1903.05.16
4.620 στίχοι · 35.637 λέξεις · 203 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77
τῆς 16 Μαΐου 1903.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. παρόντων 141 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὧν μεταξὺ καὶ ἐγώ, ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἡ ἀναβολὴ δὲν ἦτο ἀδικαιολόγητος, ἀλλ’ ὡς διατυποῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἡ αἴτησις περὶ ἀναβολῆς εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἐν τῇ ἑβδόμῃ σελίδι, μετὰ τὰς λέξεις «τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς ὑπεστήριξεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νικόλαος Λεβίδης», νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς λέξεις: «τὸ μὲν, ὅπως ἡ Βουλὴ δυνηθῇ ἐπιμελέστερον νὰ μελετήσῃ αὐτὴν, τὸ δὲ, ὅπως δυνηθῇ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ συνεννοηθῇ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων περὶ τῶν αἰτημάτων τῶν πρώτων». Διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ φανῇ, ὅτι ἀσκόπως ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολήν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ καταθέσει τῆς ἀναφορᾶς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὥρισε πρὸς αὐτοὺς συνέντευξιν διὰ τὴν χθὲς ἡμέραν, ὅπως ἀκούσῃ τὰ αἰτήματα καὶ τὰ παράπονα αὐτῶν, καὶ δυνηθῇ, συνεπείᾳ τούτων, νὰ προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ξένων κεφαλαιούχων. Ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ φυσικὸν ἦτο, καὶ ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν, νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν, ὅπως ἀκούσωμεν τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τ’ ἀποτελέσματα τῶν συνεννοήσεων τούτων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν πληροφοριῶν πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ κανονισθῇ συστηματικώτερον ἡ συζήτησις. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ διότι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν φύλλον τι, ὅπερ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς ἀντιδρῶντας κατὰ τῆς τοιαύτης συμβάσεως. Ἐὰν ἡμεῖς τυχὸν σχηματίσωμεν γνώμην κατὰ τῆς συμβάσεως, γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι ἔχομεν τὸ θάρρος ν’ ἀντεπεξέλθωμεν. Ἡμεῖς ἀντεπεξήλθομεν κατὰ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας. Ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου τότε πολλοὶ συμπολῖταί μου, καὶ ἐζήτουν παρ’ ἐμοῦ αὐθαδῶς καὶ ἐπιμόνως λόγον, διότι ἠγέρθην κατὰ τῆς συμβάσεως· ὅτε ὅμως τὰ πράγματα συνεζητήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἐννέα ὁλοκλήρους ὥρας ἐπολέμησα τὴν σύμβασιν ἐκείνην, ὅλος ὁ κόσμος ἐστράφη κατὰ τῆς συμβάσεως, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ τότε ἠναγκάσθη νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτήν. Ἐὰν λοιπὸν εἴτε ἐγὼ εἴτε ἄλλοι Βουλευταὶ, εἴτε καὶ σύσσωμος ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη περὶ μονοπωλίου, οὐδεὶς πρέπει νὰ φαντασθῇ, ὅτι θέλομεν δειλιάσει ἕνεκα τῶν ἀπειλῶν τῶν κατοίκων τῆς Βαρβάσαινας καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου μέρους, ὅτι θέλουσιν ἔλθει νὰ καύσωσιν ἡμᾶς εἰς Ἀθήνας. Λυπηρὸν δὲ εἶναι, ὅτι φύλλον, ἔχον τῷ ὄντι σπουδαιότητα, καὶ ἀντιπροσωπεῦον, ἡμιεπισήμως τοὐλάχιστον, τὰς γνώμας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι ἐδύνατο νὰ ἐκθέσῃ ἡμᾶς πρὸς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, γράφον, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν προχθεσινὴν ἠθελήσαμεν κωλυσιεργοῦντες νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἡμεῖς ποσῶς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι οὔτε τὰς ἀπειλὰς τῶν φύλλων τούτων οὔτε τὰς ἀπειλὰς ἄλλων νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ὀλεθρία πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, θέλομεν πολεμήσει αὐτὴν πάσῃ δυνάμει, ὅπως θέλομεν ὑπερασπίσει αὐτὴν πάσῃ δυνάμει, ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι εἶναι συμφέρουσα τῷ τόπῳ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ παύσῃ ἡ τοῦ εἴδους τούτου πολεμικὴ, διότι εἶναι πολεμικὴ πεπαλαιωμένη, καὶ τὰ βέλη αὐτῆς εἰσι βέλη ἐσκωριασμένα. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιῶ, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς, ἣν προέβαλε προχθές, εἶναι ἀκριβῆ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπεθύμει νὰ ἀναβληθῇ ἡ σύμβασις, διότι ἐπεθύμει νὰ ἀκούσῃ τὰ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν λεχθησόμενα πρὸς ἐμὲ, καὶ τὴν ἀπάντησιν ἐμοῦ πρὸς αὐτούς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἔν τινι σταδίῳ τῆς συζητήσεως προχθὲς ἐσύστησα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν δὲ φύλλα δημοσιογραφικὰ ἔγραψαν ἄλλως τὰ πράγματα, εὐθύνονται οἱ γράψαντες αὐτά. Τὰ ἐν τῷ φύλλῳ ὅμως τῷ διερμηνεύοντι τὰς γνώμας ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ κ. Λεβίδης, γραφέντα δὲν ὑπηγορεύθησαν παρ’ ἡμῶν.
§3Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Λεβίδου. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων.
§4Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ δίδω πολλὴν προσοχὴν, ὅταν ὅμως ἦναι ἐπίσημοι.
§5Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν δίδω καμμίαν.
§6Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δίδω πάντοτε.
§7ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παραμορφῶται ἡ ἀλήθεια, νὰ μὴ δώσητε προσοχήν!
§8Π. ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ φύλλον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἐπίσης διερμηνεῦον τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνέγραψεν, ὅτι ὁ κ. Δημήτριος Δεληγιάννης ἀνέλαβε διὰ συμβολαίου νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐπιρροὴν αὐτοῦ πλησίον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύμβασιν· διὰ τῶν γραμμῶν δ’ αὐτῶν ἤθελε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι δῆθεν ὑποκρύπτεται συμφέρον τι. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου ἡ ἐντιμότης εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ Πανελλήνιον ὁλόκληρον, κατηγορῆται, ἀπορῶ πῶς ἐξανέστητε (διαμαρτυρίαι).
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§10ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὑπερασπίζετε τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, διότι οὐδεὶς τὸν κατηγόρησε.
§11Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δύναται κάλλιστα τὸ φύλλον αὐτό, ὅπως καὶ ἄλλα φύλλα, ἔχοντα ἐναντίας ἰδέας, νὰ γράψωσιν ὅ,τι θέλουσιν. Ἡμεῖς θέλομεν ἐκφράσει ἐλευθέρως τὰς γνώμας ἡμῶν εἴτε ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, ἐὰν ἤμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ, εἴτε κατὰ τοῦ μονοπωλίου, ἐὰν ἤμεθα κατ’ αὐτοῦ. Οὐδεὶς βεβαίως θέλει δεσμεύσει ἢ ἐμὲ ἢ ἄλλον τινὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του περὶ τοῦ μονοπωλίου.
§12ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν πρακτικῶν, κύριε Πρόεδρε, προάγομαι νὰ ἐκδηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν διαμαρτυρίαν, καθόσον θέλω ἐπικαλεσθῆ εἰς ὑποστήριξιν τῆς διαμαρτυρίας μου ταύτης αὐτὴν τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἦσαν παρόντες, ὅτε ἐγὼ ἠγόρευον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ μονοπωλίου. Τὰ χθεσινὰ φύλλα, δημοσιεύοντα περίληψιν τῶν πρακτικῶν, ὅλα ἐν συναυλίᾳ, ὡς εἰ εἶχον συνομολογήσει ἀμοιβαίαν συνδρομὴν καὶ βοήθειαν, προεξάρχοντος δὲ τοῦ φύλλου τοῦ διερμηνεύοντος τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, μὲ παρέστησαν ὡς ὁμιλήσαντα κατὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου. Δὲν γνωρίζω πόθεν προέρχεται ἡ τοιαύτη ἐκδήλωσις γνώμης (θόρυβος).
§13ΧΑΡ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν αὐτή, κύριε Πρόεδρε;
§14ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν γνωρίζω, λέγω, ποῖον εἶναι τὸ ὠθητικὸν αἴτιον. Ἀλλὰ μοῦ προσέβαλε τὴν προσοχήν, ὅτι μία τῶν ἐφημερίδων τούτων εἶχε γράμμασι κεφαλαίοις ἐν τῇ προμετωπίδι αὐτῆς ἀναγράψει: «Ὁ κύριος Στεφάνου κατὰ τῆς συμβάσεως», ὡς εἰ μὲ ὑπεδείκνυεν εἰς τὴν κοινὴν κατάραν, ἐμὲ, τὸν τολμήσαντα νὰ πολεμήσω τὴν σύμβασιν περὶ μονοπωλίου! Καὶ λέγω τοῦτο, διότι εὑρισκόμεθα ἐν ἐντελῶς ἐξαιρετικῇ καταστάσει ἐρεθισμοῦ, ἐξεγέρσεως τῶν πνευμάτων, δεδικαιολογημένης βεβαίως, ἀλλὰ δυναμένης νὰ ἐξιχθῇ εἰς συνεπείας λίαν δυσάρεστους. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅσοι ἤκουσαν τῆς ἀγορεύσεώς μου, νὰ βεβαιώσωσιν, ἂν ἐγώ, ὡς ἔγραψαν τὰ φύλλα ἐκεῖνα, περὶ ὧν ποιοῦμαι λόγον, ἐκηρύχθην κατὰ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου. Καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἐκ συναισθήσεως μάλιστα τοῦ καθήκοντος τούτου, καὶ ἑπόμενος εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, εἰσηγούμενος τὴν σύμβασιν: «ἐπικαλοῦμαι τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ διονυχισθῇ ἡ σύμβασις, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ συνεισφέρῃ, ὥστε νὰ κατανοήσωμεν, ὥστε νὰ φωτισθῶμεν περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως», ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ συνεισφέρω μίαν συμβολὴν ἐκ τῆς μελέτης μου, χωρὶς νὰ ἐκφράσω ὁριστικὴν γνώμην, διότι καὶ δὲν ἠδύνατό τις ἐκ τοῦ προχείρου καὶ μετὰ 48 ὥρας ἀφ’ ἧς εἶχε διανεμηθῆ ἡ σύμβασις νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον φλέγοντος, τοσοῦτον πολυπλόκου. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, κρίνω, ὅτι ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης παρερμηνείας τῶν λόγων μου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος προελθοῦσαν, διότι ἄλλως θὰ κατέφευγον εἰς ἄλλα μέτρα.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ χρηστότης, ἥτις πρέπει νὰ ᾖναι τὸ κυριώτατον κεφάλαιον τῆς πολιτικῆς ἀνατροφῆς, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀγορεύων ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἐξεδήλωσε μόνον δισταγμοὺς, τῶν δισταγμῶν δὲ ἡ ἐκδήλωσις, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι ἐκδήλωσις εἰλικρινοῦς προαιρέσεως. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς, εἰσάγων τὴν σύμβασιν, παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ν’ ἀσχοληθῶσι καὶ μελετήσωσιν αὐτὴν, νὰ ἐξονυχίσωσι, νὰ ἀναλύσωσι καὶ ἀνατάμωσιν αὐτὴν, ἵνα, καὶ δισταγμοὺς ἂν ἔχωσι, τοὺς ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ γνώμας ἂν ἔχωσι, τὰς ἀπαγγείλωσι. Συνιστῶ δὲ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ζακύνθου—καὶ τὴν σύστασιν ταύτην δικαιολογεῖ ἡ ἡλικία μου —καὶ πρὸς πάντας τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ μὴ ταράσσωνται δι’ ὅσα γράφονται ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν εἶναι ἔργον τῶν πρακτικογράφων, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε μὲν ἀντιλαμβάνονται κακῶς, ἄλλοτε δὲ ἀπροσέκτως, καὶ παριστῶσι τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὡς ἐγένοντο. Ἐγὼ αὐτὸς πολλάκις ἐγενόμην ἀντικείμενον τοιούτων παρεξηγήσεων καὶ ἐπιθέσεων, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐταράχθην, πεποιθὼς εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν προαίρεσίν μου.
§16Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη περίεργον τὸ γραφὲν εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἥτις διερμηνεύει τὰς γνώμας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐχαρακτηρίσθην καὶ ἐγὼ ὡς κωλυσιεργὸς καὶ ὡς ἀντιταχθεὶς δῆθεν κατὰ τῆς συμβάσεως. Μοὶ ἐφάνη δὲ περίεργον, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν διίσταμαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγράφη εἰς τὴν «Πρωΐαν», ὅτι ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων κ.κ. Λεβίδου, Χατζίσκου, Σμολένσκη, Σιγάλα, Ι. Σταΐκου, Κουντουριώτου, Στελλάκη, Καφταντζόγλου, Κρίτσα, Πετροπουλάκη, Λεωνίδα, Ραδινοῦ, Μαρκεζίνη καὶ Βαλαωρίτου...
§17Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ.
§18Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. ὅτι ἡμεῖς ἐκωλυσιεργήσαμεν, μὴ ἐπιτρέψαντες νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Ἀληθῶς μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπομνήματος τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐθεώρησα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ἐπὶ κενοῦ, ὅπερ παρουσίαζεν ἡ σύμβασις καὶ ὅπερ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῶν πλείστων τῶν συναδέλφων, ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις, ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ παρεκάλεσα ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως, διότι, ὡς εἶχε γείνῃ ἡ διανομὴ αὐτῆς, δὲν εἶχε περιέλθει εἰς χεῖράς μου· διενεμήθη ἡ σύμβασις ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν συνέπεσε νὰ μὴ εὑρίσκωμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ, καὶ ἑπομένως δὲν ἔλαβον αὐτήν· ἐνόμισα δὲ, ὅτι γενικῶς συνέβη τοῦτο, καὶ ὅτι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἔλαβον τὴν σύμβασιν. Παραδόξως δὲ, καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ κυροῦν τὴν σύμβασιν, δὲν συνωδεύετο ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, κατὰ δὲ τὸν Κανονισμὸν νομοσχέδιον εἰσαγόμενον ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ πρὸς συζήτησιν· ἑπομένως ἔπρεπε καὶ νὰ ἀναβληθῇ. Ἐν τούτοις, ὅτε εἶδον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο πρόθυμος νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν, ἠγέρθην καὶ εἶπον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἦτο περιττὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν δι’ ἀναστάσεως· ἡ δὲ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως ἀπεφάνθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις· μεθ’ ὃ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν τὸ φύλλον, ὅπερ ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοσοῦτον λάβρως ἐπετέθη κατὰ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ, ὅστις, ὡς γνωστὸν, δὲν διίσταμαι κατὰ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δεικνύει ἀκριβῶς, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς ἐφημερίδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἔγραψα ἐγώ· ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅσα ἄλλος πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις δὲν ζῇ πλέον, ἀπήντησε ποτὲ πρὸς φίλους του, παραπονουμένους πρὸς αὐτὸν κατὰ τῶν ἀναγραφέντων ἔν τινι ἐφημερίδι, ἥτις τότε ἐξεδίδετο καὶ ἥτις ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ πλέον, ἐν τῇ «Ὥρᾳ». Ἐγὼ οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχω τῶν δημοσιευθέντων· ἐξ ἐναντίας ὅ,τι εἴπετε ὑμεῖς τὸ πιστεύω καὶ τὸ κρίνω καὶ τὸ φρονῶ, πεποιθὼς καὶ ἐξ αὐτοῦ, ὅτι ἀποδέχεσθε τὰς πολιτικάς μου γνώμας, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πολιτικὴ πορεία ὑμῶν κατὰ δύο συνεχεῖς Περιόδους.
§20Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι περίεργον, εἶναι, ὅτι εἰς τὸ φύλλον, περὶ οὗ πρόκειται, γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐμοῦ, ὅστις οὐδὲ λέξιν περὶ τῆς συμβάσεως εἶπον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἡ «Πρωΐα» ἦναι τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον αὐτοῦ, νὰ συστήσῃ εἰς τὸν συντάκτην αὐτῆς νὰ μὴ γράφῃ τοιαύτας ἀνακριβείας, ἰδίως περὶ ἐμοῦ, ὅστις διΐσταμαι πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα.
§21Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 5 τῶν πρακτικῶν ἀναφέρεται, ὅτι ὑπέβαλον μόνον πρότασιν νόμου περὶ διακανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐξορύξεως τῆς σμύριδος καὶ ἐκμεταλλεύσεως αὐτῆς, ἐνῷ ὑπέβαλον καὶ ἑτέραν πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως ταμείου σμυριδορυκτῶν», ἥτις ὅμως δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο θὰ ἐγένετο ἐκ παραδρομῆς, καὶ θὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Θὰ παρατηρήσω, ὡς πρὸς τὴν γενομένην συζήτησιν περὶ τῶν ἀναγραφέντων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Θ’ ἀναγραφῶσι μόνον ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς σήμερον τὰ κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, καὶ ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς διάψευσιν τῶν κακῶς γραφέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ καταστήσωμεν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τόπον διαψεύσεως τῶν ἐν ταῖς ἐφημερίσι γραφομένων κατὰ τὰς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας τῶν ἐφημερίδων, τότε δὲν θὰ εὕρωμεν τέλος. Δὲν νομίζω ἐπίσης, ὅτι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνωνται αἱ σκέψεις ἑκάστου Βουλευτοῦ, διότι τότε θέλομεν φθάσει ἢ εἰς ἀπεραντολογίαν ἢ εἰς ἀτέλειαν τῶν πρακτικῶν. Τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ σημειῶσιν ἐν περιλήψει μόνον τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν ἐνταῦθα, ὅτι δηλαδὴ ὁ δεῖνα ἔλαβε τὸν λόγον, ἕτερος ἀπήντησε κλπ., οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ περιλαμβάνωσιν ὁλοκλήρους ἀγορεύσεις· τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, καὶ οὕτως ἐκρίθη καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ, θὰ ἦτο καλὸν νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημοσιεύωνται συνοπτικὰ πρακτικὰ, ἵνα μὴ ἀφίνηται εἰς τὴν δημοσιογραφίαν νὰ δηλητηριάζῃ τὴν κοινὴν γνώμην εἰς βάρος τῶν μὲν ἢ τῶν δέ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, διότι αὕτη, χειριζομένη τοιαύτην δύναμιν, ἔχει καθήκοντα πρὸς τὸν τόπον καὶ τὴν ἀλήθειαν. Οὐδενὸς τὴν τιμὴν ἢ τὴν ὑπόληψιν ἔχει δικαίωμα νὰ θίγῃ ἡ δημοσιογραφία, ὡς οὐδενὸς τὴν γνώμην ἔχει δικαίωμα νὰ διαστρέφῃ. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα πρὸ ἀδυνάτου. Ἐὰν ὑπῆρχε τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν ἀμέσως νὰ δίδωνται εἰς τὴν δημοσιογραφίαν ἐπίσημα πρακτικὰ συνοπτικὰ, βεβαίως θὰ προεκαλοῦντο δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς ἀναίρεσιν αἱ ψευδῆ ἀναγράψασαι ἐφημερίδες, ὡς γίνεται εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, ἀποτελεῖ μίαν ἐπὶ πλέον κατάχρησιν τοῦ τύπου, ἡ ὁποία τρέπεται κατ’ αὐτοῦ, διότι ὁ τύπος χάνει οὕτω τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ παρὰ τῷ λαῷ. (Εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Ὑποθέτω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, ὡς ἔχουσι.
§23Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ τὴν τροποποίησίν μου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ, τροποποιούμενα συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
§25Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἐφημεριδογράφων, τῶν παρισταμένων ἐνταῦθα, ἤθελεν ἀναγράψει ὅσα ἐρρήθησαν πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ψευδῶς γραφέντων μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμία ἱκανοποίησις θέλει ἀποδοθῆ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι ἐδυσφημίσθησαν διὰ τῶν χθὲς γραφέντων. Ἐὰν ὅμως ἦτο ὑποχρεωτικόν, ὅπως οἱ παριστάμενοι ἐκ μέρους τοῦ τύπου ἐνταῦθα δημοσιεύωσιν ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰ λεχθέντα πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς γραφέντων, τότε ἱκανοποίησις θὰ ἐπήρχετο. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο θὰ γείνῃ νῦν, ἀλλ’ εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ. Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαία ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Κανονισμῷ τοιαύτης ὑποχρεώσεως τῶν ἐφημερίδων, ὅπως ἀναγράφωσι πρὸς ἐπανόρθωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελε τὸ Προεδρεῖον κρίνει ὡς ἐπανορθωτικά. Νῦν πρόκειται περὶ ἐπανορθώσεως, ἥτις ἔχει σπουδαιότητα, διότι ἐγράφη ἀνακριβῶς, ὅτι πολλοὶ συνάδελφοι ἦσαν ἐναντίοι τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου.
§26Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀκούουν ἐκεῖ ἐπάνω, εἰς τὸ θεωρεῖον.
§27Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον παρεστάθη, διότι κατέστη λίαν εὐαίσθητον διὰ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο οἱ ἁρμόδιοι εἶναι ἀνάγκη νὰ συστήσωσιν εἰς τὰ ὄργανα, τὰ διερμηνεύοντα τὰς πολιτικὰς αὐτῶν γνώμας, νὰ μὴ διαχειρίζωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι οὕτως ἐνσπείρουσιν ἓν εἶδος ἀναρχίας εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, ὅτε θ’ ἀκούσωμεν καὶ ἐκεῖθεν ὅ,τι ἠκούσθη ἄλλοτε ἐκ τοῦ ἐξώστου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Μεγαλειότης τοῦ λαοῦ εἶναι ὑπερτέρα πάσης ἄλλης Μεγαλειότητος.
§28Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα αὐτό;
§29Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μεγάλην σχέσιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος τῆς 12 Μαΐου ἐ. ἔ., δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 95 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεκρίθη, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸν ἀσθενήσαντα ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν κ. Ἀλέξανδρον Σπ. Κ. Ρώμαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀσθενείας αὐτοῦ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Κυριακούλης Π. Μαυρομιχάλης.» Ἀνακοινῶ ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Ντονᾶ, κατοίκου Μπαΐρα τοῦ δήμου Ἀνδανίας, τραυματισθέντος κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, αἰτουμένου νὰ αὐξηθῇ ἡ χορηγουμένη αὐτῷ σύνταξις.
§31ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι ὁ αἰτῶν εἶναι ἄξιος πάσης προστασίας.
§32Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ πρὸς τοῦτο.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Κατσαροῦ, Στάμου καὶ Μπάλα τοῦ δήμου Οἰχαλίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, παρακαλούντων νὰ διαταχθῇ ἡ προκήρυξις ἐπαναληπτικῆς δημοπρασίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Καλαμῶν μέχρι τοῦ χωρίου Κατσαροῦ τοῦ δήμου Οἰχαλίας. Αἴτησιν τοῦ Αὐγέρη Γιαννοπούλου, κατοίκου Πύργου, παρακαλοῦντος ν’ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις εἰς τὸν ἀδίκως καταδικασθέντα ἀδελφόν του. Ὑπόμνημα τοῦ ἐν Ξυλοκάστρῳ «Γεωπονικοῦ Συνδέσμου», συνιστῶντος, ὅπως διὰ νόμου ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς ἐγγείου φόρου διὰ τὸ τρέχον ἔτος οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀμπέλων τοῦ χωρίου Μάζι, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τῆς χαλάζης. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Δαδίου, ἐπικαλουμένων τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐπελθούσης αὐτοῖς συμφορᾶς διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν ἐκ τῆς χαλάζης.
§34Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰδιαιτέρως συνέστησα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παρεκάλεσα, ὅπως ληφθῇ πρόνοια πρὸς συνδρομὴν τῶν ἀτυχῶν συνεπαρχιωτῶν μου, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ ὑποστῶσι σημαντικὴν ζημίαν ἐκ τῆς καταπεσούσης ἐσχάτως χαλάζης· εἶναι δὲ γνωστὸν τὸ γεγονὸς, διότι ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας. Ἐκ τῆς χαλάζης, ἡ ὁποία κατέπεσεν, ἐπῆλθε τελεία καταστροφὴ εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ὡρισμένων χωρίων· κατεστράφη ἡ ἐσοδεία εἰς πολλὰ μέρη τοῦ χωρίου Δαδίου, τοῦ χωρίου Μοδίου, τοῦ χωρίου Σουλέμπεη καὶ ἑτέρου τινὸς χωρίου τοῦ δήμου Θερμοπυλῶν. Θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσωσι καὶ λάβωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τοῦ μεγέθους τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ἐπιφέρωσι τὴν δέουσαν θεραπείαν, παρέχοντες βοήθημά τι πρὸς τοὺς παθόντας.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνι τρόπῳ;
§36Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δύναται νομοθετικῶς νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοὐλάχιστον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ παρασχεθῇ αὐτοῖς βοήθημα χρηματικὸν πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἀναγκαίου σπόρου διὰ τὴν προσεχῆ σποράν.
§37ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄντως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τοιοῦτον τηλεγράφημα· εἶπον δὲ ἀμέσως εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος συνάδελφον, ἐπισκεφθέντα με, ὅτι ἔσπευσα νὰ τηλεγραφήσω πρὸς τοὺς ἁρμοδίους, ἵνα ἐξετάσωσι καὶ βεβαιώσωσι τὸ μέγεθος τῆς ἐνσκηψάσης συμφορᾶς.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ κρατουμένων καταδίκων τεχνοεργατῶν, παραπονουμένων διὰ τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1902 ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν κατασκευαζομένων ἔργων. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος, διαμαρτυρομένων ὅτι διὰ τῆς περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος συμβάσεως ἡ σταφὶς τοῦ δήμου αὐτῶν ὑπήχθη εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν τοῦ τιμολογίου, καὶ παρακαλούντων νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κατατάξεως τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς ποιότητος Ἀμαλιάδος. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως. Ὅμοιον τῶν κατοίκων τῶν περιχώρων τοῦ δήμου Λετρίνων Ἀλποχωρίου, Μυρτιᾶς, Ἁγίου Ἠλία, Ξυλοκέρας, Βουνάργου, Σκουροχωρίου, Φωναΐτικα, Κούκουρα, Ἁγίου Ἰωάννου, Βυτινεΐκα, Γρανιτσέϊκα, Κολυρίου καὶ Κατσαροῦ. Ὅμοιον τῶν κατοίκων Μεσολογγίου· ὅμοιον τοῦ λαοῦ Αἰπείας· ὅμοιον τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν· ὅμοιον τοῦ λαοῦ Νησίου· ὅμοιον τοῦ λαοῦ Μελιγαλᾶ. Τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Κραθίδος, διαψεύδοντος τὸ τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου τοῦ δήμου τούτου, καθ’ ὃ οἱ συνδημόται των εἶναι κατὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Τηλεγράφημα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ ἀμπελοκτημόνων Τριπόλεως, ἀποδοκιμαζόντων τὸ ὑπόμνημα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ παρακαλούντων νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Τηλεγράφημα κατοίκων τινῶν Πυργετοῦ τοῦ Τυρνάβου, παραπονουμένων ὅτι ὁ ὑποταμίας Τυρνάβου δι’ ἐκλογικοὺς λόγους ἐξέδωκεν ἐντάλματα κατὰ 400 κατοίκων τοῦ χωρίου των διὰ φόρους ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐτῶν 1899 καὶ ἐντεῦθεν.
§39ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται κατά τινος ὑποταμίου, ὁ ὁποῖος τοὺς φυλακίζει διὰ καθυστέρησιν φόρων: σχετίζουσι δὲ τὸ ζήτημα πρὸς τὴν ἐνεργηθησομένην προσεχῶς ἐν Τυρνάβῳ ἀναπληρωματικὴν βουλευτικὴν ἐκλογήν. Ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς κ. Λαπαθιώτης ἀνήγγειλε τοῦτο καὶ εἰς ἐμὲ, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παραπλήσιον τηλεγράφημα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ ὁ Βασιλεὺς μοὶ διεβίβασε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο σήμερον. Αὐθωρεὶ ἐξέδωκε διαταγὴν, καὶ ἐζήτησα πρῶτον νὰ μάθω, ἂν τὰ ἐκτιθέμενα εἶναι ἀληθῆ, διότι πολλάκις συμβαίνει νὰ ἀναγγέλλωνται καὶ νὰ καταγγέλλωνται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔλαβον χώραν· ἂν δ’ ἦναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐτέθησαν εἰς τὰς φυλακὰς λόγῳ χρέους πολῖται, διέταξα ν’ ἀπολυθῶσιν οὗτοι ἀμέσως τῶν φυλακῶν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἀπολογίαν ὁ ὑποταμίας, περὶ οὗ πρόκειται, διατὶ προέβη εἰς τοιαῦτα μέτρα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς.
§41ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Εὐταξία περὶ τῆς παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων Λοκρίδος. Λέγω σημείωμα, διότι ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε πάσας τὰς ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1901, ἀλλ’ ἦτο δύσκολον νὰ μεταφέρω ἐνταῦθα πάσας ταύτας τὰς αἰτήσεις, διότι ἡ ἐργασία αὕτη θ’ ἀπήτει ἑβδομάδας πολλάς. Διὰ τοῦτο καταθέτω μόνον τὸ σημείωμα, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται, πόσαι ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις περὶ μεταλλείων ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς διαφόρους νομοὺς ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1901.
§42Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ πληροφορήσητε ἡμᾶς, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ ἑξῆς; Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων κ. Σοῦτσος ἀπηλλάγη τῆς ὑπηρεσίας, ἣν μέχρι πρό τινος ἐξετέλει. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐνηργήθη ἔρευνά τις, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ πόσον εὐθύνεται ὁ κ. Σοῦτσος, ἢ κατὰ πόσον δὲν εὐθύνεται, ὡς πρὸς τὴν ἐκκρεμῆ ταύτην ὑπόθεσιν; Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ προσώπου ἀνωτάτην ἀσκοῦντος ὑπηρεσίαν καὶ κατὰ πάντα ἀπολαύοντος ὑπολήψεως, δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ὀρθῶς διεχειρίσθη τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τῶν μεταλλείων ὁ κύριος Σοῦτσος, ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸν, ἢ ἀμελῶς διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις, ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ τοιοῦτόν τι μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο, νομίζω ὅτι δίκαιον πρὸς αὐτὸν εἶναι νὰ ἐκτελεσθῇ.
§43ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων κ. Σούτσου ἐδέησε νὰ παραδοθῇ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν ἀντικαταστάτην αὐτοῦ κ. Ἀγγελόπουλον. Ἡ παράδοσις τῆς ὑπηρεσίας, ἐννοεῖται, εἶναι πολύπλοκος, καὶ ἀπῄτησε χρόνον τινά. Καὶ ἐγὼ εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης· πληροφορῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ἕνεκα τούτου ἔσπευσα νὰ διορίσω ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀκριβῶς θὰ ἐξετάσῃ πάντα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πέρυσι καὶ προπέρυσι.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ πραγματευόμενα περὶ τοῦ διαχωρισμοῦ λιβαδίων τινῶν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω. Ἀνακοινῶ ὅμως, ὅτι μέχρι τῆς 17 Μαρτίου ἐ. ἔ. δὲν εἶχε γείνῃ ἔναρξις τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν λιβαδίων, ὅτι τὴν 18 Μαρτίου ἐκάλεσα τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον, ἵνα ἀσχοληθῇ εἰς τὸν διαχωρισμόν, κατὰ τὴν 29 δὲ Ἀπριλίου μοὶ ὑπέβαλεν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος τὸ πρωτόκολλον τοῦ διαχωρισμοῦ, ἐν ᾧ ὅμως περιελαμβάνοντο καὶ νομαί, αἵτινες κεῖνται ἐντὸς τῆς περιφερείας ἐκείνης. Ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθην νὰ ἀκυρώσω τὸ πρωτόκολλον. Ὁ ἐκ Βάλτου κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὸ ἐθνικὸν κτῆμα «Βάλτον». Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σχετικὸν φάκελον. Καταθέτω προσέτι νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ τῆς βαθμολογίας τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὀρυκτολόγου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῶν σμυριδωρυχείων Νάξου. Μέχρι τοῦδε οἱ νόμοι εἶχον προσδιορίσει εἰς αὐτοὺς βαθμὸν τμηματάρχου δευτέρας τάξεως· διὰ τοῦ νομοσχεδίου προσδιορίζεται βαθμὸς τμηματάρχου πρώτης τάξεως. Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ζύθου».
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατατεθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν των. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 464 καὶ 465). Οἱ βουλευταὶ Σάμης κ. κ. Βρυώνης καὶ Ραφτόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν, προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀποτεφρωθέντα βιβλία τοῦ δήμου Σαμαίων τῆς Κεφαλληνίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ κατὰ τὴν σειράν της ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 466). Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§46ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα προτείνω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῶν μεταλλείων, καὶ ἐπιληφθῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§48Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Παυλόπουλος καὶ ἐγὼ δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὴν κανονικότητα τοῦ πράγματος, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πάντες οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν Βουλευταὶ ἐνδιαφέρονται περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι τοῦτο ἀπαιτεῖ μεγίστην ταχύτητα, διότι ἔχομεν ἡμέραν τακτήν, καθ’ ἣν ἀνάγκη ἡ σύμβασις νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως ἀμέσως. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, καὶ ἰδίως τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ διευκολύνῃ τὰ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν μεταλλείων, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ καταπαύσῃ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω, διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη πολιτεύομαι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις τῶν πολιτευομένων, διότι πάντες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, καὶ πρὸ πάντων οἱ Πρόεδροι τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, ὑπῆρξαν ἀνώτεροι πάσης μομφῆς· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐδηλητηριάσθη διὰ τῆς συκοφαντίας ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἐδηλητηριάσθη ἐπίσης ὁ Δημήτριος Βούλγαρης, πάνθ’ ὅσα δὲ κατ’ αὐτῶν ἐλέχθησαν ἦσαν καὶ ἀπεδείχθησαν ψεύδη καὶ συκοφαντίαι. Ἑπομένως παρακαλῶ σύσσωμον τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἀόριστον, εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, τὴν συζήτησιν περὶ μεταλλείων, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καίτοι ἀναγνωρίζω τὴν σπουδαιότητα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἐφ’ ἧς ἤρξατο ἡ συζήτησις, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἥτις πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπεβλήθη. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον, ἵνα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης συζητήσῃ. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἀπωλείας χρόνου, διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν συναίσθησιν τῆς σπουδαιότητος τῆς συμβάσεως, καὶ ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐφ’ ὅσον χρόνον ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως παραμείνωμεν ἐνταῦθα καὶ ἀφιερώσωμεν ὅλον τὸν χρόνον διὰ τὴν συζήτησιν, ἀποφεύγοντες ἀκόμη καὶ τὸν ἔλεγχον, διότι τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνδιαφέρον τὴν μίαν μόνον πτέρυγα καὶ οὐχὶ καὶ τὴν ἑτέραν, εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον τὴν τύχην τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ κινοῦν τὸ ἐνδιαφέρον παντός. Διάστασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ὑπάρχει. Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι γνῶμαι ἀτομικαί, ἀλλ’ οὐδὲν αὗται ἔχουσι κοινὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἐνδιαφέροντος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας, μετὰ τὴν δήλωσιν, ἣν ὑποβάλλω, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις περὶ μεταλλείων.
§50Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ἐπιμένω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ καταπαύσῃ ἡ συζήτησις περὶ μεταλλείων, διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐναγωνίως ἀναμένουσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως. Πρέπει νὰ δοθῇ ἕν πέρας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀφαιρέσω τὸν λόγον ἀπὸ κανένα. Ὁ κύριος Χαράλαμπος Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§52ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου παρεκάλεσα πρὸ πεντήκοντα ἤδη ἡμερῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) πιστοποιητικὰ τῶν διαφόρων νομαρχῶν τοῦ Κράτους, ἐμφαίνοντα κατ’ ὄνομα, χρονολογικὴν σειρὰν καὶ τοποθεσίαν ὅλας τὰς εἰς αὐτοὺς ὑποβληθείσας αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, ἀφ’ ὅτου ἰσχύει παρ’ ἡμῖν ὁ περὶ μεταλλείων νόμος ΧϞʹ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ 1901 ὑπερμεσοῦντος· 2) πίνακα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐμφαίνοντα ὡσαύτως κατ’ ὄνομα, χρονολογικὴν σειρὰν καὶ τοποθεσίαν πάσας τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας παραχωρήσεις μεταλλείων· 3) ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς ἔτι αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, τὰς εὑρισκομένας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν δικαιολογητικῶν των. Ἡ κατάθεσις, Κύριοι, αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἦτο ἀπαραίτητος, διὰ τοὺς ἑξῆς μάλιστα λόγους. Ἐν πρώτοις οὕτω πως μόνον θὰ ἐξηκριβοῦτο, ἂν ὑπάρχουσιν ἔτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε ὑποβληθεῖσαι εἰς αὐτὸ αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, ἢ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν ἐξαφανισθῆ ἤδη, ὅπως κάμωσι τόπον εἰς ἄλλας νεωτέρας αἰτήσεις, συνταχθείσας ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνων. Εἶτα δὲ οὕτω πως μόνον θὰ ἐβεβαιοῦτο, ἂν κατὰ τὰ ἔτη 1899 ἕως 1901, — ὅτε ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Θεοτόκη, ἐπὶ ὑπερχιλίων ἐκκρεμῶν αἰτήσεων, παρεχωρήθησαν κατὰ προτίμησιν ὡρισμένα μόνον μεταλλεῖα — ἂν, λέγω, ἐπὶ τούτων καὶ μόνον τῶν μεταλλείων δὲν ὑπῆρχον πλείονες τῆς μιᾶς αἰτήσεις, ὡς ἰσχυρίσθησαν οἱ περὶ τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, ἢ τοὐναντίον ἐπὶ πολλῶν ἐξ αὐτῶν ὑπῆρχον πλείονες τῆς μιᾶς αἰτήσεις, ἐνῷ ἐπὶ πλείστων ὅσων ἐκ τῶν ἄλλων μὴ παραχωρηθέντων μεταλλείων δὲν συνέβαινε τὸ αὐτό. Οὕτω πως μόνον θὰ ἐξηκριβοῦτο τέλος, ἂν ἐπὶ τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων συνέπιπτον πᾶσαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, ἢ ἐπὶ πολλῶν ἐξ αὐτῶν δὲν συνέβαινε τοῦτο, ἐνῷ τοὐναντίον ἐπὶ πολλῶν ἐκ τῶν μὴ παραχωρηθέντων μεταλλείων συνέπιπτον πᾶσαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο καὶ τόσον δύσκολον, οὐδ’ ἀπῄτει τόσον πολὺν χρόνον, ὅσον ἴσως παρέστησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσία. Ἐγὼ αὐτὸς, Κύριοι, ὡς ἰδιώτης, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον ἐκ τῆς Νομαρχίας Φθιώτιδος ἐντὸς πέντε ἡμερῶν πιστοποιητικὸν, ἐμφαῖνον ὅλας τὰς εἰς τὴν Λοκρίδα ἀναφερομένας δηλώσεις μεταλλείων, ὡς 100 τὸν ἀριθμὸν, αἵτινες ἔγειναν ἐνώπιον αὐτῆς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦ 1901. Οἱοσδήποτε δὲ καὶ ἂν ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλώσεων παρὰ ταῖς διαφόροις Νομαρχίαις, ἐντὸς ἑβδομάδος ἠδύνατο ἑκάστη αὐτῶν νὰ ἀντιγράψῃ ἐκ τοῦ ἐν αὐτῇ τηρουμένου εἰδικοῦ βιβλίου διὰ τὰ μεταλλεῖα, κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ ΧϚʹ νόμου, καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ οἰκεῖον πιστοποιητικόν. Ἐντὸς δὲ μιᾶς ἑβδομάδος ἢ δύο τὸ πολὺ ἑβδομάδων ἠδύνατο καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἑτοιμάσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα, — ἂν, ἐννοεῖται, ὑπάρχωσιν ἔτι ἐν αὐτῷ πᾶσαι αἱ ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων. — Ἀλλὰ διατὶ τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰ καὶ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεώς μου μέχρι σήμερον οὐχὶ δύο, ἀλλ’ ἑπτὰ καὶ ἐπέκεινα ἑβδομάδας, οὐδὲν ἧττον ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔγγραφα; διατὶ δὲν ἀπῄτησε καὶ δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τῶν Νομαρχιῶν; Περὶ τούτου ἐγχωροῦσι βεβαίως διάφοροι ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας εἶναι νῦν ἐλεύθερος ἕκαστος νὰ κάμῃ. Ἐγὼ ἐν τούτοις εἶμαι ἠναγκασμένος τώρα, καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων τῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν τόσον ἀπαραιτήτων, ὡς εἴδομεν, νὰ προβῶ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν περὶ μεταλλείων, ἀφοῦ τόσον πολὺ ἐπισπεύδει αὐτὴν ὁ κ. Θεοτόκης, δι’ οὓς λόγους αὐτὸς οἶδεν, ἐπιμένων μάλιστα εἰς τὴν πρόταξίν της καὶ αὐτῆς τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ἐναντίον τῶν παραστάσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἠλείας. Ἐγὼ ὀφείλω ἑκὼν ἄκων ν’ ἀποδεχθῶ τὸ οὑτωσὶ ῥιπτόμενον εἰς ἐμὲ χειρόκτιον ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ἄρξωμαι τοῦ ἀγῶνος, πεποιθὼς εἰς μόνην τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον, ὑπὲρ ὧν ἐγὼ μάχομαι καὶ περὶ ὧν ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα αὐτὸν τὸν Θεόν! Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, θεωρεῖται τὴν σήμερον, ὑπὸ ἔποψιν ὀρυκτοῦ πλούτου, μία τῶν ὀλβιωτέρων χωρῶν, ἂν ὄχι τῆς ὑφηλίου ἁπάσης, — διότι καθυστερεῖ ἐν τούτῳ τῆς Καλιφορνίας, τῆς Ἀλάσκας, τοῦ Τράνσβααλ, ἰδίᾳ τοῦ διαμερίσματος τοῦ Γιοχάννεσβουργ, καὶ ἄλλων χωρῶν, κειμένων εἰς ἄλλας ἠπείρους τῆς ὑδρογείου ἡμῶν σφαίρας, — πάντως ὅμως τῆς Εὐρώπης, τῆς ὁποίας αὐτὴ καταλαμβάνει τὴν νοτιωτάτην ἄκραν. Τὸν ὀρυκτὸν πλοῦτον τῆς ἡμετέρας χώρας εἶχον ἤδη ἱκανῶς ἐκμεταλλευθῆ, ἀναλόγως πρὸς τὰ τότε τεχνικὰ μέσα, καὶ οἱ πάλαι ἡμῶν πρόγονοι, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἔτι καὶ νῦν πολλαχοῦ αὐτῆς ἀπαντῶντα λείψανα τῆς μεταλλευτικῆς των ἐργασίας, οἷον σκωρίαι, ἐκβολάδες, φρέατα καὶ ὑπόγειοι στοαί. Οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς ἀναφέρουσι διάφορα μεταλλεῖα, ἰδίᾳ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἅτινα ἐξεμεταλλεύοντο οἱ πάλαι ἡμῶν πρόγονοι. Ἐν τῷ μέσῳ ὅμως τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐπιδρομῶν καὶ δηώσεων τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων καὶ βαρβάρων, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ μακραίωνος ξενικοῦ ζυγοῦ, ἔπαυσε πᾶσα μεταλλευτικὴ ἐργασία παρ’ ἡμῖν. Ἔπρεπε δὲ νὰ παρέλθωσιν ἱκαναὶ δεκαετηρίδες ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεώς μας, ὅπως ἀναλογισθῶμεν τὸν ὀρυκτὸν ἡμῶν πλοῦτον. Τότε μόλις ἠρχίσαμεν, Κύριοι, νὰ κατανοῶμεν, ὅτι, ἐὰν εἶχε παύσει ἐν τῷ μεταξὺ πᾶσα μεταλλευτικὴ ἐργασία παρ’ ἡμῖν, δὲν ἔπαυσεν ὅμως καὶ ἡ χώρα ἡμῶν περικλείουσα εἰς τοὺς κόλπους της πλεῖστα ὅσα καὶ πλούσια ὀρυκτά, ὡς ἄργυρον, ψευδάργυρον, μόλυβδον, χαλκόν, σίδηρον καὶ μαγγάνιον, προσέτι δὲ σμύριδα καὶ λευκόλιθον, ἵνα πολλὰ ἄλλα παραλείπω. Τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου πλούτου τῆς Ἑλλάδος ἡ ἀξία ὑπολογίζεται τὴν σήμερον εἰς ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, εἰ μὴ καὶ εἰς δισεκατομμύρια. Πῶς ὅμως μέχρι τοῦδε ἐχρησιμοποιήσαμεν τὸν ἀμύθητον αὐτὸν ἐθνικόν μας πλοῦτον; Ἐν ἀρχῇ, Κύριοι, ἔγνωμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἐν τούτῳ, ὡς ἐν παντὶ ἄλλῳ κλάδῳ τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, τὴν πεῖραν τὴν ἀπαντῶσαν παρ’ ἄλλοις λαοῖς, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις. Ἐπὶ τῆς διαθέσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀρυκτοῦ πλούτου κρατοῦσιν ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ δύο συστήματα, τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Πρωσικόν. Κατ’ ἐκεῖνο, ἡ παραχώρησις γίνεται οὐχὶ πρὸς τὸν πρῶτον ἀνακαλύπτοντα καὶ δηλοῦντα ἓν μεταλλεῖον ἢ ὀρυχεῖον, ἀλλὰ πρὸς τὸν δυνάμενον νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ πρὸς ἴδιον ὄφελος καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας. Κατὰ τὸ Πρωσικὸν σύστημα, τὴν παραχώρησιν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ipso jure ὁ πρῶτος ἀνακαλύπτων καὶ δηλῶν ἓν μεταλλεῖον καὶ ὀρυχεῖον. Καὶ ὑπὸ μὲν τὴν ἔποψιν ταύτην διΐστανται τὰ δύο συστήματα πρὸς ἄλληλα, συμφωνοῦσιν ὅμως ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀναλαμβάνει οὕτως ὁ τυχὼν τῆς παραχωρήσεως: διότι καὶ κατὰ τὰ δύο συστήματα ὀφείλει αὐτὸς νὰ καταβάλλῃ μὲν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς παραχωρήσεως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡρισμένον ἔγγειον φόρον, νὰ ἄρξηται δὲ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ παραχωρηθέντος μεταλλείου ἐντὸς τεταγμένης προθεσμίας, καὶ νὰ μὴ διακόψῃ αὐτήν, εἰμὴ μετὰ προηγουμένην ἄδειαν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς καὶ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ὅπως οὕτω μὴ μένῃ ἀνεκμετάλλευτος, καίτοι παραχωρηθείς, ὁ ὀρυκτὸς πλοῦτος, ὅστις συνῳδὰ πρὸς τὴν ἀρχήν, ἣν ἀνεκήρυξε πρώτη ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, θεωρεῖται ἔκτοτε ἐθνικὸς πλοῦτος. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ κατὰ τὸ Γαλλικὸν καὶ κατὰ τὸ Πρωσικὸν σύστημα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παραχώρησις μεταλλείων καὶ ὀρυχείων ἀπεράντου ἐκτάσεως, καὶ ὅταν ἔτι πρόκηται περὶ τῶν μεγαλειτέρων μεταλλευτικῶν Ἑταιρειῶν, ἀλλὰ περιορίζεται αὕτη συνήθως εἰς ἑκατοστύας μόλις ἑκταρίων, ὅπως οὕτω μετέχωσιν ὡς οἷόν τε πλείονες τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐθνικοῦ πλούτου. Μεταξὺ, Κύριοι, τῶν δύο αὐτῶν συστημάτων, τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Πρωσικοῦ, προετιμήσαμεν ἐν Ἑλλάδι τὸ πρῶτον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη ὁ μέχρι τοῦδε ἐν ἰσχύϊ νόμος ΧϞʹ τῆς 22 Αὐγούστου 1861 περὶ μεταλλείων. Αἱ κυριώτεραι διατάξεις τούτου περὶ διαθέσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀρυκτοῦ ἡμῶν πλούτου εἶναι αἱ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 14. Πᾶς Ἕλλην ἢ ἀλλοδαπὸς δύναται, εἴτε ἐν ἰδίῳ ὀνόματι εἴτε ὡς ἀντιπρόσωπος Ἑταιρείας, νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὴν παραχώρησιν μεταλλείου.» «Ἄρθρον 15. Οἱ ζητοῦντες τὴν παραχώρησιν μεταλλείου ὀφείλουσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι κέκτηνται πάντα τὰ προσόντα, τὰ ἀναγκαῖα πρός τε μετάλλευσιν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν διὰ τῆς πράξεως παραχωρήσεως ἐπιβληθησομένων αὐτοῖς παροχῶν καὶ ἀποζημιώσεων.» Ἄρθρον 17. Ἡ Κυβέρνησις κρίνει περὶ τῶν αἰτιῶν καὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς, ἐὰν πλείονες ἐξαιτῶνται τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, παραχωρεῖται τοῦτο εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν κατὰ προτίμησιν.» «Ἄρθρον 25. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας προθεσμίας, ὁ νομάρχης, ἀφοῦ λάβῃ τὰς ἀποδείξεις τῶν ἀνωτέρω δημοσιεύσεων καὶ τὰς προσηκούσας πληροφορίας περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των προσόντων τῶν ἐξαιτουμένων τὴν παραχώρησιν, ὑποβάλλει εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἠτιολογημένην ἔκθεσιν καὶ γνωμοδότησιν, διευθύνων ἅπαντα τὰ ἔγγραφα μετὰ τοῦ τῆς καταμετρήσεως καὶ τῆς ὁροθεσίας χωρογραφικοῦ σχεδίου.» «Ἄρθρον 29. Οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεταλλείων ὀφείλουσι νὰ κάμωσιν ἔναρξιν τῆς μεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως, νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ἐν τῷ παραχωρητηρίῳ ἐγγράφῳ περιεχομένας ὑποχρεώσεις, νὰ διατελῶσι μεταλλεύοντες τὸ παραχωρηθὲν μεταλλεῖον κλπ.» Καὶ τῶν μὲν ἄρθρων 15, 17 καὶ 25 τοῦ νόμου ΧϞʹ τὴν κύρωσιν παρέσχεν ὁ νόμος ΦΠϚʹ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον ΧΕʹ «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν», δι’ οὗ καθωρίσθη ἡ ποινικὴ διαδικασία κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὁσάκις οὗτοι παραβαίνωσι τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, συνωδὰ πρὸς τὸ 80 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Τοῦ δὲ ἄρθρου 29 τοῦ ΧϞʹ νόμου τὴν κύρωσιν παρέσχεν ὁ νόμος ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, ὁρίσας ἐν ἄρθρῳ 3 (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου δὲν ἐπιχειρήσῃ τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου, δύναται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβουλίου, νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος τοῦ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου δικαιώματος.» Τὴν διάταξιν ταύτην ἐτροποποίησεν εἶτα ὁ νόμος ͵ΒΤΟʹ τῆς 13 Μαρτίου 1896 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἂν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἀντίκηνται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικὸς ὀφείλει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προτεινομένων λόγων, νὰ ἐπιχειρήσῃ ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐὰν δ’ οὗτος καὶ μετὰ τοῦτο φανῇ ὀκνῶν, νὰ ἀπειλήσῃ, ὅτι θέλει προκαλέσει τὴν ἀνάκλησιν τῆς παραχωρήσεως.» «Ἄρθρον 3. Ἐὰν ἐξακριβωθῇ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ, ὅτι κύριός τις μεταλλείου δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, γενομένην αὐτῷ πρόσκλησιν πρὸς ἐκμετάλλευσιν ἢ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς διακοπείσης ἐκμεταλλεύσεως, δύναται δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, ἐκδιδομένης μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, Συμβουλίου νὰ κηρυχθῇ οὗτος ἔκπτωτος τοῦ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου δικαιώματος αὑτοῦ.» Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἡ κειμένη περὶ μεταλλείων νομοθεσία ἡμῶν ὁρίζει, ἑπομένη ἐν τούτῳ τῷ Γαλλικῷ συστήματι: 1) ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα ἐν Ἑλλάδι νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παραχώρησιν μεταλλείου, ἀλλ’ ὅπως τύχῃ τοῦ δικαιώματος τούτου, ὀφείλει προηγουμένως νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι κέκτηται τὰ ἀναγκαῖα προσόντα πρός τε ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν πασῶν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων, τῶν ἀπορρεουσῶν ἐκ τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως· 2) ὅτι ὁ ἁρμόδιος νομάρχης, εἰς ὃν ὁ ζητῶν τὸ μεταλλεῖον ὑπέβαλε τὴν αἴτησίν του, ὀφείλει νὰ συγκεντρώσῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας περὶ τῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του ἀναγκαίων προσόντων, καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰς δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεώς του εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, οὗ ὁ προϊστάμενος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως, ἂν τὴν εὕρῃ ἀποχρῶσαν, εἰσηγεῖται εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Μεταλλείων τὴν παραχώρησιν τοῦ αἰτουμένου μεταλλείου· 3) ὅτι, προκειμένου περὶ πλειόνων αἰτήσεων δι’ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μεταλλεῖον, ἡ Κυβέρνησις δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τῆς προτεραιότητος (ὡς ἀπαιτεῖ ὁ Πρωσικὸς νόμος), ἀλλ’ ἔχει νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβεβλημένων εἰς αὐτὴν ἠτιολογημένων ἐκθέσεων τοῦ νομάρχου, τίς ἐκ τῶν αἰτούντων κέκτηται τὰ πλείονα προσόντα, ὅπως αὐτὸς λάβῃ κατὰ προτίμησιν τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου· 4) ὅτι ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου καὶ μὴ ἀρχόμενος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τούτου ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεώς του, ἢ ἀρξάμενος καὶ διακόπτων αὐτὴν εἶτα ἀορίστως, κηρύττεται ἔκπτωτος. Ὁ λόγος, Κύριοι, δι’ ὃν ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, ὡς ἡ Γαλλικὴ, ἀπαιτεῖ τοιαύτας ἐγγυήσεις διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων, ἐπιβάλλει δὲ, συμφωνοῦσα ἐν τούτῳ πρός τε τὴν Γαλλικὴν καὶ τὴν Πρωσικὴν νομοθεσίαν, τὴν ἔκπτωσιν ἐκ παντὸς δικαιώματος ἐπ’ αὐτῶν εἰς ἐκείνους, οἵτινες λαμβάνοντες παραχωρήσεις μεταλλείων ἀφίνουσιν αὐτὰ ἀνεκμετάλλευτα, ὁ λόγος, λέγω, οὗτος εἶναι προφανὴς τοῖς πᾶσιν. Ὁ νομοθέτης ἠθέλησεν οὕτω νὰ μὴ μένῃ νεκρὸς ὁ παραχωρούμενος ἐθνικὸς πλοῦτος τῶν μεταλλείων, ἀλλὰ νὰ γίνηται ἡ προσήκουσα ἐκμετάλλευσίς του, ναὶ μὲν πρὸς ὄφελος τῶν λαμβανόντων τὰς παραχωρήσεις, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας καθόλου. Ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων, περὶ ὧν ὁ λόγος νῦν, θὰ ἐματαιοῦτο τέλεον ὁ σκοπὸς τῆς παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων, θὰ καθίστατο δὲ ἡ παραχώρησις αὕτη ἀφορμὴ εἰς κερδοσκοπίαν τοῦ χειρίστου εἴδους καὶ εἰς δημιουργίαν σκανδάλων μόνον, ὁποῖον καὶ τὸ ἀπασχολοῦν σήμερον τὴν Βουλήν. Τοιαῦται αἱ περὶ παραχωρήσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως μεταλλείων θεμελιώδεις διατάξεις τῆς κειμένης ἡμῶν νομοθεσίας. Ἐπὶ μακρὸν χρόνον, Κύριοι, δὲν εἴχομεν ἡμεῖς συνείδησιν τοῦ ὀρυκτοῦ μας πλούτου καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου ΧϚʹ τῆς 22 Αὐγούστου 1861. Τοῦτο προήρχετο οὐ μόνον ἐκ τῆς τότε ἐλλείψεως γνώσεων καὶ πείρας τῶν μεταλλειακῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ σάλου, ὃν ἐγέννησε τότε ἐν Ἑλλάδι ἡ Ναυπλιακὴ Ἐπανάστασις, ἡ ἐκθρόνισις τοῦ πρώτου τῆς Ἑλλάδος Βασιλέως Ὄθωνος καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα Μεταπολίτευσις. Τὰ πράγματα ὅμως ἤλλαξαν ὅλως ὄψιν, ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἐκμεταλλευομένη τὰς σκωρίας καὶ ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου ἡ Γαλλικὴ Ἑταιρεία Ροῦ καὶ Σερπιέρη. Τότε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἤρξαντο οἱ πολλοὶ νὰ κατανοῶσιν ἐν Ἑλλάδι τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὀρυκτοῦ ἡμῶν πλούτου. Εἰς τοῦτο συνετέλεσαν πάντως οὐκ ὀλίγον καὶ αἱ τότε γενόμεναι συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς καταχρηστικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐκβολάδων ὑπὸ τῆς ῥηθείσης Γαλλικῆς Ἑταιρείας, δι’ ὧν παρεστάθη, ὅτι μόνον αἱ σκωρίαι καὶ αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου ἀντεπροσώπευον ἀξίαν δεκάδων ἑκατομμυρίων, ἂν ὄχι καὶ ἑκατοστύων ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ὅπως δὲ καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι ἔπεισαν πολλοὺς παρ’ ἡμῖν, ὅτι πανταχοῦ σχεδὸν τῆς Ἑλλάδος, ἂν ὄχι ὑπὸ τὴν μορφὴν σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων, πάντως ὅμως ὑπὸ τὸν τύπον διαφόρων μετάλλων καὶ ὀρυκτῶν καθόλου, περικλειομένων εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς, ὑπῆρχεν ἐγκατεσπαρμένος μέγας πλοῦτος, ὅν, ὅπως καρπωθῶσιν, ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσι τότε μεμυημένοι τε καὶ ἀμύητοι, κεκτημένοι τε καὶ μὴ κεκτημένοι τὰ κατὰ νόμον ἀναγκαῖα πρὸς ἐκμετάλλευσιν προσόντα. Εἶχε, Κύριοι, καταλάβει οὕτως ἀληθὴς μεταλλειομανία τοὺς πάντας ἐν Ἑλλάδι. Πάντες ἐπροθυμοποιοῦντο τότε νὰ λάβωσι παραχωρήσεις μεταλλείων, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἤρκουν αὐταὶ καὶ μόναι νὰ τοὺς ἀναδείξωσιν ἀμέσως καὶ ἀκόπως πλουσίους, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ ἐν Λαυρίῳ συμβαῖνον θὰ ἐπανελαμβάνετο ἀσφαλῶς καὶ ἐπὶ παντὸς μεταλλείου ἐν Ἑλλάδι, καθόσον δι’ ἕκαστον αὐτῶν θὰ εὕρισκον οἱ λαμβάνοντες τὴν παραχώρησιν καὶ ἀνὰ ἕνα Ροῦ, πρόθυμον νὰ καταβάλῃ τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια πρὸς ἐκμετάλλευσιν, ἐξ ἧς καὶ οὗτος καὶ αὐτοὶ θὰ καθίσταντο ζάπλουτοι. Καὶ τὸν μεταλλειακὸν ἐκεῖνον παροξυσμὸν ἐπέτεινεν ἔτι μᾶλλον, ἀντὶ νὰ περιστείλῃ, ἡ εὐκολία, μεθ’ ἧς ἐγίνοντο τότε αἱ παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων, χωρὶς νὰ παρέχηται πολλὴ προσοχὴ εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 15, 17 καὶ 25 τοῦ νόμου ΧΛʹ περὶ μεταλλείων. Ὁ μεταλλειακὸς ἐκεῖνος παροξυσμὸς ἐξηκολούθησε κατατρύχων τὴν χώραν ἡμῶν ἐπὶ ἔτη πολλά, καθ’ ἃ ἐγένοντο ἀβασανίστως ὅλως ἀναρίθμητοι παραχωρήσεις μεταλλείων. Ἀλλὰ ποῖά τινα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀθρόων ἐκείνων παραχωρήσεων; Πολλοί, στερούμενοι οἱ ἴδιοι τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο γνώσεων καὶ κεφαλαίων, καὶ μὴ εὑρίσκοντες ἄλλους προθύμους, ἵνα ἐπέλθωσιν εἰς αὐτοὺς ἐπίκουροι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἠναγκάζοντο νὰ συνιστῶσι προχείρους ἀνωνύμους Ἑταιρείας, ὑπὲρ ὧν διέθετον καὶ αὐτοὶ ὅ,τι εἶχον καὶ ὅ,τι δὲν εἶχον, παρέπειθον δὲ καὶ ἄλλους ἁπλοϊκοὺς νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμά των. Τότε δ’ ἐρρίπτοντο αὐτοὶ εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ πρώτου τυχόντος ἡμεδαποῦ ἢ ἀλλοδαποῦ τυχοδιώκτου, ἐπαγγελλομένου τὸν μεταλλειολόγον, —καὶ τοιοῦτοι ἀνεφάνησαν τότε ἐξαπίνης πολλοὶ ἐν Ἑλλάδι, ὥσπερ μύκητες, —ἐμπιστευόμενοι εἰς τούτους τὰς πρώτας δοκιμαστικὰς ἐργασίας ἐπὶ τῶν παραχωρηθέντων εἰς αὐτοὺς μεταλλείων καὶ τὴν πρώτην ἐκμετάλλευσίν των. Εἴτε ὅμως διὰ τὴν ἄγνοιαν καὶ ἀπειρίαν τῶν αὐτοχειροτονήτων ἐκείνων μεταλλειολόγων, εἴτε καὶ διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ ἔνδειαν πολλῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων, αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος δοκιμαστικαὶ ἐργασίαι καὶ αἱ πρῶται πρὸς ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν ἀπόπειραι ἀπετύγχανον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἰκτρῶς, καὶ μετεβάλλοντο τότε αὐταὶ εἰς ἁπλῆν ἐκμετάλλευσιν τῶν λαβόντων τὰς παραχωρήσεις καὶ τῶν ἁπλοϊκῶν μετόχων τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἱδρυθεισῶν ἀνωνύμων ἢ ἑτερορρύθμων Ἑταιρειῶν, οὕτω δέ πως ἀπεστραγγίζοντο αἱ οἰκονομίαι αὐτῶν, καὶ ἐπηκολούθει ἄφευκτος ἡ καταστροφή των. Ἅλλοι, Κύριοι, φρονιμώτεροι αὐτῶν, ἀψηφοῦντες τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καθ’ ἃς ὤφειλον «νὰ κάμωσιν ἔναρξιν τῆς μεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως... νὰ διατελῶσι μεταλλεύοντες τὸ παραχωρηθὲν μεταλλεῖον» (ἄρθρ. 29 τοῦ ΧϞʹ νόμου), ἐπὶ ἀπειλῇ «ἐκπτώσεως ἐκ τῶν δικαιωμάτων των» (ἄρθρ. 3 τοῦ ΣΚΗʹ νόμου) καὶ νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ Δημόσιον «λεπτὰ τρία δι’ ἕκαστον στρέμμα τῆς πρὸς μετάλλευσιν παραχωρηθείσης ἐκτάσεως» (ἄρθρ. 30), δὲν ὑφίσταντο αὐτοὶ οὕτω πως ζημίαν τινὰ, ἐγίνοντο ὅμως πρόξενοι ἀνυπολογίστου ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὴν χώραν, διότι ἔμενεν οὕτως ἀνεκμετάλλευτος ὁ πρὸς αὐτοὺς παραχωρηθεὶς ἐθνικὸς πλοῦτος, χωρὶς νὰ δύναται νὰ παραχωρηθῇ οὗτος εἰς ἄλλον τινὰ, χωρὶς ἐξ αὐτοῦ νὰ καρπῶταί τι οὔτε τὸ Κράτος, οὔτε ἡ χώρα. Εἶχε δημιουργηθῆ οὕτως ἔκρυθμός τις πραγμάτων κατάστασις, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, θέλων νὰ θέση τέρμα εἰς αὐτὴν, ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, ὅπερ ψηφισθὲν ὑπ’ αὐτῆς ἐδημοσιεύθη τῇ 26 Μαΐου 1882 ὡς νόμος ϠΠʹ «περὶ κυριότητος τῶν μεταλλείων». Κατ’ αὐτὸν (ἄρθρον 1) «τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων καὶ τῶν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπαγομένων ὀρυκτῶν παραχωρεῖται μόνον διὰ νόμου.» Οὕτω πως ἤλπισεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅτι δὲν θὰ ἐγίνοντο πλέον χαριστικαὶ παραχωρήσεις μεταλλείων πρὸς ἀνθρώπους μὴ δυναμένους ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι κέκτηνται τὰ ἀναγκαῖα προσόντα πρὸς μετάλλευσιν αὐτῶν, ὅτι δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ εἰσηγεῖτο διὰ νόμου τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, θὰ ὑπεχρεοῦτο ἑκοῦσα ἄκουσα νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ μέλλων νὰ λάβῃ ταύτην ἐκέκτητο πράγματι αὐτά. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου ϠΠʹ μετεπέσαμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἄκρον τοῦ νόμου ΧϞʹ, διότι ὑπ’ αὐτὸν, ὅσον ἡμῖν τοὐλάχιστον γνωστὸν, οὐδεμία ποτὲ ἐγένετο παραχώρησις μεταλλείου. Τούτου ἕνεκεν ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ἔτει 1896 σχέδιον νόμου, δι’ οὗ ἐπανήρχετο εἰς ἰσχὺν μετά τινων τροποποιήσεων τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τοῦ 1882. Ἡ κυριωτάτη τῶν τροποποιήσεων ἦτο ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων παρέχεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧϞʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 καὶ τοῦ ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν. Τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς μεταλλεύσεως τῶν ὀρυκτῶν ἀργύρου (ἐν οἷς τὰ ἀργυρομεταλλεύματα τῆς Μήλου, τῆς Κιμώλου καὶ τῆς Πολυαίγου) καὶ χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου, τῶν σκωριῶν καὶ τῶν ἐκβολάδων, τῆς σμύριδος, τῶν μυλοπετρῶν, τοῦ κοινοῦ ὀρυκτοῦ ἅλατος μετὰ τῶν ἐν τῇ αὐτῇ κοίτῃ ἑτέρων ἁλάτων, τοῦ στεατίτου (talque), τοῦ χρωμίου, ὡς καὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων (πετρελαίου καὶ νάφθης), παραχωρεῖται μόνον διὰ νόμου.» Ἅμα, Κύριοι, τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου ͵ΒΤΟʹ τῆς 13 Μαρτίου 1896 ἤρξαντο ἀθρόαι ὑποβαλλόμεναι δηλώσεις μεταλλείων, ἀφ’ ἧς ἰδίᾳ ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς παγκοσμίου καταναλώσεως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ σιδήρου, οὗτινος μεταλλεῖα πολλὰ καὶ πλούσια περικλείει πολλαχοῦ ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος. Ἔκτοτε ἤρξατο πάλιν, ὡς ἐν καιρῷ τοῦ Λαυρεωτικοῦ ζητήματος, ὁ συνωστισμὸς καὶ διαγκωνισμὸς τῶν ἀπαιτητῶν μεταλλείων, ἀφ’ ὅτου μάλιστα ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι τινὰ τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων εἶχον μεταβιβασθῇ ἢ μισθωθῇ πρὸς ἄλλους ἀντὶ ἁδροῦ τιμήματος ἢ μισθώματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Θ. Π. Δηλιγιάννη, τὸ εἰσηγησάμενον τὸν νόμον ͵ΒΤΟʹ, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τοῦτον, διότι μικρὸν μετὰ τὴν δημοσίευσίν του ἐξερράγησαν αἱ ταραχαὶ τῆς Κρήτης, αἵτινες ἤγαγον εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897 μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ 1896 ἐναπέκειτο εἰς τὰ μετὰ τὸν πόλεμον Ὑπουργεῖα τῶν κ.κ. Ζαΐμη καὶ Θεοτόκη. Ἐκ τούτων ὁ τελευταῖος, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελῶν, ἐθεώρει τὸν νέον νόμον ἐλλιπῆ καὶ δυνάμενον νὰ ἀγάγῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του εἰς ἄτοπα καὶ ἀδικήματα, ὡς ἐγένετο καὶ πρὸ τοῦ 1882, διὸ καὶ ἐσκέπτετο τότε, ἅμα καλούμενος αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, πρὸ πάσης ἐφαρμογῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισίν του. Καὶ ἄλλα ἐσκέπτετο τότε ὁ κύριος Θεοτόκης περὶ μεταλλείων, ὡς τὴν αὐστηρὰν εἴσπραξιν ὅλων τῶν καθυστερούντων ἐγγείων φόρων ἐκ τῶν παραχωρηθέντων ἤδη μεταλλείων, καὶ τὴν πλήρη καὶ ἀκεραίαν ἐφαρμογὴν τῶν ἐν ἰσχύϊ διατάξεων ἐπὶ πάντων τῶν μὴ ἐκμεταλλευομένων τὰ εἰς τὴν κυριότητά των περιελθόντα μεταλλεῖα. Τοῦτο ἐμφαίνεται ἔκ τινος δημοσιεύματος ἑνὸς τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900 συνυπουργῶν τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, γράψαντος ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» τὴν 29 Ἀπριλίου τοῦ 1902 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν ἔτει 1898 ἔγνωμεν νὰ συμπράξωμεν πολιτικῶς πρὸς τὸν Γ. Ν. Θεοτόκην. Ἡ σύμπραξις ἡμῶν ἐκείνη δὲν ἦτο τυχαία τις, ἀλλ’ ἐπῆλθε μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ συνεννόησιν περὶ τῆς καθόλου διοικήσεως καὶ περὶ πάσης νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως ἐν Ἑλλάδι. Σὺν ἄλλοις ἀντηλλάξαμεν τότε σκέψεις καὶ περὶ μεταλλείων, εὑρέθημεν δὲ σύμφωνοι ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὰς ἐλλείψεις τῆς σχετικῆς νομοθεσίας, ὧν ἕνεκα τοσαῦται καταχρήσεις ἐμφιλοχωροῦσι παρ’ ἡμῖν περὶ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν ἀνευρίσκομεν ἀσυγγνώστους παραλείψεις, ὧν ἕνεκα τὰ πλεῖστα τῶν μεταλλείων, καίτοι παραχωρηθέντα ἤδη πρὸ ἐτῶν καὶ δεκαετηρίδων ὅλων, οὐδὲν ἧττον μένουσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεκμετάλλευτα, χωρὶς μάλιστα συνήθως οἱ κάτοχοι αὐτῶν νὰ ἐξαναγκάζωνται εἰς τὴν ἀπότισιν καὶ αὐτοῦ τοῦ εὐτελεστάτου ἐγγείου φόρου τῶν τριῶν λεπτῶν κατὰ στρέμμα. Ἀπεφασίσαμεν δὲ, ἐὰν ἐκαλούμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε λόγῳ νὰ προβῶμεν εἰς παραχώρησίν τινα μεταλλείου, ἕως οὗ τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ψηφισθῇ νέος νόμος περὶ μεταλλείων, καθιερῶν διάφορον τοῦ νῦν τρόπον παραχωρήσεως αὐτῶν, καθ’ ὃν θ’ ἀπεφεύγομεν μὲν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς μέχρι τοῦδε καταχρήσεις, θὰ ἐξησφαλίζομεν δὲ κάλλιον τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα. Πλὴν τούτου ἐλάβομεν τὴν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν, ἵνα ἅμα τῇ ἀνόδῳ ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διενεργήσωμεν αὐστηρῶς τὴν εἴσπραξιν ὅλων τῶν καθυστερούντων ἐγγείων φόρων μεταλλείων, κηρύξωμεν δὲ ἀδυσωπήτως ἐκπτώτους παντὸς δικαιώματος ἐπ’ αὐτῶν πάντας τοὺς κατόχους μεταλλείων, τοὺς οὐδέποτε ἀρξαμένους τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν, ἢ ἀρξαμένους καὶ διακόψαντας αὐτὴν εἶτα, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.» Καὶ τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ἐκείνας τοῦ κ. Θεοτόκη μετὰ τοῦ συνυπουργοῦ του, τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Λοκρίδος, θὰ εὕρῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ὀρθὰς καὶ δικαίας. Πολλὰ τῶν ἐκχωρηθέντων μεταλλείων ἔμενον, ὡς εἴδομεν ἤδη, ἀνεκμετάλλευτα ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας, κατώρθουν δὲ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, διότι ἀπήλαυον ἰσχυρᾶς προστασίας, οὐ μόνον ἔκπτωτοι τῶν δικαιωμάτων των νὰ μὴ κηρύσσωνται ποτέ, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔγγειον φόρον νὰ μὴ καταβάλλωσι δι’ αὐτά. Ἐὰν ἐξηκολούθει ἔτι ἡ πρὶν ἀκηδία τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ἰδιοκτήτας μεταλλείων, ἐγίνοντο δὲ καὶ ὑπὸ τὸν νέον νόμον αἱ παραχωρήσεις, ὡς πρὸ τοῦ 1882, χωρὶς δηλαδὴ νὰ λαμβάνωνται καὶ νῦν αἱ νόμιμοι ἐγγυήσεις περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν παραχωρουμένων μεταλλείων, οὐδὲ νὰ ἐξαναγκάζωνται ποτὲ εἰς τοῦτο οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, τότε θὰ διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐπίδωμέν ποτε στειρεύουσαν κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν πηγὴν τοῦ ὀρυκτοῦ μας πλούτου διὰ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν καθόλου. Ἐὰν τοὐναντίον τὰ μεταλλεῖα ἐξεχωροῦντο πρὸς μόνους τοὺς δυναμένους ν’ ἀποδείξωσι κατὰ νόμον, ὅτι κέκτηνται τὰ ἀναγκαῖα προσόντα διὰ τὴν ἐκμετάλλευσίν των, καὶ οὐχὶ πρὸς τοὺς πρώτους τυχόντας, τοὺς φροντίζοντας νὰ λάβωσι μίαν παραχώρησιν ἐπὶ τῷ προδήλῳ σκοπῷ τοῦ νὰ μεταβιβάσωσιν εἶτα τὸ δικαίωμά των εἰς ἄλλους, ἀδιάφορον ἂν οὕτω πως, χάριν τῆς τοιαύτης προσδοκίας αὐτῶν, δυσχεραίνεται ἢ καὶ καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ παραχωρηθέντος μεταλλείου· ἂν οἱ λαμβάνοντες παραχωρήσεις μεταλλείων ἐξηναγκάζοντο εἰς τὴν ἐκμετάλλευσίν των, ὡς ὁ νόμος κελεύει, καὶ εἰς τὴν ἀνελλιπῆ ἐκπλήρωσιν καὶ τῶν ἄλλων νομίμων ὑποχρεώσεών των, ἔστε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οὕτω πως δὲν θὰ ἔμενε κατὰ τὸ πλεῖστον νεκρὸς, ὡς μέχρι τοῦδε, ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος τῶν μεταλλείων, ἀλλὰ θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο αὐτὸς ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, θὰ εἴχομεν δ’ ἐξ αὐτοῦ ἤδη ἐτησίαν πρόσοδον δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων, δι’ ὧν ἴσως καὶ ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους θὰ προελαμβάνετο, καὶ τὸ συνάλλαγμα καὶ ὁ χρυσὸς δὲν θὰ ὑπερετιμῶντο, ὡς νῦν, καὶ δὲν θὰ ὑπεβάλλετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν ἐπαχθεστάτην φορολογίαν, τὴν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δι’ ἧς πάντα σχεδὸν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα ὑπερτιμῶνται δι’ αὐτὸν κατὰ 50%. Ἀλλὰ θὰ ἦτο, Κύριοι, ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια, ἐὰν καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου εἰς ἡμᾶς, καὶ μετὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ἀτυχήματα ἐν ἔτει 1898, ἐξηκολουθοῦμεν τὴν αὐτὴν ἀσύγγνωστον ἀκηδίαν πρὸς τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον τῶν μεταλλείων· ἐὰν δηλαδὴ καὶ νῦν ἀφίνομεν ταῦτα διαρπαζόμενα καὶ μένοντα ἀχρησιμοποίητα εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἀνικάνων νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐπιτρεπόντων εἰς ἄλλους τὴν ἐκμετάλλευσίν των· ἐὰν ἐπὶ πλέον ἐξηκολουθοῦμεν ἀφίνοντες καθυστεροῦντας τοὺς ἐγγείους αὐτῶν φόρους, οἵτινες ἀνέρχονται ἤδη εἰς ἑκατομμύρια ἴσως, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα τόσον ἀδυσωπήτως φερόμεθα πρὸς τοὺς δυστυχεῖς μικροφειλέτας τοῦ Δημοσίου, τοὺς μὴ δυναμένους ἐνίοτε, ὡς ἐκ τῆς ἐσχάτης ἐνδείας των, νὰ καταβάλωσιν εἰς αὐτὸ καὶ δέκα δραχμῶν φόρον! Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ πληρέστατα τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ἐκείνας τοῦ κυρίου Θεοτόκη ἐν ἔτει 1898, δι’ ὧν ἔμελλε, καλούμενος αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ θέσῃ ἓν τέρμα εἰς τὴν ἔκτοτε ἔκρυθμον κατάστασιν τῶν μεταλλείων ἐν Ἑλλάδι. Πῶς ὅμως, γενόμενος αὐτὸς Πρωθυπουργὸς ἐν ἔτει 1899, ἐπραγματοποίησε τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος σκέψεις καὶ ἀποφάσεις; Ὁ κ. Θεοτόκης ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1899, παρέμεινε δ’ ἐν αὐτῇ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1901, ἀπολαύων τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς τε ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Στέμματος. Ἀλλὰ, ὡς τόσας ἄλλας λαμπρὰς ἐπαγγελίας του περὶ ἀνορθώσεως καὶ περισυλλογῆς τῶν πάντων, οὕτω καὶ τὰς σκέψεις του καὶ ἀποφάσεις ἐκείνας περὶ μεταλλείων παρέδωκεν αὐτὸς ταχέως εἰς λήθην. Καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν πρωθυπουργίαν του οὐδέν, ἀπολύτως οὐδὲν ἐνήργησε διοικητικῶς πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν μεταλλείων, τοὐναντίον μάλιστα συνετέλεσεν αὐτὸς ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἴσως, ὡς καὶ θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον, εἰς ἐπιδείνωσιν αὐτῆς. Οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ εἰσπράξῃ τοὺς καθυστεροῦντας ἐγγείους φόρους τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων, τοὺς ἀνερχομένους ἤδη εἰς ἑκατομμύρια ἴσως, εἰ καὶ ἦτο καθ’ ὅλην τὴν πρωθυπουργίαν του ἀμείλικτος διώκτης τῶν μικροφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, δι’ ὧν ἐπλήρου πολλάκις τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ κηρύξῃ ἐκπτώτους, καθ’ ἃ ὁ νόμος κελεύει, ὅλους τοὺς ἰδιοκτήτας μεταλλείων, τοὺς ἀφίνοντας αὐτὰ ἀνεκμετάλλευτα. Εἰ καὶ ἐπηγγέλλετο δὲ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον τὴν κειμένην νομοθεσίαν περὶ μεταλλείων...
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§54ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε σεῖς. Κρατήσατε, ἂν θέλητε, τὰς σημειώσεις σας, καὶ μετ’ ἐμὲ λάβετε τὸν λόγον, ἵνα ἐπανορθώσητε πᾶσαν καθ’ ὑμᾶς ἀνακρίβειαν τῶν λεγομένων ὑπ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω, Κύριοι, ὁπόσον ἀληθὲς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον, σᾶς ὑπενθυμίζω τὰς ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Θεοτόκη γινομένας ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἡμιεπισήμους ἀνακοινώσεις ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν τύπον, καθ’ ἃς δὲν θὰ συνεκαλεῖτο τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, οὐδὲ θὰ ἐγίνετο παραχώρησίς τις μεταλλείου, πρὶν ἢ συνταχθῇ, ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους νομοσχέδιον, μεταρρυθμίζον τὴν κειμένην περὶ μεταλλείων νομοθεσίαν. Καὶ δὲν ἔχω μὲν ἐνταῦθα προχείρους τὰς ἐφημερίδας, αἵτινες ἐδημοσίευον τὰς ἀνακοινώσεις ἐκείνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὗτινος τότε προΐστατο ὁ κ. Θεοτόκης, διότι οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μοὶ γείνῃ τοιαύτη τις ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἔχω εὐτυχῶς ἐνώπιόν μου τὴν περὶ τούτου ὁμολογίαν ἀνδρὸς ἐκ τῶν μᾶλλον ἐμπίστων τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μεταλλείων. Εἶναι οὗτος, Κύριοι, ὁ ὑπὸ τὸν κύριον Θεοτόκην Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἀριστείδης Βαμπᾶς, ὅστις ἐν καιρῷ προανακρίσεως διὰ τὴν γνωστὴν καταγγελίαν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κατὰ τοῦ τέως Βουλευτοῦ Λοκρίδος, χωρὶς νὰ προσκληθῇ εἰς τοῦτο οὔτε ὑπὸ τοῦ ἐγκαλοῦντος οὔτε ὑπὸ τοῦ ἐγκαλουμένου, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν καταθέσεων ἀμφοτέρων τούτων, τὰς ὁποίας ἔχω ἐπίσης ἐνώπιόν μου, ἐνεφανίσθη πρὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν, κατὰ τρόπον ὄντως παράδοξον, ὡς αὐτόκλητος μάρτυς, ἐκεῖ δὲ, γενόμενος πάραυτα δεκτὸς εἰς ἐξέτασιν, προέβη εἰς μακροσκελῆ κατάθεσιν διὰ τὰ μεταλλεῖα, ἐν ᾗ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ὑπεραπολογεῖται τοῦ προϊσταμένου του κ. Θεοτόκη, μὲ πολλὰς λεπτομερείας προσώπων, πραγμάτων, ἀριθμῶν, ἄρθρων νόμων κλπ., ἐξ οὗ εἰκάζει τις, ὅτι ἡ κατάθεσίς του ὑπῆρξε πράγματι προεσχεδιασμένη καὶ γραπτή. Ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Βαμπᾶ περιέχεται ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ἣν ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγίνης. Ἐν αὐτῇ λοιπὸν ὁ πρώην Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὁμολογεῖ σὺν ἄλλοις πολλοῖς, περὶ ὧν βραδύτερον ὁ λόγος, καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Θεοτόκης ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀπέφυγε νὰ συγκαλέσῃ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, διότι εὕρισκεν, ὅτι ὁ περὶ μεταλλείων νόμος ἔπρεπε νὰ βελτιωθῇ, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον συνέστησε πολυμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ προσώπων ἁρμοδίων νὰ συντάξωσι νέον νομοσχέδιον, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς νεωτέρας εὐρωπαϊκὰς νομοθεσίας, καὶ μελετῶντες τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν ἡμεῖς. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ διαφόρων κωλυμάτων καὶ ἰδίως τοῦ παρεμπεσόντος θέρους προέβαινε βραδέως. Ἄλλως τε ἡ φύσις τοῦ νομοθετήματος προεκάλει εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς μακρὰς συζητήσεις.» Κατὰ ταῦτα λοιπόν, Κύριοι, εἶναι ἀληθές, ἀληθέστατον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι δηλαδὴ ὁ κ. Θεοτόκης ἐπηγγέλλετο τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου μεταρρυθμίζοντος τὴν κειμένην νομοθεσίαν, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁποίου διεβεβαίου ὅτι δὲν θὰ συνεκαλεῖτο τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, οὐδὲ θὰ ἐγίνετο παραχώρησίς τις μεταλλείου. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὑπῆρξεν εἰλικρινὴς ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Βαμπᾶ, δὲν διακρίνεται ὅμως αὐτὴ ἐπὶ πολλῇ ἀκριβείᾳ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Θεοτόκη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου, — ἴσως διότι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀπέλιπεν αὐτὸν ἡ μνήμη, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του πάντως. — Ἐὰν ὁ κ. Βαμπᾶς ἦτο ἀκριβέστερος ἐν τούτῳ, θὰ ἐφρόντιζεν ἐν πρώτοις νὰ ἐξηγήσῃ, διατὶ ὁ προϊστάμενός του ἀνέβαλε τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ δύο καὶ ἐπέκεινα ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1899 μέχρι τοῦ θέρους τοῦ 1901, διατὶ δὲ καὶ τότε, ἀφοῦ ἕνεκα τοῦ παρεμπεσόντος θέρους, ὡς ἰσχυρίζεται, ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀγάγῃ τοῦτο εἰς πέρας, δὲν συνεκλήθη αὐτὴ ἐκ νέου κατὰ Σεπτέμβριον μῆνα πρὸς συντέλεσιν τοῦ ἔργου της. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τέλεον διέφυγε τὴν μνήμην τοῦ κ. Βαμπᾶ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐνεθυμεῖτο αὐτὸς, βεβαίως δὲν θὰ περιέπιπτεν εἰς τὰ τοιαῦτα ἄτοπα, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, καθ’ ἣν καὶ παρ’ ἡμῖν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ Πρωσικοῦ συστήματος, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων πρὸς τοὺς πρώτους ἀνακαλύπτοντας καὶ δηλοῦντας αὐτά. Τοῦτο καὶ ἐδημοσιεύθη τότε εἰς τὰς ἐφημερίδας, μὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει θὰ συνετάσσετο τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ πάντα τὰ ἄλλα μέλη αὐτῆς ἦσαν σύμφωνα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πρωσικοῦ συστήματος, διεφώνησε πρὸς αὐτὰ μόνος ὁ τότε ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων κ. Δ. Σοῦτσος, ἐμμένων ἀνένδοτος εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν νῦν διέπουσαν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων. Ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς ἄλλος ἠθέλησε νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν γνώμην του, ἠναγκάσθη αὐτὸς ν’ ἀποχωρήσῃ ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, μεθ’ ὃ, κατὰ περίεργον ἀληθῶς σύμπτωσιν, παρέλυσαν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, οὐδεὶς δ’ ἐφρόντισε πλέον οὔτε νὰ συγκαλέσῃ αὐτὴν ἐκ νέου, οὔτε νὰ τὴν ἀνασυντάξῃ. Αὐτὴ καὶ μόνη εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὡς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταλλείων. Καὶ νῦν, Κύριοι, προβάλλεται ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἐρώτημα, διατὶ τότε ὁ κ. Θεοτόκης, παρὰ τὰς ἐπαγγελίας του καὶ τὰς ἐπανειλημμένας διαβεβαιώσεις τῆς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεκάλεσεν ἐκτάκτως δὶς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίαν, τὸ πρῶτον κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1899, καὶ τὸ δεύτερον κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1901, καὶ προέβη δι’ αὐτοῦ εἰς ὡρισμένας μόνον παραχωρήσεις μεταλλείων, πρὶν ἢ συνταχθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τὸ μεταρρυθμίζον τὴν κειμένην περὶ μεταλλείων νομοθεσίαν; Καὶ αἱ παραχωρήσεις ἐκεῖναι, αἵτινες κυρίως ἐγέννησαν τὸ ἀπασχολοῦν ἤδη ἡμᾶς σκάνδαλον τῶν μεταλλείων, εἶναι αἱ ἑξῆς. Τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1899, συγκληθὲν αἴφνης εἰς συνεδρίαν τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Θεοτόκη, ὡς Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνέκρινε, κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ, ἐπὶ πολλῶν ἑκατοστύων ἐκκρεμῶν αἰτήσεων περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, — ὡς θ’ ἀπεδεικνύετο τοῦτο, ἐὰν προσήγοντο εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν — τρεῖς καὶ μόνας παραχωρήσεις, μίαν ἐπ’ ὀνόματι τῆς κυρίας Σκεύως Θ. Βώκου, ἀδελφῆς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ μέλους τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου κ. Β. Βουδούρη, καὶ δύο ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κυρίου Φρ. Νόελ, ὅστις ἔκτοτε μετεβλήθη ἐξ ἀδιαλλάκτου πολιτικοῦ ἐχθροῦ εἰς ἔνθερμον θιασώτην καὶ θαυμαστὴν τοῦ πολιτικοῦ ἀστέρος τοῦ κ. Βουδούρη! Ἔκτοτε ἐπὶ δύο ὡς ἔγγιστα ἔτη δὲν συνεκλήθη πλέον τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τοῦ κ. Θεοτόκη. Ἐν τῷ μεταξύ, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐδημοσιεύοντο ἐν τῷ τύπῳ αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι ἡμιεπίσημοι ἀνακοινώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ἃς δῆθεν θ’ ἀνεβάλλετο ἡ σύγκλησις τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου νομοσχεδίου περὶ μεταλλείων. Ἀλλ’ εἶχε καταστῆ ἤδη, Κύριοι, βούκινον ἐν Ἀθήναις, ὅτι ἄλλος ἦτο ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς ἐκείνης τῆς συγκλήσεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου. Τὸν λόγον αὐτὸν ἐδημοσίευσε πρῶτον τὸ παγκοσμίου φήμης ἀπολαῦον εἰδικὸν Ἀγγλικὸν περιοδικὸν διὰ τὰ μεταλλεῖα «The Mining Journal railway and commercial Gazette». Εἰς αὐτὸ κατεχωρίσθη τῇ 14 Δεκεμβρίου 1901 ἀνταπόκρισίς τις ἐξ Ἀθηνῶν, ἐν ᾗ σὺν ἄλλοις ἀναγινώσκομεν: «Εἴδομεν τὸ Ὑπουργεῖον Θεοτόκη περιερχόμενον εἰς στενόχωρον θέσιν, διότι δύο τῶν μέγα ἰσχυόντων φίλων του διεξεδίκουν τὸ αὐτὸ μεταλλεῖον. Ὡς ἐκ τούτου ἐδέησε ν’ ἀναβληθῇ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἐπὶ δύο ἔτη.» Καὶ τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ, Κύριοι, ἦτο τὰ περιώνυμα Χάλαρα τῆς Σερίφου, πρὸς ἀγορὰν τοῦ ὁποίου ἦτο πρόθυμος, ὡς ἐγράφη βραδύτερον ἐνταῦθα, νὰ προσφέρῃ ξένη τις Ἑταιρεία τὸ στρογγύλον ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου φρ. χρυσῶν πρὸς τὸν εὐτυχῆ ἐκεῖνον, πρὸς ὃν θὰ παρεχωρεῖτο αὐτό. Τὰ Χάλαρα ἦσαν τότε τὸ χρυσοῦν δέρας, χάριν τοῦ ὁποίου ἔγεινε νέα Ἀργοναυτικὴ ἐκστρατεία μέχρι Σερίφου! Εἶχον σχηματισθῆ διάφοροι ὁμάδες ἀπαιτητῶν αὐτοῦ, ἐξ ὧν δύο μὲν εἶχον προσεταιρισθῆ Βουλευτάς τινας, μία ἕνα στενὸν συγγενῆ τοῦ κ. Βουδούρη καὶ ἄλλη ἓν ἐκ τῶν οἰκειοτάτων προσώπων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀγὼν διεξήχθη κυρίως μεταξὺ τῶν δύο τελευταίων ὁμάδων, διότι αὐταὶ εἶχον νὰ ἐπιδείξωσι δύο τῶν μέγα ἰσχυόντων φίλων τοῦ Ὑπουργείου Θεοτόκη, κατὰ τὸ Ἀγγλικὸν περιοδικὸν. Εἰς τὸν ἀγῶνα περὶ Χαλάρων, Κύριοι, ὀφείλεται ἡ τότε χαλάρωσις τῶν σχέσεων τριῶν Ὑπουργῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐθεωρεῖτο ὡς ἀφωσιωμένος πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφόν του. Εἰς τὰ Χάλαρα πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν πρώτην καὶ κυρίαν ἀφορμὴν ὅλων τῶν ὁμηρικῶν ἐκείνων διαπληκτισμῶν, οἵτινες συχνὰ πυκνὰ ἐλάμβανον τότε χώραν ἐν τοῖς Ὑπουργικοῖς Συμβουλίοις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ διετυμπανίζοντο εἶτα διὰ τοῦ τύπου ὑπὸ τοῦ κ. Βουδούρη, — ὅστις βεβαίως ἔκαμνεν οὕτω πως μεγάλην κατάχρησιν τῆς ἀγαθότητος καὶ ἀνεξικακίας τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. — Εἰς τὰ Χάλαρα ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ προσενεχθῇ ἱλαστήριον θῦμα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Ν. Καράπαυλος, ὅστις, ἐὰν ἔζη τώρα καὶ ἐκαλεῖτο ἐνώπιον μιᾶς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, πολλὰ ἴσως θὰ εἶχε νὰ διηγηθῇ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἔτι μεταξὺ τῶν ζώντων ὁ πρώην βουλευτὴς Θήρας κ. Νικήτας Συνοδινὸς, ὅστις, ἐξεταζόμενος ἐνόρκως, θὰ ὡμολόγει βεβαίως, ὁποίας σκηνὰς εἶδεν αὐτὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὰ Χάλαρα! Τώρα δὲν εἶναι ἀπίθανον οἱ τότε ἐρίζοντες καὶ διαπληκτιζόμενοι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ νὰ ἐμφανισθῶσι πρὸ τοῦ ἐπαπειλοῦντος αὐτοὺς κινδύνου ἠδελφωμένοι, καὶ ν’ ἀποκηρύξωσιν, ἐπιβεβαιοῦντες ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ὡς ἀνυπόστατα, πάντα τὰ γραφέντα τότε περὶ Χαλάρων τὸ πρῶτον μὲν ἐν τῷ Ἀγγλικῷ περιοδικῷ, βραδύτερον δὲ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ τύπῳ (ἴδε «Ἀκρόπολιν» τῆς 1 Μαΐου καὶ «Ἐμπρὸς» τῆς 10 Ἰουνίου 1902). Ἀλλ’ ὅστις θέλει, ἂς πιστεύσῃ αὐτοὺς τώρα. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ κάμω ἐν παρόδῳ λόγον καὶ περὶ Χαλάρων, ὅπως σᾶς ἀποδείξω, ὅτι πλὴν τῆς περιαδομένης ἀναβολῆς τῆς συγκλήσεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, χάριν τῆς ἐπικειμένης δῆθεν συντάξεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου νομοσχεδίου περὶ μεταλλείων, ἥτις ἀνεβλήθη ἐπὶ δύο ἥμισυ καὶ ἐπέκεινα ἔτη, ἐφέρετο τότε καὶ ἕτερος λόγος τῆς ἀναβολῆς ἐκείνης, πειστικώτερος ἐν τέλει θεωρηθεὶς καὶ ἐν τῷ ξένῳ καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ τύπῳ. Ὅπως δὲ καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τὸ βέβαιον εἶναι, Κύριοι, ὅτι τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον συνεκλήθη τὸ δεύτερον εἰς συνεδρίαν ὑπὸ τοῦ κ. Θεοτόκη, ὡς Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ 26 Σεπτεμβρίου 1901. Κατὰ τὴν συνεδρίαν αὐτὴν οὐδεὶς λόγος ἔγεινε περὶ τοῦ μεταλλείου τῶν Χαλάρων, διότι, ὡς φαίνεται, ἐδέησε νὰ τεθῇ τοῦτο ἐκποδὼν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀναγκαία συμφωνία ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ δι’ ἄλλας παραχωρήσεις μεταλλείων. Καὶ τοιαῦται ἐνεκρίθησαν τότε, τῇ εἰσηγήσει καὶ πάλιν τοῦ κ. Θεοτόκη, 45 μόνον ἐπὶ ὑπερχιλίων ἐκκρεμῶν αἰτήσεων, ὡς θ’ ἀπεδεικνύετο τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστεῖτο νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Μεταξὺ τῶν παραχωρηθέντων τότε μεταλλείων προεῖχον τὰ ἑξῆς κυρίως: 1) Τὸ ἐν Λιόπεσι τῆς Ἀττικῆς κείμενον καὶ ἔχον ἔκτασιν 17,858 στρεμμάτων καὶ 450 μέτρων, ὅπερ παρεχωρήθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Δ. Καρατζᾶ, ἐκ τῶν δευτερευόντων ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. 2) Τὸ ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τῆς Λοκρίδος κείμενον καὶ ἔχον ἔκτασιν 3265 στρεμμάτων καὶ 662 μέτρων, ὅπερ παρεχωρήθη ἐπ’ ὀνόματι τῶν Π. Παπαζαφειροπούλου, Ν. Χατζηδημητρίου καὶ δύο ἄλλων. 3) Τὸ ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ τῆς Λοκρίδος κείμενον καὶ ἔχον ἔκτασιν 44,865 στρεμμάτων καὶ 465 μέτρων, ὅπερ παρεχωρήθη ἐπ’ ὀνόματι μόνου τοῦ Π. Παπαζαφειροπούλου. 4) Τὸ ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ τῆς Λοκρίδος κείμενον καὶ ἔχον ἔκτασιν 103,863 στρεμμάτων καὶ 195 μέτρων, ὅπερ παρεχωρήθη ἐπ’ ὀνόματι μόνου τοῦ Ν. Χατζηδημητρίου. 5) Τὸ ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ τῆς Λοκρίδος κείμενον καὶ ἔχον ἔκτασιν 103,504 στρεμμάτων καὶ 105 μέτρων, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη ἐπ’ ὀνόματι μόνου τοῦ Α. Σταματιάδου. Τὰ πέντε ταῦτα μεταλλεῖα, Κύριοι, ἔχουσιν ἐν ὅλῳ ἔκτασιν 272,370 στρεμμάτων καὶ 478 μέτρων, ὅσην ἔκτασιν δὲν ἔχουν ὅλα ὁμοῦ τὰ ἄλλα 40 μεταλλεῖα, τὰ συγχρόνως πρὸς αὐτὰ παραχωρηθέντα ἐν ἔτει 1901. Ἐκ δὲ τῶν μεταλλείων Λοκρίδος τὰ ἐπ’ ὀνόματι μόνων τῶν Παπαζαφειροπούλου, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδου παραχωρηθέντα καὶ ἔχοντα ἔκτασιν ὁμοῦ 250,000 στρεμμάτων ἔχουσι δηλωθῆ, κατὰ περίεργον πάντως σύμπτωσιν, τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἤτοι τῇ 18 Μαρτίου 1900, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ πιστοποιητικοῦ τῆς Νομαρχίας, ὅπερ ἔχω ἐνταῦθα (τὸ ἐπιδεικνύει). Δὲν ἠξεύρω μάλιστα, ἂν αἱ δηλώσεις των δὲν ἔχουσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν συντάκτην καὶ δὲν φέρουσιν ἴσως ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα γραφῆς, διότι δυστυχῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπέβαλεν αὐτὰς μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε ἐν πρωτοτύπῳ οὔτε ἐν ἀντιγράφῳ. Οὕτως ἐγεννήθη, Κύριοι, τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων· διότι πάντες ἔκτοτε διηπόρουν καὶ διαποροῦσιν ἔτι καὶ νῦν, πῶς ἐπὶ ὑπερχιλίων ἐκκρεμῶν αἰτήσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλαὶ προήρχοντο ἐκ μεταλλευτικῶν Ἑταιρειῶν καὶ γνωστῶν μεταλλουργῶν, τραπεζιτῶν καὶ κεφαλαιούχων, παρεχωρήθησαν κατὰ προτίμησιν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος μεταλλεῖα πρὸς ἀνθρώπους ὅλως ἀγνώστους ἐν τῷ μεταλλευτικῷ, χρηματιστικῷ καὶ ἐπιχειρηματικῷ καθόλου κόσμῳ, ὁποῖοι ἦσαν αὐτοὶ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης τοὐλάχιστον. Πάντες διαποροῦσιν ἔτι καὶ νῦν, διατὶ, ἐπὶ προφανεῖ παραβάσει τῶν ἄρθρων 15, 17 καὶ 25 τοῦ νόμου ΧϞʹ περὶ μεταλλείων, παρεχωρήθησαν πρὸς τοὺς Δ. Καρατζᾶν, Π. Παπαζαφειρόπουλον, Ν. Χατζηδημητρίου καὶ Α. Σταματιάδην μεταλλεῖα ἐκτάσεως ἑκατοστύων χιλιάδων στρεμμάτων, ὅσα δηλαδὴ δὲν παρεχωρήθησαν ποτὲ ἐφάπαξ οὐδ’ εἰς τὰς μεγαλειτέρας μεταλλευτικὰς Ἑταιρείας τοῦ κόσμου.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ ἔγκειται ἡ παράβασις τοῦ νόμου;
§56ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ παράβασις τοῦ νόμου ἔγκειται ἐν τούτῳ. Κατὰ τὸ γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου, ὤφειλον ν’ ἀποδείξωσι προηγουμένως οἱ λαβόντες τὰς παραχωρήσεις ἐκείνας, ὅτι αὐτοὶ ἐκέκτηντο τῷ ὄντι τὰ ἀναγκαῖα προσόντα, ἤτοι γνώσεις, κεφάλαια καὶ πεῖραν, πρός τε τὴν ἐκμετάλλευσιν ὅλων τῶν ἑκατοστύων ἐκείνων χιλιάδων στρεμμάτων καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν πασῶν τῶν ἄλλων νομίμων ὑποχρεώσεών των. Κατὰ τὸ ἄρθρον 25, ἔπρεπεν ἡ ἀπόδειξις αὕτη νὰ παρασχεθῇ δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τῶν ἁρμοδίων νομαρχῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 17, ἔπρεπεν ἡ παραχωρήσασα τὰ μεταλλεῖα ἐκεῖνα Κυβέρνησις νὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀπαιτητῶν, ἐὰν ὑπῆρχον πλείονες τοῦ ἑνὸς τοιοῦτοι, καὶ νὰ προτιμήσῃ τοὺς ἔχοντας πλείονα ἐχέγγυα. Αὐτὴ εἶναι ἡ σαφὴς καὶ ἀνεπίδεκτος παρερμηνείας ἔννοια τοῦ νόμου, ὡς ἀπέδειξεν ἄλλως τε καὶ ὁ διαπρεπὴς νομομαθὴς καὶ ἀνώτατος λειτουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Δ. Τζιβανόπουλος, διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως, ἣν ἀπηύθυνεν ἐν ἔτει 1898 πρὸς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον. Καὶ νῦν σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία ἠτιολογημένη ἔκθεσις νομάρχου ὑπάρχει, διαβιβάζουσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς προσηκούσας πληροφορίας περὶ τῶν ἀναγκαίων προσόντων, ἅτινα ἐκέκτηντο οἱ λαβόντες τὰς παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων. Βραδύτερον θὰ σᾶς ἀποδείξω, ἂν ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ἀπαιτηταὶ τῶν μεταλλείων ἐκείνων, καὶ ἂν αὐτοὶ ἦσαν μᾶλλον φερέγγυοι ἢ οἱ λαβόντες τὰς παραχωρήσεις. Ἐρωτῶ δὲ τώρα, τίς λογικῶς σκεπτόμενος δύναται νὰ φαντασθῇ κἆν, ὅτι ἡ κυρία Σκεύω Θ. Βώκου ἐκέκτητο τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀναγκαῖα προσόντα, ἤτοι γνώσεις, κεφάλαια καὶ πεῖραν; Τίς λογικῶς σκεπτόμενος δύναται ποτὲ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εἶχον τὰ ἀναγκαῖα προσόντα, ἵνα λάβωσι, κατὰ προτίμησιν μάλιστα ἄλλων ἀνταπαιτητῶν, μεταλλεῖα ἐκτάσεως 272,000 στρεμμάτων; οἱ Δ. Καρατζᾶς, Π. Παπαζαφειρόπουλος, Ν. Χατζηδημητρίου καὶ Α. Σταματιάδης;
§57Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ Σταματιάδης καὶ οἱ ἄλλοι;
§58Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὶν ἦσαν, νομίζω, ἁπλοῖ ἐργοδηγοί, μὲ ἑκατοντάδραχμον μισθὸν τὸν μῆνα· τώρα, μὲ τὰ μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος, ἐπαγγέλλονται τὸν ἑκατομμυριοῦχον! Ἐρωτῶ δὲ καὶ πάλιν ὑμᾶς, Κύριοι, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης, ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, παρέβη τὰ ἄρθρα 15 καὶ 25 τοῦ ΧϚʹ νόμου, εἰσηγησάμενος εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ἐναντίον αὐτῶν, τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος παραχωρήσεις μεταλλείων; Καὶ τώρα ἐγείρεται ἄλλη ἀπορία, διατί ὁ κ. Θεοτόκης ὑπέπεσεν εἰς αὐτὴν τὴν τόσον ἁπτὴν παράβασιν τοῦ νόμου; Ἄς ἔλθωσιν οἱ συνήγοροι τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ νὰ τὸν δικαιολογήσωσιν, ἂν δύνανται! Καὶ πρῶτος, Κύριοι, ἐμφανίζεται καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ αὐτόκλητος μάρτυς καὶ ὑπερασπιστὴς τοῦ κ. Θεοτόκη, ὁ Γενικός του Γραμματεὺς κ. Ἀρ. Βαμπᾶς, ὅστις ἰδοὺ πῶς ζητεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα ἐν τῇ καταθέσει αὑτοῦ ἐνώπιον τοῦ ἐνταῦθα Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ καὶ ὁ τύπος καὶ οἱ ἔχοντες δηλώσει μεταλλεῖα καὶ ἡ περιστολὴ τῶν ἐργασιῶν ἐν Λαυρίῳ, ἐξ ἧς ἔμενον ἐργάται πολλοὶ ἄνευ ἐργασίας, ἀπετέλεσαν ὁμοφωνίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς συγκλήσεως Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου ἔμενε πλοῦτος ἀνεκμετάλλευτος, ὅτι δὲν παρείχετο ἐργασία εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον. Ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας ἐνέδωκεν ὁ κ. Θεοτόκης νὰ καλέσῃ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον.» Ἀλλ’ ὑπάρχει, Κύριοι, ἴχνος, ὄχι ἀληθείας, ἀλλὰ πιθανότητος κἂν εἰς αὐτὰ τὰ πρεσβυτικὰ μυθεύματα (συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω ἄλλην ἠπιωτέραν αὐτῆς εἰς χαρακτηρισμὸν τοῦ πράγματος) τοῦ ποτὲ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ κ. Θεοτόκη; Εἶχον ἐξεγερθῆ ὁ τύπος, λέγει, καὶ οἱ ἔχοντες δηλώσει μεταλλεῖα τὸ 1899. Καὶ ἔπρεπε πρὸς καταστολὴν αὐτῆς τῆς ἐξεγέρσεως νὰ συγκληθῇ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ προβῇ ἐπὶ πολλῶν ἑκατοστύων ἐκκρεμῶν αἰτήσεων περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων εἰς τρεῖς καὶ μόνας παραχωρήσεις, τὴν μίαν πρὸς τὴν ἀδελφὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ μέλους τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου κ. Β. Βουδούρη, καὶ τὰς ἄλλας πρὸς τὸν ἔκτοτε γενόμενον φίλον τοῦ κ. Βουδούρη κ. Φρ. Νόελ. Εἶχον περισταλῆ, λέγει, αἱ ἐργασίαι ἐν Λαυρίῳ, ἐντεῦθεν δ’ ἔμενον ἐργάται πολλοὶ ἄνευ ἐργασίας. Καὶ ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ συγκληθῇ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἐν ἔτει 1901, καὶ ἐπὶ ὑπερχιλίων ἐκκρεμῶν αἰτήσεων περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων νὰ προβῇ αὐτὸ εἰς παραχωρήσεις πέντε μόνον μεταλλείων, ἐκτάσεως 272,000 στρεμμάτων, πρὸς ἀνθρώπους ἀφερεγγύους ὅλως! Καὶ ἐφαντάσθη τῳόντι ὁ κ. Θεοτόκης, ὅτι αὐτοί, οἱ μόλις ἀποζῶντες ἐκ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ των, ἠδύναντο νὰ διαθέσωσι πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν μεταλλείων ἐκείνων ἑκατομμύρια ὅλα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὠνειρεύθησαν, ὅπως εὕρωσιν οὕτως ἐργασίαν οἱ ἄεργοι τοῦ Λαυρίου! Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἀπορῶ καὶ δὲν ἐξίσταμαι τόσον διὰ τὴν τοιαύτην ἀφέλειαν τοῦ πρώην Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον διὰ τὴν ὑπομονὴν, μεθ’ ἧς ἤκουσε καὶ ἀνέγραψεν ἢ ἀντέγραψεν ἁπλῶς ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν τὰ τοιαῦτα μυθεύματα τοῦ αὐτοκλήτου μάρτυρος καὶ συνηγόρου τοῦ κ. Θεοτόκη! Ὁ κ. Βαμπᾶς ὅμως δὲν ἀρκεῖται εἰς αὐτὴν καὶ μόνην, ἀλλὰ προβάλλει καὶ δευτέραν δικαιολογίαν διὰ τὴν προφανῆ παράβασιν τοῦ νόμου ΧϚʹ περὶ μεταλλείων ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου του, τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μὲ ἐκάλεσεν (ὁ κ. Θεοτόκης), ὡς διευθύνοντα καὶ τὸ τμῆμα τῆς Δημοσίας Οἰκονομίας, καὶ μὲ διέταξε νὰ ἑτοιμασθῶσιν αἱ αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, περὶ μεταβιβάσεων, περὶ ἀπαλλαγῶν καὶ ἐκμισθώσεων, ἀλλὰ ἐκ τῶν περὶ παραχωρήσεως αἰτήσεων ἐκεῖναι μόναι, περὶ ὧν, ἑτοίμων οὐσῶν, δὲν ὑπῆρχον πλείονες ἀμφισβητήσεις.» Ὁ κ. Βαμπᾶς, σεβόμενος πάντως τὰς πολιὰς του τρίχας, εἶπε τὸ πρᾶγμα μᾶλλον συγκεκαλυμμένως ἢ οἱ ἄλλοι συνήγοροι τοῦ κυρίου Θεοτόκη ἐν τῷ τύπῳ, οἵτινες ἰσχυρίσθησαν ἐπανειλημμένως, ὅτι ἐπὶ τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων πρὸς τοὺς Δ. Καρατζᾶν, Π. Παπαζαφειρόπουλον καὶ Α. Σταματιάδην δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι αἰτήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἀληθὴς ἂν ἦτο, Κύριοι, ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς, κατὰ τί θὰ ἐδικαιολόγει τὴν παράβασιν τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ κυρίου Θεοτόκη κατὰ τὰς γενομένας παραχωρήσεις πρὸς αὐτούς τε καὶ τὸν Ν. Χατζηδημητρίου, ὡς καὶ πρὸς τὴν κυρίαν Σκεύων Θ. Βώκου καὶ τὸν κ. Νόελ; Ποῦ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων ἀναφέρεται, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἦναί τις ὁ μόνος ὑποβαλὼν αἴτησιν περὶ παραχωρήσεως μεταλλείου, διὰ νὰ λάβῃ αὐτὸ ἀβασανίστως; Οὐδαμοῦ! Διὰ τὸν νόμον, ὡς εἴδομεν ἤδη, εἶναι ἀδιάφορον ὅλως, ἂν εἷς ἢ πλείονες εἶναι οἱ ἀπαιτηταὶ ἑνὸς μεταλλείου. Αὐτὸς ἀπαιτεῖ, ὅταν μὲν ἦναι εἷς ὁ ζητῶν τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου, νὰ ἀποδείξῃ αὐτὸς προηγουμένως, ὅτι κέκτηται τὰ ἀναγκαῖα προσόντα πρὸς ἐκμετάλλευσίν του, ὅταν δὲ ἦναι πλείονες οἱ ζητοῦντες τὴν παραχώρησιν τοῦ αὐτοῦ μεταλλείου, νὰ προτιμηθῇ κατ’ αὐτὴν ὁ ἔχων τὰ πλείονα προσόντα. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀληθὴς καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν συνηγόρων τοῦ κ. Θεοτόκη, καθ’ ὃν δῆθεν ἐπὶ τῶν γενομένων παραχωρήσεων κατ’ εἰσήγησίν του δὲν ὑπῆρχον πλείονες τῆς μιᾶς αἰτήσεις; Ἐπὶ τοῦ μεταλλείου τοῦ Λιόπεσι, Κύριοι, τοῦ παραχωρηθέντος πρὸς τὸν Δ. Καρατζᾶν, ἔχω ἐνταῦθα ἐπικεκυρωμένα ἀντίγραφα δύο αἰτήσεων δι’ αὐτό. Ἰδοὺ ταῦτα (τὰ ἐπιδεικνύει). Κατὰ τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν, πρῶτοι ἀπαιτηταὶ τοῦ μεταλλείου ἐκείνου παρίστανται οἱ κύριοι Θεοφιλᾶτοι, γνωστοὶ μεγαλοκτηματίαι ἐν τῇ Ἀττικῇ, δηλώσαντες αὐτὸ τῇ 26 Ἰουνίου 1900. Κατὰ τὴν ἑτέραν αἴτησιν, ἥτις, φέρουσα χρονολογίαν τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1900, εἶναι, κυρίως εἰπεῖν, ἁπλοῦν ἀντίγραφον τῆς πρώτης, ἔχουσι δὲ μόνον τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. Θεοφιλάτων ἀντικατασταθῆ διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Δ. Καρατζᾶ, παρίσταται ὡς δεύτερος ἀπαιτητὴς ὁ τελευταῖος οὗτος. Οἱ κύριοι Θεοφιλᾶτοι, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς φερεγγυότητός των, προσέλαβον ὡς συνέταιρον ἕνα γνωστὸν τραπεζίτην καὶ ἑκατομμυριοῦχον ἐν Ἀθήναις, ἐκοινοποιήθη δὲ τὸ σχετικὸν συμβόλαιον διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸς τὸν κύριον Θεοτόκην, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ὅμως οὗτος προετίμησε νὰ παραχωρήσῃ τὸ μεταλλεῖον ἐκεῖνο ὄχι εἰς τοὺς μεγαλοκτηματίας Θεοφιλάτους, ἐξ ὧν ὁ εἷς μάλιστα, ὁ κ. Σπυρ. Θεοφιλᾶτος, ἀπὸ ἐτῶν ἀσχολεῖται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ μεταλλειακὰ, καὶ τὸν γνωστὸν ἐν Ἀθήναις τραπεζίτην, ἀλλ’ εἰς τὸν ἁπλοῦν ὑπάλληλον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Δ. Καρατζᾶν, τὸν μόλις ἀποζῶντα ἐκ τοῦ μισθοῦ του! Καὶ ἔχομεν ἐν τούτῳ ἄλλην παράβασιν τοῦ νόμου παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη, τὴν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ΧϞʹ νόμου, καθ’ ἣν αὐτὸς δὲν παρεχώρησε τὸ μεταλλεῖον κατὰ προτίμησιν πρὸς τοὺς ἔχοντας νὰ ἐπιδείξωσι τὰ πλείονα προσόντα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαμπᾶς δὲν ὑποχωρεῖ καὶ πρὸ τῆς τοιαύτης παρανομίας, προβάλλει δὲ πρὸς δικαιολογίαν αὐτῆς, ὅτι οἱ κύριοι Θεοφιλᾶτοι δὲν εἶχον νὰ ἐπιδείξωσιν, ὡς ὁ Δ. Καρατζᾶς, τὴν ἐπιτόπιον ἐξέτασιν τοῦ μεταλλείου ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Σούτσου. Ἰσχυρίζεται δὲ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ κ. Θεοτόκη περὶ τῆς τοιαύτης ἐπιτοπίου ἐξετάσεως τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ ΧϞʹ νόμου τοῦ 1861 περὶ μεταλλείων, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ΣΚΗʹ νόμου τοῦ 1867, ἀπαιτεῖται ἡ ἐπιθεώρησις τῶν δηλωθέντων μεταλλείων ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀκριβείας τοῦ χωρογραφικοῦ διαγράμματος, πρὸς ἐπικύρωσιν αὐτοῦ καὶ πρὸς βεβαίωσιν τῆς μὴ ταυτίσεως τοῦ δηλωθέντος μεταλλείου πρὸς ἄλλας δηλώσεις ἢ πρὸς προγενεστέρας παραχωρήσεις, ἡ δὲ ἐπιθεώρησις εὐλόγως θεωρεῖται ἀπαραίτητος.» Ὁ κ. Βαμπᾶς ὁμολογεῖ ἐν τῇ προεσχεδιασμένῃ καὶ γραπτῇ, ὡς εἴδομεν, καταθέσει του, ὅτι αὐτὸς ὑπὸ τὸν κύριον Θεοτόκην διηύθυνεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ τμῆμα τῆς Δημοσίας Οἰκονομίας, εἰς ὃ ὑπάγονται καὶ τὰ τῶν μεταλλείων, ὑποτίθεται δὲ, ὅτι, ὡς τοιοῦτος, ἐμελέτησε τοὐλάχιστον τὴν κειμένην νομοθεσίαν περὶ μεταλλείων. Τί ὅμως ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἰσχυρισμοῦ του; ὅτι δὲν ἠξεύρει τί τοῦ γίνεται, καθόσον ἐπεκαλέσθη ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, μετὰ προηγουμένην χειραψίαν, ἰσοδυναμοῦσαν ἐν τῇ δικανικῇ γλώσσῃ πρὸς λόγον τιμῆς, διάταξιν τοῦ νόμου, ἥτις ἐν οὐδεμιᾷ ἀπολύτως σχέσει εὕρηται πρὸς τὴν ἐπιτόπιον ἐξέτασιν τῶν δηλουμένων μεταλλείων. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί περιέχει τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπικαλούμενον ἄρθρον 32 τοῦ ΧϞʹ νόμου (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις δύναται δι’ ἰδιαιτέρους λόγους, ἰδίως λόγῳ ἐμψυχώσεως τῆς μεταλλεύσεως, ἢ βοηθείας ἐν περιπτώσει δυστυχημάτων ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἅτινα ἤθελον συμβῆ κατὰ τὴν μετάλλευσιν, νὰ ἐλαττώσῃ ἢ καὶ νὰ ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ κατὰ τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 30 πληρωνομένου φόρου ἐπί τινα ἔτη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος...» Περὶ ἐπιτοπίων, Κύριοι, ἐρευνῶν διὰ τὰ δηλούμενα μεταλλεῖα ποιεῖται λόγον τὸ ἄρθρον 26 τοῦ ΧϞʹ νόμου, διατάσσον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον ζητεῖ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τῶν μεταλλείων ὑπαλλήλου, καὶ συμπληροῦν, ἐὰν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, τὰς γενομένας ἐξετάσεις διὰ νέων ἐπιτοπίων ἐρευνῶν ὑποβάλλει εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβούλιον τὴν ἔκθεσίν του...»
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον θὰ ἐνόει καὶ ὁ κύριος Βαμπᾶς.
§60Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου, ὁ κύριος Βαμπᾶς τὸ παρενόησε τέλεον· διότι καὶ ἐν αὐτῷ οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ ἐπιτοπίου ἐξετάσεως, ἀπαραιτήτου διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων. Ὁ νόμος ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ διατάξῃ ἐπιτοπίους ἐρεύνας. Ἄν δὲ ὁ κ. Θεοτόκης ἔκρινεν ἀναγκαίας τὰς ἐπιτοπίους ἐρεύνας διὰ τὸ μεταλλεῖον Λιόπεσι, διατὶ διέταξε νὰ γείνωσιν αὐταὶ ὑπὲρ τοῦ δευτέρου δηλωτοῦ Δ. Καρατζᾶ, τοῦ οὐδὲν ἐκ τῶν ἀναγκαίων προσόντων κεκτημένου, οὐχὶ δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν πρώτων δηλωτῶν κυρίων Θεοφιλάτων καὶ τοῦ μετ’ αὐτῶν γνωστοῦ τραπεζίτου; Τοιοῦτοι εἶναι, Κύριοι, οἱ λόγοι, οὓς ὁ κ. Βαμπᾶς προβάλλει πρὸς δικαιολογίαν τῆς παρανομίας τοῦ προϊσταμένου του, ζητῶν οὕτω νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα! Πᾶν ὅ,τι κατέθεσεν αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὡς αὐτόκλητος μάρτυς καὶ συνήγορος τοῦ κ. Θεοτόκη, εἶναι ἁπλαῖ προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις! Ἀλλὰ τοῦ λόγου ἅπαξ γενομένου περὶ τοῦ μεταλλείου Λιόπεσι, — οὗτινος, δηλῶ νῦν, ὅτι συναπαιτητὴς τῶν κ. κ. Θεοφιλάτων ἦτο ὁ ἀδελφός μου Ἰωάννης Εὐταξίας, —εἶμαι ἠναγκασμένος, διακόπτων πρὸς στιγμὴν τὴν σειρὰν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ν’ ἀποκρούσω προσωπικούς τινας ὑπαινιγμούς, γενομένους καὶ ἐν τῇ καταθέσει τοῦ κ. Βαμπᾶ καὶ ἐν διαφόροις δημοσιεύμασι τῶν περὶ τὸν κ. Θεοτόκην κατ’ ἐμοῦ αὐτοῦ καὶ ἀμφοτέρων τῶν ἀδελφῶν μου. Ὁ κ. Β. Βουδούρης ἰσχυρίσθη ἐπανειλημμένως ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι κακῶς δὲν παρεχωρήθη τὸ ἐν Λοκρίδι μεταλλεῖον γαιανθράκων πρὸς τοὺς πρώτους δηλωτάς του, τὸν ὑπομοίραρχον κ. Ν. Στεφάνου καὶ τὸν παντοπώλην κ. Ξάμπλαν, διότι δῆθεν ἐδήλωσα αὐτὸ δεύτερος ἐγὼ, ὁ ἀδελφὸς τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Λοκρίδος. Ἀλλὰ τὸ πιστοποιητικὸν, Κύριοι, τῆς Νομαρχίας Φθιώτιδος, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας (τὸ ἐπιδεικνύει), μαρτυρεῖ, ὅτι, ἐνῷ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ὀρυχεῖον εἶχον δηλώσει ἐγὼ πρῶτος μετὰ τοῦ Μίληση καὶ τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀρυκτολογίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ κ. Κ. Μητσοπούλου τῇ 20 Μαΐου 1898, ἐδήλωσαν εἶτα αὐτὸ μόλις μετὰ τρεῖς μῆνας, ἤτοι τῇ 26 Αὐγούστου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, οἱ κ. κ. Στεφάνου καὶ Ξάμπλας. Νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι εἶχε μᾶλλον τὰ ἀναγκαῖα προσόντα διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὀρυχείου ὁ καθηγητὴς τῆς Ὀρυκτολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Μητσόπουλος ἢ εἷς ὑπομοίραρχος καὶ εἷς παντοπώλης. Ἐγράφη πρὸς τούτοις ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι καλῶς δὲν παρεχωρήθη τὸ ἐν Ἴσαρι τῆς Μεγαλοπόλεως μεταλλεῖον σιδήρου πρὸς τοὺς πρώτους δηλωτάς του κ. κ. Ἀπρίλε καὶ Φερράρα, οἵτινες εἶχον μάλιστα νὰ ἐπιδείξωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ τὴν ἐπιτόπιον ἐξέτασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων, διότι μετ’ αὐτοὺς ἐδήλωσε τὸ ἴδιον μεταλλεῖον εἷς μηχανικὸς τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ὅστις μάλιστα τότε δὲν εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἐπιτόπιον ἐξέτασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Ἀπρίλε καὶ Φερράρα εἶναι Ἰταλοὶ, ἐξ ἐπαγγέλματος μεταλλουργοὶ, εἶχον δὲ προσεταιρισθῆ διὰ τὰ κεφάλαιά του καὶ τὸν ἀδελφόν μου Ἰωάννην Εὐταξίαν. Ἦσαν ἐν ἄλλαις λέξεσιν αὐτοὶ οἱ μόνοι δυνάμενοι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐκέκτηντο πάντα τὰ κατὰ νόμον ἀναγκαῖα προσόντα πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὑπ’ αὐτῶν δηλωθέντος μεταλλείου· καὶ ὅμως ὁ κ. Θεοτόκης ἠρνήθη τὴν παραχώρησίν του πρὸς αὐτούς! Ὁ κ. Βαμπᾶς κατέθεσεν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ὅτι δῆθεν οἱ κ. κ. Θεοφιλᾶτοι ἐξεχώρησαν τὴν αἴτησίν των πρὸς τὸν ἀδελφόν μου Ἀθανάσιον Εὐταξίαν, ἄλλοι δὲ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι αὐτὸς ἐνείχετο εἰς ἄλλα μεταλλεῖα. Διακηρύττω, Κύριοι, μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄντικρυς διαστροφὴ τῆς ἀληθείας, εἶναι καθαρὸν ψεῦδος. Ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος καὶ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας οὐδέποτε ἀνεμίχθη οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως εἰς κανὲν μεταλλεῖον, εἰς καμμίαν κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν. Τὸν λόγον, δι’ ὃν αὐτὸς ἀπέφυγε πᾶσαν τοιαύτην ἀνάμιξιν, ἐκθέτει ὁ ἴδιος ἐν τῇ προανακρίσει του ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ μάλιστα Κράτη, ὀφείλουσιν ὄχι μόνον νὰ ἔχωσιν ἁγνὰς τὰς χεῖρας, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐγείρωσιν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε αὐτοὶ νὰ ῥυπανθῶσι διὰ τῆς ἀναμίξεώς των εἰς κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις, καθ’ ἃς, καὶ ἂν δὲν ἀπεμπόλουν τὴν συνείδησίν των, πάντοτε ὅμως θὰ διήγειρον ὑπονοίας περὶ τούτου.» Τοῦτο βεβαίως οὐδεὶς λόγος ἦτο δι’ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιδείξῃ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν του, καθ’ ὃν χρόνον ἰδιώτευεν ἐν Λουτρακίῳ καὶ ἐν Πάτραις, καὶ νὰ μὴ συστήσῃ τὰς δικαίας, δικαιοτάτας αἰτήσεις των περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων. Ὅτε δὲ εἶδε διὰ τῶν γενομένων παραχωρήσεων κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1901, ὅτι αὐτοὶ ἀκριβῶς, οἱ μόνοι ἴσως κεκτημένοι τὰ κατὰ νόμον ἀναγκαῖα προσόντα, παρηγκωνίσθησαν, προέβη δι’ ἐπιστολῆς του εἰς παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, κατ’ ἀκολουθίαν τῶν παραστάσεων ἐκείνων τοῦ ἀδελφοῦ μου, δὲν ἐξέδωκε μὲν τὸ Διάταγμα διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ ἐν Λοκρίδι ὀρυχείου γαιανθράκων πρὸς τοὺς κ. κ. Στεφάνου καὶ Ξάμπλαν, εἰ καὶ εἶχεν ἐγκριθῆ αὕτη ὑπὸ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, ὡς ὁμολογεῖ καὶ ὁ κ. Βαμπᾶς ἐν τῇ καταθέσει του, ἔσπευσεν ὅμως νὰ ἐκδώσῃ πάραυτα, καὶ πρῶτον μάλιστα, τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ παρεχωρήθη τὸ ἐν Λιόπεσι μεταλλεῖον πρὸς τὸν Δ. Καρατζᾶν. Διατὶ ἡ διάκρισις αὕτη; Ἐλπίζω, Κύριοι, νὰ συνομολογήσητε πάντες μετ’ ἐμοῦ, ὅτι οὐδεὶς γραπτὸς ἢ ἄγραφος νόμος ἀπηγόρευεν εἰς τὸν ἀδελφόν μου Ἀθανάσιον, ἰδιωτεύοντα ἐν Λουτρακίῳ καὶ ἐν Πάτραις, νὰ ἐπιδείξῃ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν του, ἐνῷ τοὐναντίον καὶ οἱ γραπτοὶ καὶ οἱ ἄγραφοι νόμοι ἀπηγόρευον μόνον εἰς τὸν κ. Βουδούρην, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ μέλος τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, νὰ μετάσχῃ τῶν δύο συνεδριῶν τούτου, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς κατὰ προτίμησιν παραχωρήσεως μεταλλείων, εἰς ἃ τόσον πολὺ ἐνδιεφέρετο αὐτὸς, ὡς θὰ ἀποδείξω βραδύτερον. Καὶ νῦν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρὸς στιγμὴν διακοπεῖσαν σειράν τοῦ λόγου μου. Παραπονεῖται, Κύριοι, ὁ πρώην ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων, ὅτι ἠδικήθη δι’ ὅσων ἔγραψεν ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος περὶ αὐτοῦ, ἐν σχέσει πρὸς γεγομένας παραχωρήσεις μεταλλείων ἐν Λοκρίδι· ἐζήτησε δὲ μάλιστα, ὡς ἔμαθον, καὶ τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐκ μηχανικῶν, ἥτις θὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐνέργειάν του ἐκείνην.
§61ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν μηχανικῶν εἶχε διορισθῆ ἀπὸ πρίν, παρακαλῶ δὲ καὶ ὑμᾶς, ἐὰν ἔχητε ἀπορίας τινὰς, νὰ τὰς ὑποβάλητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ τὰς ἐξετάσῃ.
§62Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριε Ὑπουργὲ, οὐδεμίαν ἀπορίαν ἔχω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Σούτσου, ὡς ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων. Ἔχω ἤδη μορφώσει περὶ αὐτῆς πεποίθησιν, ἣν στηρίζω εἰς τὰ πράγματα καὶ μόνα τὰ πράγματα, ὡς θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον. Ἐὰν εἶχον ἀπορίαν τινὰ περὶ τῆς πολιτείας τοῦ πρώην ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων, δὲν θ’ ἀνέμενον νὰ λύσῃ αὐτὴν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν μηχανικῶν, ἥτις βεβαίως οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ βαρύνουσαν γνώμην, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον τὸν νομικὸν, προκειμένου περὶ ζητημάτων ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν, τὴν καθοριζομένην ἐν τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Κατὰ τοῦ τέως ἐπιθεωρητοῦ, Κύριοι, ἰδοὺ τί καταμαρτυροῦσι διάφοροι δηλωταὶ μεταλλείων. Πρῶτος, Κύριοι, ὁ γνωστὸς μεταλλουργὸς κ. Α. Ν. Νοβάρρας ἐδημοσίευσε τῇ 26 Ἀπριλίου 1902 εἰς διαφόρους ἐφημερίδας ἐπιστολὴν, δι’ ἧς παραπονεῖται, ὅτι, ἐνῷ αὐτὸς, δηλώσας ἕν μεταλλεῖον σιδήρου, κείμενον ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τῆς Λοκρίδος, ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου Φθιώτιδος, κατέβαλε διὰ τὴν ἐπιτόπιον ἐξέτασιν εἰς τὸν κ. Σοῦτσον δραχμὰς 300, οὗτος μετὰ καιρὸν τῷ ἀπήντησεν, ὅτι ἀπέρριψε τὴν αἴτησίν του, ὡς κακῶς γενομένην ἐνώπιον τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος, ἐνῷ ἔπρεπεν αὕτη νὰ γείνῃ ἐνώπιον τοῦ νομάρχου Βοιωτίας. Μάτην ὁ κ. Νοβάρρας ἐπεκαλέσθη τότε πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου Λαρύμνης, βεβαιοῦν, ὅτι τὰ ὅρια τοῦ μεταλλείου περιελαμβάνοντο ἐντὸς τοῦ δήμου του, καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπήγετο αὐτὸ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος. Ὁ κ. Σοῦτσος ἔμενεν ἀνένδοτος, ἠνάγκασε δὲ οὕτω τὸν κ. Νοβάρραν νὰ κάμῃ νέαν δήλωσιν διὰ τὸ αὐτὸ μεταλλεῖον ἐνώπιον τοῦ νομάρχου Βοιωτίας. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ, πρὶν ἢ συμπληρωθῶσιν αἱ νόμιμοι προθεσμίαι τῆς νέας δηλώσεώς του, συνῆλθε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ παρεχώρησε τὸ μεταλλεῖον πρὸς ἕτερον δηλωτὴν, τὸν Α. Σταματιάδην. Αὐτὰ καταμαρτυρεῖ τοῦ κ. Σούτσου ὁ κ. Νοβάρρας ἐνυπογράφως. Ἐκ δὲ τοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας (τὸ ἐπιδεικνύει), ἐμφαίνεται, ὅτι καὶ ὁ κ. Νοβάρρας καὶ ὁ Σταματιάδης εἶχον δηλώσει ἐνώπιόν του τὸ ἴδιον μεταλλεῖον ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης, καὶ δὴ μὲ τὰ αὐτὰ ὅρια. Ἡ δήλωσις τοῦ Σταματιάδου ἀναφέρει, ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ζητούμενον μεταλλεῖον σιδήρου κεῖται «εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Λαρύμνης κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὸν δῆμον Ἀκραιφνίων καὶ κατὰ τὰς θέσεις Δραμπάλαν, Σκροπονέρι, Ἅγιον Ἰωάννην (Μεγάλη Καταβόθρα), κορυφὴν Λούτσας καὶ κορυφὴν Σπαρτιᾶς». Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Νοβάρρα ἀναφέρει, ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ αἰτούμενον μεταλλεῖον σιδήρου κεῖται «εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Λαρύμνης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, παρὰ τὸ χωρίον Καστρὶ, καὶ ἔχει ὅρια κορυφὴν Σπαρτιᾶς, κορυφὴν Λούτσας καὶ Ἅγιον Ἰωάννην». Καὶ ἡ τοποθεσία λοιπὸν καὶ τὰ ὅρια τῶν δύο δηλώσεων συμπίπτουσιν, ὡς παρατηρεῖ ἕκαστος. Ἐρωτῶ δὲ νῦν, πόθεν ἠρύσθη τὸ δικαίωμα ὁ κύριος Σοῦτσος, τὴν μὲν αἴτησιν τοῦ κ. Νοβάρρα νὰ ἀπορρίψῃ αὐθαιρέτως ὅλως, ὡς κακῶς δῆθεν γενομένην ἐνώπιον τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος, τὴν δ’ αἴτησιν τοῦ Σταματιάδου νὰ ἐγκρίνῃ, ὡς καλῶς γενομένην ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ νομάρχου; Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀληθῶς αἴνιγμα, εἰς οὗ ὅμως τὴν ἐπίλυσιν ἱκανῶς συμβάλλονται τὰ ὑπ’ ἀριθ. 67 καὶ 107 ἀπὸ 5 καὶ 18 Ἰανουαρίου 1902 συμβόλαια τοῦ ἐν Ἀθήναις συμβολαιογράφου Χ. Π. Σκαμβούγερα, δι’ ὧν οἱ Παπαζαφειρόπουλος, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδης ἐξεχώρησαν πρὸς τὸν κ. Λ. Καράμπελαν (ἐργοδηγὸν τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπίστου ὑπηρεσίας τοῦ κ. Σούτσου) τὰ 26 ἑκατοστὰ τῶν εἰς αὐτοὺς παραχωρηθέντων ἐν Λοκρίδι μεταλλείων. Δεύτερον ὁ κ. Ν. Ρώτας ἐδημοσίευσεν ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» τῆς 27 Ἀπριλίου 1901 μακρὰν διατριβὴν, ἀνασκευάζων δι’ αὐτῆς πᾶν ὅ,τι εἶχε δημοσιεύσει τότε ὁ κ. Σοῦτσος εἰς ἀπολογίαν του. Ἀποδεικνύει, πῶς ὁ τότε ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων συνέταξεν ἐν τῷ γραφείῳ του ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας ἐκθέσεις περὶ ἐπιτοπίου ἐξετάσεως τῶν ἐκ 250,000 στρεμμάτων μεταλλείων, τῶν δηλωθέντων ὑπὸ τῶν Παπαζαφειροπούλου, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδου, χωρὶς νὰ μεταβῇ διόλου ἐπιτοπίως εἰς Λοκρίδα! Ἀποδεικνύει διὰ γνωμοδοτήσεως τῶν πραγματογνωμόνων μηχανικῶν κ.κ. Βλάση καὶ Α. Μεταξᾶ,—τὴν ὁποίαν ἐκοινοποίησε διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος τῇ 30 Σεπτεμβρίου 1901 πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην,—ὅτι κακῶς ὁ κ. Σοῦτσος ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ ὅρια τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ρώτα ἦσαν ἀσαφῆ καὶ ἀόριστα. Ἀποδεικνύει τέλος κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ὅτι εἶχε σχηματισθῆ ἓν εἶδος Συνδικάτου πρὸς διαρπαγὴν διαφόρων μεταλλείων, ἐν οἷς πρωτεύουσαν θέσιν κατεῖχον τὰ διαβόητα μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος. Ἐνῷ δὲ ἐκ τῆς διατριβῆς τοῦ κ. Ρώτα κατεδείχθη, ὅτι ἓν τῶν πρωτευόντων μελῶν τοῦ Συνδικάτου ἐκείνου ἦτο ὁ κ. Δ. Σοῦτσος, ὁ κ. Κωνσταντῖνος Σκουμπουρδῆς, λοχαγὸς, ἀπεκάλυψε δι’ ἐπιστολῆς του, δημοσιευθείσης ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» ὁμοῦ μετὰ τῆς διατριβῆς τοῦ κ. Ρώτα, τὸ ἕτερον πρωτεῦον μέλος τοῦ περὶ οὗ λόγος Συνδικάτου, τὸν κ. Β. Βουδούρην, γράφων ἐπὶ λέξει τάδε (ἀναγινώσκει): «Φίλτατε κ. Ν. Ρώτα. «... Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ προξενεῖ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅπερ θὰ ἀγνοῇς. Παρὰ τοῦ κ. Βουδούρη εἶχον λάβει τὴν διαβεβαίωσιν καὶ ἀπ’ εὐθείας καὶ διὰ στενοῦ συγγενοῦς του, ὅτι θὰ τύχωμεν τῆς ὑποστηρίξεώς του κατὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου. Ὀλίγους ὅμως μῆνας πρὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. Βουδούρης ὑπεστήριζεν ἐκθύμως τοὺς ἀντιθέτους μας, ἤτοι Παπαζαφειρόπουλον καὶ συντροφίαν. Διεμήνυσα τοῦτο διὰ τοῦ ἰδίου στενοῦ συγγενοῦς του εἰς τὸν κ. Βουδούρην, μοὶ εἶπε δὲ οὗτος τὰ ἑξῆς: «Νὰ μάθῃ ὁ κ. Σκουμπουρδῆς, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι οὔτε κἄν γνωρίζω τὸν Παπαζαφειρόπουλον κλπ. καὶ ὅτι, πῶς πιστεύει, ὅτι ἐγὼ τοὺς ἀγαπῶ;» Ἐνῷ δ’ ἐγὼ ἐλάμβανον τοιαύτην διαβεβαίωσιν, ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Βουδούρης ἦτο φίλτατος τοῦ Παπαζαφειροπούλου, ταυτοχρόνως δὲ ἐκάλει εἰς τὸ γραφεῖόν του τὸν μηχανικὸν Depien, παρουσίᾳ τούτου, καὶ τὸν μηχανικὸν Καράμπελαν, καὶ ἐζήτει νὰ μάθῃ παρ’ αὐτοῦ, ἂν ἔχει ἀξίαν τὸ παρ’ ἡμῶν ζητούμενον μεταλλεῖον, διὰ νὰ χωθῇ καὶ τὸ πάρῃ, κατὰ τὴν ἰδίαν του ἔκφρασιν! Καὶ ἐν τούτοις καὶ διὰ τὸν κ. Depien διεβεβαίου ἐμέ, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, διὰ τοῦ ἰδίου συγγενοῦς του, ὅτι δὲν τὸν γνωρίζει! Ἀσχέτως ὅμως τῶν ἄνω περιπτώσεων, καὶ ἐκ τῶν ἀνακαλυφθέντων συμβολαίων βεβαιοῦνται τὰ ἀνωτέρω. Βεβαίως αἱ ἄνω ἐπὶ λόγῳ τιμῆς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Βουδούρη, τόσον φανερῶς διαψευδόμεναι, μοῦ ἔκαμαν φυσικὰ αἰσχρὰν ἐντύπωσιν, καὶ ἠπόρουν μέχρι τινος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγηται ἕνας Κύριος, ὅταν δίδῃ σοβαρῶς λόγον τιμῆς περὶ πραγμάτων, δι’ ἃ ἦτο βέβαιος, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου ἤθελον ἀποκαλυφθῆ. Μετὰ τὸ γνωστὸν ὅμως ῥάπισμα τοῦ φίλου μου κ. Τρικούπη, ὅτε ἔδιδε λόγον τιμῆς, ὅτι δὲν ἐρραπίσθη, καὶ μετὰ τὰς γνωστὰς δηλώσεις ἐκ Χαλκίδος, ὅτι δὲν γνωρίζει περὶ μεταλλείων Λοκρίδος, ἐνῷ ἐδημοσιεύοντο τὰ συμβόλαια, ἐν οἷς ἀνεφέρετο ὡς συμβαλλόμενος, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν τῆς τιμῆς συναίσθησιν. Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ σοὶ ἀναπτύξω, ἵνα μή, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θελήσῃς νὰ ἐκθέσῃς διὰ τῆς δημοσιότητος ὅ,τι γνωρίζεις ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ματαιοπονήσῃς, ἐλέγχων τὸ ποιὸν καὶ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ Κυρίου τούτου. Διατελῶ κλπ. Κ. Σκουμπουρδῆς.» Τὰ συμβόλαια, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ὑπαινίσσεται ὁ κύριος Κ. Σκουμπουρδῆς, εἶναι τὰ τῶν συμβολαιογράφων Ἀθηνῶν Π. Χ. Σκαμβούγερα καὶ Χ. Π. Σκαμβούγερα, δι’ ὧν, ὡς θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον λεπτομερέστερον, ἐξεχώρουν οἱ Παπαζαφειρόπουλος, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδης τὸ ἓν μὲν τρίτον τῶν εἰς αὐτοὺς παραχωρηθέντων μεταλλείων Λοκρίδος πρὸς τὸν καλὸν φίλον τοῦ κ. Βουδούρη, τὸν σὶρ Τζὼν Τζαμούραν, τὰ δὲ 26 ἑκατοστὰ πρὸς τὸν Λ. Καράμπελαν, ἐργοδηγὸν τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπίστου ὑπηρεσίας τοῦ κ. Σούτσου! Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων διὰ τὰ μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος δηλωτῶν καὶ ἄλλοι τότε ἤγειραν φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Δ. Σούτσου, ὡς ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων. Οὕτως ὁ κ. Β. Ἰατρόπουλος ἐδημοσίευσε διὰ τῆς «Ἀκροπόλεως» τῆς 3 Μαΐου 1902 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε συντάκτα τῆς «Ἀκροπόλεως» Τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς δηλώσεώς μας τοῦ μεταλλείου σιδήρου εἰς Σῦρον, καὶ κατὰ τὴν θέσιν Ἀκρωτήριον, Πασσᾶ, Πελᾶ καὶ Μαυρούκαν, μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομάρχου Κυκλάδων ἐστάλησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μετ’ ἐγγράφου πρὸς τὸν κ. Δημ. Σοῦτσον μηχανικὸν, ἵνα ἐπιθεωρήσῃ αὐτὰ καὶ τὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ὑποβολὴν ἐνώπιον τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα οὕτω λάβωμεν τὴν διηνεκῆ παραχώρησιν. Συμπληροῦνται ἤδη 7 μῆνες μέχρι σήμερον, καὶ εἰσέτι ὁ κ. Σοῦτσος δὲν ἐπεθεώρησε ταῦτα! Προσεφέρθην νὰ πληρώσω εἰς αὐτὸν τὰ δίκαια καὶ νόμιμα ἔξοδα τῆς μεταβάσεώς του εἰς Σῦρον καὶ τῆς ἐπιστροφῆς του, δραχμὰς 100 ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα, καὶ ἐζήτησε 500 δραχμὰς προκαταβολικῶς. Ἀλλὰ τί ἀπεδείχθη; ἦτο διὰ νὰ συμπληρωθοῦν οἱ τέσσαρες μῆνες ἀπὸ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατόπιν τῆς δηλώσεώς μου ὁ Δημ. Καρατζᾶς, ἀδελφὸς τοῦ πρώην νομάρχου, διὰ τὰς ἰδίας θέσεις, καθὼς καὶ ὁ Μιχ. Παπαδιαμαντόπουλος. Καὶ ἄλλο κατόρθωμα τοῦ κ. Σούτσου μηχανικοῦ! Ἐγὼ εἶχον ἀνακαλύψει καὶ ἐδήλωσα νομίμως, ζητῶν τὴν παραχώρησιν ὀρυχείου στεατίτου λίθου (γλυκολίθου) ἐν Τήνῳ κατὰ τὸ ἔτος 1888, ὡς ἀποδεικνύεται διὰ τῆς δηλώσεώς μου, συμφώνως μὲ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον. Καὶ ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1896 εἰργάσθην δυνάμει προσωρινῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως. Κατόπιν ἡ γενομένη πλήμμυρα τοῦ 1896 κατὰ Νοέμβριον παρέσυρε καὶ κατέστρεψε τὸ ἐν Πειραιεῖ ἐργοστάσιόν μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Δ. Σοῦτσος, καίτοι ἐπισήμως ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ 1896, κατὰ Ἰανουάριον, ἀπηγόρευσε τὴν παραχώρησιν καὶ ἄλλων μεταλλείων, διὰ νὰ παραχωρῶνται δι’ εἰδικοῦ νόμου τῆς Βουλῆς, εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὴν κατόπιν δήλωσιν τοῦ γυναικαδέλφου του Θεοδώρου Μελετοπούλου, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ ἔτους 1901, τὸ δὲ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἀπέρριψε τὴν ἔκθεσιν ὡς παράνομον. Ἀλλ’ ὅμως, μολονότι ἀπερρίφθη, οὐχ ἧττον διὰ τῆς ἐπιρροῆς του κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἄδειαν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, καὶ ἐκμεταλλεύεται τὸν γλυσόλιθον τῆς Τήνου, ἐνῷ ἐγὼ ἐπλήρωσα οὐκ ὀλίγας χιλιάδας δραχμὰς εἰς φόρον ἐξαγωγικὸν πρὸς τὸ Δημόσιον, δραχ. 10 δι’ ἕκαστον τόννον ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰς ἑκάστην φόρτωσιν πλοίου. Καὶ ἐνῷ εἶμαι ὁ πρῶτος ἀνακαλύψας καὶ δηλώσας τὸν ἀναφερόμενον γλυσόλιθον, καὶ ἐπλήρωσα τόσας δραχμὰς ὡς τὸ ταμεῖον Τήνου, ὡς φαίνεται ἀπὸ τὰ γραμμάτια, καὶ ἐνῷ ἐζήτησα τὴν παῦσιν καὶ ἀπαγόρευσιν τοῦ ῥηθέντος γλυκολίθου, ἵνα μὴ καὶ τὸ Δημόσιον ἀδικῆται καὶ ἐγὼ, δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην! Καὶ μέχρι σήμερον ὁ ῥηθεὶς Θεόδωρος Μελετόπουλος, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1896, ἐργάζεται εἰς τὸν γλυσόλιθον τῆς Τήνου! Διατελῶ μεθ’ ὑπολήψεως κλπ. Δ. Β. Ἰατρόπουλος.» Τέλος ὁ κ. Χρ. Στέφας τῇ 3 Μαΐου 1902 ἐδημοσίευσεν ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει): «Ἀξιότιμε κύριε Εὐταξία. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς μου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω διὰ τὸ μεταλλεῖον Ἀττικῆς τοῦ δήμου Κρωπίας, τὸ κείμενον εἰς τὸ χωρίον Λιόπεσι, τὰ ἑξῆς: ... Ἐγώ, ὡς ἀνακαλύψας τὸ μεταλλεῖον, ἐπειράχθηκα κατὰ τοῦ κ. Μαυρουδῆ, καὶ ἡ κακή μου τύχη τὴν 27 Μαρτίου 1900 κάνω συνέταιρον τὸν κ. Δ. Σοῦτσον, καὶ τὸν πηγαίνω ἐπὶ τόπου, διὰ νὰ τοῦ δείξω τὸ μεταλλεῖον καὶ νὰ πάρῃ δείγματα, νὰ κάνωμεν ἰδιωτικὰ χαρτιὰ, νὰ συντάξῃ τὰ σχέδια καὶ τὴν αἴτησιν, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὴν εἰς τὴν Νομαρχίαν, καὶ νὰ περάσῃ ἡ αἴτησις εἰς τὸ πρωτόκολλον. Μετὰ δύο ἡμέρας ἐπῆγα εἰς τὴν Νομαρχίαν νὰ πάρω τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἐκεῖ μὲ ἀπαντάει ὁ πρωτοκολλητὴς Κωνσταντῖνος Φάρος καὶ μοὶ λέγει, ὅτι ὁ κ. Σοῦτσος ἐσήκωσε τὴν αἴτησιν καὶ ἐπῆρε καὶ τὰ σχέδια. Ἐγὼ ἐπῆρα τὴν σακκούλαν μὲ τὰ δείγματα, καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀντελήφθην ἐπὶ κακοῦ πῶς ἀπεσύρθη. Μετὰ εὑρέθη ὁ κ. Καρατζᾶς, ὅστις γιὰ τὸ αὐτὸ μεταλλεῖον κατώρθωσε νὰ πάρῃ Διάταγμα, ὅπως ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν ἀνακαλύπτω. Κερατέα, 2 Μαΐου 1902. Ὅλως ὑμέτερος Χρῆστος Στέφας.» Υ. Γ. Γράψε δύο λέξεις, παρακαλῶ, δι’ ἕνα μεταλλεῖον εἰς τὸ Λαύριο, εἰς θέσιν Ζάστανη, ποῦ λέγουν, ὅτι τὸ ἔχω πωλήσει στὸ Δεσπόζιτο, ἀφοῦ δὲν τὸ ἔχω πωλήσει, παρὰ ὁ κ. Σοῦτσος δίδει δικαίωμα εἰς τὸν Δεσπόζιτο νὰ ἐργάζηται δέκα ἔτη, χωρὶς Διάταγμα, καὶ εἰς τὸ σπουδαιότερον μεταλλεῖον τοῦ Λαυρίου. Ἔδωσε καὶ ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ Θεοτόκη, καὶ τὸ δίκαιό μου δὲν μοῦ τὤδωκε τὸ Ὑπουργεῖον ἕνεκα τοῦ Σούτσου. Χρῆστος Στέφας.» Τὸ περίεργον εἶναι, Κύριοι, ὅτι οἱ κύριοι Δ. Σοῦτσος καὶ Βουδούρης οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν ἀντέταξαν ποτὲ πρὸς ὅσα τόσον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδημοσίευσαν περὶ μεταλλείων οἱ κ.κ. Νοβάρρας, Ρώτας, Σκουμπουρδῆς, Ἰατρόπουλος καὶ Στέφας! Αὐτοὶ ὠχυρώθησαν ὄπισθεν ἑνὸς λάθους, ὅπερ ἐκ παραδρομῆς πάντως ἔγεινεν ἐν ἀρχῇ, καὶ καθ’ ὃ ἀναφέρετο ὡς συνδηλωτὴς μὲ τὸν κ. Νοβάρραν καί τις Ἰωαννίδης. Ἐπειδὴ δὲ πράγματι δὲν ὑπῆρξεν ὑπὸ τοιοῦτον ὄνομα δηλωτὴς μεταλλείου ἐν Λοκρίδι, ἔκαμαν οἱ κ.κ. Σοῦτσος καὶ Βουδούρης τὴν ἑξῆς σκέψιν: «Ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξεν Ἰωανννίδης δηλωτὴς μεταλλείου ἐν Λοκρίδι, ἄρα δὲν ὑπῆρξεν ἄλλος ἀνταπαιτητὴς τῶν μεταλλείων, τῶν παραχωρηθέντων πρὸς τοὺς Παπαζαφειρόπουλον, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδην, ἄρα ἐψεύσθη ἡ «Ἀκρόπολις», ἰσχυρισθεῖσα ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ἀπαιτηταὶ αὐτῶν»! Αὐτὸ γράφουν καὶ ξαναγράφουν καὶ ἐπαναλαμβάνουν δίκην ἐπῳδοῦ εἰς πᾶσαν ὁμιλίαν των, νομίζοντες, ὅτι οὕτω πως καὶ αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται πάσης ἐνοχῆς καὶ ὁ κ. Θεοτόκης πάσης εὐθύνης! Ἀλλ’ ἆρά γε ἐν τούτῳ, Κύριοι, ἔγκειται τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων, ἂν δηλαδὴ ὑπῆρξεν ἢ ὄχι καί τις Ἰωαννίδης δηλωτὴς μεταλλείου ἐν Λοκρίδι, ἢ ἐν τῷ γεγονότι, καθ’ ὃ παρεχωρήθησαν ἐπὶ ὑπερχιλίων ἐκκρεμῶν αἰτήσεων ὡρισμένα μόνον μεταλλεῖα, καὶ δὴ τὰ ἐκ 272,000 στρεμμάτων πρὸς τοὺς Καρατζᾶν, Παπαζαφειρόπουλον, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδην, ἐπὶ προφανεῖ παραβάσει τῶν ἄρθρων 15 καὶ 25, εἶτα δὲ καὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου ΧϚʹ, καθόσον ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ἀπαιτηταὶ τῶν αὐτῶν μεταλλείων, οἷον οἱ κ.κ. Θεοφιλᾶτοι, Νοβάρρας, Ρώτας, Σκουμπουρδῆς καὶ Πατρινός; Τῇ ἀληθείᾳ πρέπει νὰ ἦναί τις πολὺ ἀφελὴς, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ὅπως φαντασθῇ κἄν, ὅτι τοιοῦτο σκάνδαλον δύναταί ποτε νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου διὰ γεγονότος, καθ’ ὃ μεταξὺ τῶν ἀπαιτητῶν αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε καί τις Ἰωαννίδης. Τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων παραμένει ἀκέραιον, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, ἃς μέχρι τοῦδε κατέβαλον οἱ περὶ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ἵνα συγκαλύψωσιν αὐτό, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας των, ἵνα δικαιολογήσωσι τὰ ἀδικαιολόγητα. Ἡ παρανομία, ἡ συντελεσθεῖσα κατὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων πρὸς τὴν κυρίαν Σκεύων Θ. Βώκου, τὸν κ. Φρ. Νόελ καὶ τοὺς Δ. Καρατζᾶν, Παπαζαφειρόπουλον, Χατζημητρίου καὶ Σταματιάδην, ὡς ἀπέδειξα ἤδη, εἶναι τόσον καταφανής, ὥστε κεῖται πλέον ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας. Τὴν παρανομίαν αὐτὴν οὐδεὶς τῶν αὐτοκλήτων ἢ κατὰ παραγγελίαν συνηγόρων τοῦ κ. Θεοτόκη ἐτόλμησε μέχρι τοῦδε νὰ διαμφισβητήσῃ τὸ παράπαν. Αὐτοὶ προσεπάθησαν νὰ ἐξηγήσωσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐγένετο ἡ παρανομία, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ὑπ’ αὐτῶν δοθεῖσαι ἐξηγήσεις ἀπεδείχθησαν ἤδη ἕωλοι καὶ ἀσύστατοι ὅλως. Νῦν ὑπολείπεται, Κύριοι, νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ τὴν μόνην ἀληθῆ ἐξήγησιν τοῦ πράγματος. Πάντες, Κύριοι, οἱ ἀναμιγνυόμενοί πως εἰς τὰ μεταλλειακὰ ζητήματα ἔμειναν κατάπληκτοι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγνώσθησαν αἱ σκανδαλώδεις ἐκεῖναι παραχωρήσεις, αἱ γενόμεναι ἰδίᾳ διὰ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου τῆς 29 Σεπτεμβρίου 1901. Ἐὰν ὅμως τότε ἀμέσως δὲν ἀπησχόλησαν αὐταὶ τὴν κοινὴν γνώμην ἐν Ἑλλάδι, τοῦτο ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ τότε ἀναφανὲν ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπερ, ἀπορροφῆσαν τὴν προσοχὴν τῶν πάντων, κατέληξεν εἰς τὰς γνωστὰς ταραχὰς ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐπιβληθεῖσαν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργείου Θεοτόκη. Τὸ σκάνδαλον, Κύριοι, τῶν μεταλλείων ἀνεκινήθη τὸ πρῶτον ἐν τῷ ξένῳ τύπῳ, καὶ δὴ πολὺ πρὶν ἢ ἀπασχολήσῃ αὐτὸ τὸν ἡμέτερον τύπον. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου δὲν ἐπικαλοῦμαι τὰ συνήθη ἡμερήσια πολιτικὰ φύλλα τῆς ἀλλοδαπῆς. Σᾶς ἀναφέρω τὸ ἐν Λονδίνῳ εἰδικὸν περιοδικὸν διὰ τὰ μεταλλεῖα, τοῦ ὁποίου καὶ πρὶν ἐμνημόνευσα. Ἐν αὐτῷ ἐδημοσιεύθη τῇ 14 Δεκεμβρίου 1902 ἡ ἑξῆς ἀνταπόκρισις ἐξ Ἀθηνῶν (ἀναγινώσκει): «Συνῆλθεν ἐπὶ τέλους τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον τῇ 29 Σεπτεμβρίου ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν... Ἐὰν τυχὸν ξένος τις ἢ καὶ Ἕλλην ἀπεφάσιζε νὰ ῥιψοκινδυνεύσῃ τὰ κεφάλαιά του, ἀναζητῶν καὶ ἀνακαλύπτων πλούσιόν τι μεταλλεῖον ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὑποβάλλων αἴτησιν περὶ παραχωρήσεως αὐτοῦ, θὰ ἔβλεπε συνηθέστατα ἐνσκηπτούσας εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ δηλωθέντος μεταλλείου ὁμάδας ἀνθρώπων, συνισταμένας ἐκ Βουλευτῶν καὶ πολιτικῶν καθόλου ἀνδρῶν, ζητούντων τὸ αὐτὸ μεταλλεῖον, χωρὶς κἄν νὰ γνωρίζωσιν ἀκριβῶς τὴν περιοχήν του. Οὕτως ἡ θέσις τοῦ ἀνακαλύπτοντος τὸ μεταλλεῖον καθίσταται γελοία, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἀντίθετοι θὰ μεταχειρισθῶσιν ὅλα τὰ πολιτικὰ μέσα καὶ ὅλας τὰς ἐπιρροάς, ὅπως τύχωσιν αὐτοὶ κατὰ προτίμησιν τῆς παραχωρήσεως... Εἴδομεν τὸ Ὑπουργεῖον Θεοτόκη περιερχόμενον εἰς στενόχωρον θέσιν, διότι δύο τῶν μέγα ἰσχυόντων φίλων του διεξεδίκουν τὸ αὐτὸ μεταλλεῖον. (Ἐννοεῖ βεβαίως τὸ περίφημον μεταλλεῖον Χάλαρα τῆς Σερίφου). Ὡς ἐκ τούτου ἐδέησε ν’ ἀναβληθῇ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη...» Τὰ τῶν μεταλλείων ἐν Ἑλλάδι χαρακτηρίζει μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ μνημονευθὲν Ἀγγλικὸν περιοδικὸν ἐν κυρίῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ, καταχωρισθέντι εἰς τὸ τεῦχος τῆς 5)18 Ἰανουαρίου 1902. Ἐν αὐτῷ, ἀφορμὴν λαμβάνον ἐκ τῶν γενομένων ἤδη ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκη παραχωρήσεων, ὑποδεικνύει τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς περὶ μεταλλείων νομοθεσίας μας, ἀλλὰ νομίζει, ὅτι «εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ εὑρεθῇ πρόσωπον ἀνεξάρτητον παντὸς συμφέροντος, τὸ ὁποῖον νὰ προτείνῃ μίαν τοιαύτην μεταρρύθμισιν.» Παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων ἀνεκινήθη μόλις μετὰ τρεῖς μῆνας, ἤτοι κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου τοῦ 1902. Τότε τὸ πρῶτον ἐγνώσθη ἐνταῦθα, ὅτι τὰ μεταλλεῖα Λοκρίδος, τὰ παραχωρηθέντα πρὸς τοὺς Παπαζαφειρόπουλον, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδην, ἐπωλήθησαν ὑπὸ αἵρεσιν ἀντὶ ἑκατομμυρίων ὅλων δραχμῶν, καὶ ὅτι τὰς σχετικὰς διαπραγματεύσεις εἶχε διεξαγάγει εἷς πρῴην Ὑπουργὸς καὶ μέλος τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ παρεχώρησεν αὐτά. Ἐπὶ τῷ γεγονότι τούτῳ ἤρχισαν νὰ κυκλοφορῶσιν εὐρύτατα ἐν τῇ κοινωνίᾳ Ἀθηνῶν ποικίλαι φῆμαι, καθαπτόμεναι πρῴην Ὑπουργῶν καὶ ἀνωτέρων λειτουργῶν τοῦ Κράτους. Αἱ φῆμαι ἤρχισαν μετὰ μικρὸν ἀναγραφόμεναι καὶ ὡς εἰδήσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας. Οὕτω τὸ πρῶτον τῇ 12 Ἀπριλίου 1902 ἔγραψε τὸ «Σκρὶπ», ἐφημερὶς φιλικώτατα διακειμένη πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπωλήθη τὸ ἐν Λοκρίδι μεταλλεῖον εἰς Ὁλλανδικὴν Ἑταιρείαν ἀντὶ 3,000,000 δραχμῶν, τὰς δὲ διαπραγματεύσεις διεξήγαγεν εἷς τῶν πρῴην Ὑπουργῶν.» Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας, ἤτοι τῇ 20 Ἀπριλίου, ἐδημοσίευσε τὸ «Ἐμπρὸς», ἐφημερὶς διατελοῦσα εἰς οἰκειοτάτας σχέσεις πρὸς τὸν κ. Βουδούρην, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τοῦ ἐν Λοκρίδι μεταλλείου σιδήρου, ὅπερ ἐπωλήθη ἐσχάτως εἰς Ὁλλανδικὴν Ἑταιρείαν ἀντὶ 80,000 λιρῶν, ἰδιοκτῆται ἦσαν, ὡς ἐγνώσθη χθὲς, ὁ κ. Βουδούρης, ἡ δεσποινὶς Ζαΐρα Γ. Θεοτόκη καὶ ὁ μηχανικὸς Παπαζαφειρόπουλος.» Τῇ 22 Ἀπριλίου τὸ «Νέον Ἄστυ» ἐδημοσίευσεν ἄρθρον, οὗ ὁ πρόλογος εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τί εἶναι τὸ Ὁλλανδικὸν μεταλλεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται τόσος λόγος κατ’ αὐτὰς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται ἀναμεμιγμένα καὶ ὀνόματα πρῴην Ὑπουργῶν δυστυχῶς; Ἕν μεταλλεῖον ἐκχωρηθὲν πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ὅτε συνήρχετο τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, πωλεῖται ἀντὶ 80 χιλιάδων λιρῶν εἰς Ὁλλανδικὴν Ἑταιρείαν. Πραγματοποιουμένης τῆς πωλήσεως ταύτης, οὐδὲν ἄλλο βλέπομεν ἡμεῖς ἢ ὅτι τὸ Κράτος ἐδώρησεν εἰς μίαν ὁμάδα ἰδιωτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ πρῴην Ὑπουργοὶ, τρία στρογγυλὰ ἑκατομμύρια!» Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνεδημοσίευσε τὴν ἐπιοῦσαν ἡ «Πρωΐα», δημοσιογραφικὸν ὄργανον διερμηνεῦον τὰς γνώμας μεγάλης πολιτικῆς τῆς χώρας μερίδος, προσέθετε δὲ καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν περιῆλθον αἱ διαδόσεις αὗται μετὰ λεπτομερειῶν ἐκπληκτικῶν, καὶ ἡμᾶς δὲ διεβεβαίωσαν, ὅτι μέλη τινὰ τοῦ τέως Ὑπουργείου καὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἐκ τῶν ἐμπίστων τῶν τέως Ὑπουργῶν μετέχουσι τῆς σκανδαλώδους ταύτης ὑποθέσεως, ὅτι δὲ ἔλαβον φρόνιμά τινα μέτρα, ἵνα ἐν τῷ ἐπισήμῳ συμβολαίῳ καλύπτωνται οἱ σύντροφοι ὑπὸ προσχήματα καὶ ξένα ὀνόματα.» Ἀπεκάλει δὲ ἡ «Πρωΐα» καὶ τὴν Κυβέρνησιν Θεοτόκη «Ἐκμεταλλευτικὴν Ἑταιρείαν»! Εἶχον ἤδη, Κύριοι, κυκλοφορήσει εὐρύτατα αἱ διαδόσεις ἐκεῖναι ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶχον δὲ ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ὡς εἰδήσεις, καὶ εἶχεν ἐπιληφθῆ ἤδη τῆς κρίσεως αὐτῶν ἡ ἀρθρογραφία, ὅτε τελευταία πασῶν τῶν ἄλλων ἐφημερίδων ἡ «Ἀκρόπολις» ἐδημοσίευσε τῇ 23 Ἀπριλίου τὸ πολύκροτον ἐκεῖνο ἄρθρον, ὑπὸ τὸν τίτλον «Τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων». Ἐν αὐτῷ ἀνεγράφοντο αἱ διαδόσεις ἐκεῖναι καὶ εἰδήσεις τῶν ἄλλων ἐφημερίδων, αἱ ἐνοχοποιοῦσαι εἰς τὰ μεταλλεῖα Λοκρίδος καὶ Ἀττικῆς τὸν κ. Βουδούρην, ἐν μέλος τῆς οἰκογενείας Θεοτόκη, τὸν κ. Σοῦτσον καὶ τὸν πρῴην νομάρχην Ἀττικῆς Ἀντ. Καρατζᾶν. Ἐξεδηλοῦτο ἡ ἀπορία, πῶς οἱ ἐνδιαφερόμενοι, καὶ ἰδίᾳ ὁ κύριος Θεοτόκης, δὲν ἔσπευσαν πάραυτα νὰ διαψεύσωσι τὰς διαδόσεις καὶ εἰδήσεις ἐκείνας, κατὰ τρόπον μὴ ἐγκαταλείποντα τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ πράγματος. Ἐξήροντο εἶτα αἱ ἠθικαί, πολιτικαὶ καὶ ποινικαὶ συνέπειαι δι’ αὐτοὺς, ἐὰν αἱ προσάψεις ἐκεῖναι ἐπηλήθευον τῷ ὄντι· δι’ ὃ προεκαλοῦντο αὐτοὶ εἰς διάψευσίν των, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐθεωρήσαμεν ἀρχῆθεν τόσον ἀπίστευτον!... Ἀλλ’ ὁμολογοῦμεν καὶ πάλιν, ὅτι τὸ σκάνδαλον εἶναι τόσον μέγα, τόσον φοβερὸν, ὥστε ἡμεῖς τουλάχιστον ἔχομεν εἰσέτι δι’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ ὁ κ. Θεοτόκης θὰ διαψεύσῃ κατηγορηματικῶς καὶ ἀπεριφράστως, ὅτι μέλος τι τῆς οἰκογενείας του ἐνέχεται εἰς τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος μεταλλεῖα... Οἱ κ. κ. Θεοτόκης, Βουδούρης καὶ Σοῦτσος ἔχουσι καθῆκον πρὸς τὰ ὀνόματα, ἅτινα φέρουσι, καὶ πρὸς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα, δι’ ὧν περιέβαλεν αὐτοὺς ἡ πατρὶς, ν’ ἀποδείξωσι πάραυτα, ὅτι εἶναι ἀνίκανοι οὐ μόνον νὰ διαπράξωσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ σκεφθῶσι κἂν τοιοῦτον ἔγκλημα, ὁποῖον τὸ ἀποδοθὲν εἰς αὐτοὺς ἐπ’ ἐσχάτων τούτων τῶν ἡμερῶν.» Ἀντὶ ὅμως διαψεύσεως, ἔσπευσε τότε μόνος ὁ κ. Θεοτόκης νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καὶ δὴ οὐχὶ κατὰ τῶν πρώτων δημοσιευσάντων τὰς εἰδήσεις ἐκείνας, τὰς καθαπτομένας αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἄρθρου τῆς «Ἀκροπόλεως», δι’ οὗ ἀκριβῶς τόση δυσπιστία ἐξεδηλοῦτο περὶ τοῦ πράγματος. Τότε ἀνέλαβεν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τὴν εὐθύνην διὰ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος, δηλώσας ὅτι αὐτὸ ἐγράφη κατ’ ἔμπνευσίν του, καὶ δὴ μετ’ ἐπανειλημμένας παρακλήσεις τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς «Ἀκροπόλεως». Τίνες οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν σύνταξιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ἐξηγήθη ἤδη σαφῶς καὶ ἐν πλάτει ὑπὸ τοῦ ἐγκαλουμένου κατὰ τὴν προανάκρισίν του. Κατ’ αὐτοὺς, Κύριοι, ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος, ὅστις ὑπῆρξε μέλος τοῦ Ὑπουργείου Θεοτόκη καὶ ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν παραίτησίν του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου παρέχων τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὸν Βουλευτὴν Κερκύρας, δὲν ἠδύνατο νὰ μένῃ ἀπαθὴς μέχρι τέλους ἀπέναντι τῶν διαδόσεων καὶ εἰδήσεων ἐκείνων, αἵτινες ἀντανέκλων εἰς ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν μερίδα, τὴν ὑποστηρίζουσαν τὸν κ. Θεοτόκην, μάλιστα δὲ εἰς αὐτὸν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἰδιαιτέρως ἀνεφέρετο τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων. Ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον, καὶ καθῆκον ἀπαραίτητον καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν του, καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν μερίδα, ἣν αὐτὸς ἐκ τῶν πρώτων συνέπηξεν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας καὶ ὑπὲρ ἧς ἐπρωταγωνίστησε, νὰ προκαλέσῃ διὰ τοῦ ἄρθρου τῆς «Ἀκροπόλεως» τὸν δημόσιον ἔλεγχον, ἐν τῇ πεποιθήσει, ἣν ἄλλως τε τόσον σαφῶς καὶ ἀπροκαλύπτως ἐξέφραζε καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ὅτι οὕτω πως θὰ διέλαμπεν ἡ ἀθῳότης τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἐνοχοποιουμένων εἰς τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων. Κακῶς, κάκιστα, Κύριοι, ἀπεδόθησαν εἰς αὐτὸν ἐχθρικαὶ διαθέσεις πρὸς τὸν Βουλευτὴν Κερκύρας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε τότε ὁ εἰλικρινέστερος φίλος τοῦ κ. Θεοτόκη, οὗτινος ἠθέλησεν οὕτω νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν εἰς τὰς διαδόσεις καὶ εἰδήσεις ἐκείνας, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸν δημόσιον αὐτῶν ἔλεγχον,—ἀφοῦ αὐταὶ εἶχον ἤδη τύχει τόσον εὐρείας δημοσιότητος, — καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἄφινον αὐτὰς νὰ ὑποβόσκωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὑπονομεύουσαι τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν ἀνδρὸς ἀνελθόντος εἰς τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, καὶ ὁλοκλήρου τῆς περὶ αὐτὸν πολιτικῆς μερίδος. Ὁ κύριος Θεοτόκης, ἰσχυρισθεὶς ἐν στιγμῇ ἀψιθυμίας, ἢ ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς, ὡς θὰ ἐλέγομεν ἡμεῖς οἱ νομικοί, ὅτι ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος ἤγειρε τὸν θόρυβον περὶ τοῦ σκανδάλου τῶν μεταλλείων ἐκ πάθους ἀδιαλλάκτου πρὸς αὐτόν, διότι δῆθεν ἀπεπέμφθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐν ἔτει 1900 διὰ τὸ γνωστὸν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπεισόδιον καὶ διότι δὲν ἔλαβε τὰ μεταλλεῖα, ἅτινα ἐζήτει ἐν ἔτει 1901, ἠδίκησε μεγάλως τὴν εἰλικρίνειαν καὶ εὐθύτητα, ἐφ’ ᾗ συνήθως ἐναβρύνεται ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας. Ὁ κ. Θεοτόκης γινώσκει κάλλιστα ὁ ἴδιος, οὐδ’ εἶχε βεβαίως ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν ἄλλου τινὸς, ὅτι ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος δὲν ἀπεπέμφθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐν ἔτει 1900, ἀλλὰ παρητήθη ἐξ αὐτοῦ οἰκειοθελῶς καὶ δὴ διὰ λόγους ὅλως ἀσχέτους πρὸς τὸ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπεισόδιον. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι ὡς μάρτυρα ἀψευδῆ ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου αὐτὸν τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, ὅστις ἐπὶ τῇ παραιτήσει τοῦ τέως Βουλευτοῦ Λοκρίδος ἐκ τοῦ Ὑπουργείου διεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Γ. Θεοτόκης. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι σήμερον ὁ κ. Εὐταξίας ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτι ἡ παραίτησις αὐτοῦ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀνετέθη δὲ εἰς ἐμὲ ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος προσωρινῶς ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἡ παραίτησις αὕτη ὑπεβλήθη ἀσχέτως πρὸς τὸ γνωστὸν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐλύθη ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅπου κατὰ τὴν κρίσιν μου ἔπρεπε νὰ λυθῇ, ὡς ζήτημα ἀτομικῆς καὶ ἰδιωτικῆς φύσεως. Μετὰ λύπης μεγάλης, Κύριοι, εἶδον τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Εὐταξία. Ἡ ἱκανότης αὐτοῦ ἡ ἔκτακτος, ἡ περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ εἰδικότης αὐτοῦ, ὁ ζῆλος, μετὰ τοῦ ὁποίου εἰργάσθη, ἅπαντα ταῦτα συντελοῦσιν, ἵνα εἰλικρινῶς αἰσθανθῶ λύπην διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς...» Ὁ κ. Θεοτόκης γινώσκει, κάλλιστα ὅτι ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος καὶ μετὰ τὴν παραίτησίν του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐξηκολούθει παρέχων ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησίν του. Γινώσκει κάλλιστα, ὅτι, ἂν ἐκαιροφυλάκτει αὐτὸς τῳόντι τὴν κατάλληλον περίστασιν, ἵνα τὸν ἐκδικηθῇ, καταλληλοτέραν περίστασιν βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἐκείνης, καθ’ ἣν οἱ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1900 ἀποσκιρτήσαντες φίλοι του Βουλευταὶ ἐζήτουν νὰ τὸν ἀνακηρύξωσιν ἀρχηγόν των. Γινώσκει κάλλιστα, ὁπόσον εἰλικρινεῖς ἦσαν αἱ διαθέσεις του πρὸς αὐτὸν, ἀφοῦ τότε τὸν ἐπεσκέπτετο συχνάκις κατ’ οἶκον, καὶ παρέμενε παρ’ αὐτῷ ὥρας ὁλοκλήρους, ἀνακοινῶν πρὸς αὐτὸν ὅλα τὰ ἀπόρρητα τῆς Κυβερνήσεώς του. Λόγος ἐκδικήσεως διὰ τὸν τέως Βουλευτὴν Λοκρίδος δὲν ἦτο καὶ ἡ μὴ παραχώρησις τῶν ζητηθέντων μεταλλείων παρ’ ἡμῶν τῶν ἀδελφῶν του ἐν ἔτει 1901, καὶ οὐχὶ παρ’ αὐτοῦ, ὡς σᾶς ἀπέδειξα ἤδη. Ὁ κ. Θεοτόκης γινώσκει κάλλιστα τὸ εὐέξαπτόν πως, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐθὺ καὶ εἰλικρινὲς τοῦ χαρακτῆρος τοῦ τέως Βουλευτοῦ Λοκρίδος. Γινώσκει κάλλιστα, ὅτι αὐτὸς, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ διαρρήξῃ πρός τινα τὰς σχέσεις, τὸ πράττει ἀμέσως καὶ ἀποτόμως, οὐδόλως ἀναλογιζόμενος, ἂν τοῦτο γίνεται ἐπικαίρως ἢ ἀκαίρως. Γινώσκει κάλλιστα, ὅτι, ἐὰν ὁ Ἀθ. Εὐταξίας δυσηρεστεῖτο πράγματι διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσεγίνετο εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀδελφοὺς του, θὰ ἐπετίθετο κατ’ αὐτοῦ εὐθὺς ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς τοῦ 1901, καὶ δὲν θ’ ἀνέμενεν ἡσύχως καὶ ἀπαθῶς μέχρι τέλους τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1903, διότι τοῦτο ἀντίκειται ἄντικρυ πρὸ τὸν χαρακτῆρά του, τὸν ὁποῖον ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐσπούδασεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὁ κ. Θεοτόκης. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ εἶπον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας ἀποδοὺς τὴν στάσιν τοῦ τέως Βουλευτοῦ Λοκρίδος ἐν τῷ σκανδάλῳ τῶν μεταλλείων εἰς ἀρχαῖον κατ’ αὐτοῦ πάθος, εἰς μνησικακίαν, ἠδίκησε πρὸ παντὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ νοημοσύνην καὶ εὐθύτητα, ἐφ’ ᾗ αὐτὸς συνήθως σεμνύνεται. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος, νομίσας ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης διὰ τῆς καταγγελίας του οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωκε κυρίως ἢ νὰ ἐπιχυθῇ ἄπλετον τὸ φῶς τῆς ἀληθείας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν μεταλλείων, ὅπως οὕτω διαλάμψῃ ἡ ἀθῳότης του, ἔσπευσε νὰ ὑποβοηθήσῃ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἄρθρον τῆς «Ἀκροπόλεως», αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἦτο ὅλως ἀνέγκλητον, τοῦτο δὲ ἀπεδείχθη καὶ δικαστικῶς διὰ τοῦ ἐκδοθέντος ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος, ὡς πρὸς τὸν συντάκτην αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος, ἐμφανισθεὶς πρὸ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐμερίμνησε τόσον περὶ τῆς ἀθῳότητός του,—περὶ ἧς οὐδὲ σκιὰ ὑπονοίας ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ,—ὅσον περὶ τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας, εἰ καὶ δὲν εἶχεν αὐτὸς καμμίαν ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο. Χάριν τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως αὐτοῦ τοῦ κ. Θεοτόκη, ἥτις τόσον διεσύρετο διὰ τῶν διαδόσεων καὶ εἰδήσεων ἐκείνων, περὶ ὧν πρότερον ὁ λόγος, ἐπέδειξεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην ὅλας τὰς ἐφημερίδας, αἵτινες εἶχον ἀναγράψει αὐτὰς, καὶ ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξετάσεως τῶν διευθυντῶν, ἀρχισυντακτῶν καὶ συντακτῶν αὐτῶν, δι’ ὧν καὶ μόνων ἠδύνατο ν’ ἀνακαλυφθῇ ἡ πρώτη πηγὴ τῶν διαδόσεων καὶ εἰδήσεων ἐκείνων. Ὑπέδειξε προσέτι καὶ πολλοὺς ἄλλους μάρτυρας, δυναμένους νὰ διαφωτίσωσι τὴν Δικαιοσύνην, ἀνέφερε διάφορα γεγονότα, ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ὁποίων ἐκ μέρους τῆς Δικαιοσύνης οὐκ ὀλίγον διελεύκαινε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τέλος ἐπεκαλέσθη τὴν προσαγωγὴν πολλῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Αἴφνης ὅμως, Κύριοι, καὶ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ἡ Δικαιοσύνη ἀνέκοψε τὸ ἔργον της, καὶ τὸ ἀνέκοψε, πότε νομίζετε; ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν διάφορα γεγονότα καὶ δημόσια ἔγγραφα, ἀπομακρύνοντα τὰς προσάψεις, τὰς γενομένας ἰδίᾳ εἰς τοὺς κ. κ. Βουδούρην, Σοῦτσον καὶ Καρατζᾶν, ἀπὸ τοῦ σαλευομένου ἐδάφους τῶν ἁπλῶν διαδόσεων καὶ τῶν ἀδεσπότων φημῶν εἰσῆγον αὐτὰς εἰς στάδιον, δικαιολογοῦν πληρέστατα τὸν δημόσιον ἔλεγχον. Τὸ ἀνέκοψεν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου ἐκείνου, πέραν τοῦ ὁποίου ἐξετείνετο κυρίως τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅστις διενήργησε τὴν προανάκρισιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγγελίας τοῦ κυρίου Θεοτόκη, ἀφοῦ ἐξήτασε μόνον τὸν τότε ἀρχισυντάκτην τῆς «Ἀκροπόλεως» κ. Πὼπ, ὅστις μέχρι κεραίας ἐπεβεβαίωσε τὴν κατάθεσιν τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Λοκρίδος, ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ ἐξετάσῃ τοὺς διευθυντὰς, ἀρχισυντάκτας καὶ συντάκτας τῶν ἄλλων ἐφημερίδων, αἵτινες πρῶται εἶχον δημοσιεύσει τὰς περὶ τοῦ σκανδάλου τῶν μεταλλείων εἰδήσεις· ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ αὐτὸν τὸν ἰδιοκτήτην τῆς «Ἀκροπόλεως», κατ’ ἐπίμονον παράκλησιν τοῦ ὁποίου συνετάχθη τὸ ἐγκαλούμενον ἄρθρον· ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους μάρτυρας ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν ὡρισμένων θεμάτων, ἐφ’ ὧν ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος εἶχεν ἐπικαλεσθῆ τὴν μαρτυρίαν των. Ἀφοῦ δὲ προσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως διάφορα ἐπίσημα ἔγγραφα, οἷον: 1) Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 6026, 6027 καὶ 6028 τῆς 8 Ἰουλίου τοῦ 1901 συμβόλαια τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Π. Χ. Σκαμβούγερα, δι’ ὧν οἱ δηλωταὶ τῶν μεταλλείων τῆς Λοκρίδος Παπαζαφειρόπουλος, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδης ἐξεχώρησαν τὸ ἓν τρίτον ἐξ αὐτῶν πρὸς τὸν Ἰωάννην Τζαμοῦραν, τὸν καλὸν τοῦτον φίλον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Β. Βουδούρη. 2) Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 67 καὶ 107 τῆς 5 καὶ 18 Ἰανουαρίου τοῦ 1902 συμβόλαια τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Χ. Π. Σκαμβούγερα, δι’ ὧν οἱ αὐτοὶ Παπαζαφειρόπουλος, Χατζηδημητρίου καὶ Σταματιάδης ἐξεχώρησαν τὰ 26 ἑκατοστὰ τῶν μεταλλείων των πρὸς τὸν Λ. Καράμπελαν, ἐργοδηγὸν τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπίστου ὑπηρεσίας τοῦ τότε ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων κ. Δ. Σούτσου. 3) Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 692–697, 699 καὶ 701 τῆς 2 Μαΐου 1902 πιστοποιητικὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Ἀταλάντης, βεβαιοῦντα ὅτι ἐγένετο ἡ μεταγραφὴ τῶν ἀνωτέρω συμβολαίων εἰς τὸ βιβλίον τῶν μεταγραφῶν τοῦ δήμου Λαρύμνης. 4) Τὰ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ κατοικίᾳ τοῦ κυρίου Βουδούρη συνταχθέντα προσύμφωνα, ὑπ’ ἀριθ. 63 καὶ 297 τοῦ 1902, τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Χ. Π. Σκαμβούγερα, ἐξ ὧν βεβαιοῦται, ὅτι τὰ ἐν Λοκρίδι μεταλλεῖα ἐπώλησεν ὑπὸ αἵρεσιν ἀντὶ 70,000 λιρῶν στερλινῶν πρὸς τὸν κ. Φ. Ἀγκιὼν «ὁ κ. Β. Βουδούρης, βουλευτὴς καὶ κτηματίας, ἐνεργῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατ’ ἐντολὴν, ὡς εἶπε, καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἰωάννου Τζαμούρα», διωρίσθη δὲ ἀπέναντι τοῦ ἀγοραστοῦ ὁ αὐτὸς Β. Βουδούρης ἀντίκλητος ὅλων τῶν συνιδιοκτητῶν τῶν μεταλλείων. 5) Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2138 τῆς 24 Ἀπριλίου 1902 προσύμφωνον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γρηγορίου Φορτούνα, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται, ὅτι ὁ Δημ. Καρατζᾶς, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου παρεχωρήθη τὸ ἐν Λιόπεσι μεταλλεῖον, διώρισεν ἀντίκλητόν του τὸν πρώην νομάρχην Ἀττικῆς Α. Καρατζᾶν ἀπέναντι τοῦ Φ. Ἀγκιὼν, πρὸς ὃν ἐξεμίσθωσεν ὑπὸ αἵρεσιν τὸ μεταλλεῖον ἐκεῖνο, μόνον ὡς πρὸς τὸν σίδηρον αὐτοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐξορύττῃ ὁ μισθωτὴς ἐτησίως τοὐλάχιστον 50,000 τόννους σιδηρούχου μεταλλεύματος πρὸς 1 φρ. χρ. τὸν τόννον. Ἀφοῦ οὕτω πως ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο, παρέσχε τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας διὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου τῆς «Ἀκροπόλεως» κατὰ τὰ τρία τέταρτα, αἴφνης καὶ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, χωρὶς νὰ διατάξῃ τακτικὴν ἀνάκρισιν, χωρὶς κἄν ν’ ἀποπερατώσῃ καὶ αὐτὴν τὴν προανάκρισιν, ἀπεφάσισε δι’ ἐγκλητηρίου νὰ παραπέμψῃ αὐτὸν εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὁ ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἀνέκοψε τὸ ἐγκλητήριον ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ἀφοῦ δὲ τοῦτο ἀπεφάνθη, ὅτι ἔπρεπε κατὰ πρῶτον νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἀνακοπὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἐπέστρεψε τὴν σχετικὴν δικογραφίαν πρὸς τὸν παρὰ τούτοις Εἰσαγγελέα, συνοδεύσας αὐτὴν διὰ τοῦ ἑξῆς περιέργου ἐγγράφου (ἀναγινώσκει): Ἀριθ. 4051. «Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν πρὸς τὸν παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελέα. Ἐπιστρέφοντες τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9727 ἐ. ἔ. ἐγγράφου σας ὑποβληθεῖσαν δικογραφίαν ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατὰ τοῦ Ἀθανασίου Εὐταξία... παρακαλοῦμεν, ἵνα, μελετῶντες προσεκτικώτερον τὴν περὶ ἧς πρόκειται ὑπόθεσιν, ἐπιμεληθῆτε ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὴν προσήκουσαν εἰσαγωγὴν αὐτῆς μετὰ τῆς νομίμου προτάσεώς σας εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν πρὸς περάτωσιν τῆς προδικασίας διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαΐου 1902. Ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς Δ. Μπενῆ Ψάλτης.» Ἀφοῦ δὲ μάτην κατέβαλεν ὁ παρὰ τοῖς Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελεὺς κ. Λυκουρέζος τὴν ἐσχάτην ἀπόπειραν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐγκλητηρίου του, προσεπικαλούμενος εἰς τοῦτο καὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τοῦ ἀντεισαγγελέως κ. Ὀρεινοῦ, τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐξέδωκε τὸ βούλευμα, δι’ οὗ ἀπήλλαττε μὲν, ὡς εἰκὸς, τῆς ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατηγορίας τὸν πρώην Βουλευτὴν Λοκρίδος, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ, κατὰ τρόπον παράδοξον ἀληθῶς, προέβη καὶ εἰς κρίσεις οὐσιαστικὰς περὶ τοῦ ἀληθοῦς ἢ μὴ τῶν κατὰ τοῦ κ. Θεοτόκη διαδόσεων καὶ προσάψεων, διαβεβαῖωσαν, ὅτι αὐταὶ ἀπεδείχθησαν ψευδεῖς, οὐδ’ ὑπόνοιαν ἀληθείας ἐνέχουσαι. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο μέρος τοῦ βουλεύματος, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐξαναστῇ ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος, ἀποδεικνύων δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων, ὅτι ἡ τοιαύτη σπουδὴ εἰς κρίσεις οὐσιαστικὰς οὔτε δικανικὴ ἦτο, οὔτε ἀνταπεκρίνετο τὸ παράπαν πρὸς τὴν ἐξεγερθεῖσαν κοινὴν γνώμην ἐν Ἑλλάδι διὰ τὸ σκάνδαλον τῶν μεταλλείων, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἱκανοποιητικὴ ἦτο κυρίως διὰ τὸν κ. Θεοτόκην, ἀφοῦ οὔτε τακτικὴ ἀνάκρισις εἶχε διεξαχθῆ, οὔτε αὐτὴ κἄν ἡ προανάκρισις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν εἶχε συμπληρωθῆ. Σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἔτι καὶ νῦν οὔτε ὁ ἀδελφός μου, πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος, οὔτε ἐγὼ πιστεύομεν εἰς τὰς διαδόσεις καὶ εἰδήσεις τῶν ἐφημερίδων, καθ’ ἃς ὁ κ. Θεοτόκης αὐτὸς ἢ μέλος τι τῆς οἰκογενείας του ἐνέχονται εἰς τὰ μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ διεδόθη καὶ ἐγράφη τοιοῦτόν τι, ἡ τιμή του, ἥτις εἶναι τιμὴ καὶ τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἧς αὐτὸς ἡγεῖται, καὶ τῆς χώρας ὁλοκλήρου, ἣν αὐτὸς ἅπαξ ἐκυβέρνησεν, ἀπαιτεῖ νὰ ἐπιχυθῇ ἄπλετον τὸ φῶς τῆς ἀληθείας εἰς τὴν θλιβερὰν ὑπόθεσιν τῶν μεταλλείων. Ἐν ὅσῳ τοῦτο δὲν γίνεται, ἡ τιμή του θὰ μένῃ πάντοτε ἐκτεθειμένη, πρὸς ζημίαν αὐτοῦ καὶ τοῦ κόμματός του καὶ τῆς χώρας ἡμῶν. Ἂς πιστεύσῃ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἐμέ, ὅστις διΐσταμαι μὲν πολιτικῶς πρὸς αὐτὸν, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους δὲν δύναμαι ἢ νὰ κήδωμαι τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως ἑνὸς πρώην καὶ μέλλοντος Πρωθυπουργοῦ τῆς πατρίδος μου· ἂς πιστεύσῃ, λέγω, ἐμὲ, ὅστις οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ ἦμαι πρὸς αὐτὸν εἰλικρινὴς, ὅτι ἡ τιμή του τότε καὶ μόνον θὰ ἐξέλθῃ ἀλώβητος ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀνιαρᾶς ὑποθέσεως, ὅταν διενεργηθῇ περὶ αὐτῆς μία τακτικὴ ἀνάκρισις. Ἀφοῦ δὲ, Κύριοι, ἡ κοινὴ Δικαιοσύνη πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλεν, ὡς εἴδομεν ἤδη, ὅπως μὴ ἀνακαλυφθῇ πλήρης ἡ ἀλήθεια, ἀφοῦ τὸ στάδιόν της ἔληξεν ἤδη διὰ τοῦ βουλεύματος τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν, ἀφοῦ ὡς ἐκ περισσοῦ κατ’ αὐτὴν τὴν μετὰ τόσης σπουδῆς διεξαχθεῖσαν προανάκρισιν ἐγένετο κατάδηλος ἡ ἐνοχὴ ἑνὸς συνυπουργοῦ του, ὑπαγομένου εἰς τὴν ἰδιαιτέραν διαδικασίαν τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἕπεται κατ’ ἀνάγκην, ὅτι ὑπολείπεται νῦν μόνον τὸ στάδιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἂς ζητήσῃ λοιπὸν νῦν τὴν σύστασίν της αὐτὸς ὁ πρώην Πρωθυπουργός, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦναι ἡ περιφανεστέρα ἀπόδειξις τῆς ἀθῳότητός του. Τὴν σύστασιν δὲ, Κύριοι, τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς θὰ ηὐχόμην ἐγώ, ὄχι μόνον ἕνεκα τῆς ἀποδεδειγμένης πλέον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εὐθύνης ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ, ὅστις, ὡς μέλος τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, παρεχώρησε χαριστικῶς μεταλλεῖα, εἰς ἃ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐνδιεφέρετο ἢ ἡ ἀδελφή του...
§63Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς αὐτὴν δὲν παρεχωρήθη κανὲν νέον μεταλλεῖον.
§64Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ δύνασθε νὰ λέγητε καὶ ἐπαναλαμβάνητε ὑμεῖς εἰς τὰς ἐφημερίδας. Δύνασθε νὰ ἰσχυρίζησθε οὕτως, ὅτι τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1899 δὲν παρεχωρήθη κανὲν νέον μεταλλεῖον πρὸς τὴν κυρίαν Σκεύων Θ. Βώκου, ἀλλ’ ἐδόθη μόνον εἰς αὐτὴν ἡ ἄδεια τῆς ἐκμεταλλεύσεως δι’ ὑπογείων στοῶν καὶ ψυχαγωγείων ἑνὸς ὀρυχείου λευκολίθου, ἀνήκοντος εἰς αὐτὴν κληρονομικῷ δικαιώματι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1874. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἀνὰ χεῖρας, Κύριοι, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 253 καὶ ἀπὸ 19 Νοεμβρίου τοῦ 1899 φύλλον τοῦ πρώτου τεύχους τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» (ἐπιδεικνύει αὐτὸ), ἐν ᾧ δημοσιεύεται τὸ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1899 Β. Διάταγμα «περὶ παραχωρήσεως εἰς τὴν Σκεύων χήραν Θ. Βώκου μεταλλείου λευκολίθου κειμένου ἐν τῷ δήμῳ Κηρέως». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ «παραχωρεῖται εἰς τὴν Σκεύων χήραν Θ. Βώκου δικαίωμα διηνεκοῦς κυριότητος καὶ μεταλλεύσεως λευκολίθου ἐπὶ ἐκτάσεως γῆς στρεμμάτων 2,142,237.47, κειμένων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Πῆλι τοῦ δήμου Κηρέως τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 5 «ἡ διὰ τοῦ παρόντος Διατάγματος γενομένη παραχώρησις εἶναι ἰσχυρὰ, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῆς δὲν προσβάλλονται δικαιώματα τρίτων, λαβόντων προηγουμένην παραχώρησιν». Περὶ ἀδείας ἐκμεταλλεύσεως παλαιοτέρου μεταλλείου, ἀνήκοντος εἰς αὐτὴν, δι’ ὑπογείων στοῶν καὶ ψυχαγωγείων οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος γίνεται ἐν τῷ προκειμένῳ Διατάγματι, εἶναι δὲ ἄπορον τῇ ἀληθείᾳ, πῶς τολμᾷ νὰ ἰσχυρίζηται ἐν ἐπιγνώσει τοιοῦτο ψεῦδος εἷς πρώην σύμβουλος τοῦ Στέμματος. Ἡ ἀνακριτικὴ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ θὰ ἐξηκρίβου σὺν ἄλλοις καὶ τίς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη πηγὴ τῶν διαδόσεων περὶ τοῦ κ. Θεοτόκη. Διὰ τῆς ἐνόρκου ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων, οὓς ὑπέδειξεν ὁ πρώην Βουλευτὴς Λοκρίδος κατὰ τὴν προανάκρισίν του, καὶ ἐνώπιον τῶν ὁποίων ὁ ἔμπιστος τοῦ κ. Σούτσου Μιλτ. Ὀριγώνης, προσελθὼν τῇ 19 Ἀπριλίου εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὡμολόγησεν, ὅτι «τὰ μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος ἀνήκουσι κυρίως εἰς τοὺς κ. κ. Βουδούρην, Σοῦτσον καὶ κἄποιον ἄλλον, πλέον μεγάλον». Διὰ τῆς ἐνόρκου ἐξετάσεως ὁλοκλήρου τῆς συντάξεως τοῦ «Ἐμπρὸς», καθ’ ὃν χρόνον ἐδημοσιεύθη ἐν αὐτῷ ἡ εἴδησις τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ μεταλλεῖα Λοκρίδος ἑνὸς μέλους τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Θεοτόκη, θ’ ἀπεδεικνύετο, ὅτι πρώτη καὶ κυρία πηγὴ τῶν διαδόσεων ἐκείνων ὑπῆρξαν οἱ οἶκοι τῶν κ.κ. Σούτσου καὶ Βουδούρη. Ὡς φαίνεται, Κύριοι, ἀμφότεροι οὗτοι, ἐν ἀρχῇ, μὴ ἔχοντες συνείδησιν τοῦ ἀθεμίτου τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὰ μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος, διέδωκαν τὸ πρᾶγμα. Ὅτε ὅμως ἐδημοσιεύθη τὸ ἄρθρον τῆς «Ἀκροπόλεως», φέρον ἐπὶ κεφαλῆς διὰ παχέων στοιχείων τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ἃ ἡ πρᾶξίς των ἦτο ἀξιόποινος, τότε ἔσπευσαν νὰ διαψεύσωσι τὰς διαδόσεις ἐκείνας. Περιεργόταται δὲ ἰδίᾳ εἶναι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην αἱ μεταπτώσεις τοῦ κ. Βουδούρη. Ἅμα λαβὼν γνῶσιν τοῦ ἄρθρου τῆς «Ἀκροπόλεως» ἐν Χαλκίδι, ὅπου τότε διέτριβεν, ἔσπευσε διὰ μιᾶς τηλεγραφικῆς αὐτοσυνεντεύξεώς του πρὸς τὴν «Ἑστίαν» νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἠγνόει καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῶν μεταλλείων τῆς Λοκρίδος. Ὅτε δὲ ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῶν ἐφημερίδων τὰ συμβόλαια τοῦ Σκαμβούγερα, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι αὐτὸς πρὸ μηνῶν ἤδη εἶχε πωλήσει τὰ μεταλλεῖα Λοκρίδος, «κατ’ ἐντολὴν», ὡς εἶπε, «καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ι. Τζαμούρα», καὶ εἶχε διορισθῆ μάλιστα ἀπέναντι τοῦ ἀγοραστοῦ ἀντίκλητος ὅλων τῶν συνιδιοκτητῶν τῶν μεταλλείων, τότε εἶπεν, ὅτι ἦτο δικαίωμά του νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα ἑνὸς τόσον καλοῦ φίλου του, ὡς ὁ Τζαμούρας. Ὅτε δὲ τέλος ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ πραγματικὸς σὶρ Τζὼν Τζαμούρας, πρὸς ὃν κυρίως ἐξεχωρήθη τὸ ἓν τρίτον τῶν μεταλλείων τῆς Λοκρίδος, ἦτο αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βασίλειος Βουδούρης, τότε ἀποβαλὼν αὐτὸς τὸ προσωπεῖον ἐδημοσίευσε διὰ τοῦ «Ἐμπρὸς» τῆς 1 Μαΐου 1902 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἀπὸ τριακονταετίας ἐργάζομαι ἐπὶ μεταλλείων, διότι δικαίωμά μου εἶναι ἐντίμως νὰ ἐργασθῶ, καὶ εἰς οὐδένα θὰ δώσω λόγον τῆς ἐργασίας μου. Περὶ τὰς δέκα παραχωρήσεις μεταλλείων ἔχω λάβει ἐπ’ ὀνόματί μου, καὶ οὐδείς ποτε ἐσκέφθη νὰ μὲ μεμφθῇ διὰ τοῦτο. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων (ἄρθρ. 14) «πᾶς Ἕλλην δύναται, εἴτε ἐν ἰδίῳ ὀνόματι εἴτε ὡς ἀντιπρόσωπος ἑταιρείας, νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὴν παραχώρησιν μεταλλείου». Εἶχον λοιπὸν καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα, καὶ Κινέζος ἐὰν ἤμην, νὰ ζητήσω καὶ νὰ λάβω τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ μεμφθῇ διὰ τοῦτο...» Νομίζων δὲ μετὰ τοῦτο ὁ κ. Βουδούρης, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον νὰ δηλώσῃ τις φανερὰ μὲ τὸ ὄνομά του ἓν μεταλλεῖον καὶ νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ δι’ αὐτὸ παραχώρησιν, τὸ ἴδιον δὲ καὶ νὰ ὑπεισέλθῃ, ὡς Ὑπουργὸς καὶ μέλος τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς μεθόδου τοῦ Τζαμούρα, εἰς τὴν κυριότητα μεταλλείων ὑπ’ ἄλλων δηλωθέντων, δὲν ἐδίστασε νὰ συνταράξῃ τὴν κόνιν τετιμημένων νεκρῶν, καὶ νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν ἰδίαν του πρᾶξιν πρὸς τὰς παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων, ἃς ἔλαβον ἐκεῖνοι ἀπ’ εὐθείας, παρουσιασθέντες οἱ ἴδιοι ὡς δηλωταὶ αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουδούρης (ἀναγινώσκει): «Ὁ Δημήτριος Βούλγαρης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Δεληγεώργης καὶ ὁ Ζαΐμης, τοὺς ὁποίους, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἐνθυμῆται, ἀλλοίας περὶ τιμῆς ἰδέας εἶχον· ἀλλοίας ἰδέας εἶχον περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἀδιάφορον ἂν αὐτὸς ἦτο καὶ Ὑπουργός. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι δὲν ἐφαντάσθησαν ποτὲ, ὅτι διαπράττουσι κατάχρησίν τινα, ἢ ὅτι ληστεύουν τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ζητοῦντες καὶ νομίμως λαμβάνοντες μεταλλεῖα...» Μετὰ τοῦτο δημοσιεύει ὁ κ. Βουδούρης τὰ Β. Διατάγματα, δι’ ὧν παρεχωρήθησαν μεταλλεῖα πρὸς τοὺς ἀειμνήστους Δ. Βούλγαρην, Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρον, Ἐπαμ. Δεληγεώργην καὶ Θρασύβουλον Α. Ζαΐμην, καὶ ἐπιφέρει ἐν τέλει (ἀναγινώσκει): «Ἤδη ἐρωτῶ τὸν κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴν, ὁ Βούλγαρης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Δεληγεώργης, Πρωθυπουργοὶ ὄντες καὶ λαβόντες μεταλλεῖα, ἦσαν κλέπται τοῦ δημοσίου πλούτου; Πάντες οἱ ἄλλοι ἔντιμοι πολιτευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον μεταλλεῖα, εἶναι ἄξιοι κατακρίσεως; Ὅπως καὶ χθὲς σᾶς εἶπον, δὲν ἐνδιαφέρομαι ποσῶς δι’ ἐμὲ, διότι ἐγὼ ἀντεπεξέρχομαι, ὅπως βλέπετε ὅτι ἀντεπεξέρχομαι, κατὰ τῶν συκοφαντῶν. Λυποῦμαι μόνον, διότι κατεπίκρανεν ἄνθρωπον φύσει εὐγενῆ καὶ καλοανατεθραμμένον! Ἀναγινώσκων ὁ κύριος οὗτος αὔριον τὴν πρωΐαν τὴν συνέντευξίν μου ταύτην, ἓν ἐκ τῶν δύο ὀφείλει νὰ πράξῃ· ἢ νὰ κηρύξῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του κλέπτας τοῦ δημοσίου πλούτου τοὺς Βούλγαρην, Δεληγεώργην, Κουμουνδοῦρον, διὰ νὰ λιθοβοληθῇ, ἢ νὰ μεταβῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν οἶκον τοῦ κυρίου Θεοτόκη καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ συγγνώμην διὰ τὸ ἄδικον, ὅπερ τοῦ ἔκαμε.»
§65Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί συνάγετε ἀπ’ αὐτά;
§66ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συνάγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἢ νὰ συναγάγῃ κατ’ ἀνάγκην πᾶς ἄνθρωπος λογικῶς σκεπτόμενος, ἀφοῦ σεῖς οὕτω πως θέτετε εἰς τὴν αὐτὴν γραμμὴν ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν κ. Θεοτόκην, καὶ θέλετε νὰ δικαιολογηθῆτε, προβάλλοντες τὸ παράδειγμα ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν ἐπίσης μεταλλεῖα. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, κατὰ πόσον θὰ ἦναι μὲ αὐτὴν τὴν δικαιολογίαν σας καὶ ὁ κ. Θεοτόκης εὐχαριστημένος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι, ἂν ἔχῃ αὐτὸς τοιούτους φίλους, ὡς ὑμεῖς, εἶναι περιττοὶ πλέον οἱ ἐχθροί του. Σᾶς ἀπέδειξα, Κύριοι, κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὑπὸ τὸν κ. Γ. Θεοτόκην, ὡς Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγένοντο παραχωρήσεις μεταλλείων καὶ ἐν ἔτει 1899 καὶ ἐν ἔτει 1901, ἐπὶ προφανεῖ παραβάσει τῶν ἄρθρ. 15, 25 καὶ 17 τοῦ νόμου ΧϞʹ περὶ μεταλλείων. Τὴν παράβασιν ταύτην ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ νῦν ὁ κ. Θεοτόκης, μεθ’ ὅλην τὴν πανθομολογουμένην εὐστροφίαν τοῦ πνεύματος καὶ τῆς γλώσσης του. Τὸ πολὺ–πολὺ δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὸς, ὡς ἐλαφρυντικὴν περίπτωσιν, τὸ προηγούμενον, καθ’ ὃ καὶ πάλαι ποτὲ ἔγειναν παραχωρήσεις μεταλλείων. Ἀλλὰ τοῦτο διόλου δὲν ἀπαλλάττει αὐτὸν τῆς εὐθύνης, καθόσον αἱ παραχωρήσεις ἐκεῖναι ἔγειναν πρὸ δεκαετηρίδων ὅλων. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένετο κατάδηλος πλέον τοῖς πᾶσιν ἡ ζημία ἡ ἀνυπολόγιστος, ἡ οὕτω πως προσγινομένη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας καθόλου. Ἀφοῦ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ παρενέπεσεν ὁ νόμος τοῦ πάλαι ἀρχηγοῦ του Τρικούπη, ὅστις ἠθέλησε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς καταχρήσεις ἐκείνας, ἀφοῦ ἔκτοτε ἡ Ἑλλὰς ἐκηρύχθη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸν διεθνῆ οἰκονομικὸν ἔλεγχον, ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε λόγῳ ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ ὑποπέσῃ νῦν εἰς τὰς πάλαι ἐκείνας παραβάσεις τοῦ νόμου, οὐδὲ δύνανται αὐταὶ νὰ χρησιμεύσωσι τὴν σήμερον ὡς ἐλαφρυντικὴ περίπτωσις. Ἐπὶ πᾶσι τούτοις καὶ κατὰ τοὺς πάλαι ἐκείνους χρόνους οὐδείς ποτε ἀπετόλμησεν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου παραχωρήσεις μεταλλείων ἐκτάσεως ἑκατοστύων ὅλων χιλιάδων στρεμμάτων καὶ ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὡς αὐτός. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, παρέσχον, νομίζω, εἰς ὑμᾶς τὴν μόνην ἀληθῆ, τὴν μόνην ὑπὸ τῆς λογικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένην ἐξήγησιν τῆς διαπραχθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Θεοτόκη παρανομίας κατὰ τὰς παραχωρήσεις ἐκείνας. Αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ γενικωτέρων λόγων, οὐδ’ ἐκ συμπαθείας βεβαίως πρὸς τοὺς Δ. Καρατζᾶν, Π. Παπαζαφειρόπουλον, Ν. Χατζηδημητρίου καὶ Α. Σταματιάδην ἢ πρὸς τοὺς Ι. Τζαμούραν καὶ Λ. Καράμπελαν, οὓς ὁ κ. Θεοτόκης οὐδὲ κατ’ ὄψιν ἴσως ἐγίνωσκεν. Αἱ παραχωρήσεις ἐκεῖναι ὑπῆρξαν κυρίως χαριστικαὶ πρὸς τοὺς ὄπισθεν αὐτῶν ὑποκρυπτομένους κ. κ. Β. Βουδούρην, Δ. Σοῦτσον καὶ Ἀντ. Καρατζᾶν, τοὺς εὐνοουμένους τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Χάριν αὐτῶν καὶ μόνων παρέβη οὗτος τὸν νόμον. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἐν ἐπιγνώσει ἔκαμε τὰς χαριστικὰς ἐκείνας παραχωρήσεις, ἀλλ’ ὅτι μᾶλλον παρεπείσθη ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τοῦτο. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω, πῶς αὐτὸς καὶ μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ σκανδάλου τῶν μεταλλείων ἐξακολουθεῖ διακείμενος οἰκειότατα πρὸς τοὺς πρωτουργούς του, καὶ προτάσσει μάλιστα τὸ στῆθός του εἰς ὑπεράσπισιν αὐτῶν. Περὶ τούτου ἂς παράσχῃ αὐτὸς ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῶν μεταλλείων εἶναι ζήτημα ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας. Ἐξ αὐτῶν ἀπεκδέχεται νῦν ἡ Ἑλλὰς κατὰ μέγα μέρος τὴν οἰκονομικήν της ἀνόρθωσιν. Ἀπέναντι δὲ τοιούτου ζητήματος δὲν εἶναι, νομίζω, ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μείνῃ ἀπαθής. Ὀφείλει αὐτὴ νὰ στρέψῃ ἀπερίσπαστον τὴν προσοχήν της εἰς τὴν διάσωσιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου τῶν μεταλλείων μας, θέτουσα τέρμα εἰς τὴν μέχρι τοῦδε καταχρηστικὴν διάθεσίν του. Τοῦτο θὰ κατορθωθῇ μόνον διὰ τῆς συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι μόνον περὶ ποινικῶν εὐθυνῶν πρόκειται νῦν, καὶ οὐχὶ περὶ πολιτικῶν, ἃς πρὸ πολλοῦ ἤδη ὑπέσχον οἱ ὑπεύθυνοι. Ἄλλως πολιτευομένη ἡ Βουλή, θὰ ἐπεδείκνυεν ἀσύγγνωστον ἀδιαφορίαν πρὸς ἓν τόσον ζωτικὸν ζήτημα, ἀντὶ δὲ νὰ περιστείλῃ τὸ κακόν, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, τοὐναντίον θὰ ἐπέτεινεν αὐτὸ ἐπὶ μᾶλλον, καὶ θὰ ἄφινεν οὕτω τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον τῶν μεταλλείων μας ἔκθετον εἰς τὴν γενικὴν διαρπαγήν...
§67Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ βραδύνητε; διότι ἐγὼ ἀνυπομονῶ νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα.
§68ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἰδοὺ ὅτι τελειώνω τὸν λόγον μου, μὲ μίαν συμβουλήν, ἣν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς ἰδιαιτέρως. Εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθητε πλέον, καὶ ἐν συντριβῇ καρδίας νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλήν: «Ἥμαρτον ἐν οὐρανῷ καὶ ἐνώπιόν σας, κύριοι Βουλευταί, καὶ οὐκ εἰμι ἄξιος πλέον κληθῆναι συνάδελφός σας». Μετὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ προσπέσητε εἰς τοὺς πόδας τοῦ κυρίου Θεοτόκη, νὰ νίψητε αὐτοὺς μὲ τὰ δάκρυά σας, καὶ νὰ ζητήσητε συγγνώμην, διότι τόσον κατεχράσθητε τὴν ἐμπιστοσύνην του.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§70Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ τὸν διαδεχθῶ ἐγώ;
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§72Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Εὐταξία, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ παραμείνητε, ἵνα μὲ ἀκούσητε, διότι θὰ λυπηθῶ πολύ, ἐὰν ἀπουσιάσητε.
§73ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μήπως φαντάζεσθε, ὅτι θὰ φύγω;
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θ’ ἀπαντήσω οὔτε εἰς τὰ γραφέντα οὔτε εἰς τὰ λεχθέντα. Ἔχω καθῆκον μόνον νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγένετο τὸ 1900 ἓν Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὅτι παρεχωρήθη εἰς τὴν κυρίαν Βώκου μεταλλεῖον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ παρεχωρήθη εἰς τὴν κυρίαν Βώκου ἐν ἔτει 1874, μόνον δὲ αἴτησις ὑπεβλήθη τὸ 1900 εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐπὶ τοῦ μεταλλείου τούτου ἐνεργηθῶσιν ἐργασίαι διὰ στοῶν. Κατὰ τὸν νόμον ὤφειλε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον νὰ παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ τὴν παρεδέχθη. Ἐλέχθη ἐπίσης καὶ ἐγράφη, ὅτι ἀπόφασις εἶχε ληφθῆ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως μὴ γείνουν Μεταλλευτικὰ Συμβούλια· ἀλλὰ τοιαύτη ἀπόφασις οὐδέποτε ἐλήφθη· προκαλῶ δὲ πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ μὲ διαψεύσωσιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ οὕτω.
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πανταχόθεν ἐπιεζόμην νὰ συγκαλέσω Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ προβῶ εἰς παραχωρήσεις μεταλλείων· ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς χώρας ἦτο ἐπιτακτική, ὅπως μὴ ὁ μεταλλευτικὸς πλοῦτος μένῃ νεκρός. Ἐν τούτοις ἐγκατέλειψα τὴν ἰδέαν τῆς συγκλήσεως τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου. Ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ ἀναφέρω ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος νὰ μάθῃ. Ἕν τῶν μεταλλείων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγένετο ὁ μεγαλείτερος πάταγος, ὡς μεγάλης ἀξίας, ἦτο τὸ ζητούμενον παρὰ τοῦ κ. Βίκτωρος Μελᾶ, ὅστις εἶναι ἐκμεταλλευτικὴ ἱκανότης. Ἐγράφη, ὅτι τὸ μεταλλεῖον ἐκεῖνο ἔσωσεν ἐκ τῶν ὀνύχων δὲν ἠξεύρω τίνων ἁρπάγων ὁ κ. Σιμόπουλος. Καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος περιφρονῶν δὲν ἀπήντησεν· ἀλλὰ τὸν προκαλῶ νὰ εἴπῃ, ἂν μοὶ ἔκαμε ποτὲ λόγον νὰ μὴ συγκαλέσω Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον.
§77Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν συνεκάλεσα Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, Κύριοι, ὅπως ἀποφύγω πᾶσαν παρεξήγησιν, διότι εἶχον Ὑπουργὸν συγγενῆ αἰτοῦντος καὶ ἔχοντος δικαίωμα νὰ λάβῃ. Διὰ τοῦτο ἐκάλεσα τὸν κ. Βουδούρην καὶ τῷ εἶπον: «Καίτοι βλέπω τὰ συμφέροντα τοῦ συγγενοῦς σας, ἐν τούτοις δὲν θὰ συγκαλέσω Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, διότι, ἂν συγκαλέσω τοιοῦτον, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἀρνηθῶ εἰς τὸν κ. Μελᾶν τὸ αἰτούμενον παρ’ αὐτοῦ μεταλλεῖον. Διὰ τοῦτο, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, δὲν θὰ συγκαλέσω Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον.» Καὶ τότε ἀπεφάσισα νὰ σχηματίσω ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον πρὸς κανονισμὸν τῆς παραχωρήσεως μεταλλείων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσχηματίσθη καὶ εἰργάσθη ἐπὶ μακρόν· ὁ χρόνος ὅμως παρήρχετο, καὶ αἱ πιέσεις, ἵνα συγκαλέσω Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ηὔξανον πανταχόθεν· συνέπεσε μάλιστα τότε ἡ ἀποπομπὴ τῶν ἐργατῶν τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου, καὶ πανταχόθεν ἠκούετο ἡ φωνὴ, διατὶ δὲν παραχωροῦνται μεταλλεῖά τινα, ὅπως ὁ κόσμος εὕρῃ ἐργασίαν. Τότε λοιπὸν, Κύριοι, ἀπεφάσισα νὰ διαθέσω ἐκεῖνα μόνον τὰ μεταλλεῖα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπῆρχε συζήτησις, οὔτε ἕτεραι αἰτήσεις, διέταξα δὲ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἑτοιμάσῃ τοὺς φακέλους τῶν αἰτήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν μόναι, καὶ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ὡς καὶ ὑπεβλήθησαν. Ἀλλὰ μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς πάταγος ἐγείρεται πάλιν, ἰδίως διὰ τὸ μεταλλεῖον παραχωρηθὲν ἐν Ἀττικῇ καὶ ἕτερον ἐν Λοκρίδι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι αἱ αἰτήσεις, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, στέλλονται εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μεταλλείων, ὅστις, μεταβαίνων ἐπὶ τόπου, ἐξετάζει τὴν ὑποβαλλομένην αἴτησιν καὶ τὰ ὅρια τοῦ αἰτουμένου μεταλλείου, ὅπως μὴ ἡ αἴτησις συμπέσῃ μὲ ἄλλας αἰτήσεις προγενεστέρας. Ἐν ὅσῳ δὲ δὲν γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραχωρηθῇ μεταλλεῖον. Ὑπάρχει λόγος σπουδαῖος πρὸς τοῦτο, διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβάλλονται ἑκατοντάδες αἰτήσεων περὶ μεταλλείων, ἀλλ’ αἱ πλεῖσται ἐγκαταλείπονται, εἴτε διότι ἐπείσθησαν οἱ ὑποβάλλοντες τὰς αἰτήσεις, ὅτι τὸ μεταλλεῖον δὲν ἔχει ἀξίαν, εἴτε διότι δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ λάβωσι τὴν παραχώρησιν, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ φόρου τῆς παραχωρήσεως. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «διατὶ προέβητε εἰς τὸ μέτρον τῆς παραχωρήσεως μόνον τῶν μεταλλείων, δι’ ἃ ὑπῆρχε μία αἴτησις;» Προέβην εἰς τοῦτο, ὅπως θέσω ἐκποδὼν πᾶσαν δυνατὴν παρεξήγησιν. Ὅτε συνεκλήθη τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς ὑπῆρχον περὶ τὰς 100 δηλώσεις, ἀλλ’ αἱ πλεῖσται ἐγκαταλελειμμέναι. Τότε ἐζητήθη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἑξῆς (ἀναφέρει ὀνομαστὶ αἰτήσεις τινὰς, ἐξ ὧν ἐγένοντο δεκταὶ μόνον αἱ μὴ ἀμφισβητούμεναι). Μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν αἰτήσεων τούτων ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας παρεπονέθη, ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν αἴτησίς τις τῶν ἀδελφῶν Θεοφιλάτου, ζητούντων μεταλλεῖον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν του συνέπιπτε μὲ τὸ παραχωρηθὲν εἰς τὸν Καρατζᾶν, καὶ οἱ ὁποῖοι Θεοφιλᾶτοι εἶχον ὑποκαταστήσει εἰς ἑαυτοὺς τὸν Ἰωάννην Εὐταξίαν. Γενομένης ἐξετάσεως μετὰ παραχώρησιν εἰς τὸν Καρατζᾶν, εὑρέθη ὅτι ὑπῆρχε μία αἴτησις, ἀλλ’ ἐγκαταλελειμμένη, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι οὐδέποτε ἐδήλωσαν, ὅπως ὁ ἐπιθεωρητὴς μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ γείνῃ πρᾶξις, ἄνευ τῆς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς παραχώρησιν. Ἐλέχθη ὅτι, προκειμένου περὶ μεταλλείων, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἱκανότης τῶν αἰτούντων, ἡ ἱκανότης τῶν πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παραχώρησις καὶ τὰ μέσα τὰ πρὸς ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ μεταλλείων, πότε ἐτηρήθη ἡ διάταξις αὕτη; Ἔρχομαι εἰς τὰ μεταλλεῖα Λοκρίδος· ταῦτα παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς Χατζηδημητρίου, Δελλαπόρταν καὶ λοιπούς. Ἡ αἴτησις αὐτῶν μὲ οὐδεμίαν ἄλλην συνέπιπτε· μία μόνον αἴτησις ὑπῆρχε τῶν Παπαζαφειροπούλου, Ρώτα καὶ Σκουμπουρδῆ, οἵτινες ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἡ αἴτησίς των ἐταυτίζετο πρὸς τὴν τῶν πρώτων. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ μεταλλείου τούτου ἐγὼ εἶχον διατάξει τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μεταλλείων νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ αὐτὸ, διότι εἶχον ἀπαράβατον ἀρχήν, καθ’ ὅσον ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω, νὰ μὴ προτείνω παραχώρησιν ὅπου συνέπιπτεν ἡ αἴτησις μὲ ἄλλας αἰτήσεις. Ἐνῷ ὅμως διέταξα τὸν ἐπιθεωρητὴν, οἱ ἐνδιαφερόμενοι τελευταῖοι ἐζήτησαν νὰ ἀναστείλω τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἐρωτῶ, τί ἀποδεικνύει τοῦτο; ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνοι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μεταλλεῖον δὲν συνέπιπτε πρὸς τὰ αἰτούμενα. Ἀλλὰ προσῆλθον εἰς ἐμὲ καὶ ἐπέδειξαν τὸ ἔγγραφον, περὶ οὗ ἐγένετο μνεία. Καὶ τότε, παρόντος τοῦ κυρίου Πάλλη, ἐκάλεσα τὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Σοῦτσον καὶ τῷ εἶπον, ἂν εἶναι δυνατὸν, ἐπὶ τοῦ σχεδίου, ὡς διετείνετο ὁ κ. Πάλλης, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ κριθῇ καὶ ἀποφασισθῇ, ἂν συμπίπτουσι τὰ μεταλλεῖα ταῦτα, καὶ ὁ κ. Σοῦτσος εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τοῦ Ὑπουργείου. Οὕτω λοιπόν, μὴ ὑπαρχούσης αἰτήσεως, προέβη τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν παραχώρησιν πρὸς τοὺς κυρίους Χατζηδημητρίου, Δελλαπόρταν καὶ λοιπούς. Ἀλλὰ τὰ πράγματα προχωροῦσιν ἔτι πλέον. Ὅτε ἠγέρθη ὁ πάταγος περὶ τῶν μεταλλείων, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Τριανταφυλλᾶκος διέταξε νὰ μεταβῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τοῦ εἰρημένου μεταλλείου. Μετέβη ὁ ἐπιθεωρητὴς, καὶ τί ἀπεδείχθη; ὅτι δὲν συμπίπτει τὸ μεταλλεῖον Παπαζαφειροπούλου, Ρώτα καὶ Σκουμπουρδῆ μὲ τὸ μεταλλεῖον Χατζηδημητρίου καὶ Δελλαπόρτα καὶ μετά τινων ἄλλων μεταλλείων· ἑπομένως ἦτο ἐλεύθερον καὶ ἠδύνατο τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον νὰ παραχωρήσῃ τοῦτο εἰς τοὺς Ρώταν καὶ Σκουμπουρδῆν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ πάταγος ἠγέρθη, διότι κατεπατήθησαν δικαιώματα! Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ πλούτου τοῦ Δημοσίου, περὶ οὗ ἠδιαφόρησα, διότι προκειμένου περὶ μεταλλείων τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἔγκειται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ καταπάτησις τῶν δικαιωμάτων, ἀφοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδενὸς τὰ δικαιώματα κατεπατήθησαν;
§79Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδὲ ὑπῆρχον δικαιώματα.
§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγω δικαιώματα, διότι ἐπανέλαβον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ὅτε ἀπεφάσισα τὴν πρόσκλησιν τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, εἶχον ἀποφασίσει νὰ παραχωρηθῶσιν ἐκεῖνα μόνον τὰ μεταλλεῖα, ἐφ’ ὧν ἑτέρα αἴτησις δὲν ὑπῆρχε· καὶ τοῦτο, ὅπως ἀποφύγω παρεξηγήσεις. Διότι ἐσκεπτόμην κατ’ ἐμαυτόν, ὅτι οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ διαπράξῃ τὴν ἀνοησίαν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπιτυχίαν παραχωρήσεως, ὅτε ὑπῆρχον ἄλλαι αἰτήσεις. Ἐγένετο λόγος περὶ αἰτήσεως Νοβάρρα τινός· οὗτος ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὴν Νομαρχίαν Φθιώτιδος, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ μεταλλείου,—ὡς διετείνετο ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἐπανειλημμένως κληθεὶς παρ’ ἐμοῦ,—κειμένου εἰς τὴν περιφέρειαν ὄχι τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, ἀλλὰ τοῦ τῆς Βοιωτίας, ἑπομένως ἡ αἴτησις αὐτοῦ ἦτο ἄκυρος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι τὰ ἔγγραφα τὰ γιγνόμενα συνεπείᾳ ἀκύρου αἰτήσεως οὐδὲν εἶχον κῦρος. Ἀλλ’ ἐζητήθη καὶ ἕτερον μεταλλεῖον ἐν Λοκρίδι παρὰ τοῦ Νέστορος Στεφάνου, μεταλλεῖον γαιανθράκων, κείμενον ἐν τοῖς δήμοις Δαφνησίων καὶ Λαρύμνης. Καὶ ἐπρότεινα τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου τούτου, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη αἴτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δι’ ἐπιστολῆς του ὁ κ. Ἀθανάσιος Εὐταξίας ὑπεστήριζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ παραχώρησις, διότι τὸ μεταλλεῖον ἐκεῖνο εἶχε ζητήσει ὁ ἀδελφός του Χαράλαμπος Εὐταξίας καὶ ὁ Μίλησης. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Χαράλαμπον Εὐταξίαν καὶ τὸν κ. Μίλησην, εἶχον αὐτοὶ τὰ προσόντα, ἅτινα ἀνέπτυξεν αὐτὸς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τῶν ὁποίων μόνον ὑπαρχόντων ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου; Ἐν τούτοις τὸ παράπονον ἐκεῖνο ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, καίτοι ἡ πρᾶξις εἶχε γείνῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια, ἣν ἔκαμα ἐπὶ τῶν μεταλλείων, καὶ ἥτις ἔδωκε χώραν εἰς ὅλον τὸν πάταγον, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσε πρὸς δυσφήμισιν· διότι ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ προλαλήσας καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι «οὐδεὶς πιστεύει, ὅτι ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἠδύνατο νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς αὐτόν.» Ἀλλ’ ὅτε ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ γραφέντα, τὰ ὁποῖα βεβαίως καὶ ὅλοι ὑμεῖς ἀνεγνώσατε, οἱ ὑπαινιγμοὶ, αἱ διατυπωθεῖσαι κατηγορίαι, ἀπετάθημεν εἰς τὰ Δικαστήρια. Καὶ τί ἠδυνάμεθα ἄλλο νὰ πράξωμεν, ὅτε ἐν ἄρθρῳ ἐφημερίδος ῥητῶς ἐλέγετο, ὅτι διὰ λόγους ἰδιοτελείας προέβημεν εἰς παραχώρησιν μεταλλείων; Κατηγορήσαμεν, καὶ ὁ κατηγορούμενος διέφυγεν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ πρᾶξίς του δὲν ἦτο ἀξιόποινος, καὶ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ συκοφαντίας. Ἀλλὰ πάλιν, τὴν ἐπαύριον τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος ἐπανέλαβε τοὺς ὑπαινιγμοὺς καθ’ ἡμῶν. Τότε, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, ἀνέστειλα τὴν ὑποβολὴν τοῦ Διατάγματος, ὅπως ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα. Κατόπιν δ’ ἐξετάσεως τί ἐβεβαιώθη; ὅτι ἦτο φανταστικὴ ἡ σύμπτωσις τοῦ μεταλλείου τοῦ παραχωρηθέντος πρὸς τὸ μεταλλεῖον τοῦ Νέστορος Στεφάνου, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι ἀδίκως δὲν ἐδόθη τὸ μεταλλεῖον εἰς τὸν Στεφάνου, ὅστις εἶχε κάμει αἴτησιν. Οὕτω λοιπὸν ἐν Ἀττικῇ εὑρίσκομεν τὸν Ἰωάννην Εὐταξίαν, ἐν Λοκρίδι τὸν Χαράλαμπον Εὐταξίαν.
§81Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐν Μεγαλοπόλει τὸν Ἰωάννην Εὐταξίαν μὲ τοὺς δύο Ἰταλούς.
§82Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἀπαγορεύεται εἰς ἐμὲ νὰ δηλώσω μεταλλεῖον;
§83Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λέγω τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν τοιαῦτα γίνωνται, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔρχησθε εἰς ἐφημερίδα καὶ νὰ δηλῶτε, ὅτι οὐδέποτε ἀνεμίχθητε εἰς μεταλλεῖα, καὶ ὅτι δίδετε 100,000 δραχμὰς εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε καταδείξει ὅτι ἀνεμίχθητε εἰς μεταλλεῖα!
§84Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ;
§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ περὶ ἐκείνου, ὅστις ἀπὸ δεκατεσσάρων ἤδη μηνῶν διασύρει τὴν ὑπόληψιν τιμίου ἀνθρώπου· πρόκειται περὶ τοῦ διαβεβαιοῦντος ὅτι αὐτὸς δὲν ἐζήτησε μεταλλεῖον, ἐνῷ βλέπομεν αὐτὸν ἐνδιαφερόμενον ἐν Ἀττικῇ, ἐν Λοκρίδι, ἐν Μεγαλοπόλει! Δικαιοῦται λοιπὸν αὐτὸς νὰ κατηγορῇ ἐκείνους, οἵτινες οὐδὲν συμφέρον ἔχουν εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις; Ὑπέστην, Κύριοι, ἀληθὲς μαρτύριον, τὸ μαρτύριον, εἰς ὃ ὑπόκειται ὁ ἄνθρωπος ὁ νομίζων ὅτι τὸ πᾶν ἔκαμεν, ἵνα ἐκτελέσῃ εὐόρκως τὸ καθῆκόν του, ὑπέστην πικρίας τρομεράς! Ἐλπίζω εἰς τὸν Θεὸν, ὅτι θέλει μοὶ ἀποδώσει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἤθελον καταδεχθῆ ποτὲ νὰ... (συγκίνησις τοῦ ῥήτορος καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§86Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ὁ κύριος Θεοτόκης, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, οὐδόλως φαίνεται ἐνδιαφερόμενος διὰ τὰς παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ζήτημα τὸ φλέγον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς συζήτησιν, δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Μάλιστα, μάλιστα.
§88Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, παρακαλῶ.
§89Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου.
§90Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Δαούτη, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐπὶ 13 μῆνας διασύρεται ἡ ὑπόληψίς μου καὶ τὸ ὄνομά μου εἰς τοὺς δρόμους.
§91Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἐπείσθη καὶ ἡ κοινωνία ἐπείσθη.
§92Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριε συνάδελφε, νὰ δοθῶσι μερικαὶ ἐξηγήσεις.
§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ Γεωργίου Θεοτόκη, ὡς Γεωργίου Θεοτόκη, καὶ τοῦ Βασιλείου Βουδούρη, ὡς Βασιλείου Βουδούρη, οἱ Κύριοι οὗτοι εἶχον δικαίωμα νὰ περιφρονήσωσι τοὺς κατηγόρους· ἀλλὰ πρόκειται περὶ Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους. Καὶ εἶχε δικαίωμα ὁ κύριος Θεοτόκης νὰ περιφρονήσῃ τοὺς κατηγόρους, διότι ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὡς δήμαρχος ἐν Κερκύρᾳ διῴκησεν ἐξόχως τὸν δῆμον ἐκεῖνον, καὶ διεκόσμησε τὴν πόλιν, δαπανήσας πολλὰ χρήματα ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, οὐδεὶς δὲ εὑρέθη νὰ εἴπῃ οὔτε λέξιν περὶ τῆς διαχειρίσεώς του ἐκείνης. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ἀπεστάλη διὰ τὴν ἐνοποίησιν τῶν δανείων, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐπανέλθῃ πλούσιος ἐκεῖθεν, οἱανδήποτε λύσιν καὶ ἂν ἐλάμβανε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο· ἀλλ’ ἐπανῆλθε τοσοῦτον μέγας, ὥστε οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ τι κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ Θεοτόκη καὶ Βουδούρη, πρόκειται περὶ Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὀφείλουσιν οὗτοι ν’ ἀπολογηθῶσιν· οὐδεμία δ’ ἄλλη ὑπόθεσις εἶναι ἀνωτέρα ταύτης, διότι ἡ ὑπόληψις τῶν Ὑπουργῶν διασύρεται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ ὑπέστη μεγίστην περιφρόνησιν ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἠτιμάσθη ἐξ αἰτίας τῶν συκοφαντῶν. Τὸ νόμισμα αὐτὸ τὸ ἐχειρίσθησαν καὶ εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη μαρτύρια εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ Κράτους. Ἐλέγετο τότε, ὅτι εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ οἴκου τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκείνου ἐργοστάσιον πλῆρες εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ, ἵνα πλουτήσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος! Καὶ ἔπρεπε ν’ ἀποθάνῃ ἐκεῖνος, ἵνα ἀποδειχθῇ, πόσον τιμίως διεχειρίσθη τὰ κοινά.
§94ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ὅτε ἔζη, οὐδεὶς ἐπίστευε τὰς διαδόσεις ἐκείνας.
§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι οἱ πλούσιοι ἐν Ῥωσσίᾳ παρεξενεύοντο, πῶς ἠδύνατο Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι τοιοῦτος λωποδύτης! Ὑπέστην τότε μεγάλην ὕβριν ἐν ἀτμοπλοίῳ ἐγὼ αὐτὸς ἀπὸ Ἕλληνας, καὶ ἂν ὁ πλοίαρχος καὶ οἱ παρευρεθέντες τότε ἐκεῖ δὲν ἐπενέβαινον, αἱ σκηναὶ θὰ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε θὰ ἤμην δυστυχὴς σήμερον. Τοιαύτην ὕβριν ὑπέστην ἐγὼ ἐκ τῆς συκοφαντίας ἐκείνης κατὰ τοῦ πατρός μου! Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Θεοτόκη, οὐδὲ περὶ τοῦ Βουδούρη, πρόκειται περὶ Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει ὑποχρέωσιν, ἔχει καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα νὰ ἀγορεύσῃ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§97Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ μοὶ δοθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι Βουλευταί, εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγίνης Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, ν’ ἀπολογηθῶ, διότι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο αἰσθάνομαι. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ἵνα γείνω κατήγορος ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὸ θράσος, ἐπὶ τοῦ ψεύδους στηριζόμενοι, νὰ μὲ συκοφαντήσουν. Ἔχω τὸ καθῆκον, Κύριοι, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὅσα ἐγράφησαν—καὶ δυστυχῶς παρὰ πρώην Ὑπουργοῦ—εἶναι ὅλα ψευδέστατα. Διασύρεται ἐπὶ 13 ἤδη μῆνας ἡ ὑπόληψίς μας, καὶ εἴχομεν τὴν Ἰώβειον ὑπομονὴν, περιμένοντες νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐγράφησαν ἦσαν ψευδέστατα. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, Κύριοι, δι’ ὑμᾶς μόνον, διότι ὑμεῖς πάντες γνωρίζετε τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, καὶ γνωρίζοντες τὸν νόμον ἐκεῖνον, γνωρίζετε, ὅτι, καὶ ἀληθῆ ἂν ἦσαν ὅσα κατήγγειλεν ὁ πρώην συνάδελφος, ἦσαν νόμιμα. Θὰ ὁμιλήσω διὰ νὰ μεταδώσωσιν ἐκεῖνοι οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῷ θεωρείῳ ἐκείνῳ (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων) αὔριον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅλα, ὅσα θὰ εἴπω, διὰ νὰ πεισθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, ὅτι ὑβριζόμεθα καὶ συκοφαντούμεθα ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος παρ’ ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδὲν κακὸν ἐπράξαμεν. Ἀνέλαβον αὐτοὶ τὸν ἀγῶνα διὰ τοῦ τύπου, σκορπίζοντες εἰς τὰς ὁδοὺς ἑκατομμύρια φαντασιώδη, τὰ ὁποῖα ἐγνώριζον πόσον ἠλεκτρίζουσι τὰ πλήθη, καὶ ἀποδίδοντες εἰς ἡμᾶς πράξεις, ἂν ὄχι ἐγκληματικὰς, ἀλλὰ κακοήθεις, μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ συκοφαντήσουν. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκπληρώσω τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Βουλὴν δὶς ἔδωκα, ὅτι θὰ ἀποδείξω διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι οἱ καταγγέλλοντες ἡμᾶς ἐψεύδοντο ἀσυστόλως. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσοχήν σας καὶ τὴν ὑπομονήν σας, νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ μείνῃ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ πεισθῇ, ὅτι ὅσα κατήγγελλον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπὶ 13 μῆνας ἦσαν ὅλα ψεύδη. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀναλαβόντες τὸν ἀγῶνα αὐτόν; Οἱ ἀναλαβόντες τὸν ἀγῶνα αὐτὸν εἶναι ὁ πρώην Ὑπουργὸς καὶ βουλευτὴς Ἀθανάσιος Εὐταξίας καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος «Ἀκροπόλεως», ὁ γνωστὸς Βλάσιος Γαβριηλίδης. Οἱ δύο αὐτοὶ εἶναι οἱ ἥρωες ὅλου αὐτοῦ τοῦ σκανδάλου! Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὠθήσαντες αὐτοὺς, θὰ σᾶς τοὺς εἴπω κατόπιν, διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μάθῃ τοὺς λόγους, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ποιότητα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐν ἔτει 1861, βασιλεύοντος εἰσέτι ἐν Ἑλλάδι τοῦ Ὄθωνος, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος περὶ μεταλλείων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου αὐτοῦ, «πᾶς Ἕλλην ἢ καὶ ἀλλοδαπὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὴν παραχώρησιν μεταλλείου.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου, «ἡ Κυβέρνησις κρίνει περὶ τῶν αἰτιῶν καὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς, ἂν πλείονες ἐξαιτῶνται τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, παραχωρεῖται τοῦτο κατὰ προτίμησιν εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν κατὰ τοὺς ὅρους τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6.» Ὁ νόμος λοιπὸν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς πάντα Ἕλληνα ἢ καὶ ἀλλοδαπὸν νὰ ζητήσῃ παραχώρησιν μεταλλείου. Δίδει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ κατὰ προτίμησιν τὰ μεταλλεῖα. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη κατὰ πρῶτον ἐν ἔτει 1861, καὶ ἡ πρώτη παραχώρησις ἦτο ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν Βασίλειον Μελᾶν, εἰς τὸν ὁποῖον παρεχωρήθησαν τὰ θειωρυχεῖα τῆς Μήλου. Κατόπιν ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὸ 1867, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, καὶ παρεχωρήθησαν 18 μεταλλεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἓν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Εὐθύμιον Κεχαγιᾶν. Κατὰ τὸ 1868, πρωθυπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Δημ. Βούλγαρη, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 15 μεταλλεῖα, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἓν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Παναγιώτην Βάρβογλην. Κατὰ τὸ 1869, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 12 μεταλλεῖα. Ἐπίσης κατὰ τὸ 1870, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Κουμουνδούρου, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 55 μεταλλεῖα. Πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ Δ. Βούλγαρη κατὰ τὸ 1871, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 28 μεταλλεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἓν εἰς αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου Δ. Βούλγαρην, ὡς καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν Γ. Μπούμπουλην καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς στρατηγὸν Σπυρομήλιον. Πρωθυπουργοῦντος τοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη κατὰ τὸ 1872, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 190 μεταλλεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν εἰς αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου Ἐπ. Δεληγεώργην, ὡς καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν Σωτ. Πετιμεζᾶν, καὶ εἰς διαφόρους Βουλευτάς. Πρωθυπουργοῦντος τοῦ Δ. Βούλγαρη κατὰ τὸ 1874, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 36 μεταλλεῖα, δύο δ’ ἐξ αὐτῶν παρεχωρήθησαν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Βασίλειον Νικολόπουλον. Κατὰ τὸ 1875, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Κουμουνδούρου, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 22 μεταλλεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν Ἀνδρέαν Αὐγερινόν. Κατὰ τὸ 1878 ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 26 μεταλλεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον. Εἰς τὰ 1890, ἐπὶ Χαριλ. Τρικούπη, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 6 ὀρυχεῖα. Κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ καὶ νῦν ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεχωρήθησαν 8 μεταλλεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ φίλους τῆς Κυβερνήσεως Ἀσημάκην Χριστόπουλον καὶ Π. Λεβέντην. Κατὰ τὸ 1898, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Θρ. Ζαΐμη, παρεχωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου 40 μεταλλεῖα εἰς διαφόρους, καὶ τέλος ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Θεοτόκη, κατὰ τὸ 1899, παρεχωρήθησαν 9 μεταλλεῖα, καὶ κατὰ τὸ 1901 παρεχωρήθησαν 45 μεταλλεῖα. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διῴκησαν τὴν Ἑλλάδα, ἔκαμαν Μεταλλευτικὰ Συμβούλια καὶ παρεχώρησαν μεταλλεῖα, μεταξὺ δ’ αὐτῶν παρεχωρήθησαν καὶ εἰς Πρωθυπουργοὺς καὶ εἰς Ὑπουργοὺς καὶ εἰς Βουλευτὰς, χωρὶς οὐδείς ποτε νὰ μεμφθῇ τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, διότι τότε δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ πολιτικῇ ἄνθρωποι τῆς πολιτικῆς ἀνατροφῆς τοῦ Ἀθανασίου Εὐταξία. Ἔχω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐνταῦθα ὅλα τὰ Διατάγματα, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ γενομένη εἰς Πρωθυπουργοὺς, Ὑπουργοὺς καὶ Προέδρους Βουλῶν παραχώρησις μεταλλείων. Καὶ ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ σᾶς ἀποδείξω διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας ἐψεύδετο καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ὅπως προετοιμάσῃ τὸ ἔδαφος τῆς καθ’ ἡμῶν προσβολῆς του, ἐφρόντισε διὰ δύο ἐμπίστων φίλων του, τοὺς ὁποίους ἀποφεύγω νὰ ὀνομάσω, νὰ γραφῶσιν εἰς διάφορα φύλλα, ὅτι ἐγὼ καὶ μέλος τι τῆς οἰκογενείας τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκη μετείχομεν τῶν παραχωρηθέντων ἐν Λοκρίδι μεταλλείων. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν εἰδήσεων τούτων ἐν ταῖς ἐφημερίσι, τὴν 23 Ἀπριλίου 1902 ἐν τῷ φύλλῳ τῆς «Ἀκροπόλεως» ἐδημοσιεύετο ἄρθρον, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Τὰ μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος. Μέγα σκάνδαλον!» Διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου κατηγγέλλοντο ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Γ. Θεοτόκης, ἐγὼ καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων κ. Δ. Σοῦτσος, ὅτι ἐκ συστάσεως καὶ ἰδιοτελείας παρεχωρήσαμεν μεταλλεῖα, καταπατήσαντες τὴν προτεραιότητα ἄλλων, οἵτινες πρῶτοι εἶχον δηλώσει ταῦτα. Σὺν τοῖς ἄλλοις δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ ἐγράφοντο καὶ τὰ ἑξῆς: «Λέγεται ὅτι πρὸ τοῦ Παπαζαφειροπούλου εἶχε δηλώσει τὰ ἐν Λοκρίδι μεταλλεῖα εἷς κύριος, ὀνόματι Ἰωαννίδης, ὅστις ὁμοῦ μετὰ τῆς αἰτήσεώς του εἶχεν ὑποβάλει ἀκριβῆ ἀνάλυσιν καὶ περιγραφὴν αὐτῶν. Τούτων λαβὼν γνῶσιν ὁ κύριος Σοῦτσος, ὡς ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων, καὶ πεισθεὶς ἐξ αὐτῶν, ὅτι πρόκειται περὶ πολυτιμοτάτων μεταλλείων, ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Β. Βουδούρην, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς συνεννοήσεως ταύτης ἦτο νὰ ἀναθέσωσιν αὐτοὶ εἰς τὸν κ. Παπαζαφειρόπουλον, ἄνθρωπον τῆς ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας τοῦ κ. Σούτσου, ὅπως ὑποβάλῃ νέαν δήλωσιν διὰ τὰ προκείμενα μεταλλεῖα, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ἐξησφάλισαν ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν συνιδιοκτησίαν ἐπ’ αὐτῶν. Τότε δὲ ὁ μὲν κ. Σοῦτσος, ὡς ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων, ἔκαμεν ἔκθεσιν ὑπὲρ τοῦ κ. Παπαζαφειροπούλου, ὁ δὲ κ. Βουδούρης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἔχων ἐν τούτῳ, ἐὰν τὰ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων γραφόμενα ἦναι ἀληθῆ, συμπράκτορα καὶ τὸν κ. Θεοτόκην, ὡς Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις πιθανὸν καὶ ἄνευ ἰδιαιτέρου συμφέροντος νὰ ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἰδιαίτερον εὐνοούμενόν του μεταξὺ ὅλων τῶν συναδέλφων του, ἐπέτυχεν ἐν τῷ Μεταλλευτικῷ Συμβουλίῳ, οὗτινος αὐτοὶ ἦσαν τὰ σπουδαιότατα μέλη, τῆς παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις ἐχρησίμευσεν οὕτω δι’ αὐτοὺς ὡς ἁπλοῦς homme des bois.» Τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν εὐθύνην ἀνέλαβεν ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας μετὰ τὴν κατὰ τῆς «Ἀκροπόλεως» καταγγελίαν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκη. Τῇ 25 Ἀπριλίου 1902 ἐδημοσιεύετο εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» δεύτερον ἄρθρον, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀθανασίου Εὐταξία, ὅστις μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔγραφε τὰ ἑξῆς: «Ἐγὼ ὑπολαμβάνω δευτερευούσης ὅλως σημασίας τὸ ζήτημα, ἐὰν οἱ τυχόντες τῆς παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων ἐν Λοκρίδι καὶ Ἀττικῇ καλοῦνται Παπαζαφειρόπουλος καὶ Καρατζᾶς καὶ ἔχουσιν ἄλλους συνεταίρους, φανεροὺς ἢ ἀφανεῖς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ κύριον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς. Διατὶ αὐτοὶ προεκρίθησαν ἄλλων, προδηλωσάντων τὰ αὐτὰ μεταλλεῖα, ὁποῖοι εἶναι ἐν μὲν Λοκρίδι οἱ κ. κ. Ἰωαννίδης καὶ Νοβάρρας, Ρώτας καὶ Πατρινὸς, ἐν δὲ Ἀττικῇ ὁ κ. Θεοφιλᾶτος; Διατὶ ἐχαρίσθησαν οὕτω εἰς τοὺς κ. κ. Παπαζαφειρόπουλον καὶ Καρατζᾶν ἑκατομμύρια ὅλα, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ἐν Λοκρίδι ἀμείλικτος διωγμὸς διεξήγετο κατὰ τῶν μικροφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ῥιπτομένων πολλάκις εἰς τὰς φυλακὰς διὰ 10 καὶ 15 δραχμὰς, ἃς ὅπως προσπορισθῶσιν, ἠναγκάζοντο ἐνίοτε νὰ πωλῶσι καὶ αὐτὸν τὸν σπόρον των;» κλπ. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, 25 Ἀπριλίου, ὁ αὐτὸς Ἀθανάσιος Εὐταξίας ἔδιδε συνέντευξιν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρὸς», καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔλεγεν: «Ὁ μεταδοὺς τὰς σχετικὰς πληροφορίας εἰς τὸ «Ἄστυ» ἐψεύσθη ἐν ἐπιγνώσει, ἰσχυριζόμενος ὅτι διὰ τὰ μεταλλεῖα τὰ παραχωρηθέντα εἰς τοὺς κ.κ. Καρατζᾶν, Παπαζαφειρόπουλον καὶ Σὰν δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι αἰτήσεις. Σᾶς βεβαιῶ μὲ τὸν αὐθεντικώτερον τρόπον, ὅτι διὰ τὰ αὐτὰ μεταλλεῖα εἶχον ὑποβάλει δηλώσεις πρὸ τῶν ἀνωτέρω Κυρίων διὰ μὲν τὰ ἐν Λοκρίδι οἱ κ. κ. Ἰωαννίδης καὶ Νοβάρρας, Ρώτας καὶ Πατρινὸς, διὰ δὲ τὸ ἐν Ἀττικῇ ὁ κ. Θεοφιλᾶτος, ἰδιοκτήτης τοῦ Χαρβατίου. Αἱ δηλώσεις των εὐτυχῶς ὑπάρχουσι κατατεθειμέναι ἐν τῷ σχετικῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, μόνον δὲ ὁ λαβὼν διαζύγιον ἀπὸ τῆς ἀληθείας δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν. Τώρα διατὶ τῶν ἄλλων τούτων δηλωτῶν προεκρίθησαν οἱ κ. κ. Καρατζᾶς καὶ Παπαζαφειρόπουλος, θὰ τὸ ἐξηγήσω ἐν τοῖς δημοσιευομένοις ἄρθροις μου.» Ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, προκειμένου περὶ τῶν τεσσάρων μεταλλείων, τῶν παραχωρηθέντων ἐν Λοκρίδι, ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας ἀποδίδει εἰς ἡμᾶς, ὅτι παρεχωρήσαμεν μεταλλεῖον εἰς τὸν κ. Παπαζαφειρόπουλον, καταπατήσαντες τὰ δικαιώματα τῆς προτεραιότητος τοῦ Ἰωαννίδου, παρεχωρήσαμεν μεταλλεῖον εἰς τὸν Α. Σταματιάδην, καταπατήσαντες τὰ δικαιώματα τοῦ Νικοσία Νοβάρρα, κατεπατήσαμεν τὰ δικαιώματα τῶν κ. κ. Ρώτα, Σκουμπουρδῆ καὶ Πατρινοῦ, παραχωρήσαντες κατὰ προτίμησιν τὸ μεταλλεῖον εἰς τοὺς Βάλβην, Παπαζαφειρόπουλον, Δελλαπόρταν καὶ Χατζηδημητρίου. Καὶ ἠδύναντο, Κύριοι, ὅλα ταῦτα νὰ ἦναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φωνασκῇ καὶ νὰ καταγγέλλῃ, διότι ὁ νόμος δὲν ἀναγνωρίζει προτεραιότητα, ἀλλὰ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ΧϚʹ περὶ μεταλλείων νόμου, νὰ παραχωρῇ κατὰ προτίμησιν τὰ μεταλλεῖα. Ἀλλ’ ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας, γράφων ὅ,τι ἔγραφεν, ἐψεύδετο καὶ ἐσυκοφάντει. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποκαλῶ συκοφάντην, διότι τοῦτο ἀντλῶ ἐκ τῶν δημοσίων ἐγγράφων, τῶν κατατεθέντων, τὰ ὁποῖα ἀμέσως θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Μεταξὺ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἶναι καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 21787 ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον λέγει: 1) «Ὁ κ. Παπαζαφειρόπουλος δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος ἐζήτησε τὴν παραχώρησιν μεταλλείου σιδήρου ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος. Ἡ αἴτησίς του φέρει χρονολογίαν 18 Μαρτίου 1900. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μεταλλείου οὐδεμία ἄλλη αἴτησις, οὔτε προγενεστέρα οὔτε μεταγενεστέρα, ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.» Ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, τίνος δικαιώματα κατεπατήθησαν διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου τούτου εἰς τὸν Παπαζαφειρόπουλον, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ἐγγράφου του βεβαιοῖ, ὅτι τὸ μεταλλεῖον τοῦτο οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἐζήτησεν; 2) «Ὁ κ. Ν. Χατζηδημητρίου δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος, φερούσης ἡμερομηνίαν 18 Μαρτίου 1900 ᾐτήσατο τὴν παραχώρησιν μεταλλείου σιδήρου ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τῆς Λοκρίδος. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δὲ μεταλλείου οὐδεμία ἄλλη αἴτησις ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.» Καὶ ἐρωτῶ, τίνος δικαιώματα κατεπατήθησαν διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου τούτου εἰς τὸν Χατζηδημητρίου, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τοῦτο, καθ’ ἃ τὸ Ὑπουργεῖον βεβαιοῖ; 3) «Οἱ κ. κ. Χριστόδουλος Δελλαπόρτας, Ν. Χατζηδημητρίου, Α. Βάλβης καὶ Π. Παπαζαφειρόπουλος δι’ αἰτήσεώς των πρὸς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος ἐζήτησαν τὴν παραχώρησιν μεταλλείου σιδήρου ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος. Ἡ αἴτησίς των φέρει χρονολογίαν 10 Φεβρουαρίου 1899. Τὴν 20 Φεβρουαρίου 1899 οἱ ἀνωτέρω Κύριοι δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν προσωρινῆς ἐξορύξεως 100 τόννων λόγῳ δείγματος, καὶ ἡ ἄδεια τοῖς ἐχορηγήθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10712 τῆς 26 Μαρτίου 1899 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν», τὸ ὁποῖον καὶ σᾶς ἀναγινώσκω. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Τὴν 4 Αὐγούστου τοῦ 1899 ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων ἐνεργεῖ τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ γνωμοδοτεῖ νὰ παραχωρηθῇ τὸ μεταλλεῖον εἰς τοὺς εἰρημένους Κυρίους, κάμνων γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἐζήτησε, καὶ ὅτι οὐδεμία ἔνστασις ὑπάρχει. Ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ κ. κ. Ῥώτας, Σκουμπουρδῆς καὶ Πατρινὸς ᾐτήσαντο τὴν παραχώρησιν τοῦ αὐτοῦ, ὡς ἰσχυρίζονται, μεταλλείου, ἡ δὲ αἴτησίς των φέρει χρονολογίαν 18 Νοεμβρίου 1899. Καὶ ἤδη, κύριοι Βουλευταί, ἐρωτῶ, κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα τῶν Κυρίων αὐτῶν, οἵτινες μετὰ δέκα ὁλοκλήρους μῆνας κατόπιν ἐζήτησαν τὸ μεταλλεῖον τὸ εἰς τοὺς πρώτους παραχωρηθέν, οἵτινες τὸ ἐζήτησαν τὴν 10 Φεβρουαρίου; Ἀλλ’ ὅτι, Κύριοι, δὲν εἶχον τὴν προτεραιότητα οἱ κ. κ. Σκουμπουρδῆς, Πατρινὸς καὶ Ῥώτας, τοῦτο ὁμολογεῖ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Σκουμπουρδῆς διὰ τῆς εἰς χεῖράς μου ἰδιοχείρου ἐπιστολῆς του, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κύριον Βάλβην, καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, διαταχθείσης ἐπιθεωρήσεως, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ὑπὸ τῶν κυρίων Ῥώτα, Σκουμπουρδῆ καὶ Πατρινοῦ αἰτούμενον μεταλλεῖον οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε μὲ τὸ ὑπὸ τῶν κ. κ. Βάλβη, Δελλαπόρτα κλπ. ζητηθὲν καὶ εἰς αὐτοὺς παραχωρηθὲν μεταλλεῖον, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἥτις εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. 4) Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξάγεται, ὅτι ὁ Ἀναστ. Σταματιάδης ᾐτήσατο τὴν παραχώρησιν μεταλλείου σιδήρου ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τῆς Λοκρίδος, καὶ ὅτι ἡ αἴτησίς του φέρει χρονολογίαν 18 Μαρτίου 1900, ἐνῷ ἡ τοῦ Νικοσία Νοβάρρα αἴτησις φέρει χρονολογίαν 1 Ἰουλίου 1900. Τὸ δὲ ἔγγραφον προσθέτει: «... Ἀλλ’ ἡ αἴτησις αὕτη ἠκυρώθη, διότι ἐκ τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων ἐπιτοπίου ἐξετάσεως τοῦ μεταλλείου τούτου ἀπεδείχθη, ὅτι τοῦτο ἔκειτο οὐχὶ ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, ὡς ἐδηλώθη, ἀλλ’ ἐν τῷ δήμῳ Ἀκραιφνίου τοῦ νομοῦ Βοιωτίας.» Τὴν πλάνην δὲ ταύτην ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς ὁ δηλωτὴς Νοβάρρας διὰ τῆς ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1901 ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἤδη, κύριοι Βουλευταί, σᾶς ἐρωτῶ: δὲν ἐψεύδετο καὶ ἐσυκοφάντει ὁ Ἀθ. Εὐταξίας, ὅτε ἰσχυρίζετο, ὅτι κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἰωαννίδου, ὅτι κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Νοβάρρα, ὅτι κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα τῶν Ῥώτα, Σκουμπουρδῆ καὶ Πατρινοῦ; Ὁ Ἰωαννίδης, κύριοι Βουλευταί, οὐδαμοῦ φαίνεται ὡς δηλωτὴς μεταλλείου ἐν Λοκρίδι, καὶ ὅτε περὶ τούτου βεβαιωθεὶς ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὁ Ἰωαννίδης εἶναι πρόσωπον ἀνύπαρκτον, ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας ἐν συνεντεύξει του, καταχωρισθείσῃ εἰς τὸ φύλλον τοῦ «Νέου Ἄστεως» τῆς 30 Μαρτίου, ἔσχε τὸ θράσος μεταξὺ ἄλλων νὰ λέγῃ: «Ὁ κ. Βουδούρης ἰσχυρίσθη ὅτι παρεστήσαμεν ὡς πρῶτον δηλωτὴν ἕνα Ἰωαννίδην, πρόσωπον ἀνύπαρκτον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶπον ποτὲ τίποτε περὶ κανενὸς Ἰωαννίδου»! Καὶ τώρα, κύριοι Βουλευταί, ποία ὀνομασία χρειάζεται εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον; Δι’ ἀλλεπαλλήλων ἄρθρων του ἐστήριξεν ὁλόκληρον κατηγορίαν κατὰ τοῦ κυρίου Θεοτόκη, κατ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Δ. Σούτσου, στηριζόμενος εἰς τὴν καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἰωαννίδου, καὶ ἤδη, ἀφοῦ συνελήφθη ψευδόμενος, ἀρνεῖται ὅτι εἶπε ποτέ τι περὶ Ἰωαννίδου. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν εἶναι παρὼν ταύτην τὴν ἑσπέραν, διὰ νὰ ἀκούσῃ ἐνώπιον ὑμῶν ὅσα σεῖς ἀκούετε, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἡ μεγαλειτέρα τιμωρία δι’ αὐτόν. Λυποῦμαι ἐπίσης, διότι ὁ ἀναλαβὼν τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ ἀδελφός του, ὅστις εἶναι καὶ τὸ θῦμά του, δὲν ἀνέγνωσε, φαίνεται, τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, διότι, ἂν τὰ ἀνεγίνωσκεν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι βάρος μέγα τῷ ἀνέθεσεν ὁ ἀδελφός του, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν λυποῦμαι.
§98ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ δικογραφία εὑρίσκεται κατατεθειμένη πρὸ δύο μηνῶν, ἐγὼ δὲ ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων εὑρισκόμην εἰς τὴν Λαμίαν, ὡς γνωρίζετε, μόλις δὲ πρὸ ἓξ ἡμερῶν ἦλθον ἐδῶ. Ἐζητήσατε σεῖς τὴν δικογραφίαν καὶ δὲν σᾶς τὴν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος;
§99Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς δικογραφίας, διότι ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ ἔχω ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων.
§100ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν τί θέλετε;
§101Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θέλω νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἐπιμένετε ὑποστηρίζοντες, ὅτι κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Νοβάρρα, ὅστις ἦτο ὁ πρῶτος δηλωτής.
§102ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· καὶ σᾶς ἀνέγνωσα μάλιστα καὶ τὰ παράπονα τοῦ Νοβάρρα εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§103Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ὁ Νοβάρρας δι’ ἐπιστολῆς του, καταχωρισθείσης εἰς τὸ φύλλον τῆς «Ἑστίας» τῆς 2 Μαΐου 1902, διέψευσε, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι παρεμόρφωσαν τοὺς λόγους του ὁ Ἀθ. Εὐταξίας καὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐκουβάλησαν τὸν Νοβάρραν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀδελφοῦ σου. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, νὰ πιστεύσητε, ὅτι εἰς σᾶς ἐγὼ δὲν ἀποδίδω καμμίαν κακὴν πρόθεσιν, καὶ λυποῦμαι διὰ τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς ἣν ταύτην τὴν στιγμὴν εὑρίσκεσθε, ὑποστηρίζοντες τὰ ἀνυποστήρικτα ἐκ καθήκοντος ἀδελφικοῦ. Εἴπετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐπιμένετε ὅτι ὁ Νοβάρρας ἐζήτησε πρῶτος τὸ μεταλλεῖον καὶ οὐχὶ ὁ Σταματιάδης.
§104ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§105Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, γνωρίζετε τὴν ἐφημερίδα «Θερμοπύλαι», τὴν ἐν Λαμίᾳ ἐκδιδομένην; Ὑποθέτω, κύριε Χαράλαμπε Εὐταξία, ὅτι τὴν γνωρίζετε.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀποτείνησθε πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλῶ.
§107Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τὸ φύλλον τῶν «Θερμοπυλῶν» τῆς 25 Μαρτίου 1900 δημοσιεύεται διακήρυξις τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος, ὑπ’ ἀριθ. 2195, διὰ τῆς ὁποίας ὁ νομάρχης Φθιώτιδος διακηρύττει, ὅτι ὁ Α. Σταματιάδης διὰ τῆς ἀπὸ 18 Μαρτίου τοῦ 1900 αἰτήσεώς του ζητεῖ τὴν παραχώρησιν μεταλλείου σιδήρου ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης κλπ. Εἰς τὸ φύλλον τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος «Θερμοπύλαι», ὑπὸ ἡμερομηνίαν 8 Ἰουλίου 1900, ὁ νομάρχης Φθιώτιδος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4270 διακηρύξεώς του διακηρύττει, ὅτι ὁ Νικοσίας Νοβάρρας διὰ τῆς ἀπὸ 1 Ἰουλίου αἰτήσεώς του ζητεῖ τὴν παραχώρησιν μεταλλείου σιδήρου ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης. Τί ἐξάγεται ἐκ τούτου; ὅτι ὁ Σταματιάδης εἶχε τὴν προτεραιότητα. Ἰδοὺ τὰ δύο φύλλα τῆς ἐφημερίδος «Θερμοπύλαι», τὰ περιέχοντα τὰς διακηρύξεις τοῦ νομάρχου. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, καίτοι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ Σταματιάδης εἶχε τὴν προτεραιότητα, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε τὸ εἰς αὐτὸν παραχωρηθὲν μεταλλεῖον πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ Νοβάρρα ζητηθέν, καθόσον τὸ ὑπὸ τοῦ Νοβάρρα ζητηθὲν μεταλλεῖον εὑρίσκετο ἐν τῷ δήμῳ Ἀκραιφνίου τοῦ νομοῦ Βοιωτίας, κακῶς δ’ ἐζητήθη ὡς εὑρισκόμενον ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, ὡς δὲ προεῖπον, ἡ αἴτησις τοῦ Νοβάρρα ἠκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὁ δὲ Νοβάρρας ἀνεγνώρισεν ὡς νόμιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου...
§108ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μεταξὺ Νοβάρρα καὶ Σταματιάδου, ἢ μεταξὺ Παπαζαφειροπούλου καὶ Ρώτα; παρακαλῶ. Ἔχω ἐπίσημον πιστοποιητικόν.
§109Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι, διότι συγχέετε τὰ πράγματα· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶσθε ἐνήμερος τῆς ὑποθέσεως. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ Νοβάρρα καὶ Σταματιάδου. Περὶ Παπαζαφειροπούλου, Βάλβη, Ρώτα καὶ Σκουμπουρδῆ ὡμίλησα προηγουμένως, καὶ ἀνέγνωσα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα Ρώτα καὶ Σκουμπουρδῆ.
§110Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖα δικαιώματα;
§111Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δικαιώματα βεβαίως ἀνύπαρκτα, διότι ὁ νόμος οὐδὲν δικαίωμα προτεραιότητος ἀναγνωρίζει.
§112ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ πιστοποιητικοῦ τῆς Νομαρχίας, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐγώ, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Παπαζαφειρόπουλος ἐδήλωσε πέντε μῆνας μετὰ τὸν Ρώταν. Ὁ Ρώτας ἐδήλωσε τὴν 18 Νοεμβρίου 1899, ὁ δὲ Παπαζαφειρόπουλος τὴν 18 Μαρτίου 1900.
§113Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι, διότι συγχέετε τὰ πράγματα, οὐχὶ βεβαίως ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀγνοίας. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἐξαγάγω τῆς πλάνης, σᾶς λέγω, ὡς καὶ προηγουμένως, — ἀλλὰ δυστυχῶς φαίνεται ὅτι δὲν ἐπροσέξατε — ὅτι ὁ Παπαζαφειρόπουλος ἔχει δύο αἰτήσεις· ἡ μία εἶναι τῆς 18 Μαρτίου 1900, καθ’ ἧς οὐδεμία ὑπάρχει ἔνστασις, καὶ ἥτις οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν αἴτησιν τῶν Σκουμπουρδῆ, Ρώτα κλπ., ἡ δὲ ἑτέρα αἴτησις τῶν Παπαζαφειροπούλου, Βάλβη κλπ. φέρει ἡμερομηνίαν 10 Φεβρουαρίου 1899, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἔχουσα σχέσιν μὲ τὴν αἴτησιν Σκουμπουρδῆ κλπ., ἥτις φέρει ἡμερομηνίαν 18 Νοεμβρίου 1899. Περὶ ὅλων τούτων σαφῶς καὶ καθαρῶς ὡμίλησα, ἀνέγνωσα δὲ καὶ τὰ κατατεθέντα δημόσια ἔγγραφα.
§114ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τί τὰ θέλετε αὐτά; Ἐγὼ τὰ ἐθεώρησα ἐπουσιώδη. Ἔλθετε εἰς τὴν οὐσίαν.
§115Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σεῖς, Κύριε, τὰ θεωρεῖτε ἐπουσιώδη, ἀλλ’ ὁ ἀδελφός σας ἐπ’ αὐτῶν ἐστήριξε τὰς ἀνυπάρκτους κατηγορίας.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ ἀπαντᾶτε, κύριε Βουδούρη.
§117Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ τῷ ἀπαντῶ, διότι μὲ ἐρωτᾷ.
§118Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κύριος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, κατηγόρησεν ἡμᾶς, ὅτι παρεχωρήσαμεν διὰ τῶν γενομένων τεσσάρων παραχωρήσεων εἰς Λοκρίδα 250 χιλιάδας στρέμματα, καὶ τοῦτο χαρακτηρίζει ὡς πρᾶγμα πρωτοφανές, διότι φαντάζεται, ὅτι ἐκ τῆς ποσότητος τῶν στρεμμάτων ἐξαρτᾶται τὸ πλούσιον τοῦ μεταλλείου. Ἀλλὰ θὰ γελάσητε βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, εἰς βάρος τοῦ κυρίου συναδέλφου, ὅταν μάθητε, ὅτι ὁ κ. Χαράλαμπος Εὐταξίας, ὁ κατηγορῶν ἡμᾶς, ὅτι παρεχωρήσαμεν 250,000 στρέμματα, διὰ δύο αἰτήσεών του πρὸς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατακεχωρισμέναι εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 τῆς 10 Μαρτίου 1903 φύλλον τῆς ἐφημερίδος «Φωνὴ τῆς Φθιώτιδος», ζητεῖ τὴν παραχώρησιν δύο μεταλλείων ἐπὶ ἐκτάσεως στρεμμάτων 395 χιλιάδων περίπου. Ἰδοὺ τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος «Φωνὴ τῆς Φθιώτιδος». Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἀφιλοκερδέστατος Ἀθανάσιος Εὐταξίας δὲν κρύπτεται ὄπισθεν τοῦ Χαραλάμπους. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αὐτὴ ἡ οἰκογένεια τῶν ἀδελφῶν Εὐταξία ζητεῖ ὑπὲρ ἑαυτῆς προνόμια. Παραχώρησις μεταλλείων εἰς πάντας τοὺς ἄλλους Ἕλληνας καταγγέλλεται ὑπ’ αὐτῶν ὡς πρᾶξις ἄνομος, ὡς δωρεὰ τοῦ δημοσίου πλούτου! Μόνον ὅταν ἡ παραχώρησις γίνηται εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Εὐταξία, τότε μόνον εἶναι νόμιμος! Διαμαρτύρονται οἱ Ἀθαν. καὶ Χαρ. Εὐταξίας, ὅτι παρεχωρήθησαν 250,000 στρέμματα, καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ, καθ’ ἣν στιγμὴν διαμαρτύρονται, κατεφωράθησαν ζητοῦντες 400,000 στρέμματα!
§119ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ κάμνω μόνος μου τὴν αἴτησιν· δὲν κρύπτομαι ὄπισθεν τοῦ ὑπηρέτου μου.
§120Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄπισθεν σοῦ ὅμως κρύπτεται ὁ ἀδελφός σου Ἀθανάσιος, καὶ ὄπισθεν τῶν τριῶν Ἰταλῶν Πανόζα, Φεράρα καὶ Ἀπρίλε κρύπτεται ὁ ἕτερος ἀδελφός σου Ἰωάννης...
§121ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά.
§122Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ διακηρύττει ὁ Ἀθανάσιος, ὅτι προσφέρει 50,000 δραχμὰς εἰς ὅν τινα ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι ἀνεμίχθη αὐτός ποτε εἰς μεταλλευτικά, καὶ καταφωρᾶται ζητῶν παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκη παραχωρήσεις μεταλλείων ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν του, ὄπισθεν τῶν ὁποίων κρύπτεται, ἐν Ἀττικῇ, Λοκρίδι καὶ Μεγαλοπόλει! Καὶ οὔτε ὀλίγον οὔτε πολὺ, ζητοῦνται ἤδη 400,000 στρέμματα ὑπὸ τῶν Κυρίων αὐτῶν ὕστερον ἀπὸ τόσον θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἔκαμαν!
§123ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον.
§124Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὡραία δικαιολόγησις! Μὰ, φίλε μου ἐζήτησες διὰ νὰ λάβῃς· διότι, ἂν ἦσο βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανες, δὲν θὰ ἐζήτεις.
§125Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πότε ἐγένετο ἡ αἴτησις;
§126Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αἱ δύο αὗται αἰτήσεις φέρουν χρονολογίαν 2 Μαρτίου 1903.
§127Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δηλαδὴ κατόπιν τῶν κατ’ αὐτοὺς σκανδάλων!
§128Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως κατόπιν. Διότι προκειμένου αὐτοὶ νὰ λάβωσι μεταλλεῖα, ἀδιαφοροῦσι διὰ τὰ σκάνδαλα.
§129ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον διὰ 25,000 στρέμματα ἔκαμα δήλωσιν.
§130Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὴ ταράττεσθε, φίλε μου,
§131ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ταράττομαι, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ λέγητε τὴν ἀλήθειαν.
§132Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὴν ἀλήθειαν λέγω. Αἱ αἰτήσεις σας εἶναι δημοσιευμέναι, καὶ σᾶς παραδίδω τὴν ἐφημερίδα, διὰ νὰ τὰς ἀναγνώσητε καὶ ἴδητε, ὅτι ζητεῖτε 396,000 στρέμματα. Καὶ ἤδη, κύριοι Βουλευταί, σᾶς ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας ἐψεύδετο καὶ ἐσυκοφάντει, γράφων ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ὅ,τι ἔγραφε περὶ τῶν μεταλλείων Λοκρίδος. Ἐσυκοφάντει τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κ. Θεοτόκην, ἐσυκοφάντει ἐμέ, ἐσυκοφάντει ἕνα ἔντιμον ὑπάλληλον καὶ ἔντιμον πολίτην, τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μεταλλείων κ. Σοῦτσον, τὸν εὐϋπόληπτον αὐτὸν ἄνθρωπον, ὅστις ἐτήρησε πάντοτε ὑψηλὰ τὸ μέγα ὄνομα τῆς οἰκογενείας του καὶ ὅστις ἐν ἔτει 1878, μαχόμενος ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ἐλάμβανεν ἐπὶ τοῦ στήθους πληγήν, τὴν ὁποίαν ὡς τὸ καλλίτερον παράσημον φέρει, καὶ τὸν ὁποῖον ὁ κατήγορός του εἶναι ἀνίκανος ν’ ἀντιμετωπίσῃ. Μᾶς κατηγόρησαν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι χάριν ἐμοῦ παρεχωρήθη εἰς τὴν ἀδελφήν μου χήραν Θ. Βώκου ὀρυχεῖον λευκολίθου ἐν Εὐβοίᾳ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι εἰς τὸν βρωμερὸν αὐτὸν ἀγῶνά του ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας δὲν ἐφείσθη οὐδὲ τῶν προσώπων Κυριῶν. Καὶ ποῖος νόμος ἠμπόδιζεν ἡμᾶς νὰ παραχωρήσωμεν ὀρυχεῖον εἰς τὴν ἀδελφήν μου κυρίαν Βώκου; καὶ τί δικαίωμα εἶχεν αὐτὸς, ὁ ζητῶν μεταλλεῖα ὑπὲρ τοῦ ἀδελφοῦ του, νὰ κατηγορῇ ἡμᾶς, διότι παρεχωρήσαμεν τοιοῦτον εἰς τὴν ἀδελφήν μου; Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ψεύδεται καὶ ἐδῶ συκοφαντεῖ. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ὀρυχεῖον παρεχωρήθη εἰς τὸν πρώην Ἀρεοπαγίτην καὶ γαμβρόν μου Θεόδωρον Βῶκον. Ἡ παραχώρησις φέρει ἡμερομηνίαν 7 Σεπτεμβρίου 1874, ὑπουργοῦντος τοῦ Δ. Βούλγαρη. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἔγγραφον τῆς παραχωρήσεως, ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου Εὐβοίας Καλαμίδα, δι’ οὗ κοινοποιεῖται εἰς τὸν Θ. Βῶκον ἡ παραχώρησις, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει ἡμερομηνίαν 14 Σεπτεμβρίου 1874. Ἰδοὺ ἡ αἴτησις τῆς ἀδελφῆς μου πρὸς τὸν νομάρχην Εὐβοίας διὰ τοῦ πληρεξουσίου της καὶ ἀδελφοῦ της Δημ. Βουδούρη, δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τοῦ νομάρχου Εὐβοίας εἰς τὴν ἐφημερίδα «Παλίρροιαν», ἐκδιδομένην ἐν Χαλκίδι, ὑπ’ ἀριθμὸν 738 τῆς 15 Ἰανουαρίου 1899. Τί ζητεῖ ἡ ἀδελφή μου διὰ τῆς αἰτήσεώς της; Ζητεῖ νὰ τῇ παραχωρηθῇ ἡ ἄδεια, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 13 Μαρτίου 1896 ͵ΒΤΟʹ νόμου, νὰ ἐνεργήσῃ ἐργασίας δι’ ὑπονόμων στοῶν ἐπὶ τοῦ ὀρυχείου τοῦ ἀνακαλυφθέντος καὶ δηλωθέντος ὑπὸ τοῦ συζύγου αὐτῆς Θ. Βώκου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Πῆλι τοῦ δήμου Κηρέως τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὸν ἀποθανόντα σύζυγόν της δυνάμει τῆς ἀπὸ 7 Σεπτεμβρίου 1874 ὑπ’ ἀριθ. 24571 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς τυχὸν ἀμφιβάλλοντος, ἵνα τὰ ἀναγνώσῃ. Ὡς βλέπετε λοιπὸν, καὶ ἐδῶ ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας ἐψεύσθη. Ἡ παραχώρησις, κύριοι Βουλευταί, τῶν ὀρυχείων κατὰ νόμον δίδεται διὰ τὰς ἐν ὑπαίθρῳ μόνον ἐργασίας· προκειμένου ὅμως ὁ ἔχων τὴν παραχώρησιν νὰ ἐργασθῇ δι’ ὑπονόμων στοῶν, ὑποχρεοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἡ ἄδεια αὕτη παραχωρεῖται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου καὶ δι’ ἐκδόσεως Β. Διατάγματος. Τούτου λοιπὸν τὴν ἄδειαν ἐζήτησε, συμμορφουμένη πρὸς τὸν νόμον, ἡ ἀδελφή μου, καὶ ταύτην τῇ ἐχορήγησε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον. Κύριοι Βουλευταί, ἡ τελευταία κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσεν ἐναντίον μου ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας, εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἐκρυπτόμην ὄπισθεν τοῦ κατ’ αὐτὸν ὑπηρέτου μου Ἰωάννου Τζαμούρα. Πόθεν δ’ ἐξάγουσι τοῦτο; Τὸ ἐξάγουσιν ἐκ τοῦ ὅτι ἐγὼ ἔχω ὑπογράψει κατ’ ἐντολὴν καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Τζαμούρα εἰς ἓν προσύμφωνον, ὅμοια τῶν ὁποίων θὰ εὕρητε ἄπειρα εἰς τὰ συμβολαιογραφεῖα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὸ ὁποῖον προσύμφωνον ἔμεινε χάρτης ἄγραφος, διότι ἦτο μία option, ἡ ὁποία δὲν ἐπραγματοποιήθη. Κρύπτομαι λοιπὸν ἐγὼ ὄπισθεν τοῦ δῆθεν ὑπηρέτου μου Ἰωάννου Τζαμούρα! Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἂν ὁ Τζαμούρας εἶναι ὑπηρέτης μου (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 483.
»ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ νομάρχης Εὐβοίας βεβαιοῖ, ὅτι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀρχείῳ τῆς Νομαρχίας τηρουμένων ἀποφάσεων, ἐκδοθεισῶν ἐπὶ ἀπολογισμοῦ τοῦ δήμου Κηρέως, ὁ Ἰωάννης Τζαμούρας διετέλεσε δήμαρχος τοῦ δήμου τούτου ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1895. Ὡσαύτως ὁ αὐτὸς Ἰωάννης Τζαμούρας, ὡς ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ δήμου τούτου τοῦ ἔτους 1888, τοῦ ἐκδικασθέντος κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1889, ἐμφαίνεται, διετέλεσε νομαρχιακὸς σύμβουλος. Δι’ ὃ, τῇ αἰτήσει τοῦ Γ. Δράμαλη, πληρεξουσίου τοῦ Ἰωάννου Τζαμούρα, δίδεται τὸ παρόν, Ἐν Χαλκίδι τῇ 24 Ἰανουαρίου 1903. Ὁ νομαρχῶν Α. Δημόπουλος.» Ἐρωτῶ, ἄνθρωπος διατελέσας δήμαρχος καὶ νομαρχιακὸς σύμβουλος εἶναι ὑπηρέτης μου; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖος ἐξ ὑμῶν, παρακαλούμενος ὑπὸ φίλου τοῦ πρώην δημάρχου νὰ τῷ παράσχῃ μίαν τοιαύτην μικρὰν ἐκδούλευσιν, ἤθελε τῷ ἀρνηθῆ; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς κ. Φίλιος ἠρώτησε πρὸ ὀλίγου τὸν κ. Χαρ. Εὐταξίαν, πῶς ὁ Τζαμούρας παρουσιάζεται μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν περὶ ὧν πρόκειται μεταλλείων. Ἐὰν, Κύριοι, ἀναγνώσητε τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ Τζαμούρας εἶναι ὁ εὑρέτης τῶν μεταλλείων τούτων. Μὴ θέλων ὅμως αὐτὸς νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας διὰ μεταλλεῖα, περὶ τῆς ἀξίας τῶν ὁποίων δὲν ἦτο βέβαιος, συνενοήθη μὲ τοὺς Κυρίους, εἰς οὓς ἐγένετο ἡ παραχώρησις καὶ οἵτινες πάντες εἶναι μηχανικοί, ἔκαμαν οὗτοι τὰς νομίμους αἰτήσεις, καὶ ἀνέλαβον ὅλας τὰς δαπάνας, ἐκράτησε δὲ ὁ Τζαμούρας μόνον τὸ ἓν τρίτον ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν μεταλλείων. Διότι λοιπὸν κατ’ ἐντολὴν καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Τζαμούρα ὑπέγραψα ἐγὼ, — καὶ τοῦτο διότι ἀπουσίαζε κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ὁ πληρεξούσιος τοῦ Τζαμούρα κ. Ν. Καλογερόπουλος, — διὰ τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἀθανασίου Εὐταξία, τοῦ εἰθισμένου νὰ συκοφαντῇ, κρύπτομαι ὄπισθεν τοῦ Τζαμούρα! Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι αὕτη ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐγὼ ὑπέγραψα προσύμφωνα διὰ λογαριασμὸν τρίτων; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θ’ ἀποκρύψω — διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀποκρύψω — ἀπὸ 30 ἤδη περίπου ἐτῶν ἐργάζομαι εἰς τὰ μεταλλεῖα· μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός μου εὗρον δύο παραχωρήσεις μεταλλείων, τὰ ὁποῖα εἶχε παραχωρήσει εἰς αὐτὸν ὁ ἀείμνηστος Α. Κουμουνδοῦρος. Ἡ οἰκογένειά μου ἐστάθη τυχηρὰ, καὶ τὰ δύο αὐτὰ μεταλλεῖα εὑρέθησαν πλούσια. Ἐγὼ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός μου εὗρον κατεστραμμένην οἰκονομικῶς τὴν οἰκογένειάν μου ἕνεκα τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἕνεκα τῆς πολιτικῆς λαβούσης χώραν ἐν τῇ οἰκίᾳ μου ληστείας. Εἶχον τὴν φιλοτιμίαν, ὡς μεγαλείτερος υἱὸς τοῦ πατρός μου, νὰ ἐργασθῶ διὰ τὴν οἰκογένειάν μας, διῆλθον δὲ τὰ καλλίτερα ἔτη τῆς νεότητός μου εἰς τὰ βουνὰ, διευθύνων τὰς ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἐργασίας. Εἰργάσθην καὶ ἀπήλλαξα τὴν οἰκογένειάν μου ἀπὸ τὰ βάρη, καὶ ἐπλήρωσα φόρους εἰς τὸ Δημόσιον οὐχ ὀλίγους, διότι ἐγὼ τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, τὰ εἰργάσθην. Εἶπον καὶ λέγω, ὅτι ἐγὼ ἔχω παραχωρήσεις μεταλλείων δέκα περίπου, καὶ ὅστις θέλει νὰ πληροφορηθῇ, ἐδῶ εἶναι τὸ βιβλίον τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Λιακοπούλου, ἔνθα περιλαμβάνονται πᾶσαι αἱ γενόμεναι παραχωρήσεις. Ἐὰν, Κύριοι, εἶχον μέρος εἰς τὰς παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων, περὶ ὧν σήμερον πρόκειται, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀνάγκην νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν οὐδενός, διότι οὐδεὶς νόμος ἀπαγορεύει τοῦτο, διότι δικαίωμά μου ἦτο νὰ ἔχω μέρος, ἀφοῦ πασιφανῶς ἀπεδείχθη διὰ τῶν δημοσίων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα, ὅτι οὐδενός ἡ προτεραιότης κατεπατήθη, ὅτι οὐδεὶς ἠδικήθη καὶ ὅτι οἱ λαβόντες τὰς παραχωρήσεις ἦσαν οἱ πρῶτοι καὶ οἱ μόνοι δηλωταί. Δὲν εἶχον λοιπὸν καμμίαν ἀνάγκην νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν οὐδενός. Ἐδῶ ἔχω σωρείαν Διαταγμάτων (ἐπιδεικνύει ταῦτα), τὰ ὁποῖα θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ, καὶ ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι Πρωθυπουργοί, Ὑπουργοί, Πρόεδροι Βουλῶν καὶ Βουλευταὶ ἔλαβον παραχωρήσεις μεταλλείων, καὶ τὰς ἔλαβον νομίμως. Ἐὰν οἱ Πρωθυπουργοὶ Βούλγαρης, Δεληγεώργης, Κουμουνδοῦρος, Ζαΐμης καὶ οἱ Ὑπουργοὶ Κεχαγιᾶς, Βάρβογλης, Μπούμπουλης, Αὐγερινὸς, Πετιμεζᾶς κλπ. λαμβάνοντες παραχωρήσεις μεταλλείων ἔκλεπτον, κατὰ τὸν Ἀθανάσιον Εὐταξίαν, τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, θεωρῶ τιμήν μου νὰ ταχθῶ εἰς τὴν χορείαν τῶν τοιούτων κλεπτῶν, ἀτιμίαν μου δὲ ἤθελον θεωρήσει, ἐὰν ἐτασσόμην εἰς τὴν χορείαν τῶν ἐντίμων ἀνθρώπων, οἷος ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας! Ὅτε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγένετο Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον τὸ 1901, ὑπῆρχον ὥριμοι πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς αὐτὸ δύο αἰτήσεις μου, φέρουσαι τὴν ὑπογραφήν μου, αἵτινες καὶ ἦσαν δημοσιευμέναι παρὰ τοῦ νομάρχου Εὐβοίας, ἡ μὲν μία εἰς τὸ φύλλον τῆς ἐν Χαλκίδι ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Παλιρροίας», ὑπὸ ἡμερομηνίαν 20 Ἰουνίου 1898, ἡ δὲ ἄλλη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Εὔριπον», ὑπὸ ἡμερομηνίαν 14 Ἰουνίου 1900. Διὰ τῶν αἰτήσεών μου τούτων ἐζήτουν τὴν παραχώρησιν δύο μεταλλείων ἐντὸς τοῦ ἰδιοκτήτου μου χωρίου Βατῶντος. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτει αὐτὰ, οὐδεμία ἔνστασις ὑπῆρχε, καὶ ἐν τούτοις ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν τότε Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ εἰσαγάγῃ ταύτας εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον· ὄχι διότι ὁ νόμος τὸ ἀπηγόρευεν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ παραπονεθοῦν φίλοι, οἵτινες νομίμως ἐζήτουν παραχωρήσεις, ὅτι προτιμῶνται εἰς ταύτας αἱ αἰτήσεις τῶν Ὑπουργῶν... Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Θεοτόκη.
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· εἶναι ἀληθές.
§134Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, εἶχον ὡρίμους αἰτήσεις προσωπικὰς, ἄνευ ἄλλου αἰτητοῦ καὶ ἄνευ ἐνστάσεώς τινος, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσαχθῶσιν αὗται εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, εἶχον ἀνάγκην νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν ἄλλων, διὰ νὰ λάβω παραχωρήσεις μεταλλείων; Καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ συστηματικὸς αὐτὸς συκοφάντης νὰ μὲ κατηγορῇ, ὅτι κρύπτομαι ὄπισθεν τοῦ Τζαμούρα, διότι ὑπέγραψα μίαν option; Ἀλλ’ ἰδοὺ, Κύριοι, τέσσαρα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θέτω εἰς τὴν διάθεσίν σας, καὶ ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι διὰ λογαριασμὸν τρίτων, συγγενῶν καὶ φίλων μου, ὑπέγραψα κατὰ διαφόρους ἐποχὰς συμβόλαια μὲ option. Τὰ δύο ἐξ αὐτῶν εἶναι συντεταγμένα διὰ χειρὸς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις ὡς δικηγόρος ἐνήργει, καὶ ὑπογεγραμμένα καθ’ ὃν χρόνον ἤμην Ὑπουργός. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Δ. Ράλλης). Μάλιστα· ἀληθέστατον.
§136Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐργασθῶμεν ἐντὸς τοῦ νόμου; Πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν τοῦ Ἀθανασίου Εὐταξία καὶ τοῦ Γαβριηλίδου; Δωρεὰ τοῦ δημοσίου πλούτου εἶναι ἡ παραχώρησις τῶν μεταλλείων, κατὰ Ἀθανάσιον Εὐταξίαν, ὅταν ταῦτα δὲν παραχωρῶνται εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Εὐταξία, νόμιμος δὲ ἡ παραχώρησις, ὅταν αὕτη γίνηται εἰς τὰ μέλη τῆς ἐκ Δαδίου ἀξιολόγου αὐτῆς οἰκογενείας! Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργός, ὑποβαλὼν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνει τὴν παραχώρησιν μεταλλείου χρωμίου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Μεταλλουργικὴν Ἑταιρείαν, ἔδωκε τὴν πρέπουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸν Ἀθανάσιον Εὐταξίαν, εἰπὼν, ὅτι τὰ μεταλλεῖα κατὰ τὸν νόμον δέον νὰ παραχωρῶνται, ὅπως ἐκμεταλλευόμενα ἀποφέρωσι πλοῦτον εἰς τὸν τόπον, ἡ δὲ παραχώρησις αὐτῶν πᾶν ἄλλα εἶναι ἢ δωρεὰ τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι θέλω φέρει εἰς γνῶσιν ὑμῶν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἤγειραν καθ’ ἡμῶν τὸν θόρυβον τοῦτον οἱ Ἀθανάσιος Εὐταξίας καὶ Βλάσιος Γαβριηλίδης. Πρέπει, Κύριοι, νὰ μάθητε τοὺς λόγους, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ποιότητα τῶν Κυρίων αὐτῶν. Ἐζήτησαν ἀμφότεροι, ἀπὸ κοινοῦ συνεργαζόμενοι, νὰ καταστρέψουν τὰς ὑπολήψεις μας, ψευδόμενοι καὶ συκοφαντοῦντες, ὅπως κορέσωσι τὰ καθ’ ἡμῶν πάθη των. Ποῖοι οἱ λόγοι, κύριοι Βουλευταί, οἱ ὠθήσαντες τὸν Ἀθανάσιον Εὐταξίαν εἰς τὸν ἐπονείδιστον αὐτὸν ἀγῶνα τοῦ καθ’ ἡμῶν; Ἡ ἀποπομπή του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου Θεοτόκη, ἡ παῦσις τοῦ καθηγητοῦ Ζαγγογιάννη καὶ ἡ ἄρνησις τοῦ κυρίου Θεοτόκη νὰ τῷ παραχωρήσῃ τὰ μεταλλεῖα, ἅτινα ἐζήτει ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν του, ὄπισθεν τῶν ὁποίων ἦτο κεκρυμμένος. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, κύριοι Βουλευταί, ὅσοι ἦσθε Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, λησμονήσας τὴν ὑψηλὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφῆκε νὰ ἐξέλθουν τῶν χειλέων του ὕβρεις κατ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὕβρεις τὰς ὁποίας μόνον οἱ ἄνθρωποι τῶν ἀγυιῶν δύνανται νὰ ἐκστομίσουν. Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἐγερθέντα ἐν τῇ Βουλῇ θόρυβον, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐλθὼν τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα δικαιολογηθῇ, ἐψεύσθη ἀσυστόλως. Ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐξηγέρθη, ἀπειλοῦσα πρότασιν ἀποδοκιμασίας, ἡ Συμπολίτευσις σύσσωμος ἐξηγέρθη καὶ ἀπῄτει παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὴν ἀποπομπήν του, μὴ ἀνεχομένη πλέον Ὑπουργὸν χυδαῖον, ἠπείλει δὲ, ὅτι ἤθελεν ὑπερψηφίσει τὴν περὶ ἀποδοκιμασίας πρότασιν, καὶ ὁ τότε κ. Πρωθυπουργὸς ἐξηνάγκασε τὸν παρεκτραπέντα Ὑπουργόν του εἰς παραίτησιν. Μετῆλθε τότε ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας πάντα τρόπον, ὅπως μεταπείσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ ὑπέστη ὅλους τοὺς ἐξευτελισμούς, ὅπως διατηρήσῃ τὸ χαρτοφυλάκιον. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἦτο ἀνένδοτος· ἠναγκάσθη ἑπομένως νὰ παραιτηθῇ, καὶ ἀνελθὼν τὸ βῆμα ἐδικαιολόγησε τὴν παραίτησίν του, λόγῳ δῆθεν, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὴν Βουλὴν εὐδιάθετον νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδιά του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον τὴν μὲν μίαν ἡμέραν ὑπέβαλε μὲ 180 ἄρθρα, τὴν δὲ ἑπομένην τὰ 180 συνέπτυξεν εἰς 8, κινήσας καθ’ ἑαυτοῦ τὸν γέλωτα καὶ τὴν περιφρόνησιν τῆς Βουλῆς! Παραιτηθεὶς δὲ ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ ὡς ἁπλοῦς Βουλευτὴς ἤθελεν ἐξακολουθήσει ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐνῷ τοῦτο ὑπέσχετο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν, ἤρχισε νὰ συνωμοτῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ καλῇ εἰς τὸν οἶκόν του πάντα δυσηρεστημένον Βουλευτήν! Ἀλλ’ ὅτε εἶδεν, ὅτι οὐδεμία διάθεσις ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν ὑπῆρχεν, ὅπως τὸν ἀκολουθήσουν, τότε ἐν θυμῷ ἐνώπιον τοῦ ἀξιοτίμου νομάρχου καὶ πρῴην βουλευτοῦ κ. Περρωτοῦ—τοῦ ὁποίου τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι—εἶπεν: «Ἐγώ, καὶ μόνος ἐὰν μείνω, θὰ καιροφυλακτήσω νὰ δώσω μίαν στηλετιὰν εἰς τὸν Κερκυραῖον»!
§137ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἄτοπον νὰ ἀπαγγέλλητε κατηγορητήριον κατὰ προσώπου ἀπόντος.
§138Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀπαγγέλλω κατηγορητήριον, Κύριε· διηγοῦμαι ἱστορίαν γνωστὴν τοῖς πᾶσι, ἔχω δὲ πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσω ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀπέδειξα ψεύστην καὶ συκοφάντην.
§139ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν νέαν Βουλήν, ὅτε εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι ἐδῶ καὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ἠμπορεῖτε νὰ τὰ εἴπητε.
§140Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ὑπερήφανος ἐπαρχία τῆς Λοκρίδος δὲν θὰ κάμῃ τὸ ἄδικον ποτὲ εἰς ἑαυτὴν νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν ἀντιπροσωπείαν της εἰς ἕνα τοιοῦτον ἄνθρωπον. Ἐὰν ὅμως ἤθελε τὸ πράξει, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸν ἀντιμετωπίσω καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως τὸν ἀντεμετώπισα ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος εἰς τὸν συκοφαντικὸν ἀγῶνά του, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω ὅτι τὸν συνέτριψα, ἔχων τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἐμοῦ.
§141ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι θεωρῶ ἄτοπον νὰ ἀπαγγέλλητε κατηγορητήριον κατ’ ἀνθρώπου, ὅστις δὲν εἶναι παρών.
§142Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἄν δὲν ἦναι ἐκεῖνος παρών, εἶσθε παρὼν σεῖς, ὁ ἀδελφός του, εἰς ὃν ἔλαχε δυστυχῶς ὁ κλῆρος νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀνιαρὸν αὐτὸν ἀγῶνα. Ἄλλως τε ὅ,τι λέγω τὸ γνωρίζει ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας συνωμότει ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἀφ’ ἑτέρου περιήρχετο τὰ Ὑπουργεῖα ζητῶν ρουσφέτια, ἠρνεῖτο δὲ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἀπαιτῶν νὰ ἀνοιχθῇ προηγουμένως ὁδὸς ἐπὶ τῶν περιφήμων οἰκοπέδων τῆς Σκοποβολῆς, διασχίζουσα τὴν Ριζάρειον Σχολὴν, ὅπως δοθῇ ἀξία εἰς τὰ οἰκόπεδα ταῦτα! Αὐτὴν τὴν πολιτικὴν μετήρχετο, Κύριοι, μέχρις Ἀπριλίου τοῦ 1902, ὅτε ἐν συνεννοήσει καὶ συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς «Ἀκροπόλεως» Γαβριηλίδου, ἤγειραν τὸ κατ’ αὐτοὺς σκάνδαλον τῶν μεταλλείων, ὑβρίζοντες καὶ συκοφαντοῦντες ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος! Ὁ κύριος Θεοτόκης τὸν κατήγγειλεν ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καὶ ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας ἐζήτησε τότε νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν τῆς «Ἀκροπόλεως», ἀφίνων εἰς αὐτὴν τὴν εὐθύνην τοῦ ὑβριστικοῦ καὶ συκοφαντικοῦ ἐκείνου ἄρθρου· ἀλλ’ ἀπελπισθεὶς ἠναγκάσθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοῦ ἄρθρου, καὶ προσελθὼν εἰς τὴν Ἀνάκρισιν, διεμαρτύρετο, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ συκοφαντήσῃ, καὶ δι’ ὑπομνημάτων του πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ἐζήτει τὴν ἀπαλλαγήν του. Καὶ ὅτε ἀπηλλάγη, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἦτο ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν αὐτὸς κατήγγειλεν,—ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως διὰ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἐμουντζουρώθη,—τότε, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς πλέον, ἤρχισε τὸ ὑβρεολόγιον καὶ ὕβριζεν ἐπὶ δύο κατὰ συνέχειαν μῆνας, ἀναμασσῶν καθ’ ἑκάστην τὰ αὐτά· καταληφθεὶς δὲ ἀπὸ λύσσαν ὕβρεων, ἐνεθυμήθη τὴν σύμβασιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καὶ ἔγραφεν εἰς τὸ φύλλον τῆς «Ἀκροπόλεως» τῆς 16 Ἰουνίου 1902 τὰ ἑξῆς: «Ἔχει κανὲν ἄλλο Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιδείξῃ σκάνδαλον παραπλήσιον πρὸς τὸ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας; Ἅμα τῇ ὑπογραφῇ αὐτῆς ἤρχισαν τὰ γνωστὰ χρηματιστικὰ τεχνάσματα, ὧν θύματα ἔπεσαν τόσοι πολῖται. Ὅτε δὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἤρξατο ἀφηνιάζουσά πως πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἐδέησε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν τὸ γνωστὸν γεῦμα ἐν τῇ Κηφισιᾷ, ὅπερ τότε ἐξυμνήθη ὡς ἀπαρχὴ νέων πολιτικῶν ἀρχῶν. Τοῦ γεύματος αὐτοῦ Ἀμφιτρύων ἦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Β. Βουδούρης, οὗ χάριν μάλιστα ἔπρεπε νὰ παιανίζῃ κατὰ τὴν διάρκειάν του καὶ ἡ μουσικὴ τοῦ πολεμικοῦ μας Ναυτικοῦ!» Καὶ ταῦτα γράφων, ἐλησμόνει ὅτι ἦτο τότε Ὑπουργὸς, ἐλησμόνει ὅτι ὡς τοιοῦτος εἶχεν ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῇ τραπέζῃ, ἐλησμόνει ὅτι ἀπήλαυε τῆς εὐχαριστήσεως νὰ τρώγῃ καὶ αὐτὸς, παιανιζούσης τῆς μουσικῆς τοῦ Ναυτικοῦ! Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, πῶς ἐδέχετο νὰ παραμένῃ Ὑπουργὸς, πῶς ἐδέχετο νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς γεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο διὰ τοιούτους κακοήθεις σκοποὺς, τοὺς ὁποίους μετὰ τρία ἔτη ἐνεθυμήθη νὰ καταγγείλῃ; Ἀλλ’ ἐλησμόνει καὶ ἄλλο! ἐλησμόνει, ὅτι ἐγερθεὶς ἔκαμε τὴν ἀκόλουθον πρόποσιν, τὴν ὁποίαν, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀκούσητε, διὰ νὰ οἰκτείρητε τὸν ἄνθρωπον (ἀναγινώσκει): «Τὸ λόγον κατόπιν ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Εὐταξίας. «Τὸ κόμμα τοῦτο, Κύριοι, εἶπεν, οὐχὶ μόνον τώρα δύναται νὰ ὀνομασθῇ μεταρρυθμιστικόν. Μεταρρυθμιστικὸν ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Οἱαδήποτε μεταβολὴ καὶ βελτίωσις ἐπῆλθεν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὀφείλεται εἰς τὸ κόμμα τοῦτο καὶ τὸν ὑπέροχον ἀρχηγόν του. Μετὰ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη οὐδέποτε διϊστάμην καθ’ ὁλοκληρίαν. Διϊστάμην μόνον εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ ἀναγνωρίσω τὴν μεγάλην αὐτοῦ διάνοιαν. (Εὖγε! εὖγε!).» «Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τελευτῶν προέπιεν ὑπὲρ τοῦ κόμματος καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τούτου.» Τώρα, Κύριοι, θαυμάσατε τὴν ὡραίαν ταύτην πρόποσιν τοῦ ἐντίμου αὐτοῦ Κυρίου. Εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας, ὁ ὑμνητὴς, ὁ θαυμάζων σήμερον τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην! εἶναι αὐτὸς ὁ λυσσώδης πολέμιός του ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ὑβριστής του, ὁ ἥρως τῶν 102 ἐπερωτήσεων, ὁ ὁποῖος καταλήγει τὴν πρόποσίν του, πίνων εἰς ὑγείαν τοῦ κ. Θεοτόκη, ὅστις σήμερον καταγγέλλεται παρ’ αὐτοῦ, ὅτι διέπραττε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰς κακοηθείας, τὰς ὁποίας καταγγέλλει αὐτός, προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐντράπη νὰ παριστᾷ τοὺς Βουλευτὰς τῆς παρελθούσης Περιόδου ὡς δελεαζομένους ἀπὸ ἓν γεῦμα, τοὺς δὲ Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας τῆς παρούσης Περιόδου, διὰ συνεντεύξεως, ἣν ἐλάμβανε πρὸς τὴν ἐφημερίδα «Ἀθῆναι», δημοσιευθείσης εἰς τὸ φύλλον τῆς 1 Ἀπριλίου 1903, ὡς ἀνθρώπους συρθέντας παρ’ ἐμοῦ διὰ τῶν καραμελῶν καὶ τῶν καφέδων! Διότι κρίνει τοὺς ἄλλους ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ του. Αὐτὸς τέλος, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ὁ ἄνθρωπος — καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας — ὁ ὁποῖος, πρὸ πέντε ἤδη μηνῶν διεκήρυττεν εἰς τὰς ὁδοὺς, ὅτι ἔχει ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπεκόμισεν ἐκ Κερκύρας, καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατασυνέτριβε τὸν κ. Θεοτόκην, ὅτε δὲ ταῦτα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Βουλευτοῦ, καὶ εἶδε τὴν γενικὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἐξέγερσιν, τότε εἶχε τὴν ἀνανδρίαν νὰ ἀνακρούσῃ πρύμναν, νὰ ῥίψῃ ὅλον τὸ βάρος εἰς τὸν ἀδελφόν του, καὶ διὰ συνεντεύξεώς του, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν εἰς τὸ «Νέον Ἄστυ» τὴν 30 Μαρτίου, νὰ κυρύξῃ, ὅτι αὐτὸς πρώτην ἤδη φορὰν ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἠγνόει δῆθεν, πόθεν ὁ ἀδελφός του ἐπρομηθεύθη! Βλέπετε μετὰ πόσης εὐκολίας καὶ αὐτὸν τὸν ἀδελφόν του, ὅστις εἶναι τὸ θῦμά του, ἐγκατέλειψε!... Τώρα, Κύριοι, πρέπει νὰ μάθητε καὶ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ διευθυντὴς τῆς «Ἀκροπόλεως» Βλάσιος Γαβριηλίδης ἐπετέθη λυσσωδῶς καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τόσους μῆνας ὕβριζε καὶ ἐσυκοφάντει.... Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ φέρουν ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης τὸ τεῦχος τῆς «Ἀκροπόλεως» τοῦ ἔτους 1894.
§143Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀρκετὰ εἶναι, κύριε Βουδούρη.
§144Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀρκετά! Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι ἀρκετὸν ἦτο καὶ τὸ τραγοῦδι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπὶ 13 περίπου μῆνας ἤκουον ἑκάστην σχεδὸν πρωΐαν διὰ τῆς «Ἀκροπόλεως»! Βεβαιωθῆτε, ὅτι καὶ ἂν ἡ περίφημος ἀοιδὸς Πάττη μοὶ ἐτραγῴδει ἑκάστην πρωΐαν τὸ αὐτὸ τραγοῦδι, ἤθελον βεβαίως τὴν βαρυνθῆ καὶ τὴν ἀποδιώξει. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Βλάσιος Γαβριηλίδης, εἶναι εἰς πάντας γνωστόν. Πρὸ 25 ἐτῶν ἐλθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ὑβρίζῃ τοὺς πάντας! Εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκ περιτροπῆς δὲν ἀφῆκεν ὕβριν, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ λεξικόν, νὰ μὴ τὴν ἀπευθύνῃ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τοῦ σεβαστοῦ αὐτοῦ πρεσβύτου, κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου! Εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐσεβάσθη τίποτε! Οἱ δυστυχεῖς πολιτευόμενοι εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν καθημερινῶν του ὕβρεων! Εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐξύβρισε τὴν Θρησκείαν, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσε τὰς σκηνὰς τοῦ Εὐαγγελίου, καταχωρίσας εἰς τὴν ἐφημερίδα του τὴν βρωμερὰν ἐκείνην μετάφρασιν. Εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐξύβρισε βαναύσως τὸν στρατὸν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ, καὶ προὐκάλεσε τὰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν 80 ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Ἐξύβρισε τοὺς ἱεράρχας τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ἀποκαλέσας αὐτοὺς κτηνοβάτας, ἐξύβρισε τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, ἐμυκτήρισε τὴν Μεγάλην Ἰδέαν, ἐξύβρισε τὰς Ἑλληνίδας μητέρας, τὰς Ἑλληνίδας παρθένους, τουτέστι τὰς συζύγους μας, τὰς θυγατέρας μας, τὰς ἀδελφάς μας διὰ τῶν βαναυσοτέρων λέξεων! Δὲν θέλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναγνώσω ὅ,τι γράφει διὰ τὰς Ἑλληνίδας γυναῖκας, διὰ τὰς Ἑλληνίδας παρθένους, διότι παρευρίσκονται πολλαὶ ἐνταῦθα, θέλω ὅμως σᾶς ἀναγνώσει ὅ,τι γράφει δι’ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς, διὰ νὰ κρίνητε τὸ θράσος τοῦ ἀνθρώπου! Εἰς τὸ φύλλον τῆς «Ἀκροπόλεως» τῆς 31 Μαΐου 1894 γράφει:. «Ἀπὸ τοῦ Τρικούπη μέχρι τοῦ Ράλλη, ἀπὸ τοῦ Σκουλούδη μέχρι τοῦ Τάκη, ὅλοι διὰ τὰ σκουπίδια, ἂν ὄχι διὰ τὴν λαιμητόμον! Ἀλλ’ ἂς τοὺς ἀφήσωμεν νὰ διοικήσουν ἀκόμη ὀλίγον χρόνον, μέχρις ὅτου τὸ μαχαῖρι φθάσῃ εἰς τὸ κόκκαλο, ἡ γάγγραινα προχωρήσῃ, ἡ σῆψις μᾶς πνίξῃ ἀπὸ τὴν δυσωδίαν! Τότε ἴσως ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ἀπελπισία τοῦ λαοῦ καταρρίψωσιν ἀπὸ τῆς σκηνῆς τοὺς ἐναγεῖς αὐτοὺς σαλτιπάγκους τῶν πολιτικῶν ὀργίων καὶ ἐξώσωσιν ἐκ τοῦ περιβόλου τοὺς ἀκολασταίνοντας Σοδομίτας. Ἄς εὐκολύνωμεν τὸ ἔργον των, ἐξεγείροντες τὸν λαὸν ἐκ τοῦ βορβόρου, εἰς ὃν τὸν κατέρριψαν οἱ μαστρωποὶ τῆς πόρνης Βουλῆς! Ἂς διανοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν μεσαίων τάξεων, ἐξ ὧν δύναται νὰ γεννηθῇ ἀντίδρασίς τις. Ἂς ἀποκαλύψωμεν ὅλα τὰ αἴσχη τῶν κιναίδων τῶν φατριῶν, ἂς ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τοῦ γενικοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς ἀνηλεοῦς μαστιγώσεως!» Αὐτὰ ἐτόλμησε νὰ γράψῃ διὰ τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν εὑρέθη εἷς Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος νὰ τὸν ἀρπάξῃ ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ μὲ κλωτσιαῖς νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὰς φυλακάς! Ἀκούσατε δὲ τί γράφει περὶ ὅλων ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους ἀποκαλεῖ Ρωμηούς.
§145ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εὑρεθῇ ἐφημερὶς Ἑλληνικὴ νὰ ὑβρίζῃ οὕτω τοὺς Βουλευτὰς, δὲν πρέπει νὰ ἀνέχησθε νὰ ἀναγινώσκωνται αἱ ὕβρεις αὗται ἀπὸ τοῦ βήματος.
§146Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, διότι δὲν θὰ φεισθῶ τίποτε τοῦ αὐθαδεστάτου αὐτοῦ ἀνθρώπου. Φύλλον «Ἀκροπόλεως» τῆς 26 Ἀπριλίου 1894 (ἀναγινώσκει): «Ρωμηός. Κάθεται εἰς τέσσαρας καρέκλας, πίνει ἕνα δίσκο ποτήρια κρύο νερὸ, διαβάζει ὅλας τὰς ἐφημερίδας, γυαλίζει τὰ ὑποδήματά του, σᾶς ἐρωτᾷ, τί ὥρα εἶναι, κάθεται εἰς τὸ τραπέζι σας χωρὶς ποτε νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ... σᾶς παίρνει τὴν ἐφημερίδα ἀπὸ τὸ χέρι, δὲν τρώγει, διὰ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ Φάληρον, μισεῖ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν σάπωνα, ἀγαπᾷ τὰ ζῷα... νὰ τὰ σκοτώνῃ. Σᾶς βγάζει τὰ μάτια, ὅταν ᾖναι φίλος ἐπιστήθιος, σᾶς θάπτει ὡς συγγενεῖς καὶ σᾶς ξεθάπτει, ἐὰν ἠμπορῇ νὰ κληρονομήσῃ καὶ τὸ ὑποκάμισον ἢ τὸ φέρετρόν σας! Φορεῖ στραβὰ τὸν πῖλον, σφυρίζει, πτύει, ἀπομύττεται σὰν φασὸν, μὲ τοὺς δακτύλους, εἶναι φίλος τοῦ ὑπαίθρου, ἰδίως διὰ κατωτέρας ὀργανικὰς λειτουργίας. Τὰς γυναῖκας δὲν τὰς γνωρίζει, εἰμὴ ὡς σύζυγος, καὶ πάλιν ἐὰν εὑρίσκῃ καιρὸν νὰ βλέπηται μὲ τὴν σύζυγόν του, ὅταν αὐτὴ ἀδειάζῃ ἀπὸ τὰ ζοὺρ–φὶξ, τὰ ἀπρὲ–μιντὶ, τὰ φάϊβ–ὸ–κλὸκ καὶ κλὰκ καὶ κλὶν καὶ φακλάν! Σᾶς γλείφει, ἐὰν ἦσθε ἀλειμμένος μὲ... ἀργυραλοιφὴν, ἄνευ φόβου δηλητηριασμοῦ, σᾶς κλωτσᾷ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἀνάγκην σας. Τὸν κυνηγοῦν οἱ ῥάπται, οἱ καφετζῆδες, οἱ ἁμαξηλάται, οἱ ἐνοικιάτορες! Σᾶς ὑβρίζει, ἐὰν δὲν τὸν δανείσητε!...» Ἐδῶ σταματῶ. Διὰ τοῦ «σᾶς ὑβρίζει, ἐὰν δὲν τὸν δανείσητε» ἀπεικόνισε τὸν ἑαυτόν του. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ 13 ἤδη μῆνας μὲ ὑβρίζει, διότι δὲν τὸν ἐδάνεισα· ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως χρήματα, τοῦ τὰ ἠρνήθην· ἐζήτησεν ὑπογραφὴν, τοῦ τὴν ἠρνήθην. Διὰ τοῦτο μοῦ ἐκήρυξε τὸν πόλεμον! Ἀλλ’ ἐγὼ ἠθέλησα νὰ τοῦ δείξω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν φοβοῦνται τὸν κάλαμόν του, οὔτε τὰς ὕβρεις του. Ἔλαβον συνέντευξιν μὲ τὴν ἐφημερίδα «Σκρὶπ» καὶ τὸν κατήγγειλα εἰς τὴν κοινωνίαν ὡς ἐκβιαστὴν τοῦ χειρίστου εἴδους, ὡς ἐκβιαστὴν κρατοῦντα ἀντὶ ἐγχειριδίου τὸν κάλαμον καὶ ζητοῦντα χρήματα ἢ τὴν τιμήν! Μόλις ἐδημοσιεύθη ἡ συνέντευξις ἐκείνη, ὅλος ὁ τύπος ἐξηγέρθη ἐναντίον του, καὶ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀνύπαρκτον τῆς κατηγορίας. Μὲ κατήγγειλεν ὁ Κύριος αὐτὸς ἐπὶ συκοφαντίᾳ, ἰσχυριζόμενος ὅτι ναὶ μὲν ἐζήτησε χρήματα, ἀλλὰ τὰ ἐζήτησε... δανεικὰ, λησμονῶν ὅτι ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, ὅτε τὰ ἐζήτει, καὶ ὄχι τοκιστής. Ἐνηργήθη ἀνάκρισις, καὶ ἐξεδόθη βούλευμα, τὸ ὁποῖον, κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς ἀναγινώσκω, πρὸς αἰώνιον αἶσχος τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «... Ἀκοῦσαν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ προφορικῶς. Ἐπειδὴ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀξιόποινον πρᾶξιν τῆς συκοφαντίας, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὸν ἴδιον κατηγορούμενον, ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως καὶ ἰδίως ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων Σπυρ. Μερκούρη, Α. Λεοντίου καὶ Ν. Καλογεροπούλου, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς καταθέσεως τοῦ μηνυτοῦ προέκυψεν, ὅτι πράγματι ὁ μηνυτὴς, εὑρισκόμενος εἰς χρηματικὰς στενοχωρίας, ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως λόγῳ δανείου ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον τρισχιλίας δραχμάς· ἐνῷ δὲ διὰ σειρᾶς ἄρθρων δημοσιευθέντων ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀκρόπολις», ἧς διευθυντὴς καὶ συντάκτης τυγχάνει ὁ μηνυτὴς, ἐξῆρεν οὗτος τὴν δρᾶσιν τοῦ κατηγορουμένου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, πρὸ τῆς αἰτήσεως τοῦ δανείου, μετὰ παρέλευσιν καιροῦ τινος ἀπὸ τῆς ἀρνήσεως ὑπὸ τούτου νὰ χορηγήσῃ τὸ αἰτηθὲν δάνειον ἡ «Ἀκρόπολις» ὄχι μόνον ἔπαυσε τοὺς ἐπαίνους αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ σειρᾶς ἄρθρων, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἄρθρων περὶ μεταλλείων, δριμέως ἐπετέθη κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ἐπέκρινε τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ. Ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς γνώμης τοῦ μηνυτοῦ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κατηγορουμένου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐκδηλωθεῖσα διὰ τῶν κατ’ αὐτοῦ δημοσιευθέντων ἄρθρων ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» μετὰ τὴν ἄρνησιν τῆς παροχῆς τοῦ αἰτηθέντος δανείου, εὐλόγως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον ὡς ἐκβίασις, καὶ ἂν δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, καὶ ἑπομένως καταγγέλλων εἰς τὸν συντάκτην τοῦ «Σκρὶπ», μεθ’ οὗ ἔλαβε συνέντευξιν, καταχωρισθεῖσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 2405 τῆς 28 Ἀπριλίου 1902 φύλλῳ τῆς ἐφημερίδος «Σκρὶπ», τὸν μηνυτὴν ὡς ἐκβιαστὴν, δὲν ἔπραξε τοῦτο ἐν γνώσει τῆς ἀθῳότητος, ἀλλ’ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι πρὸς ἐκβίασιν αὐτοῦ ἐδημοσιεύθησαν τὰ κατ’ αὐτοῦ ἄρθρα ἐν τῇ «Ἀκροπόλει». Ἑπομένως ἐλλείπει τὸ οὐσιῶδες στοιχεῖον τῆς γνώσεως, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ περὶ ἐξυβρίσεως ἐν γένει καὶ περὶ τύπου νόμου, προκειμένου περὶ συκοφαντίας, ἤτοι ἡ πρόθεσις τοῦ νὰ προσάψῃ εἰς τὸν μηνυτὴν ἐν γνώσει τῆς ἀθῳότητος αὐτοῦ πρᾶξιν, ἥτις, ἐὰν ἠλήθευεν, ἤθελεν ἐκθέσει τοῦτον εἰς ἀνάκρισιν, καὶ ἑπομένως δέον νὰ μὴ γείνῃ καὶ ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ τῆς συκοφαντίας κατηγορία κατὰ τοῦ κατηγορουμένου Β. Βουδούρη. Διὰ ταῦτα ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ Βασιλείου Βουδούρη...» κλπ. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὁ λόγος, ἐξ οὗ ὅλον τὸ ὑβρεολόγιον τοῦ Βλασίου τῆς «Ἀκροπόλεως»! Κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς ζητῶ συγγνώμην, διότι ἐπὶ πολὺ σᾶς ἀπησχόλησα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ τύχω αὐτῆς, διότι, ὡς ἔντιμοι ἄνθρωποι, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι εἶχον ἀνάγκην νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὡς πολιτευόμενος ἐπὶ 35 ἔτη οὐδέποτε ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ κατηγορηθῶ. Ἀπέδειξα, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πάνθ’ ὅσα κατ’ ἐμοῦ κατελάλει ὁ πρώην συνάδελφός μου δυστυχῶς Ὑπουργὸς ἦσαν ἀνακριβῆ· ἀπέδειξα, ὅτι οὐδέποτε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε νὰ μὴ κάμῃ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον· ἀπέδειξα ὅτι ἡ κυρία Βώκου δὲν ἔλαβε παραχώρησιν μεταλλείου· τὸ μεταλλεῖον τὸ εἶχεν, ἔλαβε δὲ μόνον τὴν ἄδειαν, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, νὰ ἐργασθῇ δι’ ὑπογείων στοῶν. Ἀπέδειξα ὅτι τὰ τέσσαρα μεταλλεῖα, τὰ παραχωρηθέντα ἐν Λοκρίδι, παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς πρώτους καὶ μόνους δηλωτάς. Ἀπέδειξα ἐν ἑνὶ λόγῳ, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ κατηγορίαι δὲν εἶχον καμμίαν βάσιν. Ἐὰν νομίζητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐγὼ ἔπραξά τι τὸ παράνομον, παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς, Κύριοι (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), εἰς τὰς τάξεις τῶν ὁποίων ἀνήκω, παρακαλῶ καὶ τοὺς προσωπικούς μου φίλους, τοὺς εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην ἀνήκοντας (δεικνύει τὴν δεξιὰν), νὰ ἀφήσωσι κατὰ μέρος πᾶσαν προσωπικὴν φιλίαν καὶ πᾶσαν προσωπικὴν σχέσιν πρὸς ἐμὲ, νὰ πράξωσι δὲ τὸ καθῆκόν των, διότι ἐγὼ δὲν ζητῶ χάριν ἀπὸ κανένα. Ἐὰν ὅμως ἐπείσθητε, Κύριοι, ὅτι ὑβρίσθημεν καὶ ἐσυκοφαντήθημεν, πρέπει διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς σας νὰ στιγματίσητε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ ἥρως τῶν σκανδάλων αὐτῶν. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα αὐτὸ ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας. Ἐνθυμηθῆτε, πῶς ἐφέρθη πρὸς τὸν ἔντιμον Πρόεδρόν μας· ἐτόλμησε τοῦ ἐντιμοτάτου αὐτοῦ ἀνθρώπου τὴν ὑπόληψιν νὰ θίξῃ, ἀμείβων αὐτὸν, διότι δὶς τὸν ἀνεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Μὴ λησμονεῖτε, πῶς ἐφέρθη πρὸς ἄλλον ἔντιμον Ὑπουργὸν, τὸν μακαρίτην Πετρίδην, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας τότε, τὸν ὁποῖον ἐφαρμάκωσε καὶ ἴσως ἔφερεν εἰς τὸν τάφον. Μὴ λησμονεῖτε, πῶς ἐφέρθη πρὸς ἡμᾶς. Ἡ κοινωνία τὸν ἀπεδοκίμασεν· ἡ ἐπαρχία του τὸν ἀπεδοκίμασε, κλείσασα εἰς αὐτὸν τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου. Δὲν μένει παρὰ νὰ τὸν ἀποδοκιμάσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν τοῦ Βασιλέως, εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθε τρὶς τὸ Ὑπουργικὸν ἑδώλιον, κατερχόμενος τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταβάλληται εἰς συκοφάντην τῶν συναδέλφων του, καὶ ὅτι τοῦτο πράττων εἶναι ἀνάξιος εἰς τὸ μέλλον νὰ ἦναι Σύμβουλος τοῦ Στέμματος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον; «Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν.» Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις· ἡ μία ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Θηβῶν κ. Δαούτη, καὶ ἡ ἑτέρα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κυθήρων κ. Στάη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δαούτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἡ πρότασις τοῦ κ. Στάη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐξ Αἰγίνης Βουλευτοῦ, εὑρίσκουσα ἐπαρκεῖς τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, καὶ θεωροῦσα, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πλέον ἐπὶ τοῦ θέματος, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§148Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δηλῶ, ὅτι ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὑπολείπεται μία καὶ μόνη πρότασις, ἡ τοῦ κ. Στάη. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου. (Ἀναγινώσκεται ἐκ νέου ἡ πρότασις τοῦ κ. Στάη). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§150ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§151Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔμπρος, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§152Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὀλίγα θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§153ΦΩΝΑΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν! εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν!
§154Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Δεκαοκτὼ ἄνθρωποι εἶναι φυλακισμένοι πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός!
§155ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Στυμφαλιάδην). Ζητεῖτε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§157Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. (Θόρυβος).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Θὰ εἶχε τελειώσει ἤδη.
§159Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Πρόκειται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις μόνον, διὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἄνθρωποι μεταβάντες εἰς τὴν ξένην, διὰ νὰ εὕρουν ψωμὶ, κατάκεινται εἰς τὰς φυλακὰς, οὐδεὶς δ’ ἐκ τῶν συγγενῶν αὐτῶν ἐντεῦθεν δύναται νὰ τοῖς παράσχῃ τὴν ἐλαχίστην συνδρομὴν, διὰ νὰ ψωμισθῶσι τοὐλάχιστον, ἔστω καὶ ἂν ἔχωσι στερηθῆ τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας χωρὶς ποσῶς νὰ ἐγκληματήσωσι.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ εὑρίσκονται αὐτοί;
§161Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐν τῇ Νέᾳ Ὑόρκῃ εὑρίσκονται φυλακισμένοι 18 ἄνθρωποι, καταγόμενοι ἐκ τοῦ δήμου Εὐρωστίνης τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι μοὶ γράφουν, ὅτι κρατοῦνται ἀπὸ μηνὸς εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι διατὶ κατηγοροῦνται· παραπονοῦνται δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς, ὁ ὁποῖος νὰ τοῖς παράσχῃ συνδρομήν· καίτοι δ’ ὑπάρχει Ἕλλην πρόξενος ἐκεῖ, οὗτος δὲν τοῖς παρέσχε καμμίαν ἀπολύτως προστασίαν. Ἔχω σημείωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν εἰς χεῖράς μου. Ἐπειδὴ οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ εἶναι ἀπηλπισμένοι, βλέποντες ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῖς παρασχεθῇ καμμία προστασία παρὰ τῆς προξενικῆς ἀρχῆς, παρακαλῶ νὰ συνεννοηθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Ἀμερικῆς, καὶ νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς, διότι κινδυνεύουν νὰ χάσουν τὴν ζωήν των ἐντὸς τῶν φυλακῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω, καὶ μὴ σπεύδετε· διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι συγγενεῖς καὶ συμπολῖταί μας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκουν προστασίαν ἀπὸ τοὺς ἐντεταλμένους νὰ τοὺς προστατεύσουν, ἀλλὰ τοὐναντίον αὐτοὶ οὗτοι ἐπιβουλεύονται τὴν ἐλευθερίαν τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, ἐπιβουλεύονται τὴν ζωήν των! Περὶ τούτων, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε πρόνοιαν ταχέως, καὶ τηλεγραφικῶς, εἰ δυνατὸν, συνεννοούμενος καὶ μετὰ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου τῆς Ἀμερικῆς, νὰ φροντίσητε νὰ ἐξαγάγητε αὐτοὺς τῶν φυλακῶν, διότι κατ’ οὐδὲν ἔπταισαν οἱ ἄνθρωποι· ψωμὶ μόνον ζητοῦσιν εἰς τὸ ἕτερον ἡμισφαίριον. Βλέπετε ὅτι δὲν ἐκωλυσιέργησα, οὐδ’ ἐφαντάσθην νὰ μὴ ἀφήσω νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· ἐκωλυσιέργησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἀφῆκαν ἐξ ἀρχῆς νὰ εἴπω τὸ παράπονον τῶν ἀδίκως καταβασανιζομένων συμπολιτῶν μου.
§162ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐννοῶ πληρέστατα τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου νὰ ἐκθέσῃ τὰ παράπονα, ὅσα τῷ ἔγραψαν οἱ συμπολῖταί του, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λέγῃ, ὅτι οἱ ἐπιφορτισμένοι τὴν προστασίαν αὐτῶν ἐκεῖ ἐπιβουλεύονται τὴν ἐλευθερίαν των, ἐπιβουλεύονται τὴν ζωήν των, βεβαίως—διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν—ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐνόησε, τί ἔλεγεν ὁ κ. συνάδελφος· καὶ ἀπορῶ, πῶς Βουλευτὴς εἶπε τοιαύτην ὕβριν ἐναντίον ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως πρὶν ἢ λάβῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν. Ἀφοῦ οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Νέας Ὑόρκης μένοντες συμπολῖταί του εὗρον τὸ μέσον νὰ γράψωσι πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῶν εἰς Ἀθήνας, ἀπορῶ, πῶς δὲν εἶχον τὸ μέσον νὰ γράψωσι πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι, ἂν ἔγραφον πρὸς αὐτὸν, ἤθελεν οὗτος πράξει πᾶν τὸ δυνατὸν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς αὐτούς. Πρὶν ἢ λοιπὸν καταγγείλῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελε πράξει καλλίτερον νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ δὲ νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτας μομφὰς, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἦσαν ἀληθεῖς, ἤθελον ἐκθέσει τὸν πρόξενον εἰς ποινικὴν καταδίωξιν.
§163Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Ὑπουργὲ, τί μία ἐξέτασις δύναται νὰ ἐξαγάγῃ ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ ἀναλάβητε τὸ ἔργον αὐτὸ, διὰ ν’ ἀποδείξητε, ἂν ὁ πρόξενος ἐκτελεῖ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον ἢ οὔ. Ἐγὼ πιστῶς διαβιβάζω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅ,τι μοὶ γράφουσιν ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου. Σᾶς λέγω δὲ, Κύριοι, ὅτι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, τὸ ὁποῖον οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Νέας Ὑόρκης κατακρατοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Τὴν σημείωσιν δὲ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. προξένου, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦν νὰ μένουν ἄνευ λόγου ἐν τῇ φυλακῇ. Τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ παρὰ ἐπιβουλὴ κατὰ τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐλευθερίας;
§164ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνας;
§165Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἀδικώτατα μένουν ἐντὸς τῶν φυλακῶν, διότι δὲν ὑπέπεσαν εἰς καμμίαν πρᾶξιν ἀξιόποινον.
§166ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ πῶς ἡ Ἀρχὴ ἐκεῖ τοὺς κρατεῖ εἰς τὰς φυλακὰς ἄνευ πράξεως; Εἶναι πράγματα δυνατὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε;
§167Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἠναγκάσθην, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὁμιλήσω μετὰ τοῦ τόνου αὐτοῦ, τὸ ἔπραξα, οὐχὶ διότι ἤθελον νὰ ἀναπτύξω κατηγορητήριον κατὰ τοῦ κ. προξένου· ὡμίλησα, διότι ἐκόπτοντο οἱ συνάδελφοι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ μὲ παρημπόδιζον νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ εἴπω ἠρέμως, διὰ νὰ μὴ μὲ προκαλέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν δευτερολογίαν ταύτην.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Σχετικῶς ἀνακοινῶ τηλεγράφημα ἐκ Νησίου τῶν σταφιδοπαραγωγῶν τοῦ δήμου Εὔας, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν ὅπως «κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ὑποστηριχθῇ ἡ αἴτησίς των, ἵνα αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος τῆς τελευταίας κατηγορίας κατὰ δέκα τοὐλάχιστον φράγκα τὸ χιλιόλιτρον, διότι ἡ τῶν 100 φράγκων εἶναι ἀνεπαρκής.»
§171ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, θὰ κάμωσι λόγον οἱ Βουλευταὶ Μεσσήνης κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ μέρους τῆς συμβάσεως.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Ναυπλίας κ. κ. Θ. Φαρμακόπουλος καὶ Ν. Φαρμακόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ κατασκευῆς ἀποβάθρας ἐν Τολῷ τῆς Μινῴας διὰ χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 467). Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ἀνακοινώσῃ τι σχετικὸν πρὸς τὴν σύμβασιν περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος.
§173Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν τοῦ κυρίου Ρόσσελς, προξένου τοῦ Βελγίου ἐν Ἀθήναις, δι’ ἧς οὗτος μοὶ ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ προσδιορίσω ὥραν, καθ’ ἣν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ Κύριόν τινα, οὗ μοὶ ἔγραφε τὸ ὄνομα, ἀντιπρόσωπον τῆς διοικήσεως τῶν ἐν Κρεζὼ μεταλλείων σιδήρου. Παρεκάλεσα δ’ αὐτὸν νὰ ἔλθῃ ὁ εἰρημένος Κύριος αὔριον τὴν 1ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§175Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων ὑποβληθεῖσαι προτάσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 468).
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ πρότασις νόμου περὶ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς παρακρατήσεως, μὲ συνήντησε καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἔχει ὁμάδα ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ὁποία δύναται νὰ προβάλῃ προτάσεις, μὲ ἠρώτησε δὲ, ἂν στέργω νὰ δεχθῶ αὐτὰς κατ’ ἀρχήν. Εἶπον εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅτι δύναται νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις. Προτάσεις τοιαύτας τότε δὲν ὑπέβαλεν, ἀλλὰ σήμερον τὴν 4ην ὥραν μ. μ. ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἔλαβε τὰς προτάσεις, καὶ μοὶ ἔδωκε καὶ ἓν τετράδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνὰ χεῖρας. Τὸ τετράδιον ἀνέγνων, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχηθῇ τις περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προβάλλουσιν αἱ εἰρημέναι προτάσεις. Διακανονισμὸς τῶν χρεῶν τῶν σταφιδοκτημόνων, προμήθεια θειϊκοῦ χαλκοῦ, προμήθεια θείου, δάνεια ἐξόδων καλλιεργείας καὶ ἐξόδων συγκομιδῆς τοῦ καρποῦ, ἀγορὰ τῆς σταφίδος ὑπὸ ὅρους, οἵτινες δὲν ἐκτίθενται ἀκριβῶς, πιθανῶς δὲ συμφέροντας, καὶ διάθεσις πρὸς τοῦτο 350,000,000. Ποῖος εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλει τοιαύτας προτάσεις;—διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι πληρέστατος, καὶ τὰς λεπτομερείας ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν·—μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι εἷς Κύριος.—Εἷς μόνον; ἠρώτησα.—Μάλιστα.—Δὲν ὑπάρχει Ἑταιρεία;— Ὑπάρχει.—Ποῖα εἶναι τὰ μέλη αὐτῆς;—Εἶναι ὁμάς.—Ποῖα τὰ ὀνόματα;—Μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ὁ κύριος Bichler· ἔλαβον σημείωσιν, ἵνα γράψω εἰς Παρισίους καὶ ζητήσω περὶ αὐτοῦ πληροφορίας. Ἀλλ’ εἶπον εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν εἶναι εἰθισμένον, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε δυνατὸν, εἷς νὰ ἀναλαμβάνῃ ἐπιχείρησιν. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Bichler ἔχει 400,000 φράγκων εἰσόδημα κατ’ ἔτος. Καὶ 400,000,000 ἐὰν ἔχῃ, δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ἀναλάβῃ μόνος τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην· θέλει ζητήσει συμπράκτορας ἄλλους κεφαλαιούχους, ἵνα σχηματίσῃ τὴν Ἑταιρείαν. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ, δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν οὐσιωδεστέραν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, διότι ἡ οἰκονομικὴ δύναμις αὐτῶν, καὶ ἡ οἰκονομικὴ πίστις αὐτῶν εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις περὶ τῆς ἐκπληρώσεως ἔργου τινὸς, ἄνευ δ’ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιλάβηταί τις τῆς ἐξετάσεως προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ἀπὸ ἓν μόνον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι πλούσιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστὸν ὄνομα τραπεζιτικὸν, ἐνῷ τῶν κεφαλαιούχων τῆς Εὐρώπης γνωρίζομεν τὰ ὀνόματα. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν Καλαβρύτων νὰ τηλεγραφήσῃ καὶ ζητήσῃ τὰ ὀνόματα τῶν Κυρίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ὁμάδα. Ἐὰν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὁμάδα ἦναι ἄξιοι ἀληθῶς προσοχῆς καὶ πίστεως καὶ δυνάμεως, ἵνα ἀναλάβωσι τὸ ἔργον, βεβαίως οὐδεὶς θ’ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν νὰ μελετήσῃ τὰς προτάσεις ταύτας.
§178Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§179Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλῶς ἔπραξεν ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ἀνακοινώσας εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις, ἃς εἶχεν, ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῆς σταφίδος. Θὰ ἦτο βεβαίως ὑπεύθυνος, ἂν, κατέχων τοιαύτας προτάσεις, καὶ παριστάμενος εἰς τὴν Βουλὴν, συζητοῦσαν περὶ τῆς συμβάσεως, ἐσιώπα. Καλῶς ἔπραξεν ἡ Βουλὴ, ζητήσασα, ὅπως τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ καταστῇ τοῖς Βουλευταῖς γνωστόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα πρέπει νὰ γείνωσι χωρὶς νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ἔργου, καὶ μείνῃ ἐκκρεμές, ἀφοῦ ὅλος ὁ τόπος ἀναμένει τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Πῶς ταῦτα θὰ συμβιβασθῶσι, δὲν εἶναι δύσκολον ἡ Βουλὴ νὰ ἐννοήσῃ. Ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπάντησις. Εἶναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συζητήσῃ κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας;
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ μιᾶς οὔτε περὶ δύο ἡμερῶν, ἀλλὰ περὶ δέκα ἐτῶν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 3 τῶν προτάσεων, ἃς ὑποβάλλει ὁ κύριος Πετιμεζᾶς (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Σταφιδικῆς Ἑταιρείας τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ προβῇ δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος εἰς τὸν καταρτισμὸν πλήρους Κτηματολογίου τῶν σταφιδοφόρων αὐτοῦ ἐπαρχιῶν, μεθ’ ἁπασῶν τῶν δεουσῶν προβλέψεων, ἵνα τηρῆται ἐνήμερον...» Γνωρίζετε δέ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὸ Κτηματολόγιον ἐχρειάσθη 20 ἔτη διὰ νὰ γείνῃ.
§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα περὶ κτηματολογίου, ἰδοὺ πῶς ἀντιλαμβάνομαι περὶ τίνος πρόκειται. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίσωσι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος διὰ μονοπωλίου οὕτως, ὥστε ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν οἱ σταφιδοκτήμονες νὰ πωλῶσι τὴν σταφίδα αὐτῶν εἰς καλὰς τιμάς, κατενόησαν, ὅτι τὰ κτήματα ἀνακτῶσιν ἀναγκαίως οὕτω μεγάλην ἀξίαν, καὶ ὅτι τὰ δάνεια, τὰ βαρύνοντα αὐτά, θέλουσιν εἶσθαι ἀσφαλῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἐσκέφθησαν, ὅτι ἐπὶ τοιούτων κτημάτων εἶναι δυνατὸν νὰ δανείσωσι ποσὸν μέχρι 200 ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἐπρότειναν προφανῶς πρὸς δελεασμόν. Ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, κατὰ πόσον κεφαλαιοῦχοι εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τῆς διὰ μονοπωλίου διαθέσεως τῆς σταφίδος, ὅπως δανείσωσι τὸ ποσὸν τῶν 200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς σταφιδοκτήμονας. Τὸ Μονοπώλιον, δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν, περιέχει πολλοὺς κινδύνους, διότι δὲν πρόκειται μόνον τὸ ποσὸν τὸ διατεθησόμενον εἰς τὴν κατανάλωσιν νὰ ἀγοράζῃ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀγοράζῃ καὶ τὸ ἕτερον ποσόν, τὸ περιπλέον. Κατάδηλον εἶναι, ὅτι, ὅταν τὸ Μονοπώλιον εὑρίσκηται ἀπέναντι τοιούτων ἐνδεχομένων, ἅτινα ζημίας δύνανται νὰ ἐπενέγκωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ σοβαρὸν νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι τὰ κτήματα θὰ ἀποκτήσωσι τοσαύτην βεβαίαν καὶ σταθερὰν ἀξίαν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ μέρος τῆς προτάσεως, τὸ ἀφορῶν τὴν χορηγίαν 200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, πρέπει ν’ ἀποχωρισθῇ. Μόνον ἐνδεχόμενον, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν, ὅτε ἡ σταφὶς διὰ τοῦ μονοπωλίου θὰ εἰσέλθῃ πιθανῶς εἰς σταθερὰν καὶ ἐπικερδῆ κατανάλωσιν, καὶ θὰ προσφέρωνται δι’ αὐτὴν τιμαὶ ἐπαρκεῖς, καλύπτουσαι μετὰ περισσεύματος τὰ ἔξοδα, θὰ εὑρεθῶσι κεφαλαιοῦχοι, ἵνα δανείσωσι τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ κτηματολόγιον, δὲν εἶναι δύσκολον καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ καταρτισθῇ. Εἶναι ἔργον ἀριθμοῦ γεωμετρῶν, οὓς θ’ ἀπασχολήσῃ πρὸς καταμέτρησιν. Ὅταν ὁρίσωμεν διὰ μιᾶς διακοσίους γεωμέτρας, εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἔτους νὰ κατορθωθῇ ἡ καταμέτρησις καὶ ὁροθέτησις τῶν σταφιδώνων. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ν’ ἀπευθυνθῇ τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, θὰ ηὐχόμην ὅμως νὰ μὴ γείνῃ τοῦτο ἀφορμὴ διακοπῆς τῶν συζητήσεων, διότι θὰ ἐμποιήσῃ κακὴν ἐντύπωσιν ἡ ἀναγγελία, ὅτι ἐπὶ τῇ προτάσει ὅρων ἐπικερδεστέρων ἐσταμάτησεν ἡ Βουλὴ τὴν ἐπὶ τῆς συμβάσεως συζήτησιν, συζήτησιν, ἥτις εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ ἧς ἡ ψήφισις μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου πρόκειται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου κατὰ τὴν τρέχουσαν ἐσοδείαν. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ψηφίζουσα ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου τὴν σύμβασιν λύει τὸ ζήτημα· διότι πρέπει καὶ οἱ ἀναλαβόντες τὸ μονοπώλιον νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, πρέπει νὰ εὕρωσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγγυηθῶσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσὸν τῶν 500,000 λιρῶν, νὰ ὑποβάλωσι καταστατικὰ καὶ ἀνακοινώσωσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Δὲν πρέπει δὲ ταῦτα νὰ γείνωσιν ἐπὶ κινδύνῳ τῆς Ἑταιρείας. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ θεωρῇ σπουδαίαν τὴν πρότασιν καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ βεβαιωθῇ, ἂν οἱ προτείνοντες εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, καὶ νὰ δηλώσωσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν σύστασιν τῆς Ἑταιρείας· ἀλλὰ μένει ἐκκρεμὲς τὸ ἕτερον, ἂν θὰ ἔλθωσι καὶ αὐτοὶ ἐντὸς χρόνου τοιούτου, ὥστε νὰ μὴ παρακωλύσωσι τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἐν οἱᾳδήποτε ἀποφάσει αὑτῆς τὰς συνεπείας, ἃς αὕτη δύναται νὰ φέρῃ.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, πρὶν ἢ ἀσχοληθῇ περὶ τὸ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ, τίνες ἀποτελοῦσι τὴν Ἑταιρείαν· διότι, ἂν οὗτοι δὲν παρέχωσι τὰς πιθανότητας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, εἶναι περιττὸν νὰ σκεφθῇ.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς καλῶς ἔπραξεν, ἀνακοινώσας τῇ Βουλῇ προτάσεις, αἵτινες ἐδόθησαν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως κατανοήσωμεν καλῶς τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων, νὰ ἀφήσωμεν ταῦτα ἐκεῖ ὅπου, πρέπει. Ἡ Βουλὴ δὲν συνομολογεῖ συμβάσεις, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις. Ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἔλαβε προτάσεις παρά τινος Κυρίου, ὃν θεωρεῖ σοβαρόν, ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ μάθῃ, ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὑτῆς ἰδιότητι, τὰ περὶ τούτου, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι αἱ προτάσεις εἶναι σοβαραί, εἰς αὐτὴν ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἀπέναντι τῶν νέων προτάσεων. Δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξέ τι, οὐδὲ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ τι. Περιωρίσθη μόνον νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ τῇ ἀνακοινώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμάδα.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει, ἵνα τηλεγραφικῶς παρακαλέσῃ τὸν Κύριον αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε διὰ τῆς Πρεσβείας εἴτε δι’ ἄλλου μέσου, τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμάδα. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ γενομένη τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνακοίνωσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν. Εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, καὶ ἠγόρευσεν εἷς μόνος. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μάθῃ ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον ἢ σκοποῦσι νὰ ὑποβάλωσι τὰς προτάσεις ταύτας, νομίσῃ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τοσοῦτον σοβαρόν, ὥστε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν.
§186Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς νομίζω ὅτι εἶναι ὁ καταλληλότατος, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς τοιαύτας προτάσεις, διότι καὶ μέλος ἦτο τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὴν σύμβασιν, καὶ πολλὰ γνωρίζει. Διὰ τοῦτο ἐσιώπησα, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ἔλαβε τὸν λόγον. Ἤδη ὅμως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματός μου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκροασθῇ ὀλίγας στιγμάς. Φρονῶ ὅτι αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ εἶναι λίαν σοβαραί· ἀλλὰ ἐπίσης φρονῶ, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν τὰς προτάσεις ταύτας, δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τηλεγραφήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας· ὀφείλει νὰ τηλεγραφήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὗτος ν’ ἀπαντήσῃ ἐντὸς τῆς αὔριον, ἂν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ ἰδίως ἂν ὁ κ. Bichler, εἶναι πρόσωπον δυνάμενον νὰ ἀναλάβῃ τοιοῦτον ἔργον. Ἐπειδὴ δὲ, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκούω τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, καὶ προχθὲς ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Λεβίδην, ὡς καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Γουναράκην, καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴν νὰ βεβαιῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι μᾶς ἀπειλοῦσιν οἱ Βαρβασαινιῶται, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων τῆς ἐπαρχίας μου, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δίδει προσοχὴν εἰς τὰς ἀπειλὰς, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων ἀπειλεῖ, ἀλλ’ ἁπλῶς ζητοῦσι διότι πάσχουσι. Γνωρίζετε δὲ μίαν χωρικὴν παροιμίαν, ὅτι ὅποιος πονεῖ καὶ ὅποιος πεινᾷ, φωνάζει. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ τηρήσωμεν τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν πάντες προχθὲς, ὅτε ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου κ. συνάδελφος· ἤτοι νὰ ἀκούωσι πάντες σιωπῶντες καὶ νὰ μὴ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἵνα οὕτω προβῶμεν εὐχερῶς εἰς τὸ ἔργον μας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι σοβαρὰ, ὅτι δύναται νὰ σώσῃ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, καὶ δύναται νὰ παράσχῃ ἀγορὰς πρὸς κατανάλωσιν τῆς σταφίδος, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κωλυσιεργῶμεν, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἠλείας· πάντες πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς καλὸν ἀποτέλεσμα.
§187Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἐπειδὴ μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ ὑποβολῆς νέων προτάσεων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ μικρὰ ἀναβολὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἢ, καὶ ἂν ψηφισθῇ, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῶμεν, τί θὰ γείνῃ διὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τοῦτο εἶναι τὸ φλέγον ζήτημα. Ἂν ἐννοοῦμεν νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τοῦτο πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν σοβαρῶς· νὰ σκεφθῶμεν, τί θὰ γείνῃ ἡ ἐσοδεία τοῦ ἔτους τούτου.
§188ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐζήτησε 48 ὡρῶν προθεσμίαν, ἵνα πιστωθῇ τὸ σοβαρὸν τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσε τὴν ἑσπέραν ταύτην, τὸν βεβαιῶ, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ προθεσμία, διότι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν ἀνακοινωθεισῶν προτάσεών του. Ἡ Βουλὴ ὅμως, εὑρισκομένη ἐνώπιον μιᾶς συμβάσεως συνωμολογημένης μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀναδόχων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, πρέπει νὰ σκεφθῇ, ἂν δύναται νὰ διακόπτῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν, ἵνα κρίνῃ περὶ ἄλλων προτάσεων ὑποβαλλομένων. Ἡ δημοσίευσις τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅταν κληθῶσι νὰ ψηφίσωσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως, νὰ κρίνωσιν, ἂν αἱ προτάσεις αὗται εἶναι καλλίτεραι τῶν ἐν τῇ συζητουμένῃ συμβάσει, καὶ νὰ κανονίσωσι τὴν ψῆφον αὐτῶν· ἀλλὰ νὰ σταματᾷ ἑκάστοτε ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ἐξακριβῶται τὸ σοβαρὸν ἢ μὴ τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§189Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχομεν διατετυπωμένας προτάσεις.
§190ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς θὰ τηλεγραφήσῃ, ὡς εἶπε, πρὸς τὸν κύριον Bichler, καὶ θ’ ἀνακοινώσῃ τὴν ἀπάντησιν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη ὅμως ἐπιβάλλεται ἡ ἀπόρριψις τῆς περὶ ἀναβολῆς προτάσεως.
§191Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως θὰ προχωρήσῃ· τοῦτο ἐδήλωσε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἔχω ὅμως γνώμην διάφορον πρὸς τὴν τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐπὶ τῶν προτάσεων, ἃς πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος. Πάντες ἔσπευσαν νὰ τὰς ὀνομάσωσι σοβαρὰς· ἐγὼ ἐκφράζω τὴν γνώμην μου ἀπεριφράστως· πρόκειται περὶ μιᾶς φάρσας, ἧς εἶναι θῦμα ὁ συνάδελφος· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρωνται μετὰ τόσης εὐκολίας τριακόσια καὶ τετρακόσια ἑκατομμύρια, ὡς τὰ ἑκατομμύρια τοῦ Ζωραμῆ. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ πληροφορίας, διότι ἐκτίθεται ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως· βεβαίως δὲ, ἂν πράξῃ τοῦτο, ἂν δηλ. σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, αὔριον θὰ παρουσιασθῶσιν ἕτεροι μὲ πεντακόσια ἑκατομμύρια, συνεχιζομένης οὕτως ἐπ’ ἄπειρον τῆς κωμῳδίας. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς πληροφορίας αὐτὰς, ἂς εἰδοποιήσῃ αὐτοὺς τοὺς Κυρίους νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνακοινώσωσιν εἰς αὐτὸν τὰς προτάσεις των.
§192Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀνέμενον ποτὲ παρὰ τοῦ κυρίου Γκότση νὰ ἐκφράσῃ περὶ ἐμοῦ τοιαύτην ἰδέαν, ὅτι δηλαδὴ ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα παίξω φάρσαν...
§193Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶσθε καὶ ὑμεῖς θῦμα.
§194Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο σημαίνει ἀπερισκεψίαν μεγάλην ἐκ μέρους τοῦ κυρίου συναδέλφου. Πῶς δύναται αὐτὸς νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι θῦμα καὶ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ποίας σημασίας προτάσεις εἶναι αὗται; — ἐγὼ, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ἀπὸ τόσου χρόνου ὅλας τὰς λεπτομερείας! Θὰ ἤμην εὐτελοῦς χαρακτῆρος ἄνθρωπος, ἐὰν, χωρὶς νὰ ἦμαι πεπεισμένος περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν προτάσεων, ἠρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔπαιζον φάρσαν, καὶ ἔπαιζον τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἴσως ἱκανὸς ὁ κύριος συνάδελφος νὰ παίξῃ. Θὰ ἦτο ἐσχάτη εὐτέλεια δι’ ἐμὲ, ἐὰν ἠρχόμην ἐνταῦθα νὰ παίξω φάρσαν, ὅπως ἐξαπατήσω τὴν Βουλὴν καὶ κατορθώσω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέβαινε τοῦτο, ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναβάλω τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ; Θὰ κατώρθουν ἴσως ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ 24 ὥρας· ἀλλὰ τί θὰ ἐκέρδιζον ἐκ τῆς μικρᾶς ταύτης ἀναβολῆς; Ἄλλως τε, Κύριοι, μήπως ἐγὼ ἀπέτρεψα τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον της, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ μονοπωλίου; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ γείνωσι γνωσταὶ εἰς ἐμὲ αἱ προτάσεις αὗται, ἐνόμισα ὅτι ἤμην ὑπόχρεως ν’ ἀνακοινώσω αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνόμισα ὅτι εἶχον εὐθύνην, καὶ θὰ διέπραττον προδοσίαν κατὰ τῆς πατρίδος μου, ἂν ἀπέκρυπτον τὰς προτάσεις ταύτας, ἂν ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τοῦ σοβαροῦ τῶν προτάσεων τούτων. Παραπονοῦμαι δὲ κατὰ τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἱκανὸς νὰ ὑποπέσω εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, ἐνῷ οὐδένα λόγον εἶχον, ἵνα τοῖς γεννηθῇ τοιαύτη περὶ ἐμοῦ ὑπόνοια. Πολλοὶ μάλιστα τῶν κυρίων συναδέλφων — καὶ δύναμαι νὰ ὀνομάσω τὸν κ. Κεφαλᾶν καὶ ἄλλους — μὲ ἀπέτρεπον, προσπαθοῦντες νὰ μὲ πείσουν νὰ μὴ κάμω λόγον περὶ τῶν προτάσεων τούτων, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶμαι βαλμένος νὰ ὑποβάλω προτάσεις τοιαύτας. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὴν πατρίδα μου, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ τὰς ὑποβάλω· ἂν δὲ ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν γείνῃ ποτὲ αἰτία νὰ μὲ καταψηφίσουν οἱ ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας μου, ἂς μὲ καταψηφίσουν. Τίποτε δὲν θὰ πάθῃ τὸ Κράτος, ἂν ἐγὼ δὲν ἐκλεχθῶ Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ προτάσεις ἦναι σοβαραὶ, — καὶ πιστεύω ἐγὼ, ὅτι εἶναι σοβαραὶ, — καὶ τὰς ἀπέκρυπτον, βεβαίως μεγάλην ζημίαν θὰ ἐπροξένουν εἰς τὴν πατρίδα μου. Λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ λέγονται ταῦτα. Κατέχονται ὑπὸ φόβου οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ προσπαθοῦσιν ἐν παντὶ σημείῳ νὰ φανῶσιν εὐάρεστοι εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει ἡμεῖς ἐδῶ σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν, καὶ σοβαρῶς νὰ συζητήσωμεν, καὶ σοβαρῶς ν’ ἀποφασίσωμεν, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν τοῦ τόπου μας, καὶ νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ, τοῦ ἐν ἀγνοίᾳ διατελοῦντος, τοῦ μὴ γνωρίζοντος περὶ τίνος πρόκειται...
§195Π. ΣΑΚΚΗΣ. Τὴν κατάστασιν τὴν γνωρίζει ὁ λαὸς, κύριε Πετιμεζᾶ.
§196Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ λαὸς γνωρίζει τὴν κατάστασίν του· ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ὁ λαὸς γνωρίζει, ὅτι εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν, δὲν νομίζω, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ τὸν ὠθήσωμεν νὰ ῥιφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις περὶ τούτου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ παρίδῃ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἂς μὴ κάμῃ λόγον περὶ αὐτῶν, ἂς μὴ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐγὼ οὐδὲν ἀπολύτως ἔχω νὰ πάθω, ὅπως οὐδὲν ἔχω νὰ ὠφεληθῶ, ἂν τοὐναντίον ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὰς προτάσεις ταύτας καὶ τὰς συζητήσῃ.
§197ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ διεξαγομένῃ συζητήσει. Διότι συζητοῦμεν μίαν σύμβασιν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ ἐγερθῇ μεταξὺ ἡμῶν καὶ πάσης ἄλλης προτάσεως ὑποβληθησομένης σινικὸν τεῖχος ἀδιάσπαστον, καὶ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς ἄλλο τι παρὰ νὰ προσηλωθῶμεν εἰς μόνην τὴν σύμβασιν ταύτην; Τοιαύτην τινὰ, νομίζω, γνώμην ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Ἀνήκων καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, φρονῶ ἐκ πεποιθήσεως ὅτι, εἰς ὃ σημεῖον τὰ πράγματα, ἀτυχῶς διὰ τοὺς πληθυσμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, περιέστησαν, ἐπιβάλλεται ταχίστη μέριμνα πρὸς λῆψιν μέτρων, καὶ μέτρων οὐχὶ ἐμπειρικῶν καὶ προσωρινῶν, ἀλλὰ μέτρων τελεσφόρων. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλήν, σοβαρῶς συζητοῦσαν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ὑποβαλλομένην, οἷα ἡ διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ὑποβληθεῖσα ἑνὸς προσώπου ἐκ Παρισίων, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται καὶ ἄλλα πρόσωπα, δυνάμενα ν’ ἀναλάβωσι τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πολὺ θὰ ἀδικήσωμεν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων καὶ τὴν σοβαρότητα ἡμῶν καὶ τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεως, ἂν ἀπορρίψωμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ εἴπωμεν, ὅτι ἡ πρότασις ἀποτελεῖ πυροτέχνημα, ὥς τινες ὑπηνίχθησαν. Τοιαύτην ἰδέαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου τοὺς λόγους προσεπεκύρωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δηλώσας, ὅτι πράγματι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων καὶ σημείωμα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον παρέδωκε, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλου εἰς αὐτὸν τὸ ὑποβαλὸν τὰς προτάσεις πρόσωπον καὶ τὸν τόπον τῆς διαμονῆς αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, — καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, — ὅτι δύναται νὰ προοδεύσῃ καὶ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως, χωρὶς νὰ παρακωλυθῇ ἡ συνεννόησις τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐπίσημος μετὰ τῆς ὑποδειχθείσης ὁμάδος, ἢ τοῦ προσώπου τοῦ ὑποδειχθέντος. Ἑπομένως ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ εἶναι, ὅτι ὀφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, τὸ ἔργον τῆς ἐρεύνης καὶ συζητήσεως αὐτῆς· ἀφ’ ἑαυτοῦ δ’ ὑπάρχει τὸ χρονικὸν διάστημα οὐχὶ τῶν 48 ὡρῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ 8 ἡμερῶν, — διότι βεβαίως τοσαύτης σοβαρότητος σύμβασις δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν βραχυτέρῳ χρόνῳ, — καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ δύνανται νὰ προσκομισθῶσιν αἱ προτάσεις αὗται· οὐχὶ διότι θέλω νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν καὶ ἀμφιβολίαν τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ διότι ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν δέον νὰ δεχθῶμεν εἰς συζήτησιν τὰς τοιαύτας προτάσεις. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν καὶ περὶ διασώσεως αὐτῶν ἀπὸ οἰκονομικῆς κρίσεως, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρὸ παντὸς ἐκ παραλλήλου δέον νὰ ληφθῶσι μέτρα περὶ τῆς παραγωγῆς τῆς ἐφετεινῆς. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀπατώμεθα πλέον. Εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν 16 Μαΐου. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι σπεύδομεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ πληρωθῶσιν οἱ ὅροι τοῦ ἄρθρου 38 αὐτῆς. Καὶ ὄχι μόνον περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1903 πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ἀλλὰ καὶ περὶ μέτρου ὑπὸ αἵρεσιν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1904, διότι ἡ σύμβασις, ὡς ἔχει, παρέχει τὴν ἀμφιβολίαν, ἂν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἀπὸ τοῦ 1904. Μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1904 ἔχομεν τὴν ἀβεβαιότητα τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ κεφαλαίου. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων εἶπε, περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1903, ἴσως δὲ καὶ περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1904. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — καὶ πρὸς τοῦτο ἐπανειλημμένως προεκλήθη — νὰ δηλώσῃ, ἂν ἐμελετήθη μέτρον τι, καὶ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐν τῷ μεταξὺ δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι νέαι προτάσεις καὶ νὰ συζητηθῶσι καὶ αὗται. Ἀλλὰ πρὸ τούτων ὅλων πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ ῥαγδαίαν τὴν καταστροφὴν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν.
§198Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀναβολὴ εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, δὲν βλάπτει, μέχρις οὗ ἔλθῃ ἀπάντησις εἰς τηλεγράφημα ἐπισήμως διαβιβαζόμενον πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν περὶ τῆς σοβαρότητος ἢ μὴ τῆς ὁμάδος, τὴν ὁποίαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἀντεπροσώπευσεν, ἀνακοινώσας εἰς ἡμᾶς τοιαύτας προτάσεις, αἵτινες, ἂν ἦναι πράγματι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ὡς εἶπεν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἄρισται. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀναβολὴ 24 ὡρῶν...
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπρότεινεν ἀναβολήν.
§200Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. δὲν παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, καθόσον ἔχω τὴν ἰδέαν — καὶ θὰ ἐνίσχυον τὴν ἰδέαν μου ταύτην, — ὅτι, προκειμένου περὶ ψηφίσεως συμβάσεως δεσμευούσης ἐπὶ 20 ἔτη τὴν σταφιδοπαραγωγὴν τῆς χώρας, πρέπει νὰ προβαίνωμεν μετὰ περισκέψεως καὶ οὐχὶ κατεχόμενοι ὑπὸ φρενίτιδος. Δυστυχῶς, Κύριοι, ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ζητοῦσιν, εἰ δυνατὸν, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην· λυποῦμαι δὲ, διότι καί τινας τῶν κυρίων συναδέλφων βλέπω ὑπὸ τῆς αὐτῆς φρενίτιδος κατεχομένους. Καὶ ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, φρενῖτις κατέλαβε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τῆς φρενίτιδος ἐκείνης ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε σήμερον ἐπὶ ζητήματος μὴ ἔχοντος τὴν σημασίαν ταύτην, ἀλλὰ πάντοτε σπουδαίου, ἀναγκαζόμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἔχομεν τὴν γνώμην τῆς μετὰ περισκέψεως συζητήσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, νὰ ἤμεθα ἐφεκτικοί. Δὲν πρόκειται σήμερον, Κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν σύμβασιν ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν· πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν σύμβασιν μονοπωλιακὴν 20 ἐτῶν, τῆς ὁποίας αἱ διατάξεις, ἂν δὲν τροποποιηθῶσι, —τὸ λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου,—διατάξεις δρακόντειοι διὰ τοὺς παραγωγούς, θὰ γείνωσι πηγὴ δυστυχημάτων, καὶ οὐχὶ ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων, ὡς ἀναμένουσιν αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι. Μελετήσατε τὴν σύμβασιν μετ’ ἐπιστασίας, εἰσδύσατε εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς ξένης Ἑταιρείας εἶναι δεσμευμένη, ἡ ξένη Ἑταιρεία ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀπηλλαγμένη πάσης ὑποχρεώσεως. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως· ἀλλ’ ὅταν βλέπω τοσαύτην σπουδὴν τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, νομιζόντων, ὅτι δύναται ἐντὸς μιᾶς ἑσπέρας νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, νομίζω ὅτι σπεύδουσι πολὺ, καὶ φοβοῦμαι μήπως ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν, ψηφιζομένης τῆς συμβάσεως, θὰ μεταμεληθῶμεν. Ἐγὼ ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου, καὶ λυποῦμαι μάλιστα, διότι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, οἵτινες εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ διαβλέπουσι πνεῦμα κωλυσιεργίας. Διατὶ, κύριε Πρόεδρε; Θεωρεῖ ἡ Βουλὴ τὴν σύμβασιν ταύτην συμφέρουσαν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας; ἂς τὴν ψηφίσῃ. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη, ὅπως φοβοῦμαι, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς δὲν θ’ ἀποδειχθῇ τοιαύτη. Τότε ἡμεῖς μὲν θὰ ἔχωμεν τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἡμῶν, οἱ δὲ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν δικαιολογούμενοι θὰ λέγωσι: «τί πταίομεν ἡμεῖς; ἐξηγέρθη ὁ σταφιδικὸς κόσμος!»
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Τί ζητεῖτε, κύριε Βουλευτά; Ἀναβολήν;
§202Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὄχι, δὲν ζητῶ ἀναβολήν. Λέγω τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης οὐδέποτε θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐσοδείας τοῦ 1903. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 30′ τῆς νυκτός).