Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 57

1901.01.26

5.067 στίχοι · 39.060 λέξεις · 2 πίνακες · 257 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1901.01.26
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57

τῆς 26 Ἰανουαρίου 1901.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Παναγιώτης Κασιμάτης, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλεῖ νὰ γείνῃ δεκτὴ προηγουμένη αἴτησίς του περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐν Ἡρακλείᾳ ἐξορυσσομένης σμύριδος, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου πεντήκοντα λεπτὰ κατὰ στατῆρα.

§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως, εἰ δυνατόν, ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ κ. Κασιμάτη.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάδικος Νικόλαος Ἀθανασιάδης, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, ζητεῖ νὰ τῷ δοθῇ Βασιλικὴ χάρις. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀλεξάκης.

§4ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐστάλη ἐκ Λεβαδείας ἀναφορὰ, ἀφορῶσα εἰς ζήτημα ἐκ τῶν μᾶλλον ζωτικῶν, τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς. Οἱ κτηματίαι τῆς Λεβαδείας παραπονοῦνται, ὅτι, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν προέβησαν, δυνάμει τοῦ νόμου καὶ καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους, εἰς ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων, ὁ Νομάρχης Βοιωτίας ἀκυροῖ κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἐκλογὴν ταύτην. Οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται, ὅτι τὰ κτήματά των παρεδόθησαν ἔρμαιον εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποιμένων, καὶ συνεπῶς καταστρέφονται, διότι, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, εἰσέτι δὲν ὑπάρχουν ἀγροφύλακες. Ὡς γνωρίζετε πάντες, τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀμέσως τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς, ὅταν δὲ παραβιάζηται ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ἀρχῶν, οὐδέποτε οἱ κτηματίαι δύνανται νὰ ἔχωσι φύλακας πρὸς φύλαξιν τῶν κτημάτων των· διότι, ἂν παρακάμψωσι τοὺς σκοπέλους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἔρχεται κατόπιν ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ἢ καὶ ἁπλοῦς πολλάκις χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος δι’ αἰτήσεώς του ζητεῖ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἀγροφυλάκων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν θερμῶς συνιστῶ εἰς αὐτὸν, καὶ νὰ περιστείλῃ τὴν παρανομίαν τοῦ Νομάρχου αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος πάταγος ἐγένετο ἄλλοτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὡς ζητοῦντος παρὰ τῶν δημοτικῶν Ταμείων χρηματικὰς εἰσφορὰς, ἵνα ἐπιπλώσῃ τὸ κατάστημα τῆς Νομαρχίας, καθ’ ἃ ἀναφέρει καὶ ἐπιστολή τις ἑνὸς τῶν Δημάρχων τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, ἣν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Προσλιπαρεῖ λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ζητῶν χρήματα ἀπὸ τοὺς διαφόρους Δημάρχους τοῦ νομοῦ Βοιωτίας πρὸς ἐπίπλωσιν καὶ ἀξιοπρεπῆ παράστασιν, ὡς λέγει, τοῦ Νομαρχιακοῦ καταστήματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγκρίνει τὴν ἐπανειλημμένως γενομένην ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, ἀλλ’ ἀκυροῖ αὐτὴν, ἵνα μένωσι τὰ κτήματα τοῦ κόσμου εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποιμένων! Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ἵνα μὴ μένωσιν ἐπὶ πλέον τὰ κτήματα τῶν ἀνθρώπων ἐν Λεβαδείᾳ ἐκτεθειμένα. Τὸν δὲ κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται ἀμεσώτερον, παρακαλῶ νὰ ἐνεργήσῃ ἐντονώτερον.

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ἐπιστολῆς;

§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τῆς ἐγκυκλίου, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Νομάρχης καλεῖ τοὺς Δημάρχους νὰ εἰσφέρωσι χρήματα, ὅπως ἀγορασθῶσιν ἔπιπλα διὰ τὸ κατάστημα τὸ Νομαρχιακόν. Περιορίζω εἰς τοῦτο μόνον τὸν λόγον, διότι ἐξ ἐπιθυμίας ν’ ἀποφύγω σκάνδαλα δὲν ἀπεκάλυψα πληροφορίας ἄλλας, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ περὶ ἄλλων Νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι προσέφυγον εἰς Μονὰς καὶ εἰς δήμους, ζητοῦντες ὡσαύτως παρ’ αὐτῶν νὰ εἰσφέρωσι χρήματα διὰ νὰ στρώσωσι δι’ ἐπίπλων τὰ Νομαρχιακὰ καταστήματα, ἢ δι’ ἄλλα ἔκτακτα ἔξοδα, ἢ δι’ ἀγώγια ἁμαξῶν. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μόνον ἔκτροπον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀξιόποινον, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Θ. Μαρκέτος ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην σύστασιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐκτελέσῃ τὴν πρὸ πολλοῦ ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κεφαλληνίας, ὑπ’ ἀριθ. 44 τοῦ ἔτους 1900, περὶ συστάσεως γραμματοδιδασκαλείου ἐν τοῖς χωρίοις Μουσάτα καὶ Ποριαράτα τοῦ δήμου Ἄνω Λειβαθοῦς, ἔχοντος ἕδραν τὸ χωρίον Μουσάτα, διότι ἡ σύστασις τοῦ σχολείου τούτου εἶναι ἀναγκαιοτάτη· τὴν ἀνάγκην δὲ ταύτην ἀνεγνώρισε, πλὴν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ δῆμος Ἄνω Λειβαθοῦς, ὅστις ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901, ἐπὶ τῇ βεβαιότητι τῆς συστάσεως τοῦ σχολείου τούτου, ἀνέγραψε τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας τῆς ἐγκαταστάσεως, τοῦ ἐνοικίου καὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ γραμματοδιδασκάλου.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§9Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κ. Κρίτσας κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐποιήσατο λόγον περί τινος ὑπαξιωματικοῦ, τοῦ λοχίου Ζούπα, διακριθέντος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου εἰς τὴν καταδίωξιν ληστοσυμμορίας, καὶ προέτεινε τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐπὶ τῆς συστάσεως ταύτης παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ἐξ ὧν καταδεικνύεται, ὅτι δὲν συνέτρεξαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ προσήκοντες λόγοι, ὅπως ὁ εἰρημένος λοχίας προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ὡς ἀνδραγαθήσας ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ περὶ τοῦ λοχίου τούτου σύστασις ἦλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἡ ὑπηρεσία ἔκρινε καλὸν τότε, κατὰ τὸ 1898, νὰ ἀμείψῃ αὐτὸν δι’ ἐπαίνου· ἐπὶ τῇ συστάσει ὅμως κατόπιν τοῦ Κακουργιοδικείου, τοῦ δικάσαντος τοὺς λῃστὰς τοὺς συλληφθέντας, προήχθη ὁ λοχίας οὗτος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου μόνον, διότι δὲν συνέτρεχον, ἐπαναλαμβάνω, οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Καταθέτω τὸ σχετικὸν σημείωμα. Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ναυπλίας, Μεγαρίδος καὶ Φθιώτιδος περὶ προαγωγῆς ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ σημειοῦνται αἱ ὀργανικαὶ θέσεις τῶν ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων ἀνθυπασπιστῶν. Οἱ ὑπάρχοντες ἀνθυπασπισταὶ δυστυχῶς εἶναι 25 ἐπὶ πλέον, ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προαγάγωμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἄλλους ὑπαξιωματικοὺς πρὶν ἢ συμπληρωθῶσιν ἢ καταλογισθῶσιν αἱ θέσεις τῶν ὑπεραρίθμων.

§10Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου.

§11Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦ εὐεργετικοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἄλλοτε εἶχε κάμει λόγον περὶ ἑνὸς Ἀλεξάνδρου Ρηγίδου, ἂν οὗτος κατετάχθη εἰς τὸν στρατόν, ἢ διατὶ δὲν κατετάχθη. Πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ὁ Ρηγίδης οὗτος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐν ἔτει 1880 εἶχε ζητήσει νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἐνεφανίσθη. Νῦν παουρσιάσθη καὶ ἐζήτησε βοήθημά τι. Τὴν αἴτησίν του διεβίβασα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ περὶ Ρηγίδου πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ Ρηγίδης ὑπηρέτει ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι. Πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἄρτης λιποτακτήσας μετὰ τοῦ ἀποθανόντος Ἐμὶν– μπέη, κατέφυγε μετ’ αὐτοῦ εἰς Ἑλλάδα· καὶ ὁ μὲν Ἐμὶν κατετάχθη εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν ταγματάρχου, ὁ δὲ Ρηγίδης, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, δὲν κατετάχθη. Λοιπὸν ὄχι μόνον παρουσιάσθη, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐζήτησε νὰ τῷ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, διότι κατόπιν ὑποσχέσεως τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ μακαρίτου Σούτσου, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἐγκατέλιπον τὸν τουρκικὸν στρατόν. Ἑπομένως συνιστῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐξετασθῇ τελειότερον, διότι εἶναι καὶ ὑπόθεσις πρὸ εἴκοσι ἐτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ἀκριβεῖς πληροφορίας.

§13Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι θετικόν, εἶναι, ὅτι πρό τινος ἐζήτησεν ὁ Ρηγίδης βοήθημα.

§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἴσως ἀπελπισθεὶς νὰ λάβῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦτο, ἐζήτησε βοήθημα.

§15Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3970 παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Σκουζὲ ζητηθὲν ἔγγραφων, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν ἀπόστρατον λοχαγὸν Δημήτριον Διαμαντόπουλον. Ἐπίσης καταθέτω τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν ὑποστράτηγον Κ. Σμολένσκην.

§16Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε λόγον, τοῦ ἄλλοτε ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ Ἀλεξάνδρου Ρηγίδου, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς ἀκριβεῖς, τὰς ὁποίας λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν διόρθωσιν. Ὁ Ἀλέξανδρος Ρηγίδης διετέλει κατὰ τὸ 1878 εἰς τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τοῦ τότε ταγματάρχου τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ Ἐμὶν–βέη, τὸν ὁποῖον πάντες κατόπιν ἐγνωρίσατε, καὶ ὅστις πρό τινων ἐτῶν ηὐτοκτόνησεν· ὡς γραμματεὺς δὲ τοῦ Ἐμὶν διατελῶν ὁ Ρηγίδης, εἶχε θέσιν, ἥτις ἐξωμοιοῦτο μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Κατὰ τὸ 1878 ἐγὼ ὑπηρέτουν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἐπιτελάρχης τοῦ ἀντιστρατήγου κ. Σαπουντζάκη ἐν Βάλτῳ. Τότε ἐγένετο ἐπανάστασίς τις εἰς τὰ Ἠπειρωτικὰ, ὁ δὲ ταγματάρχης Ἐμὶν–βέης, διοικῶν τάγμα τουρκικοῦ στρατοῦ, προσῆλθεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς, καὶ μετ’ αὐτοῦ προσῆλθε καὶ ὁ Ἀλ. Ρηγίδης. Ὁ διοικητὴς τῆς Μεραρχίας — διότι καὶ τότε ἦσαν Μεραρχίαι — ἐπρότεινεν, ἵνα ὁ μὲν Ἐμὶν γείνῃ δεκτὸς εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὁ δὲ Ῥηγίδης καταταχθῇ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ· καὶ πράγματι, γενομένης δεκτῆς τῆς προτάσεως ταύτης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατετάχθησαν ἀμφότεροι εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ 1878· διέμεινε δ’ ἐν αὐταῖς ὁ Ἀλέξανδρος Ῥηγίδης μέχρι τοῦ 1880, φέρων τὴν στολὴν καὶ ἐκπληρῶν καθήκοντα ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1880, νομίζω, ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ἀπόφασις ν’ ἀποπεμφθῶσί τινες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἁπλοῖ ὄντες πολῖται, κατετάχθησαν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ βαθμὸν ἀξιωματικοῦ. Καὶ οὕτως ἐξῆλθε καὶ ὁ Ῥηγίδης ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Τὸ γεγονὸς ὅμως τοῦτο, ὡς πρὸς τὸν Ῥηγίδην, βεβαίως δὲν εἶναι νόμιμον, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐδόθη εἰς αὐτὸν διὰ Β. Διατάγματος ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, δὲν ὑπῆρχε λόγος ἐναντίος, ἐπιβάλλων τὴν ἀποπομπὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ στρατοῦ. Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐθεώρησα δὲ καθῆκον νὰ δώσω τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι ἔτυχε νὰ ἦμαι αὐτόπτης καὶ τῆς προσελεύσεως τοῦ Ῥηγίδου καὶ τῆς κατατάξεως αὐτοῦ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ.

§17ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ θέσις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι ἀληθῶς δυσχερὴς, διότι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδιώξῃ δικαστικῶς, δὲν ἔχει. Αὐτὸς, κληθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1878, ἐγκατέλιπε τὸν βαθμὸν καὶ τὴν θέσιν του παρὰ τῷ τουρκικῷ στρατῷ καὶ ἦλθε καὶ κατετάχθη εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, ἐστάλη δὲ εἰς Πάτρας, προσκολληθεὶς εἰς τὸ ἐκεῖ σύνταγμα, καὶ ὑπηρέτησεν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ὡς ἀνθυπολοχαγὸς, ἢ ὡς ἀνθυπασπιστὴς, — δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς ποῖον βαθμὸν εἶχεν — ὅτε τῷ ἐκοινοποιήθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7780 διαταγῆς Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπενέμετο εἰς αὐτὸν, ὡς πρόσφυγα, περίθαλψις 160 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Τοῦτο ἐθεώρησεν αὐτὸς ὡς προσβολὴν, διότι καὶ νέος ἦτο, καὶ θέσιν εἶχε καὶ τὴν ἐγκατέλιπεν, ἵνα ἔλθῃ καὶ καταταχθῇ εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Ἀλλὰ τῷ ἐδίδοντο, ὡς ἔμαθον, ὑποσχέσεις, ὅτι θὰ εἰσαχθῇ νόμος εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θ’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν ὁ βαθμός. Καὶ εἰσάγεται μὲν νόμος, ἀλλ’ ἀπονέμεται βαθμὸς μόνον εἰς τὸν Ἐμὶν, εἰς δὲ τὸν Ῥηγίδην οὐδὲν ἀπονέμεται. Μετ’ ὀλίγον ἄλλος νόμος εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπονέμεται βαθμὸς εἰς τὸν Ἀλβανὸν Τεφὴκ–ἐφένδην, ὁ ὁποῖος καὶ εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸν στρατὸν, εἰς δὲ τὸν Ῥηγίδην τίποτε! οὔτε ὁ βαθμὸς, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ βοήθημα! Ἡ θέσις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι δυσχερὴς, διότι ἔχει καὶ οἰκογένειαν· ἔγραψε δὲ καὶ εἰς ἐμὲ ἐκ Ναυπλίου, ὅπου ἤδη εὑρίσκεται, καὶ εἰς ἄλλους, νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ περὶ αὐτοῦ μίαν πρόνοιαν, διότι παρέχεται καὶ κακὸν παράδειγμα, ἀφοῦ τῇ προσκλήσει τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν προσῆλθεν εἰς αὐτάς.

§18Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ὁ ῥηθεὶς Ἀλέξανδρος Ῥηγίδης ὑπέβαλε καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁμοίαν αἴτησιν, παρακαλῶν αὐτὸ, ἵνα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ληφθῇ ἄλλη τις πρόνοια, δοθῇ εἰς αὐτὸν εἷς βαθμός· ἔμεινε δὲ ἀκριβῶς ἓν ἔτος εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ μακαρίτου Δ. Γρίβα ἀπηλλάγη τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀπενεμήθη εἰς αὐτὸν μηνιαῖον βοήθημα δραχμῶν 160, ἀλλὰ μετὰ ἓν ἔτος ἔπαυσε τὸ βοήθημα τοῦτο, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ῥηγίδου καὶ πρόνοιά τις περὶ αὐτοῦ.

§19Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ, κατόπιν παρακλήσεώς μου, σημείωμα, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν λοχίου τινὸς τῶν εὐζώνων, Ἀνδρέα Ζούπα καλουμένου. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ εἴπω τινὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸ σημείωμα αὐτὸ καὶ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, ἀφοῦ πρῶτον παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὰς εὐχαριστίας μου ἐπὶ τῇ καταθέσει τοῦ σημειώματος. Κατὰ τὸ σημείωμα αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «τὸν λοχίαν Ἀνδρέαν Ζούπαν ἐπρότεινεν ὁ ἀποσπασματάρχης ἀνθυπολοχαγὸς Μαγουλᾶς, ἵνα προβιβασθῇ εἰς ἀνθυπασπιστήν· ὁ δὲ μοίραρχος Τρικκάλων διεβίβασεν ἁπλῶς τὴν πρότασιν ταύτην, προσθέσας, ὅτι οἱ μεθ’ ὧν συνεπλάκησαν δὲν ἦσαν ἐπικεκηρυγμένοι λῃσταὶ, μὴ ὑποστηρίξας, ὡς ἁρμόδιος, τὴν πρότασιν, καὶ οὐδὲν προσθέσας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν (διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Σμολένσκη) ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπαινον μόνον ἔδει ν’ ἀπονείμῃ εἰς τὸν λοχίαν, καὶ τοῦτον ἀπένειμε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 97,586 καὶ 119,247 τῆς 23 Νοεμβρίου 1897 διαταγῆς του...» Ἄς σταματήσωμεν ἐδῶ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους, ὅτι ἁρμόδιος νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ κάμῃ τὴν πρέπουσαν ὑπὲρ τοῦ λοχίου Ζούπα πρότασιν δὲν ἦτο ὁ μοίραρχος Τρικκάλων, τὴν ἀποσιώπησιν τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τὸ σημείωμα. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ ἀρχηγὸς, καὶ ἀπορίας ἄξιον εἶναι, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ τότε τοιούτου, διευθῦνον εἰς αὐτὸν ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν. Ὁ μοίραρχος Τρικκάλων, κατὰ τὸ σημείωμα, εἶπεν ἐν τῇ ἀναφορᾷ του, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν συμμορίαν ἐκείνην δὲν ἦσαν ἐπικεκηρυγμένοι, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν, ἔκρινε καλὸν νὰ μὴ ἀμείψῃ τὸν ἐν λόγῳ λοχίαν. Ἀλλὰ πῶς γίνεται ἡ ἐπικήρυξις ἑνὸς λῃστοῦ; Καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, γίνεται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου κατόπιν παραστάσεων Νομάρχου, Εἰσαγγελέως καὶ Στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ὅτι οἱ φυγοδικοῦντες κατέστησαν διὰ τῶν πράξεών των ἄξιοι ἐπικηρύξεως. Τοιαῦται ὅμως παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἀρχῶν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος λήσταρχος Μπουκοδῆμος καί τινες ἄλλοι ἦσαν λῃσταί. Καὶ ἐνῷ τοῦτο ἐγένετο, δικαιοῦται, νομίζετε, τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβάλλῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος, ἂν κατὰ τύπους ἦναι ἀληθὴς, κατ’ οὐσίαν πίπτει; Διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν τοὺς ἐπεκήρυξε, προκαλοῦσα ἀμέσως μετὰ τὰς παραστάσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ Β. Διατάγματος, ἀδικαιολογήτως παραμελήσασα τὸ καθῆκόν της, αὐτοὶ δὲν ἀπαλλάσσονται τοῦ χαρακτηρισμοῦ των ὡς λῃστῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικυροῦσιν αὐταὶ αὗται αἱ ἀποφάσεις τῶν Κακουργιοδικείων, αἱ ἐπιβαλοῦσαι εἰς αὐτοὺς ποινὰς ἀναλόγους πρὸς τὰς κατηγορίας των, αἱ ὁποῖαι ὡς βάσιν εἶχον τὴν διάπραξιν λῃστρικῶν πράξεων. Διατὶ ταῦτα πάντα δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου; Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν (ἀναγινώσκει): «Ἐν τούτοις— λέγει τὸ σημείωμα—ὁ Ὑπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως γνωματεύσῃ τοῦτο περὶ τοῦ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὴν τοῦ λοχίου Ζούπα,—προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τοῦτο—ἀλλ’ ἐπίσημος ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπάρχει· ἐξωδίκως μόνον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπερρίφθη.» Καὶ τοῦτο μὲ ἀναγκάζει, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐρωτήσω: Μήπως τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκλάπησαν; Μήπως ταῦτα ἐδανείσθησαν εἰς ἐπικράτειάν τινα ἄλλην πρὸς διδασκαλίαν τῆς τέχνης τοῦ κυβερνᾷν, καὶ ἡ ἐπικράτεια ἐκείνη δὲν ἐπεράτωσεν ἀκόμη τὴν μελέτην της, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὰ ἐπιστρέφει; Ἂς εὐαρεστηθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, τί ἀπεφάνθη τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι μετὰ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας θὰ ἔχῃ τὴν ἀπάντησιν. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι, ἀληθῶς, περίεργα καὶ—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω καθαρὰ—παιδαριώδη καὶ ἀνάξια Ὑπουργικῶν γραφείων. Καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ σημείωμα (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν, ἐκδικασθείσης τῆς ὑποθέσεως τῶν κατὰ τὴν συμπλοκὴν συλληφθέντων τότε, καὶ ἀποδειχθείσης τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς τοῦ λοχίου Ζούπα κατὰ τὴν διαδικασίαν, οἱ ἔνορκοι ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑπὸ χρονολογίαν 9 Ὀκτωβρίου 1899 ἀναφοράν, ἐν ᾗ συνιστῶσι νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀνθυπασπιστὴν ὁ λοχίας Ζούπας, ἀποδειχθέντος κατὰ τὴν διαδικασίαν, ὅτι οὗτος ἠνδραγάθησε. Συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὅλης ὑποθέσεως τὸ Ὑπουργεῖον» — διευθυνόμενον, ὡς ἐννοεῖτε, ἀπὸ τὸν νῦν Ὑπουργὸν κύριον Τσαμαδὸν — «ἁρμόδιον νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀπονεμηθησομένην ἀμοιβὴν, ἐπροβίβασε τοῦτον εἰς ἐπιλοχίαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 96463 τῆς 10 Μαρτίου 1900 διαταγῆς του.» Ἐδῶ, Κύριοι, τελειώνει τὸ σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ κ. Ὑπουργὸς κατόπιν τῆς ἀπευθυνθείσης αὐτῷ προχθὲς παρακλήσεώς μου· κατόπιν δὲ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ εἰς ἐπήκοον πάντων ὑμῶν, δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐρωτήσεις τινὰς, αἱ ἀπαντήσεις ἐπὶ τῷ ὁποίων θέλουσιν ἐπιχύσει πολὺ φῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐφ’ ὅσον μόνον χρόνον τοῦτο διευθύνεται ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸ σημείωμα, ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀπονεμηθησομένην ἀμοιβὴν εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος λοχίαν εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ ὥρισεν αὐτὴν, προαγαγὼν τὸν λοχίαν Ζούπαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου. Τοῦτο πῶς συμβιβάζεται μὲ τοὺς νόμους περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας καὶ περὶ συστάσεως Σχολείου ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεριφράστως καὶ στρατιωτικώτατα λέγουσιν, ὅτι διαπρέποντες εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας λοχίαι προβιβάζονται οὐχὶ εἰς ἐπιλοχίας, ἀλλ’ εἰς ἀνθυπασπιστάς; Ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσῃ πρᾶξιν τινὰ, καὶ νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ πρέπουσαν ἀμοιβήν· ἀλλὰ τοῦτο ἐφ’ ὅσον ἡ ὀφειλομένη ἀμοιβὴ δὲν ὁρίζεται ὑπὸ νόμου. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν νόμους, καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ὡρισμένως λέγωσιν, ὅτι ὁ φονεύων λῃστὴν, ἢ ὁ συλλαμβάνων τοιοῦτον λοχίας προβιβάζεται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τίς πλέον δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ προαγωγὴ ἑνὸς λοχίου, τόσον διαπρέψαντος, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὐχὶ δικαίωμα ἀπορρέον ἐκ τῆς διακριτικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἢ ὑποχρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐξετάσωμεν τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας προήγαγε τὸν λοχίαν αὐτὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς προήγαγεν αὐτὸν εἰς ἐπιλοχίαν; Βεβαίως διότι ἐπείσθη, ὅτι ὅσα ὑπὲρ αὐτοῦ ἐλέγοντο ἐν τῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀναφορᾷ τῶν ἐνόρκων, βεβαιωθέντων ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας περὶ τῆς ἀνδραγαθίας τοῦ λοχίου κατὰ τὴν συμπλοκὴν πρὸς τὴν συμμορίαν, μέλη τινὰ τῆς ὁποίας ἐδικάσθησαν ἐνώπιον αὐτῶν καὶ κατεδικάσθησαν, ἦσαν ἀληθῆ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, κατὰ τὸ σημείωμα, ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, προκαλέσας τὴν γνώμην αὐτοῦ. Κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ σημείωμα, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἀπεφάνθη ἐπισήμως. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὑπέμνησε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τοὺς συναδέλφους του, ὅπως λάβῃ καὶ τὴν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του γνώμην αὐτῶν, ἀλλὰ προέβη εἰς τὴν εἰς ἐπιλοχίαν προαγωγὴν τοῦ λοχίου ἐκείνου, ἥτις πιθανὸν νὰ μὴ ᾖ σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην, ἥν ἴσως μετ’ ὀλίγον θ’ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Ἐκ τούτων πάντων, κύριοι Βουλευταὶ, πείθομαι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἐμελετήθη ὅσον ἔπρεπε, καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὴν μελετήσῃ μόνος του, βέβαιος ὤν, ὅτι τοῦτο πράττων ὁ κύριος Ὑπουργὸς θέλει ἀναγνωρίσει τὸ προσγενόμενον εἰς τὸν ὑπαξιωματικὸν τοῦτον ἀδίκημα, καὶ θέλει ἐπανορθώσει τὸ ἀδίκημα τοῦτο, ὄχι μόνον χάριν τοῦ Ζούπα, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως ἠδικήθη, ἀλλὰ χάριν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἰσχύουσι, πρέπει νὰ σεβώμεθα, καὶ τοὺς ὁποίους, ἂν τοὺς θεωρῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ, ὡς εἶπον πολλάκις, φρονῶ — κακοὺς, ὑπερβολικοὺς ἢ ἐπιβλαβεῖς, δύναται καὶ ὑποχρεοῦται, οὐχὶ νὰ τοὺς παραβαίνῃ, ἀλλὰ νὰ τοὺς μεταρρυθμίσῃ διὰ νόμου ἄλλου, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ζητῶν τὴν ψῆφον αὐτῆς. Εἶπον καὶ ἐγὼ πολλάκις, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο τῶν νόμων ἔχει ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἐκπληρούντων ἁπλῶς τὸ καθῆκόν των εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς πάντα νὰ ἐννοῇ, ὅτι ὁ στρατὸς δέχεται ἐν ἑαυτῷ καὶ μὴ ἐκπληροῦντας αὐτό· ὁ νόμος αὐτὸς ὅμως ὑφίσταται, καὶ πολλάκις μέχρι τοῦδε ἡ τοιαύτη διάταξις ἐφηρμόσθη· καὶ ἐνῷ ἐφηρμόσθη, προαχθέντων εἰς ἀνθυπασπιστὰς πολλῶν λοχιῶν ὀλιγώτερον κατὰ πολὺ τοῦ Ζούπα διαπρεψάντων, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ προκειμένου καὶ περὶ τούτου, τὴν αὐταπάρνησιν τοῦ ὁποίου καὶ τὸν κίνδυνον ὁμολογοῦσιν οὐχὶ μόνον οἱ προϊστάμενοι αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτισαν τὴν γνώμην τῶν ἐκ τῶν πρὸ αὐτῶν ἐκτυλιχθέντων, τὰ ὁποῖα ἄδολον ἐξήγαγον τὴν γνώμην, ὅτι ὁ τότε λοχίας Ζούπας εἶναι ἄξιος τῆς συνήθους καὶ οὐχὶ περικεκομμένης ἀμοιβῆς.

§20Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μέχρι σήμερον δὲν σᾶς ἀπησχόλησα δι’ ἀγορεύσεων· τοὐναντίον πάντοτε προσεῖχον καὶ ἠκροώμην τὰς ἀγορεύσεις ὑμῶν δίκην μαθητοῦ· ἀλλ’ ἤδη ἐπέστη ἡ ὥρα, ὅπως χάριν τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπαρχίας μου ἀπασχολήσω ὑμᾶς, οὐχὶ βεβαίως διὰ πολλὴν ὥραν, ἀλλ’ ἐπὶ μικρὸν, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκροασθῆτε μετ’ εὐμενοῦς προσοχῆς. Ὅπως ὑμεῖς μετά τινας ἡμέρας, βεβαίως καὶ ἐγὼ μετ’ ὀλίγον θ’ ἀναγκασθῶ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἐκεῖ δὲ, εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου, θὰ ἐρωτηθῶ παρ’ αὐτῶν, τί ἔπραξα ἐπὶ δύο ἔτη, ποίας παροχὰς καὶ ποίαν συνδρομὴν, ἀπέναντι τῶν μεθ’ ἱδρῶτος εἰς τὸ Κράτος καταβαλλομένων φόρων των, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἔργων προσέφερεν εἰς τὴν πτωχὴν καὶ πάντων ἐστερημένην ἐπαρχίαν των, καὶ θὰ μείνω ἀναπολόγητος, ὄχι διότι ἔτυχε νὰ ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, — διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς πολλοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσέφερε τὰ δῶρά της, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος σύντροφός μου κ. Καραγιάννης, καίτοι ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τῆς προχθὲς, οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας μας. Ἡ ἐπαρχία Βάλτου, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885 πληρώνει 200,000–250,000 δραχ. κατ’ ἔτος· ἤτοι: ἐκ τοῦ ὑποτελωνείου τοῦ Κραβασαρᾶ ἐσοδεύει τὸ Δημόσιον δραχ. 100,000, ἐκ τοῦ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν 30,000 ἕως 40,000, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, κατὰ τὸ πρότερον σύστημα, πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν· ἐπίσης ἐκ τοῦ φόρου διὰ τὸν καπνόν, ἐκ τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἐκ σωρείας ἄλλων φόρων ἄλλας τινὰς δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν, οὕτω δὲ τὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἰσφέρει ἡ ἐπαρχία Βάλτου, ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς 250,000 ὡς ἔγγιστα δραχμάς. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι δὲν ὀφείλονται παρ’ αὐτῆς παρὰ ὀλίγιστα. Ἐν τούτοις, ἐὰν προσθέσητε τὰς κατ’ ἔτος εἰσπράξεις, θὰ εὕρητε, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 15 αὐτῶν ἐτῶν ἔδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον 3,000,000 δραχμὰς καὶ πλέον, χωρὶς οὔτε διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, οὔτε διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, οὔτε διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας νὰ δοθῇ κυβερνητική τις συνδρομή. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι, παρὰ τὸ ἄθροισμα τῶν ἱδρώτων τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅπως αἱ ἐπαρχίαι μεθ’ ὅλης τῆς προθυμίας καὶ ἀγογγύστως προσφέρουσι τοὺς φόρους των, δὲν πρέπει τάχα νὰ ἔχωσι καὶ αὐταὶ τὴν ἀνάλογον συνδρομὴν παρ’ αὐτοῦ; Διατί, Κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν φόρων καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν, νὰ βλέπωσι τὸ κάτοπτρον αὐτὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν καλὴν ὄψιν, ὅταν δὲ πρόκηται διὰ τὰς δαπάνας, νὰ τὸ στρέφωσιν ἀντιθέτως; Τὸ ὀνομάζετε τοῦτο μητρικὴν πρόνοιαν; Ἐπὶ 15 ἔτη οὐδὲν ἐν Βάλτῳ σχολεῖον ἐγένετο, μολονότι εἰς τὸ Κράτος περὶ τὰ 150 μονοτάξια, διτάξια καὶ τριτάξια σχολεῖα ἐκτίσθησαν, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἐπισκευὴ ἔλαβε χώραν εἰς οὐδὲν δημοτικὸν σχολεῖον τῆς ἐπαρχίας μου. Καὶ ὅμως, ἂν ἐρευνήσητε, θὰ εὕρητε, ὅτι ἀπὸ τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς εἰσπράττονται δι’ ἐκπαιδευτικὰ τέλη περὶ τὰς 2,000 ἕως 3,000 δραχμαὶ ἐξ ἑκάστου. Ἐὰν ὁ νόμος ὥριζεν, ὅτι ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ πρέπει νὰ ἐξοδεύηται ὅ,τι ἐσοδεύεται ἐξ αὐτῆς δι’ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, βεβαίως ἡ ἐπαρχία Βάλτου θὰ εἶχεν ἀνεγείρει ἀπὸ τοῦ 1893 ἔτους 8 ἕως 10 σχολεῖα. Ταῦτα λέγω ἤδη, καὶ δὲν τὰ εἶπον πρότερον, ἵνα ὦσι νωπὰ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ διαλείμματι τὸ μέχρι τῆς ἐπιστροφῆς τῆς Βουλῆς πολλὰ δύναται νὰ διορθώσῃ, ἂν στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς της καὶ πρὸς τὸν Βάλτον, ὅστις τόσον ἐτίμησε τὸν πραγματικὸν ἀρχηγόν της ἀείμνηστον Τρικούπην κατὰ τὸ 1896, καὶ ἄλλα δύναται νὰ περιλάβῃ εἰς τὰ νομοσχέδιά της κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον. Καὶ πρῶτον ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Κατὰ τὸ 1865, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσῆλθον εἰκοσιοκταετὴς εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὸν Βάλτον ὑπῆρχον 4 δημοτικὰ σχολεῖα· κατὰ τὸ 1867 ἔτος, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὄντος τοῦ μακαρίτου Χ. Χριστοπούλου, ἐγένοντο 8, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔβλεπε μακρότερον τῶν μεταγενεστέρων Ὑπουργῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ κατενόει, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου ὑπῆρχον ἀκόμη ἄγρια τὰ ἤθη, καὶ ἡ φυγοδικία ἐβασίλευε, πᾶσα Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ συνιστᾷ δημοτικὰ σχολεῖα, διὰ νὰ ἐξημερώνῃ τὸν λαόν· κατὰ τὸ 1882, ὅτε ἐπανῆλθον πάλιν εἰς τὴν Βουλήν, ὡς Βουλευτὴς φίλος τοῦ Τρικούπη, ὁ ἀείμνηστος Λομβάρδος ηὔξησε τὰ σχολεῖα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου εἰς 12. Ἔκτοτε, ἀντὶ προόδου, ὅτε πρὸ διετίας ἐπανῆλθον πάλιν εἰς τὴν Βουλήν, εὗρον εἰς τὸν Βάλτον ἓν ἑλληνικὸν σχολεῖον, ἓν δημοτικὸν διτάξιον, καὶ ἓν ἕτερον θηλέων, εἰς δὲ τὰ 30 λοιπὰ χωρία τοῦ Βάλτου δὲν ὑπῆρχον ἢ τρία μόνον δημοτικὰ σχολεῖα, τὸ ὅλον 5 καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν. Καὶ ὅμως ἡ ἐπαρχία Βάλτου ἐπλήρωνε τακτικῶς ἀπὸ τοῦ 1893 τὰ ἐκπαιδευτικά της τέλη. Πολλάκις παρουσιάσθην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ διότι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων δημοδιδασκάλων ὁ εἷς, ὁ τοῦ χωρίου Πατιοπούλου, συγκειμένου ἐκ 300 οἰκογενειῶν, ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν, χάριν τῶν ἐκλογῶν, αὐτοβούλως, καὶ οὐδέποτε ἐπανῆλθεν, ὁ δὲ ἕτερος, ὁ τῆς Λεπενοῦς, χωρίου ἐκ 250 οἰκογενειῶν, ἐπειδὴ ἦλθεν εἰς λόγους πρός τινα κάτοικον τοῦ χωρίου, ἔφυγεν ἐπίσης, χωρὶς ν’ ἀντικατασταθῇ. Ἀμφότεροι δὲ οἱ δημοδιδάσκαλοι οὗτοι, ἀντὶ νὰ τιμωρηθῶσι, διωρίσθησαν εἰς τὰ χωρία, ὅπου ἤθελον, ἐνῷ αἱ δύο κωμοπόλεις Πατιόπουλον καὶ Λεπενοῦ, πρωτεύουσαι δήμων, ἔμειναν ἄνευ δημοδιδασκάλου, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Στάη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1900, κατωρθώθη νὰ εὑρεθῶσιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ διορισθῶσι 4 δημοδιδάσκαλοι· ὥστε τὸ ὅλον ἤδη ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου ἑπτὰ δημοδιδάσκαλοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόοδος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Βάλτῳ, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει καὶ τὴν ἐν γένει πρόοδον, διότι, ὅταν τοιαύτη ἦναι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, βεβαίως ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν προοδεύει, ἀλλ’ ὀπισθοδρομεῖ ἐν πολιτισμῷ. Ἕν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῆς ἐπαρχίας Βάλτου εἶναι καὶ τὸ τῆς Δουνίστης, ἡ ὁποία ἦτο πρωτεύουσα τοῦ δήμου Ἰδομένης ἕως προχθές, ἐπὶ 50 ἔτη, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς ἔτους μετεφέρθη εἰς τὸ χωρίον Χαλκιόπουλον, ἄλλοτε πρωτεύουσαν τοῦ δήμου. Τὸ σχολεῖον τοῦτο, ἱδρυμένον ἀνέκαθεν, ἐξηκολούθει νὰ μένῃ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου τοῦ 1897 καὶ ἐντεῦθεν ἄνευ διδασκάλου. Ἐπανειλημμένως ἐζήτησα ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς κ. κ. Εὐταξίαν καὶ Στάην νὰ ἀποστείλωσι δημοδιδάσκαλον, ἀλλ’ οἱ δημοδιδάσκαλοι παρ’ ἡμῖν κάμνουν ὅ,τι θέλουν, διότι ὑπάρχει κακὴ θέλησις παρ’ αὐτοῖς, καί, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται νὰ μένουν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰ χωρία των, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πειθαρχίαν, διότι ἕκαστος προτιμᾷ τὸ χωρίον του, ἢ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ὅπου εὑρίσκει περισσοτέρας διασκεδάσεις. Ἐστάθη ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ διδάσκαλος διὰ τὴν Δούνισταν, ὅτε ἐκ τοῦ ἰδίου χωρίου εἷς γραμματιστὴς ἐπέτυχεν εἰς τὰς ἐξετάσεις, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο ἐπί τινα χρόνον νὰ ἐκτελῇ καθήκοντα δημοδιδασκάλου· ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ γραμματιστοῦ διωρίσθη εἷς γραμματοδιδάσκαλος, ὁ δὲ γραμματιστὴς ἐστάλη εἰς μικρότερον χωρίον. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἰς τὴν δεινὴν κατ’ αὐτοῦ πάλην, τὴν πρό τινων ἡμερῶν, κατώρθωσε νὰ διαβῇ ἄτρωτος τὸν Ρουβίκωνα, δὲν φέρω κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου, καὶ ἀντικαταστήσῃ τὸν γραμματοδιδάσκαλον, τοῦ ὁποίου ὁ διορισμὸς δὲν ἦτο τόσῳ νόμιμος. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τῶν προσόδων, τὰς ὁποίας προσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἐπαρχία Βάλτου, ἔχει καθῆκον νὰ συντρέξῃ τὸν τόπον, ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Συνιστῶν δὲ ἰδιαιτέρως τοῦτο, ὁμολογῶ ἐπίσης, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι αἱ μεθόριοι ἔχουσι πρὸ παντὸς ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐκπαιδεύσεως. Εἰς τὰ μεγάλα κέντρα εὐκόλως εὑρίσκονται διδάσκαλοι καὶ καθηγηταί, διότι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτοῖς τοιοῦτοι εἰδικοὶ, καὶ ἂν δ’ ἔτι καταργηθῶσι δημόσια Γυμνάσια καὶ Σχολεῖα Ἑλληνικὰ, οἱ πολῖται ἔχουν τὰ μέσα, ἵνα συντηρῶσιν ἰδιωτικὰ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προστατεύσῃ τὸν Βάλτον, τὴν Καλαμπάκαν, τὰ Τζουμέρκα, τὴν Ἀκαρνανίαν κλπ., πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκπαίδευσις ἐκεῖ; Ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ὦσι τὰ ἤθη ἄγρια, καὶ νὰ δημιουργῶνται φυγόδικοι καὶ λησταί. Ἐὰν θέλητε νὰ σώσητε πράγματι τὴν Στερεὰν πρὸ παντὸς ἐκ τῆς φυγοδικίας, πρέπει σπουδαίως καὶ συντόνως νὰ ἐνισχύσητε τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰς μεθορίους ἐπαρχίας. Μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔρχομαι εἰς τὸ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Εἶχον τὴν τιμὴν πέρυσι νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ὅστις μετὰ μεγάλης ἁβρότητος μὲ ἤκουσε, καὶ παρεδέχθη ἐν γένει τὰς συστάσεις μου, ὡς πρὸς τὰ ληπτέα μέτρα χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὀκτὼ ἕως δέκα φυγόδικοι ἐπεκράτουν τῶν ἐπαρχιῶν Τζουμέρκων, Ἄρτης, Βάλτου, Ἀκαρνανίας. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει μέτρα τινὰ, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐξησφάλιζον τὴν τάξιν. Πρῶτος ὁ κ. Καραπάνος συχνὰ παρεπονεῖτο, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν του οἱ φυγόδικοι ἐπίεζον τοὺς κατοίκους καὶ ἐλαφυραγώγουν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα, ἅτινα τῷ ὑπέδειξα, ἀπέστειλε τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν ἀνακριτὴν, διώρισε δὲ καὶ διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος τὸν ταγματάρχην Οἰκονομόπουλον Δημήτριον, ἱκανὸν ἀξιωματικόν, καὶ κατωρθώθη μετ’ οὐ πολὺ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔδωκε τότε μεγάλην συνδρομὴν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλ’ ἔμειναν ἀκόμη ἐκεῖ τρεῖς ἢ τέσσαρες ταραξίαι· ἐφ’ ὅσον δ’ οὗτοι μένουσι, χρησιμεύουσι πάντοτε εἰς τὸ νὰ συγκεντρῶνται περὶ αὐτοὺς τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Ἔπρεπε λοιπόν, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐξακολουθήσουν ἐφαρμοζόμενα αὐστηρῶς, μέχρις οὗ ἐξαλειφθῇ τελείως τὸ κακόν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα πάντα καλῶς ὁπωσδήποτε ἐγένοντο,— δι’ ὃ καὶ ὀφείλω εὐχαριστίας εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, —ταυτοχρόνως ἔλαβε χώραν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου στυγερὸν ἔγκλημα ἀπὸ αὐτὴν δυστυχῶς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἐξασφάλισις τῆς τάξεως. Εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος εἰς τὸν δῆμον Θυάμου, ἐγνώρισε κόρην τινὰ τοῦ Βάτλου εὐειδῆ, ἀνήκουσαν ὡς ψυχοκόρην εἰς μίαν τῶν πρώτων καὶ ἐντιμοτέρων οἰκογενειῶν τοῦ δήμου. Ἡ γνωριμία αὕτη ἀπέβη ὀδυνηρὰ διὰ τὴν νέαν, διότι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος, κακῶς ἐφαρμόζων τὸν πέρυσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον περὶ φυγοδίκων, σκοπίμως συμπεριέλαβε καὶ τὴν νέαν ταύτην μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον στενὴν συγγένειαν πρὸς τοὺς φυγοδίκους, καὶ διέταξε τὴν μεταφορὰν αὐτῆς εἴς τινα οἰκίαν, ὁπόθεν ἐξαχθεῖσα αὕτη ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, βιαίως ἀπώλεσε τὴν τιμήν της. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ἐγένετο μήνυσις κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις ὑπὸ ἀνακριτοῦ, ἐξ ὧν ἀπεδείχθη ἡ φθορὰ τῆς τιμῆς τῆς νέας. Ταυτοχρόνως ὅμως, καὶ ἐνῷ ἐξηκολούθει ἔτι ἡ ἀνάκρισις, διορίζεται ἀστυνόμος Κραβασαρᾶ, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν συμβαινόντων, ὁ ἀδελφὸς τοῦ κατηγορουμένου ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἐπιδράσῃ εἰς τὰς ἀνακρίσεις· συγχρόνως δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως καὶ οὗτος διατελῶν τῶν καθέκαστα τῆς εἰρημένης πράξεως, διώριζεν εἰρηνοδίκην ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπαρχίας τὸν ἕτερον ἀδελφὸν τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλὰ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, τὰ στοιχεῖα τῆς περατωθείσης ἀνακρίσεως ἦσαν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς τοῦ κατηγορουμένου ἀξιωματικοῦ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἐν τούτοις ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὑπακούσας, φαίνεται, εἰς διαταγὰς Βουλευτῶν ἐνδιαφερομένων, προέτεινε τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου ἀξιωματικοῦ· καὶ πράγματι ἀπηλλάγη προσωρινῶς ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐτοποθετήθη ἀντικρὺ τοῦ Βάλτου, διὰ νὰ ἀσκῇ τὴν ἐπιρροήν του. Πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Μεσολογγίου τὴν δικογραφίαν τῆς ἐναντίον τοῦ εἰρημένου ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Εὐαγγέλου Κωτούλα κατηγορίας. Καὶ θ’ ἀπέλθῃ μὲν μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εὐθύτητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι, ὅταν ἀναγνώσῃ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, θὰ πεισθῇ ἐντελῶς περὶ τῆς πράξεως τοῦ κατηγορουμένου ἀξιωματικοῦ, καὶ θὰ διατάξῃ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Πρὸ 15 ἢ 20 ἡμερῶν, διαταγῇ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, οἱ λόχοι τοῦ Ἀγρινίου καὶ Κραβασαρᾶ συνεκεντρώθησαν εἰς Ἄρταν. Τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, δυνάμει τῶν νόμων ΩΛΗʹ τοῦ 1880 καὶ ᾼΛΖ’ τοῦ 1882, ἐθεωρήθησαν ὡς τάγματα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐτοποθετοῦντο κατὰ λόχους εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν, ἵνα ἐπιβλέπουν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἑπομένως ἡ ἐν Ἄρτῃ συγκέντρωσις τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βάλτου καὶ Ἀγρινίου λόχων εἶναι βλαβερά. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ λόχος ἦτο εἰς Κραβασαρᾶν, μολονότι τὰ ¾ αὐτοῦ εὑρίσκοντο εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, οὐχ ἧττον οἱ ἀπομένοντες ὀλίγοι στρατιῶται ἦσαν ὁ φόβος τῶν λαθρεμπόρων· δυστυχῶς δὲ ὁ Κραβασαρᾶς ὑπῆρξε πάντοτε ἑστία τοῦ λαθρεμπορίου, οἱ δὲ 10 ἢ 15 ἀστυφύλακες τοῦ Κραβασαρᾶ δὲν δύνανται ν’ ἀποτρέψωσι τὸ λαθρεμπόριον. Ἔκτοτε, ἀφ’ ἧς οἱ στρατιῶται ἀνεχώρησαν, τὸ λαθρεμπόριον ἐξαπλοῦται, εἰς δὲ τὸ Ἀγρίνιον μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ λόχου καὶ φόνοι ἐγένοντο, καὶ ἐντὸς τοῦ Εἰρηνοδικείου εἰσῆλθον κακοποιὰ στοιχεῖα καὶ διήρπασαν καὶ ἔκαυσαν δικογραφίας. Οἱ ἀστυφύλακες μόνοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, οὐδ’ ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιβλητικότητα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ἐὰν δὲν συντρέχῃ καὶ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβάλληται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις πέμπτην ἤδη φορὰν εἶναι Ὑπουργὸς, βεβαίως κάλλιστα γνωρίζει ταῦτα, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο τὸ μέτρον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως νὰ τὸ καταργήσῃ ἀμέσως. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων ἀνήκουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἑπομένως ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὸ εἰρημένον μέτρον ἄνευ τῆς γνώσεως τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ 3ου τάγματος τῶν εὐζώνων ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄνευ ζημίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι οἱ λόχοι τοῦ Ἀγρινίου καὶ Βάλτου ἠδύναντο νὰ μετασταθμεύσωσι καθ’ ἑξαμηνίαν, συναλλασσόμενοι πρὸς τοὺς τῆς Ἄρτης, χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον. Ἀνέκαθεν εἰς τὸν νομόν Μεσολογγίου, ὅστις εἶναι πολυτάραχος, ὡς ὁ στρατιωτικώτερος νομὸς τοῦ Κράτους, καθὼς καὶ εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης, ὑπῆρχον δύο τάγματα εὐζώνων, τὸ ἓν εἰς Ἄρταν, ἔχον ἀποσπάσματα μέχρι Καλαρρυτῶν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν οὐ μόνον διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἐκτελεῖται, τὸ δ’ ἕτερον εἰς Κραβασαρᾶν ἢ Ἀγρίνιον. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὁσάκις ἤρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν, πρῶτον αὐτοῦ μέλημα εἶχε τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ χάριν αὐτῆς ἐκάλει τὸν ἔντιμον συνάδελφον Δουμπιώτην, καὶ τὸν ἔστελλεν εἰς τοὺς δύο νομοὺς Ἀκαρνανίας καὶ Ἄρτης. Πάντες δ’ ἐκεῖ γνωρίζουσι τὸν ἔντιμον συνάδελφον, καὶ ὀμνύουσιν εἰς τὸ ὄνομά του διὰ τὰ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας μέτρα αὐτοῦ καὶ τὴν ἀμερόληπτον διοίκησίν του. Ἔχω ἔτι νὰ προσθέσω τινὰ ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου σπουδαιοτάτου, τοῦ ζητήματος τῶν δασῶν. Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, σήμερον, ὅτε ἡ πριγκήπισσα Σοφία ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀναδασώσεως τῆς χώρας, καὶ οἱ παῖδες τῶν σχολείων φυτεύουσι δένδρα πέριξ τοῦ μνημείου τοῦ Φιλοπάππου καὶ ἀλλαχοῦ τῆς πρωτευούσης, εἶναι λυπηρὸν, εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους νὰ γίννηται ἀποψίλωσις τῶν ὀρέων διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν. Ἀπὸ τοῦ 1883, ὅτε ἤρχισεν ἡ ἀνθρακοποιΐα ἐν Βάλτῳ, ἐξάγονται ἐκεῖθεν, κατὰ μέσον ὅρον, κάρβουνα πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων κατ’ ἔτος, ἐκτὸς τῆς σπουδαίας ὑλοτομίας χάριν οἰκοδομῆς· μετὰ τινα δὲ καιρὸν δὲν θὰ μείνῃ οὔτε δενδράκι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου, διὰ νὰ σκιάζῃ τὸν διαβάτην. Εἰς τὸν νομὸν Εὐβοίας, ὅστις, ὡς πρὸς τὰ δάση, εἶναι ὁ πλουσιώτερος, οὐδέποτε ἐξήχθησαν κάρβουνα πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου ὀκάδων· φαντασθῆτε ὅθεν, ὁποία δυσαναλογία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο ἐπαρχιῶν. Σήμερον ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βάλτου Κραβασαρᾶν μέχρι γεφύρας Ποδογορᾶς, ἤτοι εἰς ἀπόστασιν τεσσάρων ὡρῶν, οὐδὲν ἄλλο γίνεται, παρὰ νὰ πίπτῃ ὁ πέλεκυς τῶν Βουλγαροφώνων ὑλοτόμων,—διότι οἱ ὑλοτόμοι οὗτοι δὲν εἶναι οὔτε κἄν ἐντόπιοι, εἶναι γκέκιδες καὶ Βουλγαρόφωνοι ἐκ Μακεδονίας, — οἵτινες ἔχουσι καὶ τὰς μεγαλειτέρας ὠφελείας, διότι αὐτοὶ λαμβάνουσι τὰ ⅔ τοῦ κέρδους, ἐνῷ τὸ Δημόσιον καὶ οἱ ἐργολάβοι λαμβάνουσι μόνον τὸ ⅓. Εἶναι εὐεργέτημα τοῦ τόπου νὰ δοθῇ διαταγὴ, ὅπως παύσῃ τὸ τσεκοῦρι καὶ ἡ βόσκησις ἐπὶ πενταετίαν, ἵνα ἀναφυῶσι τὰ δένδρα. Τὸ κατάφυτον ἄλλοτε καὶ ὑπερήφανον Μακρυνόρος, σήμερον ἐντελῶς ἀπεψιλώθη, καὶ στολίζεται μόνον μὲ κουμαρέας. Πρὶν ἢ τελειώσω τὸν λόγον, θεωρῶ καθῆκον νὰ εἴπω τινὰ καὶ περὶ κτιρίων δημοτικῶν σχολείων. Εἰς τὸν Βάλτον, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ἔχομεν κτίρια σχολείων, οὔτε μονοταξίων, οὔτε διταξίων, οὔτε τριταξίων, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἐγένετο ἐπισκευή τις, καὶ διὰ τοῦτο ταῦτα εἶναι ἀληθεῖς τρῶγλαι· τὰ πλειότερα σχολεῖα εἶναι γραμματοδιδασκαλεῖα, λειτουργοῦντα ἐντὸς τῶν ἐκκλησιῶν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἥκιστα ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των· οὐδεὶς αὐτῶν περιῆλθε τὴν ἐπαρχίαν, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχον τόσαι ἐπαισθηταὶ ἐλλείψεις. Διὰ τοῦτο ἤθελον εὐχηθῆ νὰ καταργηθῇ αὐτὸς ὁ θεσμὸς, ὅστις μόνον δαπάνας ἐπιφέρει, αἱ δὲ δι’ αὐτὸν δαπάναι νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἂς λάβῃ τέλος πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν σχολείων τοῦ Βάλτου, ὡς ἔλαβε διὰ τὰ Κύθηρα. Ἡ Βουλγαρία, Κύριοι, καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὡς πρὸς ἄλλα, προηγεῖται ἡμῶν, διότι οὐ μόνον πολλαπλᾶ σχολεῖα συνέστησεν, ἀλλὰ καὶ ὁδοὺς κατεσκεύασε καὶ σιδηροδρόμους, καὶ ἑκατὸν ἑκατομμύρια ἐδαπάνησε διὰ τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν αὐτῆς. Πρέπει ἡμεῖς, μετὰ 70 ἐτῶν ἐλεύθερον καὶ συνταγματικὸν βίον, νὰ ὦμεν κατώτεροι; Καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Τσιτσάρας, ὅστις ἀπέδειξε πολλάκις, ὅτι ἔχει μέλλον εἰς τὴν πολιτικὴν, ὡμίλησε περὶ τῆς λυπηρᾶς καταστάσεως τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του συγκοινωνίας ἕνεκα ἐλλείψεως ὁδῶν καὶ γεφυρῶν. Κατὰ τὸ 1883, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, κατεσκευάσθη μία γέφυρα ἐπὶ τοῦ Ἀχελώου, ἥτις συνέδεε τὸν Βάλτον μὲ τὸν δῆμον Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας, καὶ δι’ ἣν εἶχεν ὁρισθῆ δαπάνη 40–50 χιλιάδων δραχμῶν· ἀλλ’ ὁ μηχανικὸς τοῦ νομοῦ ἔκαμε τόσον κακὴν ἐκτίμησιν τοῦ πλάτους, ὥστε, ὅτε μετέβη ἕτερος μηχανικὸς, ἠναγκάσθη νέον συμπληρωματικὸν προϋπολογισμὸν νὰ φέρῃ, καὶ ἐξοδεύσῃ ἑτέρας 20 χιλιάδας δραχμάς· ἀλλὰ καὶ οὗτος κακῶς ὑπελόγισε τὸ ἀπαιτούμενον ὕψος τοῦ καταστρώματος τῆς γεφύρας καὶ τὴν σύστασιν τοῦ ἐδάφους διὰ τὴν θεμελίωσιν, διότι ἐπῆλθεν ἄγριος ὁ Ἀχελῷος, καὶ παρέσυρε τὸ κατάστρωμα τῆς γεφύρας καὶ μέρος τῶν ποδαρικῶν. Σήμερον δὲ πῶς, νομίζετε, διέρχονται τὸν ποταμόν; — ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας παρέλειψε νὰ τὸ ἀναφέρῃ· — ἔπηξαν δύο πασσάλους ἑκατέρωθεν τοῦ ποταμοῦ, τοὺς ὁποίους συνέδεσαν διὰ σχοινίου, καὶ δι’ ἑνὸς καλαθίου, κρεμαμένου καὶ συρομένου ἑκατέρωθεν, ἐκτελοῦσι τὴν συγκοινωνίαν ἄνωθεν τοῦ βαράθρου. Τὰ περὶ τῆς συγκοινωνίας Βάλτου εἶχον ἐκθέσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσῃ, καὶ γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ἔδωσε δὶς διαταγὰς εἰς τὸν νομομηχανικὸν νὰ μεταβῇ τὸ θέρος καὶ ὑποβάλῃ διάγραμμα καὶ προϋπολογισμὸν δαπάνης, ἀλλ’ ὁ μηχανικὸς οὗτος παρεθέριζεν ἐνταῦθα, καὶ ἀφέθη ἡ τύχη τῶν γεφυρῶν καὶ τῶν κατοίκων εἰς τὸν πανάγαθον Θεόν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε, πρὸς τιμωρίαν, καὶ τὸν μηχανικὸν αὐτὸν, καὶ ἄλλους τινὰς ὁμοίους, νὰ τοὺς ἀποστείλῃ νὰ διέλθωσι διὰ τῆς καλάθου τὸν Ἀχελῷον, ἵνα, ἐνθυμούμενοι τὸν τρόμον, ὃν ἤθελον ὑποστῆ, ἐπιμελῶνται κάλλιον τὰ δημόσια ἔργα. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ἔκρινα καθῆκον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ ἐνεργήσῃ συντόνως τὰ δέοντα πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων. Περαίνων δὲ τὸν λόγον, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Μεσολογγίου τὴν δικογραφίαν τῆς κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Εὐαγγέλου Κωτούλα κατηγορίας, καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται αὐτῷ.

§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλησα ἐν τῇ Βουλῇ περί τινος ὑποθέσεως, λαμβανούσης χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἰδίᾳ ἐν τῇ ταμειακῇ τούτου ὑπηρεσίᾳ. Τότε δὲ, ἐξηγῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, ἵνα λάβῃ τὸν κόπον καὶ ἀνακοινώσῃ αὐτὰ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγον, ὅτι ἐγὼ μὲν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως οὐδὲν ἐδυνάμην νὰ γνωρίζω, αἱ πράξεις ὅμως, ἃς ἀνέφερα, κατηγγέλθησαν εἰς ἐμὲ παρὰ προσώπου, εἰς ὃ ἐδυνάμην καὶ ὤφειλον νὰ ἔχω πᾶσαν ἐμπιστοσύνην. Εἶχον παραλείψει ὅμως τότε νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μου ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἐκ Πειραιῶς, προσελθόντες εἰς τὴν οἰκίαν μου, διεμαρτύροντο κατὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις ἐθεώρει αὐτοὺς ὡς παραβάντας τὸν νόμον, διότι δὲν ἔθηκαν δῆθεν χαρτόσημον ἐπὶ τῶν βιβλίων αὐτῶν, ἢ διότι δὲν ἔθηκαν δῆθεν τὸ ἀνάλογον χαρτόσημον, ἐνῷ αὐτοὶ, ὡς ἔλεγον, δὲν ἐθεώρουν ἑαυτοὺς ὑπαιτίους. Ἀλλ’ ἰδίᾳ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ τόσον εἶχον ἐξεγερθῆ οἱ φορολογούμενοι οὗτοι κατὰ τῆς τοιαύτης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεργείας, ὅπερ, χωρὶς ποσῶς νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῶν φορολογουμένων διὰ τῶν συνήθων εἰδοποιήσεων, προέβαινεν εἰς τὴν καταδίκην αὐτῶν καὶ εἰς τὴν διὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀπόρριψιν τῶν ἐφέσεων, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Τύπος δὲν ἀπηξίωσε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν δημοσιότητα· ἔγκριτον δὲ φύλλον τοῦ Πειραιῶς, ἡ «Σφαῖρα», ἥτις ἀκολουθεῖ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, φύλλον, ὅπερ ἰδιαζόντως διακρίνει τὸ ὕφος τὸ εὐπρεπὲς τοῦ λόγου καὶ ἡ ἀκρίβεια τῶν γραφομένων, προεκάλει ἰδίᾳ μάλιστα τοὺς Βουλευτὰς Ἀττικῆς, ὅπως φέρωσι περὶ τούτου τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ (ἀναγινώσκει): «Εἰς χιλιάδας ἀριθμοῦνται οἱ ἐν Ἀθήναις παραβάται δῆθεν τοῦ νόμου, καὶ εἰς ἑκατοντάδας ἀριθμοῦνται οἱ ἐν Πειραιεῖ, εἰς χιλιάδας δὲ καὶ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὥστε, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ δῆθεν παραβάται τοῦ περὶ ἐμπορικῶν βιβλίων νόμου ἀνέρχονται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἰς 10,000, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ πρόστιμον εἶναι μόνον 150 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ πληρώσωσιν οἱ πτωχοὶ ἐπιτηδευματίαι, χωρὶς λόγον καὶ χωρὶς αἰτίαν, περὶ τὸ 1½ ἑκατομμύριον δραχμῶν! Φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πρέπει νὰ μεριμνήσωσι, πρὸς ἀποφυγὴν μεγάλων ζημιῶν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς ἀπογυμνοῦνται διὰ τῶν παραλόγων προστίμων.» Ἀφ’ ἑνὸς μὲν, Κύριοι, ἄρα ἡ καταγγελία, ἣν ἀνεκοίνωσε πρὸς ἐμὲ ὁ συμπολίτης μου ἐκεῖνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ ἀθρόαι προσελεύσεις εἰς τὴν οἰκίαν μου πολλῶν τοιουτοτρόπως καταδικασθέντων κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἡ πρόκλησις, ἣν ὁ Τύπος ἀπηύθυνεν ἰδίᾳ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Ἀττικῆς, μὲ φέρουσι πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐχὶ τόσον, ἵνα καταγγείλω πράξεις, ἃς ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως βεβαίως δὲν ἐδυνάμην, οὔτε δύναμαι νὰ γνωρίζω, ὅσον ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι τὰ καταγγελλόμενα ὦσιν ἀληθῆ. Καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ἀμέσως, ἀρχόμενος καὶ τότε τοῦ λόγου, ἔλεγον, ὅτι δὲν ἀποτείνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μάλιστα, προσέθετον, καὶ οὐδόλως δύναται νὰ εὐθύνηται ἐπὶ ταῖς πράξεσι ταύταις, ἀλλὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἔλεγον τότε, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τούτοις, καὶ ἵνα ἐξηγήσω διατί παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ φάκελος, ὅστις καὶ προσεκομίσθη καὶ περιέχει στοιχεῖα πρὸς μελέτην τῆς ὑποθέσεως. Ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ ταῦτα, θέλω ἄρα ἀποφύγει νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ τῆς ὑποθέσεως, διότι δὲν ἐπιθυμῶ παντάπασι διὰ τῶν λόγων μου νὰ ἐπιδράσω ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τῆς εἰδικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσίας. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν μόνον νὰ ἀνακοινώσω, ἄνευ κρίσεων, τί προκύπτει ἐκ τοῦ φακέλου, ν’ ἀφήσω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μέλλοντα νὰ πληροφορηθῇ τὰ τῆς ὑποθέσεως παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν οἱ ὑπάλληλοι, περὶ ὧν πρόκειται, δύνανται νὰ διατελῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἂν εἶναι ἀνάγκη περαιτέρω ἐρεύνης ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τέλος πάντων ἀφίνω βεβαίως εἰς αὐτὸν (διότι ἐγὼ οὐδεμίαν δύναμαι νὰ ἔχω ἁρμοδιότητα) ἵνα κρίνῃ περὶ τῶν ἀποφάσεων, ἃς θέλει λάβει. Ἐπειδὴ δὲ δὲν σκοπῶ διὰ μακρῶν νὰ ἀγορεύσω περὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἵνα ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερος, παρακαλῶ νὰ καταβάλητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ σημειώματος τούτου, ὅπερ εἶναι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξηγμένον ἐκ τοῦ φακέλου (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἰωάννης Παναγᾶκος, ἀντιγράψας ἀνεξαιρέτως τὰ ὀνόματα τῶν ἐν ταῖς κυριωτέραις ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν ἐμπόρων καὶ ἐπιτηδευματιῶν, κατήγγειλε διὰ μὲν τῆς ἀπὸ 15 Σεπτεμβρίου 1898 αἰτήσεώς του 894 ἐκ τούτων, διὰ δὲ τῆς ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1898 ἑτέρας αἰτήσεώς του ἑξήκοντα, ὡς μὴ τηροῦντας τὰ ἐμπορικά των βιβλία σεσημασμένα, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Τὸ Ὑπουργεῖον, μὴ ἐπιθυμοῦν, ὅπως ἀνεξετάσῃ δι’ ἐπιθεωρήσεων τὴν ἐμπορικὴν ἀγορὰν Ἀθηνῶν, καὶ σκεπτόμενον νὰ προβῇ βαθμηδὸν εἰς ἐπιθεώρησιν, δὲν ἐνήργησεν ἀμέσως τὴν ἐπιθεώρησιν. Ὁ Ἰωάν. Παναγᾶκος τότε ἐπέδωκε τὴν ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου 1898 αἴτησιν θεραπείας, δι’ ἧς ἠξίου νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον αὐτῷ δραχμὰς τριακοσίας χιλιάδας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἰδοποίησε τοὺς ἐμπόρους, ὅτι θὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις, καὶ θὰ ἐλάμβανον καιρὸν νὰ σημάνωσι τὰ βιβλία των...»

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν;

§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀντιγράφας ἐκ τίνος;

§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγει τὸ σημείωμα· ἀλλ’ ὑποθέτω, ἀντιγράψας ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ὑπηρεσίας.

§26ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Εἶχε δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὁ Παναγᾶκος;

§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γινώσκω. Τώρα ἔχει ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἴσως εἶναι ἄγνωστον τὸ γενόμενον, ἐὰν τοῦτο ἀποτελῇ πρᾶξιν ἀξιόποινον, ἢ ἀξιόμεμπτον. Εἶναι κλητὴρ τῆς Βουλῆς. Ὥστε ἡ βάσις τῆς αἰτήσεως θεραπείας εἶναι ἡ οὕτω πως διατυπουμένη ἐν τῷ σημειώματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Μὴ ἀρκεσθεὶς δὲ εἰς τοῦτο, ἐζήτησε καὶ τὴν παρέμβασιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς»! (αἴσθησις). «Τὸ Ὑπουργεῖον τότε διέταξεν (ἐξακολουθεῖ τὸ σημείωμα) διὰ τῆς ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1898 διαταγῆς του τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Ἀρ. Παναγιωτίδην νὰ ἐνεργήσῃ ἐπιθεώρησιν· οὗτος δ’ ἤρξατο τῆς ἐπιθεωρήσεως ἀμέσως, καὶ ἐξηκολούθησεν αὐτὴν ἐφ’ ὅσον ἐπέτρεπε καὶ ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσία του καὶ ἠδύνατο ν’ ἀνεύρῃ τοὺς καταμηνυθέντας ἐμπόρους καὶ ἐπιτηδευματίας, συντάξας ἀρκετὰ πρωτόκολλα μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1899, ὁπότε ἐπῆλθεν ὁ νόμος ͵ΒΧΑΔʹ περὶ ἐπιθεωρήσεων τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ διέκοψε τὴν ὑπηρεσίαν του, ὡς τοποθετηθεὶς ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ βραδύτερον, ἀνατεθείσης αὐτῷ τῆς διευθύνσεως τοῦ τμήματος τῆς Στατιστικῆς, ἐξηκολούθησε τὴν ἐπιθεώρησιν, ἐνεργῶν ἀνεξαιρέτως τοιαύτην εἰς πάντα τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα...»

§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσους μῆνας εἰργάσθη ὁ ἐπιθεωρητής;

§29ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1898 μέχρις Αὐγούστου 1899, ὡς ἠκούσατε. (Ἐξακολουθεῖ): «Τὸ Ὑπουργεῖον, σκεπτόμενον, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀνακαλυπτομένων συνεπείᾳ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης παραβάσεων, ὡς ἐνεργουμένων γενικῶς τῶν ἐξελέγξεων ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ὄχι συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως τοῦ Ἰω. Παναγάκου, δὲν ἐδικαιοῦτο οὗτος εἰς τὴν ἀπολαυὴν ἀμοιβῆς, δὲν παρήγγειλε τὸν ταμίαν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἵνα συμπεριλάβῃ αὐτὸν εἰς τὰς ἐκδιδομένας ἀποφάσεις, ὡς δικαιούμενον εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου· ἕνεκα δὲ τούτου ἐκοινοποίησεν οὗτος νέαν αἴτησιν, ἀξιῶν, ἵνα περιλαμβάνηται ἐν αὐταῖς, ἥτις ὅμως δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε δεκτή.» Ἐνταῦθα λήγει ἡ ἀφήγησις τῆς ὑποθέσεως ἐκ τοῦ σημειώματος, καὶ ἕπεται πίναξ τῶν προσαγομένων ἐγγράφων. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ ἀκούσητε καὶ τὸν πίνακα, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶ ἐγὼ, εἰμὴ ὀλίγας λέξεις νὰ προσθέσω, διότι ἄλλως ὁ πίναξ τῶν προσκομιζομένων ἐγγράφων εἶναί τι χαρακτηριστικὸν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, καὶ δύναται σπουδαίως νὰ ὁδηγήσῃ τὴν ἔρευναν, ἣν θέλει ἐνεργήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «1) Φάκελος ὑπὸ στοιχεῖον Α, περιέχων τέσσαρας μηνύσεις τοῦ Ἰω. Παναγάκου, τὰς ὑπ’ ἀριθ. 87745, 90481 τῆς 19 Ὀκτωβρίου 1898 καὶ 126234 τῆς 9 Ἰανουαρίου 1899 διαταγὰς πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 97614 τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1898 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ τὴν ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου 1898 αἴτησιν θεραπείας τοῦ Ἰω. Παναγάκου. 2) Φάκελος ὑπὸ στοιχεῖον Β, μετὰ 40 διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν ταμίαν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεων κατὰ τῶν ἐμπόρων, καθ’ ὧν συνετάχθησαν ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρωτόκολλα. 3) Φάκελος ὑπὸ στοιχεῖον Γ, περιέχων τρεῖς ὀνομαστικοὺς πίνακας: αʹ) τῶν ἐμπόρων, καθ’ ὧν ἐπεβλήθησαν πρόστιμα, καὶ τῶν ἐμπόρων, οἵτινες ἀπηλλάγησαν τοῦ προστίμου δι’ ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· βʹ) τῶν ἐμπόρων, καθ’ ὧν δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις, διότι τὰ βιβλία αὐτῶν εὑρέθησαν σεσημασμένα· γʹ) τῶν ἐμπόρων, οἵτινες, καταδικασθέντες, ἐχρεώθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν εἰσπράξεων, καὶ ἐπλήρωσαν ἢ μὴ τὸ ἐπιβληθὲν αὐτοῖς πρόστιμον, μετὰ τῆς σημειώσεως, εἰς τίνα ἐκ τούτων ἀνεγνωρίσθη δικαιοῦχος ὁ Παναγᾶκος». Ὥστε ὁ Παναγᾶκος ἀνεγνωρίσθη δικαιοῦχος. Ὑπάρχει δὲ καὶ σημείωμα, εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται μέχρι τοῦδε ἡ ἐκκαθάρισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Παναγάκου. Ἀναβαίνει εἰς 3,141 δραχμὰς καὶ 10 λεπτά. Τὸ σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου ἐξακολουθεῖ οὕτω: «4) Φάκελος ὑπὸ στοιχεῖον Δ, περιέχων τὰ ἑξῆς, κοινοποιηθέντα εἰς τὸν ταμίαν τῶν ἐπαρχιακῶν ἐξόδων Ἀττικῆς, δικόγραφα ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν μηνυτὴν Ἰω. Παναγᾶκον πρόστιμα: αʹ) τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1783 τοῦ ἔτους 1900 ἐκχωρητήριον συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Κ. Κυριαζῆ, δι’ οὗ ὁ Ἰω. Παναγᾶκος ἐξεχώρησε πρὸς τὸν Εὐάγγελον Παπαχρηστόπουλον, δικηγόρον ἐν Ἀθήναις, τὰ ⅔ ἐκ τῶν προσδοκωμένων δικαιωμάτων του ἐκ τῶν ἐπιβληθησομένων εἰς τοὺς ἐμπόρους προστίμων, ἤτοι δραχμὰς 20,000.» Ὁ Ἰω. Παναγᾶκος, ὡς παρατηρεῖτε ἐκ τοῦ σημειώματος, ἐκχωρεῖ εἰς τὸν Εὐάγγελον Παπαχρηστόπουλον, δικηγόρον ἐν Ἀθήναις, ἀδελφὸν δὲ τοῦ ἐν τῷ ταμειακῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐργαζομένου Παπαχρηστοπούλου, τὰ ⅔ τῶν τοιούτων δικαιωμάτων αὐτοῦ, δηλ. πολὺ περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελε λάβει ὁ Παναγᾶκος. Καὶ τὸ σημείωμα ἐξακολουθεῖ: «βʹ) τὸ ἀπὸ 9 Ἰουνίου 1900 κατασχετήριον τοῦ Ἰωάννου Κυπρίου»,—ἑτέρου, σημειώσατε καλῶς, ὑπαλλήλου ἐν τῷ ταμειακῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, γαμβροῦ ἐπὶ θυγατρὶ τοῦ Ἰω. Παναγάκου, — «καὶ τὴν σχετικὴν ἀγωγήν, δι’ οὗ, ἔχων οὗτος λαμβάνειν διὰ συναλλαγματικῆς δραχ. 9000, κατέσχεν εἰς χεῖρας τοῦ ταμίου τῶν ἐπαρχιακῶν πληρωμῶν ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν Ἰω. Παναγᾶκον προστίμων τῶν ἐμπόρων δραχμὰς χιλίας ὀκτακοσίας ὀγδοήκοντα πέντε καὶ λεπ. 80· καὶ γʹ) τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1782 ἐκχωρητήριον συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Κ. Κυριαζῆ, δι’ οὗ ὁ Ἰωάν. Παναγᾶκος ἐξεχώρησε πρὸς τὸν Ἰω. Κύπριον δρ. 942 καὶ λεπ. 90, ἃς ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν ἐκ προστίμων τῶν ἐμπόρων ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν ἐπαρχιακῶν πληρωμῶν Ἀττικῆς, καὶ παρῃτήθη ὁ Κύπριος τοῦ κοινοποιηθέντος κατασχετηρίου. 5) Φάκελος ὑπὸ στοιχεῖον Ε, περιέχων τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2276 τῆς 9 Ἰανουαρίου 1897 ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ἐκοινοποιήθη πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ὅτι ὁ Ἰωάννης Παναγᾶκος ἀπεβλήθη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κλητῆρος τοῦ Ὑπουργείου δι’ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου ὑπηρέτου πρᾶξιν.— Ὁ ἐκδοχεὺς τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου Εὐάγγελος Παπαχρηστόπουλος διατελεῖ δικηγόρος ἐν Ἀθήναις, καὶ ἔχει ἀδελφὸν τὸν ἐν τῷ ταμειακῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διωρισμένον ὑπουργικὸν γραμματέα βʹ τάξεως Ἀθανάσιον Παπαχρηστόπουλον, ὁ δὲ ἐπιβαλὼν κατάσχεσιν Ἰωάννης Κύπριος διατελεῖ ταμιακὸς λογιστὴς ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι, καὶ τυγχάνει γαμβρὸς ἐπὶ θυγατρὶ τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου.— Ἡ αἴτησις θεραπείας τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου δὲν ἐθεωρήθη ἀξία σπουδαιότητος; 1) διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἀμέσως διέταξε τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ δὲν ἠδύνατο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη ἐπὶ χιλίων περίπου ἐμπορικῶν καταστημάτων, τῶν ὁποίων, αἱ διευθύνσεις κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεγράφοντο ἐν ταῖς μηνύσεσιν ἐσφαλμένως· 2) διότι ἡ ἐπιθεώρησις δὲν ἤθελε περιορισθῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἂν κατ’ αὐτὴν ὑπῆρχον τὰ ἐμπορικὰ βιβλία σεσημασμένα, ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸ αὐτῆς, μετὰ τὸν νόμον ͵ΒΡΙΒʹ τοῦ 1892, ἐτηροῦντο ταῦτα: 3) διότι ὁ Ι. Παναγάκος ἠδύνατο νὰ δικαιωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου, μόνον ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἀποδοθῆ αὐτῷ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἢ τοῦ ταμίου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἂν αἱ ἀποφάσεις τούτου ἀπέμενον ὁριστικαὶ, καὶ 4) διότι ἡ ἐπιθεώρησις εἶναι μέτρον διοικητικὸν, ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ ὁποίου δὲν δύνανται νὰ πηγάσωσιν ἰδιωτικὰ συμφέροντα.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκθεσις, ἢ τὸ σημείωμα, ὅπερ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ μετὰ τοῦ σχετικοῦ φακέλου. Χωρὶς νὰ φέρω κρίσεις περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1900 ἔτους πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ἥτις λέγει: «... πολλοὶ δὲ τῶν καταγγελθέντων κατεδικάσθησαν, καὶ πληρώσαντες τὰ ἐπιβληθέντα πρόστιμα, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὰ ἡμίση, καθὸ μηνυτὴς κλπ.» Ἐπακολουθεῖ ἐν τῷ φακέλῳ ὑπὸ στοιχ. Α ἔγγραφον ἐπισημειωτικὸν τοῦ τμηματάρχου τοῦ ταμειακοῦ τμήματος, τῆς 15 Ἰουλίου 1900 ἔτους, ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπ’ ἀριθ. 64289, πρὸς τὴν Γενικὴν Ἐπιθεώρησιν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, ἵνα, ὁσάκις ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς «ἐνεργεῖ ἐπιθεώρησιν τῶν βιβλίων ἐμπόρων συνεπείᾳ μηνύσεως τοῦ Ἰω. Παναγάκου, μνημονεύῃ τούτου εἰς τὰ συντασσόμενα πρωτόκολλα, πρὸς ὁδηγίαν τοῦ ἐκδώσοντος τὰς ἀποφάσεις ταμίου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου.» Τώρα, πῶς φρονοῦσιν ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι ὁ Ἰω. Παναγάκος δὲν ἔχει δικαίωμα, καὶ πῶς ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος παραγγέλλει νὰ μνημονεύηται ὁ Ἰωάννης Παναγάκος πρὸς ὁδηγίαν τοῦ ταμίου, ὡς πιστωτής;...

§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίας ὑπογραφῆς εἶναι;

§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὑπογραφὴ εἶναι ὀλίγον γριφώδης... Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς 24 Ἰουλίου 1900 ἔτους, τοῦ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπολόγων τῆς περιφερείας Κυκλάδων οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, προσωρινῶς διευθύνοντος τὸ γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, κ. Παναγιωτίδου, ἐν περιθωρίῳ, ὑπάρχει διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1900 ἔτους, ἥτις φέρει, λέγω, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τὰ ἑξῆς: «Διαβιβάζεται μεθ’ ὅλων τῶν συνημμένων πρὸς τὸν ταμίαν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, παραγγελλόμενον, ἵνα ἐν ταῖς ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδομέναις ἀποφάσεσι κατὰ ἐμπόρων Ἀθηνῶν, καθ’ ὧν συνέταξε πρωτόκολλα ἐπιθεωρήσεως ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς κ. Α. Παναγιωτίδης, περιλαμβάνῃ ὡς δικαιούμενον εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου τὸν Ἰωάννην Παναγᾶκον, ὁσάκις ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις βεβαιοῦται, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων τῶν καθ’ ὧν ταῦτα ἐμπόρων ἐγένετο συνεπείᾳ μηνύσεως τούτου.» Πῶς λοιπὸν τώρα ἡ ὑπηρεσία νομίζει καὶ ἐπιμένει, ὡς ἠκούσατε, ἐν τῷ σημειώματι, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ Παναγᾶκος εἰς τὸ ἥμισυ, ἀφοῦ εἶναι διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ἐναντίου; Ἐκεῖνο, ὅπερ βλέπω ἐν τῷ φακέλῳ, ἐκεῖνο ἀναφέρω. Οὐδεμίαν κρίσιν ἀναλαμβάνω νὰ ἐκφέρω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἀνέφερα, εἶναι ἄξια βεβαίως νὰ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ἂν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1900 ἔτους δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ, ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐντελῶς ἔξω πάσης κατηγορίας· πιθανὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην διαταγήν. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ζητήματα, ἅτινα ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσω, καθόσον δὲν ἐπαγγέλλομαι ἐδῶ τώρα τὸν κατήγορον. Ἐγὼ ἐκεῖνο, ὅπερ ἠθέλησα νὰ βεβαιώσω, καὶ νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἐβεβαίωσα, εἶναι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει βεβαίως νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Περὶ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀντίθετος γνώμη. Ἐδῶ, Κύριοι, ἐν φακέλλῳ Γʹ, ὑπάρχει πίναξ, ὅστις ἀναφέρει τῇ 24 Ἰανουαρίου 1901 ἔτους τὰ ποσά, ἅτινα ἀνεγνωρίσθη ὁ Ἰωάννης Παναγᾶκος, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ. Ἐκεῖνο, ὅπερ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκαλέσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπίσης τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ ἐκχωρητήριον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου πρὸς τὸν δικηγόρον Εὐάγγελον Παπαχρηστόπουλον, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ὀλίγας ἐκ τούτου γραμμὰς (ἀναγινώσκει): «Ἰωάννης Παναγᾶκος, κλητὴρ τῆς Βουλῆς, Εὐάγγελος Παπαχρηστόπουλος, δικηγόρος. Ἀριθμὸς 1783, τῆς 22 Ἰουνίου 1900. Συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν Κ. Κυριαζῆς ...... καὶ ἀνερχομένου τοῦ ἡμίσεος τούτου ποσοῦ τῶν προστίμων δραχμὰς 30,000, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του, οὓς καὶ ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων Εὐάγγελος Παπαχρηστόπουλος εὑρίσκει ἀληθεῖς καὶ πραγματικούς». Ὥστε, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Παναγάκου τῇ 22 Ἰουνίου 1900 ἔτους, τὸ ποσόν, ὅπερ αὐτὸς ἠξίου μέχρι τότε, εἶναι 30,000 δραχμαί. «Ἐκχωρεῖ λοιπόν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸς τὸν Εὐάγγελον Παπαχρηστόπουλον τὰ δύο τρίτα, ἤτοι δραχμὰς εἴκοσι χιλιάδας, ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ, ὅπερ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ, ὡς ὡμολόγησεν, ὁ Ἰωάν. Παναγᾶκος κλπ.» Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἀφ’ ἧς ἐγὼ ἐποιησάμην τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ μέρους ἐνδιαφερομένων προσώπων, ὅτι τουτέστιν ὁ Παναγᾶκος ἐξεχώρησε πρὸς τὸν Παπαχρηστόπουλον, τὸν δικηγόρον, λόγῳ δικηγορικῆς ἀμοιβῆς, τὸ ἀνωτέρω ποσόν, δὲν ἀποδεικνύονται ἐκ τοῦ συμβολαίου ἀκριβῆ, διότι ῥητῶς λέγει τὸ συμβόλαιον, ὅτι ὁ Παπαχρηστόπουλος ἐμέτρησε τὰ χρήματα πρὸς τὸν Παναγᾶκον.

§32ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προπληρωτέα μάλιστα.

§33ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστήσω ὑμῖν γνωστὸν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1782 τῆς 22 Ἰουνίου 1900 ἔτους μεταξὺ τοῦ αὐτοῦ Ἰωάννου Παναγάκου καὶ τοῦ Ἰωάννου Κυπρίου, λογιστοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ γαμβροῦ αὐτοῦ ἐπὶ θυγατρί, κατοίκων Ἀθηνῶν, συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Κ. Κυριαζῆ. Εἶναι μία συμβιβαστικὴ πρᾶξις μεταξὺ πενθεροῦ καὶ γαμβροῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἰωάν. Παναγᾶκος δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν πληρωμῶν τῶν ἐπαρχιακῶν ἐξόδων Ἀττικῆς δραχμὰς 1885 καὶ λεπ. 80, λόγῳ ἀμοιβῆς του ὡς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς προστίμων ἐπὶ παραβάσει φορολογικῶν νόμων κλπ., οἰκειοθελῶς καὶ εὐχαρίστως ἐκχωρεῖ καὶ μεταβιβάζει τὸ ½ τῶν ἀπαιτήσεών του τούτων πρὸς τὸν Ἰωάν. Κύπριον κλπ, ὅστις θὰ λάβῃ ταύτας ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐφ’ ὅσον εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρω ὀφειλέτας κλπ.»...

§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν ἡ ἀπαίτησις Κυπρίου κατὰ Παναγάκου;

§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως... «Ὁ Ἰωάννης Κύπριος, ἀποδεχόμενος κλπ., παραιτεῖται τῆς 9 ἀπὸ Ἰουνίου ἐ.ἔ. κατασχέσεως ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω δραχ. 1885 καὶ λεπ. 80 εἰς χεῖρας τοῦ ταμίου τῶν πληρωμῶν ἐπαρχιακῶν ἐξόδων Ἀττικῆς καὶ τῆς ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν ἀγωγῆς του ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν κλπ.» Τώρα ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον περὶ τῆς αἰτίας τῆς ἀπαιτήσεως. Ἡ ἀπαίτησις εἶναι ἐκ συναλλαγματικῆς, ἡ ἀπαίτησις δηλαδὴ τοῦ Κυπρίου κατὰ τοῦ πενθεροῦ αὐτοῦ Παναγάκου. Τώρα τί καλύπτει ἡ συναλλαγματικὴ αὕτη, βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσωμεν. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σειρὰν ὅλων τῶν παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντων, μελετῶσα τὸν φάκελον τοῦτον, ζητοῦσα πολλαχόθεν πληροφορίας, θέλει σχηματίσει τήν τε νομικὴν καὶ τὴν πραγματικὴν αὐτῆς πεποίθησιν περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφέρω γνώμην. Ἂν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως ἤθελον ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀμέσως. Καὶ ἂν μὲν τυχὸν ἐκαλύπτοντο ὑπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις ἀντικείμενα, δυνάμενα νὰ ἐπισύρωσι καὶ τὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ μέτρα τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἤθελε δι’ ἐμοῦ προβῆ εἰς τὰ δέοντα. Ἂν ὅμως, ὡς ἤθελον εὐχηθῆ, ἀπεδεικνύετο, ὅτι ταῦτα πάντα ἦσαν ἐκ τῶν συνήθως συμβαινόντων, τότε καὶ ἐγὼ ἤθελον συντελέσει, ἵνα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ λευκότεροι καὶ τῆς περιστερᾶς καταδειχθῶσι. Κύριε Πρόεδρε, παραδίδω ὑμῖν αὐτὸν τὸν φάκελον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνέγνωσα κείμενα περιεχόμενα ἐν αὐτῷ, καὶ σκοπῶ νὰ δημοσιεύσω ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, παρακαλῶ νὰ κρατηθῇ ὁ φάκελος ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐν τῷ Γραφείῳ, ὅπως λάβω ἀντίγραφα τῶν ἀποσπασμάτων καὶ συμπληρώσω τὴν ἀγόρευσίν μου.

§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ πρῶτον ὡμίλησε περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον, ἵνα ἀμέσως ζητήσω, ὅπως ὁ φάκελος τῆς ὑποθέσεως ταύτης προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν αὐθημερόν. Τὸν φάκελον τοῦτον, πρὶν ἢ μελετήσω αὐτὸν, κατέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸν μελετήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ ἀφήγησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει νὰ προκαλέσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν μεγίστην, ὅτι ὁ Παναγάκος οὗτος ἀντέγραψε κατάλογον ἐπιτηδευματιῶν. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι, ἂν ὁ νόμος χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε ἰδιώτην νὰ ἀντιγράφῃ ἐκ τοῦ καταλόγου ὀνόματα ἐπιτηδευματιῶν, καὶ νὰ καταγγέλλῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν τάξει, ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον γεγονός, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκαλέσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν μάλιστα συνδυάσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο μὲ τὰ ἄλλα, ἅτινα ἀνέφερεν ὁ κύριος Βουλευτής. Νομίζων, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι σήμερον πρόωρος, θ’ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θέλω μορφώσει — λαμβάνων βεβαίως ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ — ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων, εἰς τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν ἀπόκειται νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ πληροφορίαι, ἃς θέλει ἀρυσθῆ ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων, ἐπιβάλλουσιν· εἰς τὴν Βουλὴν δ’ ἀπόκειται κατόπιν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει.

§37Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐξ ὅλων τῶν λεχθέντων, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ἀνεξαρτήτως βεβαίως τῆς ἐξετάσεως τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, δίδεται ἀφορμὴ εἰς μίαν ἄλλην ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργόν. Βεβαίως ὁ νόμος, ὁ ὑπάρχων καὶ παραχωρῶν μέρος τοῦ προστίμου εἰς τοὺς καταγγείλαντας, ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: Ὅστις καταγγείλῃ μετὰ τὴν γενομένην ἐπιθεώρησιν τῶν βιβλίων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἢ τῶν ἐμπόρων, ἐκεῖνον τὸν ἐπιτηδευματίαν, ἢ τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἀποκρύψῃ τὰ βιβλία του κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, λαμβάνει μέρος τοῦ προστίμου· ἄλλως θὰ συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ προσέρχηταί τις καὶ παραδίδῃ ἕνα γενικὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, παραβατῶν τοῦ νόμου καὶ μὴ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ζητῇ μέρος τοῦ προστίμου, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ. Ἑπομένως, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω, ἐὰν γίνεται ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις εἰς ὅλας τὰς πόλεις τὰς ἐμπορικὰς, καὶ ἂν ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἵνα προλάβωμεν τὰ περαιτέρω σκάνδαλα καὶ τὰς περαιτέρω συζητήσεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω τί δύνανται τὰ Δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσι, φρονῶ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς ἑρμηνευτικοῦ νόμου, ἵνα προλάβωμεν πολλὰς δολιότητας ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων τοῦ εἴδους ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.

§38ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔφερεν εἰς φῶς εἶναι καλὰ καὶ ἅγια. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρὸ πάντων φοβοῦμαι, εἶναι, μήπως ἡμέραν τινὰ ἐξυπνήσωμεν καὶ ἴδωμεν, ὅτι ὁ Παναγᾶκος εὑρέθη κάτοχος τῶν 300,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖ, ὅπερ οὐδόλως δύσκολον, ὅταν γνωρίζωμεν πῶς ἐπιτυγχάνουσιν οἱ ἐπιτήδειοι. Εἶναι ἁπλούστατον. Ὁ Παναγᾶκος ἔχει φίλον ἢ συγγενῆ ὑπάλληλον τοῦ Ταμειακοῦ τμήματος· ἡ αἴτησις θεραπείας τοῦ Παναγάκου, κατ’ ἀτυχῆ σύμπτωσιν, παραπίπτει εἰς ἕτερον φάκελον, καὶ δὲν ὑποπίπτει εἰς τὰ ὄμματα τοῦ νομικοῦ συμβούλου, τούτου δ’ ἕνεκα οὐδεμία ἐνέργεια γίνεται κατ’ αὐτῆς. Οὕτω δὲ μίαν ἡμέραν ἐξυπνοῦμεν καὶ βλέπομεν τὸν Παναγᾶκον κάτοχον τῶν 300 χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσῃ ὁ ἀτυχὴς φορολογούμενος λαός.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Λιμπρίτης, Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος, Μιχ. Στελλάκης, Δ. Τερτίπης καὶ Μιχ. Λαμπρυνίδης ὑποβάλλουσιν ἀπὸ κοινοῦ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως τραυματιῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 258). Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Θ. Λιμπρίτης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς σύστασιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τὸ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων νταλιάνι, ὅπερ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Μάτι χρησιμεύει εἰς τὴν κοινότητα Κουταβίου τοῦ δήμου Τυρνάβου διὰ τὴν χρῆσιν τῶν κτηνῶν τῆς κοινότητος, μὴ παραβλάπτηται ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Λαρίσης, ὅστις, παριδὼν τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος, διέταξε τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ.»

§40Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἅμα ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διέταξα ἀμέσως διοικητικὴν ἀνάκρισιν. Ἔστειλα ἤδη ἐπιθεωρητήν, ὅπως ἐξετάσῃ ὅλα τὰ καταγγελλόμενα κατὰ τοῦ νομομηχανικοῦ, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἐπιθεωρητής, θέλομεν προβῆ κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, καὶ θὰ παραπέμψωμεν τὸν νομομηχανικὸν ἐνώπιον τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων.

§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομομηχανικός;

§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Σαδούκας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι κατηγγέλθησαν, ὑπῆρξε νομιμωτάτη.

§44Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ἔχω παράπονον· εἶμαι μάλιστα λίαν εὐχαριστημένος.

§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περιμένω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως, ἵνα προβῶ μετὰ μεγίστης αὐστηρότητος.

§46ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πολὺς ἐγένετο ἀπό τινος λόγος περὶ τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν δήμων τρίτης τάξεως, καὶ κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐκ Κυνουρίας κ. συναδέλφου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατέθεσε σημείωμα, δεικνῦον τὰ παραδοθέντα διδακτήρια τῶν δήμων δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως, καὶ τὰ διδακτήρια δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ κατασκευὴν, ἢ τῶν ὁποίων ἐνεκρίθη ἡ κατασκευή. Ἐν τῷ καταλόγῳ αὐτῷ τῶν δήμων τρίτης καὶ δευτέρας τάξεως οὐδὲν εὑρίσκω διδακτήριον εἰς τὸν δῆμον Ἐπιδαυρίων τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας,— ἔχοντα δύο κώμας καὶ τέσσαρα δημοτικὰ σχολεῖα, δύο θηλέων καὶ δύο ἀρρένων, — καίτοι εἶναι δῆμος αὐτὸς τρίτης τάξεως, διότι ἔχει 1777 κατοίκους, κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφήν. Τοῦτο μοὶ προξενεῖ πολλὴν ἀπορίαν, διότι ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ὁ δῆμος αὐτὸς, κατὰ τὸν νόμον, ἔχει δικαίωμα, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ λόγοι ἱστορικοὶ, οἵτινες ὤφειλον νὰ κάμωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ, ὅπως ἐκ τῶν διδακτηρίων τὰ πρῶτα ὦσι τὰ τοῦ δήμου Ἐπιδαυρίων, διότι οὐδεὶς, πιστεύω, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀγνοεῖ, ὅτι εἰς τὴν Νέαν Ἐπίδαυρον συνῆλθεν ἡ πρώτη Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἡ κηρύξασα ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἴσως τις ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅμως, διότι δὲν συνέπεσε νὰ μάθῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη εὐγνωμονοῦσα ἐψήφισε ψήφισμα, δι’ οὗ ἐκήρυξε τὴν κώμην τῆς Νέας Ἐπιδαύρου πόλιν, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ, ἐκφράζουσα οἱονεὶ τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς, ἡ Συνέλευσις κατέστησε τὴν Ἐπίδαυρον ἀσύδοτον, καὶ συνέστησε τοῦτο εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος. Παρὰ πάντα ταῦτα, δὲν βλέπω οὔτε εἰς τὴν πρώτην, οὔτε εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἐὰν ἐγένετο κἀνὲν τῶν διδακτηρίων τοῦ δήμου τούτου. Παρὰ τινος συναδέλφου μανθάνω, ὅτι ἐγένοντο σχεδιαγράμματα, καὶ ὅτι ταῦτα μένουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, πάλιν φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ διατάξῃ τὴν ταχίστην κατασκευὴν, διότι, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ, δεκάδες πολλαὶ διδακτηρίων δήμων δευτέρας τάξεως ἐγένοντο, δῆμος δὲ τρίτης τάξεως, τοιαύτης ὅμως ἱστορικῆς ἀξίας, μένει ἄνευ διδακτηρίων. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως θὰ λάβῃ περὶ τούτου πρόνοιαν, καὶ θὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ γείνωσι τὰ διδακτήρια.

§47ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν χθεσινὴν ἔγγραφον σύστασίν μου, τὴν διαβιβασθεῖσαν διὰ τοῦ Προεδρείου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, τὴν ἀφορῶσαν τὰ διδακτήρια δήμων τινῶν τῆς Κυνουρίας. Λέγω τινῶν, διότι παραδόξως ἡ μέριμνα τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὴν Κυνουρίαν δὲν ἐπεκτείνεται εἰς τοὺς ὀρεινοὺς αὐτῆς δήμους, τοὺς κατ’ ἐξοχὴν ἔχοντας ἀνάγκην διδακτηρίων. Ἄρχομαι, ὡς ἐν τῇ ἐγγράφῳ συστάσει μου, ἀπὸ τοῦ σχολείου Ἁγίου Πέτρου, οὐ μόνον διότι πρόκειται περὶ τριταξίου, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ὅλως προσωπικοῦ μου λόγου, διότι εἰς αὐτὸ κατὰ τοὺς παιδικούς μου χρόνους ἐμαθήτευσα. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ κτίριον, περιλαμβάνον καὶ τὸ τῶν ἀρρένων καὶ τὸ τῶν θηλέων σχολεῖον, οὐχὶ δημόσιον, ἀλλ’ ἀνεγηγερμένον δαπάναις τοῦ δήμου καὶ τῶν κατοίκων, εὐπρεπὲς καὶ πληροῦν ὅλους τοὺς γνωστοὺς κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐγέρσεώς του σχολικοὺς ὅρους, καὶ, δύναμαι νὰ εἴπω, τέλειον καθ’ ὅλα. Τοῦτο, ὡς γνωστὸν, πρὸ μηνῶν ἀπετεφρώθη, καὶ οἱ μαθηταί, ἄρρενες καὶ θήλεις, μιᾶς πόλεως, ἀριθμούσης ὑπὲρ τὰς 4 χιλιάδας κατοίκων, ἐν ᾗ τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δριμὺ, ὡς εὑρισκομένη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Πάρνωνος, διαχειμάζουσι διδασκόμενοι, ὡς βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει, ἄνευ διδακτηρίου. Εἰς τὸ χωρίον τοῦ αὐτοῦ δήμου Πάρνωνος, τὰ Βούρβουρα, περὶ ὧν τοσάκις ἔλαβον τὸν λόγον, προκειμένου περὶ τῶν ὁρίων των, ὑπάρχει ἓν κτίριον, χρησιμεῦον ὡς διδακτήριον, καὶ τοῦτο, ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀνέγερσιν νέου, εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ διατάξῃ νὰ κατεδαφισθῇ, διότι, ὡς ἔχει, ἀποτελούμενον μόνον ἀπὸ τοὺς τέσσαρας τοίχους καὶ λιμνάζον, — ἀκούετε, κύριε Ὑπουργέ; — λιμνάζον, διότι καὶ ἀπὸ τῶν τοίχων, ἐκτισμένων ἐντὸς τοῦ ἐδάφους, ἕνεκα τῆς πολλῆς αὐτοῦ κλίσεως, καὶ ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἀναβλύζουσιν ὕδατα, χρησιμεύει μόνον εἰς τὸ νὰ ὑπονομεύῃ καὶ τῶν παίδων καὶ τοῦ διδασκάλου τὴν ὑγείαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν δῆμον Τανίας ἡ κατάστασις δὲν εἶναι ὀλιγώτερον οἰκτρά. Τὸ σχολεῖον τοῦ Ἁγίου Νικολάου, διτάξιον, εὑρίσκεται ἔν τινι ἡμιυπογείῳ, ἐν κτιρίῳ παλαιοτάτῳ, ἐφ’ οὗ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ᾠκοδομήθη δεύτερον πάτωμα, χρησιμεῦον ὡς Εἰρηνοδικεῖον καὶ ὡς Δημαρχεῖον· ἀνήλιον, χωρὶς ταβάνιον, ὑπὸ τὸν θόρυβον τῶν διαδίκων καὶ τῶν ἄλλων κατοίκων, τῶν προσερχομένων εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ τὸ Δημαρχεῖον, ἄνευ ὑελοπινάκων, ἀπειλεῖ καὶ ἄλλον σοβαρώτατον κίνδυνον, τὸν τῆς καταπτώσεως, διότι ἐκ τοῦ τελευταίου σεισμοῦ μία τῶν πλευρῶν αὐτοῦ κατέστη ἑτοιμόρροπος, οἱ δὲ δημοτικοὶ πόροι δὲν ἐπέτρεψαν τὴν κατεδάφισιν καὶ ἀνέγερσιν αὐτῆς. Τὸ τοῦ Μεσορραχίου, ἐκτισμένον προχείρως ὑπὸ τῶν κατοίκων δι’ ἐράνων, ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν πλευρῶν, διότι ἡ μία κατέπεσε, καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ τὴν διακοπὴν τῶν μαθημάτων, ἐπανελήφθησαν δὲ ταῦτα ὅτε εὑρέθη νὰ ἐνοικιασθῇ ὡς διδακτήριον ἓν πρώην κρεοπωλεῖον! Ἐκεῖ ἐγίνετο ἡ διδασκαλία ἐπὶ 3–4 ἔτη, ἕως ὅτου ὁ νέος ἐπιθεωρητὴς κατώρθωσε νὰ εὕρῃ ἄλλο οἴκημα, καὶ νὰ τὸ ἐνοικιάσῃ ὡς σχολεῖον, εὐπρεπέστερον τοῦ πρώτου, διότι εἶναι πρώην παντοπωλεῖον, ὅπου ἤδη γίνεται ἡ διδασκαλία. Διὰ τὰ σχολεῖα Μπερνορῆ καὶ Μασκλαίνης ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω, ὅτι εἰσὶ λασπόκτιστα τετράτοιχα, ἄνευ πατώματος, ἄνευ ταβανίου, ἄνευ ὑελοπινάκων, ἅπαντι ἀνέμῳ καὶ πάσῃ χιόνι ἀναπεπταμένα. Τέλος ὡς πρὸς τὸν δῆμον Δολιανῶν...

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε καὶ τῶν Δολιανῶν ὁ δῆμος, ὅστις εἶναι δῆμος τρίτης τάξεως, δὲν ἔχει σχολεῖον!

§49ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν δῆμον Δολιανῶν, αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ δημόσια διδακτήρια, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ δῆμος Δολιανῶν ἔχει διπλῆν κατοικίαν· δύο ἕδρας, καὶ συνεπῶς δύο σχολεῖα. Αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐαρινὴν ἕδραν· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει δημόσιον διδακτήριον, ἀλλὰ μόνον τὸ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Τσιροπούλου, καὶ τοῦτο παλαιὸν ἤδη καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν νέον τύπον. Ἐν τῇ χειμερινῇ ὅμως ἕδρᾳ, ἔνθα διαμένουσιν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τοὺς ὀκτὼ μῆνας, δὲν ὑπάρχει διδακτήριον, καὶ ἐκεῖ ἐπείγει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνεγέρσεως τοιούτου. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν διακήρυξιν δημοπρασίας εἰδικῶς περὶ τούτου, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ σχολείου δήμου τρίτης τάξεως. Ἐν γένει δὲ θεωρῶ ἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίων εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους τῆς Κυνουρίας, καὶ διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν αὐτοῖς τοιαῦτα, τὰ δὲ ὑπάρχοντά εἰσιν οἷα τὰ περιέγραψα, καὶ διότι τὸ κλῖμα ἐκεῖ καὶ τὸ δριμὺ ψῦχος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐκ τοῦ προχείρου ἐξοικονόμησιν τῶν σχολικῶν ἀναγκῶν, ἐν συνόλῳ δὲ διότι δὲν πρέπει νὰ γείνωσι προτιμήσεις. Ἐφρόντισα νὰ γείνωσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν σχολείων τούτων, καὶ ἐνέκρινε καὶ ὑπέβαλε τούτους τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργησε τὴν δέουσαν ἐπεξεργασίαν ἐπ’ αὐτῶν, ὥστε δὲν ἀπομένει, εἰμὴ ἡ διακήρυξις τῆς δημοπρασίας, καὶ ταύτην συνιστῶ ταχεῖαν.

§50ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προφορικὰς αὐτοῦ παραστάσεις, καὶ λίαν εὐχαρίστως θέλω φροντίσει πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν.

§51Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχει μελέτη περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύλου μέχρι Μεσσήνης, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν διετάχθη νὰ γείνῃ, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ μελέτη αὕτη. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἡ ἑνοῦσα ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας μετὰ τῶν Καλαμῶν καὶ ἄλλων μερῶν, ἐννοεῖται δὲ ποίαν σημασίαν καὶ σπουδαιότητα ἔχει. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πράξῃ ὅ,τι δύναται, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκεται, ὥστε κυριολεκτικῶς πνίγονται οἱ ἄνθρωποι. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον ἔθνους πεπολιτισμένου νὰ πνίγωνται ἄνθρωποι, ἠναγκασμένοι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἡ ἀνάγκη τῆς συγκοινωνίας εἶναι μεγάλη, διότι καθ’ ἑκάστην μεταβαίνουσιν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ Δικαστήρια. Δυστυχῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκοινωνίαν, μερικαὶ ἐπαρχίαι εἶναι προνομιοῦχοι, διότι περὶ αὐτῶν λαμβάνεται πᾶσα πρόνοια, ἐνῷ δι’ ἄλλας δὲν γίνεται τίποτε. Νομίζω δ’ ὅτι τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δέον νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου, διότι, ὡς εἶδον, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων ἔχουσιν ὅμοια παράπονα. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ συναδέλφου του κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί γίνονται τὰ περιώνυμα συνεργεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ἐψηφίσαμεν νόμους καὶ τελευταῖον τὰ ἀνεβιβάσαμεν ἀπὸ 7 εἰς διπλάσιον ἀριθμόν. Τουλάχιστον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, δὲν ἐγνώσθη ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχουσι τοιαῦτα συνεργεῖα. Ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγίστη, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν ἄλλῃ Συνόδῳ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἡ ἐπαρχία Πυλίας ὑπάρχει εἰς τὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι δὲ εἴπερ ποτὲ ἀνάγκη νὰ ἐργασθῶσι τὰ συνεργεῖα καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ, διότι οἱ κάτοικοι αὐτῆς, πρὸς οὓς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας φέρονται καταπιεστικῶς, οὐδὲν χρεωστοῦσιν εἰς τὸ Ταμεῖον. Ἐν τούτοις τὰ παραχωρητήρια δὲν ἔχουσι καθαρισθῆ καὶ δι’ αὐτούς, πολλάκις δ’ ἕνεκα τούτου, συρόμενοι εἰς τὰς φυλακάς, ἀναγκάζονται νὰ πληρώνωσι ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν ὀφείλουσιν. Ἡ ἐργασία τῶν συνεργείων θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ διατάξῃ τὰ πρὸς τοῦτο καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πυλίας.

§52ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ φέρῃ πληροφορίας, πόσαι δαπάναι τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἐγένοντο ἐκ τοῦ Ταμείου αὐτῶν, καὶ πόσαι τοιαῦται ἐγένοντο ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν τὴν ὑπόσχεσίν του ταύτην.

§53Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν—δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ τὸν παρακαλέσω,—νὰ καταθέσῃ σημείωμα, ἐν ᾧ νὰ ἐμφαίνηται, πόσα χρήματα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ταμείῳ τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας διὰ τοὺς δήμους τοὺς ὀρεινοὺς τῆς ἐπαρχίας μου, τοὺς δήμους Τρικκάλων, Φενεοῦ, Πελλήνης καὶ Στυμφαλίας, διότι ἐπὶ τούτων ἤθελον ἀναλυτικώτερον ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν, καθόσον ὑπάρχει μεγάλη ἔλλειψις συγκοινωνίας διὰ τοὺς δήμους τούτους, μεγάλως δὲ ζημιοῦνται οἱ κάτοικοι ἐκ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, ἡ ἀνάπτυξις δὲ τῆς συγκοινωνίας εἰς τὰ ἀπόκεντρα ἐκεῖνα μέρη θέλει δώσει νέαν ὤθησιν καὶ ἀνάπτυξιν εἰς τὴν γεωργίαν τῶν μερῶν ἐκείνων.

§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προέκειτο νὰ λάβω τὸν λόγον περὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ ἀφορμῆς τῆς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν γενομένης ἐπερωτήσεως διὰ τὸ ζήτημα τοῦ μεράρχου τῆς ἐν Μεσολογγίῳ Μεραρχίας. Ὁμολογῶ, ὅτι διστάζω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, φοβούμενος μήπως παρακωλύσω τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, τὰς τοσοῦτον ἐπειγούσας κατὰ ταύτας τὰς ἡμέρας. Εἶναι ζήτημα, ὅπερ δυσκόλως δύναται νὰ λυθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, μὴ ἐπιθυμῶν δὲ νὰ παρακωλύσω τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, ἣν ἐπισπεύδει ἡ Κυβέρνησις, δηλῶ, ὅτι ἀναβάλλω τὴν συζήτησιν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ κινήσω αὐτὴν εἰς πρώτην περίστασιν. Ἴσως δὲ θὰ ἦναι ἀνάγκη ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θελήσῃ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δὲν λαμβάνετε τὸν λόγον καὶ τώρα;

§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σημεῖα δεικνύοντα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι βέβαιος, ὅτι αἱ ἐργασίαι θὰ παραταθῶσι μέχρι τῆς Τετάρτης, διότι βλέπω, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι καὶ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἥτις ἀπαιτεῖ μακρὰν συζήτησιν· ἐκτὸς δὲ τούτου βλέπω, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ αἱ σωματικαί μου δυνάμεις πρὸς συζήτησιν τόσον μακράν.

§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἔχητε σκοπὸν νὰ θέσητε πρότασιν, τότε παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε τὴν ἡμέραν.

§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη τὴν Τρίτην.

§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προτιμῶ νὰ γείνῃ τὴν Δευτέραν, καὶ ταύτην ὁρίζω ὡς ἡμέραν συζητήσεως.

§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπερώτησιν, ἣν ἐγγράφως ὑπέβαλον προχθές. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχον φέρει οὐχὶ ἅπαξ τὸν λόγον κατά τε τὴν προπαρελθοῦσαν καὶ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Πρόκειται περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ὑπὸ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου παρὰ τὰς Ἠπειρωτικὰς ἀκτὰς βυθισθέντος ἑλληνικοῦ πλοίου τοῦ συμπολίτου μου πλοιάρχου κυρίου Μιχαὴλ Βλαχοπούλου. Ἡ ὑπόθεσις ἦλθε πλειστάκις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὁσάκις ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, ἔσπευσε νὰ μοὶ δώσῃ τοιαύτας, δι’ ὃ καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ πᾶσαν κατέβαλε προσπάθειαν πρὸς λύσιν τοῦ ἐκκρεμοῦς τούτου ζητήματος. Ἀλλὰ παρῆλθον δύο ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐβυθίσθη τὸ πλοῖον, ἐγένοντο δὲ πολλαὶ παραστάσεις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὑπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Βασιλικῆς Πρεσβείας, αἵτινες ὅμως εἰς οὐδὲν κατέληξαν ἀποτέλεσμα, διότι πεισμόνως ἀνθίσταται ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἵνα ἀποζημιώσῃ τὸν παθόντα πλοίαρχον. Τὸ ἑλληνικὸν τοῦτο πλοῖον εἶχεν, ἂν ἐνθυμῆσθε, φορτωθῇ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων διὰ πετρελαίου, τὸ ὁποῖον μετεφέρετο εἰς Παξοὺς, ἐν ὥρᾳ δὲ τρικυμίας ἠναγκάσθη νὰ προσπελάσῃ τὰς Ἠπειρωτικὰς ἀκτὰς, τὸ δὲ τουρκικὸν τορπιλλοβόλον, θεωρῆσαν τοῦτο ὡς μεταφέρον λαθρεμπορεύματα, ἢ καὶ ἐκ κακοτροπίας τοῦ Τούρκου πλοιάρχου, ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐβύθισε. Φυσικῶς ἡ ἀποζημίωσις εἶναι δικαιοτάτη, ἡ δὲ ἀντίστασις τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, δὲν πρέπει ν’ ἀποθαρρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ ὁ Ἕλλην πλοίαρχος, ὅστις ὑπέστη τὴν βλάβην ταύτην, νὰ ἐγκαταλειφθῇ εἰς τὴν τύχην του καὶ ἀπολέσῃ πᾶσαν ἐλπίδα ἀποζημιώσεως. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν πλοίαρχον πάσῃ θυσίᾳ, διότι ὁ πολίτης οὗτος, ὅστις κατεστράφη ἕνεκα τοῦ αὐθαιρέτου καταποντισμοῦ τοῦ πλοίου του, οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει ἐλπίδα ἢ μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπευθύνηται, καὶ παρ’ αὐτῆς νὰ ζητῇ προστασίαν, διότι, ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ παρ’ αὐτῆς ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν ἐπιμείνῃ αὕτη, βεβαίως οὐδέποτε θέλει ἀποζημιωθῆ. Οὐχὶ μόνον ἡ φιλανθρωπία ὑπαγορεύει τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὁ φόβος, ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν οὕτως ἀπροστατεύτους τοὺς ἡμετέρους πλοιάρχους, συχνότατα θὰ ἔχωμεν τοιαῦτα ζητήματα καταβυθίσεως πλοίων ἑλληνικῶν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν τορπιλλοβόλων. Καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως λάβῃ πέρας ἡ ὑπόθεσις καὶ ἀποζημιωθῇ ὁ ἀτυχὴς πλοίαρχος, ὁ ὁποῖος εἰρηνικώτατα μετέβαινεν εἰς τὸν λιμένα τῶν Παξῶν, ἔπαθε δὲ τὸ δυστύχημα ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα· δηλαδὴ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις· ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ πλοίαρχος; ἢ πρέπει ν’ ἀπολέσῃ οὗτος πᾶσαν ἐλπίδα, ἣν ἀναμένει ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.

§61Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ὁ πλοίαρχος, περὶ οὗ ὡμίλησε, δὲν ἔμεινεν ἀπροστάτευτος, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς πολλὰς ἐνεργείας προέβη ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως ἐπιτύχῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποζημίωσιν. Ἐκ τοῦ κατατεθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον φακέλου περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔλαβε γνῶσιν τῶν διακοινώσεων, αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν, καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὅπως προστατεύσῃ τὸν ἀδικηθέντα συμπολίτην μας. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν τελευταίαν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Πρεσβείαν, παραπέμπει τὸν Ἕλληνα πλοίαρχον εἰς τὰ Τουρκικὰ Δικαστήρια. Ἡμεῖς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ δεχθῶμεν τὸ ὀρθὸν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, καὶ πάλιν ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ διπλωματικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ κατάλληλος, ὅπως ζητηθῇ ἡ προσήκουσα ἀποζημίωσις. Θέλω γράψει καὶ ἐκ νέου εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, ὅπως καὶ πάλιν ἀνακινήσῃ τὸ ζήτημα καὶ πράξῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν.

§62Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔφερεν ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ὑποτρόφων.

§63ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ διαγωνίσματος ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ τὰ γραπτὰ τῶν διαγωνισθέντων καὶ τὰς καταγγελίας τῶν μὴ ἐπιτυχόντων.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἑνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Λαμπρυνίδης.

§66ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἤθελον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὰ ἔσοδα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τῶν δήμων Ναυπλιέων καὶ Μινώας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας πρὸς κατασκευὴν ἔργων δημωφελῶν ἐν τοῖς δήμοις τούτοις νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ μετὰ τῶν ἄλλων δύο ὁμοειδῶν νομοσχεδίων.

§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο νομοσχέδια. Περὶ μὲν τῶν ἄλλων δύο δὲν ἔχομεν ἀκριβῆ γνῶσιν, ἂν ἔχουσι θεραπευθῇ πᾶσαι αἱ ὁδοποιητικαὶ ἀνάγκαι τῶν δήμων, ἵνα κρίνωμεν, ἂν ἐπιτρέπεται τὰ χρήματα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας νὰ διαθέσωμεν εἰς ἄλλους σκοπούς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀποβάθρας τῆς Μινώας διαφέρει ὅλως, διότι οὐδὲ ὁ δῆμος Ναυπλιέων ἔχει ἀνάγκην δημοτικῶν ὁδῶν, διότι ἐθεράπευσεν ἤδη ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας του, οὐδὲ ὁ δῆμος Μινώας, ὅστις εἶναι εἷς μόνος συνοικισμός. Ἑπομένως τὰ χρήματα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας δύνανται εὐσυνειδήτως νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλας ἀνάγκας.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως τραυματιῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς». Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§70Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§71Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ νόμος τοῦ 1896 ἀπονέμει εἰς τοὺς λοχίας καὶ ἐπιλοχίας ἀποστρατευομένους τὴν σύνταξιν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ δὲν ἐμφαίνεται σαφῶς, ἂν οἱ τραυματίαι ὑπαξιωματικοί, οἱ δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀποστρατευόμενοι, θὰ λαμβάνωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, προτείνω νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου τὸ ἑξῆς: «Εἰς τοὺς λοχίας καὶ ἐπιλοχίας, τοὺς ὑπαγομένους εἰς τοὺς ὅρους τοῦ παρόντος ἄρθρου, παρέχεται ἄμεσον ἀποστρατείας δικαίωμα μετὰ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ συντάξεως, προσδιοριζομένης εἰς τὸν μέγιστον ὅρον τοῦ βαθμοῦ τούτου, ἐὰν ἔχωσι συμπεπληρωμένην δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν.» Μετὰ δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν παρέχεται τὸ δικαίωμα τοῦ μεγίστου ὅρου τῆς συντάξεως τοῦ βαθμοῦ.

§72Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μετὰ δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, ἢ ἐν ὅλῳ;

§73Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν ὅλῳ ἐν τῷ στρατεύματι.

§74Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς ἀστυφυλακῆς, τοὺς καταστάντας ἀνικάνους ἐκ τραυμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον κατὰ τὸν πόλεμον, λαμβάνετε μέτρον τι;

§75Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀστυφύλακες δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν τραυματιῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως δὲν ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῆς ἀπονομῆς συντάξεως ἀναλόγου καὶ εἰς τοὺς ἀστυφύλακας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, διότι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ παραβῶ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1852, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ νὰ περιλάβωμεν καὶ σῶμα στρατιωτικῶς μὲν ὠργανωμένον, μὴ ἀνῆκον ὅμως εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, Εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἐπίσης προσέθεσα δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω: «Εἰς δὲ τοὺς ἀποστρατευθέντας παρέχεται δικαίωμα ηὐξημένης συντάξεως κατὰ τὸν παρόντα νόμον, ἐὰν ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὑποβάλωσι τὰς περὶ τούτου αἰτήσεις των.» Τοιουτοτρόπως συμπληροῦται τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων.

§76Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καλὸν θὰ ἦναι ν’ ἀνατυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, ὥστε εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ ψηφίσωμεν.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 259).

§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§79Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν σκοπῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ πράξω τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην ἴσως συζήτησιν, ὅτε θὰ ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον ἀνατετυπωμένον καὶ ἄρτιον, κατὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὑποσχεθείσης σήμερον διὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ. Ὁ σκοπός μου εἶναι ἁπλῶς ἡ ὑποβολὴ συστάσεών τινων, τὰς ὁποίας ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κρίνων ταύτας ὀρθὰς καὶ δικαίας, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν, ὅταν τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἐπιχειρήσῃ. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ὀλυμπίας κ. συνάδελφος περὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς, ἐκ τῶν ὁποίων, λαβόντων μέρος εἰς τὸν πόλεμον, πολλοὶ ἐτραυματίσθησαν οὕτως, ὥστε ἐκ τῶν τραυμάτων ἐκείνων κατέστησαν ἀνάπηροι· ἤκουσα δὲ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντήσαντος καὶ εἰπόντος, ὅτι αὐτὸς, διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, μόνον περὶ τῶν μελῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ προέβλεψεν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς. Τοῦτο—ὁμολογῶ—δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, καίτοι παρόμοιά τινα πολλάκις ἔλαβον χώραν. Τοῦτο εἶναι ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρό τινων ἐτῶν συνέβη, ὅτε νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀφορῶν εἰς τὴν προσμέτρησιν τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν καταγιγνωσκομένην ποινὴν, ἐψηφίσθη, χωρὶς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ τοιαύτη διάταξις περιλάβῃ καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς κατηγορουμένους, περὶ τῶν ὁποίων ἐψηφίσθη τὸ αὐτὸ δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ μετὰ ἕν ἔτος ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου, μετὰ ἕν, λέγω, ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐνομίζετο ὁ στρατὸς ὡς μὴ ἀποτελῶν μέρος τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Καλὸν θεωρῶ νὰ μὴ παρατηρῆται παρὰ τοῖς ἑκάστοτε συνυπουργοῖς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἀποκλειστικότητος καὶ τοῦ φυλετισμοῦ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ψηφίζωνται ἀντὶ ἑνὸς πολλοὶ νόμοι, αἱ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναπόφευκτοι διαφοραὶ θὰ φέρωσι τὴν σύγχυσιν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, καίτοι μὴ νομικὴ, πάντοτε εἶναι ἐπιβλαβής. Ἡ ἀστυφυλακὴ εἶναι σῶμα συγκείμενον ἐκ προϋπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ, σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, σῶμα ὑποκείμενον εἰς στρατιωτικοὺς νόμους, καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως ὁ νῦν καὶ κατὰ τὸν πόλεμον κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξεν, ἢ τοὐλάχιστον ἠνέχθη, ὅπως τοῦτο συμμετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος. Καὶ ἐνῷ τὸ σῶμα αὐτὸ ὡς τακτικὸς στρατὸς συμμετέσχε τοῦ πολέμου, νῦν, προκειμένου περὶ ἀμοιβῆς ἢ περιθάλψεως τῶν τραυματισθέντων καὶ τῶν ὁπωσδήποτε καταστάντων ἀναπήρων, πρέπει οἱ ἄνδρες τῆς ἀστυφυλακῆς νὰ παροραθῶσι; Τοῦτο δὲν τὸ βλέπω δίκαιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐνῷ τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας συναδέλφου, συνιστῶν, ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἀστυφύλακες, ἵνα μὴ μετά τινα χρόνον ἡ Βουλὴ ὑποβληθῇ εἰς κόπον, ὅπως ψηφίσῃ ὅμοιον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ βεβαίως εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς, καὶ πολὺ δικαίως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προϊστάμενος τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἄλλο τι προτίθεμαι νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἔχει νὰ μεριμνήσῃ καὶ ὑπὲρ τῶν καταστάντων ἀναπήρων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄνευ ὑποχρεώσεώς τινος ἔσπευσαν νὰ ἐνισχύσωσιν ἡμᾶς κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον πόλεμον, καταταχθέντες εἰς τὴν λεγεῶνα τῶν ξένων καὶ εἰς τὸ σῶμα τοῦ στρατηγοῦ Γαριβάλδη. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου ἐκείνου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦσαν σκληραὶ δι’ ἡμᾶς αἱ συνέπειαι αὐτοῦ, ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αἱ δυσχέρειαι, εἰς ἃς μᾶς περιήγαγεν ὁ πόλεμος ἐκεῖνος, ὠφείλομεν, νομίζω, εὐθὺς ὡς συνήλθομεν ὁπωσδήποτε, τῇ πρωτοβουλίᾳ πάντοτε τῶν κυβερνητῶν, νὰ δείξωμεν, ὅτι καὶ δυστυχήσαντες δὲν ἐγενόμεθα ἐπιλήσμονες τῆς ὀφειλομένης εὐγνωμοσύνης πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ξένοι ἢ καὶ Ἕλληνες ὄντες, χωρὶς νὰ ἔχουν ὑποχρέωσίν τινα, ἔσπευσαν καὶ συμμετέσχον τοῦ ἀγῶνός μας ἐκείνου, ὑποβληθέντες εἰς κόπους καὶ κινδύνους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως πρέπει νὰ θεωρῶνται ἀνώτεροι ἐκείνων, οὓς ὑπέστησαν οἱ Ἕλληνες, οἱ ἐκ τῶν νόμων ὑπόχρεοι εἰς στράτευσιν ἐν στιγμαῖς τοιαύταις. Παρῆλθον ἔκτοτε τέσσαρα σχεδὸν ἔτη, καὶ οὐδεμία δυστυχῶς ἐκ τῶν τριῶν Κυβερνήσεων ἔλαβε μέτρον τι, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐφαίνετο ἀναγνωρίζουσα καὶ ἀμείβουσα τὰ πρὸς αὐτὴν αἰσθήματα τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀποτελεσάντων τὰ σώματα ἐκεῖνα. Ἀνέμενον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν καὶ ἀπὸ Συνόδου τῆς Βουλῆς εἰς Σύνοδον νὰ ἴδω τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν λαμβάνουσαν τὴν πρωτοβουλίαν, προσεδόκων πάντοτε νὰ ἴδω ἕνα Βουλευτὴν ἐκ τῶν τὰ μάλιστα δυναμένων νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ ἐκείνων μετὰ τῆς ἁρμοζούσης εἰς τοιοῦτον θέμα εὐγλωττίας καὶ ἐξάρσεως, καὶ δυστυχῶς οὐδὲν εἶδον, καίτοι πολλάκις ἐδόθη καταλλήλως ἡ ἀφορμή· τοῦτο δὲ σήμερον, ὅτε, ἀφορμῆς δοθείσης, οὐδεὶς καὶ πάλιν προέτεινέ τι σχετικὸν, μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως, μὲ ὅλην τὴν περὶ τὸ λέγειν πτωχείαν μου, ἐγὼ κάμω τὴν σύστασιν περὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πάντες μέχρι σήμερον ἐλησμόνησαν καὶ παρέβλεψαν, πρὸς μεγίστην βεβαίως θλῖψιν τῶν σχόντων τὴν τύχην νὰ ἴδωσι τὰ σώματα ἐκεῖνα οὐχὶ ἐν ἀτόποις πυροβολισμοῖς διασχίζοντα τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης καὶ ζητωκραυγάζοντα, ὡς ἔπραττον οἱ κληθέντες ὑπὸ τὰς σημαίας Ἕλληνες, ἀλλὰ πολεμοῦντα καὶ πίπτοντα μετὰ τῆς ἁρμοζούσης εἰς ἄνδρας, ὑπὲρ εὐγενοῦς ἰδέας ἀγωνιζομένους, ἱπποτικῆς πρὸς τὸν θάνατον περιφρονήσεως. Μετέσχον, Κύριοι, καὶ ἐγὼ τοῦ πολέμου ἐκείνου, ὡς ἁπλοῦς ὑπολοχαγός, παρακολουθήσας ὅλας τὰς περιπετείας τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν δυστυχῆ ἐκείνην δι’ ἡμᾶς περίοδον, ηὐτύχησα δὲ νὰ ἴδω τὰ δύο ἐκεῖνα σώματα μαχόμενα μεταξὺ ἡμῶν, ἢ μᾶλλον πρὸ ἡμῶν, κατὰ τὴν περὶ τὸν Δομοκὸν μάχην, ὅτε ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον μεταξὺ τῶν ἄλλων πεσόντα καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς λεγεῶνος, τὸν ἀείμνηστον λοχαγὸν Βαρατάσην· ἐκ τῆς ἐν γένει δὲ δράσεως τῶν σωμάτων αὐτῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατελήφθην ὑπὸ τοῦ συναισθήματος, ὅτι τὰς τόσον εὐγενεῖς ὑπηρεσίας, ἃς προσήνεγκον κατὰ τὸν πόλεμον οἱ ἀποτελέσαντες τὰ σώματα ἐκεῖνα, τὰς ὀφειλομένας εἰς τὸν ἄδολον πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ εἰς τὸν ἄκρον φιλελληνισμὸν τῶν ξένων, ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀμείψῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἂν ὄχι δι’ ἄλλου τινὸς, τοὐλάχιστον διὰ μικροῦ νομισματοσήμου, ἔστω καὶ ἐκ σιδήρου κατασκευαζομένου, τὸ ὁποῖον δικαίως ἔπρεπε νὰ κοσμῇ ἔκτοτε τὰ στήθη τῶν ὑπερηφάνων αὐτῶν μαχητῶν, πρὸς ἔνδειξιν τῆς πρὸς αὐτοὺς ὀφειλομένης ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος εὐγνωμοσύνης. Καὶ ἀνέμενον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν τοιαύτην ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης μας πρὸς τοὺς ζῶντας ἐκ τῶν ἀποτελεσάντων τὰ σώματα ἐκεῖνα, καὶ προσεδόκων πάντοτε ν’ ἀναγνώσω που, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐλησμόνησε νὰ ἐκδηλώσῃ τὰ αἰσθήματά της πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν εὑρόντων ἐν Ἑλλάδι τὸν θάνατον, πλὴν δυστυχῶς μέχρι σήμερον οὐδὲν τοιοῦτον εἶδον. Περὶ τοὺς 800, Κύριοι, εἰσὶν οἱ ἀποτελέσαντες τὰ δύο ταῦτα σώματα, καὶ οἱ ὀκτακόσιοι οὗτοι τίνας ἀπωλείας, νομίζετε, εἶχον; Εἰς τεσσαράκοντα ἀνέρχονται οἱ φονευθέντες, εἰς τὸ τριπλάσιον δὲ τούτων περίπου οἱ τραυματισθέντες· ἤτοι αἱ ἀπώλειαι αὐτῶν ἀνέρχονται εἰς τὸ πέμπτον τοῦ ὅλου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εὕρητε ἐν τῷ στρατῷ μας· ὅπερ ἀποδεικνύει τρανότατα τὴν ἐθελοθυσίαν τῶν σωμάτων αὐτῶν, τὸ ἀναμφισβήτητον τῆς ὁποίας καθιστᾷ ἡμᾶς ἔτι μᾶλλον ὑποχρέους εἰς τὸ νὰ πράξωμέν τι ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐπράξαμεν οὔτε διὰ τοὺς ἀποθανόντας, οὔτε διὰ τοὺς ζῶντας ἐξ αὐτῶν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μεριμνήσωμεν ὁπωσδήποτε ὑπὲρ ἐκείνων ἐκ τῶν ἐθελοντῶν, οἵτινες ἔσχον τὴν τύχην, ἣν καὶ πολλοὶ τῶν ὑποχρέων εἰς στράτευσιν, νὰ καταστῶσι δηλαδὴ ἀνάπηροι εἴτε ἐκ τραυμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, εἴτε ἐκ τῶν κακουχιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὸν πόλεμον αὐτὸν ὑπέστησαν; Καὶ δὲν γνωρίζω ἀληθῶς, ἂν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσι, πόσοι θὰ ὦσιν οὗτοι; δύο, πέντε ἢ δέκα τὸ πολύ· προκειμένου δὲ περὶ τόσον μικροῦ ἀριθμοῦ, πρέπει, νομίζω, καὶ τούτους νὰ συμπεριλάβωμεν εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτιθέμεθα νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τῶν πολλῶν, ὑποβαλλόμενοι οὕτω εἰς δαπάνην ὀλιγίστων κατ’ ἔτος χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τῆς ὁποίας θέλομεν δείξει, ὅτι, ὅ,τι δυνάμεθα, εὐχαρίστως τὸ διαθέτομεν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς καὶ ὑπὲρ τῶν ἡμεδαπῶν καὶ τῶν ὑποχρέων, μὴ στέργοντες νὰ ποιώμεθα διάκρισίν τινα. Συνιστῶ λοιπὸν τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ σύστασις αὕτη δὲν θέλει ἀπορριφθῆ.

§80Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατόπιν τῶν συστάσεων, τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας, ὅπως περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ οἱ ἄνδρες τῆς ἀστυφυλακῆς, οἱ μετασχόντες τοῦ πολέμου κατὰ τὸ 1897, καὶ τῶν συστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, ὅπως περιληφθῶσι καὶ οἱ ἀλλοδαποὶ, οἱ πολεμήσαντες ὑπὸ σώματα ἀνεγνωρισμένα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, οἷα τὸ ὑπὸ τὸν Γαριβάλδην καὶ τὸ τῶν φιλελλήνων, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἀποφασίσῃ, ἐὰν πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ περιλάβῃ καὶ αὐτοὺς, ἢ ἄλλως πως νὰ ληφθῇ μέτρον ὑπὲρ αὐτῶν. Προκειμένου περὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν αὐτοῦ ἐποιήσατο παρατηρήσεις τινὰς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ὁπλίτας, καθ’ ἣν οὗτοι ἀποστρατεύονται μετὰ προαγωγῆς καὶ λαμβάνουσι σύνταξιν ἀνάλογον, μόνον ὅταν ἦναι ἀνίκανοι νὰ προσπορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, λέγω, ὅτι ἡ φράσις αὕτη ἐτέθη, διότι ὑπάρχει ἐν τῇ στρατιωτικῇ νομοθεσίᾳ...

§81Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἐσφαλμένον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.

§82Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ἰσχύουσα στρατιωτικὴ νομοθεσία τὸ περιλαμβάνει, καὶ δὲν θέλω ἐγὼ, εἰς τὸ δεύτερον αὐτὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι παράρτημα τοῦ πρώτου, νὰ μεταβάλω τὴν πρώτην διατύπωσιν τῆς ἰδέας. Ἀκριβῶς ἀντέγραψα τὴν διάταξιν ἐκ τοῦ πρώτου νόμου, διὰ νὰ ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ ὁ δεύτερος οὗτος νόμος πρὸς τὸν κύριον νόμον.

§83ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐλήφθη, νὰ διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνον ὅλας αὐτὰς τὰς τροπολογίας, ἐγὼ θὰ ἀναμείνω κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ὁμιλήσω. Ἐν τούτοις θεωρῶ ἀναγκαῖον ἀπὸ τοῦδε νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δύο περιπτώσεις, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ δώσω τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Τὰς θέτω μόνον ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην καὶ περὶ τῶν περιπτώσεων τούτων, καὶ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν καὶ περὶ αὐτῶν, ἐὰν τὰς ἐγκρίνῃ. Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, τῶν φονευθέντων ἐν τῷ πολέμῳ. Θὰ ἴδῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν συντρέχωσιν αἱ αὐταὶ ἢ ἄλλαι περιστάσεις, ὅπως ἐκεῖναι, αἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ ἄλλη περίπτωσις εἶναι ἡ ἀφορῶσα τοὺς ἀποθανόντας ἐκ νοσημάτων ἐν τῷ πολέμῳ — οὐχὶ φονευθέντας, ἀλλ’ ἀποθανόντας ἐκ νοσήματος προελθόντος ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ πολέμου, — περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁ παλαιὸς νόμος περὶ συντάξεων προβλέπει, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐκ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μένει ἔξω. Τὰς δύο ταύτας τροπολογίας ὑποβάλλων, κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ τὰς ἀναπτύξω, ἐὰν συμβῇ νὰ μὴ συμμερίζηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν γνώμην μου ταύτην.

§84ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ, ἐὰν εἶναι ἐπίκαιρον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ περὶ τραυματιῶν, ἢ ἐν ἄλλῳ αὐτοτελεῖ, νὰ περιληφθῇ διάταξις ἑρμηνευτικὴ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου. Πέρυσιν ἐψηφίσαμεν νόμον ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν τῷ πολέμῳ παθόντων. Εἶναι προφανές, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο προνοεῖ καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφονεύθησαν μὲν ἐν τῷ πολέμῳ, ἔπαθον ὅμως ἐν τῷ πολέμῳ, καὶ συνεπείᾳ τοῦ παθήματος ἐκείνου ἀπέθανον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρερμηνεῦον τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι σαφὴς, παραδέχεται, ὅτι ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς εὐεργετικὸς νόμος ἀφορᾷ μόνον τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον ἀποθανόντας, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον παθόντας, ἀποθανόντος δὲ κατόπιν ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ συμπεριληφθῇ σχετικὴ ἑρμηνευτικὴ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καθόσον ἤδη τρεῖς αἰτήσεις τοιαύτης φύσεως εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἐπίκειται λύσις ὅλως ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου· ἄλλως ἂς ὑποβληθῇ εἰδικὸν νομοσχέδιον.

§85Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τραυματιῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς εἰσάγει δύο καινοτομίας, δύο διατάξεις ἐξαιρετικάς, παρέχον πρῶτον ἀμέσως ἀποστρατείας δικαίωμα, χωρὶς δηλ. ν’ ἀπαιτῇ τὸν νενομισμένον χρόνον (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν κατὰ τὸν πόλεμον τραυματισθέντα στρατιωτικὸν ἐν μάχῃ καὶ ἐν ἀποδεδειγμένῃ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος κλπ. παρέχεται ἄμεσον ἀποστρατείας δικαίωμα...» Ὥστε ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐξετάζει τὸ νομοσχέδιον, ἂν ὑπηρέτησεν ὁ τραυματίας ἐπὶ 1, 2 ἢ 5 ἢ 10 ἔτη. Ἡ ἑτέρα καινοτομία εἶναι, ὅτι ἀπονέμει εἰς αὐτοὺς σύνταξιν τῆς ἤδη κεκανονισμένης ἀνωτέραν. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐποιησάμην τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁπλίτας, δηλ. τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ, καὶ νὰ κατέστησαν ἀνίκανοι νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Τοιοῦτόν τι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐτραυματίσθησαν ἐν μάχῃ καὶ ἐν ἀποδεδειγμένῃ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός των, διὰ τοὺς ὁπλίτας ὅμως, δηλ. τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, ἀπαιτεῖ οὐ μόνον νὰ ὑπέστησαν τὸ τραῦμα, ὅπερ ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ κατέστησαν καὶ ἀνίκανοι νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Τοῦτο εὑρίσκω ἄδικον καὶ οὐδόλως δικαιολογούμενον ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, διότι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀγωνισθέντων, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς αὐτῆς φύσεως τραυμάτων τοῦ πολέμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι τὴν διάκρισιν εἰσήγαγεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο πλανᾶται, διότι ἡ περίπτωσις, ἣν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας ποιεῖται ὁ νομοθέτης τοῦ παλαιοῦ νόμου τὴν διάκρισιν αὐτὴν—ἐννοῶ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων.—Ὁ καθεστὼς νόμος ΣΕʹ τοῦ 1852 διακρίνει δύο πράγματα (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 9. Τὰ τραύματα ἢ τὰ νοσήματα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὡρισμένων αἰτιῶν (ἐκ συμβεβηκότων τοῦ πολέμου, ἢ δυστυχημάτων ἐν ὑπηρεσίᾳ), ἐὰν ἐπιφέρωσι τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ παντελῆ ἀχρηστίαν ἑνὸς ἢ πλειοτέρων μελῶν, παρέχουσιν ἄμεσον δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.» Δεύτερον διακρίνει ἐλαφρὰ τραύματα, μὴ δίδοντα τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρόκειται περὶ τραυματίου, ὅστις «ὑπέστη τραῦμα κατὰ τὸν πόλεμον κτλ. καὶ ἐκ τοῦ τραύματος τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ νόσημα ἀνίατον», καὶ δι’ αὐτὸν παραδόξως ἀπαιτεῖ προσέτι τὸ νομοσχέδιον νὰ καθιστᾷ «τὸν μὲν ἀξιωματικὸν ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας, τὸν δὲ ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀνίκανον τῆς ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν». Εἰς τὸν τοιοῦτον τραυματίαν παρέχεται ἄμεσον ἀποστρατείας δικαίωμα, προαγωγή, καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος συντάξεως, ἂν συγχρόνως κατέστη ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν. Ὁ προηγούμενος ὅμως νόμος δὲν ἀπαιτεῖ ἐπὶ τοιούτων τραυματιῶν νὰ ὑποστῶσι καὶ ἀνικανότητα, καθιστῶσαν ἀδύνατον τὸν πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ποῦ ἀπαιτεῖ αὐτό; Τὸ ἀπαιτεῖ ἐν τῷ ἄρθρῳ 10, ἔνθα πρόκειται περὶ ἄλλης περιπτώσεως (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐλαφρότερα τραύματα, ἢ νοσήματα, παρέχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους μόνον: 1) εἰς μὲν τὸν ἀξιωματικόν, ἂν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνεπίδεκτον ἑπομένως νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτήν· 2) εἰς πάντα δ’ ἄλλον ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν.» Ἀπαιτεῖ ἑπομένως τὴν ἀνικανότητα πρὸς ὑπηρεσίαν ἢ ἐργασίαν ἐπὶ ἐλαφροτέρων τραυμάτων, οὐχὶ δ’ ἐπὶ τυφλώσεως, ἢ ἀκρωτηριασμοῦ, ἢ ἀνιάτου νοσήματος ἐκ τραύματος. Αἱ περιπτώσεις τῶν δύο νόμων δὲν εἶναι αἱ αὐταί, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῶν ἐλαφροτέρων τραυμάτων οὔτε προβιβασμὸς χάριν αὐτῶν χορηγεῖται, οὔτε ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς συντάξεως, ὡς ἐπὶ τῶν βαρυτέρων, περὶ ὧν ἤδη ὁ λόγος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀπαίτησις ἀνικανότητος, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ περιέλαβε· διότι, ἂν ὁ ὁπλίτης ἢ ὁ ἀξιωματικὸς ἦναι ἢ ὄχι ἀνίκανος νὰ πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἢ νὰ ἀσκῇ ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν, τοῦτο δὲν ἔχει θέσιν ἐν ἄρθρῳ, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ τραυματίου τυφλωθέντος, ἢ ἀκρωτηριασθέντος, ἢ ἀνιάτως νοσοῦντος ἐκ τῶν τραυμάτων. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ κειμένου νόμου ἐπίσης λέγει, ὅτι «ἡ διὰ τὰ τραύματα ἢ νοσήματα σύνταξις τοῦ στρατιωτικοῦ κανονίζεται κατὰ τὸν βαθμὸν αὐτοῦ». Ἀλλ’ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ, καὶ δικαίως, ποιεῖται διάκρισιν καὶ παραχωρεῖ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ὃν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, λαμβάνει ὁ τραυματίας, προκειμένου περὶ τραυμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπηνέχθησαν ἐν πολέμῳ καὶ ἐπήγαγον τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ νόσημα ἀνίατον. Νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἀπονέμεται μεγαλειτέρα σύνταξις, ὅταν ὁ λαμβάνων αὐτὴν διετέλεσεν ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἐν τῷ βαθμῷ, καθ’ ὃν ἔλαβε τὸ τραῦμα. Ἀλλὰ εἶναι δίκαιον, προκειμένου περὶ βαρέων τραυμάτων ἐν πολέμῳ, νὰ μὴ ἀπαιτῶμεν νὰ διατελῶσιν ἐν τῷ βαθμῷ ἐπὶ χρόνον, καὶ ἀναλόγως αὐτοῦ νὰ λαμβάνωσι τὴν σύνταξιν, ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς ἀποδειχθῇ, ὅτι τοιοῦτον τραῦμα ἔλαβον ἐν πολέμῳ, νὰ λαμβάνωσιν ἀμέσως σύνταξιν κατὰ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, συμμορφούμενος πρὸς τὰ καλῶς ἔχοντα κείμενα τῆς νομοθεσίας, ἅτινα ἐμπνέει αἴσθημα ἐπιβραβεύσεως καὶ ἐνθαρρύνσεως τῶν ἐν τοῖς πολέμοις μαχομένων, δεχθῇ νὰ διατηρηθῇ ἡ κειμένη διάταξις, καὶ νὰ μὴ ἀπαιτῆται διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς, πρὸς τὸ βαρεῖ τραύματι, τὸ ὁποῖον ἔλαβον, μαχόμενοι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ κατέστησαν καὶ ἀνίκανοι πρὸς ὑπηρεσίαν ἢ πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῇν, διὰ νὰ λάβωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως.

§86Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ὅπως διευκρινήσω ὅλα τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως «καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῇν», ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁπλίτας, διότι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν, ἀκριβῶς ὑποστηρίζουσι τὸ ὑπ’ ἐμοῦ γραφέν. Ὁ κ. Βουλευτής, ἀνατρέχων εἰς τὸν νόμον τοῦ 1852, ἀνέγνωσε τὰς διαφόρους περιπτώσεις, τὰς ἀναγεγραμμένας εἰς τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ περιπτώσεις αὗται εἶναι ἀναγεγραμμέναι καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν περιπτώσεων τῶν διαφόρων νοσημάτων τῶν διαφόρων κατηγοριῶν. Παραδείγματος χάριν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ εἰρημένου νόμου λέγει: «Τὰ τραύματα ἢ τὰ νοσήματα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον αἰτιῶν, ἐὰν ἐπιφέρωσι τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμὸν ἢ παντελῆ ἀχρηστίαν ἑνὸς ἢ πλειοτέρων μελῶν, παρέχουσιν ἄμεσον δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.» Ἐπίσης «παρέχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν», κατὰ τὸ ἄρθρον 10, «τὰ ἐλαφρότερα τραύματα ἢ νοσήματα, εἰς μὲν τὸν ἀξιωματικόν, ἂν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἀνεπίδεκτον ἑπομένως νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτήν, εἰς πάντα δ’ ἄλλον ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῇν.» Ἀλλὰ τί λέγει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 1; «Εἰς τὸν στρατιωτικόν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν πόλεμον ἐτραυματίσθη ἐν ἀποδεδειγμένῃ τοῦ καθήκοντος ἐκπληρώσει, ὑπέστη δ’ ἕνεκα τοῦ τραύματος τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ νόσημα ἀνίατον, καθιστῶν τὸν μὲν ἀξιωματικὸν ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας, καὶ μὴ δυνάμενον ἑπομένως νὰ ἀναλάβῃ αὐτήν, τὸν δὲ ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀνίκανον τῆς ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῇν, παρέχεται ἄμεσον ἀποστρατείας δικαίωμα μετὰ προαγωγῆς... καὶ συντάξεως, προσδιοριζομένης εἰς τὸν μέγιστον ὅρον τοῦ τελευταίου βαθμοῦ.» Δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρουσι τὰ δύο ἄρθρα τοῦ κειμένου νόμου, ἅτινα σᾶς ἀνέγνωσα;

§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προσέξατε καλλίτερον, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανές.

§88Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα περιλαμβάνουσι περιπτώσεις, ἀναγραφομένας καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 9 ὁμιλεῖ περὶ ἀκρωτηριασμοῦ, τυφλώσεως ἢ ἀχρηστίας τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ 10 ὁμιλεῖ περὶ ἀνικανότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὁπλιτῶν. Πάντα ταῦτα περιλαμβάνονται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἑπομένως παρέχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν. Δὲν καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ καθεστῶτος νόμου, αἱ παρέχουσαι δικαίωμα συντάξεως. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ περὶ τῆς αὐστηρότητος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐσύστησε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀναντιρρήτως πρέπει νὰ τεθῶσιν αὐστηραὶ διατάξεις εἰς τὸ Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικόν, πρὸς πρόληψιν πάσης τυχὸν καταχρήσεως, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι προσπάθειαι θὰ καταβληθῶσιν, ὅπως εἰσαχθῶσι καταχρήσεις πολλαί.

§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλάκις συμβαίνει, τὰ εὐκολώτερα τῶν πραγμάτων, ἐκεῖνα δυσκολώτερον νὰ ἐννοῶμεν. Τοῦτο παρατηρεῖται καὶ νῦν. Τὸ κεφάλαιον Γʹ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων φέρει τίτλον: «περὶ συντάξεως ἀποστρατείας ἕνεκα τραυμάτων ἢ νοσημάτων»· εὐθὺς δ’ ἀμέσως ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ, ὑπ’ ἀριθ. 8, λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὰ τραύματα, δεινὰ καὶ ἀνίατα ὄντα, προερχόμενα ἐκ συμβεβηκότων τοῦ πολέμου, ἢ δυστυχημάτων ἐν ὑπηρεσίᾳ, παρέχουσι πρὸς σύνταξιν ἀποστρατείας δικαίωμα.» Ἑπομένως ἐννοεῖ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ ὁρίσῃ ὁ νομοθέτης, ὅτι τὰ τραύματα, τὰ προερχόμενα ἐν πολέμῳ, παρέχουσι δικαίωμα συντάξεως. Ἐπίσης τὸ αὐτὸ δικαίωμα παρέχουσι τὰ νοσήματα, «τὰ προερχόμενα ἐκ κόπων ἢ κινδύνων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». Ἔρχεται κατόπιν ὁ νόμος καὶ κάμνει τὴν ἑξῆς ὑποδιαίρεσιν ἐν τῷ ἀμέσως ἑπομένῳ ἄρθρῳ 9: «Τὰ τραύματα ἢ τὰ νοσήματα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὡρισμένων αἰτιῶν, ἐὰν ἐπιφέρωσι τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ παντελῆ ἀχρηστίαν ἑνὸς ἢ πλειοτέρων μελῶν, παρέχουσιν ἄμεσον δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.» Ἐνταῦθα ἔχομεν μεταβολὴν τῆς γενικῆς ἀρχῆς περὶ ἀπονομῆς τῆς συντάξεως ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ καὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, διότι πρόκειται περὶ τραύματος ἐν πολέμῳ, τὸ ὁποῖον φέρει τύφλωσιν, ἢ ἀκρωτηριασμόν, ἢ ἀνίατον νόσημα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ νόμος ἀποφαίνεται, ὅτι πρέπει ν’ ἀπονέμηται ἀμέσως δικαίωμα συντάξεως εἰς τὸν λαβόντα τὰ τραύματα καὶ ἀνωτέρου βαθμοῦ σύνταξις. Δὲν ἐξετάζεται πόσον χρόνον ὁ τραυματίας ὑπηρετεῖ ἐν τῷ στρατῷ. Ἔρχεται κατόπιν ἄλλη περίπτωσις, καθαρῶς ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς ἀλλοία, ἡ περίπτωσις τῶν ἐλαφροτέρων ἐν πολέμῳ τραυμάτων. Ἐπὶ τούτων ἄλλως κανονίζεται ἡ σύνταξις (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 10. Τὰ ἐλαφρότερα τραύματα ἢ νοσήματα παρέχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους μόνον· αʹ) εἰς μὲν τὸν ἀξιωματικόν, ἂν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνεπίδεκτον ν’ ἀναλάβῃ ἑπομένως αὐτήν· βʹ) εἰς πάντα δ’ ἄλλον ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν.» Τὰ ἄρθρα εἶναι σαφῆ. Λοιπὸν ὁ ὅρος τοῦ ν’ ἀπαιτῆται ἀνικανότης ἐνεργείας καὶ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγράφεται ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπὶ τῶν ἐλαφροτέρων νοσημάτων ἢ τραυμάτων, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν ἐπενεγκόντων τύφλωσιν, ἢ ἀκρωτηριασμόν, ἢ ἀνίατον νόσημα. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως προνοεῖ περὶ τῶν ὑποστάντων τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ ἀνίατον νόσημα. Λοιπὸν οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, θέλοντες ν’ ἀνενεχθῶμεν εἰς τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας ὁ κείμενος νόμος ἀναγράφει, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν πρώτην περίπτωσιν, ἐκείνην δηλονότι, περὶ ἧς προνοεῖ τὸ ἄρθρον 9, καὶ τότε δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτήσωμεν τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἦναι ἀνίκανος ὁ τραυματίας νὰ ἀσκῇ ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκει, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάκρισις, ἐνῷ ὁ νόμος λογικώτατα ἀνέγραψε γενικὴν μὲν ἀρχὴν εἰς τὸ ἄρθρον 8, περὶ τῶν δεινῶν καὶ ἀνιάτων τραυμάτων καὶ νοσημάτων, ὡς χορηγούντων δικαίωμα συντάξεως, ἐξ αὐτῶν δὲ διέκρινεν ἐν ἄρθρῳ 9 ἐκεῖνα τὰ τραύματα ἢ νοσήματα, ἅτινα ἐπήνεγκον τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν κλπ., ἐφ’ ὧν παρέχει ἄμεσον δικαίωμα συντάξεως, καὶ ἐν ἄρθρῳ 10 τὰ ἐλαφρότερα τραύματα ἢ νοσήματα, ἐφ’ ὧν ἀπῄτησε τὸν ὅρον τῆς ἀνικανότητος πρὸς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς πορισμὸν τῶν τῆς ζωῆς, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὴν βλάβην τῆς τυφλώσεως, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις χειροτέραν δι’ ἄνθρωπον ζῶντα, ἢ τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ, δηλ. τῆς ἀπωλείας τῶν ἄκρων, ἢ τῆς παντελοῦς ἀχρηστίας ἑνὸς ἢ καὶ πλειοτέρων μελῶν, δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἄλλων τίτλων πρὸς σύνταξιν. Βεβαίως ν’ ἀπαιτῆτε ἀπὸ στρατιώτην ἀπολέσαντα τοὺς δύο πόδας, ἢ χεῖρας, ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐργάζηται, διὰ νὰ λάβῃ σύνταξιν, εἶναι καὶ ἀστεῖον καὶ ἀδικία καὶ σκληρότης. Περὶ τοιαύτης ἀνικανότητος εἶναι δίκαιον νὰ μὴ διστάζῃ τις νὰ ἀπονείμῃ τὸ προνόμιον τῆς ἀμέσου συντάξεως καὶ τῆς κατὰ ἕνα βαθμὸν ἀνωτέρας, καὶ τοῦ προβιβασμοῦ, διότι οὗτοι εἶναι ἀναμφισβητήτως ἄξιοι τῆς ἰδιαιτέρας ταύτης ἀμοιβῆς. Τοῦτο καὶ πολιτικώτερον.

§90Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τοὺς ὅρους αὐτοὺς, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ θέσωμεν εἰς σύνταξιν πάντα τραυματισθέντα;

§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει περὶ τῶν τυφλωθέντων τοὺς δύο ὀφθαλμοὺς, ἢ ἀκρωτηριασθέντων, ἢ περιελθόντων εἰς κατάστασιν ἀχρηστίας τῶν μελῶν. Ποῦ ἡ κατάχρησις;

§92Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§93Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν, ἂς ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.

§95Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, διότι εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τότε δύνασθε νὰ προτείνητε τὴν ἀναβολήν του. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑϠΟʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν».

§97ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ προστιθεμένου εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔκτασιν μήκους ἡμίσεως πήχεως, εἶναι δὲ ἀκατανοήτως συντεθειμένον. Ἐν αὐτῷ γίνεται λόγος περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀστικοῦ νόμου, κανονίζεται δὲ νέος τρόπος διαδικασίας, καὶ μεταβάλλεται ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου. Ὅλα δὲ αὐτὰ διαπράττει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἓν ἐδάφιον, καὶ τοῦτο ἄνευ οὐδεμιᾶς σαφοῦς ἐννοίας. Φαίνεται, ὅτι ὁ συντάξας αὐτὸ ἐστερεῖτο τῆς εὐκολίας τοῦ σαφῶς ἐκφράζεσθαι καὶ τῆς ἐτυμολογίας καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ χαρακτηρίζειν τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὅρων νομικῶν. Λέγει π. χ. ὅτι ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, ἀλλὰ συγχίζει τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ πρόσωπα καὶ τὰς μερίδας. Διὰ τοῦτο ὁ ἀναγινώσκων αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἀκριβῶς, ἂν ἐννοεῖ τὸ ἥμισυ πλέον μιᾶς τῶν μερίδων, ἢ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν συγκυρίων. Θὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς νομοθέτημα σχέδιον οὑτωσὶ συντεταγμένον.

§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει, εἶναι νὰ μετρήσητε τὸ νομοσχέδιον μὲ τὸν πῆχυν τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον· διότι, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ψηφισθῇ, θ’ ἀφήσητε ἐκθέτους ὅλους αὐτοὺς τοὺς γεωργοὺς εἰς τὸν κίνδυνον νὰ χάσωσι τὰ παρ’ αὐτῶν πληρωθέντα ποσά. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἕνεκα τοῦ τίτλου πρέπει ν’ ἀφήσητε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἐκθέτους, δύνασθε νὰ τὸ πράξητε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν, καὶ αὔριον νὰ δώσητε διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου εἰς ἐδάφια ἢ εἰς πολλὰ ἄρθρα. Ἐγὼ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω εἰς τοῦτο· ἐγὼ ἀποβλέπω κυρίως εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ διαιρετοῦ ἀφ’ ἑνός, εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀλληλεγγύης ἀφ’ ἑτέρου· διότι, ἂν τὰ δύο αὐτὰ πράγματα δὲν κατορθωθῶσι, βεβαίως τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι κάκιστα καὶ διὰ τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ἀγοράσαντας, καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς πληρωμήν. Τοὺς δύο τούτους σκοποὺς ἐπιδιώκων, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ὅπως τοῦτο γείνῃ καταλληλότερον εἰς τὴν ἔκφρασιν. Ἑπομένως παρακαλῶ ν’ ἀφήσητε νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§99ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν ὀρθότητα ὅλων τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζω, καὶ τὸ εὐεργετικὸν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου θέλω νὰ δεχθῶ, καίτοι ὡς πρός τινα ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν, διότι τὸ νομοσχέδιον φέρει ῥιζικάς τινας μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ μέλλον θὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν συναγορασίαν ἑνὸς κτήματος ὑπὸ πολλῶν, κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος διαγράφει. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἐν τῷ θέματι, προκειμένου περὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν τῆς Ἄρτης, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι εὐεργετικός. Συμφωνῶ ἑπομένως καὶ ἐγὼ νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ εἶπον ὅσα εἶπον, ἵνα ἔχῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν θὰ γείνωσι τροπολογίαι. Λέγει π. χ. τὸ νομοσχέδιον, ὅτι συντάσσεται ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν κατόπιν πρέπει νὰ συναινέσωσιν αἱ Τράπεζαι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται. Καὶ ἂν δὲν συναινέσωσι, τί θὰ γείνῃ; Τίποτε δὲν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον.

§100Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς συνετάχθη, συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνάγκης, ἥτις παρουσιάσθη, ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τοῦ ἰσχύοντος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1891. Πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι ὑπάρχει νόμος εἰδικός, ὅστις ἐφηρμόσθη ἐν Ἄρτῃ καὶ εἴς τινα μέρη τῆς Θεσσαλίας, περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ καταγείνῃ καὶ γνωρίσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον συνετάχθη, ὡς συνετάχθη. Εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ διατυπωθῇ ἄλλως ἢ ὡς διετυπώθη, διότι πρόκειται νὰ κανονισθῶσι πολλαὶ περιπτώσεις ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς διετυπώθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).

§101Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα κοιμώμεθα εἰς τὰς 2 καὶ 3 μετὰ μεσονύκτιον. Εἴμεθα ἄνθρωποι, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντέχωμεν καθ’ ἑκάστην. Διὰ τοῦτο Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἑπόμεναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δύο συμβάσεις, νὰ ψηφίσωμεν δὲ μέχρι τῆς δωδεκάτης ὥρας ὅσα νομοσχέδια δὲν ἔχουσι συζήτησιν.

§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι αὔριον θ’ ἀρχίσῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἔργων τοῦ Θριασίου πεδίου, ἥτις πιθανὸν νὰ παραταθῇ, καὶ θὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὰς συμβάσεις κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν. Ἐπὶ τῶν συμβάσεων πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἥτις εἶναι κυρία νὰ τὰς δεχθῇ ἢ ἀπορρίψῃ. Τὸ ζήτημα τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου δὲν δύναται ἐπὶ πλέον νὰ ἀναβληθῇ.

§103Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Γ. Παπαδιαμαντοπούλου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 128. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Βʹ μεταρρυθμίσεως τῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Λαυρίου εἰς Ἀθήνας συμβάσεως καὶ κατασκευῆς ἄλσους ἐν Κηφισιᾷ». Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.

§105Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τιμῶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεδρεύουσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ τιμῶ ταῦτα, διότι εἶναι ὄντως ἄξια τιμῆς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ διότι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι χειρισταὶ τοῦ λόγου δόκιμοι, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ θελήσω νὰ διαστείλω μεταξὺ τῶν συναδέλφων τοὺς τὰ πρῶτα καὶ τοὺς τὰ δεύτερα φέροντας. Ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς συζητήσεσι, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλει νὰ κρατῇ ἡ εὐπρέπεια τοῦ λόγου καὶ ἡ σεμνότης τοῦ ὕφους· διὰ τοῦτο χθές, ὅτε συνεζητεῖτο εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, παρεξενεύθην καὶ ἐξεπλάγην, ἀκούσας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, εἰπόντος ἢ μᾶλλον ἀφήσαντος ὑπαινιγμὸν κατά τινος προσώπου, ἐξεπλάγην, λέγω, διότι ὄντως γνώρισμα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κυρίου Δεληγεώργη εἶναι ἡ εὐπρέπεια τοῦ λόγου καὶ ἡ σεμνότης τοῦ ὕφους, καὶ διὰ τοῦτο ἠπόρησα, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου δὲν κατώρθωσε νὰ καταστείλῃ τὴν ὀργὴν αὐτοῦ, καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ κατισχύσωσι τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ αἱ σκέψεις αὐτοῦ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ποῦ ἀνέγνωσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ πολιτικῆς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφίνῃ τις τὸν ἀντίπαλον αὐτοῦ νὰ ἀτιμάζηται, ἢ νὰ ἐξευτελίζηται, ἵνα καρπωθῇ πρόσκαιρον πολιτικὸν ὄφελος. Διότι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς μαχητὰς τοῦ λόγου, τοὺς τὰ πρῶτα φέροντας, κατὰ τὸν κ. Δραγούμην, νὰ ἔχωσι τὴν εὐπρέπειαν τοῦ λόγου καὶ τὰ διανοήματα αὑτῶν νὰ ἐκφράζωσι μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεδρεύουσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι σαφὲς καὶ ἁπλοῦν. Ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἐν ἀδυναμίᾳ, ἵνα ἐκχωρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Κηφισιᾶς.

§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὴν ἀναγκάζει;

§107ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. εἰς ἄλλην Ἑταιρείαν, παρέτεινε τὴν ἐκμετάλλευσιν ταύτην, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν, χορηγήσασα τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς. Ἂν ἐν τῷ μεταξὺ παρουσιάζετο ἄλλη Ἑταιρεία, προβάλλουσα ἀξιώσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς, βεβαίως θὰ ἦσαν ἐν τῷ δικαίῳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δυστυχῶς οὐδεμία Ἑταιρεία παρουσιάσθη, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ ἀναλήψεως τοῦ ἔργου, Ἑπομένως δὲν βλέπω, ποῦ θίγονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὡς παρέστησαν οἱ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφοι χθές. Μήπως τὸ Δημόσιον ἔρχεται χορηγὸς εἰς τὴν Ἑταιρείαν διὰ δημοσίων χρημάτων, ἵνα συντηρήσῃ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς; Πολλοῦ γε καὶ δή. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρατείνεται ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς γραμμῆς ἐπὶ μίαν ἀκόμη εἰκοσαετίαν, ἔπραξε καλῶς, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἠδύνατο νά πράξῃ ἄλλως. Τί λοιπὸν ἠθέλατε; νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς ἡ Κυβέρνησις; Ἂν τοῦτο ἀποκρούητε,—καὶ βεβαίως τὸ ἀποκρούετε—θὰ δεχθῆτε, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ μίαν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπέναντι ἀνταλλάγματος ἔδει νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν παράτασιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κύριος Λεβίδης, ὁμιλῶν περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως, εἶπε: «Διὰ τίνα λόγον νὰ καθιερώσωμεν τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, καὶ ν’ ἀποκλείσωμεν τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων τοῦ νὰ συστήσῃ γραμμὴν, ἄγουσαν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Κηφισιᾶν;» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν αὐτῷ σαφῶς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων παρῃτήθη τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ τίνα λόγον ἡμεῖς προβάλλομεν ἑαυτοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, ἵνα ὑπερασπίσωμεν συμφέροντα, τῶν ὁποίων αὐτὴ παρῃτήθη; Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 12 δὲν ἀποκλείεται, εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων ἡ ἐγκατάστασις γραμμῆς μέχρι Χαλανδρίου, διότι τὸ ἄρθρον 12 λέγει, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ μέχρι τοῦ ἔτους 1921 τὴν κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς ἢ τροχιοδρομικῆς γραμμῆς, ἑνούσης ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὰς Ἀθήνας μετὰ τοῦ Ἀμαρουσίου καὶ τῆς Κηφισιᾶς». Δὲν ὁμιλεῖ περὶ Χαλανδρίου, ἀλλὰ μόνον περὶ Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν συγχρόνως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Χαλανδρίου ὑπάρχει σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία, διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαυρίου γιγνομένη δὶς τῆς ἡμέρας. Ἂν δὲ ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων θελήσῃ νὰ ἐγκαταστήσῃ γραμμὴν μέχρι Χαλανδρίου,—διότι ἤκουσα νὰ γίνηται πολὺς λόγος περὶ Χαλανδρίου—βεβαίως ἡ Ἑταιρεία αὕτη δὲν ἀποκλείεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς, καὶ πρέπει νὰ λέγηται: ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν, τόσον θερμῶς ὁμιλοῦντες περὶ τῆς συμβάσεως, συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ πρόκειται νὰ ματαιώσωμεν συμφέροντα προσωπικὰ, ἐξυπηρετούμενα, ὡς ἐλέχθη, διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἀληθῶς πρόκειται, εἶναι, ὅτι ἐπιζητοῦμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκλογικῶς.

§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.

§109ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εὔχομαι νὰ μὴ ἔχητε ἀνάγκην, ἀλλ’ ἂν δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ ὠφεληθῆτε ἐκλογικῶς, δὲν ἠθέλατε ποιήσει τὴν ἀποστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατε πρὸς τοὺς συναδέλφους ὑμῶν ἐξ Ἀττικῆς, διὰ τοὺς ὁποίους εἴπατε, ὅτι προῆλθον ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς, ἵνα ζητήσωσι τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς, καὶ ἂν θελήσωσι νὰ σᾶς ἀκολουθήσωσι μέχρι Χαλανδρίου, θὰ ἐπιστρέψωσι σκυθρωποὶ, διότι θὰ διαγνώσωσιν, ὅτι κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ ταφῶσιν ὑπὸ τὰ μαῦρα σφαιρίδια τῶν συμπολιτῶν σας.

§110Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶπεν, ὅτι οἱ νεώτεροι Βουλευταὶ, οἱ εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα, καλὸν εἶναι ν’ ἀκολουθήσωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κοινῆς γνώμης τοὺς ἀρχαιοτέρους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλλίτερον αὐτήν. Ἂν ἐλέχθη, ὅτι ἀπὸ περάτων τῆς γῆς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ζητῶ τὸν λόγον.

§111ΕΠ. ΜΙΛΤ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, πόθεν προήλθομεν.

§112ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Γουναράκης, οὕτως ἐλέχθη. Ἂν ἐλέγετο ἄλλως, ὁ κ. Πρόεδρος ἤθελε μὲ ἀνακαλέσει εἰς τὴν τάξιν.

§113ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνακαλῇ ὅσα εἶπε, διαφέρει.

§114ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀνακαλῶ τίποτε. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Γουναράκη. Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω τι.

§115ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρατηρῶ, ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει τὸ θέμα τοῦτο νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν μεγάλην, διότι δὲν πρόκειται νὰ θιγθῶσι συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· διότι, ἂν ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ μίαν ἔτι εἰκοσαετίαν ἀπέναντι τῆς τιμίας καὶ συνετῆς διαχειρίσεως αὐτῆς, ἣν ἐπέδειξε μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς παρατάσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ εἰκοσαετίαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, ὑπεχρεώθη ἡ Ἑταιρεία νὰ κατασκευάσῃ ἄλσος ἐν Κηφισιᾷ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Κηφισιὰ εἶναι ἓν τῶν προαστείων τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα παρέχουσι κατὰ τὸ θέρος ἀναψυχὴν εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, οἱ δὲ κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ μεταβαίνουσιν εἰς Κηφισιὰν, χάριν ἀναψυχῆς βεβαίως, διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Κηφισιᾶς. Εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἂν ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Λεβίδου ἐπραγματοποιεῖτο, τουτέστι νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ δευτέρα γραμμὴ, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Κηφισιᾶς, ἂν ἀποδίδῃ κέρδη, ἀποδίδει μόνον κατὰ τοὺς τέσσαρας θερινοὺς μῆνας, καθ’ ὅλον δὲ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον ἀφίνει ζημίαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἂν λοιπὸν ἠθέλομεν ἐγκαταστήσει καὶ δευτέραν γραμμὴν, παράλληλον πρὸς ταύτην, βεβαίως ἠθέλομεν καταστήσει καὶ τὰς δύο ταύτας Ἑταιρείας ἑτοίμους πρὸς χρεωκοπίαν. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δίδομεν ὤθησιν καὶ ἐνισχύομεν τὴν ἀγαθοποιὸν δρᾶσιν Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε, ὅτι διὰ τῆς τιμίας καὶ συνετῆς αὐτῆς διαχειρίσεως εἶναι ἀξία τῆς προστασίας ταύτης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.

§117ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ πατρικῆς ἀληθῶς στοργῆς παρηκολούθουν πάντοτε τὰς προόδους τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, τοῦτο δὲ, διότι εἶμαι ὁ πρῶτος σχὼν τὴν ἰδέαν τῆς κατασκευῆς τοῦ Σιδηροδρόμου τούτου, εἶμαι δὲ καὶ ὁ ἀποπερατώσας αὐτόν, ὡς Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου. Διὰ τοῦτο μετὰ πολλῆς προσοχῆς παρηκολούθησα τὴν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ζητοῦντος νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς προκειμένης συμβάσεως. Προσεπάθησα νὰ ἀνεύρω εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ φανῶ ὑποστηρικτὴς τῆς συμβάσεως ταύτης, ἀλλὰ δυστυχῶς τοιαῦτα δὲν εὗρον· τὰ δὲ καθήκοντά μου, ὡς Βουλευτοῦ, ἐνταῦθα μοὶ ἐπιβάλλουν ἄλλας ὑποχρεώσεις. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐξετάσας λοιπὸν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν διπλῆν ταύτην ἔποψιν, εὑρίσκω, ὅτι οὔτε συμφέρον τοῦ Δημοσίου εἶναι νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, οὔτε συμφέρον τῆς κοινωνίας. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν κοινωνίαν, τί ὄφελος παρουσιάζει ἡ σύμβασις; Παρέχει εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ ἄλσους ἐν Κηφισιᾷ. Ἀπέναντι δὲ τούτου βλέπομεν, ὅτι παρακωλύεται ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἡ ἀνάπτυξις τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῆς Πρωτευούσης καὶ τῶν χωρίων Χαλανδρίου, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, ἰδίως ἡ συγκοινωνία διὰ Tramway ἠλεκτρικοῦ. Καὶ εἶναι ματαία ἡ ἐλπὶς, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη συγκοινωνία; Ὄχι. Διότι γνωρίζομεν κάλλιστα, ὅτι τὴν γραμμὴν ταύτην ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων· γνωρίζετε δὲ, πόσον σήμερον ἡ ἠλεκτρικὴ κίνησις ὑπερτερεῖ τῆς κινήσεως τῆς δι’ ἀτμαμαξῶν, αἵτινες ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀναβάσεως, παράγουσι τὸν ἀνυπόφορον ἐκεῖνον καπνὸν, τὸν λεπτὸν ἐκεῖνον ἄνθρακα, ὅστις καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς βλάπτει καὶ τὰς ἐνδυμασίας τῶν μεταβαινόντων εἰς Κηφισιὰν πρὸς διασκέδασιν καταστρέφει. Καὶ ναὶ μὲν ἴσως ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων τοιαύτην πρότασιν μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ὑποβάλει, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι μετὰ ἓν ἔτος, ἢ μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη, δὲν θὰ ὑποβάλῃ αὕτη τοιαύτας προτάσεις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ σύμβασις ὑπόσχεται ἐπίσης εἰς τοὺς Κηφισιεῖς φωτισμὸν ἠλεκτρικὸν, ἀλλὰ καὶ τοῦτον περιωρισμένον. Ἡ σύμβασις λέγει ἁπλῶς, ὅτι ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία νὰ φωτίζῃ τὴν πλατεῖαν καὶ τὰς πέριξ ὁδούς· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἀπεφάσιζε νὰ παραχωρήσῃ τὸν δι’ ἠλεκτρισμοῦ φωτισμὸν τῆς Κηφισιᾶς, ὄχι ἐπὶ 20 ἔτη, ἀλλ’ ἐπὶ 10 μόνον ἔτη, θὰ εὑρίσκετο Ἑταιρεία, ἥτις θ’ ἀνελάμβανε τὸν φωτισμὸν, ὄχι μόνον μέρους, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς Κηφισιᾶς, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιχορηγήσεως. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ κοινωνία βλάπτεται. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν εἶναι συμφέρον τοῦ Δημοσίου νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι ἢ ἐγὼ πρῶτος νὰ χαίρω, βαίνει γοργῷ τῷ βήματι, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ κέρδη τὰ καθαρὰ αὐτοῦ ἀνῆλθον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890 ἀπὸ 181,000 δραχμῶν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 434,000 δραχ. κατὰ τὸ 1899, δηλ. ἐν διαστήματι 9 ἐτῶν ὑπερεδιπλασιάσθησαν. Διατὶ νὰ μὴ ἐλπίζωμεν, ὅτι μετὰ ἄλλα 10 ἔτη τὸ αὐτὸ θὰ γείνῃ; Διατὶ νὰ μὴ ἐλπίζωμεν, ὅτι μετὰ 20 ἔτη θέλουν τετραπλασιασθῆ; Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτον ἦναι τὸ μέλλον, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ 20 ἔτη; Θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν δι’ ἠλεκτρικοῦ τροχιοδρόμου συγκοινωνίαν; Ὄχι, ἂν δὲν ἐξαγοράσῃ τὸν Σιδηρόδρομον Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ὅπως ἐξαγοράσῃ αὐτὸν τότε, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ καταβάλῃ ποσὰ ὑπέρογκα, ἅτινα δὲν θ’ ἀποφασίσῃ νὰ καταβάλῃ, ἐνῷ σήμερον, ἀναμένουσα 1, 2 ἢ 3 ἔτη, εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ εὐκαιρίαν, ἐπιτρέπουσαν εἰς αὐτὴν ἢ νὰ ἀναλάβῃ τὸν Σιδηρόδρομον, ἢ νὰ ἐπιτύχῃ ὅρους πολὺ καλλιτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ἡ προτεινομένη σύμβασις. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θεωρεῖ συμφέρον ν’ ἀφήσῃ τὴν Ἑταιρείαν ἄνευ βεβαίου μέλλοντος, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑταιρεία θὰ παραγνωρίσῃ τὰ καθήκοντα αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτήν. Οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς τῆς μετ’ αὐτῆς ἀρχικῆς συμβάσεως δίδουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἐὰν τοιαῦτα παρατηρήσῃ συμβαίνοντα, νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Ἐὰν λοιπὸν οὐδένα διατρέχῃ κίνδυνον τὸ Δημόσιον, διατὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ προδικάσῃ τὸ μέλλον, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κοινωνίαν ν’ ἀπολαύσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται ν’ ἀπολαύσῃ, ἂν μὴ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις; νὰ ἐπιτευχθῇ δηλαδὴ καλλιτέρα συγκοινωνία μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς; Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, πειθόμενος εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μετὰ λύπης ἐξέφρασα ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν, οὔτε εἰς τὸ Δημόσιον ἡ σύμβασις αὕτη, θ’ ἀποσύρῃ αὐτήν.

§118ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι, θέλω προσπαθήσει νὰ ὁμιλήσω ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, διότι τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις συνάδει καὶ πρὸς ἰδίαν ἐμοῦ αὐτοῦ ἀνάγκην, εὑρισκομένου ὑπὸ ὅρους κοπώσεως, ὁποίους ἐννοεῖτε πάντες μετὰ τὰς μακρὰς συνεδριάσεις τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερόν τινα, ἅτινα μὲ πείθουσιν, ὅτι κακὴ γνώμη ἐπρυτάνευσε παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅτε ἀπεφάσισε, κατὰ τὴν λῆξιν ἀκριβῶς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τὸ Κράτος εἶχεν ἐκ συμβάσεως δικαίωμα ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, ἀντὶ τῆς ἐξαγορᾶς, νὰ ἐνεργήσῃ οὐχὶ μόνον παράτασιν, ἀλλὰ καὶ νέας παραχωρήσεις, παραχωρήσεις πρὸς Ἑταιρείαν, ἥτις, ὁσασδήποτε καὶ ἂν παρέσχεν ὑπηρεσίας, εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰς ὑπηρεσίας ταύτας παρέσχε, κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου μεταχειριζομένη κεφάλαιον τοῦ Δημοσίου. Προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἐφάνη ἀγνοῶν τὴν ἱστορίαν τῆς γενέσεως τῆς Ἑταιρείας ταύτης, διότι, ὅτε ἐν στιγμῇ διακοπῆς τινος εἶπον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία στηρίζεται ἐπὶ κεφαλαίου χορηγηθέντος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, παρετήρησα, ὅτι ἀντέταξεν εἰς τοῦτο, εἰ μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ἄγνοιαν. Ἀλλ’ οἱ συνεργασθέντες ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ τοῦ προτείναντος τὴν σύμβασιν, ἥτις ἀπετέλεσε τὴν ἀφετηρίαν τῶν ἔργων τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἐκεῖνοι γινώσκουσι καὶ τί περιεῖχεν ἡ ἐνταῦθα ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις τῶν Ὑπουργῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως, τοῦ τε ἀειμνήστου Τρικούπη καὶ τοῦ ἀειμνήστου Καλλιγᾶ, καὶ τί περιεῖχον αἱ ἐκθέσεις αἱ πολλαπλαῖ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου καὶ τῶν ἄλλων νομομαθῶν, καὶ τί ἀνεγνωρίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τί μετά τινα ἔτη πάλιν ἀνεγνωρίσθη, ὅτε ἐγένετο ἡ τελευταία μεταβολὴ τῆς συμβάσεως ὑπ’ αὐτοῦ ἐκείνου, ὅστις ὑπέβαλε τὴν τοιαύτην αὐτῆς τροποποίησιν. Τὸ Δημόσιον εἶχεν ἐγείρει ἀγωγὴν κατὰ τοῦ προκατόχου τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων, τοῦ Σερπιέρη, ζητοῦν παρ’ αὐτοῦ πληρωμὴν φόρου καὶ δικαιώματος ἐπικαρπίας 30%, ἡ δὲ ἀξίωσις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν τόκων ἔφθασε καὶ συνεκεφαλαιώθη εἰς 6,000,000, καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις ἐν ἔτει 1882. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Μεταλλουργείων, διάδοχος τοῦ Σερπιέρη, ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκομένη, ἀντέταξεν ἄλλην ἀγωγὴν, δι’ ἧς ἐζήτει ν’ ἀποζημιωθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ ζητήματος τῶν ἐκβολάδων διὰ νόμου εἰδικοῦ τὰς ἐκβολάδας τὰς ὑπὸ τὴν γῆν ἀφῆκεν εἰς τὸν κύριον τῶν μεταλλείων. Ἦτο προφανές, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη μόνον εἶχε λόγον τὴν ὕπαρξιν τῆς ἄλλης ἀπαιτήσεως· καὶ ἡ ἐξέτασις, ἡ ὑπὸ πάντων γενομένη, τοῦτο ἀπέδειξε, καὶ ἐπιπροσθέτως τοῦτο ἀπέδειξεν ἡ συμφωνία, ἥ ἀπολήξασα εἰς κατάργησιν τῶν ἀξιώσεων τῶν ἀμοιβαίων, καθ’ ἣν κατάργησιν ἀναγνώρισις ἐγένετο μόνης τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑταιρείαν. Ταῦτα ἐξάγονται ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων. Διὰ τῆς γενομένης καταργήσεως ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῶν καταργησάντων τὴν δίκην Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἦτο ὠφέλιμον εἰς τὴν χώραν, ὅτι ἦτο ὠφέλιμον καὶ εἰς τὴν μεταλλουργίαν τῆς χώρας νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ κεφάλαιον ἅπαν, τὸ ὀφειλόμενον, ὅπως ἱδρυθῇ διὰ τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως σιδηρόδρομος, γινομένων παραβλέψεων ἀκριβῶς πρὸς τὸ συμφέρον τὸ διπλοῦν, ὅπερ τὸ Κράτος εἶχεν, ἀφιεμένου καί τινος κέρδους, ὅπερ ἄλλως δὲν ὠφείλετο εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου κατεσκεύαζε τὸν σιδηρόδρομον, καὶ εἰς τοῦτον τὸν λόγον ὀφείλεται τὸ παραχωρηθὲν 3%. Ἐπὶ τοῦ τοιούτου δὲ τρόπου τῆς ἐνεργείας μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἀκριβείας ἐκφράζεται καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς συμβάσεως, καὶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐν ἀγορεύσει συντόμῳ, ἣν ἐποιήσατο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, —διότι, σημειώσατε, τὸ περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης νομοσχέδιον ἀνεγνώσθη εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης συζητήσεως ἐψηφίσθη. Τοσοῦτον ἐπείθοντο πάντες, ὅτι τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐπήγαζεν ἐξ ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἐπήγαζεν ἐξ ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν δικαίων τοῦ Κράτους, ὅπερ καταλλήλως ὑπεχώρει ἐκεῖ, ὅπου ἔδει νὰ γένηται ὑποχώρησις, τοσοῦτον τὸ προτεινόμενον ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ γενικὸν αἴσθημα ἐν τῇ Βουλῇ. Κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ἀρχικὴν, ταῦτα ὁρίζονται: Κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας 6,000,000 δραχμῶν, ἀκριβῶς κεφάλαιον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους, τὰ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ καταβλητέον ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῶν διαγραμμάτων. Γραμμὴ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρις Ἐργαστηρίων Λαυρίου διὰ Θορικοῦ. Καίτοι ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἀπολήγῃ εἰς Θορικὸν, ἐξετείνετο ὁ σιδηρόδρομος καὶ ἀπέληγεν εἰς Ἐργαστήρια, διὰ τοὺς λόγους τοὺς γνωστοὺς, τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν μεταλλευτικῶν ἐργασιῶν. Διήρχετο δὲ ἡ γραμμὴ παρὰ τὸν λιμένα Θορικοῦ διὰ λόγους διεθνοῦς συγκοινωνίας. Διακλάδωσις εἰς Κηφισιάν, οὐχὶ ἀπὸ Ἡρακλείου, ὡς ἐγένετο, ἀλλ’ ἀπὸ Χαλανδρίου. Μεταγενέστεροι λόγοι μετέβαλον τὸ σημεῖον τῆς διακλαδώσεως. Ἀναφέρω τοῦτο, διότι θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ μικρὸν τοῦτο χωρίον ἔχει ἴσως δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ἀπώλεσε τὴν πυκνὴν συγκοινωνίαν, ἣν σήμερον ζητεῖ, ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ σημείου τῆς διακλαδώσεως· διότι, ἂν ἡ διακλάδωσις ἔμενεν εἰς Χαλάνδριον, ὅλη ἡ συγκοινωνία ἡ πυκνὴ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς ἤθελεν ὠφελήσει καὶ τὸ Χαλάνδριον...

§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τότε ἕως σήμερον 120 οἰκίαι ἐκτίσθησαν εἰς Χαλάνδριον.

§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἄνευ διακλαδώσεως. Ἄλλοι λόγοι, οὓς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὑπηγόρευσαν τὴν τροποποίησιν τοῦ διαγράμματος καὶ τὴν ἀπὸ Ἡρακλείου διακλάδωσιν. Ρητὸς ὅρος ἐν τῇ συμβάσει εἶναι, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ κεφάλαιον τῶν 6,000,000 δραχμῶν ἐπαρκῇ εἰς τὴν τοιαύτην διακλάδωσιν μέχρι Κηφισιᾶς, καὶ ἂν ἐναπολειφθῇ περίσσευμα, τὸ περίσσευμα τοῦτο θέλει χρησιμοποιηθῆ εἰς ἄλλα σιδηροδρομικὰ ἔργα ἐν Ἀττικῇ. Διάρκεια τῆς Ἑταιρείας 99 ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου· προθεσμία τριετὴς πρὸς περάτωσιν τῶν ἔργων· ἐξαγορὰ μετὰ 15 ἔτη ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῖς γνωστοῖς· λῆψις μέσου ὅρου ἑπταετίας, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἑπταετίας ἀφαιρεθῶσι τὰ δύο ὀλιγώτερον προσοδοφόρα ἔτη, καὶ μετὰ τοῦ προσθέτου τούτου ὅρου, τοῦ πάντοτε ἀναγραφομένου, ὅτι, ἐὰν τὸ τελευταῖον ἔτος συμπίπτῃ νὰ παρουσιάζῃ ἔσοδα καθαρὰ ἀνώτερα τοῦ μέσου ὅρου τῆς πενταετίας, περὶ ἧς εἶπον, νὰ προτιμᾶται τοῦ ἔτους τούτου τὸ ποσόν, καὶ ἄλλων ὅρων, τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐξαγορᾶς, ὡς συνήθως γίνεται· ἐπιτρέπεται νὰ καταβληθῇ τὸ ποσόν, τὸ καθοριζόμενον διὰ τὴν ἐξαγορὰν, καὶ ἀμέσως ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους, δι’ ὑπολογισμοῦ χρεωλυτικοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 7%. Ἐὰν δηλ. εὑρίσκῃ τὰ χρήματα ἡ Κυβέρνησις, ἵνα πληρώσῃ ἀμέσως τὸ ὅλον ποσόν, γίνεται ἡ ἐξόφλησις ἐπὶ τῷ ὑπολογισμῷ τοῦ 7%, καὶ λαμβάνει ἡ Ἑταιρεία ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ ὅλου χρήματος τὴν καταβολήν, ἤ, ἐξακολουθοῦντος τοῦ ὅρου τῆς πενταετίας, μετὰ τόσα ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐξαγορᾶς. Λοιπὸν ὡρίσθη, οὐχὶ διότι ὠφείλετο, ἀλλὰ πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῆς μεταλλευτικῆς ἐργασίας τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων, καὶ πρώτιστα πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῶν σιδηροδρομικῶν ἔργων, ὡρίσθη τόκος ὑπὲρ τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας 3%, ὡρίσθη δὲ ὁ τόκος οὗτος νὰ ἀνατρέχῃ μέχρι τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι βεβαίως τὰ πρῶτα ἔτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ τις ὅτι ἤθελεν ἔχει τοιαύτην πρόσοδον, ὥστε νὰ ἔχωσιν ὠφελείας οἱ μέτοχοι. Εὐθὺς ὡς τὰ ἔσοδα ἤθελον ἐπιτρέψει νὰ πληρωθῇ τόκος 3%, πέραν τοῦ 3% ἐγίνετο διανομὴ ἐξ ἡμισείας μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ὑπῆρχον ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἡ διανομὴ ἐγίνετο μετὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τούτων. Τελευταῖος ὅρος ἐν τῇ συμβάσει ἀποδεικνύει ἐπιπροσθέτως ἐπὶ τίνος βάσεως ἐστηρίζετο ἡ ὅλη συνεννόησις. Οὕτως, ἐν ᾗ περιπτώσει κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν κατασκευὴν Ἑταιρεία, ἀναζῶσι πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς ἀπαιτήσεως τῶν 6,000,000 κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων, καταργεῖται δὲ πᾶσα ἄλλη ἀπαίτησις. Οὕτως ἱδρύθη ἡ Ἑταιρεία αὕτη, καὶ ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, ἐν ἔτει 1885. Ἐν ἔτει δὲ 1892 εἶχεν ἤδη πατήσει τὸ 3%. Ὅτε ἡ Ἑταιρεία εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει ἤδη τὸ 3% καὶ ἔμελλε νὰ ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ ὁ ὅρος τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἡ δὲ ἐπιχείρησις ἐφαίνετο ἔχουσα μέλλον, ἐφρόντισεν, ὅπως εἶναι εὐνόητον ὅτι ἤθελε πράξει πᾶσα Ἑταιρεία, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως αὐτῆς. Ὀρθῶς ἐσκέφθη ἡ Ἑταιρεία, καὶ ὀρθῶς ἐσκέφθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι, ἂν ἐπεφέροντο τροποποιήσεις τινὲς, βεβαίως ἤθελεν ἐνισχυθῆ ἡ μεταξὺ τῶν δύο πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς κίνησις, ὅτι ἐκ τούτου ἤθελον αὐξηθῆ τὰ ἔσοδα καὶ ἤθελεν ἐπέλθει καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας κέρδος καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῷ μερισμῷ τοῦ κέρδους μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων τόκων. Ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐν ἔτει 1891, ἐδέχθη τὰς προτάσεις τῆς Ἑταιρείας περὶ τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως· ἀφ’ ἑνὸς ἐστηρίζετο εἰς τὴν τοιαύτην ἐλπίδα, τὴν λίαν πιθανὴν, τῆς αὐξήσεως τῆς κινήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐφαίνετο λίαν διστάζουσα περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δύο πόλεων καὶ τῆς ἄλλης ὑλικῆς δυνάμεως, διστάζουσα ὅτι δι’ αὐτῶν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἀνάπτυξις εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ταχέως νὰ καλυφθῶσιν οἱ τόκοι, οἱ ὀφειλόμενοι πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ νὰ λάβῃ μετὰ τοῦτο τὸ Δημόσιον τὸ μέρος τὸ ὁριζόμενον εἰς αὐτό. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁ ἡγούμενος τότε τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑποβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, διὰ μακρῶν ἐξέθηκε τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπέβαλλον αὐτὴν τοιαύτην· εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ταχεῖαν τὴν πρόοδον τῶν προσόδων. Λόγοι ἰσχυροὶ προετάθησαν, κυρίως στηριζόμενοι εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ σύμβασις, σκοποῦσα τροποποίησιν ἐπὶ τῆς διακλαδώσεως τῆς μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς, δὲν πρέπει νὰ στηριχθῇ ἰδίως ἐπὶ τῶν προσόδων τῆς ἄλλης γραμμῆς, καὶ ἐλέχθη, ὅτι πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῆς κινήσεως καὶ αὐξήσεως ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς ἔδει νὰ δοθῶσι πλείονα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἥτις, δὲν ἤλπιζεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι ἄνευ ταύτης τῆς ἐπικουρίας ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἔχῃ κέρδος. Ἀντίθετον γνώμην εἶχεν ὁ Τρικούπης. Ἐνταῦθα δὲ διεξήχθη τότε μία τῶν συζητήσεων ἐκείνων, αἵτινες, γινόμεναι μεταξὺ τῶν δύο πρυτανευόντων ἐν ταῖς δυσὶ μερίσιν, εἶχόν τι τὸ ἀληθῶς οὐχὶ σύνηθες, διότι ἑκατέρωθεν ἐπιχειρήματα ἤρχοντο τὰ ἄριστα, πολλῶν εὑρισκομένων πρὸς ἐκλογήν. Δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ προϋπολογίσῃ τις ἀσφαλῶς ἐκεῖνα, ἅτινα τὸ πρῶτον ἐνεφανίζοντο πρὸς ἐκτίμησιν, ἄνευ στοιχείων παραβολῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τελεσθῇ ἀσφαλὴς ὑπολογισμὸς περὶ τῆς μελλούσης κινήσεως τοῦ πρώτου σιδηροδρόμου, ὅστις ἀπὸ βραχέος χρόνου ἐλειτούργει ἐν Ἀττικῇ· διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπῆρχε καὶ ἤκμαζεν, ἀλλ’ ἐν πρώτῃ ὄψει ἐφαίνετο εὔλογος, καθὼς ἰσχυρίζετο ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἡ ἀμφισβήτησις, ὅτι ὁμοία ἀκμὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ μεταξὺ Ἀθηνῶν, Λαυρίου καὶ Κηφισιᾶς. Ἡ σημασία τοῦ Λαυρίου ἦτο πολὺ ταπεινοτέρα τῆς σημασίας τοῦ Πειραιῶς, ἡ δὲ Κηφισιὰ ἦτο μὲν χωρίον εὔϋδρον καὶ εὔδενδρον, ἀλλὰ δὲν ἐφαντάζετό τις, ὅτι ἤθελε τοσούτῳ ταχέως φθάσει εἰς τὴν σημερινὴν ἀκμὴν μετ’ ἐλπίδος μεγάλου μέλλοντος προσμειδιώσης πρὸς αὐτήν. Κατὰ ταῦτα, οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐφαίνοντο εἰς τὴν Βουλὴν τότε πιθανώτεροι. Ἀλλ’ ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει, αὐτὸς ὁ λαβὼν ἀφορμὴν, διότι αὐτὸς ἐθεμελίωσε τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, νὰ μελετήσῃ καὶ παρακολουθήσῃ τὰ πράγματα εἰδικώτερον ἐπὶ ἔτη, εἶχεν ἀπ’ ἐναντίας τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος ὁ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαυρίου μετὰ τῆς διακλαδώσεως πρὸς τὴν Κηφισιάν, ἔχων ἔργον τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν περιχώρων τῆς Πρωτευούσης, ἤθελε βαδίσει εἰς πρόοδον, οὐχὶ βεβαίως μετὰ τῆς αὐτῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς ἐβάδισε καὶ βαδίζει ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, ἀλλὰ μετ’ ἀναλόγου ταχύτητος. Εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι ὁ ἀναγινώσκων σήμερον εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὰ ἐστενογραφημένα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἀποκαλύπτει, ὅτι αἱ προβλέψεις αὐτοῦ ἐπληρώθησαν περίπου κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐκεῖνος εἶπεν ὅτι θέλουσι πληρωθῇ. Εἶπεν ὅτι ἐπίστευεν ὅτι ἐντὸς 12 ἢ 13, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἔστω καὶ 15 ἐτῶν, θὰ ἐκαλύπτετο τὸ ἔλλειμμα 3% τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ θὰ εἶχεν ἀμέσως ἔκτοτε τὸ Κράτος ὠφέλειαν ἐκ τοῦ μερίσματος τῶν πέραν τοῦ 3% ἐσόδων, ὅτι δέ, τούτου οὕτως ἔχοντος, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δεκαπενταετίας τοῦτον τὸν σιδηρόδρομον νὰ ἐξαγοράσῃ. «Ὁ σιδηρόδρομος Ἀττικῆς, ἔλεγεν, εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ ἄριστος τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, τουτέστιν ὁ ὑποσχόμενος τὰ μεγαλεῖτερα κέρδη». (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς Αʹ Συνόδου ΙΒʹ Περιόδου, σελ. 654). Ἀναγινώσκω μικρὰς περικοπὰς καὶ κατὰ τὰ ἄλλα περίληψιν: «Τὸ 3% ἀποδίδει ἤδη ὁ σιδηρόδρομος»· «ἤδη ἀπὸ τοῦ 1890 τὰ κέρδη ὑπερέβησαν τὸ 3%· ἀλλ’ ἀναβάλλεται ἡ λῆψις μέχρι καλύψεως τοῦ προγενεστέρου ἐλλείμματος.» «Κατὰ τὸ 1890, παρετήρει ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἔχομεν καθαρὰ κέρδη δραχ. 181,390, ἔχομεν ἄρα πλεόνασμα 19,390, ἐφ’ ὧν τὸ ½, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι δραχ. 9,695.» Ἔλεγε δὲ τότε ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι τοσαῦτα μὲν ἐφαίνοντο τὰ καθαρὰ κέρδη, ἀλλὰ περισσότερα ἦσαν τὰ καθαρά, διότι εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Ἑταιρείας περιελαμβάνοντο δαπάναι, οἷαι ἡ πρὸς ἀπόσβεσιν τῆς ἀξίας τοῦ κινητοῦ ὑλικοῦ καὶ τῆς ἀξίας τῆς γραμμῆς, ἐν ὅλῳ 22,100 δραχμαί, αἵτινες βεβαίως, καθὼς καὶ ἄλλαι, ἃς ἐπεφυλάχθη νὰ κατονομάσῃ, δὲν ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνωνται, ὡς περιελαμβάνοντο, ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν καθαρῶν κερδῶν. Ἀναγινώσκω νῦν τὸ μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ᾧ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐξαγορᾶς (σελ. 656): «Ἀλλὰ προβαίνω καὶ εἰς ἄλλον λογαριασμόν, ὅστις θέλει ἀποδείξει περίπου τὰ αὐτά· κατὰ τὴν σύμβασιν, μετὰ 15 ἔτη ὑπάρχει δικαίωμα, ἐπιφυλαχθὲν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου· καὶ νομίζω, ὅτι δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ προείπω, ὅτι τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον θέλει ἀναγκασθῆ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ συμφέροντος αὑτοῦ νὰ ἐξαγοράσῃ, διότι ὁ σιδηρόδρομος θέλει ἀποδειχθῆ ἐπικερδέστατος, καὶ τοῦτο ἐπὶ προϊούσῃ κλίμακι,—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἧς αἱ πρόοδοι ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν, δὲν θὰ ἐξακολουθῇ προοδεύουσα κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, πᾶσα δὲ πρόοδος τῆς πρωτευούσης ἐν πληθυσμῷ καὶ ἐν πλούτῳ θὰ κατοπτρίζηται ἐν ταῖς εἰσπράξεσι τοῦ σιδηροδρόμου·—ὀφείλει ἄρα νὰ σπεύσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου, διότι...» κλπ. Προειδοποιεῖ δὲ καὶ ζητεῖ νὰ προκαταλάβῃ τοὺς ἀκούοντας αὐτὸν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ πάσης ὁρμῆς πρὸς παραχώρησιν, δεικνύων ὅτι δέος τῆς ἐξαγορᾶς κατεῖχε καὶ θὰ κατέχῃ τὴν Ἑταιρείαν καὶ μέλλει νὰ κατέχῃ αὐτήν. Παρατηρήσατε νῦν τὴν σύμπτωσιν· κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐκαλύφθη τὸ 3% καὶ εἶχε περίσσευμα, ἐν ἔτει 1890, ἡ Ἑταιρεία ἐζήτησε μεταβολὴν τῆς συμβάσεως· κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐκαλύφθη τὸ 7% καὶ ἔμελλε νὰ γένηται ἀρχὴ ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, ἡ Ἑταιρεία ἐζήτησε μεταβολὴν συμβάσεως. Καὶ τότε μὲν ἐπρυτάνευον γνῶμαι ἄλλαι καὶ πεποιθήσεις, αἵτινες ἤγαγον εἰς σύμβασιν, ἥτις ὑπ’ ἐμοῦ μὲν δὲν ἐψηφίσθη, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται οὐχὶ ὀρθή. Ἀλλὰ σήμερον ἐκεῖνοι, οἵτινες κατεψήφιζον τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ ἀπεδέχοντο τὴν γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἦλθον νὰ ἀνατρέψωσι ταύτην, προτείνοντες σύμβασιν, ἥτις δὲν εἶναι ὀρθοτέρα ἐκείνης, περὶ ἧς εἶπον. Τί προτείνεται ἵνα πράξωμεν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης; Προτείνεται νὰ παρατείνωμεν τὴν ἤδη λήξασαν προθεσμίαν τῆς ἐξαγορᾶς ἐπὶ 20 ἐπὶ πλέον ἔτη, νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ προνόμιον αὐτῆς, ἀποκλείοντες οὐχὶ μόνον τὸν σιδηρόδρομον τὸν παράλληλον, ὃν ἀποκλείει καὶ ἡ συγγραφὴ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς πρώτης συμβάσεως, ἀλλ’ ἀποκλείοντες καὶ τὸν τροχιόδρομον, ὅστις δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ. Ὅτε ἐγένετο ἡ σύμβασις περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἡ παράλληλος γραμμὴ ἐκεῖ ἀπεκλείσθη δυνάμει εἰδικῆς συμφωνίας, ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐγένετο ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐν Ἑλλάδι, ὑφ’ οἵους ἀμφιβάλλω ἂν ἄλλη χώρα εἶδε ποτέ, προκειμένου τοιούτου ἔργου. Οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι ὁ ἔχων ἀκριβῆ ἰδέαν τί ἐστὶ σιδηρόδρομος, καὶ οἱ ἐμπειρότεροι περὶ τὰ τῶν κεφαλαίων μόνον τρόπον ἐλέγχου εἶχον, ὅτι ἠρίθμουν τοὺς μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κινουμένους, ἵνα σχηματίσωσι γνώμην, ἂν θὰ ἐλειτούργει ἐπωφελῶς ὁ σιδηρόδρομος ὁ μοναδικός, ὁ ἀπαιτῶν 1–2 ἑκατομμυρίων δαπάνην παρὰ κεφαλαιούχων Ἑλλήνων, ἀλλὰ κεφαλαιούχων, ἀμελούντων τὴν ἐπιχείρησιν, διότι ἔργον, ἀπαιτοῦν ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἦτο τολμηρὸν τότε καὶ ν’ ἀτενίσωσι. Πολλὰ δὲ τότε μετὰ κόπου ὑπερενικήθησαν, ὅπως κατορθωθῇ νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, περὶ οὗ εὔλογος φόβος ὑπῆρχε, μήπως δευτέρα γραμμὴ καταστρέψῃ αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ γενέσει. Τὸ ἔργον ὅμως ἀπεδείχθη ἔπειτα τοσοῦτον πλουτοφόρον, ὥστε καὶ πρὸς δύο γραμμάς, παραλλήλως κινουμένας, ἤθελον ὑπάρχει πρόσοδοι, δυνάμεναι νὰ πλουτίσωσιν ἀμφοτέρας. Ὅτε δὲ τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, προσκροῦον εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀναπτυχθεισῶν ἀναγκῶν τῆς μεταξὺ τῶν δύο πόλεων συγκοινωνίας, ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, νομίσασα ὅτι ἤρκει, ὅπως ἐμποδίσῃ τὸν ἀνταγωνισμὸν τοῦ τροχιοδρόμου, θέλοντος νὰ διέλθῃ διὰ Φαλήρου ἄνευ πεζῇ μεταφορᾶς τῶν ἐπιβατῶν ἀπὸ σταθμοῦ εἰς σταθμόν, τὸ προνόμιον δὲν ἤρκεσεν ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων· ἀλλ’ ὑπῆρξεν εὐτύχημα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὅτι ἐμεσολάβει ὁ χῶρος τῶν ἐγκαταστάσεων αὐτῆς, ἐφ’ οὗ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ὁ τροχιόδρομος. Ἐγὼ δ’ αὐτὸς ἐνθυμοῦμαι ἐν ὁμιλίᾳ μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη τὴν ἀδημονίαν αὐτοῦ, διότι ἐκ τοιαύτης σφαλερᾶς προνοίας μονοπωλιακῆς ἐζημιοῦτο ἡ ἐλευθερία τῆς συγκοινωνίας· συνεπάθει μὲν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν, ἀλλ’ ἐλυπεῖτο, ὅτι ἐκωλύετο ἡ ἐλευθερία καὶ εὐκολία τῆς συγκοινωνίας, ἣν πρώτιστα ὀφείλει νὰ ζητῇ ὁ κυβερνήτης τῆς χώρας. Ἀλλὰ τοιαῦτα συνέβαινον τότε δεδικαιολογημένως, διότι ἔλειπεν ἡ πεῖρα τότε. Σήμερον ὅμως, ἔχοντες αὐτήν, δεσμευόμεθα ἐν τῇ συμβάσει ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας, καθόσον ὁρίζεται ἐν αὐτῇ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ παραλλήλου γραμμῆς σιδηροδρομικῆς ἢ τροχιοδρομικῆς· ἐρχόμεθα δὲ καὶ ἀποκόπτομεν κέρδος ἀπώτερον ἢ προσεχὲς ἐξ ἐγκαταστάσεως ἄλλης γραμμῆς, ἥτις ἤθελεν ἐγείρει ἅμιλλαν, ἅμιλλαν σωτήριον καὶ κοινωφελῆ, καὶ οὐχὶ ἐλαττοῦσαν τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας, τῆς σήμερον λειτουργούσης. Ἡ συμφωνία, ἥτις προτείνεται νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἥτις αὐξάνει κατὰ 20 ἔτη τὴν προθεσμίαν τῆς ἐξαγορᾶς, χειροτερεύει τὸν ὅρον τῆς ἐξαγορᾶς ἐν τῷ μέλλοντι, οὐχὶ ἐν τῷ μέτρῳ, ὅπερ προέλεγεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἀλλ’ ἐπὶ νέας βάσεως ἱδρυομένων τῶν πραγμάτων. Καὶ πῶς χειροτερεύει αὐτόν; Διότι εἰς τὰ ἀκαθάριστα ἔξοδα τῆς Ἑταιρείας προστίθενται ἐπὶ 20 ἔτη 30,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος, αἵτινες λαμβάνονται ἐκ τοῦ κέρδους τοῦ μεριστέου μετὰ τοῦ Δημοσίου. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν καθαρῶν κερδῶν, καὶ ἐπιβραδύνεται ὁ χρόνος τοῦ διαμερισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις περιέχει καὶ ἄλλο ἐλάττωμα (διότι ἀπαριθμῶ ἁπλῶς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως), ἔχει τὴν ὁριστικὴν παραχώρησιν ἐδάφους, ὅπερ μέχρι τοῦδε κατὰ χάριν καὶ δοκιμαστικῶς ἐνέμετο ἡ Ἑταιρεία, ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος. Γνωρίζετε ποῦ εὑρίσκεται σήμερον ὁ σταθμὸς, ἡ κεφαλὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαυρίου· παρὰ τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας. Γινώσκετε μέρος τοῦ κόσμου, τοῦ παλαιοῦ ἢ τοῦ νέου, ἐν ᾧ ἡ ἀποβίβασις καὶ ἐπιβίβασις γίνεται ἐν ὑπαίθρῳ; ἐν ᾧ, εἴτε βρέχει, εἴτε χιονίζει, εἴτε ἐπικρατοῦσι καύματα κυνικὰ, κατακαίοντα τὰς κεφαλὰς τῶν ἐπιβατῶν, τῶν ἀναμενόντων ν’ ἀποβιβασθῶσιν ἢ ἐπιβιβασθῶσι, οὗτοι δὲν ἔχουσι στέγασμα; Ταῦτα ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις! Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἐκ τῶν ἀδιακόπων κινήσεων ἐμφανίζονται, καὶ εἶναι ἀληθῶς ἀπορίας ἄξιον, πῶς τὰ θύματα δὲν εἶναι περισσότερα. Ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία, μεθ’ ἧς συμβαλλόμεθα, παραλαμβάνει ὁριστικῶς τὸ δημοτικὸν ἔδαφος, καὶ καθίσταται κάτοχος αὐτοῦ ἐπὶ 80 ἔτη, πῶς δὲν ὑποχρεοῦται εἰς κατασκευὴν ἑνὸς κἄν στεγάσματος τῶν ἐπιβατῶν; Γνωρίζω, ὅτι τὸ αὐτὸ ἄτοπον συμβαίνει καὶ ἐν Πάτραις, ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ ἐκεῖ τοῦτο ἐγένετο σκάνδαλον, καίτοι ὑπάρχει δικαιολογία τις ἕνεκα τῶν στενοχωριῶν τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀγνοῶ, ἂν ὑπάρχει παράδειγμα ἄλλο τοιαύτης παραχωρήσεως χιλιομέτρων ὅλων ὁδῶν δημοτικῶν ἄνευ ἀνταλλάγματος οὐδενός, — διότι αἱ 600,000 δραχμαὶ, αἱ δαπανηθησόμεναι εἰς τὰ ἐν Κηφισιᾷ ἔργα, δὲν εἶναι ἀντάλλαγμα ταύτης τῆς παραχωρήσεως, ἀλλὰ δίδονται δι’ οὓς λόγους θέλω εἴπει μετ’ ὀλίγον. — Ἐνῷ δὲ οὐδὲ κἄν πρόνοια καταβάλλεται, ὅπως ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἱδρύσῃ ἐπὶ τῆς πλατείας πῆγμα σιδηροῦν καὶ κρυστάλλινον πρὸς στέγασιν τῶν ἐπιβατῶν, ἐνῷ οὕτω παραχωρεῖται καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Κηφισιᾷ ἔδαφος δημοτικόν, οὐδ’ ὑπὲρ τοῦ δήμου συνομολογεῖται ὅ,τι δήποτε, — δήμου πτωχοῦ μᾶλλον, δήμου μὴ ἐπαρκοῦντος εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, — μᾶλλον δὲ καὶ ὑποχρεοῦται ὁ δῆμος νὰ πληρώνῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμόν. Εἰς πάντα ταῦτα ποῦ βλέπετε ἀληθῆ πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος; Ἀκούσατε τὰς καθαρὰς εἰσπράξεις τῆς Ἑταιρείας, ἐφ’ ὧν, κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ἀρχικὴν, μὴ μεταβληθεῖσαν κατὰ τοῦτο, γίνεται ὁ ὑπολογισμός· — λαμβάνω αὐτὴν ἐκ τῶν πινάκων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἤδη δεδημοσιευμένων· διότι ἔχομεν στατιστικὴν τῶν σιδηροδρόμων φθάνουσαν μέχρι τοῦ 1897. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τὸ ὅλον τῆς Ἑταιρείας, τὴν καταγωγὴν καὶ τοὺς πόρους, ἐξ ὧν ἐπορίσθη τὰ χρήματα ἡ Ἑταιρεία...

§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν καταγωγὴν διατί;

§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἡ Ἑταιρεία ἔλαβεν, ὡς εἶπον ἤδη, τὴν ὑπόσχεσιν ὠφελείας 3% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν καὶ τοῦ ἡμίσεος πέραν τοῦ 3%, οὐχὶ διότι ὠφείλετό τι εἰς αὐτὴν, μέλλουσαν νὰ συμψηφίσῃ τὰς δαπάνας τῶν 6,000,000, ἅτινα ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ πρὸς ἐνθάρρυνσιν.

§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἱστορικῶς τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα δυνατὸν νὰ ἔχωνται ἀληθείας, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τόκων τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, καὶ κατὰ τί ἡ ἱστορικὴ ὑμῶν μελέτη δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως. Αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε, οὐδόλως σχετίζονται μὲ τὰς παραχωρήσεις τὰς γενομένας διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως, οὐδόλως σχετίζονται μὲ τὸ ζήτημα τῶν τόκων τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐξαγορᾶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.

§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἱστορικὸν δὲν συμβάλλει εἰς τὸ ζήτημα τῶν τόκων καὶ τῆς ἐξαγορᾶς, συμβάλλει μόνον, ὅπως ἐκτιμήσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀνώταται ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ ὁδηγούμενοι ἐκ τούτων προβῶμεν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν περαιτέρω· διότι, ἐνῷ ταῦτα παρεχωρήσαμεν, ἀπὸ δεκαετίας εἰς δεκαετίαν ἐρχόμεθα καὶ ἄνευ ἀνταλλαγμάτων προσθέτομεν νέας παραχωρήσεις. Λοιπὸν τὴν δεκαετίαν, ἣν κατὰ σύμπτωσιν εὑρίσκω ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐβεβαίωσε τὴν ὕπαρξιν πλεονάσματος, ἔχομεν κέρδος καθαρόν: κατὰ τὸ 1891 δραχ. 182,390, κατὰ τὸ 1892 δρ. 233,150, κατὰ τὸ 1893 δραχ. 261,225, κατὰ τὸ 1894 δρ. 144,450, κατὰ τὸ 1895 δραχ. 321,913, κατὰ τὸ 1896 δρ. 329,261, κατὰ τὸ 1897 δραχ. 316,804, κατὰ τὸ 1898 δρ. 356,999, κατὰ τὸ 1899 δραχ. 392,151, κατὰ τὸ 1900 δρ. 424,466. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐνταῦθα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐλέχθη κατὰ τὸ 1891 ὑπὸ τοῦ Τρικούπη, ὅτι ὁ πρὸς καταλογισμὸν τῶν 3% ὑπολογισμὸς τῶν καθαρῶν κερδῶν δὲν γίνεται σύμφωνος τῇ ἐννοίᾳ τῆς συμβάσεως, διότι πρὸς ὁρισμὸν τοῦ καθαροῦ κέρδους γίνονται ἀφαιρέσεις ἀπὸ τῶν ἐσόδων ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς τῆς Ἑταιρείας μὴ προσήκουσαι. Ὅταν ἐξετάζω τοὺς ἰσολογισμούς, καὶ βλέπω τί καταλογίζεται εἰς τὰ ἔξοδα, τί ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν ἐσόδων αὐθαιρέτως, ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἠσκήθη κυβερνητικὴ ἐπίβλεψις ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας, ἥτις, ὡς πᾶσα Ἑταιρεία, ἐφρόντισε νὰ νέμηται αὐτὴ ὅλα τὰ κέρδη. Ἐδῶ ἔχομεν κατὰ τὸ 1900 δρ. 424,466 ὡς κέρδη καθαρὰ, ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ τελευταῖον ἐκδοθέντι ὑπὸ τῆς Τραπέζης Καρυδιᾶ οἰκονομικῷ ἐγχειριδίῳ (Manuel des finances Helléniques). Ταῦτα οὕτω σημειοῦνται εἰς τὸ βιβλάριον τοῦτο, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς βάσις τοῦ ὑπολογισμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκεῖνα, εἰς ἃ ἡ Ἑταιρεία ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς αὐτῆς ἐφαρμόζει τὴν φράσιν «καθαρὰ ἔσοδα», διότι ἡ Ἑταιρεία καθαρὰ ἔσοδα ἐννοεῖ τὸ μέρισμα μόνον, ὅπερ διανέμει. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἀκριβὲς, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐνταῦθα ὠφελεῖται, παίζουσα πρὸς τὰς λέξεις, καὶ μὴ προσέχουσα εἰς τὴν οὐσίαν αὐτῶν. Παραδείγματος χάριν,—καὶ τοῦτο εἶναι προϊὸν τῆς δευτέρας συμβάσεως — κατὰ τίνα λόγον ἀναγράφονται εἰς τὰ ἀφαιρούμενα ἔξοδα αἱ κρατήσεις πρὸς ἀπόσβεσιν δαπανηθέντων δι’ ἐξωραϊσμοὺς Κηφισιᾶς; Οἱ ἐξωραϊσμοὶ τῆς Κηφισιᾶς ἐγένοντο διὰ τοῦ κεφαλαίου τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπερ ἐπὶ ἀνταλλάγματι ὑπεχρεώθη ἡ Ἑταιρεία νὰ καταθέσῃ. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο ποῦ τῆς συμβάσεως λέγεται, ὅτι πρέπει νὰ κρατῆται καὶ ἀποσβεννύηται ἐπὶ μειώσει τῶν ἐσόδων τῶν καθαρῶν; Οὐδαμοῦ. Αὕτη εἶναι δαπάνη προκαταβαλλομένη ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους, διότι ἐγένετο ὑπὲρ αὐτοῦ τελικῶς, καὶ δαπάνη, ἧς τὰ κέρδη ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς οἰκονομίας τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἔμελλε νὰ νέμηται καὶ νὰ καρπῶται ἐκείνη, καὶ ὄντως καρποῦται ἐκείνη. Κατὰ τίνα λόγον καὶ δυνάμει τίνος διατάξεως νόμου κρατεῖ τὰς 20,000 κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, τὰς 25,000 κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ἀφαιροῦσα αὐτὰς ἀπὸ τῶν κερδῶν, καὶ μειοῦσα οὕτω τὰ καθαρὰ κέρδη;

§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς γινώσκετε, δυνάμει τοῦ νόμου ὑπάρχει ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος ἐξετάζει τοὺς λογαριασμούς.

§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὑπάρχει ἐπιτροπή.

§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατί;

§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιτροπὴ καὶ οὕτως ἐξετάζῃ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ καθορίζῃ τούτους, βεβαίως πλανᾶται.

§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τῷ 1900 δὲν καθώρισε, καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἢ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1899. Ἰδοὺ οἱ λογαριασμοὶ (ἀναγινώσκει): «Εἰσπράξεις 864,953, ἐκ τῶν ὁποίων ἀφαιροῦνται 439,000· ὑπόλοιπον 425,953.»

§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ τί ἀφαιρεῖται;

§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 439,000.

§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖα τὰ κατὰ μέρος κονδύλια;

§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξέπεσε 3879 δραχμάς.

§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγένοντο αἱ κρατήσεις ἀπέναντι τῶν 500,000 δραχμῶν;

§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν βλέπω.

§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐγένοντο.

§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδῶ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ταύτας, διότι κάμνει μόνον τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἀφαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γείνωσιν· ἑπομένως ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς: εἰσπράξεις τόσαι· καθορίζει τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως τόσας, καὶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν καθοριζομένων δαπανῶν συμπεριελήφθησαν 1000 δραχμαὶ ὡς συνδρομὴ κλπ. Ἔπειτα ποσὰ καταλογιστέα εἰς τὰς αὐξήσεις καὶ προσθήκας, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ καταβάλῃ ἐξ ἰδίων.

§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Πρῶτον δὲν νομίζετε, ὅτι τοιοῦτος πίναξ εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικός, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἦναι κατατεθειμένος εἰς τὴν Βουλήν; Ἆρά γε πρέπει μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσάγουσα τὴν σύμβασιν, νὰ ἔχῃ ὅπλα εἰς χεῖρας, ἢ πρέπει νὰ ἔχωσιν ὅπλα καὶ φῶς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, μὴ παρόντες ἐν τῇ διαπραγματεύσει ταύτῃ καὶ μὴ γνωρίζοντες τὰς λεπτομερείας, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐξενέγκωσι γνώμην;

§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀξία λόγου ἡ διαφορά;

§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἂν εἶναι μιᾶς δραχμῆς ἡ διαφορά, τὸ παράπονον δικαίως ὑφίσταται· ἀλλὰ βεβαίως ἡ διαφορὰ εἶναι ἀξία λόγου.

§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ καθαρὰ ἔσοδα τί γίνονται;

§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω αὐτὰ ἐκ τῆς ὑμετέρας σημειώσεως, ὅπως ἀνεγνώσθησαν, εἰς 424,000 δραχμάς· ἀλλὰ δὲν ἀπαντᾷ τοῦτο εἰς τὸ ἐπιχείρημά μου· διότι ἐγὼ λέγω, ὅτι τὰ καθαρὰ ταῦτα ἔσοδα δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὰ μόνα καθαρὰ ἔσοδα, ἀλλ’ εἶναι μέρος τῶν καθαρῶν ἐσόδων, διότι κρατοῦνται καὶ ἀφαιροῦνται, καταλογιζόμενα εἰς τὰς ἀφαιρετέας δαπάνας, ἔξοδα, ἅτινα δὲν ἦσαν καταλογιστέα ἐπὶ μειώσει τῶν καθαρῶν ἐσόδων.

§143ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸν ἰσολογισμόν, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει, ἀφίνει πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς μετόχους κατὰ τὸ 1899 δραχ. 135,000 τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, καὶ ἑτέρας 135,000 τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ὥστε τὸ ὅλον ἀφίνει πρὸς διανομὴν 270,000 δραχμάς.

§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἐνῷ τὰ καθαρὰ ἔσοδα εἶναι 392,000. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ λοιπὸν μεταξὺ τῶν 270,000 καὶ 392,000. Ὑπάρχει ἀπόστασις, ἧς μέρος καλύπτει ποσὸν, ὅπερ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ ἐπὶ μειώσει τῶν ἐσόδων τῶν μεριστέων μετὰ τὸ 7% μετὰ τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο εἶπον ἤδη, ὅτι παρετήρησεν ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, καὶ ἐσημείωσα τὰ δύο κονδύλια, ἅτινα ὁμοῦ ἀνέρχονται εἰς 20,100 δραχμάς, καὶ τόσα ὑπέδειξεν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου τότε. Ἀλλὰ τοῦτο βλέπομεν καὶ ἐνταῦθα· τὰ κονδύλια ταῦτα ἐξακολουθοῦσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον νὰ καταλογίζωνται εἰς τὰ ἀφαιρετέα ἔξοδα. Εἶναι προφανές, ὅτι τοῦτο γίνεται ἐπὶ κέρδει τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶσα Ἑταιρεία τὸ αὐτὸ ἤθελε πράξει· αἱ τοιαῦται ἰδέαι εἶναι ἰδέαι, ἃς πᾶσαι αἱ Ἑταιρεῖαι αἱ τοιαῦται, ἑλληνικαὶ καὶ ξέναι, πάντοτε ἔχουσιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ὑπάρχουσιν ἀπέναντι τῶν Ἑταιρειῶν αἱ Κυβερνήσεις, ὅπως, ἔχουσαι ἀνὰ χεῖρας τὰς συμφωνίας καὶ τοὺς νόμους, διὰ τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν ἐργάζονται πρὸς κατάρτισιν τῶν ὀρθῶν ἀποτελεσμάτων, ἐπιβάλλωνται, περιορίζουσαι τὰς Ἑταιρείας εἰς τὰ ἀκριβῶς νόμιμα, μετά τινος μὲν ἴσως ἐπιεικείας, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μετὰ παραβλέψεως τοιούτων ἀναγραφῶν εἰς τὰ ἀφαιρούμενα ἔξοδα ἄνευ δικαιώματος. Ἐνταῦθα δὲ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ παράπονον, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐξέφρασα, τοῦ λόγου ὄντος περὶ συζητήσεως τοιούτων συμβάσεων, δι’ ἣν κατ’ ἀνάγκην προαπαιτεῖται μελέτη ἀριθμῶν, κατ’ ἀνάγκην ἀπαιτεῖται ζύγισις τῶν γενομένων ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Προτάσεις δεόμεναι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ὡς ἐγένετο ἡ πρότασις αὕτη, ἄνευ προσκομίσεως οὐδεμιᾶς πληροφορίας, μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἥτις δὲν δύναται κἄν νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς καταθέσεως πινάκων, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναπτύξεως τῆς ἱστορίας τῆς Ἑταιρείας ταύτης τῆς σιδηροδρομικῆς, ἄνευ οὐδενὸς ὑπολογισμοῦ, ἐὰν ἐξαγορὰ γινομένη ἤθελεν ἀποβῆ ὠφέλιμος, ἢ δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμος, ὑπολογισμοῦ διακρίνοντος τὰ κέρδη τὰ ἐκ τῆς μὴ ἐξαγορᾶς κατ’ ἀντιπαράθεσιν πρὸς τὰ ἀναμενόμενα ἄνευ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς παραχωρήσεως, εἶναι ἐπιτετραμμένον οὕτω νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ἐπιδιώκηται οὕτως, ὡς ἐπιδιώκεται σήμερον, ἡ ψήφισις τῆς τοιαύτης συμβάσεως, μὴ κρινομένου κἄν ἀναγκαίου, μηδ’ ἐπιτρεπομένου, ἵνα τοιαύτη σύμβασις παραπεμφθῇ παρ’ εἰδικῇ τινι ἐπιτροπῇ, ὅπως ἐξετασθῇ ὑπ’ αὐτῆς, καὶ ὅ,τι δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτευχθῇ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες, ὑπὸ τῆς Βουλῆς διοριζόμενοι, ἤθελον κατασταθῆ ἱκανοὶ νὰ διαφωτίσωσι τοὺς συναδέλφους αὑτῶν; Βεβαίως ὁ τρόπος οὗτος δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Καὶ ταῦτα μὲν ἐγένοντο ἤδη, ἀλλ’ εὔχομαι μηδέποτε εἰς τὸ μέλλον τοιοῦτον θέαμα ἐνταῦθα νὰ παρουσιασθῇ. Ὄτε λοιπόν, Κύριοι, ἀποδεικνύεται προφανῶς ἔκτακτος ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐσόδων τῆς γραμμῆς τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, γινώσκετε δὲ καὶ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἀναπτύσσονται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος οἱ πόροι τῆς Ἑταιρείας ταύτης, δὲν νομίζετε, ὅτι ἦτο ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετάσητε, μήπως οἱ πόροι οὗτοι, οἵτινες ἔφθασαν ἤδη νὰ καλύψωσι τὸ 7%, βάσεως λαμβανομένης τῶν ἀριθμῶν τῶν καθαρῶν ἐσόδων, ὅπως εἴδομεν αὐτὰ ἀναγεγραμμένα, οὐχὶ τῶν πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς μετόχους, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως ἡ ἐξαγορὰ εἶναι συμφωροτέρα τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως; Ἡ ἐξαγορὰ ἐπὶ τοῖς δεδομένοις, ἅτινα ἔχομεν, βεβαίως δι’ ὑπολογισμῶν ἀκριβῶν ἔπρεπε νὰ ἀποδειχθῇ, ποῦ ἤθελε φέρει ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐάν τις ἐξετάσῃ γενικῶς, δὲν λέγω μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας, τὰ πράγματα, πείθεται, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ ἤθελε φέρει εἰς τὸ Κράτος ὠφέλειαν, ἂν ἐδανείζετο, ὅπως ἐξοφλήσῃ ἀμέσως ἐπὶ τῇ ἐξαγορᾷ τὴν Ἑταιρείαν, 5,000,000 περίπου, ἔστω καὶ 6,000,000, δηλ. τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔμελλε ν’ ἀποτελέσῃ κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν τὸ κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας. Καὶ λαμβάνων τὸν ἀριθμὸν 6,000,000 δραχμῶν — περὶ οὗ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι θεωρῶ ὅτι ὑποκάτω τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ὑπάρχει τὸ κεφάλαιον τὸ ἀληθῶς πληρωτέον, — καὶ λαμβάνων 6,000,000 δραχμὰς, ἐρωτῶ: ἐπὶ τόκῳ 5% τί θέλετε ἔχει; 300,000 δραχμάς.

§145ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ σύμβασις ὁρίζει 7% πρὸς ἀνακεφαλαίωσιν.

§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§147ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε ἔχετε 420,000 δραχμάς.

§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς.

§149ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκριβῶς, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἡ ἀνακεφαλαίωσις διὰ τὴν ἐξαγορὰν, θὰ γείνῃ μὲ 7%.

§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τίνος κεφαλαίου;

§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι 5,405,000.

§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ποσὸν τὸ πληρωτέον.

§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρόσοδος θ’ ἀνακεφαλαιωθῇ πρὸς 7%.

§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ τὸ δανειστέον ποσὸν οὐχὶ πρὸς 7%.

§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ πληρωτέου ποσοῦ.

§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.

§157ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· διότι εἶσθε καὶ εἰδικός.

§159ΝΕΓΡΗΣ. Πρὸς 7% τὸ κεφάλαιον εἶναι μικρότερον. Ἐὰν ὑπολογίσητε, ὅτι τὸ ἔσοδον εἶναι 420,000 δραχμαὶ, τότε τὸ κεφάλαιον θὰ ἦτο 6,000,000. Ἐὰν τοὐναντίον τὸ ὑπολογίσητε ὅπως τὸ ὑπολογίζει ἡ Ἑταιρεία, ὅτι τὸ ἔσοδον εἶναι 270,000, τότε τὸ κεφάλαιον θὰ ἦναι 4,000,000.

§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θ’ ἀφαιρέσητε τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς πάγιαι, καὶ μερικαὶ δαπάναι θ’ ἀφαιρεθῶσιν ὡς ἔκτακτοι δαπάναι διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῆς ὀφειλῆς κλπ. Ἐὰν ὑποθέσητε 370,000, φθάνετε εἰς 5,200,000.

§161ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ἄνευ εἰδικωτέρου λογαριασμοῦ ἐγὼ εὑρέθην μεταξὺ 5,000,000 καὶ 6,000,000. Λοιπὸν ὑποθέσωμεν τὴν ἐξαγορὰν γενομένην, καὶ ὑποθέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν θέλουσαν ἀμέσως νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ποσὸν καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα· ἤθελε δανεισθῆ 5½ ἑκατομμύρια ὄχι βεβαίως ἐπὶ τόκῳ 7%. Λοιπὸν 5½ ἑκατομμύρια, ἐπὶ 6% πόσον ἔρχεται; 330,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 330,000, ἃς ἠθέλετε πληρώνει κατ’ ἔτος διὰ τὸ δάνειον, ἠθέλετε ἔχει εὐθὺς ἐν ἀρχῇ ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου 392,424. Ἐγὼ λαμβάνω ταῦτα τὰ καθαρὰ ἔσοδα.

§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν κατὰ τὴν γνώμην σας τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ ἐξαγοράσῃ καὶ ἐκμεταλλευθῇ τὸν σιδηρόδρομον.

§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ δείξῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι θέλει νὰ ἐξαγοράσῃ, καὶ ἂν ἐδείκνυε τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι ἤθελε νὰ ἐξαγοράσῃ, διαβεβαιῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πολλαὶ Ἑταιρεῖαι ἤθελον παρουσιασθῆ...

§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.

§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ἵνα προτείνωσιν εἰς αὐτὸ ν’ ἀναλάβωσι τὸν σιδηρόδρομον ἐπὶ κρείττοσιν ὅροις.

§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐξεδήλωσα τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν ἀπὸ πέρυσι, καὶ οὐδεμία Ἑταιρεία παρουσιάσθη.

§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φοβοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ πλέγμα τῶν κεφαλαιούχων ἐν Ἑλλάδι εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ πλέγμα τῶν κεφαλαιούχων ἐν ἁπάσαις ταῖς χώραις δυστυχῶς, διότι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος περισσότερον βυθιζόμεθα αἱ νέαι κοινωνίαι εἰς τὰ δίκτυα τῶν μεγάλων κεφαλαιούχων. Ὑποπτεύω δὲ, μήπως φόβοι συγκρούσεως πρὸς ἰσχυρὰ συμφέροντα καὶ οἱ διάφοροι ὑπολογισμοὶ, οἵτινες γίνονται, ὅπως κατορθώσῃ τις ἐν τοιούτοις ἔργοις νὰ διεξέλθῃ τοὺς σκοπέλους, οὓς συναντᾷ, ἀναγκάζωσι τοὺς δυναμένους νὰ προσέλθωσι νὰ ἀπέχωσι καὶ σιωπῶσι, καίτοι, ἂν δὲν ἐφοβοῦντο προσκρούσεις, ἤθελον παρουσιασθῆ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἄλλο, παρὰ τὰ γενικὰ ταῦτα, διότι καὶ δὲν γνωρίζω τίποτε εἰδικώτερον. Ἀλλ’ ἔχω τοιούτους γενικοὺς φόβους, τοιαύτας κρίσεις. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἄστοχοι αἱ κρίσεις, οὐδὲ κενοὶ οἱ φόβοι. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐντονωτέρα ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἐπισειούσης τὸ φόβητρον τῆς ἐξαγορᾶς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν Ἑταιρείαν ἐντὸς ὅρων ἐπωφελεστέρας εἰς τὸ Κράτος διεξαγωγῆς τῆς μετ’ αὐτῆς διαπραγματεύσεως. Διότι ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ θεωρῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Ἑταιρεία αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον. Ἔχω λόγους νὰ ἐκτιμῶ πολλὰ τῶν ἔργων αὐτῆς, καὶ τὰ ἐκτιμώμενα εἶναι ἴσως περισσότερα ἢ τὰ καταδικαζόμενα, οὐδεμίαν δὲ θὰ εἶχον δυσκολίαν, κυβερνήτης ἐγὼ, νὰ ἐξακολουθήσω διὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας τὸ ἔργον. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι θὰ εἶχον μόνος τὴν ἱκανότητα νὰ διεξαγάγω ἀρτίως τοιαύτην διαπραγμάτευσιν, ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εἶχον τὴν δύναμιν, βοηθούμενος ἐν τῷ ἔργῳ ὑπὸ τῶν εἰδημόνων, νὰ ἐπιβάλω τοὺς ὅρους τοὺς δικαίους, οὓς πιστεύω, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν.

§168ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐν Ἀθήναις ζητῶν τὴν ἐξαγοράν.

§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ σᾶς ἴσως τὴν ἐζήτησεν, ἐνῷ ἀπὸ ἡμᾶς δὲν τὴν ἐζήτησε.

§170ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω ἐγὼ αὔριον καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως.

§171Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὁ Ποδηλατικὸς Σύλλογος (ἱλαρότης).

§172ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ κατὰ σύμπτωσιν, Κύριοι, τὸ παρελθὸν θέρος, μεταβαίνων εἰς Κηφισιὰν, συνηντήθην μετὰ συμβούλου τῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅλως ἐκ τύχης συνῆψα ὁμιλίαν περὶ τοῦ θέματος τούτου μετ’ αὐτοῦ· διότι παρετήρουν εἰς τὸν ἀξιότιμον τοῦτον σύμβουλον, ὅτι αἱ ἐλλείψεις τῆς Ἑταιρείας ἦσαν ἀφόρητοι, καθιστῶσαι δυσάρεστον τὴν μετὰ τοῦ χωρίου συγκοινωνίαν, αἵτινες δὲ δὲν ἦτο δίκαιον νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ ἔργου, διότι ὁ διευθυντὴς τοῦ ἔργου δὲν εἶχεν αὐτὸς καὶ τοὺς ἱμάντας τοῦ βαλαντίου, ἀλλ’ εἰς ἑκάστην αἴτησιν ὤφειλε ν’ ἀναμείνῃ καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, τὸ δὲ Συμβούλιον, λίαν φειδωλόν, δὲν ἐχορήγει τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς διόρθωσιν. Ὁμιλῶν μετὰ τοῦ συμβούλου, ἐξεδήλουν τὴν ἀπορίαν, πῶς δὲν ἐγίνετο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ καὶ διόρθωσις. Ὁ δὲ σύμβουλος, εἰλικρινέστατα πρὸς ἐμὲ ὁμιλήσας, ἀπήντησεν, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ Ἑταιρεία, διότι ἔχει τὸν πέλεκυν ἐπὶ κεφαλῆς.

§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ εἶπον ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν· δὲν τὸ ἀπέκρυψα.

§174ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ διότι δὲν ἀπεκρύψατε τοῦτο, δὲν εἶναι λόγος, ὅπως μὴ εἴπω καὶ ἐγὼ αὐτὸ, ὡς λεχθὲν ὑπὸ συμβούλου. Εἰλικρινῶς δὲ μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ἐπάτησεν ἡ Ἑταιρεία εἰς τὸ 7%.

§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦλθε ποτὲ νὰ κάμῃ εἰς ἐμὲ καμμίαν δήλωσιν ὁ κ. Πεσματζόγλου· εἶδον δὲ τὸν κ. Πεσματζόγλου καὶ χθὲς καὶ προχθὲς διὰ τὸ ζήτημα τῶν τροχιοδρόμων, καὶ οὐδὲν μοὶ ἀνεκοίνωσε περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς.

§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τῆς ὁμιλίας ἐκείνης, ἐντύπωσις διαρκὴς, ὑπῆρξεν, ὅτι βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐπικειμένῃ διαπραγματεύσει ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν ἀρίστῃ θέσει ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας, ὅπως ἐπιτύχῃ συμφωνίαν ὠφέλιμον. Ἡ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ διαπραγματεύσει, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δίκαιον ἦτο, πάσης ἄλλης Ἑταιρείας ἐπὶ ἴσοις ὅροις νὰ προτιμήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν, ἔστω καὶ ἐπί τινι διαφορᾷ εἰς ὄφελος αὐτῆς, διότι βεβαίως Ἑταιρεία, ἐργασθεῖσα ἤδη ἐπὶ χρόνον, δὲν πρέπει ἄνευ λόγου ἰσχυροῦ ν’ ἀποπεμφθῇ· ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἐκ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως τῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς δὲν ἐπωφελήθη δεόντως ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο εἰς σύμβασιν τοιαύτην κατέληξεν. Ἐν τῇ μελέτῃ τῆς συμβάσεως προσέκοψα εἰς τινα σημεῖα, καθ’ ἃ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ καταλήξω εἰς συμπέρασμα. Καὶ ταῦτα ὑποδεικνύω, ζητῶν μᾶλλον νὰ φωτισθῶ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐνῷ ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει ἡ Ἑταιρεία εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν νὰ καταβάλῃ 6,000,000, κατέβαλε 5,300,000 δραχ. μόνον. Οὐδὲν εὗρον τὸ γεννῆσαν εἰς ἐμὲ φόβον παραβάσεως ὑποχρεώσεων· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς καὶ ἐκ τίνος συνεννοήσεως προῆλθε τὸ γεγονὸς, ὅτι κατεβλήθησαν ἀντὶ 6,000,000 δρ. μόνον 5,300,000. Εἰς τοῦτο δ’ ἐπέστησα περισσότερον τὴν προσοχὴν, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἄλλην διάταξιν τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν, ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρίσκετο τὸ ὅλον ποσὸν, ἔμελλον ἐκ τοῦ περισσεύματος νὰ κατασκευασθῶσι καὶ ἄλλα σιδηροδρομικὰ ἔργα ἐν Ἀττικῇ. Ἐν τῇ προχθεσινῇ συζητήσει, τῇ βραχείᾳ, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῇ αἰτήσει πληροφοριῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε—καὶ ἰδοὺ θέμα, ἐφ’ οὗ εὑρέθημεν σύμφωνοι, — ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἀξιοῖ νὰ λαμβάνῃ τὸ 7%, καὶ κατ’ ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ὅτι τὸ Κράτος, ἡ Κυβέρνησις ἀνθίσταται εἰς τὴν τοιαύτην τῆς Ἑταιρείας ἀξίωσιν. Τοῦτο, εἰς ὃ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπιμείνει ὁριστικῶς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἡ Ἑταιρεία, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν κεκανονισμένον ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὕτη σύμβασιν μετὰ τοιούτων παραχωρήσεων, εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς δὲν φροντίζει νὰ λύσῃ πρότερον τὴν μετὰ τῆς Ἑταιρείας διαφορὰν, ἧς ἡ ἀξία ἀναβαίνει εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Διότι, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ὀφείλονται οἱ τόκοι πρὸς 7% ἀναδρομικῶς, προσθήκη 4% ἐπὶ πλέον τῶν 3% μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὑπολογίσατε, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι θέλουσι συμπληρωθῆ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, ἃς θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ στερηθῇ τὸ Κράτος ἐκ τῆς μερίδος τῶν κερδῶν, ἥτις ἀνήκει εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ὅτε ἔρχεται ἐνταῦθα σύμβασις κανονίζουσα πάντα τὰ ἄλλα, πῶς παραβλέπεται ἡ τοιαύτη διαφωνία μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑταιρείας, ἡ πρώτη κανονιστέα πρὸς κατάρτισιν συμφωνίας ἐκκαθάρισις λογαριασμοῦ;

§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν συμφωνῶ.

§178ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν συμφωνεῖτε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ἀναδρομικῶς τὸ συμπλήρωμα τῶν 4%;

§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ συμπληρώματος. Ζήτημα γεννᾶται μόνον, ἂν τὸ 7% ἔχει λαμβάνειν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς Ἑταιρείας, ἢ ἂν τὰ κέρδη πρέπει νὰ διανεμηθῶσιν εὐθὺς ὡς προαφαιρέσῃ 7% εἰς τὸ ἔτος. Ἐγὼ διατείνομαι καὶ ἡ ὑπηρεσία λέγει, ὅτι, τῆς συμβάσεως μὴ ἐχούσης διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Ἑταιρεία, δὲν δύναται ἡ Ἑταιρεία νὰ πορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ ἐπιτρέψαντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν συμβάσεως, διότι, μὴ ὑπαρχούσης ἐν τῇ συμβάσει διατάξεως τοιαύτης, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχεν ὅρους καλλιτέρους, ὡς πρὸς τοῦτο, ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος, ὃν εἶχε λάβει, καθώριζεν. Ἡ Ἑταιρεία ἔχει ἐναντίαν γνώμην, διατείνεται δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι δικαστικὸν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ λύσῃ τὸ Ἐφετεῖον. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει, βεβαίως ζήτημα τοιοῦτον δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ, παρὰ δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων· διότι, ἂν ἐζητοῦμεν νὰ ἐγκαταλείψῃ ἡ Ἑταιρεία τὰς ἀξιώσεις της, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὰς ἐγκαταλείψῃ ἢ ἀπέναντι ἀνταλλάγματος, ἐγὼ δὲ δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ δώσω ἀντάλλαγμα, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει δίκαιον, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ἀντάλλαγμα.

§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄρα μένομεν καὶ μετὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ἔχοντες ἐκκρεμῆ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν λογαριασμὸν, οὗ τὴν λύσιν θέλουσι δώσει τὰ Δικαστήρια, ὁ δὲ ἐκκρεμὴς οὗτος λογαριασμὸς ἀποτελεῖ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν.

§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀποτελεῖ βεβαίως ἕν ποσὸν χρημάτων.

§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀποτελεῖ νόσημα τῆς συμβάσεως.

§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὅμως λέγω ὄχι, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἔχει δίκαιον τὸ Δημόσιον.

§184ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶσθε πεπεισμένος, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ δοθῇ τὸ δίκαιον εἰς ἡμᾶς ἐκεῖθεν, ὅπου θὰ ζητηθῇ, καὶ ὁ κίνδυνος ὑπάρχει διὰ τὸ Κράτος. Ἐπὶ τοῦ θέματος θέλω ἐπιμείνει, ἵνα ἐντυπωθῇ ὁ λόγος μου εἰς τὴν μνήμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀκριβῶς ὁμιλῶν περὶ τούτου προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετεχειρίσθη τὰς αὐτὰς λέξεις, ἃς καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος μετεχειρίσθη ἄλλοτε, ὅτε ὑπεστήριζε τὴν σύμβασιν, ἥτις μεταρρυθμίζεται σήμερον. Διότι ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀπαντῶν εἰς τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου, εἶπε τότε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ζητεῖ «ἀνώτατον ὅρον», ἐπιφυλάσσεται δὲ νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τῆς Ἑταιρείας ἐντὸς τῶν ὅρων...

§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἐμοῦ σπουδαιότατον, καὶ ἐγὼ τὸ μετεχειρίσθην διότι τὸ ἐγνώριζον.

§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς βλέπομεν ἐν σελίδι 694 τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ Συνόδου ΙΒʹ Περιόδου, αὐτὸ τοῦτο εἶπε, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἐπιμένω, ὅπως ἐνισχύσω ὑμᾶς, διότι ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς λέγετε ἀφ’ ἑαυτοῦ, στηρίζεται εἰς δήλωσιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἀποτελεῖ ποιάν τινα ἐγγύησιν ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐν τῇ δίκῃ, ἥτις ἀναμένει ἡμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τὸ δίκαιον ἡμῶν. Ταῦτα, Κύριοι, μοὶ φαίνονται ἐπαρκῆ. Δὲν ἐξήντλησα τὸ θέμα μου, διότι ἡ ὥρα εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν αἰσθάνομαι τὴν δύναμιν νὰ ἐξακολουθήσω. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὰ κρείττονα. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ἠδυνάμεθα, ἂν ἄλλως ἐπελαμβάνετο τοῦ θέματος ἡ Κυβέρνησις, νὰ φθάσωμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα ἐκείνων, ἅτινα ἡ Ἑταιρεία ὑπόσχεται, διὰ πολὺ μικροτέρου ἀνταλλάγματος, ἄνευ περιορισμῶν, ἄνευ παρατάσεως τοιαύτης τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκχωρήσεως καὶ ἐπὶ ὅροις, ἐν αὐτῷ τῷ θέματι, ὅπερ πραγματεύονται τὰ ἄρθρα 5 καὶ ἑπόμενα τῆς συμβάσεως, ἐπὶ ὅροις πολὺ καλλιτέροις. Νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἐντελῶς ἡ ἐκ τῶν 600,000 δραχμῶν κράτησις τῶν 30,000 κατ’ ἔτος ἐπὶ ἐπιβαρύνσει τῶν ἀκαθαρίστων κερδῶν καὶ ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ μεριδίου τοῦ Δημοσίου, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης πράξεως θέλει ἐπέλθει καὶ δυσχέρανσις τῆς μετὰ εἰκοσαετίαν ἐμφανισθησομένης περιωτώσεως ἐξαγορᾶς. Διὰ τοῦτο δὲ ἡ σύμβασις αὕτη, ὑπὸ τοιούτους ὅρους συνομολογηθεῖσα, δὲν φαίνεται ἀξία τῆς λευκῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.

§187ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινάς. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως λέγει: «Πᾶσα εἴσπραξις, προερχομένη ἐκ τοῦ ἄλσους, τῶν ἐν αὐτῷ κτιρίων καὶ ἐγκαταστάσεων καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ, θὰ προστίθηται εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Σιδηροδρόμου. Εἰς τὰς δαπάνας δὲ τοῦ Σιδηροδρόμου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὁποίων ὑπολογίζεται τὸ καθαρὸν κέρδος, καταλογίζονται καὶ αἱ πρὸς συντήρησιν δαπάναι τοῦ ἄλσους, τῶν ἐν αὐτῷ ἐγκαταστάσεων, τῶν δύο παραλλήλων ὁδῶν, καὶ αἱ δαπάναι ἐπίσης συντηρήσεως τοῦ ἐργοστασίου ἠλεκτρισμοῦ καὶ τῆς παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ.» Ὅταν θὰ γείνῃ ἐξαγορὰ, εἰς τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ Σιδηροδρόμου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις πρὸς ἐξαγορὰν, θὰ περιληφθῶσι καὶ αἱ δαπάναι τοῦ ἄλσους καὶ τῶν κτιρίων καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ καταστήματος;

§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι.

§189ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον, φαίνεται ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Σιδηροδρόμου. Ποίαν ἄλλην ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ ὅτι ἐν τῇ ἐξαγορᾷ θὰ ὑπολογισθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ἄλσους;

§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλος εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν καθαρῶν κερδῶν ὅταν πρόκηται περὶ ἐξαγορᾶς, ἄλλος ὅταν πρόκηται περὶ διανομῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας. Κατὰ τὴν ἐξαγορὰν δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περατωμένη.

§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, παραγράφῳ πρώτῃ, τῆς συμβάσεως παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς τροποποίησις, κατόπιν κοινῆς συμφωνίας τῶν συμβαλλομένων. Ἀντὶ τῶν λέξεων «τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων», διαγραφομένων, νὰ τεθῶσι τὰ ἑξῆς: «τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 23 Φεβρουαρίου 1891 ᾼΩϞΖʹ νόμου». Ἐπίσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, στίχῳ δευτέρῳ, τῆς συμβάσεως νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «κτιρίων καί».

§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...

§194Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασίς σας ὑπὸ 15 Βουλευτῶν;

§196ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Α. Παπαγιαννακοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ἐπαμ. Μαυρομμάτης
Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Περ. Ἀλεξάκης Ν
Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Νικ. Σπυρακόπουλος Ν
Λεων. Μελετόπουλος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Εὐστάθ. Ρακόπουλος Χαρίλαος Διγενόπουλος
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
Εὐκλείδης Μπίστης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
Δημοσθ. Καΐρης Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
Κωνστ. Πλατούτσκας Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
Μιχαὴλ Κωτσάκος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Μιχαὴλ Στελλάκης
Κωνστ. Κοττίκας Ν Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
Ἰωάννης Καραπᾶνος Γεώργιος Λύρας Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Στέφανος Δραγούμης Ο Δημήτριος Τσάττος Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ο Δημήτριος Τσιτσάρας Ν
Θεόδωρος Ρετσίνας Κωνστ. Ζῶτος
Φωκίων Νέγρης Ο Γεώργιος Χατζόπουλος
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Διονύσιος Στεφάνου Ν
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Ο Γεώργ. Ρώμας Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Χρ. Στεφανόπουλος
Νικ. Γουναράκης Ν Χαρίλ. Σπηλιώτης
Κωνστ. Σταυρόπουλος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν Πέτρος Αὐγερινὸς
Ἀνδρέας Στρᾶτος Ν Χρῆστος Δαραλέξης Ο
Δημ. Καραγιάννης Ἄγγελος Πετραλιᾶς
Ἀντώνιος Καρτάλης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης
Κωνστ. Τοπάλης Νικόλαος Δαούτης Ν
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Παναγ. Παπαχατζῆς Ν
Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Σπ. Ι. Μήλιος Ν
Νικόλαος Παπαϊωάννου Βασ. Μαρκεζίνης Ν
Δημήτριος Γίδας Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ν
Νικόλαος Τσόγκας Ν Χριστόφορος Ἀσιμῆς
Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Τηλέμαχος Δενδρινὸς Ν
Παναγ. Μαυροκέφαλος ἀρν.Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο Βασ. Βασιλειάδης
Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο
Ὀδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ν Παν. Μανέτας
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν
Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν Ἡλ. Ζέγγελης
Γεώργ. Παπαθανασίου Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
Περικλῆς Περρωτῆς Ν Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν
Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ἡλίας Κοσσονᾶκος
Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν Γ. Ἀναστασόπουλος
Δημ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης
Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν Κ. Τρικούπης Ο
Κωνστ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
Γεώργ. Φραγκίδης Ν Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν Δ. Λυμπερόπουλος Ν
Σπυρ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος
Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Περ. Μποῦτος Ν
Κωνστ. Σαραφιανὸς Ν Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Ν
Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας
Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
Γεώργ. Μέρμηγκας Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος
Γεώργ. Κόρπας Γεώργ. Σισμάνης
Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης
Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν Ἡλίας Ποταμιᾶνος
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
Σπυρίδων Χυτήρης Ι. Βοῦρτσος Ν
Γουλ. Σκάρπας Ἀθ. Πετσάλης
Βασίλ. Σαμοΐλης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος
Σπ. Ἀγάθος Ν Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Νικόλ. Καλοσγοῦρος Γ. Καπετανάκης Ν
Κ. Χρηστόπουλος ἀρν.Φώτιος Μοσχούλας Ν
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Σωτήρ. Κροκιδᾶς ἀρν.Χαράλ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς Ν Θᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος
Δημ. Δημητριάδης Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Ἄθως Ῥωμᾶνος Ν Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μομφερρᾶτος Πέτρος Μώρης Ν
Θεόδ. Μαρκέτος Ἰωάν. Γ. Ῥοῦφος
Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης
Παν. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ρικάκης
Νικ. Τσοῦχλος Ν Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
Χαρ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
Θεόδ. Πέρρος Ν Θᾶνος Ῥοῦφος Κανακάρης
Στέφ. Κοπανίτσας Νικ. Μισυρλῆς ἀρν.
Γεώργ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος Ν
Μελέτιος Ρουσόπουλος Γ. Ράλλης Ο
Βρασίδας Λεώπουλος Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ν
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακός
Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
Νικ. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Βιτάλης ἀρν.
Γεράσιμος Φίλιππας Δ. Βοκοτόπουλος Ν
Ι. Γκιὼν Ν Θεόδ. Λιμπρίτης
Κάρολος Βιτάλης Ι. Κουντουριώτης Ν
Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος ἀρν.Νικ. Τσαμαδός Ν
Γ. Κανούτας Παντελῆς Γκίκας
Νικ. Ταρμπάζης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
Θεόδ. Κριεμάδης Ο Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Γ. Ραδινός Ι. Τσιριμῶκος
Ἀπ. Ζάππας Δημ. Κρίτσας
Θ. Σαρσέντης Ν Α. Πλατῆς
Α. Πονηρόπουλος Ν Νιχ. Χατζῖσκος Ν
Δ. Ἀναστασόπουλος Ν. Καλογερόπουλος Ν
Δ. Παπατσώρης Ν Β. Βουδούρης Ν
Δ. Κατσᾶνος Γ. Ἀβέρωφ
Α. Σκαλτσοδῆμος Δ. Κριεζώτης
Ν. Τζανετόπουλος Ν Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
Γ. Ροδόπουλος Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 125. Ἐκ τούτων 103 ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, 15 κατὰ, καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ εἰς τρίτην συζήτησιν.

§199Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Προχθὲς εἶχον προτείνει, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφάνη διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ὅπως ἐκ τῶν 600,000 δραχμῶν αἵτινες κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως θὰ διατεθῶσι διὰ τὰ διάφορα ἔργα ἐν Κηφισιᾷ, ἓν ποσὸν ὁρισθῇ ὑπὲρ τοῦ Ἀμαρουσίου, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἀνάγκη, καθόσον ἡ ῥοὴ τῶν ὑδάτων κατεστράφη ἐν Ἀμαρουσίῳ. Πρὸς τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ θὰ ὑπάρχῃ ἡ διάθεσις, ὅπως συγκατατεθῇ αὕτη εἰς τοῦτο.

§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητεῖτε, ὅπως ἀνεξαρτήτως τῆς συμβάσεως ἐνεργήσω παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ. Τοῦτο εἶναι δυνατόν.

§201Ν. ΓΙΑΝΝΗΚΩΣΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ θερμῶς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γουναράκη.

§202ΕΠΑΜ. ΜΙΛΤ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸν ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας δραχμῶν 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου».

§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν δι’ αὔριον ἀναβολήν. Πιστεύω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ζητῇ ὑπεράνθρωπα.

§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι, ἂν ἦτο ἄλλη ἐποχή, θὰ ἔστεργον νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐὰν ἡ διάθεσις τῶν Βουλευτῶν ἦτο νὰ παραμείνωσι μέχρι τῆς Τετάρτης, καὶ ἂν δὲν ἐπείγοντο πολλοὶ ν’ ἀναχωρήσωσι, βεβαίως θὰ ἐδεχόμην. Ἤδη ὅμως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιμείνω. Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὅτι σπουδαίως βλάπτει τοῦτο.

§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§207Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐξετάζων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, φθάνω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας, ἓν ἔχομεν καθῆκον, νὰ προνοήσωμεν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας. Ἀναμφισβήτητον δ’ εἶναι, ὅτι, περιερχομένης τῆς Ἑταιρείας εἰς ἀδυναμίαν, ἐπαπειλεῖται ἡ διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας καὶ ἐνδεχόμενον μὲν νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ διακοπὴ ἐπὶ τοῦ τμήματος Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου καὶ Κορίνθου–Ναυπλίου, ἂν ληφθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως σύντονα μέτρα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρέχει αὐτῇ ἡ ἀρχικὴ σύμβασις, ἐπιτρέπουσα αὐτῇ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ὑπὸ ἴδιον λογαριασμὸν, ἂν ἐπαπειλῆται ἡ διακοπή· πάντως ὅμως θὰ ἐπέλθῃ ἡ διακοπὴ τῶν γραμμῶν Μύλων–Καλαμῶν, Πύργου– Ὀλυμπίων καὶ Κυλλήνης, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αἱ γραμμαὶ αὗται δὲν ἔχουσι κινητὸν ὑλικόν. Ἐκ τοῦ σημειώματος, ὅπερ κατέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πᾶν τὸ ὑλικὸν τῶν γραμμῶν τούτων συνίσταται εἰς 3 ἀτμαμάξας καὶ 20 βαγόνια φορτηγά...

§208Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔγειναν τὰ βαγόνια τῆς Ἑταιρείας;

§209ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω.

§210ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς Μύλων– Καλαμῶν εἶχεν ἀναλάβει Βελγικὴ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία εἶχε λαμπρὰ βαγόνια, ὅτε ἡ Βελγικὴ αὕτη Ἑταιρεία κατὰ τὸ 1891 ἀπεσύρθη, καὶ τὴν διεδέχθη ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Τὰ βαγόνια αὐτὰ παρέλαβεν ἡ νῦν Ἑταιρεία, καὶ εἶναι γνωστά, διότι τὰ βελγικὰ βαγόνια ἔχουν 8 τροχοὺς καὶ ἐπίπλωσιν διαφορετικὴν, καὶ διακρίνονται πολύ· τὰ βαγόνια αὐτὰ βλέπω πολλάκις, ὁσάκις ταξειδεύω ἀπὸ Τριπόλεως ἐνταῦθα. Φαίνεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τὰ παρέλαβεν ἀπὸ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, καὶ τὰ διέθεσεν εἰς ἄλλην.

§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ λέγετε, ὅτι τὰ βαγόνια αὐτὰ ταξειδεύουν.

§212ΝΕΓΡΗΣ. Εὐθὺς ὡς αἱ γραμμαὶ Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου καὶ Κορίνθου–Ναυπλίου περιέλθουν εἰς τοὺς δανειστὰς τῆς Ἑταιρείας, αἱ γραμμαὶ Μύλων–Καλαμῶν, Πύργου–Ὀλυμπίων καὶ Κυλλήνης θέλουσι μείνει ἄνευ κινητοῦ ὑλικοῦ, καὶ ἀναγκαστικῶς θὰ ἐπέλθῃ διακοπὴ συγκοινωνίας μέχρις οὗ τὸ Δημόσιον προμηθευθῇ κινητὸν ὑλικόν. Ὅπως δὲ τοῦτο κομισθῇ ἐξ Εὐρώπης καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, βεβαίως θ’ ἀπαιτηθῇ ἓν ἔτος, ἴσως καὶ δύο ἔτη. Ἤθελε δὲ εἶσθαι ἀληθῶς περίεργον, ν’ ἀποφασίζωμεν, ὡς ἐπράξαμεν πέρυσι, τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Πύργου–Μελιγαλᾶ καὶ Πειραιῶς–Συνόρων, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους, σήμερον δὲ νὰ ἀφίνωμεν νὰ ἐπέλθῃ ἡ διακοπὴ τῶν ἐν λειτουργίᾳ γραμμῶν διὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ αἰτουμένου δανείου. Τὸ συμφέρον λοιπὸν τῆς κοινωνίας εἶναι νὰ δοθῇ τὸ δάνειον. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου; Ἂς ἴδωμεν. Πρῶτον θ’ ἀναγκασθῇ, ὡς εἴπομεν, τὸ Δημόσιον ν’ ἀγοράσῃ κινητὸν ὑλικὸν διὰ τὰς δευτερευούσας γραμμὰς Μύλων–Καλαμῶν, Πύργου–Ὀλυμπίων καὶ Κυλλήνης. Τὸ ὑλικὸν τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν σήμερον εἰς ἔλαττον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου φράγκων χρυσῶν, ἤτοι 1,700,000 δραχμάς. Ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἡ μόνη δαπάνη; Οὐχί! Ἀναγκαστικῶς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν γραμμῶν τούτων θ’ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον. Γνωστὸν δὲ, ὅτι αἱ γραμμαὶ αὗται καὶ σήμερον ἀφίνουν ζημίαν. Ἀλλ’ ἂν σήμερον ἦναι ἐπιζήμιοι, πολὺ ἐπιζημιώτεραι θέλουσιν εἶσθαι, ὅταν ἀποκοπῶσιν ἀπὸ τὸν κεντρικὸν κορμὸν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν παλαιὰν γραμμὴν Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου καὶ Κορίνθου– Ναυπλίου. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, ἀναφέρω, ὅτι, ὅτε ἡ γραμμὴ Καλαμῶν ἦτο κεκομμένη πρὶν εἰς δύο, ἐνῷ τὸ τμῆμα Μύλων–Τριπόλεως, τὸ συνδεδεμένον μὲ τὸν κεντρικὸν κορμόν, ἐδαπάνα κατὰ χιλιόμετρον 3716 δραχμὰς, τὸ τμῆμα Καλαμῶν–Διαβολιτσίου, ὡς μεμονωμένον, ἐδαπάνα 5294 δραχμὰς, ὡς ἐξάγω ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἑταιρείας ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1893, δηλαδὴ 1578 δραχμὰς περιπλέον. Δυνάμεθα ὅθεν ἀναμφιβόλως νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ δαπάναι ἰδίως, ἀναλαμβάνοντος τοῦ Δημοσίου τὴν ἐκμετάλλευσιν, θὰ αὐξήσουν κατὰ χιλιόμετρον κατὰ 1500 δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη αἱ δαπάναι ὑπερβαίνουν τὰ ἔσοδα ἐν ταῖς περὶ ὧν ὁ λόγος γραμμαῖς, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῶν γραμμῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου αἱ δαπάναι θὰ ὑπερβαίνουν τὰ ἔσοδα κατὰ χιλιόμετρον κατὰ δραχ. 1600 καὶ πλέον, ἤτοι ἐπὶ 255 χιλιομέτρων, εἰς ἃ συμποσοῦνται αἱ γραμμαὶ αὗται, θὰ ἐπέλθῃ ζημία κατ’ ἔτος ἀνωτέρα τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν, ἤτοι ἐπὶ 3 ἔτη ἀνωτέρα τῶν 1,200,000 δραχμῶν. Ἂν τὴν ζημίαν ταύτην προσθέσωμεν εἰς τὴν δαπάνην ἀγορᾶς ὑλικοῦ, ἔχομεν ὡς ἔγγιστα δαπάνην 3,000,000, ἐπιβαλλομένην ἀναποδράστως. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Δημόσιον, καὶ ἂν δὲν ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, περιπέσῃ δ’ αὕτη εἰς ἀδυναμίαν οἰκονομικήν, πάλιν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν δαπάνην τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ὡς ἔγγιστα, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ἐννοεῖται, ὅτι οἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῶν σιδηροδρόμων θὰ ἐξακολουθήσουν οὖσαι ἐναντίαι, ὡς σήμερον, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ συνάλλαγμα νὰ ᾖναι ὑπερτιμημένον, οἱ γαιάνθρακες ἐπίσης, καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου ἐπίσης κακή. Ἀλλ’ ἄν τοὐναντίον αἱ περιστάσεις αὗται βελτιωθῶσιν, ὡς εἶναι πιθανώτερον, οὐδένα κίνδυνον τρέχει τὸ Δημόσιον, προκαταβάλλον τὰ 3,000,000, διότι τάχιστα θέλει ἀνακτήσει αὐτά. Αἱ εἰσπράξεις τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου ἀπὸ τοῦ 1895 ἕως τοῦ 1899 ἀνῆλθον ἀπὸ 7059 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον εἰς 8579. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν αὔξησιν ταύτην ὡς κανονικὴν, —καὶ οὐδένα ἔχομεν λόγον νὰ μὴ θεωρήσωμεν αὐτὴν κανονικὴν —ἐν διαστήματι ἑτέρας πενταετίας αἱ εἰσπράξεις κατὰ χιλιόμετρον θὰ αὐξήσουν κατὰ 1500 δραχμάς, ἤτοι ἐπὶ 645 χιλιομέτρων (ἂν παραδεχθῶμεν ὁμοίαν αὔξησιν ἐφ’ ὅλης τῆς γραμμῆς, ὅπερ οὐδόλως εἶναι ἀπίθανον, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ἡ γραμμὴ Πύργου–Μελιγαλᾶ θέλει αὐξήσει τὴν κίνησιν τῆς ὅλης γραμμῆς) θέλομεν ἔχει αὔξησιν εἰσπράξεων περὶ τὸ 1,000,000 ἐν συνόλῳ, μὲ ἐλαχίστην σχετικῶς αὔξησιν δαπανῶν. Εἶναι τότε φανερόν, ὅτι τὸ Δημόσιον πολὺ ταχέως θὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν δανεισθέντων τριῶν ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ σώσει Ἑταιρείαν Ἑλληνικὴν ἀναξιοπαθοῦσαν, θὰ ἔχῃ δὲ συγχρόνως ἀσφαλίσει ἑαυτῷ, μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, εἰσόδημα ἄξιον λόγου, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Εἶπον, ὅτι τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ σώσῃ Ἑταιρείαν ἀναξιοπαθοῦσαν, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι ἐξετάσας ἐπισταμένως τὰς δαπάνας τῆς Ἑταιρείας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ 1892 ἕως τοῦ 1899 κατὰ χιλιόμετρον, εὗρον αὐτὰς λίαν λογικάς· οὕτω ἀπὸ 1800 δραχ. κατὰ τὸ 1892 κατέρχονται εἰς 4319 κατὰ τὸ 1896, μεθ’ ὃ ἀληθῶς αὐξάνουσιν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ φθάνουν μέχρι δραχ. 4782 κατὰ τὸ 1899. Ὅπως δ’ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἀντίληψιν αὐτῶν, δέον νὰ παραβάλωμεν αὐτὰς μὲ τὰς δαπάνας ἄλλης Ἑταιρείας, εὑρισκομένης ὡς ἔγγιστα ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις· καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, ἥτις, ὡς γνωστὸν, διευθύνεται ἄριστα, ἔχει δὲ ὡς ἔγγιστα τὰς αὐτὰς κατὰ χιλιόμετρον εἰσπράξεις. Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν, εἰμὴ τὰς δαπάνας τοῦ 1895, 1896 καὶ 1897 τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐν φυλλαδίῳ, ὃ κατέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ βλέπομεν, ὅτι τὸ 1895 ἡ Ἑταιρεία αὕτη παρουσιάζει δαπάνας 4990 δρ. κατὰ χιλιόμετρον, ἀπέναντι 4362 δραχ. τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Πατρῶν–Πύργου, τὸ δὲ 1896 δραχ. 4975, ἀπέναντι 4319. Περὶ δὲ τοῦ ἔτους 1897 δὲν κάμνω λόγον, ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων τῆς Θεσσαλίας. Οὕτως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου δὲν εἶναι σπάταλος. Ἤδη ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, πόθεν τὸ Κράτος θέλει προμηθευθῆ τὰ 3,000,000, ἅτινα θέλει χορηγήσει εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐλπίζει ὅτι θέλει προμηθευθῆ ταῦτα ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ ὅτι, ἂν διαψευσθῶσιν αἱ ἐλπίδες του, δέον τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς δάνειον. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὁποίαν ἔχω γνώμην περὶ τῶν περισσευμάτων τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν τί μέλλει γενέσθαι; Θὰ δανεισθῶμεν; Ὄχι, εὐτυχῶς· τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Καὶ εἰς τοῦτο ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τῷ ὄντι, κατὰ τὸν ἰσολογισμόν, ὃν ἐδημοσίευσεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900, τὸ Δημόσιον εἶχε παρ’ αὐτῇ τὰ ἑξῆς ἀποθέματα:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Εἰς δραχμὰς 12,751,832,90
Εἰς φρ. χρ. 1,199,553.45,
ἅτινα πρὸς 1,70 δίδουν δρ. 2,039,240.86
Ἐν ὅλῳ δρ. 14,791,073.76

Ἐννοεῖται, ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπόλοιπον τοῦ ἠγγυημένου δανείου. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἔχει κατατεθειμένα χρήματα δημόσια 2,971,282.07, ἐξ ὧν θέλουσι πληρωθῆ τὰ ἐκ τῶν πλεονασμάτων ὀφέλη τῶν δανειστῶν, ἅτινα ἔσονται περὶ τὰ 2,000,000 δραχμαὶ, ὥστε καὶ ἐκ τούτων θέλει περισσεύσει περὶ τὸ 1,000,000 εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου. Οὕτως ἐν συνόλῳ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ μένουν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου περὶ τὰ 15,500,000 ἕως 16,000,000 δραχμαί. Οὐδεμία λοιπὸν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη δανείου πρὸς πληρωμὴν τῶν 3,000,000 δραχμῶν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι τὴν θυσίαν ταύτην δέον νὰ κάμῃ τὸ Κράτος, ὡς ἐπιβαλλομένην αὐτῷ, δι’ οὓς ἐξέθεσα προηγουμένως λόγους, ὄχι βεβαίως διότι ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις εἶναι ἀνθηρά. Διότι ναὶ μὲν ἔχει τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ Δημόσιον 16,000,000 διαθέσιμα, ἀλλ’ εἶχε τοιαῦτα πολλῷ πλείονα πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἤτοι τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899· ἤτοι εἶχε τότε κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς δραχμὰς 20,040,430.27, εἶχε δὲ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου κατατεθειμένα 3,822,566.57, ἐξ ὧν 47,694.96 φράγκα χρυσᾶ. Ἐξ αὐτῶν 2,688,133 ἦσαν προωρισμένα εἰς τὰ ἐκ τῶν πλεονασμάτων ὀφέλη τῶν δανειστῶν, ὥστε ἔμενον καὶ ἐκ τούτων διαθέσιμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 1,160,000 δραχμαί. Ὥστε διέθετε τὸ ὅλον τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὲρ τὰ 21,200,000 δραχμάς. Ἄρα ἠλαττώθησαν τὰ διαθέσιμα κεφάλαια τοῦ Δημοσίου καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1900 κατὰ 5,200,000 δραχμὰς περίπου, καὶ τοῦτο, ἐνῷ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1900 τὰ γνωστὰ ἀπρόβλεπτα ἔσοδα, περὶ ὧν τόσος ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκ τόκων τοῦ ἠγγυημένου δανείου καὶ ἐξ ἐπιστροφῆς ἀκυρωθεισῶν ὀφειλῶν τοῦ 1898 ἐκ φρ. χρ. 586,727.61, ἢ δραχμῶν 938,764, ἐνῷ ἐξ ἄλλου μέρους εἰσέπραξε τὸ 1900 περὶ τὰ 3,000,000 δραχμὰς ἐκ τῶν φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν ζῴων περιπλέον τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ ἔτος τοῦτο, διότι ἐν τῷ ἔτει τούτῳ εἰσεπράχθη ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ φόρος τῶν ζῴων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καὶ 1,145,707 δραχμαὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, εἰσεπράχθη ἐπίσης ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καὶ 2,147,912 ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899· δηλαδὴ ἐκ τῶν δύο τούτων φόρων εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τοῦ 1900 περὶ τὰ 3,000,000, μὴ ἀνήκοντα τῷ ἔτει τούτῳ. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν περὶ τὰ 4,000,000, μὴ ἀνήκοντα εἰς αὐτό, μ’ ὅλον τοῦτο καὶ ταῦτα ἐδαπανήθησαν, καὶ 5,200,000 ἐκ τῶν ἀποθεμάτων. Ταῦτα δυστυχῶς ἔρχονται εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσα εἶπον περὶ ἐλλειμμάτων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, καὶ ἀποδεικνύουσι τὰ ἐλλείμματα ἔτι σπουδαιότερα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη εἰς τὰ ἀναπόδραστα συμπεράσματα τῶν σκέψεων τούτων, θέλει προβῆ εἰς τὴν δαπάνην τοῦ 1901 μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν φειδὼ, τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν περιστάσεων.

§213Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἤδη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶπον, θεωρῶ ὅμως καθῆκον νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς μόνον ἐπὶ σημείων τινῶν τῆς πρώτης ἀγορεύσεώς μου, διότι νομίζω, ὅτι ἔμεινέ τι κενὸν, τὸ ζήτημα δηλαδὴ τῆς θέσεως τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν, καὶ ἀπέναντι τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἐνεγράφη ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου ὑποθήκη, ὅτι τὸ Κράτος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτοῦ. Ἡ ἐγγραφὴ τῆς τοιαύτης ὑποθήκης βεβαίως εἶναι ἰδιόρρυθμος, διότι τὸ κτῆμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνεγράφη αὕτη, εἶναι κτῆμα ἐκτὸς συναλλαγῆς (extra commercium). Πρόκειται περὶ περιουσίας τοιαύτης, ἥτις δὲν δύναται νὰ διατεθῇ, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐννοηθῇ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὑποθήκη ἐπὶ κτήματος, τοῦ ὁποίου ἀδύνατός ἐστιν ἡ ἐκποίησις. Κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, ὑποθήκη ἐπιβάλλεται ἐπὶ κτημάτων ἢ ἐπικαρπίας κτημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς ἐκποίησιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὑποθήκην σιδηρόδρομος παραδεδομένος εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, ἐγένετο φροντὶς νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἔχομεν λοιπὸν σήμερον δανειστὰς ἐνυποθήκους, οἵτινες ἀξιοῦσι τὴν καταβολὴν τοῦ πρὸς αὐτοὺς χρέους· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους 1900 ἡ Ἑταιρεία δὲν κατέβαλε τοὺς τόκους τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας ἑνὸς ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν ἐνυποθήκων, καὶ ἀνέστειλε τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύσει μου, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ δὲν δύνανται νὰ γένωνται ὑποκατάστατοι τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Τὸ ζήτημα δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον προβάλλει, εἶναι τοῦτο: Ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε παραχωρήσει τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000 δραχμῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑταιρεία τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἤθελε πτωχεύσει καὶ περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ τὴν ἀνεπάρκειαν αὑτῆς πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς χρήσεως τῆς γραμμῆς καὶ ἱκανοποίησιν τῶν δανειστῶν, ποῖον ἔσται τὸ ἀποτέλεσμα; Ποῖον ἔσται τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐγγραφείσης ὑποθήκης; Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἐκδηλώσει φόβους, μήπως ἐπιβληθῇ κατάσχεσις, μήπως ἐπακολουθήσῃ πλειστηριασμὸς, καὶ οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ καταλάβωσι τὰς γονίμους γραμμὰς, μήπως ἐπέλθῃ διακοπὴ συγκοινωνίας. Οἱ φόβοι τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἰσιν ἆρά γε πραγματικοί; ἢ μήπως εἰσὶν ἰδανικοὶ καὶ φαντασιώδεις; Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὑπὸ δύο ἐπόψεις δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῶν πρακτικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὑποθήκης· καὶ πρῶτον ἡ ὑποθήκη εἶναι ἐγγεγραμμένη ἆρά γε ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου κτήματος, ἐπὶ τῶν γραμμῶν δηλαδὴ καὶ τῶν ἐξαρτημάτων μόνον, ὡς ἀναφέρει ὁ εἰδικὸς νόμος, ὅστις ἐπέτρεψεν αὐτήν; Ἐὰν ἐδεχόμεθα τοῦτο, ἠθέλομεν βεβαίως φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διατάξωσι τὴν κατάσχεσιν καὶ τὸν πλειστηριασμὸν τῆς γραμμῆς καὶ τῶν ἐξαρτημάτων· ἀλλὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀδύνατον. Διότι τί θὰ γείνῃ; Θὰ παραταχθῶσι λοιπὸν δικαστικοὶ κλητῆρες ἀπὸ τοῦ Ναυπλίου μέχρι τοῦ Πύργου, καὶ φέροντες τὰ σημεῖα τῆς ὑπηρεσίας θὰ προβῶσιν εἰς κατασχέσεις; Καὶ θὰ προβῶσι κατόπιν οἱ συμβολαιογράφοι εἰς πλειστηριασμοὺς καὶ κατακυρώσεις διαφόρων τμημάτων τοῦ σιδηροδρόμου; Καὶ τίνες αἱ νομικαὶ συνέπειαι καὶ ἡ δύναμις τοιούτων πράξεων; Ἀλλὰ, δεύτερον, ὑποθέσωμεν, ὅτι οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ἡ ὑποθήκη. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀμφισβητήσω τὸ κῦρος τοιαύτης ὑποθήκης. Τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως εἶναι προσωπικὸν, καὶ δι’ ἐκχωρήσεως ἠδύνατο νὰ παραχωρηθῇ, τὴν παραχώρησιν ἐπιτρέποντος εἰδικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος εἰδικοῦ νόμου ἐξάγεται, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως κατέστη ἀκίνητον, διότι ὁ νομοθέτης εἶναι παντοδύναμος. Ἐρωτῶ ὅμως καὶ πάλιν, ποῖον ἔσται τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τοιαύτης ὑποθήκης; Δύνανται οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ νὰ προβῶσιν εἰς ἐκποίησιν τοιούτου δικαιώματος; Ὁμολογῶ, ὅτι γεννᾶται ἐν ἐμοὶ μεγάλη ἀμφιβολία. Ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι κατορθοῦται κατάσχεσις καὶ πλειστηριασμὸς, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος ἐφοδιάζει τὸν ἐνυπόθηκον δανειστὴν διὰ κατακυρωτικῆς ἐκθέσεως. Ὁ ὑπερθεματιστὴς θὰ ἐμφανισθῇ βεβαίως ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οὗτος ἀσκεῖ τὴν ἀστυνομίαν τῶν σιδηροδρόμων, καὶ θὰ ἀξιώσῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ πτοηθῇ, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ μειδιάσῃ, καὶ θ’ ἀπαντήσῃ, ὅτι πρὸς κατάληψιν σιδηροδρόμου, γενικῆς μάλιστα ὠφελείας καὶ χρήσεως αὐτοῦ, ἀπαιτεῖται σύμβασις καὶ εἰδικὸς νόμος, ἐγκρίνων τὴν σύμβασιν, καὶ ὅτι ἐκθέσεις συμβολαιογράφων κατακυρωτικαὶ εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσιν, οὐδὲ εἰς δικαίωμα κἂν προτιμήσεως, οὐδὲ δεσμεύουσι τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἄλλον, τρίτον, χρῆσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν διὰ συμβάσεως. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ διαδικασία κατασχέσεως καὶ πλειστηριασμοῦ δὲν εἶναι ἐν ὁμαλῇ νομικῇ καταστάσει, καὶ οἱ φόβοι περὶ καταλήψεως τῶν γραμμῶν, μερικῶς ἢ γενικῶς, ἀποδεικνύονται ἕωλοι, ὅτι τὸ Κράτος οὐδέποτε δεσμεύεται, ἵνα προέλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ Ἑταιρείας τινὸς, ὅπως ἀναλάβῃ αὕτη τὴν καταβολὴν τῶν ἐνυποθήκων χρεῶν. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ δανεισταὶ, οἱ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἔχοντες ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν δύνανται νὰ κατάσχωσι καὶ νὰ καταλάβωσιν αὐτόν, καὶ νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτὸν ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, τίνα δικαιώματα ἔχουσιν; Ἀπώλεσαν ἄρα τὰ χρήματά των; Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐνόησα νὰ ὑποδείξω, δὲν εἶναι ὅτι: οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ θὰ ἀπολέσωσι τὰ χρήματά των. Οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι· καὶ θὰ εἴπω διατί. Ἀλλ’ ἐγὼ ἠθέλησα νὰ καταστήσω προσεκτικὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὥστε εἰς τὸ μέλλον, ἂν παρουσιασθῇ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ζητήσῃ ἀνώνυμος Ἑταιρεία εἴτε κατασκευῆς, εἴτε ἐκμεταλλεύσεως, δάνειον, νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐνυπόθηκον δάνειον, διότι τοιαύτη ὑποθήκη εἶναι ὄχι μόνον ἀνώμαλος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον ἐπιβλαβής. Διὰ τοῦτο θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ σήμερον δὲν ὑποθηκεύουσι τοὺς σιδηροδρόμους. Μόνον ἐν Ἑλλάδι παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ φαινόμενον, καὶ κατέστη σχεδὸν γενικὸς κανών. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1859 ἠγέρθη τὸ ζήτημα, τίνι τρόπῳ τὸ Κράτος πρέπει νὰ συνδράμῃ τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων κοινῆς ὠφελείας, διότι οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι κτῆμα τοῦ Κράτους, καὶ πολλοὶ τρόποι συνεζητήθησαν. Μελετήσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Jauvenal, εἰσηγητοῦ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ Γαλλικῷ Κοινοβουλίῳ ἐν ἔτει 1859, θέλετε δὲ παρατηρήσει, ὅτι πολλὰ συστήματα προετάθησαν. Εἶπον, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ συνδράμῃ δι’ ἔργων ἢ χρηματικῶν ἐπιχορηγήσεων, ἰδίως ἐν τῷ σταδίῳ τῆς κατασκευῆς. Ἕτερος τρόπος προστάθη ἡ ἔκδοσις rentes, τῶν ὁποίων τὸ προϊόν, εἰσρέον εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν Ἑταιρειῶν, ἀνταλλάσσεται πρὸς ὁμολογίας (obligations). Τὸ σύστημα τοῦτο ἐθεωρήθη ἐπισφαλές, ἂν δὲ δὲν πλανῶμαι, ἐφηρμόσθη παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Rolin. Συνεζητήθη καὶ ἡ μέθοδος τῆς παροχῆς ἐντόκων δανείων (prêts rembouasables), ἀπεδοκιμάσθη δὲ καὶ αὕτη, καὶ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος πρόκηται νὰ συνδράμῃ Ἑταιρείας σιδηροδρομικάς, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἀνωμαλιῶν οἰκονομικῶν περιέρχονται εἰς ἀδυναμίαν, ὁ καταλληλότερος καὶ πρακτικώτερος τρόπος ἐστὶν ἡ ἐγγύησις ἐπὶ τοῦ τόκου. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ, καὶ ἰδίως ἐν Αὐστρίᾳ, ἔνθα ἡ κρίσις τῶν σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν κατήντησε κοινωνικὴ πληγή, καὶ παροιμιώδης ἡ ἐξυγίανσις τῶν σιδηροδρόμων (die Sannirung der Bahnen), αἱ Κυβερνήσεις προτιμῶσι κατὰ κανόνα τὴν ἐγγύησιν ἐπὶ τόκου, δὲν παραχωροῦσι δὲ ὑποθήκας σιδηροδρόμων πρὸς ἀσφάλειαν κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ γνῶμαι αὗται δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ μέλλον, τίς εἶναι ἡ ἀληθὴς θέσις τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου; Θὰ ἀπολέσωσιν ἄρα τὰ χρήματά των; Πολλοῦ γε καὶ δή. Κατὰ τὸν εἰδικὸν νόμον, τὸ Δημόσιον ἐπέτρεψεν εἰς ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, ἥτις ἐκμεταλλεύεται τὸν σιδηρόδρομον, περιουσίαν δηλαδὴ ἀνήκουσαν κατὰ κυριότητα τῷ Δημοσίῳ, νὰ δανεισθῇ καὶ νὰ ἐγγράψῃ ἐπ’ αὐτοῦ ὑποθήκην. Ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης ἐπιτρέπῃ τὴν ὑποθήκευσιν τοῦ κτήματός του, τίνα τ’ ἀποτελέσματα; Νομίζω, ὅτι παράγονται κατ’ αὐτοῦ δικαιώματα οὐ μόνον ἐμπράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύνανται, κατὰ τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, νὰ πραγματοποιηθῶσι δι’ ἐκτελέσεων καὶ πλειστηριασμῶν, ἀλλὰ παράγεται καὶ δικαίωμα προσωπικόν, δικαίωμα ἐγγυήσεως. Ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, φοβοῦμαι μήπως τὸ Δημόσιον ἐξετέθη εἰς προφανῆ κίνδυνον, φοβοῦμαι μήπως τὸ ταλαίπωρον Δημόσιον Ταμεῖον ἀναγκασθῇ νὰ ἄρῃ τὸν σταυρὸν ὅλης τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν δανείων. Ἴσως δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ τοιοῦτοι ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ νὰ καταφύγωσιν εἰς διαδικασίας ἐκτελέσεως καὶ εἰς πλειστηριασμούς, ἀλλὰ θὰ στραφῶσι κατὰ τοῦ Δημοσίου προσωπικῶς. Δι’ αὐτὰς τὰς ὑποψίας, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταί, ὅπως παρίστανται ἐν τῇ συμβάσει, δὲν δύνανται ἀναγκαστικῶς νὰ γένωνται ὑποκατάστατοι τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Καὶ ἐξεπλάγη ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἀπώλεσε τὴν ψυχραιμίαν του, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ κεντήσῃ τὴν ἐπιστημονικήν μου φιλοτιμίαν, διότι δῆθεν ὑπέπεσα εἰς σολοικισμοὺς καὶ λάθη. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας θὰ μεταβάλῃ σκέψεις· ἐὰν δὲ δὲν μεταβάλῃ τὰς σκέψεις του, τότε ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι αἱ νομικαί του γνώσεις ἔχουσιν ἀνάγκην ῥιζικῆς ἐπισκευῆς. Ἀλλ’ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη. Παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ἄλλων τινῶν θεμάτων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ παρεμβῇ, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συνδράμῃ σιδηροδρομικὴν Ἑταιρείαν κλονιζομένην οἰκονομικῶς. Ὁ τρόπος ὅμως, διὰ τοῦ ὁποίου παρεμβαίνει, δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ εἴπῃ: «Τί θέλετε νὰ κάμω; Ἂν δὲν καταβάλω τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἡ συγκοινωνία κινδυνεύει νὰ διακοπῇ». Νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι περὶ διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας εἶναι μάταιοι, καὶ ἀστεῖαι αἱ ἀπειλαὶ τῆς Ἑταιρείας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι σήμερον ἔχομεν γεγονότα, τὰ ὁποῖα πολὺ ἀποτομώτερον παρουσιάσθησαν εἰς ἄλλα μέρη, εἰς ἄλλας πεπολιτισμένας χώρας. Ἀναγνώσατε τὸ τετράτομον σύγγραμμα τοῦ Πικὰρ, ἔνθα περιέχεται ὅλη ἡ ἱστορία τῶν γαλλικῶν σιδηροδρόμων. Θέλετε παρατηρήσει ἐκεῖ, ὅτι πολλάκις Ἑταιρεῖαι περιέρχονται εἰς οἰκονομικὰς καταστροφάς. Τί γίνεται ὅμως ἐκεῖ; Νομίζετε, ὅτι ἀνοίγουσι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καὶ πληρώνουσι τὰ χρέη τῶν μετόχων; Ἢ μήπως διακόπτεται ἡ συγκοινωνία διὰ κατασχέσεων καὶ πλειστηριασμῶν, ὡς ἐφοβήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός; Οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐπιτρέπεται ἡ διακοπὴ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἡ διαδικασία, ἥτις πρὸς τοῦτο ἐφαρμόζεται, εἶναι μόνον διοικητική, καὶ προλαμβάνει πᾶσαν ἄλλην ἐνέργειαν, διότι πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως κατ’ ἐξοχὴν δημοσίας τάξεως. Ἐκδίδεται δηλαδὴ Βασιλικὸν Διάταγμα, καὶ διατάσσεται ἡ κατάληψις (mise en séquestre) τῶν γραμμῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις φροντίζει περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς συγκοινωνίας. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσητε, συμφέρει ἆρά γε εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν; Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὐτυχῶς εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι ἐγὼ ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὰς πολιτικὰς αὐτοῦ γνώσεις. Βεβαίως τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ ἀναλαμβάνῃ τοιαύτας φροντίδας. Ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἀγορεύσεις του τὸ Βέλγιον, τὴν Αὐστρίαν, τὴν Πρωσσίαν· ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὅτι σπουδαῖον ρόλον παίζει ἡ πολιτικὴ ἐν τοῖς σιδηροδρόμοις, καὶ αὕτη κανονίζει ἐνίοτε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐν Βελγίῳ π. χ. βλέπομεν, ὅτι τὸ Κράτος ἐξαγοράζει, καὶ πολλάκις πολὺ ἀκριβὰ, τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμάς. Ἀλλὰ γνωρίζετε διατί; Διότι δὲν θέλουσι τὴν ὑπὸ Γαλλικῶν Ἑταιρειῶν ἐκμετάλλευσιν Βελγικῶν σιδηροδρόμων.

§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὸ συνεζήτησα μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δαπανῶν.

§215ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν ὁριστικῶς εἰς τὸ Κράτος τὴν ἐκμετάλλευσιν σιδηροδρόμων...

§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι.

§217ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐφ’ οὗ συμφωνοῦμεν, εἶναι ἀκαταμάχητα· διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς οἰκονομικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐνεργείας· διότι δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν μηχανῶν, περὶ σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, περὶ τιμολογίων κλπ. Ὅταν λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταλαμβάνει τὰς γραμμάς, ἐννοῶ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι προσωρινόν. Δὲν πρόκειται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἀναλάβῃ ὁριστικῶς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην προσωρινῶς, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία, μέχρις οὗ ἄλλη Ἑταιρεία ὑπὸ νέους ὅρους καὶ σταθερωτέρας βάσεις ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Αὐτὸν τὸν τρόπον βεβαίως θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ ἐφαρμόσητε, ἂν δὲν ἐδίδετε τὰ 3,000,000 εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν· ἐὰν δὲ τὸ φάρμακον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων χρησιμεύσῃ μόνον εἰς παράτασιν τοῦ βίου αὐτῆς ἐπὶ τρία ἔτη, ἐὰν μετὰ τὰ τρία ἔτη ἡ Ἑταιρεία αὕτη, πάσχουσα ἐκ φθίσεως, δὲν δυνηθῇ νὰ ἀναρρώσῃ, αὐτὸ τὸ σύστημα, ὡς Κυβέρνησις, θὰ ἐφαρμόσητε· θὰ κατάσχητε διοικητικῶς τὸν σιδηρόδρομον ἐπί τινα χρόνον, διότι ἡ συγκοινωνία οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διακόπτηται, καὶ τότε θὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν πρὸς ἄλλην Ἑταιρείαν, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν. Ἴσως τοῦτο ἠδύνατο καὶ σήμερον νὰ γείνῃ. Διὰ τῶν 3,000,000, τὰ ὁποῖα σπαταλᾶτε, ἴσως ἠδύνασθε καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἐνυποθήκους δανειστὰς νὰ ἔλθητε περὶ τούτου εἰς συνεννόησιν, διότι ἴσως ἀναγκασθῆτε νὰ πράξητε αὐτὸ βραδύτερον. Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ 3 ἑκατομμύρια τοῦ πτωχοῦ Δημοσίου ματαίως θυσιάζονται, ὅταν οἱ φορολογούμενοι πεινῶσιν· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ 3 ἑκατομμύρια θὰ παρατείνωσιν ἁπλῶς τὸν βίον Ἑταιρείας ἁμαρτωλῆς, Ἑταιρείας, ἀνιάτως οἰκονομικῶς νοσούσης. Ἐὰν θελήσωμεν διὰ χρηματικῶν δανείων νὰ συνδράμωμεν τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἐπιχειρῶμεν τὴν θεραπείαν τῆς φθίσεως. Διὰ τοῦτο φοβοῦμαι, μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μετὰ θάρρους ἀνέλαβε τοιαύτην θεραπείαν, παρασταθῇ, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Κικέρωνος, medicus circumforaneus· θ’ ἀποδειχθῇ δὲ καὶ πάλιν, ὅτι οὐ μόνον τὴν καρδίαν ἔχει σπάταλον εἰς τὰ αἰσθήματα, ἀλλὰ καὶ τὴν χεῖρα σπαταλωτέραν εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν.

§218Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι φέρει ὅλας τὰς περιπλοκὰς ὅ,τι προκαλεῖ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως, καὶ δίδει τὸ θάρρος εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, εἶναι τὰ δάνεια καὶ αἱ ὑποθῆκαι, αἱ ἐπιβαρύνουσαι τοὺς σιδηροδρόμους. Ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ ὑποθῆκαι, τὰ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἁπλοῦν, καὶ ἢ δὲν θὰ ἐπεχείρει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ σύμβασιν περὶ χορηγίας δανείου 3,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἢ, ἂν ἤθελεν ὑποβάλει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ θὰ ἀπήντα, ὅτι οὐδένα εὑρίσκει λόγον νὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸν σιδηρόδρομον. Τὸ Κράτος, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς σιδηροδρόμους Πελοποννήσου, ἐξετέλεσε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε, καὶ πέραν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, διότι ἐχορήγησεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους Πελοποννήσου μέχρι 12,000,000 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ 21,000,000 εἰς φράγκα χρυσᾶ, ἐκτὸς ἐθνικῶν γαιῶν, ἃς παρεχώρησεν, ἀτελειῶν κλπ. Λοιπὸν ἠδύνατο καὶ ὤφειλε τὸ Κράτος, ἂν οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς χορήγησιν δανείου τριῶν ἔτι ἑκατομμυρίων δραχμῶν, οὐ μόνον διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων θέλει σωθῇ ὁ σιδηρόδρομος, ἢ ὅτι δὲν παρέχει ἐγγυήσεις ἀρκούσας, ἀλλὰ καὶ διότι ἓν Κράτος, ὅπερ τοσαῦτα ἐχορήγησε, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ χορηγῇ περισσότερα, προσέτι δὲ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὃν δὲν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ σήμερον. Ἡ σύμβασις ἡ ἀρχικὴ προεῖδεν ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ Ἑταιρεία, εἰς ἣν παρεχωρήθη ὁ σιδηρόδρομος, ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἄνευ δανείων. Τὰ ἄρθρα 33 καὶ 34 τῆς συμβάσεως προεῖδον τὰς δύο μεγάλας καὶ γενικὰς περιπτώσεις δυσκολιῶν τοῦ σιδηροδρόμου. Πρῶτον, ἂν δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ Κράτους διὰ τῆς συμβάσεως· δεύτερον, ἂν ἤθελε παύσει, ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ, τὴν κίνησιν ἐπὶ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν παρεχώρησεν εἰς αὐτὴν ἡ σύμβασις. Ἡ σύμβασις ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις ἄρθροις προεῖδε τὰς δύο περιπτώσεις, καὶ μετὰ σαφηνείας ὥρισεν ἐν τοῖς ἄρθροις αὐτοῖς. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία δὲν περατώσῃ τὰ ἔργα ἐντὸς τῶν ταχθεισῶν προθεσμιῶν ἐν ἄρθρῳ 1· ἐὰν ἐπίσης δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς διαφόρους ὑποχρεώσεις, τὰς ἐπιβαλλομένας αὐτῇ διὰ τῆς συγγραφῆς καὶ τῆς συμβάσεως, θὰ κηρύσσηται ἔκπτωτος. Πρὸς ἐξακολούθησιν δὲ καὶ περάτωσιν τῶν ἔργων καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβεν ἡ Ἑταιρεία, θὰ ἐνεργηθῇ ἀναπλειστηριασμός, ὅστις θὰ προκληθῇ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκτιμηθῶσι τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα, τὰ ἐφοδιασθέντα ὑλικὰ καὶ τὰ μέρη τοῦ σιδηροδρόμου, τὰ παραδοθέντα ἤδη εἰς κοινὴν χρῆσιν.... Ἐὰν ἡ διεξαχθεῖσα δημοπρασία οὐδὲν ἀποτέλεσμα φέρῃ, διὰ δευτέρας δημοπρασίας θὰ γείνῃ νέα ἀπόπειρα ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων μετὰ τριῶν μηνῶν παρέλευσιν. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ δευτέρα αὕτη ἀπόπειρα παρέλθῃ ἄνευ ἀποτελέσματος, ἡ Ἑταιρεία θὰ κηρυχθῇ ὁριστικῶς ἔκπτωτος πάντων τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, καὶ τότε τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα, τὰ προμηθευθέντα ὑλικὰ καὶ τὰ μέρη τοῦ σιδηροδρόμου, τὰ ἤδη παραδοθέντα εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν, θὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν.» Τὸ δὲ ἄρθρον 34 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄν ἡ κίνησις τοῦ σιδηροδρόμου θὰ διεκόπτετο ἐν μέρει ἢ καθόλου, ἡ Διοίκησις ἀναλαμβάνει ἀμέσως, ἀναλώμασι καὶ κινδύνοις τῆς Ἑταιρείας, τὴν προσωπικὴν διαχείρισιν τοῦ σιδηροδρόμου. Ἄν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς διοργανώσεως τῆς πρὸς ὥραν ὑπηρεσίας ἡ Ἑταιρεία δὲν δικαιολογήσῃ ἀποχρώντως, ὅτι δύναται νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἐξακολουθήσῃ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἂν δὲν ἀνελάμβανεν αὐτὴν πράγματι, ἡ Ἑταιρεία δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Μετὰ τὴν ἔκπτωσιν ὁ σιδηρόδρομος καὶ ἅπαντα τὰ ἐξαρτήματα αὐτοῦ θ’ ἀναπλειστηριασθῶσι, τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ προηγουμένου ἄρθρου.» Λοιπὸν κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν συμπεφωνημένων διαγράφεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως πλειστηριασμὸς πρῶτος, ἀναπλειστηριασμός, καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν καὶ τοῦ ἀναπλειστηριασμοῦ ἀπόκτησις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πάσης τῆς περιουσίας τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν, τὴν περίπτωσιν δηλαδὴ τῆς διακοπῆς τῆς κινήσεως ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ αὐτὴ πάλιν διαδικασία διαγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 34, ἣν περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἶναι πιστὴ μετάφρασις τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουν αἱ Γαλλικαὶ συγγραφαὶ καὶ συμβάσεις ἐπὶ πασῶν τῶν σιδηροδρομικῶν συμβάσεων. Ἄν εἶχον τὸ κείμενον τὸ Γαλλικὸν ἐνταῦθα, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι εἶναι κατὰ λέξιν μετάφρασις. Τοῦτο ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι δὲ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πᾶσαι αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ συμβαλλόμεναι μετὰ τῶν Κυβερνήσεων, ἀναγνωρίζουσιν ὑπὲρ τοῦ Κράτους εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς. Τί λοιπὸν ἤθελε συμβῆ, ἄν, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις εὑρισκομένου τοῦ σιδηροδρόμου, ἤρχετο ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν δάνειον τριῶν ἑκατομμυρίων, δι’ οὓς λόγους σήμερον προτείνει; Θὰ τῷ ἐλέγομεν, ὅτι κατὰ τὰ ἄρθρα 34 καὶ 33 ἡ κυρία ἐργασία, ἣν ὀφείλει ἐκ τῶν εἰσπράξεων νὰ ποιῆται ἡ Ἑταιρεία, εἶναι νὰ ἀφαιρῇ πᾶν τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν διὰ τὴν κίνησιν τοῦ σιδηροδρόμου, μετὰ ταῦτα δέ, ἂν ὑπολείπηταί τι, νὰ τὸ δίδῃ εἰς τοὺς δανειστάς, διότι τὸ κύριον συμφέρον τῶν δανειστῶν εἶναι νὰ λειτουργῇ ἡ γραμμή. Θὰ ἐλέγομεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι ὀφείλει νὰ δαπανᾷ ἐκ τῶν εἰσπράξεων πρὸς κίνησιν τοῦ σιδηροδρόμου, ἂν δὲ δὲν δύναται νὰ πληρώνῃ ἐκ τῶν ὑπολειπομένων τοὺς δανειστάς της, ὀφείλει νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν, ἄλλως εἶναι ἔκπτωτος. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ χορηγήσωμεν δάνειον. Ἄν δ’ ἔχωμεν ἐξ ἰδιωτικῆς μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ δανειστῶν αὐτῆς συμφωνίας παραχώρησιν ὑποθήκης εἰς αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου, ἔχομέν τι, τὸ ὁποῖον κοινῶς εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα πραγματικὸν ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτοῦ, τῶν ἀποτελούντων μέρος ἀναπόσπαστον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἓν δικαίωμα διαδοχῆς καὶ ὑποκαταστάσεως τοῦ δανειστοῦ εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει, δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἡ Ἑταιρεία, τοῦ νὰ ἐκμεταλλεύηται προνομιακῶς τὸν σιδηρόδρομον ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον. Διότι οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι ἐθνικαὶ ὁδοὶ, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι τὰς ἐκμεταλλεύεται ἰδιώτης, δυνάμει συμβάσεως προνομιακῆς, ἑπομένως ἀποτελοῦσι μέρος τῆς ἀναπαλλοτριώτου καὶ ἀπαραγράπτου δημοσίας περιουσίας τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ᾼΜϚʹ νόμου ῥητῶς θέλει τοῦτο. Ἑπομένως δικαίωμα ὑποθήκης ἐπὶ τοιαύτης περιουσίας, ὡς καὶ δικαίωμα πωλήσεως ἑκουσίας ἢ ἀναγκαστικῆς, εἶναί τι ἐναντίον τῆς συμβάσεως, μὴ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῶν νόμων, μηδ’ ἔχον τινὰ νομικὴν ἔννοιαν ἢ νομικὸν ἀποτέλεσμα παραχωρούμενον. Μόνον ἡ κατασκευὴ καὶ χρῆσις τοῦ σιδηροδρόμου παρεχωρήθη τῇ Ἑταιρείᾳ. Ὥστε τὸ μόνον δικαίωμα, ὅπερ θὰ εἶχον ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ δανεισταὶ, θὰ ἦτο, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν τῆς κινήσεως, νὰ λαμβάνουν τὰς εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ σταματήσωσι τὴν κίνησιν, διότι ἄλλως ἤθελον ἐμπέσει εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἄρθρων 33 καὶ 34, καὶ ἑπομένως τὴν ἔκπτωσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δικαιολογῶν τὴν ἀνάγκην τοῦ δανείου, λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν δὲν γείνῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οἱ σιδηρόδρομοι θὰ ἐκποιηθῶσιν, ἂν ἡ Ἑταιρεία ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν, καὶ τότε προδήλως οὗτοι θὰ περιέλθουν εἰς τοὺς δανειστὰς, ἢ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τῶν δανειστῶν ἤθελον ὑποκινηθῆ, καὶ αὐτοὶ θὰ ἐκμεταλλεύωνται τότε πιθανῶς οὐχὶ πάσας τὰς γραμμὰς, ὅπως σήμερον, ἀλλὰ μόνον τὰς προσοδοφόρους ἐξ αὐτῶν, τὰς δὲ ἀγόνους θέλουσιν ἐγκαταλίπει. Διὰ τοῦτο ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, ἀνάγκης, ὡς τὴν παριστᾷ, ἐθνικῆς, ζητεῖ νὰ μὴ ἀφεθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ περιέλθῃ εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκπτώσεως καὶ πλειστηριασμοῦ, εἰς ἃς ἐξ ἀνάγκης ὠθοῦσι τὴν Ἑταιρείαν σήμερον τὰ χρέη αὐτῆς. Ἀληθῶς τινὰ ἐκ τούτων ἰσχυρῶς εἶναι συνωμολογημένα μεθ’ ὑποθήκης, διότι εἰδικῶς ἔχουσιν ἐγκριθῆ διὰ νόμου, νόμου, ὅστις, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ δεκτὸς ὡς τοιοῦτος καὶ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Ὁ νόμος ἔχει συνταχθῆ ἐπὶ τούτῳ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν, δηλαδὴ ἵνα προλάβῃ ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα, ὅσα τυχὸν μίαν ἡμέραν ἤθελεν ἀντιτάξῃ τις. Ἐν τούτοις ὁ νόμος ᾼΣΟΒʹ τῆς 5 Νοεμβρίου 1885, ὁ ἐπιτρέψας καὶ κυρώσας τὴν ὑποθήκην τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν ἐματαίωσεν οὔτε τὸ δικαίωμα ἐξαγορᾶς αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Κράτους, οὔτε τὰς περιπτώσεις, τὰς μνημονευομένας ὑπὸ τῶν ἄρθρων 33 καὶ 34, περὶ ὧν ὡμίλησα. Εἶναι δηλονότι συντεταγμένος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε παραχωρεῖ μὲν ὑποθήκης δικαίωμα εἰς τοὺς δανειστὰς ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτοῦ, ὅπερ κατὰ τοῦτο εἶναι πραγματικὸν, ὅτι ὑφίσταται δηλ. καὶ ἄν ὁ σιδηρόδρομος ἐξαγορασθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἢ περιέλθῃ εἰς αὐτὸ ἢ εἰς ἄλλους ἐπὶ δημοπρασίας, ἀλλὰ πέραν τούτου οὐδὲν ἔχει νὰ ἐλπίσῃ δικαίωμα ὁ δανειστὴς νὰ γείνῃ δι’ ἑκουσίας ἢ ἀναγκαστικῆς πωλήσεως κύριος τοῦ σιδηροδρόμου. Μόνον τὴν μονοπωλιακὴν αὐτοῦ χρῆσιν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ τηρῇ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ Ἑταιρεία τοῦ σιδηροδρόμου ἀνέλαβε δυνάμει τῶν συμβάσεων καὶ τῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων, ἑπομένως καὶ νὰ τηρῇ τὸν σιδηρόδρομον εἰς κίνησιν ὁλοσχερῶς κατὰ τὰ καὶ νῦν κεκανονισμένα. Ὅτι ἡ ὑποθήκη καὶ αἱ ἐξ αὐτῆς συνέπειαι δὲν ἀναιροῦσι τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, περὶ ὧν πραγματεύονται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 33 καὶ 34 τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Κράτους, ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου ᾼΣΟΒʹ τῆς 5 Νοεμβρίου 1885, τοῦ κυρώσαντος καὶ ἐπιτρέψαντος τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου. Τὠόντι καὶ μετὰ τὴν ὑποθήκην αὐτὴν ἡ σύμβασις περὶ τοῦ δανείου καὶ τῆς ὑποθήκης ἀναγνωρίζει ὑφιστάμενον τὸ δικαίωμα ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου ὑπὸ τοῦ Κράτους μετὰ δεκαπενταετίαν, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ νὰ κηρύττῃ τὴν Ἑταιρείαν ἔκπτωτον καὶ νὰ πλειστηριάζῃ τὸν σιδηρόδρομον, ἂν ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἢ διακόπτῃ τὴν κίνησιν αὐτοῦ. Ἡ μόνη συνέπεια λοιπὸν τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο νὰ ἴδωμεν τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου περιερχομένην εἰς ἄλλους, ἂν τὸ Κράτος δὲν ἤθελε νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτόν. Μεταβολὴ τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων οὐδεμία ἐκ τούτου θὰ προήρχετο, καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου θὰ ἐξηκολούθει ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ σήμερον. Λοιπόν, ἂν συμβῇ ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ ἀκολουθήσουν τὸν ῥοῦν αὐτῶν ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, οὐδόλως θὰ ἦτο δύσκολος ἡ θέσις. Ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τις μᾶλλον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακινδυνεύσωμεν ποσὸν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἀφοῦ ἔχομεν ἐκ τῆς συμβάσεως τόσα δικαιώματα, καὶ ἀφοῦ ἐδαπανήσαμεν οὐκ ὀλίγα εἰς κατασκευὴν αὐτοῦ, δὲν εἴμεθα πλέον ὑποχρεωμένοι νὰ δαπανήσωμεν καὶ ἄλλα. Ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ νέα Ἑταιρεία, μὲ κεφάλαια μικρότερα, ἀπαιτοῦντα μικροτέραν ὑπηρεσίαν τόκων, διότι ἀντὶ μικροτέρου ποσοῦ ἡ νέα Ἑταιρεία θ’ ἀπέκτα τὴν ἐκμετάλλευσιν παρὰ ἀνθ’ ὅσων ἡ ὑπάρχουσα Ἑταιρεία τὴν ἀπέκτησε. Τὰ πράγματα λοιπὸν δὲν θὰ ἦσαν τόσον ἀπελπιστικὰ διὰ τὸ γενικὸν συμφέρον, ἂν μὴ προσεφέρετο ὑπὸ τοῦ Κράτους τὸ δάνειον τῶν 3,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἀλλ’ αὕτη θὰ κατεστρέφετο, καὶ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία καὶ Ἑλληνικὰ κεφάλαια θὰ ἐζημιοῦντο, ἢ, ἂν προελαμβάνετο ἡ καταστροφὴ αὐτῆς, τοῦτο θὰ ἐγίνετο ἀντὶ μεγαλειτέρων θυσιῶν, αἵτινες περισσότερον θὰ ἐβάρυνον καὶ θὰ ἐδυσχέραινον τὰς ἐργασίας καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς. Τοῦτο ἀποτελεῖ βεβαίως σπουδαίαν ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Σήμερον, ὡς παρίστανται τὰ πράγματα, τιθέμεθα σαφῶς καὶ καθαρῶς ἀπέναντι τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ δώσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἢ ἡ Ἑταιρεία ν’ ἀφεθῇ νὰ πτωχεύσῃ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ σώσῃ τὴν Ἑταιρείαν, παρέχει ὅμως τὴν ἐλπίδα πάντως, ὅτι θὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Θὰ οἰκονομηθῶσιν αἱ πιέζουσαι αὐτὴν σήμερον ἀνάγκαι, καὶ θὰ τῇ δοθῇ καιρὸς νὰ μετεχειρισθῇ τὰ πρόσφορα μέτρα, πρὸς συμφερωτέραν ἐκμετάλλευσιν τῶν γραμμῶν αὐτῆς. Ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου δυστυχῶς δὲν λειτουργεῖ ὑπὸ συνθήκας εὐνοϊκὰς, δὲν λειτουργεῖ δὲ ὑπὸ συνθήκας εὐνοϊκὰς, διότι ἐργάζεται ὑπὸ διαγωνισμὸν δυσκατάβλητον, δηλ. τὴν διὰ θαλάσσης συγκοινωνίαν. Δυσκόλως σιδηρόδρομος δύναται νὰ βαδίσῃ παραπλεύρως καὶ παραλλήλως πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἀκτοπλοΐαν, καὶ νὰ λάβῃ σπουδαίαν ἀνάπτυξιν, ὡς ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἡ θαλασσία γραμμὴ εἶναι συντομωτέρα τῆς σιδηροδρομικῆς, ἅτε εὐθεῖα, τῆς σιδηροδρομικῆς οὔσης πολλαχοῦ ἐξ ἀνάγκης καμπύλης. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς, ὅτι πρὸς τὴν ἀκτοπλοϊκὴν γραμμὴν βαδίζει παραλλήλως ὁ σιδηρόδρομος, ἀλλ’ ὅτι διαγωνίζεται πρὸς αὐτὴν σιδηρόδρομος στενὸς, καὶ ἑπομένως βραδύς. Οἱ σιδηρόδρομοι μόνον διὰ τῆς μεγάλης ταχύτητος δύνανται νὰ καταβάλωσι τὰ ἀτμόπλοια, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιβάτας καὶ τὰ ζητοῦντα τὴν μεγάλην ταχύτητα προϊόντα. Ἐπὶ τῶν βαρέων δ’ ἐμπορευμάτων ὁ διαγωνισμὸς πρὸς αὐτὰ εἶναι ἀδύνατος. Ἐκτὸς τούτου, τὰ ἀτμόπλοια εἶναι μᾶλλον ἐλεύθερα τῶν σιδηροδρόμων νὰ κανονίζουν τοὺς ναύλους αὐτῶν, ὡς ἑκάστοτε νομίζουν συμφερώτερον, καὶ δύνανται νὰ μεταφέρουν ἐπιβάτας καὶ ἐμπορεύματα εἰς οἱανδήποτε τιμὴν ἐγκρίνουν, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος ἔχει ὡρισμένον τιμολόγιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ αὐστηρῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως ἐργάζεται. Ἐπίσης ἡ δαπάνη τῆς μεταφορᾶς δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ εἰς ἀμφότερα. Ἐνῷ ἕν ἀτμόπλοιον δύναται μὲ τὴν αὐτὴν δαπάνην νὰ μεταφέρῃ πολὺ μεγαλείτερον φορτίον, ὁ σιδηρόδρομος δὲν δύναται. Ἡ διὰ θαλάσσης μεταφορὰ εἶναι ὀλιγοδαπανωτέρα τῆς διὰ σιδηροδρόμου. Διὰ τοῦτο τὰ ἀτμόπλοια δύνανται νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους πολὺ πλέον, διότι δύνανται νὰ διαθέτωσιν ἀνεξόδως μείζονα χωρητικότητα καὶ νὰ ἐλαττώσωσι τοὺς ναύλους των εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον, ἐνῷ οἱ σιδηρόδρομοι, ἐὰν ὑποβιβάσωσι τοὺς ναύλους, δύνανται μὲν νὰ αὐξήσωσι τὴν μεταφοράν, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰ κέρδη τόσον, ὅσον τὰ ἀτμόπλοια. Ἀλλ’ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου ἔχει καὶ ἄλλο μειονέκτημα ἐν τῷ διαγωνισμῷ αὐτῷ, ὅτι εἶναι βραδὺς σιδηρόδρομος. Διατρέχει μόλις 25 χιλιόμετρα τὴν ὥραν, ἐν ᾧ ἀτμόπλοιον ταχύτητος 12 μιλίων διατρέχει 22 χιλιόμετρα καὶ 223 μέτρα τὴν ὥραν. Τὸ ἀτμόπλοιον ἔχει ὀλιγωτέρους σταθμοὺς, ταξειδεύει δὲ νύκτα καὶ ἡμέραν, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος ἡμῶν μόνον τὴν ἡμέραν, παρέχει δὲ τὸ ἀτμόπλοιον καὶ περισσοτέρας ἀναπαύσεις. Προσθέσατε εἰς ταῦτα καὶ ὅτι ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἐργάζεται οἰκονομικῶς ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις, οὐχὶ εὐνοϊκὰς, καὶ τοῦτο, διότι εἶναι βεβαρημένος μὲ πολλὰ καὶ βαρέα χρέη, χρέη, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐλπίζει βελτίωσιν τῶν ὅρων ἤδη, ὅτε βλέπουσιν οἱ δανεισταὶ, ὅτι τὸ Κράτος ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ διὰ χορηγήσεως δανείου, καὶ πιθανώτατα θὰ ἐμμείνωσιν εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὅμως εἶναι δύσκολον νὰ εὑρίσκῃ περισσεύματα ἐκ τῶν εἰσπράξεων, ἐπιτρέποντα αὐτῷ νὰ προβῇ εἰς πάσας τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις καὶ συμπληρώσεις. Οὕτω βλέπομεν ἤδη, ὅτι δανειστής, ὁ ὁποῖος συνωμολόγησε δάνειον πρὸς 3%, ζητεῖ νῦν τόκον, οἷον εἶχε πρότερον, ἤτοι 5%. Τὸ δάνειον τῶν 240,000 λιρῶν εἶχε συνομολογηθῆ πρὸς 5%· συμβιβαστικῶς ἠλαττώθη εἰς 3% ἀπὸ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1894 μέχρι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1899. Τὸ δάνειον τῶν 286,000 λιρῶν συνωμολογήθη πρὸς 6%. Ἀπὸ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1894 μέχρι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1899 ἠλαττώθη εἰς 5%. Ἔκτοτε ἤρχισε νὰ πληρώνηται τόκος, διὰ μὲν τὸ πρῶτον 5%, διὰ δὲ τὸ δεύτερον 4½%; Ἐπίσης τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχμῶν ὁ τόκος συνεφωνήθη πρὸς 5%, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1894 ἠλαττώθη εἰς 2% μέχρι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1899, ὅτε ἤρξατο καταβαλλόμενος πρὸς 3½%. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, ἃς ἀπήντησεν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ σιδηρόδρομος, περιήγαγον ἐξ ἀνάγκης τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ εἰς αὐτὰς τὰς συγκαταβάσεις. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν εἰς τὸν σιδηρόδρομον κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἰδίως ἔτη, προῆλθον ἐκ περιστάσεων ἐξαιρετικῶν, διότι καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς, καὶ ἡ ἔκπτωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, καὶ ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν ἀνθράκων καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος συνετέλεσαν σημαντικῶς εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν συναλλαγῶν καὶ τῆς κινήσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἐνθαρρυντικὸν διὰ τὸ δάνειον, ὅπερ χορηγοῦμεν, διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον, εἴτε ἐὰν αἱ ἴδιαι περιστάσεις ἐξακολουθῶσιν, εἴτε ἐὰν ἄλλαι παρουσιασθῶσι, νὰ μὴ καταστῇ ἡ Ἑταιρεία ἱκανὴ καὶ διὰ τῶν 3,000,000 δραχμῶν νὰ ἐξέλθῃ τῶν στενοχωριῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται, καὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν αὑτῆς καὶ τὰ εἰσοδήματα, καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὸ χρέος αὐτὸ τῶν 3,000,000 ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, δι’ ἃς συμφωνεῖται ἐν τῇ συμβάσει. Αἱ ἐγγυήσεις, ἃς συνομολογεῖ ἡ σύμβασις, βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαῖαι. Θ’ ἀγορασθῶσι βαγόνια καὶ μηχαναί, ἀλλ’ αὐτά, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς ν’ ἀποδοθῇ τὸ δάνειον, τίς οἶδε ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχωσιν. Ἀλλὰ δὲν βλέπω...

§219Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κωμῳδία, κύριε Πρόεδρε! Ἐνῷ ἔχομεν τὸν φορολογούμενον λαόν, ὁ ὁποῖος πεινᾷ, οἱ δύο ἡγέται συνεφώνησαν μεταξύ των νὰ διανείμωσι τὰ ἱμάτιά του! (Θόρυβος).

§220ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά!

§221ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ λέγει, ὅτι ἐπέτυχε μεταξὺ ἄλλων τὴν ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου εἰς 12,000,000 ἀπὸ 20,300,000. Τοῦτο ὅμως ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυχία, διότι ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1898, διότι ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 ἐγένετο...

§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἀποτελεῖ ὠφέλειαν διὰ τὸ Δημόσιον, διότι ἡ Ἑταιρεία εἶχε δυνάμει τῆς συμβάσεως δικαίωμα νὰ λάβῃ τόκον ἐπὶ τοῦ καταβληθέντος κεφαλαίου. Καθ’ ὅσον λοιπὸν τὸ κεφάλαιον ἐλαττοῦται, κατὰ τοσοῦτον ἐλαττοῦται καὶ τὸ ποσὸν τῶν τόκων, εἰς οὓς ἡ Ἑταιρεία δικαιοῦται.

§223ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ μετοχαί, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀξίαν, νομίζω, 275 δραχμῶν, ὑπετιμήθησαν ἐν τῷ μεταξὺ καταπληκτικῶς. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ 25,300,000 δραχμῶν ἠλαττώθη δι’ ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων κατὰ Μάϊον τοῦ 1899 εἰς 12,000,000, περιορισθείσης τῆς τιμῆς τῆς μετοχῆς ἀπὸ 275 εἰς 100 δραχμάς. Τοῦτο δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο, ἂν δὲν εἶχον ἐκπέσει αἱ μετοχαὶ τοῦ σιδηροδρόμου.

§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς ἐπιμένετε, ἐπιμένω ὅμως καὶ ἐγώ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἠλάττωσε τὸ κεφάλαιόν της καθ’ ἣν στιγμὴν συνωμολογοῦμεν τὴν σύμβασιν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, δυνάμει τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ περιορισθέντος κεφαλαίου, ἐνῷ δυνάμει τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως εἶχε τὸ δικαίωμα, οἱονδήποτε περιορισμὸν καὶ ἂν ἤθελε κάμει ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου της, νὰ λαμβάνῃ τόκους ἐπὶ τοῦ ὅλου κεφαλαίου. Εἶπον προσέτι, ὅτι, ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ τόκον 7%, τὸν ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ δυνάμει τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, θὰ λαμβάνῃ 5%. Ταῦτα εἶπον· εἶπον τουτέστιν, ὅτι ἐπετύχομεν μείωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ, καὶ διότι θὰ λαμβάνῃ τόκον ἐπὶ τοῦ περιορισθέντος κεφαλαίου καὶ διότι ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ 7% θὰ λαμβάνῃ 5%.

§225ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔστω· ἀλλ’ ἡ παραχώρησις, ὅπως μὴ ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρεία τὸ ποσὸν τόκων πρὸς 7%, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται αὐτῇ ἐπὶ τοῦ καταβληθέντος μόνον, οὐχὶ δ’ ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι παραχώρησις σπουδαία, ἀφοῦ οἱ μέτοχοι ἄνευ τοῦ δανείου τοῦ Δημοσίου τῶν 3,000,000 κινδυνεύουν νὰ χάσουν οὐ μόνον τοὺς ὀφειλομένους δῆθεν τόκους, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιόν των. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐν τῇ συζητουμένῃ συμβάσει συμφωνίαν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως τὸ Δημόσιον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐκ δρ. 180,000 τόκου καὶ χρεωλυσίου τῶν 3,000,000 δραχμῶν λαμβάνῃ 50% ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν τοῦ σιδηροδρόμου κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχουν κέρδη, ἢ ἂν ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 180,000 δραχμῶν, νὰ χρεῶται ἡ Ἑταιρεία μὲ τὸ μεῖναν ἀκάλυπτον ποσὸν ἄτοκον, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἄν, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ 50% ὑπερβαίνῃ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεώλυτρον, θὰ λαμβάνηται τὸ περιπλέον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς κέρδος ἢ χρεώλυτρον καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ὑπάρχουν τόκοι ἀπλήρωτοι, ἐκ προηγουμένων ἐτῶν ὀφειλόμενοι εἰς τὸ Δημόσιον.

§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ὅσον θὰ καλύπτηται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει λαμβάνειν, μόνον διὰ τοῦ 50%, θὰ λαμβάνῃ τὸ 50%· ἐὰν δὲ περιοριζομένου τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ δύναται νὰ ἐπαρκῇ πρὸς κάλυψιν τοῦ ποσοῦ τὸ 30%, τότε θέλει περιορίζεσθαι εἰς τὸ 30%.

§227ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσι καθυστερούμενοι τόκοι...

§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ 50% μέχρι πληρωμῆς οὐχὶ μόνον τῶν τόκων τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν καθυστερουμένων τόκων. Τούτου γενομένου, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι 30% ἀρκοῦσι πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων, δὲν δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἢ 30%.

§229ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν μὲ τὰ 30% τῶν κερδῶν ὑπάρχῃ περίσσευμα, τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, θεωρῶν ὅτι ναὶ μὲν εἶναι ἀνάγκη, λόγῳ τῶν δανείων καὶ τῶν ὑποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τὸν σιδηρόδρομον, νὰ σκεφθῇ τὸ Κράτος περὶ διασώσεως τῶν γραμμῶν καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν, ἥτις ἄλλως ἠδύνατο νὰ πάθῃ διακοπὰς καὶ περιορισμοὺς, καὶ νὰ παύσῃ οὖσα ἐπωφελὴς εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προβῇ σήμερον εἰς χορηγίαν 3,000,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ νὰ ὑποδεικνύῃ τοὺς πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ἄνευ μεγάλων στενοχωριῶν νὰ προμηθευθῇ τὸ ποσὸν αὐτό. Δὲν ἐννοῶ νὰ δώσω νῦν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀλλ’ ἤθελον ὑποδείξει τι, ὅπερ βεβαίως δὲν δύναται νὰ γείνῃ δι’ Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ νόμον, ἀλλ’ ὅπερ νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ προορισθῇ πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ βάρους, ὅπερ μέλλει νὰ προξενήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἡ χορήγησις εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν 3,000,000 δραχμῶν. Γνωστὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐψηφίσθη χάριν τοῦ δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον τῶν συνόρων πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅστις εἶναι ὡρισμένος νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ δύο αὐτὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων Λαρίσης καὶ Μελιγαλᾶ. Ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ὁ πρόσθετος, ὡς ἐλειτούργησεν, ἀπέδωκε τὰ ἑξῆς ποσά: Εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1900 δρ. 8,542,296. Ἐξ αὐτῶν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου 7,060,000. Ὑπολείπονται 1,482,296. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σιγαροχάρτου ἔλλειμμα, διότι, ἐνῷ τὸ σιγαρόχαρτον ὡρίσθη, ὅτι θ’ ἀποδίδῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν 2,921,711 δραχμὰς, ἀπέδωκε 2,637,126, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν ἐξ αὐτοῦ δραχ. 284,585, ὅτε ὑπολείπεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900 ποσὸν 1,197,711 δραχμῶν. Περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων βεβαίως δὲν δύναταί τις ἀπὸ τοῦδε ἀκριβῶς νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν ν’ ἄρξηται ἀπαιτῶν ὑπηρεσίαν τοκοχρεωλυσίου· ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἕτοιμα χρήματα χάριν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τούτου, ὅπερ ἄλλως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ πραγματοποιηθῇ. Πρέπει, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, νὰ λήξῃ ὁ Νοτιαφρικανικὸς πόλεμος, εἶτα ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ σχηματισθῇ ἡ Ἑταιρεία, καὶ ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ κατατεθῶσιν αἱ ὁμολογίαι, καὶ ἔπειτα ν’ ἀρχίσουν ἀναλόγως αἱ χορηγήσεις ὑπὲρ τοῦ δανείου. Δύναταί τις λοιπὸν νὰ ἔχῃ πρὸ αὐτοῦ πολὺν χρόνον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ καπνὸς δύναται ν’ ἀποδίδῃ καὶ μεγαλείτερον ἴσως ποσὸν, καὶ ὅπερ μέχρι τέλους τοῦ 1901 δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς 3,000,000 δρ. περίπου. Βεβαίως τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁ νόμος ὥρισε νὰ κατατίθηται πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἄδικον, δημόσια χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤδη δὲν εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, νὰ μένουν ἀδιάθετα, καὶ ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον νὰ δανείζηται; Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν εἶναι μικρόν. Διατὶ ὅμως νὰ μένῃ ἄχρηστον καὶ ἀνωφελές; Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισα νὰ ὑποβάλω τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν διαθέσιμα ἄλλα δημόσια χρήματα. Ἄλλως ἄνευ ἐξευρέσεως τοιούτων πόρων ἡ προσθήκη νέων ἑκατομμυρίων εἰς τὰς δαπάνας Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρκετὰ βεβαρημένος καὶ πιθανὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ καὶ δι’ ἄλλων δαπανῶν, θέλει ἀναγκαίως διαταράξει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1901. Ὅπως δήποτε, φρονῶ ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ὡς τὸ παρελθὸν τὰ πράγματα τὴν ἐστενοχώρησαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῇ ἄνευ τοῦ δανείου αὐτοῦ, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρίσκεται σήμερον. Ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον διὰ νὰ τὴν σώσῃ ἐμβάλλει ἑαυτὸ εἰς κινδύνους καὶ στενοχωρίας. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει τις ν’ ἀπελπισθῇ, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἀδύνατον νὰ διασωθῇ ἡ Ἑταιρεία, καὶ ὅτι πάντως θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ περιστάσεις τοῦ 1900 νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ πάλιν, καὶ ἡ Ἑταιρεία νὰ εὑρεθῇ εἰς μεγάλας στενοχωρίας, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἐπαρκέσουν τὰ 3,000,000. Οὐχ ἧττον δὲν ἠξεύρομεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος, νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς συνδρομῆς τῆς Ἑταιρείας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ λάβῃ ἡ δυσκολία αὕτη λύσιν, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ φέρῃ δυσβάστακτον βάρος. Οὐδὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω περὶ τῆς θέσεως τῆς Ἑταιρείας, διότι δὲν γνωρίζομεν ποία ἡ πραγματικὴ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου, οὐχὶ ἐκείνη, ἥτις φαίνεται ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς καὶ ταῖς καταστάσεσιν, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς ἐσωτερικὴ κατάστασις, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μόνον ἐξέτασις παρ’ εἰδικῶν ἀνδρῶν ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς φῶς. Ἤδη ἔχομεν νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν κατ’ ἔτος τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια ὅλων τῶν Ἑταιρειῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι φροντίζουν ἐνίοτε ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ κρύπτωσι τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δυστυχῶς τοιαύτην ἐποιήσατο ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως δι’ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς Ἑταιρείας...

§230Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐδικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα αὐτά.

§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, διότι τὸ Κράτος εἶναι ὁ μεγαλείτερος χορηγητὴς τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ, καὶ ἔχει συμφέρον καὶ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Ὥστε νῦν ἀληθῶς εὑρισκόμεθα ἀπέναντι γεγονότων, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς γινώσκει ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς νὰ βεβαιώσῃ. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἑπομένως νὰ δεχθῶμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Πλὴν ἔπρεπεν, ὅτε ἐνεφανίσθη ἡ Ἑταιρεία, λέγουσα ὅτι περιῆλθεν εἰς ἔσχατον κίνδυνον, καὶ ὅτι μέλλει νὰ περιέλθῃ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡ περιουσία αὐτῆς, νὰ ἐνεργήσωμεν ἀμέσως ἐξέλεγξιν καὶ βεβαιωθῶμεν, πῶς ἔφθασεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Γνωρίζομεν, ὅτι ἐπεβαρύνθη ἡ Ἑταιρεία κατὰ τὴν κατασκευὴν μὲ μεγάλα χρέη, καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ἡ σημερινὴ διοίκησις εἶναι σώφρων, ἀλλ’ ἆρά γε παρέλαβε τὴν Ἑταιρείαν εἰς καλὴν κατάστασιν, ἢ εἰς κακήν; Περὶ τούτου δὲν ἔχομεν ἐπισήμους πληροφορίας, ἐξ ὧν νὰ δυνάμεθα καταφατικῶς ἢ ἀποφατικῶς νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην. Ἑπομένως θ’ ἀποφασίσωμεν ἄνευ ἑδραίας βάσεως.

§232ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν ὑπεύθυνα πρόσωπα, διότι ὁ ὀργανισμὸς καὶ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐγένοντο οἱ σιδηρόδρομοι, ὑπεισήγαγον ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ ταύτῃ τὸν σκώληκα τῆς φθορᾶς. Διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πελοποννήσου τὸ Κράτος ἐδαπάνησε πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν περὶ τὰ 50,000,000 δραχμάς. Διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀποτελείωσιν αὐτοῦ ἐδανείσθη ἡ Ἑταιρεία περὶ τὰ 37,000,000, νομίζω, ἐν συνόλῳ. Ἀθροιζομένων τῶν δανείων τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000 λιρῶν, τοῦ ἐπὶ ὑποθήκῃ συνομολογηθέντος, γίνεται καταφανὴς ἡ αἰτία τῆς καχεξίας αὐτῆς. Τοιαύτη ἐπιχείρησις οὐδεμίαν βεβαίως ἐλπίδα δύναται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους, καὶ φυσικὸν ἦτο, εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, καθ’ ἣν αἱ εἰσπράξεις ἐκλονίσθησαν, αὕτη νὰ καταπέσῃ. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι σημερινὴ, διότι ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ 1899, ὅστις φαίνεται πλήρης, καταδείκνυται, ὅτι καὶ τότε ἡ Ἑταιρεία εἶχε χρέη πολλὰ, ἐκτὸς τῶν παγίων, καὶ χρέη κυμαινόμενα. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς τὰς τακτικὰς, καὶ ἠναγκάζετο νὰ δανείζηται διαρκῶς. Ἡ κατάστασις λοιπὸν τῆς Ἑταιρείας εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπεβάλλετο ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρετήρησάν τινες, ἐξεταστέον εἶναι τὸ φάρμακον, τὸ ὁποῖον δίδεται πρὸς σωτηρίαν. Περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει ἀμφιβολία· ἐγὼ δ’ ἔχω τὴν μεγαλειτέραν ἀμφιβολίαν καὶ τὴν ὀλιγωτέραν ἐλπίδα εἰς τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ δὲ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ προσωρινοῦ αὐτοῦ φαρμάκου, ἢ καὶ πρὸ τῆς παρόδου τῶν τριῶν ἐτῶν, δι’ ἣν προτίθεται τὸ νομοσχέδιον νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ κινδύνου, εἶναι δίκαιον νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, τίνα μέτρα θὰ λάβῃ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ τελευταία Διοίκησις τῆς Ἑταιρείας εἶχεν ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κάμῃ οἰκονομίας· ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι ἡ Διεύθυνσις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπόλογος, ἀφοῦ ἔχει Διοικητικὸν Συμβούλιον, διευθῦνον αὐτὴν, διότι ἀπέναντι τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου ἡ ἰσχὺς τοῦ διοικητοῦ τῶν σιδηροδρόμων εἶναι ἀνίκανος. Καὶ ὅταν βλέπω τὴν σύμβασιν διαθέτουσαν ποσὸν 3,000,000, ἐξετάζω τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ 1899, καὶ καταλήγω εἰς τὸ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀρκεῖ εἰς ἐξόφλησιν τῶν δανείων, ἅτινα ἡ Ἑταιρεία προτίθεται νὰ ἐξοφλήσῃ διὰ τῶν 3,000,000. Οὕτω ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τοῦ 1899 τὰ ἐξωτερικὰ κυμαινόμενα χρέη ἀναβαίνουσιν εἰς ποσὸν μέγα, τὰ δὲ ἐσωτερικὰ εἰς ἄλλο ποσὸν μέγα. Καὶ ὅμως ἡ σύμβασις θέλει, ἵνα μὲ ποσὸν ὀλιγώτερον ἐξοφληθῶσι τὰ χρέη ταῦτα.

§233ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν εἶναι τὰ κυμαινόμενα χρέη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τῷ ἐσωτερικῷ.

§234ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περισσότερα εἶναι.

§235ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δάνειον αὐτὸ μόλις τὰ κυμαινόμενα χρέη θὰ δυνηθῇ νὰ καλύψῃ.

§236ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὔτε αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ, καὶ τότε τόσον τὸ χειρότερον. Καὶ ἡ στενοχωρία, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις ἐκ τούτου, καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις συνήθως εἶναι εὐστοχώτατος εἰς τὸ νὰ ἀνευρίσκῃ δικαιολογίας, ἀλλ’ ὅστις ἐν τῷ θέματι τούτῳ περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν προφανεστάτην, διότι, προκειμένου νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως νέα Ἑταιρεία ἀναλάβῃ, ἔχουσα ὡς κεφάλαιον τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ, εἶπε: «ποῦ θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑταιρεία αὕτη;» Προκειμένου δὲ περὶ τῆς αἰτιολογίας τῶν 3,000,000, καὶ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἐλπίζει νὰ σωθῇ, διότι θὰ παύσωσιν οἱ σιδηρόδρομοι Πύργου–Κατακώλου κλπ. Ἀλλ’ ὅλαι αἱ ἐλπίδες αὗται εἶναι μάταιαι. Ἐγὼ περιορίζομαι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐδαπάνησε τὸ Κράτος περὶ τὰ 50,000,000 δραχμῶν, καὶ δι’ ἀποζημιώσεις 10,000,000, καὶ ὅτι ἐδαπανήθη ἑταιρικὸν κεφάλαιον 20,000,000, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο οὐδὲν ὄφελος δίδει. Δὲν θὰ ἦναι λοιπὸν τοιαῦτα τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑταιρείας, ὥστε νὰ πληρώσῃ τὰ ἄλλα χρέη. Καὶ ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑταιρείας πρέπει νὰ ἦναι τὸ κύριον ἀντικείμενον. Διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν τοιαύτην ἐπικουρίαν τοῦ Κράτους. Συναινῶ νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἀπαιτούμενον 1,000,000 δραχμῶν, ἀλλὰ νὰ μελετήσῃ, ἐὰν ἐντὸς τοῦ ἔτους δύναται νὰ σωθῇ ἡ Ἑταιρεία, καὶ τότε νὰ δώσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δύναται νὰ σωθῇ, τότε πρέπει νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἴσως νὰ σχηματίσῃ νέαν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ Σιδηροδρόμου. Δὲν δύναμαι νὰ ἀναλύσω τὰς γνώμας ταύτας περισσότερον, ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸ μέτρον ὄχι σκόπιμον, θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐδέχετο ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὰ χρήματα διαιρετῶς, καὶ ὑπὸ προαιρετικὴν αἵρεσιν, ὄχι τὴν ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν, διότι διὰ τῆς δεσμεύσεως, ἣν ἤδη ἔχομεν, πρέπει ἀφεύκτως ἐντὸς τριῶν ἐτῶν νὰ καταβάλωμεν τὰ 3,000,000 δραχμῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ἡ Ἑταιρεία θὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας, διότι οὔτε τοῦ ἄνθρακος ἡ τιμὴ θὰ ἔχῃ καταπέσει, οὔτε τοῦ σιδήρου καὶ τῶν μηχανημάτων ἡ ἀξία εἶναι ἐλπὶς νὰ ἐλαττωθῇ. Ἡ γνώμη, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι ὀρθή, ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1888, ὁ ὁποῖος συνετάχθη, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τοὺς δανειστὰς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἔλθει ἐδῶ καὶ δανείσει, λέγει, ὅτι δύνανται οἱ δανεισταὶ, τῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λάβωσι τὰ ἐν τῇ συμβάσει δικαιώματα. Ὥστε ἡ Ἑταιρεία εἶναι ἐν πλήρει ἐξασφαλίσει, καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ.

§237Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει.

§238ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα. Μόνον δίδεται εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ, καὶ ἐὰν τὸ Κράτος ἀναλάβῃ, ἐλλείψει ὑπερθεματιστοῦ, αὐτὸ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη. Ὥστε τὸ Κράτος εἶναι ὁ ἄμεσος ὀφειλέτης. Λοιπὸν δὲν πρέπει ν’ ἀπελπιζώμεθα, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ δάνεια ταῦτα θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπλειστηριάσωσι τὸν σιδηρόδρομον, οὔτε τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, δυνάμει νόμων, εἰδικῶς ψηφισθέντων, περὶ ἐκποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων διὰ Διαταγμάτων, δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ ὁ εἰδικὸς ἡμῶν νόμος ἐκανόνισεν οὕτω τὰ δικαιώματα τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, πρὶν δοθῶσι τὰ 3,000,000 δραχμῶν, ἀπὸ τοῦδε νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, διότι θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν πάλιν ἡ Ἑταιρεία. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ μὴ δαπανηθῶσι καὶ τὰ 3,000,000. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ τὰ δώσωμεν. Ἀντετάχθημεν ἡμεῖς ὅσον ἠδυνάμεθα, διεμαρτυρήθημεν σχεδὸν μέχρι πρωΐας, διὰ νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ τὴν πείσωμεν, τὴν εὐθύνην θὰ ἔχωσιν οἱ δίδοντες τὰ ἑκατομμύρια.

§239ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι κατάστασις φυσική. Ὁ χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον δίδω εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἀποκλείει πᾶσαν ἐπίκρισιν τῆς διοικήσεως αὐτῆς. Ἂν ὑπῆρξε πλημμέλεια περὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς, εἴτε κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, εἴτε κατὰ τὸ δεύτερον, δὲν γνωρίζω λεπτομερείας, καὶ δὲν δύναμαι νὰ κρίνω. Ὅτι γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐγεννήθη καχεκτικὴ, διότι διαφωνίαι ἐπῆλθον ἀμέσως μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἑταιρείας, ἕνεκα δ’ αὐτοῦ δὲν ἠγοράσθησαν πᾶσαι αἱ μετοχαὶ αὐτῆς, οὐδὲ κατεβλήθησαν τὰ 46,000,000, τὰ ὁποῖα εἶχον ὁρισθῆ ὡς κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας· ἑπομένως περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, καὶ ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ μετρίῳ, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν γραμμῶν. Μόλις εἶχε κατασκευασθῆ ἡ ἀπὸ Κορίνθου μέχρι Κλεωνῶν γραμμὴ, ἡ Ἑταιρεία εὑρέθη ἐν ἀμηχανίᾳ, μὴ δυναμένη νὰ δαπανήσῃ πρὸς κατασκευὴν τοῦ μέχρις Ἄργους καὶ Μύλων ὑπολοίπου τῆς γραμμῆς· ἐγὼ δὲ, τυγχάνων ἐν τῇ ἀρχῇ, ἠναγκάσθην νὰ προκαταβάλω αὐτῇ τὸ συμπεφωνημένον κατὰ χιλιόμετρον χορήγημα τῶν 20,000 δραχμῶν, καίτοι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξω· τὸ ἔπραξα ὅμως ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, ἵνα σώσω αὐτὴν ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως. Ἂν ἡ κατασκευὴ γραμμῆς παραλιακῆς δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποφασισθῇ, διότι ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας ἔμελλε νὰ βλάψῃ αὐτὴν, τοῦτο εἶναι ἀνωφελὲς νὰ ἐξετασθῇ νῦν, ὅτε ἡ μὲν γραμμὴ κατεσκευάσθη, ἡ διοίκησις δὲ τῆς Ἑταιρείας τυγχάνει ἐν στενοχωρίαις χρηματικαῖς· ἀλλὰ τότε δὲν εἶχε γενῆ ἡ τομὴ τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, οὐδὲ προεβλέπετο ὁ τοιοῦτος συναγωνισμὸς, καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ δίδῃ τοῦτο καὶ ἀφορμὴν κατακρίσεως. Καὶ ὅμως, καίτοι ἐδανείσθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν γραμμῶν, κατώρθωσαν νὰ διατηρήσωσι τὴν συγκοινωνίαν ἐπὶ δέκα καὶ πέντε ἤδη ἔτη, διελθόντες πάσας τὰς δυσχερείας. Τελευταῖον ὅμως ἐπεχείρησεν ἡ Ἑταιρεία καὶ ἕτερον ἔργον, καὶ κατεσκεύασε τὸ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσι τμῆμα τῆς γραμμῆς Μύλων– Καλαμῶν. Τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Τριπόλεως–Διαβολίτσι ἡ Κυβέρνησις εἶχε παραχωρήσει εἰς τὴν Πιστωτικὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου τὸ ἔργον· εἶχε δὲ ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν ἡ δικαιοπάροχος Πιστωτικὴ ἀντὶ 3,300,000 δραχμῶν, καὶ ἀντὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως· ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία ἐδαπάνησε δρ. 8,486,316.11. Ἂν δ’ εἰς τὰ 3,300,000 προστεθῶσι καὶ δραχμαὶ 200,000, πληρωθεῖσαι αὐτῇ διὰ τὸν σύνδεσμον τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μπιλάλι–Χάνι εἰς Μεγαλόπολιν, ἡ Ἑταιρεία ἔλαβε δραχμὰς 3,500,000, καὶ ἐδαπάνησεν ἐξ ἰδίων 4,986,316.11. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ διατιμηθῇ εἰς 4,986,316.11 τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ὅπερ εἶχε παραχωρηθῆ αὐτῇ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τιμήματος τῆς κατασκευῆς, διότι τοῦτο δὲν ὑπερβαίνει ἴσως τὴν ἀξίαν 2,500,000, ἢ τὸ πολὺ 3,000,000 δραχμῶν· πάντως ὅμως ἐδαπάνησε περισσότερα ἢ ὅσα ἐπληρώθησαν αὐτῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ηὔξησε τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς κατὰ δραχ. 4,986,316,11, ἕνεκα τούτου δ’ οὐ μόνον ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ κατὰ τὸ ἔτος 1898 τὸ δάνειον τῶν 2,600,000 δραχμῶν, ἐπὶ τιμῇ ἐκδόσεως 86%, καὶ ἐπὶ τόκῳ 5% καὶ χρεωλυσίῳ ¼%, ἀλλὰ καὶ ἄλλα κυμαινόμενα χρέη ἀνέλαβεν· οὐδ’ ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς πάσας τὰς οὕτως αὐξηθείσας δαπάνας τῆς Ἑταιρείας τὰ τακτικὰ ἔσοδα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα μάλιστα συνέβη νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ ταῦτα ἀπὸ ἄλλα ἀτυχήματα, τὰ ἀτυχήματα τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν γαιανθράκων, ἀλλὰ προσέτι τῆς ἐφετεινῆς κακῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων, καὶ ἰδίως τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ τοσοῦτον παρισταμένη ὡς νοσηρὰ, μοὶ φαίνεται ἐνθαρρυντικὴ, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία ἠδυνήθη νὰ διέλθῃ οὕτω τὸ 1899 καὶ τὸ 1900. Καὶ δὲν δύναμαι μὲν νὰ ἔχω περισσότερον θάρρος ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐγγυᾶται περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἂν καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω τοιαύτην περὶ αὐτῆς βεβαίωσιν, ἐνδομύχως ὅμως ἐλπίζω, ὅτι, ἂν δὲν συμβῶσιν ἀπρόοπτα δυστυχήματα, θέλει δυνηθῆ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀνθέξῃ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἔλλειψιν προνοίας, ἣν ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρὶν εἰσαγάγῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ παθητικὸν τῆς Ἑταιρείας, προνοίας, ἡ ὁποία ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, νὰ ἐξασκηθῇ διά τινος ἐκβιασμοῦ, διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι οὕτως ἤθελον ἀναγκάσει τοὺς ἐν τῇ ἡμεδαπῇ δανειστὰς νὰ ποιήσωνται παραχωρήσεις δι’ ἐλαττώσεως ἢ ἀφέσεως τόκων, καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελον ἐλαττωθῆ τὰ βάρη τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ τοιοῦτος ἔλεγχος δὲν μοὶ φαίνεται εὔλογος· πρῶτον διότι τὰ ἐσωτερικὰ χρέη συνίστανται εἰς ἓν δάνειον ἐξ ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς ἕτερον δάνειον δύο ἑκατομμυρίων καὶ ἑξακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ δάνειον τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων ἐδανείσθη ἐπὶ τόκῳ 5%, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατέχει ὁμολογίας δραχ. 1,556,625, τὸ ὑπόλοιπον δ’ ἐδόθη εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν, καὶ κατέχουσιν αὐτὸ ἄγνωστοι. Ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τούτου ἐπὶ τόκῳ 5% δὲν συνετέλεσε νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς δανειστὰς τῶν 240 χιλιάδων λιρῶν, ἵνα μὴ στέρξωσι πλέον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου εἰς 3% καὶ νὰ ζητήσωσιν αὖθις τόκον 5%, ὅσος συνωμολογήθη ὁ τόκος τοῦ δανείου τῶν 2,600,000, διότι ἡ μείωσις τοῦ τόκου εἰς 3% εἶχε συμφωνηθῆ νὰ ᾖναι προσωρινὴ, καὶ ἡ προσωρινότης αὕτη ἔληξεν, ὡς εἶχε συμφωνηθῆ πρὸ τοῦ δανείου τῶν 2,600,000, κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1889· οὕτω δὲ δὲν ἐζήτησαν οἱ δανεισταὶ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸν ἀρχικὸν τόκον τῶν 5% διότι ἐπὶ τοιούτῳ τόκῳ εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὸ 1898 τὸ νέον δάνειον, ἀλλὰ διότι εἶχε παρέλθει ὁ συμπεφωνημένος χρόνος, καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου. Τὰ κυμαίνοντα χρέη, τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἰσὶν ὀλίγα, τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἶναι περισσότερα. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου τῶν κυμαινόντων χρεῶν τῶν ἐσωτερικῶν ἤθελε φέρει ἐλάχιστον ποσὸν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἀπαίτησις τοιαύτη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος, διότι τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν τοιούτων χρεῶν προέρχεται ἐκ χρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ δανείσαντες κατέβαλον διὰ νὰ πληρώσῃ ἡ Ἑταιρεία ἀντίτιμον ἀνθράκων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀγοράσει. Διὰ τοῦτο δὲν εὗρον εὔλογον τὸν ἔλεγχον, δὲν εὗρον δὲ καὶ ὅλως ἀποθαρρυντικὴν τὴν οὕτω παρασταθεῖσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑταιρείας. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει τις νὰ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ὅστις ἔκρινε τὴν ἐπιχείρησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑταιρεία, ὡς συνήθη ἐπιχείρησιν ἀνωνύμου τινὸς Ἑταιρείας, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ἐξέλαβεν ὡς δανειστὴν, ὁ ὁποῖος μίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἄγρυπνον φροντίδα, πῶς νὰ μὴ ζημιωθῇ. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἐπιμελεῖται τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, καὶ πρέπει νὰ φείδηται τῶν χρημάτων αὐτοῦ· ἀλλ’ ἔχει οὐχ ἧττον καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, καὶ νὰ προλαμβάνῃ βιαίας διακοπὰς αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1901 δὲν εἶναι τὰ πράγματα ὡς εἶχον κατὰ τὸ 1882. Κατὰ τὸ 1882 ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συντελέσῃ ἢ νὰ μὴ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν τῆς Πελοποννήσου, καὶ ἀρνουμένη νὰ συντελέσῃ εἰς αὐτὴν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ δικαιολογίαν τινά· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1901, καθ’ ὃ συνεπληρώθησαν δέκα καὶ πέντε ὅλα ἔτη, καθ’ ἃ ἐγκατεστάθη καὶ λειτουργεῖ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία τοσούτων ἐπαρχιῶν, Ἀττικῆς, Μεγαρίδος, Κορινθίας, Ἄργους, Ναυπλίου, Μαντινείας, Μεγαλοπόλεως, Καλαμῶν, Μεσσήνης, Αἰγιαλείας, Πατρῶν, Ἠλείας, νομίζετε ὅτι εἶναι ἁπλοῦν καὶ ἀνεπαίσθητον συμβεβηκός, νὰ ἐγερθῶσι πρωΐαν τινὰ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις συμπολῖται ἡμῶν, καὶ νὰ εὑρεθῶσιν ἄνευ τῆς συγκοινωνίας ταύτης πλέον; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῆ νὰ περιέλθῃ εἰς πτώχευσιν ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, καὶ νὰ ἀπολεσθῶσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα κατέβαλον συμπολῖται ἡμῶν Ἕλληνες, νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὀφείλει νὰ φροντίσῃ νὰ προλάβῃ συμβεβηκὸς τοιοῦτον, καὶ ἂν πρέπῃ, ἵνα προλάβῃ αὐτὸ, νὰ ὑποβληθῇ εἴς τινας δαπάνας; Ἡ γνώμη, ἥν τινες προέβαλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ἢ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑταιρείαν νὰ πτωχεύσῃ, ἵνα ἀναλάβῃ αὐτὴ τὸν σιδηρόδρομον, συγκεντρώνουσα οὕτω τὰς σιδηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις εἰς ἑαυτὴν, ἡ γνώμη, λέγω, αὕτη ἐνδέχεται νὰ ἦναι ὀρθὴ ἐν μιᾷ μόνον περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε προτεθῆ νὰ περιέλθῃ σιδηροδρομική τις γραμμὴ εἰς χεῖρας ἀλλοδαπῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, καὶ διὰ θυσίας ἔτι νὰ ἀποφύγῃ νὰ περιέλθῃ ἡ γραμμὴ αὕτη εἰς χεῖρας ξένων, καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ διατηρηθῇ ἐν χερσὶν Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γένηται ἰδιοκτήτρια σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ὀφείλει νὰ τὸ ἀποφύγῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, εἰμὴ νὰ διοικῶνται κακῶς αἱ σιδηροδρομικαὶ συγκοινωνίαι ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν. Τοιοῦτόν τι μὴ δὲν συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ἐν ᾗ κατὰ τὸ 1872 πολλοὶ ἐπιφανεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες, ὁ Γαμβέτας, ὁ Φερρὺ, ὁ Φραισινὲ, ὁ Ἰούλιος Σίμων καὶ ἄλλοι ἐνέκριναν νὰ δαπανηθῶσι πέντε δισεκατομμύρια φράγκων εἰς δημόσια ἔργα, καὶ ἰδίως εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ εἰς ἐξαγορὰν πάντων τῶν σιδηροδρόμων; Ἐγένετο τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἐβράδυνε νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ διοίκησις τοιούτων ἐπιχειρήσεων, γινομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀποτυγχάνει πάντοτε, καὶ ὅτι μόνα τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα δύνανται ἐπιτυχῶς νὰ διοικῶσιν αὐτάς. Διὰ τοῦτο συμπεραίνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς Ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, οἷον δήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ μέλλον· μὲ ἐνθαρρύνουσι δὲ, ὅτι δὲν θέλει εἶσθαι κακὸν, ὅσα ἐξέθηκα πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρείας κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. Πεποιθότως δὲ θέλω δώσει λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶν καὶ ἐκείνους, ὅσοι πείθονται ἐκ τῶν παραστάσεών μου τούτων, νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμά μου.

§241Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, οὓς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ τὴν χορηγίαν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὡς ματαίαν καὶ ἄσκοπον τοῦ Δημοσίου Ταμείου θυσίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθηκε τὸ ζήτημα σαφῶς καὶ καθαρῶς. Ὑπεστήριξε καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἑταιρείαν, διότι, ἂν μὴ τοῦτο γείνῃ, θὰ κηρυχθῇ αὕτη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἀλλὰ θὰ δυνηθῇ ἆρά γε ἡ Ἑταιρεία νὰ σωθῇ μὲ τὰ τρία ἑκατομμύρια; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντᾷ δι’ ὑποθέσεων καὶ ἐλπίδων. Ὑπάρχουν, λέγει, βάσιμοι ἐλπίδες, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας θὰ βελτιωθῶσι, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον ὄχι μόνον δὲν θὰ χάσῃ τὰ τρία ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δίδει, ἀλλὰ καὶ θὰ λαμβάνῃ ἀνελλιπῶς τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐξεναντίας ὑπεστήριζα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, καὶ ἕνεκα τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτὴν εἶναι καταστρεπτικά, λόγῳ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, καὶ ἕνεκα τῶν μεγίστων ἐλλείψεων τῶν διαφόρων γραμμῶν, καὶ ἕνεκα τῆς ἐλαττωματικῆς διευθύνσεώς της, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ σωθῇ· οὕτω δὲ καὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια θὰ χαθοῦν, καὶ τὸ μοιραῖον τέλος τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἐπέλθῃ. Ἀλλὰ ἡ ἔρευνα περὶ τοῦ ἂν τὰ τρία ἑκατομμύρια θὰ σώσουν ἢ δὲν θὰ σώσουν τὴν Ἑταιρείαν, ἀποτελεῖ τὴν μίαν ὄψιν τοῦ ζητήματος, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον καὶ τὴν ἄλλην ὄψιν. Ἀσχέτως δηλαδὴ πρὸς ταῦτα ἢ ἐκεῖνα τ’ ἀποτελέσματα τῆς χορηγίας τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, καθῆκον ἔχομεν, νομίζω, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δύναται τὸ Κράτος, ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἐν αἷς διατελοῦμεν, νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τῆς ἀφαιμάξεως τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ἄνευ κινδύνων πολὺ σοβαρωτέρων ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, περικλείει ἡ πτώχευσις τῆς Ἑταιρείας. Μακραὶ καὶ ἀναλυτικαὶ ἐγένοντο ἀγορεύσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Τί ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης; Ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶναι εἰς τόσῳ δυσάρεστον κατάστασιν, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουν οὐδὲ ὀλίγων μόνον χιλιάδων δραχμῶν δαπάνην καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἀπαραιτήτων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως. Πῶς λοιπὸν καὶ κατὰ τίνα τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι προσφερόμεθα νὰ δώσωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τρία ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν; Τὸ ποσὸν τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ μέγιστον κενὸν εἰς τὴν ἰσορροπίαν μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Καὶ ἐρωτῶ: πῶς καὶ πόθεν θὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν τοῦτο; Ὁ προαγορεύσας ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Νέγρης, ὅστις μετὰ ζήλου ἐπαινετοῦ καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἀσχολεῖται εἰς τὰ οἰκονομικὰ, διὰ μακρῶν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως, καὶ μεγάλα ἀπεκάλυψεν ἐλλείμματα, καὶ μονονουχὶ ἔκρουσε τὸν κώδωνα ἐπικειμένου κινδύνου νέας πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως, προκειμένου τώρα νὰ δώσωμεν τὰ τρία ἑκατομμύρια, ὄχι μόνον συνιστᾷ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ εὑρίσκει, ὅτι οὐδεμίαν θ’ ἀπαντήσῃ πρὸς τοῦτο δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐδεμίαν θ’ αἰσθανθῇ στενοχωρίαν, διότι ἔχει ἀρκετὰ ἑκατομμύρια διαθέσιμα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Πῶς τώρα συμβιβάζονται ταῦτα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι αἴνιγμα. Ἀνυπομόνως ἀνέμενον νὰ μάθω, τί περὶ τούτου σκέπτεται καὶ ποίαν γνώμην ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν περὶ τούτου εἶπεν. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ, ἂν δυνάμεθα, ὡς ἔχουν τὰ οἰκονομικά μας, νὰ δώσωμεν τρία ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ τὰς συνεπείας τῆς πτωχεύσεώς της, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐκ τῆς πτωχεύσεως συνεπειῶν, νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἑταιρείαν διὰ τῆς παροχῆς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἀπέφυγε δὲ νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα, ἂν ἔχει καὶ τὰς δυνάμεις τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ τὴν μεγάλην ταύτην χρηματικὴν θυσίαν. Καὶ ὅμως ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ μὴ τηρήσῃ σιγὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ παρέστησε διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θαυμασίας ἀληθῶς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀγορεύσεώς του, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ὑπὲρ πᾶν μέτρον αὐξήσεως τῶν δαπανῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ δοκιμασθῶμεν διὰ νέων καὶ φοβερῶν οἰκονομικῶν συμφορῶν.

§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διακόψω. Θ’ ἀπαντήσω κατόπιν.

§243ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα, ἂν εὐαρεστῆσθε, εὐχαρίστως δέχομαι τὴν διακοπήν.

§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατόπιν.

§245ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ λέγωμεν ἀφ’ ἑνός, ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς λίαν δυσάρεστον οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀπειλοῦσαν δευτέραν πτώχευσιν, νὰ ὑποστηρίζωμεν δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τρία ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα προλάβωμεν τὴν πτώχευσιν αὐτῆς, τοῦτο βεβαίως ἀποτελεῖ πρόδηλον καὶ παράδοξον ἀντίφασιν, διότι ἕκαστος δύναται εὐλόγως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἐκτεθῇ τὸ Κράτος διὰ τῆς παροχῆς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων εἰς σοβαροὺς κινδύνους νέων οἰκονομικῶν δοκιμασιῶν, τότε προτιμότερον μυριάκις εἶναι ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν τύχην της ἡ Ἑταιρεία, ἔστω καὶ ἂν ἠδύνατο αὕτη νὰ σωθῇ διὰ τῆς θυσίας αὐτῆς τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Αἱ σκέψεις ὅμως αὗται, καίτοι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται ὀρθαί, δὲν ἔχουν οὐχ ἧττον πέρασιν εἰς τοὺς καιροὺς τοὺς σημερινούς. Φαίνεται ὅτι συμβαίνει τι ἐκτάκτως ἐξαιρετικὸν καὶ ἀνώτερον τῆς ἀντιλήψεως ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴμεθα μεμυημένοι εἰς τὰ μυστήρια τῆς ὑψηλῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ κύρωσις συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας μεταξὺ ἄλλων παρετείνετο τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Καὶ εἴδομεν τότε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρέθη σύμφωνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἐψηφίσθησαν καί τινα ἄλλα σχετικὰ ἐκ συμφώνου μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἀγρυπνούσης μέχρι πρωΐας. Πρὸ μικροῦ εἴχομεν τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς. Ἐψηφίσθη καὶ ὑπὲρ αὐτῆς εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐκυρώθη σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας μόλις μετὰ εἴκοσιν ἔτη θὰ δυνάμεθα νὰ ἐνασκήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου, ἐνῷ εἴχομεν ἤδη κεκτημένον τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα ἐπωφελῶς νὰ τὸ ἐνασκήσωμεν, ἂν δὲν ἐσπεύδομεν νὰ τὸ ἀπεμπολήσωμεν ἀντὶ ἀνταλλάγματος ἀναξίου προσοχῆς. Καὶ εἴδομεν καὶ ἐδῶ, ὅτι Κυβέρνησις καὶ Ἀντιπολίτευσις παρέστησαν ἀδελφωμέναι, καὶ ἐξησφάλισαν τὸ ἄλσος τῆς Κηφισιᾶς! Τώρα πάλιν ἔχομεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου, εἰς τὴν ὁποίαν δίδομεν τὰ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ βλέπομεν, ὅτι καὶ ἐδῶ ἁρμονία καὶ ἀγάπη βασιλεύει μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι ἤδη βεβαιωμένον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ δι’ ἰδίων δυνάμεων τὸ νομοσχέδιον αὐτό· ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; Ἰδοὺ παρίσταται ἐγκαρτεροῦσα καὶ ἀγρυπνοῦσα ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ δίδει χεῖρα βοηθείας, καὶ τὸ νομοσχέδιον μετ’ ὀλίγον θὰ ψηφισθῇ, παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν τῶν ὀλίγων. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ φαινόμενον παρουσιάζει ἀληθῶς ὄψιν δυσεξήγητον καὶ ἐκπληκτικήν. Πολὺ δύσκολον εἶναι ν’ ἀπαντήσῃ τις εἰς τὰ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενα Κράτη παράδειγμα τοιαύτης ἐπισήμου ὁμοφωνίας καὶ συμπράξεως μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἐζήτησεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ δοθῶσι τριακόσιαι τριάκοντα χιλιάδες δραχμῶν εἰς τὸν Σπάρταλην, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ Κράτος τὰς ὤφειλε πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ὀφειλὴ δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὰ πράγματα καὶ εἰς τὸν νόμον, ἀντέταξε δὲ κρατερὰν καὶ πείσμονα ἀντίστασιν. Ἦτο καὶ τότε, ὡς καὶ νῦν, ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ἐχρειάσθη ἡ Κυβέρνησις τριάκοντα τρεῖς συνεδριάσεις, ἵνα φθάσῃ εἰς τὴν ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου! Πῶς τώρα ἤλλαξαν οἱ καιροί; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐγκαρτερεῖ καὶ ἀγρυπνεῖ μέχρι πρωΐας, ὄχι διὰ νὰ μὴ δώσωμεν 330 χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸν Σπάρταλην λόγῳ ὀφειλῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ χαρίσωμεν τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς μίαν θνησιγενῆ σιδηροδρομικὴν Ἑταιρείαν! Καὶ εἴμεθα καταδικασμένοι νὰ βλέπωμεν συμπράττοντας καὶ συναγωνιζομένους ἐν τοῖς τοιαύτης φύσεως σιδηροδρομικοῖς ζητήμασι ποίους; ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατώρθωσαν νὰ συμπράξουν καὶ νὰ συναγωνισθοῦν εἰς τὸ ὕψιστον τῶν ἐθνικῶν μας ζητημάτων, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου. Πόσα δὲν ἐξηκόντισε καὶ δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ ἐξακοντίζῃ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν φαρμακερὰ βέλη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον! Δὲν ἐννοῶ, ταῦτα λέγων, νὰ κατηγορήσω τινὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐπὶ τῇ συμπράξει αὐτοῦ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω πρὸς τοῦτο. Ἕκαστος ἡμῶν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς του καὶ εἰς τὴν συνείδησίν του, μόνον δὲ αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις ἢ παραλείψεις ὑπόκεινται εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ θέλω ἁπλῶς νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου πρὸ τοῦ παραδόξου φαινομένου, ὅτι, προκειμένου περὶ σιδηροδρομικῶν συμβάσεων, διὰ τῶν ὁποίων χορηγοῦμεν εἰς Ἑταιρείας προνόμια καὶ ἑκατομμύρια, Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις παρίστανται ἐν ὁμοφωνίᾳ, ἐπιζητοῦσαι μετ’ ἐπιμονῆς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, ἐνῷ, προκειμένου περὶ ζητημάτων ἐξόχως ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος, δὲν παρετηρήθη παρομοία σύμπνοια καὶ σύμπραξις. Ἀλλὰ τίς οἶδε! Δὲν εἶναι ἆρά γε πιθανὸν, ὅτι διὰ λόγους, οὓς ἡμεῖς ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν, προστατεύονται διὰ τῶν συμβάσεων αὐτῶν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα; Εἴθε νὰ εἶχον οὕτω τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ ἀπεύχομαι, δὲν βραδύνουν νὰ ἐπέλθουν τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης τακτικῆς ἡμῶν δυσάρεστα ἀποτελέσματα, τότε ἡ θέσις μας δὲν θὰ ἦναι διόλου εὐχάριστος. Θὰ μᾶς ῥίψῃ ὁ λαὸς κατὰ πρόσωπον, —καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς κακοφανῇ διὰ τοῦτο— ὅτι, ἐνῷ λέγομεν ὅτι ἐργαζόμεθα ὑπὲρ ἐθνικῶν συμφερόντων, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐξυπηρετοῦμεν, ἐπὶ μεγίστῃ ἠθικῇ καὶ ὑλικῇ ζημίᾳ τοῦ Κράτους, ὡρισμένων ἀτόμων πολλὰ καὶ ποικίλα ὑλικὰ συμφέροντα.

§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐξέφρασεν ἀπορίαν, πῶς ἡμεῖς, οἵτινες ἐπεκρίνομεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι παρεστήσαμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη ηὔξησε τὰ ἔξοδα κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ αὔξησιν ἐσόδων διὰ φόρων καὶ καταπονήσῃ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ ἔθνους, πῶς ἡμεῖς ἤδη στέργομεν νὰ πληρωθῶσι τρία ἑκατομμύρια ὑπὲρ μιᾶς Σιδηροδρομικῆς Ἑταιρείας. Τοῦτο μοὶ φαίνεται καταφανὲς, διότι τότε ἐπεκρίνομεν τὴν Κυβέρνησιν, ὑποβαλοῦσαν δαπάνας, ἃς ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν ὄχι μόνον μὴ ἀναγκαίας, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς. Ἀλλὰ τώρα δίδομεν τὴν συναίνεσίν μας καὶ στέργομεν νὰ διαθέσῃ τὰ 3,000,000 διότι πρόκειται νὰ σωθῇ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία. Ἐὰν παρέχωμεν τὴν σύμπραξιν ἡμῶν, συντελοῦντες ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δοθῶσιν εἰς δάνειον τρία ἑκατομμύρια, ἀνὰ ἓν καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν, διὰ νὰ σωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐσώζετο, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἔδιδε χεῖρα ἀρωγὸν διὰ τοῦ δανείου τούτου, ἐκπληροῦμεν καθῆκον, καὶ ὑπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν παρεμβάλει προσκόμματα καὶ δὲν ἐπεψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, ἤθελε πιθανῶς ἐπέλθει ἡ πτώχευσις τῆς Ἑταιρείας, ἕνεκεν τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀναγκασθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ πολὺ περισσότερα. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, τοῦ ὁποίου γνωρίζω τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ἔλαβον δ’ ἀφορμὰς ἐκ τοῦ παρελθόντος νὰ διατηρῶ εὐχαρίστους ἀναμνήσεις τῶν μετ’ αὐτοῦ πολιτικῶν μου σχέσεων, ἀπορεῖ εἰλικρινῶς, πῶς ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν ἐκτείνεται ἐπὶ πασῶν τῶν προτάσεων τοῦ Ὑπουργείου, καὶ πῶς, ἐνῷ, προκειμένης ἄλλοτε τῆς πιστώσεως τριακοσίων χιλιάδων φράγκων, ὅπως πληρωθῇ χρέος πρὸς τὸν Σπάρταλην, ἀντετάχθημεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τώρα δὲν κωλυσιεργοῦμεν, προκειμένου νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως δραχμῶν τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανὲς, διότι τότε ἐφρονοῦμεν, καὶ ἐξακολουθοῦμεν καὶ νῦν ἔτι νὰ φρονῶμεν, ὅτι δὲν ὠφείλομεν τίποτε εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ ὅτι ἡ πληρωμὴ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου πρὸς αὐτὸν χρημάτων ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, ἦτο δωρεὰ πρὸς τὸν Σπάρταλην, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδεὶς λόγος ἐδικαιολόγει τὴν δωρεάν· διὰ τοῦτο ἐνιστάμεθα τότε, καὶ δὲν ἀφίναμεν νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο· διότι καὶ τότε καὶ νῦν ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀμυνώμεθα διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως προλαμβάνωμεν ζημίας τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐμποδίζωμεν μέτρα κακὰ καὶ ἐπιβλαβῆ, ὅπως μὴ ἀφίνωμεν νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ταῦτα ἀπειλῶσι τῳόντι ζημίαν εἴτε πολιτικὴν, εἴτε κοινωνικήν. Βλέπετε, ὅτι ἡ νομιμοφροσύνη, τὴν ὁποίαν προβάλλουσί τινες διὰ νὰ δικαιολογῶσιν ἑαυτοὺς, ὅταν παρακάθηνται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ὑπάρχῃ ἀπαρτία καὶ ψηφίζωνται νομοσχέδια, δι’ ὧν σπαταλῶνται δεκάδες ἑκατομμυρίων, δὲν εἶναι νομιμοφροσύνη, ἀλλὰ κακοφροσύνη, τὴν ὁποίαν θερμαίνουσιν ἐλπίδες ἀνόητοι καὶ μωραὶ, καὶ ἡ ὁποία ζημιοῖ μεγάλως τὰ κοινὰ συμφέροντα, ἐκθέτει δὲ εἰς ἐμπαιγμοὺς τοὺς τρεφομένους ἀπὸ κενὰς ἐλπίδας. Ἀλλὰ τί κοινὸν ἔχει ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σπάρταλη; Τώρα πρόκειται νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι νὰ προλάβῃ ζημίαν ἀληθῆ, πραγματικὴν, ζημίαν κεφαλαίων Ἑλληνικῶν, κεφαλαίων τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ χαθῶσιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐννοήσασα, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ φροντίσῃ, ἵνα ταῦτα σωθῶσι, προσῆλθε ζητοῦσα νὰ τῇ δώσωμεν τὰ μέσα, ἵνα σώσῃ αὐτὰ, ἵνα προστατεύσῃ αὐτά. Ἀλλὰ πρόκειται νῦν καὶ ἄλλην ζημίαν νὰ προλάβωμεν, τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει, ἂν ἀφίναμεν νὰ πτωχεύσῃ ἡ Ἑταιρεία, διότι ἤθελε διακοπῆ ἡ συγκοινωνία δέκα ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων ὁ λαὸς ἀπὸ δεκαπενταετίας ἤδη συνήθισε νὰ ἔχῃ τὴν συγκοινωνίαν ταύτην· ἐὰν δ’ ἤθελεν ἀποφασίσει ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν, ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ μᾶς ζητήσῃ ἄλλα ἑκατομμύρια, βεβαίως περισσότερα τῶν τριῶν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν καὶ προλάβῃ τὰς ζημίας. Ἡ σύμπραξις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ κοινωφελῶν μέτρων, νῦν μὲν εἶναι μερικὴ, δὲν εἶναι καθολικὴ, γίγνεται μόνον ἐπὶ ὡρισμένων νομοσχεδίων· ἀλλὰ πρὸ δύο ἐτῶν τὸ ἡμέτερον πολιτικὸν κόμμα ἔδωκε μάθημα εἰς τοὺς πολιτευομένους, μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ ἐξικνῆται ἡ αὐταπάρνησις καὶ ἡ φιλοπατρία τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἀνεμνήσθη τῆς ἐποχῆς τοῦ 1895 καὶ τοῦ 1896, καὶ τῆς πολιτείας, ἣν μετῆλθεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις. Ἐγὼ βεβαίως δὲν μετέβαλον, ἣν εἶχον τότε γνώμην, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν καὶ νῦν· μολονότι δὲ δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὰ τότε συμβάντα καὶ τὴν πολιτείαν ἐκείνην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1895 καὶ 1896, εἰμὶ ὅμως βέβαιος, ὅτι ἡ Ἱστορία θέλει ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ θέλει στιγματίσει ὡς προδοτικὴν τὴν πολιτείαν ἐκείνην, δι’ ἧς ἡ Ἀντιπολίτευσις παρέστη ἀντιπράττουσα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καὶ προσπαθοῦσα ἐν ἐπιγνώσει νὰ περιαγάγῃ τὴν πατρίδα εἰς δυσχερείας τόσῳ ἀπονενοημένας, οἷαι ἦσαν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας αὕτη παρεσκεύασε τότε. Ἀλλὰ προσῆκεν εἰς ἡμᾶς, ὅτε ὁ Ἡγεμὼν μετεποίησεν ἡμᾶς εἰς Ἀντιπολίτευσιν, προσῆκε νὰ μιμηθῶμεν τοιοῦτον ἀποτρόπαιον παράδειγμα; Δύο ἐσχημάτισε τότε ἀλλεπάλληλα Ὑπουργεῖα ὁ Βασιλεύς· τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν τοιαύτην Ἀντιπολίτευσιν, περὶ ἧς προηγουμένως ἔλεγον, καὶ ἦσαν οἱ πρώτιστοι τῶν ἐργατῶν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, βεβαίως δὲ οὗτοι δὲν ἐνέπνεον ἡμῖν ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ αἴσθημα ἕτερον, ἁρμόζον εἰς τὴν πολιτείαν, ἣν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐφήρμοσαν· τὸ ἕτερον Ὑπουργεῖον ἐξυφάνθη ἐπὶ γενικῇ ἐκπλήξει, ἣν εὐλόγως ἐνεποίει τὸ ἀδόκητον γέννημα· ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδ’ ἀντετάχθημεν, οὐδ’ ἀντεπολιτεύθημεν οὐδὲ τὸ ἕν, οὐδὲ τὸ ἕτερον τῶν εἰρημένων Ὑπουργείων, διότι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπῄτει τότε νὰ μὴ παρασταθῇ ἡ χώρα διϊσταμένη καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες αὐτῆς ἐρίζοντες περὶ τῆς ἀρχῆς· τὴν ἀρχὴν δ’ ὀφείλουσι νὰ ζητῶσι τὰ πολιτικὰ κόμματα, μόνον ἵνα ἐφαρμόσωσι τὰς γνώμας αὐτῶν ἐν τῷ κυβερνᾷν καὶ ἐν τῷ διοικεῖν, διότι ταύτας κρίνουσιν ὠφελίμους εἰς τὴν πατρίδα. Τῶν συμφερόντων δὲ τῆς πατρίδος τὴν προστασίαν καὶ ἐν κινδύνοις τὴν διάσωσιν ἔταξε τὸ πολιτικὸν κόμμα ἡμῶν ὡς σκοπὸν τῶν ἀγώνων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν του. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἦτο λάθος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμείνῃ προχθὲς νὰ προτάξῃ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχε προτείνει, τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· δὲν παρεδέχθη τότε τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐνῷ προηγγείλαμεν αὐτῇ, ὅτι, ἂν ἐψηφίζετο πρὸ τῶν νομοσχεδίων ὁ Προϋπολογισμός, ἤθελε συμβῆ αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ συνέβη, νὰ ἀπέλθωσι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τινὲς τῶν φίλων αὐτῆς, νὰ μὴ εὑρεθῇ δὲ μετὰ τοῦτο ἐν ἀπαρτίᾳ. Τοῦτο συνέβη, ἡμεῖς δὲ, ὡς Ἀντιπολίτευσις, καθῆκον εἴχομεν νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐπιψηφισθῶσιν ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, ὅσα ἐκρίνομεν ἐπιζήμια εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀναιροῦντα νόμους ἰσχύοντας χρησίμους ἢ ὠφελίμους, ἢ ἀνατρέποντα δικαιώματα ἐκ νόμων ἀποκτηθέντα· ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ὅσα ἦσαν ἀναγκαῖα εἰς τὴν διοίκησιν, ὅσα ἦσαν ὠφέλιμα εἰς τὴν κοινωνίαν, ποῖον καθῆκον μᾶς ἐπέβαλλε νὰ πολεμήσωμεν; Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν πεποίθαμεν, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν, συντελοῦντες εἰς ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις τοιαῦτα ἔχουσι καθήκοντα, νὰ συντελῶσιν εἰς τὰ ὠφέλιμα, νὰ ἐπικρίνωσι δὲ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσαι δὲν ἤθελον συμφωνεῖ μὲ τὰ φρονήματα αὐτῶν, νὰ πολεμῶσι δὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας κρίνουσι μὴ ὠφελίμους, ἢ ἐπιζημίους προτάσεις, καὶ νὰ παρακωλύωσι τὴν ἐπιψήφισιν ἐκείνων, τὰς ὁποίας θεωροῦσιν ἐπιβλαβεῖς.

§247Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς κωλυσιεργίας. Εἶπον μόνον, ὅτι, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἠδυνάμεθα ν’ ἀποχωρήσωμεν.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ συμβάσει πρέπει νὰ γείνωσι μικραὶ τροποποιήσεις. Ἡ ἐν τοῖς ἄρθροις 3, 4, 6 καὶ 8 λέξις «τόκων» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «τοκοχρεωλυσίων». Μετὰ τὴν ἐν στίχῳ δευτέρῳ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 λέξιν «Δημοσίου» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἁπάντων τῶν καθυστερουμένων χρεωλυσίων». Ἐν δὲ τῷ στίχῳ πέμπτῳ τῆς αὐτῆς παραγράφου αἱ λέξεις «τὰ ἀνωτέρω ἢ κατὰ τὰ στοιχεῖα αʹ καὶ βʹ» ν’ ἀτικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «τὴν ὑπὸ στοιχεῖον αʹ παράγραφον».

§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τυπογραφικὰ λάθη;

§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Τῶν ὁποίων ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἑταιρείας ἐζητήθη ἡ διόρθωσις.

§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ γείνουν αἱ διορθώσεις αὗται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου)

§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 3, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐκ τῆς προκειμένης χορηγίας μέρους χορηγεῖται ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 πίστωσις ἐκ δραχμῶν ἑνὸς ἑκατομμυρίου (ἀριθ. 1,000,000), καταλογιζομένη ὑπὸ νέον κεφάλαιον 29, φέρον τὸν τίτλον «Χορηγία ἐπὶ χρεωλυτικῇ ἀποδόσει πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου».

§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπεβλήθη καὶ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπῆς. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 259 δὶς) Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῶν κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης».

§255Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, διότι θ’ ἀναπτύξω τροπολογίαν μου.

§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καλλίτερον νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι ἔχει παρέλθει ἡ ὥρα.

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 15′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
2τῆς 26 Ἰανουαρίου 1901.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγ-
5κριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
6δριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Παναγιώτης Κασιμάτης, δι’ ἀναφορᾶς
8του πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλεῖ νὰ γείνῃ δεκτὴ προηγου-
9μένη αἴτησίς του περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ
10τῆς ἐν Ἡρακλείᾳ ἐξορυσσομένης σμύριδος, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ
11προσφέρῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου πεντήκοντα
12λεπτὰ κατὰ στατῆρα.
13§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως, εἰ δυνατόν, λη-
14φθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ κ. Κασιμάτη.
15§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάδικος Νικόλαος Ἀθανασιάδης, δι’
16ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, ζητεῖ νὰ τῷ δοθῇ Βασιλικὴ
17χάρις.
18Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀλε-
19ξάκης.
20§4ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐστάλη ἐκ Λε-
21βαδείας ἀναφορὰ, ἀφορῶσα εἰς ζήτημα ἐκ τῶν μᾶλλον ζωτι-
22κῶν, τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς. Οἱ κτηματίαι τῆς Λεβα-
23δείας παραπονοῦνται, ὅτι, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν προέβη-
24σαν, δυνάμει τοῦ νόμου καὶ καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους,
25εἰς ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων, ὁ Νομάρχης Βοιωτίας ἀκυροῖ κατ’
26ἐπανάληψιν τὴν ἐκλογὴν ταύτην. Οἱ ἀναφερόμενοι παραπο-
27νοῦνται, ὅτι τὰ κτήματά των παρεδόθησαν ἔρμαιον εἰς τὴν
28διάκρισιν τῶν ποιμένων, καὶ συνεπῶς καταστρέφονται, διότι,
29ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου,
30εἰσέτι δὲν ὑπάρχουν ἀγροφύλακες.
31Ὡς γνωρίζετε πάντες, τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς εἶ-
32ναι ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀμέσως τοὺς ἀγρο-
33τικοὺς πληθυσμοὺς, ὅταν δὲ παραβιάζηται ὁ νόμος περὶ ἀγρο-
34φυλακῆς ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ἀρχῶν, οὐδέποτε οἱ κτη-
35ματίαι δύνανται νὰ ἔχωσι φύλακας πρὸς φύλαξιν τῶν κτη-
36μάτων των· διότι, ἂν παρακάμψωσι τοὺς σκοπέλους τῆς διοι-
37κητικῆς ἀρχῆς, ἔρχεται κατόπιν ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ἢ καὶ
38ἁπλοῦς πολλάκις χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος δι’ αἰτήσεώς του ζη-
39τεῖ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἀγροφυλάκων. Παρακαλῶ λοι-
40πὸν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
41τερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν
42θερμῶς συνιστῶ εἰς αὐτὸν, καὶ νὰ περιστείλῃ τὴν παρανομίαν
43τοῦ Νομάρχου αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος πάταγος
44ἐγένετο ἄλλοτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὡς ζητοῦντος παρὰ
45τῶν δημοτικῶν Ταμείων χρηματικὰς εἰσφορὰς, ἵνα ἐπιπλώσῃ
46τὸ κατάστημα τῆς Νομαρχίας, καθ’ ἃ ἀναφέρει καὶ ἐπιστολή
47τις ἑνὸς τῶν Δημάρχων τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, ἣν θὰ μοὶ
48ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
49Προσλιπαρεῖ λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ζητῶν χρή-
50ματα ἀπὸ τοὺς διαφόρους Δημάρχους τοῦ νομοῦ Βοιωτίας
51πρὸς ἐπίπλωσιν καὶ ἀξιοπρεπῆ παράστασιν, ὡς λέγει, τοῦ Νο-
52μαρχιακοῦ καταστήματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος
53δὲν ἐγκρίνει τὴν ἐπανειλημμένως γενομένην ἐκλογὴν τῶν
54ἀγροφυλάκων, ἀλλ’ ἀκυροῖ αὐτὴν, ἵνα μένωσι τὰ κτήματα
55τοῦ κόσμου εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποιμένων!
56Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ σύν-
57τονα μέτρα, ἵνα μὴ μένωσιν ἐπὶ πλέον τὰ κτήματα τῶν ἀν-
58θρώπων ἐν Λεβαδείᾳ ἐκτεθειμένα. Τὸν δὲ κύριον Πρόεδρον
59τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται ἀμεσώτερον, παρακαλῶ
60νὰ ἐνεργήσῃ ἐντονώτερον.
61§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
62γὸς θὰ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
63§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ἐπιστολῆς;
64§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τῆς ἐγκυκλίου, διὰ
65τῆς ὁποίας ὁ Νομάρχης καλεῖ τοὺς Δημάρχους νὰ εἰσφέρωσι
66χρήματα, ὅπως ἀγορασθῶσιν ἔπιπλα διὰ τὸ κατάστημα τὸ
67Νομαρχιακόν. Περιορίζω εἰς τοῦτο μόνον τὸν λόγον, διότι
68ἐξ ἐπιθυμίας ν’ ἀποφύγω σκάνδαλα δὲν ἀπεκάλυψα πλη-
69ροφορίας ἄλλας, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ περὶ ἄλλων Νομαρχῶν,
70οἱ ὁποῖοι προσέφυγον εἰς Μονὰς καὶ εἰς δήμους, ζητοῦντες
71ὡσαύτως παρ’ αὐτῶν νὰ εἰσφέρωσι χρήματα διὰ νὰ στρώ-
72σωσι δι’ ἐπίπλων τὰ Νομαρχιακὰ καταστήματα, ἢ δι’ ἄλλα
73ἔκτακτα ἔξοδα, ἢ δι’ ἀγώγια ἁμαξῶν. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι
74μόνον ἔκτροπον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀξιόποινον, καὶ ἐπικαλοῦ-
75μαι ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
76§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Θ. Μαρκέτος
77ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην σύστασιν:
78«Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
79σεως, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐκτελέσῃ τὴν πρὸ πολλοῦ ὑποβλη-
80θεῖσαν αὐτῷ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κεφαλ-
81ληνίας, ὑπ’ ἀριθ. 44 τοῦ ἔτους 1900, περὶ συστάσεως γραμ-
82ματοδιδασκαλείου ἐν τοῖς χωρίοις Μουσάτα καὶ Ποριαράτα
83τοῦ δήμου Ἄνω Λειβαθοῦς, ἔχοντος ἕδραν τὸ χωρίον Μου-
84σάτα, διότι ἡ σύστασις τοῦ σχολείου τούτου εἶναι ἀναγκαιο-
85τάτη· τὴν ἀνάγκην δὲ ταύτην ἀνεγνώρισε, πλὴν τοῦ Ἐπο-
86πτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ δῆμος Ἄνω Λειβαθοῦς, ὅστις ἐν
87τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901, ἐπὶ τῇ βε-
88βαιότητι τῆς συστάσεως τοῦ σχολείου τούτου, ἀνέγραψε τὰς
89ἀπαιτουμένας δαπάνας τῆς ἐγκαταστάσεως, τοῦ ἐνοικίου καὶ
90τοῦ μισθοῦ τοῦ γραμματοδιδασκάλου.»
91Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
92§9Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ
93βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κ. Κρίτσας κατὰ παρελθοῦσαν συν-
94εδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐποιήσατο λόγον περί τινος ὑπαξιωμα-
95τικοῦ, τοῦ λοχίου Ζούπα, διακριθέντος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ
96πολέμου εἰς τὴν καταδίωξιν ληστοσυμμορίας, καὶ προέτεινε
97τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ.
98Ἐπὶ τῆς συστάσεως ταύτης παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν πληρο-
99φορίας, ἐξ ὧν καταδεικνύεται, ὅτι δὲν συνέτρεξαν κατὰ τὴν
100ἐποχὴν ἐκείνην οἱ προσήκοντες λόγοι, ὅπως ὁ εἰρημένος λο-
101χίας προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ὡς ἀνδρα-
102γαθήσας ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ
103περὶ τοῦ λοχίου τούτου σύστασις ἦλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν,
104καὶ ἡ ὑπηρεσία ἔκρινε καλὸν τότε, κατὰ τὸ 1898, νὰ ἀμείψῃ
105αὐτὸν δι’ ἐπαίνου· ἐπὶ τῇ συστάσει ὅμως κατόπιν τοῦ Κα-
106κουργιοδικείου, τοῦ δικάσαντος τοὺς λῃστὰς τοὺς συλληφθέν-
107τας, προήχθη ὁ λοχίας οὗτος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου
108μόνον, διότι δὲν συνέτρεχον, ἐπαναλαμβάνω, οἱ λόγοι, ἕνεκα
109τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυ-
110πασπιστοῦ. Καταθέτω τὸ σχετικὸν σημείωμα.
111Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως
112τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ναυπλίας, Μεγαρίδος καὶ Φθιώτιδος
113περὶ προαγωγῆς ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυ-
114πασπιστοῦ. Ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ σημειοῦνται αἱ ὀργα-
115νικαὶ θέσεις τῶν ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρ-
116χόντων ἀνθυπασπιστῶν. Οἱ ὑπάρχοντες ἀνθυπασπισταὶ δυσ-
117τυχῶς εἶναι 25 ἐπὶ πλέον, ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιτετραμ-
118μένον νὰ προαγάγωμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ
119ἄλλους ὑπαξιωματικοὺς πρὶν ἢ συμπληρωθῶσιν ἢ καταλογι-
120σθῶσιν αἱ θέσεις τῶν ὑπεραρίθμων.
121§10Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ εὐεργετικοῦ νό-
122μου.
123§11Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦ εὐεργετικοῦ.
124Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἄλλοτε εἶχε κάμει λόγον
125περὶ ἑνὸς Ἀλεξάνδρου Ρηγίδου, ἂν οὗτος κατετάχθη εἰς τὸν
126στρατόν, ἢ διατὶ δὲν κατετάχθη. Πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ὁ
127Ρηγίδης οὗτος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
128βούλιον ἐν ἔτει 1880 εἶχε ζητήσει νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν
129Ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἀλλ’
130ἔκτοτε δὲν ἐνεφανίσθη. Νῦν παουρσιάσθη καὶ ἐζήτησε βοή-
131θημά τι. Τὴν αἴτησίν του διεβίβασα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
132Ἐσωτερικῶν.
133§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ περὶ Ρηγίδου πληροφορίαι, τὰς
134ὁποίας σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ Ρηγί-
135δης ὑπηρέτει ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ
136ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι. Πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας
137καὶ τῆς Ἄρτης λιποτακτήσας μετὰ τοῦ ἀποθανόντος Ἐμὶν–
138μπέη, κατέφυγε μετ’ αὐτοῦ εἰς Ἑλλάδα· καὶ ὁ μὲν Ἐμὶν
139κατετάχθη εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν ταγ-
140ματάρχου, ὁ δὲ Ρηγίδης, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν γνω-
141ρίζω, δὲν κατετάχθη. Λοιπὸν ὄχι μόνον παρουσιάσθη, ἀλλὰ
142καὶ πολλάκις ἐζήτησε νὰ τῷ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, διότι κα-
143τόπιν ὑποσχέσεως τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ μα-
144καρίτου Σούτσου, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἐγκατέλιπον τὸν τουρ-
145κικὸν στρατόν. Ἑπομένως συνιστῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ἡ ὑπόθε-
146σις αὕτη ἐξετασθῇ τελειότερον, διότι εἶναι καὶ ὑπόθεσις πρὸ
147εἴκοσι ἐτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ἀκρι-
148βεῖς πληροφορίας.
149§13Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι θετικόν, εἶναι, ὅτι
150πρό τινος ἐζήτησεν ὁ Ρηγίδης βοήθημα.
151§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἴσως ἀπελπισθεὶς νὰ λάβῃ τὴν θέσιν,
152τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦτο, ἐζήτησε βοήθημα.
153§15Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατα-
154θέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3970 παρὰ τοῦ ἀξιοτί-
155μου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Σκουζὲ ζητηθὲν ἔγγραφων, τὸ
156ἀφορῶν εἰς τὸν ἀπόστρατον λοχαγὸν Δημήτριον Διαμαντό-
157πουλον.
158Ἐπίσης καταθέτω τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου πρὸς
159τὸν ὑποστράτηγον Κ. Σμολένσκην.
160§16Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ.
161Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε λόγον, τοῦ ἄλλοτε
162ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ Ἀλεξάνδρου Ρηγί-
163δου, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς ἀκριβεῖς, τὰς
164ὁποίας λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δύναται, ἐὰν θέλῃ,
165νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν διόρθωσιν.
166Ὁ Ἀλέξανδρος Ρηγίδης διετέλει κατὰ τὸ 1878 εἰς τὴν
167θέσιν τοῦ γραμματέως τοῦ τότε ταγματάρχου τοῦ τουρκικοῦ
168στρατοῦ Ἐμὶν–βέη, τὸν ὁποῖον πάντες κατόπιν ἐγνωρίσατε,
169καὶ ὅστις πρό τινων ἐτῶν ηὐτοκτόνησεν· ὡς γραμματεὺς δὲ
170τοῦ Ἐμὶν διατελῶν ὁ Ρηγίδης, εἶχε θέσιν, ἥτις ἐξωμοιοῦτο
171μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Κατὰ τὸ 1878 ἐγὼ ὑπη-
172ρέτουν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἐπιτελάρχης τοῦ ἀντιστρατήγου κ.
173Σαπουντζάκη ἐν Βάλτῳ. Τότε ἐγένετο ἐπανάστασίς τις εἰς
174τὰ Ἠπειρωτικὰ, ὁ δὲ ταγματάρχης Ἐμὶν–βέης, διοικῶν τάγμα
175τουρκικοῦ στρατοῦ, προσῆλθεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς, καὶ
176μετ’ αὐτοῦ προσῆλθε καὶ ὁ Ἀλ. Ρηγίδης. Ὁ διοικητὴς τῆς
177Μεραρχίας — διότι καὶ τότε ἦσαν Μεραρχίαι — ἐπρότεινεν, ἵνα
178ὁ μὲν Ἐμὶν γείνῃ δεκτὸς εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν
179βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὁ δὲ Ῥηγίδης καταταχθῇ μὲ τὸν
180βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ· καὶ πράγματι, γενομένης δε-
181κτῆς τῆς προτάσεως ταύτης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατετά-
182χθησαν ἀμφότεροι εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπὸ
183τοῦ 1878· διέμεινε δ’ ἐν αὐταῖς ὁ Ἀλέξανδρος Ῥηγίδης μέ-
184χρι τοῦ 1880, φέρων τὴν στολὴν καὶ ἐκπληρῶν καθήκοντα
185ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1880, νομίζω, ἐλήφθη ὑπὸ
186τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
187τικῶν ἡ ἀπόφασις ν’ ἀποπεμφθῶσί τινες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι,
188ἁπλοῖ ὄντες πολῖται, κατετάχθησαν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρα-
189τὸν μὲ βαθμὸν ἀξιωματικοῦ. Καὶ οὕτως ἐξῆλθε καὶ ὁ Ῥηγί-
190δης ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Τὸ γεγονὸς ὅμως τοῦτο, ὡς
191πρὸς τὸν Ῥηγίδην, βεβαίως δὲν εἶναι νόμιμον, διότι, ἀφοῦ
192ἅπαξ ἐδόθη εἰς αὐτὸν διὰ Β. Διατάγματος ὁ βαθμὸς τοῦ ἀν-
193θυπολοχαγοῦ, δὲν ὑπῆρχε λόγος ἐναντίος, ἐπιβάλλων τὴν ἀπο-
194πομπὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ στρατοῦ.
195Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον
196ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐθεώρησα δὲ καθῆκον
197νὰ δώσω τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι ἔτυχε νὰ ἦμαι αὐτό-
198πτης καὶ τῆς προσελεύσεως τοῦ Ῥηγίδου καὶ τῆς κατατά-
199ξεως αὐτοῦ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀν-
200θυπολοχαγοῦ.
201§17ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ θέσις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι
202ἀληθῶς δυσχερὴς, διότι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδιώξῃ δι-
203καστικῶς, δὲν ἔχει. Αὐτὸς, κληθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
204κατὰ τὸ 1878, ἐγκατέλιπε τὸν βαθμὸν καὶ τὴν θέσιν του
205παρὰ τῷ τουρκικῷ στρατῷ καὶ ἦλθε καὶ κατετάχθη εἰς τὸν
206ἑλληνικὸν στρατὸν, ἐστάλη δὲ εἰς Πάτρας, προσκολληθεὶς
207εἰς τὸ ἐκεῖ σύνταγμα, καὶ ὑπηρέτησεν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς μῆνας
208ὡς ἀνθυπολοχαγὸς, ἢ ὡς ἀνθυπασπιστὴς, — δὲν γνωρίζω ἀκρι-
209βῶς ποῖον βαθμὸν εἶχεν — ὅτε τῷ ἐκοινοποιήθη διὰ τῆς ὑπ’
210ἀριθ. 7780 διαταγῆς Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπενέ-
211μετο εἰς αὐτὸν, ὡς πρόσφυγα, περίθαλψις 160 δραχμῶν κατὰ
212μῆνα. Τοῦτο ἐθεώρησεν αὐτὸς ὡς προσβολὴν, διότι καὶ νέος
213ἦτο, καὶ θέσιν εἶχε καὶ τὴν ἐγκατέλιπεν, ἵνα ἔλθῃ καὶ κατα-
214ταχθῇ εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Ἀλλὰ τῷ ἐδίδοντο, ὡς
215ἔμαθον, ὑποσχέσεις, ὅτι θὰ εἰσαχθῇ νόμος εἰς τὴν Βουλὴν,
216καὶ θ’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν ὁ βαθμός. Καὶ εἰσάγεται μὲν νό-
217μος, ἀλλ’ ἀπονέμεται βαθμὸς μόνον εἰς τὸν Ἐμὶν, εἰς δὲ τὸν
218Ῥηγίδην οὐδὲν ἀπονέμεται. Μετ’ ὀλίγον ἄλλος νόμος εἰσά-
219γεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπονέμεται βαθμὸς εἰς τὸν Ἀλ-
220βανὸν Τεφὴκ–ἐφένδην, ὁ ὁποῖος καὶ εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸν
221στρατὸν, εἰς δὲ τὸν Ῥηγίδην τίποτε! οὔτε ὁ βαθμὸς, ἀλλ’
222οὔτε καὶ τὸ βοήθημα! Ἡ θέσις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι
223δυσχερὴς, διότι ἔχει καὶ οἰκογένειαν· ἔγραψε δὲ καὶ εἰς ἐμὲ
224ἐκ Ναυπλίου, ὅπου ἤδη εὑρίσκεται, καὶ εἰς ἄλλους, νὰ παρα-
225καλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ περὶ αὐτοῦ μίαν πρό-
226νοιαν, διότι παρέχεται καὶ κακὸν παράδειγμα, ἀφοῦ τῇ προσ-
227κλήσει τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν προσῆλθεν εἰς αὐτάς.
228§18Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ὁ ῥηθεὶς Ἀλέξανδρος Ῥηγίδης ὑπέβαλε
229καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁμοίαν αἴτησιν, παρα-
230καλῶν αὐτὸ, ἵνα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ληφθῇ ἄλλη τις πρό-
231νοια, δοθῇ εἰς αὐτὸν εἷς βαθμός· ἔμεινε δὲ ἀκριβῶς ἓν ἔτος
232εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ μακαρίτου Δ.
233Γρίβα ἀπηλλάγη τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀπενεμήθη εἰς αὐτὸν μη-
234νιαῖον βοήθημα δραχμῶν 160, ἀλλὰ μετὰ ἓν ἔτος ἔπαυσε τὸ
235βοήθημα τοῦτο, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον. Παρακαλῶ λοι-
236πὸν καὶ ἐγὼ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ῥηγίδου καὶ
237πρόνοιά τις περὶ αὐτοῦ.
238§19Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς
239εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ, κατόπιν παρακλήσεώς μου, ση-
240μείωμα, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν λοχίου τινὸς τῶν εὐζώνων,
241Ἀνδρέα Ζούπα καλουμένου. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ εἴπω
242τινὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸ σημείωμα αὐτὸ καὶ τὴν ὅλην ὑπόθε-
243σιν, ἀφοῦ πρῶτον παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ
244τὰς εὐχαριστίας μου ἐπὶ τῇ καταθέσει τοῦ σημειώματος.
245Κατὰ τὸ σημείωμα αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «τὸν λοχίαν Ἀν-
246»δρέαν Ζούπαν ἐπρότεινεν ὁ ἀποσπασματάρχης ἀνθυπολο-
247»χαγὸς Μαγουλᾶς, ἵνα προβιβασθῇ εἰς ἀνθυπασπιστήν· ὁ δὲ
248»μοίραρχος Τρικκάλων διεβίβασεν ἁπλῶς τὴν πρότασιν ταύ-
249»την, προσθέσας, ὅτι οἱ μεθ’ ὧν συνεπλάκησαν δὲν ἦσαν ἐπι-
250»κεκηρυγμένοι λῃσταὶ, μὴ ὑποστηρίξας, ὡς ἁρμόδιος, τὴν πρό-
251»τασιν, καὶ οὐδὲν προσθέσας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
252»τικῶν (διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Σμολένσκη) ἐθεώρησεν, ὅτι
253»ἔπαινον μόνον ἔδει ν’ ἀπονείμῃ εἰς τὸν λοχίαν, καὶ τοῦτον ἀπέ-
254»νειμε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 97,586 καὶ 119,247 τῆς 23 Νο-
255»εμβρίου 1897 διαταγῆς του...» Ἄς σταματήσωμεν ἐδῶ.
256Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους, ὅτι ἁρ-
257μόδιος νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ κάμῃ τὴν πρέπου-
258σαν ὑπὲρ τοῦ λοχίου Ζούπα πρότασιν δὲν ἦτο ὁ μοίραρχος
259Τρικκάλων, τὴν ἀποσιώπησιν τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον ἔλα-
260βεν ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τὸ σημείωμα. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ
261ἀρχηγὸς, καὶ ἀπορίας ἄξιον εἶναι, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν
262ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ τότε τοιούτου, διευθῦνον εἰς αὐτὸν
263ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν.
264Ὁ μοίραρχος Τρικκάλων, κατὰ τὸ σημείωμα, εἶπεν ἐν τῇ
265ἀναφορᾷ του, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν συμμορίαν ἐκείνην δὲν
266ἦσαν ἐπικεκηρυγμένοι, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ὁ νόμος
267ὁμιλεῖ περὶ ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν, ἔκρινε καλὸν νὰ μὴ
268ἀμείψῃ τὸν ἐν λόγῳ λοχίαν. Ἀλλὰ πῶς γίνεται ἡ ἐπικήρυ-
269ξις ἑνὸς λῃστοῦ; Καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, γίνεται διὰ Β.
270Διατάγματος, ἐκδιδομένου κατόπιν παραστάσεων Νομάρχου,
271Εἰσαγγελέως καὶ Στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ὅτι οἱ φυγοδικοῦντες
272κατέστησαν διὰ τῶν πράξεών των ἄξιοι ἐπικηρύξεως. Τοι-
273αῦται ὅμως παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐγέ-
274νοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις
275ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδει-
276κνύει, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἀρχῶν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος
277λήσταρχος Μπουκοδῆμος καί τινες ἄλλοι ἦσαν λῃσταί. Καὶ
278ἐνῷ τοῦτο ἐγένετο, δικαιοῦται, νομίζετε, τὸ Ὑπουργεῖον νὰ
279προβάλλῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος, ἂν κατὰ τύπους
280ἦναι ἀληθὴς, κατ’ οὐσίαν πίπτει; Διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν
281τοὺς ἐπεκήρυξε, προκαλοῦσα ἀμέσως μετὰ τὰς παραστάσεις
282τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ Β. Δια-
283τάγματος, ἀδικαιολογήτως παραμελήσασα τὸ καθῆκόν της,
284αὐτοὶ δὲν ἀπαλλάσσονται τοῦ χαρακτηρισμοῦ των ὡς λῃ-
285στῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικυροῦσιν αὐταὶ αὗται αἱ ἀπο-
286φάσεις τῶν Κακουργιοδικείων, αἱ ἐπιβαλοῦσαι εἰς αὐτοὺς ποι-
287νὰς ἀναλόγους πρὸς τὰς κατηγορίας των, αἱ ὁποῖαι ὡς βάσιν
288εἶχον τὴν διάπραξιν λῃστρικῶν πράξεων. Διατὶ ταῦτα πάντα
289δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑ-
290πουργείου;
291Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν (ἀναγινώσκει): «Ἐν τούτοις—
292λέγει τὸ σημείωμα—ὁ Ὑπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος ὑπέβα-
293λεν ἔκθεσιν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως γνωμα-
294τεύσῃ τοῦτο περὶ τοῦ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὴν τοῦ
295λοχίου Ζούπα,—προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τοῦτο—ἀλλ’ ἐπί-
296σημος ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπάρχει·
297ἐξωδίκως μόνον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπερρίφθη.»
298Καὶ τοῦτο μὲ ἀναγκάζει, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐρωτήσω:
299Μήπως τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκλάπησαν;
300Μήπως ταῦτα ἐδανείσθησαν εἰς ἐπικράτειάν τινα ἄλλην πρὸς
301διδασκαλίαν τῆς τέχνης τοῦ κυβερνᾷν, καὶ ἡ ἐπικράτεια
302ἐκείνη δὲν ἐπεράτωσεν ἀκόμη τὴν μελέτην της, καὶ διὰ τοῦτο
303δὲν τὰ ἐπιστρέφει; Ἂς εὐαρεστηθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
304γείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, τί ἀπεφάνθη
305τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι μετὰ
306ἓν τέταρτον τῆς ὥρας θὰ ἔχῃ τὴν ἀπάντησιν.
307Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι, ἀληθῶς, περίεργα καὶ—ἐπιτρέψατέ
308μοι νὰ τὸ εἴπω καθαρὰ—παιδαριώδη καὶ ἀνάξια Ὑπουρ-
309γικῶν γραφείων.
310Καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ σημείωμα (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν,
311ἐκδικασθείσης τῆς ὑποθέσεως τῶν κατὰ τὴν συμπλοκὴν συλ-
312ληφθέντων τότε, καὶ ἀποδειχθείσης τῆς καλῆς συμπεριφο-
313ρᾶς τοῦ λοχίου Ζούπα κατὰ τὴν διαδικασίαν, οἱ ἔνορκοι ὑπέ-
314βαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑπὸ χρο-
315νολογίαν 9 Ὀκτωβρίου 1899 ἀναφοράν, ἐν ᾗ συνιστῶσι νὰ
316προβιβασθῇ εἰς ἀνθυπασπιστὴν ὁ λοχίας Ζούπας, ἀποδειχθέν-
317τος κατὰ τὴν διαδικασίαν, ὅτι οὗτος ἠνδραγάθησε. Συνε-
318πείᾳ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὅλης ὑπο-
319θέσεως τὸ Ὑπουργεῖον» — διευθυνόμενον, ὡς ἐννοεῖτε, ἀπὸ τὸν
320νῦν Ὑπουργὸν κύριον Τσαμαδὸν — «ἁρμόδιον νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν
321ἀπονεμηθησομένην ἀμοιβὴν, ἐπροβίβασε τοῦτον εἰς ἐπιλο-
322χίαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 96463 τῆς 10 Μαρτίου 1900 δια-
323ταγῆς του.»
324Ἐδῶ, Κύριοι, τελειώνει τὸ σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου
325τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ κατα-
326θέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ κ.
327Ὑπουργὸς κατόπιν τῆς ἀπευθυνθείσης αὐτῷ προχθὲς παρα-
328κλήσεώς μου· κατόπιν δὲ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ εἰς ἐπήκοον
329πάντων ὑμῶν, δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ.
330Ὑπουργὸν ἐρωτήσεις τινὰς, αἱ ἀπαντήσεις ἐπὶ τῷ ὁποίων
331θέλουσιν ἐπιχύσει πολὺ φῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ
332Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐφ’ ὅσον μόνον χρόνον τοῦτο
333διευθύνεται ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ.
334Κατὰ τὸ σημείωμα, ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀπονεμη-
335θησομένην ἀμοιβὴν εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος λοχίαν εἶναι ὁ κ.
336Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ ὥρισεν αὐτὴν, προαγαγὼν τὸν λο-
337χίαν Ζούπαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου. Τοῦτο πῶς συμβι-
338βάζεται μὲ τοὺς νόμους περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας καὶ
339περὶ συστάσεως Σχολείου ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπερι-
340φράστως καὶ στρατιωτικώτατα λέγουσιν, ὅτι διαπρέποντες
341εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας λοχίαι προβιβάζονται οὐχὶ
342εἰς ἐπιλοχίας, ἀλλ’ εἰς ἀνθυπασπιστάς; Ὁ κ. Ὑπουργὸς βε-
343βαίως εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσῃ πρᾶξιν τινὰ, καὶ νὰ ὁρίσῃ
344τὴν ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ πρέπουσαν ἀμοιβήν· ἀλλὰ τοῦτο
345ἐφ’ ὅσον ἡ ὀφειλομένη ἀμοιβὴ δὲν ὁρίζεται ὑπὸ νόμου. Ὅταν
346ὅμως ἔχωμεν νόμους, καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ὡρισμένως λέγω-
347σιν, ὅτι ὁ φονεύων λῃστὴν, ἢ ὁ συλλαμβάνων τοιοῦτον λοχίας
348προβιβάζεται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τίς πλέον
349δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ προαγωγὴ ἑνὸς λοχίου, τόσον
350διαπρέψαντος, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ εἶναι ὑπο-
351χρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὐχὶ δικαίωμα ἀπορρέον ἐκ τῆς
352διακριτικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας;
353Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἢ ὑπο-
354χρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐξετάσωμεν τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ,
355διὰ τῆς ὁποίας προήγαγε τὸν λοχίαν αὐτὸν εἰς τὸν βαθμὸν
356τοῦ ἐπιλοχίου. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς προήγαγεν αὐτὸν εἰς
357ἐπιλοχίαν; Βεβαίως διότι ἐπείσθη, ὅτι ὅσα ὑπὲρ αὐτοῦ ἐλέ-
358γοντο ἐν τῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀναφορᾷ τῶν ἐνόρκων,
359βεβαιωθέντων ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας περὶ τῆς ἀν-
360δραγαθίας τοῦ λοχίου κατὰ τὴν συμπλοκὴν πρὸς τὴν συμ-
361μορίαν, μέλη τινὰ τῆς ὁποίας ἐδικάσθησαν ἐνώπιον αὐτῶν καὶ
362κατεδικάσθησαν, ἦσαν ἀληθῆ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, κατὰ τὸ
363σημείωμα, ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ κ. Κουμουν-
364δοῦρος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, προκα-
365λέσας τὴν γνώμην αὐτοῦ. Κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ σημείωμα, τὸ
366Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἀπεφάνθη ἐπισήμως. Διατὶ ὁ κ.
367Ὑπουργὸς δὲν ὑπέμνησε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τοὺς συναδέλφους
368του, ὅπως λάβῃ καὶ τὴν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του
369γνώμην αὐτῶν, ἀλλὰ προέβη εἰς τὴν εἰς ἐπιλοχίαν προαγω-
370γὴν τοῦ λοχίου ἐκείνου, ἥτις πιθανὸν νὰ μὴ ᾖ σύμφωνος πρὸς
371τὴν γνώμην, ἥν ἴσως μετ’ ὀλίγον θ’ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργι-
372κὸν Συμβούλιον;
373Ἐκ τούτων πάντων, κύριοι Βουλευταὶ, πείθομαι, ὅτι ἡ
374ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἐμελετήθη ὅσον ἔπρεπε, καὶ διὰ τοῦτο
375συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὴν με-
376λετήσῃ μόνος του, βέβαιος ὤν, ὅτι τοῦτο πράττων ὁ κύριος
377Ὑπουργὸς θέλει ἀναγνωρίσει τὸ προσγενόμενον εἰς τὸν ὑπα-
378ξιωματικὸν τοῦτον ἀδίκημα, καὶ θέλει ἐπανορθώσει τὸ ἀδί-
379κημα τοῦτο, ὄχι μόνον χάριν τοῦ Ζούπα, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβη-
380τήτως ἠδικήθη, ἀλλὰ χάριν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους, ἐφ’
381ὅσον οὗτοι ἰσχύουσι, πρέπει νὰ σεβώμεθα, καὶ τοὺς ὁποίους,
382ἂν τοὺς θεωρῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ,
383ὡς εἶπον πολλάκις, φρονῶ — κακοὺς, ὑπερβολικοὺς ἢ ἐπιβλα-
384βεῖς, δύναται καὶ ὑποχρεοῦται, οὐχὶ νὰ τοὺς παραβαίνῃ, ἀλλὰ
385νὰ τοὺς μεταρρυθμίσῃ διὰ νόμου ἄλλου, τὸν ὁποῖον δύναται
386νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ζητῶν τὴν ψῆφον αὐτῆς.
387Εἶπον καὶ ἐγὼ πολλάκις, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο τῶν νόμων
388ἔχει ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου,
389ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἐκπληρούντων ἁπλῶς τὸ καθῆκόν των εἶναί τι,
390τὸ ὁποῖον δίδει εἰς πάντα νὰ ἐννοῇ, ὅτι ὁ στρατὸς δέχεται
391ἐν ἑαυτῷ καὶ μὴ ἐκπληροῦντας αὐτό· ὁ νόμος αὐτὸς ὅμως
392ὑφίσταται, καὶ πολλάκις μέχρι τοῦδε ἡ τοιαύτη διάταξις
393ἐφηρμόσθη· καὶ ἐνῷ ἐφηρμόσθη, προαχθέντων εἰς ἀνθυπασπι-
394στὰς πολλῶν λοχιῶν ὀλιγώτερον κατὰ πολὺ τοῦ Ζούπα δια-
395πρεψάντων, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ προκειμένου καὶ περὶ τού-
396του, τὴν αὐταπάρνησιν τοῦ ὁποίου καὶ τὸν κίνδυνον ὁμολο-
397γοῦσιν οὐχὶ μόνον οἱ προϊστάμενοι αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι,
398οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτισαν τὴν γνώμην τῶν ἐκ τῶν πρὸ αὐτῶν
399ἐκτυλιχθέντων, τὰ ὁποῖα ἄδολον ἐξήγαγον τὴν γνώμην, ὅτι
400ὁ τότε λοχίας Ζούπας εἶναι ἄξιος τῆς συνήθους καὶ οὐχὶ
401περικεκομμένης ἀμοιβῆς.
402§20Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μέχρι σήμερον δὲν σᾶς
403ἀπησχόλησα δι’ ἀγορεύσεων· τοὐναντίον πάντοτε προσεῖχον
404καὶ ἠκροώμην τὰς ἀγορεύσεις ὑμῶν δίκην μαθητοῦ· ἀλλ’ ἤδη
405ἐπέστη ἡ ὥρα, ὅπως χάριν τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀναγ-
406κῶν τῆς ἐπαρχίας μου ἀπασχολήσω ὑμᾶς, οὐχὶ βεβαίως διὰ
407πολλὴν ὥραν, ἀλλ’ ἐπὶ μικρὸν, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ
408μὲ ἀκροασθῆτε μετ’ εὐμενοῦς προσοχῆς.
409Ὅπως ὑμεῖς μετά τινας ἡμέρας, βεβαίως καὶ ἐγὼ μετ’ ὀλί-
410γον θ’ ἀναγκασθῶ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἐκεῖ δὲ,
411εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου, θὰ ἐρωτηθῶ
412παρ’ αὐτῶν, τί ἔπραξα ἐπὶ δύο ἔτη, ποίας παροχὰς καὶ ποίαν
413συνδρομὴν, ἀπέναντι τῶν μεθ’ ἱδρῶτος εἰς τὸ Κράτος κατα-
414βαλλομένων φόρων των, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἔργων προσέφερεν
415εἰς τὴν πτωχὴν καὶ πάντων ἐστερημένην ἐπαρχίαν των, καὶ
416θὰ μείνω ἀναπολόγητος, ὄχι διότι ἔτυχε νὰ ἀνήκω εἰς τὰς
417τάξεις τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, — διότι ἡ Κυ-
418βέρνησις καὶ εἰς πολλοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
419προσέφερε τὰ δῶρά της, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος σύντροφός μου κ.
420Καραγιάννης, καίτοι ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τῆς
421προχθὲς, οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας μας.
422Ἡ ἐπαρχία Βάλτου, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τοῦ ἔτους
4231885 πληρώνει 200,000–250,000 δραχ. κατ’ ἔτος· ἤτοι:
424ἐκ τοῦ ὑποτελωνείου τοῦ Κραβασαρᾶ ἐσοδεύει τὸ Δημόσιον
425δραχ. 100,000, ἐκ τοῦ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν 30,000
426ἕως 40,000, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, κατὰ τὸ πρότερον σύ-
427στημα, πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν· ἐπίσης ἐκ τοῦ φόρου
428διὰ τὸν καπνόν, ἐκ τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
429δευσιν καὶ ἐκ σωρείας ἄλλων φόρων ἄλλας τινὰς δεκάδας χι-
430λιάδων δραχμῶν, οὕτω δὲ τὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν φόρων, τοὺς
431ὁποίους εἰσφέρει ἡ ἐπαρχία Βάλτου, ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς
432250,000 ὡς ἔγγιστα δραχμάς. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ἐπὶ
433τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι δὲν ὀφείλονται παρ’ αὐτῆς παρὰ
434ὀλίγιστα. Ἐν τούτοις, ἐὰν προσθέσητε τὰς κατ’ ἔτος εἰσ-
435πράξεις, θὰ εὕρητε, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 15 αὐτῶν ἐτῶν
436ἔδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον 3,000,000 δραχμὰς καὶ πλέον, χω-
437ρὶς οὔτε διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, οὔτε διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, οὔτε
438διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας νὰ δοθῇ κυβερνητική
439τις συνδρομή. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, Κύριοι, δὲν
440εἶναι ἄλλο τι, παρὰ τὸ ἄθροισμα τῶν ἱδρώτων τῶν κατοίκων
441τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅπως αἱ
442ἐπαρχίαι μεθ’ ὅλης τῆς προθυμίας καὶ ἀγογγύστως προσφέ-
443ρουσι τοὺς φόρους των, δὲν πρέπει τάχα νὰ ἔχωσι καὶ αὐ-
444ταὶ τὴν ἀνάλογον συνδρομὴν παρ’ αὐτοῦ; Διατί, Κύριοι, αἱ
445Κυβερνήσεις, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν φόρων καὶ τῆς εἰσ-
446πράξεως αὐτῶν, νὰ βλέπωσι τὸ κάτοπτρον αὐτὸ τοῦ Προ-
447ϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν καλὴν ὄψιν, ὅταν δὲ πρόκηται διὰ τὰς
448δαπάνας, νὰ τὸ στρέφωσιν ἀντιθέτως; Τὸ ὀνομάζετε τοῦτο
449μητρικὴν πρόνοιαν;
450Ἐπὶ 15 ἔτη οὐδὲν ἐν Βάλτῳ σχολεῖον ἐγένετο, μολονό-
451τι εἰς τὸ Κράτος περὶ τὰ 150 μονοτάξια, διτάξια καὶ τρι-
452τάξια σχολεῖα ἐκτίσθησαν, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἐπισκευὴ ἔλαβε
453χώραν εἰς οὐδὲν δημοτικὸν σχολεῖον τῆς ἐπαρχίας μου. Καὶ
454ὅμως, ἂν ἐρευνήσητε, θὰ εὕρητε, ὅτι ἀπὸ τοὺς δήμους τῆς
455ἐπαρχίας αὐτῆς εἰσπράττονται δι’ ἐκπαιδευτικὰ τέλη περὶ
456τὰς 2,000 ἕως 3,000 δραχμαὶ ἐξ ἑκάστου. Ἐὰν ὁ νόμος
457ὥριζεν, ὅτι ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ πρέπει νὰ ἐξοδεύηται ὅ,τι
458ἐσοδεύεται ἐξ αὐτῆς δι’ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, βεβαίως ἡ
459ἐπαρχία Βάλτου θὰ εἶχεν ἀνεγείρει ἀπὸ τοῦ 1893 ἔτους 8
460ἕως 10 σχολεῖα.
461Ταῦτα λέγω ἤδη, καὶ δὲν τὰ εἶπον πρότερον, ἵνα ὦσι
462νωπὰ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ διαλείμματι τὸ μέχρι τῆς ἐπι-
463στροφῆς τῆς Βουλῆς πολλὰ δύναται νὰ διορθώσῃ, ἂν στρέψῃ
464τοὺς ὀφθαλμούς της καὶ πρὸς τὸν Βάλτον, ὅστις τόσον ἐτί-
465μησε τὸν πραγματικὸν ἀρχηγόν της ἀείμνηστον Τρικούπην
466κατὰ τὸ 1896, καὶ ἄλλα δύναται νὰ περιλάβῃ εἰς τὰ νομο-
467σχέδιά της κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον.
468Καὶ πρῶτον ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ
469τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Κατὰ τὸ 1865, ὅτε
470τὸ πρῶτον εἰσῆλθον εἰκοσιοκταετὴς εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὸν
471Βάλτον ὑπῆρχον 4 δημοτικὰ σχολεῖα· κατὰ τὸ 1867 ἔτος,
472Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὄντος τοῦ μακαρίτου Χ.
473Χριστοπούλου, ἐγένοντο 8, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔβλεπε
474μακρότερον τῶν μεταγενεστέρων Ὑπουργῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
475ἐκπαίδευσιν, καὶ κατενόει, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου ὑπῆρ-
476χον ἀκόμη ἄγρια τὰ ἤθη, καὶ ἡ φυγοδικία ἐβασίλευε, πᾶσα
477Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ συνιστᾷ δημοτικὰ σχολεῖα, διὰ νὰ
478ἐξημερώνῃ τὸν λαόν· κατὰ τὸ 1882, ὅτε ἐπανῆλθον πάλιν
479εἰς τὴν Βουλήν, ὡς Βουλευτὴς φίλος τοῦ Τρικούπη, ὁ ἀεί-
480μνηστος Λομβάρδος ηὔξησε τὰ σχολεῖα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλ-
481του εἰς 12. Ἔκτοτε, ἀντὶ προόδου, ὅτε πρὸ διετίας ἐπανῆλ-
482θον πάλιν εἰς τὴν Βουλήν, εὗρον εἰς τὸν Βάλτον ἓν ἑλληνι-
483κὸν σχολεῖον, ἓν δημοτικὸν διτάξιον, καὶ ἓν ἕτερον θηλέων,
484εἰς δὲ τὰ 30 λοιπὰ χωρία τοῦ Βάλτου δὲν ὑπῆρχον ἢ τρία
485μόνον δημοτικὰ σχολεῖα, τὸ ὅλον 5 καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν.
486Καὶ ὅμως ἡ ἐπαρχία Βάλτου ἐπλήρωνε τακτικῶς ἀπὸ τοῦ
4871893 τὰ ἐκπαιδευτικά της τέλη.
488Πολλάκις παρουσιάσθην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τὴν κατά-
489στασιν ταύτην καὶ διότι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων δημοδιδασκά-
490λων ὁ εἷς, ὁ τοῦ χωρίου Πατιοπούλου, συγκειμένου ἐκ 300
491οἰκογενειῶν, ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν, χάριν τῶν ἐκλογῶν, αὐτο-
492βούλως, καὶ οὐδέποτε ἐπανῆλθεν, ὁ δὲ ἕτερος, ὁ τῆς Λεπε-
493νοῦς, χωρίου ἐκ 250 οἰκογενειῶν, ἐπειδὴ ἦλθεν εἰς λόγους
494πρός τινα κάτοικον τοῦ χωρίου, ἔφυγεν ἐπίσης, χωρὶς ν’ ἀντι-
495κατασταθῇ. Ἀμφότεροι δὲ οἱ δημοδιδάσκαλοι οὗτοι, ἀντὶ
496νὰ τιμωρηθῶσι, διωρίσθησαν εἰς τὰ χωρία, ὅπου ἤθελον, ἐνῷ
497αἱ δύο κωμοπόλεις Πατιόπουλον καὶ Λεπενοῦ, πρωτεύου-
498σαι δήμων, ἔμειναν ἄνευ δημοδιδασκάλου, καὶ μόνον μετὰ
499τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Στάη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας,
500κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1900, κατωρθώθη νὰ εὑρεθῶσιν ὑπὸ
501τῆς ὑπηρεσίας καὶ διορισθῶσι 4 δημοδιδάσκαλοι· ὥστε τὸ
502ὅλον ἤδη ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου ἑπτὰ δημοδι-
503δάσκαλοι.
504Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόοδος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν
505Βάλτῳ, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει καὶ τὴν ἐν γένει πρόοδον, δι-
506ότι, ὅταν τοιαύτη ἦναι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἡ δημοτικὴ ἐκ-
507παίδευσις, βεβαίως ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν προο-
508δεύει, ἀλλ’ ὀπισθοδρομεῖ ἐν πολιτισμῷ.
509Ἕν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῆς ἐπαρχίας Βάλτου εἶναι
510καὶ τὸ τῆς Δουνίστης, ἡ ὁποία ἦτο πρωτεύουσα τοῦ δήμου
511Ἰδομένης ἕως προχθές, ἐπὶ 50 ἔτη, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς ἔτους με-
512τεφέρθη εἰς τὸ χωρίον Χαλκιόπουλον, ἄλλοτε πρωτεύουσαν
513τοῦ δήμου. Τὸ σχολεῖον τοῦτο, ἱδρυμένον ἀνέκαθεν, ἐξηκολού-
514θει νὰ μένῃ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου τοῦ 1897 καὶ ἐν-
515τεῦθεν ἄνευ διδασκάλου. Ἐπανειλημμένως ἐζήτησα ἀπὸ
516τοὺς Ὑπουργοὺς κ. κ. Εὐταξίαν καὶ Στάην νὰ ἀποστείλωσι
517δημοδιδάσκαλον, ἀλλ’ οἱ δημοδιδάσκαλοι παρ’ ἡμῖν κάμνουν
518ὅ,τι θέλουν, διότι ὑπάρχει κακὴ θέλησις παρ’ αὐτοῖς, καί,
519ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται νὰ μένουν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰ
520χωρία των, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πειθαρχίαν,
521διότι ἕκαστος προτιμᾷ τὸ χωρίον του, ἢ τὴν πρωτεύουσαν
522τῆς ἐπαρχίας, ὅπου εὑρίσκει περισσοτέρας διασκεδάσεις.
523Ἐστάθη ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ διδάσκαλος διὰ τὴν Δούνισταν,
524ὅτε ἐκ τοῦ ἰδίου χωρίου εἷς γραμματιστὴς ἐπέτυχεν εἰς τὰς
525ἐξετάσεις, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο ἐπί τινα χρόνον νὰ ἐκτελῇ
526καθήκοντα δημοδιδασκάλου· ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ γραμματιστοῦ
527διωρίσθη εἷς γραμματοδιδάσκαλος, ὁ δὲ γραμματιστὴς ἐστά-
528λη εἰς μικρότερον χωρίον. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παι-
529δείας εἰς τὴν δεινὴν κατ’ αὐτοῦ πάλην, τὴν πρό τινων ἡμε-
530ρῶν, κατώρθωσε νὰ διαβῇ ἄτρωτος τὸν Ρουβίκωνα, δὲν φέρω
531κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν παρακαλῶ νὰ
532λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου, καὶ ἀντικαταστήσῃ τὸν
533γραμματοδιδάσκαλον, τοῦ ὁποίου ὁ διορισμὸς δὲν ἦτο τόσῳ
534νόμιμος.
535Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τῶν προσόδων, τὰς ὁποίας προσφέ-
536ρει εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἐπαρχία Βάλτου, ἔχει καθῆκον νὰ
537συντρέξῃ τὸν τόπον, ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Συνι-
538στῶν δὲ ἰδιαιτέρως τοῦτο, ὁμολογῶ ἐπίσης, ὅτι ὅλαι αἱ
539ἐπαρχίαι αἱ μεθόριοι ἔχουσι πρὸ παντὸς ἀπόλυτον ἀνάγκην
540ἐκπαιδεύσεως. Εἰς τὰ μεγάλα κέντρα εὐκόλως εὑρίσκονται
541διδάσκαλοι καὶ καθηγηταί, διότι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτοῖς τοιοῦ-
542τοι εἰδικοὶ, καὶ ἂν δ’ ἔτι καταργηθῶσι δημόσια Γυμνάσια
543καὶ Σχολεῖα Ἑλληνικὰ, οἱ πολῖται ἔχουν τὰ μέσα, ἵνα συν-
544τηρῶσιν ἰδιωτικὰ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προ-
545στατεύσῃ τὸν Βάλτον, τὴν Καλαμπάκαν, τὰ Τζουμέρκα,
546τὴν Ἀκαρνανίαν κλπ., πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκπαί-
547δευσις ἐκεῖ; Ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὑπάρχει αὐτὴ ἡ
548ἀσύγγνωστος ἀμέλεια ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, θὰ ἐξακολου-
549θῶσι νὰ ὦσι τὰ ἤθη ἄγρια, καὶ νὰ δημιουργῶνται φυγόδικοι
550καὶ λησταί. Ἐὰν θέλητε νὰ σώσητε πράγματι τὴν Στε-
551ρεὰν πρὸ παντὸς ἐκ τῆς φυγοδικίας, πρέπει σπουδαίως καὶ
552συντόνως νὰ ἐνισχύσητε τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰς
553μεθορίους ἐπαρχίας.
554Μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔρχομαι εἰς τὸ τῆς δημοσίας ἀσφα-
555λείας. Εἶχον τὴν τιμὴν πέρυσι νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὸν κύριον
556Πρωθυπουργόν, ὅστις μετὰ μεγάλης ἁβρότητος μὲ ἤκουσε,
557καὶ παρεδέχθη ἐν γένει τὰς συστάσεις μου, ὡς πρὸς τὰ λη-
558πτέα μέτρα χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὀκτὼ ἕως δέκα
559φυγόδικοι ἐπεκράτουν τῶν ἐπαρχιῶν Τζουμέρκων, Ἄρτης,
560Βάλτου, Ἀκαρνανίας. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει
561μέτρα τινὰ, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐξησφάλιζον τὴν τάξιν. Πρῶ-
562τος ὁ κ. Καραπάνος συχνὰ παρεπονεῖτο, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρ-
563χίαν του οἱ φυγόδικοι ἐπίεζον τοὺς κατοίκους καὶ ἐλαφυρα-
564γώγουν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰ μέ-
565τρα, ἅτινα τῷ ὑπέδειξα, ἀπέστειλε τὰς δεούσας διαταγὰς
566πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν ἀνακριτὴν, διώρισε δὲ καὶ διοι-
567κητὴν τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος τὸν ταγματάρχην Οἰ-
568κονομόπουλον Δημήτριον, ἱκανὸν ἀξιωματικόν, καὶ κατωρ-
569θώθη μετ’ οὐ πολὺ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις. Ὁ κύριος Πρωθυ-
570πουργὸς ἔδωκε τότε μεγάλην συνδρομὴν εἰς τὴν ἐπαρχίαν,
571ἀλλ’ ἔμειναν ἀκόμη ἐκεῖ τρεῖς ἢ τέσσαρες ταραξίαι· ἐφ’ ὅσον
572δ’ οὗτοι μένουσι, χρησιμεύουσι πάντοτε εἰς τὸ νὰ συγκεν-
573τρῶνται περὶ αὐτοὺς τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Ἔπρεπε λοιπόν,
574τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐξα-
575κολουθήσουν ἐφαρμοζόμενα αὐστηρῶς, μέχρις οὗ ἐξαλειφθῇ
576τελείως τὸ κακόν.
577Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα πάντα καλῶς ὁπωσδήποτε ἐγένοντο,—
578δι’ ὃ καὶ ὀφείλω εὐχαριστίας εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν,
579—ταυτοχρόνως ἔλαβε χώραν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου στυγερὸν ἔγ-
580κλημα ἀπὸ αὐτὴν δυστυχῶς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς
581ἣν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἐξασφάλισις τῆς τάξεως. Εἷς ἀνθυπολο-
582χαγὸς, διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος εἰς τὸν
583δῆμον Θυάμου, ἐγνώρισε κόρην τινὰ τοῦ Βάτλου εὐειδῆ, ἀνή-
584κουσαν ὡς ψυχοκόρην εἰς μίαν τῶν πρώτων καὶ ἐντιμοτέρων
585οἰκογενειῶν τοῦ δήμου. Ἡ γνωριμία αὕτη ἀπέβη ὀδυνηρὰ
586διὰ τὴν νέαν, διότι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος, κακῶς ἐφαρμό-
587ζων τὸν πέρυσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον περὶ φυ-
588γοδίκων, σκοπίμως συμπεριέλαβε καὶ τὴν νέαν ταύτην με-
589ταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον στενὴν συγγένειαν πρὸς τοὺς
590φυγοδίκους, καὶ διέταξε τὴν μεταφορὰν αὐτῆς εἴς τινα οἰ-
591κίαν, ὁπόθεν ἐξαχθεῖσα αὕτη ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου,
592βιαίως ἀπώλεσε τὴν τιμήν της. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ἐγέ-
593νετο μήνυσις κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐνηργήθησαν ἀνα-
594κρίσεις ὑπὸ ἀνακριτοῦ, ἐξ ὧν ἀπεδείχθη ἡ φθορὰ τῆς τιμῆς
595τῆς νέας. Ταυτοχρόνως ὅμως, καὶ ἐνῷ ἐξηκολούθει ἔτι ἡ ἀνά-
596κρισις, διορίζεται ἀστυνόμος Κραβασαρᾶ, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως
597τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν συμβαινόντων, ὁ ἀδελ-
598φὸς τοῦ κατηγορουμένου ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἐπιδράσῃ εἰς τὰς
599ἀνακρίσεις· συγχρόνως δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
600νης, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως καὶ οὗτος διατελῶν τῶν καθέκαστα
601τῆς εἰρημένης πράξεως, διώριζεν εἰρηνοδίκην ἔν τινι δήμῳ
602τῆς ἐπαρχίας τὸν ἕτερον ἀδελφὸν τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλὰ,
603καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, τὰ στοιχεῖα τῆς περατωθείσης ἀνακρί-
604σεως ἦσαν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς τοῦ κατηγορουμένου ἀξιω-
605ματικοῦ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἐν τούτοις ὁ κ. Εἰσαγγε-
606λεὺς, ὑπακούσας, φαίνεται, εἰς διαταγὰς Βουλευτῶν ἐνδια-
607φερομένων, προέτεινε τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου
608ἀξιωματικοῦ· καὶ πράγματι ἀπηλλάγη προσωρινῶς ὁ ἀξιω-
609ματικὸς οὗτος· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐτοποθετήθη
610ἀντικρὺ τοῦ Βάλτου, διὰ νὰ ἀσκῇ τὴν ἐπιρροήν του.
611Πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
612γὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ
613Εἰσαγγελέως Μεσολογγίου τὴν δικογραφίαν τῆς ἐναντίον τοῦ
614εἰρημένου ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Εὐαγγέλου Κωτούλα
615κατηγορίας. Καὶ θ’ ἀπέλθῃ μὲν μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέ-
616ρας ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εὐθύτητα τοῦ
617κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι, ὅταν ἀναγνώσῃ τὰς καταθέσεις τῶν μαρ-
618τύρων, θὰ πεισθῇ ἐντελῶς περὶ τῆς πράξεως τοῦ κατηγο-
619ρουμένου ἀξιωματικοῦ, καὶ θὰ διατάξῃ τὴν περαιτέρω ἐνέρ-
620γειαν.
621Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
622Πρὸ 15 ἢ 20 ἡμερῶν, διαταγῇ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
623στρατοῦ, οἱ λόχοι τοῦ Ἀγρινίου καὶ Κραβασαρᾶ συνεκεντρώ-
624θησαν εἰς Ἄρταν. Τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, δυνάμει τῶν νόμων
625ΩΛΗʹ τοῦ 1880 καὶ ᾼΛΖ’ τοῦ 1882, ἐθεωρήθησαν ὡς τάγ-
626ματα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐτοποθετοῦντο κατὰ λόχους εἰς ἑκά-
627στην ἐπαρχίαν, ἵνα ἐπιβλέπουν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἑπο-
628μένως ἡ ἐν Ἄρτῃ συγκέντρωσις τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βάλτου
629καὶ Ἀγρινίου λόχων εἶναι βλαβερά. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι,
630ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ λόχος ἦτο εἰς Κραβασαρᾶν, μολονότι τὰ ¾ αὐ-
631τοῦ εὑρίσκοντο εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, οὐχ ἧττον οἱ
632ἀπομένοντες ὀλίγοι στρατιῶται ἦσαν ὁ φόβος τῶν λαθρεμπό-
633ρων· δυστυχῶς δὲ ὁ Κραβασαρᾶς ὑπῆρξε πάντοτε ἑστία τοῦ
634λαθρεμπορίου, οἱ δὲ 10 ἢ 15 ἀστυφύλακες τοῦ Κραβασαρᾶ
635δὲν δύνανται ν’ ἀποτρέψωσι τὸ λαθρεμπόριον. Ἔκτοτε, ἀφ’
636ἧς οἱ στρατιῶται ἀνεχώρησαν, τὸ λαθρεμπόριον ἐξαπλοῦται,
637εἰς δὲ τὸ Ἀγρίνιον μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ λόχου καὶ φό-
638νοι ἐγένοντο, καὶ ἐντὸς τοῦ Εἰρηνοδικείου εἰσῆλθον κακοποιὰ
639στοιχεῖα καὶ διήρπασαν καὶ ἔκαυσαν δικογραφίας. Οἱ ἀστυ-
640φύλακες μόνοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, οὐδ’ ἔχουσι τὴν ἀπαιτου-
641μένην ἐπιβλητικότητα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας ἀσφα-
642λείας καὶ τάξεως, ἐὰν δὲν συντρέχῃ καὶ ἡ στρατιωτικὴ δύνα-
643μις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβάλληται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
644Στρατιωτικῶν, ὅστις πέμπτην ἤδη φορὰν εἶναι Ὑπουργὸς,
645βεβαίως κάλλιστα γνωρίζει ταῦτα, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο τὸ μέ-
646τρον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως νὰ τὸ καταργήσῃ ἀμέσως. Ἀλλὰ,
647ὡς εἶπον, τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων ἀνήκουν εἰς τὴν ὑπη-
648ρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἑπομένως ἡ Γενικὴ Διοίκησις
649δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὸ εἰρημένον μέτρον ἄνευ τῆς γνώ-
650σεως τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν.
651Ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ 3ου τάγματος τῶν εὐζώνων ἠδύνατο νὰ
652γείνῃ ἄνευ ζημίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι οἱ λόχοι
653τοῦ Ἀγρινίου καὶ Βάλτου ἠδύναντο νὰ μετασταθμεύσωσι καθ’
654ἑξαμηνίαν, συναλλασσόμενοι πρὸς τοὺς τῆς Ἄρτης, χάριν
655τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον.
656Ἀνέκαθεν εἰς τὸν νομόν Μεσολογγίου, ὅστις εἶναι πολυτά-
657ραχος, ὡς ὁ στρατιωτικώτερος νομὸς τοῦ Κράτους, καθὼς καὶ
658εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης, ὑπῆρχον δύο τάγματα εὐζώνων, τὸ ἓν
659εἰς Ἄρταν, ἔχον ἀποσπάσματα μέχρι Καλαρρυτῶν, τὸ ὁποῖον
660ἐχρησίμευεν οὐ μόνον διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ
661καὶ διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ
662ἐκτελεῖται, τὸ δ’ ἕτερον εἰς Κραβασαρᾶν ἢ Ἀγρίνιον. Ὁ ἀεί-
663μνηστος Τρικούπης, ὁσάκις ἤρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν, πρῶτον
664αὐτοῦ μέλημα εἶχε τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας,
665καὶ χάριν αὐτῆς ἐκάλει τὸν ἔντιμον συνάδελφον Δουμπιώτην,
666καὶ τὸν ἔστελλεν εἰς τοὺς δύο νομοὺς Ἀκαρνανίας καὶ Ἄρ-
667της. Πάντες δ’ ἐκεῖ γνωρίζουσι τὸν ἔντιμον συνάδελφον, καὶ
668ὀμνύουσιν εἰς τὸ ὄνομά του διὰ τὰ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφα-
669λείας μέτρα αὐτοῦ καὶ τὴν ἀμερόληπτον διοίκησίν του.
670Ἔχω ἔτι νὰ προσθέσω τινὰ ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου σπου-
671δαιοτάτου, τοῦ ζητήματος τῶν δασῶν. Εἶναι λυπηρὸν, Κύ-
672ριοι, σήμερον, ὅτε ἡ πριγκήπισσα Σοφία ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς
673τῆς ἀναδασώσεως τῆς χώρας, καὶ οἱ παῖδες τῶν σχολείων
674φυτεύουσι δένδρα πέριξ τοῦ μνημείου τοῦ Φιλοπάππου καὶ
675ἀλλαχοῦ τῆς πρωτευούσης, εἶναι λυπηρὸν, εἰς ἄλλα μέρη τοῦ
676Κράτους νὰ γίννηται ἀποψίλωσις τῶν ὀρέων διὰ τῆς κατα-
677στροφῆς τῶν δασῶν. Ἀπὸ τοῦ 1883, ὅτε ἤρχισεν ἡ ἀνθρακο-
678ποιΐα ἐν Βάλτῳ, ἐξάγονται ἐκεῖθεν, κατὰ μέσον ὅρον, κάρ-
679βουνα πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων κατ’ ἔτος, ἐκτὸς
680τῆς σπουδαίας ὑλοτομίας χάριν οἰκοδομῆς· μετὰ τινα δὲ και-
681ρὸν δὲν θὰ μείνῃ οὔτε δενδράκι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου,
682διὰ νὰ σκιάζῃ τὸν διαβάτην. Εἰς τὸν νομὸν Εὐβοίας, ὅστις,
683ὡς πρὸς τὰ δάση, εἶναι ὁ πλουσιώτερος, οὐδέποτε ἐξήχθη-
684σαν κάρβουνα πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου ὀκάδων· φαντασθῆτε
685ὅθεν, ὁποία δυσαναλογία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο ἐπαρχιῶν.
686Σήμερον ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βάλτου Κραβασαρᾶν μέ-
687χρι γεφύρας Ποδογορᾶς, ἤτοι εἰς ἀπόστασιν τεσσάρων ὡρῶν,
688οὐδὲν ἄλλο γίνεται, παρὰ νὰ πίπτῃ ὁ πέλεκυς τῶν Βουλ-
689γαροφώνων ὑλοτόμων,—διότι οἱ ὑλοτόμοι οὗτοι δὲν εἶναι
690οὔτε κἄν ἐντόπιοι, εἶναι γκέκιδες καὶ Βουλγαρόφωνοι ἐκ Μα-
691κεδονίας, — οἵτινες ἔχουσι καὶ τὰς μεγαλειτέρας ὠφελείας,
692διότι αὐτοὶ λαμβάνουσι τὰ ⅔ τοῦ κέρδους, ἐνῷ τὸ Δημό-
693σιον καὶ οἱ ἐργολάβοι λαμβάνουσι μόνον τὸ ⅓. Εἶναι εὐερ-
694γέτημα τοῦ τόπου νὰ δοθῇ διαταγὴ, ὅπως παύσῃ τὸ τσε-
695κοῦρι καὶ ἡ βόσκησις ἐπὶ πενταετίαν, ἵνα ἀναφυῶσι τὰ δέν-
696δρα. Τὸ κατάφυτον ἄλλοτε καὶ ὑπερήφανον Μακρυνόρος, σή-
697μερον ἐντελῶς ἀπεψιλώθη, καὶ στολίζεται μόνον μὲ κου-
698μαρέας.
699Πρὶν ἢ τελειώσω τὸν λόγον, θεωρῶ καθῆκον νὰ εἴπω τινὰ
700καὶ περὶ κτιρίων δημοτικῶν σχολείων. Εἰς τὸν Βάλτον, κύ-
701ριε Ὑπουργὲ, δὲν ἔχομεν κτίρια σχολείων, οὔτε μονοταξίων,
702οὔτε διταξίων, οὔτε τριταξίων, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὰ ὑπάρχοντα
703ἐγένετο ἐπισκευή τις, καὶ διὰ τοῦτο ταῦτα εἶναι ἀληθεῖς
704τρῶγλαι· τὰ πλειότερα σχολεῖα εἶναι γραμματοδιδασκα-
705λεῖα, λειτουργοῦντα ἐντὸς τῶν ἐκκλησιῶν. Παρατηρῶ δὲ,
706ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἥκιστα ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των· οὐδεὶς
707αὐτῶν περιῆλθε τὴν ἐπαρχίαν, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχον
708τόσαι ἐπαισθηταὶ ἐλλείψεις. Διὰ τοῦτο ἤθελον εὐχηθῆ νὰ
709καταργηθῇ αὐτὸς ὁ θεσμὸς, ὅστις μόνον δαπάνας ἐπιφέρει,
710αἱ δὲ δι’ αὐτὸν δαπάναι νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς
711ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἂς λάβῃ τέ-
712λος πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν σχολείων τοῦ Βάλτου, ὡς ἔλαβε
713διὰ τὰ Κύθηρα.
714Ἡ Βουλγαρία, Κύριοι, καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ
715ὡς πρὸς ἄλλα, προηγεῖται ἡμῶν, διότι οὐ μόνον πολλαπλᾶ
716σχολεῖα συνέστησεν, ἀλλὰ καὶ ὁδοὺς κατεσκεύασε καὶ σιδη-
717ροδρόμους, καὶ ἑκατὸν ἑκατομμύρια ἐδαπάνησε διὰ τὸ πο-
718λεμικὸν ὑλικὸν αὐτῆς. Πρέπει ἡμεῖς, μετὰ 70 ἐτῶν ἐλεύθερον
719καὶ συνταγματικὸν βίον, νὰ ὦμεν κατώτεροι;
720Καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Τσιτσάρας, ὅστις
721ἀπέδειξε πολλάκις, ὅτι ἔχει μέλλον εἰς τὴν πολιτικὴν, ὡμί-
722λησε περὶ τῆς λυπηρᾶς καταστάσεως τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του
723συγκοινωνίας ἕνεκα ἐλλείψεως ὁδῶν καὶ γεφυρῶν. Κατὰ τὸ
7241883, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, κατεσκευάσθη μία γέ-
725φυρα ἐπὶ τοῦ Ἀχελώου, ἥτις συνέδεε τὸν Βάλτον μὲ τὸν δῆ-
726μον Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας, καὶ δι’ ἣν εἶχεν ὁρισθῆ δα-
727πάνη 40–50 χιλιάδων δραχμῶν· ἀλλ’ ὁ μηχανικὸς τοῦ νομοῦ
728ἔκαμε τόσον κακὴν ἐκτίμησιν τοῦ πλάτους, ὥστε, ὅτε μετέβη
729ἕτερος μηχανικὸς, ἠναγκάσθη νέον συμπληρωματικὸν προ-
730ϋπολογισμὸν νὰ φέρῃ, καὶ ἐξοδεύσῃ ἑτέρας 20 χιλιάδας δραχ-
731μάς· ἀλλὰ καὶ οὗτος κακῶς ὑπελόγισε τὸ ἀπαιτούμενον
732ὕψος τοῦ καταστρώματος τῆς γεφύρας καὶ τὴν σύστασιν τοῦ
733ἐδάφους διὰ τὴν θεμελίωσιν, διότι ἐπῆλθεν ἄγριος ὁ Ἀχε-
734λῷος, καὶ παρέσυρε τὸ κατάστρωμα τῆς γεφύρας καὶ μέρος
735τῶν ποδαρικῶν. Σήμερον δὲ πῶς, νομίζετε, διέρχονται τὸν
736ποταμόν; — ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας παρέλειψε νὰ τὸ ἀνα-
737φέρῃ· — ἔπηξαν δύο πασσάλους ἑκατέρωθεν τοῦ ποταμοῦ,
738τοὺς ὁποίους συνέδεσαν διὰ σχοινίου, καὶ δι’ ἑνὸς καλαθίου,
739κρεμαμένου καὶ συρομένου ἑκατέρωθεν, ἐκτελοῦσι τὴν συγ-
740κοινωνίαν ἄνωθεν τοῦ βαράθρου.
741Τὰ περὶ τῆς συγκοινωνίας Βάλτου εἶχον ἐκθέσει εἰς τὸν
742κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσῃ,
743καὶ γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ἔδωσε δὶς διαταγὰς εἰς τὸν νομο-
744μηχανικὸν νὰ μεταβῇ τὸ θέρος καὶ ὑποβάλῃ διάγραμμα καὶ
745προϋπολογισμὸν δαπάνης, ἀλλ’ ὁ μηχανικὸς οὗτος παρεθέ-
746ριζεν ἐνταῦθα, καὶ ἀφέθη ἡ τύχη τῶν γεφυρῶν καὶ τῶν κατοί-
747κων εἰς τὸν πανάγαθον Θεόν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς
748ἔπρεπε, πρὸς τιμωρίαν, καὶ τὸν μηχανικὸν αὐτὸν, καὶ ἄλ-
749λους τινὰς ὁμοίους, νὰ τοὺς ἀποστείλῃ νὰ διέλθωσι διὰ τῆς
750καλάθου τὸν Ἀχελῷον, ἵνα, ἐνθυμούμενοι τὸν τρόμον, ὃν
751ἤθελον ὑποστῆ, ἐπιμελῶνται κάλλιον τὰ δημόσια ἔργα.
752Ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ἔκρινα καθῆκον νὰ ἐκθέσω ἐνώ-
753πιον ὑμῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ αὐτὰ ὑπ’
754ὄψιν καὶ θὰ ἐνεργήσῃ συντόνως τὰ δέοντα πρὸς θεραπείαν τῶν
755κακῶς ἐχόντων.
756Περαίνων δὲ τὸν λόγον, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κύριον
757Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ τηλεγρα-
758φικῶς παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Μεσολογγίου τὴν δικογραφίαν
759τῆς κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Εὐαγγέλου Κωτούλα κατηγο-
760ρίας, καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται αὐτῷ.
761§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρό τινων ἡμε-
762ρῶν ὡμίλησα ἐν τῇ Βουλῇ περί τινος ὑποθέσεως, λαμβανού-
763σης χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἰδίᾳ ἐν
764τῇ ταμειακῇ τούτου ὑπηρεσίᾳ. Τότε δὲ, ἐξηγῶν πρὸς τὸν
765κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, ἵνα
766λάβῃ τὸν κόπον καὶ ἀνακοινώσῃ αὐτὰ πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
767γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγον, ὅτι ἐγὼ μὲν ἐξ ἰδίας ἀντιλή-
768ψεως οὐδὲν ἐδυνάμην νὰ γνωρίζω, αἱ πράξεις ὅμως, ἃς ἀνέ-
769φερα, κατηγγέλθησαν εἰς ἐμὲ παρὰ προσώπου, εἰς ὃ ἐδυνά-
770μην καὶ ὤφειλον νὰ ἔχω πᾶσαν ἐμπιστοσύνην. Εἶχον παρα-
771λείψει ὅμως τότε νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ πολλοὶ τῶν συμπο-
772λιτῶν μου ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἐκ Πειραιῶς, προσελθόντες εἰς τὴν
773οἰκίαν μου, διεμαρτύροντο κατὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς
774εἰδικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις
775ἐθεώρει αὐτοὺς ὡς παραβάντας τὸν νόμον, διότι δὲν ἔθηκαν
776δῆθεν χαρτόσημον ἐπὶ τῶν βιβλίων αὐτῶν, ἢ διότι δὲν ἔθη-
777καν δῆθεν τὸ ἀνάλογον χαρτόσημον, ἐνῷ αὐτοὶ, ὡς ἔλεγον,
778δὲν ἐθεώρουν ἑαυτοὺς ὑπαιτίους.
779Ἀλλ’ ἰδίᾳ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ τόσον εἶχον ἐξε-
780γερθῆ οἱ φορολογούμενοι οὗτοι κατὰ τῆς τοιαύτης τοῦ Ὑπουρ-
781γείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεργείας, ὅπερ, χωρὶς ποσῶς νὰ προ-
782καλέσῃ τὴν προσοχὴν τῶν φορολογουμένων διὰ τῶν συνήθων
783εἰδοποιήσεων, προέβαινεν εἰς τὴν καταδίκην αὐτῶν καὶ εἰς
784τὴν διὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀπόρριψιν τῶν ἐφέσεων,
785ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Τύπος δὲν ἀπηξίωσε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς
786τὴν δημοσιότητα· ἔγκριτον δὲ φύλλον τοῦ Πειραιῶς, ἡ «Σφαῖ-
787ρα», ἥτις ἀκολουθεῖ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τοῦ σεβαστοῦ ἐκ
788Γόρτυνος πολιτευτοῦ, φύλλον, ὅπερ ἰδιαζόντως διακρίνει τὸ
789ὕφος τὸ εὐπρεπὲς τοῦ λόγου καὶ ἡ ἀκρίβεια τῶν γραφομένων,
790προεκάλει ἰδίᾳ μάλιστα τοὺς Βουλευτὰς Ἀττικῆς, ὅπως φέ-
791ρωσι περὶ τούτου τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ (ἀναγινώσκει):
792«Εἰς χιλιάδας ἀριθμοῦνται οἱ ἐν Ἀθήναις παραβάται δῆ-
793»θεν τοῦ νόμου, καὶ εἰς ἑκατοντάδας ἀριθμοῦνται οἱ ἐν Πει-
794»ραιεῖ, εἰς χιλιάδας δὲ καὶ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὥστε, ἂν
795»ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ δῆθεν παραβάται τοῦ περὶ ἐμπορικῶν βι-
796»βλίων νόμου ἀνέρχονται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἰς 10,000,
797»καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ πρόστιμον εἶναι μόνον 150 δραχ-
798»μαὶ δι’ ἕκαστον, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ πληρώσωσιν οἱ πτωχοὶ
799»ἐπιτηδευματίαι, χωρὶς λόγον καὶ χωρὶς αἰτίαν, περὶ τὸ 1½
800»ἑκατομμύριον δραχμῶν!
801»Φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι Ἀθηνῶν καὶ
802»Πειραιῶς πρέπει νὰ μεριμνήσωσι, πρὸς ἀποφυγὴν μεγάλων
803»ζημιῶν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς ἀπο-
804»γυμνοῦνται διὰ τῶν παραλόγων προστίμων.»
805Ἀφ’ ἑνὸς μὲν, Κύριοι, ἄρα ἡ καταγγελία, ἣν ἀνεκοίνωσε
806πρὸς ἐμὲ ὁ συμπολίτης μου ἐκεῖνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ ἀθρόαι
807προσελεύσεις εἰς τὴν οἰκίαν μου πολλῶν τοιουτοτρόπως κατα-
808δικασθέντων κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἡ
809πρόκλησις, ἣν ὁ Τύπος ἀπηύθυνεν ἰδίᾳ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς
810Ἀττικῆς, μὲ φέρουσι πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐχὶ τόσον, ἵνα καταγ-
811γείλω πράξεις, ἃς ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως βεβαίως δὲν ἐδυ-
812νάμην, οὔτε δύναμαι νὰ γνωρίζω, ὅσον ἵνα προκαλέσω τὴν
813προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι τὰ καταγ-
814γελλόμενα ὦσιν ἀληθῆ. Καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ἀμέσως, ἀρχό-
815μενος καὶ τότε τοῦ λόγου, ἔλεγον, ὅτι δὲν ἀποτείνω ἐπερώτη-
816σιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μάλιστα, προσ-
817έθετον, καὶ οὐδόλως δύναται νὰ εὐθύνηται ἐπὶ ταῖς πράξεσι
818ταύταις, ἀλλὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἔλεγον τότε,
819ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τούτοις,
820καὶ ἵνα ἐξηγήσω διατί παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
821βερνήσεως νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ φάκελος, ὅστις
822καὶ προσεκομίσθη καὶ περιέχει στοιχεῖα πρὸς μελέτην τῆς
823ὑποθέσεως.
824Ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ ταῦτα, θέλω ἄρα ἀποφύγει νὰ ἐκφέρω
825γνώμην περὶ τῆς ὑποθέσεως, διότι δὲν ἐπιθυμῶ παντάπασι διὰ
826τῶν λόγων μου νὰ ἐπιδράσω ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τῆς εἰδικῆς
827τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσίας. Ἐπιθυμῶ λοι-
828πὸν μόνον νὰ ἀνακοινώσω, ἄνευ κρίσεων, τί προκύπτει ἐκ τοῦ
829φακέλου, ν’ ἀφήσω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
830κῶν, μέλλοντα νὰ πληροφορηθῇ τὰ τῆς ὑποθέσεως παρὰ τοῦ
831κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν οἱ ὑπάλ-
832ληλοι, περὶ ὧν πρόκειται, δύνανται νὰ διατελῶσιν ἐν τῇ ὑπη-
833ρεσίᾳ, ἂν εἶναι ἀνάγκη περαιτέρω ἐρεύνης ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουρ-
834γοῦ, καὶ τέλος πάντων ἀφίνω βεβαίως εἰς αὐτὸν (διότι ἐγὼ
835οὐδεμίαν δύναμαι νὰ ἔχω ἁρμοδιότητα) ἵνα κρίνῃ περὶ τῶν
836ἀποφάσεων, ἃς θέλει λάβει.
837Ἐπειδὴ δὲ δὲν σκοπῶ διὰ μακρῶν νὰ ἀγορεύσω περὶ τοῦ
838θέματος τούτου, καὶ ἵνα ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτε-
839ρος, παρακαλῶ νὰ καταβάλητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ
840σημειώματος τούτου, ὅπερ εἶναι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουρ-
841γείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξηγμένον ἐκ τοῦ φακέλου (ἀνα-
842γινώσκει):
843«Ὁ Ἰωάννης Παναγᾶκος, ἀντιγράψας ἀνεξαιρέτως τὰ
844»ὀνόματα τῶν ἐν ταῖς κυριωτέραις ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν ἐμπό-
845»ρων καὶ ἐπιτηδευματιῶν, κατήγγειλε διὰ μὲν τῆς ἀπὸ 15
846»Σεπτεμβρίου 1898 αἰτήσεώς του 894 ἐκ τούτων, διὰ δὲ
847»τῆς ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1898 ἑτέρας αἰτήσεώς του ἑξή-
848»κοντα, ὡς μὴ τηροῦντας τὰ ἐμπορικά των βιβλία σεσημα-
849»σμένα, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Τὸ Ὑ-
850»πουργεῖον, μὴ ἐπιθυμοῦν, ὅπως ἀνεξετάσῃ δι’ ἐπιθεωρή-
851»σεων τὴν ἐμπορικὴν ἀγορὰν Ἀθηνῶν, καὶ σκεπτόμενον νὰ
852»προβῇ βαθμηδὸν εἰς ἐπιθεώρησιν, δὲν ἐνήργησεν ἀμέσως
853»τὴν ἐπιθεώρησιν. Ὁ Ἰωάν. Παναγᾶκος τότε ἐπέδωκε τὴν
854»ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου 1898 αἴτησιν θεραπείας, δι’ ἧς ἠξίου
855»νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον αὐτῷ δραχμὰς τριακοσίας
856»χιλιάδας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἰδοποίησε
857»τοὺς ἐμπόρους, ὅτι θὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις, καὶ θὰ ἐλάμβα-
858»νον καιρὸν νὰ σημάνωσι τὰ βιβλία των...»
859§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ ζη-
860τήσω μίαν πληροφορίαν;
861§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
862§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀντιγράφας ἐκ τίνος;
863§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγει τὸ σημείωμα· ἀλλ’ ὑποθέτω, ἀντι-
864γράψας ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ὑπηρεσίας.
865§26ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Εἶχε δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὁ Παναγᾶκος;
866§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γινώσκω. Τώρα ἔχει ὑπηρεσίαν ἐν τῇ
867Βουλῇ, διότι ἴσως εἶναι ἄγνωστον τὸ γενόμενον, ἐὰν τοῦτο
868ἀποτελῇ πρᾶξιν ἀξιόποινον, ἢ ἀξιόμεμπτον. Εἶναι κλητὴρ
869τῆς Βουλῆς.
870Ὥστε ἡ βάσις τῆς αἰτήσεως θεραπείας εἶναι ἡ οὕτω πως
871διατυπουμένη ἐν τῷ σημειώματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
872νομικῶν. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων):
873«Μὴ ἀρκεσθεὶς δὲ εἰς τοῦτο, ἐζήτησε καὶ τὴν παρέμβασιν
874τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς»! (αἴσθη-
875σις). «Τὸ Ὑπουργεῖον τότε διέταξεν (ἐξακολουθεῖ τὸ σημείω-
876»μα) διὰ τῆς ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1898 διαταγῆς του τὸν
877»οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Ἀρ. Παναγιωτίδην νὰ ἐνεργή-
878»σῃ ἐπιθεώρησιν· οὗτος δ’ ἤρξατο τῆς ἐπιθεωρήσεως ἀμέσως,
879»καὶ ἐξηκολούθησεν αὐτὴν ἐφ’ ὅσον ἐπέτρεπε καὶ ἡ ἐν τῷ
880»Ὑπουργείῳ ὑπηρεσία του καὶ ἠδύνατο ν’ ἀνεύρῃ τοὺς κατα-
881»μηνυθέντας ἐμπόρους καὶ ἐπιτηδευματίας, συντάξας ἀρκετὰ
882»πρωτόκολλα μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1899, ὁπότε ἐπῆλθεν ὁ
883»νόμος ͵ΒΧΑΔʹ περὶ ἐπιθεωρήσεων τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρε-
884»σιῶν, καὶ διέκοψε τὴν ὑπηρεσίαν του, ὡς τοποθετηθεὶς ἐκ-
885»τὸς τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ βραδύτερον, ἀνατεθείσης αὐτῷ τῆς
886»διευθύνσεως τοῦ τμήματος τῆς Στατιστικῆς, ἐξηκολούθησε
887»τὴν ἐπιθεώρησιν, ἐνεργῶν ἀνεξαιρέτως τοιαύτην εἰς πάντα
888»τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα...»
889§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσους μῆνας εἰργάσθη ὁ ἐπι-
890θεωρητής;
891§29ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1898 μέχρις Αὐγούστου
8921899, ὡς ἠκούσατε. (Ἐξακολουθεῖ):
893«Τὸ Ὑπουργεῖον, σκεπτόμενον, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀνακαλυπτο-
894»μένων συνεπείᾳ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης παραβάσεων, ὡς
895»ἐνεργουμένων γενικῶς τῶν ἐξελέγξεων ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρη-
896»τοῦ καὶ ὄχι συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως τοῦ Ἰω. Παναγάκου,
897»δὲν ἐδικαιοῦτο οὗτος εἰς τὴν ἀπολαυὴν ἀμοιβῆς, δὲν παρήγ-
898»γειλε τὸν ταμίαν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἵνα συμπερι-
899»λάβῃ αὐτὸν εἰς τὰς ἐκδιδομένας ἀποφάσεις, ὡς δικαιούμενον
900»εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου· ἕνεκα δὲ τούτου ἐκοινοποίη-
901»σεν οὗτος νέαν αἴτησιν, ἀξιῶν, ἵνα περιλαμβάνηται ἐν
902»αὐταῖς, ἥτις ὅμως δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε δεκτή.»
903Ἐνταῦθα λήγει ἡ ἀφήγησις τῆς ὑποθέσεως ἐκ τοῦ σημειώ-
904ματος, καὶ ἕπεται πίναξ τῶν προσαγομένων ἐγγράφων.
905Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ ἀκούσητε καὶ τὸν πί-
906νακα, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶ ἐγὼ, εἰμὴ ὀλίγας λέξεις νὰ προσ-
907θέσω, διότι ἄλλως ὁ πίναξ τῶν προσκομιζομένων ἐγγράφων
908εἶναί τι χαρακτηριστικὸν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, καὶ δύναται
909σπουδαίως νὰ ὁδηγήσῃ τὴν ἔρευναν, ἣν θέλει ἐνεργήσει ὁ κ.
910Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «1) Φάκελος ὑπὸ
911»στοιχεῖον Α, περιέχων τέσσαρας μηνύσεις τοῦ Ἰω. Πανα-
912»γάκου, τὰς ὑπ’ ἀριθ. 87745, 90481 τῆς 19 Ὀκτωβρίου
913»1898 καὶ 126234 τῆς 9 Ἰανουαρίου 1899 διαταγὰς πρὸς
914»τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 97614 τῆς 20
915»Ὀκτωβρίου 1898 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν Δι-
916»εθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ τὴν ἀπὸ 23 Σεπτεμ-
917»βρίου 1898 αἴτησιν θεραπείας τοῦ Ἰω. Παναγάκου. 2) Φά-
918»κελος ὑπὸ στοιχεῖον Β, μετὰ 40 διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου
919»πρὸς τὸν ταμίαν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου διὰ τὴν ἔκδοσιν
920»ἀποφάσεων κατὰ τῶν ἐμπόρων, καθ’ ὧν συνετάχθησαν ὑπὸ
921»τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρω-
922»τόκολλα. 3) Φάκελος ὑπὸ στοιχεῖον Γ, περιέχων τρεῖς ὀνο-
923»μαστικοὺς πίνακας: αʹ) τῶν ἐμπόρων, καθ’ ὧν ἐπεβλήθησαν
924»πρόστιμα, καὶ τῶν ἐμπόρων, οἵτινες ἀπηλλάγησαν τοῦ προσ-
925»τίμου δι’ ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· βʹ) τῶν ἐμ-
926»πόρων, καθ’ ὧν δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις, διότι τὰ βιβλία αὐ-
927»τῶν εὑρέθησαν σεσημασμένα· γʹ) τῶν ἐμπόρων, οἵτινες, κατα-
928»δικασθέντες, ἐχρεώθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν εἰσπράξεων,
929»καὶ ἐπλήρωσαν ἢ μὴ τὸ ἐπιβληθὲν αὐτοῖς πρόστιμον, μετὰ
930»τῆς σημειώσεως, εἰς τίνα ἐκ τούτων ἀνεγνωρίσθη δι-
931»καιοῦχος ὁ Παναγᾶκος».
932Ὥστε ὁ Παναγᾶκος ἀνεγνωρίσθη δικαιοῦχος. Ὑπάρχει δὲ
933καὶ σημείωμα, εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται μέχρι τοῦδε ἡ ἐκ-
934καθάρισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Παναγάκου. Ἀναβαίνει εἰς
9353,141 δραχμὰς καὶ 10 λεπτά.
936Τὸ σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου ἐξακολουθεῖ οὕτω: «4) Φά-
937»κελος ὑπὸ στοιχεῖον Δ, περιέχων τὰ ἑξῆς, κοινοποιηθέντα
938»εἰς τὸν ταμίαν τῶν ἐπαρχιακῶν ἐξόδων Ἀττικῆς, δικόγραφα
939»ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν μηνυτὴν Ἰω. Πα-
940»ναγᾶκον πρόστιμα: αʹ) τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1783 τοῦ ἔτους
941»1900 ἐκχωρητήριον συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθη-
942»νῶν Κ. Κυριαζῆ, δι’ οὗ ὁ Ἰω. Παναγᾶκος ἐξεχώρησε πρὸς
943»τὸν Εὐάγγελον Παπαχρηστόπουλον, δικηγόρον ἐν Ἀθή-
944»ναις, τὰ ⅔ ἐκ τῶν προσδοκωμένων δικαιωμάτων του ἐκ τῶν
945»ἐπιβληθησομένων εἰς τοὺς ἐμπόρους προστίμων, ἤτοι δραχ-
946»μὰς 20,000.»
947Ὁ Ἰω. Παναγᾶκος, ὡς παρατηρεῖτε ἐκ τοῦ σημειώματος,
948ἐκχωρεῖ εἰς τὸν Εὐάγγελον Παπαχρηστόπουλον, δικηγόρον
949ἐν Ἀθήναις, ἀδελφὸν δὲ τοῦ ἐν τῷ ταμειακῷ τμήματι τοῦ
950Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐργαζομένου Παπαχρηστο-
951πούλου, τὰ ⅔ τῶν τοιούτων δικαιωμάτων αὐτοῦ, δηλ. πολὺ
952περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελε λάβει ὁ Παναγᾶκος.
953Καὶ τὸ σημείωμα ἐξακολουθεῖ: «βʹ) τὸ ἀπὸ 9 Ἰουνίου
954»1900 κατασχετήριον τοῦ Ἰωάννου Κυπρίου»,—ἑτέρου, ση-
955»μειώσατε καλῶς, ὑπαλλήλου ἐν τῷ ταμειακῷ τμήματι τοῦ
956Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, γαμβροῦ ἐπὶ θυγατρὶ τοῦ
957Ἰω. Παναγάκου, — «καὶ τὴν σχετικὴν ἀγωγήν, δι’ οὗ, ἔχων
958»οὗτος λαμβάνειν διὰ συναλλαγματικῆς δραχ. 9000, κατέ-
959»σχεν εἰς χεῖρας τοῦ ταμίου τῶν ἐπαρχιακῶν πληρωμῶν ἐκ
960»τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν Ἰω. Παναγᾶκον προστίμων τῶν ἐμ-
961»πόρων δραχμὰς χιλίας ὀκτακοσίας ὀγδοήκοντα πέντε καὶ
962»λεπ. 80· καὶ γʹ) τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1782 ἐκχωρητήριον συμβόλαιον
963»τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Κ. Κυριαζῆ, δι’ οὗ ὁ Ἰωάν.
964»Παναγᾶκος ἐξεχώρησε πρὸς τὸν Ἰω. Κύπριον δρ. 942 καὶ
965»λεπ. 90, ἃς ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν ἐκ προστίμων τῶν ἐμ-
966»πόρων ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν ἐπαρχιακῶν πληρωμῶν Ἀττι-
967»κῆς, καὶ παρῃτήθη ὁ Κύπριος τοῦ κοινοποιηθέντος κατα-
968»σχετηρίου. 5) Φάκελος ὑπὸ στοιχεῖον Ε, περιέχων τὴν
969»ὑπ’ ἀριθ. 2276 τῆς 9 Ἰανουαρίου 1897 ἐγκύκλιον διατα-
970»γὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ἐκοινοποιήθη
971»πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ὅτι ὁ Ἰωάννης Πα-
972»ναγᾶκος ἀπεβλήθη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κλητῆρος τοῦ Ὑπουρ-
973»γείου δι’ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου ὑπη-
974»ρέτου πρᾶξιν.— Ὁ ἐκδοχεὺς τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου Εὐάγ-
975»γελος Παπαχρηστόπουλος διατελεῖ δικηγόρος ἐν Ἀθή-
976»ναις, καὶ ἔχει ἀδελφὸν τὸν ἐν τῷ ταμειακῷ τμήματι τοῦ Ὑ-
977»πουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διωρισμένον ὑπουργικὸν γραμ-
978»ματέα βʹ τάξεως Ἀθανάσιον Παπαχρηστόπουλον, ὁ δὲ ἐπι-
979»βαλὼν κατάσχεσιν Ἰωάννης Κύπριος διατελεῖ ταμιακὸς λογι-
980»στὴς ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι, καὶ τυγχάνει γαμβρὸς ἐπὶ θυγα-
981»τρὶ τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου.— Ἡ αἴτησις θεραπείας τοῦ
982»Ἰωάννου Παναγάκου δὲν ἐθεωρήθη ἀξία σπουδαιότητος;
983»1) διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἀμέσως διέταξε τὴν ἐπιθεώρησιν,
984»καὶ δὲν ἠδύνατο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη ἐπὶ
985»χιλίων περίπου ἐμπορικῶν καταστημάτων, τῶν ὁποίων, αἱ
986»διευθύνσεις κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεγράφοντο ἐν ταῖς μηνύσε-
987»σιν ἐσφαλμένως· 2) διότι ἡ ἐπιθεώρησις δὲν ἤθελε περιο-
988»ρισθῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἂν κατ’ αὐτὴν ὑπῆρχον τὰ ἐμπορικὰ
989»βιβλία σεσημασμένα, ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸ αὐτῆς, μετὰ τὸν νό-
990»μον ͵ΒΡΙΒʹ τοῦ 1892, ἐτηροῦντο ταῦτα: 3) διότι ὁ Ι. Πα-
991»ναγάκος ἠδύνατο νὰ δικαιωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου,
992»μόνον ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἀποδοθῆ αὐτῷ δι’ ἀποφάσεως τοῦ
993»Νομικοῦ Συμβουλίου, ἢ τοῦ ταμίου τοῦ σφραγιστοῦ χάρ-
994»του, ἂν αἱ ἀποφάσεις τούτου ἀπέμενον ὁριστικαὶ, καὶ 4)
995»διότι ἡ ἐπιθεώρησις εἶναι μέτρον διοικητικὸν, ἐκ τῆς παρα-
996»λείψεως τοῦ ὁποίου δὲν δύνανται νὰ πηγάσωσιν ἰδιωτικὰ
997»συμφέροντα.»
998Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκθεσις, ἢ τὸ σημείωμα, ὅπερ εἶχε τὴν κα-
999λωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ μετὰ
1000τοῦ σχετικοῦ φακέλου.
1001Χωρὶς νὰ φέρω κρίσεις περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως,
1002παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν
1003αἴτησιν τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1900
1004ἔτους πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ἥτις λέ-
1005γει: «... πολλοὶ δὲ τῶν καταγγελθέντων κατεδικάσθησαν,
1006»καὶ πληρώσαντες τὰ ἐπιβληθέντα πρόστιμα, ἔλαβον καὶ
1007»ἐγὼ τὰ ἡμίση, καθὸ μηνυτὴς κλπ.»
1008Ἐπακολουθεῖ ἐν τῷ φακέλῳ ὑπὸ στοιχ. Α ἔγγραφον ἐπι-
1009σημειωτικὸν τοῦ τμηματάρχου τοῦ ταμειακοῦ τμήματος, τῆς
101015 Ἰουλίου 1900 ἔτους, ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπ’ ἀριθ.
101164289, πρὸς τὴν Γενικὴν Ἐπιθεώρησιν τῶν Οἰκονομικῶν
1012ὑπηρεσιῶν, ἵνα, ὁσάκις ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς «ἐνερ-
1013»γεῖ ἐπιθεώρησιν τῶν βιβλίων ἐμπόρων συνεπείᾳ μηνύσεως
1014»τοῦ Ἰω. Παναγάκου, μνημονεύῃ τούτου εἰς τὰ συν-
1015»τασσόμενα πρωτόκολλα, πρὸς ὁδηγίαν τοῦ ἐκδώσοντος τὰς
1016»ἀποφάσεις ταμίου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου.»
1017Τώρα, πῶς φρονοῦσιν ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι ὁ Ἰω. Παναγάκος δὲν
1018ἔχει δικαίωμα, καὶ πῶς ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήμα-
1019τος παραγγέλλει νὰ μνημονεύηται ὁ Ἰωάννης Παναγάκος
1020πρὸς ὁδηγίαν τοῦ ταμίου, ὡς πιστωτής;...
1021§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίας ὑπογραφῆς εἶναι;
1022§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὑπογραφὴ εἶναι ὀλίγον γριφώδης... Ἀλλὰ
1023καὶ ὑπὸ ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,
1024τῆς 24 Ἰουλίου 1900 ἔτους, τοῦ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπολό-
1025γων τῆς περιφερείας Κυκλάδων οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ,
1026προσωρινῶς διευθύνοντος τὸ γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, κ.
1027Παναγιωτίδου, ἐν περιθωρίῳ, ὑπάρχει διαταγὴ τοῦ Ὑπουρ-
1028γοῦ τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1900 ἔτους, ἥτις φέρει, λέγω, τὴν
1029ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τὰ ἑξῆς: «Διαβιβάζεται
1030»μεθ’ ὅλων τῶν συνημμένων πρὸς τὸν ταμίαν τοῦ σφραγι-
1031»στοῦ χάρτου, παραγγελλόμενον, ἵνα ἐν ταῖς ὑπ’ αὐτοῦ ἐκ-
1032»διδομέναις ἀποφάσεσι κατὰ ἐμπόρων Ἀθηνῶν, καθ’ ὧν συν-
1033»έταξε πρωτόκολλα ἐπιθεωρήσεως ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεω-
1034»ρητὴς κ. Α. Παναγιωτίδης, περιλαμβάνῃ ὡς δικαιού-
1035»μενον εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου τὸν Ἰωάννην
1036»Παναγᾶκον, ὁσάκις ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις βεβαιοῦται,
1037»ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων τῶν καθ’ ὧν
1038»ταῦτα ἐμπόρων ἐγένετο συνεπείᾳ μηνύσεως τούτου.»
1039Πῶς λοιπὸν τώρα ἡ ὑπηρεσία νομίζει καὶ ἐπιμένει, ὡς
1040ἠκούσατε, ἐν τῷ σημειώματι, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ Πανα-
1041γᾶκος εἰς τὸ ἥμισυ, ἀφοῦ εἶναι διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ
1042τοῦ ἐναντίου; Ἐκεῖνο, ὅπερ βλέπω ἐν τῷ φακέλῳ, ἐκεῖνο
1043ἀναφέρω. Οὐδεμίαν κρίσιν ἀναλαμβάνω νὰ ἐκφέρω ἐπὶ τῆς
1044ὑποθέσεως. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἀνέφερα, εἶναι ἄξια
1045βεβαίως νὰ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ἂν δὲ ὑποθέ-
1046σωμεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
1047μικῶν τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1900 ἔτους δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκ-
1048δοθῇ, ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐν-
1049τελῶς ἔξω πάσης κατηγορίας· πιθανὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ ὑπέ-
1050βαλεν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην
1051διαταγήν. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ζητήματα, ἅτινα ἐγὼ οὐδεμίαν
1052ἔχω ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσω, καθόσον δὲν ἐπαγγέλλομαι
1053ἐδῶ τώρα τὸν κατήγορον. Ἐγὼ ἐκεῖνο, ὅπερ ἠθέλησα νὰ
1054βεβαιώσω, καὶ νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἐβεβαίωσα, εἶναι, ὅτι
1055ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει βεβαίως νὰ προκαλέσῃ τὴν προσο-
1056χὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Περὶ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν
1057εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀντίθετος γνώμη.
1058Ἐδῶ, Κύριοι, ἐν φακέλλῳ Γʹ, ὑπάρχει πίναξ, ὅστις ἀνα-
1059φέρει τῇ 24 Ἰανουαρίου 1901 ἔτους τὰ ποσά, ἅτινα ἀνεγνω-
1060ρίσθη ὁ Ἰωάννης Παναγᾶκος, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ.
1061Ἐκεῖνο, ὅπερ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκαλέσῃ ἐπὶ τοῦ
1062προκειμένου ἐπίσης τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1063νομικῶν, εἶναι τὸ ἐκχωρητήριον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἰωάν-
1064νου Παναγάκου πρὸς τὸν δικηγόρον Εὐάγγελον Παπαχρη-
1065στόπουλον, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ὀλίγας
1066ἐκ τούτου γραμμὰς (ἀναγινώσκει): «Ἰωάννης Παναγᾶκος,
1067»κλητὴρ τῆς Βουλῆς, Εὐάγγελος Παπαχρηστόπουλος, δικη-
1068»γόρος. Ἀριθμὸς 1783, τῆς 22 Ἰουνίου 1900. Συμβολαιο-
1069»γράφος Ἀθηνῶν Κ. Κυριαζῆς ...... καὶ ἀνερχομένου τοῦ
1070»ἡμίσεος τούτου ποσοῦ τῶν προστίμων δραχμὰς 30,000,
1071»κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του, οὓς καὶ ὁ ἕτερος τῶν συμ-
1072»βαλλομένων Εὐάγγελος Παπαχρηστόπουλος εὑρίσκει ἀλη-
1073»θεῖς καὶ πραγματικούς». Ὥστε, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Πα-
1074ναγάκου τῇ 22 Ἰουνίου 1900 ἔτους, τὸ ποσόν, ὅπερ αὐτὸς
1075ἠξίου μέχρι τότε, εἶναι 30,000 δραχμαί. «Ἐκχωρεῖ λοιπόν,
1076»ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸς τὸν Εὐάγγελον Παπαχρηστό-
1077»πουλον τὰ δύο τρίτα, ἤτοι δραχμὰς εἴκοσι χιλιάδας,
1078»ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ, ὅπερ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ, ὡς ὡμολόγη-
1079»σεν, ὁ Ἰωάν. Παναγᾶκος κλπ.»
1080Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα κατὰ τὰς
1081ἡμέρας ταύτας, ἀφ’ ἧς ἐγὼ ἐποιησάμην τὰς ἀνακοινώσεις ταύ-
1082τας εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ μέρους ἐνδιαφερομένων προσώπων,
1083ὅτι τουτέστιν ὁ Παναγᾶκος ἐξεχώρησε πρὸς τὸν Παπαχρη-
1084στόπουλον, τὸν δικηγόρον, λόγῳ δικηγορικῆς ἀμοιβῆς, τὸ ἀνω-
1085τέρω ποσόν, δὲν ἀποδεικνύονται ἐκ τοῦ συμβολαίου ἀκριβῆ,
1086διότι ῥητῶς λέγει τὸ συμβόλαιον, ὅτι ὁ Παπαχρηστόπουλος
1087ἐμέτρησε τὰ χρήματα πρὸς τὸν Παναγᾶκον.
1088§32ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προπληρωτέα μάλιστα.
1089§33ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος,
1090εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστήσω ὑμῖν γνωστὸν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ.
10911782 τῆς 22 Ἰουνίου 1900 ἔτους μεταξὺ τοῦ αὐτοῦ Ἰωάν-
1092νου Παναγάκου καὶ τοῦ Ἰωάννου Κυπρίου, λογιστοῦ τοῦ Ὑ-
1093πουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ γαμβροῦ αὐτοῦ ἐπὶ θυγατρί,
1094κατοίκων Ἀθηνῶν, συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθη-
1095νῶν Κ. Κυριαζῆ. Εἶναι μία συμβιβαστικὴ πρᾶξις μεταξὺ πεν-
1096θεροῦ καὶ γαμβροῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἰωάν. Παναγᾶκος
1097»δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν πληρωμῶν τῶν
1098»ἐπαρχιακῶν ἐξόδων Ἀττικῆς δραχμὰς 1885 καὶ λεπ. 80,
1099»λόγῳ ἀμοιβῆς του ὡς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς προστίμων ἐπὶ παρα-
1100»βάσει φορολογικῶν νόμων κλπ., οἰκειοθελῶς καὶ εὐχαρίστως
1101»ἐκχωρεῖ καὶ μεταβιβάζει τὸ ½ τῶν ἀπαιτήσεών του τού-
1102»των πρὸς τὸν Ἰωάν. Κύπριον κλπ, ὅστις θὰ λάβῃ ταύτας
1103»ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐφ’ ὅσον εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς
1104»ἀνωτέρω ὀφειλέτας κλπ.»...
1105§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν ἡ ἀπαίτησις Κυπρίου κατὰ
1106Παναγάκου;
1107§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως... «Ὁ Ἰωάννης Κύπριος, ἀποδεχό-
1108μενος κλπ., παραιτεῖται τῆς 9 ἀπὸ Ἰουνίου ἐ.ἔ. κατασχέσεως
1109ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω δραχ. 1885 καὶ λεπ. 80 εἰς χεῖρας τοῦ
1110ταμίου τῶν πληρωμῶν ἐπαρχιακῶν ἐξόδων Ἀττικῆς καὶ
1111τῆς ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν ἀγωγῆς του ἐνώπιον τῶν
1112ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν κλπ.»
1113Τώρα ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον περὶ τῆς αἰ-
1114τίας τῆς ἀπαιτήσεως. Ἡ ἀπαίτησις εἶναι ἐκ συναλλαγμα-
1115τικῆς, ἡ ἀπαίτησις δηλαδὴ τοῦ Κυπρίου κατὰ τοῦ πενθε-
1116ροῦ αὐτοῦ Παναγάκου. Τώρα τί καλύπτει ἡ συναλλαγμα-
1117τικὴ αὕτη, βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξε-
1118τάσωμεν. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
1119μικῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σειρὰν ὅλων τῶν παρ’ ἐμοῦ
1120ἐκτεθέντων, μελετῶσα τὸν φάκελον τοῦτον, ζητοῦσα πολ-
1121λαχόθεν πληροφορίας, θέλει σχηματίσει τήν τε νομικὴν καὶ
1122τὴν πραγματικὴν αὐτῆς πεποίθησιν περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑπο-
1123θέσεως. Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφέρω γνώμην.
1124Ἂν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
1125κονομικῶν, βεβαίως ἤθελον ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑπο-
1126θέσεως ταύτης ἀμέσως. Καὶ ἂν μὲν τυχὸν ἐκαλύπτοντο ὑπὸ
1127ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις ἀντικείμενα, δυνάμενα νὰ ἐπισύρωσι
1128καὶ τὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ μέτρα
1129τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἤθελε δι’
1130ἐμοῦ προβῆ εἰς τὰ δέοντα. Ἂν ὅμως, ὡς ἤθελον εὐχηθῆ, ἀπε-
1131δεικνύετο, ὅτι ταῦτα πάντα ἦσαν ἐκ τῶν συνήθως συμβαι-
1132νόντων, τότε καὶ ἐγὼ ἤθελον συντελέσει, ἵνα οἱ ἄνθρωποι αὐ-
1133τοὶ λευκότεροι καὶ τῆς περιστερᾶς καταδειχθῶσι.
1134Κύριε Πρόεδρε, παραδίδω ὑμῖν αὐτὸν τὸν φάκελον. Ἀλλ’
1135ἐπειδὴ ἀνέγνωσα κείμενα περιεχόμενα ἐν αὐτῷ, καὶ σκοπῶ
1136νὰ δημοσιεύσω ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, παρακαλῶ νὰ
1137κρατηθῇ ὁ φάκελος ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐν τῷ Γραφείῳ,
1138ὅπως λάβω ἀντίγραφα τῶν ἀποσπασμάτων καὶ συμπληρώσω
1139τὴν ἀγόρευσίν μου.
1140§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς
1141τὸ πρῶτον ὡμίλησε περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐνόμισα, ὅτι
1142εἶχον καθῆκον, ἵνα ἀμέσως ζητήσω, ὅπως ὁ φάκελος τῆς ὑπο-
1143θέσεως ταύτης προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν αὐθημερόν. Τὸν φά-
1144κελον τοῦτον, πρὶν ἢ μελετήσω αὐτὸν, κατέθηκα εἰς τὴν Βου-
1145λὴν, ὅπως τὸν μελετήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ ἀφήγησις τοῦ κ.
1146Βουλευτοῦ μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει νὰ προ-
1147καλέσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
1148Οἰκονομικῶν, διότι ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βου-
1149λευτής, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν μεγίστην, ὅτι ὁ Παναγάκος
1150οὗτος ἀντέγραψε κατάλογον ἐπιτηδευματιῶν. Τὸ πρῶτον ζή-
1151τημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι, ἂν ὁ νόμος χορηγεῖ τὸ δι-
1152καίωμα εἰς οἱονδήποτε ἰδιώτην νὰ ἀντιγράφῃ ἐκ τοῦ κατα-
1153λόγου ὀνόματα ἐπιτηδευματιῶν, καὶ νὰ καταγγέλλῃ αὐ-
1154τοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν τάξει, ὡς
1155πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶ-
1156τον γεγονός, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκαλέσῃ σύν-
1157τονον τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1158κῶν, ὅταν μάλιστα συνδυάσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο μὲ τὰ ἄλλα,
1159ἅτινα ἀνέφερεν ὁ κύριος Βουλευτής.
1160Νομίζων, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶ-
1161ναι σήμερον πρόωρος, θ’ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
1162θέλω μορφώσει — λαμβάνων βεβαίως ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ λεχθέντα
1163παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ — ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων, εἰς
1164τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς
1165ὃν ἀπόκειται νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ πληροφορίαι,
1166ἃς θέλει ἀρυσθῆ ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων, ἐπιβάλλουσιν·
1167εἰς τὴν Βουλὴν δ’ ἀπόκειται κατόπιν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν μέ-
1168τρων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει.
1169§37Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐξ ὅλων τῶν λεχθέντων, κύριε Πρόεδρε, νο-
1170μίζω ὅτι, ἀνεξαρτήτως βεβαίως τῆς ἐξετάσεως τῆς προκει-
1171μένης ὑποθέσεως, δίδεται ἀφορμὴ εἰς μίαν ἄλλην ἐνέργειαν,
1172τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργόν. Βεβαίως
1173ὁ νόμος, ὁ ὑπάρχων καὶ παραχωρῶν μέρος τοῦ προστίμου εἰς
1174τοὺς καταγγείλαντας, ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: Ὅστις καταγ-
1175γείλῃ μετὰ τὴν γενομένην ἐπιθεώρησιν τῶν βιβλίων τῶν ἐπι-
1176τηδευματιῶν, ἢ τῶν ἐμπόρων, ἐκεῖνον τὸν ἐπιτηδευματίαν,
1177ἢ τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἀποκρύψῃ τὰ βι-
1178βλία του κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, λαμβάνει μέρος τοῦ προσ-
1179τίμου· ἄλλως θὰ συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρω-
1180θυπουργός, νὰ προσέρχηταί τις καὶ παραδίδῃ ἕνα γενικὸν
1181κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, παραβατῶν τοῦ νόμου καὶ
1182μὴ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ζητῇ μέρος τοῦ προστίμου, δηλαδὴ
1183τὸ ἥμισυ. Ἑπομένως, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω, ἐὰν γίνεται ἡ γε-
1184νικὴ ἐπιθεώρησις εἰς ὅλας τὰς πόλεις τὰς ἐμπορικὰς, καὶ ἂν
1185ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἵνα προλάβωμεν
1186τὰ περαιτέρω σκάνδαλα καὶ τὰς περαιτέρω συζητήσεις, διὰ
1187τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω τί δύνανται τὰ Δικαστήρια ν’ ἀπο-
1188φανθῶσι, φρονῶ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς ἑρμηνευτικοῦ νό-
1189μου, ἵνα προλάβωμεν πολλὰς δολιότητας ἐκ μέρους τῶν ἀν-
1190θρώπων τοῦ εἴδους ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ.
1191Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
1192§38ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. συν-
1193άδελφος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔφερεν εἰς φῶς εἶναι καλὰ
1194καὶ ἅγια. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρὸ πάντων φοβοῦ-
1195μαι, εἶναι, μήπως ἡμέραν τινὰ ἐξυπνήσωμεν καὶ ἴδωμεν, ὅτι
1196ὁ Παναγᾶκος εὑρέθη κάτοχος τῶν 300,000 δραχμῶν, τὰς
1197ὁποίας ζητεῖ, ὅπερ οὐδόλως δύσκολον, ὅταν γνωρίζωμεν πῶς
1198ἐπιτυγχάνουσιν οἱ ἐπιτήδειοι. Εἶναι ἁπλούστατον. Ὁ Πανα-
1199γᾶκος ἔχει φίλον ἢ συγγενῆ ὑπάλληλον τοῦ Ταμειακοῦ τμή-
1200ματος· ἡ αἴτησις θεραπείας τοῦ Παναγάκου, κατ’ ἀτυχῆ σύμ-
1201πτωσιν, παραπίπτει εἰς ἕτερον φάκελον, καὶ δὲν ὑποπίπτει
1202εἰς τὰ ὄμματα τοῦ νομικοῦ συμβούλου, τούτου δ’ ἕνεκα οὐδε-
1203μία ἐνέργεια γίνεται κατ’ αὐτῆς. Οὕτω δὲ μίαν ἡμέραν ἐξυ-
1204πνοῦμεν καὶ βλέπομεν τὸν Παναγᾶκον κάτοχον τῶν 300
1205χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσῃ ὁ ἀτυχὴς φορο-
1206λογούμενος λαός.
1207§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Λιμπρίτης, Ἀρ. Ἀνα-
1208γνωστόπουλος, Μιχ. Στελλάκης, Δ. Τερτίπης καὶ Μιχ. Λαμ-
1209πρυνίδης ὑποβάλλουσιν ἀπὸ κοινοῦ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νο-
1210μοσχεδίου «περὶ συντάξεως τραυματιῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξη-
1211ρᾶς». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
1212(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 258).
1213Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Θ. Λιμπρίτης ὑποβάλλει τὴν
1214ἑξῆς σύστασιν:
1215«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ με-
1216ριμνήσῃ, ὅπως τὸ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων νταλιάνι, ὅπερ
1217ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Μάτι χρησιμεύει εἰς τὴν κοινότητα Κου-
1218ταβίου τοῦ δήμου Τυρνάβου διὰ τὴν χρῆσιν τῶν κτηνῶν τῆς
1219κοινότητος, μὴ παραβλάπτηται ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφό-
1220ρου Λαρίσης, ὅστις, παριδὼν τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος,
1221διέταξε τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ.»
1222§40Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1223§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἅμα ὡς ἔλαβον γνῶ-
1224σιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διέταξα ἀμέσως διοικητικὴν ἀνά-
1225κρισιν. Ἔστειλα ἤδη ἐπιθεωρητήν, ὅπως ἐξετάσῃ ὅλα τὰ
1226καταγγελλόμενα κατὰ τοῦ νομομηχανικοῦ, καὶ συνεπείᾳ τῆς
1227ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἐπιθεωρητής, θέλομεν
1228προβῆ κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, καὶ θὰ παραπέμ-
1229ψωμεν τὸν νομομηχανικὸν ἐνώπιον τοῦ τμήματος τῶν δημο-
1230σίων ἔργων.
1231§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομομηχανικός;
1232§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Σαδούκας.
1233Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ
1234Ὑπουργείου εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι κατηγγέλθη-
1235σαν, ὑπῆρξε νομιμωτάτη.
1236§44Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ἔχω παράπονον· εἶμαι μάλιστα λίαν
1237εὐχαριστημένος.
1238§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περιμένω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρί-
1239σεως, ἵνα προβῶ μετὰ μεγίστης αὐστηρότητος.
1240§46ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πολὺς ἐγένετο ἀπό τινος λόγος
1241περὶ τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν δήμων τρί-
1242της τάξεως, καὶ κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐκ Κυνουρίας κ. συναδέλ-
1243φου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατέθεσε
1244σημείωμα, δεικνῦον τὰ παραδοθέντα διδακτήρια τῶν δήμων
1245δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως, καὶ τὰ διδακτήρια δευτέρας καὶ
1246τρίτης τάξεως, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ κατασκευὴν, ἢ τῶν
1247ὁποίων ἐνεκρίθη ἡ κατασκευή. Ἐν τῷ καταλόγῳ αὐτῷ τῶν
1248δήμων τρίτης καὶ δευτέρας τάξεως οὐδὲν εὑρίσκω διδακτή-
1249ριον εἰς τὸν δῆμον Ἐπιδαυρίων τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας,—
1250ἔχοντα δύο κώμας καὶ τέσσαρα δημοτικὰ σχολεῖα, δύο θη-
1251λέων καὶ δύο ἀρρένων, — καίτοι εἶναι δῆμος αὐτὸς τρίτης τά-
1252ξεως, διότι ἔχει 1777 κατοίκους, κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπο-
1253γραφήν. Τοῦτο μοὶ προξενεῖ πολλὴν ἀπορίαν, διότι ἀνεξαρ-
1254τήτως τοῦ ὅτι ὁ δῆμος αὐτὸς, κατὰ τὸν νόμον, ἔχει δικαίωμα,
1255ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ λόγοι ἱστορικοὶ, οἵτινες ὤφειλον νὰ κά-
1256μωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐ-
1257τοῦ, ὅπως ἐκ τῶν διδακτηρίων τὰ πρῶτα ὦσι τὰ τοῦ δήμου
1258Ἐπιδαυρίων, διότι οὐδεὶς, πιστεύω, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀ-
1259γνοεῖ, ὅτι εἰς τὴν Νέαν Ἐπίδαυρον συνῆλθεν ἡ πρώτη Ἐθνικὴ
1260Συνέλευσις, ἡ κηρύξασα ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος τὴν
1261ἐλευθερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἴσως τις ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ
1262ὅμως, διότι δὲν συνέπεσε νὰ μάθῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη
1263εὐγνωμονοῦσα ἐψήφισε ψήφισμα, δι’ οὗ ἐκήρυξε τὴν κώμην
1264τῆς Νέας Ἐπιδαύρου πόλιν, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ, ἐκφράζουσα
1265οἱονεὶ τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς, ἡ Συνέλευσις κατέστησε τὴν
1266Ἐπίδαυρον ἀσύδοτον, καὶ συνέστησε τοῦτο εἰς τὰς Κυβερνή-
1267σεις τῆς Ἑλλάδος. Παρὰ πάντα ταῦτα, δὲν βλέπω οὔτε εἰς τὴν
1268πρώτην, οὔτε εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἐὰν ἐγένετο κἀνὲν
1269τῶν διδακτηρίων τοῦ δήμου τούτου. Παρὰ τινος συναδέλφου
1270μανθάνω, ὅτι ἐγένοντο σχεδιαγράμματα, καὶ ὅτι ταῦτα μέ-
1271νουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν
1272τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, πάλιν φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέ-
1273πει νὰ διατάξῃ τὴν ταχίστην κατασκευὴν, διότι, ὡς φαίνε-
1274ται ἐκ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ, δεκάδες πολλαὶ διδακτηρίων
1275δήμων δευτέρας τάξεως ἐγένοντο, δῆμος δὲ τρίτης τάξεως,
1276τοιαύτης ὅμως ἱστορικῆς ἀξίας, μένει ἄνευ διδακτηρίων.
1277Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
1278θὰ λάβῃ περὶ τούτου πρόνοιαν, καὶ θὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ
1279γείνωσι τὰ διδακτήρια.
1280§47ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν χθεσινὴν ἔγγρα-
1281φον σύστασίν μου, τὴν διαβιβασθεῖσαν διὰ τοῦ Προεδρείου
1282πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
1283μοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, τὴν ἀφορῶσαν τὰ διδα-
1284κτήρια δήμων τινῶν τῆς Κυνουρίας. Λέγω τινῶν, διότι παρα-
1285δόξως ἡ μέριμνα τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὴν Κυνουρίαν δὲν
1286ἐπεκτείνεται εἰς τοὺς ὀρεινοὺς αὐτῆς δήμους, τοὺς κατ’ ἐξο-
1287χὴν ἔχοντας ἀνάγκην διδακτηρίων. Ἄρχομαι, ὡς ἐν τῇ ἐγ-
1288γράφῳ συστάσει μου, ἀπὸ τοῦ σχολείου Ἁγίου Πέτρου, οὐ
1289μόνον διότι πρόκειται περὶ τριταξίου, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ὅλως
1290προσωπικοῦ μου λόγου, διότι εἰς αὐτὸ κατὰ τοὺς παιδικούς
1291μου χρόνους ἐμαθήτευσα. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ κτίριον, περιλαμ-
1292βάνον καὶ τὸ τῶν ἀρρένων καὶ τὸ τῶν θηλέων σχολεῖον, οὐχὶ
1293δημόσιον, ἀλλ’ ἀνεγηγερμένον δαπάναις τοῦ δήμου καὶ τῶν
1294κατοίκων, εὐπρεπὲς καὶ πληροῦν ὅλους τοὺς γνωστοὺς κατὰ
1295τὸν χρόνον τῆς ἐγέρσεώς του σχολικοὺς ὅρους, καὶ, δύναμαι
1296νὰ εἴπω, τέλειον καθ’ ὅλα. Τοῦτο, ὡς γνωστὸν, πρὸ μηνῶν
1297ἀπετεφρώθη, καὶ οἱ μαθηταί, ἄρρενες καὶ θήλεις, μιᾶς πό-
1298λεως, ἀριθμούσης ὑπὲρ τὰς 4 χιλιάδας κατοίκων, ἐν ᾗ τὸ
1299ψῦχος τοῦ χειμῶνος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δριμὺ, ὡς εὑρισκομένη
1300ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Πάρνωνος, διαχειμάζουσι διδασκόμενοι, ὡς
1301βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει, ἄνευ διδακτηρίου. Εἰς τὸ
1302χωρίον τοῦ αὐτοῦ δήμου Πάρνωνος, τὰ Βούρβουρα, περὶ ὧν
1303τοσάκις ἔλαβον τὸν λόγον, προκειμένου περὶ τῶν ὁρίων των,
1304ὑπάρχει ἓν κτίριον, χρησιμεῦον ὡς διδακτήριον, καὶ τοῦτο,
1305ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀνέγερ-
1306σιν νέου, εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ διατάξῃ νὰ κατεδαφισθῇ,
1307διότι, ὡς ἔχει, ἀποτελούμενον μόνον ἀπὸ τοὺς τέσσαρας τοί-
1308χους καὶ λιμνάζον, — ἀκούετε, κύριε Ὑπουργέ; — λιμνάζον,
1309διότι καὶ ἀπὸ τῶν τοίχων, ἐκτισμένων ἐντὸς τοῦ ἐδάφους,
1310ἕνεκα τῆς πολλῆς αὐτοῦ κλίσεως, καὶ ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἀνα-
1311βλύζουσιν ὕδατα, χρησιμεύει μόνον εἰς τὸ νὰ ὑπονομεύῃ καὶ
1312τῶν παίδων καὶ τοῦ διδασκάλου τὴν ὑγείαν.
1313Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν δῆμον Τανίας ἡ κατάστασις δὲν εἶναι
1314ὀλιγώτερον οἰκτρά. Τὸ σχολεῖον τοῦ Ἁγίου Νικολάου, δι-
1315τάξιον, εὑρίσκεται ἔν τινι ἡμιυπογείῳ, ἐν κτιρίῳ παλαιοτά-
1316τῳ, ἐφ’ οὗ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ᾠκοδομήθη δεύτερον πά-
1317τωμα, χρησιμεῦον ὡς Εἰρηνοδικεῖον καὶ ὡς Δημαρχεῖον· ἀνή-
1318λιον, χωρὶς ταβάνιον, ὑπὸ τὸν θόρυβον τῶν διαδίκων καὶ τῶν
1319ἄλλων κατοίκων, τῶν προσερχομένων εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον
1320καὶ τὸ Δημαρχεῖον, ἄνευ ὑελοπινάκων, ἀπειλεῖ καὶ ἄλλον
1321σοβαρώτατον κίνδυνον, τὸν τῆς καταπτώσεως, διότι ἐκ τοῦ
1322τελευταίου σεισμοῦ μία τῶν πλευρῶν αὐτοῦ κατέστη ἑτοι-
1323μόρροπος, οἱ δὲ δημοτικοὶ πόροι δὲν ἐπέτρεψαν τὴν κατε-
1324δάφισιν καὶ ἀνέγερσιν αὐτῆς.
1325Τὸ τοῦ Μεσορραχίου, ἐκτισμένον προχείρως ὑπὸ τῶν κα-
1326τοίκων δι’ ἐράνων, ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν πλευρῶν, διότι ἡ
1327μία κατέπεσε, καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ
1328τὴν διακοπὴν τῶν μαθημάτων, ἐπανελήφθησαν δὲ ταῦτα
1329ὅτε εὑρέθη νὰ ἐνοικιασθῇ ὡς διδακτήριον ἓν πρώην κρεοπω-
1330λεῖον! Ἐκεῖ ἐγίνετο ἡ διδασκαλία ἐπὶ 3–4 ἔτη, ἕως ὅτου
1331ὁ νέος ἐπιθεωρητὴς κατώρθωσε νὰ εὕρῃ ἄλλο οἴκημα, καὶ
1332νὰ τὸ ἐνοικιάσῃ ὡς σχολεῖον, εὐπρεπέστερον τοῦ πρώτου,
1333διότι εἶναι πρώην παντοπωλεῖον, ὅπου ἤδη γίνεται ἡ δι-
1334δασκαλία.
1335Διὰ τὰ σχολεῖα Μπερνορῆ καὶ Μασκλαίνης ἀρκεῖ νὰ ἀνα-
1336φέρω, ὅτι εἰσὶ λασπόκτιστα τετράτοιχα, ἄνευ πατώματος,
1337ἄνευ ταβανίου, ἄνευ ὑελοπινάκων, ἅπαντι ἀνέμῳ καὶ πάσῃ
1338χιόνι ἀναπεπταμένα.
1339Τέλος ὡς πρὸς τὸν δῆμον Δολιανῶν...
1340§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε καὶ τῶν Δολιανῶν ὁ δῆ-
1341μος, ὅστις εἶναι δῆμος τρίτης τάξεως, δὲν ἔχει σχολεῖον!
1342§49ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν δῆμον Δολιανῶν, αἱ πληροφο-
1343ρίαι τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ δημόσια διδα-
1344κτήρια, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ δῆμος Δολιανῶν ἔχει διπλῆν
1345κατοικίαν· δύο ἕδρας, καὶ συνεπῶς δύο σχολεῖα. Αἱ πλη-
1346ροφορίαι τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐαρινὴν ἕδραν·
1347ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει δημόσιον διδακτήριον, ἀλλὰ μό-
1348νον τὸ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Τσιροπούλου,
1349καὶ τοῦτο παλαιὸν ἤδη καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν νέον τύπον. Ἐν
1350τῇ χειμερινῇ ὅμως ἕδρᾳ, ἔνθα διαμένουσιν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ
1351τοὺς ὀκτὼ μῆνας, δὲν ὑπάρχει διδακτήριον, καὶ ἐκεῖ ἐπεί-
1352γει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνεγέρσεως τοιούτου. Παρακαλῶ ἑπομέ-
1353νως τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ σπεύσῃ
1354εἰς τὴν διακήρυξιν δημοπρασίας εἰδικῶς περὶ τούτου, ἀφοῦ
1355μάλιστα πρόκειται περὶ σχολείου δήμου τρίτης τάξεως. Ἐν
1356γένει δὲ θεωρῶ ἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς τὴν ἀνέγερσιν διδα-
1357κτηρίων εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους τῆς Κυνουρίας, καὶ διότι
1358δὲν ὑπάρχουσιν ἐν αὐτοῖς τοιαῦτα, τὰ δὲ ὑπάρχοντά εἰσιν
1359οἷα τὰ περιέγραψα, καὶ διότι τὸ κλῖμα ἐκεῖ καὶ τὸ δριμὺ
1360ψῦχος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐκ τοῦ προχείρου ἐξοικονόμησιν
1361τῶν σχολικῶν ἀναγκῶν, ἐν συνόλῳ δὲ διότι δὲν πρέπει νὰ
1362γείνωσι προτιμήσεις. Ἐφρόντισα νὰ γείνωσιν οἱ προϋπολογι-
1363σμοὶ τῶν σχολείων τούτων, καὶ ἐνέκρινε καὶ ὑπέβαλε τούτους
1364τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
1365γείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργησε τὴν δέουσαν ἐπεξεργασίαν
1366ἐπ’ αὐτῶν, ὥστε δὲν ἀπομένει, εἰμὴ ἡ διακήρυξις τῆς δη-
1367μοπρασίας, καὶ ταύτην συνιστῶ ταχεῖαν.
1368§50ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
1369σεως). Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησιν τοῦ κ.
1370Βουλευτοῦ, ὡς λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προφορικὰς αὐτοῦ
1371παραστάσεις, καὶ λίαν εὐχαρίστως θέλω φροντίσει πρὸς ἐκ-
1372πλήρωσιν αὐτῶν.
1373§51Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
1374τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχει
1375μελέτη περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύλου μέχρι Μεσσήνης,
1376ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν
1377διετάχθη νὰ γείνῃ, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ μελέτη
1378αὕτη. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἡ ἑνοῦσα ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν
1379Πυλίας μετὰ τῶν Καλαμῶν καὶ ἄλλων μερῶν, ἐννοεῖται δὲ
1380ποίαν σημασίαν καὶ σπουδαιότητα ἔχει. Θὰ παρακαλέσω τὸν
1381κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πράξῃ ὅ,τι δύναται,
1382διότι ἡ ὁδὸς αὕτη εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκεται, ὥστε
1383κυριολεκτικῶς πνίγονται οἱ ἄνθρωποι. Νομίζω, ὅτι εἶναι
1384ἀνάξιον ἔθνους πεπολιτισμένου νὰ πνίγωνται ἄνθρωποι, ἠναγ-
1385κασμένοι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἡ ἀνάγκη
1386τῆς συγκοινωνίας εἶναι μεγάλη, διότι καθ’ ἑκάστην μετα-
1387βαίνουσιν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ Δικαστήρια. Δυστυχῶς, ὅσον
1388ἀφορᾷ τὴν συγκοινωνίαν, μερικαὶ ἐπαρχίαι εἶναι προνομιοῦ-
1389χοι, διότι περὶ αὐτῶν λαμβάνεται πᾶσα πρόνοια, ἐνῷ δι’ ἄλ-
1390λας δὲν γίνεται τίποτε. Νομίζω δ’ ὅτι τὰ περὶ τοῦ ζητή-
1391ματος τούτου δέον νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου, διότι, ὡς εἶδον,
1392καὶ πλεῖστοι ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων ἔχουσιν ὅμοια
1393παράπονα.
1394Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1395Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ συναδέλφου του κυρίου
1396Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,
1397τί γίνονται τὰ περιώνυμα συνεργεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπανει-
1398λημμένως ἐψηφίσαμεν νόμους καὶ τελευταῖον τὰ ἀνεβιβάσα-
1399μεν ἀπὸ 7 εἰς διπλάσιον ἀριθμόν. Τουλάχιστον ἐν τῇ ἐπαρ-
1400χίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, δὲν ἐγνώ-
1401σθη ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχουσι τοιαῦτα συνεργεῖα. Ἡ ἀνάγκη
1402εἶναι μεγίστη, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν
1403καὶ ἐν ἄλλῃ Συνόδῳ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
1404Βουλήν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν,
1405ὅτι καὶ ἡ ἐπαρχία Πυλίας ὑπάρχει εἰς τὸν χάρτην τῆς Ἑλ-
1406λάδος. Εἶναι δὲ εἴπερ ποτὲ ἀνάγκη νὰ ἐργασθῶσι τὰ συν-
1407εργεῖα καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ, διότι οἱ κάτοικοι αὐ-
1408τῆς, πρὸς οὓς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας φέρονται καταπιεστι-
1409κῶς, οὐδὲν χρεωστοῦσιν εἰς τὸ Ταμεῖον. Ἐν τούτοις τὰ παρα-
1410χωρητήρια δὲν ἔχουσι καθαρισθῆ καὶ δι’ αὐτούς, πολλάκις
1411δ’ ἕνεκα τούτου, συρόμενοι εἰς τὰς φυλακάς, ἀναγκάζονται
1412νὰ πληρώνωσι ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν ὀφείλουσιν. Ἡ ἐργασία
1413τῶν συνεργείων θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ
1414λαοῦ. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1415κονομικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ διατάξῃ τὰ πρὸς τοῦτο καὶ
1416ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πυλίας.
1417§52ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συν-
1418επείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ φέρῃ πλη-
1419ροφορίας, πόσαι δαπάναι τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδο-
1420ποιΐας ἐγένοντο ἐκ τοῦ Ταμείου αὐτῶν, καὶ πόσαι τοιαῦται
1421ἐγένοντο ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὑπενθυμίζω
1422εἰς αὐτὸν τὴν ὑπόσχεσίν του ταύτην.
1423§53Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας
1424τοῦ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
1425τῶν Ἐσωτερικῶν—δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν λαμ-
1426βάνω ἀφορμὴν νὰ τὸν παρακαλέσω,—νὰ καταθέσῃ σημείω-
1427μα, ἐν ᾧ νὰ ἐμφαίνηται, πόσα χρήματα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ
1428Ταμείῳ τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας διὰ τοὺς
1429δήμους τοὺς ὀρεινοὺς τῆς ἐπαρχίας μου, τοὺς δήμους Τρικ-
1430κάλων, Φενεοῦ, Πελλήνης καὶ Στυμφαλίας, διότι ἐπὶ τούτων
1431ἤθελον ἀναλυτικώτερον ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν, καθόσον ὑπάρ-
1432χει μεγάλη ἔλλειψις συγκοινωνίας διὰ τοὺς δήμους τούτους,
1433μεγάλως δὲ ζημιοῦνται οἱ κάτοικοι ἐκ τῆς ἐλλείψεως συγ-
1434κοινωνίας, ἡ ἀνάπτυξις δὲ τῆς συγκοινωνίας εἰς τὰ ἀπόκεν-
1435τρα ἐκεῖνα μέρη θέλει δώσει νέαν ὤθησιν καὶ ἀνάπτυξιν εἰς
1436τὴν γεωργίαν τῶν μερῶν ἐκείνων.
1437§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προέκειτο νὰ λάβω τὸν λόγον περὶ
1438τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
1439τιωτικῶν ἐξ ἀφορμῆς τῆς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν γενομένης ἐπε-
1440ρωτήσεως διὰ τὸ ζήτημα τοῦ μεράρχου τῆς ἐν Μεσολογγίῳ
1441Μεραρχίας. Ὁμολογῶ, ὅτι διστάζω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζή-
1442τησιν, φοβούμενος μήπως παρακωλύσω τὰς ἐργασίας τῆς Κυ-
1443βερνήσεως, τὰς τοσοῦτον ἐπειγούσας κατὰ ταύτας τὰς ἡμέ-
1444ρας. Εἶναι ζήτημα, ὅπερ δυσκόλως δύναται νὰ λυθῇ κατὰ
1445τὴν ἑσπέραν ταύτην, μὴ ἐπιθυμῶν δὲ νὰ παρακωλύσω τὴν
1446ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, ἣν ἐπισπεύδει ἡ Κυβέρνησις, δηλῶ, ὅτι
1447ἀναβάλλω τὴν συζήτησιν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ κινήσω αὐ-
1448τὴν εἰς πρώτην περίστασιν. Ἴσως δὲ θὰ ἦναι ἀνάγκη ἐν τῷ
1449μεταξὺ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θελήσῃ νὰ
1450καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
1451του γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
1452§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δὲν λαμβάνετε τὸν λόγον
1453καὶ τώρα;
1454§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σημεῖα
1455δεικνύοντα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι
1456βέβαιος, ὅτι αἱ ἐργασίαι θὰ παραταθῶσι μέχρι τῆς Τετάρτης,
1457διότι βλέπω, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
1458εἶναι καὶ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων
1459Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἥτις ἀπαιτεῖ μακρὰν συ-
1460ζήτησιν· ἐκτὸς δὲ τούτου βλέπω, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ αἱ
1461σωματικαί μου δυνάμεις πρὸς συζήτησιν τόσον μακράν.
1462§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἔχητε σκοπὸν νὰ θέσητε
1463πρότασιν, τότε παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε τὴν ἡμέραν.
1464§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς γείνῃ ἡ συζήτη-
1465σις αὕτη τὴν Τρίτην.
1466§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προτιμῶ νὰ γείνῃ τὴν Δευτέραν, καὶ ταύ-
1467την ὁρίζω ὡς ἡμέραν συζητήσεως.
1468§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ.
1469Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπερώτησιν, ἣν ἐγγράφως ὑπέ-
1470βαλον προχθές. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχον φέρει οὐχὶ
1471ἅπαξ τὸν λόγον κατά τε τὴν προπαρελθοῦσαν καὶ τὴν πα-
1472ρελθοῦσαν Σύνοδον. Πρόκειται περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ὑπὸ
1473τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου παρὰ τὰς Ἠπειρωτικὰς ἀκτὰς βυ-
1474θισθέντος ἑλληνικοῦ πλοίου τοῦ συμπολίτου μου πλοιάρχου
1475κυρίου Μιχαὴλ Βλαχοπούλου. Ἡ ὑπόθεσις ἦλθε πλειστάκις
1476εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι
1477ἀληθὲς, ὅτι, ὁσάκις ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, ἔσπευσε
1478νὰ μοὶ δώσῃ τοιαύτας, δι’ ὃ καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Ὀφείλω
1479δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ πᾶσαν κατέβαλε προσπάθειαν πρὸς
1480λύσιν τοῦ ἐκκρεμοῦς τούτου ζητήματος. Ἀλλὰ παρῆλθον δύο
1481ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐβυθίσθη τὸ πλοῖον, ἐγένοντο δὲ πολλαὶ παρα-
1482στάσεις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὑπὸ
1483τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Βασιλικῆς Πρεσβείας, αἵτινες ὅ-
1484μως εἰς οὐδὲν κατέληξαν ἀποτέλεσμα, διότι πεισμόνως ἀν-
1485θίσταται ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἵνα ἀποζημιώσῃ τὸν πα-
1486θόντα πλοίαρχον. Τὸ ἑλληνικὸν τοῦτο πλοῖον εἶχεν, ἂν ἐν-
1487θυμῆσθε, φορτωθῇ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων διὰ
1488πετρελαίου, τὸ ὁποῖον μετεφέρετο εἰς Παξοὺς, ἐν ὥρᾳ δὲ
1489τρικυμίας ἠναγκάσθη νὰ προσπελάσῃ τὰς Ἠπειρωτικὰς ἀ-
1490κτὰς, τὸ δὲ τουρκικὸν τορπιλλοβόλον, θεωρῆσαν τοῦτο ὡς
1491μεταφέρον λαθρεμπορεύματα, ἢ καὶ ἐκ κακοτροπίας τοῦ Τούρ-
1492κου πλοιάρχου, ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐβύθισε. Φυσι-
1493κῶς ἡ ἀποζημίωσις εἶναι δικαιοτάτη, ἡ δὲ ἀντίστασις τῆς
1494Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, δὲν
1495πρέπει ν’ ἀποθαρρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ
1496ὁ Ἕλλην πλοίαρχος, ὅστις ὑπέστη τὴν βλάβην ταύτην, νὰ
1497ἐγκαταλειφθῇ εἰς τὴν τύχην του καὶ ἀπολέσῃ πᾶσαν ἐλπίδα
1498ἀποζημιώσεως. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν
1499πλοίαρχον πάσῃ θυσίᾳ, διότι ὁ πολίτης οὗτος, ὅστις κατε-
1500στράφη ἕνεκα τοῦ αὐθαιρέτου καταποντισμοῦ τοῦ πλοίου του,
1501οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει ἐλπίδα ἢ μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
1502ν’ ἀπευθύνηται, καὶ παρ’ αὐτῆς νὰ ζητῇ προστασίαν, διότι,
1503ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ παρ’ αὐτῆς ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν ἐπιμείνῃ
1504αὕτη, βεβαίως οὐδέποτε θέλει ἀποζημιωθῆ. Οὐχὶ μόνον ἡ
1505φιλανθρωπία ὑπαγορεύει τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὁ φόβος, ὅτι, ἐὰν
1506ἀφήσωμεν οὕτως ἀπροστατεύτους τοὺς ἡμετέρους πλοιάρχους,
1507συχνότατα θὰ ἔχωμεν τοιαῦτα ζητήματα καταβυθίσεως
1508πλοίων ἑλληνικῶν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν τορπιλλοβόλων. Κα-
1509θῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως λάβῃ πέρας
1510ἡ ὑπόθεσις καὶ ἀποζημιωθῇ ὁ ἀτυχὴς πλοίαρχος, ὁ ὁποῖος
1511εἰρηνικώτατα μετέβαινεν εἰς τὸν λιμένα τῶν Παξῶν, ἔπαθε
1512δὲ τὸ δυστύχημα ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου ἄνευ οὐ-
1513δεμιᾶς αἰτίας.
1514Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ
1515παράσχῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα· δηλαδὴ εἰς ποῖον
1516σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις· ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀποζημιωθῇ
1517ὁ πλοίαρχος; ἢ πρέπει ν’ ἀπολέσῃ οὗτος πᾶσαν ἐλπίδα, ἣν
1518ἀναμένει ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
1519§61Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ
1520ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ὁ πλοίαρχος,
1521περὶ οὗ ὡμίλησε, δὲν ἔμεινεν ἀπροστάτευτος, ὅτι ἡ Ἑλλη-
1522νικὴ Κυβέρνησις εἰς πολλὰς ἐνεργείας προέβη ἐν Κωνσταν-
1523τινουπόλει, ὅπως ἐπιτύχῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποζημίωσιν. Ἐκ τοῦ
1524κατατεθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον φακέλου περὶ
1525τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔλαβε γνῶσιν
1526τῶν διακοινώσεων, αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν, καὶ ἐπείσθη, ὅτι
1527ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὅπως
1528προστατεύσῃ τὸν ἀδικηθέντα συμπολίτην μας. Ἡ Τουρκικὴ
1529Κυβέρνησις, εἰς τὴν τελευταίαν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύ-
1530θυνε πρὸς τὴν Πρεσβείαν, παραπέμπει τὸν Ἕλληνα πλοί-
1531αρχον εἰς τὰ Τουρκικὰ Δικαστήρια. Ἡμεῖς δὲν ἠδυνήθημεν
1532νὰ δεχθῶμεν τὸ ὀρθὸν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, καὶ πάλιν
1533ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ δι-
1534πλωματικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ κατάλληλος, ὅπως ζητηθῇ ἡ προσ-
1535ήκουσα ἀποζημίωσις. Θέλω γράψει καὶ ἐκ νέου εἰς τὴν ἐν
1536Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, ὅπως καὶ πάλιν ἀνακινήσῃ
1537τὸ ζήτημα καὶ πράξῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
1538§62Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς
1539τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔφε-
1540ρεν ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, περὶ τοῦ δια-
1541γωνισμοῦ τῶν ὑποτρόφων.
1542§63ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
1543καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν
1544τῆς ἐπὶ τοῦ διαγωνίσματος ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς
1545καὶ τὰ γραπτὰ τῶν διαγωνισθέντων καὶ τὰς καταγγελίας
1546τῶν μὴ ἐπιτυχόντων.
1547§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1548ταξιν.
1549Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἑνάτης ὥρας.
1550(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
1551δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)
1552§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1553Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος
1554Λαμπρυνίδης.
1555§66ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἤθελον νὰ
1556ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουρ-
1557γικοῦ Συμβουλίου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὰ ἔσοδα τῆς
1558δημοτικῆς ὁδοποιΐας τῶν δήμων Ναυπλιέων καὶ Μινώας τῆς
1559ἐπαρχίας Ναυπλίας πρὸς κατασκευὴν ἔργων δημωφελῶν ἐν
1560τοῖς δήμοις τούτοις νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ μετὰ τῶν
1561ἄλλων δύο ὁμοειδῶν νομοσχεδίων.
1562§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
1563§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διαφέρει
1564ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο νομοσχέδια. Περὶ μὲν τῶν ἄλλων δύο δὲν
1565ἔχομεν ἀκριβῆ γνῶσιν, ἂν ἔχουσι θεραπευθῇ πᾶσαι αἱ ὁδο-
1566ποιητικαὶ ἀνάγκαι τῶν δήμων, ἵνα κρίνωμεν, ἂν ἐπιτρέπεται
1567τὰ χρήματα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας νὰ διαθέσωμεν εἰς ἄλ-
1568λους σκοπούς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀποβάθρας τῆς
1569Μινώας διαφέρει ὅλως, διότι οὐδὲ ὁ δῆμος Ναυπλιέων ἔχει
1570ἀνάγκην δημοτικῶν ὁδῶν, διότι ἐθεράπευσεν ἤδη ὅλας τὰς
1571ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας του, οὐδὲ ὁ δῆμος Μινώας, ὅστις εἶναι
1572εἷς μόνος συνοικισμός. Ἑπομένως τὰ χρήματα τῆς δημοτικῆς
1573ὁδοποιΐας δύνανται εὐσυνειδήτως νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλας
1574ἀνάγκας.
1575§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
1576συντάξεως τραυματιῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς».
1577Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νο-
1578μοσχεδίου.
1579§70Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1580§71Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ
1581νόμος τοῦ 1896 ἀπονέμει εἰς τοὺς λοχίας καὶ ἐπιλοχίας ἀπο-
1582στρατευομένους τὴν σύνταξιν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολο-
1583χαγοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ δὲν ἐμ-
1584φαίνεται σαφῶς, ἂν οἱ τραυματίαι ὑπαξιωματικοί, οἱ δυνά-
1585μει τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀποστρατευό-
1586μενοι, θὰ λαμβάνωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, προ-
1587τείνω νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου
1588τὸ ἑξῆς:
1589«Εἰς τοὺς λοχίας καὶ ἐπιλοχίας, τοὺς ὑπαγομένους εἰς
1590τοὺς ὅρους τοῦ παρόντος ἄρθρου, παρέχεται ἄμεσον ἀποστρα-
1591τείας δικαίωμα μετὰ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπο-
1592λοχαγοῦ καὶ συντάξεως, προσδιοριζομένης εἰς τὸν μέγιστον
1593ὅρον τοῦ βαθμοῦ τούτου, ἐὰν ἔχωσι συμπεπληρωμένην δω-
1594δεκαετῆ ὑπηρεσίαν.»
1595Μετὰ δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν παρέχεται τὸ δικαίωμα τοῦ
1596μεγίστου ὅρου τῆς συντάξεως τοῦ βαθμοῦ.
1597§72Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μετὰ δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ
1598τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, ἢ ἐν ὅλῳ;
1599§73Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν ὅλῳ ἐν τῷ στρατεύματι.
1600§74Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς ἀστυ-
1601φυλακῆς, τοὺς καταστάντας ἀνικάνους ἐκ τραυμάτων, τὰ
1602ὁποῖα ἔλαβον κατὰ τὸν πόλεμον, λαμβάνετε μέτρον τι;
1603§75Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ
1604ἀστυφύλακες δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ ὁμιλῶ
1605περὶ τῶν τραυματιῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν τοῦ
1606στρατοῦ. Βεβαίως δὲν ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῆς ἀπονομῆς συν-
1607τάξεως ἀναλόγου καὶ εἰς τοὺς ἀστυφύλακας, ἀλλὰ νομίζω,
1608ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, διότι ἐγὼ δὲν ἐν-
1609νοῶ νὰ παραβῶ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Τὸ νομοσχέδιον
1610συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1852, ἑπομένως δὲν
1611εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ συντάξεως
1612τοῦ στρατοῦ νὰ περιλάβωμεν καὶ σῶμα στρατιωτικῶς μὲν
1613ὠργανωμένον, μὴ ἀνῆκον ὅμως εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ,
1614Εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἐπίσης προσέθεσα δεύ-
1615τερον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω:
1616«Εἰς δὲ τοὺς ἀποστρατευθέντας παρέχεται δικαίωμα ηὐ-
1617ξημένης συντάξεως κατὰ τὸν παρόντα νόμον, ἐὰν ἐντὸς τῆς
1618αὐτῆς προθεσμίας ὑποβάλωσι τὰς περὶ τούτου αἰτήσεις των.»
1619Τοιουτοτρόπως συμπληροῦται τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἶναι
1620σύμφωνον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν περὶ στρατιωτικῶν
1621συντάξεων.
1622§76Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καλὸν θὰ ἦναι ν’ ἀνατυπωθῇ καὶ νὰ δια-
1623νεμηθῇ, ὥστε εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν
1624νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
1625§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροπο-
1626ποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα
1627Παράρτημα. ἀριθ. 259).
1628§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1629§79Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν σκοπῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ νομο-
1630σχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ
1631πράξω τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην ἴσως συζήτησιν, ὅτε θὰ ἔχω-
1632μεν πρὸ ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον ἀνατετυπωμένον καὶ ἄρτιον,
1633κατὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὑποσχεθείσης σήμερον
1634διὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ τὴν συμπλή-
1635ρωσιν αὐτοῦ. Ὁ σκοπός μου εἶναι ἁπλῶς ἡ ὑποβολὴ συστά-
1636σεών τινων, τὰς ὁποίας ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
1637τικῶν, κρίνων ταύτας ὀρθὰς καὶ δικαίας, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν,
1638ὅταν τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἐπιχειρήσῃ.
1639Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ὀλυμπίας κ. συνάδελ-
1640φος περὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς, ἐκ τῶν
1641ὁποίων, λαβόντων μέρος εἰς τὸν πόλεμον, πολλοὶ ἐτραυμα-
1642τίσθησαν οὕτως, ὥστε ἐκ τῶν τραυμάτων ἐκείνων κατέστη-
1643σαν ἀνάπηροι· ἤκουσα δὲ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
1644Στρατιωτικῶν ἀπαντήσαντος καὶ εἰπόντος, ὅτι αὐτὸς, διὰ τοῦ
1645ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, μόνον περὶ τῶν μελῶν τοῦ τακτι-
1646κοῦ στρατοῦ προέβλεψεν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ
1647σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς. Τοῦτο—ὁμολογῶ—δὲν δύναμαι
1648νὰ ἐννοήσω, καίτοι παρόμοιά τινα πολλάκις ἔλαβον χώραν.
1649Τοῦτο εἶναι ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρό τινων ἐτῶν συν-
1650έβη, ὅτε νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1651καιοσύνης καὶ ἀφορῶν εἰς τὴν προσμέτρησιν τῆς προφυλακί-
1652σεως εἰς τὴν καταγιγνωσκομένην ποινὴν, ἐψηφίσθη, χωρὶς ὁ
1653Ὑπουργὸς ἐκεῖνος νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ τοιαύτη διάταξις περι-
1654λάβῃ καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς κατηγορουμένους, περὶ τῶν
1655ὁποίων ἐψηφίσθη τὸ αὐτὸ δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, ὑποβληθέν-
1656τος ὑπὸ τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ μετὰ ἕν ἔτος ἀπὸ τῆς ψηφί-
1657σεως τοῦ πρώτου, μετὰ ἕν, λέγω, ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδύ-
1658νατό τις νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης
1659ἐνομίζετο ὁ στρατὸς ὡς μὴ ἀποτελῶν μέρος τῆς ὅλης Ἑλ-
1660λάδος. Καλὸν θεωρῶ νὰ μὴ παρατηρῆται παρὰ τοῖς ἑκάστοτε
1661συνυπουργοῖς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἀποκλειστικότητος καὶ τοῦ
1662φυλετισμοῦ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ψηφίζωνται
1663ἀντὶ ἑνὸς πολλοὶ νόμοι, αἱ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναπόφευκτοι
1664διαφοραὶ θὰ φέρωσι τὴν σύγχυσιν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, καίτοι
1665μὴ νομικὴ, πάντοτε εἶναι ἐπιβλαβής. Ἡ ἀστυφυλακὴ εἶναι
1666σῶμα συγκείμενον ἐκ προϋπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ, σῶμα
1667στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, σῶμα ὑποκείμενον εἰς στρατιω-
1668τικοὺς νόμους, καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως ὁ νῦν καὶ κατὰ τὸν
1669πόλεμον κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξεν, ἢ τοὐλά-
1670χιστον ἠνέχθη, ὅπως τοῦτο συμμετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος. Καὶ
1671ἐνῷ τὸ σῶμα αὐτὸ ὡς τακτικὸς στρατὸς συμμετέσχε τοῦ πο-
1672λέμου, νῦν, προκειμένου περὶ ἀμοιβῆς ἢ περιθάλψεως τῶν
1673τραυματισθέντων καὶ τῶν ὁπωσδήποτε καταστάντων ἀνα-
1674πήρων, πρέπει οἱ ἄνδρες τῆς ἀστυφυλακῆς νὰ παροραθῶσι;
1675Τοῦτο δὲν τὸ βλέπω δίκαιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐνῷ τὴν φωνήν
1676μου μετὰ τῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας συναδέλφου, συν-
1677ιστῶν, ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἀστυ-
1678φύλακες, ἵνα μὴ μετά τινα χρόνον ἡ Βουλὴ ὑποβληθῇ εἰς κό-
1679πον, ὅπως ψηφίσῃ ὅμοιον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπο-
1680βάλῃ βεβαίως εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς, καὶ πολὺ δικαίως, ὁ
1681Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προϊστάμενος τοῦ σώματος
1682τῆς ἀστυφυλακῆς.
1683Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἄλλο τι προ-
1684τίθεμαι νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιω-
1685τικῶν καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ
1686καθῆκον, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἔχει νὰ μεριμνήσῃ καὶ ὑπὲρ
1687τῶν καταστάντων ἀναπήρων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄνευ ὑπο-
1688χρεώσεώς τινος ἔσπευσαν νὰ ἐνισχύσωσιν ἡμᾶς κατὰ τὸν ἀτυχῆ
1689ἐκεῖνον πόλεμον, καταταχθέντες εἰς τὴν λεγεῶνα τῶν ξένων
1690καὶ εἰς τὸ σῶμα τοῦ στρατηγοῦ Γαριβάλδη. Οἱαδήποτε καὶ
1691ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου ἐκείνου, ὁσονδήποτε καὶ
1692ἂν ἦσαν σκληραὶ δι’ ἡμᾶς αἱ συνέπειαι αὐτοῦ, ὁσαιδήποτε
1693καὶ ἂν ἦσαν αἱ δυσχέρειαι, εἰς ἃς μᾶς περιήγαγεν ὁ πόλε-
1694μος ἐκεῖνος, ὠφείλομεν, νομίζω, εὐθὺς ὡς συνήλθομεν ὁπωσ-
1695δήποτε, τῇ πρωτοβουλίᾳ πάντοτε τῶν κυβερνητῶν, νὰ δεί-
1696ξωμεν, ὅτι καὶ δυστυχήσαντες δὲν ἐγενόμεθα ἐπιλήσμονες τῆς
1697ὀφειλομένης εὐγνωμοσύνης πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ξένοι ἢ
1698καὶ Ἕλληνες ὄντες, χωρὶς νὰ ἔχουν ὑποχρέωσίν τινα, ἔσπευ-
1699σαν καὶ συμμετέσχον τοῦ ἀγῶνός μας ἐκείνου, ὑποβληθέντες
1700εἰς κόπους καὶ κινδύνους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως πρέπει νὰ θεω-
1701ρῶνται ἀνώτεροι ἐκείνων, οὓς ὑπέστησαν οἱ Ἕλληνες, οἱ ἐκ
1702τῶν νόμων ὑπόχρεοι εἰς στράτευσιν ἐν στιγμαῖς τοιαύταις.
1703Παρῆλθον ἔκτοτε τέσσαρα σχεδὸν ἔτη, καὶ οὐδεμία δυστυ-
1704χῶς ἐκ τῶν τριῶν Κυβερνήσεων ἔλαβε μέτρον τι, διὰ τοῦ
1705ὁποίου ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐφαίνετο ἀναγνωρίζουσα καὶ ἀμείβουσα
1706τὰ πρὸς αὐτὴν αἰσθήματα τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀποτελεσάντων
1707τὰ σώματα ἐκεῖνα. Ἀνέμενον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν καὶ
1708ἀπὸ Συνόδου τῆς Βουλῆς εἰς Σύνοδον νὰ ἴδω τὴν ἑκάστοτε
1709Κυβέρνησιν λαμβάνουσαν τὴν πρωτοβουλίαν, προσεδόκων
1710πάντοτε νὰ ἴδω ἕνα Βουλευτὴν ἐκ τῶν τὰ μάλιστα δυναμέ-
1711νων νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ ἐκείνων μετὰ τῆς ἁρμοζούσης
1712εἰς τοιοῦτον θέμα εὐγλωττίας καὶ ἐξάρσεως, καὶ δυστυχῶς
1713οὐδὲν εἶδον, καίτοι πολλάκις ἐδόθη καταλλήλως ἡ ἀφορμή·
1714τοῦτο δὲ σήμερον, ὅτε, ἀφορμῆς δοθείσης, οὐδεὶς καὶ πάλιν
1715προέτεινέ τι σχετικὸν, μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον,
1716ὅπως, μὲ ὅλην τὴν περὶ τὸ λέγειν πτωχείαν μου, ἐγὼ κάμω
1717τὴν σύστασιν περὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πάντες μέχρι σή-
1718μερον ἐλησμόνησαν καὶ παρέβλεψαν, πρὸς μεγίστην βεβαίως
1719θλῖψιν τῶν σχόντων τὴν τύχην νὰ ἴδωσι τὰ σώματα ἐκεῖνα
1720οὐχὶ ἐν ἀτόποις πυροβολισμοῖς διασχίζοντα τὰς ὁδοὺς τῆς
1721πρωτευούσης καὶ ζητωκραυγάζοντα, ὡς ἔπραττον οἱ κληθέν-
1722τες ὑπὸ τὰς σημαίας Ἕλληνες, ἀλλὰ πολεμοῦντα καὶ πί-
1723πτοντα μετὰ τῆς ἁρμοζούσης εἰς ἄνδρας, ὑπὲρ εὐγενοῦς ἰδέας
1724ἀγωνιζομένους, ἱπποτικῆς πρὸς τὸν θάνατον περιφρονήσεως.
1725Μετέσχον, Κύριοι, καὶ ἐγὼ τοῦ πολέμου ἐκείνου, ὡς ἁπλοῦς
1726ὑπολοχαγός, παρακολουθήσας ὅλας τὰς περιπετείας τοῦ
1727στρατοῦ κατὰ τὴν δυστυχῆ ἐκείνην δι’ ἡμᾶς περίοδον, ηὐ-
1728τύχησα δὲ νὰ ἴδω τὰ δύο ἐκεῖνα σώματα μαχόμενα μεταξὺ
1729ἡμῶν, ἢ μᾶλλον πρὸ ἡμῶν, κατὰ τὴν περὶ τὸν Δομοκὸν μά-
1730χην, ὅτε ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον μεταξὺ τῶν ἄλλων πεσόντα
1731καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς λεγεῶνος, τὸν ἀείμνηστον λοχαγὸν Βα-
1732ρατάσην· ἐκ τῆς ἐν γένει δὲ δράσεως τῶν σωμάτων αὐτῶν
1733κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατελήφθην ὑπὸ τοῦ συναισθήμα-
1734τος, ὅτι τὰς τόσον εὐγενεῖς ὑπηρεσίας, ἃς προσήνεγκον κατὰ
1735τὸν πόλεμον οἱ ἀποτελέσαντες τὰ σώματα ἐκεῖνα, τὰς ὀφει-
1736λομένας εἰς τὸν ἄδολον πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ
1737εἰς τὸν ἄκρον φιλελληνισμὸν τῶν ξένων, ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς
1738νὰ ἀμείψῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἂν ὄχι δι’ ἄλλου τι-
1739νὸς, τοὐλάχιστον διὰ μικροῦ νομισματοσήμου, ἔστω καὶ ἐκ
1740σιδήρου κατασκευαζομένου, τὸ ὁποῖον δικαίως ἔπρεπε νὰ
1741κοσμῇ ἔκτοτε τὰ στήθη τῶν ὑπερηφάνων αὐτῶν μαχητῶν,
1742πρὸς ἔνδειξιν τῆς πρὸς αὐτοὺς ὀφειλομένης ἐκ μέρους τῆς
1743Ἑλλάδος εὐγνωμοσύνης. Καὶ ἀνέμενον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέ-
1744ραν τὴν τοιαύτην ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης μας πρὸς τοὺς
1745ζῶντας ἐκ τῶν ἀποτελεσάντων τὰ σώματα ἐκεῖνα, καὶ προσ-
1746εδόκων πάντοτε ν’ ἀναγνώσω που, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
1747νησις δὲν ἐλησμόνησε νὰ ἐκδηλώσῃ τὰ αἰσθήματά της πρὸς
1748τὰς οἰκογενείας τῶν εὑρόντων ἐν Ἑλλάδι τὸν θάνατον, πλὴν
1749δυστυχῶς μέχρι σήμερον οὐδὲν τοιοῦτον εἶδον.
1750Περὶ τοὺς 800, Κύριοι, εἰσὶν οἱ ἀποτελέσαντες τὰ δύο
1751ταῦτα σώματα, καὶ οἱ ὀκτακόσιοι οὗτοι τίνας ἀπωλείας, νο-
1752μίζετε, εἶχον; Εἰς τεσσαράκοντα ἀνέρχονται οἱ φονευθέν-
1753τες, εἰς τὸ τριπλάσιον δὲ τούτων περίπου οἱ τραυματισθέν-
1754τες· ἤτοι αἱ ἀπώλειαι αὐτῶν ἀνέρχονται εἰς τὸ πέμπτον τοῦ
1755ὅλου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εὕρητε ἐν τῷ στρατῷ μας·
1756ὅπερ ἀποδεικνύει τρανότατα τὴν ἐθελοθυσίαν τῶν σωμά-
1757των αὐτῶν, τὸ ἀναμφισβήτητον τῆς ὁποίας καθιστᾷ ἡμᾶς ἔτι
1758μᾶλλον ὑποχρέους εἰς τὸ νὰ πράξωμέν τι ὑπὲρ αὐτῶν.
1759Ἀλλ’ ἐνῷ οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐπράξαμεν οὔτε διὰ τοὺς
1760ἀποθανόντας, οὔτε διὰ τοὺς ζῶντας ἐξ αὐτῶν, δὲν εἶναι δί-
1761καιον νὰ μεριμνήσωμεν ὁπωσδήποτε ὑπὲρ ἐκείνων ἐκ τῶν
1762ἐθελοντῶν, οἵτινες ἔσχον τὴν τύχην, ἣν καὶ πολλοὶ τῶν ὑπο-
1763χρέων εἰς στράτευσιν, νὰ καταστῶσι δηλαδὴ ἀνάπηροι εἴτε ἐκ
1764τραυμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, εἴτε ἐκ τῶν κακουχιῶν, τὰς
1765ὁποίας κατὰ τὸν πόλεμον αὐτὸν ὑπέστησαν; Καὶ δὲν γνω-
1766ρίζω ἀληθῶς, ἂν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρ-
1767χωσι, πόσοι θὰ ὦσιν οὗτοι; δύο, πέντε ἢ δέκα τὸ πολύ· προ-
1768κειμένου δὲ περὶ τόσον μικροῦ ἀριθμοῦ, πρέπει, νομίζω, καὶ
1769τούτους νὰ συμπεριλάβωμεν εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτι-
1770θέμεθα νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τῶν πολλῶν, ὑποβαλλόμενοι οὕτω
1771εἰς δαπάνην ὀλιγίστων κατ’ ἔτος χιλιάδων δραχμῶν, διὰ
1772τῆς ὁποίας θέλομεν δείξει, ὅτι, ὅ,τι δυνάμεθα, εὐχαρίστως τὸ
1773διαθέτομεν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς καὶ ὑπὲρ τῶν ἡμεδαπῶν καὶ
1774τῶν ὑποχρέων, μὴ στέργοντες νὰ ποιώμεθα διάκρισίν τινα.
1775Συνιστῶ λοιπὸν τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐλπίζω,
1776ὅτι ἡ σύστασις αὕτη δὲν θέλει ἀπορριφθῆ.
1777§80Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κα-
1778τόπιν τῶν συστάσεων, τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευ-
1779τοῦ ἐξ Ὀλυμπίας, ὅπως περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
1780καὶ οἱ ἄνδρες τῆς ἀστυφυλακῆς, οἱ μετασχόντες τοῦ πολέ-
1781μου κατὰ τὸ 1897, καὶ τῶν συστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1782ἐκ Φθιώτιδος, ὅπως περιληφθῶσι καὶ οἱ ἀλλοδαποὶ, οἱ πο-
1783λεμήσαντες ὑπὸ σώματα ἀνεγνωρισμένα κατὰ τὴν ἐποχὴν
1784ἐκείνην, οἷα τὸ ὑπὸ τὸν Γαριβάλδην καὶ τὸ τῶν φιλελλή-
1785νων, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ θέμα-
1786τος τούτου, καὶ ἀποφασίσῃ, ἐὰν πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
1787τούτῳ νὰ περιλάβῃ καὶ αὐτοὺς, ἢ ἄλλως πως νὰ ληφθῇ μέ-
1788τρον ὑπὲρ αὐτῶν.
1789Προκειμένου περὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ
1790κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν αὐτοῦ ἐποιήσατο παρατηρή-
1791σεις τινὰς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὡς πρὸς
1792τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ὁπλίτας, καθ’ ἣν οὗτοι ἀπο-
1793στρατεύονται μετὰ προαγωγῆς καὶ λαμβάνουσι σύνταξιν ἀνά-
1794λογον, μόνον ὅταν ἦναι ἀνίκανοι νὰ προσπορίζωνται τὰ πρὸς
1795τὸ ζῆν, λέγω, ὅτι ἡ φράσις αὕτη ἐτέθη, διότι ὑπάρχει ἐν
1796τῇ στρατιωτικῇ νομοθεσίᾳ...
1797§81Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἐσφαλμένον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
1798λέγετε.
1799§82Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ἰσχύουσα στρατιωτικὴ νομοθεσία
1800τὸ περιλαμβάνει, καὶ δὲν θέλω ἐγὼ, εἰς τὸ δεύτερον αὐτὸ νο-
1801μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι παράρτημα τοῦ πρώτου, νὰ μετα-
1802βάλω τὴν πρώτην διατύπωσιν τῆς ἰδέας. Ἀκριβῶς ἀντέγραψα
1803τὴν διάταξιν ἐκ τοῦ πρώτου νόμου, διὰ νὰ ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ
1804ὁ δεύτερος οὗτος νόμος πρὸς τὸν κύριον νόμον.
1805§83ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἡ
1806ὁποία ἐλήφθη, νὰ διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνον
1807ὅλας αὐτὰς τὰς τροπολογίας, ἐγὼ θὰ ἀναμείνω κατὰ τὴν τρί-
1808την ἀνάγνωσιν νὰ ὁμιλήσω. Ἐν τούτοις θεωρῶ ἀναγκαῖον
1809ἀπὸ τοῦδε νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
1810Στρατιωτικῶν δύο περιπτώσεις, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προ-
1811νοεῖ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ δώσω τὴν ἰδικήν μου γνώμην.
1812Τὰς θέτω μόνον ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα σχηματίσῃ
1813γνώμην καὶ περὶ τῶν περιπτώσεων τούτων, καὶ λάβῃ πρό-
1814νοιαν νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν καὶ περὶ αὐτῶν, ἐὰν τὰς ἐγ-
1815κρίνῃ. Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰς οἰκογε-
1816νείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, τῶν φονευθέντων ἐν τῷ
1817πολέμῳ. Θὰ ἴδῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1818κῶν, ἐὰν συντρέχωσιν αἱ αὐταὶ ἢ ἄλλαι περιστάσεις, ὅπως ἐ-
1819κεῖναι, αἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
1820νομοσχεδίου. Ἡ ἄλλη περίπτωσις εἶναι ἡ ἀφορῶσα τοὺς ἀπο-
1821θανόντας ἐκ νοσημάτων ἐν τῷ πολέμῳ — οὐχὶ φονευθέντας,
1822ἀλλ’ ἀποθανόντας ἐκ νοσήματος προελθόντος ἐκ τῆς καταστά-
1823σεως τοῦ πολέμου, — περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁ παλαιὸς
1824νόμος περὶ συντάξεων προβλέπει, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐκ τοῦ προ-
1825κειμένου νομοσχεδίου μένει ἔξω.
1826Τὰς δύο ταύτας τροπολογίας ὑποβάλλων, κύριε Πρόεδρε,
1827ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ τὰς ἀναπτύξω,
1828ἐὰν συμβῇ νὰ μὴ συμμερίζηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν γνώμην
1829μου ταύτην.
1830§84ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
1831γὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ, ἐὰν εἶναι ἐπίκαι-
1832ρον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ περὶ τραυματιῶν, ἢ
1833ἐν ἄλλῳ αὐτοτελεῖ, νὰ περιληφθῇ διάταξις ἑρμηνευτικὴ τοῦ
1834πέρυσι ψηφισθέντος νόμου. Πέρυσιν ἐψηφίσαμεν νόμον ὑπὲρ
1835τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν τῷ πολέμῳ παθόντων. Εἶναι προφα-
1836νές, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο προνοεῖ καὶ περὶ τῶν οἰκογε-
1837νειῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφονεύθησαν μὲν ἐν τῷ πολέμῳ,
1838ἔπαθον ὅμως ἐν τῷ πολέμῳ, καὶ συνεπείᾳ τοῦ παθήματος
1839ἐκείνου ἀπέθανον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρερμηνεῦον
1840τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην
1841μου, εἶναι σαφὴς, παραδέχεται, ὅτι ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς εὐερ-
1842γετικὸς νόμος ἀφορᾷ μόνον τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον ἀποθα-
1843νόντας, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον παθόντας, ἀπο-
1844θανόντος δὲ κατόπιν ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου. Παρακαλῶ λοι-
1845πόν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ συμπεριληφθῇ σχετικὴ ἑρμηνευ-
1846τικὴ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καθόσον ἤδη τρεῖς
1847αἰτήσεις τοιαύτης φύσεως εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγ-
1848κτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἐπίκειται λύσις ὅλως ἀντίθετος πρὸς
1849τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου· ἄλλως ἂς ὑποβληθῇ εἰδικὸν νο-
1850μοσχέδιον.
1851§85Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τραυματιῶν
1852τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς εἰσάγει δύο καινοτομίας, δύο διατά-
1853ξεις ἐξαιρετικάς, παρέχον πρῶτον ἀμέσως ἀποστρατείας δι-
1854καίωμα, χωρὶς δηλ. ν’ ἀπαιτῇ τὸν νενομισμένον χρόνον (ἀνα-
1855γινώσκει): «Εἰς τὸν κατὰ τὸν πόλεμον τραυματισθέντα στρα-
1856τιωτικὸν ἐν μάχῃ καὶ ἐν ἀποδεδειγμένῃ ἐκπληρώσει τοῦ
1857καθήκοντος κλπ. παρέχεται ἄμεσον ἀποστρατείας δικαίω-
1858μα...» Ὥστε ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐξετάζει τὸ νομο-
1859σχέδιον, ἂν ὑπηρέτησεν ὁ τραυματίας ἐπὶ 1, 2 ἢ 5 ἢ 10 ἔτη.
1860Ἡ ἑτέρα καινοτομία εἶναι, ὅτι ἀπονέμει εἰς αὐτοὺς σύντα-
1861ξιν τῆς ἤδη κεκανονισμένης ἀνωτέραν. Κατὰ τὴν πρώτην
1862ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐποιησάμην τὴν παρατήρησιν,
1863ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁπλίτας, δηλ. τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ
1864στρατιώτας, δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκτὸς τῶν
1865ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ, καὶ νὰ κατέστησαν ἀνίκανοι νὰ
1866πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Τοιοῦτόν τι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς
1867ἀξιωματικούς, δὲν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μόνον νὰ
1868ἐτραυματίσθησαν ἐν μάχῃ καὶ ἐν ἀποδεδειγμένῃ ἐκπληρώ-
1869σει τοῦ καθήκοντός των, διὰ τοὺς ὁπλίτας ὅμως, δηλ. τοὺς
1870ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, ἀπαιτεῖ οὐ μόνον νὰ ὑπέ-
1871στησαν τὸ τραῦμα, ὅπερ ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συγ-
1872χρόνως νὰ κατέστησαν καὶ ἀνίκανοι νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς
1873τὸ ζῆν. Τοῦτο εὑρίσκω ἄδικον καὶ οὐδόλως δικαιολογούμε-
1874νον ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, διότι οὐδεμία πρέπει νὰ
1875ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀγωνισθέντων, ὅταν πρόκηται
1876περὶ τῆς αὐτῆς φύσεως τραυμάτων τοῦ πολέμου.
1877Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι
1878τὴν διάκρισιν εἰσήγαγεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ὑπάρχει ἐν
1879τῇ νομοθεσίᾳ· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο πλανᾶται, διότι ἡ περί-
1880πτωσις, ἣν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐκείνη, περὶ
1881τῆς ὁποίας ποιεῖται ὁ νομοθέτης τοῦ παλαιοῦ νόμου τὴν διά-
1882κρισιν αὐτὴν—ἐννοῶ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντά-
1883ξεων.—Ὁ καθεστὼς νόμος ΣΕʹ τοῦ 1852 διακρίνει δύο πράγ-
1884ματα (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 9. Τὰ τραύματα ἢ τὰ νοσή-
1885ματα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον
1886ὡρισμένων αἰτιῶν (ἐκ συμβεβηκότων τοῦ πολέμου, ἢ δυστυ-
1887χημάτων ἐν ὑπηρεσίᾳ), ἐὰν ἐπιφέρωσι τύφλωσιν, ἀκρωτη-
1888ριασμόν, ἢ παντελῆ ἀχρηστίαν ἑνὸς ἢ πλειοτέρων μελῶν,
1889παρέχουσιν ἄμεσον δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.» Δεύτερον δια-
1890κρίνει ἐλαφρὰ τραύματα, μὴ δίδοντα τὰ αὐτὰ δικαιώματα.
1891Ἀλλ’ ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν
1892ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρόκειται περὶ τραυ-
1893ματίου, ὅστις «ὑπέστη τραῦμα κατὰ τὸν πόλεμον κτλ. καὶ
1894ἐκ τοῦ τραύματος τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ νόσημα ἀνία-
1895τον», καὶ δι’ αὐτὸν παραδόξως ἀπαιτεῖ προσέτι τὸ νομοσχέ-
1896διον νὰ καθιστᾷ «τὸν μὲν ἀξιωματικὸν ἀνίκανον ἐνεργητι-
1897κῆς ὑπηρεσίας, τὸν δὲ ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀνίκα-
1898νον τῆς ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς
1899τὸ ζῆν». Εἰς τὸν τοιοῦτον τραυματίαν παρέχεται ἄμεσον
1900ἀποστρατείας δικαίωμα, προαγωγή, καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος
1901συντάξεως, ἂν συγχρόνως κατέστη ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν. Ὁ
1902προηγούμενος ὅμως νόμος δὲν ἀπαιτεῖ ἐπὶ τοιούτων τραυμα-
1903τιῶν νὰ ὑποστῶσι καὶ ἀνικανότητα, καθιστῶσαν ἀδύνατον
1904τὸν πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ποῦ ἀπαιτεῖ αὐτό; Τὸ ἀπαι-
1905τεῖ ἐν τῷ ἄρθρῳ 10, ἔνθα πρόκειται περὶ ἄλλης περιπτώ-
1906σεως (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐλαφρότερα τραύματα, ἢ νοσήματα,
1907παρέχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους μό-
1908νον: 1) εἰς μὲν τὸν ἀξιωματικόν, ἂν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν
1909ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνεπίδεκτον ἑπομένως
1910νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτήν· 2) εἰς πάντα δ’ ἄλλον ὑποδεέστερον
1911τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον τῆς
1912ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν.» Ἀπαιτεῖ ἑπο-
1913μένως τὴν ἀνικανότητα πρὸς ὑπηρεσίαν ἢ ἐργασίαν ἐπὶ ἐλα-
1914φροτέρων τραυμάτων, οὐχὶ δ’ ἐπὶ τυφλώσεως, ἢ ἀκρωτηρια-
1915σμοῦ, ἢ ἀνιάτου νοσήματος ἐκ τραύματος. Αἱ περιπτώσεις
1916τῶν δύο νόμων δὲν εἶναι αἱ αὐταί, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Ὑπουρ-
1917γὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῶν ἐλαφροτέρων τραυμάτων
1918οὔτε προβιβασμὸς χάριν αὐτῶν χορηγεῖται, οὔτε ὁ ἀνώτατος
1919ὅρος τῆς συντάξεως, ὡς ἐπὶ τῶν βαρυτέρων, περὶ ὧν ἤδη ὁ
1920λόγος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀπαίτη-
1921σις ἀνικανότητος, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ πρώτῳ
1922ἄρθρῳ περιέλαβε· διότι, ἂν ὁ ὁπλίτης ἢ ὁ ἀξιωματικὸς ἦναι
1923ἢ ὄχι ἀνίκανος νὰ πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἢ νὰ ἀσκῇ
1924ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν, τοῦτο δὲν ἔχει θέσιν ἐν ἄρθρῳ, ἐν ᾧ
1925πρόκειται περὶ τραυματίου τυφλωθέντος, ἢ ἀκρωτηριασθέν-
1926τος, ἢ ἀνιάτως νοσοῦντος ἐκ τῶν τραυμάτων.
1927Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ κειμένου νόμου ἐπίσης λέγει, ὅτι «ἡ
1928διὰ τὰ τραύματα ἢ νοσήματα σύνταξις τοῦ στρατιωτικοῦ
1929κανονίζεται κατὰ τὸν βαθμὸν αὐτοῦ». Ἀλλ’ ὀρθῶς τὸ νο-
1930μοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ, καὶ δικαίως,
1931ποιεῖται διάκρισιν καὶ παραχωρεῖ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέ-
1932ρου βαθμοῦ, ὃν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, λαμβάνει ὁ τραυμα-
1933τίας, προκειμένου περὶ τραυμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπηνέχθησαν
1934ἐν πολέμῳ καὶ ἐπήγαγον τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ νό-
1935σημα ἀνίατον. Νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ κειμένῃ
1936νομοθεσίᾳ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἀπονέμεται μεγαλειτέρα σύν-
1937ταξις, ὅταν ὁ λαμβάνων αὐτὴν διετέλεσεν ἐφ’ ὡρισμένον χρό-
1938νον ἐν τῷ βαθμῷ, καθ’ ὃν ἔλαβε τὸ τραῦμα. Ἀλλὰ εἶναι δί-
1939καιον, προκειμένου περὶ βαρέων τραυμάτων ἐν πολέμῳ, νὰ
1940μὴ ἀπαιτῶμεν νὰ διατελῶσιν ἐν τῷ βαθμῷ ἐπὶ χρόνον, καὶ
1941ἀναλόγως αὐτοῦ νὰ λαμβάνωσι τὴν σύνταξιν, ἀλλ’ εὐθὺς,
1942ὡς ἀποδειχθῇ, ὅτι τοιοῦτον τραῦμα ἔλαβον ἐν πολέμῳ, νὰ
1943λαμβάνωσιν ἀμέσως σύνταξιν κατὰ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον.
1944Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
1945τικῶν, ὅπως, συμμορφούμενος πρὸς τὰ καλῶς ἔχοντα κείμενα
1946τῆς νομοθεσίας, ἅτινα ἐμπνέει αἴσθημα ἐπιβραβεύσεως καὶ
1947ἐνθαρρύνσεως τῶν ἐν τοῖς πολέμοις μαχομένων, δεχθῇ νὰ δια-
1948τηρηθῇ ἡ κειμένη διάταξις, καὶ νὰ μὴ ἀπαιτῆται διὰ τοὺς
1949στρατιωτικοὺς, πρὸς τὸ βαρεῖ τραύματι, τὸ ὁποῖον ἔλαβον, μα-
1950χόμενοι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ κατέστησαν καὶ ἀνίκανοι πρὸς
1951ὑπηρεσίαν ἢ πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῇν, διὰ νὰ λάβωσι τὸ δι-
1952καίωμα τῆς συντάξεως.
1953§86Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1954Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ὅπως διευκρινήσω ὅλα τὰ τοῦ νομο-
1955σχεδίου. Δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἐπι-
1956μείνῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως «καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν
1957πρὸς τὸ ζῇν», ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁπλίτας, διότι αἱ διατάξεις,
1958τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν, ἀκριβῶς ὑποστηρίζουσι τὸ ὑπ’ ἐμοῦ
1959γραφέν. Ὁ κ. Βουλευτής, ἀνατρέχων εἰς τὸν νόμον τοῦ 1852,
1960ἀνέγνωσε τὰς διαφόρους περιπτώσεις, τὰς ἀναγεγραμμένας
1961εἰς τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ περιπτώσεις αὗται εἶ-
1962ναι ἀναγεγραμμέναι καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχε-
1963δίου, διότι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν περιπτώ-
1964σεων τῶν διαφόρων νοσημάτων τῶν διαφόρων κατηγοριῶν.
1965Παραδείγματος χάριν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ εἰρημένου νόμου λέ-
1966γει: «Τὰ τραύματα ἢ τὰ νοσήματα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν
1967εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον αἰτιῶν, ἐὰν ἐπιφέρωσι τύφλωσιν,
1968ἀκρωτηριασμὸν ἢ παντελῆ ἀχρηστίαν ἑνὸς ἢ πλειοτέρων με-
1969λῶν, παρέχουσιν ἄμεσον δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.» Ἐπίσης
1970«παρέχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν», κατὰ τὸ ἄρθρον 10,
1971«τὰ ἐλαφρότερα τραύματα ἢ νοσήματα, εἰς μὲν τὸν ἀξιω-
1972ματικόν, ἂν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπη-
1973ρεσίας, καὶ ἀνεπίδεκτον ἑπομένως νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτήν, εἰς
1974πάντα δ’ ἄλλον ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν ἀποκα-
1975θιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ
1976τῶν πρὸς τὸ ζῇν.»
1977Ἀλλὰ τί λέγει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐν ἄρ-
1978θρῳ 1; «Εἰς τὸν στρατιωτικόν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν πόλεμον
1979ἐτραυματίσθη ἐν ἀποδεδειγμένῃ τοῦ καθήκοντος ἐκπληρώσει,
1980ὑπέστη δ’ ἕνεκα τοῦ τραύματος τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν,
1981ἢ νόσημα ἀνίατον, καθιστῶν τὸν μὲν ἀξιωματικὸν ἀνίκανον
1982ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας, καὶ μὴ δυνάμενον ἑπομένως νὰ ἀνα-
1983λάβῃ αὐτήν, τὸν δὲ ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀνίκα-
1984νον τῆς ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς
1985τὸ ζῇν, παρέχεται ἄμεσον ἀποστρατείας δικαίωμα μετὰ
1986προαγωγῆς... καὶ συντάξεως, προσδιοριζομένης εἰς τὸν μέγι-
1987στον ὅρον τοῦ τελευταίου βαθμοῦ.»
1988Δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρουσι τὰ
1989δύο ἄρθρα τοῦ κειμένου νόμου, ἅτινα σᾶς ἀνέγνωσα;
1990§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προσέξατε καλλίτερον, διότι τὸ
1991πρᾶγμα εἶναι καταφανές.
1992§88Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ
1993δύο αὐτὰ ἄρθρα περιλαμβάνουσι περιπτώσεις, ἀναγραφομέ-
1994νας καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 9
1995ὁμιλεῖ περὶ ἀκρωτηριασμοῦ, τυφλώσεως ἢ ἀχρηστίας τῶν
1996ἀξιωματικῶν, τὸ 10 ὁμιλεῖ περὶ ἀνικανότητος τῶν ἀξιωμα-
1997τικῶν καὶ τῶν ὁπλιτῶν. Πάντα ταῦτα περιλαμβάνονται καὶ
1998εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἑπομένως παρέχουσι δι-
1999καίωμα πρὸς σύνταξιν. Δὲν καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ
2000καθεστῶτος νόμου, αἱ παρέχουσαι δικαίωμα συντάξεως. Τὸ
2001ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν κειμέ-
2002νην νομοθεσίαν.
2003Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ περὶ τῆς αὐστηρότητος τῆς ἐκτελέ-
2004σεως τοῦ νόμου τούτου, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2005Μεγαρίδος ἐσύστησε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀναντιρρήτως πρέ-
2006πει νὰ τεθῶσιν αὐστηραὶ διατάξεις εἰς τὸ Διάταγμα τὸ ἐκ-
2007τελεστικόν, πρὸς πρόληψιν πάσης τυχὸν καταχρήσεως, διότι
2008δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι προσπάθειαι θὰ καταβληθῶσιν,
2009ὅπως εἰσαχθῶσι καταχρήσεις πολλαί.
2010§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλάκις συμβαίνει, τὰ εὐκολώτερα
2011τῶν πραγμάτων, ἐκεῖνα δυσκολώτερον νὰ ἐννοῶμεν. Τοῦτο
2012παρατηρεῖται καὶ νῦν. Τὸ κεφάλαιον Γʹ τοῦ νόμου περὶ στρα-
2013τιωτικῶν συντάξεων φέρει τίτλον: «περὶ συντάξεως ἀπο-
2014στρατείας ἕνεκα τραυμάτων ἢ νοσημάτων»· εὐθὺς δ’ ἀμέσως
2015ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ, ὑπ’ ἀριθ.
20168, λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὰ τραύματα, δεινὰ καὶ ἀνίατα ὄντα,
2017προερχόμενα ἐκ συμβεβηκότων τοῦ πολέμου, ἢ δυστυχημά-
2018των ἐν ὑπηρεσίᾳ, παρέχουσι πρὸς σύνταξιν ἀποστρατείας δι-
2019καίωμα.» Ἑπομένως ἐννοεῖ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ ὁρίσῃ ὁ
2020νομοθέτης, ὅτι τὰ τραύματα, τὰ προερχόμενα ἐν πολέμῳ,
2021παρέχουσι δικαίωμα συντάξεως. Ἐπίσης τὸ αὐτὸ δικαίωμα
2022παρέχουσι τὰ νοσήματα, «τὰ προερχόμενα ἐκ κόπων ἢ κιν-
2023δύνων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». Ἔρχεται κατόπιν ὁ νό-
2024μος καὶ κάμνει τὴν ἑξῆς ὑποδιαίρεσιν ἐν τῷ ἀμέσως ἑπομένῳ
2025ἄρθρῳ 9: «Τὰ τραύματα ἢ τὰ νοσήματα, τὰ προερχόμενα
2026ἐκ τῶν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὡρισμένων αἰτιῶν, ἐὰν
2027ἐπιφέρωσι τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ παντελῆ ἀχρηστίαν
2028ἑνὸς ἢ πλειοτέρων μελῶν, παρέχουσιν ἄμεσον δικαίωμα πρὸς
2029σύνταξιν.» Ἐνταῦθα ἔχομεν μεταβολὴν τῆς γενικῆς ἀρχῆς
2030περὶ ἀπονομῆς τῆς συντάξεως ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ καὶ τοῦ
2031χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, διότι πρόκειται περὶ τραύματος ἐν πο-
2032λέμῳ, τὸ ὁποῖον φέρει τύφλωσιν, ἢ ἀκρωτηριασμόν, ἢ ἀνία-
2033τον νόσημα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ νόμος ἀποφαίνεται,
2034ὅτι πρέπει ν’ ἀπονέμηται ἀμέσως δικαίωμα συντάξεως εἰς
2035τὸν λαβόντα τὰ τραύματα καὶ ἀνωτέρου βαθμοῦ σύνταξις.
2036Δὲν ἐξετάζεται πόσον χρόνον ὁ τραυματίας ὑπηρετεῖ ἐν τῷ
2037στρατῷ. Ἔρχεται κατόπιν ἄλλη περίπτωσις, καθαρῶς ἐκ τοῦ
2038περιεχομένου αὐτῆς ἀλλοία, ἡ περίπτωσις τῶν ἐλαφροτέρων
2039ἐν πολέμῳ τραυμάτων. Ἐπὶ τούτων ἄλλως κανονίζεται ἡ
2040σύνταξις (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 10. Τὰ ἐλαφρότερα τραύ-
2041ματα ἢ νοσήματα παρέχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν ὑπὸ
2042τοὺς ἑξῆς ὅρους μόνον· αʹ) εἰς μὲν τὸν ἀξιωματικόν, ἂν ἀπο-
2043καθιστῶσιν αὐτὸν ἀνίκανον ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνεπί-
2044δεκτον ν’ ἀναλάβῃ ἑπομένως αὐτήν· βʹ) εἰς πάντα δ’ ἄλλον
2045ὑποδεέστερον τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν
2046ἀνίκανον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν.»
2047Τὰ ἄρθρα εἶναι σαφῆ.
2048Λοιπὸν ὁ ὅρος τοῦ ν’ ἀπαιτῆται ἀνικανότης ἐνεργείας καὶ
2049πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγράφεται ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπὶ
2050τῶν ἐλαφροτέρων νοσημάτων ἢ τραυμάτων, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν
2051ἐπενεγκόντων τύφλωσιν, ἢ ἀκρωτηριασμόν, ἢ ἀνίατον νόση-
2052μα. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως προνοεῖ περὶ τῶν ὑποστάντων τύ-
2053φλωσιν, ἀκρωτηριασμόν, ἢ ἀνίατον νόσημα. Λοιπὸν οὐδεμία
2054ἀμφιβολία, ὅτι, θέλοντες ν’ ἀνενεχθῶμεν εἰς τὰς διακρίσεις,
2055τὰς ὁποίας ὁ κείμενος νόμος ἀναγράφει, πρέπει νὰ λάβωμεν
2056τὴν πρώτην περίπτωσιν, ἐκείνην δηλονότι, περὶ ἧς προνοεῖ
2057τὸ ἄρθρον 9, καὶ τότε δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτήσωμεν τὸν ὅρον
2058τοῦ νὰ ἦναι ἀνίκανος ὁ τραυματίας νὰ ἀσκῇ ἐνεργὸν ὑπηρε-
2059σίαν, ἢ νὰ πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑ-
2060πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκει, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάκρι-
2061σις, ἐνῷ ὁ νόμος λογικώτατα ἀνέγραψε γενικὴν μὲν ἀρχὴν εἰς
2062τὸ ἄρθρον 8, περὶ τῶν δεινῶν καὶ ἀνιάτων τραυμάτων καὶ νο-
2063σημάτων, ὡς χορηγούντων δικαίωμα συντάξεως, ἐξ αὐτῶν δὲ
2064διέκρινεν ἐν ἄρθρῳ 9 ἐκεῖνα τὰ τραύματα ἢ νοσήματα, ἅτινα
2065ἐπήνεγκον τύφλωσιν, ἀκρωτηριασμόν κλπ., ἐφ’ ὧν παρέχει
2066ἄμεσον δικαίωμα συντάξεως, καὶ ἐν ἄρθρῳ 10 τὰ ἐλαφρότερα
2067τραύματα ἢ νοσήματα, ἐφ’ ὧν ἀπῄτησε τὸν ὅρον τῆς ἀνικα-
2068νότητος πρὸς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς πορισμὸν τῶν τῆς
2069ζωῆς, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐκεῖ-
2070νοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὴν βλάβην τῆς τυφλώσεως, τῆς
2071ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις χειροτέραν δι’ ἄν-
2072θρωπον ζῶντα, ἢ τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ, δηλ. τῆς ἀπωλείας τῶν
2073ἄκρων, ἢ τῆς παντελοῦς ἀχρηστίας ἑνὸς ἢ καὶ πλειοτέρων
2074μελῶν, δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἄλλων τίτλων πρὸς σύνταξιν. Βε-
2075βαίως ν’ ἀπαιτῆτε ἀπὸ στρατιώτην ἀπολέσαντα τοὺς δύο
2076πόδας, ἢ χεῖρας, ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐργάζη-
2077ται, διὰ νὰ λάβῃ σύνταξιν, εἶναι καὶ ἀστεῖον καὶ ἀδικία καὶ
2078σκληρότης. Περὶ τοιαύτης ἀνικανότητος εἶναι δίκαιον νὰ μὴ
2079διστάζῃ τις νὰ ἀπονείμῃ τὸ προνόμιον τῆς ἀμέσου συντάξεως
2080καὶ τῆς κατὰ ἕνα βαθμὸν ἀνωτέρας, καὶ τοῦ προβιβασμοῦ,
2081διότι οὗτοι εἶναι ἀναμφισβητήτως ἄξιοι τῆς ἰδιαιτέρας ταύ-
2082της ἀμοιβῆς. Τοῦτο καὶ πολιτικώτερον.
2083§90Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν
2084τοὺς ὅρους αὐτοὺς, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ θέσωμεν εἰς σύν-
2085ταξιν πάντα τραυματισθέντα;
2086§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει περὶ τῶν τυφλωθέν-
2087των τοὺς δύο ὀφθαλμοὺς, ἢ ἀκρωτηριασθέντων, ἢ περιελθόν-
2088των εἰς κατάστασιν ἀχρηστίας τῶν μελῶν. Ποῦ ἡ κατάχρησις;
2089§92Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2090§93Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύ-
2091ριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύ-
2092σωσιν, ἂς ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον.
2093§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
2094§95Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν
2095κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συ-
2096ζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας τριῶν ἑκατομμυρίων
2097δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοπον-
2098νήσου, διότι εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι.
2099§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου
2100αὐτοῦ, τότε δύνασθε νὰ προτείνητε τὴν ἀναβολήν του.
2101Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως
2102τοῦ νόμου ΑϠΟʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ
2103Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν».
2104§97ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον
2105τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ λάβῃ τὸν
2106κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ προστιθεμένου
2107εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔκτασιν μή-
2108κους ἡμίσεως πήχεως, εἶναι δὲ ἀκατανοήτως συντεθειμένον.
2109Ἐν αὐτῷ γίνεται λόγος περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀστικοῦ νόμου,
2110κανονίζεται δὲ νέος τρόπος διαδικασίας, καὶ μεταβάλλεται
2111ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου. Ὅλα δὲ αὐτὰ διαπράττει ὁ εἰσ-
2112ηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἓν ἐδάφιον, καὶ τοῦτο ἄνευ οὐ-
2113δεμιᾶς σαφοῦς ἐννοίας. Φαίνεται, ὅτι ὁ συντάξας αὐτὸ ἐστε-
2114ρεῖτο τῆς εὐκολίας τοῦ σαφῶς ἐκφράζεσθαι καὶ τῆς ἐτυμολο-
2115γίας καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ χαρακτηρίζειν τὰς ἰδέας καὶ
2116τὰς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὅρων νομικῶν. Λέγει π. χ.
2117ὅτι ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, ἀλλὰ συγχίζει τὰ πράγ-
2118ματα καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ πρόσωπα καὶ τὰς μερίδας. Διὰ
2119τοῦτο ὁ ἀναγινώσκων αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἀκριβῶς,
2120ἂν ἐννοεῖ τὸ ἥμισυ πλέον μιᾶς τῶν μερίδων, ἢ τὸ ἥμισυ
2121πλέον ἑνὸς τῶν συγκυρίων. Θὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2122Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς νομοθέτημα
2123σχέδιον οὑτωσὶ συντεταγμένον.
2124§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ
2125ἤθελον παρακαλέσει, εἶναι νὰ μετρήσητε τὸ νομοσχέδιον μὲ
2126τὸν πῆχυν τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ νομο-
2127σχέδιον· διότι, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ψηφισθῇ, θ’ ἀφή-
2128σητε ἐκθέτους ὅλους αὐτοὺς τοὺς γεωργοὺς εἰς τὸν κίνδυνον
2129νὰ χάσωσι τὰ παρ’ αὐτῶν πληρωθέντα ποσά. Ἐὰν νομίζητε
2130ὅτι ἕνεκα τοῦ τίτλου πρέπει ν’ ἀφήσητε τοὺς ἀνθρώπους αὐ-
2131τοὺς ἐκθέτους, δύνασθε νὰ τὸ πράξητε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
2132καλὸν εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν,
2133καὶ αὔριον νὰ δώσητε διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου εἰς ἐδάφια ἢ εἰς
2134πολλὰ ἄρθρα. Ἐγὼ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω εἰς τοῦτο· ἐγὼ
2135ἀποβλέπω κυρίως εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ διαιρετοῦ ἀφ’ ἑνός,
2136εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀλληλεγγύης ἀφ’ ἑτέρου· διότι, ἂν
2137τὰ δύο αὐτὰ πράγματα δὲν κατορθωθῶσι, βεβαίως τ’ ἀποτε-
2138λέσματα θὰ ἦναι κάκιστα καὶ διὰ τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ἀγο-
2139ράσαντας, καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς
2140πληρωμήν. Τοὺς δύο τούτους σκοποὺς ἐπιδιώκων, οὐδεμίαν
2141ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ
2142ἄρθρου, ὅπως τοῦτο γείνῃ καταλληλότερον εἰς τὴν ἔκφρασιν.
2143Ἑπομένως παρακαλῶ ν’ ἀφήσητε νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην
2144ἀνάγνωσιν.
2145§99ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν ὀρθότητα ὅλων τῶν λεχθέντων ὑπὸ
2146τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζω, καὶ τὸ εὐερ-
2147γετικὸν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου θέλω νὰ δεχθῶ, καίτοι
2148ὡς πρός τινα ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν, διότι τὸ νομο-
2149σχέδιον φέρει ῥιζικάς τινας μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ μέλ-
2150λον θὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν συναγορασίαν ἑνὸς κτή-
2151ματος ὑπὸ πολλῶν, κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος δια-
2152γράφει. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἐν τῷ θέματι, προκειμένου περὶ
2153τῶν κτημάτων αὐτῶν τῆς Ἄρτης, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι
2154εὐεργετικός. Συμφωνῶ ἑπομένως καὶ ἐγὼ νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώ-
2155την ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ εἶπον ὅσα εἶπον, ἵνα ἔχῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν
2156ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν θὰ γείνωσι τροπολο-
2157γίαι. Λέγει π. χ. τὸ νομοσχέδιον, ὅτι συντάσσεται ἔκθεσις
2158ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν κατόπιν πρέ-
2159πει νὰ συναινέσωσιν αἱ Τράπεζαι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται. Καὶ ἂν
2160δὲν συναινέσωσι, τί θὰ γείνῃ; Τίποτε δὲν προβλέπει τὸ νο-
2161μοσχέδιον.
2162§100Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς
2163συνετάχθη, συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνάγκης, ἥτις πα-
2164ρουσιάσθη, ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τοῦ ἰσχύοντος ἀπὸ
2165τοῦ ἔτους 1891. Πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι ὑπάρχει νόμος
2166εἰδικός, ὅστις ἐφηρμόσθη ἐν Ἄρτῃ καὶ εἴς τινα μέρη τῆς Θεσ-
2167σαλίας, περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας
2168δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ καταγείνῃ καὶ γνωρίσῃ τοὺς λόγους,
2169δι’ οὓς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον συνετάχθη, ὡς συνετάχθη.
2170Εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ διατυπωθῇ ἄλλως ἢ ὡς διετυπώθη,
2171διότι πρόκειται νὰ κανονισθῶσι πολλαὶ περιπτώσεις ἐν ἑνὶ
2172ἄρθρῳ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς διετυ-
2173πώθη.
2174(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον
2175καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
2176§101Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα
2177κοιμώμεθα εἰς τὰς 2 καὶ 3 μετὰ μεσονύκτιον. Εἴμεθα ἄνθρω-
2178ποι, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντέχωμεν καθ’ ἑκάστην. Διὰ τοῦτο
2179Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ
2180νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἑπόμεναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δύο
2181συμβάσεις, νὰ ψηφίσωμεν δὲ μέχρι τῆς δωδεκάτης ὥρας ὅσα
2182νομοσχέδια δὲν ἔχουσι συζήτησιν.
2183§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀδύνατον νὰ δε-
2184χθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι αὔριον θ’ ἀρχίσῃ
2185συζήτησις ἐπὶ τῶν ἔργων τοῦ Θριασίου πεδίου, ἥτις πιθανὸν
2186νὰ παραταθῇ, καὶ θὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὰς συμβάσεις κατὰ
2187τὴν αὐτὴν ὥραν. Ἐπὶ τῶν συμβάσεων πρέπει νὰ γείνῃ συζή-
2188τησις, καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἥτις εἶναι κυρία νὰ τὰς δεχθῇ
2189ἢ ἀπορρίψῃ. Τὸ ζήτημα τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου δὲν
2190δύναται ἐπὶ πλέον νὰ ἀναβληθῇ.
2191§103Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ
2192ἀπαρτίας.
2193(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος,
2194ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ
2195Γ. Παπαδιαμαντοπούλου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
2196§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων
2197Βουλευτῶν 128.
2198Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
2199«περὶ Βʹ μεταρρυθμίσεως τῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου
2200ἀπὸ Λαυρίου εἰς Ἀθήνας συμβάσεως καὶ κατασκευῆς ἄλσους
2201ἐν Κηφισιᾷ».
2202Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
2203§105Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τιμῶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρε-
2204δρεύουσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ τιμῶ ταῦτα, διότι εἶ-
2205ναι ὄντως ἄξια τιμῆς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2206καὶ διότι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι
2207χειρισταὶ τοῦ λόγου δόκιμοι, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ θελήσω νὰ
2208διαστείλω μεταξὺ τῶν συναδέλφων τοὺς τὰ πρῶτα καὶ τοὺς
2209τὰ δεύτερα φέροντας. Ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς συζητή-
2210σεσι, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλει νὰ κρατῇ ἡ εὐπρέπεια τοῦ λό-
2211γου καὶ ἡ σεμνότης τοῦ ὕφους· διὰ τοῦτο χθές, ὅτε συνεζη-
2212τεῖτο εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον,
2213παρεξενεύθην καὶ ἐξεπλάγην, ἀκούσας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Με-
2214σολογγίου Βουλευτοῦ, εἰπόντος ἢ μᾶλλον ἀφήσαντος ὑπαι-
2215νιγμὸν κατά τινος προσώπου, ἐξεπλάγην, λέγω, διότι ὄντως
2216γνώρισμα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κυρίου Δεληγεώργη εἶναι ἡ
2217εὐπρέπεια τοῦ λόγου καὶ ἡ σεμνότης τοῦ ὕφους, καὶ διὰ τοῦτο
2218ἠπόρησα, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου δὲν κα-
2219τώρθωσε νὰ καταστείλῃ τὴν ὀργὴν αὐτοῦ, καὶ δὲν κατωρθώθη
2220νὰ κατισχύσωσι τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ αἱ σκέψεις αὐτοῦ. Δὲν ἐνθυ-
2221μοῦμαι, ποῦ ἀνέγνωσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ πολιτικῆς, ὅτι
2222δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφίνῃ τις τὸν ἀντίπαλον αὐτοῦ νὰ ἀτι-
2223μάζηται, ἢ νὰ ἐξευτελίζηται, ἵνα καρπωθῇ πρόσκαιρον πο-
2224λιτικὸν ὄφελος. Διότι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς μαχητὰς τοῦ
2225λόγου, τοὺς τὰ πρῶτα φέροντας, κατὰ τὸν κ. Δραγούμην, νὰ
2226ἔχωσι τὴν εὐπρέπειαν τοῦ λόγου καὶ τὰ διανοήματα αὑ-
2227τῶν νὰ ἐκφράζωσι μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὰ
2228πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεδρεύουσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
2229Τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι σαφὲς καὶ ἁπλοῦν. Ἡ
2230Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἐν ἀδυναμίᾳ, ἵνα ἐκχωρήσῃ τὴν ἐκ-
2231μετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Κηφισιᾶς.
2232§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὴν ἀναγκάζει;
2233§107ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ... εἰς ἄλλην Ἑταιρείαν, παρέτεινε τὴν ἐκ-
2234μετάλλευσιν ταύτην, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ἐπὶ μίαν εἰκοσα-
2235ετίαν, χορηγήσασα τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν
2236Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς. Ἂν ἐν τῷ μεταξὺ παρουσιάζετο
2237ἄλλη Ἑταιρεία, προβάλλουσα ἀξιώσεις εἰς τὴν Κυβέρνη-
2238σιν, ἵνα ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς,
2239βεβαίως θὰ ἦσαν ἐν τῷ δικαίῳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν τὴν
2240Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2241δίου. Δυστυχῶς οὐδεμία Ἑταιρεία παρουσιάσθη, ἵνα ὑπο-
2242βάλῃ πρότασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ ἀναλήψεως τοῦ ἔρ-
2243γου, Ἑπομένως δὲν βλέπω, ποῦ θίγονται τὰ συμφέροντα
2244τοῦ Δημοσίου, ὡς παρέστησαν οἱ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφοι
2245χθές. Μήπως τὸ Δημόσιον ἔρχεται χορηγὸς εἰς τὴν Ἑται-
2246ρείαν διὰ δημοσίων χρημάτων, ἵνα συντηρήσῃ τὴν Ἑται-
2247ρείαν ταύτην πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς
2248γραμμῆς; Πολλοῦ γε καὶ δή. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε
2249τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρατείνεται ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς
2250γραμμῆς ἐπὶ μίαν ἀκόμη εἰκοσαετίαν, ἔπραξε καλῶς, καὶ
2251τοῦτο, διότι δὲν ἠδύνατο νά πράξῃ ἄλλως. Τί λοιπὸν ἠθέ-
2252λατε; νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς ἡ Κυ-
2253βέρνησις; Ἂν τοῦτο ἀποκρούητε,—καὶ βεβαίως τὸ ἀπο-
2254κρούετε—θὰ δεχθῆτε, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ μίαν σύμβα-
2255σιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπέναντι ἀνταλλάγματος ἔδει νὰ χο-
2256ρηγήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν παράτασιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως
2257τῆς γραμμῆς.
2258Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κύριος Λεβίδης, ὁμιλῶν περὶ τῆς δια-
2259τάξεως τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως, εἶπε: «Διὰ τίνα λό-
2260γον νὰ καθιερώσωμεν τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως
2261εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, καὶ ν’ ἀποκλείσωμεν τὴν Ἑται-
2262ρείαν τῶν Τροχιοδρόμων τοῦ νὰ συστήσῃ γραμμὴν, ἄγουσαν
2263ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Κηφισιᾶν;» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντη-
2264σεν αὐτῷ σαφῶς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων παρῃ-
2265τήθη τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἐν τοιαύτῃ περι-
2266πτώσει, διὰ τίνα λόγον ἡμεῖς προβάλλομεν ἑαυτοὺς ὑπερα-
2267σπιστὰς τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, ἵνα ὑπερασπί-
2268σωμεν συμφέροντα, τῶν ὁποίων αὐτὴ παρῃτήθη; Ἀλλὰ διὰ
2269τοῦ ἄρθρου 12 δὲν ἀποκλείεται, εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τρο-
2270χιοδρόμων ἡ ἐγκατάστασις γραμμῆς μέχρι Χαλανδρίου, δι-
2271ότι τὸ ἄρθρον 12 λέγει, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν
2272ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ μέχρι τοῦ ἔτους 1921 τὴν κατα-
2273σκευὴν σιδηροδρομικῆς ἢ τροχιοδρομικῆς γραμμῆς, ἑνούσης
2274ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὰς Ἀθήνας μετὰ τοῦ Ἀμαρουσίου καὶ
2275τῆς Κηφισιᾶς». Δὲν ὁμιλεῖ περὶ Χαλανδρίου, ἀλλὰ μόνον
2276περὶ Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν συγ-
2277χρόνως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Χαλανδρίου
2278ὑπάρχει σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία, διὰ τοῦ σιδηροδρόμου
2279Ἀθηνῶν–Λαυρίου γιγνομένη δὶς τῆς ἡμέρας. Ἂν δὲ ἡ Ἑται-
2280ρεία τῶν Τροχιοδρόμων θελήσῃ νὰ ἐγκαταστήσῃ γραμμὴν
2281μέχρι Χαλανδρίου,—διότι ἤκουσα νὰ γίνηται πολὺς λόγος
2282περὶ Χαλανδρίου—βεβαίως ἡ Ἑταιρεία αὕτη δὲν ἀποκλείε-
2283ται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς,
2284καὶ πρέπει νὰ λέγηται: ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προστατεύ-
2285σωμεν, τόσον θερμῶς ὁμιλοῦντες περὶ τῆς συμβάσεως, συμ-
2286φέροντα τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ πρόκειται νὰ ματαιώσωμεν συμ-
2287φέροντα προσωπικὰ, ἐξυπηρετούμενα, ὡς ἐλέχθη, διὰ τῆς
2288συμβάσεως ταύτης. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἀληθῶς πρόκει-
2289ται, εἶναι, ὅτι ἐπιζητοῦμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκλογικῶς.
2290§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.
2291§109ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εὔχομαι νὰ μὴ ἔχητε ἀνάγκην, ἀλλ’ ἂν
2292δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ ὠφεληθῆτε ἐκλογικῶς, δὲν ἠθέλατε
2293ποιήσει τὴν ἀποστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατε πρὸς τοὺς
2294συναδέλφους ὑμῶν ἐξ Ἀττικῆς, διὰ τοὺς ὁποίους εἴπατε, ὅτι
2295προῆλθον ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς, ἵνα ζητήσωσι τὰς ψή-
2296φους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς, καὶ ἂν θελήσωσι νὰ σᾶς ἀκο-
2297λουθήσωσι μέχρι Χαλανδρίου, θὰ ἐπιστρέψωσι σκυθρωποὶ,
2298διότι θὰ διαγνώσωσιν, ὅτι κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ
2299ταφῶσιν ὑπὸ τὰ μαῦρα σφαιρίδια τῶν συμπολιτῶν σας.
2300§110Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Βουλευτὴν
2301ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶπεν, ὅτι οἱ νεώτεροι Βου-
2302λευταὶ, οἱ εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα, καλὸν εἶναι ν’ ἀκολουθή-
2303σωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κοινῆς γνώμης τοὺς ἀρχαιοτέ-
2304ρους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλλίτερον αὐτήν. Ἂν ἐλέχθη,
2305ὅτι ἀπὸ περάτων τῆς γῆς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ζητῶ τὸν λόγον.
2306§111ΕΠ. ΜΙΛΤ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, πό-
2307θεν προήλθομεν.
2308§112ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Γουναράκης, οὕτως ἐλέχθη. Ἂν
2309ἐλέγετο ἄλλως, ὁ κ. Πρόεδρος ἤθελε μὲ ἀνακαλέσει εἰς τὴν
2310τάξιν.
2311§113ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνακαλῇ ὅσα εἶπε,
2312διαφέρει.
2313§114ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀνακαλῶ τίποτε. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ
2314τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Γουναράκη. Δὲν ἔχω νὰ ἀν-
2315τείπω τι.
2316§115ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρατηρῶ, ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν, καὶ ἐπα-
2317νέρχομαι εἰς τὸ θέμα.
2318Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει τὸ θέμα
2319τοῦτο νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν μεγάλην, διότι δὲν πρόκει-
2320ται νὰ θιγθῶσι συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· διότι, ἂν ἡ ὑπὸ
2321συζήτησιν σύμβασις καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ χορη-
2322γήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως
2323ἐπὶ μίαν ἔτι εἰκοσαετίαν ἀπέναντι τῆς τιμίας καὶ συνετῆς
2324διαχειρίσεως αὐτῆς, ἣν ἐπέδειξε μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἀπέ-
2325ναντι τῆς παρατάσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ εἰκοσαετίαν,
2326τὴν ὁποίαν λαμβάνει, ὑπεχρεώθη ἡ Ἑταιρεία νὰ κατασκευά-
2327σῃ ἄλσος ἐν Κηφισιᾷ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Κηφισιὰ εἶναι
2328ἓν τῶν προαστείων τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα παρέχουσι κατὰ
2329τὸ θέρος ἀναψυχὴν εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις καὶ
2330Πειραιεῖ, οἱ δὲ κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ μετα-
2331βαίνουσιν εἰς Κηφισιὰν, χάριν ἀναψυχῆς βεβαίως, διὰ τοῦ σι-
2332δηροδρόμου τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Κηφισιᾶς. Εὐκταῖον θὰ
2333ἦτο, ἂν ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Λεβίδου ἐπραγματοποιεῖτο, του-
2334τέστι νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ δευτέρα γραμμὴ, ἀλλ’ εἶναι γνω-
2335στὸν, ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Κηφισιᾶς, ἂν ἀπο-
2336δίδῃ κέρδη, ἀποδίδει μόνον κατὰ τοὺς τέσσαρας θερινοὺς μῆ-
2337νας, καθ’ ὅλον δὲ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον ἀφίνει ζημίαν εἰς
2338τὴν Ἑταιρείαν. Ἂν λοιπὸν ἠθέλομεν ἐγκαταστήσει καὶ δευ-
2339τέραν γραμμὴν, παράλληλον πρὸς ταύτην, βεβαίως ἠθέλομεν
2340καταστήσει καὶ τὰς δύο ταύτας Ἑταιρείας ἑτοίμους πρὸς
2341χρεωκοπίαν.
2342Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν
2343νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2344τούτου δίδομεν ὤθησιν καὶ ἐνισχύομεν τὴν ἀγαθοποιὸν δρᾶ-
2345σιν Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε, ὅτι διὰ τῆς
2346τιμίας καὶ συνετῆς αὐτῆς διαχειρίσεως εἶναι ἀξία τῆς προ-
2347στασίας ταύτης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
2348§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
2349§117ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ πατρικῆς ἀληθῶς
2350στοργῆς παρηκολούθουν πάντοτε τὰς προόδους τοῦ Σιδηρο-
2351δρόμου Ἀττικῆς, τοῦτο δὲ, διότι εἶμαι ὁ πρῶτος σχὼν τὴν
2352ἰδέαν τῆς κατασκευῆς τοῦ Σιδηροδρόμου τούτου, εἶμαι δὲ καὶ
2353ὁ ἀποπερατώσας αὐτόν, ὡς Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Μεταλ-
2354λουργείων τοῦ Λαυρίου. Διὰ τοῦτο μετὰ πολλῆς προσοχῆς
2355παρηκολούθησα τὴν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἀγόρευσιν
2356τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ζητοῦντος νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τοῦ
2357συμφέροντος τῆς προκειμένης συμβάσεως. Προσεπάθησα νὰ
2358ἀνεύρω εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ φανῶ
2359ὑποστηρικτὴς τῆς συμβάσεως ταύτης, ἀλλὰ δυστυχῶς τοι-
2360αῦτα δὲν εὗρον· τὰ δὲ καθήκοντά μου, ὡς Βουλευτοῦ, ἐν-
2361ταῦθα μοὶ ἐπιβάλλουν ἄλλας ὑποχρεώσεις. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ
2362Βουλευτοῦ εἶναι ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κοινω-
2363νίας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐξετάσας λοιπὸν τὸ
2364ζήτημα ὑπὸ τὴν διπλῆν ταύτην ἔποψιν, εὑρίσκω, ὅτι οὔτε συμ-
2365φέρον τοῦ Δημοσίου εἶναι νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, οὔτε συμ-
2366φέρον τῆς κοινωνίας. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν κοινωνίαν,
2367τί ὄφελος παρουσιάζει ἡ σύμβασις; Παρέχει εἰς αὐτὴν τὴν
2368ἀπόλαυσιν τοῦ ἄλσους ἐν Κηφισιᾷ. Ἀπέναντι δὲ τούτου βλέ-
2369πομεν, ὅτι παρακωλύεται ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἡ ἀνάπτυξις τῆς
2370συγκοινωνίας μεταξὺ τῆς Πρωτευούσης καὶ τῶν χωρίων Χα-
2371λανδρίου, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, ἰδίως ἡ συγκοινωνία διὰ
2372Tramway ἠλεκτρικοῦ. Καὶ εἶναι ματαία ἡ ἐλπὶς, ὅτι ἠδύ-
2373νατο νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη συγκοινωνία; Ὄχι. Διότι γνωρίζομεν
2374κάλλιστα, ὅτι τὴν γραμμὴν ταύτην ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ἡ
2375Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων· γνωρίζετε δὲ, πόσον σήμερον
2376ἡ ἠλεκτρικὴ κίνησις ὑπερτερεῖ τῆς κινήσεως τῆς δι’ ἀτμαμα-
2377ξῶν, αἵτινες ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀναβά-
2378σεως, παράγουσι τὸν ἀνυπόφορον ἐκεῖνον καπνὸν, τὸν λεπτὸν
2379ἐκεῖνον ἄνθρακα, ὅστις καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς βλάπτει καὶ τὰς
2380ἐνδυμασίας τῶν μεταβαινόντων εἰς Κηφισιὰν πρὸς διασκέδα-
2381σιν καταστρέφει. Καὶ ναὶ μὲν ἴσως ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιο-
2382δρόμων τοιαύτην πρότασιν μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ὑποβά-
2383λει, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι μετὰ ἓν ἔτος,
2384ἢ μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη, δὲν θὰ ὑποβάλῃ αὕτη τοιαύτας προτάσεις.
2385Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ σύμβασις ὑπόσχεται ἐπίσης εἰς τοὺς Κη-
2386φισιεῖς φωτισμὸν ἠλεκτρικὸν, ἀλλὰ καὶ τοῦτον περιωρισμέ-
2387νον. Ἡ σύμβασις λέγει ἁπλῶς, ὅτι ἀναλαμβάνει ἡ Ἑται-
2388ρεία νὰ φωτίζῃ τὴν πλατεῖαν καὶ τὰς πέριξ ὁδούς· ἀλλ’ εἶ-
2389ναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἀπεφάσιζε νὰ
2390παραχωρήσῃ τὸν δι’ ἠλεκτρισμοῦ φωτισμὸν τῆς Κηφισιᾶς,
2391ὄχι ἐπὶ 20 ἔτη, ἀλλ’ ἐπὶ 10 μόνον ἔτη, θὰ εὑρίσκετο Ἑται-
2392ρεία, ἥτις θ’ ἀνελάμβανε τὸν φωτισμὸν, ὄχι μόνον μέρους, ἀλλ’
2393ὁλοκλήρου τῆς Κηφισιᾶς, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιχορηγήσεως.
2394Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ κοινωνία βλάπτεται.
2395Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν εἶναι συμφέρον τοῦ Δημοσίου νὰ ψη-
2396φισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ πρό-
2397οδος τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνα-
2398μαι ἢ ἐγὼ πρῶτος νὰ χαίρω, βαίνει γοργῷ τῷ βήματι, μὴ
2399λησμονῶμεν, ὅτι τὰ κέρδη τὰ καθαρὰ αὐτοῦ ἀνῆλθον ἀπὸ
2400τοῦ ἔτους 1890 ἀπὸ 181,000 δραχμῶν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν
2401434,000 δραχ. κατὰ τὸ 1899, δηλ. ἐν διαστήματι 9 ἐτῶν
2402ὑπερεδιπλασιάσθησαν. Διατὶ νὰ μὴ ἐλπίζωμεν, ὅτι μετὰ ἄλλα
240310 ἔτη τὸ αὐτὸ θὰ γείνῃ; Διατὶ νὰ μὴ ἐλπίζωμεν, ὅτι μετὰ
240420 ἔτη θέλουν τετραπλασιασθῆ; Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτον ἦναι τὸ
2405μέλλον, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ 20 ἔτη;
2406Θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν δι’ ἠλεκτρικοῦ τροχιοδρόμου
2407συγκοινωνίαν; Ὄχι, ἂν δὲν ἐξαγοράσῃ τὸν Σιδηρόδρομον Ἀτ-
2408τικῆς. Ἀλλ’ ὅπως ἐξαγοράσῃ αὐτὸν τότε, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ
2409καταβάλῃ ποσὰ ὑπέρογκα, ἅτινα δὲν θ’ ἀποφασίσῃ νὰ κατα-
2410βάλῃ, ἐνῷ σήμερον, ἀναμένουσα 1, 2 ἢ 3 ἔτη, εἶναι βέβαιον,
2411ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ εὐκαιρίαν, ἐπιτρέπουσαν εἰς αὐτὴν ἢ νὰ ἀνα-
2412λάβῃ τὸν Σιδηρόδρομον, ἢ νὰ ἐπιτύχῃ ὅρους πολὺ καλλιτέ-
2413ρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ἡ προτεινομένη σύμ-
2414βασις.
2415Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θεωρεῖ συμφέρον
2416ν’ ἀφήσῃ τὴν Ἑταιρείαν ἄνευ βεβαίου μέλλοντος, διότι ἐν τοι-
2417αύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑταιρεία θὰ παραγνωρίσῃ τὰ καθήκοντα
2418αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται
2419εἰς αὐτήν. Οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς τῆς μετ’ αὐτῆς ἀρχικῆς
2420συμβάσεως δίδουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἐὰν τοι-
2421αῦτα παρατηρήσῃ συμβαίνοντα, νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑται-
2422ρείαν, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ
2423τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Ἐὰν λοιπὸν οὐδένα δια-
2424τρέχῃ κίνδυνον τὸ Δημόσιον, διατὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ προδικάσῃ
2425τὸ μέλλον, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κοινωνίαν ν’ ἀπολαύσῃ
2426ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται ν’ ἀπολαύσῃ, ἂν μὴ ψηφισθῇ ἡ
2427σύμβασις; νὰ ἐπιτευχθῇ δηλαδὴ καλλιτέρα συγκοινωνία με-
2428ταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς;
2429Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, πειθόμενος εἰς
2430τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μετὰ λύπης ἐξέφρασα ἐντεῦθεν,
2431ὅτι δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν, οὔτε εἰς τὸ Δημό-
2432σιον ἡ σύμβασις αὕτη, θ’ ἀποσύρῃ αὐτήν.
2433§118ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι, θέλω προσπαθήσει νὰ ὁμι-
2434λήσω ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, διότι τοῦτο πρὸς τοῖς
2435ἄλλοις συνάδει καὶ πρὸς ἰδίαν ἐμοῦ αὐτοῦ ἀνάγκην, εὑρι-
2436σκομένου ὑπὸ ὅρους κοπώσεως, ὁποίους ἐννοεῖτε πάντες μετὰ
2437τὰς μακρὰς συνεδριάσεις τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Ἀλλὰ
2438φρονῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν συντο-
2439μώτερόν τινα, ἅτινα μὲ πείθουσιν, ὅτι κακὴ γνώμη ἐπρυ-
2440τάνευσε παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅτε ἀπεφάσισε, κατὰ τὴν λῆ-
2441ξιν ἀκριβῶς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τὸ Κράτος εἶχεν ἐκ συμβά-
2442σεως δικαίωμα ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, ἀντὶ
2443τῆς ἐξαγορᾶς, νὰ ἐνεργήσῃ οὐχὶ μόνον παράτασιν, ἀλλὰ καὶ
2444νέας παραχωρήσεις, παραχωρήσεις πρὸς Ἑταιρείαν, ἥτις,
2445ὁσασδήποτε καὶ ἂν παρέσχεν ὑπηρεσίας, εἶναι βέβαιον, ὅτι
2446τὰς ὑπηρεσίας ταύτας παρέσχε, κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου μετα-
2447χειριζομένη κεφάλαιον τοῦ Δημοσίου.
2448Προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἐφάνη ἀγνοῶν τὴν ἱστο-
2449ρίαν τῆς γενέσεως τῆς Ἑταιρείας ταύτης, διότι, ὅτε ἐν στιγ-
2450μῇ διακοπῆς τινος εἶπον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία στηρίζεται ἐπὶ κε-
2451φαλαίου χορηγηθέντος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, παρετήρησα, ὅτι
2452ἀντέταξεν εἰς τοῦτο, εἰ μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ἄγνοιαν.
2453Ἀλλ’ οἱ συνεργασθέντες ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ τοῦ προ-
2454τείναντος τὴν σύμβασιν, ἥτις ἀπετέλεσε τὴν ἀφετηρίαν τῶν
2455ἔργων τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἐκεῖνοι γινώσκουσι καὶ τί περι-
2456εῖχεν ἡ ἐνταῦθα ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις τῶν Ὑπουργῶν τῆς
2457τότε Κυβερνήσεως, τοῦ τε ἀειμνήστου Τρικούπη καὶ τοῦ ἀει-
2458μνήστου Καλλιγᾶ, καὶ τί περιεῖχον αἱ ἐκθέσεις αἱ πολλα-
2459πλαῖ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου καὶ τῶν ἄλλων νομομα-
2460θῶν, καὶ τί ἀνεγνωρίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τί μετά
2461τινα ἔτη πάλιν ἀνεγνωρίσθη, ὅτε ἐγένετο ἡ τελευταία μετα-
2462βολὴ τῆς συμβάσεως ὑπ’ αὐτοῦ ἐκείνου, ὅστις ὑπέβαλε τὴν
2463τοιαύτην αὐτῆς τροποποίησιν.
2464Τὸ Δημόσιον εἶχεν ἐγείρει ἀγωγὴν κατὰ τοῦ προκατόχου
2465τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων, τοῦ Σερπιέρη, ζητοῦν
2466παρ’ αὐτοῦ πληρωμὴν φόρου καὶ δικαιώματος ἐπικαρπίας
246730%, ἡ δὲ ἀξίωσις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν τόκων ἔφθασε
2468καὶ συνεκεφαλαιώθη εἰς 6,000,000, καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλή-
2469θη ἡ σύμβασις ἐν ἔτει 1882.
2470Ἡ Ἑταιρεία τῶν Μεταλλουργείων, διάδοχος τοῦ Σερ-
2471πιέρη, ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκομένη, ἀντέταξεν ἄλλην ἀγω-
2472γὴν, δι’ ἧς ἐζήτει ν’ ἀποζημιωθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι
2473τὸ Δημόσιον ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ ζητήματος τῶν ἐκβολά-
2474δων διὰ νόμου εἰδικοῦ τὰς ἐκβολάδας τὰς ὑπὸ τὴν γῆν ἀφῆ-
2475κεν εἰς τὸν κύριον τῶν μεταλλείων. Ἦτο προφανές, ὅτι ἡ
2476ἀπαίτησις αὕτη μόνον εἶχε λόγον τὴν ὕπαρξιν τῆς ἄλλης
2477ἀπαιτήσεως· καὶ ἡ ἐξέτασις, ἡ ὑπὸ πάντων γενομένη, τοῦτο
2478ἀπέδειξε, καὶ ἐπιπροσθέτως τοῦτο ἀπέδειξεν ἡ συμφωνία, ἥ
2479ἀπολήξασα εἰς κατάργησιν τῶν ἀξιώσεων τῶν ἀμοιβαίων,
2480καθ’ ἣν κατάργησιν ἀναγνώρισις ἐγένετο μόνης τῆς ἀπαιτή-
2481σεως τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑταιρείαν. Ταῦτα ἐξάγονται
2482ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων.
2483Διὰ τῆς γενομένης καταργήσεως ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῶν
2484καταργησάντων τὴν δίκην Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν
2485Οἰκονομικῶν, ὅτι ἦτο ὠφέλιμον εἰς τὴν χώραν, ὅτι ἦτο ὠφέ-
2486λιμον καὶ εἰς τὴν μεταλλουργίαν τῆς χώρας νὰ παραχωρηθῇ
2487εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ κεφάλαιον ἅπαν, τὸ ὀφειλόμενον, ὅπως
2488ἱδρυθῇ διὰ τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως σιδηρόδρομος, γινο-
2489μένων παραβλέψεων ἀκριβῶς πρὸς τὸ συμφέρον τὸ διπλοῦν,
2490ὅπερ τὸ Κράτος εἶχεν, ἀφιεμένου καί τινος κέρδους, ὅπερ ἄλ-
2491λως δὲν ὠφείλετο εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι τὸ χρῆμα τοῦ
2492Δημοσίου κατεσκεύαζε τὸν σιδηρόδρομον, καὶ εἰς τοῦτον τὸν
2493λόγον ὀφείλεται τὸ παραχωρηθὲν 3%. Ἐπὶ τοῦ τοιούτου
2494δὲ τρόπου τῆς ἐνεργείας μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἀκρι-
2495βείας ἐκφράζεται καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ εἰσαγω-
2496γικοῦ τῆς συμβάσεως, καὶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐν ἀγο-
2497ρεύσει συντόμῳ, ἣν ἐποιήσατο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν,
2498—διότι, σημειώσατε, τὸ περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης νομο-
2499σχέδιον ἀνεγνώσθη εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς
2500ἄλλης συζητήσεως ἐψηφίσθη. Τοσοῦτον ἐπείθοντο πάντες,
2501ὅτι τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐπήγαζεν ἐξ
2502ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἐπήγαζεν
2503ἐξ ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν δικαίων τοῦ Κράτους, ὅπερ κα-
2504ταλλήλως ὑπεχώρει ἐκεῖ, ὅπου ἔδει νὰ γένηται ὑποχώρησις,
2505τοσοῦτον τὸ προτεινόμενον ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ γενικὸν αἴ-
2506σθημα ἐν τῇ Βουλῇ.
2507Κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ἀρχικὴν, ταῦτα ὁρίζονται: Κε-
2508φάλαιον τῆς Ἑταιρείας 6,000,000 δραχμῶν, ἀκριβῶς κεφά-
2509λαιον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους,
2510τὰ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ καταβλητέον ἐντὸς
2511τριετίας ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῶν διαγραμμάτων. Γραμμὴ ἀπ’
2512Ἀθηνῶν μέχρις Ἐργαστηρίων Λαυρίου διὰ Θορικοῦ. Καίτοι ἡ
2513ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἀπολήγῃ εἰς Θορικὸν, ἐξετεί-
2514νετο ὁ σιδηρόδρομος καὶ ἀπέληγεν εἰς Ἐργαστήρια, διὰ τοὺς
2515λόγους τοὺς γνωστοὺς, τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν μεταλλευτι-
2516κῶν ἐργασιῶν. Διήρχετο δὲ ἡ γραμμὴ παρὰ τὸν λιμένα Θο-
2517ρικοῦ διὰ λόγους διεθνοῦς συγκοινωνίας. Διακλάδωσις εἰς Κη-
2518φισιάν, οὐχὶ ἀπὸ Ἡρακλείου, ὡς ἐγένετο, ἀλλ’ ἀπὸ Χαλαν-
2519δρίου. Μεταγενέστεροι λόγοι μετέβαλον τὸ σημεῖον τῆς δια-
2520κλαδώσεως. Ἀναφέρω τοῦτο, διότι θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ
2521μικρὸν τοῦτο χωρίον ἔχει ἴσως δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, ὅτι
2522ἀπώλεσε τὴν πυκνὴν συγκοινωνίαν, ἣν σήμερον ζητεῖ, ὡς ἐκ
2523τῆς μεταβολῆς τοῦ σημείου τῆς διακλαδώσεως· διότι, ἂν ἡ
2524διακλάδωσις ἔμενεν εἰς Χαλάνδριον, ὅλη ἡ συγκοινωνία ἡ
2525πυκνὴ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς ἤθελεν ὠφελήσει καὶ τὸ
2526Χαλάνδριον...
2527§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τότε ἕως σήμερον 120 οἰκίαι ἐκτίσθη-
2528σαν εἰς Χαλάνδριον.
2529§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἄνευ διακλαδώσεως.
2530Ἄλλοι λόγοι, οὓς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος προ-
2531αγορεύσας συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὑπηγόρευσαν τὴν τρο-
2532ποποίησιν τοῦ διαγράμματος καὶ τὴν ἀπὸ Ἡρακλείου δια-
2533κλάδωσιν. Ρητὸς ὅρος ἐν τῇ συμβάσει εἶναι, ὅτι, ἐν ᾗ περι-
2534πτώσει τὸ κεφάλαιον τῶν 6,000,000 δραχμῶν ἐπαρκῇ εἰς τὴν
2535τοιαύτην διακλάδωσιν μέχρι Κηφισιᾶς, καὶ ἂν ἐναπολειφθῇ
2536περίσσευμα, τὸ περίσσευμα τοῦτο θέλει χρησιμοποιηθῆ εἰς
2537ἄλλα σιδηροδρομικὰ ἔργα ἐν Ἀττικῇ. Διάρκεια τῆς Ἑται-
2538ρείας 99 ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου· προθεσμία
2539τριετὴς πρὸς περάτωσιν τῶν ἔργων· ἐξαγορὰ μετὰ 15 ἔτη
2540ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῖς γνωστοῖς· λῆψις μέσου ὅρου ἑπταετίας,
2541ἀφοῦ ἐκ τῆς ἑπταετίας ἀφαιρεθῶσι τὰ δύο ὀλιγώτερον προσο-
2542δοφόρα ἔτη, καὶ μετὰ τοῦ προσθέτου τούτου ὅρου, τοῦ πάν-
2543τοτε ἀναγραφομένου, ὅτι, ἐὰν τὸ τελευταῖον ἔτος συμπίπτῃ
2544νὰ παρουσιάζῃ ἔσοδα καθαρὰ ἀνώτερα τοῦ μέσου ὅρου τῆς
2545πενταετίας, περὶ ἧς εἶπον, νὰ προτιμᾶται τοῦ ἔτους τούτου
2546τὸ ποσόν, καὶ ἄλλων ὅρων, τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐξαγο-
2547ρᾶς, ὡς συνήθως γίνεται· ἐπιτρέπεται νὰ καταβληθῇ τὸ πο-
2548σόν, τὸ καθοριζόμενον διὰ τὴν ἐξαγορὰν, καὶ ἀμέσως ἐντὸς
2549τοῦ πρώτου ἔτους, δι’ ὑπολογισμοῦ χρεωλυτικοῦ ἐπὶ τῇ βά-
2550σει τοῦ 7%. Ἐὰν δηλ. εὑρίσκῃ τὰ χρήματα ἡ Κυβέρνη-
2551σις, ἵνα πληρώσῃ ἀμέσως τὸ ὅλον ποσόν, γίνεται ἡ ἐξόφλη-
2552σις ἐπὶ τῷ ὑπολογισμῷ τοῦ 7%, καὶ λαμβάνει ἡ Ἑταιρεία
2553ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ ὅλου χρήματος τὴν κατα-
2554βολήν, ἤ, ἐξακολουθοῦντος τοῦ ὅρου τῆς πενταετίας, μετὰ
2555τόσα ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐξαγορᾶς. Λοιπὸν ὡρίσθη, οὐχὶ
2556διότι ὠφείλετο, ἀλλὰ πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῆς μεταλλευτικῆς
2557ἐργασίας τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων, καὶ πρώτιστα
2558πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῶν σιδηροδρομικῶν ἔργων, ὡρίσθη τόκος
2559ὑπὲρ τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας 3%, ὡρίσθη δὲ ὁ τόκος
2560οὗτος νὰ ἀνατρέχῃ μέχρι τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως,
2561διότι βεβαίως τὰ πρῶτα ἔτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ τις
2562ὅτι ἤθελεν ἔχει τοιαύτην πρόσοδον, ὥστε νὰ ἔχωσιν ὠφελείας
2563οἱ μέτοχοι. Εὐθὺς ὡς τὰ ἔσοδα ἤθελον ἐπιτρέψει νὰ πληρωθῇ
2564τόκος 3%, πέραν τοῦ 3% ἐγίνετο διανομὴ ἐξ ἡμισείας με-
2565ταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει
2566ὑπῆρχον ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἡ διανομὴ ἐγί-
2567νετο μετὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τούτων. Τελευταῖος
2568ὅρος ἐν τῇ συμβάσει ἀποδεικνύει ἐπιπροσθέτως ἐπὶ τίνος βά-
2569σεως ἐστηρίζετο ἡ ὅλη συνεννόησις. Οὕτως, ἐν ᾗ περιπτώσει
2570κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν κατασκευὴν Ἑται-
2571ρεία, ἀναζῶσι πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς
2572ἀπαιτήσεως τῶν 6,000,000 κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Με-
2573ταλλουργείων, καταργεῖται δὲ πᾶσα ἄλλη ἀπαίτησις.
2574Οὕτως ἱδρύθη ἡ Ἑταιρεία αὕτη, καὶ ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι
2575αὐτῆς, ἐν ἔτει 1885. Ἐν ἔτει δὲ 1892 εἶχεν ἤδη πατήσει τὸ
25763%. Ὅτε ἡ Ἑταιρεία εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει ἤδη τὸ 3% καὶ
2577ἔμελλε νὰ ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ ὁ ὅρος τῆς καλύψεως τοῦ
2578ἐλλείμματος τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἡ δὲ ἐπιχείρησις ἐφαί-
2579νετο ἔχουσα μέλλον, ἐφρόντισεν, ὅπως εἶναι εὐνόητον ὅτι
2580ἤθελε πράξει πᾶσα Ἑταιρεία, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν τῆς
2581θέσεως αὐτῆς. Ὀρθῶς ἐσκέφθη ἡ Ἑταιρεία, καὶ ὀρθῶς ἐσκέ-
2582φθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι, ἂν ἐπεφέροντο τροποποιήσεις
2583τινὲς, βεβαίως ἤθελεν ἐνισχυθῆ ἡ μεταξὺ τῶν δύο πόλεων
2584Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς κίνησις, ὅτι
2585ἐκ τούτου ἤθελον αὐξηθῆ τὰ ἔσοδα καὶ ἤθελεν ἐπέλθει καὶ
2586ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας κέρδος καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῷ
2587μερισμῷ τοῦ κέρδους μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων
2588τόκων.
2589Ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐν ἔτει 1891, ἐδέχθη τὰς προτάσεις
2590τῆς Ἑταιρείας περὶ τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως· ἀφ’ ἑνὸς
2591ἐστηρίζετο εἰς τὴν τοιαύτην ἐλπίδα, τὴν λίαν πιθανὴν, τῆς
2592αὐξήσεως τῆς κινήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐφαίνετο λίαν διστά-
2593ζουσα περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δύο πόλεων
2594καὶ τῆς ἄλλης ὑλικῆς δυνάμεως, διστάζουσα ὅτι δι’ αὐτῶν
2595ἤθελε κατορθωθῆ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἀνάπτυξις εἰς τοιοῦτον
2596τρόπον, ὥστε ταχέως νὰ καλυφθῶσιν οἱ τόκοι, οἱ ὀφειλόμενοι
2597πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ νὰ λάβῃ μετὰ τοῦτο τὸ Δημόσιον
2598τὸ μέρος τὸ ὁριζόμενον εἰς αὐτό.
2599Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁ ἡγούμενος τότε τῆς Κυ-
2600βερνήσεως καὶ ὑποβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, διὰ
2601μακρῶν ἐξέθηκε τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπέβαλλον αὐτὴν τοι-
2602αύτην· εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ταχεῖαν τὴν
2603πρόοδον τῶν προσόδων. Λόγοι ἰσχυροὶ προετάθησαν, κυρίως
2604στηριζόμενοι εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ σύμβασις, σκοποῦσα τρο-
2605ποποίησιν ἐπὶ τῆς διακλαδώσεως τῆς μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ
2606Κηφισιᾶς, δὲν πρέπει νὰ στηριχθῇ ἰδίως ἐπὶ τῶν προσόδων
2607τῆς ἄλλης γραμμῆς, καὶ ἐλέχθη, ὅτι πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῆς
2608κινήσεως καὶ αὐξήσεως ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος μεταξὺ
2609Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς ἔδει νὰ δοθῶσι πλείονα εἰς τὴν Ἑται-
2610ρείαν, ἥτις, δὲν ἤλπιζεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι ἄνευ ταύ-
2611της τῆς ἐπικουρίας ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἔχῃ κέρδος.
2612Ἀντίθετον γνώμην εἶχεν ὁ Τρικούπης. Ἐνταῦθα δὲ διεξ-
2613ήχθη τότε μία τῶν συζητήσεων ἐκείνων, αἵτινες, γινόμε-
2614ναι μεταξὺ τῶν δύο πρυτανευόντων ἐν ταῖς δυσὶ μερίσιν, εἶ-
2615χόν τι τὸ ἀληθῶς οὐχὶ σύνηθες, διότι ἑκατέρωθεν ἐπιχειρή-
2616ματα ἤρχοντο τὰ ἄριστα, πολλῶν εὑρισκομένων πρὸς ἐκ-
2617λογήν.
2618Δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ προϋπολογίσῃ τις ἀσφαλῶς
2619ἐκεῖνα, ἅτινα τὸ πρῶτον ἐνεφανίζοντο πρὸς ἐκτίμησιν, ἄνευ
2620στοιχείων παραβολῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τελεσθῇ ἀσφαλὴς
2621ὑπολογισμὸς περὶ τῆς μελλούσης κινήσεως τοῦ πρώτου σιδη-
2622ροδρόμου, ὅστις ἀπὸ βραχέος χρόνου ἐλειτούργει ἐν Ἀττικῇ·
2623διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ
2624Πειραιῶς ὑπῆρχε καὶ ἤκμαζεν, ἀλλ’ ἐν πρώτῃ ὄψει ἐφαίνετο
2625εὔλογος, καθὼς ἰσχυρίζετο ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἡ
2626ἀμφισβήτησις, ὅτι ὁμοία ἀκμὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ
2627μεταξὺ Ἀθηνῶν, Λαυρίου καὶ Κηφισιᾶς. Ἡ σημασία τοῦ Λαυ-
2628ρίου ἦτο πολὺ ταπεινοτέρα τῆς σημασίας τοῦ Πειραιῶς, ἡ
2629δὲ Κηφισιὰ ἦτο μὲν χωρίον εὔϋδρον καὶ εὔδενδρον, ἀλλὰ δὲν
2630ἐφαντάζετό τις, ὅτι ἤθελε τοσούτῳ ταχέως φθάσει εἰς τὴν
2631σημερινὴν ἀκμὴν μετ’ ἐλπίδος μεγάλου μέλλοντος προσμει-
2632διώσης πρὸς αὐτήν. Κατὰ ταῦτα, οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. ἐκ
2633Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐφαίνοντο εἰς τὴν Βουλὴν τότε πιθα-
2634νώτεροι.
2635Ἀλλ’ ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ προκάτοχος αὐ-
2636τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει, αὐτὸς ὁ λαβὼν ἀφορμὴν, διότι αὐτὸς
2637ἐθεμελίωσε τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, νὰ μελετήσῃ καὶ
2638παρακολουθήσῃ τὰ πράγματα εἰδικώτερον ἐπὶ ἔτη, εἶχεν
2639ἀπ’ ἐναντίας τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος ὁ μεταξὺ
2640Ἀθηνῶν καὶ Λαυρίου μετὰ τῆς διακλαδώσεως πρὸς τὴν Κη-
2641φισιάν, ἔχων ἔργον τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν περιχώρων τῆς Πρω-
2642τευούσης, ἤθελε βαδίσει εἰς πρόοδον, οὐχὶ βεβαίως μετὰ
2643τῆς αὐτῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς ἐβάδισε καὶ βαδίζει ὁ σιδη-
2644ρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, ἀλλὰ μετ’ ἀναλόγου ταχύτη-
2645τος. Εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι ὁ ἀναγινώσκων σήμερον εἰς τὰ
2646πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὰ ἐστενογραφημένα τὰ λεχθέντα ὑπὸ
2647τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἀποκαλύπτει, ὅτι αἱ προβλέψεις
2648αὐτοῦ ἐπληρώθησαν περίπου κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐκεῖ-
2649νος εἶπεν ὅτι θέλουσι πληρωθῇ.
2650Εἶπεν ὅτι ἐπίστευεν ὅτι ἐντὸς 12 ἢ 13, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους
2651ἔστω καὶ 15 ἐτῶν, θὰ ἐκαλύπτετο τὸ ἔλλειμμα 3% τῶν
2652προηγουμένων ἐτῶν, καὶ θὰ εἶχεν ἀμέσως ἔκτοτε τὸ Κράτος
2653ὠφέλειαν ἐκ τοῦ μερίσματος τῶν πέραν τοῦ 3% ἐσόδων,
2654ὅτι δέ, τούτου οὕτως ἔχοντος, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνη-
2655σιν, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δεκαπενταετίας τοῦτον τὸν σιδη-
2656ρόδρομον νὰ ἐξαγοράσῃ. «Ὁ σιδηρόδρομος Ἀττικῆς, ἔλεγεν,
2657εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ ἄριστος τῶν ἑλληνικῶν σιδηρο-
2658δρόμων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, τουτέστιν ὁ ὑπο-
2659σχόμενος τὰ μεγαλεῖτερα κέρδη». (Ἐφημερὶς τῶν Συζητή-
2660σεων τῆς Βουλῆς Αʹ Συνόδου ΙΒʹ Περιόδου, σελ. 654).
2661Ἀναγινώσκω μικρὰς περικοπὰς καὶ κατὰ τὰ ἄλλα περί-
2662ληψιν: «Τὸ 3% ἀποδίδει ἤδη ὁ σιδηρόδρομος»· «ἤδη ἀπὸ
2663τοῦ 1890 τὰ κέρδη ὑπερέβησαν τὸ 3%· ἀλλ’ ἀναβάλλε-
2664ται ἡ λῆψις μέχρι καλύψεως τοῦ προγενεστέρου ἐλλείμμα-
2665τος.» «Κατὰ τὸ 1890, παρετήρει ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου,
2666ἔχομεν καθαρὰ κέρδη δραχ. 181,390, ἔχομεν ἄρα πλεόνα-
2667σμα 19,390, ἐφ’ ὧν τὸ ½, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον, εἶ-
2668ναι δραχ. 9,695.» Ἔλεγε δὲ τότε ὁ Βουλευτὴς Μεσολογ-
2669γίου, ὅτι τοσαῦτα μὲν ἐφαίνοντο τὰ καθαρὰ κέρδη, ἀλλὰ
2670περισσότερα ἦσαν τὰ καθαρά, διότι εἰς τοὺς λογαριασμοὺς
2671τῆς Ἑταιρείας περιελαμβάνοντο δαπάναι, οἷαι ἡ πρὸς ἀπό-
2672σβεσιν τῆς ἀξίας τοῦ κινητοῦ ὑλικοῦ καὶ τῆς ἀξίας τῆς γραμ-
2673μῆς, ἐν ὅλῳ 22,100 δραχμαί, αἵτινες βεβαίως, καθὼς καὶ ἄλ-
2674λαι, ἃς ἐπεφυλάχθη νὰ κατονομάσῃ, δὲν ἔπρεπε νὰ περι-
2675λαμβάνωνται, ὡς περιελαμβάνοντο, ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν κα-
2676θαρῶν κερδῶν.
2677Ἀναγινώσκω νῦν τὸ μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ τότε ἀρ-
2678χηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ᾧ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐξαγο-
2679ρᾶς (σελ. 656): «Ἀλλὰ προβαίνω καὶ εἰς ἄλλον λογαρια-
2680σμόν, ὅστις θέλει ἀποδείξει περίπου τὰ αὐτά· κατὰ τὴν σύμ-
2681βασιν, μετὰ 15 ἔτη ὑπάρχει δικαίωμα, ἐπιφυλαχθὲν ὑπὲρ
2682τῆς Πολιτείας, πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου· καὶ νομίζω,
2683ὅτι δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ προείπω, ὅτι τὸν σιδηρόδρομον τοῦ-
2684τον θέλει ἀναγκασθῆ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ συμφέροντος αὑ-
2685τοῦ νὰ ἐξαγοράσῃ, διότι ὁ σιδηρόδρομος θέλει ἀποδειχθῆ
2686ἐπικερδέστατος, καὶ τοῦτο ἐπὶ προϊούσῃ κλίμακι,—δὲν εἶ-
2687ναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνι-
2688κοῦ Κράτους, ἧς αἱ πρόοδοι ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις
2689ἡμῶν, δὲν θὰ ἐξακολουθῇ προοδεύουσα κατὰ τὴν αὐτὴν ἀνα-
2690λογίαν, πᾶσα δὲ πρόοδος τῆς πρωτευούσης ἐν πληθυσμῷ
2691καὶ ἐν πλούτῳ θὰ κατοπτρίζηται ἐν ταῖς εἰσπράξεσι τοῦ
2692σιδηροδρόμου·—ὀφείλει ἄρα νὰ σπεύσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν
2693ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου, διότι...» κλπ.
2694Προειδοποιεῖ δὲ καὶ ζητεῖ νὰ προκαταλάβῃ τοὺς ἀκού-
2695οντας αὐτὸν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ πάσης ὁρμῆς
2696πρὸς παραχώρησιν, δεικνύων ὅτι δέος τῆς ἐξαγορᾶς κατεῖχε
2697καὶ θὰ κατέχῃ τὴν Ἑταιρείαν καὶ μέλλει νὰ κατέχῃ αὐτήν.
2698Παρατηρήσατε νῦν τὴν σύμπτωσιν· κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ
2699ἐκαλύφθη τὸ 3% καὶ εἶχε περίσσευμα, ἐν ἔτει 1890, ἡ
2700Ἑταιρεία ἐζήτησε μεταβολὴν τῆς συμβάσεως· κατὰ τὸ ἔτος,
2701καθ’ ὃ ἐκαλύφθη τὸ 7% καὶ ἔμελλε νὰ γένηται ἀρχὴ ὠφε-
2702λείας τοῦ Δημοσίου, ἡ Ἑταιρεία ἐζήτησε μεταβολὴν συμ-
2703βάσεως.
2704Καὶ τότε μὲν ἐπρυτάνευον γνῶμαι ἄλλαι καὶ πεποιθή-
2705σεις, αἵτινες ἤγαγον εἰς σύμβασιν, ἥτις ὑπ’ ἐμοῦ μὲν δὲν ἐψη-
2706φίσθη, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται οὐχὶ ὀρθή.
2707Ἀλλὰ σήμερον ἐκεῖνοι, οἵτινες κατεψήφιζον τὴν σύμβα-
2708σιν ταύτην καὶ ἀπεδέχοντο τὴν γνώμην τοῦ ἀειμνήστου
2709Τρικούπη, ἦλθον νὰ ἀνατρέψωσι ταύτην, προτείνοντες σύμ-
2710βασιν, ἥτις δὲν εἶναι ὀρθοτέρα ἐκείνης, περὶ ἧς εἶπον. Τί
2711προτείνεται ἵνα πράξωμεν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης; Προ-
2712τείνεται νὰ παρατείνωμεν τὴν ἤδη λήξασαν προθεσμίαν τῆς
2713ἐξαγορᾶς ἐπὶ 20 ἐπὶ πλέον ἔτη, νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ προνόμιον
2714αὐτῆς, ἀποκλείοντες οὐχὶ μόνον τὸν σιδηρόδρομον τὸν παράλ-
2715ληλον, ὃν ἀποκλείει καὶ ἡ συγγραφὴ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς
2716πρώτης συμβάσεως, ἀλλ’ ἀποκλείοντες καὶ τὸν τροχιόδρομον,
2717ὅστις δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ. Ὅτε ἐ-
2718γένετο ἡ σύμβασις περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς,
2719ἡ παράλληλος γραμμὴ ἐκεῖ ἀπεκλείσθη δυνάμει εἰδικῆς συμ-
2720φωνίας, ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐγένετο ὑπὸ τοιούτους ὅρους
2721ἐν Ἑλλάδι, ὑφ’ οἵους ἀμφιβάλλω ἂν ἄλλη χώρα εἶδε ποτέ,
2722προκειμένου τοιούτου ἔργου. Οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι ὁ
2723ἔχων ἀκριβῆ ἰδέαν τί ἐστὶ σιδηρόδρομος, καὶ οἱ ἐμπειρότε-
2724ροι περὶ τὰ τῶν κεφαλαίων μόνον τρόπον ἐλέγχου εἶχον, ὅτι
2725ἠρίθμουν τοὺς μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κινουμένους,
2726ἵνα σχηματίσωσι γνώμην, ἂν θὰ ἐλειτούργει ἐπωφελῶς ὁ
2727σιδηρόδρομος ὁ μοναδικός, ὁ ἀπαιτῶν 1–2 ἑκατομμυρίων δα-
2728πάνην παρὰ κεφαλαιούχων Ἑλλήνων, ἀλλὰ κεφαλαιούχων,
2729ἀμελούντων τὴν ἐπιχείρησιν, διότι ἔργον, ἀπαιτοῦν ἓν ἑκα-
2730τομμύριον δραχμῶν, ἦτο τολμηρὸν τότε καὶ ν’ ἀτενίσωσι.
2731Πολλὰ δὲ τότε μετὰ κόπου ὑπερενικήθησαν, ὅπως κατορ-
2732θωθῇ νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, περὶ οὗ εὔλο-
2733γος φόβος ὑπῆρχε, μήπως δευτέρα γραμμὴ καταστρέψῃ αὐ-
2734τὸν ἐν αὐτῇ τῇ γενέσει. Τὸ ἔργον ὅμως ἀπεδείχθη ἔπειτα
2735τοσοῦτον πλουτοφόρον, ὥστε καὶ πρὸς δύο γραμμάς, παραλ-
2736λήλως κινουμένας, ἤθελον ὑπάρχει πρόσοδοι, δυνάμεναι νὰ
2737πλουτίσωσιν ἀμφοτέρας. Ὅτε δὲ τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας
2738τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, προσκροῦον εἰς τὰς
2739ἀξιώσεις τῶν ἀναπτυχθεισῶν ἀναγκῶν τῆς μεταξὺ τῶν δύο
2740πόλεων συγκοινωνίας, ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἠθέλησε νὰ ἐπι-
2741καλεσθῇ κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, νομίσασα
2742ὅτι ἤρκει, ὅπως ἐμποδίσῃ τὸν ἀνταγωνισμὸν τοῦ τροχιο-
2743δρόμου, θέλοντος νὰ διέλθῃ διὰ Φαλήρου ἄνευ πεζῇ μετα-
2744φορᾶς τῶν ἐπιβατῶν ἀπὸ σταθμοῦ εἰς σταθμόν, τὸ προνό-
2745μιον δὲν ἤρκεσεν ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τρο-
2746χιοδρόμων· ἀλλ’ ὑπῆρξεν εὐτύχημα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ
2747Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὅτι ἐμεσολάβει ὁ χῶρος
2748τῶν ἐγκαταστάσεων αὐτῆς, ἐφ’ οὗ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δι-
2749έλθῃ ὁ τροχιόδρομος. Ἐγὼ δ’ αὐτὸς ἐνθυμοῦμαι ἐν ὁμιλίᾳ
2750μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη τὴν ἀδημονίαν αὐτοῦ, διότι
2751ἐκ τοιαύτης σφαλερᾶς προνοίας μονοπωλιακῆς ἐζημιοῦτο ἡ
2752ἐλευθερία τῆς συγκοινωνίας· συνεπάθει μὲν πρὸς τὴν Ἑλλη-
2753νικὴν Ἑταιρείαν, ἀλλ’ ἐλυπεῖτο, ὅτι ἐκωλύετο ἡ ἐλευθερία
2754καὶ εὐκολία τῆς συγκοινωνίας, ἣν πρώτιστα ὀφείλει νὰ ζητῇ
2755ὁ κυβερνήτης τῆς χώρας.
2756Ἀλλὰ τοιαῦτα συνέβαινον τότε δεδικαιολογημένως, διότι
2757ἔλειπεν ἡ πεῖρα τότε.
2758Σήμερον ὅμως, ἔχοντες αὐτήν, δεσμευόμεθα ἐν τῇ συμ-
2759βάσει ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας, καθόσον ὁρίζεται ἐν αὐτῇ,
2760ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ παραλλήλου γραμμῆς σι-
2761δηροδρομικῆς ἢ τροχιοδρομικῆς· ἐρχόμεθα δὲ καὶ ἀποκό-
2762πτομεν κέρδος ἀπώτερον ἢ προσεχὲς ἐξ ἐγκαταστάσεως ἄλ-
2763λης γραμμῆς, ἥτις ἤθελεν ἐγείρει ἅμιλλαν, ἅμιλλαν σωτή-
2764ριον καὶ κοινωφελῆ, καὶ οὐχὶ ἐλαττοῦσαν τὰ κέρδη τῆς
2765Ἑταιρείας, τῆς σήμερον λειτουργούσης.
2766Ἡ συμφωνία, ἥτις προτείνεται νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἥτις αὐ-
2767ξάνει κατὰ 20 ἔτη τὴν προθεσμίαν τῆς ἐξαγορᾶς, χειροτε-
2768ρεύει τὸν ὅρον τῆς ἐξαγορᾶς ἐν τῷ μέλλοντι, οὐχὶ ἐν τῷ
2769μέτρῳ, ὅπερ προέλεγεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἀλλ’ ἐπὶ
2770νέας βάσεως ἱδρυομένων τῶν πραγμάτων. Καὶ πῶς χειροτε-
2771ρεύει αὐτόν; Διότι εἰς τὰ ἀκαθάριστα ἔξοδα τῆς Ἑταιρείας
2772προστίθενται ἐπὶ 20 ἔτη 30,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος, αἵ-
2773τινες λαμβάνονται ἐκ τοῦ κέρδους τοῦ μεριστέου μετὰ τοῦ
2774Δημοσίου. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν κα-
2775θαρῶν κερδῶν, καὶ ἐπιβραδύνεται ὁ χρόνος τοῦ διαμερισμοῦ.
2776Ἀλλ’ ἡ σύμβασις περιέχει καὶ ἄλλο ἐλάττωμα (διότι
2777ἀπαριθμῶ ἁπλῶς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως), ἔχει τὴν ὁρι-
2778στικὴν παραχώρησιν ἐδάφους, ὅπερ μέχρι τοῦδε κατὰ χά-
2779ριν καὶ δοκιμαστικῶς ἐνέμετο ἡ Ἑταιρεία, ἄνευ οὐδενὸς
2780ἀνταλλάγματος. Γνωρίζετε ποῦ εὑρίσκεται σήμερον ὁ σταθ-
2781μὸς, ἡ κεφαλὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαυρίου· παρὰ
2782τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας. Γινώσκετε μέρος τοῦ κόσμου,
2783τοῦ παλαιοῦ ἢ τοῦ νέου, ἐν ᾧ ἡ ἀποβίβασις καὶ ἐπιβίβασις
2784γίνεται ἐν ὑπαίθρῳ; ἐν ᾧ, εἴτε βρέχει, εἴτε χιονίζει, εἴτε ἐπι-
2785κρατοῦσι καύματα κυνικὰ, κατακαίοντα τὰς κεφαλὰς τῶν
2786ἐπιβατῶν, τῶν ἀναμενόντων ν’ ἀποβιβασθῶσιν ἢ ἐπιβιβασθῶσι,
2787οὗτοι δὲν ἔχουσι στέγασμα; Ταῦτα ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθή-
2788ναις! Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἐκ τῶν ἀδιακό-
2789πων κινήσεων ἐμφανίζονται, καὶ εἶναι ἀληθῶς ἀπορίας ἄξιον,
2790πῶς τὰ θύματα δὲν εἶναι περισσότερα. Ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία,
2791μεθ’ ἧς συμβαλλόμεθα, παραλαμβάνει ὁριστικῶς τὸ δημοτι-
2792κὸν ἔδαφος, καὶ καθίσταται κάτοχος αὐτοῦ ἐπὶ 80 ἔτη, πῶς
2793δὲν ὑποχρεοῦται εἰς κατασκευὴν ἑνὸς κἄν στεγάσματος τῶν
2794ἐπιβατῶν; Γνωρίζω, ὅτι τὸ αὐτὸ ἄτοπον συμβαίνει καὶ ἐν
2795Πάτραις, ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ ἐκεῖ τοῦτο ἐγένετο σκάνδαλον,
2796καίτοι ὑπάρχει δικαιολογία τις ἕνεκα τῶν στενοχωριῶν τῆς
2797Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀγνοῶ, ἂν ὑπάρχει παράδειγμα ἄλλο
2798τοιαύτης παραχωρήσεως χιλιομέτρων ὅλων ὁδῶν δημοτικῶν
2799ἄνευ ἀνταλλάγματος οὐδενός, — διότι αἱ 600,000 δραχμαὶ, αἱ
2800δαπανηθησόμεναι εἰς τὰ ἐν Κηφισιᾷ ἔργα, δὲν εἶναι ἀντάλλαγ-
2801μα ταύτης τῆς παραχωρήσεως, ἀλλὰ δίδονται δι’ οὓς λόγους
2802θέλω εἴπει μετ’ ὀλίγον. — Ἐνῷ δὲ οὐδὲ κἄν πρόνοια κατα-
2803βάλλεται, ὅπως ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἱδρύσῃ ἐπὶ τῆς
2804πλατείας πῆγμα σιδηροῦν καὶ κρυστάλλινον πρὸς στέγασιν
2805τῶν ἐπιβατῶν, ἐνῷ οὕτω παραχωρεῖται καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ
2806ἐν Κηφισιᾷ ἔδαφος δημοτικόν, οὐδ’ ὑπὲρ τοῦ δήμου συνομο-
2807λογεῖται ὅ,τι δήποτε, — δήμου πτωχοῦ μᾶλλον, δήμου μὴ
2808ἐπαρκοῦντος εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, — μᾶλλον δὲ καὶ ὑπο-
2809χρεοῦται ὁ δῆμος νὰ πληρώνῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸν ἠλε-
2810κτρικὸν φωτισμόν. Εἰς πάντα ταῦτα ποῦ βλέπετε ἀληθῆ πρό-
2811νοιαν ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος;
2812Ἀκούσατε τὰς καθαρὰς εἰσπράξεις τῆς Ἑταιρείας, ἐφ’ ὧν,
2813κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ἀρχικὴν, μὴ μεταβληθεῖσαν κατὰ
2814τοῦτο, γίνεται ὁ ὑπολογισμός· — λαμβάνω αὐτὴν ἐκ τῶν πι-
2815νάκων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἤδη δεδημοσιευμένων· διότι
2816ἔχομεν στατιστικὴν τῶν σιδηροδρόμων φθάνουσαν μέχρι τοῦ
28171897. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς
2818λογαριασμοὺς τὸ ὅλον τῆς Ἑταιρείας, τὴν καταγωγὴν καὶ
2819τοὺς πόρους, ἐξ ὧν ἐπορίσθη τὰ χρήματα ἡ Ἑταιρεία...
2820§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν καταγωγὴν διατί;
2821§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἡ Ἑταιρεία ἔλαβεν, ὡς εἶπον ἤδη,
2822τὴν ὑπόσχεσιν ὠφελείας 3% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν καὶ
2823τοῦ ἡμίσεος πέραν τοῦ 3%, οὐχὶ διότι ὠφείλετό τι εἰς αὐ-
2824τὴν, μέλλουσαν νὰ συμψηφίσῃ τὰς δαπάνας τῶν 6,000,000,
2825ἅτινα ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ πρὸς ἐνθάρρυνσιν.
2826§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἱστορικῶς τὰ παρ’
2827ὑμῶν λεγόμενα δυνατὸν νὰ ἔχωνται ἀληθείας, ἀλλ’ ἤθελον
2828παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν
2829ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τόκων τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, καὶ
2830κατὰ τί ἡ ἱστορικὴ ὑμῶν μελέτη δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν
2831ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως. Αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας
2832ἀνεπτύξατε, οὐδόλως σχετίζονται μὲ τὰς παραχωρήσεις τὰς
2833γενομένας διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως, οὐδόλως σχετίζονται
2834μὲ τὸ ζήτημα τῶν τόκων τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς
2835ἐξαγορᾶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
2836§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἱστορικὸν δὲν συμβάλλει εἰς τὸ ζήτημα
2837τῶν τόκων καὶ τῆς ἐξαγορᾶς, συμβάλλει μόνον, ὅπως ἐκτι-
2838μήσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀνώταται ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν
2839Ἑταιρείαν, καὶ ὁδηγούμενοι ἐκ τούτων προβῶμεν εἰς τὴν
2840ἀξίωσιν τῶν περαιτέρω· διότι, ἐνῷ ταῦτα παρεχωρήσαμεν,
2841ἀπὸ δεκαετίας εἰς δεκαετίαν ἐρχόμεθα καὶ ἄνευ ἀνταλλαγ-
2842μάτων προσθέτομεν νέας παραχωρήσεις.
2843Λοιπὸν τὴν δεκαετίαν, ἣν κατὰ σύμπτωσιν εὑρίσκω ἐν-
2844ταῦθα ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐβεβαίω-
2845σε τὴν ὕπαρξιν πλεονάσματος, ἔχομεν κέρδος καθαρόν: κατὰ
2846τὸ 1891 δραχ. 182,390, κατὰ τὸ 1892 δρ. 233,150, κατὰ
2847τὸ 1893 δραχ. 261,225, κατὰ τὸ 1894 δρ. 144,450, κατὰ
2848τὸ 1895 δραχ. 321,913, κατὰ τὸ 1896 δρ. 329,261, κατὰ
2849τὸ 1897 δραχ. 316,804, κατὰ τὸ 1898 δρ. 356,999, κατὰ
2850τὸ 1899 δραχ. 392,151, κατὰ τὸ 1900 δρ. 424,466. Καὶ
2851ἐπαναλαμβάνω ἐνταῦθα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐλέχθη κατὰ τὸ 1891
2852ὑπὸ τοῦ Τρικούπη, ὅτι ὁ πρὸς καταλογισμὸν τῶν 3% ὑπο-
2853λογισμὸς τῶν καθαρῶν κερδῶν δὲν γίνεται σύμφωνος τῇ ἐν-
2854νοίᾳ τῆς συμβάσεως, διότι πρὸς ὁρισμὸν τοῦ καθαροῦ κέρδους
2855γίνονται ἀφαιρέσεις ἀπὸ τῶν ἐσόδων ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς τῆς
2856Ἑταιρείας μὴ προσήκουσαι. Ὅταν ἐξετάζω τοὺς ἰσολογισμούς,
2857καὶ βλέπω τί καταλογίζεται εἰς τὰ ἔξοδα, τί ἀφαιρεῖται
2858ἀπὸ τῶν ἐσόδων αὐθαιρέτως, ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἠσκήθη
2859κυβερνητικὴ ἐπίβλεψις ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας, ἥτις, ὡς πᾶσα
2860Ἑταιρεία, ἐφρόντισε νὰ νέμηται αὐτὴ ὅλα τὰ κέρδη. Ἐδῶ
2861ἔχομεν κατὰ τὸ 1900 δρ. 424,466 ὡς κέρδη καθαρὰ, ἀνα-
2862γεγραμμένα ἐν τῷ τελευταῖον ἐκδοθέντι ὑπὸ τῆς Τραπέζης
2863Καρυδιᾶ οἰκονομικῷ ἐγχειριδίῳ (Manuel des finances Hel-
2864léniques). Ταῦτα οὕτω σημειοῦνται εἰς τὸ βιβλάριον τοῦτο,
2865καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς βάσις τοῦ ὑπολογισμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ
2866ἐκεῖνα, εἰς ἃ ἡ Ἑταιρεία ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς αὐτῆς ἐφαρμό-
2867ζει τὴν φράσιν «καθαρὰ ἔσοδα», διότι ἡ Ἑταιρεία καθαρὰ
2868ἔσοδα ἐννοεῖ τὸ μέρισμα μόνον, ὅπερ διανέμει. Ἀλλὰ τοῦτο
2869δὲν εἶναι τὸ ἀκριβὲς, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐν-
2870ταῦθα ὠφελεῖται, παίζουσα πρὸς τὰς λέξεις, καὶ μὴ προσέ-
2871χουσα εἰς τὴν οὐσίαν αὐτῶν. Παραδείγματος χάριν,—καὶ
2872τοῦτο εἶναι προϊὸν τῆς δευτέρας συμβάσεως — κατὰ τίνα λό-
2873γον ἀναγράφονται εἰς τὰ ἀφαιρούμενα ἔξοδα αἱ κρατήσεις πρὸς
2874ἀπόσβεσιν δαπανηθέντων δι’ ἐξωραϊσμοὺς Κηφισιᾶς; Οἱ ἐξω-
2875ραϊσμοὶ τῆς Κηφισιᾶς ἐγένοντο διὰ τοῦ κεφαλαίου τῶν 500 χι-
2876λιάδων δραχμῶν, ὅπερ ἐπὶ ἀνταλλάγματι ὑπεχρεώθη ἡ Ἑται-
2877ρεία νὰ καταθέσῃ. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο ποῦ τῆς συμβάσεως
2878λέγεται, ὅτι πρέπει νὰ κρατῆται καὶ ἀποσβεννύηται ἐπὶ μειώ-
2879σει τῶν ἐσόδων τῶν καθαρῶν; Οὐδαμοῦ. Αὕτη εἶναι δαπάνη
2880προκαταβαλλομένη ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας εἰς ὄφελος τοῦ Κρά-
2881τους, διότι ἐγένετο ὑπὲρ αὐτοῦ τελικῶς, καὶ δαπάνη, ἧς τὰ
2882κέρδη ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς οἰκονομίας τῆς συμβάσεως ἐκείνης
2883ἔμελλε νὰ νέμηται καὶ νὰ καρπῶται ἐκείνη, καὶ ὄντως καρ-
2884ποῦται ἐκείνη. Κατὰ τίνα λόγον καὶ δυνάμει τίνος διατά-
2885ξεως νόμου κρατεῖ τὰς 20,000 κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν,
2886τὰς 25,000 κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ἀφαιροῦσα αὐτὰς
2887ἀπὸ τῶν κερδῶν, καὶ μειοῦσα οὕτω τὰ καθαρὰ κέρδη;
2888§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς γινώσκετε, δυνά-
2889μει τοῦ νόμου ὑπάρχει ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος ἐξετά-
2890ζει τοὺς λογαριασμούς.
2891§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὑπάρχει ἐπιτροπή.
2892§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατί;
2893§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιτροπὴ καὶ οὕτως
2894ἐξετάζῃ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ καθορίζῃ τούτους, βεβαίως
2895πλανᾶται.
2896§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τῷ 1900 δὲν καθώρισε, καὶ ἑπομένως
2897δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἢ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐξελέγξεως τῆς
2898ἐπιτροπῆς τοῦ 1899. Ἰδοὺ οἱ λογαριασμοὶ (ἀναγινώσκει):
2899«Εἰσπράξεις 864,953, ἐκ τῶν ὁποίων ἀφαιροῦνται 439,000·
2900ὑπόλοιπον 425,953.»
2901§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ τί ἀφαιρεῖται;
2902§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 439,000.
2903§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖα τὰ κατὰ μέρος κονδύλια;
2904§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξέπεσε 3879 δραχμάς.
2905§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγένοντο αἱ κρατήσεις ἀπέναντι τῶν
2906500,000 δραχμῶν;
2907§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν βλέπω.
2908§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐγένοντο.
2909§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδῶ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ταύτας,
2910διότι κάμνει μόνον τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἀφαιρέσεων,
2911αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γείνωσιν· ἑπομένως ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς:
2912εἰσπράξεις τόσαι· καθορίζει τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύ-
2913σεως τόσας, καὶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν καθοριζομένων δαπανῶν
2914συμπεριελήφθησαν 1000 δραχμαὶ ὡς συνδρομὴ κλπ. Ἔπειτα
2915ποσὰ καταλογιστέα εἰς τὰς αὐξήσεις καὶ προσθήκας, τὰς
2916ὁποίας ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ καταβάλῃ ἐξ ἰδίων.
2917§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Πρῶτον
2918δὲν νομίζετε, ὅτι τοιοῦτος πίναξ εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικός,
2919ὥστε ἔπρεπε νὰ ἦναι κατατεθειμένος εἰς τὴν Βουλήν; Ἆρά
2920γε πρέπει μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσάγουσα τὴν σύμβασιν,
2921νὰ ἔχῃ ὅπλα εἰς χεῖρας, ἢ πρέπει νὰ ἔχωσιν ὅπλα καὶ φῶς
2922καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, μὴ παρόντες ἐν τῇ διαπραγματεύσει ταύτῃ
2923καὶ μὴ γνωρίζοντες τὰς λεπτομερείας, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι εἰς
2924θέσιν νὰ ἐξενέγκωσι γνώμην;
2925§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀξία λόγου ἡ δια-
2926φορά;
2927§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἂν εἶναι μιᾶς δραχμῆς ἡ διαφορά, τὸ
2928παράπονον δικαίως ὑφίσταται· ἀλλὰ βεβαίως ἡ διαφορὰ εἶ-
2929ναι ἀξία λόγου.
2930§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ καθαρὰ ἔσοδα τί γίνονται;
2931§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω αὐτὰ ἐκ τῆς ὑμετέρας σημειώσεως,
2932ὅπως ἀνεγνώσθησαν, εἰς 424,000 δραχμάς· ἀλλὰ δὲν ἀπαντᾷ
2933τοῦτο εἰς τὸ ἐπιχείρημά μου· διότι ἐγὼ λέγω, ὅτι τὰ καθαρὰ
2934ταῦτα ἔσοδα δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὰ μόνα καθαρὰ ἔσοδα, ἀλλ’
2935εἶναι μέρος τῶν καθαρῶν ἐσόδων, διότι κρατοῦνται καὶ ἀφαι-
2936ροῦνται, καταλογιζόμενα εἰς τὰς ἀφαιρετέας δαπάνας, ἔξοδα,
2937ἅτινα δὲν ἦσαν καταλογιστέα ἐπὶ μειώσει τῶν καθαρῶν
2938ἐσόδων.
2939§143ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸν ἰσολογισμόν, τὸν ὁποῖον παρουσιά-
2940ζει, ἀφίνει πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς μετόχους κατὰ τὸ 1899
2941δραχ. 135,000 τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, καὶ ἑτέρας 135,000
2942τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ὥστε τὸ ὅλον ἀφίνει πρὸς διανομὴν
2943270,000 δραχμάς.
2944§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἐνῷ τὰ καθαρὰ ἔσοδα εἶναι
2945392,000. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ λοιπὸν μεταξὺ τῶν 270,000 καὶ
2946392,000. Ὑπάρχει ἀπόστασις, ἧς μέρος καλύπτει ποσὸν, ὅπερ
2947δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ ἐπὶ μειώσει τῶν ἐσόδων τῶν μεριστέων
2948μετὰ τὸ 7% μετὰ τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο εἶπον ἤδη, ὅτι παρε-
2949τήρησεν ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, καὶ ἐσημείωσα
2950τὰ δύο κονδύλια, ἅτινα ὁμοῦ ἀνέρχονται εἰς 20,100 δραχμάς,
2951καὶ τόσα ὑπέδειξεν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου τότε. Ἀλλὰ τοῦ-
2952το βλέπομεν καὶ ἐνταῦθα· τὰ κονδύλια ταῦτα ἐξακολουθοῦσι
2953κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον νὰ καταλογίζωνται εἰς τὰ ἀφαιρετέα
2954ἔξοδα. Εἶναι προφανές, ὅτι τοῦτο γίνεται ἐπὶ κέρδει τῆς Ἑται-
2955ρείας, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶσα Ἑταιρεία τὸ αὐτὸ ἤθελε
2956πράξει· αἱ τοιαῦται ἰδέαι εἶναι ἰδέαι, ἃς πᾶσαι αἱ Ἑταιρεῖαι
2957αἱ τοιαῦται, ἑλληνικαὶ καὶ ξέναι, πάντοτε ἔχουσιν. Ἀλλὰ διὰ
2958τοῦτο ὑπάρχουσιν ἀπέναντι τῶν Ἑταιρειῶν αἱ Κυβερνήσεις,
2959ὅπως, ἔχουσαι ἀνὰ χεῖρας τὰς συμφωνίας καὶ τοὺς νόμους, διὰ
2960τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν ἐργάζονται πρὸς
2961κατάρτισιν τῶν ὀρθῶν ἀποτελεσμάτων, ἐπιβάλλωνται, περιο-
2962ρίζουσαι τὰς Ἑταιρείας εἰς τὰ ἀκριβῶς νόμιμα, μετά τινος
2963μὲν ἴσως ἐπιεικείας, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μετὰ παραβλέψεως τοι-
2964ούτων ἀναγραφῶν εἰς τὰ ἀφαιρούμενα ἔξοδα ἄνευ δικαιώ-
2965ματος.
2966Ἐνταῦθα δὲ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμείνω εἰς
2967τὸ παράπονον, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐξέφρασα, τοῦ λόγου ὄντος
2968περὶ συζητήσεως τοιούτων συμβάσεων, δι’ ἣν κατ’ ἀνάγκην
2969προαπαιτεῖται μελέτη ἀριθμῶν, κατ’ ἀνάγκην ἀπαιτεῖται ζύ-
2970γισις τῶν γενομένων ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Προτάσεις
2971δεόμεναι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ὡς ἐγένετο ἡ πρότασις αὕτη,
2972ἄνευ προσκομίσεως οὐδεμιᾶς πληροφορίας, μετ’ αἰτιολογι-
2973κῆς ἐκθέσεως, ἥτις δὲν δύναται κἄν νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα αἰτιο-
2974λογικῆς ἐκθέσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς καταθέσεως πινάκων, ἄνευ
2975οὐδεμιᾶς ἀναπτύξεως τῆς ἱστορίας τῆς Ἑταιρείας ταύτης τῆς
2976σιδηροδρομικῆς, ἄνευ οὐδενὸς ὑπολογισμοῦ, ἐὰν ἐξαγορὰ γι-
2977νομένη ἤθελεν ἀποβῆ ὠφέλιμος, ἢ δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμος, ὑπο-
2978λογισμοῦ διακρίνοντος τὰ κέρδη τὰ ἐκ τῆς μὴ ἐξαγορᾶς κατ’
2979ἀντιπαράθεσιν πρὸς τὰ ἀναμενόμενα ἄνευ παρατάσεως τῆς
2980προθεσμίας τῆς παραχωρήσεως, εἶναι ἐπιτετραμμένον οὕτω
2981νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ἐπιδιώκηται οὕτως,
2982ὡς ἐπιδιώκεται σήμερον, ἡ ψήφισις τῆς τοιαύτης συμβάσεως,
2983μὴ κρινομένου κἄν ἀναγκαίου, μηδ’ ἐπιτρεπομένου, ἵνα τοι-
2984αύτη σύμβασις παραπεμφθῇ παρ’ εἰδικῇ τινι ἐπιτροπῇ, ὅπως
2985ἐξετασθῇ ὑπ’ αὐτῆς, καὶ ὅ,τι δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
2986σεως ἐπιτευχθῇ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἵτι-
2987νες, ὑπὸ τῆς Βουλῆς διοριζόμενοι, ἤθελον κατασταθῆ ἱκανοὶ
2988νὰ διαφωτίσωσι τοὺς συναδέλφους αὑτῶν; Βεβαίως ὁ τρόπος
2989οὗτος δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Καὶ ταῦτα μὲν ἐγένοντο ἤδη,
2990ἀλλ’ εὔχομαι μηδέποτε εἰς τὸ μέλλον τοιοῦτον θέαμα ἐνταῦθα
2991νὰ παρουσιασθῇ.
2992Ὄτε λοιπόν, Κύριοι, ἀποδεικνύεται προφανῶς ἔκτακτος
2993ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐσόδων τῆς γραμμῆς τῶν σιδηροδρόμων Ἀτ-
2994τικῆς, γινώσκετε δὲ καὶ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς
2995ἀναπτύσσονται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος οἱ πόροι τῆς Ἑταιρείας
2996ταύτης, δὲν νομίζετε, ὅτι ἦτο ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετάσητε,
2997μήπως οἱ πόροι οὗτοι, οἵτινες ἔφθασαν ἤδη νὰ καλύψωσι τὸ
29987%, βάσεως λαμβανομένης τῶν ἀριθμῶν τῶν καθαρῶν ἐσό-
2999δων, ὅπως εἴδομεν αὐτὰ ἀναγεγραμμένα, οὐχὶ τῶν πρὸς δια-
3000νομὴν εἰς τοὺς μετόχους, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἄξιον τοῦ κό-
3001που νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως ἡ ἐξαγορὰ εἶναι συμφωροτέρα τῆς
3002τοιαύτης παραχωρήσεως; Ἡ ἐξαγορὰ ἐπὶ τοῖς δεδομένοις,
3003ἅτινα ἔχομεν, βεβαίως δι’ ὑπολογισμῶν ἀκριβῶν ἔπρεπε νὰ
3004ἀποδειχθῇ, ποῦ ἤθελε φέρει ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐάν τις ἐξετάσῃ γε-
3005νικῶς, δὲν λέγω μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας, τὰ πράγματα,
3006πείθεται, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ ἤθελε φέρει εἰς τὸ Κράτος ὠφέλειαν,
3007ἂν ἐδανείζετο, ὅπως ἐξοφλήσῃ ἀμέσως ἐπὶ τῇ ἐξαγορᾷ τὴν
3008Ἑταιρείαν, 5,000,000 περίπου, ἔστω καὶ 6,000,000, δηλ.
3009τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔμελλε ν’ ἀποτελέσῃ κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμ-
3010βασιν τὸ κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας. Καὶ λαμβάνων τὸν ἀριθ-
3011μὸν 6,000,000 δραχμῶν — περὶ οὗ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι
3012δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι θεωρῶ ὅτι ὑποκάτω τοῦ ἀριθμοῦ τού-
3013του ὑπάρχει τὸ κεφάλαιον τὸ ἀληθῶς πληρωτέον, — καὶ λαμ-
3014βάνων 6,000,000 δραχμὰς, ἐρωτῶ: ἐπὶ τόκῳ 5% τί θέλετε
3015ἔχει; 300,000 δραχμάς.
3016§145ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ σύμβασις ὁρίζει 7% πρὸς ἀνακεφαλαίωσιν.
3017§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
3018§147ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε ἔχετε 420,000 δραχμάς.
3019§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς.
3020§149ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκριβῶς, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἡ ἀνακεφα-
3021λαίωσις διὰ τὴν ἐξαγορὰν, θὰ γείνῃ μὲ 7%.
3022§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τίνος κεφαλαίου;
3023§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι
30245,405,000.
3025§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ποσὸν τὸ πληρωτέον.
3026§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρόσοδος θ’ ἀνακεφαλαιωθῇ πρὸς
30277%.
3028§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ τὸ δανειστέον ποσὸν οὐχὶ
3029πρὸς 7%.
3030§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ πληρωτέου πο-
3031σοῦ.
3032§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
3033§157ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
3034§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· διότι εἶσθε καὶ εἰδικός.
3035§159ΝΕΓΡΗΣ. Πρὸς 7% τὸ κεφάλαιον εἶναι μικρότερον. Ἐὰν
3036ὑπολογίσητε, ὅτι τὸ ἔσοδον εἶναι 420,000 δραχμαὶ, τότε
3037τὸ κεφάλαιον θὰ ἦτο 6,000,000. Ἐὰν τοὐναντίον τὸ ὑπο-
3038λογίσητε ὅπως τὸ ὑπολογίζει ἡ Ἑταιρεία, ὅτι τὸ ἔσοδον
3039εἶναι 270,000, τότε τὸ κεφάλαιον θὰ ἦναι 4,000,000.
3040§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θ’ ἀφαιρέσητε τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι
3041θεωροῦνται ὡς πάγιαι, καὶ μερικαὶ δαπάναι θ’ ἀφαιρεθῶσιν
3042ὡς ἔκτακτοι δαπάναι διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῆς ὀφειλῆς κλπ.
3043Ἐὰν ὑποθέσητε 370,000, φθάνετε εἰς 5,200,000.
3044§161ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ἄνευ εἰδικωτέρου λογαρια-
3045σμοῦ ἐγὼ εὑρέθην μεταξὺ 5,000,000 καὶ 6,000,000.
3046Λοιπὸν ὑποθέσωμεν τὴν ἐξαγορὰν γενομένην, καὶ ὑποθέσω-
3047μεν τὴν Κυβέρνησιν θέλουσαν ἀμέσως νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ποσὸν
3048καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα· ἤθελε δανεισθῆ 5½ ἑκατομμύρια ὄχι
3049βεβαίως ἐπὶ τόκῳ 7%. Λοιπὸν 5½ ἑκατομμύρια, ἐπὶ 6%
3050πόσον ἔρχεται; 330,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 330,000, ἃς ἠθέ-
3051λετε πληρώνει κατ’ ἔτος διὰ τὸ δάνειον, ἠθέλετε ἔχει εὐθὺς
3052ἐν ἀρχῇ ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου 392,424. Ἐγὼ λαμβάνω ταῦτα
3053τὰ καθαρὰ ἔσοδα.
3054§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν κατὰ τὴν γνώ-
3055μην σας τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ ἐξαγοράσῃ καὶ ἐκμεταλλευθῇ
3056τὸν σιδηρόδρομον.
3057§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ δείξῃ εἰς τὴν Ἑται-
3058ρείαν, ὅτι θέλει νὰ ἐξαγοράσῃ, καὶ ἂν ἐδείκνυε τὸ Κράτος εἰς
3059τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι ἤθελε νὰ ἐξαγοράσῃ, διαβεβαιῶ τὴν Κυ-
3060βέρνησιν, ὅτι πολλαὶ Ἑταιρεῖαι ἤθελον παρουσιασθῆ...
3061§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.
3062§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... ἵνα προτείνωσιν εἰς αὐτὸ ν’ ἀναλάβωσι
3063τὸν σιδηρόδρομον ἐπὶ κρείττοσιν ὅροις.
3064§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐξεδήλωσα τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν
3065ἀπὸ πέρυσι, καὶ οὐδεμία Ἑταιρεία παρουσιάσθη.
3066§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φοβοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ πλέγμα
3067τῶν κεφαλαιούχων ἐν Ἑλλάδι εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ πλέγμα
3068τῶν κεφαλαιούχων ἐν ἁπάσαις ταῖς χώραις δυστυχῶς, διότι
3069ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος περισσότερον βυθιζόμεθα αἱ νέαι κοινωνίαι
3070εἰς τὰ δίκτυα τῶν μεγάλων κεφαλαιούχων. Ὑποπτεύω δὲ,
3071μήπως φόβοι συγκρούσεως πρὸς ἰσχυρὰ συμφέροντα καὶ οἱ
3072διάφοροι ὑπολογισμοὶ, οἵτινες γίνονται, ὅπως κατορθώσῃ τις
3073ἐν τοιούτοις ἔργοις νὰ διεξέλθῃ τοὺς σκοπέλους, οὓς συναντᾷ,
3074ἀναγκάζωσι τοὺς δυναμένους νὰ προσέλθωσι νὰ ἀπέχωσι καὶ
3075σιωπῶσι, καίτοι, ἂν δὲν ἐφοβοῦντο προσκρούσεις, ἤθελον πα-
3076ρουσιασθῆ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἄλλο, παρὰ τὰ γενικὰ ταῦ-
3077τα, διότι καὶ δὲν γνωρίζω τίποτε εἰδικώτερον. Ἀλλ’ ἔχω
3078τοιούτους γενικοὺς φόβους, τοιαύτας κρίσεις. Φοβοῦμαι δὲ,
3079ὅτι δὲν εἶναι ἄστοχοι αἱ κρίσεις, οὐδὲ κενοὶ οἱ φόβοι. Καὶ
3080διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐντονωτέρα ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως,
3081ἐπισειούσης τὸ φόβητρον τῆς ἐξαγορᾶς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ
3082νὰ εἰσαγάγῃ τὴν Ἑταιρείαν ἐντὸς ὅρων ἐπωφελεστέρας εἰς
3083τὸ Κράτος διεξαγωγῆς τῆς μετ’ αὐτῆς διαπραγματεύσεως.
3084Διότι ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ θεωρῶ, ὅτι δὲν πρέ-
3085πει ἡ Ἑταιρεία αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον. Ἔχω λό-
3086γους νὰ ἐκτιμῶ πολλὰ τῶν ἔργων αὐτῆς, καὶ τὰ ἐκτιμώ-
3087μενα εἶναι ἴσως περισσότερα ἢ τὰ καταδικαζόμενα, οὐδε-
3088μίαν δὲ θὰ εἶχον δυσκολίαν, κυβερνήτης ἐγὼ, νὰ ἐξακολου-
3089θήσω διὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας τὸ ἔργον. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίω-
3090σιν, ὅτι θὰ εἶχον μόνος τὴν ἱκανότητα νὰ διεξαγάγω ἀρτίως
3091τοιαύτην διαπραγμάτευσιν, ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι
3092θὰ εἶχον τὴν δύναμιν, βοηθούμενος ἐν τῷ ἔργῳ ὑπὸ τῶν εἰ-
3093δημόνων, νὰ ἐπιβάλω τοὺς ὅρους τοὺς δικαίους, οὓς πιστεύω,
3094ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν.
3095§168ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἄνθρωπος
3096ἐν Ἀθήναις ζητῶν τὴν ἐξαγοράν.
3097§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ σᾶς ἴσως τὴν ἐζή-
3098τησεν, ἐνῷ ἀπὸ ἡμᾶς δὲν τὴν ἐζήτησε.
3099§170ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω ἐγὼ αὔριον καὶ μετὰ
3100τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως.
3101§171Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὁ Ποδηλατικὸς Σύλλογος (ἱλαρότης).
3102§172ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ κατὰ σύμπτωσιν, Κύριοι, τὸ παρελ-
3103θὸν θέρος, μεταβαίνων εἰς Κηφισιὰν, συνηντήθην μετὰ συμ-
3104βούλου τῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅλως ἐκ τύχης συνῆψα ὁμιλίαν
3105περὶ τοῦ θέματος τούτου μετ’ αὐτοῦ· διότι παρετήρουν εἰς τὸν
3106ἀξιότιμον τοῦτον σύμβουλον, ὅτι αἱ ἐλλείψεις τῆς Ἑταιρείας
3107ἦσαν ἀφόρητοι, καθιστῶσαι δυσάρεστον τὴν μετὰ τοῦ χωρίου
3108συγκοινωνίαν, αἵτινες δὲ δὲν ἦτο δίκαιον νὰ καταλογισθῶσιν
3109εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ ἔργου, διότι ὁ διευθυντὴς τοῦ ἔργου δὲν
3110εἶχεν αὐτὸς καὶ τοὺς ἱμάντας τοῦ βαλαντίου, ἀλλ’ εἰς ἑκά-
3111στην αἴτησιν ὤφειλε ν’ ἀναμείνῃ καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμ-
3112βουλίου, τὸ δὲ Συμβούλιον, λίαν φειδωλόν, δὲν ἐχορήγει τὰ
3113ἀπαιτούμενα πρὸς διόρθωσιν. Ὁμιλῶν μετὰ τοῦ συμβούλου,
3114ἐξεδήλουν τὴν ἀπορίαν, πῶς δὲν ἐγίνετο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ
3115μεταβολὴ καὶ διόρθωσις. Ὁ δὲ σύμβουλος, εἰλικρινέστατα
3116πρὸς ἐμὲ ὁμιλήσας, ἀπήντησεν, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ
3117ἡ Ἑταιρεία, διότι ἔχει τὸν πέλεκυν ἐπὶ κεφαλῆς.
3118§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ εἶπον ἐγὼ εἰς
3119τὴν Βουλὴν· δὲν τὸ ἀπέκρυψα.
3120§174ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ διότι δὲν ἀπεκρύψατε τοῦτο, δὲν
3121εἶναι λόγος, ὅπως μὴ εἴπω καὶ ἐγὼ αὐτὸ, ὡς λεχθὲν ὑπὸ
3122συμβούλου. Εἰλικρινῶς δὲ μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ἐπάτησεν ἡ
3123Ἑταιρεία εἰς τὸ 7%.
3124§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦλθε ποτὲ νὰ κά-
3125μῃ εἰς ἐμὲ καμμίαν δήλωσιν ὁ κ. Πεσματζόγλου· εἶδον δὲ
3126τὸν κ. Πεσματζόγλου καὶ χθὲς καὶ προχθὲς διὰ τὸ ζήτημα
3127τῶν τροχιοδρόμων, καὶ οὐδὲν μοὶ ἀνεκοίνωσε περὶ τοῦ σι-
3128δηροδρόμου Ἀττικῆς.
3129§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τῆς ὁμιλίας ἐκεί-
3130νης, ἐντύπωσις διαρκὴς, ὑπῆρξεν, ὅτι βεβαίως ἡ Κυβέρνησις
3131ἐν τῇ ἐπικειμένῃ διαπραγματεύσει ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν ἀρί-
3132στῃ θέσει ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας, ὅπως ἐπιτύχῃ συμφω-
3133νίαν ὠφέλιμον. Ἡ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ διαπραγματεύσει,
3134κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δίκαιον ἦτο, πάσης ἄλλης Ἑται-
3135ρείας ἐπὶ ἴσοις ὅροις νὰ προτιμήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν, ἔστω
3136καὶ ἐπί τινι διαφορᾷ εἰς ὄφελος αὐτῆς, διότι βεβαίως Ἑται-
3137ρεία, ἐργασθεῖσα ἤδη ἐπὶ χρόνον, δὲν πρέπει ἄνευ λόγου
3138ἰσχυροῦ ν’ ἀποπεμφθῇ· ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι
3139ἐκ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως τῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς
3140ψυχολογικῆς στιγμῆς δὲν ἐπωφελήθη δεόντως ἡ Κυβέρνη-
3141σις, καὶ διὰ τοῦτο εἰς σύμβασιν τοιαύτην κατέληξεν.
3142Ἐν τῇ μελέτῃ τῆς συμβάσεως προσέκοψα εἰς τινα σημεῖα,
3143καθ’ ἃ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ καταλήξω εἰς συμπέ-
3144ρασμα. Καὶ ταῦτα ὑποδεικνύω, ζητῶν μᾶλλον νὰ φωτισθῶ.
3145Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐνῷ ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει ἡ
3146Ἑταιρεία εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν νὰ καταβάλῃ
31476,000,000, κατέβαλε 5,300,000 δραχ. μόνον. Οὐδὲν εὗ-
3148ρον τὸ γεννῆσαν εἰς ἐμὲ φόβον παραβάσεως ὑποχρεώσεων·
3149ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς καὶ ἐκ τίνος συνεννοήσεως
3150προῆλθε τὸ γεγονὸς, ὅτι κατεβλήθησαν ἀντὶ 6,000,000 δρ.
3151μόνον 5,300,000. Εἰς τοῦτο δ’ ἐπέστησα περισσότερον τὴν
3152προσοχὴν, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἄλλην διάταξιν τῆς συμ-
3153βάσεως, καθ’ ἣν, ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρίσκετο τὸ ὅλον ποσὸν,
3154ἔμελλον ἐκ τοῦ περισσεύματος νὰ κατασκευασθῶσι καὶ ἄλλα
3155σιδηροδρομικὰ ἔργα ἐν Ἀττικῇ.
3156Ἐν τῇ προχθεσινῇ συζητήσει, τῇ βραχείᾳ, ἥτις ἐγένετο
3157ἐπὶ τῇ αἰτήσει πληροφοριῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3158σεως ἐδήλωσε—καὶ ἰδοὺ θέμα, ἐφ’ οὗ εὑρέθημεν σύμφωνοι, —
3159ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἀξιοῖ νὰ λαμβάνῃ τὸ 7%, καὶ κατ’ ἀνα-
3160δρομὴν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ὅτι τὸ Κράτος, ἡ Κυβέρνησις
3161ἀνθίσταται εἰς τὴν τοιαύτην τῆς Ἑταιρείας ἀξίωσιν. Τοῦτο,
3162εἰς ὃ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπιμείνει ὁριστικῶς ὁ
3163κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ ν’ ἀναγνω-
3164ρίσῃ καὶ ἡ Ἑταιρεία, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν κεκα-
3165νονισμένον ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἔρχε-
3166ται καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὕτη σύμβα-
3167σιν μετὰ τοιούτων παραχωρήσεων, εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς
3168δὲν φροντίζει νὰ λύσῃ πρότερον τὴν μετὰ τῆς Ἑταιρείας
3169διαφορὰν, ἧς ἡ ἀξία ἀναβαίνει εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων
3170δραχμῶν. Διότι, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῆς Ἑταιρείας, ὅτι
3171ὀφείλονται οἱ τόκοι πρὸς 7% ἀναδρομικῶς, προσθήκη 4%
3172ἐπὶ πλέον τῶν 3% μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς,
3173ὑπολογίσατε, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι θέλουσι συμπληρωθῆ ἑκα-
3174τοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, ἃς θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ στερηθῇ
3175τὸ Κράτος ἐκ τῆς μερίδος τῶν κερδῶν, ἥτις ἀνήκει εἰς αὐτό.
3176Ἀλλ’ ὅτε ἔρχεται ἐνταῦθα σύμβασις κανονίζουσα πάντα τὰ
3177ἄλλα, πῶς παραβλέπεται ἡ τοιαύτη διαφωνία μεταξὺ τοῦ
3178Κράτους καὶ τῆς Ἑταιρείας, ἡ πρώτη κανονιστέα πρὸς κα-
3179τάρτισιν συμφωνίας ἐκκαθάρισις λογαριασμοῦ;
3180§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν συμφωνῶ.
3181§178ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν συμφωνεῖτε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν πρέ-
3182πει νὰ λάβῃ ἀναδρομικῶς τὸ συμπλήρωμα τῶν 4%;
3183§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ
3184συμπληρώματος. Ζήτημα γεννᾶται μόνον, ἂν τὸ 7% ἔχει
3185λαμβάνειν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς Ἑταιρείας, ἢ ἂν
3186τὰ κέρδη πρέπει νὰ διανεμηθῶσιν εὐθὺς ὡς προαφαιρέσῃ 7%
3187εἰς τὸ ἔτος. Ἐγὼ διατείνομαι καὶ ἡ ὑπηρεσία λέγει, ὅτι, τῆς
3188συμβάσεως μὴ ἐχούσης διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἔχει τὸ
3189δικαίωμα τοῦτο ἡ Ἑταιρεία, δὲν δύναται ἡ Ἑταιρεία νὰ πο-
3190ρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ ἐπιτρέψαντος εἰς
3191τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν συμβάσεως,
3192διότι, μὴ ὑπαρχούσης ἐν τῇ συμβάσει διατάξεως τοιαύτης,
3193πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχεν ὅρους καλ-
3194λιτέρους, ὡς πρὸς τοῦτο, ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος, ὃν
3195εἶχε λάβει, καθώριζεν. Ἡ Ἑταιρεία ἔχει ἐναντίαν γνώμην,
3196διατείνεται δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι δικαστικὸν, καὶ τὸ ζή-
3197τημα τοῦτο πρέπει νὰ λύσῃ τὸ Ἐφετεῖον. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ
3198λυθῇ τὸ ζήτημα ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει, βεβαίως ζήτημα τοιοῦ-
3199τον δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ, παρὰ δι’ ἀμοιβαίων παραχωρή-
3200σεων· διότι, ἂν ἐζητοῦμεν νὰ ἐγκαταλείψῃ ἡ Ἑταιρεία τὰς
3201ἀξιώσεις της, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὰς ἐγκαταλείψῃ ἢ ἀπέναν-
3202τι ἀνταλλάγματος, ἐγὼ δὲ δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ δώσω
3203ἀντάλλαγμα, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει
3204δίκαιον, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ἀντάλλαγμα.
3205§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄρα μένομεν καὶ μετὰ τὴν σύμβασιν ταύ-
3206την ἔχοντες ἐκκρεμῆ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν λογαριασμὸν, οὗ
3207τὴν λύσιν θέλουσι δώσει τὰ Δικαστήρια, ὁ δὲ ἐκκρεμὴς οὗτος
3208λογαριασμὸς ἀποτελεῖ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν.
3209§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀποτελεῖ βεβαίως ἕν ποσὸν χρημάτων.
3210§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀποτελεῖ νόσημα τῆς συμβάσεως.
3211§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὅμως λέγω ὄχι, διότι εἶμαι πε-
3212πεισμένος, ὅτι ἔχει δίκαιον τὸ Δημόσιον.
3213§184ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶσθε πεπεισμένος, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέ-
3214βαιον, ὅτι θὰ δοθῇ τὸ δίκαιον εἰς ἡμᾶς ἐκεῖθεν, ὅπου θὰ ζη-
3215τηθῇ, καὶ ὁ κίνδυνος ὑπάρχει διὰ τὸ Κράτος. Ἐπὶ τοῦ θέ-
3216ματος θέλω ἐπιμείνει, ἵνα ἐντυπωθῇ ὁ λόγος μου εἰς τὴν
3217μνήμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀκριβῶς ὁμιλῶν περὶ τούτου
3218προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετεχειρίσθη τὰς αὐτὰς λέξεις,
3219ἃς καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος μετεχειρίσθη ἄλ-
3220λοτε, ὅτε ὑπεστήριζε τὴν σύμβασιν, ἥτις μεταρρυθμίζεται σή-
3221μερον. Διότι ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀπαν-
3222τῶν εἰς τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου, εἶπε τότε, ὅτι διὰ τοῦ
3223νόμου ζητεῖ «ἀνώτατον ὅρον», ἐπιφυλάσσεται δὲ νὰ συνομο-
3224λογήσῃ μετὰ τῆς Ἑταιρείας ἐντὸς τῶν ὅρων...
3225§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἐμοῦ σπου-
3226δαιότατον, καὶ ἐγὼ τὸ μετεχειρίσθην διότι τὸ ἐγνώριζον.
3227§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς βλέπομεν ἐν
3228σελίδι 694 τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς τῆς
3229Αʹ Συνόδου ΙΒʹ Περιόδου, αὐτὸ τοῦτο εἶπε, καὶ δι’ αὐτὸ
3230εἶπον, ὅτι ἐπιμένω, ὅπως ἐνισχύσω ὑμᾶς, διότι ἐκεῖνο, ὅπερ
3231ὑμεῖς λέγετε ἀφ’ ἑαυτοῦ, στηρίζεται εἰς δήλωσιν τοῦ κυ-
3232ρίου Δηλιγιάννη. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἀποτελεῖ ποιάν τινα
3233ἐγγύησιν ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐν τῇ δίκῃ, ἥτις ἀναμένει ἡμᾶς, εἶναι
3234δυνατὸν νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τὸ δίκαιον ἡμῶν.
3235Ταῦτα, Κύριοι, μοὶ φαίνονται ἐπαρκῆ. Δὲν ἐξήντλησα τὸ
3236θέμα μου, διότι ἡ ὥρα εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν αἰσθάνομαι
3237τὴν δύναμιν νὰ ἐξακολουθήσω. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη,
3238ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὰ κρείτ-
3239τονα. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ἠδυνάμεθα, ἂν ἄλ-
3240λως ἐπελαμβάνετο τοῦ θέματος ἡ Κυβέρνησις, νὰ φθάσωμεν
3241εἰς τ’ ἀποτελέσματα ἐκείνων, ἅτινα ἡ Ἑταιρεία ὑπόσχεται, διὰ
3242πολὺ μικροτέρου ἀνταλλάγματος, ἄνευ περιορισμῶν, ἄνευ
3243παρατάσεως τοιαύτης τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκχωρήσεως καὶ
3244ἐπὶ ὅροις, ἐν αὐτῷ τῷ θέματι, ὅπερ πραγματεύονται τὰ ἄρ-
3245θρα 5 καὶ ἑπόμενα τῆς συμβάσεως, ἐπὶ ὅροις πολὺ καλλιτέροις.
3246Νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἐντελῶς ἡ ἐκ
3247τῶν 600,000 δραχμῶν κράτησις τῶν 30,000 κατ’ ἔτος ἐπὶ
3248ἐπιβαρύνσει τῶν ἀκαθαρίστων κερδῶν καὶ ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ
3249μεριδίου τοῦ Δημοσίου, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης πράξεως θέλει
3250ἐπέλθει καὶ δυσχέρανσις τῆς μετὰ εἰκοσαετίαν ἐμφανισθησο-
3251μένης περιωτώσεως ἐξαγορᾶς. Διὰ τοῦτο δὲ ἡ σύμβασις αὕτη,
3252ὑπὸ τοιούτους ὅρους συνομολογηθεῖσα, δὲν φαίνεται ἀξία τῆς
3253λευκῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.
3254§187ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν Πρόε-
3255δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινάς. Τὸ ἄρθρον
32566 τῆς συμβάσεως λέγει: «Πᾶσα εἴσπραξις, προερχομένη ἐκ
3257τοῦ ἄλσους, τῶν ἐν αὐτῷ κτιρίων καὶ ἐγκαταστάσεων καὶ
3258τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ, θὰ προστίθηται εἰς τὰς εἰσπρά-
3259ξεις τοῦ Σιδηροδρόμου. Εἰς τὰς δαπάνας δὲ τοῦ Σιδηροδρό-
3260μου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὁποίων ὑπολογίζεται τὸ κα-
3261θαρὸν κέρδος, καταλογίζονται καὶ αἱ πρὸς συντήρησιν δαπά-
3262ναι τοῦ ἄλσους, τῶν ἐν αὐτῷ ἐγκαταστάσεων, τῶν δύο παραλ-
3263λήλων ὁδῶν, καὶ αἱ δαπάναι ἐπίσης συντηρήσεως τοῦ ἐργο-
3264στασίου ἠλεκτρισμοῦ καὶ τῆς παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ φωτι-
3265σμοῦ.» Ὅταν θὰ γείνῃ ἐξαγορὰ, εἰς τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήμα-
3266τος τοῦ Σιδηροδρόμου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις
3267πρὸς ἐξαγορὰν, θὰ περιληφθῶσι καὶ αἱ δαπάναι τοῦ ἄλσους
3268καὶ τῶν κτιρίων καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ καταστήματος;
3269§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι.
3270§189ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι διατετυπωμένον
3271τὸ ἄρθρον, φαίνεται ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τὰς εἰσπράξεις
3272τοῦ Σιδηροδρόμου. Ποίαν ἄλλην ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ
3273ὅτι ἐν τῇ ἐξαγορᾷ θὰ ὑπολογισθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ἄλ-
3274σους;
3275§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλος εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν καθα-
3276ρῶν κερδῶν ὅταν πρόκηται περὶ ἐξαγορᾶς, ἄλλος ὅταν πρό-
3277κηται περὶ διανομῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας.
3278Κατὰ τὴν ἐξαγορὰν δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι αὐτὰ
3279ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον.
3280§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ
3281νομοσχεδίου περατωμένη.
3282§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ
3283ἄρθρῳ 4, παραγράφῳ πρώτῃ, τῆς συμβάσεως παρακαλῶ νὰ
3284γείνῃ ἡ ἑξῆς τροποποίησις, κατόπιν κοινῆς συμφωνίας τῶν
3285συμβαλλομένων. Ἀντὶ τῶν λέξεων «τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων»,
3286διαγραφομένων, νὰ τεθῶσι τὰ ἑξῆς: «τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου τῆς
32874 Ἰανουαρίου 1888 καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 23 Φεβρουα-
3288ρίου 1891 ᾼΩϞΖʹ νόμου».
3289Ἐπίσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, στίχῳ δευτέρῳ, τῆς συμβάσεως
3290νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «κτιρίων καί».
3291§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
3292Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
3293§194Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
3294σεως.
3295§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασίς σας ὑπὸ 15 Βου-
3296λευτῶν;
3297§196ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ἐγείρονται
3298ὑπὲρ τοὺς 15).
3299§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νομοσχεδίου
3300εἰς τρίτην συζήτησιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
3301γουσιν Ὄχι.
3302(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
3303τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη
3304καὶ Α. Παπαγιαννακοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπό-
3305μενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3306Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ἐπαμ. Μαυρομμάτης
3307Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Περ. Ἀλεξάκης Ν
3308Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Νικ. Σπυρακόπουλος Ν
3309Λεων. Μελετόπουλος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
3310Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
3311Εὐστάθ. Ρακόπουλος Χαρίλαος Διγενόπουλος
3312Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
3313Εὐκλείδης Μπίστης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
3314Δημοσθ. Καΐρης Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν
3315Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
3316Κωνστ. Πλατούτσκας Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
3317Μιχαὴλ Κωτσάκος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος
3318Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Μιχαὴλ Στελλάκης
3319Κωνστ. Κοττίκας Ν Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
3320Ἰωάννης Καραπᾶνος Γεώργιος Λύρας Ν
3321Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
3322Στέφανος Δραγούμης Ο Δημήτριος Τσάττος Ν
3323Νικόλαος Λεβίδης Ο Δημήτριος Τσιτσάρας Ν
3324Θεόδωρος Ρετσίνας Κωνστ. Ζῶτος
3325Φωκίων Νέγρης Ο Γεώργιος Χατζόπουλος
3326Νικ. Γιαννηκώστας Ν Διονύσιος Στεφάνου Ν
3327Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
3328Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
3329Θεόδωρ. Φλογαΐτης Ο Γεώργ. Ρώμας Ν
3330Δημ. Γ. Ράλλης Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
3331Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Χρ. Στεφανόπουλος
3332Νικ. Γουναράκης Ν Χαρίλ. Σπηλιώτης
3333Κωνστ. Σταυρόπουλος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
3334Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν Πέτρος Αὐγερινὸς
3335Ἀνδρέας Στρᾶτος Ν Χρῆστος Δαραλέξης Ο
3336Δημ. Καραγιάννης Ἄγγελος Πετραλιᾶς
3337Ἀντώνιος Καρτάλης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης
3338Κωνστ. Τοπάλης Νικόλαος Δαούτης Ν
3339Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Παναγ. Παπαχατζῆς Ν
3340Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Σπ. Ι. Μήλιος Ν
3341Νικόλαος Παπαϊωάννου Βασ. Μαρκεζίνης Ν
3342Δημήτριος Γίδας Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ν
3343Νικόλαος Τσόγκας Ν Χριστόφορος Ἀσιμῆς
3344Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Τηλέμαχος Δενδρινὸς Ν
3345Παναγ. Μαυροκέφαλος ἀρν.Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν
3346Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο Βασ. Βασιλειάδης
3347Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας
3348Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο
3349Ὀδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ν Παν. Μανέτας
3350Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν
3351Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν Ἡλ. Ζέγγελης
3352Γεώργ. Παπαθανασίου Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
3353Περικλῆς Περρωτῆς Ν Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν
3354Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ἡλίας Κοσσονᾶκος
3355Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν Γ. Ἀναστασόπουλος
3356Δημ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης
3357Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν Κ. Τρικούπης Ο
3358Κωνστ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
3359Γεώργ. Φραγκίδης Ν Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
3360Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν Δ. Λυμπερόπουλος Ν
3361Σπυρ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος
3362Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Περ. Μποῦτος Ν
3363Κωνστ. Σαραφιανὸς Ν Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Ν
3364Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας
3365Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης
3366Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
3367Γεώργ. Μέρμηγκας Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος
3368Γεώργ. Κόρπας Γεώργ. Σισμάνης
3369Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης
3370Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
3371Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν Ἡλίας Ποταμιᾶνος
3372Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
3373Σπυρίδων Χυτήρης Ι. Βοῦρτσος Ν
3374Γουλ. Σκάρπας Ἀθ. Πετσάλης
3375Βασίλ. Σαμοΐλης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος
3376Σπ. Ἀγάθος Ν Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
3377Νικόλ. Καλοσγοῦρος Γ. Καπετανάκης Ν
3378Κ. Χρηστόπουλος ἀρν.Φώτιος Μοσχούλας Ν
3379Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
3380Σωτήρ. Κροκιδᾶς ἀρν.Χαράλ. Κανελλόπουλος
3381Σπ. Νοταρᾶς Ν Θᾶνος Μπασιᾶς
3382Περ. Μεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος
3383Δημ. Δημητριάδης Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
3384Ἄθως Ῥωμᾶνος Ν Ἀνάργ. Σιμόπουλος
3385Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
3386Ἀντ. Μομφερρᾶτος Πέτρος Μώρης Ν
3387Θεόδ. Μαρκέτος Ἰωάν. Γ. Ῥοῦφος
3388Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
3389Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης
3390Παν. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ρικάκης
3391Νικ. Τσοῦχλος Ν Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
3392Χαρ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
3393Θεόδ. Πέρρος Ν Θᾶνος Ῥοῦφος Κανακάρης
3394Στέφ. Κοπανίτσας Νικ. Μισυρλῆς ἀρν.
3395Γεώργ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος Ν
3396Μελέτιος Ρουσόπουλος Γ. Ράλλης Ο
3397Βρασίδας Λεώπουλος Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ν
3398Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ν
3399Ἰωάννης Γιαννακίτσας Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
3400Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ν
3401Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακός
3402Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
3403Νικ. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος
3404Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
3405Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Βιτάλης ἀρν.
3406Γεράσιμος Φίλιππας Δ. Βοκοτόπουλος Ν
3407Ι. Γκιὼν Ν Θεόδ. Λιμπρίτης
3408Κάρολος Βιτάλης Ι. Κουντουριώτης Ν
3409Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος ἀρν.Νικ. Τσαμαδός Ν
3410Γ. Κανούτας Παντελῆς Γκίκας
3411Νικ. Ταρμπάζης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
3412Θεόδ. Κριεμάδης Ο Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3413Γ. Ραδινός Ι. Τσιριμῶκος
3414Ἀπ. Ζάππας Δημ. Κρίτσας
3415Θ. Σαρσέντης Ν Α. Πλατῆς
3416Α. Πονηρόπουλος Ν Νιχ. Χατζῖσκος Ν
3417Δ. Ἀναστασόπουλος Ν. Καλογερόπουλος Ν
3418Δ. Παπατσώρης Ν Β. Βουδούρης Ν
3419Δ. Κατσᾶνος Γ. Ἀβέρωφ
3420Α. Σκαλτσοδῆμος Δ. Κριεζώτης
3421Ν. Τζανετόπουλος Ν Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
3422Γ. Ροδόπουλος Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν
3423§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 125. Ἐκ τούτων 103 ὑπὲρ
3424τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, 15 κατὰ, καὶ 7 ἠρνήθησαν ψῆ-
3425φον. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ εἰς
3426τρίτην συζήτησιν.
3427§199Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Προχθὲς εἶχον προτείνει, καὶ ὁ κ.
3428Πρωθυπουργὸς ἐφάνη διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν
3429μου, ὅπως ἐκ τῶν 600,000 δραχμῶν αἵτινες κατὰ τὸ ἄρθρον 5
3430τῆς συμβάσεως θὰ διατεθῶσι διὰ τὰ διάφορα ἔργα ἐν Κηφισιᾷ,
3431ἓν ποσὸν ὁρισθῇ ὑπὲρ τοῦ Ἀμαρουσίου, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρ-
3432χει ἀνάγκη, καθόσον ἡ ῥοὴ τῶν ὑδάτων κατεστράφη ἐν Ἀμα-
3433ρουσίῳ. Πρὸς τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Πρωθυπουρ-
3434γὸν, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ θὰ ὑπάρχῃ ἡ
3435διάθεσις, ὅπως συγκατατεθῇ αὕτη εἰς τοῦτο.
3436§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητεῖτε, ὅπως ἀνεξαρ-
3437τήτως τῆς συμβάσεως ἐνεργήσω παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ. Τοῦτο
3438εἶναι δυνατόν.
3439§201Ν. ΓΙΑΝΝΗΚΩΣΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ θερμῶς τὴν πρό-
3440τασιν τοῦ κ. Γουναράκη.
3441§202ΕΠΑΜ. ΜΙΛΤ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης.
3442(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸν ἄρθρον μόνον
3443τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
3444§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χο-
3445ρηγίας δραχμῶν 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδη-
3446ροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου».
3447§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ
3448συναινέσῃ εἰς τὴν δι’ αὔριον ἀναβολήν. Πιστεύω, ὅτι ὁ κύ-
3449ριος Πρωθυπουργὸς θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ζητῇ
3450ὑπεράνθρωπα.
3451§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι, ἂν
3452ἦτο ἄλλη ἐποχή, θὰ ἔστεργον νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν ταύ-
3453την. Ἐὰν ἡ διάθεσις τῶν Βουλευτῶν ἦτο νὰ παραμείνωσι μέ-
3454χρι τῆς Τετάρτης, καὶ ἂν δὲν ἐπείγοντο πολλοὶ ν’ ἀναχω-
3455ρήσωσι, βεβαίως θὰ ἐδεχόμην. Ἤδη ὅμως εἶμαι ἠναγκασμέ-
3456νος νὰ ἐπιμείνω. Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἐκ-
3457κρεμὴς ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὅτι σπουδαίως
3458βλάπτει τοῦτο.
3459§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς
3460ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
3461§207Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐξετάζων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον
3462καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας καὶ ὑπὸ
3463τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, φθάνω εἰς τὸ συμ-
3464πέρασμα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν.
3465Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας, ἓν ἔχο-
3466μεν καθῆκον, νὰ προνοήσωμεν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ διακοπὴ τῆς
3467συγκοινωνίας. Ἀναμφισβήτητον δ’ εἶναι, ὅτι, περιερχομένης τῆς
3468Ἑταιρείας εἰς ἀδυναμίαν, ἐπαπειλεῖται ἡ διακοπὴ τῆς συγ-
3469κοινωνίας καὶ ἐνδεχόμενον μὲν νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ διακοπὴ ἐπὶ
3470τοῦ τμήματος Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου καὶ Κορίνθου–Ναυ-
3471πλίου, ἂν ληφθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως σύντονα μέτρα,
3472ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρέχει αὐτῇ ἡ ἀρχικὴ σύμβασις, ἐπιτρέ-
3473πουσα αὐτῇ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ὑπὸ ἴδιον λο-
3474γαριασμὸν, ἂν ἐπαπειλῆται ἡ διακοπή· πάντως ὅμως θὰ ἐ-
3475πέλθῃ ἡ διακοπὴ τῶν γραμμῶν Μύλων–Καλαμῶν, Πύργου–
3476Ὀλυμπίων καὶ Κυλλήνης, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αἱ γραμ-
3477μαὶ αὗται δὲν ἔχουσι κινητὸν ὑλικόν. Ἐκ τοῦ σημειώματος,
3478ὅπερ κατέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πᾶν τὸ ὑλικὸν τῶν γραμ-
3479μῶν τούτων συνίσταται εἰς 3 ἀτμαμάξας καὶ 20 βαγόνια
3480φορτηγά...
3481§208Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔγειναν τὰ βαγόνια τῆς Ἑται-
3482ρείας;
3483§209ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
3484§210ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς Μύλων–
3485Καλαμῶν εἶχεν ἀναλάβει Βελγικὴ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία εἶχε
3486λαμπρὰ βαγόνια, ὅτε ἡ Βελγικὴ αὕτη Ἑταιρεία κατὰ τὸ
34871891 ἀπεσύρθη, καὶ τὴν διεδέχθη ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρό-
3488μων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Τὰ βαγόνια αὐτὰ πα-
3489ρέλαβεν ἡ νῦν Ἑταιρεία, καὶ εἶναι γνωστά, διότι τὰ βελγικὰ
3490βαγόνια ἔχουν 8 τροχοὺς καὶ ἐπίπλωσιν διαφορετικὴν, καὶ
3491διακρίνονται πολύ· τὰ βαγόνια αὐτὰ βλέπω πολλάκις, ὁσάκις
3492ταξειδεύω ἀπὸ Τριπόλεως ἐνταῦθα. Φαίνεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία
3493τὰ παρέλαβεν ἀπὸ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, καὶ τὰ διέθεσεν εἰς
3494ἄλλην.
3495§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ λέγετε, ὅτι
3496τὰ βαγόνια αὐτὰ ταξειδεύουν.
3497§212ΝΕΓΡΗΣ. Εὐθὺς ὡς αἱ γραμμαὶ Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύρ-
3498γου καὶ Κορίνθου–Ναυπλίου περιέλθουν εἰς τοὺς δανειστὰς
3499τῆς Ἑταιρείας, αἱ γραμμαὶ Μύλων–Καλαμῶν, Πύργου–Ὀλυμ-
3500πίων καὶ Κυλλήνης θέλουσι μείνει ἄνευ κινητοῦ ὑλικοῦ, καὶ
3501ἀναγκαστικῶς θὰ ἐπέλθῃ διακοπὴ συγκοινωνίας μέχρις οὗ τὸ
3502Δημόσιον προμηθευθῇ κινητὸν ὑλικόν. Ὅπως δὲ τοῦτο κομι-
3503σθῇ ἐξ Εὐρώπης καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, βεβαίως θ’ ἀπαιτη-
3504θῇ ἓν ἔτος, ἴσως καὶ δύο ἔτη. Ἤθελε δὲ εἶσθαι ἀληθῶς περί-
3505εργον, ν’ ἀποφασίζωμεν, ὡς ἐπράξαμεν πέρυσι, τὴν κατα-
3506σκευὴν τῆς γραμμῆς Πύργου–Μελιγαλᾶ καὶ Πειραιῶς–Συνό-
3507ρων, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους, σήμερον δὲ νὰ ἀφίνω-
3508μεν νὰ ἐπέλθῃ ἡ διακοπὴ τῶν ἐν λειτουργίᾳ γραμμῶν διὰ
3509τῆς ἀρνήσεως τοῦ αἰτουμένου δανείου. Τὸ συμφέρον λοιπὸν
3510τῆς κοινωνίας εἶναι νὰ δοθῇ τὸ δάνειον. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι
3511τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου; Ἂς ἴδωμεν. Πρῶτον θ’ ἀναγκασθῇ,
3512ὡς εἴπομεν, τὸ Δημόσιον ν’ ἀγοράσῃ κινητὸν ὑλικὸν διὰ τὰς
3513δευτερευούσας γραμμὰς Μύλων–Καλαμῶν, Πύργου–Ὀλυμ-
3514πίων καὶ Κυλλήνης. Τὸ ὑλικὸν τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπο-
3515λογίσωμεν σήμερον εἰς ἔλαττον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου φράγ-
3516κων χρυσῶν, ἤτοι 1,700,000 δραχμάς. Ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἡ
3517μόνη δαπάνη; Οὐχί! Ἀναγκαστικῶς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν
3518γραμμῶν τούτων θ’ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον. Γνωστὸν δὲ, ὅτι
3519αἱ γραμμαὶ αὗται καὶ σήμερον ἀφίνουν ζημίαν. Ἀλλ’ ἂν σή-
3520μερον ἦναι ἐπιζήμιοι, πολὺ ἐπιζημιώτεραι θέλουσιν εἶσθαι,
3521ὅταν ἀποκοπῶσιν ἀπὸ τὸν κεντρικὸν κορμὸν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν
3522παλαιὰν γραμμὴν Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου καὶ Κορίνθου–
3523Ναυπλίου. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, ἀναφέρω, ὅτι, ὅτε ἡ γραμ-
3524μὴ Καλαμῶν ἦτο κεκομμένη πρὶν εἰς δύο, ἐνῷ τὸ τμῆμα Μύ-
3525λων–Τριπόλεως, τὸ συνδεδεμένον μὲ τὸν κεντρικὸν κορμόν,
3526ἐδαπάνα κατὰ χιλιόμετρον 3716 δραχμὰς, τὸ τμῆμα Κα-
3527λαμῶν–Διαβολιτσίου, ὡς μεμονωμένον, ἐδαπάνα 5294 δραχ-
3528μὰς, ὡς ἐξάγω ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἑταιρείας ἐπὶ τῆς χρή-
3529σεως τοῦ 1893, δηλαδὴ 1578 δραχμὰς περιπλέον. Δυνάμεθα
3530ὅθεν ἀναμφιβόλως νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ δαπάναι ἰδίως,
3531ἀναλαμβάνοντος τοῦ Δημοσίου τὴν ἐκμετάλλευσιν, θὰ αὐξή-
3532σουν κατὰ χιλιόμετρον κατὰ 1500 δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη
3533αἱ δαπάναι ὑπερβαίνουν τὰ ἔσοδα ἐν ταῖς περὶ ὧν ὁ λόγος
3534γραμμαῖς, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῶν
3535γραμμῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου αἱ δαπάναι θὰ ὑπερβαίνουν τὰ
3536ἔσοδα κατὰ χιλιόμετρον κατὰ δραχ. 1600 καὶ πλέον, ἤτοι
3537ἐπὶ 255 χιλιομέτρων, εἰς ἃ συμποσοῦνται αἱ γραμμαὶ αὗ-
3538ται, θὰ ἐπέλθῃ ζημία κατ’ ἔτος ἀνωτέρα τῶν 400 χιλιάδων
3539δραχμῶν, ἤτοι ἐπὶ 3 ἔτη ἀνωτέρα τῶν 1,200,000 δραχμῶν.
3540Ἂν τὴν ζημίαν ταύτην προσθέσωμεν εἰς τὴν δαπάνην ἀγο-
3541ρᾶς ὑλικοῦ, ἔχομεν ὡς ἔγγιστα δαπάνην 3,000,000, ἐπι-
3542βαλλομένην ἀναποδράστως.
3543Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Δημόσιον, καὶ ἂν
3544δὲν ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, περιπέσῃ δ’ αὕτη εἰς
3545ἀδυναμίαν οἰκονομικήν, πάλιν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν δαπάνην
3546τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ὡς ἔγγιστα, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ἐν-
3547νοεῖται, ὅτι οἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῶν σιδηροδρόμων θὰ
3548ἐξακολουθήσουν οὖσαι ἐναντίαι, ὡς σήμερον, ὅτι δηλαδὴ θὰ
3549ἐξακολουθήσῃ τὸ συνάλλαγμα νὰ ᾖναι ὑπερτιμημένον, οἱ γαι-
3550άνθρακες ἐπίσης, καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου ἐπίσης κακή.
3551Ἀλλ’ ἄν τοὐναντίον αἱ περιστάσεις αὗται βελτιωθῶσιν, ὡς
3552εἶναι πιθανώτερον, οὐδένα κίνδυνον τρέχει τὸ Δημόσιον, προ-
3553καταβάλλον τὰ 3,000,000, διότι τάχιστα θέλει ἀνακτήσει
3554αὐτά. Αἱ εἰσπράξεις τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου
3555ἀπὸ τοῦ 1895 ἕως τοῦ 1899 ἀνῆλθον ἀπὸ 7059 δραχμῶν
3556κατὰ χιλιόμετρον εἰς 8579. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν αὔξησιν
3557ταύτην ὡς κανονικὴν, —καὶ οὐδένα ἔχομεν λόγον νὰ μὴ θεωρή-
3558σωμεν αὐτὴν κανονικὴν —ἐν διαστήματι ἑτέρας πενταετίας
3559αἱ εἰσπράξεις κατὰ χιλιόμετρον θὰ αὐξήσουν κατὰ 1500
3560δραχμάς, ἤτοι ἐπὶ 645 χιλιομέτρων (ἂν παραδεχθῶμεν ὁμοί-
3561αν αὔξησιν ἐφ’ ὅλης τῆς γραμμῆς, ὅπερ οὐδόλως εἶναι ἀπίθα-
3562νον, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ἡ γραμμὴ Πύργου–Μελιγαλᾶ θέ-
3563λει αὐξήσει τὴν κίνησιν τῆς ὅλης γραμμῆς) θέλομεν ἔχει αὔ-
3564ξησιν εἰσπράξεων περὶ τὸ 1,000,000 ἐν συνόλῳ, μὲ ἐλαχί-
3565στην σχετικῶς αὔξησιν δαπανῶν. Εἶναι τότε φανερόν, ὅτι τὸ
3566Δημόσιον πολὺ ταχέως θὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸν τόκον καὶ τὸ
3567χρεωλύσιον τῶν δανεισθέντων τριῶν ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω
3568θὰ ἔχῃ σώσει Ἑταιρείαν Ἑλληνικὴν ἀναξιοπαθοῦσαν, θὰ
3569ἔχῃ δὲ συγχρόνως ἀσφαλίσει ἑαυτῷ, μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ
3570δανείου, εἰσόδημα ἄξιον λόγου, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς
3571ὅρους τῆς συμβάσεως.
3572Εἶπον, ὅτι τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ σώσῃ Ἑταιρείαν ἀνα-
3573ξιοπαθοῦσαν, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι ἐξετάσας ἐπιστα-
3574μένως τὰς δαπάνας τῆς Ἑταιρείας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα
3575ἀπὸ τοῦ 1892 ἕως τοῦ 1899 κατὰ χιλιόμετρον, εὗρον αὐτὰς
3576λίαν λογικάς· οὕτω ἀπὸ 1800 δραχ. κατὰ τὸ 1892 κατέρ-
3577χονται εἰς 4319 κατὰ τὸ 1896, μεθ’ ὃ ἀληθῶς αὐξάνουσιν
3578ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ φθάνουν μέχρι
3579δραχ. 4782 κατὰ τὸ 1899. Ὅπως δ’ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἀντί-
3580ληψιν αὐτῶν, δέον νὰ παραβάλωμεν αὐτὰς μὲ τὰς δαπάνας
3581ἄλλης Ἑταιρείας, εὑρισκομένης ὡς ἔγγιστα ὑπὸ τὰς αὐτὰς
3582περιστάσεις· καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρό-
3583μων Θεσσαλίας, ἥτις, ὡς γνωστὸν, διευθύνεται ἄριστα, ἔχει
3584δὲ ὡς ἔγγιστα τὰς αὐτὰς κατὰ χιλιόμετρον εἰσπράξεις. Δυσ-
3585τυχῶς δὲν ἔχομεν, εἰμὴ τὰς δαπάνας τοῦ 1895, 1896 καὶ
35861897 τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐν φυλλαδίῳ, ὃ κατέθεσεν
3587ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ βλέπομεν, ὅτι τὸ 1895 ἡ Ἑταιρεία
3588αὕτη παρουσιάζει δαπάνας 4990 δρ. κατὰ χιλιόμετρον, ἀπέ-
3589ναντι 4362 δραχ. τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–
3590Πατρῶν–Πύργου, τὸ δὲ 1896 δραχ. 4975, ἀπέναντι 4319.
3591Περὶ δὲ τοῦ ἔτους 1897 δὲν κάμνω λόγον, ἕνεκα τῶν ἀνω-
3592μάλων περιστάσεων τῆς Θεσσαλίας.
3593Οὕτως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων
3594Πελοποννήσου δὲν εἶναι σπάταλος.
3595Ἤδη ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, πόθεν τὸ Κράτος θέλει
3596προμηθευθῆ τὰ 3,000,000, ἅτινα θέλει χορηγήσει εἰς τὴν
3597Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ὁ κ. Πρω-
3598θυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐλπίζει ὅτι θέλει προμηθευθῆ ταῦτα ἐκ
3599τῶν περισσευμάτων τῶν προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ ὅτι, ἂν δια-
3600ψευσθῶσιν αἱ ἐλπίδες του, δέον τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς δά-
3601νειον. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὁποίαν ἔχω γνώμην περὶ τῶν περισ-
3602σευμάτων τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν τί μέλλει γενέσθαι; Θὰ
3603δανεισθῶμεν; Ὄχι, εὐτυχῶς· τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόν-
3604τος. Καὶ εἰς τοῦτο ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσο-
3605χὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
3606Τῷ ὄντι, κατὰ τὸν ἰσολογισμόν, ὃν ἐδημοσίευσεν ἡ Ἐθνικὴ
3607Τράπεζα, τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900, τὸ Δημόσιον εἶχε παρ’
3608αὐτῇ τὰ ἑξῆς ἀποθέματα:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3609Εἰς δραχμὰς 12,751,832,90
3610Εἰς φρ. χρ. 1,199,553.45,
3611ἅτινα πρὸς 1,70 δίδουν δρ. 2,039,240.86
3612Ἐν ὅλῳ δρ. 14,791,073.76
3613Ἐννοεῖται, ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπόλοιπον τοῦ ἠγγυημένου δα-
3614νείου.
3615Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου
3616ἔχει κατατεθειμένα χρήματα δημόσια 2,971,282.07, ἐξ ὧν
3617θέλουσι πληρωθῆ τὰ ἐκ τῶν πλεονασμάτων ὀφέλη τῶν δα-
3618νειστῶν, ἅτινα ἔσονται περὶ τὰ 2,000,000 δραχμαὶ, ὥστε καὶ
3619ἐκ τούτων θέλει περισσεύσει περὶ τὸ 1,000,000 εἰς τὴν διά-
3620θεσιν τοῦ Δημοσίου. Οὕτως ἐν συνόλῳ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ
3621μένουν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου περὶ τὰ 15,500,000
3622ἕως 16,000,000 δραχμαί. Οὐδεμία λοιπὸν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγ-
3623κη δανείου πρὸς πληρωμὴν τῶν 3,000,000 δραχμῶν.
3624Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι τὴν θυσίαν ταύ-
3625την δέον νὰ κάμῃ τὸ Κράτος, ὡς ἐπιβαλλομένην αὐτῷ, δι’
3626οὓς ἐξέθεσα προηγουμένως λόγους, ὄχι βεβαίως διότι ἡ οἰκο-
3627νομικὴ αὐτοῦ κατάστασις εἶναι ἀνθηρά. Διότι ναὶ μὲν ἔχει
3628τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ Δημόσιον 16,000,000 διαθέσιμα,
3629ἀλλ’ εἶχε τοιαῦτα πολλῷ πλείονα πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἤτοι τὴν 31
3630Δεκεμβρίου 1899· ἤτοι εἶχε τότε κατατεθειμένα παρὰ τῇ
3631Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς δραχμὰς 20,040,430.27, εἶχε δὲ καὶ ἡ
3632Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου κατατεθειμένα 3,822,566.57, ἐξ
3633ὧν 47,694.96 φράγκα χρυσᾶ. Ἐξ αὐτῶν 2,688,133 ἦσαν
3634προωρισμένα εἰς τὰ ἐκ τῶν πλεονασμάτων ὀφέλη τῶν δανει-
3635στῶν, ὥστε ἔμενον καὶ ἐκ τούτων διαθέσιμα ὑπὲρ τοῦ Δημο-
3636σίου 1,160,000 δραχμαί. Ὥστε διέθετε τὸ ὅλον τὸ Δημόσιον
3637κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὲρ τὰ 21,200,000 δραχμάς. Ἄρα
3638ἠλαττώθησαν τὰ διαθέσιμα κεφάλαια τοῦ Δημοσίου καθ’ ὅλον
3639τὸ ἔτος 1900 κατὰ 5,200,000 δραχμὰς περίπου, καὶ τοῦτο,
3640ἐνῷ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1900 τὰ γνωστὰ ἀπρό-
3641βλεπτα ἔσοδα, περὶ ὧν τόσος ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν συζήτη-
3642σιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκ τόκων τοῦ ἠγγυημένου δανείου
3643καὶ ἐξ ἐπιστροφῆς ἀκυρωθεισῶν ὀφειλῶν τοῦ 1898 ἐκ φρ. χρ.
3644586,727.61, ἢ δραχμῶν 938,764, ἐνῷ ἐξ ἄλλου μέρους εἰσ-
3645έπραξε τὸ 1900 περὶ τὰ 3,000,000 δραχμὰς ἐκ τῶν φόρων
3646τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν ζῴων περιπλέον τοῦ ποσοῦ τοῦ
3647ἀνήκοντος εἰς τὸ ἔτος τοῦτο, διότι ἐν τῷ ἔτει τούτῳ εἰσ-
3648επράχθη ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ φόρος τῶν ζῴων τῆς χρήσεως
3649τοῦ 1900, καὶ 1,145,707 δραχμαὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
3650εἰσεπράχθη ἐπίσης ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευ-
3651μάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καὶ 2,147,912 ἐκ τῆς χρή-
3652σεως τοῦ 1899· δηλαδὴ ἐκ τῶν δύο τούτων φόρων εἰσεπρά-
3653χθησαν ἐντὸς τοῦ 1900 περὶ τὰ 3,000,000, μὴ ἀνήκοντα τῷ
3654ἔτει τούτῳ. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν περὶ
3655τὰ 4,000,000, μὴ ἀνήκοντα εἰς αὐτό, μ’ ὅλον τοῦτο καὶ ταῦτα
3656ἐδαπανήθησαν, καὶ 5,200,000 ἐκ τῶν ἀποθεμάτων.
3657Ταῦτα δυστυχῶς ἔρχονται εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσα εἶπον
3658περὶ ἐλλειμμάτων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3659τοῦ 1900, καὶ ἀποδεικνύουσι τὰ ἐλλείμματα ἔτι σπουδαιό-
3660τερα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη εἰς τὰ ἀναπό-
3661δραστα συμπεράσματα τῶν σκέψεων τούτων, θέλει προβῆ
3662εἰς τὴν δαπάνην τοῦ 1901 μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν φειδὼ, τὴν
3663ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν περιστάσεων.
3664§213Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπα-
3665ναλάβω ὅσα ἤδη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶπον, θεωρῶ ὅμως κα-
3666θῆκον νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς μόνον ἐπὶ σημείων τινῶν τῆς
3667πρώτης ἀγορεύσεώς μου, διότι νομίζω, ὅτι ἔμεινέ τι κενὸν,
3668τὸ ζήτημα δηλαδὴ τῆς θέσεως τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν
3669ἐνυποθήκων δανειστῶν, καὶ ἀπέναντι τῆς ἀνωνύμου Ἑται-
3670ρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ἀρνηθῶ,
3671ὅτι δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἐνεγράφη ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου
3672ὑποθήκη, ὅτι τὸ Κράτος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑται-
3673ρείαν τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς
3674τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου νὰ ἐγ-
3675γράψῃ ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἐξαρτημά-
3676των αὐτοῦ. Ἡ ἐγγραφὴ τῆς τοιαύτης ὑποθήκης βεβαίως εἶ-
3677ναι ἰδιόρρυθμος, διότι τὸ κτῆμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνεγράφη αὕ-
3678τη, εἶναι κτῆμα ἐκτὸς συναλλαγῆς (extra commercium).
3679Πρόκειται περὶ περιουσίας τοιαύτης, ἥτις δὲν δύναται νὰ δια-
3680τεθῇ, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐννοηθῇ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον
3681ὑποθήκη ἐπὶ κτήματος, τοῦ ὁποίου ἀδύνατός ἐστιν ἡ ἐκ-
3682ποίησις. Κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, ὑποθήκη ἐπιβάλλεται ἐπὶ
3683κτημάτων ἢ ἐπικαρπίας κτημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς
3684ἐκποίησιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὑποθήκην
3685σιδηρόδρομος παραδεδομένος εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, ἐγέ-
3686νετο φροντὶς νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἔχομεν
3687λοιπὸν σήμερον δανειστὰς ἐνυποθήκους, οἵτινες ἀξιοῦσι τὴν
3688καταβολὴν τοῦ πρὸς αὐτοὺς χρέους· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι
3689κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους 1900 ἡ Ἑταιρεία
3690δὲν κατέβαλε τοὺς τόκους τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας ἑνὸς ἐκ
3691τῶν κεφαλαίων τῶν ἐνυποθήκων, καὶ ἀνέστειλε τὴν πληρω-
3692μὴν αὐτῶν.
3693Εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύσει μου, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δα-
3694νεισταὶ δὲν δύνανται νὰ γένωνται ὑποκατάστατοι τῆς ἀνω-
3695νύμου Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Τὸ ζήτημα δηλαδὴ,
3696τὸ ὁποῖον προβάλλει, εἶναι τοῦτο: Ἐπὶ τῇ προϋποθέσει,
3697καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε παραχωρήσει τὸ ποσὸν τῶν
36983,000,000 δραχμῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑταιρεία
3699τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἤθελε πτωχεύσει καὶ περιέλθει εἰς τὴν
3700ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ τὴν ἀνεπάρκειαν αὑτῆς πρὸς ἐξακολού-
3701θησιν τῆς χρήσεως τῆς γραμμῆς καὶ ἱκανοποίησιν τῶν δα-
3702νειστῶν, ποῖον ἔσται τὸ ἀποτέλεσμα; Ποῖον ἔσται τὸ πρα-
3703κτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐγγραφείσης ὑποθήκης; Ἐὰν δὲν
3704ἀπατῶμαι, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἐκδηλώσει φόβους,
3705μήπως ἐπιβληθῇ κατάσχεσις, μήπως ἐπακολουθήσῃ πλει-
3706στηριασμὸς, καὶ οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ καταλάβωσι τὰς
3707γονίμους γραμμὰς, μήπως ἐπέλθῃ διακοπὴ συγκοινωνίας. Οἱ
3708φόβοι τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἰσιν ἆρά γε πραγματικοί;
3709ἢ μήπως εἰσὶν ἰδανικοὶ καὶ φαντασιώδεις; Τὸ βέβαιον εἶ-
3710ναι, ὅτι ὑπὸ δύο ἐπόψεις δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα
3711τῶν πρακτικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὑποθήκης· καὶ πρῶτον
3712ἡ ὑποθήκη εἶναι ἐγγεγραμμένη ἆρά γε ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου
3713κτήματος, ἐπὶ τῶν γραμμῶν δηλαδὴ καὶ τῶν ἐξαρτημάτων
3714μόνον, ὡς ἀναφέρει ὁ εἰδικὸς νόμος, ὅστις ἐπέτρεψεν αὐτήν;
3715Ἐὰν ἐδεχόμεθα τοῦτο, ἠθέλομεν βεβαίως φθάσει εἰς τὸ συμ-
3716πέρασμα, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα
3717νὰ διατάξωσι τὴν κατάσχεσιν καὶ τὸν πλειστηριασμὸν τῆς
3718γραμμῆς καὶ τῶν ἐξαρτημάτων· ἀλλὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀ-
3719δύνατον. Διότι τί θὰ γείνῃ; Θὰ παραταχθῶσι λοιπὸν δικα-
3720στικοὶ κλητῆρες ἀπὸ τοῦ Ναυπλίου μέχρι τοῦ Πύργου, καὶ
3721φέροντες τὰ σημεῖα τῆς ὑπηρεσίας θὰ προβῶσιν εἰς κατα-
3722σχέσεις; Καὶ θὰ προβῶσι κατόπιν οἱ συμβολαιογράφοι εἰς
3723πλειστηριασμοὺς καὶ κατακυρώσεις διαφόρων τμημάτων τοῦ
3724σιδηροδρόμου; Καὶ τίνες αἱ νομικαὶ συνέπειαι καὶ ἡ δύναμις
3725τοιούτων πράξεων; Ἀλλὰ, δεύτερον, ὑποθέσωμεν, ὅτι οὐχὶ
3726ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος
3727τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ἡ ὑποθήκη. Δὲν
3728ἐπιθυμῶ νὰ ἀμφισβητήσω τὸ κῦρος τοιαύτης ὑποθήκης. Τὸ
3729δικαίωμα τῆς χρήσεως εἶναι προσωπικὸν, καὶ δι’ ἐκχωρή-
3730σεως ἠδύνατο νὰ παραχωρηθῇ, τὴν παραχώρησιν ἐπιτρέπον-
3731τος εἰδικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ἐκ τοῦ ὑπάρχον-
3732τος εἰδικοῦ νόμου ἐξάγεται, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως
3733κατέστη ἀκίνητον, διότι ὁ νομοθέτης εἶναι παντοδύναμος.
3734Ἐρωτῶ ὅμως καὶ πάλιν, ποῖον ἔσται τὸ πρακτικὸν ἀποτέ-
3735λεσμα τοιαύτης ὑποθήκης; Δύνανται οἱ ἐνυπόθηκοι δανει-
3736σταὶ νὰ προβῶσιν εἰς ἐκποίησιν τοιούτου δικαιώματος; Ὁμο-
3737λογῶ, ὅτι γεννᾶται ἐν ἐμοὶ μεγάλη ἀμφιβολία. Ὑποθέσω-
3738μεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι κατορθοῦται κατάσχεσις καὶ πλει-
3739στηριασμὸς, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος ἐφοδιάζει τὸν ἐνυπόθη-
3740κον δανειστὴν διὰ κατακυρωτικῆς ἐκθέσεως. Ὁ ὑπερθεμα-
3741τιστὴς θὰ ἐμφανισθῇ βεβαίως ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
3742Ἐσωτερικῶν, διότι οὗτος ἀσκεῖ τὴν ἀστυνομίαν τῶν σιδη-
3743ροδρόμων, καὶ θὰ ἀξιώσῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλ-
3744λεύσεως. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
3745δὲν θὰ πτοηθῇ, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ μει-
3746διάσῃ, καὶ θ’ ἀπαντήσῃ, ὅτι πρὸς κατάληψιν σιδηροδρόμου,
3747γενικῆς μάλιστα ὠφελείας καὶ χρήσεως αὐτοῦ, ἀπαιτεῖται
3748σύμβασις καὶ εἰδικὸς νόμος, ἐγκρίνων τὴν σύμβασιν, καὶ ὅτι
3749ἐκθέσεις συμβολαιογράφων κατακυρωτικαὶ εἰς οὐδὲν χρησι-
3750μεύουσιν, οὐδὲ εἰς δικαίωμα κἂν προτιμήσεως, οὐδὲ δεσμεύ-
3751ουσι τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἄλλον, τρίτον, χρῆσιν καὶ
3752ἐκμετάλλευσιν διὰ συμβάσεως.
3753Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ διαδικασία κατασχέσεως
3754καὶ πλειστηριασμοῦ δὲν εἶναι ἐν ὁμαλῇ νομικῇ καταστάσει,
3755καὶ οἱ φόβοι περὶ καταλήψεως τῶν γραμμῶν, μερικῶς ἢ γε-
3756νικῶς, ἀποδεικνύονται ἕωλοι, ὅτι τὸ Κράτος οὐδέποτε δε-
3757σμεύεται, ἵνα προέλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ Ἑταιρείας τινὸς,
3758ὅπως ἀναλάβῃ αὕτη τὴν καταβολὴν τῶν ἐνυποθήκων χρεῶν.
3759Ἀλλ’ ἐὰν οἱ δανεισταὶ, οἱ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἔχοντες
3760ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν δύνανται νὰ
3761κατάσχωσι καὶ νὰ καταλάβωσιν αὐτόν, καὶ νὰ ἐκμεταλλευ-
3762θῶσιν αὐτὸν ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, τίνα
3763δικαιώματα ἔχουσιν; Ἀπώλεσαν ἄρα τὰ χρήματά των;
3764Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐνόησα νὰ ὑποδείξω, δὲν εἶναι ὅτι:
3765οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ θὰ ἀπολέσωσι τὰ χρήματά των. Οὐ-
3766δὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι· καὶ θὰ εἴπω διατί. Ἀλλ’ ἐγὼ ἠθέ-
3767λησα νὰ καταστήσω προσεκτικὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὥστε
3768εἰς τὸ μέλλον, ἂν παρουσιασθῇ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν
3769νὰ ζητήσῃ ἀνώνυμος Ἑταιρεία εἴτε κατασκευῆς, εἴτε ἐκμε-
3770ταλλεύσεως, δάνειον, νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐνυπόθηκον δάνειον,
3771διότι τοιαύτη ὑποθήκη εἶναι ὄχι μόνον ἀνώμαλος, ἀλλὰ καὶ
3772εἰς τὸ Δημόσιον ἐπιβλαβής. Διὰ τοῦτο θέλετε παρατηρήσει,
3773ὅτι ἐν Εὐρώπῃ σήμερον δὲν ὑποθηκεύουσι τοὺς σιδηροδρόμους.
3774Μόνον ἐν Ἑλλάδι παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ φαινόμενον, καὶ
3775κατέστη σχεδὸν γενικὸς κανών. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1859
3776ἠγέρθη τὸ ζήτημα, τίνι τρόπῳ τὸ Κράτος πρέπει νὰ συνδράμῃ
3777τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων κοι-
3778νῆς ὠφελείας, διότι οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι κτῆμα τοῦ Κράτους,
3779καὶ πολλοὶ τρόποι συνεζητήθησαν. Μελετήσατε τὴν ἔκθεσιν
3780τοῦ Jauvenal, εἰσηγητοῦ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ Γαλλικῷ
3781Κοινοβουλίῳ ἐν ἔτει 1859, θέλετε δὲ παρατηρήσει, ὅτι πολλὰ
3782συστήματα προετάθησαν. Εἶπον, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ
3783συνδράμῃ δι’ ἔργων ἢ χρηματικῶν ἐπιχορηγήσεων, ἰδίως ἐν τῷ
3784σταδίῳ τῆς κατασκευῆς. Ἕτερος τρόπος προστάθη ἡ ἔκδοσις
3785rentes, τῶν ὁποίων τὸ προϊόν, εἰσρέον εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν
3786Ἑταιρειῶν, ἀνταλλάσσεται πρὸς ὁμολογίας (obligations).
3787Τὸ σύστημα τοῦτο ἐθεωρήθη ἐπισφαλές, ἂν δὲ δὲν πλανῶμαι,
3788ἐφηρμόσθη παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Rolin. Συνεζη-
3789τήθη καὶ ἡ μέθοδος τῆς παροχῆς ἐντόκων δανείων (prêts
3790rembouasables), ἀπεδοκιμάσθη δὲ καὶ αὕτη, καὶ κατέλη-
3791ξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος πρόκηται νὰ
3792συνδράμῃ Ἑταιρείας σιδηροδρομικάς, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἀνωμαλιῶν
3793οἰκονομικῶν περιέρχονται εἰς ἀδυναμίαν, ὁ καταλληλότερος
3794καὶ πρακτικώτερος τρόπος ἐστὶν ἡ ἐγγύησις ἐπὶ τοῦ τόκου.
3795Διὰ τοῦτο, ὁσάκις καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Βελ-
3796γίῳ, καὶ ἰδίως ἐν Αὐστρίᾳ, ἔνθα ἡ κρίσις τῶν σιδηροδρομι-
3797κῶν Ἑταιρειῶν κατήντησε κοινωνικὴ πληγή, καὶ παροιμιώ-
3798δης ἡ ἐξυγίανσις τῶν σιδηροδρόμων (die Sannirung der
3799Bahnen), αἱ Κυβερνήσεις προτιμῶσι κατὰ κανόνα τὴν ἐγ-
3800γύησιν ἐπὶ τόκου, δὲν παραχωροῦσι δὲ ὑποθήκας σιδηροδρό-
3801μων πρὸς ἀσφάλειαν κεφαλαίων.
3802Ἀλλ’ ἐὰν αἱ γνῶμαι αὗται δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν
3803εἰς τὸ μέλλον, τίς εἶναι ἡ ἀληθὴς θέσις τῶν ἐνυποθήκων δα-
3804νειστῶν ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου; Θὰ ἀπο-
3805λέσωσιν ἄρα τὰ χρήματά των; Πολλοῦ γε καὶ δή. Κατὰ τὸν εἰ-
3806δικὸν νόμον, τὸ Δημόσιον ἐπέτρεψεν εἰς ἀνώνυμον Ἑταιρείαν,
3807ἥτις ἐκμεταλλεύεται τὸν σιδηρόδρομον, περιουσίαν δηλαδὴ
3808ἀνήκουσαν κατὰ κυριότητα τῷ Δημοσίῳ, νὰ δανεισθῇ καὶ νὰ
3809ἐγγράψῃ ἐπ’ αὐτοῦ ὑποθήκην. Ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης ἐπιτρέπῃ
3810τὴν ὑποθήκευσιν τοῦ κτήματός του, τίνα τ’ ἀποτελέσματα;
3811Νομίζω, ὅτι παράγονται κατ’ αὐτοῦ δικαιώματα οὐ μόνον
3812ἐμπράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύνανται,
3813κατὰ τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, νὰ πραγματοποιηθῶσι δι’ ἐκτε-
3814λέσεων καὶ πλειστηριασμῶν, ἀλλὰ παράγεται καὶ δικαίωμα
3815προσωπικόν, δικαίωμα ἐγγυήσεως. Ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγ-
3816ματα, φοβοῦμαι μήπως τὸ Δημόσιον ἐξετέθη εἰς προφανῆ κίν-
3817δυνον, φοβοῦμαι μήπως τὸ ταλαίπωρον Δημόσιον Ταμεῖον
3818ἀναγκασθῇ νὰ ἄρῃ τὸν σταυρὸν ὅλης τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν
3819δανείων. Ἴσως δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ τοιοῦτοι ἐνυπόθηκοι
3820δανεισταὶ νὰ καταφύγωσιν εἰς διαδικασίας ἐκτελέσεως καὶ
3821εἰς πλειστηριασμούς, ἀλλὰ θὰ στραφῶσι κατὰ τοῦ Δημοσίου
3822προσωπικῶς.
3823Δι’ αὐτὰς τὰς ὑποψίας, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐγὼ ἔλε-
3824γον, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταί, ὅπως παρίστανται ἐν τῇ
3825συμβάσει, δὲν δύνανται ἀναγκαστικῶς νὰ γένωνται ὑποκατά-
3826στατοι τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Καὶ
3827ἐξεπλάγη ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἀπώλεσε τὴν ψυχραιμίαν
3828του, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ κεντήσῃ τὴν ἐπι-
3829στημονικήν μου φιλοτιμίαν, διότι δῆθεν ὑπέπεσα εἰς σολοι-
3830κισμοὺς καὶ λάθη. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις
3831ταύτας θὰ μεταβάλῃ σκέψεις· ἐὰν δὲ δὲν μεταβάλῃ τὰς σκέ-
3832ψεις του, τότε ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι αἱ νομικαί
3833του γνώσεις ἔχουσιν ἀνάγκην ῥιζικῆς ἐπισκευῆς.
3834Ἀλλ’ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη. Παρακαλῶ ὅμως νὰ
3835μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ἄλλων τινῶν
3836θεμάτων.
3837Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ
3838παρεμβῇ, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συνδράμῃ σιδηροδρομικὴν
3839Ἑταιρείαν κλονιζομένην οἰκονομικῶς. Ὁ τρόπος ὅμως, διὰ
3840τοῦ ὁποίου παρεμβαίνει, δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ.
3841Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ εἴπῃ: «Τί θέλετε νὰ κάμω; Ἂν
3842δὲν καταβάλω τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἡ συγκοινωνία κινδυνεύει
3843νὰ διακοπῇ». Νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι περὶ διακοπῆς τῆς συγ-
3844κοινωνίας εἶναι μάταιοι, καὶ ἀστεῖαι αἱ ἀπειλαὶ τῆς Ἑται-
3845ρείας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι σήμερον ἔχομεν γε-
3846γονότα, τὰ ὁποῖα πολὺ ἀποτομώτερον παρουσιάσθησαν εἰς
3847ἄλλα μέρη, εἰς ἄλλας πεπολιτισμένας χώρας. Ἀναγνώσατε
3848τὸ τετράτομον σύγγραμμα τοῦ Πικὰρ, ἔνθα περιέχεται ὅλη
3849ἡ ἱστορία τῶν γαλλικῶν σιδηροδρόμων. Θέλετε παρατηρήσει
3850ἐκεῖ, ὅτι πολλάκις Ἑταιρεῖαι περιέρχονται εἰς οἰκονομικὰς
3851καταστροφάς. Τί γίνεται ὅμως ἐκεῖ; Νομίζετε, ὅτι ἀνοίγουσι
3852τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καὶ πληρώνουσι τὰ χρέη τῶν μετό-
3853χων; Ἢ μήπως διακόπτεται ἡ συγκοινωνία διὰ κατασχέσεων
3854καὶ πλειστηριασμῶν, ὡς ἐφοβήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός; Οὐδὲ
3855ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐπιτρέπεται ἡ διακοπὴ σιδηροδρομικῆς συγ-
3856κοινωνίας. Ἀλλ’ ἡ διαδικασία, ἥτις πρὸς τοῦτο ἐφαρμόζε-
3857ται, εἶναι μόνον διοικητική, καὶ προλαμβάνει πᾶσαν ἄλλην
3858ἐνέργειαν, διότι πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως κατ’ ἐξοχὴν δη-
3859μοσίας τάξεως. Ἐκδίδεται δηλαδὴ Βασιλικὸν Διάταγμα,
3860καὶ διατάσσεται ἡ κατάληψις (mise en séquestre) τῶν
3861γραμμῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις φροντίζει περὶ ἐξακολου-
3862θήσεως τῆς συγκοινωνίας.
3863Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσητε, συμφέρει ἆρά γε εἰς τὸ Κράτος νὰ
3864ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν; Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐπὶ
3865τοῦ ὁποίου εὐτυχῶς εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
3866γόν, διότι ἐγὼ ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὰς πολιτικὰς αὐ-
3867τοῦ γνώσεις. Βεβαίως τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ ἀναλαμβάνῃ
3868τοιαύτας φροντίδας. Ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς
3869ἀγορεύσεις του τὸ Βέλγιον, τὴν Αὐστρίαν, τὴν Πρωσσίαν·
3870ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὅτι σπουδαῖον ρόλον παίζει ἡ πολιτικὴ ἐν τοῖς
3871σιδηροδρόμοις, καὶ αὕτη κανονίζει ἐνίοτε τὴν λύσιν τοῦ ζη-
3872τήματος. Ἐν Βελγίῳ π. χ. βλέπομεν, ὅτι τὸ Κράτος ἐξαγορά-
3873ζει, καὶ πολλάκις πολὺ ἀκριβὰ, τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμάς.
3874Ἀλλὰ γνωρίζετε διατί; Διότι δὲν θέλουσι τὴν ὑπὸ Γαλλικῶν
3875Ἑταιρειῶν ἐκμετάλλευσιν Βελγικῶν σιδηροδρόμων.
3876§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὸ συνεζήτησα
3877μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δαπανῶν.
3878§215ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντι-
3879κειμένου τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί γί-
3880νεται εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν ὁριστικῶς εἰς τὸ
3881Κράτος τὴν ἐκμετάλλευσιν σιδηροδρόμων...
3882§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι.
3883§217ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τοῦ θέμα-
3884τος, ἐφ’ οὗ συμφωνοῦμεν, εἶναι ἀκαταμάχητα· διότι τὸ Κρά-
3885τος δὲν δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται
3886εἰς οἰκονομικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐνεργείας· διότι δὲν δύναται
3887τὸ Κράτος νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν μηχανῶν, περὶ σιδηροδρο-
3888μικῶν ὑπαλλήλων, περὶ τιμολογίων κλπ. Ὅταν λοιπὸν λέγω,
3889ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταλαμβάνει τὰς γραμμάς, ἐννοῶ, ὅτι τὸ
3890μέτρον τοῦτο εἶναι προσωρινόν. Δὲν πρόκειται τὸ Ἑλληνικὸν
3891Κράτος νὰ ἀναλάβῃ ὁριστικῶς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀλλὰ κατ’
3892ἀνάγκην προσωρινῶς, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία, μέχρις
3893οὗ ἄλλη Ἑταιρεία ὑπὸ νέους ὅρους καὶ σταθερωτέρας βάσεις
3894ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Αὐτὸν τὸν
3895τρόπον βεβαίως θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ ἐφαρμόσητε, ἂν δὲν
3896ἐδίδετε τὰ 3,000,000 εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν· ἐὰν δὲ
3897τὸ φάρμακον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων χρησιμεύσῃ μόνον εἰς
3898παράτασιν τοῦ βίου αὐτῆς ἐπὶ τρία ἔτη, ἐὰν μετὰ τὰ τρία
3899ἔτη ἡ Ἑταιρεία αὕτη, πάσχουσα ἐκ φθίσεως, δὲν δυνηθῇ νὰ
3900ἀναρρώσῃ, αὐτὸ τὸ σύστημα, ὡς Κυβέρνησις, θὰ ἐφαρμόσητε·
3901θὰ κατάσχητε διοικητικῶς τὸν σιδηρόδρομον ἐπί τινα χρό-
3902νον, διότι ἡ συγκοινωνία οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν εἶναι ἐπιτετραμ-
3903μένον νὰ διακόπτηται, καὶ τότε θὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν
3904πρὸς ἄλλην Ἑταιρείαν, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν. Ἴσως
3905τοῦτο ἠδύνατο καὶ σήμερον νὰ γείνῃ. Διὰ τῶν 3,000,000, τὰ
3906ὁποῖα σπαταλᾶτε, ἴσως ἠδύνασθε καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἐν-
3907υποθήκους δανειστὰς νὰ ἔλθητε περὶ τούτου εἰς συνεννόησιν,
3908διότι ἴσως ἀναγκασθῆτε νὰ πράξητε αὐτὸ βραδύτερον.
3909Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ 3 ἑκατομμύρια τοῦ
3910πτωχοῦ Δημοσίου ματαίως θυσιάζονται, ὅταν οἱ φορολογού-
3911μενοι πεινῶσιν· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ 3 ἑκατομμύρια
3912θὰ παρατείνωσιν ἁπλῶς τὸν βίον Ἑταιρείας ἁμαρτωλῆς,
3913Ἑταιρείας, ἀνιάτως οἰκονομικῶς νοσούσης. Ἐὰν θελήσωμεν
3914διὰ χρηματικῶν δανείων νὰ συνδράμωμεν τὴν Ἑταιρείαν ταύ-
3915την, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἐπιχειρῶμεν τὴν θεραπείαν τῆς
3916φθίσεως. Διὰ τοῦτο φοβοῦμαι, μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ
3917ὁποῖος μετὰ θάρρους ἀνέλαβε τοιαύτην θεραπείαν, παρασταθῇ,
3918κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Κικέρωνος, medicus circumfora-
3919neus· θ’ ἀποδειχθῇ δὲ καὶ πάλιν, ὅτι οὐ μόνον τὴν καρ-
3920δίαν ἔχει σπάταλον εἰς τὰ αἰσθήματα, ἀλλὰ καὶ τὴν χεῖρα
3921σπαταλωτέραν εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν.
3922§218Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι φέρει ὅλας τὰς περιπλοκὰς
3923ὅ,τι προκαλεῖ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβά-
3924σεως, καὶ δίδει τὸ θάρρος εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
3925σεως νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, εἶναι τὰ δάνεια καὶ αἱ ὑποθῆ-
3926και, αἱ ἐπιβαρύνουσαι τοὺς σιδηροδρόμους. Ἂν δὲν ὑπῆρχον
3927αἱ ὑποθῆκαι, τὰ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἁπλοῦν, καὶ ἢ δὲν θὰ ἐπε-
3928χείρει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ σύμβασιν περὶ
3929χορηγίας δανείου 3,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν,
3930ἢ, ἂν ἤθελεν ὑποβάλει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ θὰ
3931ἀπήντα, ὅτι οὐδένα εὑρίσκει λόγον νὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον
3932αὐτὸ εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν νὰ ἐκ-
3933μεταλλευθῇ τὸν σιδηρόδρομον. Τὸ Κράτος, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς
3934σιδηροδρόμους Πελοποννήσου, ἐξετέλεσε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε,
3935καὶ πέραν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, διότι ἐχορήγησεν εἰς τοὺς
3936σιδηροδρόμους Πελοποννήσου μέχρι 12,000,000 δραχμῶν
3937εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ 21,000,000 εἰς φράγκα χρυ-
3938σᾶ, ἐκτὸς ἐθνικῶν γαιῶν, ἃς παρεχώρησεν, ἀτελειῶν κλπ.
3939Λοιπὸν ἠδύνατο καὶ ὤφειλε τὸ Κράτος, ἂν οὕτως εἶχον τὰ
3940πράγματα, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς
3941χορήγησιν δανείου τριῶν ἔτι ἑκατομμυρίων δραχμῶν, οὐ μό-
3942νον διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν
3943τριῶν ἑκατομμυρίων θέλει σωθῇ ὁ σιδηρόδρομος, ἢ ὅτι δὲν
3944παρέχει ἐγγυήσεις ἀρκούσας, ἀλλὰ καὶ διότι ἓν Κράτος, ὅπερ
3945τοσαῦτα ἐχορήγησε, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ
3946χορηγῇ περισσότερα, προσέτι δὲ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὃν δὲν
3947δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ σήμερον. Ἡ σύμβασις ἡ ἀρχικὴ προ-
3948εῖδεν ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ Ἑταιρεία, εἰς ἣν
3949παρεχωρήθη ὁ σιδηρόδρομος, ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην
3950νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἄνευ δανείων. Τὰ ἄρθρα 33
3951καὶ 34 τῆς συμβάσεως προεῖδον τὰς δύο μεγάλας καὶ γενι-
3952κὰς περιπτώσεις δυσκολιῶν τοῦ σιδηροδρόμου. Πρῶτον, ἂν
3953δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλα-
3954βεν ἀπέναντι τοῦ Κράτους διὰ τῆς συμβάσεως· δεύτερον, ἂν
3955ἤθελε παύσει, ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ, τὴν κίνησιν ἐπὶ τῆς σιδηρο-
3956δρομικῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν παρεχώρησεν εἰς αὐτὴν ἡ σύμ-
3957βασις. Ἡ σύμβασις ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις ἄρθροις προεῖδε τὰς
3958δύο περιπτώσεις, καὶ μετὰ σαφηνείας ὥρισεν ἐν τοῖς ἄρθροις
3959αὐτοῖς. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκει):
3960«Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία δὲν περατώσῃ τὰ ἔργα ἐντὸς τῶν τα-
3961χθεισῶν προθεσμιῶν ἐν ἄρθρῳ 1· ἐὰν ἐπίσης δὲν ἐκπληρώσῃ
3962τὰς διαφόρους ὑποχρεώσεις, τὰς ἐπιβαλλομένας αὐτῇ διὰ τῆς
3963συγγραφῆς καὶ τῆς συμβάσεως, θὰ κηρύσσηται ἔκπτωτος.
3964Πρὸς ἐξακολούθησιν δὲ καὶ περάτωσιν τῶν ἔργων καὶ διὰ
3965τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβεν ἡ Ἑ-
3966ταιρεία, θὰ ἐνεργηθῇ ἀναπλειστηριασμός, ὅστις θὰ προκλη-
3967θῇ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκτιμηθῶσι τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα,
3968τὰ ἐφοδιασθέντα ὑλικὰ καὶ τὰ μέρη τοῦ σιδηροδρόμου, τὰ
3969παραδοθέντα ἤδη εἰς κοινὴν χρῆσιν.... Ἐὰν ἡ διεξαχθεῖσα
3970δημοπρασία οὐδὲν ἀποτέλεσμα φέρῃ, διὰ δευτέρας δημοπρα-
3971σίας θὰ γείνῃ νέα ἀπόπειρα ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων μετὰ
3972τριῶν μηνῶν παρέλευσιν. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ δευτέρα αὕτη ἀπό-
3973πειρα παρέλθῃ ἄνευ ἀποτελέσματος, ἡ Ἑταιρεία θὰ κηρυ-
3974χθῇ ὁριστικῶς ἔκπτωτος πάντων τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς,
3975καὶ τότε τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα, τὰ προμηθευθέντα ὑλικὰ
3976καὶ τὰ μέρη τοῦ σιδηροδρόμου, τὰ ἤδη παραδοθέντα εἰς τὴν
3977κοινὴν χρῆσιν, θὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν.»
3978Τὸ δὲ ἄρθρον 34 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3979«Ἄν ἡ κίνησις τοῦ σιδηροδρόμου θὰ διεκόπτετο ἐν μέρει
3980ἢ καθόλου, ἡ Διοίκησις ἀναλαμβάνει ἀμέσως, ἀναλώμασι καὶ
3981κινδύνοις τῆς Ἑταιρείας, τὴν προσωπικὴν διαχείρισιν τοῦ
3982σιδηροδρόμου. Ἄν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς διοργανώ-
3983σεως τῆς πρὸς ὥραν ὑπηρεσίας ἡ Ἑταιρεία δὲν δικαιολογήσῃ
3984ἀποχρώντως, ὅτι δύναται νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἐξακολουθήσῃ τὴν
3985χρησιμοποίησιν τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἂν δὲν ἀνελάμβανεν
3986αὐτὴν πράγματι, ἡ Ἑταιρεία δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος
3987ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Μετὰ τὴν ἔκπτωσιν ὁ σιδηρόδρομος καὶ
3988ἅπαντα τὰ ἐξαρτήματα αὐτοῦ θ’ ἀναπλειστηριασθῶσι, τη-
3989ρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ προηγουμένου ἄρθρου.»
3990Λοιπὸν κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν συμ-
3991πεφωνημένων διαγράφεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως πλειστηρια-
3992σμὸς πρῶτος, ἀναπλειστηριασμός, καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν
3993καὶ τοῦ ἀναπλειστηριασμοῦ ἀπόκτησις ἐκ μέρους τοῦ Κρά-
3994τους πάσης τῆς περιουσίας τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ
3995τὴν δευτέραν περίπτωσιν, τὴν περίπτωσιν δηλαδὴ τῆς δια-
3996κοπῆς τῆς κινήσεως ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ
3997αὐτὴ πάλιν διαδικασία διαγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 34, ἣν
3998περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἶναι πιστὴ μετά-
3999φρασις τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουν αἱ Γαλλικαὶ συγ-
4000γραφαὶ καὶ συμβάσεις ἐπὶ πασῶν τῶν σιδηροδρομικῶν συμ-
4001βάσεων. Ἄν εἶχον τὸ κείμενον τὸ Γαλλικὸν ἐνταῦθα, ἠθέ-
4002λετε ἴδει, ὅτι εἶναι κατὰ λέξιν μετάφρασις. Τοῦτο ἰσχύει
4003ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι δὲ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πᾶσαι αἱ ἑται-
4004ρεῖαι, αἱ συμβαλλόμεναι μετὰ τῶν Κυβερνήσεων, ἀναγνω-
4005ρίζουσιν ὑπὲρ τοῦ Κράτους εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς. Τί λοι-
4006πὸν ἤθελε συμβῆ, ἄν, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις εὑρισκομέ-
4007νου τοῦ σιδηροδρόμου, ἤρχετο ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ προτείνῃ
4008εἰς τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν δάνειον
4009τριῶν ἑκατομμυρίων, δι’ οὓς λόγους σήμερον προτείνει; Θὰ
4010τῷ ἐλέγομεν, ὅτι κατὰ τὰ ἄρθρα 34 καὶ 33 ἡ κυρία ἐργα-
4011σία, ἣν ὀφείλει ἐκ τῶν εἰσπράξεων νὰ ποιῆται ἡ Ἑταιρεία,
4012εἶναι νὰ ἀφαιρῇ πᾶν τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν διὰ τὴν κίνησιν
4013τοῦ σιδηροδρόμου, μετὰ ταῦτα δέ, ἂν ὑπολείπηταί τι, νὰ
4014τὸ δίδῃ εἰς τοὺς δανειστάς, διότι τὸ κύριον συμφέρον τῶν
4015δανειστῶν εἶναι νὰ λειτουργῇ ἡ γραμμή. Θὰ ἐλέγομεν εἰς
4016τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι ὀφείλει νὰ δαπανᾷ ἐκ τῶν εἰσπράξεων
4017πρὸς κίνησιν τοῦ σιδηροδρόμου, ἂν δὲ δὲν δύναται νὰ πλη-
4018ρώνῃ ἐκ τῶν ὑπολειπομένων τοὺς δανειστάς της, ὀφείλει νὰ
4019ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν, ἄλλως εἶναι ἔκπτωτος. Αὐ-
4020τὴ θὰ ἦτο ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ χο-
4021ρηγήσωμεν δάνειον. Ἄν δ’ ἔχωμεν ἐξ ἰδιωτικῆς μεταξὺ Ἑται-
4022ρείας καὶ δανειστῶν αὐτῆς συμφωνίας παραχώρησιν ὑποθή-
4023κης εἰς αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου, ἔχομέν τι, τὸ ὁποῖον
4024κοινῶς εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα πραγ-
4025ματικὸν ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτοῦ,
4026τῶν ἀποτελούντων μέρος ἀναπόσπαστον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς
4027ἓν δικαίωμα διαδοχῆς καὶ ὑποκαταστάσεως τοῦ δανειστοῦ
4028εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ
4029δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει, δυνάμει τῆς συμβά-
4030σεως, ἡ Ἑταιρεία, τοῦ νὰ ἐκμεταλλεύηται προνομιακῶς τὸν
4031σιδηρόδρομον ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον. Διότι οἱ σιδηρόδρομοι
4032εἶναι ἐθνικαὶ ὁδοὶ, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι τὰς ἐκμεταλ-
4033λεύεται ἰδιώτης, δυνάμει συμβάσεως προνομιακῆς, ἑπομέ-
4034νως ἀποτελοῦσι μέρος τῆς ἀναπαλλοτριώτου καὶ ἀπαραγρά-
4035πτου δημοσίας περιουσίας τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ
4036ᾼΜϚʹ νόμου ῥητῶς θέλει τοῦτο. Ἑπομένως δικαίωμα ὑπο-
4037θήκης ἐπὶ τοιαύτης περιουσίας, ὡς καὶ δικαίωμα πωλήσεως
4038ἑκουσίας ἢ ἀναγκαστικῆς, εἶναί τι ἐναντίον τῆς συμβάσεως,
4039μὴ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῶν νόμων, μηδ’ ἔχον τινὰ νομικὴν ἔν-
4040νοιαν ἢ νομικὸν ἀποτέλεσμα παραχωρούμενον. Μόνον ἡ κατα-
4041σκευὴ καὶ χρῆσις τοῦ σιδηροδρόμου παρεχωρήθη τῇ Ἑται-
4042ρείᾳ. Ὥστε τὸ μόνον δικαίωμα, ὅπερ θὰ εἶχον ἐπὶ τοῦ προ-
4043κειμένου οἱ δανεισταὶ, θὰ ἦτο, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δα-
4044πανῶν τῆς κινήσεως, νὰ λαμβάνουν τὰς εἰσπράξεις τοῦ σιδη-
4045ροδρόμου, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ σταματήσωσι τὴν κίνησιν,
4046διότι ἄλλως ἤθελον ἐμπέσει εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἄρθρων
404733 καὶ 34, καὶ ἑπομένως τὴν ἔκπτωσιν.
4048Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δικαιολογῶν τὴν ἀνάγκην τοῦ
4049δανείου, λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν δὲν γείνῃ αὐτὸ, τὸ
4050ὁποῖον προτείνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οἱ σιδηρόδρομοι θὰ
4051ἐκποιηθῶσιν, ἂν ἡ Ἑταιρεία ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ
4052ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν, καὶ τότε προδή-
4053λως οὗτοι θὰ περιέλθουν εἰς τοὺς δανειστὰς, ἢ εἰς ἐκείνους,
4054οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τῶν δανειστῶν ἤθελον ὑποκινηθῆ, καὶ αὐτοὶ
4055θὰ ἐκμεταλλεύωνται τότε πιθανῶς οὐχὶ πάσας τὰς γραμ-
4056μὰς, ὅπως σήμερον, ἀλλὰ μόνον τὰς προσοδοφόρους ἐξ αὐτῶν,
4057τὰς δὲ ἀγόνους θέλουσιν ἐγκαταλίπει. Διὰ τοῦτο ἐν ὀνόματι
4058αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, ἀνάγκης, ὡς τὴν παριστᾷ, ἐθνικῆς, ζητεῖ
4059νὰ μὴ ἀφεθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ περιέλθῃ εἰς τὰς περιπτώσεις
4060ἐκπτώσεως καὶ πλειστηριασμοῦ, εἰς ἃς ἐξ ἀνάγκης ὠθοῦσι τὴν
4061Ἑταιρείαν σήμερον τὰ χρέη αὐτῆς. Ἀληθῶς τινὰ ἐκ τού-
4062των ἰσχυρῶς εἶναι συνωμολογημένα μεθ’ ὑποθήκης, διότι
4063εἰδικῶς ἔχουσιν ἐγκριθῆ διὰ νόμου, νόμου, ὅστις, ὅσον καὶ ἂν
4064ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸν ὑπὲρ
4065τῶν δημοσίων συμφερόντων, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ
4066δεκτὸς ὡς τοιοῦτος καὶ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Ὁ νόμος ἔχει
4067συνταχθῆ ἐπὶ τούτῳ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν, δηλαδὴ
4068ἵνα προλάβῃ ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα, ὅσα τυχὸν μίαν ἡμέραν
4069ἤθελεν ἀντιτάξῃ τις. Ἐν τούτοις ὁ νόμος ᾼΣΟΒʹ τῆς 5
4070Νοεμβρίου 1885, ὁ ἐπιτρέψας καὶ κυρώσας τὴν ὑποθήκην
4071τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν ἐματαίωσεν οὔτε τὸ δικαίωμα ἐξαγο-
4072ρᾶς αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Κράτους, οὔτε τὰς περιπτώσεις, τὰς μνη-
4073μονευομένας ὑπὸ τῶν ἄρθρων 33 καὶ 34, περὶ ὧν ὡμίλησα.
4074Εἶναι δηλονότι συντεταγμένος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε
4075παραχωρεῖ μὲν ὑποθήκης δικαίωμα εἰς τοὺς δανειστὰς ἐπὶ
4076τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτοῦ, ὅπερ κατὰ
4077τοῦτο εἶναι πραγματικὸν, ὅτι ὑφίσταται δηλ. καὶ ἄν ὁ σι-
4078δηρόδρομος ἐξαγορασθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἢ περιέλθῃ εἰς
4079αὐτὸ ἢ εἰς ἄλλους ἐπὶ δημοπρασίας, ἀλλὰ πέραν τούτου οὐ-
4080δὲν ἔχει νὰ ἐλπίσῃ δικαίωμα ὁ δανειστὴς νὰ γείνῃ δι’ ἑκου-
4081σίας ἢ ἀναγκαστικῆς πωλήσεως κύριος τοῦ σιδηροδρόμου.
4082Μόνον τὴν μονοπωλιακὴν αὐτοῦ χρῆσιν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ,
4083ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ τηρῇ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ Ἑται-
4084ρεία τοῦ σιδηροδρόμου ἀνέλαβε δυνάμει τῶν συμβάσεων καὶ
4085τῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων, ἑπομένως καὶ νὰ τηρῇ τὸν
4086σιδηρόδρομον εἰς κίνησιν ὁλοσχερῶς κατὰ τὰ καὶ νῦν κε-
4087κανονισμένα. Ὅτι ἡ ὑποθήκη καὶ αἱ ἐξ αὐτῆς συνέπειαι
4088δὲν ἀναιροῦσι τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως δικαιώματα τοῦ Δη-
4089μοσίου, περὶ ὧν πραγματεύονται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 33 καὶ
409034 τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Κράτους,
4091ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου ᾼΣΟΒʹ τῆς 5 Νοεμβρίου
40921885, τοῦ κυρώσαντος καὶ ἐπιτρέψαντος τὴν ὑποθήκην ἐπὶ
4093τοῦ σιδηροδρόμου. Τὠόντι καὶ μετὰ τὴν ὑποθήκην αὐτὴν ἡ
4094σύμβασις περὶ τοῦ δανείου καὶ τῆς ὑποθήκης ἀναγνωρίζει
4095ὑφιστάμενον τὸ δικαίωμα ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου ὑπὸ
4096τοῦ Κράτους μετὰ δεκαπενταετίαν, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα αὐ-
4097τοῦ νὰ κηρύττῃ τὴν Ἑταιρείαν ἔκπτωτον καὶ νὰ πλειστη-
4098ριάζῃ τὸν σιδηρόδρομον, ἂν ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐκπληροῖ τὰς
4099ὑποχρεώσεις της, ἢ διακόπτῃ τὴν κίνησιν αὐτοῦ. Ἡ μόνη
4100συνέπεια λοιπὸν τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο
4101νὰ ἴδωμεν τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–
4102Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου περιερχομένην εἰς ἄλλους, ἂν τὸ
4103Κράτος δὲν ἤθελε νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτόν. Μεταβολὴ τῶν ὅρων
4104τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων οὐδεμία ἐκ τούτου θὰ
4105προήρχετο, καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου θὰ ἐξη-
4106κολούθει ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ σήμερον. Λοιπόν, ἂν συμβῇ ν’ ἀφή-
4107σωμεν τὰ πράγματα νὰ ἀκολουθήσουν τὸν ῥοῦν αὐτῶν ἄνευ
4108παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, οὐδόλως θὰ ἦτο δύσκολος ἡ θέ-
4109σις. Ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τις μᾶλλον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
4110διακινδυνεύσωμεν ποσὸν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἀφοῦ
4111ἔχομεν ἐκ τῆς συμβάσεως τόσα δικαιώματα, καὶ ἀφοῦ ἐδα-
4112πανήσαμεν οὐκ ὀλίγα εἰς κατασκευὴν αὐτοῦ, δὲν εἴμεθα
4113πλέον ὑποχρεωμένοι νὰ δαπανήσωμεν καὶ ἄλλα. Ἠδύνατο
4114νὰ σχηματισθῇ νέα Ἑταιρεία, μὲ κεφάλαια μικρότερα, ἀπαι-
4115τοῦντα μικροτέραν ὑπηρεσίαν τόκων, διότι ἀντὶ μικροτέρου
4116ποσοῦ ἡ νέα Ἑταιρεία θ’ ἀπέκτα τὴν ἐκμετάλλευσιν παρὰ
4117ἀνθ’ ὅσων ἡ ὑπάρχουσα Ἑταιρεία τὴν ἀπέκτησε.
4118Τὰ πράγματα λοιπὸν δὲν θὰ ἦσαν τόσον ἀπελπιστικὰ
4119διὰ τὸ γενικὸν συμφέρον, ἂν μὴ προσεφέρετο ὑπὸ τοῦ Κρά-
4120τους τὸ δάνειον τῶν 3,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν.
4121Ἀλλ’ αὕτη θὰ κατεστρέφετο, καὶ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία καὶ
4122Ἑλληνικὰ κεφάλαια θὰ ἐζημιοῦντο, ἢ, ἂν προελαμβάνετο ἡ
4123καταστροφὴ αὐτῆς, τοῦτο θὰ ἐγίνετο ἀντὶ μεγαλειτέρων θυ-
4124σιῶν, αἵτινες περισσότερον θὰ ἐβάρυνον καὶ θὰ ἐδυσχέραινον
4125τὰς ἐργασίας καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς. Τοῦτο ἀποτελεῖ βε-
4126βαίως σπουδαίαν ἔποψιν τοῦ ζητήματος.
4127Σήμερον, ὡς παρίστανται τὰ πράγματα, τιθέμεθα σαφῶς
4128καὶ καθαρῶς ἀπέναντι τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ δώσωμεν αὐτὸ τὸ
4129ποσὸν, ἢ ἡ Ἑταιρεία ν’ ἀφεθῇ νὰ πτωχεύσῃ. Ἐγὼ δὲν δύ-
4130ναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ σώσῃ τὴν Ἑται-
4131ρείαν, παρέχει ὅμως τὴν ἐλπίδα πάντως, ὅτι θὰ βελτιώσῃ
4132τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Θὰ οἰκονομηθῶσιν αἱ πιέζουσαι αὐ-
4133τὴν σήμερον ἀνάγκαι, καὶ θὰ τῇ δοθῇ καιρὸς νὰ μετεχειρι-
4134σθῇ τὰ πρόσφορα μέτρα, πρὸς συμφερωτέραν ἐκμετάλλευσιν
4135τῶν γραμμῶν αὐτῆς. Ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–
4136Πελοποννήσου δυστυχῶς δὲν λειτουργεῖ ὑπὸ συνθήκας εὐνοϊ-
4137κὰς, δὲν λειτουργεῖ δὲ ὑπὸ συνθήκας εὐνοϊκὰς, διότι ἐργά-
4138ζεται ὑπὸ διαγωνισμὸν δυσκατάβλητον, δηλ. τὴν διὰ θαλάσ-
4139σης συγκοινωνίαν. Δυσκόλως σιδηρόδρομος δύναται νὰ βα-
4140δίσῃ παραπλεύρως καὶ παραλλήλως πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν
4141ἀκτοπλοΐαν, καὶ νὰ λάβῃ σπουδαίαν ἀνάπτυξιν, ὡς ὁ σιδη-
4142ρόδρομος οὗτος, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἡ θαλασσία γραμμὴ εἶναι
4143συντομωτέρα τῆς σιδηροδρομικῆς, ἅτε εὐθεῖα, τῆς σιδηρο-
4144δρομικῆς οὔσης πολλαχοῦ ἐξ ἀνάγκης καμπύλης. Ἀλλὰ τὸ
4145γεγονὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς, ὅτι πρὸς τὴν ἀκτοπλοϊκὴν γραμ-
4146μὴν βαδίζει παραλλήλως ὁ σιδηρόδρομος, ἀλλ’ ὅτι διαγωνί-
4147ζεται πρὸς αὐτὴν σιδηρόδρομος στενὸς, καὶ ἑπομένως βρα-
4148δύς. Οἱ σιδηρόδρομοι μόνον διὰ τῆς μεγάλης ταχύτητος δύ-
4149νανται νὰ καταβάλωσι τὰ ἀτμόπλοια, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπι-
4150βάτας καὶ τὰ ζητοῦντα τὴν μεγάλην ταχύτητα προϊόντα.
4151Ἐπὶ τῶν βαρέων δ’ ἐμπορευμάτων ὁ διαγωνισμὸς πρὸς αὐτὰ
4152εἶναι ἀδύνατος. Ἐκτὸς τούτου, τὰ ἀτμόπλοια εἶναι μᾶλλον ἐ-
4153λεύθερα τῶν σιδηροδρόμων νὰ κανονίζουν τοὺς ναύλους αὐτῶν,
4154ὡς ἑκάστοτε νομίζουν συμφερώτερον, καὶ δύνανται νὰ μετα-
4155φέρουν ἐπιβάτας καὶ ἐμπορεύματα εἰς οἱανδήποτε τιμὴν ἐγ-
4156κρίνουν, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος ἔχει ὡρισμένον τιμολόγιον, καὶ ἐπὶ
4157τῇ βάσει αὐτοῦ αὐστηρῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως ἐργάζεται. Ἐπί-
4158σης ἡ δαπάνη τῆς μεταφορᾶς δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ εἰς ἀμφότερα.
4159Ἐνῷ ἕν ἀτμόπλοιον δύναται μὲ τὴν αὐτὴν δαπάνην νὰ μετα-
4160φέρῃ πολὺ μεγαλείτερον φορτίον, ὁ σιδηρόδρομος δὲν δύναται.
4161Ἡ διὰ θαλάσσης μεταφορὰ εἶναι ὀλιγοδαπανωτέρα τῆς διὰ σι-
4162δηροδρόμου. Διὰ τοῦτο τὰ ἀτμόπλοια δύνανται νὰ διαγωνι-
4163σθῶσι πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους πολὺ πλέον, διότι δύνανται
4164νὰ διαθέτωσιν ἀνεξόδως μείζονα χωρητικότητα καὶ νὰ ἐλατ-
4165τώσωσι τοὺς ναύλους των εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον, ἐνῷ οἱ σι-
4166δηρόδρομοι, ἐὰν ὑποβιβάσωσι τοὺς ναύλους, δύνανται μὲν νὰ
4167αὐξήσωσι τὴν μεταφοράν, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰ κέρδη τόσον,
4168ὅσον τὰ ἀτμόπλοια. Ἀλλ’ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–
4169Πελοποννήσου ἔχει καὶ ἄλλο μειονέκτημα ἐν τῷ διαγωνισμῷ
4170αὐτῷ, ὅτι εἶναι βραδὺς σιδηρόδρομος. Διατρέχει μόλις 25 χι-
4171λιόμετρα τὴν ὥραν, ἐν ᾧ ἀτμόπλοιον ταχύτητος 12 μιλίων
4172διατρέχει 22 χιλιόμετρα καὶ 223 μέτρα τὴν ὥραν. Τὸ ἀτμό-
4173πλοιον ἔχει ὀλιγωτέρους σταθμοὺς, ταξειδεύει δὲ νύκτα καὶ
4174ἡμέραν, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος ἡμῶν μόνον τὴν ἡμέραν, παρέχει
4175δὲ τὸ ἀτμόπλοιον καὶ περισσοτέρας ἀναπαύσεις. Προσθέ-
4176σατε εἰς ταῦτα καὶ ὅτι ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πε-
4177λοποννήσου ἐργάζεται οἰκονομικῶς ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις,
4178οὐχὶ εὐνοϊκὰς, καὶ τοῦτο, διότι εἶναι βεβαρημένος μὲ πολλὰ
4179καὶ βαρέα χρέη, χρέη, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐλπίζει βελτίωσιν
4180τῶν ὅρων ἤδη, ὅτε βλέπουσιν οἱ δανεισταὶ, ὅτι τὸ Κράτος
4181ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ διὰ χορηγήσεως δανείου, καὶ
4182πιθανώτατα θὰ ἐμμείνωσιν εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
4183ὅμως εἶναι δύσκολον νὰ εὑρίσκῃ περισσεύματα ἐκ τῶν εἰσ-
4184πράξεων, ἐπιτρέποντα αὐτῷ νὰ προβῇ εἰς πάσας τὰς ἀναγ-
4185καίας βελτιώσεις καὶ συμπληρώσεις. Οὕτω βλέπομεν ἤδη,
4186ὅτι δανειστής, ὁ ὁποῖος συνωμολόγησε δάνειον πρὸς 3%,
4187ζητεῖ νῦν τόκον, οἷον εἶχε πρότερον, ἤτοι 5%. Τὸ δάνειον
4188τῶν 240,000 λιρῶν εἶχε συνομολογηθῆ πρὸς 5%· συμβιβα-
4189στικῶς ἠλαττώθη εἰς 3% ἀπὸ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ
41901894 μέχρι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1899. Τὸ δάνειον
4191τῶν 286,000 λιρῶν συνωμολογήθη πρὸς 6%. Ἀπὸ τῆς δευ-
4192τέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1894 μέχρι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ
41931899 ἠλαττώθη εἰς 5%. Ἔκτοτε ἤρχισε νὰ πληρώνηται
4194τόκος, διὰ μὲν τὸ πρῶτον 5%, διὰ δὲ τὸ δεύτερον 4½%;
4195Ἐπίσης τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχμῶν ὁ
4196τόκος συνεφωνήθη πρὸς 5%, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας
4197τοῦ 1894 ἠλαττώθη εἰς 2% μέχρι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας
4198τοῦ 1899, ὅτε ἤρξατο καταβαλλόμενος πρὸς 3½%. Δὲν
4199ἀρνοῦμαι, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, ἃς ἀπήντησεν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ σιδη-
4200ρόδρομος, περιήγαγον ἐξ ἀνάγκης τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ εἰς
4201αὐτὰς τὰς συγκαταβάσεις. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι αἱ δυσχέρειαι,
4202αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν εἰς τὸν σιδηρόδρομον κατὰ τὰ δύο τε-
4203λευταῖα ἰδίως ἔτη, προῆλθον ἐκ περιστάσεων ἐξαιρετικῶν,
4204διότι καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς, καὶ ἡ ἔκπτωσις τῶν
4205τιμῶν τῆς σταφίδος, καὶ ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν ἀνθράκων
4206καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος συνετέλεσαν σημαν-
4207τικῶς εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν συναλλαγῶν καὶ τῆς κινήσεως.
4208Τοῦτο δὲν εἶναι ἐνθαρρυντικὸν διὰ τὸ δάνειον, ὅπερ χορηγοῦ-
4209μεν, διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον, εἴτε ἐὰν αἱ ἴδιαι περιστάσεις
4210ἐξακολουθῶσιν, εἴτε ἐὰν ἄλλαι παρουσιασθῶσι, νὰ μὴ κατα-
4211στῇ ἡ Ἑταιρεία ἱκανὴ καὶ διὰ τῶν 3,000,000 δραχμῶν νὰ
4212ἐξέλθῃ τῶν στενοχωριῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται, καὶ νὰ
4213βελτιώσῃ τὴν θέσιν αὑτῆς καὶ τὰ εἰσοδήματα, καὶ ν’ ἀπο-
4214δώσῃ τὸ χρέος αὐτὸ τῶν 3,000,000 ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν,
4215δι’ ἃς συμφωνεῖται ἐν τῇ συμβάσει. Αἱ ἐγγυήσεις, ἃς συν-
4216ομολογεῖ ἡ σύμβασις, βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαῖαι. Θ’ ἀγο-
4217ρασθῶσι βαγόνια καὶ μηχαναί, ἀλλ’ αὐτά, ὅταν ἔλθῃ ὁ και-
4218ρὸς ν’ ἀποδοθῇ τὸ δάνειον, τίς οἶδε ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχωσιν.
4219Ἀλλὰ δὲν βλέπω...
4220§219Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κωμῳδία, κύριε
4221Πρόεδρε! Ἐνῷ ἔχομεν τὸν φορολογούμενον λαόν, ὁ ὁποῖος
4222πεινᾷ, οἱ δύο ἡγέται συνεφώνησαν μεταξύ των νὰ διανείμωσι
4223τὰ ἱμάτιά του! (Θόρυβος).
4224§220ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά!
4225§221ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν
4226τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ λέγει, ὅτι ἐπέτυχε μεταξὺ ἄλλων τὴν ἐλάτ-
4227τωσιν τοῦ κεφαλαίου εἰς 12,000,000 ἀπὸ 20,300,000. Τοῦτο
4228ὅμως ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυ-
4229χία, διότι ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1898, διότι
4230ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 ἐγένετο...
4231§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐλάττωσις τοῦ κε-
4232φαλαίου, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἀποτελεῖ ὠφέλειαν διὰ τὸ Δημό-
4233σιον, διότι ἡ Ἑταιρεία εἶχε δυνάμει τῆς συμβάσεως δικαίωμα
4234νὰ λάβῃ τόκον ἐπὶ τοῦ καταβληθέντος κεφαλαίου. Καθ’ ὅσον
4235λοιπὸν τὸ κεφάλαιον ἐλαττοῦται, κατὰ τοσοῦτον ἐλαττοῦ-
4236ται καὶ τὸ ποσὸν τῶν τόκων, εἰς οὓς ἡ Ἑταιρεία δικαιοῦται.
4237§223ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ μετοχαί, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀξίαν, νο-
4238μίζω, 275 δραχμῶν, ὑπετιμήθησαν ἐν τῷ μεταξὺ καταπλη-
4239κτικῶς. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας
4240ἀπὸ 25,300,000 δραχμῶν ἠλαττώθη δι’ ἀποφάσεως τῆς Γε-
4241νικῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων κατὰ Μάϊον τοῦ 1899 εἰς
424212,000,000, περιορισθείσης τῆς τιμῆς τῆς μετοχῆς ἀπὸ 275
4243εἰς 100 δραχμάς. Τοῦτο δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο, ἂν δὲν εἶ-
4244χον ἐκπέσει αἱ μετοχαὶ τοῦ σιδηροδρόμου.
4245§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς ἐπιμένετε, ἐπι-
4246μένω ὅμως καὶ ἐγώ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἠλάττωσε
4247τὸ κεφάλαιόν της καθ’ ἣν στιγμὴν συνωμολογοῦμεν τὴν σύμ-
4248βασιν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, δυνάμει τῆς ὑπὸ συζήτη-
4249σιν συμβάσεως, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ
4250περιορισθέντος κεφαλαίου, ἐνῷ δυνάμει τῆς ἀρχικῆς συμβά-
4251σεως εἶχε τὸ δικαίωμα, οἱονδήποτε περιορισμὸν καὶ ἂν ἤθελε
4252κάμει ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου της, νὰ λαμβάνῃ τόκους ἐπὶ τοῦ
4253ὅλου κεφαλαίου. Εἶπον προσέτι, ὅτι, ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ τό-
4254κον 7%, τὸν ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ δυνάμει τῆς
4255ἀρχικῆς συμβάσεως, θὰ λαμβάνῃ 5%. Ταῦτα εἶπον· εἶπον
4256τουτέστιν, ὅτι ἐπετύχομεν μείωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δι-
4257καιοῦται νὰ λαμβάνῃ, καὶ διότι θὰ λαμβάνῃ τόκον ἐπὶ τοῦ
4258περιορισθέντος κεφαλαίου καὶ διότι ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ 7% θὰ
4259λαμβάνῃ 5%.
4260§225ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔστω· ἀλλ’ ἡ παραχώρησις, ὅπως μὴ
4261ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρεία τὸ ποσὸν τόκων πρὸς 7%, τὸ ὁποῖον
4262ὀφείλεται αὐτῇ ἐπὶ τοῦ καταβληθέντος μόνον, οὐχὶ δ’ ἐπὶ τοῦ
4263ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι παραχώρησις
4264σπουδαία, ἀφοῦ οἱ μέτοχοι ἄνευ τοῦ δανείου τοῦ Δημοσίου
4265τῶν 3,000,000 κινδυνεύουν νὰ χάσουν οὐ μόνον τοὺς ὀφει-
4266λομένους δῆθεν τόκους, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιόν των. Ὅσον
4267ἀφορᾷ τὴν ἐν τῇ συζητουμένῃ συμβάσει συμφωνίαν πρὸς τὴν
4268Ἑταιρείαν, ὅπως τὸ Δημόσιον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐκ δρ.
4269180,000 τόκου καὶ χρεωλυσίου τῶν 3,000,000 δραχμῶν
4270λαμβάνῃ 50% ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν τοῦ σιδηροδρόμου
4271κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχουν κέρδη, ἢ ἂν ταῦτα
4272δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 180,000 δραχμῶν, νὰ
4273χρεῶται ἡ Ἑταιρεία μὲ τὸ μεῖναν ἀκάλυπτον ποσὸν ἄτοκον,
4274ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἄν, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ 50% ὑπερ-
4275βαίνῃ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεώλυτρον, θὰ λαμβάνηται τὸ περι-
4276πλέον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς κέρδος ἢ χρεώλυτρον καὶ ὅταν
4277ἀκόμη δὲν ὑπάρχουν τόκοι ἀπλήρωτοι, ἐκ προηγουμένων ἐτῶν
4278ὀφειλόμενοι εἰς τὸ Δημόσιον.
4279§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ὅσον θὰ καλύ-
4280πτηται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει λαμβάνειν, μόνον διὰ τοῦ
428150%, θὰ λαμβάνῃ τὸ 50%· ἐὰν δὲ περιοριζομένου τοῦ πο-
4282σοῦ τούτου θὰ δύναται νὰ ἐπαρκῇ πρὸς κάλυψιν τοῦ ποσοῦ
4283τὸ 30%, τότε θέλει περιορίζεσθαι εἰς τὸ 30%.
4284§227ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσι καθυστερούμενοι
4285τόκοι...
4286§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ
428750% μέχρι πληρωμῆς οὐχὶ μόνον τῶν τόκων τοῦ τρέχοντος
4288ἔτους, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν καθυστερουμένων τόκων. Τούτου
4289γενομένου, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι 30% ἀρκοῦσι πρὸς πληρωμὴν
4290τῶν τόκων, δὲν δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἢ 30%.
4291§229ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν μὲ τὰ 30% τῶν κερδῶν
4292ὑπάρχῃ περίσσευμα, τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον.
4293Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, θεωρῶν ὅτι ναὶ μὲν εἶναι
4294ἀνάγκη, λόγῳ τῶν δανείων καὶ τῶν ὑποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι βα-
4295ρύνουσι τὸν σιδηρόδρομον, νὰ σκεφθῇ τὸ Κράτος περὶ διασώ-
4296σεως τῶν γραμμῶν καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν, ἥτις ἄλλως
4297ἠδύνατο νὰ πάθῃ διακοπὰς καὶ περιορισμοὺς, καὶ νὰ παύσῃ
4298οὖσα ἐπωφελὴς εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’
4299ἀφ’ ἑτέρου νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προβῇ
4300σήμερον εἰς χορηγίαν 3,000,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ
4301νὰ ὑποδεικνύῃ τοὺς πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ἄνευ
4302μεγάλων στενοχωριῶν νὰ προμηθευθῇ τὸ ποσὸν αὐτό. Δὲν
4303ἐννοῶ νὰ δώσω νῦν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν φρονῶ,
4304ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τὸ ποσὸν
4305αὐτὸ, ἀλλ’ ἤθελον ὑποδείξει τι, ὅπερ βεβαίως δὲν δύναται
4306νὰ γείνῃ δι’ Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ νόμον,
4307ἀλλ’ ὅπερ νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ προορισθῇ πρὸς ἐλάτ-
4308τωσιν τοῦ βάρους, ὅπερ μέλλει νὰ προξενήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον
4309Ταμεῖον ἡ χορήγησις εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν 3,000,000
4310δραχμῶν.
4311Γνωστὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐψηφίσθη χάριν τοῦ
4312δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον τῶν συνόρων πρόσθετος φόρος
4313ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅστις εἶναι ὡρισμένος νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ δύο
4314αὐτὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων Λαρίσης καὶ Μελιγαλᾶ. Ὁ
4315φόρος τοῦ καπνοῦ ὁ πρόσθετος, ὡς ἐλειτούργησεν, ἀπέδωκε
4316τὰ ἑξῆς ποσά: Εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1900 δρ. 8,542,296.
4317Ἐξ αὐτῶν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν
4318Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου 7,060,000. Ὑπολείπον-
4319ται 1,482,296. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σιγα-
4320ροχάρτου ἔλλειμμα, διότι, ἐνῷ τὸ σιγαρόχαρτον ὡρίσθη, ὅτι
4321θ’ ἀποδίδῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν 2,921,711 δραχμὰς, ἀπέδωκε
43222,637,126, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν ἐξ αὐτοῦ δραχ.
4323284,585, ὅτε ὑπολείπεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900 πο-
4324σὸν 1,197,711 δραχμῶν. Περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων
4325βεβαίως δὲν δύναταί τις ἀπὸ τοῦδε ἀκριβῶς νὰ ὁρίσῃ τὴν
4326ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν ν’ ἄρξηται ἀπαιτῶν ὑπηρεσίαν
4327τοκοχρεωλυσίου· ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἕτοιμα χρή-
4328ματα χάριν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τούτου, ὅπερ ἄλλως
4329ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ πραγματοποιηθῇ. Πρέπει, κατὰ τὰ
4330συμπεφωνημένα, νὰ λήξῃ ὁ Νοτιαφρικανικὸς πόλεμος, εἶτα
4331ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ σχηματισθῇ ἡ Ἑταιρεία, καὶ ἐντὸς
4332δύο μηνῶν νὰ κατατεθῶσιν αἱ ὁμολογίαι, καὶ ἔπειτα ν’ ἀρ-
4333χίσουν ἀναλόγως αἱ χορηγήσεις ὑπὲρ τοῦ δανείου. Δύναταί
4334τις λοιπὸν νὰ ἔχῃ πρὸ αὐτοῦ πολὺν χρόνον πρὸ τῆς ἐνάρξεως
4335τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ καπνὸς δύνα-
4336ται ν’ ἀποδίδῃ καὶ μεγαλείτερον ἴσως ποσὸν, καὶ ὅπερ μέ-
4337χρι τέλους τοῦ 1901 δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς 3,000,000 δρ.
4338περίπου. Βεβαίως τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁ νόμος ὥρισε νὰ κατατίθη-
4339ται πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε,
4340ὅτι εἶναι ἄδικον, δημόσια χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤδη δὲν εἶναι
4341ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, νὰ μένουν ἀδιά-
4342θετα, καὶ ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον νὰ δανείζηται; Τὸ ποσὸν
4343αὐτὸ δὲν εἶναι μικρόν. Διατὶ ὅμως νὰ μένῃ ἄχρηστον καὶ ἀνω-
4344φελές; Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισα νὰ ὑποβάλω τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἵνα
4345ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν διαθέσιμα ἄλλα δημόσια
4346χρήματα. Ἄλλως ἄνευ ἐξευρέσεως τοιούτων πόρων ἡ προσ-
4347θήκη νέων ἑκατομμυρίων εἰς τὰς δαπάνας Προϋπολογισμοῦ,
4348ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρκετὰ βεβαρημένος καὶ πιθανὸν νὰ ἐπιβα-
4349ρυνθῇ καὶ δι’ ἄλλων δαπανῶν, θέλει ἀναγκαίως διαταράξει
4350τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1901.
4351Ὅπως δήποτε, φρονῶ ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ὡς τὸ παρελθὸν τὰ
4352πράγματα τὴν ἐστενοχώρησαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῇ ἄνευ
4353τοῦ δανείου αὐτοῦ, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρίσκεται σή-
4354μερον. Ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον διὰ νὰ τὴν σώσῃ ἐμβάλλει
4355ἑαυτὸ εἰς κινδύνους καὶ στενοχωρίας. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει
4356τις ν’ ἀπελπισθῇ, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἀδύνατον νὰ δια-
4357σωθῇ ἡ Ἑταιρεία, καὶ ὅτι πάντως θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον.
4358Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ περιστάσεις τοῦ 1900 νὰ
4359ἐπαναληφθῶσι καὶ πάλιν, καὶ ἡ Ἑταιρεία νὰ εὑρεθῇ εἰς μεγά-
4360λας στενοχωρίας, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἐπαρκέσουν τὰ 3,000,000.
4361Οὐχ ἧττον δὲν ἠξεύρομεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν,
4362χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος, νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς συνδρο-
4363μῆς τῆς Ἑταιρείας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ λάβῃ ἡ
4364δυσκολία αὕτη λύσιν, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ φέρῃ δυσβάστακτον
4365βάρος. Οὐδὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω περὶ τῆς θέσεως τῆς Ἑ-
4366ταιρείας, διότι δὲν γνωρίζομεν ποία ἡ πραγματικὴ κατά-
4367στασις τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου, οὐχὶ ἐκείνη, ἥτις
4368φαίνεται ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς καὶ ταῖς καταστάσεσιν, αἱ
4369ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς ἐσωτερικὴ κατάστα-
4370σις, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μόνον ἐξέτασις παρ’ εἰδικῶν ἀνδρῶν
4371ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς φῶς. Ἤδη ἔχομεν νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν
4372ἰσολογισμῶν, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν κατ’ ἔτος τὰ Διοι-
4373κητικὰ Συμβούλια ὅλων τῶν Ἑταιρειῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι φρον-
4374τίζουν ἐνίοτε ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ κρύπτωσι τὴν πραγματι-
4375κὴν κατάστασιν. Οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δυστυ-
4376χῶς τοιαύτην ἐποιήσατο ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως δι’ εἰ-
4377δικῶν ἀνδρῶν, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὰ τῆς ἐσωτε-
4378ρικῆς διοικήσεως τῆς Ἑταιρείας...
4379§230Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐδικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ στοι-
4380χεῖα αὐτά.
4381§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, διότι τὸ Κράτος εἶναι ὁ με-
4382γαλείτερος χορηγητὴς τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ, καὶ ἔχει συμ-
4383φέρον καὶ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Ὥστε
4384νῦν ἀληθῶς εὑρισκόμεθα ἀπέναντι γεγονότων, τὰ ὁποῖα οὐ-
4385δεὶς γινώσκει ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς νὰ βεβαιώ-
4386σῃ. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἑπομένως νὰ δεχθῶμεν τὴν ἔκθε-
4387σιν τῆς Κυβερνήσεως. Πλὴν ἔπρεπεν, ὅτε ἐνεφανίσθη ἡ Ἑ-
4388ταιρεία, λέγουσα ὅτι περιῆλθεν εἰς ἔσχατον κίνδυνον, καὶ ὅτι
4389μέλλει νὰ περιέλθῃ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡ περιουσία αὐτῆς,
4390νὰ ἐνεργήσωμεν ἀμέσως ἐξέλεγξιν καὶ βεβαιωθῶμεν, πῶς
4391ἔφθασεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Γνωρίζομεν, ὅτι ἐπεβαρύνθη ἡ
4392Ἑταιρεία κατὰ τὴν κατασκευὴν μὲ μεγάλα χρέη, καὶ δὲν
4393ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ἡ σημερινὴ διοίκησις εἶναι σώφρων, ἀλλ’
4394ἆρά γε παρέλαβε τὴν Ἑταιρείαν εἰς καλὴν κατάστασιν, ἢ εἰς
4395κακήν; Περὶ τούτου δὲν ἔχομεν ἐπισήμους πληροφορίας, ἐξ
4396ὧν νὰ δυνάμεθα καταφατικῶς ἢ ἀποφατικῶς νὰ ἐκφράσωμεν
4397γνώμην. Ἑπομένως θ’ ἀποφασίσωμεν ἄνευ ἑδραίας βάσεως.
4398§232ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι καὶ νὰ
4399μὴ ζητῶμεν ὑπεύθυνα πρόσωπα, διότι ὁ ὀργανισμὸς καὶ ὁ
4400τρόπος, δι’ οὗ ἐγένοντο οἱ σιδηρόδρομοι, ὑπεισήγαγον ἐν τῇ
4401Ἑταιρείᾳ ταύτῃ τὸν σκώληκα τῆς φθορᾶς. Διὰ τὸν σιδηρό-
4402δρομον Πελοποννήσου τὸ Κράτος ἐδαπάνησε πρὸς πληρω-
4403μὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν περὶ τὰ
440450,000,000 δραχμάς. Διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀποτελείω-
4405σιν αὐτοῦ ἐδανείσθη ἡ Ἑταιρεία περὶ τὰ 37,000,000, νο-
4406μίζω, ἐν συνόλῳ. Ἀθροιζομένων τῶν δανείων τῆς Ἑταιρείας
4407καὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000 λιρῶν, τοῦ ἐπὶ ὑποθήκῃ συνο-
4408μολογηθέντος, γίνεται καταφανὴς ἡ αἰτία τῆς καχεξίας αὐ-
4409τῆς. Τοιαύτη ἐπιχείρησις οὐδεμίαν βεβαίως ἐλπίδα δύναται νὰ
4410δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους, καὶ φυσικὸν ἦτο, εἰς τὴν πρώτην περί-
4411στασιν, καθ’ ἣν αἱ εἰσπράξεις ἐκλονίσθησαν, αὕτη νὰ κατα-
4412πέσῃ. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι σημερινὴ, διότι ἐκ τοῦ
4413ἰσολογισμοῦ τοῦ 1899, ὅστις φαίνεται πλήρης, καταδείκνυ-
4414ται, ὅτι καὶ τότε ἡ Ἑταιρεία εἶχε χρέη πολλὰ, ἐκτὸς τῶν πα-
4415γίων, καὶ χρέη κυμαινόμενα. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν
4416ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς τὰς τακτικὰς, καὶ ἠναγκάζετο
4417νὰ δανείζηται διαρκῶς. Ἡ κατάστασις λοιπὸν τῆς Ἑταιρείας
4418εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπεβάλλετο ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους.
4419Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρετήρησάν τινες, ἐξεταστέον εἶναι τὸ
4420φάρμακον, τὸ ὁποῖον δίδεται πρὸς σωτηρίαν. Περὶ αὐτοῦ
4421ὑπάρχει ἀμφιβολία· ἐγὼ δ’ ἔχω τὴν μεγαλειτέραν ἀμφιβο-
4422λίαν καὶ τὴν ὀλιγωτέραν ἐλπίδα εἰς τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον
4423μεταχειρίζεται ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ δὲ μετὰ τὴν πάρο-
4424δον τοῦ προσωρινοῦ αὐτοῦ φαρμάκου, ἢ καὶ πρὸ τῆς παρό-
4425δου τῶν τριῶν ἐτῶν, δι’ ἣν προτίθεται τὸ νομοσχέδιον νὰ
4426δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον τοῦ
4427αὐτοῦ κινδύνου, εἶναι δίκαιον νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, τίνα
4428μέτρα θὰ λάβῃ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ τελευταία Διοίκησις
4429τῆς Ἑταιρείας εἶχεν ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κάμῃ οἰκονο-
4430μίας· ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι ἡ Διεύθυνσις δὲν δύναται νὰ θεω-
4431ρηθῇ ὑπόλογος, ἀφοῦ ἔχει Διοικητικὸν Συμβούλιον, διευθῦνον
4432αὐτὴν, διότι ἀπέναντι τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου ἡ
4433ἰσχὺς τοῦ διοικητοῦ τῶν σιδηροδρόμων εἶναι ἀνίκανος. Καὶ
4434ὅταν βλέπω τὴν σύμβασιν διαθέτουσαν ποσὸν 3,000,000,
4435ἐξετάζω τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ 1899, καὶ καταλήγω εἰς τὸ ὅτι
4436τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀρκεῖ εἰς ἐξόφλησιν τῶν δανείων, ἅτινα
4437ἡ Ἑταιρεία προτίθεται νὰ ἐξοφλήσῃ διὰ τῶν 3,000,000.
4438Οὕτω ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τοῦ 1899 τὰ ἐξωτερικὰ κυμαινό-
4439μενα χρέη ἀναβαίνουσιν εἰς ποσὸν μέγα, τὰ δὲ ἐσωτερικὰ
4440εἰς ἄλλο ποσὸν μέγα. Καὶ ὅμως ἡ σύμβασις θέλει, ἵνα μὲ
4441ποσὸν ὀλιγώτερον ἐξοφληθῶσι τὰ χρέη ταῦτα.
4442§233ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν εἶναι τὰ
4443κυμαινόμενα χρέη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τῷ ἐσωτερικῷ.
4444§234ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περισσότερα εἶναι.
4445§235ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δάνειον αὐτὸ μόλις
4446τὰ κυμαινόμενα χρέη θὰ δυνηθῇ νὰ καλύψῃ.
4447§236ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὔτε αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ, καὶ τότε
4448τόσον τὸ χειρότερον. Καὶ ἡ στενοχωρία, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ
4449Κυβέρνησις ἐκ τούτου, καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα
4450τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις συνήθως εἶναι εὐστοχώτατος
4451εἰς τὸ νὰ ἀνευρίσκῃ δικαιολογίας, ἀλλ’ ὅστις ἐν τῷ θέματι
4452τούτῳ περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν προφανεστάτην, διότι, προ-
4453κειμένου νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρό-
4454πος, ὅπως νέα Ἑταιρεία ἀναλάβῃ, ἔχουσα ὡς κεφάλαιον τὰ
4455ὀφειλόμενα ποσὰ, εἶπε: «ποῦ θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑταιρεία αὕτη;»
4456Προκειμένου δὲ περὶ τῆς αἰτιολογίας τῶν 3,000,000, καὶ
4457τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, εἶπεν, ὅτι
4458ἡ Ἑταιρία ἐλπίζει νὰ σωθῇ, διότι θὰ παύσωσιν οἱ σιδηρό-
4459δρομοι Πύργου–Κατακώλου κλπ. Ἀλλ’ ὅλαι αἱ ἐλπίδες αὗ-
4460ται εἶναι μάταιαι.
4461Ἐγὼ περιορίζομαι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐδαπάνησε τὸ
4462Κράτος περὶ τὰ 50,000,000 δραχμῶν, καὶ δι’ ἀποζημιώ-
4463σεις 10,000,000, καὶ ὅτι ἐδαπανήθη ἑταιρικὸν κεφάλαιον
446420,000,000, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο οὐδὲν ὄφελος δίδει. Δὲν
4465θὰ ἦναι λοιπὸν τοιαῦτα τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑταιρείας, ὥστε
4466νὰ πληρώσῃ τὰ ἄλλα χρέη. Καὶ ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνή-
4467σεως πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑταιρείας πρέπει νὰ ἦναι τὸ κύ-
4468ριον ἀντικείμενον. Διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν τοιαύτην
4469ἐπικουρίαν τοῦ Κράτους. Συναινῶ νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ
4470ἀπαιτούμενον 1,000,000 δραχμῶν, ἀλλὰ νὰ μελετήσῃ, ἐὰν
4471ἐντὸς τοῦ ἔτους δύναται νὰ σωθῇ ἡ Ἑταιρεία, καὶ τότε νὰ
4472δώσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δύναται
4473νὰ σωθῇ, τότε πρέπει νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον ἡ Κυβέρνησις
4474καὶ ἴσως νὰ σχηματίσῃ νέαν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία νὰ ἀνα-
4475λάβῃ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ
4476Σιδηροδρόμου.
4477Δὲν δύναμαι νὰ ἀναλύσω τὰς γνώμας ταύτας περισσότε-
4478ρον, ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ
4479τὸ μέτρον ὄχι σκόπιμον, θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ
4480ἐδέχετο ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὰ χρήματα διαιρετῶς, καὶ
4481ὑπὸ προαιρετικὴν αἵρεσιν, ὄχι τὴν ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν,
4482διότι διὰ τῆς δεσμεύσεως, ἣν ἤδη ἔχομεν, πρέπει ἀφεύκτως
4483ἐντὸς τριῶν ἐτῶν νὰ καταβάλωμεν τὰ 3,000,000 δραχμῶν.
4484Εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τριῶν ἑκατομμυ-
4485ρίων ἡ Ἑταιρεία θὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας, διότι
4486οὔτε τοῦ ἄνθρακος ἡ τιμὴ θὰ ἔχῃ καταπέσει, οὔτε τοῦ σιδή-
4487ρου καὶ τῶν μηχανημάτων ἡ ἀξία εἶναι ἐλπὶς νὰ ἐλαττωθῇ.
4488Ἡ γνώμη, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν
4489ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι ὀρθή, ἀλλ’ ὁ νόμος
4490τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1888, ὁ ὁποῖος συνετάχθη, ὅπως ἐξασφα-
4491λίσῃ τοὺς δανειστὰς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἔλθει ἐδῶ καὶ δανεί-
4492σει, λέγει, ὅτι δύνανται οἱ δανεισταὶ, τῇ συγκαταθέσει τῆς
4493Κυβερνήσεως, νὰ λάβωσι τὰ ἐν τῇ συμβάσει δικαιώματα.
4494Ὥστε ἡ Ἑταιρεία εἶναι ἐν πλήρει ἐξασφαλίσει, καὶ ἔχει δι-
4495καίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὴν ἐκμετάλλευ-
4496σιν αὐτοῦ.
4497§237Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει.
4498§238ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα. Μόνον δίδεται εἰς αὐ-
4499τὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ, καὶ ἐὰν τὸ
4500Κράτος ἀναλάβῃ, ἐλλείψει ὑπερθεματιστοῦ, αὐτὸ ὑποχρεοῦται
4501νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη. Ὥστε τὸ Κράτος εἶναι ὁ ἄμεσος ὀφει-
4502λέτης. Λοιπὸν δὲν πρέπει ν’ ἀπελπιζώμεθα, ὅτι οἱ ἔχοντες
4503τὰ δάνεια ταῦτα θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπλειστηριάσωσι τὸν
4504σιδηρόδρομον, οὔτε τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, δυνάμει νόμων,
4505εἰδικῶς ψηφισθέντων, περὶ ἐκποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων
4506διὰ Διαταγμάτων, δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν παρ’ ἡμῖν,
4507ἀφοῦ ὁ εἰδικὸς ἡμῶν νόμος ἐκανόνισεν οὕτω τὰ δικαιώματα
4508τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ
4509ὑπ’ ὄψιν, πρὶν δοθῶσι τὰ 3,000,000 δραχμῶν, ἀπὸ τοῦδε
4510νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, διότι θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν
4511πάλιν ἡ Ἑταιρεία. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ μὴ δαπανηθῶσι
4512καὶ τὰ 3,000,000. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ
4513τὰ δώσωμεν. Ἀντετάχθημεν ἡμεῖς ὅσον ἠδυνάμεθα, διεμαρ-
4514τυρήθημεν σχεδὸν μέχρι πρωΐας, διὰ νὰ πείσωμεν τὴν Κυ-
4515βέρνησιν. Ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ τὴν πείσωμεν, τὴν εὐθύνην
4516θὰ ἔχωσιν οἱ δίδοντες τὰ ἑκατομμύρια.
4517§239ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4518§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν διατελεῖ
4519ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, κατ’ ἐμὴν
4520γνώμην, εἶναι κατάστασις φυσική. Ὁ χαρακτηρισμὸς, τὸν
4521ὁποῖον δίδω εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἀποκλείει πᾶσαν
4522ἐπίκρισιν τῆς διοικήσεως αὐτῆς. Ἂν ὑπῆρξε πλημμέλεια περὶ
4523τὴν διοίκησιν αὐτῆς, εἴτε κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, εἴτε
4524κατὰ τὸ δεύτερον, δὲν γνωρίζω λεπτομερείας, καὶ δὲν δύ-
4525ναμαι νὰ κρίνω. Ὅτι γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν
4526Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐγεννήθη καχεκτικὴ, διότι δια-
4527φωνίαι ἐπῆλθον ἀμέσως μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἑταιρείας,
4528ἕνεκα δ’ αὐτοῦ δὲν ἠγοράσθησαν πᾶσαι αἱ μετοχαὶ αὐτῆς,
4529οὐδὲ κατεβλήθησαν τὰ 46,000,000, τὰ ὁποῖα εἶχον ὁρισθῆ
4530ὡς κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας· ἑπομένως περιῆλθεν εἰς τὴν
4531ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, καὶ ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ μετρίῳ,
4532ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν γραμμῶν.
4533Μόλις εἶχε κατασκευασθῆ ἡ ἀπὸ Κορίνθου μέχρι Κλεωνῶν
4534γραμμὴ, ἡ Ἑταιρεία εὑρέθη ἐν ἀμηχανίᾳ, μὴ δυναμένη νὰ
4535δαπανήσῃ πρὸς κατασκευὴν τοῦ μέχρις Ἄργους καὶ Μύλων
4536ὑπολοίπου τῆς γραμμῆς· ἐγὼ δὲ, τυγχάνων ἐν τῇ ἀρχῇ,
4537ἠναγκάσθην νὰ προκαταβάλω αὐτῇ τὸ συμπεφωνημένον κατὰ
4538χιλιόμετρον χορήγημα τῶν 20,000 δραχμῶν, καίτοι δὲν εἶ-
4539χον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξω· τὸ ἔπραξα ὅμως ὑπὸ ἰδίαν
4540εὐθύνην, ἵνα σώσω αὐτὴν ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως.
4541Ἂν ἡ κατασκευὴ γραμμῆς παραλιακῆς δὲν ἔπρεπε νὰ
4542ἀποφασισθῇ, διότι ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς θαλασσίας συγκοινω-
4543νίας ἔμελλε νὰ βλάψῃ αὐτὴν, τοῦτο εἶναι ἀνωφελὲς νὰ ἐξε-
4544τασθῇ νῦν, ὅτε ἡ μὲν γραμμὴ κατεσκευάσθη, ἡ διοίκησις δὲ
4545τῆς Ἑταιρείας τυγχάνει ἐν στενοχωρίαις χρηματικαῖς· ἀλλὰ
4546τότε δὲν εἶχε γενῆ ἡ τομὴ τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, οὐδὲ
4547προεβλέπετο ὁ τοιοῦτος συναγωνισμὸς, καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ
4548δίδῃ τοῦτο καὶ ἀφορμὴν κατακρίσεως. Καὶ ὅμως, καίτοι ἐδα-
4549νείσθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν γραμμῶν, κατώρθωσαν
4550νὰ διατηρήσωσι τὴν συγκοινωνίαν ἐπὶ δέκα καὶ πέντε ἤδη
4551ἔτη, διελθόντες πάσας τὰς δυσχερείας. Τελευταῖον ὅμως ἐπε-
4552χείρησεν ἡ Ἑταιρεία καὶ ἕτερον ἔργον, καὶ κατεσκεύασε τὸ
4553ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσι τμῆμα τῆς γραμμῆς Μύλων–
4554Καλαμῶν. Τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Τριπόλεως–Δια-
4555βολίτσι ἡ Κυβέρνησις εἶχε παραχωρήσει εἰς τὴν Πιστωτικὴν,
4556ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πε-
4557λοποννήσου τὸ ἔργον· εἶχε δὲ ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν ἡ
4558δικαιοπάροχος Πιστωτικὴ ἀντὶ 3,300,000 δραχμῶν, καὶ
4559ἀντὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως· ἀλλ’ ἡ Ἑται-
4560ρεία ἐδαπάνησε δρ. 8,486,316.11. Ἂν δ’ εἰς τὰ 3,300,000
4561προστεθῶσι καὶ δραχμαὶ 200,000, πληρωθεῖσαι αὐτῇ διὰ
4562τὸν σύνδεσμον τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μπιλάλι–Χάνι εἰς Μεγαλό-
4563πολιν, ἡ Ἑταιρεία ἔλαβε δραχμὰς 3,500,000, καὶ ἐδαπά-
4564νησεν ἐξ ἰδίων 4,986,316.11. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ δια-
4565τιμηθῇ εἰς 4,986,316.11 τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως
4566τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ὅπερ εἶχε παραχωρηθῆ αὐτῇ
4567πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τιμήματος τῆς κατασκευῆς, διότι
4568τοῦτο δὲν ὑπερβαίνει ἴσως τὴν ἀξίαν 2,500,000, ἢ τὸ πολὺ
45693,000,000 δραχμῶν· πάντως ὅμως ἐδαπάνησε περισσότερα
4570ἢ ὅσα ἐπληρώθησαν αὐτῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ηὔ-
4571ξησε τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς κατὰ δραχ. 4,986,316,11, ἕνεκα
4572τούτου δ’ οὐ μόνον ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ κατὰ τὸ ἔτος
45731898 τὸ δάνειον τῶν 2,600,000 δραχμῶν, ἐπὶ τιμῇ ἐκδό-
4574σεως 86%, καὶ ἐπὶ τόκῳ 5% καὶ χρεωλυσίῳ ¼%, ἀλλὰ
4575καὶ ἄλλα κυμαινόμενα χρέη ἀνέλαβεν· οὐδ’ ἦτο πλέον δυ-
4576νατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς πάσας τὰς οὕτως αὐξηθείσας δα-
4577πάνας τῆς Ἑταιρείας τὰ τακτικὰ ἔσοδα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα
4578μάλιστα συνέβη νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ ταῦτα ἀπὸ ἄλλα ἀτυ-
4579χήματα, τὰ ἀτυχήματα τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλ-
4580λάγματος, τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν γαιανθράκων, ἀλλὰ προσ-
4581έτι τῆς ἐφετεινῆς κακῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων, καὶ ἰδίως
4582τῆς σταφίδος.
4583Διὰ τοῦτο ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ τοσοῦτον παρισταμένη
4584ὡς νοσηρὰ, μοὶ φαίνεται ἐνθαρρυντικὴ, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία ἠδυ-
4585νήθη νὰ διέλθῃ οὕτω τὸ 1899 καὶ τὸ 1900. Καὶ δὲν δύνα-
4586μαι μὲν νὰ ἔχω περισσότερον θάρρος ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
4587ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐγ-
4588γυᾶται περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἂν καὶ ἐγὼ
4589δὲν δύναμαι νὰ δώσω τοιαύτην περὶ αὐτῆς βεβαίωσιν, ἐνδο-
4590μύχως ὅμως ἐλπίζω, ὅτι, ἂν δὲν συμβῶσιν ἀπρόοπτα δυστυ-
4591χήματα, θέλει δυνηθῆ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀνθέξῃ.
4592Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν δι’
4593ἔλλειψιν προνοίας, ἣν ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρὶν εἰσαγάγῃ τὸ συ-
4594ζητούμενον νομοσχέδιον, ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ παθητικὸν τῆς
4595Ἑταιρείας, προνοίας, ἡ ὁποία ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ
4596κ. Βουλευτοῦ, νὰ ἐξασκηθῇ διά τινος ἐκβιασμοῦ, διὰ τῆς ἀπει-
4597λῆς τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέλθῃ ἐπίκουρος
4598εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι οὕτως ἤθελον ἀναγκάσει τοὺς ἐν τῇ
4599ἡμεδαπῇ δανειστὰς νὰ ποιήσωνται παραχωρήσεις δι’ ἐλατ-
4600τώσεως ἢ ἀφέσεως τόκων, καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελον ἐλατ-
4601τωθῆ τὰ βάρη τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ τοιοῦτος ἔλεγχος δὲν
4602μοὶ φαίνεται εὔλογος· πρῶτον διότι τὰ ἐσωτερικὰ χρέη συν-
4603ίστανται εἰς ἓν δάνειον ἐξ ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς ἕτερον δά-
4604νειον δύο ἑκατομμυρίων καὶ ἑξακοσίων χιλιάδων δραχμῶν.
4605Τὸ δάνειον τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων ἐδανείσθη ἐπὶ τόκῳ 5%,
4606ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατέχει ὁμολογίας δραχ.
46071,556,625, τὸ ὑπόλοιπον δ’ ἐδόθη εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν,
4608καὶ κατέχουσιν αὐτὸ ἄγνωστοι. Ἡ συνομολόγησις τοῦ δα-
4609νείου τούτου ἐπὶ τόκῳ 5% δὲν συνετέλεσε νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς
4610δανειστὰς τῶν 240 χιλιάδων λιρῶν, ἵνα μὴ στέρξωσι πλέον
4611τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου εἰς 3% καὶ νὰ ζητήσωσιν αὖθις
4612τόκον 5%, ὅσος συνωμολογήθη ὁ τόκος τοῦ δανείου τῶν
46132,600,000, διότι ἡ μείωσις τοῦ τόκου εἰς 3% εἶχε συμ-
4614φωνηθῆ νὰ ᾖναι προσωρινὴ, καὶ ἡ προσωρινότης αὕτη ἔλη-
4615ξεν, ὡς εἶχε συμφωνηθῆ πρὸ τοῦ δανείου τῶν 2,600,000,
4616κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1889· οὕτω δὲ δὲν ἐζή-
4617τησαν οἱ δανεισταὶ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸν ἀρχικὸν τόκον τῶν
46185% διότι ἐπὶ τοιούτῳ τόκῳ εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὸ
46191898 τὸ νέον δάνειον, ἀλλὰ διότι εἶχε παρέλθει ὁ συμπεφω-
4620νημένος χρόνος, καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ ἡ ἐλάττωσις τοῦ
4621τόκου. Τὰ κυμαίνοντα χρέη, τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἰσὶν ὀλίγα,
4622τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἶναι περισσότερα. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ
4623τόκου τῶν κυμαινόντων χρεῶν τῶν ἐσωτερικῶν ἤθελε φέρει
4624ἐλάχιστον ποσὸν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἀπαίτησις τοιαύτη ἐκ μέ-
4625ρους τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος, διότι τὸ μεγα-
4626λείτερον ποσὸν τῶν τοιούτων χρεῶν προέρχεται ἐκ χρημάτων,
4627τὰ ὁποῖα οἱ δανείσαντες κατέβαλον διὰ νὰ πληρώσῃ ἡ Ἑται-
4628ρεία ἀντίτιμον ἀνθράκων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀγοράσει. Διὰ
4629τοῦτο δὲν εὗρον εὔλογον τὸν ἔλεγχον, δὲν εὗρον δὲ καὶ ὅλως
4630ἀποθαρρυντικὴν τὴν οὕτω παρασταθεῖσαν οἰκονομικὴν κατά-
4631στασιν τῆς Ἑταιρείας.
4632Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει τις νὰ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν
4633γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ὅστις ἔκρινε τὴν ἐπι-
4634χείρησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου,
4635τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑταιρεία, ὡς συνήθη ἐπιχείρησιν ἀνω-
4636νύμου τινὸς Ἑταιρείας, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ἐξέλαβεν ὡς δανει-
4637στὴν, ὁ ὁποῖος μίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἄγρυπνον φροντίδα, πῶς
4638νὰ μὴ ζημιωθῇ. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἐπιμελεῖται τοῦ δη-
4639μοσίου θησαυροῦ, καὶ πρέπει νὰ φείδηται τῶν χρημάτων αὐ-
4640τοῦ· ἀλλ’ ἔχει οὐχ ἧττον καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν μέ-
4641σων τῆς συγκοινωνίας, καὶ νὰ προλαμβάνῃ βιαίας διακοπὰς
4642αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1901 δὲν εἶναι τὰ πράγματα ὡς εἶχον κατὰ
4643τὸ 1882. Κατὰ τὸ 1882 ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συντε-
4644λέσῃ ἢ νὰ μὴ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῆς κατασκευῆς
4645τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν τῆς Πελοποννήσου, καὶ ἀρνου-
4646μένη νὰ συντελέσῃ εἰς αὐτὴν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ δικαιολο-
4647γίαν τινά· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1901, καθ’ ὃ συνεπληρώθησαν δέκα
4648καὶ πέντε ὅλα ἔτη, καθ’ ἃ ἐγκατεστάθη καὶ λειτουργεῖ σιδη-
4649ροδρομικὴ συγκοινωνία τοσούτων ἐπαρχιῶν, Ἀττικῆς, Μεγα-
4650ρίδος, Κορινθίας, Ἄργους, Ναυπλίου, Μαντινείας, Μεγαλο-
4651πόλεως, Καλαμῶν, Μεσσήνης, Αἰγιαλείας, Πατρῶν, Ἠλείας,
4652νομίζετε ὅτι εἶναι ἁπλοῦν καὶ ἀνεπαίσθητον συμβεβηκός, νὰ
4653ἐγερθῶσι πρωΐαν τινὰ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις συμπο-
4654λῖται ἡμῶν, καὶ νὰ εὑρεθῶσιν ἄνευ τῆς συγκοινωνίας ταύτης
4655πλέον; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῆ νὰ περιέλθῃ
4656εἰς πτώχευσιν ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου,
4657καὶ νὰ ἀπολεσθῶσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα κατέβαλον συμ-
4658πολῖται ἡμῶν Ἕλληνες, νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὀφεί-
4659λει νὰ φροντίσῃ νὰ προλάβῃ συμβεβηκὸς τοιοῦτον, καὶ ἂν
4660πρέπῃ, ἵνα προλάβῃ αὐτὸ, νὰ ὑποβληθῇ εἴς τινας δαπάνας;
4661Ἡ γνώμη, ἥν τινες προέβαλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο
4662ἢ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑταιρείαν νὰ πτωχεύσῃ, ἵνα ἀνα-
4663λάβῃ αὐτὴ τὸν σιδηρόδρομον, συγκεντρώνουσα οὕτω τὰς σι-
4664δηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις εἰς ἑαυτὴν, ἡ γνώμη, λέγω, αὕτη
4665ἐνδέχεται νὰ ἦναι ὀρθὴ ἐν μιᾷ μόνον περιπτώσει, καθ’ ἣν
4666ἤθελε προτεθῆ νὰ περιέλθῃ σιδηροδρομική τις γραμμὴ εἰς
4667χεῖρας ἀλλοδαπῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Κυβέρνησις ὀφεί-
4668λει, κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, καὶ διὰ θυσίας ἔτι νὰ ἀπο-
4669φύγῃ νὰ περιέλθῃ ἡ γραμμὴ αὕτη εἰς χεῖρας ξένων, καὶ νὰ
4670προσπαθήσῃ νὰ διατηρηθῇ ἐν χερσὶν Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ
4671Κυβέρνησις ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γένηται ἰδιο-
4672κτήτρια σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ὀφείλει νὰ τὸ ἀποφύγῃ,
4673διότι δὲν εἶναι δυνατόν, εἰμὴ νὰ διοικῶνται κακῶς αἱ σιδη-
4674ροδρομικαὶ συγκοινωνίαι ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν.
4675Τοιοῦτόν τι μὴ δὲν συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ἐν ᾗ κατὰ τὸ 1872
4676πολλοὶ ἐπιφανεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες, ὁ Γαμβέτας, ὁ Φερρὺ, ὁ
4677Φραισινὲ, ὁ Ἰούλιος Σίμων καὶ ἄλλοι ἐνέκριναν νὰ δαπανη-
4678θῶσι πέντε δισεκατομμύρια φράγκων εἰς δημόσια ἔργα, καὶ
4679ἰδίως εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ εἰς ἐξαγορὰν πάντων
4680τῶν σιδηροδρόμων; Ἐγένετο τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἐβράδυνε νὰ
4681ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ διοίκησις τοιούτων ἐπιχειρήσεων, γινομένη
4682ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀποτυγχάνει πάντοτε, καὶ ὅτι μόνα τὰ
4683ἰδιωτικὰ συμφέροντα δύνανται ἐπιτυχῶς νὰ διοικῶσιν αὐτάς.
4684Διὰ τοῦτο συμπεραίνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον
4685νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς Ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πε-
4686λοποννήσου, οἷον δήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ μέλλον· μὲ ἐνθαρ-
4687ρύνουσι δὲ, ὅτι δὲν θέλει εἶσθαι κακὸν, ὅσα ἐξέθηκα πρὸ μι-
4688κροῦ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐργασιῶν
4689τῆς Ἑταιρείας κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. Πεποιθότως
4690δὲ θέλω δώσει λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, παρα-
4691καλῶν καὶ ἐκείνους, ὅσοι πείθονται ἐκ τῶν παραστάσεών μου
4692τούτων, νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμά μου.
4693§241Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τοὺς
4694λόγους, οὓς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευ-
4695τέραν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἕνεκα
4696τῶν ὁποίων ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ τὴν χορηγίαν τῶν τριῶν ἑκα-
4697τομμυρίων δραχμῶν ὡς ματαίαν καὶ ἄσκοπον τοῦ Δημοσίου
4698Ταμείου θυσίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθηκε τὸ ζήτημα σα-
4699φῶς καὶ καθαρῶς. Ὑπεστήριξε καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει
4700τὸ Κράτος νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἑταιρείαν, διότι, ἂν μὴ τοῦτο
4701γείνῃ, θὰ κηρυχθῇ αὕτη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἀλλὰ
4702θὰ δυνηθῇ ἆρά γε ἡ Ἑταιρεία νὰ σωθῇ μὲ τὰ τρία ἑκατομ-
4703μύρια; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντᾷ δι’
4704ὑποθέσεων καὶ ἐλπίδων. Ὑπάρχουν, λέγει, βάσιμοι ἐλπίδες,
4705ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας θὰ βελτιωθῶσι, καὶ ἑπο-
4706μένως τὸ Δημόσιον ὄχι μόνον δὲν θὰ χάσῃ τὰ τρία ἑκατομ-
4707μύρια, τὰ ὁποῖα δίδει, ἀλλὰ καὶ θὰ λαμβάνῃ ἀνελλιπῶς τὸν
4708τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐξεναντίας ὑπεστή-
4709ριζα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, καὶ ἕνεκα τῶν ἐξω-
4710τερικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτὴν εἶναι καταστρεπτικά,
4711λόγῳ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυ-
4712σίων, καὶ ἕνεκα τῶν μεγίστων ἐλλείψεων τῶν διαφόρων γραμ-
4713μῶν, καὶ ἕνεκα τῆς ἐλαττωματικῆς διευθύνσεώς της, δὲν θὰ
4714δυνηθῇ νὰ σωθῇ· οὕτω δὲ καὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια θὰ χα-
4715θοῦν, καὶ τὸ μοιραῖον τέλος τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἐπέλθῃ.
4716Ἀλλὰ ἡ ἔρευνα περὶ τοῦ ἂν τὰ τρία ἑκατομμύρια θὰ σώ-
4717σουν ἢ δὲν θὰ σώσουν τὴν Ἑταιρείαν, ἀποτελεῖ τὴν μίαν
4718ὄψιν τοῦ ζητήματος, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀφήσω-
4719μεν ἀπαρατήρητον καὶ τὴν ἄλλην ὄψιν. Ἀσχέτως δηλαδὴ
4720πρὸς ταῦτα ἢ ἐκεῖνα τ’ ἀποτελέσματα τῆς χορηγίας τῶν τριῶν
4721ἑκατομμυρίων, καθῆκον ἔχομεν, νομίζω, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν
4722δύναται τὸ Κράτος, ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἐν αἷς
4723διατελοῦμεν, νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τῆς ἀφαιμάξεως τῶν τριῶν
4724ἑκατομμυρίων ἄνευ κινδύνων πολὺ σοβαρωτέρων ἀπὸ ἐκείνους,
4725τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, περικλείει
4726ἡ πτώχευσις τῆς Ἑταιρείας.
4727Μακραὶ καὶ ἀναλυτικαὶ ἐγένοντο ἀγορεύσεις ἐπὶ τοῦ Προ-
4728ϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώ-
4729πιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Τί ἀπεδεί-
4730χθη ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης; Ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶναι
4731εἰς τόσῳ δυσάρεστον κατάστασιν, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουν οὐδὲ
4732ὀλίγων μόνον χιλιάδων δραχμῶν δαπάνην καθ’ ὑπέρβασιν
4733τῶν ἀπαραιτήτων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως.
4734Πῶς λοιπὸν καὶ κατὰ τίνα τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι προσφερό-
4735μεθα νὰ δώσωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τρία ὅλα ἑκατομμύ-
4736ρια δραχμῶν; Τὸ ποσὸν τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ μέγιστον κενὸν εἰς
4737τὴν ἰσορροπίαν μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Καὶ ἐρωτῶ: πῶς
4738καὶ πόθεν θὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν τοῦτο; Ὁ προαγορεύσας ἐξ
4739Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Νέγρης, ὅστις μετὰ ζήλου ἐπαινετοῦ
4740καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἀσχολεῖται εἰς τὰ οἰκονομικὰ,
4741διὰ μακρῶν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα
4742τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως, καὶ μεγάλα ἀπε-
4743κάλυψεν ἐλλείμματα, καὶ μονονουχὶ ἔκρουσε τὸν κώδωνα ἐπι-
4744κειμένου κινδύνου νέας πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως,
4745προκειμένου τώρα νὰ δώσωμεν τὰ τρία ἑκατομμύρια, ὄχι μό-
4746νον συνιστᾷ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ
4747εὑρίσκει, ὅτι οὐδεμίαν θ’ ἀπαντήσῃ πρὸς τοῦτο δυσκολίαν ἡ
4748Κυβέρνησις καὶ οὐδεμίαν θ’ αἰσθανθῇ στενοχωρίαν, διότι ἔχει
4749ἀρκετὰ ἑκατομμύρια διαθέσιμα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Πῶς
4750τώρα συμβιβάζονται ταῦτα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν
4751ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Προ-
4752ϋπολογισμοῦ συζήτησιν, τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι αἴνιγμα.
4753Ἀνυπομόνως ἀνέμενον νὰ μάθω, τί περὶ τούτου σκέπτε-
4754ται καὶ ποίαν γνώμην ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
4755τὴς, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν περὶ τούτου εἶπεν. Ἐπεθύμουν
4756ν’ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ, ἂν δυνάμεθα, ὡς ἔχουν τὰ οἰκονομικά
4757μας, νὰ δώσωμεν τρία ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τὴν Ἑ-
4758ταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, οὐχὶ ἐν σχέσει
4759πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ τὰς συνεπείας τῆς πτωχεύσεώς
4760της, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώ-
4761ρας· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς περιωρίσθη μό-
4762νον εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος, πρὸς
4763ἀποφυγὴν τῶν ἐκ τῆς πτωχεύσεως συνεπειῶν, νὰ βοηθήσῃ
4764τὴν Ἑταιρείαν διὰ τῆς παροχῆς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων,
4765ἀπέφυγε δὲ νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα, ἂν ἔχει καὶ τὰς δυνάμεις τὸ
4766Κράτος νὰ ὑποστῇ τὴν μεγάλην ταύτην χρηματικὴν θυσίαν.
4767Καὶ ὅμως ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸν ἀξιό-
4768τιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ μὴ τηρήσῃ σιγὴν ἐπὶ τοῦ
4769ζητήματος τούτου, ἀφοῦ παρέστησε διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋ-
4770πολογισμοῦ θαυμασίας ἀληθῶς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀγορεύσεώς
4771του, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ὑπὲρ πᾶν μέτρον αὐξήσεως τῶν δαπα-
4772νῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον
4773νὰ δοκιμασθῶμεν διὰ νέων καὶ φοβερῶν οἰκονομικῶν συμφο-
4774ρῶν.
4775§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διακόψω.
4776Θ’ ἀπαντήσω κατόπιν.
4777§243ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα, ἂν εὐαρεστῆσθε,
4778εὐχαρίστως δέχομαι τὴν διακοπήν.
4779§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατόπιν.
4780§245ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ λέγωμεν ἀφ’ ἑνός,
4781ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς λίαν δυσάρεστον οἰκονομικὴν
4782κατάστασιν, ἀπειλοῦσαν δευτέραν πτώχευσιν, νὰ ὑποστηρί-
4783ζωμεν δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τρία ἑκα-
4784τομμύρια εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα προλάβωμεν τὴν πτώχευ-
4785σιν αὐτῆς, τοῦτο βεβαίως ἀποτελεῖ πρόδηλον καὶ παράδο-
4786ξον ἀντίφασιν, διότι ἕκαστος δύναται εὐλόγως ἐν τοιαύτῃ
4787περιπτώσει νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἐκτεθῇ τὸ Κράτος
4788διὰ τῆς παροχῆς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων εἰς σοβαροὺς κιν-
4789δύνους νέων οἰκονομικῶν δοκιμασιῶν, τότε προτιμότερον μυ-
4790ριάκις εἶναι ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν τύχην της ἡ Ἑταιρεία, ἔστω
4791καὶ ἂν ἠδύνατο αὕτη νὰ σωθῇ διὰ τῆς θυσίας αὐτῆς τοῦ Δη-
4792μοσίου Ταμείου.
4793Αἱ σκέψεις ὅμως αὗται, καίτοι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνον-
4794ται ὀρθαί, δὲν ἔχουν οὐχ ἧττον πέρασιν εἰς τοὺς καιροὺς τοὺς
4795σημερινούς. Φαίνεται ὅτι συμβαίνει τι ἐκτάκτως ἐξαιρετικὸν
4796καὶ ἀνώτερον τῆς ἀντιλήψεως ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴμεθα
4797μεμυημένοι εἰς τὰ μυστήρια τῆς ὑψηλῆς πολιτικῆς. Κατὰ
4798τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρ-
4799νησις νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ κύρωσις συμ-
4800βάσεως, διὰ τῆς ὁποίας μεταξὺ ἄλλων παρετείνετο τὸ ἀπο-
4801κλειστικὸν προνόμιον τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθη-
4802νῶν–Πειραιῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Καὶ εἴδομεν τότε, ὅτι ἡ Ἀντι-
4803πολίτευσις εὑρέθη σύμφωνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ νο-
4804μοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ μετ’ αὐ-
4805τοῦ ἐψηφίσθησαν καί τινα ἄλλα σχετικὰ ἐκ συμφώνου μετα-
4806ξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἀγρυπνούσης μέχρι
4807πρωΐας. Πρὸ μικροῦ εἴχομεν τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρό-
4808μων Ἀττικῆς. Ἐψηφίσθη καὶ ὑπὲρ αὐτῆς εἰς τρίτην ἀνά-
4809γνωσιν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐκυρώθη σύμβασις, δυνάμει
4810τῆς ὁποίας μόλις μετὰ εἴκοσιν ἔτη θὰ δυνάμεθα νὰ ἐνασκή-
4811σωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου, ἐνῷ εἴ-
4812χομεν ἤδη κεκτημένον τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ θὰ ἠδυνά-
4813μεθα ἐπωφελῶς νὰ τὸ ἐνασκήσωμεν, ἂν δὲν ἐσπεύδομεν νὰ
4814τὸ ἀπεμπολήσωμεν ἀντὶ ἀνταλλάγματος ἀναξίου προσοχῆς.
4815Καὶ εἴδομεν καὶ ἐδῶ, ὅτι Κυβέρνησις καὶ Ἀντιπολίτευσις
4816παρέστησαν ἀδελφωμέναι, καὶ ἐξησφάλισαν τὸ ἄλσος τῆς
4817Κηφισιᾶς! Τώρα πάλιν ἔχομεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον
4818ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–
4819Πελοποννήσου, εἰς τὴν ὁποίαν δίδομεν τὰ τρία ἑκατομμύρια
4820δραχμῶν. Καὶ βλέπομεν, ὅτι καὶ ἐδῶ ἁρμονία καὶ ἀγάπη
4821βασιλεύει μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως.
4822Εἶναι ἤδη βεβαιωμένον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ
4823λάβῃ δι’ ἰδίων δυνάμεων τὸ νομοσχέδιον αὐτό· ἀλλὰ τί πρὸς
4824τοῦτο; Ἰδοὺ παρίσταται ἐγκαρτεροῦσα καὶ ἀγρυπνοῦσα ἡ
4825Ἀντιπολίτευσις, καὶ δίδει χεῖρα βοηθείας, καὶ τὸ νομοσχέ-
4826διον μετ’ ὀλίγον θὰ ψηφισθῇ, παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας
4827ἡμῶν τῶν ὀλίγων.
4828Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ φαινόμενον παρου-
4829σιάζει ἀληθῶς ὄψιν δυσεξήγητον καὶ ἐκπληκτικήν. Πολὺ
4830δύσκολον εἶναι ν’ ἀπαντήσῃ τις εἰς τὰ κοινοβουλευτικῶς κυ-
4831βερνώμενα Κράτη παράδειγμα τοιαύτης ἐπισήμου ὁμοφω-
4832νίας καὶ συμπράξεως μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπο-
4833λιτεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἐζή-
4834τησεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ δοθῶσι τριακόσιαι τριάκοντα
4835χιλιάδες δραχμῶν εἰς τὸν Σπάρταλην, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ
4836Κράτος τὰς ὤφειλε πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις
4837εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ὀφειλὴ δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὰ πράγ-
4838ματα καὶ εἰς τὸν νόμον, ἀντέταξε δὲ κρατερὰν καὶ πείσμονα
4839ἀντίστασιν. Ἦτο καὶ τότε, ὡς καὶ νῦν, ἡγέτης τῆς Ἀντι-
4840πολιτεύσεως ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ἐχρειά-
4841σθη ἡ Κυβέρνησις τριάκοντα τρεῖς συνεδριάσεις, ἵνα φθάσῃ
4842εἰς τὴν ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου!
4843Πῶς τώρα ἤλλαξαν οἱ καιροί; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐγ-
4844καρτερεῖ καὶ ἀγρυπνεῖ μέχρι πρωΐας, ὄχι διὰ νὰ μὴ δώσω-
4845μεν 330 χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸν Σπάρταλην λόγῳ ὀφει-
4846λῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ χαρίσωμεν τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς
4847μίαν θνησιγενῆ σιδηροδρομικὴν Ἑταιρείαν! Καὶ εἴμεθα
4848καταδικασμένοι νὰ βλέπωμεν συμπράττοντας καὶ συναγωνι-
4849ζομένους ἐν τοῖς τοιαύτης φύσεως σιδηροδρομικοῖς ζητήμασι
4850ποίους; ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατώρθωσαν νὰ συμπρά-
4851ξουν καὶ νὰ συναγωνισθοῦν εἰς τὸ ὕψιστον τῶν ἐθνικῶν μας
4852ζητημάτων, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου. Πόσα δὲν ἐξηκόν-
4853τισε καὶ δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ ἐξακοντίζῃ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν
4854φαρμακερὰ βέλη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ
4855τῶν πολιτικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν
4856Ἀντιπολίτευσιν πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον!
4857Δὲν ἐννοῶ, ταῦτα λέγων, νὰ κατηγορήσω τινὰ τῶν ἀντι-
4858πολιτευομένων ἐπὶ τῇ συμπράξει αὐτοῦ μετὰ τῆς Κυβερνή-
4859σεως, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω πρὸς τοῦτο. Ἕκαστος ἡμῶν
4860ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς του καὶ εἰς τὴν
4861συνείδησίν του, μόνον δὲ αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις ἢ παρα-
4862λείψεις ὑπόκεινται εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ
4863θέλω ἁπλῶς νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου πρὸ τοῦ παραδό-
4864ξου φαινομένου, ὅτι, προκειμένου περὶ σιδηροδρομικῶν συμ-
4865βάσεων, διὰ τῶν ὁποίων χορηγοῦμεν εἰς Ἑταιρείας προνό-
4866μια καὶ ἑκατομμύρια, Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις
4867παρίστανται ἐν ὁμοφωνίᾳ, ἐπιζητοῦσαι μετ’ ἐπιμονῆς τὴν
4868ἐπιψήφισιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, ἐνῷ, προκειμένου
4869περὶ ζητημάτων ἐξόχως ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος, δὲν παρετη-
4870ρήθη παρομοία σύμπνοια καὶ σύμπραξις.
4871Ἀλλὰ τίς οἶδε! Δὲν εἶναι ἆρά γε πιθανὸν, ὅτι διὰ λό-
4872γους, οὓς ἡμεῖς ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν, προστατεύον-
4873ται διὰ τῶν συμβάσεων αὐτῶν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα;
4874Εἴθε νὰ εἶχον οὕτω τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ ἀπεύ-
4875χομαι, δὲν βραδύνουν νὰ ἐπέλθουν τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης τα-
4876κτικῆς ἡμῶν δυσάρεστα ἀποτελέσματα, τότε ἡ θέσις μας
4877δὲν θὰ ἦναι διόλου εὐχάριστος. Θὰ μᾶς ῥίψῃ ὁ λαὸς κατὰ
4878πρόσωπον, —καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς κακοφανῇ διὰ τοῦτο—
4879ὅτι, ἐνῷ λέγομεν ὅτι ἐργαζόμεθα ὑπὲρ ἐθνικῶν συμφερόντων,
4880δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐξυπηρετοῦμεν, ἐπὶ μεγί-
4881στῃ ἠθικῇ καὶ ὑλικῇ ζημίᾳ τοῦ Κράτους, ὡρισμένων ἀτόμων
4882πολλὰ καὶ ποικίλα ὑλικὰ συμφέροντα.
4883§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πα-
4884τρῶν ἐξέφρασεν ἀπορίαν, πῶς ἡμεῖς, οἵτινες ἐπεκρίνομεν τὴν
4885οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πα-
4886ρεστήσαμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη ηὔξησε τὰ ἔξοδα κατὰ
4887πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ
4888αὔξησιν ἐσόδων διὰ φόρων καὶ καταπονήσῃ τὴν οἰκονομικὴν
4889δύναμιν τοῦ ἔθνους, πῶς ἡμεῖς ἤδη στέργομεν νὰ πληρωθῶσι
4890τρία ἑκατομμύρια ὑπὲρ μιᾶς Σιδηροδρομικῆς Ἑταιρείας. Τοῦ-
4891το μοὶ φαίνεται καταφανὲς, διότι τότε ἐπεκρίνομεν τὴν Κυ-
4892βέρνησιν, ὑποβαλοῦσαν δαπάνας, ἃς ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν ὄχι μό-
4893νον μὴ ἀναγκαίας, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς. Ἀλλὰ τώρα δίδομεν
4894τὴν συναίνεσίν μας καὶ στέργομεν νὰ διαθέσῃ τὰ 3,000,000
4895διότι πρόκειται νὰ σωθῇ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία.
4896Ἐὰν παρέχωμεν τὴν σύμπραξιν ἡμῶν, συντελοῦντες ἵνα
4897ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δοθῶσιν εἰς δάνειον τρία ἑκατομ-
4898μύρια, ἀνὰ ἓν καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν, διὰ νὰ
4899σωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία δὲν θὰ
4900ἐσώζετο, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἔδιδε χεῖρα ἀρωγὸν διὰ τοῦ δα-
4901νείου τούτου, ἐκπληροῦμεν καθῆκον, καὶ ὑπηρετοῦμεν τὰ συμ-
4902φέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν
4903παρεμβάλει προσκόμματα καὶ δὲν ἐπεψηφίζετο τὸ νομοσχέ-
4904διον, ἤθελε πιθανῶς ἐπέλθει ἡ πτώχευσις τῆς Ἑταιρείας,
4905ἕνεκεν τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀναγκασθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπα-
4906νήσῃ πολὺ περισσότερα. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς
4907ἐκ Πατρῶν, τοῦ ὁποίου γνωρίζω τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα καὶ
4908τὴν εἰλικρίνειαν, ἔλαβον δ’ ἀφορμὰς ἐκ τοῦ παρελθόντος νὰ δια-
4909τηρῶ εὐχαρίστους ἀναμνήσεις τῶν μετ’ αὐτοῦ πολιτικῶν μου
4910σχέσεων, ἀπορεῖ εἰλικρινῶς, πῶς ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς
4911δὲν ἐκτείνεται ἐπὶ πασῶν τῶν προτάσεων τοῦ Ὑπουργείου,
4912καὶ πῶς, ἐνῷ, προκειμένης ἄλλοτε τῆς πιστώσεως τριακοσίων
4913χιλιάδων φράγκων, ὅπως πληρωθῇ χρέος πρὸς τὸν Σπάρτα-
4914λην, ἀντετάχθημεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως
4915ἐκείνης, τώρα δὲν κωλυσιεργοῦμεν, προκειμένου νομοσχε-
4916δίου περὶ διαθέσεως δραχμῶν τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὸ
4917πρᾶγμα εἶναι καταφανὲς, διότι τότε ἐφρονοῦμεν, καὶ ἐξακο-
4918λουθοῦμεν καὶ νῦν ἔτι νὰ φρονῶμεν, ὅτι δὲν ὠφείλομεν τίποτε
4919εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ ὅτι ἡ πληρωμὴ ἐκ τοῦ Δημοσίου
4920Ταμείου πρὸς αὐτὸν χρημάτων ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος,
4921ἦτο δωρεὰ πρὸς τὸν Σπάρταλην, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδεὶς λό-
4922γος ἐδικαιολόγει τὴν δωρεάν· διὰ τοῦτο ἐνιστάμεθα τότε,
4923καὶ δὲν ἀφίναμεν νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο· διότι
4924καὶ τότε καὶ νῦν ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀμυ-
4925νώμεθα διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως προλαμβάνωμεν ζημίας τοῦ
4926Δημοσίου, ὅπως ἐμποδίζωμεν μέτρα κακὰ καὶ ἐπιβλαβῆ, ὅπως
4927μὴ ἀφίνωμεν νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλ-
4928λει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ταῦτα ἀπειλῶσι τῳόντι ζημίαν εἴτε
4929πολιτικὴν, εἴτε κοινωνικήν. Βλέπετε, ὅτι ἡ νομιμοφροσύνη,
4930τὴν ὁποίαν προβάλλουσί τινες διὰ νὰ δικαιολογῶσιν ἑαυτοὺς,
4931ὅταν παρακάθηνται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ὑπάρχῃ ἀπαρτία καὶ
4932ψηφίζωνται νομοσχέδια, δι’ ὧν σπαταλῶνται δεκάδες ἑκα-
4933τομμυρίων, δὲν εἶναι νομιμοφροσύνη, ἀλλὰ κακοφροσύνη, τὴν
4934ὁποίαν θερμαίνουσιν ἐλπίδες ἀνόητοι καὶ μωραὶ, καὶ ἡ ὁποία
4935ζημιοῖ μεγάλως τὰ κοινὰ συμφέροντα, ἐκθέτει δὲ εἰς ἐμ-
4936παιγμοὺς τοὺς τρεφομένους ἀπὸ κενὰς ἐλπίδας.
4937Ἀλλὰ τί κοινὸν ἔχει ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἑταιρείας τῶν Σι-
4938δηροδρόμων Πελοποννήσου μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σπάρταλη;
4939Τώρα πρόκειται νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι νὰ
4940προλάβῃ ζημίαν ἀληθῆ, πραγματικὴν, ζημίαν κεφαλαίων Ἑλ-
4941ληνικῶν, κεφαλαίων τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ χα-
4942θῶσιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐννοήσασα, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ
4943φροντίσῃ, ἵνα ταῦτα σωθῶσι, προσῆλθε ζητοῦσα νὰ τῇ δώ-
4944σωμεν τὰ μέσα, ἵνα σώσῃ αὐτὰ, ἵνα προστατεύσῃ αὐτά.
4945Ἀλλὰ πρόκειται νῦν καὶ ἄλλην ζημίαν νὰ προλάβωμεν, τὴν
4946ζημίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει, ἂν ἀφίναμεν νὰ πτωχεύσῃ
4947ἡ Ἑταιρεία, διότι ἤθελε διακοπῆ ἡ συγκοινωνία δέκα ἐπαρ-
4948χιῶν, τῶν ὁποίων ὁ λαὸς ἀπὸ δεκαπενταετίας ἤδη συνήθισε
4949νὰ ἔχῃ τὴν συγκοινωνίαν ταύτην· ἐὰν δ’ ἤθελεν ἀποφασίσει
4950ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν,
4951ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ μᾶς ζητήσῃ ἄλλα ἑκατομμύρια, βε-
4952βαίως περισσότερα τῶν τριῶν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναπλη-
4953ρώσῃ τὸ κενὸν καὶ προλάβῃ τὰς ζημίας.
4954Ἡ σύμπραξις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ κοινωφελῶν μέ-
4955τρων, νῦν μὲν εἶναι μερικὴ, δὲν εἶναι καθολικὴ, γίγνεται μό-
4956νον ἐπὶ ὡρισμένων νομοσχεδίων· ἀλλὰ πρὸ δύο ἐτῶν τὸ ἡμέ-
4957τερον πολιτικὸν κόμμα ἔδωκε μάθημα εἰς τοὺς πολιτευομέ-
4958νους, μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ ἐξικνῆται ἡ αὐταπάρ-
4959νησις καὶ ἡ φιλοπατρία τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ὁ κ. Βουλευ-
4960τὴς ἐκ Πατρῶν ἀνεμνήσθη τῆς ἐποχῆς τοῦ 1895 καὶ τοῦ
49611896, καὶ τῆς πολιτείας, ἣν μετῆλθεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευ-
4962σις. Ἐγὼ βεβαίως δὲν μετέβαλον, ἣν εἶχον τότε γνώμην,
4963καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν καὶ νῦν· μολονότι δὲ δὲν
4964εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὰ τότε συμ-
4965βάντα καὶ τὴν πολιτείαν ἐκείνην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ
49661895 καὶ 1896, εἰμὶ ὅμως βέβαιος, ὅτι ἡ Ἱστορία θέλει ἔχει
4967τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ θέλει στιγματίσει ὡς προδοτικὴν
4968τὴν πολιτείαν ἐκείνην, δι’ ἧς ἡ Ἀντιπολίτευσις παρέστη
4969ἀντιπράττουσα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους,
4970καὶ προσπαθοῦσα ἐν ἐπιγνώσει νὰ περιαγάγῃ τὴν πατρίδα
4971εἰς δυσχερείας τόσῳ ἀπονενοημένας, οἷαι ἦσαν ἐκεῖναι, τὰς
4972ὁποίας αὕτη παρεσκεύασε τότε. Ἀλλὰ προσῆκεν εἰς ἡμᾶς,
4973ὅτε ὁ Ἡγεμὼν μετεποίησεν ἡμᾶς εἰς Ἀντιπολίτευσιν, προσ-
4974ῆκε νὰ μιμηθῶμεν τοιοῦτον ἀποτρόπαιον παράδειγμα; Δύο
4975ἐσχημάτισε τότε ἀλλεπάλληλα Ὑπουργεῖα ὁ Βασιλεύς· τὸ
4976πρῶτον ἐξ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν τοιαύτην
4977Ἀντιπολίτευσιν, περὶ ἧς προηγουμένως ἔλεγον, καὶ ἦσαν οἱ
4978πρώτιστοι τῶν ἐργατῶν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, βεβαίως δὲ
4979οὗτοι δὲν ἐνέπνεον ἡμῖν ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ αἴσθημα ἕτερον,
4980ἁρμόζον εἰς τὴν πολιτείαν, ἣν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐφήρ-
4981μοσαν· τὸ ἕτερον Ὑπουργεῖον ἐξυφάνθη ἐπὶ γενικῇ ἐκπλή-
4982ξει, ἣν εὐλόγως ἐνεποίει τὸ ἀδόκητον γέννημα· ἀλλ’ ἡμεῖς
4983οὐδ’ ἀντετάχθημεν, οὐδ’ ἀντεπολιτεύθημεν οὐδὲ τὸ ἕν, οὐδὲ
4984τὸ ἕτερον τῶν εἰρημένων Ὑπουργείων, διότι τὸ συμφέρον
4985τῆς πατρίδος ἀπῄτει τότε νὰ μὴ παρασταθῇ ἡ χώρα διϊ-
4986σταμένη καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες αὐτῆς ἐρίζοντες περὶ τῆς
4987ἀρχῆς· τὴν ἀρχὴν δ’ ὀφείλουσι νὰ ζητῶσι τὰ πολιτικὰ κόμ-
4988ματα, μόνον ἵνα ἐφαρμόσωσι τὰς γνώμας αὐτῶν ἐν τῷ κυ-
4989βερνᾷν καὶ ἐν τῷ διοικεῖν, διότι ταύτας κρίνουσιν ὠφελίμους
4990εἰς τὴν πατρίδα. Τῶν συμφερόντων δὲ τῆς πατρίδος τὴν
4991προστασίαν καὶ ἐν κινδύνοις τὴν διάσωσιν ἔταξε τὸ πολιτικὸν
4992κόμμα ἡμῶν ὡς σκοπὸν τῶν ἀγώνων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν του.
4993Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἦτο λάθος τῆς Κυβερνήσεως νὰ
4994ἐπιμείνῃ προχθὲς νὰ προτάξῃ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχε-
4995δίων, τὰ ὁποῖα εἶχε προτείνει, τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπο-
4996λογισμοῦ· δὲν παρεδέχθη τότε τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐνῷ προ-
4997ηγγείλαμεν αὐτῇ, ὅτι, ἂν ἐψηφίζετο πρὸ τῶν νομοσχεδίων
4998ὁ Προϋπολογισμός, ἤθελε συμβῆ αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ συνέβη,
4999νὰ ἀπέλθωσι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τι-
5000νὲς τῶν φίλων αὐτῆς, νὰ μὴ εὑρεθῇ δὲ μετὰ τοῦτο ἐν ἀπαρ-
5001τίᾳ. Τοῦτο συνέβη, ἡμεῖς δὲ, ὡς Ἀντιπολίτευσις, καθῆκον
5002εἴχομεν νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐπιψηφισθῶσιν ἐκ τῶν νομο-
5003σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν
5004Βουλήν, ὅσα ἐκρίνομεν ἐπιζήμια εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
5005τους, ἀναιροῦντα νόμους ἰσχύοντας χρησίμους ἢ ὠφελίμους,
5006ἢ ἀνατρέποντα δικαιώματα ἐκ νόμων ἀποκτηθέντα· ἀλλὰ
5007τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ὅσα ἦσαν ἀναγκαῖα εἰς τὴν διοίκησιν,
5008ὅσα ἦσαν ὠφέλιμα εἰς τὴν κοινωνίαν, ποῖον καθῆκον μᾶς
5009ἐπέβαλλε νὰ πολεμήσωμεν; Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν πεποί-
5010θαμεν, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν, συν-
5011τελοῦντες εἰς ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις τοιαῦ-
5012τα ἔχουσι καθήκοντα, νὰ συντελῶσιν εἰς τὰ ὠφέλιμα, νὰ
5013ἐπικρίνωσι δὲ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσαι δὲν ἤθε-
5014λον συμφωνεῖ μὲ τὰ φρονήματα αὐτῶν, νὰ πολεμῶσι δὲ ἐκεί-
5015νας, τὰς ὁποίας κρίνουσι μὴ ὠφελίμους, ἢ ἐπιζημίους προ-
5016τάσεις, καὶ νὰ παρακωλύωσι τὴν ἐπιψήφισιν ἐκείνων, τὰς
5017ὁποίας θεωροῦσιν ἐπιβλαβεῖς.
5018§247Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατη-
5019ρήσω, ὅτι δὲν ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς κωλυσιεργίας. Εἶπον μό-
5020νον, ὅτι, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἠδυνάμεθα
5021ν’ ἀποχωρήσωμεν.
5022§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
5023δίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
5024ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5025§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ συμβάσει πρέ-
5026πει νὰ γείνωσι μικραὶ τροποποιήσεις. Ἡ ἐν τοῖς ἄρθροις 3,
50274, 6 καὶ 8 λέξις «τόκων» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέ-
5028ξεως «τοκοχρεωλυσίων». Μετὰ τὴν ἐν στίχῳ δευτέρῳ τῆς
5029τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 λέξιν «Δημοσίου» νὰ
5030προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἁπάντων τῶν καθυστερουμένων
5031χρεωλυσίων». Ἐν δὲ τῷ στίχῳ πέμπτῳ τῆς αὐτῆς παρα-
5032γράφου αἱ λέξεις «τὰ ἀνωτέρω ἢ κατὰ τὰ στοιχεῖα αʹ καὶ
5033βʹ» ν’ ἀτικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «τὴν ὑπὸ στοιχεῖον
5034αʹ παράγραφον».
5035§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τυπογραφικὰ λάθη;
5036§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Τῶν ὁποίων
5037ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἑταιρείας ἐζητήθη ἡ διόρθωσις.
5038§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ γείνουν αἱ διορθώσεις αὗ-
5039ται.
5040(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ
50412 τοῦ νομοσχεδίου)
5042§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προσ-
5043τεθῇ καὶ ἄρθρον 3, ἔχον ὡς ἑξῆς:
5044«Πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ ἐνεστὼς ἔτος
5045ἐκ τῆς προκειμένης χορηγίας μέρους χορηγεῖται ἐπὶ τοῦ εἰ-
5046δικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
5047τερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 πίστωσις ἐκ δραχμῶν
5048ἑνὸς ἑκατομμυρίου (ἀριθ. 1,000,000), καταλογιζομένη ὑπὸ
5049νέον κεφάλαιον 29, φέρον τὸν τίτλον «Χορηγία ἐπὶ χρεωλυ-
5050τικῇ ἀποδόσει πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν σιδηροδρόμων Πει-
5051ραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου».
5052§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπεβλήθη καὶ ἔκθεσις
5053τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπῆς. (Ὅρα
5054Παράρτημα ἀριθ. 259 δὶς)
5055Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
5056θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5057Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην
5058συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
5059σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5060Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως
5061ἰδιωτικῶν κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης».
5062§255Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, διότι
5063θ’ ἀναπτύξω τροπολογίαν μου.
5064§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καλλίτερον νὰ λυθῇ
5065ἡ συνεδρίασις, διότι ἔχει παρέλθει ἡ ὥρα.
5066§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 15′ π. μ.
5067τῆς ἐπιούσης).