1903.05.17
2,814 rows · 22,326 words · 149 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
τῆς 17 Μαΐου 1903.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ., παρόντων 143 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας μετὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, τῆς ἀνακηρυττούσης βουλευτὴν Τριχωνίας τὸν κ. Ἀλέξανδρον Στάϊκον. Παρακαλεῖται τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθῃ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Ὁ κ. Ἀλέξανδρος Στάϊκος παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ, ἵνα ὁρκισθῇ. (Προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Τριχωνίας κύριος Ἀλέξ. Στάϊκος). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, βελτιουμένων κατὰ τὸ δυνατὸν τῶν ὅρων αὐτῆς. Ὅμοιον τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν καὶ περιχώρων. Ἀναφορὰν τῶν σταφιδοκτημόνων Ἄργους, παραπονουμένων, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Ἀργολίδος κατετάχθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου εἰς τὴν πέμπτην καὶ ἕκτην κατηγορίαν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν τρίτην. Τηλεγράφημα τοῦ Αἰμιλίου Βερμὲ ἐκ Κερκύρας, διαμαρτυρομένου διότι συνελήφθη τῇ αἰτήσει τοῦ αὐτόθι προξένου τοῦ Βελγίου, χωρὶς οὐδὲν νὰ διαπράξῃ ἔγκλημα ἐν Βελγίῳ. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σουλέμπεη τοῦ δήμου Ἐλατείας τῆς Λοκρίδος, ἐπικαλουμένων τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ ἐπελθούσῃ αὐτοῖς συμφορᾷ ἐκ τῆς ὑπὸ χαλάζης καταστροφῆς τῶν δημητριακῶν αὐτῶν καρπῶν καὶ τῶν ἀμπέλων.
§2Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν χθεσινήν, ἀπευθύνεται δὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὃν παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κύριος Κοκκέβης κατέθηκεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως «νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἔχει διορισθῆ Γενικὸς Γραμματεὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, πῶς ὀνομάζεται οὗτος καὶ κατὰ ποίας ὥρας ἐργάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 36,435.90 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». Ὡσαύτως εἰσάγω δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τό τε νομοσχέδιον καὶ ἡ δήλωσις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν του, ἡ δὲ δήλωσις θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 470 καὶ 471).
§6ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Λομβάρδου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀνδρέας Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δήλωσις, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως παύσῃ πᾶσα ἐπερώτησις καὶ ἀνασταλῇ προσωρινῶς ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος, νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ὠφέλιμος καὶ πρακτική...
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποτὲ δὲν ἐγένετο τοῦτο, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασταλῇ ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων.
§10Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἐννοῶ, ἤτοι τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως· πρὸς τοῦτο δὲ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντα ἄλλον, τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ ἠδύνατο νὰ εἰσακουσθῇ, νὰ ἀπευθύνῃ παρομοίαν παράκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἕως ὅτου ἐξέλθωμεν τῆς καταστάσεως ταύτης· διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰργάσθη ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν κατέληξεν ἀποτέλεσμα μέχρι τοῦδε, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖται αὐτὴ ἡ κατάστασις, αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ ἡ προσοχὴ τοῦ λαοῦ ἐκείνου εἰς τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὡς ἄγκυραν σωτηρίας καὶ ὡς μέσον δυνάμενον νὰ λυτρώσῃ αὐτὸν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξεμεταλλεύθησαν μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντα ἄλλον, τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ δύναται νὰ εἰσακουσθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον.
§12Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺν χρόνον. Ἁπλῶς μόνον, ἐπειδὴ γίνεται πολὺς λόγος περὶ ἐκτελεσθεισῶν ἀσκήσεων ἐκ μέρους τῆς ἐνταῦθα φρουρᾶς, καὶ ἐπειδὴ αἱ ἀσκήσεις ἐν γένει εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς ἱκανότητος τοῦ στρατεύματος, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνουσι τοὺς φόρους διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, αὐτὴν τὴν περίστασιν εὑρίσκουσιν, ἵνα βεβαιῶνται, ἂν οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρώνουσι διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατεύματος, ἤτοι τὰ ἔξοδα, ἅτινα γίνονται δι’ αὐτὸν, δικαιολογοῦνται πληρέστατα, δι’ αὐτὸ, ἐπειδὴ ἐπληροφορήθην, ὅτι τοιαῦται ἀσκήσεις πρόκειται νὰ γείνωσι καὶ εἰς τὰς ἄλλας φρουρὰς, θὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν αἱ ἀσκήσεις αὗται θὰ ἔχωσι τὸν τύπον μεγάλων ἀσκήσεων, ὡς εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου γίνονται αἱ φθινοπωριναὶ ἀσκήσεις, ἐνταῦθα δὲ αἱ ἐαριναὶ ἀσκήσεις, διότι ἐνταῦθα κατὰ τὸ θέρος μόνον εὑρίσκεται ἔδαφος κατάλληλον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ ὑφίσταται πολλὰς δαπάνας ἕνεκα τῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰς διαφόρους ἀγροζημίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως θὰ εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος, διότι αὐτὸς ἐξέδωκε τὴν διαταγὴν περὶ χορηγίας τῶν πυρομαχικῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰς ἐκτελεσθείσας ἀσκήσεις. Ἐπερωτῶ λοιπὸν αὐτὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν αἱ ἀσκήσεις αὗται θὰ ἔχωσι τὸν τύπον τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, ἢ θὰ ἔχωσι τὸν τύπον θεατρικῶν ἁπλῶς ἐπιδείξεων, διὰ νὰ λέγηται, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν γίνονται μεγάλαι ἀσκήσεις τοῦ στρατεύματος. Περιμένω νὰ ἀκούσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ λάβω κατόπιν τὸν λόγον.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαιῶ τὸν συνάδελφον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν μὲ κατέλαβε τοιαύτη ἰδέα, καὶ δὲν ἠσθάνθην ποτὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συναγωνισθῶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας ἐπάγγελμα ἔχουσι τὴν στρατιωτικὴν τέχνην.
§14Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἴπετε τὴν ἄλλην φορὰν, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ διδαχθῆτε.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου· ἐπὶ τῶν ἀσκήσεων ὅμως τῶν στρατιωτικῶν εἶμαι τόσον ἀμαθὴς, ὥστε ἴσως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῶ. Ἐν τοσούτῳ θέλω ζητήσει παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου πληροφορίας, καὶ θέλω ταύτας μεταδώσει.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§17Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω καὶ πάλιν περὶ τῶν ἐν τῇ Διεθνεῖ Ἐκθέσει ἐπιτετραμμένων τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐκθεμάτων, οἵτινες, ὡς φαίνεται, ἐκμεταλλεύονται τὴν ἐντολήν των, λαμβάνοντες ἰδιαιτέρας χρηματικὰς ἀμοιβὰς παρὰ τῶν ἐκθετῶν, ἵνα παραχωρῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰς ἐπιφανεῖς θέσεις, διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται ἡ διαγωγὴ αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἐκθεμάτων τοῦ συγγενοῦς μου. Μετέβησαν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκθέσεως μετὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ Διευθυντοῦ αὐτῆς, καὶ παρεκάλεσαν τὸν συγγενῆ μου νὰ στείλῃ ἐκθέματα εἰς τὴν Ἔκθεσιν, ἔφεραν δὲ μεθ’ ἑαυτῶν καὶ τὸ σχέδιον τῆς Ἐκθέσεως, καὶ συνεφωνήθη ἐκεῖ καὶ ὡρίσθη ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐτίθεντο τὰ ἐκθέματα αὐτοῦ. Καὶ ἀπέστειλεν ἐδῶ ὁ συγγενής μου τὰ ἐκθέματα δι’ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, ὅστις ἐτοποθέτησε ταῦτα, ἢ ἐπὶ παρουσίᾳ αὐτοῦ ἐτοποθετήθησαν ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὰ τῆς Ἐκθέσεως εἰς τὴν θέσιν, ἥτις συνεφωνήθη καὶ ὡρίσθη νὰ τοποθετηθῶσι, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Ἔκθεσιν 600 δραχμὰς, διὰ χῶρον 8 μέτρων. Αἴφνης ὅμως τὰ ἐκθέματα ταῦτα ἀφῃρέθησαν ἐκ τῆς θέσεως τῆς ὡρισμένης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τοποθετηθῆ, καὶ ἐρρίφθησαν εἰς μίαν γωνίαν σκοτεινὴν αἰθούσης τινός, ἐνῷ, καὶ ἂν παρίστατο ἀνάγκη νὰ μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλην αἴθουσαν, ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν εἰς θέσιν ἐπιφανῆ, διότι εἶχον τὴν προτεραιότητα, καθόσον εἶναι τὰ πρῶτα ἐκθέματα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἔκθεσιν, καὶ εἶναι τὰ ἄριστα τοῦ εἴδους των, προϊόντα τῆς ταπετσαρίας τοῦ πρώτου ἐν τῇ Ἀνατολῇ καταστήματος. Τὰ παράπονά μου περὶ τούτου ἀπέρριψαν μετ’ αὐθαδείας οἱ διευθύνοντες τὴν Ἔκθεσιν, ὁ δὲ παρὰ τῇ Ἐκθέσει ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνεργήσῃ τίποτε. Μὴ ἔχων ποῦ νὰ ἀποταθῶ πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀδίκου καὶ ἀτόπου τούτου, διαμαρτύρομαι ἐνταῦθα κατὰ τῆς ἀσυνειδησίας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ λέγω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ὁ ἐν τῇ Ἐκθέσει ἀντιπρόσωπός του δεικνύει ἀνικανότητα, διότι δὲν θέλει ἢ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, ὅπως μὴ γίνωνται τὰ ἄτοπα ταῦτα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρον τι κατὰ τῶν τοιούτων παρεκτροπῶν τῶν ἐν τῇ Ἐκθέσει.
§18ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἐπερωτᾷ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἔσπευσα καὶ ἔλαβον πληροφορίας, ἔμαθον δὲ παρὰ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ Ἐκθέσει, ὅτι ὄντως φιλονικία ἠγέρθη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐκθεμάτων, ἀλλὰ κατόπιν αὐτὸς ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ καταστήματος, περὶ οὗ πρόκειται, ἐδέχθη νὰ τοποθετηθῶσι τὰ ἐκθέματα ἐν ᾗ θέσει ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῶσι.
§19Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν ἦναι ἀκριβές, πάλιν θέλω ἐξετάσει.
§21Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐκθεμάτων, ὡρίσθησαν ἐν τῇ Ἐκθέσει αἴθουσαι, εἰς ἃς ἕκαστον ἔθνος θὰ ἐκθέσῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ ἐκθέματα. Οὕτω μία αἴθουσα ὡρίσθη διὰ τὰ Αὐστριακὰ ἐκθέματα, ἑτέρα διὰ τὰ Γαλλικά, ἄλλη διὰ τὰ Ἰταλικά, ἄλλη ἀναμὶξ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἄλλη διὰ τὰ Βελγικά, ἄλλη διὰ τὰ ἐκ Τουρκίας προερχόμενα, ἐν ᾗ πρόκειται νὰ τοποθετηθῶσι καὶ τὰ ἐκθέματα τοῦ συγγενοῦς τοῦ κυρίου συναδέλφου· ἀφοῦ δὲ ταῦτα εἶναι τὰ ἄριστα τοῦ εἴδους των, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ καταλάβωσι καλὴν θέσιν. Ὥστε αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἔρριψε κατὰ τῶν ὀργανωτῶν τῆς Ἐκθέσεως, εἶναι ἄδικοι καὶ σκληραί.
§22Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν τοποθέτησιν, εἶπον.
§23Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταξινόμησιν καὶ τοποθέτησιν, ἀκριβῶς ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ παράπονα καὶ μὴ ὑπάρξωσι συμφέροντα ἰδιαίτερα ἐν τῷ μέσῳ, ἐκαλέσαμεν ἐκ Βελγίου διακεκριμένον μηχανικόν, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλας Ἐκθέσεις διωργάνωσεν ἐν Εὐρώπῃ, ὅπως αὐτὸς ἐπιστατῇ· εἶναι δὲ ἄνθρωπος πεπειραμένος, εἰς πολλὰς Ἐκθέσεις διατελέσας ὀργανωτὴς καὶ ταξινόμος. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ καλαισθησία τούτου εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν θὰ ἀδικήσῃ τὰ ἐκθέματα τοῦ συγγενοῦς τοῦ κ. συναδέλφου, ὃν παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσῃ, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ μεριμνήσῃ, θὰ μεριμνήσω δὲ καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.
§25Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης ἀπὸ πολλοῦ μένει ἀργόν· τοὐλάχιστον πολιτικὰς ὑποθέσεις ἔχει νὰ δικάσῃ πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ ὑπάγονται τέσσαρα Πρωτοδικεῖα. Ὁ κόσμος παραπονεῖται, καὶ ἐπανειλημμένας ἀναφορὰς ὑπέβαλε περὶ τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ οὐδεμία ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀκόμη θὰ συνεδριάσωσι τὰ Δικαστήρια, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πέμψῃ εἰς Λάρισαν ἕνα ἐφέτην, ἵνα συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐφετείου καὶ δικάσωσιν οἱ ἄνθρωποι τὰς ὑποθέσεις των. Λάβετε δὲ ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν σας, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐκ τῶν δύο δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖ, ὁ εἷς ἀπασχολεῖται εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, ὁ δὲ ἕτερος μόνος μετὰ τοῦ Προέδρου δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ἀσθενήσῃ τις ἐξ αὐτῶν.
§26Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ μέτρον, ὅπερ ἐλήφθη διὰ τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, θὰ ληφθῇ ἐκτάκτως καὶ διὰ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης, ἕως ὅτου κατὰ τὰς διακοπὰς δυνηθῶμεν νὰ διακανονίσωμεν τὸ προσωπικὸν ὅλων τῶν Δικαστηρίων.
§27ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὐδὲν Ἐφετεῖον εὑρίσκεται εἰς ἣν κατάστασιν τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου. Εἶναι τὸ μόνον Ἐφετεῖον, τοῦ ὁποίου τὸ προσωπικὸν δὲν ἐπαρκεῖ ποσῶς εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ Ἐφετείου. Ἀναφέρω δὲ τοῦτο μόνον, ἵνα κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο: Ὑπῆρχον προτετιμημέναι ὑποθέσεις εἰς ῥητὴν ἡμέραν, καὶ αὗται δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν οὔτε ἐντὸς ἔτους! Δὲν δικάζει δὲ πλέον τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου διὰ προτιμήσεως ὑποθέσεις· διὰ νὰ κατορθώσῃ δὲ νὰ φθάσῃ εἰς ἐνημερότητά τινα, συζητεῖ τακτικῶς μόνον ἐκ τοῦ πινακίου, χωρὶς νὰ χορηγῇ ἀναβολήν, οὕτω δὲ θὰ φθάσῃ εἰς ἐνημερότητα διὰ τῆς διαγραφῆς πολλῶν ὑποθέσεων. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου εἶναι δυσανάλογον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη συμπληρώσεως καὶ μεταβολῆς τινος εἰς τὸ προσωπικὸν, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ ᾖναι τὸ Ἐφετεῖον ἐνήμερον. Μετὰ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν τὸ τοῦ Ναυπλίου εἶναι τὸ μεγαλείτερον, ἀλλὰ καὶ τὸ μόνον, ὅπερ καθυστερεῖ· ἐφέσεις δὲ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν κοινοποιηθεῖσαι καὶ ἐγγραφεῖσαι, ἔκτοτε δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ οἰκονομία τις, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς ἐνημερότητα διὰ προσωρινῆς προσθήκης ἐφετῶν ἐντεῦθεν εἰς Ναύπλιον ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας; Πρέπει τέλος πάντων νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου· διότι, ἐὰν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἢ Λαρίσης ὑπάρχωσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, αὐταὶ ἴσως εἶναι 50 ἕως 100, ἐνῷ εἰς τὸ Ναύπλιον ὑπάρχουσι χιλιάδες τοιούτων. Ἐσταμάτησεν ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον!
§28Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου. Ἀληθῶς, ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, εὗρον, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου εὑρίσκετο εἰς καταπληκτικὴν καθυστέρησιν, διότι μένουσι πλέον τῶν 2,000 ὑποθέσεων ἐκκρεμεῖς. Ἐκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ἵνα συνεννοηθῶμεν περὶ τῆς ἐνημερότητος τοῦ Ἐφετείου ἐκείνου· προσέθεσα δὲ καὶ δύο ἐφέτας ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων καὶ μᾶλλον ἐργατικῶν, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ δυνηθῶ καὶ νέους ἐφέτας νὰ προσθέσω. Ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, συνεννοούμενος μετὰ τῶν δικαστῶν, θέλει συντελέσει καὶ αὐτὸς εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τοῦ τρόπου τῆς διαδικασίας, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, πρὸς τὸν τῶν ἄλλων Ἐφετείων, διότι οὗτος εἶναι διάφορος ἐν Ναυπλίῳ, κυρίως ὡς πρὸς τὰς ἐφέσεις ἐπὶ προδικαστικῶν ἀποφάσεων.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§30Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὅστις ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, δὲν ἐταξείδευσε διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐκεῖνος μόνος δὲν ἤκουσε τὰς παρακλήσεις τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ἐν τῇ Βουλῇ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τῶν δυστυχῶν τούτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σήμερον μόλις πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, μετ’ ὀλίγον δὲ γηράσκοντες θὰ μείνωσιν εἰς τοὺς δρόμους, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσι. Διὰ τοῦτο ἐγὼ μετ’ ἄλλων συναδέλφων συνετάξαμεν πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν καὶ ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν· παρακαλοῦμεν δὲ ἵνα ταχέως ψηφισθῇ, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ, οὐδένα ἄλλον ἔχοντες πόρον ζωῆς.
§31ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοιαύτη πρότασις νόμου ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου.
§32Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ταχέως. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ σιδηροδρόμου χρησιμεύουσιν, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους· εἶναι τάξις ἀνθρώπων πολυπληθὴς, καὶ νῦν μάλιστα, μὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, θὰ ᾖναι μεγαλειτέρα. Περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν. Ἐπίσης ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ βοσκησίμων γαιῶν τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Τροιζηνίας», καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς προτάσεως νόμου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἥ τε πρότασις νόμου καὶ ἡ τροπολογία θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ ἡ μὲν πρότασις νόμου θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της, ἡ δὲ τροπολογία θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς προτάσεως νόμου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 472 καὶ 473).
§34Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Χθές, ὁμιλήσας περὶ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Νέας Ὑόρκης ἐγκεκλεισμένων συμπολιτῶν μου, δὲν κατέθηκα τὰ ὀνόματα αὐτῶν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργήσῃ, ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι. Καταθέτω σημείωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν. Ὀνομάζονται Παναγιώτης Ἀρ. Τσουτσάνης, Ἰωάν. Κ. Πρέστας, Γεώργιος Γκαβέτσας, Νικόλαος Καρατζᾶς, Γ. Φουντάνας, Σταμάτιος Φουντάνας, Νικόλαος Μπάρλας, Κωνσταντῖνος Μπάρλας, Ἠλίας Καλαντζόπουλος καὶ Ἀνδρέας Χάντης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὥστε, καὶ ἂν σκέπτηται ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις νὰ στείλῃ τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς βιοπαλαιστὰς πάλιν εἰς τὴν πατρίδα των, νὰ μὴ τοὺς στείλῃ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασιν, καὶ νὰ τοὺς ἀφήσῃ ἐκεῖ, καθόσον μάλιστα τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐξ αὐτῶν ἐπώλησαν τοὺς βόας καὶ τὰς κατοικίας των, ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς Ἀμερικὴν πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Πρόκειται, ὡς μανθάνω, νὰ τοὺς ἀποστείλῃ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προλάβῃ. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχουσι πλέον ἑστίαν, αἱ ἐδῶ δὲ ἐργασίαι εἶναι ἐλάχισται ἀπέναντι τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν Ἀμερικῇ. Εἶναι ἐκτεθειμένοι ἐντελῶς, τὰ ἔξοδα, διὰ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, δὲν τὰ ἔχουσι, καὶ ἑπόμενον εἶναι νὰ τοὺς ῥίψωσι τοὺς δυστυχεῖς εἰς καμμίαν ἀκτὴν τῆς Εὐρώπης, ὅπου θὰ εὕρωσι τὸν θάνατον. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν. Περὶ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον χθὲς εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν τυγχάνουσι προστασίας, ἴσως κατὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου μου νὰ εἶπόν τι βαρύτερον τοῦ δέοντος, καὶ ἠναγκάσθητε νὰ ἀναλάβητε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου. Ἐν τούτοις ὅμως μοὶ μένουσιν ἀμφιβολίαι, μεθ’ ὅλην τὴν δήλωσιν ὑμῶν, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος δὲν τοῖς παρέσχε τὴν ἀναγκαίαν συνδρομήν. Μοὶ γράφουσι πολλά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἥκιστα κολακευτικὰ διὰ τὸν κύριον ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ πρόξενον, καθὼς καὶ διὰ τὸν ἐν Σικάγῳ τοιοῦτον. Μάλιστα διὰ τὸν Πρόξενον Σικάγου μοὶ γράφουσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καταγγελίαι παλαιαί, πρὸ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν. Ὑπάρχουσι καταγγελίαι κατ’ αὐτοῦ, ὅτι πιέζει τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας, ὅτι διῄρεσε τὴν κοινότητα, δημιουργήσας ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα. Ἴσως δέ, ἂν ἦτο παρὼν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον περὶ τούτου. Ἡ κοινότης ἀπέστειλε χρήματα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, διὰ ν’ ἀποσταλῇ ἐντεῦθεν κληρικὸς ἀνώτερος πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Ὅλων δὲ αὐτῶν δημιουργὸς εἶναι ὁ πρόξενος τοῦ Σικάγου. Ὁ πρόξενος τοῦ Σικάγου κατὰ τὴν 25 Μαρτίου, μαθών, ὅτι ἡ αὐτόθι κοινότης διενήργει χορόν, ὅπως αἱ εἰσπράξεις διατεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Παναγίου Τάφου, διενήργησε καὶ αὐτὸς ἄλλον χορὸν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ οὕτως ἀπέτυχεν ὁ σκοπὸς καὶ τῶν δύο χορῶν. Ἠδύνατο κἄτι τι νὰ προκύψῃ ὑπὲρ τοῦ Παναγίου Τάφου, ἀλλ’ ἡ ἐχθρότης τοῦ κ. προξένου πρὸς τὴν κοινότητα ἐπήνεγκε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σκοποῦ καὶ τῶν δύο χορῶν. Λέγουσι καὶ ὑποστηρίζουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀξιόπιστα, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι καὶ τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς ἀπατᾷ, καὶ λαμβάνει παρ’ αὐτῶν χρήματα· διότι, ἐνῷ αἱ Ἑταιρεῖαι τοὺς δέχονται εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ ἄνευ πληρωμῆς τοῦ ναύλου καὶ τοὺς ἀποστέλλουσιν εἰς τὰ ἐνδότερα, αὐτὸς λαμβάνει παρ’ αὐτῶν χρήματα διὰ τὰ εἰσιτήριά των. Πολλὰ γράφουσι καὶ λέγουσι, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσι καὶ εἶναι διατεθειμένοι νὰ τὰ καταθέσωσι καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐὰν, ἐννοεῖται, διατάξῃ τοιαύτην τὸ Ὑπουργεῖον. Λέγουσιν, ὅτι ὁ κ. πρόξενος προέβη καὶ περαιτέρω, ὅτι ἐξέδωκεν ἀδείας διὰ δύο ἢ τρεῖς Ἕλληνας νὰ λάβωσι τὰς πρώτας ἐξαδέλφας των ὡς συζύγους, καὶ τοῦτο, διότι κατεβλήθησαν εἰς αὐτὸν χρήματα. Εἰς τὰ δύο ταῦτα μέρη (ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ ἐν Σικάγῳ) ὑπάρχουσι πλεῖστοι Ἕλληνες μετανάσται, χρειάζονται δὲ πρόξενοι παρέχοντες ἐχέγγυα καλῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀξιοπρεπείας, πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ὦσιν ἔμμισθοι. Μοὶ ἐστάλη ἐκεῖθεν ἐφημερὶς ἑλληνική, ὀνόματι «Λοξίας», ἐκδιδομένη ἐκεῖ, ἥτις γράφει, ὅτι ὁ Ἕλλην πρόξενος εἶχε κρεμασμένον τὸ Στέμμα εἰς μίαν μπάγκαν ἑνὸς μαγαζείου! Τοῦτο δὲ συνέβη καὶ εἰς δύο ἄλλα ὑποπροξενεῖα, συσταθέντα τῇ συστάσει αὐτοῦ! Εἰς ἀμφότερα τὰ Προξενεῖα δὲν ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εἶναι καλὸν νὰ συστήσῃ ἓν ἔμμισθον Προξενεῖον, ὅπερ νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ τὰ λοιπά. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μοὶ γράφουσιν, εἶναι ἀξιόπιστοι, εἶναι δὲ καὶ ἐπιστήμονες· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ προξένου τοῦ Σικάγου, θὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ πρόξενος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ μένῃ μηδ’ ἐπὶ στιγμὴν εἰς τὴν θέσιν του.
§35ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Χωρὶς νὰ παρακολουθήσω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Στυμφαλιάδην, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μοὶ δώσῃ ὡρισμένας καταγγελίας, ἐὰν ἔχῃ, κατὰ τοῦ προξένου τῆς Νέας Ὑόρκης, ὥστε νὰ δυνηθῶ νὰ ἐνεργήσω. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ προξένου τῆς Νέας Ὑόρκης, ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι ἐμποδίζονται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ἀμερικανικὸν Κράτος οἱ ἄνθρωποι, περὶ ὧν ὡμιλήσατε, καὶ ὅτι πρόκειται ἀποπεμπόμενοι νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τινα ἔρημον ἀκτὴν τῆς Εὐρώπης. Νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος, περὶ οὗ καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα, ὅτι οἱ μετανάσται οὗτοι δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα, ἅτινα ἀπαιτεῖ ὁ Ἀμερικανικὸς νόμος, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ ἀπόβασις αὐτῶν. Κρατοῦνται λοιπὸν ἴσως εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ὅπως ἐπιβιβάσωσιν αὐτοὺς εἰς τὸ ἴδιον ἀτμόπλοιον, ὅπερ τοὺς μετέφερεν, ἢ εἰς ἄλλο τῆς αὐτῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας, ἐχούσης τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ πρόξενος τῆς Νέας Ὑόρκης τί δύναται νὰ πράξῃ; Ὁ πρόξενος δὲ ἡμῶν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ δὲν εἶναι τοιοῦτος, κύριε συνάδελφε, οἷον σᾶς παρέστησαν αὐτόν, οὐδὲ πιστεύω εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν δοθεισῶν ὑμῖν πληροφοριῶν Ὁ πρόξενος αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος Μπότασης, ὅστις ἀπὸ 25 ἢ 30 ἤδη ἐτῶν ἀντιπροσωπεύει τὴν Ἑλλάδα ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ πρὸ ἐμοῦ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων ἐνταῦθα συναδέλφων ὑπῆρξαν Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν θὰ εἴπω ὑπερβολήν, ἂν βεβαιώσω, ὅτι οὐδέποτε ἠκούσθη κατ’ αὐτοῦ παράπονον. Ἔχω ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Προξένου ἀπὸ τῆς 17 Μαρτίου, εἰς ὃ μοὶ ἀναφέρει τοὺς ὅρους καὶ τοὺς περιορισμοὺς οὓς ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἐψήφισεν ὡς ἀπαραιτήτου διὰ τὴν ἀποβίβασιν καὶ ἐγκατάστασιν μεταναστῶν. (Ἀναγινώσκει περικοπὰς τοῦ ἐγγράφου). Πιθανὸν λοιπὸν οἱ συμπολῖται τοῦ κ. Στυμφαλιάδου νὰ καθυστερῶσιν εἴς τι τῶν προσόντων, ἅτινα ἀνέγνωσα.
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ δημοσιεύσητε, ἵνα λάβωσι πάντες γνῶσιν;
§37ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εὐθὺς ὡς ἔλαβον τὸ ἔγγραφον, τὸ ἀπέστειλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα διαβιβασθῇ διὰ τῶν νομαρχῶν εἰς πάντας τοὺς δήμους, —ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τὸ διεβίβασε, — τὸ διεβίβασα δὲ καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἵνα καταστῇ γνωστόν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Κορινθίας. Ἐὰν οἱ εἰρημένοι συμπολῖταί του ὑπέπεσαν εἰς μίαν τῶν κατηγοριῶν τούτων, τί ἠθέλετε νὰ πράξῃ ὁ πρόξενος; Ὡς πρὸς τὸν πρόξενον τοῦ Σικάγου, παρατηρῶ, ὅτι τὸν ἄνθρωπον δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι διωργάνωσεν ἐξ ἀντιδράσεως χορὸν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἐνῷ οἱ ἄλλοι εἶχον διοργανώσει τοιοῦτον ὑπὲρ τοῦ Παναγίου Τάφου, τὸ τοιοῦτον συνέβη, νομίζω, οὐχὶ ἐν Σικάγῳ, ἀλλ’ εἰς ἑτέραν πόλιν. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ὁ πρόξενος τοῦ Σικάγου φαίνεται δραστήριος· καὶ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι διὰ τὸ τελευταῖον σιδηροδρομικὸν δυστύχημα πλησίον τοῦ Κανσᾶς ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ τηλεγράφημα, εἰς ὃ ἀναφέρει τὰ ὀνόματα τῶν φονευθέντων, τὰ ὁποῖα καὶ ἔστειλα εἰς τοὺς οἰκείους δημάρχους, ὅπως εἰδοποιήσωσι τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ διορίσωσι πληρεξουσίους, ἵνα κινήσωσιν ἀγωγὰς κατὰ τῆς ἑταιρείας τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου πρὸς νόμιμον ἀποζημίωσιν. Καὶ χθὲς δ’ ἔλαβον ἔγγραφόν του, ὅτι μετέβη εἰς δωδεκάωρον ἀπόστασιν, ὅπου συνέβη τὸ δυστύχημα, καὶ ὡμίλησε μὲ τοὺς πληγωθέντας, προσφέρων αὐτοῖς πᾶσαν συνδρομὴν καὶ ἀνακούφισιν· εἶναι δὲ οἱ πληγωμένοι 10 ἢ 12, οἱ δὲ φονευθέντες 8. Ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν φονευθέντων, τῶν ὁποίων μοὶ ἀπέστειλε λεπτομερῆ κατάλογον, μετὰ τῆς πληροφορίας, ἂν ἔχουν γυναῖκας καὶ τέκνα, ἢ ἀνιόντας συγγενεῖς, ὅπως ζητήσωσιν ἀποζημίωσιν οἱ δικαιούμενοι εἰς τοιαύτην. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει, στηριζόμενοι ἐπὶ ἀτελῶν ἢ ἀνακριβῶν πληροφοριῶν, νὰ ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι οἱ πρόξενοί μας εἶναι ἄξιοι ἀγχόνης! Ἴσως πρόξενοί τινες δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι εἶναι πάντες ἀξιοκατάκριτοι. Δόσατέ μοι καταγγελίαν ὡρισμένην, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀρκετὰ αὐστηρός.
§38Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἡ ἔλλειψις ἦναι, ὅτι δὲν ἔχουσι χρήματα, νὰ τοῖς στείλωμεν· ἐὰν ἔχωσιν ἄλλην τινὰ ἔλλειψιν, εἶναι ἄξιοι τῆς τύχης των.
§39ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀνέχεια δὲν εἶναι ἔγκλημα. Δόσατέ μοι τὰ ὀνόματα τῶν περὶ ὧν πρόκειται συμπολιτῶν σας, ὅπως τηλεγραφήσω· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ περιορίζεσθε νὰ ἐκφέρητε γενικὰ καὶ ἀόριστα παράπονα, ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ ἅγιον πνεῦμα, διὰ νὰ γνωρίζω, τί τρέχει εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Τριχωνίας. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, θ’ ἀναγραφῇ δὲ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς προσεχοῦς Δευτέρας ὡς πρῶτον ἀντικείμενον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 474). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τῆς συνεντεύξεως, ἣν ἔλαβον μετὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Ἦλθον πρός με εἴκοσι περίπου οἰνοπνευματοποιοὶ ἐκ διαφόρων πόλεων, οἵτινες μοὶ παρέστησαν τὰς ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος μελλούσας νὰ ἐπέλθωσιν εἰς αὐτοὺς ζημίας. Καὶ πρῶτον διότι ἔχει δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία νὰ συστήσῃ οἰνοπνευματοποιΐαν ἐνταῦθα, τότε δὲ εἶναι ἀδύνατον οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτήν. Δεύτερον, ὅτι αὐτοὶ δὲν θέλουσι λαμβάνει πλέον σταφίδα, ἣν ἐλάμβανον μέχρι τοῦδε, καὶ ἥτις ἀποτελεῖ ἐκλεκτὴν ὕλην πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Παρετήρησα εἰς αὐτοὺς, ὅτι τοῦτο μὲν, τὸ δεύτερον, εἶναι φυσικὴ συνέπεια, διότι ἡ οἰνοπνευματοποιΐα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαδίζῃ καὶ νὰ προοδεύῃ μετὰ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς· οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην σταφίδος ὡς πρώτης ὕλης πρὸς παραγωγὴν καλοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωσι τοιαύτην πρώτην ὕλην, πρέπει νὰ εὑρίσκωσι νὰ ἀγοράζωσιν αὐτὴν εὐθηνήν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πάντοτε δυνατόν, διότι, ὅταν ἡ Ἑταιρεία ἀγοράζῃ τὴν χειροτέραν σταφίδα πρὸς ἑκατὸν φράγκα χρυσᾶ τὸ χιλιόλιτρον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὴν νὰ πωλῇ εἰς αὐτοὺς τὴν σταφίδα πρὸς 60 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον. Παρέστησα αὐτοῖς, ὅτι, ἐὰν ἦσαν εὐτυχῆ ἔτη διὰ τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐλειτούργει ἡ παρακράτησις, αὐτὸ εἶναι συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ἔμελλε νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ πολὺ, πρέπει δὲ νὰ ἀποφασίσωσι νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὴν νέαν κατάστασιν. Αὐτοὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἀναγνωρίζουσι ταῦτα ὡς ὀρθὰ, καὶ ὅτι ἴσως θέλουσι κατορθώσει νὰ ἀναπληρώσωσι τὸ κενόν, ἐὰν καταστῇ δυνατὸν ν’ ἀγοράζωσι σταφίδα ἀπὸ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, εἰς τοὺς ὁποίους ν’ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα νὰ πωλῶσι τὴν κατωτάτην ποιότητα εἰς αὐτούς. Μοὶ παρέστησαν ὅμως, ὅτι, ἂν ἡ Ἑταιρεία ἤθελεν ἐγκαταστήσει ἐργοστάσια οἰνοπνευματοποιΐας, ἤθελε κατασταθῆ αὐτοῖς ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτὴν, διότι αὐτὴ θέλει ἔχει τὴν καλλίστην πρώτην ὕλην, οὗτοι δὲ, μικροὶ βιομήχανοι, δὲν θέλουσι δύνασθαι νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς μεγάλην Ἑταιρείαν. Ἐγὼ εἶπον αὐτοῖς, ὅτι νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ἔχουσι δίκαιον, καὶ ὅτι θέλω φροντίσει νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρείας, ἵνα ἐπιτευχθῇ καὶ περὶ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη διὰ τὴν οἰνοποιΐαν, δηλαδὴ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία, τὰ προϊόντα τῆς οἰνοπνευματοποιΐας αὐτῆς νὰ μὴ πωλῇ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλὰ νὰ προορίζῃ αὐτὰ ἀποκλειστικῶς εἰς ἐξαγωγήν. Τοῦτο ἀπεδέχθησαν προθύμως, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην συνεννόησιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γούναρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως μονοπωλίου τῆς σταφίδος».
§43Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἤκουσα λεχθὲν πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη διεξάγεται ὑπὸ πίεσίν τινα. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ πίεσις ὑφίσταται, καὶ ὑφίσταται μεγάλη. Ἀλλ’ ἡ πίεσις αὕτη δὲν συμφωνῶ,—ἀποβλέπων εἰς τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν κυρίων Βουλευτῶν,—ὅτι εἶναι πίεσις ἐκ τῶν προσώπων, ὅτι εἶναι πίεσις ἐκ τῆς ἐξεγέρσεως, τῆς ἐκ πεπλανημένων ἴσως αἰτίων παραγομένης, τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι πίεσις ἀπορρέουσα ἐκ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἰδίως δὲ ἐκ τοῦ ἐπικρεμαμένου κινδύνου τῆς τελείας καταστροφῆς τῆς ἐπικειμένης σταφιδικῆς ἐσοδείας. Δὲν αἰσθανόμεθα ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητοῦντες, τὴν πίεσιν τὴν ἐκ τῆς ἐξάψεως τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, ἀλλ’ αἰσθανόμεθα τὴν πίεσιν τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν, οἵτινες ἕνεκα ταύτης ἐξεγείρονται. Τὴν πίεσιν δὲ ταύτην ὀφείλομεν νὰ αἰσθανώμεθα πλήρη, νὰ αἰσθανώμεθα ἀκεραίαν, ὅπως καὶ οἱ ὑφ’ ἡμῶν ἀντιπροσωπευόμενοι αἰσθάνονται αὐτήν, διότι τῶν συμφερόντων ἐκείνων εἴμεθα ἀντιπρόσωποι, καὶ τὸν κίνδυνον τῶν συμφερόντων αὐτῶν πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν, ἵνα ἐργασθῶμεν, ὅπως ἀποτρέψωμεν τὸν κίνδυνον αὐτόν, ὅπως θεραπεύσωμεν αὐτόν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητηθῇ σύμβασις, δι’ ἧς διατίθεται τὸ οὐσιωδέστερον προϊόν τῆς χώρας ἡμῶν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν, ὑπὸ τὴν πίεσιν ταύτην, τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προηγηθῇ πάσης συζητήσεως ἡ ἀπόφασις περὶ τοῦ μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἀποτραπῆ ὁ ἄφευκτος κίνδυνος τῆς ἐπικειμένης σταφιδικῆς ἐσοδείας. Ἡ παραγωγὴ τοῦ 1903 προβλέπεται μεγάλη, ἔρχεται δὲ μετὰ ἑτέραν μεγάλην παραγωγήν, καταλιποῦσαν γενναῖα ἀποθέματα. Ἡ κρίσις κατὰ τὸ ἐπικείμενον ἔτος θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ὀξύτατον σημεῖον. Αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος θὰ κατρακυλήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου πρὸ ὀλίγων ἐτῶν φθάσασαι ἔφεραν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς εἰς τελείαν ἀπόγνωσιν. Τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ συμβῇ. Τοῦτο πιέζει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, τοῦτο ἐξεγείρει αὐτοὺς, τοῦτο πιέζει καὶ ἡμᾶς. Εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωμεν ἠρεμίαν συνειδήσεως καὶ γαλήνην πνεύματος, ἵνα σοβαρῶς μελετήσωμεν νομοθέτημα προωρισμένον ἵνα ἐπὶ εἰκοσαετίαν διαθέσῃ ὁλόκληρον τὸ σταφιδικὸν προϊόν, ἐὰν δὲν ἀσφαλίσωμεν τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἠσφαλισμένην αὐτὴν, τρέχομεν τὸν κίνδυνον, πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ πρὸ ἡμῶν κακοῦ, νὰ θυσιάσωμεν τὸ ἀπώτερον μέλλον. Εἶναι φυσικῶς ἀνθρώπινον νὰ βλέπωμεν μεγαλείτερα καὶ σπουδαιότερα τὰ πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν, τὰ δὲ ἀπώτερα νὰ λαμβάνωμεν ὡς μικροτέρας σημασίας. Εἶναι λοιπὸν ἐπιβεβλημένον νὰ ἄρωμεν ἀπὸ τοῦ μέσου τὸν κίνδυνον τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν μετὰ σοβαρότητος τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως. Εἶναι δὲ τοῦτο τόσῳ μᾶλλον ἐπιβεβλημένον, καθόσον εἴτε ψηφισθῇ εἴτε δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, εἴτε γείνῃ εἴτε δὲν γείνῃ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου, εἴτε πραγματοποιηθῇ εἴτε δὲν πραγματοποιηθῇ, ἐπίσης παρίσταται ἀναγκαῖον τὸ μέτρον. Δὲν καθιστᾷ ματαίαν τὴν πρόνοιαν περὶ τῆς ἐνεστώσης ἐσοδείας ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως, οὐδὲ ἡ πραγματοποίησις τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ μονοπωλίου συμφώνως μὲ τὴν σύμβασιν. Διότι πάντοτε μένει ἀμφίβολον, ἐὰν τὸ μονοπώλιον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος, θ’ ἀποβῇ περιττὸν τὸ ληφθησόμενον μέτρον· ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Διότι, ἂν ὑποθέσητε ὅτι γίνεται τὸ μονοπώλιον καὶ θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑταιρεία; Θὰ εὑρεθῇ πρὸ ἀποθέματος 100,000,000 λιτρῶν, ἢ καὶ μείζονος, τὸ ὁποῖον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ, ὅτι θὰ ἐξέλθῃ τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπον τῆς Ἑταιρείας ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς Ἀγγλίας. Ὅταν δὲ ἡ Ἑταιρεία, πρὸς ταῖς ἀντιδράσεσι, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ κατὰ τὰ πρῶτα βήματα αὐτῆς, εὕρῃ καὶ τὸ ἀπόθεμα τοῦτο ἀπέναντί της, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῇ σημαντικὰς ζημίας, ἢ καὶ νὰ συντριβῇ. Εἶναι λοιπὸν ἐπιβεβλημένον νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτοῦ, διότι, ἂν δὲν τὸ πράξωμεν, θὰ ὑφιστάμεθα τὴν πίεσιν τοῦ ἀποθέματος, ἥτις εἶναι μεγάλη καταστροφὴ τῆς ἐνεστώσης ἐσοδείας καὶ μέγας κίνδυνος τῆς συσταθησομένης Ἑταιρείας. Ἐξεταστέον ὅθεν, πῶς δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἀπόθεμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ συντρίψῃ ἡμᾶς ἐφέτος ἀσφαλῶς, καὶ ἐνδεχομένως θὰ συντρίψῃ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου. Φρονῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δύσκολον. Πολλὰ προὐτάθησαν συστήματα, ποικίλαι σκέψεις ἐγένοντο, δύναται δέ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ἡ κοινὴ συνείδησις ἔχει ὡριμάσει. Ὁ τρόπος εἶναι πρόχειρος. Ἐὰν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος τῆς πλεοναζούσης ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι, ἐπὶ τιμήματι δραχ. 140 ἢ 130 τὸ χιλιόλιτρον, θὰ δυνηθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ν’ ἀγοράσῃ τεσσαράκοντα μέχρις ἑξήκοντα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα νὰ διαθέσῃ καθ’ ὅν τρόπον καὶ ὑφ’ οὓς περιορισμοὺς διατίθεται ἡ σταφὶς τῆς παρακρατήσεως, δηλ. πρὸς βιομηχανικὴν κατεργασίαν ἐπὶ τιμήματι ἴσῳ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ἡ σταφὶς τῆς παρακρατήσεως. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἀγορᾶς καὶ μεταπωλήσεως ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θὰ προκύψῃ ἀναμφιβόλως ζημία τις εἰς αὐτὴν, προκειμένου δὲ ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ πραγματοποιησίμου τοῦ τοιούτου μέτρου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπολογίσωμεν, ὁπόση θὰ ἦναι ἡ ἐκ τούτου ζημία, δηλαδὴ νὰ ἴδωμεν, ἀντὶ ποίας τιμῆς θὰ δυνηθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ πωλήσῃ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους πωλεῖ τὸ παρακράτημα, τὴν σταφίδα, ἣν θ’ ἀγοράσῃ ἀντὶ 140 ἢ 130 δραχμῶν. Περιπλέον χρειάζεται καί τι ἄλλο. Ἵνα ἀγορασθῇ ἡ σταφὶς αὕτη, ἀπαιτοῦνται χρήματα, τὰ ὁποῖα νὰ εὑρεθῶσιν ἐν τῷ ταμείῳ αὐτῆς πρόχειρα. Δύο λοιπὸν εἶναι οἱ ὅροι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐξαρτᾶται ἡ πραγματοποίησις τοῦ συστήματος τούτου. Πρῶτον, ἡ ζημία νὰ ἦναι τόση, ὥστε νὰ δύναται νὰ τὴν ὑποστῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα· δεύτερον, νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων ἡ Τράπεζα. Περὶ τῶν δύο τούτων δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας σαφεστάτας εἰς τὴν Βουλήν. Σκεφθεὶς τὸ σύστημα τοῦτο, ἀπετάθην εἰς τοὺς δυναμένους νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Ἠρώτησα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος, καὶ ἔλαβον τὴν δήλωσιν τῶν τιμῶν, ἃς προσφέρουσι διὰ τὴν σταφίδα, ἡ ὁποία βεβαίως θ’ ἀνέλθῃ εἰς σπουδαῖον ποσόν. Τόσον διὰ τὸ παρακράτημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσκομίσῃ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1903, ὅσον καὶ διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγορασθῇ, μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι δίδουσι τιμὰς τοιαύτας, ὥστε καλύπτεται ὁλόκληρος ἡ ἀξία ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα θὰ ἀγοράσῃ, μένει δὲ καὶ περίσσευμά τι. Βεβαίως, διεξαγομένων διαπραγματεύσεων μετ’ αὐτῶν, δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι καὶ μείζονες τιμαί. Ὁπωσδήποτε καὶ μὲ τὰς τιμὰς, ἃς μοὶ ἐδήλωσαν, δύναται νὰ θεωρηθῇ βέβαιον, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ὑποστῇ ἄλλην ζημίαν παρὰ νὰ χάσῃ τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Θὰ περισσεύσῃ μάλιστα καὶ ποσόν τι, ἵνα προστεθῇ εἰς τὰ κεφάλαια αὐτῆς. Ὑπολείπεται τὸ δεύτερον ζήτημα· πῶς θὰ εὕρῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὰ ταμεῖά της, ἵνα ἀγοράσῃ τὴν περισσεύουσαν ποσότητα τῆς σταφίδος. Ἀπετάθην εἰς πρόσωπα δυνάμενα νὰ γνωρίζωσι τὴν κατάστασιν τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς παρ’ ἡμῖν — διότι τὰ χρήματα ταῦτα θ’ ἀνέρχωνται εἰς 5 ἑκατομμύρια δραχ. περίπου. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔχει ἤδη εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια, συνυπολογιζομένων καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀπὸ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, εἰς οὓς ἐπώλησε τὸ παρακράτημα τῆς ἐσοδείας τοῦ 1902, θὰ χρειασθῶσι δὲ διὰ τὴν ἀγορὰν 60,000,000 λιτρῶν, καὶ πλέον ἴσως, πρὸς 140 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, περὶ τὰ 8½ ἑκατομμύρια. Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν περὶ τὰ 5–5½ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἔχει ἀνάγκην ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα ταῦτα, ἵνα καταβάλῃ εἰς ἐκείνους, παρὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀγοράσῃ τὴν σταφίδα, θὰ ἐπιστρέψῃ δὲ τὰ χρήματα ταῦτα, ὅταν οἱ βιομήχανοι πραγματοποιήσωσι τὴν παραλαβὴν καὶ πληρώσωσι τὴν ἀξίαν τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν θὰ παραλάβωσιν. Ἐξήτασα περὶ τῶν χρημάτων τούτων, καὶ ἐπείσθην, ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν. Ἀπηνθύνθην πρὸς τοὺς δυναμένους νὰ γνωρίζωσι τὴν κατάστασιν τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς παρ’ ἡμῖν, καὶ ἔλαβον παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν εὐχερέστατα τὰ χρήματα ταῦτα, ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ, ἂν ἡ Κυβέρνησις παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς εἰς τὸ δάνειον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ δανείου τελείως ἐξησφαλισμένου—διότι διὰ τὰ 5,000,000 δρ. θὰ διατελῇ ὑπέγγυος ἡ σταφὶς, ἡ ὁποία θ’ ἀγορασθῇ δι’ αὐτῶν, ὡς καὶ ἡ σταφὶς, ἡ ὁποία θ’ ἀγορασθῇ διὰ τῶν 3,000,000 τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὡς καὶ ἡ σταφὶς, ἡ ὁποία θὰ εἰσπραχθῇ δωρεὰν ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς παρακράτημα τοῦ ἔτους 1903, σταφὶς δηλαδὴ ἀξίζουσα καὶ διατεθειμένη ἤδη ἀντὶ 9 ἢ 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, θὰ εὕρηται ὑπέγγυος διὰ τὰ 5,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ δανεισθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καὶ θὰ ἐγγυηθῇ τὸ Δημόσιον, —προκειμένου, λέγω, περὶ δανείου τοιούτου, οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται διὰ τὸ Δημόσιον, παρέχον τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ, ἂν τοιαύτην ἀπαιτήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὰ χρήματα. Βεβαίως τοῦτο εἶναι ζήτημα διαπραγματεύσεων, καὶ ἴσως ἐπιμείνωσιν ἐκεῖνοι εἰς τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι, ἐὰν δοθῇ ἡ ἐγγύησις τοῦ Δημοσίου, ἐπιμενόντων ἐκείνων εἰς αὐτὴν, θὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα. Οἱ δύο λοιπὸν ὅροι, ἐξ ὧν ἤρτηται τὸ μέτρον, εἶναι εὔκολοι. Ἀπῄτησαν ὅμως καὶ ἕτερόν τι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγοράσωσι τὴν σταφίδα· εἶπον ὅτι, διὰ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀγορὰν 100 ἢ 125 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος, εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ χρονικόν τι διάστημα, ἵνα τὸ ποσὸν τοῦτο μετατρέψωσιν εἰς οἰνόπνευμα, ἢ εἰς οἶνον ἢ μιστέλιον, καὶ πωλήσωσιν αὐτό.
§44Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἐξαγωγὴν;
§45Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς διατίθεται τὸ παρακράτημα, θὰ πωλήσωσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἢ τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶναι εὐλογωτάτη. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο χρειάζεται καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, ὅταν θὰ συστηθῇ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐφαρμοζομένου τοῦ Μονοπωλίου ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1904, νὰ προβῇ αὐτὸ εἰς προσφορὰν σταφίδος πρὸς τὴν βιομηχανίαν ἀντὶ τιμῆς μικροτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσουν αὐτοὶ, καὶ νὰ ζημιωθῶσιν οὗτοι ἐκ τοιούτου συναγωνισμοῦ. Ἀξιοῦσι λοιπὸν νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ μὴ προβῇ τὸ Μονοπώλιον εἰς πώλησιν μέχρι τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία θὰ κανονισθῇ ὡς λῆξις τῆς διορίας, ἣν αὐτοὶ ζητοῦσι πρὸς ἐξάντλησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσωσι. Νομίζω, ὅτι τὸ τελευταῖον τοῦτο δύναται εὐχερέστατα νὰ γείνῃ, προστιθεμένου ἐν τῇ συμβάσει τοῦ ὅρου, ὅτι δὲν θέλει τὸ Μονοπώλιον πωλήσει σταφίδα πρὸς τὴν βιομηχανίαν πρὸ τῆς ἡμέρας, ἡ ὁποία θὰ συμφωνηθῇ μετ’ αὐτῶν ὡς ἀρκοῦσα διὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν θὰ ἀγοράσωσι...
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχῃ ἓν ὅριον ἀπώτατον ἡ προθεσμία αὕτη.
§47Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως. Αὐτοὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἀρκοῦνται μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1905. Πρόκειται δὲ περὶ 100 ἕως 125 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος. Ἐὰν δὲ συμβῇ νὰ παραλάβωσιν ὀλιγώτερον, ἡ προθεσμία θὰ ἦναι βραχυτέρα. Θὰ τεθῇ τὸ ἀπώτατον ὅριον ἀναλόγως πρὸς τὴν ποσότητα, τὴν ὁποίαν θὰ παραλάβωσι,—διότι ἡ ποσότης εἶναι ἄγνωστος ἐκ τῶν προτέρων. Οὕτως ἐχόντων, Κύριοι, τῶν πραγμάτων, δυναμένου νὰ εὑρεθῇ τοῦ χρήματος, ἐξησφαλισμένης οὔσης τῆς ἀξίας, ἥτις θὰ δοθῇ πρὸς ἀγορὰν τῆς σταφίδος.
§48Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί εἶπε, παρακαλῶ, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα;
§49Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μοὶ ἐδήλωσεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι, ἂν ἐδίδετο ἡ ἐγγύησις τοῦ Δημοσίου, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ὅτι τὸ δάνειον αὐτό, τὸ ἀπαιτηθησόμενον ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, θὰ εὑρεθῇ.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ συνεντεύξεις, τὰς ὁποίας ἔσχον μὲ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μοὶ ἔδωκαν τὴν αὐτὴν βεβαίωσιν.
§51Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνακοινοῖ, ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὴν αὐτὴν βεβαίωσιν.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι περὶ τούτου, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος τὸ μονοπώλιον, ἔκτοτε ἔμενε τὸ κενὸν, τί θὰ γείνῃ κατὰ τὸ 1903, καὶ ἔκτοτε ἤρχισεν ἡ ἐργασία αὕτη.
§53Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη, τῆς ὁποίας καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατελεῖ ἐν γνώσει, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δυνάμεθα νὰ διασώσωμεν τὴν ἐνεστῶσαν ἐσοδείαν. Εἶναι δ’ ἀπολύτως ἀναγκαῖον τοῦτο οὐχὶ μόνον καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐπιληφθῶμεν μετὰ τῆς δεούσης περισκέψεως τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου. Πρόκειται περὶ 20 ἐτῶν, Κύριοι! Δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὰ 20 ταῦτα ἔτη ὑπὸ τὸν φόβον τοῦ κινδύνου τοῦ ἔτους τοῦ ἐπερχομένου. Πρέπει ἀπαραιτήτως λοιπὸν νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο. Πρέπει ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸν κίνδυνον τοῦ ἔτους τούτου, ὅταν θὰ κρίνωμεν τὴν σύμβασιν. Πρέπει νὰ μὴ φαντασθῶμεν τὴν σύμβασιν ὡς μέλλουσαν νὰ διασώσῃ τὸ ἔτος τοῦτο. Τὸ ἔτος τοῦτο διασώζεται καὶ ἄνευ τῆς συμβάσεως. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν σύμβασιν ἐν σχέσει μὲ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καλύψῃ, καὶ ὄχι μὲ μόνον τὸ 1903, τὸ ὁποῖον ἴσως καὶ δὲν θὰ περιλάβῃ. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποίας ὠφελείας θὰ ἐπιφέρῃ, ὁποίας ζημίας θὰ ἀποτρέψῃ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμοσθῇ, δηλ. κατὰ τὰ ἔτη τὰ πέραν τοῦ 1904,—διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος.—Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν προθυμίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ὡς ἀνάδοχοι, ὅτι θὰ πράξωσι πᾶν ὅ,τι δύνανται, ἵνα εὐτυχήσωσι νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν σύμβασιν καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Φρονῶ ὅμως, —καὶ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ὑποθέτω ὅτι φρονεῖτε τοῦτο καὶ πάντες ὑμεῖς,—ὅτι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα ἀπὸ κενὰς ἐλπίδας, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ σύμβασις. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ, τόσον τὸ καλλίτερον· θὰ τὴν δεχθῶμεν. Ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ, τότε ἔχομεν ἄλλο μέτρον νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν, χωρὶς νὰ ὑποστῇ καμμίαν ζημίαν τὸ Κράτος. Ἐν τῇ συνειδήσει λοιπὸν ὑμῶν, κρινόντων τὴν σύμβασιν, ἀπομακρύνατε τὸν κίνδυνον τοῦ ἔτους τούτου. Μὴ σκέπτεσθε, ὅτι ἄνευ αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Μὴ σκέπτεσθε τὴν στενοχωρίαν, τὴν πεῖναν ἴσως, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶσιν οἱ πληθυσμοὶ οἱ σταφιδικοὶ κατὰ τὸ ἔτος τὸ ἐπερχόμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀφεύκτως τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι καταστρεπτικά, ἂν δὲν ληφθῇ τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ἂς τεθῇ τὸ μέτρον τοῦτο ὡς βέβαιον, καὶ ἂς ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κινδύνου τοῦ ἔτους τούτου, ἐξετάζοντες τὴν σύμβασιν. Ἐπὶ ταύτης, Κύριοι, τῆς βάσεως τίθεμαι, ἐξετάζων τὴν σύμβασιν ἐντελῶς ἀνεπηρεάστως ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους 1903. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν τείνει νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, εἶναι ἰδέα οὐχὶ καινοφανής, καθ’ ἑαυτήν. Ὑπὸ τὸν τύπον ὅμως, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐμφανίζεται, ὡς ἐπιβαλλομένη διὰ νομοθετικῆς πράξεως, ὡς καλύπτουσα ὁλόκληρον παραγωγήν, ἐν τῇ προνοίᾳ, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, βεβαίως εἶναι ἐντελῶς πρωτότυπος. Ἀλλ’ ὅπως καὶ κατὰ προηγουμένην ἀγόρευσίν μου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν ὑπὸ τὴν ἄλλην αὐτοῦ μορφήν, τὴν τῆς παρακρατήσεως, ἡ σταφὶς εἶναι καὶ αὐτὴ προϊὸν ἐντελῶς ἰδιαίτερον ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ παραγωγῇ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς ἐπηρεάζῃ ἡ ἰδέα, ὅτι μέτρου τινὸς λαμβανομένου περὶ σταφίδος δὲν ἀπαντᾷ τὸ καθ’ ὅλα ὅμοιον ἐπὶ ἄλλου τινὸς προϊόντος. Διότι οὐδὲν ὑπάρχει ἄλλο προϊὸν, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ τὸν μονοπωλιακὸν ἐν τῇ παραγωγῇ χαρακτῆρα τῆς σταφίδος. Τὴν ἵδρυσιν μονοπωλίου ἐπὶ τῆς σταφίδος δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἁπλῆν ὀργάνωσιν τοῦ φυσικοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ὡς πρὸς τὸ προϊὸν αὐτὸ κέκτηται. Εἶπον ὅτι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν τείνει νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ σύμβασις, καθ’ ἑαυτὴν, ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται, διὰ νομοθετικῆς πράξεως, καὶ τῆς ἐκτάσεως, ἣν λαμβάνει ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ τὸ ὁποῖον καλύπτει ὁλόκληρον, δὲν εἶναι καινοφανὴς, εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν διαφόρων παραγωγῶν πρὸς ἀλλήλους ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἀμεσωτέρας πρὸς τὴν κατανάλωσιν σχέσεως. Ἡ ἰδέα αὕτη τοῦ σχηματισμοῦ συνεταιρισμοῦ μεταξὺ τῶν παραγωγῶν, διευκολύνοντος τὴν συνεννόησιν αὐτῶν μετὰ τῶν καταναλωτῶν, ὡς καὶ ἡ τοῦ σχηματισμοῦ συνεταιρισμοῦ καταναλωτῶν διευκολύνοντος τὴν συνεννόησιν αὐτῶν μετὰ τῶν παραγωγῶν, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία πέπρωται νὰ κυριαρχήσῃ τῆς ἐμπορικῆς ἀγορᾶς ὅλου τοῦ κόσμου. Διότι, ἀφ’ ἧς πρὸ ὀλίγων δεκαετηρίδων ἐρρίφθησαν τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς ἰδέας ταύτης καὶ ἤρξατο αὕτη ἐφαρμοζομένη, μέχρι σήμερον ἔχει συντελεσθῆ τοιαύτη πρόοδος, ὥστε ἀπὸ τὸ αὐτοτελὲς ἐμπόριον ἔχει ἀφαιρεθῆ τὸ πλεῖστον τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Δὲν εἶναί τι καινοφανὲς ὁ συνεταιρισμὸς τῶν παραγωγῶν, ὑπὸ τὴν ἑταιρικὴν αὐτὴν ἕνωσιν, ἐρχομένων εἰς συνάφειαν μὲ τοὺς καταναλωτὰς ἄμεσον, ὅπως δὲν εἶναι καινοφανὴς καὶ ὁ συνεταιρισμὸς τῶν καταναλωτῶν, ἐρχομένων ὑπὸ τὴν ἑταιρικὴν αὐτὴν ἕνωσιν εἰς συνάφειαν ἄμεσον μετὰ τῶν παραγωγῶν. Εἶναι μία ἐκ τῶν προόδων, τὰς ὁποίας ἀπετέλεσεν ὁ λήξας πρὸ ὀλίγου αἰὼν, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ συμπληρώσῃ ὁ ἐνεστὼς, εἰς τοιαύτας ἑνώσεις ὀργανῶν κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν κοινωνίαν ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ τῇ καταναλώσει. Ἐν τῷ συνεταιρισμῷ δὲ τούτῳ τῶν κτηματιῶν, τῶν παραγωγῶν, ὑπάρχει ἀνάγκη κεφαλαίων· διότι, διὰ νὰ ἐπιχειρήσωσιν αὐτοὶ διὰ τῆς Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποτελέσωσι, τὴν ἐργασίαν τῆς μέχρι τῶν καταναλωτῶν μεταβιβάσεως τῶν προϊόντων αὐτῶν, ἔχουσιν ἀνάγκην χρημάτων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ δὲν διαθέτουσι. Προσλαμβάνουσι λοιπὸν ὡς συνεταίρους ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ ταύτῃ, τὴν ὁποίαν πρὸς ἀλλήλους καταρτίζουσι, προσλαμβάνουσιν ὡς συνεταίρους καὶ τοὺς χορηγοῦντας τὰ κεφάλαια. Τὴν κεντρικὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία διέπει τὴν προκειμένην σύμβασιν, τὴν ἀντιλαμβάνομαι ὡς Ἑταιρείαν μεταξὺ τῶν παραγωγῶν, σκοποῦσαν τὴν ἄμεσον αὐτῶν συσχέτισιν πρὸς τοὺς καταναλωτὰς, Ἑταιρείαν ὅμως περιλαμβάνουσαν ἐν ἑαυτῇ καὶ τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι παρέχουσι τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν ταύτης ἀναγκαῖα κεφάλαια. Διὰ τῆς τοιαύτης ἑνιαίας ὑπὸ τῆς συναπαρτιζομένης Ἑταιρείας διαχειρίσεως τοῦ προϊόντος προέρχονται μέγιστα πλεονεκτήματα. Ἐκ τούτων ἀρκεῖ νὰ σημειώσω εἰς τὴν προσοχὴν ὑμῶν ὡς τὸ κυριώτερον διὰ τὴν σταφίδα, ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας αὕτη ἤδη εὑρίσκεται, τὴν διακανόνισιν τῆς προσφορᾶς ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς ζητήσεως. Ἡ ἕνωσις αὕτη εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ κανονίζῃ τὴν προσφορὰν ἐν πληρεστάτῃ ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν ζήτησιν τῆς καταναλώσεως, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐπέρχηται ὁ ἐξευτελισμὸς τῶν τιμῶν εἴτε ἕνεκα τῆς ῥαγδαίας εἴτε ἕνεκα τῆς μεγάλης προσφορᾶς. Διότι ἡ ἕνωσις αὕτη, ἔχουσα ὁλόκληρον τὴν σταφίδα εἰς χεῖράς της, θὰ προσφέρῃ τόσον, ὅσον ζητεῖται, καὶ τότε, ὅταν ζητῆται. Δὲν χρειάζεται νὰ σκεφθῇ τις πολὺ, ἵνα ὑπολογίσῃ, ὅτι περαιτέρω καὶ μεγάλη οἰκονομία δαπάνης συντελεῖται διὰ τῆς τοιαύτης συγκεντρώσεως τῆς ἐργασίας. Δὲν θὰ χρειασθῇ δὲ ν’ ἀπασχοληθῆτε καὶ πολὺ, ἵνα ἴδητε, ὅτι καὶ τὸ ἔργον τῆς διαδόσεως δύναται μία τοιαύτη ἕνωσις ἀπείρως καλλίτερον νὰ συντελέσῃ. Τὸ ἔργον τῆς διαδόσεως ἀπαιτεῖ δαπάνας, ἀπαιτεῖ μακρὰν ἐργασίαν. Τοιοῦτον ἔργον δὲν δύνανται νὰ ἀναλάβωσι μεμονωμέναι, περιωρισμέναι ἐπιχειρήσεις, περιωρισμέναι κατὰ τὰ μέσα αὐτῶν, περιωρισμέναι κατὰ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας των, ἀμφιβάλλουσαι ἂν θὰ δύνανται νὰ ζήσωσι μετὰ 5 ἢ 10 ἔτη, μετὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀρχίσῃ νὰ παράγηται ὁ καρπὸς τῆς σήμερον καταβαλλομένης δαπάνης καὶ ἐργασίας. Ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως ἡ δαπάνη, κατανεμομένη εἰς ὅλους τοὺς παραγωγούς, γίνεται ἐλαχίστη. Οἱ παραγωγοὶ ἐν τῇ ὁλότητι αὐτῶν ὑπάρχουσι πάντοτε, καὶ δύνανται νὰ δρέψωσι πάντοτε τοὺς καρποὺς τῶν ἤδη καταβαλλομένων κόπων καὶ δαπανῶν. Καὶ οὕτως ἡ διάδοσις δύναται νὰ γείνῃ μετὰ πολὺ μεγαλειτέρων ἀποτελεσμάτων παρὰ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς κατατμήσεως εἰς πολλὰς περιωρισμένας ἐπιχειρήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, Κύριοι, ὁ ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος σήμερον παραλαμβάνει τὴν σταφίδα ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν καὶ μεταφέρει αὐτὴν εἰς τὸν καταναλωτὴν, ὁ ὀργανισμὸς δηλαδὴ, τὸν ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωμεν διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδέα ὑπόκειται ἐν τῇ συμβάσει ὡς κεντρικὴ ἰδέα, ὁ ὀργανισμὸς οὗτος εἶναι ὀργανισμὸς τοιαύτης πλημμελείας, ὀργανισμὸς τόσον ἐλαττωματικὸς, ὀργανισμὸς τόσον καταστρεπτικὸς, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ, καὶ ἂν δὲν εἶχεν ὅλα τὰ προειρημένα καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα τὸ σύστημα τοῦ μεγάλου συνεταιρισμοῦ, πάλιν ἔπρεπε νὰ τὸ ἀσπασθῶμεν. Ὅσοι ἐζήσατε εἰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ ὅσοι διήλθετε ἁπλῶς ἐκεῖθεν, θὰ παρετηρήσατε τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ θὰ διεγνώσατε, ὅτι εἷς τῶν σπουδαιοτέρων παραγόντων τῆς ἀθλιότητος, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀναλαμβάνουσι τὴν φροντίδα νὰ μεταφέρωσι τὴν σταφίδα ἀπὸ τοῦ παραγωγοῦ εἰς τὸν καταναλωτήν. Δύο εἴδη αὐτῶν ὑπάρχουσιν· οἱ τὴν ἐσωτερικὴν ἐμπορίαν διεξάγοντες, οἱ παραλαμβάνοντες τὴν σταφίδα ἀπὸ τοῦ παραγωγοῦ καὶ φέροντες αὐτὴν μέχρι τοῦ ἐξαγωγέως, καὶ οἱ ἐνεργοῦντες τὴν ἐξαγωγὴν καὶ μεταφέροντες τὴν σταφίδα εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Ἐάν τις θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν τῆς σταφίδος καὶ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐσωτερικῆς ἐμπορίας, τῆς ἐμπορίας τῆς ἐρχομένης εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὸν παραγωγόν, θέλει καταληφθῆ ὑπὸ ἀληθοῦς φρίκης, ἰδίως εἰς τὰς μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένας τῶν μεγάλων κέντρων ἐπαρχίας. Πρὶν ἢ ἀκόμη παραχθῇ ἡ σταφὶς, πρὶν ἢ ἀκόμη φυτευθῇ τὸ κλῆμα, διατελεῖ ὑπόδουλος εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πολλάκις δὲν δίδει, ἀλλὰ κάμνει τὸν ἐργαζόμενον εἰς τὴν ἐμφύτευσιν καὶ τὴν παραγωγὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τῷ δίδει κἄτι τι. Διότι οὐχὶ σπανίως συνέβη νὰ μὴ τῷ δώσῃ τίποτε. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ὡρίμασις, ἐπιπίπτουσι πάντες οἱ τοιαύτας ἀξιώσεις κατορθώσαντες νὰ δημιουργήσωσιν ὡς ἅρπυιαι ἐπὶ τοῦ καρποῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐργασίαν καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ παραγαγόντος αὐτόν. Τί γίνεται κατὰ τὴν παραλαβὴν, τί γίνεται κατὰ τὴν ζύγισιν, τί γίνεται κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ τιμήματος, τί γίνεται κατὰ τὸν καταλογισμὸν τοῦ τιμήματος εἰς τὸ ὑφιστάμενον χρέος; πάντα ταῦτα εἶναι γνωστὰ, καὶ ἔχουσι τοσοῦτον διεκτραγῳδηθῆ, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀνάγκη νὰ τὰ εἴπω ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη σωρεία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι νὰ ἀποζῶσιν ἐκ τῆς σταφίδος· καὶ βλέπετε παντὸς εἴδους ἀνθρώπους, παρέχοντας ἀχρήστους μὲν, ὑπὸ τῆς συνηθείας δὲ ἀνεγνωρισμένας ὑπηρεσίας, καὶ ἀποζῶντας ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ...
§54Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. «Καὶ ἄλλους». Δηλαδή;
§55Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μεσίτας, μεταπράτας, ἄλλους, πληθὺν ἀνθρώπων. Ἔχει ἀναπτυχθῆ ἀπὸ τὸ ἐν τοῖς χωρίοις ἐμπόριον μέχρι τοῦ λιμένος τοιοῦτος παρασιτισμὸς, δηλαδὴ τοσοῦτον πλῆθος ἀνθρώπων παρεχόντων ἀχρήστους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἡ συνήθεια καθιέρωσε, καὶ ἀμειβομένων δι’ αὐτὰς, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ προϊόντος ζῶσι τριπλάσιοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸς παραγωγὴν ἐργάζονται. Ἔρχεται ἤδη τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς. Τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς δὲν ἔχει τὰ ἐλαττώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ ἐμπόριον τὸ ἐσωτερικόν. Δὲν ἔχει τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἔχει ὅμως μίαν μεγάλην ἀδυναμίαν, τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκῶν κεφαλαίων. Ἀπὸ τῆς κρίσεως καὶ ἐντεῦθεν στερεῖται κεφαλαίων, διὰ νὰ προβῇ εἰς γενναιοτέραν καὶ ὑπεύθυνον κατὰ τὴν ἰδίαν περὶ τοῦ μέλλοντος πρόγνωσιν διεύθυνσιν τοῦ προϊόντος. Ἐστερημένον δὲ κεφαλαίων, ἐξηρθρώθη τελείως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διὰ τοῦ γνωστοῦ συστήματος τῶν προπωλήσεων. Εἰσεπήδησαν εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ συστήματος τῶν προπωλήσεων ἄνθρωποι πράγματι ἀνεύθυνοι, συνάπτοντες συμβάσεις ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς πραγματικῆς εὐθύνης· διότι, ἂν ἀποβῇ ἡ σύμβασις ἀπραγματοποίητος, οὐδὲν ἔχει νὰ λάβῃ παρ’ αὐτῶν ὁ ἀγοραστής. Καὶ ὅμως αὐτοὶ ῥυθμίζουσι τὴν τύχην τοῦ προϊόντος! Καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀκόμη, ὅπου ἀποστέλλεται τὸ προϊόν, ὑφίσταται καὶ σήμερον σύστημα μονοπωλιακόν. Διότι μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ σταφὶς εἰσάγεται εἰς τὸ ἐμπόριον ἐλευθέρως ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπως φαντάζεται πᾶς τις, ἀγνοῶν τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα. Ἐκεῖ ὑπάρχει Συνδικάτον μεταξὺ τῶν παραληπτῶν τῆς σταφίδος,—ἀριθμὸς λίαν περιωρισμένος,— τῶν μεσιτῶν,—ἀριθμὸς λίαν περιωρισμένος,—τῶν χονδρικῶν ἐμπόρων, — ἀριθμὸς λίαν περιωρισμένος ἐπίσης, — καὶ αὐτοὶ κανονίζουσι τὴν σταφίδα. Εἶναι δυσχερέστατον, ἂν μὴ ἀδύνατον, νὰ πωλήσητε σταφίδα εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγορὰν ἄνευ παρεμβάσεως αὐτῶν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὴν τύχην αὐτῆς. Πάντα δὲ ταῦτα γίνονται, διότι στεροῦνται κεφαλαίων οἱ ἡμέτεροι ἔμποροι τῆς ἐξαγωγῆς, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλει πολλὰ ὁ τόπος διὰ τὸ παρελθὸν αὐτῶν, παρελθόν, κατὰ τὸ ὁποῖον παρήγαγον τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας των ταύτης, τὰς περιουσίας ἐκείνας, αἵτινες διελύθησαν συνεπείᾳ τῆς κρίσεως. Οἱ ἔμποροι ἡμῶν, στερούμενοι σήμερον κεφαλαίων, ἀδυνατοῦσι νὰ παράσχωσιν οἱανδήποτε συνδρομὴν, καὶ τὸ προϊὸν μένει ἔκθετον εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐν Ἀγγλίᾳ παραδίδεται.
§56ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς συναλλαγὰς, οὐχὶ μόνον εἰς τὴν σταφίδα.
§57Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τοιοῦτο, Κύριοι, ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς, εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖ σήμερον τὴν μεταφορὰν τῆς σταφίδος ἀπὸ τοῦ παραγωγοῦ εἰς τὸν καταναλωτήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσωμεν διὰ τοῦ μεγάλου συνεταιρισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως. Δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ ἐνδοιάσῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ δεχθῇ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς, μὲ τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν, οἵα διατυποῦται ἐν τῇ συμβάσει, ἔχει ὀρθῶς καὶ εἶναι προτιμητέος τοῦ σήμερον κρατοῦντος. Ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἐπέλθωσι ζημίαι εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν ἔχει σπουδαιότητα, δὲν ἐνδιαφέρει ποσῶς, προκειμένου περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν παραγωγῶν, δηλαδὴ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους αὐτὰ τὰ πρόσωπα ἐννοοῦσιν ὅτι ὑπηρετοῦσιν. Ἂν αἱ ὑπηρεσίαι τῶν διαφόρων αὐτῶν προσώπων καθίστανται ἄχρηστοι εἰς τοὺς παραγωγοὺς, δὲν ἔχουσι τὰ πρόσωπα ταῦτα τὸ δικαίωμα διὰ τοῦτο νὰ παραπονεθῶσιν. Ἐὰν τεθῶσι μακρὰν τῆς σταφίδος ἐργασίαι προσώπων κρινόμεναι σήμερον περιτταὶ, δὲν ὑπάρχει δικαίωμα αὐτῶν νὰ παραπονεθῶσι. Βεβαίως εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα προσήκει ἡ συμπάθεια τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἡ θυσία τῶν παραγωγῶν χάριν τοῦ συμφέροντος αὐτῶν δὲν εἶναι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτετραμμένη εἰς κανένα. (Εὖγε!).
§58Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ τὸ Κράτος δι’ αὐτοὺς ὕστερον.
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά!
§60Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Θὰ τὸ κάμουν Γηροκομεῖον!
§61Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοιαύτης γενικῆς βάσεως, Κύριοι, ἀντιλαμβάνομαι τεθειμένην τὴν σύμβασιν, καὶ προβαίνω ἤδη εἰς ἐξέτασιν τῆς οὐσίας αὐτῆς. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἑκάστην τῶν διατάξεων αὐτῆς κατ’ ἰδίαν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον σχετίζεται μὲ τὴν γενικὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν δέχομαι ὡς ἀποτελοῦσαν τὴν γενικὴν ἰδέαν αὐτῆς, τὴν ἰδέαν τοῦ μονοπωλιακοῦ συνεταιρισμοῦ. Πρὸ τούτου ὅμως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ὡς ἔχει ἡ σύμβασις, δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως μετὰ κεφαλαιούχων, ἀναλαμβανόντων νὰ πραγματοποιήσωσι τὸν συνεταιρισμὸν διὰ τῆς παροχῆς τῶν κεφαλαίων ὑπ’ αὐτῶν. Ὄχι! Οὐδεὶς ἠξίωσε τοιοῦτόν τι. Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τις τὴν σύμβασιν, ὡς ἐμφανίζεται, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπον, ὅτι ἔχουσι πρόχειρα τὰ κεφάλαια καὶ θὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ Λονδῖνον, διὰ νὰ τὰ μεταφέρωσιν, ἀλλ’ εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶπον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ἐνεργήσωσι καταλλήλως, ὥστε νὰ εὕρωσι τὰ κεφάλαια ταῦτα, καὶ ἐζήτησαν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐντολὴν ταύτην, νὰ ζητήσωσι καὶ εὕρωσι τὰ χρήματα καὶ νὰ φέρωσιν αὐτὰ ἐνταῦθα, διὰ νὰ συστηθῇ ἡ Ἑταιρεία. Δὲν παρέστησε κανείς, οὔτε ἠδύνατο νὰ παραστήσῃ, οὕτω διατυπουμένης τῆς συμβάσεως, ὅτι πρόκειται περὶ εὑρεθέντων χρημάτων, ἑτοίμων εἰς τὸ ταμεῖον, ὥστε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀντικρούει τὴν σύμβασιν, διότι τὰ χρήματα δὲν ὑπάρχουσι.
§62Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἕν εἶδος προσκόπου.
§63Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐντολῆς διδομένης εἰς μεσίτας, οὐχὶ εἰς κεφαλαιούχους, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην διατεθειμένους νὰ ἐργασθῶσιν, ἵνα ζητήσωσι καὶ εὕρωσι τὰ χρήματα, ἐντολῆς ὅμως δεσμευούσης τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μέχρις οὗ ἀτονήσῃ ἡ τασσομένη διορία. Τοιαύτης οὔσης τῆς συμβάσεως, τοιαύτην ἔννοιαν ἐχούσης, ὑπάρχει ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή: Εἶναι πρέπον, εἶναι συμφέρον νὰ δοθῇ ἡ ἐντολὴ αὕτη; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θέσῃ εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῆς ἡ Βουλή. Ὄχι ἂν εἶναι ἐντολὴ ἢ ἂν εἶναι σύμβασις. Διότι ἐντολὴ εἶναι. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι τοῦτο: εἶναι πρέπον, εἶναι συμφέρον νὰ δοθῇ αὐτὴ ἡ ἐντολὴ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, νὰ ζητήσωσι τὰ κεφάλαια, καὶ ἂν τὰ εὕρωσι, νὰ καταρτίσωσι τὴν Ἑταιρείαν; Ἐπὶ τούτου ἔχει νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή· τίνες εἰσὶν αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν, ἂν ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν καταλήξῃ εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἂν ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν φθάσῃ εἰς τὸ νὰ εὕρωσιν αὐτοὶ τὰ κεφάλαια; Ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν ἐντολὴν, ἔχουσι θέσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς Ἀγγλίας τοιαύτην, ὥστε νὰ πιθανολογῆται ἡ ὑπ’ αὐτῶν εὕρεσις τῶν κεφαλαίων; Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ τοῦτο ζήτημα, εἶναι ἀδιάφορον ὑπὸ τίνα τύπον νομικὸν αὐτοὶ συμβάλλονται. Καὶ ἂν δὲν ἀναλάβωσιν ἀτομικῶς νομικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ συμβληθῶσιν ὡς ἀνώνυμος Ἑταιρεία, εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ καταβάλωσι πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς εὕρεσιν τῶν χρημάτων. Διότι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συμβάλλονται, οἱ ὁποῖοι ταξειδεύουσιν ἐνταῦθα ἐπίτηδες, οἱ ὁποῖοι δαπανῶσι, βεβαίως ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ καταβάλωσι πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀναλαμβάνωσι τὴν νομικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστῶσι ζημίαν τινὰ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει ζημία.
§64Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον των.
§65Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐρωτᾶται λοιπὸν ἤδη, ὁποίαν ζημίαν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ὑποστῶμεν, ἂν ἡ σύμβασις αὕτη δὲν πραγματοποιηθῇ, ἂν ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν καταλήξῃ εἰς εὕρεσιν χρημάτων; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θέσῃ εἰς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ πᾶς Βουλευτὴς, ὅπως ἀποφανθῇ: «ἂς δώσωμεν τὴν ἐντολὴν», ἢ «ἂς μὴ δώσωμεν τὴν ἐντολήν». Βεβαίως τὸ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι καμμία ζημία. Ἡ ἐκκρεμότης ὅμως, ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ διαρκέσῃ ἡ ἐκκρεμότης, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἂν δύναται νὰ ἐπαγάγῃ ζημίας τινάς. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὡς δυνατὰς παρὰ τὰς ἑξῆς τρεῖς ζημίας. Πρῶτον τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου. Σᾶς ὁμολογῶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι εἰς οὐδὲν ὑπολογίζω τὴν ζημίαν ταύτην, διότι διατελεῖ εἰς τοιαύτην ἐξάρθρωσιν τὸ σταφιδικὸν ἐμπόριον, θὰ διατελέσῃ δὲ ἐν ἔτι μείζονι ἐξαρθρώσει, ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ σύμβασις, ἢ δὲν ληφθῇ ἕτερόν τι μέτρον, ὥστε ἤθελεν εἶναι τῇ ἀληθείᾳ πολὺ ἀπαιτητικὸς, ἐάν τις ἠξίου, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ ζημία οἱαδήποτε μεταβολὴ, ἐπερχομένη εἰς αὐτό· φαντάζομαι δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος μᾶλλον ὠφέλεια θέλει προκύψει, διότι δὲν θὰ ἦναι τόσον τολμηροὶ οἱ ἔμποροι εἰς τὴν κατάρριψιν τῶν τιμῶν. Δευτέραν ζημίαν, δυναμένην νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἑξῆς· ἐνδέχεται ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δεσμεύεται κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ἐκκρεμότητος, νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἀκούσῃ προτάσεις ἄλλας, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσι τυχὸν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ὑπὸ ἄλλων.
§66Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἐὰν γείνωσι.
§67Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο προϋποθέτει, ὅτι ἡ σύμβασις θέλει καταρτισθῆ σήμερον ὑπὸ ὅρους δυσμενεῖς δι’ ἡμᾶς, μὲ θυσίας δι’ ἡμᾶς, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν ζημίαν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀκούσωμεν ἄλλας προτάσεις. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀπαιτῶμεν οἱανδήποτε θυσίαν. Ἐὰν τὴν σύμβασιν δεχθῶμεν, πρέπει νὰ τὴν δεχθῶμεν τοιαύτην, οἷαν ἀπαιτοῦσι τὰ συμφέροντα ἡμῶν, δὲν βλέπω δὲ τότε, πῶς θὰ ἐπέλθωσιν ἄλλοι, ἵνα προσφέρωσιν εἰς ἡμᾶς κρείττονας ὅρους, ἀφοῦ ἡ σύμβασις αὕτη θὰ ἱκανοποιῇ τὸ συμφέρον τὸ ἡμέτερον. Ἂν δὲ ὑπὸ τοὺς δοθησομένους συμφέροντας ὅρους καταρτισθῇ ἡ σύμβασις,—καὶ ὑποθέτομεν, ὅτι θὰ παρασταθῶσι καὶ ἄλλοι κεφαλαιοῦχοι, πρόθυμοι νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν, —τότε δὲν δυνάμεθα νὰ φοβώμεθα, μὴ τυχὸν δὲν πραγματοποιηθῇ, καὶ τοῦτον τὸν φόβον, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ, νὰ παρουσιάζωμεν ὡς ἐλάττωμα. Τρίτη ζημία—καὶ ταύτην ὑπολαμβάνω μεγίστης σπουδαιότητος—θὰ ἐπήρχετο ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος, ἂν ἕνεκα αὐτῆς ἠμποδιζόμεθα νὰ λάβωμεν μέτρα διὰ τὴν ἀναμενομένην ἐσοδείαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον. Ἡ λῆψις μέτρων περὶ τῆς ἀναμενομένης ἐσοδείας δὲν συνδέεται μετὰ τῆς συμβάσεως. Τὸ μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ, εἴτε πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, εἴτε πρόκειται νὰ ναυαγήσῃ. Ἡ ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος τῆς πραγματοποιήσεως τῆς συμβάσεως ἐκκρεμότης κατ’ οὐδὲν παρακωλύει τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. Κατὰ ταῦτα δὲν βλέπω, κατὰ τί δύναται νὰ βλάψῃ ἡ ἐκκρεμότης, ἂν οἱ ἀνάδοχοι ἐπιτύχωσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐντολῆς. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιαύτης ἐπιχειρήσεως, οἱ κεφαλαιοῦχοι εἶχον ἀνάγκην μιᾶς βάσεως, ὅπως συνεννοηθῶσιν, ἵνα καταβάλωσι τὰ χρήματα καὶ ἀναλάβωσι τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, περὶ οὗ πρόκειται. Ἡ βάσις αὕτη ἔπρεπε νὰ δοθῇ παρ’ ἡμῶν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ σύμβασις. Ἄνευ αὐτῆς ἀδύνατος θὰ ἦτο ἡ κατανόησις τῆς προσφερομένης ἐπιχειρήσεως. Διότι, ἐρωτῶ, τί εἶναι τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος; Εἶναί τι γνωστὸν κατασκεύασμα ἢ γνωστὴ ἐπιχείρησις, ἀντιληπτὴ κἄν ἐπιχείρησις εἰς τὸν κόσμον τῶν κεφαλαιούχων; Ποῖος εἶναι ὁ κεφαλαιοῦχος ἐκεῖνος, ὅστις θὰ θυσιάσῃ ἄνευ ἀμοιβῆς τὸν χρόνον αὑτοῦ διὰ τὴν εὐτυχίαν τῶν Ἑλλήνων καὶ θ’ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ μακρόν, ἵνα ἐπινοήσῃ σύστημα διακανονίσεως τοῦ προϊόντος τῶν Ἑλλήνων διὰ μονοπωλίου ἢ δι’ ἄλλου τρόπου, καὶ θὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς: «ἰδοὺ σᾶς προσφέρω τὰ κεφάλαιά μου, ἵνα ἀναλάβω τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην»; Οὐδεὶς κεφαλαιοῦχος θυσιάζει τὸν χρόνον αὑτοῦ, ὅταν μάλιστα ἀγνοῇ καὶ ἂν θὰ ἀκουσθῶσι τοιαῦται προσφοραί. Εἴμεθα ὅθεν ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς νὰ καθορίσωμεν ἐπακριβῶς, τί ζητοῦμεν, διότι βεβαίως ζητοῦμεν ἄγνωστόν τι. Ζητοῦμεν κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ ὁ κεφαλαιοῦχος. Ἡμεῖς θὰ παρουσιάσωμεν αὐτὸ πρὸς τοῦτον, καὶ θὰ τῷ εἴπωμεν: «ἰδοὺ διὰ ποῖον σκοπὸν, ἰδοὺ διὰ ποίαν χρῆσιν ζητοῦμεν νὰ καταβάλῃς τὰ χρήματά σου». Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιχείρησις αὕτη νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ προπαρασκευαζομένη ὑφ’ ἡμῶν καὶ ἀνατιθεμένη, ἀφοῦ παρασκευασθῇ, εἰς πρόσωπα κρινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἁρμόδια νὰ προκαλέσωσι τοὺς κεφαλαιούχους, ἵνα συμμετάσχωσι τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Αὐτὸς εἶναι ὁ τύπος, ὃν ἠκολούθησεν ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις. Ὡς εἶπον, οὐδεμίαν διαβλέπω ἐξ αὐτοῦ ζημίαν, εὑρίσκω ἄλλως τὸν τύπον αὐτὸν ὡς τὸν μόνον δυνατὸν ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἐπιχειρήσεως. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν τύπον τῆς συμβάσεως, ἥτις, ὡς ἐξετέθη, εἶναι ἐντολὴ ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς, ἐνεργοῦντας δι’ αὐτῆς πρὸς ἀναζήτησιν δι’ ἁρμοδίων διαμέσων προσώπων πρὸς ἀνεύρεσιν κεφαλαιούχων, καὶ οὐχὶ σύμβασις μετὰ κεφαλαιούχων. Κατὰ τὸ περιεχόμενον τῆς τοιαύτης συμβάσεως ἐξετάζουσα ἡ Βουλὴ, πρὸ παντὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται νὰ παραχωρηθῇ τὸ μονοπώλιον εἰς Ἑταιρείαν, ἧς ἡ ἕδρα ἔσεται ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Λονδίνῳ. Βεβαίως, Κύριοι, ἓν ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα σημεῖα τῆς συμβάσεως εἶναι ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁρίζεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ ἑδρεύῃ ἐν Λονδίνῳ. Τοιουτοτρόπως ἡ Ἑταιρεία, ὡς ἑδρεύουσα ἐν Ἀγγλίᾳ, θὰ ἦναι Ἀγγλικὴ Ἑταιρεία, καὶ συνεπῶς θὰ ὑπόκηται οὐ μόνον εἰς τὴν ἐποπτείαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑταιρεία οὕτω θὰ ἦναι ἀπομεμακρυσμένη ἡμῶν, ἡ ἐπίβλεψις δὲ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦναι ἀτελεστέρα. Ἀπολαύουσα δὲ τῆς προστασίας τῆς ἐθνικότητος αὐτῆς, ἐνδέχεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους οὐχὶ ὡς ὑποτεταγμένον εἰς τοὺς νόμους αὐτοῦ νομικὸν πρόσωπον, ἀλλ’ ὡς νομικὸν πρόσωπον ὑπὸ ἄλλον νόμον τεταγμένον καὶ κατ’ ἄλλον νόμον ἀπολαῦον προσωπικότητος, καὶ ἄλλης χώρας τὴν προστασίαν δυνάμενον νὰ ἐπικαλεσθῇ. Ταῦτα εἶναι μειονεκτήματα σοβαρώτατα τῆς συμβάσεως, προερχόμενα ἐκ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ τοποθετήσεως τῆς ἕδρας τῆς Ἑταιρείας. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἐκεῖ κυρίως διεξάγεται, διότι, ἂν ἐδῶ γίνεται ἡ ἀγορὰ καὶ ἡ παραλαβὴ τῆς σταφίδος, ἐν Ἀγγλίᾳ γίνεται ἡ πώλησις. Καὶ ἡ μὲν ἀγορὰ καὶ ἡ παραλαβὴ τῆς σταφίδος εἶναι νομικῶς κεκανονισμένη ἐν τῇ συμβάσει, ὥστε πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑποχρεώσεως, ἥτις ἔχει ἀναληφθῆ καὶ κανονισθῆ ἐν τῇ συμβάσει. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὅμως θὰ γείνῃ ἡ πώλησις κατὰ τὸ σπουδαιότερον μέρος. Καὶ ἡ πώλησις δὲν εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει συνωμολογημένων ὅρων· θὰ κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτιμήσεως τῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκεῖ ἀγορᾶς. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὅθεν πρόκειται νὰ γείνῃ πᾶσα ἐνέργεια πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τῆς συμβάσεως. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ζήτησις, ἐκεῖ θὰ ἐνεργηθῇ ἡ προσφορὰ, ἐκεῖ θὰ κανονισθῇ καὶ θὰ πραγματωθῇ ἡ ἐπιχείρησις, ἐξ ἧς θὰ προκύψωσι κέρδη ἢ ζημίαι. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράλογος, καθ’ ἑαυτὴν ἐξεταζομένη, ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ τοποθέτησις τῆς ἕδρας τῆς Ἑταιρείας, δὲν εἶναι παρὰ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων. Ἐνδέχεται ν’ ἀποβῇ, ὡς προεῖπον, κατά τινας περιπτώσεις ἐπικίνδυνος καὶ ἐπιζήμιος εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα κατὰ φυσικὸν λόγον, ποῦ ἀλλοῦ πρέπει νὰ τοποθετηθῇ ἡ διεύθυνσις τῆς ἐπιχειρήσεως ἢ ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται νὰ διεξαχθῇ τὸ κύριον μέρος τῆς ἐπιχειρήσεως; Ἡ ἀξίωσις αὕτη τῶν κεφαλαιούχων δὲν εἶναι ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκρούσωμεν, ὡς παρὰ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων προβληθεῖσαν. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι ἡ ἐν Λονδίνῳ ἕδρα τῆς Ἑταιρείας παρουσίαζε καὶ δύο ἄλλα πλεονεκτήματα· τὸ πλεονέκτημα, ὅτι διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἕδρας δημιουργεῖται μία περαιτέρω ἐγγύησις, ὅτι δὲν θέλει λάβει χώραν κατάχρησις περὶ τὸν διακανονισμὸν τῶν τιμῶν τῆς καταναλώσεως, πρᾶγμα, δι’ ὃ οὐσιωδῶς ἐνδιαφερόμεθα, διότι ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς καταναλώσεως. Ἐν τῇ συμβάσει ἐλήφθη πρόνοια νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ πωληθῇ ἡ σταφὶς πέραν ὡρισμένης τιμῆς· καὶ ἐν τῷ καταστατικῷ δὲ θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ πρόνοια αὕτη. Ἐκεῖ, ἐν Ἀγγλίᾳ δηλαδὴ, θὰ ἔχωμεν φύλακα τῶν διατάξεων τούτων τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ διοικητικῶς εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, ἐφ’ ἧς, κατὰ φυσικὸν λόγον, ἔχει τὴν ἐπίβλεψιν, καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ ταύτην νὰ τηρήσῃ τοὺς ὅρους — ὧν εἷς ἔσεται καὶ ὁ τῆς τιμῆς — τοὺς ἐν τῷ καταστατικῷ. Εἶναι δὲ σπουδαιότατον δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν δύναται νὰ συνεπαγάγῃ καταστροφὴν τῆς καταναλώσεως ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος ἀκόμη λόγος δύναται νὰ προταθῇ ὑπὲρ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ ἕδρας τῆς Ἑταιρείας. Τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος, ἀγορασθὲν ὁλόκληρον ὑπὸ Ἑταιρείας ἐχούσης τὴν ἕδραν αὐτῆς ἐν Λονδίνῳ, δηλαδὴ ἀγγλικῆς, καὶ διαχειριζόμενον κατὰ τὰ νόμιμα τῆς Ἀγγλίας ὑπὸ τῆς ἀγγλικῆς Ἑταιρείας, ἀπολαμβανούσης τὰς ἐξ αὐτοῦ ὠφελείας καὶ ὑφισταμένης τὰ ἔξοδα καὶ τὰς ζημίας, περιλαμβάνεται ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἀγγλικῶν συμφερόντων, καὶ ὡς τοιοῦτον δύναται νὰ τύχῃ τῆς προστασίας τῆς ἀγγλικῆς ἐπιρροῆς καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς τὰς ἀγγλικὰς ἀποικίας, ὑπὸ δασμολογικὴν ἔποψιν. Ἐὰν ἡ Ἀγγλία περιλάβῃ καὶ τὴν σταφίδα ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπὸ τὴν προστασίαν της, διότι ἐνδιαφέρονται Ἄγγλοι ὑπήκοοι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ διὰ τὴν σταφίδα εἰς τὴν Αὐστραλίαν καὶ τὸν Καναδᾶν. Καὶ τοῦτο ἔσεται ὄχι μικρὸν ὄφελος. Ταῦτα λέγω περὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐν Λονδίνῳ τοποθέτησις τῆς ἕδρας τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ, ὅτι θεωρῶ πλεονέκτημα διὰ τὴν συμβαλλομένην Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐν Λονδίνῳ ἕδραν τῆς Ἑταιρείας. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι, μὲ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, εὑρίσκω καὶ ἐγώ, ὅτι ταῦτα δὲν ἰσοφαρίζουσι πρὸς τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα ἠθέλομεν ἔχει, ἂν ἡ ἕδρα τῆς Ἑταιρείας ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ ἐν Ἑλλάδι. Δυστυχῶς ὅμως οἱ ἀνάδοχοι ἀντέταξαν εἰς τὴν πρότασιν ἡμῶν ταύτην ἄρνησιν ἀπόλυτον, στηριζομένην ἐπὶ οὐσιωδεστάτου λόγου, τοῦ λόγου, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι τὰ κεφάλαια πρὸς σύστασιν τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἐν Ἑλλάδι καὶ κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Οὕτω δ’ ἔχοντος τοῦ πράγματος, οὐδὲν ἕτερον ἀπέμενεν ἢ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης ὅσον ἔνεστι μείζονα ἐπιρροήν. Καὶ περὶ τούτου, κατ’ ἐμέ, ἡ σύμβασις ἔλαβε πᾶσαν πρόνοιαν. Τρεῖς σύμβουλοι θὰ διορίζωνται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὕτω θὰ συμπράττωμεν ἐν τῇ διοικήσει. Θὰ ἔχωμεν ἐκεῖ ἐν τῇ διοικήσει Βασιλικὸν Ἐπίτροπον ἐφορεύοντα. Καὶ ἐν Ἀθήναις θὰ ἑδρεύῃ ἀντιπροσωπευτικὴ τῆς Ἑταιρείας ἐπιτροπή, περὶ ἧς ῥητῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι θὰ ἔχῃ πλήρη αὐτοτέλειαν ἀπέναντι τῶν τρίτων καὶ θέλει ἐνεργεῖ ἐξ ἰδίου δικαίου. Δὲν θὰ ἔχῃ οὕτως ἀνάγκην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ πᾶς ἄλλος ἐν Ἑλλάδι, ἔχων δοσοληψίας μετὰ τῆς Ἑταιρείας, νὰ σκεφθῇ, ἂν ἑδρεύει ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ Διοίκησις, διότι δι’ αὐτοὺς ἡ ἐν Ἀθήναις ἐπιτροπὴ εἶναι ὅ,τι θὰ ἦτο καὶ ἡ Διοίκησις. Πᾶσα δίκη καὶ πᾶσα συναλλαγὴ θέλει διεξάγεσθαι ὑπὸ τῆς ἐνταῦθα ἐπιτροπῆς, ἥτις κανονίζει ταῦτα αὐτοτελῶς καὶ ἐξ ἰδίου δικαίου ἐνεργοῦσα ἀπέναντι παντὸς τρίτου. Περιπλέον δὲ ἡ Ἑταιρεία διὰ ῥητῆς διατάξεως ὑποβάλλεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐφαρμοστέου δικαίου δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει, διότι τοῦτο κανονίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ διεθνοῦς ἰδιωτικοῦ δικαίου· εἶναι δὲ ἀνεξάρτητον τῆς ὑπηκοότητος τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐφαρμόσει ἐν συγκεκριμένῃ περιπτώσει τὸ δίκαιον. Τὸ ἐφαρμοστέον δίκαιον κανονίζει, ὡς εἶπον, τὸ διεθνὲς ἰδιωτικὸν δίκαιον, εἴτε τὸ συμβατικὸν εἴτε τὸ γενικῶς παραδεδεγμένον. Ἑπομένως κατὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν σύμβασιν ἐπαρκῆ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι δὲν θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι θυσία διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἕδρας τῆς Ἑταιρείας ἐν Λονδίνῳ. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ θυσία αὕτη μετριάζεται, καὶ καθίσταται ἀνεκτὴ ἡ ἐν Λονδίνῳ ἕδρα τῆς Ἑταιρείας, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἐκ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκεῖ τοποθέτησις τῆς ἕδρας παρουσιάζει, καὶ ἐκ τῆς ληφθείσης προνοίας, ἵνα ὑπάρξῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι πλήρης ἐκπροσώπησις. Ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν καθορίζονται αἱ σχέσεις μεταξὺ παραγωγῶν πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ κεφαλαιούχων. Πραγματοποιεῖται ἡ ἰδέα τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἡ ὁποία τίθεται ὡς ἀποτελοῦσα τὰς βάσεις τῆς συμβάσεως. Ἐν πρώτοις ὁ συνεταιρισμὸς τῶν παραγωγῶν πρὸς ἀλλήλους, συνεταιρισμὸς ἐπιβεβλημένος, συνεταιρισμὸς ἐπαγόμενος τὴν ὑποχρεωτικὴν παράδοσιν τοῦ προϊόντος αὐτῶν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, βεβαίως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ θέλει παρουσιάσει δυσχερείας. Ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἀπαιτῇ τὰ ὑπεράνθρωπα. Τὰ παρουσιασθησόμενα πλεῖστα ζητήματα ἀνάγονται εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνεργήσωσι τὴν παραλαβὴν τῆς σταφίδος καὶ τὴν ταξινόμησιν τῶν ποιοτήτων αὐτῆς. Πάντοτε ὅμως πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον αἱ ἀτέλειαι, καὶ αἱ ἀδικίαι ἀκόμη, δὲν θὰ λείψωσιν. Ἀλλὰ μήπως αἱ ἀτέλειαι καὶ αἱ ἀδικίαι δὲν λαμβάνουσι χώραν σήμερον; Δὲν πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωμεν σύστημα ἀπηλλαγμένον πάσης ἀδικίας, ὑπέρτερον πάσης ἀπωλείας· πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωμεν σύστημα πλῆρες ἀτελειῶν καὶ ἐλαττωμάτων, βρῖθον δὲ πάσης ἀδικίας, ὥστε νὰ κινῇ τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς μελετῶντος αὐτό. Ἐν τῇ συμβάσει ἐγένετο ὅ,τι ἦτο δυνατόν· ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια, ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν ἀποτρέπωνται ἢ μετριάζωνται αἱ ἐνδεχόμεναι ἀδικίαι. Τὰς περὶ διαιτησίας διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέλαβεν ἡ σύμβασις, δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ, ὡς ἀποτρεπούσας, κατὰ τὸ δυνατὸν, πάντα κίνδυνον.
§68Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι ὑποχρεωτικαί;
§69Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα συνταγματικόν.
§70Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγένετο διαιτησία διὰ λογαριασμὸν τρίτου.
§71Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ ἡ διαιτησία αὕτη;
§72Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς συνταγματικὰ ζητήματα.
§73Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι, νομίζω, συνταγματικόν, ἀλλὰ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διαιτησία.
§75Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ γνωρίζει κάλλιον ἡμῶν ὁ κ. Γούναρης.
§76Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτῶν. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς σχέσεως τῶν κεφαλαιούχων ἐν ὅλῳ πρὸς τοὺς παραγωγοὺς ἐν ὅλῳ. Ἐδῶ δὲ, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παράσχητε πᾶσαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι ἐδῶ εἶναι τὸ ἀσθενέστερον τῆς συμβάσεως σημεῖον. Οἱ κεφαλαιοῦχοι θὰ καταθέσωσι τὰ χρήματα αὐτῶν, ὡς συνεταῖροι, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μετάσχωσι τῶν κερδῶν τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐκ τῆς τοιαύτης συμμετοχῆς των εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ εἰς τὰ κέρδη αὐτῆς ἕπεται ἓν ἄλλο συμπέρασμα, ὅτι δέον νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν κίνδυνον νὰ συμμετάσχωσι καὶ εἰς τὰς ζημίας. Τοῦτο ὅμως προσεπάθησαν παντὶ τρόπῳ ν’ ἀποφύγωσι, καὶ οὐκ ὀλίγας ἐπέβαλον ἐν τῇ συμβάσει διατάξεις, εἰς τοῦτο ἀποβλεπούσας. Προέβησαν ὅμως καὶ ἔτι περαιτέρω. Παριστάμενοι, ὅτι ἐνεργοῦσι πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ζημίας, ἐπαυξάνουσι τὰ ὠφελήματα, διὰ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους πρὸς ἀποτροπὴν τάχα τῆς ζημίας των ἐπέβαλον ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει. Καὶ οὕτω, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἐνδέχεται νὰ συμβῇ τὸ καταπληκτικὸν φαινόμενον, — ἂν ὑπάρξῃ ἡ προβλεφθεῖσα ὡς ἐπιζήμιος περίστασις — νὰ λάβωσι πολὺ πλέον ἐκείνου, ὃ θὰ ἐλάμβανον, ἂν αὕτη δὲν συνέβαινε. Τοῦτο θὰ ἀκούσητε κατωτέρω. Τοιαύτας ἀδικίας θεωροῦσιν ἀπαραδέκτους. Οἱ κεφαλαιοῦχοι μετέχουσι τῶν κερδῶν, καὶ μετέχουσιν, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ὦσι, μέχρι μὲν ὡρισμένου μερίσματος λαμβάνοντες αὐτὰ ὁλόκληρα, μέχρις ἀνωτέρου μερίσματος 20% λαμβάνοντες τὸ ἥμισυ, καὶ πέραν τοῦ τελευταίου τὸ ἓν τέταρτον τῶν κερδῶν. Λαμβάνοντες ταῦτα οἱ κεφαλαιοῦχοι, δίκαιον εἶναι νὰ ἐκτεθῶσι καὶ εἰς τοὺς σχετικοὺς κινδύνους. Τοῦτο προσεπάθησαν ν’ ἀποφύγωσι. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ σύμβασις κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο χωλαίνει. Φοβοῦμαι πολὺ, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν, ὡς διετυπώθη, ὑπόκειται ἀντὶ τῆς ἑταιρικῆς ἰδέας μᾶλλον ἡ ἄλλη, νὰ ἦναι οἱ κεφαλαιοῦχοι συνεταῖροι εἰς τὰ κέρδη, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς τὰς ζημίας. Ἂς ἴδωμεν τὰς κατ’ ἰδίαν διατάξεις. Πρὸ παντὸς θεωρῶ πλημμελεστάτην τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 27 τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἅμα ὡς καταρτισθῇ ὁ ἰσολογισμὸς καὶ προκύψῃ τὸ προϊὸν ἐκ τῆς διαχειρίσεως, ἀντὶ νὰ κρατηθῶσι τὰ ἀποθεματικὰ, ὡς γίνεται ἐν πάσῃ σοβαρᾷ Ἑταιρείᾳ, ἐχούσῃ σαφῆ τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ σκοποῦ τῶν ἀποθεματικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀσφάλιστρα τῶν κεφαλαίων κατὰ μελλουσῶν πιθανῶν ζημιῶν, ἄρα ἔξοδα, ὁρίζεται, ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπὲρ τῶν κεφαλαιούχων μέρισμα 6%. Πρὶν ἢ κρατηθῇ ἀποθεματικὸν, λαμβάνεται μέρισμα, καὶ μόνον μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ μερίσματος, ἂν ὑπάρχωσι χρήματα, κρατοῦνται τὰ ἀποθεματικά· τοῦτο εἶναι παραγνώρισις τῆς ἐννοίας τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον κρατεῖται, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κινδύνων τοῦ μέλλοντος. Εἶναι, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἀσφάλιστρον τοῦ κεφαλαίου κατὰ παντὸς κινδύνου τοῦ μέλλοντος· τὸ κεφάλαιον τότε μόνον καθίσταται ἐν ἀκεραίᾳ τῇ ἀξίᾳ αὐτοῦ, ὅταν ἦναι ἐξησφαλισμένον διὰ τῆς συνήθους εἰς τὰ ἑταιρικὰ κεφάλαια ἀσφαλείας, τοῦ ἀποθεματικοῦ. Ἀνασφάλιστον εἶναι μικρότερον τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας. Καὶ ὅταν μένῃ ἀνασφάλιστον, ἵνα μοιράζωνται μερίσματα, μειοῦντα τὴν ἀξίαν, εἶναι ὡς ἂν μοιράζωνται μερίσματα ἐκ τῶν κεφαλαίων. Τοῦτο πιθανὸν νὰ ἦναι εὐχάριστον διὰ τοὺς μετόχους τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν λαμβάνονται τὰ μερίσματα, δύναται ὅμως νὰ ᾖ ὀδυνηρὸν διὰ τοὺς μετόχους, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ ἐπέλθωσιν αἱ ζημίαι, καθ’ ὧν θὰ ἠσφάλιζε τὸ ἀποθεματικόν. Δύναται νὰ ἦναι καὶ κἄτι χειρότερον, ἂν οἱ κατόπιν γενόμενοι μέτοχοι ἠπατήθησαν, νομίσαντες, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ, ἧς ἐγένοντο μέτοχοι, περὶ τῆς συνήθους ἀσφαλείας τῶν κεφαλαίων, — περὶ ἀποθεματικῶν — καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐπλήρωσαν τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν των. Ἀνεξαρτήτως δὲ τοῦ συμφέροντος τῶν μετόχων, τὸ ἓν ἀποθεματικόν—τὸ ὑπὸ ψηφίον Α—ἐνδιαφέρει καὶ τοὺς παραγωγούς, διότι προορίζεται διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, ἥτις φαίνεται ἀσφαλιζομένη, ἐνῷ, ὡς καὶ κατόπιν θὰ εἴπω, πᾶν ἄλλο ἢ ἀσφαλίζεται. Κατὰ ταῦτα νομίζω πλημμελῆ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 27 περὶ διανομῆς μερίσματος πρὸ τῆς κρατήσεως ἀποθεματικῶν. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ μέρισμα δύναται νὰ ληφθῇ καὶ ἀπὸ τὴν διαχείρισιν ἄλλου ἔτους, ἂν κατά τι ἔτος δὲν ἐκαλύφθη. Πρόσθετος καὶ αὕτη ἀσφάλεια τοῦ μερίσματος, χάριν τοῦ ὁποίου ἐθυσιάσθη ἤδη ἡ ἀσφάλεια τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσιν ἐν τῇ συμβάσει καὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν κεφαλαιούχων αἱ ἀρχαὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ παρεβιάσθησαν τελείως. Οἱ κεφαλαιοῦχοι λέγουσι: «προκαταβάλλομεν τὰ χρήματα πρὸς ἀγορὰν τῆς σταφίδος, ἀλλὰ θέλομεν εἰς ἐξαιρετικάς τινας περιστάσεις, ἂν δὲν καλυφθῶμεν ὡς ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, νὰ μᾶς ἐπιστραφῶσιν ἐν μέρει». Τὸ μέρος ὅμως, ὃ ζητοῦσι νὰ λάβωσι, δὲν δέχονται νὰ κανονίσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ζημιῶν, καὶ οὕτω φοβοῦμαι, μήπως συμβαίνει τὸ περίεργον, κατὰ τὰς ἐπιζημίους περιστάσεις νὰ ἐπέρχηται αὔξησις τῶν κερδῶν αὐτῶν, ἀνερχομένων εἰς μεῖζον ποσὸν ἐκείνου, ὃ θὰ ἐλάμβανον, ἂν δὲν ἐπήρχοντο αἱ ἐξαιρετικαὶ περιπτώσεις. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἡ Ἑταιρεία ἀγοράσει πλειότερον τῶν 320,000,000 λιτρῶν σταφίδος. Ὅσοι ἐμελετήσατε τὴν σύμβασιν,—καὶ τὴν ἐμελετήσατε πάντες,— παρετηρήσατε, ὅτι βάσις τῆς μετὰ τῆς Ἑταιρείας συμβάσεως τῶν παραγωγῶν εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὑποθέτει, ὅτι 250 ἑκατομμύρια χρησιμεύουσι πρὸς κατανάλωσιν διὰ τῆς βρώσεως, 70 δ’ ἑκατομμύρια διὰ τὴν βιομηχανικὴν κατανάλωσιν. Ὁρίζει λοιπὸν ἡ Ἑταιρεία, ὅτι ἀγοράζει 320 ἑκατομμύρια. Κανονίζουσα δὲ τὰς τιμὰς, θέτει τὴν ἑξῆς βάσιν· ὑπολογίζει τὰς τιμὰς, ἃς δύναται ν’ ἀπολαύσῃ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν 250 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ διαθέσῃ εἰς τὴν πρὸς βρῶσιν κατανάλωσιν ἐπωφελῶς, ὑπολογίζει τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀπολαύσῃ διὰ τὰ 70 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ διαθέσῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν ἐπιζημίως, καὶ ἐκπίπτουσα κατά τι τὰς τιμὰς τῶν 250 ἑκατομμυρίων, προσφέρει εἰς τὰ 70 ὅ,τι ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτῶν εἰς τὴν βιομηχανίαν θὰ λάβῃ καὶ ἐπὶ πλέον ὅ,τι ἐξέπεσεν ἐκ τῶν τιμῶν τῶν 250 ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω προσφέρει δι’ ὅλα τιμὰς ἱκανοποιητικάς. Οὕτω καταρτίσασα τὸν ὑπολογισμὸν τῶν τιμῶν, λέγει: «Ἂν προσφερθῶσι πλείονα τῶν 320 ἑκατομμυρίων, δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὰς αὐτὰς τιμὰς, διότι αὐτὸ τὸ ὑπὲρ τὰ 320 ἑκατομμύρια ποσὸν θὰ διαθέσω εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἄρα ἐπιζημίως· δὲν τὸ ὑπελόγισα δὲ ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν τιμῶν τῶν 250 ἑκατομμυρίων, ἵνα ἐλαττώσω αὐτὰς ἀναλόγως, ὡς ἔπραξα διὰ τὰ 70 ἑκατομμύρια, καὶ συνεπῶς, μὴ καλύπτουσα τὴν ζημίαν, ἣν ἐξ αὐτῶν θὰ ὑποστῶ διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τῶν 250 ἑκατομμυρίων, θὰ ζημιωθῶ ἀνεπανορθώτως.» Ταῦτα λέγουσα εἶναι ἐν δικαίῳ. Ἀλλ’ ἡμεῖς, δεχόμενοι τοῦτο ὡς δίκαιον, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸ συμπέρασμα, ὃ ἐξ αὐτοῦ συνάγει. Διότι λέγει: «διὰ νὰ μὴ ζημιωθῶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὑπὲρ τὰ 320 ἑκατομμύρια ποσοῦ, ἐννοῶ νὰ μὴ τὸ πληρώσω, καὶ διὰ νὰ μὴ ζημιωθῶσιν οἱ κάτοχοι αὐτοῦ, ἀναλαμβάνω νὰ ἐπιρρίψω τὴν ἀξίαν αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν παραγωγὴν, μειοῦσα ἀναλόγως τὸ τίμημα ὅλης τῆς παραγωγῆς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ὑπῆρξε τὸ πλεόνασμα τοῦτο, μέχρι 10 φράγκων καὶ τῶν σχετικῶν αὐτῷ ἀνηκόντων κερδῶν καὶ κατὰ τὸ λοιπὸν τῆς τοῦ ἑπομένου ἔτους.» Ἕως ἐδῶ οὐδὲν ἔχομεν νὰ ἀντείπωμεν. Ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ ἡ Ἑταιρεία: «Τὸ οὕτω πληρωθὲν διὰ τῶν χρημάτων τῶν παραγωγῶν πρᾶγμα, τὸ ὑπὲρ τὰ 320 ἑκατομμύρια, ἐννοῶ νὰ τὸ λάβω ἐγὼ, καὶ ὅ,τι ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξω νὰ μείνῃ ἰδικόν μου.» Εἰς τοῦτο διαφωνοῦμεν. «Διατὶ ἀξιοῖς νὰ μὴ πληρώσῃς τὸ πρᾶγμα αὐτό; Διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇς, διότι θὰ τὸ πωλήσῃς εὐθηνότερον. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἔχει μίαν ἀξίαν· θ’ ἀπολαύσῃς ἐξ αὐτοῦ μίαν ἀξίαν· ὀφείλεις νὰ δώσῃς εἰς τὴν παραγωγὴν τὴν ἀξίαν αὐτήν.» Ἡ Ἑταιρεία ἀπαντᾷ: «δὲν τὴν δίδω.» Διατί; δὲν τὸ ἐξηγεῖ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ πρὸς ἡμᾶς ἡ Ἑταιρεία: «δὲν σᾶς πληρώνω δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν παρὰ δι’ ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν ὅλης τῆς ἐσοδείας· ἤτοι λαμβάνω αὐτὸ διὰ τῶν χρημάτων σας, καὶ ὅμως δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς δώσω ὅ,τι ἐξ αὐτοῦ θὰ εἰσπράξω, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ ἀπολαύσω ἐγὼ τὸ προϊὸν πάσης ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ.» Καὶ προσέξατε ἀκόμη. Μᾶς λέγει: «Τὸ ἀγοράζω χωρὶς νὰ τὸ πληρώσω, διότι, ἂν θὰ τὸ ἐπλήρωνα, θὰ ἐζημιούμην, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ζημιωθῶ ἐκ τῆς τοιαύτης μεγάλης παραγωγῆς.» Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ βαρόμετρον, δι’ οὗ θὰ μετρηθῇ ἡ ζημία αὐτῆς; Τὸ μέρισμά της. Ἀλλὰ τοῦτο ἀφίνει ἀσυσχέτιστον πρὸς τὴν ἀποκέρδησιν τῆς ἀξίας τοῦ ἐν λόγῳ ποσοῦ. Καὶ ἂν ἔχῃ 20% μέρισμα, ἀνεξαρτήτως τῆς κρατήσεως τῆς ἀξίας τοῦ ποσοῦ τούτου, πάλιν ἐννοεῖ νὰ κρατήσῃ τὴν ἀξίαν ἀπὸ τοὺς παραγωγούς. Δὲν εἶναι προφανές, ὅτι οὕτως ἡ ὑπερπαραγωγή, ἀντὶ νὰ ζημιώσῃ τὴν Ἑταιρείαν, χάρις εἰς τὸ ὑπ’ αὐτῆς προτεινόμενον καὶ ἐπιβαλλόμενον ἐν τῇ συμβάσει πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ζημίας μέτρον, δύναται νὰ γείνῃ πρόξενος ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶχεν, ἂν ἔλειπεν ἡ ὑπερπαραγωγή; Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καλλίτερον, ἂς λάβωμεν τοὺς ἀριθμούς. Ἂς ὑποθέσωμεν παραγωγὴν 400 ἑκατομμυρίων, πρᾶγμα ὄχι ἀδύνατον, διότι ἡ ἐσοδεία τοῦ 1895 ἀνῆλθεν εἰς μεῖζον ποσόν. Ἡ Ἑταιρεία λέγει: «Τὰ 80 ἑκατομμύρια θὰ λάβω, πληρώνουσα αὐτὰ διὰ μειώσεως τῆς ἀξίας τῶν 320 ἑκατομμυρίων. Ἡ μείωσις θὰ κατανεμηθῇ ὡς ἑξῆς· 10 φράγκα θὰ κρατήσω προκαταβολικῶς· θὰ λάβω πρὸς κάλυψιν τὸ ἀνῆκον τοῖς παραγωγοῖς ἥμισυ τῶν κερδῶν τοῦ αὐτοῦ ἔτους (διὰ νὰ ὑπάρχῃ δὲ ἥμισυ, ὑποτίθεται ὅτι ἔλαβον οἱ κεφαλαιοῦχοι 6% μέρισμα, ἐκρατήθησαν τὰ ἀποθεματικά, καὶ ἔλαβον οἱ κεφαλαιοῦχοι καὶ πρόσθετον μέρισμα, ἴσον μὲ τὸ ἥμισυ, τὸ ἀνῆκον τοῖς παραγωγοῖς καὶ κρατούμενον ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας), καὶ ἂν δὲν καλυφθῶ, θὰ κρατήσω τὸ ὑπόλοιπον ἐκ τῆς ἑπομένης ἐσοδείας.» Τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καλυφθῇ, εἶναι περὶ τὰ 10 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, ἤτοι περὶ τὰ 16 ἑκατομμύρια δραχμαί· ὥστε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ κρατήσῃ ἀπὸ τοὺς παραγωγούς, εἶναι 10 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, 16 ἑκατομμύρια δραχμαί· ἤτοι περίπου τὸ τέταρτον τῆς ἀξίας τῆς ἐσοδείας των. Οὕτω πληρώνουσα τὰ ἐν λόγῳ 80 ἑκατομμύρια θὰ τὰ λάβῃ. Ἡμεῖς λέγομεν δύο τινά· πρῶτον: «δὸς ἡμῖν τὴν ἀξίαν, ἣν ἐξ αὐτῶν θὰ ἀπολαύσῃς». Μᾶς ἀπαντᾷ: «δὲν τὴν δίδω». — «Τότε, ἐρωτῶμεν, διατὶ ἀξιοῖς νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς τὰ 80 αὐτὰ ἑκατομμύρια;» Μᾶς ἀπαντᾷ: «διὰ νὰ μὴ ζημιωθῶ». — «Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀπαντῶμεν, ὀφείλεις νὰ ἐπιστρέψῃς τὴν ἀξίαν, ὅταν δὲν ζημιοῦσαι. Πότε δὲν ζημιοῦσαι; Ὅταν δίδῃς μέρισμα, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς κρατήσεως τῆς ἀξίας. Ἂν δὲν δέχησαι νὰ θεωρήσῃς μὴ ζημίαν τὴν κάλυψιν μερίσματος 6%, θεώρησε τοὐλάχιστον μὴ ζημίαν τὴν κάλυψιν μερίσματος 12% καὶ ὅταν καλύπτῃς αὐτὸ, ἀπόδος τὰ χρήματά μας». «Οὐδ’ αὐτὸ δέχομαι» ἀπαντᾷ ἡ Ἑταιρεία. Διατί; Δὲν τὸ ἐξηγεῖ. Καὶ οὕτως ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τὸ ἀστεῖον, νὰ ληφθῶσι 10 ἑκατομμύρια φράγκα, ἤτοι 16 ἑκατομμύρια δραχμαὶ, ἀνεπιστρεπτὶ ἀπὸ τοὺς παραγωγούς, διὰ νὰ τὰ κερδίσῃ ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀνεξαρτήτως αὐτῶν 12 ἢ καὶ 15% μέρισμα. Εἶχον λοιπὸν ἄδικον, εἰπὼν, ὅτι ἡ μέθοδος, ἣν ἐπενόησεν ἡ Ἑταιρεία πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς κινδύνου ζημίας, ἠμπορεῖ νὰ τῇ προσπορίσῃ κέρδη, φθάνοντα μέχρι βαθμοῦ ἐκθέτοντος τὴν σοβαρότητα ἡμῶν, εἰς τοιαῦτα ὑποκυψάντων; Ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἐτέθη ἑτέρα διάταξις, διὰ τὴν αὐτὴν περίπτωσιν τῆς ὑπερβάσεως τῶν 320 ἑκατομμυρίων, ὡς κολασμὸς τῆς ἤδη ἐξετασθείσης. Εἶναι ὅμως αὕτη ἀνεπαρκής. Λέγει ἡ Ἑταιρεία: «Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ὑπάρξει ὑπέρβασις τῶν 320 ἑκατομυρίων, δὲν θέλω νὰ μοὶ δώσητε τίποτε διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπερβάλλοντος, ἂν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος γείνῃ τόση ἐξαγωγὴ, ὥστε νὰ μὴ μείνωσιν ἐν Ἑλλάδι πλειότερα τῶν 60 ἑκατομμυρίων». Τοῦτο εἶναι δικαιότατον. Διότι τότε ἡ Ἑταιρεία ὅ,τι ἔλαβε τὸ κατηνάλωσε πρὸς βρῶσιν, ἀπολαύσασα τιμὰς βρώσεως, καὶ θὰ ἦτο τερατῶδες νὰ ἠξίου νὰ μὴ πληρώσῃ τίποτε οὐδ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἀπέμειναν ἐν Ἑλλάδι ἐκ τῶν ἀγορασθέντων 400 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος 60 ἑκατομμύρια μόνον, ἀλλ’ ἀπέμειναν 70 ἑκατομμύρια. Ἐρωτῶ τὴν Ἑταιρείαν, τίνος ποσοῦ τὴν ἀξίαν θέλει νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς; Εἶχεν ὑπολογίσει 60 ἑκατομμύρια διὰ τὴν βιομηχανίαν· ἔμειναν ἑβδομήκοντα· τί ζημιοῦται; τὴν ἀξίαν τῶν 10 ἑκατομμυρίων προφανῶς· καὶ ταύτην μόνην δύναται νὰ λέγῃ, ὅτι θέλει νὰ πληρωθῇ πρὸς ἀποτροπὴν ζημίας. Ἀλλὰ δὲν λέγει τοῦτο. Λέγει, ὅτι θέλει νὰ πληρωθῇ τὴν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπὲρ τὰ 320 ἑκατομμύρια, ἤτοι τὴν ἀξίαν τῶν 80 ἑκατομμυρίων. Διότι ἔμειναν διὰ τὴν βιομηχανίαν 10 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα ὑπελόγιζε, καὶ θὰ ζημιωθῇ ἐξ αὐτῶν, στοιχισάντων σχεδὸν 4 ἑκατομμύρια φράγκα, ἔστω καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας, δηλαδὴ 2 ἑκατομμύρια φράγκα· ζητεῖ νὰ λάβῃ τὴν ἀξίαν 80 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 10 ἑκατομμύρια φράγκα σχεδόν. Καὶ τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ, καὶ ἂν ἀντὶ 60 ἑκατομμυρίων ἀπέμειναν διὰ τὴν βιομηχανίαν 61 ἑκατομμύρια, ἢ καὶ 60 ἑκατομμύρια καὶ 500 χιλιάδες. Καὶ σκεφθῆτε τότε, τί θὰ λεχθῇ ὑπὸ τοῦ παραγωγοῦ, ὅταν ἡ Ἑταιρεία, διότι ἀπέμεινεν εἰς αὐτὴν ἕν ἑκατομμύριον ἢ 500 χιλιόλιτρα ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθέντων ὑπ’ αὐτῆς διὰ τὴν βιομηχανίαν, ἐξ οὗ θὰ ζημιωθῇ 50,000 ἢ 25,000 φράγκα χρυσᾶ, ζητῇ νὰ κρατήσῃ ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς τὴν ἀξίαν 80 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 10 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ. Καὶ ἂν ἐρωτηθῇ, διατὶ τὰ λαμβάνει, θ’ ἀπαντήσῃ, διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ τὰς 50,000 ἢ τὰς 25,000 φράγκα. Εὑρίσκετε ἐπαρκῆ τὴν δικαιολογίαν; Σκεφθῆτε καὶ τὰ περαιτέρω: Αὐτὰ τὰ 10 ἑκατομμύρια φράγκα τὰ ζητεῖ, καὶ ἂν τὸ μέρισμα τῶν κεφαλαίων ἀνέρχηται, ἀνεξαρτήτως αὐτῶν, εἰς 12, εἰς 15 ἢ καὶ εἰς 20% καὶ πλέον ἀκόμη. Καὶ τότε εἴπετέ μοι, εἶναι αὐτὰ ἀρχαὶ συνεταιρισμοῦ; εἶναι μέτρα λαμβανόμενα πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς ζημίας τῆς Ἑταιρείας; ἢ ἡ ὑπερπαραγωγή, καὶ ὅταν ἔχῃ ἀνάλογον κατανάλωσιν καὶ συνεπῶς δὲν ἦναι νόσος, ἀλλὰ ὑγεία, χρησιμεύει ὡς ἀφορμὴ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα ἀπορροφήσῃ πᾶν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως κέρδος τῶν παραγωγῶν, καὶ ἐκ τοὐναντίου νὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτοὺς καὶ μὲ ζημίας, διότι τότε θὰ πληρωθῶσι τὴν σταφίδα των — ἥτις ἐν τούτοις κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκαλύφθη ὑπὸ τῆς καταναλώσεως τῆς βρώσεως— μὲ τίμημα κατὰ 25% ὀλιγώτερον, ἐν τῇ περιπτώσει παραγωγῆς 400 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἀφ’ ὅ,τι ἔχει συμφωνηθῇ ἐν τῇ συμβάσει; Καὶ τί θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἵτινες θὰ ἐξεγερθῶσι τότε ἀπὸ τὸν πόνον τῆς ἀφαιρέσεως τῆς περιουσίας των πολὺ περισσότερον καὶ πολὺ δικαιότερον ἀφ’ ὅσον ἐξεγείρονται σήμερον ἀπὸ τὴν ἐλπίδα μεγάλων ὑποθετικῶν κερδῶν; Ἐφιστῶ ἀκόμη τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ σταθεροῦ ἀριθμοῦ τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὃν τίθησιν ἡ Ἑταιρεία ὡς παριστῶντα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται ἀζημίως νὰ πωλήσῃ μὲ μικροτέρας τιμὰς εἰς τὴν βιομηχανίαν, διότι ἐκράτησε τὴν διαφορὰν δι’ ἐκπτώσεως ἀναλόγου ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῆς τιμῆς τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐν πρώτοις παρατηρήσατε, ὅτι, ἐνῷ ἐν ἄρθρῳ 23 ὁρίζει τὸ διὰ τὴν βιομηχανίαν ποσὸν εἰς 70 ἑκατομμύρια, ὡς κατωτέρω θὰ ἐξετάσω, ἐδῶ τὸ περιορίζει εἰς 60 ἑκατομμύρια· δεύτερον τὸ θέτει σταθερὸν, ἐνῷ ἡ λογιστικὴ λέγει, ὅτι, ὅταν τὸ ποσὸν τῆς βρωσίμου καταναλώσεως αὐξήσῃ, πρέπει ν’ αὐξήσῃ καὶ τὸ ποσὸν τῆς δι’ ἐκπτώσεως ἐπὶ ἐκείνης ἐξυπηρετουμένης σταφίδος τῆς βιομηχανικῆς καταναλώσεως. Ἂν λ. χ. ἐπὶ 320 ἑκατομμυρίων ἡ Ἑταιρεία δὲν ζημιοῦται, πωλοῦσα μὲ ἔκπτωσιν εἰς τὴν βιομηχανίαν 60 ἑκατομμύρια, ἐπὶ 400 ἑκατομμυρίων δὲν ζημιοῦται, πωλοῦσα εἰς τὴν βιομηχανίαν 75, καὶ ὄχι μόνον 60. Παρέρχομαι καὶ τοῦτο. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα περίπτωσις ἐκπτώσεως, ἡ λόγῳ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ προσέξητε, διότι πρόκειται περὶ ὑπολογισμῶν. Λέγει ἡ Ἑταιρεία: «ἀσφαλίζω τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος εἰς δραχ. 1,40 κατὰ φράγκον· καὶ ὅταν τὸ συνάλλαγμα κατέλθῃ, τὴν ζημίαν τὴν φέρω ἐγώ». Ἐν τούτοις, ὅταν ἔρχηται νὰ διακανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς καλύψεως τῆς ζημίας, καταλήγει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἀσφαλίζῃ τίποτε. Κατὰ τὸν ἰσολογισμόν, λέγει, θὰ κρατῆται ἓν ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος, ἵνα σχηματισθῇ ταμεῖον ἀποθεματικοῦ, ὑπὸ ψηφίον Α, προωρισμένον εἰς τὴν κάλυψιν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Τὸ ἀποθεματικὸν τοῦτο θὰ κρατῇ, ἀφοῦ ἀφαιρέσῃ τὰ 6% τὸ ἀποθεματικὸν αὐτὸ θὰ ἦναι κατὰ τὸ ἥμισυ ἰδικόν μας. Τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε. Ἐν τούτοις ἐνδέχεται αὐτὸ νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ. Τί θὰ γείνῃ τότε; Θὰ ληφθῇ ἀπὸ τὸ μερίδιον τῶν παραγωγῶν, ἀπὸ τὰ κέρδη τοῦ ἔτους ἐκείνου· ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτον ἢ δὲν ἐπαρκῇ, θὰ ληφθῇ δι’ ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἑπομένου ἔτους.
§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ζημία ἐκ τοῦ συναλλάγματος, θὰ μειῶται ἡ ἀξία.
§78Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τώρα, Κύριοι, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς δύο πράγματα, ἐν σχέσει μὲ αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν, ὑποθέτω, ἀρκετὰ σαφῶς διετύπωσα, ἵνα ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὸν μηχανισμὸν, καθ’ ὃν θὰ γίνεται ἡ κάλυψις τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὅταν τὸ συνάλλαγμα ἐκπέσῃ καὶ ἔλθωμεν εἰς τιμὴν κατωτέραν τῆς 1,40, καὶ συμβῇ κατά τι ἔτος νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ἀποθεματικὸν τοῦ ταμείου καὶ νὰ μείνῃ ὑπόλοιπόν τι, θὰ εὑρεθῶμεν τὸ ἑπόμενον ἔτος μὴ ἔχοντες πλέον ἀποθεματικὸν, ἵνα καλύψωμεν τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι ἀκόμη μεγαλειτέρα, διότι τὸ συνάλλαγμα θὰ βαίνῃ ἐκπῖπτον· θὰ ὀφείλωμεν δὲ προσέτι καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ προηγουμένου ἔτους. Καὶ οὕτω θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστῶμεν ἔκπτωσιν τοῦ συναλλάγματος κάτω τῶν δραχ. 1,40, μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ συνάλλαγμα ἐν τῇ ἀγορᾷ· ἐὰν ἔχωμεν τὸ συνάλλαγμα πρὸς δραχ. 1,20, θὰ ὑποστῶμεν ὁλόκληρον τὴν διαφορὰν τῶν 20 λεπτῶν, καὶ ἀκόμη δύο ἢ πλείονα λεπτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν ζημίαν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Καὶ εἶναι ταῦτα τὰ 22 λεπτὰ 8 περίπου ἑκατομμύρια φράγκα, τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις νομίζουν ὅτι ἀσφαλῶς θὰ λάβωσιν οἱ παραγωγοί, ἐνῷ θὰ χάσωσιν ἀσφαλέστατα αὐτά. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐπέβαλον εἰς ἡμᾶς· διότι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡμεῖς ἠγωνίσθημεν, ἵνα μὴ διαταχθῶσιν οὕτω τὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν. Τὰς διατάξεις ταύτας εὑρίσκω προδήλως ἀντικειμένας εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ συνεταιρισμοῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ κάμωμεν μὲ τοὺς κεφαλαιούχους. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπίσης παραβιάζονται αἱ ἀρχαὶ αὐταί· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιτρέψατε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς φαινομένου, ἀφορῶντος τὸ συνάλλαγμα, διὰ νὰ ἄρω πᾶσαν παρεξήγησιν. Δύναταί τις νὰ μᾶς εἴπῃ: «τί ζητεῖτε; ἡ σταφίς σας ἐπωλήθη εἰς χρυσὸν, καὶ ὁ χρυσὸς ἀπέδωκεν ὀλιγώτερα, τραπεὶς εἰς δραχμάς. Τί ζητεῖτε ἤδη; πόθεν θὰ ληφθῶσιν αὐταὶ αἱ πλείονες δραχμαί;» Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ: Μελετήσατε τὴν μέχρι τοῦδε ἱστορίαν τῶν πραγμάτων, ἀναλύσατε αὐτὰ κατὰ τοὺς πλουτολογικοὺς νόμους, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ διακύμανσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Καὶ ὅταν ἀκόμη εὑρισκώμεθα ἐν μείζονι προσφορᾷ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ζήτησιν, καὶ τότε ἀκόμη δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐκπίπτοντος τοῦ συναλλάγματος ὑψοῦται ἡ τιμὴ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν γένει ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ σήμερον. Καὶ ἔχει λόγον οἰκονομικόν, ὃν οὐδεὶς δύναται νὰ παρίδῃ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος τῶν τιμῶν, πρὸς ὃ ἀείποτε τείνουσιν αἱ τιμαὶ, καὶ ἀφ’ οὗ ἀπομακρυνόμεναι ὑφίστανται αὔξουσαν κατὰ γεωμετρικὴν πρόοδον ἀντίδρασιν, εἶναι αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι. Ἔχομεν οὐσιώδη παράγοντα καθορισμοῦ τῶν τιμῶν τὰς παραγωγικὰς δαπάνας, καὶ ὅταν ἀκόμη μεγάλη προσφορὰ παρουσιάζηται ἀπέναντι μικρᾶς ζητήσεως. Καὶ τότε ἡ ἀξία τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν τιμῶν, διότι καθιστᾷ ἧττον ἐνδοτικὸν τὸν προσφέροντα ἡ μὴ κάλυψις τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ δαπανῶν. Ὁ Ἕλλην παραγωγὸς πρέπει νὰ ἀπολαύσῃ ὡρισμένην τιμὴν, ὅπως δώσῃ τὴν σταφίδα αὐτοῦ, πρέπει νὰ καλύψῃ τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δαπάνας, ἔστω καὶ ἂν δὲν πρόκηται νὰ κερδίσῃ τι. Ὅσον καὶ ἂν πιέζηται ἐκ τῆς μεγάλης προσφορᾶς, δὲν δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς κατωτέραν τιμήν. Πιεζόμενος κατέρχεται μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν του. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἡ πτόησις ἕνεκα τῆς δυσαναλόγου πρὸς τὴν κατανάλωσιν προσφορᾶς καθιστᾷ αὐτὸν ἐνδοτικώτατον. Κάτω τούτου ἡ ἐνδοτικότης παύει. Ὅσον κατέρχεται, τόσον καθίσταται μᾶλλον ἀνένδοτος. Τί γίνεται ἐν τῷ ἐμπορίῳ σήμερον; τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ φράγκον τιμᾶται 160 ἢ 170 λεπτά, ὁ ἔμπορος, ὑπολογίζων ὅτι δύναται νὰ ἀγοράσῃ ἐνταῦθα πρὸς 150 ἢ 140 δραχμὰς, προσφέρει τὴν σταφίδα εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἰς τὴν τιμὴν, εἰς ἣν θὰ δυνηθῇ νὰ καλύψῃ ἐνταῦθα τὰς 150 ἢ 140 δραχμάς. Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ συνάλλαγμα ἐκπίπτει, θὰ φροντίσῃ νὰ τὴν προσφέρῃ εἰς μεγαλειτέραν τιμὴν, ἵνα καλύψῃ τὰς 150 ἢ 140 δραχμὰς ἐν Ἑλλάδι. Διότι τόσας ζητεῖ ὁ παραγωγὸς διὰ τὰς παραγωγικάς του δαπάνας. Αἱ δὲ παραγωγικαὶ δαπάναι μένουσιν ἐν Ἑλλάδι αἱ αὐταὶ, ἀνεπηρέαστοι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὸ συνάλλαγμα. Ἡ ἐργασία δὲν ὑποτιμᾶται ἀναλόγως τῆς ἐκπτώσεως τοῦ χρυσοῦ· ἡ κυριωτέρα δὲ παραγωγικὴ δαπάνη εἶναι ἡ ἐργασία. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἀναντιρρήτως συμβαίνει, —καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἐμπορευομένους, ὅτι ἡ ὕψωσις τοῦ συναλλάγματος συνεπάγεται ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ δὲ ἔκπτωσις τοῦ συναλλάγματος ὕψωσιν τῶν τιμῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, —αὐτὸ, λέγω, τὸ φαινόμενον θέλει νὰ παρίδωμεν ἡ Ἑταιρεία, καὶ νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς αὐτήν. Εἶναι, νομίζω, ἄδικον τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄτοπον, ἐὰν δὲν ἀσφαλίζηται κατὰ τὰ ἐκτεθέντα τὸ φράγκον τὸ χρυσοῦν εἰς τὴν τιμὴν τῶν δραχ. 1,40, νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς παραγωγούς, ὅτι ἀσφαλίζεται ἐν ἄρθρῳ 7, καὶ ἀκολούθως ἐν τοῖς ἑπομένοις ἐδαφίοις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ καταστήσωμεν φαντασιώδη σχεδὸν τὴν ἐξασφάλισιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν διαρρύθμισιν καὶ τὸν διακανονισμὸν τοῦ συναλλάγματος, ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 22, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἀντιστρόφου τῆς ὑπερπαραγωγῆς περιπτώσεως, τὸ ὁποῖον προσβάλλει ἐπίσης τὰς ἀρχὰς τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ἀδικεῖ. Ἐν ὑπερπαραγωγῇ ἡ Ἑταιρεία ζητεῖ νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ τιμαί. Ἑπομένως εἶναι δίκαιον καὶ ἐν μειώσει παραγωγῆς νὰ δεχθῇ νὰ αὐξηθῶσιν αἱ τιμαί. Τὸ ἀνεγνώρισε τοῦτο ἡ Ἑταιρεία, καὶ διετυπώθη ἐν τῇ συμβάσει τὸ ἄρθρον 23, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ πράγματα διετάχθησαν ὡς ἑξῆς· ἐὰν ἡ παραγωγὴ κατέλθῃ κάτω τῶν 250 ἑκατομμυρίων, τότε δύναται κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως Κυβερνήσεως καὶ Ἑταιρείας νὰ ἐπέλθῃ ὕψωσις τῶν τιμῶν. Ἀλλ’ ἠξίωσεν ἡ Ἑταιρεία νὰ τεθῇ, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν θὰ μείνῃ ἔξω τῶν ὑπολογισμῶν καὶ τὸ ἀπόθεμα τοῦ προηγουμένου ἔτους, τὸ ὁποῖον τυχὸν παρ’ ἑαυτῇ ἔχει. Κύριοι, τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν εὑρίσκω, ὡς ἔχει, πλημμελεστάτην. Εἶναι προφανές, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἑξῆς βάσεως. Ἀναγνωρίζει, ὅτι ἐκ τῶν τῆς συνήθους ἀγορᾶς 320 ἑκατομμυρίων τὰ 250 ἑκατομμύριά εἰσι προωρισμένα εἰς βρώσιμον κατανάλωσιν, καὶ τὰ 70 ἑκατομμύρια εἰς βιομηχανικὴν χρῆσιν. Προσέξατε, ὅτι ἀνωτέρω, ἐν ἄρθρῳ 22, ὅπου τίθεται ὡς βάσις δικαιώματος τῶν παραγωγῶν νὰ μὴ ὑποστῶσιν ἐκπτώσεις, ὑπελογίσθησαν εἰς 60 ἑκατομμύρια ταῦτα. Ἂς προχωρήσωμεν. Λέγει ἡ Ἑταιρεία: «Ἐὰν μοῦ λείψωσι τὰ 70 ἑκατομμύρια, τὰ προωρισμένα εἰς βιομηχανικὴν χρῆσιν, οὐδεμία θέλει ἐπέλθει ὕψωσις τῆς ἀξίας τῶν 250 ἑκατομμυρίων, διότι τὰ 250 ἑκατομμύρια πληροῦσι τελείως τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον δὲν μειοῦνται τὰ 250 ἑκατομμύρια, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σᾶς πληρώσω μείζονα ἀξίαν.» Ὁ συλλογισμὸς εἶναι ἀκριβής, ἀλλὰ παραβλέπει οὐσιαστικώτατα σημεῖα. Ὅταν σοὶ λείψωσι τὰ 70 ἑκατομμύρια, δὲν θὰ ὠφεληθῇς βεβαίως διὰ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τῶν 250 ἑκατομμυρίων, ὠφελεῖσαι ὅμως ἐκ τοῦ συνόλου, καὶ ὠφελεῖσαι, διότι κερδίζεις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχανες, ἂν ὑπῆρχαν τὰ 70 ἑκατομμύρια καὶ τὰ ἠγόραζες καὶ τὰ ἐπώλεις ἐπὶ ζημίᾳ· ὠφελεῖσαι, διότι, ὡς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, τὴν ζημίαν ταύτην, ἣν θὰ ὑφίστασο ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν 70 ἑκατομμυρίων, ἔχεις ὑπολογίσει καὶ ἐκπέσει ἀπὸ τὴν τιμὴν, ἣν ἐπλήρωσες διὰ τὰ 250. Κερδίζεις προσέτι καὶ δι’ ἕτερον λόγον, ἂν δὲν ἐλλείψωσιν ὅλα τὰ 70, ἀλλὰ ὀλιγώτερα, λ. χ. 50· κερδίζεις, διότι τὰ ἀπομείναντα 20 θὰ πωλήσῃς ἀκριβώτερον ἢ ὅσον θὰ ἐπώλεις τὰ 70 εἰς τὴν βιομηχανίαν. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν κέρδος· θὰ πωληθῶσι δὲ τὰ 20 ἑκατομμύρια εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, διότι θὰ ὑπάρξῃ μικροτέρα ἀναλογία πρὸς τὴν ζήτησιν. Εἶναι προφανὲς λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ὠφελεῖται καὶ ὅταν ἐλαττωθῇ ἡ παραγωγὴ κάτω τῶν 320 ἑκατομμυρίων μέχρι τῶν 250. Ἔπρεπεν ὅθεν νὰ γείνῃ καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην αὔξησις, ἔστω καὶ μικρὰ, ἵνα ἤμεθα ἐν δικαίῳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο μικρόν. Ὑπάρχει ἑτέρα οὐσιωδεστέρα ἔλλειψις ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Λέγει ἡ Ἑταιρεία: «Αἱ τιμαὶ θ’ αὐξήσωσιν, ἂν ἡ παραγωγὴ κατέλθῃ κάτω τῶν 250 ἑκατομμυρίων.» Ὁ ἀριθμὸς τίθεται ὁριστικῶς καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν εἰκοσαετίαν. Δεδικαιολογημένως, ἐὰν ἐλαττωθῇ ἡ ὑπὸ τῆς καταναλώσεως τῆς βρώσεως ἀπαιτουμένη σταφὶς, δέχεται νὰ ὑψωθῶσιν ὅλαι αἱ τιμαὶ ἀναλόγως, διότι θὰ ἀπολαύσῃ ἡ Ἑταιρεία δι’ ὅλας τὰς σταφίδας μεγαλειτέρας τιμάς. Καὶ ἕως ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν: ἡ εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς βρώσεως χρησιμοποιουμένη σταφὶς εἶναι σήμερον 250 ἑκατομμύρια· μᾶς ὑπόσχεσθε αὔξησιν καταναλώσεως καὶ τὴν ἐλπίζομεν, καὶ δι’ αὐτὸ κάμνομεν τὸ μονοπώλιον. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐλπίδες μας αἱ κοιναὶ, καὶ θὰ φθάσῃ εἰς 400 ἑκατομμύρια ἡ κατανάλωσις τῆς βρώσεως, τότε, ἐὰν συμβῇ κατά τι ἔτος καταστροφὴ, καὶ φθάσῃ ἡ παραγωγὴ τὰ 251 ἑκατομμύρια, θὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι, «ἐφ’ ὅσον δὲν φθάνῃ εἰς τὰ 250 ἑκατομμύρια, δὲν θὰ αὐξήσωμεν ποσῶς τὰς τιμάς»; Τοῦτο νομίζω παράλογον· φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς 250 ἑκατομμύρια, ὅστις παριστᾷ τὴν σημερινὴν βρώσιμον κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ, ὅταν πέσῃ ἡ παραγωγὴ κάτω τοῦ ποσοῦ τοῦ καταναλωθέντος κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ἢ κατὰ τὰ δύο ἢ τρία προηγούμενα ἔτη, πρὸς βρῶσιν, τότε θὰ γείνῃ ἡ αὔξησις. Δὲν νομίζω, ὅτι μετὰ εἴκοσιν ἔτη ἡ κατανάλωσις τῆς βρώσεως θὰ περιορίζηται εἰς τὰ 250 ἑκατομμύρια. Τέλος θεωρῶ ἀπαράδεκτον τὴν διάταξιν τὴν ἀξιοῦσαν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν καὶ τὸ ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑταιρεία ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς προηγουμένης ἐσοδείας. Καὶ ἀπορῶ, Κύριοι, κατὰ ποίαν δικαιοσύνην ἔρχονται καὶ λέγουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωσιν, ὅτι δὲν θὰ θεωρηθῇ ὑπάρχουσα ἐλάττωσις ἐσοδείας κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, διότι αὐτοὶ ἔχουσιν 70 ἢ 80 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Αὐτοὶ εἶχον ἀγοράσει τὰ 70 ἢ 80 αὐτὰ ἑκατομμύρια κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μὲ τοιαύτας ἐν σχέσει πρὸς τὸ σύνολον τιμὰς, ὥστε νὰ δύνανται νὰ τὰ πωλήσωσιν ἀζημίως πρὸς 70 δραχμὰς, καὶ πωλοῦσι ταῦτα κατὰ τὸ ἐνεστὼς πρὸς 200. Καὶ λέγουσι πρὸς τὸν παραγωγὸν, ὁ ὁποῖος παρήγαγε μόλις τὰ τρία τέταρτα ἢ τὸ ἥμισυ τῆς σταφίδος του, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ αὔξησιν τιμῶν! Καὶ ὅμως καὶ αὐτὸ ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῶν Κυρίων, μετὰ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ διαπραγμάτευσις. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος λόγος, σχετιζόμενος μὲ τὴν διάταξιν ταύτην, τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Πρόκειται περὶ ἀπωτέρου μέλλοντος, περὶ εἰκοσαετοῦς περιόδου. Εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ν’ αὐξήσωσιν αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι. Πρό τινων ἐτῶν ἦτο ἄγνωστος ὁ περονόσπορος· ἐπῆλθεν αὐτὸς, καὶ ηὔξησαν κατὰ 15 ἕως 20 δραχμὰς αἱ δαπάναι. Ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν ἐξ ἄλλων νόσων, αὔξησιν, ἡ ὁποία καὶ ἐξ ἄλλων λόγων δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἀνεξαρτήτως τῶν νόσων. Πρέπει εἰς τοῦτο, Κύριοι, μεγάλως νὰ προσέξωμεν, διότι ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀδιεξόδου, ἕνεκα τῆς συμβάσεως καὶ τῶν ὅρων αὐτῆς. Τί θὰ συμβῇ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν σύμβασιν καὶ ἐπέλθῃ τὸ ἀτύχημα αὐτὸ καὶ ὑψωθῶσι κατὰ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα δραχμὰς αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι κατὰ στρέμμα; Θὰ πιέσωμεν τὴν κατανάλωσιν νὰ τὰς προσφέρῃ; Ὑπὸ τὸ μονοπώλιον εἶναι ἀδύνατον, διότι μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς καταναλώσεως παρεμβαίνει ἡ Ἑταιρεία, ἥτις ἔχει συνομολογήσει ἀμεταβλήτους πρὸς τὰ ἄνω τιμάς. Δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐζητήσαμεν τὴν ἀναθεώρησιν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἐδέχθησαν. Ἰδοὺ οὐσιῶδες μειονέκτημα. Προχωρῶ. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ τὸ μονοπώλιον, καὶ ἡ κατανάλωσις ἐπιμείνῃ, ἵνα καὶ ὅταν αὐξήσωσιν αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι μὴ προσφέρῃ τιμὴν μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σήμερον προσφέρει, τί γενήσεται; Θὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ μερικῶν σταφιδαμπέλων, ἐκείνων, αἵτινες εἶναι ἧττον παραγωγικαί· τοῦτο δὲ θὰ συνεπαγάγῃ ἀναγκαίως ὕψωσιν τῶν τιμῶν τοῦ προϊόντος τῆς ὑπολειπομένης σταφίδος, διότι θὰ μεταβάλῃ τὴν ἀναλογίαν προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, καὶ οὕτω θὰ σωθῶσιν αἱ λοιπαί. Καὶ διατὶ θὰ σωθῶσι; Διότι ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπολαύσῃ τὸ προϊόν αὐτῶν μετὰ τὴν καταστροφήν, θὰ ἦναι μείζων τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανε πρὸ τῆς καταστροφῆς. Ἡ καταστροφὴ τῶν μὲν τοὐλάχιστον θὰ ἦναι θεραπευτικὸν μέσον τῶν δὲ, διότι θὰ ὑψώσῃ τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων τῶν σωζομένων. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωμεν τὴν σύμβασιν τετελεσμένην, ἐὰν ἔχωμεν τὸ μονοπώλιον, φοβοῦμαι μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὸν κίνδυνον, ἡ καταστροφὴ τῶν ἀσθενεστέρων, τῶν μὴ ἀποδοτικῶν, νὰ μὴ σώσῃ τὰς ἄλλας, τὰς μᾶλλον ἀποδοτικὰς, διότι αὗται δὲν θὰ δύνανται νὰ τύχωσι μείζονος τιμῆς τῆς συμφεφωνημένης. Εἶναι μία περίπτωσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο εὑρίσκει λύσιν ἐν τῇ συμβάσει, ὅταν διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν σταφιδαμπέλων φθάσωμεν εἰς ποσὸν κάτω τῶν 250,000,000. Ἀλλ’ ἆρά γε, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ συμφορὰ αὕτη, πόσον θὰ αὐξηθῇ ἡ παραγωγή; Ἴσως τὰ 250,000,000 θὰ ἦναι τὸ ἥμισυ τῆς τότε παραγωγῆς. Καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς παραγωγοὺς τοὺς τότε: Ἂν ηὔξησαν αἱ παραγωγικαί σας δαπάναι, τόσον τὸ χειρότερον διὰ σᾶς. Σᾶς ἀπεκλείσαμεν τὴν πίεσιν τῆς καταναλώσεως, διότι δὲν ἐπετράπη ἀναθεώρησις τιμῶν. Δὲν σᾶς μένει παρὰ ἡ καταστροφή. Ἀλλὰ καὶ αὕτη τότε μόνον θὰ ἀρχίσῃ νὰ σᾶς ὠφελῇ, ὅταν καταλάβῃ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῆς παραγωγῆς σας, ὅταν κατέλθῃ ἡ παραγωγή σας κάτω τῶν 250 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τούτων τῶν παρατηρήσεων ἀγόμενος, θεωρῶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ληφθῇ ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐσημείωσα. Πρέπει νὰ συσχετισθῇ μὲ τὴν κατανάλωσιν τοῦ προηγουμένου ἔτους ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς, καὶ οὐχὶ μὲ τὸν μόνιμον καὶ πάγιον ἀριθμὸν τῶν 250,000,000. Διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἔχωμεν ἐν περιπτώσει αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν τὸ μέσον τῆς διασώσεώς τινων διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἄλλων, ἀφοῦ διὰ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν ἐχάσαμεν τὸ μέσον τῆς ἐπαρκείας εἰς τὰς ηὐξημένας παραγωγικὰς δαπάνας διὰ τῆς ἐπιρρίψεως αὐτῶν εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἢ τοὐλάχιστον τῆς διανομῆς μετ’ αὐτῆς. Ἄνευ αὐτῆς τῆς τροποποιήσεως φοβοῦμαι, ὅτι ἡ σύμβασις, ὑπὸ ἐνδεχομένας περιπτώσεις τοῦ μέλλοντος, ἰδίως αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν, εἶναι ἑπόμενον νὰ ἀποβῇ ἡ καταδικαστικὴ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ἀπόφασις. Κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν, Κύριοι, εὑρίσκω τὰς περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων παραγωγῶν καὶ κεφαλαιούχων διατάξεις τῆς συμβάσεως οὐχὶ ἐπὶ τῶν δικαίων ἀρχῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ τεθειμένας. Γίνεται ποιά τις ἀπόπειρα νὰ φαίνηται, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἔχουσι τεθῆ, πράγματι ὅμως δὲν ἔχουσι τεθῆ ἐπ’ αὐτῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι, ἂν ὑπολογίσητε τὰς ἐκπτώσεις, ἃς προηγουμένως ἐμνημόνευσα, λόγῳ ὑπερπαραγωγῆς, λόγῳ τοῦ νομίσματος κλπ., θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἐκπτώσεων τῆς τιμῆς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ φαίνωνται μικραὶ, διότι θὰ προκύψωσι διὰ σειρᾶς λογιστικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ὅμως θὰ ἀνέλθωσιν εἰς δεκάδα ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος. Ἠγωνίσθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τούτων, ἐπὶ μακρόν· κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια, δὲν ἐστάθη ὅμως τοῦτο δυνατόν. Μὲ τοιαύτας ἀτελείας ἐγένετο ἡ σύμβασις, καὶ τοιαύτη φέρεται πρὸ ὑμῶν. Ἤδη, Κύριοι, θ’ ἀπασχολήσω μικρὸν ἀκόμη ὑμᾶς, ὑποβάλλων καὶ παρατηρήσεις τινάς, σχετικὰς μὲ τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ποσότητα τοῦ κεφαλαίου. Μακρὸς πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ ἐγγυήσεως, καὶ ἀορίστως ἐρρίπτετο εἰς τὸ μέσον ἡ λέξις ἐγγύησις. Ἐλέχθη, ὅτι ἀπαιτεῖται ἐγγύησις ἀορίστως, ἐγγύησις διὰ τὸ μέλλον, ἐγγύησις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, ἐγγύησις καὶ μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς Ἑταιρείας. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐγγύησις περὶ καταρτίσεως τῆς Ἑταιρείας, ἤτοι χρηματικὸν ποσὸν, κατατεθειμένον ἵνα περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος, ἂν δὲν ἱδρυθῇ ἡ Ἑταιρεία, δὲν ὑπάρχει. Οὐδὲ νομίζω τοῦτο ἐλάττωμα. Ἐξεταστέον ὅμως ἂν ὑπάρχει ἐγγύησις μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρείας. Νομίζω, ὅτι τὴν ἔννοιαν τῆς ἐγγυήσεως ταύτης δυνάμεθα ν’ ἀντιληφθῶμεν ἐπακριβῶς, ἂν μελετήσωμεν τὰ πράγματα. Διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρεία, διὰ τὴν ἀγορὰν, τὴν συσκευὴν καὶ τὴν μεταφορὰν τῆς σταφίδος εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως, ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς κεφαλαίου, χρησίμου διὰ τὴν κίνησιν τῆς ἐνιαυσίου ἐργασίας αὐτῆς. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀνέρχεται μέχρις ἑνὸς ποσοῦ. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἑταιρεία, ταύτην τὴν ἐργασίαν ἐνεργοῦσα, διακινδυνεύει χρηματικόν τι ποσόν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἐνιαύσιον κίνησιν καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐνδεχομένας ζημίας, τὰς ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῆς κατ’ ἔτος δυναμένας νὰ προέλθωσιν, ἔχει ἐπαρκῆ κεφάλαια. Πᾶν ὅ,τι ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου ἔχει ὡς κεφάλαιον μετοχικὸν, τοῦτο ἀποτελεῖ ἐγγύησιν διὰ τὸ μέλλον, ἀποτελεῖ ἐγγύησιν, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν θὰ ὑποκύψῃ ἅμα τῇ πρώτῃ ζημίᾳ, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν θὰ προσκόψῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται. Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας προσδιορίζεται διὰ τῆς συμβάσεως εἰς 1,000,000 λίρας στερλίνας, ἤτοι εἰς 25,000,000 φράγκα χρυσᾶ. Ὅσον ποσὸν ἐξ αὐτῶν δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐνιαυσίας κινήσεως αὐτῆς, τῆς ἀγορᾶς, συσκευῆς καὶ μεταφορᾶς τῆς σταφίδος κατὰ ἓν ἔτος, ὅσον ποσὸν ἐξ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μιᾶς ἐνιαυσίας χρήσεως, ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, κατὰ πληροφορίας ἀνθρώπων ἀξιοπίστων, γνωριζόντων ἐν πλήρει λεπτομερείᾳ τὸν μηχανισμὸν τὸν ἐμπορικὸν τῆς σταφίδος, ὅτι τὸ ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ τελεσθῇ ἡ ἐμπορικὴ κίνησις ἑνὸς ἔτους, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἐν πληρότητι τὰς δυνατὰς ζημίας μιᾶς χρήσεως ἑνὸς ἔτους, τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 7,000,000 ἢ 8,000,000 φράγκα χρυσᾶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Τὸ ἐπὶ πλέον λοιπὸν τῶν 7 ἢ 8 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν θὰ δυσκολευθῇ ἕνεκα ζημίας ἑνὸς ἔτους νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτῆς. Ἔχομεν λοιπὸν ἐπαρκῆ ἐγγύησιν, ὅταν ἄρξηται τῶν ἔργων της ἡ Ἑταιρεία. Ἴσως φαντάζονταί τινες κατ’ ἄλλην ἔννοιαν ἐγγύησιν· ἴσως νομίζουσιν, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν ἔπρεπε νὰ καταθέσωσι καὶ ἓν ποσὸν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ναυαγούσης τῆς ἐπιχειρήσεως ν’ ἀποκερδίσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ νὰ διανείμῃ εἰς τοὺς παραγωγούς. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐγγύησις κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν θὰ ἦτό τι λίαν πρωτότυπον, καὶ βεβαίως ἀστεῖον νὰ ζητηθῇ. Ἡ ἐγγύησις λοιπὸν ὑφίσταται, ἡ ἐγγύησις οὐχὶ περὶ τοῦ ὅτι θὰ λάβῃ χώραν ἡ ἐπιχείρησις, — τοιαύτη ἐγγύησις δὲν ὑπάρχει, — ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις, ἅμα συσταθῇ καὶ λειτουργήσῃ, θὰ ἦναι σοβαρά. Ὑφίσταται ἐν τῇ ποσότητι τῶν κεφαλαίων αὐτῆς. Ἐφρόνουν ὅμως ἐγὼ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ καί τι ἄλλο· ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Ἑταιρείας, ἵνα τὰ κεφάλαια αὐτῆς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελε βεβαιωθῆ, συνεπείᾳ τῶν ζημιῶν, ἃς ἤθελε πάθει, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς τὸ μέλλον, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὰ κεφάλαια, τὰ ἠλαττωμένα μὲν, μὴ φθάσαντα ὅμως ἀκόμη εἰς ποσὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις αὐτῆς κατὰ τὸν νόμον, νὰ μᾶς παράσχωσι τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ μᾶς βοηθήσωσι νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσχερείας, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν, μὴ ἔχοντες ἐμπόριον, μὴ ἔχοντες ἕτερον ὀργανισμὸν πρὸς μεταβίβασιν τῆς σταφίδος μέχρι τῶν καταναλωτῶν. Καὶ ἐσκέφθην, ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐτίθετο ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἅμα ὡς τὰ κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας κατέλθωσιν εἰς τὸ ἥμισυ συνεπείᾳ ἀπωλειῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη, καὶ ἐντεῦθεν καταδειχθῆ, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμος, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἀσφαλῶς θὰ ναυαγήσῃ, νὰ παύσῃ μὲν ἡ Ἑταιρεία ὑφισταμένη ὡς Ἑταιρεία Μονοπωλίου, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὅμως ἐμπορευομένη ἐλευθέρως τὴν σταφίδα ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἐπιτρεπομένου κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους τοῦ συναγωνισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία μεταβατικὴ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἄνευ ἐμπορίου, ἔχοντες ἔμπορον τὴν Ἑταιρείαν. Αὐτὴ, Κύριοι, ἡ σκέψις μοὶ ἐπῆλθε, δὲν τολμῶ ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σκέψις αὕτη εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν ἐν τῇ ἀποδοχῇ ἢ μὴ τῆς συμβάσεως.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ διαλυθῇ ἡ Ἑταιρεία;
§80Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶπον, πρὶν ἢ διαλυθῇ.
§81Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὕτως ἢ ἄλλως θὰ διαλυθῇ.
§82Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἑτέραν διάταξιν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ κεφάλαιον, ἐνόμισα ἀναγκαίαν τὴν ἑξῆς. Ἡ Ἑταιρεία μᾶς παρέχει, ὡς εἶπον, εἰς ἐγγύησιν τὸ κεφάλαιον αὐτῆς, ὅτι θ’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἐκ τῆς σταφίδος κινδύνους. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐγγύησις, ὅτι θ’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους τῆς σταφίδος, πρέπει νὰ μὴ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἄλλας ἐργασίας, πρέπει νὰ μὴ διακινδυνεύσῃ εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις. Καὶ ἕνεκα τῆς ἰδέας ταύτης ἐπρότεινα νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν οἱασδήποτε βιομηχανίας, ἔστω καὶ σχετικῆς μὲ τὴν σταφίδα. Ὄχι διότι νομίζω ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, δὲν πρέπει νὰ ἱδρύσῃ τοιαύτην βιομηχανίαν, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῆς θὰ κατορθώσῃ ἀποδοτικώτερον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν σταφίδα. Δὲν ἀποδέχομαι ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι δύναται οἱοσδήποτε νὰ ἀξιώσῃ, πρὸς διατήρησιν τῆς ἰδικῆς του βιομηχανίας, νὰ τῷ παρέχῃ ἡ Ἑταιρεία τὴν σταφίδα της εἰς μικροτέραν τιμὴν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑταιρεία τὴν ἀγοράζει, εἰς μικροτέραν τιμὴν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἠδύνατο νὰ τὴν ἀποκτήσῃ. Τοιαύτη ἀξίωσις οὐδαμοῦ δύναται νὰ στηριχθῇ, ἡ ἀξίωσις δηλαδὴ τοῦ νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὴν σταφίδα ἀπὸ ἄλλον εἰς τιμὴν μικροτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ τὴν ἀγοράσῃ, εἰς τιμὴν μικροτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἔχων αὐτὴν δύναται δι’ ἰδίων μέσων, δι’ ἰδίων ἐργοστασίων ἐκμεταλλεύσεως τῆς σταφίδος νὰ ἀπολαύσῃ. Τοιαύτη ἀξίωσις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἀξίωσις νὰ τῷ πληρώνηται ἓν βοήθημα. Δὲν συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἴδω τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Ἑταιρεία, μειουμένην, θὰ ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἵδρυσις πάσης βιομηχανίας αὐτῆς νὰ γείνῃ μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ σταθμίσῃ, ἂν ὑφίσταται κίνδυνος ἐκ τῶν βιομηχανιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία θὰ ἐνεργήσῃ, ἂν ὑφίσταται κίνδυνος ὄχι μόνον ἀπωλείας τῶν χρημάτων τῆς σταφίδος ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀκινητοποιήσεως, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται τὰ κεφάλαια εἰς τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ, ἂν τοῦτο ἐνδείκνυται, ἢ ἂν τοῦτο δὲν ἐνδείκνυται νὰ γείνῃ. Βεβαίως, ἐξαρτωμένου τοῦ πράγματος ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶχεν αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἐφ’ ὅσον δὲν πείθεται ὅτι πρόκειται ἐκ τῆς ἰδίας ἐγκαταστάσεως νὰ πορισθῇ σημαντικὰ ὠφελήματα, νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὴν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κάμῃ οἱανδήποτε ἐγκατάστασιν, ἀφοῦ διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν δύναται ν’ ἀπολαύσῃ περίπου τὰ αὐτά. Βεβαίως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὅμως οὐδέποτε θὰ ἐπελανθάνετο τῆς ἄλλης ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν θυσίας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις ἐλλείπει ἐκ τῆς συμβάσεως· ὡς δὲ διετυπώθη ἡ σύμβασις, φαίνεται μᾶλλον, ὅτι δύναται ἡ Ἑταιρεία ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν ἐργοστασίων. Ἐκ τῶν κυριωτέρων διατάξεων τῆς συμβάσεως ὑπέλαβον καὶ τὴν περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς καταναλώσεως. Νομίζω, ὡς καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ἐὰν σωφρόνως λειτουργήσῃ, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διάδοσιν τῆς σταφίδος, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως τῆς βρώσεως, θὰ συντελέσῃ δὲ καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας τῆς σταφίδος, ἐὰν ὑπάρξῃ παρ’ αὐτῇ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὑποτίθεται, ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια παρὰ τῶν ἱδρυτῶν αὐτῆς, ἵνα ὑπάρξῃ ἐν τῇ Διευθύνσει. Πρὶν ἢ περατώσω τὰς περὶ τῆς συμβάσεως παρατηρήσεις μου, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 40, τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν παράτασιν τοῦ βίου τῆς Ἑταιρείας καὶ πέραν τῶν 20 ἐτῶν. Βεβαίως, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ διάταξις ἐν τῇ συμβάσει, δὲν δημιουργεῖ κανὲν δικαίωμα τῆς Ἑταιρείας. Ἡ διάταξις ὁρίζει: «Ἐὰν τὰ μέρη ἦναι διατεθειμένα νὰ παρατείνωσι τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιῶνται ἀμοιβαίως. Ἐν περιπτώσει ἐμπροθέσμου, κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον, ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας εἰδοποιήσεως, ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν παράτασιν τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ὑποχρεοῦται νὰ ἀνανεώσῃ τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν, ἀναθεωρουμένων τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον τῶν συμβαλλομένων μερῶν». Βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μὴ ἀνανεώσῃ τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, καὶ τότε ἡ Ἑταιρεία οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ τὸ ζητήσῃ. Δύναταί τις ἐπίσης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ διαφωνήσῃ καὶ εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι αὐτὴ δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διαιτησίας· δύναται νὰ διαφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἐπέλθῃ ματαίωσις τῆς ἀξιώσεως τῆς Ἑταιρείας περὶ ἀνανεώσεως τῆς συμβάσεως. Βεβαίως ἡ διάταξις ἐν τῇ στενῇ αὐτῆς ἑρμηνείᾳ κατὰ λέξιν τοῦτο λέγει. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη γείνῃ νόμος, ποῖος ἐγγυᾶται, ὅτι θὰ δυνάμεθα νὰ προσκολλώμεθα ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως εἰς τὰς φράσεις καὶ τὰς λέξεις; ποῖος ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἐπιβάλωσι κατὰ τρόπον, τοῦ ὁποίου καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔχομεν πεῖραν, ἑρμηνείαν ἄλλην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁρίζουσιν αἱ λέξεις, ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐνδεικνύουσιν οὐχὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως ποριζόμενα, ἀλλ’ ἐπιχειρήματα ἀλλαχοῦ στηριζόμενα; Ἐλπίζομεν ὅτι μετὰ τὴν εἰκοσαετίαν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ μὴ δίδωμεν ἀκρόασιν εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήματα. Τοῦτο εὐχόμεθα πάντες. Ἐνδέχεται ὅμως καὶ ἡ ἐλπὶς αὕτη νὰ διαψευσθῇ. Ἀπεύχομαι τὴν διάψευσιν τῆς ἐλπίδος ταύτης. Θεωρῶ ὅμως συνετὸν νὰ μὴ ἐκτεθῶμεν εἰς κινδύνους ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης ἐλπίδος. Τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντες δέχονται ὡς οὐδεμίαν ἔχουσαν ἔννοιαν, καὶ δὲν τὴν ζητοῦσιν ὡς ἔχουσαν ἔννοιαν, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ τὴν ἐντύπωσιν τῶν κεφαλαιούχων, τὴν διάταξιν ταύτην θεωρῶ ἐπικίνδυνον καὶ ἀπαλειπτέαν. Ὅταν, Κύριοι, ἐν λεπτομερείᾳ, κατ’ ἄρθρον, συζητηθῇ ἡ σύμβασις, θὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλας τινὰς δευτερευούσης σπουδαιότητος παρατηρήσεις. Αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, τὰς θεωρῶ παρατηρήσεις οὐσιώδεις, ἀνάγονται δὲ εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν μεγάλως τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτροπήν. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν τούτων. Οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς διέφυγον αὗται. Ἠγωνίσθημεν πάσῃ δυνάμει, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἐπετύχομεν νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ αἱ ἀξιώσεις ἡμῶν. Ποῖοι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐγένονται ἀποδεκταὶ, ἂν τοῦτο προῆλθεν ἕνεκα τῶν ὑπερβολικῶν ἀξιώσεων κέρδους ἐκ μέρους τῶν διαπραγματευθέντων μεθ’ ἡμῶν, ἢ ἂν οὗτοι ἐστηρίχθησαν ἐν τῇ ἐπιμονῇ των ἐπὶ ἐκτιμήσεώς τινος, ἐπικρατησάσης παρ’ αὐτοῖς δεδικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως περὶ τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις ἡμῶν ὑπῆρξαν τοσοῦτον δίκαιαι, τοσοῦτον σύμφωνοι πρὸς τὰ πράγματα, τοσοῦτον συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἐτέθη ὡς βάσις τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται διὰ τῆς συμβάσεως νὰ εἰσαχθῇ, ὥστε δὲν φαντάζομαι, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις κατ’ αὐτῶν σπουδαία, ἐὰν δὲν ἐστηρίζετο ἡ ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἐκείνης τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὑπηνίχθην. Φρονῶ καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς καταστάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καὶ δεδικαιολογημένως ἐξετίμησαν οἱ μεθ’ ἡμῶν διαπραγματευθέντες, ὡς τὸ σπουδαιότερον ὅπλον εἰς χεῖρας αὐτῶν πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ὅρων τούτων, εἶναι ἡ πτόησις καὶ ὁ φόβος ὁ κατέχων τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς πρὸ τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία πρὸ τῶν ὀμμάτων αὐτῶν ἐμφανίζεται διὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Φρονῶ καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παρείχετο εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἡ γαλήνη, ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς συνειδήσεως τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους τούτου, θὰ ἀνοίξωσι προθύμως τὰ ὦτα αὐτῶν εἰς τὸ ἀληθὲς, τὸ πλῆρες καὶ τὸ λελογισμένον αὐτῶν συμφέρον.
§83Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἀκούσωσι κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ταραχήν.
§84Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Φρονῶ καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γαλήνη αὕτη θέλει παρασχεθῆ εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, θὰ ἐκτιμήσωσι καὶ μόνοι των τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπειλήσῃ αὐτοὺς, ἐὰν δὲν διορθωθῶσιν αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως, καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἄρξηται ἡ ἐργασία, ἡ πρὸς μελέτην τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, δι’ ἧς θέλει διατεθῆ ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου, διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐνεστώσης ἐσοδείας. Τὸ περὶ τούτου ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ ἀντελήφθην ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο λόγος περὶ λήψεως τοῦ τοιούτου μέτρου. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν καὶ κανένα δισταγμὸν, ὅτι τὸ μέτρον θέλει ληφθῆ τάχιστα. Λαμβανομένου δὲ τοῦ μέτρου τούτου, θὰ ἦναι ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ ἡ Βουλὴ, — ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ οὐχὶ ἀπὸ τῶν φωνῶν, οὐχὶ ἀπὸ τῶν κραυγῶν, οὐχὶ ἀπὸ τῶν ἀπειλῶν, διότι τῶν τοιούτων νομίζω αὐτὴν ἀνωτέραν,—ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ ἀπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κινδύνου τῆς καταστροφῆς μιᾶς ἐσοδείας, ἀπὸ τὴν πίεσιν τοῦ φόβου νὰ πεινάσωσι πληθυσμοὶ ὁλόκληροι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Θέλουσι πεισθῆ τότε καὶ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶσιν ὡς Ἀνατολῖται, θυσιάζοντες τὸ ἀπώτερον μέλλον ὁλόκληρον, διὰ νὰ σωθῶσιν ἀπὸ ἐλαχίστου τινὸς πρὸ τῶν ποδῶν αὐτῶν κινδύνου. Ἐὰν δὲ ταῦτα, Κύριοι, γείνωσιν, ἔχω ἀπόλυτον τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπέλθει ἡ γαλήνη καὶ εἰς ἐκείνους καὶ εἰς ἡμᾶς· ἐπερχομένης δὲ τῆς γαλήνης εἰς πάντας, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ τεθῶσιν οἱ μεθ’ ἡμῶν μέλλοντες νὰ συμβληθῶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ συνεποῦς πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὡς βάσιν τῆς συμβάσεώς των ἐδέχθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν θελήσωσι νὰ δεχθῶσι τοῦτο, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ εἴπῃ πρὸς ἐκείνους, ὅτι δὲν κάμπτεται, ὅτι δὲν δέχεται νὰ διαθέσῃ τὸ προϊὸν τὸ κυριώτερον τῆς χώρας ἄλλως παρὰ ἐπὶ βάσεως δικαίας, ἐπὶ βάσεως συμφερούσης, ἐπὶ βάσεως λογικῆς, ὅτι δὲν θυσιάζει αὐτὸ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν χάριν ἑνὸς ἔτους, ὅτι τότε μόνον θὰ παραδώσῃ αὐτὸ εἰς αὐτοὺς, ὅταν σχηματίσῃ ἑδραίαν πεποίθησιν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς εἰκοσαετίας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ διαχειρισθῶσι, θὰ περιθάλψωσι τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, οὐχὶ δὲ ὅταν παραμείνῃ ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς εἰκοσαετίας θὰ θυσιασθῇ τὸ συμφέρον τῶν παραγωγῶν εἰς ὑπερόγκους ἀξιώσεις ἐκείνων, εἰς οὓς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ διαπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν τοῦ μεγίστου τῶν ἀγαθῶν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. (Χειροκροτήματα ζωηρά).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§86ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§89ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παρῃτήθην τοῦ λόγου, κύριε Πρόεδρε.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε. Καλέσατε τοὺς ἔχοντας τὸν λόγον. (Διάλογοι θορυβώδεις).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, κάμετε ἡσυχίαν. Ὅστις δὲν θέλει νὰ μείνῃ, ἂς φύγῃ. Ἡ συνεδρίασις θὰ ἐξακολουθήσῃ. Κύριε Παυλόπουλε, ἔχετε τὸν λόγον.
§92ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὸ ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου — περὶ τοῦ ὁποίου προηγουμένως ἐγένετο λόγος — τοῦ προξένου τῆς Νέας Ὑόρκης, ἵνα οἱ θέλοντες λάβωσι γνῶσιν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ τυπωθῇ;
§94ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Περιττόν.
§95ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὡς δεινὸς ἐφιάλτης ἐπίεζε τὰ στήθη τῶν παραγωγῶν ἡ μέλλουσα ἐσοδεία τοῦ 1903. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτε καὶ ἐγὼ ἀφικόμην ἐνταῦθα ὡς Βουλευτὴς, ἐγνώρισα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀνάγκην λήψεως ἐκτάκτου μέτρου πρὸς πρόληψιν τοῦ κινδύνου, ὅστις ἐπέκειτο νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς πληθώρας τῆς παραγωγῆς τῆς ἐσοδείας τοῦ 1903. Τότε ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνεσκέφθημεν περὶ τῆς λήψεως λυσιτελοῦς μέτρου πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κινδύνου ἐκείνου, καὶ ὑπεβλήθη τότε σταφιδικὸν νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀπροσδιορίστου τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως· ἀλλὰ τὸ μέτρον ἐκεῖνο δὲν ἐφηρμόσθη, δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς...
§96Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα κουρασμένοι διανοητικῶς τόσην ὥραν. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ἐννέα εἶναι ἡ ὥρα.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ πόσην ὥραν ἐπιθυμεῖτε νὰ διακόψωμεν;
§99Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ πέντε λεπτά.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δύο εἴδη διακοπῆς· εἴτε διὰ πέντε λεπτὰ, εἴτε διὰ περισσοτέραν ὥραν, ἵνα γευθῶμεν καὶ ἐπανέλθωμεν.
§101Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ πέντε λεπτὰ μόνον, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ἀναπνεύσωμεν.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς διακόψωμεν ἐπὶ πέντε λεπτά.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 25′ μ. μ.)
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Τριχωνίας κ. κ. Ἀθ. Νικολίτσας καὶ Ἀλέξ. Στάϊκος μετὰ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ κ. Ι. Σερμπάνου ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας καὶ ὑπαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς Τριχωνίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 475). Ὁ ἐν Ξυλοκάστρῳ τῆς Κορινθίας Γεωπονικὸς Σύνδεσμος «ἡ Ἀδελφότης» ἀπέστειλε πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα, δι’ οὗ ἐκθέτει τὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος γνώμας του.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθῶς ἀξιομίμητον τὸ παράδειγμα τοῦτο τοῦ ἐν Ξυλοκάστρῳ Γεωπονικοῦ Συνδέσμου· προτρέπω δὲ πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἀντὶ γενικῶν εὐχῶν καὶ ἀποδοκιμασιῶν, νὰ καταγείνωσιν εἰς τὴν διατύπωσιν κρίσεων καὶ ἐπικρίσεων ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου τῆς συμβάσεως, ὅπως καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εὐκολύνωσι καὶ εἰς τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀνταποκριθῶσι. Θὰ τυπωθῇ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο καὶ θὰ διανεμηθῇ, τοὐλάχιστον τιμῆς ἕνεκα. Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§107ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἀντελήφθησαν τοῦ ἐπαπειλοῦντος τὴν σταφιδοπαραγωγὴν κινδύνου, ἰδίως κατὰ τὴν μέλλουσαν παραγωγὴν τοῦ ἔτους 1903. Ἐγὼ δὲ, ὡς φίλος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῷ παρέστησα τὴν τοιαύτην κατάστασιν, καὶ τῷ ὑπέδειξα τὸ νῦν ὑπὸ τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος κ. Γούναρη ὑποδειχθὲν μέτρον πρὸς πρόληψιν τοῦ ἐπαπειλοῦντος τὴν ἐφετεινὴν παραγωγὴν κινδύνου· ὡς δ’ ἐνθυμεῖσθε, καὶ τροποποίησιν τοῦ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον ψηφισθέντος σταφιδικοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλον, δι’ ἧς ὑπεδείκνυον τὸν τρόπον τῆς προλήψεως τοῦ κινδύνου τούτου προσωρινῶς διὰ τῆς ἐξαγορᾶς ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τοῦ πλεονάζοντος σταφιδοκάρπου πρὸς 140 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Καὶ τότε ἦλθον εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν κυριωτέρων ἐργοστασιαρχῶν τῆς πρωτευούσης, καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτῶν τὴν ῥητὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δύνανται ν’ ἀγοράσωσι τόσον ποσὸν, ὅσον καλύπτει τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θὰ ὑφίσταται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐδοκήσῃ νὰ ὑποβάλῃ, ὅσον οἷόν τε τάχιον, εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Πατρῶν ζητηθὲν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ δανεισθῇ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ χρειασθῇ πρὸς ἀγορὰν τοῦ πλεονάσματος διὰ τὰς καταβολὰς μέχρις ἐκποιήσεως τῆς παρακρατήσεως, ἵνα σωθῇ οὕτως ἡ μέλλουσα παραγωγὴ καὶ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ χάους, τὸ ὁποῖον πάντως θὰ ἐπέλθῃ, ἂν δὲν ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἵνα ἀντιληφθῶμεν πράγματι, Κύριοι, τῶν ὑπὸ τῆς συμβάσεως προτεινομένων ὅρων, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ταύτην μονομερῶς καὶ ἐν τοῖς μέρεσιν αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τὴν θέσιν τῶν κτηματιῶν πρὸς τὴν θέσιν τῶν συνεταίρων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται — διότι περὶ συνεταιρισμοῦ πρόκειται μεταξὺ παραγωγῶν καὶ κεφαλαιούχων, ὡς καὶ ὁ κύριος Γούναρης ἀνέπτυξε. — Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ δίκαιον, καὶ ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν ὁρμώμενος ἀνῆλθον τὸ βῆμα. Ἵνα μορφώσω πεποίθησιν, ἐζήτησα τὴν κατάστασιν τῆς παραγωγῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893 μέχρι τοῦ 1903. Καθ’ ὅλον τὸ δεκαετὲς τοῦτο διάστημα ἡ σταφιδικὴ ἀγορὰ μόλις κατὰ δύο ἔτη κατώρθωσε νὰ ἀπολαύσῃ τῶν δαπανῶν τῶν καταβαλλομένων πρὸς παραγωγὴν τοῦ προϊόντος, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἄλλα 8 ἔτη εἶχε ζημίας, καὶ ζημίας μεγάλας. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν ἡμῶν, ὡς κτηματιῶν, κατὰ τὰ δέκα ἔτη, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν θέσιν, οἵα μᾶς παρέχεται διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων ὑπὸ τῆς συμβάσεως. Ἵνα δὲ ἡ σύγκρισις ᾖ εὐληπτοτέρα, τὴν προσδιορίζω δι’ ἀριθμῶν. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν εἰς τὰς σταφιδικὰς χώρας κατὰ τὰς καλλιτέρας ἐποχὰς τῶν δύο ἐτῶν τῆς ληξάσης δεκαετίας, ἤτοι τοῦ 1897 καὶ τοῦ 1901 πρὸς τὸ 1902. Ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, ἀνῆλθε μόλις εἰς 1,000,000 λίρας, τουτέστιν 25 ἑκατομμύρια φράγκα. Δὲν λαμβάνω δὲ τὸ κατώτατον ὅριον τοῦ χρήματος, ὅπερ εἰσηγάγομεν κατὰ τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895, — δὲν λέγω καὶ τὸ 1899. — Τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καταβάλλει καὶ ἡ Ἑταιρεία, ἤτοι 25,000,000 φράγκα, διὰ τὸν συνεταιρισμόν. Διὰ δὲ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον μᾶς προτείνει ἡ Κυβέρνησις ἐκ μέρους τῶν συνεταίρων μας κεφαλαιούχων, μᾶς δίδονται 41,000,000 φράγκα διὰ τὴν ὅλην παραγωγήν, τουτέστι δίδει ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ πλέον εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν 16,000,000 φράγκα χρυσᾶ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνεργητικὸν, τὸ ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας προσφερόμενον· αὐτὸ εἶναι τὸ πρὸς ἡμᾶς διδόμενον ἀντάλλαγμα χάριν τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν, ποῖα εἶναι τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα παρ’ ἡμῶν λαμβάνει ἡ Ἑταιρεία, ἡ καταθέτουσα τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς κόπους αὐτῆς διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Ἀφοῦ ὑπολογίζει τὸ καθαρὸν κέρδος αὐτῆς πρὸς 6%, ζητεῖ ἓν πλεόνασμα ἐπὶ πλέον ὡς κέρδος, ὁψέποτε τὰ κέρδη ἡμῶν ἤθελον εἶναι μείζονα τῶν 6%, ἐκ 14%, τουτέστι ζητεῖ νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς 14% ἐπὶ πλέον. Ὅταν δὲ ἀπολαύσῃ τὰ 14% ταῦτα, χορηγεῖ εἰς ἡμᾶς τὰ ⅔ τῶν κερδῶν, καὶ τὸ ⅓ κρατεῖ ὑπὲρ ἑαυτῆς. Ἐὰν ὅμως τὰ κέρδη περιορισθῶσιν οὐχὶ πλέον τῶν 20%, ἀλλὰ καὶ ἄνω τῶν 6%, τὰ κέρδη ἐκεῖνα θὰ διανέμωνται ἐξ ἴσου μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ κτηματιῶν. Ἐὰν ὑπολογίσητε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Ἑταιρεία, τὸ 14%, ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, θὰ εὕρητε, ὅτι τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 5,000,000 δραχμὰς περίπου. Ὥστε αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπὶ πλέον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Ἑταιρεία παρ’ ἡμῶν τῶν κτηματιῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ μόνου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν. Εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τοῦτο μέγα ἀπέναντι τῶν 16,000,000, ἅτινα δίδει εἰς ἡμᾶς ἐπὶ πλέον τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος μας κατὰ τὴν καλλιτέραν ἐποχήν, καὶ τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσι πρὸς τὴν σταφιδοπαραγωγήν; Ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω, πρέπει νὰ στραφῇ, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ νομικὰ ζητήματα τῆς συμβάσεως, διότι δὲν εἶναι τῆς εἰδικότητός μου· θὰ κρίνω ὅμως ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν τὴν θέσιν ἡμῶν τῶν κτηματιῶν, καὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἐπίσης ἔποψιν τὴν θέσιν τῆς Ἑταιρείας, τῆς μεθ’ ἡμῶν συμβαλλομένης. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας οὐχὶ τὴν ἐξαρθρωτικὴν κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου, ὡς τοῦτο διενεργεῖται ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν — τὴν κατάστασιν τὴν φαύλην, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν, ἡ ἐμπορία τῆς σταφίδος νὰ διεξαχθῇ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐμπορίας τῆς ἤδη ἐκτελουμένης, ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἔχωμεν μείζονα κατανάλωσιν εἰς τὸ μέλλον, ἀφοῦ αὕτη εἶναι στάσιμος ἀπὸ δεκαετίας ἤδη. Καὶ φαύλως διενεργεῖται καὶ σήμερον ὑπό τινων τὸ σταφιδεμπόριον, κύριοι Βουλευταί. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὑποθέτω, πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν τὸ ἐν ἔτει 1895 ἐκτυπωθὲν τεῦχος τῶν ἐκθέσεων τῶν προξένων τῶν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος, καὶ θὰ εἴδετε ἐν αὐτῷ τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα διέπραξε τὸ ἐμπόριον εἰς βάρος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, θὰ εἴδετε, ὅτι ἐχρειάσθησαν σκέπαρνα, ἵνα ἐξαγάγωσι τὴν σταφίδα ἐκ τῶν κιβωτίων! Δὲν λέγω δὲ τίποτε διὰ τὰς ἄλλας ὕλας, μεθ’ ὧν ἡ σταφὶς ἀνεμιγνύετο. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι κατὰ τὸ διαρρεῦσαν ὄχι δεκαετὲς, ἀλλ’ εἰκοσαετὲς διάστημα ἡ κατανάλωσις ἔμεινε σταθερὰ, καὶ ὅλοι γνωρίζετε, νομίζω, ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ, πλὴν τῆς Γερμανίας, ἡ στασιμότης εἶναι σταθερὰ ἐπὶ εἰκοσαετίαν περίπου. Ἔρχεται δὲ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου, μεθ’ ἧς συμβαλλόμεθα, καὶ μᾶς λέγει: «Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ φροντίσω διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνω, νὰ περιποιηθῶ τὴν ποιότητα τῆς σταφίδος, νὰ τὴν καταστήσω καλλιτέραν, νὰ τὴν καταστήσω τοιαύτην, ὥστε νὰ εἰσαχθῇ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, εἰς ἃ δὲν εἰσήχθη μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅπου εἰσάγεται, νὰ καταναλίσκεται περισσότερον· ἀφοῦ δ’ ἐγὼ θὰ φροντίσω ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος τῆς σταφίδος ὑμῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑπὲρ τῆς διαδόσεως αὐτῆς, καὶ θ’ ἀπολαύσητε καὶ ὑμεῖς μείζονας τιμὰς ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσι, φυσικὴ συνέπεια εἶναι, καὶ ἐγὼ, ἡ Ἑταιρεία, νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπολαύω τῶν κερδῶν ἐκείνων». Καὶ εἰς τοῦτο βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι, ἂν ἡ παραγωγὴ ἤθελεν ὑπερβῆ τὰ 320 ἑκατομμύρια, τὸ πλεόνασμα ἐκεῖνο ἡ Ἑταιρεία τὸ λαμβάνει δωρεάν. Βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ ἀντέλεξεν εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία ἀντεῖπε: «μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ φέρω ἐγὼ εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως διὰ τῶν ἰδικῶν μου μέτρων, ἀλλὰ λάβετε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκεσθε, ἐὰν δὲν ἤμην ἐγώ· τουτέστιν ἔχετε παραγωγὴν 320 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ποία θὰ ἦτο ἡ τιμὴ τοῦ σταφιδοκάρπου σας εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, ἐν περιπτώσει παραγωγῆς 350 ἑκατομμυρίων;» Βεβαίως θὰ εἴχομεν ἐκπτώσεις τιμῶν πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν ἤδη, ἂν τὰ 320 ἑκατομμύρια πληρώσωσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ διαθέσῃ ἡ Ἑταιρεία διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 30,000,000 ἐκείνων, καὶ τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 10 φράγκα κατὰ χιλιόλιτρον, δηλαδὴ τρία φράγκα κατὰ δεκάδα ἑκατομμυρίου ἐπιβαρύνεται. Εἰς τοῦτο ὅμως δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, —καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Πατρῶν, —ὅτι, ἂν ὄντως ἡ κατανάλωσις ἤθελε μείνει στάσιμος, βεβαίως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ τῆς Ἑταιρείας ἀποζημίωσιν διὰ τὸ ἐπὶ πλέον τοῦτο ποσόν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξάγεται ἐκ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ διάδοσις τῆς καταναλώσεως καὶ ἐπέλθῃ μείζων κατανάλωσις, νομίζω ὅτι, ὡς εἰσφέροντες ἐπὶ πλέον, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν καὶ ἀξιώσεις μείζονος ἀπολαυῆς, καὶ εἰς τοῦτο μᾶλλον καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἐπιτευχθῇ, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ παραδοχὴ ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας, ὅπως καὶ τὸ πλεόνασμα ἐκεῖνο τοὐλάχιστον, ἂν τὸ ἐν τῇ χώρᾳ ἐναπομένον ποσὸν δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 60,000,000, τὸ πληρώνωνται εἰς ἀκέραιον οἱ σταφιδοπαραγωγοί, εἴτε ἐπὶ πλέον τῶν 320 ἑκατομμυρίων εἶναι ἡ παραγωγή, εἴτε οἱονδήποτε ἤθελεν εἶναι τὸ ποσόν. Ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς συνέστησε τὴν μετὰ ψυχραιμίας συζήτησιν τῆς συμβάσεως καὶ ἄνευ σπουδῆς. Περὶ τοῦ πρώτου οὐδεμία ἀντίρρησις, ὅτι δηλαδὴ ὀφείλομεν μετὰ ψυχραιμίας νὰ συζητήσωμεν, νὰ ἴδωμεν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχει ἡ σύμβασις, καὶ νὰ ἐπενέγκωμεν τὰς δεούσας ἐπὶ τὸ βέλτιον τροποποιήσεις. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, τὴν βραδεῖαν δηλ. ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, νὰ διαφωνῶ, ἐκ λόγων σοβαρωτάτων, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν. Συζητοῦμεν, Κύριοι, σύμβασιν προτεινομένην ὑπὸ μιᾶς Ἑταιρείας ἑνὸς ἔθνους. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι, καθ’ ὃ συζητοῦμεν, δὲν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ αὕτη, ὅτι ἠθέλομεν βραδύνει, ἢ ἠθέλομεν ἀναβάλει διὰ τὸν ἐλευσόμενον Νοέμβριον τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελε προσέλθει ἄλλη τις Ἑταιρεία, ἄλλης ἐθνικότητος, ἀναλογίζεσθε τὴν δεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει εὑρεθῆ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἀπέναντι τῆς ἀντιζηλίας τῶν δύο ἀντιζήλων ἐθνῶν; Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τὸ σκεφθῶμεν. Ὑποτεθείσθω, ὅτι ἔρχεται Γερμανική τις Ἑταιρεία καὶ λέγει: «προσφέρω καὶ ἐγὼ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προσφέρει ἡ Ἀγγλική»...
§108Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τότε θὰ ἦναι πόλεμος!
§109ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ ἦναι πόλεμος κατὰ τῆς σταφίδος.
§110Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ ἦναι συναγωνισμός, κύριε συνάδελφε.
§111ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι συναγωνισμός.
§112Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Θὰ ἦναι πρὸς ὠφέλειαν τῆς σταφίδος.
§113ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἦναι, κατὰ τὴν γνώμην μου. Θὰ ἦναι κίνδυνος, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπιμένω νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, διὰ νὰ ἤμεθα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος.
§114Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἡ ἄλλη Ἑταιρεία χειροτέρους ὅρους θὰ προσφέρῃ;
§115ΝΙΚ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχωσι τὰ δύο ἔθνη.
§116ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ πολέμου τῆς σταφίδος, τὸν ὁποῖον θὰ διεξαγάγωσι τὰ δύο ἔθνη ἐξ ἀντιζηλίας, ἥτις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ αὐξήσεις δασμῶν, ἂν ὄχι ἄλλο τι.
§117Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ θυμώσῃ ἡ Γερμανία, θὰ θυμώσῃ ἡ Γαλλία!... (γέλως).
§118ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ γνώμη μου εἶναι αὐτή, καὶ τὴν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὀφείλει νὰ τὴν δεχθῇ· εἶναι ὅμως γνώμη, ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην σκέψεως καὶ μελέτης.
§119Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ μᾶς λύσῃς τὸ αἴνιγμα, νὰ μᾶς ἐξηγήσῃς, ποῖος θὰ ἦναι ὁ πόλεμος αὐτός.
§120ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν εἶπεν ὁ κύριος Μπουφίδης,—νομίζω ὅτι τὸν ἠκούσατε.—Θὰ ἐπιβάλουν δασμόν, καὶ κατὰ συνέπειαν θ’ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὴν ἀγοράν των τὸ προϊόν μας.
§121Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ τὸ ἀναπτύξητε.
§122ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔθιξα· δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς τοιαύτην συζήτησιν, καὶ ἴσως ἔπταισα, διότι ἀνέφερα τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὡσαύτως, Κύριοι, ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία λαμβάνει μέρος εἰς τὰ κέρδη, καὶ μέρος ἀρκετὰ σοβαρόν, δὲν ἐδέχθη νὰ ὑποστῇ καὶ ἀνάλογον ἐλάττωσιν διὰ τὰς ἐπελευσομένας ζημίας. Νομίζω, ὅτι εἰς ἡμᾶς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ ἐκ τῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἀπολαμβάνομεν ἐκ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, ἐπεβάλλετο νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονας εὐκολίας, χάριν τοῦ ἰδίου ἡμῶν συμφέροντος καὶ πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἔργου, καὶ νὰ εὐχηθῶμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ κατορθώσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν προκειμένην σύμβασιν καὶ νὰ διευθύνῃ αὐτὴν καλῶς· καὶ ἂν διευθύνῃ αὐτὴν καλῶς, βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν ποτὲ ζημίαν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ ἀνάλυσιν τῆς καταστάσεως τοῦ σταφιδικοῦ ἐμπορίου, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ζημίαν· ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε ὅμως, δύναμαι δι’ ὀλίγων νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σύνοψιν τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Ἑταιρείας, ὃν ἐπεξειργάσθην μετ’ εἰδημόνων.
§123Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§124Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί τὰ θέλεις; Τράβα ἐμπρός! (ἱλαρότης).
§125ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡσαύτως, Κύριοι, ἐγένετο λόγος περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἤθελε κατέλθει κάτω τῆς 1,40 τὸ φράγκον. Καὶ βεβαίως ὁ κίνδυνος τῆς ἀφαιρέσεως ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀποθεματικοῦ, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶναι, μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν τινων, πέντε ἢ δέκα, θὰ ἦναι καταφανής, ἂν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἤθελε κατέλθει κάτω τῶν 1,30 ἢ 1,20, διότι θέλει ἀπορροφήσει ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ κτηματίαι, ὡς καταναλωταὶ τῶν διαφόρων ἀντικειμένων, ὧν ποιούμεθα χρῆσιν, θὰ ἔχωμεν ἀνάλογον ἀντιστάθμισμα, ὅπερ ἐξουδετεροῖ τὴν ζημίαν, ἣν θὰ ὑποστῶμεν ἐκ τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου. Οὕτω, χάνοντες τὴν διαφορὰν τῶν ἀντικειμένων τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, θὰ ἀπολαύσωμεν τῆς ὠφελείας τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ὥστε, ἂν ὑποστῶμεν ζημίας τινὰς ἐκ τῆς μειώσεως τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, θὰ ὠφεληθῶμεν ὅμως ἐκ τοῦ ἄλλου ἀντισταθμίσματος, δι’ οὗ θὰ ἔχωμεν εὐθηνότερα τὰ ἀντικείμενα τῆς καταναλώσεως. Καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τόσον σοβαρὸν, ὥστε νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτοῦ. Εὑρίσκω ὅμως ὀρθοτάτην καὶ ὑποστηρίξιμον τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, οὐδέποτε ἡ παραγωγὴ ἐν Ἑλλάδι ἤθελε κατέλθει κάτω τῶν 250,000,000 λιτρῶν. Βεβαίως, ἀφοῦ διὰ τὰ 320,000,000 λίτρας μᾶς δίδουν 41,000,000 φράγκα χρυσᾶ, διὰ τὰ 250,000,000 θὰ μᾶς δώσουν ποσὸν ὀλιγώτερον τῶν 41,000,000· ὥστε ὁλόκληρον τὸ ἄλλο ποσὸν θὰ κερδίζουν οἱ μέτοχοι τῆς Ἑταιρείας, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ ὑποστῶμεν τὴν ζημίαν τῆς ἐλαττώσεως τῶν 70 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ παραγάγωμεν. Ἑπομένως φρονῶ ὀρθὸν νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ἀντὶ τῶν 250 ἑκατομμυρίων νὰ τεθῇ ὡς κατώτατον ὅριον παραγωγῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ τιμαὶ θὰ διαρρυθμίζωνται, τὸ ποσὸν 280 ἑκατομμυρίων.
§126Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κάτω τῶν 280 ἑκατομμυρίων νὰ αὐξάνωσιν αἱ τιμαί;
§127ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὴν προκειμένην σύμβασιν.
§128Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Οὐχὶ καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας;
§129ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν εἰς τὰ καθέκαστα νὰ ὑπάρξωσι διαφωνίαι. Πιθανὸν π. χ. ὑμεῖς νὰ παραδέχησθε ὡς κατώτατον ὅριον τὰ 250 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἐγὼ θέλω 280 ἑκατομμύρια.
§130Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Διαφωνεῖτε λοιπὸν εἴς τινα μέρη πρὸς ἄλλους συναδέλφους, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν εἶσθε ὑπὲρ τῆς συμβάσεως.
§131ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἀδιστάκτως ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, καὶ ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς, χωρὶς ν’ ἀπαξιῶ νὰ ζητήσω διόρθωσίν τινα ἐνίων μερῶν αὐτῆς.
§132Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ὑποχωρήσῃ ἡ Ἑταιρεία εἰς ὅσα εἶπεν ἀπόψε ὁ κύριος Γούναρης, πάλιν εἶσθε ὑπὲρ τῆς συμβάσεως;
§133ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§134Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Διατὶ ὄχι!
§135ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴχετε σταφίδα, κύριε Στάϊκε, 100 στρεμμάτων καὶ ἦσθε βέβαιος, ὅτι θὰ ἔχητε τὰ παιδιά σας εἰς τοὺς δρόμους, μὲ ὅλην τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἴχετε, τότε θὰ ἠσθάνεσθε τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι ἐγὼ, ζητῶν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως.
§136Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν ἐκαλλιεργεῖτε ὀλιγωτέραν σταφίδα καὶ περισσότερα σιτηρὰ, θὰ ἦσθε εἰς καλλιτέραν κατάστασιν.
§137ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν σύμβασιν, ὑποδεικνύουσα καὶ ἐπιτυγχάνουσα, εἰ δυνατόν, τὴν διόρθωσιν τῶν τρωτῶν μερῶν αὐτῆς· ἐν ἀποτυχίᾳ δὲ τῆς διορθώσεως αὐτῶν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει.
§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον, ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν. Ὁ λόγος δὲ δὲν εἶναι τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι ἄλλοι νὰ ὁμιλήσωσιν, ἀλλ’ εἶναι ὅτι, μετὰ τὰς παρατηρήσεις ἐπί τινων ἄρθρων τῆς συμβάσεως, ἃς ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γούναρης, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνεποίησαν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐντύπωσιν, ἣν καὶ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐνεποίησαν, πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δοκιμάσῃ, ὅπως ἐπὶ τῶν διατάξεων, ἃς κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, προέλθῃ εἰς συνεννόησιν περὶ μεταβολῆς μετὰ τῆς Ἑταιρείας. Διότι ναὶ μὲν αἱ συμβάσεις, ὡς ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ συζητῶνται καὶ ψηφίζωνται ἄνευ τροποποιήσεων, ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ, ἥτις ἔχει τι τὸ καινοφανὲς καὶ πρωτότυπον, καθὸ περιλαμβάνουσα διατάξεις, ἐφ’ ὧν αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία ἔχει δισταγμοὺς καὶ ζητεῖ μᾶλλον νὰ μορφώσῃ γνώμην παρὰ νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην, εἶναι δυνατὸν, μετὰ τὰς ἀναπτύξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ Ἑταιρεία νὰ πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐνδώσῃ ἐπὶ τῆς συμβάσεως εἰς τροποποιήσεις καὶ μεταβολάς. Δὲν ἀφορῶσι δὲ αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις μόνον εἰς βελτιώσεις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς παραχωρήσεις, παραχωρήσεις ἐπὶ ἐδάφους, ὅπερ δὲν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ θεωρήσῃ ἡ Ἑταιρεία ὡς δεκτικὸν παραχωρήσεων, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν τελευταίαν αὐτῆς γνώμην περὶ τῶν κερδῶν, ἅτινα πρέπει νὰ ἐξασφαλίσῃ, καὶ περὶ τῶν ζημιῶν, ἃς δέον ν’ ἀποφύγῃ. Ὑπάρχουσι παρατηρήσεις, ἀποτελοῦσαι ἀποκατάστασιν τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ δικαίου, ἥτις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἐν συνεταιρισμῷ μεταξὺ παραγωγῶν καὶ Ἑταιρείας. Διότι τινὰ ἐξ ὅσων κατήγγειλεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Πατρῶν βεβαίως δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀδικήματα. Ἐπαναλαμβάνω τινὰ ἐξ αὐτῶν, ὅπως ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν ἐν συνόψει τινὰ ἐλαττώματα, ἅτινα κατηγγέλθησαν. Ὑπάρχει π.χ. ὑπερπαραγωγὴ πέραν τῶν 320,000,000 λιτρῶν. Ὁρίζεται ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τὸ πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου μέρος δύναται ἡ Ἑταιρεία θὰ παρακρατῇ ἐκ τοῦ τιμήματος μέχρι 10 φράγκων κατὰ χιλιόλιτρον, ἐὰν δὲ δι’ αὐτῶν δὲν ἤθελε καλύψει τὴν διαφορὰν τὴν περιπλέον τῶν 41 ἑκατομμυρίων φράγκων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει, δύναται νὰ τὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ ½ τῶν κερδῶν, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἐν ἀρχῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραχωρήσῃ τῇ Ἑταιρείᾳ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην, διότι ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία, ἐν περιπτώσει παραγωγῆς πλέον τῶν 320,000,000, νὰ δαπανᾷ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 41,000,000 φράγκων. Ἐδέχθη ἑπομένως νὰ δίδωσιν οἱ παραγωγοὶ τὰ 10 φράγκα, ἢ ἄλλως νὰ λαμβάνῃ αὐτὰ ἡ Ἑταιρεία ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀνήκοντος εἰς τοὺς παραγωγούς, καὶ ἂν διὰ τῶν ποσῶν αὐτῶν δὲν ἤθελε καλύψει τὰ περιπλέον δοθέντα πρὸς τοὺς παραγωγοὺς ποσὰ, νὰ τὰ ἀποβάλλωσιν οἱ παραγωγοὶ καὶ νὰ μὴ ζητῶσι πλέον αὐτά. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐσοδείας, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ περιπλέον, τὸ ἀγορασθὲν διὰ χρημάτων τῶν παραγωγῶν, ἐξήχθη καὶ ἐπωλήθη καὶ ἀπέδωκε τοσοῦτον ποσὸν, ὥστε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 41,000,000, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας, ὑπολείπεται ποσὸν, ἵνα ἀφαιρεθῇ τὸ περιπλέον δοθὲν ὑπὸ τῶν παραγωγῶν, καὶ προσέτι τὸ 6% ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ὅπερ δικαιοῦται νὰ ἀφαιρῇ ἡ Ἑταιρεία, εἶναι δίκαιον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ ποσὸν, ὅπερ εἰσεπράχθη ἐκ τῶν παραγωγῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας διὰ τὸν περιπλέον τῶν 320,000,000 σταφιδόκαρπον, νὰ τὸ ὑπολογίζῃ μεταξὺ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑταιρεία ἐδαπάνησε; Κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο οἱ παραγωγοὶ παρίστανται ὡς δανεισταὶ τῆς Ἑταιρείας ὡς ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πλεονάζοντος ἐκ τῶν 320,000,000 σταφιδοκάρπου, καὶ τοῦτο προδήλως δικαιοῦνται νὰ ἀναλάβωσι κατὰ τὴν περίπτωσιν, ἧς ἐμνήσθην. Δὲν εἶναι κέρδος αὐτὸ, ὥστε νὰ παραπέμψῃ ἡ Ἑταιρεία τοὺς παραγωγοὺς εἰς τὰ κέρδη. Ἵνα λάβωσι τὸ ½ αὐτῶν· εἶναι κεφάλαιον ἀνῆκον εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ παρ’ αὐτῶν προκαταβληθὲν, ἐπὶ κινδύνῳ μάλιστα ἰδίῳ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀρνῆται νὰ ἀποδώσῃ πρὸς τοὺς παραγωγοὺς τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἔδωκαν πρὸς αὐτήν, ἵνα ἀγοράσῃ τὸ περιπλέον τῶν 320,000,000; Ὡς πρὸς τοῦτο ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν συνεταιρικὴ ἐπιχείρησις. Ὡς διαθέτει ἐξ ἰδίων χρημάτων τὰ 41,000,000 ἡ Ἑταιρεία, καὶ ταῦτα ἀφαιρεῖ, οὕτω πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ ἀποδώσῃ πρὸς τοὺς παραγωγοὺς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον περιπλέον ἔλαβε παρ’ αὐτῶν, δηλαδὴ τὰ 10 φράγκα κατὰ χιλιόλιτρον καὶ τὸ ½ τῶν κερδῶν. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς παραχώρησιν ἡ Ἑταιρεία. Ζητοῦμεν κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐσοδείας καὶ μετὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐγένετο ὑπερπαραγωγή, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσολογισμῶν βεβαιωθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπανῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Ἑταιρείας, ν’ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς παραγωγοὺς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 6%. Ἄλλη περίπτωσις, ἥτις ἐπίσης δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄρνησις δικαίου ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας, εἶναι καὶ ἐκείνη, καθ’ ἣν ὑπάρχει ὑπερπαραγωγὴ πλέον τῶν 320,000,000, ἐξήχθη ὅμως τοσοῦτον ποσὸν καὶ ἐπωλήθη ἐκ τῆς ἐσοδείας αὐτῆς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὥστε ὑπελείφθησαν 60,000,000 ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 22, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν δηλαδὴ ὑπελείφθησαν 60,000,000 λίτραι σταφίδος ἐν Ἑλλάδι, δὲν παρακρατεῖται πλέον τίποτε, τὰ 10 φράγκα, ἐὰν ἐλήφθησαν, ἐπιστρέφονται, καὶ οὐδεμία ἄλλη ἀφαίρεσις ἐκ τῶν κερδῶν γίνεται. Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω, ὅτι, ἀντὶ νὰ ὑπολειφθῶσιν ἐν Ἑλλάδι 60,000,000, ὑπελείφθησαν 70,000,000 ἢ 65,000,000. Τότε τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις δὲν ἐφαρμόζεται. Καὶ ἐν τούτοις εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς. Παρήχθησαν 380,000,000, ὑπελείφθησαν 70,000,000 ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἔμειναν 310,000,000, ἐνῷ δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον, ὡς παραδέχεται ἡ Ἑταιρεία, ἐξέρχεται καὶ διατίθεται ὡς καρπὸς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἶναι 250,000,000, ἡμεῖς ἔχομεν 310,000,000 ἐξαχθέντα, δηλαδὴ πλέον τῶν 250,000,000 λιτρῶν 60,000,000, καὶ ὄχι μόνον ἐξαχθέντα, ἀλλὰ καὶ πωληθέντα. Διὰ ποῖον λόγον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν 60,000,000 περιπλέον ἐξήχθησαν καὶ ἐπωλήθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ μὴ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις αὕτη; Διατί καὶ τότε, ἀφοῦ μέγα μέρος τοῦ περιπλέον παραχθέντος ποσοῦ διετέθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἀπέδωκε βεβαίως τιμὰς μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατέβαλεν ἡ Ἑταιρεία πρὸς τοὺς παραγωγούς, διατὶ καὶ τότε νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ οὗτοι τοῦ περιπλέον ἐκ μέρους αὐτῶν καταβληθέντος ποσοῦ εἴτε τῶν 10 φράγκων, εἴτε τοῦ μέρους τῶν διανεμομένων κερδῶν; Διατὶ νὰ ὁρίζωμεν ἓν ποσόν, καὶ ἂν τοῦτο ἐλαττωθῇ, νὰ μὴ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ἀζημιώτου τῆς Ἑταιρείας, ἀφοῦ δὲν ζητεῖται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας καὶ παροχὰς, ἀλλὰ μετὰ τὴν διαχείρισιν, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους; Ἡ διάταξις αὕτη παρουσιάζει ἀδίκημα, ὅπερ παρουσιάζουσι πάντοτε οἱ ἀριθμοί, ὅταν τίθηνται ὡς ὅρος πρὸς ἄσκησιν ἢ μὴ ἑνὸς δικαιώματος. Ταῦτα εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ σοβαρὰ, εἶναι ἀνάξια νὰ καταχωρίζωνται ὡς ὅροι εἰς συμβάσεις. Καὶ τοῦτο ὀφείλει ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς δίκαιον καὶ ὀρθόν. Πῶς θὰ μεταβληθῇ, εἶναι εὔκολον νὰ ὁρισθῇ, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται ζημία. Νὰ ὁρισθῇ δηλαδὴ, ὅτι μόνον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων νὰ γίνεται κράτησις, τὸ δὲ ἕτερον νὰ ἐπιστρέφηται· καὶ τοιαύτη διατύπωσις εἶχε γείνῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν ἐγένετο δεκτή. Ἑτέρα διάταξις, παραβιάζουσα ὡσαύτως τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, εἶναι ἐκείνη, ἥτις περιλαμβάνει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν, ἂν κατά τινα ἐσοδείαν παρήχθη ποσὸν κατώτερον τῶν 250 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἐπέρχεται ἀναθεώρησις τῶν τιμῶν ἀγορᾶς. Ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν; Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ ὁρισθῇ καὶ ἐνταῦθα ἀριθμός, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ κατά τινα μέσον ὅρον, ὅτι, ἂν βεβαιωθῇ κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη, ὅτι κατηναλώθη ποσὸν 260–280 ἑκατομμυρίων, αὐτὸ θὰ λαμβάνηται ὡς ὅρος, κάτω τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναθεώρησις τῶν τιμῶν. Αὐταὶ αἱ περιπτώσεις πρέπει, νομίζω, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ νὰ τύχωσι τροποποιήσεων. Ἐφ’ ὅσον δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι, θεωρῶ περιττὸν, ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθῇ συζητοῦσα τὴν σύμβασιν, διότι εἶναι ἄτοπον, ὑπὸ δυσαρέστους, ἀλλ’ ἀμφισβητουμένας ἐντυπώσεις νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ. Θεωρῶ δὲ ἐντελῶς ἀπίθανον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν θὰ δειχθῇ πρόθυμος ν’ ἀποδεχθῇ τὰς τροποποιήσεις ταύτας, ἢ πολλὰς ἐξ αὐτῶν.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ἠγόρευσαν δὲ ἀνὰ εἷς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ζακύνθου, Καλαβρύτων, Πατρῶν, Ἠλείας καὶ Μεσολογγίου. Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι σκοποῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολλοί.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ πόρισμα τῶν ἀγορεύσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσι παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γένωνται ἀντικείμενον νέων συνεννοήσεων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχουσι μόναι αὗται ἢ καὶ ἄλλαι· διότι, ἂν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρακληθῶσιν οἱ σκοποῦντες νὰ ἀγορεύσωσι νὰ προσέλθωσι καὶ ἐξακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα συγκεφαλαιωθῶσιν ὅλαι αἱ προτάσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς συνεννοήσεις. Τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον· εἰσάγων δὲ τὴν σύμβασιν, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Πλεῖσται τῶν γενομένων παρατηρήσεων εἶναι γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς, καθ’ ἣν δ’ ἔχω γνώμην, τινὲς αὐτῶν εἶναι ὀρθαί· ἑπομένως προθύμως θέλω ἀναλάβει τὸ ἔργον τῆς συνεννοήσεως. Ἐπιθυμῶ ὅμως, διὰ νὰ ἦναι πλῆρες τὸ ἔργον, νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς παρατηρήσεις. Καὶ ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις, καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπροτείνετο τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦ ποσοῦ τῆς παρακρατήσεως, διέβλεπον, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ πολλῶν ἀποριῶν· ἰδίως δὲ ἐγνώριζον, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις μεταξὺ ἡμῶν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ἡ συσταθεῖσα διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάμβανε διὰ τῆς συμβάσεως, ἔχει ἀνάγκην 25 ἑκατομμυρίων φράγκων· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχεν αὐτά, εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ ἀνεύρῃ, ἂν δὲ δὲν τὰ ἀνεύρῃ, ἡ σύμβασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἑπομένως ἀνάγκη νὰ περιμένωμεν νὰ ἀφιχθῶσιν ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν συνεννοούμεθα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον εὑρεθῆ τὰ 25 ἑκατομμύρια, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνελάμβανεν ἐπὶ τῆς προσεχοῦς συγκομιδῆς, οὕτω δὲ θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς ἀμηχανίαν καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸ 1903, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐ μόνον ἡ συγκομιδὴ προμηνύεται εὐτυχής, ἀλλ’ εὑρίσκεται καὶ ἀπόθεμα ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Διὰ τοῦτο, πρὶν ἢ περάνωμεν τὰς ἐργασίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εὑρέθημεν εἰς ἀμηχανίαν περὶ τοῦ πρακτέου· ἀπαντήσας δὲ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Γουναράκη, ταύτας ὑπηνιξάμην τὰς δυσκολίας. Διὰ τοῦτο ἠρξάμην ἤδη — δὲν δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι εἰς τὸ τέρμα — συνεννοήσεων, περὶ ὧν ὡμίλησε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἐλπίζω ὅμως νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις, ὅπως κανονισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Τούτου τιθεμένου, καλεῖται βεβαίως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν καὶ πάντες οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσι νὰ προβάλωσι τὰς γνώμας των, ὅπως μελετηθῶσιν αὗται.
§142Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ φέρω παρατηρήσεις, ἀλλ’ οὐχὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἂς προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πρόωρον.
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀποκρούω τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι πᾶσαι ὁμοῦ αἱ κατὰ τῆς συμβάσεως ἀντιρρήσεις.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, διότι δὲν εἶναι πρέπον, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν νὰ συγκαλῶμεν τοὺς ἀντιπροσώπους.
§146Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλοὶ ἄλλοι προτιθέμενοι νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον.
§147Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐπίσης καὶ ἐγώ.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἂς ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.)