1903.05.19
3.354 στίχοι · 25.988 λέξεις · 203 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 79
τῆς 19 Μαΐου 1903.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Αἰτωλικοῦ ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὅμοιον τῶν κατοίκων Ζαχάρως ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως κατόπιν εὐρείας μελέτης. Ἀναφορὰν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος, παραπονουμένων, ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος παρελείφθη ἡ ἐπαρχία των, ἥτις παράγει σταφίδα 400,000 λίτρας ἑνετικὰς, καὶ παρακαλούντων νὰ καταταχθῇ αὕτη εἰς τὴν προσήκουσαν κατηγορίαν, καὶ νὰ ἱδρυθῇ ἀποθήκη ἐν τῇ παραλίᾳ Μοναστηρακίου. Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πειραιῶς ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, λαμβανομένων, εἰ δυνατὸν, ὑπ’ ὄψιν τῶν αἰτημάτων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Βώλακος ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἀναφορὰν τοῦ ἀρχισυντάκτου τοῦ «Νεολόγου Πατρῶν» κ. Σακελλαρίου, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἐν Πύργῳ διαρπαγὴν καὶ πυρπόλησιν τῶν φύλλων τῆς ἐφημερίδος ταύτης καὶ τὴν μὴ προστασίαν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη. (Ἀναγινώσκεται).
§3Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς πάντα ἀντιπρόσωπον νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὡς ἐπόπτην τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἵνα συστήσωσι καταλλήλως εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀρχὰς τὴν λῆψιν καταλλήλων μέτρων κατὰ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐναντίον τῆς ἰδιοκτησίας, ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἐναντίον τῆς ἐλευθεροτυπίας, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως οἱ τοιαῦτα διαπράττοντες εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν πραγμάτων, φρονοῦντες ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐπ’ ἀγαθῷ ὅλων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν· ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν βεβαίως δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ μέχρι τοῦ ἐγκληματικοῦ ἐδάφους. Διότι ἡ πρᾶξίς των αὕτη εἶναι ἐγκληματική, καταδιωκομένη ὄχι μόνον τῇ ἐγκλήσει τοῦ παθόντος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Καὶ ἐκπλήσσομαι, πῶς τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας τάξεως, τὰ ὄργανα τὰ δικαστικὰ θεωροῦσιν ἀνεπαρκῆ τὴν ἐξουσίαν, ὅπως προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν· διότι κινδυνεύει ὄχι μόνον ἡ ἰδιοκτησία,—διότι τὰ φύλλα τοῦ «Νεολόγου» εἶναι ἰδιοκτησία —ἀλλὰ κινδυνεύει καί τι περισσότερον ἀπὸ τὰ πεντάλεπτα φύλλα τοῦ «Νεολόγου Πατρῶν» κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Διότι φωνή, ὡς ἡ φωνὴ τοῦ «Νεολόγου Πατρῶν», δὲν ὀφείλει νὰ σιγήσῃ, διότι πολύτιμον ὑλικὸν προσφέρει εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἀντιθέτου μέρους κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατόν τις τῶν κ. Βουλευτῶν, εἴτε τῶν μονοπωλιακῶν εἴτε τῶν ἀντιμονοπωλιακῶν, νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην περὶ τούτου, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις ν’ ἀπολήξῃ εἰς ὠφέλειάν τινα, ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεξάγηται. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἀρχισυντάκτης τοῦ «Νεολόγου Πατρῶν» εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, γνωρίζουσιν ὅμως καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν, καὶ δὲν παρέλειψε νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδόν, ἣν ὤφειλε κατὰ τὴν κρίσιν του νὰ βαδίσῃ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅταν ὁ κύριος Σακελλαρίου φρονῇ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑψώσῃ φωνὴν καὶ μέχρι τῆς Βουλῆς, ἵνα ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν, μᾶς ἀναγκάζει νὰ συμφωνήσωμεν, ὅτι θὰ εὗρε τὰς θύρας αὐτῶν κεκλεισμένας, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους. Τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον προφανῶς δίκαιον, τοσοῦτον προφανῶς ἄξιον τῆς προσοχῆς καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἐπικαλοῦμαι τὴν πρόνοιαν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὅπως ἐξασφαλίσωσιν εἰς τὸ μέλλον τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως παντὸς δημοσιογράφου ἢ ἰδιώτου. Λυποῦμαι, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι παρόντες, ὅπως μᾶς παράσχωσι τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρόντες ἐσμέν, καὶ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀμέσως ἀπάντησιν ὄχι μόνον περὶ τοῦ τί πράττομεν ἢ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἀλλὰ καὶ τί σκεπτόμεθα ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μετέλθωμεν, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα πάντων. Ὁμολογοῦμεν, ὅτι οὔτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε ἐγὼ ἔχομεν πληροφορίαν τινὰ παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως περὶ τῶν ἐν τῇ πόλει τοῦ Πύργου· ἔχομεν τηλεγραφήματα μόνον, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀναγγέλλουσιν ὑπερβάλλοντα ἐρεθισμόν, ὁ ὁποῖος κρατεῖ ἐν τῷ δημοσίῳ φρονήματι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Τὸν ὑπερβάλλοντα αὐτὸν ἐρεθισμὸν τὸν εὑρίσκομεν μὲν δεδικαιολογημένον, διότι πρόκειται περὶ νέου θεσμοῦ, τοῦ τῆς μονοπωλίας τῆς σταφίδος, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρει τὴν τύχην καὶ τὸ μέλλον τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἀσχολοῦνται εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἦναι δεδικαιολογημένος ὁ ἐρεθισμὸς οὗτος, οὐδέποτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ θέλει ἐπιτρέψει, ἵνα ὁ ὑπερβάλλων οὗτος ἐρεθισμὸς ἐπιταθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ περιστείλῃ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, εἴτε νὰ ἀναιρέσῃ τὸ σέβας τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὰς ἄλλας κτήσεις αὐτῶν. Ἑπομένως θέλομεν δώσει διαταγὰς, ἵνα ἀσφαλισθῇ ὄχι μόνον ἡ φωνὴ τοῦ «Νεολόγου Πατρῶν», ἀλλὰ καὶ ἡ φωνὴ πάσης ἐφημερίδος καὶ παντὸς πολίτου, διότι ἕκαστος πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων. Μάλιστα φρονοῦμεν καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, προσδοκῶν ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλω ἀνακοινώσει, ἐνδέχεται νὰ μεταδοθῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τοὺς πληθυσμοὺς, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἐν τῷ ἐρεθισμῷ τούτῳ. Ἡ ὑπερβάλλουσα αὕτη θερμότης ἔχει καὶ ἄλλην ἐπιζήμιον συνέπειαν, ὅτι ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ λάβωσι χώραν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μεθ’ ὧν αὕτη συνηλλάγη, ζημιοῖ τὰ συμφέροντα τὰ κοινὰ, διότι δίδει δύναμιν εἰς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνηλλάγη ἡ Κυβέρνησις, καθιστᾷ δὲ ἀσθενεστέραν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις. Διὰ τοῦτο εὐχόμεθα καὶ ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ φωνὴ ἡμῶν δὲν θέλει ἀπολεσθῆ εἰς τὸν ὁρίζοντα, οὐδὲ θέλει παρέλθει ἐπὶ ματαίῳ, θέλει δὲ περισταλῆ ὁ ἐρεθισμὸς οὗτος καὶ θέλομεν κατασταθῆ πάντες ψυχρότεροι, καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ἐπισκοποῦντες μὲν τὰς πράξεις καὶ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περιμένοντες ἐν ἠρεμίᾳ τὰς συντελεσθησομένας ἀποφάσεις, ἵνα κρίνωμεν, ἂν αὗται προστατεύουσιν ἢ ἀναιροῦσι τὰ κοινὰ συμφέροντα.
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ ἐπαρκεῖς τὰς ἐξηγήσεις καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§7ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ συμβάσει τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος δὲν ἐλήφθη πρόνοια καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν, ὅπως ἱδρυθῇ ἀποθήκη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παραλαβῆς τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εὐπαλίου πολὺ δεδικαιολογημένως παραπονοῦνται διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην, ἐνῷ ἐκεῖ παράγεται σταφὶς πλέον τῶν 400 χιλιάδων λιτρῶν ἐτησίως, ἡ ποιότης δὲ τῆς σταφίδος τοῦ δήμου ἐκείνου δὲν διαφέρει τῆς ποιότητος τῆς σταφίδος τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως ἡ σταφὶς τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας, ἰδίᾳ ἡ τοῦ δήμου Εὐπαλίου, μεταφέρηται καὶ παραδίδηται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας· τοῦτο δ’ ἐγένετο ἐξαιρετικῶς, διότι ἡ ποιότης τῆς σταφίδος τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας εἶναι ἀρίστη. Ἐλπίζω, ὅτι τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὅτι ὁ σεβαστός μοι κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μεσολαβήσῃ παρὰ τοῖς ἀντιπροσώποις τῆς Ἑταιρείας, ὅπως περιληφθῇ διάταξις, ἵνα γείνῃ ἀποθήκη καὶ ἐν τῷ δήμῳ Εὐπαλίου τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπου ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος προοδεύει καὶ ἡ ποιότης εἶναι ἀρίστη.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Ν. Μπουφίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῆς Νομαρχίας Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀγροφυλάκων τῶν χωρίων Βλοχοῦ, Ζελιχόβου, Κερασιᾶς καὶ Σκουτερῶν τοῦ δήμου Θέρμου τῆς ἐπαρχίας Ἀγρινίου, ὡς καὶ πᾶσαν τὴν σχετικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀλληλογραφίαν.»
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κύριος Τοπάλης εἶχε δηλώσει ἐπιθυμίαν, ἵνα κατατεθῇ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1902 πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὡς καὶ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων. Τὴν προσωρινὴν ταύτην κατάστασιν καταθέτω. Πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶχον δηλώσει ἐπιθυμίαν, ἵνα εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους παρασχεθείσης εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Ἑταιρείαν «Δημητριάδης, Παπᾶς καὶ Σκαλιόρας» ἐγγυήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετ’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς καταθέτω. Κατὰ τὸ 1900 ἐπετράπη διὰ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγγυηθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ δάνειον 350,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ συνομολογηθῇ μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς εἰρημένης Ἑταιρείας. Κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπετράπη ἡ ἐγγύησις, οἱ δανεισθησόμενοι θέλουσι πληρώνει ἐπὶ πέντε ἔτη τόκον 5% ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου, ἀλλὰ τὴν δευτέραν πενταετίαν θέλουσι πληρώνει ὄχι μόνον τὸν τόκον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὸ δέκατον τοῦ κεφαλαίου. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν δευτέραν πενταετίαν, μὴ δυνάμενοι δυστυχῶς οἱ δανεισθέντες νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι οἱ ὅροι εἶναι βαρεῖς, ὅτι διάφοροι περιστάσεις κατέστησαν ἀσθενεστέρους αὐτούς, ἑπομένως ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Ἐπῆλθεν οὕτως ἡ ἀνάγκη νὰ προταθῇ τροποποίησις τῶν ὅρων τοῦ δανείου τούτου, καὶ ἐπειδὴ λήγει τώρα ἡ πενταετία, προτείνω κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα ἐπὶ μίαν ἔτι πενταετίαν ἐξακολουθῶσι νὰ πληρώνωσι τὸν τόκον, χωρὶς νὰ ἀποδίδωσί τι εἰς ἀπότισιν τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ μετὰ τὴν πενταετίαν ταύτην νὰ πληρώνωσιν 25,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ὥστε ἐντὸς δεκαετίας νὰ ἐξοφληθῇ τὸ χρέος.
§10Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τοῦτο θὰ γείνῃ μάθημα εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ δίδῃ ἐγγύησιν ἡ Κυβέρνησις.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μεταξὺ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐνισχύσῃ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν ἐγχώριον παραγωγήν, εἶναι καὶ τοῦτο, τὸ νὰ εὐκολύνῃ τὴν παροχὴν εὐθηνῶν κεφαλαίων, ὅπως δύνανται νὰ ἐργάζωνται ἐπικερδῶς οἱ εἰς ταύτας ἀσχολούμενοι. Ἐὰν οἱ Κύριοι, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν εἶχον τοιαύτην οἰκονομικὴν δύναμιν, ἵνα ἀναλάβωσι τοιαύτας ὑποχρεώσεις, δὲν γνωρίζω.
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ἐξαιρετικὴ περίστασις.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω γνῶσιν, ἀλλ’ ὡς ἀρχὴν ἀποδέχομαι ὀρθὸν τὸ μέτρον. Εἰσάγω προσέτι νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3409.59 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Ὁμιλῶ περὶ εἰδικῆς πιστώσεως, καὶ βεβαίως ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ φρονοῦντες ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871, ὁ πραγματευόμενος περὶ εἰδικῶν πιστώσεων περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, καὶ ὅτι ἡμεῖς κακῶς πράττομεν, διδόντες ζωὴν εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποθάνει· φαίνεται ὅμως ὅτι τὴν γνώμην ταύτην δὲν εἶχε καὶ ὁ κύριος Νέγρης, διότι καὶ αὐτός, ὡς ἡμεῖς, εἰσήγαγε νόμον περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως, τὸν νόμον δὲ τοῦτον, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη προταθέντα, εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡμεῖς. Ὡσαύτως εἰσάγω νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων».
§14ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Πρωτοπαπαδάκη, Στάη καὶ Πονηροπούλου.
§15Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ κληροδοτήματος Γ. Ἀβέρωφ δὲν ἀπηντήσατε.
§16ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ὑπάρχουν ὑπηρεσιακαὶ δυσκολίαι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς εἰδικῆς πιστώσεως, ὅπως ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τὰ ἄλλα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ἀναγραφῆ κατὰ τὴν σειράν των ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 476–478). Ἡ κατατεθεῖσα προσωρινὴ κατάστασις ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ;
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§19Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπολῖταί μού τινες, ἔμποροι ἰδίως τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ καὶ τῆς ὁδοῦ Αἰόλου, ἐδημοσίευσαν χθὲς εἴς τινα ἐφημερίδα πρωϊνὴν τὰς γνώμας αὐτῶν καὶ τὰς σκέψεις ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, συγχρόνως ὅμως κατέκριναν πάντας ἀνεξαιρέτως καὶ ἀθρόως τοὺς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτάς, διότι οὗτοι, δῆθεν χαριζόμενοι εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας οἰνοπνευματοποιοὺς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀντιδρῶσιν ἢ σκέπτονται ν’ ἀντιδράσωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐξένισαν σφόδρα καὶ μὲ ἐλύπησαν αἱ ἀπροσδόκητοι αὗται αἰτιάσεις, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς συμπολῖταί μου κατέχοντες διακεκριμένην θέσιν οὐ μόνον ἐν τῷ ἐμπορίῳ τῆς πρωτευούσης, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν Ἀθηνῶν, κατέρχονται δημοσίᾳ καὶ τοσοῦτον ἀνεξετάστως καὶ ἀβασανίστως εἰς ἀδικαιολογήτους ἐπικρίσεις καὶ κατακρίσεις ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ σήμερον καθῆκόν μου ἐπιβεβλημένον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τῆς ἀνυποστάτου ταύτης αἰτιάσεως τῶν συμπολιτῶν μου, ὧν ἐμνήσθην, καὶ νὰ δηλώσω ἀπεριφράστως, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι, ὅσον μὲ ἀφορᾷ, εἶμαι καὶ ἔσομαι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, καὶ θὰ ψηφίσω τὴν σχετικὴν σύμβασιν. Διὰ τοῦτον δὲ τὸν λόγον δὲν ἐδίστασα νὰ παρατηρήσω ἐπίσης ἀπεριφράστως καὶ εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας καὶ οἰνοπνευματοποιοὺς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, μετὰ τῶν ὁποίων μὲ συνδέει μακρὰ καὶ ἀδιατάρακτος φιλία, νὰ παρατηρήσω, λέγω, πρὸς αὐτοὺς, ὅτι αἱ παραστάσεις αὐτῶν καὶ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον καὶ πρὸς ἐμὲ ἐναντίον τοῦ μονοπωλίου, εἶναι, ὅσον τοὐλάχιστον φαίνεται εἰς ἐμὲ, ἀδικαιολόγητα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, — εἶπον πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς — ἀφ’ ἧς οἱ σταφιδοκτήμονες τῆς Πελοποννήσου κατώρθωσαν νὰ εὕρωσιν ἀγοραστὰς τοῦ προϊόντος αὐτῶν εἰς τιμὰς θεωρουμένας ὑπ’ αὐτῶν ἐπαρκεῖς καὶ συμφερούσας, ἤθελεν εἶναι ἄκρον ἄωτον αὐθαιρεσίας, ἀληθινὸν κορύφωμα ἀνομίας, ἐὰν ἡμεῖς ἐνταῦθα, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ νομοθετικοῦ μέτρου ἤρχετο νὰ ἐξαναγκάσῃ εἴτε αὐτοὺς εἴτε τοὺς ἀναδόχους τοῦ μονοπωλίου νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν αὐτῶν εἰς τιμὴν κατωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχον καὶ συνωμολόγησαν. Εἶπον πρὸς αὐτοὺς προσέτι, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ζητήσωσι, καὶ δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν, εἶναι ἄλλο τι. Δύνανται ἀξιόλογα νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελε τεθῆ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, καταργηθῇ ὁ νόμος ὁ ἀπαγορεύων τὴν χρῆσιν ἄλλων ὑλῶν πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος...
§20Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε θὰ διαμαρτυρηθῶσιν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Κρωπίας, ἐὰν καταργηθῇ ὁ νόμος οὗτος.
§21Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ δήμου Κρωπίας θὰ ἀκουσθῶσιν αἱ ἐντονώτεραι φωναὶ ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, διότι διὰ τοῦ μονοπωλίου αἴρεται ἀπὸ τοῦ μέσου ἐπικίνδυνος ἀνταγωνιστὴς τῶν ἀμπέλων.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν διαμαρτυρίαν σας τὴν ἐννοῶ, ἀλλ’ ὄχι νὰ εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος.
§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς συμβάσεως, πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν συμπολιτῶν μου ἐκείνων, οἵτινες ἀδίκως ἀπέδωκαν καὶ εἰς ἐμὲ πρόθεσιν ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ μονοπωλίου.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλ’ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§25Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἰσέρχομαι καθόλου εἰς τὴν οὐσίαν. Θέλω νὰ παρατηρήσω τοῦτο μόνον, ὅτι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι δέκα καὶ τρεῖς, ἐὰν δέ τις ἐξ αὐτῶν, ἔστω καί τινες, ἐξεδήλωσαν δυσμενεῖς διαθέσεις εἴτε τάσεις ἀναβλητικὰς κατὰ τοῦ μονοπωλίου, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι καὶ πάντες οἱ ἄλλοι συμμεριζόμεθα ἐνταῦθα καὶ ἀσπαζόμεθα τὰς γνώμας αὐτῶν· ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν ἀναγνωρίζομεν καὶ εἰς κανένα ἄλλον τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἡμᾶς διὰ γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, — διότι δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐντεῦθεν ἢ ἐπὶ ἰδίῳ μόνον ὀνόματι — δηλῶ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἐμφανίσεως, καὶ ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ εἶπον ἐπίσης εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, — διότι μὲ διεκόψατε εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου — ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ σύμβασις ἀποδέχεται, ὅπως οἱ ἀνάδοχοι τοῦ μονοπωλίου μὴ οἰνοποιῶσι καὶ μὴ οἰνοπνευματοποιῶσι τὴν σταφίδα πρὸς ἐγχώριον κατανάλωσιν, αὐτοὶ δὲν ἔχουσι κανένα λόγον παραπόνου. Ὕλαι ἄλλαι πολλαὶ ὑπάρχουσι πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος. Ἄλλως τε πρὸ τῆς παρακρατήσεως καὶ πρὸ τῆς μεγάλης ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν τοῦ οἰνοπνεύματος τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα παρῆγον οἰνόπνευμα ἐξ ἄλλων ὑλῶν. Δύνανται ἀξιόλογα οἱ ἐργοστασιάρχαι τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων τῆς Ἑλλάδος πόλεων νὰ ἐπιστρέψωσι πάλιν εἰς τὰς ὕλας ταύτας, δύνανται ἴσως νὰ καταφύγωσι καὶ εἰς τὴν ἄμπελον, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι παράπονον κατὰ τῆς σταφίδος, διότι ἡ σταφὶς κατώρθωσε νὰ εὕρῃ τιμὴν, ἧς εἶναι πλέον ἢ ἀξία. Οἱ ἐργοστασιάρχαι, ἄνδρες λογικοὶ καὶ νοήμονες, ἀπεδέχθησαν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καὶ ἐδήλωσαν, τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ, ὅτι ἀρκοῦνται εἰς τὰς εὐκολίας, ὧν ἐμνήσθην, ὅσας τὸ Κράτος δύναται νὰ παράσχῃ εἰς αὐτούς, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς οἰνοπνευματοποιίας ἐκ σταφίδος τοῦ μονοπωλίου χάριν ἐγχωρίου καταναλώσεως, καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ ἀπαγορεύοντος τὰς ἄλλας ὕλας. Ἤμην, Κύριοι, καὶ εἶμαι κατὰ τῶν ἰδεῶν τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς δημοσιογράφος, ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς ἐφημερίδος μου, ἀντετάχθην, ὅσον ἠδυνάμην, κατὰ τῶν θεωριῶν τούτων, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι καὶ ἐπιβλαβὴς καὶ παράλογος, καὶ εἰσάγει εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν καὶ εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν καινὰ ὅλως καὶ ὀλέθρια δαιμόνια. Ἀλλ’ ἰδίως ἐξηγέρθην κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, διότι ἔβλεπον, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπετέλει αὐτὸ τοῦτο πίεσιν αὐθάδη, κατάθλιψιν τῶν πολλῶν ἐναντίον τῶν ὀλίγων. Ἔβλεπον ὁλοκλήρους ἐπαρχίας ἐξεγειρομένας κατὰ τῆς παρακρατήσεως, καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν τούτων κραυγάζοντας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πάσῃ φωνῇ καὶ πάσῃ δυνάμει κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, — ἂν πρέπει νὰ ὀνομάζω θεσμὸν τὴν παράδοξον ταύτην ἰδέαν. Εἶμαι, Κύριοι, ὡς εἶσθε βεβαίως καὶ πάντες ὑμεῖς ἐνταῦθα, θιασώτης θερμότατος τῆς ἐλευθερίας, νομίζω δὲ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ Περικλέους, ὅτι μόνον εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, ὅτι ἡ μόνη πραγματικὴ εὐδαιμονία εἰς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ἡ ἐλευθερία του. Ἡ παρακράτησις περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου ἐν τῇ ἐργασίᾳ του, θέτει ἐμπόδιον εἰς τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμόν, εἶναι εἶδός τι κοινωνισμοῦ, ξένου πρὸς τὰς ἰδέας μου, εἶναι κατάθλιψις τῶν πολλῶν ἐναντίον τῶν ὀλίγων, καὶ ἐψήφισα διὰ τοῦτο πάντοτε κατ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ σήμερον, προκειμένου περὶ τοῦ μονοπωλίου, τί βλέπω; Βλέπω ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Βλέπω καθολικὴν ἐξέγερσιν τῶν πληθυσμῶν τῆς Πελοποννήσου ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, καὶ λέγω κατ’ ἐμαυτόν: Ἀφοῦ ἄνδρες Πελοποννήσιοι, νοήμονες εἴπερ τις καὶ ἄλλος λαός, πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα εἰδότες, ἀλλὰ καὶ τί ἐστὶ συμφέρον καὶ τί ἐστὶ ζημία αὐτῶν μὴ ἀγνοοῦντες, ἀφοῦ ὅλοι αὐτοί, ὡς εἷς ἄνθρωπος, ἐξεγείρονται καὶ κραυγάζουσιν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, ἆρά γε ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτῶν; Ἐὰν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον συμβολαιογράφου καὶ νὰ διορίσωσι πληρεξουσίους, βεβαίως ἠδύναντο ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους νὰ συνάψωσι τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τῶν ἀναδόχων τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὔκολον ὁ πληθυσμὸς οὗτος ὅλος νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον συμβολαιογράφου καὶ νὰ διορίσωσι πληρεξουσίους πρὸς σύναψιν συμβάσεως, ἔρχονται καὶ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς: «Ὑμεῖς, ὡς πληρεξούσιοι εἰδικοὶ ἡμῶν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀνθ’ ἡμῶν ὑπογράψατε τὴν σύμβασιν, διότι ἡμεῖς τὴν σύμβασιν ταύτην τὴν θεωροῦμεν ἐπωφελῆ καὶ συμφέρουσαν». Καὶ βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς Κορίνθου μέχρι τῆς Μεθώνης καὶ ἀπὸ τῶν Καλαμῶν μέχρι τῆς πολυθρυλήτου Μπαρμπάσαινας πάντες πανδημεὶ κραυγάζουσιν, ὅτι θέλουν τὸ μονοπώλιον. Δύναμαι νὰ εἴπω ἐγὼ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει: «Καθήσατε κάτω σεῖς, ἀνόητοι χωρικοὶ τῆς Μπαρμπάσαινας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Πελοποννήσου! σεῖς δὲν ἔχετε νοῦν νὰ κρίνητε, σεῖς δὲν γνωρίζετε τί σᾶς συμφέρει καὶ τί δὲν σᾶς συμφέρει, ἐγὼ μόνος δύναμαι νὰ σᾶς συμβουλεύσω, ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω, τί πρέπει νὰ πράξητε καὶ τί δὲν πρέπει νὰ πράξητε, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ ψηφισθῇ τὸ μονοπώλιον, διότι τὸ μονοπώλιον τοῦτο θεωρῶ ζημίαν καὶ συμφορὰν διὰ σᾶς»; Ὁμολογῶ ταπεινῶς, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ τηλικοῦτον θάρρος, τοσαύτην δύναμιν καὶ μεγαλεῖον ψυχῆς καὶ διανοίας, ὥστε νὰ θεωρῶ τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους μωροὺς καὶ παράφρονας, ἐμὲ δὲ καὶ μόνον ὡς λογικὸν καὶ φρόνιμον. Καὶ ἐπειδὴ δὲν αἰσθάνομαι ἐν ἐμοὶ τὴν δύναμιν ταύτην, δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου καὶ ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, λυποῦμαι δέ, ὅτι συμπολῖταί μου, οὓς τιμῶ καὶ γεραίρω, τοσοῦτον ἀβασανίστως συμπεριέλαβον καὶ ἐμὲ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατ’ αὐτοὺς ἀντιδρῶσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου.
§26Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί ἀντιδρῶσι;
§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, τί ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐπειδὴ εἶμαι ἐκλεκτὸς τῶν ἐκλογέων τούτων, ἐνόμισα, ὅτι ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην.
§28Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως.
§30Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἡ ἐξέγερσις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐπαρχιῶν ἤρξατο πρὶν ἢ ἀκόμη καταρτισθῇ ἡ σύμβασις, πρὶν ἢ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς. Λοιπὸν ἡ ἐξέγερσις εἶχεν ἄλλον σκοπόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν τὴν ἐξέγερσιν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εἰς τὴν σύμβασιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§32Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστος θέλει νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐφαρμόζωνται διὰ τοὺς ἄλλους.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀληθῶς ἔχω πληροφορίας τινὰς, ἀλλ’ ἀμυδρὰς καὶ ἀσαφεῖς, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθην εἰσέτι νὰ ἐξακριβώσω, πληροφορίας, λέγω, περὶ διαφωνίας μεταξὺ τοῦ διευθύνοντος τὸ Δασικὸν τμῆμα ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν κ. Σαμίου καὶ πέντε ἢ ἓξ ἐκ τῶν δασολόγων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος δυνάμει νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1896 εἶχεν ἀποστείλει εἰς Εὐρώπην, διὰ νὰ σπουδάσωσι δασολογίαν καὶ δασονομίαν. Μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης αὐτῶν συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν φρονεῖ, ὅτι οὗτοι πρέπει, ἐπανελθόντες καὶ ἔχοντες ἀποδείξεις τῶν σπουδῶν των, νὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἐνταῦθα εἰς ἐξετάσεις, ἐνῷ αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς τοῦτο, ἀμφιβάλλουσι μάλιστα, ἂν ὑπάρχουσι τόσοι δασολόγοι καὶ δασοκόμοι ἐν Ἀθήναις, δυνάμενοι νὰ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπὴν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας θέλουσι κληθῆ νὰ ἐξετασθῶσι. Τὰ περὶ τούτου δὲν ἐξήτασα, διότι ἔχω πολλὰς ἀσχολίας· ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ δυνηθῶ νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ πράξω ὅ,τι ἤθελον νομίσει ὅτι εἶναι προσῆκον. Τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀκροπόλει» δημοσιευθέντα δὲν ἀνέγνων, διότι αἱ ἀσχολίαι μου δὲν μοὶ ἀφίνουσι χρόνον, ἵνα ἀναγινώσκω τὰς ἐφημερίδας· ἀλλὰ λυποῦμαι, μανθάνων, ὅτι ἐγένετο διὰ τῶν ἐφημερίδων δημοσίευσις συνεντεύξεως ὑπαλλήλου περὶ ὑποθέσεως τῆς Διοικήσεως...
§35Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι ἐνυπόγραφος.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι παρεδόθησαν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν γνῶμαι ὑπαλλήλου περὶ πραγμάτων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ πειθαρχία ἐν τῇ Διοικήσει, φρονῶ δὲ, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ παρίστανται εἰς τὸ κοινὸν ἀνακοινοῦντες γνώμας, προβάλλοντες ἰδέας ἢ συστήματα, ἐνῷ ἔχουσι καθῆκον, ταύτας τὰς γνώμας καὶ ταῦτα τὰ συστήματα καὶ ταύτας τὰς ἰδέας νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν ἁρμόδιον, ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ἐργάζονται. Διὰ τοῦτο θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λέκας ἔχει τὸν λόγον.
§38Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ σύμπτωσιν σήμερον ἡ Ἀττικὴ θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ὀλίγον. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω καμμίαν δήλωσιν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς συμπολίτας μας. Ἔλεγον πρὸ πολλοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου, δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ τοῦ αὐθαιρέτου διορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνήργησεν, ἑνὸς μοναχοῦ, ὡς συμβούλου τῆς Μονῆς Πεντέλης, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει διόρθωσις. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν λόγον αὐτὸν καὶ ἐπιμένει εἰσέτι εἰς τὸν διορισμόν, περιφρονῶν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τόπου, ἀφοῦ ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης ἔδειξεν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία του ἦτο καὶ εἶναι, ὅπως αἱ Μοναὶ τῆς Ἀττικῆς διευθύνωνται ἀπὸ ξένους μοναχούς, εὑρίσκομαι σήμερον εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐτοποθετήθη εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν, ἐκίνησε πόλεμον ἐναντίον τῶν μοναχῶν τοῦ τόπου, καὶ πρῶτον ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου τούτου εἶναι ἡ καταδίωξις ἑνὸς ἐκ τῶν Ἡγουμένων, τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Κλειστῶν. Ὁ Ἡγούμενος Κλειστῶν, ἐπὶ τριάκοντα καὶ πλέον ἔτη διευθύνων τὰ τῆς Μονῆς, οὐδέποτε ἔδωκεν ἀφορμὴν δυσαρεσκείας, καὶ οὐδέποτε Μητροπολίτης εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ ποινήν. Ἀλλ’ ὁ νῦν Μητροπολίτης, κατόπιν καταγγελίας, ἡ ὁποία ἐδόθη αὐτῷ ἀπὸ ξένον μοναχόν, — ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν καταγγελίαν ἀνεχώρησε κρύφα ἐκ τῆς Μονῆς, ὑποσχεθεὶς νὰ ἐπανέλθῃ μετὰ τὴν καταδίκην τοῦ Ἡγουμένου εἰς τὴν Μονὴν, — ἀμέσως ἐκάλεσεν εἰς συνεδρίασιν τὸ Ἐπισκοπικὸν λεγόμενον Δικαστήριον, καὶ ἑτοίμη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου καταδικάζει τὸν εἰρημένον Ἡγούμενον εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του καὶ εἰς ἑξάμηνον σωματικὸν περιορισμόν! Ἀλλὰ μήπως ἠρκέσθη εἰς τοῦτο; Ταυτοχρόνως τὰ αὐτὰ ἐνεργεῖ διὰ τὸν Ἡγούμενον τῆς Μονῆς Πεντέλης. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταί, ν’ ἀντικαταστήσῃ ὁ Πανιερώτατος ἕνα ἐκ τῶν συμβούλων τῆς Μονῆς Πεντέλης, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐτιμωρήθη. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ γεννηθῇ εἰς τὸν Πανιερώτατον καμμία ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀντικαταστάτου, ἀφοῦ λέγει ῥητῶς μία διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1861, ὅτι «ἂν εἷς ἢ καὶ ὁ ἕτερος τῶν συμβούλων ἐκπέσωσι τῆς οἰκείας θέσεως, τότε, ἐπειδή, ὅσον ὀλιγοήμερος καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἡ ἔλλειψις τοῦ ἑνὸς ἢ καὶ ἀμφοτέρων τῶν συμβούλων, ἡ διαχείρισις τῶν τῆς Μονῆς πραγμάτων δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀμάρτυρος, καλοῦνται προσωρινῶς ἀντὶ τοῦ ἐκπεσόντος ἢ τῶν ἐκπεσόντων εἷς ἢ καὶ δύο, κατὰ τὴν περίστασιν, ἐκ τῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ Μονῇ ἀρχαιοτέρων ἱερομονάχων ἢ μοναχῶν, οἵτινες κτλ.» Τὸ παράδοξον ὅμως, κύριοι Βουλευταί, εἶναι, ὅτι τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν ἡ Σύνοδος εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς πάντας τοὺς Ἀρχιεπισκόπους καὶ Ἐπισκόπους, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1902 διεβίβασεν εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, παραγγέλλων αὐτοὺς, ὁσάκις εὑρεθῶσιν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου, πρῶτος αὐτὸς, συμμορφούμενος, ὡς αὐτὸς ἔκρινε, πρὸς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, λαμβάνει τὸ Μοναχολόγιον τῆς Μονῆς Πεντέλης, καὶ ἐπειδὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἀρχαιότης ἄρχεται καὶ ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω, ἔλαβε τὸν δέκατον πέμπτον, δηλαδὴ τὸν τελευταῖον ἱερομόναχον τῆς Μονῆς. Δὲν εὑρέθη ὁ πρῶτος κατάλληλος, δὲν εὑρέθη ὁ δεύτερος, ὁ τρίτος, ὁ τέταρτος, ὁ πέμπτος, ὁ δέκατος· πῶς εὑρέθη ὁ δέκατος πέμπτος, αὐτὸς καὶ μόνος ἱκανὸς, ἵνα διορισθῇ σύμβουλος καὶ διαχειρίζηται τὰ τῆς Μονῆς;
§39Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε ἐγένετο μοναχός;
§40Θ. ΛΕΚΑΣ. Κατετάχθη εἰς τὴν Μονὴν τὸ 1898, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἀπὸ τοῦ 1854 μοναχοὶ εἰς τὴν Πεντέλην. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδένα ἤθελον κάμει λόγον, ἔστω καὶ ἂν ἐνήργησε τὸν αὐθαίρετον αὐτὸν διορισμὸν ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης, ἐὰν ὁ σκοπός του ἦτο διὰ τὸ καλὸν τῆς Μονῆς. Καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ὑποψία εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ὁμιλία μου ἔχει ἄλλον λόγον καὶ ὄχι νὰ ὑπερασπίσω τὸ δίκαιον, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε, τίς εἶναι ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Βεργινάδης, τὸν ὁποῖον διώρισεν ὁ Πανιερώτατος...
§41ΑΝΔΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τοῦ κόπου ν’ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ δι’ ἕνα μοναχόν; Τόσα ἄλλα ζητήματα ἔχετε!
§42Θ. ΛΕΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ μοναχοῦ.
§43Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὴν σύμβασιν.
§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ βωβαθῶμεν ὅλοι τέλος πάντων!
§45Θ. ΛΕΚΑΣ. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ Μοναχολόγιον τῆς Μονῆς Πεντέλης παρὰ τὸν νόμον, διότι δὲν ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀλληλογραφία περὶ αὐτοῦ εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως, οὔτε πιστοποιητικὸν ἔχει, οὔτε τὴν ἄδειαν, ὅτι ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἦτο, οὔτε πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου. Καὶ ὅλα ταῦτα βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ ἔχῃ, διότι, ὡς ἔμαθον, ἔφυγε κρύφα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ κατόπιν ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, ὅπου τὸν ἀνέμενε μεγάλη προστασία. Ὁ Βεργινάδης κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Χαλκίδι Συνέδρων εἰς πέντε ἐτῶν φυλάκισιν, κατηγορηθεὶς ἐπὶ ἀπάτῃ. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ σᾶς κουράσω, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω οὔτε τὸ βούλευμα οὔτε τὴν ἀπόφασιν, ἐξ ὧν θὰ ἐπείθετο καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις ἐζήτησε νὰ μὲ διακόψῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ μοναχοῦ, πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμα λόγον. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς μοναχοῦ, καὶ δὴ μοναχοῦ τοιούτου, βεβαίως ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Κακουργοδικείου Χαλκίδος ἀνῃρέθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀλλὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης; Λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου (ἀναγινώσκει): ...«Ὁ δήμαρχος Πειραιῶς, ζητῶν νὰ τῆς ἀφαιρέσῃ τὸν ἐν Πειραιεῖ ναόν της Ἅγιον Βασίλειον, προτίθεται νὰ τὴν φονεύσῃ, καὶ ὅτι αὐτοὶ μόνοι εἶναι κατάλληλοι νὰ τὴν σώσωσι κτλ. Δὲν ὑπόκεινται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν, διότι τὸ ψευδὲς ὡς ἀληθὲς παρασταθὲν, ὅτι ὁ δήμαρχος προτίθεται νὰ τὴν φονεύσῃ, τὸ ἐπενεγκὸν τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν ἀφορᾷ εἰς γεγονότα παρελθόντα ἢ παρόντα, ἀλλ’ εἰς ἄδηλον ἐν τῷ μέλλοντι τελεσθησομένην πρᾶξιν, ἥτις δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ποινικῶς τιμωρουμένης ἀπάτης.» Ἀλλὰ γνωρίζει ὁ Πανιερώτατος, τί διέπραξεν ἐν Πειραιεῖ ὁ ἱερομόναχος αὐτός; γνωρίζει ὅτι ἐγένετο ἡ ἀφορμὴ νὰ συντάξῃ μία δυστυχὴς γυνὴ πέντε συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ἐδανείσθη παρ’ αὐτοῦ ἄνω τῶν 30,000 δραχμῶν; γνωρίζει ὅτι τὴν ἀπεγύμνωσε; Καὶ τέλος, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναδιφήσητε καὶ τὸν φάκελον τὸν ὑπάρχοντα εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, ἠθέλετε εὕρει αἴτησιν τῶν καταδίκων πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, οἱ ὁποῖοι λέγουσι: «βγάλτε τον ἀπὸ ’δῶ μέσα, διότι θὰ ἐξαχρειωθῶμεν ἐντελῶς!»
§46ΦΩΝΑΙ. Τί εἶναι αὐτά! (Θόρυβος).
§47Θ. ΛΕΚΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ τοῦ μοναχοῦ· πρόκειται περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἱερομόναχος, τὸν ὁποῖον προστατεύει ὁ Πανιερώτατος! Ἐν τῇ κατατεθείσῃ ἤδη ἀπαντήσει κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, παρατηρεῖ τις δύο στάδια ἐνεργείας· τὸ πρῶτον εἶναι ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προσωρινοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος, ἔχω καθῆκον νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πράγματι ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν. Ἀμέσως ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸν Πανιερώτατον, διατὶ νὰ προβῇ εἰς τὸν αὐθαίρετον αὐτὸν διορισμόν, καὶ διέταξε τὸν νομάρχην νὰ μὴ ἐγκαταστήσῃ τὸν σύμβουλον. Καὶ ὁμολογουμένως αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Ὅτε ὅμως ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ταξειδίου του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἴσως τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς ὑπηρεσίας ἡ ὑπόθεσις διεβιβάσθη εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον, ἴσως διὰ νὰ κριθῇ, ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἡμέρα ἢ νύξ! Δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ διαφωνήσω, κύριοι Βουλευταί, πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ συνάδελφος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν ἦτο δυνατόν, λέγω, ἢ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτε μάλιστα ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἤθελον σᾶς ἀναγνώσει, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ πράξω, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ μιὰ γιὰ πάντα, ὅτι ἐν γένει τὸ ὅλον εἶναι σάπιον εἰς τὸν τόπον αὐτόν! Ἰδοὺ πῶς δικαιολογεῖται, κύριοι Βουλευταί, ὁ Πανιερώτατος (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4756 τῆς 22 Μαρτίου ἐ.ἔ. ἐπισημειωματικοῦ ἐγγράφου τοῦ Σεβ. Ὑπουργείου, γνωρίζομεν αὐτῷ, ὅτι εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Γερασίμου Βεργινάδου, ἀρχιμανδρίτου, ὡς προσωρινοῦ συμβούλου τῆς Μονῆς Πεντέλης, προέβημεν ἕνεκα τῶν ἀκολούθων λόγων. Ὁ πανοσιώτατος Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Πεντέλης Ἱερόθεος Μητροφάνους διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 40 τῆς 3 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου αὑτοῦ, οὗτινος ἐπισυνάπτομεν ἀντίγραφον, ἀνέφερε πρὸς ἡμᾶς διαφόρους αἰτιάσεις κατὰ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῆς ἱερᾶς Μονῆς ἱερομονάχου Ἰωσὴφ Χούντα, καθ’ ἃς ὁ ἱερομόναχος οὗτος δὲν πρέπει νὰ διορισθῇ προσωρινὸς σύμβουλος εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἱερομονάχου Α. Ζερβοπούλου, τιμωρηθέντος, ὡς γνωστὸν τῷ Ὑπουργείῳ, δι’ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς ἐνιαύσιον σωματικὸν περιορισμὸν εἰς τὴν ἱερὰν Μονὴν Ἀγάθωνος, παρακαλεῖ δὲ ἡμᾶς ὁ πανοσιώτατος Ἡγούμενος Πεντέλης, ὅπως χάριν τῶν μοναστηριακῶν συμφερόντων παρίδωμεν τὴν ἀρχαιότητα καὶ διορίσωμεν ἕτερον ἱερομόναχον ὡς προσωρινὸν σύμβουλον. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ πανοσιωτάτου Ἡγουμένου ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, καὶ σκεφθέντες, ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 573 τῆς 13 Φεβρουαρίου 1861 ἐγκυκλίου αὐτῆς σύστασις, ὅπως ἀναπληρωτὴς προσωρινὸς σύμβουλος διορίζηται ὁ ἀρχαιότερος ἀδελφὸς τῆς Μονῆς, προϋποθέτει τὴν ἱκανότητα τούτου εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων τῆς Μονῆς πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς, ὡς ἄλλως τε τοῦτο καὶ ἐν σχετικαῖς ἐγκυκλίοις ἀναφέρεται, διωρίσαμεν ἀναπληρωτὴν τοῦ ἱερομονάχου Α. Ζερβοπούλου τὸν Γεράσιμον Βεργινάδην. Παρείδομεν δὲ τοὺς πρὸ αὐτοῦ ἀρχαιοτέρους ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς, πεπεισμένοι ὅτι οὗτος, ἔχων τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα καὶ μὴ διατελῶν ἐν σχέσεσι στεναῖς πρὸς τὸν πανοσιώτατον Ἡγούμενον Ἱερόθεον Μητροφάνους, ἐπηρεαζούσαις τὴν περὶ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, ὡς συμβούλου τῆς Μονῆς, ἐνέργειαν, ὑπεδείκνυτο ὡς ὁ καταλληλότερος διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ῥηθέντος Α. Ζερβοπούλου. Ἵνα μὴ δὲ ὁ διορισμὸς οὗτος θεωρηθῇ ὡς αὐθαίρετος ἡμῶν γνώμη, παρὰ τὰ διατεταγμένα περὶ προτιμήσεως τῶν ἀρχαιοτέρων, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ἠρωτήσαμεν καὶ προφορικῶς τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ τούτου, καὶ μόνον μετὰ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῶν διωρίσαμεν τὸν ῥηθέντα Γερ. Βεργινάδην, καὶ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ἀνεκοινώσαμεν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἥτις ἐγκρίνασα ἀνεκοίνωσε τοῦτον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατ’ ἀκολουθίαν τῆς περὶ τούτου πράξεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου προεκαλέσαμεν τὴν νόμιμον ἐγκατάστασιν τοῦ ῥηθέντος Γ. Βεργινάδου, ἥτις καὶ ἐγένετο κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις τῇ 23 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἐνώπιον τοῦ ἀναπληροῦντος τὸν κ. νομάρχην Ἀττικῆς γραμματέως τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς, τοῦ ἀντιπροσώπου ἡμῶν καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πεντέλης, ἀποτελουμένου ὑπὸ τοῦ Ἡγουμένου Ἱεροθέου Μητροφάνους καὶ τῶν συμβούλων Γ. Βεργινάδου ἀρχιμανδρίτου καὶ Μαξίμου Ζαφειρίου, κατὰ τὸ ἐν ἀντιγράφῳ συναπτόμενον πρωτόκολλον ἐγκαταστάσεως. Δὲν ἐλάβομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν Χαλκίδι Συνέδρων, τὴν καταδικαστικὴν διὰ τὸν Γ. Βεργινάδην, καθόσον αὕτη ἀνῃρέθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 57 τῆς 19 Μαρτίου 1893 ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου.» Σᾶς τὸν παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν σας, κύριοι Βουλευταί, καὶ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης ἀδιαφορεῖ περὶ τῆς ἠθικῆς τῶν καλογήρων, φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω τίποτε. Ἀπευθύνομαι μόνον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ λαοῦ οὐδεμίαν ἀναγράφει ὑποχώρησιν χάριν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν φίλων, ἰδιαιτέρως δὲ νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν Πανιερώτατον Μητροπολίτην, ὅτι εἶναι ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι ἐκεῖ, ὅπου κάθηται, ἐκάθητο ὁ Μισαὴλ, ὁ Θεόφιλος, ὁ Γερμανὸς, ἄνδρες πραγματικῶς ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸν τόπον, ἄνδρες πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ὑπηρετήσαντες καὶ τὸν τόπον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ κατάλληλοι νὰ σκεφθῶσι περὶ ἑνὸς τοιούτου ἱερομονάχου. Πρέπει νὰ συστήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δηλώσῃ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν Μονὴν ταύτην ὁ ἱερομόναχος αὐτός. Ἄλλως, ἐὰν ἐπιμείνῃ, ἂς ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ ἐγκαταστήσῃ τὰ νέα Ἡγουμενοσυμβούλια, ἵνα διδαχθῇ, ὅτι «τὸ χωριὸ κάνει παπᾶ, καὶ ὄχι ὁ παπᾶς χωριὸ», καὶ τότε βεβαίως οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου δὲν θὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λίαν εὐγενῶς καὶ προθύμως τῷ ὑπεσχέθησαν.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι τόσον εὐρεῖα, ὅπως εἰσέρχηται εἰς τὴν πνευματικὴν διοίκησιν τῶν τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ τὴν εἰσαχθεῖσαν παρ’ ἡμῖν νομοθεσίαν, ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ ἰδίαν Πολιτείαν, καὶ ἔχει Σύνταγμα μὲν καὶ νόμους τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, διοικητὴν δὲ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ Πρόεδρον τῆς διοικήσεως αὐτῆς, τοῦ Ὑπουργείου της, τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἶναι Πολιτεία δημοκρατικὴ, αὐτοδιοικουμένη, διοικουμένη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἔχουσα δὲ ἀρχηγὸν τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ τὸν Μητροπολίτην, ἀλλὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ αὕτη Πολιτεία βιοῖ καὶ διάγει ἐν τῇ Πολλιτείᾳ κεχωρισμένη μὲν κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν πνευματικῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ συμβιοῦσα μετὰ τῆς Πολιτείας καὶ συνδεομένη μετ’ αὐτῆς διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως, ἣν ἡ Πολιτεία ἐνασκεῖ ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Μόνη δὲ ἐξουσία, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ἡ ἐπιτήρησις, ἣν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἐνασκεῖ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· ὁσάκις δ’ αὗται δὲν ᾖναι σύμφωνοι πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ἔχει δικαίωμα οὗτος νὰ μὴ προσυπογράφῃ τὰς πράξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰς ἀντιβαινούσας πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἡ πρόνοια αὕτη συγκρατεῖ τὴν ἁρμονίαν τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὅμως ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ διεξάγῃ τὰς πνευματικὰς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Ἐὰν ἤθελε συμβῆ νὰ ἀθετῆταί τις τῶν ἱερῶν κανόνων ἢ τῶν ἱερῶν παραδόσεων, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος δύναται νὰ ποιῆται τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἀλλ’ ἄλλην ἐξουσίαν δὲν ἔχει, ἵνα ἀναστείλῃ τὴν ἀθέτησιν ταύτην, ἐνῷ ἐξουσίαν ἔχει νὰ ἀναστέλλῃ τὰς κατὰ παράβασιν τῶν νόμων τῆς Πολιτείας πράξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς θέλομεν ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῶν ὑποθέσεων, ὧν ἐμνήσθη ὁ κ. συνάδελφος καὶ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐνασκῶν τὴν ἐπιτήρησιν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξωσι σφάλματα, διότι καὶ ἡμεῖς οἱ λαϊκοὶ ὑποκείμεθα εἰς σφάλματα, ὡς ὄντα ἀτελῆ, ἀλλὰ καὶ οἱ περιβεβλημένοι τὸν ἐκκλησιαστικὸν χαρακτῆρα, εἴτε λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας εἴτε διοικηταὶ αὐτῆς, καὶ αὐτοὶ, ὡς ὄντα ἀτελῆ, δύνανται νὰ ὑπόκηνται εἰς σφάλματα, ἀλλὰ τῶν σφαλμάτων τούτων τὸν ἔλεγχον δὲν ἐνασκεῖ ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι πρέπον νὰ μὴ συμβαίνωσι σφάλματα, ἵνα ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας ἐν ἁρμονίᾳ ζῇ μετὰ τῆς Πολιτείας, προβάλλεται τὸ ἔργον τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅστις τὰ σφάλματα ταῦτα περιστέλλει καὶ προλαμβάνει, ἐπιτηρῶν, ὅπως μὴ ἀντιβαίνωσιν εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους τῶν διοικούντων τὴν Ἐκκλησίαν αἱ πράξεις.
§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἵνα διαμαρτυρηθῶ διὰ τοὺς ὑπαινιγμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. συνάδελφος ἀφῆκε νὰ ἐκφύγωσι τῶν χειλέων του κατὰ τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεώς μου. Τὸν Μητροπολίτην γνωρίζω ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, διαχειρισθέντα τὴν ἐξουσίαν ὅλων τῶν ἀξιωμάτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο οὐδέποτε ἐμέμφθη τις αὐτοῦ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, διότι ὁ Σεβασμιώτατος ἐστάθη πάντοτε πολὺ ὑψηλὰ, εἴτε ὡς Διευθυντὴς τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς, εἴτε ὡς Ἡγούμενος, εἴτε ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Σπάρτης καὶ Μονεμβασίας, εἴτε ὡς Συνοδικός, μακρὰν δὲ πάσης παρεξηγήσεως, ῥαδιουργίας καὶ συκοφαντίας, διότι τὰς πράξεις αὐτοῦ διακρίνει πάντοτε ἡ πολυμάθεια, ἡ σύνεσις καὶ ἡ ἀμεροληψία. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐν παρανοήσει εὑρίσκεται, διατεινόμενος, ὅτι Μητροπολίτης ἔχων τοιοῦτον παρελθὸν ἠδύνατο νὰ μεροληπτήσῃ δι’ ἕνα σύμβουλον τῆς Μονῆς Πεντέλης καὶ κακῶς νὰ κρίνῃ αὐτὸν ἄξιον νὰ ᾖναι σύμβουλος τῆς Μονῆς ταύτης. Κατὰ συνέπειαν μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ ὑπαινιγμοί, οὓς ὁ κ. συνάδελφος ἔρριψε κατὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, εἶναι ἄδικοι, διότι ὁ ἱεράρχης οὗτος ἔχει ἱστορίαν ζηλευτὴν διὰ πάντα ἠθικὸν καὶ ἔντιμον ἄνθρωπον.
§50Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχων τὴν εὐτυχίαν νὰ κατάγωμαι ἐκ τοῦ νομοῦ, τοῦ ὁποίου ἐπὶ δεκαετίαν διῴκησε τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, ὡς Ἀρχιεπίσκοπος, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, αἰσθάνομαι ἐπιβεβλημένον μοι τὸ καθῆκον νὰ ἀποκρούσω δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου πᾶσαν μομφὴν ἐπιρριπτομένην κατὰ τοῦ ἱεράρχου τούτου. Καθ’ ὅλην τὴν δεκαετίαν, καθ’ ἣν διῴκησε τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης, ὁ νῦν Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἐπεδείξατο ἀρετὰς οὐχὶ εὐκόλως ἀπαντωμένας παρὰ τοῖς ἱεράρχαις. Ὅτε δὲ ἐξελέγη καὶ διωρίσθη Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, σύμπασα ἡ Ἀρχιεπισκοπή του ἐλυπήθη σφόδρα διὰ τὸν ἀποχωρισμόν του, οἱ δὲ ὁπωσδήποτε ἀπὸ ὑψηλοτέρας σκοπιᾶς ἐξετάζοντες τὰ πράγματα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην, διότι τοιοῦτος ἱεράρχης ἐτίθετο ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πιστεύοντες ἀκραδάντως, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ τὴν τάξιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, κυρίως δὲ ἐν ταῖς Μοναῖς, ἐν αἷς ἔχει διασαλευθῆ αὕτη.
§51Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴθε νὰ εἴχομεν καὶ ἄλλους τοιούτους ἱεράρχας.
§52Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ δὲ, γινώσκων τὰ ἐν ταῖς Μοναῖς ἰδίως τῆς Ἀττικῆς συμβαίνοντα, προεῖδον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τοιοῦτος ἱεράρχης νὰ μὴ ἐπισύρῃ τὴν μῆνιν τῶν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Μονῶν τούτων ἀναμιγνυομένων, διότι οὗτος βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐπιτρέψει τὰς παρεκτροπὰς, ἵνα μὴ τὰς ὀνομάσω ἄλλως, αἱ ὁποῖαι τελοῦνται μέχρι τοῦδε ἐν αὐταῖς. Μόλις ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, ἠθέλησε νὰ ἀνυψώσῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ν’ ἀποκαθάρῃ τὰς Μονὰς ἀπὸ τῶν ἐν αὐταῖς συμβαινόντων σκανδάλων, καὶ ἰδίως ἐν Ἀττικῇ, ὅπου οἱ μοναχοὶ, ἔχοντες ποικίλας καὶ ὑψηλὰς προστασίας, ἔχουσιν ἀποθρασυνθῆ. Καὶ τοῦ ἔργου τούτου ἐπελήφθη μετὰ σθένους. Ἔστω δὲ βέβαιος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων εἶπεν ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου, ὅτι οὐδὲν θὰ δυνηθῇ νὰ σταματήσῃ τὴν τοιαύτην πολιτείαν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Μητροπολίτου. Δὲν γνωρίζω, διὰ τί κατηγορήθη ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Κλειστῶν, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τιμωρία προερχομένη παρὰ τοιούτου ἱεράρχου εἶναι τιμωρία δικαιοτάτη. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μετὰ ἀνάκρισιν, ἐξ ἧς ἀπεδείχθη ἀληθὴς ἡ κατηγορία, ἐπέβαλεν ὁ Μητροπολίτης τὴν ποινὴν, ἣν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὁ Ἡγούμενος κατώρθου ν’ ἀποφεύγῃ διὰ τῶν ἰσχυρῶν προστατῶν του. Σήμερον ἡ ἐπέμβασις καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν ἰσχυρῶν προστατῶν θραύονται πρὸ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Μητροπολίτου. Δὲν γνωρίζω, τί προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. συναδέλφου κατετέθησαν, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ ἴδω ταῦτα· οὐχ ἧττον ἐκφράζω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τοῦ διορισμοῦ ἡγουμενοσυμβούλου ἐν τῇ Μονῇ Πεντέλης ὁ Μητροπολίτης εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου, διότι τοσοῦτον εἶναι προσκεκολλημένος εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων, ὥστε πολλάκις προεκάλεσε παράπονα, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ παρεκκλίνῃ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς μομφῆς, ἣν θέλουσι νὰ ἐπιρρίψωσι κατὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος εἶπε, δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑπερασπίσεως. Οὐχ ἧττον ἡμεῖς, γινώσκοντες τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅταν ἀκούωμεν νὰ ἐπιρρίπτηται κατ’ αὐτοῦ μομφὴ παρανομίας. Ἔστω δὲ βέβαιος ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἱκανὸς νὰ σταματήσῃ τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἣν ἀκολουθεῖ, ἐν πληρεστάτῃ πεποιθήσει, ὅτι αὕτη ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀγαθὸν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους.
§53Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀντιλέξω εἰς αὐτά. Ἐγὼ ἐπέκρινα τὴν πρᾶξιν τοῦ Μητροπολίτου ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναγνώσωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι· ἀλλ’ ὅταν οὗτοι ἀγνοῶσιν ἐντελῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἀπορῶ, πῶς ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ἀναμιγνύωνται.
§54Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεμίχθην διόλου· διεμαρτυρήθην μόνον, διότι τὸ σέμνωμα τῆς Ἐκκλησίας διασύρεται.
§55Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἀφοῦ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης δὲν ἠδυνήθη διὰ τῆς μεθόδου τοῦ Συμβουλίου νὰ κάμῃ ὅ,τι ἤθελε διὰ τὸν Ἡγούμενον τῆς Μονῆς Πεντέλης, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν καλεῖ εἰς τὸ Ἱερεξεταστήριον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζει Ἐπισκοπικὸν Δικαστήριον, τὸν δικάζει καὶ τὸν καταδικάζει, διατὶ νομίζετε; διότι ὑπήκουσεν εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ διότι ἔμενεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς δύο λόγους τὸν καταδικάζει εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του καὶ εἰς ἑξάμηνον περιορισμόν! Αὐτὸς λοιπόν, ὁ ὁποῖος ἵσταται πολὺ ὑψηλά, κατέρχεται τόσον χαμηλά· ὡς Βουλευτὴς δ’ Ἀττικῆς βεβαίως δὲν θὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ὡς πρώην Πρωθυπουργὸν, διὰ τὴν ἐκλογὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε διὰ τὸν τόπον μου.
§56Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς συνεργασθεὶς μετὰ τοῦ Σεβ. Θεοκλήτου, ὡς Ἀρχιεπισκόπου ἐν Λακεδαίμονι, ἔνθα διετέλουν νομάρχης. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς συνεργασίας μου μετ’ αὐτοῦ ἔλαβον πλείστας ἀφορμὰς νὰ ἐκτιμήσω τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τούτου, καὶ νὰ θαυμάσω ἰδίως τὴν ἀμεροληψίαν αὐτοῦ, τὸν σεβασμόν του πρὸς τοὺς νόμους, καὶ τὴν δύναμιν τοῦ χαρακτῆρός του, μετὰ τῆς ὁποίας ἀπέκρουε πᾶσαν παράνομον αἴτησιν καὶ πᾶσαν σύστασιν ἄδικον. Ἔκτοτε δέ, ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, ὅπου ἔτυχε νὰ γίνηται λόγος περὶ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, μετὰ πεποιθήσεως καὶ ἐνθέρμως ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ μόνος ἐκ τῶν ἀρχιερέων, ὁ κράτιστος τῶν ἀρχιερέων, ὁ ὁποῖος ἐδικαιοῦτο καὶ ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὸν θρόνον τοῦ Μητροπολίτου, ἦτο ὁ νῦν τοιοῦτος Σεβασμιώτατος Θεόκλητος. Ἠπόρησα δὲ διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, διότι δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι ὁ Θεόκλητος ἐνήργησε παρανόμως, πιστεύω δὲ μᾶλλον, ὅτι οἱ προηγούμενοι τοῦ Βεργινάδου κατ’ ἀρχαιότητα ἱερομόναχοι, ἄλλοι μὲν θὰ ἦσαν ἀνίκανοι, ἄλλοι δὲ χειρότεροι τούτου κατὰ τὴν ἠθικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη ὁ Μητροπολίτης νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Βεργινάδου.
§57ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα ἐκφράσεις κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, διότι, ἂν ἤκουον τοιαύτας, βεβαίως ἤθελον σπεύσει νὰ ὑπερασπίσω τὸν Σεβασμιώτατον, διότι δὲν θὰ ἦσαν δίκαιαι προσωπικαὶ κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεις. Ἤκουσα σκέψεις καὶ κρίσεις περὶ πράξεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει σαφῆ καὶ ὡρισμένην γνώμην. Πρόκειται περὶ τοῦ παρατύπου, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, διορισμοῦ τοῦ συμβούλου τῆς Μονῆς Πεντέλης, καὶ ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ παρατύπου τούτου διορισμοῦ, ἔσπευσα νὰ διατάξω τὸν νομάρχην, ὅπως πολὺ καλῶς γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, νὰ μὴ ἐγκαταστήσῃ τὸν σύμβουλον τοῦτον. Ὥστε ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παράπονον, διότι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον συμβεβηκός, τὴν τιμωρίαν τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Πεντέλης, περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχομεν γνῶσιν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἂς ζητήσῃ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐνταῦθα, ὅταν δὲ κατατεθῶσι, θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν.
§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἦσαν ἐπαρκῆ, ἵνα ἐνδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ἵνα ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω δέ, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδεμία ἄλλη φωνὴ ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ, ἐπικρίνουσα, ἐλέγχουσα ἢ δικάζουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὴν Ἐκκλησίαν ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν ἄσπιλον, ξένην τῶν συμπαθειῶν μας καὶ τῶν ἐκλογικῶν μας συμφερόντων καὶ τῶν ἀντιπαθειῶν μας, φρονῶ, ὅτι καθῆκόν μου εἶναι νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ σεμνώματος τῆς Ἐκκλησίας, διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Θεόκλητος. Δὲν γνωρίζω ἐκ τοῦ πλησίον τὸν ἄνδρα· ἅπαξ ἢ δὶς μόνον κατώρθωσα νὰ τὸν γνωρίσω. Ἀλλ’ ὅτε πρὸ δύο ἐτῶν μετὰ ἐντίμου ὁμίλου πολιτευομένων μετέβημεν εἰς τὴν Σπάρτην καὶ ἐπεσκέφθημεν τὸν περίφημον Μιστρᾶν, ἐπὶ τοῦ πρανοῦς τοῦ Ταϋγέτου εὕρομεν μίαν ἐκκλησίαν παλαιὰν Βυζαντινήν, εἰς ἣν εἰσήλθομεν· δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ἡ εὐλάβεια ἡμῶν πρὸς τὴν ἁγιότητα καὶ πρὸς τὸ ἱερὸν τέμενος ἦτο τόση, ὅση ἡ ἐντύπωσις πρὸς τὴν καθαριότητα καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς Μονῆς. Παρουσιάσθησαν τότε δύο μοναχαί, αἵτινες ἤρξαντο ἐξηγοῦσαι ἡμῖν τὰ περὶ τῶν τάφων τῶν Αὐτοκρατόρων καὶ περὶ τῶν χρυσοβούλων, τὰ ὁποῖα ἐκόσμουν τοὺς τοίχους τοῦ ἠρειπωμένου ναοῦ, καὶ δὲν ἐγνώριζέ τις ἐξ ἡμῶν, τί περισσότερον νὰ θαυμάσῃ, τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἀφηγοῦντο, ἢ τὴν ἱστορίαν, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν ταῖς μοναχαῖς ἐκείναις. Καὶ ἐπληροφορήθημεν, ὅτι αἱ μοναχαὶ αὗται εἶχον ταχθῇ ἐκεῖ ὑπὸ τοῦ τότε Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Σπάρτης, ἵνα περισυλλέγωσι τὰς ἀνυποδήτους παρθένους τῶν χωρίων καὶ διδάσκωσιν αὐταῖς ὀλίγα γράμματα καὶ πλεκτικὴν καὶ ῥαπτικήν, καὶ ὅλα ταῦτα δαπάναις τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Σπάρτης καὶ νῦν Μητροπολίτου. Μόλις ἐπανήλθομεν ἐκ τοῦ Μιστρᾶ, ἐθεωρήσαμεν καθῆκον νὰ μεταβῶμεν καὶ ἀσπασθῶμεν τὴν τιμίαν χεῖρα τοῦ νῦν Μητροπολίτου. Ὅτε δ’ εἰσήλθομεν εἰς τὸ Ἐπισκοπεῖον, εὕρομεν πέντε ἢ ἓξ ἱερεῖς, σχεδὸν ῥακενδύτας, περιμένοντας νὰ συμφάγωσι μετὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ διδαχθῶσι παρ’ αὐτοῦ· διότι, ὡς ἐπληροφορήθημεν ἀπὸ τοὺς πολιτευομένους καὶ ἐπιστήμονας, ἰατροὺς καὶ δικηγόρους, τῆς Σπάρτης, ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς διδαχῆς, ἐκάλει παρ’ ἑαυτῷ ἀλληλοδιαδόχως πάντας τοὺς ἱερεῖς τῆς ἐπαρχίας του, καὶ ἡ τράπεζά του, πενιχρὰ καὶ ἁπλῆ, ἐγίνετο τράπεζα φαγητοῦ τε καὶ πνευματικῆς διδασκαλίας. Καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ Ἱερατικὴ Σχολή, εἶχε κατορθώσει κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας, μὴ χειροτονήσας κανένα ἱερέα, νὰ διδάξῃ τὰ ὑψηλὰ διδάγματα τῆς θρησκείας καὶ τῆς καλῆς διαγωγῆς εἰς τοὺς κληρικοὺς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του. Ἀπήλθομεν ἐκεῖθεν ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας. Ὅτε δὲ κατόπιν ἠκούσθη τὸ πρῶτον διαφημιζόμενον τὸ ὄνομα τοῦ Σεβασμιωτάτου Θεοκλήτου διὰ τὴν θέσιν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν καὶ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐθεωρήσαμεν εὐτύχημα διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ, ἥτις καὶ ἐγένετο, ὑπὸ τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Λέκας εἶπε; «Καὶ τίς ἤλεγξε τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην;» Ἐγὼ φρονῶ κατ’ ἀρχήν, ὅτι ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχουσι θέσιν ἐνταῦθα, ἀλλὰ φρονῶ ἐπίσης ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἐδίδετο εἰς ἡμᾶς πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέφερεν, ὁ κ. συνάδελφος· διότι ἤλεγξε πράξεις, καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων θίγει τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Τί εἶπεν ὁ κύριος Λέκας, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμον συνάδελφον; «Θέλετε σκιαγραφίαν τοῦ Μητροπολίτου; Αὕτη εἶναι κατάλληλος δι’ ἡμερολόγιον!» Τί θέλετε ὑμεῖς; Ἀπαγγέλλετε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Μητροπολίτου; Ἀλλ’ οὐδὲ ἡ θέσις ἐνταῦθα οὐδὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ προσβαλλομένου, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ ἀξία αὐτοῦ ἐπιτρέπουσι τοιοῦτον ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἴδωμεν καὶ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, Κύριοι, ὅτι ἕκαστον ζήτημα δέον ν’ ἀφίνωμεν εἰς τὸν κύκλον τῶν ὁρίων, ἐν οἷς ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ νόμου, εἴτε τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εἴτε τοῦ πολιτικοῦ. Καὶ πρώτη πρᾶξις, ἣν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, ἦτο, ὅτι ὁ Μητροπολίτης ἐτιμώρησε τὸν μέχρι τοῦδε τοσοῦτον σεβάσμιον Ἡγούμενον τῆς Μονῆς Πεντέλης. Ἀλλὰ δὲν ἐξηντλήθησαν τὰ μέσα πάντα, τὰ δικαιώματα τοῦ πανοσιωτάτου Ἡγουμένου. Ἐτιμώρησεν ὁ Μητροπολίτης, ἀλλὰ οἱ γνωρίζοντες τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα γνωρίζουσι τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Μητροπολίτου, ἕως ποῦ χωρεῖ. Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸ Ἐπισκοπικὸν Δικαστήριον συνῆλθε καὶ ἐτιμώρησε, καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου ὑπάρχουσιν ἔνδικα μέσα, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Πολιτεία τὸν Λυγκέα της, τὸν τεταγμένον διὰ τὴν τήρησιν τῶν νόμων καὶ τῶν κανονισμῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν. Μέχρις ὅτου δὲν ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μέχρις ὅτου δὲν ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, μέχρις ὅτου δὲν ἐξετασθῇ ὑπὸ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ δικαιοδοσίας Δικαστηρίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φέρωνται τὰ ζητήματα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, περὶ τοῦ ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον μοναχοί, φέροντες τοιαύτας περγαμηνάς, βουλεύματα καὶ ἐτυμηγορίας ἐνόρκων, προεχειρίσθησαν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προσωρινὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶπεν, ὅτι ἔχει ἐναντίαν γνώμην. Τοῦτο μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ κατατεθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος, διότι φοβοῦμαι, ὅτι μεταξὺ τῆς πλειάδος τῶν 14 μοναχῶν, ἐξ ὧν ὤφειλεν ὁ Μητροπολίτης νὰ ἐκλέξῃ ἕνα σύμβουλον, ὁ Βεργινάδης ἴσως εἶχε τὰ ὀλιγώτερα βουλεύματα καὶ δικαστικὰς ἀποφάσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ διὰ τοῦτο, διακόπτων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἶπον: «Ἱστορεῖτε καὶ βιογραφεῖτε τὸν Βεργινάδην· δὲν λαμβάνετε τὸν κόπον νὰ βιογραφήσητε καὶ τοὺς ἄλλους μοναχούς;»
§59Θ. ΛΕΚΑΣ. Εἶναι ἠθικοί.
§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω. Τὰ λάθη εἶναι διὰ τοὺς ἀνθρώπους, τὸ ἀλάθητον εἶναι διὰ τοὺς Ἐπισκόπους μόνον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ σφάλλωνται. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ἐπὶ τίσι λόγοις προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βεργινάδου ὡς συμβούλου, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἠθικὸν προηγούμενον τῶν ἄλλων μοναχῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔσφαλε τυχὸν εἰς τὴν τοιαύτην ἐκλογήν, ἣν ὤφειλεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι οὐχὶ ὑστεροβουλία οἱαδήποτε ἐπρυτάνευσεν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ καὶ μόνη ἡ ἠθικὴ, ἥτις τὸν ἔφερεν ἀπὸ τῆς πρώτης βαθμίδος τῆς ἱεραρχίας μέχρι τῆς ἀνωτάτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος. Ἐπιλέγων ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις τοσοῦτον ἐπισήμως ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐπέμβῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, — τοὺς τύπους δὲν ἐξετάζω, —παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἀνερευνήσωμεν, ἐν τίνι δικαιώματι ἐνήργησεν· ἂν ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων καὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε, καὶ ἂν δεδικαιολογημένως τόσον εὐκόλως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην τῆς διαφωνίας, καὶ διέταξε τὸν νομάρχην νὰ ἐπεμβῇ, ἵνα ἐπέλθῃ τὸ σχίσμα μεταξὺ τῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν δικαιωμάτων ἑκατέρας.
§61Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσκόπουν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐθεώρουν καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου διεπραγματεύθη τὰ ζητήματα ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Γνωρίζων, Κύριοι, ἀπὸ μακρῶν χρόνων τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην, πέποιθα ἀκραδάντως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔκρινε πλημμελῶς, καὶ θεωρῶ ἀνυποστάτους τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας. Ἡ τιμωρία τοῦ Ἡγουμένου δὲν εἶναι ἔργον μόνον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἀλλὰ καὶ τῆς Συνόδου, οὐδεμία δὲ προσάγεται ἀπόδειξις περὶ τοῦ μὴ ὀρθοῦ τῆς ἀποφάσεώς των, οὐδὲ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην αἰτίασιν θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀποκρούσω, μετὰ τὰς δηλώσεις τῶν ἐκ Λακεδαίμονος κλπ. συναδέλφων, οἵτινες ἐκ τῶν ἔργων αὐτοῦ ἠδύναντο νὰ μορφώσωσιν ἀσφαλῆ περὶ τοῦ Μητροπολίτου γνώμην. Ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑπόληψις ἀνδρὸς τοσοῦτον εὐσεβοῦς καὶ ἐναρέτου, τοσοῦτον ἐπιτυχῶς διοικήσαντος καὶ διοικοῦντος τὴν Ἐκκλησίαν, οὐδόλως θίγεται ἐκ τῶν ἐκτοξευθεισῶν κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεων.
§62Α. ΨΥΛΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Σεβασμιωτάτου ἱεράρχου. Ἡ συζήτησις, νομίζω, ἐξετράπη τοῦ θέματος, περὶ οὗ πρόκειται, οἱ δὲ ἔπαινοι, ὅσοι ἐγένοντο, δὲν εἶχον ἐνταῦθα τὸν λόγον των. Τὸ ζήτημα ἔθεσε καλῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε πληρεστέραν καὶ ἀκριβεστέραν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ. Κατὰ τοῦτο μόνον παρέλιπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξηγήσῃ λεπτομερέστερον τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν, καθόσον ὑπάρχουν καὶ ἀποφάσεις Ἐπισκόπου, αἵτινες δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινῶνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἡ δὲ Σύνοδος τότε δὲν ἔχει τι νὰ πράξῃ ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι κατὰ τὸν νόμον πάντοτε ἡ ἀνωτέρα ἀρχὴ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, κατά τε τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως Γραμματειῶν καὶ τὸν νόμον περὶ συστάσεως Ὑπουργείων. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὡς ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν λεχθέντων, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης προέβη εἰς τὸν διορισμὸν ὡς προσωρινοῦ συμβούλου μοναχοῦ τινος, τοῦ τελευταίου κατὰ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ Μοναχολογίῳ τῆς Μονῆς Πεντέλης, μὴ κεκτημένου δὲ εἰσέτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, ἐξ Ἁγίου Ὄρους ἐλθόντος ἐνταῦθα καὶ ἐγγραφέντος εἰς τὸ Μοναχολόγιον τῆς Μονῆς ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου αὐτῆς, κατὰ διαταγὴν ἁπλῶς τοῦ μακαρίτου Μητροπολίτου Προκοπίου· παρέλιπε δὲ τοὺς κατὰ σειρὰν ἀρχαιοτέρους ἱερομονάχους, διατελέσαντας καὶ συμβούλους, καὶ ἄλλα ἀξιώματα κεκτημένους. Ποίους εἶχε λόγους ὁ Σεβ. Μητροπολίτης νὰ παραλίπῃ τούτους, ἐν τῷ ἐγγράφῳ του δὲν ἀναφέρει· ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν νόμον, νὰ πράξῃ τοῦτο. Τὸ Διάταγμα, τὸ ῥυθμίζον τὸν περὶ Μοναστηρίων ἐκδοθέντα ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου Κανονισμὸν, ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐν περιπτώσει χηρείας τῆς θέσεως Ἡγουμένου ἢ συμβούλου τῆς Μονῆς ἀναπληροῖ αὐτὸν ὁ ἀρχαιότερος κατὰ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῇ Μονῇ. Διετέλεσα ἐπὶ σειράν τινα ἐτῶν Βασιλικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάντοτε ἐτηρήθη ἀπαρασαλεύτως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Διατάγματος. Ἐρωτηθεὶς δὲ καὶ ὁ μακαρίτης Ποτλῆς, μοὶ φαίνεται, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ἡ τάξις αὕτη πρέπει νὰ τηρῆται, ἐν περιπτώσει χηρείας τῆς θέσεως Ἡγουμένου ἢ συμβούλου Μονῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐτηρήθη εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν· εἰς δὲ τὸν διορισμὸν συμβούλου δὲν ἔχει μόνον ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ σύμπραξις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι πρόκειται περὶ διαχειρίσεως μοναστηριακῆς περιουσίας, ἥτις, ὡς πάντες γνωρίζετε, ὑπόκειται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, λαβὸν γνῶσιν τῶν γενομένων ἐκ τῆς γενομένης ἀνακοινώσεως πρὸς αὐτὸ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καλῶς ἔπραξε, νομίζω, νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν νομάρχην νὰ μὴ ἐγκαταστήσῃ τὸν οὕτω διορισθέντα σύμβουλον, διότι ὤφειλε, κατὰ τὰ διατεταγμένα, νὰ συμπράξῃ καὶ ὁ νομάρχης εἰς τὴν ἐγκατάστασιν αὐτοῦ. Τὴν τοιαύτην δὲ διαταγήν του ἀνεκοίνωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην. Ἴσως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον μᾶλλον, παρακαλουμένην νὰ προσκαλέσῃ τὸν Μητροπολίτην νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰ διατεταγμένα. Οὕτω δὲ, τηρουμένων τῶν νόμων, δὲν ἤθελε γείνῃ ὁ διορισμὸς τοῦ νεωτέρου τῶν μοναχῶν, τοῦ μὴ ἔχοντος κἄν τὸ δικαίωμα, ὡς προεῖπον, τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Ὁ Μητροπολίτης δὲν ἠθέλησε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰ ὑποδειχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἀπηύθυνεν αὐτῷ τὴν ἀπάντησιν, ἣν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν θέλῃ. Τὸ θέμα τῆς συζητήσεως δὲν εἶναι τὰ προσόντα καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου. Διότι τίς δύναται νὰ ψέξῃ τὸν Ἡρακλέα; Ὁ νῦν Μητροπολίτης εἶναι ὁμολογουμένως εἷς τῶν ἱεραρχῶν τῶν μᾶλλον διακεκριμένων, ἐξ ὅσων ἔχομεν, λόγῳ μορφώσεως καὶ ἀρετῆς, καὶ ἠδύνατο ἑπομένως νὰ ἐκλεχθῇ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Φοβοῦμαι μόνον, μήπως ὅλοι οἱ ἔπαινοι, οὓς ἠκούσαμεν ἐκ μέρους τῶν ἐκ Τριπόλεως καὶ Σπάρτης ἀξιοτίμων συναδέλφων, καταστήσωσι τὸν ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος αὐταρχικὸν μοναχὸν Ἐπίσκοπον αὐταρχικώτερον ἀκόμη καὶ τὸν ἐνισχύσωσι νὰ φρονῇ, ὅτι τὰ πάντα δύναται νὰ πράττῃ, μὴ τηρῶν τὸν νόμον, ἀλλὰ γνώμονα ἔχων τὴν ἰδίαν αὑτοῦ θέλησιν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἐπισκοπικῶν αὑτοῦ καθηκόντων. Δὲν εἶναι νῦν ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ προκληθῶ ν’ ἀνακοινώσω ὅσα ἡ πεῖρα μὲ ἔκαμε νὰ γνωρίζω περὶ τῆς διοικήσεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τῶν ἱεραρχῶν καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἰς ὅσα εἶπον δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω τοῦτο μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη.
§63Ι. Π. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρου· ἵσταται τόσον ὑψηλὰ, ὥστε δὲν δύνανται νὰ τὸν φθάσουν τὰ φαρμακερὰ βέλη τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Πεντέλης. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν καὶ κατόπιν συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας. Τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν ταύτην, προτείνει τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ Τριχωνίας τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Σταΐκου, ἔχοντος τὰ νόμιμα προσόντα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ τμήματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας τὸν κ. Ἀλέξανδρον Στάϊκον. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως μονοπωλίου τῆς σταφίδος». Ὁ κύριος Μονοκροῦσος ἔχει τὸν λόγον.
§65Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, αἰσθάνομαι ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο αἱ δυνάμεις μου εἶναι μικραὶ, ἀλλὰ πρακτικῶς καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας σταφιδοφόρου, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Μέχρι σήμερον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ δὲν ἐγνώριζον εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκοντο αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς εἶναι ἐξηυτελισμένη· σήμερον ὅμως παρουσιάσθησαν οἱ κεφαλαιοῦχοι Ἄγγλοι, οἵτινες ἐπρότειναν τὸ μονοπώλιον καὶ οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι θὰ ἀγοράσωσι μὲ τὰς τιμὰς, εἰς τὰς ὁποίας πωλεῖται ἡ σταφὶς εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγοράς. Οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ βλέπουσι σήμερον, ὅτι ἡ σταφὶς ἔχει ἀξίαν εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς, ἐνῷ αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐσχάτην ἀπελπισίαν. Τρεῖς εἶναι αἱ τάξεις, αἱ ὁποῖαι πλουτοῦσιν ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου· ἡ τάξις τῶν παντοπωλῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ τάξις τῶν βιομηχάνων καὶ ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται πᾶν μέσον, ὅπως ἀπορροφῶσι τὸν ἱδρῶτα τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἵτινες, ἐνῷ ἐργάζονται ἀδιακόπως, εὑρίσκονται εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν. Σήμερον, κύριοι Βουλευταὶ, προσήχθη ἐνώπιον ἡμῶν ἡ σύμβασις, ὡς κατηρτίσθη αὕτη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς· τῆς ἐπιτροπῆς δὲ ταύτης μετεῖχε καὶ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν ἀπέναντι τῶν κεφαλαιούχων νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν. Ἀλλὰ τί παρουσιάζεται σήμερον; Τεχνητῶς ὁμιλοῦσιν, ὅτι ἡ σύμβασις ἔχει μερικὰ τρωτὰ, ὅτι δύνανται νὰ κινδυνεύσουν τὰ συμφέροντα μερικῶν πληθυσμῶν. Ἡ σύμβασις ὡρισμένως καὶ σαφῶς ἀναφέρει, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι θὰ παραλαμβάνωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐξητάσθη ἀκριβῶς ἀπὸ μιᾶς δεκαετίας μέχρι σήμερον, καὶ ἐκ τῆς γενομένης στατιστικῆς προέκυψεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς δὲν ἀνέρχεται συνήθως εἰς περισσότερα τῶν 320 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, μὲ τὴν τιμὴν δὲ τὴν συμφωνουμένην διὰ τῆς συμβάσεως θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν τόπον διὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ 41,000,000 φράγκα χρυσᾶ. Λοιπόν, ὡς βλέπετε, ἡ σύμβασις μᾶς λέγει, ὅτι δὲν δύναται τὸ ποσὸν τῶν 41 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν νὰ μεταβληθῇ κατ’ οὐδέν. Ἑπομένως κατ’ ἔτος, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπῆρξεν αὔξησις τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, καὶ πάλιν ἐκ ταύτης δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 41,000,000, τὰ ὁποῖα πάντοτε θὰ δίδωσιν οἱ Ἄγγλοι κεφαλαιοῦχοι εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρὶν παρουσιασθῶσιν οἱ Ἄγγλοι τὸ μεγαλείτερον ποσὸν, ὅπερ εἰσεπράχθη ἐκ τῆς σταφίδος κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας, ἦτο 25,000,000 φράγκα χρυσᾶ κατ’ ἔτος, καὶ ὅτι διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἐξασφαλίζεται ἡ εἴσπραξις ποσοῦ 41,000,000, βεβαίως πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ σύμβασις ἄνευ οὐδενὸς δισταγμοῦ καὶ χωρὶς νὰ ἐπιχειρῶμεν νὰ ὑποστηρίζωμεν τὰς τάξεις τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων καὶ τῶν παντοπωλῶν, διότι τὰ παράπονα αὐτῶν δὲν εἶναι εὔλογα, καὶ δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ταῦτα.
§66Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σεῖς ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως· ἑπομένως δὲν πρέπει διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως νὰ φέρητε ἐμπόδια εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς.
§67Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Βεβαίως ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως, καὶ ὄχι μόνον ὡς ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, διότι ἡ σταφὶς εἶναι ἐθνικὸν προϊόν, καὶ ἡ εὐτυχία τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνεπιφέρει τὴν εὐτυχίαν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἕνεκα δὲ τούτου καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μὴ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν πρέπει νὰ ἐξετάσωσι, πῶς πρέπει νὰ ψηφίσωσιν. Ἐγὼ πρώτην φορὰν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καὶ δὲν θέλω νὰ φέρω προσκόμματα εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν αὐτῆς. Ἐὰν ἡ σύμβασις ἔχῃ ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως, ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται, πρὶν ἢ ἡ σύμβασις ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ προτείνῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις πρὸς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Ἑταιρείαν. Ἐὰν ὅμως οὗτοι δὲν ἤθελον δεχθῆ ταύτας, βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει καὶ ὡς συνετελέσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως πολὺ εἰργάσθη πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 41,000,000 φρ. χρυσῶν, βεβαίως ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ· ἀλλ’ ἐὰν δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία καὶ δισταγμός, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἡ γενομένη. Τὰ συλλαλητήρια, κύριοι Βουλευταί, γίνονται ἀπὸ ἐπιστήμονας, δικηγόρους, ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέροντα εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Αὐτοὶ κάμνουσι τὰ συλλαλητήρια, διότι βλέπουσι τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἐπειδὴ σήμερον τὸ Κράτος θ’ ἀπολαμβάνῃ 25–30 ἑκατομμύρια περισσότερον, ἡ Βουλὴ θὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν καὶ θὰ σκεφθῇ, ὅτι τόσος κόσμος ἀτενίζει πρὸς αὐτὴν, ζητῶν τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφίσῃ ταύτην ἡ Βουλή, ἀφοῦ, προκειμένου περὶ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς Ἑταιρείας, ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Στρέϊτ, Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὅστις τὸν ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἑταιρείαν εἶναι ὄντως οἰκονομικῆς ἀξίας καὶ πίστεως. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ὅπως τὴν παραχωρήσῃ εἰς ἄλλην Ἑταιρείαν, τί ἀποδεικνύει τοῦτο; ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ σταφὶς ἔχει ἀξίαν, καὶ ὁ ἀγοράζων βλέπει, ὅτι ὑπάρχει σκοπὸς ὠφελείας· βλέπομεν τοὺς παντοπώλας τοῦ Λονδίνου, οἱ ὁποῖοι δὲν παύουσι νὰ τηλεγραφῶσι· διατί; διότι βλέπουν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἀποτελεῖται οὐχὶ ἀπὸ κατεργαραίους, ἀλλ’ εἶναι οἰκονομικῆς πίστεως, καὶ βλέπουσιν, ὅτι τὸ μονοπώλιον θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ θὰ στερηθῶσιν αὐτοὶ τῶν κερδῶν τῶν 100% καὶ 200%, ὅσα ἐκ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος ἀπολαμβάνουσι σήμερον, θὰ σωθῶσι δὲ καὶ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν, κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν νὰ μὴ γείνῃ καμμία παρατήρησις.
§68Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ πέντε λεπτά, ἵνα ξεκουρασθῶμεν.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς διακόψωμεν καλλίτερον ἐπὶ μίαν ὥραν, ἵνα γευθῶμεν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Ἰωάννης Καλαντζόπουλος ἀδιαθετῶν μοὶ ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε Πρόεδρε. Ἐπειδὴ ἕνεκεν ἀδιαθεσίας ἀδυνατῶ νὰ προσέλθω ἀπόψε εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλω ἐγγράφως παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, σχετικῶς πρὸς τὴν κατάταξιν καὶ διαβάθμισιν τῆς ποιότητος τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἀνακοινώσητε ταύτην ἐπισήμως πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβῃ αὐτὴν ὑπὸ σημείωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητήσῃ τὴν ὑποδεικνυομένην δικαίαν καὶ εὔλογον τροποποίησιν, πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ γίνεται εἰς τοὺς συμπολίτας μου σταφιδοπαραγωγούς. Ἡ παρατήρησίς μου εἶναι αὕτη. Κατ’ ἀναμφισβήτητον καὶ ὁμόφωνον γνώμην τῶν σταφιδεμπόρων, ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Ναυπακτίας ἕπεται ποιοτικῶς τῶν λίαν ἐκλεκτῶν ποιοτήτων τοῦ Αἰγίου, ἰσοφαρίζει πρὸς τὰς λίαν ἐκλεκτὰς τῆς Κορινθίας, πάντως δὲ προηγεῖται τῶν λίαν ἐκλεκτῶν τῶν Πατρῶν, καὶ τοσοῦτον ὑπερέχει τοῦ σταφιδοκάρπου Μεσολογγίου, ὥστε ἡ σύγκρισις πρὸς αὐτὸν εἶναι αὐτόχρημα ἀδικία διὰ τοὺς συμπολίτας μου. Παραδόξως ὅμως ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 τῆς συμβάσεως ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Ναυπακτίας κατατάσσεται εἰς τὴν γʹ, δʹ καὶ εʹ κατηγορίαν, ὑποβιβαζόμενος τοῦ τῶν Πατρῶν (ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προηγῆται) καὶ παραλληλιζόμενος πρὸς τὸν τοῦ Μεσολογγίου, ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ κατώτερον αὐτοῦ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς βεβαίως ἐξ ἀνακριβῶν πληροφοριῶν καὶ ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων διέπραξαν ἀδίκημα πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν σημασίαν τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, καὶ ζητήσῃ τὴν ἑξῆς διαβάθμισιν τοῦ σταφιδοκάρπου Ναυπακτίας ποιοτικῶς κατὰ τὴν γενησομένην ἀναθεώρησιν τῆς συμβάσεως. Νὰ διαιρεθῇ ὁ σταφιδόκαρπος Ναυπακτίας εἰς τρεῖς ποιότητας: 1) λίαν ἐκλεκτάς, 2) ἐκλεκτὰς καὶ 3) καλάς. Νὰ καταταχθῶσι δέ: αἱ λίαν ἐκλεκταὶ εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν τουλάχιστον, δηλ. ἐξ ἴσου πρὸς τὰς λίαν ἐκλεκτὰς τῶν Πατρῶν, αἱ ἐκλεκταὶ εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν, καὶ αἱ καλαὶ εἰς τὴν τετάρτην κατηγορίαν. Διὰ τοιαύτης μεταρρυθμίσεως, εὐλόγου καὶ δικαίας, ἐπανορθοῦται τὸ γενόμενον ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς συμπολίτας μου ἀδίκημα, ὅπερ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δικαιοῦμαι νὰ παραβλέψω, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ ὡς προστάτης τῶν ἐπαρχιακῶν μου συμφερόντων.» Ὁ κύριος Σπηλιάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως.
§74Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐλέχθη, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐπανελήφθη κατὰ κόρον καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καταγόμενοι Βουλευταὶ, καὶ πρὸ πάντων ἡμεῖς οἱ τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας ἐκπροσωπεύοντες, ἂν ὑπερψηφίσωμεν τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ σταφιδοκάρπου, θὰ πράξωμεν τοῦτο πιεζόμενοι ἐκ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν συμπολιτῶν μας, ὀρρωδοῦντες πρὸ τῶν ἀπειλῶν, ἐχόμενοι τῆς ἰδέας τῆς ἀπωλείας τῆς δημοτικότητος ἡμῶν. Οἱ ταῦτα λέγοντες, οἱ ταῦτα διαλαλοῦντες ἀδικοῦσι καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Οὐδένα ἠπείλησαν οἱ συμπολῖταί μας, δὲν ἐξηγέρθησαν οὐδὲ κατὰ τῶν Βουλευτῶν, οὐδὲ κατὰ τῆς Βουλῆς· ἐξέφρασαν μόνον καὶ ἐκφράζουσι τὰς γνώμας των, τοὺς πόθους των. Ἂν δέ που ἡ ἐξέγερσις αὕτη ἐγένετο κάπως ζωηροτέρα τοῦ δέοντος, πρὸς τοῦτο οὐδόλως συνέβαλεν ἡ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τὴν Βουλὴν δυσπιστία. Γνωρίζουσιν ἐκεῖνοι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ αὐτῶν θὰ προασπίσωσι πάσῃ θυσίᾳ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, γνωρίζουσιν ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν των εἶναι σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ ἀποζῶσιν ἐκ τῆς σταφίδος, γνωρίζουσιν ὅτι τὰ συμφέροντα αὐτῶν εἶναι καὶ συμφέροντα τῶν Βουλευτῶν, καὶ οὐδεμίαν κατ’ αὐτῶν ἀπειλὴν ἐσκέφθησαν ποτὲ νὰ ποιήσωσιν. Ἂν, λέγω, ἡ ἐξέγερσις ἐγένετό που ζωηρὰ καὶ ἐπιβάλλουσα, αὕτη ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ὑπὸ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν πιστευθεῖσαν ὡς ἐνεργουμένην ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντίδρασιν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, ἀλλ’ ἐπιστεύθη βεβαίως παρὰ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ὅτι ἀντίδρασις σοβαρὰ κατὰ τοῦ μονοπωλίου ἐνεργεῖται παρ’ ἀνθρώπων ἰδιοτελῆ συμφέροντα ἐξυπηρετούντων διὰ τῆς ματαιώσεως τοῦ μέτρου τούτου, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς ἐθεώρησεν ὡς ἄγκυραν σωτηρίας. Ἐπίστευσαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται ἴσως νὰ θεωρηθῶσιν ὡς οἱ μόνοι παραίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, ὅτι ἐκεῖνοι, ὧν ὑπῆρξαν καὶ εἶναι δοῦλοι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, ἐξ ἰδιοτελῶν λόγων καὶ χάριν τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν συμφερόντων ἐκήρυξαν ἀληθῆ σταυροφορίαν κατὰ τοῦ μέτρου, ὅπερ ἀφαιρεῖ ἐκ τῶν χειρῶν των τὰ χρυσόμαλλα πρόβατα. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς ἐξεγέρσεως, καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία τοῦ ἐξερεθισμοῦ. Δὲν ἐξηγέρθησαν, ἵνα ἀπειλήσωσι, δὲν ἐξηγέρθησαν, ἵνα ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀμυνθῶσιν ἁπλῶς κατ’ ἐκείνων, οὓς ἐπίστευον ἀντιδρῶντας ἐξ ὑπολογισμοῦ. Φαντασθῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, πληθυσμὸν πάσχοντα, διαβλέποντα ἄφευκτον τὴν καταστροφὴν, διατελοῦντα ἐν ἀπογνώσει πρὸ τοῦ μεγέθους τοῦ ἐνώπιόν του βαράθρου τοῦ ὀλέθρου, ἀπηλπισμένον τέλεον περὶ τοῦ μέλλοντος ἑαυτοῦ τε καὶ τῶν τέκνων του, καὶ πιστεύοντα, ὅτι τὸ μέτρον, ὅπερ δύναται νὰ τὸν σώσῃ, κινδυνεύει ἐκ κακοβούλων ἐνεργειῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ὡς συμμετέχοντας τῆς εὐθύνης τῆς κακοδαιμονίας του, καὶ εἴπετε σεῖς, ἂν ἡ ἐξέγερσις εἶναι ἀγρία, ἂν εἶναι φρενῖτις, ἢ εἶναι αἴσθημα αὐτοσυντηρήσεως. Ἂν ἡ πίεσις τῶν πραγμάτων, ἂν ἡ πίεσις ἡ προερχομένη ἐκ τῆς βεβαιότητος τῆς καταστροφῆς ἐξεγείρῃ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους δικαίως, βεβαίως θὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἡ πίεσις αὕτη καὶ ἐφ’ ἡμῶν, οὐχὶ φοβουμένων τὰς ἀπειλὰς, οὐχὶ κηδομένων τῆς δημοτικότητος ἡμῶν, — τοῦτο θὰ ἦτο πολὺ ταπεινὸν, — ἀλλὰ φρικιώντων ἀληθῶς ἐκ τοῦ ἐπικειμένου ὀλέθρου, ἐκ τῆς ἀπειλουμένης καταστροφῆς. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐφθάσαμεν πλέον οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἰς τὰ χείλη τοῦ βαράθρου, καὶ ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἴδωμεν ἐρημουμένας ὁλοκλήρους ἐπαρχίας, θὰ ἴδωμεν ἐν ἀπογνώσει μυριάδας οἰκογενειῶν; Καὶ δὲν ἀρκεῖ ἡ πίεσις αὕτη, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδοθῶσιν αἱ σκέψεις μας καὶ αἱ γνῶμαί μας καὶ εἰς τὴν ἐκ τῶν ἀπειλῶν πίεσιν; Καὶ δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, τὴν πίεσιν ταύτην, τὴν ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων προερχομένην, νὰ μετριάσῃ τὸ ἄγγελμα, τὸ εὐχάριστον ἄλλως τε, ὅτι θέλει ληφθῆ μέτρον, ἀφορῶν τὴν μέλλουσαν ἐσοδείαν, βεβαίου σχεδὸν ὄντος, ὅτι τὸ μονοπώλιον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ 1903; Καὶ δύνανται προσωρινὰ μέτρα νὰ καταστείλωσι τὸν ἐξ ἐπιπολαιότητος προερχόμενον ἐξερεθισμὸν, ἀλλὰ τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων πίεσιν οὐδὲ καταπαύουσιν οὐδὲ πρέπει νὰ καταπαύσωσιν. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ληφθῇ ἀπαραιτήτως ἓν ὁριστικὸν μέτρον, καὶ νὰ λείψῃ ἡ ψευδὴς κατάστασις. Δὲν πρέπει νὰ ὁμοιάζωμεν τοὺς Ἀνατολίτας, καὶ ἐφησυχάζοντες εἰς προσωρινά τινα μέτρα, νὰ ἀφήσωμεν νὰ μᾶς καταλαμβάνῃ ὁ κίνδυνος, καὶ τότε σπασμωδικῶς νὰ ἐργαζώμεθα, ἵνα καὶ πάλιν εἰς προσωρινότητα φθάσωμεν. Μέτρον τι περὶ τῆς ἀμέσως ἑπομένης ἐσοδείας εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητον, καὶ ἂν δὲν ψηφισθῆ τὸ μονοπώλιον, καὶ ἂν ἤθελε τοῦτο ψηφισθῆ. Χάριν τῆς ἐπιτυχίας αὐτοῦ τοῦ μονοπωλίου πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ἀπαραιτήτως τὰ τῆς μελλούσης ἐσοδείας. Ἂν τὸ μονοπώλιον καὶ ψηφιζόμενον δὲν ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ 1903, ὡς εἶναι πιθανὸν, τότε τί θέλει συμβῆ ἀναγκαίως; Ἡ ἐσοδεία τοῦ ἑπομένου ἔτους θὰ ἦναι, ὡς τὰ πράγματα μαρτυροῦσι, πολὺ μεγάλη. Ἡ πεποίθησις, ὅτι πᾶν ἀπόθεμα δὲν παραλαμβάνεται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, θὰ ἐνσπείρῃ τὸν πανικὸν εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς· τὸ δὲ ἐμπόριον, ὠφελούμενον ἐκ τοῦ πανικοῦ τούτου, — καὶ ἔχει τὴν συνήθειαν νὰ ὠφελῆται ἐκ τοιούτων πανικῶν.
§75Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ νὰ δημιουργῇ τοιούτους.
§76Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Καὶ μετὰ πολλῆς τέχνης... Ὠφελούμενον, λέγω, τὸ ἐμπόριον ἐκ τοῦ πανικοῦ, θὰ συγκεντρώσῃ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως τεράστιον ἀπόθεμα καὶ εἰς εὐθηνοτάτας τιμὰς ἠγορασμένον, καὶ θ’ ἀπειλήσῃ ἀνταγωνισμὸν ἐπιζήμιον βεβαίως εἰς τὴν Ἑταιρείαν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος. Αἱ ἀπειλούμεναι δ’ αὗται ζημίαι ἴσως καταστήσωσι δειλὰ τὰ κεφάλαια, καὶ οὕτως ἀποτύχῃ ὁ καταρτισμὸς τῆς Ἑταιρείας πρὸς ἀνάληψιν τῆς μονοπωλήσεως τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος κίνδυνος ὑπάρχει μέγας, ἂν ἡ μέλλουσα ἐσοδεία μείνῃ ἀπροστάτευτος. Αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, θὰ ἦναι εὐτελεῖς, εὐτελέσταται, καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς καὶ ὡς ἐκ τοῦ πανικοῦ, ὅστις θὰ καταλάβῃ τοὺς παραγωγούς. Δὲν θὰ λάβωσιν οὗτοι βεβαίως οὐδὲ τὰς παραγωγικὰς δαπάνας. Αἱ μετὰ τῶν ἐμπόρων δοσοληψίαι των θὰ σταματήσωσι, τὰς πρὸς τὰς Τραπέζας ὑποχρεώσεις των δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι, καὶ συνεπῶς θὰ λείψωσιν εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς καλλιεργείας, καὶ οὕτω κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν πολλοὺς συμπολίτας μας καταστρεφομένους, μὴ σῳζομένους πλέον δι’ οὐδενὸς μέσου. Ἀναγκαίως λοιπὸν πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ ἐσοδεία τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἂν τῷ ὄντι θέλωμεν νὰ σώσωμεν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ἂν τὸ μονοπώλιον ἦναι σωτήριον, μὴ τὸ δώσωμεν ἀργὰ εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν συμπολιτῶν μας. Ἂν ἀφήσωμεν ἀπροστάτευτον τὴν μέλλουσαν ἐσοδείαν, τότε ἴσως ἡ πρόνοια, ἣν λαμβάνομεν, κινδυνεύσῃ νὰ ματαιωθῇ τέλεον, ἢ νὰ καταστῇ ἀνωφελὴς διὰ μεγάλην μερίδα τῶν πασχόντων πληθυσμῶν. Ἀλλὰ βεβαίως τὸ προσωρινὸν τοῦτο μέτρον δὲν πρέπει κατ’ οὐδὲν νὰ ἐλαττώσῃ τὴν μέριμναν τῆς Βουλῆς περὶ ὁριστικῶν μέτρων. Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὁριστικῶς. Εἶναι καιρὸς νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα ὁπωσδήποτε εἰς τὴν χαώδη, εἰς τὴν ψευδῆ, εἰς τὴν φθισικὴν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον κατ’ οὐδὲν αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ μειουμένην τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων πίεσιν ἐκ τοῦ προσωρινοῦ τούτου μέτρου, ἀφοῦ οἱ πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον, δὲν εἶναι ἴσως καὶ δυνατὸν νὰ ἐπαναλαμβάνηται κατ’ ἔτος. «Μή,—μᾶς λέγουσιν οἱ κατὰ τοῦ μονοπωλίου ἐνιστάμενοι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς,—μὴ καταστρέψητε τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον, μὴ ψηφίσητε θεσμὸν παραλύοντα τὸ καθεστὼς ἐμπόριον, ἀνατρέποντα σύστημα ἐμπορικόν, λειτουργοῦν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν! μὴ ψηφίσητε, πρὸς Θεοῦ, νόμον καθιστῶντα τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἐπὶ εἰκοσαετίαν δούλους εἰς ξένους, εἰς ἀλλοδαπούς, εἰς ἐντελῶς ἀγνώστους ἀνθρώπους!» Ἂν ἦσαν εἰλικρινέστεροι, θὰ ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς: «μὴ ἀλλάζετε κυρίους». Διότι τί ἄλλο ἢ δοῦλοι εἶναι, ἦσαν καὶ θὰ ἦναι οἱ σταφιδοπαραγωγοί, δουλεύοντες διαρκῶς τοὺς Κυρίους αὐτούς, οἵτινες ὀνομάζονται ἔμποροι, τραπεζῖται, τοκισταί; Δοῦλοι εἶναι, καὶ δοῦλοι τοῦ χειροτέρου εἴδους, διότι δουλεύουν εἰς κυρίους ἀνηλεεῖς, εἰς κυρίους ἀδυσωπήτους, εἰς κυρίους.... ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σιγήσω καὶ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ καὶ ἄλλα ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα θὰ ἥρμοζον εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς κυριότητος αὐτῶν τῶν Κυρίων. Θὰ ἀνατραπῇ, μᾶς λέγουσι, τὸ ἐμπορικὸν σύστημα, θὰ ἀνατραπῇ τὸ ἐμπορικὸν καθεστώς, τὸ κρατοῦν μέχρι τοῦδε! Ἀλλὰ ποῖον εἶναι, Κύριοι, τὸ σύστημα αὐτό; Ποῦ εὑρέθη σταφιδικὸν ἐμπόριον ἐν Ἑλλάδι; Οἱ γνωρίζοντες τὸν τρόπον τοῦ ἐμπορεύεσθαι τὴν σταφίδα, οἱ γνωρίζοντες τὰς σχέσεις τοῦ ἐμπόρου πρὸς τὸν παραγωγόν, τοῦ κυρίου πρὸς τὸν δοῦλον, θὰ συνομολογήσωσι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐμπόριον κατὰ τὴν ἀληθῆ, κατὰ τὴν ὑψηλὴν τῆς λέξεως σημασίαν, ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἑνώσει τὴν τύχην του μὲ τὴν τύχην τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον ἐμπορεύεται ἐν σιωπηρῷ, οὕτως εἰπεῖν, συνεταιρισμῷ τῶν ἐμπόρων πρὸς τοὺς παραγωγούς, δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχουσι μόνον ἄνθρωποι καταγινόμενοι πῶς νὰ πλουτῶσιν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς πενίας, εἰς ἣν βυθίζουσι τοὺς ἀτυχεῖς παραγωγούς...
§77Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Βδέλλαι!
§78Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Εἶνε βδέλλαι, ἀληθῶς! Βδέλλαι, αἵτινες ἐκμυζῶσι τὸ αἷμα, ἀδιαφοροῦσαι περὶ τῆς ἰσχνότητος τῶν παρειῶν, εἰς ἃς τὸ εὑρίσκουσι. Σᾶς παρέστησε λίαν εὐγλώττως ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος προχθὲς τὸ εἶδος τῆς πρώτης ἐμπορίας, τῆς ἐσωτερικῆς. Ἡ εἰκὼν ἦτο πιστή, πιστοτάτη. Ἀλλ’ ἐφείσθη ὀλίγον τῶν ἐξαγωγέων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, διότι δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐντελῶς ἐκ τοῦ φυσικοῦ ἐλέχθησαν περὶ τῶν πρώτων, νὰ εἴπω τινὰ περὶ τῶν ἐξαγωγέων.
§79Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐφείσθην αὐτῶν.
§80Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσι βεβαίως μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις αὗται εἶναι τόσον μικραὶ κατ’ ἀριθμὸν καὶ κεφάλαια, ὥστε οὐδὲν δύνανται ἀπέναντι τοῦ σμήνους τῶν ἄλλων, οἵτινες κατ’ αὐτῶν καὶ κατὰ τῶν παραγωγῶν ἀγωνίζονται· ἑπομένως καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὰς ἐξαιρέσεις, παρασυρόμενοι, τὴν αὐτὴν γραμμὴν ἀκολουθοῦσι. Ἰδού, Κύριοι, τὸ ἐξαγωγικὸν ἐν Ἑλλάδι ἐμπόριον. Ἔρχεται ὁ Ἀπρίλιος· ἡ πρώτη φροντὶς αὐτῶν εἶναι, ὠφελούμενοι ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ ἐνεργήσωσι προπωλήσεις σοβαρῶν ποσῶν, παραδοτέων κατὰ Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον. Ἀφοῦ ἐξασφαλίσωσιν οὕτω τὴν πώλησιν ἀρκετῶν ποσοτήτων, ἀρχίζουσι διασπείροντες τὴν φήμην πανταχοῦ, ὅτι ἡ ἐρχομένη ἐσοδεία εἶναι μεγάλη, ὅτι τὰ ἀποθέματα εἶναι σοβαρά, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις κεφαλαίων, καὶ μυρία ἄλλα ἐπινοήματα. Ραγδαίως ποιοῦνται νέας προσφοράς, ὑποβιβάζοντες τὰς τιμὰς καθ’ ἑκάστην. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ πρῶται αὐτῶν προπωλήσεις ἐγένοντο πρὸς 100 δραχμάς, προσφέρουσι μὲ 90, μὲ 80, μὲ 70. Καὶ ἀφοῦ διέδωκαν πανταχοῦ, ὅτι ἡ ἐσοδεία εἶναι ἀφθονωτάτη, δὲν ὀκνοῦσι νὰ παραστήσωσιν αὐτὴν μικρὰν, ὅταν πρόκηται νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος. Καὶ οὕτως ἐπιτυγχάνουσι τὴν χαλάρωσιν τῶν ἀγορῶν τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐξασφαλίζουσι μέγιστα κέρδη διὰ τὰς πρώτας αὐτῶν προπωλήσεις. Μία φωνὴ ἀκούεται μεταξὺ αὐτῶν, μία φράσις ἀπαισία, εἰς ἣν ἀπεκρυσταλλώθησαν, οὕτως εἰπεῖν, πᾶσαι αὐτῶν αἱ σκέψεις, πᾶσαι αὐτῶν αἱ προθέσεις: «πηγαίνω μὲ τὰ κάτω»! Καὶ ἡ φράσις αὕτη ἐπαναλαμβάνεται ὑπὸ μυρίων στομάτων. Μὲ τὰ ἐπάνω οὐδείς! μὲ τὰ κάτω πάντοτε! Μὲ τὰ κάτω, μὲ τὰ κάτω, καὶ οὕτως ἀνυψοῦσιν αὐτοὶ μέγαρα καὶ ἀνάκτορα ἐπὶ τοῦ αὐχένος τοῦ δυστυχοῦς παραγωγοῦ! Πολλάκις ἀγοράζουσι μὲ 100 δραχμάς, καὶ προσφέρουσι μὲ 95, καὶ ἐν τούτοις ὠφελοῦνται! Τί συμβαίνει, κάλλιστα ἐννοεῖτε, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ τὸ ἐπεξηγήσω. Καὶ δὲν εἶναι μόνη αὐτὴ ἡ ἐκδούλευσις, ἣν προσφέρουσιν εἰς τοὺς παραγωγούς. Προσφέρουσι καὶ ἄλλην, μυσαρωτέραν ἴσως καὶ ἐγκληματικήν. Αἱ ἀποθῆκαι τῶν Κυρίων τούτων εἶναι παρὰ τὴν θάλασσαν. Τὸ θαλάσσιον ὕδωρ διορθώνει τὸ χρῶμα τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ αὐξάνει τὸ βάρος αὐτῆς. Ρίπτουσιν ἄφθονον ὕδωρ θαλάσσιον, ποτίζουσιν αὐτὴν καλῶς! Τί πρὸς αὐτούς, ἂν καταστρέφηται ἡ ποιότης; Ἐνίοτε μεταχειρίζονται καὶ ἄλλας ὕλας. Κάμνουν πάστες, ὡς τὰς ὀνομάζουν. Ἀποστέλλουν μίγματα, καὶ οὕτως ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου περὶ σημάτων. Ἀλλὰ καὶ οὗτος οὐδὲν κατώρθωσε κατὰ τῆς ἐπιτηδειότητος αὐτῶν. Οὕτω δὲ, Κύριοι, κατορθώνουν νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν μείωσιν τῆς διαδόσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, καταστρέφοντες τὴν ποιότητα αὐτοῦ. Τί πρὸς αὐτούς, ἂν ἐκ τούτου κινδυνεύῃ ἡ παραγωγὴ ὁλοκλήρου ἔθνους; Ἀρκεῖ αὐτοὶ νὰ ὠφεληθῶσι! Κατέστησαν τὴν σταφίδα ἀγνώριστον καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ὄμματα τῶν Ἑλλήνων, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ὄμματα τῶν γεννηθέντων καὶ ἀνατραφέντων ἐν τοῖς τόποις, ἐν οἷς παράγεται ἡ σταφίς. Διηγεῖτο ποτὲ Ἄγγλος ἔμπορος, γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς ἐν Ζακύνθῳ, ἀναπτυχθεὶς ἐν τῷ σταφιδικῷ ἐμπορίῳ, ἀπὸ τῆς νηπιακῆς του ἡλικίας συγχρωτιζόμενος μὲ τὴν σταφίδα, ὅτι, ταξειδεύων ποτὲ εἰς Γερμανίαν, εἰσῆλθεν εἰς ζυθοπωλεῖον μετά τινος φίλου του Γερμανοῦ πρὸς συνάντησίν τινος. Τῷ προσεφέρθη ἓν ποτήριον ζύθου, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἔφερεν ὁ καταστηματάρχης ἕνα ἄγνωστον εἰς αὐτὸν καρπόν. «Τί εἶναι αὐτό;» ἐρωτᾷ τὸν φίλον του.—«Περίεργον!» ἀπαντᾷ οὗτος μειδιῶν, «δὲν γνωρίζεις τὴν σταφίδα;» Ἐξέστη ὁ ἄνθρωπος! Καὶ θέλετε μὲ τοιαύτην ποιότητα νὰ διαδοθῇ ἡ σταφὶς; καὶ θέλετε μὲ τοιοῦτον εἶδος ἐμπορίου νὰ ἐπιτύχητε μεγαλειτέρας ἐν Εὐρώπῃ τιμάς;
§81Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Γλυκὸ πρᾶγμα μὲ μπύρα δὲν πάει.
§82Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν πιστεύετε βεβαίως, κύριε συνάδελφε, ὅτι εἶναι τῆς φαντασίας μου, οὐδὲ ἐψεύδετο ὁ ἔντιμος ἐκεῖνος Ἄγγλος, διότι οὐδὲν ἄλλως πρὸς τοῦτο τὸν ἠνάγκαζεν. Ἄλλως πολὺ εὐφυῶς μοὶ ψιθυρίζει ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπουλος νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι ἐκ τοῦ ποτίσματος, ὅπερ ἔλαβε διὰ θαλασσίου ὕδατος, ἡ σταφὶς ἐκείνη ἦτο ἁλμυρά. Καὶ εἶναι γεγονός, Κύριοι, ὅτι τὴν σταφίδα εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐὰν τὴν ἴδῃ τις, δὲν τὴν γνωρίζει. Ἀλλὰ δὲν ἔγραφον πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐκ τῆς Ἀμερικῆς μετανάσται Ἕλληνες, ὅτι ἡ ἐκεῖ πωλουμένη σταφὶς εἶναι ἀγνώριστος; Καὶ συνεπείᾳ τῶν εἰδήσεων τούτων δὲν κατέγεινε τότε ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ καταρτίσῃ Ἑταιρείαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἀποστολῆς σταφιδοκάρπου ἐπιμεμελημένης ποιότητος εἰς τὴν Ἀμερικὴν; Ὅτι ἡ νοθεία, ἡ τελουμένη ὑπὸ τῶν ἐξαγωγέων, ἐδυσφήμισε πανταχοῦ τὸ πολύτιμον αὐτὸ προϊόν μας, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ.
§83ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Βεβαιοῦται καὶ δι’ ἐκθέσεων ἐπισήμων, κύριε συνάδελφε.
§84Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἀληθῶς... Ὅστις ἀμφιβάλλει, ἂς μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἂς ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν Ἑλλήνων προξένων, τῶν τοποθετημένων εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα καταναλίσκεται ἡ σταφίς. Θὰ καταληφθῇ βεβαίως ὑπὸ φρίκης καὶ ἀηδίας! Θὰ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπον ἀπὸ τοιούτου ἐμπορικοῦ καθεστῶτος, καὶ θὰ ὁμολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι οὐδεμιᾶς τοῦτο εἶναι ἄξιον προστασίας. Καὶ προτείνονται διάφορα μέτρα, καὶ πανταχόθεν βλέπει τις σχέδια φυόμενα, οὕτως εἰπεῖν, τέκνα καὶ ταῦτα, τὰ πλεῖστα τοὐλάχιστον, τῆς κατὰ τοῦ μονοπωλίου ἀντιδράσεως. Καὶ ἄλλα μὲν τούτων ἐντελῶς τυγχάνουσιν ἀνεφάρμοστα, ἄλλα δυσεφάρμοστα, καί τινα ἴσως δυνάμενα νὰ ἀνθέξωσιν εἰς συζήτησιν. Ἀλλὰ πάντα ἔχουσιν ἓν μέγα ἐλάττωμα, τὴν προσωρινότητα, καὶ συνεπῶς τὴν παράτασιν τῆς ψευδοῦς καταστάσεως. Καὶ ἰδοὺ ἡ ὑπεροχὴ ἐπὶ πάντων τούτων τοῦ μονοπωλίου. Ὑπὸ μίαν μόνην ὄψιν ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, θὰ πεισθῶμεν ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου δισταγμοῦ, ὅτι οὐδεμία σύγκρισις ὑπάρχει τῶν ὠφελημάτων τοῦ μονοπωλίου πρὸς τὰ ὠφελήματα πάντων τῶν προτεινομένων σήμερον μέτρων. Οὐδεὶς τῶν καταγομένων ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συναδέλφων ἀγνοεῖ, καὶ πάντες οἱ λοιποὶ δύνανται νὰ βεβαιωθῶσιν, ἂν δὲν γνωρίζωσιν, ὅτι ἀξία κτημάτων, ἀξία σταφιδαμπέλων δὲν ὑπάρχει σήμερον. Ἂς δοκιμάσῃ ὅστις θέλει νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμά του, ὅσον καλὸν καὶ ἂν ἦναι· οὐδεμίαν σχεδὸν τιμὴν θὰ εὕρῃ· ἂς δοκιμάσῃ νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ἐλευθέρου κτήματος· δὲν θὰ εὕρῃ οὐδὲ λεπτόν, μόνον διότι τὸ κτῆμα τοῦτο εἶναι σταφιδάμπελος. Πάντα τὰ πιστωτικὰ καταστήματα ἔπαυσαν δανείζοντα ἐπὶ ὑποθήκῃ σταφιδαμπέλων. Δύναται ἀκριβῶς νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις δὲν ὑπάρχει περιουσία, διότι καὶ ἡ ἀξία τῶν ἀστικῶν ἐκεῖ κτημάτων, ἐπηρεαζομένη εὐλόγως ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, κατέπεσεν εἰς βαθμὸν ἄξιον προσοχῆς. Ὁποιονδήποτε τῶν προτεινομένων μέτρων καὶ ἂν λάβωμεν, δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐπιτύχωμεν πρόσκαιρον τῶν τιμῶν ἀνύψωσιν, δυνάμεθα ν’ ἀπομακρύνωμεν ἐπ’ ὀλίγον τὸν παντελῆ ὄλεθρον, τὴν τελείαν καταστροφὴν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θ’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς ψευδοῦς καταστάσεως, βεβαίως δὲν θ’ ἀποφύγωμεν τὴν προσωρινότητα. Καὶ ἑπομένως ἀξία κτημάτων δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ὅπου ὑπάρχει τοιαύτη περὶ τῶν τιμῶν τοῦ εἰσοδήματος ἀβεβαιότης, ὅπου ὑπάρχει τοιαύτη περὶ τοῦ μέλλοντος ἀμφιβολία· δὲν δύναται, λέγω, νὰ ὑπάρχῃ ἀξία δυναμένη εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸν κύριον τοῦ κτήματος τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν του. Ἀλλ’ ἂν τὸ μονοπώλιον ψηφισθῇ, τὰ πράγματα ἀμέσως μεταβάλλουσιν ὄψιν. Τὴν προσωρινότητα ἀντικαθιστᾷ τὸ πάγιον, τὴν ἀβεβαιότητα ἡ βεβαιότης. Γνωρίζει ὁ κύριος κτήματος, ὅτι ἔχει πρόσοδον μικρὰν ἢ μεγάλην, βεβαίαν ὅμως καὶ ἀσφαλῆ. Καὶ κτήματα ἔχοντα βεβαίαν πρόσοδον ἔχουσι καὶ ἀξίαν ἀναμφισβήτητον. Καὶ αὕτη μόνον ἡ ὑπεροχὴ τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τῶν ἄλλων μέτρων ἂν ὑπῆρχεν, ὑπερήρκει, ὅπως καταστήσῃ αὐτὸ προτιμητέον. Τίς δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων, ἡ σταθεροποίησις τῆς ἀξίας αὐτῶν, αὐξάνει τὴν πίστιν ἑνὸς τόπου, προσελκύει τὰ κεφάλαια, καθιστᾷ εὐθηνότερον τὸν τόκον; Καὶ τὰ καλὰ ταῦτα ποῖον ἐκ τῶν προτεινομένων μέτρων δύναται νὰ ἐπενέγκῃ; Ὑπῆρχεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἓν στρέμμα σταφίδος ἐπωλεῖτο ἀντὶ χιλίων δραχμῶν, καὶ ἤδη οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν. Ἂν ψηφίσωμεν τὸ μονοπώλιον, τότε, ἂν ἕκαστον στρέμμα δὲν ἔχῃ χιλίας δραχμάς, θὰ ἔχῃ ὅμως πεντακοσίας, βεβαίας, σταθερὰς, ἀσφαλεῖς. Εἶναι μικρὸν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο; «Οὐδεὶς», δύνασθε νὰ μοὶ ἀπαντήσητε, κύριοι συνάδελφοι, «ἠρνήθη τὰ ἀγαθὰ τοῦ μονοπωλίου ἀποτελέσματα, ἀλλὰ ἡ σύμβασις, ἡ τὰ τοῦ μονοπωλίου κανονίζουσα, ἔχει ἐλαττώματα». Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶδον μέχρι τοῦδε σύμβασιν εἰσαγομένην εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις νὰ μὴ ἔχῃ ἐλαττώματα· δὲν εἶδον σύμβασιν νὰ μὴ ἔχῃ ἐλλείψεις, αἵτινες ὅμως ἄλλοτε διωρθώθησαν καὶ ἄλλοτε ὄχι· δὲν εἶδον σύμβασιν, ἥτις νὰ μὴ ἔχῃ τοὺς ἐπικριτάς της, δὲν εἶδον τέλος σύμβασιν, τὴν ὁποίαν μελετῶν τις νὰ μὴ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καλλιτέρους ὅρους. Καὶ ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις τοιαῦτα ἔχει ἐλαττώματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγων τὴν σύμβασιν μετὰ τοῦ κυροῦντος αὐτὴν νομοσχεδίου, συνέστησε ταύτην, δηλώσας συγχρόνως, ὅτι παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ αὐτὴν εὐρέως, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, νὰ ἐξονυχίσῃ αὐτὴν, καὶ νὰ ὑποδείξῃ πάσας ἐκείνας τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἤθελε κρίνει ὡς συμφερούσας, ὡς ἀποτρεπούσας ἀδικήματα ἀπειλούμενα κατὰ τῶν παραγωγῶν, ὡς ἀπομακρυνούσας τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς οἱ παραγωγοὶ ἠδύναντο νὰ ἐκτεθῶσι. Ἀφοῦ δ’ ἐδήλωσε πάντα ταῦτα, ἕπεται ἀδιστάκτως, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι πιστεύει, ὅτι πᾶσαι αἱ λογικαὶ καὶ δίκαιαι τροποποιήσεις εἶναι πιθανὸν νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς συμβαλλομένης Ἑταιρείας, ἥτις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἀνισότητα, οὐδὲ θὰ ἐπιδιώξῃ μόνον τὸ συμφέρον της, παρορῶσα τέλεον τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, μεθ’ ὧν προτίθεται νὰ συνεταιρισθῇ. Δὲν ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις ὡς ἡ τελευταία τῶν ξένων κεφαλαιούχων λέξις, ἐφ’ ἧς ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ ψῆφον λευκὴν ἢ μέλαιναν, ἀλλ’ ὑπεδείχθη, ὅτι τὰ ἐσφαλμένα προθύμως θὰ διωρθοῦντο. Τοιούτων ἐλλείψεων τὴν διόρθωσιν δύναμαι ἑπομένως καὶ ἐγὼ νὰ ὑποδείξω, ἑπόμενος τῇ ἐλπίδι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἐπιτύχει τὴν διόρθωσιν ἐκείνων, ἃς ἤθελε νομίσει λογικὰς καὶ δικαίας. Οἱ μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῆς συμβάσεως λαβόντες τὸν λόγον πολλὰς τοιαύτας ἐλλείψεις ἀνεῦρον, πολλὰ τὰ τρωτὰ κατέδειξαν. Ἐπιτραπήτω εἰς ἐμὲ νὰ μὴ συμφωνήσω ἐν πᾶσι πρὸς τούτους. Καὶ θὰ ὑποδείξω καὶ ἐγὼ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα μετὰ τούτων συμφωνῶ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ὁ σεβαστὸς τῆς Κυβερνήσεως Πρόεδρος δὲν ἐπλανήθη εἰς τὴν ἐλπίδα, ἣν ὑπεδήλουν οἱ λόγοι του, ὅτε ἐπεκαλεῖτο τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς Ἑταιρείας βελτίωσίν τινων ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Μία ἐκ τῶν πρώτων αἰτιάσεων κατὰ τῆς συμβάσεως εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐγγυήσεων. Ἔπρεπε, λέγουσι, νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις ἐπαρκὴς, ἥτις θὰ ἐξέπιπτεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἂν ἡ Ἑταιρεία δὲν κατώρθωνε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν σύμβασιν. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην, προβαλλομένην ὡς λόγον ἀπορρίψεως τῆς συμβάσεως, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Καὶ ἂν ἡ ἔλλειψις τῆς ἐγγυήσεως ἦναι ἀληθὴς ἔλλειψις τῆς συμβάσεως, δὲν δύναμαι νὰ εὕρω εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην δεδικαιολογημένον λόγον πρὸς ἀπόρριψιν τῆς συμβάσεως. Ἂς διακρίνωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὰς δύο περιστάσεις, τὰς ἐξ αὐτοῦ προκυπτούσας. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἀπαιτήσωμεν ἐγγυήσεις, καὶ μὴ δοθεισῶν τοιούτων ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις; Λέγων, κύριοι συνάδελφοι, ἐγγύησιν, ἐννοῶ πάντοτε τὴν ὑλικὴν, τὴν χρηματικὴν, διότι τὰς ἠθικὰς ἐγγυήσεις βεβαίως ἔπρεπεν ἀπαραιτήτως νὰ ζητήσωμεν. Καὶ ἐζητήθησαν αὗται, καὶ ἄφθονοι ὑπῆρξαν, κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπου ἀπηυθύνθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ζητοῦσα πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων, ἅτινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διεπραγματεύοντο, ἔλαβεν ἀρίστας πληροφορίας. Πάντες τοῦτο γνωρίζομεν. Αἱ ἠθικαὶ ἄρα ἐγγυήσεις ὑπῆρχον ἀρκεταὶ, ὑπῆρχον ἄφθονοι, οὐδὲ μειοῖ ταύτας ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὰ πρόσωπα, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν συνεβλήθησαν ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ὡς σύμβουλοι ὡρισμένης Ἑταιρείας. Ὁ συμβαλλόμενος ὡς σύμβουλος μιᾶς Ἑταιρείας δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἠθικῶς ὑπεύθυνος ἀπὸ τὸν συμβαλλόμενον ἰδίῳ ὀνόματι· ἡ ὑλικὴ εὐθύνη εἶναι διάφορος, ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ εἶναι πλήρης, ἴση, ἀκεραία. Ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔλειπον αἱ ἠθικαὶ ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ ἔπρεπε, λέγουσιν, ἐκτὸς τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικαὶ ἐγγυήσεις νὰ δοθῶσιν. Ἂς δεχθῶμεν τοῦτο ὡς ὀρθὸν, — διότι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἡ ἐναντία ἰδέα, ὡς θὰ ἀναπτύξω. — Ἀλλ’ ἐγγύησις τοιαύτη δὲν ἐδίδετο· τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν; ἔπρεπεν αὕτη νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως; Ἄν τοῦτο ἔπραττε, μέγα θὰ διέπραττε λάθος, καὶ μέγα ἄδικον κατὰ τῶν παραγωγῶν θὰ ἐνήργει. Θὰ ἀφῄρει ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς πᾶσαν ἐλπίδα νὰ ἴδωσιν ἀποτρεπομένην τὴν καταστροφὴν, πᾶσαν ἐλπίδα νὰ ἴδωσιν τὴν τύχην των βελτιουμένην. Καὶ διατί; ποῖον τὸ μέγα κακὸν ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐγγυήσεως; Ἡ ματαίωσις τῆς συμβάσεως, λέγουσιν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐματαιοῦτο ἀμέσως, ἂν δὲν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις; Δὲν θὰ ἀφῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς, πᾶσα σωτηρία; Καὶ οἱ ταῦτα λέγοντες, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐτόλμων τοιαύτην νὰ ἀναλάβωσιν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἀπαραιτήτως νὰ ζητηθῶσιν ἐγγυήσεις; καὶ ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἐπίρρωσις τῆς συμβάσεως δὲν ἠδύνατο τάχα νὰ ἐνέχῃ πλειοτέρους κινδύνους ἐκείνων, οὓς ἐνέχει ἡ ἔλλειψις πάσης ἐγγυήσεως; Ὑπάρχουσι καὶ οἱ τοῦτο φρονοῦντες, οὐχὶ ἀλόγως, νομίζω. Ἂν ἐζήτει καὶ ἐλάμβανεν ἐγγύησιν ἡ Κυβέρνησις, οὐδεὶς βεβαίως θὰ φρονῇ, ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν ἐγγύησιν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν· ἡ ἐγγύησις θὰ ἦτο σοβαρὰ καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἀντικειμένου τῆς συμβάσεως. Θὰ ἀνήρχετο αὕτη, ὡς εἰκὸς, εἰς ποσὸν μέγα, εἰς ποσὸν βεβαίως ἀνώτερον πάντως τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντες ἀπῄντων δυσκολίας ἀνυπερβλήτους εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἑταιρείας, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ γνωστὴ ἐν Λονδίνῳ ἀντίδρασις καθίστα προβληματικὴν τὴν διὰ τῆς Ἑταιρείας κατανάλωσιν τοῦ εἴδους, ἂν ὁ κίνδυνος τῆς μὴ εὐδοκιμήσεως τῆς ἐπιχειρήσεως ἦτο προφανὴς, ὁ ὑπὸ τοιούτους οἰωνοὺς καταρτισμὸς μιᾶς Ἑταιρείας, προωρισμένης νὰ καταστραφῇ, συγκαταστρεφομένου μετ’ αὐτῆς καὶ τοῦ προϊόντος μας, θὰ ἦτο δι’ ἡμᾶς ὠφέλιμος, ἢ ὀλέθρια; Καὶ δὲν εἶναι μέγας ὁ κίνδυνος, ὅτι, ἂν οἱ μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντες ἐκινδύνευον ν’ ἀπολέσωσι πέντε ἑκατομμύρια, θὰ ἐπεδίωκον τὸν καταρτισμὸν Ἑταιρείας, καὶ ἂν τὸ ναυάγιον αὐτῆς προφανῶς ἔβλεπον; Δὲν εἶναι καλλίτερον, ἐλεύθεροι ὄντες, νὰ μελετήσωσι καλῶς τὸ ἔδαφος, καὶ ὅταν τὰ πάντα ἐξασφαλίσωσι, νὰ καταρτίσωσιν Ἑταιρείαν ἀσφαλῆ, προωρισμένην νὰ βιώσῃ ἀσφαλῶς καθ’ ὅλην τὴν εἰκοσαετίαν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ περὶ ἐλλείψεως ἐγγυήσεως αἰτίασις οὐδεμίαν ἔχει σπουδαιότητα, ἂν δὲν ἦναι τολμηρὸν νὰ εἴπω, ὅτι προτιμῶ τὴν σύμβασιν κατὰ τοῦτο ὅπως ἔχει. Δευτέρα κατὰ τῆς συμβάσεως αἰτίασις φέρεται ἡ μὴ ἀνάληψις αὐτῆς ὑπὸ τῶν γνωστῶν προσώπων ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ ἑπομένως ὁ κίνδυνος τῆς ματαιώσεως αὐτῆς. Βεβαίως προτιμότερον θὰ ἦτο, ἂν ὑπῆρχον πρόσωπα, ἅτινα ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ καὶ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ν’ ἀνελάμβανον τὴν σύμβασιν. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις αὕτη καθιστᾷ ἀπορριπτέαν τὴν σύμβασιν; Θὰ ἀποτύχῃ, λέγουσιν, ὁ καταρτισμὸς τῆς Ἑταιρείας, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τὰς ζημίας τῆς ἐκκρεμότητος. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι αὗται; ποῖος ὁ κίνδυνος ὁ ἐκ τῆς ἀποτυχίας, ὥστε ἕνεκα τοῦ φόβου τούτου νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν σύμβασιν; Εἶναι μεγαλείτερος τοῦ ὑπάρχοντος; εἶναι φοβερώτερος τοῦ πρὸ ἡμῶν χαίνοντος χάους; Ἴσως ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἡ μήτηρ καὶ τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου μέτρου, ὅπερ θὰ σώσῃ τὴν παραγωγὴν τῆς μελλούσης ἐσοδείας. Καὶ ἰδού, ὅτι πάντως ἐκ τῆς συμβάσεως προσεγένετο ὠφέλεια εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἀλλ’ εἶναι τοὐλάχιστον δεδικαιολογημένοι οἱ φόβοι περὶ ἀποτυχίας τῆς συμβάσεως; Κατ’ ἐμὲ, βεβαίως ὄχι· πρόσωπα τῆς ἀξίας καὶ πίστεως τῶν μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντων δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀποτύχωσιν. Ἄλλως μία τῶν κατὰ τῆς συμβάσεως ἀντιδράσεων εἶναι ἡ διατυμπάνισις, ὅτι ἔχει αὕτη ἐπιφυλάξει μεγάλα κέρδη, μέγιστα ὠφελήματα εἰς τὴν Ἑταιρείαν εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν. Καὶ ὅταν τοῦτο ἰσχυρίζωνται, πῶς κατορθοῦσι συγχρόνως νὰ ἐκφράζωσι κἄν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι θὰ ἀποτύχῃ ὁ καταρτισμὸς τῆς Ἑταιρείας; Τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὰ κέρδη ταῦτα, ἅτινα βλέπομεν ἡμεῖς, δὲν θὰ ἴδωσι τὰ ἀγγλικὰ κεφάλαια, καὶ δὲν θὰ καλυφθῶσιν αἱ μετοχαὶ τῆς μελλούσης Ἑταιρείας δεκάκις τοὐλάχιστον; Ὡς ἕτερον τῆς συμβάσεως ἐλάττωμα ἐθεωρήθη ἡ ποσότης τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, προσδιοριζομένη ἐν τῇ συμβάσει εἰς ἓν ἑκατομμύριον λίρας τοὐλάχιστον. Βεβαίως δὲν σπουδαιολογοῦσιν οἱ τοιαῦτα λέγοντες. Διατὶ εἶναι μικρὸν τὸ ποσὸν τοῦτο; Μὴ δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ κινήσῃ τὸν μηχανισμὸν τῆς ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου ὁλοκλήρου τῆς ἐσοδείας; Καὶ μὲ ποῖα ἆρά γε ποσὰ κινεῖται σήμερον; Ἐρωτήσατε τὸ καθεστὼς ἐμπόριον, ἐρωτήσατε τὸ ἤδη κρατοῦν ἐμπορικὸν σύστημα, ἂν εἰσέρχεται καὶ περατοῖ τὸ τῆς σταφίδος ἐμπόριον μὲ κεφάλαια πλείονα τῶν πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Καὶ ὅ,τι ἐνεργεῖται μὲ πέντε ἑκατομμύρια δραχμὰς χαρτίνας, θὰ προσκόψῃ, ἐνεργούμενον μὲ εἰκοσιπέντε ἑκατομμύρια χρυσᾶς; Καὶ ἠθέλετε μείζονα κεφάλαια, διὰ νὰ ἀπορροφῶσιν ἅπαντα τὰ κέρδη διὰ τοῦ μερίσματος τῶν 6%; Ἐγὼ ὀφείλω χάριτας εἰς τοὺς συντάξαντας τὴν σύμβασιν, μὴ ἐπιτρέψαντας τὴν αὔξησιν τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἑτέρα κατὰ τῆς συμβάσεως αἰτίασις εἶναι ἡ ἰθαγένεια τῆς Ἑταιρείας, προσδιοριζομένης τῆς ἕδρας αὐτῆς ἐν Λονδίνῳ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἔλλειψιν ταύτην. Θὰ ἐπροτίμων ἐν Ἑλλάδι τὴν ἕδραν. Ἀλλ’ ὁ ἀντιτασσόμενος λόγος εἶναι ἀρκετὰ σοβαρός. «Ἑταιρεία, λέγουσιν, ἑδρεύουσα ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ προσείλκυε τὰ ξένα κεφάλαια». Ἀτυχῶς, Κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐνέχει πολλὴν τὴν ἀλήθειαν ἡ ὑπόνοια αὕτη· ἐκ προλήψεως τὰ ξένα κεφάλαια φεύγουσι τὴν Ἑλλάδα, φεύγουσι τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Εἶναι κακὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἀτυχῶς εἶναι ἀληθές. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο μετριάζει ἡ ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, καθ’ ἣν ἐπιτροπὴ ἑδρεύουσα ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐνεργῇ αὐθυπάρκτως, καὶ πρὸ παντὸς ἡ πίστις, ἡ πεποίθησις ἡ ἀκράδαντος, ἣν πάντες ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Δικαιοσύνην, ἥτις βεβαίως ἔσεται ὁ ἀντιπρόσωπος καὶ προστάτης τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐν Λονδίνῳ, διότι αὕτη ἐφορεύει καὶ ἐποπτεύει ἀληθῶς, διαρκῶς καὶ εἰλικρινῶς τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν αἰτιάσεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ γενικὸν, οὕτως εἰπεῖν, μέρος τῆς συμβάσεως, εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς, εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἠθικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν. Ἤδη θὰ εἰσέλθω εἰς τὰ μέρη τὰ ἀφορῶντα τὰς σχέσεις τῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς παραγωγούς. Ἐξετάζω τὴν σύμβασιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τῶν παραγωγῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ δικαίου τῶν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Ἑταιρείας σχεδίων. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην ἐποιήσατο προχθὲς λίαν εὐγλώττως ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Γούναρης. Ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ πλήρης εὐθυκρισίας ἀνάλυσις ὑπὸ τοῦ κυρίου συναδέλφου τῶν κατὰ τὸ μέρος τοῦτο τῆς συμβάσεως ἐλλείψεων αὐτῆς, ἡ μετὰ περισσῆς ἀληθῶς εὐγλωττίας καὶ πειστικότητος ἀπόδειξις τῶν ἀναγκαίων τῆς συμβάσεως διορθώσεων μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ εἰς τὸ ἀληθῶς σπουδαῖον τοῦτο μέρος τῆς συμβάσεως. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις δὲν συμφωνῶ ἐν ὅλοις τοῖς σημείοις μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀναγκάζομαι νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων καὶ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος τὴν σύμβασιν. Νομίζει ἄδικον ὁ κ. Γούναρης τὴν ῥήτραν τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν πάντων τῶν ἐξόδων τῆς διαχειρίσεως, κρατεῖται κατὰ πρῶτον ἐκ τῶν κερδῶν μέρισμα πρὸς 6% τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Νομίζει ὅτι ἔδει νὰ προηγηθῇ τούτου ἡ πρὸς σχηματισμὸν τῶν ἀποθεματικῶν κεφαλαίων ἀφαίρεσις, καὶ μετ’ αὐτὴν νὰ γίνηται ἡ ἀφαίρεσις πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ 6% ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Καὶ κατ’ ἀρχὴν ἀληθῶς ἔχει δίκαιον. Ἐν πάσῃ Ἑταιρείᾳ τοῦτο συμβαίνει, καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ συμβαίνῃ· ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ διὰ τῆς συμβάσεως καταρτιζομένη Ἑταιρεία ἔχει τι τὸ ἰδιάζον, ἔχει τι τὸ ἰδιόρρυθμον. Ἐν τῇ καταρτιζομένῃ διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως Ἑταιρείᾳ ἑταῖροι δὲν εἶναι μόνον οἱ μέτοχοι οἱ καταβαλόντες τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ οἱ παραγωγοί. Τὰ ἀποθεματικὰ δὲ κεφάλαια ἀνήκουσιν ἐξ ἴσου καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ἐκείνους. Ἀλλ’ οἱ παραγωγοὶ ἔλαβον ἤδη τὴν λογικὴν τιμὴν, τὴν νομιζομένην τοὐλάχιστον λογικὴν τιμὴν τοῦ σταφιδοκάρπου των. Καὶ καταβάλλουσι μὲν εἰς τὴν Ἑταιρείαν κεφάλαιόν τι, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μέρος ἐν τῷ κέρδει ἔχουσιν, ἀλλὰ καταβάλλουσιν, ἀφοῦ ἐξησφαλίσθη εἰς αὐτοὺς ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος των. Καταβάλλουσι λοιπὸν τὸ περιθώριον, τὸ ἀναγκαίως ὑπάρχον μεταξὺ τῆς τιμῆς, ἣν λαμβάνουσι, καὶ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος των, καὶ τοὺς τόκους τῆς καταναλώσεως· ἀλλ’ ἐν ταῖς τιμαῖς, ταῖς πρὸς αὐτοὺς διδομέναις, βεβαίως ὑπελογίσθη ἐκτὸς τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν καὶ ὁ τόκος τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων των. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ εἰς τοὺς ἑτέρους μετόχους εἷς τόκος λογικὸς τοῦ κεφαλαίου των, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτοῦ νὰ σχηματίζωνται τὰ ἀποθεματικὰ κεφάλαια, ἅτινα εἶναι κοινὰ καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς ἐκείνους; Διέφυγε, νομίζω, τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν ὄψιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἐκάκισε τὴν τοιαύτην τῆς συμβάσεως διάταξιν. Κατ’ ἐμέ, εἶναι αὕτη δικαία καὶ λογική. Ἕτερον θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὸν συνάδελφον, εἶναι ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ, ὅπως ἐν περιπτώσει ζημιῶν τῆς Ἑταιρείας μέχρι τοῦ ἡμίσεος τῶν κεφαλαίων της, — περίπτωσις, ἣν βεβαίως θὰ συνακολουθήσῃ καὶ ἡ διάλυσις αὐτῆς, — ὑποχρεωθῇ αὕτη διὰ ῥητῆς ἐν τῇ συμβάσει διατάξεως νὰ ἐμπορεύηται τὴν σταφίδα ἐν ἐλευθέρῳ συναγωνισμῷ ἐπὶ διετίαν. Τοιαύτην ὑποχρέωσιν φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Ἑταιρεία, φρονῶ δέ, ὅτι οὔτε δικαία εἶναι αὕτη οὔτε λογική. Εἶναι πολὺ βαρεῖα τοιαύτη ἀξίωσις, εἶναι πολὺ ἄδικος, καὶ ἀπορῶ, πῶς διετυπώθη κἄν αὕτη! Τὰς λοιπὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ εὑρίσκω τόσον λογικάς, τόσον δικαίας, ὑπὸ τόσον ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων ὑποστηριζομένας, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, πῶς, ἀφοῦ ἐδηλώθη, ὅτι πᾶσαι αὗται προὐτάθησαν καὶ κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς συζήτησιν τῆς συμβάσεως, μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, λέγω, πῶς ἡ Ἑταιρεία ἀπέρριψεν αὐτάς, πῶς οἱ μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντες, οἵτινες προώρισται νὰ ζήσωσι μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ 20 ὅλα ἔτη, οἵτινες βεβαίως θὰ ἑνώσωσι τὴν τύχην αὐτῶν πρὸς τοὺς παραγωγούς, οἵτινες πολλὰ ἔχουσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς εὐρωστίας τῆς παραγωγῆς, ἐκ τῆς εὐημερίας τῶν παραγωγῶν, πῶς, λέγω, ἔκλεισαν τὰ ὦτα εἰς τόσον δικαίας, τόσον εὐλόγους παρατηρήσεις! Καὶ πρῶτον ἐπὶ τῆς περιστάσεως τῆς ὑπερπαραγωγῆς. Ἂν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ καθαροῦ μονοπωλίου, θὰ ἔλεγον εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι ὀφείλει ἀπαραιτήτως νὰ ἀναλάβῃ τὸν κίνδυνον τῆς παραλαβῆς πάσης παραγωγῆς· ἀφοῦ εἰς ἀντάλλαγμα δίδομεν τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν φυτειῶν, βεβαίως δικαίως θὰ ἠξιοῦμεν τὴν παραλαβὴν ὁλοκλήρου τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συνεταιρισμοῦ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ κοινῶν συμφερόντων καὶ περὶ ἐπιχειρήσεως δυναμένης νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς συνεταιρισμὸς παραγωγῶν καὶ κεφαλαιούχων πρὸς μονοπωλικὴν πώλησιν προϊόντος ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του μονοπωλιακοῦ, ἀνεκτὸν εἶναι, ἵνα τὰ βάρη μιᾶς ὑπερπαραγωγῆς ἀναλάβωμεν ἡμεῖς. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον, τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρ’ ἡμῶν ἀγοραζομένου πράγματος νὰ μὴ τὸ καρπώμεθα ἀποκλειστικῶς ἡμεῖς; εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ δι’ ἰδίων ἡμῶν κεφαλαίων ἀγοράζεται τὸ ὑπερβαῖνον τὰ 320 ἑκατομμύρια ποσόν, νὰ μὴ ἀπολαμβάνωμεν ἡμεῖς ἐξ αὐτοῦ οὐδέν; Σήμερον ἀνέγνωσα εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολιν» ἀναίρεσιν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Γούναρη ὑποστηριχθέντων, γεγραμμένην ὑπὸ ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας. Γράφει οὗτος, πραγματευόμενος τὸ ζήτημα τῆς ὑπερπαραγωγῆς, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ζητῶμεν τὴν ἀφαίρεσιν τῶν παρ’ ἡμῶν καταβληθέντων ἐκ τῶν γενικῶν κερδῶν, διότι οὕτω μειοῦμεν τὰ κέρδη αὐτῶν κάτω τοῦ ἡμίσεος. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ Κύριος οὗτος, ὅτι πρόκειται περὶ κεφαλαίων, καὶ ὅπως ἐκεῖνοι τὰ πρὸς ἀγορὰν τοῦ σταφιδοκάρπου καταβαλλόμενα ποσὰ ἀφαιροῦσι δικαίως ὡς ἔξοδα διαχειρίσεως, οὕτω καὶ τὰ παρ’ ἡμῶν καταβαλλόμενα ἔπρεπε νὰ ἀφαιρῶνται καὶ νὰ μᾶς ἐπιστρέφωνται. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἂς κρατῇ ἡ Ἑταιρεία τὸ μέρισμα τοῦ 6% προνομιακῶς, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτοῦ βεβαίως πρέπει νὰ ἀφαιρῶνται τὰ παρ’ ἡμῶν καταβαλλόμενα πρὸς ἀγορὰν τοῦ πλεονάζοντος σταφιδοκάρπου. Ἀλλ’ ἂν καὶ εἰς τοῦτο δὲν στέργῃ ἡ Ἑταιρεία, δὲν δύναται, νομίζω, νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχομεν, νὰ ζητήσωμεν, πως τὸ ἀντίτιμον τοῦ περισσεύματος, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διαχειρίσεως καὶ λογικῆς τινος προμηθείας, διδομένης πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, ἐπιστρέφεται εἰς τοὺς παραγωγούς. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐννοηθῇ καλῶς ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι πᾶσα μείωσις τιμῶν καταστρέφει τέλεον τὸ δίκαιον, τὸ λογικὸν τῆς προσδιορισθείσης ἀξίας τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ πρέπει πᾶν δίκαιον παράπονον, τεῖνον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν παγίωσιν αὐτοῦ, προθύμως παρ’ αὐτῆς νὰ ἦναι ἀποδεκτόν. Καὶ τί δικαιότερον τοῦ νὰ ζητῶσιν οἱ παραγωγοὶ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καταβάλλουσι πρὸς ἀγορὰν σταφιδοκάρπου, νὰ ἀναλαμβάνωσιν; Ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἑταιρείας θὰ ἦτο πολὺ παράλογος, καὶ θ’ ἀπεδείκνυεν αὐτὴν ὡς μὴ σκεπτομένην ὀρθῶς καὶ δικαίως. Δὲν ὑπάρχει ἴσως δικαιοτέρα ἀξίωσις τῆς διατυπουμένης ἐν τῷ ζητήματι τῆς ὑπερπαραγωγῆς τῆς ἀξιώσεως τοῦ νὰ ἐπιστρέφηται εἰς τοὺς παραγωγοὺς τὸ ὑπ’ αὐτῶν καταβληθὲν ποσόν, ὅπερ οὐχὶ ἀδίκως θὰ ἠξίου τις νὰ ἀφαιρῆται ὡς ἔξοδον διαχειρίσεως. Ἐπίσης εἶναι λογικαὶ καὶ δίκαιαι πᾶσαι αἱ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὑπερπαραγωγῆς ἀναπτυχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Γούναρη περιπτώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπαναλαμβάνω, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἐπίσης ἄξιον μεγάλης προσοχῆς θέμα εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν νομισματικὴν διαφοράν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀξίας τοῦ φράγκου τοῦ χρυσοῦ. Ὁμολογῶ τὰς δυσκολίας, ἃς γεννᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δὲν θὰ εἴπω βεβαίως, ὅτι χάνει πολὺ ἐκ τῆς ἀξίας του τὸ μονοπώλιον, ὅταν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τιμὰς ὡρισμένας, παγίας. Δὲν θ’ ἀναφέρω, ὅτι πολλάκις θὰ συμβαίνῃ, ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους νὰ ἦναι δυνατὸν καὶ εὔκολον νὰ μὴ πωλῶμεν πάντες μὲ τὰς αὐτὰς τιμάς. Τὰ προφανῆ ταῦτα κακὰ ἠθέλησε νὰ μετριάσῃ ἡ σύμβασις διὰ τῆς διατάξεως τῆς ἐξασφαλιζούσης τὸ φράγκον τὸ χρυσοῦν εἰς 1,40 χαρτίνας δραχμάς. Καὶ κακῶς λέγεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐξησφάλισεν εἰς τοὺς παραγωγοὺς τὴν ἀξίαν ταύτην τοῦ φράγκου· ἀλλ’ εἰς τὸν μελετῶντα τὰ τοῦ ἄρθρου 17 τῆς συμβάσεως προκύπτει, ὅτι ἡ ἐξασφάλισις αὕτη εἶναι μᾶλλον αὐτασφάλεια. Ἡμεῖς ἐξασφαλίζομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, τῆς Ἑταιρείας συντρεχούσης κατὰ ἓν μόνον μέρος· ἐὰν τὸ φράγκον ἤθελε πέσει κάτω τοῦ ἐξασφαλιζομένου ποσοῦ, ἡ Ἑταιρεία θὰ λαμβάνῃ πᾶν ὅ,τι ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου θὰ πληρώσῃ ἐπὶ πλέον ἐκ τοῦ πρὸς τοῦτο καταρτιζομένου ὑπὸ ψηφίον Α ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτοῦ περιορισθῇ τὸ μέρισμα τῶν μετόχων κάτω τοῦ 12%, τότε θὰ συμπληροῖ τοῦτο ἐκ τῶν ἀναλογούντων εἰς τὸ Κράτος κερδῶν, ἐν ἀνεπαρκείᾳ δὲ καὶ τούτων, δι’ αὐξήσεως τῶν τιμῶν τῆς καταναλώσεως ἢ ἐλαττώσεως τῶν τιμῶν τῆς ἀγορᾶς. Ὥστε καθίσταται δῆλον, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ ἀσφαλίζομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἂν παραμείνῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει, δύναται σπουδαίους νὰ γεννήσῃ κινδύνους διὰ τὸ μέλλον εἰς τὴν παραγωγήν. Καὶ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι κινδυνεύουσι νὰ χάσωσιν οἱ παραγωγοὶ ἐκ τῶν τιμῶν ἐν ἐλαττώσει τῆς ἀξίας τοῦ φράγκου, κερδίζουσιν αὐτὸ ἐκ τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου, ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας πάντων τῶν χρησίμων εἰς τὸν βίον ἐμπορευμάτων, τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων, καὶ διότι, ἂν ἐξαιρέσωμεν ὀλίγας μόνον πόλεις, ἅπας ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς, ὁ μακρὰν τῶν πόλεων ζῶν, — καὶ εἶναι ὁ μεγαλείτερος κατ’ ἀριθμὸν — οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ πλεῖστα τῶν εἰδῶν τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων, καὶ διότι αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι οὐδόλως ἐκ τούτου θὰ ἐπηρεασθῶσι, καθόσον τὸ ἡμερομίσθιον θὰ παραμείνῃ τὸ αὐτό. Καὶ παραδόξως, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν ὡς μέρισμα τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου ἐθεωρήθη δίκαιον τὸ 6%, ἐν τῇ ἀνωμάλῳ ταύτῃ περιστάσει, τῇ ζημιούσῃ σπουδαίως τοὺς παραγωγούς, ζητεῖ ἡ Ἑταιρεία ἐξησφαλισμένον τὸ 12%. Βεβαίως τὸ ἄρθρον χρῄζει διορθώσεως, εἰς τρόπον ὥστε ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὴ δίδῃ χώραν εἰς ἐλάττωσιν τιμῶν. Ὁ ὑποδειχθεὶς ὑπὸ τοῦ κυρίου Γούναρη τρόπος εἶναι λίαν ὀρθὸς καὶ δίκαιος. Ἐπίσης λογικὴν εἶχε τὴν βάσιν καὶ ἡ ἑτέρα παρατήρησις τοῦ ἐκ Πατρῶν ἐντίμου συναδέλφου. Ἐν ἄρθρῳ 23 καθορίζεται, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ παραγωγὴ ἐλαττωθῇ κάτω τῶν διακοσίων πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, τότε θ’ ἀποφασίζηται μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ Κυβερνήσεως, καὶ ἐν διαφωνίᾳ ὑπὸ τῆς διαιτητικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν. Δύο περιέχει μεγάλα λάθη τὸ ἄρθρον τοῦτο, δύο κατὰ τῶν παραγωγῶν μεγάλα ἄδικα. Τίθησιν εἰς ἀμφισβήτησιν τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν, παραπέμπον τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν εἰς τὴν διαιτησίαν, καὶ συγχρόνως καθιεροῖ ὡρισμένον σταθμόν, κάτω τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει τὴν σκέψιν περὶ αὐξήσεως τῶν τιμῶν. Καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις δισταγμοῦ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν, ὅταν ἡ παραγωγὴ ἦναι ἠλαττωμένη, ὥστε νὰ ἀπόκηται τὸ ζήτημα εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποθέματα, διότι, ἂν τοῦτο ἐπιτραπῇ, τότε οὐδέποτε θὰ ὑπάρξῃ περίστασις αὐξήσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος· πάντες δ’ ἐννοοῦμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐργαζομένη ἡ Ἑταιρεία δύναται πάντοτε νὰ ἀποφεύγῃ τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν. Ἀλλ’ οὔτε εἶναι δίκαιον νὰ ὁρισθῇ ἐκ προοιμίων στρογγύλος ἀριθμός, κάτωθεν τοῦ ὁποίου νὰ γίνηται σκέψις περὶ αὐξήσεως τῶν τιμῶν. Ἂν μετὰ πέντε ἢ δέκα ἔτη καταναλίσκῃ ἡ Ἑταιρεία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τριακόσια ἑκατομμύρια, — καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δύσκολον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ εἰκοσαετίας, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐργασίας πρὸς διάδοσιν, ἀφοῦ πρόκειται ἀναμφισβητήτως περὶ βελτιώσεως τῆς ποιότητος, — καὶ ἡ παραγωγὴ ἦναι μικροτέρα κατά τι ἔτος, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ αὐξάνωσιν αἱ τιμαί; ἀφοῦ τὰ κέρδη θὰ ἦναι ηὐξημένα, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ αὐξήσωσιν αἱ ἀπολαυαὶ τοῦ ἀτυχοῦς παραγωγοῦ, οὗτινος ἐμειώθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ παραγωγή; Τὸ ἄρθρον τοῦτο συνεπῶς χρῄζει διπλῆς διορθώσεως. Πρέπει καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν 250 ἑκατομμυρίων ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ διατάξεως, καθ’ ἣν ἡ αὔξησις ἐπέρχεται, ὅταν ἡ παραγωγὴ ἦναι μικροτέρα τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καταναλώσεως, καὶ συγχρόνως ἡ αὔξησις νὰ ἐπέρχηται αὐτοδικαίως, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη ἀποφάσεως τῆς διαιτησίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλη περίπτωσις αὐξήσεως τῶν τιμῶν δύναται νὰ συζητηθῇ. Ἀνεξαρτήτως τῆς μειώσεως τῆς παραγωγῆς κατά τι ἔτος, ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατανάλωσις ηὐξήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καταναλίσκεται ἐκεῖ ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ἐνταῦθα παραγόμενον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον ν’ αὐξάνωσιν αἱ τιμαί; Καὶ ἂς μὴ φανῇ δύσκολος καὶ ἀδύνατος ἡ περίστασις αὐτή. Καὶ εὐκταία εἶναι καὶ δυνατή, ὅταν πρόκηται περὶ εἰκοσαετίας. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1877, τελευταῖον ἔτος πρὸ τῆς ἀγορᾶς τῆς Γαλλίας, κατηναλώθη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐν ταῖς ἀγοραῖς ταῖς σήμερον ὑπαρχούσαις, μόνον 140 ἑκατομμύρια σταφιδόκαρπος, καὶ σήμερον, μετὰ παρέλευσιν 25 περίπου ἐτῶν, καταναλίσκονται διακόσια πεντήκοντα. Εἶναι λοιπὸν ἀπίθανον ἐντὸς τῆς εἰκοσαετίας νὰ ἀνέλθῃ τὸ ποσὸν εἰς κατανάλωσιν τριακοσίων εἴκοσιν ἑκατομμυρίων καὶ πλέον; Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, τὰς ὁποίας εὑρίσκω ἀληθῶς λογικὰς καὶ δικαίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσθέσω καί τινας, αἵτινες δὲν στεροῦνται ἐπίσης σπουδαιότητος, καὶ αἵτινες πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ προσοχῆς, ὅπως, ἂν ἤθελε πεισθῇ περὶ τοῦ δικαίου αὐτῶν, προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα καὶ ταύτας ἀποδεχθῇ. Ἀδικίαν κατὰ τῶν παραγωγῶν ἀποτελοῦσι, νομίζω, τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τῆς συμβάσεως κανονιζόμενα. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἂν κατά τι ἔτος ἡ Ἑταιρεία ὡς ἐκ τῆς ἀγορᾶς σταφιδοκάρπου μιᾶς ἢ καὶ πλειοτέρων ἐκ τῶν προνομιούχων κατηγοριῶν, τῶν ἐν τῇ συμβάσει κανονιζομένων, ἤθελε πληρώσει πλείονα τῶν 40,950,000 φράγκων, τότε, ἂν τὸ ἐπὶ πλέον δοθὲν ποσὸν ἤθελεν ἐλαττώσει τὸ μέρισμα τοῦ 12%, θὰ λαμβάνῃ τὴν διαφορὰν μέχρι συμπληρώσεως τοῦ 12% ἐκ τῶν κερδῶν, καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτων διὰ μειώσεως τῶν τιμῶν τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄδικον, οὐδεὶς δύναται, νομίζω, νὰ ἀμφιβάλλῃ. Καὶ πάλιν ἀναφαίνεται ἐνταῦθα ὁ διπλασιασμὸς τοῦ μερίσματος ἀπὸ 6 εἰς 12% καὶ πάλιν ζητεῖται ἡ ἀφαίρεσις ποσοῦ, ὅπερ ἤδη ἀνελήφθη ὡς ἔξοδον διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ὅ,τι ἡ διάταξις αὕτη περιέχει εἰδικώτερον, εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ 12% δι’ ἐλαττώσεως τῶν τιμῶν. Καὶ θὰ ἦναι ἀρκετὰ καινότροπον νὰ βλέπῃ τις, ὅτι, ἐφ’ ὅσον βελτιοῦται ἡ ποιότης καὶ παράγεται μείζων ποσότης ἐκλεκτῆς ποιότητος, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ τιμαὶ θὰ ἐλαττῶνται. Ἀλλὰ ποία σκέψις, ποία λογικὴ θὰ δυνηθῇ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν τῶν κατωτέρων ποιοτήτων, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ καλλίτεραι; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην δὲν τὴν ἐννοῶ. Ἀφοῦ ἀνέλαβεν ἅπαξ ἡ Ἑταιρεία ὅ,τι ἔδωκεν ὡς ἔξοδον διαχειρίσεως, διατί νὰ ζητῇ τοῦτο καὶ πάλιν; «Ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη ἐμείωσε τὰ κέρδη», δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ. Ἂς τὴν λαμβάνῃ λοιπὸν ἐκ τῶν κερδῶν, ἀλλ’ ἂς μὴ θίγῃ τὰς τιμὰς, διότι τοῦτο εἶναι πολὺ βαρὺ, πολὺ ἄδικον. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως μὲ τρομάζει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο. Εἶναι τόσον λεπτόν, τόσον δυσχερὲς τὸ κανονιζόμενον δι’ αὐτοῦ θέμα, ὥστε μυρίους κινδύνους δύναται νὰ γεννήσῃ. Πρόκειται περὶ τῆς βεβλαμμένης σταφίδος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι πολὺ ἀόριστον. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀοριστία αὕτη δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἔλλειψιν προνοίας, εἰς ἔλλειψιν προσοχῆς τῶν συνταξάντων αὐτό· προέρχεται ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, προέρχεται ἐκ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἀληθοῦς τοῦ νὰ προσδιορίσῃ τις ἐκ τῶν προτέρων ἐπακριβῶς τὸν βαθμὸν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς βλάβης τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅταν οὗτος ἦναι ἀληθῶς βεβλαμμένος. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία πάντοτε θὰ ἔχῃ περίσσευμα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη πρὸς βιομηχανίαν, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἀνώτατον σημεῖον τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τοῦ βεβλαμμένου πράγματος, διότι, οὕτως ἀορίστου οὔσης τῆς μειώσεως, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀνοικονόμητον. Πρέπει πρὸς τούτοις τὸ ἐδάφιον πέμπτον τοῦ ἰδίου ἄρθρου, καθ’ ὃ ἡ Ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ τὴν παραλαβὴν σταφίδος μὴ ἐμπορευσίμου, νὰ διορθωθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ λέξις μὴ ἐμπορεύσιμος νὰ ἐννοῇ καὶ τὴν πρὸς βιομηχανίαν ἀκατάλληλον, καὶ οὐχὶ τὴν πρὸς βρῶσιν μόνον μὴ ἐμπορεύσιμον. Ἐκεῖνον τουτέστι τὸν σταφιδόκαρπον νὰ δικαιῶται ἡ Ἑταιρεία νὰ μὴ παραλαμβάνῃ, ὅστις καὶ πρὸς βιομηχανίαν δὲν εἶναι ἐμπορεύσιμος...
§85Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται.
§86Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἴσως ἐννοεῖται, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ἐκφράζηται καθαρῶς εἰς τὴν σύμβασιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 14, ἡ Ἑταιρεία, ὅταν γίνηται προσφυγὴ εἰς τὴν διαιτητικὴν ἐπιτροπὴν, κρατεῖ ἐκ τοῦ τιμήματος 15% μέχρις ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι πολὺ, καὶ ἀφοῦ ἐν τῷ κατωτέρῳ ἐδαφίῳ προσδιορίζεται ὡς ποινὴ εἰς τὸν ἡττώμενον κράτησις 2% μόνον, διατὶ νὰ κρατῶνται 15; Περατῶν, κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως παρατηρήσεις μου, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ διατάξεως, ἥτις φαίνεται μὲν ἐπουσιώδης, πολλὰς ὅμως δυσκολίας καὶ πράγματα δύναται νὰ γεννήσῃ. Ὁ πρὸς παραλαβὴν τῆς ὅλης ἐσοδείας ὁριζόμενος χρόνος εἶναι μικρός. Ὅστις καὶ ἅπαξ μόνον εἶδε τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς παραλαβῆς τῆς σταφίδος θέλει ἀνομολογήσει μετ’ ἐμοῦ, ὁποίας προσοχῆς ἄξιον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παραλαβῆς. Ὁ συνωστισμὸς εἶναι τοσοῦτος, ὥστε περιμένουσιν ἄνθρωποι ἐπὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδα μέχρις οὗ δυνηθῶσι νὰ παραδώσωσι τὸ προϊόντων. Καὶ πρόκειται περὶ παραλαβῆς ποσοστοῦ μόνον τῆς ἐσοδείας, καὶ οὐχὶ τῆς ἐσοδείας ὁλοκλήρου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν Πύργον. Πρόκειται νὰ παραληφθῶσιν ἐκεῖ πλέον τῶν 40 ἑκατομμυρίων λίτραι σταφίδος. Τὸ νομίζετε εὔκολον νὰ περατῶται ἡ παραλαβὴ τοσούτου ποσοῦ ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν, ὅταν σκεφθῆτε, ὅτι οἱ μῆνες οὗτοι, μῆνες τοῦ χειμῶνος ὄντες, ἔχουσι βροχὰς, ἔχουσιν ἑορτάς; Αἱ ἐξοχικαὶ ὁδοὶ δὲν εἶναι διαβαταὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐν καιρῷ χειμῶνος. Καὶ ἂν ἐκ δυσκολιῶν τοιούτων, ἐξ ἐλλείψεως χρόνου δηλαδὴ πρὸς παραλαβὴν, παραμείνῃ εἰς χεῖρας παραγωγοῦ τινος ὁ σταφιδόκαρπος πέραν τῆς 31 Δεκεμβρίου, τότε τί θὰ πράξῃ οὗτος, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία οὔτε κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ παραλαμβάνῃ τοῦτον, μὴ οὖσα ὑπόχρεως νὰ παραλαμβάνῃ σταφιδόκαρπον παρελθούσης ἐσοδείας; Γνωρίζω τὸν λόγον, ὅστις ἠνάγκασε τὴν Ἑταιρείαν νὰ περιορίσῃ τόσον τὸν χρόνον τῆς παραλαβῆς. Εἶναι πρόνοια κατὰ φανταστικοῦ κινδύνου, ἀλλ’ ἐν τούτοις πάντοτε πρόνοια. Φοβεῖται ἡ Ἑταιρεία, μήπως κεφαλαιοῦχοι, θέλοντες κατ’ αὐτῆς νὰ ἀντιδράσωσιν, ἀγοράσωσι τὴν ἐσοδείαν πᾶσαν, καὶ κρατήσωσιν αὐτὴν μέχρι τοῦ Μαρτίου, ὅτε πλέον ἡ ἐποχὴ τῆς καταναλώσεως ἔληξε, καὶ τότε μόνον νὰ παραδώσωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῆς ἅπαντα τὸν καρπόν. Ὁ φόβος της αὐτὸς εἶναι ἐντελῶς φαντασιώδης διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλ’ ἐν τούτοις προλαμβάνεται, ὅταν τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν πέραν τῆς 31 Δεκεμβρίου μόνον παρὰ παραγωγῶν ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ ἡ Ἑταιρεία. Καὶ οὕτω διὰ τῆς παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς παραλαβῆς καὶ διὰ τοῦ διπλασιασμοῦ τῶν κέντρων τῆς παραλαβῆς πολλὰ θὰ προληφθῶσιν ἄτοπα, πολλαὶ δυσχέρειαι θὰ ἐκλείψωσι. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως εἶχον νὰ ὑποδείξω πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω δὲ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι, ὅσας ἐξ αὐτῶν ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὁ κ. Πρόεδρος ὡς λογικὰς καὶ δικαίας, θὰ καταγείνῃ πάσῃ δυνάμει, ὅπως τὰς ἀποδεχθῇ ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία. Ἐλπίζω δὲ πολὺ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι καὶ ἡ Ἑταιρεία, ἀναγνωρίζουσα τὸ δίκαιον τῶν παρατηρήσεων τούτων, θὰ ἄρῃ εὐχαρίστως πάντα ὅρον προξενοῦντα ἀδίκημα κατὰ τῶν παραγωγῶν, καὶ ὅτι θ’ ἀποδεχθῇ διορθώσεις στηριζομένας εἰς τὴν λογικὴν καὶ εἰς τὴν ὀφειλομένην μεταξὺ συνεταίρων ἰσότητα. Καὶ δύνασθε βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὲ ἐρωτήσητε—καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα πρὸς τοῦτο—ποίαν θὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἂν ἡ Ἑταιρεία δὲν ἀποδεχθῇ πάσας ἢ καὶ οὐδεμίαν τῶν προταθεισῶν παρατηρήσεων. Τὴν γνώμην μου θὰ εἴπω ἐλευθέρως καὶ εἰλικρινῶς. Ἔχων ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἄνευ μέτρου ὁριστικοῦ, λύοντος τὰ τῆς σταφίδος, ἡ καταστροφὴ ἔσεται ἀναπόφευκτος, καὶ αἱ ἐκ τῆς καταστροφῆς συνέπειαι φοβεραὶ καὶ ἀπαίσιαι, θὰ ὑποβάλω ἓν ἐρώτημα εἰς τοὺς διευθύνοντας τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος. Θὰ ἀξιώσω, Κύριοι, ἐν ὀνόματι τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος, δίδοντες πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ μεγάλου ζητήματος, τοῦ τόσα συμφέροντα περικλείοντος, τοῦ τόσας καταστροφὰς ἀπειλοῦντος, δηλώσωσιν, ἂν ὑπάρχει ἄλλο μέτρον, λῦον τὸ σταφιδικὸν ζήτημα παγίως, ὁριστικῶς, ἀποτελεσματικῶς, μέτρον, πρὸς ὃ συμπίπτει ἡ θέλησις πασῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν· καὶ ἂν ἀπαντήσωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον—καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ ἀπάντησις, διότι, ἂν ὑπῆρχε, βεβαίως θὰ ἐπροτείνετο παρ’ αὐτῶν, ἀφοῦ τὸν περισσότερον χρόνον τῆς μακρᾶς αὐτῆς Συνόδου διήλθομεν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς σταφίδος, —ἐὰν, λέγω, ἡ ἀπάντησις αὐτῶν ἦναι ἀρνητικὴ, τότε ὄχι μόνον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν προκειμένην σύμβασιν, ἀλλὰ θὰ ἔχω καὶ τὸ θάρρος νὰ ἐξορκίσω τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς μιᾶς καὶ τὰ τῆς ἑτέρας πτέρυγος, ἵνα διὰ τῆς φωνῆς αὐτῶν, τῆς τόσον ἐχούσης κῦρος, προτρέψωσι τὴν Βουλὴν νὰ σώσῃ τοὺς ἀπηλπισμένους σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἐκ τῆς βεβαίας καταστροφῆς, ψηφίζουσα τὴν σύμβασιν. Οὐδόλως συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν, μήπως ἐν τῷ μέλλοντι μᾶς προταθῶσι καλλίτεροι ὅροι. Τοῦτο εἶναι καθαρῶς μοιρολατρικόν. Καὶ ἂν αἱ ἐλπίδες αὐτῶν διαψευσθῶσι καὶ οὐδὲν καλλίτερον παρουσιασθῇ, τότε τίς θὰ σταματήσῃ τὴν καταστροφήν; Ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀναβολαὶ ἐπ’ ἐλπίδι δὲν ἐπιτρέπονται. Ἤκουσα ποτὲ σοφὸν λόγιον παρὰ τοῦ ἐγκριτωτέρου ἴσως τῶν παρ’ ἡμῖν οἰκονομολόγων. — Ἐν ζητήμασι δὲ οἰκονομολογικοῖς, ἐν θέμασι χρηματιστικοῖς, τὸ σοφὸν τοῦτο δόγμα δὲν δέχεται ἀναβολάς.«— Ὅστις ἐπιδιώκει τὸ καλλίτερον, δὲν ἐκτιμᾷ δεόντως τὸ καλόν». Τὸ δόγμα τοῦτο ἐνθυμίζει καὶ τὸν μῦθον τοῦ σκύλου, ὅστις χάριν τῆς σκιᾶς ἔχασε καὶ τὸ εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ κρατούμενον τεμάχιον. Καὶ τὸ καλὸν εἶναι πάντοτε σχετικόν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ καλὸν δὲν εἶναι πάντοτε τὸ τέλειον. Ὅταν ἀπειλῆσαι ὑπὸ τελείας καταστροφῆς καὶ παρουσιάζηται ἓν μέτρον σῷζον, ἀποσοβοῦν τὸν κίνδυνον, θὰ ἦναι τρέλλα νὰ ἀπορρίψῃς τοῦτο, ἐπὶ τῇ ψιλῇ ἐλπίδι, ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ τι ἀγαθώτερον. Ὁ σοφὸς τῆς Ἑλλάδος λαὸς ἔχει δόγμα πλῆρες πρακτικῆς φιλοσοφίας. «Κάλλιο πέντε καὶ στὸ χέρι παρὰ δέκα καὶ καρτέρει», λέγει· καὶ εἶναι τὸ λόγιον τοῦτο πόρισμα πείρας καὶ γνώσεως τῶν πραγμάτων ἀκριβέστατον· καὶ ὅταν μάλιστα τὰ πέντε ταῦτα δύνανται νὰ ἀποτρέψωσι τὸν ἐκ τῆς πείνης θάνατον, τότε πρέπει νὰ διστάσῃ τις, καὶ ν’ ἀναμένῃ τὰ δέκα; Θὰ ἦτο τοῦτο ἀληθὴς μοιρολατρεία ἀνατολική. Δὲν ἀξιῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχω προφητικὴν δύναμιν, ἀξιῶ ἐν τούτοις, ὅτι ἔχω καλῶς ἀντιληφθῆ τὴν κατάστασιν, καὶ τὰς γνώμας μου ἀντλῶ ἐκ τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν πραγμάτων, ἣν ἔχω ἀντιληφθῆ ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Τὰ πράγματα δὲ μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ σᾶς εἴπω παρρησίᾳ καὶ εἰλικρινῶς, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν πολύ. Ἐὰν τώρα ἀπορριφθῇ ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον ματαιωθῇ ἡ σύμβασις, ἴσως ἀναγκασθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν μετ’ οὐ πολὺ ἄλλην μὲ χειροτέρους ἴσως ὅρους... Ἀκούω ψιθυρισμοὺς, ἐκφράζοντας δυσπιστίαν πρὸς ὅ,τι λέγω. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν, ἀπορριπτομένης τῆς συμβάσεως, καὶ μὴ παρουσιαζομένης ἄλλης Ἑταιρείας μὲ κρείττονας ὅρους, ἤρχιζεν ἡ καταστροφὴ, τί θέλετε πράξει σεῖς, ἐὰν ἐνεφανίζετο ἡ αὐτὴ σύμβασις; Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πολλοὶ δὲν ἔστεργον τὴν παρακράτησιν, καὶ σήμερον ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ μονοπωλίου εἶναι ἕτοιμοι νὰ ψηφίσωσιν αὐτήν! ὅτι πολλοὶ ἐξηγείροντο μετ’ ἀγανακτήσεως κατὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν φυτειῶν, καὶ σήμερον οὐδὲ λέξιν περὶ ταύτης λέγουσιν! Ὁ ἔγκριτος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος κ. Στεφάνου, περατῶν τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν του, ἐχαρακτήρισε διὰ ζωηρᾶς εἰκόνος τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Παρωμοίασε τὴν Βουλὴν ὡς ἰατρὸν εὑρισκόμενον ἐνώπιον ψυχορραγοῦντος, καὶ κρατοῦντα φάρμακον, ὅπερ διδόμενον ἠδύνατο νὰ τὸν σώσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν φονεύσῃ. Ἀπέφυγεν ὅμως νὰ εἴπῃ, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ ἰατρός, εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκόμενος. Καίτοι δὲν ἔχω τὴν γνώμην, οὐδὲ κἄν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τὸ φάρμακον, ὅπερ κρατεῖ εἰς χεῖρας αὐτῆς ἡ Βουλή, δύναται νὰ φονεύσῃ, νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν τοιαύτη ὑπῆρχεν ἡ πεποίθησις, ὅτι καὶ νὰ σώσῃ ἠδύνατο καὶ νὰ φονεύσῃ, ἀφοῦ ἐν τούτοις ὁ θάνατος τοῦ ἀσθενοῦς ἦτο βέβαιος, ἔγκλημα ἀληθὲς θὰ ἔπραττεν ὁ ἰατρός, ὅστις ἀφῆκε τὸν ἀσθενῆ νὰ ἀποθάνῃ, χωρὶς νὰ κάμῃ χρῆσιν καὶ τοῦ ἡρωϊκοῦ ἐκείνου φαρμάκου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐν τούτοις ὁ κ. συνάδελφος νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ εἰκὼν αὐτοῦ δὲν εἶναι πιστὴ τῶν πραγμάτων παράστασις. Δὲν εἶναι πιστή, διότι τὸ ζητούμενον φάρμακον οὐδόλως ἀπειλεῖ τὸν θάνατον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἄλλως τὰ πράγματα ἀντιλαμβάνομαι. Ὁ σταφιδοπαραγωγὸς ὁμοιάζει τὸν πνιγόμενον ἄνθρωπον ἐν τῷ μέσῳ τῆς θαλάσσης· ἡ Πολιτεία ἵσταται ἐπὶ τῆς ἀκτῆς καὶ λέγει πρὸς αὐτόν: «Δὲν ἔχω τὰ μέσα νὰ σὲ βοηθήσω· ἀδυνατῶ νὰ σὲ σώσω ἐκ τοῦ φοβεροῦ τοῦ πνιγμοῦ θανάτου!» Αἴφνης παρουσιάζεται σανὶς σώτειρα, πρὸς ἣν ὁ πνιγόμενος τείνει ἀγωνιῶν τὰς χεῖρας. Οἱ ἐπὶ τῆς ἀκτῆς ἱστάμενοι συμβουλεύουσιν αὐτὸν λέγοντες: «μὴ ἅπτεσαι τῆς σανίδος! εἶναι ἀκάθαρτος· ἴσως δὲν εἶναι στερεά· ἀνάμεινον, μήπως παρουσιασθῇ ἄλλη στερεωτέρα.» Ἂν ἀκούσῃ, θὰ πνιγῇ· ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι ἄξιος τοῦ θανάτου του. Ἂν ὅμως οἱ ἐπὶ τῆς ἀκτῆς ἱστάμενοι, δηλαδὴ ἡ Πολιτεία, ἀπομακρύνουν ἀπὸ τῶν χειρῶν του τὴν σανίδα, ἐφ’ ἧς ἐστήριξε τὰς τελευταίας του ἐλπίδας, ὁ δυστυχὴς σταφιδοπαραγωγὸς θὰ πνιγῇ ἀφεύκτως, ἀλλὰ τότε τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον τοῦ φόνου αὐτοῦ, ἀμέριστον καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην θὰ φέρῃ ἡ Πολιτεία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§87Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ δεδικαιολογημένη ἐπιθυμία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐζήτησεν, ὅπως πάντες οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις ἢ τροπολογίας ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος συμβάσεως ὑποβάλωσι ταύτας εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως, ἵνα δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ ταύτας καὶ ἐπιδιώξῃ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν, μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἀλλ’ αἱ ἐμβριθεῖς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὅσοι ἀναλυτικώτερον ἐξήτασαν τὰ τῆς συμβάσεως, καὶ ἡ μετὰ πάσης πειστικότητος καὶ μετὰ περισσοτέρας εἰλικρινείας ἐξέτασις τῶν οὐσιωδεστέρων ὅρων αὐτῆς μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι ἔθιξαν· τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οὐδὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ προσθέσω εἰς ὅσα μετὰ τοσαύτης εὐφραδείας παρ’ ἐκείνων ἀνεπτύχθησαν. Διὰ τοῦτο θέλω περιορισθῆ νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ ἑτέρων ὅρων τῆς συμβάσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔχοντες ἀπέναντι τῶν πρώτων δευτερεύουσαν σημασίαν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι φρονῶ ὅτι σπουδαίως ἐπίσης ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν παραγωγῶν, περὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνον κυρίως καλούμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν. Ἡ λῆψις ἑνὸς οἱουδήποτε μέτρου ὑπὲρ τῶν πασχόντων σταφιδοπαραγωγῶν ἔπρεπε βεβαίως ν’ ἀποτελέσῃ πρωτίστην τῆς Πολιτείας μέριμναν. Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως παρεσχέθησαν προσδοκίαι καὶ ἐλπίδες, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς διὰ τῶν πραγμάτων τελείως διεψεύσθησαν, δικαιολογεῖται δὲ πληρέστατα καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ στάσις ἐκείνων, ὅσοι, κηρυχθέντες εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ἐνέμειναν μέχρι τέλους σταθεροὶ εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτῶν κατὰ θεσμοῦ, ὅστις μονιμοποιηθεὶς ἓν καὶ μόνον ἔσχεν ἀποτέλεσμα, τὴν μονιμοποίησιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως ἐν Ἑλλάδι, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη περιῆλθεν εἰς τὸ ὀξύτατον αὐτῆς στάδιον. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι Βουλευταί, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ἄνευ τῆς παρακρατήσεως τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἤθελεν ἔχει λυθῆ ἀφ’ ἑαυτοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διαρρευσάσης ὀκταετίας, καὶ δὲν ἠθέλομεν ποτὲ περιέλθει εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα, ἐπιζητοῦντες οὐχὶ τὴν σωτηρίαν,—διότι πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι περὶ σωτηρίας δὲν πρόκειται,—ἀλλ’ ἀνακούφισίν τινα ἐκ μέτρων, τὰ ὁποῖα μόνον ὡς μέτρα ἐσχάτης καὶ ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀνεκτά. Ἡ λύσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, ἤθελε βεβαίως συνεπιφέρει ζημίας καὶ καταστροφὰς εἰς ἄτομα, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιλύσει τῶν γενικῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς ὁλοκλήρους πληθυσμούς, αἱ μερικαὶ ζημίαι τῶν ἀτόμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι αἱ ζημίαι ἐκεῖναι θὰ ἦσαν κατὰ πολὺ ἐλαφρότεραι τῶν βλαβῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν εἰς πολλὰς χιλιάδας συμπολιτῶν μας, τοὺς ὁποίους δὲν θεωρῶ ἀξίους τοῦ κατ’ αὐτῶν ἀναθέματος, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται τὸ μονοπώλιον αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅ,τι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναιρεθῇ, ἄσκοπος δὲ καὶ ματαία ἤθελεν εἶσθαι πᾶσα περὶ τούτου συζήτησις. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον ἐφθάσαμεν, φρονῶ, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κηρυχθῶμεν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, καὶ νὰ παρασχεθῇ ἄμεσος καὶ πραγματικὴ ἀνακούφισις εἰς τὴν ἀσφυκτικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον οἱ κτηματίαι καὶ οἱ καλλιεργηταὶ τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ τελευταίου ἄκρου τῆς Ἑλλάδος, ὅπου καλλιεργεῖται ἡ σταφὶς, μία ἐγείρεται φωνὴ ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ ἡ φωνὴ αὕτη μετεβλήθη, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, εἰς ἀληθῆ ψύχωσιν, ἀλλὰ ψύχωσιν, τὴν ὁποίαν πληρέστατα δικαιολογεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἄγνοια τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ἡ ἀπελπιστικὴ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος ἕνεκα τῆς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀνεπαρκείας τῶν τιμῶν αὐτῆς καὶ τῆς ἀπειλουμένης μεγαλειτέρας ἔτι ἐκπτώσεως, ἥτις δὲν ἐξασφαλίζει εἰς αὐτούς, ἀπέναντι τῶν ὑπερόγκων δαπανῶν καὶ τῶν ὑπερανθρώπων ἀγώνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλονται, οὐχὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν τὰ μέσα, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται, τὴν κάλυψιν. Ἀλλ’ ἡ καταρτισθεῖσα σύμβασις ἔχει βεβαίως πολλὰς τὰς ἀτελείας καὶ τὰς ἐλλείψεις, πρωτίστη δὲ καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ ἔλλειψις περὶ τὸν ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνάρξεως τοῦ μονοπωλίου. Ἡ ἐσοδεία τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἂν μὴ ἐπέλθωσι καιρικαὶ περιστάσεις ἀπροσδόκητοι, προμηνύεται ἄφθονος, ἡ δὲ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου οὐ μόνον οὐδεμίαν παρέχει βεβαιότητα, ὅτι θέλει ἐφέτος ἐφαρμοσθῆ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ τῆς ὅλης συναρμολογίας τοῦ ἄρθρου 38 τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βέβαιον, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν θὰ γείνῃ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος. Παρίσταται λοιπὸν ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ ἐξασφαλισθῶσι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δι’ οἱουδήποτε μέτρου τιμαὶ λογικαὶ διὰ τὴν παραγωγήν· διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἂν δὲν ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐσοδεία τοῦ τρέχοντος ἔτους, ματαία θέλει εἶσθαι πᾶσα πρόβλεψις περὶ τῆς ἐσοδείας τῶν ἑπομένων ἐτῶν, διότι μετὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς μεγίστης πλειονότητος τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ταύτης στηρίζουσι τὰς τελευταίας αὐτῶν ἐλπίδας. Ἡ δὲ ἐπιψήφισις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως μόνον ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος 1904, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται δι’ αὐτῆς πρόνοια περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1903, θέλει ἔτι μᾶλλον συντελέσει εἰς τὴν καταστροφὴν, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπὸ ἄλλων ἐλέχθη, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον ἄφθονον θ’ ἀφήσῃ ἡ παραγωγὴ τοῦ 1903 καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία λαμβάνεται ἐν τῇ συμβάσει πρόνοια, θέλει κατ’ ἀνάγκην εἰσρεύσει εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως καὶ θέλει ἐπιφέρει ἐξευτελιστικὸν κατρακύλημα τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Ἂς μὴ μᾶς πλανᾷ δὲ ἡ ἰδέα, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει οὐδὲ ἡ σύμβασις ἐφαρμοσθῇ οὐδὲ ἄλλο τι ληφθῇ μέτρον, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν ὑφιστάμενον ἀκέραιον τὸ μέχρι τοῦδε σταφιδικὸν καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε θὰ ἐξοικονομήσῃ καὶ ἐφέτος τὰ τῆς σταφίδος, διότι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρχισεν ἡ συζήτησις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, πολὺ δὲ περισσότερον ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ σύμβασις ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ ὑπάρχον σταφιδικὸν καθεστὼς θέλει τελείως καταλυθῆ, καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν θὰ περιέλθῃ πλέον εἰς χεῖρας τῶν ἀξίων τοῦ ὀνόματος ἐμπόρων, ἀλλὰ θὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας ὀλίγων κερδοσκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκδηλώσει τῆς κερδοσκοπικῆς αὐτῶν δράσεως ἀποτελεσματικῶς θέλουσιν ἐπιδιώξει ν’ ἀπορροφήσωσι καὶ τὴν τελευταίαν σταγόνα τοῦ αἵματος τῶν ἀτυχῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει οὐδὲ νὰ παρίδωσιν οὐδὲ νὰ ὑποτιμήσωσι τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους θὰ συνεπήγετο ἡ κατάστασις αὕτη, κινδύνους, οἵτινες θέλουσιν ἐπιδράσει ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομίας τῆς χώρας, ἀλλὰ δύνανται καὶ νὰ διαταράξωσι τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν αὐτῇ, καὶ ὅτι πρέπει μετὰ πάσης προσοχῆς νὰ λάβωσι τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς διόρθωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Εὐτυχῶς ἤκουσα χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρέχοντος πολλὰς ἐλπίδας, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ τελειοῦσθαι συνεννόησις σχετικὴ περὶ τούτου, καὶ εὔχομαι, ἵνα ὅσον τάχιον αἱ ἐλπίδες αὗται πραγματοποιηθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης ἐγγυήσεως περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως παρὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν παρ’ αὐτῆς ἀναλαμβανομένων ὑποχρεώσεων μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀποτελεῖ σπουδαίαν τῆς συμβάσεως ἔλλειψιν, οὐδὲ παραδέχομαι τὴν γνώμην, ἥτις ἐξηνέχθη, ὅτι ὡς ἀρκετὴ ἐγγύησις δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τὰ κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας. Νομίζω, ὅτι σύμβασις, ἡ ὁποία ἔχει καταρτισθῆ μετὰ περισσῆς πράγματι ἐπιμελείας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑταιρείας καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν παραγωγῶν, δὲν περιέχει καὶ ὁμοίαν πρόνοιαν περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρείας. Σπουδαίους ἐπίσης κινδύνους δύναται κατ’ ἐμὲ νὰ συνεπιφέρῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἔλλειψις πάσης προνοίας ἐν τῇ συμβάσει περὶ ἀναγραφῆς ὅρου ἐν αὐτῇ, ἐπιτρέποντος τὴν ἐξαγορὰν τοῦ προνομίου καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς παραχωρήσεως. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ᾐσθάνθην πολλὴν ἀπορίαν, ὅτε ἀνέγνωσα πρό τινων ἡμερῶν εἰς ἐφημερίδα ἀνακοίνωσιν τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία μετὰ τοσαύτης ὁμολογουμένως ἐπιμελείας συνεζήτησε καὶ ἐξωνύχισε πάντα τὰ θέματα, καὶ προσεπάθησε περὶ πάντων τῶν θεμάτων νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρους ὅρους, ὅτι, λέγω, ἡ ἐπιτροπὴ, καθὼς ὁ κ. Δημήτριος Δεληγιάννης ἀνέφερεν εἰς τὴν ἐφημερίδα, δὲν ἐσκέφθη νὰ προτείνῃ πρὸς αὐτὸν τὴν ἀναγραφὴν τοιούτου τινὸς ὅρου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς ὃ καθῆκον ἔχω νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ προσγινομένη διὰ τῆς συμβάσεως ἀδικία εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν καὶ τὴν Ἑπτάνησον ἐν γένει. Δὲν γνωρίζω ποῖοι λόγοι σοβαροὶ ἔπεισαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ συμπεριλάβῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὴν σύμβασιν, καὶ ἕνα ἐξ Ἑπτανήσου ἀντιπρόσωπον, ὅστις, γνωρίζων ἰδιαιτέρως τὰ κατὰ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι παράγουσι πεντήκοντα ὁλόκληρα ἑκατομμύρια σταφίδος, ἤθελεν εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ διαφωτίσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς ταύτας, καὶ νὰ προλάβῃ ἴσως τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς συμβάσεως εἰς ἡμᾶς προσγίνονται. Κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἐν Ἑπτανήσῳ κρατοῦν σύστημα, ἡ ἐμπορία τῆς σταφίδος ἐνεργεῖται ἐκεῖ ἐπὶ τῇ βάσει λιτρῶν ἰονικῶν ἢ ἀγγλικῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ὅπου εἶναι ἐν ἰσχύϊ τὸ ἑνετικὸν χιλιόλιτρον, τὸ ὁποῖον διαφέρει τοῦ ἰονικοῦ κατὰ 5%, διότι ἓν χιλιόλιτρον ἑνετικὸν ἰσοδυναμεῖ πρὸς 1058 λίτρας ἀγγλικάς.
§88Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 1060.
§89Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ Ἑπτανήσιος λοιπὸν παραγωγός, παραδίδων σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τῆς συμβάσεως κανονιζομένων τιμῶν 1000 λίτρας σταφίδος, δὲν θὰ παραδίδῃ 1000 λίτρας, ἀλλὰ 1058 ἢ 1060 τῆς παραγωγῆς του, καὶ ἑπομένως ἡ προσφερομένη διὰ τὴν Ἑπτάνησον τιμὴ δὲν προσφέρεται ἐπὶ 1000 λιτρῶν, ἀλλ’ ἐπὶ 1060. Ἐκ τούτου δ’ ἐπέρχεται ἐλάττωσις τιμῶν, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ παραγωγοῦ, κατὰ δέκα περίπου δραχμὰς τὴν χιλιάδα.
§90Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῦ στηρίζεται ἡ συνήθεια νὰ ἦναι λίτραι ἰονικαὶ καὶ οὐχὶ λίτραι ἑνετικαὶ ἐν Ζακύνθῳ; —διότι ἡ φορολογία ἐπεβλήθη δυνάμει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τοῦ 1892. Αὐτὸς δὲν ἐννοεῖ λίτρας ἰονικὰς ἢ ἀγγλικάς· ἐννοεῖ λίτρας ἑνετικάς.
§91Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ περὶ φορολογίας, κύριε Βουλευτά.
§92Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε ὅτι παραδίδετε ἓν χιλιόλιτρον ἑνετικῶν λιτρῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται ἡ διατίμησις καὶ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος.
§93Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ φόρου, ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος. Εἰς τὰ τοῦ φόρου θὰ ἔλθω κατόπιν. Ἡ ἐμπορία μέχρι τοῦδε ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει λιτρῶν ἀγγλικῶν. Σήμερον καθιεροῦται ἡ βάσις τῶν ἑνετικῶν λιτρῶν, ἑπομένως ἐκ ταύτης ἐπέρχεται ἡ ζημία, ἣν προανέφερα. (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παύσωσιν αἱ κατ’ ἰδίαν ὁμιλίαι.
§95Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑπτανήσιος παραγωγός, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ τὸ ὑπὸ τῆς συμβάσεως ὁριζόμενον τίμημα διὰ μίαν χιλιάδα σταφίδος, θὰ λάβῃ τοῦτο διὰ 1060 λίτρας τῆς παραγωγῆς του.
§96Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ θὰ παραδώσῃ 1060;
§97Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς δὲν τὸ καταλαμβάνετε. Διότι τὸ τίμημα ὁρίζεται ἐπὶ 1000 λιτρῶν ἑνετικῶν, ἐνῷ ἡμεῖς ἐπληρωνόμεθα μέχρι τοῦδε ἐπὶ 1000 λιτρῶν ἀγγλικῶν. Λοιπόν, ἐὰν σήμερον λαμβάνωμεν ἐπὶ παραδείγματι 150 δραχμὰς διὰ μίαν χιλιάδα λιτρῶν τῆς παραγωγῆς μας, ἐὰν λάβωμεν ἐπίσης 150 δραχμὰς, δυνάμει τῆς συμβάσεως, δὲν θὰ ἔχωμεν ἰσοτιμίαν, διότι θὰ ἀπολαύσωμεν ἴσον ποσὸν οὐχὶ πλέον ἐπὶ χιλίων λιτρῶν, ἀλλ’ ἐπὶ 1060. Ἐξηγήθην;
§98Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καλλίτερον καὶ καθαρώτερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ.
§99Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἡ διαφορὰ αὐτὴ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν τιμῶν τῶν ἑπτανησιακῶν σταφίδων, αἱ ὁποῖαι μάλιστα, ὡς μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποδείξω, ἀδικοῦνται καὶ ἐκ τῆς κατατάξεως αὐτῶν εἰς τὰς κατωτέρας ποιότητας. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα ἔτι μείζων ἀδικία εἰς τὴν Ἑπτάνησον προσγίνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως. Καὶ ἐδῶ, κύριε Δεληγεώργη, πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ Ἑταιρεία ἀναλαμβάνει εἰς βάρος της ὅλους τοὺς κειμένους δημοσίους, δημοτικοὺς καὶ λιμενικοὺς φόρους καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἐξαιρέσει μόνον τῆς Ἑπτανήσου, ὅπου ἡ Ἑταιρεία θὰ ἀφαιρῇ ἐκ τοῦ προσδιοριζομένου τιμήματος 20,70% ἐπὶ τῆς ἀξίας μεῖον δραχμῶν 19 κατὰ χιλιάδα. Τουτέστι, διὰ νὰ γείνω καταληπτὸς, ἐὰν ὑπολογίσωμεν ὡς μέσον ὅρον τιμῆς τῆς ἑπτανησιακῆς σταφίδος φράγκα χρυσᾶ 135, ἤγουν δραχμὰς 200 περίπου, ἐπὶ τῶν 200 δραχμῶν ἡ Ἑταιρεία θ’ ἀφαιρῇ 20,70% ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἤτοι δραχμὰς 41,40, μεῖον δραχμὰς 19, δηλαδὴ θὰ ἐκπίπτῃ δραχμὰς 22,40. Ἐὰν δὲ εἰς ταύτας προσθέσωμεν καὶ τὴν ζημίαν τὴν ἐπερχομένην εἰς τὸν παραγωγὸν ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν λιτρῶν, τὴν ὁποίαν καθωρίσαμεν εἰς δραχμὰς δέκα περίπου κατὰ χιλιόλιτρον, θέλομεν ἔχει ἐλάττωσιν τῆς προσφερομένης τιμῆς διὰ μίαν χιλιάδα σταφίδος κατὰ δραχμὰς 32,40%. Ἑπομένως, ἐνῷ φαινομενικῶς ὁ Ἑπτανήσιος παραγωγὸς νομίζει, ἀναγινώσκων τὴν σύμβασιν, ὅτι θέλει λάβει διακοσίας ἢ 165 διὰ τὴν κατωτέραν ποιότητα δραχμὰς διὰ μίαν χιλιάδα σταφίδος, θέλει λάβει μόνον δραχμὰς 167 ἢ 143. Ἐὰν δὲ εἰς τὴν ζημίαν ταύτην προσθέσητε καὶ τὰς ἐνδεχομένας κρατήσεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὸν, ὅταν πραγματοποιηθῶσι τὰ διάφορα ἐὰν τῶν ἄρθρων 9 καὶ 21 τῆς συμβάσεως, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ κ. Γούναρης, τότε θέλομεν φθάσει κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ ἔχωμεν τιμάς, ἐν Ἑπτανήσῳ τοὐλάχιστον, πολὺ κατωτέρας τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας σήμερον ἀπολαμβάνομεν, παρ’ ὅλην τὴν ὑφισταμένην κρίσιν. Ἴσως μοὶ παρατηρηθῇ, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς κρατήσεως εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τοῦ διαφορετικοῦ συστήματος τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὅτι ἡ Ἑταιρεία καταβάλλει καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα πληρωνομένου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἤτοι δραχμὰς 19 κατὰ χιλιόλιτρον. Ἡ ἀντίρρησις αὕτη βεβαίως ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν εἶναι ὀρθή· ἀλλ’ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ σύγκρισις πάντοτε πρέπει νὰ γίνηται ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ σήμερον λαμβάνον χώραν. Ὅπως λοιπὸν σήμερον διενεργεῖται ἡ ἐμπορία τῆς σταφίδος ἐν Ἑπτανήσῳ, ὁ παραγωγὸς λαμβάνει ὁλόκληρον τὴν καθοριζομένην τιμὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς κρατήσεως, τὸν δὲ φόρον πληρώνει ὁ ἔμπορος, ἐνῷ διὰ τῆς συμβάσεως ἡ ζημία θὰ ἐπιβαρύνῃ ἀπ’ εὐθείας τὸν παραγωγὸν, καὶ ζημία ἀρκετὰ σημαντική, διότι ἀνέρχεται εἰς τριάκοντα καὶ πλέον δραχμὰς κατὰ χιλιάδα...
§100Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν φόρον σήμερον ὅλον τὸν πληρώνει ὁ ἔμπορος;
§101Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως, ὁλόκληρον.
§102Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν τιμήν.
§103Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν τιμήν· ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν μᾶς προσφέρει, εὑρίσκω δὲ, ὅτι ἡ τιμὴ αὕτη, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς σημερινάς, δὲν ἔχει μεγάλην διαφοράν, ἐνῷ τοὐναντίον θὰ ἐπιβαρυνώμεθα μὲ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς οἱ κτηματίαι σήμερον δὲν πληρώνομεν.
§104Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ πληρωθῇ ἓν χιλιόλιτρον πρὸς 135 φράγκα καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὸ ἐξαγάγῃ ὁ ἔμπορος, τί θὰ ἔπραττε; Θὰ ἐξέπιπτε τὰ 20, 70% ἢ θὰ τὰ ἐπλήρωνεν αὐτὸς ἐπὶ πλέον τοῦ τιμήματος;
§105Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ἔμπορος, κύριε Βουλευτά, θὰ ὑπολογίσῃ τὰς δαπάνας, μὲ τὰς ὁποίας ἐπιβαρύνεται ἡ σταφίς, θὰ ὑπολογίσῃ τὴν φορολογίαν, θὰ ὑπολογίσῃ τὴν παρακράτησιν, θὰ ὑπολογίσῃ ναῦλον, θὰ ὑπολογίσῃ ἔξοδα, θὰ τὰ ὑπολογίσῃ ὅλα, καὶ θὰ μοὶ δώσῃ μίαν τιμήν. Κατόπιν λοιπὸν ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπολογισμῶν ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνομεν ἡμεῖς σήμερον καὶ ἀπηλαύσαμεν μέχρι τοῦδε, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐλάχιστα διαφέρει τῶν τιμῶν τῆς συμβάσεως.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν εἰς τὰς τιμὰς πρέπει νὰ φέρητε τὰς παρατηρήσεις σας.
§107Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως· καὶ διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον αἱ τιμαὶ τῆς Ἑπτανήσου δὲν ὁρίζονται κατ’ ἀναλογίαν μὲ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε λαμβάνομεν, καὶ κατ’ ἀναλογίαν μὲ τὰς ποιότητας, τὰς ὁποίας παράγομεν, δικαιούμεθα νὰ παραπονεθῶμεν.
§108Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο. Ἡ ἀρχὴ τῆς συμβάσεως εἶναι δικαία.
§109Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡμολόγησα ἐγὼ πρῶτος, ὅτι θεωρητικῶς τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἦναι ὀρθόν.
§110Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι θεωρητικῶς μόνον.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐὰν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ παρατήρησις ὑμῶν, ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, ἤθελον μειωθῆ τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου· διότι, ἐνῷ τώρα λαμβάνει ὡς φόρον ποσὸν ὡρισμένον ἐκ τῆς Ἑπτανήσου, τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ φορολογούμενος ἐν Ἑπτανήσῳ σταφιδοπαραγωγὸς ἀντιπροσωπεύει πᾶσαν τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου, τότε θὰ λαμβάνῃ ποσὸν ὀλιγώτερον.
§112Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί;
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι θέλει λαμβάνει τόσον ποσὸν, ὅσον λαμβάνει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος ἐν Πελοποννήσῳ καὶ τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι.
§114Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, διότι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιφέρω, καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ κ. Δ. Στεφάνου, δὲν θὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ χαρίσῃ τὸ Δημόσιον τὸν φόρον αὐτὸν, ἀλλὰ θὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τοῦτον εἰς βάρος της ἡ Ἑταιρεία.
§115Π. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δηλαδὴ νὰ αὐξήσῃ τὰς τιμάς.
§116Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ αὐξήσῃ τὰς τιμάς. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἢ νὰ ἀναλάβῃ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, ἢ νὰ αὐξήσῃ τὰς τιμάς.
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὰς τιμὰς ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν Ἰονίων νήσων. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις δὲν ὑπάρχει ὁ φόρος τῆς σταφίδος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν τῷ ἄλλῳ Βασιλείῳ, ὁρίζεται δὲ ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι ἡ Ἑταιρεία θέλει καταβάλλει πάντας τοὺς φόρους, τοὺς δημοσίους, τοὺς δημοτικούς, τοὺς λιμενικούς, εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλλῃ πάντας τοὺς φόρους, τοὺς δημοσίους, τοὺς δημοτικοὺς καὶ τοὺς λιμενικοὺς καὶ τῆς Ἑπτανήσου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ φόρος ὁ πληρωνόμενος ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐν Ἑπτανήσῳ περιλαμβάνει οὐ μόνον τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ ἄλλους φόρους, τοὺς ὁποίους οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν πληρώνουν ἰδιαιτέρως, ὡς ἐν τῷ ἄλλῳ Βασιλείῳ, καὶ τοὺς ὁποίους ἐνομίσθη καλὸν ἐπὶ τῆς σταφίδος νὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος, — ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ φόροι, περιττὸν τώρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἀλλὰ περιλαμβάνονται εἰς τὸν φόρον τὸν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος εἰσπραττόμενον, — ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον. Τί εἴπομεν λοιπόν; Ἐπειδὴ εἰς τὸ ἄλλο Βασίλειον ὁ φόρος εἶναι 19 ἢ 16½ δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα λιτρῶν, ὁ δὲ καρπὸς τῆς Ἑπτανήσου ἀνήκει εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, τὴν τῶν 19 δραχμῶν, πρέπει νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρεία νὰ πληρώσῃ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ τὰς 19 δραχμάς, ὅλον δὲ τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 19 δραχμῶν ἀπὸ τὰς 20, 70% ὑπολείπεται, αὐτὸ θὰ ὑπολογίσωμεν ὡς φόρον ὀφειλόμενον μὲν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν, τὸν ὁποῖον ὅμως θέλει πληρώνει ἤδη ἡ Ἑταιρεία τῷ Δημοσίῳ. Τοῦτο γίνεται διὰ τῆς συμβάσεως, συμφώνως πρὸς τὰ νῦν ἰσχύοντα. Ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ 20,70% δὲν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς σταφίδος τῆς ἐξαγομένης, σήμερον δὲ πληρώνονται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας μόνον 19 δραχμαί, ἃς θὰ πληρώσῃ ἡ Ἑταιρεία, ζημιοῦσθε τὸ ὑπόλοιπον, διότι βαρύνεσθε μὲ δραχμὰς 12,05 κατὰ χιλιόλιτρον. Δὲν γνωρίζω ἂν οὕτως ἔχει· ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐν αὐτῷ τῷ θέματι ὑπῆρξε σύμφωνον τοῖς νόμοις. Ἐὰν ἤδη ἔχητε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου δικαιοῦνται εἰς προβιβασμόν, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§118Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐνόησα τὴν ἰδέαν σας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή, ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ὅλος αὐτὸς ὁ πάταγος, εἶναι ἡ καλλιτέρευσις καὶ οὐχὶ ἡ χειροτέρευσις τῆς τύχης τῶν παραγωγῶν. Ἐὰν δὲ φρονῆτε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος, ἐπειδὴ ἔχει τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ διαφορετικὸν φορολογικὸν σύστημα ἀπὸ τὸ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, πρέπει εἰς τὴν ὡρισμένην αὐτὴν περίστασιν νὰ χειροτερεύσῃ ἀντὶ νὰ καλλιτερεύσῃ τὴν θέσιν της, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ συμφωνήσω μαζύ σας.
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην αὐτό.
§120Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλετε νὰ ἦσθε δίκαιοι ἐν τῷ μέτρῳ τῆς συγκρίσεως πρὸς ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγίνετο; Αὐξήσατε τὰς τιμὰς, καὶ τότε ἐπιβαρύνατε τὸν παραγωγόν, ἀλλὰ μὴ ἔρχεσθε διὰ τῆς συμβάσεως νὰ χειροτερεύσητε τὴν θέσιν τῶν παραγωγῶν.
§121Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀποκρούω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ ἀδικήσῃ τὸν σταφιδόκαρπον τῆς Ἑπτανήσου.
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§123Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι «ἠθέλησε». Λυποῦμαι, ὅτι δὲν μὲ ἐνοήσατε. Οὐδέποτε εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἠθέλησεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀδικήσῃ τὴν Ἑπτάνησον. Εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις ἀδικεῖ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ ποτὲ δὲν διελογίσθην, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ προθέσεως ἠθέλησαν νὰ ἀδικήσωσιν ἡμᾶς, οὔτε γνωρίζω νὰ ἔχητε κανένα λόγον ἰδιαιτέρας ἀντιπαθείας πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, οὔτε κανεὶς ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε κανεὶς Ἕλλην. Ἀλλὰ παρωράθη ἐπίσης ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑπτανήσου καὶ ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν αὐτῆς κατὰ ποιότητα, ἐν συγκρίσει μάλιστα πρὸς ἄλλας ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ συμβάσει ἀναφαίνονται ὡς παράγουσαι καρπὸν ἀνωτέρας ποιότητος ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς Ἑπτανήσου. Ἴσως ὑπῆρχον εἰδικοὶ λόγοι· ἴσως αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι εἶχον τὴν τύχην νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· δὲν τὰς φθονῶ, ἀλλὰ βεβαιῶ τὸ γεγονὸς, ὅτι μόνον διὰ πρώτην φορὰν ἀκούεται, ὅτι ὁ καρπὸς ὡρισμένων τινῶν ἐπαρχιῶν δύναται νὰ καταταχθῇ εἰς ποιότητα ἀνωτέραν τῆς τοῦ καρποῦ τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ γενικοῦ τούτου παραπόνου, ἐν Ζακύνθῳ παράγεται εἰδικὴ ποιότης σταφιδοκάρπου, τοῦ λεγομένου ἀχαρακώτου, εἰς ποσότητα μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸ 1,000,000 λιτρῶν. Ὁ ἀχαράκωτος σταφιδόκαρπος εἶναι ἀρίστης ποιότητος, γνωστότατος ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ λίαν ἐκεῖ περιζήτητος, ἀπολαμβάνει δὲ πάντοτε τιμῶν ἴσων σχεδὸν πρὸς τὰς τιμὰς τοῦ Παναρίτη. Ὅπως λοιπὸν διὰ τὴν σταφίδα τοῦ Παναρίτη ἐθεωρήθη πρέπον, καὶ δικαίως, νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα κατηγορία ἐν τῇ συμβάσει, διότι ἡ σταφὶς τοῦ Παναρίτη κατέχει τὴν πρώτην θέσιν μεταξὺ τῶν χονδρῶν σταφίδων, τοιουτοτρόπως φρονῶ, ὅτι εἶναι δικαιότατον καὶ διὰ τὴν ἀχαράκωτον σταφίδα τῆς Ζακύνθου νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα κατάταξις, διότι καὶ αὐτὴ κατέχει τὴν πρωτίστην θέσιν μεταξὺ τῶν ψιλῶν σταφίδων, εἶναι δὲ περιζήτητος εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐπωλήθη πάντοτε εἰς τὰς ἀνωτάτας τιμάς. Καὶ περὶ ἑτέρας ποιότητος πρέπει νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια ἐν τῇ συμβάσει, εἶναι δὲ αὕτη ἡ ποιότης τῆς καλουμένης ψιλῆς σταφίδος, τῆς γνωστῆς ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπὸ τὸ ὄνομα small berry...
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀχαράκωτος μόνον ἐν Ζακύνθῳ παράγεται;
§125Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μόνον.
§126Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ὀλίγη.
§127Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἴσως.
§128Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ εἰς μικρὰν ποσότητα.
§129Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ψιλὴ σταφὶς, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερα, παράγεται εἰς ποσότητα περίπου ἓξ ἑκατομμυρίων λιτρῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· παράγεται τὸ πλεῖστον αὐτῆς μέρος ἐν Ζακύνθῳ, ἐν μέρει δὲ ἐν Πάτραις, καὶ οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ.
§130Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀποτέλεσμα παραγωγῆς ἢ ἐκ τῆς καθαρίσεως τῆς σταφίδος;
§131Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ καθαρισμὸς τῆς σταφίδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεπτύνῃ τὰς ῥᾶγας καὶ νὰ τὰς κάμῃ ψιλοτέρας. Βεβαίως δὲν εἶναι παραγωγὴ εἰδικὴ, ἡ ὁποία παράγει μόνον ψιλὴν σταφίδα, δὲν εἶναι δηλαδὴ ὡρισμέναι περιφέρειαι, αἱ ὁποῖαι παράγουσι μόνον ψιλὴν σταφίδα, ἀλλὰ περιέχεται ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ ψιλὴ σταφὶς, ἡ ὁποία διαχωρίζεται τῆς ἄλλης.
§132Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ αὐτὴ γίνεται τεχνητή. Μόνον ἓν μακινάρισμα χρειάζεται.
§133Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ σταφὶς αὕτη παράγεται κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἐν Ζακύνθῳ, ὀλίγη ἐν Πάτραις, καὶ οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ...
§134Α. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Καὶ εἰς τὴν Κορινθίαν.
§135Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά... Ἡ σταφὶς αὕτη ἀπολαμβάνει πάντοτε τιμὴν ἀνωτέραν τῶν σταφίδων τῶν χονδρῶν· ἔχει δὲ εἰδικὰς ἀγορὰς καταναλώσεως καὶ εἶναι ἐξαιρετικῶς περιζήτητος· ἑπομένως καὶ περὶ ταύτης φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα κατηγορία καὶ κατάταξις.
§136Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καζαλίνα ποία εἶναι;
§137Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ καζαλίνα εἶναι ἡ καλῶς καθαρισμένη καὶ περιποιημένη ἀνωτέρα ποιότης.
§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη;
§139Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως ἡ πρώτη μετὰ τὴν ἀχαράκωτον.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς ποίαν σταφίδα, τίνος τόπου, παραβάλλετε τὴν ψιλὴν σταφίδα, τὴν ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἀλλαχοῦ παραγομένην;
§141Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν γνωρίζω νὰ τὴν παραβάλω μὲ ὡρισμένην ποιότητα ἄλλου τόπου· γνωρίζω μόνον, ὅτι ἀπολαμβάνει πάντοτε τιμῆς ἀνωτέρας τῆς χονδρῆς. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω παράδειγμα ἰδικόν μου· κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπώλησα 280 δραχμὰς τὴν ψιλὴν σταφίδα, καὶ 190 τὴν ἄλλην.
§142Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§143Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τῆς συμβάσεως ὁρίζονται τὰ κέντρα τῆς παραλαβῆς, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς ὡμίλησε. Φρονῶ, ὅτι ὁ ὁρισμὸς τῶν κέντρων εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἐν μέρει δὲ καὶ μεροληπτικὸς, διότι ἐν Κορινθίᾳ π. χ., ἥτις παράγει ἴσην, ἂν μὴ μικροτέραν, ποσότητα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, ὁρίζονται 4 κέντρα, ἐνῷ εἰς τὴν Ζάκυνθον ἓν καὶ μόνον.
§144Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Κορινθίαν εἶναι δίκαιον νὰ γείνωσι 4, διότι...
§145Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι «καὶ ὁ Χριστὸς ηὐλόγησε πρῶτα τὰ γένειά του» (ἱλαρότης). Δὲν γνωρίζω, τί ἀκριβῶς ἐννοεῖτε διὰ τῆς λέξεως κέντρα παραλαβῆς· δὲν γνωρίζω δηλαδὴ, ἂν εἰς ταῦτα περιλαμβάνεται ἡ ἔννοια μιᾶς καὶ μόνης ἀποθήκης.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολλῶν ἀποθηκῶν.
§147Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς τόπου, εἰς ὃν θὰ παραδίδηται ἡ σταφίς· διότι, ἂν πρόκηται περὶ μιᾶς ἀποθήκης, διὰ νὰ παραδοθῶσιν 25 ἑκατομμύρια σταφίδος, βεβαίως θὰ λάβωσι χώραν καὶ αἱματηραὶ συγκρούσεις ἀκόμη.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγγοοῦμεν, ὅτι κέντρα παραλαβῆς εἶναι ἐκεῖνα, εἰς ἃ εἰσρέουσιν ὅλα τὰ εἰς τὰς πέριξ ἀποθήκας ἀποτιθέμενα ποσά.
§149Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ καθορισμὸς τῶν διαφόρων ἀποθηκῶν ἀπομένει τότε εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑταιρείας;
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§151Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 14, εἰς ἕκαστον κέντρον παραλαβῆς διορίζεται ἐτησίως εἷς διαιτητής· ἀλλ’ εἰς μόνον, προκειμένου περὶ πολλῶν ἀποθηκῶν, θὰ ἦναι ἀνεπαρκής.
§152Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκτιμηταὶ χρειάζονται πολλοὶ, —οὗτοι δὲ θὰ ἦναι ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρείας,—ἀλλ’ εἷς διαιτητὴς ἀρκεῖ.
§153Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαιωθῆτε, κύριε Βουλευτὰ Πατρῶν, ὅτι θὰ προκύψωσι πόσαι ἀμφιβολίαι περὶ τῆς κατατάξεως τῶν ποιοτήτων, ὅσαι ὑπάρχουσι παραδόσεις.
§154Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ διορισθῶσι τότε πλείονες διαιτηταί.
§155Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς βλέπω διστακτικῶς μειδιῶντα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν τρέφει ὁ χωρικὸς πρὸς τὸ προϊόν του, τὸ ὁποῖον δύναται μὲν νὰ ἦναι τῆς ἐσχάτης ποιότητος, ἀλλ’ αὐτὸς τὸ νομίζει πρωτίστης. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν διαρκῶς ἀμφισβητήσεις καὶ ἀνάγκην διαιτητοῦ διὰ πᾶσαν ἐκτίμησιν γενομένην ὑπὸ τῶν ἐκτιμητῶν τῆς Ἑταιρείας. Ἑπομένως εἷς διαιτητὴς ἐπὶ πολλῶν ἀποθηκῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ.
§156Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τοῦ διαιτητοῦ ἡ ἐργασία θὰ ἦναι βραχυτάτη. Θ’ ἀποφαίνηται εἰς ποίαν κατηγορίαν πρέπει νὰ καταταχθῇ ὁ καρπός.
§157Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξετάσατε, παρακαλῶ, τὸ πρᾶγμα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἔχω δίκαιον.
§158Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, διότι θὰ ἦναι ἀναγκαία ἡ παρουσία διαιτητῶν ἐν ἑκάστῃ ἀποθήκῃ, ἀφοῦ αὕτη θ’ ἀποτελῇ τὸ κέντρον τὸ διαιτητικόν, ἐν ᾧ θὰ γίνωνται ὄχι μόνον αἱ παραδόσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκτίμησις, θὰ ἐκδίδωνται αἱ ἀποφάσεις, θὰ καταχωρίζωνται εἰς τὰ βιβλία, θὰ γίνωνται αἱ προσφυγαί. Ἐὰν, ὡς εἶναι πιθανὸν, εἰς ἓν κέντρον θὰ ὑπάρχωσι πολλαὶ ἀποθῆκαι, ἀπέχουσαι πιθανῶς ἀλλήλων, ὁ διαιτητὴς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι παρὼν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ βραδύτης εἰς τὰς παραδόσεις τῆς σταφίδος.
§159Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν πόλιν ἐπιμήκη, ὡς εἶναι ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου Ζάκυνθος, ἐν αὐτῇ δὲν δύνασθε βεβαίως νὰ ἐγκαταστήσητε τὰς ἀποθήκας πάσας ἐν τῷ αὐτῷ σημείῳ, διότι, ἐὰν εἰσκομίζηται ποσὸν 20–25 ἑκατομμυρίων σταφίδος εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ συγκρούσεις ἀκόμη σοβαρώταται νὰ λάβωσι χώραν, τὰς ὁποίας καθῆκον ἔχομεν νὰ προλάβωμεν, ἐπεξηγοῦντες τὰ τοῦ ἄρθρου τούτου. Τελευταίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, ἢ μᾶλλον ἐξήγησιν νὰ ζητήσω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 31 τῆς συμβάσεως, τὸ πραγματευόμενον περὶ τῶν σταφιδοκιβωτίων. Ἡ σύμβασις διαλαμβάνει, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ προμηθεύηται κατὰ προτίμησιν ταῦτα ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐργοστασίων ἐπὶ ἴσοις ὅροις πρὸς τὰ ἀλλαχόθεν αὐτῇ προσφερόμενα. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν διὰ τῆς λέξεως ἐργοστάσια ἐννοεῖ μόνον τὰ ἀτμοκίνητα, τὰ λειτουργοῦντα ἐν Πάτραις καὶ ἀλλαχοῦ· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἀδικηθῆ ἡ βιομηχανία ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια οὐχὶ ἀτμοκίνητα, ἐν οἷς κατασκευάζονται κιβώτια τῆς σταφίδος, καὶ ἀποζῶσιν ἐκ τούτου ἀρκεταὶ ἑκατοντάδες πολιτῶν. Πολλὰ καὶ ἄλλα, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ ἐξέθηκα, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν κρίνῃ τὰς παρατηρήσεις μου ἀξίας προσοχῆς, θέλει μεριμνήσει περὶ διορθώσεως ἐκείνων, ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῶσιν. Ἐλπίζω δ’ ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, τῶν σταφιδοφόρων ἰδίως ἐπαρχιῶν θέλουσι πράξει τὸ αὐτὸ ἔργον, ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὰς ποταπὰς μικρορραδιουργίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ διασπείρωνται ἕνεκα λόγων ταπεινῆς, μικροπρεποῦς ἐκμεταλλεύσεως τόσον σοβαροῦ ζητήματος. Διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τοῦ ἀκριβοῦς καὶ λεπτομεροῦς καθορισμοῦ τῶν καθέκαστα τῆς συμβάσεως καὶ διὰ τῆς ἐν πλήρει ψυχραιμίᾳ συζητήσεως αὐτῶν θέλει κατορθωθῆ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς, νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐν δικαίῳ μέτρῳ αἱ πολλαπλαῖ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ἐπ’ αὐτῆς στηρίζουσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, καὶ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ λευκὴ ψῆφος, ἣν ἐπὶ τῆς συμβάσεως ἠθέλομεν δώσει, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ διορθώσεως σταφιδικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πλέον νὰ παραταθῇ. (Εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§160Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡ ἀτελὴς ἢ κακὴ παρασκευὴ τοῦ κυρίου προϊόντος τοῦ Κράτους, ὁ κακὸς τρόπος τῆς ἐμπορίας αὐτοῦ, ἡ ἀνεπαρκὴς καὶ ἀνεπιτυχὴς ἀνάμιξις τοῦ Κράτους πρὸς βελτίωσιν πάντων τούτων μᾶς φέρει σήμερον εἰς τὸ νὰ συζητήσωμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν. Πρὸ δύο μηνῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὐτυχῶς ἔχει τὸ φυσικὸν μονοπώλιον τῆς σταφίδος· ὅθεν φρονῶ, ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ μονοπωλίας τοῦ προϊόντος τούτου, ἀλλὰ περὶ συγκεντρώσεως ὅλης τῆς λειτουργίας τοῦ προϊόντος αὐτοῦ εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ νομικὸν πρόσωπον, ὅπως ἐπιτύχωμεν ἀκριβῶς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, ὡς μέλλοντα νὰ ἱκανοποιήσωσι τοὺς παραγωγούς. Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς συγκεντρώσεως ὅλης αὐτῆς τῆς ἐργασίας εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία θ’ ἀναλάβῃ τὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος, θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐξασφάλισιν λογικῶν τιμῶν, τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος, τὴν διαφήμισιν τοῦ προϊόντος καὶ συνεπῶς τὴν διάδοσιν καὶ ἐξάπλωσιν τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἀγνοοῦσι τὸ προϊόν μας τοῦτο, συνεπείᾳ δὲ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιβαλλομένης καλῆς συσκευῆς καὶ τῆς ἐπὶ τῶν κυτίων ἀναγραφῆς τῆς τιμῆς τὴν εἰσαγωγὴν πρὸς βρῶσιν εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐξ ὧν διὰ βαρείας φορολογίας ἔχει ἀποκλεισθῆ. Ἐπιτυγχάνομεν προσέτι τὸν κανονισμὸν τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, τὸν περιορισμὸν τῶν φυτειῶν, καὶ τέλος, Κύριοι, διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ κανονίσωμεν ὡς ἔγγιστα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ συνάλλαγμα, διότι θὰ ἐκλίπῃ πλέον ὁ κακὸς τρόπος τῆς ἐμπορίας τοῦ προϊόντος τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου μεγάλαι καὶ φοβεραὶ ζημίαι προσγίγνονται εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον ἐν γένει. Ἀπὸ τοῦ βήματος ὅμως τούτου ἐλέχθη καὶ προχθὲς καὶ παρά τινος τῶν προαγορευσάντων σήμερον, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου θὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς παραγωγοὺς ἐκ τῶν ὀνύχων τῆς τοκογλυφίας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν ὅσοι φρονοῦσι τοῦτο νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτούς. Καὶ ἡ προκειμένη σύμβασις ἂν ψηφισθῇ, οἱ παραγωγοὶ δὲν θ’ ἀπαλλαγῶσι τῆς τοκογλυφίας, διότι οὐδὲν διὰ τῆς συμβάσεως μέτρον λαμβάνεται περὶ τούτου, τοὐναντίον δὲ δι’ αὐτῆς ἐπιτρέπεται ἡ ἐλευθέρα ἐμπορία. Συνεπῶς ὁ παραγωγὸς, ὁ ἔχων ἀνάγκην νὰ καλλιεργήσῃ τὴν σταφιδοφυτείαν του, νὰ συντηρήσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, νὰ ἐξοικονομήσῃ ὅλα τ’ ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ, θὰ καταφύγῃ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν τοκογλύφον, καὶ θὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ δάνειον, ὅπερ οὗτος θέλει παράσχει, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ὁ παραγωγὸς μετὰ τὴν συγκομιδὴν θὰ παραδώσῃ τὸν σταφιδόκαρπόν του εἰς αὐτὸν, πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους του. Ὥστε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ παραγωγὸς δὲν ἀπαλλάσσεται τῆς μάστιγος ταύτης.
§161Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐξάνει ἡ πίστις.
§162Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἂς αὐξάνῃ ὅσον θέλει. Εἶναι ὁ τόκος μέγας. Νομίζω ὀρθόν, διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως νὰ ληφθῇ περὶ τούτου πρόνοια· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι καὶ δυσκατόρθωτον διότι, ἀφοῦ εἰς τὴν Ἑταιρείαν θὰ περιέρχηται τὸ προϊόν, δύναται αὕτη, ἀφ’ ἧς ἀρχίσῃ ἡ καλλιέργεια, νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην παραγωγοὺς ὡρισμένας προκαταβολὰς, ἃς θέλει κρατεῖ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον θὰ παραδίδῃ εἰς αὐτὴν, καὶ τότε ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι λυσιτελέστατος μεταξὺ παραγωγῶν καὶ Ἑταιρείας. Ἤδη ἔρχομαι νὰ φέρω, τὸ κατὰ δύναμιν καὶ ἐγὼ, παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Θὰ προσπαθήσω δὲ νὰ ἀποφύγω ἐκείνας, ἃς ἄλλοι, πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, προέβαλον. Κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, ὁρίζεται ἕδρα τῆς Ἑταιρείας τὸ Λονδῖνον· καὶ κατὰ μὲν τὸν πρῶτον ὅρον τοῦ δευτέρου ἄρθρου τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἑδρεύει ἐν Λονδίνῳ, κατὰ δὲ τὸν δεύτερον ὅρον πενταμελὴς ἐπιτροπὴ, ἐκπροσωποῦσα αὐτὸ, καθ’ ὡρισμένας περιστάσεις, ἕδραν ἔχει τὰς Ἀθήνας. Δὲν θὰ ἐξετάσω, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ ἕδρα τῆς Ἑταιρείας ὡρίσθη ἐν Λονδίνῳ καὶ οὐχὶ ἐν Ἀθήναις, — τοῦτο ἐξητάσθη παρ’ ἄλλων, — θεωρῶ ὅμως πρέπον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κανονισμὸν τῶν νομικῶν σχέσεων τῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς παραγωγούς. Ὡς ἔχει ἡ σύμβασις, οἱ παραγωγοὶ μειονεκτοῦσι τῆς Ἑταιρείας· διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 32 ἡ Ἑταιρεία ἐνάγει καὶ ἐνάγεται ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων· ἑπομένως αὕτη δικαιοῦται νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν καθ’ οἱουδήποτε παραγωγοῦ, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν ἐντὸς τῶν συντόμων προθεσμιῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, νὰ μὴ ὑποστῇ δὲ, εἰμὴ τὰς περὶ ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς συνήθεις δαπάνας, ἐνῷ ὁ παραγωγὸς ὑποχρεοῦται νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν καὶ νὰ κοινοποιήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ἑταιρείας· ἀλλ’ ἕδρα τῆς Ἑταιρείας εἶναι τὸ Λονδῖνον, συνεπῶς ὁ παραγωγὸς μειονεκτεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα τῆς παρεκτάσεως τῆς προθεσμίας λόγῳ ἀποστάσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ὑποβάλλεται εἰς ἐξαιρετικὰς δαπάνας· προκειμένου δὲ περὶ ἐρήμην ἀποφάσεως, γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, εἰς ποίαν ἄσκοπον δαπάνην θὰ ὑποβληθῇ, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν θὰ ἦναι εὔκολον νὰ διεξαγάγῃ δίκην κατὰ τῆς Ἑταιρείας ἕνεκα τῶν λόγων τούτων...
§163Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνεγνώσατε καλῶς τὸ ἄρθρον 2, ὅπερ λέγει, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἀντιπροσωπεύεται ἐν Ἀθήναις;
§164Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ὁρίζει τὰς νομικὰς σχέσεις, οὐδὲ τὸ πρόσωπον, εἰς ὃ θ’ ἀπευθύνωνται καὶ θὰ κοινοποιῶνται τὰ κατὰ τῆς Ἑταιρείας δικόγραφα.
§165Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ καταστατικὰ τῶν Ἑταιρειῶν ὁρίζουσι κατὰ τίνα τρόπον ἀντιπροσωπεύεται τὸ Συμβούλιον καὶ πῶς ἐνάγει καὶ ἐνάγεται· ἑπομένως τὸ καταστατικὸν θὰ ὁρίσῃ, ὅτι ἐν Ἀθήναις τὸ Συμβούλιον ἀντιπροσωπεύει ὁ πρόεδρος αὐτοῦ.
§166Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας, ἵνα ἀνεύρω εἰς ποῖον πρόσωπον θ’ ἀπευθύνωνται καὶ θὰ κοινοποιῶνται τὰ δικόγραφα. Ἐν ὅσῳ τοιοῦτον δὲν ἔχω, ζητῶ νὰ τὸ ἀνεύρω ἐν τῇ συμβάσει. Ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ καταστατικὸν, δὲν γνωρίζω, καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην· ἂν δ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς μου, ἂς λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν διαπραγματεύσεων.
§167ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπειδὴ προβάλλεται τὸ ζήτημα τοῦ καταστατικοῦ, δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐννοεῖ, ὅτι αὐτὸ θὰ ἐγκριθῇ διὰ Β. Διατάγματος.
§168Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἢ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως;
§169Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Ἀγγλικὸς νόμος ὁρίζει, πῶς καταρτίζονται τὰ Συμβούλια τῶν ἀνωνύμων ἀγγλικῶν Ἑταιρειῶν.
§170Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰς περὶ τούτου διατάξεις τοῦ Ἀγγλικοῦ νόμου, καὶ συνεπῶς ἀδυνατῶ νὰ ἐκφέρω γνώμην.
§171Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Ἀγγλικὸς νόμος ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον συγκροτοῦνται τὰ Συμβούλια. Τὸ καταστατικὸν, ὅπερ θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐρωτᾷ ὁ κ. Στεφάνου, ἂν θὰ ἐγκριθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Τοῦτο δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς νόμος διὰ τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀνάγκη τὸ καταστατικὸν νὰ κυρωθῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§172ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1860 καὶ τροποποιηθέντα κατὰ τὸ 1880, αἱ ξέναι Ἑταιρεῖαι δύνανται νὰ παρασταθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, ἂν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὰς ἡ ἐπὶ Δικαστηρίων παράστασις. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ξένης Ἑταιρείας, μεθ’ ἧς συνεβλήθημεν. Πῶς θὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων; Ἡ σύμβασις δὲν ἀρκεῖ νὰ προσδώσῃ αὐτῇ τὴν πρὸς παράστασιν ἱκανότητα. Ὅλαι αἱ ἄλλαι ξέναι Ἑταιρεῖαι, δυνάμει τοῦ εἰρημένου νόμου, καὶ μόνον ἀφοῦ διὰ Β. Διατάγματος ἐγκριθῇ τὸ καταστατικὸν αὐτῶν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως. Τοῦτο ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Δυνάμει τοῦ Ἀγγλικοῦ νόμου θὰ ἔχῃ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως; Ἡ ἔγκρισις, ἣν θὰ δώσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θὰ ἦναι ἀρκοῦσα, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἱκανὴν πρὸς παράστασιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων; Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν ἔχω.
§173Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§174Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ νόμου. Ἡ σύμβασις βεβαίως θὰ κυρωθῇ διὰ νόμου, θὰ ἰσχύῃ δὲ ἡ σύμβασις ὡς νόμος· ἑπομένως, ἂν ἡ σύμβασις ἔλεγεν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν σύστασιν Ἑταιρείας ἕδραν ἐχούσης τὰς Ἀθήνας, θὰ ἦτο ἴσως εὔλογον νὰ ἐρωτήσῃ τις, πῶς θὰ παρίσταται ἐν Ἑλλάδι, ὑπὸ τίνος θ’ ἀντιπροσωπεύηται ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων; ἐν τῷ προσώπῳ τίνος θὰ ἐνάγηται, καὶ ποῖος θὰ ἐνάγῃ; Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 2 ὥρισεν εἰδικῶς, ὅτι ταῦτα θὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ καταστατικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ἀγγλικοῦ Γραφείου, ὅπερ δέχεται τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν τὰς διαλύσεις καὶ τὰς συστάσεις.
§175Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀγγλικῶν νόμων, παρακαλῶ νὰ δηλωθῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι ἀναλαμβάνει εὐθύνην, διορίζουσα μέλη εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος εἰς πάντα τὰ ἀποβλέποντα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κανονισμῶν τῆς Ἑταιρείας θεωρεῖ τὰ πρόσωπα τὰ μετέχοντα τῆς διοικήσεώς της ὑπεύθυνα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνει καὶ διορίζει τὰ μέλη ταῦτα, ὑποθέτω, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος συνεπάγεται καὶ τὴν εὐθύνην τῆς διοριζούσης αὐτὰ Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι, προκειμένου περὶ τοιαύτης συμφωνίας, ἡ ὁποία ἐπάγεται εὐθύνας πρὸς ξένον Κράτος, τὸ Ἀγγλικὸν, πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ μελετήσωμεν καὶ ἐννοήσωμεν καλῶς τοὺς ἀγγλικούς νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ αὐστηροὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα τοῦτο.
§176Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πράγματι ἡ σύμβασις ὁρίζει, ὅτι εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τὸ ἐν Λονδίνῳ θ’ ἀντιπροσωπεύηται καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ δύο συμβούλων, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπὸ τοῦ ἰδίου διοικητοῦ τῆς Τραπέζης ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ. Κατὰ πόσον ταῦτα εἶναι δεκτὰ κατὰ τὸν Ἀγγλικὸν νόμον, δὲν γνωρίζω, οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις, ὑποθέτω, γινώσκει. Ἤδη περιμένομεν νὰ μάθωμεν, ἂν τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ, διότι δυστυχῶς δὲν εἴχομεν νομικοὺς Ἄγγλους ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ δώσωσι τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις, ἡμεῖς δὲ προέβημεν εἰς τὴν καταχώρισιν τῆς διατάξεως περὶ συμμετοχῆς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι τοῦτο ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν ἀγγλικῶν νόμων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον, ὅτι ἔχουσιν εὐθύνην οἱ σύμβουλοι, καὶ τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐναγομένην ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὡς διορίσασαν δύο ἀντιπροσώπους, περὶ τούτου δύναμαι νὰ καθησυχάσω τὸν κύριον προλαλήσαντα, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ συμβῇ, διότι κατὰ τὸν Ἀγγλικὸν νόμον ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνεργεῖ. Ἂν ἐγένετο νεώτερος νόμος διάφορος, δὲν γνωρίζω. Ἤκουσα προχθὲς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι νέος νόμος, συνεπάγων νέας εὐθύνας, ἐψηφίσθη ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐὰν συμμετάσχῃ ὁ σύμβουλος εἴς τινα πρᾶξιν, τότε εἶναι καθ’ ὅλους τοὺς νόμους τοὺς ἀγγλικοὺς ὑπεύθυνος· ἐὰν ὅμως δὲν λάβῃ μέρος, οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν. Τώρα, ἐὰν περιέλθῃ ἡ Ἑταιρεία εἰς πτώχευσιν, κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἀποδοθῇ εὐθύνη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι μέτοχος; Ἂν οἱ σύμβουλοι αὐτῆς ὑποπέσωσιν εἰς παράβασίν τινα, βεβαίως θὰ εὐθύνηται αὕτη διὰ τὴν παράβασιν ταύτην· ἀλλ’ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι οἱ σύμβουλοι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλονται ἐκεῖ, ἀποστέλλονται οὐχὶ ἵνα συμμετάσχωσι τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἵνα παρακολουθῶσι πάσας τὰς πράξεις τῆς Ἑταιρείας καὶ κρατῶσιν ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως ὡς συμβούλους χαρακτηρίζει αὐτοὺς ἡ σύμβασις· ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς διασκέψεις, εἰς τὰ συμβούλια, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωσι μέρος εἰς τὴν διοίκησιν. Οἱ σύμβουλοι τῶν ἀγγλικῶν Ἑταιρειῶν εἶναι κυρίως διευθυνταὶ, λέγονται Directors.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἑδρεύοντος ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινὸς, περὶ παραστάσεως τῆς Ἑταιρείας ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐπήνεγκεν, εἶναι σύμφωνοι καὶ πρὸς τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει κυρωθῇ ἡ σύμβασις, καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως. Ἡ Ἑταιρεία ἐνάγει καὶ ἐνάγεται ἐν Ἑλλάδι, ἔχει δὲ παράστασιν τὸ ἐν Ἑλλάδι ἑδρεῦον Συμβούλιον. Ἄλλη προὐτάθη ἀμφιβολία περὶ τῆς πραγματοποιήσεως ἢ τῆς μὴ ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, μήπως παράγεται κώλυμά τι εἴτε εἰς τὰ τῆς παραστάσεως τῆς Ἑταιρείας, εἴτε εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἄλλων δικαστικῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι οἱ δισταγμοὶ δὲν ἔχουσι βάσιν, διότι δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ ἐμπορικῷ νόμῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ καταστατικὰ τῶν Ἑταιρειῶν κυροῦνται διὰ Β. Διατάγματος. Δύναται ἐν τῷ καταστατικῷ ν’ ἀναγραφῇ, ὅτι πρὸ τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρείας θέλει ὑποβληθῇ τὸ καταστατικὸν πρὸς ἀναγνώρισιν ταύτης. Δὲν ἀνεγράφη «πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ ἐμπορικοῦ», ἀλλὰ μόνον, ὅπως ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ καταστατικῷ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ καταστατικοῦ. Ἀληθῶς, ἂν αἱ διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ δὲν εὐκολύνωσιν, ἀλλὰ παρακωλύωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, ἡ Κυβέρνησις θέλει ποιήσηται παραστάσεις, ἂν δὲ ἡ Ἑταιρεία ἐπιμένῃ, ἀναγκαίως θέλει διαλυθῇ ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ἔγκρισις τοῦ καταστατικοῦ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, διότι, ὅταν τὴν σύμβασιν κυροῖ νόμος τοῦ Κράτους, ἐν δὲ τῇ συμβάσει ἀναγράφηται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐνάγει καὶ ἐνάγεται ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἄλλης ἐγκρίσεως, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἔγκρισις ὑπὸ τοῦ νόμου, ὁ δὲ νόμος ἀναπληροῖ τὴν ἔλλειψιν ἄλλης ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ.
§178Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πλέον.
§179Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κάμωμεν μίαν σύμβασιν, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ σύμβασις ὑπόκειται εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία εἶναι ἀγγλική. Οἱ ἀγγλικοὶ νόμοι προβλέπουσιν, ὅτι πᾶσαι αἱ διατάξεις, πᾶσαι αἱ δίκαι πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ἀγγλικὰ Δικαστήρια. Ἐκτὸς δὲ τούτου, πῶς δυνάμεθα νὰ ἐναγάγωμεν τὴν Ἑταιρείαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ τὰ κεφάλαιά της ὅλα εἶναι εἰς τὴν Ἀγγλίαν; Καὶ φοβοῦμαι πολύ, ὅτι θὰ προσκρούσωμεν εἰς τοὺς ἀγγλικοὺς νόμους. Ἡ Ἑταιρεία εἶναι ἀγγλική, οἱ μέτοχοι εἶναι Ἄγγλοι· νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπιτρέψωσιν αὐτοὶ νὰ ἐναχθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ ἑλληνικά, ν’ ἀντιταχθῶσιν εἰς τοὺς ἀγγλικοὺς νόμους; Πολὺ τὸ ἀμφιβάλλω. Τώρα ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑπεύθυνα μόνον ἀτομικῶς. Ὄχι· ὁ ἀγγλικὸς νόμος τοῦ 1900 λέγει, ὅτι πάντα τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου εἶναι συνυπεύθυνα εἰς πᾶσαν περίστασιν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ καλοὺς νομικούς, διότι εἶναι νόμος παλαιός, νόμος τοῦ 1900, καὶ εἶναι πολὺ δύσκολον ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ Ἄγγλοι νὰ γνωρίζωσιν αὐτόν, διότι αἱ λεπτομέρειαι ἑνὸς νόμου ἀγγλικοῦ εἶναι πολλαί, καὶ πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσι δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων. Ἑκάστη δὲ ἀπόφασις ἀποτελεῖ νόμον. Θὰ εὑρεθῶμεν ἴσως εἰς χάος μέγα. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καλῶς ὑπὸ ἐγκρατῶν νομικῶν, καὶ τότε ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν τῳόντι αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν ἐνταῦθα, ἔχουσιν ἰσχὺν ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ ὄχι, καὶ ἂν κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῶσι τὰ πρῶτα μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου νὰ ἦναι Ἕλληνες· διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι συνεπάγονται εὐθύνην. Κατόπιν ἴσως εἶναι εὔκολον νὰ διορισθῶσι μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ τότε δὲν εἶναι ἴσως ἀτομικῶς ὑπεύθυνα διὰ τὰς πράξεις των. Ἐν τῇ ἀρχῇ ὅμως εἶναι ὅλοι ὑπεύθυνοι.
§180Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§181Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι μὲ παρεξηγήσατε· εἶναι δύο εἰδῶν σύμβουλοι.
§182Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν παρέχει καμμίαν ἐγγύησιν ὁ σύμβουλος, ἂν δὲν ἐκπροσωπῇ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἀκριβῶς πρὸς ἐγγύησιν δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ ἀντιπροσώπους. Τίνα ἐγγύησιν ἔχουσιν αὐτοί, ἐν ᾗ περιπτώσει εὐθύνονται προσωπικῶς; Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ προστήσαντος, πάντως εὐθύνεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἀγγλικούς, ὡς λέγει ὁ κύριος Σκληρός, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ εὐθύνας τοιαύτας παρ’ αὐτῶν, καὶ ἀκόμη καὶ εὐθύνην ὑλικήν, βεβαίως θ’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ εὐθύνηται. Ἄλλως τε ἐγὼ δὲν βλέπω ἐδῶ, ὅτι πρόκειται περὶ διαδικασίας, δὲν βλέπω ποίου εἴδους ἀπαιτήσεις θὰ ἐγερθῶσιν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τῆς Ἑταιρείας. Ὡς ὀρθῶς παρετήρησαν οἱ ἀγορεύσαντες προχθὲς κ. κ. Γούναρης καὶ Στεφάνου, ἡ Ἑταιρεία αὕτη τὴν ἕδραν αὐτῆς θὰ ἔχῃ ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι κυρίως ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως αὐτῆς δὲν εἶναι παρὰ ἡ πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἡ ἀγορὰ εἶναι ἀναγκαία, χάριν τοῦ κυρίου σκοποῦ, ὃν ἡ Ἑταιρία ἔχει, ὅπως πωλήσῃ, καὶ διὰ τῆς πωλήσεως προσπορίσῃ κέρδη καὶ πρὸς τοὺς παραγωγοὺς καὶ πρὸς ἑαυτήν. Λοιπὸν δὲν ἔχει ἐδῶ διαφορὰς δικαστικάς. Μίαν μόνον περίπτωσιν βλέπω, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ διαφορὰς πρὸς τοὺς παραγωγοὺς, τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ σύμβασις, περὶ καθορισμοῦ τῶν ποιοτήτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις. Δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θεωροῦσιν ἡ σύμβασις καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐξησφάλισαν τὸ πρᾶγμα, ὁρίζοντα ὅτι τοῦτο λύεται διὰ διαιτησίας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς· πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς τοὺς ξένους, διὰ νὰ μὴ μᾶς εἴπωσιν αὔριον, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ τοὺς ἀπατήσωμεν, ὅτι προσηγάγομεν ἐδῶ ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον συνεζήτησεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, τὸν ὁποῖον ἐκύρωσεν ἡ Βουλή, ὁ ὁποῖος καθ’ ὡρισμένας αὐτοῦ διατάξεις δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν ἰσχύν. Καὶ πρέπει τοῦτο πολὺ νὰ τὸ σκεφθῇ καὶ νὰ τὸ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐξεύρῃ ἕνα τρόπον, ἵνα διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ παράσχῃ καὶ εἰς τοὺς ξένους τὴν ἐγγύησιν τὴν πρέπουσαν, τὴν ὁποίαν ἀξιοῦσι νὰ ἔχωσιν, ὅταν συναλλάσσωνται πρὸς μίαν Κυβέρνησιν, διότι αἱ περὶ διαιτησίας διατάξεις τῆς συμβάσεως οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχουσιν ἰσχύν...
§183Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§184Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀμέσως θὰ ἐξηγήσω πῶς. Καθ’ ὅλας τὰς ἀρχὰς τοῦ Δικαίου, ἡ διαιτησία δὲν εἶναι παρὰ εἶδος συμβιβασμοῦ· ἡ διαιτησία δὲν εἶναι Δικαστήριον· διότι, ἂν ἦτο Δικαστήριον, τότε βεβαίως ἐδῶ ἀποτελεῖ ἔκτακτον Δικαστήριον, ἀπαγορευόμενον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Δικαστήριον λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι, διότι ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος μᾶς ἀπαγορεύει νὰ συστήσωμεν Δικαστήρια ἔκτακτα, μὴ ἰσόβια μάλιστα. Τί εἶναι λοιπὸν αὐτό; Εἶναι διαιτησία; Βεβαίως δὲν εἶναι διαιτησία· διότι συμβάλλεται μὲν ἡ Κυβέρνησις πρὸς Ἑταιρείας, καὶ ὁρίζει καὶ διὰ νόμου πολλάκις, ὅτι ὡρισμέναι διαφοραὶ λύονται διὰ διαιτητῶν, ἀλλὰ παραμένει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνδιαφερομένου διαδίκου νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς τὸν διαιτητήν· διότι ἄνευ τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ἐπέρχεται διαιτησία. Ἡ διαιτησία στηρίζεται εἰς συνυποσχετικόν, ἀλλὰ διὰ τοῦ συνυποσχετικοῦ διορίζει τὸν διαιτητήν του ὁ ἐνδιαφερόμενος. Ἐδῶ τί συμβαίνει; ἐδῶ ὀνομάζομεν διαιτητὰς δικαστὰς, τοὺς ὁποίους ὁρίζει τρίτον πρόσωπον, ἵνα κρίνωσι περὶ τῶν δικαίων ἄλλου προσώπου. Ναὶ ἢ οὔ; Τοῦτο βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ διαιτησίαν.
§185Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀντιπροσωπεύει τοὺς παραγωγοὺς ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, αὐτὸ τὸ τεκμήριον.
§186Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν δύνασθε σεῖς νὰ στηρίζησθε εἰς τεκμήρια ἀνύπαρκτα. Ἵνα διορίσῃς τὸν διαιτητὴν ἄλλου προσώπου, πρέπει νὰ λάβῃς περὶ τούτου εἰδικὴν ἐντολήν. Δὲν βλέπω δὲ διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τοὺς παραγωγούς. Ἐγὼ κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, μόνον διὰ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ διορθώσῃ τὰ τῆς συμβάσεως κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς καὶ ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς ξένους ἐγγύησιν, ὅτι σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς συναλλάσσονται μετὰ τῆς Ἑλλάδος· διότι δὲν θέλω μεθαύριον, ὅταν ἔλθῃ ἡ περίστασις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς σχετικῆς διατάξεως, νὰ παρουσιασθῇ ὁ παραγωγὸς—διότι ἐγὼ ὁμιλῶ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ταύτην τὴν στιγμὴν—νὰ παρουσιασθῇ ὁ παραγωγὸς καὶ ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑταιρείας τοῦ νὰ τὸν κρίνῃ διαιτητὴς, ἵνα λάβῃ τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ Ἑταιρεία, καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Καὶ βεβαίως τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, καλούμενα ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης, θ’ ἀποφανθῶσιν, ὅτι δὲν ἰσχύει ἡ διάταξις· ἢ τουλάχιστον, ἀφοῦ ἐγείρεται τοιαύτη ἀμφισβήτησις, περὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν—δὲν γνωρίζω, τί φρονοῦσιν οἱ ἄλλοι νομικοὶ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀνίσχυρος, —πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ διορθωθῇ, κυρίως διότι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν νὰ μᾶς εἴπωσι μεθαύριον, ὅτι δὲν ἐνόησαμεν ὅτι ψηφίζομέν τι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, ἵνα ἐξαπατήσωμεν τοὺς ξένους. Αὐτὴν τὴν μομφὴν πρέπει πάσῃ δυνάμει νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐξεύρῃ ἓν σύστημα ἄλλο, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἦναι δυνατὸς ὁ καθορισμὸς τῆς διαφορᾶς περὶ τῆς ποιότητος μεταξὺ παραγωγοῦ καὶ Ἑταιρείας, ἀλλὰ βεβαίως οὐχὶ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὐδὲν κῦρος ἔχει καὶ οὐδὲν θὰ προσδώσῃ δικαίωμα οὐδὲ εἰς τοὺς παραγωγοὺς οὐδὲ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία θὰ συμβληθῇ μεθ’ ἡμῶν.
§187Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν! (γέλωτες).
§188Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Γεράκη, διότι ἐγὼ ἤμην τελευταῖος.
§189Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν. Ἐγὼ μάλιστα εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Λεβαδείας, ὅτι ἔφερε τοιαύτην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον σημειώσει, ἵνα κάμω καὶ ἐγώ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν, Κύριοι...
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς τελειώσῃ ὁ κύριος Γεράκης.
§192Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου δευτέρου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔφερα τὴν παρατήρησιν, δὲν εἶναι σαφὴς, καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ὀφείλομεν, νομίζω, ὡρισμένως ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ νὰ ἀναφέρωμεν τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δυνάμεθα νὰ ἀπευθύνωμεν καὶ κοινοποιῶμεν τὰ δικόγραφά μας ἐν Ἀθήναις, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐν Ἀθήναις θὰ κοινοποιῶμεν ταῦτα. Καὶ εἶναι ἀσαφὴς προσέτι ἡ διάταξις αὕτη διὰ τὸν λόγον, ὅτι, ἐὰν ὁρισθῇ ὅτι πρέπει νὰ κοινοποιῶμεν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ δικόγραφα, θ’ ἀναγκασθῶμεν ν’ ἀπευθύνωμεν καὶ κοινοποιῶμεν τόσα δικόγραφα, ὅσα εἶναι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι πέντε, ἐνῷ τοὐναντίον παρατηροῦμεν, ὅτι ἅπασαι αἱ ὑπάρχουσαι Ἑταιρεῖαι ἐν Ἑλλάδι, Τράπεζαι καὶ λοιπὰ τοιαῦτα καταστήματα, ἔχουσιν ἓν καὶ μόνον πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπευθύνομεν τὴν ἀγωγήν μας, καὶ εἰς μόνον τὸ πρόσωπον αὐτὸ κοινοποιοῦμεν τὰ δικόγραφα. Παράλογον λοιπὸν θὰ ἦναι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, ὑποχρεοῦσα τὸν πτωχὸν παραγωγὸν, πρὸς διεκδίκησιν ἐλαχίστου ποσοῦ, ἢ ἄλλου τινὸς, νὰ ὑποβάλληται εἰς τοιαύτην ἄσκοπον δαπάνην. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δέον νὰ τροποποιηθῇ, καὶ νὰ ὁρισθῇ μὲν, ὅτι τὰ δικόγραφα θ’ ἀπευθύνωνται πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς καὶ τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀπευθύνωνται ταῦτα.
§193ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§194Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸν πρόεδρον, μάλιστα.
§195Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἰς ἕκαστον ἀποθηκάριον νὰ κοινοποιῆται.
§196Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 θὰ φέρω, Κύριοι, καὶ ἐγὼ μερικὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἀποβλέπουσιν ἀκριβῶς τὴν σταφίδα τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος καὶ ἐν γένει τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ σταφὶς τῆς Κεφαλληνίας, συμφώνως πρὸς τὰς διάταξις τοῦ ἄρθρου 9, ὑπάγεται εἰς τρεῖς κατηγορίας, ἤτοι εἰς τὴν τετάρτην, εἰς τὴν πέμπτην καὶ εἰς τὴν ἕκτην· καὶ εἰς μὲν τὴν τετάρτην ὑπάγονται αἱ ἐκλεκταὶ ποιότητες, εἰς τὴν πέμπτην αἱ καλαὶ ποιότητες καὶ εἰς τὴν ἕκτην αἱ δευτερεύουσαι ἢ τρεχούμεναι. Λέγοντες δευτερεύουσαι ἢ τρεχούμεναι, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν μίαν διάκρισιν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, λέγων «τρεχούμεναι», ἐννοεῖ ἀκριβῶς τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῆς παραγωγῆς... Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω, ἐξακολουθῶ.
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§198Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πολὺ ἀκόμη;
§199Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πολύ.
§200Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§201Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Βλέπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία διάθεσις, βλέπω τὰ ἐδώλια κενά· κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει καὶ εἰς ἐμὲ ἡ ὄρεξις...
§202Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον καλλίτερα.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3409.59 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 479). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 15′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).