1903.03.20
3.567 στίχοι · 27.367 λέξεις · 328 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
Τῆς 20 Μαρτίου 1903
(Πέμπτη)
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Κωνστ. Σμολένσκης ὑπέβαλεν ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἃς χθὲς προφορικῶς διετύπωσε, καὶ αἵτινες ἔχουσιν οὕτω: «Ἐπερώτησις διὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, παρακαλούμενον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: 1) ἂν τὰ πυροβόλα τοῦ στόλου τῶν 0,27 καὶ τῶν 0,15 εἶναι ἱκανὰ σήμερον διὰ τὴν ἄμυναν τῶν θωρηκτῶν· 2) ἂν ὑπάρχει δι’ αὐτὰ ἄκαπνος πυρῖτις· 3) ἂν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ βραδυβόλα εἰς ταχυβόλα· καὶ 4) εἰς πόσας βολὰς πολέμου ἀντέχουσι, πόσας ἐξ αὐτῶν ἔβαλον μέχρι τοῦδε λόγῳ ἀσκήσεως ἢ δι’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν, καὶ πόσαι ὑπολείπονται αὐτοῖς, ἵνα ᾖ γνωστὴ ἡ μαχητικὴ δύναμις αὐτῶν. Πρὸς τούτοις νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς καταστάσεως τῆς κοινῆς πυρίτιδος αὐτῶν.»
§2Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ διαβιβάσητε τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Θὰ τυπωθῇ, θὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Αἰτωλικοῦ, ἐκφράζοντος τὰς ἐγκαρδίους εὐχαριστίας του ἐπὶ τῇ ὑποστηρίξει τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. 2) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Χατζήμισι τοῦ δήμου Ἀρμενίου, ζητούντων τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου «περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν κτημάτων πρώην Στεφάνοβικ». 3) Ἀναφορὰν τοῦ ἐν Ἄργει λαϊκοῦ Συλλόγου «Ἰνάχου», παρακαλοῦντος νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον «περὶ ταχυδρομικοῦ ταμιευτηρίου». 4) Ἀναφορὰν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τῆς φάλαγγος Ἀποστόλου Μαυρογένους, αἰτουμένου νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ χρηματικόν τι βοήθημα. 5) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γριζάνου τῆς Θεσσαλίας, παραπονουμένων διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς βοσκῆς τῶν ζώων των εἰς τὰ λιβάδια «Μποῦρτζος» καὶ «Πλάτανος». 6) Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Κατσαρονίου, παραπονουμένων διὰ τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ δήμου Μαρμαρίου. Ὁ κύριος Ψύλλας ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΨΥΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Μαυρογένους νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι τὸ μόνον ἱερὸν λείψανον τοῦ Ἀγῶνος.
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ Βουλὴ πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἔχῃ τὸν λόγον. Εἶναι τὸ μόνον λείψανον τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος τοῦ 1821. Ἀριθμεῖ ἡλικίαν ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἔτη. Ζητεῖ λοιπὸν εἰς τὰς τελευταίας στιγμὰς τοῦ βίου του ἓν βοήθημα ἐπαρκές. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Μαυρογένους, τὸ ὄνομά του, καὶ ὅτι χρήζει βοηθείας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρος ἡ ἀναφορά.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γριζάνου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Γριζάνου ὁλόκληρος. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§12ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμα νὰ ἀκούσωμεν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλοῦμεν ὅθεν θερμῶς ὑμᾶς, ὅπως, εὐαρεστούμενοι καὶ προνοοῦντες ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀθλίων, λάβητε τὰ κατάλληλα μέτρα, καθόσον ἄλλως, μὴ δυνάμενοι νὰ ζήσωμεν ἐνταῦθα, εἴμεθα ἠναγκασμένοι μετ’ ἀφάτου λύπης νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ πάτριον ἔδαφος, ἀπερχόμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἀποκομίζοντες μεθ’ ἡμῶν τὰ τιμαλφέστερα τῶν ἱερῶν ἡμῶν, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ ζήσωμεν ὑπὸ ὅρους καθιστῶντας βάσανον ἡμῖν τὴν ζωήν.»
§14Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Λίαν ἐπικαίρως, κύριε Πρόεδρε, ἐστάλη ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γριζάνου, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου εὐηρεστήθητε νὰ ἀνακοινώσητε πρὸς ἡμᾶς· λίαν ἐπικαίρως, διότι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀπουσίαζον ἐντεῦθεν, εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἔντιμοι συνάδελφοι ἔφεραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας, διεκτραγῳδήσαντες τὰ δεινὰ τῶν δουλοπαροίκων πληθυσμῶν αὐτῆς, καὶ ζητήσαντες βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Ἀνεβλήθη διὰ τὴν Δευτέραν, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων.
§15ΣΩΤ. ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ. Δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ δημοκοπῆτε εἰς βάρος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἀνοήτως φερόμενοι! (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§16Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Σεῖς εἶσθε πάντοτε ἀνόητος! (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε....
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι!
§19Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐπιτρέψῃ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς πάντας, εἶναι ἐγκράτεια γλώσσης, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὁ Κανονισμός.
§21Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἡ μὴ ἐγκράτεια τῆς γλώσσης, κύριε Πρόεδρε, θὰ φέρῃ εἰς διαπληκτισμούς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξηγήσω περὶ τίνος πρόκειται. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γριζάνου παραπονοῦνται, ὅτι οἱ κληρονόμοι τῆς ἀειμνήστου Μαρίας Κ. Καραπάνου τοῖς ἀπαγορεύουσι νὰ νέμωνται τὸ λιβάδιον, διότι νομίζουσιν οἱ κληρονόμοι, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ οἱ κάτοικοι νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ νέμωνται αὐτὸ, διότι φρονοῦσιν, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα τοῖς ἔχει παραχωρηθῆ. Δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ λόγος διαπληκτισμῶν. Ὁρίστε λοιπὸν, κύριε Ραδινέ. Καὶ ὑμεῖς, κύριε Χατζηγάκη, κατόπιν, ἐὰν θέλητε, λάβετε τὸν λόγον.
§23Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Λίαν ἐπικαίρως, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπεστάλη ἡ ἀναφορὰ αὕτη, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος εὐηρεστήθη νὰ ἀναγνώσῃ πρὸς ἡμᾶς, διότι δι’ αὐτῆς αἴρεται ὁ πέπλος, ὁ ὁποῖος καλύπτει τὴν κατάστασιν τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας, διότι δι’ αὐτῆς παρίσταται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πραγματικὴ καὶ ἀληθὴς κατάστασις τῶν δουλοπαροίκων τῆς Θεσσαλίας, τὴν ὁποίαν ἔντιμοι συνάδελφοι, λίαν ἀξιεπαίνως, καθ’ ἃς ἡμέρας ἐγὼ ἀπουσίαζον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἔμαθον ὅτι ἔφεραν ἐνταῦθα, διεκτραγῳδήσαντες τὰ δεινὰ τῶν δουλοπαροίκων πληθυσμῶν, καὶ ζητήσαντες νὰ προκαλέσωσιν ἐπ’ αὐτῶν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι σημερινή· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν προχθὲς γενομένων συζητήσεων καὶ ἐκείνων, αἵτινες μεθαύριον θὰ λάβωσι χώραν, νὰ λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Ἡ κατάστασις αὕτη ὑφίσταται ἀπὸ αἰώνων δουλείας, καθ’ οὓς ἡ βία καὶ ἡ αὐθαιρεσία ἐπέβαλλον εἰς τοὺς ὑποδούλους ἀγρότας τῆς Θεσσαλίας τὸ στίγμα τοῦ ραγιᾶ, ὅπερ ὄχι μόνον τὰ ἔτη τὰ διαρρεύσαντα καὶ μακρότατα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξαλείψωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπίσημος συνθήκη ἦλθε νὰ κυρώσῃ, καθιερώσασα τὸν φεουδαλισμὸν καὶ τὴν δουλείαν εἰς τὸ Συνταγματικὸν καὶ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος! Δὲν φρονῶ ἑπομένως, ὅτι διὰ τῶν συζητήσεων, ἃς ἠθέλησαν νὰ προκαλέσωσιν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, θὰ λύσωμεν ἡμεῖς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Καὶ ἄλλοτε, ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας τῆς πρώτης, — διότι δυστυχῶς ἔχομεν καὶ δευτέραν — πολλαὶ συζητήσεις ἐγένοντο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ· ποῖον ὅμως ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων ἐκείνων; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ποῖον θέλει ὑπάρξει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων, ἃς προὐκάλεσαν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι; Θὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐνταῦθα ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐλέχθησαν, ἅτινα πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀκριβῶς γνωρίζουσι. Θὰ παρασταθῇ ὁ βίος ὁ ἀβίωτος, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπον, τῶν δούλων καὶ πτωχῶν γεωργῶν. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν δὲν γνωρίζει πῶς ζῇ ὁ ἐργάτης οὗτος ἐν Θεσσαλίᾳ; πῶς νυχθημερὸν ἐργάζεται τὴν γῆν, ἐξ ἧς οὐδὲν ἀπολαμβάνει; Τίς, λέγω, ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, πῶς ἓν ἁπλούστατον δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῆς ὑποτελείας, ὅπερ καλεῖται γήμορον, ἐπεχείρησαν καὶ ἐπέτυχον διὰ τοῦ χρόνου νὰ τὸ μεταβάλωσιν εἰς πραγματικὸν δικαίωμα καθαρᾶς ἰδιοκτησίας, ἐνῷ τοὐναντίον εἶναι ἀναμφισβήτητα τὰ δικαιώματα τῶν χωρικῶν ἐπὶ τῆς κατοχῆς τῶν γαιῶν καὶ ἐπὶ τῆς κυριότητος τῶν ἀμπέλων, τῶν βοσκῶν καὶ τῶν οἰκιῶν των;...
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι Δικαστήρια, κύριε συνάδελφε.
§25Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Θὰ φθάσω καὶ εἰς αὐτό... Τίς, ἐπαναλαμβάνω, ἀγνοεῖ, ὅτι οἱ ὅροι οἱ ἀπηνεῖς, οὓς ἐπιβάλλουσιν ἔνιοι τῶν ἰδιοκτητῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσωσιν οὐ μόνον εἰς τὸν σχηματισμὸν μικρῶν περισσευμάτων ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν, ἀναγκαιοτάτων διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς γεωργίας, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, τοῦ ἀναγκαιοτάτου διὰ τὴν διατροφὴν τῶν οἰκογενειῶν τῶν πτωχῶν ἐκείνων; Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ κατανοήσῃ τὰ κακὰ τῆς ἀκτημοσύνης, καὶ νὰ ἀναμετρήσῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἤθελεν ἐπιφέρει ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος διὰ τῆς παροχῆς γαιῶν εἰς τοὺς ἀκτήμονας καὶ ἀνεστίους χωρικούς. Βεβαίως τότε ἡ καλλιέργεια θέλει βελτιωθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ· θ’ αὐξήσῃ ἑπομένως ἡ παραγωγή, θ’ αὐξήσῃ ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν πλοῦτος, ἡ πίστις τῶν χωρικῶν θέλει ἑδραιωθῆ καὶ εὐρυνθῆ, καὶ ἄφθονον χρῆμα θέλει εἰσρεύσει εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας· διότι τὸ χρῆμα — ὅπως λέγουσιν οἱ ἔχοντες τοῦτο — δὲν ἔχει πατρίδα, ἀλλὰ τρέχει ὅπου εὕρῃ μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, θέλουσιν ἀναπτυχθῆ κατὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι τὴν προσεχῆ Δευτέραν θέλουσι λάβει χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὁποῖον θέλει εἶσθαι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων τούτων; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ δυσπιστῶ πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Ἡ πεῖρα τοῦ πολιτικοῦ παρελθόντος δὲν εἶναι βεβαίως τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ σήμερον τὴν ἀπαισιοδοξίαν ταύτην· τὸ συμφέρον ὅμως τὸ εἰλικρινές, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν ἡμῶν χωρικῶν, μὲ ὤθησε ν’ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐξετάσω τὴν κυβερνητικήν, οὕτως εἰπεῖν, ἱστορίαν τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ σᾶς ἐμποδίσω τὸν λόγον. Δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε ἀνέτως καὶ ἄνευ προσκόμματος μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀλλὰ χθὲς ἐλήφθη κοινὴ ἀπόφασις, ὅτι ὅλα τὰ Θεσσαλικὰ ζητήματα θὰ συζητηθῶσι τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον.
§27Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Βουλῆς θέλω ὁμιλήσει.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτρέχετε σήμερον, καὶ προτρέχοντες θὰ ἀναγκάσητε καὶ ἄλλους νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἵνα σᾶς ἀπαντήσωσι, τότε δὲ ἡ συζήτησις, ἥτις κοινῇ ἀποφάσει πρέπει νὰ γείνῃ τὴν Δευτέραν, θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ σήμερον. Εἶσθε ὅμως ἐλεύθερος νὰ ἐξακολουθήσητε ἐπ’ ἄπειρον!
§29Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐν τῇ ἐξετάσει ταύτῃ, ἀνατρέχων εἰς τὸ παρελθόν, διακρίνω τὴν αὐτὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἄρχει σήμερον, τηροῦσαν ἐκκρεμῆ τὰ αὐτὰ ζητήματα, τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἀτυχῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας· βλέπω ταύτην ἀποστέλλουσαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν ἐκ Βουλευτῶν, καὶ καταρτίζουσαν νομοσχέδια, καὶ ὑποβάλλουσαν ταῦτα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς ὅμως παρατηρῶ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ χρόνῳ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην παραιτοῦσαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ παραπέμπουσαν αὐτὰ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὁ κύριος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ τὰ ἐκθάψῃ.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Βουλευτά.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ τον· θὰ τὰ εἴπῃ!
§32Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἀπαντῶ πρὸς ὑμᾶς, τὸν κ. Πρόεδρον, ταύτην τὴν στιγμήν· λέγω μόνον, ὅτι ὀφείλετε ν’ ἀναμένητε τὸ συμπέρασμα. Δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε τὸν τρόπον τοῦ ὁμιλεῖν, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφέρητε παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεγομένων παρὰ Βουλευτοῦ τινος.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς ἀκούσῃ. Ἠξεύρω ἄλλως τε νὰ ἐκτιμῶ τὸν χαρακτῆρά σας.
§34Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν εἴχετε ἀνάγκην τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης.
§36Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπανέλθῃ πάλιν.
§38Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἡ τύχη, κύριοι Βουλευταί, τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων μὲ κάμνει νὰ δυσπιστῶ σήμερον, καὶ νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν θέλουσι καταλήξει αἱ συζητήσεις ἡμῶν, ἡ δὲ φωνὴ ἡμῶν θέλει εἶσθαι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ! Διὰ τοῦτο τὸ πρῶτον συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου εἶναι, —ἀκούσατε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, —ὅτι παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ἔχει ἀποφασίσει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι τότε καὶ μόνον ἡμεῖς κυρίως δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων, ἵνα μὴ ἄλλως ἐπὶ ματαίῳ καταναλίσκωμεν χρόνον, ὁ ὁποῖος εἶναι πολύτιμος καὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἰδίως διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσεν οὔτε ἐν μηνὶ Μαρτίῳ νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμόν της. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι εἰλικρινῶς, —ὅπως ἐνδιαφέρεται καὶ τὸ κόμμα, εἰς ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, —ἐνδιαφέρομαι νὰ ἴδω τὴν Κυβέρνησιν εἰσερχομένην εἰς ὁδὸν ὁμαλωτέραν, δι’ ἧς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμά της, δι’ οὗ τόσας καὶ τόσας ὑποσχέσεις καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἀπὸ ἐξωστῶν ἔδωκεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τύχην τῶν Θεσσαλῶν, νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι τόσον στενῶς συνδεδεμένη μετὰ τῆς εὐδαιμονίας τοῦ ἔθνους ἡμῶν, ὥστε θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἔλθωσι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι, ἀναγνωρίζουσαι τὴν ἐθνικὴν τοῦ ζητήματος σημασίαν, θέλουσι θέσει ὡς πρῶτον μέλημα εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῶν τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν γεωργῶν αὐτῶν, ἰδίως δὲ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν σχέσεων μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ καλλιεργητῶν, ὅπερ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι θέλει λυθῆ ταχύτερον πάντων, διότι δυστυχῶς εὑρίσκονται ἰδιοκτῆται, καταπιέζοντες τοὺς χωρικούς, καὶ ζητοῦντες διὰ τῶν ἐπιστατῶν καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν νὰ ἀφαιρέσωσι σήμερον ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀγρότας καὶ τὰ ἐλάχιστα περισωθέντα αὐτοῖς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ὁ Ἀλῆ πασσᾶς ἐσεβάσθη, καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις μετέπειτα δὲν διενοήθη νὰ μὴ σεβασθῇ.
§39Δ. ΔΕΔΟΥΣΗΣ. Δὲν ἔχετε Δικαστήρια;
§40Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Θὰ φθάσω, εἶπον, καὶ εἰς αὐτό. Ὑπάρχουν ἀποφάσεις. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ δεύτερον συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, οὗτινος τὰ αἰσθήματα τὰ πατριωτικά, τὰ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας, εἶναι γνωστά, νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ εἰρηνοδίκου Τσιοτίου τοῦ δήμου Φαρκαδόνος, τὰς σχετικὰς μὲ τὴν διαφορὰν τῶν ἀγροτῶν τοῦ χωρίου πρὸς τὸν κύριον Καραπάνον. Τότε θέλει συζητηθῆ εὐρύτερον τὸ ζήτημα τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ χωρίον τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, ὡς εἶπον, ἄλλοτε ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας, ὄχι μόνον θέλει σπεύσει νὰ προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς παρουσίας αὑτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐπίλυσιν πάντων τούτων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Ἰδοὺ τὰ δύο συμπεράσματα τοῦ λόγου μου. Ἔχετε ἀντίρρησίν τινα, κύριε Πρόεδρε;
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τηλεγραφικὴ καὶ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, ὡς γνωστὸν, εἶναι κλάδος τῆς ἐθνικῆς συγκοινωνίας, καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ καταβάλλῃ τὴν πρὸς ταύτην δαπάνην. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχον καὶ ἀνέπτυξα ἔν τε τῇ ἑκάστοτε ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν ταῖς σχετικαῖς συζητήσεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συνηγόρησα πάντοτε ὑπὲρ τῆς συστάσεως τηλεγραφείων καὶ ταχυδρομικῶν γραφείων, ζητῶν νὰ μὴ ἐπιδιώκηται ἡ ἀντίρροπος εἴσπραξις ἀπέναντι τῆς δαπάνης, διότι, ἀντὶ τῶν εἰδικῶν ἐκ τούτου ὠφελημάτων, εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς συστάσεως τοιούτων γραφείων νὰ ὑπάρχωσι πολὺ μείζονες ὠφέλειαι εἴτε ἐξ ἐμπορικῶν λόγων, εἴτε ἐκ στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων ποικίλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Λέγω ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν σύστασιν ἑνὸς τηλεγραφικοῦ γραφείου εἰς τὰ Βίλια, κωμόπολιν πολυάνθρωπον, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Εἰδυλλίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος. Τὰ Βίλια εἶναι κωμόπολις κειμένη εἰς τὴν ὀφρὺν τῆς κορυφῆς τοῦ Κιθαιρῶνος, πλαισιοῦται δὲ ἀπὸ δάση, εἰς τὰ ὁποῖα θάλλει ἡ πλουσιωτέρα ἑλληνικὴ χλωρίς. Ἡ φύσις ἐπροίκισεν αὐτὴν ἁδρῶς. Ἐν τούτοις ἡ εἰδυλλιακὴ αὕτη κωμόπολις εἶναι ἀπόκληρος πάσης συγκοινωνίας· διότι, ἐνῷ εἶναι κωμόπολις συγκεντροῦσα τὰ συμφέροντα δύο δήμων, τοῦ δήμου Εἰδυλλίας καὶ τοῦ δήμου Ἐρυθρῶν, ἐνῷ κεῖται ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Κιθαιρῶνος, καὶ ἔστιν ὅτε τὸν χειμῶνα αἱ χιόνες καλύπτουσι καθ’ ὅλου τὴν κωμόπολιν, καὶ ἐπὶ ἡμέρας διακόπτεται ἡ συγκοινωνία, μόνον δὲ διὰ σύρματος δύναται νὰ δαπυνθάνηται ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς τύχης τῶν ὀρεινῶν ἐκείνων κατοίκων, δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ τηλεγραφεῖον. Πρὸ ἐτῶν τὸ πρῶτον συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς συστάσεως τηλεγραφείου, καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν σύστασίν μου, καὶ νὰ ὑποσχεθῇ τὴν ἵδρυσιν τηλεγραφείου. Ἀλλ’ ἡ ἐγκατάστασις ἤρξατο κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ἐπερατώθη δὲ μόλις πρὸ ὀλίγων δεκάδων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐστήθησαν λοιπὸν οἱ στῦλοι, συνεδέθησαν διὰ σύρματος, καὶ εἶδε τὸ χωρίον, ἔξαλλον ἐκ χαρᾶς, τοὺς στύλους ἐντὸς τῆς πλατείας ὑψουμένους· καὶ συνῆλθον οἱ κάτοικοι, ἵνα διαβιβάσωσι τηλεγράφημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκφράζοντες τὴν εὐγνωμοσύνην των διὰ τὴν μέριμναν ταύτην. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία γίνεται διὰ μίαν παραφυάδα τηλεγραφικὴν τῆς κεντρικῆς τηλεγραφικῆς γραμμῆς, τῆς κειμένης ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Θηβῶν, εἶναι δὲ ἡ παραφυὰς αὕτη ἐκτάσεως δύο ἢ τριῶν χιλιάδων μέτρων, καὶ ἐν τούτοις ἐχρειάσθησαν τρία ἢ τέσσαρα ἔτη διὰ νὰ γείνῃ! Ἀλλὰ καίτοι πρὸ μηνὸς συνετελέσθη ἡ γραμμὴ αὕτη, δὲν ἀπεστάλη ἔτι ὑπάλληλος, ὅπως ἄρξηται ἡ λειτουργία αὐτῆς. Ἀπηυθύνθην εἰς τὴν κεντρικὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ αὕτη ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει προσωπικόν. Ἀμφιβάλλω, ἂν ἡ σπάνις τοῦ προσωπικοῦ εἶναι ἡ αἰτία, — αἰτία προβαλλομένη μόνον διὰ τὰ γραφεῖα τὰ ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης, — καὶ συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συντελέσῃ διὰ τῆς ἀποστολῆς ὑπαλλήλου εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τοῦ τηλεγραφείου Εἰδυλλίας, ὅπερ εἶναι χρησιμώτατον, δι’ οὓς λόγους διὰ βραχυτάτων ἀνέπτυξα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς συστάσεως ταύτης ἀπευθύνω καὶ ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ὁμοίας φύσεως ἐπὶ ὁμοίου θέματος. Ἡ Σαλαμὶς, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἔχει περὶ τὰς 8 χιλιάδας κατοίκους. Ἐν αὐτῇ ἐλειτούργει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τηλεγραφεῖον, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς μετετέθη ὁ τηλεγραφητὴς, καὶ δὲν ἀπεστάλη ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ, τούτου δ’ ἕνεκα ἐκλείσθη ἡ θύρα τοῦ τηλεγραφείου. Σημειώσατε δ’ ὅτι οἱ Σαλαμίνιοι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ναυτίλοι, ἔχουσι δ’ ἀνάγκην, ἀπὸ τῶν διαφόρων ἐμπορικῶν καὶ λιμενικῶν κέντρων νὰ τηλεγραφῶσιν εἰς τὴν πατρίδα αὐτῶν· σήμερον δὲ τί γίνεται; τηλεγραφοῦσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῶν πρωτογενῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας στέλλονται τὰ τηλεγραφήματα ταχυδρομικῶς εἰς Σαλαμῖνα καὶ συμβαίνει οὕτω νὰ καταπλέωσι τὰ πλοῖα τῶν Σαλαμινίων εἰς τὴν νῆσον πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῶν τηλεγραφημάτων ἐκεῖ! Δὲν πιστεύω, ὅτι ἐκ λόγων οἰκονομικῶν προέρχονται αἱ καθυστερήσεις αὗται, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τοποθετήσῃ ἕνα τηλεγραφητὴν ἐκεῖ. Γίνεται, Κύριοι, πολὺς θόρυβος καὶ γίνεται πολὺς λόγος περὶ τῆς προόδου τῶν δύο τούτων ὑπηρεσιῶν, τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεγραφικῆς. Ἐγὼ ὅμως, συνεπείᾳ τούτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, βλέπω τὴν πρόοδον μόνον εἰς τὴν ἐπίδειξιν τοῦ καλλιμαρμάρου μεγάρου, τοῦ κειμένου ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Αἰόλου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐστεγάσθησαν αἱ δύο αὗται ὑπηρεσίαι, ἀφοῦ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἐπαρχίᾳ ἐκ τῶν δύο τηλεγραφείων αὐτῆς βλέπω τὸ μὲν ἓν ἀργοῦν, τὸ δ’ ἕτερον μὴ λειτουργοῦν. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγνωρίζω τὴν φιλότιμον καὶ εἰλικρινῆ ῥοπὴν, ἵνα συντελέσῃ ἐπαξίως τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐμπεπιστευμένον εἰς αὐτὸν, ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλει σπεύσει νὰ διορθώσῃ τὰ κενὰ ταῦτα εἰς τὴν συγκοινωνίαν, ἵνα μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, ἕνεκα τῆς ἀδιαφορίας τῆς κατωτέρας ὑπηρεσίας, ἥτις ὤφειλε νὰ μὴ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται κάλλιστα νὰ διαβεβαιώσῃ, ὅτι θέλει ληφθῆ πρόνοια.
§42ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ὑπαλλήλων, καὶ ὡς ἐκ τούτου συμβαίνουσι γεγονότα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος κ. Βουλευτής. Ἐν τούτοις θέλω ἐξετάσει, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ διορθώσω τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§44Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἔλλειψις ὀφείλεται ἰδίως εἰς τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὸν νόμον, τὸν μεταρρυθμίσαντα τὸν προηγούμενον νόμον περὶ τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τοὺς τηλεγραφητάς, εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τοῦ προσωπικοῦ...
§45Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόρτωσαν καὶ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων μὲ συνταξιούχους!
§46Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, διότι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν παύονται, καὶ ἂν ἔτι συνεπλήρωσαν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐὰν δὲν ἔχουν τὰ ἔτη τῆς συντάξεως συμπληρώσει. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἶναι ἓν ὅριον παράδοξον, διότι οἱ τηλεγραφηταί, ὡς γνωστόν, ἔχουν ὑπηρεσίαν καθεστηκυῖαν, ἡ ὁποία δὲν ἀπαιτεῖ σφρῖγος νεανικόν· ἐν τούτοις ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν, μόλις φθάσουν τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, ῥίπτονται εἰς τοὺς δρόμους καὶ γίνονται συνταξιοῦχοι· καὶ μάλιστα τόση πρόνοια ἐλήφθη, πῶς νὰ καταστῶσι συνταξιοῦχοι, ὥστε, καὶ ἂν τοὺς καταλάβῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, δὲν στέλλονται εἰς τὴν ἑστίαν των πρὶν ἢ συμπληρώσουν τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη, νὰ περιλάβῃ διάταξιν, καταργοῦσαν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν τηλεγράφους ἄνευ τηλεγραφητῶν, καὶ πολλοὺς συνταξιούχους!
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§48Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πολίτης τις, ὀνόματι Παναγιώτης Παναγιώτου, μοὶ παρέδωκεν ἀναφοράν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ὑποβάλω αὐτὴν εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ δι’ ὑμῶν εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ παρακληθῇ νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ πολίτης οὗτος παραπονεῖται κατὰ τῶν μέχρι τοῦδε Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 μέχρι σήμερον· κατὰ δὲ τοὺς ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθεμένους λόγους, φαίνεται ὅτι ἔχει δίκαιον. Τὸ παράπονόν του εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἠθικὴ ἀμοιβὴ ἀπενεμήθη εἰς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἀνθυπασπιστὴν τοῦ πεζικοῦ ἐν τῷ στρατῷ, δικαιούμενον εἰς τοιαύτην διὰ τὰς πρὸς τὸ ἔθνος ὑπηρεσίας του. Συνιστῶ θερμῶς, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ πολίτου, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ διὰ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§50ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῶν ἐλαιῶν». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΔʹ». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ λιμενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου καὶ ἐπιβολῆς προσθέτου δημοτικοῦ φόρου». Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη περὶ τοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου, καὶ ἑτέραν ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Στάη, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, σχετικῶς πρὸς τὴν αὐτούσιον παρακαταθήκην ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου ἐκ κληροδοτήματός τινος. Προσθέτω δὲ, ὅτι αὔριον θέλω καταθέσει καὶ ἄλλας ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις ἀπευθυνομένας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννουσίου ἔχει τὸν λόγον.
§52Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Πρὸ πολλοῦ ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος σοβαρωτάτου...
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μήπως πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῶν δασῶν;
§54Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἐδῶ τὰς πληροφορίας, ἵνα τὰς καταθέσω.
§56Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Παρακαλῶ νὰ τὰς καταθέσητε.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ, τὰς καταθέτω. (Παραδίδει φάκελον ἐγγράφων τῷ ρήτορι).
§58Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Πρὸ πολλοῦ, λέγω, Κύριοι, ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀνέβαλλον νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω πλήρη τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ ἠδυνάμην νὰ μεταδώσω καὶ εἰς ὑμᾶς τὴν ἐμὴν πεποίθησιν. Προσαχθέντων ἤδη τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, θέλω δυνηθῆ ἐν μέρει νὰ ἀναπτύξω ὅπερ θ’ ἀνακινήσω ζήτημα, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ συμπληρώσω κατὰ τὰ λοιπὰ ἐν τῇ δευτέρᾳ μου ἀγορεύσει, ἀφοῦ δυνηθῶ νὰ μελετήσω τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα.
§59Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν δασῶν πρόκειται;
§60Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ, καὶ θέλω ζητήσει νὰ προσκομισθῶσιν ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὸ γενικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ἐξ οὗ θέλει ὑπάρξει ἡ ἀπόδειξις πλήρης τῶν στοιχείων. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα πολὺ γενικόν. Τώρα σεῖς ἴσως ὁμιλήσητε περὶ τῆς ἐπαρχίας σας. Ἀλλ’ ἤθελον προτείνει, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα.
§62Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ ἐξαντληθῇ, καὶ βεβαίως θέλομεν ἐπανέλθει· οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐξακολουθήσω τὸν λόγον μου, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα. Πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ τῶν δασῶν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν Καρδίτσης, Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν παρὰ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἢ πενταετίαν, ἐνῷ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διετέλουν ὑπὸ τὴν ἀδιαφιλονίκητον καὶ ἀδιατάρακτον νομὴν τῶν κοινοτήτων. Ὅτε, Κύριοι, ἤρξατο ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν σταφιδικῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τοσοῦτον προσεῖχον εἰς τοὺς συζητοῦντας, ὥστε προεκλήθη ἡ περιέργεια συναδέλφου ἐκ τῶν ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὅστις μὲ ἠρώτησε, ποῖον εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον, διὰ τὸ ὁποῖον προσεῖχον τόσον. Καὶ λυποῦμαι ὅτι ἤδη βλέπω ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἀπελθόντας πολλοὺς συναδέλφους, διότι νομίζουσιν ἴσως, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐνδιαφέρον τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τὸ ἀδίκημα, τὸ γεννηθὲν εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας εἶναι ἀσήμαντον. Ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος εἶναι ἐθνικόν, ἀλλ’ ἐπίσης νομίζω, ὅτι καὶ τὸ προκείμενον εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος, διότι πλὴν τῆς ἀδικίας, ἥτις προσγίγνεται εἰς αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας, θέλει καταδειχθῆ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ἣν ἐνόησαν αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις νὰ διοικήσωσι τὴν χώραν ἐκείνην, τὰς νεωστὶ προσαρτηθείσας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἔπρεπε νὰ προσδώσῃ τὴν σφραγῖδα τῆς ἐκπολιτιστικῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος. Μέχρι τοῦ 1896 τὰ δάση τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, ἀνῆκον εἰς τὴν ἀδιαφιλονίκητον νομὴν τῶν κοινοτήτων. Ἠκούσατε πρὸ ἡμερῶν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, βεβαιοῦντος, ὅτι μέχρι τοῦ 1896 ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν ἔβαινε κανονικῶς, ἀλλ’ ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, εὗρεν ἀνωμαλίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν ὑπέσχετο νὰ ἐπανορθώσῃ εὐθὺς ὡς ἤθελε δοθῆ αὐτῷ ἡ κατάλληλος εὐκαιρία. Πόθεν ἆρά γε προῆλθεν ἡ ἀνωμαλία; Τὸ αἴτιον μᾶς εἶπε προχθὲς σαφέστατα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής· μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀνωμαλία προῆλθεν ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ἀρχῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ κοινότητες ὀφείλουσι νὰ προσαγάγωσι τίτλους ἰδιοκτησίας. Αὐτὴ εἶναι ἐν δυσὶ λέξεσιν ἡ ἐσφαλμένη ἀρχὴ, ἀφ’ ἧς ἀναχωροῦσα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διήρπασεν ὅλην τὴν ἱερὰν αὐτὴν περιουσίαν· ναὶ, ἱερὰν, διότι αὐτὴ ἡ περιουσία ἐχρησίμευε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς μακραίωνος δουλείας, ἵνα συντηρῶνται τὰ σχολεῖα, αἱ ἐκκλησίαι, ἡ θρησκεία, ἡ γλῶσσα, ὁ ἐθνισμός. Εἰς τὰ δάση ἐκεῖνα διετηρεῖτο τὸ πῦρ, ἐξ οὗ ἀνέθορεν ἡ ἐθνική ἡμῶν ὑπόστασις. Καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν ὑπάρχουσι σήμερον σχολεῖα, κατηρειπώθησαν αἱ ἐκκλησίαι, καὶ βεβαίως θὰ ἐκπλαγῆτε, μανθάνοντες, ὅτι ἐπὶ εἰκοσαετίαν, ἀφ’ ἧς προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδεμία ὁδὸς ἐθνικὴ κατεσκευάσθη ἐν Καλαμπάκᾳ. Πόσα διδακτήρια κατεσκευάσθησαν ἀπὸ τοῦ 1895; Οὐδέν! Ἕν μόνον σχολεῖον ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμπάκας, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη δαπάναις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀβέρωφ. Παρεπονέθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεγαρίδος κ. Ἀναστασόπουλος, ὅτι δὲν συνεστήθησαν τὰ τρία τηλεγραφεῖα, περὶ ὧν εἶπεν, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ ἐπαρχίαν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅμως Καλαμπάκας ἓν καὶ μόνον ὑπάρχει, ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἓξ δὲ δῆμοι μένουσιν ἄνευ τηλεγραφείου, ἄνευ ταχυδρομείου...
§63ΑΥΓΕΡ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐκ τῶν ἑπτὰ δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας οἱ ἓξ εἶναι τρίτης τάξεως, καὶ οὔτε ἓν δημοτικὸν σχολεῖον ὑπάρχει!
§64Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν συμπλήρωσιν. Καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποχωρήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἴδομεν τὸ κωμικὸν καὶ σπαραξικάρδιον θέαμα, ἐργάτας τοποθετοῦντας τηλεγραφικοὺς στύλους καὶ κατασκευάζοντας τηλεγραφικὰς γραμμάς! Καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἐλήφθη μέριμνα, ἐσωδεύθησαν ἐκ τῶν δασῶν 320,000 δραχμαὶ, καὶ οὐδὲ δραχμὴ διετέθη διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοὐλάχιστον τούτων τῶν δασῶν! Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐσκέφθη, δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος λόγου ὁρμωμένη — δέχομαι πρὸς στιγμὴν, χάριν τῆς τιμῆς τῆς Πολιτείας, ὅτι ὡρμήθη ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος, — ὅτι τὰ δάση πρέπει νὰ ἦναι ἐθνικὰ, καὶ ἐσκέφθη ποία ἦτο ἡ μέθοδος, δι’ ἧς ἤθελεν ἐπιτύχει τούτου. Λίαν ἐγκρατὴς τῆς Ὀθωμανικῆς νομοθεσίας ὁ εὐφυὴς καὶ πολυμήχανος τμηματάρχης, διεῖδεν, ὅτι κατ’ αὐτὴν αἱ κοινότητες δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τίτλους. Καὶ ἰδοὺ εὕρηκεν ὅ,τι ἐπεδίωκε! Καὶ εἶπε καθ’ ἑαυτόν: «Θὰ ζητήσω παρὰ τῶν κοινοτήτων ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι· θὰ ζητήσω τίτλους· ἀλλὰ τίτλοι δὲν δύνανται νὰ προσαχθῶσι, καὶ τότε δι’ ἑνὸς οὐκαζίου πρὸς τὰς κατὰ τόπους δασονομικὰς ἀρχὰς τὰ δάση κηρύσσονται ἐθνικὰ, καὶ καταλαμβάνονται ὡς τοιαῦτα!» Καὶ διετάσσοντο οἱ δασάρχαι ὡς ἑξῆς: «Συντάξατε πίνακας ὑλοτομίας τῶν δασῶν ὡς ἐθνικῶν. Προσπαθήσατε δὲ—καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο, —προσπαθήσατε νὰ ἐκδοθῶσιν ἄδειαι ὑλοτομίας τῶν δασῶν ὡς ἐθνικῶν». Καὶ διὰ τοῦτο ἓν δάσος, τὸ δάσος Γκοδοβάσδα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἶχον οἱ δυστυχεῖς χωρικοί, κατώρθωσεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνοικιάσῃ διὰ τρία ἔτη ἀντὶ 800 ἢ 1000 μόνον δραχμῶν! Καὶ πρόκειται περὶ δάσους ἀξίας 100,000 δραχμῶν. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω, ποῖοι κρύπτονται ὄπισθεν τοῦ μισθωτοῦ· σᾶς λέγω μόνον, ὅτι ἐξεμισθώθη ἀντὶ 800 ἢ 1000 δραχμῶν δι’ ὁλόκληρον τριετίαν. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐρωτᾷ, ἂν ἐξεδόθησαν ἄδειαι· καὶ ὁ δασάρχης ἀπαντᾷ ὄχι. Ἐλήφθη μόνον μία ἄδεια παρά τινος Ἀλβανοῦ, ὅστις οὐδὲ κἄν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δάσος, διότι οἱ κάτοικοι ἀντέστησαν. Παράδοξος δὲ εἶναι ἡ τακτικὴ, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκομικῶν ἠκολούθησε πρὸς κατάληψιν τῆς νομῆς τῶν δασῶν· διέτασσε τὸν δασάρχην νὰ καλέσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὅπως προσαγάγωσι τίτλους· ἀλλ’ αἱ κοινότητες δὲν προσῆγον τίτλους· τὰ δάση ἐχαρακτηρίζοντο ἐθνικὰ δι’ ἑνὸς φετφᾶ τοῦ Σαμίου, καὶ κατεχωρίζοντο εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐθνικῶν! Ἀλλ’ οἱ κάτοικοι ἔχουσιν ἀνάγκας, νὰ ἀνορθώσωσι τὰς καλύβας των, νὰ ἐπισκευάσωσι τὰς οἰκίας των, καὶ ἀναγκάζονται νὰ λάβωσι μίαν ἄδειαν ἐθνικήν· τοῦτο ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀναγνώρισις! «Καὶ ἰδού», ἔλεγεν ὁ κ. Σάμιος, «μέλη τῆς κοινότητος ἔλαβον ἄδειαν ἐθνικὴν, ἄρα τὸ δάσος εἶναι ἐθνικόν». Καὶ οὕτως ἐξυπηρετεῖται τὸ Δημόσιον! Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ περὶ γαιῶν Ὀθωμανικοῦ νόμου, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ γαῖαι διαιροῦνται εἰς 5 κατηγορίας· εἰς γαίας ἰδιοκτήτους, γαίας δημοσίας, γαίας βακουφικὰς, γαίας ἀφεθείσας εἰς κοινὴν χρῆσιν καὶ γαίας νεκράς. Δὲν ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς αἱ δύο κατηγορίαι τῶν ἰδιοκτήτων καὶ τῶν βακουφικῶν γαιῶν. Θὰ ἐξετάσωμεν ὅμως τὰς ἄλλας τρεῖς, τὰς κατηγορίας τῶν δημοσίων γαιῶν, τῶν κοινοτικῶν γαιῶν καὶ τῶν γαιῶν τῶν νεκρῶν, καὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων θέλομεν ἐξακριβώσει ποῖαι εἶναι αἱ κοινοτικαὶ γαῖαι, καὶ ἂν δι’ αὐτὰς ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῶσι τίτλοι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κοινοτικῶν γαιῶν αἱ γαῖαι αἱ ἐξιδιασθεῖσαι ἀνέκαθεν εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ὁλομελείας τῶν κατοίκων, ἑνὸς ἢ πολλῶν κατοίκων. Κατὰ δὲ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ τῶν δασῶν, ἑκάστη κοινότης εἶχεν εἰς τὴν νομὴν καὶ κυριότητα αὐτῆς ὡρισμένην περιφέρειαν δασῶν, καλουμένην μπαλταλὶκ, καὶ ἀνέκαθεν ἐξιδιασμένην, προωρισμένην διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων αὐτῆς, οἵτινες ἐδικαιοῦντο ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει νὰ ὠφελῶνται ἐκ τοῦ δάσους, ἢ καὶ νὰ ἐμπορεύωνται ἀκόμη, ὅτε ὅμως ἐπληρώνετο ἡ δεκάτη. Βεβαίως ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ νομοθεσίᾳ ἡ ἔννοια τῆς κοινότητος ὡς ἠθικοῦ προσώπου δὲν εἶναι τόσον σαφὴς, ὡς παρ’ ἡμῖν, οὐχ ἧττον ἀναγνωρίζονται οἱ κάτοικοι ἐν συνόλῳ ὡς ὑποκείμενα δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Ὑπῆρχον λοιπὸν γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν προωρισμέναι ἀνέκαθεν διὰ τὰς κοινοτικὰς ἀνάγκας, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἑξῆς διαφορὰν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ κοινότης ἀποτελεῖ ἠθικὸν πρόσωπον τοιοῦτον, ὥστε ἡ περιουσία αὐτῆς εἶναι ὅλως τι διάφορον ἀπὸ τὴν περιουσίαν ἑκάστου τῶν μελῶν· τοὐναντίον παρὰ τοῖς Τούρκοις, ἕκαστον μέλος τῆς κοινότητος ἐδικαιοῦτο ὄχι μόνον νὰ ξυλεύηται ἐκ τοῦ δάσους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμπορεύηται, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα περιορισμόν· νὰ ἐμπορεύηται τόσα ξύλα, ὅσα θὰ ἠδύνατο νὰ ὑλοτομήσῃ ὁ ἴδιος ἰδιοχείρως· διότι, ἂν ἐπετρέπετο εἰς ἓν μέλος τῆς κοινότητος νὰ ξυλεύηται ἐπὶ ἐμπορίᾳ δι’ ἐργατῶν, ἠδύνατο πλούσιον μέλος τῆς κοινότητος διὰ πλήθους ἐργατῶν νὰ καταστρέψῃ τὸ δάσος, καὶ τοιουτοτρόπως τοῦτο θὰ ἀπέβαινεν εἰς ζημίαν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς κοινότητος. Τὰ δάση λοιπὸν αὐτὰ ἀπετέλουν, ὡς προεῖπον, τὰ λεγόμενα μπαλταλίκια, τουτέστιν ἑκάστη κοινότης εἶχεν ὡρισμένην περιφέρειαν γαιῶν βοσκησίμων καὶ ὡρισμένην περιφέρειαν γαιῶν δασωδῶν, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν, πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, εἶχε προορισθῆ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος.
§65Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§66Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§67Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐπετρέπετο καὶ ἡ ἐμπορία εἰς τὰ μέλη τῆς κοινότητος ἐπὶ καταβολῇ μάλιστα ὡρισμένου φόρου, τῆς δεκάτης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Συγχρόνως εἴπετε, ὅτι μόνον τόση ξυλεία ἐπετρέπετο νὰ κοπῇ, ὅσην ἠδύνατο τὸ ἴδιον μέλος τῆς κοινότητος νὰ κόψῃ. Δὲν ἔχει οὕτω;
§68Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§69Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ποῦ τοῦ νόμου εὕρηται αὐτό; Διότι λέγει ὁ νόμος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ῥητῶς, ὅτι ὄχι μόνον ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως αἱ κοινότητες ἐπ’ αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν περιφερειῶν τῶν δασικῶν, αἱ ὁποῖαι περιβάλλουσιν αὐτὰς, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐμπορίας, ἀφοῦ καταβάλωσι τὴν φορολογίαν τὴν νόμιμον, ἡ ὁποία, νομίζω, εἶναι ἡ δεκάτη. Πιθανὸν σεῖς νὰ γνωρίζητε ὕπαρξιν ἐθίμου, ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡ Ὀθωμανικὴ ἀναφέρει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐμπορίας ἄνευ περιορισμοῦ.
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κοινότητα ὁλόκληρον νὰ ἐμπορεύηται ἀορίστως. Εἰς μέλη τῆς κοινότητος ἄνευ συγκαταθέσεως τοῦ ὅλου τῆς κοινότητος ἐπετράπη μόνον νὰ ἐμπορεύωνται τὸ ποσὸν τῆς ξυλείας, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ὑλοτομήσωσι.
§71Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Οἱ κώδικες οἱ Ὀθωμανικοὶ ἐξεδόθησαν, νομίζω, τὸ 1857. Ἐὰν ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐγίνετο ἐξ ἐθίμου, δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω περὶ τῆς Ὀθωμανικῆς νομοθεσίας, εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον, —δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ποῖον—καθ’ ὃ αἱ κοινότητες ἠδύναντο νὰ ξυλευθῶσι καὶ νὰ ἐμπορευθῶσιν ἀκωλύτως.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία τῆς γενικῆς φράσεως τοῦ νόμου, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐμπορευθῶσιν, εἶναι αὐτή· ὅτι ἠδύνατο ἀορίστως ὁλόκληρος ἡ κοινότης νὰ ἐμπορευθῇ. Ἕν ἄτομον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμπορευθῇ ἢ μόνον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον μόνον του ἠδύνατο νὰ ὑλοτομήσῃ.
§73Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἰς τὸν νόμον ὅμως δὲν περιέχεται τοῦτο.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι οὕτως ἡρμηνεύθη.
§75Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δύο τινὰ θὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς, ἵνα κανονίσωμεν τὴν περιφέρειαν τῶν μπαλταλικίων, ἤτοι τῶν κοινωτικῶν δασῶν. Πρῶτον ἡ διάταξις ἡ καθορίζουσα τὰς νεκρὰς γαίας. Νεκραὶ γαῖαι, κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον, ἦσαν ἐκεῖναι, αἵτινες δὲν ἦσαν οὔτε κοινωτικαὶ, οὔτε δημόσιαι, οὔτε ἰδιωτικαὶ, οὔτε βακουφικαὶ, αἵτινες ὅμως οὐδέποτε ἠδύναντο νὰ ἐκτείνωνται ἀμέσως περὶ ὡρισμένην κώμην ἢ χωρίον, ἀλλ’ ἔδει νὰ ἀφίστανται αὐτῶν τοὐλάχιστον ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ ἐξικνῆται φωνὴ βροντοφώνου ἀνδρός. Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης σαφῶς συνάγεται δι’ ἀντεπαγωγικοῦ συλλογισμοῦ, ὅτι αἱ κοινωτικαὶ γαῖαι καὶ τὰ κοινωτικὰ δάση (μπαλταλίκια), ἂν μὴ εἶχον μεγαλειτέραν περιφέρειαν, —ὅπερ συνέβαινε πολλάκις, ὡς θέλομεν δείξει, — ἀναμφισβητήτως ὅμως εἶχον περιφέρειαν τοὐλάχιστον τοιαύτην, ὥστε ἀπὸ τοῦ ἄκρου τοῦ χωρίου νὰ μὴ ἀκούηται φωνὴ βροντοφώνου ἀνδρός. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ εἰρημένη περὶ νεκρῶν γαιῶν διάταξις, ὅπως ἐξ αὐτῆς κριθῇ ποία ἦτο ἑκάστοτε ἡ κοινοτικὴ περιφέρεια· ἡ περὶ ἧς εἴρηται διάταξις συντρέχει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἀπὸ μιᾶς μόνον ἀπόψεως· κρίνεται τουτέστιν ἐξ αὐτῆς ἡ ἐλαχίστη περιφέρεια, ἣν ἐκ νομίμου ἀνάγκης ἐδικαιοῦντο νὰ ἔχωσιν αἱ κοινοτικαὶ γαῖαι καὶ τὰ κοινωτικὰ δάση, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἡ κοινοτικὴ περιφέρεια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι μικροτέρα ἐκείνης, ἥτις καθωρίζετο ὡς προεῖπον. (Ὑπῆρχον ὅμως καὶ κοινότητες, τῶν ὁποίων αἱ κοινοτικαὶ γαῖαι καὶ τὰ κοινοτικὰ δάση εἶχον περιφέρειαν πολλῷ μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἥτις ὡρίζετο διὰ τῆς ἀκτῖνος τῆς ἀπὸ τοῦ ἄκρου τοῦ χωρίου φωνῆς βροντοφώνου ἀνδρός· καὶ τοιαῦται κοινότητες ἦσαν ἐκεῖναι, αἵτινες διὰ τὸ πλῆθος τῶν κατοίκων – ἐν μεμακρυσμένοις χρόνοις – εἶχον μεγαλειτέρας ἀνάγκας, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἡ κοινωτικὴ περιφέρεια ἦτο ἀνέκαθεν ἐξιδιασμένη. Τοῦτο δὲ προκύπτει σαφῶς ἐξ ὡρισμένης διατάξεως τοῦ περὶ γαιῶν νόμου, καθ’ ἣν ἡ περιφέρεια τῶν κοινοτικῶν γαιῶν καὶ τῶν κοινοτικῶν δασῶν ἦτο ἀνέκαθεν, δηλαδὴ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐξιδιασμένη. Οὕτω λοιπὸν διὰ μὲν τῆς μιᾶς διατάξεως, τῆς ἀφορώσης τὰς νεκρὰς γαίας, ὁρίζεται τὸ ὅριον μέχρις οὗ τοὐλάχιστον, ἀλλ’ ἐξάπαντος, θὰ ἐξικνῆται ἡ κοινωτικὴ περιφέρεια, ἐκ δὲ τῆς ἑτέρας διατάξεως βεβαιοῦται, ὅτι καὶ πέραν τοῦ ὁρίου ἐκείνου ἠδύναντο νὰ ἐκτείνωνται αἱ κοινοτικαὶ γαῖαι καὶ τὰ κοινοτικὰ δάση, ἐφ’ ὅσον τουτέστιν ἀνέκαθεν εἶχον προσδιορισθῆ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀναμφισβητήτως ἀποδεδειγμένον ἐκ ῥητῶν διατάξεων τοῦ περὶ γαιῶν Ὀθωμανικοῦ νόμου καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν δασῶν, ὅτι: 1) ἑκάστη κοινότης εἶχεν εἰς τὴν νομὴν αὐτῆς καὶ κυριότητα, περὶ τὸ χωρίον ἢ τὴν κώμην, ὡρισμένην ἔκτασιν δασῶν, ἀποτελοῦσαν τὰ λεγόμενα μπαλταλίκια· 2) ἡ ἀκτὶς τῆς κοινοτικῆς περιφερείας οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἦναι βραχυτέρα τῆς ἀκτῖνος, πρὸς ἣν ἀντιστοιχεῖ φωνὴ βροντοφώνου ἀνδρός, προερχομένη ἀπὸ τοῦ ἄκρου τοῦ χωρίου καὶ ἐξικνουμένη μέχρι σημείου, ὥστε νὰ ἀκούηται· 3) ἡ ἀκτὶς τῆς κοινοτικῆς περιφερείας ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ μεγαλειτέρα, ἐὰν ἀνέκαθεν εἶχε προσδιορισθῆ τοῦτο. Τοῦτο δὲ τὸ ἀνέκαθεν σημαίνει πρὸ ἀμνημονεύτου χρόνου. Δὲν παραλείπω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι τὰ ὅρια τῶν κοινοτικῶν περιφερειῶν δὲν ὡρίσθησαν ὑπὸ τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας, ἀλλ’ ἀνάγονται εἰς τοὺς πρὸ τῆς τουρκοκρατίας χρόνους, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι ὁ δεσποτικώτερος καὶ τυραννικώτερος τῶν κατακτητῶν ἐσεβάσθη τὴν ἀνέκαθεν διὰ τὰς κοινότητας προορισθεῖσαν ἀκίνητον κτῆσιν, διότι ἐνόει καλῶς, ὅτι κοινότης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ἄνευ κοινοτικῶν γαιῶν, ἄνευ κοινοτικῶν δασῶν, ἄνευ ἰδίας τινὸς περιουσίας. Μόνον δὲ ὁ κ. Σάμιος, ἐκ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἐλατηρίου ἀφορμώμενος, ἔχει ἢ προσπαθεῖ νὰ πείσῃ ὅτι ἔχει διάφορον γνώμην. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι δυσάρεστον, διευθύνων τις τὸ δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διαχειρίζηται τὰ δάση ὅλα ὡς ἐθνικά, διότι μόνον ὡς τοιαῦτα δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν παράδοξον ἰδιότητα, τὴν πρωΐαν νὰ μὴ ὦσιν ὑλοτομήσιμα, νὰ καθίστανται ὅμως τοιαῦτα μετὰ μεσημβρίαν, ὅταν τουτέστιν ὁ αἰτῶν τὴν ἄδειαν ὑλοτομίας ἐπανέλθῃ ἐκ δευτέρου μετὰ πληρεστέρας καὶ μᾶλλον δικαιολογητικῆς αἰτήσεως. Ἀλλὰ πῶς ἐπὶ τέλους, Κύριοι, θὰ καθορισθῇ ἡ κοινωτικὴ περιφέρεια διὰ τὰς κοινότητας ἐκείνας, ὧν τὰ δάση καὶ αἱ γαῖαι ἐκτείνονται καὶ πέραν τοῦ ἐγγυτέρου κατὰ τὰ ἄνω ὁρίου; Εἰς τοῦτο ἀπαντᾷ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Ὀθωμανικοῦ νόμου διὰ τῆς φράσεως «ἀνέκαθεν ἔχουν προσδιορισθῆ»· τουτέστι θ’ ἀποδειχθῶσι τὰ ὅρια διὰ μαρτύρων, δι’ ἀνθρώπων γιγνωσκόντων τὰς περιφερείας ἑκάστου χωρίου. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω δύο τινά· 1) ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Καλαμπάκας καὶ Τρικκάλων αἱ κοινοτικαὶ περιφέρειαι ἔχουσιν οὑτωσὶ προσδιορισθῆ ἀνέκαθεν, ὥστε ἡ περιφέρεια τοῦ ἑνὸς χωρίου ἐφάπτεται πρὸς τὴν περιφέρειαν τοῦ γειτνιάζοντος ἄλλου χωρίου, εἰς τρόπον ὥστε οὐδαμοῦ τῆς ἐπαρχίας ὑπάρχουσι γαῖαι εἴτε δημόσιαι εἴτε νεκραί, ἀλλὰ πᾶσαι ἀνήκουσιν ἀνέκαθεν εἰς τὰς κοινότητας· 2) ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα εἶναι τοσοῦτον πυκνῶς κατῳκημένα, ὥστε καὶ ἡ ἐλαχίστη κοινοτικὴ περιφέρεια — ἡ ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ νόμου ἐπιβαλλομένη — ἂν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, τὰ δάση ὅλα θὰ ἠλέγχοντο κοινοτικά, καὶ δὲν θ’ ἀνεκινεῖτο, ὡς μὴ ὤφελε, τὸ Σαμιακὸν ζήτημα. Ὅτι δὲ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, προκύπτει καὶ ἐκ πολλῶν ἀποφάσεων τῶν τουρκικῶν Δικαστηρίων, ἀφορωσῶν διαφορὰς μεταξὺ τῶν διαφόρων γειτνιαζόντων χωρίων περὶ νομῆς καὶ κυριότητος γαιῶν καὶ δασῶν. Καὶ ἰδοὺ προσάγω ὑμῖν ἀπόφασιν ἱερονομικὴν τοῦ Δικαστηρίου Τρικκάλων, μεταβάντος ἐπὶ τόπου καὶ δικάσαντος τὸ 1865 (17 Ρετζὶπ 1281) ἐπὶ διαφορᾶς μεταξὺ τῶν κοινοτήτων Κρανιᾶς καὶ Δραγοβιτσίου (ἀναγινώσκει): «... νεμομένους ἀνέκαθεν τὸ χόρτον, τὸ ὕδωρ καὶ τὴν ξυλείαν αὐτοῦ... Διὰ ταῦτα, ἀποδειχθέντος δι’ ὀχλομαρτυρίας τοῦ διαφιλονικουμένου ἐδάφους ὡς ἀνήκοντος εἰς τοὺς κατοίκους Δραγοβιτσίου, συμφώνως τῇ ἱερονομικῇ ἀποφάσει, καὶ ἐπιδικασθέντος αὐτοῦ εἰς τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν αὐτοῦ, διατάσσομεν, κατὰ τὸν ἱερὸν νόμον, τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Κρανιᾶς ν’ ἀπομακρυνθῶσι κλπ.» Ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης σαφῶς προκύπτει, ὅτι αἱ κοινοτικαὶ περιφέρειαι τῶν χωρίων Δραγοβιτσίου καὶ Κρανιᾶς ἐφάπτονται ἀλλήλων, ὅτι τὰ ἐκεῖ δάση ἀνήκουσι κατὰ νομὴν καὶ κυριότητα τὰ μὲν εἰς τὴν κοινότητα Δραγοβιτσίου, τὰ δὲ εἰς τὴν κοινότητα Κρανιᾶς. Ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Σάμιον αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις εἶναι χάρτης ἄγραφος! Καὶ ἐν τούτοις ἡ Πολιτεία, ἥτις τόσον αὐθαιρέτως ἀφαιρεῖ τὰς κοινοτικὰς περιουσίας, αὐτὴ, λέγω, ἡ Πολιτεία δὲν ἔλαβε τὴν στοιχειώδη πρόνοιαν πρὸς διατήρησιν σχολείων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα! Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν κωμόπολιν Κρανιὰν, ἀριθμοῦσαν 800 περίπου οἰκογενείας, ἄνευ διδασκάλων, ἄνευ διδασκαλίσσης, ἄνευ σχολείων, ἄνευ ὁδῶν! Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον, Κύριοι, ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀναμφισβητήτως ἐξάγεται, ὅτι αἱ κοινότητες δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι τίτλους διὰ τὰ δάση, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις, ἥτις καθορίζει τὸ ἐγγύτερον ὅριον τῶν κοινοτικῶν περιφερειῶν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις ἡ καθορίζουσα ὅτι ἑκάστη κοινότης ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔχει μπαλταλίκι, θὰ ἐπήρκει μόνη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ περὶ γαιῶν νόμου, ἵνα πείσῃ καὶ τοὺς μᾶλλον ἀδιαλλάκτους, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωσι τίτλους παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχωσι τοιούτους, παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἔχωσι τοιούτους, παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἔχωσι τοιούτους, διότι ἐπήρκει αὐτοῖς ὁ νόμος. Τὸ ἄρθρον 30 ὁρίζει τάδε: «... ἐκτὸς τῶν κοινῶν ὀρέων καὶ τῶν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν κατοίκων χωρίων ἐξιδιασμένων δασῶν, τῶν ὁποίων τὰ δένδρα εἰσὶν αὐτόφυτα, ἡ δὲ κατοχὴ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ξυλεύσεως εὑρίσκονται εἰς χεῖράς τινος, εἴτε προπατορικῶς εἴτε συνεπείᾳ παραχωρήσεως ἄλλου διακατέχονται διὰ ταπίου». Εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ποῖα εἶναι τὰ δάση, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται ταπίον, καὶ ὅπερ ταπίον ἀπαιτεῖται μόνον ὅταν πρόκηται περὶ καθολικῆς ἢ εἰδικῆς διαδοχῆς. Ὅταν ἀποθνήσκῃ ὁ Α καὶ κληρονομῆται ὑπὸ τοῦ Β, παρίσταται ἀνάγκη ἀνανεώσεως τοῦ τίτλου· ὁ κατ’ ἀνανέωσιν τίτλος εἶναι τὸ ταπίον. Ὅταν ὁ Α πωλῇ πρὸς τὸν Β, συντάσσεται τὸ πωλητήριον συμβόλαιον, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ ταπίον. Ἐκτὸς ὅμως τῶν δύο αὐτῶν περιπτώσεων, οὐδέποτε ἄλλοτε ἀπαιτεῖται τίτλος. Ῥητῶς δὲ ὁρίζεται, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ταπίον διὰ τὰ δάση τὰ ἐξιδιασμένα εἰς τὴν χρῆσιν τῶν κοινοτήτων. Ἀλλὰ, δι’ ὄνομα Θεοῦ, πῶς ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ ὁ νομοθέτης, ἵνα μὴ παριστάμεθα σήμερον μάρτυρες τοιαύτης ἐκνόμου καὶ σατραπικῆς καταστάσεως; Ἐάν τις ζητήσῃ τὸν λόγον παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διατὶ ἐλήφθη τοιοῦτον μέτρον, μέτρον στηριζόμενον οὐχὶ ἐπὶ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς αὐθαιρεσίας, ὅπερ οὔτε εἰς Καδῆν θὰ ἐπετρέπετο νὰ λάβῃ, τῷ ἀπαντῶσιν ἀμέσως: «Κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει τὴν κυριότητα μόνον δι’ ἐκεῖνα τὰ κτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα προσάγονται τίτλοι». Ἀλλὰ λαμβάνομεν τὴν συνθήκην ἀνὰ χεῖρας, καὶ βλέπομεν πᾶν τοὐναντίον. Λέγει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λέγῃ ὁ συντάξας τὸ ἄρθρον, ἐὰν ἐγνώριζεν, ὡς ἐγνώριζε βεβαίως, τὴν Ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρουμέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λιβαδίων, νομῶν, δασῶν, καὶ παντὸς εἴδους γαιῶν ἢ ἀκινήτων, κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων, ἢ δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων». Δηλαδὴ, ὅπου κατὰ τοὺς Ὀθωμανικοὺς νόμους δὲν ἀπαιτοῦνται τίτλοι, ὀφείλει καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν κυριότητα, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθη ὁ Ἀλῆ πασσᾶς, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθη ἡ τουρκικὴ κυριαρχία μέχρι τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθησαν πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις μέχρι τοῦ 1898, ὅτε καὶ μόνον ἐτέθη χεὶρ βέβηλος ἐπὶ τῆς ἱερᾶς ἐκείνης περιουσίας, οὐχὶ βεβαίως διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἁρπάσῃ τὰς περιουσίας ἐκείνας, ἀλλὰ διότι διεστραμμένη ἐγένετο εἰσήγησις ὑπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον ἴδιον, ἵνα εἰσηγῶνται περὶ τούτου πονήρως, ψευδῶς, διεστραμμένως. Ἐγένετο εἰσήγησις τοιαύτη, ὁποία ἐγένετο καὶ ἐπί τινος ἄλλης σκανδαλωδεστάτης ὑποθέσεως, ἀφορώσης τὰ δάση Κλεινοβοῦ, ἀπὸ τῶν ὁποίων εἰς Μαντζούκας ὑλοτομεῖ ἐφέτος μόνον ξυλείαν ἀξίας τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἐνῷ τὸ ἐτήσιον μίσθωμα πρὸς τοὺς δῆθεν ἰδιοκτήτας δὲν ὑπερβαίνει τὰς ὀκτακοσίας δραχμάς!...
§76Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πότε ἐγένετο ἡ μίσθωσις;
§77Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Εἶναι μακρὰ ἡ ἱστορία.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πότε ἐγένετο ἡ μίσθωσις;
§79Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τὸ 1892 ἢ 1894. Ἡ ἄδεια ἐδόθη τὸ 1895. Ἀπηγορεύθη μετὰ ταῦτα ἡ ὑλοτομία, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπανελήφθη.
§80Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Ἡ ἐκχώρησις τῆς μισθώσεως ἐγένετο οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν κληρονόμων Παπαγιάννη.
§81Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Σύμφωνοι εἴμεθα. Δὲν ἐλήφθη λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Βουλευταί, οὔτε ἡ Ὀθωμανικὴ νομοθεσία, οὔτε ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, οὔτε τὸ ἐκ τῆς ἀπὸ ἀμνημονεύτου χρόνου νομῆς δίκαιον τῶν κοινοτήτων, ἀλλ’ ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτῶν ἡ νομὴ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἀποφεύγω μὲν νὰ χαρακτηρίσω, ὅστις ὅμως ἥκιστα τιμᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, καὶ ἐλάχιστα κολακεύει τοὺς τεταγμένους ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν καὶ ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς περιουσίας τῆς ἰδιωτικῆς, ἀφοῦ οὗτοι φωρῶνται ὀλιγωροῦντες τῶν ἰδίων καθηκόντων, καὶ ὑπονομεύοντες τὰ ἱερὰ τῶν πολιτῶν δίκαια. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν, ἂν προσήχθησαν παρ’ ἄλλων κοινοτήτων τίτλοι, καὶ ἂν τουλάχιστον αὐτοὶ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἐλέγομεν πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ὅτι αἱ κοινότητες δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τίτλους. Ἀλλ’ ἐν τούτοις μερικαὶ κοινότητες ἔχουσι τίτλους. Πῶς συνέβη τοῦτο; Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν κοινοτήτων, αἵτινες εἶχον τὸ ἐξ ἐθνικῶν περιπετειῶν ἀτύχημα νὰ ἀπολέσωσι τὴν αὐθυπαρξίαν, τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν, καὶ νὰ καταστῶσι τσιφλίκια, ὡς ἐγένετο διὰ πολλὰς κοινότητας ἐπὶ Ἀλῆ πασσᾶ. Αὐταὶ αἱ κοινότητες ἐξηγόρασαν μετὰ ταῦτα τὰ εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα ἀνήκοντα δάση καὶ λιβάδια, καὶ τούτου ἕνεκα ἐκτήσαντο τίτλους, διότι παρίστατο νομικὴ τοιαύτη ἀνάγκη, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ εἰδικῆς διαδοχῆς. Ὡς παράδειγμα θὰ ἀναφέρω τὸ χωρίον Λεπενίτσαν τοῦ δήμου Λάκμονος, ἰδιαιτέραν πατρίδα τοῦ συναδέλφου μου κυρίου Κρίτσα. Τῇ 9 Τζεμεζὴλ–ἐββὲλ τοῦ ἔτους 1217 ἀπὸ Ἐγείρας (1802 καθ’ ἡμᾶς) οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λεπενίτσης πωλοῦσι πρὸς τὸν Βελῆ πασσᾶν τὸ χωρίον ὁλόκληρον μετὰ τῶν δασῶν, λιβαδίων κλπ. Καὶ ἐξεδόθη ὁ σχετικὸς ἱερονομικὸς τίτλος, ὃν ἀναγινώσκω. (Ἀναγινώσκει αὐτόν). Ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ τίτλου μανθάνομεν, Κύριοι, ὅτι οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι δοῦλοι, προπάτορες τῶν νῦν ἐλευθέρων ἀλλ’ ἀδικουμένων πολιτῶν Ἑλλήνων, ἠναγκάσθησαν νὰ πωλήσωσι πρὸς τὸν Βελῆ πασσᾶν τὴν περιουσίαν, τὴν πατρίδα αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐγίνοντο πρὸ ὁλοκλήρου αἰῶνος, πρὸ ἑνὸς καὶ ἑκατὸν ἐτῶν, τί σᾶς λέγει, νομίζετε, ὁ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ μόνου κοπτόμενος Σάμιος; «Καὶ πόθεν εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ κάτοικοι Λεπενίτσης νὰ πωλήσωσι πρὸς τὸν υἱὸν τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ;» Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ υἱὸς τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ἑνὸς πωλητηρίου, ὅπως γένηται κύριος τῆς Λεπενίτσης, ἀλλὰ διὰ τὸν Σάμιον αὐτὸ τὸ πωλητήριον δὲν ἀποτελεῖ τίτλον ἔγκυρον, διότι κατ’ αὐτὸν ὁ Βελῆ πασσᾶς ἠγόρασε παρὰ μὴ κυρίων. Ἑκατονταετὴς νομὴ διὰ τὸν νομομαθῆ Σάμιον εἶναί τι νομικῶς ἀδιάφορον, ὅπερ αὐτὸς διὰ μιᾶς πνοῆς, δι’ ἑνὸς παρανόμου φετφᾶ δύναται νὰ καταρρίψῃ! Μετὰ 20 ἔτη, ἤτοι τὸ 1822, ἐξεδόθη ἕτερος τίτλος ἱερονομικὸς (ὃν καὶ προσάγω) ὑπέρ τινος Σουλεϊμὰν ἀγᾶ, υἱοῦ Χιμέτ, πρὸς ὃν ὁ Βελῆ πασσᾶς εἶχε πωλήσει τὰ εἰρημένα κτήματα πρὸ τῆς καρατομήσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἔτη, ἤτοι ἐν ἔτει 1824, ὁ Σουλεϊμὰν ἀγᾶς ἐπώλησε τὰ αὐτὰ κτήματα πρὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ Γκὲντζ ἀγᾶν. Καὶ ἰδοὺ ὁ σχετικὸς τίτλος (δεικνύει τοιοῦτον)...
§82Κ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐγχειρίσω καὶ τοὺς πρωτοτύπους τίτλους.
§83Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Εἶναι περιττόν, διότι αἱ μεταφράσεις εἶναι ἐπίσημοι. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν καταδίωξιν, ἣν ὑφίσταντο οἱ ἀτυχεῖς Λεπενιτσιῶται, ἐν τούτοις μετὰ τὴν καρατόμησιν τοῦ Βελῆ πασσᾶ, ἀναθαρρήσαντες ὅπως δήποτε, ἠρνοῦντο ν’ ἀναγνωρίσωσιν ὡς κύριον τῶν κτημάτων (δασῶν καὶ λιβαδίων) τὸν εἰδικὸν διάδοχον αὐτοῦ Γκὲντζ ἀγᾶν, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι βίᾳ ὑπείκοντες συνέταξαν τὸ ἀρχικὸν πωλητήριον συμβόλαιον. Ἀναφυείσης τοιαύτης διαφορᾶς, ἐξεδόθη πρὸς ἐπίλυσιν αὐτῆς Βεζυρικὴ διαταγὴ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ρούμελης καὶ Ναυπάκτου, ὑπὸ χρονολογίαν τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1828, διὰ τῆς ὁποίας λύεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ Λεπενιτσιωτῶν καὶ Γκὲντζ ἀγᾶ, διατασσομένων τῶν πρώτων νὰ καταβάλωσι πρὸς τὸν Γκὲντζ ἀγᾶν, ὡς ἰδιοκτήτην, τὸ γήμορον, πλὴν ὡρισμένων προϊόντων. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, διὰ τῆς διαταγῆς ἐκείνης δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ Γκὲντζ ἀγᾶς νὰ λάβῃ τι ἐκ τῶν δασῶν, ἐνῷ ὁ Σάμιος, ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τῶν δασῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀφαιρεῖ ἐντελῶς ἐκεῖνα, ὧν ἐφείσθη ὁ ἐνδοξότατος Διοικητὴς Ρούμελης καὶ Ναυπάκτου! Μετὰ τοῦτο, κατὰ τὸ 1841, οἱ κάτοικοι Λεπενίτσης ἐξηγόρασαν τὰ εἰρημένα κτήματα παρὰ τοῦ Γκὲντζ ἀγᾶ, καὶ ἐξεδόθη σχετικὸς ἱερονομικὸς τίτλος, ὃν προσάγω. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἄλλο ἐπίσημον ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ Γκὲντζ ἀγᾶς δηλοῖ, ὅτι οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἔχει ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων, ἅτινα ἀναγνωρίζει ὡς ἀνήκοντα τοῦ λοιποῦ εἰς τοὺς κατοίκους Λεπενίτσης. Ἀπὸ τοῦ 1841 μέχρι τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας τὰ δάση Λεπενίτσης ἀνῆκον εἰς τὴν διηνεκῆ καὶ ἀνενόχλητον νομὴν τῶν εἰρημένων ἰδιοκτητῶν καὶ κατοίκων αὐτῆς, οἵτινες καὶ ἐξεμεταλλεύοντο αὐτὰ, εἴτε ὑλοτομοῦντες οἱ ἴδιοι, εἴτε ἐκμισθοῦντες πρὸς τρίτους. Ἀλλ’ αἴφνης περὶ τὸ 1898 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐχαρακτήρισε τὰ δάση ὡς ἐθνικά. Διατί; Εἷς κάτοικος Λεπενίτσης, Γούλας Σῖμος καλούμενος, προσήγαγε τίτλον τινὰ, ἀφορῶντα τὰ δάση Λεπενίτσης, ἐκδεδομένον δὲ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, πρὸ ἐτῶν ἀποβιώσαντος. Ὁ τίτλος οὗτος προσεβλήθη ὡς πλαστός, καὶ ὁ Σῖμος κατηγγέλθη ἐπὶ χρήσει πλαστοῦ ἐγγράφου· ἀλλ’ ἀπολογούμενος εἶπεν, ὅτι ὁ τίτλος εἶναι γνήσιος, ὅτι ἐξεδόθη τὸ 1873, ὅτε εἶχεν ἐκδοθῆ φιρμάνιον πρὸς ἀνανέωσιν τῶν τίτλων, ἐξεδόθη δὲ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὡς προεστῶτος τοῦ χωρίου, καὶ οὐχὶ διότι πράγματι ἀνῆκον τὰ δάση καὶ τὰ λιβάδια εἰς αὐτὸν, περὶ ὧν ὡμολόγησεν, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους Λεπενίτσης. Ὄντως δὲ ὁ Γούλας Σῖμος ἀπηλλάγη διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Λαρίσῃ Ἐφετῶν. Ταῦτα παραδόξως ἤρκεσαν διὰ τὸν κ. Σάμιον, ἵνα διὰ σειρᾶς παραλογωτάτων συλλογισμῶν καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ δάση εἶναι ἐθνικά! Καὶ εἶπεν ὁ ἀνήρ: «ὁ τίτλος τοῦ Σίμου εἶναι πλαστός» (ὁ Σῖμος εἶναι κάτοικος Λεπενίτσης, ἄρα βρέχει!)· ἄρα τὰ δάση δέον νὰ κηρυχθῶσιν ἐθνικά», τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει ὑποκείμενα εἰς τὴν ἰδιότροπον διαχείρισιν τοῦ κ. Σαμίου! Ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι τίτλοι γνήσιοι, αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι συνδέονται μετὰ νομῆς ἑνὸς αἰῶνος!...
§84Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ Ὑπουργὸς εἶναι ὁ Σάμιος, καὶ ὁμιλεῖτε περὶ αὐτοῦ;
§85Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἕως ἐδῶ Ὑπουργὸς εἶναι.
§86Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Καὶ οὕτω, Κύριοι, τὰ δάση κηρύσσονται ἐθνικά, κατὰ τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ κ. Σαμίου, ὅστις ἔχει πολὺ ὑψηλὰς θεωρίας περὶ δασῶν, καὶ δογματίζει πολλὰ καὶ παράδοξα περὶ δασῶν ἐν Γαλλίᾳ, Γερμανίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐγὼ δὲν θὰ κατέλθω, Κύριοι, εἰς τὰ περαιτέρω αἴτια καὶ ἐλατήρια, ἀλλ’ ὁμιλῶ πρὸς ἐννοοῦντας τὰς λέξεις καὶ εἰδότας τὰ πράγματα...
§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τὸ πράξητε, διότι δὲν πρέπει νὰ ῥίπτητε ὑπαινιγμούς.
§88Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν ῥίπτω ὑπαινιγμόν, ἀκριβῶς διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἀναμίξω πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα οὐδὲν μὲ χωρίζει, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν δύναμαι ἢ νὰ κακίσω, ἔστω καὶ διὰ τὴν ψύχωσιν,—διότι ἂν δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἶναι μία ψύχωσις ἀδικαιολόγητος.—Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ἀγγελόπουλε. Βεβαίως, ἂν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω, ἔχωσιν ἄλλως, δικαιοῦσθε νὰ σχηματίσητε ἄλλην γνώμην. Ἀλλ’ ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀθωμανικὴ νομοθεσία, ἂν αὐτοὶ εἶναι οἱ τίτλοι, καὶ ἂν ἀληθεύῃ ὅτι μέχρι τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας τὰ δάση εἶχον αἱ κοινότητες, καὶ ἀπὸ τὰ μισθώματα τῶν δασῶν ἐπληρώνοντο οἱ διδάσκαλοι, συνετηροῦντο αἱ ἐκκλησίαι, καὶ οὐδέποτε ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τῶν κοινοτήτων, ἂν ἀληθεύωσι ταῦτα, εἶναι δίκαιον ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ νομὴ ἀπὸ τὰς κοινότητας, καθ’ ὃν τρόπον ἀφῃρέθη, διὰ τῆς μπαγιονέττας; Καὶ ἔρχεται ἕτερον δάσος, τὸ δάσος Γκοδοβάσδα, τοῦ ὁποίου εἶχε τὴν νομὴν ἡ κοινότης μέχρι τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἔκτοτε ἔχει μέχρι σήμερον. Διὰ τὸ δάσος Γκοδοβάσδα ἐχορηγοῦντο πάντοτε ἄδειαι, ὡς ἐπὶ δάσους ἰδιοκτήτου. Πληθὺς μισθωτηρίων συμβολαίων ἐπισήμων ὑπάρχουσι· σῴζεται δὲ καὶ ἀπόφασις τοῦ τουρκικοῦ Δικαστηρίου, ἀποφηναμένου ἐπὶ διαφορᾶς τῶν κοινοτήτων Γκοδοβάσδας καὶ Μαλακασίου, καὶ ὁρίσαντος, ὅτι αὐτὰ τὰ δάση ἀνήκουσιν εἰς τὴν κοινότητα Γκοδοβάσδας, διότι ἠγοράσθησαν ἀπὸ τὸν Ἀλῆ πασσᾶν, «καὶ οὕτω διατάσσομεν (λέγει ἡ ἀπόφασις) νὰ δοθοῦν εἰς τὴν κοινότητα Γκοδοβάσδας». Αὐτοὶ εἶναι οἱ τίτλοι. Ἀλλ’ οἱ τίτλοι κατὰ τὸν Σάμιον πρέπει νὰ ἔχωσιν ὡρισμένον τύπον! Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀπόφασις Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου, ἐκδοθεῖσα τὸ 1894. Ἐδικάσθησαν δύο κοινότητες διὰ τὰ δάση. Ἐξεμίσθωσεν ἡ κοινότης Γκοδοβάσδας τὸ δάσος Μπάλτα, ἐδόθη ἄδεια, καὶ εἰσῆλθον οἱ ὑλοτόμοι, ἵνα ὑλοτομήσωσιν· ἀλλ’ ἐκινήθη ἀγωγὴ περὶ προσωρινῶν μέτρων ὑπὸ τῆς κοινότητος Μαλακασίου, τὸ δὲ Πρωτοδικεῖον ἐπιδικάζει τὴν νομὴν τῶν δασῶν εἰς τὴν κοινότητα Γκοδοβάσδας. Ἐν τούτοις τὰ δάση Γκοδοβάσδας, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις Τουρκικῶν καὶ Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, καὶ ἅπερ κατέχονται ἐπὶ ἑκατὸν τοὐλάχιστον ἔτη, τὰ δάση, λέγω, ἐκεῖνα χαρακτηρίζονται ἐθνικὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Σαμίου, ὅστις δίκην σατράπου διατάσσει τὸν δασάρχην Καλαμπάκας νὰ ἐγγράψῃ αὐτὰ εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐθνικῶν, καὶ ἐρωτᾷ: «ἐξεδόθη ἄδειά τις διὰ τὸ δάσος ὡς ἐθνικόν;» — «Ὄχι», ἀπαντᾷ ὁ δασάρχης· «μία μόνον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπραγματοποιήθη.» Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ οὐσιώδη. Ὑπάρχει Βασιλικὸν Διάταγμα τοῦ 1836, καθ’ ὃ οἱ τίτλοι ἔδει νὰ προσαχθῶσιν ἐντὸς ἔτους, ἄλλως θὰ ἐχαρακτηρίζοντο ὡς ἐθνικὰ τὰ δάση, δι’ ἃ δὲν θὰ προσήγοντο τίτλοι. Βεβαίως τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ Δημόσιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ πρὸς δήμευσιν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν κοινωτικῶν δασῶν· καὶ τοῦτο διὰ πλείστους λόγους· 1) τὸ Διάταγμα, ὡς ἐκδοθὲν ἐπὶ τῆς Ἀντιβασιλείας καὶ φέρον δημευτικὸν χαρακτῆρα, ἔπαυσεν ἰσχῦον μετὰ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ Συντάγματος· 2) τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 δὲν δύναται νὰ ἀφορᾷ τὰ Θεσσαλικὰ δάση, ἅτινα οὐδόλως ἔσχεν ὑπ’ ὄψει· 3) κατὰ ῥητὴν διάταξιν τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τὰ κεκτημένα δυνάμει τίτλων ἢ Ὀθωμανικῶν νόμων· ὥστε ἡ συνθήκη θὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ Διατάγματος· 4) Ἄλλως τὸ Διάταγμα ἀφορᾷ τοὺς δυναμένους προσαγαγεῖν τίτλους· ἀλλ’ αἱ κοινότητες ἐκ τοῦ νόμου δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἔχωσι τίτλους. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κατάλογός τις, ἐγχειρισθεὶς, ὡς λέγεται, ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ περιέχον τὰ δάση τὰ ἐθνικά. Ἀλλ’ ὁ κατάλογος οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἀνακριβὴς δ’ ἐχαρακτηρίσθη καὶ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέκαθεν, ἀκολουθησάσης κατὰ τοῦτο τὴν νόμιμον καὶ λογικὴν ὁδόν. Τὸ δὲ ἀνακριβὲς τοῦ καταλόγου τούτου ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι πολλὰ τῶν ἐν αὐτῷ ὡς ἐθνικῶν χαρακτηριζομένων δασῶν εἶναι ἀναμφισβητήτως ἰδιόκτητα, δυνάμει τίτλων ἐξηκριβωμένης γνησιότητος. Οὕτως ἐν τῷ καταλόγῳ ἀναφέρονται ὡς ἐθνικὰ τὰ δάση Κοττόρι· ἐν τούτοις διὰ τὰ δάση ταῦτα ὑπάρχουσι τίτλοι, ὧν ἡ γνησιότης ἐξηκριβώθη ἐν Κωνσταντινουπόλει διὰ τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὰ δάση Λεπενίτσης, Δραγοβιτσίου καὶ ἄλλα. Ὥστε ὁ κατάλογος οὗτος δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσφαλὴς γνώμων πρὸς ἐπίλυσιν τῆς ἐν λόγῳ διαφορᾶς. Κύριοι, θὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον αὔριον ἐπὶ ἄλλων δασῶν, καὶ ἰδίως προκειμένου περὶ τῆς κοινότητος Κλεινοβοῦ, διότι δὲν θέλω ἀπόψε νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πλέον. Κατέρχομαι δὲ τοῦ βήματος μὲ τὴν πεποίθησιν πλήρη, ὅτι, ἂν τὸ πλῆθος τῶν ἀσχολιῶν δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ μέχρι τοῦδε γνῶσιν τοῦ μεγάλου ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προσγίγνεται εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς κοινότητας, οὐχ ἧττον θέλει διαθέσει ὀλίγας στιγμὰς, ὅπως μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἢ θέλει ἀναθέσει ἐπὶ τέλους τὴν μελέτην εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ νομικὰ πρόσωπα, ἢ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· ἐπὶ τέλους ἂς πράξῃ ὅ,τι ἡ πεῖρα, ἡ σύνεσις, ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ πατρικὴ αὐτοῦ μέριμνα ἐπιβάλλουσι.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς γνωρίζει αὐτῷ, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν ἀνεκήρυξε βουλευτὴν Αἰγιαλείας τὸν κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν ἐπιτυχόντα κύριον Κωνσταντῖνον Ἀσημακόπουλον. Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον,
§90Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἦσαν ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται βεβαίως, ὅτι ἐξηλέγχθησαν σκάνδαλα ἀφορῶντα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὴν Δασικήν. Μολονότι ὅμως τοιαῦτα σκάνδαλα ἐξηλέγχθησαν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ λύσῃ αὐτὸ, ὡς ἔδει. Τὰ πράγματα ἀφέθησαν εἰς τὴν τύχην των, καὶ ἀφεθέντα ἐφέρθησαν ὅπου ἐφέρθησαν! Ὁ κ. προλαλήσας ὡμίλησεν ἀποκλειστικῶς περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δασῶν τῶν κοινοτήτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἐθνικὰ δάση καὶ ἰδιόκτητα δάση εἰς τὸ ὑπόλοιπον Κράτος. Ἐπειδὴ δὲ αὔριον πρόκειται νὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις καὶ ἐπισταμένη...
§91Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Δευτέραν.
§92Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Αὔριον· ἀλλ’ ἔστω, ὁπόταν γείνῃ... Ἐπειδὴ, λέγω, πρόκειται νὰ γείνῃ μακρὰ καὶ ἐπισταμένη συζήτησις περὶ τοῦ θέματος τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν Δασικὴν καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς φακέλους τοὺς περιέχοντας ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἤτοι συμβόλαια, δικαστικὰς ἀποφάσεις, διαταγὰς ὑπουργικὰς, γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὰ ἐν Εὐρυτανίᾳ δάση Μπέσια, Κούτσουρον καὶ Μικρόχουρον, διότι ἐκεῖθεν θὰ καταδειχθῇ ἡ ἀλλόκοτος, ἀδικαιολόγητος καὶ ἀτάσθαλος ἐνέργεια τῆς Δασικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ἐνῷ ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται ἡ κατοχὴ ὡρισμένου δάσους εἰς ὡρισμένους ἰδιώτας, καὶ τὸ Δημόσιον ἀποδέχεται τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, κατόπιν τὸ Δημόσιον κοινοποιεῖ μάρτυρας, ζητεῖ πληροφορίας, κοινοποιεῖ δικόγραφα κλπ., καὶ οὕτως ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἀκόμη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διότι ὁ διευθύνων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δασικοῦ τμήματος ἐχαρακτήρισε τὸ εἰρημένον δάσος ἐθνικὸν, καὶ ἀπηγόρευσε τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν, ἐνῷ τὸ ἀντίθετον ἔπραξεν εἰς ἄλλο δάσος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητῶ, ἐξ ὧν θὰ ἐπιχυθῇ πολὺ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔκαμε τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ῥίπτωνται ὑπαινιγμοὶ, θίγοντες τὴν ὑπόληψιν δημοσίων ἀνωτέρων λειτουργῶν. Τοῦτο οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, διότι ἕκαστος ὀφείλει ν’ ἀποδεικνύῃ τοὺς ὑπαινιγμούς του. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καίτοι τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ πρόκειται, θεωρῶ ἀνώτερον πάσης μομφῆς ἐπὶ καταχρήσει, οὐχ ἧττον θὰ ἦτο καλὸν, σὺν ταῖς ἄλλαις πληροφορίαις, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, νὰ κατατεθῇ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργόν τῆς Δικαιοσύνης τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πλημμελειοδικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου παρεπέμφθη ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου, συνάμα δὲ καὶ τὰ δύο βουλεύματα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ἐξ ὧν διὰ μὲν τοῦ ἑνὸς ἐπεκυρώθη τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν, διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου ἀπηλλάγη μὲν τῆς ποινικῆς εὐθύνης, διὰ λόγον, δι’ ὃν δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαλλαγῇ, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν συνιστᾷ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ κ. διευθυντὴς τοῦ Δασικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου δὲν γνωρίζει νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους τοὺς δασικοὺς, τότε ἀπορῶ, ποῖος θὰ εὑρεθῇ νὰ τοὺς ἐφαρμόσῃ...
§93Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δικαστήριον τὸν ἠθώωσε.
§94Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι... Ἀπηλλάγη, λέγω, τῆς ποινικῆς εὐθύνης, ἀλλὰ δὲν ἀπηλλάγη καὶ τῆς ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ἀποζημιώσεως. Καὶ τὸ πρόσωπον αὐτὸ ὑπέχει εὐθύνην ἀποζημιώσεως ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου διὰ μέγα χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη, κατὰ τὸ βούλευμα, δι’ ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν τοῦ ὑπαλλήλου περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§95Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεπέμφθη, ἐδικάσθη, καὶ τὸ Κακουργοδικεῖον τὸν ἠθώωσε πανηγυρικῶς.
§96Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ πανηγυρικῶς τὸ ἠξεύρομεν ἡμεῖς καλλίτερον ἀπὸ κάθε ἄλλον. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, καὶ τότε θ’ ἀποδειχθῇ, ἂν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς διαχειρίζεται τὴν ὑπηρεσίαν του ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Δημοσίου ἢ ἐπὶ βλάβῃ αὐτοῦ· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλαὶ δίκαι μέχρι τοῦδε ἠγέρθησαν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ πολλοὶ φόβοι ὑπάρχουσιν, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἡττηθῇ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ τότε φυσικὰ θὰ πληρώσῃ ἀποζημιώσεις οὐχὶ εὐκαταφρονήτους.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Πονηρόπουλος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μίσθωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ θεραπευτηρίου τῆς φρουρᾶς Κυπαρισσίας, μετὰ τῶν ἀναφορῶν τῶν προσφερόντων εἰς ἐκμίσθωσιν τὰς οἰκίας των ἰδιωτῶν καὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν τε ὑγειονομικῶν καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ τὴν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους 1902 δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπάντησιν περὶ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1893, τοῦ διακρίνοντος τὴν πόλιν Κυπαρισσίας ἀπὸ τῆς παραλίας Κυπαρισσίας.» Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ τῆς σταφιδικῆς περιφερείας Κραθίδος, αἰτουμένου 1) τὸ ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος νὰ μὴ ὑπερβῇ τὸ 20% 2) ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐμφύτευσις νέων σταφιδαμπέλων μόνον εἰς τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 20 στρεμμάτων· 3) νὰ ἀφεθῇ ὁ χρόνος τῆς φορτώσεως ἐλεύθερος· 4) ν’ ἀφομοιωθῇ τὸ σῆμα «Κραθὶς» πρὸς τὸ σῆμα «Βοστίτσα». Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§98ΚΩΝΣΤ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Καλαμπάκας, κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω ἄλλο τι περὶ τοῦ δάσους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως τὸν δῆμον, ἐξ οὗ κατάγομαι. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰ δημιουργούμενα ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, καθόσον πολλὰ δύνανται νὰ συμβῶσι. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα τὰ περὶ τοῦ δάσους Λεπενίτσης. Ἡ κοινότης τῆς Λεπενίτσης κατὰ τὸ 1899 ἐξεμίσθωσε τὸ δάσος εἴς τινα Κυριακόπουλον, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ δάσος ἦτο κοινωτικόν, ἐκμισθούμενον πάντοτε ὑπ’ αὐτῆς. Ὁ Κυριακόπουλος αὐτὸς, μετὰ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνῆψε μετὰ τῆς κοινότητος, ἤρχισε νὰ ὑλοτομῇ, εἶχε δὲ προπωλήσει καὶ πολὺ πρᾶγμα εἰς Πάτρας, ὅτε ἔλαβε διαταγὰς ἐκ τοῦ τμήματος τῶν δασῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σταματήσῃ πᾶσαν ἐργασίαν· ἐσταμάτησεν ἡ ἐργασία, καὶ ἐξώσθη ὁ ἐνοικιαστής· ἀλλ’ οὗτος ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καί, ὡς ἔμαθον, ἐκέρδισε καθ’ ὅλους τοὺς βαθμούς· ζητεῖ δὲ ἀποζημίωσιν 270,000 δραχμῶν διὰ τὴν παράνομον ἔξωσίν του ἐκ τοῦ εἰρημένου δάσους. Λοιπόν, ἵνα μὴ συμβῇ τὸ αὐτὸ καὶ πάλιν, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος ἀνέγνωσε προηγουμένως, —ἄν θέλῃ δὲ, δυνάμεθα νὰ παραδώσωμεν αὐτῷ καὶ τὰ πρωτότυπα τῶν τίτλων,—μελετήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ δάση αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας, καὶ θέλει διατάξει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτάς, διότι εἶναι ἀδίκημα νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἐθνικά, δάση ἀνήκοντα εἰς τὴν κοινότητα. Ἐὰν δὲ οἱ τίτλοι αὐτοὶ δὲν ἦναι γνήσιοι, τότε νὰ καταγγελθῇ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον ὡς ἔχον ὑπὸ τὴν κατοχήν του τίτλους πλαστούς, καὶ νὰ δοθῇ ἓν πέρας εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§99Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αἱ πυρκαϊαί, κ. Πρόεδρε, αἱ ὁποῖαι λυμαίνονται τὰ δάση τὰ ἐθνικά, βεβαίως δικαιολογοῦσι τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων, τῶν ἀναπτυξάντων τὸ θέμα τοῦτο. Θὰ ἦτο βεβαίως εὐχῆς ἔργον, τὰ δάση τὰ ἐθνικὰ νὰ περιήρχοντο εἰς τὰς κοινότητας, διότι αἱ κοινότητες βεβαίως θὰ ἐφρόντιζον περὶ τῶν δασῶν αὐτῶν περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι φροντίζει τὸ Δημόσιον, διότι αἱ πυρκαϊαί, ὡς εἶπον, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἕκαστον θέρος λυμαίνονται ὅλα τὰ δάση τοῦ Δημοσίου, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ γνώμη τῶν κυρίων συναδέλφων εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Ἀλλ’ οἱ κύριοι συνάδελφοι ὡμίλησαν περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ τμηματάρχου κ. Σαμίου, καὶ ἠθέλησαν νὰ ῥίψουν ὑπαινιγμοὺς κατ’ αὐτοῦ, ὅτι ὁ τμηματάρχης ἐνεργεῖ αὐτοβούλως, ἐνεργεῖ ὅλως κατ’ ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν. Δὲν πιστεύω, οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ νομικοί, νὰ λησμονῶσιν, ὅτι εἶναι μὲν συνυπεύθυνος μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ τμηματάρχης, ἀλλὰ τὴν κυρίαν εὐθύνην φέρει ὁ Ὑπουργός, ὁ ὑπογράφων τὰς διαταγάς, τὰς ὁποίας ἐκδίδει καὶ προσυπογράφει ὁ τμηματάρχης. Προκειμένου εἰδικῶς περὶ τοῦ κ. Σαμίου, ἡ ἐργασία ἡ νομοθετική, ἣν οὗτος παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, μαρτυρεῖ, ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν τιμώντων τὸν κλάδον, εἰς ὃν ἀνήκει. Δὲν ἔπρεπε δὲ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, οἱ κύριοι συνάδελφοι ν’ ἀφίνωσιν ὑπαινιγμοὺς κατὰ ὑπαλλήλων ἀνωτέρων, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, καὶ μόνον τὸ καθῆκον. Εὐκταῖον, νομίζω, εἶναι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς μεγάλης αὐτοῦ πείρας καὶ τῶν μεγάλων αὐτοῦ φώτων νὰ λύσῃ μερικὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἔτι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ δασονομικῇ. Διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀνετίθετο εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ προσώπων δυναμένων νὰ ἔχωσι γνώσεις εἰδικὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἡ ὁποία, περιερχομένη ὅλα τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος, μετὰ ἐπιτόπιον ἐξέτασιν ν’ ἀποφανθῇ, ποῖα δάση ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ποῖα εἰς τὰς κοινότητας.
§100Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πάντες ἐπιθυμοῦμεν τοῦτο, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ δὲν ἀφίνει ὁ κ. τμηματάρχης!
§101Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θελήσῃ τοῦτο, βεβαίως οὐδεμία θέλησις εἶναι ἀνωτέρα τῆς θελήσεως αὐτοῦ. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι ἔχετε δίκαιον, διακόπτοντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὁ τμηματάρχης εἶναι ὄργανον τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἂν ὁ τμηματάρχης δὲν θέλῃ νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ κληθῇ ἄλλος τμηματάρχης νὰ ὑπογράψῃ αὐτήν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως, τὰς ὁποίας ὑπογράφει, κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Συνυπεύθυνος εἶναι καὶ ὁ τμηματάρχης, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη κυρίως βαρύνει τὸν Ὑπουργόν. Τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δασῶν κατὰ τὸ 1896 καὶ τὸ 1897, ὅτε κατέλιπον τὴν ἀρχήν, εἶχον ἄλλως· κατὰ τὸ 1902, ὅτε πάλιν ἐκλήθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον ταῦτα ἄλλως διατεταγμένα. Κατὰ τὸ 1897 δὲν ἠμφισβητεῖτο ἡ κυριότης δασῶν τινων τῶν κοινοτήτων. Κατὰ τὸ 1902 οὐ μόνον αὕτη ἠμφισβητεῖτο, ἀλλ’ εἶχε λάβει καὶ κατοχὴν τὸ Δημόσιον τῶν δασῶν τούτων, ὡς κύριον, διότι εἶχε πεισθῆ, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὰς κοινότητας. Ἦτο τολμηρὸν νὰ ἀνατρέψωμεν πάντα ταῦτα, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὡς εἶχον κατὰ τὸ 1897, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ, ὅτι πράγματι ὑπῆρχε δικαίωμα κυριότητος τῶν κοινοτήτων. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο εὔκολον· ἠναγκάσθημεν λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς εἶχον, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ ἐξετάσωμεν καὶ πεισθῶμεν, ἂν καλῶς ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰς κοινότητας τὰ δάση, ἂν ταῦτα ἀνήκουσι τῷ ὄντι εἰς τὸ Δημόσιον, ἢ ἂν πρέπει νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας. Ἀλλὰ τὸ ἔργον δὲν ἦτο εὔκολον, οὔτε ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐν τῷ βραχεῖ τούτῳ χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον τοσαῦται ἐργασίαι μὲ περιβάλλουσιν. Ἀφῆκα λοιπὸν τὰ πράγματα ὡς εἶχον· δὲν τὰ μετέβαλον, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ὑπεῖχον, ἂν ἐξακολουθήσωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, εἶναι μικροτέρα τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑπέχει, ἂν τὰ μετέβαλλον.
§103ΧΑΡΑΛ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρηκολούθησα διαφόρους ὑποθέσεις, ἀφορώσας τὰ δάση, καὶ παρετήρησα ἀληθῶς ὑπερβολικὸν ζῆλον ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν δασῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ ζῆλον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ μὴ δικαιολογούμενον ὑπὸ τῶν νόμων. Ἐκράτησεν ἡ ἀρχὴ νὰ χαρακτηρισθῶσιν, εἰ δυνατόν, πάντα τὰ δάση δημόσια. Εἶναι πιθανὸν ἡ ἀρχὴ αὕτη νὰ ἦναι ὀρθή· δὲν νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει ἤδη νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο...
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω νὰ πιστεύητε τοῦτο.
§105Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάθεσις, τὴν ὁποίαν εὗρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ δικαιώματα κυριότητος, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἄλλον.
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ θέλω νὰ ὑποστηρίξω. Συμφέρει βεβαίως νὰ γείνωσι πάντα τὰ δάση δημόσια· ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ συμφώνως τῷ νόμῳ· ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι τὰ ἰδιωτικὰ κτήματα, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων· νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, ὅπερ χθὲς εἶδον γινόμενον εἰς νομοσχέδιον διανεμηθὲν ἡμῖν. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀκολουθεῖ τὰς αὐτὰς ἀρχάς. Ἐνόμισεν ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον νὰ μετέλθῃ καθ’ ἁπάντων τῶν ἰδιωτῶν βίαια μέτρα, νὰ παραβῇ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διὰ νὰ κερδίσῃ ὅ, τι ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κερδίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐπεξέτεινε δὲ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς οὐ μόνον εἰς τὰ κυρίως δάση, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πάσης δασικῆς ἐκτάσεως καὶ κατήντησεν ἐν τῇ πατρίδι μου ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ὑλοτομία ἐπὶ ἐκτάσεως μὴ ὑπερβαινούσης τὰ πέντε στρέμματα, ἀποτελούσης δὲ παράρτημα τῶν ἀμπέλων, καὶ τοῦτο διότι ἡ ἔκτασις ἐχαρακτηρίσθη ὡς δασικὴ, καὶ διότι ὁ σταλεὶς ἐπιθεωρητὴς ἀπεφάνθη, ὅτι αὐταὶ αἱ ἐκτάσεις, πρὶν ἢ καταληφθῶσιν ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν καὶ μεταβληθῶσιν εἰς ἀμπέλους ἢ ἀγροὺς, ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀνεκάλυψε μάλιστα, ὅτι μία μεγάλη ἔκτασις ἐλαιοπεριβόλου εἶχεν ἡλικίαν μόλις 40 ἐτῶν, καὶ ἑπομένως ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν, ἀπηγόρευσε δ’ ἀκόμη καὶ τὴν ἀνθρακοποιΐαν ἐκ ξύλων ἡμέρου ἐλαίας, ὄχι διότι τοῦτο διατάσσει ὁ νόμος, ἄλλα διότι συμπεραίνει ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅτι «ἂν ἐπιτρέψωμεν τὴν ὑλοτομίαν ἐκ ξύλων ἡμέρου ἐλαίας, τρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀφήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν εἰς καταχρήσεις, διότι μεταξὺ αὐτῶν τῶν ξύλων τῶν ἡμέρων θὰ καῶσι καὶ ἄλλα.» Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὸν τρόπον τὸν νόμιμον δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν κατοχὴν ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας, καὶ ἐπειδὴ ἔχει τὸ Δημόσιον τὴν ἰδέαν, καὶ τὸ τμῆμα ἀκολουθεῖ τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ὅτι οἱ διαφιλονικοῦντες τὴν κατοχὴν τῶν δασῶν πρέπει νὰ προστρέχωσιν αὐτοὶ εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ὄχι τὸ Δημόσιον, τὸ δὲ Δημόσιον φρονεῖ, ὅτι πρέπει ν’ ἁρπάσῃ τὴν κατοχὴν παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, διὰ τοῦτο παρέλειψεν ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ αὐτῶν τῶν δασῶν, ἐτράπη δὲ τὴν ὁδὸν τοῦ στρεψοδίκου διαδίκου, καὶ διέστρεψε τὸν νόμον, ὡς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καλαμπάκας, ἵνα ἁρπάσῃ τὴν κατοχήν. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶ ἄλλοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τῆς τοιαύτης τακτικῆς, μοὶ παρετήρησαν δὲ, ὅτι, ἵνα χορηγηθῶσιν ἄδειαι ἀνθρακοποιΐας εἰς τοὺς χωρικοὺς, τοὺς κατασκευάζοντας ἄνθρακας ἐκ τῶν ξύλων τῶν ἀγρῶν των, ἔπρεπεν οἱ ζητοῦντες τὰς ἀδείας νὰ ἔχωσι τίτλους...
§108Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ προτάσει τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου ἔγειναν αὐτά. Δὲν πταίει ὁ Σάμιος εἰς τοῦτο.
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ Σάμιος ἀκολουθεῖ τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ἀλλ’ ὁ Σάμιος—πρέπει νὰ ὁμολογήσω—ἔχει τὴν ψύχωσιν ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν δασῶν καὶ ὑπὲρ τῆς δημοσιοποιήσεως ὅλων τῶν δασῶν. Δὲν τὸν κατηγορῶ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ κατηγορῶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοῦ τμήματος τοῦ δασικοῦ καὶ τοῦ τμήματος τοῦ δικαστικοῦ, διότι ἐννοεῖ νὰ μὴ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ νὰ πράξῃ ὅ,τι οἱ στρεψόδικοι διάδικοι, ἵνα ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τῶν ἰδιωτῶν. Ἔχομεν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ δασικοῦ, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν ὑλοτομίας εἰς τοὺς κατόχους ἰδιωτικῶν δασῶν. Σήμερον τί πράττει ἡ ὑπηρεσία; ἀρνεῖται τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν εἰς τοὺς κατόχους ἰδιώτας. Τοῦτο δ’ ἔπραξε δι’ ὅλας τὰς δασικὰς ὑποθέσεις τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας. Ἀρνεῖται τὴν ἔκδοσιν ἀδείας εἰς αὐτοὺς, λέγουσα ὅτι ἡ κλίσις εἶναι ὑπὲρ τὰ 36%, καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας δυστροπίας προβάλλουσα, καὶ οὕτω δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ὑλοτομία, καὶ ἂν ὁ ἰδιώτης ζητήσῃ ἄδειαν ἐπὶ ἰδιωτικοῦ δάσους, ἀπορρίπτεται. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταπιέζουν τὸν κόσμον παραβαίνοντες τὸν νόμον, καὶ δίδοντες κακὸν παράδειγμα αὐτοδικίας οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι δικηγόροι τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ εἶναι ὑπάλληλοι, ἐντεταλμένοι τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προστατεύωσι μὲν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ἀσημακόπουλος, βουλευτὴς Αἰγιαλείας, νὰ προσέλθῃ, ἵνα ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται ὁ κ. Κ. Ἀσημακόπουλος καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§111ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριε Πρόεδρε, εἰς ὑμᾶς, καὶ δι’ ὑμῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Εὐρυμενῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτοῦνται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου ΒΧΚΖʹ τῆς 15 Ἰουλίου 1899 «περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν». Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εὐρυμενῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς ὡς μόνην ἐμπορίαν εἶχον μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς 15 Ἰουλίου τοῦ 1899 τὴν συλλογὴν κομάρων καὶ τὴν μεταποίησιν αὐτῶν εἰς οἰνόπνευμα. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου διὰ τῆς ταχθείσης προθεσμίας, ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν 31 Δεκεμβρίου ὡς ἀνώτατον ὅριον χρόνου πρὸς μεταποίησιν, ἀποκλείονται τῆς ἐμπορίας ταύτης. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ κόμαρα ἄρχονται συλλεγόμενα τὴν 15 Νοεμβρίου, διαρκεῖ δὲ ἡ συλλογὴ μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου, κατόπιν δὲ χρειάζεται εἰκοσαήμερον χρονικὸν διάστημα πρὸς ζύμωσιν τοῦ συλλεγέντος καρποῦ, καὶ κατόπιν τῆς ζυμώσεως χρειάζεται διάστημα ἑνὸς μηνὸς πρὸς ἀπόσταξιν αὐτῶν, ὅτε φθάνομεν εἰς τὰς 15 Φεβρουαρίου. Διὰ τοῦτο, ἐπιλαμβανόμενος τῆς περιστάσεως, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΒΧΚΖʹ» ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον μόνον. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΒΧΚΖʹ τῆς 15 Ἰουλίου 1899 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἀπαλλάσσονται τοῦ κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ παρόντος ἄρθρου δικαιώματος οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ αʹ κατηγορίας, οἱ κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον κατασκευάζοντες οἰνόπνευμα ἐκ μορεῶν καὶ οἱ ἐργαζόμενοι μόνον κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον, Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον δι’ ἁπλῶν ἀμβύκων (καζανίων), ἐὰν τὸ σύνολον τῆς χωρητικότητος τούτων δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 200 ὀκάδας, κατασκευάζωσι δὲ σούμαν ἢ ἐκ ταύτης ἀπ’ εὐθείας οὖζον. Διὰ δὲ τοὺς κατασκευάζοντας οἰνόπνευμα ἐκ κομάρων ἡ προθεσμία αὕτη παρατείνεται μέχρι τέλους Φεβρουαρίου.» Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μεταποιοῦντας ἄλλα ζαχαροῦχα προϊόντα εἰς οἰνόπνευμα, ἡ τεταγμένη προθεσμία βεβαίως ἀρκεῖ καὶ ὑπεραρκεῖ διὰ τὴν μεταποίησιν ταύτην. Ἀλλὰ διότι ὁ νομοθέτης ἐλησμόνησε τοὺς παραγωγοὺς οἰνοπνεύματος ἐκ κομάρων, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος διὰ τῆς προσθήκης, ἣν προτείνω.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 285). Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§113Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω μερικὰς πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διὰ λυπηρὸν δυστυχῶς ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἐν Σαλαμῖνι. Τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο προσείλκυσε τὴν προσοχὴν πάντων ἡμῶν, καὶ μετὰ λύπης, ὁμολογῶ, ἔμαθον καὶ ἐγὼ τοῦτο. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἂν πράγματι τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο ἔλαβε χώραν, βεβαίως μειοῖ τὴν ὑπόληψιν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ...
§114Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§115Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀποφεύγω νὰ ἀναφέρω τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὄντως τοῦτο ἔλαβε χώραν, καὶ ἂν εἰς αὐτὸ ἔλαβον μέρος καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου ἔλαβε δυστυχῶς χώραν τὸ δυσάρεστον γεγονός, εἰς τὸ ὁποῖον μετέσχον καὶ ἀξιωματικοί. Αἱ ἐκθέσεις τῶν Διευθύνσεων τούτων ἀναφέρουσι τὰς λεπτομερείας μετὰ ἐξέτασιν καὶ ἔρευναν. Οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί, οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὸ δυσάρεστον τοῦτο γεγονός, ἐτιμωρήθησαν ἤδη, καὶ ἀπὸ σήμερον ἄρχεται ἡ ἔκτισις τῆς ποινῆς των.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§118Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἕνεκα τίνος λόγου δὲν ἐτοποθετήθη ἑλληνοδιδάσκαλος εἰς τὸ ἐν Κλεπᾷ τοῦ δήμου Κλεπαΐδος ἱδρυθὲν μονοτάξιον Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους, ἐπὶ βλάβῃ τῆς μαθητιώσης νεολαίας. Προσέτι, ἂν καὶ πότε θέλει λειτουργήσει τὸ σχολεῖον τοῦτο, τοποθετουμένου καταλλήλου ἑλληνοδιδασκάλου. Δὲν θέλω ἀναπτύξει τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, διότι ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι, λαμβάνων γνῶσιν τὸ πρῶτον ἤδη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τῶν παραπόνων τούτων, θέλει προβῆ ὄχι μόνον εἰς τυπικὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ βεβαίως καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς λειτουργίαν τοῦ εἰρημένου σχολείου, ἵνα μὴ ἀδικῆται ἡ μαθητιῶσα νεολαία τοῦ δήμου Κλεπαΐδος.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λέκας ἔχει τὸν λόγον.
§120Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναφέρω. Πρόκειται περὶ ἀντικαστάσεως ἑνὸς μέλους τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πεντέλης. Ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀντικαταστήσῃ ἓν μέλος τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πεντέλης, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 573 τῆς 13 Φεβρουαρίου τοῦ 1861 διαταγὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου, ἐκτὸς δὲ ταύτης καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 257 τῆς 11 Νοεμβρίου 1902 ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτὸς οὗτος ὑπογράψει, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ἀναπτύξω κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἀρχιερέως τοῦ τόπου μου, διότι ἴσως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ νὰ προέβη εἰς τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἱερομονάχου ὡς μέλους τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πεντέλης. Ἡ διαταγὴ τῆς 13 Φεβρουαρίου τοῦ 1861 λέγει σαφῶς, ὅτι «ὅταν εἷς ᾖ συνάμα καὶ ὁ ἕτερος τῶν συμβούλων ἐκπέσωσι τῆς οἰκείας θέσεως, τότε καλοῦνται προσωρινῶς ἀντὶ τοῦ ἐκπεσόντος ἢ τῶν ἐκπεσόντων ἐκ τῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ Μονῇ ἀρχαιοτέρων ἱερομονάχων ἢ μοναχῶν». Ἡ διαταγὴ δὲ αὕτη ἐνισχύθη κατόπιν διὰ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς τῆς 11 Νοεμβρίου 1902. Ἀλλ’ ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης, ὡς προεῖπον, οὔτε τὴν μίαν οὔτε τὴν ἄλλην διαταγὴν λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, ἐνήργησεν αὐτοβούλως, ἁπλῶς δὲ μόνον ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι διορίζει ὡς μέλος τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πεντέλης ἕνα ἱερομόναχον, Γεράσιμον Βεργηνάδην καλούμενον, ὅστις ὅμως ἐν τῷ Μοναχολογίῳ ἔχει τὸν τελευταῖον ἀριθμὸν, 15ον, ἐγγραφεὶς εἰς τὴν Μονὴν κατὰ τὸ 1898, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἄλλοι μοναχοὶ ἀπὸ τοῦ 1856, 1864 καὶ 1865. Χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου δὲν θ’ ἀπασχολήσω σήμερον τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὅμως ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης, ὡς ἐκ τῆς ἰσχύος αὑτοῦ, ἐπιμείνῃ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτὸν, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταστήσω γνωστὸν, τί ἐστὶ Γεράσιμος Βεργηνάδης, καὶ ὅτι ἄλλη ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ θέσις αὐτοῦ, καὶ ὄχι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκεν ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§122Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ καιροῦ ἐζήτησα δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου στατιστικὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν ὁποίων πληροφοριῶν ἔχω ἀνάγκην διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μοὶ ἐχρειάζοντο δὲ αὗται καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν 24 Φεβρουαρίου ὑπέβαλον ἔγγραφον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐζήτουν στατιστικὰς πληροφορίας, σχετικὰς πρὸς διάφορα δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἰδίως δ’ ἐζήτουν διαφόρους πίνακας. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγράφεται πίστωσις δραχ. 2,200,000 διὰ συντήρησιν ὁδῶν. Διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 24 Φεβρουαρίου νὰ κατατεθῶσι πίνακες τῶν κατὰ παρελθόντα ἔτη δαπανηθέντων ποσῶν εἰς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ὁδῶν· προχθὲς δ’ ἐπληροφορήθην ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι τὸ ἁρμόδιον τμῆμα οὔτε ἤρχισε κἄν τὴν ἐργασίαν, ἐλλείψει προσωπικοῦ. Ἐπειδὴ σήμερον ἐτελείωσεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν ἐργασίαν της, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἃς θὰ χρειασθῶμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης θὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐκ τοῦ φακέλου, ὃν κατέθεσε περὶ σμύριδος ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐλλείπουσι δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ῥητῶς ἐμνημόνευσα εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὡρισμένως δὲ τὸ ἔγγραφον, ἐν ᾧ φαίνονται αἱ προτάσεις, ἃς ἔκαμεν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ξένην ἑταιρείαν περὶ σμύριδος.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω γνῶσιν τοιούτων διαπραγματεύσεων, οὐδὲ ἂν ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον. Ἐγὼ ἐκόμισα ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔδωκεν ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος.
§124Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου ἀναγράφω καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων τούτων.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Πατρῶν κ. κ. Ἰωάννης Γ. Ροῦφος καὶ Δημ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπουκαούρης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Τριταίας δραχμῶν 20,000 πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τοῖς χωρίοις Σκιαδᾷ, Γρεβενῷ καὶ Ρουπακιᾷ καὶ γεφύρας παρὰ τὸ χωρίον Ἀλποχῶρι τοῦ ἐν λόγῳ δήμου». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 286). Οἱ βουλευταὶ Πατρῶν κ. κ. Κωνστ. Γεροκωστόπουλος, Ι. Τσερτίδης καὶ Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως δραχμῶν 10,000 ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Τριταίας πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τοῖς χωρίοις Σκιαδᾷ καὶ Γρεβενῷ τοῦ ἐν λόγῳ δήμου». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 287). Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 288). Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Λ. Πετιμεζᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς προτάσεως νόμου. Καὶ ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 289). Ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς συνομολογηθείσης προξενικῆς συμβάσεως». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§126Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ζητήσω νῦν τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ἐπιθυμῶ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20 ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἤτοι ἡ πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΔʹ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, διότι ἡ διάταξις, ἧς ζητῶ τὴν τροποποίησιν, ἀντιβαίνει εἰς ῥητὰς διατάξεις τῆς συνθήκης τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιφυλαχθῆτε, παρακαλῶ, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 νομοσχεδίου. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§128Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, αἱ ἄμπελοι πρέπει νὰ συμπληρώσωσι πενταετίαν, ἵνα πληρώσωσι φόρον. Ἐνταῦθα δὲν βλέπω τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν τὸ ἄρθρον 4 ὑποχρεοῖ τοὺς φυτεύοντας ἄμπελον νὰ δηλώσωσι τὸ πρῶτον ἔτος. Καὶ ἂν ἡ ἄμπελος δὲν εὐδοκιμήσῃ, θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν; — Διότι ἡ ἄμπελος θὰ καταγραφῇ εἰς τὸ μητρῷον τῆς ἀμπέλου. Πλὴν τούτου, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, αἱ κατ’ ἔτος φυτεῖαι ἀμπέλων δηλοῦνται μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τοὺς φυτευτὰς, καὶ προτείνω νὰ τεθῇ «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου τοῦ ἑπομένου ἔτους».
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δέχομαι.
§130Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον οἱ ἐλλιπῶς δηλοῦντες ὑπόκεινται εἰς ποινὴν πληρωμῆς τοῦ τριπλασίου τοῦ φόρου· ἀλλ’ αἱ νέαι ἄμπελοι δὲν πληρώνουσι φόρον, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ τριπλάσιον μὴ ὀφειλομένου φόρου.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν φέρομεν τὴν διόρθωσιν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§133Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων ὑπέβαλον τροπολογίαν σκοποῦσαν νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· διότι δὲν ὑπάρχει μέσον ἐκβιάσεως τῶν γυναικῶν πρὸς πληρωμὴν φόρου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὰς γυναῖκας νὰ δηλῶσιν· ἀλλὰ τίνι τρόπῳ θὰ γείνῃ ἡ ἀναγνώρισις ἐκ μέρους τῶν συζύγων τῶν δηλώσεων τῶν γυναικῶν; Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον θεωρῶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἀνεφάρμοστον ὡς πρὸς τὰς διατυπώσεις τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δηλώσεων.
§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου;
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι βεβαίως, συγκρινόμενον τοῦτο πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον, εἶναι ἐπιεικέστερον, ἀφοῦ ὁ δημόσιος φόρος τῶν δραχμῶν 6 μέχρι 4 ἐλαττοῦται εἰς δραχ. 3, ὁ τῶν 5 μέχρι 4 ἐλαττοῦται εἰς 2,50, ὁ τῶν 4 μέχρι 2 ἐλαττοῦται εἰς 2, καὶ ὁ τῶν 2 μέχρις 1 ἐλαττοῦται εἰς 1. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου οὐδαμῶς αἴρεται τὸ ἄτοπον, τὸ ἄδικον σύστημα, καθ’ ὃ θέλουσι φορολογεῖσθαι αἱ ἄμπελοι, εἴτε παράγουσιν εἴτε δὲν παράγουσι καρπόν. Ἀλλὰ πάλιν, ἐὰν συγκρίνῃ τις τὴν κλίμακα τὴν φορολογικὴν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐπιεικέστερον τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Διὰ τοῦτο κηρύττομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅτε ἐπεσκεπτόμεθα τοὺς συμπολίτας ἡμῶν κατὰ τὴν Ἀττικὴν, ὡς καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἀντελήφθητε ὑμεῖς τε καὶ πάντες οἱ συνάδελφοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῶν ἀμπελοκτημόνων ἦτο ὑπὲρ τῆς ἐκ βάσεως μεταβολῆς τῆς ὑφισταμένης φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Διότι καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ συζητουμένου σήμερον, δὲν αἴρεται τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ πληρώνῃ, τοῦ νὰ καταβάλλῃ τις τὸν φόρον τῆς ἀμπέλου, ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ἄμπελος αὐτοῦ δὲν ἤθελε παραγάγει καρπόν, πρᾶγμα ἄδικον καὶ μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν γενικὴν περὶ φορολογίας ἀρχὴν, καθ’ ἣν μόνον ἡ παραγωγὴ δέον νὰ φορολογῆται. Οἱ ἀμπελοκτήμονες τῆς Ἀττικῆς προέβαλλον, ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν, ποικίλα συστήματα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔδει νὰ φορολογῶνται αἱ ἄμπελοι. Οἱ μὲν ἔλεγον, ἀποβλέποντες ἰδίως εἰς τὴν Ἀττικὴν, ὅπου τὸ σύστημα εἶναι εὐκολώτερον, ὅτι ὁ φόρος ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐπὶ τῶν κάρρων, — αὐτὴ δὲ εἶναι καὶ ἡ γενικὴ γνώμη τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, — ἄλλοι ἔλεγον, νὰ εὑρεθῇ σύστημα, καθ’ ὃ ὁ φόρος νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς ληνοὺς, εἰς τὰ πατητήρια. Καὶ ἐγὼ δὲ κηρύττομαι εἴτε ὑπὲρ τῆς πρώτης εἴτε ὑπὲρ τῆς δευτέρας τῶν γνωμῶν τούτων. Προτιμῶ ὅμως τὴν ἐπὶ τῶν κάρρων φορολογίαν. Εὔχομαι λοιπὸν, ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἁπλῶς καταβιβάζεται ὁ φόρος, χρησιμεύσῃ εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς προσωρινὸς σταθμὸς, ἀνακουφιστικὸς τῆς ὑπαρχούσης ὀλεθρίας καταστάσεως. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀκουσθεισῶν αὐτῶν γνωμῶν τῶν φορολογουμένων ἀμπελοκτημόνων τῆς Ἀττικῆς, ὅπως ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα φορολογικὰ περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ὥστε νὰ ἐφαρμόζηται κατὰ γράμμα ἡ φορολογικὴ ἀρχὴ, καθ’ ἣν οὐδεὶς πρέπει νὰ καταβάλλῃ φόρον, ἐὰν δὲν παρήγαγε καρπόν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ὅλοι ζητοῦσιν, αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ πρέπει νὰ γείνῃ.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμολογῶ, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἀτέλεια τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῇ γενομένῃ πρὸς σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πολλὰ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ πολλὰ ἀνεκινήθησαν. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐν τοῖς ληνοῖς δὲν εἶναι νέον· αὐτὸ ἐκράτησεν ἀπὸ τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς Βασιλείας μέχρι τοῦ 1845· ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως ἦτο λίαν καταθλιπτικός, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1845 ἠσπάσθησαν τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας διήρκεσε μέχρι τοῦ 1883, ὅτε ἐκρίθη λίαν καταθλιπτικὸν, διότι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως ἦτο καταθλιπτικός, τὸ ὁποῖον συμβαίνει πάντοτε, ὁσάκις τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου μεταβιβάζηται εἰς ἰδιώτας δι’ ἐνοικιάσεως, καὶ ὑποκαθίσταται ἀντ’ αὐτοῦ τὸ συμφέρον τοῦ ἰδιώτου. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη κατὰ τὸ 1899–1900 νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πάντες οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἀλλ’ ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν ὀργάνων ἢ τῶν μέσων, δι’ ὧν κατορθοῦται ἡ παραγωγή. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἷς Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν ζῇ πλέον, ὁμιλῶν περὶ τοῦ συστήματος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὠνόμαζε τὴν δεκάτην ἁγίαν, διότι ὁ τρόπος ἐκεῖνος τῆς φορολογίας εἶναι ὁ θετικώτερος καὶ ὁ δικαιότερος, ἀφοῦ ὁ φορολογούμενος εἰσφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ποσοστὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ γῆ παρήγαγε, καὶ εἰσφέρει αὐτὸ ὁ παραγωγὸς ὡς ἀντάλλαγμα τῆς τάξεως, τῆς εὐνομίας καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἡ ὁποία παρέχεται αὐτῷ, ἐνῷ κατὰ τὰ συστήματα, καθ’ ἃ ὁ φόρος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ παραγομένου ποσοῦ, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς παραγωγῆς, εἰσφέρει ὁ φορολογούμενος ποσοστὸν καὶ ὁσάκις δὲν ἀπέκτησέ τι. Ἡ βάσανος, ἡ γενομένη ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου, τῶν διαφόρων συστημάτων δὲν μὲ ὡδήγησεν ὅτι ἠδυνάμην νὰ προτιμήσω ἓν τούτων· διότι πάντα τὰ εὕρισκον πλήρη ἐλαττωμάτων, γνωσθέντων ἤδη ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διαφόρων συστημάτων. Ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὸ 1885 ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ἤλπιζον δὲ, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ νόμου τούτου δὲν ἤθελε φέρει τοσαύτας ἀντιρρήσεις, ὅσαι ἀπεδείχθη ὅτι ἐπῆλθον κατὰ τὸ παρελθόν· ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ τὸ σύστημα τοῦτο εἶχεν ἀτελείας, καὶ ὅτι ἐπεβαρύνθησαν πολὺ οἱ παραγωγοὶ ἐκ τῶν ἀτελειῶν αὐτῶν. Ἐσκέφθημεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, καὶ μεταφέρωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀπὸ τῶν ἀγροτῶν εἰς τοὺς καταναλωτάς· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἦτο δυσχερές. Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισα νὰ συντάξω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ προσωρινὸν τοῦτο μέτρον παράσχῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ σκεφθῇ καὶ μελετήσῃ περὶ καλλιτέρου συστήματος· ἄλλως οἱ μὴ βαρεῖς ὅροι τοῦ νομοσχεδίου ἔκρινα ὅτι θέλουσι παράσχει ἀνακούφισίν τινα εἰς τάξιν παραγωγῶν, ἡ ὁποία ὄντως ἐπεβαρύνθη κατὰ τὸ παρελθόν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σταθῶμεν ὁριστικῶς, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ προσπάθεια πρὸς βελτίωσιν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας ταύτης.
§138ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εὔχομαι, ἵνα σὺν τῷ χρόνῳ ἐξευρεθῇ μέσον τι τελειότερον πρὸς ἐφαρμαγὴν φορολογίας εἴτε τῆς ἀμπέλου εἴτε τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ καὶ ἀνακουφιστικώτερον διὰ τοὺς καλλιεργητὰς τῆς ἀμπέλου. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συστημάτων τὸ ἀνακουφιστικώτερον εἶναι τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς συζητούμενον. Κατὰ τρία συστήματα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους ἐφορολογήθη ἡ ἄμπελος. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ φορολογία τοῦ γλεύκους δι’ ἐνοικιαστῶν, οἱ ἐπιζῶντες δὲ ἀπὸ τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἐνθυμοῦνται τὰ βασανιστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο οἱ ἀμπελοκτήμονες ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἕνεκα τῶν βασανιστηρίων ἐκείνων ἠναγκάσθη ἡ Πολιτεία ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ σύστημα αὐτὸ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ἡ χαλαρότης τῶν ἰσχυόντων νόμων καὶ ἡ ποιότης τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων κατὰ πολὺ ἐζημίου τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ τούτου ἕνεκα ἠναγκάσθη ἡ Πολιτεία ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν διὰ τοῦ ἐπαράτου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ποῖαι αἱ συνέπειαι τοῦ νόμου ἐκείνου, πάντες γινώσκετε. Κατὰ τὰς παρελθούσας Βουλευτικὰς Περιόδους ἐγένετο καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὐρυτάτη συζήτησις περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐκείνου, καὶ πάντες συνεφώνησαν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, διότι οὐδὲν ἕτερον φορολογικὸν σύστημα προὐτάθη· καὶ κατὰ τὸ 1896, ὅτε τῇ ἐντολῇ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἐσχηματίσθη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην ὅλων τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ σύνταξιν νομοσχεδίου, δι’ οὗ ν’ ἀντικαθίστανται οἱ πολλαπλοῖ ἐκεῖνοι νόμοι, ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ νὰ ὁρισθῶ εἰσηγητής· ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐνταῦθα εἶναι καὶ ὁ κ. Μερλόπουλος. Συνετάχθη τότε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζεν ὡς ἐλάχιστον φόρον τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῆς ἀμπέλου μίαν δραχμήν, ὡς ἀνώτερον δὲ 3 δραχμάς, συμφώνως πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐψηφίσθησαν τρία μόνον ἄρθρα, ἕνεκα δὲ τοῦ ἀνωμάλου τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἐπῆλθον κατὰ τὸ 1896, δὲν ἐγένετο νόμος τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1899, ὅτε ὁ κ. Σιμόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέβαλε τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον, καθ’ ὃν ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ κατὰ στρέμμα φόρου ἔμενεν ἀπροσδιόριστος, ἐγὼ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ τροπολογία ἐκείνη δὲν ἐγένετο δεκτή· ταύτην ὅμως εὐτυχῶς ἀπεδέχθη καὶ ἀνέγραψεν ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἑτέραν νῦν τροπολογίαν νὰ προβάλω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8, καθ’ ἣν, ὅταν ἡ ἄμπελος οὐδὲν παράγῃ εἰσόδημα ἢ δὲν καλύπτῃ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, ἀπαλλάσσεται παντὸς φόρου. Τὴν ἀνάγκην τῆς πλήρους ἀπαλλαγῆς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλή, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἠναγκάσθη νὰ ψηφίσῃ νόμον εἰδικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου ἡ ἄμπελος, τῆς ὁποίας τὸ εἰσόδημα κατεστράφη. Ἡ τροπολογία αὕτη πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ δεκτή, διότι εἶναι ἀδικώτατον, εἶναι ἀπάνθρωπον νὰ πληρώνωσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες φόρον δι’ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἀπήλαυσαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν θεραπείαν τοῦ ἐλαττώματος τούτου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἵνα μὴ ἀναγκάζηται ὁ ἀμπελοκτήμων, τοῦ ὁποίου ἡ ἄμπελος δὲν παρήγαγε τίποτε, νὰ πληρώνῃ φόρον. Οὕτω δὲ καὶ ὁ νόμος θὰ καταστῇ ἀγαπητότερος.
§139ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 8 δὲν παρέχει ἀφορμὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου. Τὸ ἄρθρον 8 δὲν προβλέπει περὶ τῆς περιπτώσεως τῆς καταστροφῆς τῆς ἀμπέλου ἢ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν αὐτῆς· προβλέπει περὶ βλαβῶν γενομένων. Δὲν ἔκρινα ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν προτέρων ἀπὸ τοῦ φόρου ἐν περιπτώσει τοιούτων βλαβῶν, διότι μοὶ ἐφάνη ἀναγκαῖον, ἴσως καὶ συνετώτερον, νὰ προσκαλῆται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προσέρχηται εἰς συνδρομὴν καὶ θεραπείαν, ὅταν, ἐπελθούσης τῆς βλάβης, ζητηθῇ ἡ ἐπικουρία αὐτῆς. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἤθελεν ἐκ τῶν προτέρων ἀναγράψει ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου ἕνεκα καταστροφῆς, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἤθελεν ἀφήσει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀνάγκην, ἤθελε δὲ δημιουργήσει καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀξιώσεις, πιέσεις καὶ δυσχερείας, καὶ εἰς τὸ ταμεῖον πιθανῶς ζημίας.
§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἶχεν εἰσαχθῆ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐκ τοῦ φόρου ἕνεκα τελείας καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων· ἀλλὰ μόλις ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς, ἡ Βουλὴ ἔκλεισε τὰς πύλας αὐτῆς, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες κατέβαλον τὸν φόρον ὅλως ἀδίκως.
§142Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Συμβαίνει τὸ ἑξῆς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἐπιδίδει τις αἴτησιν, ὅτι ἐξερρίζωσε τὴν ἄμπελόν του, ἢ ὅτι τὴν ἐγκαταλείπει, καὶ ἐν τούτοις αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ οὐδὲν λαμβάνουσι μέτρον, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ τοιαύτη δήλωσις, καὶ κατὰ συνέπειαν μὴ πληρώσῃ φόρον ὁ ἀμπελοκτήμων. Τοιαῦται αἰτήσεις ὑπάρχουσι πάμπολλαι...
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλείπει τὸ ἀντικείμενον τῆς φορολογίας.
§144Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι. Ὅταν ἦναι καταλελογισμένος ὅτι ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου, πρέπει νὰ βεβαιωθῇ πρῶτον, ὅτι ἐγκατέλιπε τὴν καλλιέργειαν, ἢ ὅτι ἐξερρίζωσε τὴν ἄμπελόν του, καὶ μετὰ τοῦτο ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Λοιπόν, ἐὰν ἐγκαταλίπῃ τις τὴν ἄμπελόν του πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ μία διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ἐξαναγκασθῶσιν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ δίδωσιν ἓν πέρας εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ ἀμπελοκτήμονος· διότι ἄλλως δύναται νὰ παρέλθωσι καὶ δύο ἔτη καὶ νὰ μὴ δοθῇ λύσις· κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο ὁ ἀμπελοκτήμων θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ φόρον διὰ τὴν ἄμπελον, ἣν ἐξερρίζωσεν ἢ ὅπως δήποτε ἐγκατέλιπε.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν τροπολογίαν σας διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§146Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ μείωσις τοῦ φόρου κατὰ τὸ ἄρθρον 1 νὰ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ 1902.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τῆς παρελθούσης παραγωγῆς;
§148Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μάλιστα.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρελθούσης παραγωγῆς ὑπῆρχε νόμος κρατῶν· εἶναι δυνατόν, ἑπόμενος νόμος νὰ ἀνατρέψῃ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος; Ὁ ἑπόμενος νόμος κανονίζει τὸ μέλλον, δὲν κανονίζει τὸ παρελθόν.
§150Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας· ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη... (Διάλογοι).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ρούφου. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§153Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐζήτησα πρὸ τῆς διακοπῆς τὸν λόγον, καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20 νομοσχέδιον, ἤτοι ἡ πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΔʹ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Καθὼς ἔλεγον ὑμῖν, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1899 περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, παρὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας, Γαλλίας καὶ Ρωσσίας συνθήκης, παρεβιάσθησαν τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα κέκτηνται οἱ Παξοὶ καὶ ἡ Ἰθάκη ἀπὸ τοῦ 1817, ἀφ’ ὅτου δηλαδὴ ἤρξατο ἰσχῦον τὸ Σύνταγμα. Διότι ὁ κύριος Εὐταξίας, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πολλὰ ἴσως γνωρίζων, δὲν εἶχε μελετήσει τὰς συνθήκας ἐκείνας, καὶ δὲν εἶδεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἐτέθη κατὰ τὸ 1899, ἀντετίθετο εἰς ἄρθρα τῆς συνθήκης περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἤθελον νὰ διορθώσω, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ταύτην· παρακαλῶ δὲ νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἐπέλθῃ τάξις τις, καὶ ἀνακτήσωσιν αἱ δύο ἐκεῖναι νῆσοι τὴν ἐνάσκησιν τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα κέκτηνται.
§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἀπουσιάζων Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Θὰ ἔλθῃ μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ τότε ἐπαναλαμβάνεται ἡ πρότασις.
§155Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, ὅτε πᾶσα ψήφισις ἄλλου νομοσχεδίου δὲν θὰ ἦναι δυνατή κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ἂν ἔχῃ παρατηρήσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δύναται νὰ τὰς φέρῃ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 10).
§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν δι’ αὔριον. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§159Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ φανῇ ἴσως παράξενον εἰς πολλούς, Κύριοι, ὅτι λαμβάνω μέρος εἰς τὴν σταφιδικὴν συζήτησιν, ἥ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προσφυέστατα ἐχαρακτήρισεν αὐτήν, εἰς τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον· καὶ εἶναι ἀληθῶς Πελοποννησιακὸς πόλεμος, διότι βλέπετε, ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς Πελοποννήσου προβάλλουσι διῃρημένα τὰ μέρη, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ συμφέροντος. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν Ἑπτάνησον, ἡ ὁποία διΐσταται εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἄλλας ἐπαρχίας, αἵτινες διάφορον ἔχουσι γνώμην ὡς πρὸς τὰ μέτρα τὰ ληφθησόμενα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ πολυτίμου προϊόντος. Πολλὴ συζήτησις ἐγένετο περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἐλέχθη πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι θεσμὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ δώσῃ ζωὴν τεχνητὴν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος· καὶ περὶ τούτου μὲν οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀνάγκη, καὶ τὴν ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ θεραπεύσωμεν, διότι ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν νέαν ζωὴν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, τὸ φθίνον ἕνεκα τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν τιμῶν, τοῦ ἐπελθόντος συνεπείᾳ τῆς ὑπερπαραγωγῆς, ἥτις ἔλαβε χώραν ἕνεκα τῆς ζητήσεως τῆς γενομένης ἐκ Γαλλίας, ἧς αἱ ἄμπελοι εἶχον καταστραφῆ. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα φρονοῦντες βεβαίως δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀληθείᾳ τῶν πραγμάτων, βεβαίως δὲν ἔχουσιν ὁδηγὸν τὰ διδάγματα τῆς οἰκονομικῆς πείρας καὶ ἐπιστήμης, τῆς ὁποίας ὁ ἀναλλοίωτος νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν· «τόσον θὰ καταναλώσῃς ἐκ τοῦ προϊόντος σου, ὅσον σοῦ ζητήσῃ ἡ κατανάλωσις· ἐὰν παραγάγῃς πλειότερον, αὐτὸ θὰ μείνῃ εἰς τὰς ἀποθήκας σου, αὐτοῦ ἡ τιμὴ θὰ ἐξευτελισθῇ, καὶ θὰ βλάψῃ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἄλλου.» Ἡ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως συζήτησις ἦλθε τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτε τὰ κοινὰ τοῦ Κράτους διηύθυνεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης· ἀλλὰ γνωρίζων ὁ ὑπέροχος ἐκεῖνος ἀνὴρ τὰ πράγματα, γνωρίζων πῶς ἔδει ἐπιστημονικῶς νὰ ζητηθῇ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ, τοῦ ἐπελθόντος εἰς τὴν σταφίδα ἕνεκα τοῦ κλεισίματος τῆς Γαλλικῆς ἀγορᾶς, ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ προϊόντος ἡμῶν ἐκ τῆς Γαλλίας, ἥτις ἀνενέωσε τὰς καταστραφείσας σταφιδαμπέλους της, ὁ πεφωτισμένος ἐκεῖνος κυβερνήτης δὲν ἐνέκρινε τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως· ἠναγκάσθη ὅμως ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας νὰ φέρῃ αὐτὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τὸν ἔφερε, καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζετε πάντες. Μετὰ μακρὰς καὶ τότε συζητήσεις τὸ νομοσχέδιον ἔφθασεν εἰς ψηφοφορίαν· ἐπῆλθεν ἰσοψηφία, καὶ ἀπερρίφθη ὁ θεσμός. Κατὰ τὸ 1895 πίεσις πάλιν ἰσχυρὰ ἐξησκήθη ἐπὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, πίεσις τοιαύτη, ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ υἱοθετήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ μορφὴν ἠπίαν, ὑπὸ μορφὴν προσωρινότητος καὶ μὲ ποσὸν παρακρατήματος περιωρισμένον. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἀτυχῶς εἶχε γείνῃ ἤδη τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὸ ἐμπειρικὸν φάρμακον, καὶ ἡ πλάνη ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἦλθεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1899, καὶ ἡ τότε ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν Κυβέρνησις ἠναγκάσθη, ὑπείκουσα εἰς νέαν πάλιν πίεσιν, ἰσχυροτέραν ἀκόμη, νὰ ἐπαναφέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως· ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅσοι εἴχετε τὴν τιμὴν νὰ παρακάθησθε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁποία συζήτησις, ὁποῖος πόλεμος, ὁποῖος ἀγὼν μεταξὺ πάντων ἐγένετο! Καὶ ἐψηφίσθη τότε ὁ περὶ παρακρατήσεως νόμος τοῦ 1899, ὁμοῦ δὲ μὲ αὐτὸν καὶ ἡ ἵδρυσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη οἱ παρακρατητικοὶ ἐκέρδισαν τὸ πρῶτον αὐτῶν σημεῖον, οὐδὲν πλέον συνεκράτει αὐτούς. Ἐζήτησαν καὶ ἄλλα. Καὶ ἐπέτυχον! Καὶ ἀφοῦ ἐπέτυχον, ἐνόμισαν ὅτι πρέπει νὰ προβῶσι καὶ περαιτέρω! Καὶ οὕτως ἔρχονται σήμερον ζητοῦντες, ἵνα ἡ παρακράτησις καθιερωθῇ ἀπεριόριστος! Ἀλλ’ ἐὰν εὑρεθῇ Βουλὴ τοσοῦτον ἐπιεικής, ὥστε νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦσι νὰ φέρωσι τὸν ὄλεθρον καὶ τὴν καταστροφὴν ὄχι μόνον εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, βεβαίως ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν θὰ ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς. Τί ζητοῦσι, Κύριοι, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι φορολογίαν, καὶ φορολογίαν ἀπηνῆ, ζητοῦσι φορολογίαν ἀπεριόριστον...
§160Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀπροσδιόριστον.
§161Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὅσον δήποτε καὶ ἂν θέλητε, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ὀλυμπίας, νὰ κόπτησθε, ὅτι τὸ ἀπεριόριστον—διότι ταυτόσημον εἶναι τὸ ἀπροσδιόριστον—δὲν εἶναι φορολογία, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶναι τοιαύτη, καὶ φορολογία ἀπηνὴς μάλιστα. Καὶ ὅτι εἶναι φορολογία, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ ἐπαναλάβω ἐγώ. Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ἐπανέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ ἐπανέλαβε καὶ τὸ ἐδήλωσεν ὄχι ἀφ’ ἑαυτοῦ· τὸ εἶπε κατόπιν παραστάσεων τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ. Καὶ διὰ νὰ ποιήσηται διάβημα τοιοῦτον ὁ Ἄγγλος πρεσβευτής, ἀναμφιβόλως εἶχε λόγους, καὶ λόγους σπουδαίους. Ζητεῖτε λοιπὸν διὰ τοῦ τρόπου τούτου, διὰ τῆς ἐπιμονῆς σας, νὰ στενοχωρήσητε τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία αὕτη, καὶ τότε θὰ ἔχητε ὡς ἄφευκτον ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ κλεισθῶσιν αἱ πύλαι τῆς Ἀγγλίας, θ’ ἀποκλεισθῇ καὶ ἐκεῖθεν τὸ προϊόν σας, διὰ νὰ ἀναγκασθῆτε κατόπιν οὐχὶ νὰ παρακρατῆτε 20 καὶ 25 καὶ 30%, ἀλλὰ νὰ ῥίπτητε ὁλόκληρον τὴν παραγωγήν σας εἰς τὴν θάλασσαν...
§162Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς ὀφείλομεν χάριτας.
§163ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε βέβαιος, ὅτι θὰ κλεισθῶσιν αἱ πύλαι, κύριε συνάδελφε...
§164Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶμαι βεβαιότατος, ἐάν ποτε ψηφισθῇ τὸ ἀπεριόριστον... Ἀλλὰ σεῖς ζητεῖτε ὄχι μόνον τὸ ἀπεριόριστον τοῦ παρακρατήματος, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε καὶ ἄλλην φορολογίαν, ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν ἐπὶ τῶν νέων φυτειῶν, καὶ φορολογίαν δρακόντειον, ζητεῖτε ν’ ἀπαγορεύσητε εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τμήματος τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἔβαψε καὶ ἠλευθέρωσε τὸ αἷμα τῶν πατέρων του, τὴν ἐλευθέραν αὐτῆς χρῆσιν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖτε νὰ τῷ εἴπητε: «δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ καλλιεργήσῃς τὴν ἰδιοκτησίαν σου, ὅπως σὺ θέλεις καὶ καθ’ ὃν τρόπον σὺ γνωρίζεις καὶ ὅπως τὸ συμφέρον σου ἀπαιτεῖ». Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον οἱ ἠθικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην φορολογίαν. Εἶναι καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, εἶναι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα· διότι τοιαύτη φορολογία εἶναι καθαρῶς ἀντισυνταγματική, εἶναι δημευτική, Κύριοι. Καὶ τέλος πάντων ἡ μακρὰ αὕτη καὶ κοπιώδης συζήτησις εἰς τί δύναται νὰ καταλήξῃ; Ἠκούσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, —καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν— δηλώσαντα ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς: «Δὲν δύναμαι νὰ υἱοθετήσω νομοσχέδιον τοιοῦτον, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ υἱοθετήσω κατόπιν τῶν παραστάσεων τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ».
§165Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, παρακαλῶ; Ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἶπε· δὲν εἶπεν ὁριστικῶς.
§166Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ὁμιλίαν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ὁμιλίαν τὴν ἰδικήν σας, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, αὐτὸ εἶπεν· εἶπε: «δὲν δύναμαι νὰ τὸ υἱοθετήσω.»
§167Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἀντελήφθητε καλῶς.
§168Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ τὸ υἱοθετήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους; Διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι γνωρίζει τί συμφέρει καὶ τί δὲν συμφέρει· καὶ ὅταν μάλιστα νομοθετήματα τοιαῦτα σχετίζωνται πρὸς συμφέροντα πολιτικῆς ἄλλης, πολιτικῆς ἐξωτερικῆς, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ λαμβάνωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουσί τινες ἐνταῦθα, ὅτι τὸ ἀπεριόριστον τοῦ παρακρατήματος δὲν εἶναι φορολογία· διότι εἶναι καθαρὰ φορολογία...
§169Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐξωτερικὸς δάκτυλος!
§170Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐξωτερικὸς δάκτυλος· εἶναι ἡ ἐμπορικὴ μετὰ τῆς Ἀγγλίας σύμβασις, ἡ ὁποία μᾶς δεσμεύει ἀπέναντι τῆς χώρας ἐκείνης· καὶ ὅταν ὑμεῖς ζητήσητε αὔριον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀντὶ τῶν 20% τοῦ σήμερον ὑφισταμένου παρακρατήματος, νὰ ἐπιβάλῃ παρακράτησιν 50, 60 καὶ 70 καὶ 80%, — διότι θὰ φρονῆτε, ὅτι τὸ συμφέρον σας τοῦτο ἀπαιτεῖ, — καὶ πιεζομένη παρ’ ὑμῶν ἐνδώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν.
§171Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρχεν ἡ φορολογία τοῦ 20%; Διατὶ δὲν τὴν κατήγγειλεν;
§172Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ τότε ὑπέδειξεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν καταγγείλῃ· καὶ ἂν ἦτο ἐδῶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι τῷ ἐγένοντο παραστάσεις τοιαῦται· ἀλλὰ δὲν προέβη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μέχρι καταγγελίας τῆς συμβάσεως, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ 20% δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιδράσῃ αἰσθητῶς ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, ὥστε νὰ αὐξήσῃ ἡ τιμή της, καὶ ἑπομένως νὰ ἀναγκάζηται νὰ τρώγῃ αὐτὴν ὁ Ἄγγλος καταναλωτὴς εἰς τιμὰς μεγάλας, ἐνῷ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἠλάττωσε τὸν δασμὸν ἀπὸ 7 σελίνια εἰς 2, ἵνα καταστήσῃ αὐτὴν εὐθηνοτέραν χάριν τῶν ὑπηκόων της. Καὶ ἐθεωρήσατε τὸ παρακράτημα ὡς φάρμακον σωτηρίας· καὶ σᾶς τὸ ἐδώσαμεν ἅπαξ κατὰ τὸ 1895, σᾶς τὸ ἐδώσαμεν πάλιν κατὰ τὸ 1899, καὶ ἐθεωρήσατε τότε, ὅτι ἐσώθησαν πλέον διὰ παντὸς αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, ἐσώθησαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Τί ἔρχεσθε σήμερον καὶ ζητεῖτε νέας μετατροπὰς καὶ νέας μεταβολάς;
§173ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ σωθῶσι καλλίτερον.
§174ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ νὰ καταστραφῆτε ἐντελῶς, θέλετε νὰ εἴπητε! Διότι σήμερον δύναμαι νὰ σᾶς παρομοιάσω μὲ τὴν γαλῆν, ἡ ὁποία λείχει τὴν ῥίνην. Ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν παραγωγὸν τὸν ἄρτον αὐτοῦ, διὰ νὰ τὸν ῥίψητε εἰς τὴν θάλασσαν!
§175Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τίνος;
§176Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοῦ παραγωγοῦ.
§177Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πῶς;
§178Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοῦ ἀφαιρεῖτε σήμερον 20%. Θὰ τοῦ ἀφαιρέσητε 50% αὔριον.
§179Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσητε;
§180ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διότι ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παράγει, καὶ δύναται νὰ πωλήσῃ, καὶ δύναται νὰ καρπωθῇ τὴν ὠφέλειαν αὐτοῦ, ἔρχεσθε σεῖς καὶ τῷ λέγετε: «Ὄχι! τὰ 50 θὰ λάβω ἐγὼ, καὶ θὰ τὰ μεταχειρισθῶ ἐγὼ, καὶ ἂν μείνῃ τίποτε, σὺ θὰ ἔχῃς νὰ τὸ λάβῃς ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν»· ἀπὸ τὸ ἐξαμβλωματικὸν αὐτὸ τέκνον τῆς παρακρατήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1899...
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ Σιμοπούλου! (γέλωτες).
§182ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κυριολεκτικῶς δὲν εἶναι τοῦ Σιμοπούλου, οὔτε τῆς Κυβερνήσεως ὑμῶν· εἶναι μᾶλλον τέκνον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία, πιεσθεῖσα καὶ εἰς κακὰς καὶ πεπλανημένας εἰσηγήσεις πεισθεῖσα, εἶχεν υἱοθετήσει τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ὁ κυριώτερος ἥρως τοῦ τοιούτου θεσμοῦ εἶναι, νομίζω, κἄποιος νομικὸς Κύριος...
§183Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ποῖος;
§184Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης, νομίζω. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἥρως, αὐτὸς μᾶς ὤθησεν εἰς τὴν παρακράτησιν! Εἶναι ἴσως νομικὸς κράτιστος, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς οἰκονομικὰ ζητήματα, εἶναι βεβαίως ὁ ἥκιστα ἁρμόδιος, ὁ ἥκιστα κατάλληλος. Εἶχεν ὅμως τὴν δύναμιν τοῦ λόγου, καὶ ἔπεισεν ὑμᾶς, τοὺς καταγομένους ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸ προϊὸν τοῦ Αἰγίου, τῆς Κορινθίας, τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ἐγένετο ὁ θεσμός, καὶ ἐζήτησε νὰ λάβῃ θέσιν ὁ Κύριος οὗτος, καὶ τὴν ἔλαβε. Καὶ εἴδετε τ’ ἀποτελέσματα τῆς παρακρατήσεως...
§185Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε ὅ,τι εἴπετε. (Φωναί: ᾶ! ᾶ!). Μὲ συγχωρεῖτε. Προσβάλλει πρόσωπον ἐντιμότατον, καὶ γνωστότατον, νομίζω, εἰς ὅλην τὴν Βουλήν.
§186Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτά· πρὶν τολμήσητε νὰ μοὶ εἴπητε νὰ ἀνακαλέσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἔπρεπε νὰ ἀντιληφθῆτε, τί εἶπον· διότι ἐγὼ δὲν ἦλθον ἐδῶ, διὰ νὰ δυσφημήσω οὐδένα, πολλῷ δὲ ἧττον ἀξιοτίμους ἀνθρώπους!...
§187Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τοῦτο ἐπράξατε.
§188Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἕπεται ὅτι ἀδικῶ τὸν Διευθυντήν, ἂν λέγω ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§189Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴπετε αὐτό.
§190Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ εἶπον.
§191Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἐγένετο ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως χάριν τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι! ὄχι!
§193Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§194Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγένετο λοιπὸν Διευθυντὴς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, καθ’ ὃ γνωστά, παραλείπω ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν. Οὔτε δὲ μὲ ἐνδιαφέρει νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτάς, προκειμένου περὶ ἰδιώτου, ὅσον μὲ ἐνδιαφέρει, ὅτι ὁ ὀβολός, ὁ ἱδρὼς τοῦ παραγωγοῦ ἐγένετο λεία τῶν ἐνδιαφερομένων. Καὶ τοῦτο δὲν λέγω ἐγώ, ἀλλ’ ὑμεῖς οἱ παρακρατητικοί, οἱ ἐκ περιτροπῆς ἀνελθόντες τὸ βῆμα τοῦτο. Μᾶς εἴπετε, ὅτι ὁ εἷς διήρπασε δρ. 300,000, ὁ ἕτερος 600,000!...
§195ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά.
§196Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Σεῖς τὰ εἴπετε, ὄχι ἐγώ. (Διάλογοι). Ἐγὼ δὲν τὰ ἔμαθον εἰς τὴν Ὕδραν, ἀλλ’ ἐδῶ τὰ ἤκουσα ἀπὸ σᾶς τοὺς ἰδίους, ἀπὸ τὸν κ. Κεφαλᾶν, ἀπὸ τὸν κ. Παναγιωτόπουλον καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους.
§197Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ κατήγγειλαν ταῦτα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐλέχθησαν.
§198Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ὁ σάλος δὲ αὐτὸς ἐπῆλθε διατί; Διότι ἐζητήσαμεν νὰ καυτηριάσωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ πάντες ἀναγνωρίζετε ὡς σεσηπός.
§199ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκτὸς ἡμῶν τῶν παρακρατητικῶν.
§200Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἀντὶ νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας ἡμῶν, ὅπως ἐπιφέρωμεν βελτίωσίν τινα, ἐξ ἐναντίας ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν νὰ βυθίσωμεν τὸ ζήτημα ἔτι βαθύτερον, καὶ ἐπιφέρωμεν καταστροφὰς ἀνυπολογίστους, διὰ ν’ ἀπολαύσωμεν μικρὰν προσωρινὴν βελτίωσιν εἰς τὰς τιμὰς τοῦ σταφιδοκάρπου! Ὡς ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη πρόσκαιρος νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγός, εἰσηγουμένη τὸν νόμον τῆς παρακρατήσεως...
§201Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δοκιμαστικῶς.
§202Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§203Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος διὰ μίαν δεκαετίαν, καὶ ἐλάβετε τὸν λόγον καὶ σεῖς.
§204Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ δεκαετία δὲν εἶναί τι αἰώνιον, ἀλλὰ πρόσκαιρον. Εἰς περίπτωσιν δὲ, καθ’ ἣν ἤθελον ἀνοιχθῆ αἱ ἀγοραὶ εἰς τὸ προϊὸν τοῦτο.
§205Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ποῖαι ἀγοραί;
§206Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αἱ ἀγοραὶ τοῦ κόσμου. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐζητεῖτο τὸ προϊὸν τοῦτο ἐν Ρωσσίᾳ, καὶ τὸ παρακρατούμενον ποσὸν κατηναλίσκετο ἐν Ρωσσίᾳ· θὰ εἴχετε τότε ἀνάγκην τῆς παρακρατήσεως; Βεβαίως ὄχι. Ἐὰν δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔδωκα ψῆφον ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐκ τῶν τότε συζητήσεων εἶχαν πεισθῆ, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ πράξωμεν οὕτω τότε. Ἀλλὰ ψηφίσας οὕτω, πῶς ἐχαρακτήρισα τὴν ψῆφόν μου; Ἐχαρακτήρισα τὴν ψῆφόν μου ὡς μίαν χουλιαριὰν, οὕτως εἰπεῖν, μορφίνης, τὴν ὁποίαν ἐδίδομεν εἰς ἕνα ἀσθενῆ, ἵνα τοῦ παύσουν προσκαίρως οἱ δριμεῖς πόνοι! (γέλωτες). Γελᾶτε, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ θρηνήσητε, ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε τοιαύτην θεραπείαν, διότι ζητεῖτε διὰ φαρμάκου ἐμπειρικοῦ νὰ σώσητε τὸ προϊὸν ὑμῶν, διὰ φαρμάκου, τὸ ὁποῖον ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη ἀποκρούει διαρρήδην, ζητεῖτε νὰ ἐπαναφέρητε τὴν ἰσορροπίαν μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, κατὰ τρόπον ἐκ βάσεως σαθρὸν, κατὰ τρόπον ἔκτροπον καὶ σόλοικον. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἐπῆλθε βελτίωσις τῶν τιμῶν, τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς θεραπευτικῆς σας μεθόδου. Τὴν θεραπείαν τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξητε δι’ ἄλλων μέσων, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀγορῶν τῆς καταναλώσεως, διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς συσκευῆς τοῦ προϊόντος ὑμῶν, διὰ τῆς οἰκονομικωτέρας καλλιεργείας, διὰ τῆς καλλιτερεύσεως ἐν γένει τοῦ προϊόντος τούτου...
§207ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ αὐξηθῇ ἡ παραγωγὴ δηλαδή;
§208Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τουναντίον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ παραγωγὴ μείνῃ ἡ αὐτὴ, ἡ ποιότης τοῦ ἀποστελλομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πράγματος νὰ ἦναι ἀξία λόγου, ἐμπορεύσιμος, καὶ οὐχὶ πολτὸς καὶ ἀκαθαρσία, ὡς συνήθως συμβαίνει. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἢ ὄχι;
§209ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αὐξηθῇ ἡ παραγωγή...
§210Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ τῶν διακοπῶν σας δὲν κατορθοῦτε ἄλλο τι ἢ νὰ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον, καὶ νὰ ἐμβάλλητε εἰς σύγχυσιν καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ ἐμέ, ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀπ’ εὐθείας ἐνδιαφερομένων εἰς τὸ θέμα, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἐὰν ὑμεῖς, κύριοι παρακρατητικοὶ, θέλητε ν’ αὐτοκτονήσητε, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σᾶς χορηγήσωμεν τὰ μέσα, βεβαίως ἡμεῖς, οἱ μὴ παρακρατητικοί, καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς Βουλὴ, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς παρεμποδίσωμεν. Καὶ δὲν πράττομεν τοῦτο δι’ ὑμᾶς μόνον, τὸ πράττομεν διὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον· διότι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀτομικῆς ὠφελείας μόνον, ἀλλὰ περὶ τῆς γενικῆς ὠφελείας τοῦ Κράτους...
§211Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διαμαρτύρομαι, καὶ βεβαιῶ ὅτι δὲν θέλω νὰ αὐτοκτονήσω.
§212Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ πιστεύω. Καὶ θὰ ἐπιζητήσητε ἴσως νὰ στενοχωρήσητε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συναινέσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναλογισθῆτε τὰς εὐθύνας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀναλογισθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι πάντοτε ἐλευθέρα νὰ πράττῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ζητεῖτε παρ’ αὐτῆς. Τούτων οὕτως ἐχόντων, εἶναι ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ διαρκοῦσα ἐπὶ τόσας ἤδη ἡμέρας, καθαρὰ ματαιοπονία, ἢ οὔ; Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, βεβαίως ναί. Διότι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν τὸ υἱοθέτησε, δύναται καὶ νὰ μὴ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως. Ἄλλως τε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρουσιάσθησαν πρόσωπα φέροντα περὶ τῆς διαθέσεως τῆς σταφίδος προτάσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ σώσωσιν ὅ,τι ὑμεῖς ἀγωνίζεσθε νὰ σώσητε διὰ κατασκευάσματος τραγελαφικοῦ, διατὶ δὲν ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν; Διατὶ ἐπισπεύδετε μετὰ τόσης ὁρμῆς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου;
§213ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι αἱ προτάσεις;
§214Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.
§215ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τὰς ἀκούσωμεν.
§216Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατριβώμεθα καὶ καταπονώμεθα ἐνταῦθα διὰ νομοσχέδιον, ὅπερ, ὡς σᾶς ἀπέδειξα, εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι δὲν θὰ λάβῃ ὑπόστασιν, δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Στέμματος, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ προτάσεις αἱ νέαι νὰ ἦναι σοβαραί· καὶ ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι τοιαῦται.
§217Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχετε ἰδιαιτέρας ἀνακοινώσεις;
§218Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον· ἐὰν δὲ καὶ ὅταν αἱ προτάσεις αὗται λάβωσι σάρκα, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς, καὶ νὰ λάβωμεν μέτρα τινά, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τοῦ μονοπωλιακοῦ τούτου προϊόντος τὴν κατανάλωσιν, ἐπιδιώκοντες καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν αὐτοῦ. Σημειώσατε δὲ καλῶς, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ παρακράτησις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις, ἣν πάντες ποθοῦμεν, ἐν τῇ ἀνισορροπίᾳ τῇ μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ παρακράτησις, ἐπὶ τοσοῦτον ἐμποδίζεται ἡ φυσικὴ θεραπεία τοῦ κακοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀναβάλλεται ἡ θεραπεία διὰ ματαίων ἐλπίδων, ἐπὶ τοσοῦτον συσσωρεύονται αἱ ζημίαι τῶν σταφιδοκτημόνων, μέχρις οὗ καταλήξωσιν εἰς τελείαν καταστροφήν. Ἐὰν ἐθεσπίσαμεν τὴν παρακράτησιν, τὴν ἐθεσπίσαμεν ὡς ἀνάγκην προσωρινήν, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ θεωρῶμεν διαρκῆ καὶ αἰωνίαν, ἀφοῦ μάλιστα σεῖς αὐτοὶ ὁμολογεῖτε, ὅτι ἡ παρακράτησις δὲν ἀνταπεκρίθη οὔτε εἰς τὰς προσδοκίας τῶν εἰσηγητῶν αὐτῆς, οὔτε εἰς τὰς προσδοκίας ὑμῶν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀφοῦ ὁμολογεῖτε ἀπεριφράστως, ὅτι ἀπέτυχε!
§219Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§220Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε σήμερον, τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν φυτειῶν, τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ σαφής, σαφεστάτη ὁμολογία, ὅτι ἡ παρακράτησις οἰκτρῶς ἀπέτυχε; Πρέπει, Κύριοι, νὰ συνέλθωμεν, πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν φυσικὴν ἐκτύλιξιν τῶν πραγμάτων, ν’ ἀφήσωμεν τὸ προϊὸν αὐτὸ τῆς σταφίδος νὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον του, — se frayer le chemin, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι, — αὐτὸ νὰ εὕρῃ τὰς ἀγορὰς, αὐτὸ νὰ εὕρῃ τοὺς καταναλωτὰς, αὐτὸ νὰ εὕρῃ τὴν ἰσορροπίαν του· καὶ θέλει βεβαίως τὸ κατορθώσει μόνον του καλλίτερα καὶ ταχύτερα, παρὰ διὰ τῶν τεχνητῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε, καὶ τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θέλουσιν εἰσαγάγει αὐτὸ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τελείας καταστροφῆς. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσῃ ταῦτα, πρέπει νὰ ἦναι ἐλεύθερον, πρέπει νὰ μὴ ἦναι ὑποβεβλημένον εἰς τοὺς περιορισμοὺς, ὑφ’ οὓς ὑμεῖς τὸ ἐθέσατε. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σοβαρὸν ὑπὸ πλείστας ὅσας ἐπόψεις, ἀλλ’ ἰδίως σοβαρὸν εἶναι ὑπὸ ἔποψιν πλουτολογικὴν, καὶ ἐπειδὴ ἡ σταφὶς ἀποτελεῖ τὸ κύριον προϊόν τῆς χώρας ἡμῶν, πρέπει τὴν μέριμναν ἡμῶν νὰ συγκεντρώσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ μὴ ζητῶμεν δὲ διὰ τρόπων πάντη ἀσυμβιβάστων καὶ πρὸς τὴν στοιχειώδη λογικὴν καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην, ἀντὶ ὑποστηρίξεως, νὰ καταφέρωμεν πλήγματα κατ’ αὐτοῦ· διότι πλήσσοντες τὸ προϊόν πλήσσομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, πλήσσομεν τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ τόπου. Ὅσοι, κινούμενοι εἴτε ἐκ προσωπικοῦ εἴτε ἐξ ἐπαρχιακοῦ ἐνδιαφέροντος, ζητοῦσι νὰ ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ζητοῦσι τι ἔκτροπον, τί ἀπονενοημένον, καὶ ἔχομεν δικαίωμα, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ γείνῃ τοῦτο. Ὅσοι λοιπὸν ἐξ ἡμῶν πονοῦσι τὸν τόπον, πονοῦσι τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, αἵτινες πολλὰ ὑπέστησαν τὰ δεινὰ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐδοκίμασαν καὶ εὐτυχεῖς ἡμέρας, ἔχουσιν ἐπιβεβλημένην ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωσι νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἐὰν δὲ υἱοθετήσῃ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, βαρυτάτην βεβαίως θέλει φέρει καὶ αὐτὴ εὐθύνην, καὶ φρόνιμον εἶναι ν’ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τοιαύτης εὐθύνης!
§221Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτεθαρρημένος, οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἀντιφρονούντων, ἀλλ’ ἐκ τῆς στάσεως, ἣν διατηρεῖ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Αἱ τελευταῖαι δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ ἐφάνησαν ὡς δηλώσεις ἐνδεικνύουσαι ἔλλειψιν στοργῆς πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς θέμα, καὶ δικαίως μὲ πολὺ ὀλίγον θάρρος καὶ ἐλπίδα ἀτενίζω πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον, καὶ καθῆκον ἱερὸν νὰ ἐκπληρώσω πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τῆς Πελοποννήσου, οἵτινες ἀγωνιῶντες καὶ ἀπεγνωσμένοι ἀτενίζουσι πρὸς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὡς πρὸς σανίδα σωτηρίας. Ἔχω ὑπέρτατον καθῆκον νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἄνευ τινὸς συνδρομῆς, ἄνευ τινὸς ὑποστηρίξεως, ἄνευ τινὸς ἐνθαρρύνσεως ὑπὸ τῆς Πολιτείας, μετέβαλον διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των τὰς χέρσους καὶ ἀκανθώδεις τῆς Πελοποννήσου πεδιάδας εἰς ἀπέραντον χλοερὰν φυτείαν, ἥτις ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸν κυριώτερον τοῦ ἔθνους πλοῦτον. Καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, χωρίς ποτε παρ’ οὐδενὸς νὰ προστατευθῶσι, διὰ τοῦ προϊόντος τούτου καὶ μόνον ἀνέδειξαν πόλεις ἐκ τοῦ μηδενὸς, κατεσκεύασαν λιμένας, μετέβαλον τὴν ὄψιν ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου· καὶ ὅταν βλέπωσι κινδυνεῦον τὸ προϊόν τοῦτο, καὶ τείνωσι πρὸς ἡμᾶς τὰς χεῖρας ἱκέτιδας, ἀπαντῶμεν πρὸς αὐτοὺς διὰ τῆς σιωπῆς, ἢ διὰ τῶν θεωριῶν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας! Καὶ τοὺς ἀνθρώπους τούτους τοὺς ἐφορολογήσαμεν καὶ τοὺς φορολογοῦμεν ἀπηνῶς! Ἐφορολογήσαμεν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων των, ἐφορολογήσαμεν τὸν οἶνόν των, τὸν φωτισμὸν, τὸ ἅλας των, τὰ ζῷά των, τὰς οἰκίας των. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ἀπαριθμῶ; ἐφορολογήσαμεν πᾶν οὗτινος ἅπτονται, πᾶν ὅ,τι μεταχειρίζονται, πᾶν ὅ,τι βλέπουσιν! Ἐφορολογήσαμεν καὶ αὐτὴν τὴν δυστυχίαν, αὐτὰς τὰς νόσους των, διότι, ἵνα ἀπαλλαγῇ τις πάσχων τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, πρέπει καὶ οὗτος νὰ πληρώσῃ! Καὶ ἀντὶ τόσων φόρων, τόσων θυσιῶν, ἃς καθ’ ἑκάστην παρ’ αὐτῶν ζητοῦμεν, τί πρὸς αὐτοὺς ἐδόσαμεν; Δημοσίαν ἀσφάλειαν; οὐδέποτε τὴν ἐγνώρισαν! διατελοῦσι πάντοτε ἢ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ζωοκλόπων καὶ ληστοφυγοδίκων, ἢ ὑπὸ τὴν μάστιγα τῶν ἀποσπασμάτων! Δικαιοσύνην; ἀλλὰ καὶ αὐτὴν διὰ τοῦ ἐλεεινοῦ ἡμῶν δικονομικοῦ συστήματος καὶ διὰ τῆς ἁδρᾶς φορολογίας κατεστήσαμεν ἀπρόσιτον! Συγκοινωνίαν; ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην εἰς τοὺς χειμάρρους πνίγονται ἄνθρωποι! Ὑγείαν; ἀλλὰ τὰ ἕλη καὶ τὰ τέλματα ἀποδεκατίζουσι τοὺς Ἕλληνας, καὶ καθιστῶσιν αὐτοὺς γέροντας, μόλις ἀνδρωθῶσιν! Ἀλλὰ μήπως ἠρωτήσαμεν ποτὲ αὐτούς, διὰ τίνων κεφαλαίων ἀνέπτυξαν τὴν τεραστίαν αὐτὴν παραγωγήν, ἥτις εἰς τὰς χεῖρας πάσης ἄλλης Πολιτείας θὰ ἦτο ἀληθὲς μεταλλεῖον χρυσοφόρον; Καὶ ὅτε τὴν τύχην τοῦ πολυτίμου τούτου προϊόντος ἐκλόνισεν ἐκ θεμελίων ὁ ἀποκλεισμὸς κολοσσιαίας ἀγορᾶς διὰ προστατευτικῶν νόμων, —διότι τὰ ἄλλα ἔθνη γνωρίζουσι νὰ προστατεύωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν, —καὶ ὅτε εἶδον ἐξευτελιζόμενον τὸ προϊόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὰς ἐλπίδας των ἐστήριζον, δικαίως πρὸς τὴν Πολιτείαν ἐστράφησαν, ζητοῦντες παρ’ αὐτῆς ἀρωγήν, ζητοῦντες παρ’ αὐτῆς προστασίαν. Καὶ ἡ Πολιτεία πρὸς ἀπάντησιν ἀνέσυρε τοὺς ὤμους! Τὸν ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρον ἀκέραιον ἐξηκολούθει νὰ ζητῇ, ἀστόργως ἀπρακτοῦσα! Καὶ ὅτε οἱ ἴδιοι οἱ πληθυσμοί, οἱ πάσχοντες, ἀνεκάλυπτον ἓν μέσον ἀνώδυνον διὰ τὸν δημόσιον θησαυρόν, οὐδεμίαν πρὸς οὐδένα βλάβην προξενοῦν, κανονίζον τὸν νόμον τὸν οἰκονομικὸν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, καὶ ἐζήτουν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἤκουσαν θεωρίας μόνον ἐπιστημονικάς! Ἔβλεπον ἀποκρουόμενον τὸ μέτρον τοῦτο ὡς ἐμπειρικόν, καὶ κατ’ αὐτοῦ ἀντετάσσετο τὸ φάρμακον τῆς ἐπιστήμης, ἡ καταστροφή! Καὶ παριστάμεθα, κύριοι Βουλευταί, πρὸ τοῦ παραδόξου φαινομένου, ἀκούοντες ἀκόμη καὶ τώρα πόλεμον ἀπηνῆ κατὰ τῆς παρακρατήσεως! Λησμονοῦντες οἱ φανατικώτεροι τῶν πολεμίων αὐτῆς, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι ἤδη θεσμὸς τοῦ Κράτους, ἐπιτίθενται κατ’ αὐτῆς πάνοπλοι, προσθέτοντες εἰς τὰ παλαιὰ αὐτῶν ἐπιχειρήματα καὶ τὴν αἰτίασιν, ὅτι αὕτη δὲν ἐπέτυχε, μὴ δοῦσα τὰ προσδοκώμενα παρ’ αὐτῆς ἀποτελέσματα. Ἐκ τοῦ φανατισμοῦ αὐτῶν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου ἀμβλυωποῦσι πρὸς τὰ πράγματα, ὅπως παρεγνώριζον τότε τὰς συνεπείας τοῦ λογικοῦ, τοῦ πρακτικοῦ τούτου μέτρου, ὅπερ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ὁ χωρισμὸς τοῦ εἴδους κατὰ ποιότητα καὶ προορισμόν, διπλῆν ἐπιτυγχάνοντος ὠφέλειαν, καὶ τὴν εἰς λογικὰς τιμὰς κατανάλωσιν τοῦ ἐξαγομένου, τιμὰς ἐπιτρεπούσας εἰς τὸν παραγωγὸν τὴν καλλιέργειαν, καὶ τὴν ἀνάπτυξιν βιομηχανίας, προωρισμένης βεβαίως νὰ χρησιμεύσῃ ἐν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι ὡς ὁ καταναλωτὴς μεγάλης σταφιδοκάρπου μερίδος, λαμβανομένης ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου. Ὅτι ἡ παρακράτησις παρήγαγεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, καίτοι μὴ πλήρως ἐφαρμοσθεῖσα, εἶναι δι’ ἀριθμῶν ἀναμφισβητήτων ἀποδεδειγμένον. Καίτοι, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα παραγάγῃ καρποὺς εἷς θεσμὸς στηριζόμενος εἰς μίαν ἀρχήν, εἰς μίαν ἰδέαν, πρέπει νὰ μὴ ἐφαρμόζηται ἐλλιπῶς, κολοβουμένης τῆς βάσεως αὐτοῦ, ἐν τούτοις ἡ στατιστική, ἥτις εἶναι τὸ πρακτικώτερον ἐπιχείρημα, ἡ μαθηματικωτέρα ἀπόδειξις, ἀποδεικνύει πασιφανῶς τὰ μεγάλα τῆς παρακρατήσεως ὀφέλη. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κύριος Γούναρης ἀπέδειξε πρὸς ὑμᾶς δι’ ἀριθμῶν ἀνεπιδέκτων ἀντιρρήσεως, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τὴν ὀκταετίαν, καθ’ ἣν ἰσχύει ἡ παρακράτησις, ὑπερβαίνει κατὰ ἑξήκοντα δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον τὸν μέσον ὅρον τῶν τιμῶν τῆς τριετίας τοῦ πρὸ τῆς παρακρατήσεως χρονικοῦ διαστήματος τῆς κρίσεως.
§222Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπελόγισεν ὅπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900, καθ’ ὃ αἱ τιμαί, ὡς ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἐλαττώσαντος τὴν παραγωγήν, ἦσαν μεγαλείτεραι.
§223Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές· ῥητῶς εἶπεν, ὅτι ἐξαιρεῖ τὸ ἔτος τοῦτο.
§224Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θέλει νὰ λησμονῇ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης ὅ,τι ἐγὼ εἶπον. Ἐγὼ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι τὸ ἔτος 1900, ὡς ἔτος θεομηνίας, δὲν τὸ ὑπελόγισα.
§225Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὑπολογίσατε ἤδη, κύριε ἐκ Μεσσήνης συνάδελφε, διακόσια πεντήκοντα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται κατ’ ἔτος ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν, πολλαπλασιάσατε τὸν ἀριθμόν, ὃν θέλετε εὕρει, ἐπὶ ἑξήκοντα, καὶ τότε θὰ εὕρητε τὴν ὠφέλειαν τῆς παρακρατήσεως. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ φίλος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του τούτους ἐλησμόνησε καὶ μίαν λεπτομέρειαν, ἐξ ἧς πασιφανέστατα τ’ ἀποτελέσματα τῆς παρακρατήσεως προκύπτουσι. Κατὰ τὴν πρὸ τῆς παρακρατήσεως τριετίαν ὑπῆρχεν ἀνοικτὴ καὶ ἑτέρα ἀγορὰ, ἡ τῆς Ρωσσίας, ἥτις, κακῇ τῆς Ἑλλάδος μοίρᾳ, ἔκλεισε μετὰ ταῦτα, καὶ συνεπῶς αἱ τιμαὶ τῆς τριετίας ἐκείνης, καίτοι ὑποστηριζόμεναι καὶ ὑπὸ ἀγορᾶς μὴ ὑπαρχούσης πλέον, ἦσαν πολὺ κατώτεραι τῶν κρατησασῶν μετὰ τὴν παρακράτησιν. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὴ μόνη ἡ ὠφέλεια τῆς παρακρατήσεως, ἥτις καὶ μόνη θὰ ἤρκει· ἀλλ’ εἴπετέ μοι, Κύριοι, ἂν δὲν ὑπῆρχε παρακράτησις, πόση θὰ ἦτο σήμερον ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος; Ῥίψατε εἰς τὴν κατανάλωσιν τριακόσια ἑκατομμύρια, ἅτινα ἔκτοτε παρεκρατήσαμεν, καὶ τολμήσατε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ τιμᾶται ἡ σταφὶς πλέον τοῦ εἰκοσαδράχμου κατὰ χιλιόλιτρον! Καὶ ἂν ἐσώθη ἡ παραγωγή, πρὸς λύπην τῶν λατρευτῶν τῶν ἐμπορικῶν νόμων, καὶ ἂν ἐσώθησαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς πείνης καὶ τῆς ἐρημώσεως ὁλόκληρα διαμερίσματα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ παράδοξον καὶ ἐμπειρικὸν τοῦτο μέτρον, ὡς εἰρωνικῶς τὸ ὀνομάζετε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὗται αἱ ἐκ τῆς παρακρατήσεως ὠφέλειαι. Γοργὰ βαδίζει πρὸς τὴν πρόοδον, πρόοδον ἴσως μέλλουσαν ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν τῆς Ἑλλάδος μέλλον νὰ ἀσφαλίσῃ, βιομηχανία εὔελπις, ὀφειλομένη καὶ αὕτη εἰς τὴν παρακράτησιν. «Ἀλλὰ», μᾶς λέγουσιν, «ἀφοῦ τοιαῦτα ἔχετε ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, διατὶ ζητεῖτε νὰ τὸν τροποποιήσητε διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ;» Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἐπείσθημεν ὅτι τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀποτελέσματα εἶναι πρακτικῶς ὠφέλιμα, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ τὸν βελτιώσωμεν, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν πλήρη τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ὠφέλησε καὶ ἡ ἀτελὴς αὐτοῦ ἐφαρμογή, σᾶς λέγομεν καὶ σᾶς ἀποδεικνύομεν δι’ ἀριθμῶν, οἵτινες εἶναι εὐγλωττότεροι παντὸς ἐπιχειρήματος, ἀλλ’ ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ ἐξακολουθεῖ· καὶ ἐχρησίμευσε καὶ ἡ οὕτως ἐφαρμοζομένη παρακράτησις, ἵνα μὴ καταστραφῶμεν τέλεον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ζήσωμεν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀνθέξωμεν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς πλήρους, τῆς ἀκεραίας ἐφαρμογῆς τοῦ σωτηρίου τούτου μέτρου. Ἀφήσατε, πρὸς Θεοῦ, τὰς θεωρίας πρὸ τῆς ἀνάγκης, πρὸ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, πρὸ τῆς ἐπισημότητος τῶν γεγονότων. Μὴ ὀνομάζετε τὸ μέτρον τῆς τεχνητῆς τῶν τιμῶν ἀνυψώσεως ἐμπειρικόν, μὴ ὀνομάζετε τὸ μέτρον τοῦτο ἔκτροπον καὶ μοναδικόν, διότι παντοῦ ὑπὸ διαφόρους μορφὰς τὸ μέτρον τοῦτο ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἄλλοτε τὰ τοῦ χάλυβος μεταλλεῖα τοιοῦτο μέτρον ἔλαβον, καὶ ἐπὶ τῆς ζακχάρεως ἐν Ρωσσίᾳ παρόμοιον μέτρον ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Καὶ ὅτε χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Γούναρης μᾶς ὑπενθύμιζε τοὺς προστατευτικοὺς νόμους συμπάσης τῆς Εὐρώπης, τοιοῦτον σκοπὸν ἔχοντας, καὶ μᾶς ἀνέφερεν αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ἀποκλείσαντα ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῆς Γαλλίας τὸν σταφιδόκαρπον, ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελόπουλος ἔλεγε μὲ τὴν συνήθη εἰρωνείαν του: «δὲν εἶναι τὸ ἴδιον αὐτό». Καὶ εἶχε δίκαιον. Ναὶ, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, διότι εἶναι πολὺ χειρότερον, εἶναι πολὺ τυραννικώτερον, πολὺ πιεστικώτερον. Οἱ προστατευτικοὶ νόμοι λαμβάνονται πάντοτε ὑπὲρ προϊόντων παραγομένων καὶ καταναλισκομένων ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ. Διὰ τῶν νόμων τούτων τὰ ἔθνη προστατεύουσι τὰ προϊόντα αὐτῶν, συντελοῦντα διὰ τῆς παρεμποδίσεως τοῦ συναγωνισμοῦ, ἀπαγορευομένης διὰ βαρυτάτων δασμῶν τῆς εἰσαγωγῆς ὁμοίων προϊόντων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἰς τὴν τεχνητὴν τῶν τιμῶν ὕψωσιν, ἀδιαφοροῦντα ἐντελῶς διὰ τὴν καταστροφὴν, εἰς ἣν ὑπόκεινται οἱ τόποι, ὧν τὰ προϊόντα ἀπεκλείσθησαν, ἀλλὰ καὶ μεγάλως ζημιοῦντα τοὺς καταναλωτὰς τῆς ἰδίας αὐτῶν χώρας, οἵτινες διὰ τῶν νόμων τούτων ἀναγκάζονται μείζονα τιμὴν νὰ δίδωσι πρὸς τὰ ἐγχώρια προϊόντα. Καταστρέφουσι τοὺς παραγωγοὺς, καὶ ζημιοῦσι σπουδαίως τοὺς ἐγχωρίους καταναλωτάς, ἀλλὰ δικαίως πράττουσι τοῦτο, ἵνα τὰ ἰδικά των προϊόντα ὑποστηρίξωσιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες οὐδένα βλάπτομεν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, — διότι ἐκ τοῦ λαμβανομένου μέτρου οἱ πάντες ὠφελοῦνται, — καὶ οἵτινες καὶ διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καταναλωτὰς ἡμῶν φροντίζομεν, ἵνα ἀκέραιον τὸ ἀναγκαῖον εἰς αὐτοὺς ποσὸν ἐξασφαλίσωμεν, πράττομέν τι ἄδικον καὶ ἔκτροπον, ἐξεγεῖρον ἐπὶ τοσοῦτον τὰ νεῦρα τῶν οἰκονομολόγων καὶ συνταγματολόγων, ὥστε νὰ προτιμῶσι τὴν πλήρη ἡμῶν καταστροφὴν, τὸν ἐξευτελισμὸν, εἰς ὃν ὑπόκειται ἡ ἐπιστήμη διὰ τῶν ἐμπειρικῶν μέτρων; «Καταστραφῆτε», λέγουσιν ἡμῖν, «ἵνα ἡμεῖς ἀντέχοντες πλουτήσωμεν!» Εἶναι μεγάλος ὁ ἐγωϊσμὸς αὐτῶν, καὶ ἡ Πολιτεία οὐδόλως πρὸς τὴν ἐγωϊστικὴν ταύτην βουλιμίαν πρέπει νὰ δώσῃ προσοχήν. Ἀρκεῖ ὅτι πείθεται, ὅτι οὐδεμία οὐδενὶ προσγίγνεται βλάβη καὶ ζημία· ἔχει καθῆκον νὰ σώσῃ τοὺς πάσχοντας, ἀφοῦ οὕτω σώζει τὴν παραγωγήν, ἥτις δικαίως θεωρεῖται ὡς ἐθνικὸς πλοῦτος καὶ κοινὸν τοῦ ἔθνους κτῆμα. «Καταστραφῆτε», λέγουσιν οἱ δὲ, «διότι οὕτω διατάσσει ἡ ἐπιστήμη, διότι τοῦτο διδάσκουσιν οἱ τυχόντες οἰκονομικοί!» Φαίνεται, ὅτι πιστεύουσιν, ὅτι ἡ καταστροφὴ εἶναί τι φυσικόν, τόσον ἀνώδυνον, ὥστε τὰ ἔθνη πρέπει νὰ ἀτενίζωσιν αὐτὴν μὲ ὄμμα ἀπαθὲς καὶ ἄστοργον, ὡς νὰ μὴ συγκαταστρέφωνται πολλάκις καὶ αὐτά! Ἡ ψύχωσις αὕτη τῶν θεωριῶν, ἥτις πιστεύει, ὅτι εἶναι ἔγκλημα νὰ ἐμποδίσῃ τις τὸν θάνατον, ἵνα μὴ προσβάλῃ τὴν ἐπιστήμην, μοὶ ἐνθυμίζει τὸν ἰατρὸν τοῦ Μολιέρου, ὅστις συνεβούλευε τοὺς συγγενεῖς ἀποθανόντος πελάτου του, ἐξ ὕδρωπος πάσχοντος, νὰ θάψωσιν αὐτόν, διότι ἡ ὑγρασία ὠφελεῖ ’ς τὸ πρήξιμο! Ἤθελεν ὁ Ἀσκληπιάδης οὗτος οὐ μόνον νὰ ἀποθάνῃ ὁ πελάτης του, ἀλλὰ καὶ νὰ ταφῇ μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης! (ἱλαρότης). Μετὰ τόσας κατ’ αὐτῆς ἀντιδράσεις, ἡ παρακράτησις κατίσχυσε, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1895. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀποτέλεσμα πιέσεως, εἶχε πλεῖστα ἐλαττώματα. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν Κυβέρνησις, κατανοήσασα τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, κατανοήσασα τὴν σπουδαιότητα τοῦ θέματος, ἐσυστηματοποίησε τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως, ταυτίσασα αὐτὴν μετὰ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τοῦ νόμου, οὗ τὴν τροποποίησιν ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὁ νόμος, οὗ τὴν τροποποίησιν ζητοῦμεν, ἔθηκεν ὅριον τοῦ παρακρατήματος κατώτατον μὲν 10%, ἀνώτατον δὲ 20. Ἀλλ’ ἐν τούτῳ νομίζω, ὅτι ἔσφαλεν εἰς τὰ καίρια ὁ νομοθέτης, καταστήσας διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου ἀδύνατον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκε, θεσπίζων τὴν παρακράτησιν. Τίνα σκοπὸν ἐπεζήτησεν ὁ νομοθέτης διὰ τῆς παρακρατήσεως; ἁπλούστατον· τὸν κανονισμὸν τῆς ἀναλογίας τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν. Ἡ μὲν ζήτησις εἶναι σχεδὸν γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλ’ ἡ προσφορὰ ἐντελῶς ἄγνωστος, διότι ἄγνωστος ἐντελῶς τυγχάνει ἡ ἐτησία ἑκάστοτε παραγωγή· καὶ ἀφοῦ ἔχεις ἄγνωστον τὴν προσφοράν, τουτέστι τὴν παραγωγήν, πῶς δύνασαι διὰ γνωστοῦ ἐκ προοιμίων προσδιορισμοῦ ποσοστοῦ παρακρατήματος νὰ ἐπιτύχῃς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναλογίας τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν; Καὶ θὰ ἔχῃς ἔτη, καθ’ ἃ τὸ 20% θὰ ἦναι μικρὸν, ὡς ἐπίσης θὰ ἔχῃς ἔτη, καθ’ ἃ οὐδεμία ἀπολύτως ἀνάγκη θὰ ὑπάρχῃ παρακρατήσεως. Ἀπόδειξις τοῦ πλημμελοῦς τοῦ προσδιορισμοῦ ποσοστοῦ παρακρατήσεως εἶναι τὸ ἔτος 1900. Τίς ἡ ἀνάγκη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρακρατήματος; Μόλις 90 ἑκατομμύρια παρήχθησαν, αἱ τιμαὶ ἦσαν ὑψηλαί, καὶ ἐν τούτοις τὸ πλημμελὲς τοῦ νόμου μᾶς ἠνάγκασε νὰ παρακρατήσωμεν 10%, γεγονός, ὅπερ ἐν τούτοις οὐδεμίαν ἔδωκεν ἀφορμὴν διαμαρτυριῶν ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ φέρω τὸν λόγον κατόπιν. Καὶ τὴν μὲν ἀνάγκην τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ κατωτέρου ὅρου προεκάλεσαν δύο τινά. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1895, ὅτε τὸ πρῶτον ἐνιαύσιος ἐψηφίσθη ἡ παρακράτησις, θέλουσα νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ἐπιστημονικὴν ὑπόστασιν, ὠνόμασε τὴν παρακράτησιν φόρον εἰς εἶδος· ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ἠλάττωσε τὸν ἐξαγωγικὸν τοῦ σταφιδοκάρπου δασμὸν κατὰ δραχμὰς 4 τὸ χιλιόλιτρον· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἐνόει νὰ χαρίσῃ εἰς τοὺς δυστυχεῖς παραγωγούς· ὅ,τι ἔδιδε διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς, ἐλάμβανε διὰ τῆς ἄλλης. Ἐθέσπισε λοιπὸν, ὅπως ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον κατὰ προτίμησιν τὸ ποσόν, καθ’ ὃ ἠλαττώθη ὁ ἐξαγωγικὸς δασμός· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἦτο ἀνάγκη βεβαίως κατ’ ἔτος νὰ γίνεται παρακράτησις· καὶ οὗτος εἶναι ὁ εἷς λόγος, δι’ ὃν ὡρίσθη κατώτατος ὅρος τοῦ παρακρατήματος. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ἡ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης σύστασις. Τὸν δὲ προσδιορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου ὀφείλομεν εἰς πλάνην, κρατήσασαν εἰς τὸ πνεῦμα πάντων, ὅτι τὸ 20% θὰ ἦτο ἀρκετόν· διότι ἄλλως, πῶς θὰ ἐψηφίζετο θεσμὸς μὴ δυνάμενος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν δι’ αὑτοῦ ἐπιδιωκόμενον σκοπόν; Τὴν ἀτέλειαν ταύτην τοῦ νόμου ζητοῦσιν οἱ παραγωγοὶ νὰ θεραπεύσωσι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ζητοῦσι νὰ προσδιορίζηται κατ’ ἔτος τὸ ἀφαιρετέον ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν παραγωγήν, χωρὶς ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως νὰ ζημιῶταί τι ἡ κατανάλωσις. Κακῶς δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἰδέα αὕτη ὠνομάσθη ἀπεριόριστον παρακράτημα. Ἀπροσδιόριστον δύναται νὰ ὀνομασθῇ, οὐχί ποτε ἀπεριόριστον. Ναί, διαφέρει πολὺ ἡ μία λέξις ἀπὸ τῆς ἄλλης. Ἀπεριόριστον εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ οὐδὲν ἔχει ὅριον, ἐνῷ ὅ,τι ἡμεῖς ζητοῦμεν ἔχει ὅρια, ἅτινα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν. Τὰ ὅρια δὲ, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ νόμος διαγράφει, εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καταναλωθέντος εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ ἀκέραιον· οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ παρακράτημα, ὥστε νὰ μειῶται τὸ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως ἀπαιτούμενον ποσόν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὅριον τοῦ παρακρατήματος; Πῶς δύναται, ὑπάρχοντος τοῦ ὅρου τούτου, νὰ δικαιολογηθῇ ἡ λέξις ἀπεριόριστον; Ἂν θέλητε καὶ ἄλλου εἴδους ὅρια, δυνάμεθα νὰ θέσωμεν· ἀλλ’ ἂν θέλωμεν νὰ φέρῃ τοὺς καρπούς του ὁ θεσμὸς, μὴ, πρὸς Θεοῦ, ἀπορρίψητε τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦ παρακρατήματος! Θεσπίσατε, ἂν νομίζητε ὅτι ἐνδέχεται ποτὲ νὰ πιεσθῇ ἡ κατανάλωσις, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ δύναται νὰ πωλῇ εἰς τὸ ἐμπόριον, ἂν αἱ τιμαὶ τῆς κατωτέρας ποιότητος ὑπερβῶσι τὰς 200 δραχμὰς, καὶ οὕτως ἀσφαλῶς ἐμποδίζετε τὴν πίεσιν τῆς καταναλώσεως· ἀλλ’ ἂν ἀπορρίψητε τὸ ἀπροσδιόριστον, παρεμποδίζετε τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου ἐντελῶς. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ παρακράτημα θὰ ὑπερβαίνῃ ἐτησίως τὸ 20%. Ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου εἶναι τὸ παρελθόν. Κατὰ τὴν ὀκταετίαν τῆς ἰσχύος τῆς παρακρατήσεως ὁ μέσος ὅρος τοῦ παρακρατήματος δὲν ὑπερβαίνει, ὡς ἠκούσατε, τὸ 17%. Ἀλλὰ κατὰ πενταετίαν ἴσως θὰ παρουσιάζηται τοιαύτη ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἐν ἐκτάκτῳ ἐσοδείᾳ τῆς σταφίδος· ἂν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν δυνηθῆτε νὰ ἀφαιρέσητε παρακράτημα μεῖζον τοῦ 20%, τότε καταστρέφετε καὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη, καὶ καθιστᾶτε ἀνεπαρκὲς τὸ 20% καὶ διὰ τὰς μικροτέρας ἐσοδείας. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦ παρακρατήματος. Ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι καὶ κατώτατον σημεῖον δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῇ. Ἤδη ἡ Τράπεζα συνέστη, καὶ ἔχει ἀρκετὰ κεφάλαια· ἂν ἓν ἔτος, καθ’ ὃ ἡ παραγωγὴ θὰ ἦναι μικροτέρα τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως, δὲν εἰσπράξῃ τι, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει. Τὸ δὲ τετράδραχμον τῆς Κυβερνήσεως διαφυλάττομεν, προσθέτοντες ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν, καθ’ ἣν ἐν περιπτώσει μὴ ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως ἐπανέρχεται τὸ χαρισθὲν τετράδραχμον εἰς τὸν ἐξαγωγικὸν δασμόν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἀπροσδιορίστου τοῦ παρακρατήματος. Ἀλλὰ πανταχόθεν προβάλλεται ἑτέρα ἔνστασις, σοβαρὰ αὕτη ἀληθῶς καὶ σπουδαία. Τὸ ἀπροσδιόριστον, λέγουσι, τοῦ παρακρατήματος προσκόπτει εἰς τὴν μετὰ τῆς Ἀγγλίας σύμβασιν τοῦ 1890, καθ’ ἣν ἐλάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὸν ἐξαγωγικὸν τοῦ σταφιδοκάρπου δασμόν. Καὶ ἄλλοτε τοιαῦται φιλικαὶ παραστάσεις ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Μεγάλης καὶ εὐεργέτιδος αὐτῆς Δυνάμεως, ἀλλ’ ὅτε παρετηρήθη πρὸς αὐτήν, ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ πάθῃ ἐκ τοῦ τοιούτου μέτρου ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ κατανάλωσις, λαμβανομένης τῆς φροντίδος, ὅπως ἄφθονον ἀπομένῃ τὸ ἐμπόρευμα πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως, ὅτε παρεστάθη πρὸς αὐτὴν, ὁποία ἡ πρὸς ἡμᾶς προσδοκωμένη ὠφέλεια, μετ’ ὠφελείας μάλιστα καὶ τῶν καταναλωτῶν, διότι διὰ τοῦ μέτρου τούτου προστατεύεται ἡ παραγωγὴ, τότε πεισθεῖσα ἀφῆκε τὰ πράγματα νὰ βαδίσωσι τὸν δρόμον των, ὅπως καὶ τώρα, εἰς ὁμοίας παραστάσεις, ἐλπίζω ὅτι θέλει πράξει. Ὅταν τις ἀναλογισθῇ, ὁποῖον τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν σχέσει πρὸς τὸν κολοσσὸν τοῦτον τῆς ἐμπορίας, ὅταν γνωρίσῃ ὁποία ἡ τύχη τῆς σταφίδος παρὰ τοῖς Ἄγγλοις, θὰ πεισθῇ, ὅτι διὰ τοιοῦτον ἐμπόριον, διὰ τοιαύτην τῆς σταφίδος χρῆσιν οὐδέποτε ἡ εὐεργέτις αὕτη Δύναμις θὰ θελήσῃ νὰ καταστρέψῃ μικρὸν ἔθνος, ὅπερ καὶ δημιούργημα αὐτῆς τῆς ἰδίας εἶναι. Ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ χρῆσις τῆς σταφίδος εἶναι σχεδὸν ὁμοία ἐκείνης, ἥτις γίνεται παρ’ ἡμῖν, τοῦ σησαμίου. Εἴπετέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, τίς ἐξ ἡμῶν γνωρίζει, πόσον τιμᾶται τὸ σησάμιον; Ποία ἀνησυχία θὰ καταλάβῃ ἡμᾶς, ἂν μᾶς εἴπωσιν, ὅτι τὸ σησάμιον ἐγένετο ἀκριβότερον κατά τι; Ἐξ ἴσου φροντίζουσιν οἱ Ἄγγλοι διὰ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος. Δὲν δύναμαι ἐγὼ τουλάχιστον νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ Μεγάλη τῆς Ἀγγλίας Δύναμις θὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἀποφάσεις, αἵτινες, ἐνῷ οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἀξίαν λόγου εἰς αὐτὴν προσδίδουσι, καταστρέφουσι τέλεον ἓν πτωχὸν ἔθνος. Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπάρχει καιρὸς νὰ γείνῃ ἡ δέουσα παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει ἐνέργεια, νὰ παρασταθῶσιν εἰς αὐτὴν τὰ πράγματα, νὰ παρακληθῇ αὕτη — καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει πεισθῆ — ἵνα καὶ τοῦτο τὸ εὐεργέτημα προσφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἄλλως τε ποῖον κίνδυνον διατρέχομεν, ἀφοῦ πάντες συμφωνοῦμεν ν’ ἀφεθῇ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ παρακρατήματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Τὸ ἀπροσδιόριστον οὐδὲν δικαίωμα δίδει πρὸς καταγγελίαν τῆς συμβάσεως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους διαβεβαιώσῃ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδέποτε θέλει ὁρισθῆ ποσοστὸν ἀνώτερον τοῦ 20% ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῆς. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦ παρακρατήματος. Ἄνευ αὐτοῦ, δὲν ἐφαρμόζετε τὴν παρακράτησιν, οὐδὲ ὑπηρετεῖτε τὸν σκοπὸν, ὃν αὕτη ἐπιδιώκει. Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, φέρων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἑτέρου θέματος, τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν περαιτέρω ἐμφυτεύσεων. Μία κατὰ τοῦ μέτρου τούτου φέρεται θεμελιώδης καὶ ἀληθῶς σοβαρὰ ἔνστασις· ἡ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προσβολὴ τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα καὶ δυνάμει τῶν φυσικῶν νόμων καὶ δυνάμει τοῦ Συντάγματος κέκτηται πᾶς ἄνθρωπος πρὸς ἰδιοκτησίαν. Ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἡ ἔνστασις αὕτη, εἰς οὐδενὸς βεβαίως τὴν διάνοιαν θὰ ἐχώρει ποτὲ ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως ἄνευ ἀπαγορεύσεως τῶν περαιτέρω φυτειῶν. Θεσπίζοντες τὴν παρακράτησιν, καὶ συγχρόνως ἐπιτρέποντες τὴν φυτουργίαν, εὑρισκόμεθα εἰς ἀληθῆ διάλληλον· ἐξ ἑνὸς μὲν κρατοῦμεν μέρος τῆς παραγωγῆς ὡς πλεονάζον, καὶ ἐξ ἄλλου αὐξάνομεν τὴν παραγωγὴν, καθιστῶντες μάταιον τὸ παρακράτημα! Ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα τοῦ φυτεύειν ἔχοντες, κατὰ χρονικὰ διαστήματα θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην αὐξήσεως τοῦ παρακρατήματος, καὶ οὕτω θὰ φθάσωμεν ἀληθῶς εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρέθημεν, νὰ νομοθετήσωμεν τὴν παρακράτησιν, ἀπέναντι τῶν ἀπείρων αὐτῆς ὠφελημάτων, ἀπέναντι τῆς διατηρήσεως τῆς παραγωγῆς, ἐξ ἧς τόσα τὸ ἔθνος ἡμῶν προσδοκᾷ καὶ κερδίζει, πρέπει νὰ σταματήσωμεν καὶ νὰ μὴ πράξωμεν ὅ,τι καὶ ἄλλα ἔθνη πράττουσιν, ὅ,τι καὶ ἡμεῖς ἐν ἄλλοις θέμασι πολλάκις ἐπράξαμεν; Καὶ ἀληθῶς τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην θεσπίζοντες, παραβλάπτομεν ἴσως τὸ δικαίωμα, ὅπερ πάντες οἱ ἄνθρωποι ἔχουσιν, ἵνα ἐλευθέρως ἀποκτῶσι.
§226Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πειράζει τοῦτο!
§227Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριε Ἀγγελόπουλε, ἡ εἰρωνεία εἰς πάντα τὰ θέματα. Τὸ εἰρωνεύειν εἰς θέματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀγωνιζόμεθα νὰ δώσωμεν ἄρτον εἰς ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς πεινῶντας, ἔστω καὶ ἂν εὑρίσκητε τὰ ἐπιχειρήματα παράλογα, εἶναι ἱερόσυλον. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι σεῖς, ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ μέτρου τούτου πρὸς σωτηρίαν τῶν πολλῶν; Ἂν πρόκηται νὰ ἐμποδίσητε βεβαίαν καταστροφὴν, πρέπει νὰ σταματήσητε; Ὑπάρχει πού τῆς ὑφηλίου Κράτος μᾶλλον φιλελεύθερον, μᾶλλον προηγμένον, μᾶλλον σεβόμενον τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ μεγάλου Ἀγγλικοῦ ἔθνους; Καὶ ἐν τούτοις ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπαγορεύεται τέλεον ἡ καπνοφυτεία.
§228Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται χάριν τοῦ Δημοσίου!
§229Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀνεκαλύψατε τὴν πυρίτιδα, κύριε συνάδελφε. Τὸ γνωρίζω. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομίζετε, ὅτι εὐκολώτερον δύναται νὰ λησμονήσῃ τις τὸ ἱερὸν αὐτὸ δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖον τόσον θερμῶς ὑποστηρίζετε, ὅταν πρόκηται ἐκ τούτου ν’ ἀποταμιεύσῃ τὸ Δημόσιον, παρὰ ὅταν πρόκηται νὰ σώσῃ ἓν προϊόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ζῶσι τόσαι χιλιάδες πολιτῶν, καὶ ὅπερ ἀποτελεῖ τὸν ἐν γένει ἐθνικὸν πλοῦτον; Καὶ δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη μᾶλλον ἐπιτακτική, ὅταν διὰ τοῦ μέτρου τούτου πρόκηται νὰ προλάβητε ἄφευκτον καταστροφήν; Ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ δημοκρατουμένῃ Γαλλίᾳ ἡ καπνοφυτεία ἀπαγορεύεται. Καὶ τί ἄλλο πράττουσι πάντα τὰ Μονοπώλια, ὅταν διὰ τούτων ἀπαγορεύηται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου ὡρισμένων εἰδῶν; δὲν ἀποστεροῦσι τοὺς πολίτας ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀποκτᾷν; Θέλετε καὶ ἄλλους νόμους παρ’ ἡμῖν περιορίζοντας τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἀνθρώπου; Σπουδάζετε, καὶ ἀποκτᾶτε ἓν δίπλωμα φαρμακοποιοῦ. Νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἐνασκήσητε ἐλευθέρως τὸ ἐπάγγελμά σας; Οὐχί! Ἵνα συστήσητε φαρμακεῖον, πρέπει νὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ τοῦτο ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως, διότι ὑπάρχει νόμος, ὑπηρετῶν δικαίως ἄλλην ἀνάγκην, ἥτις κανονίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν φαρμακείων ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμόν. Τὸν λόγον τοῦ νόμου τούτου πάντες γνωρίζετε, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τὸν ἐπαναλάβω. Ἀλλὰ δὲν στερεῖσθε διὰ τούτου τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἵνα ἐλευθέρως ἐργάζηται; Ἔχετε τὸν νόμον περὶ σχεδίου τῶν πόλεων καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ὑποχρεώσεως τῶν παροδίων πρὸς ἀποζημίωσιν...
§230Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχρεοῖ τοὺς παροδίους νὰ πληρώσωσιν ἀποζημιώσεις, διότι καθίστανται διὰ τῆς ῥυμοτομίας τὰ κτήματά των τιμιώτερα.
§231Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἀπῄτησε τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ὠφελήθη ὁ παρόδιος. Ἔπειτα ἠρωτήσατε τὸν παρόδιον, ἂν ἔχει νὰ πληρώσῃ, ἂν θέλει νὰ πληρώσῃ, ἂν δὲν θέλει ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσῃ αὐτὸ τὸ κτῆμα, ὅπερ λέγετε ὅτι ἐγένετο τιμιώτερον, ἵνα πληρώσῃ μόνον τὰς ἀποζημιώσεις; Ὁ νόμος θέλει πόλεις μὲ εὐρείας ὁδούς, χάριν τῆς ὑγείας τῶν πολλῶν, καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὰ προσγινόμενα εἰς τοὺς ὀλίγους ἀδικήματα. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, δισταγμὸς εἰς τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου, ἀφοῦ μάλιστα ὡς προσωρινὸν λαμβάνεται· ἡ ἀπαγόρευσις δὲν εἶναι αἰωνία, θὰ ζήσῃ ὅσον καὶ ἡ παρακράτησις. Ἀπαγορεύοντες τὰς φυτείας ἐπὶ μίαν ἑξαετίαν,— διότι ἐπὶ τόσον χρόνον θὰ ζήσῃ καὶ ἡ παρακράτησις—δὲν πράττετε καὶ μέγα ἄδικον. Ἂν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο παρέλθῃ ἡ κρίσις, εἶναι ἐλεύθερος ὁ θέλων νὰ φυτεύσῃ ἐλευθέρως μετὰ τὴν πάροδον τοῦ μικροῦ τούτου διαστήματος· ἂν δὲν παρέλθῃ ἡ κρίσις, τότε εὐεργετεῖτε καὶ αὐτούς, διότι τοὺς σώζετε ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἐπίκειται ἐπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῆς σταφίδος περιμένουσιν. Ἀπομένει, κύριοι Βουλευταί, τὸ τρίτον θέμα, ὅπερ σπουδαίως πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἡ χρῆσις καὶ διάθεσις τοῦ παρακρατήματος. Πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ μιστελοποίησις καὶ οἰνοποίησις, ἡ τόσας ἐλπίδας εὐρέος μέλλοντος παρέχουσα; Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ μιστέλιον καὶ ὁ οἶνος ὁ σταφιδίτης ἐξαγόμενος συναγωνίζεται πρὸς τὴν σταφίδα; Πληροφορίαι ἀντιφατικαὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δίδονται. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τοὐλάχιστον θὰ ἔχῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις· αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα ἐπισήμως, αὐθεντικῶς. Αἱ μέχρις ἡμῶν φθάνουσαι πληροφορίαι εἶναι ἰδιωτικαί, πιθανῶς ἐσφαλμέναι, πιθανῶς ἰδιοτελεῖς· ἀλλὰ ἐκεῖναι, ἃς θὰ μεταδώσῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔχουν τὴν αὐθεντικότητα, ὡς προερχόμεναι ἐκ πηγῶν ἐπισήμων καὶ μὴ κινουμένων ἐξ οὐδενὸς συμφέροντος. Θέλω ταχθῆ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶ ἐκ τῆς γνώμης, ἣν ἔχω, ὅτι δύναται ἡ σταφὶς νὰ στηρίξῃ τὸ μέλλον τῆς ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου τῆς βιομηχανίας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἡ κάλλιον παντὸς ἄλλου δυναμένη νὰ γνωρίζῃ, φρονῇ, ὅτι ἡ τοιαύτη τοῦ παρακρατήματος χρῆσις βλάπτει τὴν σταφίδα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἢ ἐπηρεάζει ὁπωσδήποτε τὴν οἰνοπαραγωγὴν τῆς χώρας, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην της. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξ ὀνόματος ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῶν μέτρων τούτων ἐλπίζουσι τὴν σωτηρίαν των. Ἐλπίζω ὅτι τὰς ἱκέτιδας χεῖρας, τὰς ὁποίας τείνουσι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν οἱ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου, δὲν θὰ τὰς ἀφήσωμεν νὰ καταπέσωσιν ἐν ἀπελπισίᾳ καὶ ἀπογνώσει. Ἀναλογισθῆτε, ὅτι ἴσως ἡ ἱκεσία μεταβληθῇ εἰς ἀπειλὴν καὶ ἀνεγερθῶσι πάλιν αἱ χεῖρες ἐκεῖναι ἀπέλπιδες, καὶ τότε τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι πολὺ χείρονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φοβεῖται ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν φυτειῶν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§233Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ φυτὸν τῆς σταφίδος εἶναι περίεργον καὶ ἰδιότροπον, ἡ δὲ ἰδιοτροπία αὐτοῦ ἐπέδρασε τόσον ἐπὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὥστε ὡς ἄριστοι ὑπνωτισταὶ νὰ ὑποβάλωμεν καὶ νὰ ἀσκήσωμεν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν σταφιδοπαραγωγῶν τὴν ἐπίδρασιν ἀκριβῶς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς ἡμᾶς ἡ ἰδιοτροπία τοῦ φυτοῦ· καὶ τοῦτο ἐξηγεῖ ὅ,τι πρό τινων ἡμερῶν ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Μπουκαούρη, τὰς κραυγὰς τῶν πεινώντων σταφιδοπαραγωγῶν. Κατωρθώσαμεν ν’ ἀναστατώσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν ὅλους τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σταφιδικὸν ζήτημα. Καὶ λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σταφιδικὸν ζήτημα, διότι πρὸ δύο μηνῶν ἀκριβῶς οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἦσαν εὐχαριστημένοι ἐκ τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐφώναζεν, ὅτι ὁ ὑφιστάμενος νόμος δὲν εἶναι ἐπαρκὴς δι’ αὐτούς. Πότε ἤγειραν τοιαύτας φωνάς; Τὰς φωνὰς ταύτας ἤγειραν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἡμεῖς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἠρχίσαμεν νὰ φωνάζωμεν, νὰ καυτηριάζωμεν τὰς καταχρήσεις, καὶ νὰ ζητῶμεν πράγματα ὅλως διόλου ἀλλόκοτα...
§234Δ. ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Γεράκη;
§235Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὄχι! (ἱλαρότης).
§236Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐμὲ, κύριε Γεράκη;
§237Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς κανένα. Ὅταν τελειώσω τὸν συλλογισμόν μου, τότε σᾶς ἀφίνω ἐλευθέρους νὰ διακόπτητε. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ἀναστάτωσις, τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν σήμερον εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς πληθυσμοὺς, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν παρατηρεῖται· καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν παρατηρεῖται, διότι ἡ σταφὶς, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός της, οὐ μόνον εἰς κρίσεις καὶ παροξυσμοὺς ἔφερεν ἐπανειλημμένως τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἱστοριογράφους (ἱλαρότης) ἔδωκεν ὕλην καὶ ἀσχολίαν. Διότι μέγας πόλεμος καὶ σήμερον διεξάγεται μεταξὺ τῶν ἱστοριογράφων, ὅπως ἀνακαλύψωσι τὴν καταγωγὴν τοῦ φυτοῦ τῆς σταφίδος. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι καὶ Γερμανοὶ ἱστοριογράφοι καὶ Ἄγγλοι καὶ Ἰταλοὶ καὶ Ἕλληνες προσεπάθησαν καὶ προσπαθοῦσι ν’ ἀνακαλύψωσι πόθεν κατάγεται τὸ φυτὸν τῆς σταφίδος. Ἄλλοι μὲν λέγουσιν, ὅτι κατάγεται τοῦτο ἐκ τῆς νήσου τοῦ Βάκχου, ἤτοι τῆς Νάξου, (ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς) καὶ ὅτι ἐκ τῆς Νάξου εἰσῆλθε διὰ τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὰς Ἰονίους νήσους...
§238Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρυκτόν, ὅπως ἡ σμύρις, ἡ σταφίς (ἱλαρότης).
§239Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, ἐὰν θέλητε· διότι σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι θὰ μάθητε τὴν ἱστορίαν τῆς σταφίδος,— τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον δὲν γνωρίζετε,—καὶ τοῦτο κρίνω ἀναγκαιότατον. Εἶπον λοιπόν τινες, ὅτι τὸ φυτὸν τοῦτο κατάγεται ἐκ Νάξου, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές· ἡ δὲ θεωρία αὕτη ὑπεστηρίχθη παρὰ τῶν Beaujour καὶ Scrofani, ἐξ ὧν ὁ μὲν πρῶτος ἔγραψε περὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ περὶ σταφίδος, ἀλλὰ διὰ πολὺ ἀσθενῶν ἐπιχειρημάτων, ἅπερ καὶ ἀνατρέπονται, ἀφοῦ μάλιστα καὶ αὐτὸς ὁ Beaujour ἀναφέρει, ὅτι ἐπὶ τῶν χρόνων του, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1787 ἕως 1797, δὲν ὑπῆρχε σταφὶς ἐν Νάξῳ, ἐμφαίνεται δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῶν προγενεστέρων πληροφοριῶν, ἃς ἔχομεν παρὰ τοῦ Ταβερνιέρου, ὅστις κατὰ τὸ 1663 γράφει συνοπτικῶς περὶ τῶν προϊόντων τῆς νήσου Νάξου, ἀλλ’ οὐδεμίαν μνείαν ποιεῖται περὶ σταφίδος, περὶ τῆς ὁποίας γράφει, ὅτι ἐκαλλιεργεῖτο ἐν Πάτραις. Ἄλλοι ἐκ τῶν ἱστοριογράφων ἰσχυρίζονται, ὅτι τὸ φυτὸν τῆς σταφίδος κατάγεται ἐκ τῆς Κορίνθου. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἰσήγετο κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ΙΕʹ ἑκατονταετηρίδος τὸ ριβίσιον, τὸ ἐπιλεγόμενον φραγκοστάφυλον, τὸ ὁποῖον ἐπονομάζουν οἱ Ἄγγλοι currant, ἀλλὰ διὰ παραλλαγῆς τοῦ ὀνόματος καὶ παρεξηγήσεως, ἕνεκα τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ προϊόντος τούτου ἐκ τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, νομίζοντες ὅτι τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς πόλεως Κορίνθου, καὶ ὅτι διὰ τοῦ currant ἐννοοῦσιν οἱ Ἄγγλοι τὴν Κόρινθον, εὐκολίας δὲ χάριν μετεχειρίζοντο τὴν λέξιν currant ἀντὶ Corinth, ἐκ τῆς παρανοήσεως, λέγω, ταύτης ἔπλασαν οἱ Γάλλοι τὸ ὄνομα «raisin de Corinthe», οἱ Ἰταλοὶ «uva Corinthiaca», εἰς δὲ τὰς Κάτω Χώρας ὠνομάσθη «corantken», εἶτα δὲ μετεδόθη καὶ εἰς ἄλλας χώρας, καὶ ἐνομίσθη, ὅτι ἡ καταγωγὴ τῆς σταφίδος εἶναι ἐκ τῆς Κορίνθου. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἠπατήθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἔχομεν βεβαιωμένον ἐκ τῶν ἱστοριογράφων, ὅτι ἡ σταφὶς δὲν κατάγεται οὐδ’ ἐκ τῆς Νάξου, οὐδὲ ἐκ τῆς Κορίνθου, ἀφοῦ οὐδεὶς ἀναφέρει, ὅτι εἶδε ταύτην εἰς τὰ μέρη ταῦτα. Ἀλλὰ πόθεν κατάγεται, κύριοι παρακρατητικοί; (γέλωτες). Ἐξ Ἀχαΐας! Ἐκεῖ ἐκαλλιεργεῖτο, ἐκεῖ ὑπῆρχεν. Ὅτι δὲ κατάγεται ἀκριβῶς ἐξ Ἀχαΐας, τοῦτο σᾶς ἀποδεικνύω εὐθὺς ἀμέσως, διότι κατὰ τὸ 1340 ἐκ δύο λιμένων ἐξήγετο... Μὴ σᾶς κάμνουν, κύριε Μπακόπουλε, ἐντύπωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω, διότι ἐκεῖνοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐπῆρα ταῦτα, ἐφρόντιζον διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν διαφόρων φυτῶν, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἡμεῖς σήμερον οὐδόλως φροντίζομεν· καὶ ἀπόδειξις τούτου ἐπίσημος εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ οἰκεῖον τμῆμα τῆς γεωργίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§240Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς! Ἐκδίδει καὶ Γεωργικὸν Δελτίον.
§241Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τώρα θὰ γείνῃ τὸ ὄγδοον Ὑπουργεῖον!
§242Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1340 δύο λιμένες ὑπῆρχον, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξήγετο ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ λιμὴν τῆς Γλαρέντζας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὁ λιμὴν τῆς Βοστίστας ἀφ’ ἑτέρου, ἐνῷ ἐκ τῆς Κορίνθου δὲν ἔχομεν τοιοῦτο παράδειγμα, οὐδ’ ἐκ τῶν πηγῶν πηγάζει τι, ὥστε νὰ βεβαιωθῶμεν, ὅτι πράγματι ἐκ Κορίνθου ἐξήγετο τοιοῦτος καρπός. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1459, ὅτε ἐξήγετο ἐκ τῶν δύο τούτων λιμένων ὁ σταφιδόκαρπος, εὑρίσκοντο οἱ ἀείμνηστοι πρόγονοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Γούναρη (γέλωτες) εἰς μεγάλην ἀπορίαν, τί ἔκαμνον τὸν καρπὸν τοῦτον εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἐπληροφορήθησαν δ’ ὅτι εἰσάγεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ νὰ βάφουν ροῦχα (γέλωτες)· καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἔρχεται σήμερον καὶ μᾶς λέγει, ὅτι εἰσάγεται ὁ σταφιδόκαρπος εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ βρῶσιν μόνον, καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλον τινὰ σκοπὸν βιομηχανικόν! Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ διὰ βιομηχανικοὺς σκοποὺς χρησιμοποιεῖται σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ. Γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ἐξ ὅσων ἀνέφερα, εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1340 εἰσήγετο ἡ σταφὶς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ 1814, ὡς χθὲς ἐβεβαίου ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κύριος Γούναρης. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1540 μετεφέρθη τὸ φυτὸν τοῦτο τῆς σταφίδος κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἀπὸ τότε δὲ πράγματι ἤρχισε τακτικὴ καὶ κανονικὴ καλλιέργεια εἰς τὴν Ζάκυνθον, καὶ ἤρχισεν ἡ νῆσος αὕτη νὰ παράγῃ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μέχρις ἡμίσεος ἑκατομμυρίου λιτρῶν. Κατὰ δὲ τὸ 1548 εἰσήχθη ἐκ Ζακύνθου τὸ φυτὸν τοῦτο εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, καὶ ἤρχισε καὶ ἐκεῖ τακτικὴ καὶ κανονικὴ καλλιέργεια, κατὰ δὲ τὸ 1576 ἡ Κεφαλληνία παρῆγε 400,000 λίτρας καρπὸν τὸ πρῶτον.
§243ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀδύνατον νὰ παραγάγῃ 400 χιλιάδας.
§244Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἄν τὸ ἀμφισβητῆτε, σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ τότε διοικητοῦ τῆς νήσου (γέλωτες), διότι οἱ Ἑνετοὶ ἐφρόντιζον, ὥστε οἱ διοικηταὶ τῶν κτήσεών των νὰ ἐκθέτουν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐν αὐτῇ δὲ περιγράφεται καὶ ἡ κίνησις τῆς καλλιεργείας τῶν διαφόρων προϊόντων. Ἡ καλλιέργεια τῆς σταφίδος ἤρχισε ν’ αὐξάνῃ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ αἱ ἀπέραντοι ἐκτάσεις τῆς Κεφαλληνίας ἐντὸς ὀλίγου ἦσαν κατάφυτοι ἐκ τῶν φυτειῶν τῆς σταφιδαμπέλου, οὕτως ὥστε κατὰ τὸ 1593 ἡ Κεφαλληνία παρῆγεν 1,500,000 σταφιδοκάρπου, κατὰ τὸ 1603 τέσσαρα ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1622 πέντε ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1624 ἕξ ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1640 ἐννέα ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ 1655 ἡ παραγωγὴ ἐκυμαίνετο ἀπὸ ἕξ ἕως δέκα ἑκατομμυρίων. Ὅτε δὲ ἡ Κεφαλληνία παρῆγε δέκα ἑκατομμύρια, ἡ μητρόπολις τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἡ Πελοπόννησος, παρῆγεν ἓν μόνον ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ δὲν παρῆγε μόνον ἡ Κεφαλληνία σταφιδόκαρπον, παρῆγε καὶ ἡ Ζάκυνθος, ἡ ὁποία ἔφθασε κατὰ τῷ 1640 μέχρι τεσσάρων ἑκατομμυρίων, παρῆγε καὶ ἡ Ἰθάκη, ἡ ὁποία ἔφθασε κατὰ τὸ 1622 μέχρι 400 χιλιάδων λιτρῶν σταφιδοκάρπου. Ἡ καλλιέργεια ἐν τούτοις τῆς σταφίδος ἐν ταῖς νήσοις ταύταις προὐκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Ἑνετικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν προὐκάλεσε διὰ δύο λόγους. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἦτο μία νέα παραγωγή, καὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ταύτης οὐδεὶς δασμὸς ὑπῆρχεν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ — τὸ καὶ σπουδαιότερον — διότι περιωρίσθη ἡ σιτοπαραγωγὴ τοῦ τόπου. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχον πλοῖα ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὅπως ἐφοδιάζωσι τὴν νῆσον διὰ σίτου. Προέβλεπε λοιπὸν ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις, ὅτι πιθανὸν κατὰ τὴν πολυτάραχον ἐκείνην ἐποχὴν ἡ νῆσος νὰ πάθῃ ἐκ σιτοδείας, καὶ ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν λῆψιν μέτρων, εἰς ἅ, κατὰ περίεργον ἱστορικὴν σύμπτωσιν, περιλαμβάνεται καὶ ἓν ἐκ τῶν μέτρων, ὧν σήμερον ζητοῦμεν τὴν ἐφαρμογήν.
§245ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακράτησις;
§246Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὄχι παρακράτησις. Ἐζήτησε κατ’ ἀρχὰς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς κατοίκους νὰ ἐκριζώσωσι μέρος τῶν σταφιδαμπέλων. Οἱ κάτοικοι ὅμως ἀντέστησαν, καὶ δὲν ἤθελον κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἐκριζώσωσι τὰς σταφιδαμπέλους των, ἐκ τῶν ὁποίων εἶχον μεγάλα ὀφέλη, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἀπὸ τὸν σῖτον τὰ ὀφέλη ἦσαν ἐλάχιστα. Ἠναγκάσθη τότε ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ εἰς Κεφαλληνίαν δύο ἀπεσταλμένους της, τὸν Γράτην καὶ τὸν Γρίτην, ἵνα ἐξετάσωσι, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Οὗτοι δὲ, ἐξετάσαντες ἐπισταμένως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς ἐκριζώσεως τοὐλάχιστον τῶν σταφιδαμπέλων ἐκείνων, αἵτινες εἶχον ἐμφυτευθῆ ἀπὸ τοῦ 1575. Ἀπεφάνθησαν συγχρόνως, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ μέτρον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῇ καὶ ἡ προαποφασισθεῖσα Γενικὴ ἀποθήκη σίτου, ἡ ὁποία νὰ ἐνισχύηται ἐξ αὐτῆς τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Πράγματι δὲ ἱδρύθησαν ἀποθῆκαι τοιαῦται εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον· ἀλλὰ καὶ οἱ Κεφαλλῆνες καὶ οἱ Ζακύνθιοι ἀντέστησαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκριζώσεως. Τότε ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις εἰσήκουσε τὰς παραστάσεις τῶν κατοίκων, καὶ ὑπέδειξεν ἄλλο μέτρον διὰ τῶν δύο αὐτῆς ἀπεσταλμένων, καθ’ ὃ πᾶς ὁ μὴ θέλων νὰ ἐκριζώσῃ τὴν σταφιδάμπελόν του θὰ πληρώνῃ 4 δουκᾶτα κατὰ κάμπον (ὁ κάμπος εἶναι 3½ στρέμματα). Καὶ οἱ μὲν Ζακύνθιοι ὑπέκυψαν εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην καὶ ἐπλήρωσαν, οἱ δὲ Κεφαλλῆνες ἀντέστησαν, δὲν ὑπήκουσαν....
§247Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἄλλοι Κεφαλλῆνες τότε.
§248Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ οἱ σημερινοὶ ὅμοιοι εἶναι. Ποῖα δὲ γενναῖα φρονήματα καὶ αἰσθήματα ἐμπνέουν τὸν Κεφαλλῆνα, ἀπεδείχθη πάντοτε, καὶ ἐσχάτως πανηγυρικώτερον.
§249ΠΟΛΛΑΙ ΦΩΝΑΙ. Ποῦ;
§250Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Ἤπειρον. Τὸ ἀπεδείξαμεν ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπεν, ὡς καλοὶ πατριῶται, καὶ ὅπου καὶ ἐγὼ ἔδωκα παράδειγμα εἰς ἄλλους, ὅπερ νομίζω ὅτι δὲν ἔδωκαν πολλοὶ ἄλλοι, ὡσὰν ἐμέ.
§251ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§252Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τότε λοιπὸν ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἄλλο μέτρον· διέταξεν, ὅτι πᾶς ὅστις δὲν ἐκριζώσῃ τὴν σταφιδάμπελόν του εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Ἑνετικὴν Κυβέρνησιν τὸ ⅓ τῆς παραγωγῆς· ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἀπέτυχεν ἐν Κεφαλληνίᾳ. Εἰς τὴν Ζάκυνθον ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον, καὶ κατώρθωσε νὰ εἰσπράξῃ ὑπὲρ τῆς σιταποθήκης ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις 24 χιλιάδας δουκᾶτα, ἐνῷ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν δὲν εἰσέπραξεν οὔτε ἕν. Ἀπόδειξις ὅτι ἡ Κεφαλληνία ζυγὸν δὲν ὑποφέρει (ἱλαρότης). Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰ μέτρα ταῦτα τῆς Ἑνετικῆς Κυβερνήσεως ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτι ἦσαν καθ’ ὁλοκληρίαν μάταια, καὶ ὅτι ματαίως ἐκοπίασε καὶ ἐδαπάνησεν ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιτύχῃ ἕνα τοιοῦτον σκοπόν· διότι δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς, καὶ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ηὔξησεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ προσφορὰ νὰ ἦναι μεγαλειτέρα τῆς ζητήσεως, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶχον ἐλάττωσιν τῶν τιμῶν...
§253Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πότε;
§254Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1620 (ἱλαρότης). Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ἠλαττώθησαν, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν συνέφερεν ἡ ἐξακολούθησις τῆς κανονικῆς καλλιεργείας τῆς σταφιδαμπέλου, ἥτις καὶ ἤρχισε νὰ ὀπισθοδρομῇ. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἐξερριζώθησαν αἱ σταφιδάμπελοι, ναὶ μὲν δὲν περιωρίσθησαν, ἀλλὰ παρημελήθη ἡ ἔκτακτος καλλιέργεια, ἤτοι ἡ λίπανσις καὶ ἄλλαι διάφοροι ἐργασίαι, καὶ κατὰ συνέπειαν ἤρχισε νὰ ἐλαττῶται ἡ παραγωγὴ, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ Κεφαλληνία, ἐνῷ παρῆγε μέχρι τῶν ἐτῶν ἐκείνων δέκα ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου, κατήντησε κατὰ τὸ 1729 νὰ παράγῃ μόνον τέσσαρα, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἡ δὲ Ζάκυνθος νὰ παράγῃ περισσότερον τῆς Κεφαλληνίας, ἤτοι 6–7 ἑκατομμύρια, ἐπωφεληθεῖσα τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν σταφιδοφυτειῶν τῆς Κεφαλληνίας.
§255Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τ’ ἀποτελέσματα τῆς παρακρατήσεως!
§256Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἔχομεν φυσικὴν παρακράτησιν. Πλὴν ὅμως, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, ἡ Κεφαλληνία δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφιδοφυτείας τότε, ἀλλ’ ἐστράφη εἰς ἄλλα εἴδη, ἐστράφη εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ βάμβακος, ἐστράφη εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐλαιῶν, τοῦ σίτου πάλιν, ἐστράφη εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ὀσπρίων, ἐστράφη εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν οἴνων· καὶ πιστεύσατε, ὅτι οὐδεμίαν ζημίαν ὑπέστη. Λαμπρὸν παράδειγμα προχθὲς πάλιν σᾶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας, νομίζω, Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἐπαρχία του παρῆγε σταφιδόκαρπον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔβλεπον οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, ὅτι οὐδὲν ἐλπίζουσιν ἐκ τῆς σταφίδος, ἐγκατέλειψαν τὴν καλλιέργειαν αὐτῆς, στραφέντες εἰς ἄλλα εἴδη καλλιεργείας, καὶ σήμερον ὁ τόπος των εὐημερεῖ.
§257ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρόσφορον τὸ ἔδαφος δι’ ἄλλην καλλιέργειαν.
§258Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡ Πελοπόννησος ἔχει ἔκτακτον ἔδαφος διὰ πᾶν εἶδος καλλιεργείας. Ἡ Πελοπόννησος, ἀξιότιμε ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὰ, ἀπὸ τοῦ 1677 μέχρι τοῦ 1800 ὀλίγον σταφιδόκαρπον παρῆγεν· ἤρχισε δὲ πάλιν, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως καὶ τῆς διαδόσεως τοῦ προϊόντος, νέα ζήτησις τῆς σταφίδος, καὶ ἐκ τῆς ζητήσεως αὐτῆς ἤρχισε πάλιν ἡ καλλιέργεια εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, καὶ προώδευσεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε κατὰ τὸ 1825 ἔφθασε μέχρι 12,000,000 λιτρῶν, τὸ δὲ 1835 μέχρι 14,000,000, ὅτε εἶχεν ἐπέλθει εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως, τελεία ἐγκατάλειψις τῆς καλλιεργείας, καὶ οὐδὲν παρῆγεν ἡ Πελοπόννησος τότε, ἡ δὲ Κεφαλληνία πράγματι ὠφελήθη.
§259Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὥστε ἐξ αἰτίας μας ὠφελήθητε!
§260Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι οἱ Κεφαλλῆνες ἔτρεξαν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ συμμετέσχον ὅλου τοῦ ἀγῶνος.
§261ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ μάλιστα.
§262Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ταῦτα ἀφηγήθην, διότι ἐφρόντισα νὰ ἐξετάσω καὶ ἱστορικῶς τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα, καὶ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα ὑπέστη κρίσιν, καὶ ὅπως χρησιμεύσωσι πρὸς διαφώτισιν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Διὰ τῶν ἱστορικῶν τούτων γεγονότων σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι καὶ παρακράτησις ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν—φυσικὴ ὅμως— καὶ περιορισμὸς φυτειῶν, καὶ ἐκρίζωσις φυτειῶν, καὶ μονοπώλιον. Λέγω καὶ μονοπώλιον, διότι παρέλειψα νὰ σᾶς ἐξιστορήσω γεγονός τι σχετικὸν πρὸς τοῦτο.
§263Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἰπέ το τώρα.
§264Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐφάνη τότε εἰς τὴν Ἐνετικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι περισυλλέγουσα ἐντὸς τῆς Ἐνετίας ὅλον ἐν γένει τὸν ἐξ Ἑπτανήσου παραγόμενον σταφιδόκαρπον, ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰσόδημα πολὺ μεγαλείτερον τοῦ τότε ἐπιβληθέντος φόρου.
§265ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε ἔγεινεν αὐτό;
§266Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τὰ 1605... Ὁ κ. Μπακόπουλος γελᾷ, διότι ἀναφέρω τὰ ἔτη...
§267Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§268Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§269ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λαμπρὰ, κύριε Γεράκη! Ἐξακολουθήσατε.
§270Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ἐναυάγησεν ἡ Ἐνετικὴ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι πιθανὸν νὰ ἐξάγηται καὶ δι’ ἄλλων ὁδῶν ὁ σταφιδόκαρπος.
§271Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπως καὶ τώρα μὲ τὸ παρακράτημα.
§272Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ ἤρχισε τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ἐκ τῶν διαφόρων ὅρμων τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Ζακύνθου ἐξήγετο σταφιδόκαρπος, οἱ δὲ Ἄγγλοι περιέμενον εἰς τὸν ὅρμον τῆς Γλαρέντζας, ὅπου νύκτωρ μετέφερον τὸν σταφιδόκαρπον καὶ ἐφόρτωνον αὐτὸν καὶ τὸν μετέφερον εἰς Ἀγγλίαν (γέλως). Καὶ ἡ Ἐνετικὴ Κυβέρνησις, ἀντὶ τοῦ ὅλου τῆς παραγωγῆς, μετέφερεν εἰς Ἑνετίαν μόλις τὸ ἓν τέταρτον. Αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ, Κύριοι, γεγονότα δὲν ἀνέφερα μόνον διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν σήμερον, ἐφηρμόσθησαν καὶ ἄλλοτε, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον, παρουσιάσθη καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ ἀνέφερα τὰ γεγονότα ταῦτα, διότι, ὡς ἡ Ἐνετικὴ Κυβέρνησις ἐφρόντιζε διὰ προβλεπτῶν, διὰ διοικητῶν, διὰ συνδίκων, νὰ πληροφορῆται τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ τῆς Ἀνατολῆς, οὕτως ἔπρεπε καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν νὰ φροντίσωσι καὶ νὰ φροντίζωσιν, ὥστε νὰ γνωρίζωσι κατὰ γράμμα, ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐὰν δὲ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, τοιαύτας διοικητικὰς ἐκθέσεις, ἐὰν ἤθελον σταλῆ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος εἰδικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἂν οὗτοι ὑπέβαλλον τὰς ἐκθέσεις των, καὶ ἂν ἐφρόντιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται νὰ ἔχῃ ὄχι μόνον διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν διαφόρων προϊόντων καὶ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλα ἀντικείμενα, ἀφορῶντα τὸ Κράτος, βεβαίως σήμερον παρουσιαζόμενοι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ συζητοῦντες περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος θὰ εἴχομεν ὅλα τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωμεν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ὡς πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο. (Εὖγε! εὖγε!). Δυστυχῶς ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδὲν βοήθημα ἔχομεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως! Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνον τὴν νῦν Κυβέρνησιν. Λέγων ταῦτα, κατακρίνω ὅλας τὰς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι σήμερον Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐφρόντισαν περὶ τούτου. Ἐὰν εἴχομεν τὰ μέσα, Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡς πρέπει, δὲν θὰ ἠκούομεν τὰς ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι ἤχησαν πολὺ κακῶς εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν θὰ ἠδυνάμεθα τουλάχιστον ν’ ἀποδείξωμεν εἰς ὑμᾶς, ποία ἡ παραγωγὴ ἑκάστου ἔτους, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποδείξωμεν εἰς ὑμᾶς, πόσος σταφιδόκαρπος ἐξήχθη ἐκ τῶν διαφόρων λιμένων τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν πόσος σταφιδόκαρπος καταναλίσκεται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, πόσος σταφιδόκαρπος εἰσάγεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν, πόσος εἰς τὴν Γερμανίαν, πόσος εἰσάγεται εἰς τὴν Γαλλίαν, πόσος εἰς τὴν Ῥωσσίαν, πόσος εἰς τὴν Αὐστραλίαν καὶ λοιπὰ μέρη, πόσος οἶνος εἰσάγεται εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, καὶ τίνος εἴδους οἶνος, καὶ ἂν πράγματι ὁ εἰσαγόμενος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὀνομάζομεν οἶνον, ἦτο οἶνος καὶ δὲν ἦτο μιστέλιον. Λέγων δὲ ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ λέγω, διότι ἐκ πείρας κἄτι καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ὡς θέλω ἀποδείξει κατόπιν. Ἡ κρίσις, εἰς τῶν παροξυσμῶν τῆς ὁποίας ἀπασχολεῖ ἡμᾶς σήμερον, ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐν Γαλλίᾳ εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος. Κατὰ τὸ 1895, κατόπιν ἐπιμονῆς τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἠναγκάσθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ προσωρινὸν μέτρον. Εἰς τὸ μέτρον δὲ τοῦτο προέβη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅπως κατορθώσῃ νὰ ἐξευμενίσῃ τρόπον τινὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, μὴ ἔχουσα ἄλλην διέξοδον. Δυστυχῶς ὅμως τὸ προσωρινὸν ἐκεῖνο μέτρον ἐφηρμόσθη καὶ κατὰ τὸ 1899, καὶ ἐγένετο ὁριστικὸς νόμος τοῦ Κράτους. Ἔκτοτε δ’ ἔχομεν, Κύριοι, τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἰδιώτου! Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ἐπέμβασις αὕτη ὠφέλησε, καὶ ποῖα ἀποτελέσματα ἔφερε. Δυστυχῶς ὅμως ἀναγκάζομαι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης τὸ Κράτος ὑπερέβη τὴν ἁρμοδιότητά του, καὶ ἀπέδειξε τὴν ἀνικανότητά του εἰς τὴν διαχείρισιν τοιούτων ζητημάτων ἰδιωτικῆς φύσεως. Εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τοῦ 1895 ἤρχισε ν’ ἀποδεικνύηται ἡ ἀνικανότης αὐτοῦ διὰ τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν κλοπῶν, αἵτινες πᾶσαι οὐδένα ἄλλον ἐπιβαρύνουσιν ἢ τὸν πτωχὸν σταφιδοπαραγωγόν. Ἐξεταστέον ἤδη, ἂν ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως βλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, ἢ ὠφελεῖ αὐτά. Κατ’ ἐμὲ, αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ὅστις ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ αὐτὸ τὸ μέλλον τῆς σταφίδος. Διότι διὰ τοῦ νόμου τούτου, Κύριοι, κατωρθώσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν κερδοσκοπίαν, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου διετυμπανίζομεν εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως κατὰ προσέγγισιν τὴν πραγματικὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, καὶ ὅταν ἡ κατανάλωσις γνωρίζῃ ποία ἡ πραγματικὴ παραγωγὴ τῆς σταφίδος, ἐπιβάλλει καὶ τὰς τιμάς. Διότι, ὅταν ὁ ἔμπορος τῆς ξένης ἀγορᾶς γνωρίζῃ, ὅτι ἡ σταφιδοπαραγωγὴ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ προσφορὰ πολὺ ἀνωτέρα τῆς ζητήσεως, ἐπιβάλλει χαμηλὰς τιμὰς εἰς τὸν παραγωγὸν, ὅστις ἐξ ἀνάγκης ἐνδίδει. Ἀλλ’ ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως ἔχει καὶ ἕτερον ἐλάττωμα, μίαν ἄδικον, ἐπιβαρυντικὴν καὶ παράνομον φορολογίαν, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς πρὸς πλουτισμὸν τῶν βιομηχάνων καὶ εἰς βάρος τῆς περιουσίας τῶν πτωχῶν παραγωγῶν. Ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία αὐτῶν, μέρος τοῦ προϊόντος αὐτῶν, καὶ πωλεῖται εἰς τὰς ἀγορὰς εἰς τιμὴν πολὺ μικροτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἠδύναντο νὰ πωλήσωσι τοῦτο οἱ παραγωγοί· καὶ τοῦτο χωρὶς τὸ ἀφαιρεθὲν νὰ ἐπιστρέφηται εἰς τὸν παραγωγὸν καὶ δικαιοῦχον. Διότι, ἀντὶ ὁ βιομήχανος ν’ ἀγοράσῃ κατ’ ἐλάχιστον τὸν σταφιδόκαρπον πρὸς 120 ἢ καὶ 100 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον παρὰ τοῦ παραγωγοῦ, ἀγοράζει τοῦτον ἐκ τῆς παρακρατήσεως πρὸς 70 δραχμὰς ἢ καὶ ἔλαττον. Ἀγοράζων δὲ εἰς τοιαύτας εὐτελεστάτας τιμὰς ὁ βιομήχανος, ἀναμφήριστον εἶναι, ὅτι ὠφελεῖται σπουδαίως. Ἀπόδειξις τούτου, ὅτι πάντες οἱ συστήσαντες καταστήματα οἰνοπνευματοποιΐας καὶ μιστελίου, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρχισε νὰ πωλῆται ἡ παρακράτησις εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἀγορὰς, ὅλοι ἔκαμαν σπουδαίας περιουσίας, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας οἱ πτωχοὶ παραγωγοὶ ζημιοῦνται, ἵνα ὠφεληθῶσιν, ὡς εἶπον, οἱ βιομήχανοι. Ἀλλὰ φωνάζουν δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν! ἀνεστατώθησαν οἱ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου, καὶ ζητοῦσι τὴν παρακράτησιν! Ἀλλ’ αὕτη ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ. Οὐδεὶς κατήργησε τὸν περὶ ταύτης νόμον. Ἀκούομεν ὅμως πανταχόθεν φωνὰς ζητούσας βοήθειαν. Ἀλλὰ ποίαν βοήθειαν ζητοῦσι πλέον ἐκ τῆς παρακρατήσεως οἱ πληθυσμοὶ αὐτοί; Ὁ κ. ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτὴς ἑσπέραν τινὰ μᾶς ἐβροντοφώνησεν, ὅτι πεινῶσιν οὗτοι! Ἀλλ’ ἂν πεινῶσιν, ἡ παρακράτησις θὰ γεμίσῃ τὸν στόμαχον αὐτῶν; Ἐὰν δ’ ἔστω ψηφίσωμεν τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, πότε θὰ ἔχωμεν τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ;
§273Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἀμέσως.
§274Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ἄνθρωπος ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν μοὶ δίδει τοιαύτην ἀπάντησιν.
§275Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θὰ τὸ σᾶς ἐξηγήσω. Διότι θὰ ἐπανέλθῃ ἡ φυγαδευθεῖσα πίστις, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ δύνανται οἱ ἄνθρωποι νὰ εὑρίσκωσι δάνεια, ἐνῷ τώρα οὔτε 10 δραχμῶν δάνειον δὲν εὑρίσκουσι!
§276Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατ’ ἐμὲ, κύριε Βουλευτὰ, τ’ ἀποτελέσματα τῆς παρακρατήσεως καὶ τοῦ ἀπεριορίστου αὐτῆς θὰ τὰ ἔχωμεν τὸν Νοέμβριον, Δεκέμβριον ἢ Ἰανουάριον.
§277Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τόσον τὸ ὀδυνηρότερον!
§278Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἔπειτα, λέγοντες ὅ,τι εἴπετε, κύριε Μισυρλῆ, λησμονεῖτε σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐζητήσατε καὶ ζητεῖτε τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν, ὅτι ὅλοι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἶναι κατάχρεοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὴν Ἐθνικήν. Ποία λοιπὸν πίστις νέα θ’ ἀνοίξῃ δι’ αὐτοὺς σήμερον; ἓν καὶ μόνον δύνανται νὰ ἐλπίζωσι σήμερον οἱ φωνάζοντες, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν φωνάζωσι σήμερον, δὲν φωνάζουσι διὰ τὴν παρακράτησιν, ἀλλὰ διὰ κεφάλαια· τὰ κεφάλαια ὅμως ταῦτα δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ τὰ διοχετεύσωμεν τόσον εὐκόλως οὔτε εἰς τὴν Πυλίαν, οὔτε εἰς τὴν Ἠλείαν, οὔτε εἰς τὴν Τριφυλίαν, οὔτε εἰς τὰς Πάτρας καὶ τὰς λοιπὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας....
§279Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὅταν ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ᾖναι καλή, τὰ κεφάλαια εἰσέρχονται.
§280Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸ μέλλον;
§281Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἰς τὸ παρόν.
§282Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οἱ φωνάζοντες σήμερον καὶ γεννῶντες σταφιδικὰ ζητήματα πράττουσι τοῦτο οὐχὶ διότι ὑφίσταται τοιοῦτον ζήτημα, ἢ διότι ἔχουσιν ἀνάγκην παρακρατήσεως ἢ τοῦ ἀπεριορίστου, ἀλλὰ διότι ἔχουσιν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἀληθῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς φωνάζοντας τὸ νομοσχέδιον, ἔστω καὶ ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, οὔτε ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Αὕτη ἐδάνεισε τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ ὅσοι μὲν εἶχον καὶ ἐπέστρεψαν τὰ χρήματα πρὸς τὴν Τράπεζαν, δύνανται σήμερον νὰ λάβωσι νέα δάνεια, καὶ νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, —καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ εὔποροι, — οἱ μὴ δυνάμενοι ὅμως νὰ ἐπιστρέψωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθησαν ἐκ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν δύνανται πλέον νὰ στραφῶσι καὶ ζητήσωσι παρ’ αὐτῆς ἄλλα χρήματα· κατὰ συνέπειαν ἡ θύρα τῆς Τραπέζης ταύτης ἔκλεισε δι’ αὐτούς, οὐδεμίαν δ’ ἐξ αὐτῆς ἐλπίζουσι βοήθειαν. Ἂν δὲ ὑπάρχῃ μερὶς τοῦ λαοῦ ἔχουσα ἀνάγκην χρημάτων, αὕτη ἀκριβῶς δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ λάβῃ δάνεια παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν δύναται· κατὰ συνέπειαν τὸ κατάστημα τοῦτο οὐδεμίαν βοήθειαν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς· καὶ οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ δώσῃ χεῖρα βοηθείας, ἵνα γεμίσῃ τὸν στόμαχον αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε διὰ νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματα αὐτῶν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον προηγουμένως, ἡ θύρα αὕτη ἐκλείσθη ἑρμητικῶς δι’ αὐτούς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, καὶ θέλω νὰ ἐξετάσω, ὑπὸ ποίαν ἔποψιν συμφέρει αὐτὴ ἡ παρακράτησις καὶ ἂν ὠφελεῖ τὴν σταφίδα καὶ ἑπομένως τὴν τιμὴν τοῦ προϊόντος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ παρακράτησις, ὡς λειτουργεῖ σήμερον, εἶναι εἰκονική· καὶ τοῦτο, διότι, ὡς ὀρθῶς ἔλεγε προχθὲς ὁ ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος κ. Μερλόπουλος, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς παρακρατήσεως, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν προηγουμένως, πόσος καρπὸς κατηναλίσκετο ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· καὶ ἀφοῦ τοῦτο προηγουμένως ἐξετάσωμεν, τότε δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα καὶ νὰ εἴπωμεν, ἂν ὠφέλησεν ἢ δὲν ὠφέλησεν ἡ παρακράτησις. Δυστυχῶς ὅμως, καθὼς ἔλεγον προηγουμένως, τοιαύτας πληροφορίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κατανάλωσις τῆς σταφίδος ἦτο περὶ τὰ 25,000,000. Τοῦτο παραδεχόμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπαρακρατητικοί· σεῖς δὲ οἱ παρακρατητικοί, εἰς ἐπανειλημμένας διατριβὰς, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀποδέχεσθε, ὅτι κατηναλίσκοντο 15,000,000. Ἐπὶ παραγωγῆς λοιπὸν 300,000,000, ὁριζομένου τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως εἰς 20%, ἔχομεν ποσὸν παρακρατήσεως 60,000,000. Ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν 60 τούτων ἑκατομμυρίων τῶν 15,000,000, μᾶς μένει ὑπόλοιπον 45 ἑκατομμύρια. Ἐξετάσωμεν ὅμως τώρα ἄλλο ζήτημα. Τὰ 45 αὐτὰ ἑκατομμύρια τί ἐγένοντο μέχρι σήμερον; Τὰ καταναλίσκομεν εἰς τὸ ἐσωτερικόν; Ὄχι.
§283Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔγειναν ρακή.
§284Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Λέγει ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ἐγένοντο ρακή! Τὰ 45 αὐτὰ ἑκατομμύρια, κύριε Κοκκέβη, ἐξήγοντο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἐξάγονται, ἀλλὰ πρὸς ζημίαν τῆς σταφίδος. Καὶ λέγων, ὅτι ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὅλα αὐτὰ τὰ 45,000,000, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὅλα ἐξάγονται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ἐξάγονται ὑπὸ ἄλλας μορφὰς, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ μιστελίου, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ οἴνου, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ οἰνοπνεύματος...
§285Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτά.
§286Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν κατώρθωσε νὰ τὸν πείσῃ ὁ κύριος Γούναρης, θὰ τὸν πείσωμεν ἡμεῖς;
§287Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν θὰ κατορθώσω νὰ σᾶς πείσω ἐγὼ, δύναται νὰ κατορθώσῃ νὰ σᾶς πείσῃ κανεὶς ἄλλος; (γέλωτες). Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον μιστέλιον ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν παρακράτησιν, ἀντιστρατεύεται εἰς τὸν σκοπὸν τῆς παρακρατήσεως, καὶ ζημιοῖ ἀκριβῶς τὴν σταφίδα, διότι τὸ ἐξαγόμενον μιστέλιον, εἰσαγόμενον εἰς τὴν Ἰταλίαν ἢ τὴν Γερμανίαν ἢ τὴν Ἀγγλίαν ἢ εἰς ἄλλας χώρας, ἀναπληροῖ τὸν σταφιδόκαρπον...
§288Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε.
§289Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Παυλόπουλος δὲν ἠξεύρει τί ἐγίνετο πρὸ τῆς παρακρατήσεως· δι’ αὐτὸ λέγει ὄχι. Ἀλλ’ ὁ κ. Παυλόπουλος δέον νὰ γνωρίζῃ, ὅτι πρὸ τῆς παρακρατήσεως ἐξήγετο μιστέλιον, καὶ ἐξήγετο μιστέλιον εἰσαγόμενον καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς ἄλλας χώρας· καὶ ἂν τοῦτο ἐγνώριζε, δὲν θὰ μὲ διέκοπτε. Καὶ δὲν τὸ γνωρίζει, διότι, διὰ νὰ γνωρίζῃ τοῦτο, ἔπρεπε νὰ παρηκολούθει τὰς ἐργασίας τῶν οἰνοποιητικῶν καταστημάτων· οὐδέποτε ὅμως παρηκολούθησεν αὐτάς, καὶ οὐδέποτε ἔλαβε γνῶσιν, τί ἐστὶν οἰνοποιΐα, καὶ οὐδέποτε, νομίζω, ἐπεσκέφθη οἰνοποιητικὸν κατάστημα...
§290ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς τὸ γνωρίζετε αὐτό;
§291Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Συμπεραίνω τοῦτο ἐξ ὅσων λέγει, διότι, ἂν ἐγνώριζεν ὅ,τι ἠδυνήθην ἐγὼ νὰ γνωρίσω ἐκ πείρας, ὅτι πρὸ τῆς παρακρατήσεως κατεσκευάζετο μιστέλιον καὶ ἐκ σταφυλῶν καὶ ἐκ σταφίδων, τὸ δὲ μιστέλιον τοῦτο ἐξήγετο ἐκ τοῦ Κράτους καὶ εἰσήγετο εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς ἄλλας χώρας, βεβαίως δὲν θὰ περιέπιπτεν εἰς τοιοῦτον ἁμάρτημα. Ἀλλὰ τὸ τότε ἐξαγόμενον μιστέλιον δὲν κατεσκευάζετο μόνον, ὡς εἶπον, ἐκ σταφυλῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ σταφίδων· κατὰ συνέπειαν σήμερον, ἐξάγοντες μιστέλιον ἐκ ξηρᾶς σταφίδος παραγόμενον, ἀναπληροῦμεν τὸν σταφιδόκαρπον ἐκεῖνον, ὃ ὁποῖος ἠγοράζετο ἐκ τῆς ἀγορᾶς. Καὶ ἰδοὺ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν εἶναι στρεβλά!
§292Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἀφοῦ ἠξεύρετε, ὡς λέγετε, παρακαλῶ νὰ μᾶς πληροφορήσητε, τί ποσὸν μιστελίου ἐξήγετο τότε.
§293Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε στατιστικὴν νὰ μᾶς φέρῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως θὰ σᾶς ἔδιδον τὴν ἀπάντησιν ἀμέσως· δυστυχῶς ὅμως δὲν ὑπάρχει τοιαύτη στατιστική. Ἀλλ’ ὁ κ. Κεφαλᾶς θὰ προσέλθῃ καὶ θὰ μᾶς εἴπῃ καὶ αὐτὸς, ὅτι σήμερον εἶναι γνωστὸν τὸ μιστέλιον, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται. Ἀπὸ μίαν στατιστικὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προσαχθεῖσαν ἐνταῦθα, ἐμάθομεν, ὅτι εἰσήχθησαν 1,500,000 εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς Γερμανίαν 300,000, εἰς δὲ τὴν Ἀγγλίαν 400,000. Ἀλλὰ κύριε Κεφαλᾶ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπητε, τὸ ἐξαχθὲν μιστέλιον ἐκ τῶν λιμένων τοῦ Κράτους πόσον ποσὸν σταφίδος ἀντιπροσωπεύει; Σεῖς δύνασθε νὰ μᾶς πληροφορήσητε περὶ τούτου, διότι εἶσθε μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ γνωρίζητε, καὶ ὀφείλετε ν’ ἀπαντήσητε.
§294Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἐξαχθὲν πότε;
§295Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τὰ 1902· τί ποσὸν σταφίδος ἀντεπροσώπευε;
§296Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. 9–9½ ἑκατομμύρια.
§297Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκ τῆς σταφίδος τῆς παρακρατουμένης εἶναι πολὺ περισσότερον· εἶναι 13 ἑκατομμύρια.
§298Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ὑπόλοιπον τοῦ παρακρατήματος τοῦ πωληθέντος εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, τί ἐγένετο;
§299Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κατηναλώθη εἰς τὸ ἐσωτερικόν.
§300Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τί κατηναλώθη;
§301Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς οἰνόπνευμα.
§302Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο δὲν τὸ κατεχράσθημεν, ἀλλὰ τὸ μετεχειρίσθημεν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν χρῆσιν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ μετεχειρίσθημεν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν χρῆσιν, δὲν τὸ μετεχειρίσθημεν βεβαίως οὔτε πρὸς βρῶσιν, οὔτε δι’ ἄλλον τινὰ σκοπὸν, ἀλλὰ διὰ τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν. Καὶ θὰ παρελκύσω ἐδῶ τὸν λόγον, διότι μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐνθυμηθῶ, τί ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς τὴν ἑσπέραν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γούναρης· ὅτι ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν, μήπως διὰ τῆς παρακρατήσεως πάντες οἱ κάτοικοι τοῦ Κράτους τούτου γείνωμεν ἀλκολικοί. Ὡς ἔλεγε χθὲς τὴν ἑσπέραν, πηγαίνομεν δεξιὰ, πηγαίνομεν ἀριστερὰ, καὶ εἰς ὅποιαν γωνίαν στρεφόμεθα, εἴτε εἰς τὴν ἀγορὰν, εἴτε εἰς οἱανδήποτε ὁδὸν, εἴτε εἰς χωρίον μεταβαίνομεν, εἴτε εἰς χάνι σταματῶμεν, ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἓν πρατήριον οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν! Καὶ ἂν ἔχωμεν τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ σήμερον, καὶ ἂν εἰσέδυσε τὸ κακὸν τοῦτο εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, ἀπὸ πότε ἤρχισε νὰ εἰσδύῃ; ἀφ’ ἧς ἐπεβλήθη ἡ παρακράτησις, διότι προηγουμένως πολὺ δυσκόλως ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εἰς τὰ χωρία, ἢ εἰς ὅλα τὰ κέντρα καὶ τὰς ὁδοὺς τῶν πόλεων, κονιὰκ καὶ ἄλλα τοιαῦτα ποτά· ἀλλὰ καὶ ἂν τοιαῦτα ἐπωλοῦντό που, ἐπωλοῦντο εἰς τιμὰς πολὺ μεγαλειτέρας. Ἐπανέρχομαι κατόπιν τῆς παρεκβάσεως ταύτης εἰς τὸ θέμα, καὶ λέγω, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι εἰκονικὴ καὶ ὄχι πραγματική.
§303ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν διακόπτετε ἐδῶ τὸν λόγον σας δι’ αὔριον, ἀφοῦ ἤδη ἡ ὥρα εἶναι μία μετὰ τὸ μεσονύκτιον;
§304Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὅπως θέλει ἡ Βουλή.
§305Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πόσην ὥραν θὰ ὁμιλήσητε ἀκόμη;
§306Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς, διότι εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ εἶναι δύσκολον νὰ κανονίσω τὴν ὥραν.
§307ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντως ὑπὲρ τὴν ὥραν θὰ ὁμιλήσητε.
§308Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Βεβαίως. Τώρα, ὅπως θέλει ἡ Βουλή. Ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσω, ἐξακολουθῶ· ἄλλως διακόπτω.
§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§310Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι εἰκονική, διότι τὸ παρακράτημα ἀντιπροσωπεύει ποσὸν καταναλισκόμενον εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς παρακρατήσεως· καὶ ἐν ὅσῳ ἀντιπροσωπεύει τοιοῦτο ποσόν, δὲν δύναται ἡ παρακράτησις νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα τὰ προσδοκώμενα. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἔχω νὰ φέρω καὶ ἕτερον παράδειγμα. Ἡ σταφὶς ἐφέτος εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ἐπωλήθη πρὸς 120 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον· ἐὰν προσθέσωμεν καὶ 24 δραχμὰς, τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως, ἔχομεν 144 δραχμὰς. Ἀλλὰ διὰ τοῦ παρακρατηθέντος ποσοῦ 20% ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσεδόκων οἱ παρακρατητικοί; Ἐπῆλθε τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, ὥστε ἡ ζήτησις νὰ ἦναι μεγαλειτέρα τῆς προσφορᾶς; Νομίζω, ὄχι. Διότι καὶ σήμερον, μὲ ὅλον τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως πρὸς 20%, ἔχομεν μεγαλειτέραν προσφορὰν ἀπὸ ζήτησιν· καὶ ἂν δὲν εἴχομεν τὴν παρακράτησιν, ποίαν τιμὴν νομίζετε ὅτι ἤθελεν ἔχει ἡ σταφίς; Ἐγὼ δὲν λέγω 144 δραχμὰς, ἀλλὰ λέγω 120, ἢ καὶ ὀλιγώτερον· ἀφαιρῶ τὰς 24 δραχμάς. Ὥστε, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοῦτο τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως, τὸ ἐπιβληθὲν διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἔχομεν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσεδόκα ἡ παρακράτησις; Νομίζω, ὄχι. Λέγω δὲ τοῦτο, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν συνάμα, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παρακράτησις, μέρος τοῦ σταφιδοκάρπου ἤθελε καταναλωθῆ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀγοράν, καὶ ἄλλο ἤθελεν ἐξαχθῆ ὡς μιστέλιον εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς καταναλώσεως. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν μᾶς φθάνει, ὅτι θέλουσι νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλὰ μᾶς ἐπιβάλλουσι καὶ ἕτερον εἶδος παρακρατήσεως, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἔχῃ σοβαρὰ ἀποτελέσματα· μᾶς ἐπιβάλλουσι τὴν παρακράτησιν χλωρᾶς σταφίδος! Ἀλλ’ οἱ προτείνοντες τοῦτο δὲν γνωρίζουσιν οὔτε ἐπεσκέφθησαν καταστήματα οἰνοποιΐας.—Καὶ λέγω τοῦτο οὐχὶ ἐκ πληροφοριῶν, ἀλλ’ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως· καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. —Καὶ λέγουσι τοῦτο, νομίζοντες, ὅτι δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Ἐν παράδειγμα θὰ σᾶς ἀναφέρω ἐξ αὐτῆς τῆς οἰκογενείας μου, ἐξ οὗ καὶ μόνου θὰ πεισθῆτε ν’ ἀποκρούσητε τὴν πρότασιν ταύτην. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, δὲν ὑφίσταται παρακράτησις χλωρᾶς σταφίδος· ἐν τούτοις τὰ οἰνοποιητικὰ καταστήματα Κεφαλληνίας τῶν κ.κ. Τοὺλ, Φαρακλοῦ, Κουρούκλη καὶ 2 ἢ 3 ἄλλα ἠγόρασαν χλωρὰν σταφίδα, ὡς καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώσωσιν αὐτὴν μὲ τὴν τρέχουσαν τιμήν. Παρὰ τῆς οἰκογενείας μου δὲ μόνον ἠγόρασε τὸ κατάστημα τοῦ κ. Τοὺλ 20,000 λίτρας,—καὶ ἂν ἤθελεν ὁ πατήρ μου, ἠδύνατο νὰ δώσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον,—ὡς ἠγόρασε καὶ παρ’ ἄλλων μεγάλα ποσά. Ἠγοράσθησαν δὲ ποσὰ καὶ ὑπ’ ἄλλων καταστημάτων. Καὶ τὸ ὅλον ἀγορασθὲν ποσὸν ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον λιτρῶν...
§311Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ νὰ δώσω παρακράτημα εἰς ξηρὰν σταφίδα, τὸ δίδω εἰς χλωράν.
§312Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ πόσον θὰ πωλήσητε τὴν χλωράν; κατὰ τὰς τιμὰς τῆς ἀγορᾶς; Δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ παρακράτησις ξηρᾶς καὶ χλωρᾶς σταφίδος;
§313Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ μετατροπὴ τῆς ξηρᾶς σταφίδος εἰς οἰνόπνευμα ἀπαιτεῖ μεγάλα καταστήματα, ἐνῷ τοῦτο δὲν συμβαίνει ἐπὶ τῆς χλωρᾶς.
§314Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Προκειμένου περὶ χλωρᾶς σταφίδος, δὲν θὰ διαγωνισθῇ οὔτε ὁ Ζάννος οὔτε ὁ Μεταξᾶς οὔτε τὰ καταστήματα τοῦ Πειραιῶς, ἐκτὸς ἂν θελήσωσι νὰ ἱδρύσωσι πανταχοῦ ὑποκαταστήματα, ὅπερ θ’ ἀπαιτήσῃ μεγάλας δαπάνας, διότι εἶναι ἀνάγκη βυτίων, μηχανημάτων, ἀποθηκῶν κλπ., διότι ἡ χλωρὰ σταφὶς δὲν μεταφέρεται ἄνευ βλάβης. Εἰς τὴν Κεφαλληνίαν θὰ τὴν ἀγοράσῃ ὁ Τοὺλ, ὁ Φαρακλὸς, ὁ Κουρούκλης, καὶ ἂν ὑπάρχῃ σπουδαῖον ποσὸν, θὰ συνεννοηθῶσιν οἱ βιομήχανοι οὗτοι νὰ προσφέρωσιν οἵαν τιμὴν θέλουσι.
§315Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ οἰνοπνευματοποιητικὰ καταστήματα παρασκευάζουσι μόνον μιστέλιον, ὅπερ μᾶλλον γίνεται ἐκ χλωρᾶς σταφίδος· μιστέλιον δὲ εἶναι μοῦστος ἀναμεμιγμένος μετ’ οἰνοπνεύματος, ἵνα ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διατὶ λοιπὸν ἀνθίστασθε εἰς αὐτό; Λέγετε, ὅτι ἀπαιτοῦνται μηχανήματα, βαρέλια κλπ., καὶ ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ἱδρύσωσι πρακτορεῖα, ἵνα παρασκευάζωσι τὴν χλωρὰν σταφίδα... (Διάλογοι).
§316Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐγὼ ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω λέγων καὶ ἐπαναλαμβάνων, —καὶ ἀκριβῶς ἀπαντῶ εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν σας—ὅτι, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ συναγωνισθῶσιν οἱ Ζάννος καὶ Ρὼς, ὁ Καμπᾶς, ὁ Μεταξᾶς, τὰ οἰνοπνευματοποιητικὰ καταστήματα τῆς Χαλκίδος καὶ τὰ ἄλλα τοιαῦτα καταστήματα, δέον νὰ φροντίσωσι προηγουμένως νὰ ἱδρύσωσιν ἀποθήκας, καὶ νὰ ἐφοδιάσωσιν αὐτὰς μὲ ὅλα τὰ χρειώδη καὶ ἀναγκαῖα μηχανήματα καὶ βυτία· διὰ νὰ κατασκευάσωσι δὲ καὶ ἱδρύσωσι τὰ ὑποκαταστήματα αὐτὰ, ἀπαιτοῦνται κεφάλαια, καὶ δὲν δύνανται εὐθὺς ἀμέσως νὰ προβῶσιν εἰς μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, διότι δὲν εἶναι καὶ βέβαιοι ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ πάρουν αὐτοὶ τὸ παρακράτημα καὶ δὲν θὰ τὸ πάρῃ ὁ Τοὺλ, ἢ ὁ Φαρακλὸς, ἢ ὁ Κουρούκλης· διότι, ἂν δὲν πάρουν αὐτὸ τὸ παρακράτημα τῆς χλωρᾶς σταφίδος, ποία ἡ ὠφέλεια; Ἐγὼ δὲ θὰ προσθέσω, ὅτι διὰ τῆς χλωρᾶς σταφίδος θ’ ἀνοίξωμεν μίαν νέαν θύραν, καὶ δυστυχῶς ἡ θύρα αὕτη, τὴν ὁποίαν θ’ ἀνοίξωμεν, θὰ ἦναι εἰς βάρος τῶν δυστυχῶν σταφιδοπαραγωγῶν· διότι αὔριον ὁ ἔμπορος, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ σταφιδοπαραγωγὸς, θὰ ἐξαναγκάζῃ αὐτὸν νὰ πωλῇ χλωρὸν τὸν σταφιδόκαρπον, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ πάρῃ τὸν παρᾶ του μίαν ὥραν προτήτερα· καὶ ὅταν κατορθώσῃ τοῦτο ὁ ἔμπορος, βεβαίως αὐτὸ θὰ ἦναι εἰς βάρος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, διότι θὰ ἐξαναγκασθῇ ὁ δυστυχὴς σταφιδοπαραγωγὸς νὰ δώσῃ τὸν καρπόν του εἰς πολὺ μικροτέραν τιμὴν ἀπὸ τὴν ἀγοραίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, λέγων ταῦτα περὶ τῆς παρακρατήσεως καὶ περὶ τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου, θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ ἄλλου σχετικοῦ ζητήματος, ὅπερ δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς μόνον τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει καὶ ἐκείνους ἀκόμη τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσιν οἰνοπαραγωγοὺς ἐπαρχίας. Δυστυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην οἱ Βουλευταὶ οὗτοι ἀπουσιάζουσιν ἐκ τῆς αἰθούσης, καὶ βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζομαι ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ ὑποστῶμεν καὶ αὐτό!
§318Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κ. Πρόεδρε.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§320Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας ὁ κ. Γεράκης.
§321Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐνόουν νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγα λεπτά. Ἀποσύρω τὴν ἔνστασιν.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς διαρρυθμίσωμεν λοιπὸν ἤδη τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον. Πρῶτον νομοσχέδιον θὰ τεθῇ τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἄρθρου 39 τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΔʹ κυρωθείσης συμβάσεως τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων.
§323Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προκειμένου περὶ μεταβολῆς ἄρθρου συμβάσεως, νομίζω ὅτι ἀνάγκη εἶναι νὰ συνομολογηθῇ ἡ τροπολογία διὰ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ κατόπιν· ἢ νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο τῆς συμβάσεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§324Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι τὸ προτιμότερον.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε οὕτω θὰ γείνῃ, καὶ θ’ ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δεύτερον θ’ ἀναγραφῇ τὸ περὶ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν...
§326Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδίως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας· διότι παρῆλθε βεβαίως δι’ ἐφέτος ὁ καιρὸς, ἀλλ’ ἡ κλήρωσις θὰ γείνῃ τὴν 1 Ἀπριλίου, καὶ πρέπει νὰ παρασκευασθῇ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἀλλὰ τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ μείνῃ ἡ ἡμερησία διάταξις ὡς ἔχει.
§327Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ νὰ παρακληθῶσιν ὅσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι νὰ μὴ παρατείνωσι τὰς συζητήσεις.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ προταχθῇ, εἶναι τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἄρθρου 39 τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΔʹ κυρωθείσης συμβάσεως τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).