας καὶ δικαιοσύνης, ὅτι διατελεῖ ἐν τῇ ἐποχῇ τῆς ποιήσεως· διότι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, ἤτοι πρὸ τοῦ μέσου αὐτοῦ, καὶ κατὰ τοὺς πρὸ αὐτοῦ αἰῶνας, ὑπῆρχε καὶ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ καὶ ἐν τῇ κυβερνήσει τῶν χωρῶν ἡ ποίησις αὕτη. Ἐνθυμεῖσθε ποία συγκίνησις κατέλαβε τὴν Εὐρώπην, ὅτε τὰ ἱερὰ τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἐκίνουν τὰ πλήθη καὶ διεῖπον τὰς Κυβερνήσεις, κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς αἱ εὐγενεῖς ἰδέαι περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ πολίτου, ἢ περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν καὶ τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν, καθ’ οὓς ὁ ἰδανισμὸς καὶ ἡ ποίησις συνεκίνουν τοὺς λαοὺς καὶ ἐπηρέαζον τὰς Κυβερνήσεις, ὅτε κατεστρέφοντο ἢ ἐξωλοθρεύοντο φυλαί. Ἦτο τότε τῷ ὄντι ἐποχὴ εὐγενοῦς, ποιητικοῦ βίου· ὁ ἰδανισμὸς ἐκράτει τότε πολλαχοῦ. Ἀλλὰ ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, τὸν ὁποῖον διανύομεν, πᾶσαι αὐταὶ αἱ ἰδέαι δυστυχῶς ἐξέλιπον, καὶ ἐπεκράτησεν ὁ πραγματισμὸς, ὁ ὑλισμὸς, ἵνα εἴπω οὕτως. Ἕκαστον Κράτος, ὡς οἰκογένεια, φροντίζει περὶ ἑαυτοῦ, κινεῖται, ἀλλὰ κινεῖται μόνον διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας ἢ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ, δρᾷ, ἐνεργεῖ, σκέπτεται μόνον περὶ τούτου, περὶ τῆς προκοπῆς καὶ ἀναπτύξεως τῆς χώρας καὶ τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ, ἣν αὐτὸ κυβερνᾷ. Αἱ Κυβερνήσεις κατὰ τὴν περίοδον ταύτην μοὶ φαίνεται ὅτι δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰς σκοπιὰς, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐπὶ τῶν προχωμάτων, ἵνα ἐπισκοπῶσι τὰ πέριξ Κράτη καὶ πληροφορῶνται μήπως ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους, ἡ παραγωγὴ ἢ τὸ ἐμπόριον αὐτοῦ ζημιώνεται, ἢ μήπως συμφέροντα τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους βλάπτονται, ἢ μήπως ἀπειλεῖται κίνδυνός τις ἐξ αὐτῶν, ἢ μήπως ἐλαττοῦται ἡ ζημιοῦται ἡ ἐμπορικὴ κίνησις τῆς χώρας ἢ μειοῦται ἡ παραγωγὴ αὐτῆς, ἢ μήπως ἡ κατανάλωσις περιορίζεται ἢ δύναται νὰ γίγνηται ὑπὸ ὅρους συμφερωτέρους ἐκείνων, ὑφ’ οὓς γίγνεται τώρα. Ἂν δέ ποτε ἤθελε προκληθῆ τὸ Κράτος, ἵνα ἐκτείνῃ τὰς μερίμνας αὐτοῦ πέραν τῶν ὁρίων τῆς Ἐπικρατείας, τὰς μερίμνας του ἐπὶ ἄλλας Ἐπικρατείας, θέλει τὸ πράξει, ἀλλὰ μόνον ἂν δὲν βλάπτῃ τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἁπτοτέρας ἀποδείξεις, καὶ εἶναι αὗται τὰ μάλιστα γνωσταὶ, διότι ἐπαρχίαι ὁλόκληροι τῆς Ἑλλάδος θρηνοῦσι τὴν τύχην αὐτῶν, ἀφοῦ ἡ πρόνοια τῶν κυβερνώντων τὰς Ἐπικρατείας, εἰς τὰς ὁποίας ἀποστέλλονται τὰ προϊόντα αὐτῶν, εἶναι τοσοῦτον ἄγρυπνος φύλαξ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, καὶ στενῶς μεριμνῶσι, μήπως ἀναβιβασθῇ εἰς μεγάλας τιμὰς τὸ ἀντίτιμον τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὰς Ἐπικρατείας ἐκείνας, ζητοῦσι δὲ νὰ περιστείλωσι πᾶσαν ζημίαν τῶν συμπολιτῶν των. Ἂν λοιπὸν Κράτος τι δὲν ἔχῃ ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, διότι αὕτη δὲν εἶναι καλῶς ὠργανωμένη, ἢ ἕνεκα τῆς ἀτελείας αὐτῆς δὲν δύναται νὰ καταστείλῃ τὰ ἐγκλήματα, συλλαμβάνουσα τοὺς διαπράξαντας αὐτὰ, καὶ ἀναγκάζηται νὰ ζητῇ τὴν συνδρομὴν ἄλλων Κρατῶν, τὸ ἄλλο Κράτος δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ αὐτήν· δύναται νὰ συνεισφέρῃ τὴν συνδρομήν του, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν κρίνῃ, ὅτι συμφέρει εἰς αὐτὸ νὰ συνεισφέρῃ τὴν συνδρομὴν ταύτην. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς τακτικῆς τῶν ἀνταλλαγμάτων, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τῷ κανονισμῷ τῶν σχέσεων παντὸς Κράτους πρὸς ἄλλο Κράτος. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μίαν ἀρχὴν, καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐπεκαλέσθη ὡς κανόνα τῶν σκέψεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς τοιαύταις μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν σχέσεσιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέγραψε τὴν ἑξῆς ἀρχὴν, ὅτι «οὐδεμία ὑφίσταται ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας νὰ παρέχῃ ἄσυλον εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματοῦντας»· ἀλλὰ τοῦτο, ὅτι «ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ ἄσυλον εἰς τοὺς ἐγκληματοῦντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ», τοῦτο ἐκτείνει οὕτως, ὥστε σχηματίζει νέαν πρότασιν ἀντίθετον, καθ’ ἣν «ἑκάστη Πολιτεία ὑποχρεοῦται νὰ μὴ παρέχῃ ἄσυλον εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματοῦντας». Τοιαύτην δίδει ἑρμηνείαν εἰς τὸν κανόνα, ὅτι οὐδεμία ὑφίσταται ὑποχρέωσις εἰς τὰ Κράτη νὰ παρέχωσιν ἄσυλον εἰς τοὺς ἐγκληματήσαντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις νὰ δέχωνται τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματοῦντας, οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ· ἀλλ’ ἐπίσης οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ δέχωνται τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματοῦντας, δὲν ἐπιγίγνεται ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν νὰ παραδίδωσιν αὐτούς. Κατὰ παλαιὰν ἐποχὴν, πρὸ 70 ἐτῶν, ἤτοι κατὰ τὸ 1834, ἐν τῇ Γαλλίᾳ ἐξεδόθη νόμος, ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ προσφεύγοντες εἰς τὴν Γαλλίαν ἀλλοδαποὶ ὑπήγοντο εἰς τινας περιορισμοὺς, οἱ περιορισμοὶ δὲ οὗτοι συνίσταντο εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ προσδιορίζῃ τὰς πόλεις, ἐν ταῖς ὁποίαις τοῦτο ἐπέτρεπε νὰ κατοικῶσι. Τὸ 1834 ἀποτελεῖ περίοδον χρονικὴν διὰ τὴν Γαλλίαν ἐντελῶς ἐξαιρετικὴν, διότι πρὸ 15 περίπου ἐτῶν πρὸ τοῦ 1834 εἶχε δοθῆ τέρμα εἰς τοὺς μεγάλους πολέμους, τοὺς ὁποίους τὸ Γαλλικὸν ἔθνος εἶχε κάμει, πρὸ τεσσάρων δὲ τότε ἐτῶν εἶχε διαπραχθῆ μεγάλη πολιτικὴ μεταβολὴ, ὁ ἐκθρονισμὸς Καρόλου τοῦ δεκάτου, καὶ ἡ ἀνάρρησις τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου. Οἱ Γαλλικοὶ πόλεμοι εἶχον προκαλέσει μεταναστεύσεις χιλιάδων πολιτῶν, καὶ μολονότι ἡ Γαλλία εὑρίσκετο εἰς τοιαύτην κατάστασιν, δὲν ἀνέγραψεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ αὐτῆς τὸ δικαίωμα, ὅτι θέλει παραδίδει τοὺς πρόσφυγας, οὐδὲ κἄν, ὅτι δὲν δέχεται πρόσφυγας, ἀλλὰ ἠρκέσθη εἰς τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὴν πόλιν, ἐν ᾗ οὗτοι θέλουσι διαμένει, διότι ἐδυσπίστει, μήπως τυχὸν εἶναι ἐγκληματίαι, ἢ μήπως διαπράξωσιν ἐγκλήματα ἢ εἶναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ σύνοιδε τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνασκῇ ἐπιτήρησιν, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας καὶ τῶν ἀτόμων. Δὲν εὑρίσκω δὲ ἀλλαχοῦ διάταξίν τινα, ἥτις ἐκ τῶν προτέρων ἀπολύτως καὶ καθολικῶς ἀνέγραψε τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ μὴ δέχηται, ἀλλὰ νὰ συλλαμβάνῃ καὶ παραδίδῃ τοὺς ἐγκληματοῦντας εἰς τὰ Κράτη, ἐν τοῖς ὁποίοις διέπραξαν τὸ ἔγκλημα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα μάλιστα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ ἄλλους ὅρους εὐτυχῶς, διότι δὲν εἰσέδυσεν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἔγκλημα ἀνόσιον, τὸ ὁποῖον ταράττει ἄλλας Πολιτείας, οὔτε ἔγκλημα κοινωνισμοῦ, οὔτε ἔγκλημα σοσιαλισμοῦ, οὔτε ἔγκλημα ἀναρχικῆς τινος ἐπιχειρήσεως, ἑπομένως δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὀχυρωθῇ διὰ μέτρων αὐστηρῶν κατὰ πάσης μολυσματικῆς συναφείας μετὰ τῶν ἄλλων ἐν Εὐρώπῃ Κρατῶν, ἐν οἷς εἰσέδυσε τὸ ἀνόσιον τοῦτο ἔγκλημα, εἰς τὴν Ἑλλάδα, λέγω, δὲν ὑπάρχουσιν οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσιν εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὴν εὐτυχίαν αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἀνόσιον ἐκεῖνο τόλμημα, τὸ ὁποῖον ἀφῄρεσε τὴν ζωὴν μεγάλου Αὐτοκράτορος, τοῦ Ἀλεξάνδρου Βʹ, ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος ἐνομοθέτησεν ὀργανισμοὺς ἁρμόζοντας εἰς τὰ φιλελεύθερα Κράτη, ὀργανισμοὺς δικαστικῆς δικαιοδοσίας, ὀργανισμοὺς χειραφετήσεως τῶν δούλων. Ἐνθυμεῖσθε ἄλλο ἀνόσιον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον συνέβη κατ’ ἀρίστου Ἡγεμόνος, τοῦ Οὐμβέρτου τῆς Ἰταλίας, καὶ ἄλλο ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διεπράχθη κατ’ εὐγενοῦς ὑπάρξεως, κατὰ τῆς Αὐτοκρατείρας Ἐλισάβετ, τῆς γυναικὸς ἐκείνης, τῆς ὁποίας ἡ εὐγένεια ἀνήγετο εἰς τὴν ποιητικὴν διασκευήν της, εἰς τὸν ποιητικὸν ὀργανισμόν της. Ἡμεῖς ἐσμὲν ἐξησφαλισμένοι κατὰ τοιούτων ἀνοσίων ἐγκλημάτων, καὶ ἐσμὲν βεβαίως πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν εὐημερίαν πάντων τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῶν ζητούντων τὴν συνδρομὴν ἡμῶν κατὰ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διαπράττονται ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂν ἔχωμεν τὴν διάθεσιν ταύτην, ἔχομεν ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὰ Κράτη αὐτὰ, ἀντὶ τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν παρέχομεν εἰς αὐτά, νὰ μᾶς παρέχωσι καὶ ταῦτα ὀφέλη τινά, ὧν χρήζομεν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς συνδρομῆς, ἣν παρέχομεν εἰς αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν ἠθέλομεν κληθῆ νὰ συνδράμωμεν τὴν διοίκησιν ἄλλων Κρατῶν, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν οἱ νόμοι οἱ κρατοῦντες ἐν αὐτοῖς καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ τιμωρία τῶν ἐγκληματησάντων ἐν αὐταῖς, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ αὐτὰ νὰ εἰσφέρωσι καὶ αὐτὰ εἰς ὠφέλειάν τινα τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἡ Ἰταλία ἐκαλεῖτο παρ’ ἡμῶν, ἵνα συνομολογήσῃ σύμβασιν ἐμπορικὴν ἀπὸ τοῦ 1869, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κόμης de la Minerva, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε πρέσβυς τῆς Ἰταλίας ἐν Ἀθήναις, εἶχεν ἔλθει εἰς συνεννόησιν μετ’ ἐμοῦ, πρὸς συνομολόγησιν συνθήκης ἐμπορικῆς· ἀλλ’ ἐνῷ ἤμεθα ἐν τῷ συνομολογεῖν αὐτήν, ἔλαβε διαταγὰς νὰ ἀναστείλῃ πᾶσαν συνεννόησιν, ἀπὸ δὲ τοῦ 1869 μέχρι τοῦ 1877 διετελοῦμεν ἄνευ συνθήκης ἐμπορικῆς μὲ τὴν Ἰταλίαν, διότι αὕτη ἐζήτει παρ’ ἡμῶν νὰ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῆς σύμβασιν ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν. Ἀλλ’ αἱ ἡμέτεραι Κυβερνήσεις ἐδίσταζον, ἡ δὲ Ἰταλία μετῆλθε μέσα ἐκβιαστικά, διότι ἠρνούμεθα νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν, αὐξήσασα τὰ ναυτιλιακὰ τέλη, ὡς καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἑλληνικοῦ, καὶ οὕτω μᾶς ἠνάγκασε νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν. Ἡ σύμβασις λοιπόν, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν μὲ τὴν Ἰταλίαν περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, μᾶς παρέσχε τὸ ἀντάλλαγμα τῆς συνομολογήσεως τῆς ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας συμβάσεως, δι’ ἧς ἐξησφαλίσαμεν τὰ συμφέροντα τῆς παραγωγῆς τῶν οἴνων καὶ τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς, τὰ ὁποῖα εἴχομεν, ἀπηλλάξαμεν δὲ τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν ἀπὸ τὰ διαφορικὰ τέλη, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβληθῆ αὕτη προτοῦ νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις. Τὸ Βέλγιον ὅμως δὲν μᾶς παρέσχεν ἀντάλλαγμά τι, ἀντισήκωμά τι δὲν μᾶς ἐπρότεινεν. Ἀλλὰ συνομολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν σύμβασιν διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἀπόλυτον δικαιοσύνην, διὰ νὰ συντελέσῃ νὰ καταστείλῃ τὸ ἔγκλημα ἐπὶ τῆς ὑφηλίου, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀπονομὴν πανταχοῦ τῆς δικαιοσύνης. Τὸ φρόνημα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἶναι εὐγενές, ἡ προαίρεσίς του εἶναι εὐγενής, καὶ ἥρμοζεν ἴσως εἰς τὸν ΙϚʹ αἰῶνα, ὅτε ὁ ἐρημίτης Πέτρος ἔσυρε τὰ πλήθη, ἵνα διασώσῃ ἀπὸ τῶν ἀπίστων τοὺς ἁγίους τόπους. Ἀλλ’ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦτον νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάρμοστος ἡ ἐλευθεριότης αὕτη, ἡ εὐγενὴς τάσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὐδὲ φρονῶ, ὅτι εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὑποστηρίζω ἐγώ, ὡς Βουλευτὴς ἢ ὡς πολίτης. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι διαφωνῶ πρὸς αὐτόν. Κύριοι, τῷ ὄντι πρὸ δεκάδων ἐνιαυτῶν ἡ Εὐρώπη εἰσῆλθεν εἰς ἄλλην περίοδον πολιτικὴν καὶ κοινωνικήν. Τὴν βλέπω πανταχοῦ μεριμνῶσαν περὶ τῶν ἰδίων αὑτῆς συμφερόντων· βλέπω τὰ Κράτη ταῦτα μεριμνῶντα περὶ τῶν ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων, καὶ πολλάκις τὴν ὑπὲρ τῶν ἰδίων συμφερόντων μέριμναν περιοριζομένην ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας. Κατὰ τοὺς χρόνους τούτους παρεστάθη τὸ φαινόμενον, οὐχὶ σπανίως, νὰ γίνωνται ἀνεκτὰ ἐγκλήματα ἀπαίσια, ἀνεκτὸς ὁ ἐξολοθρευμὸς ὑπάρξεων, τὰ δὲ Κράτη νὰ βλέπωσι ταῦτα καὶ νὰ μὴ συγκινῶνται. Διατί; Διότι νομίζουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς ὑποθέσεις ξένας, ἐκ φροντίδος νὰ μὴ βλάψωσι τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα, κατὰ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πρὸς τοὺς ὑπηκόους των, πρὸς τοὺς πολίτας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις· αἱ δὲ Κυβερνήσεις αὐτῶν εἰσι τὰ μάλιστα προφυλακτικαί, ἐπιφυλασσόμεναι καὶ μὴ σπεύδουσαι, μηδὲ συγκινούμεναι ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῆς ποιήσεως καὶ τοῦ ἰδανισμοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει μέτρα ἄλλοτε, ἵνα προστατεύσῃ φυλὰς ἀσθενεῖς, αἱ ὁποῖαι ἐδυστύχησαν διὰ τῆς διόδου τῶν αἰώνων καὶ ἀφέθησαν ἐγκαταλελειμμέναι εἰς τὴν διάκρισιν φιλοκτημόνων γειτόνων καὶ ἀσυνειδήτων περιοίκων· εἶχε λάβει μέτρα νὰ ὀχυρώσῃ τὰς ἀσθενεῖς ταύτας φυλάς, νὰ παρασκευάσῃ εἰς αὐτὰς ἓν ὀχύρωμα, ἵνα δύνωνται νὰ ἀνθίστανται κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν τοιούτων ἀλλοδαπῶν. Ἀλλά, μολονότι τοῦτο, ἀπεφάσιζε κατὰ τὸ 1878, μετὰ ἑπτὰ ἔτη, ὅτε ἀνετρέπετο τὸ ὀχύρωμα τοῦτο, ὅτε αἱ φυλαὶ ἐκεῖναι ἐξετίθεντο εἰς τὴν βίαν καὶ εἰς τὴν ἀγριότητα τῶν περιοίκων, εἰς τὴν ἰδιοκτημοσύνην τὴν ἄδικον καὶ τὴν ἐγκληματικὴν τῶν περιοίκων, τότε ἔβλεπε ταῦτα ἐν πλήρει ἀνέσει, τὰ ἐθεώρει ὡς τι, τὸ ὁποῖον δὲν τὴν διέφερε, μολονότι ἡ κατεδάφισις τῶν ὀχυρωμάτων ἐκείνων ἀνέτρεπε τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ 1878 ἀνέγραφεν ἐν ταῖς συνθήκαις ἐπισήμως ἡ Εὐρώπη. Διὰ τοῦτο ποιοῦμαι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ μένῃ ὀλιγώτερον ἐκτεθειμένον εἰς τὴν ἐπιρροὴν τοῦ ἰδανισμοῦ, εἰς τὰς ὠθήσεις τῆς ποιήσεως. Εὐγενὴς προαίρεσις, τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου δὲν συνηγοροῦσιν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἰδίως δὲ συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἐπικήρυξιν, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου, ἀνέγραψεν, ἐπικήρυξιν, δι’ ἧς ἄλλαις λέξεσι λέγει: «ἰδοὺ ἡμεῖς ἀνοίγομεν τὰς θύρας μας, ὅσοι θέλετε νὰ μᾶς προτείνητε νὰ ἀναλάβωμεν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ἐκδίδωμεν τοὺς ἐγκληματίας σας, εἴμεθα πρόθυμοι! ἔλθετε νὰ σᾶς ὑπογράψωμεν συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως!» Ἀλλὰ μήπως τυχὸν ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρίαι αἱ ὑλιστικαὶ ἀπέναντι τῶν ποιητικῶν θεωριῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκθέτουσιν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῆς χώρας; Εἰς οὐδένα κίνδυνον. Ἡ χώρα, ἐὰν δὲν ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκδίδῃ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματήσαντας εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς ἀλλοδαπὰς, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ὑποχρεωμένη νὰ δέχηται ἢ νὰ κρατῇ ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς τοὺς πρόσφυγας τοὺς ἀλλοδαποὺς, οἵτινες κρίνονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἶναι ἀκίνδυνοι, ἐὰν μένωσιν ἐν τῇ χώρᾳ. Ἔχει καθήκοντα φιλοξενίας νὰ δέχηται τοὺς ξένους, ἀλλ’ ἡ φιλοξενία της πρέπει νὰ κανονίζηται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐὰν ὁ ξένος τύχῃ νὰ ἦναι ἐγκληματίας, ἐρχόμενος δ’ ἐνταῦθα καθίσταται ἐπικίνδυνος εἰς τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, ἂν κρίνηται ἐπιρρεπὴς εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα καὶ ἀπειλῆται ἡ δικαιοσύνη ἐν τῇ χώρᾳ, ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῇ εἰς αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ τῆς χώρας, καὶ νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὸν πλέον τὴν ξενίαν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Πολιτείας ἠσκήσαμεν καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ἡμεῖς αὐτοί· εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, καὶ εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπικαλεῖται, ὅτι οὐδεμία Πολιτεία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ ἀσυλίαν εἰς τοὺς ξένους. Παρέχει τὸ ἄσυλον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον οἱ ἀλλοδαποὶ δὲν ἀπειλοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας· εὐθὺς δ’ ὡς κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι τὰ συμφέροντα αὐτῆς ἀπειλοῦνται, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ αὐτοὺς νὰ ἀπέλθωσι. Διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι αὐτῷ ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ἀφοῦ τοιαύτας ἀνέγραφεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει θεωρίας, ἀλλὰ διατηρῶ πάντοτε τὴν ἐμὴν γνώμην, οὐδὲ πείθομαι ν’ ἀποδεχθῶ τὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§65ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος φρονῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ νὰ μεταβάλω γνώμην, βεβαίως ἐγὼ πολὺ ὀλιγωτέραν ἀξίωσιν δύναμαι νὰ ἔχω, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ πείσω τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς γνώμης, ἣν ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι. Εἶμαι ὅμως εὐτυχὴς, δυνάμενος νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶναι ὁ μόνος ἐκ τῶν ἐπιζώντων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης, ὅστις ὑποστηρίζει τὰς θεωρίας, ἃς ὑπεστήριξεν, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν ὅλους τοὺς συγγραφεῖς, τοὺς συγγράψαντας περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκδόσεως.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλους;
§67Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅλους. Ὅλους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῶν διαφόρων πεπολιτισμένων Κρατῶν, οἵτινες διὰ συνθηκῶν περὶ ἐκδόσεως συνέδεσαν τὰς χώρας αὑτῶν πρὸς πάσας τὰς λοιπὰς Πολιτείας. Ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, εἷς καὶ μόνος συγγραφεὺς κατὰ τὸν ΙΖʹ αἰῶνα, ὁ Πούφενδορφ, ὑπεστήριξεν ὅσα ὑποστηρίζει σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Εὑρέθησαν καὶ συγγραφεῖς τινες κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, οἵτινες ἐθεώρησαν, ὅτι τὰ Κράτη εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχωσιν ἀσυλίαν πρὸς τοὺς ἀλλοδαποὺς ἐγκληματίας. Αἱ ἰδέαι αὗται ἐπεκράτουν καὶ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους. Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Ρώμῃ οἱ ἱκέται καὶ οἱ προγεγραμμένοι ἦσαν ἱερὰ πρόσωπα. Καταφεύγοντες οὗτοι εἴς τινα Πολιτείαν, διήγειρον τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας ἕνεκα τῆς βαρβαρότητος τῶν ποινῶν, αἵτινες ἐπεβάλλοντο εἰς αὐτούς, ἢ τῆς ποινῆς τῆς ἐξορίας, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο σχεδὸν ἴση πρὸς τὴν θανατικὴν ποινήν. Ἀλλὰ, ὡς ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συνθήκης τῆς Βεστφαλίας, ὅτε ἤρξατο μορφούμενον σύστημα εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν συνδεομένων δι’ ἀμοιβαίων δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, ἢ καὶ πρότερον, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ΙΖʹ αἰῶνος, ὅτε ὁ διάσημος συγγραφεὺς Hugo Grotius ἐδημοσίευσε τὸ περὶ τοῦ δικαίου τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης σύγγραμμά του, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πάντες οἱ συγγραφεῖς, ἐκτὸς ἴσως μόνου τοῦ Πούφενδορφ, παραδέχονται, ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας, ὅπως συντρέχῃ τὴν ἄλλην Πολιτείαν πρὸς καταδίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν καὶ κραταίωσιν τοῦ δικαίου. Σήμερον θεωρεῖται ὑπὸ πάντων ἡ ἔκδοσις ὡς ἡ μᾶλλον χαρακτηριστικὴ ἐκδήλωσις τῆς ἀρωγῆς τῆς παρεχομένης εἰς τὸ ποινικὸν δίκαιον, ὡς τὸ μέτρον, τὸ δεικνῦον τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν πεπολιτισμένων λαῶν καὶ τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Φρονοῦντες δὲ, ὅτι κοινὸν εἶναι τὸ συμφέρον πάντων τῶν Κρατῶν πρὸς πρόληψιν καὶ καταστολὴν τοῦ ἐγκλήματος, ὁπουδήποτε καὶ ἂν τοῦτο ἐτελέσθη, δὲν παραδεχόμεθα ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέπτυξε, οὐδὲ νομίζομεν ὅτι ἕκαστον Κράτος ἀποτελεῖ μίαν οἰκογένειαν, οὐδὲν ἔχουσαν κοινὸν συμφέρον πρὸς ἄλλην οἰκογένειαν. Ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης,—καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἀσπάζονται πάντες οἱ συγγραφεῖς, οἱ συγγράψαντες περὶ τοῦ θέματος τούτου,—ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τῆς καταδιώξεως τοῦ ἐγκλήματος ἅπαντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἀποτελοῦσι μίαν καὶ μόνην οἰκογένειαν, ἔχοντες δὲ αὐτὴν τὴν γνώμην, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν οἱαδήποτε ἀνταλλάγματα διὰ τὴν συνομολόγησιν συνθήκης περὶ ἐκδόσεως, ἀφοῦ δὲν θεωροῦμεν ὡς πρᾶξιν χαριστικὴ τὴν ἔκδοσιν, ἀλλὰ θεωροῦμεν αὐτὴν ὡς πρᾶξιν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς ἀκριβοῦς ἀντιλήψεως τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ἆρά γε τὰ ἄλλα Κράτη, ἅτινα συνωμολόγησαν συνθήκας περὶ ἐκδόσεως, ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία συνωμολόγησε 50 συνθήκας, ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία συνωμολόγησεν 70, ἡ Ἑλβετία 35, τὸ Βέλγιον 90, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐμπορικά των συμφέροντα, ὅτε συνεζήτουν μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν τὰς συμβάσεις ταύτας; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς γνωρίζει τὰς δυσχερείας, ἃς ἐπὶ ἔτη εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Γαλλία, ὡς πρὸς τὰς ἐμπορικὰς της σχέσεις πρὸς ἄλλα Κράτη· γνωρίζει ὅτι πόλεμος δασμολογικὸς διεξήχθη ἐπανειλημμένως μεταξὺ τῶν Κρατῶν αὐτῶν, ἅτινα συνωμολόγησαν μεταξὺ των συνθήκας περὶ ἐκδόσεως. Νομίζει ἆρά γε, ὅτι προκειμένου περὶ συνθηκῶν ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν ἐλήφθησαν ποτὲ ὑπ’ ὄψιν αἱ διαπραγματεύσεις, ἃς τυχὸν τὰ αὐτὰ Κράτη διεξῆγον πρὸς συνομολόγησιν συνθηκῶν ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας; Ἀλλὰ μήπως εὑρισκόμεθα μετὰ τοῦ Βελγίου εἰς κατάστασιν δασμολογικοῦ πολέμου; Μετὰ τοῦ Βελγίου κατὰ τὸ 1895 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συνωμολόγησε συνθήκην περὶ ἐμπορίου. Τὴν συνθήκην ἐκείνην ἡμεῖς δὲν ἐθεωρήσαμεν ὠφέλιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐσπεύσαμεν δὲ νὰ τὴν καταγγείλωμεν εὐθὺς ὡς ἔληξεν ἡ ἰσχὺς αὐτῆς, τὴν 7 Μαρτίου 1901. Ἔκτοτε ὅμως, καίτοι δὲν ἔχομεν συνθήκην μετὰ τοῦ Βελγίου, ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Ἑλλάδι τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον διὰ τὰς ἐξ ἑκατέρου Κράτους προελεύσεις. Κρίνω δὲ σκόπιμον, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ὅστις, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς του, νομίζει ὅτι ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ ἐμπορίου συνθήκης μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπέβαλε τέλη ἐσωτερικά, δι’ ὧν ἐπεβάρυνε τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς συνθήκης, ἥτις ἔδει νὰ διευκολύνῃ τὸ μετὰ τοῦ Βελγίου ἐμπόριον τῆς σταφίδος. Ἡ πληροφορία, ἣν ἔλαβεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής. Οὐδὲν δικαίωμα παραγωγῆς οἴνου (droit d'accise) ἐπεβλήθη μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης εἰς τὴν πρὸς οἰνοποίησιν εἰσαγομένην σταφίδα. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης τὸ Βέλγιον ἠλάττωσε τὸ droit d'accise, τὸν φόρον τοῦτον τῆς καταναλώσεως, ἀπὸ 69 φράγκων εἰς 60 κατὰ ἑκατόλλιτρον, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1897 ὁ φόρος οὗτος εἶναι κατώτερος ἢ πρὸ τοῦ 1897, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα τὸ Βέλγιον πρὸς τοῦτο.
§68Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τοῦτο εἶναι 23 φράγκα, καὶ μὲ διάφορα ἄλλα 25.
§69Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ἦτο 25 φράγκα. Μέχρι τοῦ 1897 ἐπέβαλλε τὸ Βέλγιον 23 φράγκα δικαίωμα παραγωγῆς οἴνου (droit d'accise) κατὰ ἑκατόλλιτρον. Ἀπὸ τοῦ 1897 ἠλάττωσε τὸν φόρον τοῦτον, ὅστις ἀνέρχεται ἔκτοτε εἰς 20 φρ. (ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν διάταξιν). Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μὲ 100 χιλιόγραμμα σταφίδος παράγετε 3 ἑκατόλλιτρα οἴνου, θὰ πληρώσητε 69 φράγκα droit d'accise, δι’ 100 δὲ χιλιόγραμμα σταφίδος ἀπὸ τοῦ 1897 θὰ πληρώσητε 60 φράγκα, ὥστε ἐπὶ ἑκάστου χιλιογράμμου σταφίδος ἔχετε ἐλάττωσιν 9 φράγκων, καὶ οὐχὶ αὔξησιν, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
§70Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς γίνονται 60 φράγκα;
§71Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ἐξήγησα.
§72Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐσταμάτησεν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος. Ἄλλα ἐζητήσαμεν, καὶ ἄλλα ἐγένοντο.
§73Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐσταμάτησεν ἡ εἰσαγωγή, διότι τὸ droit d'accise ἠλαττώθη.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠλαττώθη ἐπὶ τοῦ οἴνου; Ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου, ἢ ἐπὶ ποσοῦ σταφίδος δυναμένου νὰ παραγάγῃ ἓν ἑκατόλλιτρον;
§75Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου. Τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, — διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης πρὸς τὸ ζήτημα τῆς περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν συμβάσεως, — εἰμὴ, ὅπως ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐφάνη ἐπιλήσμων τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, συνομολογοῦσα τὴν ἐμπορικὴν συνθήκην τοῦ 1895, ὅτι οὐδέποτε διέπραξέ τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς κωλύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ συνομολογήσωμεν πρὸς τὸ Βέλγιον συνθήκην περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμεθα, λόγου χάριν, νὰ συνομολογήσωμεν τοιαύτην συνθήκην πρὸς τὴν Ὁλλανδίαν, πρὸς τὴν Γαλλίαν ἢ πρὸς ἄλλο Κράτος. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐδήλωσεν ὅτι φρονεῖ, ὅτι Κράτος τι, ἀντὶ νὰ συνάπτῃ συνθήκας περὶ ἐκδόσεως, δύναται ἁπλῶς διὰ τῆς ἀπελάσεως ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προσφευγόντων ἐγκληματιῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσφεύγωσιν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐγκληματίαι εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, γινώσκοντες ὅτι δὲν συνδεόμεθα διὰ συνθηκῶν ἐκδόσεως μετ’ ἄλλου τινὸς Κράτους, πλὴν τῆς Ἰταλίας, νὰ ἀπελαύνωνται δὲ, ὁσάκις αἱ ξέναι Πρεσβεῖαι ζητῶσιν ἐπιμόνως τὴν ἀπέλασίν των. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ὁσάκις μὲν ἀδιαφορῶσιν αἱ ξέναι Κυβερνήσεις καὶ αἱ ξέναι Πρεσβεῖαι, ὡς πρὸς τὴν τύχην τῶν προσφευγόντων ἐγκληματιῶν, διότι δὲν διέπραξαν σπουδαῖόν τι ἔγκλημα, νὰ τοὺς ἀφίνωμεν ἡσύχους, ὁσάκις δὲ πιέζωσιν ἡμᾶς οἱ ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι ξένων Κρατῶν, διότι διεπράχθη λόγου χάριν ἐν Γερμανίᾳ ἢ Γαλλίᾳ ἢ ἄλλῃ τινὶ Ἐπικρατείᾳ ἔγκλημα, ὅπερ διήγειρε τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ συνεννοώμεθα μετὰ τῶν πρεσβευτῶν, καὶ νὰ διατάσσωνται οἱ ἐγκληματίαι νὰ ἐπιβιβάζωνται ἐπὶ ἀτμοπλοίων κατευθυνομένων εἰς Brintisi, ὅπου κατόπιν εἰδοποιήσεως τῆς Πρεσβείας νὰ συλλαμβάνωνται καὶ παραδίδωνται εἰς τὸ Κράτος, ὅπερ ἐζήτησε τὴν ἀπέλασίν των. Τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, οὐδ’ ἀξιοπρεπές. Ἐσχάτως ὁ ἀντιπρόσωπος ξένης Κυβερνήσεως ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ τοιαύτην ἀπέλασιν ἐγκληματιῶν, μοὶ εἶπε δὲ, ὅτι τὴν αἴτησίν του ταύτην βασίζει ἐπὶ προηγουμένου τινὸς (précédant). Ἐὰν δὲν συνομολογήσωμεν συνθήκας περὶ ἐκδόσεως μετὰ τῆς Γαλλίας, τῆς Γερμανίας καὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν ἴσου πολιτισμοῦ, παρ’ οἷς ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται κατὰ τρόπον παρέχοντα πᾶσαν ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν, ὅτι ὑπὸ τὸ πρόσχημα καταδιώξεως δι’ ἀδίκημα τοῦ κοινοῦ δικαίου δὲν ὑποκρύπτεται καταδίωξις διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα, θὰ εὑρισκώμεθα ἑκάστοτε ἀπέναντι τοιούτων ἀπαιτήσεων. Τοὐναντίον, δίδοντες εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὴν ἀπάντησιν, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ δώσω πρὸς ἐκείνους, οἵτινες μοὶ ἐζήτησαν τὴν ἔκδοσιν ἀλλοδαπῶν ἐγκληματιῶν, καὶ λέγοντες πρὸς αὐτὰς, ὅτι δὲν συγκατατιθέμεθα εἰς τὴν ἀπέλασιν ἐγκληματιῶν, διότι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῶν συνθήκας περὶ ἐκδόσεως, νομίζομεν ὅτι πράττομέν τι ἀξιοπρεπέστερον καὶ δικαιότερον. Ἀφοῦ λοιπὸν οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν, ὅπως ἀρνηθῶμεν εἰς τὸ Βέλγιον τὴν συνομολόγησιν συνθήκης περὶ ἐκδόσεως, καὶ ἀφοῦ εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἐκ τῶν δεσμῶν, δι’ ὧν συνδέεται πρὸς πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, νὰ συνομολογῇ συνθήκας περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συμμερισθῇ τὴν ἡμετέραν γνώμην, καὶ θὰ περιβάλῃ διὰ τῆς ἐγκρίσεώς της τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης ταύτης.
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε πότε τὸ Βέλγιον συνωμολόγησε τοιαύτην συνθήκην μετὰ τῆς Γαλλίας; Διότι νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐσχάτως, πρὸ 8 ἢ 10 ἐτῶν, διότι πρότερον δὲν παρεδέχετο ἡ Γαλλία τὴν ἀρχὴν ταύτην.
§77Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν ταύτην κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§78Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡμεῖς, Κύριοι, πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἐξεθέσαμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζομεν πρέπον ἡ συνθήκη αὕτη νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν. Ἴσως ἡ λέξις ἐφόβισε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δυστυχῶς παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν, κατὰ τὸ σύνηθες ἐν τῇ Βουλῇ, σημαίνει παραπομπὴν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ἀλλ’ ἐὰν παρεπέμπετο εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐπιμελῶς νὰ εἰργάζετο ἐπὶ τῆς συνθήκης, νομίζω, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο καλλίτερον καὶ ἐθνικώτερον καὶ συμφερώτερον. Δὲν ἠθέλησεν ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις νὰ παραπέμψῃ τὴν συνθήκην ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν, ἐν ᾗ τὸ ἔργον θὰ ἐγίνετο τέλειον, διότι πολλὰ, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ λεχθῶσιν ἐνταῦθα, ἠδύναντο νὰ λεχθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ λεπτομερῶς νὰ ἀναπτυχθῶσι, καὶ ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης ἓν τέλειον σχέδιον συνθήκης, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι καὶ ἀνώδυνον διὰ τὸ μέλλον, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς ἡ σύμβασις περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἶχον ἀναγνώσει ὑμῖν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν πληροφορίας στατιστικὰς τῆς εἰς Βέλγιον εἰσαγωγῆς σταφίδος, ἀνέμενον ὅμως καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, αἵτινες, ὡς παρατηρῶ νῦν, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶχον ἀρυσθῆ, διότι ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς ἠρύσθημεν τὰς πληροφορίας ταύτας. Παρουσιάζεται μόνον διαφορά τις ὡς πρὸς τὰς στατιστικὰς τὰς Βελγικὰς, ἀλλὰ ἡ διαφορὰ αὕτη συνίσταται εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας εἰσαγωγῆς, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν σύγκρισιν τῶν ποσῶν καὶ τὴν ἀναλογίαν εἰσαγωγῆς ἔτους πρὸς ἔτος, αὕτη εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή. Δηλαδὴ δὲν ηὔξησεν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος συνεπείᾳ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἣν διεπράξαμεν μετὰ τοῦ Βελγίου, οὔτε ἡ εἰσαγωγὴ ἄλλων προϊόντων ἀπ’ ἐναντίας ἡ μὲν εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἠλαττώθη, ἡ δὲ εἰσαγωγὴ ἡ ἐκ Βελγίου εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν διαφόρων Βελγικῶν προϊόντων ηὔξησε κατὰ τὸ διπλάσιον καὶ πλέον.
§79Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πταίει ὁ Ὑπουργός, ὁ ὑπογράψας τὴν συνθήκην.
§80Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν λέγω ὄχι. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀρχῆθεν ἤμην κατὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἐγένετο ἅπαξ ἡ παραχώρησις ἐκείνη καὶ αἱ ἐλπίδες ἡμῶν διεψεύσθησαν, δὲν πρέπει ἐκ νέου νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας παραχωρήσεις. Ὁ ὑπογράψας τὴν συνθήκην ἐκείνην Ὑπουργός, — ὅστις δὲν εἶναι παρὼν, ἦτο δὲ τότε παροδικός, — ἐπλανήθη ἴσως, καὶ ἐπίστευσεν, ὅτι ἀποκτᾷ μέγα τι διὰ τῆς ἀτελείας τῆς σταφίδος, τῆς εἰσαγομένης εἰς Βέλγιον πρὸς παραγωγὴν οἴνου. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐγένετο, δὲν θέλω νὰ εἴπω λαθροχειρία, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μεταχειρισθῶ φράσιν βαρεῖαν, ἀλλὰ βεβαίως παραπλάνησις καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, τοῦ ὑπογράψαντος τὴν συνθήκην ταύτην.
§81Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§82Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περιμένετε ν’ ἀκούσητε. Ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν μετὰ τοῦ Βελγίου, ἐνόμισεν ὅτι ψηφίζει ἀτέλειαν τῆς σταφίδος, ἄμεσόν τε καὶ ἔμμεσον, τῆς ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὸ Βέλγιον εἰσαγομένης διὰ τὴν παραγωγὴν οἴνου ἢ οἰνοπνευμάτων, ἀλλ’ ἰδίως οἴνου, δι’ ὃ καὶ εἰδικαὶ διατάξεις περὶ οἰνοποιΐας ἐκ σταφίδος ἐν Βελγίῳ περιελήφθησαν ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ. Ὁ οἶνος ὁ ἐκ σταφίδος ἐν Βελγίῳ ἐπλήρωνεν 25 φράγκα droit d’ accise εἰδικὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τὸ ἑκατόλλιτρον. Τελευταῖον ἐν Βελγίῳ ἐγένετο τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ἐπληροφορήθην, ζητήσας φάκελον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχεν ἐργασία ὁλόκληρος, περιέχουσα ὅλας τὰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἰς τὸ Βέλγιον, ὅτε εἰσήγετο ἡ σταφίς, ἐπλήρωνεν 25 φράγκα χρυσᾶ, ὅτε δὲ μετεβάλλετο εἰς οἶνον, ἐκείνη, ἥτις ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ εἰς οἶνον, κατέβαλλε δυστυχῶς τριπλάσιον ποσὸν τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἤτοι 75 φράγκα κατὰ ἑκατόλλιτρον. Ὡς δὲ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, 100 χιλιόγραμμα σταφίδος παράγουσι 3 ἑκατόλλιτρα οἴνου, ἑπομένως, ἐπειδὴ ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναι 23 φράγκα χρυσᾶ, καὶ μὲ ἄλλα δικαιώματα 25, ἐπλήρωνεν ἡ σταφὶς 75 φράγκα χρυσᾶ τὸ ἑκατόλλιτρον. Ὅτε ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις, ἐπιστεύομεν, ὅτι ἡ ἀτέλεια δὲν ἀφεώρα εἰς τὰ 25 φράγκα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς ἐπλήρωνεν ἡ σταφὶς, καὶ τὰ ὁποῖα ἠλαττοῦντο εἰς 20, διότι ταῦτα ἐπεστρέφοντο, ὅταν ἡ σταφὶς μετεβάλλετο εἰς οἶνον, δηλαδὴ ἡ ψευδοατέλεια αὕτη ὑπῆρχεν. Ὅτε ἐγένετο ἡ σύμβασις, ἐθεωρήθη εὐτύχημα, ὅτι κατηργεῖτο ἡ εἰδικὴ φορολογία ἐπὶ τοῦ σταφιδίτου οἴνου, καὶ ὅτι θὰ κατηναλίσκετο σταφιδίτης οἶνος ἐν Βελγίῳ, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ὁ οἶνος οὗτος, μὲ τὸν εἰδικὸν τίτλον καὶ τὰς ἐγγυήσεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Βελγικῆς, θὰ ἦτο εἶδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησίμευε κυρίως διὰ τοὺς πτωχοὺς ἐργάτας τοῦ Βελγίου ὡς ἀνακούφισις, διότι θὰ ἦτο εὔγευστον ποτὸν, ὑγιεινὸν καὶ ὠφέλιμον, παραβαλλόμενον πρὸς τὰς χημικὰς ἑνώσεις, τὰς ἀνθυγιεινὰς καὶ πολλάκις δηλητηριώδεις, τὰς ὁποίας πωλοῦσιν ὡς οἶνον εἰς τὸ Βέλγιον, εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης. Ὅτε συνετελέσθη ἡ σύμβασις, κατ’ ἀρχὰς, ὅπως βλέπετε ἐκ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν προσεκόμισεν ὁ κύριος Ὑπουργός, —καὶ ἡ ὁποία συμφωνεῖ μὲ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον ἀναγνώσει εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν, —ἀμέσως τὸ πρῶτον ἔτος, τὸ 1896, ἐπῆλθεν ὕψωσις εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος σημαντικὴ, ἀλλ’ ἀμέσως κατόπιν, τὸ 1897, παρατηρεῖται, ὅτι ἡ ἀτέλεια, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίζετο, ἡ ἀτέλεια δηλαδὴ τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς σταφίδος προϊόντος, δὲν ἦτο ἠγγυημένη, διότι τὸ προϊὸν αὐτό, ἡ σταφὶς, ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ πληρώνῃ 75 φράγκα τὸ ἑκατόλλιτρον, ἤ, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, 69 φράγκα droit d’ accise, καὶ ἀμέσως ἡ εἰσαγωγὴ κατέπεσεν. Ὅταν ὁ σταφιδίτης πληρώνῃ 20 φράγκα τὸ ἑκατόλλιτρον, καὶ ἑπομένως τηρῆται εἰς τὸ αὐτὸ φορολογικὸν ἔδαφος μὲ τοὺς οἴνους τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθῇ· ἑπομένως δὲν καταναλίσκεται οἶνος σταφιδίτης, δὲν εἰσάγεται σταφὶς εἰς τὸ Βέλγιον, καὶ δὲν ὠφελήθημεν τίποτε ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως ἢ νὰ ἐπαινέσωμεν τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπέτυχε τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως εἰς βάρος ἡμῶν· ἀκριβῶς διὰ τοῦτο συνεστήσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως, καθ’ ὃν χρόνον θὰ διετέλει ἐκκρεμὴς, ἐὰν παρεπέμπετο εἰς τὴν βάσανον τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ συνθήκη περὶ ἐκδόσεως, προβῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συγχρόνως νὰ περατώσῃ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὴν συνθήκην τὴν ἐμπορικὴν, ἐπιτυγχάνων καὶ ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς παραγωγῆς θετικὰ καὶ οὐσιώδη ἀντισταθμίσματα, ἰδίως διὰ τὴν σταφίδα καὶ δι’ ἄλλα εἴδη, ἅτινα εἰσάγονται καὶ δύνανται νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βελγικήν.
§83Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Γνωρίζετε, μήπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σήμερον συμφέρον νὰ συνομολογήσῃ συνθήκην ἐμπορικὴν μετὰ τοῦ Βελγίου;
§84Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ περὶ αὐτοῦ· εἶναι ζήτημα κρίσεως. Ἐὰν κατορθωθῇ νὰ παραχωρηθῇ τὸ προνόμιον τῆς ἀτελείας τοῦ σταφιδίτου οἴνου ἐν Βελγίῳ, νομίζω ὅτι συμφέρει· ἐὰν ὅμως δὲν κατορθωθῇ καὶ πρόκηται νὰ διαπράξωμεν τὴν αὐτὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν διεπράξαμεν καὶ ἄλλοτε, βεβαίως δὲν συμφέρει. Ὑμεῖς σχετίζετε τὴν συνθήκην ταύτην πρὸς ἄλλην μετ’ ἄλλου Κράτους, καὶ τοῦτο νομίζετε, ὅτι σᾶς ἐμποδίζει· δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ καὶ πάλιν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τρόπος, χωρὶς νὰ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα ἡμῶν, συμβεβλημένων καὶ διαπραγματευομένων μεθ’ ἑτέρου Κράτους, νὰ ἐπέλθῃ ἡ συνεννόησις μετὰ τοῦ Βελγίου. Ἐσχάτως ἀνεπτύχθη ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ ὅλως διόλου ἀνεξαρτήτως τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ὑπάρχει μετ’ αὐτοῦ, — ἐννοῶ τὴν Γερμανίαν. — Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὅ,τι καὶ ἄλλα Κράτη ἔπραξαν, ὅ,τι σοφώτατα εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ν’ ἀναμένῃ ἡ Βουλή, καὶ νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Καθῆκον ἔχει νὰ ἐπιδοθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διὰ συνθηκῶν ἐξασφάλισιν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος καὶ τὴν διάδοσιν αὐτῆς εἰς νέας ἀγοράς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρίστη μέριμνα ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, δὲν εἶναι δὲ ἀδύνατος διὰ τοὺς γνωρίζοντας καὶ θέλοντας νὰ ἐργασθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔμαθον εὐχαρίστως, ὅτι συγκατετέθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀποδεχθῇ τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, μεταβάλλουσι ῥιζικῶς τὸν τρόπον ἐκτελέσεως τῆς συλλήψεως τῶν ἀλλοδαπῶν, καὶ περιμένω νὰ ἴδω αὐτάς.
§85Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἴπομεν ὅτι θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποβληθείσας παρατηρήσεις, θὰ τὰς μελετήσωμεν, καὶ ἴσως δεχθῶμέν τινας ἐξ αὐτῶν.
§86Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι χρήσιμον καὶ συμφέρον εἶναι εἰς τὸν τόπον νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ ὀργανισμοῦ Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν».
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν, διότι θεωρῶ, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἑκόντες ἄκοντες πιθανὸν εἶναι νὰ περιέλθωμεν εἰς πόλεμον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Σῶμα εἰδικόν, μελετῶν καὶ παρασκευάζον ἐν εἰρήνῃ πάντα τ’ ἀπαιτούμενα πρὸς πόλεμον, καὶ ὁδηγοῦν τὰς πρὸς τοῦτο ἐργασίας καὶ ὑπηρεσίας, ὅπως πληρέστερον καὶ εὐστοχώτερον αὗται χρησιμεύσωσιν ἐν ὥρᾳ πολέμου πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ὁ πόλεμος ἐπιδιώκει. Τοιοῦτον Σῶμα ὑποθέτει ἀρχηγὸν αὐτοῦ καὶ ἀξιωματικοὺς ἄριστα κατηρτισμένους λόγῳ γνώσεων καὶ πείρας, ὅπως διευθύνωσι καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ τὰς ἐργασίας τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχω τὴν ἰδέαν ταύτην περὶ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλληται διὰ τοῦ νόμου, μετὰ δὲ ταῦτα διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ ὁδηγιῶν, ἀλλὰ κυρίως διὰ τῶν προϊσταμένων τῆς ἐκτελέσεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς, πᾶσα προσπάθεια, ὅπως εἰσέρχωνται εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοὶ οὐ μόνον πνευματικῶς διακεκριμένοι καὶ τελείως παρεσκευασμένοι, ὅπως διευθύνωσι τὰς στρατιωτικὰς ἐργασίας πρὸς πολεμικὴν παρασκευήν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πεπροικισμένοι μὲ στρατιωτικὸν ἦθος καὶ στρατιωτικὸν πνεῦμα, καθιστῶντα αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ διευθύνωσιν εὐστόχως καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ τὰς πολεμικὰς ἐργασίας, καὶ ν’ ἀναλαμβάνωσι μετὰ θάρρους καὶ πεποιθήσεως εὐλόγου τὰς εὐθύνας τῆς διευθύνσεως τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ὑποδείξω τινὰς ἐλλείψεις, ἃς παρατηρῶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα, λαμβάνων τινὰς ἐξ αὐτῶν ὑπ’ ὄψιν, ἐξηγήσῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν αὗται παρουσιάζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ προτείνῃ ὅσας ἤθελεν εὕρει ἀναγκαίας πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, χάριν τοῦ ὁποίου ὁ νόμος ἀναλαμβάνει νὰ ὀργανώσῃ τὸ προσῆκον προσωπικόν. Βεβαίως πάντες ἔχομεν γενικήν τινα ἰδέαν περὶ τοῦ τί ἐστὶν ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ὑπάρχουν δὲ καὶ ἐν τοῖς νόμοις καὶ ἐν τοῖς Διατάγμασι περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας πλεῖσται περὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς διατάξεις· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον πρέπει νὰ θεωρῆται οὐ μόνον ὡς Σῶμα μελέτης καὶ παρασκευῆς σχεδίων πολεμικῶν καὶ ἐπιστρατείας, ἀλλὰ καὶ ὡς ὁ σύμβουλος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, καὶ ὡς ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ μορφωτὴς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ δι’ αὐτῶν ὁ παρασκευαστὴς τοῦ στρατεύματος καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ πρὸς πόλεμον. Ἡ ἀποστολὴ καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ Ἐπιτελείου πρέπει νὰ ἐξάγηται σαφῶς ἐκ τοῦ νόμου. Τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν εἶναι Γραφεῖον. Ἀληθῶς τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἔχουσιν ἐν τοῖς νόμοις παρ’ ἡμῖν, ὡς πρέπει νὰ ἔχωσι μετὰ τὴν κτηθεῖσαν πεῖραν. Διότι ἐγένετο μὲν νόμος κατὰ τὸ 1887, ὁ νόμος ΑΦΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ αὐτὸς ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἁπλῶς διαλαμβάνει, ὅτι ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας περιλαμβάνει δύο τμήματα, αʹ) τὸ τῆς στρατολογίας καὶ ἐπιστρατεύσεως, καὶ βʹ) τὸ τῆς στατιστικῆς, τῶν στρατιωτικῶν πληροφοριῶν καὶ τῆς τοπογραφίας. Ὁ νόμος ΒΧΜʹ τῆς 15 Ἰουλίου 1899 προεῖδεν ἀληθῶς ἀνωτάτην διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελε μετακληθῆ ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικός, ὅστις ὅμως δὲν μετεκλήθη. Ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τέλος μετέφερεν εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πᾶσαν τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ὤφειλε νὰ διεξάγηται συμφώνως πρὸς τὰ νενομοθετημένα, ἑπομένως συμφώνως πρὸς τὸ Διάταγμα τῆς 28 Ἰουνίου καὶ ἰδίως τὸ τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887, ὅπερ ἐν λεπτομερείᾳ καθώρισε τὰς ἐργασίας τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ ἄλλοτε Διευθύνσεως τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ὡς Γραφεῖον καλῶς ὀργανίζουσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τὰ Διατάγματα ταῦτα, ἀλλ’ ὡς ζῶντα ὀργανισμὸν διὰ τὴν παρασκευὴν καὶ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου δὲν ὠργάνωσαν αὐτήν. Ὡς βλέπετε, ἐν τοῖς νόμοις ἡμῶν διετυπώθη ἑνὸς Γραφείου τὸ ἀντικείμενον καὶ ἡ ἀποστολὴ μιᾶς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἁπλῆς, οὐχὶ ἑνὸς Ἐπιτελείου μορφοῦντος ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ἀξιωματικοὺς ἱκανοὺς νὰ μορφώσωσιν ἐπίσης διὰ τὰς πολεμικὰς ἐργασίας ἐν εἰρήνῃ τοὺς ἄλλους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ μετ’ αὐτῶν νὰ διεξαγάγωσι τὰς πολεμικὰς ἐργασίας, ἐν περιπτώσει πολέμου, μετ’ ἐμπειρίας καὶ πεποιθήσεως. Τοῦτο δὲ εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι τὸ ἔργον τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ, νὰ παρασκευάζῃ οὐ μόνον τοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τὰ σχέδια τῆς ἐκστρατείας, τὴν κινητοποίησιν καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἐν ὥρᾳ πολέμου, τὴν ἐπιστράτευσιν τῶν ἐφεδρειῶν εἰς πάσας τὰς ἀναποφεύκτους διὰ τὸν πόλεμον ὑπηρεσίας, ἀλλὰ νὰ παρασκευάζῃ καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ τὴν σκόπιμον καὶ ἀποτελεσματικὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν πολεμικῶν καὶ βοηθητικῶν ἐργασιῶν, αἵτινες φέρουσιν εἰς τὴν νίκην. Τὸ ἔργον τοῦτο τῆς προπαιδεύσεως τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν διὰ πρακτικῶν ἀσκήσεων εἰς πάντα ὅσα ἐν πολέμῳ θ’ ἀπαιτήσουν τὴν σκέψιν, τὴν ἀπόφασιν, τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, καὶ ἡ ἑνιαία αὐτῶν κατεύθυνσις πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τοῦ πολέμου καὶ τῆς μάχης ἀποτελεῖ τὴν σπουδαιοτέραν ἀποστολὴν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Βεβαίως τοιοῦτον ἔργον δὲν εὐδοκιμεῖ ἢ ὑπὸ ἀρχηγοὺς Ἐπιτελείου μορφώσεως, νοῦ καὶ θελήσεως ἰσχυρῶν, καὶ διὰ τοῦτο τοιαύτας θέσεις πρέπει νὰ καταλαμβάνουν οἱ ἐξέχοντες ἀξιωματικοὶ ἑνὸς στρατοῦ. Ἀλλὰ πολὺ συντελεῖ καὶ ἡ καλὴ ὀργάνωσις τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Πρέπει μεγάλη νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὰ πρόσωπα· ἀφοῦ δὲ εὑρεθῶσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα, πρέπει νὰ καταβληθῇ φροντὶς, ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν ἀνελλιπῶς καὶ πρεπόντως τὰ διατεταγμένα, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα. Οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ σήμερον μεγαλειτέραν ἐπιρροὴν εἰς τὴν καλὴν ἢ κακὴν ἔκβασιν τοῦ πολέμου ἢ ἡ ἐργασία τοῦ Ἐπιτελείου τῶν δύο ἐχθρικῶν στρατῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ διεξαχθῇ οὗτος. Οὐδεὶς ἄλλος περισσότερον παρασκευάζει τὴν νίκην σήμερον ἢ τὸ Ἐπιτελεῖον. Μεγίστη λοιπὸν πρέπει νὰ ᾖναι ἡ προσοχὴ τῶν Κυβερνήσεων οὐ μόνον εἰς τὴν ὀργάνωσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπίβλεψιν ὑπὲρ ἀδιακόπου ἐφαρμογῆς καὶ ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως πασῶν τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ἀντικείμενον καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Διὰ τοῦτο μεγάλη πρέπει νὰ δοθῇ σημασία εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἡ κειμένη νομοθεσία, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, εἰ καὶ χωρὶς νὰ στηρίζηται εἰς τὸν νόμον, διὰ Διαταγμάτων καθώρισεν αὐτὰς ἀρκετὰ εὐρέως. Ἀλλὰ περὶ συγκροτήσεως τοῦ Σώματος ἐπαρκοῦς, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατοι αἱ ἐργασίαι, οὐδὲν ἐγένετο οὔτε νομοθετικῶς οὔτε διοικητικῶς. Τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν οὐδὲν λέγει περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ νέου αὐτοῦ Σώματος ἐν τῷ στρατῷ. Ἔπρεπεν ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἀναγράφωνται τὰ ἀντικείμενα καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἐργασίας, ἥτις θ’ ἀπασχολῇ τὸ νέον αὐτὸ Σῶμα. Ἀναγκαῖον δὲ νομίζω, ἀπὸ τοῦδε νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι, ἂν δὲν στηρίζωνται ἐπὶ νόμου τὰ Διατάγματα καὶ αἱ ὁδηγίαι, αἵτινες βραδύτερον ἀναγκαίως θὰ ἐκδοθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν, θὰ ἔχωμεν νομοθέτημα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ οὐχὶ τῆς νομοθετικῆς, διότι αἱ θεμελιώδεις βάσεις παντὸς νομοθετήματος πρέπει νὰ τίθηνται ἐν τοῖς νόμοις. Δευτέρα ἔλλειψις, κατ’ ἐμὲ, οὐσιωδεστάτη, εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀρχηγοῦ τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐπιτελῶν μεταβάλλει αὐτοὺς εἰς σῶμα ἄνευ κεφαλῆς. Ἄνευ ἀρχηγοῦ δὲν ὑπάρχει ἑνότης ἐργασίας, δὲν ὑπάρχει εὐθύνη. Διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου πρέπει νὰ ἦναι ὁ ἄριστος τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον ὑπὸ ἐκπαιδευτικὴν ἱκανότητα, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν χαρακτῆρος, ὀρθοῦ νοῦ καὶ ψυχραιμίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν Ἐπιτελεῖον στρατοῦ παρασκευάζον τὴν ἐκστρατείαν καὶ τὸν στρατὸν ἄνευ ἀρχηγοῦ ἱκανοῦ, ὅπως καὶ ἐν εἰρήνῃ διευθύνῃ τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας παρασκευὰς ἑνὸς πολέμου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ ἀναλάβῃ πλησίον τοῦ ἀρχηγοῦ τὰς εὐθύνας τῆς διευθύνσεως τῶν πολεμικῶν ἐργασιῶν. Ὁ ἀρχηγὸς πρέπει καλῶς νὰ γνωρίζῃ ἐν καιρῷ ἐκστρατείας, τί δύναται ὁ ὑπὸ τὸν ἀρχηγὸν στρατός, καὶ τολμηρὸς καὶ πεφωτισμένος πρέπει νὰ ἦναι ἀρκούντως, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα διὰ τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ. Ὡς ὑπεύθυνος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ἐν πολέμῳ πρέπει νὰ ἀνῆλθεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην καὶ διὰ τοιαύτας εὐθύνας πρέπει νὰ παρεσκεύασεν ἑαυτὸν ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῇ ἐπιτελικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἔργον τοῦ Ἡγεμόνος καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι, παρακολουθῶν τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἄλλου στρατοῦ, ν’ ἀναβιβάζῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐπιτελῶν ἀξιωματικοὺς οὐχὶ ἁπλῶς μεμορφωμένους, ἀλλὰ καὶ ἱκανοὺς νὰ ἐκτελέσουν ὅσα ἀνέλαβον νὰ ἐκτελέσουν. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἐπιτελῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἀνὴρ τῶν πολέμων· πρέπει νὰ ἐμπνέῃ εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ πλήρη ἐμπιστοσύνην, καὶ εἰς αὐτὸν μετ’ εὐλόγου πεποιθήσεως νὰ ἔχουν ἐστραμμένον τὸν νοῦν καὶ τὴν ψυχὴν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ πολέμου. Ἡ ἐπιτυχὴς ἐκλογὴ αὐτοῦ διὰ μέσου ἀδιακόπων δοκιμασιῶν εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἔργον τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως. Τοιοῦτον πρόσωπον δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ ὁ νόμος περὶ συστάσεως Σώματος Ἐπιτελῶν, ἀλλὰ πρέπει πρώτιστον μεταξὺ ὅλων ν’ ἀνακηρύσσῃ καὶ νὰ ἀπαιτῇ. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ ἴδητε, πῶς τὸ προσωπικὸν ὀργανίζεται, ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 βλέπετε, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖται ἐν εἰρήνῃ ἐκ δύο συνταγματαρχῶν, 5 ἀντισυνταγματαρχῶν, 5 ταγματαρχῶν, 8 λοχαγῶν καὶ 4 ὑπολοχαγῶν. Οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Σκοπὸς τοῦ νόμου, φαίνεται, εἶναι νὰ ὀργανώσῃ Γραφεῖον ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Περὶ ἀρχηγοῦ Ἐπιτελείου διὰ τὴν περίπτωσιν ἐκστρατείας οὐδεμία λαμβάνεται φροντίς. Πιθανὸν μετ’ ὀλίγον τοῦτο νὰ γείνῃ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ νομοθετηθῇ ἤδη ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Θεωρῶ ἔλλειψιν οὐσιωδεστάτην τὴν ἄγνοιαν ἀρχηγοῦ ἐν τῷ νόμῳ. Παρ’ ἡμῖν προδήλως ἀπαιτεῖται μείζων ἐργασία, ὅπως παρασκευασθῇ τοιοῦτος. Οὔτε μεγάλον στρατὸν ἔχομεν, οὔτε Ἀκαδημίαν πολέμου, οὔτε πεῖραν τῶν πολέμων. Ἀνάγκη λοιπὸν μακροτέρας παρασκευῆς. Σήμερον δὲ πρὸ παντὸς οἱ πόλεμοι δὲν πρέπει ν’ ἀφίνωνται εἰς τὴν τύχην. Παρ’ ἡμῖν, ἐὰν εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀνὴρ ἱκανὸς νὰ διεξαγάγῃ ἐπιτυχῶς τὸν πόλεμον, καλῶς ἔχει· ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ὅμως τοιοῦτος, τὰ πάντα ἀπώλοντο! Ἀλλ’ οὕτως ἀφινόμεθα εἰς τὴν τύχην! Σήμερον πόλεμος σημαίνει παρασκευή, παρασκευὴ δὲ σημαίνει Ἐπιτελεῖον· οὔτε ἐπιτρέπεται πόλεμος ἢ ὁ παρεσκευασμένος καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας. Σήμερον τὰ πάντα πρέπει νὰ ἦναι προμελετημένα, προδιαγεγραμμένα, ἕτοιμα. Ποῖος ὅμως εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ τὰ μελετήσῃ ἢ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, αὐτὸς δηλαδή, ὅστις εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι κεκλημένος κατὰ τὸν πόλεμον νὰ κινῇ τὸν στρατόν; Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν ἔλλειψιν τοιούτου προσώπου λίαν οὐσιῶδες ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν βλέπω πρὸς τούτοις ἐπιτυχῆ τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως βραδύτερον τοῦ Σώματος, οὗτινος οἱ ἀξιωματικοὶ βαθμηδὸν θὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὰς ἀνωτέρας ἐπιτελικὰς θέσεις, ἐξ ὧν θὰ διασπαρῶσιν εἰς τὰ διάφορα Σώματα, ἵνα τὰ διοικήσωσι. Λέγεται ὅτι θὰ ἔχωσι πτυχίον ὑπολοχαγοῦ καὶ ἀνθυπολοχαγοῦ τῶν Ἐπιτελῶν. Καὶ ποῖοι θὰ ἦναι αὐτοί; Οἱ διατελέσαντες μαθηταὶ καὶ ἐπιτυχόντες κατὰ τὰς ἐξιτηρίους ἐξετάσεις ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ σχολείου τοῦ Κράτους ἢ ἀλλοδαποῦ, προωρισμένου πρὸς καταρτισμὸν ἀξιωματικῶν τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Τοιαύτη ἀνωτέρα Στρατιωτικὴ Σχολὴ δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι σήμερον. Ἑπομένως, μὴ ὑπαρχούσης παρ’ ἡμῖν τοιαύτης Σχολῆς, ἀποκλείονται οἱ ἐν Ἑλλάδι ὁπωσδήποτε παρασκευασθέντες ἀξιωματικοὶ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν· ἑπομένως μόνον ἐξ ἄλλων ἀνωτέρων Εὐρωπαϊκῶν Σχολῶν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιούτους, ἂν τυχὸν ἤθελον γείνῃ δεκτοὶ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς αὐτάς, ὅπως οὐ μόνον ἀκροασθῶσι τῶν διδασκομένων μαθημάτων, ἀλλὰ καὶ παρακολουθήσωσι τὰς ἐφαρμογὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις, διότι κυρίως εἰς τὰς ἀνωτάτας αὐτὰς Σχολάς, αἵτινες διὰ τοῦτο καὶ Σχολαὶ ἐφαρμογῆς καλοῦνται, ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ οὐ μόνον ἀποδεικνύει τὴν μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ διακρίνει τοὺς μὲν τῶν δὲ, ὅσον ἀφορᾶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς τοῦ ἐπιτελοῦς. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι καὶ τοιούτους ἀξιωματικοὺς προσλαμβάνοντες ἐν τῷ ἡμετέρῳ Ἐπιτελείῳ πρέπει νὰ δυνάμεθα νὰ τοὺς κρίνωμεν καὶ διακρίνωμεν, τοῦτο δὲ κυρίως εἶναι ἔργον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Πάντως λοιπὸν οὗτος εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ δεύτερος τρόπος στρατολογίας τῶν ἀξιωματικῶν τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ὁ διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες δικαιοῦνται νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν; Αὐτοὶ εἶναι πρῶτον οἱ διατελέσαντες μαθηταὶ καὶ ἐξελθόντες ἐπιτυχῶς κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις ἐκ στρατιωτικοῦ σχολείου τοῦ Κράτους ἢ ἰσοτίμου ἀλλοδαποῦ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν θέτει ἐκ τῶν προτέρων περιορισμὸν μεταξὺ αὐτῶν. Μὲ οἱονδήποτε ἀριθμὸν ἐπιτυχίας καὶ ἂν ἐξῆλθον ἐκ τοῦ Σχολείου, πάντες εἶναι δεκτοὶ εἰς ἐξετάσεις διὰ τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, ἀφοῦ μόνον μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἀπὸ τῆς ἐξόδου αὐτῶν ἐκ τοῦ Σχολείου εἶναι δεκτοὶ εἰς διαγωνισμόν. Κατὰ τὴν πενταετῆ αὐτὴν ὑπηρεσίαν ὑποτίθεται ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμόρφωσαν ἑαυτοὺς εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα ἀρκούντως, ὥστε νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἀναδειχθέντας καλλιτέρους αὐτῶν ἐν τῇ Σχολῇ. Δεύτερον, ὡς εἶπον, προσόν, ἵνα μετάσχωσι τοῦ διαγωνισμοῦ, εἶναι νὰ ὑπηρέτησαν ἐπὶ πενταετίαν ἐν τῷ στρατῷ, ἐξ ὧν τὰ τρία ἔτη ἐν λόχῳ, ἴλῃ ἢ πυροβολαρχίᾳ. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι πρακτικόν, ἀλλὰ πρακτικώτερον καὶ λυσιτελέστερον θὰ ἦτο, ἂν τὴν πενταετῆ αὐτὴν ὑπηρεσίαν διήνυον εἰς πολλαπλᾶ ὅπλα, ἐγίνετο δ’ ἡ εὐκολία αὕτη ὑπὸ τῆς Διοικήσεως εἰς τοὺς προορίζοντας ἑαυτοὺς διὰ τὸ Ἐπιτελικὸν Σῶμα, οὗτινος οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ ἦναι καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἐντριβεῖς εἰς τὰ τῶν διαφόρων ὅπλων τοῦ στρατοῦ. Τρίτον ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι ἐπαρκῶς κάτοχοι τοὐλάχιστον μιᾶς ξένης γλώσσης. Τὸ ἐπαρκῶς σημαίνει καὶ δὲν σημαίνει ὅ,τι ἀπαιτεῖται. Σήμερον οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν ἔχουσιν ἐπαρκῶς τοιαύτας γνώσεις. Ἀλλὰ γίνονται πολλάκις δεκτοὶ καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τοιαύτας. Ἀφίνομεν ἑπομένως εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰς τὴν αὐστηρὰν καὶ εὐσυνείδητον κρίσιν αὐτῶν νὰ καταδείξῃ τοὺς καταλληλοτέρους. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος. Καλλίτερον θὰ ἦτο, ἂν ἐν τῷ νόμῳ περισσότερα καὶ βασιμώτερα ἀπητοῦντο προσόντα, ἀφινομένης ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέρας διακριτικῆς ἐξουσίας εἰς τὰς ἐπιτροπὰς. Ἂς φροντίσῃ ὁ Ὑπουργὸς διὰ τῶν Διαταγμάτων ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν δικαίαν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑπέβαλον, διότι θεωρῶ ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποβῇ ὁ θεσμὸς ὠφέλιμος, ἐὰν δὲν ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀνέλθῃ εἰς περιωπὴν καὶ ἀποκτήσῃ τὴν γενικὴν ἐκτίμησιν ἐν τῷ στρατῷ, ὁ ὁποῖος—πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν—μετά τινος προκαταλήψεως ἤκουσε τὴν σύστασιν καὶ ἐπαναφορὰν τῶν ἀρχαίων Ἐπιτελῶν. Αἱ ἀναμνήσεις, ἃς κατέλιπε τὸ Σῶμα τοῦτο, δὲν εἶναι τόσον εὐνοϊκαὶ, ἀλλ’ ἀποδοτέον τοῦτο μᾶλλον εἰς τὴν ἐποχήν. Ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς ἐνίοτε πρὸ τοῦ 1870 ἡ ἐργασία τοῦ Ἐπιτελείου, μόνον μετὰ τὸ 1870 κυρίως κατεδείχθη ἡ χρησιμότης αὐτοῦ διὰ τὰς πολεμικὰς ἐργασίας. Εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς συστάσεως αὐτοῦ λίαν θὰ συνετέλει εἰς τὴν ἀπόκτησιν ἀγαθῆς γνώμης ἐν τῷ στρατεύματι ἡ ἀμερόληπτος καὶ ἐπιτυχὴς ἐκλογὴ τῶν προσώπων. Θὰ συνετέλει ἐπίσης ἡ πεποίθησις περὶ τῆς ἀφοσιώσεως αὐτῶν μετὰ ζήλου εἰς τὰς ἐπιτελικὰς ἐργασίας, ἂν δοθῇ ἀφορμὴ νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη πεποίθησις. Τὸ Ἐπιτελεῖον πρέπει νὰ ἐργασθῇ, ἔχει δὲ πρὸ ἑαυτοῦ πολλὴν καὶ σπουδαίαν ἐργασίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας, εὐσυνειδήτως καὶ σοβαρῶς διεξαγομένης, ἀδύνατον νὰ συντελεσθῇ παρασκευὴ πρὸς πόλεμον.
§89Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εὗρον τὰς παρατηρήσεις του συμφώνους μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην, τὴν προβλέπουσαν τὸν ὀργανισμὸν Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἀλλὰ τὸ Σῶμα αὐτὸ ἀπετελεῖτο ἁπλῶς ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τῶν τεχνικῶν ὅπλων, δηλαδὴ τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, οἵτινες ἤλλασσον στολὴν, καὶ διὰ τῆς ἀλλαγῆς ἁπλῶς τῆς στολῆς ὠνομάζοντο ἀξιωματικοὶ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετασθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σῶμα, τὸ οὕτω πως σχηματισθέν, κατηργήθη διὰ νόμου. Ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἐκρίνετο, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνασχηματισθῇ τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, διότι εὑρίσκοντο εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες κλίσιν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, κατεγίνοντο μόνοι των, καὶ αὐτοὺς εὕρισκεν ἡ ὑπηρεσία, καὶ εἰς αὐτοὺς ἀνέθετε τὰς ἐπιτελικὰς ἐργασίας. Τοῦτο ἰσχύει εἰσέτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ ἰσχύει κατόπιν δοκιμασίας. Εἰς τὸν γερμανικὸν στρατὸν ἐπικρατοῦσιν ἄλλαι ἰδέαι. Ἐκεῖ θέλουσι τὸν ἀξιωματικὸν τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν εἰδικὸν διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως μὴ ἀποξενούμενον, ἕνεκα τῶν ἀσχολιῶν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τῶν ἕξεων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ὅπλων τῆς γραμμῆς, δηλαδὴ τοῦ πεζικοῦ, ἱππικοῦ καὶ πυροβολικοῦ. Διὰ τοῦτο κατόπιν δοκιμασίας ἐπανειλημμένης, ἀφοῦ κριθῶσι χρήσιμοι διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, στέλλονται πάλιν εἰς τὰ διάφορα ὅπλα ἐκ περιτροπῆς, καίτοι προέρχονται ἐξ αὐτῶν τῶν ὅπλων. Ἑπομένως, ἀφοῦ γείνωσιν εἰδικοὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἀποστέλλονται ἐκ νέου εἰς τὰ Σώματα, ἵνα μὴ ἀπομάθουν ὅ,τι ἀπαιτεῖται καὶ ὅ,τι ἐγνώριζον, ὄντες εἰδικοὶ ἀξιωματικοὶ ἢ τοῦ πεζικοῦ ἢ τοῦ ἱππικοῦ ἢ τοῦ πυροβολικοῦ. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ ἀξιωματικὸς τῶν Ἐπιτελῶν δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὅ,τι ἐγνώριζε, δηλαδὴ τὰ γυμνάσια καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ, ἐὰν ὑπηρέτει ἔν τινι τῶν Σωμάτων τούτων, δὲν πρέπει ν’ ἀπομάθῃ τὴν ἱππασίαν καὶ νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐφ’ ἵππου. Ἀφοῦ ἔγειναν λοιπὸν διάφοροι μελέται ἐνταῦθα, προκειμένου περὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀπεκλίναμεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τὸν ἰσχύοντα ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ βασίζεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, διότι καὶ ἐγὼ ἐμελέτησα, τὰ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ τὰ υἱοθέτησα διὰ νὰ τὰ ὑποστηρίξω, ὡς καὶ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς παρετήρησεν ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ἐλλείψεις τινάς· καὶ πρῶτον, ὅτι δὲν καθορίζονται διὰ γενικῶν γραμμῶν τὰ διάφορα ἀντικείμενα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλου τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου. Δεύτερον ἡ ὑπηρεσία τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἀπαιτεῖ πολλάκις καὶ ὑπηρεσίας μυστικάς. Μία δ’ ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας ὑπηρεσίας εἶναι καὶ ἡ κατασκοπεία καὶ ὁ τρόπος αὐτῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἐντὸς νομοσχεδίου, ποῖα δηλ. μέσα μεταχειρίζονται οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὅπως ἐκτελῶσιν ἐπιτυχῶς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς κατασκοπείας. Διὰ τοῦτο ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καθορίζεται διὰ νόμου ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Σώματος, αἱ δὲ λεπτομέρειαι κανονίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀποφεύγομεν νὰ μνημονεύσωμεν καὶ εἰδικάς τινας ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, ὅπως συνετάχθη. Δευτέραν παρατήρησιν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, καθαρίζων τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου ὡς ἄνθρωπον δυνάμενον νὰ κόπτῃ διὰ τῆς σπάθης καὶ νὰ πιστολίζῃ, δηλαδὴ θέλει νὰ ἦναι ὁ γενναιότερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ προορισμὸς τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου πρέπει νὰ ἦναι ἄνθρωπος, ὅστις νὰ ἔχῃ νοῦν ἀπέραντον, νὰ ἔχῃ μάθησιν εὐρεῖαν καὶ νὰ θεωρῇ ὡς πρώτην ἀρετὴν τὴν ἐχεμύθειαν. Τοιοῦτος δὲ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ στρατεύματος, ἤτοι νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει. Διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου εἰς τοὺς ξένους στρατοὺς καθορίζεται καὶ εἶναι ὁ διερμηνεὺς τῶν προθέσεων τοῦ στρατηγοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐπιτελῶν· ὁ διερμηνεὺς τῶν προθέσεων τοῦ στρατηγοῦ. Κατὰ συνέπειαν ὁ στρατηγὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μεταδώσῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Ἐπιτελῶν τὰς ἰδέας του ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, οὗτος δὲ θὰ τὰς διατυπώσῃ καὶ θὰ τὰς ἐκτελέσῃ, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην θὰ τὴν ἔχῃ πάντοτε ὁ στρατηγὸς καὶ οὐχὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἐπιτελῶν. Ὑφιστάμενος λοιπὸν τοῦ στρατηγοῦ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἐπιτελῶν, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἔχῃ πολὺ διαφορετικὰς ἰδιότητας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Δὲν ἀπαιτεῖται λοιπὸν νόμος ἰδιαίτερος, ὅστις νὰ καθορίζῃ τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀπαιτεῖται νόμος ἰδιαίτερος, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὰ προσόντα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Στρατηγιῶν, τῶν Μεραρχιῶν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξωσι τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Ἐπιτελείων των, καὶ ἐν γένει εἰς τὰς μεγάλας μονάδας ὁ στρατηγὸς καὶ ὁ ἐπιτελάρχης ἀποτελοῦσι μίαν δυάδα, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ὁμοφωνία· προϊστάμενος ὅμως εἶναι ὁ στρατηγός, ὑφιστάμενος δὲ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἐπιτελῶν. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀπαιτεῖται νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὰς ἰδιότητας τοῦ ἐπιτελάρχου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ, ἡ ἐκλογὴ βεβαίως κατ’ ἀρχὰς θὰ γείνῃ ἄνευ δοκιμασίας· εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκλέξῃ τὸν Α ἐκ τοῦ μηχανικοῦ, τὸν Β ἐκ τοῦ πυροβολικοῦ, ἢ ἄλλου τινὸς ὅπλου, ἀξιωματικοὺς γνωστοὺς ἐκ τῶν προτέρων καὶ διακεκριμένους, καὶ ν’ ἀποτελέσῃ ἕνα πυρῆνα ἀξιωματικῶν τοῦ Ἐπιτελείου. Βραδύτερον ὅμως ἡ συμπλήρωσις τῶν βαθμοφόρων θὰ γίνηται δι’ ἐξετάσεων, καὶ θὰ ἐλέγχηται ἡ ἱκανότης τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι νὰ συμπληρώσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν βαθμοφόρων τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι κατόπιν, θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δοκιμασίαν, ἡ δοκιμασία δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ πρέπει νὰ καθορισθῇ διὰ νόμου, διότι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς· πρέπει οὗτοι νὰ ἔχωσι κλίσιν καὶ θέλησιν, ἵνα γείνωσιν ἀξιωματικοὶ τῶν Ἐπιτελῶν· ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα κλίσις διὰ τὸν ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ εἴτε εἰς τὸ πεζικόν, εἴτε εἰς τὸ ἱππικόν, εἴτε εἰς τὸ πυροβολικόν, ἀπαιτεῖται, λέγω, ἰδιαιτέρα κλίσις, διὰ νὰ γείνῃ ἀξιωματικὸς τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Τοιοῦτος ἀξιωματικός, ἐννοεῖται, ἔχων αὐτὴν τὴν κλίσιν, προετοιμάζεται μόνος του, εἰς τὸν οἶκόν του, μελετᾷ, καταγίνεται, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ καθορίσῃ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐξετάσεων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ γείνῃ ὁ διαγωνισμός, καὶ οἱ ἐπιτυγχάνοντες εἰς τὸν διαγωνισμὸν αὐτὸν θὰ συμπληρῶσι τὸν ἀριθμὸν τῶν βαθμοφόρων τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Μόρφωσις λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ καὶ ἐδῶ, τὸ δὲ νομοσχέδιον προβλέπει, ὅτι εἰς τὸν διαγωνισμὸν αὐτὸν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος καὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐφοίτησαν εἰς ξένας Σχολάς, καὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, καὶ ἐν γένει πᾶς ἀξιωματικὸς παντὸς ὅπλου, πεζικοῦ, ἱππικοῦ, πυροβολικοῦ, μηχανικοῦ, κλπ., ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται τὴν ἱκανότητα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν αὐτὸν, θὰ ἔλθῃ νὰ δοκιμασθῇ, καὶ ἂν κριθῇ ἱκανός, θὰ λάβῃ τὸ πτυχίον του, καὶ θὰ ἔχῃ πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ καὶ αὐτὸς ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἐὰν δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς κάμῃ καὶ ἄλλας παρατηρήσεις, ἐπιφυλάσσομαι νὰ συμπληρώσω τὴν ἀπάντησίν μου.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§91Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Λαμβάνω μόνον τὸν λόγον διὰ νὰ συμπληρώσω ὅσα εἶπε, διότι καὶ ἐμπειρότερος ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, καὶ ἐξ ὅλων τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα κατέχει, ἁρμοδιώτερος εἶναι ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται, περὶ τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Νομίζω ὅτι κατὰ πρῶτον πρέπει νὰ ἀναπτύξω ὀλίγον ἐκτενέστερον τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν· ἂν δὲ ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη συστάσεως μονίμου Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν, νομίζω ὅτι εἰς τὰς λεπτομερείας δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνωμεν πολύ. Ἀνέκαθεν εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν Σώματα Γενικῶν Ἐπιτελῶν· καὶ ὄχι μόνον εἰς τοὺς σημερινοὺς στρατούς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα ὑπῆρχεν ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, εἰς δὲ τοὺς νεωτέρους στρατοὺς ὑπῆρχε πρὸ τριῶν ἀκόμη αἰώνων. Ἡ σύστασις Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Σουηδικοῦ στρατοῦ, πρῶτον δὲ ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν ἐμιμήθη τὴν Σουηδίαν ἡ Πρωσσία, πρὶν ἢ ἀκόμη συστηθῇ ὡς Βασίλειον τῆς Πρωσσίας, ὅτε ἦτο ἀκόμη ἐκλεκτορᾶτον τοῦ Βραδεμβούργου. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ Γερμανικὸν Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει περίπου καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῆς συστάσεως, κατέχει σήμερον ἐν τοῖς εὐρωπαϊκοῖς στρατοῖς τὰ πρωτεῖα, ὅσον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ὅτε ἐπῆλθον ἀτυχήματα εἴς τινα ἔθνη, ὅπως εἰς τὴν Αὐστρίαν κατὰ τὸ 1866, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸ 1870, ἀπέδωκαν εὐθὺς ἀμέσως τὴν αἰτίαν τῶν ἀτυχημάτων εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν. Καὶ ἐν Αὐστρίᾳ τὸ 1866 καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὸ 1870 προέβησαν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μονίμου Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν· ἀλλ’ ἡ Αὐστρία κατὰ τὸ 1875 κατενόησεν, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ κατάργησις τοῦ Σώματος τούτου, καὶ ἀνασυνέστησε μόνιμον Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἡ Γαλλία μόνη ἐξηκολούθησε τὴν ἰδέαν τῆς μὴ μονιμότητος τοῦ Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν, ἀλλ’ ἔχει ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀπαρτιζομένην ἐξ ἀξιωματικῶν, οἵτινες, εἴτε καθ’ ὅσον ἐξέρχονται ἐκ τοῦ ἀνωτάτου πολεμικοῦ σχολείου τῆς Γαλλίας μὲ πτυχίον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποτελῶσι μέρος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, εἴτε καθ’ ὅσον ἐχρημάτισαν μέλη τοῦ καταργηθέντος Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, αὐτοδικαίως ἐξακολουθοῦσιν εἰσέτι ἀποτελοῦντες μέλη τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως μεταξὺ ὅλων τῶν Κρατῶν μόνη ἡ Γαλλία ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν, μὴ ἔχουσα Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν μόνιμον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει τὸ τοιοῦτον νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ ἡμᾶς, ὅπως μὴ ἀποφασίσωμεν τὴν σύστασιν μονίμου Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπείσθημεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς συστάσεως τοῦ μονίμου Σώματος, τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως, τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας τοῦ τοιούτου Σώματος, ὅπως λειτουργήσῃ κατὰ τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζωνται τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν γένει ἡ τόσον σπουδαία ὑπηρεσία, ἡ ἀνατεθειμένη εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον. Διὰ νὰ λάβητε δὲ ἰδέαν, πόσον εἶναι σπουδαία ἡ ὑπηρεσία τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, θὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ Μόλτκε πρό τινων ἐτῶν εἰς συμπόσιον, τὸ ὁποῖον παρέθηκεν εἰς αὐτὸν τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὅτε ὁ κόσμος ὅλος καὶ αὐτοὶ οἱ Γερμανοὶ ἤρχισαν κἄπως θορυβούμενοι διὰ τὴν πρόοδον τὴν μεγάλην, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ γαλλικὸς στρατὸς εἰς τόσον ὀλίγον χρόνον, μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870. Ὁ Μόλτκε εἶπε πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτελείου: «Γνωρίζω τὰς προόδους τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὁ γερμανικὸς στρατὸς πρέπει νὰ ἦναι ἥσυχος, διότι ἐφ’ ὅσον τὸ Γερμανικὸν Ἐπιτελεῖον λειτουργεῖ ὅπως ἐλειτούργησεν ἐπὶ τόσον χρόνον, καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχει πεποίθησιν ὁ γερμανικὸς στρατὸς εἰς τὸ Ἐπιτελεῖόν του, οὐδέποτε οἱ Γερμανοὶ δύνανται νὰ φοβηθῶσιν οἱανδήποτε πρόοδον οἱουδήποτε ἄλλου στρατοῦ». Τόσον ἐξῆρεν ὁ Μόλτκε τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ὄντως ἀποτελεῖ τὴν διάνοιαν τὴν διοικοῦσαν τὸ στράτευμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως καὶ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, θὰ εἴπω τινά, συμπληρῶν τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν λεχθέντα. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῷ νόμῳ, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε, νὰ καθορισθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, διότι αὗται εἶναι τόσον πολλαπλαῖ, καὶ καθ’ ἡμέραν προστίθενται καὶ νέαι τοιαῦται ὑπηρεσίαι ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ἀναφανῶσιν, ὥστε ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη διὰ νόμου νὰ καθορισθῶσιν αὗται, διότι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται δὲν ἀνάγονται οὐδὲ εἰς οἰκονομικὰ μέτρα, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσι βάρη, τὰ ὁποῖα πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων, οὐδὲ εἰς ἄλλην τινὰ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου δέον νὰ ἀρύηται· διότι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν παρέχει, εἶναι ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται εἴτε ἀπὸ τὸν γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, παρὰ τῷ ὁποίῳ ἐργάζεται τὸ Ἐπιτελεῖον, εἴτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, παρὰ τῷ ὁποίῳ ἐπίσης ἐργάζεται τὸ Ἐπιτελεῖον, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ὑποβάλλει τὰς ἰδέας της καὶ τὰς γνώμας της καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῶσι διὰ τοῦ νόμου τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἠθέλησε νὰ ἐξάρῃ, ὅτι οἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμενοι περιορισμοὶ καὶ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μέλλοντες νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὸ Ἐπιτελεῖον, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ὀρθὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, διότι τὸ νὰ θέσῃ τις ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὁ πρῶτος ἐξελθὼν τῆς τάξεώς του ἢ ὁ δεύτερος ἢ ἐκ τῶν ἀρίστων, θὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξῆλθον πρῶτοι ἐκ τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ κατεστάθησαν κατόπιν πρῶτοι διὰ μελετῶν, διὰ σπουδῶν, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσαν μετὰ τὴν ἔξοδόν των ἐκ τῆς Σχολῆς, διὰ προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον, δὲν εἶναι δὲ καὶ συντελεστικὸν πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προτίθεται τὸ νομοσχέδιον, δηλαδὴ νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ ἐπιτελικῇ ὑπηρεσίᾳ ὅ,τι ἄριστον δύναται νὰ περιέχῃ τὸ στράτευμα· ὁ δὲ ἐλεύθερος διαγωνισμὸς πρὸς πάντας, ἐλεύθερος ἐντελῶς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὡρισμένα προσόντα, διὰ νὰ μὴ ᾖναι δυνατὸν νὰ γείνῃ εἷς ἀπέραντος διαγωνισμὸς ἐν τῷ στρατεύματι, εἶναι ἐπαρκὲς ἐχέγγυον, ὅπως ἡ κατάρτισις τοῦ Σώματος γείνῃ ἐκ τῶν ἀρίστων στοιχείων, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ στράτευμα. Περιέχει δὲ καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη ἐχέγγυον τὸ νομοσχέδιον, ὅτι οἱ τοιοῦτοι δύνανται νὰ ᾖναι πτυχιοῦχοι, χωρὶς νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ θεωρῶνται ὡς μόνιμα, ὡς διαρκῆ μέλη τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ τοῦτο εἶναι ἓν μειονέκτημα τῆς ὑπάρξεως τῶν μονίμων Ἐπιτελῶν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ Γάλλοι ἔχουσι τὸ σύστημα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, διότι δύναταί τις νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ ἐπιτελικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ κατόπιν, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, ὅτι δὲν κέκτηται πάντα τὰ προσόντα ἀξιωματικοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, δυναμένου ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς πάσας τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δύναται οὗτος νὰ εὑρεθῇ, ἐκτελῶν τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν του, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οὓς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, τὸν τοιοῦτον ἀξιωματικὸν νὰ τὸν ἐπαναφέρωσιν εἰς τὸ στράτευμα, χωρὶς οὐδὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐπιτελείου νὰ ζημιῶται, οὐδὲ τὸ στράτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἁπλῶς εἷς ἀξιωματικὸς ἐπανέρχεται, διὰ νὰ συνεχίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του. Ἑπομένως ἔχομεν διὰ τοῦ τοιούτου μηχανισμοῦ τὰ ἐχέγγυα, ὅτι, καὶ ἂν πλάνη τις χωρήσῃ περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, καὶ ἐὰν κατόπιν ἀποδειχθῇ, ὅτι πρόσωπόν τι δὲν παρέχει ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα τοῦ ἀξιωματικοῦ τῶν Ἐπιτελῶν, δύναται οὗτος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ στράτευμα, χωρὶς νὰ ᾖναι τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν ὑποχρεωμένον νὰ ἔχῃ διαρκῶς ἀξιωματικόν, ὅστις δὲν πληροῖ πάσας τὰς συνθήκας. Ἑπομένως κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Σώματος, ἐπειδὴ μόνον ἀριθμός τις ἀξιωματικῶν θὰ γείνῃ δι’ ἐκλογῆς, διότι ἄλλως πως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, βεβαίως ὡς τοιοῦτοι, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὸν πρῶτον πυρῆνα τοῦ Σώματος, ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς, θὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἄριστοι· ἀλλὰ διὰ νὰ καταρτισθῇ τὸ Σῶμα διὰ μόνου αὐτοῦ τοῦ τρόπου, τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ, ὥστε μόνον τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὸ Σῶμα, ν’ ἀποτελεσθῇ διὰ τῆς ἐκλογῆς. Συνεπῶς, παρὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πληρέστατον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, νομίζω ὅτι καὶ ταῦτα δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ. Ναὶ μὲν τὸ νομοσχέδιον δὲν προνοεῖ περὶ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ προνοεῖ περὶ τούτου, διότι παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸν πίνακα Βʹ τῆς συνθέσεως τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ ὑπάρχει ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς εἶναι ὡρισμένος ἐκ τῶν προτέρων ἐν εἰρήνῃ ὡς ὁ μέλλων ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ἀρχηγοῦ, ὅστις μέλλει νὰ διοικήσῃ τὸν στρατὸν ἐν πολέμῳ, καὶ ὅστις διοικεῖ αὐτὸν καὶ ἐν εἰρήνῃ. Εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων εἶναι ὡρισμένοι ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ εἰς μὲν τὴν Πρωσσίαν καὶ Αὐστρίαν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου εἶναι καὶ ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποκείμενος μόνον εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος, εἰς δὲ τὰ ἄλλα ἔθνη ὑπάγεται εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ ὁ ἐν εἰρήνῃ ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου εἶναι ἐνδεδειγμένος καὶ ἐν πολέμῳ, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ τοιαῦτα καθήκοντα. Εἶναι λοιπὸν ὀρθότατον, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου νὰ ἦναι καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐκείνου δηλαδή, ὅστις μέλλει δυνάμει τῶν νόμων νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν ἐν καιρῷ πολέμου, διότι εἶναι ὀρθόν, ὅπως ἐν εἰρήνῃ ἐξασκῆται εἰς τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν ὁ καὶ ἐν πολέμῳ μέλλων νὰ ἐκτελέσῃ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πληροῖ ὅλους τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν διὰ τὸν καταρτισμὸν ἑνὸς, ὅσον ἔνεστι, τελείου Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν.
§92Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθω πάλιν ἐπὶ τῶν αὐτῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, διότι φαίνεται, ὅτι δὲν κατενοήθην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, πῶς εὗρεν αὐτά, τὰ ὁποῖα παρετήρησα, ὡς μὴ σύμφωνα μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλων θεμάτων τῆς τέχνης τῆς πολεμικῆς, δυσκόλως ἴσως θὰ ἠδυνάμην νὰ φέρω ἀντιρρήσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡς μὴ εἰδικός, ἐπὶ εἰδικῶν θεμάτων δὲν ἠδυνάμην νὰ λαλήσω. Ἀλλὰ προκειμένης συζητήσεως, ἥτις δὲν μετέχει εἰδικότητος, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, δύναται πᾶς Βουλευτὴς νὰ φέρῃ παρατηρήσεις καὶ νὰ διεξαγάγῃ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν συζήτησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοθέτημα. Ἐὰν κατενοούμην, δὲν θὰ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅσα εἶπεν, ἀπαντῶν, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία καὶ οἱ ὀργανισμοὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην νόμων.
§93Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό· ὑμεῖς δὲν μὲ ἐνοήσατε. Εἶπον ὅτι εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς αὐτῶν ἀπαιτοῦνται νόμοι. Αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Σώματος καθορίζονται διὰ νόμου, αἱ δὲ λεπτομέρειαι διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Νομίζω ὅτι μὲ ἤκουσαν οἱ κύριοι Βουλευταί.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ εἶπον· ἀνέφερα μάλιστα καὶ τὰ Διατάγματα, καὶ εἶπον, ὅτι διὰ Διαταγμάτων ἄνευ νόμων δὲν πρέπει νὰ ὀργανίζωνται τόσον σπουδαῖα ἔργα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ Διάταγμα τοῦ 1887 ἐν 16 παραγράφοις καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ οὐσία πάσης στρατιωτικῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ἐνόουν ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887 δὲν ἐδίδετο δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα διὰ κανονιστικοῦ Διατάγματος ὁρίσῃ αὐτὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡρίσθησαν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1887. Τῷ ἐδίδετο μόνον τὸ δικαίωμα, διὰ Διατάγματος κανονιστικοῦ νὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας τῶν ἀφορώντων τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας καὶ ἐπιστρατεύσεως καὶ τὸ τμῆμα τῆς στατιστικῆς καὶ τῶν στρατιωτικῶν πληροφοριῶν καὶ τῆς τοπογραφίας· ἀλλ’ αὐτά, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἐκανονίσθησαν, εἶναι ὅλως διόλου νέα καὶ ἐκτὸς τῶν ἐπιτραπέντων διὰ τοῦ νόμου, ὑπήχθησαν δὲ διὰ προγενεστέρου Διατάγματος εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ περὶ αὐτῶν ὁ νόμος τοῦ 1887 ὁμιλεῖ οὐχὶ ὡς περὶ διακεκριμένου τινός, ἀλλ’ ὡς περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὸ πρῶτον τμῆμα καὶ τὸ δεύτερον. Αὐτὰ δὲν ἔχουν σημασίαν ἢ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος, διότι ἄλλως δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 δὲν περιλαμβάνει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, πράγματα χρησιμώτατα καὶ ἀναγκαιότατα, ἀποτελοῦντα τὰ θεμελιώδη ἔργα τῆς ἐπιτελικῆς ἐργασίας. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς νόμον, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν τὸ εὑρίσκῃ ὀρθόν, νὰ περιλάβῃ ὄχι λεπτομερείας, ὄχι τὰ μυστικὰ καὶ τὴν κατασκοπείαν, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πάντες ἐννοοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολῶσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται ἐν νόμῳ. Διότι καὶ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, δὲν εἶναι ἀληθές, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι δύναται νὰ κανονίζηται δι’ ὑπουργικῶν διαταγῶν· πρέπει νὰ προηγῶνται αἱ θεμελιώδεις διατάξεις ἐν νόμοις· ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγένετο τοῦτο καθ’ ὑπέρβασιν, διότι περισσοτέρα ἀφέθη ἐλευθερία, ἵνα διὰ Διαταγμάτων κανονίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, διὰ νὰ ἱδρυθῇ Γενικῶν Ἐπιτελῶν ὑπηρεσία μὲ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐν ἄρθρῳ 16 ἀναγράφει τὸ Διάταγμα, θὰ ἦτο τερατῶδες. Τὴν αὐτὴν κατάκρισιν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὅτε ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐρωτήσεώς μου περὶ τῆς ἐλλείψεως ἀρχηγοῦ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν καὶ περὶ τῶν προσόντων τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Τῷ ἐφάνη ὅτι δίδω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν δύναμιν ἀνωτέραν καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ δύναμιν οὐχὶ ἁπλῶς ἑνὸς διευθύνοντος τὰς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ξιφουλκεῖ καὶ ἐπιτίθεται ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Ἐπεκαλέσθη δέ, ἵνα μὲ πείσῃ διὰ τὸ σφάλμα αὐτὸ, ὅπερ διέπραξα, τί νομίζετε; ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου εἶναι κατώτερος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκστρατείας, ὡς νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι ὑποδεέστερος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου! Τὸ ἐπιχείρημα ἦτο περιττόν. Ἀλλὰ παρενόησε καὶ ἄλλο τι ὁ κ. Ὑπουργός,—τὸ ὁποῖον πιστεύεται παντοῦ,—ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου θεωρεῖται ὡς διερμηνεύων ἐν πολέμῳ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τοῦτο ὡς ἔχον τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀνακριβῶς ὅλως ἔδωκεν εἰς αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ὑποκύπτει εἰς τὰς διαταγὰς καὶ τὰς θελήσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι τίποτε. Αὐτὸ ἐρρήθη δι’ ἄλλον λόγον, ἐρρήθη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ περιβάλλωνται αἱ ἀποφάσεις καὶ αἱ διαταγαὶ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου ἐν πολέμῳ μὲ τὸ κῦρος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἔχει τὸ commandement, δὲν τὸ ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλὰ πῶς θὰ διατάττῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου; Ἐξ ἰδίας ἐξουσίας;
§95Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐδῶ πλανᾶσθε.
§96Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πλανῶμαι· καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα μαρτυρίας ἄλλων, θ’ ἀπεδεικνύετο πόσον ἀναγκαῖον θεωρεῖται νὰ περιβάλλωνται αἱ διαταγαὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου μὲ τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ commandement ἐν πολέμῳ. Διὰ τοῦτο λαλεῖ καὶ πράττει ἐξ ὀνόματος καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς διερμηνεὺς τῶν θελήσεων αὐτοῦ, ἵνα δύνηται νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν ἀρχικὸν σκοπόν. Εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀρχηγὸς τῶν Ἐπιτελῶν, καὶ οὗτος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλος ἢ ἐκεῖνος, ὅστις ἐν εἰρήνῃ παρεσκεύασε τὴν ἐκστρατείαν καὶ ὅλα τὰ μέσα τοῦ πολέμου. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Βονίτσης εἶπεν, ὅτι τοιαύτη θέσις δὲν ἐλλείπει, ὑπάρχει ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις αὐτοῦ, διότι ἐνταῦθα ὀργανίζεται τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ μάλιστα ἀνήκει εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ὅπου συνιστᾶται τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, παρὰ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ, τὸ ὁποῖον ὁμοιάζει τὰ Ἐπιτελεῖα ὅλα, καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Σωμάτων καὶ τῶν μεράρχων, διότι ὅλα τὰ Κράτη ἔχουν διάφορα Ἐπιτελεῖα, ἀλλ’ ἔχουν καὶ ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου. Ἄλλως νομίζω, ὅτι εἶναι ἔλλειψις, ἂν ὁ αὐτὸς πρόκηται νὰ ἦναι, νὰ μὴ ἀναγράφηται τοιοῦτος ἐν τῷ νόμῳ περὶ συστάσεως Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τὰ ἄλλα, ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένην πρόσληψιν ἄνευ οὐδεμιᾶς δοκιμασίας διὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Σώματος ἐκ τῶν σήμερον ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν, διότι βεβαίως σήμερον θὰ προσληφθῶσιν ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρόχειρα καὶ ἕτοιμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως, ἐκτὸς ἂν ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν ἕως οὗ ἀξιωματικοὶ ἀποκτήσουν τὰ προσόντα, ὅπερ ἄτοπον. Εἶπον ὅμως, προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες διὰ τὰ προσόντα αὐτῶν ἐφεξῆς θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἦναι ἡ δοκιμὴ πλέον αὐστηρά, καὶ ὄχι ἅπαξ μόνον, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως· διότι, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ διαγωνισμός, ὁ ἅπαξ γενόμενος, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ μεταξὺ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι αὐτὸς καὶ μόνον ὁ διαγωνισμὸς ἀρκεῖ, ὅπως διατηρῇ τὸν ἀξιωματικὸν καθ’ ὅλον αὐτοῦ τὸ στάδιον εἰς τὴν αὐτὴν ὑπερτέραν θέσιν καὶ νὰ προάγηται οὗτος ὑπὲρ τοὺς ἄλλους ἄνευ ἄλλης δοκιμασίας. Διὰ νέας δοκιμασίας, ἂν τοιαύτη ἀπῃτεῖτο, θὰ διετηροῦμεν αὐτὸν ἐν ἀδιαλείπτῳ ἁμίλλῃ, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὸν διατηρῶμεν, ὅπως τὸν μορφώσωμεν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ὠφέλειαν ἐπὶ τῶν διαγωνισμῶν, δὲν εἶναι ὅτι ἐν τῇ κρίσει τῇ κατὰ τὸν διαγωνισμὸν γενομένῃ ἐξελέγχομεν καὶ ἐκλέγομεν τοὺς ἀρίστους, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες πρόκειται νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν μετά τινα χρόνον, φιλοτιμοῦνται νὰ παρασκευάζωνται, μελετῶντες καὶ βελτιούμενοι, ὅπως ἀναδειχθῶσιν ἀνώτεροι τῶν ἄλλων καὶ γείνωσι δεκτοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὠφέλεια, αὐτὸ εἶναι τὸ κέρδος τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον, ἂν διὰ τὴν ἄνοδον μέχρι τῶν ἀνωτάτων βαθμῶν εἰσήγετο καὶ ἄλλη διὰ διαγωνισμοῦ δοκιμασία. Βεβαίως ἀποστέλλονται οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἰς τὰ συντάγματα, καὶ ἐκεῖ ἐπανέρχονται εἰς τὴν πρώτην ἀληθῶς πηγὴν πρακτικῆς στρατιωτικῆς μορφώσεως καὶ ἀνατροφῆς, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξουν ἐν Ἑλλάδι εὔνοιαι καὶ προστασίαι, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν ἅπαξ νὰ εἰσαγάγωσί τινα εἰς τὸ Σῶμα, ὅστις ἀφόβως πλέον θὰ μείνῃ ὁ αὐτὸς, πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν πρέπει νὰ εἰσάγωνται καὶ προάγωνται οἱ ἄριστοι τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Τούτους βεβαίως ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ καὶ ἐκλέγῃ ἐπιτυχῶς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιτυχῆ συγκρότησιν τοῦ Σώματος τὰ μάλα θὰ συνετέλει καὶ ἡ διπλῆ τουλάχιστον δοκιμασία. Τὸ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ λύουν τὰ τοιαῦτα ζητήματα, καὶ ὄχι τὰ πρόσωπα καὶ αἱ ἐπιτροπαί. Δι’ αὐτὸ αἱ δοκιμαὶ πρέπει νὰ γίνωνται αὐστηρότεραι καὶ ἐπανειλημμέναι.
§97Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸν παρεξήγησα. Εἰς τοῦτο δὲν θὰ ζητήσω νὰ δικαιολογηθῶ. Μολονότι δὲν συνέβη, οὐχ ἧττον, καὶ ἂν συνέβαινε νὰ τὸν παρανοήσω, θὰ ἤμην ἀρκούντως δεδικαιολογημένος, ὅπως ἐξέθηκε τὰς ἰδέας του ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ δευτέρα ἀγόρευσίς του δὲν εἶναι παρὰ ἐπανάληψις ἀκριβῶς τῆς πρώτης. Διὰ τοῦτο κρίνω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον.
§98Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἠκούσατε, Κύριοι, ἴσως θὰ ἦτο περιττὴ ἡ ἀγόρευσίς μου, ἂν δὲν ἔκρινα καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐκεῖ, ὅπου αἱ ἰδέαι μου δὲν συμπίπτουν μὲ τὰς ἰδέας τῶν προλαλησάντων. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως εἰδικῆς ὑπηρεσίας ἐπιτελικῆς εἶναι βεβαίως ἀναμφισβήτητος, ἀναμφισβήτητος δὲ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον τὰ μέσα τὰ πολεμικὰ ἐπολλαπλασιάσθησαν, αἱ γνώσεις ἐπίσης ἐπολλαπλασιάσθησαν, καὶ εἶναι ἀδύνατον ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἔχῃ τις ἀτομικὴν ἱκανότητα, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τοῦ στρατεύματος καὶ ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος. Δύο ὁδοὺς ἐτράπησαν τὰ μεγαλείτερα στρατιωτικὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία· ἡ Γερμανία ἵδρυσεν ἴδιον μόνιμον, διαρκὲς Σῶμα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὸ δὲ ἕτερον τῶν Κρατῶν, ἡ Γαλλία, ἔκρινε, διδαχθεῖσα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου τοῦ 1870, ὃν διεξήγαγε πρὸς τὴν Γερμανίαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐμπιστευομένη εἰς προσωπικὸν διαρκές, εἰς τοῦτο καὶ μόνον τὸ ἔργον ἀσχολούμενον. Κρίνει οὕτως ἡ Γαλλία, ἥτις εἶναι μέγα Κράτος· τὰ μικρὰ Κράτη πρέπει νὰ ἦναι περισσότερον περιεσκεμμένα, προκειμένου νὰ λάβωσι μέτρον ὁριστικόν, λῦον τὸ ζήτημα τοῦτο. Πρέπει δὲ τοσοῦτο μᾶλλον νὰ ἦναι περιεσκεμμένα, καθόσον, ἐὰν Κράτη, ὡς ἡ Γαλλία, ἡ δυναμένη νὰ παρατάξῃ περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον στρατοῦ, ᾐσθάνθη τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ ἐπιτελικοῦ Σώματος, πολλῷ μᾶλλον τὰ μικρὰ Κράτη θὰ αἰσθανθῶσι ταύτην. Ἐν μεγάλῳ τινὶ στρατῷ, ἐάν τινες ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ πολέμου ἤθελον δειχθῆ ἀνίκανοι καὶ ἀνεπαρκεῖς νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ὑπάρχουσιν οἱ ἀμέσως ἑπόμενοι, οἵτινες δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς ἀποτυχόντας. Μικρὰ Κράτη ὅμως, ἀποκλείσαντα τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὰς ἀσχολίας ταύτας, περιορίσαντα δὲ τὴν ἀπασχόλησιν τὴν ἐπιτελικὴν εἰς ὀλίγα μόνον πρόσωπα, ὡς πράττομεν ἡμεῖς, ὁρίσαντες ταῦτα εἰς 12 κατ’ ἀρχὰς καὶ 24 ἐν συνόλῳ, ἐρωτῶ, παρέχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ τούτου θὰ εὑρεθῇ ὅ,τι ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν; Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐδόλως πείθομαι εἰς τοῦτο· οὐδόλως πείθομαι, ὅταν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον στρατολογεῖται τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν. «Ἡ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν μετάθεσις τῶν ἀνωτέρω ἀξιωματικῶν (λέγει τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 8) ἐνεργεῖται διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, στηριζομένῃ εἰς γνωμοδότησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.» Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὴ συμφωνῶ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε πρότερον, ὅτι δηλαδὴ ὑμεῖς θὰ διορίζητε τοὺς Ἐπιτελεῖς. Δὲν θὰ τοὺς διορίζητε ὑμεῖς· ὑμεῖς θὰ ὑποβάλλητε τὸ Διάταγμα συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ὑποβάλλωσι. Νομίζω, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφές.
§99Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπιτρέπετε; Ἐὰν εἴχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ», θὰ ἐβλέπετε μίαν τελευταίαν διάταξιν.
§100Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τότε νὰ προτάξωμεν τὸν ὀργανισμόν.
§101Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι. Σᾶς τὸ λέγω τώρα. Εἶναι μία τελευταία διάταξις, καθ’ ἣν οἱ νόμοι περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ τελευταῖος, ἰσχύουσι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορῶσιν εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς θὰ κάμῃ πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ δευτέραν πρότασιν κλπ., τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ κλπ.
§102Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ νὰ ζητήσῃ καὶ ἔκθεσιν.
§103Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καὶ νὰ ζητήσῃ καὶ ἔκθεσιν. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσατε σεῖς καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν ἀριστεράν).
§104Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Οὐχὶ νὰ μεταβάλῃ.
§105Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ ὅταν ἐπιμένῃ, δύναται νὰ εὕρῃ τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα.
§106Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ὁ τρόπος τῆς στρατολογίας τοῦ Σώματος τούτου εἶναι λίαν περιωρισμένος καὶ εἶναι λίαν περιωρισμένος, διότι δὲν χρειάζεται ἢ μόνον μία πρότασις. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς κατονομάσω ἀμέσως, αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν τοῦ μέλλοντος. Ὁ κύριος Σαπουντζάκης ἔσται ὁ πρῶτος τοῦ Ἐπιτελείου· ὁ κ. Γουλιμῆς ἔσται ὁ μέλλων ἀξιωματικὸς τοῦ Ἐπιτελείου· ὁ κ. Πάλλης, ἐὰν δὲν ἦναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νῦν διατελεῖ, θὰ ἦναι εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον. Ἤδη λοιπόν, Κύριοι, γινώσκομεν, ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ μέλλοντος. Ἄξιον καὶ θαυμαστόν, ἄξιον τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἔχει τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ἔχει τὴν πεῖραν τοῦ πολέμου τῆς Θεσσαλίας! (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλοι;
§108Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Αὐτοὺς εὗρον προχείρως· οὔτε θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλα ὀνόματα· περιορίζομαι εἰς τὰς κεφαλάς.
§109ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου;
§110Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διὰ τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου μὲ ἠρωτήσατε; Θὰ εὑρεθῶσιν οἱ τότε ἐπιτελεῖς. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη εἶναι ὑποχρεωμένα πολὺ νὰ προσέξωσιν, ἐὰν πρέπει νὰ ἀφήσωσιν εἰς τοσοῦτον μικρὸν κύκλον τὴν τύχην τοῦ ἔθνους, τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ. Ἆρά γε τὸ Γαλλικὸν σύστημα εἶναι τόσον ἀποκρουστέον καὶ ἀπορριπτέον; Ἆρά γε δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν μέσην ὁδόν; Πῶς οὕτως, ἄνευ μελέτης πληρεστέρας, προβαίνομεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ κάμω μίαν ἀναδρομήν. Ἐδόθησαν διάφοροι ὁρισμοὶ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Χωρὶς νὰ ἔχω κανένα πρόχειρον, οὔτε εἰλημμένον ἔκ τινος συγγράμματος, θὰ δώσω καὶ ἐγὼ ἕνα ὁρισμὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Δυνατὸν νὰ μὴ συμπίπτῃ μὲ τοὺς δοθέντας, δυνατὸν νὰ μὴ συμπίπτῃ μὲ τοὺς ἀναγνωσθέντας, ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ὁρισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ δώσω: Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία, γινώσκουσα τὰς προθέσεις τοῦ Κράτους, μεριμνᾷ περὶ τῶν λεπτομερειῶν, καὶ διὰ τὰς λεπτομερείας ταύτας εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ Σώματος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἦναι αὕτη ἐν γνώσει πληρεστάτῃ, ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀνομάζει μυστικὰ τοῦ Κράτους, νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς, ποῖαι εἶναι αἱ προθέσεις τοῦ Κράτους, καὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν ὁ μέλλων ἀρχηγὸς τοῦ στρατεύματος, εἴτε στρατιᾶς εἴτε μεραρχίας, δὲν ἦναι μεμυημένος εἰς τὰ μυστήρια ταῦτα, νὰ φωτισθῇ περὶ τούτων, ὅταν ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος ὥρα, παρ’ ἐκείνου, ὃν ἔχει πλησίον του καὶ ὁ ὁποῖος τὰ γνωρίζει, ὡς διατελέσας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐν καιρῷ λοιπὸν τὸ σχέδιον τοῦ πολέμου, τὰς ἐνεργείας, τὸν τρόπον τῶν ἐνεργειῶν βεβαίως θέλει γνωρίζει καὶ ὁ μέλλων νὰ διοικήσῃ Σῶμά τι, ἀλλὰ τὴν ὅλην μελέτην θέλει κατέχει πάντοτε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τοῦτο ἠσχολήθη. Ἐκεῖνος εἶναι, ὁ ὁποῖος ἐνίκησε τὴν Γαλλίαν, ἡγούμενος ὄχι βεβαίως τοῦ στρατοῦ τοῦ γερμανικοῦ, ἀλλ’ ἡγούμενος τοῦ Ἐπιτελείου· εἶναι δὲ ἐν τῷ στρατῷ τὸ Ἐπιτελεῖον ἡ ψυχὴ ἡ κινοῦσα τοῦτον. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνηθισμένοι ἐν τῇ ἐπιτελικῇ ὑπηρεσίᾳ νὰ εὑρίσκωσι προστύχους ἀσχολίας, ἀσχολίας μηδαμινὰς, ἀσχολίας τοῦ στομάχου (εὖγε! εὖγε!), ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία δὲν ἔχει βεβαίως σπουδαιότητα· ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι κατανοοῦσι τὴν σοβαρότητα τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκ ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους καὶ ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ, ἐκεῖνοι γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἶναι τόσον μεγάλη, τόσον ὑψηλὴ, ὥστε θέτει συμπάρεδρον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατεύματος τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀρχηγὸν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀντιληφθῇ τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου του, ἀλλὰ νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἐπισκιασθῇ ὑπὸ τούτου! Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσῃ πλήρη τὴν ἐλευθερίαν εἰς αὐτὸν, ἵνα ἐξασκήσῃ τὸ ἔργον του ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐμελέτησεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον νὰ διευθύνῃ τὴν ἐργασίαν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κυρίως μέλλουσα νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ.
§111Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, ποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην;
§112Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην; Ὁ Πρωθυπουργός.
§113Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης.
§114Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργός.
§115Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὴν ἔχει ὁ στρατηγός.
§116Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὴν ἔχει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασε τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασε τὰ μέσα τοῦ πολέμου. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφίενται εἰς τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ στρατηγοῦ ἢ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐπιτελῶν!
§117Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ Βαζαὶν κατεδικάσθη, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἐπιτελῶν, δὲν ἔπαθε τίποτε.
§118Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Βαζαὶν κατεδικάσθη οὐχὶ διότι ἀπέτυχεν, ἀλλὰ διότι κατηγορήθη ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ.
§119Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Οἱ Γάλλοι δὲν ἔκριναν ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον εἶχαν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870, ἦτο τὸ ἁρμόζον εἰς αὐτούς. Ἦσαν λοιπὸν ἐπιεικέστατοι πρὸς τοιοῦτον ἀτελῶς συγκεκροτημένον Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Δὲν γνωρίζω ὅμως, τί θέλουσι πράξει, ὅταν ἐπέλθῃ νέος πόλεμος, καὶ ἂν πλείονας εὐθύνας δὲν ἤθελον ζητήσει, τίς οἶδεν, ἠθικὰς ἢ σωματικάς. Ἄλλως ὁ Βαζαὶν κατηγορήθη ἐπὶ προδοσίᾳ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος. Ἐπανερχόμενος, Κύριοι, εἰς τὸ θέμα, φρονῶ, ὅτι πρέπει, ὁ εἷς τῶν συνταγματαρχῶν νὰ ἑδρεύῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, καὶ ὁ ἕτερος παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει.
§120Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἰς τοὺς πίνακας καθορίζεται...
§121Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεὶς συνταγματάρχης ὑπηρετεῖ.
§122Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παρακαλῶ (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τμῆμα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, εἷς ἀντισυνταγματάρχης, εἷς ταγματάρχης, εἷς λοχαγὸς τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν». Ἔπειτα ἐρχόμεθα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν.
§123Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὥστε δὲν ἔχετε συνταγματάρχην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§124Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι.
§125Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Αὐτὸ ἀρκεῖ. Λύεται οὕτω τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία δὲν θὰ ἔχῃ ὡς κεφαλὴν αὐτῆς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Λύεται οὕτω τὸ ζήτημα, ὅτι αὐτός, ὅστις θὰ ἐπικοινωνῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις θὰ μελετᾷ καὶ θὰ γνωρίζῃ τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἦναι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Σώματος, διότι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Σώματος θὰ ἦναι βεβαίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ τὸν ἀνώτερον βαθμόν, ὁ συνταγματάρχης (ἢ ὑποστράτηγος μάλιστα, κατὰ τὸν ὀργανισμόν, ὃν ὑπεβάλετε), ὅστις θὰ ἑδρεύῃ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει.
§126Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ τὸν ἔχῃ ὑπὸ τὰς διαταγάς του.
§127ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι ἐκ τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου;
§128Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐὰν θὰ ἦναι ὑποστράτηγος, θὰ ἦναι γενικὸς ἀξιωματικός. Ἐὰν θὰ ἦναι συνταγματάρχης, ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἐκ τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν,
§129Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, κύριε Βοζίκη. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ ἦσθε ἐπιεικής, καὶ νὰ μὴ διακόπτητε Βουλευτήν, μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος χειριζόμενον τὸν λόγον. Μὴ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησίν μου. Βεβαίως ἐγὼ εἶμαι πολὺ ἐπιεικὴς εἰς διακοπάς, ἀλλ’ εἰς διακοπάς, αἱ ὁποῖαι εἰσέρχονται ἐντὸς τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πραγματεύομαι, καὶ ὄχι εἰς διακοπάς, αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ μὲ παρασύρωσιν ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἢ κατ’ ἄλλην διεύθυνσιν, ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀκολουθῶ. Ποῦ ἑδρεύει λοιπὸν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου; Ἑδρεύει ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει, διότι δὲν δύναται, παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἕν Σῶμα, ἀρχηγὸν ἔχον τὸν ἀρχαιότερον τοῦ ἐπιτελικοῦ Σώματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λοιπὸν θέλει πληροφορηθῆ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν παρασκευάζεται ὁ στρατὸς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν, ἃς αὐτὸς ἔχει, ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἑπομένως ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν πρῶτον νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, εἰς τὸν πρῶτον νόμον, ὅστις ἤθελεν, ὅπως ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία μὴ ἑδρεύῃ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλὰ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει.
§130Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸν τροποποιημένον;
§131Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι, τὸν πρῶτον.
§132Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αὐτὸς κατηργήθη.
§133Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπανέρχεται.
§134Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§135Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπανέρχεται, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἀντισυνταγματάρχης ἑδρεύει παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, παρὰ δὲ τῇ Γενικῇ Διοικήσει ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης.
§136Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ στηρίζεται εἰς τὸν νόμον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ», τὸν ὁποῖον ἐψήφισαν ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες.
§137Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Προσέξατε ὀλίγον, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἔχετε ἀντισυνταγματάρχην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, συνταγματάρχην ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει· ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ὑπάρχει ἱεραρχία, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ ἀνώτερος εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Σώματος, ἄρα ἀρχηγὸς καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἔχει δὲ ἡ ἱεραρχία αὕτη μεγίστην σπουδαιότητα· τοσοῦτο δὲ μᾶλλον ἔχει μεγαλειτέραν σπουδαιότητα καὶ τοσοῦτο μᾶλλον πρέπει νὰ ἦναι συνεσφιγμένη ἡ ἱεραρχία αὕτη καὶ ἡ πειθαρχία ἐν τῷ Σώματι τούτῳ, καθόσον τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα οὗτοι πραγματεύονται, καὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι, δὲν εἶναι ἔργα ἁπλοῦ στρατιώτου, ἐκ τῶν κανονισμῶν ὁριζόμενα, ἀλλ’ εἶναι ἔργα ἐξ ἄλλων περιστάσεων ἐπιβαλλόμενα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις· διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ πειθαρχία, ἐπιβαλλομένη οὐχὶ διὰ τῆς ἐξ ἱκανότητος ὑπεροχῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦ βαθμοῦ, ἐν δειναῖς στιγμαῖς χαλαροῦται, εὑρίσκει δὲ τότε ἕκαστος καιρὸν καὶ τρόπον νὰ ἐφαρμόζῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἰδέας, καὶ οὐχὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουσιν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας. Ρίπτετε λοιπὸν εὐθὺς ἀμέσως τὸν σπόρον τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ σώματος τούτου, θέτοντες τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ οὐχὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλ’ ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι θέλετε ἀποστέλλει ἐκ περιτροπῆς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτελείου, ἵνα ἀσκῶνται εἰς τὰ Σώματα. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι νέα· καὶ ἄλλοτε, ὅτε εἴχομεν Σῶμα Ἐπιτελικόν, πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελείου ἐπανήρχοντο καὶ μετέβαινον παρὰ τοῖς Σώμασιν ἐκ περιτροπῆς καὶ ἐξετέλουν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ποίαν ὑπηρεσίαν ἐξετέλουν; Ὑπηρεσίαν ξενιζομένου, καὶ μᾶλλον εἰπεῖν διῆγον ὡς ἐν διακοπαῖς. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ὀνόματα οὔτε ζώντων οὔτε νεκρῶν· διότι ζῶν μὲν εἶναι εἷς καὶ μόνος, ἔχω δὲ πολλοὺς νὰ μνημονεύσω, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον λαμπρὰν χρῆσιν τῶν διακοπῶν αὐτῶν καὶ ἐν τῷ Σώματι τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἐν τῷ τοῦ πεζικοῦ. Τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ οὔτε διὰ τῶν 24 προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁρίζετε ἐν ἄρθρῳ 3, οὔτε ἐὰν διπλασιάσητε τὸν ἀριθμόν. Καὶ οὐ μόνον ὡς Σῶμα δὲν θέλει ἐπαρκέσει, ἀλλ’ οὐδὲ κατ’ ἄτομον θέλει εἶσθαι ἐπαρκές. Ἐὰν ἀφήσητε τὴν θύραν ἀνοικτὴν εἰς τοὺς ἐν τῷ στρατεύματι ἀξιωματικούς, ἐλπίζοντας ἐπὶ τὴν διάκρισιν τοῦ νὰ λάβωσιν ἓν πτυχίον, πτυχίον ἱκανότητος ἐκτελέσεως ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας δι’ ὡρισμένον βαθμὸν καὶ δι’ ὡρισμένην διάρκειαν, θέλετε φιλοτιμήσει τοὺς ἀξιωματικούς, ἵνα ποικιλοτρόπως ἀσχοληθῶσι καὶ συμπληρώσωσι τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας κατέχουσι, καὶ ἀποκτήσωσι νέας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιτύχωσι τὸ ἓν ἔτος, θὰ ἐπιτύχωσι τὸ ἕτερον, ἐξ οὗ θέλει γεννηθῆ εὐγενής, ἀλλὰ καὶ διηνεκὴς ἅμιλλα. Ἀφ’ ἧς ὅμως εἰσέλθωσιν εἰς τὸ πρυτανεῖον ἡ ἅμιλλα αὕτη μεταβάλλεται εἰς ἀνάπαυσιν, καὶ ἀνάπαυσιν μετὰ διακοπῶν. Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, τῆς καθαρῶς στρατιωτικῆς, τῆς ἀντιλήψεως τῶν κινήσεων, τοῦ κανονισμοῦ τῶν πορειῶν, τῶν ἐφοδιοπομπειῶν καὶ ἐν γένει πάσης ἀναχορηγήσεως τροφῶν, ὑλικοῦ πολέμου καὶ λοιπῶν, ἔχει καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων νὰ μεριμνήσῃ, δι’ ὃ καὶ συμπληροῦται δι’ ἀξιωματικῶν εἰδικῶν, ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ, ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ· ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι οὐδὲν ἄλλο πράττουσι, παρὰ μόνον μεριμνῶσιν, ὅπως τὰ τμήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν μονάδα, στρατιὰν ἢ Μεραρχίαν, ἐκτελῶσι τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐπιτελείου. Καὶ φέρω ἓν παράδειγμα. Ἐὰν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἔκρινε, μετὰ μελέτην τοπογραφικὴν ἀναγκαίαν, ὡς χρήσιμον τὴν τάδε ἐφαρμογὴν τακτικῶν ἐνεργειῶν, αἱ δὲ τακτικαὶ αὗται ἐνέργειαι ἀπαιτοῦσιν ἐνίσχυσιν θέσεων δι’ ὀχυρωματικῶν ἔργων, ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, ὁ εὑρισκόμενος πλησίον τοῦ ἀρχηγοῦ, θὰ μεριμνήσῃ, ὥστε διὰ τοῦ τμήματος τοῦ μηχανικοῦ, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ στρατεύματος, νὰ ἐκτελεσθῶσι μόνον ἁπλῶς καὶ ἀκριβῶς αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐπιτελείου. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ὅταν λέγω αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐπιτελείου, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ παρ’ οὐδενός, καὶ πρὸ πάντων παρ’ ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ, διότι ἐννοῶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν τοῦ Ἐπιτελείου ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς διαταγῆς τοῦ διοικοῦντος τὸ στράτευμα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, τῶν εἰδικῶν, τοῦ μηχανικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ οἰκονομικοῦ ἢ τοῦ πεζικοῦ, γνώσεις εἰδικὰς διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀξιοῦμεν μόνον παρ’ αὐτῶν νὰ ἐκτελῶσι τὰς διαταγάς, αἱ ὁποῖαι θὰ δίδωνται πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ τῶν εἰδικῶς περὶ ταῦτα ἀσχολουμένων. Διὰ τοῦτο ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν πρέπει διὰ μακρῶν νὰ παρασκευάσωμεν. Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ δοκιμασίαι πρὸς εἰσαγωγὴν ἐν τῷ Σώματι τῶν Ἐπιτελῶν, ἀλλὰ χρειάζεται διαρκῶς οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι νὰ ἐξακολουθῶσι μορφούμενοι καὶ συμπληροῦντες τὰς γνώσεις των. Ἄλλως ὁ ἀνθρώπινος βίος, αἱ βιωτικαὶ περιστάσεις προκαλοῦσι πολλάκις τῆς θελήσεως ἐλάττωσιν καὶ τῆς φιλοπονίας μείωσιν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχητε ἀξιωματικοὺς τῶν Ἐπιτελῶν μὲ μειωμένην τὴν φιλοπονίαν, μὲ ἠλαττωμένην τὴν θέλησιν, ἔστι δ’ ὅτε καὶ μὲ ἠλαττωμένην τὴν ἀντίληψιν, χωρὶς νὰ ἦναι ἡ μείωσις αὕτη καὶ ἡ ἐλάττωσις τοιαῦται, ὥστε νὰ σᾶς δώσωσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπομακρύνητε ὁριστικῶς τοὺς βεβλαμμένους αὐτοὺς τροχοὺς ἀπὸ τῆς μηχανῆς, καὶ ν’ ἀντικαστήσητε αὐτοὺς δι’ ἄλλων, θὰ διατηρήσητε κατ’ ἀνάγκην αὐτοὺς ἐν ταῖς τάξεσι, καὶ θὰ ἦσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς ἔχητε διαρκῶς. Διότι οὐδόλως στηρίζομαι εἰς τὴν διάταξιν, ἥτις περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δι’ ἧς ὁ Γενικὸς Διοικητὴς δύναται νὰ προτείνῃ τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν εἰς τὸ Σῶμα, ἐξ οὗ προέρχονται· ἐνῷ, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ μικτὸν σύστημα, καθ’ ὃ, ληξάσης τῆς περιόδου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ, δύναται οὗτος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, τὴν ἐν τῷ πεζικῷ ἢ τῷ μηχανικῷ ἢ τῷ πυροβολικῷ, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἦναι ἐπαρκὴς, διότι ἡ ἔντασις τῶν δυνάμεων καὶ ἡ διανοητικὴ ἐργασία ἐκεῖ δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵα ἀπαιτεῖται εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦναι καλλίτερον. Ἐπειδὴ δὲ, πτωχὸν, ὡς εἶναι, τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ μετὰ μίαν μικρὰν ἐλάττωσιν ἱκανότητος ν’ ἀπορρίπτῃ ὡς ἄχρηστον σκεῦος τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀλλὰ πρέπει νὰ θέτῃ τοῦτο ὅπου εἶναι καταλληλότερον καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, διὰ τοῦτο καὶ λόγῳ οἰκονομίας δὲν δυνάμεθα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, μόλις ἴδωμεν κατά τι μειουμένην τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἐπιτελέως, νὰ τὸν ἀποβάλλωμεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως καὶ κατὰ τοῦτο τὸ μικτὸν σύστημα εἶναι ὀρθότερον. Δὲν προσαρμόζεται λοιπὸν οὔτε πρὸς τὸν πτωχὸν ἡμῶν τόπον, οὔτε πρὸς τὸν μικρὸν ἡμῶν στρατὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προβάλλετε. Ἀλλὰ προβάλλω καὶ ἕτερον ἐρώτημα. Εἰσάγετε δώδεκα ἄτομα εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν. Διατὶ δὲν εἰσάγετε 24; Διατὶ δὲν ἐκλέγετε μετὰ δύο ἔτη καὶ τοὺς 24, ἐπαναφέροντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐκρίθησαν ἱκανοὶ νὰ προσληφθῶσιν ὡς Ἐπιτελεῖς ἀξιωματικοί; καὶ διατὶ δὲν τοῖς δίδετε ἓν πτυχίον προσωρινὸν, μέχρις ὅτου ἔλθωσιν ὁριστικῶς διὰ διαγωνισμοῦ καὶ ἀποδείξωσιν, ὅτι κέκτηνται τὰ προσόντα ταῦτα; Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ ἔχω ἄλλην γνώμην. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλλωνται οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς ἐξετάσεις, ἀλλ’ ἐνισχύων τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, προσθέτω, ὅτι ἡ δοκιμασία δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνηται διὰ συγκριτικῆς ἐξετάσεως. Εἰς τὰ Γερμανικὰ Πανεπιστήμια δὲν ὑποβάλλονται εἰς τοιούτου εἴδους ἐξετάσεις οἱ ὑποψήφιοι διδάκτορες, ἀλλὰ δίδεται αὐτοῖς ὡρισμένον θέμα πρὸς μελέτην, καὶ ἂν κριθῶσιν ἱκανοὶ ἐκ τῆς μελέτης ταύτης, λαμβάνουσι τὸ δίπλωμα τοῦ διδάκτορος. Διατὶ λοιπὸν νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς ἐξετάσεις τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὡς εἰ ἦσαν παιδάρια τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν θέματα εἰς αὐτοὺς, σχετικὰ πρὸς τὰς βλέψεις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα νὰ πραγματευθῶσιν ἐπὶ χρόνον μακρὸν, καταδεικνύοντες οὕτω τὰς γνώσεις καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτήσῃ τις: «ἐὰν ἐπωφεληθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν γνώσεων ἄλλων;» Τοῦτο εἶναι σπάνιον νὰ πραγματοποιηθῇ. Διότι ἡ πραγμάτευσις θέματος, ὁποῖον ἐγὼ ὑπονοῶ, δὲν ἀπαιτεῖ γνώσεις μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐργασίαν, καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἀκριβῶς θ’ ἀποδειχθῶσιν αἱ γνώσεις. Ἀπαράλλακτα, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν π. χ. ἀναθέτει εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ἀφοῦ δώσῃ εἰς αὐτὸν ὀλίγας γραμμὰς, νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον, ἢ μίαν ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς τελωνειακοὺς π. χ. ὑπαλλήλους· ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν δύναται νὰ γράψῃ ἐπὶ τοῦ γόνατος, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, μίαν ἐγκύκλιον, ἢ νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ὅλους τοὺς σχετικοὺς νόμους, οἵτινες ὑπάρχουσι, νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐκ παραλλήλου, νὰ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας καὶ πλεῖστα ἄλλα ζητήματα, καὶ εἶτα νὰ ὑποβάλῃ μίαν ἔκθεσιν, μίαν ἐγκύκλιον, ἓν νομοσχέδιον, ἢ ἓν σχέδιον Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ἀπόρροια μακρᾶς ἐργασίας. Ἐφαντάσθη τίς ποτε ἐπὶ τούτου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἢ τὸ Διάταγμα ἢ τὴν ἐγκύκλιον συνέταξεν ἄλλος καὶ ἔδωκε πρὸς αὐτόν; Ἀλλὰ τότε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐνταῦθα καταθέτομεν ὡς Ὑπουργοί, ὅτι ταῦτα συνέταξαν ἄλλοι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα οὔτε νὰ ὑποθέσωμεν, οὔτε νὰ πιστεύσωμεν ποτέ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διαγωνίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς παιδάρια τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάζωνται μετὰ τὸ πέρας τῶν μελετῶν, τῶν δοθησομένων πρὸς αὐτούς, καὶ ἐν γένει πάσης μελέτης ἢ ὑπηρεσίας, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ κρίσις. Ἡ μελέτη αὕτη πρὸς δοκιμασίαν ἀπαιτεῖ πολλὴν ἐργασίαν καὶ ἔσεται μακρὰ, οὐδεὶς δὲ θὰ ἦναι διατεθειμένος νὰ ὑποβληθῇ εἰς τόσους κόπους χάριν ἄλλου. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἂν εὕρητε προθύμους νὰ ἐργασθῶσι τοσούτους, ὅσων ἔχετε ἀνάγκην. Ἀλλὰ θέλετε νὰ στρατολογήσητε τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, ὡς ἄλλοτέ ποτε κατηρτίσθη; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες εἶχον κληθῆ ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας· καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πεζικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ εἶχον προσληφθῆ εἰς αὐτήν! Ἀλλ’ εἴδομεν τότε τὸ γενόμενον, καὶ ᾐσχύνθημεν διὰ τοῦτο. Εὐτυχῶς ἔσπευσε τὸ Κράτος, ὠθούμενον ἐκ τοῦ βάρους τῆς ἀποτυχίας, νὰ καταργήσῃ τὸ Ἐπιτελικὸν ἐκεῖνο Σῶμα, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὰ Σώματα, ὅθεν προήρχοντο. Ἀλλὰ τώρα ἐρχόμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸ σφάλμα! Ἐγώ, Κύριοι, θὰ ἐκφράσω μίαν εὐχήν. Μὴ σπεύδετε καὶ ῥίπτετε ἀθρόαν ὕλην εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παρασκευασθῇ, ὅπως ἀκούσῃ τὰς γνώμας ὑμῶν. Ἄλλως, ἐὰν θέλητε νὰ νομοθετήσωμεν κατὰ τρόπον τυπικόν, βεβαίως θὰ ἦναι ἡ τελευταία φορά, καθ’ ἣν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Θ’ ἀφήσω ἐλευθέραν τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἵνα, ὅταν, ὃ μὴ γένοιτο, φθάσωμεν εἰς ἀπευκταῖον τέλος, τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰς εὐθύνας φέρητε ὑμεῖς ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ ἔθνους, διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας ταύτης θὰ ὦσι λυπηρά. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω σκοπὸν κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐξακολουθήσω συζητῶν, ἐὰν αἱ συζητήσεις δὲν πρόκηται νὰ φθάσωσιν εἰς θετικὸν καὶ ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα.
§138Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν κύριον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν. Δὲν θέλω ἀμφισβητήσει τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του, διότι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἕκαστος βεβαίως ἔχει τὴν γνώμην του, ἀναλόγως τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε· σχηματίζει μίαν ἰδέαν ἕκαστος ἐπὶ ἑκάστου θέματος, καὶ ἐκθέτει τὰ πράγματα, ὡς αὐτὸς τὰ βλέπει. Κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ τὸ ἐννοήσῃ, εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι δύναταί τις νὰ ἐγγυηθῇ ἐδῶ μὲ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι παρεσκεύασαν;
§139Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶπον διὰ μακρῶν, κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ γείνῃ ἡ δοκιμασία τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι θέσιν ἐπιτελικὴν, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ὡς παιδάρια νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, ἀλλὰ διὰ μακρᾶς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐργασίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ ἄλλος τις δι’ αὐτούς. Καὶ σχετικῶς πρὸς αὐτὰ ἔκαμα μίαν παραβολήν. Ἐὰν ὑμεῖς θέλητε νὰ στηριχθῆτε εἰς τὴν παραβολήν, ἄλλος ὁ λόγος.
§140Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ παίρνω ἐπάνω μου τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠρνήθην, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη παρεσκευάσθη εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸ εἶπον, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω.
§141Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ἂν δὲν τὸ ἐλέγετε, θὰ ἦτο εἰς ἡμᾶς καταληπτόν. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ σᾶς κολακεύσω, ὅτι θὰ ἦσαν καλλίτερα τὰ νομοσχέδια, ἐὰν ὑμεῖς ἠθέλετε τὰ συντάξει.
§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐργασία ἐγένετο εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ δὲν αἰσθάνομαι τὴν παραμικρὰν ἐνόχλησιν, ἐπαναλαμβάνων αὐτὸ ἑκατοντάκις. Καὶ ἰδοὺ διατί. Διότι ἡ ἐργασία αὕτη ἐστάλη εἰς ἐμὲ ἀνυπόγραφος ἐντελῶς. Ταύτην ἐμελέτησα καὶ ἐβασάνισα καὶ μόνος καὶ μετὰ τῶν τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν δὲ τὴν παρουσίασα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ἀποτελῶ μέρος αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐργασία αὕτη συνεζητήθη, ἐμελετήθη καὶ ἐτροποποιήθη, τότε ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου, καὶ δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω, ὅτι υἱοθέτησα τὴν ἐργασίαν ταύτην, ὅπως δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι δύναμαι νὰ υἱοθετήσω καὶ τὴν ἐργασίαν, ἣν παρεσκεύασεν ὁ ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ κ. Βάρβογλης περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, — ἐργασίαν τὴν ὁποίαν παρέδωκα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — ὅπως δὲν ἤθελον διστάσει νὰ παραδεχθῶ καὶ τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἐὰν τὸ εὕρισκον, ὡς σᾶς ἀνήγγειλα, ἀλλὰ δὲν τὸ εὗρον.
§143Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δι’ αὐτὸ συνειργάσθην μετὰ τοῦ κ. Βάρβογλη καὶ ἄλλων εἰδικῶν.
§144Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν βλέπω λοιπὸν, κατὰ τί θὰ στενοχωρηθῶ, ἀφοῦ ἔλαβον ἐργασίαν τοῦ κυρίου Βάρβογλη, νὰ εἰσαγάγω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἰδική μου, διότι τὸ θεωρῶ ἐγωϊστικὸν νὰ σφετερισθῶ ταύτην. Πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια ταῦτα σχετίζονται μεταξύ των, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι ἠναγκασμένος, καίτοι δὲν ἦλθεν ἡ σειρά του, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μὲ τὴν χεῖρά μου ἔγραψα καὶ προσέθηκα τὸ ἀκόλουθον τελευταῖον ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἅρθρον ἀκροτελεύτιον. Καταργοῦνται οἱ νόμοι ΑΛΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882, ΑΡϞΑʹ τῆς 30 Μαρτίου 1884 (καὶ ἄλλοι ὀκτὼ μεταγενέστεροι, ἐν ὅλῳ δέκα), ὡς καὶ πᾶσα προγενεστέρα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον. Ἐκ τῶν νόμων ͵ΒΨʹ τῆς 25 Μαρτίου 1900 καὶ ͵ΒϠΟΖʹ τῆς 9 Ἰουλίου 1903 μένουσιν ἐν ἰσχύϊ μόνον αἱ διατάξεις τῶν σχετικῶν ἄρθρων περὶ διοικήσεως, περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν (δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας), περὶ τῶν προτάσεων τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ περὶ ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν μεράρχων καὶ τῶν ταξιάρχων.» Αὕτη εἶναι ἐργασία, τὴν ὁποίαν σεῖς παρεσκευάσατε καὶ ἐψηφίσατε, καὶ ἐπὶ τῆς ἐργασίας ταύτης ἐγὼ προσήρμοσα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῶν γραφείων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεμίαν αἰσθάνομαι στενοχωρίαν νὰ ἐπαναλάβω τὸ πρᾶγμα ἑκατοντάκις.
§145Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπάρχει τις τῶν νῦν ἢ καὶ τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ὅστις νὰ δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι μόνος αὐτὸς συνέταξε ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν; Πάντοτε οἱ τμηματάρχαι τὰ συντάττουσι.
§146Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεὶς τμηματάρχης εἰργάσθη ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μου νομοσχεδίων.
§147Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀποτελεῖτε ἐξαίρεσιν. Ἂς τὸ βεβαιώσῃ καὶ δεύτερος.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε συνέταξαν ἄλλοι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
§150ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, αὔριον.
§151ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου ὁ κύριος Τσαμαδὸς, καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ ἄλλος, ἐκτὸς μόνον τοῦ κυρίου Τσαμαδοῦ.
§153Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ἀναβάλλω.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§155Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καιρός, κύριε Πρόεδρε, νὰ φύγωμεν.
§156ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ φύγωμεν, κύριε Πρόεδρε· εἶναι 9 ἡ ὥρα.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.
§158ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν παράπονον καθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ προτείνομεν νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ αὔριον ἐξακολουθοῦμεν.
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις.
§160Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§161Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Μάλιστα.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)