1902.02.12
3,410 rows · 26,200 words · 252 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 12 Φεβρουαρίου 1902.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πεταλᾶς, βουλευτὴς Ἀγυιᾶς, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 101).
§2Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως θεραπευθῇ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Οἱ κάτοικοι ἑνὸς χωρίου ἔχουσι τὸ δυστύχημα νὰ ἔχωσι τὰ κτήματά των εἰς ἄλλον δῆμον, ὅταν δὲ μεταφέρωσι τοὺς καρπούς των, πληρώνουσιν, ἀναγκαζόμενοι ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, διπλοῦν δημοτικὸν δασμόν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄδικον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου, ὅπως παύσῃ ὑφιστάμενον τὸ ἄδικον τοῦτο.
§3Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Ζέγγελης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 102). Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑποβάλλει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 103). Ἐπιτροπὴ κατοίκων Βόλου ὑποβάλλει ὑπόμνημα κατὰ τῆς συμβάσεως περὶ συγαροποιΐας, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην. Τηλεγράφημα καπνοπαραγωγῶν, καπνεμπόρων καὶ σιγαροποιῶν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος κατὰ τῆς αὐτῆς συμβάσεως. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Καλαβρύτων διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν περὶ σιγαροποιΐας. Οἱ κατάδικοι Εὐθύμιος Λιδωρικιώτης, Σπυρ. Μιχαλάκης, Γρηγ. Παπαγρηγορίου κλπ. ὑποβάλλουσιν ἀναφοράς, δι’ ὧν ζητοῦσιν νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις.
§5Α. ΠΛΑΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κατάδικος Γρηγόριος Παπαγρηγορίου κατεδικάσθη ἐπὶ ἐγκληματικῇ πράξει ἐν ἔτει 1888. Ἐν ταῖς φυλακαῖς δ’ εὑρισκόμενος ὑπέπεσε καὶ εἰς ἑτέραν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν κατὰ τὸ 1891, καὶ κατὰ τὸ 1893 κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμά. Οὗτος ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὸν ἐν Λαρίσῃ Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ζητῶν νὰ τῷ ἐπιβληθῇ ἡ μικροτέρα τιμωρία. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, φρονῶν, ὅτι ἡ ποινή του ἔληγε τὸ 1893, διέταξε τὴν ἀποφυλάκισίν του, καὶ ὁ κατάδικος οὗτος, πληρώσας πλέον τῶν χιλίων δραχμῶν ἔξοδα δικαστικὰ, ἀπελύθη καὶ μετέβη εἰς τὸ χωρίον του Τσούκαν, ὅπου καὶ ἐσκέφθη περὶ ἀποκαταστάσεώς του. Πράγματι δὲ, διευθετήσας τὰ οἰκονομικά του, ἐνυμφεύθη ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ καὶ διῆγεν ἥσυχον βίον ἐπὶ δύο ἔτη, ὁπότε ἑτέρα διαταγὴ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐστάλη, δυνάμει τῆς ὁποίας συνελήφθη καὶ ἔκτοτε μένει εἰς τὰς φυλακὰς, ἵνα συμπληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς του, ἥτις ἤρχιζε τὸ 1888, ἔληγε δὲ τὸ 1893, ὅτε καὶ ἀπελύθη. Ἀλλ’ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν, διότι συνεχωνεύθη ἡ μεγαλειτέρα ποινὴ εἰς τὴν μικροτέραν, καὶ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς διετίας ἀπὸ τῆς ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολύσεώς του ἔδειξε καλλίστην διαγωγὴν, ἣν μαρτυρεῖ καὶ ἀναφορὰ ὁλοκλήρου τῆς κοινότητος Τσούκας ὑπὲρ αὐτοῦ, λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη, ὅτι ἐνυμφεύθη, ὅτι ὑπεθήκευσε τὰ κτήματά του, ἵνα προσπορισθῇ ποσὸν διὰ νὰ καλλιεργήσῃ αὐτὰ, ὅτι ἀπέκτησεν υἱὸν κλπ., λαμβάνοντες, λέγω, ὑπ’ ὄψιν ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ Διάταγμα περὶ ἀπονομῆς βασιλικῆς χάριτος.
§6Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου λεπτομερῶς, καὶ θὰ πράξω ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§7ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ρέπουλη ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΨΕΙʹ περὶ μηχανικῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104).
§9Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶναι ἀκριβέστατα. Τῷ ὄντι τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον δὲν δύναται νὰ παράσχῃ πληροφορίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἄλλας ἢ ἐκείνας, τὰς ὁποίας παρέσχεν ὡς πρὸς τοὺς ἤδη ἐξετασθέντας. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι μηχανικοὶ ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐν θαλάσσῃ, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι, εἴτε διότι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰ ναυτολόγια οἱ πλοίαρχοι, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, δὲν ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ δὲν ἐνεγράφησαν αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῶν. Ὅσοι εὑρέθησαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ ναυτικὰ βιβλία, ὑπέστησαν τὴν κατὰ τὸν νόμον ἐξέτασιν. Ὅσοι δὲ ἔλαβον φυλλάδια μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, καὶ οἵτινες ζητοῦσι νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, ἄλλοι δὲ, οἵτινες δὲν εἶχον γνῶσιν τοῦ νόμου, καὶ ἄλλοι, οἵτινες ὑπηρέτουν εἰς ξένα πλοῖα, τούτους τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο, στηριζόμενον εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, νὰ δεχθῇ εἰς ἐξετάσεις μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Ἐν τούτοις, διότι συνέβησαν ὅλα ταῦτα, ἀνάγκη νὰ γείνῃ τροποποίησις τοῦ νόμου, καθόσον πλεῖστοι ὅσοι μένουσιν ἐκτεθειμένοι καὶ δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς οὐδὲν πλοῖον Ἑλληνικὸν μετὰ διετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Διέταξα τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἑτοιμάσῃ σχετικὸν νομοσχέδιον· εὐχαρίστως δὲ θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑποβληθὲν τοιοῦτον.
§10ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μοὶ δίδουν τὸ ἐνδόσιμον νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Δύο θέματα ἔθιξεν ὁ κύριος Ὑπουργός· τὸ ζήτημα τῆς μὴ φαινομένης ὑπηρεσίας τῶν ναυτιλλομένων, ἐνῷ πράγματι ὑπηρέτησαν, καὶ τὸ ζήτημα τῶν μηχανικῶν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, δηλαδὴ τῶν φαινομένων ὡς μὴ ὑπηρετησάντων, καὶ ἀπολεσάντων τὰ δικαιώματά των εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ἔφθασε τὸ ζήτημα εἰς σημεῖον σκανδαλῶδες. Καὶ ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγένετο περὶ τούτου πολὺς λόγος ἐνταῦθα. Προχθὲς ἦλθε πρὸς ἐμὲ ναυτικός, ὁ ὁποῖος τῇ συστάσει μου εἶχε προσληφθῆ εἰς πλοῖον, καὶ κατόπιν εἰς ἀτμόπλοιον, καὶ ὑπηρέτησεν ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη. Οὗτος πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ἵνα τακτοποιήσῃ τὴν θέσιν του ἀπέναντι τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, παραδόξως δ’ εὑρέθη, ὅτι εἶχεν ὑπηρετήσει 18 μῆνας, ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπηρέτησεν ἐπὶ πέντε ἔτη. Ἡ τοιαύτη ἔλλειψις προέρχεται ἐκ τῶν πλοιάρχων ἢ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν. Πρέπει τέλος πάντων νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς, διότι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον τοῖς γίνεται, δὲν εἶναι μόνον ἡ κατάχρησις τῶν ὀλίγων ἑκατοντάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι τοῖς κατακρατοῦνται, ἀλλὰ αὐτοί, ἐνῷ ὑπηρέτησαν ἐπὶ 20 ἔτη, καὶ ἐνῷ νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσι τὴν σύνταξιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, εὑρίσκονται ἐξαίφνης, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα εἰς τίποτε. Πῶς θὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ἂς φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ διορθωθῇ, εἴτε διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ νόμου, ὥστε, ἀντὶ νὰ ὑποβάλληται μόνον τὸ ναυτολόγιον εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον, νὰ ὑποβάλλωνται καὶ τὰ ἀτομικὰ φυλλάδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ πιστοποιῆται ἡ καταβολὴ τῶν δικαιωμάτων, εἴτε δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου νομίζῃ· ἀλλὰ πρέπει τέλος πάντων νὰ ἐξεύρῃ τὸ μέσον, δι’ οὗ θὰ θεραπευθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι κατήντησεν ἀληθὲς σκάνδαλον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον θέμα, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐπειδὴ λέγει, ὅτι σκέπτεται περὶ μετατροπῆς τοῦ νόμου περὶ μηχανικῶν, νὰ ληφθῇ καὶ μέτρον περὶ Σχολῆς Μηχανικῶν, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν ὅπως σήμερον δυστυχῶς βαίνουσι τὰ πράγματα, φοβοῦμαι ὅτι — καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι περισσοτέραν ἐμοῦ γνῶσιν τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, δύνανται νὰ ἐπιβεβαιώσωσι τοὺς λόγους μου, — μετ’ ὀλίγα ἔτη οὔτε ὁ στόλος μας θὰ ἔχῃ μηχανικούς, οὔτε καὶ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, διότι, μὴ ὑπαρχούσης Σχολῆς, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀναγκάζονται νὰ πηγαίνωσιν εἰς τὰ ἔξω μέρη, ὅπου βεβαίως ὠφελοῦνται περισσότερα καὶ μανθάνουσι περισσότερα, ἀλλὰ ἀπόλλυνται πλέον διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικόν, εἴτε τὸ πολεμικόν, εἴτε τὸ ἐμπορικόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ σκέπτεται περὶ μετατροπῆς τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ σκεφθῇ ῥιζικώτερον περὶ Σχολῆς Μηχανικῶν.
§11Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ νὰ συστηθῇ ἰδία Σχολή, νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ ὑπάρχουσα, προστιθεμένων δύο ἀκόμη μαθημάτων «περὶ μηχανῶν ναυτικῶν» καὶ «περὶ ἠλεκτρισμοῦ». Ὅταν ἡ Σχολὴ αὕτη μεταρρυθμισθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ δίδῃ μηχανικοὺς καὶ διὰ τὸ πολεμικὸν καὶ διὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν.
§12Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς ἔχομεν μηχανικοὺς ἀρίστους, καὶ θὰ ἔχωμεν πάντοτε καὶ ἄνευ Σχολῆς. Αὐτὸ δ’ εἶναι εὐτύχημα διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος.
§13Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα παράρτημα).
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ τηλεγραφοῦσιν ἐκ Καρδίτσης, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου ἐκείνου ἐνέκρινε νὰ ἀγορασθῇ οἰκία τις, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς κατάστημα δημαρχικόν, ἀντὶ δραχ. 40,000· φαίνεται δέ, ὅτι δὲν εἶναι μόνη ἡ δαπάνη αὕτη, διότι διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ οἰκία ἐκείνη, ἔχει ἀνάγκην ἐπισκευῶν, θέλουσι δὲ δαπανηθῆ δι’ αὐτὰς προσέτι 10,000 δραχμαί, ὅπως χρησιμοποιηθῇ τὸ οἰκοδόμημα· ἑπομένως διὰ τὴν πρόσκτησιν τῆς οἰκίας θέλουσι δαπανηθῆ 50 χιλιάδες δραχμαί. Ἀλλὰ πεντήκοντα χιλιάδες δραχμαὶ φέρουσι τόκον, πρὸς 6% κατ’ ἔτος, 3,000 δραχμὰς, ἤτοι κατὰ μῆνα 250· τοσοῦτον δὲ ἐνοίκιον διὰ τὸ Δημαρχεῖον Καρδίτσης εἶναι δυσανάλογον πρὸς τὰ μέσα καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ δήμου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κύριος Γ. Κυριαζῆς κατέθεσεν αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ ὀνομαστικὴν κατάστασιν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, κατὰ βαθμὸν καὶ ὅπλον, τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897.
§16Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Δραγούμης παρεκάλεσε τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Γαλλικὸν κείμενον τῆς Ἑλληνοβελγικῆς περὶ ἐκδόσεως συμβάσεως. Ἔκτοτε παρῆλθον ἡμέραι ἀρκεταὶ, ἀλλὰ δὲν ἐλάβομεν τὸ Γαλλικὸν κείμενον. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον παρετήρησα, ὅτι ἡ μετάφρασις, ἥτις ἐγένετο παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τὴν παραίτησίν μου, καὶ δι’ ἣν δὲν εὐθύνομαι, καίτοι ἡ μετάφρασις αὕτη φέρει τὴν ὑπογραφήν μου, εἶναι πλημμελὴς εἴς τινα μέρη, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἔκδοσις ἐγκληματιῶν. Οἱ ὅροι, οὓς περιλαμβάνει ἡ ὑποβληθεῖσα μετάφρασις, δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ ἡμετέρου Ποινικοῦ Νόμου, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησε πρὸ ἡμερῶν καὶ ὁ κύριος Δραγούμης. Ὅπως ἀποφύγωμεν χρονοτριβὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑποβάλλω νέαν καὶ ἀκριβεστέραν μετάφρασιν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῆς πρὸς τοὺς Βουλευτάς, ὅπως ἡ Βουλὴ ἔχῃ καὶ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως.
§17Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ Γαλλικὸν κείμενον.
§18ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει· ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει διανεμηθῆ.
§19ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ κείμενον τῆς συνθήκης τὸ Γαλλικὸν ἐστάλη πρὸς τύπωσιν.
§20Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ἡ ἄδεια τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τοιαύτη ἄδεια ἐχορηγήθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἐργοληψιῶν. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη εἰσήγαγε τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν ἐν Ἀθήναις, ἡ δὲ λειτουργία τῆς ἐπιχειρήσεως ἦτο λίαν ἱκανοποιητικὴ καὶ δι’ ἑαυτὴν καὶ διὰ τὴν πόλιν, καὶ τὰ πάντα ἔβαινον ἀπροσκόπτως καὶ καλῶς, ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ διαθέτῃ ἡ Ἑταιρεία κατὰ τὰ πρῶτα αὐτῆς βήματα, καὶ τοῦτο ἐξηκολούθησεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Κατόπιν ἡ Ἑταιρεία αὕτη συνεβλήθη μετὰ τῆς Ἑταιρείας Θόμψων–Χούστων, ἥτις ἐπὶ διετίαν, νομίζω, ἐξετέλει τὰς ὑποχρεώσεις τῆς προκατόχου μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ κατὰ τρόπον ἐπαρκῆ, ὥστε νὰ ἦναι ἱκανοποιημένοι οἱ πελάται αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ ἰδιοτελὲς συμφέρον ἐξήγειρε τὸν ἐπαγγελματικὸν φθόνον τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν, ἥτις ἐζήτησε διὰ τρόπου οὐχὶ καὶ παραπολὺ εὐσυνειδήτου νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, τὴν ξένην κατ’ αὐτὴν, ἀλλ’ ἥτις ἐνταῦθα διευθύνεται παρ’ Ἑλλήνων, ἔχει Ἕλληνα διευθυντὴν καὶ Ἕλληνας ὑπαλλήλους. Ὅλος ὁ κόσμος ἦτο εὐχαριστημένος μὲ τὴν ἐργασίαν τῆς Ἑταιρείας Θόμψων–Χούστων. Προέβη λοιπὸν ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος εἰς ἐγκαταστάσεις ἠλεκτρικὰς ἰδίας, ὅπως ποιήσηται ἀνταγωνισμὸν καὶ βλάψῃ τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν, καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς αὐτὸς, ὁ ἄγριος, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ δικαιολογηθῇ διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρέχῃ κέρδη, κατέληξε δυστυχῶς εἰς βάρος ἡμῶν τῶν καταναλωτῶν, διότι ἡ Ἑταιρεία Θόμψων–Χούστων, εὑροῦσα τὸ συμφέρον αὐτῆς, παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος τὴν λιανικὴν κατανάλωσιν, χορηγεῖ δηλαδὴ εἰς αὐτὴν τὸ ῥεῦμα, καὶ αὕτη διανέμει αὐτό. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς συνετελέσθη τὸ παράνομον, τρόπον τινὰ, τοῦτο συνοικέσιον τῶν δύο Ἑταιρειῶν, ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος ὕψωσε πλέον κεφαλὴν θρασυτάτην, καὶ ὁ φωτισμὸς κατήντησεν ἐλεεινός, διότι ἦτο πλέον κυρία ἑνὸς μονοπωλίου (αἴσθησις).
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ἀεριόφωτος παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν Θόμψων–Χούστων.
§22Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ ἀντίθετον· ἡ Θόμψων–Χούστων παρεχώρησεν εἰς τὴν τοῦ Ἀεριόφωτος τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως. Ἡ Ἑταιρεία λοιπὸν τοῦ Ἀεριόφωτος ἤγειρε θρασυτάτην κεφαλήν· δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀκούσῃ κανὲν παράπονον, δὲν ἐπιτρέπει νὰ τῇ γίνωνται παρατηρήσεις ὅσον δίκαιαι, ὅσον εὔλογοι καὶ ἂν ὦσιν αὗται. Ἐνῷ δὲ προηγουμένως τὰς ἐκ τῆς συνήθους χρήσεως φθορὰς ἔσπευδε νὰ ἐπισκευάζῃ ἡ πρώην Ἑταιρεία ἀνεξόδως, ἡ σημερινὴ ζητεῖ ὑπέρογκα ποσὰ, καὶ προκαλεῖ μάλιστα διὰ τῶν ὀργάνων της μεταβολὰς, ὅπως δικαιολογῇ ἀδικαιολογήτους λογαριασμούς. Ἐνῷ ἄλλοτε δι’ ἐγκαταστάσεις σπουδαιοτάτας ἐζήτει καὶ ἐλάμβανε ποσὸν ἐλάχιστον, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ζημιώσῃ τὴν Ἑταιρείαν Θόμψων–Χούστων, σήμερον ἔρχεται καὶ ζητεῖ τὸ διπλάσιον τίμημα δι’ ἐγκαταστάσεις πολὺ ἐλάσσονος σπουδαιότητος. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς δαπάνας τοιαύτας δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς ν’ ἀνθέξῃ. Πλεῖστα παράπονα ἐγένοντο δι’ αὐτὸ, ἐγὼ δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην διερμηνεύω τὰ παράπονα ὄχι μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ πλείστων συμπολιτῶν μας. (Γενικαὶ ἐπιδοκιμασίαι).
§23Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὅλων τῶν συμπολιτῶν.
§24Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ μᾶς εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: «τί θέλετε νὰ πράξῃ ἡ Διοίκησις; Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ συμβάσεως, περὶ συμφωνίας ἰδιωτικῆς φύσεως· δὲν ἔχει καταρτισθῇ σύμβασις μετὰ τοῦ Δημοσίου, ὥστε νὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ὑποχρεώσεων. Ἔχετε τὰ Δικαστήρια, Κύριε, καὶ δύνασθε νὰ προστρέξητε εἰς αὐτά». Τοῦτο τὸ γνωρίζομεν κάλλιστα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ ὕδρευσις τῶν πόλεων εἶναι ζητήματα πρώτης ἀνάγκης, εἶναι ζητήματα, οὕτως εἰπεῖν, δημοσίας τάξεως (ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἐκ τῶν δύο πτερύγων). Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον νὰ συστήσῃ τεχνικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἐξελέγξῃ, ἂν ἡ λειτουργία τῆς Ἑταιρείας εἶναι κανονικὴ, διότι πολλὰ διαδίδονται περὶ καταδολιεύσεως, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐξακριβώσωμεν (αἴσθησις) Πρέπει λοιπὸν ἡ Διοίκησις νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς βάρος τῶν πολιτῶν νὰ διαπράττῃ τοιαύτας ἀταξίας ἡ Ἑταιρεία αὕτη, ἡ ὁποία ἐν τούτοις μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ πληρώνωμεν διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ποσὸν ἀπὸ ἄλλοτε, ἐνῷ ἡ κατανάλωσις ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῶν εἶναι ἡ αὐτή. Ἐγὼ φέρω ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτόν μου. Ἐπὶ τρία ἔτη ἐπλήρωσα Α ποσόν· σήμερον πληρώνω Α + 2, Α + 3, καὶ ὅμως ἔχω φωτισμὸν ἐλεεινὸν καὶ τρισάθλιον, ἡ δὲ κατανάλωσίς μου εἶναι βεβαίως ἡ ἰδία, ἂν ὄχι καὶ μικροτέρα. Ἡ Ἑταιρεία ἐννοεῖ νὰ μᾶς ἐκμεταλλεύηται, ἐννοεῖ εἰς βάρος μας νὰ ἀποσβέσῃ τὰς ὑπερόγκους δαπάνας, εἰς ἃς ὑπεβλήθη, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸν συναγωνισμόν· ἀλλ’ ἡ ἀγανάκτησις τῶν πολιτῶν ἔφθασεν εἰς σημεῖον ὀξὺ, καὶ ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι δραστήρια μέτρα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν ἄδειαν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τῆς τεχνικῆς ἐπιτροπῆς.
§25ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἡ Ἑταιρεία ἡ κατορθώσασα τὴν μονοπωλιακὴν λειτουργίαν φωτισμοῦ δι’ ἠλεκτρισμοῦ εἶναι ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία, ἡ ἔχουσα τὸν φωτισμὸν δι’ ἀεριόφωτος. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπέρβασιν τῆς Ἑταιρείας ταύτης καὶ τοῦ ἕνεκα τούτου ἐπιβληθέντος αὐτῇ ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς προστίμου· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἐπὶ τέλους μία κυβερνητικὴ πρόνοια περὶ τῆς λειτουργίας αὐτῆς.
§26Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Σχολῆς ὑπαξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ», τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῇ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπὸ τοῦ ἐκ Χαλκίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Οἱ διέποντες τὰ τῆς μορφώσεως τῶν ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν νόμοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς· ἕνεκα τούτου ἐγένετο σκέψις περὶ συστάσεως Σχολῆς, δυναμένης νὰ χορηγῇ ὑπαξιωματικοὺς μεμορφωμένους, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους. Ἡ Σχολὴ αὕτη θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ πέντε τμήματα, ἐξ ὧν τὰ τέσσαρα θὰ μένωσιν ἐν Πόρῳ, τὸ δὲ πέμπτον ἐν τῇ Ὑποβρυχίῳ Ἀμύνῃ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡ μισθοδοσία τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν ξηρὰν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἀφομοιουμένη ἐντελῶς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ, καίτοι ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη. Ἑπομένως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τινων τροποποιήσεων· ἐπισυνάπτω δὲ καὶ πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν πασῶν τῶν καταστάσεων. Ἐπίσης εἶχεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον, μὴ ψηφισθὲν καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ σώματος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ· ἰδίως δὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀρχιεργοστασιαρχῶν τῶν συνεργείων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία εἶχε ληφθῇ πρόνοια, ἐπίσης καὶ περὶ τῶν ἐξ Ἀγγλίας ἐλθόντων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ λάβωσι σύνταξιν, διότι δὲν εἶχον τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συνοδευόμενον ὑπὸ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ϛʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΔΡϞϚʹ περὶ διευθύνσεως τοῦ Β. Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ».
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 105–108).
§28Ν. ΤΖΑΝΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἐτήσιος τοῦ Κράτους ἔφερε πάντοτε ἓν κονδύλιον πρὸς βοήθειαν καὶ περίθαλψιν ἀγωνιστῶν. Δυστυχῶς ὁ θάνατος παρέσυρε πάντας τοὺς ἀγωνιστὰς τοῦ 1821, καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλὰ ὁ ἐπιζῶν ἀντισυνταγματάρχης τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος Ἀπόστολος Μαυρογέννης, περὶ οὗ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος ὡμίλησε, μᾶς δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀγὼν, τοῦ ὁποίου συνέπεια ἦτο ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς πατρίδος καὶ ἡ σημερινὴ κατάστασις, καὶ ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον νὰ μὴ μένωσιν ἐκκρεμῆ ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὸν ἀγῶνα αὐτόν. Ἀναμιμνησκόμενον λοιπὸν τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον καὶ τὸ τελευταῖον αὐτοῦ λείψανον, νομίζω ὅτι δυνάμεθα ὁμοφώνως ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὸ λείψανον τοῦτο τοῦ ἀγῶνος μίαν περίθαλψιν κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ βίου του.
§31Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ λείψανον τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, περὶ οὗ ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, καὶ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον.
§32Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐζητήθη ἐκ μέρους πολλῶν συναδέλφων ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλου τοῦ περιέχοντος τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν τελευταίως ἐνεργηθέντα διαγωνισμὸν πρὸς εἰσαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὁ φάκελος δ’ οὗτος, κατατεθεὶς πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, περιῆλθε μόλις τῇ ἑσπέρᾳ τῆς χθὲς εἰς χεῖράς μου. Ἐπειδὴ πρῶτος ἔφερα ἐνταῦθα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται διαγωνισμοῦ, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι πρῶτος ἐγὼ πάλιν νὰ προκαλέσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀναδιφήσας, Κύριοι, τὰ διάφορα ἐν τῷ φακέλῳ εὑρισκόμενα ἔγγραφα, δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι ὅσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχουσί τι τὸ ἐσφαλμένον. Ἵνα δὲ δειχθῇ τοῦτο, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπί τινας στιγμὰς, ἐκθέτων τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῇ βάσει οὐχὶ πλέον πληροφοριῶν, ἀλλὰ τῶν ἐγγράφων. Διετάχθη, ὡς συνήθως, ὁ διαγωνισμὸς ἐκεῖνος, καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἱ προταθέντες ἐκ μέρους τῶν λοχαγῶν των, προσῆλθον εἰς τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ Διάταγμα ὑφίστανται ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς καταρτιζομένης εἰς ἕκαστον Σῶμα. Τῶν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν τούτων κριθέντων ἱκανῶν τὰ γραπτὰ ὑποβάλλονται εἰς ἄλλην ἐπιτροπὴν, ἐλεγκτικὴν καλουμένην, ἡ ὁποία, ἐλέγχουσα ταῦτα, διακρίνει τοὺς ἐξετασθέντας εἰς ἀνικάνους καὶ ἱκανοὺς, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, συγκειμένης πάντοτε ἐκ 5 ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων. Πάντα ταῦτα ἐγένοντο ἐν τάξει, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ παράπονόν τι, καὶ ἐπὶ τέλους οἱ ὑπὸ τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς κριθέντες ἱκανοὶ 23 ὑπαξιωματικοὶ ἐκλήθησαν καὶ ἐξητάσθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, ὁ Πρόεδρος τῆς ὁποίας μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξετάσεων τούτων, κατὰ τὴν 4 παρελθόντος Αὐγούστου, ὑπέβαλε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ διαγωνισμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς χρονολογίας τῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὡς δὲ τὸ ἔγγραφον μαρτυρεῖ, ἢ μᾶλλον ἡ ἐπ’ αὐτοῦ σφραγὶς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπισήμως, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Προέδρου μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπρωτοκολλήθη τὴν 11 τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, ἤτοι 7 ἡμέρας μετὰ τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὶν ἢ πρωτοκολληθῇ ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη, ἤτοι κατὰ τὴν 8 ἢ 9 τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, Λυμπερόπουλός τις, ἔχων υἱὸν διαγωνιζόμενον, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀναφορὰν, δι’ ἧς κατήγγελλε πολλὰ κατ’ αὐτὸν ἀνομήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατέληγε ζητῶν τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐξετάσεων ἐκείνων καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ υἱοῦ του, ἐλθόντος κατὰ τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς δεκάτου τρίτου, ἤτοι πρώτου ἐπιλαχόντος, καὶ λαβόντος βαθμὸν διαφέροντα τοῦ τοῦ Παπαδρόσου, ὅστις ἤρχετο τελευταῖος ἐπιτυχὼν, κατὰ δέκατα ἢ ἑκατοστά τινα. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μελετήσασα βεβαίως τόσον τὰ παράπονα τοῦ Λυμπεροπούλου, ὅσον καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ διὰ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβληθέντα, προέβη εἰς ἀπόφασιν κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν φαίνεται, ὅτι ἐπρωτοκολλήθη ἡ ἀναφορὰ τοῦ Προέδρου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐξέδωκε διαταγὴν, δι’ ἧς ἀκυροῖ τὸν γενόμενον διαγωνισμὸν, καὶ δι’ ἧς, ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐζήτει τὴν ἐκ νέου ἐξέτασιν τῶν ὑποψηφίων ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς τὰ μέλη προσεκάλει τὴν Γενικὴν Διοίκησιν νὰ προτείνῃ...
§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε εἰς τὰς 12 τοῦ μηνὸς ἠκυρώθη ὁ διαγωνισμός.
§34ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς τὰς 11 ἐξεδόθη ἡ διαταγὴ, ἡ ἀκυροῦσα τὸν διαγωνισμόν. Ἀκούσατε δὲ, τί λέγει ἡ διαταγὴ αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲν ὑπεβλήθησαν ἡμῖν παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων διὰ τὸ Σχολεῖον ὑπαξιωματικῶν ὁμοῦ μετὰ τῶν πρακτικῶν τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων καὶ τὰ δελτία, ἐν οἷς ἐσημειοῦτο ἡ παρ’ ἑκάστου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς δοθεῖσα τοῖς ἐξεταζομένοις βαθμολογία, συμφώνως τοῖς ἄρθροις 52 καὶ 32 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 16 Φεβρουαρίου τοῦ 1899, ὡς ἐκ τούτου δὲ κατέστη ἀδύνατος ὁ παρ’ ἡμῶν ἔλεγχος τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων, παρετηρήθησαν δὲ ἀνωμαλίαι κατὰ τὴν βαθμολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀκυροῦμεν τὰς γενομένας ἐξετάσεις κλπ. κλπ.» Ὡς ἠκούσατε, ἡ διαταγὴ αὕτη ἐστήριξε τὴν ἀκύρωσιν τοῦ γενομένου καὶ περατωθέντος ἤδη διαγωνισμοῦ ἐπὶ παραβάσεως τῶν ἄρθρων 32 καὶ 52 τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 16 Φεβρουαρίου 1899. Ἄς ἴδωμεν τί λέγουσι τὰ ἄρθρα ταῦτα...
§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ δελτία δὲν ὑπεβλήθησαν πραγματικῶς;
§36ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπεβλήθησαν. Τὸ ἄρθρον 32 ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐξετάσεις τὰς ἐνεργουμένας ἐνώπιον τῶν ἐπιτροπῶν τῶν σωμάτων, καὶ οὐχὶ τὰς ἐξετάσεις τὰς ἐνεργουμένας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, ὧν τὴν ἐργασίαν ἠκύρωσεν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἰδοὺ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 16 Φεβρουαρίου 1899, τὸ ὁποῖον ἔχει 76 ἐν ὅλῳ ἄρθρα, ἐξ ὧν τὰ ἄρθρα ἀπὸ τοῦ 23 μέχρι τοῦ 48 συμπεριλαμβανομένου κανονίζουσι τὸν τρόπον τῶν ἐξετάσεων ἐνώπιον τῶν μερικῶν ἐν τοῖς σώμασιν ἐπιτροπῶν. Καίτοι ὅμως τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν ἐξέτασιν τὴν ἀκυρωθεῖσαν, τὸ ἀναγινώσκω, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ἀκυρώσασα τὰς ἐξετάσεις, συνετάχθη τοὐλάχιστον ἀπροσέκτως. Ἰδοὺ τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 32. Μετὰ τὸ πέρας τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων ἐν ἑκάστῳ μαθήματι, αἵτινες προφορικαὶ ἐξετάσεις ἄρχονται ἀπὸ τῶν πρακτικῶν ἀσκήσεων, ἕκαστος τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν βαθμολογεῖ κατ’ ἰδίαν καὶ ἐν ἐχεμυθείᾳ, σημειῶν ἐπὶ τετραγώνου μικροῦ δελτίου τὸ ὄνομα τοῦ ἐξεταζομένου, τὸν βαθμόν, ὃν δίδει, καὶ τὴν ὑπογραφήν του, καὶ πτύσσων τὸ δελτίον εἰς τέσσαρα, παραδίδει τῷ Προέδρῳ, ὅστις, συνδέων διὰ καρφίδος ἐν δεσμίδι ἅπαντα τὰ δελτία, σημειοῖ ἄνω ἐπὶ τοῦ ὑπερκειμένου δελτίου τὸ ὄνομα τοῦ ἐξετασθέντος, καὶ θέτει αὐτὰ ἐντὸς κυτίου. Μετὰ δὲ τὸ πέρας τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων ἑκάστου μαθήματος, ὁ Πρόεδρος διατάσσει τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς αἰθούσης πάντων τῶν ἀκροατῶν, ὡς καὶ τῶν ἐξεταζομένων, πρὸς συνδιάσκεψιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ σύνταξιν ἀμέσως τῶν πρακτικῶν. Πρὸς τοῦτο λαμβάνει ἀνὰ μίαν τῶν εἰρημένων δεσμίδων δελτίων, καὶ ἀναφωνῶν μεγαλοφώνως τὸ ὄνομα τοῦ ἐξετασθέντος, τὸ ὄνομα τοῦ βαθμολογήσαντος καὶ τὸν βαθμὸν τὸν δοθέντα παρὰ τούτου, ἀναγράφει ταῦτα διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ ἐνώπιον πάσης τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κατὰ τὸ ὑπόδειγμα Βʹ πρακτικοῦ εἰς τὴν οἰκείαν ἕκαστον στήλην. Οἱ ἅπαξ σημειωθέντες βαθμοὶ ἐπὶ τῶν δελτίων ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ μεταβάλλονται.» Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπταίστως ὅλως ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες ὑμεῖς, οἱ προσέξαντες εἰς τὴν ἀνάγνωσίν του, ἐβεβαιώθητε, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ὑπαγορεύει τὴν ὑποβολὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν ἐν λόγῳ δελτίων, ἀλλὰ μόνον τὴν σύνταξιν πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ συνετάγη καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κανονικώτατον. Ὁ λόγος λοιπὸν τῆς ἀκυρώσεως δὲν εἶναι ἡ παράβασις τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Β. Διατάγματος, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ τί παρεβιάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἕτερον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, πρὸς τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ἐσχέτισε τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐξετάσεων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Διατάγματος εὑρίσκεται ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἐξετάσεις ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ὡς θέλετε ἰδεῖ, δὲν λέγει τι περὶ τῶν δελτίων. Καὶ ἰδοὺ τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 52. Οἱ ὑποψήφιοι μαθηταὶ ἐξετάζονται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς προφορικῶς καὶ ἐγγράφως ἐφ’ ἁπάντων τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 16, ἐξαιρέσει τῶν ἀσκήσεων καὶ τῶν διαφόρων κανονισμῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὧν ἐξετάζονται μόνον προφορικῶς, καὶ τοῦ ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ ἀντικειμένου, μὴ ἐξεταζομένου. Ἀποκλείονται τῶν περαιτέρω ἐξετάσεων οἱ μὴ λαβόντες τὰ 7/10 τοὐλάχιστον τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς ἱκανότητος εἰς τὰς πρακτικὰς ἀσκήσεις, ὡς καὶ οἱ ἕνεκεν ἀσθενείας ἢ οἱουδήποτε κωλύματος μὴ δυνηθέντες νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὰς οἱουδήποτε μαθήματος ἐγγράφους ἐξετάσεις τὰς ὡρισμένην ἡμέραν καὶ ὥραν ἐνεργουμένας.» Ἠκούσατε καὶ τὸ ἄρθρον 52, ἠκούσατε πρότερον καὶ τὸ 32, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν δύο τούτων ἄρθρων δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπευθυνθεῖσάν μοι πρὸ ὀλίγου ἐρώτησιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Καὶ ἐρωτῶ νῦν, ἐνῷ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τὰ ἄρθρα ταῦτα, διατὶ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς τοῦτο ἠκύρωσε τὰς ἐξετάσεις, εἰς ταῦτα καὶ μόνα ἐστήριξε τὴν ἀκύρωσιν; Εἰς τοῦτο βεβαίως ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσῃ εἶναι ὁ τότε κύριος Ὑπουργός· ἀλλὰ πρὶν ἢ γένηται τοῦτο ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα, συμφώνως πρὸς τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα περικλείει ὁ ἀνὰ χεῖράς μου τῇ στιγμῇ ταύτῃ φάκελος, νὰ εἴπω, ὅτι ὁ τότε κύριος Ὑπουργός, πεισθεὶς εἰς τὰς παραστάσεις καὶ τὰ παράπονα τοῦ Λυμπεροπούλου ἐκείνου, ἀπεφάσισε κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀκυρώσῃ τὸν διαγωνισμόν, καὶ τῆς ἀποφάσεώς του ταύτης ἀνακοινωθείσης εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦ τμήματος, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπήγετο ἡ ὑπόθεσις, οὗτος, ἵνα εὐχαριστήσῃ τὸν Ὑπουργόν, συνέταξεν ἐν τάχει τὴν ἀκυρωτικὴν διαταγήν, στηρίξας αὐτὴν διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον καὶ εἰς δύο οἱαδήποτε ἄρθρα, βέβαιος ὤν, ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα δὲν θὰ εἶχέ τις τὴν ὑπομονὴν νὰ ἐξελέγξῃ, καὶ τοιουτοτρόπως σχηματισθείσης νέας ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπαναληφθεισῶν ὅλως ἀδικαιολογήτως τῶν ἐξετάσεων, τέσσαρες ὑπαξιωματικοὶ ἐστερήθησαν τῆς εὐχαριστήσεως τοῦ νὰ ἴδωσι πραγματοποιούμενον τὸ ὄνειρόν των, ἤτοι τὴν εἰσαγωγήν των εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἰσελθόντων ἀντ’ αὐτῶν τεσσάρων ἄλλων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ υἱὸς τοῦ παραπονεθέντος Λυμπεροπούλου, ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ οἱ τρεῖς ἄλλοι, καίτοι ἐκ τῶν πρακτικῶν τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἦσαν ἀνίκανοι, εἰσῆλθον εἰς τὸ σχολεῖον κακῶς, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι αἱ τὸ πρῶτον ἐνεργηθεῖσαι ἐξετάσεις κακῶς καὶ ἀδικαιολογήτως ἠκυρώθησαν. Ἐνηργήθη δὶς ὁ διαγωνισμὸς τῶν 23 αὐτῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο τούτων διαγωνισμῶν, τῶν ἐνεργηθέντων ὑπὸ δύο διαφόρων ἐπιτροπῶν, τί μᾶς δίδουσιν; Ὡς γενικὸν ἀποτέλεσμα δίδουσιν ἀμφότεροι οἱ πίνακες, ὅτι καὶ οἱ εἰκοσιτρεῖς διαγωνισθέντες ἦσαν ἱκανοὶ, καὶ μόνον ἀλλάσσει ἡ θέσις ἑκάστου ἐν τῷ πίνακι, μὲ διαφορὰς βαθμολογίας ἐλαχίστας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς ἐξητάζοντο κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον δύναται, ἐξεταζόμενον δὶς, νὰ δώσῃ τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν, καὶ ὅτι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἐξετάζον νὰ βαθμολογήσῃ τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν, τὴν μὲν μίαν φορὰν δι’ ἑνὸς οἱουδήποτε ἀριθμοῦ βαθμολογίας, τὴν δὲ ἄλλην δι’ ἀριθμοῦ διαφέροντος κατὰ μίαν ἢ καὶ κατὰ δύο μονάδας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μεγάλην ἔχει ἐπιρροὴν εἰς τὴν τάξιν, ἣν ἐν τῷ πίνακι θέλει καταλάβει ὁ ἐξεταζόμενος. Καὶ ἐνῷ τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ ἐκ μέρους τῶν ἰδίων ἐξεταζόντων, ὅταν τὰ ἐξετάζοντα πρόσωπα ἦναι ἄλλα, ὡς ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὅλως διάφορα τ’ ἀποτελέσματα. Καὶ ἐν τούτοις τί παρατηρεῖται; καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ἐπιτροπὴ κηρύσσει ὅλους τοὺς ἐξετασθέντας ἱκανούς. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν πιστοποίησιν δύο ἐπιτροπῶν, ὅτι οἱ 23 ἐκεῖνοι ὑπαξιωματικοὶ εἰσὶν ἱκανοί, καὶ ἐνῷ ἔχομεν δεδομένον, ὅτι κακῶς ἠκυρώθησαν αἱ πρῶται ἐξετάσεις, καὶ ἐνῷ ὀφθαλμοφανὲς εἶναι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσεγένετο εἰς τέσσαρας ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνῷ ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, βλέπομεν, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα ἐπιτροπή, συμμορφωθεῖσα πρὸς τὸ Διάταγμα, ἐμιμήθη καὶ αὕτη τὴν προκάτοχόν της, μὴ συνυποβαλοῦσα τὰ διαβόητα ἐκεῖνα δελτάρια, δὲν δυνάμεθα ἐκ τούτων πάντων νὰ πεισθῶμεν, ὅτι τὰ παράπονα τῶν τεσσάρων ἐκείνων ὑπαξιωματικῶν εἶναι δίκαια, καὶ ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ θεραπευθῶσι τὰ παράπονά των ταῦτα; Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ θεραπεύσω τὰ παράπονα ταῦτα· σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι πολὺ θλίβομαι διὰ τὰ γενόμενα, καὶ τὴν μεγαλειτέραν θλῖψιν θὰ αἰσθανθῶ, ἂν οἱ ἁρμόδιοι δὲν σπεύσωσι νὰ ἐπανορθώσωσι τὸ ἀδίκημα τοῦτο, λαμβάνοντες σύντονα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων οὔτε ἡ ὑπηρεσία, οὔτε συμφέροντα ἀτόμων ἄλλων ἤθελον παραβλαβῆ. Ὡς εἶπον καὶ προχθές, ὅτε τὸ πρῶτον ὡμίλησα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἰς τὸ πεζικὸν σήμερον χηρεύουσιν ἑκατὸν περίπου θέσεις ἀνθυπολοχαγῶν· βεβαίου δὲ ὄντος, ὅτι πεντήκοντα σχεδὸν θέσεις ἀνθυπολοχαγῶν χηρεύουσι κατὰ πᾶν ἔτος, μετὰ τὴν παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν, ὅτε θὰ ἐξέλθωσι μὲ τὸν βαθμὸν ἀνθυπολοχαγοῦ οἱ πρὸ μηνῶν εἰσαχθέντες εἰς τὸ Σχολεῖον ὑπαξιωματικοὶ, θὰ χηρεύωσι θέσεις πλείονες τῶν διακοσίων. Ἂν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τοὺς οὓς νομίζω, οἱ ὁποῖοι σήμερον φοιτῶσιν εἰς τὸ Σχολεῖον καὶ θὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ ταῦτα κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας ταύτης, βλέπομεν, ὅτι μετὰ τρία ἔτη, ὅτε πάντες οἱ σήμερον φοιτῶντες θέλουσιν ἐξέλθει μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, θὰ ἔχωμεν ἔλλειψιν 150 περίπου ἀνθυπολοχαγῶν. Ἐνῷ λοιπὸν εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ὑπάρξωσι κενὰ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, δὲν ἦτο δίκαιον νὰ εἰσέλθωσιν ἀντὶ τῶν δώδεκα καὶ οἱ εἰκοσιτρεῖς διαγωνισθέντες, ἐνῷ οὗτοι καὶ ὑπὸ τῶν δύο ἐπιτροπῶν ἐθεωρήθησαν ἱκανοί; Τί ἐκώλυε τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀντὶ ν’ ἀκυρώσῃ τὸν διαγωνισμόν, ἢ τοὐλάχιστον μετὰ τὸν δεύτερον διαγωνισμόν, ἐξ οὗ ἐπείσθη, ὅτι καὶ οἱ εἰκοσιτρεῖς διαγωνισθέντες ἦσαν ἱκανοὶ, νὰ διατάξῃ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τῶν ὑπολειπομένων 11 ὑπαξιωματικῶν; Ἐννοῶ, ὅτι θὰ ὑπῆρχε κώλυμα, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπὸ τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐθεωροῦντο πλείονες ἱκανοὶ, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, διότι τότε οἱ μὴ κληθέντες ἐνώπιον αὐτῆς θὰ ἤγειρον τὸ δίκαιον παράπονον, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία ἐσκόπει νὰ εἰσαγάγῃ πλείονας τῶν δώδεκα εἰς τὸ Σχολεῖον, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἐξ αὐτῶν τινας εἰς τὰς ἐξετάσεις, καὶ τόσους, ὅσοι ἀπῃτοῦντο, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξεταζομένων καταστῇ, ὡς λέγει ὁ νόμος ἢ τὸ Διάταγμα, διπλάσιος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσι. Τοιοῦτον ὅμως παράπονον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ σήμερον, διότι ὑπὸ τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς μόνον αὐτοὶ οἱ εἰκοσιτρεῖς κατὰ σύμπτωσιν ἐκρίθησαν ἱκανοί. Οὕτω λοιπὸν ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο κάλλιστα τὸ Ὑπουργεῖον νὰ εἰσαγάγῃ σὺν τοῖς δώδεκα καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἕνδεκα, ἐν πεποιθήσει διατελοῦν, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἦσαν ἱκανοὶ, καὶ ὅτι, εἰσάγον καὶ αὐτοὺς εἰς τὸ Σχολεῖον, δὲν διέπραττέ τι παράνομον ἤ τι προσβάλλον τὰ συμφέροντά τινος ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἔπραξε τοῦτο ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς, δύναται νὰ τὸ πράξῃ ὁ νῦν τοιοῦτος, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὅπως οὗτοι μὴ προαχθῶσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ κατ’ ἐλάχιστον ὑστερήσωσι τῶν ἄλλων κατὰ τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις. Δὲν πιστεύω ν’ ἀπέμεινεν εἴς τινα ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ, περὶ ὧν πρόκειται, ἠδικήθησαν· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς θέλει σκεφθῇ καὶ εὕρει μέτρον, δι’ οὗ ταχέως θέλει ἐπανορθώσει τὸ ἀδίκημα, εἰσάγων αὐτοὺς εἰς τὸ Σχολεῖον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θέλει πείσει καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ πάντα ἄλλον, ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο ἐκ παρεξηγήσεως, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἱκανοποιήσεως ἀτόμων.
§37Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος διῃρέθη εἰς δύο μέρη. Τὸ πρῶτον μέρος ἀφορᾷ ὑμᾶς, κύριε Τσαμαδὲ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ δώσητε τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ὡς πρὸς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς ἐμὲ, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ κατά τινα παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, νομίζω, ὅτε καὶ ἔδωκα τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μετὰ τὴν προσθήκην τῶν νέων προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ θέλω ποιήσει μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ ἂν εὕρω τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην πρότασιν, βεβαίως θέλω προβῆ εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς.
§38Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, δὲν θ’ ἀπαντήσω τώρα, διότι τώρα πρῶτον λαμβάνω γνῶσιν αὐτῶν· θὰ ἀπαντήσω αὔριον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ φωτισθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον τόσον ἀπησχόλησε τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ σήμερον καὶ κατά τινα προηγουμένην συνεδρίασιν.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις θέλει ἀναβληθῆ δι’ αὔριον. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ καὶ αὐτὸς τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην, ἂν κρίνει ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τὸν πίνακα.
§40Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἑξῆς· ἄν ποτε εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν δι’ ὅμοιον περίπου λόγον εἰσῆλθε μαθητὴς ὑπαξιωματικὸς κατὰ Μάϊον, καὶ ὑποστὰς τὴν ἐξέτασιν τὸν ἑπόμενον Ἰούνιον ἀπέδειξεν ὅτι ἦτο ἐγκρατὴς τῶν μαθημάτων τῆς πρώτης τάξεως καὶ ἐπροβιβάσθη εἰς τὴν δευτέραν τάξιν.
§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ ἀπὸ τοῦδε, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑποστῶσι τὴν ἐξέτασιν μετὰ τῶν ἄλλων, καὶ ἂν κριθῶσιν ἱκανοὶ, τότε νὰ εἰσαχθῶσι, πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ γνώμην οἱανδήποτε, ὥστε, ἂν δεχθῇ τοῦτο, καὶ εἰσαχθῶσιν ἐν τῇ Σχολῇ, νὰ εἰσαχθῶσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἵνα μὴ ἀπολέσουν χρόνον· διότι, ἂν ἀναβληθῇ ἀκόμη περισσότερον ἡ εἰσαγωγὴ, δυσχερεστέρα θὰ καταστῇ ἡ λύσις δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος, δηλαδὴ ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κρίνει ἀναγκαῖα νὰ προβάλῃ πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ δικαίου τῶν μαθητῶν, πρέπει προηγουμένως νὰ ἐπείσθη, ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶναι παράνομος, καὶ ἕνεκα τούτου μελετᾷ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς συνεπείας τοῦ παρανόμου. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, ἂν θεωρεῖ παράνομον τὴν ἀπόφασιν.
§43Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, ὡς ἐτέθη, ἐκ λεπτότητος καὶ ἁβρότητος μεταξὺ τῶν δύο, τοῦ τέως καὶ τοῦ νῦν, Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι δύσκολον. Θὰ δυσκολευθῇ πολὺ, νομίζω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔλθῃ καὶ σᾶς εἴπῃ, ὅτι παρανόμως ἐνήργησεν ὁ τέως συνάδελφός του, ἀπορρίψας τοὺς δεῖνα μαθητάς. Ἑπομένως τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη καλῶς. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ ἄλλως, ἂν δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπὴ καλῶς ἔκαμε τοιαύτην πρότασιν, ἂν καλῶς ἔπραξε νὰ ἀπορρίψῃ τοὺς δεῖνα καὶ νὰ δεχθῇ νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ δεῖνα.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε πρότασιν.
§45Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οὐχ ἧττον ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐξήτασε τοὺς ὑπαξιωματικούς.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἡ αὐτή· ἄλλη.
§47Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν τὴν δυσκολίαν τῶν δύο Ὑπουργῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πολλοὶ τῶν εἰρημένων ὑπαξιωματικῶν εἶχον λάβει μέρος καὶ εἰς τὰς δύο ἐξετάσεις. Ἐγὼ γνωρίζω μάλιστα ἕνα τῶν ὑπαξιωματικῶν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο τόσος πάταγος εἰς τὸν στρατιωτικὸν κόσμον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν τέως καὶ τὸν ἤδη Ὑπουργὸν, πᾶσαν μεταξὺ αὐτῶν λεπτότητα νὰ παρακάμψουν, καὶ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὡς καὶ ἄλλοι τινὲς τῶν ἐντίμων συναδέλφων καὶ ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν εἴχομεν ζητήσει παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν νὰ καταθέσωσιν ἔγγραφά τινα, ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς κατασχέσεως τῶν διαφόρων μεταφράσεων τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς ἐπίσης καὶ ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὰς σκηνὰς τῆς 8 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἐν τῇ ὁδῷ Κοραῆ. Ἀληθῶς οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εὐηρεστήθησαν νὰ καταθέσωσί τινα τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων καί τινας τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν. Ἐπειδὴ ὅμως βεβαίως σκοποῦμεν νὰ φέρωμεν συζήτησιν ἐπὶ τῶν τότε λαβόντων χώραν, καθόσον δὲν ἐθεωρήσαμεν, οὔτε δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι αἱ ὑποθέσεις ἐκεῖναι δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταδείξω ἐλλείψεις τινὰς, ἀφορώσας τὰ προσκομισθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, ἃς παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ σπεύσωσι νὰ θεραπεύσωσι. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν τῇ 7 Νοεμβρίου π. ἔ. ὁ συνταγματάρχης κ. Δ. Στάϊκος ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἐν ᾧ ἔλεγεν, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ θέλει μεταχειρισθῆ κατὰ τῶν διαδηλωτῶν τὴν βίαν, ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ὁμάδες διαδηλωτῶν ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν πόλιν. Προσέθετε δὲ ὁ αὐτὸς κύριος συνταγματάρχης, ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀνώτατος ἐπόπτης τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς πρωτευούσης, ὅτι τὴν περὶ βίας διαταγὴν εἶχε, λαβὼν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· διότι λέγει (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω πρὸς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι πρὸς προφύλαξιν διαταράξεως τῆς τάξεως διετάχθην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβω πρόνοιαν κλπ., ἀπολύτως δὲ νὰ μὴ ἐπιτρέψω τὴν ἀνὰ τὴν πόλιν περιφορὰν μεγάλων ὁμάδων διαδηλωτῶν κλπ., τοὐναντίον δὲ πᾶσαν τοιαύτην ἀπόπειραν.... θέλω παρεμποδίσει καὶ διὰ τῆς βίας, ποιούμενος χρῆσιν τῶν ὑπ’ ἐμὲ στρατιωτικῶν δυνάμεων κλπ.» Παρατηρεῖτε ἄρα, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ῥητῶς ὁμολογεῖται, ὅτι τὴν διαταγὴν πρὸς χρῆσιν τῆς βίας, κατὰ τὰς διαγραφομένας πρὸς τὸν Πρύτανιν περιστάσεις, λέγει ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης, ὅτι ἔλαβε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ, κατὰ τίνα τρόπον ἔλαβε τὴν διαταγὴν ταύτην, — προφορικῶς, ἢ ἐγγράφως; — καὶ κατὰ τίνα τρόπον διεγράφετο εἰδικῶς ἡ χρῆσις τῆς βίας. Διότι ταῦτα πάντα, Κύριοι, εἰσὶν οὐσιωδέστατα γεγονότα, ἵνα σχηματίσωμεν ἀκριβῆ πεποίθησιν περὶ τῶν λαβόντων χώραν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον αἱ ἀπορίαι, ἃς ἐκφέρω, εἰσὶν εὔλογοι, ὅσῳ ἐξ ἐκθέσεως τοῦ αὐτοῦ κυρίου ἀνωτάτου ἐπόπτου τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, χρονολογουμένης ἀπὸ 9 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἀλλ’ ἐκθέσεως, ἥτις δὲν φαίνεται πρὸς τίνα ὑποβάλλεται, διότι εἶναι μὲν «Ἔκθεσις τῶν ἐν Ἀθήναις συμβάντων ἀπὸ 5–9 Νοεμβρίου 1901», χωρὶς ὅμως νὰ ὁρίζηται, τίς προεκάλεσε τὴν ἔκθεσιν, καὶ διὰ τίνα ἄρα αὕτη συνετάχθη, ἐκ τῆς ἐκθέσεως, λέγω, ταύτης δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἔλαβε διαταγὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τίνας διαταγὰς ἔλαβε. Μετὰ προσοχῆς ἀνέγνων τὴν προκειμένην ἔκθεσιν, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἐδυνήθην νὰ εὕρω ἐκεῖνο, ὅπερ δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συντάξεως αὐτῆς ἐβεβαίου ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης. Ἔν τινι μάλιστα μέρει τῆς ἐκθέσεως, σελὶς 6, ἀναφέρεται (ἀναγινώσκει): «Οὕτω παρῆλθεν ἡ ἡμέρα τῆς 7 τρέχοντος μηνός, κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς ὁποίας μοὶ ἀνετέθη ὑπὸ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ἡ ἀνωτέρω ἐποπτεία τῶν πρὸς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως στρατιωτικῶν δυνάμεων κλπ.» Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ διαταγὴ περὶ χρήσεως τῆς βίας ἐδόθη παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀπ’ ἐναντίας ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ δὲν ἔδωκε τοιαύτην διαταγὴν περὶ χρήσεως βίας. Ἀλλὰ ὁπωσδήποτε εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, τίς ὁ δοὺς τὴν διαταγὴν περὶ χρήσεως τῆς βίας, ἐὰν ἡ διαταγὴ αὕτη ἐδόθη προφορικῶς ἢ ἐγγράφως, καὶ ἂν ἐγένετο ἐγγράφως, νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἡ διαταγὴ ἐδόθη. Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, τρεῖς καὶ ἐπέκεινα μῆνες ἀπὸ τοῦ γεγονότος ἐκείνου παρῆλθον, ἐνῷ τὰ πράγματα συνέβησαν οὐχὶ εἰς ἀπώτατόν τι μέρος τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου, ὅπου πληθὺς ἀρχῶν ἀνωτάτων καὶ κατωτάτων δύναται νὰ συντρέξῃ τὴν Δικαιοσύνην πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν γιγνομένων ἀδικημάτων, τρεῖς ἤδη, Κύριοι, μῆνες καὶ ἐπέκεινα παρῆλθον, καὶ ἡ ἀνάκρισις εἰσέτι δὲν ἐπερατώθη. Εἶναι ἀδιάφορον, φαίνεται, εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὅτι, ἐκ σημειώματος, ὅπερ εὑρίσκω ἐν τοῖς προσκομισθεῖσιν ἐγγράφοις, βεβαιοῦται, τὸ καὶ γνωστὸν ἄλλως, ὅτι ἑπτὰ ὅλοι συμπολῖται ἡμῶν ἐφονεύθησαν, δύο δὲ καὶ τριάκοντα ἐτραυματίσθησαν, βαρέα μάλιστα τραύματα φέροντες...
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ὀνόματα τῶν φονευθέντων τὰ ἔχει;
§51ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «1) Εὐστράτιος Παπαντωνίου, 2) Ἰωάννης Π. Διβάρης, 3) Φώτιος Ρήγου, 4) Ἄγγελος Δράκος, 5) Ἀναστάσιος Παπαναστασίου, 6) Νικόλαος Πάστρας, 7) Διονύσιος Κ. Στεφανίδης».
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐν τοῖς νεκροταφείοις διὰ νυκτὸς μεταφερθέντες;
§53ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Ἐπειδὴ ἐρωτᾶτε, εἶχον μάθει, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, οὐχ ἧττον πολλοὶ μοὶ κατήγγειλαν τὸ γεγονός, ὅπερ ὑποδεικνύει ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν ἦσαν μόνον ἑπτὰ οἱ φονευθέντες, ὅτι ἦσαν ἴσως δέκα, ὅτι δὲ τὴν νύκτα, περισυλλεχθέντα τὰ πτώματα αὐτῶν, ἐν νυκτὶ ἐτάφησαν ἐν τῷ Αʹ νεκροταφείῳ. Ἀλλὰ ταῦτα ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἐφ’ ὅσον δὲν βεβαιοῦνται παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Λέγω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ γεγονός, ὅπερ ἀκόμη συγκινεῖ οὐχὶ μόνον τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου, ἀλλ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἔλαβε χώραν ὑπὸ τὰ ὄμματα ὅλων τῶν ἐξουσιῶν τῆς Πολιτείας, παρῆλθον ἤδη τρεῖς μῆνες, καὶ οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πληροφορηθῶμεν. Ἐνῷ δὲ ἡ Βουλή, ἐν τῷ δικαιώματι, ὅπερ ἔχει, τοῦ ἐλέγχειν τοιαύτας πρὸ πάντων πράξεις, ἐζήτησε παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως ὅσῳ τὸ δυνατὸν πληρέστερον διαφωτίσωσι τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ὑπεβλήθη εἰς ἡμᾶς ἔκθεσίς τις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἴσως,—καὶ θέλω ἐξηγήσει ἀμέσως διατὶ προσθέτω τὸ ἴσως, —ὑπεβλήθη, λέγω, εἰς ἡμᾶς ἔκθεσίς τις, ἥτις οὐδὲν κῦρος δύναται νὰ ἔχῃ. Οὐδεὶς ἀσφαλῶς γνωρίζει ἐκ τίνος τῶν Ὑπουργείων ἐξῆλθεν, οὐδεὶς γνωρίζει πότε συνετάχθη, οὐδεὶς δύναται νὰ μάθῃ παρὰ τίνος συνετάχθη, εἶναι εἷς χάρτης, κατ’ ἐμέ, ἄγραφος, χάρτης περιέχων σημείωμα, διὰ τριῶν ἢ τεσσάρων χαρακτήρων γραφέν. Τὸ σημείωμα ὅμως αὐτὸ εἶναι κατὰ τοῦτο ἄξιον λόγου, διότι ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἷς δέ, καθ’ οὗ ὑπάρχουσι καὶ βαρύτεραι ὑπόνοιαι, ὁ Ἀπόστολος Σπανός, ἐδραπέτευσεν ἢ ἐξηφανίσθη».— «Ἐδραπέτευσεν ἢ ἐξηφανίσθη»! ὡσανεὶ αἱ δύο αὗται λέξεις ἐκφράζουσι τὴν αὐτὴν ἔννοιαν καὶ τὸ αὐτὸ γεγονός, ἐνῷ εἰσι τοσοῦτον μακρὰν ἡ μία τῆς ἄλλης, ὅσον ὁ Βόρειος πόλος ἀπὸ τοῦ Νοτίου. «Ἐξηφανίσθη ἢ ἐδραπέτευσε»! Περὶ τούτου ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ, οὐχὶ ἀνυπόγραφον σημείωμα, ἀλλὰ λεπτομερεῖς καὶ ἐμπεριστατωμένας πληροφορίας. Ἐὰν ἐδραπέτευσε, περὶ τούτου θέλει ὑπάρχει βεβαίως πληθὺς πληροφοριῶν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ· ἐὰν δὲν ἐδραπέτευσεν, ἀλλ’ ἐξηφανίσθη, ἐπίσης θέλει ὑπάρχει ἄλλου εἴδους σωρεία πληροφοριῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἀνυπόστατον τοῦτο σημείωμα διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τῶν μέχρι τοῦδε διαμειφθέντων μεταξὺ τῶν ἀρχῶν, ἐξ ὧν θέλει προκύψει σαφῶς, ἐὰν ὁ κυρίως ὑπεύθυνος, κατὰ τὸ ἔγγραφον, ὁ βαρύτερον ἐνεχόμενος, ἐδραπέτευσεν, ἢ ἐξηφανίσθη, καὶ παρὰ τίνος ἐξηφανίσθη. Διότι ἡμεῖς ἐξ ἐξωδίκων πληροφοριῶν γνωρίζομεν, ὅτι τὸ ῥηθὲν πρόσωπον εἰσῆλθεν ἐντὸς τῶν φυλακῶν τῶν ἐπανορθωτικῶν τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος. Εἰς τοιαύτην ἆρά γε κατάστασιν περιῆλθον αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, καὶ δὴ τῆς πρωτευούσης, ὥστε τοιοῦτος ἐγκληματίας, οἷος καταγγέλλεται παρὰ τοῦ ἀνωτάτου ἐπόπτου, ὅτι τουτέστιν αὐτὸς καὶ εἷς ἄλλος ἐπυροβόλουν κατὰ τοῦ πλήθους, εἰς τοιαύτην, λέγω, κατάστασιν περιῆλθον αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, ὥστε οὐδὲ 24 ὧραι νὰ παρέλθωσιν, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν εἰς τὰς φυλακὰς τοιοῦτος ἐγκληματίας, καὶ ἐλευθέρως νὰ δύναται νὰ δραπετεύσῃ;
§54Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Αὐτὸς ἐδραπέτευσεν ἐκ τῆς οἰκίας, εἰς ἣν, καταδιωκόμενος ὑπὸ τοῦ πλήθους, εἰσῆλθε.
§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ συμπληρωθῶσι τὰ προσκομισθέντα ἔγγραφα. Ἠκούσαμεν, ὅτι ἐντολὴ ἐδόθη πρὸς ἐμπειροτέχνας, καὶ δὴ ἀξιωματικούς, ἵνα, συνερχόμενοι εἰς ἐπιτροπὴν, βεβαιώσωσιν, ἂν αἱ σφαῖραι, αἱ ἀποτυπωθεῖσαι εἰς τὸ οἴκημα, τὸ ἀντικρὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν, λέγω, αἱ σφαῖραι αὗται ἐρρίφθησαν ἐκ τοῦ ἀνδήρου ἢ ἐκ τῶν παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐβεβαιώθημεν δὲ, ὅτι οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ῥητῶς ἔγραψαν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ σφαῖραι ἐρρίφθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν παραβιάζομεν τὸ ἀπόρρητον τῆς ἀνακρίσεως, προκειμένου περὶ τοιούτου ἐγγράφου, ἔχοντος καὶ χαρακτῆρα διοικητικῆς ἐξετάσεως, ἂν παρακαλέσωμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἴτε τὸ πρωτότυπον, εἴτε ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου τούτου, κεκυρωμένον παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, πρὸς τὴν Βουλήν. Περὶ τοῦ ζητήματος τῶν κατασχεθέντων Εὐαγγελίων ἴσως γένηται λόγος κατὰ τὴν προκληθησομένην συζήτησιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης.
§57Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δι’ ἄλλο θέμα θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος δύναμαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Πρόεδρε.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγὼ προέβαλον τὰ ἐρωτήματα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισαν, ὅτι ἀπαντῶσιν, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἕτερον τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὅτι μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐν δέοντι, τοιουτοτρόπως ἀπαντῶντες εἰς ἐπερωτήσεις γενομένας. Αἱ ἐπερωτήσεις φέρουσιν ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἐκδηλοῖ κατὰ τίνα τρόπον ζητοῦνται παρὰ τῶν Ὑπουργῶν πληροφορίαι, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δίδονται αἱ πληροφορίαι παρ’ αὐτῶν. Καὶ ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ πληροφοριῶν ἐκτιθεμένων ἐν ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτῶν φυλάσσονται, συμφωνῶ, ὅτι κατατιθέντες τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἠρύσθησαν τὰς πληροφορίας, ἀπαλλάσσονται τῆς ὑποχρεώσεως νὰ δώσωσι προφορικὰς ἀπαντήσεις. Ἀλλ’ ὅταν δὲν πρόκηται τοιοῦτόν τι, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἀπαντῶσι προφορικῶς, πολλῷ δ’ ἧττον εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γράφωνται αἱ ἀπαντήσεις αὐτῶν ἐπὶ φύλλων χάρτου ἄνευ ὑπογραφῆς καὶ ἄνευ μνείας ἐκείνου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγράφησαν, ὡς γράφονται τοὐλάχιστον αἱ ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ τὸ κατατεθὲν σημείωμα οὐδεμίαν περιέχει μνείαν διὰ ποῖον ἐγράφη, οὐδὲ φαίνεται ἐξ αὐτοῦ ὑπὸ τίνος ἐδόθη, ἀφοῦ δὲν ἔχει ὑπογραφὴν, εἶναι δὲ ἔκθεσις. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὴν ἔκθεσιν ἀξιοῦμεν προφορικῶς, διότι ἐπερωτῶμεν, δὲν γράφομεν ἀναφορὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον· ἑπομένως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔπρεπεν, ὅσα εἶχον νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσας εἶχον νὰ δώσωσι πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐπερωτήσεων, ὤφειλον νὰ ἐκθέσωσιν αὐτὰς προφορικῶς, ἐκτὸς ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐκτίθενται ἐν ἐκθέσει ἐπισήμῳ, φερούσῃ ὑπογραφὴν, ἐχούσῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι ἄρτιον ἔγγραφον. Ἑπομένως ἀξιοῦμεν, τὰς πληροφορίας ταύτας νὰ μεταδώσωσιν εἰς ἡμᾶς προφορικῶς. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι, ἂν ἤθελεν ὑποληφθῆ, ὅτι τὸ σημείωμα, τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ παριστᾷ τὰς ἰδέας αὐτοῦ, ἐφρόνει δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δι’ ὅσων ἐξεθήκεν ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ ἐξετέλεσε τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἀπαντᾷ εἰς ἐπερωτήσεις, ἐὰν, λέγω, δὲν ἐφοβούμην τοῦτο, ἤθελον βεβαίως κακῶς χαρακτηρίσει τὸ ἔγγραφον, περὶ οὗ πρόκειται, διότι εἶναι ἔγγραφον ἀνάρμοστον εἰς τοὺς σπουδαίως συζητοῦντας. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Ἠρωτήσαμεν, ἂν ἐδόθη ἐντολὴ εἰς καταδιωκτικήν τινα ἀρχὴν, ἵνα προβῇ εἰς ἀνάκρισιν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν αὐτουργῶν τῶν φόνων, οἵτινες διεπράχθησαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κοραῆ. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἐρώτησις, εἰς τὴν ὁποίαν δίδεται ἀπάντησις, ἥτις εἶναι αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν συνεπείᾳ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν φοιτητῶν κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Νοεμβρίου διὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ φυσικῶς προέβησαν εἰς ἀνακρίσεις πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἐγκληματησάντων, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον δὲν ἔπαυσεν, ἐφ’ ὅσον εἶχε καθῆκον καὶ δικαίωμα, συνιστῶν ταχεῖαν καὶ ἐμβριθῆ τὴν πρὸς τοῦτο ἐνέργειαν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, προέβη δ’ ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τῆς ἀνακρίσεως, καὶ διότι καθίστατο ἀναγκαιοτάτη ἡ ταχεῖα περαιτέρω ἔρευνα καὶ περάτωσις τῆς ὑποθέσεως, εἰς διορισμὸν νέου ἀνακριτοῦ.» Ἑπομένως ἐνδεικνύει, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αἱ ἀνακριτικαὶ ἄνευ ἐντολῆς ἐπελάβοντο τῆς ἀνακρίσεως. Ἐπὶ τῆς ἐπιθυμίας δ’ ἡμῶν νὰ μάθωμεν, ἂν ἀνεκαλύφθησαν οἱ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πυροβολήσαντες, τὸ σημείωμα τοῦ Ὑπουργοῦ περιέλαβε τὴν ἑξῆς πληροφορίαν (ἀναγινώσκει): «Καίτοι ἐκ παρατηρήσεών τινων ἀποτυπωμάτων σφαιρῶν περιστρόφων, ῥιφθεισῶν ἐπὶ θυρῶν καὶ παραθύρων τῆς δυτικομεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ «Ξενοδοχείου Ἀθηνῶν», σχηματίζεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἐπὶ τούτου ῥιφθεῖσαι σφαῖραι, αἵτινες ἀφῆκαν τὰ ῥηθέντα ἀποτυπώματα, ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀφετηρίαν ἔδαφος ὑψηλότερον τῆς ὁδοῦ Σταδίου, ἢ τὸ ἄνδηρον ἢ παράθυρά τινα τῆς πρὸ τὴν ὁδὸν ταύτην προσόψεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ἐν τούτοις ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργηθέντων δὲν προκύπτουσιν ὡρισμένα κατ’ ὄνομα πρόσωπα, ὡς ῥίψαντα πυροβολισμοὺς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἴσως αἱ περαιτέρω ἐνέργειαι ἐνισχύσωσιν ἢ ἐξασθενίσωσι τὴν παρὰ πολλοῖς σχηματισθεῖσαν κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῶν ταραχῶν ἐντύπωσιν περὶ τῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ῥιφθέντων πυροβολισμῶν». (Γέλωτες). Ἑπομένως δὲν γνωρίζομεν, ἂν εἰσῆλθον ἔξωθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν οἱ πυροβολήσαντες, ἢ ἂν ἐπυροβόλησαν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐργαζόμενοι. Τίνες ἐπυροβόλησαν, δὲν γνωρίζομεν, διότι, εἰ καὶ παρῆλθον τρεῖς μῆνες, οὐδὲν ἀνεκαλύφθη. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἀνακρίσεων, ἡ περαιτέρω καταδιωκτικὴ ἐνέργεια θέλει ἐνισχύσει τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας.
§61Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ἀνάκρισις, κύριε Βουλευτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω πλειότερα· καὶ τόσα δὲ, ὅσα εἶπον, νομίζω, ὅτι εἶναι πολλά.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπέλαβον ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τρεῖς μῆνας δὲν κατώρθωσε νὰ ἀνακαλύψῃ τι, μένουσι δὲ ἄλυτα τὰ ζητήματα, καθῆκον εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ καλῇ τὸν Εἰσαγγελέα ἀνὰ πᾶσαν ἑβδομάδα καὶ νὰ ζητῇ παρ’ αὐτοῦ λόγον περὶ τῆς βραδύτητος. Εἶναι ἁπλοῦν συμβεβηκὸς νὰ φονευθῶσιν ἑπτὰ πολῖται ἐν μέσαις Ἀθήναις, νὰ πληγωθῶσιν ἄλλοι τριάκοντα καὶ ἑπτά, καὶ νὰ κλονισθῇ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους ἡ δημοσία τάξις, καὶ ἀντὶ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν φονέων καὶ τῶν ἐγκληματησάντων κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν τριῶν μηνῶν νὰ ἀναγινώσκωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας μόνον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα συλλήψεως κατὰ τούτων τῶν πολιτῶν, ἢ κατ’ ἐκείνων τῶν φοιτητῶν; Τοιαῦτα μέσα μετέρχονται οὐχὶ ἄνθρωποι τῆς δημοσίας ἀρχῆς, ἀλλ’ οἱ πονηροί, διότι ὅταν ταῦτα διαδίδωνται παρ’ ἀνθρώπων τῆς ἀρχῆς, εὐλόγως κρίνονται ὡς ἔμμεσοι ἀπειλαὶ πρὸς καταπτόησιν τῶν πολιτῶν, οὐδεὶς δ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπειλῇ τοὺς πολίτας διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διὰ φημῶν σήμερον, ὅτι θὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα, καὶ αὔριον, ὅτι θὰ προφυλακισθῶσι πολῖται. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως δὲ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς μανθάνομεν καὶ ἄλλο τι (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τῆς προσταγῆς τῆς ἀρχῆς τοιαύτη ἀσέβεια καὶ ἡ τοιούτῳ τρόπῳ πραγματικὴ καὶ ἔνοπλος κατὰ τῆς ἐξουσίας ἀντίστασις μὲ ἔπεισεν, ὅτι τὸ καθῆκον ὑπηγόρευε ν’ ἀντιταχθῶ διὰ τῆς χρήσεως τῆς ὑπ’ ἐμὲ ἐνόπλου δυνάμεως. Διέταξα τότε τὴν διλοχίαν τῶν πεζοναυτῶν, τεταγμένην οὖσαν φαλαγγηδὸν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου, καὶ τὸν πεζοπόρον λόγον τοῦ πυροβολικοῦ νὰ πυροβολήσωσιν εἰς τὸν ἀέρα, χωρὶς νὰ σκοπεύσωσι κατὰ πρόσωπον, ἐνήργησα δὲ καὶ δευτέραν δι’ ἐφίππου οὐλαμοῦ ἐπέλασιν. Εἰς τοὺς πυροβολισμοὺς τοῦ στρατεύματος οἱ διαδηλωταὶ ἀνταπεκρίθησαν διὰ πυροβολισμῶν, οἱ πλεῖστοι δὲ αὐτῶν, φοβηθέντες τὴν ἐπέλασιν, διελύθησαν. Τότε ἐπῆλθόν τινες τραυματισμοὶ ὁπλιτῶν καὶ πολιτῶν, εἷς δὲ φόνος πολίτου. Ὅ τε φόνος ὅμως καὶ αἱ λοιπαὶ σωματικαὶ βλάβαι τῶν τε ὁπλιτῶν καὶ πολιτῶν εἶχον ἐπέλθει διὰ βολῶν περιστρόφου, τοῦθ’ ὅπερ οὐδεμίαν καταλείπει ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ διαδηλωταὶ ἐξεδήλωσαν ἐμπράκτως καὶ μετ’ ἀποτελέσματος σκοποὺς ἐγκληματικούς, ἐνῷ ἅπας ὁ στρατὸς οὐδεμίαν τῶν σφαιρῶν διηύθυνε κατὰ προσώπων, συμφώνως μὲ τὰς διαταγάς μου.» Ἑπομένως οἱ διαδηλωταί, οἱ φοιτηταί, ἐφόνευσαν τοὺς πολίτας καὶ τοὺς ὁπλίτας; Δὲν γνωρίζω, ἂν αὐτὸς ὁ κύριος ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἐν γνώσει ἐξέθηκε τὰς πληροφορίας ταύτας, ἢ κατ’ εἰσήγησιν τῶν τοῦ γραφείου αὐτοῦ ἔγραψε ταῦτα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι ἐπυροβόλουν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην οὐχὶ ὁ στρατὸς μόνον, — ὁ στρατὸς ἐπυροβόλησε μὲ ἄσφαιρα πυρὰ, — ἐπυροβόλουν πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἐπυροβόλουν πολῖται διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐπυροβόλουν ἀστυφύλακες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τεταγμένοι ἐν τῇ Ἀγορᾷ. Πῶς εὑρέθησαν εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ καὶ ἐπυροβόλουν; Ποῖος ἐκάλεσεν αὐτοὺς ἐκεῖ; Ἡμεῖς ἀξιοῦμεν, ἵνα οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κανονίζωσι τὴν θέσιν των πρὸς ἡμᾶς, πρὸς τὴν Βουλὴν, οὕτως, ὥστε νὰ μὴ μειῶται ἡ σοβαρότης τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν διεξάγουσι, διότι ἡμεῖς σοβαρῶς ἀπευθυνόμεθα πρὸς αὐτούς, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἴς τινα, πρὸς ὃν ἀπευθύνονται αἱ ἐπερωτήσεις, νὰ δίδῃ εἰς αὐτὰς ἀπαντήσεις ἐλαφράς. Ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἐὰν συνεστήθη ἐπιτροπὴ πραγματογνωμοσύνης, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ὄχημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦτο ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐὰν ἀνεὗρεν ἐπ’ αὐτοῦ ἴχνη σφαιρῶν ἐκ βολῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον ῥιφθῆ κατὰ τοῦ ὀχήματος· προσέτι, ἐὰν οἱ συναντήσαντες τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀληθῶς ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ, ποῖα δέ τινα ἀνεκάλυψε περὶ αὐτῶν ἡ ἀνάκρισις.
§63Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε, Κύριοι, διενοήθημεν νὰ καταστήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ὄργανον ἀλλοτρίων πρὸς αὐτὴν πράξεων· ὅσοι δὲ δισχυρίζονται ταῦτα, βεβαίως δισχυρίζονται θέματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲ πρὸς τὰ πράγματα, οὐδὲ πρὸς τὰ πρόσωπα συμφωνοῦσιν. Ἀφήσαμεν ἐλευθέραν βεβαίως τὴν Δικαιοσύνην ἐπὶ καθαρῶς δικαστικοῦ θέματος νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἀρχῶν τῶν ἁρμοδίων. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἀφήσαμεν αὐτὴν ἐλευθέραν, δὲν παρελείψαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἵνα πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς πολλάκις εἴπωμεν καὶ ἐπαναλάβωμεν ὅσα μέτρα ἐνομίζομεν, ὅτι περιστάσεις σοβαραὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἀπῄτουν, ἵνα ληφθῶσι πολλάκις προσεκαλέσαμεν τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχὰς, ὅπως μετὰ δραστηριότητος καὶ ταχύτητος προβῶσιν εἰς τὴν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰς διαταγὰς ταύτας.
§65Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐκαλέσαμεν, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ καλῇ τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχὰς, ὅταν νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι προέβημεν καὶ εἰς ἐνέργειαν ἐνδεικνύουσαν, ὅτι ἐτρέφομεν ἀνάλογον ἐνδιαφέρον πρὸς τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποθέσεως, διότι προέβημεν εἰς τὸν διορισμὸν εἰδικοῦ ἀνακριτοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθεσα εἰδικῶς τὰς ὑποθέσεις ταύτας, ἐπειδὴ ὄντως ἔβλεπον, ὅτι μετά τινος βραδύτητος ἡ ἀνάκρισις ἐπροχώρει. Ἔχω δὲ ὡς δικαιολογήσεις ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τὰς ἑξῆς· ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου καὶ τῆς συγχύσεως, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐτελέσθησαν ἐκεῖναι αἱ πράξεις, διατελοῦσι σήμερον ἐν ἀδυναμίᾳ αἱ ἀρχαὶ αἱ ἀνακριτικαὶ νὰ ἐξεύρωσι τὰ κατάλληλα ἀποδεικτικὰ μέσα, ὅπως ἀποδειχθῇ, τίνες ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες προέβησαν εἰς τὰς ἐγκληματικὰς ἐκείνας πράξεις. Ἡ ἀνάκρισις ἡμῶν, Κύριοι, δὲν δύνασθε ἢ νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἔχει ἀτελείας, ἀλλ’ αἱ ἀτέλειαι αὗται ἐνισχύονται καὶ πληθύνονται ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἕνεκα τῶν ἐκτάκτως, ὡς εἶπον, ἀνωμάλων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔλαβον χώραν ὅλαι αἱ ἐγκληματικαὶ αὗται πράξεις, κατὰ τῶν ὁποίων ἐνηργήθη καὶ ἐνεργεῖται ἡ ἀνάκρισις. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου βεβαίως ἐνήργησα ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσω· βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ καταθέσω πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατέθεσα· νομίζω μάλιστα, ὅτι ὑπερέβην τὸ μέτρον τῶν ἀνακοινώσεων, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁσάκις ἡ ἀνάκρισις ἦναι ἐκκρεμὴς ἐπί τινος ὑποθέσεως. Ἀφοῦ κατέθεσα τὰ ἔγγραφα πάντα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως ἤμην ὑπόχρεως νὰ συμπληρώσω ταῦτα, ἅπαντα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐξ Ἀττικῆς, νὰ συμπληρώσω ταῦτα διὰ παρατηρήσεών τινων, αἵτινες βεβαίως ἀποδέχομαι, ὅτι ἐξ ἐμοῦ προέρχονται, καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου ἐγράφη καὶ τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέθεσα, οὗτινος ἔχω καὶ τὸ ἰδιόχειρον σχέδιον εἰς χεῖράς μου. Ἐὰν δὲ κατέθεσα τοῦτο ἐγγράφως, βεβαίως οὐδέποτε διενοήθην, ὅτι δὲν θὰ ἔδιδον καὶ προφορικῶς τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας. Ἀλλὰ καταθέτων τὰ ἔγγραφα μὲ τὰς σημειώσεις ταύτας, νομίζω, ὅτι ὤφειλον νὰ λάβωσι γνῶσιν τούτων οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δώσω καὶ ἄλλας ἐξηγήσεις, προθύμως θὰ ἔδιδον ταύτας, καὶ ἤθελον προσαγάγει καὶ ἔγγραφα, ἐφ’ ὅσον εἶχον τοιαῦτα καὶ ἐφ’ ὅσον ἐδικαιούμην νὰ τὰ προσαγάγω. Ἐκ τῶν σημειωμάτων τούτων τί προκύπτει; Θὰ ἀναγνώσω ταῦτα, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὑπέβαλον. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαντῶ δι’ ἐγγράφων, ἀπαντῶ διὰ τῶν σημειώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀκούσῃ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ σημείωμα (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν συνεπείᾳ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν φοιτητῶν κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Νοεμβρίου διὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ φυσικῶς προέβησαν εἰς ἀνακρίσεις πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἐγκληματησάντων, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον δὲν ἔπαυσεν, ἐφ’ ὅσον εἶχε καθῆκον καὶ δικαίωμα, συνιστῶν ταχεῖαν καὶ ἐμβριθῆ τὴν πρὸς τοῦτο ἐνέργειαν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Πρὸς τοῦτο ἐποιήσατο πάντοτε τὰς δεούσας συστάσεις πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτὸ ἁρμοδίας ἀρχὰς, προέβη δὲ, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τῆς ἀνακρίσεως, καὶ διότι καθίστατο ἀναγκαιοτάτη ἡ ταχεῖα περαιτέρω ἔρευνα καὶ περάτωσις τῆς ἄνω ὑποθέσεως, εἰς διορισμὸν νέου ἀνακριτοῦ, ἵνα αἱ ἐν λόγῳ ἐγκληματικαὶ πράξεις εἰδικῶς παραδοθῶσιν εἰς ἕνα ἀνακριτήν.» Δικαίωμα πλειότερον τούτου δὲν εἶχον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μέρος τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἰς τὸ ζήτημα τῶν πυροβολισμῶν, οἵτινες ἐρρίφθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ὁποίων ἀποτυπώματα εὑρίσκονται εἰς τὸ «Ξενοδοχεῖον τῶν Ἀθηνῶν». Ἰδοὺ τί λέγει τὸ σημείωμά μου, ὅπερ περιέχει γνώμας μου, ἐξαχθείσας οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς ἀνακρίσεως (ἀναγινώσκει): «Καίτοι ἐκ παρατηρήσεών τινων ἀποτυπωμάτων σφαιρῶν περιστρόφων, ῥιφθεισῶν ἐπὶ θυρῶν καὶ παραθύρων τῆς δυτικομεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ «Ξενοδοχείου Ἀθηνῶν», σχηματίζεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἐπὶ τούτων ῥιφθεῖσαι σφαῖραι, αἵτινες ἀφῆκαν τὰ ῥηθέντα ἀποτυπώματα, ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀφετηρίαν ἔδαφος ὑψηλότερον τῆς ὁδοῦ Σταδίου, ἢ τὸ ἄνδηρον ἢ τὰ παράθυρα τῆς πρὸς τὴν ὁδὸν ταύτην προσόψεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ἐν τούτοις οὐδὲν εἶναι βέβαιον, καὶ ἴσως αἱ περαιτέρω ἐνέργειαι τῆς ἀνακρίσεως ἐνισχύσωσιν ἢ ἐξασθενίσωσι τὴν παρὰ πολλοῖς σχηματισθεῖσαν κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῶν ταραχῶν ἐντύπωσιν περὶ τῶν, ὡς λέγεται, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ῥιφθέντων πυροβολισμῶν.»
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πόθεν ἐρρίφθησαν;
§67Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν εὐτυχῶς ἐν τῇ ὁδῷ Κοραῆ κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν συμπλοκῶν. Ἄν ὑπάρχουν καὶ ἕτερα γεγονότα, τοῦτο θὰ βεβαιωθῇ ὑπὸ τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ οὔτε εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο, οὔτε νὰ καταθέσω τι περὶ τούτου δύναμαι. Ἐγὼ καταθέτω ἔγγραφα καὶ πληροφορίας. Τὰ ἀποτυπώματα τῶν σφαιρῶν ἐπὶ τοῦ «Ξενοδοχείου τῶν Ἀθηνῶν» τινὲς ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐρρίφθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι δὲν ἐρρίφθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀνάκρισις ὅμως θὰ ἀποδείξῃ βεβαίως ταῦτα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὀνόματα τῶν συλληφθέντων, ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν εἶχον καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω αὐτά. Ἴσως μάλιστα εἶχον καθῆκον καὶ ν’ ἀποκρύψω ἐντελῶς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα εἶναι πασίγνωστα, ἕνεκα τῆς δημοσιότητος, ἣν ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις, τὰ ἀνέφερα, χωρὶς βεβαίως οὔτε νὰ τὰ ζητήσω, οὔτε νὰ μοὶ δοθῶσιν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ γνωρίζομεν ὅτι συνελήφθη ὁ ἀστυφύλαξ Ἀπόστολος Σπανὸς, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ἀλλὰ πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι οὗτος κατεδιώχθη ὑπὸ τοῦ πλήθους, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένον ἂν ἐξηφανίσθη ἢ ἐγκλεισθεὶς καὶ πολιορκηθεὶς ἔν τινι οἰκίᾳ κατώρθωσε νὰ δραπετεύσῃ, καταζητούμενος εἰσέτι ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς. Ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ ῥηθεὶς ἀστυφύλαξ συνελήφθη καὶ ἐνεκλείσθη εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐκ τούτων ἐδραπέτευσεν, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι οὐδὲν θὰ ἠθέλομεν ἢ θὰ θελήσωμεν νὰ καλύψωμεν, διότι οὐδεμίαν ἔχομεν, ὅπως καὶ οὐδεὶς ἔχει, τοιαύτην πρόθεσιν.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο δραπέτευσις, ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζητε.
§69Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ταῦτα εἶναι θέματα τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν· εἶπον ὅ,τι ἠδυνάμην νὰ εἴπω· ἴσως μάλιστα καὶ μέ τινας ὑπερβάσεις.
§70Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν δὲν ἠδύνατο, καλούμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀστυφύλαξ εἰσήχθη εἰς τὴν φυλακήν;
§71Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἰσήχθη.
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκαλέσατε τὸν ἐπιστάτην;
§73Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὅταν ἔχω ἐσχηματισμένην πεποίθησιν, δὲν ζητῶ πληροφορίας.
§74Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πόθεν ἡ πεποίθησίς σας, ὅτι δὲν ἐφυλακίσθη;
§75Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ σεῖς πόθεν ἔχετε τὴν ἐναντίαν πεποίθησιν, κύριε Βουλευτὰ Καρυστίας;
§76ΔΟΥΝΗΣ. Διότι διεδόθη τὸ τοιοῦτον.
§77Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἁπλῶς μόνον διότι διεδόθη καὶ ἐγράφη;
§78ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλατε, βεβαιοῖ, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν φυλακὴν, καὶ ἐκεῖθεν ἐξηφανίσθη ἢ ἐδραπέτευσε.
§79Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ταῦτα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν διάνοιαν μόνον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, διότι τὸ ἔγγραφον οὐδὲν λέγει περὶ τούτου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατεδιώχθη ὑπὸ τοῦ πλήθους, ὅτι ἐνεκλείσθη εἰς οἰκίαν τινὰ, ὅπου ἔμεινεν ὀλίγον χρόνον, καὶ ἐκεῖθεν ἐδραπέτευσε.
§80ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ οἰκία ἦτο ἡ τοῦ δικηγόρου κ. Χατζηϊωάννου· ἐκεῖ συνελήφθη καὶ ἤχθη εἰς τὰς φυλακάς.
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ἀκούσωμεν τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ ἐγγράφου.
§82Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἰδού. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οὐδόλως τὸ σημείωμά μου ἀναφέρει, ὅτι ἐδραπέτευσεν ἐκ τῶν φυλακῶν. Κύριοι, οὐδὲν συμφέρον ἔχομεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἂν ὁ ἀστυφύλαξ Σπανὸς ἐνεκλείσθη εἰς τὰς φυλακὰς ἢ ὄχι· εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον οὔτε διενοήθην νὰ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ προσκομίσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα αὔριον. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ὁ ἀστυφύλαξ ἐδραπέτευσεν ἔκ τινος οἰκίας, εἰς ἣν ἐνεκλείσθη, καταδιωκόμενος ὑπὸ τῶν πολιτῶν. Ἂν ὑπάρχωσι δ’ ἕτερα ἔγγραφα, πιστοποιοῦντα τὸ ἐναντίον, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὰ προσκομίσω. Σᾶς ἀναγινώσκω ἤδη τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἐγγράφου μου: «Αἱ ἀπαντήσεις τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, οἵτινες προέβησαν εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν Εὐαγγελίων συνεπείᾳ τῆς συναπτομένης ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκονται ἅπασαι ἐντὸς τοῦ παρόντος φακέλου μετὰ σχετικῶν σημειωμάτων: 1) τοῦ ἀριθμοῦ τῶν περισυλλεγέντων Εὐαγγελίων, κατ’ εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν καὶ κατ’ ὄνομα τοῦ ἐκδότου ἑκάστου τῶν ἐν λόγῳ Εὐαγγελίων· 2) καταλόγου ὀνομαστικοῦ τῶν φονευθέντων καὶ πληγωθέντων κατὰ τὴν συμπλοκὴν τῆς 8 Νοεμβρίου. Τὰ περισυλλεγέντα Εὐαγγέλια φυλάσσονται ἀσφαλῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης μέχρι νεωτέρας ἀποφάσεως.» Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ προσθέσω ἐπὶ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ζητηθῶσι καὶ ἕτερα ἔγγραφα, — ὅπως ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ τὸ σημερινὸν ἔγγραφον περὶ τοῦ ἀστυφύλακος Σπανοῦ, νομίζω, — σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἔστω βεβαία ἡ Βουλή, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχω ταῦτα, θέλω σπεύσει νὰ τὰ καταθέσω. Ἐὰν ζητηθῶσι συμπληρωματικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας προφορικῶς θὰ προεκαλούμην νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν, ἔστω ἐπίσης βεβαία ἡ Βουλή, ὅτι θέλω σπεύσει προθύμως καὶ εὐχαρίστως νὰ πράξω τοῦτο.
§83ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐσκόπουν νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν· ἐπειδὴ ὅμως ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι αὔριον θὰ καταθέσῃ συμπληρωματικὰς πληροφορίας, ἀναβάλλω εἰς τὴν αὔριον, ὅπως ἴδω αὐτὰς τὰς πληροφορίας, λάβω δὲ γνῶσιν καὶ τοῦ φακέλου, ὃν δὲν εἶδον μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς, καὶ δυνηθῶ νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἀφοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει προθύμως δώσει τὰς πληροφορίας ταύτας, νὰ προσκομίσῃ καὶ ταύτην: Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ πληροφορηθῇ, ἂν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς γενομένης ἐνταῦθα συμπλοκῆς δύο σώματα φονευθέντων μετηνέχθησαν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ νεκροταφεῖον, καὶ ἐκεῖ ἐκτεθέντα ἐνεταφιάσθησαν· νὰ προσαγάγῃ δὲ καὶ τὸ πρωτόκολλον, ὅπερ συνετάχθη ἐκεῖ περὶ τῆς προσαγωγῆς τῶν σωμάτων τούτων. Ἄν τοιοῦτό τι συνέβη, νὰ προσαγάγῃ πληροφορίας περὶ τῶν ὀνομάτων τῶν δύο προσώπων, περὶ ὧν λέγεται, ὅτι μετηνέχθησαν καὶ ἐτάφησαν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ νεκροταφεῖον, καὶ τὸ πρωτόκολλον, τὸ πιστοποιῆσαν τὴν ἀναγνώρισιν τῶν σωμάτων τούτων. Ταῦτα παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ εἴτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οἵτινες εἶναι ἀμφότεροι ἁρμόδιοι. Ἐπειδὴ θὰ ἔχητε νὰ προσαγάγητε τὰ ἄλλα, ζητῶ σαφῶς νὰ βεβαιωθῇ καὶ τοῦτο· ἂν δύο πτώματα μετηνέχθησαν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ κοιμητήριον, ἂν, ἐκτὸς τῶν ταφέντων ἐκ τῆς πόλεως, ταῦτα ἀληθῶς μετηνέχθησαν ἐκεῖ ἀπ’ εὐθείας καὶ ἐτάφησαν, ἂν προσεκλήθησαν οἱ συγγενεῖς αὐτῶν πρὸς ἀναγνώρισιν, ἂν ἐγένετο ἄλλη τις ἐνέργεια πρὸς ἀναγνώρισιν, ἂν ὁπωσδήποτε ἐτάφησαν, καὶ ὑπὸ τίνα ὀνόματα ἐτάφησαν τὰ σώματα ταῦτα.
§84Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι οὐχὶ μόνον λυπηρόν, ἀλλὰ καὶ ἀπελπιστικόν, νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι τόσον πανηγυρικῶς ἐτελέσθησαν πρὸ τριῶν μηνῶν, δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ περατωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις, εἶναι δὲ ἀπελπιστικώτερον ἀκόμη, ὅτι δὲν κατωρθώθη ὄχι μόνον νὰ περατωθῇ, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἀρχίσῃ κἂν ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ πράξεως, ἡ ὁποία καμμίαν δὲν εἶχε σχέσιν πρὸς τὴν ἐξέγερσιν τῶν φοιτητῶν διὰ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀπευθυνομένη κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σκοπὸν εἶχον νὰ δολοφονήσωσι τὸν προϊστάμενον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. (Φωναί: Βεβαίως, βεβαίως, ὅλα). Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἐνῷ ἄλλαι ὑποθέσεις, οὐδεμίαν ἔχουσαι ἀξίαν, περατοῦνται τάχιστα, καὶ μετὰ πυρετώδους ἐνεργείας οἱ ἀνακριταὶ καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς σπεύδουσιν εἰς τὸ πέρας, ὑπόθεσις τοιαύτη, ἡ ὁποία συγκλονίζει τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἔννομον τάξιν τοῦ Κράτους, ὑπόθεσις τοιαύτη, ἡ ὁποία δύναται νὰ κάμῃ πάντας ἡμᾶς νὰ σκεπτώμεθα, ἂν ἱστάμεθα ἀσφαλεῖς εἰς τοὺς πόδας ἡμῶν, ὅταν ἐκπληρῶμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν ὡς δημόσιοι ἄνδρες, τοιαύτη ὑπόθεσις οὐχὶ μόνον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἀρχίσῃ κἄν. Καὶ εἶναι δὰ τόσον δύσκολον νὰ ἀνεύρῃ ἡ ἀνάκρισις τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὰ ὄμματα μυριάδων ἄλλων ἀνθρώπων ἀπεπειράθησαν νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν ζωὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος; Καὶ δεικνύουσα τοιαύτην ἀδράνειαν διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, δεικνύει τὴν αὐτὴν διὰ τὴν ἑτέραν πρᾶξιν, τῶν φόνων τῆς 8 Νοεμβρίου; Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, καὶ προκαλεῖ οὐχὶ μόνον θλῖψιν, ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ἀπελπισίαν εἰς ὅλους ἡμᾶς μία τοιαύτη ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς τί δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἶναι ὁ προϊστάμενος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ Κράτει. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει κανὲν ἄλλο δικαίωμα, ἢ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, ὅπως ἐκ τῶν καθηκόντων αὑτῶν ἐνεργήσωσιν οὕτως ἢ ἄλλως πρὸς ταχεῖαν τῶν ὑποθέσεων περάτωσιν. Οὐδὲν πλέον τούτου δύναται νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀπορῶ δὲ ἀληθῶς, πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον διάφοροι Βουλευταί, δὲν περιωρίσθη νὰ ἀνακοινώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἐκ τοῦ νόμου ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ γνωρίζῃ, ἀλλ’ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἡμίση ἀποτελέσματα, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς ἀνακρίσεως· καὶ τὸν ἠκούσαμεν λέγοντα, ὅτι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως δὲν προέκυψεν ἀκριβῶς τοῦτο, ἢ δὲν προέκυψεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τί προέκυψεν ἢ τί δὲν προέκυψεν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι, κατ’ ἀνακοινώσεις τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων, αἱ ἀνακρίσεις δὲν ἐπερατώθησαν, καὶ ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ συγχρόνως, ὅτι ἐξηγέρθη ἡ ἀγανάκτησις αὐτοῦ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ πληροφορίᾳ, ὅτι δὲν ἐπερατώθησαν αἱ ἀνακρίσεις, καὶ ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ θέλει ἐπιτιμήσει τὸν Εἰσαγγελέα ἢ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμερίμνησαν, ὅπως δώσωσι τὴν προσήκουσαν ὤθησιν καὶ φθάσῃ εἰς πέρας ἡ ἀνάκρισις. Οὐδὲν πλέον τούτου ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, καὶ οὐδὲν πλέον τούτου δύναται, πρὶν ἢ περατωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις, νὰ ἀνακοινώσῃ.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τῆς ἀνακρίσεως, νὰ ἀποκαλύψῃ τὰ μυστήρια αὐτῆς καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς ἐκθέσῃ αὐτά. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πληροφορίας, διότι ἠλπίζομεν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις εἶχε περατωθῆ, οὔτε ὑπεθέτομεν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις, μετὰ τρεῖς μῆνας ἤδη, δὲν ἤθελεν εἶσθαι περατωμένη περὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν, πολλῷ μᾶλλον, ὅτι δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθη, ὅτι ἐγένοντο κατὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντ’ ἐκείνων ἦλθε καὶ μᾶς ἔδωκε πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἥξεις ἀφίξεις! Τίποτε ἄλλο. Εἶναι καὶ δὲν εἶναι, καὶ ὅταν τελειώσῃ θέλομεν μάθει, ἂν εἶναι καὶ τί εἶναι! Διὰ τοῦτο δυσηρεστήθημεν, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι δὲν ἀπηνθύνθη πρὸς ἡμᾶς μετὰ τῆς σοβαρότητος, μεθ’ ἧς προσῆκε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ θέλουσι δοθῇ πληροφορίαι παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς, ὅ τε κ. Λεβίδης, ὁ προαγορεύσας, καὶ ὁ κ. Δραγούμης, νομίζω καλὸν νὰ ἀποταθῶ καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ζητῶν παρ’ αὐτοῦ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας, ὡς ἀνώτερος ἀστυνόμος τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου εἶναι Ὑπουργὸς, προσῆκε νὰ ἔχῃ, ἢ ἂν ἠμέλησε νὰ λάβῃ, καὶ νῦν ἔτι δύναται νὰ λάβῃ. Αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν πιστοποιητικὸν ὑπαλλήλων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου διαφόρων βαθμῶν καὶ τάξεων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαίουν οὗτοι, ὅτι οὔτε εἷς πυροβολισμὸς ἐρρίφθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον...
§86Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἀρνοῦνται τώρα.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Καὶ ἡ μὲν ἀνάκρισις, μᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐτελείωσεν ἔτι, καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Μπουφίδου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀνεκαλύφθη ποῖοι εἶχον πυροβολήσει, ἐβεβαιώθη ὅμως ἐκ τῶν πραγματογνωμόνων, ὅτι εὑρέθησαν ἴχνη σφαιρῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐρρίφθησαν εἴτε ἀπὸ τὸ ἄνδηρον, εἴτε ἀπὸ ἄλλο μέρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καλέσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες ὑπέγραψαν τὸ πιστοποιητικὸν, τὸ δημοσιευθὲν διὰ τῶν ἐφημερίδων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιοῦτο, ὅτι οὐδεὶς πυροβολισμὸς ἐρρίφθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ὑποβάλῃ ἕκαστον αὐτῶν εἰς ἐξέτασιν, καὶ ζητήσῃ τὴν ἀπολογίαν αὐτῶν, πῶς ἐβεβαίωσαν ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, ἂν πραγματικῶς πείθηται, ὅτι οὐδεὶς πυροβολισμὸς ἐρρίφθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου.
§88Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, οὔτε μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν συμφωνῶ, οὔτε μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καρυστίας συνάδελφον. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της· δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της εἰδικῶς εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιστάσεις, καὶ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἀμέσως ἐκεῖ, ὅπου ἐνδιεφέρετο ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἐξεπλήρωσε μετ’ ἠλεκτρικῆς ταχύτητος εἰς τὸν φόνον τῆς ὁδοῦ Ἀγχέσμου. Ἐκεῖ εἶχε συμφέρον, καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποπερατωθῇ κατὰ τρόπον σκανδαλώδη ἡ ἀνάκρισις, καὶ ἀπεπερατώθη· ἐκεῖ δὲ, ὅπου εἶχεν ἀντίθετον συμφέρον, νὰ μένωσι δηλ. τὰ πράγματα κεκαλυμμένα, ἐκεῖ μένουν μέχρι σήμερον κεκαλυμμένα. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Αὐταὶ δὲ αἱ ὑπεκφυγαὶ, τὰς ὁποίας κάμνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀνάξιαι τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον φέρει· αὐτὰ τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα προσάγει, δὲν εἶναι σοβαρά...
§90Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἄδικον, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἦσαν πρὶν μεθ’ ἡμῶν, καὶ κατηγόρουν τὴν Κυβέρνησιν τὴν προκάτοχον.
§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε κατηγόρουν τὴν Κυβέρνησιν τὴν προκάτοχον, εἶχον τότε τὸ ἐνδιαφέρον πρὸς τοῦτο· ἀλλ’ ὅτε ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἶχον ἄλλο ἐνδιαφέρον, τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μείνουν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς θέσις τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τῶν προσκομισθεισῶν σημειώσεών του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἄλλο ζητεῖ ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας καὶ τὸ ζήτημα αὐτό. Αὐτὰ εἶναι καθαρῶς τὰ πράγματα. Αὔριον θὰ μᾶς φέρῃ ἄλλας τινὰς σημειώσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἦναι πλήρεις, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν ποτὲ εἰς πέρας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνδιαφέρηται διὰ τὸν φόνον τῆς ὁδοῦ Ἀγχέσμου, ἐνδιαφέρεται πρὸ παντὸς, καὶ ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρηται...
§92Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί ἐννοεῖτε μὲ τὸ «ἐνδιαφέρεται»;
§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι Ἑλληνικὴ ἡ λέξις «ἐνδιαφέρεται», καὶ δὲν ἔχει χρείαν ἀναπτύξεως.
§94Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δώσητε ἐξηγήσεις.
§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ἐνδιαφέρεσθε, διότι ἐκεῖ ἦτο κατηγορούμενος συμπολίτης σας, καὶ ἐνδιαφέρεσθε νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις.
§96Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Λυποῦμαι δι’ ὅσα λέγετε, καὶ περιφρονῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτά.
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος μένει ἀνάλγητος, καὶ ἡ πλειονοψηφία σιωπᾷ δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποστροφὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ!
§98Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἰς τὰς ἐκφράσεις σας ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω.
§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτηται· νὰ μὲ ἐρωτᾶτε πρῶτον... (θόρυβος).
§100ΑΘΑΝ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὑβρίζετε τὸν Ὑπουργόν!
§101Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τόσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ Βασιλέως, κατὰ τοῦ Διαδόχου, κατὰ τῶν Πριγκήπων, καὶ οἱ κύριοι αὐτοὶ οὐδὲν εἶπον· σήμερον ἐξανίστανται!
§102Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι· οὐδεὶς εἶπέ τι.
§103Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐκτοξεύῃ φράσεις ἀναρμόστους πρὸς τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν ἀνατροφὴν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Βουλευτοῦ, ἀξιοῖ δὲ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Βουλή, ἵνα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δεχόμεθα τοιαύτας ἀποστροφὰς, ἤμεθα κοινοβουλευτικώτεροι· εὑρέθη δὲ καὶ εἷς Βουλευτὴς ἐκ Μεγαλοπόλεως νὰ πωλήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θυμιάματα, λέγων ὅτι ἐγὼ ὕβρισα τὸν Ὑπουργὸν, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς ἐξανέστη ἐκ τῆς ἐκφράσεως, ἴσως διότι ἡ συνείδησίς του ἔκρινεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐνόησα, ἴσως διότι ἐπίστευσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ἡ Βουλή, ὅτι ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν· τοῦτο δὲ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ταύτην τὴν στιγμήν, ἕνεκα τῆς συμπεριφορᾶς του, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὸ συμφέρον νὰ διασαλεύσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἀντιπάλου του, διότι ἡ στάσις τοῦ Ὑπουργοῦ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ φθάσω εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα.
§104ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἀντιπάλου του τὴν διεσάλευσεν ὁ τάφος τοῦ μακαρίτου Θ. Κασσαβέτη, καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε τὸν Ὑπουργόν.
§105Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε συμφέρον νὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὸς, ὡς ἀντίπαλος τοῦ συμπολίτου του, δὲν ἠθέλησε νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθές, καὶ τοιαύτην ἐνέργειαν ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγώ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, οὐδέποτε θὰ ἔκαμνον τοιαύτας ἀποστροφάς, διότι ἡ συνείδησίς μου θὰ ἦτο ἐλευθέρα καὶ ἡ ἐνέργειά μου θὰ ἦτο εἰλικρινής, καὶ ἂν ἀκόμη ἐπενέβαινον εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκφρασθεὶς ὅπως ἐξεφράσθη ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξεφράσθη, διὰ τῆς λέξεως, ἣν ἐξέφρασε, κατέστη ἀνάξιος καὶ τῆς περιφρονήσεώς μου, διότι οὔτε τῆς περιφρονήσεως τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἄξιοι οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν ὁμιλοῦντες. Ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἀπηύθυνε πρὸς ἐμὲ βαρεῖαν ἔκφρασιν· εἶχον καὶ ἀφορμὰς προσωπικὰς πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὡς Ὑπουργὸς ὅμως τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισα, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι σέβομαι αὐτὸν καὶ δὲν τὸν παρακολουθῶ εἰς τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο περὶ ἐμοῦ. Ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ ἐκ Τυρνάβου ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Λιμπρίτης ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ ἔκφρασιν τοιαύτην, ὥστε ὁ παρακαθήμενός μοι τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ἀνετινάχθη ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου του, ἐνῷ ἐγὼ ἔμενα ἀπαθὴς καὶ ψύχραιμος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἔκαμα τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ ἐκπλαγῇ καὶ νὰ μὲ κυττάξῃ, καὶ εἶπον τότε εἰς τὸν Πρωθυπουργόν: «Εἶμαι Ὑπουργός!» Λοιπὸν ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς περιφρονήσεώς μου διὰ τὴν αὐθάδη ἔκφρασίν του...
§106Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω· ὡμιλήσατε περὶ αὐθαδείας σχετικῶς μὲ ἐμέ;
§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι διὰ σᾶς. Γνωρίζετε ποίαν ἰδέαν καὶ ἐκτίμησιν ἔχω πρὸς ὑμᾶς.
§108Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἄλλως τε εἴμεθα καὶ συμπέθεροι.
§109Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος τῆς περιφρονήσεώς μου, ὄχι τόσον διὰ τὴν ἔκφρασίν του, ὅσον δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἔκφρασίς του ἔκαμε νὰ πιστευθῇ. Τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐγνώριζον πρὸ πολλοῦ καὶ ὡς ἰδιώτην, ὑπηρετήσας ὡς ἀξιωματικὸς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, γνωρίζω καὶ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ· δὲν εἶχον δὲ ἀφορμὴν νὰ πιστεύσω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι τόσον μικρὸς, ὅπως ἐδείχθη σήμερον, ὅτι ἦτο δυνατὸν, ὡς ἀνώτερος λειτουργὸς τοῦ Κράτους, ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ κατέλθῃ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ νομίσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συντρίψῃ ἀντίπαλον, οἷος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ τῆς ἐπεμβάσεώς του εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Τὸν ἐπίστευον, ὅτι ἦτο ἀνώτερος τοιαύτης μομφῆς καὶ κατηγορίας, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπον ἀμέσως, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἐνδιαφέρεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἀνάκρισις ἐπερατώθη τάχιστα. Ἐτίμων ἀνάξιον ἄνθρωπον τοιαύτης τιμῆς. Μὴ παραξενευθῆτε διὰ τὰς βαρείας μου ἐκφράσεις· τὰς προεκάλεσεν ὁ ἴδιος, ὄχι μόνον διὰ τῆς ἐκφράσεώς του, ἀλλὰ διότι ἐξ αὐτῆς προέκυψε, τί εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλετε νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν αὔριον, μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, καὶ τὴν γνωμοδότησιν τῶν πραγματογνωμόνων, οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν τὰ βλήματα τὰ εἰς τὸ «Ξενοδοχεῖον τῶν Ἀθηνῶν» ἀποτετυπωμένα, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀποδειχθῇ, ἂν οἱ πυροβολισμοὶ ἔπεσαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἀνώτερος πρώην δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ἐντιμότατος ἄνθρωπος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσαν παριστάμενοι ἐκεῖ συμπολῖταί μου, τὸ ἐβεβαίωσα δὲ καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. — Ὀφείλετε, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τῶν ἄλλων ζητηθέντων ἐγγράφων νὰ καταθέσητε καὶ αὐτά, διὰ νὰ μάθωσι τέλος πάντων οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, καὶ διὰ τίνα λόγον ἐγκλημάτησαν, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ ἀντιπροσωπεία, μέχρι τίνος βαθμοῦ ἐξωθοῦνται τὰ πράγματα ἐκ μέρους ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἱερὰν ἀποστολὴν ἐκ τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν εἰς τὴν Πατρίδα.
§110Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπιστολαὶ ἀφ’ ἑνός, τηλεγράφημα ἀφ’ ἑτέρου, συστάσεις διὰ ζώσης ἐκ τρίτου μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ ζητήματος ἀσχέτου πρὸς τὴν παροῦσαν στιγμήν. Πρόκειται περὶ τῆς πολυθρυλήτου Ἐμπορικῆς Σχολῆς τῆς Σύρου. Ὁ κ. τέως ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, διερμηνεύων τὴν γνώμην τῶν δύο ἐπιφανῶν διευθυνόντων τὴν πλειονοψηφίαν, μοὶ ἐδήλωσε μετ’ ἀγόρευσίν μου, ὅτι θέλει συμπεριληφθῆ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἡ ἵδρυσις Ἐμπορικῆς Σχολῆς καὶ ἐν Σύρῳ, ἀλλὰ τοῦτο μέχρι τοῦδε δὲν ἐπραγματοποιήθη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νῦν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, ἀναλογιζόμενος πόσον θέλει ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς, διστάζει εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἵνα διευκολύνω αὐτόν, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Προέδρου τοῦ ἐν Σύρῳ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, προτείνω καὶ ἐκ μέρους τοῦ Συλλόγου αὐτοῦ καὶ ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως, ὅπως τὸ μὲν οἴκημα τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Σύρῳ προσφερθῇ παρὰ τοῦ δήμου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ἐν τῷ Γυμνασίῳ καθηγηταὶ μὲ μικρόν τι ἐπίδομα διδάσκωσι τὰ μαθήματα, ἅτινα διὰ τόσων μισθῶν θὰ διδάσκωνται ἀλλαχοῦ καὶ θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμόν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι διὰ τῶν μέσων τούτων, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἀνακουφίζουσι τὸν Προϋπολογισμόν, πρέπει νὰ καταρτισθῇ Ἐμπορικὴ Σχολὴ καὶ ἐν Σύρῳ, ὡς ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις. Ἄλλως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Σχολῆς ταύτης καὶ διὰ τρόπου ἐναντίον τῆς θελήσεώς μου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἐγνώριζον τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καθόσον δὲν ἔχομεν καιρόν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχομεν καιρόν.
§112ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ διενεμήθη ἡ σύμβασις περὶ τῆς Ἑταιρείας τῆς σιγαροποιΐας, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰς πληροφορίας, ἃς ζητῶ διὰ τοῦ σημειώματος τούτου· ἤτοι νὰ καταθέσῃ πίνακα δεικνύοντα: α) τὸν κατ’ ἐπαρχίας παραχθέντα καπνὸν κατὰ τὰ ἔτη 1895–1901, σημειουμένου τοῦ ποσοῦ εἰς ὀκάδας κατ’ ἐπαρχίαν· 2) τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ τοῦ ἐξαχθέντος κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας εἰς τὸ ἐξωτερικόν· νὰ σημειῶται δέ, εἰ δυνατόν, διακεκριμένως τὸ εἰς φύλλα καὶ τὸ εἰς σιγαρέτα ἐξαχθὲν ποσόν· 3) τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ τοῦ εἰσαχθέντος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πρὸς κατανάλωσιν κατὰ τὰ ἴδια ἔτη, καὶ ἐκ τίνων μερῶν εἰσήχθη.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἐρωτήσεις, ἃς ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ σημειώματός μου τούτου (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἀναγράφοντα: αʹ) Πόσα στρέμματα γῆς ἐκαλλιεργήθησαν καὶ ἐφυτεύθησαν καπνὸν ἐν ἔτεσι 1894–1901. βʹ) Πόσαι ὀκάδες καπνοῦ παρήχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἄνω ἐτῶν ἐκ τῶν εἰρημένων γαιῶν. γʹ) Εἰδικῶς πόσαι ὀκάδες καπνοῦ παρήχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἄνω ἐτῶν ἐξ ἑκάστης τῶν μὴ καπνοφόρων ἐπαρχιῶν. δʹ) Πόσα στρέμματα γῆς καὶ ἐν τίσιν ἐπαρχίαις ἐφυτεύθησαν κατὰ τὰ ἄνω ἔτη καπνὸν ἐκλεκτῶν εἰδῶν τουρκικὸν (Ξάνθης, Ἀμισοῦ κλπ.) καὶ πόσαι ὀκάδες τοιούτου ἐκλεκτοῦ καπνοῦ παρήχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν.»
§114Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τοῦ ἐν Λαμίᾳ «Συλλόγου τῶν Τεχνοεργατῶν», ὅστις μοὶ γνωρίζει, ὅτι εἰς χθεσινήν του συνεδρίασιν ὁ Σύλλογος προέβη εἰς ψηφίσματα, δι’ ὧν ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ περὶ σιγαροποιΐας σύμβασις...
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἔλαβε καὶ τὸ Προεδρεῖον.
§116ΚΡΙΤΣΑΣ. .. ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποβάλλει τὴν παράκλησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐπὶ δίμηνον, ἕνεκα τῶν διαφόρων δυστυχημάτων τὰ ὁποῖα εὗρον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὴν Φθιώτιδα. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη πολλῶν περὶ τούτου συστάσεων, διότι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι παράδοξον, ἀφοῦ ἡ Φθιῶτις ὑπέστη πανωλεθρίαν, τῆς ὁποίας δύνασθε νὰ λάβητε ἰδέαν, ἂν μάθητε μόνον, ὅτι εἰς 500 χιλιάδας κοιλὰ, ἤτοι εἰς 10 ἑκατομμύρια ὀκάδας, ἀνέρχεται μόνον ὁ ἀραβόσιτος, ὁ ὁποῖος κατεστράφη ἐν τοῖς ἁλωνίοις ἐκ τῶν συνεχῶν καὶ πρωτοφανῶν βροχῶν τῶν παρελθόντων μηνῶν Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου. Παραδίδω τὸ τηλεγράφημα, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δικαία τοῦ Συλλόγου τούτου σύστασις, ἣν καθ’ ὅλα καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι.
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολῖταί τινες τοῦ δήμου Κραθίδος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων μὲ ἐπεφόρτισαν, ἵνα διὰ τῆς Βουλῆς διευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 παρελθόντος ἔτους ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου ἐκείνου. Εὐχαρίστως ἐκτελῶ τὴν ἐντολὴν ταύτην, ἀφοῦ ὁ ἀνώτατος προϊστάμενος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τυγχάνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου ἐκφράζεται ἡ εὐχὴ, ἣν πρὸ αὐτοῦ ἐξήνεγκεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αἰγίου, ὅπως ὁ σταφιδόκαρπος ὁ παραγόμενος ἐν τῷ δήμῳ Κραθίδος, τιθέμενος ἐν κιβωτίοις, ἔχῃ τὰ σήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ παραγόμενος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας. Ὁ δῆμος Κραθίδος, ὡς μοὶ γράφουσι καὶ ὡς γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, διαιρεῖ τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας εἰς δύο μέρη, κείμενος ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐπαρχίας ταύτης, ἐνῷ δὲ ὁλόκληρος ὁ σταφιδόκαρπος ὁ παραγόμενος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας φέρει τὰ σήματα Βοστίτσα, εἰς τὸν σταφιδόκαρπον τοῦ δήμου Κραθίδος ἀπαγορεύεται τοῦτο. Ἐκφράζω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν εὐχὴν, ἵνα διὰ νομοθετικῆς ἐπεμβάσεως δοθῇ καὶ εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν τὸ αὐτὸ προνόμιον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ τούτου, καθὼς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ὁποίου ἀνήκει ὁ δῆμος οὗτος.
§118Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐχὴ τοῦ δήμου αὐτοῦ εἶναι δικαιοτάτη, διότι, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ἐκεῖ συμβαίνει τὶ παράδοξον· ὁ δῆμος αὐτὸς εὑρίσκεται ἐν μέσῳ τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, καὶ διαιρεῖ αὐτὴν εἰς δύο, ἐνῷ δὲ οἱ κάτοικοι ὅλων τῶν μεμακρυσμένων δήμων τῆς Αἰγιαλείας ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὠφελῶνται τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου ἐκείνου, οἱ τοῦ δήμου Κραθίδος ἀποκλείονται, καίτοι ἡ ποιότης τοῦ σταφιδοκάρπου αὐτοῦ τοῦ δήμου εἶναι ἀρίστη. Ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, ἢ μᾶλλον ἐπανόρθωσις ἀδικήματος, διότι αὐτοὶ, μὴ κατορθώνοντες νὰ θέτωσι τὰ σήματα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ προσφέρωσι τὸ προϊόν των μὲ ὑποτίμησιν εἰς τὰς ξένας ἀγοράς.
§119Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύνω πρὸς αὐτοὺς, νὰ δεικνύωσι μεγαλειτέραν προθυμίαν, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἐγκαίρως τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Ἔχω ὑποβάλει πλέον τῶν 6 ἢ 7 ἐπερωτήσεων, εἰς ἃς οὐδεμίαν ἔλαβον ἀπάντησιν, πλὴν ἐκείνης, ἣν ἀπέστειλε σήμερον πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις ὅμως ἦλθεν ἀργὰ, διότι ἡμεῖς ἐπερατώσαμεν πλέον τὸν ἔλεγχον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ μᾶς ἀποστέλλωσιν ἐγκαίρως τὰ ἔγγραφα, ὧν ζητοῦμεν τὴν κατάθεσιν, διότι ἄλλως μᾶς εἶναι ἄχρηστα, ἀκαίρως κατατιθέμενα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον ἐγκαίρως πάντοτε ἀποστέλλει τὰς ἐπερωτήσεις εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§121Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους συνέβη φόνος ἑνὸς κατοίκου τοῦ χωρίου Κρανιᾶς, τοῦ δήμου Ὀλύμπου, ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους – καὶ παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε τὴν παρατήρησιν ταύτην—ὑπὸ ἀξιωματικοῦ Τούρκου, σταθμεύοντος ἐκεῖ που πλησίον. Ὁ φόνος ἀνηγγέλθη εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, διετάχθη δὲ ἡ ἐξέτασις τοῦ γεγονότος ὑπὸ τοῦ τότε ἐκεῖ διατελοῦντος εἰρηνοδίκου. Ἡ ἀνάκρισις ἐνηργήθη, προσῆλθε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς ὁ Ὀθωμανός, ὅστις δὲν ἠρνήθη πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην, ὅτι ὁ φόνος ἐγένετο ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἀφοῦ μάλιστα ὁ εἰρηνοδίκης ἀνεῦρε τὰ ἴχνη τοῦ αἵματος ἐπὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἐφονεύθη ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος. Ὁ σχετικὸς φάκελος συνεπληρώθη, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐπεθύμουν δὲ, εἰ δυνατόν, νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος ἤδη, μὴ οὔσης τῆς ἐξετάσεως ταύτης ἐκκρεμοῦς, παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς οὕτως ἀπορφανισθείσης οἰκογενείας διὰ τῆς ἀπωλείας ἑνὸς πολίτου Ἕλληνος, ἀδίκως φονευθέντος ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει· διότι, ἐὰν ἐφονεύετο παρὰ ἰδιώτου τινὸς, θὰ ἦτο ζήτημα, ὅπερ δὲν θ’ ἀφεώρα τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐφονεύθη ὑπὸ Τούρκου ἀξιωματικοῦ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, πυροβοληθεὶς ἀπὸ τοῦ Τουρκικοῦ, νομίζω, ὅτι δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν πρὸς προστασίαν τῆς ἀπορφανισθείσης οἰκογενείας. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν. Μετὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅπερ θὰ ἀναφέρω. Κατὰ τὸ 1900 ἐγένετο Ἔκθεσις ἐν Λαρίσῃ. Διάφορα βραβεῖα ἐκανονίσθησαν δι’ αὐτὴν, ἄλλα μὲν παρὰ τοῦ δήμου, ἄλλα παρ’ ἰδιωτῶν, καὶ ἄλλα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἓν τῶν κανονισθέντων βραβείων ἦτο διὰ τὰ καλλίτερα κουκούλια, τὰ ὁποῖα ἤθελον προσαχθῆ εἰς τὴν Ἔκθεσιν· ἐβραβεύθησαν δὲ ταῦτα διὰ τοῦ πρώτου βραβείου, ὅπερ εἶχε κανονίσει ἡ Κυβέρνησις εἰς ποσὸν δραχμῶν τριακοσίων. Νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποσχέσεις καὶ δωρεὰς αὐτῆς. Ἐν τούτοις παρῆλθε τὸ 1901, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1902, καὶ τὸ βραβεῖον αὐτὸ δὲν ἐδόθη. Ὁ φάκελος ὁλόκληρος εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ νὰ βοηθήσω πρὸς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ὁ τμηματάρχης κύριος Βαμπᾶς γνωρίζει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ δύναται νὰ τῷ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. Τὸ ζήτημα ἐγείρεται χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ διὰ τὰς 300 δραχμάς· ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ τὸ βραβεῖον αὐτό. Δὲν λέγω περὶ ἄλλων βραβείων, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλα ἐγὼ αὐτούσια ἐξ 100 δραχμῶν ἕκαστον, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξητμίσθησαν χωρὶς νὰ γνωρίζω ποῦ. Ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ μ. μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Μαρκεζίνης καὶ Ν. Συνοδινὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 109). Ὁ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§124Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐν μιᾷ τῶν τελευταίων συνεδριάσεων πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων διεξετραγώδησαν διὰ τῶν μελανωτέρων χρωμάτων τὴν ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν ἤλπιζον, ὅτι καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις ἤθελον συμβῆ ἐγκλήματα τοιαῦτα καὶ τόσον ἀποτρόπαια, ὥστε καὶ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς νὰ ἀνορθῶσι. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν θυγάτριόν τι ἑπταετὲς ἀπωλέσθη καθ’ ὁδὸν, καὶ ἐζήτησεν ἄσυλον εἰς ἓν τῶν ἀστυνομικῶν τμημάτων Ἀθηνῶν· ἐκεῖ ἀνεγνωρίσθη ἡ ταυτότης τῆς παιδίσκης, καὶ διετάχθη παρὰ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ τμήματος ἀστυφύλαξ τις, ὅπως ὁδηγήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν οἰκίαν της. Ἀλλὰ—φρικῶδες, κ. Πρόεδρε!— ὁ ἀστυφύλαξ αὐτὸς, ὁ φρουρὸς τῆς ἀσφαλείας, ἀπεπειράθη νὰ βιάσῃ τὸ δυστυχὲς αὐτὸ τέκνον! Ὑπάρχει ἔκθεσις, ὡς λέγουσι, τοῦ ἰατροῦ καὶ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κυρίου Μαγγίνα, ὅτι ὑπάρχουν σημεῖα βιασμοῦ ἐπὶ τῆς παιδίσκης ταύτης. Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, τί συνέβη μετὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ ἀστυφύλακος, τί ἐνηργήθη κατ’ αὐτοῦ; Προσεκλήθη οὗτος εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, ἵνα μὴ λάβωσι καιρὸν οἱ γονεῖς καὶ ὑποβάλωσι πολιτικὴν ἀγωγὴν κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον συμβεβηκὸς ἀποτρόπαιον ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες, συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φυγαδεύσῃ τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὰς Ἀθήνας, συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἑστία κακούργων καὶ ληστῶν. Χθὲς περὶ τὴν δευτέραν ὥραν μ. μ. Ἀγγλὶς περιηγήτρια, ἐξελθοῦσα ἐκ τοῦ Βοτανικοῦ κήπου, ἔλαβε τὴν ἄγουσαν πρὸν τὴν Ἱερὰν ὁδόν. Ἐκεῖ εἷς, ὁδηγῶν δίτροχον, ὡς λέγουσι, προσεκάλεσε τὴν Ἀγγλίδα, ὅπως ἐπιβῇ τοῦ διτρόχου. Ἡ Ἀγγλὶς, ἀφελὴς καὶ ἀνύποπτος, ἀνῆλθεν εἰς τὸ δίτροχον. Προεχώρησαν οὕτω, καὶ εἰς μέρος τι χλοερὸν ἀπεπειράθη τὸ τέρας αὐτό, ὁ ὁδηγὸς τοῦ διτρόχου, νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Ἀγγλίδα, ἢ μᾶλλον τὴν ἐξεβίασεν, ὡς λέγουσι, καὶ τῆς ἀφήρεσεν ὀκτὼ λίρας Ἀγγλικάς. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζει τί τῶν συμβάντων τούτων; καὶ τί ἐνήργησεν ἐπ’ αὐτῶν;
§125Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικων). Ἀληθῶς Ἀγγλίς τις, ὡς ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας μοὶ ἀνέφερε, χθὲς περὶ τὴν τρίτην ὥραν εἶχεν ἐκδράμει ἐντελῶς μόνη μέχρι Δαφνίου. Καθ’ ὁδὸν συνηντήθη μετά τινος καρραγωγέως, μεθ’ οὗ συνωδοιπόρησε. Παρὰ τὸ Δαφνίον ὁ νεαρὸς, ἐκ Μάνδρας καταγόμενος, καρραγωγεὺς ἐπετέθη κατὰ τῆς Ἀγγλίδος μὲ σκοποὺς ἀσελγεῖς. Εἰς τὰς φωνὰς αὐτῆς προσέδραμε τυχαίως ἐκεῖθεν διερχόμενος δικηγόρος ποδηλατῶν, ὅστις ἔσωσε τὴν Ἀγγλίδα ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ἐκ Μάνδρας νεαροῦ καρραγωγέως καὶ ὡδήγησε ταύτην ἐνταῦθα. Τὸ ὄνομα τοῦ ἀθλίου αὐτοῦ ἐγένετο γνωστὸν, καὶ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ἀνακριτὴς, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ γνωστοῦ πλέον αὐθάδους, ὅπως συλληφθῇ καὶ παραδοθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ταῦτα γνωρίζω περὶ τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ γεγονότος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, ἐπίσης γνωρίζω, ὅτι ἀστυφύλαξ τις, ὅστις ὡδήγει μικρὰν παιδίσκην εἰς τὴν οἰκίαν της, ἠθέλησε καὶ οὗτος νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς παιδός. Συνελήφθη. Δὲν ἐβεβαιώθη, ὅτι διέπραξε τὰς ἀσελγεῖς αὐτοῦ ἐπιθυμίας, ἀλλὰ συνελήφθη καὶ παρεδόθη εἰς τὴν ἀρχήν, καὶ θὰ ὑποστῇ τὴν ποινὴν, ἣν διαγράφει ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§126Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ κυρίου Μαγγίνα.
§127ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή.
§128Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσεκλήθη ὁ δράστης δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον;
§129ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὰ δὲν τὰ γνωρίζω ἐγὼ, ἀλλ’ ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή.
§130Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς αὔριον εἰς τὴν Βουλήν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος.
§134Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ἡμέραν τινὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, εἶπεν, ὅτι ὑπεσχέθη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ μόνον δῶρον, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ πρὸς αὐτὴν, εἶναι, ὅτι θὰ δώσῃ εἰς τὴν Πολιτείαν ἀγαθὴν καὶ ἀμερόληπτον διοίκησιν. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, καὶ ἰδίᾳ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θεωρεῖται διοίκησις καλὴ, ὅταν εἰρηνοδίκης δήμου τινὸς καθίσταται κομματάρχης καὶ διανέμῃ τὴν δικαιοσύνην συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν κουμπάρων, κομματαρχῶν καὶ φίλων αὐτοῦ ὑποστηρικτῶν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἂν λαβὼν γνῶσιν τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διέταξεν ἀνακρίσεις. Τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ διατὶ δὲν μετέθεσεν αὐτὸν ἐκ τοῦ δήμου ἐκείνου; Καὶ διὰ νὰ ἦμαι σαφὴς καὶ ἐννοηθῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζω εἰς αὐτὴν, ὅτι ὁμιλῶ περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου τοῦ δήμου Εὔας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης. Μοὶ ἐστάλη ἀντίγραφον ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Εὔας, ὑπογεγραμμένης ὑπὸ πολλῶν δημοτῶν τοῦ δήμου τούτου καὶ τοῦ τῆς Ἰθώμης. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διεκτραγῳδεῖ κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ τὴν διαγωγὴν τοῦ εἰρημένου εἰρηνοδίκου. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ ἐτάραττε τὰ νεῦρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύεται, ὅτι πολὺ εὐκόλως ταράσσεται καὶ δὲν μένει εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ ἥσυχος, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι σύμβουλος τοῦ Στέμματος, καὶ δὲν πρέπει νὰ τοῦ ἐκφεύγωσι φράσεις ἀνάρμοστοι ὄχι εἰς Ὑπουργὸν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἔσχατον πολίτην· ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἤθελε ταράξει τὰ νεῦρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἤθελεν ἐξετάσει οὗτος, καὶ πειθόμενος ὅτι τὰ καταγγελλόμενα εἶναι ἀληθῆ, ἤθελεν ἀπολύσει τῆς ὑπηρεσίας τὸν εἰρηνοδίκην αὐτὸν, ὅστις ὄχι μόνον τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς πολιτικὰς παρέδωκεν εἰς τὴν θέλησιν τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς.
§135Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸς ποῖον Ὑπουργὸν ἀπευθύνεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη;
§136Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§137Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πότε ἐστάλη;
§138Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίγραφον τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν μοῦ λέγουν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἀντίγραφον.
§140Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐπιστολὴ, ἡ ὁποία μοὶ ἐστάλη, λέγει, ὅτι ὁμοία ἀναφορὰ ἐστάλη καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἀλλὰ δὲν ἀναφέρει τὴν ἡμερομηνίαν, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Οἱ δύο αὐτοὶ δῆμοι, ὁ τῆς Εὔας καὶ ὁ τῆς Ἰθώμης, δὲν ἀπολαμβάνουν δικαιοσύνης, ἰσότητος καὶ ἐλευθερίας, διότι οἱ λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης οὐδὲ γνωρίζουν, οὐδὲ σέβονται τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐγνώριζε τὸ καθῆκόν του καὶ εἶχε περισσοτέραν φιλοτιμίαν, βεβαίως δὲν θὰ συνέβαινον τὰ τοιαῦτα: ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς περιορίζεται εἰς λόγους ὡραίους, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ φενάκη, ἵνα συγκρατήσῃ τὸ κλονιζόμενον ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι δυστυχῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὡς βλέπω καὶ πληροφοροῦμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς περιεφρόνησε τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ὅπως συνηθίζει νὰ περιφρονῇ πᾶν ὅ,τι λέγεται ἐνταῦθα, δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν Πολιτείαν, πρὸς τὸ ἀξίωμά του, καὶ ἀφίνει εἰς τὴν διάκρισιν εἰρηνοδίκου, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ γραφόμενα, οὕτω διαχειριζομένου τὴν ἀρχὴν, ἀφίνει εἰς τὴν διάκρισιν αὐτοῦ πολίτας, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν ἀγογγύστως ὅ,τι παρ’ αὐτῶν ζητεῖ τὸ Κράτος. Καθῆκον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂν μὲν ὁ εἰρηνοδίκης αὐτὸς δὲν ἦναι ἔνοχος, νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς κατηγορίας, ἀποκαθιστῶν αὐτὸν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν, ἐὰν ὅμως ἦναι ἔνοχος, νὰ τὸν τιμωρήσῃ δεόντως. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ λυποῦμαι δι’ αὐτό. Ἔχω ἐδῶ σωρείαν γεγονότων, ἀναφερομένων εἰς τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι παρὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ὑπάρχει ἰσότης, ἐλευθερία, δικαιοσύνη καὶ διοίκησις ἀγαθὴ, τὸ μόνον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ στηρίζηται καὶ νὰ ἀνέρχηται εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἄλλως κλονίζεται, συντρίβεται, δὲν ὑπάρχει πλέον. Καὶ ἠκούσατε τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον συνάδελφον, τί σᾶς ἀνήγγειλε πρὸ μικροῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγαθὴ διοίκησις, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ δρᾶσις τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ! Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἐγνώριζον τί ἐσκέπτετο καὶ τί ἤθελεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ πῶς ἐννοεῖ νὰ δράσῃ, καὶ διὰ τοῦτο δρῶσι, καθ’ ὃν τρόπον δρῶσιν, οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ εὐόρκως καὶ ἀξιοπρεπῶς τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, νὰ διαβιβάσῃ ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος — καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν προεδρεύοντα τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλὰ τὸν τακτικὸν Πρόεδρον, — δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τὴν θέσιν του· γνωρίζει, ὅτι εἶναι Βουλευτὴς καὶ αὐτὸς, καὶ ὀφείλει νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς ἀγορεύοντας, καὶ νὰ περιστέλλῃ καὶ τοὺς παρεκτρεπομένους Βουλευτὰς, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς παραγνωρίζοντας τὴν θέσιν των, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν πρέπουσαν ἀνατροφήν. Ἤδη ἔχω νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδανίας τῆς ἰδίας ἐπαρχίας εἶχε διορισθῆ εἷς εἰσπράκτωρ, ὀνόματι Σπήλιος Μαράκας, ὁ ὁποῖος προσήρχετο εἰς τοὺς δημότας καὶ εἰσέπραττε φόρους, ἐκδίδων διπλότυπα, ἀποδεικνύοντα τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου παρ’ ἑκάστου φορολογουμένου. Μετά τι χρονικὸν διάστημα ἀπεκαλύφθη ὁ εἰσπράκτωρ αὐτὸς καταχραστής, καὶ συλληφθεὶς ἐφυλακίσθη. Κατὰ τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου καὶ ἐπιστολὴν ἑνὸς δημότου, ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ εἰσέπραξε τοὺς φόρους αὐτοὺς καὶ τοὺς κατεχράσθη, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ, ἵνα οἱ φορολογούμενοι πληρώσουν ἐν νέου. Ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι τοῦτο γίνεται διὰ τοὺς ἀντιθέτους τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον διώρισε τὸν καταχραστὴν εἰσπράκτορα.
§141ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχουν τὰ διπλότυπα εἰς χεῖράς των;
§142Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν.
§143ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι δυνατόν;
§144Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ λέγει τὸ τηλεγράφημα καὶ ἡ ἐπιστολὴ, τὰ ὁποῖα καὶ καταθέτω, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ. Ὁ δήμαρχος, ὁ ὁποῖος τηλεγραφεῖ, καὶ ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος μοὶ γράφει, εἶναι ἀνάξιοι νὰ μεταδώσουν ψεύδη τόσον ἐπισήμως καὶ κατηγορηματικῶς.
§145Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησιν τοῦ κυρίου Ἀλεξάκη: οἱ πολῖται αὐτοὶ ἔχουν τὰ διπλότυπα;
§146Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχουν.
§147ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσουν ἐκ νέου.
§148Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ σήμερον, Κύριοι, αὐτὰ εἶχον νὰ ἐκθέσω, ἵνα ἀποδείξω ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Ἑκάστην ἑσπέραν δὲ καὶ εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν θὰ καταγγέλλω πᾶσαν παρεκτροπὴν τῆς διοικήσεως, ἀνακοινουμένην εἰς ἐμὲ ἐκ πάσης ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως τῆς ἐπαρχίας, περὶ τῆς ὁποίας ἐνδιαφέρομαι, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι, ὅπως ἡ ἐπελθοῦσα συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων εἶναι ἀκριβὴς, οὕτω καὶ αἱ πομπώδεις δηλώσεις εἶναι ἐπίσης ἀκριβεῖς.
§149Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια νόμου: 1) «περὶ ἀνεγέρσεως δημοτικῶν σφαγείων καὶ Ζωαγορᾶς ἐν Ἀθήναις».— Πάντες γνωρίζομεν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν ἐν Ἀθήναις σφαγείων· εἶναι νοσογόνος ἑστία καὶ ὄχι σφαγεῖα· — 2) «περὶ ἐκμισθώσεως τῶν ποσίμων ὑδάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων».— Τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι τελεία ἐξασφάλισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ δήμου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εἰσπράξεως τῶν μισθωμάτων τοῦ ὕδατος· — καὶ 3) «περὶ ἐκμισθώσεως τῶν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν πλατειῶν καὶ πεζοδρομίων ὑπὸ τοῦ δήμου Ἀθηναίων.» — Ἐπίσης καὶ τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου Ἀθηναίων.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 110–112).
§151Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Περὶ τοῦ δανείου τοῦ δήμου Ἀγρινίου δὲν ἔχετε ν’ ἀνακοινώσητέ τι, κύριε Ὑπουργέ;
§152Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κατέθηκα τὰ ἔγγραφα, καὶ δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου δὲν ἐγένετο τὸ δάνειον.
§153ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ποιήσωμαι σύστασίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀναφερομένην εἰς τὸν νόμον τῆς 25 Ἰουνίου 1899, τὸν κανονίζοντα τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς διενέξεις δικαστικὰς καὶ εἰς παράπονα ἐκ μέρους δικαστικῶν προσώπων. Ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι, ἀφορᾷ τοὺς ἐφέτας καὶ ἐν μέρει τοὺς ἀρεοπαγίτας. Κατὰ τὸν νόμον αὐτόν, ὁ ἔχων ὑπηρεσίαν πενταετῆ ἐν τῇ αὐτῇ θέσει λαμβάνει ἐπὶ πλέον μισθὸν δραχ. 50. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τοὺς πρωτοδίκας καὶ εἰς τοὺς προέδρους τῶν πρωτοδικῶν. Ἀλλὰ παρετηρήθη ἓν ἄτοπον· ἐάν τις ἐκ τῶν προέδρων τῶν πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπηρεσίαν ἐν τῇ αὐτῇ θέσει 5 ἐτῶν μεῖον ἡμέρας τινὰς, προαχθῇ εἰς ἐφέτην, δέον νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν 5 ἔτη, ἵνα λάβῃ τὰς ἐπὶ πλέον 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐνῷ, ἐὰν ἔμενεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ προέδρου, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἐλάμβανε τὸ ἐπὶ πλέον τοῦτο ποσόν· καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν προέδρους πρωτοδικῶν λαμβάνοντας μισθοδοσίαν 450 δραχμῶν, ἐφέτας δὲ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρχαιότεροι, ὡς πρόεδροι, ἐκείνων τῶν προέδρων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι μισθοδοσίαν 450 δραχμῶν, νὰ λαμβάνωσι μισθοδοσίαν 400 δραχμῶν. Τὸ τοιοῦτον, ὡς πληροφοροῦμαι, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς δικαστικὰς διενέξεις, ἠγέρθησαν ἀγωγαί, καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα ἐδικαίωσαν τοὺς ἐνάγοντας διὰ τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν τῶν 50 δραχμῶν· πληροφοροῦμαι μάλιστα, ὅτι καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐν ὁλοψηφίᾳ ἀπεφήνατο, ὅτι δίκαιον ἔχουσιν οἱ παραπονούμενοι. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ μέτρον τι περὶ τούτου· ἢ δηλ. δι’ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου νὰ καθορισθῇ, ὅτι δικαιοῦνται εἰς τὸ ἐπὶ πλέον τοῦτο ποσὸν οἱ προαγόμενοι εἰς τὸν ἀνώτερον τοῦτον βαθμὸν, ἢ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον κανονίζον τὰ περὶ τούτου, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία παρατηρεῖται σήμερον, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν ὀρθὴν, φρονῶ, ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις εἶναι δικαία, καὶ ὅτι θὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Ὑπουργός.
§154Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγγράφως, παρακαλῶ.
§155ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σύστασιν ποιοῦμαι πρὸς ὑμᾶς, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τῆς 25 Ἰουνίου 1899, καὶ νὰ συμπληρώσητε τὰ κενὰ καὶ τὰς ἀσαφείας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ νόμος.
§156ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ζητήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου τοῦ 1899, τοῦ αὐξήσαντος κατὰ 50 δραχμὰς τὸν μισθὸν τῶν δικαστῶν, τῶν ἐχόντων πενταετῆ ὑπηρεσίαν, θὰ μάθῃ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ἴδῃ τὰ ἀδικήματα καὶ τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας γεννᾷ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὡς οἱ πλεῖστοι νόμοι, τοὺς ὁποίους εἰσάγομεν ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ψηφίζομεν, καὶ μόλις φθάσωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, γεννῶσιν ἀπορίας καὶ σκάνδαλα.
§157Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἀληθῶς προκύπτει ἀδικία ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς μισθοδοσίας· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶχε λυθῆ, διότι οἱ ἀδικηθέντες δικασταὶ προσέτρεξαν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ δι’ ἀποφάσεως τελευταίας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐλύθη τὸ ζήτημα ὁριστικῶς ὑπὲρ τῶν ἀδικηθέντων δικαστῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι περιττεύει ἡ νομοθετικὴ πρόνοια, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἐλύθη δικαστικῶς.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§159Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων Τρικκάλων, Τζιμέκας καλούμενος, ἔχει τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα. Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Οἱ ἀμπελοφύλακες τῆς περιφερείας Ρουπακιὰ τοῦ Ἀγρινίου ἐξελέγησαν νομίμως, μετὰ ἔγκρισιν δὲ τῆς Νομαρχίας ὁρκισθέντες ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά των. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἀπέλυσεν αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας ὁ νομάρχης, κατὰ τὸν χρόνον μάλιστα τῆς βλαστήσεως τῶν ἀμπέλων, ἐγκαταλειφθεισῶν οὕτω εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ποιμνίων. Δυνάμει τίνος νόμου καὶ ἕνεκα τίνος αἰτίας προέβη ὁ νομάρχης εἰς τὴν παῦσιν αὐτῶν; Ποῖος εὐθύνεται διὰ τὰς ζημίας, αἵτινες ἐπεγένοντο εἰς τὰς ἀμπέλους, ἀφοῦ ἐγκατελείφθησαν ἄνευ φυλάκων; Τίνα διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον μέτρα κατὰ τῆς παρεκτροπῆς ταύτης τοῦ νομάρχου;
§160Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πότε ἔλαβον χώραν ταῦτα;
§161Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ταῦτα ἐγένοντο κατ’ Ἀπρίλιον, οὐχὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν, Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896, 1900 καὶ 1901 προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων Λεβαδείας, Κερκύρας, Ἀγρινίου, Ἡραίας, Τροπαίων καὶ Ὀλυμπίων, μετὰ τῶν ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ἐκδοθεισῶν νομαρχιακῶν ἀποφάσεων. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμπάκας ἱερῶν Μονῶν καὶ τοὺς τῶν Μονῶν Δομποῦς ἐν Λεβαδείᾳ, Πεντέλης καὶ Ἀσωμάτων τῆς Ἀττικῆς, τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1900 καὶ 1901, καὶ τῶν ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν ἐκδοθεισῶν νομαρχιακῶν ἀποφάσεων. Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν μόνον ἓξ ἀστυνόμοι μετετέθησαν ἀλληλοδιαδόχως κατὰ τὰς 30 ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου 1901 ἐν Κοντοβαζαίνῃ τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος, οἱ Παυλόπουλος ἐνωμοτάρχης, Δαπιὸς λοχίας, Ράδος ἐνωμοτάρχης, Δημητρόπουλος ὑπενωμοτάρχης, Ζαφειρόπουλος ὑπενωμοτάρχης, Δαπιὸς ἐκ δευτέρου, ἢ ἂν αἱ μετακινήσεις τῶν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἀστυνόμων εἶναι πλειότεραι. Προσέτι ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν ἑκάστην τῶν μετακινήσεων τούτων. Ἐπίσης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πῶς ὠνομάζοντο οἱ ἕνδεκα μετατεθέντες ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀστυνόμοι ἢ ἀστυνομικοὶ σταθμάρχαι ἐν τῷ δήμῳ Λαμπείας τῆς Ἠλείας, πόσον χρόνον ὑπηρέτησεν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἕκαστος τῶν μετατεθέντων, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν διετάχθη ἡ μετάθεσις ἑκάστου αὐτῶν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Γ. Φικιώρης κατέθηκε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχουσι μετακληθῆ ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιακῶν οἰκονομικῶν γραφείων, ἤτοι ταμείων καὶ ἐφοριῶν, ὑπάλληλοι πρὸς ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τίνες οὗτοι, ἐκ τίνων γραφείων καὶ πότε μετεκλήθησαν, καὶ διὰ τίνας εἰδικῶς ὑπηρεσίας. Ὡσαύτως παρακαλεῖται ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: αʹ) Τὸν φάκελον τῆς παραδόσεως τοῦ ταμείου Πατρῶν ὑπὸ τοῦ ταμίου κ. Ι. Κυριακοῦ εἰς τὸν διαδεχθέντα αὐτὸν κ. Τρ. Ἀναστασόπουλον. βʹ) Τὸν φάκελον τῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, ἃς ἐνήργησεν ὁ τότε νομάρχης Ἀχαϊοήλιδος κ. Θρασ. Ἀγγελόπουλος Ἀθάνατος κατὰ τοῦ ταμίου Πατρῶν κ. Ι. Κυριακοῦ, μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ. γʹ) Τὸν φάκελον περὶ τῆς ἀνακαλυφθείσης καταχρήσεως 100,000 δραχμῶν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ταμίου Πατρῶν διὰ πλαστογραφήσεως γραμματίου τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. δʹ) Τὸν φάκελον τῆς παραδόσεως τοῦ ταμείου Λακεδαίμονος ὑπὸ τοῦ ταμίου κ. Ι. Κυριακοῦ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Τρ. Ἀναστασόπουλον, μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως τούτου. Ὡσαύτως παρακαλεῖται ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ δασάρχου Λακεδαίμονος, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατάληψιν τῶν κτημάτων τῆς περιφερείας Λαγίου, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς βοσκήσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, δυνάμει τίνος δικαίου καὶ νόμου βίᾳ ἐκδιώκει τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς περιφερείας ἐκείνης ἀπὸ τῆς ἰδιοκτησίας των.»
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καρατζᾶς.
§164Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν ἦτο ἄκαιρος ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν πρὸ ἐμοῦ ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος, προκειμένου περὶ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν προξενοῦσιν οἱ ποιμένες εἰς τὰς ἀγροτικὰς ἡμῶν περιουσίας, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν παροῦσαν μάλιστα περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, φροντίζουσα, ὡς τὸ καθῆκόν της ἐπιβάλλει, περὶ τῆς γεωργίας τοῦ τόπου, λαμβάνει τὴν ὄντως εὐγενῆ πρωτοβουλίαν καὶ εἰσάγει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοθέτημα περὶ συστάσεως ὀγδόου Ὑπουργείου, λαμβάνω, λέγω, τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως, ἥτις ἐπικρατεῖ καθ’ ἅπαν τὸ Ἀργολικὸν πεδίον. Ἡ γεωργία, κύριε Ὑπουργέ, ἐξ ἧς καὶ μόνης ἀπολαμβάνομεν καὶ συντηρούμεθα, ὁσημέραι καταστρέφεται καὶ φθίνει, διότι ἀγροτικὴ ἀσφάλεια κυριολεκτικῶς δὲν ὑπάρχει ἐν Ἀργολίδι, ὁ δὲ λαὸς ἕνεκα τούτου εὑρίσκεται ἐν τελείᾳ ἀπογνώσει· συνέρχεται ἐν συλλαλητηρίοις, συντάσσει ψηφίσματα, φωνάζει, ἱκετεύει, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσακούεται ἐν τῷ δικαίῳ του τούτῳ. Καὶ χθὲς ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ, ἀλλὰ δὲν συνῆλθε κατόπιν τῆς ἐπισήμου βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ὅτι θὰ καταβάλω πᾶν τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐφικτὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Κωτσάκου, ὅπως θεραπευθῇ τὸ κακόν. Ἡ ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία εὑρίσκεται δυστυχῶς ἐκτεθειμένη εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ στοιχείου ἐκείνου τῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον, ὡς λίαν προσφυῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος, ἐννοεῖ διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς περιουσίας τοῦ πλησίον καὶ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν καρπῶν τῶν ἱδρώτων καὶ τῶν κόπων τῶν ἄλλων νὰ συντηρῇ καὶ αὐξάνῃ τὴν ἰδίαν περιουσίαν. Οἱ ποιμένες ἔχουσι φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον θρασύτητος καὶ ἀνευλαβείας πρός τε τοὺς νόμους, τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, ὥστε καὶ ὑπ’ αὐτὰ τὰ ὄμματα τῶν ἀρχῶν, καὶ πλειστάκις, ἵνα μὴ εἴπω πάντοτε, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐντεταλμένων ὑπὸ τοῦ νόμου τὴν φύλαξιν τῶν κτημάτων ἡμῶν, λυμαίνονται καὶ καταστρέφουσι τὴν ἀγροτικὴν περιουσίαν. Ἄνευ ὑπερβολῆς, σᾶς βεβαιῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὰ τρία τέταρτα τῶν ἑκάστοτε εἰσαγομένων ποινικῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου πρὸς ἐκδίκασιν ἀποτελοῦσι τὸν τύπον τοῦ ἀδικήματος τῆς παρανόμου βοσκῆς καὶ ἀγροζημίας. «Ἀρκεῖ, λέγουσιν οἱ ποιμένες, νὰ σώσωμεν ἡμεῖς τὰ πρόβατά μας, καὶ δὲν μᾶς μέλει, ἂν καταδικασθῶμεν εἰς 2 ἢ 3 πρόστιμα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ πληρώσωμεν, διότι πάντες εἴμεθα πένητες, καὶ οὐδόλως μᾶς μέλει, ἂν διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἄλλων πτωχῶν καταστρέφηται ἡ περιουσία καὶ ἀφαιρῆται ὁ ἄρτος.» Καὶ οὕτως ἐπιπίπτουσιν ὡς ἄγριοι κατὰ τῶν κτημάτων, τῶν ἀμπελώνων, τῆς σταφίδος, τῶν ἐλαιώνων, περιβολίων, γαιῶν ἐσπαρμένων δημητριακοὺς καρποὺς, καὶ καταστρέφουσι πᾶν τὸ προστυχόν, μὴ ἐννοοῦντες οὐδὲ σεβόμενοι νόμους, Θεὸν, συνείδησιν. Κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, τῆς ὄντως ἐκρύθμου, τῆς ὄντως ἀξιοδακρύτου, ἐπικαλοῦμαι τὴν ταχεῖαν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν συμπολιτῶν μου κτηματιῶν, οἵτινες, ὡς σᾶς εἶπον, συνῆλθον, καὶ διὰ ψηφισμάτων ἐπικαλοῦνται παρὰ τῆς Πολιτείας τὴν θεραπείαν, καὶ σᾶς παρακαλῶ καὶ αὖθις, ὅπως σπεύσητε καὶ λάβητε πρόνοιαν περὶ τοῦ Ἄργους, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἐγκατελείφθη κυριολεκτικῶς εἰς τὴν τύχην του, ἐνῷ καὶ τοῦτο συνεισφέρει οὐκ ὀλίγα ποσὰ εἰς τὸ Κράτος ἀπέναντι ἄλλων μεγαλοπόλεων, αἵτινες τυγχάνουσιν ἑκάστοτε τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας καὶ προστασίας τῆς Πολιτείας. Εἴδομεν προηγουμένως καὶ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, οἷον τὸ περὶ σφαγείων ἐν Ἀθήνας, ὡς καὶ ἄλλα τινὰ σχετικά. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι τῆς προσοχῆς ὑμῶν, τὸ πρώτιστον δὲ μεταξὺ τούτων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν γεωργίαν τοῦ τόπου. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ, πρωτίστη ἀνάγκη εἶναι νὰ διατάξητε τὴν ἀποστολὴν ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου εἰς Ἄργος, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκεῖ ἀστυνομίας, ὅπως περισταλῇ ἐπὶ τέλους τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἀποστείλατέ μας ἀστυνόμον, ὅπως σώσωμεν τὰ κτήματά μας, καὶ ἡ πόλις τοῦ Ἄργους θὰ σᾶς εὐγνωμονῇ. Ἄλλως, ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν καλήν σας θέλησιν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀνεῦρον ἐν ὑμῖν, προκειμένου περὶ τοιούτων σωστικῶν μέτρων, τότε νομίζω, ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ σπεύσητε νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς Βουλῆς ταχέως τὴν κατάργησιν τοῦ σαθροῦ ἐκείνου νομοθετήματος, ὅπερ ὠνομάσθη νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε πλήρης παραλυσία ἐν τῷ στρατῷ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη εἰς τοὺς δήμους διοίκησις τοιαύτη, τὴν ὁποίαν δὲν διστάζω νὰ εἴπω ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ἐπέβαλεν οὐδὲ αὐτὸς ὁ Τοῦρκος, ὅτε ἡ Ἑλλὰς διετέλει ὑπὸ τὸν ζυγὸν αὐτοῦ. Τοιαύτη ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα ἡ κατάστασις ἐκεῖ. Καλλίτερον ν’ ἀφήσητε τοὺς δήμους νὰ διοικηθῶσι μόνοι των, διότι μόνοι σᾶς ὑπόσχονται, ὅτι δύνανται νὰ σώσωσι τὰς περιουσίας τῶν κατοίκων.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θείου καὶ παροχῆς αὐτοῦ ἐπὶ δανείῳ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας».
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω νὰ φέρω ἀντίρρησίν τινα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μήτε ἐπὶ τῶν εἰδικῶν αὐτοῦ διατάξεων. Ἤθελον ὅμως νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν ἐν γένει τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὅτι καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀνατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην ἐργασία ἐπιβαλλομένη ἴσως σήμερον ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἀντικειμένη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἰδίως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παρακρατήσεως. Ἡ σόλοικος ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως βασίζεται ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης δικαιολογίας, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, ὑποστηρίζουσα καὶ ἀναπτύσσουσα τὴν κατανάλωσιν αὐτῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Βεβαίως ἡ ἀρχὴ τῆς παρακρατήσεως εἶναι ἀντίθετος τῆς ἀρχῆς τῆς προστασίας τῆς παραγωγῆς. Ἡ παρακράτησις δὲν ἐσκόπει τὴν προστασίαν τῆς παραγωγῆς, ἐσκόπει τὴν προστασίαν τῆς καταναλώσεως καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, διότι τὴν προστασίαν τῆς καταναλώσεως καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος θὰ ἐπηκολούθει καὶ ἡ προστασία καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς. Τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος θεωρῶ γενικὸν καὶ μεγάλου συμφέροντος, καὶ τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου νομοσχεδίου. Ἂν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐξακολουθῇ ἐργαζομένη ὡς κατάστημα σκοποῦν τὴν ὑποστήριξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ φιλανθρώπως ἐργαζομένη, θὰ καταντήσῃ εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων, ἅτινα ἐπιδιώκομεν. Θὰ ἴδωμεν ἡμέραν τινὰ ὑπερβολικὴν παραγωγήν, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ δύναται νὰ σταματήσῃ ἡ παρακράτησις, ἥτις θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν, καὶ θὰ ἴδωμεν τὰ ἀτυχήματα τοῦ 1900. Ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος κατὰ τὸ 1900 ἐπέφερεν ἐλάττωσιν ἐν γένει τῆς καταναλώσεως, διότι ἠνάγκασε τοὺς καταναλωτὰς τῆς σταφίδος νὰ καταφύγωσιν εἰς χρῆσιν ἄλλης σταφίδος. Ὥστε τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπέκτασιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς καὶ οἱ ἀμεσώτερον ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῆς σταφίδος καὶ πάντες, ὅσοι ἀναγνωρίζουσι τὴν μεγάλην σημασίαν τοῦ προϊόντος τούτου διὰ τὴν χώραν, νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι ἡ παρακράτησις, ἀντὶ νὰ τείνῃ εἰς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐγένετο, δηλ. τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως, φέρει τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα. Τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν ἐκτάσει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐπὶ τούτου ἠθέλησα νὰ προκαλέσω μόνον τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§167Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Ἵνα ἔχωμεν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως, πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς παραγωγούς, καὶ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ παράσχῃ εὐκολίας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ οὕτως ἐξασφαλίζεται ἡ παραγωγή. Ἐπὶ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν ἐνόησεν ἀκριβῶς, τί ἤθελον νὰ εἴπω. Ἐγὼ δὲν ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον, ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἐθεώρησα ὡς ἀναγκαῖον καὶ ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως· ἐσύστησα μόνον νὰ μελετηθῇ καὶ ἐπιδιωχθῇ ἡ πραγματοποίησις τοῦ σκοποῦ τῆς παρακρατήσεως.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§170Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Δύνανται δὲ νὰ ὑπερβαίνωσι τὴν εἰς τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Τραπέζης μετοχὴν τοῦ ἀντὶ δανείου λαμβάνοντος θεῖον.»
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προτεινομένης προσθήκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου συνέβη νὰ μὴ παρίσταμαι ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τίνος δεδομένου στηρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν 12,000 ἀνδρῶν.
§174Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη κατὰ τὸν ἐτήσιον τύπον. Συνέβη μόνον τυπογραφικὸν λάθος, παραλειφθείσης τῆς λέξεως «μέχρι». Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ: «ἐπὶ πλέον μέχρι δώδεκα χιλιάδων ἀνδρῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην συζήτησιν).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1902». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ φράγκων χρυσῶν 71,158.31».
§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἔκτακτον πίστωσιν, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν παράδοξον. Καταντᾷ δὲ περίεργος ἡ δωρεά, ἥτις ἐγένετο πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἥτις, ὅτε ὑπεβλήθη νόμος περὶ παραδοχῆς αὐτῆς, ἐγένετο δεκτὴ μὲ τὴν ῥητὴν δήλωσιν, ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ δαπανήσῃ πρὸς ἀνέγερσιν Πρεσβείας ἐν Βουκουρεστίῳ· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δαπανήσῃ περὶ τούτου, παντοῦ ἀλλοῦ ἔπρεπε νὰ δαπανήσῃ ἢ ἐν Βουκουρεστίῳ. Τὰ οἰκονομικὰ δὲ τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ δαπανήσῃ δι’ ἀνέγερσιν μεγάρων διὰ τὰς Ἑλληνικὰς Πρεσβείας, ἀλλ’ ἐγένετο δεκτὴ ἡ δωρεὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον. Καὶ ἡ μὲν ἀνέγερσις τῆς ἐκκλησίας, τῆς συνδεομένης μὲ τὸ μέγαρον, ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κυρίου Χαροκόπου, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς Πρεσβείας βλέπω, ὅτι προσκαλεῖται τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ 70,658 φράγκα χρυσᾶ, ἀλλὰ συνάμα βλέπομεν, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 87,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον παρίσταται ὡς πληρωθὲν, δὲν ἐπληρώθη. Ἐδαπάνησαν ὁ κύριος Γεώργιος Ἀργυρόπουλος καὶ ὁ κ. Α. Βαλσαμάκης 30,000 δραχμὰς χρυσᾶς πρὸς πληρωμὴν ἑνὸς μέρους τοῦ τιμήματος, ζητεῖται δὲ πίστωσις 70,000. Ὥστε 100,000 θέλουσι δαπανηθῇ περισσότερα τῶν εἰσφορῶν, αἱ ὁποῖαι παρεστάθησαν ὡς ἀνεπαρκεῖς, ὅτε ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνοικοδομήσεως τῆς Πρεσβείας, μένουσι δὲ καὶ διάφορα ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα δὲν παρίστανται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ὡς πληρωθέντα. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πλειοτέρα τις φροντίς, καὶ ὄχι σήμερον πλέον, ὅτε παρίσταται ὁ κίνδυνος τῆς δικαστικῆς ἐπιδιώξεως παρὰ τῶν ἐργολάβων τῆς εἰσπράξεως τοῦ πρὸς αὐτοὺς ὀφειλομένου ποσοῦ. Βεβαίως τώρα εἶναι ἀργά, ἀλλ’ ἐγκαίρως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πληρωμῆς τῶν δαπανῶν, τῶν πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Πρεσβείας, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Εἶναι λυπηρόν, διότι ἐγκαίρως δὲν ἐλήφθη ἡ πρόνοια αὕτη, ὅπως ἀσφαλισθῇ ἡ πληρωμὴ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Δὲν εὑρίσκω δὲ δεδικαιολογημένην τὴν γνώμην, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν αἱ γενόμεναι προσφοραί, διότι ὑπάρχει δυσχέρεια καὶ στενοχωρία οἰκονομικὴ ἐν Ῥουμανίᾳ. Ὑπῆρχε δυσχέρεια καὶ στενοχωρία πρὸ δύο ἐτῶν. Σήμερον ἀπ’ ἐναντίας ἐν Ῥουμανίᾳ ὑπάρχει εὐχέρεια οἰκονομικὴ καὶ ἄνεσις σχετικῶς σπουδαία. Ὥστε ὁ λόγος, ὅτι σήμερον ὑπάρχει δυσκολία εἰσπράξεως τῶν εἰσφορῶν, δὲν εἶναι ἰσχυρός. Φοβοῦμαι, ὅτι ὑπάρχει ἴσως ἄρνησις, ἢ ἄλλος τις λόγος, καθιστῶν δυσχερῆ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν καὶ ἀμφίβολον καὶ προβληματικήν...
§178Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ αἱ εἰσφοραί. Τί νὰ κάμωμεν, ἀφοῦ ἔγεινε;
§179Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ μὴ οἰκοδομήσωμεν τὴν Πρεσβείαν χωρὶς νὰ ἔχωμεν χρήματα.
§180ΡΙΚΑΚΗΣ. Τώρα, ὅτε τὴν ἱδρύσαμεν;
§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, διότι πάλιν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ. Ἐὰν δὲν ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ πληρώσωμεν τὴν ἀνέγερσιν τῆς Πρεσβείας ἐκ τῶν προσόδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι μᾶς ὑπεδείχθησαν ὡς ἀσφαλεῖς, δὲν ἔπρεπε νὰ κατασκευάσωμεν αὐτὴν διὰ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Δημόσιον.
§182ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν κατεσκευάσαμεν.
§183Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ λέγω ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι λυπηρὸν, διότι τοιαῦται δαπάναι, ἔχουσαι σημασίαν διὰ τὸ δημόσιον ἡμῶν ταμεῖον, γίνονται ἄνευ προηγουμένης σκέψεως, ἄνευ προβλέψεως, καὶ ἔρχονται ἔπειτα, οὐχὶ ἐκτάκτως, ἀλλ’ ἀπροσδοκήτως, νὰ βαρύνωσι τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐν τοιαύτῃ εὐπορίᾳ, ὥστε νὰ ὑφίσταται καὶ τοιαύτας ἀπροσδοκήτους, ἐκτὸς τῶν τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν.
§184Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Λυποῦμαι καὶ ἐγὼ, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω ὄχι νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ἀλλὰ νὰ ἐπιχυθῇ ὀλίγον φῶς ἐπὶ τῆς σκοτεινῆς ταύτης ὑποθέσεως, διότι, ὡς ἐνθυμούμεθα πάντες, εἰς ἄλλας Συνόδους τῆς παρούσης Βουλῆς εἶχεν ἔλθει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ δωρεὰ τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον λίαν φιλοφρόνως ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Βουκουρεστίου ἐδωρήσατο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινότητα πρὸς οἰκοδόμησιν μεγάρου τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ναοῦ καὶ σχολείου, ἐγένοντο δὲ παρὰ τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν λίαν φιλοτίμως εἰσφοραὶ ἁδρόταται διὰ τὴν ἀνέγερσιν αὐτὴν τοῦ κτιρίου, καὶ μάλιστα ὀφείλεται ἔπαινος ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἐν Βουκουρεστίῳ ὁμογενεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τότε ἐπιτετραμμένον κ. Ἀλεξανδρόπουλον, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως εἰργάσθη μετὰ πολλῆς ζέσεως, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸν σκοπὸν τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Πρεσβείας, τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ σχολείου τοῦ Ἑλληνικοῦ. Συνήχθη λοιπὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐπήρκει, κατὰ τὸν γενόμενον προϋπολογισμόν, διὰ τὴν ἀνέγερσιν ὄχι μόνον τοῦ μεγάρου τῆς Πρεσβείας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ναοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν δαπάνην ἀνέλαβον οἱ ἀδελφοὶ Χαροκόποι, ἐτέθη δὲ καὶ κατὰ μέρος ποσόν 25,000 φρ. χρ. πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ σχολείου. Συνήφθη λοιπὸν συμβόλαιον ἐργολαβίας μετὰ τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ ἐργολάβου C. Costa, Ἰταλοῦ, καὶ τὸ συμβόλαιον τοῦτο τῆς ἐργολαβίας ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γενομένου παρ’ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ δαπάνη ἦτο ἐξησφαλισμένη ἐκ τῶν προτέρων ἐκ μέρους τῶν ὁμογενῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ διωρίσθη πρέσβυς ἐν Βουκουρεστίῳ ἄλλος, ὁ ὁποῖος διεδέχθη τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον, καὶ ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι τὸ μέγαρον, ὡς προϋπολογίσθη, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τοῦ Βουκουρεστίου, καὶ ἠθέλησε νὰ κάμῃ ἓν μέγαρον Πρεσβείας, οἷον δὲν ἔχουσιν ἄλλαι Μεγάλαι Δυνάμεις ἐν Βουκουρεστίῳ, καὶ ἐνῷ εἶχε συναφθῆ τὸ συμβόλαιον μετὰ τοῦ C. Costa, μετέβαλε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ συμβολαίου, καὶ ἐκ τούτου προέκυψε τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα χθὲς παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τὸ συμβόλαιον τὸ ἀρχικὸν τῆς ἐργολαβίας μετὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον τὴν ῥύθμισιν τῆς Ἑλληνικῆς Πρεβείας. Ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας...
§185Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα. Τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἔχομεν.
§186Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. .. Θέλω λοιπὸν, ὄχι νὰ ματαιώσωμεν τὴν ψήφισιν τῆς προκειμένης πιστώσεως, διότι εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ φιλοτιμία ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ διότι ἡ Πρεσβεία ἡ Ἰταλικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν διεμαρτυρήθη ὁ C. Costa, ὅτι δὲν ἐπληρώθη παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας αὐτὸς κατέβαλε διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου ἐκεῖ, ἔκαμεν ἐνέργειαν εἰς Ρώμην, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καὶ ὁ ἐδῶ πρέσβυς τῆς Ἰταλίας ἐπίσης ἐνήργησεν, ὥστε ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις διαστάσεις διπλωματικὰς, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ὁπωσδήποτε ἐκτεθειμένοι νὰ πληρώσωμεν· ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἵνα μάθῃ ὁ ἐν Βουκουρεστίῳ διευθύνων τὰ τῆς Πρεσβείας, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ νὰ ἐπιβάλῃ τόσον ὀγκώδη δαπάνην εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, χωρὶς προηγουμένως νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως προηγουμένως ἐξασφαλισθῇ ἡ δαπάνη, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐξέθηκε τὸ Δημόσιον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ἡ παροῦσα πίστωσις, ἀνάγκη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τουτέστι τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος καὶ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος κ. Ἀλεξανδροπούλου καὶ τοῦ ἐργολάβου C. Costa, τὸν προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη τὸ συμβόλαιον τῆς ἐργολαβίας, κλπ. Προσέτι δὲ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἐγένοντο παραστάσεις ἐκ μέρους τῆς Ἰταλικῆς Πρεσβείας πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸν Ἰταλὸν ὑπήκοον. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν τὰ χρήματα εἰς τὴν ὅλην δαπάνην τοῦ οἰκοδομήματος, διότι ἕνεκα τῶν κακῶν ἐν Ρουμανίᾳ οἰκονομικῶν οἱ ἐκεῖ ὁμογενεῖς δὲν ἠδυνήθησαν πλέον νὰ προσφέρωσιν εἰσφορὰς, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι τὰ μέλη τῆς κοινότητος, ἅμα εἶδον, ὅτι ὁ νέος πρέσβυς, ὁ ἐκεῖ ἀποσταλεὶς, μετέβαλε τὰ σχέδια καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς, ἀνεσκεύασε δὲ καὶ αὐτὸ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μετὰ τοῦ ἐργολάβου, ἀπέσχον περαιτέρω ἐνεργείας, καὶ ἀφῆκαν νὰ ἐνεργήσῃ μόνος του ὁ κύριος πρέσβυς, καὶ μόνος ἐνήργησε. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς παρούσης πιστώσεως, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προσκομίσῃ ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἐπιχυθῇ ὀλίγον φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ πρέσβεως καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος.
§187ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εὐχαρίστως θέλω ὑποβάλει τὰ ἔγγραφα πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἄλλως θέλει ὑποβάλει ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§188ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κραναίας εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἀνακόψωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου οὔτε εἰς τὴν δευτέραν οὔτε εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, λόγῳ τοῦ ὅτι αἱ ἀνειλημμέναι ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου ἡμῶν ὑποχρεώσεις ἀνελήφθησαν ἀπέναντι ξένων καὶ οὐχὶ ἕνεκα τῶν παραστάσεων, αἵτινες, κατὰ τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. συναδέλφου, ἐγένοντο, ὅσον ἕνεκα...
§189ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραστάσεις δὲν ἐγένοντο εἰς τὴν νῦν Κυβέρνησιν.
§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἐγένοντο.
§191Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν.
§192ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν, οὐχὶ διὰ τὸν λόγον, ὅστις ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐνταῦθα τοὐλάχιστον δὲν ἔχει ὑπόστασιν, ἀλλὰ λόγῳ τῆς φιλοτιμίας ἡμῶν, τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς ἐθνικῆς, δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν ποσοῦ, ὅπερ θέλει καταβληθῆ ἐν τῇ ξένῃ εἰς ξένους, ἀναλαβόντας τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας τῆς Πρεσβείας. Ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δοθῶσι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, εἴτε ἐκ τοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου, εἴτε ἐκ τοῦ ἄλλου, εἴτε καὶ ἐξ ἀμφοτέρων, ἃς ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας, νὰ δοθῶσι δ’ ἐπιπροσθέτως καὶ αἱ ἄλλαι πληροφορίαι, ἃς ὑπηνίξατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Καὶ ἐγὼ δὲ προχθές, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ζητήσας τὸν λόγον, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἑρμηνεύσῃ, ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ φράσις αὕτη τῆς ἐκθέσεως τῆς αἰτιολογικῆς: «ὡς ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ οἰκοπέδου, ἐν ᾧ τὸ παλαιὸν κατάστημα τῆς Πρεσβείας, ἐκποιουμένου», συνδυαζομένη πρὸς τὴν ἑπομένην φράσιν: «ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων χρημάτων, τῶν ἐξ εἰσπεπραγμένων εἰσφορῶν προερχομένων, κατεβλήθησαν πρὸς αὐτόν». Φαίνεται ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο φράσεων, ὅτι εἰς χεῖρας τῆς Πρεσβείας ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχον παρὰ μόνον τὰ ἐξ εἰσφορῶν εἰσπεπραγμένα, ὅτι δὲ δὲν ὑπῆρχε τὸ ἀντίτιμον τοῦ παλαιοῦ οἰκοπέδου, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ πωληθῇ, ὅπως ἐξευρεθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῆς νέας Πρεσβείας. Ἐπὶ τούτου εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ μάθωμεν, τί συμβαίνει. Ἐπωλήθη τὸ οἰκόπεδον ἐκεῖνο; ἢ δὲν ἐπωλήθη; Εἰσεπράχθησαν χρήματα ἐξ ἐκείνου; καὶ τί εἰσεπράχθη; Τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετάζων, νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς εἴδησιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις, ἣν ταύτην τὴν ἑσπέραν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ὑπέβαλεν, εἶναι ἐπίσης σπουδαιοτάτη, διότι, ἂν τυχὸν τὰ πράγματα ἔχωσιν, ὡς παρίστανται ἐν τῷ πίνακι, καὶ ὡς ὀρθῶς ἐξετίμησεν αὐτὰ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, τότε τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσωμεν ὄχι μόνον τὰς 71,158, τὰς ἐνταῦθα αἰτουμένας, αἵτινες μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἀναβιβάζονται εἰς δρ. 117,410, πρὸς 1,65, ἀλλὰ νὰ πληρώσωμεν καὶ 30,000 ἔτι φράγκα χρυσᾶ, ἅτινα φαίνεται ὅτι ἐδαπανήθησαν ἐκ δανείου πρὸς τὸ ἔργον τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ πρέσβεως καὶ ἑτέρου Ἕλληνος, τοῦ κ. Α. Βαλσαμάκη. Ἐὰν δὲ ταῦτα ᾖναι δάνειον, βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει ζητηθῆ ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν, καὶ ἐὰν πέπρωται νὰ ἔλθῃ αὕτη ἡ ἡμέρα, μᾶλλον πρέπει νὰ σπεύσωμεν ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν πίστωσιν δι’ αὐτὰ, μήπως εὑρεθῶμεν αὔριον ἀπέναντι ἀπαιτήσεως εἴτε ἐκ μέρους ὁμογενοῦς ἁπλῶς, εἴτε ἐκ μέρους ὁμογενοῦς καὶ τοῦ πρέσβεως.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πόθεν συνάγεται τὸ δάνειον αὐτό;
§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι βλέπετε εἰς τὴν ὁριστικὴν κατάστασιν, ἐν στίχῳ 3: «ἐκ δανείου παρὰ κυρίου Γ. Ἀργυροπούλου φρ. χρ. 18,000· ὁμοίως παρὰ Α. Βαλσαμάκη φρ. 12,000». Ἐκ τούτων πάντων συνάγεται, ὅτι διεξήχθη ἐπὶ τούτῳ, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μάλιστα, μεγάλη δαπάνη εἰς βάρος τοῦ Κράτους μετὰ τῆς μεγίστης ἐπιπολαιότητος, τελείως ἀγνοούσης τῆς Βουλῆς. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν ἢ δὲν ἐγνώριζεν, ἐὰν ἐγνώριζεν ἐγκαίρως, ἢ ὄχι· εἶναι πιθανόν, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν ἐγκαίρως, ἀλλ’ ἂν ἐγνώριζεν ἐγκαίρως, δὲν ὤφειλε νὰ ἀνακόψῃ τὰ γενόμενα, ὅτε ἐπληροφορήθη τὰ κατ’ αὐτά; ἢ δὲν ὤφειλε ν’ ἀνακοινώσῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ ἔκτακτον πίστωσιν, ἐὰν τοῦτο ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρουσιάσῃ οὕτω τὴν πίστωσιν ὑπὸ τοὺς χειροτέρους ὅρους οἰκοδομῆς Πρεσβείας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, περὶ ἧς οὐδεὶς ἔδωκε τὴν ἄδειαν; Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ προσαγάγῃ τὰς τριπλᾶς ταύτας πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, καὶ τότε θὰ εἴπωμεν ἴσως περισσότερα.
§195ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην, δύναμαι νὰ προσαγάγω τὴν περὶ τῆς οἰκίας, ἐν ᾗ εὑρίσκετο ἡ Πρεσβεία. Ἡ οἰκία αὕτη δὲν ἐπωλήθη εἰσέτι· φαίνεται δὲ τοῦτο ἐκ τῆς προκηρύξεως τῆς δημοπρασίας, τῆς δημοσιευομένης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν 24 Φεβρουαρίου. Ἐκ ταύτης ἐμφαίνεται προσέτι, ὅτι πρώτη προσφορὰ προσδιωρίσθη τὸ ποσὸν 30,600 φράγκων.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι οἰκία ἢ οἰκόπεδον;
§197ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οἰκόπεδον καὶ οἰκοδομή.
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§199ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ὁμολογουμένως ἐπέχυσαν πολὺ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ φάκελος, ὅστις θέλει αὔριον προσαχθῆ, λεπτομερείας μόνον θέλει καταστήσει ἡμῖν γνωστάς. Ἐφώτισε δὲ πολὺ τὴν ὑπόθεσιν ἡ βεβαίωσις, ὅτι τὰ τῆς οἰκοδομῆς τῆς Πρεσβείας ἐγένοντο μετὰ πολλῆς ἀφελείας, ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Νομίζω ὅμως, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἑτέραν. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν νὰ πωληθῇ ἡ οἰκία, περὶ ἧς ὑπάρχει διακήρυξις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποδώσωμεν τὸ δάνειον εἰς τὸν πρεσβευτὴν καὶ εἰς τὸν κ. Βαλσαμάκην, ἀναβάλλοντες ἔπειτα νὰ λογαριασθῶμεν μετ’ αὐτῶν· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἡ ὑπόθεσις ἐνταῦθα ἐξετέθη, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅστις νὰ παρέχῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον ποσόν, τὸ δὲ προϊὸν τῆς πωλήσεως τῆς οἰκίας νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἰσπραττόμενον καὶ ἀποδιδόμενον ὁλόκληρον εἰς τὸ Κράτος, εἴτε ἀνώτερον τῶν 30,000 φράγκων, εἴτε κατώτερον. Τὸ Κράτος, ψηφιζομένης τῆς πιστώσεως, θέλει εὑρεθῆ ἀπηλλαγμένον πάσης ὑποχρεώσεως πρὸς ἰδιώτας, εἴτε ἀλλοδαποὺς, εἴτε ἡμεδαποὺς, ἢ καὶ πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον ἐν Βουκουρεστίῳ, καὶ θέλει μένει ἔχον λαμβάνειν τὸ ἀντίτιμον τοῦ κτήματος, ὅπερ πρέπει νὰ πωληθῇ ἐν Βουκουρεστίῳ. Ἐὰν ὀρθῶς κρίνητε τὴν γνώμην ταύτην, ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις οὐχὶ 71,158, μετὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἐκ δραχμῶν 46,252 πρὸς 1,65, ἀλλὰ καὶ 30,000 φρ. χρ. διὰ τὸ δάνειον, μετὰ τῆς διαφορᾶς τῆς συναλλαγματικῆς ἐκ δρ.19,500, οὕτω δὲ πρέπει ν’ ἀναβιβασθῇ ἡ πίστωσις ἡ ζητουμένη, ἐὰν συμμερίζηται ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, εἰς 166,910 δραχμὰς, αἵτινες θέλουσι βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ τῆς ὀφειλῆς ἐκ τοῦ δανείου τοῦ κ. Γ. Ἀργυροπούλου, ἐκ φράγκων 18,000, καὶ τὰ τῆς ὀφειλῆς πρὸς τὸν κ. Α. Βαλσαμάκην, ἐκ φράγκων 12,000, ἐν ὅλῳ φράγκων 30,000, περιλαμβάνονται ἐν τῷ ποσῷ τῶν φράγκων 87,116.82, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν, καὶ ὅτι ὑπολείπεται μόνον τὸ ποσὸν 70,658.31. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν τῶν πληρωθέντων καὶ τὸ ποσὸν τῶν ὀφειλομένων ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν τῶν φρ. 157,775.13, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν προσηρτημένον εἰς τὸ ἔντυπον νομοσχέδιον πίνακα, παριστᾷ τὸ ὅλον τῆς δαπάνης· ἂν δ’ οὕτως ἔχῃ, ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὸν Βαλσαμάκην καὶ τὸ δάνειον τοῦ Ἀργυροπούλου ἐξωφλήθησαν ἤδη διὰ τῶν πληρωθέντων χρημάτων.
§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§202ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐργολάβος ἐπληρώθη 87,000, ἐξ ὧν ἐδανείσθη...
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τοῦ χρέους αὐτοῦ ἐπληρώθησαν 87,116.82, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ τὰ 30,000 φράγκα, ἤτοι τὸ δάνειον τοῦ κ. Ἀργυροπούλου καὶ ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὸν κ. Βαλσαμάκην. Ὑπολείπονται δ’ οὕτω τὰ ζητούμενα φρ. 70,658.31.
§204ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ 30,000 ἐπληρώθησαν εἰς τὸν ἐργολάβον.
§205Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βλέπω, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἐκθέσει ἀνέγνωσα. Ἐν τῇ ἐκθέσει λέγεται, ὅτι «ὁ ἐργολάβος καὶ οἱ λοιποὶ πιστωταὶ θέλουσι κινηθῆ δικαστικῶς κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν ἐκθέσει τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ κλπ.» Ὥστε θὰ καταντήσωμεν, ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 157,000 φράγκων τώρα, καὶ ἴσως διὰ μεταγενεστέρας πιστώσεως μεγαλείτερον, νὰ πληρωθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους.
§206Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. 300,000 δραχμαὶ ἐν ὅλῳ!
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν 157,000 φράγκων.
§208Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα 157,000 φράγκα, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώσαμεν καὶ ἅτινα ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν. Ἐν τῇ ἐκθέσει λέγεται, καὶ τὸ ἐπανέλαβεν ὁ ἐκ Παρνασίδος ἔντιμος Βουλευτής, ὅτι προέρχεται ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ζητεῖται σήμερον, τῶν 71,000 φράγκων καὶ ἐκ τούτου, ὅτι δὲν εἰσεπράχθησαν παρὰ τῶν διαφόρων ὁμογενῶν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ πληρώσωσιν οὗτοι· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι δικαιολόγησις τῆς πληρωμῆς, τὴν ὁποίαν καλούμεθα σήμερον ἡμεῖς ν’ ἀποφασίσωμεν. Διότι, ἐὰν λόγῳ κακῆς ἐσοδείας δὲν ἐπληρώθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποσχεθῆ τινες τῶν ὁμογενῶν χάριν τοῦ μεγάρου τοῦ πρεσβευτικοῦ, ἠδυνάμεθα, εἴτε δάνειόν τι συνομολογοῦντες, εἴτε καλοῦντες τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαταβάλῃ, ἀλλὰ νὰ εἰσπράξῃ συγχρόνως τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπερ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωσιν, ἀφοῦ ὑπέγραψαν, νὰ κατασκευάσωμεν τὸ μέγαρον...
§209ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς κατάλογος μόνον ἐγένετο.
§210ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὸν ὁποῖον ἐρρήθη, ὅτι δὲν ἤθελον οἱ ὑπογράψαντες νὰ πληρώσωσι, διότι ἦτο ἡ ἐσοδεία κακή. Αὐτὸ βεβαίως ἦτο εὔλογον.
§211ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ὅμως ὑπόσχεσις νομική.
§212ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ ὑπογράψαντες εἶναι ὁμογενεῖς, καὶ ἀγαπῶσι τὴν πατρίδα των· ἀλλ’ ἂν ἦτο αὐτὴ ἡ αἰτία, βεβαίως ἡ πρώτη σκέψις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν Πρεσβείαν, θὰ ἦτο αὕτη· πῶς δηλ. νὰ ἐξευρεθῇ δάνειον ἐκεῖ ἢ ἐδῶ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προκαταβληθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸν ἐργολάβον, ἵνα μὴ προστρέχῃ ἐν Ρουμανίᾳ καὶ ἐν Ἀθήναις ζητῶν τὰ ὀφειλόμενα. Πιστεύω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰτία· ἡ αἰτία εἶναι, ὅτι τὸ ἀρχικῶς ὁρισθὲν ποσὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη ὑπὸ ὑπογραφῶν, ηὐξήθη μετὰ ταῦτα διὰ προσθηκῶν. Οὐδεμίαν ἔχω διάθεσιν ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι αἱ προσθῆκαι αὗται δὲν ἦσαν ἀναγκαῖαι, καὶ ὅτι δὲν ἀπετέλουν βεβαίως αὔξησιν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Δὲν πρόκειται περὶ διασπαθίσεως χρημάτων· πᾶν ἄλλο παρὰ τοιοῦτόν τι δύναται ν’ ἀποδώσῃ τις εἰς τὸν πρεσβευτὴν ἡμῶν. Ἤθελον ὅμως νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ὑπεβλήθη ποτὲ σχέδιον καὶ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, εἴτε τῆς ἀρχικῆς, εἴτε τῆς μετὰ ταῦτα, τοῦ πρεσβευτικοῦ μεγάρου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἂν ταῦτα ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§213ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἐγένετο· οὔτε προϋπολογισμὸς, οὔτε σχέδια, οὔτε ἄλλο τι.
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεδόθη ὁ διευθύνων τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν ἐν Βουκουρεστίῳ, εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως, διότι ἐν χώρᾳ, οἵα τὸ Βουκουρέστιον, καὶ ἐν Κράτει, οἷον τὸ Κράτος τῆς Ρουμανίας, δὲν ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν μόνον περὶ τῆς ἀναγκαίας οἰκήσεως καὶ ἐγκαταστάσεως τῆς Πρεσβείας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως αὐτῆς. Συντελεῖ δὲ εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐν μέσῳ κοινωνίας ἐχούσης τόσας παραδόσεις Ἑλληνικὰς ἡ οἰκοδομὴ κτιρίου ἐπαρκοῦς καὶ ἀνήκοντος εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὀφείλεται χάρις καὶ εἰς τοὺς ὁμογενεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδώρησαν τὸ οἰκόπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ᾠκοδομήθη τὸ κατάστημα τῆς Πρεσβείας, καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς κυρίους Χαροκόπους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ οἰκοδομήσωσι τὸν ναὸν ἰδίᾳ δαπάνῃ. Διὰ τοῦτο ἐξετάζω τὰ γενόμενα μόνον διὰ νὰ ἀνεύρω, ἐὰν ἐγένοντο καλῶς. Καὶ ἐν πρώτοις εὑρίσκω λάθος χιλίων δραχμῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διότι τὰ ὀφειλόμενα φράγκα χρ. 70,658.31 μετὰ τῶν πληρωτέων διὰ τὸ συμβόλαιον τῆς ἐξοφλήσεως 500 φράγκων ἀποτελοῦσιν 71,158.31· ἀφοῦ δὲ τὰ πληρωθέντα ἐπληρώθησαν, φράγκα 87,116.82, τὸ ἄθροισμα τῶν δύο τούτων ποσῶν ἀνέρχεται εἰς φράγκα χρ. 158,275.13, καὶ οὐχὶ εἰς 157,775.13, ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ πίνακι, ὑπὸ τὴν στήλην «γενικὰ ποσὰ ὀφειλῆς». Προσέτι παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν εἰς 157,775.13 κατὰ τὸν πίνακα ἀνέρχεται ἡ ὅλη δαπάνη, ἥ τε γενομένη καὶ ἡ καταβληθησομένη διὰ τὸ μέγαρον τῆς Πρεσβείας, ἐὰν δὲ 136,745.43 ὀφείλωμεν εἰς τὸν ἀναλαβόντα τὴν οἰκοδομὴν ἐργολάβον, εὑρίσκω, ὅτι τὰ μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς φράγκα 157,775.13, ὅσα ἀποτελοῦσι τὴν ὅλην δαπάνην, παριστῶσιν ἄλλα ἔξοδα, πλὴν τῶν τῆς οἰκοδομῆς. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι παρατηρήσεις καθολικαί. Ὡς πρὸς τὰ ὀφειλόμενα ὅμως, ἐὰν ἀληθῶς ὀφείλωμεν νὰ πληρώσωμεν τὰς 30,000 φράγκα, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθησαν παρὰ τοῦ κ. Ἀργυροπούλου καὶ τοῦ κ. Βαλσαμάκη, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ζητούμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου 71,158.31 καὶ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος 30,000 φράγκα, τότε δ’ ἀναβιβάζεται τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν εἰς φράγκα 101,158.31, ταῦτα δὲ ἀγοραζόμενα πρὸς δραχμὰς 1,60 τὸ φράγκον φέρουσι δραχμὰς 166,911.21, καὶ ἡ πίστωσις πρέπει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς δραχ. 166,911.21.
§215Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι μικρὰ διαφορὰ προέρχεται καὶ ἀπὸ τὸ χαρτόσημον.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διαφορὰ αὕτη ὑπελογίσθη. Αἱ 70,000, ἃς ὑπελόγισεν ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως, δὲν περιελάμβανον τὸ χαρτόσημον, ἀφοῦ δ’ ἐγένετο ἡ προσθήκη τῶν 500 φράγκων διὰ τὸ χαρτόσημον, ἀνῆλθον εἰς φρ. 71,158.31, καὶ τὸ ὅλον ποσὸν εἰς 158,275.13, καὶ οὐχὶ εἰς 157,775.13. Κρίνω ὅμως ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι οὐδέποτε ἡ Διοίκησις πρέπει νὰ ἀνέχηται, ἵνα πράττῃ ἡ ὑφισταμένη ἀρχὴ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς προϊσταμένης πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράττῃ, ὡς τὸ δάνειον, τὸ γενόμενον ὑπὸ τῆς Πρεσβείας, τῶν 30,000 χρ. φράγκων, τὸ ὁποῖον ὁ πρέσβυς συνωμολόγησεν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑποθήκης τοῦ κτήματος, διότι τοῦτο εἶναι ἔκτροπον καὶ ἄξιον κολασμοῦ, ἀφοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποθηκεύσῃ περιουσίαν ἐθνικὴν ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις καὶ αὕτη οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποθηκεύσῃ ἐθνικὰ κτήματα ἄνευ νόμου. Τὸ νὰ συνομολογῇ ὅμως δάνειον ὁ πρεσβευτὴς ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Κράτους ἄνευ συναινέσεως τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πρωτοφανές, καὶ πρέπει νὰ ζητηθῇ λόγος παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ, διὰ νὰ καταδειχθῇ εἰς τὴν ὑφισταμένην ἀρχὴν, ὅτι ὑπερέβη τὰ καθήκοντά της.
§217Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν διεφωνήσαμεν οὔτε μὲ τὸν κύριον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπὲς καὶ ἄριστον νὰ ἔχωμεν Πρεσβείαν ἐν Βουκουρεστίῳ. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου συμφωνοῦμεν πληρέστερον πάντες, ὡς καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, εἶναι, ὅτι ἐγένετο τὸ ἔργον μετά τινος ἀφελείας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μετ’ ἀφελείας διεξάγομεν καὶ ἐνταῦθα τὸ ἔργον, διότι, ἐνῷ ὁλόκληρος ἡ δαπάνη, ἥτις θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν Πρεσβείαν, ἀνέρχεται εἰς 176,000, ἐνῷ πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν 176,000 φράγκα χρυσᾶ, ἡμεῖς ὑπολογίζομεν ἐπὶ 157,000 μόνον· ὥστε ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ πληρωθῶσιν, αἱ ἐν τῇ προηγουμένῃ σελίδι ἀναφερόμεναι, καὶ ἐν λεπτομερείᾳ ἀναφέρονται ὡς ἀνερχόμεναι εἰς ποσὰ ἀνώτερα τῶν πληρωθέντων· ὥστε ἔχομεν καὶ ἄλλας νὰ πληρώσωμεν...
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐταὶ δὲν ὀφείλονται· εἶναι πληρωμέναι.
§219Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι πληρωμέναι. Κατὰ τὴν σημείωσιν, ἡ ὁποία δίδεται, — διότι τί εἶναι πληρωμένον τὸ ἔχομεν εἰς τὴν τρίτην σελίδα, — ἐδῶ ἔχομεν πληρωμὴν 80,000 φρ. εἰς τὸν ἐργολάβον ἀπέναντι τῶν 136,000, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ λάβῃ· εἶναι πληρωμένα εἰς τὸν ὑδραυλικὸν ἀντὶ 4581 φρ. 3400, καὶ ὑπολείπονται 1181. Δι’ ἠλεκτρικοὺς κώδωνας ἕτερον ποσόν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα δαπάναι, μὴ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν τρίτην σελίδα, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπληρώθησαν, καὶ αἱ δαπάναι αὐταὶ εἶναι κιγκλίδωμα σιδηροῦν κλπ. Ἐν τῇ τρίτῃ σελίδι ἔχομεν ποῖα ἔργα ἐπληρώθησαν, καὶ τί μένει ὑπόλοιπον. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν τὸ ὅλον τῶν πληρωμῶν σὺν τῷ ὑπολοίπῳ δὲν ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῆς ἀξίας. Λοιπὸν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ καθαρισθῇ ὁριστικῶς ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι διὰ νὰ μείνῃ χρεώστης τὸ κτίριον, καὶ νὰ μὴ μείνῃ εἰς ὑποθήκην, ἔστω καὶ πρὸς τὸν ὁμογενῆ Βαλσαμάκην καὶ τὸν πρέσβυν Ἀργυρόπουλον, πρέπει νὰ ἐξοφληθῇ ὁλόκληρον τὸ ὀφειλόμενον ποσόν· ἂν μὲν μένῃ ἀπλήρωτον τὸ ποσὸν 71,000 χρυσῶν φράγκων, μόνον τοῦτο, ἂν δὲ μένουν καὶ ἄλλα 19,000 φρ. ἀπλήρωτα, νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο. Τότε δὲ θὰ ἔχωμεν 120,000 ἢ 100,000.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφέστερον. Ὀφείλομεν φράγκα 157,775.13, κατὰ τὸν πίνακα καὶ τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπληρώσαμεν μέχρι τοῦδε 87,116.82, ὑπολείπονται ὀφειλόμενα 71,158.31. Ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἂν ὀφείλωμεν φρ. 157,775.13, τί ἐχρεωστοῦμεν; Ἐπειδὴ τὰ πληρωτέα εἰς τὸν ἐργολάβον ἀνέρχονται εἰς φρ. 136,745.43, ἕπεται, ὅτι τὰ ὑπόλοιπα, μετὰ τὰ πληρωτέα εἰς τὸν ἐργολάβον, μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ὀφειλομένων, ἤτοι φράγκα 21,029.70, ἀποτελοῦσι τὰ ἄλλα ἔξοδα.
§221Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εἶπεν, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἐγένετο σχέδιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συνετάχθη προϋπολογισμὸς τῆς οἰκοδομῆς, τὸν ὁποῖον κατόπιν ὁ πρέσβυς ηὔξησεν, ἀλλάξας ἐντελῶς τὸ σχέδιον τοῦ μεγάρου, καὶ ἐκ τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς ἐπῆλθε πρόσθετος δαπάνη 71,000 φράγκων. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τὸ πρῶτον σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε σχεδιασθῆ ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἐκανόνιζε τὰς δαπάνας, ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Ἐνεκρίθη τοῦτο; Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐνηργήθη ἡ δημοπρασία; Ἂν ἔχῃ οὕτω τὸ πρᾶγμα, πῶς ἔλαβε τὴν ἐλευθερίαν ὁ κ. πρεσβευτὴς νὰ μεταβάλῃ τὰ σχέδια, καὶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ τρόπον πολὺ ἐπικίνδυνον τὰς δαπάνας; Διότι, ὅσον ἀφελὴς καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. πρεσβευτοῦ, εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς, διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τὴν Πρεσβείαν τοῦ Βουκουρεστίου, θὰ γείνῃ αὔριον καὶ διὰ τὴν Πρεσβείαν τῆς Βιέννης ἢ τῆς Πετρουπόλεως ἢ τοῦ Βερολίνου, ἂν ἀποφασίσωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ ἐκεῖ κατάστημα Πρεσβείας, καὶ χωρὶς νὰ ἐρωτᾶται ἡ γνώμη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ δαπανῶνται τόσα μεγάλα ποσὰ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς, νὰ προκαλώμεθα δ’ ἡμεῖς νὰ ψηφίζωμεν πιστώσεις, νομιμοποιοῦντες χονδροειδεῖς ἀνοησίας δημοσίων ὑπαλλήλων, οὓς ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργός.
§222ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἀναμένωμεν νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν. Διότι ἐγὼ δὲν ἐμελέτησα τὴν ὑπόθεσιν. Εὗρον ἔγγραφα ἐκ Ρουμανίας, τὰ ὁποῖα παρίστων, ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῶσι τὰ χρήματα, διότι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δικαιούχων κατέστησαν λίαν ὀχληραὶ, καὶ μάλιστα ἤρχισε καὶ δημοσιογραφικὸς ἀγὼν ἐναντίον ἡμῶν, καὶ εἶδον ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν. Λοιπὸν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ἴδωμεν.
§223ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εἶπεν ὅτι ἐγένετο ἡ δωρεὰ τοῦ οἰκοπέδου ὄχι μόνον διὰ τὴν Πρεσβείαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ σχολεῖον. Παρετήρησα, ὅτι ἐλησμονήθη τὸ σχολεῖον, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεταί τι ἐν τῇ ἐκθέσει, ἴσως καὶ διότι ὁ κ. πρέσβυς, ἀπορροφηθεὶς ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ καταστήσῃ ἀξιοπρεπὲς τὸ μέγαρον τῆς Πρεσβείας, ἐλησμόνησεν ὅλως τὸ σχολεῖον. Ὅθεν ἡ ἰδέα τοῦ σχολείου ἐγκατελείφθη, τὰ χρήματα δὲ τῶν ὁμογενῶν, τὰ καταβληθέντα διὰ τὸ σχολεῖον, ἐξωδεύθησαν διὰ τὴν Πρεσβείαν. Ἐν τούτῳ βλέπω αὐθαιρεσίαν πολὺ μεγάλην, ἂν ἀκριβῆ ἦναι ταῦτα, διότι παρεῖδεν ὁ κ. πρέσβυς καὶ τὰ δικαιώματα τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς καὶ τὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ὁμογενῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐκεῖ σχολεῖον, ὅπου δὲν ὑπάρχει. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ κατασκευάσῃ τὸ σχολεῖον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 129,906.63 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901».
§225Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην ἀναγράφονται μεταξὺ τῶν 129,906 δρ. καὶ 7,906 δρ. δι’ ἀγορὰν παρασήμων. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νομίζω, ὅτι ἀναγράφεται τὸ ποσὸν 18,000 δραχμῶν, καὶ μέχρι τοῦδε ἐθεωρεῖτο ἐπαρκὲς πρὸς ἀγορὰν παρασήμων. Τώρα βλέπω, ὅτι προσετέθησαν νέαι 7,906 δραχμαὶ, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς τὸ μέλλον θ’ αὐξήσῃ περισσότερον τὸ ποσὸν, διότι ἡ τάσις τῆς ἀποκτήσεως παρασήμων εἶναι τοιαύτη, ὥστε πιστεύω, ὅτι θὰ φθάσῃ ἡ πίστωσις εἰς τὸ διπλάσιον. Ἐγὼ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπρότεινα, ὅπως τὸ ποσὸν ἀπαλειφθῇ, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ περιορίσω τὴν φυλὴν τῶν νέων αὐτῶν ἱπποτῶν, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι οἱ ὀρεγόμενοι παρασήμων δύνανται νὰ προμηθεύωνται δι’ ἰδίων δαπανῶν τοιαῦτα, ἀφοῦ δὲ καθίστανται ἱππόται, δίκαιον εἶναι νὰ καταβάλλωσιν αὐτοὶ τοὐλάχιστον τὰς δαπάνας διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ παρασήμου.
§226Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα ὑπάρχουν Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ ἔσοδον ἐκ τούτου.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἐνεγράφη πίστωσις 360,000 δραχμῶν διὰ νομισματικὴν διαφοράν· ζητεῖται ἤδη διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἑτέρα πίστωσις 120,000 δραχμῶν, οὕτω δὲ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ, τὴν ὁποίαν θέλομεν πληρώσει διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνέρχεται εἰς 480,000 δραχμάς. Θὰ ηὐχόμην, ἐὰν ἦτο δυνατόν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἔστελλε σημείωσιν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαθέσεως τῆς πιστώσεως ταύτης.
§229Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκεται, ὅτι ἡ διαφορὰ ἐφ’ ἑκάστου φράγκου, ὑπολογισθεῖσα πρὸς λεπ. 60, ὑπῆρξε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1901 ἀνωτέρα. Τώρα πῶς ζητεῖτε πίστωσιν μόνον 120,000 δρ. διὰ νομισματικὴν διαφορὰν 200,000 φράγκων; Δηλαδὴ ὑπολογίζετε πάλιν 60 λεπ. διαφοράν, ἐνῷ ὑπῆρξεν ἀνωτέρα ἡ νομισματικὴ διαφορὰ κατὰ τὸ 1901.
§230ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πιθανὸν, ὅτι δὲν θὰ διατεθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, καὶ θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ πίστωσις τῶν 120,000 δραχμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 καὶ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν τοιούτων ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ ἰδίου προϋπολογισμοῦ τῆς αὐτῆς χρήσεως». Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§232Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἓν ὑπόλοιπον ἀδιαθέτου πιστώσεως, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἐσόδοις. Εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης μένει ἀδιάθετος πίστωσις τοῦ 1901 ἐκ δρ. 1,084,180, ἀλλὰ ζητεῖται συγχρόνως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 70,000 δραχμῶν· ὥστε τὸ ὅλον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀνέρχεται εἰς 1,014,180. Πάντες γνωρίζομεν τὴν δικαιολογίαν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ἴσως καὶ τῆς νῦν, διὰ τὴν μὴ βελτίωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας· πάντοτε ἠκούομεν ἐνταῦθα, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐφαρμόζηται νόμος περὶ ἀστυνομίας σχετικῶς τέλειος, ὅστις ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἤθελε προλαμβάνει καὶ παρεμποδίζει τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἤθελε διευκολύνει καὶ ἕτερον μέγα ἔργον, τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἐὰν, λέγω, δὲν ἐφαρμόζηται τοιοῦτος νόμος, τοῦτο προέρχεται διότι στερούμεθα χρημάτων. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρίσταται ὡς ἀναγκαῖον πρὸς τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ἴσως καὶ τῆς παρούσης, ἀνέρχεται εἰς 1,014,180 δραχμάς, διότι τοῦτο τὸ ποσὸν μένει ἀδιάθετον ἐκ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ὡς δυνάμενον νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τοὺς δύο σκοποὺς, καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ δικαιολογία αὕτη ἦναι ἀκριβὴς, βεβαίως τὸ ποσὸν τῶν 1,014,180 δρ. δὲν θὰ ἦναι ἐκ τῶν ἀδυνάτων νὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τοῦ 1901, διότι καὶ ἐκεῖ διὰ μικρᾶς φροντίδος ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ὅπως ἀπολαύσῃ ὁ τόπος τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν εὐεργετημάτων, περὶ ὧν ἀνέφερα. Καὶ ἐνῷ τοῦτο τὸ ποσὸν παρίσταται ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου, τί βλέπομεν; τὴν δαπάνην διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν αὐξανομένην ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν ἄνευ μεγάλης περισκέψεως καὶ προσοχῆς· διότι, ἐνῷ καὶ τὸ 1898 ἐδαπανήθησαν 2,471,120, καὶ τὸ 1899 δραχ. 2,547,412, καὶ τὸ 1901, ἀφαιρουμένων τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, δαπανῶνται δρ. 3,457,630, καὶ ἐνῷ προοδεύομεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἔχομεν τέλειον σύστημα, μεθοδικόν, ὠργανωμένον, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς παρέχῃ πραγματικὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ διευκολύνῃ καὶ τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ· διότι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τελείου ἀστυνομικοῦ συστήματος θ’ ἀπαλλαγῇ ὁ στρατὸς τῆς ἀφαιρέσεως τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, χάριν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ ἐνῷ αὐξάνομεν τὰς δαπάνας, δὲν ἐφαρμόζομεν λυσιτελὲς σύστημα, διότι μᾶς ἔλειπον 1,014,180 δραχμαί. Ἐθεώρησα ἀναγκαίαν τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπὶ τῆς συζητουμένης πιστώσεως, καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκτείνω πολὺ τὸν λόγον, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἀδικία προσγίνεται εἰς τὸν τόπον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀδιακόπου τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως γενικωτέρας φροντίδος πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπόκτησιν τοῦ ἄλλου εὐεργετήματος ἐν τῷ στρατῷ. Ἑτέραν παρατήρησιν, γενικωτέραν, ὡσαύτως ἐγείρει ἡ αὔξησις εἰς τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τὰ τηλεγραφεῖα. Τὸ 1899 ἐδαπανήσαμεν δραχ. 2,577,802, τὸ 1900 δρ. 3,150,772· δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς τὸ δαπανηθησόμενον ποσὸν διὰ τὸ 1901· διὰ δὲ τὸ 1902 ζητοῦνται δρ. 3,899,451. Δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι βάσιμος ἡ δοθεῖσα ἐξήγησις, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν εἰς τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα συνεπιφέρει καὶ τὴν ἀνάλογον αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ἐξ ὅσων ἔχω ἐνώπιόν μου δὲν βλέπω τὸ τοιοῦτον, διότι τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν πλειότερα τῶν ὅσων ἐδαπανήθησαν. Ἀλλ’ ἐὰν εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1900 κἄτι πλειότερον τῶν δαπανηθέντων, δὲν εἶμαι βέβαιος, ἂν θὰ εἰσπράξωμεν, φοβοῦμαι μάλιστα, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ εἰσπράξωμεν τὸ 1901 τὰ δαπανηθέντα, μήτε ὅτι τὸ 1902 θὰ εἰσπράξωμεν δραχ. 3,899,000, εἰς ὅσα ὑπολογίζομεν τὰς δαπάνας, καὶ εἰς τοῦτο νομίζω πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ πολλὴν τὴν προσοχὴν ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἰδίως ἡ Κυβέρνησις, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν εἰς τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία σήμερον εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν εἶναι χειροτέρα ἢ ἄλλοτε, ἴσως μάλιστα παρουσιάζει τι διαφορετικὸν παρὰ ἄλλοτε, διότι ἐγένοντο ἀρκεταὶ βελτιώσεις καὶ κατάστημα τελειότερον· ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅμως τῆς κινήσεως τῆς ὑπηρεσίας, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν βλέπω βελτίωσιν ἀξίαν λόγου. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις παρουσιάζει μὲν ἀτελείας, ἀλλὰ σχετικῶς αἱ ἀτέλειαι αὐτῆς εἶναι μικρότεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρουσιάζουσιν ἄλλαι ὑπηρεσίαι παρ’ ἡμῖν. Αἱ ἀτέλειαι ὅμως αὗται, ὡς ὑπῆρχον καὶ πρὸ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ὑπάρχουσι καὶ σήμερον ἔτι, ὡς δὲ καὶ ἄλλοτε συνέβαινε, συμβαίνει καὶ σήμερον νὰ λαμβάνωμεν μετὰ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέρας τηλεγραφήματα, καὶ μετὰ δέκα καὶ δεκαπέντε ἡμέρας ἐπιστολάς. Σπανίως μέν, ἀλλὰ συμβαίνει τοῦτο. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ περιστείλωμεν τὰς ὀρέξεις, αἵτινες παρουσιάζονται πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ νὰ μὴ νομίζωμεν, ὅτι παρέχομεν ὑπηρεσίαν σπουδαίαν εἰς τὸν τόπον, ἐὰν δι’ αὐξήσεως τῆς δαπάνης ἐπεκτείνωμεν τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἰς μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουν συμφέροντα ἀνάλογα πρὸς τὰ ἔξοδα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.
§233Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ζητοῦνται δύο τινά· πρῶτον ἡ ἀκύρωσις πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπελείφθησαν ἀδιάθετοι, καὶ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θέλει παρασταθῆ ἀνάγκη μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, τὸ ποσὸν δὲ τῶν ἀκυρουμένων τούτων πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,234,680· καὶ δεύτερον ἡ προσθήκη πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν ἀναγκαῖαι, διότι αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκρίθησαν ἀνεπαρκεῖς, καὶ αἱ ζητούμεναι αὗται πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς δραχ. 759,113. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐλαττώνει τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 κατὰ δραχμὰς 475,567. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖαι εἶναι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν διετέθησαν· διότι, ὅταν ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐκδηλοῦται, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ἡ ὁποία εἶναι ἀναπόφευκτος, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλῃ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος· ἕνεκα τούτου δὲ, πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις. Ἑπομένως αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θέλουσι διατεθῆ, ὑπερέβαινον τὸ ἀναγκαιοῦν ποσόν, κατὰ τὴν πρόβλεψιν τοῦ Ὑπουργείου, καθ’ ὃν χρόνον συνέτασσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901. Δεύτερον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν αἱ ζητούμεναι προσθῆκαι εἰς πιστώσεις ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἀναγκαῖαι, καὶ μέχρι τίνος ὁρίου εἰσὶν αὗται ἀναγκαῖαι. Ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τῶν περισσευουσῶν καὶ διὰ τοῦτο ἀκυρουμένων πιστώσεων. Εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 πίστωσις δρ. 629,040 διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἤδη προτείνεται ἡ ἐλάττωσις αὐτῆς κατὰ 20,000, ἤτοι ὁ περιορισμὸς τῆς ἀνωτέρω πιστώσεως εἰς 609,040. Ὑπῆρχε πίστωσις διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων ἐκ δρ. 3,261,120, ἐπερίσσευσαν δὲ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης δραχ. 600,000, ἑπομένως ἡ πίστωσις αὕτη ἐλαττοῦται εἰς δραχμὰς 2,661,120, διότι πιθανῶς δὲν ἐπραγματοποίησε τὸ Ὑπουργεῖον τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων. Ἑπομένως αἱ 600,000 δὲν εἶναι οἰκονομία, εἶναι περικοπὴ δαπάνης, διότι αὕτη ὑπερέβαινε τὴν ἀνάγκην. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν πράγματι ὀλιγώτεραι τῶν προβλεφθεισῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Γνωστὸν εἶναι, ὅτι πανταχόθεν παριστῶσιν, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ ἀστυφύλακες, ἐν Πειραιεῖ δὲ φωνάζουσιν, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ δύναμις εἶναι τόσον ἀσθενὴς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις, ἡ δὲ δημοσία τάξις ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ βεβαίως δὲν εἶναι ἀνθηρὰ, καὶ τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἀθήναις καὶ ταῖς ἐπαρχίαις δηλοῦσιν ἤδη ἀνεπάρκειαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὀργάνων τῶν ἐντεταλμένων νὰ προλαμβάνωσι τὰ ἐγκλήματα, εἴτε ἀνεπάρκειαν τῶν δημοσίων ἀρχῶν, μηδεμίαν ἐνασκουσῶν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν ὀργάνων τούτων. Διὰ τὴν ἀστυϊατρικὴν ὑπηρεσίαν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 πίστωσις δρ. 24,720, ἥτις δὲν ἐδαπανήθη ὅλη. Ἀλλὰ πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἀστυϊατρικὴν ὑπηρεσίαν; 720 δραχμαί. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι δεῖται διασαφήσεως, πῶς διεξήχθη πᾶσα ἡ ἀστυϊατρικὴ ὑπηρεσία καθ’ ὅλον τὸ ἔτος διὰ 720 μόνον δραχμῶν; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει δώσει τὴν διασάφησιν ταύτην. Διὰ τὰς στολὰς καὶ τὸν ὁπλισμὸν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις 437,180 δραχμῶν, ἐπληροφόρησε δὲ τὴν Βουλὴν τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης οἰκονομία 437,180 δρ. Δὲν διετέθη λοιπὸν οὐδὲ λεπτὸν διὰ στολὰς καὶ ὁπλισμόν, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη οὐδὲ στολῶν, οὐδὲ ὁπλισμοῦ. Ἀλλὰ διατὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ πίστωσις αὕτη; Ὅτε συνέτασσον τὸν Προϋπολογισμόν, πῶς ἠγνόουν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης πιστώσεως; καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη, διατὶ ἐβαρύνθη ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ ποσοῦ 437,180 δραχμῶν, ἐνῷ ἴσως ὑπῆρχον ἄλλαι ἀνάγκαι, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον προωρίσθη κακῶς δι’ ἀνάγκην ἀνύπαρκτον; Διὰ τὴν προμήθειαν δαμαλείου ὕλης εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις 6,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν διετέθησαν, φαίνεται, εἰμὴ μόνον 1500, οὕτω δ’ ἐγένετο οἰκονομία 4,500 δρ. Πῶς κατωρθώθη δὲ ἡ οἰκονομία αὕτη; Διὰ μεθόδου, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἦτο συμφέρουσα, διὰ τῆς μεθόδου τῆς προμηθείας τῆς δαμαλίδος διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας· ἀλλ’ ὁ συναγωνισμὸς πολλάκις ἐξηνάγκαζε τοὺς προμηθευτὰς εἰς νοθείας, ἐπειδὴ δὲ ἡ νοθεία τῶν φαρμάκων ἀποβαίνει ὀλεθρία, ἡ μέθοδος δὲν ἄγει εἰς εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Καὶ ἀληθῶς ἀντὶ δαμαλίδος ἐδίδετο γλυκερίνη· ἐπετάθη δ’ ἕνεκα τούτου ἡ ἐπιδημία. Δι’ ἔξοδα τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 πίστωσις δρ. 95,000, ἐπερίσσευσε δ’ ἐξ αὐτῶν πίστωσις 25,000 δραχμῶν. Εἰς συνδρομὴν εἰς πρόσφυγας δὲν διετέθη ὅλη ἡ ἐκ δραχ. 95,000 πίστωσις, ὑπελείφθη δὲ ποσὸν 4,000 δραχμῶν. Καὶ τῆς ἐκ δρ. 10,000 πιστώσεως, ὅπως τὸ ποσὸν διατεθῇ πρὸς ἐξυγείανσιν τοῦ Νέου Φαλήρου, οὐδεμία ἐγένετο χρῆσις, διότι δὲν ἐδαπανήθη οὐδὲ λεπτὸν. Βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ διασάφησις καὶ διὰ τὴν ἀπραξίαν τῆς διοικήσεως πρὸς τὰ ἔργα τῆς ἐξυγειάνσεως τοῦ Φαλήρου, ἀφοῦ οἱ γείτονες ἡμῶν συμπολῖται πολλάκις ἠκούσθησαν παραπονούμενοι, διατὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως προληφθῶσι τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε εἶχον ἐκεῖ ἐπισκήψει. Καὶ τῆς ὑπὸ τὸν τίτλον «κατασκευὴ κτιρίων» ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως ἐκ δραχ. 104,000 διὰ κατασκευὴν Καπνοκοπτηρίου οὐδεμία ἐγένετο χρῆσις, ἐδαπανήθησαν δὲ μόνον 1300 δραχμαί, διότι τὸ Καπνοκοπτήριον δὲν ᾠκοδομήθη. Καὶ αὗται μὲν αἱ ἐλαττώσεις τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰς αἰτουμένας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ζητοῦνται 20,000 δρ. δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν ἀστυνομιῶν. Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας ἀστυνομιῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 157,000 ἀναβιβάζεται δ’ ἡ πίστωσις αὕτη εἰς 177,000, διότι δὲν ἐπήρκεσε· διὰ διάφορα δ’ ἔξοδα αὐτῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δρ. 136,800, καὶ ζητεῖται πίστωσις νέα ἐκ δραχ. 50,000, ἀναβιβαζομένης τῆς πιστώσεως εἰς δρ. 186,800. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ παραθέσω παραβολὴν πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1896, ἤθελον καταδείξει, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, δραχ. 9,770,25, διὰ διάφορα δ’ ἔξοδα αὐτῆς 12,817.88, καὶ δι’ ἔξοδα γραφείων τῶν ἀστυνομιῶν δραχ. 143,150,74, καὶ διὰ διάφορα ἔξοδα αὐτῶν δρ. 68,220.32· κατὰ δὲ τὸ 1901 αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ζητούμεναι πιστώσεις εἰσί: δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας διοικητικῶν ἀστυνομιῶν δραχμαὶ 157,000, εἰς τὰς ὁποίας ψηφίζομεν νῦν προσθήκην 20,000 δραχμῶν, ἀναβιβάζοντες τὴν πίστωσιν εἰς δρ. 177,000, καὶ διὰ διάφορα ἔξοδα ἀστυνομιῶν ἐχορηγήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις δρ. 136,800, εἰς τὰς ὁποίας ψηφίζομεν σήμερον προσθήκην δραχ. 50,000, ἀναβιβάζοντες καὶ τὴν πίστωσιν ταύτην εἰς δραχ. 186,800, αἱ δύο δ’ αὗται πιστώσεις συγκεφαλαιοῦνται εἰς δραχμὰς 363,800, ἤτοι ὑπερβαίνουσι τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 129,040,81. Ὅταν δέ τις ἀσχολῆται εἰς τὴν ἔρευναν τῶν διαφόρων ἐξόδων, δὲν γνωρίζω πῶς συγχίζει αὐτὰ μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας, ἤτοι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πιθανῶς νὰ δαπανῶνται πρὸς ἀνακάλυψιν ἐγκλημάτων ἢ πρὸς πρόληψιν ἐγκλημάτων, καὶ ἀπὸ τούτων κατέρχεται εἰς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνίοτε δαπανῶνται δι’ ἐργασίας ἀστυνομικὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπονται ὑπὸ τῆς χρηστότητος τῆς Διοικήσεως. Διὰ τοῦτο καθῆκον πρώτιστον ἐθεώρησεν ἡ Βουλὴ πάντοτε νὰ περιστέλλῃ τὰς χορηγουμένας πιστώσεις δι’ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, διὰ νὰ μὴ παρέχῃ εἰς τοὺς διευθύνοντας τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν τὴν εὐκολίαν νὰ μετέρχωνται μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπονται ὑπὸ τῆς χρηστότητος. Διὰ τοῦτο δὲν βλέπω μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι διὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1901 ἐδαπανήθησαν 186,800 δρ. διὰ διάφορα ἔξοδα ἀστυνομιῶν, καὶ δρ. 177,000 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας αὐτῶν. Διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑγειονομείων ζητεῖται πίστωσις ἀναπληρωματικὴ δρ. 6,000, καὶ δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα δρ. 20,000. Εἶχε δ’ ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἔκτακτα μὲν ὑγειονομικὰ ἔξοδα πίστωσις δρ. 50,000, διὰ μισθοὺς δὲ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑγειονομείων δρ. 28,320· οὕτως ἡ μὲν πίστωσις δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ μέτρα ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1901 εἰς δρ. 70,000, ἡ δὲ διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑγειονομείων εἰς 34,320, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 διὰ ταύτην μὲν τὴν ἀνάγκην ἐδαπανήθησαν δραχ. 25,900.94, δι’ ἔκτακτα δὲ ὑγιεινομικὰ μέτρα δραχ. 54,820.61. Διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 150,000, εἶχον δὲ ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 δραχ. 175,000, ἑπομένως ἡ πίστωσις ἡ χορηγουμένη διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν συγκεφαλαιοῦται εἰς 325,000 δρ. Ἐπὶ τούτου ἔχω ν’ ἀπευθύνω γενικὴν παρατήρησιν, καίτοι δὲν ἔχω ἀφορμήν τινα, ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ τὴν ἀπευθύνω προληπτικῶς. Αἱ δαπάναι, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ διατίθηνται εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ μεγάλη μὲν ἀνάγκη εἶναι ἡ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας, ἀλλὰ τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου δαπανώμενα πρέπει νὰ διατίθηνται ὑπὸ ὀργάνων τοῦ Κράτους, τηρουμένων τῶν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ἰσχυόντων νόμων, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Διοικήσεως, τῆς ὑπευθύνου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως δὲν πιστεύω, ὅτι ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τῶν 320,000 δραχ. θέλει διατεθῆ ποσὸν οἱονδήποτε διὰ συνδρομὴν εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν. Ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία εἶναι ἐπιχείρησις σκοποῦσα ἀληθῶς τὸ δημόσιον ὄφελος,—δὲν ἐξετάζω ποίαν γνώμην δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλοι—ἀλλ’ ἐπιχείρησις ἰδιωτική. Ἡ Ἑταιρεία προορίζει ἑαυτὴν νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς γεωργίας, καὶ προσφέρει βεβαίως ὑπηρεσίας, ἐὰν ἐργάζηται τελεσφόρως, ἀλλὰ ποριζομένη τὰ χρήματα ἐξ ἄλλων πηγῶν, οὐχὶ δὲ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου· διότι, ἐὰν ἤθελε ζητήσει νὰ πορισθῇ ταῦτα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν ἐργάζεται ὡς ἐπίκουρος τῆς Διοικήσεως, ἀλλ’ ὡς ἀντικαταστάτης τῆς Διοικήσεως, ἀφαιροῦσα ἀπὸ τὴν Διοίκησιν τὰ χρηματικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς γεωργίας, καὶ παρακωλύουσα τὴν δημοσίαν Διοίκησιν· οὕτω δὲ τῶν μὲν χρημάτων τοῦ Δημοσίου ἡ διαχείρισις μεταβιβάζεται ἀπὸ τῶν ὑπευθύνων διαχειριστῶν, τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, εἰς ἀνευθύνους, οἷοί εἰσι τὰ ὄργανα τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας, ἡ δὲ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας δρᾶσις τῆς ὑπευθύνου Διοικήσεως ἐκλείπει, διότι στεροῦμεν αὐτὴν τῶν ἀναγκαιούντων χρηματικῶν μέσων, ἀντικαθισταμένη διὰ τῆς ἀνευθύνου δράσεως τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας, ἥτις τ’ ἀναγκαιοῦντα αὐτῇ χρηματικὰ μέσα ὀφείλει νὰ πορίζηται ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν μελῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων ἰδιωτικῶν εἰσφορῶν, οὐχὶ δὲ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων ζητεῖται μικρὸν ποσὸν 500 δραχ. δι’ ἔξοδα τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως, εἶχε δὲ ἀναγραφῆ πίστωσις 15,000, ἡ δ’ ἐτησία δαπάνη τῶν δραχ. 15,500 κατανεμομένη καταλήγει εἰς δραχ. 1291 κατὰ μῆνα δι’ ἔξοδα γραφικὰ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ χάρτην βιβλίων καὶ ἐντύπων τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν δευτερευόντων διατακτῶν καὶ δετικὰ βιβλίων δραχμαὶ 8,792.40, ἀναλογοῦσαι κατὰ μῆνα εἰς δραχ. 732.70. Τὰ δαπανηθέντα δ’ ἔξοδα γραφείου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου, καὶ διὰ θέρμανσιν, φωτισμόν, βιβλία καὶ ἔντυπα, ἀγορὰν βιβλίων καὶ δετικὰ ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1896 εἰς δραχ. 8.598.75, ἤτοι ἐδαπανήθησαν κατὰ μῆνα δραχμαὶ 716.56. Ἀρκοῦμαι σήμερον εἰς τὴν ἁπλῆν ταύτην παρατήρησιν, διότι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης θέλομεν φροντίσει νὰ ἐξετάσωμεν ἐν ἄλλῃ θέσει καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτε θέλομεν ζητήσει παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν χρησίμους τινὰς πληροφορίας. Δι’ ἀποξήρανσιν δὲ τοῦ τέλματος Ἁλμυροῦ, τοῦ παρὰ τὸ Ἄργος, ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 2,670 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε πόση ἦτο ἡ πίστωσις, ἥτις εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ τέλματος τούτου; Δραχμαὶ 1000! Πῶς ἐκρίθη, ὅτι ἤρκουν μόνον 1000 δραχμαὶ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ τέλματος τούτου, καὶ πῶς δὲν ἐλλείπουσιν, εἰμὴ μόνον δραχ. 2670 διὰ νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο; Βεβαίως τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον ἐμβριθοῦς μελέτης. Πρέπει ὄντως νὰ σπουδαιολογῶμεν, ὅταν προκαλῶμεν τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετήσῃ, καὶ μάλιστα ὅταν προκαλῆται νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος πρὸς ἀποξήρανσιν τελμάτων. Νὰ λέγωμεν πρὸς αὐτὴν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ δαπανήσωμεν 1000 δραχμάς, ἵνα ἀποξηράνωμεν τὸ τέλμα τοῦ Ἁλμυροῦ, δὲν σπουδαιολογοῦμεν, ἀλλ’ ἐμπαίζομεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς πολίτας· λυποῦμαι δε, εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρω τὴν παρατήρησιν ταύτην. Δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς περὶ ὑμῶν, διότι ὑμεῖς δὲν εὐθύνεσθε· ὁμιλῶ γενικῶς, διδάσκων καὶ συμβουλεύων διὰ τὸ μέλλον. Διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ ἐδόθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις 40,000 δραχμῶν, καὶ ζητεῖται πίστωσις 22,900. Ἡ διευθέτησις τῶν ὑδάτων τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ εἶναι ἀνάγκη ὡμολογημένη· ἀλλ’ ἐπληρώθη ἡ ἀνάγκη; τελειώνει ἡ διευθέτησις τῶν ὑδάτων τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ διὰ τῆς δαπάνης τῶν 62,900 δραχμῶν;
§234Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ μέγα μέρος εἶναι τελειωμένη.
§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι εὐκταῖον, ὅταν γίνηται ἐπιχείρησις ἑνὸς ἔργου, καὶ μάλιστα ὑδραυλικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἔργου ὁδοποιΐας, νὰ ζητῶνται ὅλα τὰ μέσα τὰ ἐπαρκῆ, ὅπως τὸ ἔργον τελειώνῃ ἐντὸς βραχέος διαστήματος; διότι ἄλλως ἐπέρχονται αἱ χειμεριναὶ ὧραι καὶ αἱ βροχαί, αἵτινες καταστρέφουσι τὰ ἡμιτελῆ ἔργα. Διὰ τὸ Φρενοκομεῖον Κερκύρας εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δρ. 150,000, καὶ ζητεῖται ἤδη πίστωσις 84,000, δηλαδὴ τὸ ὅλον 234,000. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπερίσσευσαν, κατὰ τὸν προσηρτημένον εἰς τὸ νομοσχέδιον πίνακα, 25,000 δρ. ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Φρενοκομείου, ζητεῖται διὰ τὴν οἰκοδομὴν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Ἀλλ’ ἡ ζητουμένη πίστωσις θέλει χρησιμεύσει πρὸς ἐπέκτασιν τῆς οἰκοδομῆς;
§236Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγω τοῦτο καὶ ἐρωτῶ, διότι συνέβη τι, τὸ ὁποῖον περιελήφθη εἰς νόμον, ἀφῆκεν ὅμως εἰς ἐμὲ ἀπορίας τινάς. Διὰ νόμου ἐπετράπη ἢ ἐπεβλήθη εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κερκύρας νὰ χορηγῇ εἰς τὸν δῆμον Κερκύρας κατ’ ἔτος 30,000 δραχμάς. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου καταβάλλονται ὑπὸ ὡρισμένης τάξεως πολιτῶν, τῶν ναυτιλλομένων, τῶν ἐμπόρων, καὶ καταβάλλονται πρὸς σκοπὸν ὡρισμένον, πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὠφελοῦνται αἱ τάξεις αὐταὶ αἱ φορολογούμεναι. Ἀλλ’ ὅταν πληρώνωνται εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, τότε ἡ πληρώνουσα τὰ λιμενικὰ τέλη ὡρισμένη τάξις τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ναυτιλλομένων δαπανᾷ οὐχὶ διὰ τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθησαν τὰ λιμενικὰ τέλη, ἀλλὰ διὰ νὰ βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ δήμου, δηλαδὴ πρὸς σκοπὸν ἀλλότριον· ἑπομένως οἱ φόροι τοιουτοτρόπως διαστρέφονται ἀπὸ τοῦ προορισμοῦ των. Ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς δικαιολογίαν, ὅτι ἄλλοτε ὁ δῆμος Κερκύρας κατέβαλε πολλὰ χρήματα ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου· ἀλλ’ ἐζήτησα λογαριασμόν, διὰ νὰ γνωσθῇ πόσα κατέβαλεν ὁ δῆμος, ὅπως εὐλόγως ὑποχρεωθῇ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον νὰ δίδῃ 30,000 δρ. ὡς τόκον τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον κατέβαλεν, ἔπρεπε δὲ νὰ ἀνῆλθεν εἰς 500,000 δραχ. τὸ ποσόν, ὅπερ κατέβαλεν ὁ δῆμος ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου· ἀλλ’ ὁ νομάρχης Κερκύρας, ὅστις ἠρωτήθη, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, καθ’ ἣν κατέβαλε μὲν ὁ δῆμος, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶχε καταβάλει. Δι’ ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν κτιρίων ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 45,000 δραχμῶν, ὡς καὶ δι’ ἀνέγερσιν ναῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βόλου–Δομοκοῦ δραχ. 47,645, καὶ Δομοκοῦ–Λαρίσσης δραχ. 56,200. Ἐπὶ τῶν πιστώσεων τούτων παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσις τῶν τελεσθέντων ἔργων καὶ τῆς δαπάνης, ὡς καὶ αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι περὶ τῶν γενομένων δημοπρασιῶν.
§238Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται ποσὸν ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐξ 759,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο φαίνεται σπουδαῖον· ἀλλ’ ἀντικρὺ βλέπομεν ἀκυρουμένας δαπάνας ἑνὸς ἑκατομμυρίου· ἑπομένως λέγομεν, ὅτι ᾠκονομήσαμεν ἓν ἑκατομμύριον, ἃς δαπανήσωμεν 85,000. Ἀλλ’ ἐκ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀκυροῦνται, ὡς ἐρρήθη καὶ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων, αἱ πλεῖσται ἐξ ἀρχῆς ἦσαν προωρισμέναι νὰ μὴ δαπανηθῶσιν, οἷα εἶναι ἡ περὶ ἀστυνομίας, αἱ περὶ ἐπισκευῆς καπνοκοπτηρίων κλπ. Ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅπερ θεωρῶ ἐλαττωματικόν, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμον καὶ πρέπον νὰ ἀκυροῦται πίστωσις πρὶν ἢ ἡ χρῆσις αὐτῆς λήξῃ καὶ γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις. Δὲν ἐξετάζω, ἂν θὰ ἐκτελεσθῇ ἢ δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐπιτρέπηται εἰς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητῇ ἀκύρωσιν πιστώσεως πρὶν ἢ ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τῆς χρήσεως. Τοῦτο ἐγένετο, ὅπως ἐξαλειφθῇ ἡ κακὴ ἐντύπωσις, ἥτις ἤθελε παραχθῆ ἐκ τῆς αἰτήσεως μεγάλου ποσοῦ πιστώσεων. Ἐὰν ἀριθμήσωμεν τὰ ποσὰ τῶν ζητουμένων πιστώσεων αὐτὴν τὴν ἑσπέραν, φθάνομεν εἰς τὸ ἄθροισμα 4,220,029 δραχμῶν. Δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ συμψηφισθῇ ἐν μέρει δι’ ἀκυρώσεως πιστώσεων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τακτικόν, ὅταν ζητῆται ὅλον τὸ ποσὸν ἐπί τινος χρήσεως, νὰ παρουσιάζωνται καὶ νομοσχέδια περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων πρὸ τῆς ὥρας, διότι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἡ ἀκύρωσις γίνεται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ταύτην τὴν παρατήρησιν ἠθέλησα νὰ κάμω ὡς πρὸς τὴν παρουσιαζομένην ἀταξίαν, συνιστῶν νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ καθιερωθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἀταξία.
§239Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πλὴν τῶν παρατηρήσεων, ἃς ἔφεραν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνδρομὴν ὑπὲρ τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ σταθμῶν δραχ. 150,000, παρατηρῶ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Γεωργικῶν σταθμῶν, ὃν ἐψηφίσαμεν μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ, δὲν παρέσχε σπουδαίας ὠφελείας. Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ γνωρίζω κάλλιστα τί γίνεται εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπου ἱδρύθη ὁ Γεωργικὸς σταθμὸς, ἡ ἵδρυσις τοῦ ὁποίου ἐσκόπει τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας τῶν ἐλαιῶν εἰς Κέρκυραν καὶ Παξούς. Εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ὑποθέτω, ὅτι οἱ σταθμοὶ ἱδρύθησαν εἰς κατάλληλα μέρη, ἀλλ’ ἐν Κερκύρᾳ συνέβη τὸ περίεργον νὰ ἱδρυθῇ ὁ Γεωργικὸς σταθμὸς ἐπὶ νησίδος ἀγόνου, κειμένης ἀπέναντι τῆς πόλεως Κερκύρας, ὅπου ἀδύνατον εἰς πάντα γεωργοκτηματίαν νὰ προσέλθῃ καὶ διδαχθῇ, διότι ἀπαιτεῖται νὰ διαπορθμευθῇ ἐκεῖ διὰ πλοιαρίου, ἀδύνατον δὲ τοῦτο νὰ πράξῃ, ὅταν πνέωσι σφοδροὶ ἄνεμοι, καὶ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος· ἀλλὰ καὶ ἐν ὥρᾳ γαλήνης οὐδεὶς μεταβαίνει ἐκεῖ, διότι οὐδεμίαν πρακτικὴν ὠφέλειαν προσκτᾶται. Οὕτως ὁ σταθμὸς ἐκεῖνος κατέστη ἐντελῶς ἄχρηστος. Ἡ Κέρκυρα καὶ αἱ λοιπαὶ τῶν νήσων εἶναι ἐλαιοπαραγωγοὶ, οὐδεμίαν δὲ διδασκαλίαν ἐπὶ τοῦ προϊόντος τούτου λαμβάνουσιν. Ἐγένετο μόνον ἐκεῖ μία οἰκοδομὴ πρὸς ἄνετον διαμονὴν τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ οὐδὲν ἕτερον. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπέδειξα, ὅτι ἀπόλυτος ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀγορασθῇ ἓν μηχάνημα ἐλαιουργείου, ὅπερ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον διὰ τὴν ἐπιστημονικωτέραν καὶ ταχυτέραν κατεργασίαν τοῦ ἐλαίου, ἀλλ’ οὐδεμία μέριμνα ἐλήφθη. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἥτις μεριμνᾷ περισσότερον διὰ τὰ τῆς γεωργίας ἢ ἡ ἡμετέρα, ἐπρομηθεύθη διὰ τὴν Συρίαν καὶ Μικρὰν Ἀσίαν τοιαῦτα, καὶ ἔχει 4 ἢ 5 ἐλαιουργεῖα καλῶς λειτουργοῦντα καὶ παράγοντα ἔλαιον τεχνικώτερον. Καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ αὐτὸ διὰ τὴν Τύνιδα. Ἡμεῖς οὐδόλως ἐμεριμνήσαμεν· ἐνῷ δὲ ἱδρύσαμεν Γεωργικοὺς σταθμοὺς πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἐλαίου, δὲν ἐπρομηθεύθημεν ἐλαιουργεῖον, διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ὁποίου δὲν ἀπαιτεῖται ποσὸν μεγαλείτερον τῶν 30,000 δραχμῶν. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἡ ζητουμένη πίστωσις ἐζητήθη διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διὰ τίνας σκοποὺς θὰ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Διότι, ἂν θὰ δαπανηθῇ ὑπὲρ τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας, θὰ δαπανηθῇ, ὡς εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου, ὑπὲρ ἀγνώστου σκοποῦ, οὐχὶ δὲ ὑπὲρ τῆς ἐπιστημονικῆς κατασκευῆς τοῦ ἐλαίου. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῦ ὡρισμένως θὰ δαπανηθῶσιν αἱ 150,000 δραχμαί.
§240ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ψηφίζομεν ταύτην τὴν στιγμήν, ἐμφανίζεται ὡς νομοσχέδιον οἰκονομίας, διότι ἐν μὲν τῇ μιᾷ πλευρᾷ εἶναι ἀκύρωσις πιστώσεων δρ. 1,234,680, ἐν δὲ τῇ ἄλλῃ πλευρᾷ ἔχομεν ἄδειαν πρὸς δαπάνην δρ. 759,113, καὶ ἐκ τούτου ἐπέρχεται οἰκονομία κατὰ 475,567 δραχμάς. Ὅταν ὅμως θελήσῃ τις νὰ εἰσδύσῃ βαθύτερον εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τότε πλὴν τῶν ἐλαττωμάτων, ἅτινα κατέδειξαν εἰς αὐτὸ οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες, ἀνακαλύπτει τοῦτο τὸ οὐσιῶδες, ὅτι ἀκριβῶς μία τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ κατὰ μέρος (κατὰ ⅔) ἀκυρουμένων ἐνταῦθα, ἡ πίστωσις ἡ ἀστυνομική, ἐχρησίμευσε διὰ τοῦ τρίτου αὐτῆς περίπου εἰς τὸ νὰ ἐκτελεσθῶσι δαπάναι ἀστυνομικαὶ μὴ περιλαμβανόμεναι ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῷ νέῳ τῆς ἀστυνομίας, ὃν εἶχον προβάλει εἰς ἡμᾶς πρὸς ἐκτέλεσιν κατὰ τὸν τελευταῖον Προϋπολογισμόν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς νέας ἀστυνομίας ὑπελογίσθη κατὰ 2,000,000 δρ. ἀκριβῶς μείζων τῆς δαπάνης, ἣν ἀπῄτει τὸ παλαιὸν σύστημα, ἡ δὲ δαπάνη τῆς νέας χωροφυλακῆς κατὰ 2,300,000 μείζων ἢ ὅ,τι ἀπῄτει τὸ παλαιὸν σύστημα τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ τὴν μὲν χωροφυλακὴν εἶχον ἤδη διαγράψει οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ἐν τῷ τελευταίῳ Προϋπολογισμῷ, τὴν δὲ ἀστυνομίαν διεβεβαίουν, ὅτι ἐσκόπουν ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ ἐφαρμόσωσι, καὶ ἐνέγραψαν δι’ αὐτὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν ἐπὶ πλέον τῶν παλαιῶν πιστώσεων δρ. 1,500,000, μετὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι 500,000 ἐκ τῶν 2,000,000 ἀφαιροῦσι λόγῳ κενῶν θέσεων καὶ τῶν τοιούτων. Οὕτως ἐνεγράφη λοιπὸν πίστωσις ἐπὶ πλέον διὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν 1,500,000. Ἀλλ’ ὅτε ἐπλησιάσαμεν εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους, ἤρχισαν νὰ γεννῶνται ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος, καὶ ὅτε ἠκούσαμεν, ὅτι ἐγίνετο μέγας θόρυβος καὶ μεγάλη φροντὶς περὶ καταλήψεως τῶν ἀστυνομικῶν θέσεων, αἴφνης ἀνηγγέλθη εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἐγκατελείφθη καὶ διὰ τὸ 1900 ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου συστήματος, κατωρθώθη ὅμως ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, ἥτις μετὰ τοσαύτης ἐπαγγελίας καὶ τοσαύτης διαφημίσεως εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ἐξηκολούθει δὲ νὰ διαφημίζηται, κατωρθώθη, λέγω, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς μόνον τοῦτο, εἰς τὸ νὰ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι τῆς ἀστυνομίας, κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα· ἔμεινε μὲν τὸ παλαιὸν σύστημα, ἀλλ’ ἔμεινε μετ’ αὐξήσεως δαπανῶν τετρακοσίων τόσων χιλιάδων. Ἐκ τῶν προβλεφθεισῶν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος δραχ. 1,500,000 ᾠκονομήθησαν μὲν 1,084,000, ἀλλὰ 414,000 ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον διὰ τὴν ἀστυνομίαν τὴν λειτουργήσασαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ συστήματος. Τοῦτο τὸ κέρδος καὶ μόνον ἔχομεν· ἡ ἀνοργάνωσις ἡ ἀστυνομικὴ συνίσταται εἰς τὸ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον σύστημα, ἀλλὰ νὰ προστεθῶσι πιστώσεις εἰς τὸ παλαιὸν δραχμῶν 414,000. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἔλαβον τὸν λόγον.
§241Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀρκετά. Νὰ φύγωμεν τώρα. (Ἐγείρονται ἐν τῇ ἀριστερᾷ πάντες).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοὐλάχιστον νὰ ψηφίσωμεν.
§243Δ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλοι κοιμοῦνται!
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὐλάχιστον τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο συζήτησις, νὰ ψηφίσωμεν.
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει.
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, μάλιστα.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν; Εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφίζει ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ προσκομίσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§250Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).