1902.02.11
4.710 στίχοι · 36.571 λέξεις · 322 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 11 Φεβρουαρίου 1902.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κατάδικοι τῶν φυλακῶν Πύλου δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς χάρις.
§2Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως τὴν λάβῃ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν, διότι αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν, ὥστε βεβαίως ὁ σκοπὸς τῆς ποινῆς δὲν πληροῦται, ἀλλὰ τοὐναντίον οἱ ἄνθρωποι καταστρέφονται.
§3Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι συστάσεις πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς εὐρυτέραν κλίμακα ἀπονομῆς βασιλικῶν χαρίτων. Ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τὸ μέτρον τοῦτο δύναται νὰ δικαιολογηθῇ σήμερον, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐπικρατουσῶν σήμερον ἰδεῶν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ἀλλαχοῦ μάλιστα ἤδη, ἐκτὸς τοῦ ποινικοῦ δικαίου καὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας, ἔχει μορφωθῆ ἰδιαίτερος κλάδος ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἡ λεγομένη φυλακονομία, ἢ ἐπιστήμη τῶν φυλακῶν· εἷς δὲ τῶν διασημοτέρων ποινικολόγων, καθηγητὴς τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Μονάχου, ἔχει ἐκδώσει καὶ σύγγραμμα δίτομον πολυσέλιδον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται ἀκριβῶς τὰ καθήκοντα τῆς Πολιτείας σήμερον, ἡ ὁποία, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρῇ, ἔχει συγχρόνως καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα τὴν ποινὴν ἐπιβάλλῃ οὕτω, καὶ ἐκτίηται αὕτη οὕτως, ὥστε νὰ μὴ καταστρέφωνται τὰ στοιχειώδη δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρῇ τὰς πράξεις, ὄχι τὸν ἄνθρωπον. Μάλιστα δέ, ἐὰν, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, θέλει τις νὰ τιμωρῇ, χωρὶς νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς... (θόρυβος). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλητε ἡσυχίαν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§5Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἔχομεν καθῆκον, Κύριοι, ὁσάκις ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἤμεθα ἀληθεῖς αὐτοῦ ἀντιπρόσωποι, νὰ σκεπτώμεθα συγχρόνως καὶ περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, καὶ προκειμένου περὶ τῆς φυλακίσεως αὐτοῦ δι’ ἐγκληματικὰς πράξεις, νὰ φροντίζωμεν διὰ νομοθεσίας νὰ ἐξασφαλίζωμεν αὐτῷ τὸν στοιχειώδη σεβασμὸν πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ἐὰν ἐκεῖνος ἐγκληματῇ, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι τῆς ἐγκληματικότητος. (Φωναί: Ὤ! ὤ! ὤ!). Ἡμεῖς, μάλιστα. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Τὸ ἀδίκημα, Κύριοι, εἶναι ἀποτέλεσμα οὐχὶ μόνον τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως. Ὅταν δὲν φροντίζωμεν περὶ ἀσφαλείας, ὅταν δὲν φροντίζωμεν περὶ ἀστυνομίας, ὅταν ἠξεύρωμεν, ὅτι χωροφύλακες, ἀκριβῶς τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, γίνονται πολλάκις οἱ αἴτιοι τῶν ἀδικημάτων, ὅταν δὲν προλαμβάνωνται τὰ ἀδικήματα, ὅταν δὲν προσπαθῶμεν ἡμεῖς διὰ νομοθεσίας καταλλήλου νὰ μορφώσωμεν τὸν λαόν, νὰ βελτιώσωμεν τὰ ἤθη αὐτοῦ, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι τῆς καταστάσεως. Κατὰ πόσον ἐφρόντισεν ἡ Πολιτεία, ἵνα διὰ καταλλήλου συστήματος ἐκπαιδεύσεως βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην; Μήπως ἔχομεν σύστημα ἐκπαιδεύσεως τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀνατρέψωμεν τὸν λαόν; Μήπως δὲν λέγομεν καθ’ ἑκάστην ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀληθῆ κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ἀνατροφήν; Καὶ τίνες εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς καταστάσεως αὐτῆς, παρὰ ἡμεῖς ἀκριβῶς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτῶνται τὰ πάντα; Διότι ἀκριβῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεσπίσῃ τοὺς καταλλήλους νόμους, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ οἱ κανόνες τοῦ βίου. Ἡ ἔκτισις τῆς ποινῆς δὲν ἀρκεῖ μόνον, πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν συγχρόνως καὶ εἰς τὸ πῶς ἡ ποινὴ νὰ ἐκτίηται, ὅπως δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην, ὁ ἰατρὸς νὰ ὁρίζῃ τὸ φάρμακον, ἀλλὰ συγχρόνως, πῶς καταλλήλως τὸ φάρμακον νὰ δίδηται, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία. Διὰ ταῦτα πάντα ἔδει νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν Ἑλληνικῶν φυλακῶν προσάπτει ὄνειδος εἰς τὸν πολιτισμόν, εἰς τὸν χριστιανισμόν, εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἤμεθα οἱ ἐξοχώτεροι ἀντιπρόσωποι. Ὅταν δ’ οὕτως ἔχωσιν αἱ φυλακαὶ ἡμῶν, ὀφείλομεν, μέχρις εἰσαγωγῆς συστήματος ἀνθρωπίνου, ἔχομεν καθῆκον πρὸς ἐκείνους, οἵτινες διὰ φυλακίσεως μακροῦ χρόνου ἐβελτιώθησαν, ἢ περὶ ὧν ὑπάρχουσι συστάσεις τῶν Εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, ἢ πιστοποιητικὰ ἰατρῶν, ὅτι ἡ ζωὴ αὐτῶν κινδυνεύει, — διότι δὲν κατεδίκασεν αὐτοὺς ἡ Πολιτεία νὰ γείνωσι φθισικοί, — ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν· καὶ ὅταν ὑπάρχωσι κατάδικοι, οἱ ὁποῖοι, ἐξελθόντες ἐκ τῶν φυλακῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, μόνοι των ἐπανῆλθον, ὅπερ δεικνύει, ὅτι ἔχουσι βελτιωθῆ, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ἐν εὐρυτέρᾳ κλίμακι, ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς διέγραψα καὶ τοὺς ὁποίους πάντες, πιστεύω, ἀποδέχεσθε, προκαλέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὴν βασιλικὴν χάριν.
§6Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀναπτύξω πλειότερον τὸ θέμα, συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τοῦ ἀξιοτίμου ἡμῶν συναδέλφου τὴν γνώμην.
§7Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω, οὐχὶ διὰ νὰ συμπληρώσω τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος, ἀλλὰ διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐξετάσωσι, τίνες τῶν καταδίκων ἔχουσι 15 ἢ 18 ἔτη, ἢ καὶ περισσότερα, εἰς τὰς φυλακάς. Πολλοὶ εἰσῆλθον εἰς τὰς φυλακὰς ἄγοντες ἡλικίαν 40 ἢ 45 ἐτῶν, καὶ σήμερον διανύουν τὸ 70 ἔτος· αὐτοὶ πλέον δὲν εἶναι ἐπίφοβοι νὰ ἐγκληματήσουν, ἀλλ’ ἁπλῶς τιμωροῦνται, ἡ δὲ Πολιτεία δαπανᾷ ἀδίκως. Εἶναι δίκαιον νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο καὶ δοθῇ εἰς αὐτοὺς βασιλικὴ χάρις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 89). Οἱ καπνοπαραγωγοὶ τῶν δήμων Καλλιφωνίου καὶ Καρδίτσης καὶ πολλῶν χωρίων τοῦ νομοῦ Καρδίτσης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ περὶ σιγαροποιΐας σύμβασις. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Τρικκάλων διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως».
§9Ν. ΤΖΑΝΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ περὶ ἐκτελέσεως νομοσχεδίου ἀποβαίνει ἀδύνατος κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἀποστείλῃ ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, δι’ ἧς νὰ παραγγείλῃ, ὅπως οὗτοι ὑποχρεῶσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας νὰ παραδίδωσι τὸ πρωτότυπον τῆς κατασχετηρίου ἐκθέσεως, ὁσάκις δικαστικὴ ἀπόφασις διατάσσῃ τοῦτο, πρὸς τὸν ὑπὲρ οὗ ἡ ἀπόφασις. Πρέπει τέλος πάντων, κύριε Πρόεδρε, νὰ παύσῃ τὸ ἄτοπον, ὅπερ καθ’ ἑκάστην ἐν τῇ πρακτικῇ βλέπομεν λαμβάνον χώραν, καὶ ὅπερ τείνει εἰς τὴν ἐντελῆ ἐξουδετέρωσιν τοῦ ὑποθηκικοῦ δικαιώματος. Πολλάκις, Κύριοι, συμβαίνει, μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐπιταγῆς παρὰ τοῦ ἀληθοῦς δανειστοῦ καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη οὗτος προβῇ εἰς κατάσχεσιν, νὰ συνεννοῆται δολίως ὁ ὀφειλέτης μετὰ γυναικὸς ἐντελῶς ἀφερεγγύου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ληξιπροθέσμου μὲν, ἀλλὰ ψευδοῦς καὶ ἀνυπάρκτου δανείου, νὰ προβαίνῃ αὕτη εἰς κατάσχεσιν τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος. Ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὸν νόμον, κατάσχεσις ἐπὶ κατασχέσεως δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ ἐπειδὴ ἡ γυνὴ αὕτη μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς κατασχέσεως εἰς οὐδεμίαν διαδικαστικὴν πρᾶξιν τῆς ἐκτελέσεως προβαίνει, ἀναγκάζεται ὁ δυστυχὴς ἀληθὴς δανειστὴς νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατ’ αὐτῆς περὶ παραδόσεως τῶν ἐγγράφων· μετὰ μακρὸν δὲ καὶ πολυδάπανον δικαστικὸν ἀγῶνα ἐκδίδεται μὲν ἀπόφασις, διατάσσουσα τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐγγράφων, αὕτη ὅμως δυστυχῶς μένει ἀνεκτέλεστος, διότι ἐναντίον τῆς γυναικὸς δὲν ἐπιτρέπεται προσωπικὴ κράτησις, καὶ οὕτω τὸ ὑποθηκικὸν δικαίωμα εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἤτοι ὁσάκις ὑπάρχῃ δικαστικὴ ἀπόφασις διατάσσουσα τὴν παράδοσιν τῶν ἐγγράφων, δύνανται οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ ὑποχρεῶσι τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, ἐπὶ ἀπειλῇ παύσεως, νὰ παραδίδωσιν εἰς τὸν ὑπὲρ οὗ ἡ ἀπόφασις τὸ πρωτότυπον τῆς κατασχετηρίου ἐκθέσεως, ἵνα μὴ διὰ τοιούτων τεχνασμάτων καταστρέφηται ἐντελῶς τὸ ὑποθηκικὸν δικαίωμα.
§10ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ νόμος δὲν τηρεῖται, καὶ πρέπει νὰ ἐκδοθῇ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιβάλλουσα εἰς τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, ὅπως τὰ πρωτότυπα τῶν ἐκθέσεων κατασχέσεων μένωσιν εἰς τὸ ἀρχεῖον εἴτε τοῦ Πρωτοδικείου, εἴτε τοῦ ἐνεργήσοντος ἢ ἐνεργήσαντος τὸν πλειστηριασμὸν συμβολαιογράφου, διότι ἐκράτησε παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ πράξει νὰ παραδίδωνται εἰς τὸν ἐπισπεύδοντα δανειστήν· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγείλῃ νὰ μὴ παραδίδωνται τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Φρονῶ δὲ, ὅτι οὕτω τὸ ἄτοπον θέλει προληφθῆ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῶν τριῶν σιγαροποιῶν, τῶν ἐξορισθέντων ἐκ Καΐρου, παραπονουμένων διὰ τὴν εἰς αὐτοὺς ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν, καὶ παρακαλούντων νὰ καταβληθῇ ἡ δέουσα ἐνέργεια, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς Αἴγυπτον.
§12Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖα μέτρα ἔλαβεν, ἢ ποίας ἐνεργείας ἐποιήσατο, ὅπως ἐπανέλθωσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰς τὰς ἐργασίας των, ὅπου διέμενον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, καὶ ἀδίκως ἀπεπέμφθησαν ἐκ Καΐρου ὡς κακοῦργοι, παρὰ τὰς διεθνεῖς συμβάσεις. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐκδιωχθέντες ἐκ Καΐρου, ἀπεστάλησαν εἰς Σμύρνην, καὶ μετὰ πολλὰς περιπετείας ἔφθασαν ἐνταῦθα.
§13ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἕνεκα τῆς ἀπεργίας, ἡ ὁποία συνέβη ἐν Καΐρῳ, ἡ ἐκεῖ προξενικὴ ἀρχὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ συγκατανεύσῃ εἰς τὴν ἀπέλασιν τῶν πρωτοστατῶν εἰς τὰς ταραχάς. Ἡ ἀπέλασις θεωρεῖται προσωρινή, ἐλπίζω δ’ ὅτι, παρελθουσῶν τῶν ταραχῶν, θέλει ἐπιτραπῆ ἡ ἐπάνοδος αὐτῶν· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἔχω ἤδη νὰ εἴπω τι ἀκριβέστερον.
§14Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, εἶχε δικαίωμα ἡ προξενικὴ ἀρχὴ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν σύλληψιν καὶ ἀπέλασιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων; Διότι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῶν, αὐτοὶ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ταραχάς· ἦσαν ἐκ τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον χρήματα μόνον πρὸς διατροφὴν τῶν ἀπεργῶν. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἐνέργεια τοῦ προξένου εἶναι νόμιμος, καὶ ἂν πρέπει νὰ καθιερωθῇ τοιοῦτον σύστημα, ὥστε ἡ ἀστυνομία τῆς Αἰγύπτου νὰ συλλαμβάνῃ οἱονδήποτε ὑπήκοον Ἕλληνα καὶ ἐκδιώκῃ αὐτὸν τῆς Αἰγύπτου. Ἐν Καΐρῳ ὑπάρχουσιν Ἰταλοί, Γάλλοι καὶ Γερμανοὶ ἐργάται, οἵτινες καὶ συνελήφθησαν, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἐκδιωχθῶσιν, ἀλλ’ οἱ πρόξενοι αὐτῶν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐδέχθησαν νὰ ἐκδιώξῃ ἡ ἀρχὴ τοὺς συμπολίτας των· ἐνῷ οἱ Ἕλληνες, μὴ εὑρόντες προστασίαν, ἐξεδιώχθησαν καὶ εὑρίσκονται ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐνταῦθα. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὀφείλει νὰ ἐντείνῃ τὰς προσπαθείας του, ὅπως ἐπιστρέψωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ μὴ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη. Ἄλλως δὲ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ συνελήφθησαν καὶ ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἤτοι ἐντὸς τοῦ Προξενείου.
§15Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων δύναμαι νὰ εἰκάσω ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, φαίνεται, ὅτι δύνανται οἱ τρεῖς οὗτοι νὰ ἐλπίζωσιν, ὅτι θὰ ἐπανέλθωσι ταχέως εἰς Αἴγυπτον. Διατυπῶ λοιπὸν τὴν παράκλησιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐντείνῃ τὰς προσπαθείας του, ὅπως οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐπανέλθωσιν ἐκεῖ ὡς οἷόν τε τάχιον.
§16Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἐνεργήσει προσηκόντως, ὅπως μὴ ἐξακολουθῇ τὸ ἀδίκημα τοῦτο κατὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Οὐχ ἧττον, ἔχων ὑπ’ ὄψει ἀναφορὰν αὐτῶν, δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ «Νέῳ Ἄστει» πρό τινων ἡμερῶν, ἐν ᾗ καταγγέλλουσιν, ὅτι ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς στιγματισμὸν εἰς τὰς χεῖρας καὶ εἰς τὸ μέτωπον, ἐλπίζω, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, ἣν ἡ Κυβέρνησις θέλει καταβάλει, θέλει συστήσει εἰς τὰς ἐκεῖ ἀρχάς, ὅπως μὴ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας πράξεις, αἵτινες πᾶν ἄλλο εἰσὶν ἢ πράξεις πεπολιτισμένων ἀνθρώπων.
§17Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περὶ διαφόρων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Καταθέτω δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται προσθήκη εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1902 δραχμῶν 100,000 διὰ τὴν ἐν ἔτει 1900 συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Παγκόσμιον Ἔκθεσιν. Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἐξόδων ἐγένετο ἐνταῦθα πρό τινων ἡμερῶν. Ἐπίσης καταθέτω δήλωσιν, ὅπως αὐξηθῇ τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ δραχ. 15,000 ὡς ἔγγιστα. Ὑποβάλλεται συγχρόνως καὶ ὁ σχετικὸς πίναξ. Ἐπίσης καταθέτω δήλωσιν περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ νέον κεφάλαιον πιστώσεως ἐκ δρ. 1100 δι’ ἀγορὰν οἰκοπέδου διὰ τὸν συνοικισμὸν Ἰτέας. Τελευταῖον καταθέτω δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιφέρεται διόρθωσις, γενομένη ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ κατὰ λάθος δὲν περιελήφθησαν εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων αἱ 20 δραχμαί, αἱ χορηγούμεναι διὰ τοῦ νόμου ΦΛΓʹ.
§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόσον εἶναι τὸ ὅλον ποσόν;
§19ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι 67,880, δραχμαί, καὶ μετά τινων ἄλλων μικρῶν πιστώσεων τὸ ὅλον 75,480.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 90–93).
§21Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ νομίμου τῆς καταργήσεως δημοτικῶν σχολείων. Εἶναι ἔγγραφος ἡ διδομένη αὐτῷ ἀπάντησις, ἣν καὶ καταθέτω. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Τσᾶτσος ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα καὶ τὴν ἀπόφασιν τὴν σχετιζομένην πρὸς τὴν ἔκπτωσιν τοῦ πρώην ἡγουμένου Πεντέλης Συμεὼν Παπαδημητρίου. Καταθέτω ταῦτα.
§22Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐφέρατε καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου;
§23Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐζήτησα τὴν γνωμοδότησιν, ἀλλ’ αὔριον θὰ ἐπισυνάψω αὐτὴν, διότι μοὶ ἐζητήσατε αὐτὴν ἐξωδίκως δὲν περιείχετο εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας.
§24Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν καταθέσητε.
§25Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Πετρίδης ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ διορισμῶν καὶ παύσεων γραμματοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν. Καταθέτω πίνακα τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων αὐτῶν ἀπὸ τῆς 28 Αὐγούστου μέχρι τῆς 28 Νοεμβρίου 1901. Δίδεται δὲ ἀπάντησις λεπτομερὴς εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βιτάλης ἐζήτησε νὰ μάθῃ διὰ ποῖον λόγον οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Μυκόνου δὲν πληρώνονται τοὺς μισθοὺς αὑτῶν. Δίδεται ἡ ἀπάντησις, ὅτι οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Μυκόνου δὲν μισθοδοτοῦνται, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὴν καταβολὴν μισθῶν. Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ προσβληθῇ ἡ ἐνοικίασις τῶν κτημάτων τῆς αὐτῆς Μονῆς. Ἡ μίσθωσις λήγει κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1902, θέλει διαταχθῆ δέ, ἢ διετάχθη ἤδη ἡ ἐνοικίασις κατὰ τὸν νόμον. Ὁ βουλευτὴς Νάξου κ. Μυκώνιος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε κατάστασιν ἐνδεικνύουσαν τὰ χωρία τῶν δήμων καὶ ἐπαρχιῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἔνθα ᾠκοδομήθησαν σχολεῖα ἢ γραμματοδιδασκαλεῖα, καὶ τὴν τάξιν τῶν δήμων τούτων. Διὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ εἶναι δύσκολον ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ καταρτισθῇ τοιοῦτος πίναξ· διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ παραπέμψω εἰς τὴν Ἐπετηρίδα, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ ἐκεῖ φαίνεται ἡ κατάστασις τῶν χωρίων τῶν δήμων, ἔνθα ᾠκοδομήθησαν σχολεῖα καὶ γραμματοδιδασκαλεῖα.
§26Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω μόνον, ὅπως ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας σχετιζομένας πρὸς τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχον παρακαλέσει δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ ταύτας, διότι ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ προβαίνει εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας.
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ κατέθεσα ὅλα.
§28Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν κατεθέσατε τὴν πληροφορίαν περὶ καπνοκοπτηρίων· πόσα καπνοκοπτήρια λειτουργοῦσι, πόσον ποσὸν καπνοῦ ἐκόπη, ποῖον τὸ προσωπικόν, καὶ πόσον μισθὸν λαμβάνει τὸ προσωπικὸν αὐτό.
§29ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ ὡς τάχιστα τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἰδίᾳ δὲ τὰς παρὰ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας συναδέλφου κυρίου Τσιτσάρα, ἀφορώσας κτήματα τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων φρονῶ, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγῶμεν πάσας τὰς αἰτουμένας πληροφορίας μετὰ πάσης προθυμίας, ἵνα μὴ διασύρηται ἡ ὑπόληψις ἀνθρώπων ἀνωτέρων πάσης μομφῆς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωτσᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§31ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀδίκημα γιγνόμενον εἰς τάξιν τινὰ πολιτῶν δυνάμει νόμου ἰσχύοντος, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ δὲν γίνεται καλῶς ὑπὸ τῶν δημοσίων ὀργάνων, καὶ ἐζητήθη ἡ θεραπεία τοῦ ἀδικήματος τούτου. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον ἐπὶ ἑτέρου ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον γίνεται κατ’ ἄλλης τάξεως πολιτῶν, οὐχὶ δυνάμει πλέον νόμου ὑφισταμένου, ἰσχύοντος, ἀλλὰ δυνάμει τοιούτου κατηργημένου, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Γνωρίζετε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ΥΛΑʹ τῆς 25 Μαρτίου 1871 ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς εὐτυχεῖς πολίτας τοῦ Βασιλείου τούτου νὰ μετάσχωσι τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, Κύριοι, ὑπάρχει διάταξις, τῆς ὁποίας ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀπήντησα οὔτε μᾶλλον ἄδικον, οὔτε ἧττον ἠθικήν. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ἐκείνου, ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημόσιον οὐδόλως εὐθύνεται, ἂν δηλωθεῖσαι καὶ παραχωρηθεῖσαι γαῖαι ἐκνικηθῶσιν ὑπὸ τρίτων, ὁ δὲ πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις ὑποχρεοῦται οὐχ ἧττον εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ συμπεφωνημένου τιμήματος». Τοσοῦτον ἄδικος διάταξις ἑπόμενον ἦτο, Κύριοι, νὰ ἐγείρῃ παράπονα καὶ κατακραυγὴν ἐκ μέρους τῶν δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας, ἀλλ’ ἀπολεσάντων ταύτας δικαστικῶς, ζητησάντων δὲ πολὺ δικαίως τὴν ἐπιστροφὴν τῶν προκαταβληθέντων καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῶν ὑπολειπομένων δόσεων. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετά τινα χρόνον, μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν περίπου, ἠθέλησε νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄδικον τοῦτο, καὶ διὰ νόμου τοῦ 1873 κατήργησε τὴν διάταξιν ἐκείνην. Ἔχει δὲ ἡ διάταξις τοῦ νέου νόμου ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΥΠΓʹ τῆς 30 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1873 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς δηλώσαντας ἐθνικὰς, ἐκκλησιαστικὰς ἢ ἐπισκοπικὰς γαίας, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων δίκαι, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἡττηθῇ, καὶ αἱ γαῖαι περιέλθωσιν ὁριστικῶς εἰς τρίτους, ἐπιστρέφεται ἀτόκως ἡ προκαταβολὴ καὶ αἱ ἐτήσιαι δόσεις, ὅσας ἐπλήρωσαν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἀκυροῦνται αἱ χρεωστικαὶ ὁμολογίαι τῶν ὑπολειπομένων δόσεων». Ἦτο ἐπάναγκες βεβαίως νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάταξις αὕτη, διὰ νὰ καταργήσῃ τὴν προηγουμένην, ἡ ὁποία, ὡς σᾶς εἶπον, ἦτο λίαν ἄδικος. Καὶ ἐγὼ μὲν θεωρῶ τὴν διάταξιν ἐκείνην κατηργημένην, δυστυχῶς ὅμως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει διάφορον τῆς ἐμῆς γνώμην· θεωρεῖ δηλ. τὴν πρώτην διάταξιν, τὴν τοῦ νόμου ΥΛΑʹ, ὡς ἰσχύουσαν, μὴ ἰσχύουσαν δὲ τὴν τοῦ δευτέρου νόμου, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι, λέγει ἡ ὑπηρεσία, ὡς ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, ἀναφέρεται εἰς τὸ παρελθόν, δὲν ἀναφέρεται οὔτε εἰς τὸ ἐνεστώς, οὔτε εἰς τὸ μέλλον, ἄρα οἱ δηλώσαντες πρὸ τοῦ 1873 ἀπολαύουσι τοῦ εὐεργετήματος, ὅπερ καθιερώθη διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, οἱ δηλώσαντες ὅμως ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐφεξῆς δὲν ἀπολαύουσι τοῦ εὐεργετήματος.
§32Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀναγινώσκετε ἐκ νέου, παρακαλῶ;
§33ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§34Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καταργητικόν.
§35ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκει αὖθις τὸ ἄρθρον). Ἐπεθύμουν νὰ εὐηρεστεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίαν γνώμην ἔχει· ἰσχύει ἀκόμη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ΥΛΑʹ, ἢ κατηργήθη διὰ τοῦ ἑτέρου νόμου, ἤτοι τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ΥΠΓʹ, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι εἶναι κατηργημένη ἐκείνη ἡ ἀποτρόπαιος, ἡ δρακόντειος διάταξις, βεβαίως πρέπει νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλλήλους νὰ δέχωνται τὰς αἰτήσεις τῶν δηλωτῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἐπιστρέφωσι τὰ προκαταβληθέντα, καὶ ἀπαλλάττωσιν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν ὑπολειπομένων δόσεων εἰς τὸ μέλλον. Ἐὰν τοὐναντίον ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ τὸ μέγα ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίγνεται εἰς τοὺς πολίτας αὐτούς, νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὅμως νὰ προλαμβάνῃ ὅλας αὐτὰς τὰς παρερμηνείας καὶ συγχύσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, δηλ. νὰ ἔχῃ χρόνους τοῦ ῥήματος δηλῶ καὶ παρῳχημένους καὶ ἐνεστῶτας καὶ μέλλοντας, νὰ μὴ λέγῃ δηλαδὴ μόνον εἰς τοὺς δηλώσαντας, ἀλλὰ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς δηλώσαντας, τοὺς δηλοῦντας καὶ τοὺς δηλώσοντας (ἱλαρότης).
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαιτεῖται νόμος, ἵνα ὑποχρεῶται τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιστρέφῃ τὰ καταβληθέντα;
§37ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ τὸ ῥηθὲν ἄρθρον 3 τοῦ ΥΠΓʹ νόμου ῥητῶς διατάσσει τοῦτο, καὶ ἑπομένως οὐδεμία ἀνάγκη νέου νόμου.
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀόριστος δὲν πταίει· πταίει ἡ ἑπομένη φράσις.
§39ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ποία φράσις; «ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι»;
§40Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ φράσις τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν.
§41ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι πταίει ποσῶς καὶ αὐτό, διότι πῶς ἔδει νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις; ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ τῶν ὑπαρχουσῶν ἢ τῶν ὑπαρξασῶν ἢ τῶν ὑπαρξουσῶν; Βεβαίως δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ἐκφρασθῇ ὁ νόμος, εἰμὴ διὰ τοῦ ἐνεστῶτος χρόνου, χωρὶς βεβαίως νὰ ἤθελε δι’ αὐτοῦ ὁ νομοθέτης ν’ ἀποκλείσῃ καὶ τὰς ἐν τῷ μέλλοντι ἢ τῷ παρελθόντι ὁμοίας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὄντως τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, τότε παρακαλῶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον πρὸς διόρθωσιν τῆς προσγιγνομένης ἀδικίας.
§42Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ Δικαστήρια δὲν ἐδίκασαν ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης;
§43ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο ἤχθη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὑποβάλλωμεν τοὺς πολίτας εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ διὰ τόσον καταφανῶς δικαίας ἀξιώσεις. Δὲν ἀρκεῖται τὸ Δημόσιον νὰ μὴ πληρώσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐκνίκησιν τῶν παραχωρηθεισῶν ὑπ’ αὐτοῦ γαιῶν, ἀλλὰ θέλει νὰ μὴ ἐπιστρέψῃ καὶ τὰς προκαταβολὰς, καὶ ἐπὶ πλέον ζητεῖ καὶ τὰς ὑπολειπομένας δόσεις διὰ γαίας, τὰς ὁποίας οὔτε ἔλαβεν, οὔτε ἐλπίζει εἰς τὸ μέλλον νὰ λάβῃ ὁ δηλώσας; Εἶναι τοῦτο δίκαιον καὶ πρέπον;
§44Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω προσεχῶς.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§46Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς κάτοικος Τριπόλεως καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος κὐτῆς, αἰσθάνομαι ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῆς παρατάσεως μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὄχι μόνον κρατεῖ μερίδα τινὰ τῆς ἐν Τριπόλει κοινωνίας εἰς ἐμφύλιον πόλεμον, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ἀντικείμενον, ὅπως διεξάγηται δημοσιογραφικὸς ἀγὼν ἐπὶ μῆνας, ἀγών, ὁ ὁποῖος ἤρξατο ἀπὸ τὸν ἐγχώριον τύπον τῆς Τριπόλεως, καὶ ἔφθασε μέχρι τῶν ἐγκριτωτάτων ἐφημερίδων τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου. Ἀναγινώσκω καθ’ ἑκάστην ἐν ἐφημερίσιν ἐγκριτωτάταις τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου, ὡς γεγονότα, διαδόσεις δυναμένας νὰ θέσωσιν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἁγνότητα τοῦ ἐν Τριπόλει ἤθους, τὸ ὁποῖον ἄχρι τοῦδε δὲν ἠμφισβητήθη ὑπὸ τῶν βιωσάντων ἐν Τριπόλει, ἢ διαβάντων ἐκ τῆς πόλεως ἐκείνης. Παρίσταται διὰ τοῦ τύπου ἡ Τρίπολις ὡς διῃρημένη εἰς δύο στρατόπεδα θρησκοληπτικά. Εὑρίσκομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀφοῦ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται, νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα συντελέσωσιν, ὅπως δοθῇ πέρας τέλος πάντων εἰς τὴν δημοσιογραφικὴν αὐτὴν δυσφήμησιν μέρους τῆς κοινωνίας τῆς Τριπόλεως. Πάντες γινώσκετε, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὑπὸ ἔποψιν θρησκευτικήν, ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην του. Ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι τόσον φιλόθρησκος, ἰδίως δὲ ἡ κοινωνία Τριπόλεως διακρίνεται ἐπὶ τούτῳ, ἐν τούτοις οὐδεμία ἐπίβλεψις ἢ θρησκευτικὴ διδασκαλία γίνεται. Ἐκ τῆς Τριπόλεως ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τρία ἔτη ἀπουσίαζε. Πρὸ τῆς τριετοῦς ἀπουσίας τοῦ Ἀρχιερέως ἦλθεν ἐκεῖ ἱερομόναχός τις, ὡς ἱεροψάλτης ἔν τινι ἐκκλησίᾳ, ὁ ὁποῖος τῳόντι προσείλκυσε τὸν σεβασμὸν τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τῆς κοινωνίας. Εἰς τὸν ἱερομόναχον ἐκεῖνον προσέτρεχον πολλοὶ νέοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὰς σχέσεις τῶν πρὸς αὐτὸν διεκρίνοντο διὰ τὰ φιλόθρησκα αἰσθήματά των· νέοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον τοὺς ἱεροὺς ναοὺς, ἅμα τῇ ἀναπτύξει σχέσεων πρὸς τὸν ἱερομόναχον ἐκεῖνον, ἐγίνοντο τόσον φιλόθρησκοι, ὥστε μετέβαινον εἰς τὰς ἐκκλησίας, ὅπως ἀκροῶνται τῶν θείων λειτουργιῶν. Ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ ἱερομονάχου ἐκείνου ἐκ Τριπόλεως οἱ νέοι ἐκεῖνοι, τινὲς τῶν ὁποίων, δὲν δυσκολεύομαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἀνήκουσι καὶ εἰς οἰκογενείας καλὰς, καὶ οὐδέν ποτε παράπονον ἔδωκαν εἰς τὴν κοινωνίαν οὔτε ἐπὶ ἀνηθικότητι, οὔτε ἐπὶ ἀναξιοπρεπεῖ παραστάσει, οἱ νέοι ἐκεῖνοι ἐφωράθησαν ὡς συνδεόμενοι πρὸς ἀλλήλους διὰ δεσμοῦ στενωτέρου τοῦ συνήθους φιλικοῦ δεσμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου συνδέονται οἱ ἁπλῶς γνωριζόμενοι πολῖται, οἱ ζῶντες ἐν τῇ αὐτῇ πόλει. Δυστυχῶς ἀπό τινος διαπληκτισμοὶ συνέβησαν μεταξὺ ἑνὸς καθηγητοῦ τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων ἐν τοῖς ἐκεῖ διδακτηρίοις καὶ ἄλλων ἐπίσης διδασκάλων ἐκ τῶν νέων τῶν σχετισθέντων πρὸς τὸν ἱερομόναχον ἐκεῖνον, ἔκτοτε δ’ ἤρξατο ὁ πόλεμος μεταξὺ τῶν μαθητῶν τῶν ἐν Τριπόλει διαφόρων ἐκπαιδευτηρίων, τῶν ἐχόντων ἐπὶ κεφαλῆς τὸν καθηγητὴν τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν διδασκάλων τῶν νομιζομένων ὡς Νηφωνιστῶν. Δὲν γνωρίζω μῖσος ἰσχυρότερον τοῦ θρησκευτικοῦ. Τὸ ἓν στρατόπεδον βεβαιοῖ, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο καταγίνονται ἢ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ κατανόησιν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου· τὸ ἄλλο στρατόπεδον, τὸ ἔχον ἐπὶ κεφαλῆς τὸν καθηγητὴν τῶν ἱερῶν μαθημάτων, βεβαιοῖ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω. Καίτοι μεγάλας προσπαθείας κατέβαλον, ἵνα μάθω τί συμβαίνει μεταξὺ τῶν νέων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δυσφημοῦνται, βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσα. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ διεξαγομένη ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Μανουσοπούλου δικαστικὴ ἀνάκρισις, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν Βουλήν, τί συμβαίνει ἐν Τριπόλει, διότι καθ’ ἑκάστην πρωΐαν ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, διότι τὰ μέλη τῆς κοινωνίας τῆς Τριπόλεως διακρίνονται ἐπὶ ἠθικότητι.
§47Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος μηνὸς Ἰανουαρίου ἔλαβον γνῶσιν πραγματικῶς ἐκρύθμου καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐν τοῖς ἐν Τριπόλει σχολείοις. Ὁ Γυμνασιάρχης κ. Θαλασσινὸς μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἐπῆλθεν ἔρις μεταξὺ καθηγητοῦ τινος τῶν ἱερῶν μαθημάτων καὶ διδασκάλων τῆς Γυμναστικῆς, ἕνεκα συζητήσεων περὶ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ὁ καθηγητὴς τῶν ἱερῶν μαθημάτων, ὡς ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ἐθεώρησεν, ὅτι ζιζάνια αἱρετικὰ εἶχον εἰσχωρήσει εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν, ὅτι οἱ γυμνασταὶ παρηκολούθουν τὰ δόγματα ἱερομονάχου τινός, ὅστις ἦτο ἱεροψάλτης ἔν τινι ἐκκλησίᾳ, καὶ ὅτι ἡ ἔρις εἰς τοιοῦτο περιῆλθε σημεῖον, ὥστε πράγματι ἐγεννήθη σκάνδαλον ἐν Τριπόλει. Καὶ ἔχω διαμαρτυρίας διὰ τοῦτο· ἀλλ’ ἐν τῇ κοινωνίᾳ Τριπόλεως, ἥτις διακρίνεται ἐπὶ εὐφυΐᾳ καὶ ὀρθοφροσύνῃ, νομίζω ὅτι περὶ αἱρέσεων θεωρίαι δὲν δύνανται νὰ ῥιζοβολήσωσιν, αἱ δὲ ἔριδες, ὡς κοινοὶ διαπληκτισμοί, οὐδὲν ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔχωσι.
§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ Νήφων;
§49ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ Νήφων ἦτο ἱεροψάλτης, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει κατορθώσει νὰ ἐννοῇ τὸ Εὐαγγέλιον καὶ νὰ μεταδίδῃ τὰς ἀληθεῖς αὐτοῦ ἐννοίας εἰς τοὺς μαθητάς του· λέγεται δέ, ὅτι κατώρθωσε νὰ πείσῃ τινὰς, ὅτι τῳόντι προσεκτήσατο τοιοῦτον χάρισμα.
§50ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐβεβαιώθη τοῦτο, ἢ λέγεται;
§51ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας Τριπόλεως ὅλη ἡ σειρὰ τῶν δογμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς τὸν Νηφωνισμόν, ὡς ὠνομάσθη ἡ αἵρεσις. Ὅτε ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας καταγγελλομένας τὰς κακοδοξίας τοῦ Νήφωνος, ἐνόμισα, ὅτι πρόκειται περὶ ἀστείων ὄντως πραγμάτων, διότι αἱ κακοδοξίαι εἶναι 17 τὸν ἀριθμὸν, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ μία μόνον προεκάλεσεν ἄλλοτε τὴν ἐν Ἐφέσῳ Σύνοδον, ἡ ὁποία συνῆλθεν, ἵνα κατακρίνῃ τὸν Νεστόριον. Παραδείγματος χάριν ἐτίθετο εἰς συζήτησιν, ἐὰν ὑπάρχει διάβολος, ἢ ἐὰν δὲν ὑπάρχει· καὶ οἱ μὲν ἰσχυρίζοντο, ὅτι διάβολος εἶναι τὸ πάθος, ἐνῷ ἄλλοι ἰσχυρίζοντο, ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἡ γυνή.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς τί φρονεῖτε, κύριε Ὑπουργέ;
§53ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὅσοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ γυνὴ εἶναι ἄγγελος, εἶναι ἀντινηφωνισταὶ (Ἱλαρότης). Ἔμαθον, ὅτι διῃρέθησαν οἱ καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι εἰς Νηφωνιστὰς καὶ ἀντινηφωνιστάς. Ἐκάλεσα εἰς Ἀθήνας τὸν καθηγητὴν τῶν ἱερῶν μαθημάτων καὶ τοὺς γυμναστὰς, καὶ ἐξετάζεται ἤδη ἡ ὑπόθεσις, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἠδυνήθη ἡ Ἀρχὴ νὰ μάθῃ, ἐὰν πράγματι ὑπάρχει αἵρεσις, ἢ ὑπάρχει σπεῖρά τις, ἥτις ἠθέλησεν ἐν Τριπόλει νὰ διδάξῃ θεωρίας, ἢ προέβη εἰς σκοτίας ἱεροτελεστίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται βεβαίως νὰ προσβάλωσι τὴν κοινωνίαν τῆς Τριπόλεως ἠθικῶς. Τὸ μόνον, ὅπερ γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἐξηγέρθη αὐτόθι ἀγανάκτησις, διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἡ Τρίπολις ὡς κοινωνία δυναμένη νὰ ἀποδεχθῇ αἱρέσεις καὶ δόγματα τοιαῦτα.
§54ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῦ εὑρίσκεται ἤδη ὁ Νήφων;
§55ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μανθάνω, ὅτι εὑρίσκεται ἔν τινι Νοσοκομείῳ πάσχων.
§56ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Μονήν του.
§57ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἐκάλεσα τοὺς καθηγητὰς καὶ διδασκάλους ἐνταῦθα, ἐνεργεῖται δὲ καὶ τακτικὴ ἀνάκρισις. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολῆται οὐσιαστικῶς ἡ Βουλὴ εἰς τοιαῦτα ζητήματα, διότι τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Λεβίδην, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἐνταῦθα συνάδελφόν τινα ἐχειροτόνησεν ἀββᾶν, νὰ χειροτονήσῃ τοὺς Βουλευτὰς κληρικούς, ἵνα μεταβληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς Ἐκκλησιαστικὸν Συνέδριον.
§58ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν προεκάλεσα συζήτησιν, ἐὰν ὑπάρχει αἵρεσις, ἢ ὄχι· τοῦτο τὸ γνωρίζω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ συκοφαντῆται ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον ζῶ καὶ ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου. Παρεκάλεσα ὅμως τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι γνωρίζω, ὅτι πρόκειται περὶ ὄνου σκιᾶς. Ἐὰν οἱ καταγγελλόμενοι Νηφωνισταὶ ὄντως διαπράττωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλουσι κατ’ αὐτῶν, νὰ τιμωρηθῶσιν ἀμειλίκτως· ἐὰν ὄχι, νὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς αὐτοὺς, διότι καὶ τὰς θέσεις των ἀπώλεσαν καὶ εἰς τὴν μῆνιν τῆς κοινωνίας Τριπόλεως ὑπέπεσαν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ αὐτὴν τὴν παράκλησιν ἀπευθύνω.
§59Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης)... Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπελήφθη ἡ Δικαιοσύνη ἀνακρίσεων, καὶ αἱ ἀνακρίσεις εἶναι ἔτι ἐκκρεμεῖς. Ἐγκαίρως προεκάλεσα ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, τὴν ὁποίαν ἔχω· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνακρίσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀνακοινώσω· ὅταν αἱ ἀνακρίσεις περατωθῶσι, τότε, ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλή, βεβαίως θὰ ὑποβάλω αὐτήν.
§60ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις ἡ τελευταία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔθηκε τὸ ζήτημα ἀκριβῶς εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὅσα ἠκούσαμεν λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐδικαίουν ἡμᾶς νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἀλλοῖον θὰ ἦτο τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἀστεϊσμός, καὶ ἀστεϊσμὸς ἔχων βάσιν τὸ θρησκευτικὸν ζήτημα. Νομίζω ὅτι, ὅπου τὰ πράγματα κατήντησαν, τὸ θέμα τοῦτο, ὅπερ ἀποτελεῖ ἀληθὲς κοινωνικὸν σκάνδαλον, ἐπεκταθὲν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ μὴ περιορισθὲν ἐν μόνῃ τῇ Τριπόλει, τὸ θέμα ἔλαβε χαρακτῆρα ἄξιον ἐξετάσεως, καὶ τοσούτῳ περισσότερον, καθόσον ἀποτέλεσμα τῆς συνταράξεως τῶν συνειδήσεων ὁλοκλήρου τῆς Τριπολιτικῆς κοινωνίας ὑπῆρξαν θετικαὶ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐνῷ λέγουσιν, ὅτι γίνεται ἐξέτασις διοικητικὴ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐξέτασις ἐκκλησιαστικὴ παρὰ τοῦ Ἀρχιερέως, ἐξέτασις δικαστικὴ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐντούτοις, διαρκουσῶν τῶν ἐξετάσεων τούτων, ἐπῆλθον ἀποτελέσματα καταδικαστικὰ προσώπων καὶ προδικαστικὰ πραγμάτων, ἅτινα σήμερον ἐξετάζονται. Διότι τί μανθάνομεν, τί ἀναγινώσκομεν, τί βλέπομεν πιστοποιούμενον ἐκ δημοσίων ἐγγράφων; Μανθάνομεν, ὅτι ἔνοχοι τοιούτων νηφωνιστικῶν ἰδεῶν, περὶ ὧν τοσαῦτα εἶπεν, ἄξια πραγματικῶς τῆς ὑποθέσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ ἀνακρίσεις, ἀνεγνωρίσθησαν ἄνθρωποι νέοι καὶ ἡλικιωμένοι, καὶ ὡς φρονοῦντες τὰ τοῦ Νήφωνος ἐστιγματίσθησαν ἤδη καὶ ἔπαθον ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διότι ἀπεπέμφθησαν μαθηταὶ ἐκ τοῦ Γυμνασίου...
§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαύθησαν διδάσκαλοι.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ἐπαύθησαν διδάσκαλοι, καθ’ ὧν οὐδὲν ἄλλο παράπονον ἠκούσθη, ἐπαύθησαν δημοδιδάσκαλοι ἔχοντες ὑπηρεσίαν πολλῶν ἐτῶν εἰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες διαμαρτύρονται, ὅτι, ἐν ᾧ οὐδὲν τὸ βαρῦνον αὐτοὺς ὑπάρχει, οὐδὲ προσάπτεταί τι ἀποδεδειγμένως εἰς αὐτούς, ἐν τούτοις χαρακτηρίζονται ὡς μὴ ὀρθόδοξοι. Ἤκουσα ἐγὼ αὐτὸς ἕνα, ὅστις ἦλθεν εἰς τὸν οἶκόν μου, ἄγνωστός μοι πρότερον, εὐπρεπέστατος δὲ καθ’ ὅλα ἄνθρωπος, ὅστις ἦλθε καὶ ὡς οἱ ἄλλοι, οὕτω καὶ αὐτὸς διεμαρτύρετο, ὅτι ὄχι μόνον εἶναι πιστὸν τέκνον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ ἐκτελεῖ ἀνελλιπῶς πάντα τὰ χριστιανικὰ αὐτοῦ καθήκοντα. Μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς τακτικῶς μεταλαμβάνει τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐξετέλεσε τὸ χριστιανικὸν καθῆκον τῆς ἐξομολογήσεως. Λοιπὸν τὰ γινόμενα ἀποτελοῦσιν ὄχι μόνον σκάνδαλον, ἀλλὰ καὶ δεινὴν προσβολὴν κατά τε τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως καὶ κατὰ τῆς ὑλικῆς ἔτι ὑποστάσεως τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ἀνακρίσεις γίνονται, καὶ ἐν ὅσῳ αὗται γίνονται, νὰ προδικάζῃ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἀπολύῃ. Δὲν λέγω, ὅτι προεδίκασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἀληθῶς δὲν προεδίκασεν οὗτος, ἀλλ’ ἄλλοι, οἵτινες κατὰ νόμον ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως, καὶ ἐφ’ ὧν προθύμως ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἄμεσον δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθίστατο εἰς αὐτοὺς καταληπτὸν, ὅτι τοιαύτη σπουδὴ ἐν δικαιοσύνῃ δὲν ἐπιτρέπεται· δὲν ἐπιτρέπεται, προκειμένου περὶ ἀνθρώπων, ὧν τὸ παρελθὸν οὐδὲν ἔχει τὸ ἐπιλήψιμον, ἐπὶ μόνῃ τῇ καταγγελίᾳ, ὅτι φρονοῦσι τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα θρησκευτικῶς, νὰ ἐπέρχηται ὁ πέλεκυς τῆς καταδίκης ἐκ μέρους τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ τὸ ἕν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἡ ἀπόλυσις διδασκάλων καὶ ἡ ἀποπομπὴ μαθητῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς πάντες, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἧς δυνάμεθα νὰ ἀγνοῶμεν τὰς λεπτομερείας, ἧς ὅμως πᾶς ἄνθρωπος, ἔχων πεῖραν τῶν πραγμάτων, δύναται καὶ ἄνευ αὐτῶν νὰ διαγνώσῃ τὴν ἀξίαν. Πρόκειται περὶ παθῶν ἀμοιβαίων, παθῶν διδασκαλικῶν καὶ παθῶν θρησκευτικῶν, γινώσκομεν δὲ ποία εἶναι ἡ ἀγριότης τῶν παθῶν τῶν διδασκαλικῶν, φανταζόμεθα δὲ ὁποία δύναται νὰ κατασταθῇ ἡ ἀγριότης τῶν παθῶν τούτων, ὅταν ἐπιπλακῶσι καὶ θρησκευτικὰ πάθη. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία πάσης τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ταύτην ἐπικαλοῦμαι συντονωτέραν ἢ ὅση μέχρι τοῦδε ὑπῆρξεν.
§63Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, ἠκούσατε δὲ, ὅτι ἐγὼ διέταξα καὶ τὸν καθηγητὴν τῶν ἱερῶν μαθημάτων καὶ τοὺς γυμναστάς, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν, ὅτι ἐνσπείρουσι ζιζάνια τῆς αἱρέσεως, νὰ προσέλθωσιν εἰς Ἀθήνας. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἐμβάλλει καὶ ἐμὲ εἰς ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐν ᾧ εἷς ἐκθέτει διὰ τῶν ἐφημερίδων ὅλας τὰς κακοδοξίας τῆς αἱρέσεως, οἱ ἕτεροι, εἴπετε, ὅτι προσῆλθον εἰς ὑμᾶς καὶ διεμαρτυρήθησαν· διεμαρτυρήθησαν δὲ καὶ πρὸς ἐμέ. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ πράξω; Κρατῶ αὐτοὺς ἐν Ἀθήναις, διότι ἡ διαμάχη, ἡ ὁποία συνάπτεται ἐν Τριπόλει, προκαλεῖ τὰ ἄτοπα. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν τῶν κυρίων ἐπῆλθεν ὁπωσδήποτε ἡσυχία. Τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ἔσπευσαν νὰ γνωμοδοτήσωσι μετὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ περὶ τῆς ἀπολύσεως δύο ἢ τριῶν διδασκάλων. Τί ἠθέλετε ἐγὼ νὰ πράξω; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβληθῶ εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν. Ὑπάρχει ἐν Τριπόλει ἀγανάκτησις, ἀλλ’ ὑπάρχει διότι εἰς τὰς ἐφημερίδας γράφονται πράγματα ἐντελῶς ἄτοπα καὶ προσβολαὶ ἀτόμων καὶ οἰκογενειῶν.
§64ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ καλλίτεραι οἰκογένειαι τῆς Τριπόλεως προσβάλλονται!
§65ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ὁ κίνδυνος αἱρέσεων. Ἀπ’ ἐναντίας, ὅτε ἀνέγνωσα περὶ Νηφωνισμοῦ, ἐνόμισα, ὅτι πρόκειται περὶ Νηφωνισμοῦ τῆς ἐποχῆς τῶν Κομνηνῶν, ὁ ὁποῖος συνετάραξεν ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολήν, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε 2 ἢ 3 κακοδοξίας, ἐνῷ ὁ σημερινὸς ἔχει 17. Δὲν ἐπείσθην δέ, ὅτι εἷς ἐντελῶς ἀγράμματος καλόγηρος κατώρθωσε σήμερον νὰ ἐμβάλῃ ἐν τῇ ἀνεπτυγμένῃ, τῇ εὐφυεστάτῃ κοινωνίᾳ Τριπόλεως τὰς αἱρετικὰς αὐτοῦ κακοδοξίας εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπέλθωσι ῥήξεις. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Αὕτη ἦτο ἡ ἀτομική μου γνώμη· ἀλλὰ πᾶν μέτρον βεβαίως, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχω, ἔλαβον. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία προέβη εἰς ἀνακρίσεις· ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ αἱρέσεως καὶ θρησκευτικῶν δογμάτων, δι’ αὐτὰ εἶναι ἁρμοδία ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή· ἡ καταδίωξις δὲ τῶν αἱρετικῶν γίνεται δυνάμει εἰδικῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει πράγματι αἵρεσις, ὅταν δι’ αὐτῆς ἐπέρχηται διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως, τότε ὑπάρχει ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία τιμωρεῖ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Λέγω δέ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ πλέον ἡ συζήτησις· διότι τί θέλετε νὰ συζητήσωμεν; περὶ αἱρέσεων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα τελείως τὸ καθῆκόν μου.
§66Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ἀνακρίσεις τί ἐβεβαίωσαν;
§67ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§68ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τόσον ἁπλοῦν, ὅσον ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται, οὐδὲ ὡς τὸ πρῶτον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ὁ σημερινὸς Νηφωνισμὸς δὲν εἶναι ὁ τῆς ἐποχῆς τῶν Κομνηνῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ζήτημα ἀνάξιον σημασίας· ὅτι δὲ δὲν εἶναι τοιοῦτον, ἀποδεικνύουσιν αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι σημερινόν, ἴσως εἶναι παλαιότατον. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ κατ’ ἐπανάληψιν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἑστίᾳ αὐτοῦ, ἤτοι ἐν αὐτῷ τῷ Μεγάλῳ Σπηλαίῳ, ἔνθα ἔδρασεν ὁ Νήφων καὶ εὗρε τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ, εἰς οὕς, ὡς λέγεται, ἐγὼ ὅμως δὲν πιστεύω, ἀπεδόθησαν ἐγκλήματα στυγερά. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐκκλησιαστικῆς αἱρέσεως, ἀλλὰ περὶ ἀνηθίκου ἀντικοινωνικοῦ συνεταιρισμοῦ...
§69Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ζητεῖτε νὰ τὰ μεγαλοποιήσητε. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον.
§70ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ μεγαλοποιήσω τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐξέδωκε πρὸ πολλοῦ τὴν ἀπόφασίν της ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μετὰ ἐπανειλημμένας ἀποστολὰς καὶ ἐξετάσεις ἐξάρχων καὶ συζητήσεις μακράς. Ἐγὼ δέ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εὐθὺς ὡς ἔλαβον ἁρμοδίως τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐζήτησα παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τὴν ἐπικύρωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν, ἣν αὐθωρεὶ ἔλαβον καὶ πάραυτα ἐξετέλεσα.
§71ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν ἐξάρχων.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί λέγει ἡ ἔκθεσις;
§73ΣΤΑΗΣ. Δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος καλούμενος ὀφείλει νὰ καταθέσῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐν τούτοις διὰ βραχέων δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατεδικάσθη ὁ μὲν Νήφων εἰς δεκαετῆ ἐξορίαν ἐκ τῆς Μονῆς αὑτοῦ καὶ εἰς σωματικὸν περιορισμόν, ἄλλοι δὲ ἑπτὰ ἐκ τῶν συγκατηγορουμένων του εἰς τεσσάρων ἐτῶν ἐξορίαν καὶ περιορισμόν, καὶ ἄλλοι εἰς δύο, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη...
§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε;
§75ΣΤΑΗΣ. Περὶ τὸ τέλος, νομίζω, τῆς ληξάσης συνόδου τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου.
§76ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς εὑρίσκεται τότε ἐδῶ;
§77ΣΤΑΗΣ. Τοὺς πλείστους ἐκ τῶν κατηγορουμένων συνέλαβεν ἡ διοίκησις καὶ τοὺς ἐνέκλεισεν εἰς τὰς Μονὰς τῆς ἐξορίας των, ὡς ὥριζεν ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου· τὸν Νήφωνα ὅμως δὲν κατωρθώσαμεν νὰ συλλάβωμεν, διότι, πρὶν ἢ ἐπικυρωθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, τὸν ἐφυγάδευσαν ἐκ Πειραιῶς οἱ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐνδιαφερόμενοι. Ὀφείλω δὲ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, διότι τυγχάνει ἰσχυρᾶς προστασίας ὁ περὶ οὗ πρόκειται Νήφων, προστασίας, ἡ ὁποία ἐξικνεῖται μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Προσθέτω δὲ διὰ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργός, ἐπιέσθην μέν, δὲν ὑπεχώρησα ὅμως εἰς τὰς παρακλήσεις τοῦ προστάτου τοῦ Νήφωνος ὑπὲρ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου...
§78ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ ποῖον; Δὲν λέγετε ἀπὸ ποῖον; Πρέπει νὰ τὸ εἴπητε.
§79ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω πρόσωπα. Λέγω μόνον, ὅτι ὁ Νηφωνισμὸς ἔχει πολλοὺς τοὺς ὑποστηρικτάς του, ἴσως ἔχει καὶ ψηφοφόρους σας. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νῦν, ὅτε εὑρέθησαν τὰ ἴχνη τοῦ Νήφωνος, ἀσθενοῦντος ἔν τινι τῶν ἐν Ἀθήναις Νοσοκομείων.
§80Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ ἐξέθηκα ὅ,τι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου συνέβη καὶ ὅ,τι ἐνήργησα ἐναντίον τῶν πράξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐν Τριπόλει ἔλαβον χώραν. Τώρα, ἐὰν ὁ Νηφωνισμὸς ἐρριζοβόλησεν εἰς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν ὑπάρχει αἵρεσις, ἢ κατεδικάσθησάν τινες ἐπὶ αἱρέσει, ἐγὼ ἀγνοῶ τοῦτο.
§81ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι σχετικά;
§82ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω· διότι ἐὰν μοὶ ἐδίδετο ἀφορμή, βεβαίως θὰ ἐξήταζον νὰ ἀνεύρω τὴν ἀπόφασιν, ἵνα ἴδω ὁποία ἦτο ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, ποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς ὑπερορίαν, καὶ διὰ ποῖον λόγον.
§83Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Διατὶ κατεδικάσθησαν;
§84ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἀγνοῶ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Στάης, διότι δὲν ἤμην Ὑπουργός, ὅτε ταῦτα συνέβησαν. Ἡ ἀπόφασις αὕτη φαίνεται, ὅτι ἐξετελέσθη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔμαθον ἐγώ, εἶναι, ὅτι πάσχων ὁ Νήφων Δημόπουλος εὑρίσκεται εἰς τὸ Ἀρεταίειον Νοσοκομεῖον. Θὰ προβῶ εἰς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, καὶ θὰ ἐνεργήσω ὅ,τι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμέ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παριστάμεθα, Κύριοι, εἰς ἕν περίεργον φαινόμενον, τὴν κατασκευὴν, τὴν διάπλασιν ἑνὸς οἱονεὶ ἐγκλήματος διὰ τοῦ σχηματισμοῦ μιᾶς αἱρέσεως, ἥτις παρίσταται ὡς ὑφισταμένη, καὶ ὑφισταμένη κατὰ τρόπον ἐγκληματικὸν, οὐ μόνον εἰς πρόσωπα ὑπάρχοντα σήμερον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅπως εἶναι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διάνοιαν καὶ σκέψιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς ἰδέας περὶ ὑπάρξεως τῆς αἱρέσεως ταύτης, καὶ μιᾶς ἄλλης πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὁ μᾶλλον ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ περὶ τούτου, καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργός. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ ἔρις καὶ διαφωνία μεταξὺ Νηφωνιστῶν καὶ μὴ Νηφωνιστῶν, ἀλλ’ εἶναι ἔρις μεταξὺ προσώπων ἁρμοδίων καὶ δυναμένων νὰ κρίνωσι περὶ τούτου, ἐὰν ὑπάρχει ἢ ὄχι Νηφωνισμός. Καὶ πραγματικῶς, Κύριοι, μοὶ φαίνεται πολὺ περίεργος ἡ θέσις αὕτη τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ζήτημα τοσοῦτον ἁπλοῦν, καὶ τὸ ὁποῖον τοσοῦτον εὐκόλως δύναται νὰ καθορισθῇ, μένει ἐν τῇ σκοτεινῇ ταύτῃ θέσει. Καὶ μᾶς παρουσιάζεται προσωπικόν τι; πρόκειται περὶ συμφερόντων προσωπικῶν καὶ παθῶν διδασκαλικῶν, ἐκκλησιαστικῶν καὶ πολιτικῶν; δὲν ἠξεύρω. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ αἱρεσιάρχαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σχηματίζουσιν αἱρέσεις, ἐνδέχεται νὰ ὦσιν ἀγράμματοι καὶ εὐφυεῖς, ἐνδέχεται ἐνίοτε νὰ ἦναι καὶ πολυμαθεῖς, ἀλλ’ εἴτε ἀγράμματοι εἶναι οὗτοι, εἴτε ὄχι, ἔχουσι πεποίθησιν, ὅτι ἐμπνέονται παρ’ ἀνωτέρας δυνάμεως· εἴτε πολυμαθεῖς καὶ σοφοὶ εἶναι οὗτοι, ἔχουσι τὴν πεποίθησιν τῶν ἰδεῶν των, διότι μόνον ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως ταύτης βασίζουσι τὸν σχηματισμὸν τῆς αἱρέσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρύονται καὶ αὐτοὶ τὰς ἰδέας των. Τί δὲ γνωρίζομεν πάντες; ὅτι αὐτὸς ὁ καλόγηρος, ὁ ὁποῖος κατά τινας μὲν παρίσταται ὡς ἐγκληματίας αἱρεσιάρχης, κατ’ ἄλλους δ’ εἶναι ἐνάρετος, καὶ ὡς ἐνάρετος παρίσταται παρ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐγνώρισαν, αὐτὸς ὁ καλόγηρος σήμερον δηλοῖ κατηγορηματικῶς, ὅτι οὐδεμίαν τῶν αἱρετικῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὸν, ἀσπάζεται ἢ διαδίδει. Θὰ ἦναι περίεργον καὶ πρωτοφανὲς ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἐκκλησιαστικῶν αἱρέσεων νὰ βλέπωμεν τὸν αἱρεσιάρχην ἀποδοκιμάζοντα καὶ ἀποκρούοντα τὰς αἱρετικὰς ἰδέας, καὶ νὰ βλέπωμεν ἄλλους παριστάνοντας, ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ ἰδέαι αὗται, καὶ ἀποδίδοντας αὐτὰς εἰς πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἴτε πολιτικὰ, εἴτε διδασκαλικὰ, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλα πάθη. Δὲν ὑπάρχει αἱρεσιάρχης, διότι αὐτὸς ἀποκρούει καὶ ἀποδοκιμάζει τὰς ἰδέας ταύτας, δὲν ὑπάρχει ὀπαδὸς τοῦ αἱρεσιάρχου τούτου, διότι οὐδεὶς παρίσταται ὡς ἀσπαζόμενος τοιαύτας ἰδέας καὶ μελέτας. Εἶναι ἄνθρωποι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀποδίδουσι τὰς ἰδέας ταύτας εἰς ἄλλους, ἀποκρούοντας αὐτάς. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ αἵρεσις αὕτη; Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν τοιαῦτα συμπεράσματα δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ τι θετικὸν καὶ βέβαιον, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐξήτασε τὰ πράγματα καὶ εὗρεν, ὅτι ὑφίσταται αἵρεσις, τοῦτο, βεβαίως καὶ ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐξήτασε τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι ἁπλῶς χάριν περιεργείας, ἀλλὰ καὶ ὅπως λάβῃ μέτρα. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κύριος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ἐὰν ὑφίσταται τοιαύτη, ἀναγνωρίζουσα τὴν αἵρεσιν αὐτὴν καὶ καταδικάζουσα τοὺς πρεσβεύοντας τὰ τῆς αἱρέσεως ταύτης, ἤθελεν εἶναι βεβαίως κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔλθει εἰς γνῶσιν τῆς κοινωνίας καὶ ἀπαλλάξει αὐτὴν ἀπὸ τὰς καθημερινὰς φήμας, τὰς δημοσιευομένας εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰς ἀναιρούσας καὶ ἀλληλαναιρουμένας, διότι ἐν τῇ διηγήσει ταύτῃ παρίσταται ἡ ὑπόθεσις ὥς τι μυθικὸν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μορφώσῃ ἰδέαν τινά. Ἡ μᾶλλον θετικὴ ἰδέα, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν, εἶναι, ὅτι ὁ καλόγηρος αὐτὸς, ὅστις παρίσταται ὡς αἱρεσιάρχης, ἀποδοκιμάζει καὶ ἀποκρούει τὰ ἀποδιδόμενα εἰς αὐτόν. Τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδίδεται ἡ ἰδέα αὕτη, ἀποκρούουσιν αὐτήν. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ αἵρεσις αὕτη; Αἱ ἀνακρίσεις οὐδὲν ἀπέδειξαν. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ἀφοῦ ἅπαξ ἐθίχθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ζητήσωμεν, ὅπως τάχιστα παύσῃ ἡ ἐν τῇ κοινωνίᾳ διάδοσις, ἡ φέρουσα, ἂν ὄχι σάλον κοινωνικόν, ἀλλὰ βεβαίως ἠθικόν, καὶ ἡ ὁποία παριστᾷ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν καὶ ἓν ἄλλο κακὸν μεταξὺ τῶν πολλῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι ἐν αὐτῷ καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξαφανισθῶσι.
§86ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος δὲν κατέβαλε τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν εἰς ὅσα εἶπον πρὸ μικροῦ· διότι, ἐὰν τοῦτο ἤθελε πράξει, βεβαίως δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπεν. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ αἱρέσεως. Εἶπον ῥητῶς καὶ σαφῶς, ὅτι πρόκειται περὶ σκανδάλων κοινωνικῶν καὶ πράξεων ἀνηθίκων. Τοιοῦτον, κατ’ ἐμὲ, χαρακτηρισμὸν δίδει ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ μάρτυρες ἱερομόναχοι, ἐξεταζόμενοι καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐξάρχου καὶ ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπεκήρυξαν τὰς ἀποδιδομένας αὐτοῖς κακοδοξίας. Ἐν τούτοις ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοὺς κατεδίκασε...
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄλλους· ὄχι αὐτοὺς καὶ ὄχι δι’ αὐτό.
§88ΣΤΑΗΣ. Αὐτοὺς καὶ δι’ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς λέγω.
§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποῦ ἐτελέσθησαν τὰ σκάνδαλα;
§90ΣΤΑΗΣ. Πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ μόνον ἐν Τριπόλει.
§91ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐν Τριπόλει ἦσαν ὅμοια πρὸς τὰ περὶ ὄνου σκιᾶς.
§92ΣΤΑΗΣ. Ἂς ἔχωμεν ὑπομονὴν μέχρι τῆς καταθέσεως τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, διέταξα τὴν σύλληψιν τῶν προσώπων αὐτῶν.
§93ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θέλετε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα; Τότε νὰ ὑποβάλητε ἐπερώτησιν ἐγγράφως.
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐξήγησις τοῦ κυρίου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἐπρόσεχεν εἰς ὅσα εἶπον. Διότι ἐγὼ τὸ ζήτημα τῆς καταδίκης ὡρισμένων προσώπων παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ τῆς τιμωρίας ἢ μὴ τῶν προσώπων αὐτῶν τὸ ἐθεώρησα δευτερεῦον, καὶ οὔτε τὸ νομίζω ἄξιον νὰ ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ ζήτημα, ὅπερ εἵλκυσε τὴν προσοχὴν καὶ ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων, εἶναι τὸ φέρον γενικώτερον χαρακτῆρα, χαρακτῆρα ὑπάρξεως ἐν Ἑλλάδι αἱρέσεως, ἐξασκουμένης οὐ μόνον ἐν Τριπόλει, ἀλλὰ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἑλλάδι, αἱρέσεως, ἡ ὁποία οὐδὲν σημεῖον σταθερὸν ὑπάρξεως παρουσιάζει, καὶ τῆς ὁποίας αὐτὸς ὁ αἱρεσιάρχης ἀποκρούει τὰς εἰς αὐτὸν ἀποδιδομένας ἰδέας. Τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ γενικώτερον, ἐξήτασα, χωρὶς νὰ θέλω νὰ δώσω προσοχὴν εἰς πρᾶξιν καταδίκης ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα διέπραξαν κοινωνικὰ σκάνδαλα καὶ τὰ ὁποῖα θὰ τιμωρηθῶσιν. Ἡ διάπραξις τῶν σκανδάλων καὶ ἡ τιμωρία αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ αἵρεσιν, ἥτις νὰ συγκινῇ τὴν δημοσίαν γνώμην. Εἰς τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως καθαρῶς γνωσθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ αἵρεσις αὕτη.
§95Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Πρόκειται περὶ τῆς ἑξῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔδωκα, καὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτής. Ἐγὼ ἠρωτήθην καὶ εἶπον περὶ τῶν ἐν Τριπόλει συμβάντων. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν σκανδάλων τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνακοινοῦνται, ἂς ὑποβληθῇ ἐπερώτησις, ἵνα προσκομίσω τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα.
§96Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ προσαχθῇ καὶ ἡ πληροφορία, ἐὰν ἡ καταδίκη ἐγένετο διὰ τὰς νηφωνιστικὰς ἰδέας, ἢ δι’ ἄλλο τι ἀξιοτιμώρητον.
§97ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰς ἀνησυχίας ἐγέννησαν ὄχι μόνον αἱ διαδόσεις αἱ ἰδιωτικαὶ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ αἱ σπερμολογίαι, ἀλλὰ καὶ τὰ διαβήματα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι εἶδον δημοσιευόμενα ἀποσπάσματα ἐγγράφων δημοσίων καὶ δηλώσεις ἀρχῶν ἐνταλθεισῶν νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ὅτε ἀνεγίνωσκον, ὅτι ὁ νομάρχης εἶπε τοῦτο, ὅτι ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶπεν ἐκεῖνο, καὶ ὁ δεῖνα ἄλλο τι, εὐλόγως ἀνησύχουν καὶ ἠπόρουν καὶ ἐγὼ, ὡς ὅλοι, καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ Νηφωνισταὶ καὶ ὁ Νήφων διὰ τὰ σκάνδαλα, ἅτινα ἐν Τριπόλει καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένοντο...
§98ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι ἐν Τριπόλει.
§99ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι μόνον βεβαίως εἰς τὸ Μέγα Σπήλαιον· διότι ὁ κ. Στάης εἶπεν, ὅτι τὰ σκάνδαλα ἀνεφάνησαν καὶ ἀλλαχοῦ, ἐκτὸς τῆς Τριπόλεως. Ἡ ἐπίτασις τῶν σκανδάλων αὐτῶν, ἡ ἐμφάνισις τῶν σκανδάλων εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχουσι τὴν ῥίζαν πολλαχοῦ, καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ταῦτα ἢ ἡ ὑπὸ τύπον αἱρέσεως διαφορά. Ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις εἶναι εὔλογον νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον νὰ καθησυχάσῃ τὴν ἀνησυχήσασαν κοινὴν γνώμην. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον, ὅπως συστήσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, μεταξὺ τῶν ἄλλων μέτρων, νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἀρχὰς ἐφεξῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ποιῶνται δηλώσεις τοιαύτας, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν ὡς ἀρχῶν, εἰς τὰς ἐφημερίδας· διότι ἡ τοιαύτη δημοσιότης, αἱ τοιαῦται τῶν ἀρχῶν παρεμβολαὶ εἰς τὰ δημοσιεύματα τῶν ἐφημερίδων δίδουσι τύπον ἐπίσημον εἰς τὰς διαδιδόμενα. Νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη σύντονος ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καθησύχασιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως,
§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ὅτε ἔφερε τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ, ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παύσῃ ἡ διὰ τοῦ Τύπου δυσφημία, ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Στάης ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ Νηφωνισμὸς αὐτὸς πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι αἵρεσις, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι κοινωνικὸν σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν Τρίπολιν, ἀλλ’ ἐκ παλαιοτάτης ἐποχῆς ἐπεξετάθη καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ἢ εἰς τὰ πλεῖστα μέρη αὐτῆς, εἰς ὡρισμένα δέ τινα σημεῖα τῆς ἡμετέρας χώρας διεπράχθησαν ἀκατονόμαστα ἐγκλήματα ὑπὸ τῶν Νηφωνιστῶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αὐτὸς ὁ λεγόμενος Νήφων εἶναι φαῦλος, ἢ πραγματικῶς ἐνάρετος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ διαδώσῃ τὰς ἰδέας του· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι εἶχε καταδικασθῆ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἄγνωστον δὲ ὑπὸ τίνος ἐφυγαδεύθη. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ Νήφων αὐτὸς εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ πρώην Μητροπολίτου...
§101ΘΕΟΔ. ΖΑΙΜΗΣ. Ψευδές!
§102ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ, προσέτι δὲ, τίς ὁ φυγαδεύσας τὸν Νήφωνα ἐντεῦθεν, καὶ πῶς οὗτος ἐπὶ τόσους μῆνας κατώρθωσε νὰ κρύπτηται καὶ νὰ εὑρίσκηται ἐν Τριπόλει, νὰ διαπράττῃ δὲ τὰ σκάνδαλα, ἅτινα ἀνέφερεν ὁ κ. Στάης, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ γνῶσιν.
§103Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀνεχώρησεν ἐκ Τριπόλεως πρὸ τριῶν ἐτῶν. Ἐκεῖθεν ἔφυγε, καὶ ἔγεινεν ἱερεὺς ἐν Πειραιεῖ.
§104ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πῶς παρουσιάσθη λοιπὸν τὸ ζήτημα ἐν Τριπόλει, ἀφοῦ ἀπὸ τριετίας ἀπουσιάζει οὗτος ἐκ τῆς πόλεως ἐκείνης;
§105ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διότι δύο διδάσκαλοι διεπληκτίσθησαν πρὸς τρίτον διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος ἀνεκίνησεν ὅλα αὐτά. Τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι.
§106ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ τῷ καταλογίζονται τοιαῦτα ἐγκλήματα, ὅτι δηλαδὴ ἐξ αἰτίας τῶν θρησκευτικῶν αὐτοῦ ἰδεῶν, ἢ τῶν ἀνηθίκων αὐτοῦ ἀρχῶν, διεπράχθησαν ἐγκλήματα μεγάλα, ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι πάντοτε ἐλεύθερος, καὶ σήμερον καταζητεῖται, καὶ ἀντὶ νὰ εὑρίσκηται ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ὥρισε νὰ ἦναι, εὑρίσκεται θεραπευόμενος, χωρὶς νὰ ἦναι ἀσθενής, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στάης, εἰς ἓν τῶν θεραπευτηρίων Ἀθηνῶν. Ὁ ἐκ Κυθήρων δὲ κ. Βουλευτὴς συνέστησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προσέξῃ πολύ, διότι ὁ ἄνθρωπος, περὶ οὗ ὁ λόγος, διαθέτει μεγάλα μέσα, τὰ ὁποῖα μάλιστα φθάνουσι μέχρι τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων· καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον νὰ εἴπῃ, ποῖα εἶναι τὰ μέσα αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίνουν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ κατ’ ἐκείνου ἀπόφασις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς· διότι, ὅταν οὕτως ἀπροκαλύπτως λέγωνται ὅσα σήμερον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, καλὸν εἶναι νὰ διασαφηνίζωνται, ὅπως μὴ παραμένωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς κοινωνίας σπέρματα ὑπονοιῶν, καὶ μὴ σχηματίζωνται πεποιθήσεις παραβλάπτουσαι τὴν ἀγαθὴν γνώμην περὶ τῆς χρηστότητος τῶν κυβερνώντων.
§107ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, — καὶ βεβαίως ὑπάρχει, ἀφοῦ τὸ διεβεβαίωσεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, — θὰ φροντίσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν ταύτην, καὶ θὰ τὴν ἐκτελέσωμεν, ἀφοῦ ἠξεύρομεν, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ Ἀρεταιείῳ Νοσοκομείῳ, ἔνθα νοσηλεύεται, ὑποστὰς ἐγχείρησίν τινα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§109Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ ἐν τέλει αὐτῆς ἐζήτησε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἱλαρότητα τῆς Βουλῆς, καὶ τῷ ὄντι προεκάλεσεν αὐτήν. Ἀλλὰ εὐχάριστον εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος, θαρρήσας, εἶπε τὴν ἀλήθειαν, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς ἐκ Κυθήρων συνάδελφος εἶναι φύσει ἀντιπολιτευόμενος. Τὰ πράγματα, Κύριοι, καθ’ ἃς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πληροφορίας, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ παραβάσεων τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς, ἐκτελεσθεισῶν παρὰ τῶν μοναχῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος, (διότι δὲν εἶναι εἷς, εἰσὶ πλείονες τῶν ἑπτά). Θέλει ἀποδειχθῆ, ἄν ποτε προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ αἱρέσεως θρησκευτικῆς. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ γνωρίζω καὶ θετικῶς ἔμαθον, εἶναι τοῦτο· ὅτι πλείονες τοῦ ἑνὸς μοναχοὶ κατεδικάσθησαν παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς αὐστηροτάτας ποινὰς ὑπερορίας, ἐκπτώσεως κλπ. Μοὶ κατηγγέλθη, ὅτι δύο ἐκ τῶν καταδικασθέντων τούτων μοναχῶν διαιτῶνται ἐπὶ μισθῷ ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐν τῇ Μονῇ Πετράκη, εἷς δὲ ἐπὶ μισθῷ ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐν τῇ Μονῇ Πεντέλης...
§110ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν καταδίκην;
§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν καταδίκην... Ἐγὼ βεβαίως μετρῶ τοὺς λόγους μου, καὶ δὲν κατηγορῶ, ὅταν δὲν ἔχω εἰς χεῖράς μου τὰς ἀποδείξεις. Παρακαλῶ ἐν τούτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προσκομίσῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ὀνομάτων ὅλων τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Πεντέλης καὶ τῆς Μονῆς Πετράκη, καὶ πίνακα τῶν ὀνομάτων τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου, τῶν καταδικασθέντων, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ. Τὸ πρόσωπον, ὅπερ μοὶ ἀνήγγειλε ταῦτα, ἐγὼ τιμῶ, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως πρέπει νὰ σπεύσω νὰ εἴπω, ὅτι πιστεύω τὰ εἰς ἐμὲ καταγγελθέντα. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ἐν ᾧ ἡ ὑπόθεσις ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ἐκινδύνευσε νὰ περιαφθῇ ἱλαρὸν χαρακτῆρα, ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐξ ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ἐκτυλιχθέντων λαμβάνει μᾶλλον σοβαρὸν χαρακτῆρα, καὶ δέον νὰ ἐπιχειρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑψώσῃ ὀλίγον τὴν αὐλαίαν, καὶ νὰ ἴδῃ ὄπισθεν αὐτῆς, τίς εἶναι ἆρά γε ἡ προστασία ἐκείνη, ἧς, ὡς ῥητῶς εἶπεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀπολαμβάνοντες οἱ καταδικασθέντες οὗτοι μοναχοί, τρεῖς μὲν διαβιοῦσιν ἐπὶ μισθῷ ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐν ταῖς ἄρτι ῥηθείσαις Μοναῖς, ἄλλοι δὲ περιφέρονται ἀνενόχλητοι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, μὴ ἐκτελουμένης τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου; Εὐτύχημα εἶναι, Κύριοι, καὶ ἂς εἴπωμεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εὑρέθησαν νέοι τινὲς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, οἵτινες, ἐξεγερθέντες ἐκ τῶν σκανδάλων, ἅτινα εἶχον εἰσχωρήσει κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, προεκάλεσαν τὰς σκηνὰς ἐκείνας, τὰς ἐπενεγκούσας τὰ εὐχάριστα ἀποτελέσματα αὐτῶν. Διότι, ἂν ἡ Ἐκκλησία ἐξηκολούθει νὰ διοικῆται ὅπως διῳκεῖτο κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, οὐχὶ μόνον τὰ θεμέλια τῆς ἱερᾶς ἡμῶν Θρησκείας ἤθελον κλονηθῆ, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἡ ἠθικὴ τῆς κοινωνίας βαρέα ἤθελεν ὑποστῆ τὰ πλήγματα. Καὶ ἐπὶ τῇ περιστάσει ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργόν, ἐφ’ ὅσον ἀπ’ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται, νὰ σπεύσῃ, ἵνα ἡ Ἐκκλησία ἐπανέλθῃ εἰς τὴν νόμιμον αὑτῆς τροχιὰν, νὰ σπεύσῃ, ἵνα ὁρισθῇ τέλος πάντων, τίς ἔσεται ὁ Μητροπολίτης τῆς αὐτοκεφάλου ἡμῶν Ἐκκλησίας. Διότι, ἂν ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἐξακολουθήσῃ νὰ διοικῆται ὅπως τώρα διοικεῖται, διὰ τῆς πολυαρχίας, διὰ τῶν προθέσεων καὶ τῶν πόθων, ἵνα ἕκαστος τῶν Συνοδικῶν ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ ὕπατον τοῦ Μητροπολίτου ἀξίωμα, φοβοῦμαι, ὅτι θέλομεν ἐξυπνήσει ἡμέραν τινὰ, καὶ, αὐτὸ τοῦτο, θέλομεν εὑρεθῆ ἐν τῷ ἐλευθέρῳ ἡμῶν Κράτει ἄνευ Ἐκκλησίας!
§112Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως, τί ζητεῖτε, διὰ νὰ γνωρίζω τί νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλήν.
§113ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὔχομαι καὶ ἐγὼ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι διακεκριμένα τὰ δύο θέματα, τὸ θέμα τῆς λεγομένης αἱρέσεως τοῦ Νήφωνος καὶ τὸ θέμα τῶν συμβάντων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν τῷ Μεγάλῳ Σπηλαίῳ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· εὔχομαι δὲ νὰ ἦναι διῃρημένα καὶ διακεκριμένα τὰ δύο ταῦτα θέματα, διότι τότε θέλουσι διαλυθῆ πᾶσαι αἱ ἀπορίαι καὶ πᾶσαι αἱ ἀνησυχίαι, τὰς ὁποίας ἐνεποίησεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀφήγησις καὶ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ. Ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρέστησε τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἁπλῆν, ὡς προερχομένην ἐξ ἀντιζηλιῶν, ἢ ἐξ ἀντιθέσεων προσωπικῶν, καὶ διεβεβαίωσεν, ὅτι βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ πλέον, ὅτι ὑπάρχει αἵρεσις καὶ Νηφωνισμός· ὁ πρώην ὅμως Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρέστησε τὰ πράγματα ὡς σοβαρὰ, καὶ τοσοῦτον σοβαρὰ, ὥστε ἐγὼ ἐξεπλάγην, ἀκούων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων ἀφηγούμενον συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἀφελῶς παρέτρεξεν ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὥστε μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ δὲν ὑπελείπετο εἰς ἡμᾶς, εἰμὴ νὰ μείνωμεν μειδιῶντες καὶ γελῶντες. Ὑπάρχει αἵρεσις, Νηφωνισμὸς, καὶ εἰς τί συνίσταται ἡ αἵρεσις; Ἐὰν ὑπάρχῃ, εἶναι πρᾶξις ἐγκληματική, ὁ δὲ Ποινικὸς Νόμος προβλέπει περὶ ταύτης. Δὲν ὑπάρχει αἵρεσις ἢ Νηφωνισμὸς, ἀλλ’ ὑπάρχει σύμπραξις πρὸς σκοποὺς ἀνηθίκους, κλονίζοντας τὴν κοινωνικὴν ὑπόστασιν; τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐγκληματικόν, καὶ προβλέπει περὶ αὐτοῦ ὁ Ποινικὸς Νόμος. Δὲν ὑπάρχει αἵρεσις, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη σύστασις; τότε δυσφημοῦνται κοινωνίαι πόλεων καὶ ὑπολήψεις προσώπων, διαπράττεται δ’ ὡσαύτως ἔγκλημα, περὶ οὗ ὁ Ποινικὸς Νόμος προβλέπει. Διὰ τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν ἀφορμήν, ἵνα συζητῶμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐξετέλουν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον αὗται εἶχον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι οὐδεμία πλέον ἤθελεν ὑπάρχει ἀπορία· ἠθέλομεν ἔχει γεγονότα τετελεσμένα, καὶ κεκλεισμένην πᾶσαν τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἐγένετο, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διατὶ δὲν ἐγένετο, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἐξετασθῇ διατὶ δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ προσέτι καὶ διατὶ οὐδὲν ἔτι γίνεται. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς πράξεις τῆς δημοσίας ἀρχῆς, ἵνα κρίνωμεν, ἂν ἐξετελέσθη ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ, ἢ ἂν ἐξετελέσθη τι. Καὶ ποῖαί εἰσιν αἱ πράξεις; Ἠκούσατε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ πράξεις τῆς δημοσίας ἀρχῆς εἶναι ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καταδικάσασα ὡρισμένης Μονῆς μοναχούς, τὴν ὁποίαν μάλιστα ἀπόφασιν ἐπεκύρωσε Βασιλικὸν Διάταγμα, ὡς ἠδυνήθην νὰ συναγάγω ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὴν ἀπόφασιν λοιπὸν ταύτην ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ νὰ καταθέσῃ ὄχι μόνον αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιστοποίησαν καὶ ἐβεβαίωσαν τὰς πράξεις, ἕνεκα τῆς βεβαιώσεως τῶν ὁποίων ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δὲν λέγω τι, τὸ ὁποῖον διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτε ἐζητήθη ἡ σύμπραξις τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ πρόκλησις τοῦ Διατάγματος πρὸς κύρωσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν προσέτι καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα τοῦτο ἐξέδωκε πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῆς Συνόδου· τότε δέ, ἐὰν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κατάλογον τῶν μοναχῶν τῶν δύο Μονῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν οἱ προλαλήσαντες, θέλομεν μάθει, τίνες τῶν καταδικασθέντων ἐτοποθετήθησαν εἰς τὰς δύο μνημονευθείσας Μονάς. Ἐπίσης ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔλαβε, καὶ ἰδίως νὰ μάθωμεν, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ ὅλων αὐτῶν, καὶ περιωρίσθη μόνον νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ τί γνωρίζει περὶ τοῦ Νηφωνισμοῦ, ἢ περὶ τῶν ἀντιζηλιῶν διδασκάλων ἢ καθηγητῶν πρὸς αὐτόν. Λέγω ταῦτα, διότι γνωρίζω μέν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἄρτι διωρίσθη Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ τμήματος ὤφειλε νὰ θέσῃ αὐτὸν εἰς γνῶσιν ὅλων τῶν πρὸ τοῦ διορισμοῦ του διατρεξάντων. Τοῦτο ἂν ἐγίνετο, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἤθελε παρασταθῇ σήμερον ἀγνοῶν τὰ περὶ τούτων. Ὅθεν παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§115Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀναγκάζομαι νὰ δώσω καὶ ἄλλην ἐξήγησιν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Σήμερον αἰφνιδίως ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας καὶ ὑπεκίνησε τὸ ζήτημα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πόλιν τῆς Τριπόλεως, καὶ ἀκριδῶς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἰδικῶν μου τὸ ζήτημα τῆς Τριπόλεως ἀνεκινήθη, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὤφειλον νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου, καὶ νομίζω, ὅτι ἐξέθεσα ὅ,τι ἐγένετο. Τώρα ἀνεκινήθη ἕτερον ζήτημα, ὅτι ὑπῆρξεν ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις κατεδίκασέ τινας ὡς αἱρετικούς, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἴσως εἶναι καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ ὄνομα τῆς ψευδαιρέσεως...
§116Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν κατεδικάσθησαν ὡς αἱρετικοί.
§117ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς τυρβάζοντες. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν δύναται νὰ ᾖ ἐν πάσῃ στιγμῇ παρεσκευασμένος, ἵνα παρέχῃ πάσας τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι αἰφνιδίως ζητοῦνται ἐν τῇ Βουλῇ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀμέσως ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον προκάτοχόν μου, ἵνα ὑποβάλῃ ἐγγράφως ἐπερώτησιν, διότι ἐκ τοῦ προχείρου ἀδυνατῶ νὰ γνωρίζω τί περιέχει τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐξεδόθη πρὸ δύο ἢ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, καὶ τί ἐνεργήθη. Διότι, ἐὰν ἐγίνετο ἡ ἐνέργεια παρ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἐξέδιδον ἐγὼ τὴν διαταγὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, βεβαίως θὰ διετέλουν ἐν γνώσει, καὶ θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δώσω πλήρεις πληροφορίας, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι οὔτε τὴν ἀπόφασιν ἀνέγνωσα, οὔτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ζητήσω ἐκ τῶν ἀρχείων, οὔτε γνωρίζω τί περιέχει. Σήμερον, ὅτε μοὶ δίδεται ἡ ἀφορμή, βεβαίως θὰ ζητήσω ἐκ τῶν ἀρχείων τὴν ἀπόφασιν, θὰ ἴδω ποία ἐνέργεια ἐγένετο, καὶ ἐὰν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις, διότι, ὡς ἤκουσα, ἡ ἀπόφασις ἐξετελέσθη, διότι τοὺς καταδικασθέντας ὑπὸ τῆς Συνόδου ἀπέστειλαν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐξορίας...
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Νήφων ἦτο εἷς τῶν καταδικασθέντων;
§119ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζετε ὑμεῖς, ὅτι ἦτο;
§121ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω. Γνωρίζω, ὅτι εἶχον καταδικασθῆ τινες τῶν μοναχῶν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, καὶ ὅτι ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐξετελεῖτο, δὲν θὰ ἦσαν εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας.
§123ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λαμβάνω ἀφορμήν, ἵνα ἐξετάσω, διὰ ποῖον λόγον, ἐνῷ ἐξετελέσθη ἡ κατ’ αὐτῶν ἀπόφασις, εὑρίσκονται εἰς τὰς Ἀθήνας μοναχοὶ τοιοῦτοι. Ὁμολογῶ δέ, ὅτι δὲν γνωρίζω ποῦ εὑρίσκονται ἐν ταῖς Μοναῖς, διότι ὁ Ὑπουργὸς, νομίζω, δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ παρακολουθῇ τοὺς τιμωρουμένους καὶ τοὺς κλειομένους εἰς τὰ μοναστήρια, ἐὰν ἐπορεύθησαν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐξορίας, ἐὰν παραμένωσιν ἐν αὐτῷ ἢ ἐδραπέτευσαν. Ἐὰν ἐδραπέτευσαν, καὶ ἄλλοι πλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι οἱ ἁρμόδιοι νὰ ἐνεργήσωσιν. Ἐὰν ἐγίνοντο εἰς ἐμὲ παράπονα, ἐὰν κατηγγέλλετο, ὅτι ἐδραπέτευσάν τινες ἐξ αὐτῶν, ἢ ὅλοι, ἐκ τῶν Μονῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις κατεδικάσθησαν νὰ μένωσι, βεβαίως τότε θὰ προέβαινον εἰς ἐνέργειαν· ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τοιαύτη εἰς ἐμὲ καταγγελία. Ἔμαθον πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ Νήφων, εὑρίσκεται εἰς τὸ Ἀρεταίειον Νοσοκομεῖον καὶ ὑπέστη ἐγχείρησιν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἤδη θὰ διαβιβάσω ἔγγραφον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ἵνα ἐξετασθῇ πῶς ἔφυγε, καὶ διατὶ δὲν ἐκτίει τὴν ποινήν του. Αὐτὰ ὤφειλον νὰ εἴπω σήμερον. Περὶ τῆς ἐν Τριπόλει καταστάσεως διετέλουν ἐν γνώσει, διότι ἐκεῖ ἐνήργησα ἐγώ, καὶ νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, καὶ σήμερον ὑπάρχει γαλήνη ἐν Τριπόλει· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Μπακόπουλος θεωρεῖ ἀστείαν τὴν διάδοσιν ταύτην ἐν Τριπόλει, τὴν περὶ κοινωνικῶν σκανδάλων, ὡς παρίστανται καὶ ἐξογκοῦνται. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξέ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι πρέπει ἐγὼ νὰ καταδιώκω τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες δημοσιεύουσι σκανδαλώδη ἄρθρα εἰς ἐφημερίδας, νομίζω, ὅτι εἶναί πως δύσκολον...
§124ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύσκολον εἶναι;
§125ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Βεβαίως. Δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, τί γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ μάλιστα ἀνωνύμως, καὶ νὰ ἐνεργῶ ἀνακρίσεις, ἐνῷ γνωρίζετε, ὅτι εὐκόλως οἱ ῥέπορτερ τῶν ἐφημερίδων δύνανται νὰ λαμβάνωσι πληροφορίας καὶ δημοσιεύωσι συνεντεύξεις.
§126Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε ὅμως νὰ ἐφαρμόζητε ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου, ἀπαγορευούσας εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς καθηγητὰς καὶ τοὺς διδασκάλους νὰ δημοσιογραφῶσι δι’ ἄλλα ἀντικείμενα, παρὰ μόνον δι’ ἐπιστημονικὰ ζητήματα καὶ τοῦ κλάδου των.
§127ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ ὑποδείξητε, ποῖαι τοιαῦται δημοσιεύσεις ἐγένοντο, ἵνα καταδιώξω αὐτούς; Δὲν λέγω βεβαίως, ὅτι οἱ καθηγηταί, οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἀνάγκη νὰ δημοσιογραφῶσιν ἀτόπως καὶ σκανδαλωδῶς, ἀλλὰ βεβαίως δυσχερὲς εἶναι νὰ λάβω μέτρα κατασταλτικά. Ἵνα τερματίσω τὰς σκέψεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τῆς Τριπόλεως, ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἔδωσα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ δώσω· ἐλησμόνησα ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἀμέσως ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Μαντινείας, ὅστις παραχειμάζει εἰς Κυνουρίαν, νὰ μεταβῇ ἀμέσως εἰς Τρίπολιν, καὶ μετέβη πράγματι εἰς Τρίπολιν, καὶ συνετέλεσεν εἰς τὸν κατευνασμὸν τῶν παθῶν καὶ τῶν σκανδαλωδῶν διενέξεων, διότι καὶ ἱερεῖς τινες ἤρχισαν νὰ ἐγκαλῶνται δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας πληροφορίας περὶ τῶν καταδικασθέντων ὑπὸ τῆς ἱερᾶς Συνόδου μοναχῶν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, θὰ προσκομίσω ὅλα τὰ ἔγγραφα· ὅταν δὲ προσκομίσω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τότε βεβαίως θὰ δυνηθῶ νὰ δώσω τὰς σχετικὰς ἀπαντήσεις.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλογαΐτης.
§129Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Τοῦτο καὶ μόνον θὰ εἴπω πρὸς συμπλήρωσιν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσκομισθῇ ὄχι μόνον ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διὰ τῆς ὁποίας κατεδικάσθησαν οἱ μοναχοὶ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, — διότι εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι δὲν κατεδικάσθησαν ἐπὶ αἱρέσει, ἐνῷ ὑπῆρχε καταγγελία κατ’ αὐτῶν ἐπὶ αἱρέσει, — ἀλλὰ νὰ προσκομισθῶσι καὶ ὅλαι αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ἀνακρίσεις αἱ σχετικαί, διότι ἐγένοντο πολλαὶ καὶ ἀλλεπάλληλοι ἀνακρίσεις.
§130ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ποῖαι ἀνακρίσεις;
§131ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Εἶχε στείλει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἕνα ἔξαρχον, ἕνα ἀρχιμανδρίτην, νομίζω, καὶ ἔπειτα ἔστειλε τὸν Λαρίσην, καὶ ὁ Λαρίσης δημοσίᾳ εἶπεν, εἰς συνέντευξιν μάλιστα πρὸς ἐφημερίδα, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ψευδές, ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ οἱαδήποτε αἵρεσις. Εἶναι καλὸν λοιπὸν νὰ προσκομισθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὅπως φωτισθῶμεν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Ζαΐμης.
§133Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσω ὀλίγα πρὸς διαφωτισμὸν τῆς Βουλῆς, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἀκριβῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθόσον ἡ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ὑπάγεται εἰς τὸν δῆμον Κερπινῆς, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ κατάγομαι. Νομίζω, ὅτι τὰ ἐν Τριπόλει σήμερον γινόμενα, τὰ διαδιδόμενα δηλαδή, καὶ ἡ ὑπόθεσις, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθησαν καὶ ἐξωρίσθησαν οἱ μοναχοὶ αὐτοί, ἀποτελοῦσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα, ἢ μᾶλλον συνέχειαν τῶν αὐτῶν γεγονότων. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου προτελευταίως διεξήχθη πράγματι μὲ πεισματώδη ἀγῶνα· ὄχι μόνον τὰ πάθη εἶχον ἐξιχθῆ εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον τῆς σφοδρότητος, ἀλλὰ καὶ δωροδοκίαι ἔλαβον χώραν, μεγαλείτεραι ἴσως ἀπὸ τὰς λαμβανούσας χώραν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς Σύρου. Μεγάλη καὶ σπουδαία εἶναι ἡ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου· δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν ἡ ἔρις νὰ περιορισθῇ ἐντὸς αὐτῆς, ἀλλὰ ἐξῆλθε τοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς καὶ ἀνῆλθεν ὑψηλότερον. Μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς μιᾶς μερίδος ἐπεδόθη καταγγελία κατὰ μοναχῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον διὰ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις καὶ ἐπὶ αἱρέσει· κατηγορήθησαν δηλαδή, ὅτι πρεσβεύουσι δόγματα αἱρετικά. Ἀπεστάλη ἔξαρχος, — δὲν γνωρίζω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὁποίων διαθέσεων ἦτο ὁ ἔξαρχος, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ κομματικαὶ ἔριδες δὲν περιωρίσθησαν μόνον ἐντὸς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἀλλ’ ἐξῆλθον καὶ ἀνῆλθον, ὡς εἶπον, ἱεραρχικῶς πρὸς τὰ ἄνω, — ἐκ τῶν γενομένων δ’ ἀνακρίσεων καὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον πορίσματος αὐτῶν ἡ Σύνοδος κατὰ πλειονοψηφίαν κατεδίκασεν 8 ἢ 10 ἐκ τῶν μοναχῶν. Τὸ περίεργον δ’ εἶναι, ὅτι καὶ οἱ 10 καταδικασθέντες ἀνῆκον εἰς τὴν ἀποτυχοῦσαν μερίδα, οὐδεὶς δ’ εὑρέθη ἐκ τῆς ἄλλης μερίδος, ὁ ὁποῖος νὰ εἶχεν ὑποκύψει εἴτε εἰς ἔγκλημα, εἴτε εἰς πρᾶξιν κακοήθη, εἴτε εἰς αἵρεσιν. Τοῦτο εἶναι σοβαρόν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὰ ἐν τῷ Μεγάλῳ Σπηλαίῳ γεννηθέντα καὶ ἐκκολαφθέντα πάθη μετεφέρθησαν εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον Τριπόλεως. Τὰ καλογηρικὰ πάθη συνανεμίγησαν λοιπὸν μετὰ τῶν διδασκαλικῶν παθῶν, καὶ ἐγέννησαν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία λέγεται Νηφωνισμὸς, ἐν Τριπόλει — διότι περὶ αἱρέσεως βεβαίως δὲν πρόκειται. — Τὸν Νήφωνα τὸν γνωρίζω, διότι ἦτο ἱεροψάλτης καὶ εἰς τὰς Πάτρας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Οὐδέποτε ἐλέχθη τι περὶ αὐτοῦ, ἐθεωρεῖτο μάλιστα εἷς καλόγηρος ἀρκετὰ περιωρισμένου νοός· οὐδὲ τὸ ἐμπνευσμένον, οὐδὲ τὸ σπινθηροβολοῦν πνεῦμα τοῦ αἱρεσιάρχου εἶχε· δὲν εἶναι δὲ αἱρετικός, ἀκριβῶς διότι δὲν ἀνομολογεῖ τὴν αἵρεσίν του. Ὅλοι οἱ αἱρεσιάρχαι ἔχουσι τὸ θάρρος τῶν πεποιθήσεών των, οὐδεὶς αἱρεσιάρχης ὑπῆρξεν, ὅστις ν’ ἀρνῆται αὐτάς. Δὲν πιστεύω δὲ προσέτι, ὅτι πρόκειται περὶ κακοήθους συστάσεως, τοιαύτης, οἵαν ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, διότι τὰ λεγόμενα καὶ τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε μόνον Μεσσαλῖναι, ἐὰν ἔζων ἐν Τριπόλει, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσελκυσθῶσιν εἰς τοιαύτην κακοήθη ἑταιρείαν, ἐνῷ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Τριπόλεως ἀνομολογοῦσιν, ὅτι τέκνα τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν τῆς Τριπόλεως κατηγοροῦνται ἐπὶ συμμετοχῇ εἰς σκάνδαλα ἠθικὰ ἀκατονόμαστα, καὶ διὰ θρησκευτικὴν αἵρεσιν τοιαύτην, ὁποία εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φυῇ, διότι τὰ λεγόμενα περὶ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ κλπ. εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωσι παρ’ ἡμῖν ἔδαφος κατάλληλον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Νήφωνα, τὸν ὁποῖον, ὡς εἶπον, γνωρίζω καὶ ἐκ Πατρῶν, βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἀσθενῶν οὗτος προσῆλθεν εἰς τὸ Ἀρεταίειον Νοσοκομεῖον, φέρων — καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦτο — τὴν ἔγγραφον ἄδειαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἄρτης. Νομίζω, ὅτι εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸ Ἀρεταίειον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔπασχε, καὶ γνωρίζω καὶ τὸ πάθος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔπασχε. Βεβαίως ὁ πρώην Μητροπολίτης δὲν ἔχει στενὴν συγγένειαν μὲ τὸν Νήφωνα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι ἐμισθοδότει ἐδῶ ἡ Μονὴ Πετράκη καὶ ἡ τῆς Πεντέλης τοὺς ἐξορίστους, ἀγνοῶ ἂν ἔχεται ἀληθείας. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι νέοι τινὲς, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξωρίσθησαν, ἐξωρίσθησαν εἰς τὰς Μονὰς Πεντέλης καὶ Πετράκη ἴσως ἕνεκα τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἵνα φοιτῶσιν εἰς τὰ Γυμνάσια Ἀθηνῶν, διότι εἶναι οὗτοι μαθηταὶ τοῦ Γυμνασίου.
§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὡραία ἐξορία!
§135Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορίας ἣν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά! ἀρκετά!
§138ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐχὶ ἐξ ἀντιπολιτευτικοῦ πνεύματος, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἔφερα τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς...
§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§140ΣΤΑΗΣ. .. ἀλλ’ ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κοινωνίας. Δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ζητήσω ἐγὼ τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλου, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι προκαλῶ τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἴσως ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν ἐνέργειαν ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀλλὰ ὁ σχετικὸς φάκελος πρέπει νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μάλιστα ταχέως, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον παρεστάθη. Διὰ τοῦτο εἶναι περιττὸν νῦν νὰ ἐξετάσω, τίνες ἐκ τῶν καταδικασθέντων ἐξωρίσθησαν, τίνες διέφυγον τὰς χεῖρας τῆς Διοικήσεως, καὶ παρὰ τίνων ἴσως ἐφυγαδεύθησαν. Ἀλλὰ βεβαίως τὸ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει ἡ περὶ ἧς πρόκειται συμμορία, εἶχε διαφύγει τῶν χειρῶν τῆς Διοικήσεως, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι διετέλει ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος τοῦ τέως Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐν Πειραιεῖ...
§141ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ Νήφων;
§142ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα... καὶ πρὶν ἢ κοινοποιηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶχεν ἀπέλθει ἐκ Πειραιῶς.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω;
§144ΣΤΑΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμάθετε τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφυγάδευσεν ἑαυτὸν ὁ Νήφων ἐκ Πειραιῶς;
§146ΣΤΑΗΣ. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι πρὶν ἢ ὁ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος κοινοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐφυγαδεύθη ἐκ Πειραιῶς ὁ Νήφων. Διὰ τῆς ἀποφάσεως δὲ ταύτης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατεδικάζετο ὁ Νήφων καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἑπτὰ συγκατηγορούμενοι οὐχὶ ἐπὶ θρησκευτικαῖς αἱρέσεσιν, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἀναφερομένων ἐν τῇ ἀποφάσει. Εὐθὺς, ὡς ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐζήτησα νὰ τύχω ἀκροάσεως παρὰ τῇ Α. Μ. τῷ Βασιλεῖ πρὸς κύρωσιν αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος, ὅπερ καὶ ἐδημοσιεύθη ἀμέσως τὴν ἑπομένην. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος μετὰ τοσαύτης ταχύτητος ἐζήτησα τὴν ἔγκρισιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἶχον ἀπόφασιν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς νὰ προβῶ, καὶ προέβην, ζητήσας ἁρμοδίως τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς εἶχον ἄλλως τε καθῆκον νὰ πράξω. Καὶ ὡς πρός τινας μὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις, μετενεχθέντων τῶν καταδίκων εἰς τὰς Μονὰς τὰς ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑποδειχθείσας. Πράγματι δὲ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, δύο ἐκ τῶν καταδικασθέντων ἦσαν ἱερομόναχοι μαθηταὶ τοῦ ἐνταῦθα Γυμνασίου· διὸ ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου σκληρὸν νὰ διακόψωσι τὰς σπουδὰς αὐτῶν, καὶ ὡρίσθη ἡ Μονὴ Πετράκη, νομίζω, ὡς τόπος τῆς διαμονῆς αὐτῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς των.
§147ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὡραία ποινή!
§148ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὰ δύο ταῦτα πρόσωπα ἔτυχον χρηματικῆς συνδρομῆς ὑπὸ τῶν Μονῶν Πεντέλης καὶ Πετράκη, διότι, ὡς γινώσκετε, τὰ βοηθήματα τῶν Μονῶν χορηγοῦνται ὑπὸ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, ἐγκρίσει τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ἐπισκόπου.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων ἀπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον;
§150ΣΤΑΗΣ. Ὡς γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς, κατὰ τὸ ΙΔʹ ἄρθρον τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νόμου, «ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου γίνεται τῇ συμπράξει καὶ συνδρομῇ τῆς Κυβερνήσεως».
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἠνέχθη νὰ μένωσιν εἰς τὴν Μονὴν Πετράκη;
§152ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, διότι ὡρίζετο ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅτι εἰς τὴν Μονὴν Πετράκη θὰ ἐκτίσωσι τὴν ποινὴν αὐτῶν.
§153ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ μερίδα δύνανται νὰ λαμβάνωσιν οὕτω καταδεδικασμένοι;
§154ΣΤΑΗΣ. Τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν Μονῶν διοικοῦνται, ὡς γνωρίζετε, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1886, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐξέλεγξις ἀνήκει εἰς τὸν δημολογιστὴν τῆς Νομαρχίας, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι σᾶς διακόπτω, ἂν μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν.
§156ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς Μοναῖς ἐνασκοῦσιν οἱ Ἡγούμενοι, πῶς οὗτοι, ἢ οἱ κρατοῦντες ἐν ταῖς Μοναῖς, ἐπέτρεπον εἰς τοὺς ἐγκαθειργμένους μοναχοὺς νὰ ἐξέρχωνται καὶ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Γυμνάσια, ἐν οἷς ὡς μαθηταὶ ἐδιδάσκοντο; Πῶς δὲν ἀνέφερον τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον;
§158ΣΤΑΗΣ. Εἰς τοῦτο δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ἐν τέλει δὲ προσθέτω, ὅτι καὶ τὰ λαβόντα χώραν τελευταῖον ἐν Τριπόλει σκάνδαλα, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, προτεῖναν τὴν ἀπόλυσιν τῶν δημοδιδασκάλων, τῶν ἀσπαζομένων τὰς ἀρχὰς τῶν Νηφωνιστῶν.
§159ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν;
§160ΣΤΑΗΣ. Ταύτας θὰ μάθητε, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἐν οἷς καταφαίνεται καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§163Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριοι, οἱ ἐν Φθιώτιδι διαμένοντες στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ συνταξιοῦχοι δι’ ἐπιστολῆς των παραπονοῦνται, ὅτι οὐδέποτε κατορθώνουσι νὰ λαμβάνωσι τὴν σύνταξιν τοῦ ἑνὸς μηνὸς κατὰ τὸν ἑπόμενον μῆνα· τοῦτο δὲ ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς μυρίας δυσκολίας, καὶ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προεξοφλῶσι τὰς συντάξεις εἰς διαφόρους προεξοφλητὰς, χάνοντες μέγα μέρος τῆς συντάξεώς των, εἰς ἣν καὶ μόνην στηρίζουσι τὴν ὕπαρξίν των. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων κανονισθῇ· διότι οἱ συνταξιοῦχοι μεταβαίνουσιν εἰς τὸν ταμίαν Φθιώτιδος, ζητοῦντες τῇ 15 μηνός τινος τὴν σύνταξιν τοῦ παρελθόντος μηνὸς, καὶ μανθάνουσιν, ὅτι δὲν ἐξεδόθη ἔτι τὸ ἔνταλμα· μεταβαίνουσιν εἰς τὸν νομάρχην, καὶ μετ’ ἐκπλήξεως μανθάνουσιν ἐκεῖ, ὅτι δὲν ἐστάλη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἡ πίστωσις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ὁ νομάρχης πρέπει νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα. Περὶ τούτου παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ὅπως οἱ δυστυχεῖς συνταξιοῦχοι λαμβάνωσι τακτικῶς καὶ εὐκόλως ὅ,τι τοῖς ἀνήκει. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἕτερον ζήτημα, ἔχον γενικώτερον χαρακτῆρα. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ὑπάρχει ποταμὸς, ὃν πάντες γνωρίζουσι, καὶ περὶ οὗ πλειστάκις ἐγένετο λόγος, καὶ πρὸς διακανόνισιν τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἐλήφθη φροντίς. Τοῦ Σπερχειοῦ τὰ ὕδατα, ἅτινα ἠδύναντο βεβαίως νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως προαγάγωσι τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Φθιώτιδος, σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ μετὰ τὴν ἀνεξήγητον καὶ ἀδικαιολόγητον ἀμέλειαν τῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κυβερνησάντων, δὲν χρησιμεύουν ἢ εἰς καταστροφὴν τῶν περὶ τὸν ποταμὸν οἰκούντων. Δεῖγμα δὲ τῆς καταστροφῆς ταύτης ἔχομεν πρόσφατον, λαβὸν χώραν κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, ὅτε εἰς πλεῖστα μέρη τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ ἐκχειλίσαντα κατέκλυσαν τὴν πεδιάδα τῆς Λαμίας, καὶ ἐστέρησαν τοὺς κατοίκους οὐ μόνον τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἕτοιμα ἐν τοῖς ἁλωνίοις, καὶ τὰ ὁποῖα παρεσύρθησαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἄρτου, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ παραγάγωσι κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος. Τὰ χωρία τοῦ δήμου Λαμίας Καλύβια, Κόμμα, Σαρμουσακλὶ καὶ Ἰμίρμπεη, ἕνεκα τῆς ἐκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ, ἥτις κατέστησε λίμνην τὴν πεδιάδα, δὲν ἔσπειραν οὐδὲ ἓν κοιλὸν σίτου, καὶ κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰούνιον, ὅτε ἄλλοι θὰ θερίζωσι τὸν σπαρέντα καρπόν των, οἱ κάτοικοι τῶν εἰρημένων χωρίων θὰ προσβλέπωσιν αὐτοὺς καὶ θὰ χύνωσι δάκρυα, διότι ἡ κυβερνητικὴ ἀστοργία τοὺς κατεδίκασεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἤτοι εἰς τὴν πεῖναν! Πέρυσι δὲν ὤκνησα νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ τοῦ ποταμοῦ ἐκείνου, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως φραχθῶσι τὰ μέρη ἐκεῖνα τῶν προχωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἠπειλεῖτο ἡ ἐκχείλισις τῶν ὑδάτων. Ἡ Κυβέρνησις τότε διὰ τῆς συνήθους σιωπῆς κατένευσεν εἰς τὰς παρακλήσεις μου, καὶ ἐγὼ, ἐκλαβὼν τὴν σιγὴν ἐκείνην ὡς παραδοχὴν τῶν παρακλήσεών μου περὶ λήψεως τῶν προσηκόντων μέτρων, ὅπως προληφθῶσι τόσα κακὰ δι’ ἔργων, ὧν ἡ δαπάνη δὲν ἀνήρχετο εἰς πλείονας τῶν 15,000 δραχμῶν, ἐπίστευσα καὶ ἤλπισα. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ Ὀκτώβριος, καὶ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη· ὑπερεπληρώθη ἐκ τῶν ὑδάτων τῶν βροχῶν ἡ κοίτη τοῦ ποταμοῦ, καὶ τὰ ὕδατα ἐκχειλίσαντα μετέβαλον εἰς λίμνην τὴν πεδιάδα τῆς Λαμίας. Εἰς μάτην ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν τότε κ. Πρωθυπουργὸν, εἰς μάτην μετέβησαν οἱ χωρικοὶ εἰς τὸν νομάρχην, ζητοῦντες τὴν ἐπέμβασίν του· καὶ ἐνῷ παρῆλθον 25 ἡμέραι ἄνευ διαταγῆς πρὸς κατασκευὴν τῶν προχωμάτων, ἦλθεν, εὐτυχῶς διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ νέα Κυβέρνησις, καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτῆς διετέθη ποσόν τι, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀνεγερθῶσι τὰ προχώματα, τὰ ὁποῖα ἀνέστειλαν προσωρινῶς τὸν περαιτέρω κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο μέγιστος καὶ διὰ τοὺς γεωργοὺς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, κίνδυνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μόνον διὰ νέας εἴς τινα μέρη τοῦ ποταμοῦ κοίτης καὶ διὰ τῶν ἀναλόγων προβόλων, ἐξ ὀγκολίθων κατασκευαζομένων, ἤθελον ἀπαλλαγῆ καὶ οἱ κάτοικοι καὶ τὸ Δημόσιον. Λέγω δὲ καὶ τὸ Δημόσιον, διότι τὸ Δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ συντηρῇ δύο ὁδοὺς, τὰς ἀγούσας ἀπὸ Λαμίας εἰς Λεβάδειαν, καὶ ἀπὸ Λαμίας εἰς Ἀταλάντην, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τῆς ὑπερχειλίσεως ὑφίστανται ζημίας μεγάλας, διότι τὰ ὕδατα παρασύρουσι μεγάλα τμήματα αὐτῶν, καὶ τὸ Δημόσιον ὑφίσταται δεκαπλασίαν δαπάνην πρὸς ἐπισκευήν των. Εἶπον πρότερον, ὅτι οἱ κάτοικοι ἰδίως τῶν τεσσάρων χωρίων δὲν θὰ ἔχωσι κατὰ τὸ ἐρχόμενον θέρος νὰ συγκομίσωσι καρπούς, διότι οὐδὲ ἓν κοιλὸν ἔσπειραν, καὶ δίκαιον, νομίζω, εἶναι, ἡ Κυβέρνησις, ἀναμετροῦσα τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν θὰ περιέλθωσι, νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως δείξῃ, ὅτι ἔρχεται εἰς αὐτοὺς ἀρωγὸς, καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὐλάχιστον αὐτοὺς ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, καὶ χωρὶς νὰ δικαιολογήσω κἄν πλέον τὴν πρότασίν μου, πέπεισμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἀπὸ τοῦ φόρου, ὃν, ἂν θὰ πληρώσωσι, θέλουσι πληρώσει ἀδίκως. Δὲν πρόκειται ὅμως μόνον περὶ τούτου, ἀλλ’ ἰδίως περὶ τῆς ῥιζικωτέρας, οὕτως εἰπεῖν, θεραπείας τοῦ κακοῦ, τουτέστι περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ ἐκείνου, διὰ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς. Ἵνα τοῦτο γένηται, ἀπαιτοῦνται βεβαίως δαπάναι ὁπωσδήποτε μεγάλαι, εἰς ἃς οἱ ἰδιοκτῆται τῶν κατακλυζομένων ἐκτάσεων δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι. Δὲν ἐννοῶ σήμερον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς μελέτης τοῦ μηχανικοῦ κ. Μινέϊκου, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ ὕδατα τοῦ Σπερχειοῦ πρὸς ἄρδευσιν τοῦ Λαμιακοῦ πεδίου. Ἐννοῶ μόνον τὴν δαπάνην, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαρρυθμισθῇ ἡ κοίτη τοῦ ποταμοῦ οὕτως, ὥστε νὰ προληφθῶσιν αἱ πλημμύραι, ἐκ τῆς ἀποφυγῆς τῶν ὁποίων οὐ μόνον ἡ καλλιέργεια, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑγιεία τῶν κατοίκων θέλει ἐξασφαλισθῆ. Τὴν δαπάνην λοιπὸν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦναι καὶ πολὺ μεγάλη, παρακαλῶ ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ὁπωσδήποτε πασχόντων τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ αὕτη πρὸς τὸ παρόν, καὶ ὑστερώτερον ἂς καταλογίσῃ μέρος αὐτῆς εἰς τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι προθύμως προσφέρονται νὰ καταβάλωσι τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς μέρος, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως τοῦτο καταβάλωσιν εἰς δόσεις ἀναλόγους καὶ τοιαύτας, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκασθῶσι νὰ πωλήσωσι τὰ κτήματά των, πρὶν ἢ ταῦτα ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τῶν κινδύνων, οὓς ἡ δαπάνη αὕτη πρόκειται ν’ ἀπομακρύνῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ λάβῃ ταχέως ἀπόφασίν τινα.
§164Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος κ. Βουλευτὴς καὶ πέρυσιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐποιήσατο σύστασιν μακρὰν εἰς τὴν τέως Κυβέρνησιν περὶ διορθώσεως τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ὅστις ἐκ τῶν ἐκχειλίσεων γίνεται ἀφορμὴ ζημιῶν εἰς τοὺς παροχθίους· δυστυχῶς ὅμως ἡ τότε Κυβέρνησις, ἀσχολουμένη ἴσως εἰς ἔργα σοβαρώτερα, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δικαίας συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἤδη καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν σύστασιν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν συστάσεων ἡμῶν. Ὡς ὁ κ. συνάδελφος διετύπωσεν εἰς τὴν Βουλήν, αἱ ζημίαι αὗται ἐγένοντο γνωσταὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ, καὶ ὤφειλε νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς πρόληψιν τῶν ζημιῶν, αἵτινες καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θέλουσιν ἐπαναληφθῆ, καὶ οὕτω νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐνδιαφέρεται καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, τὴν διακρινομένην διὰ τὸ νομοταγὲς αὐτῆς. Ὡς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ φροντὶς πρὸς διαρρύθμισιν τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ, καθόσον ἑκάστοτε, ἕνεκα τῶν γινομένων πλημμυρῶν, μεγάλαι ζημίαι ἐπέρχονται εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ζημίαι, αἵτινες, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, θέλουσι φθάσει εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ δύνανται οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται νὰ σπείρωσι τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν, τοὺς παρὰ τὸν ποταμὸν καὶ ἐφέτος, ὡς ὁ ἴδιος συνάδελφος παρέστησεν, ἕνεκα τῶν γενομένων πλημμυρῶν εἰς τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, οὐδεμία σπορὰ ἐγένετο, οὐδόλως δὲ ἀπίθανον, ἂν ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐξακολουθήσῃ, νὰ ἴδωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς πενομένους, νὰ ἴδωμεν αὐτοὺς οὐ μόνον μὴ δυναμένους πλέον νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ὀφείλουσι πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ νὰ ζητήσωσι καὶ τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Πολλάκις ὁ Σπερχειὸς ποταμὸς ἐγένετο ἀφορμὴ ζημιῶν, καὶ πρὶν ἢ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει τέλος νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία πρὸς ῥύθμισιν τῶν χειμάρρων καὶ τῶν ποταμῶν, δίκαιον εἶναι, ὁσάκις παρουσιάζονται τοιαῦται ζημίαι, αἵτινες δὲν ἐπιδέχονται ἀναβολὴν, ὁσάκις οἱ Βουλευταὶ, κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ποιοῦνται συστάσεις τοιαύτας, δίκαιον, λέγω, εἶναι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νὰ λαμβάνωσι πρόνοιαν πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν σύστασιν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ διευθετήσεως ἑτέρου χειμάρρου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος, παρὰ τὴν κωμόπολιν Ὑπάτης, ἐκ τοῦ ὁποίου κατ’ ἔτος ἐπέρχονται μεγάλαι καταστροφαὶ εἰς τὰ πεδινὰ μέρη τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς, καὶ τὸ πλεῖστον μέρος ἐκ τῶν ἀγρῶν αὐτῶν μεταβάλλεται εἰς θαλασσίας ἐκτάσεις, ὥστε κίνδυνος εἶναι οὐ μόνον αἱ γαῖαι αὗται νὰ κατασταθῶσιν ἄχρηστοι, ἀλλὰ καὶ τρία ἢ τέσσαρα χωρία νὰ καλυφθῶσιν ὑπὸ πλημμύρας, καὶ νὰ διατρέχωσι μέγιστον κίνδυνον οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἑκάστοτε γιγνομένων ἐκχειλίσεων τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, καὶ δώσῃ ἓν πέρας εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία, πιστεύσατέ με, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, θὰ ἀπελπίσῃ τέλεον τοὺς γεωργοὺς περὶ τῆς προνοίας τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπὲρ αὐτῶν.
§165Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τῶν συστάσεων καὶ παρατηρήσεων ἀμφοτέρων τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτῶν. Ὡς δ’ ὁ πρῶτος τῶν συναδέλφων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔπραξα ἤδη ἐκ τῶν ἐνόντων ὅ,τι μοὶ ἦτο δυνατὸν πρὸς διόρθωσιν τῆς καταστάσεως. Εὐχαρίστως ὅμως ἀπαντῶν σήμερον εἰς τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς συστάσεις αὐτῶν, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, καὶ ὅτι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε πρώτιστον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐνομίσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι σύντονα νομοθετικὰ μέτρα. Ἡ χώρα ἡμῶν, ὡς γνωρίζετε, πανταχοῦ ὑπὸ χειμάρρων διασχίζεται· οἱ χείμαρροι τὰς κοίτας αὐτῶν ἐπεξέτειναν ἐντελῶς ἐλευθέρως, πολλαχοῦ δ’ ἐσχημάτισαν καὶ ἑλώδη μέρη, ἕνεκα τῶν ὁποίων, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἡ νόσος τῶν ἑλειογενῶν πυρετῶν σχεδὸν κατέστη ἐν Ἑλλάδι ἐνδημική. Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου, ὅπως ἀποδώσωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν γεωργίαν πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων στρεμμάτων, κανονίζοντες κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς κοίτας τῶν ὁρμητικῶν χειμάρρων, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ βάσις, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ εἴπω, εἶναι αὕτη: Μικτὸν σύστημα ἀπεδέχθημεν. Τὸ ἥμισυ τῶν δαπανῶν ἢ 40%, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων ἔργων κοινῆς ὠφελείας θὰ ἦναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ καταβάλλῃ, τὸ ἕτερον ὅμως ἥμισυ εἶναι δίκαιον νὰ καταβάλληται παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν ἔργων, κατὰ διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ κανονίζει. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν τέλειον ἀνθρωπίνως. Κατὰ τὴν συζήτησιν δ’ αὐτοῦ θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὰς παρατηρήσεις τῶν ἐμπειροτέρων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως καταστῇ τὸ ἔργον τοῦτο κοινῆς ὠφελείας ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον. Ἐπίσης ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται εἰδικός τις νόμος, δι’ οὗ ἐκανονίζετο ἡ κατάστασις τῆς διώρυγος περὶ τὴν Λευκάδα. Ἐπίσης ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως γαιανθρακαποθηκῶν ἐν τῷ λιμένι Σύρου. Ἐπίσης καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τουτέστι τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πειραιῶς. Ὡσαύτως καταθέτω τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Πατρῶν. Τελευταῖον καταθέτω σημείωμα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς πρὸς τὴν μετάβασιν τοῦ νομομηχανικοῦ Γαζῆ εἰς Ἄμφισσαν.
§166Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ, τὸ νομοσχέδιον περὶ ποταμῶν ἀφορᾷ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς κοίτης, ὅπως προληφθῶσιν αἱ ἐκχειλίσεις μόνον; ἢ εἰς τὸ νὰ καταστῶσι πολλοὶ τούτων καὶ ἀρδευτικοί;
§167ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Γενικὸν εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Περὶ ὅλων τούτων τῶν θεμάτων προνοεῖ.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 94–96).
§169ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος ὀλίγα ἔχω νὰ προσθέσω, διὰ τὰ παράπονα δηλ. τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Εὐθὺς, ὡς ὑψώθη φωνὴ περὶ τούτου, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις διὰ τὰ δίκαια παράπονα αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἡ πληρωμὴ τῶν συντάξεων τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ἐνεργῆται εἰς τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα. Νομίζω τοῦτο εὔκολον, καὶ οὐδεμία βλάβη ἐπέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Φαντασθῆτε ἀξιωματικὸν γηράσαντα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ μὲ βαθμὸν ἀνώτερον νὰ ἀναμένῃ ἔξωθι τῆς θύρας τοῦ ταμείου τὴν πληρωμὴν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του! Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπές. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπὸ σημείωσιν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον. Τὸ Δημόσιον, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν θὰ ὑποστῇ ζημίαν. Εἶναι μία εὐκολία διὰ τοὺς ἀποστράτους, οἱ ὁποῖοι οὕτω θὰ πληρώνωνται εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς καὶ κατὰ τρόπον ἀξιοπρεπῆ.
§170Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαρίστως ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλοντος νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν προηγεῖται τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔκθεσις αἰτιολογική...
§171Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μακροτάτη μάλιστα.
§172Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ πότε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει συζητηθῆ. Οὐχ ἧττον, πρὸς πλήρη φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πίνακα λεπτομερῆ ἁπάντων τῶν ὑπαρχόντων ἐν Ἑλλάδι ἑλῶν, περιλαμβάνοντα: αʹ) Τίς ὁ ἰδιοκτήτης ἑκάστου αὐτῶν (Δημόσιον, κοινότης, ἰδιώτης κλπ.)· βʹ) τὴν θέσιν ἑκάστου αὐτῶν (ἐπαρχίαν, δῆμον κλπ.)· γʹ) τὴν ἔκτασιν· δʹ) ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ ἐν καιρῷ θέρους· εʹ) ἂν ἐγένοντό ποτε ἐργασίαι διὰ τὰ ἕλη ταῦτα, καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τίνων, καὶ τίνες ἐργασίαι, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν τυχὸν κατὰ ἕλος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ϛʹ) πῶς σχηματίζονται τὰ ἕλη ταῦτα, ἤτοι τὰ ὀνόματα τῶν σχηματιζόντων ταῦτα ὑδάτων. 2) Προϋπολογισμούς, ἂν ὑπάρχωσι, τῆς δι’ ἕκαστον τῶν ἑλῶν ἀπαιτουμένης δαπάνης. 3) Μελέτας τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἀποξήρανσιν ἑκάστου ἕλους, ὀνομαζομένου τοῦ ἕλους εἰδικῶς. 4) Μελέτας περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως ἑκάστου ἕλους καὶ σχέδια λεπτομερῆ. 5) Τὰς μελέτας πάσας, τὰς τυχὸν γενομένας ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐν γένει πᾶσαν λεπτομέρειαν, ἣν ἡ ὑπηρεσία ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαίαν πρὸς διαφωτισμὸν τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω ὅμως, προκειμένου περὶ τούτου, νὰ καταστήσω προσεκτικὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὡς πρὸς τὰς τὰς πληροφορίας, ἃς ἐνίοτε δίδει τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοιούτων αἰτήσεων. Ἄλλοτέ ποτε, ἐπὶ τῇ παρακλήσει μου, εἶχε ζητηθῆ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίναξ περιέχων τὰς διασαφήσεις καὶ λεπτομερείας ταύτας, ἃς καὶ σήμερον ζητῶ, περὶ τῶν ἑλῶν. Κατετέθη ἀνυπόγραφον σημείωμα, ὅπερ, ἂν ἐτύγχανε νὰ δημοσιευθῇ, ἤθελε βεβαίως προκαλέσει τὰ μειδιάματα τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τῶν περὶ τὰ τοιαῦτα ἐμπείρων. Διότι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους δὲν ἀνεγράφετο ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ, εἰμὴ σωρεία ἀνακριβῶν καὶ ἀτελῶν πληροφοριῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος φροντίσῃ αὐτὸς οὗτος, ἵνα τὸ σημείωμα τοῦτο κατασταθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπί τινος τῶν πρωθυπουργιῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶχε συσταθῇ καὶ ἐπιτροπή τις, ἥτις ἐμβριθῶς ἐμελέτησε τὰ περὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Παρακαλῶ ὅπως, ἂν δύνηται, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεύρῃ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, καὶ καταθέσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ δημοσιευθῇ, ὅπως πάντες λάβωμεν γνῶσιν αὐτῆς. Διότι, ἵνα ἐμβριθῶς συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξῃ εἰς πᾶσαν γενομένην μελέτην ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἐπληροφορήθημεν, καὶ ἱκανὸς ἐπιστήμων ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα δώσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ οὐσιωδεστάτου τούτου ζητήματος γνώμην αὐτοῦ, ὁ κ. Δα– Πέρσικο, ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε περίληψιν, εἴτε τὸ ὅλον τῶν γνωμῶν τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιστήμονος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§173Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶ ἀμέσως εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία, ὡς προεῖπον, εἶναι λεπτομερεστάτη, δίδεται ἀπάντησις εἰς ἓν ἐκ τῶν ἐρωτημάτων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ἐν αὐτῇ σημειοῦνται ἐπακριβῶς τὰ ὑπάρχοντα ἕλη ἐν Ἑλλάδι, κατὰ ὅρια καὶ κατ’ ἔκτασιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν σύστασιν αὐτοῦ, θέλω ζητήσει καὶ θέλω προσκομίσει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τὰ ζητούμενα ἔγγραφα.
§174Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ λεχθέντα εἶναι ἀληθῆ. Ἔτυχε νὰ συνεργασθῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀληθῶς πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἄνευ διακρίσεως κόμματος, συνεφώνησαν εἰς τὴν πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τῆς διευθετήσεως τῶν χειμάρρων καὶ ποταμῶν· μακρὰ δ’ ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ἐξυγίανσις τῆς χώρας καὶ ἡ βελτίωσις τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας καὶ ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς. Εὐτυχῶς τὸ μέρος τοῦτο ἐκ τοῦ προγράμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξαμεν ἐκθύμως εἰς τὰς δύο τελευταίας Συνόδους, ἐγένετο ἀσπαστὸν καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ὑπέβαλε σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ διευθετήσεως τῶν χειμάρρων καὶ ποταμῶν. Ὡς δὲ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως λάβωσι γνῶσιν πάντες οἱ Βουλευταί, λεπτομερὴς πίναξ τῶν ἑλῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος θέλει ὑποβληθῆ.
§175Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου.
§176Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλ’ ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ τότε ἐζητήσαμεν πίνακα τῶν ἑλῶν, καὶ παρουσιάσθη ἡμῖν τοιοῦτος, ἀλλ’ ἦτο ἐλλιπής, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἀνεγράφετο ἓν ἕλος μόνον, ἐνῷ ὑπάρχουσι πλεῖστα τοιαῦτα. Φοβοῦμαι, μήπως καὶ ὁ ὑποβληθεὶς δὲν εἶναι πλήρης. Νομίζω ὅμως καλὸν νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τοὺς μηχανικοὺς ἑκάστης ἐπαρχίας, ὅπως ποιήσωνται τὰς προσηκούσας μελέτας, ἵνα ἔχωμεν ἀκριβῆ πίνακα τῶν ἑλῶν τῆς χώρας ἡμῶν. Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἐπίσης πίναξ τῶν χειμάρρων καὶ ποταμῶν ἑκάστης ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς δὲ τὸν μηχανικὸν Δαπέρσικο, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, οὐδὲν γνωρίζω· γνωρίζω ὅμως, ὅτι εἷς μόνον ἀλλοδαπὸς μηχανικὸς ἐργάζεται ἤδη ἐν τῷ Κράτει, ὁ κ. Μινέϊκος, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ ἰδιαιτέρως διά τε τὸ ἔντιμον τοῦ χαρακτῆρος καὶ τὸ φίλεργον αὐτοῦ, αὐτὸς οὗτος ὁ ἐκτελῶν ἤδη τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ, ἥτις εὑρίσκεται περὶ τὸ τέλος αὐτῆς. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ὑποβληθεισῶν.
§177Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ προτίθεμαι εἴτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε καὶ πρὸ ταύτης, νὰ συνεχίσω τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀρξαμένην ἀγόρευσίν μου περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ἀλλ’ οὐχὶ πλέον ἀπὸ γενικῶν γραμμῶν, ἀλλ’ εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς δράσεως τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες διῴκησαν τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ ὅτου καὶ ἐγὼ ἤρχισα νὰ παρακολουθῶ τὰ πράγματα ἡμῶν, καὶ ἐπειδὴ ἀναπόσπαστον μέρος τῆς ὁμιλίας ἐκείνης ἔσται ἡ τῶν πολεμικῶν ἐξέτασις, τὴν ὁποίαν ἀναντιρρήτως ἐγὼ θὰ προκαλέσω, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ διατάξητε ἢ δώσητε ἐντολὴν νὰ κατατεθῶσιν, ὅσον τάχιστα, αἱ Ἐκθέσεις καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκρέντης τὰ ἔχει.
§179Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς σημείωμα ἐμφαῖνον, ἐὰν σήμερον εὑρίσκονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἵτινες, κατηγορηθέντες τυχὸν εἰς τὸ παρελθὸν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος ἢ καταχρήσει, καὶ εἰσαχθέντες ἕνεκα τούτου εἰς δίκην καὶ καταδικασθέντες, ἐπαναδιωρίσθησαν αὖθις, ἢ καὶ προήχθησαν μετὰ τὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἔκτισιν τῆς ποινῆς αὐτῶν. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀριθμητικὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐμφαίνωνται καθ’ ὅπλον καὶ βαθμὸν οἱ ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον γενόμενοι προβιβασμοὶ, ἀπὸ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ ὑποστρατήγου συμπεριλαμβανομένου. Ἔναντι δὲ ἑκάστου βαθμοῦ νὰ σημειῶνται ἐν ἰδιαιτέρᾳ στήλῃ καὶ αἱ χηρεύουσαι τότε καὶ διὰ τῶν προβιβασμῶν συμπληρωθεῖσαι θέσεις ἐν ἑκάστῳ ὅπλῳ, συμφώνως πρὸς τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ πάσας τὰς καταστάσεις τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου καὶ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ, τὰς ἀναφερομένας εἰς τοὺς τελευταῖον γενομένους προβιβασμούς. Δηλαδὴ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς ἐζήτησα ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν προσήχθη, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατάστασιν ἀριθμητικὴν πάντων τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ βαθμὸν καὶ ὅπλον, τῶν ὁπωσδήποτε μὴ λαβόντων μέρος κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι βεβαίως δὲν προτίθεμαι νὰ μεμφθῶ τοὺς συναδέλφους μου ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀκουσίως αὐτῶν ἡ ὑπηρεσία ἐκράτησε μακρὰν τοῦ καθήκοντός των, ἀλλὰ προτίθεμαι διὰ τούτων ἕτερόν τι νὰ ἀποδείξω.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Φικιώρης κατέθεσεν αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν δημάρχων τοῦ νομοῦ Λακεδαίμονος περὶ τῆς εἰς Ἀμερικὴν μεταναστεύσεως, ἃς ὑπέβαλεν ὁ νομάρχης Λακεδαίμονος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον τοῦ 1900». Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§181ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρῶτον ὑποβάλλω ἐρώτημα περὶ θέματος ἀναγομένου εἰς τὰς ἁλυκὰς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας. Ἀλλὰ κυρίως ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ εὐμενῆ ἀκρόασιν εἰς τὴν σύστασιν, ἣν θέλω ὑποβάλει. Διὰ νομοσχεδίου, ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο ἐτῶν καὶ ψηφισθέντος, ἀπεφασίσθη νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ συνοικισμὸς τῶν Καμαριναίων παρὰ τὴν Βόνιτσαν, ἀναγνωριζομένων τῶν ἐξόχων αὐτῶν ἐθνικῶν θυσιῶν, καὶ ἐπιτρεπομένου εἰς αὐτοὺς νὰ συνοικισθῶσιν εἰς μέρος, ὅσον τὸ δυνατὸν πλησιέστερον εἰς τὴν πατρίδα, ἣν ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι, καὶ καλῶς ἐκλελεγμένον διά τε τὸ κατάλληλον τῆς θέσεως καὶ τὸ εὔφορον τῆς γῆς. Ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε κατεβλήθη πρόνοια, ὅπως τὸ διάγραμμα τῆς παραχωρουμένης θέσεως καταστρωθῇ τέλειον, καὶ ἡ διαίρεσις τῶν μερίδων ὑπῆρξεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβεστάτη, ἡ δὲ ἐργασία, ἥτις ἐγένετο, καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ κρίνω, φαίνεται καλή. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ Καμαριναῖοι οὐδὲν ἐφόδιον ὑλικὸν εἶχον, ὅπως δυνηθῶσιν, ἐπὶ τῇ πραγματοποιήσει τοῦ συνοικισμοῦ, νὰ ἀποκτήσωσι στέγην καὶ ὄργανα καλλιεργείας, καὶ συνοικισμὸς πράγματι ὑπάρξῃ καὶ ζήσῃ, οὐδεμία πρόνοια κατεβλήθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ὅπως παρασχεθῶσι τὰ πρὸς ἐγκατάστασιν ἀπαραίτητα εἰς αὐτοὺς, οἵτινες ἠναγκάζοντο καὶ ἐζήτουν ἐξ ἐπικουρίας ἰδιωτικῆς τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἐκ τῶν 100 οἰκογενειῶν, ὑπὲρ ὧν ἡ περὶ συνοικισμοῦ νομοθετικὴ πρόνοια, μόλις περὶ τὰς 70 ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ μέχρι τῆς ὥρας αὗται εὑρίσκονται ἄνευ στέγης· οἱ ὑπόλοιποι διεσπάρησαν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, ζητοῦντες πόρον ζωῆς, καὶ οἰκονομοῦνται ὁπωσδήποτε ἄλλοι εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἄλλοι εἰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας. Αἱ οἰκογένειαι ὅμως, αἱ παραμείνασαι ἐν Βονίτσῃ καὶ τῷ τόπῳ τοῦ συνοικισμοῦ, ἀναγκάζονται νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν φιλοξενίαν τῶν κατοίκων ἐκεῖ, ἢ εὑρίσκονται ἐν καλύβαις ἐν τῷ τόπῳ τοῦ συνοικισμοῦ. Ὅτε δὲ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ γεωργικοῦ τούτου ἔτους προέκειτο οἱ ἄνθρωποι οὗτοι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἐργασίαν, ὅπως δυνηθῶσι δι’ αὐτῆς, καλλιεργοῦντες, ν’ ἀποκτήσωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, εὑρέθησαν ἀπέναντι ἐντελοῦς ἀδυναμίας, ἕνεκεν ἐλλείψεως πάντων τῶν πρὸς καλλιέργειαν ἀναγκαίων. Εὐγενὴς ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία κατέστησεν εἰς αὐτοὺς δυνατὸν νὰ καλλιεργήσωσι τὸ ἥμισυ τῶν γαιῶν, αἵτινες παρεχωρήθησαν αὐτοῖς, τοῦτο δ’ ἐγένετο, παρασχεθέντος ὑπὸ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας ἀφθόνου σπόρου σίτου καὶ κριθῆς, καὶ χρησιμοποιηθείσης καὶ τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐργασίας εἰς ὑπηρεσίαν τῶν παρεπιδημούντων ἐκεῖ Λευκαδίων γεωργῶν, ἢ τῶν γειτόνων, τῶν κατοίκων Βονίτσης, ἐπ’ ἀνταλλάγματι, τῇ παροχῇ εἰς αὐτοὺς ἀρότρων καὶ ζῴων, δι’ ὧν κατώρθωσαν ἀροτριάσαντες νὰ σπείρωσι τὸν σταλέντα εἰς αὐτοὺς σπόρον. Ἄνευ τῆς τοιαύτης ἀνταλλαγῆς ἐργασίας καὶ ὑπηρεσίας ἀρότρων καὶ ζευγῶν δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὴ ἡ καλλιέργεια. Οὕτω κατωρθώθη 63 ἢ 65 οἰκογένειαι νὰ σπείρωσι κατὰ μέσον ὅρον εἴκοσι στρέμματα γῆς ἐκ τῶν τεσσαράκοντα, ἅτινα ἦσαν εἰς αὐτοὺς παρακεχωρημένα, δηλαδὴ ἱκανὴ ἔκτασις γῆς, ὅπως ἐλπίσωσι καὶ ἀπόκτησιν τροφῆς καὶ ἀπόκτησιν σπόρου διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐσταλμένα ἐκεῖ 15 ἄροτρα, ἅτινα ὅμως, ἕνεκα τῆς μὴ ὑπάρξεως ζῴων, δὲν διενεμήθησαν εἰς τοὺς συνοικισθέντας, καὶ καλῶς δὲν διενεμήθησαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ἴσως δ’ αἱ ἀνάγκαι ἠδύναντο νὰ ὠθήσωσι τοὺς χωρικούς, ἂν παρεδίδοντο αὐτοῖς τὰ ἄροτρα, νὰ πωλήσωσιν αὐτὰ πρὸς πορισμὸν ἄρτου. Ἐγείρεται νῦν τὸ ζήτημα, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ ἐκεῖ συνῳκισμένοι, εἰς οὓς ἐπετράπη νὰ ἐλπίσωσιν, ὅτι θὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ ψηφισθεὶς συνοικισμὸς, πῶς δύνανται νὰ διέλθωσι τὸν μετέπειτα χρόνον, μὴ ἔχοντες χρήματα, μὴ ἔχοντες οἰκήματα, μὴ ἔχοντες κτήσεις, μὴ ἔχοντες ἄροτρα; Ἐκ τῆς μελέτης, ἣν ἐγὼ ἐπεχείρησα, ἐπείσθην, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ δαπάνης, ἥτις βεβαίως δὲν θέλει κριθῇ ὑπερβολικὴ, νὰ παρασχεθῇ εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς ἐκεῖ ἐγκατασταθείσας καὶ χρῆμα ἐπαρκὲς εἰς ἀνοικοδόμησιν οἰκίσκων καὶ ἀγορὰν ζῴων καὶ ἀρότρων, — ὧν ἀριθμὸς ἐπαρκὴς εὑρίσκεται ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν πρόκειται δι’ αὐτὰ εἰδικῶς νὰ δαπανήσῃ σήμερον. — Ἐὰν διατεθῶσιν 100 ζῷα ὑπὲρ τῶν κατοίκων Καμαρίνης, ἀνὰ ἓν ἀροτριῶν κτῆνος εἰς ἕκαστον μεριδιοῦχον, ἀσφαλίζεται ἡ διαρκὴς καλλιέργεια, διότι ἐπαρκοῦσι τὰ ζῷα ταῦτα, γινομένου καὶ τοῦ δανεισμοῦ τοῦ συνήθους παρὰ τοῖς χωρικοῖς, ἑκατὸν δὲ ἀροτριῶντα κτήνη ὑπολογίζονται ἀξίας 20,000 δραχμῶν. Ἐὰν παρασχεθῶσιν εἰς τὰς 100 οἰκογενείας ἀνὰ 350 δραχμαὶ εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν, ἀσφαλίζεται ἡ ἀπόκτησις οἰκίσκων, οἵτινες οὐδὲν μὲν θέλουσιν ἔχει τὸ πολυτελές, ἀλλὰ κατασκευαζόμενοι ἐκ πλίνθων καὶ ξύλων καὶ κεράμων, βεβαίως ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῶν συνοικισθέντων. Διὰ δαπάνης λοιπὸν 55,000 δραχμῶν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἀσφαλίζομεν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ συνοικισμοῦ ἐπὶ ἀριθμοῦ 100 οἰκογενειῶν. Ὁπόσον εἶναι οἰκονομικῶς σπουδαία ἡ ἐν ἐρήμῳ τόπῳ ἀπόκτησις συνοικισμοῦ 100 γεωργικῶν οἰκογενειῶν, εἶναι περιττὸν νὰ παραστήσω, ὁπόσον δὲ ταχεῖα θέλει ἐπέλθει αὔξησις τοῦ συνοικισμοῦ ἐν τοιούτῳ τόπῳ, προσερχομένων καὶ ἄλλων εἴτε ἐκ τῶν πέριξ, εἴτε καὶ ἐκ τῆς Ἠπείρου, ὁπόθεν ἦλθον καὶ οὗτοι, εἶναι περιττὸν ν’ ἀναπτύξω. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη ἐνίσχυσις καὶ ἐξασφάλισις τοῦ συνοικισμοῦ θέλει χρησιμεύσει, ἵνα καλλιεργηθῇ τόπος ἐντελῶς ἔρημος καὶ ἀναπτυχθῶσι διὰ καλλιεργείας νέοι πόροι ἐν τῇ χώρᾳ, ὠφελουμένου ἐκ τούτου κατὰ τι καὶ τοῦ Κράτους φορολογικῶς, θέλει ἐν ταυτῷ διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, συμπληρούσης τὸ ἔργον τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ὁμοθύμως ψηφισάσης τὰ προταθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θέλει, λέγω, ἐν ταυτῷ ἐνισχυθῇ ἐθνικὸς συνοικισμός, ἀποδιδομένης τῆς προσηκούσης ἀμοιβῆς εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, τοὺς ἐξόχως φιλοπάτριδας, ὧν ἡ συμπεριφορὰ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἀποτελεῖ μίαν τῶν φαεινοτέρων σελίδων ἀνδρείας καὶ φιλοπατρίας ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν Ἑλλήνων Ἠπειρωτῶν. (Εὖγε! εὖγε!).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προηγουμένως νὰ γίνωμεν ἐν ἀπαρτίᾳ.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καταλάβετε τὰς θέσεις σας. Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§186Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ἤθελα νὰ προσθέσω πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀναμφισβητήτως, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὸν, ὅπως οἱ πρόσφυγες Καμαρινιῶται συνοικισθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο ἔναρξις ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ· διότι, ἂν δὲν συμπληρωθῇ καὶ μείνῃ ὡς ἔχει, θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ οἰκογένειαι νὰ συνοικισθῶσι καὶ ἀποτελέσωσι συνοικισμὸν αὐτοτελῆ καὶ δυνάμενον νὰ ἔχῃ αὐθυπαρξίαν, ἂν δὲν δοθῶσιν εἰς αὐτὰς τὰ μέσα, ὅπως κατοικήσωσι καὶ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας. Ἂν δὲν δοθῶσι ταῦτα, βεβαίως οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ τραπῶσιν εἰς ἄλλα ἔργα, ἴσως ὀλιγώτερον ἐπωφελῆ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετέλουν ὡς γεωργοί, ἐνῷ, ἀφοῦ αἱ γαῖαι ἐδόθησαν εἰς αὐτοὺς καὶ πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῶσι, καὶ ὁ σκοπὸς ὁ ἀρχικὸς τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν συμπληροῦται διὰ τῆς τελειοποιήσεως τοῦ ἔργου, καὶ συνάμα διαπράττεται τοῦτο ἐπωφελῶς διὰ τὸν τόπον, διότι ἀποκαθιστᾷ ἕνα συνοικισμόν, ὅστις θὰ ἀποφέρῃ εἰς τὸν τόπον ὠφελείας καὶ ὑπὸ ἔποψιν γενικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν τοῦ δημοσίου ταμείου· ἄλλως ἀδικοῦμεν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς βλάπτομεν, καὶ τοὺς ἐβλάψαμεν, κρατήσαντες αὐτοὺς ἐν Ἑλλάδι, ἂν δὲν τοῖς δώσωμεν τὰ μέσα νὰ ζήσουν. Τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις προσθέτω πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ μελετηθῇ ἡ πρότασις, διότι θεωρῶ τὰς δαπάνας ταύτας ὡς ἀσυγκρίτως ἐπωφελεστέρας καὶ ἀναγκαιοτέρας πολλῶν ἄλλων δαπανῶν, ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§187Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον ἐγὼ πρῶτος ἄλλοτε, μετὰ εὔγλωττον καὶ συγκινητικωτάτην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐπρότεινα, ἵνα εἰς τὴν θέσιν Μερτάρι, πλησίον τῆς Βονίτσης, γείνῃ ὁ συνοικισμὸς τῶν Καμαρινιωτῶν, ὅπως παρηγορῶνται ὀλίγον, βλέποντες ἐκεῖθεν τὰ ὄρη, ὅπου ἀναπαύονται τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων αὐτῶν. Συνεπῶς συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ χορηγήσῃ τὰ μέσα πρὸς πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν Καμαρινιωτῶν, καὶ πρέπει νὰ τοῖς χορηγήσῃ ὄχι μόνον τὰ ἐργαλεῖα, ἀλλὰ καὶ στέγην, ἀλλὰ καὶ ναόν, ὅπως ἔχωσι τὴν θρησκευτικὴν παρηγορίαν καὶ ἐκτελῶσι τὰ θρησκευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καὶ ἂν σκοπεύει νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὰ ἀνάλογα μέσα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τοὺς Καμαρινιώτας.
§188Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρέξῃ πάντα τὰ μέσα εἰς τοὺς Καμαρινιώτας, διότι οἱ Καμαρινιῶται εἶχον πρὶν κωμόπολιν πλουσίαν, οἱ δὲ κάτοικοι αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀρκετὰ εὔποροι, κατεστράφησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν τοὺς ἔμεινεν ἄλλο τι παρ’ ὅ,τι ἔφερον εἰς τοὺς ὤμους. Ἡ καταστροφή των ἦτο τελεία ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐχορηγήσαμεν εἰς αὐτοὺς γαίας, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεμίαν καλλιέργειαν δύνανται νὰ κάμωσιν, ἂν δὲν τοῖς χορηγήσωμεν καὶ τὰ μέσα, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουσι τίποτε, δὲν τοὺς ἄφησαν τίποτε οἱ Τοῦρκοι. Ἄλλως δὲ θὰ ἦναι καὶ μεγίστη ὠφέλεια εἰς τὴν πόλιν τῆς Βονίτσης καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Δημόσιον, διότι εἶναι 80 ἕως 100 οἰκογένειαι, καὶ ὅλα τὰ ἕλη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκεῖ, θ’ ἀποξηρανθῶσιν. Ὅλοι λοιπὸν οἱ λόγοι συνηγοροῦσι νὰ δοθῇ προστασία εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι χάριν ἡμῶν ἀνεπέτασαν τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ κατεστράφησαν ὁλοτελῶς, πλέον δὲ τῶν ἑκατὸν ἐξ αὐτῶν ἐφονεύθησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἀπέναντι λοιπὸν τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον ἔχυσαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τοῖς παρέξῃ πᾶσαν συνδρομὴν, ὥστε ν’ ἀποκατασταθῶσιν, ὡς ἦσαν πρὶν εἰς τὸ ὡραῖον χωρίον των.
§189ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, συμμεριζομένη πληρέστατα τὰς ἐκφρασθείσας εὐχὰς ὑπὲρ τῶν Καμαρινιωτῶν, θέλει μελετήσει σοβαρῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θέλει λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ ἀνακοινώσει ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν.
§190Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ, καὶ πρέπει νὰ λάβῃ, μέτρα ὑπὲρ τῶν Καμαρινιωτῶν, δὲν ἀμφιβάλλω. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος τούτου πάντες ἀναγνωρίζουσιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ συστήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡ ἐργασία τῶν γεωργῶν διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῶν ἀγρῶν πρὸς καλλιέργειαν τῶν ὀψίμων καρπῶν ἄρχεται κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τοὺς Καμαρινιώτας, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα ἐντὸς ἡμερῶν, ἐντὸς ἑβδομάδος τὸ πολύ, διότι, ὅταν παρέλθῃ ὁ μὴν οὗτος, πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ ὑπὲρ τῶν Καμαρινιωτῶν, θὰ συντελέσῃ διὰ τὰς μετὰ πολὺν χρόνον, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὰς ἀμέσους ἀνάγκας, ὑπὸ τῶν ὁποίων οὗτοι περιστοιχίζονται. Ἀνάγκη λοιπόν, ἂν δοθῇ ἡ βοήθεια, νὰ δοθῇ ἀμέσως.
§191Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὀλίγον πρὸ τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Συνόδου εἶχον συστήσει εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν. Εἶχον παραστήσει τότε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο αὗται, καὶ κυρίως αἱ ὁδοὶ αἱ ἄγουσαι ἀπὸ Θηβῶν εἰς Λεβαδείαν, Δόμβραιναν καὶ Χαλκίδα. Παρέστησα τότε, ὅτι αἱ ὁδοὶ τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν οὐ μόνον τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης τὴν συγκοινωνίαν ἐξυπηρετοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἁπάσης τῆς ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐβοίας. Δυστυχῶς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβεν. Ἄν δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦσαν ἐν ἐλεεινῇ καταστάσει αἱ ὁδοὶ τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, φαντασθῆτε σήμερον εἰς ὁποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται. Ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὴν ἄγουσαν ἀπὸ Θηβῶν εἰς Δόμβραιναν, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὴν συγκοινωνίαν τῆς Πελοποννήσου, μόλις καρραγωγεῖς τινες ἀπεπειράθησαν νὰ ταξειδεύσουν μὲ τὰ κάρρα των, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προχωρήσουν, καὶ οἱ ἡμίονοι αὐτῶν ἐψόφησαν. Τοῦτο ἠνάγκασε τοὺς ἀνθρώπους νὰ παύσωσι διερχόμενοι τὴν ὁδὸν ἐκείνην, καὶ δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησαν τὴν διόρθωσιν αὐτῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία διόρθωσις ἐγένετο. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι ἐκτιθέμεθα καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, καθόσον διὰ τῆς ὁδοῦ Δομβραίνης μεταφέρονται ὅλα τὰ προϊόντα τῆς Κωπαΐδος. Σᾶς βεβαιῶ δέ, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τῆς Ἑταιρείας τῆς Κωπαΐδος εἶναι κεκλεισμέναι, καὶ οὐδὲν προϊόν μεταφέρεται, διότι ἡ ὁδὸς εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ προκατόχου του, ἀλλὰ θὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν.
§192Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ λύπης μου παρετήρησα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δίδει μεγάλην προσοχὴν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν. Οὕτω πρὸ ἡμερῶν πολλῶν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐζήτησε νὰ καταθέσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός...
§193ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατετέθησαν.
§194ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα ἐγὼ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ.
§195Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τὸν κ. Σοῦτσον νὰ ἑτοιμάσῃ ἔκθεσιν λεπτομερῆ περὶ τῶν ἐργασιῶν τούτων, τὴν ὁποίαν, ἅμα λάβω, θέλω καταθέσει.
§196Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τὴν στιγμὴν ταύτην παρών, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι εἷς τῶν συναδέλφων αὐτοῦ θέλει διαβιβάσει αὐτῷ τὴν παράκλησίν μου, —δύναται ὅμως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται, —θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, «γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ θέλει ἐκτελεῖσθαι ἅπαξ τοῦ ἔτους. Κατὰ ταύτην θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι καὶ ἠτιολογημέναι προτάσεις περὶ τῶν ἐχόντων ἢ μὴ τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα ἀξιωματικῶν». Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐρωτήσῃ τέλος πάντων, ἐὰν, ἐκτελεσθείσης τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως, ὑπεβλήθησαν προτάσεις ἠτιολογημέναι διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, κατωτέρους καὶ ἀνωτέρους, τοὺς ἔχοντας ἢ μὴ ἔχοντας τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν, διότι ἐπὶ τούτου κατ’ αὐτὰς θέλω λάβει τὸν λόγον.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ παραγγελίαν, ἵνα ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβάλει πρὸς αὐτὸν ὁ διευθύνων τὰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, ἀναφέρῃ ῥητῶς τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1902, τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογιζόμενον ὡς ἀναγκαῖον μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ποσίμου ὕδατος, τὸ ὁποῖον ἀνεκαλύφθη βεβαίως μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1901. Καταθέτω ἐγγράφως τὰς ἀκολούθους ἐπερωτήσεις: Αʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καταγγελίαι κατὰ τοῦ κατὰ τοὺς μῆνας Μάϊον καὶ Ἰούνιον διευθύνοντος τὴν ἀστυνομίαν Ἀγραίων τῆς Εὐρυτανίας ὑπενωμοτάρχου, κατὰ ποῖον μῆνα καὶ ἡμέραν ὑπεβλήθησαν αὗται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ποῖαι δ’ ἐπ’ αὐτῶν ἐγένοντο ἐνέργειαι, καὶ πότε αὗται ἐγένοντο. Βʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι εἰρηνοδίκαι διωρίσθησαν καὶ διῆλθον διὰ τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀγραίων κατὰ τὰ ἔτη 1901, 1900 καὶ 1899, πόσοι δὲ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων, πόσον δὲ χρόνον διέτριψεν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἕκαστος τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων τοῦ Εἰρηνοδικείου τούτου· νὰ καταθέσῃ δὲ τὰ περὶ τῶν μεταβολῶν τούτων τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων αὐτῶν Β. Διατάγματα μετὰ τῶν συνοδευουσῶν αὐτὰ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, ἂν τοιαῦται ὑπεβλήθησαν. Γʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις τῶν ὑπηρετούντων ἐν ἑκάστῳ τῶν καπνοκοπτηρίων καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1898, 1900 καὶ 1901. Δʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) ἐκ ποίων μονάδων στρατιωτικῶν ἀποτελεῖται ἡ φρουροῦσα ἐν Βόλῳ δύναμις, ἐκ πόσων δ’ ἀνδρῶν ἀποτελεῖται ἑκάστη τῶν μονάδων τούτων· βʹ) ἂν ὑπάρχει ἐν Βόλῳ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον, πόσοι καὶ τίνες κατὰ βαθμὸν ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐτῷ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, ἰατροὶ καὶ νοσοκόμοι, γραφεῖς καὶ μάγειροι καὶ ὑπηρέται, πόσος δ’ ὁ ἑκάστῳ τούτων διδόμενος μισθὸς, καθ’ ἕκαστον τῶν ἀπὸ Μαρτίου μέχρι τοῦδε μηνῶν· γʹ) πόσαι οἰκίαι χρησιμεύουσιν ἐν Βόλῳ ὡς ἀποθῆκαι ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, πόσον εἶναι τὸ μηνιαῖον μίσθωμα ἑκάστης τῶν οἰκιῶν τούτων, ποῖον δ’ ὑλικὸν, κατ’ εἶδος καὶ κατὰ ποσὸν ἐξ ἑκάστου εἴδους, ὑπάρχει ἀποθηκευμένον ἐν ἑκάστῃ αὐτῶν.
§198Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ ἀνεγέρσεως τοῦ μεγάρου τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας καὶ τοῦ ναοῦ συμβόλαιον, ὡς καὶ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο ἔγγραφα.
§199ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὗτος κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, φάκελον περιλαμβάνοντα ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου Ἀγρινίου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων τούτων παρετήρησα τὰ ἑξῆς: ὅτι ἐνοικιαστὴς ἀνεδείχθη εἷς ὀνόματι Κουτσογιαννόπουλος ἀντὶ δραχ. 42,000. Τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐθεωρήθη ἡ προσφορὰ ὡς ἱκανοποιητική, καὶ τὸ Συμβούλιον ἀπεφήνατο, ὅτι εἶναι συμφέρουσα ἡ προσφορά, καὶ νὰ ἐγκριθῶσι τὰ πρακτικά, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τῆς ἐπαναλήψεως τῆς δημοπρασίας, ἂν προσέλθῃ τρίτος καὶ προσφέρῃ μεῖζον ποσὸν μέχρι τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἐγκρίσεως. Ὄντως πρὶν ἢ κοινοποιηθῇ ἡ ἔγκρισις ἐπεδόθη αἴτησις, διὰ τῆς ὁποίας προσετίθεντο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 42,000 δραχμαὶ χίλιαι παρά τινος Γιάννη καλουμένου. Συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως ταύτης ἐπανελήφθη ἡ δημοπρασία, καὶ κατεκυρώθη ὁ φόρος ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὡς τελευταίου πλειοδότου ἀναδειχθέντος Γιάννη. Τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἱκανοποιητικὴν τὴν προσφοράν, ἐνέκρινε ταύτην, καὶ ἐζήτησε διὰ τοῦ δημάρχου νὰ ἐγκριθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας παρὰ τοῦ νομάρχου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ μετ’ ἀπορίας ἀνέγνωσα, ὅτι ὁ νομάρχης ἠκύρωσε τὴν ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐδίδετο τὸ ποσὸν τῶν 43,000 δραχμῶν, καὶ ἐνέκρινε τὴν πρώτην δημοπρασίαν διὰ 42,000, ἐκοινοποίησε δὲ αὐτὸς οὗτος ὁ νομάρχης, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ δημάρχου, τὴν ἔγκρισιν αὐτήν. Ἤδη νομίζω, ὅτι γεννῶνται τὰ ἑξῆς ζητήματα. Ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ πλειοδότου καὶ ἐγένετο νέα δημοπρασία, ὑφίστατο ἡ πρώτη δημοπρασία, ἢ ἐξηφανίσθη ἀφ’ ἧς ἐγένετο δεκτὴ ἡ αἴτησις ἡ πλειοδοτικὴ καὶ διετάχθη νέα δημοπρασία; Τὴν ἀπορίαν ταύτην βεβαίως εἶναι ἁρμόδιος νὰ λύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐξέπληξε, κύριε Πρεόδρε, εἶναι, ὅτι ὁ κύριος νομάρχης, αἰτιολογῶν τὴν ἀπόφασίν του, ἀναφέρει τάδε: Ἐπειδὴ ὁ τελευταῖος πλειοδότης εἶναι ὀφειλέτης πρὸς τὸν δῆμον, — ἀποδεικνύεται δ’ ὅτι εἶναι ὀφειλέτης 27 δραχμῶν, καὶ οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν δῆμον, ἀλλ’ ὡς ἐγγυητὴς τρίτου, πιστοποιητικὸν δὲ τοῦ ἁρμοδίου ὑποθηκοφύλακος βεβαιοῖ, ὅτι τὰ κτήματα τοῦ ἐγγυητοῦ εἰσιν ἐλεύθερα παντὸς βάρους καὶ ὑποθήκης, ἀξίζουσι δέ, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματογνωμόνων, 55,000 δραχμάς, — Θεωρεῖ ὁ κύριος νομάρχης, ὅτι ὁ ἐγγυητὴς αὐτὸς εἶναι ὀφειλέτης πρὸς τὸν δῆμον καὶ δὲν εἶναι φερέγγυος, εἶναι δὲ φερέγγυος ὁ πρῶτος ἐνοικιαστής, ὁ προσενεγκὼν τὰς 42,000 δραχμάς, ὁ ὁποῖος, κατὰ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, εἶναι ὀφειλέτης πρὸς τὸν δῆμον ἐκ τῆς αὐτῆς μάλιστα αἰτίας, ὡς ἐνοικιαστής, ὑπάρχουσι δὲ ἄλλαι πληροφορίαι, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ὀφειλέτης, ἀλλὰ καὶ 15,000 ἔτι δραχμῶν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν νομίμως ἐνήργησεν ὁ κύριος νομάρχης, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἔγκρισιν εἰς ἐνοικιαστήν, τοῦ ὁποίου ἡ πλειοδοσία κατηργήθη διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προσφορᾶς τοῦ δευτέρου ἐνοικιαστοῦ καὶ διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ἐνοικιάσεως. Δεύτερον, ὁ κύριος νομάρχης πῶς δὲν ἐξήτασε τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ δήμου, καὶ ἐνῷ ἐδόθη προσφορὰ μείζων κατὰ χιλίας δραχμάς, δὲν ἐδέχθη ὡς ἐνοικιαστὴν τὸν προσενεγκόντα τοιαύτην προσφοράν, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύεται, ὡς εἶπον, ὅτι εἶναι καὶ φερέγγυος, καὶ ἔδωκεν ἔγκρισιν εἰς τὸν πρῶτον ἐνοικιαστήν, ὅλως, κατ’ ἐμέ, παρανόμως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὀφειλέτης τοῦ δήμου; Καὶ πῶς δὲν ἐθεώρησεν ἄκυρον τελείως τὴν δημοπρασίαν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἦτο φερέγγυος ὁ τελευταῖος πλειοδότης, καὶ δὲν διέταξεν ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν; Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὰς ἀπορίας αὐτάς, διότι ἴσως ἐγὼ νὰ σφάλλωμαι, καὶ νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κύριος νομάρχης. Ὁ κύριος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἵσταται ὑπεράνω τοῦ κυρίου νομάρχου, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ λύσῃ τὰς ἀπορίας αὐτὰς, καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν νομίμως καὶ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ δήμου ἐνήργησεν ὁ κύριος νομάρχης, ἢ κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου.
§200Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μαντινείας ἔλαβε τηλεγράφημα ἐξ Ἀγρινίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεπτύσσετο ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ μοὶ τὸ ἐνεχείρισεν, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ νομάρχου πληροφορίας, διότι τὸ πρῶτον τότε ἐλάμβανον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Ὁ κύριος νομάρχης, ὡς θὰ ἴδητε ἐν τῷ φακέλῳ, ἀπήντησε τηλεγραφικῶς· κατόπιν δὲ, ὅτε μοὶ ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλου, ἐζήτησα τὸν φάκελον ὁλόκληρον παρὰ τοῦ νομάρχου. Παρετήρησα δὲ ἐν τῷ φακέλῳ τὰ ἑξῆς· ὅτι ἀληθῶς εἶχε κατακυρωθῆ ἡ δημοπρασία τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου Ἀγρινίου ἀντὶ 42,000 δραχμῶν εἴς τινα Κουτσογιαννόπουλον, καὶ ἡ δημοπρασία αὕτη ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐπεκυρώθη ἡ ἔγκρισις ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἐπεστράφη δὲ πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἂν δὲν γείνῃ ἀνωτέρα προσφορὰ, αὐτὴ νὰ ᾖναι ἡ ὁριστική. Ἀληθῶς, ὡς ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται, ἐγένετο ἀνωτέρα προσφορὰ χιλίων δραχμῶν, καὶ διετάχθη νέα δημοπρασία, ὑπεβλήθησαν δὲ τὰ πρακτικὰ καὶ πάλιν πρὸς κύρωσιν· ἀλλὰ τότε παρετήρησεν ὁ νομάρχης, — κατὰ τὰς πληροφορίας πάντοτε αὐτοῦ, — ὅτι ὁ νέος ἐνοικιαστὴς — διότι εἰς τὴν νέαν δημοπρασίαν οὐδεὶς ἄλλος παρουσιάσθη νὰ προσφέρῃ ἀνώτερον τίμημα, ἐκτὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν προσφορὰν τῶν χιλίων δραχμῶν, — οὐδεὶς ἄλλος ἦτο ἢ ὁ ἐπιστατῶν τοὺς δημοτικοὺς φόρους, — μέχρις, ἐνοεῖται, τῆς ὁριστικῆς ἐνοικιάσεως τῶν φόρων τούτων ὑπὸ τοῦ δήμου, — οὐδεὶς ἄλλος, λέγω, ἦτο ἢ ὁ ἐπιστατῶν τοὺς δημοτικοὺς φόρους κατ’ ἐντολὴν τοῦ δημάρχου, καὶ ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγάς του ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Ταῦτα πάντα κατὰ τὸν νομάρχην. Πρὸς τούτοις παρετήρησεν ὁ νομάρχης, ὅτι ὁ τελευταῖος αὐτὸς ὑπερθεματιστής, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ κατακυρωθῇ ἡ δημοπρασία, ἦτο ὀφειλέτης πρὸς τὸν δῆμον, ὅτι ἦτο τελείως ἀφερέγγυος, καὶ ὅτι καὶ ὁ ἐγγυητὴς, ὁ ὁποῖος προσεφέρετο ὑπ’ αὐτοῦ, ἦτο καὶ αὐτὸς ἀφερέγγυος. Ταῦτα δὲ ἀπεδεικνύοντο καὶ ἐκ τῶν πιστοποιητικῶν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου.—Ὅσα λέγω εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τοῦ νομάρχου.—Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων ὁ νομάρχης ἐσκέφθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐγκρίνῃ τὴν προηγουμένην δημοπρασίαν, διότι, ἑρμηνεύων τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, εἶπεν, ὅτι ἐνόει νὰ γείνῃ νέα δημοπρασία, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ γείνῃ προσφορὰ σπουδαία καὶ παρὰ προσώπου ἀξιοχρέου, ἐνόμισε δὲ, ὅτι ἡ προσφορὰ ἡ γενομένη δὲν ἦτο σπουδαία, καὶ ὅτι ἐγένετο μόνον, ὅπως παρατείνηται ἡ κατάστασις καὶ εἰσπράττωνται οἱ φόροι παρὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ· γνωρίζομεν δὲ πάντες, Κύριοι, — ἐγὼ γνωρίζω τὸν κύριον δήμαρχον, καὶ ἔχω πᾶσαν ὑπόληψιν πρὸς αὐτὸν — ἀλλὰ γνωρίζομεν πάντες, ὅτι συνήθως εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν ἀντιπροσωπεύονται τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου ἐπαρκῶς...
§201Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς διωρισμένος· αὐτὸς τυγχάνει φίλος μου πολιτικός.
§202ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίας, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίποτε ἐξ αὐτῶν.
§203ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι. Ὁ δήμαρχος εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους δίδει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ διορίζουν ἀνθρώπους, εἶχε δὲ καὶ ὁ Κουτσογιαννόπουλος διωρισμένους τοιούτους.
§204ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Χαίρω πολὺ διὰ τὰς πληροφορίας διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ πράγματα. Ταῦτα λοιπὸν ἀπαντᾷ ὁ νομάρχης, ὅτι ἡ προσφορὰ ἐγένετο πρὸς τοιοῦτον μόνον σκοπὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκύρωσε τὴν πρώτην πλειοδοσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀκυρώσει ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀνωτέρας προσφορᾶς. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι πολὺ τακτικώτερον θὰ ἦτο, ἂν ἠκυροῦτο ἡ δημοπρασία καὶ ἐγίνετο νέα.
§205ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Τί θὰ γείνῃ τώρα;
§206ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ προεξοφλήσω τὴν γνώμην μου.
§207ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις, κύριε Ὑπουργὲ, νομίζω, ὅτι ἔχει φθάσει μέχρις ὑμῶν δι’ ἐφέσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§208ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἔφεσις, θ’ ἀποφανθῶ ἐπὶ τῆς ἐφέσεως.
§209ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλῳ.
§210ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῷ φακέλῳ, θὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ τῆς ἐφέσεως.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξελεγχθῶσι καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ νομάρχου προβαλλόμενα πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀποφάσεώς του. Καὶ πρῶτον, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ προσφορὰ 1000 δραχμῶν ἐπὶ μισθώματος 42,000 εἶναι ἀξία περιφρονήσεως; Δεύτερον, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀναδειχθεὶς τελευταῖος πλειοδότης εἶναι ἀφερέγγυος, διότι ἔχει χρέος πρὸς τὸν δῆμον; πόσον δὲ τὸ χρέος αὐτοῦ τοῦτο; Διότι, ἂν εἶχε χρέος 27 μόνον δραχμῶν, νομίζω, ὅτι ὁ νομάρχης ἐμπαίζει τὴν Διοίκησιν καὶ ἑπομένως καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τρίτον, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ τασσόμενοι προσωρινῶς μέχρι τῆς κατακυρώσεως τῆς δημοπρασίας τῶν ὠνίων ἐπιστάται καὶ εἰσπράκτορες, οἱ ἐπιτηροῦντες καὶ εἰσπράττοντες τὸν φόρον, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτοὶ ἐτάχθησαν ὑπὸ μόνον τοῦ τελευταίου πλειοδότου, δὲν εἶχε δὲ τοιούτους διορίσει καὶ ὁ ἄλλος πλειοδότης, ὁ ἀνταγωνισθεὶς πρὸς αὐτόν; Διότι νομίζω, ὅτι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι αὐτοὶ διορίζονται διὰ νὰ ἐξετάσωσι τὰ τοῦ φόρου καὶ λάβωσι γνῶσιν τῆς καταστάσεως καὶ προϋπολογίσωσι τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐκμισθώσωσιν, εἶναι λόγος ἰσχυρός.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζηπέτρος ἔχει τὸν λόγον.
§213Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς τελευταίας Συνόδου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπουσιάζει ἀπόψε, μοὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ φροντίσῃ ν’ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀνέμενον ἐπὶ 2 καὶ 3 ἡμέρας νὰ ἴδω ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶδον. Ἐζήτησα σήμερον πληροφορίας παρὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ κανονίζῃ αὐτὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ παρέδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, μὴ ἔχων οὐδὲ κόκκον ἁβροφροσύνης πρὸς συνάδελφον, διέταξε νὰ μὴ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον.
§214ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἠρνήθην νὰ ἀναγραφῇ οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§215Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ὅ,τι μοὶ εἶπεν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ πιστεύσω, λέγῃ τὰ ἀληθῆ, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἤκουσε τί εἶπον, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§217Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπέβαλεν ὁ κύριος Εὐταξίας, υἱοθέτησε δ’ αὐτὸ ὁ κύριος Στάης, ἀλλὰ δὲν εἶχε κατορθωθῆ νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπέρχεται οἰκονομία 39,000 περίπου δραχμῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἐνῷ ταυτοχρόνως θὰ δικαιωθῶσιν ὑπάλληλοι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐργαζόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἔχω πίνακα ἐδῶ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται ἡ οἰκονομία, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ οὗτος καὶ νὰ διανεμηθῇ, ὥστε, ἐάν ποτε ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, νὰ τὸν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πίναξ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§219Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι πίναξ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον καὶ πληρώνει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἴδητε δέ, ὅταν θὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ, ὅτι ἐπέρχεται οἰκονομία 39,000 δραχμῶν.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔχατε τὴν καλωσύνην νὰ δηλώσητε, ἐπὶ τίνων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπέρχεται ἡ οἰκονομία;
§221Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου μισθοδοτούμενοι.
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου;
§223Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐκ τοῦ πίνακος δὲ θέλετε βεβαιωθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων μου, διότι ἀναφέρονται οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι καὶ αἱ θέσεις· θέλετε δὲ ἰδεῖ ἐν αὐτῷ, ὅτι, ἐνῷ αὐξάνονται αἱ μισθοδοσίαι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ἐλαττοῦται ἡ πίστωσις κατὰ 39,000 δραχμάς.
§224Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἄχρηστοι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί;
§225Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ, εἶναι ἁρμόδιοι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν, ν’ ἀποφανθῶσιν ἂν δηλ. εἶναι ἄχρηστοι ἢ χρήσιμοι.
§226ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 97).
§228Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πλὴν τούτου, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν φίλον μου κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀκούσῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν του, — καὶ δὲν τὸν ἀδικῶ — τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι ὀλίγον σκανδαλῶδες. Πρὸ 6 ἢ 7 μηνῶν μηχανικὸς Γάλλος, ὁ Chevallier, συνελήφθη ἔξω τῆς Θεσσαλονίκης παρὰ ληστῶν, διὰ τὸν ὁποῖον, μετὰ δεκαπενθήμερον περιπλάνησιν αὐτοῦ μετὰ τῶν ληστῶν ἀνὰ τὰ ὄρη, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ καταβάλῃ λύτρα 15,000 φράγκα, καὶ οὕτως ὁ Chevallier ἠλευθερώθη. Δύο ἢ τρεῖς τῶν συμμοριτῶν, τῶν αἰχμαλωτισάντων τὸν εἰρημένον μηχανικόν, συνελήφθησαν καὶ ἐδικάσθησαν παρὰ τῶν ὀθωμανικῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος κατηγγέλθη συμπολίτης μού τις, ἐν Βόλῳ διαμένων, ὅτι ἀπετέλει μέλος τῆς συμμορίας. Ἡ ἀνάκρισις ἔσπευσε νὰ τὸν προφυλακίσῃ, διετάχθη δὲ τακτικὴ ἀνάκρισις· ἀλλὰ καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον τρία ἔτη, βούλευμα δὲν ἐξεδόθη, πρὸς αἶσχος τῆς Δικαιοσύνης! Ὁ συλληφθεὶς λέγεται Ἀντώνιος Καραβᾶς, καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς Βόλου. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διακρινόμενον διὰ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ καὶ δραστηριότητα, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ καταπαύσῃ αὐτὴ ἡ ἀπανθρωπία τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις οὔτε εἰς τοὺς Zoulou δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἀνάκρισις περιμένει, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ζητήσῃ παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ ἀπὸ τὸ Δικαστήριον τῆς Θεσσαλονίκης τὰ πρακτικὰ τῆς δίκης τῶν συμμοριτῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας δὲν εἶναι τόσον ὁμαλαί, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κρατεῖται εἰς τὰς φυλακάς. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἐστάλησαν καὶ δύο φωτογραφίαι τοῦ εἰρημένου Καραβᾶ —ἡ μία παριστῶσα αὐτὸν μὲ γένεια καὶ ἡ ἄλλη χωρὶς γένεια—εἰς τὸν Chevallier, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν τὸν ἀνεγνώρισεν ὡς μέλος τῆς αἰχμαλωτισάσης αὐτὸν συμμορίας.
§229Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀτυχῶς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι ἀληθῆ. Καίτοι ἐπὶ μικρὸν χρόνον, ἐν σχέσει πρὸς τὸν χρόνον τῆς ὑποδικίας τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Καραβᾶ, διατελῶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, παρήγγειλα τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ὅπως σπεύσωσι νὰ δώσωσι πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἔλαβον ἀπάντησιν, ἣν ἐλπίζω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ ἐγνώριζον καὶ πρὶν ἔτι γείνω Ὑπουργὸς, διότι ὁ εἰρημένος ὑπόδικος κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας μου.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅταν εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσοι εἶναι οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου, ποῖοί εἰσιν οὗτοι, πόσον μισθὸν λαμβάνει ἕκαστος, καὶ ἐκ τίνος πιστώσεως πληρώνονται.
§231Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, δεικνύοντα τὰ ποσὰ, ἅτινα ὑπῆρχον τῇ 31 Δεκεμβρίου 1900 καὶ τῇ 31 Δεκεμβρίου 1901 ἐν ταῖς γενικαῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου καὶ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τῶν ἑξῆς εἰδῶν μονοπωλίου: αʹ) παιγνιοχάρτων, βʹ) πυρείων, γʹ) πετρελαίου, δʹ) ἅλατος.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλέξ. Πονηρόπουλος κατέθεσε τροπολογίαν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς καὶ ἄλλων Βουλευτῶν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ διαφόρων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 98). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις δαπάναις τοῦ Κράτους». Ὁ βουλευτὴς κ. Μιχ. Λαμπρυνίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 99). Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§233Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν τις δυσφορῇ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι διεξάγει μακρὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρέπει νὰ αἰτιᾶται κυρίως τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ. Ὡς γνωστόν, ὁ ἔντιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος εἶναι ἀνὴρ παραβόλου χαρακτῆρος, μετενεγκὼν δὲ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὴν ἰδιοσυγκρασίαν αὑτοῦ, εἴπετο νὰ παράσχῃ ἡμῖν πράγματα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ μὲ τοιαύτην ἰδιοσυγκρασίαν δύναταί τις νὰ ἦναι ὠφέλιμος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τηρῇ τοὺς νόμους, καὶ νὰ προσέρχηται παρεσκευασμένος εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ἐν τῇ ἱδρύσει τῶν Σχολῶν παρεβίασε μᾶλλον τοὺς νόμους, οὓς ἐπεκαλέσθη πρὸς δικαιολόγησιν αὐτοῦ. Ἐὰν λάβητε τὰ Διατάγματα, δι’ ὧν ἵδρυσε τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς, οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐν αὐτοῖς μνημονευόμενον εἴτε νόμον, εἴτε Διάταγμα προηγούμενον, δίδοντα αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Ἁπλῶς ἤθελε νὰ ἱδρύσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς, καὶ τὰς ἵδρυσε, καθὸ ὠφελίμους. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἐγένοντο δεκτὰ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας Διατάγματα, ἐν οἷς οὐδεμία μνημονεύεται νόμιμος διάταξις, ἐφ’ ἧς ταῦτα στηρίζονται. Δὲν ἐννοῶ, πῶς ὑπέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸν Ἡγεμόνα πρὸς ὑπογραφὴν Διάταγμα πρὸς ἵδρυσιν Σχολῶν, συνεπαγομένων δαπάνην σπουδαίαν ἐπὶ σειρὰν ἐνιαυτῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ περὶ τούτου νόμος. Δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις, ἐπιβαλλομένη εἰς τὸ Στέμμα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ σταματᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅταν ὑποβάλλωσιν αὐτῇ πρὸς ὑπογραφὴν μέτρα, ἅτινα δὲν δικαιολογοῦσι καὶ δὲν στηρίζουσιν ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ἐλέγχει τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, πρὶν ἢ τελεσθῶσι διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ἡγεμόνος γεγονότα συνεπαγόμενα ὑποχρεώσεις καὶ δαπάνας τοῦ Κράτους, νὰ ἀσκῆται ὑπ’ αὐτοῦ ἐγκαίρως προέλεγχός τις, πρὸ πάντων ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομιμότητα αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον πρὸ πάντων παρ’ ἡμῖν, παρ’ οἷς κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος πραγματικὸς τῶν Ὑπουργῶν δὲν ὑπάρχει, λόγῳ τῶν τρόπων καὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν καταρτίζεται καὶ συγκρατεῖται ἡ πλειονοψηφία τῶν Βουλῶν. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη ἐγγύησις κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων πρέπει νὰ παρέχηται ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος, οὗτος, μόνον ἂν περιστοιχίζηται ὑπ’ ἀνθρώπων βοηθούντων αὐτὸν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο εὐσυνειδήτως καὶ μετὰ πεφωτισμένης ἐμπειρίας, δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τοῦτο ἐπιτυχῶς. Ἐν τούτῳ ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως εἶναι τὸ πᾶν, καὶ τὸ ἔργον εὐχερὲς, ἂν τὸ θέλῃ οὗτος. Βεβαίως ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε τὸ Διάταγμα περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, νὰ γινώσκῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅτι τοῦτο, μὴ στηριζόμενον ἐπὶ νόμου, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ αὐτῇ, οὐδὲ νὰ ὑπογραφῇ. Ἐπὶ καταφώρως παρανόμων πράξεων, ἃς οἱ Ὑπουργοὶ ὑποβάλλουσι τῷ Βασιλεῖ πρὸς ὑπογραφὴν, εἶναι ἀσέβεια καὶ ἐμπαιγμὸς τὸ προβάλλειν τὴν δῆθεν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν πρὸς ἐξάλειψιν τῆς συμμετοχῆς τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν παρανομίαν. Τοιαῦτα προτείνων Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι Σύμβουλος τοῦ Στέμματος. Δικαιολογούμενος ὁ Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, ὅπερ ἐκανόνισε τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· ἐξέλαβεν ὁ ἔντιμος πρώην Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι πᾶν ὅ,τι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο περὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀναγράφει ὡς ἀνῆκον αὐτῷ, δύναται νὰ κανονίζηται ἑκάστοτε παρ’ αὐτοῦ. Οὕτω θὰ εἴχομεν ὡς ἀποτέλεσμα, πάντες οἱ Ὑπουργοὶ νὰ δύνανται νὰ κανονίζωσι κατὰ βούλησιν πᾶσαν ὕλην τῶν διαφόρων Ὑπουργείων· ἀλλ’ οὕτω θὰ εἴχομεν κατάργησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πλὴν τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 δὲν ἐνόησε νὰ ἀναγράψῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ Ὑπουργοὶ ἐνασκοῦσι. Καὶ τοῦτο καταφαίνεται ἐκ τούτου, ὅτι αἱ Συνελεύσεις τοῦ 1843 καὶ 1864, ἂν τὰ Διατάγματα τοῦ 1833 εἶχον τοιαύτην σημασίαν, ἤθελον σπεύσει νὰ καταργήσωσιν αὐτὰ, καὶ ἀποδώσωσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, καὶ καταπαύσωσιν τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, ὁ Ὑπουργὸς, ὡς διαχειριζόμενος κανονιστικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται διὰ Διατάγματος νὰ κανονίζῃ ἄλλην ὕλην παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν προηγούμενοι νόμοι ἐπιτρέπουσι νὰ κανονίζῃ. Διότι προκειμένου περὶ ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν, ἢ περὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας, ἣν δὲν ἐπιτρέπει νόμος, πρέπει περὶ αὐτῶν νὰ ὑποβληθῇ νόμος καὶ οὐχὶ Διάταγμα. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς διακρίσεις τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος, καὶ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα χωρίζουσι τὸν νόμον ἀπὸ τὸ Διάταγμα, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα νῦν μᾶς ἀπασχολοῦσιν, ὑπάρχει προχειρότατον γνώρισμα, ὅπερ δύναται νὰ ὁδηγῇ τὸν Ὑπουργόν. Ὁσάκις πρόκειται περὶ δαπανῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, — οἱωνδήποτε δαπανῶν, — δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὰς διὰ Διατάγματος, ἄνευ τῆς συνδρομῆς δύο ὅρων, πρῶτον νὰ ὑπάρχῃ νόμος, δίδων αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν, ὅπως εἴτε εἰς ὡρισμένας εἴτε εἰς μεταβλητὰς περιστάσεις κανονίζῃ περί τινος θέματος, καὶ δεύτερον νόμος ἐπίσης νὰ δίδῃ αὐτῷ τὸ δικαίωμα τῆς δαπάνης, πρὶν αὕτη ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δύο λοιπὸν κεχωρισμένα δικαιώματα πρέπει νὰ προϋπάρχωσι· νόμος ἐπιτρέπων τὴν πρᾶξιν, καὶ νόμος ἐπιτρέπων τὴν ἀναγραφὴν τῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν ἡ γνώμη, ὅτι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχουσιν ἐντελῶς ἄλλην ἀξίαν, δηλ. ἡ ἀναγραφὴ ἢ μὴ ἀναγραφή. Τοῦτο προῆλθε καὶ ἐκ κακῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου περὶ Προϋπολογισμοῦ τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ μετεφράσθη ἐκ τοῦ ἀντιστοίχου Γαλλικοῦ ἄρθρου, ἐν τούτοις δὲν μετεφράσθη ἀκριβῶς, οὐδ’ ἀποδίδει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου περιέχει, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ κυριωτάτη ἐγγύησις τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἡμέτερος λογιστικὸς νόμος, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, λέγει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἁπλῶς ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν ἐτησίων. Ὁ προσδιορισμός. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ λοιπὸν, κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, προσδιορίζονται μόνον τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ἐνῷ τὸ κείμενον τοῦ Γαλλικοῦ ἄρθρου, ὅπερ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπρόκειτο νὰ μεταφράσῃ ὁ συντάξας τὸν λογιστικὸν νόμον ἡμῶν, λέγει ὅτι οὐχὶ προσδιορίζονται ταῦτα, ἀλλ’ ἐπιτρέπονται, ἐξουσιοδοτοῦνται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατ’ ἔτος· ἑπομένως ἡ ἰδέα τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι, ὅτι δι’ αὐτοῦ οὐχὶ προσδιορίζονται μόνον αἱ δαπάναι, ἀλλ’ ἐπιτρέπονται, ἐξουσιοδοτοῦνται· ἑπομένως ἄνευ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ ἄδεια, ὅπως εἰσπράξῃ τὸ Κράτος καὶ δαπανήσῃ. Παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι ἁπλῶς ὁ πίναξ, ἐν ᾧ ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη διὰ πᾶσαν δαπάνην τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προϋπάρχῃ νόμος, ἐφ’ οὗ νὰ στηρίζηται αὕτη. Ἄλλως ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅστις εἰς πρώτην μόνον ἀνάγνωσιν ψηφίζεται, δὲν θὰ ἦτο ἐγγύησις καὶ ἀσφάλεια τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ὡς εἶναι οἱ ἄλλοι νόμοι. Ὅταν ὅμως πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἔχωσιν ἐπιτραπῆ ὑπὸ νόμων, κίνδυνος δὲν ὑφίσταται, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ ἦναι πίναξ ἀριθμῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ψηφιζόμενος εἰς μίαν ἀνάγνωσιν μόνον. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον καὶ τὰ δωδεκατημόρια, ἐφ’ ὅσον στηρίζονται ἐπὶ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, εἶναι νόμιμα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀμφότερα ἐλλείπουσιν· οὐχὶ μόνον δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐπιτρέπων, ὅπως διὰ Διατάγματος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἱδρύῃ Σχολὰς οἱασδήποτε, μάλιστα Ἐμπορικὰς, ἢ καὶ Γυμνάσια, ἀλλ’ οὔτε δαπάνη ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, βλέπων, ὅτι οὐδὲν κατορθοῖ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1835, ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον τοῦ 1836 «περὶ σχολείων καὶ Γυμνασίων», καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐξουσίαν νὰ ἱδρύῃ Γυμνάσια, καὶ ὅτι ἱδρύσεως τοιούτων Γυμνασίων διὰ Διαταγμάτων ὑπάρχουσι παραδείγματα πολλὰ ἐν Ἑλλάδι προκατόχων του. Ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ 1836 ἀληθῶς ἐπιτρέπει τὴν σύστασιν διὰ Διαταγμάτων δημοσυντηρήτων μόνον Γυμνασίων, οὐχὶ δὲ καὶ δημοσίων Γυμνασίων, διότι τῶν δημοσυντηρήτων Γυμνασίων, καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι συνήθως δὲν εἶναι πλήρη, καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι δαπάναις τῶν δήμων συντηροῦνται, ἠθέλησεν ὁ νόμος εἰς τοὺς διαφόρους δήμους καὶ τὰς ἐπαρχίας νὰ εὐκολύνῃ τὴν σύστασιν, μὴ προαπαιτῶν νόμον, ἀλλ’ εἰς ἁπλοῦν Διάταγμα ἀρκούμενος. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος περὶ Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων τοῦ 1836 δὲν δύναται νὰ δικαιώσῃ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπιχειρήσαντα δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος νὰ ἱδρύσῃ δημόσια ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα, εἰδικὰς δηλονότι Ἐμπορικὰς Σχολάς. Ἐρρήθη ἀπὸ προλαλήσαντας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὅτι ὑπὸ προηγουμένων Ὑπουργῶν παρεβιάσθη πραγματικῶς ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορευτικὴ τοῦ ἱδρύειν Γυμνάσια διὰ Διαταγμάτων, καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπάρχουσι προηγούμενα. Ἐγὼ ὅμως οὐδὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω προηγούμενον, καίτοι ἀναδιφήσας ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, πάντα δὲ τὰ Γυμνάσια, ὅσα εὗρον ὅτι ἱδρύθησαν διὰ Διαταγμάτων, εἶναι Γυμνάσια, τὰ ὁποῖα ἢ συνεστήθησαν δυνάμει νόμου ἢ εἶναι Γυμνάσια δημοσυντήρητα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ διέλθω αὐτὰ, διότι πάντες σχεδὸν γνωρίζετε τὰ κατὰ τὰ Γυμνάσια ταῦτα, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Οὕτω συνεστήθη τὸ Γυμνάσιον τοῦ Ἀγρινίου τῇ 3 Σεπτεμβρίου τοῦ 1865 διὰ Β. Διατάγματος. Τοῦτο εἶναι, ὡς γνωστὸν, Γυμνάσιον δημοσυντήρητον, ἡ δὲ προσθήκη τρίτης τάξεως ἐν αὐτῷ ἐγένετο κατὰ τὸ 1887 ἐπίσης διὰ Β. Διατάγματος, διότι καὶ αὐτὴ ἡ τάξις, κατὰ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπρόκειτο νὰ συντηρῆται δαπάναις τοῦ δήμου. Εἶναι τὸ Γυμνάσιον τοῦ Αἰγίου. Τὸ Γυμνάσιον τοῦ Αἰγίου ἐπίσης εἶναι δημοσυντήρητον καὶ συνέστη διὰ Διατάγματος τῆς 25 Αὐγούστου 1876· διὰ νὰ μετάσχῃ δὲ τῶν δαπανῶν καὶ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Αἰγίου, προεκλήθη ὁ νόμος ΧΞΕʹ τῆς 9 Δεκεμβρίου 1877. Ὥστε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν τὸ Διάταγμα ἵδρυε δημοσυντήρητον Γυμνάσιον. Τὸ ἐν Ἀμφίσσῃ Γυμνάσιον συνεστήθη δυνάμει νόμου, τοῦ ΠΚΗʹ τῆς 15 Μαρτίου 1881, μετὰ Ἑλληνικοῦ σχολείου. Τὸ τοῦ Γυθείου συνεστήθη δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΤΛΒʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885, δυνάμει δὲ αὐτοῦ λαμβάνονται καὶ 16,000 δραχμαὶ ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, καὶ οὕτως ἐγένετο πλῆρες Γυμνάσιον. Διὰ νόμου δὲ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐκανονίσθη πόσον ποσὸν πρέπει νὰ λαμβάνηται κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Τὸ Γυμνάσιον Καρδίτσης ἐπίσης συνέστη διὰ Β. Διατάγματος τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1888, εἶναι δὲ καὶ αὐτὸ δημοσυντήρητον καὶ διὰ δύο τάξεις, διὰ δὲ Διατάγματος μεταγενεστέρου, τῆς 10 Σεπτεμβρίου 1889, προσετέθησαν δύο ἔτι τάξεις. Ὥστε καὶ αὐτὸ εἶναι δημοσυντήρητον· ἑπομένως ἠδύνατο νὰ συσταθῇ συμφώνως τῷ νόμῳ τοῦ 1836. Τὸ Γυμνάσιον τῆς Λευκάδος συνέστη δυνάμει νόμου, τοῦ ΑΨΛΕʹ τῆς 7 Μαρτίου 1891. Τὸ Δημόσιον ἐχορήγει πρὶν 6,000 δραχμὰς, διὰ δὲ νεωτέρου νόμου προσετέθησαν τὰ πρόσθετα εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ χορηγουμένου εἰς τοὺς δήμους Λευκάδος ἅλατος. Αἱ 6,000 αὗται δραχμαὶ ἀφῃρέθησαν διὰ μεταγενεστέρου νόμου, τοῦ ΒΡΛΒʹ τῆς 20 Ἰανουαρίου τοῦ 1893· ὥστε καὶ ἐνταῦθα παρενέβη νόμος, διότι ἐπρόκειτο περὶ προτύπου δημοσίου Γυμνασίου· οὕτως ὀνομάζεται, πρότυπον δημόσιον Γυμνάσιον. Ἡ Πετρίτσειος Σχολὴ τοῦ Ληξουρίου, αὕτη, ὡς γνωρίζετε, ἱδρύθη δυνάμει διαθήκης, ἐκανονίσθησαν συνεπῶς τὰ κατ’ αὐτὴν διὰ Διατάγματος τῆς 18 Ἰανουαρίου τοῦ 1869, διὰ Β. Διατάγματος δὲ τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1871 συνεχωνεύθη αὐτὴ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, διὰ μεταγενεστέρου δὲ, τῆς 28 Ἀπριλίου 1873, ἐκανονίσθη ἡ βαρύνουσα τὸ δημόσιον ταμεῖον δαπάνη λόγῳ τῆς συγχωνεύσεως, ἐπίσης καὶ 1000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος δι’ ἐνοίκιον, διότι λόγῳ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου μετὰ τοῦ Γυμνασίου τὸ Δημόσιον ἀπεφάσισε νὰ χορηγῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ νὰ χορηγῇ καὶ τὸ ἐνοίκιον, διὰ δὲ τοῦ νόμου ΑΣΠΕʹ τῆς 12 Νοεμβρίου 1885 ἐχορηγήθησαν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου 12,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Εἰς τὸ Πετρίτσειον Γυμνάσιον ἀδικαιολόγητον εὑρίσκω μόνον τὸ Διάταγμα τῆς 30 Δεκεμβρίου 1885· τοῦτο λέγει: «οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, δύο καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου κλπ. καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου...» Αὐτὸ τὸ δύο καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου βεβαίως δὲν στηρίζεται εἰς προηγούμενον νόμον. Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἀνεῦρον τοιοῦτον· διὰ τοῦτο θεωρῶ αὐτὸ κατὰ τοῦτο μὴ δεδικαιολογημένον. Ἅπασαι αἱ ἄλλαι δαπάναι γίνονται ἐκ τῶν ἄλλων πόρων τῆς Σχολῆς, δηλ. ἐκ τοῦ Πετριτσείου κληροδοτήματος καὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Ἤδη ὅμως ἔχει ἐπέλθει ὁ νόμος ΒΤΠΒʹ τῆς 20 Μαρτίου 1896, δι’ οὗ (ἀναγινώσκει) «πρὸς τῇ κατὰ τὸν νόμον ΑΣΠΕʹ τῆς 12 Νοεμβρίου 1885 ὡρισμένῃ ἐτησίᾳ χορηγίᾳ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ληξουρίου ὑπὲρ τοῦ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ Πετριτσείου Γυμνασίου ἐπιτρέπεται νὰ χορηγῆται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ποσὸν ἑξακισχιλίων δραχμῶν ἐτησίως πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ εἰρημένου Γυμνασίου ἀπαιτουμένων δαπανῶν». Ὥστε καὶ αὐτὰ ἔχουσι κανονισθῇ διὰ νόμου, καὶ οὐδεμία αὐθαιρεσία ἐχώρησεν ἱδρύσεως διὰ Διατάγματος οἱασδήποτε τάξεως, ἢ καὶ τοῦ ὅλου Γυμνασίου, διότι τὸ ὅλον, ὡς εἶπον, ἱδρύθη ἐν ἀρχῇ διὰ διαθήκης. Τὸ Γυμνάσιον Μεσσήνης ἐπίσης εἶναι δημοσυντήρητον, διὰ τοῦ νόμου ὅμως ᾼΩΨΑʹ τῆς 4 Ἰουνίου 1890, λόγῳ τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τῆς σταφίδος, ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τούτου, διὰ μεταγενεστέρου δὲ νόμου λαμβάνονται τὰ ἐλλείποντα πρὸς συντήρησιν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Τὸ Γυμνάσιον Πειραιῶς εἶναι δημοσυντήρητον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ συνέστη δυνάμει τοῦ νόμου ΑΙΔʹ τοῦ 1882, καί, ὡς γνωρίζετε, περιέλαβε καὶ τμῆμα ἐμπορικῶν μαθημάτων. Ἐπίσης τὸ Γυμνάσιον Πύργου συνέστη διὰ νόμου, τοῦ νόμου ΥΠΘʹ τῆς 11 Αὐγούστου 1873. Τὸ Γυμνάσιον Φιλιατρῶν εἶναι δημοσυντήρητον, ὅπως λέγει τὸ Διάταγμα, τὸ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ νόμου τοῦ 1836 ἐκδοθέν. Λοιπὸν ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν παραδειγμάτων θέλει πεισθῆ, πιστεύω, ἡ Βουλή, καὶ ὡς ἐλπίζω, καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, ὅτι πρὸ αὐτοῦ οὐδὲν ἐκ τῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ὑμῖν, ἱδρύθη διὰ Β. Διατάγματος, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῇ διὰ νόμου. Ὁσάκις ἀπῃτεῖτο νόμος, ἐγένετο νόμος, ἂν δ’ ἐνίοτε βλέπωμεν διὰ Διαταγμάτων συνιστώμενα Γυμνάσια, ταῦτα εἶναι δημοσυντήρητα, δημοσυντήρητα δὲ Γυμνάσια ἐπιτρέπει ὁ νόμος τοῦ 1836 ῥητῶς, ὅπως συνιστῶνται διὰ Β. Διαταγμάτων.
§234ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον λαμβάνει χώραν ἀπὸ ὅ,τι ὑμεῖς ταύτην τὴν στιγμὴν ἀναπτύσσετε. Πάντα τὰ δημόσια Γυμνάσια ἱδρύθησαν διὰ Β. Διαταγμάτων, ὡς προχείρως ἐνθυμοῦμαι. Τὸ Δʹ Ἀθηνῶν, τὸ Γυμνάσιον Κορίνθου, τὸ τῶν Καλαβρύτων, τὸ τοῦ Βόλου, τὸ τῆς Ἄρτης, τὸ τῆς Λαρίσης, πάντα ταῦτα ἱδρύθησαν διὰ Διαταγμάτων, στηριζομένων εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὡς εἴπετε πρὸ μικροῦ, ἐστηρίχθην καὶ ἐγώ.
§235Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα ἐφ’ ὅσων ἐμνημόνευσα τὴν διάκρισιν. Τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἤδη λέγετε, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ἑπομένως δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ. Ἀλλ’ ὁσάκις πρόκειται περὶ δημοσυντηρήτων Γυμνασίων, καλῶς διὰ Β. Διαταγμάτων συνεστήθησαν. Ἐγὼ τὰ παραδείγματα, ὅσα ἐμνημόνευσα, εὗρον ἐν τῇ συλλογῇ τῶν νόμων τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν περιέχονται ἐν αὐτῇ. Ὅλα ὅμως, ὅσα περιέχονται, εἶναι δημοσυντήρητα, ὁσάκις διὰ Διατάγματος συνεστήθησαν. Δὲν ἐπιμένω ὅμως, καὶ συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην σας, ἂν συνεστήθησαν διὰ Β. Διατάγματος, καίτοι ἦσαν δημόσια, ἢ ὁσάκις ἐλαμβάνοντο τὰ χρήματα ἐξ ἄλλων πόρων, μὴ δημοτικῶν. Ἐὰν παρουσιάσητε δημόσια Γυμνάσια συστηθέντα διὰ Β. Διαταγμάτων, θὰ ὁμολογήσω, ὅτι πραγματικῶς καὶ πρὸ ὑμῶν ἐγένοντο τοιαῦτα.
§236ΣΤΑΗΣ. Σᾶς δίδω τὸ σημείωμα τοῦτο.
§237Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ μοὶ δώσητε τὴν σημείωσιν, διὰ νὰ ἐξετάσω, ἂν πραγματικῶς εἶναι δημόσια Γυμνάσια. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅμως δὲν δύναμαι.
§238ΣΤΑΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία διενεμήθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, δύνασθε νὰ εὕρητε τὴν σημείωσιν ταύτην.
§239Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρέπει νὰ ἀναγνώσω ἐν τοῖς κειμένοις τῶν Διαταγμάτων, ἂν πρόκειται περὶ δημοσίων Γυμνασίων ἢ δημοσυντηρήτων. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκειται περὶ δημοσίων Γυμνασίων ἐν τοῖς παραδείγμασιν, ἅτινα ἀνεφέρατε, ἐγένοντο μὲν παραβάσεις καὶ ὑπὸ προκατόχων ὑμῶν, ἀλλ’ ἡ παράβασις τοῦ νόμου πάντοτε ὑπάρχει καὶ εἰς ἐκείνας καὶ εἰς τὴν ὑμετέραν περίπτωσιν, καὶ δὲν δικαιολογεῖται ἐκ παρανόμων προηγουμένων αὕτη, διότι οὐδεὶς νόμος ἐπιτρέπει σήμερον ἰσχυρῶς νὰ συνιστᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δημόσια Γυμνάσια ἢ εἰδικὰς Σχολὰς διὰ Β. Διαταγμάτων. Καὶ ἂν δὲ τοιοῦτόν τι ἐπετρέπετο, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ, διότι ἡ συναλλαγὴ θὰ γεμίσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ Γυμνάσια, ἑπομένως μὲ ἐλλείμματα. Ἀλλ’ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν δαπάνην, τὴν μὴ ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἤντλησεν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Δωρίδου, νομίζων, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ κληροδότημα διατεθειμένον εἰς ἀγαθοεργίας ὑπὲρ δημοσίων καταστημάτων ἐν Ἀθήναις. Ἑρμηνεύων κατ’ ἴδιον τρόπον τὴν διαθήκην, ἐνόμισεν, ὅτι τὸ Δωρίδειον κληροδότημα ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν συντήρησιν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν τῶν Πατρῶν, λέγεται ἐν τῷ Διατάγματι, τὸ ὁποῖον ἱδρύει αὐτὴν, ὅτι «ἰσχύουσι τὰ διατεταγμένα ὑπὸ τῶν Β. Διαταγμάτων τῆς 8 Ἰουνίου περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς, καὶ τῆς 20 καὶ 27 Ἰουλίου 1901 περὶ τοῦ προγράμματος τῶν ἐν αὐτῇ διδασκομένων μαθημάτων», ἀλλ’ οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν δαπάνην, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὅρους· ὥστε ἡ Ἐμπορικὴ Σχολὴ Πατρῶν μένει ἄνευ πιστώσεως, ἐλλειπόντων τῶν κληροδοτημάτων, ἅτινα δύνονται νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς. Θέλω ἀσχοληθῆ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Δωρίδου τὰ χρήματα, τὰ ἀπαιτούμενα δι’ ἵδρυσιν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν. Βεβαίως τὸ Δωρίδειον κληροδότημα θεωρεῖται ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· τοῦτο ὅμως ἐγένετο οὐχὶ δυνάμει ῥητοῦ νόμου, ὥστε νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι τῷ ἀνήκει, ἀλλ’ εὑρέθη μεταξὺ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται, ὅτι εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐάν τις ἀναγνώσῃ τὴν διαθήκην, θέλει ἰδεῖ, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἐκπαιδευτικόν, οὔτε μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ βιβλίῳ, τὸ ὁποῖον διενεμήθη πρό τινων ἡμερῶν, καὶ τὸ ὁποῖον προυκάλεσεν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὸ Δωρίδειον κληροδότημα. Τὸ Δωρίδειον κληροδότημα εἶναι κληροδότημα πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους: «Τὰ χρήματά μου, συνιστάμενα ἐκ δέκα ἢ δώδεκα χιλιάδων φλωρίων, νὰ κατατεθῶσι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τόκῳ, ἢ ὅπου ἀλλοῦ ἀσφαλέστερον καὶ συμφερώτερον. Οἱ τόκοι τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ νὰ χρησιμεύουν ἐτησίως εἰς ἀγαθοεργίας εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις καθιδρύματα δημόσια ἐξ ἴσου...» Ἀλλ’ ἀγαθοεργίας γενικῶς νομίζω, ὅτι πᾶς τις ἐννοεῖ οὐχὶ τὰς γινομένας ὑπὲρ δημοσίων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων τῶν Ἀθηνῶν· ἀγαθοεργίαι (charités) ἐννοοῦνται αἱ ὑπὲρ τῶν ἄλλων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων γινόμεναι, νοσοκομείων, πτωχοκομείων, ὀφθαλμοκομείων κλπ., οὐδέποτε ὅμως ὑπὲρ τῶν ἐκπαιδευτηρίων· τοσοῦτο δὲ μᾶλλον εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὅτι δηλ. δὲν πρόκειται περὶ ἐκπαιδευτικοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ περὶ ἀγαθοεργίας, ὅσον, ἐὰν τὰ κατωτέρω ἐν τῇ διαθήκῃ ἀναγνώσω ὑμῖν, ἤτοι εἰς τίνα ἀφίνει τὸ κληροδότημα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κληροδοτημάτων ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ περὶ ἄλλων ἄλλου εἴδους· διότι ἰδοὺ τί λέγει κατωτέρω: «Τὰ Προξενεῖα τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων καὶ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων νὰ διορίσουν ἀνὰ ἓν μέλος, ὅπως φαίνωνται ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης ἐνταῦθα, μέχρις οὗ συγκεντρωθοῦν τὰ χρήματα καὶ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων ἐπιτροπὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν Ἀθήναις». Ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων ἐπιτροπὴ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὑπῆρχεν, ἥτις ἐλειτούργει ἄλλοτε καὶ μέχρις ἐσχάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ καλουμένη ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία γνωστὴ ἰδίως κατέστη, ὅτε κατελείφθησαν τὰ κληροδοτήματα τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, προσλαβοῦσα καὶ τὸν τίτλον τῆς ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων, παύσασα νὰ ὑπάρχῃ ὑπὸ τὸν ἀρχικὸν αὐτῆς τίτλον· σήμερον τουλάχιστον δὲν γνωρίζω ἂν ὑφίσταται...
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑφίσταται, ἀλλὰ δὲν ἐργάζεται.
§241Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. διότι ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκείνη, καὶ ὅλη ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγίνετο ὑπ’ αὐτῆς, μετηνέχθησαν, νομίζω, εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ζαππείων κληροδοτημάτων ἐπιτροπήν. Λοιπὸν ὁ ἀείμνηστος Δωρίδης ἐνόει εἰς ποῖα εἴδη ἀγαθοεργίας νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ κληροδότημα αὑτοῦ, εἰς ἀγαθοεργίας ἐξ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων ἀσχολεῖται. Ἐπειδὴ δὲ ἔζη ἐν Βουκουρεστίῳ, ὅπου καὶ ὁ ἀείμνηστος Ζάππας, πιθανὸν νὰ ἐνόει, καὶ τὰ ἰδικά του χρήματα νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὅμοιον σκοπόν, πρὸς ὃν καὶ τὰ τοῦ Ζάππα. Λοιπὸν δὲν θεωρῶ ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ λάβῃ καὶ διαθέσῃ τὸ κληροδότημα τοῦ Δωρίδου διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐμπορικῆς ταύτης Σχολῆς. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1836, οὔτε ἡ διάταξις τοῦ διαθέτου συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς πράξεως τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ. Ἐπαινῶ καὶ ἐγὼ τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ, ὅπως σπεύσῃ νὰ ἱδρύσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ περιμείνῃ καὶ διὰ νόμου πρῶτον λάβῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ δι’ αὐτοῦ ὀργανώσῃ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς, λάβῃ δὲ προσέτι τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν καὶ εἶτα προβῇ εἰς τὴν σύστασιν αὐτῶν. Σπεύσας νὰ παρουσιάσῃ τετελεσμένα γεγονότα, περιέπεσεν εἰς παραβάσεις, κατ’ ἐμὲ ὅλως ἀδικαιολογήτους, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νῦν διὰ μακρῶν ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀντεπεξερχώμεθα ἐναντίον τῶν πράξεών του, ἃς εἰς μάτην ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὡς νομίμους. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν ἀκόμη, ὅτι, καὶ ἂν ἐφρόνει, ὅτι τὰ πάντα εἶναι μὴ νόμιμα, οὐδὲν θὰ τὸν ἐκώλυε νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, προκειμένου περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Δὲν πιστεύω ἡ ἵδρυσις Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἑλλάδι νὰ ἦναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ κακῶς γενόμενα νὰ ἐπιτρέπηται νὰ μᾶς καλέσῃ τις νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ Καπιτώλιον, ἵνα εὐχαριστήσωμεν τοὺς θεούς. Βεβαίως ἡ σύστασις Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶναι ὠφέλιμον ἔργον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεπίδεκτα καὶ μικρᾶς ἀναβολῆς καὶ δικαιολογοῦσι καὶ παρανομίας. Συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ πολλῶν ἐκ τῶν ἐσχάτως διευθυνάντων τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ὅτι καιρὸς αἱ σπουδαὶ ἡμῶν νὰ παύσωσιν οὖσαι ἀποκλειστικῶς κλασικαὶ, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτὰς ἐν μείζονι βαθμῷ τὰς θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις, αἵτινες συμφωνότερον πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν σημερινῶν χρόνων παρασκευάζουν τὰ τέκνα ἡμῶν καὶ εἰς τὰ ἐλευθέρια καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα. Σπουδαὶ ὡς αἱ σημεριναὶ ἀδύνατον νὰ μὴ φέρωσι βλάβην, διότι ἑλκύουσι σχεδὸν πάντας πρὸς ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, ἀνοίγοντα τὰς δημοσίας θέσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς αὐτοὺς, καὶ ἀποσπῶσι τὸ πλεῖστον μέρος τῆς νεολαίας ἀπὸ τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα, ἅτινα συγχρόνως εἶναι καὶ παραγωγικά. Τὸ συμφέρον ἡμῶν εἶναι, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα νὰ παράγωμεν· διὰ νὰ παράγωμεν δὲ περισσότερα ἐν τοῖς σημερινοῖς χρόνοις, πρέπει καὶ ἐν τῇ μορφώσει τῆς νεολαίας νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν διδασκαλίαν τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν ἐν μείζονι μέτρῳ καὶ κατὰ σκοπιμώτερον τρόπον ἢ ὅσον πράττομεν νῦν. Αἱ θετικαὶ ἐπιστῆμαι εἶναι σήμερον τὸ ὄργανον τῆς προόδου. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν τοῦτο νὰ πράξωμεν διὰ τῆς καθόλου καὶ τῆς εἰδικῆς ἐκπαιδεύσεως, πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ κυρίως ἀπὸ τὰ ἐπαγγέλματα ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰς ἐργασίας ἐκείνας τοῦ πρακτικοῦ βίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ μᾶλλον παραγωγικαὶ καὶ ἀναγκαῖαι, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ σειρᾷ μεταξὺ αὐτῶν ἔρχεται ἡ γεωργία, ἡ ναυτιλία, ἡ βιομηχανία, κατὰ ἥσσονα δὲ λόγον ἔρχεται ἡ παρασκευὴ εἰς τὸ ἐμπορικὸν ἐπάγγελμα. Δὲ ἐννοῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν σειρὰν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν σήμερον ἐν τῇ διοργανώσει τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν ἦναι παραγωγικὰ ἐπαγγέλματα καὶ χρήσιμα εἰς τὸν τόπον, ἄξια ὑποστηρίξεως διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ταῦτα πρὸ πάντων εἶναι τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα τῶν κλάδων τῆς γεωργίας, τῆς ναυτιλίας, τῆς βιομηχανίας. Κυρίως τὸ ἐμπόριον δὲν παράγει, ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι εἶναι μία τῶν κυριωτάτων ἐνασχολήσεων ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ, καὶ ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις πάσης πεπολιτισμένης Πολιτείας, ὅπως μορφώνῃ καὶ ἀποστέλλῃ εἰς τὸ ἐμπόριον ὅσον τὸν δυνατὸν περισσοτέρους καὶ καλλίτερον κατηρτισμένους δι’ αὐτὸ νέους. Οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἤθελεν εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς τροπῆς τῶν σπουδῶν πρὸς τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα συστηματικώτερον νὰ ἐργασθῇ, ὤφειλε γενικώτερόν τι ἐκπαιδευτικὸν σχέδιον καὶ ῥιζικώτερον νὰ συλλάβῃ καὶ ὀργανώσῃ, καὶ τὸ σχέδιον αὐτὸ νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς πᾶσαν τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐν τῇ εἰδικῇ δ’ ἐκπαιδεύσει κατὰ πρῶτον λόγον ὤφειλε ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτὸν ἡ μόρφωσις βιομηχάνων καὶ γεωπόνων καὶ πλοιάρχων καὶ μηχανικῶν, οὓς οὔτε ἡ γενικὴ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν παρασκευάζει, οὔτε ἡ εἰδικὴ μορφώνει, διότι ἢ παντελῶς ἐλλείπει, ἢ ἀνεπαρκῶς λειτουργεῖ καὶ ἀσκόπως. Τούτων ἔχομεν μεγίστην καὶ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, διὰ τοῦτο δ’ ἀτελέστατα λειτουργεῖ πλῆθος βιομηχανικῶν ἐπαγγελμάτων ἰδίως καὶ πολλοὶ κλάδοι τῶν γεωργικῶν καὶ ναυτικῶν ἐπαγγελμάτων. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ὑπουργείου τοῦ Ἐμπορίου, τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βιομηχανίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἦτο ἀνάγκη ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπιστητή, ἥτις ἂν εἶχε πληρωθῆ, πιθανώτατα ἄλλως ἤθελεν ἐπηρεάσει τὰ ζητήματα τῆς τροπῆς καὶ πρὸς τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα τῶν ἡμετέρων σπουδῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ζωηρότερον ἤθελον αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν εἰδικοὶ ἄνδρες, εἰδικοὶ ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, καὶ εὐστοχώτερον θὰ ἠδύναντο νὰ συμβουλεύωσι τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καταρτίσωσι καὶ εἰσαγάγωσιν ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει τῆς νεολαίας σύστημα πλῆρες ἐπιστημονικῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ μονομερὴς κλασικὴ ἐκπαίδευσις, ἐν ᾗ ἐπικρατεῖ φιλολογικὴ, καὶ αὕτη ἀτελὴς, μόρφωσις. Οἱ διευθύνοντες τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τοιαύτην μεταρρύθμισιν δὲν εἶναι ἐπαρκῶς παρεσκευασμένοι, ἀλλ’ οὔτε λόγῳ τῶν σπουδῶν των διατεθειμένοι, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἐγένετο οὔτε θὰ γείνῃ, τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, τοιοῦτόν τι. Μόνον ἓν Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐμπορίου, τῆς Βιομηχανίας καὶ τῆς Γεωργίας ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ πρὸς τοιαύτην διεύθυνσιν, ἀλλ’ ἀναπόφευκτος ἡ συνεργασία καὶ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως πεφωτισμένου καὶ παρεσκευασμένου πρὸς τοῦτο. Διότι τοιούτου ἔργου τὸ θεμέλιον πρέπει νὰ τεθῇ ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις δὲν πρέπει νὰ ᾖναι μόνον παρασκευαστικὴ νέων διὰ τὰς λεγομένας ἐλευθερίους ἐπιστήμας, τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, ἀλλὰ καὶ αὐτοτελοῦς τινος καὶ αὐτάρκους πρὸς τὸν βίον μορφώσεως, ἢ εἰσαγωγικῆς καὶ εἰς ἄλλας εἰδικὰς πρακτικὰς ἐπιστήμας καὶ τέχνας. Παντοῦ σήμερον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις συνεπληρώθη διὰ τῆς διδασκαλίας τῆς συνισταμένης εἰς τὴν μετάδοσιν πρακτικῶν γνώσεων, αἵτινες καθ’ ἑαυτάς, ἢ διὰ περαιτέρω συμπληρώσεων, καταρτίζουν νέους ἱκανοὺς πρὸς τὰ πολλὰ βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν. Ἄλλως θὰ ἦτο παράδοξον ἐν τῷ σημερινῷ αἰῶνι νὰ θεωρῶμεν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις δὲν πρέπει νὰ σκοπῇ νὰ παρασκευάσῃ ἢ νέους δεδιδαγμένους τὰ κοινὰ γράμματα, τὰ φιλολογικὰ κλασικὰ μαθήματα, ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς τὴν ἀνωτέραν παίδευσιν, τὴν ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις διὰ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων διδομένην, διότι σκοπὸς τοῦ σταδίου τοῦ μαθητικοῦ τὸ Πανεπιστήμιον. Διὰ τοῦτο σήμερον λογικὸν καὶ ἀναγκαῖον θεωρεῖται πρὸ παντὸς νὰ διδάσκωσι τοὺς νέους ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολεῖοις κατὰ τὰς πρακτικωτέρας παιδαγωγικὰς μεθόδους εἰς τὰς ἐπιστημονικὰς ἐκείνας γνώσεις, αἵτινες θὰ βοηθήσωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐξάσκησιν κατὰ τελειότερον καὶ ἀσφαλέστερον τρόπον τῶν βιωτικῶν ἐπαγγελμάτων, ἂν ταῦτα προτιμήσωσι νὰ ἐπαγγελθῶσι, μὴ θέλοντες ἢ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ σπουδάς των διὰ τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα. Ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ αὐτῆς τῆς διδασκαλίας καὶ αὐτῶν τῶν ἐπαγγελμάτων ἔχει ἀνάγκην, οὐχὶ δὲ τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ δικηγόρου, τοῦ ἰατροῦ, τοῦ θεολόγου ἢ φιλολόγου. Μόνον δ’ ὅταν τοιαύτη δίδηται ἡ ἐκπαίδευσις, ὠφελεῖ ἡ διάδοσις τῆς παιδείας. Ἡ παρασκευὴ τοὐναντίον τῶν νέων διὰ τὰ Πανεπιστήμια μόνον θὰ ἦτο πᾶν ἄλλο ἢ ὠφέλιμος εἰς τὸ ἔθνος. Ἡ ἐκπαίδευσις ἑνὸς λαοῦ πρέπει νὰ δίδηται σύμφωνος πρὸς τὰς ἀνάγκας, ἃς ἐδημιούργησαν ἡ γεωγραφικὴ αὐτοῦ θέσις καὶ αἱ τοπικαὶ περιστάσεις. Ἡ μόρφωσις διὰ τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας διὰ τὴν γεωργικὴν καὶ ναυτικὴν βιομηχανίαν ἰδίως ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ, ἂν δὲ κρίνῃ τις ἐκ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀνάγκης, αὗται προηγοῦνται τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἔστω, ἐγένετο ἡ ἀπόφασις, ὅπως ἱδρυθῶσιν αἱ δύο Ἐμπορικαὶ Σχολαί. Εἴδομεν ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ προγράμματος τῶν μαθημάτων, ἅτινα πρέπει νὰ διδάσκωνται, ποία τις σύγχυσις ἐπεκράτησεν. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν εὐτυχῶς τροποποίησιν, ἥτις, μετὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, συμπληροῖ καὶ καθιστᾷ σκοπιμωτέραν τὴν διδασκαλίαν. Οὐχ ἧττον ἐμμένει ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὸ μάθημα, ὡς τὸ διατυποῖ, τῆς καθαρευούσης Ἑλληνικῆς γλώσσης. Νομίζει τις, ὅτι ἐλήφθη ἐκ τοῦ προγράμματος τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Μασσαλίας, ἥτις πράγματι μεταξὺ τῶν μαθημάτων καὶ τῶν γλωσσῶν, ἃς ἀναγράφει, καταλέγει καὶ τὴν νεωτέραν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν...
§242Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ξένην ὅμως γλῶσσαν ἐκεῖ.
§243Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. Εἰς ἡμᾶς ὅμως δὲν ἔπρεπεν οὐδόλως νὰ διέρχηται τοῦ νοῦ ἡμῶν, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη γλῶσσα ἢ ἡ Ἑλληνική, μία καὶ ἡ αὐτὴ γλῶσσα...
§244ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡραῖα!
§245Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. καὶ ὅτι διδασκόμενοι ἐν τοῖς σχολείοις τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν διδασκόμεθα ἄλλην γλῶσσαν ἢ τὴν ἡμετέραν. Ἀλλ’ οἱ κατεχόμενοι ἐκ τῶν ἰδεῶν τῶν νεωτέρων, τῶν δῆθεν πρακτικῶν, νομίζουσιν, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα δυσκολία ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, καὶ ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ δώσωμεν ἀληθεστέραν ἐκπαίδευσιν καὶ πρακτικωτέραν, πρέπει τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν νὰ ἐξοβελίσωμεν τῶν προγραμμάτων, καὶ νὰ διδάσκωμεν τὴν νεωτέραν, τὴν δῆθεν λαλουμένην.
§246ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ὄργανον τῆς μορφώσεως!
§247Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχει διδασκαλία τῆς νεωτέρας, τῆς λαλουμένης Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἂν ὡρίσθη αὕτη, καὶ ὑπὸ τίνων, καὶ ποῦ εὑρίσκεται, οὐδὲ ποία ἡ Γραμματικὴ καὶ τὸ Συντακτικὸν καὶ οἱ κανόνες, οὓς θὰ μεταδώσῃ ὥς τι πάγιον ὁ διδάσκαλος εἰς τοὺς μαθητάς, ἵνα καταστήσῃ αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ ὁμιλῶσι καὶ γράφωσιν αὐτήν. Ἐγὼ ἓν γινώσκω, ὅτι καὶ ἡ ὀρθοτέρα νεοελληνικὴ πολλὰ περιέχει τὰ ψεκτὰ καὶ ἀμφισβητήσιμα. Δὲν νομίζω ἐπίσης, ὅτι, ἐπειδὴ διδάσκεται πολὺ ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀπορροφᾷ τὸν χρόνον τῆς διδασκαλίας καὶ καθιστᾷ ἄγονον τὴν γινομένην ἐν Ἑλλάδι διδασκαλίαν. Ἀλλαχοῦ διδάσκεται ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Λατινικὴ καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ ἔθνους, καὶ δι’ αὐτῶν ἀπορροφοῦσι πολὺ περισσότερον χρόνον καθ’ ἑβδομάδα ἢ ὅσον ἀπορροφοῦσι παρ’ ἡμῖν ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Λατινικὴ, ἥτις διδάσκεται τρεῖς ὥρας, νομίζω, καθ’ ἑβδομάδα. Ἐνῷ ἀλλαχοῦ, ἐὰν τὴν ὥραν, ἣν δαπανᾷ τις εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν καὶ Λατινικὴν γλῶσσαν, προσθέσητε εἰς τὸν χρόνον, ὃν δαπανῶσιν εἰς διδασκαλίαν τῆς ἐθνικῆς γλώσσης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δαπανᾶται περισσότερος χρόνος ἢ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ δὲν βλάπτει τοῦτο, ὅτι πολὺς δῆθεν χρόνος δαπανᾶται παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ὅ,τι βλάπτει, εἶναι, ὅτι ἡ μέση ἐκπαίδευσις διαρκεῖ ὀλιγώτερον παρ’ ἡμῖν ἢ ὅσον ἀλλαχοῦ. Ἂν καὶ παρ’ ἡμῖν διήρκει ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἡ μέση ἐκπαίδευσις, ὅσον ἐν Γερμανίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, καὶ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς περισσότερα ἔτη διδασκαλίας δι’ αὐτὴν, θὰ διεθέτομεν περισσότερον χρόνον οὐ μόνον διὰ τὴν σπουδὴν τῆς Ἑλληνικῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων μαθημάτων, καὶ θὰ ἐξεπαιδεύομεν τοὺς νέους πληρέστερον. Οἱ νέοι συχνότατα παρ’ ἡμῖν ἐξέρχονται τόσον νέοι τῶν Γυμνασίων καὶ τόσον νέοι κατατάσσονται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὥστε οὔτε τὰ μαθήματα τῶν ἀνωτέρων ἰδίως τάξεων τῶν Γυμνασίων κατανοοῦσιν, οὔτε τὰ τῶν πρώτων ἐτῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἀλλαχοῦ οὐδέποτε σχεδὸν πρὸ τοῦ 19ου ἔτους κατατάσσονται οἱ νέοι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὸ 17ον εἶναι ἡ συνήθης ἡλικία τοῦ πρωτοετοῦς φοιτητοῦ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου δὲν εἶναι ἡ μακρὰ διδασκαλία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἥτις βλάπτει, ἀλλ’ ἡ ἄστοχος καὶ μᾶλλον σχολαστικὴ μέθοδος διδασκαλίας αὐτῆς. Ἐπὶ τούτου δὲ καθῆκον ἔχει νὰ στρέψῃ σύντονον τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως κανονισθῇ τρόπος πρακτικώτερος, ὡς ἀλλαχοῦ, καὶ καθορισθῶσι κανόνες, καθ’ οὓς πρέπει νὰ διδάσκηται παρ’ ἡμῖν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις καὶ τοῖς Γυμνασίοις ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὥστε νὰ φθάνωμεν ταχύτερον καὶ θετικώτερον εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἐκμάθησιν τῆς ἀρχαίας γλώσσης δηλαδὴ τοιαύτην, ὥστε εὐκόλως νὰ ἐννοῇ ὁ ἐξερχόμενος τοῦ Γυμνασίου τοὺς συγγραφεῖς καὶ τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν. Τοῦτο εἶναι εὔκολον, καὶ πρὸς τοῦτο δέον νὰ μορφώσωμεν καθηγητὰς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωμεν εἴτε τὴν καθαρεύουσαν, εἴτε τὴν μὴ καθαρεύουσαν νὰ ἐπιβάλωμεν ὡς γλῶσσαν στερεὰν καὶ ὁριστικὴν σήμερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι ὅ,τι ἄτοπον καὶ αὐθαίρετον, καὶ οὐδενὶ ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἐπιχειρήσῃ. Ἡ γλῶσσα ἡ χυδαία λεγομένη εἶναι γλῶσσα, ἥτις ἀπέθανε πλέον ἀφ’ ἧς ἠλευθερώθη τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὡς ἔργον δουλικῶν χρόνων, χρόνων ἄνευ σχολείων, ἄνευ φιλολογίας, ἄνευ ἐλευθερίας ἰδεῶν καὶ διανοητικῆς ἐργασίας, καὶ τοιοῦτον θνησιμαῖον ἔργον δὲν δύναται ν’ ἀναζήσῃ, ὅπως οὐδεμία ἐκ τῶν ἕξεων, τῶν παραδόσεων καὶ συνηθειῶν, ἃς ὑπὸ τὴν δουλείαν καὶ τὴν βαρβαρότητα ἀπέκτησε τὸ ἔθνος ἡμῶν, δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν μέσῳ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς προόδου τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ πρῶτον λοιπὸν, ὅπερ θὰ ηὐχόμην, θὰ ἦτο νὰ μὴ εἰσαχθῇ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει μάθημα ὑπὸ τὸν τίτλον «καθαρεύουσα Ἑλληνικὴ γλῶσσα», διότι τὸ ἔθνος εἰς οὐδένα ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται τοιαύτας διακρίσεις καὶ εἰσαγάγῃ ἐν τοῖς νόμοις προτιμήσεις μεταξὺ τῆς ἀρχαίας καὶ νεωτέρας γλώσσης, τῆς καθαρευούσης καὶ τῆς χυδαϊζούσης. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀφ’ ὅτου ἀνέστη καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ἐλεύθερον βίον, ἐνόησε νὰ ἔχῃ γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, καὶ ταύτην νὰ διδάσκηται ἐν τοῖς ἀρχαίοις κειμένοις. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα, ἣν ὑπὸ δουλείαν πολλῶν αἰώνων καὶ ὑπὸ διαφόρους κατακτητὰς εἶδε μὲν διαφθειρομένην τὸ ἔθνος, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς οὐδὲ στιγμὴν ἀπεχωρίσθη εἴτε διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ξένων λέξεων διὰ τῶν κατακτητῶν, εἴτε διὰ καταλήξεων καὶ σχηματισμῶν, οἵτινες πολλάκις ἐπεβλήθησαν ἐκ τῆς ἐπιμιξίας μετ’ ἄλλων λαῶν καὶ τῆς ἐλλείψεως πάσης ἐκπαιδεύσεως καὶ διανοητικῆς μορφώσεως καὶ ἐλευθερίας, παρεμόρφωσεν ἐν πολλοῖς αὐτὴν, ὁ λαὸς πάντοτε ἐνέμεινεν εἰς αὐτὴν, ἀναμένων τὴν κατάλληλον ἐποχὴν, ὅπως ἐπανέλθῃ τελείως εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο τὸ πρῶτον πρᾶγμα, ὅπερ ὤφειλε νὰ πράξῃ καὶ ἔπραξε τὸ ἔθνος ἅμα ἐλευθερωθὲν, ἦτο νὰ ἀποκαθάρῃ τὴν γλῶσσαν ἐξ αὐτῶν τῶν σκωρειῶν καὶ— ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν—τῶν ἀκαθαρσιῶν, ἃς ἐπεσώρευσαν δουλικοὶ καὶ ἀπολίτιστοι χρόνοι, καὶ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν γλῶσσαν, ἣν βλέπομεν καθ’ ἡμέραν καθαιρομένην καὶ ἐξαγνιζομένην διὰ τῆς ἀρχαίας καὶ πλησιάζουσαν πρὸς αὐτήν. Δὲν εἶναι τοῦτό τι αὐθαίρετον καὶ βεβιασμένον ἢ προσπεποιημένον, εἶναι ἀνάγκη, ἣν ἐπέβαλεν οἰκειοθελῶς καὶ ἐξ ἐθνικῶν λόγων τὸ ἔθνος εἰς ἑαυτὸ ἐν τῷ ἐλευθέρῳ βίῳ, ἀφ’ ἧς ἐπανῆλθεν εἰς αὐτόν. Τὸ νὰ ζητῶμεν νὰ ὑποχρεώσωμεν σήμερον τὸ ἔθνος νὰ λαλῇ καὶ γράφῃ παρεφθαρμένην καὶ χυδαΐζουσαν γλῶσσαν, ἥν τινες προσποιούμενοι ἐπιτηδεύονται ὡς ἱερὸν κειμήλιον τοῦ λαοῦ, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέλωσι νὰ διατηρήσωμεν ὡς ἐθνικὸν ἔνδυμα τοῦ λαοῦ τὴν βρωμερὰν φουστανέλαν καὶ τὸ μαῦρον ἐκ τῆς ἀκαθαρσίας ὑποκάμισον, τὰ ἐμπνέοντα βδελυγμίαν, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ συνάδελφος ἡμῶν κ. Νικολαΐδης ἄλλοτε, ὡς ἐπόπτης τῶν ἀποσπασμάτων ἐν Φθιώτιδι, εἶχε διατάξει νὰ καίουν διὰ πετρελαίου, ἀφοῦ συνελάμβανον τοὺς φοροῦντας ταῦτα καὶ ἀπεγύμνουν αὐτῶν. Ἔχει πᾶς λαὸς τὰ ἐθνικὰ αὑτοῦ ἔργα, τὰς ἐθνικὰς ἀρετὰς καὶ ἕξεις, σεβαστὰς καὶ ἀξίας διατηρήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας καὶ τῆς ταπεινώσεως τῆς ἐθνικῆς λαλουμένη ὑπὸ τοῦ ἔθνους γλῶσσα, διότι τὸ ἔθνος, βυθισμένον τότε εἰς τὴν ἀμάθειαν καὶ τὴν τελείαν παρακμὴν, ἄνευ ἐλευθερίας, ἄνευ Τύπου, ἄνευ σχολείων, ἄνευ διανοητικῆς ζωῆς καὶ κινήσεως, δὲν εἶχε γλῶσσαν, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ μορφώσῃ τοιαύτην, διότι πᾶσα πρόοδος εἶχε παύσει. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον, αὐτὴν τὴν γλῶσσαν τῆς τελείας διανοητικῆς καὶ πολιτικῆς μηδαμινότητος νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν ὡς ζῶσαν δῆθεν γλῶσσαν, ἐνῷ ἦτο γλῶσσα μὴ ζῶντος λαοῦ, καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν ὡς γλῶσσαν ἔθνους ἐλευθέρου καὶ ὀργῶντος εἰς πρόοδον; Πῶς τοὺς σχηματισμοὺς καὶ τὰς λέξεις καὶ τοὺς τύπους τοὺς μὴ Ἑλληνικοὺς θὰ ἐπιβάλωμεν ὡς Ἑλληνικοὺς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Λοιπὸν ἂς ἀφήσωμεν τὸ ἔθνος νὰ μορφώσῃ τὴν γλῶσσαν αὑτοῦ, ὡς ἀπ’ ἀρχῆς ἐνόησεν, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῆς ἀρχαίας γλώσσης, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι εἰς θέσιν ἤδη, προοδεῦον καθ’ ἡμέραν περισσότερον εἰς τὰς ἀρχαίας καὶ τὰς νέας γνώσεις, καὶ πολιτιζόμενον, νὰ παραλαμβάνῃ ὅ,τι ἀναγκαῖον καὶ ἀρέσκει αὐτῷ πρὸς τελειοποίησιν αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην πρὸς τοῦτο αὐτοχειροτονήτων διδασκάλων καὶ νομοθετῶν.
§248ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε μαλλιαρῶν.
§249ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλουσιν οὗτοι νὰ μᾶς ἐπαναφέρωσιν εἰς γλῶσσαν, ἣν ἐγκατέλιπεν ὡς βρωμερὸν ῥάκος ὁ λαός. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος νὰ τεθῇ ἐν νόμῳ ἐκπαιδευτικῷ μάθημα, ὁποῖον τὸ τῆς καθαρευούσης δῆθεν Ἑλληνικῆς γλώσσης.
§250ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδήλωσεν ὁ Ὑπουργός, ὅτι θ’ ἀπαλείψῃ τὴν φράσιν.
§251ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχηται ἐν μέσῳ ἔθνους ἐλευθέρου, ὅπερ ἔχει ἰδίαν πνευματικὴν ζωὴν, καὶ νὰ θέλῃ νὰ λύσῃ διὰ νόμων ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὑτοῦ μόνου καὶ ἐκ τοῦ καθημερινοῦ αὑτοῦ βίου ἐξήρτηνται καὶ κανονίζονται. Ἡ παρέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ τῆς γλώσσης εἶναι περιττὴ καὶ ἐπιβλαβής.
§252Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτὴ ἡ παρατήρησις, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐδέχθη νὰ τεθῇ ἡ καθαρεύουσα νέα γλῶσσα, ἐγὼ δὲ εἶπον νὰ τεθῇ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἁπλῶς, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι μία ἡ γλῶσσα, ἀλλ’ ἐτέθη ἡ καθαρεύουσα, διότι ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δολιευθῶσι τὰς λέξεις Ἑλληνικὴ γλῶσσα, διότι εἰς τὴν γλῶσσαν παρεισήχθη καὶ αἵρεσίς τις, ἡ αἵρεσις τῆς δημώδους γλώσσης, ὅτι αὐτὴ δῆθεν εἶναι ἡ Ἑλληνική. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἐννοῶ Ἑλληνικὴν γλῶσσαν τὴν μόνην ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσαν καὶ διδασκομένην ἐν τοῖς σχολείοις, καὶ ὅτι ἀποκρούω διαρρήδην τὴν χυδαίαν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ εἰσαγάγουν, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν λέγω νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ἁπλῶς Ἑλληνικὴ γλῶσσα.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀπεδέχθην τὸν προσδιορισμόν, τὸν ὁποῖον περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι, καθ’ ἃ πανταχοῦ ὁμολογεῖται, δύο παράγοντες συντελοῦσιν εἰς τὴν συντήρησιν καὶ βελτίωσιν τῆς γλώσσης, ἡ ἐπίσημος γλῶσσα καὶ ἡ δημοσιογραφία. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀμφότεροι οἱ παράγοντες οὗτοι ἥκιστα συντελοῦσι παρ’ ἡμῖν πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπόν, διότι καὶ ἡ ἐπίσημος γλῶσσα ἐξέκλινε καὶ κατὰ τὴν φράσιν καὶ κατὰ τὴν σύνθεσιν καὶ ὑφὴν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, καὶ τῆς δημοσιογραφίας ἡ γλῶσσα φαίνεται ὅτι ἐξέπεσε πολύ. Διὰ τοῦτο ἐδέχθην τὸν εἰσαχθέντα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσδιορισμόν, ἤτοι τὴν προσθήκην τοῦ ὅρου «καθαρεύουσα», διὰ νὰ νοηθῇ, ὅτι ἡ πρόοδος τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλληται πᾶσα προσπάθεια πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐν χρήσει τανῦν γλώσσης.
§254ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ὁδὸς ἡ πρακτικωτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα, ἣν ὀφείλει νὰ βαδίζῃ τὸ Κράτος, ὡς προϊσταμένη ἀρχὴ εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ν’ ἀφήσῃ τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης νὰ γίνεται ἐν τοῖς σχολείοις ὡς ἤδη, συντελοῦσα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν μεθόδων μόνον. Βεβαίως τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θέλετε κανονίσει διὰ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς ὡς πρὸς αὐτήν, δύναται νὰ ἦναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι πρακτικώτερον. Βεβαίως περιττὸν νὰ διδάσκηται ἐν αὐταῖς ὁ Πίνδαρος καὶ ὁ Εὐριπίδης· ἀρκοῦσιν οἱ πεζοὶ οἱ εὔληπτοι, ὡς ὁ Πλούταρχος, ὁ Ἰσοκράτης, ὁ Ξενοφῶν, διότι αὐτοὶ εἶναι μᾶλλον προσιτοὶ εἰς νέους, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἐκ τοῦ Σχολαρχείου καὶ τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου. Ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης πρὸς σκοπὸν πρακτικόν, οἱ δὲ καθηγηταὶ δύνανται ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῆς γλώσσης νὰ εὐκολύνωσι τὴν πρακτικὴν ἐκμάθησιν τῆς γλώσσης, ἂν θέλωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ξένας γλώσσας, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Καὶ ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν ξένων γλωσσῶν γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὅπερ διαιρεῖ πανταχοῦ σήμερον, προκειμένου περὶ τῆς ἐκμαθήσεως τῶν νεωτέρων γλωσσῶν, γλωσσῶν δηλαδὴ οὐχὶ νεκρῶν, ὡς ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Λατινική, ἀλλ’ ὁμιλουμένων, τὰς ὁποίας τότε μόνον μανθάνει τις, ὅταν μανθάνῃ νὰ τὰς λαλῇ καὶ γράφῃ, τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου, τῆς μεθόδου τῆς διδασκαλίας. Ἁπανταχοῦ αἱ πλεῖσται Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ εἶναι ἱδρυμέναι οἰκοτροφικῶς, τὸ δὲ οἰκοτροφικῶς διδάσκεσθαι εἶναι ὁ τρόπος διδασκαλίας ὁ συντελῶν περισσότερον εἰς τὴν ἐκμάθησιν τῶν ζωσῶν γλωσσῶν. Ἐν τῇ οἰκοτροφικῇ ἐκπαιδεύσει ἀκούει τις ἀδιαλείπτως λαλουμένην τὴν ξένην γλῶσσαν, καὶ ὁμιλεῖ ἐν αὐτῇ. Τοῦτο, ἰδίως ἐν μικρᾷ ἡλικίᾳ ἐφαρμοζόμενον, εἶναι τὸ σύστημα τὸ ἀσφαλέστερον τῆς ἐκμαθήσεως τῶν γλωσσῶν αὐτῶν. Ὅπως κατ’ οἶκον ἐκμανθάνει τις διὰ μόνης τῆς ὁμιλίας, ἄνευ πολλάκις διδασκαλίας, μίαν καὶ δύο καὶ τρεῖς ξένας γλώσσας ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἐν μικρᾷ ἡλικίᾳ, οὕτω καὶ ἐν σχολείοις, ἐν οἷς λαλοῦνται ξέναι γλῶσσαι ἀποκλειστικῶς. Ἀπὸ τῆς ἕδρας δύναται νὰ μανθάνηται νεκρὰ γλῶσσα, ἀλλ’ αἱ ζῶσαι γλῶσσαι μόνον διὰ τῆς καθημερινῆς ἀποκλειστικῶς ὁμιλίας μανθάνονται νὰ λαλῶνται καὶ γράφωνται. Ὅπως μανθάνει τις τὴν μητρικὴν γλῶσσαν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ ἀνεπαισθήτως καὶ ἄνευ διδασκαλίας, οὕτω καὶ τὰς ἄλλας ζώσας γλώσσας. Σπανίως θὰ ἴδῃ τις, ἢ μᾶλλον οὐδέποτε, νέους ἐκμαθόντας νὰ λαλῶσι καὶ γράφωσι ζῶσαν γλῶσσαν, διδαχθεῖσαν αὐτοῖς, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἐν τοῖς σχολείοις. Ἐκεῖνοι, οἵτινες μανθάνουσιν ἐντελῶς τὰς νεωτέρας γλώσσας καὶ τὰς γράφουσι καὶ ὁμιλοῦσιν ἀπταίστως, μανθάνουσιν αὐτὰς εἴτε κατ’ οἶκον, εἴτε εἰς οἰκοτροφικὰ σχολεῖα, ὅπου ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν θέλει τις νὰ ἐκμάθῃ, εἶναι ἡ ἀποκλειστικῶς λαλουμένη. Τὸ μόνον ἑπομένως σύστημα τελείας ἐκμαθήσεως τῶν ξένων γλωσσῶν εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐν αὐτοῖς οἰκοτροφικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔπρεπε ν’ ἀποτραπῇ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ ἱδρύσῃ Λύκειον ἐμπορικὸν οἰκοτροφικὸν τοιοῦτον· βεβαίως καλῶς ἔπραξε, καὶ δὲν τὸν ψέγω, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἤθελεν εὕρει ἄνδρας προθύμους εἰς τοῦτο καὶ ἔχοντας τὰ μέσα νὰ ἱδρύσουν οἰκοτροφικὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς, ἐν αἷς νὰ ὁμιλῶνται ἀποκλειστικῶς μία ἢ δύο ξέναι γλῶσσαι, καὶ ἐν αὐταῖς νὰ εἰσάγωνται μαθηταὶ ὡς οἰκότροφοι, διαμένοντες δύο ἢ τρία ἔτη, ὤφειλε νὰ τοὺς ὑποστηρίξῃ, καὶ τότε μόνον θὰ εἴχομεν ἀποτελέσματα, ὡς πρὸς τὴν ἐκμάθησιν τῶν ξένων γλωσσῶν, τέλεια. Ἐν τῇ ἐμπορικῇ δ’ ἐκπαιδεύσει ἡ τελεία μόρφωσις τῶν ἐξερχομένων εἰς τὸ ὁμιλεῖν καὶ γράφειν δύο ξένας γλώσσας εἶναι τὸ πᾶν. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ἤδη Ἐμπορικὰς Σχολὰς, νομίζω, δύο, δὲν ἠξεύρω δ’ ἂν ἔν τινι αὐτῶν ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τὸ οἰκοτροφικὸν ἐν ξένῃ γλώσσῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω. Μόνον τοιοῦτον οἰκοτροφικὸν ἐμπορικὸν ἵδρυμα θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποστέλλῃ τοὺς τροφίμους αὑτοῦ εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ μόνον τοιοῦτο: Θὰ ἐζητοῦντο ἀπὸ τὰ διάφορα ἐμπορικὰ κέντρα αὐτῆς. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ στέλλωμεν νέους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἔχομεν πληθώραν τοιούτων, καὶ ὁ τόπος δὲν ἐπαρκεῖ. Ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς ἐξάγωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, πρέπει νὰ τοὺς προσφέρωμεν ὁμιλοῦντας καὶ γράφοντας μίαν ἢ δύο ξένας γλώσσας· μὲ μόνην τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι καλῶς κατηρτισμένοι, δὲν ζητοῦνται. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς τελείας ἐκμαθήσεως τῶν ξένων γλωσσῶν ὑπὸ τῶν ἡμετέρων νέων εἶναι οὐ μόνον ζήτημα βιοποριστικὸν καὶ κοινωνικὸν, ἀλλὰ συνάμα καὶ πολιτικὸν καὶ ἐθνικόν. Πλὴν, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ἢ διὰ τῶν οἰκοτροφικῶν Σχολῶν, ἐν αἷς ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν τῇ ὁμιλίᾳ καὶ τῇ διδασκαλίᾳ γλῶσσα εἶναι μία ἢ δύο γλῶσσαι ξέναι. Πᾶν ἄλλο σύστημα μεθοδικωτέρας δῆθεν διδασκαλίας τῆς γλώσσης θ’ ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκές. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον τοιαῦτα ἱδρύματα νὰ ὑποστηρίξῃ. Φόβος οὐδεὶς ὑπάρχει δι’ αὐτῶν νὰ ζημιωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἐκπαίδευσις τῶν νέων αὐτῶν. Θὰ εἰσέρχωνται ἐν τοῖς οἰκοτροφικοῖς αὐτοῖς ἱδρύμασι κάτοχοι ἀρκούντως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, θὰ ἐξακολουθήσουν δὲ καὶ ἐν τῇ Σχολῇ διδασκόμενοι αὐτήν. Πλὴν καὶ γενικώτερον ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ξένων γλωσσῶν, καὶ τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι θαυμάσια. Ὅ,τι πάσχομεν ἐν Ἑλλάδι ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει σήμερον, εἶναι ἡ ἔλλειψις μέσων πρὸς ἐκμάθησιν τελείως τῶν ξένων γλωσσῶν, καὶ τοῦτο ἔχει κακὰ ἀποτελέσματα εἴς τε τὴν τελειοτέραν σπουδὴν καὶ τὴν μετάδοσιν τῶν ἐπιστημῶν καὶ εἰς τὴν παράστασιν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιστήμης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Οἱ νέοι Ἕλληνες ἐπιστήμονες, εἴτε πρόκειται νὰ συμπληρώσωσι τὰς σπουδὰς των ἐν Εὐρώπῃ, εἴτε καὶ ἀπ’ ἀρχῆς νὰ διεξαγάγωσιν αὐτὰς ἐν ταῖς ἀλλοδαπαῖς Σχολαῖς, μεταβαίνουσιν ἐκεῖ ἢ τελείως ἀκατάρτιστοι, ἢ ἀτελῶς κατηρτισμένοι εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ τόπου, εἰς ὃν μεταβαίνουσι. Τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου, χρόνου συντόμου συνήθως, ἢ ἀπόλλυται ἕως οὗ ἐκμάθωσι ταύτην, ἢ ἐνίοτε χωρὶς ἐντελῶς νὰ δυνηθῶσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ αὐτῆς. Οἱ Ρωμοῦνοι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν περισσότερον ἡμῶν νὰ ἐκμανθάνωσι τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν, μεταβαίνουσιν εἰς Παρισίους ἐντελῶς κάτοχοι αὐτῆς πρὸς ἀποπεράτωσιν ἢ διεξαγωγὴν τῶν σπουδῶν των, παρετηρήθη δ’ ὅτι εὐκολύνονται πολὺ περισσότερον ἡμῶν εἰς αὐτὰς, καὶ παρουσιάζουσιν ἀποτελέσματα πληρέστερα, μόνον καὶ μόνον ἕνεκα τῆς τελείας γνώσεως τῆς Γαλλικῆς γλώσσης. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω παραδείγματα Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους ἐγνώρισα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, μεινάντων δύο καὶ τρία ἔτη ἐκεῖ, καὶ οὔτε ὅτε ἦσαν ἐκεῖ, οὔτε ὅτε ἐπανῆλθον δυναμένων νὰ διαλέγωνται ἐν τῇ ξένῃ γλώσσῃ, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον καὶ νὰ γράφωσιν. Εἶναι μεγάλη ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν πλείστων ἐπιστημόνων ἡμῶν τοῦ νὰ γράφωσιν ἐν ξένῃ γλώσσῃ, μία δ’ ἐκ τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃς καὶ ἡ ἐπιστήμη ἡ Ἑλληνικὴ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ μείζονα θὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι βραδύτερον, δὲν γίνεται γνωστὴ ἐν Εὐρώπῃ, εἶναι ἡ ἀδυναμία, εἰς ἣν εὑρίσκονται, ὅπως ἀνακοινῶσιν εὐχερῶς τὰς γνώμας αὐτῶν καὶ συζητῶσιν ἐν ξένῃ γλώσσῃ. Ἐπικοινωνία ἡμῶν ἐπιστημονικὴ μετὰ τῆς Εὐρώπης δὲν ὑπάρχει ἕνεκα τούτου, καὶ εἶναι κάκιστον νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Ἐπειδὴ ἐπὶ πολὺ ἐμήκυνα τὸν λόγον, δὲν θέλω ἢ μίαν μόνον παρατήρησιν προσθέσει, ὡς πρὸς τὸ μάθημα τῶν πρακτικῶν ἀσκήσεων τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον προσθέτει διὰ τῆς τροπολογίας του ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, πολὺ καλῶς πράξας καὶ μεταφράσας ἀκριβῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐφιλονικοῦμεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅσον ἀφορᾷ τὸ bureau commercial. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνης τῆς ἑσπέρας περὶ τοῦ τί ἐννοεῖ διὰ τῆς λέξεως «ἐμποριολογία», ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι τὸ bureau commercial ἀνήκει εἰς τὴν ἐμποριολογίαν, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε, καὶ τὸ μάθημα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, συνῆγεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀληθὴς ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ἡ ἐμποριολογία δὲν εἶναι ἄλλο ἢ μέρη τινὰ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Τότε ἀμφότεροι δὲν ἐγνωρίζομεν, τί ἐννοεῖ τὸ bureau commercial· μετὰ ταῦτα ἐγενόμην περίεργος νὰ βεβαιωθῶ, τί εἶναι τὸ bureau commercial, τὸ ἐμπορικὸν γραφεῖον. Ἰδοὺ εἰς τί συνίσταται τὸ ἐμπορικὸν γραφεῖον. Ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς, ἐκτὸς τῆς διδασκαλίας, ἥτις γίνεται, τῶν μαθημάτων, ὅσα ἀναφέρει καὶ τὸ νομοσχέδιον, γίνεται καὶ τοῦτο· ἕκαστος μαθητὴς ὑποτίθεται, ὅτι ἔχει νὰ διευθύνῃ ἓν γραφεῖον ἐμπορικόν...
§255ΣΤΑΗΣ. Τὸ πρῶτον ἔτος γίνεται ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία, τὸ δὲ δεύτερον ἡ ἐφαρμογή.
§256ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα... Διότι αὐτὸ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διαφόρων εἰδικῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδιδάχθη, εἶναι ἡ πρᾶξις. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαιότατον συμπλήρωμα τῶν μαθημάτων, διότι μανθάνουσιν οὕτω τὴν σύνταξιν καὶ τήρησιν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, τὴν ἀλληλογραφίαν, τοὺς διαφόρους λογαριασμοὺς, τὴν καταστιχογραφίαν, ὅ,τι τέλος ἀποτελεῖ τὰς ἀνάγκας καὶ ἐργασίας ἑνὸς ἐμπορικοῦ γραφείου. Ἑπομένως τὸ μάθημα τοῦτο πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα. Ἐπιθυμῶ ἤδη νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ μαθήματος, ὅπερ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐντελῶς παρημελήθη, ἐν ᾧ τοσαύτη εἶναι ἡ σπουδαιότης αὐτοῦ καὶ τοσαύτη πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ, ὅση καὶ εἰς τὰ σπουδαιότερα, δηλ. εἰς τὸ μάθημα τῆς ἰχνογραφίας. Τὸ μάθημα τοῦτο ἐντελῶς ἐν Ἑλλάδι παρεγνωρίσθη. Θεωρεῖται ὡς ὅλως ἐπουσιῶδες καὶ ὡς συνδεόμενον μόνον μετὰ τῆς ζωγραφικῆς. Οὐδεὶς σχεδὸν ἐννοεῖ, ὅτι συνδέεται στενώτατα πρὸς πάσας τὰς πρακτικὰς σπουδὰς καὶ τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα. Ἐν τούτοις δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν σήμερον ἄνθρωπον ἐργαζόμενον εἰς πρακτικὸν ἐπάγγελμα, ἰδίως ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, ὅστις νὰ μὴ κατέχῃ τὴν χρῆσιν τῆς ἰχνογραφίας, ἀπαράλλακτα ὡς δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν μουσικόν, μὴ δυνάμενον νὰ γνωρίζῃ ν’ ἀναγινώσκῃ καὶ γράφῃ τὰ μουσικὰ σημεῖα. Ἡ ἰχνογραφία ἐπίσης εἶναι ἡ γλῶσσα, οὕτως εἰπεῖν, τῶν σχεδίων πάντων τῶν πραγμάτων ἐπὶ τοῦ χάρτου, δηλ. ὅταν θέλητε νὰ τὰ παραστήσητε ἐπὶ τοῦ χάρτου. Ἡ γνῶσις αὐτῆς εἶναι ἀναγκαιοτάτη εἰς πάντα. Ἐμὲ ἐὰν ἐρωτήσητε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἂν ἠξεύρω ν’ ἀναγνώσω ἓν σχέδιον, ἢ νὰ παραγγείλω ἐπὶ χάρτου εἰς βιομήχανον ἢ ἔμπορον οἱονδήποτε ἀντικείμενον, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐντελῶς ἀγνοῶ. Ἐὰν θέλω νὰ παραγγείλω π.χ. ἓν ἔπιπλον, ἢ ἄλλο οἱονδήποτε ἀντικείμενον, ἢ ν’ ἀναγνώσω ἓν σχέδιον πολυσύνθετον, δὲν δύναμαι. Ἐὰν δὲ δὲν γνωρίζω νὰ τὸ σημειώσω ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἢ τὸ ἀναγνώσω, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔλθω εἰς συνεννόησιν. Ἐὰν μοὶ δώσητε ἓν σχέδιον οἰκίας π.χ. μὲ ὅλας τὰς κατατομὰς, δυσκόλως θὰ δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω, τί παριστάνει ἀκριβῶς. Καὶ εἰς ἐμὲ μὲν, ἄνθρωπον μὴ ἔχοντα τόσην ἀνάγκην τῶν πραγμάτων αὐτῶν, δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄγνοια, ἀλλὰ νὰ φαντασθῶμεν βιομήχανον ἢ ἔμπορον, μὴ δυνάμενον οὔτε νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἐπὶ τοῦ χάρτου ἰχνογραφήματα, οὔτε ὁ ἴδιος νὰ ἰχνογραφήσῃ ὅ,τι θέλει, φανταζόμεθα ἐπαγγελματίαν ἀτελέστατα κατηρτισμένον. Καὶ σημειοῦνται μὲν παντοῦ ἐν τοῖς προγράμμασιν ἡ καλλιγραφία καὶ ἡ ἰχνογραφία, ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχουν πολλοὶ περὶ τῆς ἰχνογραφίας, εἶναι ἀτελὴς καὶ ἐσφαλμένη. Νομίζω δὲ, ὅτι μία τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν, ἐξ ὅσων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὀφείλει νὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ δι’ ἀποστολῆς εἰς Εὐρώπην ὑποτρόφων, εἶναι ἡ τῆς ἰχνογραφίας, τῆς ἰχνογραφίας ὄχι ἁπλῶς τῆς γραμμικῆς, τὴν ὁποίαν μόνην σχεδὸν διδάσκουσιν ἐνίοτε παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ τῆς ἐφηρμοσμένης εἰς τὰς τέχνας, εἴτε τὰς βιομηχανικὰς, τὰς βιοποριστικὰς, εἴτε τὰς ὡραίας, εἴτε εἰς τὰς διακοσμητικὰς τέχνας. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ διδάσκοντες ἐν σχολείοις τὴν γραμμικὴν ἰχνογραφίαν, ἀλλὰ τὴν ἐφηρμοσμένην εἰς τὰς τέχνας δὲν ἔχομεν· εἶναι δὲ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἀλλαχοῦ οὐ μόνον διδάσκεται εἰς ὅλα τὰ εἰδικὰ καὶ τεχνικὰ καὶ ἐν γένει τὰ πρακτικὰ σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς κοινοῖς σχολείοις τῆς στοιχειώδους καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τοιούτων διδασκάλων ἔχομεν ἀνάγκην, διότι στερούμεθα· ἀλλὰ πρέπει νὰ μορφώσωμεν τοιούτους ἐν Εὐρώπῃ, διότι ἐδῶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ τοῦτο. Ἄριστα ἔπραξεν ὁ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς, ἀναλύσας τὰ φυσικὰ καὶ τὰ μαθηματικὰ μαθήματα εἰς τὴν Φυσικὴν Ἱστορίαν, τὴν Φυσικὴν, τὴν Χημείαν, τὴν Ἀριθμητικὴν, πρακτικὴν καὶ ἐμπορικὴν, στοιχεῖα Ἀλγέβρας καὶ Γεωμετρίας. Κατόπιν ἔρχεται «Γεωγραφία γενικὴ καὶ ἐμπορική». Γενικὴ Γεωγραφία εἶναι ἓν μάθημα, τὸ ὁποῖον εἰς πάντας εἶναι ἀναγκαῖον· ἀλλ’ ἐν ᾧ ὁ νέος ἔμπορος πρέπει νὰ γινώσκῃ οὐ μόνον τὴν πολιτικὴν γεωγραφίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγωγὴν ἑκάστης χώρας καὶ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῆς, ἡ ἐμπορικὴ γεωγραφία δὲν θὰ διδάσκῃ ταῦτα πάντα, δηλ. καὶ τὴν παραγωγήν...
§257ΣΤΑΗΣ. Περιέχεται.
§258ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι περιέχεται, καὶ καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν περιελαμβάνετο. Ἐπίσης εἰς τὰ στοιχεῖα ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ πολιτικῆς οἰκονομίας καλλίτερον θὰ ἦτο, ἐὰν προσετίθεντο τὰ στοιχεῖα τοῦ δικαίου ἐν ἀρχῇ, διότι δὲν δύνασθε ἕνα νέον νὰ διδάξητε εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἀπὸ τῆς κατωτέρας τάξεως τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ γενικάς τινας ἀρχὰς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, π. χ. περὶ ἐνοχῶν καὶ συμβάσεων. Αἱ γενικαὶ αὗται ἀρχαὶ πάντοτε ἀναγράφονται εἰς τὰ προγράμματα. Μετ’ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, εὑρίσκω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν μεταγενεστέρων τροποποιήσεων καὶ τῶν μεταβολῶν θ’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἡ πεῖρα θ’ ἀποδείξῃ ποῖαι ἄλλαι τροποποιήσεις εἶναι ἀναγκαῖαι.
§259ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 100).
§261ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐσκέφθην πολύ, πρὶν ἢ ἀποφασίσω νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα ταύτην τὴν ἑσπέραν, διστάζων μεταξὺ δύο μεθόδων, τῆς μεθόδου τῆς κατατμήσεως τῶν παρατηρήσεών μου κατ’ ἄρθρον, καὶ τῆς μεθόδου τῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν εἰς γενικὴν ἀγόρευσιν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως. Καὶ προετίμησα νὰ ἀναβῶ ταύτην τὴν στιγμὴν τὸ βῆμα, φοβηθεὶς μήπως ἡ κατάτμησις τῶν παρατηρήσεων ἤθελε φέρει καὶ περισσοτέραν σύγχυσιν καὶ περισσοτέραν ἐνόχλησιν, διότι ἤθελον ἀναγκασθῆ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου νὰ ζητῶ τὸν λόγον καὶ ἅπαξ καὶ δίς, ἵνα ἐκθέτω τὰς ἰδέας μου, ἐνῷ, ἐὰν πάσας τὰς ἰδέας, ἃς ἐπιθυμῶ νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, συγκεντρώσω, κατατάξω καὶ ἐκθέσω κατὰ σειράν, παρακολουθῶν τῶν ἄρθρων τὴν τάξιν, νομίζω, ὅτι καὶ ἐγὼ θέλω ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν μου, καὶ ὑμῶν ἡ ὑπομονὴ εἰς ὀλιγωτέραν θέλει ὑποβληθῆ δοκιμασίαν. Δὲν ἔκρυψα τὴν προτίμησίν μου ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας πρὸς τὸ σύστημα τῆς δι’ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο ἦναι κυρίως Ἀγγλικὸν σύστημα, ἀπέδειξα ὅμως διὰ μακρᾶς, σχεδὸν μέχρις αἰῶνος ἀναβαινούσης ἐν ἅπασι τοῖς πεπολιτισμένοις Κράτεσιν, ἀναδρομῆς, ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἐμπορικῆς καὶ τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία εἶναι πολὺ ἀρτιωτέρα τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Κράτους. Ἂν ἀφίετο εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν — καὶ ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν λέγων περιλαμβάνω οὐ μόνον τοὺς ἰδιώτας, οὐ μόνον τὰ ἱδρύματα τὰ ἐκ κληροδοτημάτων καὶ δωρεῶν γεννώμενα, ἀλλὰ καὶ τὰς κοινότητας, τοὺς δήμους, τοὺς ἐμπορικοὺς συλλόγους, τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια, πάσας ἐκείνας τὰς ὁμάδας, αἵτινες ἐγγύτερον κεῖνται καὶ πρὸς τὰς τοπικὰς ἀνάγκας καὶ πρὸς τὸ ἔργον τὸ ἐμπορικόν, περὶ οὗ πρόκειται, γινομένου λόγου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, — ἄν, λέγω, εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν ἀνετίθετο ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἔργου τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως, βεβαίως τὸ Κράτος δὲν ἤθελε μείνει ἀπαθὲς ἐνώπιον τῆς ἰδιωτικῆς ἐργασίας. Τὸ Κράτος δ’ ἔχει πάντα τρόπον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν ἔργου, ὅπερ ἂν προτιμᾷ νὰ ἀφήσῃ εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν, ὅμως ἔχει μέγα συμφέρον νὰ ἴδῃ προαγόμενον. Καὶ ἡ ἐπικουρία τοῦ Κράτους πρὸς τοιαῦτα ἔργα δύναται νὰ δοθῇ διὰ πολλαπλοῦ τρόπου· δύναται νὰ δοθῇ καὶ ἠθικὴ ἐνθάρρυνσις καὶ ὑλική. Ὑπέδειξα μὲν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, λέγω δὲ θετικώτερον καὶ ἀμεσώτερον ταύτην τὴν ἑσπέραν, ὅτι λίαν προθύμως ἤθελον ψηφίσει τὴν πίστωσιν ἐκείνην, ἣν ἤθελε προσαγάγει ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου, ζητοῦσα νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὰ ἱδρύματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἤθελε κρίνει καταλληλότερα ἐν ταῖς πόλεσι ταῖς ἐμπορικαῖς, ἃς ἤθελεν ἐκλέξει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐνθάρρυνσιν, ἐνίσχυσιν καὶ προαγωγὴν τοῦ ἐν αὐταῖς ἔργου τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ὅπερ βλέπομεν ἤδη ἀναφαινόμενον καὶ ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι τῆς Ἑλλάδος. Ἠθικὴ ἐπικουρία εἰς τοιαύτας Σχολὰς εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ πολλαπλῶς· δίδεται διὰ παντοίων ὑποβοηθήσεων τοῦ ἔργου, διὰ συνδρομῆς εἰς τὸ ἔργον πάντων ἐκείνων τῶν στοιχείων, ἅτινα διαθέτει ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς ἃ πάντοτε ἔχει ἀνάγκην νὰ προσδράμῃ ὁ ἐργαζόμενος ἰδιώτης· δύναται νὰ δοθῇ διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ πτυχίου, ὅπερ ἡ Σχολὴ ἡ ἰδιωτικὴ δίδει εἰς τοὺς ἐξ αὐτῆς ἐξερχομένους, ἀναγνωρίσεως, ἣν ἤθελε περιβάλει ἡ Κυβέρνησις διὰ κύρους, ὑποβάλλουσα εἰς δοκιμασίαν ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ὑπ’ αὐτῆς ἱδρυομένης, ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἐξεταστικῆς, τὸν ἐξερχόμενον ἐκ τῆς Σχολῆς· δύναται τοιαύτη ἐπικουρία νὰ δοθῇ δι’ ἀναγνωρίσεως εἰς τὸ πτυχίον δυνάμεως παραγούσης εὐεργέτημα ὑπὲρ τοῦ ἔχοντος αὐτὸ, δυνάμεως εἰσαγούσης τὸν ἔχοντα αὐτὸ εἰς εἰδικά τινα ἔργα καὶ ὑπηρεσίας, ἀφ’ ὧν ἄλλοι κατ’ ἀνάγκην ἀποκλείονται. Οὕτως εἶναι δυνατὸν καὶ εἶναι δίκαιον ἐν Ἑλλάδι — εἶναι δὲ δίκαιον καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον — νὰ περιληφθῇ διάταξις τοιαύτη, ἥτις θέλει ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ἀποφοίτους τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, οἵτινες κατὰ τοῦτο τὸ σύστημα ἤθελον ἐξέλθει, εἴτε κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἄλλο, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προτιμώμενον, θέλει ἀναγνωρίσει διὰ πτυχίου, ἔχοντος ἐπίσημον χαρακτῆρα, τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἀναγνωρίζεται εἰς τοὺς ἔχοντας ἀπολυτήριον Γυμνασίου, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τῆς ἐθελουσίας ὑπὸ ὅρον κατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν δι’ ἓν ἔτος, τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἑνὸς ἔτους θητείας. Τοῦτο ἁπανταχοῦ ἐδέχθησαν· τοῦτο ἔχομεν ἡμεῖς παραδεδεγμένον ἐπὶ τῶν ἐχόντων ἀπολυτήριον Γυμνασίου, τοῦτο ἤθελεν εἶναι δικαιότατον ν’ ἀναγνωρισθῇ ὑπὲρ τῶν ἀποφοίτων τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Εὐεργέτημα ἄλλο, ὅπερ ἤθελεν ἐνθαρρύνει τοὺς εἰσερχομένους εἰς τοιαύτας Σχολὰς, ἤθελεν εἶναι οὐχὶ ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἡ γενικὴ, ἣν ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει καὶ καθ’ ἧς ἐκηρύχθην ἀπ’ ἀρχῆς, — μέλλων νὰ ἐξηγήσω κατωτέρω καὶ εἰδικώτερον τὸν λόγον — ἀλλ’ ἡ προτίμησις ἢ μᾶλλον ὁ περιορισμὸς εἰς μόνους τοὺς ἀπὸ τοιούτων Σχολῶν ἐξερχομένους ὡρισμένων τινῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἰμὴ εἰς μόνους τούτους, τοὐλάχιστον καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς παραπλησίας σπουδὰς διεξάγοντας. Ὁ διδασκόμενος ἐν Ἐμπορικῇ Σχολῇ λαμβάνει κατάρτισιν εἰς κλάδους τινὰς εἰδικήν, ἥτις βεβαίως εἶναι χρήσιμος εἰς τμήματά τινα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἅτινα βλέπομεν ἀπὸ ἐτῶν μένοντα στάσιμα, ἄνευ προόδου, διότι μελέτη προκαταρκτική, εἰσάγουσα καλῶς πρὸς ταύτην παρεσκευασμένους εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα, δὲν ὑπάρχει. Ὁ τελωνειακὸς κλάδος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἐφοριακὸς κλάδος, ὁ ταμειακὸς κλάδος ἤθελον εὕρει βεβαίως ὑποψηφίους πολὺ ἱκανωτέρους ἐκείνων, οὓς σήμερον ἀνευρίσκουσι, μὴ ὑπαρχουσῶν τοιούτου εἴδους Σχολῶν, ἤθελον εὕρει, λέγω, πολὺ ἱκανωτέρους ὑποψηφίους ἐν τοῖς ἀποφοίτοις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ὁ οἰκονομικὸς στρατιωτικὸς κλάδος, ὁ λογιστικὸς κλάδος τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐν γένει τὸ οἰκονομικὸν τοῦ ναυτικοῦ ἀπὸ τοιούτων Σχολῶν ἠδύναντο νὰ ἀρυσθῶσι τοὺς ὑποψηφίους πολὺ κρεῖττον παρεσκευασμένους ἐκείνων, οὓς ἀρύονται σήμερον διὰ δοκιμασίας εὐκόλου ἀπροκαταρτίστους. Ἐὰν ταῦτα πάντα εἰς τὰς Σχολὰς τὰς ἰδιωτικὰς, ὧν τοὺς ἀποφοίτους ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὸ Κράτος ἐπὶ δοκιμασίᾳ καὶ παροχῇ πτυχίου, παρεχώρει νόμος ψηφιζόμενος, βεβαίως ἠθέλομεν ἀποκτήσει σήμερον πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐλπίσῃ νέον Κράτος, τὸ πρῶτον εἰσερχόμενον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ ταῦτα, ἐὰν τὸ σύστημα, ὅπερ προτείνω, δὲν γείνῃ δεκτὸν, πάντως ἔχουσι θέσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰς ταῦτα μόνα περιοριζομένης τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῆς Σχολῆς νὰ εἰσέρχωνται εἰς δημοσίας θέσεις. Εἶπον καὶ πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι δὲν ἐξετιμήσαμεν ἐπαρκῶς, εἰσελθόντες εἰς τὴν ὁδὸν, ἣν ἐχάραξεν ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, δὲν ἐξετιμήσαμεν ἐπαρκῶς καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου καὶ τὰς δυσχερείας τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ. Τὸ ἔργον εἶναι δυσχερὲς καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς χώραις, ἐν αἷς ἀπὸ δεκαετηρίδων ὁλοκλήρων παρασκευάζονται εἰς κρείττονα αὐτοῦ διεξαγωγήν, καὶ προσκόπτομεν τελείως εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς δυσκολίας, εἰς ἃς προσκόπτουσιν ἔτι καὶ σήμερον ἐκεῖ, ὅπου ἀπὸ τοσούτων δεκαετηρίδων προπαρεσκευάσθησαν ἐργαζόμενοι εἰς αὐτό. Ἁπανταχοῦ ἕνεκα τῶν δυσχερειῶν τούτων κρίνουσιν, ὅτι πολὺ εὐκολωτέρα εἶναι ἡ ἐπιτυχία, ὅταν τὸ ἔργον δὲν ἀναλαμβάνῃ τὸ Κράτος, ἀλλὰ μένῃ εἰς χεῖρας τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας. Ἰδοὺ τί λέγει περὶ τοῦ θέματος Γάλλος, γράψας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ 1900, εἰδικῶς μονογραφίαν, ἐκδηλῶν καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην τὴν ἐπικρατοῦσαν ἁπανταχοῦ, ὅτι εἶναι συμφερώτερον τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀναμιγνύηται ἀμέσως εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν ἐμπορικὴν, τὴν τεχνικὴν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ προτιμᾷ τὴν ἔμμεσον ἐνθάρρυνσιν αὐτῆς. Παρατηρεῖ τὰ γιγνόμενα ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου λέγει, ὅτι ὑπάρχουσι χῶραι, ἐν αἷς παντελῶς τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἱδρυμένας Σχολὰς, ὁποία ἡ Πρωσσία. Παρατηρεῖ τὰ ἐν Αὐστρίᾳ, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ γιγνόμενα, ὅπου λέγει, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκομένων ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς ἦσαν 4500, κατὰ τὸ 1899 εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 14,765, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ ἡ διαφορὰ εἶναι σχεδὸν ἀσήμαντος μεταξὺ τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1899, ὡς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ὁδοῦ, ἣν ἐτήρουν ἕως τότε. Κατὰ τὸ 1886 ἡ Γαλλία εἶχε 1600 μαθητὰς Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ κατὰ τὸ 1899 μόνον 3023. Ἡ δὲ Γερμανία κατὰ τὸ 1886 εἶχε 3500 μαθητὰς, καὶ κατὰ τὸ 1899 εἶχε 4226. Ταῦτα δὲ παρατηρῶν, ἀναγνωρίζει τὴν ὀρθότητα τῶν γενομένων ἐν Αὐστρίᾳ, καὶ συμπεραίνει (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἀνάγκη ἄρα νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἐκεῖ........ ὁποῖα διδάγματα, ὅπως μελετήσωμεν, καὶ ὁποῖα παραδείγματα, ὅπως ἀκολουθήσωμεν.» (Max Soubeiran «Études sur les écoles pratiques de commerce et d'industrie en France. 1900».) Νομίζει τις, ὅτι ταῦτα εἶναι γεγραμμένα διὰ ταύτην τὴν ὥραν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς θεωρεῖται ἀνικανώτατον τὸ Κράτος πρὸς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἀναγόμενος εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ διδακτικοῦ. Περὶ τούτου παρετηρήθη, ὅτι πανταχοῦ ἐλήφθη φροντὶς, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ μονιμότης αὐτοῦ, καὶ χωρὶς νὰ ὑποτιμήσω τὰ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ συμβαίνοντα, ἡ ἀσφάλεια τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ἐξησφαλίσθη διὰ μειζόνων ἐγγυήσεων ἢ παρ’ ἡμῖν. Παρ’ ἡμῖν, ἂν γένηται ἀρχὴ τῆς ἐμπορικῆς διδασκαλίας, τίς θὰ ἐμποδίσῃ τὸν Α ἢ Β Ὑπουργὸν νὰ μετακινήσῃ τὸν καθηγητὴν, νὰ ἀπολύσῃ, ἢ ν’ ἀποστείλῃ αὐτὸν εἰς ἄλλα Γυμνάσια ἢ ἄλλας Ἐμπορικὰς Σχολάς; Ἀλλ’ οὕτως εἶναι δυνατὸν νὰ καρποφορήσῃ διδασκαλία, ὅτε τοιαύτη ἔλλειψις μονιμότητος καὶ ἀσφαλείας περιβάλλει τοὺς καθηγητάς;
§262Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ τὸ προβλέψῃ ὁ νόμος.
§263ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ προβλέπει· διότι πρὶν ἢ προβλέψῃ αὐτό, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ πέσῃ ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἥτις εὑρίσκεται ὑποτεταγμένη ὑπὸ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Περὶ τοῦ θέματος τούτου, τοῦ σπουδαιοτάτου, ἰδοὺ τί ἀποφαίνεται τὸ εἰδικὸν ἐν Παρισίοις συγκροτηθὲν Συνέδριον τῷ 1900, ἐν τῷ ὑπομνήματι τῷ αὐστριακῷ: «Γενικῶς εἰπεῖν, ὁ οὐσιώδης ὅρος πρὸς ἀπόκτησιν καὶ διατήρησιν ἱκανῶν διδασκάλων συνίσταται ἐν τῇ ἐγγυήσει τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ τῇ ἐξασφαλίσει εἰς αὐτοὺς πόρων προφυλασσόντων αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἀνησύχου μερίμνης τοῦ καθημερινοῦ βίου. Ἐπὶ τούτῳ μόνον τῷ ὅρῳ ἐπιτρέπεται νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἱκανοὶ ἄνδρες, νοήμονες καὶ δραστήριοι θέλουσιν ἀφοσιωθῆ εἰς τὸ ἔργον, διαφυλάσσοντες τὸν ζῆλον τοῦ καλοῦ, ὅστις κρίνεται ἀπαραίτητος εἰς πάντα ἔχοντα ὑψηλὴν ἐντολὴν ἰδιότης· καλὸς διδάσκαλος ἀνάγκη νὰ ἐμπνέηται ὑπὸ τοῦ ζήλου τούτου.» Ἕτερον ἀπαραίτητον προσὸν πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐργαστηρίων, ἐν οἷς νὰ διδάσκωνται τὰ ἀπαραίτητα τεχνικὰ μαθήματα πρὸς παρασκευὴν πεπαιδευμένου ἐμπόρου. Ἀπαιτοῦνται ἐργαστήρια χημικά, τμήματα δειγματολογίων καὶ ἄλλα· πάντα ταῦτα, διὰ τὸ γλίσχρον τῆς ἐπικουρίας τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ἔλλειψιν εἰδικῶν καταστημάτων, ἕνεκα τῆς ἀβεβαιότητος περὶ διατηρήσεως τῶν Σχολῶν ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι, τῆς ἐλλείψεως πάσης παρασκευῆς καὶ πάσης ἐλπίδος ὅτι θὰ εὕρωμεν ἐπαρκεῖς πόρους, δὲν ἐλπίζομεν, ὅτι αἱ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἱδρυόμεναι Σχολαὶ θέλουσι περιέχει, ἐνῷ ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ ταῦτα. Ἔχομεν δὲ περὶ τούτου τὰ δεδομένα, διότι ἱδρύθησαν ἤδη Μουσεῖα, καὶ ὁσημέραι οἱ διευθυνταὶ τῶν τοιούτων Σχολῶν τείνουσι πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, τυχόντες τῆς ἐπικουρίας τῶν δήμων καὶ τῶν ἐμπορικῶν συλλόγων. Ταύτην τὴν ἀνάγκην ἀντελήφθησαν ἤδη καὶ ἐν Ἑλλάδι, οἱ δὲ δῆμοι τῶν κυριωτέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἐπιμελητήρια προσῆλθον εἰς ἀρωγήν. Εἴδομεν δέ, ὅτι καὶ ἐν Βόλῳ ἐνέργειαι ἐγένοντο πρὸς ἵδρυσιν τοιούτων καταστημάτων, καὶ ἐν Ἀθήναις οὐ μόνον οἱ ἔμποροι, ἀλλὰ καὶ ὁ δῆμος ἐψήφισε πίστωσιν ὑπὲρ τῶν ἤδη λειτουργουσῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἐτράπη ἤδη ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία πρὸς τὰ ἔργα ταῦτα. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐνῷ τοιαῦτα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἐπιχειρήσωμεν δοκιμὴν ἱδρύσεως Σχολῶν δημοσίων. Ἐν τούτοις, καίτοι κρίνω προτιμότερον τὸ σύστημα τῶν ἰδιωτικῶν Σχολῶν τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲν σημεῖον ἔδειξεν, ὅτι μετέβαλε γνώμην, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Πρὶν ἢ ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἴσως ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ προηγουμένων Κυβερνήσεων ἐγένετο σκέψις περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἐμπορικῆς διδασκαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐν ἔτει 1856 ἐγένετο ἀτελεστάτη ἀπόπειρα, καίτοι προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀνὴρ ἔξοχος, ὁ ἀείμνηστος Χριστόπουλος. Ἐν ἔτει δὲ 1883 πρὸς τὰ 1884 ἐξεδόθη νόμος τῆς 16 Ἰουνίου 1883, δι’ οὗ ἐγένετο ἀρχὴ ἱδρύσεως δημοσυντηρήτου Γυμνασίου πλήρους, μετὰ τμήματος ἐμπορικῶν μαθημάτων. Κατὰ τὸν νόμον, τὸ ἵδρυμα τοῦτο διωργανοῦτο ὡς καὶ τὰ δημόσια Γυμνάσια· ἐφ’ ᾧ καὶ ἐξεδόθη Β. Διάταγμα τῆς 18 Ἰανουαρίου 1884, ἀναβαλὸν «ἀκολούθως» τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ τμήματος. Ἀλλ’ ἡ γενομένη ἐξέτασις ἔπεισεν, ὡς φαίνεται, τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὅτι δὲν ἦτο τὸ Κράτος εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου. Τὸ σχέδιον δ’ ἐκεῖνο μετὰ 10 ἔτη ἐνεκολπώθη ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ, ὅπου καὶ ὁ πρῶτος λιμὴν τοῦ Κράτους. Τὸ 1892 ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ προσωρινῶς διέποντος τότε τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅπερ ἔχω ἐνταῦθα. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν 22 Ἰουλίου 1892: «Ἐν Πειραιεῖ ὑφίσταται Γυμνάσιον ὑπὸ τοῦ δήμου συντηρούμενον· ἡ γνώμη ὅμως τοῦ Πειραιῶς εἶναι, ἀντὶ τοῦ κλασικοῦ Γυμνασίου, ὅπερ συντηρεῖ, νὰ συστήσῃ Γυμνάσιον ἐμπορικόν. Πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου, καὶ παρουσιάζω νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ κλασικὸν Γυμνάσιον Πειραιῶς, δαπάνῃ πάντοτε τοῦ δήμου, δι’ Ἐμπορικῆς Σχολῆς». Τὰ αὐτὰ ἀναγινώσκονται καὶ ἐν ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου. Βλέπετε πάντοτε ἡ ἰδέα τῆς διὰ τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ δὲ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους διατηρήσεως. Ἔχομεν δ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 ὁριζόμενα καὶ τὰ τοῦ προγράμματος τῆς Σχολῆς, τῶν προσόντων Διευθυντοῦ καὶ τῶν διδασκόντων ἐν αὐτῇ, καὶ ἄλλα τινὰ θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ καὶ ἐν ἔτει 1898 μελέτη τοῦ τότε ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ κ. Παναγιωτοπούλου εἰσῆγεν εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα. Εἰσέρχομαι νῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 παρατηρῶ, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ ἤθελον εἶναι ὀρθότερον νὰ μὴ κατωνομάζοντο αἱ πόλεις, ἐν αἷς θέλουσι συστηθῆ αἱ Σχολαί, διότι οὕτως εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἔμενεν ἐλευθερία, ὅπου καταβλέπει τὴν ἀνάγκην, νὰ προβαίνῃ εἰς σύστασιν, ἢ καὶ μετάθεσιν Σχολῆς ἀπὸ μιᾶς εἰς ἑτέραν πόλιν. Ἴσως δέ, ἂν τοῦτο ἔχῃ ὀρθῶς, θὰ ἠδύνατο νὰ αὐξήσῃ τις καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν Σχολῶν ἀπὸ δύο εἰς τρεῖς, ὁ παραδεχόμενος, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ συστηματοποιηθῶσι τὰ τῶν μαθημάτων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ φαίνονται τελείως ἄνευ συστήματος. Ἐν ταῖς ὑποβληθείσαις τροπολογίαις βλέπω εὐχαρίστως, ὅτι ἐγένετο προσπάθεια πρὸς ἀναγραφὴν συστηματικὴν τῶν μαθημάτων. Καὶ ἐνταῦθα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διέλθω μετ’ αὐτῆς ἓν πρὸς ἓν τὰ μαθήματα ταῦτα. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως—ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος —βλέπω πρῶτον τὸ μάθημα τῆς «καθαρευούσης νέας Ἑλληνικῆς γλώσσης». Ἐλέχθησαν ἤδη ἱκανὰ περὶ τούτου, καὶ ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καθ’ ἣν τὰ ἐπίθετα ταῦτα τὰ δύο—νέα, καθαρεύουσα—θέλουσι διαγραφῆ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω ὀλίγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι παρετηρήσατε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, τὰ πρακτικὰ νὰ διαλάβωσί τινα, ἅτινα ἀσφαλίζουσιν αὐτόν, ὡς νομίζει, κατὰ τῆς ἐφόδου γλώσσης χυδαϊζούσης, ἢ γλώσσης παραδόξου, ἣν τὰ τελευταῖον γενόμενα καθιστῶσι, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, κινδυνώδη. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν ἐν Ἑλλάδι περὶ Ἑλλήνων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν ἄλλο τι παρ’ ὅτι διδάσκεται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα (ἐπιδοκιμασίαι). Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι μία. Οὐδεὶς, ἐπὶ μικρὸν σκεφθεὶς ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν ἔχῃ προκατάρτισίν τινα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἄλλο ἢ κορμός τις ἑνιαῖος ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα. Εἶναι μία, ὅπως εἶναι μία γλῶσσα ἡ Γερμανική, καίπερ ἔχουσα καὶ αὐτὴ ἀρχαίαν καταγωγήν, καίπερ ἔχουσα καὶ φιλολογίαν ἀρχαίαν, ὅπως μία γλῶσσα εἶναι ἡ Γαλλική, καίπερ εὑρισκομένη καὶ αὐτὴ ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ ἡ Γερμανικὴ, μία γλῶσσα, ἥτις σὺν τῷ χρόνῳ ὑπέστη τὰς μοιραίας φθορὰς, ἃς ὑφίσταται πᾶν ἀνθρώπινον κατασκεύασμα, πᾶν ἀνθρώπινον ἵδρυμα, καὶ πρῶτος ὁ ἄνθρωπος, ὃν κατεσκεύασεν ὁ Θεός. Ἡ μία αὕτη γλῶσσα εἶναι γλῶσσα οὐδέποτε παύσασα νὰ ζῇ. Δὲν διεκόπη ποτὲ ἡ ζωὴ αὐτῆς. Οὐδὲ συνέβη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ὅ,τι συνέβη, παραδείγματος χάριν, εἰς τὴν Ἰταλικὴν, τὴν συγγενεστάτην πρὸς τὴν Λατινικήν. Ἡ Ἰταλικὴ εἶναι γνησία θυγάτηρ τῆς Λατινικῆς· ἀλλ’ εἶναι θυγάτηρ — δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ Λατινικὴ γλῶσσα — καὶ θυγάτηρ περιέχουσα ἱκανὰς μὲν τὰς ὁμοιότητας, ἀλλὰ παμπόλλας τὰς ἀνομοιότητας. Τὸ ὅλον τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς γλώσσης, τὸ ὅλον τῶν κανόνων τῆς γλώσσης εἶναι μεταβεβλημένον ἐν τῇ Ἰταλικῇ, καὶ ὁ ἀναγινώσκων τὴν Ἰταλικὴν, ὁ διδασκόμενος τὴν Ἰταλικὴν βοηθεῖται μὲν ἐκ τῆς Λατινικῆς, ἀλλὰ βοηθούμενος ἐξ αὐτῆς ἀναγνωρίζει, ὅτι μανθάνει ὅλως ἄλλην γλῶσσαν. Δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν, διότι ἡ Ἑλληνικὴ, ἡ γλῶσσα ἡ νέα, διετήρησε τὴν ἀρχαίαν Γραμματικὴν, πλὴν μερικῶν τινων ἀποκοπῶν καὶ μεταβολῶν ἀκεραίων· αἱ κλίσεις καὶ τὰ ἄρθρα εἶναι ἀπαράλλακτα, τὰ ῥήματα καὶ αἱ ἐγκλίσεις εἶναι τὰ αὐτά. Καὶ ἵνα διδαχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἡ νέα, ὅπως ἀρχόμεθα διδάσκοντες αὐτὴν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὴν Γραμματικὴν τὴν ἀρχαίαν μεταχειριζόμεθα, ἀποκόπτοντες μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν προσαρμόζονται εἰς τὴν νέαν χρῆσιν τῆς γλώσσης...
§264Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι εἶναι ὁ αὐτός.
§265ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὅλον... Τὸ πνεῦμα τῆς γλώσσης εἶναι ἄρτιον, αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ἀρχαῖον, καὶ πᾶς, ὅστις ἔχει δικαίωμα νὰ φέρῃ γνώμας προκαλούσας εὐλάβειαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πᾶς δηλαδὴ κατηρτισμένος φιλόλογος, οἷος παραδείγματος χάριν ὁ καθηγητὴς ὁ ἔξοχος τῆς γλωσσολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Χατζιδάκις, ἂν ἐρωτηθῇ, θὰ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς: ἐγὼ δὲν βλέπω παρὰ μίαν γλῶσσαν· ἐγὼ, ὅστις τὸ πᾶν ἐξήτασα, τὸ πᾶν ἀνέταμον, καὶ δύναμαι μέχρι τῶν ἐσχάτων λεπτομερειῶν νὰ δώσω πρὸς ὑμᾶς γνώμην περὶ τῆς γλώσσης αὐτῆς, ὅσον ἴσως οὐδεὶς ἄλλος, ὄχι ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ Εὐρώπῃ, ἐγὼ ἐκ τῆς τοιαύτης μου μελέτης τῆς ἐνδελεχοῦς τοῦτο συνάγω, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ ἡ σημερινὴ εἶναι αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ ἡ ἀρχαία, — βεβαίως μὴ ἔχουσα τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἔμεινεν ἀμετάβλητος, ἀλλὰ παθοῦσα τὰς μεταβολὰς καὶ τὰς ἀλλοιώσεις, ἃς εἰς ἁπάσας τὰς γλώσσας ὁ χρόνος ἐπιφέρει.
§266Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τρισχίλια ἔτη ὑπάρχουσα ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ, καὶ ἐν τῷ αὐτῷ λαῷ λαλουμένη.
§267ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσάγομεν τὸ παιδίον εἰς τὸ σχολεῖον, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἀρχίσῃ ἡ διδασκαλία αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γλώσσης, ἣν ὁμιλεῖ ἐν τῷ οἴκῳ, καὶ ἀπὸ τῆς ἁπλουστέρας οἰκογενειακῆς γλώσσης προβαίνει ἡ διδασκαλία εἰς τὴν καθαρεύουσαν, τὴν σημερινήν. Προβαίνει ἐπὶ τῇ βάσει Γραμματικῆς, ἥτις ἐν συνόλῳ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀρχαία Γραμματικὴ, πλὴν ἐλαχίστων παραλλαγῶν, καὶ ὅταν ἡ τριετὴς διδασκαλία ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ καταστήσῃ τὸ παιδίον ἱκανὸν νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀνωτέρας γνώσεις, δὲν ἔχετε πεδίον ἄλλο, ὅπως εἰσαγάγητε τὸ τέκνον ὑμῶν, ἢ τὸ πεδίον, τὸ ἔδαφος, τῆς ἀρχαίας γλώσσης. Ὁ ἀπόφοιτος τῆς πρώτης, τῆς ἀνωτάτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἂν ἀρκεσθῇ εἰς ὅσα ἔμαθεν ἐκεῖ, καὶ προστεθῇ καὶ ἡ ἡλικία, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος, ὅπως ὁ νοῦς δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ καταλλήλως οἱανδήποτε ἐφημερίδα ἢ οἱονδήποτε βιβλίον ἐν τῇ καθαρευούσῃ γεγραμμένον λάβῃ ἀνὰ χεῖρας, τὸ ἐννοεῖ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω διδασκαλίας, καὶ διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη περαιτέρω διδασκαλίας, διὰ τοῦτο εἰσάγεται εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, τὴν ἔχουσαν ἔδαφος τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν, ὅπως διὰ τῆς διδασκαλίας ἐκείνης καταρτισθῇ ὄχι μόνον ἱκανὸς νὰ ἐννοῇ τὴν κοινὴν καθαρεύουσαν γλῶσσαν, ἣν ἤδη ἐννοεῖ καὶ δύναται καὶ προχείρως νὰ γράφῃ, ἀλλ’ ὅπως καταρτισθῇ εἰς τελειοτέραν αὐτῆς κατανόησιν, εἰς ἀπόκτησιν βαθυτέρων γνώσεων καὶ μόρφωσιν τελειοτέραν καὶ ἱκανότητα νὰ μεταχειρισθῇ γραμματικῶς ἀρτιωτέραν τὴν νέαν ταύτην γλῶσσαν, τὴν καθαρεύουσαν, ὁδηγούμενος ὑπὸ τῆς ἐκμαθήσεως τῆς ἀρχαίας, ὑπὸ τῆς πληρεστέρας ἐκμαθήσεως τῶν κανόνων, ὑπὸ τῆς πληρεστέρας ἀντιλήψεως τοῦ πνεύματος τῆς γλώσσης, καὶ οὕτω προάγεται εἰς τὸ Γυμνάσιον, ἐπὶ ἑπτὰ ὁλόκληρα ἔτη διδασκόμενος τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν, δι’ ἧς καὶ μόνης ἀποκτᾷ πλήρη τὴν ἱκανότητα νὰ γράψῃ καλῶς τὴν νέαν. Πᾶς ὅστις δὲν ἐδιδάχθη τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ γράψῃ τὴν νέαν, δὲν λέγω ἀπταίστως, διότι δὲν ἠξεύρω τίς γράφει αὐτὴν ἀπταίστως, ἀλλ’ ἀνεκτῶς...
§268Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε! εὖγε!
§269ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Καὶ οὐδεὶς ἐκείνων τῶν ἐχόντων τὴν ἱκανότητα νὰ παραστήσωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν γλαφυρῶς, οὐδεὶς δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὴν νέαν γλῶσσαν τόσον καλῶς, τόσον γλαφυρῶς, — καίτοι γλαφυρὸς φύσει — ὅσον ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ βάθος ἐγνώρισε τὴν ἀρχαίαν, οὐδεὶς, λέγω, τούτων δύναται νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὴν τόσον γλαφυρῶς, ἀλλ’ οὐδὲ τόσον σαφῶς, τόσον ἀπερίττως, ὅσον ὁ φιλόλογος ὁ κατὰ βάθος γνωρίσας τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω κανένα ἐν Ἑλλάδι, — καίτοι πολλοὶ, ὄχι ὀλίγοι, εἶναι οἱ γλαφυρῶς συγγράψαντες, ὧν καὶ τὸ ὕφος θαυμάζεται καὶ τὰ βιβλία ἀναγινώσκονται, — οὐδένα γνωρίζω ἐν Ἑλλάδι γράψαντα τὴν καθαρεύουσαν Ἑλληνικὴν μετὰ τῆς γλαφυρότητος ἅμα καὶ τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς σαφνείας, μεθ’ ἧς ἐχειρίζετο αὐτὴν ὁ Φίλιππος Ἰωάννου. Ἀλλ’ ὁ Φίλιππος Ἰωάννου ἐγίνωσκε τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν μέχρι τῶν ἐσχάτων πτυχῶν αὐτῆς, καὶ ὅστις ἀνέγνωσε τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου, παραδείγματος χάριν, τὸν ἐπικήδειον εἰς τὸν ἀείμνηστον Ἀνδρέαν Μιαούλην, ἐκεῖνος ἀναγνωρίζει, ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς χρόνοις ἡμῶν δεύτερον κείμενον, ἔχον τὴν αὐτὴν σαφήνειαν, τὸ αὐτὸ ἀπέριττον, τὴν αὐτὴν γλαφυρότητα, τὴν αὐτὴν ὁμαλότητα, ἣν ἔχει τὸ ἔργον ἐκεῖνο τοῦ φιλολόγου τοῦ χειριζομένου τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν μετὰ τῆς μεγίστης εὐκολίας, καταλιπόντος δὲ ἔργα γλαφυρὰ καὶ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ γεγραμμένα. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητος ἡ σπουδὴ τῆς ἀρχαίας, ὅπως μάθωμεν τὴν γλῶσσαν, ἧς ποιούμεθα χρῆσιν σήμερον, τὴν συνέχειαν τῆς ἀρχαίας γλώσσης. Καὶ παρατηρήσατε εἰς ποῖον ἄτοπον ἀπάγεσθε, ἐὰν δεχθῆτε τὸ σύστημα, ἐφ’ οὗ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν, διότι εἶναι σύστημα εἰσαχθὲν ἐκ συμβουλῶν ἀνθρώπων εἰσελθόντων εἰς τὰς ἰδέας ταύτας ἐκ πλάνης δυστυχῶς. Τί ζητεῖτε μετὰ τεσσάρων ἐτῶν διδασκαλίαν τῶν ἀρχαίων συγγραφέων — τριῶν ἐτῶν Ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ ἑνὸς ἔτους Γυμνασίου — ἀπὸ τὸν μαθητὴν, ὃν εἰσάγετε εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολήν; Εἰς τὸν μαθητὴν αὐτὸν λέγετε: «παῦσον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμαθήσεως τῆς ἀρχαίας γλώσσης, ἐφ’ ὅσον ζητεῖται εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπάνελθε εἰς τὸ σημεῖον, ἀφ’ οὗ ἐξῆλθες, ὅτε ἐξῆλθες τοῦ δημοτικοῦ, ἐπάνελθε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐφημερίδων, τῶν βιβλίων τῶν νέων, ἅτινα εἰς σέ, μαθητὴν τῆς Αʹ τοῦ Γυμνασίου ἀπόφοιτον, εἶναι ἤδη τελείως καταληπτά». Διότι ποῖος εἶναι ὁ ἀπόφοιτος τῆς Αʹ τοῦ Γυμνασίου, ὅστις οἱονδήποτε βιβλίον, γεγραμμένον εἰς τὴν καθαρεύουσαν, δὲν ἀναγινώσκει, δὲν ἀντιλαμβάνεται τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγινωσκόμενα, ἄνευ ἀνάγκης νὰ ἀνοίξῃ τὸ Λεξικόν; Οὐδείς. Ἀξιοῦμεν λοιπὸν παρ’ αὐτοῦ, ὅστις εἶναι οὕτως ἤδη ἐπὶ τετραετίαν πεπαιδευμένος εἰς τὴν ἀρχαίαν, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἔργον, ὅπερ ἐπεράτωσε ἤδη, δι’ ὃ εἶναι περιττὴ αὐτῷ πᾶσα διδασκαλία, πρὸς ὃ δι’ αὐτὸ τοῦτο θέλει δειχθῆ τελείως ἀπρόθυμος, ἂν ζητήσητε νὰ ἀσχοληθῇ. Εἶναι περίεργον, Κύριοι, ὅτι τοῦτο, ὅπερ ἤδη ὑπεστήριξα, ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευσα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐνταῦθα κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐκύρωσεν ἡ πρακτική. Εἶπον ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠσθάνθην τὴν ἀνάγκην, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου θέματος, νὰ διδαχθῶ καὶ ἐγὼ, —διότι πάντας ἡμεῖς ἐνταῦθα εἴμεθα μετρίως κατηρτισμένοι πρὸς διεξαγωγὴν τοιαύτης ἐργασίας, — καὶ συνεβουλεύθην μετὰ πολλῶν, ὁπωσδήποτε εἰδικωτέρων ἢ καὶ τελείως εἰδικῶν, καὶ μετὰ ταῦτα ἠρώτησα τὴν γνώμην καὶ ἄλλων, παρ’ ἑνὸς δὲ ἐκ τούτων, — καὶ ὀνομάζω αὐτὸν — τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Ἀκαδημίας, τοῦ κ. Ρουσοπούλου, ἤκουσα ταῦτα. Ὅτε ἐξέθηκα εἰς αὐτὸν τὰς γνώμας μου, ἐδήλωσεν ἀπορίαν, πῶς κατέληξα εἰς τὸ ὀρθὸν συμπέρασμα ἐκ μόνης σκέψεως, ἄνευ τῆς ἐκ τῆς πείρας ἀποδείξεως. «Εἰς τὸ συμπέρασμα, εἶπεν, αὐτὸ ἐγὼ ἔφθασα διὰ τῆς πείρας, διότι, ὅτε ἵδρυσα τὴν Σχολήν μου, εἰσήγαγον καὶ ἐγὼ τὴν διδασκαλίαν τῆς νέας Ἑλληνικῆς, τῆς καθαρευούσης, καὶ ὑπῆρξεν ἀδύνατον εἰς τοὺς μαθητὰς οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν νὰ σπουδαιολογήσωσιν ἐπὶ τῶν μαθημάτων, οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν νὰ πειθαρχήσωσιν εἰς τὸν καθηγητήν· ὁ γέλως διεδέχετο πᾶσαν προσπάθειαν τοῦ καθηγητοῦ νὰ διδάσκῃ αὐτοὺς, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐγκαταλίπω τὸ σύστημα καὶ ἐπανέλθω εἰς τὴν ὀρθὴν ὁδὸν, ἀναγνωρίσας, ὅτι ἡ μόνη ὀρθὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς κυρίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, τῆς θεμελιώδους Ἑλληνικῆς γλώσσης, τῆς ἀρχαίας, καὶ ἐγκαταλιπὼν ἐκεῖνο, εἰς ὃ εἶχον εἰσέλθει καὶ ἐγὼ πλανηθεὶς, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ὑπὸ τῆς πείρας ὀρθὸν ἀποδειχθέν.» Ταῦτα περὶ τῆς Ἑλληνικῆς μοὶ ἐφάνησαν ἀπαραίτητα, οὐχὶ δι’ ἄλλο τι, ἀλλ’ ὅπως καθαρίσωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐπὶ θέματος, ἐφ’ οὗ οὐδὲν συμφέρει ἔξωθεν νὰ παραλαμβάνωμεν, διότι εἴμεθα ἀκριβῶς τὸ μόνον ἔθνος, ὅπερ ζῶσαν γλῶσσαν ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρχαίαν αὐτοῦ γλῶσσαν. Εἰς τὰς κλασικὰς ἡμῶν σπουδὰς δὲν παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, ὅπερ παρουσιάζεται εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη. Ἀλλαχοῦ γίνεται σκέψις περὶ καταργήσεως τοὐλάχιστον τῆς ἑτέρας τῶν δύο κλασικῶν γλωσσῶν, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀνακουφισθῇ ἀπὸ τοῦ μεγάλου πόνου ὁ διδασκόμενος, καὶ ἀφεθῇ εἰς αὐτὸν καιρὸς πρὸς μελέτας ἄλλας, ἃς οἱ νεώτεροι χρόνοι ἀξιοῦσι παρὰ τῶν ἐκπαιδευομένων. Ἡμεῖς ὅμως δὲν εὑρισκόμεθα ἐν τῇ δυσκολίᾳ ταύτῃ· ἡμεῖς τὴν ἑτέραν τῶν κλασικῶν γλωσσῶν ἔχομεν ζῶσαν ἔτι, ἐν ἡμῖν αὐτοῖς ζῶσαν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀδύνατον νὰ διδαχθῶμεν τὴν γλῶσσαν, ἣν κοινῶς μεταχειριζόμεθα, ἄνευ διδασκαλίας τελείας τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Εἰς ἡμᾶς, ἐὰν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν νόμων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἡ δυσκολία ἡ ἀλλαχοῦ ἀπαντῶσα δὲν θὰ ὑπάρξῃ· διότι, ἔχοντες τὴν μίαν γλῶσσαν κεκτημένην εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς ἰδίαν, εἴμεθα κατ’ ἀνάγκην κεκλημένοι νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἑτέραν, τὴν Λατινικὴν, ἥτις οὐδὲν προσθέτει βάρος τοσούτῳ μέγα, ὅσον ἐκεῖ, ὅπου δύο ἀρχαῖαι γλῶσσαι ὡς νεκραὶ διδάσκονται. Περὶ τῆς Γαλλικῆς, ὅτι πρέπει νὰ διδάσηται ὡς γλῶσσα ὑποχρεωτικὴ ἀπολύτως, εἶναι περιττὸν νὰ γένηται οἱοσδήποτε λόγος. Προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων γλωσσῶν, μετ’ εὐχαριστήσεως εἶδον, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὄχι τόσον ἀπαραίτητον νὰ διδάσκωνται τρεῖς ξέναι γλῶσσαι ὑποχρεωτικῶς. Ἀλλαχοῦ, ἐν Αὐστρίᾳ, διδάσκονται πλὴν τῆς τοπικῆς δύο ἕτεραι γλῶσσαι ξέναι. Ἐν Οὑγγαρίᾳ διδάσκονται ὡς τοπικαὶ αἱ δύο γλῶσσαι, Οὑγγρικὴ καὶ Γερμανικὴ, καθὼς καὶ ἐν Ἰταλίᾳ διδάσκονται ἡ Ἰταλικὴ καὶ ἡ Γερμανικὴ, διότι εἶναι δίγλωσσοι οἱ λαοὶ, καὶ πρὸς ταῖς γλώσσαις ταύταις ταῖς διπλαῖς διδάσκονται καὶ μία ἢ δύο ξέναι γλῶσσαι ἀπαραιτήτως. Ἀλλ’ ἁπανταχοῦ ἄλλοθι, ἐκτὸς τῆς γλώσσης τοῦ τόπου, διδάσκονται καὶ δύο μόνον ἄλλαι γλῶσσαι, οὐδέποτε πλείονες, διότι εἶναι ἀδύνατος ἡ σύγχρονος ἐκμάθησις πλειόνων γλωσσῶν. Ἐνταῦθα ἤθελον ἐπιθυμήσει, γενομένης τροποποιήσεως ἐπὶ τὸ βέλτιον, νὰ διατυπωθῇ τὸ ἐδάφιον, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς γλώσσας, ἄλλως ἢ ὡς εἶναι διατετυπωμένον ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως: διότι λέγει ἡ τροπολογία «ἐκ τῶν ξένων γλωσσῶν ὑποχρεωτικῶς μὲν ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ, προαιρετικῶς δὲ ἡ Γερμανικὴ ἢ Ἰταλική». Ἤθελον προτιμήσει νὰ ἔλεγεν «ὑποχρεωτικῶς μὲν ἡ Γαλλικὴ» ἔπειτα δὲ, γινομένου λόγου περὶ τῶν ἄλλων γλωσσῶν, ν’ ἀφίετο εἰς τὸν κανονισμόν, τὸν διὰ Β. Διατάγματος γενησόμενον, ἡ ἐκλογὴ τῆς γλώσσης τῆς ἑτέρας, διότι δυνατὸν ἐν Πάτραις νὰ πρέπῃ νὰ προτιμηθῇ ἡ Ἀγγλικὴ, ἐν Ἀθήναις δὲ ἡ Γερμανικὴ μᾶλλον ἢ ἡ Ἀγγλική.
§270Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πῶς θέλετε νὰ διατυπωθῇ; Δὲν ὑποβάλλετε ἐγγράφως τὴν τροπολογίαν σας;
§271ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὑποβάλλω αὐτὴν καὶ ἐγγράφως. Ἐν αὐτῇ θὰ λέγωνται περίπου τὰ ἑξῆς: «Ἀγγλικὴ, Γερμανικὴ ἢ Ἰταλικὴ κατ’ ἐκλογήν, μία ὑποχρεωτικῶς διδακτέα κατὰ τὰ ὑφ’ ἑκάστης Σχολῆς διὰ τοῦ διδακτικοῦ προγράμματος ὁρισθησόμενα.» Μετὰ τοῦτο ἐρχόμεθα εἰς τὴν Φυσικὴν Ἱστορίαν, Φυσικὴν, Χημείαν καὶ Ἐμπορευματολογίαν. Ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία ἔχει τι τὸ ὑπερβολικόν. Ἤθελον ἐπιθυμήσει, ἡ Φυσιογνωσία καὶ ἡ Φυσικὴ νὰ χωρισθῶσιν εἰς ἴδια μαθήματα· τοῦτο δὲ δὲν θέλει φέρει δυσκολίαν οἰκονομικὴν, διότι, κατὰ τὰς ἰδέας, ἃς ἐγὼ πρεσβεύω, καὶ ἃς παραδέχονται καὶ ἀλλαχοῦ, πάντα τὰ μαθήματα, δι’ ἃ εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ἔχοντες καὶ τοὺς καθηγητὰς τοὺς παρέχοντας τὰ προσόντα, πρέπει ν’ ἀναθέσωμεν εἰς καθηγητὰς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ ἐπιμισθίῳ. Λοιπὸν πάντα ἐκεῖνα τὰ μαθήματα, ἅτινα ταυτίζονται πρὸς τὰ ἐν τοῖς Γυμνασίοις διδασκόμενα, πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν εἰς καθηγητὰς ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, καὶ μόνον τὰ ἄλλα, τὰ εἰδικώτερα, εἰς εἰδικοὺς καθηγητὰς ἐπὶ μισθῷ. Κατὰ ταῦτα ἤθελον ἀποχωρίσει τὴν Φυσικὴν καὶ Φυσιογνωσίαν εἰς δύο ἕδρας, καὶ ἀφήσει ἡνωμένας τὴν Χημείαν καὶ τὴν Ἐμπορευματολογίαν. Καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ ἐδαφίου παρατηρῶ, ὅτι, ὅπως γένηται ἔναρξις τῆς λειτουργίας τῶν Σχολῶν, κατ’ ἀνάγκην θέλομεν καταφύγει εἰς καθηγητὰς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ θέλομεν λάβει αὐτοὺς ἐκ τῶν ἐπιστημόνων τῶν χημικῶν, οἵτινες, εἰσαγόμενοι εἰς τὰ τῆς ἐμπορευματολογίας ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀνατεθειμένης εἰς αὐτοὺς, θέλουσι δυνηθῆ νὰ διεξαγάγωσι τὸ ἔργον ὄχι βεβαίως ὡς οἱ τελείως εἰδικοί, ὧν στερούμεθα, ἀλλ’ ἐντελέστερον παντὸς ἄλλου. Περὶ θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς Ἀριθμητικῆς, ἐμπορικῆς Ἀριθμητικῆς, στοιχείων Ἀλγέβρας καὶ Γεωμετρίας εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διδασκαλία αὐτῶν πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς καθηγητὴν λαμβανόμενον ἐκ τῶν Γυμνασίων ἐπὶ ἐπιμισθίῳ...
§272Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ νὰ λέγηται πρακτικὴ καὶ ἐμπορικὴ Ἀριθμητική;
§273ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρακτικὴ ἔχει ἐνταῦθα ἄλλην ἔννοιαν. Ἀλλ’ ἔστω· ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι ἡ Ἀριθμητικὴ, εἴτε ἡ κοινή, εἴτε ἡ ἐμπορική, καθὼς καὶ τὰ στοιχεῖα Γεωμετρίας καὶ Ἀλγέβρας, τὰ ἀναγκαῖα εἰς τοὺς ἐμπόρους, πρέπει νὰ διδάσκωνται ὑφ’ ἑνὸς καθηγητοῦ, καὶ θέλομεν ἔχει καὶ οἰκονομίαν μεγάλην ἐκ τούτου. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται τὸ μάθημα, τὸ τασσόμενον ὑπὸ τὸ ὄνομα Λογιστικὴ καὶ Καταστιχογραφία, ἐμπορικὴ ἀλληλογραφία καὶ ἀσκήσεις ἐμπορικοῦ γραφείου. Ἐν τῇ Λογιστικῇ περιλαμβάνει καὶ τὴν λεγομένην Λογισμογραφίαν. Νομίζω, ὅτι καὶ τὰ περὶ τούτου δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν εἰς μίαν ἕδραν, ἐνταῦθα δὲ βεβαίως ἀπαιτεῖται εἰδικὸς καθηγητής. Δὲν δύνασθε τὰ μαθήματα ταῦτα νὰ ἐπιτύχητε νὰ διδαχθῶσιν ὑπ’ ἄλλου ἢ ὑπὸ εἰδικοῦ· καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν εἰδικούς, θὰ ἀναθέσωμεν ταῦτα εἰς τοὺς εἰδικούς, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχομεν εἰδικούς, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξεύρωμεν τοὺς καταλληλοτέρους, προκαλοῦντες διαγωνισμόν. Ἔρχεται ἔπειτα ἡ Γεωγραφία, γενικὴ καὶ ἐμπορική, μάθημα ἀναθετέον ἐπίσης εἰς καθηγητὴν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅστις δὲν θὰ ἦναι μὲν ἀρκούντως παρεσκευασμένος, ὅπως διδάξῃ τὴν ἐμπορικὴν Γεωγραφίαν, ἀλλὰ θέλει καταρτισθῆ μελετῶν ἐν αὐτῇ τῇ διδασκαλίᾳ. Παρετήρησα δ’ ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ τοιαῦται σκέψεις ἐγένοντο. Ἡ Ἱστορία εἶναι ἀπαραίτητος, Γενικὴ Ἱστορία, οἵαν ἐγὼ φαντάζομαι διδασκομένην κατὰ τρόπον σύντομον, ἀείποτε ἐπὶ βάσει τῇ διδασκαλίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τὴν Σχολὴν παραλαμβάνεται ὁ νέος, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ Γυμνασίου, — ἐγὼ ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ λαμβάνηται ἀπὸ τῆς δευτέρας τοῦ Γυμνασίου, — ἐπειδὴ λαμβάνεται ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ Γυμνασίου, εἶναι περιττὸν νὰ διδαχθῇ ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς Ἱστορίας ὅπερ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ σχολείῳ καὶ τῇ πρώτῃ τοῦ Γυμνασίου διδάσκεται. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖον μέρος εἶναι τοῦτο, ἀλλ’ εἰκάζω, ὅτι ἡ πρώτη τάξις τοῦ Γυμνασίου ἐξάγει τὸν μαθητὴν ἀποπερατώσαντα τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν καὶ τὸ τμῆμα τῆς Ἱστορίας τὸ μέχρι τέλους τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἤθελον εἰσαγάγει τὸ τμῆμα τῆς Ἱστορίας τὸ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἤθελον καταγάγει αὐτὸ εἰς τοὺς χρόνους τῆς Τουρκικῆς κατακτήσεως μέχρι τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, διδασκόμενον μετὰ συγχρονισμοῦ πρὸς τὰς πέριξ τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὥστε νὰ δύναται ὁ διδασκόμενος νὰ ἐντοπίζῃ τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν ἐν τῇ καθολικῇ, οἵαν θέλει διδαχθῆ καὶ ἥτις θὰ ἦναι εἰς αὐτὸν χρήσιμος, διότι αὐτὸς, μέλλων νὰ κινηθῇ ἐντὸς τοῦ ἐμπορικοῦ κύκλου τοῦ διεθνοῦς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἰδέαν τινὰ τῆς γενικῆς Ἱστορίας. Ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῆς Ἱστορίας θέλει περιληφθῆ κατ’ ἀνάγκην καὶ ἡ ἱστορία τοῦ ἐμπορίου, τὴν τοιαύτην δὲ προσθήκην παρετήρησα καὶ ἀλλαχοῦ γενομένην. Βεβαίως ὁ διδάσκων τὴν Ἱστορίαν θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἐργασθῇ εἰδικῶς, ὅπως καταρτισθῇ εἰς τὰ τῆς ἱστορίας τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν παρ’ ἡμῖν νὰ ἐπιτύχητέ τι τελειότερον. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν «ἐπιστήμην τοῦ ἐμπορίου», τὴν ἐμποριολογίαν, καὶ προτιμῶ τὸν ὅρον τοῦτον, διότι ἐγένετο ἤδη χρῆσις αὐτοῦ, καὶ ὑπάρχουσι συγγράμματα περὶ τούτου, ὧν ἐνθυμοῦμαι ἕν, τὸ τοῦ Παναγῆ Σκαλτσούνη, ὅπερ δυστυχῶς, ἐρευνήσας εἰς τὴν βιβλιοθήκην μου, δὲν ἀνεῦρον· προτιμῶ τὴν λέξιν «ἐπιστήμην τοῦ ἐμπορίου», καὶ διότι δι’ αὐτῆς ἀντιλαμβάνεταί τις εὐκολώτερον τὴν ἔννοιαν, εἶναι δὲ καὶ καθ’ ἑαυτὴν καλλιτέρα. Λοιπὸν ἐν τῇ «ἐπιστήμῃ τοῦ ἐμπορίου» πρέπει πάντως νὰ συγχωνεύσητε τὴν ἕδραν τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐμπορικῆς οἰκονομίας, ἣν βλέπω κεχωρισμένην, ὄχι μόνον διὰ λόγους οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀδύνατον ἡ ἐπιστήμη τοῦ ἐμπορίου νὰ διδαχθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς γνώσεως τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐμπορικῆς οἰκονομίας, οἷα προσήκει εἰς τοὺς νέους τοὺς ἐμπορευομένους. Εἶχον ἀποδείξει ἄλλοτε ταῦτα οὕτως ὀρθῶς ἔχοντα, ἔχω δὲ σήμερον καὶ πρόγραμμα ἐνταῦθα ὅμοια διδάσκον, τὸ τῆς ἐμπορικῆς Σχολῆς τῆς πόλεως Γέρας, Σχολῆς γνωστῆς πόλεως ἐχούσης 35–40 χιλιάδας κατοίκων, βιομηχανικωτάτης καὶ ἐμπορικωτάτης. Ἐν τῷ προγράμματι τῆς Σχολῆς ταύτης βλέπει τις σαφῶς τὰ πράγματα ἐκτιθέμενα περὶ τῆς ἐπιστήμης τοῦ ἐμπορίου. Διότι λέγει τὸ πρόγραμμα αὐτῆς: «Ἐπιστήμη τοῦ Ἐμπορίου. Ὄργανον διδασκαλίας (Lehrmittel). Findeisen, ἐμπορικὴ ἐπιστήμη· κοινὸς γερμανικὸς νόμος περὶ συναλλαγματικῆς· κοινὴ γερμανικὴ ἐμπορικὴ νομοθεσία. Πρῶτον ἔτος: προπαρασκευαστικὴ εἰσαγωγὴ εἰς τὰς ποικίλας περιπτώσεις τοῦ ἐμπορικοῦ ἔργου, ὧν ἡ γνῶσις ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τῆς κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἑρμηνεία καὶ διδαχὴ τῶν ἐμπορικῶν ὅρων. Δεύτερον ἔτος: Ἐμπόριον· ἔννοια καὶ σκοπὸς αὐτοῦ. Εἴδη ἐμπορίου. Ἔμποροι κλπ. Ἐμπορικὴ ἐπωνυμία. Ἐμπορικὰ βιβλία καὶ τήρησις αὐτῶν. Ἐμπορικὴ ὑπαλληλία. Πληρεξούσιος. Ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι. Ἐκκαθάρισις. Πτώχευσις. Πραγματειῶν ἀνταλλαγή. Ἀγορά. Προμήθειαι. Πραγμάτευσις χρημάτων καὶ ἀξιῶν. Χρηματιστηρίου ἐργασίαι. Μετρικὸν σύστημα· σταθμὰ καὶ μέτρα κλπ. Μέτρα ἀξιῶν· τὸ χρῆμα. Πολύτιμα μέταλλα καὶ νόμισμα κλπ. Συνάλλαγμα· γέννησις καὶ σημασία τοῦ συναλλάγματος ἐν τῇ ἐμπορικῇ ἐπιμιξίᾳ. Ἀκριβολογία ἐν τοῖς συναλλαγματικοῖς ὅροις. Συναλλαγματικὴ ἐμπειρία. Οὐσιώδεις ἀρχαὶ κλπ. κλπ.» Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος εἰσερχόμεθα εἰς τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν καὶ εἰς τὰ ἄλλα τμήματα τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, καὶ βλέπομεν, ὅτι ἡ ὅλη διδασκαλία τῆς ἐπιστήμης τοῦ ἐμπορίου θεμελιοῦται ἐπὶ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου καὶ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Βεβαίως ἡ ἕδρα τούτων εἶναι μία, περιλαμβάνουσα καὶ τὰ δύο μαθήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἔχουσα ἀνάγκην εἰδικότητος καὶ ἱκανότητος, ἥτις εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ἐν Ἑλλάδι, ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ὑπάρχει εὐρύτης ἐν τῇ ἐκλογῇ, διότι ὑπάρχει καὶ τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὸ εὐρὺ τοῦτο μάθημα πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἕνα ληφθησόμενον μεταξὺ τῶν νομομαθῶν, τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐνταῦθα· ὅπου δὲ δὲν ἔχετε καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, μεταξὺ ἄλλων νομομαθῶν, δικηγόρων ἢ ἄλλων, ἐκλεκτέων διὰ διαγωνισμοῦ, ἀποδεικνύοντος τὴν εἰδικότητα καὶ ἱκανότητα πρὸς τοιαύτην διδασκαλίαν. Ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ταύτῃ περιλαμβάνεται καὶ ἡ τελωνειακὴ νομοθεσία, ἥτις καὶ αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὸ τρίτον ἔτος. Μνημονεύω δὲ ταῦτα ἰδίᾳ, διότι ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν ἰδέαν, ἣν ἐξήνεγκον πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ ἀπόφοιτοι τῶν τοιούτων Σχολῶν πρέπει ν’ ἀποκλείσωσι τοὺς ἄλλους ἐν τῇ εἰσαγωγῇ εἰς τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν.
§274ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 14.
§275ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐφιστῶ προσέτι τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἀξιώσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διδασκαλίας τῆς καλλιγραφίας, ἥτις καὶ ἐν Γερμανίᾳ θεωρεῖται ἀπαραίτητος. Οὕτω περατοῦται ἡ σειρὰ τῶν μαθημάτων εἰς 12 ἐν ὅλῳ· συνιστῶ δὲ νὰ τηρηθῇ τὸ προτεινόμενον ὑπ’ ἐμοῦ σύστημα, ὅπερ ἐπιτυγχάνεται ἄνευ ὑπερβαλλούσης δαπάνης. Νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ μὴ τηρηθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις, ἣν βλέπω καὶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων οὕτω διατετυπωμένην: «Διὰ Β. Διαταγμάτων δύνανται νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα συναφῆ μαθήματα ὑποχρεωτικὰ ἢ προαιρετικά», διότι αὕτη δύναται νὰ γεννήσῃ ἀφορμὰς προσθήκης ὁσωνδήποτε ἑδρῶν θέλετε, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ὁσωνδήποτε μισθῶν, θέλετε δὲ δι’ αὐτῆς παράσχει εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν κυβερνητῶν πᾶσαν εὐκολίαν πρὸς διορισμὸν εὐνοουμένων, ἢ πρὸς ἐφαρμογὴν μεθόδων λίαν δαπανηρῶν. Ἀντὶ τούτου ἤθελον προτιμήσει καὶ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς προσθήκην. (Ἀναγινώσκει τὴν προτεινομένην προσθήκην). Καὶ εἰς ἐμὲ φαίνεται ἀναγκαῖον, τὸ πρόγραμμα νὰ ἔχῃ ποιάν τινα ἐλαστικότητα. Ἀφοῦ τηρήσητε τὰς ἕδρας τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι τὸ μάθημα Α, τὸ προσηρτημένον εἰς τὴν δωδεκάτην ἕδραν π.χ., κακῶς ἐκεῖ, λόγῳ τοῦ προσώπου, ὅπερ πιθανὸν νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δέουσαν ἐμπειρίαν, ἢ δι’ ἄλλον λόγον, κακῶς διδάσκεται, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκόψῃ ἐκεῖθεν καὶ προσαρτήσῃ αὐτὸ εἰς ἄλλην συγγενῆ ἕδραν. Ἐκ τούτου ἔχετε τὴν εὐκολίαν, ἣν ἐπιζητεῖ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ τῆς τροπολογίας ἀζημίως διαγράφεται. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ περιλαμβάνεται ἡ διαίρεσις τοῦ σχολείου εἰς τρεῖς τάξεις. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἁρμόζει εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἄρθρου, διαιρουμένου εἰς δύο παραγράφους, ὧν ἡ δευτέρα νὰ λέγῃ: «Αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ σύγκεινται ἐκ τόσων τάξεων, ὧν ἡ πρώτη προπαρασκευαστική, ἐν αἷς ἡ διδασκαλία γίνεται ἐνιαύσιος». Ἐν τῷ ἑπομένῳ δ’ ἄρθρῳ, τῷ δευτέρῳ, νὰ περιλαμβάνηται τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων. Ἀλλ’ εἶπον ταῦτα, οὐχὶ ὡς ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ἀλλ’ ἵνα μοὶ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ παραστήσω, ὅτι κρίνω ὠφελιμώτερον νὰ ὁρισθῶσιν αἱ τάξεις εἰς 4...
§276Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί δύναται νὰ γείνῃ εἰς τρία ἔτη;
§277ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὠφελιμώτερον πρὸς πάντας τοὺς σκοποὺς καὶ πρὸς τὸν κυρίως ἐμπορικὸν καὶ πρὸς τὸν μορφωτικὸν ἐν γένει σκοπὸν, ὅστις δὲν πρέπει παντάπασι νὰ παραβλεφθῇ, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν τῆς ἐκμαθήσεως ξένων γλωσσῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἡ γνώμη αὕτη γένηται ἀποδεκτὴ, λαμβάνοντες τὸν μαθητὴν ἀπόφοιτον τῆς πρώτης τοῦ Γυμνασίου, ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον, θὰ προσθέσητε καὶ τετάρτην τάξιν, ἔχοντες πρώτην προπαρασκευαστικὴν, ἥτις θέλει συντελέσει, ὅπως ἀποκτήσητε τελειότερον τὸν ζητούμενον εἰδικὸν, ἔχοντα γενικὴν μόρφωσιν. Ἐὰν οὕτω πράξητε, τὴν πρώτην τάξιν θὰ καταστήσητε προπαρασκευαστικὴν, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης κρατοῦν. Ἐν τῇ προπαρασκευαστικῇ τάξει ὁ ἤδη κατηρτισμένος ἐν τῷ Γυμνασίῳ πρωτοετὴς μαθητὴς, ὁ ἔχων δικαίωμα εἰσόδου εἰς τὸ δεύτερον ἔτος, θέλει τύχει ὅλης ἐκείνης τῆς προετοιμασίας, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος, ὅπως κατανοήσῃ καλῶς τὰ εἰδικὰ μαθήματα, καὶ τὸ δεύτερον ἔτος τὸ ἔδαφος θέλει εἶναι πρόσφορον, ὅπως πλησίστιος κινηθῇ ἡ ἐμπορικὴ ἐκπαίδευσις. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξητε, νομίζω, ὅτι ὀφείλετε νὰ πράξητε τοῦτο τὸ ἄλλο, νὰ παραλάβητε τὸν μαθητὴν ἀπὸ τῆς δευτέρας Γυμνασιακῆς ὀλιγώτερον ἐνδεῆ προκαταρτίσεως εἰς τὰ θεμελιώδη, τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἱκανώτερον ν’ ἀφοσιωθῇ εἰς τὰ τῆς εἰδικῆς διδασκαλίας κατὰ τὰ τρία ἑπόμενα ἔτη. Ἀπασχολούμενος δὲ ἀπὸ τῆς εἰδικῆς διδασκαλίας συνοπτικώτερον, θὰ ἀσχολῆται κατὰ τὰ τρία ἔτη εἰς ἀνάγνωσιν πεζῶν συγγραφέων, πρόχειρον ἐξήγησιν καὶ θέματα, ἅτινα θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι εἰς αὐτόν, συντακτέα εἰς τὴν γραφομένην γλῶσσαν, θέματα ἐμπορικὰ καὶ ἄλλα, ἀσκοῦντα αὐτὸν εἰς τὴν χρῆσιν τῆς γλώσσης τῆς γραφομένης.
§278Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχω νεώτερον πρόγραμμα. Διαιροῦνται εἰς τρεῖς τάξεις ὅλαι αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί.
§279ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὔχομαι νὰ ἀποδείξῃ ἡ πεῖρα, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ τρία ἔτη καὶ ἀρκοῦσα ἡ παράληψις τοῦ μαθητοῦ εἰς τὰ εἰδικὰ μαθήματα εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους· διότι, ἐὰν τοῦτο ἀποδειχθῇ, θὰ ἀποβῇ οἰκονομικωτέρα ἡ ἐργασία. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὀρθότερον εἶναι τοῦτο, ὅπερ προτείνω. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχω νὰ προσθέσω τι, ὅπερ μοὶ φαίνεται ἄξιον νὰ λεχθῇ. Ἐὰν καταρτίσητε τέσσαρας τάξεις, παρέχεται ἐκ τούτου εὐκολία κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰ τοῦ ἐμπορίου ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ καθαυτὸ ἐμπόριον, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ μέγα. Ἐὰν καταρτίσητε τέσσαρας τάξεις, τότε μετὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη δύνασθε νὰ χορηγῆτε ἐνδεικτικόν, ὅπερ εἶναι ἐφόδιον ἐπαρκὲς εἰς ἐμπορικοὺς ὑπαλλήλους, μετὰ τὰς δύο δ’ ἑτέρας τάξεις νὰ χορηγήσητε ἀπολυτήριον, ἐφόδιον κάλλιστον διὰ πάσας τὰς ἄλλας ἐργασίας, τὰς ἐμπορικὰς ἢ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἰς ἃς ἀποβλέπετε.
§280ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Γίνεται τοῦτο ἀλλαχοῦ;
§281ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γίνεται ἐν Αὐστρίᾳ.
§282ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Αὐστρίαν; Ὄχι.
§283ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι μεγάλη ποικιλία. Θέλω ἐνταῦθα ἐκ βιβλίου εἰδικοῦ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἀναγνώσει τι, ὅπερ ἀρύεται ὁ γράψας ἀκριβῶς ἐκ τῆς πείρας τῆς μεγάλης, ἣν ἔχει κεκτημένην ἐκ τῶν διδαγμάτων τῶν ἔξωθεν (ἀναγινώσκει): «Ὅθεν διπλῆ προκύπτει ἡ ἐκ τῆς τοιαύτης διαρυθμίσεως ὠφέλεια: αʹ) Ἐντὸς διετίας μόνον προετοιμάζονται οἱ δεόμενοι ταχείας ἀντιλήψεως τῶν ἐμπορικῶν γνώσεων· καὶ βʹ) ἐντελέστερον καταρτίζονται οἱ διακούσαντες τὰ μαθήματα ἀμφοτέρων τῶν τμημάτων. (Σημ. Τὴν διαίρεσιν ταύτην εὑρίσκομεν ἐφαρμοζομένην καὶ εἰς τὰς πολυπληθεῖς τετραετοῦς φοιτήσεως Σχολὰς τῆς Γερμανίας, ὅπου ἴδιον πάντοτε λειτουργεῖ τμῆμα προπαρασκευαστικόν). Συνεπῶς τὰ ὑπὸ τῆς Σχολῆς διδόμενα ἀποδεικτικὰ τῶν σπουδῶν εἰς δύο τάξεις δέον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου νὰ διακρίνωνται αʹ) εἰς ἐνδεικτικὰ διὰ τοὺς περατώσαντας διετεῖς σπουδὰς καὶ βʹ) εἰς ἀπολυτήρια διὰ τοὺς περατώσαντας τετραετεῖς μελέτας.»
§284ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁμιλεῖ περὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§285ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἔτους 1892. Εἶναι δὲ ὁ γράφων ταῦτα ἀπόφοιτος τῆς ἐν Χάλκῃ Ἐμπορικῆς Σχολῆς καὶ ἐκ τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἀποφοίτων, οἵτινες ἀληθῶς διεκρίθησαν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ. Ἔρχομαι εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς μαθητάς. Ἄρθρα 1, 3 καὶ 11. Εἶπον ἤδη, ὅτι ἤθελον προτιμήσει τὴν δευτέραν τοῦ Γυμνασίου, ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ἄρθρον μείνῃ ὡς ἔχει, πρέπει πάντως νὰ μνημονευθῇ καὶ τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, ὅπερ παρελείφθη. Ἀναφέρεται τὸ Βαρβάκειον Λύκειον· δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκλείσητε τοὺς μαθητὰς τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου· ὀφείλετε ἄρα νὰ συμπληρώσητε τὴν διάταξιν, παραλαμβάνοντες τὸν μαθητὴν ἀπὸ τῆς ἀντιστοίχου τάξεως πρὸς τὴν πρώτην Γυμνασιακήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, τὸ τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Καὶ θέλω προσπαθήσει νὰ ἦμαι σύντομος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, αἱ ἕδραι, ἃς οὕτως ὑπελόγισα εἰς δώδεκα, πρέπει, προκειμένου περὶ προσόντων, νὰ διανεμηθῶσιν ὡς ἑξῆς· τὰ μαθήματα Ἑλληνικά, θεωρητικὴ καὶ πρακτικὴ Ἀριθμητική, ἐν γένει τὰ μαθηματικά, Γεωγραφία πολιτικὴ καὶ ἐμπορική, Γενικὴ Ἱστορία, Καλλιγραφία, Ἰχνογραφία καὶ Γυμναστικὴ πρέπει ν’ ἀνατεθῶσι, δηλ. ἐν συνόλῳ ἑπτὰ μαθήματα, εἰς καθηγητὰς καὶ διδασκάλους λαμβανομένους ἀπὸ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπὶ ἐπιμισθίῳ. Τὸ ἐπιμίσθιον δὲ ἐνταῦθα δύναται νὰ ὑπολογισθῇ κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα ἡμᾶς κατὰ πάσης ὑπερβολῆς καὶ ἐπὶ τὰ ἄνω καὶ ἐπὶ τὰ κάτω, ἥτις ἤθελεν εἶναι ἐπιζήμιος καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς διδάσκοντας, διαγραφομένης τῆς διατάξεως τῆς περιλαμβανομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἥτις καταλείπει τὰ τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων ἀπροσδιόριστα, ἐναντίον καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὑπ’ ἀριθ. 1, 6, 8, 9–12 μαθήματα ἀνατίθενται εἰς καθηγητάς, διδασκάλους καὶ γυμναστὴν δημοσίων διδακτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ δραχμῶν μὲν 80 μέχρις 140, ἀναλόγως τῶν ὡρῶν τῆς διδασκαλίας, εἰς τοὺς καθηγητάς, δραχμῶν δὲ 60 εἰς τὸν διδάσκαλον καλλιγραφίας καὶ ἰχνογραφίας καὶ εἰς τὸν γυμναστήν». Ἄν δώσητε εἰς τοὺς καθηγητὰς τὸ ἐπιμίσθιον τῶν 80 ἕως 140 δραχμῶν, δίδετέ τι, ὅπερ εἰς καθηγητὴν βεβαίως δὲν εἶναι γλίσχρον, ἂν δὲ εἰς τοὺς διδασκάλους καλλιγραφίας, ἰχνογραφίας καὶ γυμναστικῆς τὸ ἐπιμίσθιον 60 δραχμῶν, δίδετέ τι εἰς αὐτοὺς, ὅπερ βεβαίως δὲν εἶναι γλίσχρον. Τὴν διάκρισιν ταύτην τοῦ ἐπιμισθίου καθ’ ὥρας παρέλαβον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1892, ἄρθρ. 4, ὅπου λέγονται ταῦτα, διότι τὰ τῶν προσόντων καὶ τὰ τοῦ μισθοῦ ἅπαντα ἐκεῖ ὡρίσθησαν (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τῇ Ἐμπορικῇ Σχολῇ διδάσκοντες διορίζονται καὶ ἀπολύονται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Πειραιέων ὑποδεικνυομένων. Ἐκ τούτων οἱ διδάσκοντες μαθήματα, ὧν ἡ διδασκαλία ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον 18 ὥρας καθ’ ἑβδομάδα, ἀφομοιοῦνται κατὰ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν πρὸς καθηγητὰς Γυμνασίου, οἱ δὲ βραχύτερον χρόνον διδάσκοντες ἔχουσι μὲν τὸν αὐτὸν βαθμὸν, λαμβάνουσι δὲ μισθὸν ὀλιγώτερον, ὁριζόμενον κλπ. ὁ δὲ μισθὸς τοῦ διδασκάλου τῆς ἰχνογραφίας καὶ καλλιγραφίας δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀνώτερος τοῦ νενομισμένου κλπ.» Ἀπὸ ταύτης τῆς διατυπώσεως, ἥτις ἐγένετο δι’ ἄλλον σκοπὸν, παρέλαβον τὴν διατύπωσιν τὴν ἐνταῦθα. Ἐκεῖ πρόκειτο περὶ μισθοῦ, ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐπιμισθίου. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰς ἕδρας, αἵτινες εἶναι κοιναὶ πρὸς τὰς ἕδρας τὰς Γυμνασιακάς. Ἀλλ’ ἡ ἕδρα τῆς Φυσικῆς καὶ Φυσιογνωσίας φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς εἰδικὸν καθηγητὴν, ἔχοντα διδακτορικὸν δίπλωμα τοῦ φυσικοῦ τμήματος τοῦ Ἐθνικοῦ ἢ ἄλλου ἰσοτίμου Πανεπιστημίου. Περὶ δὲ τῆς ἕδρας τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς διδάκτορα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἢ ἰσοτίμου αὐτοῦ, ἐπὶ μισθῷ καθηγητοῦ Γυμνασίου καὶ μετὰ δοκιμασίαν, διότι, ἵνα διδαχθῇ τὸ μάθημα τοῦτο, πρέπει, ἐν ἐλλείψει ὅλως εἰδικοῦ ἀνδρός, νὰ ἐκλέξωμεν ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἀποδείξει ῥοπὴν καὶ ἱκανότητα πρὸς τοιαύτην διδασκαλικὴν ὑπηρεσίαν (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἕδραι τῆς Φυσικῆς καὶ Φυσιογνωσίας ἀνατίθενται εἰς εἰδικὸν καθηγητὴν, κεκτημένον διδακτορικὸν δίπλωμα τοῦ φυσικοῦ τμήματος τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἢ ἄλλου ἀνεγνωρισμένου ἰσοτίμου Πανεπιστημίου. Ἡ δὲ ἕδρα τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας εἰς διδάκτορα τῆς νομικῆς ἢ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν τοῦ Ἐθνικοῦ ἢ ἄλλου ἀνεγνωρισμένου ἰσοτίμου Πανεπιστημίου, ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ καθηγητοῦ Γυμνασίου, μετὰ εἰδικὴν δοκιμασίαν κλπ.» Εὐτυχῶς ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ, — ὅταν ζητῇ τις προσόντα τοιαῦτα, δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείῃ ἐξετάσεως ἕν τμῆμα τοῦ κόσμου, διακρινόμενον ὅσον καὶ τὸ εὐρωπαϊκὸν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, — εὐτυχῶς, λέγω, ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀποφοίτους Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐκ δὲ τῶν ἀποφοίτων τούτων δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ προσωπικὸν, διότι ἐνταῦθα, μὴ ἔχοντες Σχολὰς ἀνωτάτας μετὰ προτύπου Διδασκαλείου, δὲν δυνάμεθα νὰ προσδράμωμεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, ὅπως εὕρωμεν ἐξ αὐτοῦ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν (ἀναγινώσκει): «Ἡ διδασκαλία τῶν ξένων γλωσσῶν ἀνατίθεται εἰς ἀλλοδαποὺς ἢ ἡμεδαπούς, κεκτημένους τὰ προσόντα πρὸς διδασκαλίαν τῶν γλωσσῶν τούτων ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἐπὶ μισθῷ κλπ. — Αἱ ἕδραι ἐμπορευματολογίας (μετὰ στοιχείων χημείας), λογιστικῆς καὶ θεωρίας τοῦ ἐμπορίου ἀνατίθενται εἰς τοὺς κεκτημένους εἰδικὸν πτυχίον ἀνεγνωρισμένης ἀνωτάτης ἐν Εὐρώπῃ ἢ Ἀμερικῇ Ἐμπορικῆς Σχολῆς». Προσθέτω δὲ καὶ τελικὴν διάταξιν: «Οἱ μισθοὶ αὐξάνονται κατὰ πενταετίαν, κατὰ τὰ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει κρατοῦντα», διότι εἶναι δίκαιον καὶ οὗτοι οἱ καθηγηταὶ νὰ ἔχωσι τὰ πλεονεκτήματα τῶν καθηγητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Παραλείπων ἄλλα, ἅτινα ἐσκόπουν νὰ εἴπω περὶ τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ, ἐπιμένω μόνον εἰς τοῦτο, ὅτι τὴν δοκιμασίαν πανταχοῦ ἀνεγνώρισαν ὡς ἀπαραίτητον διὰ τοὺς εἰδικοὺς καθηγητάς, ὑπάρχει δὲ εἰδικὴ ἀπόφασις τοῦ ἐν Παρισίοις Συνεδρίου, ὅπερ μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἀπεδέχθη καὶ συνέστησεν, οἱ καθηγηταὶ νὰ λαμβάνωνται μετὰ εἰδικὴν δοκιμασίαν, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν οἱ ἔχοντες ἀνωτάτης Σχολῆς πτυχίον. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἀπόφασις. Ἐπὶ προτάσει, ἐφ’ ἧς συζητηθείσης ἡρμηνεύθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅτι ἡ λέξις «δίπλωμα» ἐν αὐτῇ «δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν ἢ τὴν τῆς ἐξελέγξεως (constutation) τῶν γνώσεων», ἐψηφίσθη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου ἡ ἑπομένη εὐχή: «Τὸ Συνέδριον ἔκρινεν ὠφέλιμον νὰ ἱδρυθῇ ἐν ταῖς διαφόροις χώραις δίπλωμα εἰδικὸν διὰ τοὺς καθηγητὰς τῆς γενικῆς βιομηχανικῆς καὶ ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατωτάτης καὶ μέσης.» Ἡ εὐχὴ αὕτη δὲν ἀναφέρεται εἰς τοὺς καθηγητὰς τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Δι’ αὐτοὺς ἠθέλησαν ν’ ἀφήσωσιν ἐλευθερίαν ἐκλογῆς τῶν προσώπων τῶν διακεκριμένων ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Ἐν τοῖς ἄρθροις τοῖς ἀναγομένοις εἰς τὰ τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ, 4, 5, 6 καὶ 10, πλὴν τῶν ὁρισμῶν τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων, πρέπει πρὸ πάντων νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς πειθαρχίας· διότι προενόησε τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρισμῶν πειθαρχικῶν, προκειμένου περὶ μαθητῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν τοιαύτην πρόνοιαν βλέπω περὶ τῶν καθηγητῶν. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἐφαρμοζομένας ἐπὶ τῶν ἄλλων ἱδρυμάτων, καὶ τοῦτο ἂν δὲν λεχθῇ ἐνταῦθα, οἱ καθηγηταὶ οὗτοι θέλουσι μείνει ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ...
§286ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Διετυπώσατε τροπολογίαν;
§287ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο ἀρκετὸς ὁ κόπος νὰ μελετήσω τὰ θέματα τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε δὲν ηὐκαίρησα νὰ διατυπώσω καὶ τροπολογίας. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν Διευθυντὴν, ἔχω τὴν ἀπορίαν, ἀπορίαν, ἣν εἶδον, ὅτι καὶ ἄλλοι εἰδικώτεροι ἐμοῦ ἔχουσι, διατὶ διετυπώθησαν τὰ ἄρθρα ταῦτα δύο, ἐνῷ ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσιν εἰς ἕν, καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐκρίθη, ὅτι ἐν ἐλλείψει εἰδικοῦ Διευθυντοῦ ἡ διεύθυνσις τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς δὲν δύναται νὰ ἀνατεθῇ, εἰμὴ εἰς καθηγητὴν τοῦ φυσικομαθηματικοῦ τμήματος τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἐν τοιαύτῃ Σχολῇ βεβαίως ὁ καθηγητὴς οὗτος εἶναι ἄξιος Διευθυντής, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὥστε ν’ ἀποκλεισθῶσιν ἄλλοι· διότι καὶ ὁ νομικὸς ἔχει ἱκανότητα πρὸς τοιαύτην διεύθυνσιν, ἴσως δὲ καὶ μείζονα, καὶ ὁ ἰατρὸς καὶ ὁ φιλόλογος ἔχει ἱκανότητα. Ἐνταῦθα ἡ ἐκλογὴ ἀφίεται περιωρισμένη εἰς τὸν Ὑπουργόν. Νομίζω τὴν διάταξιν ἀξίαν τροποποιήσεως, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἐκλογὴ μεταξὺ τῶν διδασκόντων ἐν πᾶσι τοῖς τμήμασι τοῦ Πανεπιστημίου...
§288ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μόνον νομικοί.
§289ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μήπως ὁ φιλόλογος δὲν εἶναι κατηρτισμένος πρὸς διεύθυνσιν ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος; Δύνανται νὰ εὑρεθῶσι κατηρτισμένοι καὶ ἐξ ἄλλων Σχολῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 8 ἔχομεν τὰ περὶ διευθυντῶν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν: «Διορίζονται διευθυνταὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν πτυχιούχοι ἀνωτέρας Ἐμπορικῆς Σχολῆς τῆς Ἑσπερίας, ἢ διδάκτορες τῶν φυσικῶν ἢ μαθηματικῶν ἐπιστημῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἔχοντες συμπεπληρωμένην πενταετῆ δημοσίαν ὑπηρεσίαν». Ἐνταῦθα ζητῶ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, ὡς προτείνω αὐτὴν, ἡ ὁρίζουσα τὸν μισθὸν, διότι δὲν ὁρίζεται...
§290ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ δοκιμασία.
§291ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως δύναται νὰ τεθῇ καὶ τοῦτο, ἂν θεωρηθῇ ἀπαραίτητον. Καὶ ἄλλο δέ τι εἶναι ἀπαραίτητον, ἐκτὸς τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἐπιμισθίου, ἐὰν πρόκηται περὶ ἀναθέσεως τῆς Διευθύνσεως εἰς καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ, ἐὰν πρόκηται περὶ τακτικοῦ Διευθυντοῦ, μισθοῦ, ὃν ὀφείλομεν καὶ αὐτὸν νὰ ὁρίσωμεν· ἀπαραίτητον εἶναι νὰ τεθῇ ἐνταῦθα διάταξις καὶ περὶ ὑποβολῆς τοῦ Διευθυντοῦ εἰς τὴν πειθαρχίαν τὴν κανονικὴν, διότι μένει ἔξω τῆς πειθαρχίας ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς, ὁ πρῶτος κατ’ ἀνάγκην ὑποβλητέος εἰς αὐτήν. Τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 ἀνάγονται εἰς τὸ πτυχίον. Τὸ 12 λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀποφοιτῶντες εὐδοκίμως ἐκ τῆς τρίτης τάξεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν λαμβάνουσι πτυχίον ἐπὶ δεκαδράχμου χαρτοσήμου». Περὶ τούτου θέλω πραγματευθῆ εἰς τὸ τέλος, διότι ἔχω νὰ ὁμιλήσω περὶ χαρτοσήμου. Τὸ 13 λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ φέροντες πτυχίον τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν ἢ Πατρῶν δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς πᾶσαν θέσιν, δι’ ἣν ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον Γυμνασίου».
§292Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον.
§293ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῦ ἐτροποποιήθη;
§294Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ πτυχιοῦχοι τῶν δημοσίων Ἐμπορικῶν Σχολῶν δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς πᾶσαν θέσιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἣν ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον Γυμνασίου.»
§295ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ τροποποίησις αὕτη εἰς ἐμὲ ἀρέσκει· ἀλλ’ ἤθελον προσθέσει καὶ τὸ ἄλλο, ὅπερ ὅμως ἔχει ἀνάγκην διατυπώσεως εἰδικῆς, ὅτι οἱ πτυχιούχοι οὗτοι λαμβάνονται καὶ πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἰς τὸ τμῆμα τῆς Σχολῆς τὸ παρασκευάζον τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ἐκ τῶν πτυχιούχων τούτων, μετὰ δοκιμασίαν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, παραλαμβάνονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τὴν λογιστικήν, τὴν οἰκονομικήν...
§296Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ μὴ διορίζωνται ὑπάλληλοι.
§297ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως νὰ μὴ διορίζωνται ὑπάλληλοι, ἀλλ’ αὗται αἱ θέσεις ἔχουσι τοιαύτην εἰδικότητα, ὥστε βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ, ὅπως ὁ μαθητής, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐμπορίαν, ἢ μὴ προτιμῶν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴν, εἰσάγηται εἰς τὸν κλάδον τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας, ὅστις μόνον ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκεται παντελῶς ἐστερημένος προκαταρκτικῶν γνώσεων. Ἐγὼ εἶπον τὴν γνώμην ταύτην ὡς περιοριστικὴν τῆς ἐλευθερίας, ἥτις εὑρίσκετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἐὰν θεωρηθῇ συντελεστικώτερον νὰ μὴ τεθῶσι μηδὲ ταῦτα, δὲν θέλω ἐπιμείνει· ἀλλὰ τὴν γνώμην, ἣν εἶπον πρὸ μικροῦ, συμμερίζονται εἰδικοὶ ἄνδρες, γράψαντες ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ἐκ τούτου καὶ ἐγὼ ὠθήθην, ἵνα διατυπώσω αὐτήν.
§298ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.....
§299ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι μέχρις ὅτου ἱδρυθῇ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ μαθητὴς, ὁ ἀπόφοιτος τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, κάτοχος τῆς λογιστικῆς, τῆς καταστιχογραφίας, τῆς διπλογραφίας, καὶ ἠσκημένος εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, θέλει εἶναι χρήσιμος εἰς τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, ἐν αἷς οἱ ὑπηρετοῦντες δὲν εἶναι κάτοχοι τῆς διπλογραφίας;
§300ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε θὰ ἴδητε ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀποφοίτους νὰ προσφεύγωσιν εἰς ἕνα ἰσχυρὸν καὶ νὰ διορίζωνται.
§301ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σημειώσατε, ὅτι ὅ,τι ἐγὼ λέγω συνδέεται καὶ πρὸς τὴν προσθήκην μιᾶς τάξεως ἐπὶ πλέον, διότι τότε οἱ διερχόμενοι τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν θέλουσιν ἔχει καὶ ἑνὸς ἔτους ἐπὶ πλέον διδασκαλίαν ἢ ὅ,τι οἱ ἐξερχόμενοι ἀπὸ τοῦ Γυμνασίου, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ ἐγγύησιν καταρτίσεως τελειοτέρας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν πάντες νὰ μὴ εὕρωσιν ἐν τῷ ἐμπορίῳ ἐργασίαν, τίθεται τὸ ἐρώτημα: τί θέλουσι πράξει οἱ μένοντες ἄνευ ἔργου ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν; ποία ἡ ἐνασχόλησις, εἰς ἣν θέλετε ὠθήσει αὐτοὺς, ἀφοῦ ἐδαπανήσατε καὶ ἐμορφώσατε αὐτοὺς, πρὸς παροχὴν ἐργασίας;
§302ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὕτω νὰ ἦσθε βεβαιότατος, ὅτι θὰ εὑρίσκωσιν εὐκολώτερον ἄλλην θέσιν παρὰ ἐμπορικήν.
§303ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐνταῦθα εἰδικὴ διάταξις, ἥτις νὰ ἐφαρμόζῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφοίτων τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καθ’ ἣν ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Σχολῆς τεχνικῆς ἔχει τὸ δικαίωμα ὑπὸ ὅρον ἐτησίας ἐθελουσίας κατατάξεως, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ὡρισμένον. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 7, ὅπερ παραπέμπει εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν Γυμνασίων καὶ τὰ περὶ ἐγγραφῶν εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ τὰς περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν διατάξεις, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ μαθηταὶ, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, ἀπαλλάσσει τοῦ τέλους χαρτοσήμου τὴν ἐγγραφὴν τῶν μαθητῶν ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς. Ἐνῷ οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὰ Γυμνάσια πληρώνουσιν ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ὡς ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, φαίνεται ἀπαλλάττουσα τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσις· ἐὰν τοιαύτη ὑπῆρξε τῷ ὄντι, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ οὐδένα εὑρίσκω λόγον διακρίσεως· διότι, ὅταν βλέπω ἐν Ἀθήναις δύο ἰδιωτικὰς Σχολὰς ἐχούσας 400 μαθητὰς ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς, πληρώνοντας δίδακτρα 300 καὶ 400 δραχ. κατ’ ἔτος, καὶ πολλοὺς δὲ τούτων εἰσερχομένους ἐσωτερικοὺς εἰς τὸ οἰκοτροφεῖον, ὅπερ ἔχει ὠργανωμένον καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη Σχολὴ, ὅταν βλέπω τοιαύτην συρροὴν 400 μόνον ἐν Ἀθήναις, ἐρωτῶ, μήπως αὕτη ἡ συρροὴ ἐγγυᾶται καὶ πολὺ μείζονα συρροὴν εἰς Σχολὰς, αἵτινες δὲν θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς προπαρασκευὴν τοσούτων, καὶ αἵτινες ἐὰν προπαρασκευάσωσι τοσούτους, δὲν θέλομεν ἴδει αὐτοὺς εὑρίσκοντας θέσιν, λόγῳ πληθώρας θέσεων, ἐν τῷ ἐμπορίῳ, ὅπως γνωρίζομεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνεπτυγμένον ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν; Λοιπὸν δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον θέλομεν δώσει τοιαύτην εὐκολίαν εἰς τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς, ἀφαιροῦντες ἐν ταυτῷ καὶ μέρος τοῦ σημερινοῦ ἐσόδου τοῦ Κράτους. Διότι οἱ εἰσερχόμενοι ἐκεῖ θέλουσι βεβαίως ἀποσπασθῆ ἐκ τῶν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παρέχεται εὐκολία κατ’ ἀνισότητα μὴ δικαιολογουμένην, ἀφ’ ἑτέρου ἐλαττοῦνται καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον μελέτης· ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη δὲν εἶναι τοσαῦτα, ὥστε νὰ ἐμποδισθῇ ἡ κατάταξις εἰς τὴν Σχολὴν, φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ μὴ ἀπαλλαγῶσιν αὐτῶν οἱ ἐγγραφόμενοι. Φρονῶ δὲ, ὅτι δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μείνῃ ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον 12, ὅπερ ὁρίζει τὸ χαρτόσημον τοῦ πτυχίου, τοῦ ἀπολυτηρίου τῶν ἀποφοιτώντων ἐκ τῆς τρίτης τάξεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν· διότι, προκειμένου περὶ ἀπολυτηρίων, τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου περιλαμβάνει διάταξιν περὶ τοῦ εἰς τὰ ἀπολυτήρια τῶν Γυμνασίων ἐπιβαλλομένου χαρτοσήμου, ὅπερ εἶναι τὸ εἰκοσιπεντάδραχμον. Ὅστις διανύσῃ τὰς ἐμπορικὰς σπουδὰς καὶ τύχῃ ἀπολυτηρίου, οὐδεμίαν θέλει ἔχει δυσκολίαν νὰ δαπανήσῃ 25 δραχμὰς, ἵνα λάβῃ τὸ χαροποιὸν ἔγγραφον, δι’ οὗ θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, ἐργάτης χρήσιμος καὶ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς ἐκεῖνα. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, ὅσον ἠδυνήθην συντόμως, ἐπὶ θέματος, ἐφ’ οὗ δὲν θέλω λάβει πλέον τὸν λόγον.
§304ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐσκόπουν, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἐν λεπτομερείᾳ καὶ τὸν θεσμὸν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ προτιθέμενον νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ θεσμοῦ, ὡς καὶ τὸν σκοπὸν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν γένει. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τοιαύτας ἔλαβε διαστάσεις, ὥστε φοβοῦμαι μήπως ἐκληφθῶ, ὅτι παρακωλύω τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ νὰ μὴ μοὶ ἀποδοθῇ τοιοῦτος σκοπός. Μὲ ὅλον ὅμως τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχω, νὰ χαρακτηρισθῶ παρὰ τῶν θερμῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐμποροσβέστης, θέλω δι’ ὀλίγων ἐκφέρει τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, διότι ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν γνωμῶν πηγάζει πάντοτε τὸ ὀρθόν. Θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἵδρυσις Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἀποτελεῖ πολυτέλειαν ἐν χώρᾳ, τῆς ὁποίας οἱ πόροι εἰσὶ περιωρισμένοι, αἱ δὲ ἀνάγκαι μεγάλαι, ἐν χώρᾳ, ἡ ὁποία ἔχει πολλὰς καὶ βαρυτάτας ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσῃ ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς τὴν δούλην πατρίδα. Νομίζω, ὅτι τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν, καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὡς καὶ περὶ ἄλλων ἱδρυμάτων. Αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀποτελοῦσι πολυτέλειαν, ὅπως ἀποτελοῦσι τοιαύτην καὶ οἱ Ζωολογικοὶ Κῆποι καὶ τὰ Ἐνυδρεῖα καὶ αἱ Καλλιτεχνικαὶ Σχολαὶ, δὲν ἔχουσι καὶ τόσην χρησιμότητα, ὅσην θέλουσι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἔχουσι. Διότι διὰ τῶν Σχολῶν τούτων τί ἐπιζητοῦμεν, Κύριοι; ἐπιζητοῦμεν νὰ μορφώσωμεν ἐμπόρους. Ἀλλὰ οἱ ἔμποροι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην διπλωμάτων, ἵνα εὐδοκιμήσωσιν· ἀρκεῖ εἰς αὐτοὺς ἡ συνήθης ἐγκύκλιος παίδευσις· ὡς ἔμποροι καταρτίζονται ἀφ’ ἑαυτῶν. Καὶ πρόκεινται ἐνώπιον ἡμῶν ἄπειρα παραδείγματα τῶν πατέρων ἡμῶν, οἵτινες ηὐδοκίμησαν διὰ τῆς φυσικῆς αὐτῶν εὐφυΐας ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἐν τῇ ἐμπορίᾳ, τιμήσαντες καὶ ἀναδείξαντες τὸ ὄνομα καὶ τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἔτι πλεῖστοι ὅσοι ὁμοεθνεῖς καὶ ἐν Μασσαλίᾳ καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Ὀδησσῷ καὶ ἁπανταχοῦ εὐδοκιμοῦσι καὶ τιμῶνται, ἄνευ διπλωμάτων, ἄνευ εἰδικῶν ἐμπορικῶν σπουδῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ἐμπόριον ὁσημέραι ἐκλείπει, καὶ ἐκλείπει διότι ἡ ἀνάπτυξις πυκνῆς καὶ ταχείας συγκοινωνίας ἔφερεν εἰς ἄμεσον συγκοινωνίαν τὸν παραγωγὸν πρὸς τὸν καταναλωτὴν, καὶ ἑπομένως τὸ διάμεσον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ἔμπορος, μικρὸν συντελεῖ εἰς τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ἡ Σῦρος ἄλλοτε ἀπετέλει τὸ κέντρον τὸ ἐμπορικὸν τῆς Ἑλλάδος, ἦτο κέντρον μέγα, καὶ λόγῳ τῆς θέσεώς της καὶ λόγῳ τῆς ἰδιοσυγκρασίας τῶν κατοίκων της. Ἐκομίζοντο ἐν Σύρῳ ἐκ τῶν διαφόρων μερῶν χονδρικῶς τὰ ἐμπορεύματα, καὶ ἐκεῖθεν διετίθεντο διὰ τὰς ἀνάγκας ὁλοκλήρου τῆς χώρας καὶ τῆς Ἀνατολῆς ἀκόμη. Ὁ παραγωγὸς ὁ ξένος μόνον τὸν ἔμπορον τῆς Σύρου ἐγνώριζε, καὶ εἰς αὐτὸν ἤνοιγε πιστώσεις· οἱ καταναλωταὶ, δηλαδὴ οἱ ἔμποροι τῆς λοιπῆς χώρας, ἐλάμβανον ἀπὸ τὸν μεγαλέμπορον τῆς Σύρου, ὅστις ἦτο τὸ μεσάζον πρόσωπον. Σήμερον ὅμως τὸ τοιοῦτον ἐξέλιπεν, ὅλοι δὲ οἱ ἔμποροι προμηθεύονται ἀπ’ εὐθείας. Τὸν μεγαλέμπορον ἀντικατέστησεν ὁ τραπεζίτης, ὅστις παρέχει τὴν πίστιν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου κινεῖται τὸ λεγόμενον ἐμπόριον. Τί λοιπὸν θὰ δημιουργήσητε διὰ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν; Θὰ δημιουργήσητε ἐμποροϋπαλλήλους, τοὺς ὁποίους, ἤκουσα νὰ λέγουν, ὅτι θὰ χρησιμοποιήσουν διὰ τὴν Ἀνατολὴν, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου σήμερον ἀρχίζουν νὰ καταλαμβάνουν τὴν πρώτην θέσιν οἱ Γερμανοὶ, οἵτινες, ὡς ἐκ τῆς ἐμπορικῆς μορφώσεώς των, κατώρθωσαν νὰ ὑποσκελίσουν τοὺς πάντας. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι διὰ τῶν Σχολῶν τούτων θὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασαν οἱ Γερμανοί; Καὶ ἀποδίδετε τὸ μειονέκτημα τοῦτο εἰς ἔλλειψιν ἐμπορικῆς μορφώσεως; Ἀλλὰ τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, εἶναι πλάνη. Οἱ Γερμανοὶ ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ὑποσκελίσωσι πάντας τοὺς ἄλλους, καὶ αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνας, ἕνεκα τῆς παρεχομένης αὐτοῖς ἰσχυρᾶς προστασίας, ἡ ὁποία εἶναι συνέπεια μακρᾶς καὶ συστηματικῆς ἐργασίας τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ Αὐτοκράτορος, ὅστις ἐργάζεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον, ὅπως δώσῃ ὤθησιν εἰς τὸ Γερμανικὸν ἐμπόριον, ὅπως δώσῃ ἐργασίαν εἰς τοὺς ὑπηκόους του, καὶ αὐξήσῃ τοὺς πόρους τῆς χώρας του. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῶν Σχολῶν δὲν θὰ κατορθώσωμεν ἄλλο τι ἢ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς θεσιθήρας. Ἤκουσα κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, Κύριοι, τὰς γνώμας δύο ἐπιφανεστάτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ· ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αὗται δυστυχῶς ἐχάθησαν ἐν τῇ λεπτομερεῖ ἀναπτύξει ἐν γένει τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐξέφερε τὴν γνώμην, — ἡ ὁποία εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογὴν, — τὰ ἑκασταχοῦ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἰδιαιτέρα τάσις πρὸς ἀνάπτυξιν βιομηχανίας τινὸς, ἢ ὅπου ἡ γεωργία καὶ ἡ ζωοτροφία παρέχουν στάδια εὐρυτέρας ἀναπτύξεως, ἢ τέλος ὅπου ἡ ναυτιλία ἠδύνατο νὰ προαχθῇ, τὰ σχολεῖα ταῦτα νὰ μετεβάλλοντο εἰς εἰδικὰ ἐκπαιδευτήρια, καὶ βεβαίως οἱ καρποὶ αὐτῶν θὰ ἦσαν καρποὶ μεγάλης ὠφελείας εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Ἡ ἄλλη γνώμη τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Δραγούμη, εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἵδρυσιν τοιούτων Σχολῶν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν νὰ ἐργασθῇ, ὅπως καὶ τὸ πράττει ἤδη λίαν ἐπιτυχῶς. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἵδρυσιν τοιούτων Σχολῶν· δύναται μόνον, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐργασίαν, διότι τὸ Κράτος, ἀναλαμβάνον αὐτὸ τὴν πρωτοβουλίαν, ἀναλαμβάνει καὶ ποιάν τινα ἠθικὴν εὐθύνην, ὅπως βραδύτερον ἐξεύρῃ διὰ τοὺς νέους αὐτοὺς καὶ θέσιν, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ μέλλον των, χάριν τοῦ ὁποίου εἰς εἰδικὰς ἐπεδόθησαν σπουδὰς, ὅπως ἔχει τοιαύτην εὐθύνην καὶ διὰ τοὺς σπουδάζοντας εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἀληθῶς, Κύριοι, δὲν εἶναι μικρὰ ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνομεν διὰ τῆς ἱδρύσεως τοιούτων εἰδικῶν Σχολῶν, Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐὰν οὔτε ἡ μία γνώμη οὔτε ἡ ἄλλη, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, δύνανται νὰ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογήν, δὲν δύνανται ἆρά γε τινὰ τῶν Γυμνασίων νὰ μεταρρυθμισθῶσι, νὰ τροποποιηθῶσιν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ χρησιμεύσωσιν, ἄνευ προσθέτων δαπανῶν, εἰς ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, τὴν κατάρτισιν δηλαδὴ νέων, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἴτε ὡς ὑπάλληλοι ἐμπορικῶν καταστημάτων, εἴτε ὡς ὑπάλληλοι Τραπεζῶν, εἴτε εἰς βιομηχανικὰ καταστήματα, εἴτε δι’ οἱασδήποτε ἐπαγγελματικὰς καὶ βιοποριστικὰς ἐργασίας; Ἀναμφιβόλως τοῦτο εἶναι κατορθωτόν. Ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἐξάσκησιν τῶν πρακτικῶν ἐπαγγελμάτων, εἶναι ἡ ἐκμάθησις τῶν ξένων γλωσσῶν, καὶ εἰς τὴν σπουδὴν τῶν ξένων γλωσσῶν ἔπρεπε νὰ στραφῇ ἡ μέριμνα ἡμῶν, διότι δι’ αὐτῆς καὶ μόνης θὰ ἠδύνατο ὁ νέος ὁ ἐξερχόμενος τοῦ Γυμνασίου νὰ συναγωνισθῇ ἐπιτυχῶς, καὶ νὰ εὕρῃ ἐργασίαν εἴτε ἐν Ἀνατολῇ, εἴτε εἰς τὰς παραδουναβείους χώρας, εἴτε καὶ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἀκόμη. Καταστρέφων τὸν λόγον, Κύριοι, θὰ προτρέψω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ προβῇ δὲ εἰς τὴν τροποποίησιν τινων ἐκ τῶν δημοσίων Γυμνασίων, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Κράτος θ’ ἀποφύγῃ καὶ δαπάνας μὴ ἀναγκαίας καὶ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τῶν μελλόντων νὰ ἐκπαιδευθῶσιν εἰς τοιαύτας εἰδικὰς Σχολάς.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
§306ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§307Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αἱ τροπολογίαι, ὑποθέτω, θὰ μείνωσι διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§309ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θείου καὶ παροχῆς αὐτοῦ ἐπὶ δανείῳ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§311ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν, κύριε Πρόεδρε. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ αὔριον, προκειμένου περὶ τῶν δανείων, ἐὰν ἐννοεῖ, ὅτι δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ ἡ παροχὴ τοιούτων δανείων εἰς θεῖον καὶ τὴν εἰς τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον μετοχὴν τοῦ λαμβάνοντος τὸ δάνειον· διότι τοῦτο ἐγίνετο προκειμένου περὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ταύτην τὴν ἔννοιαν ἔχει καὶ ἡ διάταξις αὕτη;
§312Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου...
§314ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀρκετά, κύριε Πρόεδρε.
§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν ἕως τὸ πρωΐ.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς πιστώσεις.
§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Αὔριον ἔχομεν καιρὸν νὰ τὰς ψηφίσωμεν. Ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ πλειονοψηφία, θὰ ἀμυνθῶμεν. Μὴ μᾶς βιάζετε.
§318Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ περὶ τοῦ Τελωνείου Πατρῶν.
§319Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ σειρά του.
§320ΡΟΥΦΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν;
§321Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀντίρρησιν δὲν ἔχω. Αὔριον ἂς ψηφισθῇ.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 2 π. μ. τῆς ἐπιούσης).