1902.02.13
1.713 στίχοι · 13.492 λέξεις · 64 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 13 Φεβρουαρίου 1902.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 114). Κάτοικοι Δομοκοῦ διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ταχέως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν Θεσσαλῶν ἀπὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν χορηγηθέντων αὐτοῖς δανείων διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΜʹ τοῦ 1898. Ὁ Σύλλογος τεχνοεργατῶν Λαμίας διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν: αʹ) νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν περὶ σιγαροποιΐας σύμβασιν, καὶ βʹ) ν’ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων τοῦ 1901. Κάτοικοι Πλατάνου τοῦ Ἁλμυροῦ διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ διανομῆς δημοσίων γαιῶν, συμφώνως πρὸς τὸ σχετικὸν ὑπόμνημα τοῦ βουλευτοῦ Ἁλμυροῦ κ. Ρακοπούλου. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἑρμουπόλεως δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, ὅπως καὶ ἐν Σύρῳ ἱδρυθῇ Ἐμπορικὴ Σχολή. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἔργων γινομένων ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ βορείου τείχους αὐτῆς. Ἔλαβον πολλαχόθεν τὴν εἴδησιν, ὅτι πρὸς χρῆσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ τείχους αὐτοῦ παραλαμβάνονται λίθοι τετράγωνοι ἐξ ὡρισμένων μνημείων ἐκπεσόντες, καὶ μετατρεπόμενοι εἰς μικροτέρους, ἢ καὶ ὁλόκληροι, ἐντειχίζονται εἰς τὸ τεῖχος τῆς Ἀκροπόλεως. Τοῦτο εἶναι ἀσύγγνωστον, καὶ βεβαίως εἰς τὰ ὦτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν πρέπει νὰ ἔφθασαν τὰ τελούμενα, ὅπως μὴ ἔχῃ ἀπηγορευμένα τὰ ἐκεῖ γινόμενα. Εἶναι πρᾶγμα, ὅπερ, ἐὰν γνωσθῇ εἰς εὐρύτερον κύκλον, θέλει προκαλέσει διαμαρτυρίαν καὶ ἀγανάκτησιν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ περιμείνωμεν ἡμεῖς τοιοῦτον, ἵνα προκαλέσωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ τοιούτου ἔργου, ἀλλ’ ὡς πεφωτισμένοι ἄνδρες, πρὸς οὓς εἶναι ἐμπεπιστευμένη καὶ ἡ διαφύλαξις τῶν ἀρχαίων, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἡ ἐργασία γίνεται ἀποκομιζομένων τῶν λίθων καὶ ῥιπτομένων ἄνωθεν ἐν μέρει ἀπὸ τοῦ θεάτρου Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, οὗτινος ἡ ἐργασία αὕτη βλάπτει τὰς γωνίας ὡρισμένων ἁψίδων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Γενικοῦ Ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῶν ἐπιστατούντων ἐφόρων ἢ ἐπιστατῶν, καὶ δώσῃ αὐστηρὰς διαταγάς, ὅπως ἀπαγορευθῇ τοιαύτη ἐργασία, καὶ ἡ τελουμένη τελευταῖον ἐργασία ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος μηχανικοῦ ἢ ἀρχιτεκτόνων, ἐκείνων, οὓς προσέλαβον οἱ δόντες ἐντολὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, γίνηται κατὰ τρόπον συμβιβαζόμενον πρὸς τὸν σεβασμὸν τὸν ἐπιβαλλόμενον πρὸς τὰ ἔργα τῶν μεγάλων ἡμῶν προγόνων.
§3Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπιτιμηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι.
§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διπλῆ δὲ βλάβη ἐκ τούτου προκύπτει· πρῶτον, ὅτι ἀφαιροῦνται λίθοι ἐξ ὡρισμένων μνημείων, ἐκεῖθεν ἐκπεσόντες, καὶ δευτέρα βλάβη διότι ἡ μεταφορὰ τῶν λίθων τούτων γίνεται δι’ ἀρχαίων οἰκοδομημάτων. Ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοῦ θεάτρου τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ καὶ ῥίπτονται ἄνωθεν ἀπὸ τῶν ἁψίδων, ὥστε, κατὰ πληροφορίας θετικὰς, ἃς ἔχω παρ’ ἀρχαιολογοῦντος διακεκριμένου, βλάπτονται αἱ ἀκμαὶ τῶν παραθύρων τῶν ἁψίδων, αἵτινες ὑπολείπονται ἐκ τοῦ ὅλου θεάτρου.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὸ ἔργον αὐτὸ ὡρισμένως;
§6Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, ὁ κύριος Καββαδίας.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλὴν τοῦ κυρίου Καββαδία δὲν ὑπάρχει εἰδικός τις ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως;
§8ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ὁ κ. Σωτηριάδης, καὶ μηχανικὸς ὁ κ. Μπαλᾶνος, ἔφορος δέ, ὅστις διωρίσθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως εἶναι ὁ κ. Φίλιος. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ἐπέρχεται τοιαύτη βλάβη. Θὰ ἐξετάσω περὶ αὐτῆς, καὶ θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ προσθέσω καὶ ἄλλο τι. Ἀπό τινος παρατηρῶ λίαν ὑπερβολικὸν ζῆλον πρὸς ἐπισκευάς. Ὁ δὲ ζῆλος οὗτος δύναται ν’ ἀπολήξῃ εἰς βανδαλισμόν. Ὑπάρχει σύγγραμμα περὶ τῆς ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τοῦ ΙΕʹ -ΙΗʹ αἰῶνος τοῦ διακεκριμένου Γάλλου De Laborde, ὅπερ ἀφιεροῦται εἰς τοὺς «βανδάλους καταστροφεῖς καὶ ἐπισκευαστὰς τῶν ἀρχαίων μνημείων». Πρέπει ἐν τῇ ἐπισκευῇ νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ πράττωμέν τι, ὅπερ ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη δὲν ἐπιβάλλει, ἡ ἀνάγκη δ’ αὕτη ἐπιβάλλει νὰ ἐπισκευάζωμεν τὰ μνημεῖα ἐκεῖνα, ἅτινα ἀπειλοῦσι πτῶσιν. Πάντα τὰ ἄλλα δέονται μεγίστης προσοχῆς, πρὶν ἢ ἐπιχειρηθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι φυσικὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἑλκομένους ὑπὸ τῶν καλλονῶν τῶν ἀρχαίων μνημείων καὶ τῶν περισωθέντων παρ’ αὐτὰ λειψάνων, νὰ προσπαθῶσι νὰ ἐπαναφέρωσι ταῦτα εἰς τὴν ἀρχαίαν καλλονὴν, ὁ δὲ ζῆλος αὐτῶν οὗτος εἶναι μὲν ἄξιος ἐπαίνου λόγῳ τῆς ἀφορμῆς, ἀλλὰ δύναται ν’ ἀποβῇ καταστρεπτικός, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μετριάσῃ τὸν ζῆλον τοῦτον διὰ τῶν καταλλήλων συμβουλῶν.
§10Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καταδεικνύεται, ὅτι δὲν λαμβάνεται μέριμνα, προκειμένου περὶ διορθώσεως ἀρχαίων μνημείων. Ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως μάλιστα ἡ μεταφορὰ καὶ τοῦ ἐλαχίστου λίθου δέον νὰ ᾖ ἀντικείμενον σπουδαίας μελέτης, διότι δὲν γνωρίζομεν ἀπὸ τίνος λειψάνου ἀπεσπάσθησαν οἱ λίθοι οὗτοι, καὶ ἑπομένως ποῦ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅταν πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἀρχαίων μνημείων. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ μετακινῶνται ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν οἱ λίθοι, ἀφοῦ μάλιστα ἡ μετατακίνησις αὐτῶν, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται, ῥιπτομένων ἀπὸ τοῦ τείχους εἰς τὸ θέατρον Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, εἶναι καταστρεπτικὴ τῶν ἄλλων μνημείων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται κάτωθεν τῆς Ἀκροπόλεως. Ὁ ζῆλος, τὸν ὁποῖον ἐπιδεικνύουν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ, εἶναι ζῆλος, ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὀλίγον βανδαλικός, διότι διὰ τούτου καταστρέφουσι πλεῖστα σημεῖα, ἅτινα δεικνύουσι τὰς διαφόρους ἐποχὰς, ἃς διῆλθεν ἡ Ἑλληνικὴ χώρα. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, νὰ καταστρέφωνται οἱ λίθοι αὐτοὶ, ἢ καὶ νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τῶν θέσεων αὐτῶν, ὁπόθεν ἦτο εὐκολώτερον νὰ κατορθωθῇ ἡ ἀναστήλωσις τῶν μνημείων, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν οὐδὲν θ’ ἀπομείνῃ ἐν τῇ Ἀκροπόλει, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν μνημείων τῆς μεγάλης ἱστορικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς σημασίας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πᾶσα μεταρρύθμισις ἢ μετακίνησις, γινομένη ἐν τῇ Ἀκροπόλει, πρέπει νὰ γίνηται κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, καὶ μάλιστα διεθνοῦς τοιαύτης.
§11Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὸ γίνεται. Συνέστη μάλιστα καὶ ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν.
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἐγένετο διὰ τὸν Παρθενῶνα.
§13ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν πρόκηται νὰ ὑποστηρίξωμεν σπουδαῖα ἀρχαῖα κτίρια κινδυνεύοντα, βεβαίως χρεωστεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ μέριμναν κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἀνδρῶν εἰδικῶν. Ἤδη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ μοὶ προεβάλατε, θὰ φροντίσω ὅ,τι δυνατόν, ἵνα ἀποδειχθῇ ποία τις βλάβη ἐπέρχεται διὰ τῆς ἐπιδιορθώσεως τοῦ τείχους.
§14Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκτὸς τούτου ἡ μεταφορὰ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ῥίπτονται ἀπὸ τοῦ τείχους οἱ λίθοι, καταστρέφουσι τὰς στοὰς τοῦ θεάτρου τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ.
§15ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἤκουσα, καὶ θὰ φροντίσω.
§16Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κἄπως γενικώτερον. Ἐγὼ ἔχω μὲν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ὑπερβολικαὶ διορθώσεις, ἀλλὰ βαίνω καὶ περκιτέρω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται καὶ ὑπερβολικαὶ ἀνασκαφαί. Ἐὰν αἱ ἀνασκαφαὶ αἱ γενόμεναι συντελοῦσιν οὐ μόνον εἰς ἀνεύρεσιν τῶν ἀρχαίων, ἀλλὰ καὶ εἰς συντήρησιν αὐτῶν, αἱ ἀνασκαφαὶ αὗται ἀναμφισβητήτως ἔπρεπε νὰ γείνωσι. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πληθὺς τῶν γενομένων ἀνασκαφῶν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐγκαταλιμπάνωμεν εἴτε κτίρια ἀνασκαπτόμενα, εἴτε τεμάχια ἔργων καλλιτεχνικῶν, ἅτινα δὲν τίθενται ἐντὸς Μουσείων, χάριν τῆς ἀπαιτουμένης προφυλάξεως καὶ συντηρήσεως. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ πλειότερον εἰς τὰς γινομένας ἀνασκαφὰς, ὅπως τὰ ἀνασκαπτόμενα ἀρχαῖα οἰκοδομήματα συντηρῶνται, καθὼς καὶ τὰ εὑρισκόμενα, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, τεμάχια τῶν ἀρχαίων· καὶ ἐκεῖνα μὲν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μένωσιν ἐν ᾗ θέσει εὑρέθησαν, νὰ συντηρῶνται ἐν αὐτῇ, τὰ δὲ κινητὰ νὰ τίθηνται εἰς οἰκοδομήματα προωρισμένα διὰ τὴν φύλαξιν καὶ συντήρησιν αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ πόροι, οὓς διαθέτει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, δὲν εἶναι ἀρκετοί, ὅπως συντηρῶνται πάντα τὰ ἀνευρισκόμενα ἀρχαῖα. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἵνα συντελέσῃ, ὅπως γείνωσιν ὀλιγώτεραι ἀνασκαφαὶ, τελειοτέρα δὲ ἡ συντήρησις τῶν ἀνευρισκομένων ἀρχαίων, διότι ἄλλως πράττομεν ἀναμφισβητήτως ἔργον ἐλλείψεως εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὰ ἀνασκαπτόμενα καὶ ἐγκαταλιμπανόμενα ἀρχαῖα ἄνευ προφυλάξεως. Ὑπάρχουσιν οὐ μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἀρχαῖα μνημεῖα, χρήζοντα οὐχὶ ἐπισκευῆς, ἀλλὰ συντηρήσεως, τὰ ὁποῖα συνέβη πολλάκις νὰ καταπίπτωσιν εἴτε δι’ ἔλλειψιν ἐπιβλέψεως, εἴτε ἐξ ἀφαιρέσεως τῶν λίθων, εἴτε ἐξ ἀτμοσφαιρικῶν λόγων. Ἡ συντήρησις τῶν ἀνευρισκομένων ἐπιβάλλεται πλειότερον ἀπὸ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἀνασκαφῶν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπεκτείνονται αἱ ἀνασκαφαὶ, εἶναι εὐνόητος. Πᾶς ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν αἰσθάνεται φιλοτιμίαν νὰ προσθέσῃ τι εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην δι’ ἀνακαλύψεως ἀρχαίου τινός. Ἀλλ’ ἡ φιλοτιμία, ἡ λίαν δεδικαιολογημένη, τῶν ἀρχαιολογούντων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περισταλῇ, καὶ νὰ προτιμηθῇ ἡ συντήρησις τῶν ἀνευρισκομένων ἀρχαίων. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν, διότι διαπράττομεν ἀδίκημα, ἀνευρίσκοντες τὰ ἀρχαῖα καὶ ἀφαιροῦντες αὐτὰ ἀπὸ τὴν προφύλαξιν τῆς ἐπὶ αἰῶνας καλυπτούσης αὐτὰ γῆς, ὅταν τὰ ἀφίνωμεν εἰς τὴν τύχην των καὶ εἰς τὴν ἐπήρειαν τῶν ἀτμοσφαιρικῶν μεταβολῶν, ἢ καὶ εἰς τὴν διάθεσιν ἱεροσύλων ἰδιωτῶν.
§17ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἐσχάτως ἀπὸ τὸ Μουσεῖον τῆς Ὀλυμπίας ἀφῃρέθη ἄγαλμα, ὅπερ μετεκομίσθη ἐδῶ. Ἔχομεν νόμον, ὅστις ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1836, περὶ συλλογῆς ἀρχαιοτήτων ἐπιτοπίως, δι’ οὗ τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ ἱδρύσῃ Μουσεῖα ἐν ἑκάστῳ τόπῳ, ὅπου ἀνευρίσκονται ἀρχαιολογικὰ λείψανα, ὅπως τοποθετηθῶσι ταῦτα ἐν αὐτοῖς. Ὁ νόμος τελευταῖον μετερρυθμίσθη, χωρὶς νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις αὐτοῦ, ἣν σοφοὶ ἄνδρες, γνῶσται τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῆς τέχνης, συνέταξαν, καὶ δι’ ἧς ἐνόμισαν ἀναγκαῖον, ὅτι ἐν ἑκάστῳ τόπῳ πρέπει νὰ μένωσι τὰ εὑρήματα ἑκάστης ἐποχῆς, διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ τοπικοὺς καὶ τεχνικοὺς καὶ ὅλους ἐν γένει ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ γνῶσται τῆς ἀρχαιότητος δύνανται νὰ ἐννοῶσιν. Εἰς τὰ Ὀλύμπια ὑπάρχει τὸ μεγαλείτερον στάδιον μελέτης τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐκεῖ ἀντὶ μεγάλης δαπάνης ἐγένοντο ἀνασκαφαί, καὶ συντηρεῖται Μουσεῖον, τὸ ὁποῖον προσελκύει τὴν ἐπίσκεψιν σύμπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τοῦ ἀσχολουμένου εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Τὸ Μουσεῖον ἐκεῖνο δύναται νὰ περιλάβῃ ὅλα τὰ εὑρήματα. Ἐκτὸς τοῦ περὶ οὗ εἶπον ἀγάλματος, γνωρίζω, ὅτι καὶ ἄλλα ἀγάλματα, πολὺ σχετικὰ μὲ τὴν τέχνην καὶ τὴν τοπικὴν ἱστορίαν, ἥτις πάντοτε ἔπρεπε νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ἀφῃρέθησαν. Ἡ Ἑλλὰς προήχθη διὰ τῆς αὐθυπαρξίας τῶν πόλεων ἐκείνων, ἐν αἷς ἀνεπτύχθη ἰδιαίτερος τύπος τέχνης, καὶ εἰς τοῦτο ἡ ἐπιστήμη ἀσχολεῖται, νὰ εὕρῃ τὸ μυστήριον τῆς τελειότητος ἐν τῇ καλλιτεχνίᾳ, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ τελευταῖον ὅριον τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου νοός. Τὰ ἀφαιρεθέντα ἀγάλματα καὶ ἐπιγραφαὶ εἶναι σχετικὰ πρὸς τὸ σύνολον τοῦ Μουσείου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ κατάλογον ὅλων τῶν εὑρημάτων, τῶν μεταφερθέντων ἐδῶ ἐξ Ὀλυμπίας, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν εἰς τὸ Μουσεῖον τῆς Ὀλυμπίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολλοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦσι τὴν θέσιν αὐτῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ, καὶ ὁ νόμος ἐπιβάλλει τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν φύλαξιν τῶν ἀρχαιοτήτων ἐν ᾧ τόπῳ εὑρέθησαν, ἔνθα καὶ ἡ μελέτη αὐτῶν γίνεται τελειοτέρα.
§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἕν παράδειγμα ἀνασκαφῆς, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὰ ἀρχαῖα ἐκ τοῦ πολλοῦ ζήλου, ὃν ἐπιδεικνύουν ἐνίοτε οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ συνδέσουν τὸ ὄνομα αὐτῶν πρὸς ἀνακαλύψεις, εἶναι οἱ στύλοι τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τούτου περιῆλθον εἰς κίνδυνον καταπτώσεως ἐσχάτως, διότι τοσοῦτον ἡ ἀξίνη πολὺ προσήγγισεν εἰς τὰ θεμέλια τῶν στύλων καὶ τ’ ἀπεγύμνωσεν, ὥστε φόβος ὑπάρχει, μὴ εἰς λίαν ἰσχυρὸν ἄνεμον, ὅστις δὲν εἶναι σπάνιος ἐν Ἀθήναις, ἀκούσωμεν πτῶσιν στύλων, ὡς συνέβη ἄλλοτε μὲ θεμέλια κεκαλυμμένα. Διὰ ποῖον λόγον ἐπιτρέπουν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ τοιαύτας ἐργασίας, διατὶ ἀνέχονται τὴν ὁρμὴν αὐτὴν πρὸς λύσιν ἢ διασάφησιν ζητημάτων ἀρχαιολογικῶν ἐπὶ βλάβῃ τῶν μνημείων, δὲν ἐννοῶ. Καλλίτερον νὰ μείνουν ἄλυτα τὰ ζητήματα αὐτά, ἀλλὰ νὰ διατηρῶμεν τὰ μνημεῖα ἡμῶν· προτιμότερον νὰ ἀρκώμεθα εἰς τὴν ἐκ τῶν ἀρχαίων μνημείων δόξαν, καὶ ἂς μὴ προσθέσωμεν καὶ τὴν δόξαν ἔκ τινος συγχρόνου ἀνδρός, τιμήσαντος τὸ ἔθνος διὰ μιᾶς ἀρχαιολογικῆς ἀνακαλύψεως. Καλὸν νὰ ἐπισκεφθῇ ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός, διὰ νὰ ἴδῃ εἰς ποῖον σημεῖον ἀποχωματώσεως εὑρίσκονται τὰ θεμέλια ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνασκαφῆς. Ὁ κίνδυνος εἶναι προφανής· ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην ὡς ἐπικίνδυνον τὴν κατάστασιν, ὅτε πρό τινος καιροῦ διῆλθον ἐκεῖθεν καὶ εἶδον τὴν ἐργασίαν ταύτην. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ κατάστασις μετεβλήθη ἔκτοτε, ἂν δηλ. προσετέθησαν χώματα καὶ ἐστερεώθησαν αἱ βάσεις, ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω. Καλὸν νὰ ἴδῃ ὁ ἴδιος τὴν κατάστασιν, καὶ πεισθῇ ποίαν κατάχρησιν ποιοῦνται ἐνίοτε οἱ ἐπιδιδόμενοι εἰς τοιαύτας ἀνασκαφὰς τῆς ἀδείας δι’ ἐρεύνας διὰ τοῦ μέσου τῶν ἀνασκαφῶν ἐν τοῖς ἀρχαίοις μνημείοις πρὸς ἐπίλυσιν ἀρχαιολογικῶν ζητημάτων, καὶ διὰ γενικωτέρου μέτρου θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ζωηρὰν αὐτήν, ἀλλ’ ἀπερίσκεπτον ἐνίοτε σπουδὴν πρὸς ἐρεύνας δι’ ἀνασκαφῶν ἐν τοῖς ἀρχαίοις μνημείοις.
§19ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἐξ Ἠλείας κ. συνάδελφος, ἵνα καθησυχάσω αὐτόν. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω καὶ ἐκεῖνον καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ἑκασταχοῦ ἀνευρισκόμενα ἀρχαῖα δὲν μεταφέρονται εἰς Ἀθήνας, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ ἐκτιμήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ τοποθετοῦνται εἰς τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Μουσεῖα, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦτα. Τὸ δὲ ἄγαλμα, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εὑρέθη ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἀλλ’ ἐν Πύργῳ, ἐν ἰδιωτικῷ κτήματι. Ἔπρεπε δέ, κατὰ τὸν ͵ΒΧΜϚʹ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμον τῆς 27 Ἰουλίου 1899, τὸ ἄγαλμα τοῦτο νὰ ἐκτιμηθῇ ὑπὸ τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν ἢ νὰ μεταφερθῇ εἰς Ἀθήνας, ἵνα γένηται ἡ ἐκτίμησις. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ἄγαλμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, οὐδεμίαν εἶχεν ἀξίαν, διότι εἶναι μεταγενεστέρων χρόνων, καὶ διὰ τοῦτο διέταξα τότε, ὡς Ὑπουργός, τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ οὐχὶ τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ εἰς Μουσεῖον, ὡς ἀχρήστου. Οὐδὲν ἄλλο ἄγαλμα ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας μετεφέρθη ἐνταῦθα εἴτε ἐξ Ἠλείας, εἴτε ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λεχθέντων ὑπό τινων τῶν κυρίων συναδέλφων, θὰ εἴπω ὀλίγας ἔτι λέξεις. Καὶ πρῶτον, ὡς πρὸς τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐν τῇ Ἀκροπόλει, διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ἐκτελεῖ κατὰ γράμμα μόνον τὰ ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Παρθενῶνος ἀποφασισμένα. Γνωστὸν δέ, ὅτι τὴν διεθνῆ ἐκείνην ἐπιτροπὴν ἀπήρτιζον οἱ κύριοι Durm, Magne καὶ Penrose. Ὡς πρὸς τὸ τεῖχος δέ, τὸ πρὸς βορρᾶν, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἐπίσης διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο γίνεται ἢ ἁπλῆ ἐπισκευή, ἵνα προληφθῶσι δυστυχήματα εἰς τοὺς κατοικοῦντας ὑπὸ τὸ τεῖχος τοῦτο. Ἄν νῦν μεταφέρωνται λίθοι, μικροὶ ἢ μεγάλοι, ἀνήκοντες εἰς ἄλλα οἰκοδομήματα, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω. Πρὸ 15 ὅμως ἡμερῶν, μεταβὰς εἰς Ἀκρόπολιν, εἶδον καὶ ἐγώ, ὅτι μεταφέρονται λίθοι, ἀνήκοντες οὐχὶ εἰς τὸ θέατρον Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, ἀλλὰ εἰς ἄλλας μεταγενεστέρας καὶ ἀχρήστους οἰκοδομάς, τῇ διαταγῇ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τῇ ἐγκρίσει, ἐννοεῖται, τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ μεταφορὰ δὲ καὶ ἡ τοποθέτησις τῶν ἀχρήστων τούτων λίθων εἰς τὸ βόρειον τῆς Ἀκροπόλεως τεῖχος οὐδεμίαν βλάβην φέρουσι. Διαβεβαιῶ καὶ πάλιν τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀρχαίων μνημείων οὐδεμία ἄλλη ἐργασία γίνεται, ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 1897 ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ὥρισε. Τὰς ἐργασίας δὲ ταύτας ἐπιβλέπει ὁ νομομηχανικὸς κ. Νικόλαος Μπαλᾶνος, ὁ ὁποῖος ἑκάστοτε συγκαλεῖ τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Δέρπφελδ, Ὠμόλλ, Καββαδία, Τζιβανοπούλου κλπ. πρὸς παραλαβὴν τῶν τελεσθέντων ἔργων. Τὰ ἔργα δὲ ταῦτα ἐκτελοῦνται μετὰ θαυμαστῆς τελειότητος. Ἐπίσης ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω πάσῃ δυνάμει τὴν ἐξενεχθεῖσαν γνώμην, ὅτι αἱ ἀνασκαφαὶ δέον νὰ βαίνωσι λίαν βραδέως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρῶμεν τὰς ἀνακαλυπτομένας ἀρχαιότητας. Μέγα ἀτύχημα εἶναι, Κύριοι, ὅτι τὰ μέσα τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα ταχέως προβαίνωμεν εἰς ἀνασκαφάς, τὰς ὁποίας οἱ ξένοι ἀναλαμβάνουσι, κλεΐζοντες τὸ ὄνομα αὐτῶν. Ἵνα ἐπαυξήσω τὰ μέσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπολλαπλασίασε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐγώ, ὡς Ὑπουργός, ἐνέκρινα καὶ τετάρτην κλήρωσιν τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, διότι ἐνόμισα ἐπείγουσαν τὴν αὔξησιν τῶν πόρων αὐτῆς, ἵνα δι’ αὐτῶν προβῇ εἰς τὴν ταχεῖαν συμπλήρωσιν τῶν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν σκαφικῶν ἐργασιῶν καὶ εἰς τὴν οἰκοδομὴν Μουσείων ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὡς καὶ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Τὸ δὲ προσωπικὸν τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν ἀνασκαφῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀρχαιολογικῶν ὑπηρεσιῶν, μεθ’ ὅλην τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ἣν ὁ τελευταῖος ἀρχαιολογικὸς νόμος ἐγέννησεν. Οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν ἐφόρων ἀρχαιοτήτων καὶ διακεκριμένοι ἐπιστήμονες εἶναι καὶ ἄριστοι ἐπιμεληταὶ τῶν ἀρχαίων κειμηλίων. Ἠπόρησα δὲ, ὅτε ἤκουσα συναδέλφου, ἀξιοῦντος μάλιστα τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς βανδαλισμοὺς τὰς ἐργασίας τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἃς ἔφοροι τοῦ Ὑπουργείου πάλιν ἐκτελοῦσιν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως θέλει ἐξετάσει ταχέως τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ θέλει πληροφορήσει τὴν Βουλήν, ὅτι ὅσα ἐγὼ ἀνέφερα εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια.
§20Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἠθέλησε νὰ ὑπερασπισθῇ πρόσωπα ἐκτελοῦντα ἀνασκαφάς, ὡσεὶ ὑπῆρξέ τις ἐπικρίνας τὰ πρόσωπα ταῦτα καὶ τὸν σκοπὸν τῶν ἀνακαφῶν τούτων. Ἀλλὰ μετὰ πολλῆς μου λύπης ἤκουσα, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται μέρη πολλὰ ἀνασκαφέντα· καὶ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον λυπηρὸν, καθόσον οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω μέρη ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἐὰν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐξήρχετο καὶ ἔβλεπε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τ’ ἀνασκαφέντα μέρη τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, ὄπισθεν τῆς Ἀκροπόλεως, ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Σχολῆς, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ταῦτα ἔχουσιν ἐγκαταλειφθῆ χωρὶς σπουδαίας προφυλάξεως, καὶ ὅτι μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν θὰ καταστραφῶσιν· ἐὰν προὐχώρει μέχρι τοῦ Φαλήρου εἰς ἄλλην ἐποχήν, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ὑπῆρχον ἐκεῖ πρὸ δεκαπενταετίας ἀρχαῖα ἴχνη ναοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ὑφίστανται πλέον, διότι ἀφῃρέθησαν καὶ τὰ θεμέλια. Ἐὰν θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω, θὰ ἴδῃ ἄπειρα μνημεῖα ἀρχαῖα ἐγκαταλελειμμένα, ἐκ τῶν ὁποίων χωρικοὶ ἢ ἄλλοι πολῖται λαμβάνουσι λίθους καὶ κτίζουσι τὰς οἰκίας των. Καὶ ὁμιλῶ περὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς οἱανδήποτε ἐπαρχίαν ἂν ἐξετάσῃ, θὰ εὕρῃ τοιαῦτα παραδείγματα. Δὲν ὑποτιμῶ τὴν ἀξίαν τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἀρχαίων, ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα αὐτῶν, καὶ προσωπικῶς ἀκόμη εἰργάσθην εἰς τοιαύτας ἐργασίας, ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα τῆς εὑρέσεως τῶν ἀρχαιοτήτων εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ περισταλῇ ὁ μέγας αὐτὸς ζῆλος τῶν ἀνασκαφῶν. Δὲν θὰ ἔλεγον τοῦτο, ἐὰν τὰ μέσα ἡμῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν χρημάτων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν προσώπων ἐπήρκουν, ὅπως συντηρῶμεν τ’ ἀνακαλυπτόμενα ἀρχαῖα· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσι, καὶ ἐπειδὴ πλεῖστα τῶν ἀνακαλυπτομένων θεωροῦνται ἐνίοτε, ὅτι δὲν εἶναι μεγάλης ἀξίας, καὶ ἐγκαταλιμπάνονται, ἀφαιρεῖται δ’ οὕτως ἓν στοιχεῖον τῆς ἱστορίας ἡμῶν, ἔστω καὶ μικρὸν, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ περισταλῶσιν αἱ ἀνασκαφαὶ, καὶ μέρος τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας διαθέτομεν δι’ αὐτὰς, νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς διάσωσιν καὶ φύλαξιν τῶν ἀνευρεθέντων. Δὲν θὰ ἤμεθα δὲ ἡμεῖς μόνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ περιορίσωμεν τὰς ἀνασκαφὰς, διότι δὲν ἔχομεν ἢ νὰ λάβωμεν τὸ παράδειγμα ἄλλων ἐθνῶν, ἐχόντων κειμήλια ἀρχαίων· καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ Ἰταλικόν. Ἐν Ἰταλίᾳ γίνονται ἀνασκαφαὶ, καὶ γίνονται ἴσως ἐν μεγαλειτέρᾳ ἐκτάσει ἢ παρ’ ἡμῖν, διότι ἐκεῖ ἔχουσι καὶ μέσα πλειότερα καὶ ἔκτασιν μεγαλειτέραν. Καὶ ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὰς ἀνασκαφὰς τῆς Πομπηΐας. Ἐὰν καὶ ἐκεῖ ἤθελον νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ταχεῖαν ἀποκάλυψιν τῆς Πομπηΐας, βεβαίως ἤθελον πράξει τοῦτο πρὸ δεκαπενταετίας ἢ εἰκοσαετίας, ἀλλὰ δὲν ἐπιδιώκουσι τοῦτο, ἐπιδιώκουσι τὴν συστηματικὴν ἀποκάλυψιν τῆς Πομπηΐας, συντηροῦντες καὶ προφυλάσσοντες πάνθ’ ὅσα ἀνευρίσκουσι· διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι ἀπὸ αἰῶνος περίπου συνεχίζονται αἱ ἀνασκαφαὶ τῆς Πομπηΐας, διότι καθ’ ἕκαστον ἔτος πᾶν τὸ ἐκεῖ ἀνακαλυπτόμενον συντηρεῖται, προφυλάσσεται, καὶ παρεμποδίζεται πᾶσα βλάβη αὐτοῦ, καὶ τείχη ἀσήμαντα καὶ ἀνάξια λόγου συντηροῦνται, διότι ἀποτελοῦσι μέρος τῶν ἀρχαίων οἰκοδομημάτων. Ἐὰν τοῦτο λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς ἀνασκαφὰς, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τελείως τὴν ἐργασίαν ταύτην, δηλαδὴ συντηροῦντες τὰ ἀνευρισκόμενα, καὶ μεριμνῶντες περὶ τῆς διασώσεως τῶν ἀρχαίων μνημείων τῆς χώρας ἡμῶν. Τοῦτο πράττοντες, δὲν ἐλαττώνομεν τὰ μέσα καὶ τὸ πεδίον τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καὶ τοῦ ζήλου τοῦ ἐπιστημονικοῦ τῶν παρ’ ἡμῖν ἀρχαιολογούντων. Ἔχουσι τοσαῦτα ἀντικείμενα νὰ μελετήσωσι, τὰ ὁποῖα μελετῶσι ξένοι καὶ ὄχι ἡμεῖς, ὥστε δύνανται τὰς ἐπιστημονικὰς αὐτῶν γνώσεις νὰ τὰς χρησιμοποιήσωσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀρχαίων, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν θορυβωδεστέραν, οὕτως εἰπεῖν, ἐνέργειαν ἀνασκαφῶν εἰς πολλὰ ἀρχαιολογικὰ μέρη. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι μετὰ λύπης μου ἤκουσα τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νομίζοντα, ὅτι δι’ ὅσων εἴπομεν πρόκειται νὰ παρεμποδίσωμεν τὰς ἀνασκαφάς. Ὄχι. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ τελειοποιήσωμεν τὰς ἀνασκαφὰς, καὶ νὰ φροντίζωμεν νὰ διασώζωμεν ὅ,τι ἀνευρίσκομεν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συντηρήσεως τῶν ἀνευρισκομένων, καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἐπιστημονικοῦ ζήλου τῶν θελόντων ν’ ἀνακαλύψωσι νέας ἀρχαιότητας, χωρὶς νὰ συντηρῶμεν τὰς ἀποκαλυπτομένας.
§22Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὡς βουλευτὴς Λακεδαίμονος καὶ ὡς πολίτης Σπάρτης, ἐνόμισα, ὅτι τοιαύτη συζήτησις περὶ ἀρχαιοτήτων δὲν ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χωρὶς νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἡ Σπάρτη ὑπῆρξε μία τῶν πρώτων πόλεων, αἱ ὁποῖαι διέπρεψαν ἐν τῇ ἀρχαιότητι, ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας εὑρίσκεται ὅλως ἐγκαταλελειμμένη, ἐνῷ, ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι ἐπεμελοῦντο ὑπὸ ἀρχαιολογικὴν ἔποψιν καὶ τῆς πόλεως ταύτης, βεβαίως ἤθελον ἔλθει εἰς φῶς πάντα τὰ ἀρχαῖα μνημεῖα αὐτῆς. Πρὸ 25 περίπου ἐτῶν, ὅτε ηὐτύχησεν ἡ Σπάρτη νὰ ἔχῃ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸν ἀείμνηστον Βαλασσόπουλον, ἱδρύθη ὑπὸ τούτου μικρὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον ἐν Σπάρτῃ, ἐν τῷ ὁποίῳ, τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ διαπρεποῦς ἐν τῇ ἀρχαιολογικῇ ἐπιστήμῃ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων Σταματάκη, ἐκ Λακεδαίμονος καταγομένου, περισυλλεχθέντα ἐτοποθετήθησαν διάφορα τεμάχια ἀρχαιοτήτων, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταστραφῆ κατὰ τὸν συνοικισμὸν τῆς νέας Σπάρτης, χρησιμοποιούμενοι εἰς οἰκοδομὰς, ἤτοι τεμάχια ἀγαλμάτων, ἐνεπιγράφων πλακῶν καὶ ἄλλων ἀναγλύφων λίθων καὶ κιόνων. Ἐπειδὴ ὅμως ἔκτοτε, ἀποθανόντος τοῦ ἐφόρου ἐκείνου, οὐδέποτε ἐτοποθετήθη ἐν Σπάρτῃ ἄλλος ἔφορος ἀρχαιοτήτων, ἵνα ἐπιβλέπῃ τὰς ἑκάστοτε ἐνεργουμένας ὑπὸ ἰδιωτῶν ἀνασκαφὰς ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, καὶ ἐπιμελῆται τῶν ἀνακαλυπτομένων καὶ περισυλλεγομένων διαφόρων ἀγαλμάτων καὶ ἄλλων ἀρχαίων λίθων, παρημελήθη καὶ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο Μουσεῖον, καὶ τὰ ἐν αὐτῷ περισυλλεχθέντα διάφορα ἀγάλματα καὶ τεμάχια ἀρχαιοτήτων ἔκειντο ἐκεῖ ἀτάκτως ἐρριμμένα, ὥστε οἱ ἀρχαιολογοῦντες ἔκ τε τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐκ τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε ἐπισκέπτονται τὴν Σπάρτην, ἵνα ἴδωσι τὰς μεγίστης ἀρχαιολογικῆς ἀξίας ἀρχαιότητας αὐτῆς, μετ’ οἴκτου ἔβλεπον τὴν τοιαύτην κατάστασιν αὐτῶν, ἐγκαταλελειμένων ἀτακτοποιήτων καὶ φύρδην μίγδην κατακειμένων ἐν τῷ Μουσείῳ, μηδόλως δυνάμενοι νὰ ἐξετάσωσι καὶ μελετήσωσιν αὐτὰς, μέχρις οὗ τελευταῖον, συνεπείᾳ καὶ παραστάσεων τοῦ ἐπισκεφθέντος τὴν πόλιν ἡμῶν ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ὁ ὁποῖος ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθη τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν κατάστασιν, ἐδέησε νὰ διορισθῇ ἐκεῖ ἔφορος ἀρχαιοτήτων, ὅπως τακτοποιήσῃ τὰς ἐν τοιαύτῃ ἀθλιότητι κατακειμένας ἐν τῷ Μουσείῳ ἀρχαιότητας, ἐπιμεληθῇ δὲ καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ἐν Μιστρᾷ Βυζαντινῶν ναῶν καὶ ἄλλων ἀρχαίων μνημείων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἅτινα μεγίστην ἀξίαν ἔχουσι. Καὶ ὡς τοιοῦτος ἔφορος διωρίσθη ὁ πρώην ἔφορος τῆς Ἀκροπόλεως κ. Δ. Φίλιος, ὁ ὁποῖος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκεῖ ἀφικόμενος ἐπεδείξατο μέγιστον ζῆλον, ἄξιον παντὸς ἐπαίνου, εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς ἐπιμονῆς του κατώρθωσε ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως πίστωσίν τινα πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐν τῷ Μουσείῳ ἀρχαιοτήτων, ἐπελήφθη πράγματι τοῦ ἔργου τούτου, ἀόκνως καθ’ ἡμέραν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας ἀσχολούμενος ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ μετετέθη οὗτος, ἀνακαλούμενος εἰς τὴν Ἀκρόπολιν. Ἔχων ὅμως τὸν ἔνθεον ζῆλον, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὴν τακτοποίησιν τῶν ἀρχαιοτήτων ἐκείνων, ἐζήτησεν, ἵνα τῷ ἐπιτραπῇ νὰ παρατείνῃ τὴν διαμονήν του ἐκεῖ καὶ μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγὴ τῆς μεταθέσεώς του μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου, οὗτινος ἐπελήφθη. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, μεθ’ ὅλον τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον δεικνύει, καὶ τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους καταβάλλει, δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ τακτοποιήσῃ πάντα τὰ ἐν τῷ Μουσείῳ, ὡς καὶ αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην, διότι ὁ χῶρος τοῦ Μουσείου εἶναι ἀνεπαρκέστατος. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ κατὰ πάντα ἀξίου τούτου ὑπαλλήλου, χορηγήσῃ δὲ καὶ πίστωσιν πρὸς αὔξησιν τοῦ Μουσείου, ὥστε νὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ τακτοποίησις πασῶν τῶν ἐν αὐτῷ ἀρχαιοτήτων, καὶ νὰ δύνανται νὰ ἐξετάζωσι καὶ μελετῶσιν αὐτὰς οἱ διάφοροι ἀρχαιολόγοι, Ἕλληνες καὶ ξένοι, οἱ ὁποῖοι πρὸς τοῦτο ἐπισκέπτονται τὴν Σπάρτην. Ἄν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις τοῦ κ. Φιλίου, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀφήσῃ καὶ πάλιν τὴν Σπάρτην ἄνευ ἐφόρου ἀρχαιοτήτων, ἀλλὰ νὰ σπεύσῃ ν’ ἀποστείλῃ ἄλλον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος νὰ μένῃ ἐκεῖ μονίμως, διότι μόνον ἔφορος ἀρχαιοτήτων διαρκῶς καὶ μονίμως μένων ἐν Σπάρτῃ ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν τοποθεσίαν τῆς Ἀγορᾶς τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, καὶ εἴτε ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, εἴτε ἄλλη τις Σχολὴ νὰ προβῇ εἰς ἀποτελεσματικὰς ἀνασκαφὰς πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἀρχαίων μνημείων τῆς Σπάρτης. Ἐπιμένω εἰς τὴν σύστασιν καὶ παράκλησίν μου ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως, ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν κ. Φίλιον εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, ἀποστείλῃ ἄλλον ἔφορον εἰς Σπάρτην.
§23Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγους νὰ ἐπιμένω, ὅπως ὁ κ. Φίλιος μετατεθῇ ἐδῶ· ὁ ἴδιος ἐζήτησε τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἂν μετατεθῇ αὐτὸς, θὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀποστείλωμεν ἄλλον.
§24Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ μένῃ ἐν Σπάρτῃ ἔφορος, εἴτε αὐτὸς εἴτε ἄλλος, καὶ νὰ χορηγηθῇ ἀνάλογος πίστωσις πρὸς αὔξησιν τοῦ Μουσείου, διότι εἶναι λυπηρὸν τοιαῦται ἀρχαιότητες νὰ μένωσιν ἐγκαταλελειμμέναι.
§25ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εὐτυχῶς ἐκ τῶν τελευταίων λόγων τοῦ προλαλήσαντος ἐπείσθη ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του περὶ ἐγκαταλείψεως τῶν ἀρχαιοτήτων ἐν γένει, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐν Σπάρτῃ. Πάντοτε ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μεγίστην καταβάλλει φροντίδα ὑπὲρ ἁπασῶν, ἄνευ ἐξαιρέσεως, τῶν ἀρχαιοτήτων, τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους· οὐχ ἥσσονα δὲ φροντίδα καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ὑπὲρ αὐτῶν καταβάλλει. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι τῇ συστάσει δὲν ἠξεύρω τίνος ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀπέστειλεν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων εἰς Σπάρτην, διότι ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς, ἰδίᾳ ὅλως πρωτοβουλίᾳ ὥρισα ἕδραν ἐφόρου ἀρχαιοτήτων τὴν Σπάρτην, καὶ διώρισα διὰ Β. Διατάγματος ἔφορον τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀρχαιοτήτων τὸν κ. Φίλιον, ἵνα μὴ δύναται ὁ διάδοχος Ὑπουργός, ὑπουργικῇ ἀποφάσει, ἢ καὶ ὁ Γενικὸς Ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν πρᾶξίν μου ἐκείνην. Ἐγὼ εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει πάντες οἱ ἔφοροι ἀρχαιοτήτων, πλὴν τῶν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν ταῖς ἐν Ἀθήναις συλλογαῖς, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ διάφορα ἀρχαιολογικὰ κέντρα τοῦ Κράτους, εἰς τὰ ὁποῖα πράγματι ὑπάρχουσιν ἀρχαιότητες. Ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁρμώμενος, διώρισα, ὡς Ὑπουργὸς, διὰ Β. Διατάγματος ἔφορον ἀρχαιοτήτων ἐν Ὀλυμπίᾳ τὸν κ. Κουρουνιώτην, καὶ ἐν Σπάρτῃ τὸν κ. Φίλιον, διακεκριμένους ἀρχαιολόγους καὶ ἐμπειροτάτους περὶ τὰς ἀνασκαφάς.
§26Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§27ΣΤΑΗΣ. Ἐχορηγήθη μάλιστα πίστωσις ἱκανὴ πρὸς τὸν ἐν Σπάρτῃ ἔφορον ἀρχαιοτήτων εὐθὺς ἅμα τῇ ἐκεῖ μεταβάσει του πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ Μουσείου. Ἀνακριβὲς δὲ εἶναι τὸ πρὸ μικροῦ λεχθέν, ὅτι ἐξελιπαρήθη ἡ πίστωσις, ἵνα κατατάξῃ καὶ διευθετήσῃ ὁ ἔφορος τὰ τοῦ Μουσείου. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ κομματικὴ ἐμπάθεια δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Ὀφείλομεν ν’ ἀκριβολογῶμεν καὶ νὰ ζητῶμεν πάντες νὰ συντρέχωμεν τὴν Διοίκησιν, ἵνα διὰ τῆς συνδρομῆς ἡμῶν βελτιωθῇ ἡ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κατάστασις τῶν ἀρχαιοτήτων. Θὰ λυπηθῶ δὲ πολύ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, ὑπείκων δὲν ἠξεύρω εἰς ποίας παρακλήσεις καὶ πιέσεις, ἀνακαλέσῃ τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτοποθετήθη ἐν Σπάρτῃ ὡς ἔφορος ἀρχαιοτήτων ὁ κ. Φίλιος. Διότι ἤκουσα, ὅτι ὑπεγράφη τοιοῦτο Β. Διάταγμα, δὲν ἐδημοσιεύθη ὅμως. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν καὶ εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν κατισχύσωσιν αἱ παρακλήσεις καὶ αἱ πιέσεις! Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ, διὰ τίνων κόπων καὶ ποίων θυσιῶν κατωρθώθη νὰ μονιμοποιηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ αὐτῶν, ἐνῷ καὶ αὐτῶν τῶν δικαστῶν οἱ μισθοὶ μένουσιν οἷοι ἦσαν πρὸ ἑξηκονταετίας. Ἐὰν δέ τινες τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων ἐπιθυμοῦσι τὴν διαρκῆ ἐν Ἀθήναις διαμονήν, ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ πατάξῃ ἀμειλίκτως τὰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις, καὶ νὰ διατάξῃ ἀμελητὶ τὴν εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν μετάβασίν των. Συνιστῶ ἰδίᾳ θερμῶς τὴν εἰς Σπάρτην τοποθέτησιν μονίμου ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων.
§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐστείλετε ἔφορον, παρακαλῶ;
§29ΣΤΑΗΣ. Ὅτε ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀνάγκης.
§30Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε μετὰ περιοδείαν τινὰ ἐν Πελοποννήσῳ ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ σᾶς συνέστησα τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων, καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θὰ προσέφερεν εἷς ἔφορος ἐκεῖ, εὗρον τὸ ἔδαφος καλλιεργημένον, καὶ ἀσμενέστατα ἐδέχθητε καὶ ἐδηλώσατε, ὅτι ἠθέλετε ἀποστείλει τότε ἔφορον εἰδικὸν εἰς Σπάρτην· τώρα δὲ πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐστάλη τοιοῦτος.
§31ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὑμεῖς εἶσθε ἀξιέπαινος, ἐὰν ἐποιήσατε τοιαύτην σύστασιν· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν ὑμετέρων συστάσεων, ὅπως ἐπιτελῇ τὰ στοιχειώδη ταῦτα καθήκοντα αὐτῆς. Δὲν μηκύνω δὲ τὸν λόγον, διότι σχετικὸν νομοσχέδιον θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἐλπίζω τότε νὰ εὕρω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν εἰς ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπε.
§32Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κύριον Φίλιον, ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν διακεκριμένων ἐφόρων, καὶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἀκροπόλεως· διότι, ὡς ἠκούσατε, ἡ ἐπίβλεψις ἐκεῖ πρέπει νὰ ἦναι σύντονος. Ἀλλ’ ὁ κύριος Φίλιος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἔφορος ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως, εἶχε μετατεθῆ εἰς τὴν Σπάρτην, καὶ δὴ εὐλόγως, διότι ἐπρόκειτο νὰ τακτοποιήσῃ ἐκεῖ τὸ Μουσεῖον. Μετὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ Μουσείου ἐκείνου, ἡ ὁποία ἔτι ἐξακολουθεῖ, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ὁ κύριος Φίλιος εἰς τὴν Σπάρτην, ἐνῷ τόση ἀνάγκη ὑπάρχει τῶν ἐφόρων ἐν Ἀθήναις, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἀκρόπολιν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἐστενοχωρεῖτο καὶ ἐδυσανασχέτει διὰ τὴν παρατεινομένην διαμονὴν αὐτοῦ ἐν Σπάρτῃ. Εἰς τὴν Σπάρτην μένει ἀκόμη διὰ νὰ τακτοποιήσῃ τελείως τὸ Μουσεῖον. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις τοιούτου ἐφόρου εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, εἰς τὴν ὁριστικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Βεβαίως δὲ, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, θὰ ληφθῇ φροντὶς, ἵνα ἀποσταλῇ ἕτερος ἔφορος εἰς Σπάρτην...
§33ΣΤΑΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§34Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Διότι καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἔφοροι πρέπει νὰ ὑπηρετῶσι καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ νὰ παρέχωσι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας των. Τὸ Μουσεῖον τῆς Σπάρτης ἔχει ἀνάγκην μεγάλης προστασίας. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα Μουσεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἱδρυθῶσι· π. χ. εἰς τὸ Ἄργος ὑπάρχουσιν ἀρχαῖα· ἐγὼ ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνακαλυφθῆ εἰς οἰκίαν τινὰ ἐν τῇ θέσει τῆς ἀρχαίας Ἀγορᾶς. Ὑπάρχουσι λοιπὸν καὶ ἐκεῖ καὶ ἀλλαχοῦ ἐγκαταλελειμμέναι ἀρχαιότητες. Δὲν ἐπαρκοῦσι βεβαίως οἱ ἔφοροι, διότι τὸ προσωπικὸν εἶναι ἐλάχιστον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ πράξω, εἶναι νὰ κανονίσω τὰ πράγματα ἐκ τῶν ἐνόντων. Ὁ κύριος Φίλιος εἶπον, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκεῖ, καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἐφόρου, οἷος ὁ κ. Φίλιος. Ὁ κ. Σωτηριάδης, ὁ διευθύνων καὶ ἐπιβλέπων ἤδη αὐτὰς, εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, — ἔχω καὶ ἐγὼ μεγίστην πρὸς αὐτὸν ὑπόληψιν, — ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ οἰκονομῶνται καὶ νὰ συμβιβάζωνται. Ὁ κ. Φίλιος δὲν πρέπει νὰ μένῃ διαρκῶς ἐν Σπάρτῃ· ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν.
§35ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις παρετήρησα, ὅτι περιέπεσεν εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ τοιαύτη τροπὴ ἡ προσήκουσα πρὸς διεξαγωγὴν τῆς μικρᾶς αὐτῆς συζητήσεως. Ἔλαβα τὸν λόγον, μόνον ὅπως παρατηρήσω, ὅτι, μολονότι τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν του, ὅμως δι’ ἐλλείψεις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία περιπίπτει εἴς τινα ἀκαταστασίαν κατὰ τὰ διάφορα τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἀντικείμενα. Τοὺς ἐφόρους πρὸ πάντων ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τῶν ἀνασκαφῶν, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐξ Ἄρτης ἔντιμος συνάδελφος. Ἀλλὰ τὰ θέματα τῆς μελέτης καὶ τῆς κατατάξεως τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν Μουσείων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ Κράτος, ὅπως ἐν αὐτοῖς συγκεντρῶνται αἱ ἀρχαιότητες, ἵνα δύνανται οἱ ἁρμόδιοι νὰ μελετῶσιν αὐτὰς, εἶναι ζητήματα ἐπίσης διαφέροντα. Συνιστῶνται Μουσεῖα κατὰ τόπους, τὰ ὁποῖα ὅμως μένουσιν ἢ ἄνευ ἀρχῶν, ἢ ἄνευ ὀργανισμοῦ καταλλήλου. Ὁ Γενικὸς Ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀξιοθαύμαστος διὰ τὴν μετὰ ζέσεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀφοσίωσιν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως φθάνει ἐνίοτε μέχρις ὑπερβασίας...
§36Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§37ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὀφείλει ἀκόμη νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν καὶ διὰ κέντρα ἀρχαιοτήτων, οἷον ἡ Σπάρτη, καὶ νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀποσπασθῇ ἐκεῖ εἷς ἔφορος ἐκ τῶν εἰδικωτάτων, νὰ μὴ μένῃ δὲ κέντρον τοιοῦτον, οἷον ἡ Σπάρτη, ἄνευ ἐφόρου καταλλήλου, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἀνασκαφὰς, ἀλλὰ καὶ νὰ συνεχίσῃ τὰς μελέτας τῶν ἐκεῖ ἀρχαιοτήτων· διότι δὲν εἶναι μόνον αἱ συλλογαὶ αἱ ἐντὸς τῶν Μουσείων, αἵτινες δέον νὰ μελετηθῶσι· πλὴν τούτων εἶναι καὶ ἡ χωρογραφία ἡ ἀρχαιολογική, ἡ ὁποία θὰ διευκολύνῃ ἐν τῷ μέλλοντι συστηματικωτέρας ἀνασκαφὰς, ἵνα ἡ ἀρχαιολογία παραγάγῃ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἀλλαχοῦ παράγει, καὶ τοὺς ὁποίους ἀκόμη δὲν παρήγαγε παρ’ ἡμῖν, διότι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῆς συλλογῆς τῶν ἀρχαιοτήτων. Μένει προσέτι ὁ διακανονισμὸς καὶ ἡ συστηματικὴ μελέτη τῶν ἀνακαλυπτομένων ἀρχαίων. Ταῦτα δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖα παρ’ ἡμῖν, ὅσῳ ἔχομεν ἀρχαιότητας διαφόρων περιόδων ἐν ἀφθονίᾳ, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ παραμελήσωμεν· οὕτως ἔχομεν τὰς Βυζαντινὰς καὶ τὰς Μεσαιωνικὰς ἀρχαιότητας, καὶ ἄλλας τῆς νεωτέρας ἐποχῆς ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ εἶναι σχεδὸν ἐγκαταλελειμμέναι. Καὶ τῆς Τουρκικῆς ἐποχῆς ἀκόμη τὰ λείψανα, καὶ αὐτὰ τὰ τῆς κατοχῆς τῶν Φράγκων καὶ τῶν Ἑνετῶν ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης καὶ συντηρήσεως. Ἁπανταχοῦ ὑπάρχουσι καὶ ἐπιγραφαὶ καὶ μνημεῖα τουρκικὰ, τὰ ὁποῖα μεγάλως θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν κατὰ τόπους ἱστορίαν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ὑπόσχεται ὅτι θὰ ὑποβάλῃ, δέον νὰ ὑποβληθῇ διὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῇ ὡς νομοσχέδιον Βουλευτοῦ, διότι ὑποβαλλόμενον ὡς πρότασις νόμου θὰ λάβῃ τὴν τύχην ὅλων τῶν προτάσεων, δηλαδὴ τὴν εἰς τὴν λήθην καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν ἄγουσαν ὁδόν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι αὐτὸ θὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἐκφρασθῶσι γνῶμαι προσήκουσαι, ὅπως ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία ἡμῶν τεθῇ εἰς πορείαν κανονικωτέρας τινὸς ἐνεργείας νομοθετικῆς. Ἰδίως, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, πρέπει νὰ τηρηθῇ εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν τὸ ὀρθὸν ἀρχαῖον ἀξίωμα νὰ σπεύδωμεν βραδέως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακαλύπτωμεν πολλὰ καὶ μετὰ βίας, διότι τοῦτο δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῶν ἀρχαιολογικῶν μελετῶν, ὅστις εἶναι καὶ σκοπὸς τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης.
§39Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον προκαλέσει τὴν ἀγανάκτησιν τῶν συμπολιτῶν μου Μυκονίων, ἐὰν κατόπιν τῆς σοβαρᾶς αὐτῆς συζητήσεως δὲν ἤθελον ὑψώσει τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου ἐπὶ ζητήματος ὅλως πρωτοτύπου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν ἐν τῇ νήσῳ Μυκόνῳ. Πάντες γνωρίζετε τὴν ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν τῶν ἀνασκαφῶν, τῶν ἐνεργουμένων ἐν Μυκόνῳ· πάντες γνωρίζετε τὰ πολύτιμα ἀγάλματα, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐκεῖ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἑκάστοτε αἱ Κυβερνήσεις ἔλαβον πρόνοιαν, ἐσχάτως μάλιστα, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς, εἶχε λάβει πρόνοιαν καὶ κατήρτισεν ἓν Μουσεῖον ἐκεῖ, τῇ συστάσει τοῦ τέως βουλευτοῦ κ. Παγανέλη. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐγένοντο ἀφ’ ἑνὸς, κύριοι Βουλευταὶ, ἀφ’ ἑτέρου, δὲν γνωρίζω τίς τῶν κ. Ὑπουργῶν, ὁ τέως ἢ ὁ νῦν, ἢ ἕτερός τις τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, ἐφήρμοσε σύστημα ὅλως πρωτότυπον. Ἀφήρεσαν τὰ σπουδαιότερα ἀγάλματα καὶ ἄλλα τιμαλφῆ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύει διὰ τὴν προσέλκυσιν τῶν ξένων...
§40Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῦ τὰ μετέφεραν;
§41Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Φυσικῶς ὄχι εἰς τὰς οἰκίας των, ἀλλ’ εἰς τὸ Μουσεῖον. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ διὰ τοῦτο, οὐδὲ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ μεμφθῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀδικεῖται ἡ νῆσος Μύκονος, διότι διὰ τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ πολλοὶ ξένοι θὰ μετέβαινον εἰς Μύκονον, καὶ ἴσως αἱ ἀρχαιότητες θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς συγκοινωνίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας καὶ νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἐπιστραφῶσιν, ἂν οὐχὶ ὅλαι αἱ ἐν Μυκόνῳ ἀνακαλυφθεῖσαι ἀρχαιότητες, τοὐλάχιστον μέρος αὐτῶν· διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέστη τὸ Δημόσιον δαπάνην 60,000 δραχμῶν διὰ τὸν καταρτισμὸν Μουσείου ἐν Μυκόνῳ, ἀφοῦ ἀφαιρεῖ τὰ σπουδαιότερα ἀγάλματα καὶ ἄλλα εὑρήματα. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ηὐτύχησεν ἡ Μύκονος νὰ ἔχῃ ἐκεῖ ἕνα ὑπάλληλον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, τόν κ. Σταυρόπουλον, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης, σᾶς βεβαιῶ, ἐπιμελείας ἐργάζεται, ὥστε κατήντησε νὰ γείνῃ καὶ φύλαξ αὐτὸς οὗτος πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πολυτίμων εὑρημάτων· ἐνῷ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐργάζεται τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Μύκονος εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ τὸν πλοῦτον αὐτὸν τὸν ἀρχαιολογικόν, ἀφ’ ἑτέρου γίνεται εἰς αὐτὴν τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Νομίζω λοιπόν, ὅτι θὰ καμφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ θὰ διατάξῃ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ ἀφαιρεθέντα ἐκ Μυκόνου ἀρχαῖα ἀγάλματα, καὶ νὰ σταματήσῃ πλέον, ἐπιτρέψετέ μοι νὰ εἴπω, ἡ κλοπὴ αὕτη τῶν ἀγαλμάτων ἐκ τῆς νήσου Μυκόνου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§43Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη ὁ νόμος ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθησαν οἱ πρὸ αὐτοῦ ἰσχύοντες νόμοι περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, ἀντικατεστάθησαν δὲ διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων κατ’ ἔκτασιν, ἤτοι διὰ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἐγενόμην εἰσηγητὴς τοῦ νομοθετήματος τούτου, διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην κοινωνικῶν παρ’ ἡμῖν τάξεων. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐχρηματίσατε μέλη τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου, πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, πάντες σχεδὸν οἱ ἐκπροσωποῦντες ἐνταῦθα ἀμπελοφόρους ἐπαρχίας εἶχον ἐγείρει φωνὴν κατὰ τοῦ κρατοῦντος μέχρι τότε συστήματος φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, πρὸ πάντων ἕνεκα τῶν πιέσεων, αἵτινες ἠσκοῦντο ὑπὸ τῶν ἐνοικιστῶν τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Εἶχεν ἐνδειχθῆ ἡ κατάργησις τοῦ φορολογικοῦ ἐκείνου συστήματος ὑπὸ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔδει ὅμως νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος αὐτὸς δι’ ἑτέρου φόρου, ἵνα μὴ στερηθῇ τὸ Κράτος τῆς ἐκ τούτου προσόδου, ἐκρίθη δέ, ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἠδύνατο νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ πρότερον ἰσχῦον, χωρὶς νὰ γένηται πρόξενον πιέσεων καὶ παραπόνων. Πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας, ὑπῆρξε περίοδος χρονική, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἴσχυε παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ τοσούτῳ πλημμελῶς ἐλειτούργει τοῦτο, ὥστε καὶ τοῦ Δημοσίου ἡ πρόσοδος ν’ ἀποβαίνῃ ἀναξία λόγου καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες νὰ μὴ ὦσιν εὐχαριστημένοι, καίτοι ὁ ὑπ’ αὐτῶν καταβαλλόμενος φόρος εἶχεν ἐλαττωθῆ κατὰ τὰ ¾ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀρχικῶς ἐπιβληθέντα. Προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκ νέου τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, δύο προέκυψαν γνῶμαι· ἡ πρώτη ἦτο ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διαιρουμένων κατὰ κλάσεις ἢ ποιότητας, ἡ δὲ δευτέρα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπεστήριξα, ἦτο νὰ κατανεμηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους. Ἀπέκρουον τὴν περὶ κατανομῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατατάξεως τῶν ἀμπέλων εἰς κλάσεις, διότι τὸ σύστημα τοῦτο εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ ὡς ἀποτέλεσμα ἔσχε τοῦτο, ὅτι πᾶσαι αἱ ἄμπελοι τῆς Ἑλλάδος κατετάχθησαν εἰς τὴν τελευταίαν κλάσιν, ἤτοι εἰς τὴν κλάσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἐπιβλητέος φόρος ἦν ἐλάσσων τῆς δραχμῆς κατὰ στρέμμα. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προὐτίμησε τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριχθεῖσαν γνώμην, καὶ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, δὲν ἐγινώσκομεν τὴν ἔκτασιν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀμπέλων, διότι οὐδεμία περὶ τούτου ὑπῆρχεν ἀκριβὴς στατιστική. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατωρθώθη νὰ γινώσκωμεν ἤδη ἀκριβῶς, ὁπόσαι εἶναι αἱ ἐν Ἑλλάδι ἄμπελοι. Γινώσκομεν νῦν, ὅτι ἐδηλώθησαν ἄμπελοι ἐξ 850,000 στρεμμάτων, εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δὲν περιλαμβάνονται ἄμπελοί τινες, τῶν ὁποίων παρελείφθη ἡ δήλωσις ἕνεκεν ἀμελείας ἢ δυστροπίας τῶν ἀμπελοκτημόνων. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἃς εἶχον ἐφ’ ὅσον διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἔκτασις τῶν τοιούτων ἀμπέλων, τῶν μὴ δηλωθεισῶν, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 25 χιλιάδων στρεμμάτων. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ἐβεβαιώθη φόρος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, σὺν τῷ ὁδικῷ, ἐκ δραχ. 3,105,042. Δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΧΚΗʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1899 δὲν ἐβεβαιώθη φόρος ἀνώτερος τῶν δραχ. 3 κατὰ στρέμμα. Γενομένης ἀναθεωρήσεως δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, ἐμειώθη τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν κατὰ δραχ. 181,047. Οὕτω διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ἐβεβαιώθη ποσὸν δραχ. 2,923,994, εἰσεπράχθη δὲ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ποσὸν δραχμῶν 1,488,224, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ἐβεβαιώθη φόρος, σὺν τῷ ὁδικῷ, ἐκ δραχ. 3,168,690. Δυνάμει ὅμως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΩΚΒʹ νόμου τῆς 12 Φεβρουαρίου 1901 ἐξεπέσθη ὁ φόρος τῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου προσβληθεισῶν ἀμπέλων, ἐκ δραχ. 1,528,516, οὕτω δὲ τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν φόρου περιωρίσθη εἰς δραχμὰς 1,647,929. Εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν, δραχ. 1,135,608. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1901 δὲν εἶναι εἰσέτι γνωστόν, καθόσον ἐξακολουθεῖ ἔτι ἡ βεβαίωσις. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ὑπελογίσθη ποσὸν ἐκ δραχ. 2,400,000, βεβαιωθήσεται ὅμως ποσὸν ἀνώτερον τῶν δραχ. 3,000,000. Καὶ τῆς χρήσεως ὅμως ταύτης αἱ εἰσπράξεις δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 2,000,000. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, δι’ οὗ εἰσήχθη ἡ στρεμματικὴ φορολογία, εἶχεν ἓν ἀτύχημα· συνέπεσε πρὸς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ περονόσπορος καὶ ἄλλαι καιρικαὶ περιστάσεις κατέστρεψαν τὸ προϊὸν τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ πλεῖστον. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πρώτη τοῦ συστήματος τούτου ἀποτυχία. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς σφάλμα τοῦ νομοθέτου, καθόσον προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀπαιτουμένης ἱκανότητος καὶ τῆς εἰλικρινοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τῶν ἀρχῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀναγκαίως ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ ὁ καθορισμὸς τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους. Ὑπῆρξαν δημοτικαὶ ἀρχαὶ, αἵτινες ἐνόησαν τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, καὶ ὅτε προσεκλήθησαν πρὸς κατάρτισιν τῶν πρωτοκόλλων, δι’ ὧν καθωρίσθη ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας τοῦ γλεύκους, καθώρισαν τοὺς μέσους τούτους ὅρους κατωτέρους τῆς πραγματικῆς παραγωγῆς καὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ γλεύκους. Ὑπῆρξαν ὅμως καὶ ἀρχαί, αἵτινες εἰλικρινῶς καὶ ἀκριβῶς καθώρισαν τοὺς μέσους τούτους ὅρους. Ὡς εἶναι ὑμῖν γνωστόν, ὁ νομοθέτης, ἀναχωρῶν ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι παραλλάσσει κατὰ τόπους ἡ παραγωγὴ τῆς ἀμπέλου καὶ ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους, καὶ ἀφορῶν εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε δικαιοτέραν κατανομὴν τοῦ φόρου, ὥρισεν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ προκῦπτον ἐκ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ βεβαιωθέντος φόρου καὶ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου κατὰ τὰ ἔτη 1893–1896 κατανέμεται εἰς ἕκαστον τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει αʹ) τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων, βʹ) τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ στρέμμα παραγωγῆς καὶ γʹ) τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐπωλήθη τὸ γλεῦκος καθ’ ἕκαστον δῆμον κατὰ τὰ μνημονευθέντα τέσσαρα ἔτη. Τίς ἕτερος ἠδύνατο νὰ καθορίσῃ τοὺς δύο τελευταίους ὅρους καταλληλότερον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν; Ἐὰν πᾶσαι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐπιστοποίουν εἰλικρινῶς τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου, οὗτινος τὸ ποσὸν ἐν συνόλῳ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερβῇ τὸν μέσον ὅρον τοῦ βεβαιωθέντος φόρου κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη 1893–1896, ἤθελε γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνθρωπίνως δικαιοτέρας ἀναλογίας. Ἀλλ’ ἡ ἀνειλικρίνεια ἢ ἀπροσεξία δημοτικῶν τινων ἀρχῶν ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲν δῆμοί τινες διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἀνωτέρου, νὰ ὑποβληθῶσι δὲ ἕτεροι δῆμοι εἰς φόρον κατώτερον τοῦ προσήκοντος. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ὑπόστασις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς κανόνας τῆς οἰκονομολογικῆς ἐπιστήμης. Ἡ ἔγγειος φορολογία δέον νὰ στηρίζηται εἰς τὴν ἔκτασιν καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐδάφους, εἴτε πεφυτευμένον εἶναι τοῦτο, εἴτε γυμνόν. Ἡ ἔκτασις εὐχερῶς καθορίζεται διὰ τῶν δηλώσεων καὶ τῆς καταμετρήσεως. Εἰς τὸν καθορισμὸν ὅμως τῆς παραγωγῆς πρέπει νὰ συντρέξουν αἱ κατὰ τόπους ἀρχαί. Τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων ἐστηρίχθη. Ἂν συνεδυάσθη πρὸς τὸ ποσόν, ὅπερ κατὰ παρελθόντα ἔτη εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, τοῦτο ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς προνοίας μὲν, ὅπως μὴ μειωθῇ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὑπὸ τῆς προνοίας νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες διὰ φόρου ὑπερβαίνοντος τὸν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπ’ αὐτῶν καταβληθέντα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου προέκυψεν, εἶναι τοῦτο, ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι ἀκόμη προηγμένα τὰ ἤθη μέχρι τοσούτου, ὥστε ἡ ἐκπλήρωσις τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεων νὰ θεωρῆται ἱερὰ καὶ ἐπιβεβλημένη ὑπὸ σκέψεων γενικωτέρων. Ἀπεδείχθη πρὸς δὲ, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι παρ’ ἡμῖν δυσχερῶς ἀποτίονται. Οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ ἐπιβαλλόμενοι ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, εἰσὶ παραδεδεγμένοι ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου καὶ σύμφωνοι πρὸς τὰς περὶ φόρων ἐπιστημονικὰς θεωρίας. Δι’ αὐτῶν ἐπιτυγχάνεται ἡ δικαιοτέρα κατανομὴ τῶν φόρων. Ἔχουσιν ὅμως τὸ μειονέκτημα, ὅτι ζητοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ ἕκαστον τῶν φορολογουμένων. Ὡς πρὸς δὲ τὸν τῶν ἀμπέλων, ὁ ἄμεσος οὗτος φόρος ἤγειρε μείζονα τὰ παράπονα, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν παρ’ ἡμῖν ἀμπελοκτημόνων πωλοῦσι τὸ γλεῦκος εὐθὺς ὡς ἐκθλίψωσι τὰς σταφυλὰς καὶ πρὶν ἢ ἀποταμιεύσωσιν αὐτὸ καὶ τὸ μεταβάλωσιν εἰς οἶνον πόσιμον. Πρὸ πολλῶν δὲ ἐτῶν δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου τινὸς δημοσίου ἢ ἄλλου διὰ τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου των, ἐξᾠκειώθησαν δ’ οὕτω πρὸς κατάστασιν ψυχολογικὴν τοιαύτην, ὥστε οὐδεμίαν νὰ ἔχωσι συναίσθησιν τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο. Παρετηρήθη δὲ καὶ ἕτερόν τι· ὅταν ἀμπελοκτήμων τις ἔχῃ γείτονα, οὗτινος ἡ ἄμπελος ἀποδίδει ποσὸν γλεύκους ἀνώτερον τοῦ ἐκ τῆς ἰδίας ἀμπέλου παραγομένου, νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸν αὐτὸν φόρον πρὸς τὸν γείτονα αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἄμπελος, ἢ ἕνεκα τῆς κρείσσονος καλλιεργείας, ἢ ἕνεκα τῆς ποιότητος τῆς γῆς, δὲν παράγει τὸ αὐτὸ ποσὸν γλεύκους. Πολλῷ δὲ μᾶλλον τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς πρὸς τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐχθρότητος ἠγέρθη, ὅτε συνέπεσεν εἰς ὁμόρους δήμους ὁ ἐπιβληθεὶς φόρος νὰ ἦναι κατώτερος ὡς ἐκ τῶν κατωτέρων μέσων ὅρων, τῶν καθορισθέντων ὑπὸ τῶν ἀρχῶν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς γινώσκουσιν, ὅτι ἐγεννήθησαν παράπονα ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Ἀμαρουσίου, Κηφισιᾶς, Χαλανδρίου καί τινων ἄλλων, διότι ὁ φόρος, ὁ ἐπιβληθεὶς εἰς τὰς ἀμπέλους τῶν χωρίων τούτων, ἦτο ἀνώτερος τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου Κρωπίας, καὶ διότι, κατ’ αὐτοὺς, αἱ τοῦ δήμου Κρωπίας ἄμπελοι εἶναι παραγωγικώτεραι. Καὶ τοσαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐξέγερσις, ὥστε ἠναγκάσθην, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξω νὰ περιορισθῇ ἡ εἴσπραξις εἰς μόνον τὸ ποσὸν τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα, μέχρις οὗ ληφθῇ νομοθετικόν τι μέτρον διὰ τὸν ὑπόλοιπον φόρον. Ἐκ πάντων τούτων συνάγεται, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἰδίως ὡς πρὸς τὰς ἀμπέλους, πρέπει ν’ ἀναβληθῇ παρ’ ἡμῖν ὅσον οἷόν τε, μέχρις οὗ κατορθώσωμεν νὰ καταρτίσωμεν κτηματολόγιον. Ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν κτηματολόγιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν πάντες οἱ φόροι οἱ ἔγγειοι νὰ συγκεντρωθῶσι, καὶ σκοπιμώτερον ἅμα καὶ δικαιότερον κατανεμηθῶσι κατ’ ἄτομον, δύσκολον εἶναι νὰ ἔχωμεν ὁμαλὴν φορολογίαν, καὶ νὰ ἀποφεύγωμεν τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων ὡς πρὸς τὴν ἔγκαιρον καὶ ἀπρόσκοπτον εἴσπραξιν τῶν ἐγγείων φόρων. Μετὰ τὰ βραχέα ταῦτα φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Καὶ ὡς διευθύνων μέχρι πρὸ ὀλίγου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὡς ἰδιώτης, ὁμολογῶ, ὅτι εἰς πολλὰς προῆλθον σκέψεις πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογῆται ἡ ἄμπελος, ὅπως τὸ Δημόσιον ἔχῃ οἵαν μέχρι τοῦδε πρόσοδον, χωρὶς νὰ γίνηται πρόξενον πιέσεων καὶ ὀχλήσεων τῶν φορολογουμένων κοινωνικῶν τάξεων. Κατέληξα δὲ, μετὰ ἐπισταμένην μελέτην, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ὑπάρχει σύστημα καταλληλότερον τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ γλεύκους, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὅλως διάφορον τοῦ πρότερον κρατοῦντος. Κατὰ τοῦ πρότερον κρατοῦντος συστήματος, καθ’ ὃ ὁ φόρος ἐπεβάλλετο ἐπὶ τοῦ οἴνου μετὰ τὴν ἀποταμίευσιν αὐτοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ἀμπελοκτήμονος ἢ τοῦ οἰνοπώλου, τὰ παράπονα ἰδίως ἐγίνοντο ἕνεκα τῶν πιέσεων καὶ καταχρήσεων, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν κατὰ τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ βεβαίωσιν τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Ἐσκέφθην, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλάξωμεν οὐ μόνον τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀποθηκεύοντας οἴνους, οἰνοπώλας ἢ μὴ, πάσης ἐκ μέρους τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ Δημόσιον πιέσεως, 1) ἐὰν τὸν φόρον ζητήσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν καθ’ ὃν χρόνον τὸ γλεῦκος ἀπὸ τῆς ἀμπέλου μεταφέρεται εἰς τὰς ἀποθήκας, 2) ἂν τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις, περιορίσωμεν εἰς ὡρισμένην διάρκειαν χρόνου, δηλονότι ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, καὶ 3) ἄν καὶ κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα δὲν ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ἢ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, νὰ εἰσέρχηται οὔτε εἰς τὴν οἰναποθήκην τοῦ οἰνοπώλου, οὔτε εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀμπελοκτήμονος. Ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου δέον νὰ ἐπιτρέπηται τῷ ἐνοικιαστῇ κατὰ τὴν μετακόμισιν τοῦ γλεύκους ἀπὸ τῆς ἀμπέλου εἰς τὴν οἰναποθήκην. Οὐδεμίαν ὄχλησιν θὰ ἔχῃ ὁ ἀμπελοκτήμων καὶ ὁ οἰνοπώλης ἐκ τοῦ τρόπου τούτου τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Ἠρώτησα πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν εἰς τ’ ἀφορῶντα τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἢ μετέρχονται τὸν οἰνοπώλην, ἢ εἶναι μεγάλοι ἀμπελοκτήμονες, πωλοῦντες τὸν οἶνον, πάντες δ’ οὗτοι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ προκύψῃ δυσχέρεια καὶ οὐδεμία δύναται νὰ λάβῃ χώραν πίεσις ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Ὑπάρχει, ἄλλως τε, κεκτημένη τις πεῖρα τοῦ τοιούτου συστήματος ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τοῦ δημοτικοῦ κατὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ γλεύκους ἀπὸ ἑνὸς δήμου εἰς ἕτερον. Ὅτε ἴσχυε τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου κατὰ τὸ παρελθόν, ἤτοι πρὸ τοῦ 1899, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα (πλὴν τῆς Ἑπτανήσου) ἀνήρχετο κατὰ μέσον ὅρον εἰς 100,000,000 ὀκάδας. Ἐὰν προσδιορίσωμεν τὸν ἐπιβλητέον φόρον εἰς 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δημοσίαν πρόσοδον δραχ. 2,500,000. Κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1899 ἔτη ἐπεβάλλετο ἔγγειος φόρος κατ’ ὀκᾶν οἴνου ἐκ λεπτῶν 2,40· ἐπεβάλλετο δὲ καὶ δικαίωμα ½–1½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο δικαίωμα ἐστηρίζετο εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς πόλεως, ἐν ᾗ ἐπωλεῖτο ὁ οἶνος· ὥστε εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εἰσεπράττετο ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου φόρος λεπτῶν 4 κατ’ ὀκᾶν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου 2½ λεπτῶν δυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὴν πρόσοδον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχε. Κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1899 ἔτη ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ μὲν τοῦ ἐγγείου φόρου ἀνήρχετο εἰς 2,000,000 δρ. περίπου, ἐκ δὲ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου εἰς δραχ. 350,000. Ἐκ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὡς εἶπον ὑμῖν πρότερον, ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 2,500,000. Ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου τῆς χρήσεως 1901 δὲν εἶναι ἔτι ἐξῃκριβωμένη, καθόσον δὲν συνεπληρώθη ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ. Κατὰ τὰς πληροφορίας ὅμως, τὰς ὁποίας εἶχον ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰς δραχ. 2,500,000, ἴσως δ’ ἔσται καὶ ἔλασσον, καθόσον, ὡς καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος, κατεστράφησαν, εἴτε ἐκ τοῦ περονοσπόρου, εἴτε ἐξ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων, ἄμπελοι ὡρισμένων χωρίων καὶ δήμων. Ὡς ἐκ τούτου δ’ ἐνόμισα, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ θεραπείας τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἀδικημάτων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κρατούντων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας. Καὶ πρῶτον, ὅπου ὑπάρχει καθυστέρησις φόρου, νὰ μὴ ζητηθῇ φόρος ὑπερβαίνων τὰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ὅπου δὲ ὑπάρχει καθυστέρησις, ἥτις συνεπάγεται τὴν πληρωμὴν προσθέτου τέλους καὶ τόκου, νὰ μὴ εἰσπραχθῶσι πρόσθετα τέλη καὶ τόκοι. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς προεῖπον, ἐγένοντο ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων παραστάσεις, ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοι καὶ χωρία, ἔνθα καὶ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἐπῆλθε τελεία καταστροφή, λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόνοια, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ καταστροφὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΒΩΚΒʹ νόμου τῆς 2 Μαρτίου 1901, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων ἀπαλλαχθῶσι τοῦ φόρου. Ἐνόμισα, ὅτι, ἐπειδὴ ἠσχολήθην εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος τούτου, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Τὸ περὶ τούτου σχέδιον νόμου δὲν ὑπέβαλον εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἤρξατο ἐργαζομένη κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, διότι ἀνέμενον νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον, ὡς ἐγράφη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶχε προέλθει οὗτος εἰς ἐπισήμους δηλώσεις, ὅτι ἀνεγνώριζε τὴν ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας καὶ προὐτίθετο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐπέστη ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῶσι τὰ περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπέλαβον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προϊόν τῆς μελέτης μου, καὶ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγκαιρον λῆψιν μέτρου, ῥυθμίζοντος δικαιότερον τὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ ἀρξάμενον ἔτος 1902. Γινώσκω, ὅτι κατὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ γλεύκους καὶ τοῦ οἴνου ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιλέγοντες, ἰδίᾳ δὲ οἱ οἰνοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ γλεύκους ζημιοῦνται. Ὑποθέτω, ὅτι διετέθησαν κατὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ γλεύκους καὶ οἴνου ἐκ τῶν ἀναμνήσεων τοῦ πρὸ τοῦ 1899 κρατοῦντος συστήματος, οὗ ἕνεκα ὑφίσταντο πιέσεις ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ἀδηλώτων οἴνων, καὶ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι θέλουσιν ἐπιβαρύνεσθαι οὗτοι διὰ φόρου ὑπ’ αὐτῶν προκαταβαλλομένου. Ἀλλ’ ὅταν βεβαιωθῶσιν, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε νὰ πιέζωνται, οὔτε νὰ ζημιῶνται, θέλουσι παύσει παραπονούμενοι, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ οἰνοπώλης δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ἄριστα τὸν φόρον μετὰ τοῦ τιμήματος τοῦ γλεύκους καὶ τῶν λοιπῶν ἐξόδων, καὶ νὰ προσθέτῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ οἴνου. Ἐνῷ δὲ ἀποβαίνει ὁ ὑπολογισμὸς εὐχερὴς εἰς τοὺς ἀγοράζοντας τὸ γλεῦκος οἰνοπώλας, δὲν εἶναι ἐξ ἴσου εὐχερὴς εἰς τοὺς οἰνοπαραγωγούς, οἵτινες κατὰ τὰ τρία παρελθόντα ἔτη δὲν ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ὑποβαλλόμενοι εἰς τὸν φόρον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπώλουν τὸ γλεῦκος εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἤθελον τὸ πωλήσει, ἂν τὸν φόρον ἐπλήρωνεν ὁ ἀγοραστής. Ἰσχυρίζοντο, ἐκ πλάνης, ὅτι δὲν ἔβλεπον τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπώλουν πρότερον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τιμὴν, καθ’ ἣν ἐπώλουν τὸ γλεῦκος ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καθόσον ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους, κατ’ αὐτοὺς, κανονίζεται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς. Νομίζω, ὅτι, ἂν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, περὶ ὧν ὡμίλησα ἤδη, ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ γλεύκους, θὰ ἦναι δυνατὸν πάντα τὰ ἐγερθέντα ἐν τῷ παρελθόντι ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τῶν δύο συστημάτων παράπονα νὰ θεραπευθῶσι, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἠσφαλισμένην πρόσοδον σταθεράν. Λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόνοια περὶ τῆς ἐκ τοῦ φόρου ἀπαλλαγῆς τῶν πρὸς βρῶσιν σταφυλῶν καὶ τῶν μικρῶν ἀποταμιευμάτων γλεύκους πρὸς χρῆσιν τῶν κτηματιῶν, ὥστε νὰ μὴ γίνηται τὸ σύστημα ἐπαχθές. Καινοτομία τις εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιβαλλομένου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου τοῦ παραγομένου ἐκ ξηρᾶς σταφίδος. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὡς ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸν ὁποῖον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα διαθέτει πρὸς ἐσωτερικὴν ἐν τῷ Κράτει χρῆσιν, κατωρθώθη, ὥστε ποσόν τι ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου νὰ χρησιμοποιῆται εἰς παραγωγὴν οἴνου, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε εἰς οὐδεμίαν ὑπεβάλλετο φορολογίαν. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνισότητα, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ἔκρινα ὡς ἐκ τούτου δίκαιον, ὅπως καὶ ὁ ἐκ σταφίδος οἶνος ὑποβάλληται εἰς φορολογίαν. Ἡ βεβαίωσις δὲ θὰ γίνηται διὰ δηλώσεων, κατὰ τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυπώσεις. Πρόκειται περὶ ὀλίγων ἐργοστασίων παραγόντων τοιοῦτον οἶνον, ὥστε αἱ περὶ δηλώσεως διατυπώσεις νὰ μὴ ἀποβαίνωσιν ὀχληραί. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ὅταν δὲ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ προκληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, θέλω παράσχει εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερεστέρας ἐξηγήσεις. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τῶν ζώων διὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ φόρου τῶν μικρῶν ζώων ἐπὶ τῶν σφαζομένων, ἐκράτει ἡ ἰδέα ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι ὑπάρχει εἶδος τι ζώου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφορολογεῖτο, οἱ κύνες. Ἂν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐξεφράσθησαν ἀπεριφράστως ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν κυνῶν. Ἐκράτει τότε παρὰ πολλοῖς ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρου τοιούτου ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸν περιορισμὸν τῶν κυνῶν καὶ τὴν περιστολὴν τῆς νόσου, ὑπὸ τῆς ὁποίας προσεβάλλοντο πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες πρὸς θεραπείαν τῆς λύσσης ὑπεχρεοῦντο νὰ μεταβαίνωσι πρότερον μὲν εἰς Παρισίους, νῦν δὲ εἰς τὸ ἐνταῦθα ἱδρυθὲν θεραπευτήριον. Οὕτως ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἐχρησίμευσεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀχρήστων κυνῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν καταστολὴν τῆς λύσσης. Πάντες οἱ κύνες, ἵνα ἔχωσι πιστοποιητικὸν, ὅτι ὑπεβλήθησαν εἰς φόρον, ἐγίνοντο ὡς ἐκ τούτου γνωστοὶ εἰς τὰς ἀστυνομικὰς ἀρχὰς καὶ ὑπεβάλλοντο εἰς πάσας τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἀστυνομία ἐπιβάλλει, ἵνα προφυλάξῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ τῆς νόσου. Ἀλλ’ ἐκράτει καὶ ἑτέρα γνώμη, ὅτι ἡ φορολογία τῶν κυνῶν, εἰσηγμένη εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, ἤθελε πορίσει εἰς τὸ Δημόσιον πρόσοδον ἀξίαν λόγου, ἥτις ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντάλλαγμα πρὸς μείωσιν ἑτέρου τινὸς φόρου, ἐπιβαρύνοντος τὰς παραγωγικὰς τάξεις. Ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως ἔσχε δύο ἀποτελέσματα· πρῶτον ἐξήγειρε πολλὰ παράπονα, παράπονα κατὰ τῆς διακρίσεως τῶν κυνῶν εἰς διαφόρους κατηγορίας, τουτέστιν ἂν εἶναι κύνες πολυτελείας, ἂν εἶναι ποιμενικοί, ἂν εἶναι συνήθεις, κλπ. Ἀλλ’ ἔσχε καὶ ἀποτέλεσμα ταμιευτικὸν ἀνάξιον λόγου. Κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἀνῆλθεν ἡ πρόσοδος εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 60,000. Βραδύτερον ὅμως, ὡς ἐκ πολλῶν ἐξαιρέσεων, αἵτινες τῇ εἰσηγήσει μου ἐψηφίσθησαν πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἐγερθέντων παραπόνων, κατῆλθεν ἡ ἐκ τοῦ φόρου τούτου πρόσοδος εἰς δρ. 40,075. Ἀπέναντι τόσον εὐτελοῦς ποσοῦ ἡ περαιτέρω διατήρησις τοῦ τοιούτου φόρου ἀποβαίνει ἀδικαιολόγητος. Τὴν ἀπόφασιν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τούτου εἶχον εἰλημμένην ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἀκόμη Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ λόγοι ὑγείας μὲ ἠνάγκασαν ν’ ἀπόσχω τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ δυνηθῶ κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ἐκείνης νὰ ὑποβάλω τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Φρονῶν δὲ, ὅτι ἡ περαιτέρω ἀναβολὴ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διατήρησιν φόρου ἐξεγείροντος πολλὰ παράπονα ἄνευ ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως συναινέσῃ νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ ἀντιλέξῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι δὲν εἶναι ἡ τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου μείωσις ἀξία λόγου. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, Κύριοι, ὅτι αἱ τρεῖς ναυτικαὶ ἡμῶν νῆσοι, Ὕδρα, Σπέτσαι καὶ Ψαρὰ, ὑπεβλήθησαν εἰς μεγάλας θυσίας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος. Δὲν συζητεῖται ὑπ’ οὐδενὸς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν προσήνεγκον αἱ ναυτικαὶ αὗται νῆσοι κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ἡμῶν, ὑπῆρξεν ἐξόχως πολύτιμος. Ἄνευ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐξηρτύθησαν, τὰ ὁποῖα συνετηρήθησαν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν νήσων τούτων, ἦτο ἀδύνατον νὰ προφυλαχθῶσιν αἱ πλεῖσται τῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ἦτο ἀδύνατον νὰ κινητοποιῶνται τελεσφόρως αἱ δυνάμεις τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅτε ἐγένετο σκέψις περὶ ποιᾶς τινος ἀποζημιώσεως τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὰς θυσίας ταύτας κατοίκων τῶν νήσων τούτων, τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἦσαν γλίσχρα· ἐν τούτοις ἀπεφασίσθη, χορήγημά τι νὰ δίδηται εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς θυσίας αὐτάς. Διὰ τοῦ νόμου ΣΙϚʹ τῆς 22 Ἰουλίου 1853 καθωρίσθη ἐτήσιον χορήγημα ἐκ δραχ. 200,000, κατανεμόμενον εἰς τὰς τρεῖς νήσους, Ὕδραν, Σπέτσας καὶ Ψαρά. Ἐλειτούργησεν ὁ νόμος οὗτος καὶ λειτουργεῖ μέχρι σήμερον· ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ προσκόπτει σπουδαίως, διότι τοσαῦται ἐγένοντο ἐκχωρήσεις, τοσαῦται ἐγένοντο μεταβιβάσεις, τοσαῦται ἐπὶ τῶν χορηγημάτων ἐγένοντο κατασχέσεις, ὥστε κατέστη πολυδαίδαλος ἡ ὑπηρεσία, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χορηγημάτων τούτων. Ὅταν πρόκηται νὰ ἐκδοθῶσι τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων, πολλοὶ ὑπάλληλοι ἐργάζονται διαρκῶς ἐπὶ μῆνας, ὅπως κατορθώσωσι νὰ ἐκκαθαρίσωσι τοὺς δικαιούχους. Ἀπὸ τοῦ 1898 προεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰς νήσους ταύτας, ὅπως διαρρυθμισθῶσι σκοπιμώτερον τὰ τῶν χορηγημάτων τούτων. Δυστυχῶς, ἕνεκεν ἄλλων ἐπειγουσῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν συνεζητήθη τὸ προβληθὲν τότε νομοσχέδιον. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει καὶ ὅτε εἰσέτι διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσκέφθην, κατὰ τίνα τρόπον ἦτο δυνατὸν τὰ τῶν χορηγημάτων τούτων νὰ ῥυθμισθῶσιν, ὥστε καὶ οἱ δικαιοῦχοι νὰ λάβωσι τίτλον τινὰ τῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεώς των, καὶ τὸ Δημόσιον ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ὀχληρᾶς καὶ ἀνιαρᾶς ἐργασίας, ἣν προκαλεῖ ἡ ἐκκαθάρισις καὶ πληρωμὴ τῶν χορηγημάτων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατήρτισα, ὅτε διηύθυνον ἔτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ προετιθέμην νὰ ὑποβάλω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ παραίτησίς μου ὅμως κατέστησεν ἀνέφικτον τὴν πρόθεσίν μου ταύτην. Ἔκρινα ὅμως, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τοῦτο ὡς Βουλευτὴς καὶ προκαλέσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος, «οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν, ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπων, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς». Ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ συντάξεως ἢ ὠφελείας προσώπου, ἀλλὰ περὶ διαρρυθμίσεως χορηγημάτων ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν νήσων, χορηγημάτων καθορισθέντων διὰ νόμου. Ὥστε δύναται τὸ προβαλλόμενον ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχέδιον νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἀντίθετος δύναται νὰ δοθῇ ἑρμηνεία, παρακαλῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ῥυθμίζει τὰ τῶν χορηγημάτων τούτων κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ἐπάγεται ἐπιβαρύνσεις ἀξίας λόγου εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δηλοῦσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ κρίνει ὡς ἐκ τῆς πρωτοβουλίας της πηγάζον. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων». Ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου προβάλλεται ἡ τροποποίησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· Ἵνα δὲ γένωμαι εἰσηγητὴς τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἐμελέτησα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις ἀναγεγραμμένας καθυστερήσεις ὀφειλετῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὡς καὶ τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, κατὰ τὰ δημόσια βιβλία ἐφαίνετο μυθῶδες ποσὸν ὡς ὀφειλόμενον δῆθεν ὑπὸ πολιτῶν Ἑλλήνων, ποσὸν 180 ἑκατομμυρίων δραχ. Διετέλουν ἐν τούτοις βέβαιος ἐκ τῶν ἐρευνῶν, εἰς ἃς προῆλθον, καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβληθῆ, ὅτι ἦτο φανταστικὸν τὸ ποσὸν τοῦτο, προερχόμενον ἀπὸ ἐλαττωματικὰς βεβαιώσεις, προερχόμενον ἀπὸ ἐλαττωματικὰς διαχειρίσεις τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, προερχόμενον ἀπὸ καταλογισμοὺς γενομένους δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καταλογισμοὺς ἰδίως ἀφορῶντας εἰς προσκόμματα λογιστικὰ καὶ μὴ βασιζομένους ἐπὶ πραγματικῶν ἐλλειμμάτων χρηματικῶν. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἐκκαθάρισίς τις καὶ τακτοποίησις, διότι ἐλάμβανε χώραν καὶ τὸ ἄτοπον, ὅτι πάντα τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων παρεδίδοντο ἀπὸ ταμίου εἰς ταμίαν, χωρὶς κἂν οἱ φάκελοι, οἱ περιέχοντες τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ ἀνοίγωνται, καὶ ὅτι πολλάκις τὰ πρωτόκολλα παραδόσεως ἀπὸ ταμίου εἰς ταμίαν ἔφερον τοὺς αὐτοὺς ἀριθμοὺς, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης διαφορᾶς, ὡς πρὸς τὰς παρελθούσας χρήσεις, τὰς ἀπωτέρας τῶν δύο ἢ τριῶν ἐν ἐνεργείᾳ χρήσεων. Καὶ ἐπρονόησε μὲν ὁ κατὰ τὸ 1880 ψηφισθεὶς νόμος περὶ ἀνανεώσεως τῶν καθυστερούντων μέχρι τοῦ 1851, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ μηχανισμός, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε καθιερώσει, κατέστησε δύσκολον τὴν ἐφαρμογήν. Ἐνόμισα, ὅτι δύναμαι διὰ νομοθετήματος νέου νὰ κανονίσω τρόπον διευκολύνοντα τὴν ῥύθμισιν τῶν χρεῶν τούτων, ὥστε, ἂν καὶ ὅπου ὑπάρχωσιν ὀφειλέται πραγματικοὶ, νὰ μετάσχωσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ νὰ λάβωσιν εὐκολίας καὶ προθεσμίας, ὅπως πληρώσωσι κατὰ δόσεις τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενα ὑπ’ αὐτῶν. Τοῦ νόμου τούτου ἡ ἐκτέλεσις ἀπήντησε πλείστας δυσυπερβλήτους δυσχερείας, διότι ἔπρεπεν ὅλων τῶν χρήσεων ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1895 τὰ παραστατικὰ νὰ ἐλεγχθῶσι, νὰ σχετισθῶσι πρὸς τὰ δημόσια βιβλία, καὶ νὰ προσκληθῶσιν οἱ ὀφειλέται, ἵνα προσαγάγωσιν, ἂν ἔχωσιν, ἀποδείξεις περὶ πληρωμῆς τινος ἐκ τῶν φόρων τῶν καθυστερούντων. Τὴν ἐργασίαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου ἀνέθηκα εἰς τὸν διευθύνοντα εὐδοκίμως ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος τὸ Γενικὸν Λογιστήριον οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν κύριον Τρύφωνα Ἀναστασόπουλον· ὀφείλω δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ ὁμολογήσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἰδιοφυΐα ἡ λογιστικὴ, ἡ ἱκανότης, ἡ περὶ πᾶσαν τὴν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν ἐμπειρία καὶ ἡ ἀκαταπόνητος φιλοπονία αὐτοῦ συνετέλεσαν, ὥστε τὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ἐφαρμογήν. Ἐξεδόθησαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 50 ἢ 60 ἐγκύκλιοι πρὸς τοὺς ταμίας, λύουσαι διάφορα ζητήματα, ἢ χορηγοῦσαι ὁδηγίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου. Παρεσκευάσθησαν ἐνταῦθα βιβλία ὁμοιόμορφα, καὶ ἀπεστάλησαν εἰς τοὺς ταμίας, ἵνα συγκεντρώσωσιν ἐν αὐτοῖς κατὰ κατηγορίας τοὺς καθυστεροῦντας. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν τοῦ νόμου τούτου προῆλθον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ νέος συμπληρωματικὸς νόμος δέον νὰ ψηφισθῇ, ὅπως καὶ τὰ γεννηθέντα ζητήματα ἐπιλυθῶσι, καὶ ἁπλοποιηθῶσιν αἱ διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ ἀνανέωσιν τῶν καθυστερούντων διατυπώσεις. Ἐπὶ τούτῳ δὲ εἶχον καταρτίσει νομοσχέδιον, εἰς πολλὰ διαιρούμενον κεφάλαια καὶ ἄρθρα, προετιθέμην δὲ νὰ προβάλω αὐτὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδή, τό γε νῦν ἔχον, τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον, καὶ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἐπείγει ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου συζήτησις, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβάλω τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὀφείλω ὅμως καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσω συγγνώμην, διότι δὲν προέβαλον τὴν πρότασιν ταύτην τῶν τροποποιήσεων κατὰ τὰς δύο πρώτας συζητήσεις, προβάλλω δὲ αὐτὰς νῦν, ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν, καθόσον λόγοι οἰκογενειακοὶ ἀφῄρεσαν ἀπ’ ἐμοῦ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀναγκαῖος εἰς ἐμὲ πρὸς ἔγκαιρον μελέτην τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ὁπωσδήποτε νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον ἔτι εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ θεραπεύσῃ ἐκείνας τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ μᾶλλον ἐπείγουσαι. Ἡ πρότασίς μου περὶ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τὸ νομοσχέδιον τροποποιήσεων θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς ὑμᾶς. Λαμβάνοντες δὲ γνῶσιν τῶν τροποποιήσεων, θὰ κρίνητε, φρονῶ, ὅτι ὑπαγορεύονται αὗται ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν ὀφειλετῶν αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δύναμαι περὶ τῶν τροποποιήσεων τούτων νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις, ἐξ ὧν ὡρμήθην, διότι εἶναι θέμα λίαν ἐνδιαφέρον. Ὑπεβλήθησαν, ἄλλως τε, καὶ προτάσεις τινὲς ὑπὸ ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ὅπερ ἐνδεικνύει τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ, καὶ μετὰ τῶν ἀναγκαίων τροποποιήσεων ψηφισθῇ. Ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας», εἶναι ἐσφαλμένος, καθόσον ἡ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ χορηγηθεῖσα πρὸς ἀνανέωσιν προθεσμία ἔληξε· πρόκειται ἄρα οὐ μόνον διὰ τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον καθυστεροῦντα, περὶ ὧν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ εἰρημένου νόμου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ πρὸς τοὺς δήμους καθυστεροῦντα ἐκ τῶν δημοτικῶν φόρων, τῶν συμβεβαιουμένων καὶ συνεισπραττομένων τοῖς δημοσίοις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς νέας προθεσμίας, νομίζω, ὅτι δέον νὰ περιληφθῶσι καὶ τὰ καθυστεροῦντα τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως παρουσιάζει τι τὸ ἐξόχως ἐπιεικές· ὅταν ὅμως σκεφθῇ τις, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα εἴχομεν τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, οὗτινος καὶ ἡ προπαρασκευὴ καὶ ἡ λῆξις ἐπηρέασαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ...
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὸ δικαιοστάσιον.
§45Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ δικαιοστάσιον συνετέλεσεν εἰς τὰς τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον καθυστερήσεις... Ὅταν, λέγω, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου εὐεργετήματα καὶ εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐκ τῶν χρήσεων τούτων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ, καὶ ἂν τοῦτο δὲν πράξωμεν, δύσκολος ἀποβαίνει ἡ εἴσπραξις τῶν ἐκ τῶν χρήσεων τούτων καθυστερούντων. Γινώσκετε, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνέτεινα κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὰς ἐνεργείας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν ὀργάνων, ὅπως μὴ μένωσι καθυστεροῦντα τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Αἱ καθυστερήσεις κατωρθώθη νὰ περιορισθῶσιν ὅσον οἷόν τε. Ἄν ἔμειναν καθυστεροῦντα ἐκ τῶν χρήσεων 1896, 1897 καὶ 1898, εἶναι σχεδὸν βέβαιον, ὅτι οἱ καθυστεροῦντες εὑρίσκοντο εἰς ἀπόλυτον ἀδυναμίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δέον νὰ περιλάβωμεν καὶ τὰς καθυστερήσεις τῶν χρήσεων τούτων. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν νόμον τοιοῦτον. Ἡ συνέχισις τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ἐφαρμοσθέντος συστήματος τῆς ἀγρύπνου ἐπιβλέψεως τῶν ὀργάνων τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἡ ἀποφυγὴ πάσης μεταξὺ τῶν ὀφειλετῶν διακρίσεως καὶ ἡ συναίσθησις τῆς ἱερότητος τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον εἰσφορῶν ἐγγυῶνται τὴν καταστολὴν τῶν καθυστερήσεων. Κατωρθώθη τελευταίως νὰ περιορισθῶσιν εἰς 6,000,000 δραχμὰς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, ἐλπίζω δέ, ὅτι δύναται νὰ περιορισθῶσιν εἰς 3,000,000 μόνον, ἐὰν μέτρα τινὰ, ἀφορῶντα εἰς τὴν διοργάνωσιν τῶν ταμειακῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἐφοριακῶν, ψηφισθῶσι. Περὶ τούτων εἰσὶ παρεσκευασμένα τὰ προσήκοντα νομοσχέδια. Ἐν τῷ θέματι, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὁ νόμος ὁ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἐνδιαφέρονται οἱ δῆμοι, διότι καὶ τούτων τὰ χρέη ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νόμου, δωρηθέντων τῶν χρεῶν τῶν δήμων τῶν παλαιῶν χρήσεων καὶ τοῦ ἡμίσεος τῶν τελευταίων χρήσεων, ἐπιτραπείσης δὲ τῆς ἀνανεώσεως τοῦ ἡμίσεος αὐτῶν μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Δὲν εἶναι τοῦ σημερινοῦ θέματος ἡ προσήκουσα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς καθυστερήσεις τῶν δήμων ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι τὸ θέμα εἶναι τόσον σοβαρὸν, ὥστε ν’ ἀπασχολήσῃ τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν πρὸς ἐξεύρεσιν τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦναι δυνατὸν καὶ οἱ δῆμοι ν’ ἀνακουφισθῶσι καὶ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς καθυστερήσεις χάριν τῶν προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, προέβην εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν εὔλογον καὶ νόμιμον κατὰ τῶν δήμων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν ὑπ’ αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων. Ἐμόρφωσα ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἐκβιασθῶσι περισσότερον οἱ ἐκπροσωποῦντες τοὺς δήμους εἰς πληρωμὴν τῶν καθυστερούντων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα καὶ ὡς πρὸς τὰ τῶν δήμων χρέη νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καθόσον ὅσα ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι παρὰ τῶν δήμων εἰσεπράχθησαν, πέραν δὲ τούτου ἀπεδείχθη ὑφισταμένη ἀπόλυτος ἀδυναμία. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη τις πρόνοια ἐπιβάλλεται, προκειμένου περὶ τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἄποροι· νὰ μὴ ζητήσωμεν οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν χρεῶν των νὰ εἰσπράξωμεν ἀμέσως· ἐπειδὴ πρόκειται διὰ τῶν νόμων τούτων νὰ εἰσπραχθῶσι μετὰ τῶν δημοσίων φόρων καὶ οἱ εἰς τοὺς δήμους καθυστεροῦντες δημοτικοὶ φόροι, οἱ μετὰ τῶν δημοσίων συμβεβαιούμενοι καὶ συνεισπραττόμενοι, δυνάμεθα εὐλόγως νὰ κανονίσωμεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον οὗτοι εἰσπράττονται, δέον νὰ συμψηφίζωνται εἰς τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη τῶν δήμων τούτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνενέωσαν τὰ χρέη των, ὑπογράψαντες ὁμολογίας διὰ τὰς δόσεις τὰς ἐτησίας τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901· εἰς αὐτοὺς τοὐναντίον ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου πληρώσωσι τὰς ὀφειλάς των. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη μεταβληθῇ εἰς νόμον, θέλομεν περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῶν ὀφειλετῶν τούτων τρεῖς συνάμα δόσεις, τῶν δύο παρελθόντων ἐτῶν καὶ τοῦ 1902. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι εἰς αὐτοὺς δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν εὐκολίαν, ὅπως μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1902 δυνηθῶσι καὶ οὗτοι νὰ ὠφεληθῶσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς νέας προθεσμίας. Ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἰσχύοντι ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὀφείλοντες μέχρις 100 δραχμῶν δὲν δικαιοῦνται εἰς παροχὴν οὐδεμιᾶς προθεσμίας. Ἐκ τούτου δὲ συνέβη, ὥστε οἱ μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου νὰ καταδιωχθῶσι πρὸς πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῆς ὀφειλῆς των· ἀλλ’ ἁπανταχοῦ εἶχον ἐγερθῆ παράπονα, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον διὰ τοὺς μικροὺς ὀφειλέτας. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβαλλόμενον, δύναται κάλλιστα νὰ περιληφθῇ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ ὀφείλων κάτω τῶν 100 δραχμῶν δικαιοῦται νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του εἰς δύο δόσεις...
§46Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Ἐὰν συμβῇ τὸ συγκεφαλαιούμενον χρέος νὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 1000 δραχμῶν, τότε θὰ διαιρεθῇ εἰς δόσεις ἐτησίας ἐξ 100 δραχ. ἑκάστη; ἐὰν δὲ ὀλιγώτερον τῶν 1000 δραχμῶν, τότε θὰ διαιρεθῇ καὶ πάλιν εἰς δέκα δόσεις, καὶ ἑκάστη θὰ ἦναι μικροτέρα τῶν 100 δραχμῶν;
§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία δόσις ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι ἐλάσσων τῶν 100 δραχμῶν. Κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἄρθρον 4, οἱ ταμίαι ὀφείλουσιν ὑπὸ προσωπικὴν αὑτῶν εὐθύνην νὰ ἐκκαθαρίσωσι καὶ εἰσπράξωσι μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1903 πάντα τὰ εἰς ἀνανέωσιν ὑπαγόμενα χρέη. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ κατὰ τὸν περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων, οἱ ταμίαι εἰσὶν ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐντὸς τῆς οἰκείας χρήσεως, καὶ ὀφείλουσι νὰ δικαιολογήσωσι πᾶσαν καθυστέρησιν· ἀπόκειται δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτιμήσῃ, ἐὰν ἡ δικαιολογία τῆς καθυστερήσεως εἶναι ἐπαρκής. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου παραμένει νεκρὰ, καθόσον ἡ καθυστέρησις προέρχεται μᾶλλον ἐκ τῆς πλημμελείας τοῦ συστήματος τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου ψηφισθῇ, οὐ μόνον θέλομεν νομοθετήσει διάταξιν ἀνεφάρμοστον, ἀλλὰ, καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ ἀτόπου νὰ ῥίψωμεν εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς ὀφειλέτας ἐκείνους, εἰς τὴν ἀνακούφισιν καὶ διευκόλυνσιν τῶν ὁποίων ἀφορᾷ ὁ νομοθέτης. Ὡς ἐκ τούτου προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, χορηγοῦνται εἰς τοὺς ταμίας πρόσθετα τέλη, ὄχι μόνον διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξωσιν ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀνανεωθῆ δι’ ὁμολογιῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο τῶν προσθέτων τελῶν ἐλειτούργησεν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ ἔτους 1892, κατεδικάσθη δὲ ὑπὸ τοῦ νόμου ΒΡΗʹ τοῦ 1892, ὡς οὐδόλως συντελέσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν εἰσπράξεων. Τὰ πρόσθετα ποσοστὰ τοὐναντίον ἐχρησίμευσαν μόνον εἰς πλουτισμὸν ταμιῶν τινων. Ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τῶν προσθέτων τούτων τελῶν, διότι ἐγένοντο πρόξενα πολλῶν δυσαρέστων ἐπεισοδίων κατὰ τὴν διανομὴν αὐτῶν. Δὲν νομίζω λοιπὸν τὴν διάταξιν τῶν προσθέτων τελῶν ἀναγκαίαν, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὰ κανονικὰ ποσοστὰ εἶναι ἐπαρκῆ, ὡς ἀνερχόμενα μέχρις 6%. Ἄλλως τε οἱ ταμίαι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωσιν ἔκτακτα ποσοστὰ, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον πληρώνῃ ἐκτάκτους λογιστὰς διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Τελευταία τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διάταξις, ἧς θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ προσόντα τῶν διοριζομένων ἐκτάκτων λογιστῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ ΒΧϞΔʹ νόμου τῆς 24 Μαρτίου 1900, ἔκτακτοι λογισταὶ διορίζονται ἐκ τῶν συνταξιούχων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐκ τῶν διατελεσάντων ἐπὶ πενταετίαν τουλάχιστον οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, προτιμωμένων τῶν ταμιακῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσιν ἔκτακτοι λογισταὶ οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὗτοι, ἔχοντες γραμματικὴν μόρφωσιν, διὰ τοῦ χρόνου, ἐὰν ἔχωσι ζῆλον καὶ νοημοσύνην καὶ φιλοπονίαν, δύνανται νὰ γείνωσιν ἄριστοι ὑπάλληλοι. Ἀλλ’ οἱ ἐκ τοῦ Γυμνασίου ἐξερχόμενοι, ἐὰν κληθῶσι νὰ ἐργασθῶσιν εἰς λογιστικὴν ὑπηρεσίαν ἀμέσως, δὲν εἶναι κατάλληλοι. Ὄντως εἰς τὴν ἐξεύρεσιν ἐκτάκτων λογιστῶν, ἐχόντων τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, παρουσιάσθησαν δυσχέρειαι, διότι ὀλίγιστοι ὑπῆρχον οἱ ἔχοντες πενταετῆ ὑπηρεσίαν οἰκονομικήν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὴν ἀπαιτουμένην πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τριετῆ, τότε θὰ εὕρωμεν εὐκολώτερον λογιστὰς ἐκτάκτους πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου. Τὸ θέμα, εἰς ὃ ἀφορᾷ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον, καὶ αἱ προβαλλόμεναι ὑπ’ ἐμοῦ τροποποιήσεις εἶναι σπουδαιόταται καὶ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, εἰσηγούμενος τὴν πρότασίν μου. Παρακαλῶ δέ, ὅπως διαταχθῇ ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὐτῆς· παρακαλῶ συνάμα καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, συνεννοούμενος μετὰ τῶν ἁρμοδίων, μελετήσῃ τὰς ὑπ’ ἐμοῦ προβαλλομένας προτάσεις. Προκειμένου περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ φροντίζωμεν πρὸς ἐξεύρεσιν καταλλήλων συνδυασμῶν, ὅπως πᾶσα βλάβη προλαμβάνηται καὶ ὅπως ὦμεν ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς ὀφειλέτας, ὅταν μάλιστα πρόκηται νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν πληρωμὴν παλαιῶν χρεῶν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 115–118).
§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῦτε εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ποῖον σύστημα δέχεσθε πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἐνοικιάσεως;
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑποβάλλει ἴδιον νομοσχέδιον.
§51Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμολογῶ χάριτας πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις δὲν ὤκνησε, καίπερ ἀπελθὼν τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, καίτοι δὲν ἔχω λάβει γνῶσιν τῶν μελετῶν αὐτοῦ, ὅτι αὗται θὰ ὦσι πολλοῦ λόγου ἄξιαι, θέλω δὲ τὰς μελετήσει μετὰ μεγάλης προσοχῆς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πλεῖστα θὰ δυνηθῶ νὰ ἀρυσθῶ ἐξ αὐτῶν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ προετοιμάζω, ὡς καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τῇ καταθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνήγγειλα, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀμπελοκτήμονας μέρους τοῦ βάρους, ὅπερ σήμερον ἐπιβαρύνει αὐτούς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναπληρώνω μέρος τοῦ βάρους αὐτοῦ ἀκριβῶς διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύει ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Μετὰ τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θέλω σκεφθῆ, ἐὰν πρέπει νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν ἐμὴν σκέψιν, ἢ ν’ ἀποδεχθῶ τὴν νῦν προτεινομένην.
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς δὲν ἔχετε νομοσχέδιον;
§53ΝΕΓΡΗΣ. Θέλω ὑποβάλει τοῦτο προσεχῶς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἠμπόδισε μέχρι τοῦδε νὰ προβῶ εἰς ῥιζικὴν μεταρρύθμισιν, οἵαν προτείνει ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι, ὅτι φοβοῦμαι τὰς ἐκ θεμελίων μεταβολάς, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα ῥιζικῆς τοιαύτης μεταβολῆς· οὕτω πλεῖστα ἠλπίζομεν ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα αὐτῆς δὲν ἦσαν εὐχάριστα. Τοιοῦτον φόβον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διὰ πᾶσαν φορολογίαν, ἥτις τὸ πρῶτον μέλλει νὰ ἐπιβληθῇ Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὅστις μὲ ἔκαμε νὰ σκεφθῶ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ περάσωμεν ἀπὸ ἓν σύστημα φορολογίας εἰς ἕτερον ἄνευ ῥιζικῆς μεταβολῆς, ἀλλὰ διὰ μικτοῦ τινος συστήματος μᾶλλον ἀσφαλοῦς. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, μετὰ τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου θέλω ἐκφράσει τὴν ὁριστικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην μου. Δεύτερον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν κυνῶν. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, ὑποθέτω, σκέπτεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ σπουδαῖα ἐκ τοῦ φόρου τούτου ποσὰ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τὸ προτεινόμενον, διότι ἄλλη σκέψις ἐπεκράτησεν, ὅτε ἐπεβάλλετο ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κυνῶν, ἤτοι νὰ ἐμποδισθῇ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυνῶν ἐν ταῖς πόλεσιν ἕνεκα τῶν κινδύνων, οὓς δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ὁ πολλαπλασιασμὸς οὗτος. Ὥστε καὶ ἐπὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκφράσω τὴν ὁριστικὴν γνώμην μου, ὅτε θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον νομοσχέδιον, ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ὑπέβαλον αὐτὸ, δὲν ἐτόλμησα νὰ ἐπεκτείνω τὸ εὐεργέτημα αὐτοῦ μέχρι τῶν ὁρίων, εἰς ἃ ἐπεξέτεινεν αὐτὸ ὁ κ. συνάδελφος. Βεβαίως ὅμως ἐναντιότητα οὐδεμίαν θὰ φέρω εἰς τὸ προτεινόμενον μέτρον. Συμφωνῶ ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῶν εὐεργετικῶν τοῦ νόμου διατάξεων ὑπὲρ τῶν δήμων μέχρι τοῦ 1900, διότι καὶ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράξωμεν τὰ ὀφειλόμενα παρ’ αὐτῶν ποσά. Τοῦτο πολλάκις ἀνέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 4, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ ἄρθρον 4 ἔθεσα, διότι ἄνευ αὐτοῦ βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι θὰ παρέλθῃ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1902, χωρὶς οὐδεὶς νὰ παρουσιασθῇ ν’ ἀνανεώσῃ τὰ χρέη του, τὴν τελευταίαν δὲ ἡμέραν θὰ ἴδωμεν ὅλην τὴν Ἑλλάδα σπεύδουσαν εἰς τὰ ταμεῖα, ὅπως ἀνανεώσῃ τὰ χρέη, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ν’ ἀναγκασθῶμεν τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ δώσωμεν νέαν παράτασιν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ περιλάβω τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τὰ ἄλλα ζητήματα, ἅτινα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι μικροτέρας σημασίας. Οὐχ ἧττον ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτων λογιστῶν, μὴ ὑπαγομένων εἰς τοὺς ὅρους τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι τοῦτο ὑπέδειξεν ἡ πεῖρα. Τοῦτο δ’ ἄλλως ἀποδεικνύει καὶ ἡ διάταξις, ἣν προτείνει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅπως μὴ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῶν διορισθησομένων λογιστῶν ὑπηρεσίαν ἀνωτέραν τῶν τριῶν ἐτῶν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μέχρι τῆς σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατάλληλον προσωπικὸν μὲ τὰ προσόντα, ἅτινα εἴχομεν ἐν τῷ προηγουμένῳ νόμῳ. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ καταργήσω τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ προηγουμένου νόμου.
§54Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων, τί ἀπεφασίσατε;
§55ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ μελετήσω καὶ αὐτὸ, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου.
§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§57Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἀγορεύων παρετήρησεν, ὅτι λησμονεῖ τὰς κατὰ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπικρίσεις, ἀφοῦ ἐγὼ, ὁ πατὴρ αὐτοῦ, προέτεινα σήμερον τὴν κατάργησίν του. Οἱ ἀκούσαντες ὅμως αὐτοῦ ἀγορεύοντος παρετήρησαν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐλησμόνησεν, ἀλλ’ ἐμνημόνευσε περισσῶς ἁπάσας τὰς πλημμελείας, τὰς ὁποίας, κατ’ αὐτὸν, παρουσιάζει τὸ σύστημα τοῦτο. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὸς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀντετάχθη ἐρρωμένως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ὑπῆρξαν ὅμως ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὡς ὁ ἐκ Μαντινείας κύριος Βουλευτὴς, οἱ ὁποῖοι καλῶς ἐνθυμοῦνται, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρξεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁ διαφωνῶν, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἀποχρώσεων...
§58ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία διαφωνία ὑπῆρχε.
§59Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές τοῦτο.
§60Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μόνος ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀλλὰ πάντες οἱ εὑρεθέντες ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οἵτινες ὁμολογοῦσιν εἰλικρινῶς, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξε διαφωνία κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπεστήριξα, ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Μόνον μετὰ ἔτος καὶ πλέον, ὅτε ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, τότε μόνον ὑπεβλήθησαν ἀντιρρήσεις ὑπὸ ὀλιγίστων, ἐν οἷς καταλέγεται καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς ἡ συζήτησις τοῦ θέματος, ἂν ὑπῆρξαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου καὶ τίνες οἱ ἀντιλέγοντες, καθόσον κοινῶς ὁμολογεῖται, ὅτι γενικὴ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχεν ἡ ἐξέγερσις κατὰ τοῦ πρότερον ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος. Ἐθαύμασα τὴν εὐγλωττίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, δὲν ἐθαύμασα ὅμως τὰς οἰκονομολογικὰς αὐτοῦ θεωρίας, καθ’ ἃς τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας εἶναι καταδεδικασμένον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, διότι τὸ σύστημα αὐτὸ καταστρέφει ἄρδην τὴν παραγωγὴν τῆς ἀμπελοφυτείας. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι βάσιμος, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ σύστημα ἐνδεδειγμένον ὑπὸ τῶν ἐθνῶν, τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς φορολογίας, εἶναι τὸ σύστημα τοῦτο. Τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ εἰς ἔτος τι, καθ’ ὃ ἀπέτυχε τὸ προϊὸν ἕνεκα ἀντιξόων καιρικῶν περιστάσεων, ὡς πιεστικὸν, ἀλλὰ πάντως εἶναι προτιμότερον τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τοῦ παραγομένου ποσοῦ τοῦ προϊόντος, διότι, ἐὰν κατὰ τὸ ἔτος τῆς κακῆς ἐσοδείας ἤθελεν ὁ ἀμπελοκτήμων ἢ ὁ γεωργὸς ὑποβληθῆ εἰς φόρον δυσανάλογον πρὸς τὴν παραγωγὴν, τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλει ὑποβληθῆ εἰς φόρον ἀσυγκρίτως κατώτερον. Ἡ ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ κτήματος, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ ἐδάφους, μόνιμος φορολογία εἶναι ἡ μᾶλλον ἐπιστημονικὴ καὶ δικαία, συντελοῦσα καὶ εἰς τὴν παρότρυνσιν τοῦ φορολογουμένου πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς. Αὐτὴ ἡ δεκάτη τί ἄλλο ἦτο ἢ φόρος ἐπὶ τοῦ παραγομένου ποσοῦ τοῦ προϊόντος τῆς γῆς; Ἀλλ’ ἡ δεκάτη κατεδικάσθη καὶ κατηργήθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐμοῦ ὡς Βουλευτοῦ συνεργαζομένου μετ’ αὐτοῦ καὶ συντάξαντος τὸ περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ νομοθέτημα. Ἡ δεκάτη κρίνεται ὑφ’ ἁπάντων τῶν οἰκονομολόγων ὡς λείψανον βαρβάρου ἐποχῆς. Τὸ μειονέκτημα τῆς δεκάτης, δι’ ἧς φορολογεῖται καὶ ὁ σπόρος, καὶ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῆς ἐξήγειραν πάντας τοὺς γεωργοὺς, ὡς ἐξήγειραν ἅπαντας τοὺς ἀμπελοκτήμονας τὸ πρὸ τοῦ 1899 ἰσχῦον σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, ὡς ἐκ τῶν διατυπώσεων τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ἰδίᾳ τῆς ἐξακριβώσεως τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Ἐὰν προέβαλον νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ πρὸ τοῦ 1899 κρατοῦντος συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, ἔπραξα τοῦτο ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἠδυνάμην ν’ ἀπαλλάξω τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ τοὺς οἰνοπώλας ἐκ τῶν πιέσεων, ἃς ὑφίσταντο, καὶ ὅτι συνάμα ἐξησφάλιζον τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν δὲ σήμερον προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ γλεύκους, καθ’ ὃν χρόνον τοῦτο μεταφέρεται πρὸς ἀποταμίευσιν, ἔπραξα τοῦτο διότι ἡ πεῖρα τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν μὲ ἔπεισεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπέτυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, δι’ οὓς ἐξέθηκα σήμερον λόγους, εἰσηγούμενος τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Οὐ μόνον ὁ ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἀμερολήπτως παρακολουθήσαντες τὴν πολιτείαν μου, ὡς πολιτευομένου καὶ ὡς διαχειριζομένου τὰ κοινὰ, καλῶς γινώσκουσιν, ὅτι ἐν ἐμοὶ ἓν αἴσθημα προέχει καὶ ἐπικρατεῖ, τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος, τοῦ καθήκοντος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ τοῦ καθήκοντος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι ἓν ὑπῆρξε πάντοτε τὸ μόνον μέλημά μου, ὁ συνδυασμὸς τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ καὶ τῶν τοῦ Δημοσίου, ἅτινα θεωρῶ ἀρρήκτως συνδεδεμένα. Οὐδέποτε ἀπέβλεψα εἰς κολακείαν τοῦ δήμου καὶ εἰς ἐξυπηρέτησιν φιλοδόξων σκοπῶν...
§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤλεγξα ὑμᾶς προσωπικῶς, ἀλλὰ τὰς ἰδέας τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖτε.
§62Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος καλῶς γινώσκει, ὅτι, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὲρ τὰ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, ἐθυσίασα τὴν δημοτικότητά μου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων τοῦ Κράτους συμφερόντων. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι περιέπεσα εἰς πλάνην, ὑποστηρίξας τὴν εἰσαγωγὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, παρηγοροῦμαι, ὅτι εἰς τὴν πλάνην ταύτην εἶχον συνοδοὺς ἅπαντας ἀνεξαιρέτως τοὺς πολιτευομένους, καὶ ἰδίᾳ τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὰς ἀμπελοφόρους ἐπαρχίας. Ὁμολογῶν δὲ ἐξ ἀποκτηθείσης πείρας τὴν πλάνην μου ταύτην, δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω πρὸς τοὺς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπὶ τούτῳ ἐπικρίνοντάς με, ὅτι προτιμότεραί εἰσιν ἐκεῖνοι τῶν πολιτευομένων, οἵτινες ἔχουσι τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάρρος νὰ ὁμολογῶσι μετὰ παρρησίας τὰ λάθη καὶ τὰς πλάνας των, καὶ νὰ προτείνωσι τὰ πρὸς ἐπανόρθωσιν αὐτῶν ἀναγκαῖα μέτρα. Οὐδέποτε κατέταξα ἐμαυτὸν μεταξὺ τῶν φρονούντων, ὅτι εἰσὶν ἀλάθητοι, ἢ μεταξὺ τῶν νομιζόντων, ὅτι ὀφείλουσι νὰ συνηγορῶσι πάντοτε ὑπὲρ τῶν ἐν τῷ παρελθόντι ὑπ’ αὐτῶν πεπραγμένων καὶ ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν δοξασιῶν, ὑπὲρ ὧν ἐν τῷ παρελθόντι συνηγόρησαν. Περιττὸν κρίνω νὰ ὑπομνήσω ἐνταῦθα τὸ λεχθὲν ὑπὸ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅτι μόνον οἱ βόες δὲν μεταβάλλουσι γνώμην καὶ πεποιθήσεις. Τοὐναντίον δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι, καὶ μάλιστα οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ, ὀφείλουσι νὰ ἀναγνωρίζωσι τὰ λάθη καὶ τὰς πλάνας αὐτῶν. Κατ’ ἐμὲ, τὰ διαπραχθέντα ἐν τῷ παρελθόντι σφάλματα, ἀναγνωριζόμενα ὑπὸ τοῦ διαπράξαντος ταῦτα πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ἀποτελοῦτι τὸ σπουδαιότερον κεφάλαιον καὶ ἐφόδιον αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι πολιτείαν του. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης).
§63ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν συνήθως διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ὅπως συνεχισθῇ κατὰ τὴν ἐνάτην. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν, διότι καὶ ὁ καιρὸς εἶναι ἄθλιος καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶναι καταπεπονημένοι.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)