Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 55

1903.03.22

3.092 στίχοι · 22.531 λέξεις · 1 πίνακας · 290 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1903.03.22
Προεδρεία
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1907)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55

τῆς 22 Μαρτίου 1903

(Σάββατον).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐργατῶν τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν, ζητούντων νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς καπνοπώλας ἡ εἰσαγωγὴ μηχανημάτων σιγαροποιΐας καὶ σωληνοποιΐας. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν καλαποδοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, αἰτουμένων νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβληθῇ βαρύτερον εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ νῦν τοιούτου ἐπὶ τῶν ἐξ Εὐρώπης καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν εἰσερχομένων καλαποδίων. Ἀναφορὰν τῶν Παρασουλιωτῶν, ζητούντων ἄρτον καὶ στέγην, εἰ δ’ ἄλλως, ἐργασίαν. Ἀναφορὰν τῶν δικαστικῶν κλητήρων Καρδίτσης, ζητούντων ν’ ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς συμβολαιογράφους, ἐπιτρεπομένης αὐτοῖς τῆς τηρήσεως πρωτοτύπων καὶ τῆς ἐκδόσεως ἀντιγράφων, καὶ νὰ τοῖς ὁρισθῇ μισθὸς, σύνταξις, στολὴ κλπ. Τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Κυπαρισσίας, ἀναφέροντος, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ δοθεῖσα πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορία, ὅτι ὁ νομάρχης ἐπεκύρωσε τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἄνευ δημοπρασίας, καὶ βεβαιοῦντος, ὅτι πάντα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτελεσθέντα ἔργα εἶναι μικρᾶς ἀξίας, καὶ ἐξετελέσθησαν κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις. Ἀναφορὰν τῶν καταδίκων Παλαμηδίου, αἰτουμένων νὰ διαταχθῇ ἡ ἀραίωσίς των διὰ τῆς μεταφορᾶς τινων ἐξ αὐτῶν εἰς ἑτέρας φυλακὰς τοῦ Κράτους. Ἑκάστη τῶν ἀναφορῶν τούτων θέλει παραπεμφθῇ εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος, Ἐπ. Ἐμπειρῖκος, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Κορυζῆς καὶ Ι. Νικολαΐδης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας ξυλείας χρησιμευούσης εἰς κατασκευὴν κιβωτίων πρὸς ἐναπόθεσιν ἑσπεριδοειδῶν καρπῶν καὶ ξηρῶν σύκων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 297). Οἱ βουλευταὶ Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινὸς καὶ Λαρίσης κ. Ι. Γιαννακίτσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγροφυλακῆς. Ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Σιγάλας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λέκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 298–301). Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1901 καὶ 1902 ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς διατροφὴν τῶν προσωποκρατηθέντων πρὸς πληρωμὴν δικαστικῶν ἐξόδων, πόσοι οὗτοι, πρὸς δὲ καὶ πόσοι τούτων ἐπλήρωσαν προσωποκρατηθέντες τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος αὑτῶν.» Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§2Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προκαλέσω τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν κατασκευαστῶν καλαποδίων, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι ἕνεκα τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν ἐν Εὐρώπῃ κατασκευαστῶν καλαποδίων κατέκλυσαν τὴν ἀγορὰν τὰ εὐρωπαϊκὰ καλαπόδια, τὰ ὁποῖα εἶναι σχεδὸν ἀφορολόγητα ὑπὸ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καλαποδίων ἀνώτερος τοῦ νῦν ὑφισταμένου, πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη προσπαθοῦσι νὰ ἐπιβάλλωσι φόρους πρὸς προστασίαν τῶν ἐγχωρίων βιομηχανικῶν προϊόντων. Ὡσαύτως οἱ ἐπιπλοποιοὶ σήμερον παρ’ ἡμῖν δικαίως παραπονοῦνται, διότι ὁ ξένος συναγωνισμὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε θὰ παύσωσι νὰ ἐργάζωνται οἱ ἐγχώριοι· ὑπερτετρακόσιοι ἐπιπλοποιοὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ξένου συναγωνισμοῦ, διότι ἔπιπλα πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν εἰσέρχονται ἐξ Εὐρώπης εἰς τὴν Ἑλλάδα σχεδὸν ἀφορολόγητα, καὶ καθιστῶσι τὴν ἐργασίαν τῶν ἐγχωρίων ἀδύνατον. Παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὴν ἀναφορὰν τῶν καλαποδοποιῶν, ὡς καὶ τὴν τῶν ἐπιπλοποιῶν, λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν.

§3ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν παράκλησίν μου εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῆς συντεχνίας τῶν καλαποδοποιῶν καὶ τροπολογία σχετικὴ τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ. Ὁ σήμερον ἐπιβαλλόμενος δασμὸς ἐπὶ τῶν καλαποδίων τῶν εὐρωπαϊκῶν εἶναι τόσον ἀσήμαντος, ὥστε οἱ ἐνταῦθα κατασκευασταὶ αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τοιούτους. Τὸ δασμολόγιον φορολογεῖ τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα καλαπόδια μὲ 38 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ φορολογία αὕτη ἀντιστοιχεῖ πρὸς 8 λεπτὰ δι’ ἕκαστον καλαπόδιον· ἑπομένως εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῶσι τὰ ἐν Ἀθήναις κατασκευαζόμενα τέλεια καλαπόδια πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπεστήριξαν ἀναφορὰν, ὑποβληθεῖσαν κατά τε τὴν τελευταίαν καὶ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη μέχρι τοῦδε. Ὑποθέτω ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ὑποβάλῃ τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν θὰ προκληθῇ καμμία συζήτησις ἐπὶ τούτου.

§4Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐπιπλοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ βιομηχανία τιμῶσα τὴν χώραν ἡμῶν, αὕτη εἶναι ἡ τῶν ἐπιπλοποιῶν. Πάντες γινώσκετε τὴν πρόοδον, ἣν ἐπ’ ἐσχάτων ἔλαβεν ἡ βιομηχανία αὕτη. Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ, ἂν ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ παρ’ ἡμῖν ξυλουργικὴ τέχνη ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ ὁ δασμὸς, ὁ ἐπιβεβλημένος εἰς τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀκατέργαστα ξύλα, εἶναι τοσοῦτον βαρὺς, ὥστε ἡ συντεχνία τῶν ξυλουργῶν δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰ ἔπιπλα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λάβῃ τὸν κόπον καὶ τὴν καλωσύνην νὰ ἐρωτήσῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, θέλει πεισθῆ, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη πολλὰ καταστήματα ἐπιπλοποιῶν ἔν τε Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ἐντελῶς παρέλυσαν καὶ ἐκλείσθησαν, μὴ δυνάμενα νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ἀθρόως εἰσαγόμενα ξένα ἔπιπλα. Δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει νὰ ἐφαρμόζῃ ἀσαφεῖς διατάξεις τοῦ δασμολογίου, ἑρμηνεύει δὲ αὐτὰς οὕτω πως, ὥστε ζημιοῦνται οἱ ἐγχώριοι βιομήχανοι. Διὰ τοῦτο θέλω συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν μελέτην τῆς ἀναφορᾶς τῶν συμπολιτῶν μου τούτων, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐν τῇ διαρρυθμίσει τοῦ ζητήματος καὶ ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης οὐδεμία ζημία θέλει προκύψει εἰς τὸ Δημόσιον. Διότι, εἰσαγομένων τῶν ἀκατεργάστων ξύλων ὑπὸ ἐλαφρότερον δασμὸν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον διαρρυθμισθῆ τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν ἔσεται τοσοῦτον ἀθρόα καὶ μεγάλη, ὥστε θέλει συμψηφίσει τὴν ζημίαν, ἥτις θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ Δημόσιον, ἐπιβαλλομένου βαρυτέρου δασμοῦ εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ἔπιπλα.

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολλὰ μέλη τῆς συντεχνίας τῶν ἐπιπλοποιῶν προσῆλθον καὶ εἰς ἐμὲ, καὶ ἀνεκοίνωσαν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν καὶ παρὰ τῶν φίλων συναδέλφων. Ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ χορηγῇ εἰς τὰς συντεχνίας, εἶναι βεβαίως ἐπιβεβλημένη. Ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῶν προϊόντων τῶν ἐγχωρίων. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰργάσθην καὶ ἐμελέτησα τὰ τοιαῦτα θέματα, ἔχομεν δὲ διάφορα φορολογικὰ θέματα νὰ προτείνωμεν. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής· μ’ ὅλα ταῦτα θὰ φροντίσω διὰ τοῦ δασμολογίου νὰ παράσχω εὐκολίαν τινὰ εἰς αὐτοὺς ἀπέναντι τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς συναγωνισμοῦ. Τὸ Καπνοκοπτήριον τῶν Ἀθηνῶν κατεδείχθη ἀκατάλληλον, καὶ προσείλκυσε τὴν προσοχήν μου· διότι οὐ μόνον ἡ ἐργασία ἐν αὐτῷ γίνεται ἀνωμάλως, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑγεία τῶν ἐργαζομένων διατελεῖ ἐν κινδύνῳ. Ἠσχολήθην νὰ λάβω πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἔμαθον, ὅτι εἶχον γείνῃ μελέται τινὲς, καὶ ἰδίᾳ, ὅπως οἰκοδομηθῇ μία πτέρυξ, ἵνα δοθῇ ἀναψυχὴ καὶ ἄνεσις εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ μὴ ἐργάζωνται ἐν στενῷ χώρῳ. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦτο ἐγκατελείφθη, διότι τὸ παρακείμενον γήπεδον, ἐφ’ οὗ ἔμελλε νὰ οἰκοδομηθῇ, ἠμφισβητήθη ὑπὸ γειτόνων, ἠγέρθησαν δὲ ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Θὰ ἦτο δὲ λίαν δυσάρεστον νὰ περιμένωμεν νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις. Διὰ τοῦτο ἐπροτίμησα τὴν γνώμην περὶ οἰκοδομῆς νέου καταστήματος. Σχέδιον ὑπάρχει συντεταγμένον καὶ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 400,000 δραχμὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ κατορθωθῇ νὰ κατασκευασθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ προβῶμεν εἰς οἰκοδομὴν τμήματος τοῦ νέου Καπνοκοπτηρίου, ὑποβάλλω δὲ καὶ δήλωσιν, ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσις 200,000 δραχμῶν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον μετὰ τοῦ συνημμένου προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 302).

§7Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς παραστάσεις τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπιπλοποιῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐπιπλοποιΐα οὐ μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἔκαμε μεγάλας προόδους καὶ ἀπασχολεῖ πολλὰς ἐργατικὰς χεῖρας. Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι αἱ βιομηχανίαι δὲν ἔχουσι τὴν ἀρωγὴν τῆς Πολιτείας, ὅπως εἰς ἄλλα Κράτη. Ἐν Ὁλλανδίᾳ π. χ. ἡ Πολιτεία παρέχει δωρεὰν εἰς τοὺς κατεργαζομένους τὸν χάρτην δάση ὁλόκληρα, ὅπως χρησιμεύωσιν ὡς πρώτη ὕλη διὰ τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν. Οἱ ἀναφερόμενοι ἐπιπλοποιοὶ βεβαίως εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ κρατοῦν δασμολόγιον τῆς ἀτελείας σχεδὸν τῶν ἐξ Εὐρώπης εἰσαγομένων ἐπίπλων νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτά. Αἱ πρῶται ὗλαι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσιν ὡς βάσις τῆς τέχνης αὐτῶν, φορολογοῦνται τόσον βαρέως, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ἔπιπλα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐπιπλοποιῶν, καὶ ὅτι κλάδος, ὁ ὁποῖος τόσας ἐπετέλεσε προόδους καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν πρέπει ν’ ἀπομαρανθῇ καὶ νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς μοιρολατρείας, ὑφ’ ἧς κατεχόμεθα ἐπὶ τόσῳ σοβαρῶν ζητημάτων, ἐνδιαφερόντων τὴν ἐθνικὴν βιομηχανίαν.

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία κρίσις τοῦ κυρίου συναδέλφου δὲν εἶναι ἀκριβής. Αἱ Κυβερνήσεις αἱ μέχρι τοῦδε πολλὰ προέβαλον νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ὧν προυτίθεντο νὰ παράσχωσιν εὐκολίας εἰς τὴν βιομηχανίαν. Διὰ πολλὰς βιομηχανίας ἡ πρώτη ὕλη εἶναι ἀδασμολόγητος, καὶ ὁσάκις παρουσιάσθη περίστασις, αἱ Κυβερνήσεις δὲν παρέλιπον νὰ παράσχωσιν εὐκολίας. Ἡ συντεχνία τῶν ἐπιπλοποιῶν μοὶ εἶναι τὰ μάλα γνωστή, διότι συμπίπτει νὰ ἔχω προσωπικὴν γνωριμίαν μετὰ πληθύος τῶν ἐπιπλοποιῶν, καὶ πρὸ πολλοῦ γνωρίζω τὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας περιέρχονται ἕνεκα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Διὰ τοῦτο μετὰ πολλῆς προθυμίας ἐδραξάμην τῆς εὐκαιρίας ταύτης, τῆς δοθείσης μοι, ἵνα μελετήσω περισσότερον τὴν ὑπόθεσιν καὶ παρασκευάσω ἐργασίαν, ἡ ὁποία θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§11Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ μὲ δύο λέξεις μόνον θέλω συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς πρὸς παρασκευὴν ἐρέας, ἀναγκαιούσης εἰς τὸ Κράτος, θὰ ἦναι πολὺ συμφέρουσα. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἂν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης τὰ ἐργοστάσια τοῦ Κράτους δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ παρασκευάζωσι τὴν ἀναγκαιοῦσαν ποσότητα ἐρέας, ὅταν ὁ στρατὸς διατελῇ ἐν ἐπιστρατεύσει, θέλομεν ἔχει τὸ δυσάρεστον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἴδομεν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν, ὅτε ὁ στρατὸς ἔμεινεν ἄνευ ἐνδυμάτων. Ἠδυνήθημεν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 νὰ ἐνδύσωμεν τὸν στρατὸν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν. Λοιπὸν ἐκ τῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διδαχθῶμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, ὥστε νὰ δυνάμεθα ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας νὰ ἐφοδιάζωμεν τὸν στρατὸν διὰ τῶν ἀναγκαιούντων ἐνδυμάτων.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξε τὸ θέμα ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἰδίως δ’ ἀνέμνησεν, ὅτι τὰ περὶ τούτου ἀνάγονται εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἀναφαίνονται ἐν τῇ διοικήσει τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος περιέρχεται ἐν ἐπιστρατεύσει. Ἡ γνώμη αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν παρασκευὴν τῶν πρὸς πόλεμον ὑπῆρξεν ἀμέλεια ἢ ἀκηδία, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ὑπῆρξε μεγάλη καὶ ἐπαρκὴς προμήθεια περὶ τῶν χρειωδῶν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν, ἦτο βεβαίως ἄδικος.

§13Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶπον, κύριε Πρόεδρε, τοιοῦτόν τι· μὲ παρεξηγήσατε.

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι, τυγχάνων ἐν τῇ διοικήσει τῶν κοινῶν πραγμάτων κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, δὲν ἔκρινον ἐπὶ πολὺν χρόνον, ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε περιαχθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ πρόκλησιν πολέμου. Ἀληθῶς δὲν εὑρέθημεν ἔχοντες τὰ πρὸς ἐνδυμασίαν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ ἀπαιτούμενα εἴδη ἱματισμοῦ, καθ’ ὃν χρόνον διετάχθη ἡ ἐπιστράτευσις· ἀλλ’ ὅτε αὕτη διετάχθη, δραστηριώτατα ἐλήφθησαν μέτρα, καὶ ἔκτακτοι κατεβλήθησαν προσπάθειαι πρὸς προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὸν στρατόν. Τότε ὁ ἐμὸς συνάδελφος ὑποστράτηγος κ. Μεταξᾶς, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἠναγκάσθη νὰ προμηθευθῇ ἀπὸ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν ὑφάσματα διάφορα διὰ τὸν ἱματισμὸν τῶν ἐπιστράτων· ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι τὰ ἐνδύματα ἐκεῖνα τῶν ἐπιστράτων ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται πλέον οἱ στρατιῶται νὰ φορῶσιν αὐτά. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν τὸ πρᾶγμα· βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἐγκρατέστερος ἐμοῦ, καὶ ἔχει ἴσως μεγαλείτερον ἐνδιαφέρον εἰς τὰ τῶν λεπτομερειῶν ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης· ἐξετάζων ὅμως τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, λυποῦμαι διότι δὲν εὑρίσκομαι σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος δὲν ἠγνόει ἴσως τὴν γνώμην, ἣν εἶχον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προεκηρύσσοντο αἱ δημοπρασίαι κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη, διότι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901–1902 ὑπηνιξάμην τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τούτου, καὶ κατεστάθη ἔκτοτε γνωστόν, ὅτι διαφωνῶ ἐπὶ τούτων πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐπεκτείνει ὑπὲρ τὸ μέτρον τὸ καθῆκον τῆς Διοικήσεως πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἐπεκτείνει, λέγω, τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προστατεύῃ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καὶ νὰ παρέχῃ τοιαύτην προστασίαν διὰ δασμῶν τελωνιακῶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν, καθιστῶσα εὐθηνότερα τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ, τὰ ὁποῖα παράγονται ὑπὸ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, καθιστῶσα διὰ νομοθετημάτων εὐωνοτέραν τὴν πρώτην ὕλην καὶ ἐπαρκῆ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας, καὶ κατορθώνουσα ὥστε τὰ κεφάλαια νὰ ἦναι προσιτώτερα καὶ εὐθηνότερα πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ πρόνοια τῆς Διοικήσεως μέχρι τῶν κιβωτίων τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄρχεται ἑτέρα πρόνοια, ἡ πρόνοια, ὅπως πορίζηται τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ δι’ ὀλιγωτέρας δαπάνης, καὶ ποιότητος καλῆς· ἄλλως, ἐὰν τὰ δημόσια χρήματα διετίθεντο ἄνευ τῆς τοιαύτης προνοίας, ἡ Διοίκησις οὐδὲν ἄλλο θὰ ἔπραττεν ἢ θὰ ἐπλήρωνεν ἄνευ ἀνάγκης πλείονα χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς ἀγορὰν τῶν εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ, ἵνα συνδράμῃ χρηματικῶς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἀλλὰ τότε θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ δίδῃ τὰ χρήματα ταῦτα ἀπ’ εὐθείας καὶ δημοσίᾳ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι ἔπραξεν ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Λιμπρίτης, τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὀρθῶς καὶ εὐλόγως· οὐδ’ ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον. Κρίνω εὔλογον τὸ διαταχθὲν ὑπὸ τοῦ πρὸ μικροῦ παραιτηθέντος κ. Λιμπρίτου μέτρον, διότι, ὅταν τὸ Κράτος προκηρύσσῃ δημοπρασίαν μειοδοτικήν, σκοπὸν ἔχει, πῶς νὰ προμηθευθῇ τὰ ἀναγκαιοῦντα εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ ἐπὶ συμφερωτέραις τιμαῖς· ὅταν ὅμως ἀποκλείῃ ἀπὸ τῆς δημοπρασίας πάντα ἀλλοδαπὸν καὶ περιορίζῃ τὸν κατὰ τὴν δημοπρασίαν συναγωνισμὸν εἰς μόνους τοὺς ἡμεδαποὺς, ἀφοῦ μάλιστα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν δὲν ὑπάρχουσι πολλὰ βιομηχανικὰ καταστήματα παράγοντα τὰ ἀναγκαιοῦντα εἴδη, τότε ἀντὶ μειοδοτικῆς δημοπρασίας καθίσταται κρατοῦσα μία θέλησις, ἡ θέλησις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι οἰκονομικῶς ἰσχυρότερος. Ἀλλὰ τότε ἐγκαθίσταται ἀληθὲς μονοπώλιον, καὶ ἤθελον ἐπιβληθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δαπάναι μεγαλεῖτεραι ἢ ὅσαι ἤθελον ἀπαιτηθῆ, ἐὰν ὁ συναγωνισμὸς ἀφίνετο εὐρύτερος. Ὁ συναγωνισμὸς δὲ δὲν ἔχει ἀνισότητά τινα, διότι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐν τῷ τελωνείῳ δὲν ἀποτελεῖ χάριν πρὸς τὸν ἐργολάβον τὸν ἀλλοδαπόν· διότι οὗτος, προσελθὼν εἰς τὴν δημοπρασίαν, καὶ ἀναλαβὼν νὰ προμηθεύσῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα εἴδη εἰς τὸ Κράτος, ὑποκατεστάθη ἀντὶ τῆς Διοικήσεως, κομίζων ὑφάσματα οὐχὶ ἴδια αὑτοῦ, ἀλλὰ τοῦ Κράτους, διότι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἐν τῷ τελωνείῳ, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ἡ βιομηχανία βεβαίως χρῄζει προστασίας, ἀλλὰ δὲν ἀρνούμεθα εἰς αὐτὴν προστασίαν, ζητοῦντες νὰ καταστήσωμεν εὐρὺν τὸν συναγωνισμόν, οὐδ’ ἔχομεν τύψιν συνειδότος, διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ καταστήσωμεν εὐρὺν τὸν συναγωνισμόν, ἀρνούμενοι τὸ καθῆκόν μας τοῦτο πρὸς αὐτήν. Ἡμεῖς πάντοτε, ὁσάκις ἠδυνήθημεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐπράξαμεν προθύμως, καὶ μάλιστα πρὶν ἢ ζητηθῶμεν παρὰ τῆς βιομηχανίας. Κατὰ τὸ ἔτος 1895 διείδομεν τὴν κρίσιν, εἰς ἣν εἶχε περιέλθει ἡ βιομηχανία τῶν κλωστηρίων καὶ τῶν ὑφαντηρίων, καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ συντάξωμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζητοῦμεν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς ἀλλοδαπῆς βιομηχανίας. Ἀλλὰ νύκτα τινὰ εἰργαζόμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, Ὑπουργὸς τότε τυγχάνων, ἦτο δὲ ἡ δευτέρα πρωϊνὴ ὥρα, ὅτε μοὶ ἀνήγγειλαν, ὅτι ἀφίκοντο ἐκ Πειραιῶς καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὲ ἴδωσιν οἱ κ. κ. Θεόδωρος Ρετσίνας, Κυριάκος Λιγυνὸς καὶ ὁ μακαρίτης Ἕκτωρ Ψύχας, ἡτοιμαζόμην δὲ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ ἀπέλθω εἰς τὴν οἰκίαν μου. Ἠρώτησα αὐτοὺς, εἰσελθόντας εἰς τὸ γραφεῖόν μου, περὶ τοῦ σκοποῦ των, οὗτοι δὲ μοὶ εἶπον, ὅτι προσῆλθον, ἵνα μοὶ δώσωσι τὰς κλεῖδας τῶν ἐργοστασίων των· ἀπεκρίθην εἰς αὐτοὺς, ὅτι προσῆκε νὰ ἀποταθῶσιν οὐχὶ εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐμποροδικῶν. Ἐζήτησαν τότε τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὴν κρίσιν· ἀλλ’ ἐπέδειξα αὐτοῖς νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχον ἕτοιμον, ἵνα εἰσαγάγω κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Τὸ αἰφνίδιον ἄγγελμα συνεκίνησεν αὐτοὺς, καὶ μάλιστα ἕνα ἐξ αὐτῶν, ὅστις κατὰ τρόπον μαρτυροῦντα τὴν συγκίνησιν αὐτοῦ ἐξεδήλωσε τὴν εὐγνωμοσύνην του. Ἀλλὰ δὲν ἐπράξαμεν αὐτὸ μόνον· ὁ Πειραιεὺς ὑπῆρξε πάντοτε προσφιλεστάτη εἰς ἐμὲ πόλις, δὲν παρέλιπον δὲ ποτὲ νὰ ἐπιδείξω ἐπίμονον καὶ εἰλικρινῆ μέριμναν, ὅπως συντελέσω ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας αὐτῆς. Βεβαίως δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ δαπανῶμεν τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου ἀλογίστως· ἀλλὰ πάντοτε θέλομεν προσπαθεῖ νὰ ἐνισχύωμεν τὴν ἐργασίαν, νὰ προστατεύωμεν τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἐννοοῦμεν ὅτι αὐξάνοντες τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἀναγκάζομεν τὸν λαὸν νὰ πορίζηται νὰ ἀναγκαιοῦντα ἀπὸ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἡ δὲ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀποτελεῖ εἶδος φόρου ἐπιβαλλομένου εἰς τὸν λαὸν, ἀναγκαζόμενον νὰ ἀγοράζῃ τὰ εἰς αὐτὸν χρήσιμα ἀκριβότερα· ἀλλὰ περιορίζοντες τὸν συναγωνισμὸν, ἀγοράζομεν τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὸν στρατὸν ἀκριβότερα, ἤτοι ἐπιβάλλομεν φορολογίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀναγκάζοντες αὐτὸ εἰς εἰσφορὰν χρημάτων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ἀλλὰ διατὶ δὲν πράττομεν τοῦτο φανερὰ; Νὰ εἴπῃ ἡ βιομηχανία, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, τὸ Κράτος νὰ δράμῃ εἰς συνδρομὴν αὐτῆς, χορηγοῦν αὐτῇ δάνειον, ἢ παρέχον τὴν ἐγγύησίν του, ἵνα δυνηθῇ νὰ δανεισθῇ. Ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς, ὁ ὁποῖος τώρα ἀνῆλθεν εἰς ἀκμὴν οἰκονομικήν, ὅτε ἐπυρπολήθη τὸ ἐργοστάσιόν του, πόθεν ἐπορίσθη τὰ χρήματα πρὸς ἀνοικοδόμησιν αὐτοῦ; Ποῖος ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἐγγυηθῇ τὸ Κράτος καὶ δυνηθῇ νὰ δανεισθῇ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς καὶ προβῇ διὰ τούτων εἰς τὰς ἐργασίας του; Μήπως θέλω διστάσει αὔριον νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα παρακαλέσω αὐτὴν νὰ μεταβάλῃ νόμον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1901–1902 ἐψηφίσαμεν, διὰ τοῦ ὁποίου ἠγγυήθη τὸ Κράτος, ὅπως δανεισθῶσι συμπολῖται ἐκ Θεσσαλίας ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ ἐξοφλήσωσι τὸ δάνειον ἐντὸς πέντε ἐτῶν; Δὲν ἠδυνήθησαν οἱ συμπολῖται ἐκεῖνοι νὰ πληρώσωσι κατ’ ἔτος 50 χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, καὶ ἦλθον ζητοῦντες σήμερον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία. Δὲν θέλω διστάσει λοιπὸν νὰ παρακαλέσω διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα τὰ 5 ἔτη, διὰ τὰ ὁποῖα παρέσχε τὴν ἐγγύησίν του τὸ Κράτος, γείνωσι 10, καὶ νὰ πληρώνωσιν οἱ ὀφειλέται μόνον 25 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος, τὰς ὁποίας θὰ δύνανται νὰ πληρώνωσιν εὐκολώτερον.

§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι παρενοήθη ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὰς παρατηρήσεις τὰς βραχείας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω. Λυποῦμαι δὲ ἔτι περισσότερον, διότι εἶναι ἴσως ἡ μόνη περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν διίσταμαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔφερα εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέστειλε τὰ δικαιώματα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων...

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διέστειλα παντάπασι τὰ πρὸς ἔλεγχον δικαιώματα τῶν ἀντιπροσώπων, ἀλλὰ διέστειλα τὰ καθήκοντα τοῦ διοικοῦντος, ἰσχυρισθείς, ὅτι τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος δὲν πρέπει νὰ χωρήσωσι μέχρι συγχύσεως· σύγχυσις δὲ παράγεται, ὅταν ὁ διοικῶν δὲν διαστέλλῃ τὴν μέριμναν, ἥτις πρέπει νὰ κρατῇ ἐν αὐτῷ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ὡς διοικητὴς ὀφείλει νὰ ἔχῃ, ἵνα ἐνισχύῃ τὴν κοινωνικὴν ἐργασίαν καὶ ἑπομένως τὴν βιομηχανίαν. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ διοικῇ, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο καθῆκον, νὰ διαχειρίζηται τὰ δημόσια χρήματα. Τὸ πρῶτον καθῆκον ἐπιβάλλει εἰς τὴν Διοίκησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ποίαν προστασίαν; προστασίαν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὅπως περιορίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἔξωθεν εἰσερχομένων ὁμοειδῶν προϊόντων καὶ εὐκολύνῃ τὴν κατανάλωσιν τῶν ἐγχωρίων· προστασίαν διὰ τῆς βοηθείας τῶν παραγόντων πρὸς εὕρεσιν χρημάτων μὲ εὐθηνότερον τόκον· προστασίαν διὰ παροχῆς εὐκολιῶν πρὸς εὐκολωτέραν καὶ εὐθηνοτέραν προμήθειαν τῶν πρώτων ὑλῶν, ὅπως προμηθεύηται αὐτὰς ἡ βιομηχανία εὐθηνότερον. Ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Διοίκησιν νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν ὑπόχρεων νὰ ἀγοράζῃ τὰ παραγόμενα ἐν τῇ χώρᾳ προϊόντα βιομηχανίας ἢ φύσεως, διότι ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει βιομηχανία ἀνεπτυγμένη, οἷα ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἢ ἐν Γερμανίᾳ, ἐκεῖ ὅπου τὸ Κράτος εἶναι μικρόν, ἔνθα ὀλίγα τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, τὴν δὲ τιμὴν τῶν προϊόντων δὲν κανονίζει ὁ συναγωνισμός, ἀλλὰ κανονίζει ἡ θέλησις τοῦ οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρου βιομηχάνου, δὲν ἀποτελεῖ προστασίαν ἡ τακτική, δι’ ἧς οἱ δυνάμενοι νὰ μειοδοτήσωσι τίθενται ἐν ἀνίσῳ θέσει, διότι τοῦτο ἐπάγεται περιορισμὸν τοῦ πρὸς προμήθειαν τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας συναγωνισμοῦ. Ἐὰν πρὸς προστασίαν τῆς βιομηχανίας ἀπαιτοῦνται χρηματικαὶ θυσίαι, οἱ διοικοῦντες δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς χρηματικὴν συνδρομὴν τῆς βιομηχανίας, καὶ νὰ τὸ πράξωσιν εὐθέως καὶ ἐμφανῶς, οὐχὶ δὲ διὰ τρόπου πλαγίου παρασκευάζοντες εἰς τὴν βιομηχανίαν χρηματικὰ κέρδη, ἤτοι στέργοντες ν’ ἀγοράζωσι τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ἀκριβότερα ἢ ὅσον ἠδύναντο νὰ τὰ ἀγοράσωσι, διὰ νὰ προσπορίσωσι κέρδη εἰς αὐτήν.

§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀνευρίσκω ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ ὑπερβολάς. Ἐὰν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ἤκουσα πρὸ μικροῦ τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ εἰπόντος, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένοντο μεγάλαι καταχρήσεις. Κατὰ τὸ παρελθὸν τοῦτο δὶς εὑρέθην ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ κατὰ τὰς δύο ταύτας φορὰς ἀνάγκαι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τῆς πατρίδος μοὶ ὑπηγόρευσαν νὰ παρακαλέσω τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα στέρξῃ νὰ ἐπιστρατευθῇ ἡ χώρα, κατὰ τὸ 1886 καὶ κατὰ τὸ 1896. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ὁ ὑποστράτηγος Νικόλαος Μεταξᾶς τὸ 1896, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτο ἄνθρωπος ἐντιμότατος, διεχειρίσθη δὲ τὰ κοινὰ μετ’ εὐσυνειδησίας μεγάλης καὶ μετ’ ἄκρας ἐγκρατείας καὶ ἐντιμότητος. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης κατὰ τὸ 1886, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διεχειρίσθη τὰ τῶν προμηθειῶν μετ’ ἄκρας εὐλαβείας. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸν μακαρίτην Μπούμπουλην, ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν ἐπὶ τῆς ψάθης, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω κανένα ἄλλον τῶν τότε διαχειρισθέντων τὰ κοινά.

§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔψεξα αὐτούς.

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὰς ἄλλας ἐπιστρατεύσεις. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης διέπραξε κατὰ τὸ 1876 ἢ 1877, οὐδ’ ἀνατρέχω εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἕτερος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ μακαρίτης Τρικούπης, διέπραξε κατὰ τὸ 1880. Οὐδεμία κηλὶς δύναται νὰ σκιάσῃ τὴν μνήμην αὐτῶν· ὁ δὲ λαὸς ἔχει πεποίθησιν περὶ τῆς ἐντιμότητος καὶ τῆς ἀκεραιότητος αὐτῶν...

§21Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνέφερα τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, τοὺς διοικήσαντας τὴν χώραν, προβαίνω καὶ εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, προβαίνω εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Οἰκονομικοῦ, τοὺς διαχειρισθέντας τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1896, εἰς πάντας ἐν γένει τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐνδέχεται νὰ ὑπῆρξαν καί τινες, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς καταχρήσεις· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῆς ψυχῆς μου, ὅσον ἐξηγέρθη ἡ τῆς ψυχῆς τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ διὰ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν μ’ ἐρωτήσητε, δύναμαι νὰ λάβω ἀντίθετον συμπέρασμα, μὲ ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε, ἐὰν μάλιστα ἀναμνησθῶ τὰς ἐν ἄλλαις στρατιαῖς ἐξαιρέσεις, αἵτινες εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ περισσότεραι, καὶ ὅπου ἡ ἀναλογία εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα μεταξὺ τῶν μὴ ἐντίμων καὶ τῶν ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των...

§23Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ τιμωρία μεγαλειτέρα.

§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἡ τιμωρία μεγαλειτέρα. Ἐὰν τὰ Στρατοδικεῖα ἐφάνησαν ἐπιεικῆ, αὐτὸ δὲν εἶναι ἔγκλημα. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, ἀλλ’ ὑπῆρξα πολλάκις ἐν ξέναις χώραις καὶ ἐν θέσεσιν, αἵτινες μοὶ ἔδιδον τὴν εὐκολίαν νὰ ψηλαφῶ τὰ γινόμενα καὶ ν’ ἀντιλαμβάνωμαι τὰ διαπραττόμενα. Ἐὰν δὲ ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, μὲ ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι καὶ παρ’ ἡμῖν, — αἵτινες θὰ ηὐχόμην νὰ ἦσαν ὀλιγώτεραι, — δύναμαι νὰ εἴπω ὑπερηφάνως, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἐκπληροῦσι τὰ τῆς διαχειρίσεως μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐγκρατείας. Λέγω μὲ ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις, διότι δυστυχῶς ὑπῆρξαν ἐξαιρέσεις...

§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ὅλα τὰ ταμεῖα τῶν συνταγμάτων ἐκλάπησαν ὑπὸ διαχειριστῶν.

§26ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Ποτέ!

§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ τοιαύτη ζωηρότης ἐντυπώσεων, τοιαύτη ὀξύτης ἀντιλήψεως, καὶ διὰ τῆς φαντασίας ἡμῶν ὑπερεβάλομεν τοσοῦτον τὰ πράγματα, ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ μόνοι ἐν τῷ κόσμῳ, παρὰ τοῖς ὁποίοις συμβαίνουσι τοιαῦτα ἐγκλήματα.

§28ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ὕβρισε τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω καὶ ἐγώ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὀνομάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεχράσθησαν...

§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὕβρισε.

§30ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὕβρισεν.

§31ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. .. Διότι τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν μόλις ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν διευθύνει οἰκονομικὸς ἀξιωματικός· μέχρι τότε τὸ διηύθυνον ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων, τὸ διηύθυνεν ὁ μακαρίτης Κομπότης, εἰς τὸ τμῆμα δ’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο καμμία κατάχρησις.

§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐναντίον τοῦ Οἰκονομικοῦ Σώματος οὐδεμίαν ἐξήνεγκον ὕβριν. Ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ῥυπαίνουσι τὸ Σῶμα τοῦτο, ὡμίλησα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος μὲ προεκάλεσε νὰ εἴπω τὰ ὀνόματα, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητηθῶσιν ἀπὸ τοὺς Βασ. Ἐπιτρόπους τοῦ Αʹ καὶ Βʹ Στρατοδικείου οἱ φάκελοι τῶν διαφόρων κατηγοριῶν, τῶν γενομένων κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐναντίον διαφόρων οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἐξ ὧν ἄλλοι μὲν λαβόντες τὰ ταμεῖα ἀνεχώρησαν, — καὶ ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν Κωνσταντινουπόλει σήμερον, φέροντες ἀντὶ τοῦ στέμματος τοῦ Ἑλληνικοῦ τὸ φεσάκι!...

§33ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Καὶ εἶναι καὶ ἀστυνόμοι!

§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα... Ἄλλοι δ’ εἰσήχθησαν εἰς τὰς φυλακάς. Οὐδένα λοιπὸν ἐσυκοφάντησα.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τοιαύτη διατύπωσις ἀναμφισβητήτως ἀποτελεῖ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος προσβολήν. Εἰς πᾶσαν ὑπηρεσίαν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι.

§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διέκρινα. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε ὁ κατ’ ἐξοχὴν νομικός, ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διέκρινα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μεμονωμένα γεγονότα νὰ ἐπιδράσωσιν.

§37ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Μήπως ὁ κλάδος ὁ δικηγορικὸς δὲν ἔχει τοιούτους;

§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐγερθῶ ἐγὼ νὰ εἴπω νὰ τοὺς ὀνομάσητε.

§39ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Βεβαίως ἔχετε καθῆκον νὰ ὀνομάσητε (Θόρυβος).

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι.

§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, δὲν ἀφορᾷ εἰς ὁλόκληρον τὸν κλάδον. Ἐὰν δὲ ἤθελαν ἐκληφθῆ, ὅτι πᾶσα ἀλήθεια ἢ πᾶς ἔλεγχος ἐναντίον ἑνὸς ἀνήκοντος εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ Σῶμα τῆς ὑπηρεσίας ἀποτελεῖ ὕβριν εἰς ὅλον τὸ Σῶμα, τότε θὰ ἐθέτομεν φραγμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἐγὼ ὅμως, ἀπέναντι τῶν κινδύνων τούτων καὶ τῶν ἐπικρίσεων τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα, λέγω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πολυάριθμοι οἱ καταχρασταὶ, ὡς ἀνομολογεῖ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πολλαὶ αἱ περιπτώσεις καὶ αἱ ἐξαιρέσεις, ὡς εἶπε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαρύνωσιν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τὸ Οἰκονομικόν.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.

§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μεταξὺ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσι τοσοῦτοι, πρὸ τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτομαι καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις. Λοιπὸν ποία ἡ ἀνάγκη; Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ εἴπω παραδείγματα, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις...

§44ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐξακολουθοῦσι νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ Σῶμα.

§45Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τί τὰ θέλετε; Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι κλέπτουν! (θόρυβος).

§46ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Μεγαρίδος, καθ’ ἣν ἐποχὴν διατείνεσθε, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις τοιαῦται, τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν δὲν διηύθυνον ἀξιωματικοὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ.

§47Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Σώματος. Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς δὲν προσέβαλε ποσῶς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον. Ἔχω καθῆκον, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, καὶ μάλιστα τῶν μικροτέρων βαθμίδων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτονται ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, ὅπως ὑπάρχουσι δημόσιοι ὑπάλληλοι τῶν κατωτέρων βαθμίδων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτονται ἀνώτεροι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ προσβάλωμεν ὁλόκληρον τὸν οἰκονομικὸν κλάδον, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν οὔτε ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος οὔτε ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, ὅτι ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ, οὐ μόνον τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ὅπλων, οἵτινες ἐρρύπαναν ἀληθῶς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνῆκον. Ἔχομεν καθῆκον, ὡς ἀξιωματικοὶ φέροντες στέμμα καὶ ἐπωμίδας, νὰ μὴ λαμβάνωμεν τὸν λόγον καὶ ὑπερασπίζωμεν τοιαῦτα μεμονωμένα γεγονότα.

§48Α. ΖΕΡΒΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.

§49Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τότε περιττὸν νὰ μὲ διακόπτητε. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τὰ ζητήματα ταῦτα, ὡς ἀξιωματικοὶ, νὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς προσωπικὰ, καὶ νὰ παρουσιαζώμεθα συνήγοροι ἑκάστου ἀξιωματικοῦ ἢ Βουλευτοῦ τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, εὑρίσκονται σήμερον λιποτάκται εἰς διάφορα Κράτη, ἐκτὸς ἐκείνων, ὧν ἡ σπάθη ἐθλάσθη, καθαιρεθέντων τοῦ βαθμοῦ, ὑπάρχουσι πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ αὐτοκτονήσαντες, ἀφοῦ κατέστρεψαν τὰ δημόσια ταμεῖα! Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦσαν ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οὔτε ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοιούτων ἀξιωματικῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα στρατεύματα συμβαίνουσι τοιαῦται καταχρήσεις, ἴσως δὲ ὀλιγώτεραι ἐν τῷ ἡμετέρῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα, ὅπως μὴ ὑπερασπίζωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, ἀλλὰ νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν τοιαύτην κατάχρησιν, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν τὰς καταχρήσεις. Διότι ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι φιλοτιμίαν, καὶ λέγουσιν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι μὲ τὸν γλίσχρον μισθὸν, ὃν λαμβάνουσι, δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀξιωματικοί.

§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε!

§51Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ δύο λέξεις νομίζω ὅτι θὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν, λύων ἀπορίας τινὰς περὶ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, καὶ ἀπαλλάττων τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐκ τῆς δυσφορίας, εἰς ἥν οἱ λόγοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐνέβαλον αὐτούς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προέκυψαν ἄτοπα εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον, ἐκ μέρους τινῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ταῦτα προέκυψαν ὡς ἐκ τῆς ἀπροσεξίας τοῦ ἰθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἔφερε νόμον περὶ καταρτίσεως τοῦ Σώματος τοῦ Οἰκονομικοῦ, δὲν ἐπρόσεξεν ὅμως νὰ προλάβῃ νὰ μὴ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον ἀξιωματικοὶ, οἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωσιν, οὕτω δὲ εἰσῆλθον ἄνδρες διαγωγῆς οὐχὶ ἀμέμπτου. Εὐτυχῶς ἀπό τινος χρόνου ἐκαθαρίσθη τὸ Σῶμα ἀπὸ τῶν τοιούτων, διότι ἄλλοι μὲν ηὐτοκτόνησαν, ἄλλοι δ’ ἔφυγον· δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι σήμερον τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα εἶναι ἐντελῶς ξένον παντὸς κακοήθους στοιχείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια.

§52ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, θεωρῶ τὸ ζήτημα λῆξαν, διότι περιωρίσθη εἰς ἐλάχιστα μεμονωμένα πρόσωπα καὶ μεμονωμένα γεγονότα. Σήμερον ὅμως λαμβάνω τὸν λόγον οὐχὶ διὰ τὸ θέμα τοῦτο, ἀλλὰ διὰ μίαν ἀναφορὰν, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι τῶν ἐν Παλαμηδίῳ κρατουμένων καταδίκων, φέρει δὲ ὑπογραφὰς πλέον τῶν 50. Ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν θερμότατα, διότι ἔσχον ἀφορμὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ἐπισκεφθῶ τὰς φυλακὰς Παλαμηδίου, ἢ μᾶλλον τὰ ζοφερὰ ὑπόγεια, ἅτινα κατ’ εὐφημισμὸν λέγονται φυλακαὶ, καὶ ἐν οἷς εἰσὶν ἐγκεκλεισμένοι περὶ τὰς 1000 ὑπάρξεις, αἵτινες κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς τὸν δι’ ἀσφυξίας θάνατον! Οὗτοι δὲν ζητοῦσιν ἄλλο τι, εἰμὴ ἀραίωσιν, διότι ἐν χώρῳ δυσκόλως δυναμένῳ νὰ περιλάβῃ τριακοσίους μόλις καταδίκους ἐγκλείονται χίλιοι καὶ πλέον! Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν δυστυχῶν ὄντων, ἅτινα ἐν ἐποχῇ ἀνωμάλῳ, ἤτοι κατὰ τὸ 1878, ἐγκλημάτησαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔνθα τότε ὑπῆρχε πλήρης ἀναρχία. Οὗτοι εἰσῆλθον νέοι εἰς τὰς φυλακὰς πρὸ 20 καὶ πλέον ἐτῶν, καὶ δὲν εἶναι σήμερον ἢ ἀνθρώπινα ῥάκη, κινοῦντα τὸν οἶκτον παντὸς ἐπισκεπτομένου αὐτούς. Εἶναι ὄχι δίκαιον, ἀλλὰ φιλάνθρωπον, νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία μέτρα ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καθόσον καὶ ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ κοινωνία ἱκανοποιήθησαν διὰ τῆς εἰκοσαετοῦς καὶ πλέον φυλακίσεως αὐτῶν.

§53Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν δὲν εἶναι εὐχάριστος, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Προσπάθειαι ἐγένοντο καὶ γίνονται καὶ παρὰ τῶν προκατόχων καὶ παρ’ ἐμοῦ, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον καταστῇ ἀνθρώπινος ἡ διαμονὴ τῶν δυστυχῶν φυλακισμένων, οἵτινες διαιτῶνται εἰς στενοχώρους φυλακάς. Ἴσως κατορθώσωμεν ταχέως, ἕν τμῆμα τῶν ἐν Αἰγίνῃ φυλακῶν, ὅπερ ἔμεινεν ἄθικτον μέχρι τοῦδε, διὰ μικρᾶς δαπάνης νὰ περιλάβῃ πλέον τῶν 500 καταδίκους. Οὕτω δὲ θὰ κατορθωθῇ ἡ ἀραίωσις τῶν ἄλλων φυλακῶν, ὡς καὶ τῆς τοῦ Παλαμηδίου, ἐν ᾗ καθ’ ὑπερβολὴν ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχουσι χίλιοι κατάδικοι. Ὑπάρχουσι πραγματικῶς ἐκεῖ πολλοί. Ἀλλ’ αἱ φυλακαὶ τοῦ Ῥίου δυστυχῶς εἶναι εἰς ἀθλιεστέραν κατάστασιν· δι’ αὐτὰς δ’ ἐλήφθησαν συντονώτερα μέτρα, καὶ ἀπηγορεύθη ἡ εἴσοδος ἄλλων καταδεδικασμένων, γίνεται δὲ μεταφορὰ πολλῶν καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν ἐκείνων εἰς ἄλλας ἀνθρωπινωτέρας. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἡ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ῥίου διαμονή, ἐὰν ὑπολειφθῶσι κατάδικοι ἐν αὐταῖς, θέλει καταστῆ ἀνθρωπίνη. Ἀμέσως μετ’ αὐτὰς θὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου, ἔνθα πρὸς τοῦτο ἀπεστάλη εἰδικὸς ἀντιπρόσωπός μου, ὁ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ὑφηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου.

§54ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς ἐγκληματήσαντας κατὰ τὸ 1878;

§55Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ αὐτῶν θὰ γείνῃ σκέψις ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἡ φιλανθρωπία δὲν εἶναι μονοπώλιον τοῦ κ. συναδέλφου. Πάντες εἴμεθα φιλάνθρωποι, θὰ ἐνεργήσωμεν δὲ δραστηρίως τὰ δέοντα.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.

§57Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα, σχετικῶς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρὸ μικροῦ, θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περίπτωσιν, ἣν νομίζω, ὅτι οὐ μόνον παρέλειψεν, ἀλλὰ καὶ ἀντέκρουσεν, ἀπαριθμῶν τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐμψυχώσωσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Διότι εἶπεν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ τρόπου δυνάμεθα νὰ ἐμψυχώσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καὶ μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τοιαύτη ἐμψύχωσις, ὅταν πρόκηται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ λάβωμεν καὶ δώσωμεν εἰς αὐτὴν χρήματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφέρω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἥτις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἰδικήν του δι’ ὡρισμένας περιστάσεις. Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς αἱ Κυβερνήσεις οὐ μόνον δύνανται, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχουσιν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἔρχωνται ἀρωγοὶ πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας...

§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.

§59Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἴπετε, ὅτι, ἂν πρόκηται διὰ δασμῶν καὶ δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἐπιτρέπεται τοῦτο· ἂν ὅμως πρόκηται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἔλθωμεν χρηματικῶς ἀρωγοί, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται.

§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπεται βοήθεια ἢ συνδρομὴ χρηματική.

§61Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται τοῦτο. Καὶ χθὲς προὐκάλεσα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐργατικοῦ ζητήματος, καὶ εἶπον, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη, ὁσάκις ὑπάρχῃ κρίσις ἐργατική, δαπανῶνται ἑκατομμύρια ὁλόκληρα δι’ ἔργα, ἅτινα δὲν εἶναι ἐπείγοντα, καὶ τοῦτο, ὅπως δοθῇ ἐργασία εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι σήμερον ἔχομεν κρίσιν ἐργατικὴν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι πολλαὶ χεῖρες ἀδρανοῦσιν, ὅτι πληθὺς ἐργατῶν εὑρίσκονται ἄνευ ἐργασίας. Ἀπόδειξις ὁ ἐκπατρισμὸς τόσων Ἑλλήνων ἐργατῶν· ἀπόδειξις ἡ πληθώρα τῶν θαμώνων τῶν λαϊκῶν θεωρείων τῆς Βουλῆς, ὅπου στρέφοντες τὸ ὄμμα βλέπετε πόσαι χεῖρες μένουσιν ἄεργοι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐργάζωνται καὶ νὰ παράγωσι. Τὰ ἐργοστάσια, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, ἀπασχολοῦσι 4–5 χιλιάδας ἐργατῶν. Ἀλλ’ ἐὰν κλείσωσι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, τί θὰ γείνῃ ὁ ἐργατικὸς οὗτος πληθυσμὸς, πρὸς ὃν παρέχουσι ταῦτα ἐργασίαν καὶ τροφήν; Θὰ πεινάσῃ προφανῶς· καὶ τότε τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν νὰ φάγῃ, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ τῆς πείνης; Νομίζω, ὅτι καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐμψυχώνωμεν τὴν ἐθνικὴν βιομηχανίαν, διότι δίδει αὕτη τροφὴν εἰς χιλιάδας ἐργατῶν, οἵτινες ἄνευ αὐτῆς θὰ ἔμενον ἄεργοι, θὰ μετεβάλλοντο εἰς θεσιθήρας, ἢ ἤθελον ἐπιδράμει κατὰ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, καὶ θὰ ἐφερόμεθα ἀναγκαστικῶς πρὸς τὸν κοινωνισμόν, ἐξ οὗ εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι.

§62Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ στρατιωτικοῦ σήμερον, ἂν δὲν ἐπρόκειτο αὔριον, κατὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, νὰ διενεργηθῇ δημοπρασία πρὸς προμήθειαν ἐρέας τοῦ στρατοῦ. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω, τί κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο. Πάντοτε εἶχον ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν προμηθειῶν τῶν ἐρεῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐ μόνον τῶν ἐρεῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν στρατιωτικῶν εἰδῶν, οἷον κλινοσκεπασμάτων κλπ. Ἔπραττον δὲ τοῦτο κατὰ καθῆκον, φρονῶν, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον κατ’ οὐδὲν ζημιοῦται, καὶ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία ὠφελεῖται, καὶ ὅτι πλὴν τῆς ὠφελείας ταύτης συντελοῦμεν καὶ εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς τέχνης τῆς κατασκευῆς τῶν ἐρεῶν, οὕτως ὥστε ἐν δεδομένῃ περιστάσει νὰ δυνάμεθα νὰ ἐνεργῶμεν τὰς διὰ τὸν στρατὸν ὁσωνδήποτε ποσῶν προμηθείας μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας καὶ εἰς εὐώνους τιμάς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔχει ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκλείσῃ καὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἀπὸ τὴν δημοπρασίαν, ὁρίζει, ὅτι ἡ παράδοσις τῶν ἀντικειμένων τούτων (ἐρεῶν κλπ.) πρέπει νὰ γίνηται εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ παράδοσις τῶν ἀντικειμένων τούτων εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εἶναι ἰσότης μεταξὺ τῶν διαγωνιζομένων; Τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εἶναι ἔδαφος ἑλληνικόν; ἢ μὴ τυχὸν εἶναι ξένον; Βεβαίως πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ξένον, διότι πᾶν προϊόν, ἐρχόμενον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ παραμένον ἐν τῷ τελωνείῳ, βεβαίως εἶναι εἰς ἔδαφος ξένον πρὶν ὑποστῇ τὴν πληρωμὴν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τοῦτο, προσδιώριζε πάντοτε ὡς τόπον παραδόσεως τῶν στρατιωτικῶν ἀντικειμένων τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀντίθετον γνώμην, διότι λέγει: «μήπως ἆρά γε ἡ βιομηχανία ἡ ἑλληνικὴ πληρώνει δασμούς; ὑπάρχει τότε ἰσότης, ὁ ξένος νὰ πληρώνῃ τὸν δασμόν, ὁ δὲ Ἕλλην ὄχι;» Ἡ θεωρία αὕτη, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πληρώνεται ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος βιομηχάνου, εἶναι δασμὸς, διότι καὶ τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ὕλης (τινὰ τούτων, ὄχι ὅλα) εἰσαγόμενα πληρώνουσι δασμὸν, καὶ αὐτὰ τὰ καταστήματα πληρώνουσι τοὺς φόρους των, τὸ δὲ κύριον πάντων, οἱ τεχνῖται ἢ οἱ ἰδιωτικοὶ ἔμμισθοι ὑπάλληλοι τῶν καταστημάτων πληρώνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος. Πάντα ταῦτα λοιπὸν, ἐρωτῶ, δὲν ἀποτελοῦσι φόρον πληρωνόμενον εἰς τὸ Δημόσιον; Νομίζω ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ διενεργεῖν τὰς δημοπρασίας τῶν στρατιωτικῶν ἀντικειμένων, τουτέστιν ὅπως ταῦτα παραδίδωνται εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, εἶναι ἄνισος καὶ ἄδικος διὰ τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Πάλλης κ.κ. Ν. Μαντζαβῖνος καὶ Α. Μονοκροῦσος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου κλπ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 303). Ὁ βουλευτὴς Σάμης κ. Ι. Βρυώνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς προτάσεως νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 304).

§64ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ναυπακτίας κυρίου Καλαντζοπούλου, ἀπευθυνθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Δωρίδος κυρίου Λιδωρίκη, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον.

§65Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 305). Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.

§67Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη νὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λογίζομαι εὐτυχὴς, ἀπευθύνων σήμερον ἐπερωτήσεις τινάς, σχετιζομένας μὲ τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά, τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα, καὶ μὲ τὰς ἐπερωτήσεις, ἃς ἀπηύθυνα κατὰ ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις πρὸς τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ καταθέσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλήν. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἡ ἀνεγνωρισμένη μέριμνα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ τοῦ στρατεύματος θέλει συντελέσει, ὅπως καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, ἵνα παράσχω καὶ ἐγὼ, εἷς τῶν μικροτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τὴν γνώμην μου τὴν ταπεινὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδια δὲν εἶναι πλήρη, δὲν εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὺς λόγους, ἐξ ὧν ὡρμήθη ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τοιαῦτα νομοσχέδια. Παρὰ πολλῶν ἀξιωματικῶν μὴ ὑπηρετούντων ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν ὑπηρετούντων ἐν αὐτῇ ἐπληροφορήθην ἀσφαλῶς, ὅτι ἐγένετο μελέτη σοβαρά, ἥτις φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁπωσδήποτε παρὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως παρουσιάσῃ ἔργον τέλειον πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος. Γνωρίζω ἐκ πληροφοριῶν καὶ ἐκ τοῦ τύπου, ὅτι τῆς μελέτης ταύτης, τῆς τόσον σοβαρᾶς καὶ ἀξίας μεγάλης προσοχῆς, ἔλαβε γνῶσιν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ συνειργάσθη μετὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἐπιτελάρχου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Νομίζω δ’ ὅτι ἐπιτελῶ καθῆκον, ἀποβλέπων ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος, ἐὰν παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, — καὶ ὑποβάλλω πρὸς τοῦτο ἔγγραφον ἐπερώτησιν, — ὅπως, εἰ δυνατὸν, ζητήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ταύτην μελέτην τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς πάντες οἱ Βουλευταί, οἱ δυνάμενοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ν’ ἀσχοληθῶσι, καὶ συνδυάσωσι τὰς διαφόρους γνώμας πρὸς καταρτισμὸν τελείου στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, δυναμένου νὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατεύματος. Νομίζω ὅτι ἡ στρατιωτικὴ αὕτη μελέτη τοῦ Γεγικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς, διότι ἐγένετο μακρὰν προσωπικῶν συμφερόντων καὶ ἀντιπαθειῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων καὶ ἐπιθυμῇ νὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ θέλῃ νὰ παρουσιάσῃ τέλειον ἔργον, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν μελέτην καὶ παρουσιάσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε καταρτίζουσα ἴδιον νόμον, εἴτε ὑποβάλλουσα ταύτην μόνην τὴν μελέτην εἰς τὴν κρίσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς μελέτης ταύτης τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ κ. Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, παρακαλῶ ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες κατέχουσι σήμερον τὰς γενικὰς θέσεις τοῦ στρατεύματος. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, εἶπον, ὅτι αἱ γενικαὶ θέσεις τοῦ στρατεύματος ἢ πρέπει διὰ νόμου νὰ κατανεμηθῶσιν εἰς ἅπαντα τὰ ὅπλα σήμερον, ἢ πρέπει νὰ καταργηθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἵνα ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὸ στράτευμα. Ὑπάρχει πλεόνασμα ἀξιωματικῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν τεχνικῶν ὅπλων, οἵτινες δύνανται νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας, οὐχὶ πληροῦντες ὀργανικὰς θέσεις, ἀλλ’ ἀποσπώμενοι, καὶ οὕτω δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὸ Κράτος. Βεβαίως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τέλειον στράτευμα, τέλειον ὀργανισμὸν τοῦ στρατεύματος, ὀφείλομεν νὰ διατηρήσωμεν τὰς γενικὰς ταύτας θέσεις ὡς ὀργανικὰς, ἀλλὰ συγχρόνως, ὀφείλομεν νὰ τὰς κατανείμωμεν ἐν εἰρήνῃ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ὅλων τῶν ὅπλων, ἵνα μηδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ,—καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω καὶ τὸ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων—ὅτι τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων ἐπήνεγκε πρὸ πολλοῦ χρόνου τὴν διαίρεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι εἰς τὸ στράτευμα εἰσεχώρησαν διάφορα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπήνεγκον τὰς διαιρέσεις τοῦ στρατεύματος· αἱ διαιρέσεις αὗται, καὶ ἰδίᾳ τὰ τελευταῖα γεύματα, τὰ γνωστὰ εἰς πάντας ἡμᾶς, ἐπήνεγκον τὴν σύντονον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Βεβαίως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ὑπηγορεύθη ἐξ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης· διότι κατενόησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἐναντίον τοῦ κακοῦ, ἵνα πατάξῃ διὰ τοῦ πελέκεως τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐστασίασαν ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἀξιωματικοὶ ὑπέπεσαν εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα· ὡς μέσον δὲ καταπνίξεως τῆς στάσεως ταύτης ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ εἴπω, κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὠφέλησε τὸ στράτευμα· ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου ἐβελτίωσεν ὅπως δήποτε τὴν κατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐστερέωσε τὴν πειθαρχίαν, ὄχι διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιωματικός, ὅτι ὁ πέλεκυς κρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι ἡ πειθαρχία εἶναι πειθαρχία, καί, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πᾶς ὑποδεέστερος, πᾶς ἀξιωματικός, σεβόμενος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του, ὀφείλει νὰ σέβηται τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του, ὀφείλει νὰ σέβηται πᾶσαν διαταγὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου σήμερον ἀπορρέουσιν ὅλα τὰ ζητήματα τοῦ ἔθνους. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τοῦτον, δὲν θὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον. Παρακαλῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀναβάλῃ νὰ καταθέσῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ζητῶ, ἐμφαίνουσαν τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν γενικῶν θέσεων, ἵνα ἴδητε, πῶς κατέχονται αἱ θέσεις αὗται καὶ κατὰ πόσον ἀπονέμεται τὸ δίκαιον εἰς τὸ στράτευμα καθ’ ὅπλον. Ἐπεκράτησε καὶ ἐπικρατεῖ σιγή τις ἐν τῷ στρατεύματι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τούτου διαδίδεται παρὰ διαφόρων ἀξιωματικῶν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις κατήρτισε σχέδια νόμων, ὅτι κατήρτισε μελέτην, διὰ τῆς ὁποίας ἐξασφαλίζεται ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ βελτιοῦται ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος· ἀλλὰ καίτοι ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, λέγουσιν, ὁτὲ μὲν ὅτι ἡ μελέτη αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὰ συρτάρια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁτὲ δὲ εἰς τὰ συρτάρια τοῦ τμηματάρχου τοῦ προσωπικοῦ, ἢ εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, μέχρι σήμερον οὐδεμίαν τοιαύτην μελέτην εἴδομεν. Βεβαίως δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐν τῇ μελέτῃ ἐκείνῃ θὰ ὑπάρχει καὶ σχέδιον νόμου περὶ κατανομῆς τῶν θέσεων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς γενικὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κατεχόντων ταύτας πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως· διότι, Κύριοι, ἴσως τὰ περὶ τούτων ἀγνοοῦσί τινες, ὡς μὴ ἔχοντες τὸ συμφέρον νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τοιαύτας μελέτας. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐξ ὅσων γνωρίζω, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως κατέλαβον ὅλας τὰς γενικὰς θέσεις ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων, ἀφαιρεθείσας ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς. Τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅταν προσκομίσῃ ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ δὲν παραπονοῦνται διὰ τὴν γενομένην εἰς αὐτοὺς ἀδικίαν, ἤτοι διότι κατέλαβον ἄλλοι τὰς θέσεις ταύτας. Εἶχον ζητήσει προσέτι τοὺς φακέλους τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ 1901 καὶ 1902. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχῃ τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι δηλαδὴ οἱ φάκελοι οὗτοι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐγώ, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν πείθουσιν εἰς τοῦτο, θέλω ὑποχωρήσει, καίτοι νομίζω, ὅτι οὐδόλως προσβάλλονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἂν κατατεθῶσι· διότι, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τοὺς φακέλους τούτους, ἐγένοντο γνωστὰ διὰ τῆς δημοσιογραφίας, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ γείνῃ κατάθεσις τούτων εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ ὠφελήσῃ τὸ στράτευμα, θὰ ὠφελήσῃ τὸ ἔθνος, καὶ θ’ ἀποδώσῃ ὅπως δήποτε μίαν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, ἂν τοιοῦτοι ὑπάρχωσιν ἢ ὑπῆρξαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσι τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι δικαίωμά μου—νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ Προέδρου τοῦ Στρατοδικείου, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ὑπηρέτουν, τοῦ μεράρχου κ. Βάσσου καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ διοικητοῦ τοῦ στρατεύματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄτομόν μου ὡς ἀξιωματικοῦ. Μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ συζητήσω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οὐχὶ βεβαίως διότι παραπονοῦμαι,—καθόσον ἐδήλωσα ὅτι οὐδὲν παράπονον ὑπέβαλον ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως, — ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ἤκουσα καὶ σήμερον ἀκόμη ἐτόλμησαν ἀξιωματικοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ λέγωσι, χωρὶς νὰ πληρώνωσι φόρον, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, χωρὶς δηλ. νὰ φέρωσιν εὐθύνην οὐδεμίαν, ἐπειδὴ, λέγω, καὶ σήμερον ἀκόμη ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι βεβαίως ἔπρεπε νὰ φερθῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ὁ Γενικὸς Διοικητὴς κατ’ ἐμοῦ, καὶ ὄχι μόνον νὰ μὲ χαρακτηρίσῃ ὡς μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα, ἀλλὰ καὶ ἄλλως πως, διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ καὶ δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Ἐγὼ παρῃτήθην τῆς ἐπιθεωρήσεως διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐχαρακτηρίσθην ὡς μὴ ἔχων τὰ προσόντα ἐνώπιον τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ, μὴ ἐπιθυμῶν περαιτέρω προαγωγήν. Ἀλλὰ θὰ ἀποδείξω, ὅτι εἴτε πεπλανημένος εἴτε ἀπατηθεὶς μὲ ἐκήρυξεν ὡς τοιοῦτον· καὶ ἔχει καθῆκον αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὄχι βεβαίως νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, — διότι ἐγὼ δὲν ζητῶ τοιοῦτόν τι — ἀλλὰ ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐξηπάτησαν αὐτόν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὅταν καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλουσι φιμωθῇ τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσι καὶ ἐνώπιον Βουλευτῶν, ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον νὰ παραπονῶμαι. Ἐγὼ δὲν παρεπονέθην· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα, ὅτε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐνήργησε δευτέραν ἐπιθεώρησιν, καίτοι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε κρίνει καὶ ἐμὲ ἱκανὸν, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ παραιτηθῶ πάσης ἐπιθεωρήσεως, καὶ ὄχι μόνον ἐγγράφως, ἀλλὰ καὶ προφορικῶς, ἐνώπιόν του παρουσιασθεὶς, εἶπον ὅτι παραιτοῦμαι, εἶπον ὅτι ἀξιωματικὸς, ὅστις ἅπαξ χαρακτηρίζεται ὡς μὴ κεκτημένος τὰ προσόντα, δὲν πρέπει νὰ παραμένῃ ἐν τῷ στρατεύματι. Συνεπῶς δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὸ 1902, ἀλλὰ διὰ τὸ 1901· καὶ δὲν παραπονοῦμαι, ἵνα ἐπαγέλθω, διότι οὔτε σειρὰν ἔχω, — ἡ σειρά, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῷ πίνακι τῆς ἀρχαιότητος, μόνον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ λάβω σύνταξιν ταγματάρχου ἐν ἀποστρατείᾳ, καὶ οὐχὶ ἐν ἐνεργείᾳ, — ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐκτυλισσόμενα τοιαῦτα γεγονότα καὶ ἀποδεικνυόμενα δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων θὰ θέσωσι φραγμὸν εἰς τὰς τοιαύτας ἐκνόμους πράξεις καὶ θὰ σώσωσι τοὐλάχιστον ἄλλους συναδέλφους μας, οἵτινες ἐντίμως ὑπηρετοῦσι τὸ στράτευμα, καὶ σήμερον ἀδικοῦνται. Διὰ τούτους τοὺς λόγους, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τῆς θέσεώς μου, νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἐξ ὧν θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐγένετο ἀδίκημα ὄχι εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπανορθώσωσι τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Βεβαίως, ἂν κατατεθῶσιν οἱ φάκελοι τῆς ἐπιθεωρήσεως, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα. Ἴσως ταῦτα ἐγένοντο ἐξ ἀγνοίας, — εἰς οὐδένα ἀποδίδω μομφὴν, — ἀλλὰ σήμερον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι κατεδικάσθησαν καὶ μένουσιν ὡς ἰχθύες ἄφωνοι. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὰ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, θέλουσιν ἔλθει πρὸς συζήτησιν ἡμέραν τινὰ, ὅτε καὶ θὰ ἐπανέλθω. Βεβαίως ἤκουσα παρὰ πολλῶν ὅτι ἐγείρονται ἀμφιβολίαι, ἂν θὰ συζητηθῶσι ταῦτα...

§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πάλιν τὰ ἴδια!

§69Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀδιάφορον. Ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι. Δὲν πείθομαι ποτέ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ ἐδήλωσεν ἐκ τῆς θέσεώς του ἐκείνης, εἰς ἣν κάθηται, καθ’ ὃν χρόνον τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ ἦσαν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ἐν γνώσει βεβαίως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια ταῦτα υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν, ὅτι θέλουσι συζητηθῆ, δὲν πείθομαι ποτέ, ὅτι τὰ ἐγκατέλειψεν, ἀλλ’ ἀνέβαλε προσκαίρως τὴν συζήτησίν των, διότι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσι προηγουμένως νομοσχέδια σοβαρώτερα, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας.

§70Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὡς τὸ περὶ νομικῶν συμβούλων!

§71Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ ἴδητε κατὰ πόσον εἶναι σοβαρόν.

§72Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι κρίσις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, ποῖον νομοσχέδιον θεωρεῖ συμφορώτερον. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν διότι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὑπῆρξαν ἡ αἰτία τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἑνὸς ἐκ τῶν διακεκριμένων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος—πιθανὸν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ καὶ ἐμὲ νὰ ἐπίκρανε, μὴ θελήσας νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἤθελον συντρέξει εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναλάβει,—οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας κατέλιπε τὸ χαρτοφυλάκιον ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ἦτο ἡ μὴ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω τὴν ἀντίληψιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ βεβαίως πιστεύω, ὅτι οὗτος ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ψήφισιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀλλοίαν γνώμην, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχω ἀλλοίαν γνώμην, διότι, ἂν τοιαύτην γνώμην εἶχον, ἂν τοιαύτην πεποίθησιν εἶχον σήμερον, ἤθελον ὁμιλήσει ἀπέναντι τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινός, ὅταν ἴδω, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.

§73Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.

§74Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δηλῶ, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὡς στρατιωτικὸς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἔχει καθῆκον, τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν, τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθε πολὺς σάλος, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθε μεγίστη δυσαρέσκεια ἐν τῷ στρατεύματι, ἔχει καθῆκον νὰ τὰ προτάξῃ, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ δὲν εἶχον σκοπὸν ἄλλον. Ἐὰν ὅμως ἡ ὑποβολὴ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἶχε μόνον σκοπὸν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λιμπρίτου, τότε βεβαίως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅταν δηλώσῃ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ ὑποβολὴ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἶχε τὸν σκοπὸν τῆς δημοκοπίας, ἐὰν ἡ ὑποβολὴ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἶχε τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἢ κατὰ, καὶ νὰ διαιρέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς, εἴτε νὰ ἐξαναγκάσῃ ἄλλους νὰ προσέλθωσι καὶ δηλώσωσιν ἔνθερμον ὑποστήριξιν, τοῦτο εἶναι ἔγκλημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Εἷς ἐξ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ θάρρους ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ὑπῆρξε πλημμελὴς εἰς τὸ στράτευμα, ἤμην καὶ ἐγώ. Βεβαίως δὲν μετανοῶ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, διότι δὲν θὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ μὲ παρεξηγήσῃ. Καθῆκον μόνον ἔχω νὰ ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρξαν πλημμέλειαι, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτρέψω διὰ τῆς ψήφου μου, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, παραδώσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ καταστήσῃ τούτους τιμάρια τῶν πολιτευομένων, ἢ τιμάρια τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Ὑπουργοῦ. Ἔχω καθῆκον διὰ τῆς ψήφου μου νὰ καταρτίσω νόμον τοῦ Κράτους, νὰ ἐξασφαλίσω τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ ἀνυψώσω τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στρατεύματος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶπον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μελετῶν τὰ ἤδη ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν μελέτην, ἣν ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, θέλει υἱοθετήσει αὐτὰ, καὶ θέλει προκαλέσει συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα ἐπιφέρωμεν τὴν δέουσαν θεραπείαν καὶ ἐπουλώσωμεν τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἤνοιξεν ἡ ὑποβολὴ τῶν τοιούτων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Νομίζω ὅτι μόνον τὴν ὕπαρξιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ δύναται νὰ ἐλπίζῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν μὲν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ῥίψῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, βεβαίως δύναται νὰ κρατήσῃ τὰ χαρτοφυλάκια, ἀλλὰ γόητρον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, γόητρον ἐν τῷ στρατεύματι βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ, διότι ἡ μὴ τήρησις τοῦ ὅλου προγράμματος ἢ τοῦ σπουδαιοτέρου μέρους τοῦ προγράμματος μιᾶς Κυβερνήσεως εἶναι κατάπτωσις ἠθική. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ οἱ κατέχοντες τὰ χαρτοφυλάκια, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιζητοῦσι νὰ ἔχωσι τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς των, ὀφείλουσι πρωτίστως νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι γόητρον αὐτῶν εἶναι τὸ ἠθικὸν, καὶ ὄχι ἄλλο τι συμφέρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἴτε μεταρρυθμιζόμενα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, εἴτε ψηφιζόμενα ὡς ἔχουσι καὶ καταρτιζόμενα εἰς νόμους τοῦ Κράτους, θὰ ἀνυψώσωσι τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως· ἐνῷ, ἂν ταῦτα ἐγκαταλείψῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως σήμερον παρέρχεται ὁ χρόνος, βεβαίως θεωρεῖ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ὡς παιδία, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται καὶ λέγει χωρὶς νὰ φέρῃ εὐθύνην τῶν λόγων του. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμπαιζώμεθα. Ὑπάρχουσιν ἴσως τινὲς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, — ὄχι ὅλοι — οἵτινες κολακεύονται, εἴτε λόγῳ ἀναγκῶν ἐπαρχιακῶν εἴτε λόγῳ ἀναγκῶν προσωπικῶν, νὰ πείθωνται εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν κατὰ καιροὺς ἁρμοδίων. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα εἶναι ἀσήμαντα, Κύριοι, ἀπέναντι τοῦ γοήτρου ἡμῶν. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἂν ἐπρόκειτο νὰ πέσῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, — δὲν τὸ λέγω διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δι’ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν,—καὶ σήμερον ἀκόμη ἂν ἐπρόκειτο νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, καὶ οὐχὶ νὰ καταρρίπτηται τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως.

§75Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ κατερρίφθη τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως;

§76Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε;

§77Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§78Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι κατέπεσε τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως, λέγω ὅτι, ἂν τὰ νομοσχέδια ῥιφθῶσιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καταρρίπτεται τὸ γόητρον ἡμῶν. Ἐὰν φρονῆτε ἄλλως, δύνασθε νὰ ἀνέλθητε τὸ βῆμα καὶ εἴπητε, ὅτι, ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ῥιφθῶσιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, δὲν καταρρίπτεται τὸ γόητρον, καὶ μάλιστα, ἂν θέλητε, δύναται νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀφαιρούμενα αὐτὰ σήμερον ἀπὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δύνανται νὰ ἱκανοποιήσωσιν ὅλους ἡμᾶς.

§79Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον γνώμας σας ἑρμηνεύετε, κύριε Στάϊκε.

§80Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶπον ὅτι τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως καταρρίπτεται, ὡς καὶ τὸ γόητρον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνεχθῶσι τοιαῦτα. Τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως καταρρίπτεται, ὅταν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τηρῶνται. Ἐπίσης τὸ γόητρον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἐκείνων, οἵτινες πείθονται εἰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις, ὅταν αὗται δὲν ἐκτελῶνται.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δόσατε ἓν τέλος κύριε Στάϊκε.

§82Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, παρακαλῶ...

§83ΦΩΝΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§84Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διακόψω, διότι παρατείνεται ἡ συζήτησις. Ἐπεθύμουν μόνον, ὅπως εἶπον, νὰ μοὶ κάμῃ τὴν χάριν καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησα, ἵνα μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπασχολήσω πλέον τὴν Βουλὴν διὰ τοιούτων ζητημάτων.

§85ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνεθυμεῖτο, τί πρὸ ἡμερῶν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἤθελε κάμει τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν.

§86Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Νὰ ἔλθῃ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διορθώσῃ τὰ λάθη μου.

§87ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, βαίνουσα, οὕτως εἰπεῖν, ὁλοταχῶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος αὐτῆς, τοῦ λίαν πατριωτικοῦ, ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα ὅλων τῶν Ὑπουργείων κατὰ ποσὰ σεβαστά· ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠλάττωσε μέγαν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων· ἐὰν ὑπέβαλε νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων καταργεῖ πολλὰς θέσεις ὑπαλλήλων περιττῶν κατὰ τὴν κρίσιν της· ἐὰν ἐπὶ τοσοῦτον εἰς οἰκονομίας προέβη, ὥστε ἐζήτησε τοιαύτην καὶ εἰς τὴν ποιότητα τοῦ χάρτου καὶ εἰς τὴν ποιότητα τῶν φακέλων· ἂν ὅλα ταῦτα συνέβησαν καὶ ἂν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὄχι μόνον δὲν τὰ ἠλάττωσε, ἀλλὰ καὶ τὰ ηὔξησε κατὰ ποσὸν μέγα, —κατὰ 800,000 δραχμὰς, νομίζω· —ἐὰν ἠκούσαμεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ μέρος τοῦ περισσεύματος θὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ· ἐὰν ὅλα αὐτὰ συμβαίνωσι, δὲν νομίζετε, ὅτι ὀφείλομεν πάντες, καὶ ἰδίᾳ ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοί, νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τοιαύτην θυσίαν διὰ τὸ στράτευμα, ὁποίαν οὐδέποτε οὐδεμία Κυβέρνησις ἔκαμε; Δὲν ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, καμμίαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἔγειναν τοιαῦται εἰς ὅλους τοὺς κλάδους οἰκονομίαι, νὰ ἀποπέμπηται σμῆνος ὑπαλλήλων, νὰ ψηφίζωνται ἀντιδημοτικὰ νομοσχέδια χάριν οἰκονομίας, καὶ ὄχι μόνον νὰ μὴ γίνωνται οἰκονομίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξάνωσι τὰ ἔξοδα κατὰ ποσὸν μέγα, ὡς εἶπον προηγουμένως. Δικαιούμεθα λοιπὸν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν φροντίζει σπουδαίως διὰ τὸ στράτευμα; Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὰς γενικὰς ἐν τῷ στρατῷ θέσεις, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἱκετεύω αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καθορισθῶσιν ἅπαξ διὰ παντὸς αἱ γενικαὶ θέσεις. Ἐν τῷ στρατεύματι ἔχομεν, ὡς γνωρίζετε, ὀργανικὰς καὶ γενικὰς θέσεις. Αἱ ὀργανικαὶ θέσεις εἶναι ὡρισμέναι, αἱ γενικαὶ δὲν εἶναι ὡρισμέναι. Οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ δυστυχῶς, ὄχι μεροληψίας ἕνεκα, ἀλλὰ τέλος πάντων, δὲν ἠξεύρω διατὶ, δίδουσι περισσοτέρας εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ μηχανικὸν ἢ εἰς τὸ πεζικὸν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχεται μία οὐχὶ σύμπνοια ἐν τῷ στρατεύματι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρισθῶσιν αἱ γενικαὶ θέσεις, καὶ ἔστω βέβαιος, ὅτι, ἂν γείνῃ αὐτὸ, αἴρεται τὸ σκάνδαλον· δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον διαμάχας ἐν τῷ στρατεύματι, οὔτε γεύματα, οὔτε πρωτόκολλα, οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ τίθηνται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως. Αὐτὸ εἶναι ἱκανὸν καὶ μόνον· διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει σύμπνοια ἐν τῷ στρατῷ, δὲν ὑπάρχει πειθαρχία, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πειθαρχία, δὲν ὑπάρχει στρατός. Διότι πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία, ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ νομίζῃ ὅτι ἀδικεῖται ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ; Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἐπέτυχε κατὰ πολλά. Ἠμπορεῖ νὰ ἀντίκηται εἰς τὸ Σύνταγμα, — καὶ βεβαίως τότε ὀφείλομεν νὰ τὴν καταψηφίσωμεν, — οὐχ ἧττον ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν καὶ ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ἐπέτυχε πληρέστατα. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω παραδείγματα.

§88Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἶναι τῆς οὐσίας ζήτημα αὐτό.

§89ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτὸ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύητε, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τόσα πράγματα ἔκαμε καὶ τοιαύτας θυσίας, δὲν θὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια.

§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.

§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ σπεύσω νὰ ὑπερασπίσω τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ θὰ θελήσω νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, ἂν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἄξιος τῶν ὑπαινιγμῶν, οὓς ἔρριψεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος. Ἡ ἱκανότης τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνεγνωρισμένη, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ὑπερασπίσω ἐγὼ τὸν κύριον Λιμπρίτην διὰ τὰς γνώσεις καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸν λαμβάνω διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν — καὶ ἐνθέρμως παρακαλῶ αὐτὸν — νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἐκ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῇ, ποῦ τότε εὑρισκόμεθα ἕκαστος πολεμιστὴς, ποίας ὑπηρεσίας προσεφέραμεν εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ποίας γνώμας οἱ προϊστάμενοι ἡμῶν ἔχουσι περὶ ἡμῶν καὶ τῆς δράσεώς μας ἐκείνης, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε, τὴν ἐξέφερε δικαίως, καὶ ἂν δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν εἰς τὴν τελευταίαν αὐτοῦ ἔκθεσιν, διὰ νὰ μάθωμεν, ὅταν ἀνερχώμεθα εἰς τὸ βῆμα, νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ σεβώμεθα ἐκείνους, πρὸς οὓς ἀπευθύνομεν τὸν λόγον, καὶ νὰ προσέχωμεν, ὅταν ἐκφραζώμεθα καὶ ἀπευθύνωμεν γνώμην ἐνώπιον τοῦ Σώματος, νὰ μὴ ῥίπτωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ περιστέλλωμεν τὴν γλῶσσαν ἡμῶν, διὰ νὰ μὴ προκαλῶμεν τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀκροατῶν καὶ τοὺς φέρωμεν εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκομαι ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμήν. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην, καὶ δηλῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν δὲν καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, καὶ ἰδίως τὴν περὶ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατεύματος, δὲν θ’ ἀφήσω τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ οὔτε ἓν βῆμα. Θὰ ἐνθυμηθῶ τὸ παρελθὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον παραπλεύρως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπάλαιον ἐδῶ, ἀνταγωνιζόμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, καὶ προσεπάθουν νὰ σταματήσω αὐτὴν ἀπὸ τῆς κατωφερείας, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ σταματήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πᾶσαν πρᾶξιν κοινοβουλευτικὴν, ἂν δὲν καταθέσῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα εἰδικῶς καὶ ὡρισμένως τὴν ἑσπέραν ταύτην.

§92ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ ὁρίσητε, παρακαλῶ, περὶ τίνος πρόκειται.

§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.

§94Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔψεξα, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐπῄνεσα, ὑποθέτω, τὸν κ. Λιμπρίτην· ἀλλὰ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις.

§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἐγνώριζον ὅτι λόγοι συνταγματικοὶ ἐμποδίζουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νόμον ἀπαγορεύοντα νὰ πολιτευώμεθα ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ τὸν φέρῃ, τὴν δὲ Βουλὴν ἤθελον γονυκλινῶς παρακαλέσει νὰ τὸν ψηφίσῃ.

§96ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο σωτήριον.

§97Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ θέλω αὐτό.

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ παρατείνῃ τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς συνεδριάσεως ἢ ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν· διότι, ἂν παρατείνῃ, θέλω ὁμιλήσει.

§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9ης καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.

§102Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει τὸν λόγον.

§104Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ κάμω μίαν παράκλησιν. Ἐπειδὴ ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, τὸ δὲ ζήτημα φέρει καθαρῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐγὼ, καὶ ὕστερον ν’ ἀπαντήσῃ.

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§106Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατόπιν ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔχετε τὸν λόγον. Καὶ ὅταν λαμβάνωσιν ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ οἱ Ὑπουργοὶ τὸν λόγον, νὰ μὴ ζητῆτε τὸν λόγον, διότι καὶ δυνάμει τοῦ Συντάγματος οἱ Ὑπουργοὶ ἀκούονται πρῶτοι.

§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ καταθέσω πίνακα τῶν γενικῶν θέσεων, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων. Λυποῦμαι, διότι δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσω πάσας τὰς ἐπιθυμίας ταύτας αὐτοῦ. Προθύμως θέλω καταθέσει πίνακα τῶν κατεχόντων τὰς γενικὰς θέσεις νῦν, ὡς καὶ ἐκείνων, οἵτινες κατεῖχον αὐτὰς πρότερον, διότι δὲν κωλύομαι νὰ πράξω τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν χρεωστῶ νὰ ἐκτελέσω τὴν ἄλλην ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, δηλαδὴ νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν γενομένων κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη 1901 καὶ 1902. Αἱ ἐπιθεωρήσεις ἀποτελοῦσιν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, εἰσὶ νενομισμέναι, καὶ ἐκτελοῦνται πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ὅπως οἱ ἁρμόδιοι, ἤτοι ὁ Ὑπουργὸς, συλλέξωσι πάσας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων καὶ περὶ τῶν πραγμάτων. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ λοιπὸν, περιερχόμενοι καὶ ἐπιθεωροῦντες τὰ στρατεύματα, ἐρευνῶσι τὰ πράγματα, καὶ ἐξετάζουσι τὰ πρόσωπα· καὶ ἡ μὲν ἔρευνα τῶν πραγμάτων παριστᾷ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ταῦτα κεῖνται, ἡ ἐξέτασις δὲ τῶν προσώπων παράγει πορίσματα περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν προσώπων, τὰ πορίσματα δὲ ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐξ αὐτῶν ὁδηγούμενος εἴτε πράττει εἴτε παραλείπει. Οὕτω πράττει, ἀσχολούμενος, παραδείγματος χάριν, ἵνα βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, νὰ βελτιώσῃ τὰ τοῦ ἱματισμοῦ, τὰ τοῦ ὁπλισμοῦ, τὰ τοῦ στρατωνισμοῦ, τὰ τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Τὰς πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν πορίζεται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐπιθεωρήσεως, τῆς γενομένης πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων καὶ παρεχούσης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰ ἀπαιτούμενα φῶτα· ἡ ἐξέτασις δὲ τῶν προσώπων, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, παράγει πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ βλέπει ὁ Ὑπουργὸς τὰ τῶν προσώπων. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήσεις ἀποτελοῦσιν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι δὲ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατατίθενται εἰς τὰς Βουλάς. Ἐξ αὐτῶν ὁδηγεῖται ὁ Ὑπουργὸς νὰ πράττῃ ἢ νὰ παραλείπῃ· ὅταν δὲ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἢ ὅταν παραλείπῃ, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν, ὡς πράξαντα κακῶς, διότι προὐβίβασε τοῦτον, ἢ ἐκήρυξε στάσιμον τὸν ἄλλον, ὡς πράξαντα κακῶς, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ βελτιώσῃ τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, ἢ νὰ ἐπαινέσῃ αὐτὸν ὡς πράξαντα καλῶς, διότι ἐβελτίωσεν ἢ ηὔξησεν αὐτό. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως, αἵτινες, ὡς εἶπον, ἀποτελοῦσι μέρος τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, φυλασσόμεναι ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἡ δὲ Βουλὴ ἐξελέγχει ἰδίως τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἐρευνῶσα τί ἔπραξαν οἱ Ὑπουργοί, ἢ τί παρέλιπον νὰ πράξωσιν· ἐξετάζει τὰς πράξεις ἢ τὰς ἐλλείψεις αὐτῶν, δὲν ἐξετάζει δὲ τὰς γνώμας, αἵτινες προὐτάθησαν ἢ ὑπεβλήθησαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἂν τοιαῦται ὑπεβλήθησαν. Λυποῦμαι, διότι, μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ἄλλοτε ἐμὸν συνάδελφον καὶ νῦν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δὲν δύναμαι οὔτε τοῦτον νὰ εὐχαριστήσω. Ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰς περὶ τοῦ πολέμου ἐκθέσεις, δηλαδὴ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας οἱ δράσαντες κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὸν πόλεμον ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἐν τούτῳ δικαίωμα ἐλέγχου, ὁ ἔλεγχος οὗτος γίγνεται ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸν πόλεμον ὑπῆρχον, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Εὐτυχῶς ἡ ἄρνησίς μου, ἵνα εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, δὲν ζημιώνει παντάπασιν αὐτὸν, διότι τὰ κατ’ αὐτὸν εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ ἕκαστος θέλει μανθάνει, ποῖον διεδραμάτισε πρόσωπον εἰς τὴν Ἤπειρον, κατὰ τὰς μάχας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκεῖ. Ἑπομένως ἡ ἄρνησίς μου δὲν δύναται νὰ φέρῃ ζημίαν τινὰ εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ κ. συναδέλφου. Νομίζω ὅτι δὲν ἐχρεώστουν νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον περισσότερον, πραγματευόμενος περὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ φίλου μου κ. Λιμπρίτου, ἢ περὶ μελετῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν ἄλλοις γραφείοις. Τὸ Σύνταγμα δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ὁ κ. Λιμπρίτης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο, προτείνας ὅσα ἔκρινε νομοθετήματα ἀναγκαῖα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν ἄλλοις γραφείοις ὑπῆρξαν μελέται, ἢ συνετάχθησαν τοιαῦτα νομοσχέδια, ταῦτα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐποιήσαντο τὰς μελέτας. Ἀπὸ τὴν θέλησιν δ’ αὐτῶν ἐξαρτᾶται νὰ δώσωσιν εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ ἔργα ταῦτα. Ἡμεῖς, ὡς Ὑπουργοί, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν παρά τινος ἐκ τῶν ποιησαμένων τὰς μελέτας νὰ δημοσιεύσωσιν αὐτὰς, ἀλλ’ οὔτε ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν τὰ παρασκευασθέντα, ὡς εἴρηται, νομοθετήματα καὶ νὰ τὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰσήγαγεν ἤδη τοιαῦτα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, εἶναι, νὰ προνοήσωμεν, ἵνα συζητηθῶσι τὰ εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδια, καὶ ἂν δέωνται βελτιώσεως, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν, ἂν δέωνται μεταρρυθμίσεως, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν αὐτῶν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν λησμονεῖ, οὔτε ὑπάρχει πολίτης Ἕλλην λησμονῶν, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν γνώμας τινὰς περὶ στρατοῦ, καίπερ μὴ ὄντες στρατιωτικοί. Γνώμας ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὄχι μόνον ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ὡς πολῖται Ἕλληνες, τὰς γνώμας, ὅτι οὐδεμία νομοθετικὴ διάταξις πρέπει νὰ ἰσχύῃ, ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἑπομένως, τηρουμένων τῶν γενικῶν τούτων ἀρχῶν, ἡμεῖς θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων καὶ θέλομεν φροντίσει νὰ στέρξωμεν πᾶσαν μεταβολὴν καὶ πᾶσαν τροποποίησιν, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὸ νὰ κρατυνθῇ καὶ νὰ χωρισθῇ καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γενικὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ εἶπον ὅτι ἔχομεν. Ἂν δ’ ἐπανάγεται καὶ προτείνεται ἑκάστοτε τὸ ζήτημα τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, καὶ δὲν ὀκνοῦσι νὰ ζητῶσι παρ’ ἡμῶν λόγον, διατὶ δὲν προβάλλεται ἡ συζήτησις αὐτῶν τὸ Σάββατον καὶ ὄχι τὴν Δευτέραν, καὶ διατὶ τὴν Δευτέραν καὶ ὄχι τὴν Πέμπτην, νομίζω ὅτι εἶναι προαίρεσις σχεδὸν ἀστεία. Ἡμεῖς κανονίζομεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ στέργῃ τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ποῖον δ’ ἐποιήσαμεν κανονισμόν; Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχομεν χρέος νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας προτείνομεν διὰ τῶν νομοθετημάτων ἡμῶν, ν’ ἀρχίσῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα, διότι εἴμεθα εἰς τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, λήγει ὁ τρίτος μὴν, τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐψηφίσθησαν, καὶ ἑπομένως δὲν ἤρχισαν νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ ἐλαττώσεις· καὶ ἐν ὅσῳ δὲν γίνεται ἐφαρμογὴ τῶν ἐλαττώσεων, τὰ ἔξοδα διατηροῦνται τὰ αὐτά. Ὥστε ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν νὰ ψηφισθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Ἄνευ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἰσχύει Προϋπολογισμός. Ὑποθέσατε ὅτι ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ὑπάρχουσι δ’ ἐψηφισμένα τὰ νομοσχέδια· ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἑπομένως ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Ἡμεῖς θέλομεν ἐπιμείνει, ἵνα ψηφισθῶσι ταῦτα, διότι ταῦτα ἐκπληροῦσι σκοποὺς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐργασθῶμεν, διότι ταῦτα συνδέονται μετὰ τῶν πεποιθήσεων ἡμῶν, μετὰ τῶν γνωμῶν ἡμῶν τῶν πολιτικῶν περὶ τῶν ἐν γένει πραγμάτων τοῦ στρατοῦ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονηθῇ ὅ,τι ἐπανειλημμένως εἴπομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως, ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Αὐτὰ δὲν τὰ λέγομεν ὡς λόγους πτερόεντας. Λέγομεν αὐτὰ, διότι τὰ φρονοῦμεν, τὰ λέγομεν, διότι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ τὰ ἐκτελέσωμεν. Παρακαλοῦμεν δὲ νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ ἐλέγχου, τοῦ ἐκβιασμοῦ, διότι τοῦτο δὲν εἶναι εὐπρεπές. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς ἀγαπητὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ παρῃτήθη. Καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ πρὸ πάντων, γνωρίζομεν τὸν Θεόδωρον Λιμπρίτην. Ἐγὼ ἐγνώρισα αὐτὸν ἐν δειναῖς περιστάσεσι. Τὸν ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὸ 1886 ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου κατὰ τὴν Θεσσαλίαν· ἐνθυμοῦμαι τὰς ὑπηρεσίας, τὰς εὐσυνειδήτους καὶ πεφωτισμένας, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα· οὐδ’ ἐλησμόνησα, ὅτι ὁ Λιμπρίτης συνετέλεσεν, ἵνα ἀραιωθῇ, ἵνα διαλευκανθῇ μελανὴ ὁμίχλη, ἡ ὁποία εἶχε τότε καταλάβει μέρος τοῦ ὁρίζοντος. Τὸν γνωρίζω ἔντιμον στρατιώτην, διακεκριμένον ἀξιωματικόν, πλήρη στρατιωτικοῦ ἤθους καὶ χαρακτῆρος ἐπιζήλου. Ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω, ὅτε λόγος ἐγίγνετο περὶ αὐτοῦ, καὶ ἠκούοντο κρίσεις ἐπὶ τῆς παραιτήσεώς του ἄδικοι, εἴτε ἀπεδίδοντο εἰς αὐτὸν σκοποὶ δημοκοπικοὶ, εἴτε ἀπεδίδοντο εἰς τὴν παραίτησιν αὐτοῦ μελέται πλάγιαι καὶ μὴ ἐπαινεταί. Ὁμολογῶ ὅτι οὐδεὶς τῶν συναδέλφων ἐπεθύμει, οὔτε ἐγὼ βεβαίως ἐπεθύμουν, νὰ ἴδωμεν αὐτὸν παραιτούμενον, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι αἰσθανόμεθα λύπην, διότι ἐστερήθημεν τῆς πεφωτισμένης αὐτοῦ συμπράξεως· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται καὶ νὰ μὴ ἀνοίξωμεν τὸ στόμα ἡμῶν, ὅταν τίθηται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ἀγαθοπιστία τοῦ ἀνδρός.

§109Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐν πρώτοις ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλην, καὶ νὰ εὐχαριστήσω αὐτὸν, μόνον διότι συνηγόρησεν ὑπὲρ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Λυποῦμαι ὅμως, διότι εἶπεν, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, ὅτι ἀνῆλθεν ἐπὶ σκοπῷ ἵνα διορθώσῃ λάθη τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δῆθεν ἔκαμα κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἀλλ’ οὐδὲν λάθος ὁ κ. συνάδελφος μοὶ ὑπέδειξε, διὰ νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῶ. Τούτου ἕνεκα παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ἵνα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου καθορίζον τὰς γενικὰς θέσεις ἐν τῷ στρατεύματι. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τῶν γενικῶν ἐν τῷ στρατῷ θέσεων. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω αὐτῷ τὰς εὐχαριστίας μου. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου κύριον Κουμουνδοῦρον, ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδόλως ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Λιμπρίτου. Τὸν κ. Λιμπρίτην σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ ὡς ἕνα τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ πάντοτε ἐσεβάσθην αὐτόν. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου εἶπόν τι δυσάρεστον διὰ τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ἀξιότιμον κ. Λιμπρίτην. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω αὐτὸν καὶ τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἐγὼ ἐθεώρησα τὸν τέως Ὑπουργὸν, ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅλως ἀδικαιολογήτως, ὅτι ἐγένετο θῦμα τῆς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας καὶ ἀφοσιώσεως αὐτοῦ, διότι ὑπέβαλε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐπὶ σκοπῷ νὰ ὠφελήσῃ τὸ στράτευμα. Ἐν πεποιθήσει δὲ ὁμιλῶν λέγω, ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια.

§110ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πάλιν τὰ ἴδια!

§111Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν πλανῶμαι, δύναται πᾶς, ὅστις θέλει, νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Εἶναι ζήτημα καθαρῶς προσωπικόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἴσως δὲν ἐπροσέξατε εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἢ ἐγὼ δὲν ἐξεφράσθην σαφῶς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε, ἵνα ἐννοήσητε· διότι ἔχω καθῆκον, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, νὰ ἐπαναλάβω ἐν περιλήψει ὅσα εἶπον. Δὲν εἶπον λοιπόν τι δυσάρεστον, ἀφορῶν τὸν ἀξιότιμον κ. Λιμπρίτην. Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ὑπῆρξα συνήγορος αὐτοῦ. Εἶπον ὅτι ὑπέβαλε στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν ταῦτα ὑπέβαλεν ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἶπον ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀνέγραψε τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἥτις υἱοθέτησεν αὐτά, νὰ τὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν καὶ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῶσι, πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις χάριν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἐγένετο θῦμα. Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅ,τι ἐφρόνουν διὰ τὸν ἀξιότιμον κύριον Λιμπρίτην. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, λαμβάνων τὸν λόγον, ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ, λέγων ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ποτέ! Ἐγὼ μᾶλλον ὑπῆρξα συνήγορος αὐτοῦ· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὑποβοηθήσω, ὅσον μοὶ ἦτο δυνατόν, εἰς τὸ ἔργον τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατεύματος, ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Λιμπρίτης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπανειλημμένως, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμίλησα περὶ αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει λόγος σήμερον νὰ διαφωνῶ πρὸς αὐτόν, οὔτε δύναμαι νὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν ἴσον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Λιμπρίτην. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! μακρὰν τοῦ νὰ διανοηθῶ τοῦτο! Ἀλλὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, καὶ ὡς ἀξιωματικοῦ καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφέρω ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ἵνα κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν τοῦ στρατοῦ, αἱ ἀφορῶσαι τὴν δρᾶσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου κατὰ τὸν πόλεμον, καίτοι ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἕνεκα ὑψηλῶν ζητημάτων δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ αὐτὰς, καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει θερμῶς αὐτὸν νὰ καταθέσῃ ταύτας, ἀφοῦ μάλιστα ἐξηλέγχθησαν ὑπὸ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως ἡ αἴτησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου, δὲν ἀπέβλεπεν αὐτόν, διότι οὐδεὶς ἐκάκισεν αὐτόν, οὐδὲ ἀπέδωκε τὸ ἐλάχιστον εἰς αὐτόν. Ἴσως παρενέβη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἕνεκα εἰσηγήσεων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεμφθῇ ἐμοῦ ὡς προαγορεύσαντος. Ἔχω τὸ θάρρος, κύριοι Βουλευταί,—ἔχων τὸ μέτωπον καθαρόν, καὶ ἀναλαμβάνων πᾶσαν τὴν εὐθύνην—νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν καὶ ἀξιωματικῶν, οἵτινες ὑπηρέτησαν εἰς τὸ στράτευμα τῆς Ἠπείρου. Βεβαίως ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχομεν καὶ φίλους καὶ ἐχθρούς. Ἐχθροὶ ὅμως, οἵτινες κρύπτονται, ἐχθροί, οἵτινες δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ καυτηριάσουν ἐμέ, ὡς ἀξιωματικόν, εἶναι ἀνάξιοι νὰ φέρωσιν ἐπωμίδας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπέμβασιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν παρουσιασθῶσιν ἐκθέσεις δυσμενεῖς, ἀφορῶσαι ἐμέ, θέλω παραιτηθῆ οὐ μόνον τῆς θέσεως τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀπεφάσισα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον ἀπὸ τοῦ 1895, καίτοι εἶχον σκοπὸν νὰ παραμείνω εἰς τὸ στράτευμα διὰ λόγους τοιούτους. Διότι ἐν τῷ στρατεύματι ὑπάρχουσι δυστυχῶς προσωπικαὶ διαφοραὶ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὄχι ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπῆρξαν ὑπηρέται ἀξιωματικῶν. Ἀξιωματικοὶ δὲ, οἵτινες ὑπῆρξαν ὑπηρέται, δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσι, τί ἐστὶν ἀξίωμα, καὶ διὰ τοῦτο ὑπονομεύουσι τὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται ν’ ἀτενίσωσι. Δὲν ἐπολιτεύθην, Κύριοι, ἀποβλέπων εἰς ὠφέλειάν τινα, οὔτε εἰς τὸ στράτευμα κατετάχθην, ἀποβλέπων ἐπίσης εἰς ὠφέλειάν τινα. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἑκάστου. Ὅτε δ’ ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, ὅτε ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ τὸ φύλλον ποιότητός μου, ὡς ἀξιωματικοῦ, ἤθελον νὰ γείνωσι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι μου, αἱ ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ φύλλῳ ποιότητος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγενόμην ἀξιωματικός. Δὲν γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅλοι, γνωρίζουν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι στρατιωτικοὶ Βουλευταί, ὅτι ἡ εἰκὼν καὶ ὁ καθρέπτης τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι τὸ φύλλον ποιότητος. Πολλάκις ἐν τῷ φύλλῳ ποιότητος γράφονται ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἔχει προσόντα καὶ πλεονεκτήματα ὁ ἀξιωματικός, διότι τινὲς τῶν σωματαρχῶν, ἔχοντες τὸ φύλλον ποιότητος, καὶ μὴ ὄντες ὑποχρεωμένοι νὰ παρουσιάσωσιν αὐτὸ, νομίζουσιν ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίας, ἐὰν γράψωσιν ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ ζητήσω, καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι μοὶ ἐπιβάλλεται, καὶ ὡς ἀξιωματικῷ καὶ ὡς Βουλευτῇ, νὰ κλείσω τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσί τι προσωπικῶς κατ’ ἐμοῦ. Πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Οἰτύλου τρέφω πάντοτε σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν. Δὲν συνήθισα δὲ νὰ κολακεύω αὐτόν. Ἀλλὰ λυποῦμαι πολύ, διότι σήμερον ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἔλαβε τὸν λόγον, ἀποκλειστικῶς ἵνα μεμφθῇ ἐμοῦ. Οὐδέποτε δὲ περιέμενον τοιαύτην ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρατείνω τοιαύτην ἀνιαρὰν συζήτησιν, διότι, καίτοι μὲ ἐπίκρανεν, ἐξακολουθῶ νὰ σέβωμαι καὶ νὰ ὑπολήπτωμαι αὐτόν. Μόνον εἶχον καθῆκον νὰ ἐκθέσω ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, διότι δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τίποτε τὸ ἔθνος, δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τὸ ἔθνος περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἔχασε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐξελίξεως τοιούτων γεγονότων. Πολλάκις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, ἐν τῷ τύπῳ ἐξετέθησαν αἱ διάφοροι ἐκθέσεις· τί ἔχει λοιπὸν νὰ χάσῃ τὸ ἔθνος, ἐὰν κατατεθῶσιν αὗται εἰς τὴν Βουλήν; Ἀπ’ ἐναντίας θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀξιωματικοὶ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκον αὐτῶν, καταγγελθέντες καὶ παραπεμφθέντες εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, οἱ ὁποῖοι ἐκρύβησαν ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ φέρωσι τὰς ἐπωμίδας, προεβιβάσθησαν καὶ παραμένουσιν ἐν τῷ στρατῷ διοικηταὶ σωμάτων! Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν, διότι δὲν ἐφοβούμην ἄλλο τι ἢ ὅτι τοιαῦτα ζητήματα παρελθόντος χρόνου, ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καλύπτῃ ὁ πέπλος, διὰ τὰ ὁποῖα ὅλοι εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ ὅλοι ἔχουσι νὰ δώσωσι λόγον, δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἀναξέωσι πληγάς. Τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἔχουσιν ἄλλην ἀφορμήν, εἰμὴ προσωπικήν. Ἐὰν σήμερον θέλω, βεβαίως δύναμαι νὰ κατηγορήσω συνάδελφόν μου, ἀλλὰ θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἔχω προσωπικὰς ἀφορμὰς, καὶ δὲν τρέφω δι’ αὐτὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω. Κατηγορῶν ἕνα συνάδελφον, ἀποδίδω μομφὴν κατ’ αὐτοῦ, καὶ τότε ἔχω καθῆκον νὰ ἀποδείξω ταύτην· ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἐνταῦθα δὲν εἶναι Δικαστήριον, οὔτε ἤλθομεν νὰ δικάσωμεν πράξεις ἀξιωματικῶν ὡς δικασταί...

§112ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἴμεθα Βουλευταὶ ὄχι τῶν ἐπαρχιῶν μας, ἀλλὰ τοῦ Κράτους.

§113Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀναγνωρίζω τοῦτο. Ἐγὼ ὅμως εἶπον, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ θίξω ζητήματα προσωπικά, διότι δὲν εἶναι τῆς θέσεώς μου σήμερον νὰ κατηγορήσω συνάδελφον, διότι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῶν λόγων ἐπιτιθέμεθα κατὰ τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα. Ταῦτα δὲ εἶπον, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου ὅσα εἶπε τὰ εἶπεν ἀποκλειστικῶς δι’ ἐμέ, διότι, ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου μου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἀπήντησεν, ὅτι τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ δὲν ἀφορῶσιν ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἐμέ. Ἐὰν ἔχῃ τι προσωπικὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου, παρακαλῶ νὰ τὸ εἴπῃ· ἐὰν ἔχῃ ἐπίσημον ἔκθεσιν, ἀφορῶσαν ἐμέ, νὰ τὴν παρουσιάσῃ· ἐὰν ἔχῃ τι, δυνάμενον νὰ ἀμαυρώσῃ τὴν ὑπόληψίν μου, νὰ παρουσιάσῃ καὶ αὐτό· καὶ ὄχι μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου, ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐξέλθω καὶ πάλιν νικητής, ὡς ἐξῆλθον ἀπὸ πολλὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς κατηγορήθην, οὐχὶ βεβαίως ἐγκληματικῶς, ἀλλὰ δυστυχῶς διότι δὲν εἶχον τὴν ἐνδοτικότητα νὰ ὑποχωρῶ εἰς ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεχώρουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατεύματι. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ μόνον λάθος, εἰς ὃ μέχρι σήμερον ὑπέπεσα, εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρξα ὑποχωρητικός, ὑπηρετῶν τοὺς ἀνωτέρους μου. Δὲν θέλω ἐπὶ πλέον νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν ταύτην. Θεωρῶ ὅμως καθῆκον νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ νὰ συμφωνήσω εἰς ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ. Συμφωνῶ πληρέστατα ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος κλπ., οὔτε τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς ἐνέργειαν ἐλέγχου ἐπὶ τῶν παραβάσεων. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐζήτησα τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατεύματος τὰς ἀφορώσας τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀτομικὰς, δηλαδὴ τὰς περὶ ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ἐγένοντο ἀδικήματα, ἀκριβῶς, ἵνα ἐλέγξωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὑπέχει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, ὡς Ὑπουργὸς, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἐξετέλεσεν ὅσα ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ὁ νόμος. Διότι νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁμιλῶν, παρεῖδε τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει δυνάμει ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Βασ. Διατάγματος τοῦ ἀπορρέοντος ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Τὰς ἐκθέσεις, Κύριοι, ἐζήτησα, καὶ ταύτας, καὶ ἂν ἔτι ἐξετάσητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχει οὗτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ. Ἐγὼ ἐκ σεβασμοῦ καὶ ἁβρότητος ἐδήλωσα, ὅτι ὑποχωρῶ, καὶ δὲν ζητῶ τὴν κατάθεσιν ταύτην, ἵνα μὴ ἐπεκτείνω τὸ ζήτημα εἰς εὐρυτέρας διαστάσεις, καὶ οὐχὶ διότι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν. Ὑποχρέωσιν ἔχει, ὅταν πρόκηται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εὐθύνει τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι περὶ ἐμοῦ, ὡς ἀξιωματικοῦ, οὐδεμία ἔκθεσις ὑπάρχει ὅτι δὲν ἔχω τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν· δυνάμει δὲ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλῃ ἠτιολογημένην πρότασιν περὶ τῶν προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα εἶναι ἀπόρροια τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως· διότι ὁ νόμος προέβλεψε καὶ εἶπεν, ὅτι «δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως κλπ.» Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, ὑπεβλήθησαν ἠτιολογημέναι προτάσεις διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κεκτημένους τὰ προσόντα; Ἐγὼ λέγω ὄχι, δὲν ὑπεβλήθησαν, — καὶ ἂς μὲ διαψεύσῃ, ἂν δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, — καὶ δὲν ὑπεβλήθησαν, διότι τὰ ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας τοιαύτην ἰδέαν εἶχον. Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἐκδοθέντος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, λέγει, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ συλλέγει τὰς διαφόρους πληροφορίας, τὰς ἐκθέσεις τῶν μεράρχων καὶ συνταγματαρχῶν, καὶ καταρτίζει τὸν πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κεκτημένων τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν περὶ προβιβασμῶν νόμων καὶ πρὸς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, δηλαδὴ πρὸς τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόρροια τοῦ νόμου, καὶ τὸ ὁποῖον κατήργησεν ὅλα τὰ ἄλλα Διατάγματα καὶ ἀφῆκεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τῆς 16 Ἰουλίου 1861. Ὅτε δὲ ὑπεβλήθη τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα καὶ ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ὑποβληθῇ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, καὶ διὰ τοῦτο λέγει, ὅτι ἐνεργεῖ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα. Πρέπει νὰ μελετήσητε τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν. Κατὰ τὸ Διάταγμα λοιπὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἐλέγχει ταῦτα λεπτομερῶς καὶ ἐπισταμένως, καὶ ἂν ἴδῃ παραλείψεις, δὲν τὰ ἐγκρίνει· διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀδικουμένους ἀξιωματικοὺς νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια· τὴν εὐθύνην δὲν φέρει ὁ Γενικὸς Διοικητής, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν...

§114Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρατείνοντες τὸν λόγον, ἐπιβραδύνετε τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.

§115Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἶναι συμφέρον σας, διότι θὰ μάθητε ὅ,τι δὲν γνωρίζετε.

§116Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέχετε σπουδαίαν εὐθύνην, διότι καταδαπανᾶτε τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς.

§117Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Συγκατηγορούμενοι θὰ ἤμεθα ἀμφότεροι, καὶ ἵνα μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς κατηγορίας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂς μὴ λέγῃ ὅτι τὰς ἐκθέσεις δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μᾶς λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ ἐλέγχου.

§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Ὑπουργοὶ ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον. Ὁ ἔλεγχος εἶναι πολιτικὸς καὶ ποινικός. Πολιτικὸν ἔλεγχον δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν εἶναι πλέον ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ποινικὸς ἔλεγχος, προτείνατε κατηγορίαν, καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἥτις θὰ ἐξετάσῃ, δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα.

§119Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε δίκαιον. Βεβαίως, ἐὰν πρόκηται σήμερον νὰ ἀσκηθῇ πολιτικὸς ἔλεγχος, δὲν εἶναι καιρός· ἀλλ’ ὅταν ἀποδείξωμεν τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος, τότε ὀφείλομεν καὶ πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν κατηγορητήριον. Ἀλλὰ πῶς ἄλλως θέλετε νὰ πράξωμεν τοῦτο, εἰμὴ διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Θέλετε νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας; ὄχι βεβαίως· οὐδὲ εἰς τὰς προσωπικάς μας πληροφορίας. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλα τὰ σχετικά, ἐφ’ ὧν νὰ στηριχθῶμεν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπιψήφισιν ἑτέρων νόμων πρότερον, καὶ οὐχὶ τῶν στρατιωτικῶν, εἶναι ἀρκετὴ νὰ πείσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια δὲν θὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους.

§120Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκθέσεις. Ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσεις περὶ τῶν τοῦ πολέμου, αὗται δύνανται νὰ κατατεθῶσι, διότι αἱ πλεῖσται εἶναι δεδημοσιευμέναι. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἔχει δημοσιεύσει τὰς ἐκθέσεις τῆς δράσεως τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας. Δὲν ἐδημοσιεύθησαν μόνον αἱ ἐκθέσεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν δρᾶσιν τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ. Δὲν ὑπάρχει κώλυμα, νομίζω, νὰ κατατεθῶσι καὶ αὗται εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἀρχὴ δημοσιεύσεως ἐγένετο. Ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν· οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ παντοῦ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ τί φρονεῖ περὶ αὐτοῦ ἡ Ἐπιθεώρησις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ φέρῃ τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιθεωρήσεως ἐδῶ, δύναται νὰ πληροφορήσῃ ἕκαστον ἀξιωματικὸν περὶ τῶν ἀφορώντων αὐτόν, καὶ τί φρονεῖ περὶ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὅστις κατόπιν τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐδημοσίευσε τὰ ὀνόματα τῶν προβιβασίμων ἀξιωματικῶν, καὶ οὕτω πως εἰδοποιήθησαν καὶ οἱ στάσιμοι.

§121Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξετάσῃ τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὑποβάλῃ τὰς καταστάσεις, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται ποῦ εὑρίσκετο ἕκαστος ἀξιωματικὸς κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς δράσεως τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, καθὼς καὶ ἕκαστος σωματάρχης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἔκθεσις περὶ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ δὲν ἐγνώσθη· δὲν ἐγνώσθησαν δὲ καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ταξιαρχῶν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου, οἱ ὁποῖοι ἐν πολλοῖς διαφωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἀλλὰ νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πίνακα, ποῦ εὑρίσκετο ἕκαστος τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν μαχῶν. Τοῦτο ἐζήτησα. Δὲν πρόκειται περὶ πιστοποιητικοῦ τῆς ἐμῆς διαγωγῆς ἐν τῷ πολέμῳ· οὔτε θὰ συζητήσω ποτὲ τὴν ἐν τῷ πολέμῳ δρᾶσίν μου. Ἀδιαφορῶ περὶ αὐτῆς· ἂς γράψῃ ἡ ἱστορία. Ποῖος θὰ ὁμιλήσῃ περὶ ταύτης, καὶ ποίαν γνώμην θὰ ἔχῃ, ἀδιαφορῶ· διότι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ οἴκῳ του καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐν τοῖς ἀνακτόροις ἔχουσιν ἐπισήμου ξένου ἀξιωματικοῦ τὴν γνώμην περὶ τῆς ἐμῆς δράσεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, ὡς εἶπον, καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν καταθέτει τὰ ἔγγραφα. Δὲν ζητῶ ἀπὸ κανένα πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς ἐν τῷ πολέμῳ, ἀλλὰ ζητῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνήκει, διότι θέλω νὰ μάθω, ἂν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Γενικὴ Διοίκησις περὶ ἐμοῦ ἢ ἑτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος τῆς Ἠπείρου, ἂν ἡ γνώμη αὕτη εἶναι δικαία ἢ ὄχι, καὶ θέλω νὰ μάθῃ τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος.

§122Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἰσχυρίζεται ὅτι ἠδικήθη, καὶ ζητεῖ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα αὐτόν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἣν θεωρῶ καὶ ἐγὼ γενικώτερον ὀρθὴν, ὅτι δηλαδὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν, εἴτε καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰς οἱονδήποτε, νὰ ζητῇ νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πάσας τὰς ἐκθέσεις εἴτε τῶν μεράρχων εἴτε τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τὰς ἀφορώσας αὐτόν. Ὅταν ὅμως ἀξιωματικός τις ἰσχυρίζηται ὅτι ἠδικήθη, εἴτε διότι δὲν ἐτηρήθησαν οἱ τύποι, οὓς ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι ὡς προστατεύοντας δι’ ἐγγυήσεων τὰ δικαιώματα, τὴν κατάστασιν ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ νόμοι περὶ προβιβασμῶν, εἴτε διότι παρεισέφρησαν ἄλλαι πραγματικαὶ ἀνακρίβειαι, ζημιοῦσαι αὐτὸν, δὲν νομίζω ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ Βουλῇ ζητούμενος νὰ ἀρνηθῇ νὰ χορηγήσῃ ἐκ τῶν ἐκθέσεων τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, τὰς σχετικὰς μὲ τὰ ἀφορῶντα αὐτὸν νόμιμα στρατιωτικὰ συμφέροντα καταστάσεως καὶ προβιβασμοῦ αὐτοῦ. Διότι, ὅπως εἰς Δικαστήριον δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ ἐπιτύχῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἀπόφασιν ὑποχρεοῦσαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶναι ἀναγκαῖα, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀπαιτοῦντος ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἀνόρθωσιν ἀδικήματος ἐπελθόντος αὐτῷ εἴτε ἐκ παραλείψεως οὐσιωδῶν τύπων εἴτε ἐξ ἀποφάσεως ἐναντίας πρὸς τὰς ἐκθέσεις, ἐπίσης δύναται νὰ ζητήσῃ τοῦτο ὁ ἀξιωματικὸς, ἀναφερόμενος διὰ Βουλευτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Στάϊκος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐν τῇ ἀφορώσῃ αὐτὸν ἐκθέσει συνέβη ἀδίκημα, ὅπερ θέλει νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἐξετάσῃ, διότι ἐκ τούτου ἐπεγένετο αὐτῷ ζημία ἄδικος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸ σχετικὸν τοῦτο μέρος τῆς ἐκθέσεως, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις, ὑποβληθεῖσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἐξελεγχθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ, ἀποτελεῖ μέρος τῶν ὑπευθύνων αὐτοῦ πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐν τῇ Βουλῇ λογοδοτεῖ. Τοιαύτη ἔκθεσις δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐξακολουθοῦσα νὰ ᾖναι ἔκθεσις ἐμπιστευτικὴ αὐτοῦ. Τὸ στάδιον αὐτὸ παρῆλθεν ἀφ’ ἧς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφάσισε νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὸ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ βασίσῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ περὶ προβιβασίμων καὶ στασίμων. Ἔκτοτε ἡ ἔκθεσις, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἐνίστανται ὅτι ἠδικήθησαν ἐξ αὐτῆς, κατέστη ἔγγραφον δημόσιον, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα εὐθύνουσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὰ ἐξετέλεσεν. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων τῶν σχετικῶν πείθει, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ζητοῦντος νὰ προσαχθῶσιν ἔγγραφα, ἀποτελεῖ ἔλεγχον τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι λέγει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ συνταχθέντες πίνακες ὑποβάλλονται ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν προτάσεων. Ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἐλέγχων τὸ κανονικὸν αὐτῶν, συντάσσει δι’ ἕκαστον τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ σωμάτων ἴδιον γενικὸν πίνακα πάντων τῶν ὑποψηφίων πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν κατ’ ἐκλογὴν, ὡς καὶ τῶν λοχαγῶν κατ’ ἀρχαιότητα, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἰσχυόντων περὶ προβιβασμῶν νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων.» Αἱ προτάσεις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐπιθεωρούσης, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλάξωσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ τηρῇ ἐν τοῖς προβιβασμοῖς τοὺς περὶ αὐτῶν νόμους καὶ τὰ Διατάγματα. Ἡ εὐθύνη αὐτοῦ ἐπὶ τῇ μὴ τηρήσει τυχὸν αὐτῶν εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως. Ὁ νόμος ἐνόησεν, ὅτι, ἅπαξ ὑποβληθείσης τῆς ἐκθέσεως, καὶ συνταχθέντος τοῦ πίνακος, αἱ ἐκθέσεις καὶ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῶν μεραρχῶν καὶ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, αἱ ὑποβληθεῖσαι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, γίνονται πράξεις αὐτοῦ, ἂν ἐξελεγχθεῖσαι ἐνεκρίθησαν, ἢ ἐφ’ ὅσον ἐνεκρίθησαν. Ἄλλως θὰ εἴχομεν ἀντισυνταγματικὴν κατάστασιν πραγμάτων ἐν τῷ στρατῷ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῶν προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι δὲν θὰ εἴχομεν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ αὐτούς. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἠθέλησεν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐχορήγησεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὸ κανονικὸν καὶ τὸ νόμιμον τῶν προτάσεων τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, καὶ νὰ μὴ παραδέχηται καὶ ἐκτελῇ ἐκείνας, αἵτινες κρίνονται ὑπ’ αὐτοῦ μὴ κανονικαὶ μηδὲ νόμιμοι, εἴτε περὶ τῶν κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμῶν πρόκειται εἴτε περὶ τῶν κατ’ ἐκλογήν. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος αὐτὸ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ, τὰ ἀφορῶντα αὐτὸν, νομίζω ὅτι ἔχει δικαίωμα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ καταθέσῃ αὐτὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§124ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Παραιτοῦμαι.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ροδόπουλος.

§126Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὑπάρχουσι δύο χωρία, Πυργετὸς καὶ Αἴγανη, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος τούτου ὁ Ἀλῆ–πασσᾶς θελήσας νὰ κάμῃ ἰδιοκτησίαν του, ἐφυλάκισε πέντε προκρίτους ἐκ τῶν κατοίκων αὐτῶν, καὶ κατώρθωσεν οὕτω διὰ τῆς βίας νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ δίδωσιν ὡς ἴμορον, ἤτοι εἶδος δικαιώματος ἐπικαρπίας, τὸ ⅓ τοῦ εἰσοδήματος· ἀλλ’ ἐσεβάσθη τὴν ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν κήπων ἰδιοκτησίαν τῶν χωρικῶν, οἵτινες ἔμειναν ἀνενόχλητη κύριοι καὶ νομεῖς τῶν οἰκιῶν, κήπων καὶ ἀμπέλων, χωρὶς ποτε νὰ τοῖς ζητηθῇ τίποτε ἐπὶ τουρκοκρατίας μέχρι τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅ,τι ὅμως ὁ Ἀλῆ–πασσᾶς καὶ ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἐσεβάσθησαν ἄλλοι σήμερον, διάδοχοι ἐκείνων, προσεπάθησαν νὰ ὑφαρπάσωσιν ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς διὰ μέσων οὐχὶ ἠθικῶν, διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα γεννῶσιν εὔλογον δισταγμὸν περὶ τῆς ἀμεροληψίας τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἓν ἐκ τῶν πολλῶν, καταχθονίων καὶ δολερῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως καὶ Δικαιοσύνης ἀποπειρώμενοι νὰ δημιουργήσωσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον ἐπὶ τουρκοκρατίας, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἀπό τινων ἐτῶν τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πληρώνουσιν οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐν τῷ προκειμένῳ δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ δικαιοῦχοι, ὡς προεῖπον, τοῦ ἰμόρου, ἤτοι τοῦ ⅓ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσι πραγματικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῶν γαιῶν, — δικαιοῦχοι, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι ἐκ τοῦ ὅτι λαμβάνουσι μέρος τοῦ εἰσοδήματος, νὰ δηλώνωσι τὰ ζῶα τῶν κατοίκων ἐπ’ ὀνόματί των, καὶ πράγματι τὰ δηλώνουσι καὶ πληρώνουσι τὸν φόρον — οἱ ἐπιστάται τῶν κατὰ τὰ εἰρημένα δικαιούχων τοῦ ἰμόρου καὶ δῆθεν ἰδιοκτητῶν, ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τῶν χωρικῶν, ζητοῦντες νὰ πληρώσωσι καὶ οὗτοι τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς μέρος τῶν καταβληθέντων φόρων· ἀλλ’ οἱ χωρικοί, ἔχοντες ἄλλας ἀπαιτήσεις κατ’ αὐτῶν, καὶ ἰδίως διότι πρὸ τοῦ 1892 ἐπλήρωνον αὐτοὶ ἐξ ὁλοκλήρου τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, κατώρθωσαν νὰ μὴ ἐκδοθῶσιν ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν, ἀντιτάξαντες τὰς περὶ συμψηφισμοῦ ἐνστάσεις των. Τότε οἱ ἰδιοκτῆται ἐτράπησαν εἰς διοικητικὴν καταδίωξιν, καὶ δυνάμει ἄρθρου τινὸς τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸν ὑποταμίαν Τυρνάβου νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα καὶ συλλάβῃ 300 χωρικοὺς καὶ ἐγκλείσῃ αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακὰς, ἵνα εἰσπράξῃ τὰς ἀπαιτήσεις, ἃς οἱ Τοῦρκοι ἔχουν κατὰ τῶν χωρικῶν διὰ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς μέρος ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων, ὅν τὸ Δημόσιον ἔχει εἰσπράξει. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐπιστάται εὑρίσκονται εἰς διαμάχας πρὸς τοὺς χωρικοὺς ἕνεκα τῶν ζητημάτων τούτων, καὶ ἐπειδὴ οἱ χωρικοὶ ἔστρεψαν τὰ βλέμματά των πρὸς τοὺς προκρίτους τῶν χωρίων, οἵτινες κρατοῦσι τὴν σημαίαν τοῦ ἀγῶνος τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐπὶ τῶν οἰκιῶν κλπ. δικαιωμάτων των, καὶ ἀγωνίζονται κατὰ τῆς στάσεως τῶν ἐπιστατῶν, οὗτοι καὶ ἐκ τῶν λόγων τούτων, καὶ διότι εἶναι κομματάρχαι ἀντίθετοι ἐμοῦ καὶ τῶν χωρικῶν, οἵτινες εἶναι σχεδὸν πάντες φίλοι μου, διὰ μὲν τοὺς μὴ εὐνοουμένους των σημειώνουσιν εἰς τὰς δηλώσεις κτήνη, τὰ ὁποῖα οὗτοι δὲν ἔχουσι, διὰ δὲ τοὺς εὐνοουμένους ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, καὶ τοιουτοτρόπως εἰς τὸν κατάλογον τῆς δηλώσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὃν ὑπέβαλον οἱ ἐπιστάται, περιέλαβον ἀνακριβείας τοιαύτας, ἵνα πιέσωσι καὶ καταστρέψωσι τοὺς προκρίτους, καὶ οὕτως οἱ ἄλλοι, οἱ μικροὶ καὶ ἀνίσχυροι, μείνωσιν ἀπροστάτευτοι καὶ ἄνευ κεφαλῆς, καὶ μὴ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν χωρίων των! Εἰς τὰ σχέδιά των δὲ ταῦτα ἐπικούρους ζητοῦσι τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἐπιδιώκοντες, ὅπως αὗται ἐκδώσωσιν ἐντάλματα καταδιώξεως καὶ φυλακίσεως διὰ χρέη μὴ νομίμως βεβαιωμένα καὶ μὴ ὀφειλόμενα, ἰδίως μὲν κατὰ τῶν προκρίτων, συλλήβδην δὲ καθ’ ὅλου τοῦ πληθυσμοῦ τῶν χωρίων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ μὴ διατάξῃ τὴν τοιαύτην παράνομον ἔκδοσιν ἐνταλμάτων ὑπὸ τῶν ταμιῶν. Καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1901, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, συνεπείᾳ ὁμοίας αἰτήσεως τῶν δικαιούχων τοῦ ἰμόρου, ὅπως ὁ ταμίας καταδιώξῃ διὰ λογαριασμόν των καὶ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς τὸν ἀξιούμενον ἀπ’ αὐτῶν φόρον, ὃν οὗτοι κατέβαλον. Τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς ἀξιοῦντας ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου ἐκείνου καὶ ὅτι ἐπλήρωσαν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀγροληπτῶν φόρον, νὰ προσαγάγωσι συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀποδείξουν τὴν σχέσιν τῆς ἀγροληψίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν χωρικῶν. Ἐζήτησε, λέγω, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοὺς κυρίους αὐτοὺς νὰ παρουσιάσωσι συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀποδεικνύωνται ὄχι μόνον αἱ κολληγικαὶ σχέσεις, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα ἔχει διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κολληγικῶς καλλιεργουμένων γαιῶν ἕκαστος χωρικός, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία ἀπόδειξις, ὅτι πράγματι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ὄχι μόνον εἶναι ἀγρολήπτης, λαμβάνων μέρος τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔχει ἐκεῖνον τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀναλογίαν τοῦ καταβληθέντος φόρου. Καθότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ εἰσπραχθῇ χωρὶς νὰ ἔχῃ νομίμως βεβαιωθῇ. Ποία νόμιμος βεβαίωσις τοῦ φόρου ὑπάρχει ἐν τῷ προκειμένῳ κατὰ τῶν χωρικῶν, καθ’ ὧν ζητεῖται ἡ ἔκδοσις ἐνταλμάτων; Ἐκ τῆς δηλώσεως τῶν ἐπιστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφουν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐπ’ ὀνόματι ἑκάστου χωρικοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ἀνωτέρω ἐξέθηκα; Ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη μόνον διὰ τοὺς δηλοῦντας ἀποτελεῖ βεβαίωσιν, καὶ ὄχι καὶ διὰ τοὺς τρίτους, τοὺς μὴ συμπράξαντας. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς κατάλογος, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις. Ἐὰν ὑπῆρχον συμβόλαια, ἐν τοῖς ὁποίοις νὰ ἀναγράφηται ὁ ἀριθμὸς τῶν κτηνῶν ἑκάστου κολλήγου, δι’ ὧν οὗτος θὰ εἰργάζετο, βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ διοικητικὴ καταδίωξις, διότι ἐκ τῶν συμβολαίων θὰ προέκυπτε μία βεβαίωσις· ἀλλὰ τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουν. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο κατέθηκα καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, διότι σκοπὸς τῆς ἐπιδιωκομένης ἐνεργείας δὲν εἶναι ἡ εἴσπραξις χρημάτων, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐκδίκησις τῶν ἐπιστατῶν κατὰ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀμύνονται ὑπὲρ τῶν ἑαυτῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ὁ σατράπης τῶν Ἰωαννίνων ἐσεβάσθη, καὶ τὰ ὁποῖα νῦν ὑπούλως καὶ δι’ ἀκατονομάστων μέσων, ἅπερ ἐν καιρῷ θέλω ἐκθέσει, ἐργάζονται νὰ τοῖς ὑποκλέψωσι, τῇ συνδρομῇ δυστυχῶς καὶ πολιτευομένων, τῶν ὁποίων ἡ ἐν τῷ προκειμένῳ ἐνέργεια αὕτη εἶναι ἀληθῶς ἀξιοθρήνητος.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§128Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...

§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§130Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Κοκκέβη, τέλος πάντων δὲν ἀφίνετε νὰ ἐργασθῶμεν;

§131Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσεν ἓν τηλεγράφημα. Δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ δὲν τὸ ἤκουσα. Ὅτε δὲ μετ’ ὀλίγον μετέβην εἰς τὴν οἰκίαν μου, εὗρον ὅμοιον τηλεγράφημα...

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη, κύριε Κοκκέβη, αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα.

§133Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα ἐγώ.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη ἤδη.

§135Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε αὔριον λόγον.

§137ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§138Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα ἔχει ὡς ἑξῆς...

§139ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ἠκούσαμεν τὸ τηλεγράφημα.

§140Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς, βουλευτὴν Κοκκέβην Ἀθήνας. Εἶναι ἀναληθές, ὅτι ὁ νομάρχης Τριφυλίας ἐνέκρινεν ἐκτέλεσιν ἔργων ἄνευ δημοπρασίας. Ἂν βουλευτὴς Πονηρόπουλος ἐνδιαφέρηται περὶ δημοτικῶν χρημάτων, ἂς δώσῃ πληροφορίας τρόπου διασπαθήσεως δανείου 85,000 δραχμῶν, ἃς ἐδανείσθη ὁ δῆμος τὸ 1885 ἐπὶ τοῦ τότε δημάρχου φίλου του, καὶ πῶς ἔλλειμμα 14,000 δραχμῶν χρήσεως 1887 ἐκαλύπτετο. Ἡ διασπαθητικὴ διαχείρισις, ὑπὲρ ἧς ἐνδιαφέρεται Πονηρόπουλος, περιήγαγεν οἰκονομικὰ δήμου μας εἰς θέσιν μὴ ἐπιτρέπουσαν ἀτυχῶς ἐκτέλεσιν ἔργων· πάντα δὲ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἐκτελεσθέντα εἶναι μικρᾶς ἀξίας, καὶ ἐξετελέσθησαν κατὰ νομίμους διατυπώσεις. Ταῦτα, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἀνακοινώσατε εἰς Βουλὴν, εἰς ἀπάντησιν τῶν κατ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντων ὑπὸ βουλευτοῦ Πονηροπούλου. Δήμαρχος Κυπαρισσίας Π. Πάτερης.»

§141ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτὰ, κύριε Κοκκέβη. Θ’ ἀρχίσωμεν προσωπικὰ τώρα;

§142Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκούωμεν προσωπικά.

§143Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ὁ συνάδελφος κ. Πονηρόπουλος ἔκαμεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Τὰς πληροφορίας αὐτὰς τὰς δίδει ὁ κ. δήμαρχος, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγνωσα τὸ τηλεγράφημα (ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰσερχόμενον εἰς τὴν αἴθουσαν κ. Πονηρόπουλον). Ὁ δήμαρχος Κυπαρισσίας ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.

§144Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἐν ὀργῇ). Ὁρίστε, κύριε Πονηρόπουλε.

§146Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τότε θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. (Θόρυβος καὶ διάλογοι).

§147Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.

§148Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁρίστε! (ἐγχειρίζει αὐτῷ τὸ τηλεγράφημα).

§149Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχω μετὰ τοῦ κ. Στάη, ὅτι εἶναι ἄξιον περιφρονήσεως τὸ τηλεγράφημα. Ὁ δήμαρχος προλαμβάνει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον, τὸν δήμαρχον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος σπεύδει νὰ ἀναφερθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν καθ’ ὑπέρβασιν καὶ τῆς ἱεραρχίας, νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν τάξιν. Ὁ κύριος δήμαρχος ἀναφέρει, ὅτι οὐδὲν δημοτικὸν ἔργον ἐκτελεῖται ἄνευ δημοπρασίας. Ἐγὼ καθῆκον εἶχον, ὡς Βουλευτὴς Τριφυλίας, νὰ ἀναγγείλω τὰ γεγονότα, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ προσκομίσῃ τὸν πίνακα τῶν ἐκτελουμένων ἔργων, καὶ τότε θέλομεν συζητήσει.

§150Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ φέρω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε· ἔστε δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ τὰς φέρω προσεχῶς.

§151Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, διότι πεποίθησιν ἔχω ἐπὶ τὸν χαρακτῆρα ὑμῶν. Πεποίθησιν ἔχω, ὅτι ὑμεῖς κήδεσθε καὶ τῶν δημοσίων καὶ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, καὶ ὅτι ἔχετε πλήρη συναίσθησιν τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε, καὶ τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχετε. Ἀπαντῶ ὅμως εἰς τοὺς προσωπικοὺς ὑπαινιγμοὺς τοῦ τηλεγραφοῦντος δημάρχου. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ δανείου τοῦ 1885, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγὼ ἀπουσίαζον τῆς Κυπαρισσίας, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ εἰς τὸν στρατόν, ὡς ἔφεδρος, ἄγων τὴν ἡλικίαν τοῦ 22ου ἔτους. Εἶναι λοιπὸν ἀστεῖον, ἐὰν ὑπαινίσσηται ἐμέ, ὅτι διεσπάθησα χρήματα δημοτικά.

§152Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἀποβλέπει σᾶς.

§153Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖ περὶ φίλου μου εὐϋπολήπτου, δημάρχου τότε Κυπαρισσίας, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε σπουδαῖα καὶ ὑπάρχοντα ἤδη ἔργα διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ τὸ δάνειον αὐτό, γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ἐχρησιμοποιήθη καταλλήλως. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, πρὶν ἢ ἔλθωσιν αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παλάσκα.

§155ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται, κύριε Πρόεδρε.

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§159Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητῶ τὸν λόγον.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§161Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ φέρω τὸν λόγον περὶ προτάξεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.

§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§164Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους.

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττόν· δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Διότι σήμερον, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι θὰ εἰσηρχόμεθα ἐνωρὶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατετάχθησαν πρῶτα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ χθὲς ἀναγνωσθῆ ὡς πρῶτα, κατετάχθησαν δηλαδὴ πρὸ τοῦ σταφιδικοῦ· ἀλλὰ βεβαίως αὐτὴν τὴν ὥραν ἀναγκαίως, ἀφοῦ διεκόπη χθὲς ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἄρθρον, καὶ πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ προταχθῇ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.

§166Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁρίστε, κύριε Ροῦφε! ὅ,τι θέλετε, μᾶς κάμνετε! (γέλωτες).

§167Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τώρα, ποῦ θὰ ψηφίσητε καὶ τὸ ἀπεριόριστον! (γέλωτες).

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει διχογνωμία, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς πληρωμῆς δικαιώματος ἐμφυτεύσεως. Αὐτὰ δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.

§169Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀρχή, κύριε Πρόεδρε;

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν παρακράτησιν· ὑπάρχουσι διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐμφύτευσιν· ὑπάρχουσι διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Αἱ διατάξεις αὗται, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν βελτίωσιν ἀκριβῶς τοῦ καθεστῶτος, γείνωσιν ἀντικείμενον ψηφοφορίας κατ’ ἀρχήν.

§171Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀρχή.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν, ἂν θέλητε, νὰ ζητήσητε ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§173Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν ποία εἶναι ἡ ἀρχή.

§174Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ ὑφισταμένου νόμου.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου ἐπιγράφεται «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Λοιπὸν μία ἑκάστη ἐκ τῶν διατάξεων τῆς προτάσεως νόμου ἀποτελεῖ ἰδίαν ἀρχήν.

§176Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀρχή.

§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀρχαί, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ χωρίσωμεν.

§178Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον περιέχει τρεῖς ἢ τέσσαρας κεντρικὰς ἰδέας, βεβαίως, διὰ νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχήν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τέσσαρα νομοσχέδια χωριστά.

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἀποτελοῦσιν ἴδιον νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ φύσις τῆς τροπολογίας, ὅπως ὑπεβλήθη, δίδει εἰς ἕκαστον τὴν ἐλευθερίαν νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν γνώμην του.

§180Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατ’ ἄρθρον, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶναι τροπολογία τοῦ ὑφεστῶτος νόμου.

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως κατ’ ἄρθρον.

§182Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν ἔχῃ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀπαράδεκτον.

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι πολλαπλῆ, καὶ ἀναγκαίως θὰ τὴν θέσω εἰς ψηφοφορίαν συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί).

§184Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀρχή, πῶς θὰ ψηφίσωμεν;

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλαπλῆ ἡ ἀρχή.

§186Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν ἀριθμόν;

§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.

§188Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι δύσκολον νὰ ψηφίσωμεν.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν· τί θέλετε;

§190ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, κύριε Πρόεδρε;

§191Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί παρεδέχθη ἡ Βουλή;

§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχητε, κύριε Παναγιωτόπουλε, νὰ διατυπώσητε καμμίαν πρότασιν, διατυπώσατέ την, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν καιρόν.

§193Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα, κύριε Πρόεδρε, εἰς τί ἠρωτήθη ἡ Βουλή.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς πολλαπλῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τροπολογίαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου.

§195Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἐνέχει τὴν ἔννοιαν μιᾶς ἰδέας.

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐρωταπόκρισιν νὰ προβῶμεν. Σᾶς παρακαλῶ, ἔχετε τὸν λόγον· ὁρίστε.

§197Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως διετυπώθη, ἔχει βεβαίως μίαν ἀρχήν. Ὑπάρχει νόμος περὶ παρακρατήσεως καὶ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης· ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου. Ἡ τροποποίησις βεβαίως ἔχει διάφορα μέρη· ζητεῖται ἡ τροποποίησις τῆς Α διατάξεως τοῦ νόμου, τῆς Β, τῆς Γ. Πάντως ὅμως ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου. Τώρα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δεχόμεθα τὴν τροποποίησιν τῆς Α διατάξεως, δὲν δεχόμεθα δὲ τὴν τροποποίησιν τῆς Β διατάξεως. Ὥστε πάντως ἔχει ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον· ἡ ἀρχή του δ’ εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς τροποποιήσεως τοῦ ὑφισταμένου νόμου θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§198Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταλήγομεν εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι δύσκολον τὴν ψηφοφορίαν· διότι, ἂν ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἦναι ὁ πόθος τῆς μεταβολῆς τοῦ ὑφισταμένου νόμου, θὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι σύμφωνοι, διότι ἡμεῖς, οἱ ἀντιτασσόμενοι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐπιθυμοῦμεν τὴν κατάργησιν τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ περιέχεται τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;

§199Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν ἀρχὴ ἦναι τροποποίησις, ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε τροποποίησιν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως καὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλ’ αἱ διάφοροι αὗται μεταρρυθμίσεις ἀφορῶσιν εἰς διάφορα ἀντικείμενα· ψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν, δὲν δεσμεύεσθε νὰ καταψηφίσητε τὰς διατάξεις. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν παρακράτησιν, δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν πρὸς κατάργησιν ἐντελῆ τῆς παρακρατήσεως, ἢ πρὸς μείωσιν τοῦ ποσοστοῦ αὐτῆς.

§201Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε,...

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀσημακόπουλε, νὰ καθήσητε· δὲν ἔχετε οὔτε τὸν λόγον, οὔτε ψῆφον. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...

§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβάνει διάφορα θέματα, εἰδικοὶ δὲ λόγοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη γνωστοὶ εἰς τὴν Βουλήν, μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ μὴ δηλώσωμεν, ὅτι ἀποδεχόμεθα πάντα τὰ τοιαῦτα θέματα, διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον.

§204Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι πάντως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ παρακράτησις...

§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι! Αὐτὴ εἶναι ἐψηφισμένη.

§206Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, τῷ κειμένῳ, καὶ ἐν τῷ ψηφιζομένῳ νῦν νομοσχεδίῳ μία κυριεύει ἀρχὴ, ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως.

§207ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδόλως.

§208Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς φέρεται ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης, ὅτι δηλαδὴ καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ παρακράτησις, ἀφοῦ κυρίως κανονίζει σχετικὰς πρὸς τὸν κείμενον νόμον διατάξεις, καὶ μόνον εἰσάγει τὸ ἀπροσδιόριστον, τὴν ἀπαγόρευσιν νέων φυτειῶν, τὴν χρησιμοποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Ὅλα αὐτὰ εἶναι διάφοροι ὄψεις πάντοτε τῆς παρακρατήσεως· λοιπὸν δὲν εὑρίσκω, ὅτι ἄλλο τι θὰ ψηφίσωμεν νῦν ἢ τὴν παρακράτησιν· ἑπομένως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς παρακρατήσεως μᾶς καλεῖτε νὰ ψηφίσωμεν. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ τὴν ἀρχὴν εἰς ἀμφισβήτησιν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως τὴν ἀποδέχονται σήμερον ὅλοι, ἂν ὄχι δι’ ἄλλο, ἀλλὰ διότι ἐδημιούργησε σχέσεις τοιαύτας, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐναντίον αὐτῆς, δὲν δύνανται νὰ τὴν ἀρνηθῶσιν, ἀλλὰ διαφωνοῦσιν ὡς πρός τινας διατάξεις, τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν αὐτὸ πρέπει νὰ ἦναι τὸ πνεῦμα τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὡς τὸ ἔθεσε τώρα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου μᾶς εἶπεν, ὅτι τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὅτι ὅσοι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ψηφίζουσιν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ὅσοι κατὰ τῆς ἀρχῆς ψηφίζουσι κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον, διότι ἀπορριπτομένου τοῦ νομοσχεδίου μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως, ὁ νόμος ὁ καθιερῶν τὴν παρακράτησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅσοι ψηφίσουν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ψηφίζουν κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ὀρθότατα ἐτέθη, ὡς ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ· πρόκειται περὶ προτάσεως νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ὅσοι παραδέχονται τὴν ἀρχὴν τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου, εἴτε δι’ ἕνα λόγον εἴτε δι’ ἄλλον, θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ οἱ ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς εἶναι ἐλεύθεροι, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀπροσδιορίστου τῆς παρακρατήσεως, νὰ εἴπωσιν, ὅτι τὴν τροπολογίαν ταύτην δὲν παραδέχονται, ὡς καὶ τὴν ἐπιβάλλουσαν πρόστιμον εἰς τοὺς καλλιεργοῦντας νέας φυτείας· ὅτι παραδέχονται τὴν τροπολογίαν τὴν ἀφορῶσαν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἢ παραδέχονται μόνον τὸ ἀπροσδιόριστον τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὄχι καὶ τὰς ἄλλας διατάξεις. Ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν θὰ ψηφίσωμεν. Οἱ παραδεχόμενοι τουτέστιν, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος δέον νὰ τροποποιηθῇ, θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, οἱ δὲ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, θὰ ψηφίσωσι κατὰ τῆς ἀρχῆς.

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς τοῦτο· ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅλαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ καταπίπτουσι, θὰ ἰσχύῃ δὲ τὸ καθεστώς.

§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ καθεστὼς δηλαδὴ τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899.

§213Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἄλλως, οὔτε ἀπαιτεῖται ἐξήγησις· εἶναι τόσον σαφὲς τὸ πρᾶγμα!

§214ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶχον ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον, ἀκριβῶς ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ συνεννοηθῶμεν, τί ψηφίζομεν· διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν δὲ ἐπὶ τίνος θὰ ψηφίσωμεν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, πῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προέκυψε, καὶ πῶς ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συνέστη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ἐμελέτησε τὰ διάφορα ζητήματα, καὶ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν ἑνὸς νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προετάθη εἰς τὴν Βουλήν, ὡς μεταρρυθμιστικὸν τοῦ κειμένου νόμου, διατυπωθὲν εἰς διάφορα ἄρθρα, οὐχὶ αὐτοτελῆ, ἀλλ’ εἰς ἕν καὶ μόνον ἄρθρον, καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες τὴν γενομένην συζήτησιν ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἓν ἄρθρον, ἀλλὰ προτάσεις κεχωρισμένας περὶ τροποποιήσεως ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Ἠπόρησα δὲ τῇ ἀληθείᾳ, ὅτε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἤκουσα νὰ γίνεται τοσοῦτος πάταγος καὶ τοσαύτη συζήτησις περὶ παρακρατήσεως, καὶ ἴσως ἐκ τούτου ὁ κ. Δεληγεώργης παρεσύρθη νὰ νομίσῃ, ὅτι σήμερον ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς τίθεται τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ παρακράτησις ἢ νὰ καταργηθῇ. Οὐδὲν τούτου ἀβασιμώτερον· διότι, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὁ νόμος ὁ ἰσχύων καθιεροῖ τὴν παρακράτησιν, τὸ νομοσχέδιον δὲ κατὰ τοῦτο συνιστᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, καθόσον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως δέον νὰ μείνῃ ἀπεριόριστον. Τοῦτο λοιπὸν εἶναι μία ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως νὰ μείνῃ ἀπεριόριστον. Ἄλλη ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ἂν πρέπει νὰ τεθῇ φόρος ἀπαγορευτικὸς ἐπὶ τῶν νέων φυτειῶν. Ἄλλη ἀρχή, ἂν τὸ παρακράτημα θὰ χρησιμοποιῆται πρὸς οἱανδήποτε ἀπεριορίστως βιομηχανικὴν χρῆσιν, ἢ ὄχι. Πλὴν δὲ τούτων ἔρχονται διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ζήτημα περὶ παρακρατήσεως, ἀλλὰ περὶ ποσοστοῦ παρακρατήσεως. Καὶ ἐπειδή, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις, καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπανειλημμένως προκληθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι δὲν τῇ ἐπετρέπετο ν’ ἀποφήνηται γνώμην, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῆς ψηφίσεως μιᾶς ἀρχῆς.

§215Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πῶς θὰ γείνουν αὐτά; Πρέπει νὰ φέρητε τέσσαρα νομοσχέδια.

§216Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θέλουσιν οἱ Κύριοι, ἂν ἦναι ἐν πλειονοψηφίᾳ, νὰ ἐξαρτήσωσι τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως; εἶναι κύριοι νὰ τὸ ἐξαρτήσωσι· θὰ φέρωσιν ὅμως καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς δυσχερεστάτην θέσιν.

§217Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διατί;

§218Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διότι, ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κρίνει, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ φέρῃ αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ Στέμματος καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ· τί πταίουσιν αἱ ἄλλαι διατάξεις, τῶν ὁποίων τὴν χρησιμότητα πάντες ἀναγνωρίζομεν;

§219Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ἐγένετο προτήτερα.

§220Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅ,τι δὲν ἐγένετο προτήτερα, βάλετέ μας πρόστιμον, διότι δὲν τὸ ἐκάμαμεν! Ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἐγένετο τότε, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ γείνῃ τώρα. Ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως, κύριοι συνάδελφοι, τῆς ἀναπτυχθείσης, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν ἀκόμη νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, καὶ ἂν ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ προτήτερα, εἶναι ἔγκλημα καθοσιώσεως, διότι δὲν ἔγεινεν; Αὐτὸ λοιπὸν ζητῶ νὰ πράξωμεν σήμερον. Δὲν ζητῶ τίποτε παράλογον.

§221Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ ἀνατεθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον.

§222Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπιτροπῆς.

§223Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν περιμένει νὰ φωτισθῇ. Περιμένει εἰδικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε.

§224Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, κύριε ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτά, ν’ ἀποχωρισθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη, καὶ νὰ μὴ συρθῇ ὄπισθεν τῆς διατάξεως ταύτης ὁλόκληρος ἡ ὕπαρξις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι παράλογον τοῦτο;

§225Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλαὶ διατάξεις τότε πρέπει νὰ ἦναι, διότι εἶναι πολλαὶ θεμελιώδεις· τὸ ἀπροσδιόριστον καὶ πολλὰ ἄλλα.

§226Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε· δὲν συνεννοούμεθα! — ἴσως καὶ διότι ἄγομαι ἐξ ἄλλων ἰδεῶν. — Ἐγὼ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχω, λαβὼν τὸν λόγον, ἵνα μὴ, καταψηφιζομένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐτέθη ὀρθῶς, πέσῃ ὅλον τὸ νομοσχέδιον (Θόρυβος).

§227Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§228Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (πρὸς τοὺς θορυβοῦντας). Θὰ εἴπητε τὰς ἰδέας σας καὶ σεῖς, καὶ θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἐδῶ δὲν πρόκειται ὅπου πρωταρπάξῃ. Ἐὰν ἀπορριφθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τότε θὰ πάῃ σύξυλον τὸ νομοσχέδιον! Λοιπὸν δὲν βλέπω, τί θὰ κερδίσῃ ἡ Βουλή, ἢ οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐκ τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου. Προτιμᾷ ἡ πλειονοψηφία νὰ μείνῃ τὸ καθεστώς; Κυρία εἶναι νὰ τὸ πράξῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς, ἐὰν θέλῃ νὰ μείνῃ τὸ καθεστώς. Ἀλλὰ τότε δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτύρωνται κατὰ τοῦ καθεστῶτος τούτου, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ γείνωσι δημιουργοὶ τῆς διαιωνίσεως τοῦ καθεστῶτος τούτου.

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ δεκαετίαν.

§230ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπὶ δεκαετίαν...Καὶ ἂν δὲν ἦναι ἀκουστὴ ἡ φωνὴ τῶν ἀντιφρονούντων, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἀνωτέρου συμφέροντος λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ εἶμαι, διότι τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐλύοντο διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων, διότι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι.

§231Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε τί προτείνετε;

§232Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λοιπὸν, ἐγὼ προτείνω νὰ χωρισθῇ ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως.

§233Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ πρόστιμον τῆς ἐμφυτεύσεως.

§234ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐξαγωγῆς.

§235Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρχὴ νομοσχεδίου, Κύριε. Τὸ ἂν θὰ ἐξάγηται σταφὶς εἰς τὰς 16 Αὐγούστου ἢ εἰς τὰς 6 Αὐγούστου, δὲν εἶναι ἀρχή, ἀλλὰ λεπτομέρεια.

§236Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς διατάξεως αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἀρχή.

§237Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε ὅλα τὰ κάμνομεν ἀρχήν! Δὲν ἔχομεν ὀρθὴν ἔννοιαν! Ὑμεῖς συμφέρον ἔχετε ν’ ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ βεβαίως ὑποστηρίζετε τὴν ἐκδοχὴν ταύτην. Ἐγὼ ὅμως, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπω καὶ εἰς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὑποστηρίζω ἄλλην.

§238Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀποβλέπω, ἀλλ’ εἰς ἄλλο νομοσχέδιον.

§239Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε. Αὐτὰ ὑπάγονται ὑπὸ μίαν ἀρχήν. Πρέπει νὰ ἀναδιοργανωθῇ τὸ Συμβούλιον καὶ ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων; Αὐτὸ εἶναι ἀρχή. Ποῖαι εἶναι αἱ λεπτομέρειαι; Εἶναι ἄλλο. Δὲν ἀντιπροσωπεύει λοιπὸν αὐτὸ γενικὴν ἀρχὴν, διότι ἀρχὴ εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ἐν γενικαῖς γραμμαῖς διατάξεις ἀναγομένας εἰς δεσπόζουσαν σκέψιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν προτείνω, Κύριοι, νὰ χωρισθῇ ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ μὲ τὴν τροποποίησιν, ἡ ὁποία προὐτάθη, νομίζω, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, καὶ ἡ ὁποία εἶναι συνέπεια τῆς ἐκδηλωθείσης γνώμης ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων, τοῦ νὰ μείνῃ τουτέστι τὸ καθεστὼς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἁρμόδιον εἰς τὸ νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως, τουτέστι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἕν ὅλον, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ χωριστὰ, καὶ κατόπιν αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα ὑπάρχει ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία θέλει ν’ ἀποχωρίσῃ καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν φυτειῶν; Δὲν ἀντιλέγω ὡς πρὸς τοῦτο.

§240Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐξαγωγῆς.

§241Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἄρθρον.

§242Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ, πῶς ἐπῆλθε σύγχυσις ἐπὶ θέματος ἐντελῶς σαφοῦς. Αὐτὸς ὁ νόμος ἐπιγράφεται «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΠΦΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Ἐκ τούτου ῥητῶς ἐξάγεται, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου. Ὅσοι θεωροῦσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως τοῦ ͵ΒΠΦΓʹ νόμου, θὰ ψηφίσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν πρὸ πάντων οἱ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Μᾶς ἀνετέθη νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἡμεῖς ἐλάβομεν ὡς ἀρχὴν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου τοῦ 1899. Προφανῶς λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτή. Τὰ κατόπιν, εἰς τὰ ὁποῖα μπερδεύονται διάφορα θέματα, εἶναι θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν γνώμην του. Ὅστις καταψηφίσῃ τὴν ἀρχήν, θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἄλλη συζήτησις· ὅταν ὅμως γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχή, τότε ἔχομεν χωριστὸν θέμα εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον διατάξεις, ὅπου δύναται ἕκαστος νὰ ψηφίσῃ ὅπως θέλει. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναβολῆς οὔτε παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν ταύτην ὡς ἑξῆς: «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ὑφεστῶτος νόμου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.»

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§244Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν πρόκηται περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου, δὲν πρέπει εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑπάρχωσι νέαι ἰδέαι· ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι νέαι ἰδέαι, δὲν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Ἔχομεν μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία καινοτομεῖ κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ καὶ παράδοξον, τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν φυτειῶν· ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν, τὴν τοῦ ἀπροσδιορίστου, τοῦ ἀπεριορίστου, τοῦ ἀπείρου τῆς παρακρατήσεως! Οὐδέτερον τούτων περιέχεται εἰς τὸν παλαιὸν νόμον. Ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος πρὸ ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Εἶναι τροποποίησις αὐτὰ νόμου ὑφισταμένου; ἢ εἶναι τρία θέματα κεχωρισμένα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀποτελῶσι χωριστὸν ἕκαστον νομοσχέδιον, διότι καὶ ἀρχὴν νέαν παρεισάγει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν κατὰ τὰς βάσεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν; Καὶ ὅμως καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοιούτων ἰδεῶν! Ὡς διετύπωσεν ὁ προλαλήσας, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ γείνῃ μεταβολὴ τοῦ νόμου, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, καὶ δὲν ὑπάρχει θέμα· διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ ὁμολογῶν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς καὶ τεθεὶς κακῶς ἐτέθη, καὶ ἔτι χειρότερον λειτουργεῖ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ ὀρθοτέρα γνώμη εἶναι ἡ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ, τοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν θελήσωμεν ἡνωμένως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν, ἀκριβῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν. Μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν γνωμῶν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, δὲν γνωρίζω, τί ἀκριβῶς μένει, ὡς πρὸς τὰς τέσσαρας αὐτὰς θεμελιώδεις ἰδέας· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπισπεύδουσιν οἱ συλλαλητήρια διοργανοῦντες, εἶναι πρὸ παντὸς τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως. Δὲν βλέπω δὲ, διατὶ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς καὶ τροχάδην προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς προέβημεν εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ καθ’ ὃν χρόνον τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀπουσίαζον εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Δὲν πιστεύω, ἐὰν ἀπόψε δὲν προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐκ τούτου ἐπίκειται κίνδυνος μέγας εἰς τὴν σταφίδα. Βεβαίως συμφέροντα πολλὰ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ τὴν στιγμὴν ταύτην, τὰ ὁποῖα θέλουσι κανονισθῆ ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἡμῶν ψήφου, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα ταῦτα δὲν πιστεύω νὰ ἀφορῶσι τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς· εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς αὐτούς. Δι’ αὐτὸ συμμερίζομαι τὴν γνώμην, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς διαίρεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀκριβῶς διότι, ἂν ὑπάρχωσι χρήσιμοί τινες διατάξεις, συμψηφίζοντες ταύτας μετὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης περὶ τῆς ὁποίας ἀρκετὰ σαφῶς ἡ Κυβέρνησις —ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἐπιτρέπεται νὰ ἀποφαίνηται ἡ Κυβέρνησις—ἀπεφάνθη, θὰ καταστήσωμεν ὅλον τὸ νομοθέτημα νεκρόν· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι καὶ διὰ τοὺς ἄλλους λόγους τὸ νομοθέτημα τοῦτο, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν διαίρεσιν. Θέλοντες ὅμως νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοθέτημα μὲ διάταξιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι μόνον περὶ αὐτῆς φροντίζουσιν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ὅμως πραγματικῶς φροντίζωσι καὶ περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων, ἐὰν πρὸ παντὸς φροντίζωσιν, ἵνα τὸ χάος αὐτὸ, τὸ δημιουργηθὲν καὶ τὸ ὀνομαζόμενον Σταφιδικὴ Τράπεζα, διοργανωθῇ, διατὶ θέλουσι νὰ τὸ συνδέσωσιν ἀρρήκτως μετὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ φέρῃ τὸ ναυάγιον τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑποβληθῇ τοῦτο ψηφιζόμενον εἰς τὴν κύρωσιν τὴν Βασιλικήν; Νομίζω γενικὸν συμφέρον καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δὲ, καὶ ἰδίως δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου νὰ προκύψῃ τι ἀγαθὸν, τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν διαίρεσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ὑποβολὴν ἑκάστης τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν χωριστὰ, ὥστε νὰ ἦναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μίαν ἀρχὴν, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ δ’ ἐκείνην, δι’ ἣν ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις σοβαραὶ, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει πρὸ παντὸς νὰ προσέξωμεν, διότι, ἐὰν κλείσωμεν—ὅπως θὰ τὴν κλείσωμεν—καὶ τὴν τελευταίαν ἀγορὰν, τὴν Ἀγγλικήν, δὲν ἠξεύρω, τί χρειάζονται ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις, καὶ ἂν θὰ ὑπάρχῃ σταφιδικὴ κρίσις, καὶ ἂν θὰ ὑπάρχωσι σταφιδικὰ συμφέροντα.

§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, καὶ ἡ θεωρία αὐτοῦ, ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουσιν ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ὁ κ. Βουλευτὴς ὥρισε πρὸ ὀλίγου, αὐτοὶ κατ’ ἀνάγκην παραδέχονται τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπεριορίστου, νομίζω, λέγω, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Διότι εὐθὺς ἐγὼ δηλῶ, ὅτι μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω τὸ ἀπεριόριστον τοῦ παρακρατήματος, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὅσοι κήδονται τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ νὰ προασπίσῃ, δὲν δύνανται νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἀπεριορίστου, μετὰ τὰς δηλώσεις, ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔκαμεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύεται, ἄγει ἡμᾶς εἰς ἀναβολάς. Ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ ὀκτὼ ἤδη ὅλας ἡμέρας συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐρχώμεθα εἰς τὸ τέλος τῶν 8 ἡμερῶν καὶ λέγωμεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ὅπως ἐπαναρχίσωμεν συζητοῦντες ἐπ’ αὐτοῦ, φοβοῦμαι ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ καταναλωθῇ ὅλη ἡ Σύνοδος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν βλέπω, τί κωλύει τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας ὅτι τὸ ἀπεριόριστον πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν, καὶ διὰ τοὺς φρονοῦντας ὅτι τὸ ἀπεριόριστον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Διότι θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸ ἀπεριόριστον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἕκαστος θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ψηφίζων κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει. Μόλις ὅμως παραδεχθῶμεν τὸ διαιρετὸν, εἶναι ἀδύνατον νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ διαιρετὸν διὰ τὸ ἀπεριόριστον τοῦ παρακρατήματος, δὲν βλέπω διατὶ δὲν θὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ καὶ διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν νέων φυτειῶν. Μήπως δὲν εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς φυτείας σπουδαιότατον θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων διατάξεων; Ἐὰν ὅμως φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, θέλομεν παραδεχθῆ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι τέσσαρα νομοσχέδια, καὶ ἡ ὑποβολὴ τεσσάρων νομοσχεδίων καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ψήφισιν αὐτῶν ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης. Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῶν ζητημάτων, περὶ ὧν ἀσχολεῖται τὸ νομοσχέδιον, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἤδη μορφώσει γνώμην, καὶ τὴν γνώμην του ταύτην θέλει δηλώσει διὰ τῆς ψήφου του ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὴν στιγμὴν ὅμως ταύτην πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν περὶ τοῦ θέματος, ἂν πρέπει νὰ γείνωσι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἢ ὄχι. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ γείνωσι τροπολογίαι, —καὶ νομίζω ὅτι πάντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παραδέχονται τοῦτο—θέλουσι ψηφίσει ὑπὲρ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι θέλουσι ψηφίσει κατά. Πρέπει δὲ νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἂν αἱ συζητήσεις αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε θεωρηθῶσι μὴ ἐπαρκεῖς, θὰ συζητήσωμεν πάλιν καὶ θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Τότε δ’ ἕκαστος θέλει ἐκφέρει εἰλικρινῶς τὴν γνώμην του, ἐγὼ δὲ θέλω ψηφίσει, ὡς εἶπον, κατὰ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς παρακρατήσεως.

§246Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἴπῃ τις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν ἀρχήν. Αἱ ἀρχαὶ αὐτοῦ εἶναι πολλαὶ, ὡς παρέστησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ καὶ πατὴρ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, ἀσχέτως πρὸς τὸ ὅτι, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, ἑκάστη διάταξις καὶ ἕκαστον ἄρθρον τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου τροποποιεῖ διατάξεις ἀντιστοίχους τοῦ παλαιοτέρου νόμου, ἢ εἰσάγει διατάξεις μὴ ὑπαρχούσας ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἀσχέτως πρὸς ταῦτα, αἱ διατάξεις αἱ περιληφθεῖσαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἀποτελοῦσι σύστημα διατάξεων συναφῶν πρὸς ἀλλήλας, σχετιζομένων στενῶς καὶ ἀναποσπάστως, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπέρρευσεν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς. Πῶς λοιπὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δύναται νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς ἀρχῆς, ἐν ᾧ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπέρρευσεν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀπὸ πολλῶν; Διότι, τίνα σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἡ κανονίζουσα τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως πρὸς τὴν ἑτέραν διάταξιν αὐτοῦ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν δύο τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Τίνα δὲ σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορεύουσα τὰς περαιτέρω φυτείας σταφιδαμπέλων πρὸς τὴν διάταξιν τὴν προσδιορίζουσαν χρόνον πρὸς ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Οὐδεμία σχέσις ἢ συνάφεια τῶν διαφόρων διατάξεων τούτων ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν μία ἀρχὴ, ἐφ’ ἧς νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δυσχερὴς ἀληθῶς ἐστὶν ἡ θέσις τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἐκφράσει τῆς γνώμης αὐτῆς; διότι, ἄν τινες τῶν κυρίων συναδέλφων ἦναι διατεθειμένοι νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ μιᾶς τῶν πολλῶν ἀρχῶν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὅμως διατεθειμένοι οἱ αὐτοὶ νὰ ψηφίσωσι κατὰ τῶν ἄλλων ἀρχῶν. Ἐκ τούτου δυσχερὴς ἡ θέσις τῶν συναδέλφων ἐκείνων. Διότι τί θὰ πράξωσιν οἱ συνάδελφοι οὗτοι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἢ κατ’ αὐτῆς; Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, διερμηνεύων, νομίζω, ἐν τούτῳ τὴν γνώμην τοῦ κόμματος, οὗτινος διευθύνει τὰς ἐργασίας.

§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐχί! Δὲν ὑπάρχει κόμμα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.

§248Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνώμην ἔστω πολλῶν ἐκ τῶν φίλων του.

§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὔτε τοῦτο. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν γνώμην του.

§250Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Οὐχ ἧττον ἐλπίζω, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἀποδέχονται. Ἀληθῶς ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή, διότι εἰς τὸ ἀπροχώρητον ἠθέλομεν φθάσει, ἂν ἠκολουθοῦμεν τὴν τάξιν, ἣν ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, τῆς κατατμήσεως δηλ. τοῦ νομοσχεδίου εἰς πολλὰ νομοσχέδια, μολονότι θεωρητικῶς ὀρθὸν εἶναι νὰ κατατμηθῇ τοῦτο, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἑκάστου νομοσχεδίου, ἤτοι ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῶν περιεχομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διαιρουμένῳ εἰς νομοσχέδια αὐθύπαρκτα...

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ὑφισταμένου νόμου καὶ περιέχοντος τὰς αὐτὰς καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀρχάς.

§252Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς κατέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, διότι παρεισάγονται διατάξεις ἄρδην ἀνατρέπουσαι τὸν παλαιὸν νόμον. Καὶ λέγει μὲν ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, τῷ τροποποιοῦντι τὸν κείμενον νόμον, περιλαμβάνονται πάμπολλαι διατάξεις, ἀνατρέπουσαι τὸν νόμον τοῦτον. Δὲν περιέχει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον μίαν ἀρχὴν, ἀλλὰ πολλὰς ἀρχὰς, καὶ εἰκότως δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῇ ἡ ψῆφος ἐπὶ ἑκάστης τῶν ἀρχῶν τούτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔργον ἡμῶν ἤθελε καταντήσει εἰς ἄκρον δυσχερὲς, καὶ ἴσως καὶ ὁ χρόνος διὰ τὴν περάτωσιν αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἀνεπαρκής, προσχωρῶ εἰς τὴν πρακτικωτέραν γνώμην. Διότι, ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐναντίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, θέλομεν περιέλθει εἰς κατάστασιν ἀπροχωρήτου! Ἀποδέχομαι λοιπὸν τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι διὰ τῆς ψήφου, ἣν θὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ, ἀποδεχομένη ἴσως κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς ψήφου ταύτης δὲν δύναται νὰ νοηθῇ, ὅτι οἱ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ψηφίσοντες ἐνδεικνύουσιν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου εἴτε κατ’ ἀρχὴν εἴτε ἐν ταῖς λεπτομερείαις.

§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλέχθη αὐτό.

§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον.

§255Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ἀνυπάρκτου.

§256Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν εἰσάγεται νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ἔχον πολλὰς καὶ διαφόρους προτάσεις. Οὐδέποτε ὅμως ἐγένετο λόγος περὶ διαιρέσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς προτάσεις ταύτας, οὐδ’ ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν ζητημάτων τούτων. Ἕκαστος ψηφίζει εἰς τὰ καθέκαστα κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅμως τοῦ νομοσχεδίου οὐδέποτε ἠγέρθη συζήτησις, ἂν αὕτη πρέπει νὰ ψηφισθῇ διαιρετῶς ἢ ἀδιαιρέτως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διότι οὐδεὶς ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἐκ τούτου, καὶ ἂν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἀρχὴ, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ἔπειτα τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων.

§257Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐξηγήθη σαφῶς περὶ τίνος πρόκειται.

§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγήθη, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ ὑφισταμένου νόμου, οἱ δὲ ψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν οὐδαμῶς δεσμεύονται νὰ καταψηφίσωσιν οἱανδήποτε διάταξιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως νόμου διεγράφη τὸ ἄρθρον 1 αὐτῆς· ἑπομένως τὸ ἄρθρον 2 λαμβάνει σειρὰν ἄρθρου πρώτου. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§259Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν.

§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.

§261Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν λαμβάνουσι μέρος οἱ νομάρχαι πάντων τῶν σταφιδοφόρων νομῶν, διατὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ καὶ ὁ νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας; Καὶ ἐν Ἀκαρνανίᾳ καλλιεργεῖται σταφίς.

§262ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§263Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ μνημονεύονται σταφιδικοὶ Σύλλογοι καὶ Ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια νομίμως ἀνεγνωρισμένα. Ἀλλ’ ἂν συσταθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιαῦτα, διατὶ καὶ ταῦτα νὰ μὴ στέλλωσιν ἀντιπροσώπους;

§264ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2, τὸ 3ον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κειμένου νόμου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἀντὶ «μέχρι τῆς 4 Αὐγούστου» λέγει «μέχρι τῆς 10 Αὐγούστου».

§267Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἡ μεταβολὴ τοῦ χρόνου.

§268Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ λέξις «ἀποφασίζει», ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς «γνωμοδοτεῖ», ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.

§270Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς, ἀντὶ τοῦ ἀπεριορίστου τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, ζητοῦμεν τὸν περιορισμὸν εἰς 25%. Ὡσαύτως δὲ μεταβολὴν τοῦ χρονικοῦ ὁρίου ἀπὸ «10 Αὐγούστου» εἰς «4 Αὐγούστου», ὡς ἔχει ἡ διάταξις καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ.

§271ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἓν σύνολον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἓν ὅριον χρονικὸν τῆς ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου, καὶ συνηρμολόγησε τὴν σύγκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν δημοσίευσιν τῆς γνωμοδοτήσεώς της εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξαγωγῆς πρὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου. Ἄν ταῦτα δὲν γείνωσι δεκτά, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τοῦ κειμένου νόμου.

§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 2, ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἀποφασίζει» διὰ τῆς λέξεως «γνωμοδοτεῖ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3, τὸ 4ον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετιμεζᾶ (ἀναγινώσκεται).

§273Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκτὸς τῆς τροπολογίας, ἣν ἔχει ὑποβάλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος καὶ τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. γραμματεύς, ἔχουσιν ὑποβληθῆ καὶ ἄλλαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογίαι. Ἔχει ὑποβληθῆ μία τροπολογία ὑπ’ ἐμοῦ, ἑτέρα ὑπὸ τοῦ κυρίου Παυλοπούλου, καὶ ἄλλαι ὑπ’ ἄλλων. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου καὶ τὴν γενομένην μεταβολὴν τοῦ «ἀποφασίζει» εἰς «γνωμοδοτεῖ», τὸ ἄρθρον 4, γενόμενον 3, δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι τὸ ἄρθρον 4 προβλέπει περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ὁριστικῆς, ἐνῷ ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ἦναι ὁριστική. Ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, τοῦ ὁποίου τροποποίησιν ἤδη ἐπιχειροῦμεν, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἔχει ὁρισθῆ τὸ ὅριον, μέχρις οὗ δύναται νὰ φθάσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ ἀποφάσει του, προκειμένου περὶ τοῦ εἰς εἶδος καταβλητέου φόρου, αἱ τροπολογίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἔχομεν ὑποβάλει ἀκριβῶς εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, καθορίζουσι τὸ ὅριον, περὶ οὗ πρόκειται. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει δύο διατάξεις· περὶ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ χωριστά, ἔχομεν αὐτὰς τὰς προτάσεις· ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὸν χρόνον τῆς ἐξαγωγῆς, τὸ μὲν νομοσχέδιον ἔχει τὴν 1 Σεπτεμβρίου, ἐγὼ δ’ ἔχω θέσει τὴν 16 Αὐγούστου, καὶ νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τοῦτο ὑπερβολικοὶ ὑπῆρξαν οἱ ἀποδεχθέντες τὴν 1 Σεπτεμβρίου. Ἡ 16 Αὐγούστου εἶναι χρόνος προκεχωρημένος, ὥστε νὰ ἄρξηται ἡ ἐξαγωγή. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δύναται νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, προτιμότερον εἶναι νὰ ψηφίσωμεν πρῶτον τὸ ἓν καὶ ἔπειτα τὸ ἄλλο.

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι ὁμόφωνος περὶ τοῦ ὅτι πρέπει ν’ ἀποφασίζῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· ὑπάρχει διχογνωμία μόνον ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως· ὑπάρχει μία γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἀπροσδιόριστον, ἑτέρα γνώμη, νὰ ὁρισθῇ εἰς 30%, καὶ ἑτέρα εἰς 25%.

§275Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κηρύσσομαι ἀπεριφράστως ὑπὲρ τοῦ ἀορίστου τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως (θόρυβος), διότι ἂν δὲν γείνῃ τοῦτο, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν μᾶς ἐπαρκοῦσι τὰ ληφθέντα μέτρα, τότε δὲ θὰ ἀκούσωμεν τὰ σκώμματα τῶν Κυρίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς μὴ παραδοχῆς τοῦ ἀορίστου τῆς παρακρατήσεως προέβαλον οἱ ἀντιφρονοῦντες τὸ ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία προέβη εἰς παραστάσεις· ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ἀόριστον εἶναι φόρος, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ θέσωμεν ἐπὶ τῆς σταφίδος; Δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο ἢ μόνον νὰ ἔχωμεν λελυμένας τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Σταφιδικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως γνωμοδοτῇ περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ φόρου, ὥστε νὰ ἔχωμεν φόβον διαμαρτυριῶν ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Σκεφθῆτε, Κύριοι, τοῦτο καλῶς· μὴ δίδετε σημασίαν εἰς τὰ ἀνεξετάστως λεγόμενα, καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἵνα φέρῃ ἡ παρακράτησις τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένομεν παρ’ αὐτῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῇ ὅπως πρέπει. Ἐὰν, Κύριοι, ὑπάρξῃ ἀνάγκη παρακρατήσεως μεγαλειτέρου ποσοστοῦ, διατὶ δεσμεύομεν τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τῆς γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς; Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη μεγαλειτέρου ποσοστοῦ, τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Μὴ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν ἡ λέξις «ἀπροσδιόριστον», καὶ νομίζετε, ὅτι πρόκειται νὰ διαρπαγῇ ἡ περιουσία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.

§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Δὲν διηυκρινίσθη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Τὸ ἀπεριόριστον ἀπερρίφθη.

§277Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε.

§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ὑπὸ 15 ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§279ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα 15.

§280Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ἐπιμένομεν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Παυλοπούλου, καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προσδιορίζει τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως μέχρι 30%. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Οἱ μὴ παραδεχόμενοι, ὅπως ἡ παρακράτησις ὁρίζηται μέχρι 30% παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ 30%. Ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς παρακρατήσεως μέχρις 25%. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς παρακρατήσεως ἐξικνῆται μέχρις 25%, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Καταλάβετε τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί, διότι θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀντίθετον.

§282ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπερρίφθη, ἀπερρίφθη.

§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου, ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις· ἀλλ’ οὐχ ἧττον θὰ τεθῇ τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ ὅριον τῆς παρακρατήσεως ἐξικνῆται μέχρις 25%, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).

§284ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ σπουδαίας ψηφοφορίας, καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, πρέπει νὰ δείξωσι πρῶτοι τὸ παράδειγμα τῆς ἡσυχίας. Καθήσατε, Κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας, διὰ νὰ γείνῃ ἐν τάξει ἡ ψηφοφορία καὶ τελειώσῃ τὸ ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ μέγιστον ὅριον τῆς παρακρατήσεως ἐξικνῆται μέχρις 25%, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.

§286Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.

§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει πλέον λέξεις! (Ὁ κ. Μισυρλῆς ἐπιμένει νὰ ἀγορεύσῃ). Δὲν ἔχετε τὸν λόγον! Εἴμεθα ἐν τῷ μέσῳ δύο ψηφοφοριῶν. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σπ. Ι. Δεληγιάννη καὶ Ι. Γ. Ρούφου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λέων Μελᾶς Ν Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ο
Στέργιος Μ. Καρανίκας Κ. Ἀσημακόπουλος
Εὐάγγ. Καναβαριώτης Ν Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ν Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝ
Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ν
Γεώργ. Πολυγένης Ν Νικόλαος Δαούτης Ν
Γεώργ. Καρπετόπουλος Ἰωάννης Κόλλιας Ο
Ἰωάννης Ζωγράφος Λουκᾶς Γ. Μπέλλος
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ἀρν.Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ο
Ἰωάννης Γ. Καραπάνος Πέτρος Ν. Δελένδας Ο
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης
Κωνστ. Β. Κοττίκας Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς
Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ν Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ἀρν.Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ν
Κωνστ. Σμολένσκης Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης
Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ν
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ἀρν.Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ν
Ἀθαν. Μουτσόπουλος Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου
Κυριάκος Λιγυνὸς Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς Κωνσταντῖνος Κρίτσας Ο
Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Ἰωάννης Δαμηλάτης
Νικόλαος Γουναράκης Ο Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ν
Θεόδωρος Λέκας Ο Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰσίδωρος Κολιάτσος ἀρν.Κίμων Βελλίνης Ν
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ι. Καφταντζόγλου
Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ο Ι. Παλάσκας
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν Δ. Τερτίπης
Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ο Ι. Καζαμπάκας
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης
Νικόλαος Σταματιάδης Κ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καρακίτης Ο Νικόλ. Μπαλάφας Ο
Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ο
Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης Ν
Νικ. Γουλιμῆς Ν Νικόλ. Νικολαΐδης Ν
Κωνσταντῖνος Γρίβας Ν Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων
Θ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.Ἰωάννης Ρώτας Ο
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ν Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ο Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ν
Π. Ταμπακόπουλος Ν Νικόλ. Μαρκέτης
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ο
Χαρίλ. Τζαννετάκης Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας
Γεώργ. Πετροπουλάκης Ν Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Ο
Μιχ. Φωτιάδης Περικλῆς Α. Ἀλαμάνος Ο
Βασ. Μαστραπᾶς Ἠλίας Α. Πολίτης Ν
Κ. Α. Λιδωρίκης Ο Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
Μιχ. Ι. Στελλάκης Ο Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ο
Γ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης Ο
Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ο Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
Δημ. Τσιτσάρας Ο Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
Δημ. Χατζόπουλος Ν Διονύσιος Π. Βενιερᾶτος Ο
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
Ἰωάν. Σερμπᾶνος Δημήτριος Β. Τραυλός Ο
Κ. Δ. Ἄργασ. Λομβάρδος Ο Σπυρίδων Ε. Στάης Ν
Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ο Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
Διονύσιος Π. Στεφάνου Ο Παναγ. Σπυράκης Ο
Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Ἰωάννης Καλούτσης Ν
Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Χαράλαμπος Βοζίκης ἀρν.
Ἰωάννης Ν. Σισίνης Ν Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης
Ἰω. Π. Μελετόπουλος ἀρν.Δημήτριος Π. Νίκας
Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ν
Στέφανος Κοπανίτσας Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
Γεώργιος Δ. Φικιώρης ἀρν.Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ν
Ἰωάννης Φίλιος Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν
Κωνσταντῖνος Καρακίτης Κωνσταντῖνος Γκότσης Ν
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Δημήτριος Π. Γούναρης Ν
Νικόλαος Μπουφίδης Ν Δ. Ἀνδρικ. ἢ ΜπουκαούρηςΝ
Ἰωάννης Γ. Λάππας Ν Γεώργιος Ράλλης Ν
Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ο Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν
Γεώργιος Σκληρὸς Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ν
Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ἀρν.Ἰωάννης Α. Βρυώνης
Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
Γκίκας Μάστορης Νικόλαος Γ. Λεωνίδας
Ἰωάννης Μπακόπουλος Ο Διομήδης Ν. Κυριακὸς
Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ο Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης
Παναγ. Παπαναστασίου Ο Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς
Παναγιώτης Μανέτας Ο Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος
Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν Ἀντώνιος Π. Βιτάλης
Ἀθαν. Ζέρβας Ο Ἰωάννης Ν. Σιγάλας Ο
Γεώργ. Ἀναστασόπουλος Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο
Γεώργιος Νικολαΐδης Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος
Κωνσταντ. Τρικούπης Ν Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
Λεωνίδας Δεληγεώργης Ν Γεώργιος Ραδινὸς Ο
Περικλῆς Μποῦτος Ἀπόστολος Ζάππας
Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο Ἠλίας Μπασδέκης
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν Σπυρίδων Γεωργόπουλος
Ἰωάννης Νικολαΐδης Ο Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ν
Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν
Ἀριστομέν. Προβελέγγιος Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Δημ. Ἀναστασόπουλος Ν
Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος
Νικόλαος Κ. Κρίσπης Ἀθαν. Νικολίτσας Ο
Δημ. Ι. Φαρμάκης Γεώργιος Κορυζῆς Ν
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο Θεόδωρος Λυμπρίτης
Ἰωάννης Ν. Καναβὸς Γεώργιος Ροδόπουλος Ο
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Παντελῆς Γκίκας
Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ο
Κωνσταντ. Χριστοδούλου Ο Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
Ἀθαν. Πετσάλης Νικόλαος Πλατσῆς
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν. Χατζῖσκος
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Χαρ. Εὐταξίας
Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Δ. Δεδούσης
Φώτιος Π. Μοσχούλας Κομνᾶς Τράκας
Νικόλ. Α. Παπαλέξης Ν Ν. Κοντογιάννης
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ν Μιχαὴλ Κακαρᾶς
Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο Βασίλειος Βουδούρης Ν
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Γεώργιος Ἀβέρωφ
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ο Νικόλαος Καλογερόπουλος Ο
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Νικόλαος Μαμούνης
Ἰωάννης Δελμοῦζος Ν Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 130. Ἐκ τούτων 60 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 60 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 10 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως, συμφώνως μὲ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πρότασις ἀπερρίφθη, καὶ μένει ὡς ἀνώτατον ὅριον παρακρατήσεως τὸ ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ 20%. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον...

§289Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε, ὅταν τόσον ἀστόργως φέρωνται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ! (Θόρυβος).

§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
2τῆς 22 Μαρτίου 1903
3(Σάββατον).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ
6ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
7συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν
9ἐργατῶν τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν, ζητούντων νὰ μὴ ἐπι-
10τραπῇ εἰς τοὺς καπνοπώλας ἡ εἰσαγωγὴ μηχανημάτων σι-
11γαροποιΐας καὶ σωληνοποιΐας.
12Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν καλαποδοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ
13Πειραιῶς, αἰτουμένων νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ
14ὁποίου νὰ ἐπιβληθῇ βαρύτερον εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ νῦν
15τοιούτου ἐπὶ τῶν ἐξ Εὐρώπης καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν εἰσερ-
16χομένων καλαποδίων.
17Ἀναφορὰν τῶν Παρασουλιωτῶν, ζητούντων ἄρτον καὶ στέ-
18γην, εἰ δ’ ἄλλως, ἐργασίαν.
19Ἀναφορὰν τῶν δικαστικῶν κλητήρων Καρδίτσης, ζητούν-
20των ν’ ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς συμβολαιογράφους, ἐπιτρεπο-
21μένης αὐτοῖς τῆς τηρήσεως πρωτοτύπων καὶ τῆς ἐκδόσεως
22ἀντιγράφων, καὶ νὰ τοῖς ὁρισθῇ μισθὸς, σύνταξις, στολὴ κλπ.
23Τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Κυπαρισσίας, ἀναφέροντος,
24ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ δοθεῖσα πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφο-
25ρία, ὅτι ὁ νομάρχης ἐπεκύρωσε τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἄνευ δη-
26μοπρασίας, καὶ βεβαιοῦντος, ὅτι πάντα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτε-
27λεσθέντα ἔργα εἶναι μικρᾶς ἀξίας, καὶ ἐξετελέσθησαν κατὰ
28τὰς νομίμους διατυπώσεις.
29Ἀναφορὰν τῶν καταδίκων Παλαμηδίου, αἰτουμένων νὰ
30διαταχθῇ ἡ ἀραίωσίς των διὰ τῆς μεταφορᾶς τινων ἐξ αὐ-
31τῶν εἰς ἑτέρας φυλακὰς τοῦ Κράτους.
32Ἑκάστη τῶν ἀναφορῶν τούτων θέλει παραπεμφθῇ εἰς τὸ
33οἰκεῖον Ὑπουργεῖον.
34Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος, Ἐπ. Ἐμπει-
35ρῖκος, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Κορυζῆς καὶ Ι. Νικολαΐ-
36δης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας
37ξυλείας χρησιμευούσης εἰς κατασκευὴν κιβωτίων πρὸς ἐνα-
38πόθεσιν ἑσπεριδοειδῶν καρπῶν καὶ ξηρῶν σύκων». Θέλει τυ-
39πωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
40διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 297).
41Οἱ βουλευταὶ Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινὸς καὶ Λαρίσης κ.
42Ι. Γιαννακίτσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν εἰς τὸ τέλος τοῦ
43ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγροφυλακῆς.
44Ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Σιγάλας ὑποβάλλει τροπολογίαν
45ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ
46στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων».
47Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λέκας ὑποβάλλει τρο-
48πολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
49Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει
50τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
51Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ δια-
52νεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 298–301).
53Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς
54ἔγγραφον ἐπερώτησιν:
55«Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως
56εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα ἐπληρώθη-
57σαν κατὰ τὰ ἔτη 1901 καὶ 1902 ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς
58διατροφὴν τῶν προσωποκρατηθέντων πρὸς πληρωμὴν δικα-
59στικῶν ἐξόδων, πόσοι οὗτοι, πρὸς δὲ καὶ πόσοι τούτων ἐπλή-
60ρωσαν προσωποκρατηθέντες τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος αὑ-
61τῶν.»
62Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
63§2Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προκαλέσω τὴν ἰδιαιτέ-
64ραν μέριμναν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅπως
65λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν κατασκευαστῶν καλαπο-
66δίων, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι ἕνεκα τοῦ συναγωνισμοῦ
67τῶν ἐν Εὐρώπῃ κατασκευαστῶν καλαποδίων κατέκλυσαν τὴν
68ἀγορὰν τὰ εὐρωπαϊκὰ καλαπόδια, τὰ ὁποῖα εἶναι σχεδὸν ἀφο-
69ρολόγητα ὑπὸ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τεθῇ
70εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καλαπο-
71δίων ἀνώτερος τοῦ νῦν ὑφισταμένου, πρὸς προστασίαν τῆς
72ἐγχωρίου βιομηχανίας. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη προσπαθοῦσι νὰ
73ἐπιβάλλωσι φόρους πρὸς προστασίαν τῶν ἐγχωρίων βιομη-
74χανικῶν προϊόντων.
75Ὡσαύτως οἱ ἐπιπλοποιοὶ σήμερον παρ’ ἡμῖν δικαίως παρα-
76πονοῦνται, διότι ὁ ξένος συναγωνισμὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλ-
77λάδα, ὥστε θὰ παύσωσι νὰ ἐργάζωνται οἱ ἐγχώριοι· ὑπερ-
78τετρακόσιοι ἐπιπλοποιοὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ξένου συν-
79αγωνισμοῦ, διότι ἔπιπλα πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν εἰσέρ-
80χονται ἐξ Εὐρώπης εἰς τὴν Ἑλλάδα σχεδὸν ἀφορολόγητα,
81καὶ καθιστῶσι τὴν ἐργασίαν τῶν ἐγχωρίων ἀδύνατον.
82Παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
83Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὴν ἀναφορὰν τῶν
84καλαποδοποιῶν, ὡς καὶ τὴν τῶν ἐπιπλοποιῶν, λάβῃ ὑπὸ
85σπουδαίαν ἔποψιν.
86§3ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν παράκλησίν μου
87εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑπο-
88θέσεως. Καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῆς συντεχνίας τῶν
89καλαποδοποιῶν καὶ τροπολογία σχετικὴ τοῦ δασμολογίου,
90ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ. Ὁ σήμερον ἐπιβαλλό-
91μενος δασμὸς ἐπὶ τῶν καλαποδίων τῶν εὐρωπαϊκῶν εἶναι
92τόσον ἀσήμαντος, ὥστε οἱ ἐνταῦθα κατασκευασταὶ αὐτῶν
93εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
94τοιούτους. Τὸ δασμολόγιον φορολογεῖ τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα
95καλαπόδια μὲ 38 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ φορολογία αὕτη
96ἀντιστοιχεῖ πρὸς 8 λεπτὰ δι’ ἕκαστον καλαπόδιον· ἑπομέ-
97νως εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνι-
98σθῶσι τὰ ἐν Ἀθήναις κατασκευαζόμενα τέλεια καλαπόδια
99πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε πολλοὶ
100τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπεστήριξαν ἀναφορὰν, ὑποβλη-
101θεῖσαν κατά τε τὴν τελευταίαν καὶ τὴν προτελευταίαν
102Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς
103τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα,
104ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη μέχρι τοῦδε. Ὑποθέτω ὅτι, ἂν
105ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ὑποβάλῃ τροποποίησιν
106τοῦ δασμολογίου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν θὰ προκληθῇ καμ-
107μία συζήτησις ἐπὶ τούτου.
108§4Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ παρα-
109καλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ
110ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐπιπλοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πει-
111ραιῶς. Ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ βιομηχανία τιμῶσα τὴν χώραν
112ἡμῶν, αὕτη εἶναι ἡ τῶν ἐπιπλοποιῶν. Πάντες γινώσκετε
113τὴν πρόοδον, ἣν ἐπ’ ἐσχάτων ἔλαβεν ἡ βιομηχανία αὕτη.
114Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ, ἂν ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ παρ’ ἡμῖν
115ξυλουργικὴ τέχνη ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώ-
116πῃ. Ἀλλ’ ὁ δασμὸς, ὁ ἐπιβεβλημένος εἰς τὰ εἰσαγόμενα ἐκ
117τῆς ἀλλοδαπῆς ἀκατέργαστα ξύλα, εἶναι τοσοῦτον βαρὺς,
118ὥστε ἡ συντεχνία τῶν ξυλουργῶν δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ
119πρὸς τὰ ἔπιπλα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα.
120Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λάβῃ τὸν κόπον
121καὶ τὴν καλωσύνην νὰ ἐρωτήσῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν,
122θέλει πεισθῆ, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη πολλὰ
123καταστήματα ἐπιπλοποιῶν ἔν τε Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ
124ἐντελῶς παρέλυσαν καὶ ἐκλείσθησαν, μὴ δυνάμενα νὰ συνα-
125γωνισθῶσι πρὸς τὰ ἀθρόως εἰσαγόμενα ξένα ἔπιπλα.
126Δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
127ἔχει νὰ ἐφαρμόζῃ ἀσαφεῖς διατάξεις τοῦ δασμολογίου, ἑρμη-
128νεύει δὲ αὐτὰς οὕτω πως, ὥστε ζημιοῦνται οἱ ἐγχώριοι βιο-
129μήχανοι. Διὰ τοῦτο θέλω συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
130τῶν Οἰκονομικῶν τὴν μελέτην τῆς ἀναφορᾶς τῶν συμπολι-
131τῶν μου τούτων, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐν τῇ διαρρυθμίσει
132τοῦ ζητήματος καὶ ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης οὐδεμία
133ζημία θέλει προκύψει εἰς τὸ Δημόσιον. Διότι, εἰσαγομένων
134τῶν ἀκατεργάστων ξύλων ὑπὸ ἐλαφρότερον δασμὸν, ἐν ᾗ
135περιπτώσει ἤθελον διαρρυθμισθῆ τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἡ εἰσα-
136γωγὴ αὐτῶν ἔσεται τοσοῦτον ἀθρόα καὶ μεγάλη, ὥστε θέλει
137συμψηφίσει τὴν ζημίαν, ἥτις θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ Δημόσιον,
138ἐπιβαλλομένου βαρυτέρου δασμοῦ εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα
139ἔπιπλα.
140§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
141ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολλὰ μέλη τῆς συντεχνίας τῶν
142ἐπιπλοποιῶν προσῆλθον καὶ εἰς ἐμὲ, καὶ ἀνεκοίνωσαν τὰς
143παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν καὶ παρὰ τῶν φίλων
144συναδέλφων. Ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Κράτος
145νὰ χορηγῇ εἰς τὰς συντεχνίας, εἶναι βεβαίως ἐπιβεβλημένη.
146Ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῶν προϊόντων τῶν
147ἐγχωρίων. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰργάσθην καὶ ἐμελέτησα τὰ
148τοιαῦτα θέματα, ἔχομεν δὲ διάφορα φορολογικὰ θέματα νὰ
149προτείνωμεν. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής· μ’ ὅλα ταῦτα θὰ
150φροντίσω διὰ τοῦ δασμολογίου νὰ παράσχω εὐκολίαν τινὰ
151εἰς αὐτοὺς ἀπέναντι τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς συναγωνισμοῦ.
152Τὸ Καπνοκοπτήριον τῶν Ἀθηνῶν κατεδείχθη ἀκατάλ-
153ληλον, καὶ προσείλκυσε τὴν προσοχήν μου· διότι οὐ μόνον
154ἡ ἐργασία ἐν αὐτῷ γίνεται ἀνωμάλως, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑγεία
155τῶν ἐργαζομένων διατελεῖ ἐν κινδύνῳ. Ἠσχολήθην νὰ λάβω
156πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἔμαθον, ὅτι εἶχον
157γείνῃ μελέται τινὲς, καὶ ἰδίᾳ, ὅπως οἰκοδομηθῇ μία πτέρυξ,
158ἵνα δοθῇ ἀναψυχὴ καὶ ἄνεσις εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ μὴ ἐργά-
159ζωνται ἐν στενῷ χώρῳ. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦτο ἐγκατελεί-
160φθη, διότι τὸ παρακείμενον γήπεδον, ἐφ’ οὗ ἔμελλε νὰ οἰκο-
161δομηθῇ, ἠμφισβητήθη ὑπὸ γειτόνων, ἠγέρθησαν δὲ ἀγωγαὶ
162κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιον τῶν
163Δικαστηρίων. Θὰ ἦτο δὲ λίαν δυσάρεστον νὰ περιμένωμεν νὰ
164ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις. Διὰ τοῦτο ἐπροτίμησα τὴν γνώμην
165περὶ οἰκοδομῆς νέου καταστήματος. Σχέδιον ὑπάρχει συν-
166τεταγμένον καὶ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ὅστις ἀνέρχε-
167ται εἰς 400,000 δραχμὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ
168κατορθωθῇ νὰ κατασκευασθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο
169ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν
170νὰ προβῶμεν εἰς οἰκοδομὴν τμήματος τοῦ νέου Καπνοκο-
171πτηρίου, ὑποβάλλω δὲ καὶ δήλωσιν, ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὸν
172Προϋπολογισμὸν πίστωσις 200,000 δραχμῶν.
173§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον μετὰ τοῦ συνημμένου προ-
174ϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ,
175μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα
176Παράρτημα, ἀριθ. 302).
177§7Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
178βερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς παραστάσεις
179τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπιπλοποιῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐπι-
180πλοποιΐα οὐ μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρ-
181χίαις ἔκαμε μεγάλας προόδους καὶ ἀπασχολεῖ πολλὰς ἐρ-
182γατικὰς χεῖρας. Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι αἱ βιομηχανίαι δὲν
183ἔχουσι τὴν ἀρωγὴν τῆς Πολιτείας, ὅπως εἰς ἄλλα Κράτη.
184Ἐν Ὁλλανδίᾳ π. χ. ἡ Πολιτεία παρέχει δωρεὰν εἰς τοὺς
185κατεργαζομένους τὸν χάρτην δάση ὁλόκληρα, ὅπως χρησι-
186μεύωσιν ὡς πρώτη ὕλη διὰ τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν.
187Οἱ ἀναφερόμενοι ἐπιπλοποιοὶ βεβαίως εὑρίσκονται ἐν τῷ
188δικαίῳ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ κρατοῦν δασμολόγιον
189τῆς ἀτελείας σχεδὸν τῶν ἐξ Εὐρώπης εἰσαγομένων ἐπίπλων
190νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτά. Αἱ πρῶται ὗλαι, αἱ ὁποῖαι
191χρησιμεύουσιν ὡς βάσις τῆς τέχνης αὐτῶν, φορολογοῦνται
192τόσον βαρέως, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ συναγω-
193νισθῶσι πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ἔπιπλα.
194Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ
195ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐπιπλοποιῶν, καὶ
196ὅτι κλάδος, ὁ ὁποῖος τόσας ἐπετέλεσε προόδους καὶ ἐν Ἀθή-
197ναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν πρέπει ν’ ἀπομαρανθῇ καὶ
198νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς μοιρολατρείας, ὑφ’ ἧς κατεχό-
199μεθα ἐπὶ τόσῳ σοβαρῶν ζητημάτων, ἐνδιαφερόντων τὴν ἐθνι-
200κὴν βιομηχανίαν.
201§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευ-
202ταία κρίσις τοῦ κυρίου συναδέλφου δὲν εἶναι ἀκριβής. Αἱ
203Κυβερνήσεις αἱ μέχρι τοῦδε πολλὰ προέβαλον νομοθετή-
204ματα εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ὧν προυτίθεντο νὰ παράσχωσιν
205εὐκολίας εἰς τὴν βιομηχανίαν. Διὰ πολλὰς βιομηχανίας ἡ
206πρώτη ὕλη εἶναι ἀδασμολόγητος, καὶ ὁσάκις παρουσιάσθη
207περίστασις, αἱ Κυβερνήσεις δὲν παρέλιπον νὰ παράσχωσιν
208εὐκολίας. Ἡ συντεχνία τῶν ἐπιπλοποιῶν μοὶ εἶναι τὰ μάλα
209γνωστή, διότι συμπίπτει νὰ ἔχω προσωπικὴν γνωριμίαν μετὰ
210πληθύος τῶν ἐπιπλοποιῶν, καὶ πρὸ πολλοῦ γνωρίζω τὰς δυσ-
211κολίας, εἰς τὰς ὁποίας περιέρχονται ἕνεκα τοῦ ἀνταγωνι-
212σμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Διὰ τοῦτο μετὰ πολλῆς προθυμίας
213ἐδραξάμην τῆς εὐκαιρίας ταύτης, τῆς δοθείσης μοι, ἵνα με-
214λετήσω περισσότερον τὴν ὑπόθεσιν καὶ παρασκευάσω ἐργα-
215σίαν, ἡ ὁποία θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
216§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
217§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
218§11Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ μὲ δύο λέξεις μόνον θέλω συν-
219ηγορήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγα-
220ρίδος, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγω-
221γῆς πρὸς παρασκευὴν ἐρέας, ἀναγκαιούσης εἰς τὸ Κράτος, θὰ
222ἦναι πολὺ συμφέρουσα. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἂν ἐν
223ὥρᾳ ἀνάγκης τὰ ἐργοστάσια τοῦ Κράτους δὲν ἦναι δυνατὸν
224νὰ παρασκευάζωσι τὴν ἀναγκαιοῦσαν ποσότητα ἐρέας, ὅταν
225ὁ στρατὸς διατελῇ ἐν ἐπιστρατεύσει, θέλομεν ἔχει τὸ δυσά-
226ρεστον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἴδομεν κατὰ τὴν τελευταίαν
227ἐπιστράτευσιν, ὅτε ὁ στρατὸς ἔμεινεν ἄνευ ἐνδυμάτων. Ἠδυ-
228νήθημεν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 νὰ ἐνδύσωμεν
229τὸν στρατὸν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν. Λοιπὸν ἐκ
230τῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δι-
231δαχθῶμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παρα-
232γωγήν, ὥστε νὰ δυνάμεθα ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας νὰ ἐφοδιά-
233ζωμεν τὸν στρατὸν διὰ τῶν ἀναγκαιούντων ἐνδυμάτων.
234§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
235λευτὴς ἀνέπτυξε τὸ θέμα ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν,
236ἰδίως δ’ ἀνέμνησεν, ὅτι τὰ περὶ τούτου ἀνάγονται εἰς τὰς
237ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἀναφαίνονται ἐν τῇ διοικήσει τῶν στρα-
238τιωτικῶν πραγμάτων, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος περιέρχεται
239ἐν ἐπιστρατεύσει. Ἡ γνώμη αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν παρα-
240σκευὴν τῶν πρὸς πόλεμον ὑπῆρξεν ἀμέλεια ἢ ἀκηδία, καὶ
241ἕνεκα τούτου δὲν ὑπῆρξε μεγάλη καὶ ἐπαρκὴς προμήθεια
242περὶ τῶν χρειωδῶν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπι-
243στρατείαν, ἦτο βεβαίως ἄδικος.
244§13Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶπον, κύριε Πρόεδρε, τοιοῦτόν τι·
245μὲ παρεξηγήσατε.
246§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι, τυγχάνων ἐν
247τῇ διοικήσει τῶν κοινῶν πραγμάτων κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖ-
248νον, δὲν ἔκρινον ἐπὶ πολὺν χρόνον, ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε
249περιαχθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ πρόκλησιν πολέμου.
250Ἀληθῶς δὲν εὑρέθημεν ἔχοντες τὰ πρὸς ἐνδυμασίαν τῶν ἀν-
251δρῶν τοῦ στρατοῦ ἀπαιτούμενα εἴδη ἱματισμοῦ, καθ’ ὃν
252χρόνον διετάχθη ἡ ἐπιστράτευσις· ἀλλ’ ὅτε αὕτη διετάχθη,
253δραστηριώτατα ἐλήφθησαν μέτρα, καὶ ἔκτακτοι κατεβλή-
254θησαν προσπάθειαι πρὸς προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὸν
255στρατόν. Τότε ὁ ἐμὸς συνάδελφος ὑποστράτηγος κ. Μετα-
256ξᾶς, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἠναγκά-
257σθη νὰ προμηθευθῇ ἀπὸ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν ὑφάσμα-
258τα διάφορα διὰ τὸν ἱματισμὸν τῶν ἐπιστράτων· ἐνθυμοῦμαι
259δὲ, ὅτι τὰ ἐνδύματα ἐκεῖνα τῶν ἐπιστράτων ἐντὸς 15 ἡμε-
260ρῶν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται πλέον οἱ στρατιῶ-
261ται νὰ φορῶσιν αὐτά.
262Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω ὑπὸ στρατιωτικὴν
263ἔποψιν τὸ πρᾶγμα· βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἐγκρατέ-
264στερος ἐμοῦ, καὶ ἔχει ἴσως μεγαλείτερον ἐνδιαφέρον εἰς τὰ
265τῶν λεπτομερειῶν ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης· ἐξετάζων
266ὅμως τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, λυποῦμαι διότι δὲν εὑρίσκομαι
267σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ.
268Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος δὲν ἠγνόει ἴσως τὴν
269γνώμην, ἣν εἶχον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προεκηρύσσοντο
270αἱ δημοπρασίαι κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη, διότι καὶ κατὰ
271τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901–1902 ὑπη-
272νιξάμην τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τούτου, καὶ κατε-
273στάθη ἔκτοτε γνωστόν, ὅτι διαφωνῶ ἐπὶ τούτων πρὸς τὸν κ.
274Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος
275ἐπεκτείνει ὑπὲρ τὸ μέτρον τὸ καθῆκον τῆς Διοικήσεως πρὸς
276προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἐπεκτείνει, λέγω,
277τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου τα-
278μείου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προστατεύῃ τὴν ἐγ-
279χώριον βιομηχανίαν, καὶ νὰ παρέχῃ τοιαύτην προστασίαν διὰ
280δασμῶν τελωνιακῶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν, κα-
281θιστῶσα εὐθηνότερα τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ, τὰ ὁποῖα παρά-
282γονται ὑπὸ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, καθιστῶσα διὰ νομο-
283θετημάτων εὐωνοτέραν τὴν πρώτην ὕλην καὶ ἐπαρκῆ εἰς τὰς
284ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας, καὶ κατορθώνουσα ὥστε τὰ κε-
285φάλαια νὰ ἦναι προσιτώτερα καὶ εὐθηνότερα πρὸς τὰς ἀνάγκας
286τῆς βιομηχανίας· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ πρό-
287νοια τῆς Διοικήσεως μέχρι τῶν κιβωτίων τοῦ δημοσίου τα-
288μείου. Ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄρχεται ἑτέρα πρό-
289νοια, ἡ πρόνοια, ὅπως πορίζηται τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ δι’
290ὀλιγωτέρας δαπάνης, καὶ ποιότητος καλῆς· ἄλλως, ἐὰν τὰ
291δημόσια χρήματα διετίθεντο ἄνευ τῆς τοιαύτης προνοίας, ἡ
292Διοίκησις οὐδὲν ἄλλο θὰ ἔπραττεν ἢ θὰ ἐπλήρωνεν ἄνευ ἀνάγ-
293κης πλείονα χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς ἀγορὰν
294τῶν εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ, ἵνα συνδράμῃ χρηματικῶς τὴν
295ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἀλλὰ τότε θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ
296δίδῃ τὰ χρήματα ταῦτα ἀπ’ εὐθείας καὶ δημοσίᾳ πρὸς ὑπο-
297στήριξιν αὐτῆς.
298Διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι ἔπραξεν ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Λιμ-
299πρίτης, τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὀρθῶς καὶ
300εὐλόγως· οὐδ’ ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον. Κρίνω εὔλογον τὸ
301διαταχθὲν ὑπὸ τοῦ πρὸ μικροῦ παραιτηθέντος κ. Λιμπρίτου
302μέτρον, διότι, ὅταν τὸ Κράτος προκηρύσσῃ δημοπρασίαν μει-
303οδοτικήν, σκοπὸν ἔχει, πῶς νὰ προμηθευθῇ τὰ ἀναγκαιοῦντα
304εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ ἐπὶ συμφερωτέραις τιμαῖς· ὅταν ὅμως
305ἀποκλείῃ ἀπὸ τῆς δημοπρασίας πάντα ἀλλοδαπὸν καὶ περι-
306ορίζῃ τὸν κατὰ τὴν δημοπρασίαν συναγωνισμὸν εἰς μόνους
307τοὺς ἡμεδαποὺς, ἀφοῦ μάλιστα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν δὲν ὑπάρχου-
308σι πολλὰ βιομηχανικὰ καταστήματα παράγοντα τὰ ἀναγκαι-
309οῦντα εἴδη, τότε ἀντὶ μειοδοτικῆς δημοπρασίας καθίσταται
310κρατοῦσα μία θέλησις, ἡ θέλησις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι οἰ-
311κονομικῶς ἰσχυρότερος. Ἀλλὰ τότε ἐγκαθίσταται ἀληθὲς
312μονοπώλιον, καὶ ἤθελον ἐπιβληθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
313δαπάναι μεγαλεῖτεραι ἢ ὅσαι ἤθελον ἀπαιτηθῆ, ἐὰν ὁ συν-
314αγωνισμὸς ἀφίνετο εὐρύτερος. Ὁ συναγωνισμὸς δὲ δὲν ἔχει
315ἀνισότητά τινα, διότι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ εἰσαγωγικοῦ
316δασμοῦ ἐν τῷ τελωνείῳ δὲν ἀποτελεῖ χάριν πρὸς τὸν ἐργο-
317λάβον τὸν ἀλλοδαπόν· διότι οὗτος, προσελθὼν εἰς τὴν δη-
318μοπρασίαν, καὶ ἀναλαβὼν νὰ προμηθεύσῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα
319εἴδη εἰς τὸ Κράτος, ὑποκατεστάθη ἀντὶ τῆς Διοικήσεως,
320κομίζων ὑφάσματα οὐχὶ ἴδια αὑτοῦ, ἀλλὰ τοῦ Κράτους,
321διότι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἐν τῷ τελωνείῳ, ἀνήκουσιν
322εἰς τὸ Κράτος.
323Ἡ βιομηχανία βεβαίως χρῄζει προστασίας, ἀλλὰ δὲν ἀρ-
324νούμεθα εἰς αὐτὴν προστασίαν, ζητοῦντες νὰ καταστήσωμεν
325εὐρὺν τὸν συναγωνισμόν, οὐδ’ ἔχομεν τύψιν συνειδότος, διότι
326ἐπιθυμοῦμεν νὰ καταστήσωμεν εὐρὺν τὸν συναγωνισμόν, ἀρ-
327νούμενοι τὸ καθῆκόν μας τοῦτο πρὸς αὐτήν. Ἡμεῖς πάντοτε,
328ὁσάκις ἠδυνήθημεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν βιομηχανίαν, τὸ
329ἐπράξαμεν προθύμως, καὶ μάλιστα πρὶν ἢ ζητηθῶμεν παρὰ
330τῆς βιομηχανίας. Κατὰ τὸ ἔτος 1895 διείδομεν τὴν κρίσιν,
331εἰς ἣν εἶχε περιέλθει ἡ βιομηχανία τῶν κλωστηρίων καὶ τῶν
332ὑφαντηρίων, καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ συντάξωμεν νομοσχέδιον,
333δι’ οὗ ἐζητοῦμεν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν αὔξησιν
334τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς ἀλλοδαπῆς
335βιομηχανίας. Ἀλλὰ νύκτα τινὰ εἰργαζόμην ἐν τῷ Ὑπουρ-
336γείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, Ὑπουργὸς τότε τυγχάνων, ἦτο δὲ
337ἡ δευτέρα πρωϊνὴ ὥρα, ὅτε μοὶ ἀνήγγειλαν, ὅτι ἀφίκοντο ἐκ
338Πειραιῶς καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὲ ἴδωσιν οἱ κ. κ. Θεόδωρος Ρε-
339τσίνας, Κυριάκος Λιγυνὸς καὶ ὁ μακαρίτης Ἕκτωρ Ψύχας,
340ἡτοιμαζόμην δὲ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ ἀπέλθω εἰς τὴν
341οἰκίαν μου. Ἠρώτησα αὐτοὺς, εἰσελθόντας εἰς τὸ γραφεῖόν
342μου, περὶ τοῦ σκοποῦ των, οὗτοι δὲ μοὶ εἶπον, ὅτι προσῆλθον,
343ἵνα μοὶ δώσωσι τὰς κλεῖδας τῶν ἐργοστασίων των· ἀπεκρίθην
344εἰς αὐτοὺς, ὅτι προσῆκε νὰ ἀποταθῶσιν οὐχὶ εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ
345εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐμποροδικῶν. Ἐζήτησαν τότε τὴν
346συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὴν κρίσιν·
347ἀλλ’ ἐπέδειξα αὐτοῖς νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχον ἕτοιμον, ἵνα
348εἰσαγάγω κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Τὸ αἰ-
349φνίδιον ἄγγελμα συνεκίνησεν αὐτοὺς, καὶ μάλιστα ἕνα ἐξ
350αὐτῶν, ὅστις κατὰ τρόπον μαρτυροῦντα τὴν συγκίνησιν αὐτοῦ
351ἐξεδήλωσε τὴν εὐγνωμοσύνην του.
352Ἀλλὰ δὲν ἐπράξαμεν αὐτὸ μόνον· ὁ Πειραιεὺς ὑπῆρξε
353πάντοτε προσφιλεστάτη εἰς ἐμὲ πόλις, δὲν παρέλιπον δὲ ποτὲ
354νὰ ἐπιδείξω ἐπίμονον καὶ εἰλικρινῆ μέριμναν, ὅπως συντελέσω
355ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας αὐτῆς.
356Βεβαίως δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ δαπανῶμεν τὰ χρήματα
357τοῦ δημοσίου ταμείου ἀλογίστως· ἀλλὰ πάντοτε θέλομεν
358προσπαθεῖ νὰ ἐνισχύωμεν τὴν ἐργασίαν, νὰ προστατεύωμεν
359τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἐννοοῦμεν ὅτι αὐξάνοντες τὰ
360εἰσαγωγικὰ τέλη ἀναγκάζομεν τὸν λαὸν νὰ πορίζηται νὰ
361ἀναγκαιοῦντα ἀπὸ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἡ δὲ αὔξησις
362τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀποτελεῖ εἶδος φόρου ἐπιβαλλομέ-
363νου εἰς τὸν λαὸν, ἀναγκαζόμενον νὰ ἀγοράζῃ τὰ εἰς αὐτὸν
364χρήσιμα ἀκριβότερα· ἀλλὰ περιορίζοντες τὸν συναγωνισμὸν,
365ἀγοράζομεν τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὸν στρατὸν ἀκριβότερα, ἤτοι
366ἐπιβάλλομεν φορολογίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀναγκά-
367ζοντες αὐτὸ εἰς εἰσφορὰν χρημάτων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγ-
368χωρίου βιομηχανίας. Ἀλλὰ διατὶ δὲν πράττομεν τοῦτο φα-
369νερὰ; Νὰ εἴπῃ ἡ βιομηχανία, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημά-
370των, τὸ Κράτος νὰ δράμῃ εἰς συνδρομὴν αὐτῆς, χορηγοῦν
371αὐτῇ δάνειον, ἢ παρέχον τὴν ἐγγύησίν του, ἵνα δυνηθῇ νὰ
372δανεισθῇ.
373Ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς, ὁ ὁποῖος τώρα ἀνῆλθεν εἰς ἀκμὴν οἰ-
374κονομικήν, ὅτε ἐπυρπολήθη τὸ ἐργοστάσιόν του, πόθεν ἐπο-
375ρίσθη τὰ χρήματα πρὸς ἀνοικοδόμησιν αὐτοῦ; Ποῖος ἐζή-
376τησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἐγγυηθῇ τὸ Κράτος
377καὶ δυνηθῇ νὰ δανεισθῇ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς καὶ προβῇ
378διὰ τούτων εἰς τὰς ἐργασίας του; Μήπως θέλω διστάσει
379αὔριον νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα παρακαλέσω αὐτὴν νὰ
380μεταβάλῃ νόμον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1901–1902 ἐψηφίσα-
381μεν, διὰ τοῦ ὁποίου ἠγγυήθη τὸ Κράτος, ὅπως δανεισθῶσι
382συμπολῖται ἐκ Θεσσαλίας ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ ἐξοφλήσωσι
383τὸ δάνειον ἐντὸς πέντε ἐτῶν; Δὲν ἠδυνήθησαν οἱ συμπολῖ-
384ται ἐκεῖνοι νὰ πληρώσωσι κατ’ ἔτος 50 χιλιάδας δραχμῶν
385πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, καὶ ἦλθον ζητοῦντες σήμερον νὰ
386παραταθῇ ἡ προθεσμία. Δὲν θέλω διστάσει λοιπὸν νὰ παρα-
387καλέσω διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλω προτείνει εἰς
388τὴν Βουλήν, ἵνα τὰ 5 ἔτη, διὰ τὰ ὁποῖα παρέσχε τὴν ἐγ-
389γύησίν του τὸ Κράτος, γείνωσι 10, καὶ νὰ πληρώνωσιν οἱ ὀφει-
390λέται μόνον 25 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος, τὰς ὁποίας
391θὰ δύνανται νὰ πληρώνωσιν εὐκολώτερον.
392§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι παρενοήθη
393ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὰς παρατηρήσεις τὰς βρα-
394χείας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω. Λυποῦμαι δὲ
395ἔτι περισσότερον, διότι εἶναι ἴσως ἡ μόνη περίστασις, κατὰ
396τὴν ὁποίαν διίσταμαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
397ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔφερα εἰς συζή-
398τησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
399διέστειλε τὰ δικαιώματα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους,
400ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων...
401§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διέ-
402στειλα παντάπασι τὰ πρὸς ἔλεγχον δικαιώματα τῶν ἀντι-
403προσώπων, ἀλλὰ διέστειλα τὰ καθήκοντα τοῦ διοικοῦντος,
404ἰσχυρισθείς, ὅτι τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου
405θέματος δὲν πρέπει νὰ χωρήσωσι μέχρι συγχύσεως· σύγχυσις
406δὲ παράγεται, ὅταν ὁ διοικῶν δὲν διαστέλλῃ τὴν μέριμναν,
407ἥτις πρέπει νὰ κρατῇ ἐν αὐτῷ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν
408χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ὡς
409διοικητὴς ὀφείλει νὰ ἔχῃ, ἵνα ἐνισχύῃ τὴν κοινωνικὴν ἐργα-
410σίαν καὶ ἑπομένως τὴν βιομηχανίαν. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρ-
411νησις καθῆκον ἔχει νὰ διοικῇ, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο καθῆ-
412κον, νὰ διαχειρίζηται τὰ δημόσια χρήματα. Τὸ πρῶτον
413καθῆκον ἐπιβάλλει εἰς τὴν Διοίκησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
414παρέχῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ποίαν προ-
415στασίαν; προστασίαν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν
416τελῶν, ὅπως περιορίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἔξωθεν εἰσερχο-
417μένων ὁμοειδῶν προϊόντων καὶ εὐκολύνῃ τὴν κατανάλωσιν
418τῶν ἐγχωρίων· προστασίαν διὰ τῆς βοηθείας τῶν παραγόν-
419των πρὸς εὕρεσιν χρημάτων μὲ εὐθηνότερον τόκον· προστα-
420σίαν διὰ παροχῆς εὐκολιῶν πρὸς εὐκολωτέραν καὶ εὐθηνοτέ-
421ραν προμήθειαν τῶν πρώτων ὑλῶν, ὅπως προμηθεύηται αὐ-
422τὰς ἡ βιομηχανία εὐθηνότερον. Ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς
423τὴν Διοίκησιν νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν ὑπόχρεων νὰ ἀγοράζῃ τὰ
424παραγόμενα ἐν τῇ χώρᾳ προϊόντα βιομηχανίας ἢ φύσεως,
425διότι ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει βιομηχανία ἀνεπτυγμένη, οἷα
426ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἢ ἐν Γερμανίᾳ, ἐκεῖ ὅπου
427τὸ Κράτος εἶναι μικρόν, ἔνθα ὀλίγα τὰ βιομηχανικὰ κατα-
428στήματα, τὴν δὲ τιμὴν τῶν προϊόντων δὲν κανονίζει ὁ συν-
429αγωνισμός, ἀλλὰ κανονίζει ἡ θέλησις τοῦ οἰκονομικῶς ἰσχυ-
430ροτέρου βιομηχάνου, δὲν ἀποτελεῖ προστασίαν ἡ τακτική,
431δι’ ἧς οἱ δυνάμενοι νὰ μειοδοτήσωσι τίθενται ἐν ἀνίσῳ θέσει,
432διότι τοῦτο ἐπάγεται περιορισμὸν τοῦ πρὸς προμήθειαν τῶν
433προϊόντων τῆς βιομηχανίας συναγωνισμοῦ. Ἐὰν πρὸς προ-
434στασίαν τῆς βιομηχανίας ἀπαιτοῦνται χρηματικαὶ θυσίαι,
435οἱ διοικοῦντες δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς χρηματικὴν συνδρο-
436μὴν τῆς βιομηχανίας, καὶ νὰ τὸ πράξωσιν εὐθέως καὶ ἐμφα-
437νῶς, οὐχὶ δὲ διὰ τρόπου πλαγίου παρασκευάζοντες εἰς τὴν
438βιομηχανίαν χρηματικὰ κέρδη, ἤτοι στέργοντες ν’ ἀγορά-
439ζωσι τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ἀκριβότερα ἢ ὅσον ἠδύ-
440ναντο νὰ τὰ ἀγοράσωσι, διὰ νὰ προσπορίσωσι κέρδη εἰς αὐτήν.
441§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
442§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ
443ὁμολογήσω, ὅτι ἀνευρίσκω ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. ἐκ Μεγαρί-
444δος Βουλευτοῦ ὑπερβολάς. Ἐὰν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη,
445ἤκουσα πρὸ μικροῦ τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ εἰπόντος,
446ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένοντο μεγάλαι καταχρήσεις. Κατὰ
447τὸ παρελθὸν τοῦτο δὶς εὑρέθην ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ κατὰ τὰς
448δύο ταύτας φορὰς ἀνάγκαι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τῆς
449πατρίδος μοὶ ὑπηγόρευσαν νὰ παρακαλέσω τὸν Ἡγεμόνα,
450ἵνα στέρξῃ νὰ ἐπιστρατευθῇ ἡ χώρα, κατὰ τὸ 1886 καὶ
451κατὰ τὸ 1896. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ὁ ὑποστράτηγος Νικό-
452λαος Μεταξᾶς τὸ 1896, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
453ἦτο ἄνθρωπος ἐντιμότατος, διεχειρίσθη δὲ τὰ κοινὰ μετ’ εὐ-
454συνειδησίας μεγάλης καὶ μετ’ ἄκρας ἐγκρατείας καὶ ἐντιμό-
455τητος. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης κατὰ τὸ
4561886, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διεχειρίσθη τὰ τῶν
457προμηθειῶν μετ’ ἄκρας εὐλαβείας. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸν
458μακαρίτην Μπούμπουλην, ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν ἐπὶ τῆς ψάθης,
459δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω κανένα ἄλλον τῶν τότε διαχειρισθέν-
460των τὰ κοινά.
461§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔψεξα αὐτούς.
462§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὰς ἄλλας
463ἐπιστρατεύσεις. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν
464ὁποίαν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης διέπραξε κατὰ τὸ 1876
465ἢ 1877, οὐδ’ ἀνατρέχω εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν ὁ
466ἕτερος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ μακαρίτης Τρικούπης,
467διέπραξε κατὰ τὸ 1880. Οὐδεμία κηλὶς δύναται νὰ σκιάσῃ
468τὴν μνήμην αὐτῶν· ὁ δὲ λαὸς ἔχει πεποίθησιν περὶ τῆς ἐν-
469τιμότητος καὶ τῆς ἀκεραιότητος αὐτῶν...
470§21Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
471§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν.
472Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνέφερα τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, τοὺς διοι-
473κήσαντας τὴν χώραν, προβαίνω καὶ εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐκ-
474τελέσεως τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, προβαίνω εἰς τοὺς ἀξιωμα-
475τικοὺς τοῦ Οἰκονομικοῦ, τοὺς διαχειρισθέντας τὰ τῆς ἐπι-
476στρατεύσεως τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1896, εἰς πάντας ἐν γένει
477τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐνδέχεται νὰ ὑπῆρξαν καί τινες, οἱ
478ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς καταχρήσεις· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ
479ἀποδεχθῶ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανά-
480κτησιν τῆς ψυχῆς μου, ὅσον ἐξηγέρθη ἡ τῆς ψυχῆς τοῦ κ. ἐκ
481Μεγαρίδος Βουλευτοῦ διὰ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε
482τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν μ’ ἐρωτήσητε, δύ-
483ναμαι νὰ λάβω ἀντίθετον συμπέρασμα, μὲ ὅλας τὰς ἐξαιρέ-
484σεις, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε, ἐὰν μάλιστα ἀναμνησθῶ τὰς ἐν
485ἄλλαις στρατιαῖς ἐξαιρέσεις, αἵτινες εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ
486λόγῳ περισσότεραι, καὶ ὅπου ἡ ἀναλογία εἶναι πολὺ μεγα-
487λειτέρα μεταξὺ τῶν μὴ ἐντίμων καὶ τῶν ἐκπληρούντων τὸ
488καθῆκόν των...
489§23Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ τιμωρία μεγαλειτέρα.
490§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἡ τιμωρία μεγαλειτέρα.
491Ἐὰν τὰ Στρατοδικεῖα ἐφάνησαν ἐπιεικῆ, αὐτὸ δὲν εἶναι
492ἔγκλημα. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, ἀλλ’ ὑπῆρξα πολ-
493λάκις ἐν ξέναις χώραις καὶ ἐν θέσεσιν, αἵτινες μοὶ ἔδιδον τὴν
494εὐκολίαν νὰ ψηλαφῶ τὰ γινόμενα καὶ ν’ ἀντιλαμβάνωμαι τὰ
495διαπραττόμενα. Ἐὰν δὲ ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν οἰ-
496κονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, μὲ ὅλας
497τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι καὶ παρ’
498ἡμῖν, — αἵτινες θὰ ηὐχόμην νὰ ἦσαν ὀλιγώτεραι, — δύναμαι
499νὰ εἴπω ὑπερηφάνως, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἐκπληροῦσι τὰ τῆς
500διαχειρίσεως μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐγκρατείας. Λέγω μὲ
501ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις, διότι δυστυχῶς ὑπῆρξαν ἐξαιρέσεις...
502§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν
503ὅλα τὰ ταμεῖα τῶν συνταγμάτων ἐκλάπησαν ὑπὸ διαχει-
504ριστῶν.
505§26ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Ποτέ!
506§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ τοιαύτη ζωη-
507ρότης ἐντυπώσεων, τοιαύτη ὀξύτης ἀντιλήψεως, καὶ διὰ
508τῆς φαντασίας ἡμῶν ὑπερεβάλομεν τοσοῦτον τὰ πράγματα,
509ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ μόνοι ἐν τῷ κόσμῳ,
510παρὰ τοῖς ὁποίοις συμβαίνουσι τοιαῦτα ἐγκλήματα.
511§28ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς
512ὕβρισε τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω καὶ ἐγώ.
513Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὀνομάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους,
514οἱ ὁποῖοι κατεχράσθησαν...
515§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὕβρισε.
516§30ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὕβρισεν.
517§31ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ... Διότι τὸ τμῆμα τῶν προμη-
518θειῶν μόλις ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν διευθύνει οἰκονομικὸς ἀξιω-
519ματικός· μέχρι τότε τὸ διηύθυνον ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνι-
520κῶν ὅπλων, τὸ διηύθυνεν ὁ μακαρίτης Κομπότης, εἰς τὸ
521τμῆμα δ’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο καμμία κατάχρησις.
522§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐναντίον τοῦ Οἰκονομικοῦ
523Σώματος οὐδεμίαν ἐξήνεγκον ὕβριν. Ἐναντίον ἐκείνων, οἱ
524ὁποῖοι ῥυπαίνουσι τὸ Σῶμα τοῦτο, ὡμίλησα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ
525κ. συνάδελφος μὲ προεκάλεσε νὰ εἴπω τὰ ὀνόματα, παρακα-
526λῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητηθῶσιν ἀπὸ τοὺς Βασ. Ἐπιτρό-
527πους τοῦ Αʹ καὶ Βʹ Στρατοδικείου οἱ φάκελοι τῶν διαφόρων
528κατηγοριῶν, τῶν γενομένων κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν
529ἐναντίον διαφόρων οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἐξ ὧν ἄλλοι μὲν
530λαβόντες τὰ ταμεῖα ἀνεχώρησαν, — καὶ ὑπάρχουσί τινες, οἱ
531ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν Κωνσταντινουπόλει σήμερον, φέροντες
532ἀντὶ τοῦ στέμματος τοῦ Ἑλληνικοῦ τὸ φεσάκι!...
533§33ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Καὶ εἶναι καὶ ἀστυνόμοι!
534§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα... Ἄλλοι δ’ εἰσ-
535ήχθησαν εἰς τὰς φυλακάς.
536Οὐδένα λοιπὸν ἐσυκοφάντησα.
537§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τοιαύτη διατύπωσις ἀναμφισβητήτως
538ἀποτελεῖ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος προσβολήν. Εἰς πᾶσαν
539ὑπηρεσίαν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι.
540§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διέκρινα.
541Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε ὁ κατ’ ἐξοχὴν νομικός,
542ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διέκρινα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μεμο-
543νωμένα γεγονότα νὰ ἐπιδράσωσιν.
544§37ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Μήπως ὁ κλάδος ὁ δικηγορικὸς δὲν
545ἔχει τοιούτους;
546§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐγερθῶ
547ἐγὼ νὰ εἴπω νὰ τοὺς ὀνομάσητε.
548§39ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Βεβαίως ἔχετε καθῆκον νὰ ὀνομά-
549σητε (Θόρυβος).
550§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι.
551§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγω, ὅτι
552ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, δὲν ἀφορᾷ εἰς ὁλόκληρον τὸν κλάδον.
553Ἐὰν δὲ ἤθελαν ἐκληφθῆ, ὅτι πᾶσα ἀλήθεια ἢ πᾶς ἔλεγχος
554ἐναντίον ἑνὸς ἀνήκοντος εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ Σῶμα τῆς
555ὑπηρεσίας ἀποτελεῖ ὕβριν εἰς ὅλον τὸ Σῶμα, τότε θὰ ἐθέ-
556τομεν φραγμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἐγὼ ὅμως,
557ἀπέναντι τῶν κινδύνων τούτων καὶ τῶν ἐπικρίσεων τῶν ἐν-
558διαφερομένων διὰ τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα, λέγω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν
559ἦναι πολυάριθμοι οἱ καταχρασταὶ, ὡς ἀνομολογεῖ καὶ ὁ κ.
560Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πολλαὶ αἱ
561περιπτώσεις καὶ αἱ ἐξαιρέσεις, ὡς εἶπε, δὲν εἶναι δυνατὸν
562νὰ βαρύνωσιν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τὸ Οἰκονομικόν.
563§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.
564§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μεταξὺ τῶν οἰκονομι-
565κῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσι τοσοῦτοι, πρὸ τῶν ὁποίων ἀπο-
566καλύπτομαι καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις. Λοιπὸν ποία ἡ ἀνάγκη;
567Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ εἴπω παραδείγματα, παρακαλῶ,
568κύριε Πρόεδρε, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὑπάρ-
569χουσιν ἀποφάσεις...
570§44ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐξακολουθοῦσι νὰ
571ἀνήκωσιν εἰς τὸ Σῶμα.
572§45Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τί τὰ θέλετε; Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι
573κλέπτουν! (θόρυβος).
574§46ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Μεγαρίδος, καθ’ ἣν
575ἐποχὴν διατείνεσθε, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις τοιαῦται, τὸ
576τμῆμα τῶν προμηθειῶν δὲν διηύθυνον ἀξιωματικοὶ τοῦ Οἰ-
577κονομικοῦ.
578§47Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ κ. ἐκ Τρικκά-
579λων συνάδελφος καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου
580ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Σώματος. Ὁ κ.
581ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς δὲν προσέβαλε ποσῶς τὸν οἰκονο-
582μικὸν κλάδον. Ἔχω καθῆκον, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ
583διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ
584οἰκονομικοῦ κλάδου, καὶ μάλιστα τῶν μικροτέρων βαθμίδων,
585ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτονται ἀνώτεροι ἀξιωματι-
586κοὶ, ὅπως ὑπάρχουσι δημόσιοι ὑπάλληλοι τῶν κατωτέρων
587βαθμίδων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτονται ἀνώτεροι
588δημόσιοι ὑπάλληλοι. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ προσβάλω-
589μεν ὁλόκληρον τὸν οἰκονομικὸν κλάδον, ἀλλὰ δὲν δύνανται
590νὰ ἀρνηθῶσιν οὔτε ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος οὔτε ἄλ-
591λοι ἀξιωματικοὶ, ὅτι ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ, οὐ μόνον τοῦ
592οἰκονομικοῦ κλάδου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ὅπλων, οἵτινες ἐρ-
593ρύπαναν ἀληθῶς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνῆκον. Ἔχομεν καθῆκον,
594ὡς ἀξιωματικοὶ φέροντες στέμμα καὶ ἐπωμίδας, νὰ μὴ λαμ-
595βάνωμεν τὸν λόγον καὶ ὑπερασπίζωμεν τοιαῦτα μεμονωμένα
596γεγονότα.
597§48Α. ΖΕΡΒΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
598§49Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τότε περιττὸν νὰ μὲ διακόπτητε.
599Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τὰ ζητή-
600ματα ταῦτα, ὡς ἀξιωματικοὶ, νὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς προσω-
601πικὰ, καὶ νὰ παρουσιαζώμεθα συνήγοροι ἑκάστου ἀξιωματι-
602κοῦ ἢ Βουλευτοῦ τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς ἐκείνων τῶν ἀξιωμα-
603τικῶν, οἵτινες, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς,
604εὑρίσκονται σήμερον λιποτάκται εἰς διάφορα Κράτη, ἐκτὸς
605ἐκείνων, ὧν ἡ σπάθη ἐθλάσθη, καθαιρεθέντων τοῦ βαθμοῦ,
606ὑπάρχουσι πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ αὐτοκτονήσαντες, ἀφοῦ
607κατέστρεψαν τὰ δημόσια ταμεῖα! Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
608ὅτι ἦσαν ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οὔτε ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑπε-
609ράσπισιν τοιούτων ἀξιωματικῶν.
610Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ.
611Πρωθυπουργοῦ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα στρατεύματα συμβαίνουσι
612τοιαῦται καταχρήσεις, ἴσως δὲ ὀλιγώτεραι ἐν τῷ ἡμετέρῳ.
613Νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα, ὅπως
614μὴ ὑπερασπίζωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, ἀλλὰ νὰ θέ-
615σωμεν φραγμὸν εἰς τὴν τοιαύτην κατάχρησιν, καὶ νὰ εἴπωμεν
616ὅτι ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν τὰς καταχρήσεις. Διότι ἀξιω-
617ματικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι φιλοτιμίαν, καὶ λέγουσιν ὅτι
618δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι μὲ τὸν γλίσχρον μισθὸν, ὃν λαμβά-
619νουσι, δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀξιωματικοί.
620§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε!
621§51Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ δύο λέξεις νομίζω ὅτι
622θὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν, λύων ἀπορίας τινὰς περὶ ὅσων εἶπεν
623ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, καὶ ἀπαλλάττων τοὺς κυρίους
624συναδέλφους ἐκ τῆς δυσφορίας, εἰς ἥν οἱ λόγοι τοῦ κ. Βου-
625λευτοῦ ἐνέβαλον αὐτούς.
626Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προέκυψαν ἄτοπα εἰς τὸν στρατὸν, καὶ
627ἰδίᾳ εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον, ἐκ μέρους τινῶν ἀξιωμα-
628τικῶν, ἀλλὰ ταῦτα προέκυψαν ὡς ἐκ τῆς ἀπροσεξίας τοῦ
629ἰθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν ἐπο-
630χὴν ἐκείνην. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἔφερε νόμον περὶ κα-
631ταρτίσεως τοῦ Σώματος τοῦ Οἰκονομικοῦ, δὲν ἐπρόσεξεν ὅμως
632νὰ προλάβῃ νὰ μὴ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον
633ἀξιωματικοὶ, οἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωσιν, οὕτω δὲ
634εἰσῆλθον ἄνδρες διαγωγῆς οὐχὶ ἀμέμπτου. Εὐτυχῶς ἀπό τινος
635χρόνου ἐκαθαρίσθη τὸ Σῶμα ἀπὸ τῶν τοιούτων, διότι ἄλλοι
636μὲν ηὐτοκτόνησαν, ἄλλοι δ’ ἔφυγον· δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι
637σήμερον τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα εἶναι ἐντελῶς ξένον παντὸς
638κακοήθους στοιχείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια.
639§52ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἁρμό-
640διος νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν
641ὁ λόγος. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ
642κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος,
643θεωρῶ τὸ ζήτημα λῆξαν, διότι περιωρίσθη εἰς ἐλάχιστα με-
644μονωμένα πρόσωπα καὶ μεμονωμένα γεγονότα.
645Σήμερον ὅμως λαμβάνω τὸν λόγον οὐχὶ διὰ τὸ θέμα
646τοῦτο, ἀλλὰ διὰ μίαν ἀναφορὰν, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνεκοινώ-
647σατε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶ-
648ναι τῶν ἐν Παλαμηδίῳ κρατουμένων καταδίκων, φέρει δὲ
649ὑπογραφὰς πλέον τῶν 50. Ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρ-
650νησιν θερμότατα, διότι ἔσχον ἀφορμὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νὰ
651ἐπισκεφθῶ τὰς φυλακὰς Παλαμηδίου, ἢ μᾶλλον τὰ ζοφερὰ
652ὑπόγεια, ἅτινα κατ’ εὐφημισμὸν λέγονται φυλακαὶ, καὶ ἐν
653οἷς εἰσὶν ἐγκεκλεισμένοι περὶ τὰς 1000 ὑπάρξεις, αἵτινες
654κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς τὸν δι’ ἀσφυξίας
655θάνατον! Οὗτοι δὲν ζητοῦσιν ἄλλο τι, εἰμὴ ἀραίωσιν, διότι
656ἐν χώρῳ δυσκόλως δυναμένῳ νὰ περιλάβῃ τριακοσίους μόλις
657καταδίκους ἐγκλείονται χίλιοι καὶ πλέον!
658Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ
659τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ
660τῶν δυστυχῶν ὄντων, ἅτινα ἐν ἐποχῇ ἀνωμάλῳ, ἤτοι κατὰ
661τὸ 1878, ἐγκλημάτησαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔνθα τότε ὑπῆρχε
662πλήρης ἀναρχία. Οὗτοι εἰσῆλθον νέοι εἰς τὰς φυλακὰς πρὸ
66320 καὶ πλέον ἐτῶν, καὶ δὲν εἶναι σήμερον ἢ ἀνθρώπινα ῥάκη,
664κινοῦντα τὸν οἶκτον παντὸς ἐπισκεπτομένου αὐτούς. Εἶναι
665ὄχι δίκαιον, ἀλλὰ φιλάνθρωπον, νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία μέτρα
666ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καθόσον καὶ ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ
667κοινωνία ἱκανοποιήθησαν διὰ τῆς εἰκοσαετοῦς καὶ πλέον
668φυλακίσεως αὐτῶν.
669§53Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
670Ὅτι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν δὲν εἶναι εὐχάριστος, εἶ-
671ναι ἀναμφισβήτητον. Προσπάθειαι ἐγένοντο καὶ γίνονται καὶ
672παρὰ τῶν προκατόχων καὶ παρ’ ἐμοῦ, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον
673καταστῇ ἀνθρώπινος ἡ διαμονὴ τῶν δυστυχῶν φυλακισμέ-
674νων, οἵτινες διαιτῶνται εἰς στενοχώρους φυλακάς. Ἴσως κα-
675τορθώσωμεν ταχέως, ἕν τμῆμα τῶν ἐν Αἰγίνῃ φυλακῶν, ὅπερ
676ἔμεινεν ἄθικτον μέχρι τοῦδε, διὰ μικρᾶς δαπάνης νὰ περι-
677λάβῃ πλέον τῶν 500 καταδίκους. Οὕτω δὲ θὰ κατορθωθῇ
678ἡ ἀραίωσις τῶν ἄλλων φυλακῶν, ὡς καὶ τῆς τοῦ Παλαμη-
679δίου, ἐν ᾗ καθ’ ὑπερβολὴν ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχουσι χίλιοι κατά-
680δικοι. Ὑπάρχουσι πραγματικῶς ἐκεῖ πολλοί. Ἀλλ’ αἱ φυ-
681λακαὶ τοῦ Ῥίου δυστυχῶς εἶναι εἰς ἀθλιεστέραν κατάστα-
682σιν· δι’ αὐτὰς δ’ ἐλήφθησαν συντονώτερα μέτρα, καὶ ἀπη-
683γορεύθη ἡ εἴσοδος ἄλλων καταδεδικασμένων, γίνεται δὲ
684μεταφορὰ πολλῶν καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν ἐκείνων εἰς
685ἄλλας ἀνθρωπινωτέρας. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἡ ἐν
686ταῖς φυλακαῖς Ῥίου διαμονή, ἐὰν ὑπολειφθῶσι κατάδικοι
687ἐν αὐταῖς, θέλει καταστῆ ἀνθρωπίνη. Ἀμέσως μετ’ αὐ-
688τὰς θὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου, ἔνθα πρὸς
689τοῦτο ἀπεστάλη εἰδικὸς ἀντιπρόσωπός μου, ὁ ἐν τῷ Ἐθνικῷ
690Πανεπιστημίῳ ὑφηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου.
691§54ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς ἐγκληματήσαν-
692τας κατὰ τὸ 1878;
693§55Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ αὐτῶν θὰ γείνῃ σκέψις ὅσον τὸ
694δυνατὸν ταχύτερον. Ἡ φιλανθρωπία δὲν εἶναι μονοπώλιον
695τοῦ κ. συναδέλφου. Πάντες εἴμεθα φιλάνθρωποι, θὰ ἐνεργή-
696σωμεν δὲ δραστηρίως τὰ δέοντα.
697§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
698§57Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα,
699σχετικῶς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρὸ μικροῦ, θέσω
700ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περίπτωσιν, ἣν νομίζω,
701ὅτι οὐ μόνον παρέλειψεν, ἀλλὰ καὶ ἀντέκρουσεν, ἀπαριθμῶν
702τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον νὰ
703ἐμψυχώσωσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Διότι εἶπεν ὁ σεβαστὸς
704Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ
705τρόπου δυνάμεθα νὰ ἐμψυχώσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν,
706τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καὶ μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν
707δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τοιαύτη ἐμψύχωσις, ὅταν πρόκηται ἐκ
708τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ λάβωμεν καὶ δώσωμεν εἰς αὐτὴν
709χρήματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ ἐπι-
710τρέψῃ νὰ ἐκφέρω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἥτις εἶναι ἀντί-
711θετος πρὸς τὴν ἰδικήν του δι’ ὡρισμένας περιστάσεις. Νο-
712μίζω ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς αἱ Κυβερνήσεις οὐ
713μόνον δύνανται, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχουσιν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ
714δημοσίου ταμείου νὰ ἔρχωνται ἀρωγοὶ πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς
715ἐγχωρίου βιομηχανίας...
716§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἀμφι-
717σβητῶ.
718§59Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἴπετε, ὅτι, ἂν
719πρόκηται διὰ δασμῶν καὶ δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἔλθωμεν ἀρω-
720γοὶ εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἐπιτρέπεται τοῦτο· ἂν
721ὅμως πρόκηται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἔλθωμεν χρη-
722ματικῶς ἀρωγοί, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται.
723§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπεται βοήθεια ἢ συν-
724δρομὴ χρηματική.
725§61Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω,
726ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται τοῦτο. Καὶ
727χθὲς προὐκάλεσα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐργα-
728τικοῦ ζητήματος, καὶ εἶπον, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη, ὁσάκις
729ὑπάρχῃ κρίσις ἐργατική, δαπανῶνται ἑκατομμύρια ὁλό-
730κληρα δι’ ἔργα, ἅτινα δὲν εἶναι ἐπείγοντα, καὶ τοῦτο, ὅπως
731δοθῇ ἐργασία εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν.
732Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι σήμερον ἔχομεν κρίσιν ἐργατι-
733κὴν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι πολλαὶ χεῖρες ἀδρανοῦσιν, ὅτι πληθὺς
734ἐργατῶν εὑρίσκονται ἄνευ ἐργασίας. Ἀπόδειξις ὁ ἐκπατρισμὸς
735τόσων Ἑλλήνων ἐργατῶν· ἀπόδειξις ἡ πληθώρα τῶν θαμώ-
736νων τῶν λαϊκῶν θεωρείων τῆς Βουλῆς, ὅπου στρέφοντες τὸ
737ὄμμα βλέπετε πόσαι χεῖρες μένουσιν ἄεργοι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ
738ἐργάζωνται καὶ νὰ παράγωσι.
739Τὰ ἐργοστάσια, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος
740Βουλευτὴς, ἀπασχολοῦσι 4–5 χιλιάδας ἐργατῶν. Ἀλλ’ ἐὰν
741κλείσωσι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, τί θὰ γείνῃ ὁ ἐργατικὸς
742οὗτος πληθυσμὸς, πρὸς ὃν παρέχουσι ταῦτα ἐργασίαν καὶ τρο-
743φήν; Θὰ πεινάσῃ προφανῶς· καὶ τότε τὸ δημόσιον ταμεῖον
744δὲν θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν νὰ φάγῃ, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ τῆς πείνης;
745Νομίζω, ὅτι καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔχομεν καθῆκον
746νὰ ἐμψυχώνωμεν τὴν ἐθνικὴν βιομηχανίαν, διότι δίδει αὕτη
747τροφὴν εἰς χιλιάδας ἐργατῶν, οἵτινες ἄνευ αὐτῆς θὰ ἔμενον
748ἄεργοι, θὰ μετεβάλλοντο εἰς θεσιθήρας, ἢ ἤθελον ἐπιδράμει
749κατὰ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, καὶ θὰ ἐφερόμεθα ἀναγκα-
750στικῶς πρὸς τὸν κοινωνισμόν, ἐξ οὗ εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε εἴ-
751μεθα ἀπηλλαγμένοι.
752§62Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν
753λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ στρατιωτικοῦ σήμερον, ἂν δὲν
754ἐπρόκειτο αὔριον, κατὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μεγα-
755ρίδος Βουλευτοῦ, νὰ διενεργηθῇ δημοπρασία πρὸς προμή-
756θειαν ἐρέας τοῦ στρατοῦ. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω, τί κατὰ τὸ
757παρελθὸν ἐγένετο. Πάντοτε εἶχον ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν
758γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν προ-
759μηθειῶν τῶν ἐρεῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐ μόνον τῶν ἐρεῶν,
760ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν στρατιωτικῶν εἰδῶν, οἷον κλινοσκε-
761πασμάτων κλπ. Ἔπραττον δὲ τοῦτο κατὰ καθῆκον, φρονῶν,
762ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον κατ’ οὐδὲν ζημιοῦται, καὶ ἡ ἐγχώριος
763βιομηχανία ὠφελεῖται, καὶ ὅτι πλὴν τῆς ὠφελείας ταύτης
764συντελοῦμεν καὶ εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς τέχνης τῆς κατα-
765σκευῆς τῶν ἐρεῶν, οὕτως ὥστε ἐν δεδομένῃ περιστάσει νὰ δυ-
766νάμεθα νὰ ἐνεργῶμεν τὰς διὰ τὸν στρατὸν ὁσωνδήποτε ποσῶν
767προμηθείας μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας καὶ εἰς εὐώνους
768τιμάς.
769Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρα-
770τιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔχει ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ,
771ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκλείσῃ καὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἀπὸ
772τὴν δημοπρασίαν, ὁρίζει, ὅτι ἡ παράδοσις τῶν ἀντικειμέ-
773νων τούτων (ἐρεῶν κλπ.) πρέπει νὰ γίνηται εἰς τὸ τελω-
774νεῖον Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν
775Στρατιωτικῶν, ἡ παράδοσις τῶν ἀντικειμένων τούτων εἰς τὸ
776τελωνεῖον Πειραιῶς εἶναι ἰσότης μεταξὺ τῶν διαγωνιζομένων;
777Τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εἶναι ἔδαφος ἑλληνικόν; ἢ μὴ τυ-
778χὸν εἶναι ξένον; Βεβαίως πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ξένον, διότι
779πᾶν προϊόν, ἐρχόμενον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ παραμένον ἐν
780τῷ τελωνείῳ, βεβαίως εἶναι εἰς ἔδαφος ξένον πρὶν ὑποστῇ
781τὴν πληρωμὴν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἡ
782ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὃν χρό-
783νον ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τοῦτο, προσδιώριζε
784πάντοτε ὡς τόπον παραδόσεως τῶν στρατιωτικῶν ἀντικει-
785μένων τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
786ἔχει ἀντίθετον γνώμην, διότι λέγει: «μήπως ἆρά γε ἡ βιο-
787μηχανία ἡ ἑλληνικὴ πληρώνει δασμούς; ὑπάρχει τότε ἰσό-
788της, ὁ ξένος νὰ πληρώνῃ τὸν δασμόν, ὁ δὲ Ἕλλην ὄχι;» Ἡ
789θεωρία αὕτη, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ
790εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πληρώνε-
791ται ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος βιομηχάνου, εἶναι δασμὸς, διότι καὶ
792τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ὕλης (τινὰ τούτων, ὄχι ὅλα)
793εἰσαγόμενα πληρώνουσι δασμὸν, καὶ αὐτὰ τὰ καταστήματα
794πληρώνουσι τοὺς φόρους των, τὸ δὲ κύριον πάντων, οἱ τε-
795χνῖται ἢ οἱ ἰδιωτικοὶ ἔμμισθοι ὑπάλληλοι τῶν καταστημά-
796των πληρώνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος. Πάντα ταῦτα λοι-
797πὸν, ἐρωτῶ, δὲν ἀποτελοῦσι φόρον πληρωνόμενον εἰς τὸ Δη-
798μόσιον;
799Νομίζω ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ διενεργεῖν τὰς δημο-
800πρασίας τῶν στρατιωτικῶν ἀντικειμένων, τουτέστιν ὅπως
801ταῦτα παραδίδωνται εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, εἶναι ἄνι-
802σος καὶ ἄδικος διὰ τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν.
803§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Πάλλης κ.κ. Ν. Μαντζαβῖ-
804νος καὶ Α. Μονοκροῦσος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς
805προτάσεως νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου κλπ.
806Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 303).
807Ὁ βουλευτὴς Σάμης κ. Ι. Βρυώνης ὑποβάλλει τροπολο-
808γίαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς προτάσεως νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ
809διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 304).
810§64ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
811Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
812τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς
813ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ναυπακτίας κυρίου Καλαντζοπού-
814λου, ἀπευθυνθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
815καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
816Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευ-
817τοῦ Δωρίδος κυρίου Λιδωρίκη, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸ αὐτὸ
818Ὑπουργεῖον.
819§65Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
820§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν ὑπο-
821βληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών
822τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας» θέλει τυπωθῆ καὶ δια-
823νεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
824(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 305).
825Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
826§67Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασι-
827λεὺς εὐηρεστήθη νὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου
828τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τοῦ
829Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λογίζομαι εὐτυχὴς, ἀπευθύνων
830σήμερον ἐπερωτήσεις τινάς, σχετιζομένας μὲ τὰ νομοσχέδια
831τὰ στρατιωτικά, τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμ-
832μένα, καὶ μὲ τὰς ἐπερωτήσεις, ἃς ἀπηύθυνα κατὰ ἐπανει-
833λημμένας συνεδριάσεις πρὸς τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
834Στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ
835καταθέσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλήν. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἡ ἀνε-
836γνωρισμένη μέριμνα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ
837Συμβουλίου καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς
838βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ τοῦ στρατεύμα-
839τος θέλει συντελέσει, ὅπως καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα
840ἐζήτησα, ἵνα παράσχω καὶ ἐγὼ, εἷς τῶν μικροτέρων ἀξιωμα-
841τικῶν τοῦ στρατοῦ, τὴν γνώμην μου τὴν ταπεινὴν κατὰ τὴν
842συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
843Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ τέως κ.
844Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδια δὲν εἶναι πλήρη,
845δὲν εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ
846κατάστασις τοῦ στρατεύματος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐπὶ
847τοῦ παρόντος τοὺς λόγους, ἐξ ὧν ὡρμήθη ὁ ἀξιότιμος τέως
848ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τοιαῦτα νο-
849μοσχέδια. Παρὰ πολλῶν ἀξιωματικῶν μὴ ὑπηρετούντων ἐν
850τῇ Γενικῇ Διοικήσει καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν ὑπηρε-
851τούντων ἐν αὐτῇ ἐπληροφορήθην ἀσφαλῶς, ὅτι ἐγένετο με-
852λέτη σοβαρά, ἥτις φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν
853ὁπωσδήποτε παρὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
854ὅπως παρουσιάσῃ ἔργον τέλειον πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατεύ-
855ματος. Γνωρίζω ἐκ πληροφοριῶν καὶ ἐκ τοῦ τύπου, ὅτι τῆς
856μελέτης ταύτης, τῆς τόσον σοβαρᾶς καὶ ἀξίας μεγάλης
857προσοχῆς, ἔλαβε γνῶσιν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ
858Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ συνειργάσθη μετὰ τοῦ τέως
859Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἐπιτελάρχου τῆς
860Γενικῆς Διοικήσεως. Νομίζω δ’ ὅτι ἐπιτελῶ καθῆκον, ἀπο-
861βλέπων ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος,
862ἐὰν παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ
863Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, — καὶ
864ὑποβάλλω πρὸς τοῦτο ἔγγραφον ἐπερώτησιν, — ὅπως, εἰ δυ-
865νατὸν, ζητήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ταύτην μελέτην τῆς Γε-
866νικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν
867Βουλὴν, ἵνα λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς πάντες οἱ Βουλευταί, οἱ
868δυνάμενοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ν’ ἀσχοληθῶσι, καὶ συν-
869δυάσωσι τὰς διαφόρους γνώμας πρὸς καταρτισμὸν τελείου
870στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, δυναμένου νὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσιν
871τῆς καταστάσεως τοῦ στρατεύματος. Νομίζω ὅτι ἡ στρα-
872τιωτικὴ αὕτη μελέτη τοῦ Γεγικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ,
873τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς,
874διότι ἐγένετο μακρὰν προσωπικῶν συμφερόντων καὶ ἀντιπα-
875θειῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς
876τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων καὶ ἐπιθυμῇ
877νὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ θέλῃ νὰ παρου-
878σιάσῃ τέλειον ἔργον, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν με-
879λέτην καὶ παρουσιάσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε καταρτί-
880ζουσα ἴδιον νόμον, εἴτε ὑποβάλλουσα ταύτην μόνην τὴν με-
881λέτην εἰς τὴν κρίσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
882Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς μελέτης ταύτης τῆς Α. Ὑψηλό-
883τητος τοῦ κ. Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, παρακαλῶ
884ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
885λίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς
886τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵ-
887τινες κατέχουσι σήμερον τὰς γενικὰς θέσεις τοῦ στρατεύ-
888ματος. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, εἶπον, ὅτι αἱ γενι-
889καὶ θέσεις τοῦ στρατεύματος ἢ πρέπει διὰ νόμου νὰ κατα-
890νεμηθῶσιν εἰς ἅπαντα τὰ ὅπλα σήμερον, ἢ πρέπει νὰ καταρ-
891γηθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἵνα ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὸ στρά-
892τευμα. Ὑπάρχει πλεόνασμα ἀξιωματικῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν τε-
893χνικῶν ὅπλων, οἵτινες δύνανται νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις
894ταύτας, οὐχὶ πληροῦντες ὀργανικὰς θέσεις, ἀλλ’ ἀποσπώ-
895μενοι, καὶ οὕτω δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὸ Κράτος.
896Βεβαίως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τέλειον στράτευμα, τέ-
897λειον ὀργανισμὸν τοῦ στρατεύματος, ὀφείλομεν νὰ διατηρή-
898σωμεν τὰς γενικὰς ταύτας θέσεις ὡς ὀργανικὰς, ἀλλὰ συγ-
899χρόνως, ὀφείλομεν νὰ τὰς κατανείμωμεν ἐν εἰρήνῃ μεταξὺ
900τῶν ἀξιωματικῶν ὅλων τῶν ὅπλων, ἵνα μηδεὶς δύναται νὰ
901παραπονεθῇ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ,—καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ
902θάρρος νὰ τὸ εἴπω καὶ τὸ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων—ὅτι τὸ ζή-
903τημα τῶν γενικῶν θέσεων ἐπήνεγκε πρὸ πολλοῦ χρόνου τὴν
904διαίρεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος. Δὲν ἀρνοῦμαι
905ὅτι εἰς τὸ στράτευμα εἰσεχώρησαν διάφορα στοιχεῖα, τὰ
906ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπήνεγκον
907τὰς διαιρέσεις τοῦ στρατεύματος· αἱ διαιρέσεις αὗται, καὶ
908ἰδίᾳ τὰ τελευταῖα γεύματα, τὰ γνωστὰ εἰς πάντας ἡμᾶς,
909ἐπήνεγκον τὴν σύντονον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
910ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Βεβαίως ἡ
911ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ὑπηγορεύθη ἐξ
912αὐτῆς τῆς ἀνάγκης· διότι κατενόησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν
913ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἐναντίον τοῦ κακοῦ, ἵνα πατάξῃ
914διὰ τοῦ πελέκεως τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐστα-
915σίασαν ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνη-
916θῶμεν, ὅτι ἀξιωματικοὶ ὑπέπεσαν εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα·
917ὡς μέσον δὲ καταπνίξεως τῆς στάσεως ταύτης ἐνόμισεν ἡ
918Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς
919Διοικήσεως. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ εἴπω, κατὰ
920πόσον ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὠφέλησε τὸ στρά-
921τευμα· ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ
922νόμου τούτου ἐβελτίωσεν ὅπως δήποτε τὴν κατάστασιν τοῦ
923ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐστερέωσε τὴν πειθαρχίαν, ὄχι διότι ἔλα-
924βεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιωματικός, ὅτι ὁ πέλεκυς κρέμαται ἐπὶ τῆς
925κεφαλῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι ἡ πειθαρχία εἶναι πειθαρχία,
926καί, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πᾶς ὑποδεέστερος, πᾶς ἀξιωματικός,
927σεβόμενος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του, ὀφείλει νὰ σέβηται
928τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του, ὀφείλει νὰ σέβηται πᾶσαν
929διαταγὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου σήμερον
930ἀπορρέουσιν ὅλα τὰ ζητήματα τοῦ ἔθνους.
931Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τοῦτον,
932δὲν θὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον. Παρακαλῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον
933κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀναβάλῃ νὰ καταθέσῃ
934τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ζητῶ, ἐμφαίνουσαν τὰ ὀνόματα
935τῶν ἀξιωματικῶν τῶν γενικῶν θέσεων, ἵνα ἴδητε, πῶς κατέ-
936χονται αἱ θέσεις αὗται καὶ κατὰ πόσον ἀπονέμεται τὸ δί-
937καιον εἰς τὸ στράτευμα καθ’ ὅπλον.
938Ἐπεκράτησε καὶ ἐπικρατεῖ σιγή τις ἐν τῷ στρατεύματι
939ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, διότι
940ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τούτου διαδίδεται παρὰ διαφόρων ἀξιω-
941ματικῶν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις κατήρτισε σχέδια νόμων,
942ὅτι κατήρτισε μελέτην, διὰ τῆς ὁποίας ἐξασφαλίζεται ἡ
943θέσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ βελτιοῦται ἡ κατάστασις τοῦ
944στρατεύματος· ἀλλὰ καίτοι ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐφηρ-
945μόσθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, λέγουσιν, ὁτὲ μὲν
946ὅτι ἡ μελέτη αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὰ συρτάρια τοῦ Ὑπουρ-
947γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁτὲ δὲ εἰς τὰ συρτάρια τοῦ τμη-
948ματάρχου τοῦ προσωπικοῦ, ἢ εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ,
949μέχρι σήμερον οὐδεμίαν τοιαύτην μελέτην εἴδομεν. Βεβαίως
950δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐν τῇ μελέτῃ ἐκείνῃ θὰ ὑπάρχει καὶ
951σχέδιον νόμου περὶ κατανομῆς τῶν θέσεων.
952Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ
953Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κατα-
954θέσῃ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς γενικὰς θέσεις τῶν ἀξιω-
955ματικῶν τῶν κατεχόντων ταύτας πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
956νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως· διότι, Κύριοι, ἴσως τὰ περὶ
957τούτων ἀγνοοῦσί τινες, ὡς μὴ ἔχοντες τὸ συμφέρον νὰ ἐγκύ-
958ψωσιν εἰς τοιαύτας μελέτας. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὴν
959ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐξ ὅσων γνωρίζω, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἀπὸ
960τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως κατέ-
961λαβον ὅλας τὰς γενικὰς θέσεις ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν
962ὅπλων, ἀφαιρεθείσας ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς. Τοῦτο
963θέλει ἀποδειχθῆ διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅταν προσ-
964κομίσῃ ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
965Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ δὲν παραπονοῦνται διὰ
966τὴν γενομένην εἰς αὐτοὺς ἀδικίαν, ἤτοι διότι κατέλαβον
967ἄλλοι τὰς θέσεις ταύτας.
968Εἶχον ζητήσει προσέτι τοὺς φακέλους τῶν ἐπιθεωρήσεων
969τοῦ 1901 καὶ 1902. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ
970Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχῃ τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ τέως
971ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι δηλαδὴ οἱ φάκε-
972λοι οὗτοι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐγώ,
973χάριν σεβασμοῦ πρὸς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν πείθουσιν
974εἰς τοῦτο, θέλω ὑποχωρήσει, καίτοι νομίζω, ὅτι οὐδόλως
975προσβάλλονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἂν κατατεθῶσι·
976διότι, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τοὺς
977φακέλους τούτους, ἐγένοντο γνωστὰ διὰ τῆς δημοσιογραφίας,
978οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ γείνῃ κατάθεσις τούτων εἰς τὴν
979Βουλήν. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων
980τούτων θὰ ὠφελήσῃ τὸ στράτευμα, θὰ ὠφελήσῃ τὸ ἔθνος,
981καὶ θ’ ἀποδώσῃ ὅπως δήποτε μίαν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν εἰς
982τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, ἂν τοιοῦτοι ὑπάρχωσιν ἢ ὑπῆρ-
983ξαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσι
984τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ
985ἔγγραφα ταῦτα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἔχῃ
986τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
987τιωτικῶν, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην.
988Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
989βουλίου—καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι δικαίωμά μου—νὰ
990καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ Προέδρου τοῦ Στρατοδικείου,
991ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ὑπηρέτουν, τοῦ μεράρχου κ.
992Βάσσου καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ διοικητοῦ τοῦ στρατεύματος,
993ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄτομόν μου ὡς ἀξιωματικοῦ. Μοὶ ἐπιβάλλε-
994ται τὸ καθῆκον νὰ συζητήσω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης,
995οὐχὶ βεβαίως διότι παραπονοῦμαι,—καθόσον ἐδήλωσα ὅτι
996οὐδὲν παράπονον ὑπέβαλον ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως, —
997ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ἤκουσα καὶ σήμερον ἀκόμη ἐτόλ-
998μησαν ἀξιωματικοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ λέγωσι,
999χωρὶς νὰ πληρώνωσι φόρον, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, χωρὶς
1000δηλ. νὰ φέρωσιν εὐθύνην οὐδεμίαν, ἐπειδὴ, λέγω, καὶ σήμερον
1001ἀκόμη ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι βεβαίως ἔπρεπε νὰ φερθῇ
1002καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ὁ Γενικὸς Διοικητὴς κατ’ ἐμοῦ, καὶ
1003ὄχι μόνον νὰ μὲ χαρακτηρίσῃ ὡς μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα,
1004ἀλλὰ καὶ ἄλλως πως, διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ καὶ δι-
1005καιοῦμαι νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν.
1006Ἐγὼ παρῃτήθην τῆς ἐπιθεωρήσεως διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐχαρα-
1007κτηρίσθην ὡς μὴ ἔχων τὰ προσόντα ἐνώπιον τοῦ Γενικοῦ Ἀρ-
1008χηγοῦ, μὴ ἐπιθυμῶν περαιτέρω προαγωγήν. Ἀλλὰ θὰ ἀποδεί-
1009ξω, ὅτι εἴτε πεπλανημένος εἴτε ἀπατηθεὶς μὲ ἐκήρυξεν ὡς
1010τοιοῦτον· καὶ ἔχει καθῆκον αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὄχι βεβαίως νὰ
1011ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, — διότι ἐγὼ δὲν ζητῶ τοιοῦτόν τι —
1012ἀλλὰ ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐξηπάτησαν αὐτόν.
1013Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὅταν καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1014τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλουσι φιμωθῇ τὰ στόματα ἐκείνων,
1015οἱ ὁποῖοι λέγουσι καὶ ἐνώπιον Βουλευτῶν, ὅτι δὲν ἔχω δί-
1016καιον νὰ παραπονῶμαι. Ἐγὼ δὲν παρεπονέθην· ἀπ’ ἐναντίας
1017μάλιστα, ὅτε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐνήργησε δευτέραν ἐπι-
1018θεώρησιν, καίτοι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε κρίνει καὶ
1019ἐμὲ ἱκανὸν, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ παραιτηθῶ πάσης ἐπι-
1020θεωρήσεως, καὶ ὄχι μόνον ἐγγράφως, ἀλλὰ καὶ προφορικῶς,
1021ἐνώπιόν του παρουσιασθεὶς, εἶπον ὅτι παραιτοῦμαι, εἶπον
1022ὅτι ἀξιωματικὸς, ὅστις ἅπαξ χαρακτηρίζεται ὡς μὴ κε-
1023κτημένος τὰ προσόντα, δὲν πρέπει νὰ παραμένῃ ἐν τῷ στρα-
1024τεύματι. Συνεπῶς δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὸ 1902, ἀλλὰ
1025διὰ τὸ 1901· καὶ δὲν παραπονοῦμαι, ἵνα ἐπαγέλθω, διότι
1026οὔτε σειρὰν ἔχω, — ἡ σειρά, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῷ πίνακι
1027τῆς ἀρχαιότητος, μόνον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ λάβω σύνταξιν
1028ταγματάρχου ἐν ἀποστρατείᾳ, καὶ οὐχὶ ἐν ἐνεργείᾳ, — ἀλλὰ
1029νομίζω ὅτι ἐκτυλισσόμενα τοιαῦτα γεγονότα καὶ ἀποδει-
1030κνυόμενα δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων θὰ θέσωσι φραγμὸν εἰς τὰς
1031τοιαύτας ἐκνόμους πράξεις καὶ θὰ σώσωσι τοὐλάχιστον ἄλ-
1032λους συναδέλφους μας, οἵτινες ἐντίμως ὑπηρετοῦσι τὸ στρά-
1033τευμα, καὶ σήμερον ἀδικοῦνται.
1034Διὰ τούτους τοὺς λόγους, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον
1035τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τῆς θέσεώς
1036μου, νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἐξ ὧν θέλετε πεισθῆ,
1037ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐγένετο ἀδίκημα ὄχι εἰς ἐμὲ,
1038ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται
1039σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπανορ-
1040θώσωσι τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Βεβαίως, ἂν κατατεθῶσιν οἱ φά-
1041κελοι τῆς ἐπιθεωρήσεως, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐγένοντο ἀδι-
1042κήματα. Ἴσως ταῦτα ἐγένοντο ἐξ ἀγνοίας, — εἰς οὐδένα
1043ἀποδίδω μομφὴν, — ἀλλὰ σήμερον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι
1044κατεδικάσθησαν καὶ μένουσιν ὡς ἰχθύες ἄφωνοι.
1045Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
1046του νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν· διότι ἔχω τὴν
1047πεποίθησιν ὅτι τὰ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια,
1048τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, θέλουσιν ἔλθει
1049πρὸς συζήτησιν ἡμέραν τινὰ, ὅτε καὶ θὰ ἐπανέλθω.
1050Βεβαίως ἤκουσα παρὰ πολλῶν ὅτι ἐγείρονται ἀμφιβολίαι,
1051ἂν θὰ συζητηθῶσι ταῦτα...
1052§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πάλιν τὰ ἴδια!
1053§69Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀδιάφορον. Ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ
1054εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι. Δὲν πείθομαι ποτέ, ὅτι
1055ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ ἐδή-
1056λωσεν ἐκ τῆς θέσεώς του ἐκείνης, εἰς ἣν κάθηται, καθ’ ὃν
1057χρόνον τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ ἦσαν ἀναγεγραμμένα
1058ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει ὁ
1059τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ἐν γνώσει βεβαίως
1060τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφοῦ τὰ νομο-
1061σχέδια ταῦτα υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος
1062τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν, ὅτι θέλουσι συζητη-
1063θῆ, δὲν πείθομαι ποτέ, ὅτι τὰ ἐγκατέλειψεν, ἀλλ’ ἀνέβαλε
1064προσκαίρως τὴν συζήτησίν των, διότι κατὰ τὴν γνώμην τῆς
1065Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσι προηγουμένως νομοσχέ-
1066δια σοβαρώτερα, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῶν
1067οἰκονομικῶν τῆς χώρας.
1068§70Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὡς τὸ περὶ νομικῶν συμβούλων!
1069§71Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό,
1070θὰ ἴδητε κατὰ πόσον εἶναι σοβαρόν.
1071§72Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι κρίσις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν
1072δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, ποῖον νομοσχέδιον θεωρεῖ συμ-
1073φορώτερον.
1074Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν διότι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἀπο-
1075τελοῦσι μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέ-
1076ρου δὲ διότι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν τὰ στρατιωτικὰ νο-
1077μοσχέδια ὑπῆρξαν ἡ αἰτία τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ Ὑπουρ-
1078γείου τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἑνὸς
1079ἐκ τῶν διακεκριμένων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος—πι-
1080θανὸν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ χα-
1081ρακτῆρος αὐτοῦ καὶ ἐμὲ νὰ ἐπίκρανε, μὴ θελήσας νὰ παρά-
1082σχῃ τὴν συνδρομὴν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἤθελον
1083συντρέξει εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναλάβει,—οὐδεὶς
1084ὅμως δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας
1085κατέλιπε τὸ χαρτοφυλάκιον ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
1086Ὑπουργός, ἦτο ἡ μὴ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχε-
1087δίων. Δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω τὴν ἀντίληψιν τοῦ τέως
1088Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ βεβαίως πιστεύω, ὅτι
1089οὗτος ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπι-
1090ζητήσῃ τὴν ψήφισιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’
1091ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀλλοίαν γνώμην, δὲν μοὶ ἐπιτρέπε-
1092ται νὰ ἔχω ἀλλοίαν γνώμην, διότι, ἂν τοιαύτην γνώμην εἶ-
1093χον, ἂν τοιαύτην πεποίθησιν εἶχον σήμερον, ἤθελον ὁμιλή-
1094σει ἀπέναντι τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
1095ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινός,
1096ὅταν ἴδω, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια παραπέμπονται
1097εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
1098§73Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ,
1099τὸν λόγον.
1100§74Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δηλῶ, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήμα-
1101τος τούτου, καὶ ὡς στρατιωτικὸς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ
1102ἔθνους, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ τὰ
1103στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἔχει καθῆκον, τοιαῦτα νομοσχέ-
1104δια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν, τοιαῦτα νομοσχέδια,
1105τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν
1106διάταξιν καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθε πολὺς σάλος, ἕνεκα
1107τῶν ὁποίων ἐπῆλθε μεγίστη δυσαρέσκεια ἐν τῷ στρατεύματι,
1108ἔχει καθῆκον νὰ τὰ προτάξῃ, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἔργα
1109αὐτὰ δὲν εἶχον σκοπὸν ἄλλον. Ἐὰν ὅμως ἡ ὑποβολὴ τῶν
1110στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἶχε μόνον σκοπὸν τὴν ἀπομά-
1111κρυνσιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λιμπρίτου, τότε
1112βεβαίως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅταν δηλώσῃ τοῦτο ὁ
1113ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ ὑποβολὴ τῶν
1114στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἶχε τὸν σκοπὸν τῆς δημοκοπίας,
1115ἐὰν ἡ ὑποβολὴ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἶχε τὸν σκο-
1116πὸν τοῦ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐπι-
1117θυμοῦσι νὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἢ
1118κατὰ, καὶ νὰ διαιρέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς, εἴτε νὰ ἐξαναγ-
1119κάσῃ ἄλλους νὰ προσέλθωσι καὶ δηλώσωσιν ἔνθερμον ὑπο-
1120στήριξιν, τοῦτο εἶναι ἔγκλημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Εἷς ἐξ
1121ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1122μετὰ θάρρους ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ Γε-
1123νικῆς Διοικήσεως ὑπῆρξε πλημμελὴς εἰς τὸ στράτευμα, ἤμην
1124καὶ ἐγώ. Βεβαίως δὲν μετανοῶ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον,
1125διότι δὲν θὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ μὲ παρεξηγήσῃ.
1126Καθῆκον μόνον ἔχω νὰ ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων
1127τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρξαν πλημμέλειαι, βεβαίως δὲν θὰ ἐπι-
1128τρέψω διὰ τῆς ψήφου μου, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν τέως
1129ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως διὰ τῶν νομοσχεδίων,
1130τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, παραδώσῃ τοὺς ἀξιωμα-
1131τικοὺς καὶ καταστήσῃ τούτους τιμάρια τῶν πολιτευομένων,
1132ἢ τιμάρια τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Ὑπουργοῦ. Ἔχω καθῆκον
1133διὰ τῆς ψήφου μου νὰ καταρτίσω νόμον τοῦ Κράτους, νὰ ἐξα-
1134σφαλίσω τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ ἀνυψώσω τὸ
1135γόητρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στρατεύματος.
1136Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶπον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότι-
1137μος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τελευταίαν
1138φορὰν νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μελετῶν τὰ ἤδη ὑποβλη-
1139θέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ
1140τὴν μελέτην, ἣν ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ
1141στρατοῦ, θέλει υἱοθετήσει αὐτὰ, καὶ θέλει προκαλέσει συζή-
1142τησιν ἐπ’ αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα ἐπιφέρωμεν τὴν δέουσαν
1143θεραπείαν καὶ ἐπουλώσωμεν τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἤνοιξεν
1144ἡ ὑποβολὴ τῶν τοιούτων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
1145Νομίζω ὅτι μόνον τὴν ὕπαρξιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ ἐν τῇ
1146ἀρχῇ δύναται νὰ ἐλπίζῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μὴ ἐπιψη-
1147φίσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν μὲν τὰ νομο-
1148σχέδια ταῦτα ῥίψῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, βεβαίως
1149δύναται νὰ κρατήσῃ τὰ χαρτοφυλάκια, ἀλλὰ γόητρον ἐν τῇ
1150κοινωνίᾳ, γόητρον ἐν τῷ στρατεύματι βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ,
1151διότι ἡ μὴ τήρησις τοῦ ὅλου προγράμματος ἢ τοῦ σπου-
1152δαιοτέρου μέρους τοῦ προγράμματος μιᾶς Κυβερνήσεως εἶναι
1153κατάπτωσις ἠθική.
1154Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ἡμεῖς οἱ ἀντιπρό-
1155σωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ οἱ κατέχοντες τὰ χαρτοφυλάκια,
1156καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιζητοῦσι νὰ ἔχωσι τὴν ἐξουσίαν εἰς
1157χεῖράς των, ὀφείλουσι πρωτίστως νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν,
1158ὅτι γόητρον αὐτῶν εἶναι τὸ ἠθικὸν, καὶ ὄχι ἄλλο τι συμφέ-
1159ρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἴτε μεταρ-
1160ρυθμιζόμενα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, εἴτε ψηφιζόμενα ὡς ἔχουσι
1161καὶ καταρτιζόμενα εἰς νόμους τοῦ Κράτους, θὰ ἀνυψώσωσι τὸ
1162γόητρον τῆς Κυβερνήσεως· ἐνῷ, ἂν ταῦτα ἐγκαταλείψῃ ὁ
1163ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως σήμερον παρέρ-
1164χεται ὁ χρόνος, βεβαίως θεωρεῖ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
1165ἔθνους ὡς παιδία, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται καὶ λέγει χωρὶς
1166νὰ φέρῃ εὐθύνην τῶν λόγων του. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, ὡς
1167ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
1168δὲν πρέπει νὰ ἐμπαιζώμεθα.
1169Ὑπάρχουσιν ἴσως τινὲς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, — ὄχι
1170ὅλοι — οἵτινες κολακεύονται, εἴτε λόγῳ ἀναγκῶν ἐπαρχιακῶν
1171εἴτε λόγῳ ἀναγκῶν προσωπικῶν, νὰ πείθωνται εἰς τὰς δια-
1172βεβαιώσεις τῶν κατὰ καιροὺς ἁρμοδίων. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα
1173εἶναι ἀσήμαντα, Κύριοι, ἀπέναντι τοῦ γοήτρου ἡμῶν. Καὶ
1174σήμερον ἀκόμη ἂν ἐπρόκειτο νὰ πέσῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις,
1175— δὲν τὸ λέγω διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
1176σεως, ἀλλὰ δι’ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν,—καὶ σήμερον ἀκόμη
1177ἂν ἐπρόκειτο νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν
1178νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, καὶ οὐχὶ νὰ καταρρί-
1179πτηται τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως.
1180§75Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ κατερρίφθη τὸ γόητρον
1181τῆς Κυβερνήσεως;
1182§76Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε;
1183§77Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1184§78Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι κατέπεσε τὸ γόητρον τῆς
1185Κυβερνήσεως, λέγω ὅτι, ἂν τὰ νομοσχέδια ῥιφθῶσιν εἰς
1186τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καταρ-
1187ρίπτεται τὸ γόητρον ἡμῶν. Ἐὰν φρονῆτε ἄλλως, δύνασθε νὰ
1188ἀνέλθητε τὸ βῆμα καὶ εἴπητε, ὅτι, ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα
1189ῥιφθῶσιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, δὲν καταρρίπτεται
1190τὸ γόητρον, καὶ μάλιστα, ἂν θέλητε, δύναται νὰ εἴπῃ ὁ
1191ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀφαιρούμενα αὐτὰ
1192σήμερον ἀπὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δύνανται νὰ ἱκανο-
1193ποιήσωσιν ὅλους ἡμᾶς.
1194§79Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον γνώμας σας ἑρμη-
1195νεύετε, κύριε Στάϊκε.
1196§80Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶπον ὅτι τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως
1197καταρρίπτεται, ὡς καὶ τὸ γόητρον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ
1198ἔθνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνεχθῶσι τοιαῦτα. Τὸ γόητρον τῆς Κυ-
1199βερνήσεως βεβαίως καταρρίπτεται, ὅταν μέτρα, τὰ ὁποῖα
1200ἀποτελοῦσι τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ προγράμματος τῆς
1201Κυβερνήσεως, δὲν τηρῶνται. Ἐπίσης τὸ γόητρον τῶν ἀντι-
1202προσώπων τοῦ ἔθνους ἐκείνων, οἵτινες πείθονται εἰς τοιαύτας
1203διαβεβαιώσεις, ὅταν αὗται δὲν ἐκτελῶνται.
1204§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δόσατε ἓν τέλος κύριε Στάϊκε.
1205§82Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, παρακαλῶ...
1206§83ΦΩΝΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
1207§84Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διακόψω, διότι
1208παρατείνεται ἡ συζήτησις. Ἐπεθύμουν μόνον, ὅπως εἶπον,
1209νὰ μοὶ κάμῃ τὴν χάριν καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
1210δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγρα-
1211φα, ἅτινα ἐζήτησα, ἵνα μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπα-
1212σχολήσω πλέον τὴν Βουλὴν διὰ τοιούτων ζητημάτων.
1213§85ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ὁ ἀξιότι-
1214μος συνάδελφος ἐνεθυμεῖτο, τί πρὸ ἡμερῶν εἶπεν ὁ κ. Πρόε-
1215δρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἤθελε κάμει τὸ λάθος,
1216τὸ ὁποῖον ἔκαμεν.
1217§86Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Νὰ ἔλθῃ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διορθώσῃ τὰ
1218λάθη μου.
1219§87ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί,
1220ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, βαίνουσα, οὕτως εἰπεῖν, ὁλοταχῶς εἰς
1221τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος αὐτῆς, τοῦ λίαν πατριω-
1222τικοῦ, ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα ὅλων τῶν Ὑπουργείων κατὰ
1223ποσὰ σεβαστά· ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠλάττωσε μέγαν
1224ἀριθμὸν ὑπαλλήλων· ἐὰν ὑπέβαλε νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων
1225καταργεῖ πολλὰς θέσεις ὑπαλλήλων περιττῶν κατὰ τὴν κρί-
1226σιν της· ἐὰν ἐπὶ τοσοῦτον εἰς οἰκονομίας προέβη, ὥστε ἐζή-
1227τησε τοιαύτην καὶ εἰς τὴν ποιότητα τοῦ χάρτου καὶ εἰς τὴν
1228ποιότητα τῶν φακέλων· ἂν ὅλα ταῦτα συνέβησαν καὶ ἂν τὰ
1229ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὄχι μόνον δὲν τὰ
1230ἠλάττωσε, ἀλλὰ καὶ τὰ ηὔξησε κατὰ ποσὸν μέγα, —κατὰ
1231800,000 δραχμὰς, νομίζω· —ἐὰν ἠκούσαμεν τοῦ κ. Πρωθυ-
1232πουργοῦ λέγοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ μέρος
1233τοῦ περισσεύματος θὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρα-
1234τοῦ· ἐὰν ὅλα αὐτὰ συμβαίνωσι, δὲν νομίζετε, ὅτι ὀφείλομεν
1235πάντες, καὶ ἰδίᾳ ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοί, νὰ εὐχαριστήσωμεν
1236τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τοιαύτην
1237θυσίαν διὰ τὸ στράτευμα, ὁποίαν οὐδέποτε οὐδεμία Κυβέρ-
1238νησις ἔκαμε;
1239Δὲν ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, καμμίαν περίστασιν, κατὰ τὴν
1240ὁποίαν νὰ ἔγειναν τοιαῦται εἰς ὅλους τοὺς κλάδους οἰκονο-
1241μίαι, νὰ ἀποπέμπηται σμῆνος ὑπαλλήλων, νὰ ψηφίζωνται
1242ἀντιδημοτικὰ νομοσχέδια χάριν οἰκονομίας, καὶ ὄχι μόνον νὰ
1243μὴ γίνωνται οἰκονομίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
1244κῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξάνωσι τὰ ἔξοδα κατὰ ποσὸν μέγα, ὡς
1245εἶπον προηγουμένως. Δικαιούμεθα λοιπὸν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι
1246ἡ Κυβέρνησις δὲν φροντίζει σπουδαίως διὰ τὸ στράτευμα;
1247Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὰς γενικὰς ἐν τῷ στρατῷ θέσεις,
1248καὶ ἐγὼ παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
1249καὶ ἱκετεύω αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
1250νὰ καθορισθῶσιν ἅπαξ διὰ παντὸς αἱ γενικαὶ θέσεις. Ἐν τῷ
1251στρατεύματι ἔχομεν, ὡς γνωρίζετε, ὀργανικὰς καὶ γενικὰς
1252θέσεις. Αἱ ὀργανικαὶ θέσεις εἶναι ὡρισμέναι, αἱ γενικαὶ δὲν
1253εἶναι ὡρισμέναι. Οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ δυστυχῶς, ὄχι με-
1254ροληψίας ἕνεκα, ἀλλὰ τέλος πάντων, δὲν ἠξεύρω διατὶ, δί-
1255δουσι περισσοτέρας εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ μηχανικὸν ἢ
1256εἰς τὸ πεζικὸν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχεται μία οὐχὶ σύμ-
1257πνοια ἐν τῷ στρατεύματι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ἐγὼ θὰ
1258παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ
1259νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρισθῶσιν αἱ γενικαὶ θέσεις,
1260καὶ ἔστω βέβαιος, ὅτι, ἂν γείνῃ αὐτὸ, αἴρεται τὸ σκάνδα-
1261λον· δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον διαμάχας ἐν τῷ στρατεύματι, οὔτε
1262γεύματα, οὔτε πρωτόκολλα, οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ τίθην-
1263ται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως. Αὐτὸ εἶναι ἱκανὸν καὶ μόνον·
1264διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει σύμπνοια ἐν τῷ στρατῷ, δὲν
1265ὑπάρχει πειθαρχία, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πειθαρχία, δὲν
1266ὑπάρχει στρατός. Διότι πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία,
1267ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ νομίζῃ ὅτι ἀδικεῖται ὑπὸ
1268τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ;
1269Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, βεβαίως θὰ ἔλθῃ
1270ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου· ὁμολογῶ
1271ὅμως, ὅτι ἐπέτυχε κατὰ πολλά. Ἠμπορεῖ νὰ ἀντίκηται εἰς
1272τὸ Σύνταγμα, — καὶ βεβαίως τότε ὀφείλομεν νὰ τὴν κατα-
1273ψηφίσωμεν, — οὐχ ἧττον ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν καὶ
1274ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ἐπέτυχε πληρέστατα. Καὶ δύνα-
1275μαι νὰ σᾶς εἴπω παραδείγματα.
1276§88Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἶναι τῆς οὐσίας ζήτημα αὐτό.
1277§89ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτὸ,
1278ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύητε, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τόσα
1279πράγματα ἔκαμε καὶ τοιαύτας θυσίας, δὲν θὰ φέρῃ εἰς συ-
1280ζήτησιν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια.
1281§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
1282§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ σπεύσω νὰ ὑπερα-
1283σπίσω τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ θὰ θε-
1284λήσω νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν,
1285ἂν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἄξιος τῶν
1286ὑπαινιγμῶν, οὓς ἔρριψεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ὁ
1287πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος. Ἡ ἱκανότης τοῦ πρώην
1288Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνεγνωρισμένη, καὶ εἶναι
1289περιττὸν νὰ ὑπερασπίσω ἐγὼ τὸν κύριον Λιμπρίτην διὰ τὰς
1290γνώσεις καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
1291Ἄν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸν λαμβάνω διὰ νὰ παρακα-
1292λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν — καὶ ἐνθέρμως
1293παρακαλῶ αὐτὸν — νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις
1294τῶν σωματαρχῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἐκ τῶν ὁποίων
1295θ’ ἀποδειχθῇ, ποῦ τότε εὑρισκόμεθα ἕκαστος πολεμιστὴς,
1296ποίας ὑπηρεσίας προσεφέραμεν εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ποίας
1297γνώμας οἱ προϊστάμενοι ἡμῶν ἔχουσι περὶ ἡμῶν καὶ τῆς δρά-
1298σεώς μας ἐκείνης, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Γε-
1299νικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε,
1300τὴν ἐξέφερε δικαίως, καὶ ἂν δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν
1301γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν εἰς τὴν τελευταίαν αὐτοῦ
1302ἔκθεσιν, διὰ νὰ μάθωμεν, ὅταν ἀνερχώμεθα εἰς τὸ βῆμα, νὰ
1303σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ σεβώμεθα ἐκεί-
1304νους, πρὸς οὓς ἀπευθύνομεν τὸν λόγον, καὶ νὰ προσέχωμεν, ὅταν
1305ἐκφραζώμεθα καὶ ἀπευθύνωμεν γνώμην ἐνώπιον τοῦ Σώμα-
1306τος, νὰ μὴ ῥίπτωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ
1307νὰ περιστέλλωμεν τὴν γλῶσσαν ἡμῶν, διὰ νὰ μὴ προκαλῶμεν
1308τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀκροατῶν καὶ τοὺς φέρωμεν εἰς ἣν θέ-
1309σιν εὑρίσκομαι ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμήν.
1310Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην, καὶ δηλῶ
1311εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν δὲν κατα-
1312θέσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, καὶ ἰδίως τὴν περὶ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ
1313στρατεύματος, δὲν θ’ ἀφήσω τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ οὔτε
1314ἓν βῆμα. Θὰ ἐνθυμηθῶ τὸ παρελθὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον παρα-
1315πλεύρως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπάλαιον
1316ἐδῶ, ἀνταγωνιζόμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, καὶ
1317προσεπάθουν νὰ σταματήσω αὐτὴν ἀπὸ τῆς κατωφερείας,
1318καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ σταματήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
1319βερνήσεως ἀπὸ πᾶσαν πρᾶξιν κοινοβουλευτικὴν, ἂν δὲν κατα-
1320θέσῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα εἰδικῶς καὶ ὡρισμένως τὴν
1321ἑσπέραν ταύτην.
1322§92ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ ὁρίσητε, παρακαλῶ,
1323περὶ τίνος πρόκειται.
1324§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.
1325§94Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔψεξα, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐπῄ-
1326νεσα, ὑποθέτω, τὸν κ. Λιμπρίτην· ἀλλὰ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ
1327κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις.
1328§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἐγνώριζον ὅτι λόγοι
1329συνταγματικοὶ ἐμποδίζουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νόμον
1330ἀπαγορεύοντα νὰ πολιτευώμεθα ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ, αὐ-
1331τὴν τὴν στιγμὴν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρωθυπουρ-
1332γὸν νὰ τὸν φέρῃ, τὴν δὲ Βουλὴν ἤθελον γονυκλινῶς παρακα-
1333λέσει νὰ τὸν ψηφίσῃ.
1334§96ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο σωτήριον.
1335§97Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ θέλω αὐτό.
1336§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω,
1337ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ παρατείνῃ τὸ τμῆμα τοῦτο
1338τῆς συνεδριάσεως ἢ ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν·
1339διότι, ἂν παρατείνῃ, θέλω ὁμιλήσει.
1340§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
1341§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9ης
1342καὶ 30′.
1343(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
1344συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
1345§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει
1346ἀντίρρησις;
1347Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν
1348λόγον.
1349§102Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
1350§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει τὸν λόγον.
1351§104Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ κάμω μίαν παράκλησιν. Ἐπειδὴ ἔχω
1352καθῆκον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου
1353Βουλευτὴς, τὸ δὲ ζήτημα φέρει καθαρῶς προσωπικὸν χαρα-
1354κτῆρα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
1355μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐγὼ, καὶ ὕστερον ν’ ἀπαν-
1356τήσῃ.
1357§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
1358§106Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατόπιν ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1359§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔχετε τὸν λόγον. Καὶ ὅταν λαμ-
1360βάνωσιν ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ οἱ Ὑπουργοὶ τὸν λόγον, νὰ μὴ
1361ζητῆτε τὸν λόγον, διότι καὶ δυνάμει τοῦ Συντάγματος οἱ
1362Ὑπουργοὶ ἀκούονται πρῶτοι.
1363§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βου-
1364λευτὴς ἐκ Βάλτου ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ καταθέσω πίνακα
1365τῶν γενικῶν θέσεων, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων.
1366Λυποῦμαι, διότι δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσω πάσας τὰς
1367ἐπιθυμίας ταύτας αὐτοῦ. Προθύμως θέλω καταθέσει πίνακα
1368τῶν κατεχόντων τὰς γενικὰς θέσεις νῦν, ὡς καὶ ἐκείνων, οἵ-
1369τινες κατεῖχον αὐτὰς πρότερον, διότι δὲν κωλύομαι νὰ πρά-
1370ξω τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν χρεωστῶ νὰ ἐκτελέσω τὴν ἄλλην
1371ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, δηλαδὴ νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις τῶν
1372ἐπιθεωρήσεων τῶν γενομένων κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη
13731901 καὶ 1902. Αἱ ἐπιθεωρήσεις ἀποτελοῦσιν ἐσωτερικὴν
1374ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, εἰσὶ νενομισμέναι, καὶ ἐκτελοῦνται
1375πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ὅπως οἱ ἁρμόδιοι, ἤτοι ὁ Ὑπουργὸς,
1376συλλέξωσι πάσας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων καὶ
1377περὶ τῶν πραγμάτων. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ λοιπὸν, περιερχόμενοι
1378καὶ ἐπιθεωροῦντες τὰ στρατεύματα, ἐρευνῶσι τὰ πράγματα,
1379καὶ ἐξετάζουσι τὰ πρόσωπα· καὶ ἡ μὲν ἔρευνα τῶν πραγ-
1380μάτων παριστᾷ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ταῦτα κεῖνται, ἡ
1381ἐξέτασις δὲ τῶν προσώπων παράγει πορίσματα περὶ τῆς ἱκα-
1382νότητος τῶν προσώπων, τὰ πορίσματα δὲ ταῦτα ὑποβάλ-
1383λονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐξ αὐτῶν ὁδηγούμενος
1384εἴτε πράττει εἴτε παραλείπει. Οὕτω πράττει, ἀσχολούμενος,
1385παραδείγματος χάριν, ἵνα βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν
1386πραγμάτων, νὰ βελτιώσῃ τὰ τοῦ ἱματισμοῦ, τὰ τοῦ ὁπλι-
1387σμοῦ, τὰ τοῦ στρατωνισμοῦ, τὰ τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Τὰς
1388πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν πορίζεται ἐκ τῶν
1389ἀποτελεσμάτων τῆς ἐπιθεωρήσεως, τῆς γενομένης πρὸς ἐξέ-
1390τασιν τῶν πραγμάτων καὶ παρεχούσης εἰς τὸν Ὑπουργὸν
1391τὰ ἀπαιτούμενα φῶτα· ἡ ἐξέτασις δὲ τῶν προσώπων, ἡ γε-
1392νομένη ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, παράγει πορίσματα, τὰ ὁποῖα
1393ἀποτελοῦσι τὸ κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ βλέπει ὁ Ὑπουργὸς
1394τὰ τῶν προσώπων.
1395Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήσεις ἀποτελοῦσιν ἐσω-
1396τερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι δὲ ἔγγραφα, τὰ
1397ὁποῖα κατατίθενται εἰς τὰς Βουλάς. Ἐξ αὐτῶν ὁδηγεῖται ὁ
1398Ὑπουργὸς νὰ πράττῃ ἢ νὰ παραλείπῃ· ὅταν δὲ πράξῃ ὁ
1399Ὑπουργὸς, ἢ ὅταν παραλείπῃ, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα
1400νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν, ὡς πράξαντα κακῶς, διότι προὐ-
1401βίβασε τοῦτον, ἢ ἐκήρυξε στάσιμον τὸν ἄλλον, ὡς πράξαντα
1402κακῶς, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ βελτιώσῃ τὸ ὑλικὸν τοῦ πο-
1403λέμου, ἢ νὰ ἐπαινέσῃ αὐτὸν ὡς πράξαντα καλῶς, διότι ἐβελ-
1404τίωσεν ἢ ηὔξησεν αὐτό.
1405Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσω τὰς ἐκ-
1406θέσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως, αἵτινες, ὡς εἶπον, ἀποτελοῦσι μέ-
1407ρος τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, φυλασσόμεναι
1408ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἡ δὲ
1409Βουλὴ ἐξελέγχει ἰδίως τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἐρευ-
1410νῶσα τί ἔπραξαν οἱ Ὑπουργοί, ἢ τί παρέλιπον νὰ πράξωσιν·
1411ἐξετάζει τὰς πράξεις ἢ τὰς ἐλλείψεις αὐτῶν, δὲν ἐξετάζει
1412δὲ τὰς γνώμας, αἵτινες προὐτάθησαν ἢ ὑπεβλήθησαν εἰς
1413τοὺς Ὑπουργοὺς, ἂν τοιαῦται ὑπεβλήθησαν.
1414Λυποῦμαι, διότι, μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶ-
1415χον, νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ἄλ-
1416λοτε ἐμὸν συνάδελφον καὶ νῦν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δὲν δύ-
1417ναμαι οὔτε τοῦτον νὰ εὐχαριστήσω. Ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βου-
1418λευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰς περὶ τοῦ πολέμου ἐκθέ-
1419σεις, δηλαδὴ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας οἱ δράσαντες κατὰ
1420τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὸν πόλεμον ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουρ-
1421γεῖον. Ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἐν τούτῳ δικαίωμα ἐλέγχου, ὁ
1422ἔλεγχος οὗτος γίγνεται ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ
1423τὸν πόλεμον ὑπῆρχον, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Εὐτυ-
1424χῶς ἡ ἄρνησίς μου, ἵνα εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύ-
1425λου Βουλευτὴν, δὲν ζημιώνει παντάπασιν αὐτὸν, διότι τὰ
1426κατ’ αὐτὸν εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ ἕκα-
1427στος θέλει μανθάνει, ποῖον διεδραμάτισε πρόσωπον εἰς τὴν
1428Ἤπειρον, κατὰ τὰς μάχας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκεῖ. Ἑπομέ-
1429νως ἡ ἄρνησίς μου δὲν δύναται νὰ φέρῃ ζημίαν τινὰ εἰς τὴν
1430ὑπόληψιν τοῦ κ. συναδέλφου.
1431Νομίζω ὅτι δὲν ἐχρεώστουν νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον περισ-
1432σότερον, πραγματευόμενος περὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
1433εἰσήχθησαν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
1434καὶ φίλου μου κ. Λιμπρίτου, ἢ περὶ μελετῶν, αἱ ὁποῖαι
1435ἐγένοντο ἐν ἄλλοις γραφείοις. Τὸ Σύνταγμα δίδει τὸ δι-
1436καίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ
1437εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ὁ κ. Λιμπρίτης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν
1438Στρατιωτικῶν, ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο, προτείνας ὅσα
1439ἔκρινε νομοθετήματα ἀναγκαῖα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν ἄλλοις γρα-
1440φείοις ὑπῆρξαν μελέται, ἢ συνετάχθησαν τοιαῦτα νομοσχέ-
1441δια, ταῦτα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν ἀνήκου-
1442σιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν,
1443ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐποιήσαντο τὰς μελέ-
1444τας. Ἀπὸ τὴν θέλησιν δ’ αὐτῶν ἐξαρτᾶται νὰ δώσωσιν εἰς
1445τὴν δημοσιότητα τὰ ἔργα ταῦτα. Ἡμεῖς, ὡς Ὑπουργοί,
1446δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν παρά τινος ἐκ τῶν
1447ποιησαμένων τὰς μελέτας νὰ δημοσιεύσωσιν αὐτὰς, ἀλλ’
1448οὔτε ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν τὰ παρα-
1449σκευασθέντα, ὡς εἴρηται, νομοθετήματα καὶ νὰ τὰ εἰσαγά-
1450γωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1451κῶν εἰσήγαγεν ἤδη τοιαῦτα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ
1452πράξωμεν, εἶναι, νὰ προνοήσωμεν, ἵνα συζητηθῶσι τὰ εἰσα-
1453χθέντα ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομο-
1454σχέδια, καὶ ἂν δέωνται βελτιώσεως, νὰ συντελέσωμεν εἰς
1455τὴν βελτίωσιν αὐτῶν, ἂν δέωνται μεταρρυθμίσεως, νὰ συν-
1456τελέσωμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν αὐτῶν.
1457Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν λησμονεῖ, οὔτε ὑπάρχει πολίτης
1458Ἕλλην λησμονῶν, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν γνώμας τινὰς περὶ
1459στρατοῦ, καίπερ μὴ ὄντες στρατιωτικοί. Γνώμας ἡμεῖς ὀφεί-
1460λομεν νὰ ἔχωμεν ὄχι μόνον ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ
1461καὶ ὡς πολῖται Ἕλληνες, τὰς γνώμας, ὅτι οὐδεμία νομο-
1462θετικὴ διάταξις πρέπει νὰ ἰσχύῃ, ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ
1463Σύνταγμα. Ἑπομένως, τηρουμένων τῶν γενικῶν τούτων
1464ἀρχῶν, ἡμεῖς θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νο-
1465μοσχεδίων καὶ θέλομεν φροντίσει νὰ στέρξωμεν πᾶσαν μετα-
1466βολὴν καὶ πᾶσαν τροποποίησιν, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὸ νὰ
1467κρατυνθῇ καὶ νὰ χωρισθῇ καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γενικὴ γνώ-
1468μη, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ εἶπον ὅτι ἔχομεν. Ἂν δ’ ἐπανά-
1469γεται καὶ προτείνεται ἑκάστοτε τὸ ζήτημα τῶν νομοσχε-
1470δίων αὐτῶν, καὶ δὲν ὀκνοῦσι νὰ ζητῶσι παρ’ ἡμῶν λόγον,
1471διατὶ δὲν προβάλλεται ἡ συζήτησις αὐτῶν τὸ Σάββατον
1472καὶ ὄχι τὴν Δευτέραν, καὶ διατὶ τὴν Δευτέραν καὶ ὄχι τὴν
1473Πέμπτην, νομίζω ὅτι εἶναι προαίρεσις σχεδὸν ἀστεία.
1474Ἡμεῖς κανονίζομεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ παρακαλοῦ-
1475μεν τὴν Βουλὴν νὰ στέργῃ τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν
1476ἡμῶν. Ποῖον δ’ ἐποιήσαμεν κανονισμόν; Ἐπὶ τοῦ παρόντος
1477ἔχομεν χρέος νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν
1478οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας προτείνομεν διὰ τῶν νομοθετημάτων
1479ἡμῶν, ν’ ἀρχίσῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα, διότι εἴμεθα εἰς τὸν
1480τρίτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, λήγει ὁ τρίτος μὴν, τὰ νομοσχέ-
1481δια ταῦτα δὲν ἐψηφίσθησαν, καὶ ἑπομένως δὲν ἤρχισαν νὰ
1482ἐφαρμόζωνται αἱ ἐλαττώσεις· καὶ ἐν ὅσῳ δὲν γίνεται ἐφαρ-
1483μογὴ τῶν ἐλαττώσεων, τὰ ἔξοδα διατηροῦνται τὰ αὐτά.
1484Ὥστε ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν νὰ ψηφισθῶσι τὰ φορολο-
1485γικὰ νομοσχέδια. Ἄνευ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ
1486Προϋπολογισμὸς, δὲν ἰσχύει Προϋπολογισμός. Ὑποθέσατε
1487ὅτι ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ὑπάρχουσι δ’ ἐψηφι-
1488σμένα τὰ νομοσχέδια· ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν δύναται
1489νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἑπομένως ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νο-
1490μοσχέδια, διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ
1491τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν τὰ ἄλλα νο-
1492μοσχέδια. Ἡμεῖς θέλομεν ἐπιμείνει, ἵνα ψηφισθῶσι ταῦτα,
1493διότι ταῦτα ἐκπληροῦσι σκοποὺς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν
1494καθῆκον νὰ ἐργασθῶμεν, διότι ταῦτα συνδέονται μετὰ τῶν
1495πεποιθήσεων ἡμῶν, μετὰ τῶν γνωμῶν ἡμῶν τῶν πολιτικῶν
1496περὶ τῶν ἐν γένει πραγμάτων τοῦ στρατοῦ. Δὲν πρέπει δὲ
1497νὰ λησμονηθῇ ὅ,τι ἐπανειλημμένως εἴπομεν εἰς τὴν Βουλὴν,
1498ὅτι ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως, ἐὰν δὲν
1499δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Αὐτὰ δὲν
1500τὰ λέγομεν ὡς λόγους πτερόεντας. Λέγομεν αὐτὰ, διότι τὰ
1501φρονοῦμεν, τὰ λέγομεν, διότι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ τὰ
1502ἐκτελέσωμεν. Παρακαλοῦμεν δὲ νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ σύστη-
1503μα τοῦτο τοῦ ἐλέγχου, τοῦ ἐκβιασμοῦ, διότι τοῦτο δὲν εἶ-
1504ναι εὐπρεπές.
1505Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐκ-
1506πληρώσω καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς ἀγαπητὸν συνάδελ-
1507φον, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ παρῃτήθη. Καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελ-
1508φοι, καὶ ἐγὼ πρὸ πάντων, γνωρίζομεν τὸν Θεόδωρον Λιμπρί-
1509την. Ἐγὼ ἐγνώρισα αὐτὸν ἐν δειναῖς περιστάσεσι. Τὸν ἐν-
1510θυμοῦμαι κατὰ τὸ 1886 ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Αʹ
1511Ἀρχηγείου κατὰ τὴν Θεσσαλίαν· ἐνθυμοῦμαι τὰς ὑπηρε-
1512σίας, τὰς εὐσυνειδήτους καὶ πεφωτισμένας, τὰς ὁποίας προσ-
1513ήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα· οὐδ’ ἐλησμόνησα, ὅτι ὁ Λιμπρί-
1514της συνετέλεσεν, ἵνα ἀραιωθῇ, ἵνα διαλευκανθῇ μελανὴ ὁμί-
1515χλη, ἡ ὁποία εἶχε τότε καταλάβει μέρος τοῦ ὁρίζοντος. Τὸν
1516γνωρίζω ἔντιμον στρατιώτην, διακεκριμένον ἀξιωματικόν,
1517πλήρη στρατιωτικοῦ ἤθους καὶ χαρακτῆρος ἐπιζήλου. Ἑπο-
1518μένως δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω, ὅτε λόγος ἐγίγνετο περὶ
1519αὐτοῦ, καὶ ἠκούοντο κρίσεις ἐπὶ τῆς παραιτήσεώς του ἄδικοι,
1520εἴτε ἀπεδίδοντο εἰς αὐτὸν σκοποὶ δημοκοπικοὶ, εἴτε ἀπεδί-
1521δοντο εἰς τὴν παραίτησιν αὐτοῦ μελέται πλάγιαι καὶ μὴ
1522ἐπαινεταί. Ὁμολογῶ ὅτι οὐδεὶς τῶν συναδέλφων ἐπεθύμει,
1523οὔτε ἐγὼ βεβαίως ἐπεθύμουν, νὰ ἴδωμεν αὐτὸν παραιτούμε-
1524νον, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι αἰσθανόμεθα λύπην, διότι ἐστερήθη-
1525μεν τῆς πεφωτισμένης αὐτοῦ συμπράξεως· ἀλλὰ διὰ τοῦτο
1526δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται καὶ νὰ μὴ ἀνοίξωμεν τὸ στόμα ἡμῶν,
1527ὅταν τίθηται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ἀγαθοπιστία τοῦ ἀνδρός.
1528§109Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐν πρώτοις ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω
1529εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλην,
1530καὶ νὰ εὐχαριστήσω αὐτὸν, μόνον διότι συνηγόρησεν ὑπὲρ
1531ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1532Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Λυποῦμαι
1533ὅμως, διότι εἶπεν, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, ὅτι ἀνῆλθεν ἐπὶ
1534σκοπῷ ἵνα διορθώσῃ λάθη τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δῆθεν ἔκαμα
1535κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἀλλ’ οὐδὲν λάθος ὁ κ. συνάδελφος
1536μοὶ ὑπέδειξε, διὰ νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολο-
1537γηθῶ. Τούτου ἕνεκα παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, συνηγορῶν ὑπὲρ
1538τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός
1539μου, ἵνα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
1540καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλῃ σχέδιον νό-
1541μου καθορίζον τὰς γενικὰς θέσεις ἐν τῷ στρατεύματι. Ἐγὼ
1542ἐζήτησα νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Οἰ-
1543τύλου συνάδελφος ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
1544τικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τῶν γενικῶν ἐν τῷ στρα-
1545τῷ θέσεων. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω αὐτῷ τὰς εὐχαριστίας μου.
1546Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου κύριον
1547Κουμουνδοῦρον, ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδόλως ἠθέ-
1548λησα νὰ μεμφθῶ τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
1549τικῶν κ. Λιμπρίτου. Τὸν κ. Λιμπρίτην σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ
1550ὡς ἕνα τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ πάν-
1551τοτε ἐσεβάσθην αὐτόν. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις τῶν
1552κ.κ. Βουλευτῶν, ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν
1553μου εἶπόν τι δυσάρεστον διὰ τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
1554τιωτικῶν, τὸν ἀξιότιμον κ. Λιμπρίτην. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας
1555ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω αὐτὸν καὶ τὴν θέσιν αὐ-
1556τοῦ. Ἐγὼ ἐθεώρησα τὸν τέως Ὑπουργὸν, ὅτι ἀπεμακρύνθη
1557τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅλως ἀδικαιολογήτως, ὅτι ἐγέ-
1558νετο θῦμα τῆς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας καὶ ἀφοσιώσεως
1559αὐτοῦ, διότι ὑπέβαλε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐπὶ σκοπῷ
1560νὰ ὠφελήσῃ τὸ στράτευμα. Ἐν πεποιθήσει δὲ ὁμιλῶν λέγω,
1561ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ
1562Συμβουλίου εἶναι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια.
1563§110ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πάλιν τὰ ἴδια!
1564§111Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν πλανῶμαι, δύναται πᾶς, ὅστις θέ-
1565λει, νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ.
1566Εἶναι ζήτημα καθαρῶς προσωπικόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἴσως δὲν
1567ἐπροσέξατε εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἢ ἐγὼ δὲν ἐξεφρά-
1568σθην σαφῶς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε, ἵνα ἐννοή-
1569σητε· διότι ἔχω καθῆκον, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ
1570ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, νὰ
1571ἐπαναλάβω ἐν περιλήψει ὅσα εἶπον.
1572Δὲν εἶπον λοιπόν τι δυσάρεστον, ἀφορῶν τὸν ἀξιότιμον κ.
1573Λιμπρίτην. Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ὑπῆρξα συνήγορος αὐ-
1574τοῦ. Εἶπον ὅτι ὑπέβαλε στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
1575υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν ταῦτα ὑπέβαλεν ἐν γνώσει
1576τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμε-
1577ρησίᾳ διατάξει. Εἶπον ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ, ἡ Κυβέρνη-
1578σις, ἥτις ἀνέγραψε τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
1579διατάξει, ἥτις υἱοθέτησεν αὐτά, νὰ τὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν
1580καὶ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῶσι, πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ τέως
1581Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις χάριν τῶν νομοσχεδίων
1582αὐτῶν ἐγένετο θῦμα.
1583Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅ,τι ἐφρόνουν διὰ τὸν ἀξιότιμον
1584κύριον Λιμπρίτην. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη,
1585ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ
1586Οἰτύλου Βουλευτὴς, λαμβάνων τὸν λόγον, ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ,
1587λέγων ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὸν τέως
1588Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ποτέ! Ἐγὼ μᾶλλον ὑπῆρξα
1589συνήγορος αὐτοῦ· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὑποβοηθήσω, ὅσον μοὶ ἦτο
1590δυνατόν, εἰς τὸ ἔργον τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατεύματος,
1591ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος
1592Λιμπρίτης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπανειλημμένως,
1593ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμίλησα περὶ αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει
1594λόγος σήμερον νὰ διαφωνῶ πρὸς αὐτόν, οὔτε δύναμαι νὰ
1595θεωρήσω ἐμαυτὸν ἴσον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Λιμπρίτην.
1596Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! μακρὰν τοῦ νὰ διανοηθῶ τοῦτο! Ἀλλὰ
1597τὴν ταπεινήν μου γνώμην, καὶ ὡς ἀξιωματικοῦ καὶ ὡς ἀντι-
1598προσώπου τοῦ ἔθνους, εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφέρω ἐντὸς τοῦ
1599Κοινοβουλίου.
1600Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου
1601Βουλευτοῦ, ἵνα κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν
1602τοῦ στρατοῦ, αἱ ἀφορῶσαι τὴν δρᾶσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ
1603στρατοῦ τῆς Ἠπείρου κατὰ τὸν πόλεμον, καίτοι ἐδήλωσεν
1604ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἕνεκα ὑψηλῶν
1605ζητημάτων δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ αὐτὰς, καὶ ἐγὼ ἤθε-
1606λον παρακαλέσει θερμῶς αὐτὸν νὰ καταθέσῃ ταύτας, ἀφοῦ
1607μάλιστα ἐξηλέγχθησαν ὑπὸ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν
1608τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως ἡ αἴτησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ
1609ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου, δὲν ἀπέβλεπεν αὐτόν, διότι οὐ-
1610δεὶς ἐκάκισεν αὐτόν, οὐδὲ ἀπέδωκε τὸ ἐλάχιστον εἰς αὐτόν.
1611Ἴσως παρενέβη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἕνεκα εἰσηγήσεων.
1612Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεμφθῇ ἐμοῦ ὡς προαγο-
1613ρεύσαντος.
1614Ἔχω τὸ θάρρος, κύριοι Βουλευταί,—ἔχων τὸ μέτωπον
1615καθαρόν, καὶ ἀναλαμβάνων πᾶσαν τὴν εὐθύνην—νὰ παρα-
1616καλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1617λίου νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν καὶ ἀξιω-
1618ματικῶν, οἵτινες ὑπηρέτησαν εἰς τὸ στράτευμα τῆς Ἠπεί-
1619ρου. Βεβαίως ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχομεν καὶ φίλους καὶ
1620ἐχθρούς. Ἐχθροὶ ὅμως, οἵτινες κρύπτονται, ἐχθροί, οἵτινες
1621δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ καυτηριάσουν ἐμέ, ὡς ἀξιωματικόν,
1622εἶναι ἀνάξιοι νὰ φέρωσιν ἐπωμίδας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπι-
1623καλοῦμαι τὴν ἐπέμβασιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν παρου-
1624σιασθῶσιν ἐκθέσεις δυσμενεῖς, ἀφορῶσαι ἐμέ, θέλω παραιτηθῆ
1625οὐ μόνον τῆς θέσεως τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς τοῦ ἀξιω-
1626ματικοῦ.
1627Ἀπεφάσισα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ πολι-
1628τικὸν στάδιον ἀπὸ τοῦ 1895, καίτοι εἶχον σκοπὸν νὰ παρα-
1629μείνω εἰς τὸ στράτευμα διὰ λόγους τοιούτους. Διότι ἐν τῷ
1630στρατεύματι ὑπάρχουσι δυστυχῶς προσωπικαὶ διαφοραὶ τῶν
1631ἀξιωματικῶν, καὶ ὄχι ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐκείνων
1632οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπῆρξαν ὑπηρέται ἀξιωματικῶν. Ἀξιωμα-
1633τικοὶ δὲ, οἵτινες ὑπῆρξαν ὑπηρέται, δὲν δύνανται νὰ γνωρί-
1634ζωσι, τί ἐστὶν ἀξίωμα, καὶ διὰ τοῦτο ὑπονομεύουσι τὰς θέ-
1635σεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται
1636ν’ ἀτενίσωσι.
1637Δὲν ἐπολιτεύθην, Κύριοι, ἀποβλέπων εἰς ὠφέλειάν τινα,
1638οὔτε εἰς τὸ στράτευμα κατετάχθην, ἀποβλέπων ἐπίσης εἰς
1639ὠφέλειάν τινα. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἑκάστου. Ὅτε
1640δ’ ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκ-
1641θέσεις, ὅτε ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ τὸ φύλλον ποιότητός μου,
1642ὡς ἀξιωματικοῦ, ἤθελον νὰ γείνωσι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι
1643μου, αἱ ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ φύλλῳ ποιότητος ἀπὸ τῆς
1644ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγενόμην ἀξιωματικός. Δὲν γνωρίζετε, κύ-
1645ριοι Βουλευταί, ὅλοι, γνωρίζουν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι στρατιω-
1646τικοὶ Βουλευταί, ὅτι ἡ εἰκὼν καὶ ὁ καθρέπτης τοῦ ἀξιωμα-
1647τικοῦ εἶναι τὸ φύλλον ποιότητος. Πολλάκις ἐν τῷ φύλλῳ
1648ποιότητος γράφονται ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἔχει προσόντα καὶ
1649πλεονεκτήματα ὁ ἀξιωματικός, διότι τινὲς τῶν σωματαρ-
1650χῶν, ἔχοντες τὸ φύλλον ποιότητος, καὶ μὴ ὄντες ὑποχρεω-
1651μένοι νὰ παρουσιάσωσιν αὐτὸ, νομίζουσιν ὅτι προσφέρουσιν
1652ὑπηρεσίας, ἐὰν γράψωσιν ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ
1653ἀξιωματικὸς ἔχει. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ ζητήσω,
1654καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι μοὶ ἐπιβάλλεται, καὶ
1655ὡς ἀξιωματικῷ καὶ ὡς Βουλευτῇ, νὰ κλείσω τὰ στόματα
1656ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσί τι προ-
1657σωπικῶς κατ’ ἐμοῦ.
1658Πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Οἰτύλου τρέφω πάντοτε σεβασμὸν
1659καὶ ἐκτίμησιν. Δὲν συνήθισα δὲ νὰ κολακεύω αὐτόν. Ἀλλὰ
1660λυποῦμαι πολύ, διότι σήμερον ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἔλαβε τὸν
1661λόγον, ἀποκλειστικῶς ἵνα μεμφθῇ ἐμοῦ. Οὐδέποτε δὲ περιέ-
1662μενον τοιαύτην ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰ-
1663τύλου.
1664Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρατείνω τοιαύτην ἀνιαρὰν συζήτησιν,
1665διότι, καίτοι μὲ ἐπίκρανεν, ἐξακολουθῶ νὰ σέβωμαι καὶ νὰ
1666ὑπολήπτωμαι αὐτόν. Μόνον εἶχον καθῆκον νὰ ἐκθέσω ταῦτα
1667ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νὰ
1668καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, διότι δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τίποτε
1669τὸ ἔθνος, δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τὸ ἔθνος περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι
1670ἔχασε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐξελίξεως τοιούτων γεγο-
1671νότων. Πολλάκις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐν τοῖς Δικαστηρίοις,
1672ἐν τῷ τύπῳ ἐξετέθησαν αἱ διάφοροι ἐκθέσεις· τί ἔχει λοιπὸν
1673νὰ χάσῃ τὸ ἔθνος, ἐὰν κατατεθῶσιν αὗται εἰς τὴν Βου-
1674λήν; Ἀπ’ ἐναντίας θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀξιωματικοὶ μὴ ἐκ-
1675πληρώσαντες τὸ καθῆκον αὐτῶν, καταγγελθέντες καὶ παρα-
1676πεμφθέντες εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, οἱ ὁποῖοι ἐκρύβησαν
1677ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ φέρωσι τὰς ἐπωμίδας, προεβιβάσθησαν
1678καὶ παραμένουσιν ἐν τῷ στρατῷ διοικηταὶ σωμάτων!
1679Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸς
1680συζήτησιν, διότι δὲν ἐφοβούμην ἄλλο τι ἢ ὅτι τοιαῦτα ζη-
1681τήματα παρελθόντος χρόνου, ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει
1682νὰ καλύπτῃ ὁ πέπλος, διὰ τὰ ὁποῖα ὅλοι εἶναι ὑπεύθυνοι
1683καὶ ὅλοι ἔχουσι νὰ δώσωσι λόγον, δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται
1684ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἀναξέωσι πληγάς. Τοιαῦτα ζητή-
1685ματα δὲν ἔχουσιν ἄλλην ἀφορμήν, εἰμὴ προσωπικήν. Ἐὰν
1686σήμερον θέλω, βεβαίως δύναμαι νὰ κατηγορήσω συνάδελ-
1687φόν μου, ἀλλὰ θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἔχω προσωπικὰς ἀφορ-
1688μὰς, καὶ δὲν τρέφω δι’ αὐτὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης
1689καὶ τῆς ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ
1690ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω. Κατηγορῶν ἕνα συνάδελφον, ἀποδίδω
1691μομφὴν κατ’ αὐτοῦ, καὶ τότε ἔχω καθῆκον νὰ ἀποδείξω
1692ταύτην· ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ πράξω τοῦ-
1693το, διότι ἐνταῦθα δὲν εἶναι Δικαστήριον, οὔτε ἤλθομεν νὰ
1694δικάσωμεν πράξεις ἀξιωματικῶν ὡς δικασταί...
1695§112ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἴμεθα Βουλευταὶ ὄχι τῶν ἐπαρ-
1696χιῶν μας, ἀλλὰ τοῦ Κράτους.
1697§113Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀναγνωρίζω τοῦτο. Ἐγὼ ὅμως εἶπον,
1698ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ θίξω ζητήματα προσωπικά, διότι δὲν
1699εἶναι τῆς θέσεώς μου σήμερον νὰ κατηγορήσω συνάδελφον,
1700διότι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῶν λόγων ἐπιτιθέμεθα
1701κατὰ τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα. Ταῦτα δὲ εἶπον, διότι ἀναγνωρίζω
1702ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου ὅσα εἶπε τὰ εἶπεν ἀποκλειστικῶς
1703δι’ ἐμέ, διότι, ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου μου
1704Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἀπήντησεν, ὅτι τὰ λεχθέντα παρ’
1705αὐτοῦ δὲν ἀφορῶσιν ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἐμέ. Ἐὰν ἔχῃ τι προσω-
1706πικὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου, παρακαλῶ νὰ τὸ εἴπῃ· ἐὰν
1707ἔχῃ ἐπίσημον ἔκθεσιν, ἀφορῶσαν ἐμέ, νὰ τὴν παρουσιάσῃ· ἐὰν
1708ἔχῃ τι, δυνάμενον νὰ ἀμαυρώσῃ τὴν ὑπόληψίν μου, νὰ παρου-
1709σιάσῃ καὶ αὐτό· καὶ ὄχι μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου,
1710ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἔχω δὲ τὴν
1711πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐξέλθω καὶ πάλιν νικητής, ὡς ἐξῆλθον ἀπὸ
1712πολλὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς κατηγορήθην, οὐχὶ βεβαίως
1713ἐγκληματικῶς, ἀλλὰ δυστυχῶς διότι δὲν εἶχον τὴν ἐνδοτι-
1714κότητα νὰ ὑποχωρῶ εἰς ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεχώρουν
1715ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατεύ-
1716ματι. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ μόνον λάθος, εἰς ὃ μέχρι σήμερον
1717ὑπέπεσα, εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρξα ὑποχωρητικός, ὑπηρετῶν τοὺς
1718ἀνωτέρους μου.
1719Δὲν θέλω ἐπὶ πλέον νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν ταύτην.
1720Θεωρῶ ὅμως καθῆκον νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων καὶ εἰς τὸν
1721κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ νὰ συμφωνήσω εἰς ὅσα εἶπε πρὸ μι-
1722κροῦ. Συμφωνῶ πληρέστατα ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας,
1723τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατάθεσιν τῶν
1724ἐγγράφων τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν βελτίω-
1725σιν τοῦ στρατεύματος κλπ., οὔτε τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
1726ἀφορῶσιν εἰς ἐνέργειαν ἐλέγχου ἐπὶ τῶν παραβάσεων. Ἐγὼ
1727ὅμως δὲν ἐζήτησα τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν καὶ τοῦ
1728Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατεύματος τὰς ἀφορώσας τὴν
1729κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀτομι-
1730κὰς, δηλαδὴ τὰς περὶ ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἴδω-
1731μεν, ἂν ἐγένοντο ἀδικήματα, ἀκριβῶς, ἵνα ἐλέγξωμεν τὸν
1732Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὑπέχει ἀκεραίαν τὴν
1733εὐθύνην, ὡς Ὑπουργὸς, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἐξετέλε-
1734σεν ὅσα ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ὁ νόμος. Διότι νομίζω, ὅτι ὁ
1735κ. Πρωθυπουργός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁμιλῶν,
1736παρεῖδε τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1737κῶν ἔχει δυνάμει ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Βασ. Διατάγματος τοῦ
1738ἀπορρέοντος ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
1739Τὰς ἐκθέσεις, Κύριοι, ἐζήτησα, καὶ ταύτας, καὶ ἂν ἔτι
1740ἐξετάσητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὡμί-
1741λησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1742ἔχει οὗτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ. Ἐγὼ ἐκ σεβασμοῦ
1743καὶ ἁβρότητος ἐδήλωσα, ὅτι ὑποχωρῶ, καὶ δὲν ζητῶ τὴν
1744κατάθεσιν ταύτην, ἵνα μὴ ἐπεκτείνω τὸ ζήτημα εἰς εὐρυ-
1745τέρας διαστάσεις, καὶ οὐχὶ διότι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν.
1746Ὑποχρέωσιν ἔχει, ὅταν πρόκηται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον
1747δὲν εὐθύνει τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὸν
1748Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βου-
1749λὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1750λίου, ὅτι περὶ ἐμοῦ, ὡς ἀξιωματικοῦ, οὐδεμία ἔκθεσις ὑπάρ-
1751χει ὅτι δὲν ἔχω τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν· δυνάμει
1752δὲ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ὁ Γε-
1753νικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπο-
1754βάλῃ ἠτιολογημένην πρότασιν περὶ τῶν προσόντων τῶν ἀξιω-
1755ματικῶν. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα εἶναι ἀπόρροια τοῦ νόμου
1756περὶ Γενικῆς Διοικήσεως· διότι ὁ νόμος προέβλεψε καὶ εἶ-
1757πεν, ὅτι «δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονισθήσονται
1758τὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως κλπ.»
1759Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, ὑπεβλήθησαν ἠτιολογημέναι
1760προτάσεις διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κεκτημένους τὰ προσ-
1761όντα; Ἐγὼ λέγω ὄχι, δὲν ὑπεβλήθησαν, — καὶ ἂς μὲ δια-
1762ψεύσῃ, ἂν δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1763λίου, — καὶ δὲν ὑπεβλήθησαν, διότι τὰ ὄργανα τῆς ὑπηρε-
1764σίας τοιαύτην ἰδέαν εἶχον.
1765Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
1766στρατοῦ, τοῦ ἐκδοθέντος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς
1767Διοικήσεως, λέγει, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ
1768συλλέγει τὰς διαφόρους πληροφορίας, τὰς ἐκθέσεις τῶν με-
1769ράρχων καὶ συνταγματαρχῶν, καὶ καταρτίζει τὸν πίνακα τῶν
1770ἀξιωματικῶν τῶν κεκτημένων τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν
1771συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν περὶ προβιβασμῶν νόμων
1772καὶ πρὸς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, δηλαδὴ πρὸς τὸ Διά-
1773ταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόρροια τοῦ νόμου, καὶ τὸ ὁποῖον
1774κατήργησεν ὅλα τὰ ἄλλα Διατάγματα καὶ ἀφῆκεν ἐν ἰσχύϊ
1775τὸν νόμον τῆς 16 Ἰουλίου 1861. Ὅτε δὲ ὑπεβλήθη τὸ Βα-
1776σιλικὸν Διάταγμα καὶ ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς ἐπιθεωρή-
1777σεως, ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ὑποβληθῇ ὁ Γενι-
1778κὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ
1779προβιβασμῶν, καὶ διὰ τοῦτο λέγει, ὅτι ἐνεργεῖ συμφώνως
1780πρὸς τὸν νόμον καὶ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα. Πρέπει νὰ
1781μελετήσητε τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν. Κατὰ τὸ Διάταγ-
1782μα λοιπὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον
1783ὑποβάλλονται ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἐλέγχει ταῦτα λεπτομερῶς
1784καὶ ἐπισταμένως, καὶ ἂν ἴδῃ παραλείψεις, δὲν τὰ ἐγκρίνει·
1785διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
1786δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀδικουμένους ἀξιωματικοὺς νὰ
1787καταφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια· τὴν εὐθύνην δὲν φέρει ὁ
1788Γενικὸς Διοικητής, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν...
1789§114Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρα-
1790τείνοντες τὸν λόγον, ἐπιβραδύνετε τὴν συζήτησιν τῶν στρα-
1791τιωτικῶν νομοσχεδίων.
1792§115Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἶναι συμφέρον σας, διότι θὰ μάθητε
1793ὅ,τι δὲν γνωρίζετε.
1794§116Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέχετε σπουδαίαν εὐθύ-
1795νην, διότι καταδαπανᾶτε τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς.
1796§117Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Συγκατηγορούμενοι θὰ ἤμεθα ἀμφότεροι,
1797καὶ ἵνα μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς κατηγορίας ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
1798δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂς μὴ λέγῃ ὅτι τὰς ἐκ-
1799θέσεις δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μᾶς λέγει, ὅτι
1800πρόκειται περὶ ἐλέγχου.
1801§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Ὑπουρ-
1802γοὶ ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον. Ὁ ἔλεγχος εἶναι πολιτικὸς
1803καὶ ποινικός. Πολιτικὸν ἔλεγχον δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε
1804ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν εἶναι πλέον
1805ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ποινικὸς ἔλεγχος, προτείνατε
1806κατηγορίαν, καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἥτις θὰ ἐξετάσῃ,
1807δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα.
1808§119Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε δίκαιον. Βεβαίως,
1809ἐὰν πρόκηται σήμερον νὰ ἀσκηθῇ πολιτικὸς ἔλεγχος, δὲν
1810εἶναι καιρός· ἀλλ’ ὅταν ἀποδείξωμεν τὰς παραβάσεις τοῦ
1811νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος, τότε ὀφείλομεν καὶ πρέπει νὰ
1812ὑποβάλωμεν κατηγορητήριον. Ἀλλὰ πῶς ἄλλως θέλετε νὰ
1813πράξωμεν τοῦτο, εἰμὴ διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Θέλετε
1814νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας; ὄχι βεβαίως· οὐδὲ εἰς
1815τὰς προσωπικάς μας πληροφορίας. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλα τὰ
1816σχετικά, ἐφ’ ὧν νὰ στηριχθῶμεν.
1817Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι ἡ
1818βεβαίωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ
1819συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπιψήφισιν ἑτέρων
1820νόμων πρότερον, καὶ οὐχὶ τῶν στρατιωτικῶν, εἶναι ἀρκετὴ
1821νὰ πείσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια
1822δὲν θὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους.
1823§120Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ
1824τὰς ἐκθέσεις. Ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσεις περὶ τῶν τοῦ πολέ-
1825μου, αὗται δύνανται νὰ κατατεθῶσι, διότι αἱ πλεῖσται εἶ-
1826ναι δεδημοσιευμέναι. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἔχει δημοσιεύσει
1827τὰς ἐκθέσεις τῆς δράσεως τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας. Δὲν
1828ἐδημοσιεύθησαν μόνον αἱ ἐκθέσεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν δρᾶσιν
1829τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ. Δὲν ὑπάρχει κώλυμα, νομίζω, νὰ
1830κατατεθῶσι καὶ αὗται εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἀρχὴ δημο-
1831σιεύσεως ἐγένετο.
1832Ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἔχει δίκαιον ὁ
1833κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων ὅτι δὲν εἶναι δυνα-
1834τὸν νὰ κατατεθῶσιν· οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ παντοῦ ἐπε-
1835κράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ
1836τί φρονεῖ περὶ αὐτοῦ ἡ Ἐπιθεώρησις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1837Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ φέρῃ τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιθεωρήσεως
1838ἐδῶ, δύναται νὰ πληροφορήσῃ ἕκαστον ἀξιωματικὸν περὶ τῶν
1839ἀφορώντων αὐτόν, καὶ τί φρονεῖ περὶ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις,
1840ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὅστις κατόπιν τῆς ἐπιθεωρή-
1841σεως ἐδημοσίευσε τὰ ὀνόματα τῶν προβιβασίμων ἀξιωματι-
1842κῶν, καὶ οὕτω πως εἰδοποιήθησαν καὶ οἱ στάσιμοι.
1843§121Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα, ἵνα ὁ κ.
1844Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξετάσῃ τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουρ-
1845γείου καὶ ὑποβάλῃ τὰς καταστάσεις, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται ποῦ
1846εὑρίσκετο ἕκαστος ἀξιωματικὸς κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς δρά-
1847σεως τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, καθὼς καὶ ἕκαστος σωμα-
1848τάρχης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος
1849ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἔκθε-
1850σις περὶ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ δὲν ἐγνώσθη· δὲν ἐγνώσθη-
1851σαν δὲ καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ταξιαρχῶν τοῦ στρατοῦ τῆς
1852Ἠπείρου, οἱ ὁποῖοι ἐν πολλοῖς διαφωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους.
1853Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἀλλὰ νὰ καταθέσῃ
1854ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πίνακα, ποῦ εὑρίσκετο ἕκα-
1855στος τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν μαχῶν. Τοῦτο
1856ἐζήτησα. Δὲν πρόκειται περὶ πιστοποιητικοῦ τῆς ἐμῆς δια-
1857γωγῆς ἐν τῷ πολέμῳ· οὔτε θὰ συζητήσω ποτὲ τὴν ἐν τῷ
1858πολέμῳ δρᾶσίν μου. Ἀδιαφορῶ περὶ αὐτῆς· ἂς γράψῃ ἡ
1859ἱστορία. Ποῖος θὰ ὁμιλήσῃ περὶ ταύτης, καὶ ποίαν γνώμην
1860θὰ ἔχῃ, ἀδιαφορῶ· διότι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
1861τικῶν ἐν τῷ οἴκῳ του καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐν τοῖς ἀνακτόροις
1862ἔχουσιν ἐπισήμου ξένου ἀξιωματικοῦ τὴν γνώμην περὶ τῆς
1863ἐμῆς δράσεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, ὡς εἶπον,
1864καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρα-
1865τιωτικῶν δὲν καταθέτει τὰ ἔγγραφα. Δὲν ζητῶ ἀπὸ κανένα
1866πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς ἐν τῷ πολέμῳ, ἀλλὰ ζητῶ
1867ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνήκει, διότι θέλω νὰ μάθω, ἂν ἡ
1868γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Γενικὴ Διοίκησις περὶ ἐμοῦ ἢ
1869ἑτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος τῆς Ἠπείρου, ἂν ἡ
1870γνώμη αὕτη εἶναι δικαία ἢ ὄχι, καὶ θέλω νὰ μάθῃ τὴν
1871γνώμην ταύτην καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος.
1872§122Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ
1873ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἰσχυρίζεται ὅτι ἠδικήθη, καὶ ζητεῖ παρὰ
1874τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγ-
1875γραφα τὰ ἀφορῶντα αὐτόν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ
1876ἐφαρμόσωμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ
1877κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἣν θεωρῶ καὶ ἐγὼ γενι-
1878κώτερον ὀρθὴν, ὅτι δηλαδὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς
1879οἱονδήποτε Βουλευτὴν, εἴτε καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰς οἱον-
1880δήποτε, νὰ ζητῇ νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1881κῶν πάσας τὰς ἐκθέσεις εἴτε τῶν μεράρχων εἴτε τοῦ Γενι-
1882κοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τὰς ἀφορώσας αὐτόν. Ὅταν ὅμως ἀξιω-
1883ματικός τις ἰσχυρίζηται ὅτι ἠδικήθη, εἴτε διότι δὲν ἐτη-
1884ρήθησαν οἱ τύποι, οὓς ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι ὡς προστα-
1885τεύοντας δι’ ἐγγυήσεων τὰ δικαιώματα, τὴν κατάστασιν
1886ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ νόμοι
1887περὶ προβιβασμῶν, εἴτε διότι παρεισέφρησαν ἄλλαι πραγμα-
1888τικαὶ ἀνακρίβειαι, ζημιοῦσαι αὐτὸν, δὲν νομίζω ὅτι δύναται
1889ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ Βουλῇ ζητούμενος νὰ
1890ἀρνηθῇ νὰ χορηγήσῃ ἐκ τῶν ἐκθέσεων τὰς ἀναγκαίας πλη-
1891ροφορίας, τὰς σχετικὰς μὲ τὰ ἀφορῶντα αὐτὸν νόμιμα στρα-
1892τιωτικὰ συμφέροντα καταστάσεως καὶ προβιβασμοῦ αὐτοῦ.
1893Διότι, ὅπως εἰς Δικαστήριον δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ ἐπι-
1894τύχῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἀπόφασιν ὑποχρεοῦσαν τὸν Ὑπουργὸν
1895τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ
1896ὁποῖα τῷ εἶναι ἀναγκαῖα, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα
1897τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀπαιτοῦντος ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων
1898ἀνόρθωσιν ἀδικήματος ἐπελθόντος αὐτῷ εἴτε ἐκ παραλείψεως
1899οὐσιωδῶν τύπων εἴτε ἐξ ἀποφάσεως ἐναντίας πρὸς τὰς ἐκθέ-
1900σεις, ἐπίσης δύναται νὰ ζητήσῃ τοῦτο ὁ ἀξιωματικὸς, ἀνα-
1901φερόμενος διὰ Βουλευτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
1902Ὁ κύριος Στάϊκος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐν τῇ ἀφορώσῃ αὐτὸν
1903ἐκθέσει συνέβη ἀδίκημα, ὅπερ θέλει νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἐξε-
1904τάσῃ, διότι ἐκ τούτου ἐπεγένετο αὐτῷ ζημία ἄδικος. Ἐν
1905τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
1906τιωτικῶν δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸ σχετικὸν
1907τοῦτο μέρος τῆς ἐκθέσεως, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις, ὑποβληθεῖσα εἰς
1908τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἐξελεγχθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ, ἀποτελεῖ μέρος
1909τῶν ὑπευθύνων αὐτοῦ πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐν τῇ Βουλῇ
1910λογοδοτεῖ. Τοιαύτη ἔκθεσις δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ἔκ-
1911θεσις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐξακολουθοῦσα νὰ ᾖναι ἔκθε-
1912σις ἐμπιστευτικὴ αὐτοῦ. Τὸ στάδιον αὐτὸ παρῆλθεν ἀφ’ ἧς
1913ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφάσισε νὰ ἀποδεχθῇ
1914αὐτὸ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ βασίσῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ περὶ
1915προβιβασίμων καὶ στασίμων. Ἔκτοτε ἡ ἔκθεσις, ὅσον ἀφορᾷ
1916τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἐνίστανται ὅτι ἠδικήθησαν ἐξ
1917αὐτῆς, κατέστη ἔγγραφον δημόσιον, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα εὐθύ-
1918νουσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὰ ἐξετέλε-
1919σεν. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων τῶν σχετικῶν πείθει, ὅτι
1920ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ζητοῦντος νὰ προσαχθῶσιν
1921ἔγγραφα, ἀποτελεῖ ἔλεγχον τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ·
1922διότι λέγει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτε-
1923λεῖ μέρος τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει):
1924«Οἱ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ συνταχθέν-
1925τες πίνακες ὑποβάλλονται ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ πέ-
1926ρατος τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1927Στρατιωτικῶν μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν προτάσεων.
1928» Ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἐλέγχων τὸ κανο-
1929νικὸν αὐτῶν, συντάσσει δι’ ἕκαστον τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ
1930σωμάτων ἴδιον γενικὸν πίνακα πάντων τῶν ὑποψηφίων πρὸς
1931προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν κατ’ ἐκλογὴν, ὡς καὶ τῶν λοχα-
1932γῶν κατ’ ἀρχαιότητα, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἰσχυόντων
1933περὶ προβιβασμῶν νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων.»
1934Αἱ προτάσεις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐπιθεωρούσης,
1935οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλάξωσι τὸν
1936Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ τηρῇ
1937ἐν τοῖς προβιβασμοῖς τοὺς περὶ αὐτῶν νόμους καὶ τὰ Δια-
1938τάγματα. Ἡ εὐθύνη αὐτοῦ ἐπὶ τῇ μὴ τηρήσει τυχὸν αὐτῶν
1939εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως. Ὁ νόμος ἐνόησεν, ὅτι,
1940ἅπαξ ὑποβληθείσης τῆς ἐκθέσεως, καὶ συνταχθέντος τοῦ πί-
1941νακος, αἱ ἐκθέσεις καὶ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῶν
1942μεραρχῶν καὶ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, αἱ ὑποβληθεῖσαι
1943πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, γίνονται πράξεις αὐ-
1944τοῦ, ἂν ἐξελεγχθεῖσαι ἐνεκρίθησαν, ἢ ἐφ’ ὅσον ἐνεκρίθησαν.
1945Ἄλλως θὰ εἴχομεν ἀντισυνταγματικὴν κατάστασιν πραγ-
1946μάτων ἐν τῷ στρατῷ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῶν προβιβασμῶν τῶν
1947ἀξιωματικῶν, διότι δὲν θὰ εἴχομεν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν ἐνώ-
1948πιον τῆς Βουλῆς δι’ αὐτούς. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἠθέλησεν εὐθύνην
1949τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐχορήγησεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα
1950νὰ ἐλέγχῃ τὸ κανονικὸν καὶ τὸ νόμιμον τῶν προτάσεων τοῦ
1951Γενικοῦ Διοικητοῦ, καὶ νὰ μὴ παραδέχηται καὶ ἐκτελῇ
1952ἐκείνας, αἵτινες κρίνονται ὑπ’ αὐτοῦ μὴ κανονικαὶ μηδὲ
1953νόμιμοι, εἴτε περὶ τῶν κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμῶν πρό-
1954κειται εἴτε περὶ τῶν κατ’ ἐκλογήν.
1955Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος αὐτὸ τῆς
1956αἰτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, πρέπει νὰ κατατε-
1957θῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ, τὰ ἀφορῶντα αὐτὸν, νομίζω
1958ὅτι ἔχει δικαίωμα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύ-
1959ναται νὰ καταθέσῃ αὐτὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
1960§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1961§124ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Παραιτοῦμαι.
1962§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ροδόπουλος.
1963§126Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὑπάρχουσι
1964δύο χωρία, Πυργετὸς καὶ Αἴγανη, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἀρ-
1965χὰς τοῦ αἰῶνος τούτου ὁ Ἀλῆ–πασσᾶς θελήσας νὰ κάμῃ
1966ἰδιοκτησίαν του, ἐφυλάκισε πέντε προκρίτους ἐκ τῶν κατοί-
1967κων αὐτῶν, καὶ κατώρθωσεν οὕτω διὰ τῆς βίας νὰ ἐπιβάλῃ
1968εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ δίδωσιν ὡς ἴμορον, ἤτοι εἶδος δικαιώ-
1969ματος ἐπικαρπίας, τὸ ⅓ τοῦ εἰσοδήματος· ἀλλ’ ἐσεβά-
1970σθη τὴν ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν κήπων ἰδιο-
1971κτησίαν τῶν χωρικῶν, οἵτινες ἔμειναν ἀνενόχλητη κύριοι καὶ
1972νομεῖς τῶν οἰκιῶν, κήπων καὶ ἀμπέλων, χωρὶς ποτε νὰ τοῖς
1973ζητηθῇ τίποτε ἐπὶ τουρκοκρατίας μέχρι τῆς προσαρτήσεως
1974τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅ,τι ὅμως ὁ Ἀλῆ–πασ-
1975σᾶς καὶ ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἐσεβάσθησαν ἄλλοι σήμερον, διά-
1976δοχοι ἐκείνων, προσεπάθησαν νὰ ὑφαρπάσωσιν ἀπὸ τοὺς χω-
1977ρικοὺς διὰ μέσων οὐχὶ ἠθικῶν, διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα γεννῶσιν
1978εὔλογον δισταγμὸν περὶ τῆς ἀμεροληψίας τῆς Διοικήσεως
1979καὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἓν ἐκ τῶν
1980πολλῶν, καταχθονίων καὶ δολερῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μετεχειρί-
1981σθησαν οἱ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως καὶ Δικαιοσύνης
1982ἀποπειρώμενοι νὰ δημιουργήσωσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν
1983ὑπῆρχον ἐπὶ τουρκοκρατίας, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἀπό τι-
1984νων ἐτῶν τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πληρώνουσιν οἱ
1985ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐν τῷ προκειμένῳ δὲν εἶναι ἰδιο-
1986κτῆται, ἀλλὰ δικαιοῦχοι, ὡς προεῖπον, τοῦ ἰμόρου, ἤτοι τοῦ
1987⅓ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσι
1988πραγματικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῶν γαιῶν, — δικαιοῦχοι, οἵτινες
1989εἶναι ὑπόχρεοι ἐκ τοῦ ὅτι λαμβάνουσι μέρος τοῦ εἰσοδήμα-
1990τος, νὰ δηλώνωσι τὰ ζῶα τῶν κατοίκων ἐπ’ ὀνόματί των,
1991καὶ πράγματι τὰ δηλώνουσι καὶ πληρώνουσι τὸν φόρον — οἱ
1992ἐπιστάται τῶν κατὰ τὰ εἰρημένα δικαιούχων τοῦ ἰμόρου καὶ
1993δῆθεν ἰδιοκτητῶν, ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τῶν χωρικῶν, ζη-
1994τοῦντες νὰ πληρώσωσι καὶ οὗτοι τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς μέρος τῶν
1995καταβληθέντων φόρων· ἀλλ’ οἱ χωρικοί, ἔχοντες ἄλλας ἀπαι-
1996τήσεις κατ’ αὐτῶν, καὶ ἰδίως διότι πρὸ τοῦ 1892 ἐπλήρω-
1997νον αὐτοὶ ἐξ ὁλοκλήρου τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
1998κατώρθωσαν νὰ μὴ ἐκδοθῶσιν ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν, ἀντιτά-
1999ξαντες τὰς περὶ συμψηφισμοῦ ἐνστάσεις των. Τότε οἱ ἰδιοκτῆ-
2000ται ἐτράπησαν εἰς διοικητικὴν καταδίωξιν, καὶ δυνάμει ἄρ-
2001θρου τινὸς τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν
2002ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ
2003τὸν ὑποταμίαν Τυρνάβου νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα καὶ συλλά-
2004βῃ 300 χωρικοὺς καὶ ἐγκλείσῃ αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακὰς, ἵνα
2005εἰσπράξῃ τὰς ἀπαιτήσεις, ἃς οἱ Τοῦρκοι ἔχουν κατὰ τῶν
2006χωρικῶν διὰ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς μέρος ἐκ τοῦ φόρου
2007τῶν ἀροτριώντων, ὅν τὸ Δημόσιον ἔχει εἰσπράξει. Ἐπειδὴ
2008δὲ οἱ ἐπιστάται εὑρίσκονται εἰς διαμάχας πρὸς τοὺς χω-
2009ρικοὺς ἕνεκα τῶν ζητημάτων τούτων, καὶ ἐπειδὴ οἱ χωρικοὶ
2010ἔστρεψαν τὰ βλέμματά των πρὸς τοὺς προκρίτους τῶν χω-
2011ρίων, οἵτινες κρατοῦσι τὴν σημαίαν τοῦ ἀγῶνος τῆς ἀνεξ-
2012αρτησίας καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐπὶ τῶν οἰκιῶν κλπ. δι-
2013καιωμάτων των, καὶ ἀγωνίζονται κατὰ τῆς στάσεως τῶν
2014ἐπιστατῶν, οὗτοι καὶ ἐκ τῶν λόγων τούτων, καὶ διότι εἶναι
2015κομματάρχαι ἀντίθετοι ἐμοῦ καὶ τῶν χωρικῶν, οἵτινες εἶναι
2016σχεδὸν πάντες φίλοι μου, διὰ μὲν τοὺς μὴ εὐνοουμένους των ση-
2017μειώνουσιν εἰς τὰς δηλώσεις κτήνη, τὰ ὁποῖα οὗτοι δὲν ἔχου-
2018σι, διὰ δὲ τοὺς εὐνοουμένους ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὰ κτήνη, τὰ
2019ὁποῖα ἔχουσι, καὶ τοιουτοτρόπως εἰς τὸν κατάλογον τῆς δη-
2020λώσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὃν ὑπέβαλον οἱ ἐπιστάται,
2021περιέλαβον ἀνακριβείας τοιαύτας, ἵνα πιέσωσι καὶ καταστρέ-
2022ψωσι τοὺς προκρίτους, καὶ οὕτως οἱ ἄλλοι, οἱ μικροὶ καὶ ἀνί-
2023σχυροι, μείνωσιν ἀπροστάτευτοι καὶ ἄνευ κεφαλῆς, καὶ μὴ
2024δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν
2025χωρίων των! Εἰς τὰ σχέδιά των δὲ ταῦτα ἐπικούρους ζητοῦσι
2026τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἐπιδιώκοντες, ὅπως αὗται ἐκδώσωσιν
2027ἐντάλματα καταδιώξεως καὶ φυλακίσεως διὰ χρέη μὴ νομί-
2028μως βεβαιωμένα καὶ μὴ ὀφειλόμενα, ἰδίως μὲν κατὰ τῶν προ-
2029κρίτων, συλλήβδην δὲ καθ’ ὅλου τοῦ πληθυσμοῦ τῶν χωρίων.
2030Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
2031καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐπιστήσῃ τὴν
2032προσοχήν του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ μὴ διατάξῃ τὴν
2033τοιαύτην παράνομον ἔκδοσιν ἐνταλμάτων ὑπὸ τῶν ταμιῶν.
2034Καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1901, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦλθεν ἐνώ-
2035πιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,
2036συνεπείᾳ ὁμοίας αἰτήσεως τῶν δικαιούχων τοῦ ἰμόρου, ὅπως
2037ὁ ταμίας καταδιώξῃ διὰ λογαριασμόν των καὶ εἰσπράξῃ ἀπὸ
2038τοὺς χωρικοὺς τὸν ἀξιούμενον ἀπ’ αὐτῶν φόρον, ὃν οὗτοι
2039κατέβαλον. Τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
2040μικῶν ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς ἀξιοῦντας ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται τοῦ
2041χωρίου ἐκείνου καὶ ὅτι ἐπλήρωσαν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀγρο-
2042ληπτῶν φόρον, νὰ προσαγάγωσι συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων
2043νὰ ἀποδείξουν τὴν σχέσιν τῆς ἀγροληψίας, ἡ ὁποία ὑπάρ-
2044χει μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν χωρικῶν. Ἐζήτησε, λέγω, ἡ
2045ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοὺς κυρίους
2046αὐτοὺς νὰ παρουσιάσωσι συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀπο-
2047δεικνύωνται ὄχι μόνον αἱ κολληγικαὶ σχέσεις, ἀλλὰ καὶ ὁ
2048ἀριθμὸς τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα ἔχει διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν
2049κολληγικῶς καλλιεργουμένων γαιῶν ἕκαστος χωρικός, ὥστε νὰ
2050ὑπάρχῃ μία ἀπόδειξις, ὅτι πράγματι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ὄχι
2051μόνον εἶναι ἀγρολήπτης, λαμβάνων μέρος τοῦ εἰσοδήματος,
2052ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔχει ἐκεῖνον τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν, διὰ τὰ
2053ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀναλογίαν
2054τοῦ καταβληθέντος φόρου. Καθότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν,
2055οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ εἰσπραχθῇ χωρὶς νὰ ἔχῃ νομίμως
2056βεβαιωθῇ. Ποία νόμιμος βεβαίωσις τοῦ φόρου ὑπάρχει ἐν τῷ
2057προκειμένῳ κατὰ τῶν χωρικῶν, καθ’ ὧν ζητεῖται ἡ ἔκδοσις
2058ἐνταλμάτων; Ἐκ τῆς δηλώσεως τῶν ἐπιστατῶν, οἱ ὁποῖοι
2059ἀναγράφουν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐπ’ ὀνόματι ἑκάστου χω-
2060ρικοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ἀνωτέρω ἐξέθηκα; Ἀλλ’ ἡ δήλωσις
2061αὕτη μόνον διὰ τοὺς δηλοῦντας ἀποτελεῖ βεβαίωσιν, καὶ ὄχι
2062καὶ διὰ τοὺς τρίτους, τοὺς μὴ συμπράξαντας. Ἑπομένως δὲν
2063ὑπάρχει ἀκριβὴς κατάλογος, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ δύναται
2064νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις. Ἐὰν ὑπῆρχον συμβόλαια, ἐν τοῖς
2065ὁποίοις νὰ ἀναγράφηται ὁ ἀριθμὸς τῶν κτηνῶν ἑκάστου κολ-
2066λήγου, δι’ ὧν οὗτος θὰ εἰργάζετο, βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ
2067γείνῃ διοικητικὴ καταδίωξις, διότι ἐκ τῶν συμβολαίων θὰ
2068προέκυπτε μία βεβαίωσις· ἀλλὰ τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουν.
2069Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο κατέθηκα καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν,
2070καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελε-
2071τήσῃ τὸ ζήτημα, διότι σκοπὸς τῆς ἐπιδιωκομένης ἐνεργείας
2072δὲν εἶναι ἡ εἴσπραξις χρημάτων, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐκδίκησις τῶν
2073ἐπιστατῶν κατὰ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι
2074ἀμύνονται ὑπὲρ τῶν ἑαυτῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ αὐ-
2075τὸς ὁ σατράπης τῶν Ἰωαννίνων ἐσεβάσθη, καὶ τὰ ὁποῖα νῦν
2076ὑπούλως καὶ δι’ ἀκατονομάστων μέσων, ἅπερ ἐν καιρῷ θέλω
2077ἐκθέσει, ἐργάζονται νὰ τοῖς ὑποκλέψωσι, τῇ συνδρομῇ δυστυ-
2078χῶς καὶ πολιτευομένων, τῶν ὁποίων ἡ ἐν τῷ προκειμένῳ
2079ἐνέργεια αὕτη εἶναι ἀληθῶς ἀξιοθρήνητος.
2080§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
2081διατάξεως;
2082§128Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
2083§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
2084§130Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Κοκκέβη, τέλος πάντων δὲν
2085ἀφίνετε νὰ ἐργασθῶμεν;
2086§131Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος ἀνε-
2087κοίνωσεν ἓν τηλεγράφημα. Δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ δὲν
2088τὸ ἤκουσα. Ὅτε δὲ μετ’ ὀλίγον μετέβην εἰς τὴν οἰκίαν μου,
2089εὗρον ὅμοιον τηλεγράφημα...
2090§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη, κύριε Κοκκέβη, αὐτὸ τὸ τηλε-
2091γράφημα.
2092§133Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα ἐγώ.
2093§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη ἤδη.
2094§135Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ.
2095§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε αὔριον λόγον.
2096§137ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
2097§138Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα ἔχει ὡς ἑξῆς...
2098§139ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ἠκούσαμεν τὸ τηλεγράφημα.
2099§140Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (ἀναγινώσκει).
2100«Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς, βουλευτὴν Κοκκέβην
2101» Ἀθήνας.
2102»Εἶναι ἀναληθές, ὅτι ὁ νομάρχης Τριφυλίας ἐνέκρινεν ἐκ-
2103τέλεσιν ἔργων ἄνευ δημοπρασίας.
2104» Ἂν βουλευτὴς Πονηρόπουλος ἐνδιαφέρηται περὶ δημο-
2105τικῶν χρημάτων, ἂς δώσῃ πληροφορίας τρόπου διασπαθή-
2106σεως δανείου 85,000 δραχμῶν, ἃς ἐδανείσθη ὁ δῆμος τὸ 1885
2107ἐπὶ τοῦ τότε δημάρχου φίλου του, καὶ πῶς ἔλλειμμα 14,000
2108δραχμῶν χρήσεως 1887 ἐκαλύπτετο.
2109» Ἡ διασπαθητικὴ διαχείρισις, ὑπὲρ ἧς ἐνδιαφέρεται
2110Πονηρόπουλος, περιήγαγεν οἰκονομικὰ δήμου μας εἰς θέσιν
2111μὴ ἐπιτρέπουσαν ἀτυχῶς ἐκτέλεσιν ἔργων· πάντα δὲ τὰ
2112ὑπ’ ἐμοῦ ἐκτελεσθέντα εἶναι μικρᾶς ἀξίας, καὶ ἐξετελέσθησαν
2113κατὰ νομίμους διατυπώσεις.
2114» Ταῦτα, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἀνακοινώσατε
2115εἰς Βουλὴν, εἰς ἀπάντησιν τῶν κατ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντων ὑπὸ
2116βουλευτοῦ Πονηροπούλου.
2117» Δήμαρχος Κυπαρισσίας
2118» Π. Πάτερης.»
2119§141ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτὰ,
2120κύριε Κοκκέβη. Θ’ ἀρχίσωμεν προσωπικὰ τώρα;
2121§142Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ
2122ἀκούωμεν προσωπικά.
2123§143Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ὁ συνάδελφος
2124κ. Πονηρόπουλος ἔκαμεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
2125τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Τὰς πληρο-
2126φορίας αὐτὰς τὰς δίδει ὁ κ. δήμαρχος, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέ-
2127γνωσα τὸ τηλεγράφημα (ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κατ’ ἐκεί-
2128νην τὴν στιγμὴν εἰσερχόμενον εἰς τὴν αἴθουσαν κ. Πονηρό-
2129πουλον). Ὁ δήμαρχος Κυπαρισσίας ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπε-
2130ρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
2131Ἐσωτερικῶν.
2132§144Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον.
2133§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἐν ὀργῇ). Ὁρίστε, κύριε Πονηρόπουλε.
2134§146Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τότε θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. (Θό-
2135ρυβος καὶ διάλογοι).
2136§147Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα, κύριε Πρόε-
2137δρε, παρακαλῶ.
2138§148Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁρίστε! (ἐγχειρίζει αὐτῷ τὸ τηλε-
2139γράφημα).
2140§149Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
2141Καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχω μετὰ τοῦ κ. Στάη,
2142ὅτι εἶναι ἄξιον περιφρονήσεως τὸ τηλεγράφημα. Ὁ δήμαρ-
2143χος προλαμβάνει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Φρονῶ
2144δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον, τὸν
2145δήμαρχον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος σπεύδει νὰ ἀναφερθῇ πρὸς τὴν
2146Βουλὴν καθ’ ὑπέρβασιν καὶ τῆς ἱεραρχίας, νὰ τὸν φέρῃ εἰς
2147τὴν τάξιν. Ὁ κύριος δήμαρχος ἀναφέρει, ὅτι οὐδὲν δημοτι-
2148κὸν ἔργον ἐκτελεῖται ἄνευ δημοπρασίας. Ἐγὼ καθῆκον εἶχον,
2149ὡς Βουλευτὴς Τριφυλίας, νὰ ἀναγγείλω τὰ γεγονότα, καὶ
2150νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἁρ-
2151μοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ προσκομίσῃ τὸν πίνακα τῶν
2152ἐκτελουμένων ἔργων, καὶ τότε θέλομεν συζητήσει.
2153§150Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
2154τερικῶν). Κύριε συνάδελφε, τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν μὲ
2155ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ φέρω
2156τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε· ἔστε δὲ βέβαιος,
2157ὅτι θὰ τὰς φέρω προσεχῶς.
2158§151Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οὐδεμίαν ἔχω
2159ἀμφιβολίαν, διότι πεποίθησιν ἔχω ἐπὶ τὸν χαρακτῆρα ὑμῶν.
2160Πεποίθησιν ἔχω, ὅτι ὑμεῖς κήδεσθε καὶ τῶν δημοσίων καὶ
2161τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, καὶ ὅτι ἔχετε πλήρη συναί-
2162σθησιν τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε, καὶ τῆς ἀποστο-
2163λῆς, τὴν ὁποίαν ἔχετε. Ἀπαντῶ ὅμως εἰς τοὺς προσωπικοὺς
2164ὑπαινιγμοὺς τοῦ τηλεγραφοῦντος δημάρχου.
2165Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ δανείου τοῦ 1885,
2166καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγὼ ἀπουσίαζον τῆς Κυπαρισσίας, διότι εἶ-
2167χον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ εἰς τὸν στρατόν, ὡς ἔφεδρος, ἄγων
2168τὴν ἡλικίαν τοῦ 22ου ἔτους. Εἶναι λοιπὸν ἀστεῖον, ἐὰν
2169ὑπαινίσσηται ἐμέ, ὅτι διεσπάθησα χρήματα δημοτικά.
2170§152Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἀποβλέπει σᾶς.
2171§153Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖ περὶ φίλου μου εὐϋπο-
2172λήπτου, δημάρχου τότε Κυπαρισσίας, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε
2173σπουδαῖα καὶ ὑπάρχοντα ἤδη ἔργα διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ,
2174καὶ τὸ δάνειον αὐτό, γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ἐχρησι-
2175μοποιήθη καταλλήλως.
2176Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ τηλεγράφημα
2177τοῦτο, πρὶν ἢ ἔλθωσιν αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι.
2178§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παλάσκα.
2179§155ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται, κύριε Πρόεδρε.
2180§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
2181ρησίας διατάξεως;
2182§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2183§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2184ταξιν.
2185§159Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας δια-
2186τάξεως ζητῶ τὸν λόγον.
2187§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
2188§161Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ φέρω τὸν λόγον περὶ προ-
2189τάξεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
2190§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
2191§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
2192§164Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους.
2193§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττόν· δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
2194Διότι σήμερον, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι θὰ εἰσηρχόμεθα ἐνωρὶς
2195εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατετάχθησαν πρῶτα ἐκεῖνα
2196τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ χθὲς ἀναγνωσθῆ ὡς
2197πρῶτα, κατετάχθησαν δηλαδὴ πρὸ τοῦ σταφιδικοῦ· ἀλλὰ
2198βεβαίως αὐτὴν τὴν ὥραν ἀναγκαίως, ἀφοῦ διεκόπη χθὲς ἡ
2199συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἄρθρον, καὶ πρόκειται νὰ
2200γείνῃ ψηφοφορία, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ προταχθῇ. Δὲν
2201ὑπάρχει ἀντίρρησις.
2202§166Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁρίστε, κύριε Ροῦφε! ὅ,τι θέλετε,
2203μᾶς κάμνετε! (γέλωτες).
2204§167Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τώρα, ποῦ θὰ ψηφίσητε καὶ τὸ ἀπεριό-
2205ριστον! (γέλωτες).
2206§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑποθέτω
2207ὅτι ὑπάρχει διχογνωμία, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ποσοστοῦ τῆς
2208παρακρατήσεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς πληρωμῆς δι-
2209καιώματος ἐμφυτεύσεως. Αὐτὰ δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀρχὴν
2210τοῦ νομοσχεδίου.
2211§169Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀρχή, κύριε
2212Πρόεδρε;
2213§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν
2214παρακράτησιν· ὑπάρχουσι διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐμφύ-
2215τευσιν· ὑπάρχουσι διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀναδιοργάνω-
2216σιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Αἱ διατάξεις αὗται, αἵτινες
2217ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης,
2218περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως δὲν
2219ὑπάρχει λόγος, ὅπως αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς
2220τὴν βελτίωσιν ἀκριβῶς τοῦ καθεστῶτος, γείνωσιν ἀντικείμε-
2221νον ψηφοφορίας κατ’ ἀρχήν.
2222§171Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει καμμία
2223ἀρχή.
2224§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν, ἂν θέλητε, νὰ ζητήσητε
2225ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
2226§173Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν ποία εἶναι ἡ
2227ἀρχή.
2228§174Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ τρο-
2229ποποίησις τοῦ ὑφισταμένου νόμου.
2230§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου ἐπιγράφεται «περὶ
2231μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899
2232περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως
2233Σταφιδικῆς Τραπέζης». Λοιπὸν μία ἑκάστη ἐκ τῶν διατά-
2234ξεων τῆς προτάσεως νόμου ἀποτελεῖ ἰδίαν ἀρχήν.
2235§176Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀρχή.
2236§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀρχαί, τὰς ὁποίας δὲν
2237εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ χωρίσωμεν.
2238§178Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον
2239περιέχει τρεῖς ἢ τέσσαρας κεντρικὰς ἰδέας, βεβαίως, διὰ νὰ
2240ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχήν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τέσσαρα νομο-
2241σχέδια χωριστά.
2242§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἀποτε-
2243λοῦσιν ἴδιον νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ φύσις τῆς
2244τροπολογίας, ὅπως ὑπεβλήθη, δίδει εἰς ἕκαστον τὴν ἐλευθε-
2245ρίαν νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν γνώμην του.
2246§180Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατ’ ἄρθρον, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶ-
2247ναι τροπολογία τοῦ ὑφεστῶτος νόμου.
2248§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως κατ’ ἄρθρον.
2249§182Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν ἔχῃ ἀρχὴν τὸ νο-
2250μοσχέδιον, εἶναι ἀπαράδεκτον.
2251§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι πολλαπλῆ, καὶ ἀναγκαίως
2252θὰ τὴν θέσω εἰς ψηφοφορίαν συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν.
2253Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
2254σιν. (Ἐγείρονται πολλοί).
2255§184Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀρχή,
2256πῶς θὰ ψηφίσωμεν;
2257§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλαπλῆ ἡ ἀρχή.
2258§186Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν ἀριθμόν;
2259§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
2260§188Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι δύσκολον νὰ
2261ψηφίσωμεν.
2262§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν· τί θέλετε;
2263§190ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη,
2264κύριε Πρόεδρε;
2265§191Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί παρεδέχθη ἡ Βουλή;
2266§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχητε, κύριε Παναγιωτόπουλε, νὰ
2267διατυπώσητε καμμίαν πρότασιν, διατυπώσατέ την, διὰ νὰ
2268μὴ χάνωμεν καιρόν.
2269§193Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα, κύριε Πρόεδρε,
2270εἰς τί ἠρωτήθη ἡ Βουλή.
2271§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς πολλαπλῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως
2272νόμου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τροπολογίαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου.
2273§195Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἐνέχει τὴν ἔννοιαν
2274μιᾶς ἰδέας.
2275§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐρωταπόκρισιν νὰ
2276προβῶμεν. Σᾶς παρακαλῶ, ἔχετε τὸν λόγον· ὁρίστε.
2277§197Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως
2278διετυπώθη, ἔχει βεβαίως μίαν ἀρχήν. Ὑπάρχει νόμος περὶ
2279παρακρατήσεως καὶ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης· ζητεῖται
2280διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου. Ἡ
2281τροποποίησις βεβαίως ἔχει διάφορα μέρη· ζητεῖται ἡ τρο-
2282ποποίησις τῆς Α διατάξεως τοῦ νόμου, τῆς Β, τῆς Γ.
2283Πάντως ὅμως ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ὑπάρχοντος νό-
2284μου. Τώρα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δεχόμεθα τὴν τροπο-
2285ποίησιν τῆς Α διατάξεως, δὲν δεχόμεθα δὲ τὴν τροποποίησιν
2286τῆς Β διατάξεως. Ὥστε πάντως ἔχει ἀρχὴν τὸ νομοσχέ-
2287διον· ἡ ἀρχή του δ’ εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ ὑφισταμένου νό-
2288μου. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς τροποποιήσεως τοῦ ὑφιστα-
2289μένου νόμου θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
2290§198Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταλήγο-
2291μεν εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι δύσκολον τὴν
2292ψηφοφορίαν· διότι, ἂν ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἦναι ὁ πόθος τῆς
2293μεταβολῆς τοῦ ὑφισταμένου νόμου, θὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι σύμ-
2294φωνοι, διότι ἡμεῖς, οἱ ἀντιτασσόμενοι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ,
2295ἐπιθυμοῦμεν τὴν κατάργησιν τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ
2296περιέχεται τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;
2297§199Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν ἀρχὴ ἦναι τροποποίησις, ἠμπο-
2298ρεῖτε νὰ κάμητε τροποποίησιν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου.
2299§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως καὶ μεταρ-
2300ρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλ’ αἱ διάφοροι
2301αὗται μεταρρυθμίσεις ἀφορῶσιν εἰς διάφορα ἀντικείμενα· ψη-
2302φίζοντες τὴν ἀρχὴν, δὲν δεσμεύεσθε νὰ καταψηφίσητε τὰς
2303διατάξεις. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον
2304ἀποβλέπει εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν
2305παρακράτησιν, δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν πρὸς
2306κατάργησιν ἐντελῆ τῆς παρακρατήσεως, ἢ πρὸς μείωσιν τοῦ
2307ποσοστοῦ αὐτῆς.
2308§201Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε,...
2309§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀσημακόπουλε, νὰ καθήσητε· δὲν
2310ἔχετε οὔτε τὸν λόγον, οὔτε ψῆφον.
2311Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
2312§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ
2313ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβάνει διάφορα θέματα, εἰδι-
2314κοὶ δὲ λόγοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη γνωστοὶ εἰς τὴν Βουλήν,
2315μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ μὴ δηλώσωμεν, ὅτι ἀποδεχόμεθα πάντα
2316τὰ τοιαῦτα θέματα, διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν
2317ψῆφον.
2318§204Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι πάντως πρέπει νὰ
2319παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ παρα-
2320κράτησις...
2321§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι! Αὐτὴ εἶναι ἐψηφι-
2322σμένη.
2323§206Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, τῷ κει-
2324μένῳ, καὶ ἐν τῷ ψηφιζομένῳ νῦν νομοσχεδίῳ μία κυριεύει ἀρ-
2325χὴ, ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως.
2326§207ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδόλως.
2327§208Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς φέρεται ἀντίρρησις
2328ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης, ὅτι δηλαδὴ καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ
2329ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ παρακράτησις,
2330ἀφοῦ κυρίως κανονίζει σχετικὰς πρὸς τὸν κείμενον νόμον δια-
2331τάξεις, καὶ μόνον εἰσάγει τὸ ἀπροσδιόριστον, τὴν ἀπαγόρευ-
2332σιν νέων φυτειῶν, τὴν χρησιμοποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος.
2333Ὅλα αὐτὰ εἶναι διάφοροι ὄψεις πάντοτε τῆς παρακρατή-
2334σεως· λοιπὸν δὲν εὑρίσκω, ὅτι ἄλλο τι θὰ ψηφίσωμεν νῦν ἢ
2335τὴν παρακράτησιν· ἑπομένως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς παρακρα-
2336τήσεως μᾶς καλεῖτε νὰ ψηφίσωμεν. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ
2337τὴν ἀρχὴν εἰς ἀμφισβήτησιν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὴν ἀρχὴν
2338τῆς παρακρατήσεως τὴν ἀποδέχονται σήμερον ὅλοι, ἂν ὄχι
2339δι’ ἄλλο, ἀλλὰ διότι ἐδημιούργησε σχέσεις τοιαύτας, ὥστε
2340καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐναντίον αὐτῆς, δὲν δύνανται νὰ
2341τὴν ἀρνηθῶσιν, ἀλλὰ διαφωνοῦσιν ὡς πρός τινας διατάξεις,
2342τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν αὐτὸ πρέπει νὰ
2343ἦναι τὸ πνεῦμα τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
2344§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ ἀξιό-
2345τιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὡς τὸ
2346ἔθεσε τώρα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου μᾶς εἶπεν, ὅτι
2347τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὅτι
2348ὅσοι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ψηφίζουσιν ὑπὲρ τῆς παρακρατή-
2349σεως, ὅσοι κατὰ τῆς ἀρχῆς ψηφίζουσι κατὰ τῆς παρακρα-
2350τήσεως. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον, διότι ἀπορρι-
2351πτομένου τοῦ νομοσχεδίου μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ παρα-
2352κρατήσεως, ὁ νόμος ὁ καθιερῶν τὴν παρακράτησιν. Δὲν εἶναι
2353δυνατὸν λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅσοι ψηφίσουν κατὰ τοῦ νο-
2354μοσχεδίου ψηφίζουν κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Νομίζω ὅτι
2355τὸ ζήτημα ὀρθότατα ἐτέθη, ὡς ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κυνου-
2356ρίας Βουλευτοῦ· πρόκειται περὶ προτάσεως νόμου, διὰ τῆς
2357ὁποίας ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ὅσοι
2358παραδέχονται τὴν ἀρχὴν τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου τού-
2359του, εἴτε δι’ ἕνα λόγον εἴτε δι’ ἄλλον, θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ
2360τῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ οἱ ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς εἶναι ἐλεύ-
2361θεροι, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀπροσδιορίστου τῆς
2362παρακρατήσεως, νὰ εἴπωσιν, ὅτι τὴν τροπολογίαν ταύτην
2363δὲν παραδέχονται, ὡς καὶ τὴν ἐπιβάλλουσαν πρόστιμον εἰς
2364τοὺς καλλιεργοῦντας νέας φυτείας· ὅτι παραδέχονται τὴν
2365τροπολογίαν τὴν ἀφορῶσαν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἢ
2366παραδέχονται μόνον τὸ ἀπροσδιόριστον τῆς παρακρατήσεως,
2367καὶ ὄχι καὶ τὰς ἄλλας διατάξεις. Ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν
2368ἔννοιαν θὰ ψηφίσωμεν. Οἱ παραδεχόμενοι τουτέστιν, ὅτι ὁ
2369ἰσχύων νόμος δέον νὰ τροποποιηθῇ, θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς
2370ἀρχῆς, οἱ δὲ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος πρέπει νὰ
2371μείνῃ ὡς ἔχει, θὰ ψηφίσωσι κατὰ τῆς ἀρχῆς.
2372§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς τοῦτο· ὅτι ἐν ᾗ
2373περιπτώσει δὲν ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅλαι αἱ
2374διατάξεις αὐτοῦ καταπίπτουσι, θὰ ἰσχύῃ δὲ τὸ καθεστώς.
2375§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
2376§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ καθεστὼς δηλαδὴ τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ
2377τοῦ 1899.
2378§213Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἄλλως, οὔτε
2379ἀπαιτεῖται ἐξήγησις· εἶναι τόσον σαφὲς τὸ πρᾶγμα!
2380§214ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς τὰ λεχθέντα
2381ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2382Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶχον ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον,
2383ἀκριβῶς ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ
2384ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ συνεννοηθῶμεν, τί ψηφίζομεν· διὰ
2385νὰ συνεννοηθῶμεν δὲ ἐπὶ τίνος θὰ ψηφίσωμεν, πρέπει νὰ λά-
2386βωμεν ὑπ’ ὄψιν, πῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προέκυψε, καὶ
2387πῶς ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συνέστη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ
2388πρὸς μελέτην τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλ-
2389θεν, ἐμελέτησε τὰ διάφορα ζητήματα, καὶ προέβη εἰς τὴν
2390σύνταξιν ἑνὸς νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προετάθη
2391εἰς τὴν Βουλήν, ὡς μεταρρυθμιστικὸν τοῦ κειμένου νόμου,
2392διατυπωθὲν εἰς διάφορα ἄρθρα, οὐχὶ αὐτοτελῆ, ἀλλ’ εἰς ἕν
2393καὶ μόνον ἄρθρον, καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες τὴν γενομένην συζή-
2394τησιν ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἓν ἄρθρον,
2395ἀλλὰ προτάσεις κεχωρισμένας περὶ τροποποιήσεως ὡρισμέ-
2396νων ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Ἠπόρησα δὲ τῇ ἀλη-
2397θείᾳ, ὅτε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου
2398ἤκουσα νὰ γίνεται τοσοῦτος πάταγος καὶ τοσαύτη συζήτη-
2399σις περὶ παρακρατήσεως, καὶ ἴσως ἐκ τούτου ὁ κ. Δελη-
2400γεώργης παρεσύρθη νὰ νομίσῃ, ὅτι σήμερον ὑπὸ τὴν σκέψιν
2401τῆς Βουλῆς τίθεται τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ
2402παρακράτησις ἢ νὰ καταργηθῇ. Οὐδὲν τούτου ἀβασιμώτερον·
2403διότι, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς παρετήρησεν,
2404ὁ νόμος ὁ ἰσχύων καθιεροῖ τὴν παρακράτησιν, τὸ νομοσχέ-
2405διον δὲ κατὰ τοῦτο συνιστᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου,
2406καθόσον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη, ὅτι τὸ πο-
2407σοστὸν τῆς παρακρατήσεως δέον νὰ μείνῃ ἀπεριόριστον.
2408Τοῦτο λοιπὸν εἶναι μία ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· τὸ ποσοστὸν
2409τῆς παρακρατήσεως νὰ μείνῃ ἀπεριόριστον. Ἄλλη ἀρχὴ τοῦ
2410νομοσχεδίου εἶναι, ἂν πρέπει νὰ τεθῇ φόρος ἀπαγορευτικὸς
2411ἐπὶ τῶν νέων φυτειῶν. Ἄλλη ἀρχή, ἂν τὸ παρακράτημα θὰ
2412χρησιμοποιῆται πρὸς οἱανδήποτε ἀπεριορίστως βιομηχανικὴν
2413χρῆσιν, ἢ ὄχι. Πλὴν δὲ τούτων ἔρχονται διατάξεις ἀφορῶσαι
2414εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Δὲν ὑπάρχει
2415λοιπὸν ζήτημα περὶ παρακρατήσεως, ἀλλὰ περὶ ποσοστοῦ
2416παρακρατήσεως.
2417Καὶ ἐπειδή, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν
2418εἰς συζητήσεις, καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπα-
2419νειλημμένως προκληθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι δὲν τῇ
2420ἐπετρέπετο ν’ ἀποφήνηται γνώμην, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει
2421νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῆς ψη-
2422φίσεως μιᾶς ἀρχῆς.
2423§215Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πῶς θὰ γείνουν αὐτά;
2424Πρέπει νὰ φέρητε τέσσαρα νομοσχέδια.
2425§216Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θέλουσιν οἱ Κύριοι, ἂν ἦναι ἐν πλειο-
2426νοψηφίᾳ, νὰ ἐξαρτήσωσι τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τοῦ
2427ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως; εἶναι κύριοι νὰ τὸ ἐξαρτή-
2428σωσι· θὰ φέρωσιν ὅμως καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς δυσχερεστά-
2429την θέσιν.
2430§217Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διατί;
2431§218Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διότι, ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2432δὲν κρίνει, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ φέρῃ αὐτὸ
2433ἐνώπιον τοῦ Στέμματος καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ·
2434τί πταίουσιν αἱ ἄλλαι διατάξεις, τῶν ὁποίων τὴν χρησιμό-
2435τητα πάντες ἀναγνωρίζομεν;
2436§219Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ἐγένετο προτήτερα.
2437§220Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅ,τι δὲν ἐγένετο προτήτερα, βάλετέ
2438μας πρόστιμον, διότι δὲν τὸ ἐκάμαμεν! Ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἐγέ-
2439νετο τότε, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ γείνῃ τώρα.
2440Ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως, κύριοι συνάδελφοι, τῆς ἀναπτυ-
2441χθείσης, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν ἀκόμη νὰ
2442ἐκφέρῃ γνώμην, καὶ ἂν ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν ὅτι ἔπρεπε νὰ
2443γείνῃ προτήτερα, εἶναι ἔγκλημα καθοσιώσεως, διότι δὲν ἔγει-
2444νεν; Αὐτὸ λοιπὸν ζητῶ νὰ πράξωμεν σήμερον. Δὲν ζητῶ τί-
2445ποτε παράλογον.
2446§221Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ ἀνατεθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ
2447συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον.
2448§222Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπιτροπῆς.
2449§223Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν περιμένει
2450νὰ φωτισθῇ. Περιμένει εἰδικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε.
2451§224Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, κύριε ἐξ Ἀττι-
2452κῆς Βουλευτά, ν’ ἀποχωρισθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη, καὶ νὰ
2453μὴ συρθῇ ὄπισθεν τῆς διατάξεως ταύτης ὁλόκληρος ἡ ὕπαρ-
2454ξις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι παράλογον τοῦτο;
2455§225Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλαὶ διατάξεις τότε πρέπει
2456νὰ ἦναι, διότι εἶναι πολλαὶ θεμελιώδεις· τὸ ἀπροσδιόριστον
2457καὶ πολλὰ ἄλλα.
2458§226Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε· δὲν
2459συνεννοούμεθα! — ἴσως καὶ διότι ἄγομαι ἐξ ἄλλων ἰδεῶν. —
2460Ἐγὼ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχω, λαβὼν τὸν λόγον, ἵνα μὴ,
2461καταψηφιζομένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐτέθη
2462ὀρθῶς, πέσῃ ὅλον τὸ νομοσχέδιον (Θόρυβος).
2463§227Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
2464§228Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (πρὸς τοὺς θορυβοῦντας). Θὰ εἴπητε
2465τὰς ἰδέας σας καὶ σεῖς, καὶ θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἐδῶ δὲν
2466πρόκειται ὅπου πρωταρπάξῃ.
2467Ἐὰν ἀπορριφθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τότε θὰ πάῃ
2468σύξυλον τὸ νομοσχέδιον! Λοιπὸν δὲν βλέπω, τί θὰ κερδίσῃ
2469ἡ Βουλή, ἢ οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐκ τῆς ἀπορρίψεως
2470τοῦ νομοσχεδίου. Προτιμᾷ ἡ πλειονοψηφία νὰ μείνῃ τὸ κα-
2471θεστώς; Κυρία εἶναι νὰ τὸ πράξῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς,
2472ἐὰν θέλῃ νὰ μείνῃ τὸ καθεστώς. Ἀλλὰ τότε δὲν πρέπει νὰ
2473ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτύρωνται κατὰ τοῦ καθεστῶ-
2474τος τούτου, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ γείνωσι δημιουργοὶ τῆς
2475διαιωνίσεως τοῦ καθεστῶτος τούτου.
2476§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ δεκαετίαν.
2477§230ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπὶ δεκαετίαν...Καὶ ἂν δὲν ἦναι
2478ἀκουστὴ ἡ φωνὴ τῶν ἀντιφρονούντων, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ
2479ἀνωτέρου συμφέροντος λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναται
2480νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, κατὰ
2481τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ εἶμαι, διότι τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἄλλο
2482ἔπραξεν ἢ νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας,
2483διότι τὰ ζητήματα ταῦτα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐλύοντο διὰ τῆς
2484ψήφου τῶν πλειόνων, διότι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι.
2485§231Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε τί προτείνετε;
2486§232Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λοιπὸν, ἐγὼ προτείνω νὰ χωρισθῇ ἡ
2487διάταξις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως.
2488§233Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ πρόστιμον τῆς ἐμφυτεύ-
2489σεως.
2490§234ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐξαγωγῆς.
2491§235Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρχὴ νομοσχεδίου, Κύ-
2492ριε. Τὸ ἂν θὰ ἐξάγηται σταφὶς εἰς τὰς 16 Αὐγούστου ἢ εἰς
2493τὰς 6 Αὐγούστου, δὲν εἶναι ἀρχή, ἀλλὰ λεπτομέρεια.
2494§236Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς διατάξεως αὐτῆς καθ’ ἑαυ-
2495τὴν εἶναι ἀρχή.
2496§237Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε ὅλα τὰ κάμνομεν ἀρχήν! Δὲν
2497ἔχομεν ὀρθὴν ἔννοιαν! Ὑμεῖς συμφέρον ἔχετε ν’ ἀπορριφθῇ τὸ
2498νομοσχέδιον, καὶ βεβαίως ὑποστηρίζετε τὴν ἐκδοχὴν ταύ-
2499την. Ἐγὼ ὅμως, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπω καὶ εἰς τὰς ἄλλας δια-
2500τάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὑποστηρίζω ἄλλην.
2501§238Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀποβλέπω, ἀλλ’ εἰς
2502ἄλλο νομοσχέδιον.
2503§239Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε. Αὐτὰ ὑπάγονται ὑπὸ
2504μίαν ἀρχήν. Πρέπει νὰ ἀναδιοργανωθῇ τὸ Συμβούλιον καὶ ἡ
2505Συνέλευσις τῶν μετόχων; Αὐτὸ εἶναι ἀρχή. Ποῖαι εἶναι αἱ
2506λεπτομέρειαι; Εἶναι ἄλλο. Δὲν ἀντιπροσωπεύει λοιπὸν αὐτὸ
2507γενικὴν ἀρχὴν, διότι ἀρχὴ εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία περιλαμβάνει
2508ἐν γενικαῖς γραμμαῖς διατάξεις ἀναγομένας εἰς δεσπόζουσαν
2509σκέψιν.
2510Διὰ τοῦτο λοιπὸν προτείνω, Κύριοι, νὰ χωρισθῇ ἡ διά-
2511ταξις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως,
2512ἀλλὰ μὲ τὴν τροποποίησιν, ἡ ὁποία προὐτάθη, νομίζω,
2513ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, καὶ ἡ ὁποία εἶναι
2514συνέπεια τῆς ἐκδηλωθείσης γνώμης ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων,
2515τοῦ νὰ μείνῃ τουτέστι τὸ καθεστὼς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν
2516ἁρμόδιον εἰς τὸ νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὸ ποσοστὸν τῆς παρα-
2517κρατήσεως, τουτέστι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι τοῦ-
2518το ἀποτελεῖ ἕν ὅλον, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ χωριστὰ, καὶ
2519κατόπιν αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα ὑπάρ-
2520χει ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία θέλει ν’ ἀποχωρίσῃ καὶ τὴν
2521ἀπαγόρευσιν τῶν φυτειῶν; Δὲν ἀντιλέγω ὡς πρὸς τοῦτο.
2522§240Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐξαγωγῆς.
2523§241Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἄρθρον.
2524§242Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ, πῶς ἐπῆλθε σύγ-
2525χυσις ἐπὶ θέματος ἐντελῶς σαφοῦς. Αὐτὸς ὁ νόμος ἐπιγρά-
2526φεται «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΠΦΓʹ περὶ φορο-
2527λογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς
2528Τραπέζης». Ἐκ τούτου ῥητῶς ἐξάγεται, ὡς καὶ ὁ ἀξιότι-
2529μος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχε-
2530δίου εἶναι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου. Ὅσοι
2531θεωροῦσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως τοῦ ͵ΒΠΦΓʹ
2532νόμου, θὰ ψηφίσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο δὲ,
2533κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν πρὸ πάντων οἱ ἐν τῇ ἐπι-
2534τροπῇ. Μᾶς ἀνετέθη νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζη-
2535τήματος. Ἡμεῖς ἐλάβομεν ὡς ἀρχὴν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ
2536ὑπάρχοντος νόμου τοῦ 1899. Προφανῶς λοιπὸν, κύριε Πρόε-
2537δρε, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτή. Τὰ κατόπιν, εἰς
2538τὰ ὁποῖα μπερδεύονται διάφορα θέματα, εἶναι θέματα, εἰς
2539τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ψηφίσῃ κατὰ
2540τὴν γνώμην του. Ὅστις καταψηφίσῃ τὴν ἀρχήν, θὰ ἐκφρά-
2541σῃ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως,
2542καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἄλλη συζήτησις· ὅταν ὅμως
2543γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχή, τότε ἔχομεν χωριστὸν θέμα εἰς τὰς
2544καθ’ ἕκαστον διατάξεις, ὅπου δύναται ἕκαστος νὰ ψηφίσῃ
2545ὅπως θέλει.
2546Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναβολῆς οὔτε παραπομ-
2547πῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Ἑπομένως, κύριε Πρόε-
2548δρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρ-
2549χὴν ταύτην ὡς ἑξῆς: «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταρρύθμισιν
2550τοῦ ὑφεστῶτος νόμου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
2551γουσιν Ὄχι.»
2552§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2553§244Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν πρόκη-
2554ται περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου, δὲν πρέπει εἰς τὸ
2555νομοσχέδιον νὰ ὑπάρχωσι νέαι ἰδέαι· ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι νέαι
2556ἰδέαι, δὲν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑφισταμένου
2557νόμου. Ἔχομεν μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία καινοτομεῖ κατὰ τρό-
2558πον πρωτοφανῆ καὶ παράδοξον, τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαγορεύσεως
2559τῶν φυτειῶν· ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν, τὴν τοῦ ἀπροσδιορίστου,
2560τοῦ ἀπεριορίστου, τοῦ ἀπείρου τῆς παρακρατήσεως! Οὐδέ-
2561τερον τούτων περιέχεται εἰς τὸν παλαιὸν νόμον. Ἔχομεν ἄλ-
2562λην ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς τῆς
2563σταφίδος πρὸ ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Εἶναι τρο-
2564ποποίησις αὐτὰ νόμου ὑφισταμένου; ἢ εἶναι τρία θέματα
2565κεχωρισμένα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀποτελῶσι χωριστὸν ἕκα-
2566στον νομοσχέδιον, διότι καὶ ἀρχὴν νέαν παρεισάγει ἐν τῇ
2567νομοθεσίᾳ ἡμῶν κατὰ τὰς βάσεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν; Καὶ
2568ὅμως καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοιούτων ἰδεῶν!
2569Ὡς διετύπωσεν ὁ προλαλήσας, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ
2570γείνῃ μεταβολὴ τοῦ νόμου, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, καὶ
2571δὲν ὑπάρχει θέμα· διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ ὁμολογῶν, ὅτι
2572ὁ νόμος αὐτὸς καὶ τεθεὶς κακῶς ἐτέθη, καὶ ἔτι χειρότερον
2573λειτουργεῖ.
2574Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ ὀρθοτέρα γνώμη εἶναι
2575ἡ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ,
2576τοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν θελήσωμεν ἡνωμέ-
2577νως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν, ἀκριβῶς θὰ φθάσωμεν εἰς
2578τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν.
2579Μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν γνωμῶν
2580τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ ἀπεριόριστον τῆς
2581παρακρατήσεως, δὲν γνωρίζω, τί ἀκριβῶς μένει, ὡς πρὸς τὰς
2582τέσσαρας αὐτὰς θεμελιώδεις ἰδέας· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2583ἐπισπεύδουσιν οἱ συλλαλητήρια διοργανοῦντες, εἶναι πρὸ παν-
2584τὸς τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως. Δὲν βλέπω δὲ,
2585διατὶ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς καὶ τροχάδην προβαίνομεν
2586εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς προέβημεν εἰς τὸν κα-
2587ταρτισμὸν αὐτοῦ καθ’ ὃν χρόνον τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν
2588τῆς ἐπιτροπῆς ἀπουσίαζον εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Δὲν πι-
2589στεύω, ἐὰν ἀπόψε δὲν προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νο-
2590μοσχεδίου, ὅτι ἐκ τούτου ἐπίκειται κίνδυνος μέγας εἰς τὴν
2591σταφίδα. Βεβαίως συμφέροντα πολλὰ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ
2592τὴν στιγμὴν ταύτην, τὰ ὁποῖα θέλουσι κανονισθῆ ἐκ τῆς
2593τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἡμῶν ψήφου, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα
2594ταῦτα δὲν πιστεύω νὰ ἀφορῶσι τοὺς σταφιδικοὺς πληθυ-
2595σμούς· εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς αὐτούς.
2596Δι’ αὐτὸ συμμερίζομαι τὴν γνώμην, καὶ νομίζω, ὅτι πρέ-
2597πει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς διαί-
2598ρεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀκριβῶς διότι, ἂν ὑπάρχωσι χρήσι-
2599μοί τινες διατάξεις, συμψηφίζοντες ταύτας μετὰ τῆς διατά-
2600ξεως ἐκείνης περὶ τῆς ὁποίας ἀρκετὰ σαφῶς ἡ Κυβέρνησις
2601—ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἐπιτρέπεται νὰ ἀπο-
2602φαίνηται ἡ Κυβέρνησις—ἀπεφάνθη, θὰ καταστήσωμεν ὅλον
2603τὸ νομοθέτημα νεκρόν· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ
2604ψηφίσωσι καὶ διὰ τοὺς ἄλλους λόγους τὸ νομοθέτημα
2605τοῦτο, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν διαίρεσιν. Θέ-
2606λοντες ὅμως νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοθέτημα μὲ διάταξιν, τὴν
2607ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι μό-
2608νον περὶ αὐτῆς φροντίζουσιν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων,
2609τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ὅμως πραγματι-
2610κῶς φροντίζωσι καὶ περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων, ἐὰν πρὸ
2611παντὸς φροντίζωσιν, ἵνα τὸ χάος αὐτὸ, τὸ δημιουργηθὲν καὶ
2612τὸ ὀνομαζόμενον Σταφιδικὴ Τράπεζα, διοργανωθῇ, διατὶ θέ-
2613λουσι νὰ τὸ συνδέσωσιν ἀρρήκτως μετὰ τῆς διατάξεως ἐκεί-
2614νης, ἡ ὁποία εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ φέρῃ τὸ ναυάγιον τοῦ
2615νομοσχεδίου, ἀφοῦ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑποβληθῇ τοῦτο
2616ψηφιζόμενον εἰς τὴν κύρωσιν τὴν Βασιλικήν; Νομίζω γενικὸν
2617συμφέρον καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δὲ, καὶ ἰδίως δι’ ἐ-
2618κείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου νὰ προκύψῃ
2619τι ἀγαθὸν, τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν διαίρεσιν αὐ-
2620τοῦ καὶ τὴν ὑποβολὴν ἑκάστης τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν χω-
2621ριστὰ, ὥστε νὰ ἦναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ
2622τὴν μίαν ἀρχὴν, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ δ’ ἐκείνην, δι’ ἣν ὑπάρ-
2623χουσιν ἀντιρρήσεις σοβαραὶ, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει πρὸ παν-
2624τὸς νὰ προσέξωμεν, διότι, ἐὰν κλείσωμεν—ὅπως θὰ τὴν κλεί-
2625σωμεν—καὶ τὴν τελευταίαν ἀγορὰν, τὴν Ἀγγλικήν, δὲν
2626ἠξεύρω, τί χρειάζονται ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις, καὶ ἂν θὰ
2627ὑπάρχῃ σταφιδικὴ κρίσις, καὶ ἂν θὰ ὑπάρχωσι σταφιδικὰ
2628συμφέροντα.
2629§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπε-
2630στήριξεν ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, καὶ ἡ θεωρία αὐτοῦ,
2631ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουσιν ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ
2632τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ὁ κ. Βουλευτὴς
2633ὥρισε πρὸ ὀλίγου, αὐτοὶ κατ’ ἀνάγκην παραδέχονται τὴν
2634διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπεριορίστου, νομίζω, λέγω,
2635ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Διότι εὐθὺς ἐγὼ δηλῶ, ὅτι μετὰ
2636τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναμαι
2637νὰ ψηφίσω τὸ ἀπεριόριστον τοῦ παρακρατήματος, νομίζω δὲ,
2638ὅτι καὶ ὅσοι κήδονται τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα τὸ νομο-
2639σχέδιον τοῦτο σκοπεῖ νὰ προασπίσῃ, δὲν δύνανται νὰ ἐπιμέ-
2640νωσιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἀπεριορίστου, μετὰ τὰς δηλώσεις,
2641ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς
2642ἔκαμεν.
2643Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύεται,
2644ἄγει ἡμᾶς εἰς ἀναβολάς. Ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ ὀκτὼ ἤδη ὅλας
2645ἡμέρας συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐρχώμεθα
2646εἰς τὸ τέλος τῶν 8 ἡμερῶν καὶ λέγωμεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συ-
2647ζήτησις, ὅπως ἐπαναρχίσωμεν συζητοῦντες ἐπ’ αὐτοῦ, φο-
2648βοῦμαι ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ καταναλωθῇ ὅλη ἡ
2649Σύνοδος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
2650Δὲν βλέπω, τί κωλύει τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
2651σχεδίου καὶ διὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας ὅτι τὸ ἀπεριόριστον
2652πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν, καὶ διὰ τοὺς φρονοῦντας ὅτι τὸ ἀπε-
2653ριόριστον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Διότι θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις
2654καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸ ἀπε-
2655ριόριστον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἕκαστος θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του,
2656ψηφίζων κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει. Μόλις ὅμως παρα-
2657δεχθῶμεν τὸ διαιρετὸν, εἶναι ἀδύνατον νὰ σταματήσωμεν εἰς
2658τὴν διάταξιν ταύτην· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ διαιρετὸν
2659διὰ τὸ ἀπεριόριστον τοῦ παρακρατήματος, δὲν βλέπω διατὶ
2660δὲν θὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ καὶ διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν νέων
2661φυτειῶν. Μήπως δὲν εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς φυτείας σπου-
2662δαιότατον θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ καὶ ψη-
2663φισθῇ ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων διατάξεων; Ἐὰν ὅμως φθάσω-
2664μεν μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, θέλομεν παραδεχθῆ ὅτι πρέπει
2665νὰ ὑποβληθῶσι τέσσαρα νομοσχέδια, καὶ ἡ ὑποβολὴ τεσ-
2666σάρων νομοσχεδίων καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ψήφισιν αὐτῶν
2667ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης.
2668Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῶν
2669ζητημάτων, περὶ ὧν ἀσχολεῖται τὸ νομοσχέδιον, ἕκαστος ἐξ
2670ἡμῶν ἔχει ἤδη μορφώσει γνώμην, καὶ τὴν γνώμην του ταύτην
2671θέλει δηλώσει διὰ τῆς ψήφου του ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ
2672νομοσχεδίου τούτου. Τὴν στιγμὴν ὅμως ταύτην πρόκειται νὰ
2673ψηφίσωμεν περὶ τοῦ θέματος, ἂν πρέπει νὰ γείνωσι τροπολο-
2674γίαι ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἢ ὄχι. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι
2675πρέπει νὰ γείνωσι τροπολογίαι, —καὶ νομίζω ὅτι πάντες ἐν
2676τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παραδέχονται τοῦτο—θέλουσι ψηφίσει
2677ὑπὲρ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι θέλουσι ψηφίσει κατά. Πρέπει δὲ
2678νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφο-
2679ρῶντος τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἂν αἱ συζη-
2680τήσεις αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε θεωρηθῶσι μὴ ἐπαρκεῖς, θὰ
2681συζητήσωμεν πάλιν καὶ θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τού-
2682του. Τότε δ’ ἕκαστος θέλει ἐκφέρει εἰλικρινῶς τὴν γνώμην
2683του, ἐγὼ δὲ θέλω ψηφίσει, ὡς εἶπον, κατὰ τοῦ ἀπεριορίστου
2684τῆς παρακρατήσεως.
2685§246Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἴπῃ τις, δὲν
2686εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν ἀρ-
2687χήν. Αἱ ἀρχαὶ αὐτοῦ εἶναι πολλαὶ, ὡς παρέστησεν ὁ κύριος
2688Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ καὶ πατὴρ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι,
2689ἀσχέτως πρὸς τὸ ὅτι, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. ἐξ Αἰγια-
2690λείας συνάδελφος, ἑκάστη διάταξις καὶ ἕκαστον ἄρθρον τοῦ
2691ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου τροποποιεῖ δια-
2692τάξεις ἀντιστοίχους τοῦ παλαιοτέρου νόμου, ἢ εἰσάγει δια-
2693τάξεις μὴ ὑπαρχούσας ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἀσχέτως πρὸς
2694ταῦτα, αἱ διατάξεις αἱ περιληφθεῖσαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν
2695ἀποτελοῦσι σύστημα διατάξεων συναφῶν πρὸς ἀλλήλας,
2696σχετιζομένων στενῶς καὶ ἀναποσπάστως, ὥστε νὰ δύναται
2697νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπέρρευσεν ἀπὸ μιᾶς
2698ἀρχῆς. Πῶς λοιπὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δύναται
2699νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς ἀρχῆς, ἐν ᾧ τὸ
2700νομοσχέδιον δὲν ἀπέρρευσεν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀπὸ πολλῶν;
2701Διότι, τίνα σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἡ κα-
2702νονίζουσα τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως πρὸς τὴν ἑτέραν
2703διάταξιν αὐτοῦ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ
2704διορίζειν δύο τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς
2705Σταφιδικῆς Τραπέζης; Τίνα δὲ σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις ἡ
2706ἀπαγορεύουσα τὰς περαιτέρω φυτείας σταφιδαμπέλων πρὸς
2707τὴν διάταξιν τὴν προσδιορίζουσαν χρόνον πρὸς ἐξαγωγὴν τῆς
2708σταφίδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Οὐδεμία σχέσις ἢ συνάφεια τῶν
2709διαφόρων διατάξεων τούτων ὑπάρχει.
2710Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν μία ἀρχὴ, ἐφ’ ἧς νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή.
2711Καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δυσχερὴς
2712ἀληθῶς ἐστὶν ἡ θέσις τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἐκφράσει τῆς γνώ-
2713μης αὐτῆς; διότι, ἄν τινες τῶν κυρίων συναδέλφων ἦναι δια-
2714τεθειμένοι νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ μιᾶς τῶν πολλῶν ἀρχῶν τοῦ
2715νομοσχεδίου, εἶναι ὅμως διατεθειμένοι οἱ αὐτοὶ νὰ ψηφίσωσι
2716κατὰ τῶν ἄλλων ἀρχῶν. Ἐκ τούτου δυσχερὴς ἡ θέσις τῶν
2717συναδέλφων ἐκείνων. Διότι τί θὰ πράξωσιν οἱ συνάδελφοι
2718οὗτοι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀρ-
2719χῆς τοῦ νομοσχεδίου ἢ κατ’ αὐτῆς;
2720Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας
2721Βουλευτὴς, διερμηνεύων, νομίζω, ἐν τούτῳ τὴν γνώμην τοῦ
2722κόμματος, οὗτινος διευθύνει τὰς ἐργασίας.
2723§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐχί! Δὲν ὑπάρχει κόμμα εἰς τὸ ζή-
2724τημα τοῦτο.
2725§248Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνώμην ἔστω πολλῶν ἐκ
2726τῶν φίλων του.
2727§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὔτε τοῦτο. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθε-
2728ρος νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν γνώμην του.
2729§250Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ... Οὐχ ἧττον ἐλπίζω, ὅτι τὴν
2730γνώμην ταύτην πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἀποδέχονται.
2731Ἀληθῶς ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου
2732ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή, διότι εἰς τὸ ἀπροχώρη-
2733τον ἠθέλομεν φθάσει, ἂν ἠκολουθοῦμεν τὴν τάξιν, ἣν ὑπέ-
2734δειξεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, τῆς κατατμήσεως δηλ.
2735τοῦ νομοσχεδίου εἰς πολλὰ νομοσχέδια, μολονότι θεωρητικῶς
2736ὀρθὸν εἶναι νὰ κατατμηθῇ τοῦτο, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ψηφί-
2737σωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἑκάστου νομοσχεδίου, ἤτοι ἐπὶ τῶν
2738ἀρχῶν τῶν περιεχομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διαιρουμένῳ εἰς
2739νομοσχέδια αὐθύπαρκτα...
2740§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι
2741πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ὑφισταμένου νόμου καὶ περιέ-
2742χοντος τὰς αὐτὰς καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀρχάς.
2743§252Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας
2744Βουλευτὴς κατέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται
2745περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, διότι παρεισ-
2746άγονται διατάξεις ἄρδην ἀνατρέπουσαι τὸν παλαιὸν νόμον.
2747Καὶ λέγει μὲν ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρόκει-
2748ται περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν τῷ
2749νομοσχεδίῳ τούτῳ, τῷ τροποποιοῦντι τὸν κείμενον νόμον, περι-
2750λαμβάνονται πάμπολλαι διατάξεις, ἀνατρέπουσαι τὸν νόμον
2751τοῦτον. Δὲν περιέχει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον μίαν ἀρχὴν, ἀλλὰ
2752πολλὰς ἀρχὰς, καὶ εἰκότως δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι πρέπει νὰ
2753χωρισθῇ ἡ ψῆφος ἐπὶ ἑκάστης τῶν ἀρχῶν τούτων. Ἀλλ’
2754ἐπειδὴ τὸ ἔργον ἡμῶν ἤθελε καταντήσει εἰς ἄκρον δυσχερὲς,
2755καὶ ἴσως καὶ ὁ χρόνος διὰ τὴν περάτωσιν αὐτοῦ ἤθελεν εἶ-
2756σθαι ἀνεπαρκής, προσχωρῶ εἰς τὴν πρακτικωτέραν γνώμην.
2757Διότι, ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐναντίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν
2758ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, θέλομεν περιέλθει εἰς
2759κατάστασιν ἀπροχωρήτου! Ἀποδέχομαι λοιπὸν τὴν γνώμην
2760ταύτην, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι διὰ
2761τῆς ψήφου, ἣν θὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ, ἀποδεχομένη ἴσως κατ’
2762ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς ψήφου ταύτης δὲν δύναται
2763νὰ νοηθῇ, ὅτι οἱ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ψηφίσοντες ἐνδεικνύουσιν
2764ἐπιδοκιμασίαν τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου
2765εἴτε κατ’ ἀρχὴν εἴτε ἐν ταῖς λεπτομερείαις.
2766§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλέχθη αὐτό.
2767§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον.
2768§255Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐγὼ εἶμαι ἠναγκα-
2769σμένος νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος
2770ἀνυπάρκτου.
2771§256Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν
2772εἰσάγεται νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ἔχον πολλὰς καὶ δια-
2773φόρους προτάσεις. Οὐδέποτε ὅμως ἐγένετο λόγος περὶ διαι-
2774ρέσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς προτάσεις ταύ-
2775τας, οὐδ’ ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν
2776ζητημάτων τούτων. Ἕκαστος ψηφίζει εἰς τὰ καθέκαστα
2777κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅμως τοῦ νομοσχε-
2778δίου οὐδέποτε ἠγέρθη συζήτησις, ἂν αὕτη πρέπει νὰ ψη-
2779φισθῇ διαιρετῶς ἢ ἀδιαιρέτως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει
2780νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διότι οὐδεὶς ἔχει
2781νὰ ζημιωθῇ ἐκ τούτου, καὶ ἂν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἀρχὴ, ἔχο-
2782μεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ἔπειτα τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ
2783τῶν ἄρθρων.
2784§257Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐξηγήθη σαφῶς περὶ τίνος
2785πρόκειται.
2786§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγήθη, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου
2787εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ ὑφισταμένου νόμου, οἱ δὲ ψηφίζον-
2788τες τὴν ἀρχὴν οὐδαμῶς δεσμεύονται νὰ καταψηφίσωσιν οἱαν-
2789δήποτε διάταξιν.
2790Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύ-
2791της εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
2792(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2793Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως νόμου διε-
2794γράφη τὸ ἄρθρον 1 αὐτῆς· ἑπομένως τὸ ἄρθρον 2 λαμβάνει
2795σειρὰν ἄρθρου πρώτου.
2796Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
2797§259Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν.
2798§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῇ ὑπ’
2799ὄψιν.
2800§261Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν λαμβά-
2801νουσι μέρος οἱ νομάρχαι πάντων τῶν σταφιδοφόρων νομῶν,
2802διατὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ καὶ ὁ νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας;
2803Καὶ ἐν Ἀκαρνανίᾳ καλλιεργεῖται σταφίς.
2804§262ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2805§263Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ μνημονεύονται
2806σταφιδικοὶ Σύλλογοι καὶ Ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια νομί-
2807μως ἀνεγνωρισμένα. Ἀλλ’ ἂν συσταθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον
2808τοιαῦτα, διατὶ καὶ ταῦτα νὰ μὴ στέλλωσιν ἀντιπροσώ-
2809πους;
2810§264ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
2811§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακα-
2812λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
2813Βουλὴ παρεδέχθη.
2814§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2, τὸ 3ον τοῦ νομοσχεδίου (ἀνα-
2815γινώσκεται). Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 3
2816τοῦ κειμένου νόμου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἀντὶ «μέχρι
2817τῆς 4 Αὐγούστου» λέγει «μέχρι τῆς 10 Αὐγούστου».
2818§267Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἡ
2819μεταβολὴ τοῦ χρόνου.
2820§268Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ λέξις «ἀπο-
2821φασίζει», ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς «γνωμοδοτεῖ»,
2822ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου.
2823§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρ-
2824ρησις.
2825§270Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς, ἀντὶ τοῦ ἀπεριορίστου τοῦ ποσο-
2826στοῦ τῆς παρακρατήσεως, ζητοῦμεν τὸν περιορισμὸν εἰς 25%.
2827Ὡσαύτως δὲ μεταβολὴν τοῦ χρονικοῦ ὁρίου ἀπὸ «10 Αὐ-
2828γούστου» εἰς «4 Αὐγούστου», ὡς ἔχει ἡ διάταξις καὶ ἐν τῷ
2829ἰσχύοντι νόμῳ.
2830§271ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἓν σύνο-
2831λον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἓν ὅριον
2832χρονικὸν τῆς ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου, καὶ συνηρμολόγησε
2833τὴν σύγκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν δημοσίευσιν τῆς γνωμο-
2834δοτήσεώς της εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», καὶ
2835τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξαγωγῆς πρὸ τῆς πρώτης Σεπτεμ-
2836βρίου. Ἄν ταῦτα δὲν γείνωσι δεκτά, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ
2837σύστημα τοῦ κειμένου νόμου.
2838§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας
2839τοῦ ἄρθρου 2, ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἀπο-
2840φασίζει» διὰ τῆς λέξεως «γνωμοδοτεῖ».
2841Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
2842ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
2843παρεδέχθη.
2844Ἄρθρον 3, τὸ 4ον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται).
2845Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πε-
2846τιμεζᾶ (ἀναγινώσκεται).
2847§273Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκτὸς τῆς τροπολογίας, ἣν ἔχει
2848ὑποβάλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος καὶ τὴν
2849ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. γραμματεύς, ἔχουσιν ὑπο-
2850βληθῆ καὶ ἄλλαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογίαι. Ἔχει
2851ὑποβληθῆ μία τροπολογία ὑπ’ ἐμοῦ, ἑτέρα ὑπὸ τοῦ κυρίου
2852Παυλοπούλου, καὶ ἄλλαι ὑπ’ ἄλλων. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
2853προηγουμένου ἄρθρου καὶ τὴν γενομένην μεταβολὴν τοῦ
2854«ἀποφασίζει» εἰς «γνωμοδοτεῖ», τὸ ἄρθρον 4, γενόμενον 3,
2855δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι τὸ ἄρθρον 4
2856προβλέπει περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ὁριστικῆς,
2857ἐνῷ ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ
2858ἦναι ὁριστική. Ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, τοῦ ὁποίου τροπο-
2859ποίησιν ἤδη ἐπιχειροῦμεν, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἔχει ὁρισθῆ
2860τὸ ὅριον, μέχρις οὗ δύναται νὰ φθάσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
2861βούλιον ἐν τῇ ἀποφάσει του, προκειμένου περὶ τοῦ εἰς εἶδος
2862καταβλητέου φόρου, αἱ τροπολογίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἔχομεν
2863ὑποβάλει ἀκριβῶς εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, καθορίζουσι τὸ ὅριον,
2864περὶ οὗ πρόκειται. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει δύο διατάξεις· περὶ
2865αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ χωριστά, ἔχομεν αὐτὰς τὰς
2866προτάσεις· ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὸν
2867χρόνον τῆς ἐξαγωγῆς, τὸ μὲν νομοσχέδιον ἔχει τὴν 1 Σε-
2868πτεμβρίου, ἐγὼ δ’ ἔχω θέσει τὴν 16 Αὐγούστου, καὶ νο-
2869μίζω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τοῦτο ὑπερβολικοὶ ὑπῆρξαν οἱ
2870ἀποδεχθέντες τὴν 1 Σεπτεμβρίου. Ἡ 16 Αὐγούστου εἶναι
2871χρόνος προκεχωρημένος, ὥστε νὰ ἄρξηται ἡ ἐξαγωγή. Ἀλλ’
2872ἐπειδὴ τοῦτο δύναται νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, προτιμότε-
2873ρον εἶναι νὰ ψηφίσωμεν πρῶτον τὸ ἓν καὶ ἔπειτα τὸ ἄλλο.
2874§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὅλη ἡ
2875Βουλὴ εἶναι ὁμόφωνος περὶ τοῦ ὅτι πρέπει ν’ ἀποφασίζῃ
2876τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· ὑπάρχει διχογνωμία μόνον ὡς
2877πρὸς τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως· ὑπάρχει μία γνώμη,
2878ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἀπροσδιόριστον, ἑτέρα γνώμη, νὰ ὁρι-
2879σθῇ εἰς 30%, καὶ ἑτέρα εἰς 25%.
2880§275Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κηρύσσομαι ἀπεριφράστως ὑπὲρ τοῦ
2881ἀορίστου τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως (θόρυβος), διότι
2882ἂν δὲν γείνῃ τοῦτο, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην μετ’ ὀ-
2883λίγον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι
2884δὲν μᾶς ἐπαρκοῦσι τὰ ληφθέντα μέτρα, τότε δὲ θὰ ἀκούσω-
2885μεν τὰ σκώμματα τῶν Κυρίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ τῆς
2886παρακρατήσεως.
2887Ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς μὴ παραδοχῆς τοῦ ἀορίστου
2888τῆς παρακρατήσεως προέβαλον οἱ ἀντιφρονοῦντες τὸ ὅτι ἡ
2889Ἀγγλικὴ Πρεσβεία προέβη εἰς παραστάσεις· ἀλλὰ, Κύριοι,
2890τὸ ἀόριστον εἶναι φόρος, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ θέσωμεν ἐπὶ
2891τῆς σταφίδος; Δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο ἢ μόνον νὰ ἔχω-
2892μεν λελυμένας τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Σταφι-
2893δικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως γνωμοδοτῇ περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς
2894παρακρατήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ φόρου, ὥστε νὰ ἔχω-
2895μεν φόβον διαμαρτυριῶν ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνή-
2896σεως. Σκεφθῆτε, Κύριοι, τοῦτο καλῶς· μὴ δίδετε σημα-
2897σίαν εἰς τὰ ἀνεξετάστως λεγόμενα, καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν,
2898ὅτι, ἵνα φέρῃ ἡ παρακράτησις τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα
2899ἀναμένομεν παρ’ αὐτῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῇ ὅπως
2900πρέπει. Ἐὰν, Κύριοι, ὑπάρξῃ ἀνάγκη παρακρατήσεως μεγα-
2901λειτέρου ποσοστοῦ, διατὶ δεσμεύομεν τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουρ-
2902γικοῦ Συμβουλίου ἢ τῆς γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς; Ἐὰν
2903παρουσιασθῇ ἀνάγκη μεγαλειτέρου ποσοστοῦ, τί θὰ πράξῃ
2904ἡ Κυβέρνησις; Μὴ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν ἡ λέξις «ἀπροσ-
2905διόριστον», καὶ νομίζετε, ὅτι πρόκειται νὰ διαρπαγῇ ἡ περι-
2906ουσία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.
2907§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον.
2908Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως
2909παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Δὲν διηυ-
2910κρινίσθη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως.
2911Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατή-
2912σεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
2913σότεροι). Τὸ ἀπεριόριστον ἀπερρίφθη.
2914§277Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ
2915ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε.
2916§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ὑπὸ 15 ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομα-
2917στικῆς κλήσεως;
2918§279ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα 15.
2919§280Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ἐπιμένομεν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν
2920ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
2921§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον ἡ
2922πρότασις τοῦ κυρίου Παυλοπούλου, καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργικὸν
2923Συμβούλιον προσδιορίζει τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως
2924μέχρι 30%.
2925Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ
2926ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
2927Οἱ μὴ παραδεχόμενοι, ὅπως ἡ παρακράτησις ὁρίζηται μέ-
2928χρι 30% παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
2929περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ 30%.
2930Ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς
2931παρακρατήσεως μέχρις 25%.
2932Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς παρακρα-
2933τήσεως ἐξικνῆται μέχρις 25%, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
2934σιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
2935Καταλάβετε τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί, διότι θὰ
2936θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀντίθετον.
2937§282ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπερρίφθη, ἀπερρίφθη.
2938§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου, ἐγέ-
2939νετο δεκτὴ ἡ πρότασις· ἀλλ’ οὐχ ἧττον θὰ τεθῇ τὸ ἀντί-
2940θετον.
2941Οἱ μὴ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ ὅριον τῆς παρακρατή-
2942σεως ἐξικνῆται μέχρις 25%, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
2943(Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
2944§284ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε
2945Πρόεδρε.
2946§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ παρακαλῶ. Πρόκει-
2947ται περὶ σπουδαίας ψηφοφορίας, καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ
2948ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, πρέπει νὰ δεί-
2949ξωσι πρῶτοι τὸ παράδειγμα τῆς ἡσυχίας. Καθήσατε, Κύ-
2950ριοι, εἰς τὰς θέσεις σας, διὰ νὰ γείνῃ ἐν τάξει ἡ ψηφοφορία
2951καὶ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
2952Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ μέγιστον ὅριον τῆς παρακρα-
2953τήσεως ἐξικνῆται μέχρις 25%, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παρα-
2954δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2955§286Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
2956§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει πλέον λέξεις! (Ὁ κ. Μισυρλῆς
2957ἐπιμένει νὰ ἀγορεύσῃ). Δὲν ἔχετε τὸν λόγον! Εἴμεθα ἐν τῷ
2958μέσῳ δύο ψηφοφοριῶν.
2959Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
2960(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2961ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σπ. Ι. Δεληγιάννη καὶ Ι. Γ. Ρού-
2962φου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμε-
2963νον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2964Λέων Μελᾶς Ν Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ο
2965Στέργιος Μ. Καρανίκας Κ. Ἀσημακόπουλος
2966Εὐάγγ. Καναβαριώτης Ν Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ν
2967Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ν Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝ
2968 Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν
2969Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης
2970Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ν
2971Γεώργ. Πολυγένης Ν Νικόλαος Δαούτης Ν
2972Γεώργ. Καρπετόπουλος Ἰωάννης Κόλλιας Ο
2973Ἰωάννης Ζωγράφος Λουκᾶς Γ. Μπέλλος
2974Κωνστ. Γ. Καραπάνος ἀρν.Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ο
2975Ἰωάννης Γ. Καραπάνος Πέτρος Ν. Δελένδας Ο
2976Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης
2977Κωνστ. Β. Κοττίκας Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς
2978Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ν Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο
2979Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ἀρν.Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ν
2980Κωνστ. Σμολένσκης Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης
2981Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ν
2982Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ἀρν.Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ν
2983Ἀθαν. Μουτσόπουλος Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου
2984Κυριάκος Λιγυνὸς Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
2985Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς Κωνσταντῖνος Κρίτσας Ο
2986Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Ἰωάννης Δαμηλάτης
2987Νικόλαος Γουναράκης Ο Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ν
2988Θεόδωρος Λέκας Ο Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Ν
2989Ἰσίδωρος Κολιάτσος ἀρν.Κίμων Βελλίνης Ν
2990Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ι. Καφταντζόγλου
2991Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ο Ι. Παλάσκας
2992Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν Δ. Τερτίπης
2993Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ο Ι. Καζαμπάκας
2994Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης
2995Νικόλαος Σταματιάδης Κ. Ζωγλοπίτης
2996Δημ. Καρακίτης Ο Νικόλ. Μπαλάφας Ο
2997Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ο
2998Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης Ν
2999Νικ. Γουλιμῆς Ν Νικόλ. Νικολαΐδης Ν
3000Κωνσταντῖνος Γρίβας Ν Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
3001Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων
3002Θ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.Ἰωάννης Ρώτας Ο
3003Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ν Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ν
3004Περ. Ἀλεξάκης Ο Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ν
3005Π. Ταμπακόπουλος Ν Νικόλ. Μαρκέτης
3006Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ο
3007Χαρίλ. Τζαννετάκης Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας
3008Γεώργ. Πετροπουλάκης Ν Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Ο
3009Μιχ. Φωτιάδης Περικλῆς Α. Ἀλαμάνος Ο
3010Βασ. Μαστραπᾶς Ἠλίας Α. Πολίτης Ν
3011Κ. Α. Λιδωρίκης Ο Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
3012Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
3013Μιχ. Ι. Στελλάκης Ο Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ο
3014Γ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης Ο
3015Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ο Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
3016Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
3017Δημ. Τσιτσάρας Ο Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
3018Δημ. Χατζόπουλος Ν Διονύσιος Π. Βενιερᾶτος Ο
3019Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
3020Ἰωάν. Σερμπᾶνος Δημήτριος Β. Τραυλός Ο
3021Κ. Δ. Ἄργασ. Λομβάρδος Ο Σπυρίδων Ε. Στάης Ν
3022Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
3023Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ο Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
3024Διονύσιος Π. Στεφάνου Ο Παναγ. Σπυράκης Ο
3025Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Ἰωάννης Καλούτσης Ν
3026Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Χαράλαμπος Βοζίκης ἀρν.
3027Ἰωάννης Ν. Σισίνης Ν Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης
3028Ἰω. Π. Μελετόπουλος ἀρν.Δημήτριος Π. Νίκας
3029Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ν
3030Στέφανος Κοπανίτσας Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
3031Γεώργιος Δ. Φικιώρης ἀρν.Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ν
3032Ἰωάννης Φίλιος Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν
3033Κωνσταντῖνος Καρακίτης Κωνσταντῖνος Γκότσης Ν
3034Ἰωάννης Γιαννακίτσας Δημήτριος Π. Γούναρης Ν
3035Νικόλαος Μπουφίδης Ν Δ. Ἀνδρικ. ἢ ΜπουκαούρηςΝ
3036Ἰωάννης Γ. Λάππας Ν Γεώργιος Ράλλης Ν
3037Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ο Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν
3038Γεώργιος Σκληρὸς Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ν
3039Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
3040Κωνστ. Χαλκιόπουλος ἀρν.Ἰωάννης Α. Βρυώνης
3041Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
3042Γκίκας Μάστορης Νικόλαος Γ. Λεωνίδας
3043Ἰωάννης Μπακόπουλος Ο Διομήδης Ν. Κυριακὸς
3044Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ο Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
3045Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης
3046Παναγ. Παπαναστασίου Ο Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς
3047Παναγιώτης Μανέτας Ο Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος
3048Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν Ἀντώνιος Π. Βιτάλης
3049Ἀθαν. Ζέρβας Ο Ἰωάννης Ν. Σιγάλας Ο
3050Γεώργ. Ἀναστασόπουλος Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο
3051Γεώργιος Νικολαΐδης Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος
3052Κωνσταντ. Τρικούπης Ν Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
3053Λεωνίδας Δεληγεώργης Ν Γεώργιος Ραδινὸς Ο
3054Περικλῆς Μποῦτος Ἀπόστολος Ζάππας
3055Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο Ἠλίας Μπασδέκης
3056Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν Σπυρίδων Γεωργόπουλος
3057Ἰωάννης Νικολαΐδης Ο Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ν
3058Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν
3059Ἀριστομέν. Προβελέγγιος Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
3060Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Δημ. Ἀναστασόπουλος Ν
3061Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος
3062Νικόλαος Κ. Κρίσπης Ἀθαν. Νικολίτσας Ο
3063Δημ. Ι. Φαρμάκης Γεώργιος Κορυζῆς Ν
3064Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο Θεόδωρος Λυμπρίτης
3065Ἰωάννης Ν. Καναβὸς Γεώργιος Ροδόπουλος Ο
3066Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Παντελῆς Γκίκας
3067Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ο
3068Κωνσταντ. Χριστοδούλου Ο Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
3069Ἀθαν. Πετσάλης Νικόλαος Πλατσῆς
3070Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν. Χατζῖσκος
3071Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Χαρ. Εὐταξίας
3072Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Δ. Δεδούσης
3073Φώτιος Π. Μοσχούλας Κομνᾶς Τράκας
3074Νικόλ. Α. Παπαλέξης Ν Ν. Κοντογιάννης
3075Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ν Μιχαὴλ Κακαρᾶς
3076Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο Βασίλειος Βουδούρης Ν
3077Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Γεώργιος Ἀβέρωφ
3078Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ο Νικόλαος Καλογερόπουλος Ο
3079Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Νικόλαος Μαμούνης
3080Ἰωάννης Δελμοῦζος Ν Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος
3081§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 130. Ἐκ τούτων 60
3082ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 60 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 10 ἠρ-
3083νήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως, συμφώνως μὲ τὸ τελευταῖον
3084ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πρότασις ἀπερ-
3085ρίφθη, καὶ μένει ὡς ἀνώτατον ὅριον παρακρατήσεως τὸ ἐν
3086τῷ κειμένῳ νόμῳ 20%.
3087Ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον...
3088§289Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε, ὅταν
3089τόσον ἀστόργως φέρωνται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδι-
3090κοῦ πληθυσμοῦ! (Θόρυβος).
3091§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 20′
3092μετὰ τὸ μεσονύκτιον).