1903.03.19
3.676 στίχοι · 28.520 λέξεις · 306 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
τῆς 19 Μαρτίου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Ἀττικῆς, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἄμεσον τοποθέτησιν τοῦ ἀνδριάντος τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη ἐν τῇ εἰσόδῳ τοῦ κήπου τῶν Μουσῶν, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ τέλεσις τῶν ἀποκαλυπτηρίων τὴν 25 Μαρτίου. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Καλάμαις Βρεφοκομείου, παρακαλοῦντος, ἵνα κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀναγραφῇ ἀνάλογος πίστωσις ὑπὲρ τοῦ ἱδρύματος τούτου. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Πύλου, ἐκφραζόντων τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἄρτου. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Μυλωνοπούλου, παραπονουμένου διὰ τὴν μὴ σύλληψιν τῶν φονευσάντων ἕνα τῶν ἀνεψιῶν του καὶ τραυματισάντων ἕτερον. Οἱ βουλευταὶ Ναυπλίας κύριοι Ν. Φαρμακόπουλος καὶ Θεόδ. Φαρμακόπουλος, καὶ Τροιζηνίας κ. Γ. Κορυζῆς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ βοσκησίμων γαιῶν τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Τροιζηνίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 278). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λάμπρος Καλλιφρονᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 279). Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀποκρίνομαι εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κέας, ὅστις ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ συγκριτικὸς τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων παρ’ ἑκάστου ταμείου τοῦ Κράτους ἐσόδων τῶν ἐτῶν 1901 καὶ 1902. Τοὺς πίνακας τούτους καταθέτω. Ἀποκρίνομαι ἐπίσης εἰς ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν εἰς τὸν τελωνισμὸν ἐμπορευμάτων τινῶν, γενόμενον ἐν τῷ τελωνείῳ Ναυπλίου, εἰσαχθέντων δὲ τῶν ἐμπορευμάτων παρὰ τοῦ ἐμπόρου Βασιλείου Σταυροπούλου. Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Προτείνω ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ ἐλαίου, τοῦ ἐκθλιβομένου ἐν μηχανικοῖς διϋλιστηρίοις, ἐξαγομένου δὲ ἐκ τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου πελάγους, προστεθῇ ὅτι «τοῦ ὅλου ἑπτανησιακοῦ ἐλαίου ὁ δασμὸς ὁρίζεται εἰς 14% ἐπὶ τῆς ἀγοραίας αὐτοῦ τιμῆς». Ἤτοι καταβιβάζεται ὁ φόρος οὗτος κατὰ 4%.
§3ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Κωνσταντοπούλου περὶ τῆς οἰκοδομῆς δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Τριπόλει. Ἐπίσης εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ρούφου καταθέτω πίνακα τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, μεθ’ ὧν συνωμολογήθησαν συμβάσεις.
§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσι εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν ὡμίλησεν εἴς τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὁ κ. ἐξ Αἰγίνης Βουλευτὴς, νὰ καταθέσωσι δὲ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὡς οἷόν τε τάχιστα.
§5Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Χθὲς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ἀμέσως, τηλεφωνικῶς μάλιστα, παρεκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα νὰ στείλῃ ὡς τάχιστα τὸν φάκελον.
§6Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσι τὰ ἔγγραφα, ἅτινα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐζήτησεν ὁ κ. ἐξ Αἰγίνης Βουλευτὴς σχετικῶς μὲ τὰ μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἀπετέλουν μέλος τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλα τὰ πρακτικά; Διότι, ἐὰν ζητῆτε ὅλα, πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι καὶ πολλαὶ πράξεις ἀναγεγραμμέναι εἰς αὐτά· ἴσως δὲ τοῦτο παραβλάπτει τὸ δημόσιον συμφέρον.
§8Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε ἂς λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ἵνα ἐρευνήσῃ καὶ ἀνεύρῃ, ἂν τυχὸν ὑπάρχει πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε νὰ μὴ κάμῃ ποτὲ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον. Αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν ἐπιθυμῶ νὰ ἔχωμεν ἐπίσημον. Ἐγὼ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχω ὅλα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ δύναμαι καὶ σήμερον ἀκόμη, ἄν θέλῃ ἡ Βουλή, νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ὑποθέσεως.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γούναρης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τοῦ 1899. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 280). Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§11ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 16 Μαρτίου ὁ λαὸς τῆς Κυπαρισσίας, συνελθὼν ἐν συλλαλητηρίῳ, κατήρτισε ψήφισμα, δι’ οὗ ἐξέφραζε τὴν εὐχὴν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ προτιμηθῇ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ συζητήσει, υἱοθετηθῇ δὲ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ ψηφίσματι τούτῳ ὁ λαὸς τῆς Κυπαρισσίας, ἐκτὸς τῆς εἰρημένης εὐχῆς, προσθέτει καὶ τὰ ἑξῆς: «Ὁ λαὸς τῆς Κυπαρισσίας, συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον, εὑρεθεὶς δ’ εἰς ἀπόγνωσιν ἐκ στάσεως Κυβερνήσεως, μὴ υἱοθετούσης σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἐντέλλεται τοῖς κυβερνητικοῖς Βουλευταῖς νὰ ἀπόσχωσι τῶν τάξεων τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως. Ἐπιτροπὴ λαοῦ κλπ.» Τὸ ψήφισμα τοῦτο παρεδόθη εἰς τὸ τηλεγραφικὸν γραφεῖον τῆς Κυπαρισσίας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ, ἵνα διαβιβασθῇ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διεβιβάσθη δὲ προσέτι καὶ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Τριφυλίας. Ὅμοια ψηφίσματα διεβιβάσθησαν καὶ ἐξ ἄλλων σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν...
§12Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως παρεσκεύασε τοῦτο ὁ κύριος Κοκκέβης;
§13ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι παρὼν οὗτος, ἡλικίαν ἔχει, καὶ δύναται ἀντ’ ἐμοῦ νὰ ἀπαντήσῃ καλλίτερον. Ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ οὐδὲν τὸ ψεκτόν, οὐδὲν τὸ στασιαστικόν, οὐδὲν τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ καθεστὼς πολίτευμα φρονῶ ὅτι ἐνυπάρχει. Δὲν περιέχει τι τοῦτο πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον περιεῖχον ἕτερα τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ Πύργου διεβιβάσθησαν προχθές, καὶ σήμερον κατεχωρίσθησαν ἔν τισιν ἐφημερίσιν. Οἱ Πύργιοι ἐν τῷ τηλεγραφήματι αὐτῶν ἀναφέρουσι τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Τὰς αὐτὰς φράσεις περιέχει τὸ τηλεγράφημα, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνεται τὸ ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς Κυπαρισσίας. Ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἀπορῶ διατὶ καὶ πῶς, ἐσκανδάλισε τὸν νομάρχην Τριφυλίας, καὶ ὁ κ. νομάρχης ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς λογοκρισίαν...
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§15ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἀγνοῶ, διότι εἶναι ἐκ τῶν προαχθέντων ἐσχάτως.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔκαμε τὸ καθῆκόν του.
§17ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἴδωμεν, ἂν ἔκαμε τὸ καθῆκόν του, ἢ ἂν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἐτέθη ὑπεράνω τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ὄχι μόνον παρέβη, ἀλλὰ καὶ ἐποδοπάτησε θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οἱ πολῖται ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται — εὐλαβῶς βεβαίως — ἐγγράφως εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀνευλάβεια, εἶναι ὅτι προτρέπουσι τοὺς ἀντιπροσώπους των ν’ ἀποχωρήσωσι...
§18Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐντολὴν δίδουν.
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ τηλεγράφημα.
§20ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγινώσκω οὐχὶ τὰ περιττά, ἀλλὰ μόνον τὰ ὑπογραμμισθέντα (ἀναγινώσκει): «... ἐντέλλεται τοῖς κυβερνητικοῖς Βουλευταῖς ν’ ἀπόσχωσι τῶν τάξεων τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως».
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε βέβαιος, ὅτι δὲν ἀνεκοινώθη παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο;
§22ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε ἔχω ἓν τηλεγράφημα ἐκεῖθεν, τοῦ ὁποίου μὲ βεβαιοῦσιν ὅτι δὲν ἐπετράπη ἡ διαβίβασις ὑπὸ τοῦ νομάρχου, ἔχω δὲ παρακατιὼν καὶ ἐπίσημον ἔγγραφον, κυροῦν τὴν πληροφορίαν ταύτην. Τὸ τηλεγράφημα λοιπὸν τοῦτο οὐδὲν ἄλλο περιέχει, ἀλλὰ ἐντέλλεται, ὑποδεικνύει εἰς τοὺς κυβερνητικοὺς Βουλευτὰς Τριφυλίας, ὅτι ὀφείλουν νὰ ὑποστηρίξουν πάσῃ θυσίᾳ, ἔστω καὶ διὰ μεταλλαγῆς τῶν πολιτικῶν των φρονημάτων, ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ σώσῃ αὐτὸν ἀπὸ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκεται. Καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς δυνάμενον νὰ ὑποβληθῇ εἰς λογοκρισίαν τοῦ Γιλδίζ! Καὶ ἔχομεν τὸ ἑξῆς ἐπίσημον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προσεπικυροῖ καὶ βεβαιοῖ τὴν γνώμην τοῦ κ. νομάρχου. Ὁ τηλεγραφητὴς Κυπαρισσίας, κατόπιν διαταγῆς ἀπαγορευτικῆς τοῦ νομάρχου Τριφυλίας, ἐπαναστέλλει τὸ τηλεγράφημα εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὸ ἑξῆς ἐπίσημον ὑποσημείωμα (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ τὰ τοιούτου εἴδους τηλεγραφήματα ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς διοικητικῆς καὶ προϊσταμένης ἡμῶν ἀρχῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως τοῦτο συνταχθῇ καταλληλότερον, μὴ θίγον τὴν Κυβέρνησιν, συμφώνως πρὸς τὴν διαταγὴν τοῦ κ. νομάρχου. Τηλεγραφητὴς Κυπαρισσίας Γ. Μαχαλιώτης.»
§23Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθότατα.
§24ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι τοιαύτη λογοκρισία ἐπιτρέπεται ἐπὶ τῶν ἐκδηλώσεων τῶν φρονημάτων τοῦ λαοῦ περὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἐνδιαφερόντων αὐτόν, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ διδάξῃ τὸν κ. νομάρχην, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ τίθηται ὑπεράνω τοῦ Συντάγματος, νὰ τίθηται ὑπεράνω τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τὰ ποδοπατῇ· ἐὰν δὲ θέλῃ νὰ πράττῃ τοῦτο, δύναται νὰ ἀπέλθῃ πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐπικρατείας καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς ἄλλο Κράτος, ὅπου ὁ ἀπολυταρχισμὸς ἔχει τὴν θέσιν του. Ἐγὼ ἐκφράζω παράπονον ἐμοῦ, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀχαλίνωτον λογοκρισίαν, τὴν καταλύουσαν ἐντελῶς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου καὶ αὐτὰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος! Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ λάβῃ οὗτος μέτρα, ὅπως προληφθῶσι τοῦ λοιποῦ αἱ τοιαῦται ὑπερβασίαι τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ νομάρχου Τριφυλίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω καὶ ἕτερον γεγονός, ἀναγόμενον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἐν τῷ δήμῳ Κυπαρισσίας ἐκτελοῦνται δημοτικὰ ἔργα οὐχὶ εὐτελοῦς ἀξίας, οὔτε ἐπείγοντα, οὔτε δεόμενα ἐμπειρίας ἰδιαζούσης, ἀλλ’ ἐκ τῶν συνήθων ἔργων καὶ ἀξίας ἀρκετὰ μεγάλης, ἐκτελοῦνται δὲ τὰ ἔργα ταῦτα ἄνευ δημοπρασίας, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 112 τοῦ περὶ δήμων νόμου, καὶ ἐκτελοῦνται τῇ ἐγκρίσει τοῦ νομάρχου καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτοῦ...
§25Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας ἀξίας εἶναι;
§26ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω ὅτι τινὰ ἐξ αὐτῶν ὑπερβαίνουσι τὰς 500 καὶ τὰς 1000 δραχμάς.
§27Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖα ἔργα;
§28ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὰ κατονομάσω, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἁρμόδιον νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας ἐπὶ τοιούτων πράξεων, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα ἔργα ἐκτελοῦνται, πόσης ἀξίας, καὶ ἂν ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν. Ὅταν δ’ ἔλθωσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, τότε θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ δεδομένων.
§29Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἐκτελοῦνται ἔργα, εἰμὴ ἔλαττον τῶν 200 ἢ 100 δραχμῶν.
§30ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ νομαρχῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλου θέματος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1864, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ διέπων ἡμᾶς νόμος περὶ δημαιρεσιῶν, οἱ εἰδικοὶ τῶν χωρίων πάρεδροι, τῶν ὁποίων τὰ καθήκοντά εἰσι πολλαπλᾶ καὶ πολλάκις σπουδαῖα, ὡς ἐρχομένων τούτων εἰς ἀμεσωτέραν πρὸς τοὺς πολίτας συνάφειαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων καὶ αἱ νομοθεσίαι τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν πολὺ ἐμερίμνησαν, ὡς ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἰταλική, ἴσως καὶ ἡ Γερμανική, οἱ εἰδικοί, λέγω, οὗτοι πάρεδροι ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1864 δὲν διορίζονται πλέον οὔτε ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς οὔτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐκλέγονται, ἐνεργουμένων τῶν ἐκλογῶν τῶν εἰδικῶν παρέδρων ἀμέσως μετὰ τὰς γενικὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Τὴν γνώμην ὅμως ταύτην φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. νομάρχης Ἀρκαδίας, ὁ ἄλλοτε συνάδελφος, ὅστις ἐκόπτετο ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὑπὲρ τῆς ἀκριβοῦς καὶ ἀπαρεγκλίτου τῶν νόμων ἐφαρμογῆς, καὶ ἀντὶ τούτων καθιέρωσε σύστημα ἴδιον, ἢ μᾶλλον ἐπανέφερε τὸν νόμον τοῦ 1833, ἀντιποιηθεὶς ἀκόμη καὶ Βασιλικὰ δικαιώματα! Διότι οὗτος, ἀντὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν τῶν εἰδικῶν παρέδρων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλοπόλεως, προέβη ἄνευ γνώσεως κἆν τῶν δημάρχων εἰς διορισμὸν τοιούτων ἐν τοῖς χωρίοις τοῦ δήμου Λυκοσούρας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως. Ἐνόμισα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, καταθέτων καὶ ἐπερώτησιν περὶ τούτου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ζητήσητε πληροφορίας περὶ τῆς ἀκριβείας τούτου, θέλετε ὑποδείξει εἰς τὸν νομάρχην Ἀρκαδίας, ὁποῖα εἶναι τὰ καθήκοντά του, καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους.
§31Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι ὄντως μεγάλης σπουδαιότητος. Συνῆλθεν ὁ λαὸς μιᾶς ἐπαρχίας, ἵνα δώσῃ ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, πῶς νὰ κανονίσωσι τὴν πολιτείαν αὑτῶν, συμφώνως πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ πολῖται...
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι! Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν, ὅτι τὸ πολίτευμά μας δὲν ἐπιτρέπει ἐπιτακτικὴν ἐντολήν. Ἐξακολουθήσατε.
§33Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀντείπω εἰς τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ λαὸς, ἀποστέλλων ἡμᾶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, τάσσει ἡμᾶς φρουροὺς τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ τῶν ἐθνικῶν, τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ τῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν συμφερόντων αὑτοῦ. Ἡμεῖς λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο εἴμεθα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἢ διερμηνεῖς τῆς γνώμης καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν. Ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης Τριφυλίας, θεωρῶν ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας παρέδωκε πρὸς αὐτόν, ἵνα τὸ διαβιβάσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, περιεῖχεν ἀνευλαβεῖς φράσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ τὸ διαβιβάσῃ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ εὐλάβεια αὐτοῦ πρὸς τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς ὑπηγόρευσε τὴν στάσιν αὐτήν· νομίζω ὅτι μᾶλλον εἰς προσωπικὰ ἀπέβλεψε συμφέροντα. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης Τριφυλίας, ἀλλ’ οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, κρίνων αὐτὸν ἐκ τῆς πράξεως ταύτης, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ, οὔτε ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του. Τοῦτο δὲ, κύριοι συνάδελφοι, μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι νὰ εὑρεθῶσιν 26 νομάρχαι, ἵνα διοικῶσιν 26 νομούς. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπισκεπτόμενος τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἔλεγεν ὅτι θὰ καταργήσῃ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, ἐγὼ, συμφωνῶν κατὰ τοῦτο πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἔλεγον ἐν ἐμαυτῷ, καίτοι δὲν ἀνήκω εἰς τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ κόμμα: «εἴθε νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς τὴν ἀρχὴν, ἵνα καταργήσῃ νόμον, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἀπέδωκεν ὄφελος ὑπὲρ τοῦ ἔθνους». Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη διὰ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, παραδόξως δὲν εἶδον νὰ ὑποβάλῃ καὶ νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον τὰ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπέστη ἤδη ὁ καιρὸς, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφαρμόζων πλῆρες τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ, ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι φρονῶ — καὶ μετ’ ἐμοῦ νομίζω ὅτι φρονοῦσι πολλοὶ τῶν παρακαθημένων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, — ὅτι ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους δὲν ἀπέδωκεν ὀφέλη ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, διότι ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῆς διοικήσεως εἰς οὐδὲν συνετέλεσε, διότι ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Δικαστηρίων δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν σκοπιμωτέραν ἀπονομὴν αὐτῆς, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὴν κατάπτωσιν αὐτῆς. Ἐγὼ συμφέρον δὲν ἔχω, διότι ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, συνδέεται συντομώτερον μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, τὴν καθιερωθεῖσαν διὰ τοῦ νέου νόμου, παρὰ μὲ τὴν τῆς Μεσσηνίας, εἰς ἣν ὑπήγετο πρότερον· ἀλλὰ λέγω ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος, ὅτι σήμερον δὲν δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν 26 νομάρχαι, ὅπως διοικήσωσι τοὺς 26 νομούς. Λέγω ὅτι, ἐνῷ ἐπολλαπλασιάσθησαν τὰ Δικαστήρια, ἀντὶ ν’ ἀνυψωθῇ ἡ Δικαιοσύνη, κατέπεσε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι νὰ δεχθῶσι νὰ μεταβῶσι καὶ ζήσωσιν εἰς τοὺς ἀπορρῶγας βράχους τοῦ Καρπενησίου. Διὰ τοῦτο, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ὁ λαὸς τῆς Κυπαρισσίας πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον θίγει ἓν τῶν κεφαλαιωδῶν σημείων τοῦ προγράμματος αὐτοῦ.
§34ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἶχον οὔτε ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν, εἶναι ξένον τοῦ θέματος, καὶ ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως. Εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ συνταγματικὴν θεωρίαν ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ Βουλευτὴς, εἶναι εὐρεῖα, εἶναι ἐντολὴ ἀπεριόριστος, καὶ πᾶσα μεταγενεστέρα ἐντολὴ τοῦ λαοῦ, εἴτε ὁλοκλήρου, εἴτε ὁμάδος αὐτοῦ, δὲν ὑποχρεοῖ τὸν Βουλευτὴν νὰ ῥυθμίσῃ τὴν πορείαν του κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη δὲν ἀποκλείει καὶ τὴν σκέψιν, ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ. Ἐν τῷ προκειμένῳ δὲ περὶ διαφόρου θέματος πρόκειται.
§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς ὀρθὴ ἡ πρᾶξις τῆς Ἀρχῆς, τῆς παρακωλυσάσης τὴν διαβίβασιν αὐτοῦ. Διότι δύναται βεβαίως τὸ ὕφος τοῦ τηλεγραφήματος νὰ ἦναί πως τραχὺ, δὲν περιέχει ὅμως τοιαύτας φράσεις καὶ τοιαύτας ἐννοίας, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς Βουλῆς. Διάφορον ὅμως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, οὗτινος ἀκροαταὶ παριστάμεθα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἢ οἱ Σύλλογοι τῶν ἐκλογέων δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκφράζειν τὰς γνώμας αὑτῶν πρὸς τὴν Βουλήν· διότι ἄλλως ἤθελε καταργηθῆ ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ἐπιτρέπουσα τὸ ἀναφέρεσθαι. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν δὲν διαμαρτυρηθῶμεν, θέλομεν καθιερώσει κακὸν προηγούμενον, τὸ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς (mandat impératif). Δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει σήμερον πολιτικὸν Σῶμα μᾶλλον φιλελεύθερον τῆς Γαλλικῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1789 ἔτους, ἥτις κατήργησε τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολήν. Κατ’ αὐτῆς ἠγέρθη καὶ ὁ μέγας Mirabeau. Κατηργήθησαν λοιπὸν τὰ λεγόμενα cahiers, αἱ ἐπιτακτικαὶ ἐντολαὶ, αἵτινες ἀπηυθύνοντο πρὸς τὰ Etats-généraux ὑπὸ τῶν ἐντολέων. Ὅτε ἠρωτήθη ὁ περικλεὴς Μιραμπὼ, ὁποίαν ἰδέαν εἶχε περὶ τῶν ἐπιτακτικῶν ἐντολῶν, εἶπεν, ὅτι αὗται ὑποκαθιστῶσι τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, οἵτινες τότε περιττεύουσι. Διὰ τοῦτο, καίτοι ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν φιλελευθέρων πολιτευομένων, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει διὰ τῆς σιωπῆς αὐτῆς νὰ κυρώσῃ δικαίωμα τοιοῦτον, ὅπερ δὲν ἔχουσιν οἱ ἐκλογεῖς, τουτέστι νὰ ἐπιτάττωσι τοῖς Βουλευταῖς νὰ ἀπέχωσιν ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ὅταν ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων δὲν γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν μου, οὐδέποτε ἤθελον δεχθῆ ἐπιτακτικὴν ἐντολήν. Ἀκούω τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου, ἀποδέχομαι τὰς γνώμας αὐτῶν, διαβιβάζω αὐτὰς πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε θέλω δεχθῆ ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, δηλαδὴ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ ἀπέχω τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο προχθὲς, ὅτε ὁ ἔντιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος κ. Κρεστενίτης ἀπήρχετο τῆς αἰθούσης, διότι εἶχεν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ, εἶπον αὐτῷ, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς πράττει, κύπτων πρὸ τῆς τοιαύτης ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς. Ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἄμυνα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων, ἅπερ ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, φεῦ δὲ, ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς! Διὰ τοῦτο, ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, δὲν ἀποδέχομαι ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ διοικητικοῦ ὀργάνου, τοῦ παρακωλύσαντος τὴν διαβίβασιν τοῦ τηλεγραφήματος. Οὐδέποτε ὅμως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ γένηται ὄργανον καὶ ἐπιτακτικῶν ἐντολῶν.
§36Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀναφέρεται κἄτι περισσότερον, ὅτι ὁ λαὸς ὑποδεικνύει τὰς Κυβερνήσεις.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι φαίνεται, καταληπτὴ, ἀκόμη ἡ ἔννοια τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§39Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν τῶν παλαιῶν χρεῶν μέχρι τοῦ 1897. Τὸ νομοσχέδιον εἶχε ψηφισθῆ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὑπελείπετο δὲ ἡ τρίτη, ὅτε ἡ Βουλὴ διέκοψε καὶ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας της. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν σκοπεῖ νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν. Νομίζω ὅτι διὰ τούτου δὲν παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, βελτιοῦνται δὲ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ υἱοθετήσω τὸ νομοσχέδιον. Θέλω ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, καὶ ἂν πεισθῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προτείνω νομοσχέδιον ἔχον τὸν αὐτὸν σκοπὸν, θέλω τὸ πράξει.
§41Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι ὑπηρεσιακὸν, καὶ μόνον δύνασθε νὰ τὸ τροποποιήσητε.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ μελετηθῇ, διότι πρόκειται νὰ κανονίσῃ ἀντικείμενον ἀναγόμενον εἰς κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαούτης ἔχει τὸν λόγον.
§44Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Δομποῦς μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ν’ ἀνορθώσωσιν ἀδίκημα, γενόμενον εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος τὸ 1901, δι’ οὗ συνέστη εἰδικὸν ταμεῖον πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ συνδεούσης τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ μετὰ τῆς παραλίας Διστόμου καὶ τῆς Λεβαδείας, καὶ πρὸς διόρθωσιν τοῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Οἱ πόροι τοῦ ταμείου τούτου πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ καὶ ἐπισκευὴν τοῦ ναοῦ ὡρίσθησαν νὰ λαμβάνωνται: αʹ) παρὰ τῆς ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ (τῆς ἐπιλεγομένης Δομποῦς), ἥτις ὑπεχρεώθη διὰ τοῦ νόμου νὰ προσφέρῃ 30,000 δρ. ἐτησίως, ὡς διαχειριζομένη τὴν περιουσίαν τῆς πάλαι ἐν Σκριποῦ Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου· βʹ) παρὰ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καταβαλλούσης ἐτησίως δραχ. 5,000 καὶ γʹ) παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας διὰ ποσοῦ ἐτησίως ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ αὐτῆς Συμβουλίου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε εἰσήχθη ὁ νόμος, ἐστηρίζετο εἰς τὸ ὅτι ἡ Μονὴ τῆς Σκριποῦς εἶχεν εἰσόδημα 30,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ χρησιμεύσωσι πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐψηφίσθη κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς τελευταίας Περιόδου, καὶ δὲν ἐξητάσθη καλῶς τὸ πρᾶγμα· διότι δὲν ἦσαν τὰ εἰσοδήματα τῆς Μονῆς 30,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ μόνον 20,000, ἐξ αὐτῶν δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἡ ὑπόθεσις ἦτο γνωστὴ εἰς δύο Ὑπουργοὺς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς τὸν κ. Μομφερρᾶτον καὶ εἰς ἄλλον, οὐχὶ τὸν κ. Στάην. Παρεχωρήθησαν 2,000 στρέμματα, καὶ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν Μονὴν, δὲν ἐνθυμοῦμαι πρὸς ποῖον σκοπόν. Ὥστε ἀφῃρέθη ἐκ τῆς Μονῆς Σκριποῦς ἓν ποσὸν 5,000 δραχμῶν· ἔμειναν λοιπὸν 5,000. Τὰ εἰσοδήματα τῆς Μονῆς Σκριποῦς καὶ τὰ εἰσοδήματα τῆς Μονῆς Δομποῦς ἦσαν τὸ ὅλον 40,000. Ἀφῃρέθη λοιπὸν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου τὸ ποσὸν τῶν 30,000 δραχμῶν· σήμερον δὲ οἱ μοναχοὶ αὐτοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ ζῶσι μὲ τὰς 10,000 δραχμάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσωσι τὸν σχετικὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων, διότι περιέχει ἀλληλογραφίαν πολὺ ἐκτεταμένην μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργείων, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ πεισθῶσι νὰ εἰσαγάγωσι τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς, τὸ ὁποῖον ἡ Μονὴ τῆς Δομποῦς πληρώνει.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν συνέπεσε νὰ λάβω τὸν φάκελον καὶ νὰ μελετήσω αὐτόν. Θέλω βεβαίως, κατὰ τὴν ὑμετέραν ἐπιθυμίαν, ἐνασχοληθῆ νὰ ἀνεύρω τὸν φάκελον καὶ μελετήσω αὐτόν. Ἐξ ὅσων ὅμως ἔχω μέχρι τοῦδε—ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐν τῷ φακέλῳ περιεχομένων ἐγγράφων καὶ πληροφοριῶν — ἐξ ὅσων, λέγω, ἔχω μέχρι τοῦδε πληροφοριῶν, ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι δὲν ἀδικεῖται ἡ Μονὴ τῆς Δομποῦς· καὶ ἂν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ θέσωμεν ἐν ἐφαρμογῇ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν, ὅπως ἐκπληρώσωμεν καθῆκον, συντηροῦντες τὸ οἰκοδόμημα καὶ συμπληροῦντες καὶ βελτιοῦντες τὰ καλλιτεχνήματα τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, νομίζω ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ τὸ πράξωμεν διὰ τῶν μοναστηριακῶν περιουσιῶν, μὴ προσφεύγοντες εἰς ἔκτακτα μέτρα, μηδὲ ζητοῦντες ἔκτακτα ἔσοδα.
§46Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ Μονὴ δὲν ἀρνεῖται νὰ συνεισφέρῃ καὶ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ναοῦ καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ συνεισφέρῃ ἀναλόγως τῶν εἰσοδημάτων της. Ὅταν ὅμως λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ὅλα εἰσοδήματα τῆς Μονῆς εἶναι 40,000 δρ. καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν 40,000 συνεισφέρει 30,000, τί ἐναπομένει εἰς τὴν Μονὴν, ἡ ὁποία ἔχει 45 μοναχούς; Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσητε τὸν φάκελον καὶ ἴδητε, ὅτι μεγάλη ἔκτασις τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ παρεχωρήθη εἰς μίαν Ἑταιρείαν πρὸς ἀποξήρανσιν, καὶ ὅτι ἀφῃρέθησαν σπουδαῖα εἰσοδήματα ἀπὸ τὴν Μονὴν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλετε πεισθῆ καὶ εἰσαγάγει τὸ νομοσχέδιον.
§47Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν καὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ, εἰ δυνατὸν, σύντονα μέτρα, ὅπως ἐπισπευσθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπισκευῆς τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Μονὴ Δομποῦς δὲν ἀδικεῖται διὰ τῆς ἀφαιρέσεως περιουσίας μὴ ἀνηκούσης εἰς αὐτὴν, ἥτις εἶχε προστεθῇ εἰς αὐτὴν ἐκ τῆς Μονῆς Σκριποῦς. Καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 30,000 δραχμῶν ὑπολείπεται ἀρκετὸν ποσὸν, δι’ οὗ δύναται ἡ Μονὴ Δομποῦς νὰ συντηρήσῃ ἑαυτὴν καὶ τοὺς καλογήρους της. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Διστόμου–Λεβαδείας καὶ τῆς ἐπισκευῆς τοῦ περιφήμου ὄντως ναοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπέμενε νὰ ἀπαλειφθῇ ἄρθρον ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων, οἵτινες ἐκανονίζοντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ζητηθῇ δάνειον, ἵνα ἀμέσως, εἰ δυνατὸν, συντελεσθῇ ἡ ὁδὸς καὶ γείνῃ δυνατὴ ἡ ἐπισκευὴ τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ· ἐζήτησε δὲ τότε ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν εἶχον συμπληρωθῆ αἱ μελέται ἐπὶ τῶν ἔργων τούτων, ἰδίως δὲ αἱ μελέται ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ· καὶ ἀπηλείφθη τότε ἡ διάταξις, καὶ ἑπομένως δὲν ἐγένετο, δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, ὁλόκληρος ἡ ὁδός. Ἤδη ὅμως δύναται νὰ πληροφορηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,—τὸ βεβαιῶ δὲ καὶ ἐγώ, ὅστις τὸ γνωρίζω,—ὅτι αἱ μελέται αὗται συνεπληρώθησαν, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης τοῦ ὅλου ἔργου εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἕτοιμος. Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται πλέον νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ὅπως διὰ νομοθετήματος ἐπιτραπῇ ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἐπετράπη τότε, ἀφαιρεθέντος τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ σύναψις τουτέστι δανείου πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι ἑτοίμη ἡ μελέτη ἡ ἀναγομένη εἰς τὰ τῆς ἐπισκευῆς τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς, ἀλλ’ ἡ μελέτη τῆς ὁδοῦ εἶναι περατωμένη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἑπομένως εἶναι καὶ ὀρθὸν καὶ συμφέρον νὰ ἐπιτραπῇ ἡ συνομολόγησις δανείου, ἵνα κατορθωθῇ καὶ συντελεσθῇ ἡ ὁδὸς τὸ ταχύτερον, ἀρχομένης τῆς κατασκευῆς ἐκ διαφόρων σημείων, οὕτως ὥστε ἐντὸς τὸ πολὺ ἔτους νὰ περατωθῇ τὸ ὅλον ἔργον καὶ κατασταθῇ οὕτω δυνατὴ ἡ ἔναρξις τῆς ἐπισκευῆς τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον ὅμως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς γνωρίζουσι καὶ πάντες οἱ ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα διελθόντες, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι χρησιμωτάτη εἰς τρεῖς ὁλοκλήρους ἐπαρχίας. Εἶναι αὐτόχρημα εὐεργέτημα, πρὸ πάντων διὰ τὰς ἐπαρχίας Λοκρίδος καὶ Λεβαδείας, ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης, διότι δι’ αὐτῆς συγκοινωνοῦσι πρὸς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον, διὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ ἀποστολὴ ὅλων τῶν προϊόντων. Ἐκεῖθεν πάντοτε γίνεται ἡ μεταφορὰ καὶ ἀποστολὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ βαμβακοσπόρου καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων, ἀλλὰ σήμερον ἡ μεταφορὰ γίνεται ἐπὶ ζῴων, τὸν χειμῶνα δὲ καθίσταται ἀδύνατος ἡ μεταφορὰ καὶ ἐπὶ ζῴων, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι τόσον ἀνώμαλον, καὶ κατὰ τὸν χειμῶνα γίνεται τόσον δύσβατον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ διέλθῃ τις καὶ πεζῇ ἐκεῖθεν, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ ζῴων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς μελέτας τῆς ὁδοῦ, νὰ προβῇ δὲ, εἰ δυνατὸν, εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἵνα οὕτω κατορθωθῇ νὰ συντελεσθῇ τὸ ἀληθῶς χρήσιμον τοῦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ἀνωμολόγησεν ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ γείνῃ.
§48ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ὅτε ὁ μακαρίτης Ὀνοῦ, πρεσβευτὴς τῆς Ῥωσσίας, ἐπανελθὼν ἐκ τῆς εἰς τὴν Μονὴν ἐπισκέψεώς του, ἦλθε πρός με καὶ μοὶ ἐξέθηκε τὰ κατὰ τὴν Μονήν. Ἡ ἀφήγησις καὶ ἡ περιγραφή, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐποιήσατο, ἦτο τοσοῦτον ζωηρά, καὶ μοὶ παρέστησε τὰ πράγματα εἰς τοιαύτην περιελθόντα κατάστασιν, ὥστε ἔκρινα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ φροντίσω ἀμέσως, ἵνα λάβω ἀκριβεστέρας πληροφορίας καὶ προβῶ εἰς μέτρα, ὅπως σώσω τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο καὶ τὰ ἐν τῇ Μονῇ. Ὅτε δ’ ἐπεσκέφθην τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἐθαύμασα τὸ ἀριστοτέχνημα τῆς Βυζαντινῆς καλλιτεχνίας, τὸ μνημεῖον τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιολογίας. Ἀμέσως συνέστησα ἐπιτροπὴν ἐξ ἀρχιτεκτόνων, μηχανικῶν, καλλιτεχνῶν καὶ ἀρχαιολόγων, καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἦσαν μέλη ὁ κ. Ὠμόλλ, ὁ κ. Δαῖρπφελδ, ὁ κ. Τσίλλερ, ὁ κ. Μπαλᾶνος καὶ ἄλλοι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲ ταύτην ἔδωκα τὴν ἐντολὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη κατασκευῆς ὁδοῦ, ὡς ὁ μακαρίτης Ὀνοῦ μοὶ παρίστα, νὰ προβῶσιν ἀμέσως εἰς μελέτην τῆς ὁδοῦ οἱ μηχανικοί, καὶ συντάξωσι προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, ὅπως ὁδηγηθῶμεν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ἀνάγκη, προβῶμεν δ’ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ καὶ σώσωμεν τὸ οἰκοδόμημα. Ἡ ἐπιτροπὴ μετέβη καὶ ἐξήτασε τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ διεδόθη εἰς τὴν Λεβάδειαν, ὅτι ἐπίκειται νὰ γείνωσιν ἔργα τοιαῦτα, καὶ ἐπῆλθεν ἐκεῖ συγκίνησις, παρήχθησαν δὲ διάφορα διανοήματα καὶ σχέδια. Ἔδραμον τότε εἰς Ἀθήνας οἱ προϊστάμενοι τῶν τριῶν Μονῶν, τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ καὶ τῆς Σκριποῦς, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ συναγάγω ἐκ τῶν λόγων αὐτῶν, διέψευδον τὰς ἐμὰς ἐλπίδας, διότι ὄντως προσεδόκων, ὅτι ἤθελον δύνασθαι νὰ πληρώσωσιν ἑκάστη τῶν Μονῶν τὸ ἀναλογοῦν ποσὸν πρὸς συντέλεσιν τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰ ἐκτελεσθησόμενα ἔργα, ἐνῷ αὐτοὶ διενοήθησαν, πῶς νὰ προσπορίσωσιν ἕκαστος διὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ Μονὴν κέρδη. Ὅθεν ἠναγκάσθην νὰ ἀναστείλω πᾶσαν ἐνέργειαν· ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἣν ἀπέστειλα, ἐπανελθοῦσα, δὲν μοὶ ἔφερε μελέτας πλήρεις περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ, οὐδὲ προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ὑπελόγισεν ἁπλῶς τὰ ποσά, τῶν ὁποίων ἦτο ἀνάγκη. Μετά τινα χρόνον ἐπῆλθεν ἡ Ὑπουργικὴ μεταβολὴ, ἐμοῦ κατελθόντος τῆς ἀρχῆς. Εὐθὺς δ’ ὡς μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία μετέβην εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ κάλλος τοῦ οἰκοδομήματος καὶ τὴν διακόσμησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπείσθην συγχρόνως, ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἵτινες μοὶ εἶχον δοθῆ περὶ τῆς δαπάνης, παρίστων αὐτὴν ἐλάσσονα τῆς ἀπαιτουμένης κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἐπείσθην ὄντως, ὅτι ἀπητεῖτο μελέτη τακτικὴ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ, ἡ δὲ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας, καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς ἐργασίας τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ ναοῦ καὶ τῆς ἐργασίας τῆς συμπληρώσεως τῶν μωσαϊκῶν καὶ τῆς ἐργασίας τῆς συντηρήσεως τῶν εἰκόνων. Δὲν ἤμην τότε ἐν τῇ ἀρχῇ, ἤμην ἰδιώτης· συνεκέντρωσα τὰς γνώμας ταύτας, ἐπεσκέφθην δὲ κατόπιν τὴν Μονὴν τῆς Σκριποῦς, καὶ εἶδον τὴν κατάστασιν τοῦ ναοῦ, ὃν βεβαίως ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς γνωρίζει, εἶδον ὅτι εἶναι ναὸς, ὁ ὁποῖος ᾠκοδομήθη δαπάναις ἀξιωματικοῦ τινος Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὄντως ἑτοιμόρροπος, ὥστε μὲ ἠμπόδισαν νὰ εἰσέλθω ἐν αὐτῷ οἱ παριστάμενοι καὶ ὁ δήμαρχος Ὀρχομενοῦ, διότι κίνδυνος ἦτο νὰ καταπέσῃ τὸ οἰκοδόμημα. Συνέλαβον δὲ τότε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Μονὴ τῆς Σκριποῦς οὐδένα πληροῖ σκοπόν, ἀφοῦ οὐδὲ ναὸν ἔχει, τέσσαρες δὲ μόνον μοναχοὶ ὑπῆρχον, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγκαταλίπει τὰ πάντα καὶ ἐφρόντιζον μόνον νὰ νέμωνται τὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς. Μετά τινα χρόνον ἔμαθον, ὅτι ἡ Μονὴ Σκριποῦς συνεχωνεύθη μὲ τὴν Μονὴν Δομποῦς· ἐπειδὴ δὲ βεβαίως ἐδιπλασιάσθησαν διὰ τοῦτο τὰ ἔσοδα τῆς Μονῆς Δομποῦς, ὑπέλαβον ὅτι δὲν παρεβλάπτετο ὁ σκοπὸς τῶν ἀφιερωσάντων εἰς τὴν Μονὴν Σκριποῦς τὰ κτήματα αὐτῶν, ἂν διελύετο ἡ Μονὴ, καὶ τὰ κτήματα αὐτῆς ἐξεποιοῦντο, καὶ διὰ τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν προεβαίνομεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, μετεκαλοῦμεν δ’ ἐξ Ἰταλίας ἢ ἀλλαχόθεν τεχνίτας πρὸς συμπλήρωσιν καὶ ἐξασφάλισιν τῶν τε μωσαϊκῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐν τῷ ναῷ γραφῶν, συνεπληροῦμεν δὲ καὶ ἐστερεώνομεν τὸ οἰκοδόμημα. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰσήγαγε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐψηφίζετο, οὐχὶ ἵνα ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων τὸν ἔπαινον, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς πάντα, ὅστις ἤθελε λάβει πρόνοιαν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ἔργων τούτων, ἀλλὰ διότι ἔλειπεν ὁ κύριος παράγων, ὁ ὁποῖος ἤθελε μᾶς ὁδηγήσει εἰς προσδιορισμὸν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ χρημάτων, δηλαδὴ ἡ μελέτη τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ. Ἀληθῶς οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐποιεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, καὶ οἱ ὁποῖοι ὡδήγουν αὐτὸν νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοὶ δὲν ἦσαν προϊὸν μελέτης, ἀλλ’ εἰκασιῶν ἐλαφρῶν, δὲν ἐσύμφερε δὲ νὰ στραφῶσιν εἰς δάνεια, ἀλλ’ εἰς εὕρεσιν χρημάτων κατ’ ἄλλον τρόπον. Εἶπον δὲ ὑμῖν πρὸ μικροῦ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφρόνουν ὅτι ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα. Διὰ τοῦτο παρενέβαλον δυσκολίας κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων τοῦ κ. Στάη· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἤθελον νὰ ἀναλάβω καὶ τὴν εὐθύνην νὰ σταματήσω τὰ ἔργα τῆς ἐπισκευῆς, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον ἐν τῷ χειμῶνι ἐκείνῳ νὰ καταπέσῃ τὸ οἰκοδόμημα, συνήνεσα εἰς τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐπροτάθη τότε, ἵνα δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ εἰσπραχθῶσι 30 χιλιάδες δραχμῶν, καὶ εἰσφέρωσι καὶ αἱ Μοναὶ ποσά τινα, ὅπως παρασχεθῶσι προχείρως χρηματικὰ μέσα, οὐχὶ πρὸς περάτωσιν ὅλου τοῦ ἔργου, ἀλλὰ πρὸς πρόληψιν παντὸς κινδύνου. Νομίζω ὅτι τὰ περὶ τούτου ἐνθυμεῖται καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Οὕτω τὰ πράγματα ἐγένοντο. Τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον κατέλιπε τὴν ἀρχὴν, οὐδεμία δὲ σπουδαία ἐργασία ἐγένετο. Ἀλλ’ ὅτε ἐγενόμην Ὑπουργὸς, ἐζήτησα νὰ μάθω πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς Μονῆς Δομποῦς, ἔμαθον δ’ ὅτι ἐλάχιστα εἶχον εἰσπραχθῆ. Καὶ ἐξέδωκα μὲν διαταγὴν πρὸς τὸν ταμίαν Λεβαδείας, ἵνα φροντίσῃ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ὅλον ποσὸν, ὥστε ν’ ἀποτελεσθῇ τὸ προσδιορισθὲν κεφάλαιον, ἐὰν δὲ ἤθελον ἐξακολουθήσει νὰ ἔχω τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἤθελον συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἵνα φροντίσω νὰ κανονισθῶσι τὰ κατὰ τὰς Μονὰς ταύτας κατὰ τὸν ἐκτεθέντα τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ παράσχῃ τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἡ ἀνωτάτη διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας κατανοεῖ, ὅτι αἱ μοναχικαὶ περιουσίαι πρέπει νὰ διατίθενται, ἐφ’ ὅσον δὲν χρησιμεύουσιν εἰς συντήρησιν Μονῶν λειτουργουσῶν, πρὸς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον οἱ ἀφιερώσαντες τὰς περιουσίας ταύτας, σκοπὸς δὲ βεβαίως αὐτῶν τοιοῦτος ἤθελεν εἶσθαι ἡ συντήρησις καὶ βελτίωσις τῶν τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ.
§50Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἐλήφθη μέριμνα ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μεταβῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, πανταχόθεν μᾶς παρουσιάζετο ἡ εἰκὼν τῆς ἐπικειμένης καταστροφῆς. Πράγματι εἰς τοιαύτην ἐγκατάλειψιν εὕρομεν τὸ ἀριστοτεχνικὸν ἐκεῖνο μνημεῖον, ὥστε ἀνερχόμενοι πρὸς τὴν Λεβάδειαν, ὅλοι ἐλέγομεν, ὅτι ταχίστη ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, ἂν μὴ ἤθελεν αὕτη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη καλλιτεχνικὴ καὶ ἱστορικὴ καταστροφή· καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Στάη, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι πόροι, καὶ προβῇ εἰς τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα πρὸ μικροῦ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο ἢ μόνον ἡ ἀρχὴ, νομίζω, τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τῶν Ἄσπρων Σπητιῶν μέχρι τοῦ Διστόμου. Περὶ τοῦ ναοῦ λοιπὸν οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ μᾶλλον ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι ἡ πρόνοια περὶ ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως τοῦ πράγματι ἀριστοτεχνικοῦ ἐκείνου μνημείου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν διετέλει Ὑπουργὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, εἶχε συστηθῆ ἐπιτροπή τις ἐκ μηχανικῶν κλπ., μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα τοῦ κ. Μεταξᾶ μηχανικοῦ, τοῦ κ. Ζηλλιερὼν ζωγράφου, καὶ τοῦ κυρίου Μπαλάνου μηχανικοῦ. Ἀλλ’ ὁ παρουσιασθεὶς προϋπολογισμὸς τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ μέχρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ ἦτο τόσον πενιχρὸς, ὥστε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι διὰ τῶν πόρων τούτων καὶ διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ ὁ ναὸς νὰ ἐπισκευασθῇ καὶ ἡ ὁδὸς νὰ κατασκευασθῇ μέχρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι διὰ τῶν πόρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προενόει ὁ νόμος, οὗτινος εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, οὐδὲν σπουδαῖον θὰ ἐγίνετο, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ οὔτε ἡ ὁδὸς θὰ κατεσκευάζετο, καὶ ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἐγκατελείφθη εἰς τὴν τύχην του ὁ ναὸς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καὶ θὰ τρέχῃ κίνδυνον καταστροφῆς τὸ ὡραιότερον ἐν Ἑλλάδι μνημεῖον τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιολογίας. Ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ ταύτῃ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ γενικωτέρα μέριμνα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μνημεῖα οὐχὶ μόνον τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ καὶ τὰ μνημεῖα τῆς Χριστιανικῆς ἐποχῆς καὶ τὰ μνημεῖα τῆς Τουρκοκρατίας ἀκόμη. Διότι παρετήρησα καὶ εἰς ἄλλας πόλεις ἀκόμη τῆς Ἑλλάδος, ὅτι παντελῶς ἐγκαταλείπονται τὰ μνημεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα οὕτω καταστρέφονται, καὶ οὐδεμία μέριμνα λαμβάνεται δι’ αὐτά. Ἡ προσοχὴ πάντων προσηλώθη εἰς τὴν συντήρησιν τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ ὡσὰν νὰ ὑπάρχῃ χάσμα τι μεταξὺ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἡμῶν, ὡς νὰ μὴ ἀποτελῶσιν οἱ αἰῶνες ἐκεῖνοι ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐγκαταλιμπάνονται παντελῶς τὰ μνημεῖα ταῦτα, καὶ ὁ νοῦς καὶ αἱ φροντίδες μας στρέφονται μόνον πρὸς τὴν κλασσικὴν ἀρχαιότητα. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν σταματᾷ ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι καὶ αἱ μετέπειτα περίοδοι καὶ τὰ μνημεῖα αὐτῶν εἰσιν ἐξ ἴσου σεβαστά, ὡς τὰ τῆς χρυσῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐποχῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ὀφείλουσι νὰ μεριμνῶσιν ἐντονώτερον· καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα μου, νομίζω ὅτι ὑπερτάτη εἶναι ἡ ἀνάγκη, ὅπως σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ προβῇ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν ἐλησμόνησα τοὺς ναοὺς, οὓς ὁμοῦ ἐπεσκέφθημεν, καὶ ἰδίως τὸν μικρὸν ἐκεῖνον ναὸν τῆς Ἄρνης, τὸν τόσον ὡραῖον, καὶ ὅτι θέλω φροντίσει, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἡ συντήρησις τοῦ ἀρχαίου μνημείου.
§52Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας καὶ δι’ ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, καὶ δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἡ συγχώνευσις τῆς Μονῆς Σκριποῦς πρὸς τὴν Μονὴν Δομποῦς ἐπῆλθε μετὰ τὸ ἔτος 1895. Ἀκριβὲς τοῦτο δὲν εἶναι...
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι προτήτερα;
§54Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαιότατα. Ἑπομένως οἱ πατέρες τῆς Μονῆς Δομποῦς ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον ἐνέμοντο τὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς Σκριποῦς.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τόσῳ τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς.
§56Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς.
§57Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Τί εἰσπράττουν αἱ δύο Μοναί; 37,600 δραχμάς.
§58ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε λάθος.
§59Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. 37 χιλιάδας;
§60Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Μάλιστα.
§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα, προϋπολογίζουν ὅτι εἰσπράττουν 53,869 δραχμάς· ἀλλ’ εἰσπράττουν βεβαίως περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζουν· ἑπομένως ἐξαίρετα δύνανται νὰ διαθέσουν διὰ τόσον σπουδαῖον ἔργον 30,000 δραχμάς.
§62Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἶναι ἀδύνατον.
§63Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δυνατώτατον εἶναι, καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάξῃ, ὡς διέταξε, βεβαιότατα θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα...
§64Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Παρανόμως.
§65Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι περίεργον, πῶς λέγετε «παρανόμως»! Ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος περὶ τούτου ἰσχύων, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσι 30 χιλιάδας δραχμῶν, ὁ συνάδελφος σᾶς λέγει, ὅτι παρανόμως εἰσπράττονται!
§66Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Σᾶς λέγω παρανόμως, διότι δὲν ἔχουν χρήματα.
§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε συμφέρον, κύριε συνάδελφε, νὰ ἔχητε ἐναντίαν γνώμην· τοὐναντίον συμφέρον ἔχετε νὰ συμφωνῆτε μαζύ μου. Περίεργον, πῶς νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἔχητε ἐναντίαν γνώμην! Λοιπὸν δυστυχῶς διὰ τὸν ναὸν τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ἂν μὴ προηγουμένως κατασκευασθῇ ἡ ὁδός. Τοῦτο συνεζητήθη ἄλλοτε διὰ μακρῶν. Πρέπει πρῶτον νὰ κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα ἀπὸ τοῦ ἐπινείου τοῦ Διστόμου μέχρι τοῦ ναοῦ τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, καὶ ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα μέχρι τῆς Λεβαδείας, διότι μόνον διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ μεταφορὰ ὅλων τῶν ἐργαλείων καὶ τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ναοῦ. Ὁ νόμος δὲ, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ 1900, πληροῖ ἐπαρκῶς τὰς ἀνάγκας τῆς περιστάσεως ταύτης, διότι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Διστόμου μέχρι Λεβαδείας διὰ διακλαδώσεως πρὸς τὴν Μονὴν θέλει ἀπαιτήσει δαπάνας, κατὰ τὰς γενομένας μελέτας 500,000 δραχμῶν, τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου θὰ εἰσπράττηται, βεβαίως δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ δάνειον 500,000. Ἀνάγκη ἄρα πρὸς τὴν ἄμεσον κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς τὸν ἄμεσον προϊστάμενον τοῦ ταμείου, ἵνα προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν ἀναλόγου δανείου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων, οὓς ὁ νόμος ἐδημιούργησε, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῇ νὰ κατασκευάσῃ τὴν ὁδὸν, καὶ νὰ ἐπισκευάσῃ τὸ ναὸν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Διότι, ἐπαναλέγω, ἄνευ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ, καὶ ἐντὸς ὀλίγου θέλει καταστραφῆ ἐντελῶς ὁ ναὸς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἀναγνωρίσει τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου, καὶ θέλει σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§69Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει, ἀφορῶσαν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀνεβλήθη μέχρι τοῦδε ἡ ἔναρξις τῆς κατασκευῆς δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Τριπόλει. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἦτο τόσον σύντομος, ὥστε δὲν ἐνόησα καλῶς, ποῖα εἶναι τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε παρενεβλήθησαν. Ἡ ἀπάντησις λέγει, ὅτι ἐχρειάζετο προηγουμένως νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη ἀπὸ τὸν δῆμον. Διέταξε, λέγει ἐν τῇ κατατεθείσῃ ἀπαντήσει του ὁ κ. Ὑπουργός, τὰ περὶ τούτου, καὶ ὁ διαταχθεὶς νομομηχανικὸς θὰ ἐργασθῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀπὸ 9 Ἀπριλίου 1836 Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα τοῦτο, Κύριοι, προβλέπει περὶ ὀρθογωνίσεως τῶν οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα δὲν τέμνονται ὀρθογωνίως. Ἀλλὰ τὸ οἰκόπεδον εἶναι τόσον μέγα, ὥστε ἐντὸς αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ ἀρχίσῃ πληρέστατα ἡ οἰκοδομὴ, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ἂν αἱ πλευραὶ χρήζουσι μεταρρυθμίσεως· ὁ χῶρος εἶναι ἀρκετὸς, ἐν τῷ μέσῳ δὲ τοῦ οἰκοπέδου θὰ οἰκοδομηθῇ τὸ κατάστημα. Κατὰ συνέπειαν εἶναι περιττὸν νὰ περιμένωμεν τὴν μεταρρύθμισιν τῶν πλευρῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ διατάξῃ κατεπειγόντως τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔργου, ἀφοῦ δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τίποτε ἡ οἰκοδομή.
§70Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ συμπολίτου μου κ. Κωνσταντοπούλου, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἀλλ’ ἐπίσης πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη ὑπὸ τοῦ δήμου πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος, καὶ τότε, κατὰ τὴν ἀγορὰν, καὶ νῦν θεωρεῖται ὑπὸ πάντων ὡς ἀκατάλληλον, διότι ἀποτελεῖ μὲν παραλληλόγραμμον, ἔχον ἀρκετὸν χῶρον, ἀλλ’ ἐν τούτῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κτισθῇ τετράγωνος οἰκοδομή. Καὶ ἰδοὺ πῶς συνέβη τὸ πρᾶγμα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁρισθεῖσα ἐξέλεξεν οἰκόπεδον κατάλληλον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κύριος τοῦ οἰκοπέδου τούτου ἦτο ἀντίθετος τοῦ δημάρχου, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ πεισθῇ ὁ δήμαρχος νὰ ἀγοράσῃ τὸ οἰκόπεδον αὐτό. Ἐντεῦθεν ἠγοράσθη ἄλλο οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔκτασιν πολλὴν, ἀλλ’ ἐθεωρήθη τότε ἀκατάλληλον, διότι δὲν εἶναι τετράγωνον, ἡ δὲ μεταρρύθμισις αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐκτίσθη ἀκόμη τὸ κατάστημα.
§71ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον τὴν τύχην νὰ ἴδω τὸ οἰκόπεδον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ συνεπῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω. Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτὰς τὰς πληροφορίας μοὶ ἔδωκε. Θέλω φροντίσει νὰ λάβω πληρεστέρας πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν.
§72Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ ζητήσητε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ οἰκοπέδου, διὰ νὰ ἴδωμεν περὶ τίνος διαρρυθμίσεως πρόκειται.
§73Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί συνέβη ἀκριβῶς διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ οἰκοπέδου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ δήμαρχος Τριπόλεως ἐμερίμνησε μετὰ τῆς δεούσης ἐντιμότητος καὶ φιλοπονίας πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ καταλλήλου οἰκοπέδου, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν κυρίων τῶν οἰκοπέδων. Ἀλλὰ τὰ περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ οἰκοπέδου δὲν εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Τὸ οἰκόπεδον ἠγοράσθη ἀπὸ τὸν δῆμον, καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ἕτερον, καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν δῆμον Τριπόλεως νὰ πληρώσῃ ἕτερον. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, ἄν, ὅπως ἔχει τὸ οἰκόπεδον, εἶναι ἐπαρκές, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ οἰκοδομή. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπαρκές, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς διαρρυθμίσεως τῶν πλευρῶν του δὲν ἐμποδίζει τὴν ἔναρξιν τῆς οἰκοδομῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὸ διάγραμμα τοῦ οἰκοπέδου τούτου, ἵνα πεισθῶμεν ὅτι οὕτως ἔχει.
§74ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐκ τῆς διεξαχθείσης, κύριε Πρόεδρε, ἐσχάτως συζητήσεως περὶ προτάξεως τοῦ Α ἢ Β νομοσχεδίου λαμβάνων ἀφορμήν, παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι δὲν εἰσήχθη μέχρι τοῦδε νομοσχέδιον συνδεόμενον ἀναποσπάστως μὲ τὴν οἰκονομικὴν τύχην τῆς Σύρου, νομοσχέδιον δηλαδὴ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κατασκευῆς δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ. Διὰ τοῦτο νομίζω καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον. Δὲν προτίθεμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος τούτου, διότι περὶ αὐτοῦ πολλὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἐλέχθησαν· θέλω μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου καὶ ζητήσῃ τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν αὐτοῦ, ἵνα κατορθωθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ κατὰ τὸν ὑπολειπόμενον βραχὺν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι θὰ πράξωσι τοῦτο τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγός, ὁ ὁποῖος διὰ τοιούτου εἴδους ἔργα πάντοτε, καὶ μάλιστα διὰ τὴν Σῦρον, ἔδειξεν ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται, εἰμὴ περὶ τροποποιήσεως τριῶν ἢ τεσσάρων μόνον ἄρθρων, καθόσον κατὰ τὰ ἄλλα ὁ νόμος εἶναι πλήρης. Ἐπειδὴ δὲ ηὐτύχησεν ἡ Κυβέρνησις κατ’ αὐτὰς νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται τὰ μάλιστα νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς δεξαμενῆς διὰ παροχῆς δανείου πρὸς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως, ἐπὶ ἐγγυήσει τῆς Κυβερνήσεως. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Σύρου εἶναι ὅπως δήποτε εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει μεγάλη ἐλπὶς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς Ἑρμουπόλεως εἶναι ὄντως ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὰ μάλιστα ἐνδιαφέρει τὴν πόλιν ἐκείνην. Ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ὅπως συντηρήσῃ τὴν προοδευτικὴν τάσιν τῆς πόλεως, καὶ ἐνισχύσῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, αἱ ὁποῖαι τοσοῦτον προοδεύουν. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἀγνοοῦμεν, ἂν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ γνωστοῦ περὶ κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς ὑπῆρξαν μελέται πρὸς μεταβολὴν αὐτοῦ. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν ὅμως τὴν γενομένην δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀσχοληθῆ, ἐὰν εὑρεθῇ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τοιαύτη μελέτη, νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀναγκαῖον νομοσχέδιον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν προθυμίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς παροχὴν δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν δεξαμενῆς, δύναμαι νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὸν φίλον κύριον Βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔδειξε προθυμίαν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δήμου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ πάλιν, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, δὲν θέλει λείψει νὰ δώσῃ συνδρομὴν εἰς πόλιν τόσον διαπρεπῆ, ὁποία εἶναι ἡ Ἑρμούπολις.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον.
§77Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§78Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§80Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τούτου δὲ ἀπουσιάζοντος, τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσοι δικασταὶ μετετέθησαν ἀρτίως ἐκ Κερκύρας, καὶ ἂν ἀντικατεστάθησαν δι’ ἄλλων δικαστῶν. Διότι ἐπανειλημμένως μοὶ γράφουσιν ἐκ Κερκύρας, ὅτι ἕνεκα μεταθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκεῖθεν, δικαστῶν, καὶ τῆς μὴ ἀντικαταστάσεως τούτων παρ’ ἄλλων δικαστῶν, ἡ Δικαιοσύνη ἐκεῖ διατελεῖ ἐν καταστάσει ὀλίγον διαφερούσῃ τοῦ δικαιοστασίου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ περὶ τούτου τὴν Βουλήν, καὶ ἂν τῷ ὄντι δὲν ἀντικατεστάθησαν οἱ μετατεθέντες δικασταί, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν, διότι ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ κατάστασις λίαν ἐπιζήμιος, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεύχονται.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ εὐχαριστήσω ὑμᾶς, πληροφορῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταθέσεων τῶν δικαστῶν. Δὲν θέλω λείψει ἐν τούτοις νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἐπερώτησίν σας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§82Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τὸ Ἐφετεῖον ἔχει μόνον δύο δικαστάς!
§83Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, κατέθηκε σημείωμα, ἐν ᾧ ἐξηγεῖ, πῶς θὰ λάβωσι χώραν τὰ τῆς Ἐκθέσεως τῆς Διεθνοῦς, ἥτις πρόκειται νὰ λάβῃ χώραν μετ’ ὀλίγον. Ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ λέγεται, ὅτι «οἱ ἰδιῶται Ἰάκωβος Δίβορτ καὶ Ἀπόστολος Κονταρᾶτος, δι’ ἀναφορᾶς των ἀπὸ 5 Μαρτίου 1902, γνωρίζοντες τὴν πρόθεσίν των νὰ διοργανώσωσιν ἐν Ἀθήναις Γενικὴν Διεθνῆ Ἔκθεσιν, ἐζήτησαν νὰ δώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἔγκρισίν του πρὸς διοργάνωσιν τῆς Ἐκθέσεως ταύτης.» Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 10599 τῆς 12 Μαρτίου 1902 ἐγγράφου του ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὴν ἀπὸ 5 Μαρτίου ἀναφορὰν ὑμῶν ἀπαντῶμεν, ὅτι πρὸς τέλεσιν ἐν Ἀθήναις τῆς ὑφ’ ὑμῶν μελετωμένης Διεθνοῦς Ἐκθέσεως δύνασθε νὰ προβῆτε ἐλευθέρως, τῶν νόμων τοῦ Κράτους μὴ ἀπαιτούντων πρὸς τοῦτο τὴν τῆς Κυβερνήσεως ἔγκρισιν.» Συνεπῶς οἱ Κύριοι οὗτοι ἐπεδόθησαν εἰς τὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκθέσεως ταύτης· προσδιώρισαν τὸν χῶρον, ἐν ᾧ θὰ λάβῃ χώραν ἡ Ἔκθεσις, παρεκάλεσαν τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οὗτος δὶς δι’ ἐγγράφου του ἀνήγγειλε τοῦτο εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὡς καὶ τὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκθέσεως ταύτης, τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ λάβῃ χώραν, τὰ τοῦ εἴδους τῆς Ἐκθέσεως, ἥτις, σημειωτέον, περιλαμβάνει πάντας τοὺς κλάδους, διότι εἶναι τοῦ ἐμπορίου, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τῶν ὡραίων τεχνῶν, τῆς ὑγιεινῆς καὶ ἄλλων. Οὕτω δὲ οὐδεὶς κλάδος ἄξιος λόγου μένει ξένος τῆς Ἐκθέσεως ταύτης. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ὑπάρχει νόμος ἐν Ἑλλάδι, ὁρίζων ὅτι, ἵνα λάβῃ χώραν Ἔκθεσις εἴτε τοπικὴ εἴτε Διεθνὴς, εἶναι ἀνάγκη ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὑπάρχουσι τοιαῦτα ζητήματα, ἐπιβάλλοντα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ καὶ ἐξελέγξῃ αὐτὰ πρὶν δώσῃ τὴν ἄδειαν, ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε διὰ τοιαύτης ἀπαντήσεως, οἵα ἐκείνη, ἣν ἀνέγνωσα ὑμῖν πρὸ μικροῦ, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ δοθῇ ἀνεξετάστως ἡ ἄδεια τῆς συστάσεως τῆς Ἐκθέσεως, εἰς ἣν ὁμολογουμένως σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ἱκανότης καὶ ἡ πρόοδος μέλλουσι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ἰδιωτῶν ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ ξένου κόσμου, καὶ νὰ κριθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν θέλω εἰς ταῦτα νῦν νὰ εἰσέλθω. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ἐξετάσω τὸ ἑξῆς, καὶ ἐπὶ τούτου νὰ ἐπιστήσω τῆς Βουλῆς τὴν προσοχήν. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ἔλθωσιν ἐκθέματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τὰ ἐκθέματα ταῦτα δυνάμει τίνος νόμου θέλει ἐπιτραπῆ νὰ εἰσέλθωσιν ἀτελῆ ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκτεθῶσιν ἐν τῷ μεγάρῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ Ἔκθεσις θέλει λάβει χώραν; Ἐσκέφθη περὶ τούτου καὶ περὶ τῶν συνεπειῶν ἡ Κυβέρνησις; Ὡρίσθη, ἵνα εἴδη ἐκθεμάτων εἰσέρχωνται, καὶ ἐπετράπη, ἵνα ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν ἀφίνωνται ἀτελώνιστα ταῦτα νὰ διέρχωνται τοῦ τελωνείου Πειραιῶς καὶ μεταφέρωνται εἰς Ἀθήνας; Τοιοῦτόν τι νομίζω, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβε χώραν, οὔτε δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἄνευ νόμου, διότι ὁ τελωνιακὸς νόμος ὁρίζει, ὅτι μόνον χάριν Ἐκθέσεων τῆς Ἐπικρατείας ἐπιτρέπεται νὰ εἰσαχθῶσι τὰ ἐκθέματα ἀτελῆ, καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς διαμετακομίσεως. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΑΨΑʹ νόμου τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889: «Ἀπαλλάσσονται ὡσαύτως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους: ιβʹ) Τὰ ἀποστελλόμενα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰς Ἐκθέσεις τῆς Ἐπικρατείας ἐκθέματα. Ταῦτα παραδίδονται, τῇ προηγουμένῃ ἀδείᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, εἰς τὰς ἐπὶ τῶν Ἐκθέσεων ἐπιτροπὰς, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς διαμετακομίσεως καὶ ὑπὸ τὴν προσωπικὴν τούτων εὐθύνην διὰ τῆς παροχῆς ἐγγράφου ἐγγυήσεως. Ἡ ἐγγύησις αὕτη λύεται διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν αὐτουσίων τῶν ἐκθεμάτων ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπισήμου λήξεως τῆς Ἐκθέσεως· ἄλλως ὑποχρεοῦνται αἱ ἐπιτροπαὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, δικαιωμάτων προκυμαίας, δημοτικῶν καὶ ἄλλων φόρων.» Δὲν γινώσκω, ἂν ὑπάρχει ἄλλος νόμος κανονίζων τὰ περὶ τῶν τοιούτων Ἐκθέσεων, τῶν διεθνῶν ἰδιωτικῶν λεγομένων. Καὶ ἂν μὲν ὑπάρχῃ, ἐπιτρέπων ὅσα ἤδη ἐν Ἀθήναις γίνονται, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν· ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος ἢ μόνον ὁ νόμος, ὃν πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθωσι τὰ ἐκθέματα ταῦτα ἀτελῆ, δυνάμει ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μετάσχωσι τῆς Ἐκθέσεως, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἐπὶ τούτῳ, ὅπερ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀτέλειαν τῶν ἐκθεμάτων, ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ ἐπὶ τῶν Ἐκθέσεων τῆς Ἐπικρατείας. Ἄλλως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὰς ὅλως ἀπερισκέπτους καὶ αὐθαιρέτους ἀποφάσεις οἱωνδήποτε Κυρίων, εἴτε ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπως διοργανώσωσιν Ἐκθέσεις καὶ ἀναστατώνωσι τὸν τόπον, καὶ προκαλῶσι τοὺς ξένους, ἵνα μετάσχωσι τῶν Ἐκθέσεων, ἃς αὐτοὶ ἐσχεδίασαν, ὁρμώμενοι ἐξ ἰδιωτικῶν σκέψεων. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἔθνους εἰς ἐθνικὰς ἢ παγκοσμίους Ἐκθέσεις πρέπει νὰ ἦναι ἀπόφασις τοῦ Κράτους, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἰδιῶται δὲν δύνανται νὰ διαχειρίζωνται αὐτοβούλως τὰ γενικὰ συμφέροντα. Δύνανται νὰ τὸ πράξωσιν, ἀλλὰ τῇ ἐγκρίσει τοῦ Κράτους καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους τὸ Κράτος ἐγκρίνει. Ἄλλως αἱ Ἐκθέσεις θ’ ἀποβῶσι στάδιον ἰδιωτικῶν κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων, ἐξ ὧν δύνανται νὰ βλαφθῶσι τὰ γενικὰ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει νόμος ἐπιτρέπων τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῶν ἐκθεμάτων εἰς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας Ἐκθέσεις, νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως μὴ γίνωνται αὐθαιρέτως χάριν ἰδιωτῶν παραβάσεις τῶν κειμένων νόμων.
§84ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εὑρέθην ἀπέναντι τετελεσμένου γεγονότος, καθόσον ἡ Ἔκθεσις αὕτη εἶχεν ἐπιτραπῆ οὐχὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐδόθη ἡ ἄδεια, ἵνα ὀργανωθῇ τοιαύτη. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ δύο ἐγκυκλίων συνέστησε τὴν Ἔκθεσιν ταύτην εἰς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐγὼ λοιπόν, εὑρεθεὶς ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ἐξασφαλίσω πλειότερον τὰ τῆς Ἐκθέσεως ταύτης, διορίζων ὡς ἐπόπτην ἕνα τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐποπτεύῃ, ἐπιτηρῇ καὶ ἐλέγχῃ τὰ τῆς Ἐκθέσεως, ἵνα μὴ συμβῶσιν ἀνωμαλίαι καὶ καταχρήσεις, αἵτινες ἤθελον παραβλάψει τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. Τοιαύτην ὁδὸν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσω, εὑρεθεὶς ἀπέναντι καταστάσεως δυσκόλου καὶ ἀνωμάλου. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς τελωνιακοὺς δασμοὺς, περὶ τούτου δὲν δύναμαι σήμερον ν’ ἀποφανθῶ, διότι τὸ ζήτημα χρήζει μελέτης.
§85Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§86Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι πολύ, ὅτι ὁ κύριος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐποιησάμην τὴν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναγγελθεῖσαν Ἔκθεσιν ἐν Ἀθήναις· διότι, ἂν παρίστατο κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, βεβαίως δὲν θὰ ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ συνέστησα, ὅπως ἡ ἀστυνομία διὰ μαστιγίων καὶ φραγγελλίων εἰσέλθῃ εἰς τὰ καταστήματα τῆς Ζαππείου Ἐπιτροπῆς, ὅπου πρόκειται νὰ τελεσθῇ ἡ Διεθνὴς αὕτη Ἔκθεσις, καὶ ἐκδιώξῃ ἐκεῖθεν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἀναλαβούσης τὸ ἔργον τοῦτο. Ἐγὼ ἐποιησάμην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἑξῆς σύστασιν· νὰ ζητήσῃ νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει τὰ μέσα, καὶ ἂν διαθέτει τὸ προσωπικὸν τὸ κατάλληλον, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν ἐν γένει τὰ μέλλοντα νὰ ἐκτεθῶσιν ἐκθέματα. Καὶ τοῦτο ἔπραξα, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ Κράτους, διότι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, μὲ τὴν ἐλαφρότητα, μεθ’ ἧς ἐπελήφθησαν τοῦ ἔργου τούτου τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ ζυγίσωσι καλῶς τὰς συνεπείας, νὰ ἀφεθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν τύχην των, καὶ νὰ συμβῶσιν ἀπώλειαι ἐκθεμάτων, ὡς συνέβησαν καὶ ἄλλοτε, νὰ ἐκτεθῇ δ’ οὕτω τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων, ἀφοῦ πρόκειται, καθ’ ἃ μᾶς λέγουσιν, ἐκ πάσης τῆς ὑφηλίου νὰ προσέλθωσιν ἐνταῦθα ἐκθέται. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τῆς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὁμιλίας μου δὲν ἐστρέφετο ἐναντίον τῶν διοργανωτῶν τῆς Ἐκθέσεως· ὁ σκοπὸς ἦτο, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ὑπόληψις καὶ τῶν ἀναλαβόντων τὴν Ἔκθεσιν, ἀλλ’ ἰδίως καὶ πρὸ πάντων ἡ ὑπόληψις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῇ μείωσιν, ἐὰν ἐπέλθωσι κατὰ τὴν Ἔκθεσιν ἀνωμαλίαι ἐξ ἀνεπαρκοῦς ἐπιβλέψεως καὶ ἐπιμελείας. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅτι κατὰ τὰς διαφόρους Ἐκθέσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ παρελθόν, Ἐκθέσεις Ἑλληνικάς, πολλὰ πράγματα ἀπωλέσθησαν, καὶ πολλὰ ἐβλάβησαν, οἱ δὲ ἐκθέται διαμαρτυρηθέντες ἐδήλωσαν, ὅτι οὐδέποτε πλέον θέλουσι λάβει μέρος εἰς Ἐκθέσεις τοιαύτας, ὅπου τὰ πράγματα αὐτῶν δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένα.
§87ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπαρκῶς ἀπήντησα ἤδη εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ἀφοῦ ἡ Ἔκθεσις ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεὶς τῶν ἐκθετῶν κινδυνεύει, διότι, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπον, ἔχω διορίσει ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐγγυᾶται διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐκθεμάτων καὶ τὴν τάξιν τῆς Ἐκθέσεως.
§88Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀπήντησα εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτοῦ λεχθέντα, διότι μὲ ἐκάκισεν, ὅτι ἐζήτουν ν’ ἀντικατασταθῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λάβωσι χαρακτῆρα ἐθνικόν, μετὰ τόσης — θὰ ἦναι βαρεῖα ἴσως ἡ λέξις νὰ τὴν εἴπω — ἐπιπολαιότητος διεξάγονται. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἡ δοῦσα ἐμμέσως πως τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην νὰ συστηθῇ εἰς σωματεῖον καὶ νὰ προβῇ εἰς διάφορα μέτρα πρὸς ὀργάνωσιν τοιαύτης Διεθνοῦς Ἐκθέσεως, νομίζω ὅτι ἐνήργησε χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ δοθεῖσα ἐκείνη ἄδεια. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην δικαιολογία, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ Ἐκθέσεων, καὶ ὅτι ἑπομένως ἕκαστος δύναται νὰ πράττῃ ὅ,τι ἄν διανοηθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ δοῦσα ἐμμέσως πως, ὡς λέγει, τὴν ἄδειαν πρὸς καταρτισμὸν τοιαύτης Διεθνοῦς Ἐκθέσεως, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τῶν κυρίων τούτων διοργανωτῶν τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις περὶ τῆς καλῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐδόθη ἡ ἄδεια, καὶ κατὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διεβίβασεν εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀντιπροσώπους μας, ἀναγνωρίζει τὴν Ἔκθεσιν. Ἔκθεσις δὲ Διεθνὴς εἶναι σωματεῖον, δὲν εἶναι μία Ἀγορὰ, ἡ ὁποία γίνεται χάριν φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ ἢ ἄλλου τινὸς γενικοῦ σκοποῦ εἶναι σωματεῖον, καὶ τρόπον τινά ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον, διότι θ’ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις καὶ ὅμως ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις τοιαύτας ἄνευ νόμου, διότι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ὑπήγαγε τὴν ἐπὶ τῆς Ἐκθέσεως ταύτης ἐπιτροπὴν εἰς τὰς διατάξεις περὶ νομικῶν προσώπων. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς διεπραγματεύθη πρὸ μικροῦ, τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐκθεμάτων. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο ζήτημα τόσον ἁπλοῦν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ πολλὰς συνεπείας καὶ ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τούτου. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν ἔχωμεν νόμον τοῦ Κράτους, ὁρίζοντα τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγονται τὰ ξένα ἐμπορεύματα ἐνταῦθα, νὰ εἴπωμεν σήμερον, δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς ἐντολῆς, εἰς τὸν τελώνην Πειραιῶς: «θ’ ἀφήσητε τὰ κιβώτια τῶν διὰ τὴν Ἔκθεσιν ἐμπορευμάτων νὰ εἰσέρχωνται ἄνευ πληρωμῆς δασμοῦ»; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο, διότι θὰ ἔχωμεν διαμαρτυρίαν ἐκ μέρους τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας τὰ δικαιώματα θὰ ἐθίγοντο διὰ τοιαύτης πρὸς τὸ τελωνεῖον ἐντολῆς, ἐὰν ἤθελε δοθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο δ’ ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τοιούτων ἐμπορευμάτων.
§90Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πῶς θὰ εἰσαχθῶσι λοιπόν;
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§92ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν θέλουν νὰ εἰσαγάγουν, ἂς πληρώσουν.
§93ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ δασμολογίῳ, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς διαμετακομίσεως· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ὅρος τῆς διαμετακομίσεως παρεβιάσθη, διότι τὰ ἐκθέματα μετεφέρθησαν εἰς τὴν Ἔκθεσιν. Εἶναι ζήτημα πολύπλοκον.
§94ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἀφοῦ αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα θὰ ἦναι ὑπὸ διαμετακόμισιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νομίμως νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῆς διαμετακομίσεως καὶ νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὴν Ἔκθεσιν;
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὑπὸ διαμετακόμισιν· δὲν γνωρίζω πῶς θὰ εἰσαχθῶσι· γνωρίζω μόνον, ὅτι μίαν διαταγὴν ἔδωκα εἰς τὸν τελώνην Πειραιῶς, νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ ἡ ἀτελὴς τῶν τοιούτων ἐκθεμάτων· δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω ἄλλην.
§96Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὴν πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως, ὅτι τοιαῦται Ἐκθέσεις, γινόμεναι ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προάγωσι καὶ τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ ἐν γένει τὰς παραγωγικὰς τέχνας. Ἀλλὰ ζητήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν πιθανὸν καὶ κατὰ τὸ προσεχὲς μέλλον νὰ παρουσιασθῶσι, δὲν θὰ ἦναι ἄσκοπον νὰ κανονισθῶσιν ἐγκαίρως διὰ νομοθετικῆς προνοίας, ὅπως μὴ εἰς τὸ μέλλον παρουσιάζωνται τοιαῦται ἀνωμαλίαι. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς θ’ ἀναγνωρίσῃ, μεθ’ ὅσα σήμερον εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον πρόθεσιν οὔτε νὰ προσβάλω οὔτε νὰ μειώσω τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἐκθέσεως.
§97Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§98Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου φαίνεται, ὅτι σιωπηρῶς ἐδόθη ἡ ἄδεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διοργανωθῇ Ἔκθεσις Διεθνὴς ὑπὸ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας· προσέθηκε δὲ ὁ ἐκ Παξῶν κύριος Βουλευτὴς, ὅτι ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνήγγειλε διὰ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν τὰ τῆς Ἐκθέσεως καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἵνα σπεύσωσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐκθέσωσιν ὅ,τι ἐπιθυμοῦσι καὶ ἀποστείλωσιν αὐτὸ ἐνταῦθα· μᾶς ἀνέφερε μάλιστα ὡρισμένως δύο καταστήματα, — τοῦ Κροὺπ καὶ τοῦ Ἄρμστρογκ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, — τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν ὁλόκληρον τὸ μέγαρον τοῦ Ζαππείου, τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρήσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ζαππείου διὰ τὰ ἐκθέματά των. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθησύχασα, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἦτο ὄχι μικρᾶς βλάβης πρόξενον εἰς τὸ Κράτος τὸ ἄνοιγμα Διεθνοῦς Ἐκθέσεως τὴν 20 Ἀπριλίου, ὅπως μᾶς διεβεβαίωσεν ὁ ἐκ Παξῶν ἀξιότιμος συνάδελφος, χωρὶς ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν γνῶσιν τοῦ τοιούτου. Μοὶ ἐφάνη δὲ πολὺ περίεργον, ὅτι μετὰ 20 ἡμέρας πρόκειται νὰ ἀνοιχθῇ ἐν Ἀθήναις Ἔκθεσις Διεθνὴς ἐντὸς τοῦ Ζαππείου μεγάρου, τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν δύο καταστήματα, μόνον διὰ τὰ ἴδια αὐτῶν ἐκθέματα. Τότε, παρακαλῶ, οἱ ἄλλοι ἐκθέται ποῦ θὰ τοποθετήσωσι τὰ ἐκθέματά των; Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, νὰ παύσῃ ἀμέσως τὸν ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον διώρισεν, ἵνα ἐποπτεύῃ τὰ τῆς Ἐκθέσεως, διότι ὁ διορισμὸς τοιούτου ὑπαλλήλου δίδει ἐπίσημον χαρακτῆρα εἰς τὴν Ἔκθεσιν, καὶ τὸ Κράτος δύναται ἠθικῶς νὰ βλαφθῇ ἐκ τῆς ἀποτυχίας· διότι εἶναι μὲν ἐνδεχόμενον, ὅτι θὰ συρρεύσωσι πολλοὶ, ἀναλόγως τῆς γενομένης διαφημίσεως, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν καὶ ποίας ἐντυπώσεις θ’ ἀποκομίσουν οὗτοι, ἀναχωροῦντες ἐντεῦθεν.
§99Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§100Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Παξῶν ἠθέλησε νὰ μὲ εἰρωνευθῇ...
§101Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι!
§102Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. .. ὅτι τάχα ἀσχολούμενος μὲ τοὺς ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔστειλαν ἐνταῦθα, δὲν εὗρον τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσω ἐφημερίδας, καὶ νὰ μάθω, ὅτι διοργανοῦται Ἔκθεσις ἐν Ἀθήναις. Ἴσως δὲν ἐξεφράσθην καλῶς· διότι ἐγνώριζον, ὅτι διοργανοῦται Ἔκθεσις ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι πρόκειται περὶ τῶν συνήθων ἐκείνων Ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας βλέπομεν ἐνίοτε ἐν Ἀθήναις. Δὲν ἐφαντάσθην δὲ ποτὲ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ Διεθνοῦς Ἐκθέσεως. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν αὐτὸς, ἐρωτηθεὶς προχθὲς, τί γνωρίζει, μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας· ἑπομένως οὐδ’ αὐτὸς τὸ ἐγνώριζε.
§103ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀπαντῶσιν ἀμέσως. Ὅταν ἀπευθύνηται ἐπερώτησις, ὁ Ὑπουργὸς συλλέγει πληροφορίας καὶ τὰς καταθέτει.
§104Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἴσως κακῶς ἀντελήφθην· διὸ καὶ ζητῶ συγγνώμην. Ποσῶς δὲ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ εἴπω τι κατὰ τῶν προσώπων τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, προκειμένου περὶ Ἐκθέσεως φερούσης χαρακτῆρα διεθνῆ, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ γίνονται τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα, ἵνα πολλοὶ συμμετάσχωσι τῆς Ἐκθέσεως, εἴτε ὡς ἐκθέται εἴτε καὶ ὡς ἐπισκέπται, εἶπον, λέγω, ὅτι ἴσως ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τοιαύτην διοργάνωσιν. Οἱ ξένοι, ἐρχόμενοι ἔξωθεν, ἔρχονται μὲ ἐντυπώσεις ἄλλας· δὲν ἠξεύρω δὲ ποίας ἐντυπώσεις θ’ ἀποκομίσωσιν ἐντεῦθεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ δώσῃ χροιὰν ἐπισημότητος εἰς τὴν Ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα μὴ ἐξ ἐνδεχομένης ἀποτυχίας ἀποκομίσωσιν οἱ ξένοι ἀπογοήτευσιν, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, δύναται νὰ γείνῃ πρόξενος ἠθικῆς ζημίας εἰς τὸ Κράτος.
§105ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§106ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν διοικητικὴν, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ἡ δὲ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς πρακτικὸν συμπέρασμα. Φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα ἀπ’ ἀρχῆς ἐξητάσθη μετά τινος ἐλαφρότητος· διότι ἐκ τοῦ ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν δὲν προβλέπει περὶ Ἐκθέσεων, δὲν ἕπεται, ὅτι τὸ μὴ ἀπαγορευόμενον καὶ ἐπιτρέπεται. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὰ προηγούμενα, ἔχομεν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου εἶπε, τὰς ἐσωτερικὰς πανηγύρεις, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ Ἐκθέσεις τοπικαί. Διάταγμα τοῦ 1833 ἀπηγόρευσε μόνον νὰ γίνωνται αἱ Ἐκθέσεις αὗται εἰς νοσώδη μέρη, διότι προκαλοῦσι συγκεντρώσεις. Τοῦτο ἦτο μέτρον ὑγιεινῆς. Ἀλλ’ ὁσάκις συνεστήθησαν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου πανηγύρεις ἐσωτερικαὶ, συνεστήθησαν συνεπείᾳ ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐγκεκριμένων ἄλλοτε, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταντο τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ὑπὸ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ ἐξεδίδετο Β. Διάταγμα, ἐπιτρέπον τὴν σύστασιν καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν καὶ τὴν διάρκειαν τῆς πανηγύρεως. Ἀλλ’ ἐδῶ προβάλλεται, ὅτι ἰδιῶται, συνεννοηθέντες μετὰ καταστημάτων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὰ ὁποῖα εἶχον συμφέρον νὰ ἐκθέσωσι τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας αὐτῶν, ἀπεφάσισαν νὰ συστήσωσιν ἐν Ἀθήναις Ἔκθεσιν, διεθνῆ ἔχουσαν χαρακτῆρα. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Κράτος θὰ μείνῃ ἁπλοῦς θεατὴς, βλέπον διοργανουμένην Ἔκθεσιν διεθνῆ ἐν τῇ χώρᾳ αὐτοῦ, χωρὶς οὐδὲν νὰ λάβῃ μέτρον, χωρὶς νὰ φροντίσῃ τοὐλάχιστον νὰ κανονίσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν, νὰ ὁρίσῃ τὴν διάρκειαν καὶ τὸν τόπον αὐτῆς, καὶ νὰ λάβῃ τὰς ἀστυνομικὰς καὶ ὑγιεινὰς προνοίας, αἱ ὁποῖαι ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἀπαιτοῦνται; Ἡ ὀνομασία αὐτὴ τῆς Ἐκθέσεως, ἡ λέξις Διεθνὴς Ἔκθεσις, εὐθὺς δίδει εἰς τὸν ἀντιλαμβανόμενον τοῦ τίτλου τούτου τὴν ἰδέαν, ὅτι Κράτη ἔρχονται εἰς ἐπικοινωνίαν· ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ πολίτης νὰ ἰδιοποιηθῇ τὴν ἰδιότητα μεσάζοντος ἐπὶ τῶν διεθνῶν σχέσεων, ἔστω καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον ἢ τὴν βιομηχανίαν ἀφορωσῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συναφθῶσι μεταξὺ πολιτῶν διαφόρων Κρατῶν διὰ τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνελεύσεως αὐτῶν καὶ τῆς ἐκθέσεως τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς γῆς. Καὶ ὅταν μάλιστα ἡ Κυβέρνησις καλῇ τοὺς πολίτας, τοὺς βιομηχάνους ἢ τοὺς ἐμπόρους τοῦ ἄλλου Κράτους νὰ ἔλθωσιν, ἵνα ἐκθέσωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν, δὲν ἀναλαμβάνει εὐθύνην; Βεβαίως ἀναλαμβάνει εὐθύνην, εἴτε διὰ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἀσφάλειαν τῶν προϊόντων τούτων, εἴτε διότι δύνανται νὰ πάθωσιν οἱ ὑπήκοοι τῶν ξένων Κρατῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ συνοδεύσωσιν ἐκεῖνα τὰ προϊόντα, εἴτε διότι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπαρκέσωσι τὰ ἐν τῷ τόπῳ μέσα εἰς τοὺς ἐνταῦθα ἀφιχθησομένους ξένους. Καὶ δὲν θ’ ἀπευθυνθῶσι τότε αὐτοὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἴπωσι: «πρὸς τί τὸ Κράτος μᾶς καλεῖ, ἵνα ἔλθωμεν ἐδῶ καὶ ἐκθέσωμεν τὰ προϊόντα μας;» Καὶ ἂν ἡ Ἔκθεσις ἀποτύχῃ, ἢ ἂν ἡ διοργανωτικὴ ἐπιτροπὴ ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὴς, οἱ ξένοι δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποταθῶσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι ὀφείλει—ἀφοῦ μάλιστα τοὺς καλεῖ—νὰ λάβῃ πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὅλα τὰ Κράτη λαμβάνουσι, προκειμένου περὶ Ἐκθέσεων τοιούτου χαρακτῆρος; Τὰ προηγούμενα ὅμως, Κύριοι, — διότι οὐδέποτε ἐν Ἑλλάδι ὠργανώθη Διεθνὴς Ἔκθεσις — διδάσκουσιν ἡμᾶς, ὅτι ἀπαιτεῖται πάντοτε ἡ παρέμβασις τῆς ἀρχῆς ἐν τοῖς τοιούτοις ἔργοις. Κατὰ τὴν σύστασιν τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Εὐάγγελος Ζάππας διὰ τῆς διαθήκης αὐτοῦ συνέστησε τοὺς ἀγῶνας τούτους, ἵνα τελῶνται ἐν Ἀθήναις κατὰ τετραετίαν, ἐξεδόθη Διάταγμα ἀναγνωρίσαν τὴν σύστασιν τῶν τοιούτων ἀγώνων, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1888 διὰ Διατάγματος πάλιν ὠργανώθησαν τὰ κατὰ τοὺς ἀγῶνας τούτους. Ἀφοῦ δὲ σήμερον, ἐλλείψει πάσης διοικητικῆς πράξεως, ἡ Ἔκθεσις αὕτη ἔρχεται νὰ συστηθῇ, καὶ παρίσταται μάλιστα καὶ Ἐπίτροπος τοῦ Κράτους, τῆς Κυβερνήσεως ἀντιπρόσωπος ὡς ἐπιτηρητὴς, δὲν μετέχει τὸ Κράτος τῆς Ἐκθέσεως; Κατὰ τίνα τρόπον μετέχει; κατὰ τρόπον ἔμμεσον καὶ ἀμφιρρεπῆ. Βεβαίως δὲν ἔρχομαι νὰ συνηγορήσω εἴτε νὰ ἀναβληθῇ ἡ Ἔκθεσις εἴτε νὰ ἐμποδισθῇ, εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασαν τὰ πράγματα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῆς Κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως καὶ σήμερον ἔτι δύνανται καὶ πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου, διὰ Β. Διατάγματος ὀργανουμένης τῆς Ἐκθέσεως. Δὲν δύναται δὲ ἡ Κυβέρνησις σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἀνεμίχθη μέχρι τοῦδε, δὲν δύναται ν’ ἀναμιχθῇ καὶ περαιτέρω. Ἀφοῦ ἔδωκαν τὴν ἄδειαν ἢ ἀφῆκαν νὰ ὀργανωθῇ ἡ Ἔκθεσις, νομίζω ὅτι συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι, ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρος, ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη εἰς τὴν Ἔκθεσιν, ἡ Κυβέρνησις, ἔστω καὶ παρώρως, ἢ κατόπιν ἑορτῆς, νὰ παρεμβῇ καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς Ἐκθέσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι αἱ Ἐκθέσεις γίνονται κατὰ δύο τρόπους, εἴτε ὑπὸ ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων εἴτε ὑπὸ τοῦ Κράτους. Αἱ Ἐκθέσεις αἱ γινόμεναι ὑπὸ ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων δὲν εἶναι καθολικαί, συνήθως δέ εἰσιν εἰδικαί. Προκηρύσσεται Ἔκθεσις εἴδους τινὸς προϊόντων βιομηχανίας ἢ φύσεως, εἴδους τινὸς προϊόντων τέχνης ἢ διανοίας· οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν παραγωγῶν, τῶν μετερχομένων τὸ εἶδος ἐκεῖνο εἴτε τῆς βιομηχανίας, εἴτε τῆς καλλιεργείας, εἴτε τῆς τέχνης, συγκαλοῦσι τὰς Ἐκθέσεις, καὶ διευθύνουσιν αὐτάς. Καὶ ἐπικαλοῦνται μὲν καὶ οὗτοι συνδρομήν τινα τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως, ἀφοῦ συνέρχονται πολλοὶ ἄνθρωποι ἐπὶ τὸ αὐτό. Ἐκθέσεις ὅμως διεθνεῖς καὶ καθολικαὶ σπανίως συμβαίνει νὰ γίνωνται τῇ πρωτοβουλίᾳ ἰδιωτῶν, νὰ διεξάγωνται ὑπὸ ἰδιωτῶν καὶ νὰ διοικῶνται ὑπὸ ἰδιωτῶν. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ μειώσω παντάπασι τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω, τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἀπονέμω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συμπολίτας, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, τοὺς ἀναλαβόντας τὴν σύγκλησιν, τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκθέσεως, διότι αἱ τοιαῦται διεθνεῖς καὶ καθολικαὶ Ἐκθέσεις κινοῦσι τὴν περιέργειαν ὄχι μόνον τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ αὗται προκηρύσσονται καὶ συντελοῦνται, ἀλλὰ προκαλοῦσι τὴν περιέργειαν καὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ πάντες ἐνδιαφέρονται ὄχι μόνον νὰ ἐκτιμήσωσι τὰ ἐκθέματα, ἀλλὰ καὶ νὰ συναγάγωσι συμπεράσματα ἐκ τῶν λεπτομερειῶν τῆς Ἐκθέσεως περὶ τῆς πνευματικῆς ἢ τῆς ἐμπορικῆς ἢ τῆς βιομηχανικῆς ἢ τέλος πάντων τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ συνεκλήθη ἡ Ἔκθεσις. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει τὰ ἄτομα, οἱ ἰδιῶται, ὅσον καὶ ἂν ἀνῆλθον ὑπεράνω τοῦ κύκλου τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας, ὅσον καὶ ἂν ἡ διάνοια αὐτῶν περιίπταται περὶ μεγάλα ζητήματα καὶ μεγάλα συμφέροντα, νὰ μὴ ἀναλαμβάνωσι τοιοῦτον ἔργον, διότι θὰ συμβῇ, κατ’ ἀνάγκην ἴσως, νὰ παρασύρωσιν ὄπισθεν αὐτῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως ἡ ἐνδεχομένη ἀποτυχία τῆς Ἐκθέσεως νὰ καταλογισθῇ ὡς ἀποτυχία τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους, ὡς ἀποτυχία τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ὡς ἀποτυχία τῆς καλαισθησίας, τῆς τέχνης, τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῷ τόπῳ. Διὰ τοῦτο βεβαίως δὲν βλέπω μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως τὰ γενόμενα. Ἀλλὰ ταῦτα ἐγένοντο. Δύο δὲ ὁδοὶ ἀνοίγονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἢ νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀλλαχοῦ, μηδὲν νὰ πράξῃ, μηδὲν νὰ ἐνεργήσῃ, ἵνα μὴ περιβάλῃ μὲ τὸ κῦρος τὸ κυβερνητικὸν, μὲ τὴν ἐπισημότητα τῆς ἀρχῆς τὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἐκθέσεως, τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκθέσεως, ἢ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν συνδρομὴν, ὅσον εἶναι δυνατόν. Τὸ πρῶτον νομίζω, ὅτι εἶναι τὰ μάλιστα ἐπιζήμιον, διότι ἴσως ἡ στέρησις πάσης συνδρομῆς, ἡ ἀποχὴ ἡ καθολικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ ἔργου καταλήξῃ εἰς ἀποτυχίαν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε καταλήξει ἡ ἐπιχείρησις τῆς Ἐκθέσεως, ἐὰν καὶ τὸ Κράτος ἤρχετο νὰ δώσῃ μικρὰν συνδρομήν. Δὲν εἶναι μόνον λόγοι δημοσίας τάξεως, δὲν εἶναι μόνον λόγοι δημοσίας ὑγιείας, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλαπλαῖ αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν ἐπιθυμητὸν ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντας τοὺς πολίτας τοῦ τόπου, νὰ μὴ ἴδωσιν ἀποτυγχάνον τόσον μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κριθῇ ὡς κάτοπτρον τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ Ἔκθεσις συνετελέσθη. Ἀλλὰ, μολονότι κλίνω εἰς τὴν γνώμην τὴν ἄλλην, κατανοῶ ὅμως, πόσον ἐπιζήμιος εἶναι καὶ ἡ γνώμη αὕτη· διότι τοιουτοτρόπως θὰ καταλήξῃ ἡ ὑπόθεσις, ὁμὰς ἰδιωτῶν ἑκάστοτε νὰ παρουσιάζηται ἐπιχειροῦσα Ἐκθέσεις, καὶ νὰ σύρῃ ὄπισθεν αὑτῆς τὴν Κυβέρνησιν, ἑκοῦσαν ἄκουσαν, ἢ νὰ λαμβάνῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Τὰ πράγματα ὅμως οὕτως ἐγένοντο. Ἤθελον ἐκφράσει εὐχὴν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διευθύνουσα ἀναβάλῃ ἀκόμη τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς Ἐκθέσεως.
§108Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ πρώτη προθεσμία.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν λάβῃ ἐνεργὸν μέρος, πρέπει ὅμως νὰ μὴ ἀπόσχῃ ἐντελῶς, πρέπει νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἐκείνην παράστασιν, ἡ ὁποία δύναται πολλάκις νὰ συγκαλύψῃ τὴν οὐσίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς τάξεως, πρέπει νὰ χορηγήσῃ τοιαύτην τιμὴν καὶ προστασίαν, ὥστε νὰ τηρήσῃ μὲν τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὸν χωρισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως, νὰ παράσχῃ ὅμως εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τὴν δυνατὴν συνδρομὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ ἐκθέσῃ καὶ τὸ Κράτος. Ἐγὼ ὁμολογῶ,—καὶ θὰ δυσαρεστήσω βεβαίως τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας—ὅτι οὐδὲν ἐγίνωσκον περὶ τῆς Ἐκθέσεως· ἐν καθολικῇ καὶ πλήρει ἀγνοίᾳ διετέλουν. Δύνασθε νὰ ὑπολάβητε, ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα μειώσεως πνευματικῆς, ἢ μειώσεως ἐνεργείας (ἱλαρότης), ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι διετέλουν ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ. Δυστυχῶς ἔχω τόσας ἀσχολίας, ὥστε σπανίως μοὶ μένει καιρὸς νὰ ἀναγινώσκω ἐφημερίδας. Ἀλλὰ χθὲς ἐλάμβανον εἴδησιν, ὅτι τὸ Τελωνεῖον δὲν γνωρίζει, ἂν πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἀτελῆ τὰ ἐκθέματα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τ’ ἀφήσῃ ἀτελῆ; Ὑπάρχει Διάταγμα, διατάσσον νὰ εἰσπράττωνται τὰ τέλη τὰ τελωνιακά. Τώρα βεβαίως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διατάσσει, πρέπει νὰ ἀρθῇ· ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθῇ, πρέπει νὰ φέρωμεν νόμον, ἵνα ἔχωμεν ἐξουσίαν νὰ πράξωμεν ὅσα οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς. Ἐπίσης ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν—τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν—θὰ εἰσφέρῃ τὴν συνδρομήν του, ὅπως ῥυθμισθῶσιν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε νὰ περικαλύψῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰ γενόμενα.
§110Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τουλάχιστον τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς, κύριε Πρόεδρε, νὰ κανονίσητε.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόσα ἄλλα πρέπει νὰ κανονισθῶσι!
§112Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται περὶ συνδικάτου, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι ὀργανοῖ πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης Ἐκθέσεις, καὶ ἴσως πρόκειται περὶ τῶν κινητῶν λεγομένων Ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἀλλαχοῦ διοργανοῦσιν ἐπὶ πλοίων, ἐφ’ ὧν ὅλα τὰ ἐκθέματα τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς γεωργίας περιφέρονται, ἵνα προσελκύωσι πελάτας. Ἴσως περὶ τοιούτου τινὸς νὰ πρόκηται. Ἄλλοτε ὅμως συνεταιρίζονται διάφοροι βιομήχανοι, καὶ συνιστῶσι κεντρικήν τινα ἐπιτροπὴν, καὶ δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκουσι τὴν ἵδρυσιν Ἐκθέσεων εἰς διαφόρους τόπους, ὅπως γνωρίσωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν μᾶλλον, ὅταν δὲν ἦναι ἀρκούντως γνωστά. Εἶναι Ἐκθέσεις ἰδιωτικαί. Ἐκ τούτου καὶ ἡ ἀδιαφορία τῶν διενεργούντων τὴν Ἔκθεσιν αὐτὴν ἐν Ἑλλάδι, ὅσον ἀφορᾷ ἄλλα συμφέροντα αὐτῆς, ἰδίως τὴν πλήρη συμμετοχήν. Ἀμφιβάλλω διὰ τοῦτο, ἂν θὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐργασία πρὸς πλήρη παράστασιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Τὸ κατ’ ἐμέ, μέχρι τοῦδε δὲν βλέπω καμμίαν κίνησιν. Κίνησις μόνον γίνεται νὰ ἔλθωσι τὰ κινητὰ λεγόμενα ἐκθέματα, τὰ μουσεῖα τὰ ἐμπορικά. Οὐχ ἧττον καὶ αὐτὰ καλὸν εἶναι νὰ μὴ φορολογηθῶσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ἁπλῶς διὰ Διατάγματος νὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο, ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ.
§113Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αἱ εὔγλωττοι καὶ πειστικαὶ παρατηρήσεις καὶ διδακτικαὶ ἀκόμη, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ, μὲ πείθουσιν ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὡμολόγησε δὲ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲ γνῶσιν εἶχε τῆς παρασκευαζομένης Ἐκθέσεως. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ γνῶσιν, ἀφοῦ ταῦτα ἐγένοντο ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως. Ὁπωσδήποτε εὐχάριστον εἶναι, ὅτι ὅλα ταῦτα θὰ κανονισθῶσι διὰ νομοθετικῆς ἐργασίας.
§114Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παξῶν, ὅστις εἶναι μέλος τῆς διοργανωτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἐκθέσεως· ὅτι ἔχομεν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται 45,000 δραχμῶν πίστωσις διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῆς στέγης τοῦ Ζαππείου. Νὰ προσέξωσι, μὴ τυχὸν δὲν προφθάσῃ νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις πρὸς ἐπισκευὴν τῆς στέγης καὶ καταπέσῃ αὕτη, ἐν τῇ πτώσει της δὲ καταπλακώσῃ καὶ τὰ ἐκθέματα καὶ τοὺς διοργανωτάς! (γέλωτες).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ ἀναγγέλλεται ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῆς παραιτήσεως τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Λυμπρίτου, καὶ ὁ διορισμὸς προσωρινῶς ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίσης ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν Β. Διάταγμα, δι’ οὗ χορηγεῖται εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν κ. Ἀλέξανδρον Σπ. Κ. Ρώμαν εἰκοσαήμερος ἄδεια ἀπουσίας χάριν τῆς ὑγείας του, καὶ ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσωρινῶς εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κ. Κυρ. Π. Μαυρομιχάλην.
§117Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μάθωμεν διατὶ παρῃτήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἀπηυθύνθη καὶ χθὲς ἡ ἐρώτησις αὕτη ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ὕδρας, καὶ ἀπήντησα εἰς αὐτόν, ὅτι παρῃτήθη δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ ἴδιος.
§119Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ ἐν συνεντεύξεσιν αὐτοῦ δημοσιευομέναις ἐν ἐφημερίσι βλέπομεν ἄλλα.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν γινώσκω ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἐδῶ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§122Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Ἐπανειλημμέναι ἐπιστολαὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας περιῆλθεν εἰς σημεῖον ἀληθῶς ἐπικίνδυνον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω μικρὰν περικοπὴν ἔκ τινος ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τελευταίως, ἵνα κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ, εἰς ποίαν ἔκρυθμον κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ ἀσφάλεια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ (ἀναγινώσκει): «Ἀπό τινος λῃστρικὴ συμμορία ὑπὸ τοὺς γνωστοὺς φυγοδίκους Νάκαν καὶ Ἀδὰμ λυμαίνεται τὴν ἐπαρχίαν μας, προβᾶσα εἰς διαφόρους ἐκβιασμοὺς καὶ λῃστρικὰς πράξεις. Κατῆλθε δὲ καὶ μέχρι τῆς Κεφαλώσεως. (Ἀναφέρω δὲ τὴν τοποθεσίαν, διότι ἡ Κεφάλωσις ἀπέχει τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας μίαν ὥραν περίπου). Παρακαλοῦμεν πάντες νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι ἡ συμμορία αὕτη παρὰ τῶν μὲν δι’ ἀπειλῶν ἐζήτησε καὶ ἔλαβε χρήματα, ἄλλους δὲ ἐν μέσῃ ὁδῷ ἐλήστευσεν, ἄλλων ἥρπασε τὰ πρόβατα, καὶ κατέστη ἐν ἑνὶ λόγῳ τὸ φόβητρον τοῦ τόπου!» Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἁλμυροῦ ὑπῆρξεν ἄλλοτε ἡ κατοικία διαφόρων λῃστῶν· εἶναι ὀρεινὴ καὶ δασώδης, καὶ παρέχει κρησφύγετα εἰς τοὺς λῃστάς. Γνωστοὶ δὲ εἶναι οἱ ἄθλοι τοῦ Παπακυριτσοπούλου καὶ τοῦ Τσουλῆ, οἵτινες ἐλυμαίνοντο ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην. Ἐκ τῶν ἀναμνήσεων τούτων πτοηθέντες οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας καὶ ἐκλογεῖς μου μοὶ ἀνέθηκαν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα, λαμβάνων ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς παραστάσεις μου, διατάξῃ τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς νὰ πράξουν ὅ,τι δύνανται πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ, διότι πρόκειται περὶ σωρείας ἐγκληματικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν ὑπὸ τῆς συμμορίας ταύτης. Παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, αἱ ἀρχαὶ οὐδένα ἐκ τῶν λῃστῶν ἢ κακοποιῶν συνέλαβον· συνέβη δὲ πάντοτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐπὶ πάσης λῃστείας, ἐπετέθησαν καὶ κατὰ μὴ λῃστῶν, καταδιώκουσαι τοὺς λῃστάς. Βεβαίως, Κύριοι, αἱ ἀρχαὶ πρέπει νὰ καταφύγουν εἰς πᾶν μέσον πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας καὶ ἀνακάλυψιν τῶν λῃστῶν. Ἀλλὰ καταδιώκουσαι αἱ ἀρχαὶ τοὺς ἀθώους συντελοῦσιν, ὅπως ἡ κατάστασις καταστῇ κρισιμωτέρα. Θὰ παρακαλέσω συγχρόνως, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ σταλῇ ἐνίσχυσις εἰς τὴν ἐκεῖ ἀστυνομικὴν δύναμιν, διότι φαίνεται, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ διὰ τοῦτο ἀποθρασύνονται τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Τὴν παράκλησιν ταύτην καὶ τὴν σύστασιν εἶχον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ, ὅπερ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, ἀλλ’ ἀφορᾷ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλίνης ἔχει τὸν λόγον.
§124ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ εἰσέτι δὲν ἔχομεν ὡρισμένον θέμα, δηλαδὴ δὲν ἔχουσι κατατεθῆ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων γείνῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἀντὶ τῆς αὔριον, ὡς εἶχεν ὁρισθῆ, διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἄλλοτε καταθέσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἐκ νέου. Βεβαίως ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐξιστόρησιν τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς, θέλει ν’ ἀκούσῃ περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἡ δι’ αὔριον ὁρισθεῖσα συζήτησις τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὅπως ὑποβληθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ προκληθῇ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ.
§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖα νομοσχέδια;
§126Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν παραγομένων καρπῶν πρὸς 6%, εἶναι καὶ ἄλλα, ὡς τὸ περὶ φορολογίας ἐπὶ τῶν βοσκῶν καὶ περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Τὰ νομοσχέδια ὅμως ταῦτα δὲν δύνανται ἤδη νὰ συζητηθῶσι πάντα, ὡς τὸ περὶ βοσκῆς, διότι ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν βοσκῶν ἀντικατεστάθη. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ περὶ διαθέσεως γῆς. Τώρα κατὰ πόσον εἶναι σύμφωνος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταστήσῃ τοὺς γεωργοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν τὸ γνωρίζω· ἴσως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἴδωμεν. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ δύο πρῶτα ζητήματα, τὸ ζήτημα κυρίως τῆς συστάσεως Γεωργικοῦ Ταμείου ἐξ εἰδικῶν φόρων Θεσσαλικῶν, καὶ ἡ παραχώρησις οἰκιῶν καὶ μικρᾶς ἐκτάσεως γῆς εἰς τοὺς γεωργοὺς θέλουσι συντελέσει εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς, τὸν ὁποῖον ἔθετο ἐν τῷ προγράμματι αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις ὡς ἓν τῶν κυριωτέρων αὑτῆς μελημάτων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του πρὸ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει ἄλλοτε, καὶ ἂν ὁ ἴδιος ἤθελε, κατά τι τροποποιῶν αὐτὰ, νὰ τὰ υἱοθετήσῃ καὶ τὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἄλλως θέλομεν τὰ εἰσαγάγει ἡμεῖς, καὶ θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν, καθόσον δι’ αὐτῶν, χωρὶς οὐδόλως νὰ παραβλάπτωνται οὔτε ὁ Προϋπολογισμὸς οὔτε αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους, σώζονται οἱ Θεσσαλικοὶ πληθυσμοὶ ἀπὸ τὴν δυσπραγίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν — καὶ πιστεύω ὅτι θὰ ἦναι σύμφωνοι καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι — πρῶτον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, δεύτερον δὲ νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Δευτέρα ὡς ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας· ὡς βάσις δὲ τῆς συζητήσεως νὰ ἦναι τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1896, καὶ τότε θὰ συζητηθῶσι καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ σχετικά· διότι, ἂν συζητήσωμεν αὔριον, θὰ συζητήσωμεν ἄνευ βάσεων.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγω ἵνα μεταβληθῇ κατὰ τοῦτο ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων, ἥτις ἔμελλε νὰ γένηται αὔριον. Ἐπὶ τούτου δύναμαι νὰ συμφωνήσω. Ἐπὶ τῆς υἱοθετήσεως τῶν νομοσχεδίων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν αὐτὰ, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθησαν τότε, διότι προεκλήθησαν συζητήσεις, αἱ δὲ γνῶμαι τῶν ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν ἦσαν διάφοροι· τινὲς μὲν ἔκριναν αὐτὰ χρήσιμα, τινὲς δὲ δὲν τὰ ἔκριναν τοιαῦτα, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς πέρας. Τώρα, ἐὰν εἰσαχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θέλομεν ἀκούσει τὰς ἀντιρρήσεις, ἵνα κρίνωμεν.
§128ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§129Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Περὶ αὐτοῦ λέγω. Νὰ ἀναγραφῶσι.
§130Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἐρχομένην Δευτέραν, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν ἔχουσι σκεφθῆ περὶ τούτου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ νὰ ἔλθωσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ νὰ ἔλθωσιν ὡς βάσις τῆς συζητήσεως, δὲν ἔχει κανένα πρακτικὸν σκοπὸν, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσήχθησαν ἄλλοτε ἐνταῦθα, συνεζητήθησαν διὰ μακρῶν, καὶ ἡ Βουλὴ προέβη εἰς ἀπόφασιν ἄλλην· συνέστησεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μέλος τῆς ὁποίας ἦτο καὶ ὁ κ. ἐκ Καρδίτσης Βουλευτὴς, καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, νομικῶν συμβούλων κλπ., ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, περιῆλθεν αὐτὴν, καὶ ἐμελέτησε τὰ ζητήματα, κατέληξε δὲ εἰς συμπεράσματα καὶ πορίσματα· τὰ πορίσματα δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης μετέβαλλον οὐσιωδῶς καὶ ἄρδην ἀνέτρεπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε, ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησίς τις, πρέπει προηγουμένως νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰργάσθη κατὰ τὸ 1895, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶναι ἔργον μεγάλης σπουδαιότητος, δύνανται νὰ διαπλασθῶσι νέα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, ἐὰν θέλῃ νὰ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, τὰ υἱοθετεῖ. Ἀλλὰ νὰ εἰσαχθῇ καὶ συζητηθῇ τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, εἶναι ματαία σπατάλη χρόνου· διότι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, μετὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀνετράπησαν ὅλως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ τοῦτο προτείνω, ὅπως λάβητε πρόνοιαν καὶ διατάξητε τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἵνα ἔχωσιν αὐτὴν ὑπ’ ὄψει.
§131Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Προκειμένου περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπειδὴ παρετήρησα, ὅτι συχνὰ αὕτη μεταβάλλεται, καὶ ἐπειδὴ χθὲς εἶδον, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἔφερον τὸν ἀριθμὸν 23–28, σήμερον δὲ βλέπω αὐτὰ φέροντα τὸν ἀριθμὸν 45–50, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τὰ ἴδω ταχέως καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν 80 ἢ 90.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ στρατηγὸς δὲν ἦτο ἐνταῦθα χθὲς κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως· ἄλλως θ’ ἀντελαμβάνετο, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις κατεστρώθη κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Σώματος.
§133Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἤμην ἐδῶ κατὰ τὴν μεταβολὴν, καὶ ἀντελήφθην πολὺ καλὰ, ὅπως ὑμεῖς ἀντελήφθητε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ζητῇ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, πρέπει, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ πρότασις ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν.
§135Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι! Ἐγὼ δὲν ζητῶ τίποτε, Πληροφορίαν ἐζήτησα μόνον, ἂν πρόκειται νὰ ἴδωμεν ταχέως τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια κατερχόμενα εἰς τὸν ἀριθμὸν 80 ἢ 90.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως θέλω ζητήσει πάλιν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν;
§137ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πάντως ὅμως, κύριε Πρόεδρε, θὰ προηγῆται τὸ σταφιδικόν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον εἶναι πρῶτον ἀντικείμενον σήμερον.
§139ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι διὰ τὴν Δευτέραν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον ἔχομεν Τετάρτην. Ἐλπίζομεν δὲ ὅτι μέχρι τῆς Δευτέρας θὰ ἔχῃ τελειώσει.
§141Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι πρὸ τῶν ἑορτῶν, μὲ τοιαύτην ἡμερησίαν διάταξιν, μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκκρεμῆ, μὲ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ ἄλλα νομοσχέδια σχετιζόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, μὲ τριάκοντα νομοσχέδια πιστώσεων, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις ἄνετος καὶ ἀβίαστος. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, ἂς συζητήσῃ· ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι οὔτε καιρὸν θὰ ἔχῃ, ἀντάξιον δηλαδὴ τοῦ ζητήματος, οὔτε διάθεσιν. Αὐτὴν μόνον τὴν παρατήρησιν ὑποβάλλω.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§143Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ διάθεσιν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἀκριβῶς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν;
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις αὕτη διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Προτίθεμαι τὴν ἐρχομένην Παρασκευὴν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ σπουδαῖον, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ προαναγγείλω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, πρῶτον μὲν, ἵνα τύχωμεν τῆς τιμῆς καὶ τῆς εὐχαριστήσεως νὰ ἦναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἔπειτα δὲ, ὅπως καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ ἐκ τῶν συναδέλφων ἐπιθυμοῦντες νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην παρασκευασθῶσι δεόντως. Ἑπομένως εἰδοποιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, νὰ συζητήσωμεν τὴν Παρασκευὴν περὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Παρασκευὴν θὰ διατυπώσητε τὴν ἐπερώτησίν σας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἐκ τῶν τακτικωτέρων· ἔρχεται μεταξὺ τῶν πρώτων, καὶ φεύγει μεταξὺ τῶν τελευταίων. Ὅταν διατυπώσητε τὴν ἐπερώτησίν σας, τότε ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ εὔκαιρον, θὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως· ἄλλως θὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§151ΝΙΚ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλετε δηλαδὴ νὰ διατυπώσω ἀπόψε τὴν ἐπερώτησιν;
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁποτεδήποτε θέλετε. Διότι ἐπὶ ἀδήλοις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἐπερώτησις. Διατυπώσατε τὴν ἐπερώτησιν.
§153Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐξέτασις ἐν γένει τῶν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν δὲν ἠξεύρω ἂν ἀποτελεῖ ἐπερώτησιν, διότι ἡ ἐξέτασις ἐν γένει τῶν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν εἶναι ζήτημα λίαν εὐρύ.
§154Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλω ὁρίσει τὰ θέματα.
§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκριβῶς νὰ ὁρίσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖ πληροφορίας διὰ τὴν συζήτησιν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως συλλέξω ταύτας.
§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Προτίθεμαι λοιπὸν νὰ ἐπερωτήσω ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, περὶ τῶν ἑξῆς ζητημάτων. Πρῶτον μὲν θέλω ἐρωτήσει ὑμᾶς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν λεβήτων τοῦ στόλου, καὶ θέλω παρακαλέσει νὰ προσκομίσητε τὰς τυχὸν περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπαρχούσας ἐκθέσεις, εἴτε τὰς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν γενομένας, εἴτε καὶ τὰς πρότερον. Ἔπειτα θέλω ἐπερωτήσει ὑμᾶς, ἐπὶ τίνι βάσει προέβητε εἰς τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεων πρὸς προμήθειαν τῶν δύο πολεμικῶν πλοίων, ἅτινα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ ἐν τῷ τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ. Τρίτον θέλω ἐπερωτήσει ὑμᾶς περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τοῦ πυροβολικοῦ τοῦ στόλου, ἐν σχέσει πρὸς τὸ πυροβολικὸν ἄλλων Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς ναυτικῶν, οἷον ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια. Θέλω προσέτι ἐπερωτήσει ὑμᾶς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν τορπιλλοφόρων, ἤτοι περὶ τῶν λεβήτων αὐτῶν καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν ὡς πλοίων πολεμικῶν. Θέλω ἐπερωτήσει ὑμᾶς, ποῖα μέτρα ἐλάβετε καὶ ποίας σκέψεις ἔχετε περὶ τῶν πλοίων ἐκείνων τοῦ στόλου, ἅτινα ἀπό τινός εἰσιν ἐντελῶς ἄχρηστα πρὸς οἱανδήποτε πολεμικὴν ἐνέργειαν. Θέλω ἐπερωτήσει ὑμᾶς, ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῶν πυρομαχικῶν τοῦ στόλου, ὁποία ἡ κατάστασις τῆς πυρίτιδος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Καὶ ἐν γένει, ἐξετάζων συνοπτικῶς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐπερωτώμενα θέματα, θέλω καταδείξει, ὅτι τόσον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅσον καὶ ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν πραγμάτων τοῦ στόλου δέον νὰ προκαλέσῃ τὴν σύντονον ἐνέργειαν καὶ τὴν σύντονον μελέτην τῆς Βουλῆς.
§157Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπὶ πολλῶν θεμάτων ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, βεβαίως θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας. Ὑπάρχουσιν ὅμως μεταξὺ αὐτῶν καὶ θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται ἴσως ἡ χορήγησις πληροφοριῶν καὶ ἡ συζήτησις δημοσία. Διετελέσατε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι πολλὰ τῶν θεμάτων τῶν ἀφορώντων τὸν στόλον δὲν πρέπει ν’ ἀναπτυχθῶσι δημοσίᾳ.
§158Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ γείνῃ συζήτησις.
§159Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις σας, ὅπως δυνηθῶ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δι’ αὐτῶν ζητουμένας πληροφορίας, —ὅσας, ἐννοεῖται, ἐπιτρέπεται—ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν γένηται ἡ συζήτησις.
§160Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς τυχὸν ὑπαρχούσας ἐκθέσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν μετὰ τὴν γενομένην ἐπιθεώρησιν αὐτῶν, διότι αὗται θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀσχολουμένην ἤδη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας, τῆς ὁποίας ἐπιτροπῆς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητής.
§161Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατετέθησαν αἱ πλεῖσται τῶν ἐκθέσεων τούτων καὶ τῶν πρωτοκόλλων.
§162Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§163Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν κατετέθησαν δι’ ὅλα τὰ ἀτμόπλοια.
§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁπόταν ἀτμόπλοιόν τι ἐκ τῶν μὴ ἐπιθεωρηθέντων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰσέλθῃ εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς, ὑπάρχει ἐπιτροπὴ παγία ἐν Πειραιεῖ, ἡ ὁποία θὰ ἐπιθεωρήσῃ αὐτό.
§165Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Διὰ τὴν «Ἑπτάνησον» δὲν ὑπάρχει;
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν κατέπλευσεν εἰς Πειραιᾶ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ τρέχοντος ἔτους.
§167Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Διὰ τὸ «Πανελλήνιον» φρονῶ ὅτι εἶναι καιρός.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἅμα καταπλεύσῃ εἰς Πειραιᾶ, μάλιστα.
§169Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὸ ὑπάρχον πυροβολικὸν τοῦ στόλου τῶν θωρηκτῶν πλοίων εἶναι σήμερον ἱκανὸν νὰ προστατεύῃ αὐτόν, καὶ ταυτοχρόνως...
§170Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν λέγονται αὐτά!
§171Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παρακαλῶ· εἶναι γνωστά· πῶς δὲν λέγονται αὐτά; Ἐγὼ γνωρίζω καλῶς, ποῖα λέγονται καὶ ποῖα δὲν λέγονται. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὅσα δὲν λέγονται δὲν θὰ καταστῶσι γνωστά. Ἄλλως τε θὰ σᾶς τὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μὲ διακόψητε. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν τὰ πυροβόλα τὰ σημερινὰ εἶναι εὔκολον νὰ μετατραπῶσιν ἀπὸ βραδυβόλων εἰς ταχυβόλα, ἂν τὰ πυροβόλα αὐτὰ σήμερον βάλλωσι μὲ ἄκαπνον πυρίτιδα, καὶ ταυτοχρόνως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς πόσας βολὰς πολέμου ἀντέχει ἕκαστον τῶν πυροβόλων αὐτῶν, καὶ πόσας βολὰς πολέμου ἔρριψε μέχρι τοῦδε ἕκαστον αὐτῶν πρὸς ἄσκησιν, καὶ τί μένει ἀκόμη, διὰ νὰ ἦναι γνωστὴ ἡ ἱκανότης τῶν πυροβόλων αὐτῶν πρὸς μάχην.
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι εἶμαι πολὺ ὀλίγον πυροβολητὴς (γέλως).
§173Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τότε πῶς εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν;
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶμαι δὲ ὀλιγώτερον ναυτικός. Διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πάντοτε συμβουλευόμενος εἰς τὰ τεχνικὰ ζητήματα τοὺς ἁρμοδίους.
§175Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, καὶ νὰ καταθέσητε αὐτάς.
§176Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ καθαρῶς τεχνικὸν μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτος ἔχει πλήρη εἰδικότητα, ἐγγράφως νὰ διατυπώσῃ τὴν ἐπερώτησίν του, ἵνα δυνηθῶ νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§177Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς κοίτης τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ποταμοῦ Παμίσου ἢ Γλιούρη.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§179Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπ’ ἀριθμὸν 2 τῆς ἡμερησίας διατάξεως εὕρηται ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προχθὲς ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πληροῖ ἀνάγκην κοινῶς ἀναγνωρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀνταποκρίνεται δὲ καὶ εἰς τοὺς πόθους καὶ τὴν ἐπιθυμίαν μεγάλου πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους, καθὼς καὶ τῶν Βουλευτῶν ὅλων καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον σήμερον.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ τώρα ἀμέσως;
§181Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§183Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, βεβαίως οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καμμίαν συζήτησιν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων; Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γούναρης.
§188Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ὑπὸ συζήτησιν σταφιδικὸν νομοσχέδιον τρία κυρίως παρουσιάζει ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ ὁρίου τῆς παρακρατήσεως, τὸ δεύτερον ἡ συμπλήρωσις τοῦ συστήματος τῆς παρακρατήσεως διὰ τῆς παρακωλύσεως τῆς περαιτέρω ἐξαπλώσεως τῶν φυτειῶν· τὸ τρίτον συνδέεται ἀναποσπάστως μετὰ τοῦ ὅλου συστήματος τῆς παρακρατήσεως, διότι καθορίζει τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ παρακρατήματος. Εἶπον ὅτι συνδέεται τὸ τρίτον μετὰ τοῦ ὅλου συστήματος τῆς παρακρατήσεως, διότι ἐν τούτῳ κυρίως φρονῶ ὅτι ἔγκειται ὁλόκληρος ἡ σημασία τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, ὁ ὁποῖος, ἀκριβῶς διότι παρεγνωρίσθη ἡ σχέσις αὐτοῦ μετὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, ἐγένετο ἀντικείμενον τοσούτων καὶ τηλικούτων ἐπιθέσεων, καὶ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐνταῦθα, καὶ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωμεν εἰς τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατὰ προηγουμένας Περιόδους ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεπτύχθησαν. Ἡ παρακράτησις ἠδικήθη ἀπὸ τὴν ὀνομασίαν, τῆς ὁποίας ἐγένετο χρῆσις· διότι ἕνεκα τῆς ὀνομασίας ἐνομίσθη ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον προϊόντος παραγομένου ἐν πληθώρᾳ ἀνὰ τὴν χώραν ἡμῶν καὶ μὴ δυναμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ καθ’ ἕτερον τρόπον ἢ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς κρίσεως ἐχρησιμοποιεῖτο. Ἐνόμισαν ὅτι ἡ παρακράτησις δὲν ἐθεσπίσθη δι’ ἄλλο τι παρὰ διὰ ν’ ἀφαιρῇ τὸν πλεονάζοντα καρπὸν καὶ ἀπορρίπτῃ αὐτὸν ὡς ἄχρηστον. Ἡ τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως εἶναι μία μεγάλη πλάνη. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου οἰκονομικοῦ ἐκτρώματος, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης· διότι δὲν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν. Πρόκειται ἁπλούστατα περὶ τακτοποιήσεως παραγωγῆς, ἐχούσης διττὴν χρησιμότητα, περὶ τακτοποιήσεως τοιαύτης, ὥστε τὸ διὰ τὴν μίαν χρησιμότητα προωρισμένον μέρος τοῦ προϊόντος νὰ μὴ παραβλάπτῃ τὸ ἕτερον μέρος, τὸ δυνάμενον νὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἄλλην χρῆσιν ἐπὶ μείζονι τιμῇ. Δὲν θ’ ἀπορριφθῇ ὡς ἄχρηστον τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ πλεονάζον ἀπὸ τὸ ἓν εἶδος τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ θὰ χρησιμοποιηθῇ καθ’ ἑτέραν χρησιμότητα, τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἔχει. Διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐλησμονήθη, συζητουμένου τοῦ θέματος τούτου, — ὅτι ἡ σταφὶς δὲν ἔχει μόνον τὴν χρησιμότητα τῆς βρώσεως· ἔχει καὶ ἑτέραν χρησιμότητα. Ἡ σταφὶς εἶναι ὕλη οἰνοπαραγωγὸς, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι καὶ τὸ προϊόν τῆς ἀμπέλου· ἔχει μάλιστα οἰνοπαραγωγὸν δύναμιν μεγαλειτέραν τῆς ἀμπέλου. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν χρησιμότητα τῆς βρώσεως, καὶ ἐτίθετο ἡμῖν τὸ ἐρώτημα, «ποῖον εἶδος ἀμπέλου ἔπρεπε νὰ φυτευθῇ ἀνὰ τὴν χώραν ἡμῶν, ἢ ἄμπελος ἢ ἡ σταφιδάμπελος;», ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ φυτευθῇ ἡ σταφιδάμπελος πρὸς οἰνοπαραγωγήν. Εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἓν στρέμμα πεφυτευμένον εἰς σταφιδάμπελον ἀποδίδει κατὰ ποσότητα προϊόντος τὸ αὐτὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποδώσει ἡ αὐτὴ ἔκτασις, πεφυτευμένη εἰς κοινὴν ἄμπελον, ἢ κατ’ ἐλάχιστον κατώτερον. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ βάρος σταφίδος ἀποδίδει περισσότερον οἶνον ἢ τὸ αὐτὸ βάρος σταφυλῶν. Χίλιαι ὀκάδες σταφίδος θ’ ἀποδώσωσιν 900 ὀκάδας οἴνου, ἐνῷ χίλιαι ὀκάδες σταφυλῶν δὲν θ’ ἀποδώσωσι πλέον τῶν 600 ὀκάδων. Καὶ ὁ οἶνος ὁ ἐκ σταφίδος δὲν θὰ ἦναι κατώτερος τοῦ τῆς ἀμπέλου. Ὅταν ὅθεν λέγωμεν «θεσπίσατε τὴν παρακράτησιν», δὲν λέγομεν «ἀφαιρέσατε μέρος τοῦ προϊόντος καὶ καταστρέψατε αὐτὸ, ἢ ῥίψατέ το εἰς τὴν θάλασσαν», ἀλλὰ λέγομεν: «χωρίσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ διαθέσητε μὲ τιμὴν μεγαλειτέραν, ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει χρησιμότητα μὲ τιμὴν μικροτέραν».
§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποῖον δικαίωμα;
§190Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Περὶ τούτου πρόκειται, ὅταν λέγωμεν «παρακράτησιν», καὶ τοῦτο πρέπει νὰ νοηθῇ σαφῶς, καὶ ὅταν νοηθῇ, δὲν θὰ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς κτηματίας: «πρέπει ν’ ἀφήσητε νὰ ξηρανθῇ καὶ καταστραφῇ ἓν μέρος τῆς σταφίδος σας, ἵνα σωθῇ τὸ ἕτερον, τὸ χρήσιμον εἰς βρῶσιν.»
§191Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἰσχυρίσθη κανεὶς τὸ ἐναντίον.
§192Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν φυσικὴν ἐξέλιξίν των. Τοῦτο θὰ ἦγε κατ’ ἀνάγκην τοὺς παραγωγοὺς εἰς τὴν μείωσιν τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν κτημάτων. Καὶ ὅτε παρετήρησέ τις, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο καταστροφή, ὁ κ. συνάδελφος καὶ ταύτην τὴν συνέπειαν δὲν ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον ν’ ἀποφύγῃ, κύπτων τὴν κεφαλὴν, καὶ αὐτὴν ἀκόμη, ἵνα δειχθῇ εὐσεβὴς πρὸς ἐκείνους τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ὠνόμαζεν ἐμπορικοὺς νόμους! Ἀλλ’ ἀκριβῶς τούτους, δηλαδὴ τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους, ἤθελε νὰ παραβιάσῃ. Διότι, ὅταν λέγητε εἰς ἐκεῖνον, ὅστις γνωρίζει ὅτι ἡ σταφὶς ἔχει διπλῆν χρησιμότητα, διπλᾶς τιμὰς, διπλῆν ἀξίαν, ὅταν λέγητε εἰς αὐτὸν, ὅτι τῷ ἀπαγορεύεται νὰ χωρίσῃ τὸ προϊόν αὐτοῦ εἰς δύο κατηγορίας καὶ νὰ διαθέσῃ ἑκάστην κεχωρισμένως, — καὶ ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν νὰ πωλήσῃ μὲ μικροτέραν τιμὴν καὶ τὰς δύο, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ οἰκονομικὸς νόμος, — ὅταν τῷ λέγητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χωρίσῃ, ἀλλὰ νὰ ὑποστῇ τὰς ζημίας, πωλῶν ἀδιακρίτως, παραβιάζετε τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους! Ἀλλὰ προβάλλετε τὸ ζήτημα: «καὶ τίς θὰ κάμῃ τὸν χωρισμὸν αὐτόν; εἶναι ἆρά γε ὁ χωρισμὸς δυνατός;» Βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο περὶ οἱουδήποτε ἄλλου προϊόντος, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸς, διότι τὰ προϊόντα φύονται ἐν παντὶ τόπῳ, δὲν ὑπάρχουσι προϊόντα παραγόμενα ἐν ὡρισμένῃ ἐκτάσει ὑπαγομένῃ εἰς τὴν κυριαρχίαν μιᾶς Πολιτείας. Ἐξαιρετικὴν ὅμως ἐν τῇ ἀνθρωπότητι παραγωγὴν ἀποτελεῖ τὸ προϊόν τῆς σταφίδος. Δὲν φύεται ἢ ἐν περιωρισμένῃ ζώνῃ, ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ ὑπάγεται ὁλόκληρον εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἐρωτῶσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες: «Θὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν παραγωγήν;» Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι οἰκονομικόν, διότι ὁ οἰκονομικὸς νόμος ἀπαιτεῖ, ὡς εἴδομεν, νὰ χωρίσωμεν τὸ προϊόν. Ἀλλὰ προβάλλει δημοσιονομικὸν ζήτημα: «Θὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν παραγωγήν, νὰ τὴν κανονίσῃ, νὰ τὴν περιορίσῃ;» Ὑπάρχουσι, Κύριοι, ἐν τῷ κόσμῳ ἰδεώδη, ἀλλὰ ταῦτα περιορίζονται ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν ἀνάγκας. Εἶναι βεβαίως ἕν ἰδεῶδες ἡ ἀποχὴ τῆς Πολιτείας ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὴν ἰδιωτικὴν δρᾶσιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἀνάγκαι, ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτουσαι, καὶ κόπτουσι τὰς πτέρυγας καὶ τούτου τοῦ ἰδεώδους, ὡς καὶ παντὸς ἄλλου. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ὑπῆρχον, καὶ ἡ Πολιτεία νὰ μὴ εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπεμβῇ. Θαυμάσιον θὰ ἦτο, ἡ κοινωνία ν’ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀνθρώπους, τοὺς ἰδεώδεις ἐκείνους, τοῦ Πλάτωνος, καὶ τότε ἡ Πολιτεία θὰ ἦτο ἴσως καὶ περιττή. Ἀλλ’ ὅμως, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα σήμερον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ Πολιτεία, ὅσον ἀνεπτυγμένη καὶ ἂν ἦναι ἡ σχετικὴ κοινωνία. Ὅσον δὲ ὀλιγώτερον τυγχάνει ἀνεπτυγμένη ἡ κοινωνία, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὰ τῶν ἰδιωτῶν. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μέγα δυστύχημα, οὐδὲ κίνδυνός τις. Δὲν φοβούμεθα πλέον σήμερον, καὶ ὑπὸ τὰς ἱστορικὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἐδημιουργήθη τὸ ἡμέτερον Κράτος, καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν, ἣν ἔχει τοῦτο, τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὴν σύστασιν τῶν διεπόντων τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ ὀργάνων, δὲν φοβούμεθα ἐπεμβάσεις τοῦ Κράτους πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν πολλῶν χάριν ἱστορικῶς ἐπιβεβλημένων ἀτόμων ἢ τάξεων. Τὸ μόνον, ὅπερ φοβούμεθα, ἢ μᾶλλον φοβοῦνται οἱ ὑπεράγαν ζηλωταὶ τῶν θεωριῶν, οἱ ἀξιοῦντες νὰ ὑποτάξωσιν εἰς τὰς θεωρίας των τὴν πραγματικότητα, εἶναι ἡ προσβολὴ γενικῶν τινων ἀξιωμάτων καὶ δογμάτων, σεβαστῶν ὡς ἰδανικῶν, ἀπεχόντων ὅμως ἀπὸ τὰς ἐπιτακτικὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ λελογισμένου συμφέροντος τῶν πολλῶν. Ὑπάρχει ἓν ἀξίωμα, τεῖνον νὰ περιορίσῃ τὴν δρᾶσιν τῆς Πολιτείας, νὰ καταστείλῃ ὅσον ἔνεστιν αὐτὴν, νὰ παρακωλύσῃ πᾶσαν ἐπέμβασιν αὐτῆς. Τὴν Πολιτείαν θέλουν ἐφορεύουσαν τὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀγῶνα τῶν ἀτόμων, καὶ ἀρνητικῶς παρακωλύουσαν ὑπερβάσεις τινὰς ἐν τῷ ἀγῶνι, ἃς χαρακτηρίζει ὡς ἐγκλήματα. Δὲν τῇ ἐπιτρέπουσι θετικῶς τὴν ῥύθμισιν τοῦ ἀγῶνος. Εἶναι τοῦτο ἕν ἰδεῶδες, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτρεψαν αἱ συνθῆκαι οὐδεμιᾶς κοινωνίας νὰ φθάσῃ οὐδεμία Πολιτεία. Καὶ ἡ ἰδική μας Πολιτεία, φοβοῦμαι ὅτι θὰ βραδύνῃ πολὺ περισσότερον πάσης ἄλλης. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας κἄτι τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς πτοῇ, ἵνα ἐξορκίζωμεν αὐτὸ ὡς πονηρὸν πνεῦμα, οὕτως ὥστε νὰ μᾶς ταράσσῃ τὰ νεῦρα, καὶ ἐνῷ δεχόμεθα ὅτι μέγα τι καλὸν εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τοῦ χωρισμοῦ τοῦ προϊόντος, ἐν τούτοις, ἅμα ὡς πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας, ἀμέσως διαμαρτυρώμεθα, καὶ ἀποστρέφοντες τὰ ὄμματα ἀπὸ τοῦ παρουσιαζομένου ὀργάνου πρὸς ἐπιβολὴν αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς Πολιτείας, ἀναζητοῦμεν ἀλλαχοῦ τὸ ὄργανον, καὶ μὴ εὑρίσκοντες αὐτὸ, ἱστάμεθα ἀποροῦντες καὶ ἀσχάλλοντες, διότι μᾶς διαφεύγει ἡ πραγματοποίησις ὀρθῆς ἰδέας, διότι ἐπιλείπει τὸ πρὸς ῥύθμισιν αὐτῆς ὄργανον! Τὸ ὄργανον αὐτὸ, δι’ οὗ θὰ ἐπιτύχωμεν τὸν ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν νόμων καταδειχθέντα ὠφέλιμον χωρισμόν, εἶναι πρόχειρον καὶ ἱκανὸν πρὸς τοῦτο, εἶναι ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής: «καὶ μὲ τί δικαίωμα θὰ τὸ ἐπιβάλητε διὰ τῆς Πολιτείας;» Ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος εἶναι πολὺ σχετική. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εἴπωμεν, ὅτι γνωρίζομεν ποῦ ἀρχίζει καὶ ποῦ σταματᾷ τὸ δικαίωμα. Τολμηρὸς θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπεφαίνετο, ὅτι τὸ δικαίωμα σταματᾷ ἐδῶ, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἄρχεται ἡ ἀδικία. Δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον, πέραν τοῦ ὁποίου ἐκτείνουσα τὴν ῥυθμιστικὴν αὑτῆς ἐξουσίαν ἡ Πολιτεία προσβάλλει δικαιώματα. Ἂν δεχθῶ, ὅτι δικαίωμα τοῦ ἑνός εἶναι νὰ εἴπῃ «δὲν θέλω τοῦτο», ὀφείλω νὰ δεχθῶ, ὅτι δικαίωμα καὶ τῶν πολλῶν εἶναι νὰ εἴπωσι «δὲν ὑποκύπτομεν εἰς τὰς ἰδιοτροπίας τοῦ ἑνός». Καὶ οὕτως ἔχομεν σύγκρουσιν μεταξὺ τῶν πολλῶν καὶ τοῦ ἑνὸς, καὶ ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ τακτοποιήσῃ τὰ συγκρουόμενα. Καὶ τοῦτο πράττει, ὅταν ὑποτάσσῃ εἰς τὰς ἐπιταγὰς τοῦ ἰδίου αὑτῆς καὶ τοῦ τῶν πολλῶν συμφέροντος τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ ἑνός, καὶ ἀναγνωρίζουσα τὴν θέλησιν τῶν πολλῶν ὡς ἐπικρατοῦσαν, διαγράφει τὰ ὅρια τοῦ δικαιώματος ἑκάστου. Ὅταν λοιπὸν ἡ Πολιτεία, ὄντος ἐνδεδειγμένου, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ὁ χωρισμὸς αὐτὸς τῶν δύο ποσοτήτων τῆς σταφίδος, ὅταν ἡ Πολιτεία λέγῃ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀντιδρᾷ κατὰ τοῦ χωρισμοῦ αὐτοῦ, «ὀφείλεις νὰ ὑποκύψῃς», δὲν προσβάλλει τὸ δικαίωμά του, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ λέγει εἰς αὐτόν: «ἕως ἐδῶ φθάνει τὸ δικαίωμά σου». Τοῦτο πράττουσα, ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτῆς, ὡς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ αἴρῃ τὰς συγκρούσεις, διαγράφουσα τὰ ὑπὸ τοῦ κοινοῦ καὶ τοῦ παραγνωριζομένου ἰδίου συμφέροντος ἐνδεικνύμενα ὅρια εἰς τὸ δικαίωμα ἑκάστου τὸ ἀτομικὸν, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτῆς ἀπορρέει καὶ ἄνευ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῆς δὲν ὑφίσταται. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, προσβολὴ δικαιώματος, ὡς πολλοὶ ἐφαντάσθησαν, πρόκειται κανονισμὸς τῶν δικαιωμάτων, πρόκειται κανονισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πολλῶν ἐπὶ κοινῷ συμφέροντι· δὲν πρόκειται βλάβη τοῦ δικαιώματος, πρόκειται καταστολὴ τῆς αὐθαιρεσίας. Διότι αὐθαιρεσία εἶναι ἡ ἀντίρρησις τοῦ ἑνὸς, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεγνωρίσθη, ὅτι τὸ καθ’ οὗ ἀντιλέγει εἶναι χρήσιμον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ, ὅτι εἶναι διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἴδιον ὠφέλιμον. Κατὰ τοιαύτην, Κύριοι, ἔννοιαν ἀντιλαμβάνομαι τὴν παρακράτησιν χωρισμὸν τῶν δύο ποσοτήτων, τῆς ποσότητος τῆς χρησιμευούσης ἐπὶ τὴν πρώτην χρησιμότητα, καὶ ἐχούσης τιμὴν μεγαλειτέραν, καὶ τῆς ποσότητος τῆς χρησιμευούσης ἐπὶ τὴν ἄλλην χρησιμότητα, καὶ ἐχούσης τιμὴν μικροτέραν. Εἶναι ἐπιβεβλημένος ὁ χωρισμὸς, διότι εἶναι πασίγνωστος οἰκονομικὴ ἀλήθεια, ὅτι, ὅταν ἐμπόρευμά τι προσφέρηται ἐν συνόλῳ εἰς πλείονας καταναλωτὰς, δυναμένους καὶ θέλοντας νὰ προσφέρωσι διαφόρους τιμὰς, ἡ τιμὴ, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ διατεθῇ τὸ ὅλον, εἶναι ἡ μικροτέρα τῶν τιμῶν, ἃς δύνανται καὶ θέλουσι νὰ προσφέρωσιν οἱ καταναλωταὶ, εἰς τοὺς ὁποίους προσφεύγομεν. Κατέδειξα δὲ πρὸ μικροῦ, ὅτι οὐδενὸς τὸ δικαίωμα προσβάλλει, οὕτω πράττουσα, ἡ Πολιτεία, ἤτοι ἐπεμβαίνουσα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ χωρισμοῦ, ὅτι δὲν προχωρεῖ πέραν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνατεθῆ εἰς αὐτὴν ἐν τῇ συγχρόνῳ ἐποχῇ, ὅτι δὲν ἐνεργεῖ τι τὸ μὴ ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῶν πραγμάτων κατὰ τὴν ὑποκειμένην ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας, ὅτι δὲν ἐνεργεῖ τι ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ δικαίου, ἥτις κρατεῖ ἐν παντὶ τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ. Πᾶσαι αἱ Πολιτεῖαι ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν τιμῶν ἐπεμβαίνουσιν. Ἡ θεωρία, τὸ ἰδανικὸν διδάσκει, ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης, ὁλόκληρος ἡ γηΐνη σφαῖρα ἔπρεπε νὰ ἦναι ἓν καὶ μόνον παραγωγικὸν πεδίον, οὐδένα ἔχον φραγμὸν, μία καὶ μόνη ἀγορὰ, ἵνα ἐφαρμόζηται ἡ ἀνθρωπίνη δραστηριότης ἐκεῖ, ὅπου δύναται ὡς πλείονα νὰ παραγάγῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία. Τοιαύτη ὅμως δὲν εἶναι ἡ πρᾶξις οὐδεμιᾶς Πολιτείας. Δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς ὁ Γερμανός, ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς ἀμερικανικοὺς σίτους νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶσι νὰ μείνωσι χέρσοι οἱ ἀγροὶ τῆς Γερμανίας. Δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς ὁ Ρῶσσος, ὅταν ἀποκλείῃ τὴν σταφίδα, ἵνα μὴ καταπολεμήσῃ τὴν παραγωγὴν τῶν οἴνων ἐν Βεσσαραβίᾳ. Δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς ὁ Γάλλος, ὅταν ἀποκλείῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ, ἵνα μὴ καταπολεμήσῃ τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων τῆς Γαλλίας. Ὅλαι αὐταὶ αἱ χῶραι τεχνητῶς διατηροῦσι τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων, καὶ παρακωλύουσι τὸν συναγωνισμόν, ἐπεμβαίνουσαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὠνόμαζεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς δικαίωμα τοῦ ἀτόμου· διότι τί σπουδαιότερον τοῦ δικαιώματος νὰ ἀγοράζω ἐκεῖ, ὅπου εὗρον τὰ χρήσιμα, καὶ νὰ μεταφέρω αὐτὰ εἰς τὸν τόπον μου; Ἡ σχέσις τῶν ἐπεμβάσεων τούτων τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν συντελουμένην διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως ἐπέμβασιν εἶναι, ὅτι κατ’ ἀμφοτέρας πρόκειται ἀκριβῶς περὶ ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς τιμῆς. Ὑπάρχει ἡ διαφορά, ὅτι ἐδῶ γίνεται ἡ ἐπέμβασις ἐπὶ τῶν ἔσωθεν ἐξαγομένων, ἐκεῖ δὲ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως. Διότι ἐκεῖ μόνον κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν δύναται νὰ ὑποστῇ τὸ ἐμπόρευμα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας, ἐδῶ δὲ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως, διότι μόνον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἔχει τὴν εὐκαιρίαν ταύτην ἡ Πολιτεία. Ἀλλὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἀκριβῶς πρόκειται, περὶ ἐπιδράσεως ἐπὶ τῶν τιμῶν ἐγχωρίου προϊόντος διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας. Ἐκεῖ, ὅπου δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Πολιτεία, ἐπεμβαίνει, ἐπιδρῶσα ἐπὶ τῶν τιμῶν, καὶ διὰ τῆς νομοθεσίας καθιστᾷ τὸ προστατευόμενον προϊόν ἀκριβώτερον. Πάντοτε πρόκειται περὶ ἐπιδράσεως τῆς Πολιτείας, συνεπαγομένης μεταβολὴν εἰς τὰς φυσικὰς τιμὰς διὰ τῆς καταστολῆς τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ...
§193Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ξένων καὶ ἐντοπίων.
§194Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νομίζει, φαίνεται, ὁ κύριος συνάδελφος, ἀναζητῶν διάκρισιν μεταξὺ ξένων καὶ ἐντοπίων, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑψώνωνται αἱ τιμαί, ὅταν πρόκηται οἱ ἐντόπιοι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τοῦ μέτρου. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ ἐκεῖ· διότι εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν τῶν ἐντοπίων προϊόντων ἀποβλέπουσιν οἱ διατάσσοντες τοὺς προστατευτικοὺς δασμούς. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ σταφὶς ἔχει τὴν δευτέραν χρησιμότητα, διατὶ δὲν διετέθη ἀμέσως τὸ παρακράτημα εἰς αὐτήν, καὶ δὲν διετέθη κατὰ τιμὰς ἱκανοποιητικάς; Ὅτι ἡ σταφὶς ἔχει τὴν χρησιμότητα ταύτην, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι διὰ τῆς ἐλευθέρας οἰνοποιήσεως αὐτῆς δὲν θὰ αὐξηθῇ ὑπερμέτρως ἡ οἰνοπαραγωγὴ τῆς χώρας. Ὄχι ἂν οἰνοποιηθῇ τὸ παρακράτημα τῆς σταφίδος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἂν οἰνοποιηθῇ ὁλόκληρος ἡ σταφὶς, ὄχι ἡ περισσεύουσα ἀπὸ τῆς καταναλώσεως τῆς βρώσεως ποσότης, ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη ποσότης, δὲν θὰ γείνῃ μεγάλη ἡ παραγωγὴ τῶν οἴνων. Τοῦτο λέγουσιν οἱ ἀριθμοί· διότι πόση νομίζετε, ὅτι εἶναι ἡ παραγωγὴ τῶν οἴνων ἐν Ἑλλάδι; Ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα, τῆς ὁποίας ἡ κυριωτέρα παραγωγὴ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ τῶν οἴνων, εἶναι ἀπίστευτον, πόσον μικρὰ εἶναι ἡ παραγωγὴ αὕτη, ἀναλόγως πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας. Ἔχω ἐνώπιόν μου στατιστικὴν τῆς παραγωγῆς τοῦ 1900. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος παράγει 163,100,000 ἑκατόλλιτρα· ἐξ αὐτῶν πόσα νομίζετε, ὅτι παράγει ἡ Ἑλλάς; 770,000 ἑκατόλλιτρα. Ὁ ἀριθμὸς ἔχει ληφθῆ ἐπισήμως, ἐκ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ὑποθέτω...
§195Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ἐβεβαιώθη, ὅτι εἶναι 800,000· φθάνουσι λοιπὸν τὸ ἓν ἑκατομμύριον.
§196Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἂν δεχθῆτε, δὲν μεταβάλλεται ἡ ἀναλογία· ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς ἔχει ληφθῆ ἀπὸ τὸ «Bulletin de Statistique».
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνω τῶν 130,000,000 ὀκάδων παράγει, ἀλλὰ καὶ πάλιν μικρὰ εἶναι ἡ ἀναλογία.
§198Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν ἔλαβον ἀπὸ τὸ «Bulletin de Statistique»· ἐκεῖ δὲ ὁ συντάξας σημειοῖ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐπίσημοι· πόθεν ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν, δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἐπίσημος. Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐξήσητε τὸ ποσὸν, πάλιν τὸ πρᾶγμα δὲν μεταβάλλεται. Καὶ ἂν ἓν ἑκατομμύριον ἑκατόλλιτρα παράγῃ ἡ Ἑλλὰς, πάλιν ἡ παραγωγὴ αὕτη εἶναι μικρά. Βεβαίως δύναταί τις νὰ θέτῃ οἱονδήποτε ἀριθμὸν θέλει, καὶ νὰ συναγάγῃ οἷον θέλει συμπέρασμα, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀριθμῶν, ὁ συλλογιζόμενος πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, τί βεβαιοῦται δι’ ἐγγράφων· δὲν δικαιοῦται νὰ θέτῃ οἱονδήποτε ἀριθμὸν θέλει ἢ καὶ ὑποθέτει, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἀριθμοὶ βεβαιωμένοι ἐπισήμως.
§199Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἀσφαλῶς βεβαιωμένον, ὅτι ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον στρεμμάτων· ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι δύο ἑκατόλλιτρα παράγει ἕκαστον στρέμμα, ἰδοὺ ὅτι θὰ ἔχωμεν δύο ἑκατομμύρια.
§200Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ δεκαετίας περίπου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμαι ἐπισήμως ἐξέτασιν καὶ ἔρευναν περὶ τῆς παραγωγῆς τῶν οἴνων, εὗρον δὲ τότε, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἡ ὁλικὴ, ὄχι μόνον ἡ φορολογουμένη, —διότι γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει καὶ παραγωγή, ἥτις δὲν φορολογεῖται, — εὗρον ὅτι ἡ παραγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 130,000,000 περίπου ὀκάδας· σήμερον αὕτη εἶναι ἀνωτέρα, ὥστε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν 2,000,000 ἑκατόλλιτρα περίπου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν δὲν ἀναιρεῖ τὴν βάσιν τῶν συλλογισμῶν σας.
§201Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀνεκοίνωσα τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Δεχθῆτε οἱονδήποτε ἀριθμὸν θέλετε. Καὶ ἂν διπλασιάσητε τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, ὁ ἀριθμὸς μένει ἐλάχιστος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ εἶναι ἐλάχιστος, διότι ἡ Σερβία σημειοῦται ἐν τῇ στατιστικῇ ἐκείνῃ μὲ 1,400,000 ἑκατόλλιτρα. Τῆς Βουλγαρίας δὲ, Κύριοι, ὁ ἀριθμὸς εἶναι καταπληκτικώτερος, εἶναι 3,600,000 ἑκατόλλιτρα. Ἡ Βουλγαρία ἔχει παραγωγὴν οἴνων 3,600,000 ἑκατολλίτρων. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν παράγει ὅσους οἴνους ἔπρεπε νὰ παράγῃ. Καὶ ἂν ὁλόκληρος ἡ σταφὶς, ἡ τρωγομένη ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἔπαυε νὰ ᾖναι χρήσιμος ὑπὸ τὴν μορφὴν, ἣν ἤδη ἔχει, καὶ ἂν ὁλόκληρος ἡ σταφιδοπαραγωγὴ μετεβάλλετο εἰς οἴνους, καὶ πάλιν δὲν θὰ ἔφθανεν εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς Σερβίας καὶ τῆς Βουλγαρίας κατ’ ἀναλογίαν· διότι σημειώσατε, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἔχει μικροτέραν ἐδαφικὴν ἔκτασιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔχει καὶ ἐκτάσεις, ἐν αἷς καλλιεργοῦνται σιτηρά, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας, ἐκτάσεις δυναμένας νὰ χρησιμεύσωσι διὰ σιτηρὰ καὶ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην παραγωγὴν μὲ ἴσην καθαρὰν ἀπόδοσιν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην, Κύριοι, ν’ αὐξήσωμεν τὴν οἰνοπαραγωγὴν, καὶ ἀντὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰς σταφιδαμπέλους νὰ ξηρανθῶσι, νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς καταναλώσεως τῆς πρὸς βρῶσιν σταφίδος περισσεύει, εἰς αὔξησιν τῆς οἰνοπαραγωγῆς μας. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε: «αὕτη ἡ αὔξησις εἰς τί μᾶς χρησιμεύει, ἀφοῦ μόνον μ’ ἐξηυτελισμένας τιμὰς δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν αὐτό;» Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Ὅταν πρόκηται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἓν προϊόν, ὅπως ὁ οἶνος, ῥιπτόμενος εἰς τὴν παγκόσμιον ἀγορὰν καὶ μετέχων τοῦ συναγωνισμοῦ τῆς παραγωγῆς ὅλων τῶν ἄλλων τόπων, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ βιομηχανικόν, νὰ μεταβληθῇ δηλαδὴ ἡ σταφὶς εἰς οἶνον. Εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἐμπορικόν, τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως τῶν πελατῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ πίωσι τὸν οἶνον. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο δὲν λύεται ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ στιγμῇ. Καὶ ἐνταῦθα, ἐν Ἑλλάδι, μᾶς παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς σταφίδος εἰς οἴνους ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ στιγμῇ. Εἴχομεν τὴν Γαλλίαν καταναλίσκουσαν μέγα ποσόν· ἔκλεισεν ἡ πύλη τῆς Γαλλίας, καὶ μᾶς ἔμειναν αἱ σταφίδες αἱ καταναλισκόμεναι εἰς αὐτήν. Βεβαίως δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ εἰς οἴνους τὰς σταφίδας ἐκείνας, καθ’ ὃν τρόπον τὰς ἐχρησιμοποίει καὶ τὰς ἐπλήρωνεν ἡ Γαλλία, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰς χρησιμοποιήσωμεν, ἔχομεν ἀνάγκην πελατείας, καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν αὐτὴν, ἔχομεν ἀνάγκην ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔθετον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἡμετέρας σταφίδος οἱ Γάλλοι. Διότι οἱ Γάλλοι, ἀγοράζοντες τὴν σταφίδα, δὲν ἔκαμνον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ τὴν οἰνοποιῶσιν, ἀλλ’ οἰνοποιοῦντες ἔθετον συγχρόνως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς οἰνοποιημένης σταφίδος τὴν ἐμπορικὴν πεῖραν αὐτῶν, τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις αὐτῶν, τὸ ὄνομα αὐτῶν τὸ ἐμπορικόν. Ἡμεῖς, ὅτε ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ σταφὶς, ἵνα μόνοι τὴν χρησιμοποιήσωμεν, δὲν εἴχομεν αὐτὰ τὰ ἐφόδια. Τὰ ἐφόδια αὐτὰ ἀπαιτοῦσι χρόνον. Δὲν εἶναι ἄχρηστον τὸ προϊόν, τὸ ὁποῖον οἱ Γάλλοι ἐχρησιμοποίουν δι’ οἴνους, —διότι οἱ Γάλλοι δὲν τὸ χρησιμοποιοῦσι πλέον· δύνανται νὰ τὸ χρησιμοποιήσωσιν ἄλλοι, διότι εἰς τὸν κόσμον ὅλον καταναλίσκονται οἶνοι.—Δὲν εἶναι ἄχρηστον τὸ προϊόν, διότι ἔλειψεν ὁ εἷς βιομήχανος, ὁ ὁποῖος τὸ μετεχειρίζετο. Δυνάμεθα μόνοι μας νὰ τὸ κατεργασθῶμεν βιομηχανικῶς. Ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ διαθέσωμεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου, ἵνα δημιουργήσωμεν τὸ ἐμπορικὸν μέρος τῆς ἐπιχειρήσεως, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν διάθεσιν τοῦ πράγματος. Καὶ τοῦτο δὲν αὐτοσχεδιάζεται. Δημιουργεῖται βαθμηδόν, καὶ δημιουργούμενον ἔχει ἀνάγκην χρόνου, ἵνα ἐργασθῇ καὶ παρουσιάσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Καὶ ἤρχισε, Κύριοι, τὸ ἐμπορικὸν τοῦτο μέρος δημιουργούμενον ὁλονὲν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν· ἱδρύθησαν οἰνοποιητικαὶ βιομηχανίαι· ἀλλ’ αἱ βιομηχανίαι αὗται προσεπάθησαν νὰ εὕρωσι καὶ καταναλωτὰς τῶν προϊόντων αὐτῶν. Ἐστράφησαν εἰς τὰς ξένας ἀγοράς· συνῆψαν σχέσεις ἐκεῖ ἐμπορικάς. Καὶ σημειώσατε ἀκόμη καὶ τοῦτο· ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἐκ τῆς σταφίδος παραγόμενος οἶνος δὲν ἔχει ἀνταγωνιστὰς ὅλους τοὺς οἴνους τῆς ἀλλοδαπῆς· τοὺς πλείστους ἐξ αὐτῶν, ἀντὶ νὰ τοὺς ἔχῃ ἀνταγωνιστὰς, ὡς ἦτο φυσικὸν, ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἀγορᾷ, ἔχει συμμάχους, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ τὸν ἀποδιώκωσι, τὸν ζητοῦσι δι’ ἀνάμιξιν. Αὐτὴ ἡ Σερβία, ἡ ἔχουσα παραγωγὴν ἴσως μείζονα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν ἐντοπίαν κατανάλωσιν, λαμβάνει οἴνους Ἑλληνικούς, διὰ νὰ τοὺς ἀναμιγνύῃ μετὰ ἰδικῶν της. Αὐτὴ ἡ Βουλγαρία, ἡ ἔχουσα βεβαίως μείζονα παραγωγὴν ἀπὸ τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ἐντοπίαν κατανάλωσιν, ἀγοράζει οἴνους Ἑλληνικοὺς ἐκ σταφίδος, διὰ νὰ τοὺς ἀναμιγνύῃ. Ἔχομεν λοιπὸν οἴνους, ὅπως ἔχουσι καὶ οἱ ἄλλοι. Εὑρισκόμεθα κατὰ τοῦτο εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ τῶν ἄλλων λαῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσκέφθησαν νὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους αὐτῶν, μολονότι καὶ αὐταὶ βεβαίως ὑφίστανται διακυμάνσεις εἰς τὰς τιμάς. Ἔχομεν παραγωγὴν οἴνων, ἐχόντων ἓν ἐπὶ πλέον πλεονέκτημα, ὅτι ζητοῦνται ἀπὸ τοὺς οἴνους ἐκείνους. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι βελτιοῦσι τοὺς οἴνους ἐκείνους, δὲν τοὺς ἀντικαθιστῶσι, καὶ διὰ τοῦτο οἱ οἶνοι οἱ ἐκ τῆς σταφίδος καταναλίσκονται, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ ἐν Σερβίᾳ καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἐν τῇ κατ’ ἐξοχὴν οἰνοφόρῳ χώρᾳ, τῇ πασχούσῃ ἐκ πληθώρας οἴνων, τῇ Ἰταλίᾳ...
§202Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀγοράζονται οἶνοι ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν· ἀγοράζεται μιστέλιον. Εἶναι διαφορὰ μεγάλη.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§204ΔΗΜ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὅπως δύναται νὰ κατασκευασθῇ οἶνος ἐκ τῆς ἡμετέρας σταφίδος, δύναται μετὰ τῆς αὐτῆς πλήρους εὐκολίας νὰ κατασκευασθῇ καὶ μιστέλιον. Ἀναλόγως τῆς ζητήσεως τῆς καταναλώσεως δυνάμεθα ἐκ τῆς σταφίδος νὰ προσφέρωμεν οἶνον ἢ μιστέλιον. Ὁμιλῶν λοιπὸν περὶ οἴνων, περιλαμβάνω καὶ ταύτην τὴν κατηγορίαν ἐν αὐτοῖς. Διότι τὸ μιστέλιον δύναται νὰ διαφέρῃ τοῦ οἴνου ἐν τῇ χημικῇ αὐτοῦ ὑποστάσει, ὅπως θὰ σᾶς ἀναπτύξῃ ὁ κ. συνάδελφος μετ’ ὀλίγον, εἰσερχόμενος εἰς τὸ χημικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ οἰκονομικῶς δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, ἂν ὑπὸ τὴν μορφὴν οἴνων ἢ ὑπὸ τὴν μορφὴν μιστελίου ζητεῖται καὶ καταναλίσκεται ἡ σταφίς. Ὅταν λοιπὸν λέγωμεν οἶνον, περιλαμβάνομεν καὶ τὸ μιστέλιον· διότι τὸ μιστέλιον εἶναι μία περαιτέρω χρησιμοποίησις τῆς σταφίδος. Κατὰ τοιαύτην λοιπὸν ἔννοιαν, Κύριοι, ἡ παρακράτησις οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ χωρισμὸς τῶν δύο ποσοτήτων, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσιν ἡ μὲν πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς μιᾶς χρησιμότητος, ἡ δὲ πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἑτέρας χρησιμότητος. Ἐὰν τὰς ἀφήσωμεν ἡνωμένας, θὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν τῆς κατωτέρας χρησιμότητος· ἐὰν τὰς χωρίσωμεν, θὰ ἔχωμεν ἀμφοτέρας τὰς τιμάς· ἑνοῦντες δὲ ἀμφοτέρας, θὰ ἤμεθα ἱκανοποιημένοι. Ἐρωτᾶται ἤδη: οὕτω τιθεμένης τῆς παρακρατήσεως, ποῦ πρέπει νὰ τεθῇ ὁ χωρισμός; ἐκεῖ, ὅπου ἐπιτυγχάνομεν τὴν διάκρισιν τῶν δύο ποσοτήτων, ἢ ἐκεῖ, ὅπου δὲν τὴν ἐπιτυγχάνομεν, ἀλλ’ ἀφίνομεν μέγα ποσὸν πρὸς τὸ μέρος τῆς μιᾶς χρησιμότητος ἄχρηστον δι’ αὐτὴν, πρὸς τὸ μέρος τῆς χρησιμότητος διὰ τὴν βρῶσιν, τῆς ἐχούσης τὴν μεγαλειτέραν ἀξίαν; Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλη, παρὰ ὅτι ὁ χωρισμὸς πρέπει νὰ τεθῇ ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου χρειάζεται, ὥστε νὰ χωρίσῃ ἐντελῶς τὰς δύο ποσότητας. «Μᾶς ἀφαιρεῖ», λέγουσι, «τόσον μέρος τοῦ προϊόντος μας.» Δὲν σᾶς ἀφαιρεῖ κανὲν μέρος τοῦ προϊόντος σας. Σᾶς ἐπιβάλλει τὴν χρησιμοποίησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία μόνη δύναται νὰ γείνῃ, αὐτοῦ τοῦ μέρους τοῦ προϊόντος σας, χωρὶς νὰ παραβλάψῃ καὶ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ προϊόντος σας. Δὲν σᾶς ἀφαιρεῖ τίποτε, ὅπως νομίζετε, ἢ ὅπως λέγετε ὅτι νομίζετε. Βεβαίως, ὅταν τὸ ποσοστὸν ὑπερβῇ ἓν μέτρον, θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπιστρέφηται εἰς τὸν παραγωγὸν τὸ προϊόν τῆς διαθέσεως αὐτοῦ τοῦ παρακρατήματος, καὶ νὰ μὴ περιέρχηται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, μὴ θίγον τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως, μὴ θίγον τὴν ἀρχὴν τοῦ συστήματος. Ἂν πρέπει τὸ ἀντίτιμον ὁλοκλήρου τοῦ ἑνὸς μέρους τοῦ προϊόντος νὰ παρέχηται εἰς τὸ καταναγκαστικὸν τοῦτο ταμιευτήριον τῶν κτηματιῶν, εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἐπιστρέφηται εἰς αὐτοὺς, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου λέγω ἀπροκαλύπτως τὴν γνώμην μου, ὅτι ἐγὼ θὰ ἐφρόνουν ὀρθότερον, κατὰ μέγιστον μέρος νὰ ἐπιστρέφηται εἰς αὐτοὺς, καὶ μόνον ἐλάχιστον μέρος ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν αὐτὴν ἀποταμίευσιν, ἡ ὁποία λέγεται Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη· πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ αὕτη εἶναι, ὅτι ἡ παρακράτησις ἡμῶν οὐδὲν μέρος τοῦ προϊόντος ἀφαιρεῖ, ὅπως λέγετε· σᾶς ἐπιβάλλει τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ μέρους τοῦ προϊόντος σας, ἡ ὁποία καὶ αὐτὸ θὰ καταστήσῃ χρήσιμον καὶ τὸ ἄλλο δὲν θὰ βλάψῃ. Ὑπάρχει εἷς ἀμείλικτος οἰκονομικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον καὶ προηγουμένως ἀνέφερα, ὁ νόμος ἐκεῖνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅταν προϊόν τι προσφέρηται ἔν τινι ποσότητι, θὰ πωληθῇ μὲ ἐκείνας τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ προσφέρωσιν οἱ καταναλωταὶ, οἱ προσφέροντες τὰ ὀλιγώτερα. Δὲν θὰ πωληθῇ μὲ τὴν μέσην τιμὴν, δὲν θὰ πωληθῇ μὲ τὴν ἀνωτάτην τιμὴν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἡ πρώτη κατηγορία τῶν καταναλωτῶν. Θὰ πωληθῇ τὸ ὅλον μὲ τὴν κατωτάτην ἐκείνην τιμὴν, ἣν προσφέρει ἡ τελευταία κατηγορία τῶν καταναλωτῶν. Ὅταν ἔχητε μεγάλην ποσότητα προϊόντος, ἔχετε ἀνάγκην πολλῶν καταναλωτῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι διατεθειμένος νὰ δώσῃ ὁ τελευταῖος ἐξ αὐτῶν, ἐκεῖνο θὰ λάβητε διὰ τὸ ὅλον. Εἶναι νόμος οἰκονομικὸς ἀμείλικτος αὐτός. Ἐὰν λοιπὸν ἀφήσητε ἀχώριστον τὴν σειρὰν τῶν καταναλωτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὸ προϊόν διὰ βρῶσιν, ἀπὸ τὴν σειρὰν τῶν καταναλωτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ θέλουν δι’ οἰνοποίησιν, θὰ ἐπιτύχητε διὰ τὸ ὅλον τὴν τιμὴν τῶν οἰνοποιῶν. Αὐτὸς εἶναι νόμος οἰκονομικός. Ἐὰν τὸ χωρίσητε, θὰ ἐπιτύχητε χωριστὰς τιμάς. Αὐτὸς ἐπίσης εἶναι νόμος οἰκονομικός. Κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν, Κύριοι, ἀντιλαμβάνομαι τὴν παρακράτησιν, καὶ κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν φρονῶ, ὅτι τὸ ποσοστὸν δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἐκ τῶν προτέρων περιωρισμένον· πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ἵνα κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ προϊόν παρασκευάζεται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κανονίσωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ταύτῃ τῇ χρησιμότητι θὰ διατεθῇ, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἐκείνῃ τῇ χρησιμότητι θέλει χρησιμεύσει. Βεβαίως δὲν ἀποδέχομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχὴν, ὅτι πρέπει ὁ προσδιορισμὸς οὗτος νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὑποχρεωτικῶς ἀποφαινομένην. Νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος τοιούτου, πρέπει τὴν ἀπόφασιν νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς βεβαίως θὰ βαρύνῃ πολὺ ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δύναται νὰ στηρίζηται μόνον ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνδεδειγμένης ἀνάγκης. Ἀλλὰ παρὰ τὰ πράγματα, Κύριοι, τὰ ὑποπίπτοντα εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχομεν καὶ ὑποχρεώσεις ἄλλας, ἔχομεν δεσμεύσεις ἐκ τοῦ παρελθόντος, δεσμεύσεις διὰ τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἀνταλλάγματα. Βεβαίως αἱ δεσμεύσεις ἐκεῖναι ἐκτείνονται μέχρις ἑνὸς ὁρίου, τὸ ὁποῖον δύναται ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ περιστάσει νὰ συζητηθῇ. Ἐνδέχεται κατάλληλος ἐνέργεια νὰ πείσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον προβάλει ἐκ τῶν δεσμεύσεων ἐκείνων δικαίωμα, ὅτι δὲν ἐκτείνεται τὸ δικαίωμα αὐτῶν μέχρι τοσούτου. Εἶναι πιθανὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ προσήκουσα παράστασις τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ παραγωγὴ, θὰ πείσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἔχουσι δικαίωμα ἐκ τῶν δεσμεύσεων ἐκείνων, νὰ μὴ κάμνωσι χρῆσιν αὐτοῦ ἀμείλικτον. Ἐνδέχεται ἴσως καὶ νὰ πεισθῶσι νὰ μὴ προβάλωσι κἄν τὴν ὕπαρξιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ταῦτα πάντα δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἕτερός τις παρὰ ἡ Κυβέρνησις. Ὀφείλομεν λοιπὸν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν ἔχει μόνον τὴν ὄψιν του τὴν οἰκονομικὴν, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ὄψιν του τὴν πολιτικὴν, ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν τὴν τελευταίαν λέξιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νὰ φωτίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐπιτροπὴ, παρέχουσα τὰς πληροφορίας περὶ τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ τὴν τελευταίαν λέξιν, σταθμίζουσα ὄχι μόνον τὴν οἰκονομικὴν ὄψιν τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτικὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην ὄψιν, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ παρουσιασθῇ. «Ἀλλὰ, λέγουσι, θέλετε νὰ φθάσητε μὲ τὸ παρακράτημα αὐτὸ εἰς τὸ ἀπεριόριστον, εἰς 50, εἰς 60, εἰς 70%». Ποσῶς. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτη ἀνάγκη· ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην, καθ’ ὡρισμένα ἔτη νὰ ὑπερβῶμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἰσχύει καὶ ἀρκεῖ καὶ ὑπεραρκεῖ διὰ τὰ συνήθη ἔτη. Ἔχομεν, Κύριοι, μέχρι τοῦδε νενομοθετημένην τὴν παρακράτησιν μέχρι τῶν 20%. Ἐφηρμόσθη ἡ παρακράτησις μέχρι τοῦ ὁρίου, μέχρι τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται, ἄλλοτέ ποτε, πλὴν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο; Ὄχι! Ἐπετρέπετο μέχρις 20%, καὶ οὐδέποτε ἐφηρμόσθη μέχρι τῶν 20%. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὁ φόβος τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας τῆς παρακρατήσεως, δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξαν, ἐὰν ἀφεθῇ τὸ ποσοστὸν ἀπεριόριστον· διότι, καὶ ἂν ἦτο ἀπεριόριστον, δὲν θὰ ἔφθανεν ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ τῆς παρακρατήσεως πέραν τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε· διότι δὲν ἠμποδίσθη νὰ φθάσῃ πέραν τοῦ σημείου τούτου ἐκ τοῦ τεθειμένου ἐν τῷ νόμῳ ὁρίου, διότι δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦτο τῶν 20%.
§205Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1902–1903 ἦτο 20%.
§206Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μόνον ἐφέτος. Βεβαίως δὲν μοὶ παρέχει, οὐδὲ παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν καμμίαν πληροφορίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Μερλόπουλος, βεβαιῶν ὅτι ἐφέτος ἔχει τεθῆ τὸ 20%· οὐδὲ ὑπέθεσέ τις ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι ἐγώ, λέγων ὅτι οὐδέποτε ἐτέθη τὸ 20%, ἐνόησα ὅτι δὲν ἐτέθη οὐδ’ ἐφέτος, οὐδὲ ἠθέλησα νὰ ἀποκρύψω τὸ πασίγνωστον. Ἀλλὰ καὶ τὸ εἶπον σαφῶς, καὶ μόνον ὁ κ. Μερλόπουλος δὲν τὸ ἤκουσεν· ὡμίλησα περὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἀκριβῶς τὸ ἔτος τὸ ἐφετεινὸν παρουσίασεν ἐξαιρετικὰς ἀνάγκας.
§207Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει τότε τὸ ἀπεριόριστον, ἀφοῦ δὲν θὰ τὸ ἐφαρμόσητε;
§208Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. «Ποίαν ἔννοιαν», Κύριοι, «ἔχει τότε τὸ ἀπεριόριστον», ἐρωτᾷ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, «ἀφοῦ δὲν θὰ τὸ ἐφαρμόσητε;»
§209Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω τὴν ἀπάντησιν.
§210Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τί νομίζετε ὅτι θὰ σᾶς εἴπω;
§211Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς προπωλήσεις.
§212Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι· δὲν θὰ σᾶς εἴπω αὐτάς. Ὥστε δὲν γνωρίζετε τὴν ἀπάντησιν. Παραιτοῦμαι αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως, διότι δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅ,τι γνωρίζετε· θὰ σᾶς εἴπω ἄλλο. Ὁ λόγος, Κύριοι, εἶναι πρόδηλος. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μίαν δεκαετῆ σειρὰν παραγωγῆς σταφίδος, θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ προϊὸν τοῦτο, ὅπως καὶ ὅλα τὰ προϊόντα, παρουσιάζει ποικιλίας κατὰ τὴν ποσότητα τῆς ἐτησίας παραγωγῆς· ὁτὲ μὲν αὐξάνει, ὁτὲ δ’ ἐλαττοῦται· ἀλλ’ ὁ μέσος ὅρος εἶναι περὶ τὰ 300,000,000, καὶ ἴσως κατώτερος κατά τι τῶν 300,000,000. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐξαιρετικὸν ἔτος 1900, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε πλήρης σχεδὸν καταστροφή, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰ ἄλλα δέκα ἔτη, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς εἶναι κάτω τῶν 300 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ παρακράτησις ποσότητα τοῦ παρακρατήματος μέχρι τοῦ τρέχοντος ἔτους, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ μέσος ὅρος δὲν φθάνει οὔτε εἰς 17%. Καὶ ἐπήρκεσεν ὁ μέσος αὐτὸς ὅρος μέχρι τοῦ τρέχοντος ἔτους...
§213Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι σήμερον ἐλογαριάσατε;
§214Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη. Βλέπετε ὅτι δὲν ἐχρειάσθη νὰ ἐφαρμοσθῇ μέσος ὅρος ὑπερβαίνων τὸ 20%. Ἀλλὰ, Κύριοι, συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 300,000,000, ὅτι κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν παρακράτησιν κατὰ μέσον ὅρον πέραν τοῦ 17 ἢ 18%, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ἔχομεν φόβον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερβῶμεν τὸ φυσικὸν μέτρον ἐν τῷ προσδιορισμῷ τοῦ ποσοστοῦ. Εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ, ὡς συμβαίνει συνήθως, κατὰ ἓν ἐκ τῶν ἐτῶν αὐτῶν νὰ ἔχωμεν ἔκτακτον παραγωγὴν, παραγωγὴν, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐπαρκῇ τὸ 20, οὔτε τὸ 25%. Βεβαίως, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν παραγωγὴν ταύτην χωρὶς νὰ παρακρατήσωμεν ἀνάλογον ποσὸν, θὰ ἐπέλθῃ καὶ τοῦ ὑπερβάλλοντος αὐτοῦ ἀπορρόφησις, διότι μετὰ 1 ἢ 2 ἢ 3 ἔτη θὰ ἐπακολουθήσουν ἔτη ἀφορίας, μικρότεραι παραγωγαί, αἱ ὁποῖαι θὰ καταναλώσουν καὶ τὴν ἰδίαν παραγωγὴν καὶ τῆς προηγουμένης τὸ περίσσευμα. Περὶ τούτου οὐδεὶς χωρεῖ δισταγμός, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ δισταγμὸν, ὅταν ἐμπιστευθῇ εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἔχῃ μίαν ὀδυνηρὰν συνέπειαν, διότι μέχρις ὅτου ἔλθῃ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ ἡ ἀπορρόφησις, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ ἔλλειψις παραγωγῆς, ὥστε νὰ καταναλωθῇ καὶ τὸ περίσσευμα αὐτὸ, ἐνδεχόμενον νὰ παρέλθουν δύο, τρία, τέσσαρα ἢ καὶ πλείονα ἔτη, ὅλων δὲ αὐτῶν τῶν ἐτῶν αἱ παραγωγαὶ θὰ ὑποστῶσι τὴν πίεσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Εἶναι τοῦτο λογικόν; Δὲν εἶναι φανερὸν, ὅτι πρέπει κατὰ μὲν τὸ ἔτος τῆς μείζονος, τῆς ἐκτάκτου παραγωγῆς νὰ παρακρατήσωμεν περισσότερον, κατὰ δὲ τὸ ἔτος τῆς μικρᾶς παραγωγῆς, ἐκείνης ἡ ὁποία, καὶ ἂν γείνῃ ἀτελὴς ἡ παρακράτησις, κατὰ τὸ εὔφορον ἔτος θὰ ἀφαιρέσῃ τὸ πλεόνασμα, νὰ παρακρατήσωμεν ὀλιγώτερον, καὶ οὕτω νὰ ὑπάρχουν ὅλα τὰ ἔτη ἰσόρροπα; Τοῦτο ἀκριβῶς ζητοῦμεν, ὅταν λέγωμεν «ἀφήσατε ἐλεύθερον τὸ παρακράτημα»· ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ παρακράτημα νὰ ὑπερβῇ τὸ 17 ἢ τὸ 18% κατὰ μέσον ὅρον. Ἐνδεχόμενον ὅμως κατὰ ἓν ἔτος νὰ γείνῃ 25% ἢ καὶ πλέον, καὶ κατὰ ἄλλα ἔτη νὰ γείνῃ μόνον 10%· ὁ μέσος ὅρος δὲν θὰ ἦναι ἀνώτερος τοῦ 15 ἢ 17%. Ἀλλ’ ἔχομεν ὅλα τὰ ἔτη ἐν ἰσορροπίᾳ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ζητοῦμεν ἐλεύθερον τὸ παρακράτημα...
§215Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ καταργήσητε καὶ τὸ κατώτερον.
§216Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς αὐτό.
§217Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουν ἀντίρρησιν, διότι οὐδέποτε θὰ καταβῇ κάτω τῶν 10%.
§218Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τῆς χρησιμοποιήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ σταφὶς, οἰνοποιουμένη ἢ βιομηχανικῶς χρησιμοποιουμένη, ὑπάρχει ἐλπὶς ἀναπτύξεως τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος καὶ ὑπὸ τὴν κυρίαν αὐτῆς χρησιμότητα, τὴν τῆς βρώσεως, ἐλπὶς βάσιμος, ἐλπὶς, τὴν ὁποίαν δικαιοῖ, κάτι πλέον, ἐπιβάλλει ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος. Θὰ ἦναι ὑπέρτατον σφάλμα νὰ συντελέσωμεν, ὥστε νὰ καταστραφῇ ἢ ἐκριζωθῇ ἡ σταφὶς, καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ λεχθῇ, ὅτι ἔχει χρησιμότητα κατὰ τὸ ἓν μόνον μέρος αὐτῆς, ἐκείνην τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέδειξα, τὴν τῆς οἰνοποιήσεως, χρησιμότητα, ἡ ὁποία θ’ αὐξήσῃ πολὺ, ὅταν ἀναπτυχθῇ τελείως τὸ ἐμπόριον τῶν οἴνων. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἔχῃ ἐν μέλλοντι καὶ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο καὶ τὴν ἄλλην χρησιμότητα, τὴν πρὸς βρῶσιν, τότε τίνα χαρακτηρισμὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν πρᾶξιν ὑμῶν, καταστρέφουσαν αὐτήν; Διότι δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίζῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν ἐπρόφθασεν ἀκόμη ἡ κατανάλωσις ν’ ἀπορροφήσῃ τὸ περισσεῦσαν συνεπείᾳ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Γαλλικῶν ἀγορῶν ποσόν. Ἡ κατανάλωσις κατὰ διαστήματα μεγάλα πρέπει νὰ παρατηρῆται, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν αὐξάνει ἢ ἐλαττοῦται. Ἐὰν δὲ παρατηρήσωμεν τὴν κατανάλωσιν τὴν ἐν ὡρισμέναις εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς ἀπὸ μιᾶς περιόδου ἐτῶν, θὰ καταπλαγῶμεν διὰ τὴν αὔξησιν αὐτήν. Ἔχω ἐνώπιόν μου πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ βλέπομεν τὴν αὔξησιν τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ καταναλώσεως· καὶ εἶναι τῇ ἀληθείᾳ καταπληκτικὴ ἡ κατανάλωσις· ἀπὸ τόννων 13,085, οἱ ὁποῖοι κατηναλώθησαν κατὰ τὸ 1852, ἐφθάσαμεν τὸ 1895 εἰς 58,000 τόννους· εἰς διάστημα ὀλιγώτερον τῶν 50 ἐτῶν ἐτετραπλασιάσθη σχεδὸν ἡ κατανάλωσις...
§219Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§220Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ ἐκ τῆς γλωσσολογίας ἢ ἐκ τῆς χρήσεως λέξεώς τινος συναγωγὴ συμπεράσματος οἰκονομικοῦ μοὶ φαίνεται τολμηρά. Διότι πῶς αἱ ὀνομασίαι τῶν γλυκυσμάτων μεταβαίνουσιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον, αὐτὸ συνδέεται πολὺ μὲ τυχαῖα περιστατικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξάγωμεν οἰκονομικὰ συμπεράσματα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ Ἱσπανικαὶ σταφίδες κατὰ τὸ 1814 ὑψώθησαν κατὰ τὴν τιμήν, — γεγονὸς, ὅπερ ἐγὼ ἀγνοῶ, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οὐδὲν μοὶ λέγει ἡ λέξις, — ὑψωθεῖσαι δὲ κατὰ τὴν τιμὴν ἀντικατεστάθησαν ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν σταφίδων, αἱ ὁποῖαι τότε ἦσαν ἀσημάντου ποσότητος, καὶ τοῦτο, λέγω, ἂν ὑποτεθῇ ἀκριβὲς, δὲν δυνάμεθα ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐξαγάγωμεν οἱονδήποτε συμπέρασμα περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Ἐὰν ὑψωθῶσιν αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος εἰς σημεῖον ὑπερβολικόν, δέχομαι καὶ ἐγὼ, πρὸς χάριν σας, ὅτι σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ φοβηθῆτε, ὅτι αἱ Ἱσπανικαὶ σταφίδες, αἱ ἀνεπαρκεῖς καὶ πολὺ ἀκριβώτεραι, τὰς ὁποίας ἐξώσαμεν ἀπὸ τὰς Ἀγγλικὰς ἀγορὰς, θὰ ἐπανέλθωσι καὶ θὰ ἐξώσωσι τὰς ἡμετέρας, ἀποδίδουσαι τὰ ἀντίποινα μετὰ μίαν ἑκατονταετηρίδα! Ὅταν ὑψωθῶσιν αἱ τιμαὶ μέχρι ποσοῦ, ὅπερ οἱ Ἄγγλοι δὲν εἶναι συνηθισμένοι νὰ πληρώνωσι, παραδέχομαι πρὸς χάριν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παξῶν συναδέλφου τὸ ἱστορικὸν συμπέρασμά του. Ἀλλὰ, Κύριοι, ποῖος ὁμιλεῖ περὶ τοιαύτης ὑψώσεως; ποῖος ἐφαντάσθη τοιαύτην ὕψωσιν; Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν διὰ τῆς παρακρατήσεως ὕψωσιν τῶν τιμῶν μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπὶ μίαν ἑκατονταετηρίδα σχεδὸν — ἀπὸ τοῦ 1814, ὅτε κατὰ τὰς ἱστορικὰς πληροφορίας τοῦ κ. συναδέλφου εἰσήχθη εἰς Ἀγγλίαν ἡ σταφὶς, μέχρι τοῦ 1893 — ἐπληρώνοντο αἱ σταφίδες. Δὲν ζητοῦμεν νὰ ὑψωθῶσιν αὗται οὔτε μέχρι τῶν τιμῶν ἐκείνων, δὲν ζητοῦμεν νὰ ὑψωθῶσιν αὗται οὔτε μέχρι τῶν 10, 20 ἢ 30% κάτω τῶν τιμῶν ἐκείνων, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ μὴ φθάσουν εἰς τὸ δέκατον τῶν τιμῶν ἐκείνων. Καὶ ἐνῷ τοῦτο ζητοῦμεν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σοβαρῶς, ὅτι εἶναι φόβος, μὴ τυχὸν ἡ Ἀγγλία ἀποκρούσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σταφίδα καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς Ἰσπανικὰς; Ποῖος ζητεῖ νὰ ὑψωθῶσιν αἱ σταφίδες εἰς τὴν τιμὴν τὴν πρὸ τοῦ 1893; Αἱ σταφίδες ἐπωλοῦντο τότε 300 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, καὶ αἱ δραχμαὶ αὐταὶ ἦσαν χρυσαὶ, καὶ σήμερον ζητοῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τιμὴν 180 δραχμῶν χαρτίνων, δηλαδὴ 120 χρυσῶν, δηλαδὴ εἰς τὸ ⅓ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τοῦ 1893. Οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, ἐπιτρέπεται νὰ φοβώμεθα, μὴ μᾶς ἀποκλείσουν αἱ ὑψηλαὶ τιμαί;
§221Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Γούναρη, τί μᾶς ὠφέλησε μέχρι τοῦδε ἡ παρακράτησις;
§222Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἕνα ἀριθμὸν θὰ σᾶς ἀναφέρω, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω, τί μᾶς ὠφέλησε. Συγκρίνατε τὰς τιμὰς τῶν δύο ἐτῶν, τῶν πρὸ τῆς παρακρατήσεως, μὲ τὰς τιμὰς τῶν μετὰ τὴν παρακράτησιν μέχρι τοῦ τρέχοντος ἔτους, καὶ ἂν εὕρητε διαφορὰν, αὐτὴ εἶναι ἡ ὠφέλεια. Ποία ἦτο ἡ μέση τιμὴ τῆς σταφίδος κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα; Κατὰ μὲν τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895, ἔτη μετὰ τὴν κρίσιν καὶ πρὸ τῆς παρακρατήσεως, ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς ἦτο ἐννέα σελίνια καὶ τρεῖς πένναι κατ’ ἀγγλικὸν στατῆρα, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν ἀμέσως ἑπομένων ἐτῶν ἦτο 15 σελίνια καὶ 7 πένναι κατὰ στατῆρα· διαφορὰ τιμῆς ἓξ σελίνια καὶ τέσσαρες πένναι κατὰ στατῆρα. Γνωρίζετε πόσον εἶναι τοῦτο κατὰ χιλιάδα; Εἶναι 60 σελίνια κατὰ χιλιάδα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ μέση τιμὴ τοῦ σελινίου κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ εἶναι δύο δραχμαί, ἔχομεν 120 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, κατ’ ἔτος δὲ ἐξηγάγομεν περὶ τὰ 250 ἑκατομμύρια, καθὼς ἔλεγε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος χθές· ἔχομεν λοιπὸν 120×250,000,000=30 ἑκατομμύρια δραχμὰς περίπου κατ’ ἔτος. Ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν, πολλαπλασιάσατε αὐτὰς μὲ τὸ 8, διὰ νὰ ἴδητε ποίαν ὠφέλειαν ἔχετε ἐκ τῆς παρακρατήσεως, ἀξιότιμε ἐκ Μεσσήνης συνάδελφε. Καὶ δὲν ἔχετε μόνον τὴν ὠφέλειαν αὐτήν· ἔχετε καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἔχετε καὶ τὴν σωτηρίαν τῶν κτημάτων σας, τὰ ὁποῖα σήμερον θὰ ἦσαν κατεστραμμένα, ἔχετε τὴν σωτηρίαν τῶν κτηματιῶν σας, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον ἐκπατρισθῆ ὅλοι ἐκ τοῦ τόπου σας. Αὐτὰς τὰς ὠφελείας ἔχετε, Κύριοι, ἐκ τῆς παρακρατήσεως, αὐτὰς τὰς ὠφελείας ἔχετε ἐκ τοῦ χωρισμοῦ τῆς σταφίδος εἰς δύο ποιότητας. Ἔχετε καί τι ἄλλο ἀκόμη σπουδαιότερον τούτων· ἔχετε τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ἡ ὁποία γεννᾶται ἐκ τοῦ χωρισμοῦ τούτου, ὅτι θὰ δημιουργήσητε βιομηχανίαν καὶ ἐμπόριον, ἱκανὰς νὰ διαθέτωσι τὴν ὑπολειπομένην παραγωγήν σας ὁλόκληρον, καὶ νὰ πράττωσιν ὅ,τι οἱ Γάλλοι πρὸ τῆς κρίσεως ἔπραττον διὰ τὴν σταφίδα σας. Νομίζω ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀρκετὰ ἀνταλλάγματα, ἀξιότιμε ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὰ, χάριν τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ θυσιάσητε ἄνευ πολλῶν σκέψεων τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐκηρύξατε ὡς ἐφαρμογὴν τῶν ἐμπορικῶν ἢ τῶν οἰκονομικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε χθὲς ἐνταῦθα, τὴν καταστροφὴν, ἣν ἐκρίνατε προτιμοτέραν τῆς παρακρατήσεως, κατὰ τοσοῦτον μάλιστα προτιμοτέραν, ὥστε νὰ διαμαρτύρησθε, διότι διὰ τῆς παρακρατήσεως ἠμποδίσθη νὰ ἐπέλθῃ μίαν ὥραν ταχύτερον. Ὅλα αὐτὰ ἐλάβετε ὡς ἀντάλλαγμα, διὰ νὰ παραιτηθῆτε τοῦ δικαιώματος νὰ καταστραφῆτε, τοῦ δικαιώματος νὰ καταστρέψητε τοὺς ἄλλους. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν διεθέσατε εὐθηνὰ τὸ περίφημον αὐτὸ δικαίωμά σας. Μεταβαίνω ἤδη, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου ἐκ τῶν τριῶν κυρίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει, τῆς παρακωλύσεως τῆς αὐξήσεως τῶν φυτειῶν. Πρῶτος ἐγὼ θὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ παρακώλυσις διὰ νομοθετικῶν μέτρων τῶν φυτειῶν, ἀπὸ ἀπολύτου θεωρίας ἐξεταζομένη, εἶναι πλημμελής. Εἶναι πλημμελὴς, διότι ἐμποδίζει τὴν ἀνάπτυξιν σταφιδαμπέλων μᾶλλον παραγωγικῶν, ἐπὶ ἀντικαταστάσει τῶν ἧττον παραγωγικῶν καταδεικνυομένων. Διότι διὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐμφυτεύσεως τελεῖται μία ἐξέλιξις τῆς καλλιεργείας ἐπὶ τὰ πρόσω, γαῖαι καταλληλότεραι ἐμφυτεύονται, ὁ ἐξ αὐτῶν δὲ ἀνταγωνισμὸς καταστρέφει βαθμηδὸν τὰς πεφυτευμένας ἐπὶ ἀκαταλληλοτέρων γαιῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἀφίνηται ἐλευθέρως νὰ συντελῆται ἐν πάσῃ παραγωγῇ τοῦ τόπου. Πρέπει νὰ ἀφίνηται ἐλευθέρα ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου νὰ ἀναπτύσσηται ἐπὶ τὰ πρόσω, χρησιμοποιλοῦσα ἐκείνους ἐν γένει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη ἐργασία ἀποβαίνει παραγωγικωτέρα· διότι τοῦτο εἶναι κέρδος διὰ τὴν παραγωγὴν, ὅταν διὰ τοῦ αὐτοῦ κόπου ἐπιτυγχάνῃ περισσότερον ἢ καλλίτερον προϊόν...
§223Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀρχὴν παραβιάζει ἡ παρακράτησις.
§224Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ εἶχεν ὀρθῶς ἐν ὁμαλῇ πραγμάτων καταστάσει. Δὲν παραγνωρίζω, ὅτι πρὸς ταύτην τὴν ἀρχὴν συγκρούεται τὸ νομοσχέδιον. Ἐξ αὐτῆς προκύπτει ἡ μόνη θεωρητικὴ πλημμέλεια τῆς παρακωλύσεως. Ἡ πλημμέλεια αὕτη εἶναι οἰκονομικὴ, δὲν εἶναι πλημμέλεια νομικὴ ἢ συνταγματικὴ, ὅπως τινὲς ἠθέλησαν νὰ εἴπωσι. Διότι δὲν θὰ γείνῃ ἀπαγόρευσις τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Θὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία διὰ λόγον προστατευτικόν. Ἀλλ’ ἡ φορολογία διὰ λόγον προστατευτικόν, δηλαδὴ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ὀργάνου τῆς φορολογίας ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐνισχύσῃ ταύτην, καὶ νὰ παρακωλύσῃ ἐκείνην ἐκ τῶν ἐντοπίων παραγωγῶν, εἶναι φαινόμενον συνηθέστατον, φαινόμενον, τὸ ὁποῖον δὲν φθάνει εἰς τὸ συνταγματικὸν ζήτημα τῆς ἀφαιρέσεως ἢ τῆς μειώσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, βεβαίως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἐπιβολῆς οἱουδήποτε προστατευτικοῦ φόρου. Καὶ οὐδεὶς ὅμως ἐσκέφθη ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν συνταγματικότητα τῶν προστατευτικῶν φόρων. Ὅταν ἐπιβάλλιτε προστατευτικὸν φόρον, φορολογεῖτε τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ τὴν φορολογεῖτε σκοπίμως, τὴν φορολογεῖτε, ἵνα μὴ ἡ ἰδιοκτησία λάβῃ τὴν μορφὴν ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὴν φορολογεῖτε καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὴν κρίνετε βλαβερὰν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κρίνετε καθῆκόν σας νὰ ἀμυνθῆτε. Τὸ ζήτημα τῆς προστατευτικῆς λοιπὸν φορολογίας δὲν προσεγγίζει κἄν τὰ ὅρια τῆς προστασίας, τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος παρεχομένης εἰς τὴν ἀτομικὴν ἰδιοκτησίαν, διότι ἡ ἐξουσία τῆς φορολογίας εἶναι ἀπόλυτος παρὰ τῇ Πολιτείᾳ, καὶ ἡ φορολογία ἀναγνωρίζεται ὡς ἐντὸς τῶν διαγεγραμμένων αὐτῇ ὁρίων ἐπιβληθεῖσα, καὶ ὅταν ἐπὶ σκοπῷ προστατευτικῷ ἐπιβάλληται. Ἡ χρῆσις τοῦ ὀργάνου τοῦ φορολογικοῦ ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ δὲν ἀπαγορεύεται. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν νομικὴν ἐλαττωματικότητα τῆς τοιαύτης διατάξεως· ἔχομεν μόνον ἀντίθεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔθιξα...
§225ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅταν ἡ φορολογία φθάνῃ μέχρι τοῦ ὁρίου τῆς ἀπαγορεύσεως;
§226Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως ἡ προστασία φθάνει μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπαγορεύσεως. Πᾶσα προστασία φθάνει μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπαγορεύσεως, καὶ εἰς αὐτὴν τείνει. Ὅταν διὰ τῆς βαρείας φορολογίας δὲν σᾶς ἐπιτρέπωσι νὰ εἰσαγάγητε τὴν ἰδιοκτησίαν σας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ διαθέσητε ἢ ἀπολαύσητε αὐτὴν ἐνταῦθα, βεβαίως φθάνει μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπαγορεύσεως. Ὅταν δὲν σᾶς ἐπιτρέπωσι διὰ τῆς φορολογίας νὰ εἰσαγάγητε ὡρισμένον τι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνήκει, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰς τὸν τόπον σας, φθάνει βεβαίως μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι. Σᾶς καθιστῶσιν ἀδύνατον νὰ τὸ εἰσαγάγητε, νὰ τὸ ἔχητε, νὰ τὸ διαθέσητε ἐνταῦθα. Καὶ ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ ἐπιβάλλουσι τὴν φορολογίαν. Καὶ ὅμως δι’ αὐτὸ οὐδεὶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ τοιαύτη φορολογία. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐλαττώματος νομικοῦ ἢ συνταγματικοῦ τῆς ὑπὸ συζήτησιν διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ διάταξις ἔχει ἐκεῖνο μόνον τὸ φαινομενικὸν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔθιξα, ὅτι συγκρούεται πρὸς μίαν οἰκονομικὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ τὸ οἰκονομικὸν ἐλάττωμα ὑφίσταται, ὅταν τὸ ζήτημα ἐξετάσητε μεμονωμένως, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν προϋπάρχουσαν κατάστασιν, ὑποθέτοντες ταύτην φυσιολογικήν. Ὅταν ὅμως λάβητε τὴν ἀρχὴν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ὅλην παραγωγὴν, ὅταν εὑρίσκησθε ἐνώπιον καταστάσεως ἀνωμάλου καὶ ἐξαιρετικῆς, ὅταν ἔχητε τὴν ὅλην παραγωγὴν ἐν κρίσει ἐπωδύνῳ, τὴν ὁποίαν πάντως θὰ ἐπιδεινώσῃ ἡ διὰ τῶν περαιτέρω φυτειῶν καταστροφὴ καὶ ἀντικατάστασις τῶν παλαιοτέρων σταφιδαμπέλων, ὅταν τὸ πρόβλημα τὸ ἐντεῦθεν παρουσιαζόμενον τὸ ἐξετάσητε ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ἡ Πολιτεία, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν βλάβην τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος, τοῦ διατελοῦντος ἤδη ἐν κρισίμῳ καταστάσει καὶ ἀπειλουμένου νὰ διαταραχθῇ ἔτι βιαιότερον ἐκ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐμφυτεύσεως, θὰ ὑποχρεωθῆτε ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἐκείνη δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν, ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικότητος τῶν εἰδικῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν. Διότι, ἂν ἐτηρεῖτο, θ’ ἀπέβαινεν ἐπιβλαβής. Καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πᾶσα τοιαύτη ἀρχὴ ἀντλεῖ τὸ κῦρος αὑτῆς ἐκ μόνης τῆς ὠφελείας, ἣν παρέχει. Ἅμα ὡς, ἕνεκα εἰδικῶν λόγων, δὲν δύναται νὰ προέλθῃ ἐξ αὐτῆς ὠφέλεια, ἀλλὰ θὰ προέλθῃ βλάβη, τότε τὸ κῦρος τῆς ἀρχῆς διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν αἴρεται, καὶ δὲν δύναται πλέον νὰ ῥυθμίσῃ ταύτην. Ἅμα λείψωσιν οἱ εἰδικοὶ λόγοι, οἱ ἀποκλείοντες τὴν ἐκ τῆς τηρήσεως αὐτῆς ὠφέλειαν, τότε ἀνακτᾷ πλῆρες τὸ κῦρος αὑτῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ συζητουμένη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ διαρκῶς· πρόκειται περὶ προσωρινῆς διατάξεως, ἐφαρμοσθησομένης μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διάθεσις τοῦ πλεονάσματος τοῦ προϊόντος ἤθελεν ἐπιτευχθῆ κατὰ τρόπον χρήσιμον, ἤτοι καλύπτοντα τὰς παραγωγικὰς δαπάνας. Διότι τότε θὰ λείψωσιν οἱ εἰδικοὶ λόγοι, δι’ οὓς δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ σήμερον ἡ ἐκτεθεῖσα οἰκονομικὴ ἀρχή...
§227Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, ἡ ἀντικατάστασις τῶν παλαιῶν στρεμμάτων διὰ τῶν νέων, δύναται νὰ ἐπιτραπῇ.
§228Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν θὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις αὐτή. Καὶ οὕτως ἔχει διατυπωθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§229Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἔχω, παραδείγματος χάριν, δέκα στρέμματα σταφίδος παλαιᾶς, καὶ εὑρίσκω καλλίτερον τόπον, τὰς ἀντικαθιστῶ. (Διάλογοι).
§230Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τώρα θ’ ἀκούσητε, κύριε Ἀγγελόπουλε. Διατὶ νὰ μὴ δύναμαι ἐγὼ — λέγει ὁ κ. Ἀγγελόπουλος — ἐὰν ἔχω ἀγρὸν, νὰ ἐμφυτεύσω αὐτὸν σταφίδα σήμερον, ὅπως σεῖς ἐφυτεύσατε χθὲς τὸν ἀγρόν σας σταφιδάμπελον; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ: διὰ νὰ μὴ περιέλθητε καὶ σεῖς εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶμαι ἐγὼ, καὶ παραπονεῖσθε καὶ σεῖς αὔριον.
§231Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ...
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, μὴ διακόπτετε.
§233ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Κύριε Γούναρη...
§234Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μετ’ ὀλίγον δύνασθε ν’ ἀναπτύξητε τὴν θεωρίαν σας, κύριε Ζούζουλα. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ, ἵνα ἀναπαυθῆτε.
§236Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι· δὲν ἐκουράσθην. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, Κύριοι, ὅτι ὁ θέλων νὰ φυτεύσῃ σήμερον σταφιδῶνα, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, δὲν δύναται νὰ λέγῃ, ὅτι, ἐὰν φυτεύσῃ τὸν ἀγρόν του σταφίδα, θὰ ὠφεληθῇ, διότι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε, θὰ ἀνορθωθῇ ἡ κατάστασις τῶν σταφίδων. Διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μετρήσῃ τὰ ὠφελήματα μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν, καὶ τὰ ὁποῖα αὐτὸς θέλει νὰ μὴ λάβωμεν· πρέπει νὰ μετρήσῃ τὰ ὠφελήματα μὲ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει πρὸ τῆς λήψεως τῶν μέτρων αὐτῶν, καὶ τὴν ὁποίαν αὐτὸς θέλει νὰ παρατείνῃ, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνων ὠφελημάτων στεροῦμεν αὐτόν. Εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι σήμερον ἡ σταφιδοπαραγωγὴ πάσχει. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐκ τῆς ἀπασχολήσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τόσας ἡμέρας καὶ καθ’ ὅλας τὰς Συνόδους τὰς προηγουμένας ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶναι κατάδηλον, ὅτι ἡ σταφιδοπαραγωγὴ πάσχει. Βεβαίως αὐτός, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ προστατεύσητε, κύριε ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφε, ὁ ἔχων τὸν ἀγρόν, δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ: «διατὶ νὰ μὴ ὠφεληθῶ καὶ ἐγὼ, ἀφοῦ λέγετε, ὅτι θὰ βελτιωθῇ διὰ τῶν μέτρων σας ἡ σταφιδοπαραγωγὴ καὶ θ’ ἀποδίδῃ αὐτή;» — «Ἀλλ’ ἂν θέλῃς νὰ ὠφεληθῇς σύ, πρέπει νὰ μὴ λάβωμεν τὰ μέτρα, καὶ ἂν δὲν τὰ λάβωμεν, δὲν ἔχεις σὺ νὰ ὠφεληθῇς τίποτε. Διότι δὲν εἶναι ὠφέλειά σου, ὅτι δὲν θὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἄλλοι.» Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν προστατευόμενόν του ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, καὶ νὰ τῷ συστήσῃ νὰ μὴ διαμαρτύρηται, διότι στερεῖται ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν δὲν γείνῃ ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου διαμαρτύρεται. Διότι, ἐὰν δὲν ἐφηρμόζετο ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως, θὰ ἐτιμᾶτο ὁ σταφιδόκαρπος ἑξήκοντα δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, καὶ ἂν δὲν ἐφαρμοσθῇ ἡ συμπληρωματικὴ αὕτη διάταξις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὅλου, καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας ἀντλοῦμεν ἀκριβῶς εἰς πίθον Δαναΐδων, θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα μετά τινας χρόνους, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κυρίου Ζούζουλα, μεθ’ ὅλας τὰς ἐξεγέρσεις αὐτοῦ, νὰ κατέλθωσιν αἱ σταφίδες καὶ πάλιν μέχρι τῶν ἑξήκοντα δραχμῶν. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ζούζουλας, ὁ ὁποῖος πολὺ καλὰ γνωρίζει τὸ συμφέρον του, φωνάζει διαμαρτυρόμενος, μόνον διότι γνωρίζει ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένον τὸ οἰκονομικόν του συμφέρον, καὶ δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον νὰ εἰσακουσθῶσιν αἱ διαμαρτυρίαι του. Διότι ὅλοι ἡμεῖς ἀντιλέγομεν, καὶ ἐπικρατοῦμεν τῶν διαμαρτυριῶν του διὰ τῶν ἀντιρρήσεών μας, προστατεύοντες οὕτω τὸ οἰκονομικόν του συμφέρον, καὶ δι’ αὐτό, ἀφίνων εἰς ἡμᾶς τὴν προστασίαν τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ, καταγίνεται αὐτὸς εἰς τὴν κολακείαν τῶν ἰδεῶν τῶν ἐντολέων του, ἃς γνωρίζει ὡς πεπλανημένας, καὶ πολεμεῖ τὴν παρακράτησιν! Ἐὰν εἶχε τὸν φόβον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταργηθῇ ἀπόψε ἡ παρακράτησις, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἦτο ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ κατεψήφιζε τοιαύτης προτάσεως.
§237ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Τὸ ἀτομικόν μου συμφέρον εἶναι νὰ αὐξήσῃ καὶ ἡ παρακράτησις καὶ νὰ ἐμποδισθῶσι καὶ αἱ φυτεῖαι, διότι ἔχω σταφιδόκαρπον πολὺν ἐν Ἀγγλίᾳ· ἀλλὰ τῶν συνεπαρχιωτῶν μου τὸ συμφέρον εἶναι, οὔτε τὸ ἀπεριόριστον νὰ τεθῇ.
§238Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Ζούζουλας συνομολογεῖ, ὅτι ἔχει τὸ συμφέρον νὰ ληφθῶσι τὰ προτεινόμενα μέτρα, καὶ αὐτὸ τὸ συμφέρον βεβαίως ἔχουσι καὶ οἱ ἄλλοι κτηματίαι. Διότι δὲν βλέπω, διατὶ ὁ κ. Ζούζουλας ἔχει συμφέρον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ παρακράτησις καὶ νὰ ἀπαγορευθῶσιν αἱ φυτεῖαι, καὶ δὲν ἔχουσι τὸ αὐτὸ συμφέρον καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁμότιμοι μὲ αὐτὸν, κτηματίαι. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§239Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιοῦτε πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχετε ἀσφαλεῖς πληροφορίας.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον κατόπιν.
§241Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ αὐτῶν τῶν ἀντιθέτων τὴν συνομολογίαν, ὅτι, ἐνῷ εἶναι τὸ συμφέρον των νὰ γείνῃ ἡ παρακράτησις, ὡς ἡμεῖς τὴν προτείνομεν, ἐν τούτοις τὴν πολεμοῦσιν! «Ἔχομεν, λέγουσι, συμφέρον ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ κτηματίου, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὴν πολεμοῦμεν»! Διατί; «διότι ἡμεῖς οἱ γνωρίζοντες τὸ συμφέρον μας...»
§242Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον συμφέρον; (Θόρυβος).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέσεις κάμνει.
§244Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου ὑποθέσεις, κύριε Πρόεδρε.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναιρέσατέ τας μετ’ ὀλίγον.
§246Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ζούζουλας δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§247Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, καίπερ ἐγγύτατα καθήμενος τῷ κ. Ζούζουλα, δὲν ἤκουσεν αὐτόν, τί εἶπεν. Εἶπε σαφέστατα καὶ διαυγέστατα: «ἐγὼ ἔχω συμφέρον νὰ αὐξήσῃ καὶ ἡ παρακράτησις καὶ νὰ ἐμποδισθῶσι καὶ αἱ φυτεῖαι, διότι ἔχω σταφίδα.»
§248Α. ΓΚΡΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ. Εἶπεν, ὅτι εἶναι κάτοχος σταφίδων ἐν Ἀγγλίᾳ πολλῶν, καὶ θὰ ὠφεληθῇ ὡς ἔμπορος.
§249Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι κάτοχος σταφίδων ἐν Ἀγγλίᾳ; Θέλετε τὴν τοιαύτην ἐκδοχήν; Τὴν δέχομαι. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι, ἂν ληφθῶσι τὰ μέτρα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγομεν ἡμεῖς, θὰ ὑψωθῶσιν αἱ σταφίδες. Δὲν πιστεύω νὰ διαφωνῆτε εἰς τοῦτο. Καὶ τώρα σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἡ ὕψωσις τῶν σταφίδων εἶναι ἐπὶ ζημίᾳ τῶν κτηματιῶν; Μήπως ἡ ὠφέλεια τῶν κτηματιῶν εἶναι ὁ ἐξευτελισμὸς τῶν σταφίδων; Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν «εἶμαι κτηματίας, καὶ ζημιοῦμαι, ἂν ὑψωθῶσιν αἱ σταφίδες· εἶμαι ἔμπορος, καὶ ὠφελοῦμαι.» Διατὶ ὠφελεῖσαι, ἐὰν ἦσαι ἔμπορος; διότι θὰ ὑψωθοῦν αἱ σταφίδες. Ἀλλ’ ἂν ὑψωθοῦν, δὲν θὰ ὠφεληθῇ ὁ κτηματίας; Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι μὲ διώρθωσαν οἱ Κύριοι, εἰπόντες ὅτι ὁ κύριος Ζούζουλας εἶπεν ὅτι ὄχι ὡς κτηματίας θὰ ὠφεληθῇ, ἀλλ’ ὡς ἔμπορος, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν τῶν σταφίδων, ἐὰν ἐνδιαφέρῃ τὸν ἔμπορον, ἐνδιαφέρει ἀκόμη περισσότερον τὸν κτηματίαν. Διότι ὁ μὲν ἔμπορος θὰ ὠφεληθῇ προσκαίρως δι’ ἐκείνην τὴν σταφίδα, τὴν ὁποίαν ἔτυχε νὰ ἔχῃ σήμερον εἰς χεῖράς του, ἐνῷ ὁ κτηματίας θὰ ἔχῃ τὴν ὠφέλειαν διαρκῶς, διὰ τὸ διαρκὲς προϊὸν τῆς σταφιδαμπέλου του. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν λοιπὸν εἶμαι ὑπὲρ τῆς παρακωλύσεως τῆς αὐξήσεως τῶν φυτειῶν. Πρόκειται κατάστασις ἐντελῶς ἀνώμαλος, κατάστασις, ἥτις δὲν θὰ διαρκέσῃ πολὺν χρόνον. Καὶ ἡ οἰνοποιΐα θὰ ἐπεκταθῇ, καὶ θὰ δημιουργήσῃ ἐπωφελῆ διάθεσιν τοῦ ἑνὸς μέρους τῆς σταφίδος, καὶ ἡ εἰς βρῶσιν κατανάλωσις θὰ αὐξήσῃ, καὶ θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπολοίπου μέρους. Πρόκειται περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει νὰ λάβωμεν, μέτρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνέχει τίποτε τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἢ τὸ ἄδικον. Ἐπὶ ταῖς σκέψεσι δὲ ταύταις φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή. Καθ’ ὅλην, Κύριοι, τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἔθεσα ὡς βάσιν πάντοτε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἐν ἀρτιότητι τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως, ἐὰν δὲν συνδεθῇ μετὰ τῆς ἐλευθέρας βιομηχανικῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ. Ἀκριβῶς διότι τοῦτο ἀρχῆθεν παρενοήθη, δὲν κατενοήθη ἡ βάσις καὶ ἡ σπουδαιότης τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀπὸ τοιαύτας ἀναχωρῶν ἀρχάς, εἶναι προφανές, ὅτι κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἐλευθέρας βιομηχανίας τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Ἀλλά, Κύριοι, κατὰ τούτου ἔχομεν πολλὰς ἀντιρρήσεις· μᾶς λέγουσιν, ὅτι αὐτὸ ἀνταγωνίζεται τὴν σταφίδα ἐν Γερμανίᾳ, ἀνταγωνίζεται τὴν σταφίδα, διότι ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἐκ τοῦ παρακρατήματος προϊὸν τοποθετεῖται, ἐὰν δὲν ἐτοποθετεῖτο αὐτό, θὰ ἐτοποθετεῖτο ἡ σταφίς. Ἠξεύρετε δὲ, μέχρι ποίου σημείου ἔφθασεν ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ παρακράτημα ἀνταγωνίζεται τὴν ἐλευθέραν σταφίδα; Μᾶς εἶπε χθὲς ὁ ἐκ Μεσσήνης ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ παρακράτημα, τὰ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοῦντα οἰνοπνευματοποιεῖα θὰ κατηνάλισκον 20,000,000 λίτρας, τὰς ὁποίας δὲν καταναλίσκουν ἤδη ἐκ τῆς ἐλευθέρας σταφίδος, ἀλλὰ καταναλίσκουν ἐκ τοῦ παρακρατήματος. Καὶ ἰδού, ἔλεγεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ παρακράτημα ἐστέρησεν ἑνὸς πελάτου τὴν σταφίδα! Φαντάζεται λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος τὸ παρακράτημα ὡς ἐχθρὸν τῆς σταφίδος! Ἔλεγεν αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτής, ἀλλ’ ὅτε τὰ ἔλεγε, δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὰς τιμὰς, μὲ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ ἡ μία μερὶς τοῦ προϊόντος, ἡ μὴ δυναμένη νὰ διατεθῇ εἰς βρῶσιν. Καὶ βεβαίως δὲν μᾶς ἔλεγε νέον τι, ὅτε μᾶς ἔλεγεν, ὅτι θὰ κατηναλίσκετο ἡ σταφὶς ὁλόκληρος, ἐὰν δὲν ἐκάμνετε τὴν παρακράτησιν· διότι οὐδεὶς ἐφαντάσθη ποτὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ σταφὶς δὲν θὰ κατηναλίσκετο ὁλόκληρος. Ὄχι διὰ 300,000,000, ἀλλὰ καὶ δι’ 1 δισεκατομμύριον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, τὸν κ. Βουλευτὴν θὰ εὑρίσκοντο καταναλωταί. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μὴ παρίδῃ τὸ κύριον σημεῖον τῆς συζητήσεως ταύτης, μὲ ποίαν τιμὴν θὰ εὑρίσκοντο οἱ ἀγορασταί. Δὲν χάνομεν πελάτας τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν, ὑψοῦντες τὰς τιμὰς, δὲν δίδομεν πλέον σταφίδα ἐλευθέραν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ μᾶς πληρώσωσιν αὐτὴν μὲ τιμὰς τοιαύτας, οἵας ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν, ἵνα διατηρήσωμεν τὴν παραγωγήν, καὶ δίδομεν χωριστὰ εἰς αὐτοὺς τὴν ἄλλην σταφίδα, τὴν περισσεύουσαν, μὲ τὰς τιμὰς, ἃς δύνανται νὰ πληρώσωσι. Καὶ οἱ ἐργοστασιάρχαι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι τιμὰς μεγαλειτέρας ἐκείνων, μὲ τὰς ὁποίας ἠγόρασαν κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894, δηλαδὴ τῶν 40 καὶ 50 δραχμῶν κατ’ ἀρχὰς, καὶ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, προαγομένης τῆς ἐπιχειρήσεως, μὲ μεγαλειτέρας. Καὶ ἡ παρακράτησις ἀκριβῶς αὐτὸ ἔκαμεν. Ἐχώρισε τὴν ποσότητα αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἄλλην, προσέφερε δὲ αὐτὴν μὲ τὰς τιμὰς, ἃς δύνανται νὰ πληρώσωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοί, καὶ τὴν ἄλλην εἰς τοὺς ἄλλους καταναλωτάς, τοὺς τῆς βρώσεως, μὲ τὴν μεγαλειτέραν τιμὴν, ἣν αὐτοὶ δύνανται νὰ πληρώσωσιν. Ἂν δὲν ἐνήργει τὸν χωρισμὸν, θὰ ἐλάμβανε καὶ παρὰ τῶν τελευταίων τὴν τιμὴν τῶν πρώτων. Νομίζει τοῦτο ζημίαν ὁ κ. συνάδελφος; Καὶ διὰ νὰ καταδείξω μετὰ ποίας εὐκολίας οἱ ἀντίθετοι ἡμῶν ἀναφέρουσι γεγονότα, χωρὶς νὰ τὰ βασανίσωσι, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἑξῆς περίεργον σκηνὴν, ἡ ὁποία ἐξετυλίχθη πρὸ τῶν ὀμμάτων καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἐκ Πατρῶν συναδέλφων. Ἔν τινι συνεδριάσει, γενομένῃ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Συλλόγῳ τῶν Πατρῶν, κύριός τις ἐκ τῶν ἐμπόρων, ἔχων ἀντίθετον γνώμην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς, ἔλεγεν ἀκριβῶς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ ἐκ Μεσσήνης ἀξιότιμος συνάδελφος· ἔλεγεν, ὅτι καὶ πρὸ τῆς παρακρατήσεως ἠγόραζον σταφίδας εἰς μεγάλας ποσότητας καὶ εἰς μεγάλας τιμὰς οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ Πατρῶν, —καὶ ὠνόμασε τὴν Οἰνοποιΐαν τοῦ κ. Ἄμβουργερ. — Ἀλλ’ ἠγέρθη τότε ὁ κ. Ἄμβουργερ, καὶ εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε συνέβη τοῦτο! Προσέθηκε τότε ὁ ἔμπορος: «τὸ οἰνοπνευματοποιεῖον τοῦ κυρίου Μασσάρη». Ἀλλ’ ἠγέρθη καὶ ὁ κ. Μασσάρης καὶ εἶπεν, ὅτι τοῦτο οὐδέποτε συνέβη! Κατέφυγε τότε ὁ ἔμπορος εἰς τὴν Οἰνοποιΐαν τῆς «Ἀχαΐας»· ἀλλ’ ἠγέρθη καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Οἰνοποιΐας ταύτης καὶ εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε συνέβη τὸ τοιοῦτον! Καὶ ἔσχομεν οὕτω ῥητὴν διαβεβαίωσιν, περὶ τῆς ἀληθείας τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ τις, γενομένην ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων προσώπων, ὅτι τὸ τοιοῦτον οὐδέποτε ἐγένετο. Καὶ ἀπέσυρε μὲν τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ τούτους ὁ κύριος ἐκεῖνος, ἀπὸ ὀχυρώματος εἰς ὀχύρωμα ὀπισθοχωρῶν, διότι εὕρισκεν ἀπέναντί του διαψεύδοντας αὐτὸν τοὺς ἰδίους ἐνδιαφερομένους, ἀλλ’ ἐσταμάτησεν εἰς τὸ τελευταῖον, εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς. Δὲν ἦσαν ὅμως παρόντες ἐκεῖνοι, οὔτε εἴχομεν τὰ βιβλία αὐτῶν, ἵνα ἐξελέγξωμεν, εἰς ποίας τιμὰς καὶ ποσότητας ἠγόραζον σταφίδα πρὸ τῆς παρακρατήσεως. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεγγύως λέγονται. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἡ σταφὶς δὲν ἠδύνατο, μάλιστα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ ἀγορασθῇ ὑπὸ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν εἰς τιμὴν μεγαλειτέραν τῶν 50 ἢ 60 τὸ πολὺ δραχμῶν. Καὶ δὲν ἠδύνατο, ὄχι μόνον διότι δὲν συνέφερε τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, ἐν ᾗ θέσει ἦτο τότε ἡ βιομηχανία των, ἀλλὰ καὶ διότι τότε τόση ἦτο ἡ τρέχουσα τιμὴ αὐτῆς.
§250Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. 110 καὶ 120 δραχμάς.
§251Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρέπει δ’ ἐνταῦθα νὰ προσέξωμεν καὶ εἰς ἕτερόν τι. Ἠμπορεῖ νὰ ἠγοράσθησαν ἢ καὶ νὰ ἀγοράζωνται ποσότητες μικραὶ μὲ 100 δραχμὰς ἢ καὶ πλέον ἀπὸ οἰνοπνευματοποιοὺς, ἀλλὰ διαφέρει ἡ ἀγορὰ σταφίδων 100,000 λιτρῶν ἀπὸ πέντε ἐργοστασιάρχας, ἵνα ἱκανοποιήσωσιν εἰδικήν τινα ἢ ἔκτακτον ἀνάγκην τοῦ ἐργοστασίου των, καὶ διαφέρει ἡ ἀγορὰ τοῦ πλήρους ὑλικοῦ τοῦ ἐργοστασίου μὲ τοιαύτας τιμάς. Μὴ συγχίζωμεν τὰ πράγματα. Ἐνδέχεται νὰ ἀγοράσῃ εἷς βιομήχανος μὲ μεγαλειτέραν τιμὴν διὰ προσωρινὴν ἀνάγκην τοῦ ἐργοστασίου του· εἶναι ἀδύνατον ὅμως, μὲ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας εἶχον τότε τὰ οἰνοπνεύματα, νὰ διατεθῇ ἡ σταφὶς εἰς τιμὴν μεγαλειτέραν τῶν 100 δραχμῶν καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτε ἡ οἰνοπνευματοποιΐα ἐτελειοποιήθη. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐναντίον ἂν ὑποτεθῇ, κατὰ τί, παρακαλῶ, βλάπτει, ἂν τὴν πώλησιν ταύτην ἐνηργοῦμεν χωριστὰ, ἀφοῦ πάντως ἡ τιμὴ αὐτῆς εἶναι μικροτέρα τῆς τιμῆς τῆς πρὸς βρῶσιν σταφίδος, καὶ ἂν ἐγίνετο μαζὺ ἡ πώλησις, θὰ ἐξηυτέλιζε καὶ τὴν τιμὴν ἐκείνης; Δὲν ἔχει λοιπὸν βάσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ σταφὶς νὰ διατεθῇ εἰς τιμὰς ἱκανοποιητικὰς ὑπὸ τῆς ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, καὶ ὅτι αἱ τιμαὶ αὗται δὲν διαφέρουσι τῆς τιμῆς τῆς πρὸς βρῶσιν σταφίδος καὶ σήμερον, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅτι δὲν διέφερον εἰς τὸ παρελθόν. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ ἐκ Μεσσήνης κ. συναδέλφου δὲν τὸ ἐμνημόνευσα, ἵνα τὸ ἀντικρούσω, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγονται, ἵνα ἐκβιασθῇ διὰ φαινομενικῶν δῆθεν συλλογισμῶν τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ παρακράτησις ἔβλαψε. Τὸ ἀνέφερα μόνον, ἵνα κατίδητε, μέχρι ποίου σημείου φθάνει ἡ πολεμικὴ τῶν ἀντιθέτων, καὶ ποίαν σύγχυσιν προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσῃ, καὶ ἵνα, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ἔχητε δυσπίστως καὶ πρὸς τὰ ἄλλα αὐτῶν συμπεράσματα. Λέγουσιν ὅμως, ὅτι τὸ παρακράτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προορίζεται εἰς βιομηχανικὴν κατανάλωσιν, μᾶς ἀποκλείει τὴν σταφίδα τὴν ἐλευθέραν ἀπὸ τὰς ξένας ἀγοράς. Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν: πῶς γνωρίζετε τοῦτο; ἔχετε γνῶσιν, ὅτι μεταφέρεται ἐκεῖ καὶ ἐμποδίζει τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος; ἐξητάσατε κἄν τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῇ ἐκεῖ; Ὄχι! Διότι, ἂν ἤθελον νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, δὲν ἠδύναντο νὰ ἀρυσθῶσι τὰς περὶ αὐτῶν πληροφορίας ἄλλοθεν παρὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν δημοσιεύει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἡ Τράπεζα παρακολουθεῖ τὰ ἐξαγόμενα μέχρι τοῦ τελωνείου, ὅταν ἐξάγωνται, διότι τὸ πρὸς βιομηχανίαν διδόμενον παρακράτημα πωλεῖται μὲ ἄλλας τιμὰς, ὅταν πρόκηται νὰ ἐξαχθῇ τὸ ἐξ αὐτοῦ προϊόν ἐξ Ἑλλάδος, καὶ μὲ ἄλλας, ὅταν πρόκηται νὰ καταναλωθῇ ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχει λοιπὸν ἐπίσημος βεβαίωσις, πρὸς ποίαν διεύθυνσιν φορτώνονται τὰ προϊόντα αὐτὰ τοῦ παρακρατήματος. Καὶ ἐκ τῆς βεβαιώσεως ταύτης τί βλέπομεν; εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν προϊόντα τοῦ παρακρατήματος, ὑπὸ διαφόρους μορφὰς, ἐξήχθησαν 9,367,478 λίτραι ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1901 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1902. Ἐξ αὐτῶν εἰς Ἀγγλίαν ἀπεστάλησαν αἱ ἑξῆς ποσότητες· 960,399 λίτραι σταφίδος μεταπεποιημένης εἰς ζακχαροῦχα, δηλαδὴ σιρόπιον καὶ μιστέλιον, 111,821 λίτραι εἰς κονιὰκ, ῥακὴν κλπ., ἤτοι οἰνοπνευματοῦχα, καὶ 103,649 εἰς οἴνους, δηλαδὴ ἐκ τῶν 9 ἑκατομμυρίων σχεδὸν 1,200,000 λίτραι ἐστάλησαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Εἶναι δὲ πασίγνωστον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, —οὔτε ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος χθὲς αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν περὶ τῆς Ἀγγλίας ἀνέφερεν ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἑαυτοῦ, — ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ οὔτε κόκκος σταφίδος χρησιμοποιεῖται πρὸς ἐντοπίαν βιομηχανικὴν κατεργασίαν. Οὐδεὶς λοιπὸν ἐκεῖ ἀνταγωνισμὸς πρὸς τὴν ἐλευθέραν σταφίδα. Κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα εἰσήχθη παρακράτησις εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὑπὸ μορφὴν μὲν οἴνου 740,753 λίτραι, ὑπὸ μορφὴν δὲ σιροπίου καὶ μιστελίου 298,263, καὶ ὑπὸ μορφὴν κονιὰκ, ῥακῆς κλπ. 135,582· ἤτοι 1,174,598 λίτραι εἰσήχθησαν ἐκ τοῦ παρακρατήματος εἰς τὴν Αὐστρίαν. Γνωρίζουσιν οἱ κατὰ τοῦ ζητήματος τούτου λαλήσαντες νὰ μᾶς εἴπουν, πόσον ποσὸν σταφίδος μεταποιεῖται ἐν Αὐστρίᾳ εἰς οἶνον, μιστέλιον ἢ ὅ,τι δήποτε ἄλλο; ἐξήτασαν ποτὲ τὸ ζήτημα τοῦτο; Ὄχι. Ἐὰν τὸ ἐξήταζον, θὰ ἐπληροφοροῦντο, ὅτι οὔτε ἐν Αὐστρίᾳ γίνεται χρησιμοποίησις τοῦ εἴδους πρὸς βιομηχανικοὺς σκοποὺς, ἑπομένως τὸ μεταφερόμενον ἐκεῖ ποσὸν τοῦ προϊόντος τοῦ παρακρατήματος δὲν ἀνταγωνίζεται τὴν σταφίδα τὴν ἐλευθέραν. Εἰς Ἰταλίαν εἰσήχθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον προϊόντα παρακρατήματος ἀντιπροσωπεύοντα 2,057,521 λίτρας σταφίδος ὑπὸ τὴν μορφὴν οἴνου, 209,556 λίτρας ὑπὸ τὴν μορφὴν σιροπίου καὶ μιστελίου, καὶ 8,795 ὑπὸ τὴν μορφὴν κονιὰκ, ῥακῆς κλπ. Ἤτοι 2,275,872 λίτρας σταφίδος ἠγόρασεν ἡ Ἰταλία, ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία οὔτε κόκκον καταναλίσκει σταφίδος ἐκ τῆς μὴ παρακρατουμένης. Μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἡ Ῥωσσία μὲ μικρὰν ποσότητα, ἡ Βουλγαρία κλπ. εἰς μικροτέρας ποσότητας, αἱ ὁποῖαι εἰσήγαγον προϊόντα τοῦ παρακρατήματος, ἐνῷ δὲν εἰσάγουσι σταφίδα ἐλευθέραν. Μένει ἤδη ἡ Γερμανία. Εἰς τὴν Γερμανίαν εἰσήχθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα 374,240 λίτραι ὑπὸ τὴν μορφὴν οἴνου, ὑπὸ τὴν μορφὴν δὲ σιροπίων καὶ μιστελίων 843,407 λίτραι, ἤτοι ἐν ὅλῳ πλέον τοῦ 1,200,000. Σημειώσατε δ’ ὅτι, ὅταν βλέπωμεν «Γερμανία» ἐν τῷ πίνακι τούτῳ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐννοοῦμεν φορτώσεις δι’ Ἀμβοῦργον. Τοῦτο ὅμως ἀποκλείει τὸν συναγωνισμὸν πρὸς τὴν ἐλευθέραν σταφίδα, τὴν πρὸς βιομηχανικὸν σκοπὸν εἰσαγομένην. Αὕτη διευθύνεται πρὸς τὴν νότιον Γερμανίαν. Ἡ εἰσαγωγὴ ὅμως ἐκεῖ, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι γίνεται μόνον διὰ Ῥόττερδαμ, διότι ἡ συγκοινωνία πρὸς τὴν νότιον Γερμανίαν τελεῖται διὰ Ῥόττερδαμ, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν διὰ τοῦτο τὴν Ὁλλανδίαν, εἰς τὴν ὁποίαν μόνον 159,463 λίτραι ἐστάλησαν ἐκ παρακρατήματος ὑπὸ πάσας τὰς μορφάς. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ κατευθυνόμενον εἰς Ἀμβοῦργον μεταφέρεται εἰς τὴν νότιον Γερμανίαν. Εἶναι ὅμως τὸ ποσὸν τοῦτο ἄξιον λόγου; ἠμπορεῖ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐλευθέρας σταφίδος; Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, ἀναφέρων τὰ ποσὰ τῆς σταφίδος, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς Γερμανίαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμία ἐλάττωσις ἐπῆλθεν ἐν σχέσει πρὸς τὰ προηγούμενα ἔτη. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μόνον ἑτέραν πληροφορίαν, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ προϊὸν τοῦ παρακρατήματος πρὸς τὴν εἰς Γερμανίαν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος. Πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας. Ἡ σταφὶς ἐν Γερμανίᾳ πληρώνει δασμὸν εἰσαγωγῆς 8 μάρκα κατὰ 100 χιλιόγραμμα, ἤτοι κατὰ χιλιόγραμμον μάρκα 38 καὶ 40 ἑκατοστά. Τί πληρώνει ὁ οἶνος; 20 μάρκα κατὰ ἑκατόλλιτρον· ἄρα κατὰ χιλιόλιτρον σταφίδος, παράγον 10 τοὐλάχιστον ἑκατόλλιτρα οἴνου 15 βαθμῶν, πληρώνεται δασμὸς μάρκα 200· ὅθεν προκύπτει διαφορὰ ὑπὲρ τῆς σταφίδος μάρκων 161.60. Εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῇ διαφορὰ ναύλου μάρκα 60, καὶ οὕτως ἔχομεν διαφορὰν δασμοῦ καὶ ναύλου μάρκα 181.60, ἀντιστοιχοῦντα εἰς δραχ. 363.20, δι’ ὧν βαρύνεται ἐπὶ πλέον τῆς σταφίδος τὸ προϊὸν τοῦ παρακρατήματος. Ἐρωτῶ λοιπὸν, εἶναι δυνατὸν ὁ οἶνος, ὁ ὁποῖος βαρύνεται μὲ 363 δραχμὰς ἐπὶ πλέον, νὰ πολεμήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος; Ἐὰν εἰσάγηται οἶνος, θὰ ὑπάρχῃ βεβαίως ἕτερος λόγος, καὶ οὐχὶ ὅτι συμφέρει ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ μᾶλλον ἢ ἡ εἰσαγωγὴ σταφίδος. Ὁ κ. Γεράκης δὲν γνωρίζει ἴσως τὸν λόγον τοῦτον, καὶ ἂν δὲν τὸν γνωρίζῃ, θὰ τὸν μάθῃ τώρα. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς 24 Μαΐου 1901, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 3 ἀπαγορεύει τὴν κατασκευὴν οἴνου ἐκ σταφίδος, διότι ἐπιτάσσει, ἵνα τὸ προϊὸν, τὸ ὁποῖον κατασκευάζεται, φέρῃ ἄλλην ὀνομασίαν. Εἶναι ἐπιβεβλημένον λοιπὸν, Κύριοι, νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ παρακρατήματος εἰς οἶνον, εἰς μιστέλιον ἢ εἰς οἰνόπνευμα. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποκλείσωμεν ὡρισμένην χρησιμοποίησιν τοῦ παρακρατήματος. Οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος, ὅτι θὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν σταφίδα. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος ἐπιβάλλει τὴν ἐλευθερίαν ταύτην. Δὲν γνωρίζω ποίαν διάθεσιν θὰ λάβῃ τὸ παρακράτημα, ὅταν περιορισθῇ μόνον εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Φαντάζονταί τινες, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς ἀπεξηραμμένης σταφίδος νὰ ἐπιτύχωσι τέλειον κονιάκ. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πλάνη. Ἡ ξηρὰ σταφὶς δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὸ eau de vie de vin, τὸ παραγόμενον ἐν ὡρισμέναις Γαλλικαῖς ἐπαρχίαις καὶ ἀπολαῦον ἀνωτέρων τιμῶν τοῦ κοινοῦ οἰνοπνεύματος. Τὸ ἐκ τῆς ξηρᾶς σταφίδος προϊὸν, οἰνόπνευμα, στερεῖται ὅλων τῶν αἰθερίων τῶν χαρακτηριζόντων τὸ eau de vie de vin. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ὑλικὸν τῆς ξηρᾶς σταφίδος ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιοῦτον οἰνόπνευμα, θὰ ὑπῆρχε καὶ ἡ δυσκολία τῆς ἐν μεγάλῃ ἐπιχειρήσει ἀποστάξεως. Διότι τὸ ἐξαιρετικὸν ἐκεῖνο οἰνόπνευμα παράγεται μόνον δι’ ἀποστάξεως, ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ οὐχὶ ἐν μεγάλοις βιομηχανικοῖς ἐργοστασίοις. Ἐν Γαλλίᾳ οὕτω γίνεται ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐξαιρετικοῦ οἰνοπνεύματος, ἐξ οὗ κατασκευάζεται τὸ κονιάκ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐπιστολὴν Ὁλλανδοῦ βιομηχάνου, οἰνοπνευματοποιοῦ, ἑνὸς τῶν μεγίστων οἰνοπνευματοποιῶν τῆς Εὐρώπης, ὅστις, ἐρωτηθεὶς ἀκριβῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ζητηθείσης τῆς γνώμης αὐτοῦ περὶ ἀποστάξεως τῆς σταφίδος, γράφει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς σταφίδος νὰ ἐπιτύχῃ τις τὴν κατηγορίαν τοῦ eau de vie de vin. Θὰ ἐπιτύχῃ ἁπλοῦν alcool, καλῆς βεβαίως ποιότητος, ἀλλὰ μετὰ τὴν τελειοποίησιν, ἣν ἔλαβε σήμερον ἡ βιομηχανία αὕτη, τοῦτο εἶναι ἀσήμαντον. Σήμερον πᾶν οἰνόπνευμα κατασκευάζεται ἐντελῶς ἄοσμον, ἡ δὲ καλλιτέρα ποιότης τοῦ ἐκ σταφίδος διαφεύγει τὸν συνήθη καταναλωτήν. Θὰ συναγωνισθῶμεν λοιπὸν πρὸς τὰ ἐκ τῶν ἄλλων ὑλῶν ἀποσταζόμενα οἰνοπνεύματα. Πρὸς αὐτὰ ὅμως ὁ συναγωνισμὸς εἶναι ἀδύνατος. Αὐτὰ παρέχονται ἐπὶ μόνῃ τῇ δαπάνῃ τῆς ἀποστάξεως, διότι κατὰ κανόνα αἱ ὗλαι, ἐξ ὧν ἐξάγεται τὸ alcool, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν· παράγονται δι’ ἄλλους λόγους, καὶ μετὰ τὴν ἀπόσταξιν ἔχουσι τὴν αὐτὴν χρησιμότητα. Εἰς τὴν Γερμανίαν μεταχειρίζονται πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος τὰ γεώμηλα· ἀλλὰ ταῦτα καλλιεργοῦσιν ὄχι διὰ τὸ οἰνόπνευμα, ἀλλ’ ἵνα βελτιώσωσι τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν, κατόπιν δὲ, μετὰ τὴν ἀπόσταξιν, χρησιμοποιοῦσιν αὐτὰ ὡς τροφὴν διὰ τὰ ζῴά των, ἥτις θεωρεῖται ἀρίστη. Ἑπομένως ἐκεῖ ἡ πρώτη ὕλη, ἡ ὁποία καὶ πρὸ τῆς ἀποστάξεως δι’ ἄλλον σκοπὸν καλλιεργεῖται, — συνεπῶς δὲν ἔχει ἀξίαν, διότι ἔχει ληφθῆ τὸ ἐκ τῆς καλλιεργείας αὐτῆς ἀντάλλαγμα ἐν τῇ βελτιώσει τοῦ ἀγροῦ, — καταλήγει καὶ μετὰ τὴν ἀπόσταξιν νὰ ἔχῃ ἀξίαν οὐχὶ ἥττονα τῆς πρὸ αὐτῆς. Τὸ αὐτὸ σχεδὸν συμβαίνει καὶ ἐν Ρωσσίᾳ μὲ τὰ ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν οἰνοπνεύματα. Χρησιμοποιοῦνται ταῦτα μετὰ τὴν ἀπόσταξιν εἰς τροφὴν τῶν ζῴων, δι’ ἃ ἐγένετο ἡ πρὸς παραγωγὴν αὐτῶν δαπάνῃ. Ὁ Ὁλλανδὸς ἐργοστασιάρχης, ὃν προανέφερα, γράφει, ὅτι ἡ κυρία βάσις τοῦ ἐπικερδοῦς τῆς ἐπιχειρήσεώς του εἶναι τὰ ὑπολείμματα, διότι ταῦτα καὶ μετὰ τὴν ἀπόσταξιν ἔχουσιν ἀξίαν ὄχι πολὺ μικροτέραν. Καὶ σημειώσατε, ὅτι διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ παραγωγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι κολοσσιαία. Ἡ Ρωσσία μόνη κατὰ τὸ 1900 παρήγαγεν ἑκατόλλιτρα οἰνοπνεύματος 32,826,618, εἶχε δὲ καὶ ἀπόθεμα ἐκ τοῦ προηγουμένου ἔτους 13,712,938 ἑκατόλλιτρα. Εἰς αὐτὸν τὸν ὠκεανὸν θέλετε νὰ ῥίψητε καὶ τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος; Καὶ ἐλπίζετε ἐξ αὐτοῦ ὠφέλειάν τινα; Τὸ οἰνόπνευμα σημειοῦται ἐν τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς Χρηματιστηρίοις, λ. χ. τῆς Τεργέστης, ὅπου εἶναι ἐλεύθερον ἐσωτερικῶν φόρων, κατὰ τὴν ἑβδομάδα ταύτην εἰς 18 φράγκα κατὰ ἑκατόλλιτρον, ὁμοῦ μὲ τὸ βαρέλιον· ὁ οἶνος δὲ ὁ ἐκ σταφίδος δύναται νὰ εὕρῃ 8–10 φράγκα κατὰ ἑκατόλλιτρον. Ἐκ μιᾶς χιλιάδος σταφίδος θὰ ἔχητε τοὐλάχιστον 10 ἑκατόλλιτρα οἴνου 15 βαθμῶν, ἀξίας φράγκων 10–100· ἐκ μιᾶς χιλιάδος σταφίδος θὰ ἔχητε ὀλιγώτερον τῶν δύο ἑκατολλίτρων οἰνοπνεύματος, ἀξίας καθαρᾶς, ἄνευ τοῦ βαρελίου, κάτω τῶν 30 φράγκων. Μεταξὺ τῶν δύο ἐκλέξατε. Ἀλλ’ ὄχι! δὲν δύνασθε νὰ ἐκλέξητε· διότι οὐδαμοῦ σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ εἰσαγάγητε οἰνόπνευμα. Σᾶς ἀποκλείει ἡ φορολογία. Περιττὸν νὰ σᾶς κουράσω, ἀναφέρων τοὺς ἀπαγορευτικοὺς δασμούς, οὓς ἐπιβάλλουσι τὰ διάφορα Κράτη, κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς ξένου οἰνοπνεύματος ἀγωνιζόμενα. Εἶναι τοῦτο πασίγνωστον, καὶ οὐδεὶς βεβαίως τὸ ἀμφισβητεῖ, ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω τοὺς ἀριθμούς. Αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ἐλάχισται. Καὶ αὐταὶ δὲ αἱ ἐλάχισται ἐξαιρέσεις θὰ παύσωσι κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ θελήσητε ν’ ἀποπειραθῆτε τὴν εἰσβολὴν, ἣν μελετᾶτε. Διότι καταδιώκεται πανταχοῦ τὸ οἰνόπνευμα, οὐχὶ μόνον πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου ὑγείας. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ διαθέσητε ἐπωφελῶς τὸ οἰνόπνευμα, ἂν εἰς παραγωγὴν αὐτοῦ καὶ μόνου περιορίσητε τὸ παρακράτημα. Καὶ τοῦτο σᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἐπιτρέψητε πᾶσαν βιομηχανικὴν χρησιμοποίησιν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἦσθε συνεπεῖς πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε διὰ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλος, παρὰ ἡ ἐπωφελὴς διαρρύθμισις τῆς καταναλώσεως τοῦ προϊόντος. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος σπουδαιότερος, Κύριοι, δι’ ὃν δὲν ἐπιτρέπεται ὁ περιορισμὸς τοῦ παρακρατήματος εἰς μόνην τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν. Ὁ λόγος οὗτος ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ὑγείαν καὶ τὴν δημοσίαν ἠθικὴν τοῦ τόπου ἡμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ γίνηται τοιαύτη παραγωγὴ οἰνοπνεύματος, ὥστε νὰ πλημμυρίσῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Ἡ κατανάλωσις τοῦ οἰνοπνεύματος αὐξάνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Αἱ εὐθηναὶ τιμαὶ καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς καταναλώσεως τοῦ ὑπεραυξανομένου οἰνοπνεύματος τοποθετοῦσιν εἰς ἑκάστην γωνίαν πάσης πόλεως, εἰς ἕκαστον κατάστημα παντὸς χωριδίου, εἰς ἕκαστον πανδοχεῖον πάσης ἐξοχικῆς ὁδοῦ καὶ ἓν πρατήριον οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πειρασμὸν πρὸς χρῆσιν τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἐξαναγκασμὸν πρὸς κατανάλωσιν αὐτοῦ, ἐξαναγκασμὸν ἐνισχυόμενον ἐκ τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ πωλῶν τὸ οἰνόπνευμα, διότι ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ, λόγῳ τῆς εὐθηνῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἠγόρασεν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, καὶ ὁ ἀλκοολισμὸς θὰ ἀριθμῇ κατὰ χιλιάδας τὰ θύματα αὐτοῦ. Πρέπει νὰ καταπολεμηθῇ τὸ τοιοῦτον ἐκ παντὸς τρόπου· πρέπει νὰ περιορισθῇ, διὰ νὰ μὴ παραβλάψῃ ὄχι μόνον τὴν ὑγείαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ τόπου. Λέγω τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ τόπου, διότι εἰς πάντας γνωστὸν τυγχάνει, ὁποίας συνεπείας ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔχει ὁ ἀλκοολισμός. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν ἐκτεθέντων εἶναι ἐνδεδειγμένον ἀπολύτως νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ παρακρατήματος ἐπὶ πᾶσαν βιομηχανικὴν αὐτοῦ ἐπεξεργασίαν. Εἰς μόνον δέον νὰ τεθῇ φραγμὸς, τοπικὸς ὅμως. Ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ ἡ παραγωγὴ τῶν οἴνων, ἡ ὁποία ἔχει τὴν τοποθέτησιν αὑτῆς ἐν τῇ ἐγχωρίῳ ἀγορᾷ, τοποθέτησιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν πρέπει νὰ συναντήσῃ ἀνταγωνιστὴν ἐν τῷ παρακρατήματι. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν κατανάλωσιν τοῦ ἐκ τοῦ παρακρατήματος οἴνου. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ὠθήσωμεν τὸ ἐκ τῆς σταφίδος προϊόν ἔξω τοῦ τόπου ἡμῶν, καὶ νὰ προσελκύσωμεν ἐκεῖ πελατείαν, νὰ δημιουργήσωμεν ἐκεῖ ἀγορὰς καταναλώσεως· διότι, ἐὰν τῷ ἀφήσωμεν ἐδῶ τὸ ἔδαφος ἐλεύθερον, θὰ προτιμήσῃ νὰ τοποθετηθῇ ἐδῶ. Ἐμποδίζοντες λοιπὸν τὴν ἐν τῷ τόπῳ κατανάλωσιν τῶν οἴνων αὐτῶν, ὄχι μόνον προστατεύομεν τὴν ἐγχώριον οἰνοποιΐαν, τὴν ἐκ τῶν σταφυλῶν, ἀλλὰ καὶ συμμορφούμεθα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ παρακρατήματος, ὁ ὁποῖος εἶναι νὰ διατεθῇ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκεῖ νὰ εὕρῃ τόπον καταναλώσεως. Διότι μόνον τότε βαίνει παραλλήλως μὲ τὴν πρὸς βρῶσιν κατανάλωσιν, εἰσκομίζον ἔξωθεν χρῆμα. Βεβαίως ἠκούσθησαν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παράπονα· ὑπῆρξαν ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι ἐνόμισαν, ὅτι ἔχουν ἀνταγωνιστὴν τὸν οἶνον τῆς παρακρατήσεως ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ἀγορᾷ. Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ σοβαρῶς. Ἡ ἐξωτερικὴ ἀγορὰ σημαίνει 165,000,000 ἑκατόλλιτρα. Καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν τῶν οἰνοπαραγωγῶν χωρῶν, καὶ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὴν διεθνῆ ἐμπορίαν ποσὸν, πάλιν ἔχομεν περὶ τὰ 60 ἑκατομμύρια ἑκατόλλιτρα. Πᾶν ποσὸν, ὃ ἐξάγομεν ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὸ εὐρύτερον πεδίον τοῦ διεθνοῦς συναγωνισμοῦ, ἔχει ἀντίπαλον ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἑκατολλίτρων. Τί εἶναι, ἂν εἰς αὐτὰ προσθέσητε καὶ ὀλίγας χιλιάδας, αἱ ὁποῖαι θὰ παραχθῶσιν ἐκ τῆς παρακρατήσεως; Κατὰ τί θὰ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τῶν ἀνταγωνιστῶν του; κατὰ τί θὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς; Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῆς ὄψεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, δύναται νὰ καταπολεμηθῇ ἡ οἰνοποίησις τοῦ παρακρατήματος ἐπὶ σκοπῷ ἐξαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ γνώμη μου, ἥτις εἶναι ἀπόρροια τῆς ἑδραίας πεποιθήσεως, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχὰς, ὡς ἔχουσι, στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐν ταῖς λεπτομερείαις δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ δύο ὅμως θεμελιώδεις ἀρχαί, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, καὶ ἡ τρίτη, ἡ ὁποία προτείνεται ὡς τροπολογία, ἡ ἐλευθερία τῆς βιομηχανικῆς χρήσεως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν ἀποδεκταί. Καὶ ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου εἶπον, ὅτι μεγίστην ἀποδίδω σπουδαιότητα εἰς τὴν πολιτικὴν ὄψιν τοῦ ζητήματος, —διότι, ὡς εἶπον, τὸ ζήτημα, ἔχει ὄχι μόνον οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ πολιτικήν.—Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἶναι φρουρὸς τῶν συμφερόντων ἡμῶν ὅλων, εἶναι κατὰ φυσικὸν λόγον ἐν ταὐτῷ καὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν εὐλαβὴς τηρητής. Πέποιθα δ’ ὅτι ἐπαρκῶς καὶ περὶ τούτων προνοοῦμεν, ἂν ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν προσδιορισμὸν τοῦ παρακρατήματος ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Τοῦτο πράττοντες, δὲν προσκρούομεν πρὸς τὴν μετ’ ἄλλου Κράτους σύμβασιν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξ αὐτῆς ἀντλεῖ τὸ ξένον Κράτος δικαιώματα. Διότι δὲν ἐπιβάλλομεν διὰ τοῦ νόμου τὸ παρακράτημα, ἀλλ’ ἀφίνομεν ἀκανόνιστον, ἵνα προσδιορίσῃ αὐτὸ ἑτέρα πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεργούσης κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὸ παρακράτημα θὰ ὁρισθῇ μεῖζον τοῦ ἰσχύοντος, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις κατὰ τοῦ μέτρου, ὅπερ εἶναι ἁπλῆ ἐντολὴ, διδομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πράξῃ κατὰ τὸ πρέπον καὶ τὸ συμφέρον. Ἐν τῇ ἐκτιμήσει δὲ τοῦ πρέποντος καὶ τοῦ συμφέροντος, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἂν ἔχωμεν τοιαύτας.
§252Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι τοὺς φόρους δὲν ἐπιβάλλουσιν αἱ Βουλαί, οὐδ’ εἶπον ὅτι τοὺς φόρους ἐπιβάλλουσιν αἱ Κυβερνήσεις. Εἶπον ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν γίνεται ἐνταῦθα, ἤτοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ τὴν παρακράτησιν. Τοῦτο συνέβαινε καὶ συμβαίνει μέχρι σήμερον. Τοῦτο εἶναι καθεστὼς, περὶ μεταβολῆς τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται ἤδη. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι κεῖται κακῶς, προτείνατε μεταβολὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἔχητε διαφωνοῦντας πάντας τοὺς συναδέλφους σας, καὶ ὄχι μόνον ἐμέ· διότι πάντες, καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεδέχθημεν, ὅτι ὑφίσταται καὶ θὰ ὑπάρξῃ τὸ καθεστὼς τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι, συμφώνως πρὸς τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντολὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὐτὴ καθορίζῃ τὴν παρακράτησιν, ἂν εἰς τὴν ἐντολὴν αὐτὴν πρέπει νὰ θέσωμεν ὅρια εὐρύτερα ἢ στενώτερα. Τοῦτο μόνον εἶναι τὸ ζήτημα. Ὅτι ἔχομεν δώσει ἐντολὴν τοιαύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ὀκτὼ ἤδη ἐτῶν, τὸ γνωρίζομεν πάντες, καὶ οὐδεὶς τὸ ἔψεξεν ὡς παράτυπον, πλὴν ὑμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δηλαδὴ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ καθ’ ἕκαστον ἔτος, θὰ τὸ ἐκτελέσῃ αὕτη, χωρὶς οὐδέποτε νὰ παρίδῃ τὰς πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται καὶ ἐκτείνωνται μέχρι τοσούτου, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας ἀπὸ τοῦδε παραβλέπομεν· διότι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὴν συναισθανομένην τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς ξένους, καὶ πρὸς τὸν τόπον, δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ αὐτὴ, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιταγὰς, τὰς ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων ἐνδεικνυομένας, τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως.
§253ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον;
§255ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συμφωνῇ ἡ Βουλή, ὑπάρχουσι 4 ἢ 5 νομοσχέδια τυπικά, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν.
§257ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατὶ νὰ μὴ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου;
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπρότεινα τὴν μεταβολήν, διότι ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἄνευ καμάτου. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§259Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παραιτούμεθα τοῦ λόγου, ἐὰν πρόκηται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§260Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν παραιτούμεθα.
§261Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν παραιτούμεθα.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε προχωροῦμεν ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει συζήτησις. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρωμῶν τοῦ ἐργατικοῦ δικαιώματος τῶν σμυριδωρυκτῶν». Εἰς τὴν αὐριανὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχομεν νὰ κατατάξωμεν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, ἐὰν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς συνομολογηθείσης προξενικῆς συμβάσεως». Κατόπιν ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων», καὶ μετὰ τοῦτο ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ προκειμένου ἤδη πρὸς συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Δὲν πρόκειται πλέον περὶ προκαταβολῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καταβολῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς τροπολογίας.
§263Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορά, κύριε Πρόεδρε· διότι ἡ λέξις «μερικὴ» δύναται νὰ τεθῇ. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι πληρώνει ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ τι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησα νὰ προλάβω διὰ τῆς ὑποβληθείσης ὑπ’ ἐμοῦ τροπολογίας, εἶναι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις προκαταβάλλει ἐργατικὸν δικαίωμα, νὰ παραλαμβάνῃ καὶ τὸ ἀναλογοῦν ποσὸν σμύριδος.
§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παράδοσις τοῦ πράγματος παράγει μίαν ἄλλην ἀνάγκην, τὴν φύλαξιν τοῦ πράγματος.
§265Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Γίνεται φύλαξις, κύριε Πρόεδρε.
§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτεθειμένον ἐν τῷ περιβόλῳ, ὑπόκειται πάντοτε εἰς διαρπαγὴν, διότι, καὶ ἂν ὁ περίβολος ᾖναι πεφραγμένος, δὲν εἶναι δύσκολον τὸ ἔργον τῆς διαρπαγῆς.
§267Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ τὴν φύλαξιν, κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ γείνῃ τίποτε· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διατάσσει τὴν πληρωμὴν καὶ τὴν παραλαβήν.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ δύο αὐτὰ συνδέονται· ἡ παραλαβὴ καὶ ἡ πληρωμή.
§269Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν διατάξῃ, δὲν δύναται νὰ γείνῃ οὐδὲ τὸ ἓν οὐδὲ τὸ ἄλλο.
§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη μιᾶς πληρωμῆς, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ διατάξῃ;
§271Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὅτι, ἐφ’ ὅσον γίνεται ἡ πληρωμή, πρέπει νὰ γίνεται καὶ ἡ παραλαβὴ τοῦ ὀρυκτοῦ· διότι ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις ἐκεῖ, δυναμένη μεγάλας νὰ γεννήσῃ δυσχερείας. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι, ὅταν οἱ ἐργάται λάβωσι χρήματα καὶ δὲν παραδώσωσι τὴν σμύριδα, αὔριον, ὅταν θὰ ζητηθῇ πρὸς παράδοσιν τὸ ὀρυκτόν, θὰ νομίσωσιν οὗτοι, ὅτι θὰ τὸ χαρίσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Μόνον αὐτὸ τὸ βάρος θέλω ν’ ἀποφύγω ἐγώ.
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τρέχωμεν πάντοτε τὸν κίνδυνον, τὸ πρᾶγμα αὐτὸ νὰ μὴ μείνῃ σῷον.
§273Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ σμύρις, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τοὺς περιβόλους, ἀπέχει τρεῖς ὅλας ὥρας τῆς σμύριδος, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὰ ὀρυχεῖα.
§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνέβη τοῦτο εἰς ἄλλην περίοδον, ὅτε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§275Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διότι ἐπροπλήρωσαν χωρὶς νὰ παραλάβωσι. Πράγματι ἐγένετο μία προπληρωμὴ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἐπιμένω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλω νὰ περάσῃ, ἔστω καὶ ὅπως ἔχει, τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην οἱ σμυριδωρύκται, ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου, ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ.
§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐπ’ ἐμοί, προτιμῶ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§277Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅπως θέλετε.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρετε τὴν τροπολογίαν σας;
§279Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τῆς εἰς τὰς ἀσχολουμένας εἰς τὴν μεταξοϋφαντικὴν ἐν Καλάμαις πρώην μοναχὰς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ τὰς συντρόφους αὐτῶν ἐτησίας χορηγίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 5 ἀναβάλλεται, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΧΜΖʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1888 περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Μερλόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 1 αἱ λέξεις: «Χρόνος δὲ, ἀφ’ οὗ ἄρχεται ἡ χορηγία αὕτη, ὁρίζεται ἡ 1 Σεπτεμβρίου 1901».
§281ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πολὺ ὀρθά.
§282Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξηγήσω, κύριε Πρόεδρε.
§283Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὅπως τροποποιεῖται διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μερλοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῆς ἐπὶ τῶν κυνῶν φορολογίας». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται).
§285Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ προθεσμίαι τῆς πληρωμῆς προσδιορίζονται διὰ τὴν 31 τοῦ μηνός. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ: «... ὧν ἡ πρώτη ἐντὸς τοῦ Μαρτίου, ἡ δευτέρα ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου, ἡ τρίτη ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου, καὶ ἡ τετάρτη μέχρι τέλους Δεκεμβρίου...» διότι ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶναι ἀδύνατον νὰ συρρεύσωσιν εἰς τὸ ὑποταμεῖον καὶ νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας ὅλοι.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας;
§287ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μπακοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§289Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τὴν αὐτὴν τροπολογίαν ἔχω.
§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). «Ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου».
§291Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τεθῇ: «τῆς μὲν πρώτης ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου, τῆς δὲ δευτέρας ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους».
§293Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔχῃ ἑνὸς μηνὸς καιρὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμπληρωτικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς περὶ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἐν Κηφισιᾷ ἄλσους καὶ περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§295Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία δίδεται, ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 7 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἀντικαθίσταται δι’ αὐτοῦ, ἔδιδεν ἀκριβῶς ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους προθεσμίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὅλου ἔργου. Παρῆλθον ἤδη καὶ ὀκτὼ μῆνες, ἀφ’ ἧς ἐτελείωσεν ἡ προθεσμία αὕτη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, ἡ ὁποία δίδεται διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς τοῦ ἄλσους, εἶναι ὑπερβολική, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτὴν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ μετριασθῇ ἡ προθεσμία αὕτη.
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνατὸν νὰ γείνῃ ταχύτερον.
§297Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δικαιούμεθα νὰ τὸ ἀπαιτήσωμεν ἄνευ ῥητῆς ἐν τῷ νόμῳ μνείας.
§298Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρείας εἶναι νὰ τὸ κάμῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διϋλισμένου ἐλαίου καὶ τῶν ἁπαλῶν σύκων» παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προβάλω ταύτην τὴν ἑσπέραν τροποποιήσεις. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου κανονίζεται ὁ προσδιορισμὸς καὶ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διϋλισμένου ἐλαίου, κατὰ τὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐγένοντο ἐκ Καλαμῶν καὶ ἄλλοθεν, δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς καταχρήσεις, καὶ διὰ τοῦτο προβάλλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Ἐν τοῖς μηχανικοῖς μετὰ διϋλιστηρίου ἐλαιοτριβείοις ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου φόρος εἰσπράττεται ἐπὶ τοῦ ἐλαιοκάρπου τοῦ εἰσαγομένου ἐν τοῖς τοιούτοις ἐλαιοτριβείοις πρὸς ἔκθλιψιν, προσδιορίζεται δὲ εἰς δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ὅμως τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ μηχανικῶν διϋλιστηρίων προσδιορίζεται εἰς 14 ἑκατοστὰ τῆς ἀγοραίας αὐτοῦ τιμῆς, ὁριζομένης κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις. Ἐπὶ τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν μηχανικῶν διϋλιστηρίων ἐν Λακωνίᾳ, ἔνθα εἰσπράττεται ὡσαύτως κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, προσδιορίζεται εἰς δέκα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἄρθρον 2. Ὁ ἐπὶ τῶν ξηρῶν σύκων φόρος, ὅταν ταῦτα ἐξάγωνται ἐν κιβωτίοις, καταστάντα ἁπαλὰ μετὰ κατεργασίαν εἴτε διὰ μαλάξεως εἴτε δι’ ἄλλων μέσων, ὁ φόρος προσδιορίζεται εἰς μίαν δραχμὴν καὶ εἴκοσι λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.»
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 281).
§301Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ βελτίωσις τοῦ ἐλαίου δὲν ἐπέρχεται μόνον διὰ τῶν τελειοποιημένων μηχανημάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς καταλλήλου συλλογῆς τῶν ἐλαιῶν, καὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ καταλλήλου χρόνου πρὸς συλλογὴν, ἤτοι πρὸ τῆς ὑπερωριμάνσεως αὐτῶν, καὶ ἐκ τῆς ἀμέσου μετὰ τὴν συλλογὴν ἐκθλίψεως αὐτῶν, ἄνευ τῆς ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀποθηκεύσεως. Φοβοῦμαι μὴ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου συντελέσῃ μᾶλλον εἰς τὸ νὰ μὴ προοδεύσῃ ἡ βελτίωσις τοῦ ἐλαίου, ἢ ἐκ τῆς ἀμέσου ἐκθλίψεως, ἥτις εἶναι ἡ πλέον εὔκολος καὶ ἡ μᾶλλον δυναμένη σήμερον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τοῦ ἐλαίου. Τὰ κοινὰ πιεστήρια ὑπάρχουν διαδεδομένα σήμερον εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ αὐτὰ δύνανται νὰ παρέχωσι καλῆς ποιότητος ἐπιτραπέζιον ἔλαιον, ἂν αἱ ἐλαῖαι συλλέγωνται διὰ τῆς χειρὸς καθ’ ὃν χρόνον εἶπον, καὶ ἐκθλίβωνται ἀμέσως ἐν αὐτοῖς. Εἶναι τὸ πλέον εὔληπτον καὶ εὔκολον, ἵνα συμβουλεύσωμεν τοὺς κτηματίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὸν τόπον, εἶναι νὰ ἐνισχυθῇ ἡ παρ’ ὅλων ἐπιδιωκομένη παραγωγὴ καλοῦ ἐλαίου τραπέζης. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ τείνουν καὶ τὰ κυβερνητικὰ μέτρα.
§302Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἦναι δύσκολος ἡ διάκρισις. Μὲ τὸ «ἀγοραίας τιμῆς» ἐννοεῖτε, ὅτι θὰ ὁρίζηται ὡς σήμερον; Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι κατ’ ὀκᾶν, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ προστεθῇ μία λέξις, πρὸς ἀποφυγὴν συγχύσεως.
§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ἀγοραίας τιμῆς, τῆς προσδιοριζομένης κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§304Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν τοῦτο εἰσήγετο καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Μίαν ἄλλην ἀκόμη παρατήρησιν. Προκειμένου νὰ μεταφερθῇ ὁ ἐλαιόκαρπος ἀπὸ ἑνὸς δήμου εἰς ἄλλον, ὅπως μεταφερθῇ εἰς τὰ διϋλιστήρια, δέον νὰ κανονισθῇ ὁ φόρος καὶ νὰ πληρώνηται εἰς τὸν δῆμον τῆς εἰσαγωγῆς.
§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 25′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).