1901.01.27
2.435 στίχοι · 18.683 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
τῆς 27 Ἰανουαρίου 1901.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, μετὰ παρατήρησιν δέ τινα τοῦ βουλευτοῦ Κ. Δούνη ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται).
§1Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§2Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§3Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὔχομαι, Κύριοι, ἡ αἰσιοδοξία, ἣν συντομώτατα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον τὸ Ἄστυ, ὁ Πειραιεὺς καὶ τὰ περίχωρα νὰ πλημμυρήσωσιν ἐκ τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου, οὐχὶ ὅμως ὡς πρό τινος χρόνου εἶχε πλημμυρήσει ὅλη αὐτὴ ἡ ἔκτασις ἐκ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἀλλὰ καίτοι δὲν δύναμαι βεβαίως ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀνατρέψω ὅλον αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα τῆς αἰσιοδοξίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς τὰ ἑτοιμόρροπα κτίρια, ὀφείλω ὅμως κατὰ καθῆκον νὰ καταδείξω τὰ τρωτὰ μέρη τῆς ὑποθέσεως, βεβαίως οὐχὶ πάντα, ἀλλὰ τινὰ αὐτῶν, καὶ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως μὴ ἐξαίφνης μετά τινα χρόνον πάθωμεν τὸ πάθημα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν μέσῳ θέρει πρό τινος χρόνου ὑπέστημεν, ὄντες καὶ τότε λίαν αἰσιόδοξοι ὡς πρὸς τὴν διοχέτευσιν ὅλων ἐκείνων τῶν ποταμῶν ὕδατος τῆς Στυμφαλίας, τῶν Κιονίων καὶ λοιπῶν πηγῶν. Ὀρθὸν ἄρα εἶναι, οἱ μὴ εἰδικοὶ ἄνδρες νὰ μὴ βασίζωνται ποτὲ ἐπὶ τῶν γνωμῶν ὡρισμένης Σχολῆς, εὐκταῖον εἶναι, τὰ τεχνικὰ ζητήματα, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ λυθῶσι διὰ τῆς πρωτοβουλίας εἰδικῶν ἀνδρῶν, νὰ μελετῶνται βαθύτερον, νὰ ἐξετάζωνται καὶ ὑπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἐπιτυχίας καὶ ὑπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἀποτυχίας, πρὸ πάντων δὲ ὑπὸ τὴν δευτέραν, ὅπως μὴ δαπανῶσι τὰ Κράτη ἐπὶ ματαίῳ. Καὶ εἰ μὲν πρόκειτο περὶ ματαίας δαπάνης μόνον, εἰθισμένοι τέλος πάντων ἐσμὲν εἰς τοῦτο ἐκ τῆς ἀφθονίας τῶν δημοσίων χρημάτων! Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον, Κύριοι, δυστυχῶς περὶ ἀσκόπου δαπάνης· κινδυνεύομεν πάλιν, μετὰ δύο τρία ἔτη, νὰ ποιήσωμεν τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, καὶ, λαβόντες τὸν ὁδοιπορικὸν σάκκον καὶ τὴν σκαπάνην, νὰ σπεύσωμεν εἰς ἄλλα ὄρη καὶ ἄλλας πηγάς, ἀφίνοντες πάλιν κατὰ μέρος τὰς αἰσιοδόξους πηγὰς, τὰς ὑπὲρ τὸ Θριάσιον πεδίον. Διὰ τοῦτο, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅστις δὲν ἔχω τὴν εἰδικότητα ἐκείνην, τὴν ἀπαιτουμένην, ἵνα ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἐκφέρῃ τις θετικὴν καὶ πεφωτισμένην γνώμην, ἀνομολογῶ τὸ ἀτελὲς τῶν ἐμῶν γνώσεων, οὕτως ἀκριβῶς ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, οὐχὶ πρὸς δυσαρέσκειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὃν παντάπασι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δυσαρεστῶ, νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πρέπει νὰ δυσκολευθῇ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶναι ἄμοιρος γνώσεων τοιούτων τεχνικῶν.
§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν εἰδικότητα ἔχω.
§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν, εἶναι ἐπικίνδυνον, εἶναι σύστημα, ἐφ’ οὗ βασιζόμενοι, οὐ μόνον θέλομεν δαπανήσει πολὺ χρῆμα, — περὶ τούτου ἐντὸς ὀλίγου θέλετε πάντες πεισθῆ, — ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον, τὸ μᾶλλον δυσάρεστον, τὸ μᾶλλον πικρὸν εἶναι, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θέλομεν εὑρεθῆ ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς ὃν εὑρέθημεν ὅτε δημοσίᾳ ἡ Κυβέρνησις ἀπεκήρυξε τὴν πολυθρύλητον σύμβασιν τῆς Στυμφαλίας...
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, καὶ εὐαρεστῆσθε νὰ λέγητε καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπέσυρε, παρακαλῶ νὰ ἀναφέρητε τοὺς πραγματικοὺς λόγους, δι’ οὓς τὴν ἀπέσυρε. Διότι ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἀπεσύρθη ἕνεκα ἐλλείψεως ὕδατος, ἀπεσύρθη ὅταν οἱ κυρίως ἐνδιαφερόμενοι, — καὶ τοιοῦτοι βεβαίως ἦσαν οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς — διερμηνεύοντες τὸ φρόνημα τῶν κατοίκων τῶν δύο πόλεων, εὗρον, ὅτι ἡ δαπάνη καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο οὗτοι νὰ ὑποστῶσιν, ὅπως τὸ ὕδωρ τῆς Συμφαλίας διοχετευθῇ, ἦσαν ἀνώτερα τῶν δυνάμεων αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν. Ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς αὐτῶν ἠναγκάσθην νὰ ἀποσύρω τὴν σύμβασιν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ γνώμη τῶν ἐνδιαφερομένων ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ. Ἑπομένως, ἂν τὸ πρᾶγμα ἐναυάγησε, δὲν ἐναυάγησεν ἕνεκα ἐπιστημονικῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν, ὅτι τὸ ὕδωρ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς Ἀθήνας καὶ ἄφθονον καὶ καλῆς ποιότητος, ἀλλὰ διότι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ βάρη, τὰ διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιβαλλόμενα, κατὰ τὴν γνώμην ὑμῶν, νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτι ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ Στυμφαλία δὲν ἐδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς Ἀθήνας, ἢ ὅτι τὰ ὕδατα ἐκεῖνα δὲν ἦσαν ὑγιεινὰ καὶ ἐπαρκῆ, πιστεύω, ὅτι πάντες ἐνθυμοῦνται. Οἱ πολεμήσαντες τὴν σύμβασιν τῆς Στυμφαλίας ἐπολεμήσαμεν αὐτὴν πρῶτον ἕνεκα τοῦ ὑπερόγκου προϋπολογισμοῦ, ὅστις εἶχεν ὑποβληθῆ ἡμῖν, καὶ ὅστις ηὔξανε τὴν τιμὴν τοῦ ὕδατος δυσαναλόγως πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν κατοίκων, δεύτερον ἕνεκα πλείστων ἐπαχθεστάτων καὶ ἁρπακτικωτάτων ὅρων αὐτῆς, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ δυσεκτελέστων. Ἡ σύμβασις ὅμως ἐκείνη ἐπολεμήθη καὶ δι’ ἄλλον λόγον —καὶ καυχώμεθα, ὅτι, ἀποκρούσαντες αὐτήν, ἠμποδίσαμεν τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς· τοὐλάχιστον τοιαύτη εἶναι ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων, ὅτι προσηνέγκομεν ὁπωσδήποτε ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὸν τόπον, διὰ τῆς ἐπιμονῆς ἡμῶν πείσαντες τὸν Πρωθυπουργόν, ὅπως ἀπόσχῃ τοιούτου ἔργου. Μία ὅμως τῶν κυριωτάτων αἰτιῶν, ὧν ἕνεκεν ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἐψηφίσθη, ἦτο καὶ τὸ ἀμελέτητον αὐτῆς. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Στυμφαλίας τὰ πράγματα προέβαινον, ἐκομίσθη καὶ δευτέρα ἔκθεσις αὐτοῦ τοῦ κ. Καίλλεννεκ, ὅστις εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν πρώτην πρὸς τὸν ἀείμνηστον Πρωθυπουργὸν Τρικούπην, εἶχεν ὑποβάλλει καὶ δευτέραν, ἐν ᾗ ἀπεριφράστως ὡμολόγει, ὅτι ἡ πρώτη δὲν ἦτο πλήρης, ἦτο προκαταρκτικὴ μελέτη, ὡς ἐκ τοῦ ἀπαρασκεύου τοῦ κ. Καίλλεννεκ. Καὶ ὅτε ἠρωτήσαμεν τὴν ἐπίσημον ὑπηρεσίαν, ἂν «μετὰ τὴν μελέτην τοῦ κ. Καίλλεννεκ ὑπῆρξεν ἄλλη συμπληρωτικὴ καὶ ἀρτία, πρὸς ἀσφαλῆ ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου», ἐμάθομεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1890 ἔτους, ὅτε ὁ κ. Καίλλεννεκ εἶχεν ὑποβάλει τὴν μελέτην, μέχρι τοῦ 1899, ὅτε εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ σύμβασις τῆς Στυμφαλίας, τὰ Δημόσια Ἔργα τοῦ Κράτους οὐδεμίαν μελέτην εἶχον ποιήσει περὶ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων ἐκείνων. Ἑπομένως τολμῶ νὰ παρατηρήσω τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ λόγος, οὗ ἕνεκεν ἠναγκάσθη νὰ ἀποσύρῃ τὴν σύμβασιν, δὲν ἦτο μόνον, ὅτι τάχα αὕτη ἐπολεμήθη ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τὰ βάρη, ἅτινα ἔμελλον νὰ ὑποστῶσιν οἱ κάτοικοι Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων· κυρίως ἐπολεμήθη, κυρίως ἀπεσύρθη αὕτη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐνῷ τὸ ἔργον εἶχε κυρίως ἐγκαταλειφθῆ ἐπὶ ἐννεαετίαν ὅλην, ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν, ὡς ἀκριβῶς ἐνθυμοῦμαι, τὰ Δημόσια Ἔργα, βοηθούμενα καὶ ἔξωθεν, συνέταξαν, καὶ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πολυσχόλου ὄντος, καὶ ὡς ἐκ τούτου μὴ δυναμένου νὰ κατηγορηθῇ, ὑπέβαλον ἡμῖν τὴν σύμβασιν ἐκείνην, ἥτις τοσοῦτον ἀποτρόπαιος ἐθεωρήθη καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο ἐπανέρχομαι εἰς ὅ,τι πρὸ ὀλίγου ἔλεγον· ὅτι δηλ. ἡμεῖς, οἱ μὴ εἰδικοὶ ἄνδρες, εἰσερχόμεθα εἰς ἐπικίνδυνον κατωφέρειαν, δεχόμενοι κατὰ προτίμησιν καὶ φανατικῶς γνώμην τινὰ, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἀντίθετον πλευρὰν τῆς ὑποθέσεως. Λέγω δὲ ταῦτα, Κύριοι, διότι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, κινδυνεύομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς δαπάνας καὶ περὶ ὁριστικῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου, ἀφοῦ ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι ἐδαπανήθησαν 300,000 δραχμαί, θέλουσι δὲ δαπανηθῆ ἀκόμη 400,000, ἀντὶ τῶν 300,000, ἃς ὥριζεν ὁ κ. Μπέσμαν διὰ δοκιμαστικὰς ἐργασίας, ἐπειδὴ ἐξετελέσθησαν καὶ ἐκτελοῦνται καὶ ἐργασίαι, τείνουσαι εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς ὁριστικὴν πλέον ἐργασίαν ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν διὰ τοῦ Θριασίου πεδίου. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἀρξώμεθα πλέον δαπανῶντες ὁριστικῶς πρὸς ὕδρευσιν διὰ τοῦ Θριασίου πεδίου, θέλομεν φθάσει εἰς τὰ ἑκατομμύρια, ἐνῷ ὅμως δὲν εἴμεθα ἀσφαλῶς πληροφορημένοι καὶ βέβαιοι, ὅτι θέλομεν ἔχει τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου εἰς τὰς Ἀθήνας, τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰ περίχωρα. Ἰδοὺ διατὶ τολμῶ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ εὐθὺς ἀμέσως, Κύριοι, καίτοι πολὺ ὑπολήπτομαι τὸν διενεργοῦντα τὰς ἐκεῖ ὑδραυλικὰς ἐργασίας κ. Σοῦτσον, παρουσιάζω τὸ ἀποτέλεσμα ἑτέρας μελέτης, ἀνδρὸς ἱκανωτάτου, ἀνδρὸς ἐργασθέντος εἰς πολλὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ Κράτους, ἀνδρός, οὗτινος τὸ κῦρος ἐν τοῖς ἔργοις τούτοις ἐστὶν ἀναμφισβήτητον, παρουσιάζω, Κύριοι, τὰ συμπεράσματα μελέτης τοῦ κ. Σούλη, ὅστις ἐκ θεμελίων ζητεῖ νὰ κατεδαφίσῃ αὐτὸ τὸ αἰσιόδοξον οἰκοδόμημα, εἰς ὃ πιστεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς εἰς ὄνειρον παρήγορον. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, ὁ κ. Δεληγεώργης, εἶχε ζητήσει πρό τινος τὴν ὑποβολὴν μελέτης τοῦ κυρίου Σούλη, ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη τῳόντι νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀγκωδέστατον φάκελον λεπτομερεστάτων καὶ τεχνικωτάτων ὑπολογισμῶν, εἰς οὓς εἶχε καταγείνῃ ὁ κ. Σούλης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Ἡ μελέτη τοῦ κ. Σούλη εἶναι τῆς 15 Μαΐου 1900 ἔτους. Ὁ κύριος Σούλης διὰ συγκριτικῶν μελετῶν, συστηματικῶς διακεκριμένων εἰς τεύχη, ἅτινα, πολλὰ ὄντα, ἀποτελοῦσιν ὀγκώδη τόμον, ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ εὐνοϊκωτάτῃ τῶν περιπτώσεων, ἣν ἀποδέχεται ὁ κ. Μπέσμαν, ὅστις ὑποτίθησιν, ὅτι θέλει συλλέξει 12,000 κυβικὰ μέτρα ὕδατος διὰ κατασκευῆς 4,000 μέτρων συλλεκτηρίου ὑδραγωγείου ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, ἡ ἀξία τοῦ κυβικοῦ μέτρου τοῦ ὕδατος ἔσεται δραχ. 120 καὶ λεπ. 90, ἐνῷ, ἐπιφέρει ὁ κύριος Σούλης, ἡ ἀξία τοῦ κυβικοῦ μέτρου ὕδατος ἐκ τῶν πηγῶν Κιονίων τῆς Στυμφαλίας οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς δραχμὰς 95 κατὰ δράμιον, δηλαδὴ οἰκονομία δραχ. 25 καὶ λεπ. 90. Τί ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου; Δύο τινά· πρῶτον μέν, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ὕδατος ἐκ Κιονίων ἔσεται πολὺ ἐλάσσων τῆς ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου, ἔπειτα δέ, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί, οἵτινες παρουσιάζονται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ τοῦ ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦ Θριασίου θέλει δῆθεν τιμᾶσθαι 36 ἢ 40 δραχμὰς κατὰ δράμιον ἐν Ἀθήναις, εἰσὶν ἐσφαλμένοι, ἀφοῦ ὁ κ. Σούλης, εἰδικώτατα μελετήσας τὴν ὑπόθεσιν, ἀναβιβάζει τὴν τιμὴν αὐτοῦ εἰς δραχμὰς 120 καὶ λεπτὰ 90...
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε;
§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δαπάναι πρὸς μεταφορὰν τοῦ ὕδατος τοῦ Θριασίου πεδίου διαιροῦνται εἰς δύο· εἰς δαπάνας πρὸς διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος μέχρι τοῦ σημείου, ἔνθα θὰ στηθῶσιν αἱ μηχαναί, καὶ εἰς δαπάνας ἀνυψώσεως τοῦ ὕδατος. Καὶ περὶ μὲν τῶν δαπανῶν τῆς διοχετεύσεως παραδέχομαι, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, καὶ ὅτι δύναται ἐκ τῶν ὑστέρων ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας προέβλεψεν ὁ κύριος Μπέσμαν, εἶναι κατώτεραι τῶν πραγματικῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῶ, ὅτι ὁ κ. Μπέσμαν ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀπατᾶται, ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῆς ἀνυψώσεως τοῦ ὕδατος, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει, ὅτι τόσαι ὀκάδες ὕδατος ἀποτελοῦσιν ὡρισμένον βάρος, ὅτι πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ βάρους τούτου ἀπαιτοῦνται μηχαναὶ τόσων ἵππων, ὅτι ἕκαστος ἵππος μηχανῆς καταναλίσκει τόσους γαιάνθρακας, πρὸς τόσον ἕκαστος τόννος γαιανθράκων, καὶ τὸ γινόμενον ὅλων αὐτῶν, προστιθέμενον, ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῆς δαπάνης πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ ὕδατος. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ κ. Μπέσμαν, ὁ ὁποῖος διευθύνει τέσσαρα καὶ πέντε μηχανοστάσια τοιαῦτα ἐν Γαλλίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίσῃ ἀκριβῶς τὰς δαπάνας; Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Μπέσμαν. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Σούλη, μὴ λησμονήσητε, ὅτι — καὶ τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεώς του — τοὺς ὑπολογισμούς του ὁ κύριος Σούλης βασίζει ἐπὶ ποσότητος ὕδατος 70 ὀκάδων, καὶ ὑποθέτει πωλούμενον ὕδωρ 70 ὀκάδων, καὶ ἐπὶ τῶν 70 τούτων ὀκάδων κάμνει τὸν ὑπολογισμόν του. Ἐὰν ὑποθέτητε ὅμως, ὅτι δὲν θὰ πωλήσητε ὕδωρ 70 ὀκάδων, — καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ὑποστηρίζων, ὅτι δύνανται αἱ δύο πόλεις, αἱ ὁποῖαι καταναλίσκουσι σήμερον ὕδωρ 15 ὀκάδων, νὰ φθάσωσιν ἀμέσως εἰς κατανάλωσιν 70 ὀκάδων, — καὶ πωλήσητε 30 μόνον ὀκάδας ὕδατος, ἐπὶ τῶν 30 αὐτῶν ὀκάδων πρέπει νὰ διανείμητε τὰ βάρη.
§11Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....
§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαντῶ τὸ ἑξῆς· ὅτι, ὅσον περισσοτέρα εἶναι ἡ ποσότης τοῦ ὕδατος, τόσον εὐθηνοτέρα ἔσεται ἡ τιμὴ αὐτοῦ, ἀναμφιβόλως.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπε τώρα ὁ κύριος Καραπᾶνος. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ λάβητε τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπητε εἰς τὸν κύριον Καραπᾶνον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, δὲν εἶναι βάσιμον· ἀλλὰ, τοὐναντίον, ἐπαναλαμβάνετε τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Καραπάνου. Προφανῶς πλανᾶσθε· διότι, ἐὰν πρὸς μεταφορὰν 70 ὀκάδων ὕδατος ἀπαιτοῦνται, ἐπὶ παραδείγματι, 5,000,000 δραχμαὶ, ὁ τόκος τῶν 5,000,000 αὐτῶν βαρύνει τὰς 70 ὀκάδας, τὰς ὁποίας θέλετε πωλήσει πρὸς τιμὴν, καλύπτουσαν τὸν τόκον τοῦτον· ἐὰν ὅμως πωλήσητε οὐχὶ 70, ἀλλὰ 30 ὀκάδας, πρέπει νὰ αὐξήσητε τὴν τιμὴν τοῦ πωλουμένου ὕδατος, διὰ νὰ λάβητε τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ δαπανηθὲν διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν 70 ὀκάδων.
§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ μεταφέρητε τὰ ὕδατα ἀπὸ τῆς Στυμφαλίας, ἐπρόκειτο νὰ δαπανήθητε μεγάλα κεφάλαια, ἔκαμνε δὲ τὸν ὑπολογισμὸν ὁ κ. Σούλης ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θὰ πωληθῶσιν αἱ 70 ὀκάδες, αἱ ὁποῖαι θὰ μετεφέροντο. Ἐὰν ὅμως κάμητε ὅλας αὐτὰς τὰς δαπάνας, καὶ ἔπειτα πωλήσητε τὰς 20 ἢ 30 ὀκάδας, ἐννοεῖται, ὅτι αἱ 20 ἢ 30 ὀκάδες θὰ φέρωσι τὰ βάρη τῆς δαπάνης τῶν 70 ὀκάδων.
§16Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς τότε διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας ἐζητεῖτε νὰ φέρητε ἑκατοντάδας ὀκάδων;
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπελογίζετο, ὅτι ἤθελε πωληθῆ, ἦτο πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει νὰ φέρῃ ὁ κύριος Σούλης. Ὅτε δὲ ἦλθεν ὁ κύριος Μπέσμαν, καὶ ἔκαμε τοὺς ὑπολογισμούς του, εὗρεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία ἤθελεν ἀναδεχθῆ τὴν ἐπιχείρησιν, καὶ ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς μὲ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, θὰ ἔκαμνε χειρίστην διὰ τὸν ἑαυτόν της ἐπιχείρησιν.
§18Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰσχυρίσθητε, ὅτι ὁ κ. Μπέσμαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πλανηθῇ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος σύμφωνος πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἥτις πολλάκις πλανᾶται. Μάλιστα ἡ ἄφιξις τοῦ κ. Μπέσμαν ἐνταῦθα καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἰργάσθη, μοὶ ἐνθυμίζουσιν ἀνέκδοτον. Ὅτι ποτέ, ὅτε οἱ πλεῖστοι ἡμῶν ἤμεθα παῖδες κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἦλθε Γάλλος τις παλαιστὴς ἐνταῦθα, ὅστις προὐκάλει ὅλον τὸν κόσμον εἰς πάλην. Εὑρέθη ἐφαπλωματοποιός τις ὅστις, δεχθεὶς τὴν πρόκλησιν, περιεπτύξατο τὸν Γάλλον, καὶ διὰ ταχίστης κινήσεως κατέρριψεν αὐτὸν χαμαὶ ἀμέσως. Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ πολὺν χρόνον μετὰ ταῦτα ἔψαλλεν ᾆσμα εἰς βάρος τοῦ Γάλλου ἐκείνου, ὅστις, ἐλθὼν ἐδῶ, ἐνόμισεν ὅλους τοὺς Ἕλληνας παλαιστὰς ἀδεξίους. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν κ. Μπέσμαν, διὰ τὴν ἄφιξιν οὗτινος δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι συνετέλεσα ὀλίγον καὶ ἐγὼ, ὅτε, ὁμιλῶν κατὰ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας, ἔλεγον, ὅτι, ἐὰν θέλητε γνώμην σοφὴν, πρέπει νὰ μετακαλέσητε τὸν κ. Μπέσμαν εἰς Ἀθήνας. Καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἴσως ἐγνώριζεν ἐκ φήμης τὸν ἄνδρα, μετεκαλέσατο αὐτὸν ἐνταῦθα ἀμέσως. Καὶ τόσον μάλιστα ἐν τοῖς Γραφείοις τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν εἶχε ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἱκανότης τοῦ κ. Μπέσμαν, ὥστε, ὅτε ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Σκουζὲς εἶχε ζητήσει τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Μπέσμαν ἐκεῖθεν, δὲν εὑρέθη ἐν τοῖς Γραφείοις τῶν Δημοσίων Ἔργων οὔτε ἡ πρώτη κἄν ἔκδοσις αὐτοῦ, ἐνῷ ἐγὼ εἶχον καὶ τὴν δευτέραν. Ὅ,τι λοιπὸν εἶχε πάθει ὁ Γάλλος παλαιστὴς ὑπὸ τοῦ ἐφκπλωματοποιοῦ ἐν Ἀθήναις, αὐτὸ τοῦτο δυστυχῶς ἔπαθε καὶ ὁ κ. Μπέσμαν ὑπό τινων τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν ἐνταῦθα, ἐπιτυχῶς ἐλεγξάντων τὰς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἡμέτερον ὑδραυλικὸν ζήτημα γνώμας αὐτοῦ. Ἔχω ἐνταῦθα τὸ περιοδικὸν «Le Génie Civil», ἐν Παρισίοις ἐκδιδόμενον, ἐν ᾧ ὑπάρχει σπουδαιοτάτη μελέτη τοῦ κ. R. Audra, ἀρχαίου μαθητοῦ τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς τῶν Παρισίων, περὶ τῆς διοχετεύσεως τῆς «Vigne» (φυλλάδιον τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ 1893 ἔτους). Ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ τοῦ κ. Audra γίνεται μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Μπέσμαν καὶ τῶν σχετικῶν μελετῶν, εἰς ἃς οὗτος ἠναγκάσθη νὰ ἐγκύψῃ, ἵνα λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν ὑδάτων πηγῶν πρὸς ὕδρευσιν τῶν Παρισίων. Καὶ πόσαι πηγαὶ νομίζετε, ὅτι ἐξητάσθησαν, ἵνα σχηματισθῇ ὡρισμένη γνώμη; Ἑξακόσιαι τριάκοντα πέντε!
§19Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον διήρκεσεν ἡ μελέτη;
§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσον διήρκεσεν ἡ μελέτη; Πόσον νομίζετε ὑμεῖς;
§21Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τέσσαρα ἔτη.
§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς. (Ἀναγινώσκει): «Τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐτηρήθη πιστῶς καὶ ἀκριβῶς (λέγει ὁ κ. Audra), καὶ ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1884 ἔτους 635 πηγαὶ ἐξητάσθησαν καὶ κατεμετρήθησαν, τοσοῦτον δὲ ἀκριβῶς, ὥστε, ὅτε ἡ χολέρα τοῦ 1884 ἔτους ἐνεφανίσθη, οἱ μηχανικοὶ ἐδυνήθησαν ἐπωφελῶς νὰ συζητήσωσι τὰς προτάσεις, ἃς πολλοὶ ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσι περὶ διοχετεύσεως νέων ὑδάτων ἐκ τῶν κοιλάδων Yonne καὶ Cure. Ἐπίσης ἤδη ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου 1884 ἔτους τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπέρριπτεν, ἐν γνώσει διατελοῦν τῆς ὑποθέσεως, τὰς μερικὰς ταύτας αἰτήσεις, καὶ προσεκάλει τὴν Διοίκησιν νὰ παρουσιάσῃ συντόμως τὸ σχέδιον νέων διοχετεύσεων» (σελ. 182 τοῦ φυλλαδίου, οὗτινος ἐμνήσθην). Ἐπεσκέφθησαν λοιπὸν 635 πηγὰς, καὶ εἰργάσθησαν τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη, ἵνα σχηματίσωσι γνώμην, κατὰ τίνα τρόπον ἐδύναντο νὰ διοχετεύσωσι τὰ ὕδατα τῆς Vigne καὶ Verneuil, καὶ μόνον μετὰ τοιαύτην μελέτην ἐδυνήθησαν ἀποτελεστικῶς νὰ ἐργασθῶσιν. Ὁ δὲ κ. Μπέσμαν ἐν τοῖς «Χρονικοῖς τῶν Ponts et Chaussées» Δεκεμβρίου τοῦ 1901 ἔτους, ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἔγραφεν, ὅτι ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐργασίᾳ ἀπεστάλη ἐκ Παρισίων ὁλόκληρος στρατὸς ὑδραυλικῶν, μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν τῆς Γαλλίας· ὅτι ἀπῆλθεν ἕκαστος τούτων μεθ’ ὡρισμένης ἐντολῆς· ὅτι πολλοὶ αὐτῶν ἐλάμβανον τὴν ἐντολὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐσφραγισμένην, καὶ μετέβαινον, ἵνα ἐνεργήσωσιν ὑδραυλικὰς ἐργασίας, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τὸν τελικὸν σκοπὸν τῶν ἐρευνῶν, πρὸς ἃς ἀπεστέλλοντο· ὅτι οἱ κάτοικοι ὅλης ἐκείνης τῆς περιφερείας οὐδὲν ἐγνώριζον· ὅτι οἱ μηχανικοὶ διετάσσοντο μετὰ μεγίστης ταχύτητος νὰ ἐνεργῶσιν· ὅτι ἐνετέλλοντο οὐδαμοῦ νὰ διαμένωσιν ἐπὶ πολὺ, ὅπως μηδεὶς ἀντιλαμβάνηται τῶν ἐργασιῶν καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰ τοιαῦτα (σελ. 182 τοῦ αὐτοῦ φυλλαδίου). Ἐνῷ ἐδῶ ὁ αὐτὸς κ. Μπέσμαν γνωρίζετε τίνι τρόπῳ εἰργάσθη, μελετῶν τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας; Περὶ τίνος, παρακαλῶ, ὑδραγωγείου πρόκειτο ἐν Γαλλίᾳ; Περὶ ὑδραγωγείου 110 χιλιομέτρων ἐκτάσεως. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ἀπόστασιν, ἣν ὁ κ. Μπέσμαν διήνυσε, μελετῶν τὴν εἰς τὰς Ἀθήνας διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας κλπ. Ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Στυμφαλίαν 200 χιλιόμετρα, ἀπὸ Στυμφαλίας εἰς Κόρινθον 100 χιλιόμετρα, ἀπὸ Κορίνθου εἰς Ἄμφισσαν 130, ἀπὸ Ἀμφίσσης εἰς Γραβιὰν 50 χιλιόμετρα, ἀπὸ Γραβιᾶς εἰς Λεβαδείαν 60, ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Ὀρχομενὸν 20, ἀπὸ Ὀρχομενοῦ εἰς Λεβαδείαν 20, ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Θήβας 40 χιλιόμετρα, ἀπὸ Θηβῶν εἰς Ἀθήνας 70, ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Ἀδριάνειον καὶ Φάληρον 20, ἀπὸ Φαλήρου εἰς Ἀδριάνειον καὶ Ἀθήνας 20 χιλιόμετρα· τὸ ὅλον 730 χιλιόμετρα! Ἐὰν ὁ κ. Μπέσμαν, ὁ ἰδιοφυΐαν ὁμολογουμένως ἔχων, ἐν Γαλλίᾳ δὲ, ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ πατρίδι, καὶ ἔχων βοηθοὺς καὶ συμπράκτορας τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πεφωτισμένην ὑδραυλικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Παρισίων, καὶ εἰς ἔκτασιν 110 μόνον χιλιομέτρων, ἐμελέτησε 635 πηγὰς, καὶ εἰργάσθη ἐπὶ τέσσαρα ὅλα ἔτη, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν πεφωτισμένην ἀληθῶς γνώμην αὐτοῦ, πόσον χρόνον, παρακαλῶ, ἔπρεπε νὰ δαπανήσῃ ἐνταῦθα; Ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, παρέμεινέ τινας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἔλαβε μάλιστα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ θαυμάσῃ καὶ τὸν Παρθενῶνα, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, ἦλθε λοιπὸν εἰς Ἀθήνας, εἰς ἔδαφος ἄγνωστον αὐτῷ, καὶ ἀνώμαλον ἅμα, ἐν χώρᾳ, ἧς δὲν ἐγνώριζεν οὔτε τοὺς κατοίκους, οὔτε τὴν γλῶσσαν, ἐν τόπῳ, ἔνθα δὲν εἶχε τὴν πεφωτισμένην συνδρομὴν τῶν μηχανικῶν τῶν Παρισίων, καὶ ἀφοῦ ἔμεινεν ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς 2 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 11 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς, ἐπανῆλθεν εἰς Γαλλίαν, ἐκεῖ δὲ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ καὶ τὰς ἐντεῦθεν ἀποσταλείσας αὐτῷ ἐκθέσεις, συνεπείᾳ τοιούτων μελετῶν καὶ ἐκθέσεων συνέταξε τὴν μελέτην αὐτοῦ, ἣν καὶ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί λέγει ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐν προλόγῳ τοῦ βιβλίου «Ὕδρευσις καὶ ἐξυγίανσις τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. (Μέρος Αʹ Ἔκθεσις Γ. Μπέσμαν» (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Μπέσμαν, εὐθὺς ὡς ἀφίκετο ἐνταῦθα, ἐπελήφθη τῆς μελέτης τῶν τεθέντων αὐτῷ ζητημάτων, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν δύο ἐπιτροπῶν, ἐπισκεφθεὶς δὲ (2–11 Ὀκτωβρίου) τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον, τὰς πηγὰς τῆς Στυμφαλίας, τοῦ Μέλανος, τοῦ Κηφισοῦ, Μαυρονερίου καὶ Ἐρκύνης ἐν Βοιωτίᾳ, τὸ Θριάσιον πεδίον, τὴν πεδιάδα τοῦ Φαλήρου κλπ., συνέλεξε τὰς γνώμας τῶν ἐχόντων καταρτίσει μελέτας καὶ προτάσεις, καὶ συνεζήτησε μετ’ αὐτῶν, ὑποδείξας δὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκτελέσεως συμπληρωτικῶν τινων μελετῶν, αἵτινες ἔπρεπε νὰ σταλῶσιν αὐτῷ εἰς Παρισίους, ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν τῇ 12 Ὀκτωβρίου.» (Σελὶς ζʹ). Ὁ κ. Μπέσμαν λοιπὸν, ὁ τοσοῦτον μελετῶν τὰ ἔργα τῆς Γαλλίας, εὐθὺς ὡς ἐπελήφθη νὰ μελετήσῃ μετὰ τῶν δύο ἐνταῦθα ἐπιτροπῶν, ἀμέσως σχεδὸν καὶ ἐμόρφωσε γνώμην, ἣν, μεταβὰς εἰς Γαλλίαν διετύπωσε καὶ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα. Ἐπεσκέφθη λοιπὸν ἀπὸ τῆς 2 μέχρι τῆς 11 Ὀκτωβρίου, ἤτοι διὰ δέκα ἡμέρας, τὸ Ἁδριάνειον ὑδραγωγεῖον, τὰς πηγὰς τῆς Στυμφαλίας, τὰς τοῦ Μέλανος, τὰς τοῦ Κηφισοῦ, τοῦ Μαυρονερίου, τῆς Ἑρκύνης ἐν Βοιωτίᾳ, τὸ Θριάριον πεδίον, τὸ τοῦ Φαλήρου κλπ., συνέλεξε τὰς γνώμας τῶν ἐχόντων κατηρτισμένας μελέτας, συνεζήτησε μετ’ αὐτῶν, καὶ ὑποδείξας τὴν ἀνάγκην συμπληρωτικῆς τινος μελέτης, ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν τῇ 12 Ὀκτωβρίου. Ἡ ἀλήθεια ἄρα εἶναι, ὅτι δὲν ἔχομεν γνώμην τοῦ κ. Μπέσμαν ὡς Μπέσμαν. Διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ὑπεράνθρωπον, ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Ἦλθεν ἐδῶ, ἐντὸς δέκα ἡμερῶν μετέβη καὶ εἶδεν ὅλα τὰ μέρη, ἅτινα ἔλεγον, ἐπεσκέφθη καὶ τὰς ἀρχαιότητας, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπέβαλεν ἔκθεσιν οὐχὶ διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ φώτων, ἀλλὰ διὰ τῶν φώτων τοῦ κ. Σούτσου, τοῦ κ. Σούλη, τοῦ κ. Τζουρᾶ καί τινων ἄλλων ἐγχωρίων ὑδραυλικῶν καὶ μηχανικῶν. Ἐντὸς δέκα ἡμερῶν γίνονται ὅλα αὐτά; Καὶ ὁ κ. Μπέσμαν, ἐπανελθὼν εἰς τὴν πατρίδα του, συντάσσει τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἠρχίσατε ἤδη δαπανῶντες ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ χρήματα οὐχὶ μόνον διὰ δοκιμαστικὰς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁριστικάς, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, μολονότι γίνονται δοκιμαστικαὶ ἐργασίαι, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν ἐπιβάλλεται ἡ κατασκευὴ ὁριστικῶν τινων ἔργων. Ὅταν πρόκηται νὰ κάμητε σήραγγα, δύνασθε νὰ κάμητε αὐτὴν χωρὶς νὰ κάμητε ἐπένδυσιν τῆς σήραγγος; ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε ἔδαφος, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑποχρεοῖ νὰ κάμητε ἐπένδυσιν, πρέπει νὰ κάμητε αὐτὴν, ὅπως μὴ συμβῶσι καταπτώσεις.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠδύνατο τὸ πρᾶγμα νὰ γείνῃ ἄλλως;
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύο συστήματα ὑπάρχουσι (καὶ ὁ κ. Μπέσμαν τὸ εἶπεν)· εἴτε νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ ὕδωρ διὰ μηχανῶν, — ἀλλὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐργασθῶσιν εἰς βάθος 50 μέτρων, εἶναι πολυδάπανα, — εἴτε διὰ σήραγγος. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ τελευταῖον σύστημα· ἀλλὰ, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὰς ὁριστικὰς ἐργασίας, πρέπει νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει ὕδωρ ποσότητος ἐπαρκοῦς καὶ ἀρίστης. Ὅπως πεισθῶμεν περὶ τούτου, γίνονται αἱ δοκιμαστικαὶ ἐργασίαι.
§26ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω οὔτε τὸν μηχανικὸν κ. Σοῦτσον, οὔτε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι πρὸς ταῖς δοκιμαστικαῖς ἐργασίαις ποιοῦνται καὶ ὁριστικὰς, ἐπειδὴ βεβαίως ἔσεται ἄδικον καὶ ἐπιζήμιον, ἐκεῖ, ὅπου δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ὁριστικῶς, νὰ μὴ πράττωμεν τοῦτο. Ὁμιλῶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν καθαρῶς τῆς δαπάνης. Καὶ ἐνῷ ἐδαπανῶμεν μέχρι τοῦδε διὰ δοκιμαστικὰς ἐργασίας, ἠρχίσαμεν νῦν δαπανῶντες καὶ δι’ ὁριστικάς. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Μπέσμαν ὥριζεν, ὅτι ἀκόμη 300,000 δραχμαὶ θέλουσιν ἀπαιτηθῆ πρὸς ταῖς τριακοσίαις χιλιάσιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι θέλουσι δαπανηθῆ ἀκόμη 400,000! Ὥστε ηὔξησε τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Μπέσμαν προϋπολογισθὲν ποσὸν, ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ 100,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Νομίζετε, ὅτι ἡ Γαλλία περιωρίσθη εἰς τὰ φῶτα τοῦ κ. Μπέσμαν καὶ τῆς περὶ αὐτὸν ὑπηρεσίας; Παντάπασι. Προκειμένου περὶ τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν Vigne et Verneuil, ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἐξέλεξεν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ μελῶν αὐτῆς, καὶ τίνων μελῶν; τοῦ Maillard, τοῦ Paul Deschanel, τοῦ Achard, τοῦ Blandin, τοῦ Camélinat, τοῦ Crozet-Fourneyron τοῦ Camile Dreyfus, τοῦ Fonquet, τοῦ Gadand, τοῦ Lesguillier καὶ τοῦ Richard Waddington. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰργάσθη ὅπως δυστυχῶς συνηθίζομεν νὰ ἐργαζώμεθα ἡμεῖς; Ἰδοὺ ὁλόκληρος τόμος τῆς βουλευτικῆς ἐργασίας τῆς Γαλλίας περὶ τοῦ ὑδραγωγείου, περὶ οὗ ὁμιλῶ. Ἐργασία λεπτομερεστάτη, τεχνική, διὰ πινάκων, διὰ πληθύος σχημάτων καὶ χαρτῶν. Καὶ μόνον ὅτε ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, καὶ συνεζητήθησαν ἐπαρκῶς τὰ πράγματα, τότε ἐνεκρίθη ἡ ἄδεια τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων αὐτῶν. Ἡμεῖς δὲ ἐδῶ μὲ τὰ φῶτα ἑνὸς καὶ μόνου μηχανικοῦ, τοῦ κ. Σούτσου, ἀρίστου ἀνδρός, ἀλλ’ οὐχὶ τὰ ὑδραυλικὰ εἰδικῶς σπουδάσαντος, μὲ ἀντιθέτους γνώμας πρὸς τὴν τοῦ κ. Σούτσου, τὰς τοῦ κ. Σούλη, τὰς τοῦ κ. Τζουρᾶ καὶ πολλῶν ἄλλων, περιβαλλόμεθα διὰ νεφέλης αἰσιοδοξίας, καὶ μὲ τὴν νεφέλην αὐτὴν ἀνερχόμεθα εἰς τοὺς οὐρανοὺς μακαρίως, ἀναβάλλοντες νὰ κατέλθωμεν ἐκ τῶν οὐρανῶν, μέχρις οὗ εἰδοποιηθῶμεν, ὅτι τὰ ὑδραυλικὰ ὄνειρα ἡμῶν ἐπραγματοποιήθησαν, τοῦθ’ ὅπερ φοβοῦμαι, ὅτι ποτὲ δὲν θέλει συμβῆ. Καὶ σημειώσατε καλῶς, ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι ἀκολουθοῦμεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον σύστημα ἐκείνου, ὅπερ ἀπαιτοῦσιν ἡ ἐπιστήμη, καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος, καὶ ἡ πρακτική, ἂν θέλωμεν νὰ παράσχωμεν τοῖς συμπολίταις ἡμῶν οὐχὶ ὕδατα προσωρινὰ, οὐχὶ ὕδατα ἐφήμερα, ἀλλ’ ἀέναα καὶ διαυγῆ. Ἠρχίσαμεν λοιπὸν ἐναντίον τῶν κανόνων, οὓς οἱ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου συγγράψαντες ἐπιβάλλουσιν, ἵνα ἀπαρεγκλίτως τηρῶνται. Διότι τότε μόνον ἐπιτρέπεται μελέτη καὶ ἔναρξις πραγματοποιήσεως τῆς διοχετεύσεως ὑδάτων κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, ὅταν ὑπάρχῃ πλήρης ἀπελπισία περὶ τοῦ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὕδατα ἀφθονώτερα καὶ διαυγέστερα, ἐκ πηγῶν ἀενάων, ἐξασφαλίζοντα τὰς πόλεις, περὶ ὧν πρόκειται, διὰ τοῦ διαρκοῦς καὶ αἰωνίου αὐτῶν ῥοῦ. Ἰδοὺ ἡ περὶ τούτου γνώμη τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, τῆς ἐργασθείσης κατὰ τὸ 1889 ἔτος, καὶ περὶ ἧς ὡμίλουν πρὸ ὀλίγου. Ἀναγινώσκω μεταφράζων: «Ὡς ὕδατα ἄμεμπτα δὲν ἀναγνωρίζονται πλέον σήμερον, εἰμὴ τὰ πηγαῖα, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συλλέγωνται οὕτω πως, ὥστε κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἐπέρχηται ἡ ἀλλοίωσις αὐτῶν, ἀπὸ τῆς ἐκ τῆς γῆς ἐξόδου αὐτῶν μέχρι τοῦ ποτηρίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πίνομεν τὸ ὕδωρ. Ἡ διαύγεια καὶ τὸ ἄδολον τῶν ὑδάτων ἐπιβάλλεται, διότι ὁσημέραι γνωστὴ καθίσταται ἡ σπουδαία ἐπίδρασις, ἣν τὸ ὕδωρ ἀσκεῖ ἐπί τε τῆς ἰδιωτικῆς καὶ τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς τῆς χώρας.» (Σελ. 42 τοῦ Rapport, ὑπ’ ἀριθ. 3495, τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλίας, τῆς Συνόδου τοῦ 1889 ἔτους). Καὶ νομίζετε, ὅτι μόνον ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἐκφέρει τὴν γνώμην ταύτην; Πλεῖστοι συγγραφεῖς ἀποτρέπουσι ῥηταῖς λέξεσι τὴν ἔναρξιν τοιούτου εἴδους ἐργασιῶν, οἷαι αἱ ἐν τῷ Θριασίῳ, πρὶν ἢ ὑπάρξῃ πλήρης βεβαιότης περὶ τῆς ἀποτυχίας καὶ τοῦ ἀδυνάτου τῶν ἄλλων ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, τῶν ὑπισχνουμένων ἄμεμπτον καὶ διαυγὲς ὕδωρ, ἀέναον πρὸ πάντων, ὅπερ νὰ δυνάμεθα νὰ κληροδοτήσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τοὺς αἰῶνας. Γνωρίζετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Καίλλεννεκ τοῦ 1890 ἔτους, ἣν ἡ ὑπηρεσία εὐηρεστήθη νὰ μεταφράσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν, νὰ ἐκτυπώσῃ καὶ νὰ διανείμῃ πρὸς ἡμᾶς. Ἐν σελίδι λοιπὸν 13 τῆς μεταφράσεως ταύτης ἰδοὺ τί περὶ τούτου λέγει ὁ κ. Καίλλενεκ, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλίας (ἀναγινώσκει): «Ἄλλως τε εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις ὑπογείου λεκάνης (καὶ τοιαύτη τὸ Θριάσιον) παρουσιάζει ἐν πάσῃ περιπτώσει χαρακτῆρα κάπως ἀμφίβολον ὑπό τε τὴν ἔποψιν τῆς ποσότητος, ὡς καὶ ὑπὸ τὴν τῆς ποιότητος τῶν ὑδάτων.» Καὶ ἕτερος συγγραφεύς, πολὺ τοῦ κ. Καίλλεννεκ σπουδαιότερος, ἀφοῦ ἄλλως ὁ κ. Καίλλεννεκ μετὰ σεβασμοῦ ἀναφέρει τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὁ κ. Lindley, ἀρχιμηχανικὸς τῆς πόλεως Φραγκφούρτης, γράφει: «Εἶναι δύσκολον νὰ προσδιορισθῇ κατὰ τὰς προκαταρκτικὰς μελέτας, ὡς καὶ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἡ ποσότης, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντληθῇ, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ βαθμηδὸν ἐλάττωσις τοῦ ἐναποτεταμιευμένου ὑπογείου ὕδατος.» (De l’ usage des eaux de riviére pour les distributions d’ eau). Καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν ἀκόμη ἀφίνομεν νὰ πιστευθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ποταμῶν ὕδατος, οἵτινες θέλουσι πλημμυρίσει τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, καὶ τὰ περίχωρα ἀκόμη! Διὰ τοῦτο ἡ ἐμὴ τοὐλάχιστον γνώμη εἶναι αὕτη. Ἐγὼ πέποιθα, ὅτι, ἀφοῦ ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἀπὸ τῆς γνώμης τοῦ κ. Μπέσμαν περὶ τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης διὰ προσωρινὰς ἐργασίας, τῆς ὁρισθείσης εἰς 600,000 δραχμὰς, ἡμεῖς ἀναβιβάζομεν ἀμέσως αὐτὴν εἰς δρ. 700,000, πέποιθα, λέγω, ὅτι τὰ 4,000,000 δραχμῶν, δι’ ὧν βεβαιοῦσιν ἡμᾶς, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ τὸ ὕδωρ ἔκ τε τοῦ Θριασίου πεδίου καὶ ἐκ τῶν ὑπὲρ τὸ Θριάσιον βουνῶν εἰς τὰς Ἀθήνας, πολὺ ταχέως θέλουσιν ὀνομάζεσθαι 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἡ γνώμη, ἣν τολμῶ νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ παύσωσιν αἱ δοκιμαστικαὶ ἐργασίαι τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἂς ἐξακολουθήσωμεν, ἀφοῦ ἔχει πεποίθησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦ Θριασίου ἔσεται ἀέναον καὶ καλὸν, καὶ ὅτι κατορθωθήσεται νὰ διοχετευθῇ εἰς Ἀθήνας ἀντὶ δραχμῶν 4,600,000. Θέλει παρέλθει ὅμως καὶ τὸ θέρος τὸ ἐλευσόμενον, θέλει παρέλθει καὶ τὸ μετ’ ἐκεῖνο, εἶναι δὲ πιθανὸν, ἂν οὐχὶ καὶ βέβαιον, ὅτι τότε θέλομεν ἐξυπνήσει πρωΐαν τινὰ καὶ ἀκούσει, ὅτι δυστυχῶς ἀπετύχομεν! Ἵνα μὴ λοιπὸν παρέλθῃ ματαίως τοσοῦτος χρόνος, ἤθελον τολμήσει νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς ἑξῆς γνώμην: Νὰ ἐπιληφθῇ διὰ σοβαρᾶς ἐπιτροπῆς ἐκ ξένων μηχανικῶν καὶ ὑδραυλικῶν, βοηθουμένων καὶ συνεργαζομένων τοῖς ἡμετέροις, τῆς μελέτης ἐξ ἀρχῆς τοῦ ζητήματος τούτου. Νὰ μετακαλέσῃ κορυφήν τινα Εὐρωπαϊκὴν, ἀναμφισβητήτου κύρους, εἰς Ἀθήνας, ἐπὶ τῷ σκοπῷ καὶ τῷ τέλει νὰ παραμείνωσι πάντες οὗτοι ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον, οὐχὶ ἐπὶ 10 ἡμέρας, ἐνταῦθα, ἵνα, φωτιζόμενοι καὶ ἐκ τῶν φώτων τῆς ἐγχωρίου ὑπηρεσίας, ἅπερ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε πτωχὰ, οὔτε ὀλίγα, ἀντιληφθῶσιν ἰδίαις αἰσθήσεσι τῆς ὑποθέσεως καὶ τῶν πραγμάτων, καὶ κατορθώσωσιν οὕτως, ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς ἐργασίας τοῦ Θριασίου πεδίου, ἐργαζόμενοι καὶ αὐτοὶ γενικῶς καὶ ἐν Στυμφαλίᾳ καὶ ἐν Βοιωτίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐν Ἀττικῇ, νὰ διαφωτίσωσιν ἡμᾶς τέλος πάντων περί τε τῆς δυνατῆς καὶ τῆς οἰκονομικωτέρας λύσεως τοῦ ὑδραυλικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Ἄλλως ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι δαπανῶμεν χρήματα ἐπὶ ματαίῳ. Καὶ εἰ μὲν προέκειτο μόνον περὶ διασπαθήσεως δημοσίων χρημάτων, δυστυχῶς οἱ κυβερνῶντες κατώρθωσαν νὰ συνηθίσωσιν ἡμᾶς εἰς ταῦτα, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐκπληττώμεθα. Τὸ λυπηρὸν ὅμως εἶναι, ὅτι θέλομεν στερεῖσθαι καὶ ὕδατος ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν μετά τινα χρόνον θέλομεν ἀκούσει ἐξαίφνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ τοῦ διαδόχου αὐτοῦ, πληροφορούντων τὴν Βουλὴν, ὅτι δυστυχῶς ἀπετύχομεν.
§27ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον, ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα, καὶ ἐννοῶ τὴν ἀνησυχίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου. Ἐν ὅσῳ δυσπιστοῦμεν πρὸς τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου, ἐν ὅσῳ ἐπιστήμονες, ἔχοντες ἴσως μεγαλειτέραν εἰδικότητα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, παραγνωρίζουσι τὰ ὕδατα ταῦτα, ἡ ἀνησυχία εἶναι δεδικαιολογημένη, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα εὐγνώμονες πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἐζήτησεν ἐξηγήσεις καὶ προεκάλεσε τὴν συζήτησιν. Εὐτυχῶς τὴν ἀνησυχίαν αὐτοῦ δὲν ἔχω· τολμῶ δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι, θεωρῶν ἐμαυτὸν ὑπαίτιον τῆς ἐργασίας τοῦ Θριασίου πεδίου, εἶμαι εὐτυχὴς διὰ τοῦτο, διότι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἀποδεικνύονται ὀρθαὶ αἱ σκέψεις, αἵτινες ὡδήγησαν εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην. Βεβαίως, Κύριοι, ἂν ἀπητοῦμεν ἀπὸ τὸν κ. Μπέκμαν, ὅπως ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν ἐνεργήσῃ ὁ ἴδιος ἐρεύνας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος, ἠθέλομεν ἔχει ἀπαίτησιν ἄδικον. Ἀλλ’ ὁ κ. Μπέκμαν, ἐλθὼν ἐνταῦθα, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς σκέψεις καὶ μελέτας τῶν μηχανικῶν, τῶν ἀσχοληθέντων ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· μεταξὺ δ’ αὐτῶν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγώ. Τὰς σκέψεις μου εἶχον στηρίξει εἰς μελέτας μακρὰς, γενομένας ἐν Λαυρίῳ καὶ συνδεομένας μὲ τὴν ὅλην γεωλογικὴν διάπλασιν τῆς Ἀττικῆς· ἀποτέλεσμα δ’ αὐτῶν ἦτο ἡ ἀνεύρεσις ὕδατος ἀφθόνου, παρεχομένου ἤδη εἰς τὸν δῆμον Λαυρίου, ὅστις σήμερον εὐτυχεῖ, ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὕδατος τούτου. Τὴν γνώμην μου περὶ τῶν ὑδάτων Ἀττικῆς συνεμερίζοντο καὶ ἅπαντες οἱ μᾶλλον διακεκριμένοι μηχανικοὶ τοῦ Λαυρίου, εἰς βαθμὸν, ὥστε ἦσαν πρόθυμοι νὰ λάβωσι μέρος καὶ διὰ χρηματικῶν καταβολῶν εἰς πᾶσαν ἐπιχείρησιν, ἥτις ἤθελεν ἀναζητήσει τὰ αὐτὰ ὕδατα τοῦ Λαυρίου καὶ κάτωθεν τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν, καὶ δὴ κάτωθεν αὐτοῦ τοῦ Λυκαβητοῦ. Ἡ γνώμη δ’ αὕτη στηρίζεται εἰς γεωλογικὰ φαινόμενα, εἰδικὰ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἴσως παρουσιάζονται καὶ ἀλλοῦ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν ἔχουν παρατηρηθῆ εὐκρινῶς, εἰμὴ ἐνταῦθα. Ἀπεδείχθη τρανότατα ἐν τῇ Ἀττικῇ, ὅτι τὰ ὄμβρια ὕδατα, τὰ ὁποῖα καταπίπτουσιν ἐπὶ τῶν ὀρέων, τὸ πλεῖστον διέρχονται διὰ τῶν ῥωγμῶν τῶν κρυσταλλωδῶν πετρωμάτων, ῥωγμῶν παμπληθῶν, ἕνεκα τῶν διασπάσεων, ἃς ὑπέστη ἡ Ἀττικὴ εἰς διαφόρους γεωλογικὰς ἐποχάς. Τὰ ὕδατα ταῦτα κατέρχονται ἐντὸς τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς μέχρις ὡρισμένου σημείου, διότι, εὐθὺς ὡς προσεγγίσωσιν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης, συνέχονται δὲ μετ’ αὐτῆς διὰ τῶν πόρων πετρωμάτων μᾶλλον ἢ ἧττον διαπεραστῶν, δὲν δύνανται πλέον νὰ ῥέωσιν εὐκόλως, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσι τοὺς νόμους τῆς διὰ τῶν πόρων τῶν πετρωμάτων ῥοῆς, ὑπὸ πίεσιν σχετικῶς μικρὰν, ἀφοῦ τὸ ὑψηλότερον αὐτῶν σημεῖον ὀλίγα μόνον μέτρα, ἢ ὀλίγας δεκάδας μέτρων, ὑψοῦται ἄνωθεν τῆς θαλάσσης, καὶ οὕτω σχηματίζουσι λεκάνην ὑπόγειον μὲ ἐπιφάνειαν κεκλιμένην πρὸς τὴν θάλασσαν. Περὶ τούτου οὐδεὶς τῶν μηχανικῶν, τῶν σπουδασάντων τὸ ζήτημα ἐν Λαυρίῳ, ἔχει τὴν παραμικροτέραν ἀμφιβολίαν. Εἰς οἱονδήποτε δὲ ἄλλον μηχανικὸν, μὴ προκατειλημμένον ἐκ πεπαλαιωμένων γνωμῶν, καὶ ἂν ἐξέθεσα τὴν θεωρίαν ταύτην, δὲν εὗρον τὴν παραμικροτέραν δυσκολίαν νὰ πείσω αὐτόν. Καὶ δὴ εἶχεν ἔλθει ἐνταῦθα μηχανικὸς διακεκριμένος Βέλγος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναλάβει τὰ ὕδατα τῆς Σμύρνης καὶ Θεσσαλονίκης, ὅστις ὄχι μόνον ἠσπάσθη τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ καὶ παραδέχθη νὰ ἀναλάβῃ ὑπὸ εὐθύνην του νὰ κάμῃ τὰς διατρήσεις ἐπὶ τοῦ Λυκαβητοῦ, καὶ νὰ παραδώσῃ 20 ὀκάδας ὕδατος ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, καὶ ἑτέρας 20 μετὰ 2 ἔτη· ἀλλ’ αἱ προτάσεις αὐτοῦ ἀπερρίφθησαν. Ταῦτα εἶπον, ὅπως ἀποδείξω ὁποίαν πεποίθησιν εἶχε σχηματίσει ὁ μηχανικὸς οὗτος περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ὑπογείων ὑδάτων Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἂν τὰ ὕδατα ταῦτα ὑπάρχουν ἁπανταχοῦ τῆς Ἀττικῆς, ἦτο λυσιτελέστερον νὰ ἀναζητήσωμεν ταῦτα ὅπου παρουσιάζονται αὐτομάτως καὶ πλησίον τῆς ἐπιφανείας, διότι καὶ δροσερώτερα ἐκεῖ παρουσιάζονται, καὶ εὐχερέστερον περισυλλέγονται. Εἴχομεν ἤδη τὸ παράδειγμα τοῦ Λαυρίου, ὅπου τὰ ὕδατα εὑρίσκονται 36 μέτρα κάτωθεν τῆς ἐπιφανείας, διότι ἐκεῖ τὰ κρυσταλλώδη πετρώματα ἐξικνοῦνται ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῶν ὀρέων μέχρι τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, ἄνευ παρεισδύσεως ἐν τῷ μεταξὺ ἀργιλλωδῶν στρωμάτων, ὡς ἐν Φαλήρῳ, ἀλλοιούντων τὸ φαινόμενον. Ὑπεδείχθη τότε παρὰ τῶν ἀντιπάλων τῆς θεωρίας, ἣν ἀναπτύσσω, ὅτι, ἂν αὕτη ἦτο ἀκριβὴς, ἔδει καὶ εἰς τὰς ὑπωρείας τοῦ Ὑμηττοῦ νὰ παρουσιασθῶσι τὰ ὕδατα ταῦτα· καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ὅτι ἔρχονται τὰ ὕδατα τῆς Βάρης εἰς νέαν ἐπίρρωσιν τῆς θεωρίας. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου. Ὁ κ. Δ. Σοῦτσος, ὁ τοσοῦτον ἀσχοληθεὶς περὶ τὰ ὕδατα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ ἐπὶ τῆς δημαρχίας αὐτοῦ καὶ μετ’ αὐτὴν, ἅμα μαθὼν τὴν θεωρίαν μου, μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ ἀναβλύζουν ἄφθονα ὕδατα, τὰ μὲν ὑφάλμυρα, τὰ δὲ γλυκέα, καθ’ ἃς ὁ ἴδιος εἶχε κάμει ἐρεύνας, ὡς μηχανικὸς τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ 1887, ὅτε εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτὸν ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους Στεφανῆ. Ταῦτα πληροφορηθεὶς παρὰ τοῦ κυρίου Σούτσου, ἐνόμισα καθῆκόν μου, ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ κ. Μπέκμαν, νὰ ἐκθέσω αὐτῷ τὴν θεωρίαν μου περὶ τῶν ὐδάτων Ἀττικῆς, καὶ νὰ προτρέψω αὐτὸν νὰ συστήσῃ δοκιμὰς ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ὁ κύριος Μπέκμαν, πεισθεὶς ἄνευ δυσκολίας, ὡς ἤθελε πεισθῆ καὶ πᾶς ἕτερος πεπειραμένος μηχανικός, περὶ τοῦ ἀκριβοῦς αὐτῆς, μετὰ τὰ ἐν Λαυρίῳ γενόμενα καὶ τὰς εὐνοϊκὰς ἐνδείξεις τοῦ Θριασίου πεδίου, οὐδόλως ἐδίστασε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ Θριασίου πεδίου, λέγων ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ (σελ. 114): «Ἄλλως τε ἡ λύσις αὕτη εἶναι ἡ αὐτὴ σχεδὸν μὲ τὴν τοῦ κ. Νέγρη (ἐν Λυκαβητῷ), μὲ μόνην τὴν σοβαρὰν διαφορὰν, ὅτι τὸ ὕδωρ εἶναι δροσερὸν, τὸ συναντῶμεν εἰς μικρὸν βάθος, ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ τὸ ἴδωμεν, νὰ τὸ ἀναλύσωμεν, νὰ τὸ κρίνωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ποιότητος, καὶ ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ποσότητα αὐτοῦ.» Αἱ ἐργασίαι ἔκτοτε ἤρξαντο καὶ προχωροῦν. Ἂς ἴδωμεν, ἂν τὰ ἀποτελέσματα ἔρχωνται πρὸς ὑποστήριξιν τῶν σκέψεων ἡμῶν. Ἐγένετο ἡ τάφρος τῶν 800 μέτρων ἀπὸ τῆς θαλάσσης, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐπροχώρησε καὶ ἡ στοὰ μέχρι 1800 μέτρων ἀπὸ τῆς τάφρου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπεν, ὅτι τὰ 800 πρῶτα μέτρα τῆς στοᾶς ἐκτίσθησαν στεγανῶς, διότι τὸ παρ’ αὐτῶν παρεχόμενον ὕδωρ ἐκρίθη ὑφάλμυρον, ὥστε αἱ παρεχόμεναι ἤδη 16 ὀκάδες, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προέρχονται ἐκ μόνον τῶν τελευταίων 1000 μέτρων στοᾶς. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ 1000 μέτρων στοᾶς ἀπολαμβάνομεν 16 ὀκάδας ὕδατος, καὶ τοῦτο, ἐνῷ ἡ στοὰ μόλις εἰσῆλθεν εἰς τὸ ὑδροφόρον στρῶμα, ἐλάχιστα δηλαδὴ ὑπερέχει τὸ ὑδροφόρον στρῶμα τὴν στοάν. Φαντασθῆτε κατὰ πόσον θέλει αὐξήσει ἡ ποσότης τοῦ ὕδατος, ὅταν ἡ στοὰ θὰ ἔχῃ ἄνωθεν αὐτῆς τὸ ὑδροφόρον στρῶμα μὲ πάχος πολλῶν μέτρων, ὡς τοῦτο θὰ συμβῇ εἰς ἀπόστασιν 3500–4000 μέτρων ἀπὸ τῆς θαλάσσης. Γνωρίζομεν δὲ ἤδη, ὅτι εἰς ἀπόστασιν 5200 μέτρων τὸ ὑδροφόρον στρῶμα φθάνει εἰς ὕψος 20 μέτρων ἄνωθεν τῆς θαλάσσης, ἐνῷ ἡ στρῶσις τῆς στοᾶς δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5 μέτρα. Ποῦ λοιπὸν ἡ ἀποτυχία; Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς βλέπομεν τὸ ὕδωρ ῥέον ἄφθονον, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκτελεσθεῖσαν ἐργασίαν. Καὶ ναὶ μὲν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦτο δὲν θεωρεῖ τέλειον, — τοῦτο δὲ καὶ ἡμεῖς εἴχομεν προΐδει, ὅτι θὰ συνέβαινεν εἰς τὰ πρῶτα χιλιόμετρα, σημειοῦντες ἐν μελέτῃ ἡμῶν, δημοσιευθείσῃ ἐν τῷ «Περιοδικῷ τοῦ Συλλόγου τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν», ὅτι τὸ πόσιμον ὕδωρ ἤθελεν εὑρεθῆ ἀσφαλῶς εἰς ἀπόστασιν 2750 μέτρων ἀπὸ τῆς θαλάσσης, ἐνῷ τὸ νῦν ῥέον ὕδωρ παράγεται ἀπὸ ἀποστάσεως 1600 μέχρι 2600 μέτρων, —καὶ πληροφοροῦμαι, ὅτι σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκλείσῃ τὸ ὕδωρ τοῦτο, κτίζουσα στεγανῶς καὶ τὰ 1000 μέτρα στοᾶς, τὰ νῦν ὑδροφόρα, ἵνα περισυλλέγῃ τὰ ὕδατα μόνον πέραν τῶν 2600 μέτρων· δὲν προτίθεμαι δὲ νὰ ἐπικρίνω τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοσαύτην ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὕρῃ ἄφθονα ὕδατα πέραν τῶν 2600 μέτρων, ὥστε δὲν δίδω σημασίαν εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν 16 ὀκάδων, τῶν νῦν ῥεουσῶν. Ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ τὸ ὕδωρ τοῦτο τῶν 16 ὀκάδων δὲν εἶναι ἀπορριπτέον. Περιέχει ἀληθῶς ½ τοῖς χιλίοις ἅλας μαγειρικόν, ἤτοι τὸ ἥμισυ τοῦ ἅλατος τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ ποσίμῳ ὕδατι τοῦ Λαυρίου, τὸ ὁποῖον ἤλλαξεν ἀληθῶς τὴν ὄψιν τοῦ Λαυρίου, καταστῆσαν αὐτὸ τόπον εὐτυχῆ ἀπὸ δυστυχεστάτου, ὡς ἐθεωρεῖτο πρίν. Καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον προτείνει νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα τὸ ὕδωρ τοῦ Λαυρίου, διότι ἄλλας ἀπαιτήσεις ἔχει ἡ πρωτεύουσα, καὶ ἄλλας κωμόπολις, ὡς τὸ Λαύριον· ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἂν ποσότης ½ τοῖς χιλίοις ἅλατος εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἤθελεν αἰσθανθῆ καὶ ὁ μᾶλλον εὐαίσθητος οὐρανίσκος. Ἐν Λαυρίῳ ἐχρησιμοποιεῖτο λίαν ζηλοτύπως ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Σερπιέρη, τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ Λαυρίου, εἰς τὰ πολυτελέστατα αὐτοῦ γεύματα, ὅπου παρεκάθηντο τὰ ἐκλεκτότερα πρόσωπα, τὰ ἔχοντα τὴν αἴσθησιν τῆς γεύσεως τὰ μάλιστα ἐξησκημένην, ἐχρησιμοποιεῖτο, λέγω, ὡς ὕδωρ, τὸ ὕδωρ τὸ λεγόμενον τῆς πηγῆς Καμαρίζης· τὸ ὕδωρ δὲ τοῦτο ἐθεωρεῖτο ὡς τὸ ἄριστον τῶν ὑδάτων. Ἀλλὰ πόσον μαγειρικὸν ἅλας περιεῖχε τὸ ὕδωρ τοῦτο; ½ τοῖς χιλίοις, δηλαδὴ ὅσον περιέχουν καὶ αἱ 16 ὀκάδες, αἱ νῦν ῥέουσαι ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Καὶ πρέπει νὰ σᾶς ἐξηγήσω διατὶ εὑρίσκεται ἡ μικρὰ αὕτη ποσότης ἅλατος θαλασσίου ἐν τῷ ὕδατι τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἡ θάλασσα ἐπεκτείνει τὴν ἐπήρειαν αὑτῆς διὰ τῶν πόρων τῶν πετρωμάτων καὶ κάτωθεν τῆς ἐπιφανείας τῆς ξηρᾶς, τὰ δὲ ὄμβρια ὕδατα εὑρίσκονται ἄνωθεν, ἀλλ’ εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῶν ὑφαλμύρων, τῶν εὑρισκομένων κατ’ ἐπέκτασιν τῆς θαλάσσης, καὶ οὕτως ἐπέρχεται εἰς τὴν ζώνην τῆς ἐπαφῆς διάλυσις τοῦ θαλασσίου ἅλατος ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει προκατάληψις ἐναντίον τῆς παρουσίας τοῦ χλωρίου εἰς τὰ πόσιμα ὕδατα, ἀλλ’ ἡ προκατάληψις ὑπάρχει, διότι συμβαίνει πολλάκις τὸ χλώριον νὰ προέρχηται ἐξ ἀκαθαρσιῶν. Ὅταν ὅμως τὸ χλώριον προέρχηται ἐκ τοῦ ἅλατος τῆς θαλάσσης, ὄχι μόνον δὲν ἔχει ἀποτελέσματα βλαβερὰ εἰς τὴν ὑγείαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχει εὐεργετικὰ, ἐν ὅσῳ ἡ ποσότης αὐτοῦ εἶναι μικρά. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης ἐργασίας ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ ἀποδεικνύουν, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα θὰ ἀποδώσουν ὕδωρ ἄφθονον, ὑπερβαῖνον κατὰ πολὺ τὰς ἀνάγκας τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὅτι τὸ ὕδωρ θὰ ᾖναι ἄριστον καὶ εἰς τὴν γεῦσιν καὶ διὰ τὴν ὑγείαν. Ἡ πεποίθησίς μου δ’ εἶναι τοιαύτη, ὥστε θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φροντίσῃ ἀπὸ τοῦδε περὶ τῆς μελέτης τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ μηχανοστασίου τῆς ἀνυψώσεως. Ἡ μελέτη αὕτη καὶ αἱ διατυπώσεις τῶν μειοδοσιῶν πρὸς προμήθειαν τῶν μηχανημάτων θὰ ἀπαιτήσουν καιρὸν πολὺν, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ βαίνωσι ταῦτα ἐκ συμφώνου μὲ τὴν προχώρησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς περισυλλογῆς τῶν ὑδάτων. Καὶ ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν. Ἐνταῦθα δὲν θέλω ἔχει οὔτε τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδὲ τὴν ἀπαισιοδοξίαν τοῦ κ. Σούλη. Ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ. Καὶ πρῶτον δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἐπικρίνω τὴν γνώμην τοῦ κ. Σούλη περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐν ἀγορεύσει, ἣν ἔκαμον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, εἶχον καὶ ἐγὼ παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καίπερ ἔχων πεποίθησιν εἰς τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου, νὰ μὴ παραλείψῃ τὴν ἀκριβῆ μελέτην τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας, διότι καὶ αἱ ἐμαὶ μελέται, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ τῆς προμελέτης τοῦ κ. Κελενὲκ, μοὶ εἶχον ἀποδείξει, ὅτι τὰ ὕδατα ταῦτα ἠδύναντο νὰ ἔλθουν λίαν οἰκονομικῶς εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, καὶ ὅτι τὸ κυβικὸν μέτρον ὕδατος Στυμφαλίας δὲν ἤθελε κοστίσει περισσότερον ἀπὸ τὸ κυβικὸν μέτρον ὕδατος Θριασίου πεδίου. Καὶ μάλιστα ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ εἶναι, ὡς πρὸς τὰ ὕδατα Στυμμφαλίας, εὐνοϊκωτέρα τῆς τοῦ κ. Σούλη, διότι, κατὰ τὰς ἐμὰς μελέτας, ἃς ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν «Σύλλογον τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν», καὶ αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῷ περιοδικῷ αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωμεν ἐκ Στυμφαλίας 50–60 ὀκάδας ὕδατος μὲ δαπάνην ἐλάσσονα τῶν 20,000,000 δραχμῶν. Βεβαίως δὲ, ἂν τοῦτο ἀποδειχθῇ διὰ χαράξεως γραμμῆς καταλλήλου ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, διότι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ὑδάτων ῥεόντων φυσικῶς εἰς τὰς δεξαμενὰς ἡμῶν καὶ ὑδάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀνυψώνωμεν δι’ ἐργασίας διηνεκοῦς καὶ καταναλώσεως γαιανθράκων. Ἡ προμήθεια τῶν γαιανθράκων ἔχει τὰ ἀπρόβλεπτα αὐτῆς· ἄγνωστον εἶναι, ἂν πόλεμός τις δὲν ἤθελε στερήσει ἡμᾶς τοῦ ὑλικοῦ τούτου, ἔστω καὶ ἐπὶ μικρὸν, καὶ τότε ὁποία συμφορὰ διὰ τοὺς κατοίκους! Ἄγνωστον, ἂν αἱ τιμαὶ τῶν γαιανθράκων δὲν ἤθελον ὑπερτιμηθῆ διαρκῶς. Οὐδένα τῶν κινδύνων τούτων διατρέχομεν μὲ τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας· ἄλλως τὰ ὕδατα Στυμφαλίας εἶναι πολὺ δροσερώτερα ἀπὸ τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου. Τὰ πρῶτα ἔχουν θερμοκρασίαν 11 βαθμῶν, τὴν μέσην θερμοκρασίαν τοῦ ἔτους εἰς τὰ ὕψη ἐκεῖνα, τὰ δεύτερα 18 βαθμοὺς, τὴν μέσην θερμοκρασίαν τοῦ ἔτους ἐνταῦθα. Ἂν λοιπὸν τὰ ὕδατα Στυμφαλίας ἠδύναντο νὰ διοχετευθῶσιν, ὡς νομίζω, οἰκονομικῶς, ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσιν. Ἀλλὰ τούτου μὴ γενομένου, ἂς περιορισθῶμεν ἤδη εἰς τὴν μελέτην τῶν δαπανῶν τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου. Οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Σούλη ἐνταῦθα εἶναι ἐξωγκωμένοι, διότι παραδέχεται τὴν ἀνάγκην κατασκευῆς στοᾶς μήκους 12,000 μέτρων. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ ἐντελῶς πρὸς αὐτόν. Καίπερ ἐκτιμῶν τὰ μέγιστα τὴν μακρὰν αὐτοῦ πεῖραν καὶ τὰς ἐμβριθεῖς αὐτοῦ μελέτας, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνεβάθυνεν ἀρκούντως εἰς τὴν θεωρίαν, ἣν ἀνέπτυξα ὑμῖν, περὶ τῶν ὑδάτων τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Ἀττικῆς, καὶ νομίζει, ὅτι πρόκειται ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ περὶ πηγαίων ἁπλῶς ὑδάτων, ὡς ἀπαντῶσιν ἀπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης, ἐνῷ, ὡς εἶπον ὑμῖν, εὑρισκόμεθα ἐν Ἀττικῇ εἰς ὅλως εἰδικὰς περιστάσεις· δηλ. τὰ ἐπὶ τῶν ἐκ κρυσταλλώδους τιτανολίθου ὀρέων πίπτοντα βρόχινα ὕδατα ἀπορροφῶνται κατὰ μέγα μέρος διὰ τῶν ῥωγμῶν τοῦ τιτανολίθου, καὶ συγκρατοῦνται ἐντὸς τοῦ ἐδάφους ἀπὸ τῆς περιβαλλούσης πανταχοῦ τὴν Ἀττικὴν θαλάσσης. Ἐφιστῶ δὲ, Κύριοι, τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς ποσότητος τοῦ ὕδατος τούτου. Ἐὰν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι τὸ Θριάσιον πεδίον διὰ τοῦ Σαραντοποτάμου καὶ τοῦ ῥεύματος τῆς Φυλῆς καὶ τῶν συμβαλλόντων εἰς αὐτὰ ῥυακίων, ἅτινα ἀνέρχονται μέχρι τοῦ Κιθαιρῶνος καὶ τῆς Πάρνηθος καὶ τῶν ὀρέων τῶν Μεγάρων, περισυλλέγει ἅπαντα τὰ ὕδατα, ἅτινα πίπτουσιν ἐπὶ ἐπιφανείας 500 χιλιάδων στρεμμάτων, εἶναι εὔκολον νὰ ἴδωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὰς καταμετρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ἐν Ἀττικῇ, πίπτει κατ’ ἔτος ἓν μέτρον ὕδατος ἐπὶ τῶν ὀρέων, τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα κατέρχονται εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς ἐκ τῆς ἐπιφανείας τῶν περιβαλλόντων τὸ Θριάσιον πεδίον ὀρέων, εἶναι ποσὰ σημαντικά, ὅσην καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν ἀπώλειαν διὰ τῆς ἐξατμίσεως καὶ τῆς ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ῥοῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὕδατα ταῦτα σχηματίζουσι κάτωθεν τῶν ὀρέων ὑπόγειον λεκάνην, τροφοδοτουμένην ἐτησίως, καὶ ὡς ἐκ τούτου μὴ ὑποκειμένην εἰς ἐξάντλησιν. Εἴδομεν, ὅτι χίλια μέτρα στοᾶς ἐντὸς τῆς λεκάνης ταύτης μᾶς ἔδωκαν δεκαὲξ ὀκάδας ὕδατος. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τριάκοντα ὀκάδας μὲ ἔλαττον τῶν 2000 μέτρα στοᾶς. Ἂν δὲ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰ ἤδη κατασκευασθέντα 1800 μέτρα,—τὰ ὡς ἄχρηστα θεωρούμενα, ἀφοῦ πρόκειται νὰ κτισθῶσι στεγανῶς, —ἰδοὺ ὅτι μὲ 4000 μέτρα στοᾶς καὶ 800 μέτρα χάνδακος λύεται τὸ ζήτημα. Τούτου τεθέντος, ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα; Ὁ κ. Μπέσμαν εἶχεν ὑπολογίσει 8,620,000 δραχμάς, περιλαμβάνων καὶ νέας ἐν Ἀθήναις δεξαμενὰς καὶ 4,000,000 δρ. διὰ νέον δίκτυον ὑδραγωγῶν σωλήνων. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῇ μελέτῃ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν «Σύλλογον τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν», ηὔξησα τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 880,000 δραχμάς. Οὕτω παραδέχομαι, ὅτι τὸ ὁλικὸν τῶν δαπανῶν ἔσεται 9,500,000 δρ. πρὸς ἀπόλαυσιν 30 ὀκάδων ὕδατος. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὑπολογίζοντες, φθάνομεν εἰς δαπάνας οὐχὶ 10 λεπτῶν κατὰ κυβικόν, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ 18, ὡς ἀποδεικνύω ἐν τῇ αὐτῇ, ὡς εἴρηται, μελέτῃ. Καὶ οὕτω τὸ δράμιον θὰ κοστίσῃ 65 ἕως 70 δραχμάς. Βεβαίως ἡ τιμὴ αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι μικρά. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἐγένοντο αἱ προτάσεις τοῦ κυρίου Πρωτοπαπαδάκη, ἐσυμβούλευσα νὰ γείνουν δεκταὶ, τροποποιούμεναι πρὸς ἀσφάλειαν μείζονα τοῦ δήμου, οὐχὶ ὅπως διὰ τούτων ἀναπληρωθῶσι τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου, ἀλλ’ ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν περιορισθῶσι ταῦτα εἰς ἐκεῖνο τὸ ποσὸν ὕδατος, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν διὰ φυσικῆς ῥοῆς. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν τὴν ἐπαύξησιν τῶν ὑδάτων τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι πάντοτε οἰκονομικώτερα τῶν τοῦ Θριασίου, μὲ ὅλας τὰς δαπάνας τοῦ καθαρισμοῦ. Πολὺς λόγος ἐγένετο τελευταίως καὶ περὶ τῶν ὑδάτων τῶν ἀρτεσιανῶν τῆς Κηφισιᾶς, καὶ πιθανὸν ταῦτα νὰ ἦναι τὰ ὕδατα, ἅτινα ἤθελε νὰ φέρῃ εἰς Ἀθήνας ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης. Τὰ ὕδατα ταῦτα πρέπει ἐπίσης νὰ μελετηθῶσι. Δὲν νομίζω, ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ Κεφαλαριοῦ ἔχουν σχέσιν τινὰ μὲ τὰ ὕδατα τῶν ἀρτεσιανῶν τοῦ κ. Δόστη καὶ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη. Τὰ ὕδατα τοῦ Κεφαλαριοῦ εὑρίσκονται εἰς ὕψος 306 μέτρων ἀπὸ τῆς θαλάσσης, τὸ δὲ ὕδωρ τοῦ ἀρτεσιανοῦ τοῦ κ. Δόστη, ὡς πληροφοροῦμαι, μόλις φθάνει μέχρι τοῦ ὕψους τῶν 296 μέτρων, καίτοι εὑρίσκεται εἰς ἀπόστασιν μικρὰν ἀπὸ τοῦ Κεφαλαριοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ συγκοινωνία μεταξὺ τοῦ ὕδατος τοῦ Κεφαλαριοῦ καὶ τῶν ὑδάτων τοῦ ἀρτεσιανοῦ τοῦ κυρίου Δόστη. Ἂν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ προσπαθήσῃ ὁ δῆμος Ἀθηναίων, στηριζόμενος εἰς τὸν νόμον ΒΨΛΕʹ τῆς 10 Ἀπριλίου 1900, ν’ ἀναζητήσῃ τὰ ὕδατα ταῦτα, πρὶν ἢ χρησιμοποιηθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας, ὅτε πλέον θὰ τῷ ἦναι ἀδύνατον ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς, ἕνεκα τοῦ ὑπερόγκου τῶν ἀπαιτήσεων. Σημειωτέον δέ, ὅτι τὰ ὕδατα ταῦτα εἶναι περιωρισμένα ἐν Κηφισιᾷ, καὶ δὲν τροφοδοτοῦν τὸ παράπαν τὸ ὑπόλοιπον λεκανοπέδιον, τὸ ἐκτεινόμενον κάτωθεν τῆς Κηφισιᾶς μέχρι Φαλήρου· διότι, ἂν παρουσιάζοντο ἀλλαχόσε, θὰ εἴχομεν ὕδωρ μὲ πίεσιν μεγίστην, ἀφοῦ ἐν Κηφισιᾷ ἀνέρχεται μέχρι τοῦ ὕψους τῶν 296 μέτρων. Γνωρίζομεν δὲ, ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει. Ἄρα λοιπὸν διάσπασίς τις τῶν στρωμάτων τῆς γῆς εἰς τὰ πέριξ τῆς Κηφισιᾶς, ἢ ἐντὸς τῆς Κηφισιᾶς, θὰ ἔχῃ ἀποκόψει τὸ ὑδροφόρον τοῦτο στρῶμα καὶ ἀποκλείσει αὐτὸ διὰ τῆς προσαρμογῆς, κατὰ μῆκος τῆς διασπάσεως, ἀργιλώδους τινὸς στρώματος, συγκρατοῦντος τὰ ὕδατα, ἅτινα οὕτω σχηματίζουσιν ὑπόγειον λίμνην, περιωρισμένην μὲν, ἀλλὰ δεχομένην κατ’ ἔτος σπουδαῖον μέρος τῶν ὑδάτων τῆς δυτικῆς πλευρᾶς τοῦ Πεντελικοῦ. Ἐνδεχόμενον δὲ ἡ λεκάνη αὕτη νὰ δώσῃ ἱκανὰς ὀκάδας ὕδατος, ἴσως δέκα, ἴσως καὶ περισσοτέρας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ λεκάνη αὕτη οὐδεμίαν ἔχῃ συγκοινωνίαν μετὰ τοῦ Κεφαλαριοῦ, ὅπερ εὐκόλως δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, εἶναι συμφέρον εἰς τὸν τόπον νὰ ζητηθῇ ἡ χρησιμοποίησις τῆς λεκάνης ταύτης, ἰδίως διὰ τὰ πέριξ τῆς Κηφισιᾶς, ἴσως δὲ καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας, διότι εὐκόλως τὰ ὕδατα ταῦτα δύνανται νὰ κατέλθωσι μέχρι τοῦ ὑδραγωγείου τῶν Ἀθηνῶν.
§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ὅλον τῆς δαπάνης, πρὸς μεταφορὰν τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου εἰς Ἀθήνας θ’ ἀνέλθῃ εἰς ποσὸν κατώτερον περίπου τῶν 5,000,000. Διέκοψα μάλιστα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτήσας αὐτόν, ἐὰν περὶ δραχμῶν ἢ φράγκων ὡμίλει, καὶ ἐπείσθην, ὅτι περὶ δραχμῶν ἐπρόκειτο, καὶ ὅτι ἐκ τῶν τόκων τοῦ δαπανηθησομένου ποσοῦ καὶ τῆς δαπάνης τῆς καθημερινῆς πρὸς συντήρησιν τῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ στηθῇ, προκύπτει, ὅτι ἡ ἀξία τῶν ὑδάτων, τῶν εἰς Ἀθήνας διοχετευθησομένων, ἀνέρχεται εἰς 36 λεπτὰ κατὰ δράμιον. Τοῦτο μοὶ ἔκαμε τοσούτῳ μᾶλλον ἐντύπωσιν, καθόσον τὴν γνώμην ταύτην ἐβάσισα ἐπὶ βεβαιώσεων τοῦ κ. Μπέσμαν. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κυρίου Μπέσμαν, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ἐποιήσατο ὁ κύριος Μπέσμαν μελέτην τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ πείσῃ αὐτὸν, καὶ οὗτος ἡμᾶς, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μελέτης του ταύτης. Δυστυχῶς δὲ καὶ ἕτερον γεγονὸς μοὶ ἐνέπνευσε τὴν δυσπιστίαν ταύτην πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Μπέσμαν, τοὺς ὁποίους εὗρον, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, λίαν περιωρισμένους. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι, ὅτι ἐν Παρισίοις, κατὰ τὴν τελευταίαν Ἔκθεσιν, ἐγένετο πολλὴ συζήτησις ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ περὶ ἔργων ἐκτελεσθέντων παρὰ τοῦ κ. Μπέσμαν. Ὑπῆρχεν ἔλλειψις ὕδατος ἐν Παρισίοις κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ θέρους, καὶ ὁ κ. Μπέσμαν ἐπεφορτίσθη, ὡς εἷς ἐκ τῶν ἀρχιμηχανικῶν τοῦ δήμου, νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ ἐδαπάνησε ποσὸν ἀρκετὰ μέγα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, καὶ μετέφερε καὶ συνελήρωσε τὸ ὕδωρ τὸ χρήσιμον πρὸς πόσιν· ἀλλ’ ἀπεδείχθη μετὰ ταῦτα, ὅτι τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἔρριψεν εἰς τὰ ὑδραγωγεῖα τῶν Παρισίων, δὲν ἦτο τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἐπεφορτίσθη νὰ μεταφέρῃ, δηλαδὴ ὕδωρ καθαρὸν, ἀλλ’ ἦτο ὕδωρ τοῦ Σηκουάνα μεμολυσμένον, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἐπιδημίαν τυφοειδοῦς πυρετοῦ ἐν Παρισίοις. Τοῦτο ἐγένετο ἀφορμὴ μεγάλης συζητήσεως...
§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὸ «Temps» ἔγραψε διὰ μακρῶν.
§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι μόνον τὸ «Temps». Ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα, ἐνδιαφερόμενος περὶ τῶν ἰδικῶν μας ἔργων, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπείσθην, ὅτι χονδρὰ σφάλματα διέπραξεν ὁ κ. Μπέσμαν, καὶ πρὸς διόρθωσιν τῶν σφαλμάτων τούτων ἔπεσεν εἰς τὸ μεγαλείτερον σφάλμα, νὰ ῥίψῃ τὸ ὕδωρ τοῦ Σηκουάνα εἰς τὰ ὑδραγωγεῖα τῶν Παρισίων. Τοῦτο ἀναφέρω ἁπλῶς πρὸς ἔνδειξιν τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀμφιβολίας, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνακοινοῦντος τὴν δαπάνην πρὸς μεταφορὰν τῶν ὑδάτων. Τὴν ἀμφιβολίαν μου ταύτην ἐνίσχυσεν ἀκολούθως ἡ μελέτη τοῦ κ. Σούλη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ἀκριβὲς ἢ ὄχι τῆς μελέτης ταύτης, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς ὁ κ. Σούλης ὑπολογίζει πρὸς 120 δραχμὰς τὸ δράμιον, ἐνῷ μόνον πρὸς 36 ὑπελόγισεν ὁ κ. Μπέσμαν...
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ τὴν δαπάνην τῶν σωλήνων, ὅτε ἔρχεται πρὸς 60 δραχμάς.
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Μπέσμαν ὑπολογίζει τὴν δαπάνην πρὸς 60 δραχμὰς τὸ δράμιον, ὁ κ. Σούλης ὑπολογίζει, ὅτι θὰ στοιχίζῃ 120 δραχμάς, δηλαδὴ τὸ διπλάσιον. Τοῦτο μοῦ ἐνίσχυσε τὴν πρώτην ὑπόνοιαν, καὶ ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διατὶ αὐτὴ ἡ τόσον μεγάλη διαφορά· καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὁ κ. Σούλης ποιεῖται τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει μεταφορᾶς ὀγδοήκοντα ὀκάδων. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι κ. Σούλης ὑπολογίζει διπλασίαν τὴν δαπάνην τοῦ κατὰ δράμιον ὕδατος παρ’ ὅ,τι ὁ κ. Μπέσμαν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐποιησάμην διότι εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ἀπὸ δεκαετίας μακραὶ γίνονται συζητήσεις περὶ τῆς διοχετεύσεως ὑδάτων εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, φαίνεται δέ, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἔχει διαρκῆ ἀτυχίαν, αἱ διάφοροι δὲ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι συγκρούονται, μοὶ ἐνθυμίζουσι τὴν παροιμίαν «εἴσοδος πολλῶν ἰατρῶν ἀπώλεσέ με!» Ὄλαι αὐταὶ αἱ γνῶμαι, αἱ συγκρουόμεναι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουσιν εἰς ἑκάστην γωνίαν τῆς Ἀττικῆς ποταμοὺς ὑδάτων, καταλήγουσιν εἰς τὸ νὰ μὴ φθάνωμεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, καὶ ἐνῷ δὲν φθάνομεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ὁριστικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, παραμελοῦμεν καὶ τὴν προσωρινὴν θεραπείαν τῆς μεγάλης αὐτῆς ἀνάγκης. Ἡ προσωρινὴ δὲ θεραπεία οὐδεμίαν εὐτυχῶς παρουσιάζει ἀμφισβήτησιν καὶ δυσκολίαν. Προσωρινὴ θεραπεία εἶναι ὁ καθαρισμὸς καὶ ἡ βελτίωσις τῶν ὑφισταμένων ὑδραγωγείων. Ἐνῷ ἡ προσωρινὴ θεραπεία δύναται νὰ σώσῃ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ ἀπὸ τὴν δίψαν, τὴν θεραπείαν ταύτην τὴν παραμελοῦμεν, καὶ ἐξακολουθοῦμεν πότε μὲν μελετῶντες τὴν μεταφορὰν τῶν ὑδάτων ἐκ Στυμφαλίας, καὶ πίπτοντες εἰς τὰ σφάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀλίγον ἔλειψε νὰ ὑποπέσωμεν πρὸ δύο ἐτῶν, πότε δὲ βασιζόμενοι εἰς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἁπλᾶς ἐλπίδας παρέχουσιν, ἀργότερον δ’ ἴσως θὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς ἄλλας μελέτας, παραμελοῦμεν δὲ τὸ κυριώτερον καθῆκον τῆς συμπληρώσεως, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τῶν ὑδάτων τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς, τῶν μεταφερομένων διὰ τῶν ὑφισταμένων ὑδραγωγείων. Εἶναι πραγματικῶς σύμπτωσίς τις, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς ἀτύχημα μοιραῖον, ὅπως παρεμποδίζῃ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου δὲν εἶναι τόσον εὔκολα καὶ τόσον ἄφθονα, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἢ δύσκολα, ὅσον λέγουσιν ἄλλοι, λέγω, ὅτι κατὰ καθῆκον ὀφείλομεν νὰ ἐπιτείνωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑδραγωγείων, ὅπως μέχρι τῆς λήξεως τῆς ὁριστικῆς μεταφορᾶς ὑδάτων ἔχωσιν κι’ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς ἀρκετὸν ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶσι, ακὶ τοῦτο θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μελετήσῃ. Δὲν εἶναι δὲ ζήτημα ὑπερόγκου τινὸς δαπάνης.
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ δῆμος ἐργάζεται πρὸς τοῦτο.
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐργάζεται ἀτελέστατα, διὰ πόρων ἀσθενεστάτων, ἐνῷ, ἂν τὸ Κράτος ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τοῦ δήμου, θὰ ἠδύνατο...
§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τριακοσίας χιλιάδας δραχμὰς ἀνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν του, καὶ τὰς ἐνεκρίναμεν.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν ἀρκοῦν. Λοιπὸν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν δίψαν ἡμῶν δι’ ἐλπίδων, ἀλλὰ πρέπει νὰ πράξωμέν τι θετικόν, καὶ εἴθε νὰ ἐπιτύχωμεν κατόπιν ἀφθονίαν ὑδάτων.
§37Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προκειμένου περὶ τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον, πῶς νὰ ἔχωμεν καλῆς ποιότητος ὕδωρ, ἀλλὰ πῶς νὰ ἔχωμεν καὶ ποσὸν ἐπαρκὲς καὶ, εἰ δυνατόν, ἄφθονον ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, καὶ τρίτον, πῶς νὰ ἔχωμεν αὐτὸ διαρκές· τὸ τελευταῖον δὲ τοῦτο εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον, προκειμένου περὶ πόλεων, αἵτινες στεροῦνται νῦν ὕδατος, καὶ χάριν αὐτοῦ πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μεγάλας δαπάνας, καὶ νὰ ἐπιχειρηθῶσιν ἔργα πολυδάπανα. Βεβαίως ὕδατα ἄφθονα καὶ καλῆς ποιότητος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄνευ δαπάνης μεγάλης δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτηθῶσιν, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἦναι βέβαιον, ὅτι τὰ ὕδατα θὰ ἦναι καὶ ἀσφαλοῦς διαρκείας, πρόδηλον, ὅτι δυσκόλως θ’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὑδρεύσεως τῶν δύο πόλεων ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ ἀσφαλειῶν Ἑταιρεία, ἥτις θὰ δαπανήσῃ διὰ τὰ ἔργα πολλὰ ἑκατομμύρια. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλοῦς προμηθείας τῶν ὑδάτων εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἀλλὰ καὶ τὸ δυσκολώτερον· ὅταν δὲ πρόκηται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως διὰ μεγάλης δαπάνης, πρέπει νὰ βεβαιωθῶμεν, ποῦ ὑπάρχουσι διαρκῆ ὕδατα, καὶ ταῦτα μόνον νὰ μετακομίσωμεν, ἂν ἦναι καλὰ, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρασυρώμεθα εἰς τόσον δαπανηρὸν ἔργον ἀπὸ ἐλπίδας ἁπλῶς περὶ τοῦ ἀενάου τῶν ὑδάτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγκατελείφθη ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, εἶναι τὸ πολυδάπανον, ὅπερ ἤθελεν ἐπιρρίψει ἐπὶ τῶν κατοίκων φόρον πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, ὃν νομίζει ὅτι δύνανται νὰ φέρωσιν οὗτοι. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου ἔρχεται ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Σούλη, ἣν ἐζήτησα, διότι φέρει νέας πληροφορίας. Ἀληθῶς ὁ κ. Σούλης, μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Μπέσμαν εἰς Ἀθήνας καὶ τὴν παρ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν γνώμην, ἣν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ὅπως πειραματικῶς γένωνται ἔρευναι πρὸς εὕρεσιν ὑδάτων ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, ἔχων καὶ αὐτὸς δισταγμοὺς ἐπὶ τούτῳ, διότι πολλάκις ἠσχολήθη μὲ τὰ ἐν Στυμφαλίᾳ, ἠθέλησεν ἐκ νέου ὁ ἴδιος νὰ μελετήσῃ ἐπὶ τόπου καὶ πεισθῇ, ἂν πραγματικῶς ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας μέλλει νὰ στοιχίσῃ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται αἱ δύο πόλεις νὰ φέρωσιν ἄνευ στενοχωριῶν τοιοῦτον βάρος. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ἐμελέτησε τὸ ἔργον, καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ μελετᾷ καὶ καταστρώνει τοὺς προϋπολογισμοὺς τεσσάρων συστημάτων χαράξεως μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν Κιονίων τῆς Στυμφαλίας, παραδεχόμενος δὲ τὴν τρίτην ἐξ αὐτῶν, δηλ. μὲ καταμερισμὸν τῆς ἐκ 270 μέτρων πτώσεως μεταξὺ Κιονίων καὶ Ὀνείου ὄρους, διέλευσιν πεδιάδος Μεγάρων διὰ σίφωνος, περιβολὴν διὰ κτιστοῦ ὑδραγωγείου τῶν πεδιάδων Ἐλευσῖνος καὶ Ἀθηνῶν, καὶ μὲ κεντρικὴν ὑδαταποθήκην ἐν Λυκαβητῷ εἰς ὕψος 160 μέτρων, εὑρίσκει, ὅτι διὰ τὴν μεταφορὰν 300 λίτρων ὕδατος δι’ ὑδραγωγείου μήκους 171,165 μέτρων καὶ κατὰ δευτερόλεπτον, δηλ. διὰ μεταφορὰν ὀκάδων 70, θὰ ἀπῃτεῖτο δαπάνη 23,800,000 δραχμῶν, διὰ τὴν μεταφορὰν δὲ 600 λίτρων ὕδατος, ἤτοι 140 ὀκάδων κατὰ δευτερόλεπτον, θ’ ἀπῃτοῦντο 29,600,000 δραχμαί. Ἐπὶ τῶν ποσῶν αὐτῶν, τῶν ὁποίων τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ καθ’ ἕκαστα ἐκθέτει ἐν λεπτομερείᾳ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ὁ κ. Σούλης πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ ὧν ἀποδεικνύει ἀνακριβεῖς τὰς γνώμας καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Σούτσου, ὡς καὶ τοὺς τοῦ κ. Μπέσμαν, περὶ ἀνυψώσεως τοῦ ὕδατος, ἐπὶ τῶν ποσῶν, λέγω, αὐτῶν στηριζόμενος ὁ κ. Σούλης, προσδιορίζει τὸ ποσὸν τῆς τιμῆς τοῦ κυβικοῦ μέτρου μέχρις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ εὑρίσκει ὅτι εἶναι 95 δραχμαὶ διὰ ποσὸν 300 λίτρων ὕδατος κατὰ δευτερόλεπτον, 56½ δὲ δρ. διὰ ποσὸν 600 λίτρων κατὰ δευτερόλεπτον. Ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Τὴν τιμὴν δὲ αὐτὴν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δαπανῶν, ὡς τὰς ἀνέφερα, συγκρίνων πρὸς τὰς δαπάνας, αἵτινες θ’ ἀπῃτοῦντο, κατ’ αὐτὸν, διὰ τὴν προμήθειαν ὕδατος ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου, μὲ χάνδακα 10 χιλιάδων, νομίζω, μέτρων μήκους, εὑρίσκει, ὅτι ἐπὶ ποσοῦ μὲν 139 λίτρων κατὰ δευτερόλεπτον θὰ ἐστοίχιζε τὸ κυβικὸν μέτρον 142 δραχμὰς, δηλ. σχεδὸν τριπλάσια τῆς δευτέρας περιπτώσεως τῆς μεταφορᾶς 600 λίτρων ὕδατος κατὰ δευτερόλεπτον ἐκ Στυμφαλίας, ἐν περιπτώσει δὲ μεταφορᾶς 278 λίτρων ὕδατος ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου κατὰ δευτερόλεπτον, ὑπολογίζει, ὅτι θὰ ἐστοίχιζε δραχ. 100, ὥστε καὶ τότε ὑπάρχει διαφορὰ 5 μὲν δρ. ἐπὶ πλέον, καὶ 22 λίτρων ὀλιγώτερον ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἐρρήθη, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι πραγματικὴ, διότι ἐποιήσατο ὁ κ. Σούλης τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον δίδει σήμερον τὸ Θριάσιον· ἀλλ’ ὅταν φέρῃ μεγαλείτερον ποσὸν, ἐλαττοῦται ἀναγκαίως ἡ τιμὴ τοῦ ὕδατος, ἐνῷ ὅταν φέρῃ ὀλιγώτερον ἡ τιμὴ αὐξάνει, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῆς τιμῆς. Τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ τῆς ἐργασίας τῆς καθημερινῆς ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ πρὸς μεταφορὰν τοῦ ὕδατος εἶναι πολὺ μικρότερα ἀληθῶς τῆς δαπάνης διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ ἐκ τῆς Στυμφαλίας, ὡς καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἔργων τῆς Στυμφαλίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκ Στυμφαλίας φέρομεν πολὺ περισσότερον ποσὸν ὕδατος, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς καθιστᾷ τὴν δαπάνην μικροτέραν ἐκεῖθεν ἢ ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου. Τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος, ὅπερ μεταφέρομεν, εἶναι τὸ οὐσιῶδες καὶ τὸ σπουδαῖον τῆς διαφορᾶς. Προκειμένου περὶ ὑδρεύσεως τῶν δύο αὐτῶν πόλεων, δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ἰσχνὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν σημερινῶν κατοίκων, διότι θὰ ἦτο ἀφροσύνη, προκειμένου περὶ ὑδάτων, νὰ ἐνεργήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ σημερινοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι, νὰ κατορθώσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἀνάγκας μεγαλειτέρας, διότι καθ’ ἡμέραν αὐξάνει ὁ πληθυσμὸς τῶν δύο πόλεων καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν ὑδάτων, καὶ ὀφείλομεν νὰ προΐδωμεν περὶ τῆς θεραπείας καὶ τῶν μελλουσῶν ἀναγκῶν. Μόνον ἂν βεβαιωθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ εὕρεσις περισσοτέρων ὑδάτων, θὰ ἠρκούμεθα εἰς τὰ ὀλιγώτερα. Πλὴν τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ περίπτωσις· ὕδατα ὑπάρχουν περισσότερα, καὶ τὰ περισσότερα πρέπει νὰ φέρωμεν διὰ σχετικῶς μεγαλειτέρας βεβαίως δαπάνης. Ἂν ἄλλα Κράτη ἔπραξαν τοῦτο, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, διότι πρόκειται περὶ πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου καὶ περὶ χώρας, ἐν ᾗ μείζων ὁ καύσων καὶ ὁ κονιορτὸς καὶ αἱ ἀκαθαρσίαι, καὶ ὀλιγώτερα τὰ ὕδατα ἐκ τῶν βροχῶν καὶ αἱ βρόχιμοι ἡμέραι. Λοιπὸν, προκειμένου περὶ θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τοσούτου πληθυσμοῦ, οἷος ὁ νῦν καὶ μέλλων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, λαμβάνοντος ὕδωρ καὶ διὰ βιομηχανικὰς ἀνάγκας, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπαρκοῦμεν εἰς αὐτὰς σήμερον, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ βραδύτερον, λαμβάνοντες, μετὰ τόσας μάλιστα δαπάνας, μόνον 30 ὀκάδας. Δὲν ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, ἂν μέλλῃ νὰ ἐπιτύχῃ, πρόκειται περὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ, οὐδ’ εἶναι πιθανὸν, καὶ ἄλλας ἀκόμη δαπάνας ἐὰν ἀποφασίσωμεν, ὅτι θέλομεν ἔχει μετὰ βεβαιότητος αὐτὸ τὸ ποσόν. Διότι δὲν δύναταί τις νὰ ᾖναι βέβαιος οὐδὲ περὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον λέγουσιν ὅτι ἀνευρέθη. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπετελέσθη δι’ ὑπογείων ὀχετῶν, οἵτινες μόλις ἀπὸ ὀλίγου ἠνοίχθησαν, ἀλλ’ ἀβέβαιον ἀκόμη, ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ ὕδατος θὰ διατηρηθῇ, καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον. Περὶ τῶν ὑδάτων ὅμως τῆς Στυμφαλίας ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι ὑπάρχουν ἀπὸ χρόνων ἀμνημονεύτων, αὐξάνοντα ἢ ἐλαττούμενα κατ’ ἔτος, ἀλλ’ οὐδέποτε κάτω ἐλαχίστου ὁρίου. Διὰ τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου μόνον ὑποθέσεις ὑπάρχουν, ἐκ τῶν προτέρων ἑπομένως ὑπολογισμοὶ περὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν, οὐδεμία δὲ πραγματικὴ ἀπόδειξις, διότι εἶναι ὕδατα χθεσινά. Ὑπολογίζεται, ὅτι ἐν τῇ λεκάνῃ τῶν Ἀθηνῶν πίπτει κατ’ ἔτος, κατὰ τὸν Σμὶθ, ποσὸν μέτρων 0,407, κατ’ ἄλλους, ἐπὶ τῶν ὀρέων τῆς λεκάνης 1 μέτρον, ὅτι πίπτει ἐπὶ ἐκτάσεως 500,000 στρεμμάτων, καὶ ὅτι διὰ τῶν ῥωγμῶν τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς καὶ τῆς ἀπορροφήσεως εἰσέρχεται ὑπ’ αὐτὴν τοσοῦτον ποσὸν βροχίμων ὑδάτων, ὥστε νὰ τροφοδοτῇ ἐπαρκῶς ὑδροφόρα στρώματα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ ἀνευρέθησαν. Ἐφ’ ὅσον οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ ἀπορροφήσεως καὶ ἐξατμίσεως ἐν Ἑλλάδι στηρίζονται ἐπὶ ἀναλογιῶν λαμβανομένων ἐκ τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρουν εἰς πεπλανημένα συμπεράσματα. Ἐν Ἀττικῇ τὸ ἔδαφος εἶναι ὀρεινὸν, βραχῶδες, ἄδενδρον, καὶ τὰ ὕδατα φεύγουν ἐν μεγαλειτέρᾳ ἀναλογίᾳ εἰς τὴν θάλασσαν. Τὸ ποσὸν τοῦ βροχίμου ὕδατος, ὅπερ ἀπορροφᾶται ὑπὸ τοῦ ἐδάφους, δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσὸν, ὅπερ πίπτει κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἀνάλογον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν βροχίμων καὶ νεφελωδῶν ἡμερῶν τοῦ ἔτους. Ἐν Ῥώμῃ πίπτει περισσότερον ποσὸν βροχίμου ὕδατος ἢ ἐν Πετρουπόλει, ἀλλ’ ἐν Πετρουπόλει εἶναι περισσότεραι ἢ ἐν Ῥώμῃ αἱ βροχεραὶ καὶ νεφελώδεις ἡμέραι. Εἴς τινας πλησίον τοῦ Ἰσημερινοῦ χώρας πίπτει κατ’ ἔτος περισσότερον ποσὸν ὕδατος ἢ ἐν ταῖς τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ ᾖναι αἱ χῶραι ἐκεῖναι κατάξηροι καὶ ἐστερημέναι παντελῶς ὑδάτων ὑπογείων. Πεφυτευμένη καὶ καλλιεργημένη γῆ κρατεῖ καὶ ἀπορροφᾷ περισσότερα ὕδατα ἢ ἡ γυμνὴ καὶ ἀκαλλιέργητος, σφοδροὶ δ’ ὑετοὶ ἀφίνουν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς ὀλιγώτερον ὕδωρ ἢ οἱ συχνοὶ καὶ παρατεταμένοι, ὡς ἐπίσης θερμὸς ἥλιος μετὰ τὰς βροχὰς ἐξατμίζει περισσότερον τὸ ἔδαφος ἢ ὁ συννεφώδης οὐρανός. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι τὸ ἔδαφος τῆς Ἀττικῆς δὲν λαμβάνει κατ’ ἔτος ἐκ τῶν βροχῶν τὸ ποσὸν, ὅπερ πολλοὶ ὑποθέτουν. Τέλος τὸ Θριάσιον, ὡς ὑδροφόρος λεκάνη, δὲν παρουσιάζει τὴν βεβαιότητα περὶ ποσοῦ καὶ διαρκείας τῶν ὑδάτων, ἣν παρουσιάζει ἡ πηγὴ τῶν Κιονίων τῆς Στυμφαλίας, καὶ μία Ἑταιρεία δυσκολώτερον δύναται ν’ ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς μεγάλας δαπάνας ἐν Θριασίῳ ἢ ἐν Στυμφαλίᾳ. Ἡ Στυμφαλία ἑπομένως πρέπει νὰ ἐφελκύῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ πρὸς αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διευθύνῃ τὰς Ἑταιρείας· ὅταν δ’ ἔρχηται εἷς ἐκ τῶν εἰδικωτέρων καὶ σπουδαιοτέρων παρ’ ἡμῖν μηχανικῶν ὑδραυλικῶν, καὶ λέγῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἐν σπουδαίῳ ποσῷ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν 300 ἢ 600 λίτρας ὕδατος κατὰ δευτερόλεπτον, καὶ νὰ ἔχωμεν κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ ὕδωρ πρὸς 95 δραχμὰς τὸ κυβικὸν μέτρον, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν πρὸς 56½, δὲν πρέπει νὰ διστάζωμεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Σούλη, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ἐκθέσεων, διότι αὕτη θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πλέον οὐσιώδους καὶ ἀμφισβητουμένου, τοῦ τῆς δαπάνης. Καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν ὑπερβολικῶς, ὡς παρουσιάζει ὁ κ. Σοῦτσος ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, τὰ τῶν ὑδάτων καὶ τῆς προμηθείας καὶ δαπάνης ἐν τῷ Θριασίῳ, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται αὕτη νὰ ἀνθέξῃ εἰς σύγκρισιν πρὸς τὴν προμήθειαν ὑδάτων ἐκ τῆς Στυμφαλίας. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας, καὶ λόγῳ ποιότητος, παρουσιάζει ὑπέρτερα πλεονεκτήματα. Ἐπαναλαμβάνω διὰ τοῦτο νὰ ζητήσω, ὅπως διατάξητε τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς καὶ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ ἄλλα πρόσωπα, ἵνα οὕτω προκληθῇ καλλιτέρα ἐξέτασις τοῦ πράγματος, τότε δὲ θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὰ ἔργα ἐν Θριασίῳ παρουσιάζουσιν οὐχὶ εὐχάριστα ἀποτελέσματα· ἀλλ’ ὅσα γινώσκομεν δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως συζητήσωμεν θετικῶς καὶ τελεσφόρως, καὶ ἀνάγκη νὰ προπαρασκευασθῇ ἡ περὶ τοῦ θέματος συζήτησις.
§38Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ σημερινὴ μακρὰ καὶ ἐπιστημονικὴ συζήτησις νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Ἀπὸ πέρυσιν ἐξακολουθεῖ γενικὴ ἐπιστημονικὴ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἀκούομεν ἀπόψε: τῆς Στυμφαλίας τὰ νερά, ἢ τὰ τοῦ Θριασίου πεδίου. Πόσον θὰ κοστίσῃ ἡ μεταφορὰ τῶν πρώτων, πόσον ἡ τῶν ἄλλων. Πέρυσιν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἐπροχωρήσαμεν εἰς ἕτερα ἔργα, καὶ ἐδαπανήσαμεν διὰ τὸ Θριάσιον πεδίον 300,000 δραχμὰς, καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἑτέρων 300,000. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν δαπάνην καὶ τῶν ἄλλων 300,000. Ἀφοῦ ἐξωδεύθησαν 300,000, ἂς ἐξωδευθῶσιν ἄλλαι τόσαι, διὰ νὰ λάβωμεν πλέον μίαν ἀπόφασιν.
§39Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
§41Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τῇ 21 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἐκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως αἱ συμβάσεις καὶ δηλώσεις, αἱ συνομολογηθεῖσαι ἐν Χάγῃ τῆς Ὁλλανδίας τῇ 17]29 Ἰουλίου 1899 μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν λοιπῶν Κρατῶν, τῶν ἀντιπροσωπευθέντων ἐν τῷ αὐτόθι συγκροτηθέντι Συνεδρίῳ περὶ εἰρήνης. Αἱ συμβάσεις αὗται, ἃς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ μεταφράσεως ἑλληνικῆς, εἰσὶν αἱ ἑξῆς: 1) Περὶ εἰρηνικῆς διακανονίσεως διεθνῶν διαφορῶν. 2) Περὶ τῶν νόμων καὶ ἐθίμων ἐν τῷ κατὰ ξηρὰν πολέμῳ μετὰ τοῦ κανονισμοῦ. 3) Περὶ ἐφαρμογῆς ἐν τῷ κατὰ θάλασσαν πολέμῳ τῶν ἀρχῶν τῆς συμβάσεως τῆς Γενεύης τῆς 22 Αὐγούστου 1864. 4) Περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐκσφενδονίσεως βλημάτων καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν ἀπὸ ἀεροστάτων, ἢ δι’ ἄλλων ἀναλόγων νέων τρόπων. 5) Περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως βλημάτων πληρούντων τὴν ἀτμόσφαιραν δι’ ἀερίων ἀσφυκτικῶν καὶ δηλητηριωδῶν. 6) Περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως σφαιρῶν ἐκρηγνυομένων ἢ πλατυνομένων εὐχερῶς ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ σώματι. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον ὁμολογήσει χάριν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν οὗτος ἤθελεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ χορηγῇ δάνεια βραχυπρόθεσμα, ἐπὶ προθεσμίᾳ μὴ ὑπερβαινούσῃ τοὺς τέσσαρας μῆνας, ἐπὶ ἐνεχυριάσει σταφιδικῶν τίτλων.
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νομίζω δὲ, ὅτι νομοσχέδιον τοιοῦτον θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὑποβληθῇ, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ κατὰ τοιαύτην ἐποχήν.
§44Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ἂν δέχηται τὴν πρότασίν μου περὶ καταρτισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν ὑδάτων τοῦ Θρισαίου πεδίου, μετὰ τοῦτο δὲ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα εἰδικόν. Ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσι νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα, καὶ ἔχουσι τὰς ἀναγκαίας γνώσεις, καλὸν εἶναι νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰ ἔργα· θέλω δὲ δώσει τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, ἵνα παρασχεθῶσιν εἰς αὐτοὺς πᾶσαι αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι.
§46Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πολλάκις ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλὴν — νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔφερε τὸν λόγον, — περὶ τῶν φιλελλήνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατετάχθησαν ὑπὸ τὰς Ἑλληνικὰς σημαίας, καὶ ἀπέδειξαν γενναιότητα καὶ ἀνδρείαν. Παρῆλθον ἔκτοτε 4 ἔτη, δυστυχῶς δὲ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη περὶ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οὐχὶ ὅπως παρασχεθῇ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως χρηματικὴ ἀμοιβή, — διότι ἄνδρες, ἀνήκοντες εἰς μεγάλας οἰκογενείας, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἦλθον, ἐλαυνόμενοι μόνον ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος νὰ προσφέρωσι τὸ σῶμα καὶ τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως, καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἦναι πρόθυμος νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς τοιαύτας παροχὰς, δὲν θέλουσι τὰς δεχθῆ, — ἀλλὰ διότι δὲν πρέπει νὰ δείξῃ ἀχαριστίαν ἡ Ἑλλὰς πρὸς τοὺς εὐγενεῖς ξένους, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ζωήν των, καθόσον ὑπὲρ τοὺς 60 ἐξ αὐτῶν ἔπεσαν, γενναίως μαχόμενοι, εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας, καὶ πλείονες τῶν 10 εἰς τὴν Ἄρταν. Ἐκ τούτου θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ φέρω ἤδη, ὅτε πρόκειται οἱ κύριοι Βουλευταὶ ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, θεωρῶ, λέγω, καθῆκον, νὰ φέρω μίαν μικρὰν πρότασιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἡ πρότασίς μου αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐν τῇ Βʹ Συνόδῳ τῆς ΙΕʹ Περιόδου, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 αὐθόρμητον καὶ ἐνθουσιώδη προσέλευσιν καὶ κατάταξιν ὑπὸ τὰς Ἑλληνικὰς σημαίας τῶν φιλελλήνων, καὶ τὴν ἀνδρείαν αὐτῶν διαγωγὴν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐντέλλεται καὶ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν θερμῶς, ὅπως ἐντὸς τοῦ ἔτους συστήσῃ μετάλλιον, ὁρισθησόμενον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ἀπονείμῃ τοιοῦτον, λόγῳ εὐγνωμοσύνης, πρῶτον, χρυσοῦν εἰς τὸν ἀρχηγὸν Ριτσιώτην Γαριβάλδην, δεύτερον, ἀργυροῦν εἰς τοὺς ὡς ἀξιωματικοὺς διατελέσαντας ἐν γένει ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Βαρατάσην καὶ τὸν φιλέλληνα Ἰταλὸν Κυπριάνην, ὡς καὶ εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ ὡς ἀξιωματικοὺς ἀγωνισθέντας, καὶ τρίτον, χαλκοῦν εἰς τοὺς λοιπούς· νὰ ἐγείρῃ δὲ ἀναμνηστικὴν στήλην, ἐφ’ ἧς χρυσοῖς γράμμασι νὰ χαραχθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν πεσόντων φιλελλήνων κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτον.» Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔλαβον ἴσως γνῶσιν, ὅτι ὁ στρατηγὸς Γαριβάλδης, ἐπανελθὼν εἰς Ἰταλίαν μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, συνέταξε καὶ ἐδημοσίευσε φυλλάδιον περὶ τοῦ πολέμου ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τῆς εἰς αὐτὸν συμμετοχῆς τῶν Γαριβαλδινῶν καὶ ἄλλων φιλελλήνων. Ἡ μακρὰ ἀφήγησις τῆς ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ δράσεως τῶν Γαριβαλδινῶν, ὡς καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Ἤπειρον, εἶναι ἀκριβεστάτη, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὑπὸ στρατηγικὴν ἔποψιν εἶναι λίαν ὠφέλιμος. Ἡ μετάφρασις τοῦ ἔργου τούτου ἐγένετο ἀρκετὰ ἐπιτυχῶς, καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός»· θεωρῶ δὲ καλὸν νὰ ἀνατυπωθῇ καὶ ἐκδοθῇ ἐν φυλλαδίῳ, τὸ ὁποῖον νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς μας. Διότι ἐν τῇ ἀφηγήσει ταύτῃ ὁ Γαριβάλδης, ὅστις ἀπέκτησε πεῖραν τοῦ πολέμου ἐν διαφόροις πολέμοις, ἀναφέρει ὄχι μόνον τὰ διάφορα γεγονότα, ἀλλὰ καὶ πολλὰς περιστάσεις, ἀφορώσας τὴν τακτικὴν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐξ οὗ οἱ ἀξιωματικοὶ ἡμῶν δύνανται νὰ πορισθῶσιν ὠφέλειαν.
§47Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον.
§49Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἐπὶ τρεῖς ἤδη κατὰ συνέχειαν Συνόδους, καὶ εἰς ἣν οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, πρὸς ὃν ἀπευθύνεται αὕτη. Πρόκειται περὶ ἀστυνομικῶν παραβάσεων τοῦ ἀστυνόμου Ἀργαλαστῆς τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐζήτησα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καταγγείλας ὡρισμένα γεγονότα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου, ἐμποιήσαντα μεγίστην αἴσθησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ν’ ἀποστείλῃ ἀνώτερον ἀστυνομικὸν ἀξιωματικὸν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίτοι ὑπεσχέθη, δὲν ἔπραξε τοῦτο. Φυσικὸν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἐθρασύνθη, ἀφοῦ οὐδαμῶς ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου καὶ αἱ καταγγελίαι ἐπὶ ταῖς παραβάσεσιν αὐτοῦ. Παρεκάλεσα καὶ πάλιν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐκθέσας διάφορα παράπονα συμπολιτῶν μου, σχετιζόμενα πρὸς τὰς παραβάσεις τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου, καὶ ὑπέβαλον ἔγγραφον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐζήτουν νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Δημάρχου Σπαλάθρων καὶ τοῦ Νομάρχου Μαγνησίας περὶ τῶν διαφόρων παραβάσεων τοῦ ἐν λόγῳ ἀστυνόμου, ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κωφεύσας οὐδὲν ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν. Εὐτυχῶς ἔχω ἤδη ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων τούτων, ἅτινα καταθέτω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι γνωρίζω, ὅτι ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπὸ τὸν Νομάρχην Μαγνησίας καὶ ἀπεστάλησαν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δὲν κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ τρίτην φορὰν λαμβάνων τὸν λόγον, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος, ἣν ἐνέχει ἡ αἴτησίς μου διὰ τοὺς ἀδικουμένους ἐκείνους πολίτας, εὔλογος δέ, νομίζω, εἶναι ἡ ἐπιμονή μου, ἀφοῦ παρουσιάζομαι ἤδη μὲ ἔγγραφα καὶ ἐπίσημα πιστοποιητικά, ἐνῷ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς σιγὴν εἶναι ἀνεξήγητος καὶ ἀδικαιολόγητος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πολλάκις τὰ παράπονα ταῦτα ἐπανελήφθησαν καὶ πολλάκις τηλεγραφικῶς ἀπεστάλησαν παράπονα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Σπαλάθρων, ὅστις καταγγέλλει παραπτώματα καὶ ἐγκληματικὰς πράξεις τοῦ ἀστυνόμου, ἀφορώσας πολίτας κακοποιουμένους, ἀγροφύλακας παυομένους κλπ. Ἐπίσης ἔγγραφον, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Νομάρχην Μαγνησίας καὶ πρὸς τὸν ἀστυνόμον Ἀργαλαστῆς, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ τῶν ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἀποδίδει δὲ τὰς παραβάσεις ταύτας ὁ Δήμαρχος ἐκεῖνος, ὅστις τυγχάνει καὶ πρώην Βουλευτὴς, οὐχὶ εἰς λόγους ὑπηρεσιακοὺς, ἀλλὰ καθαρῶς καταγγέλλει, ὅτι ὑποστηρίζει ὁ ἀστυνόμος οὗτος πρόσωπα πολιτευόμενα ἐκεῖ. Ἐπίσης ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ αὐτὸς Δήμαρχος, δι’ οὗ καταγγέλλει τὴν κατάληψιν δημοσίου δρόμου ὑπὸ πολίτου φίλα φρονοῦντος τῷ ἰσχύοντι κόμματι. Ἐπίσης ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ αὐτὸς ἀστυνόμος παρήκουσε τὰς διαταγὰς τοῦ Νομάρχου, προκειμένου περὶ διορισμοῦ ἀγροφύλακος ἐκλεχθέντος ὑπὸ τῶν κτηματιῶν. Ἐπίσης διάφορα ἔγγραφα, ἐν οἷς ἐκτίθενται παρανομίαι καὶ καταχρήσεις, καὶ ἀποστολὴ προσώπων δεσμίων εἰς Βόλον, ὁπόθεν ἀπελύθησαν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Περὶ τούτου ἔχω τηλεγράφημα τοῦ πατρὸς τοῦ παθόντος, ὅπερ ἐπίσης καταθέτω. Ἐπίσης ἔγγραφα, δι’ ὧν ὁ αὐτὸς Δήμαρχος ἐζήτει τὴν ἐκτέλεσιν ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δήμου, καὶ ἐπειδὴ ὁ Δήμαρχος, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του, ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸν ἀστυνόμον τὰ καθήκοντά του, ἀπαντᾷ οὗτος δι’ ὑβριστικωτάτου ἐγγράφου, ἐξ οὗ εἰκάζεται, ὅτι οὐδεμία ἁρμονία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πλέον περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἐκεῖ. Ἐπίσης τηλεγράφημα, ὅπερ ἔλαβον χθὲς ἐξ Ἀργαλαστῆς, τοῦ Θεοδώρου Παπανικολάου, καταγγέλλοντος τὰ ἑξῆς: «Ἀστυνόμος Παπαδιέρος διέταξε σήμερον ἀναίτιον σύλληψιν πενθεροῦ μου Γεωργούλη Χατζηδρίζου, ὃν δεδεμένον πομπωδῶς ὡδήγησεν εἰς κρατητήριον. Παρακαλῶ διαμαρτυρήθητε ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ παρανομίας ἀστυνόμου. Τηλεγράφημα ἐστάλη παρὰ Δημάρχου Πρωθυπουργῷ.» Πρόκειται ἐν τῷ τηλεγραφήματι περὶ προσώπου ἐξέχοντος ἐν τῇ πολιτείᾳ ἐκείνῃ. Πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα μὲ τὰς συστάσεις μου ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν; ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ τρίτην ἤδη φορὰν ἔρχεται τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐκλείψουν αἱ ἀστυνομικαὶ αὗται ἀσχημίαι, αἱ ὁσημέραι δυστυχῶς ἐπιτεινόμεναι.
§50Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ, αἱ ἐπαναλαμβανόμεναι ἀπὸ τόσου χρόνου, εἶναι δίκαιαι, καὶ τώρα μάλιστα φοβοῦμαι, ὅτι, καὶ ἂν ὁ ἀστυνόμος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἔπραξέ τι ἄλλοτε, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἀληθῆ ὅσα κατήγγειλεν ἄλλοτε καὶ νῦν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἤδη ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς θὰ διαπράξῃ τοιαῦτα, καὶ ἄλλα ἴσως χειρότερα, χάριν ἀντεκδικήσεως. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὅσα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τοῦ ἀστυνόμου εἶναι ἀληθῆ, καὶ νομίζω, ὅτι εἶχε καθῆκον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἐπὶ τοσοῦτον κατέστη ἐπιλήσμων τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀξιώματός του, ὡς ἀξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ ἐκτρέπηται εἰς ὅσα καταγγέλλει ὁ κ. Βουλευτής. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν ὄχι πρὸς ἄλλον σκοπὸν, τοὐλάχιστον ἵνα πεισθῇ, ἐὰν πρέπῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ διατελῇ ἀστυνόμος ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἢ ὄχι. Διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁμαλὴ ἡ κατάστασις ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ἡ ἐκ τῆς παραμονῆς τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐνδιαφέρεται νὰ ἐπανέλθῃ ὁμαλὴ κατάστασις καὶ παύσῃ νὰ ὑποφέρῃ ἡ μία μερὶς χάριν τῆς ἄλλης ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ὅπου ὁ ἀστυνόμος κατέστη ὄργανον τῆς πολιτικῆς. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως διευκρινηθῶσι τὰ καταγγελλόμενα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐπανειλημμένως διατυπούμενα παράπονα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.
§51Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Γενικώτερον, πρέπει νὰ σταλῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰ σώματά των, εἴτε διὰ τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ἐφαρμοζομένου, εἴτε ὁπωσδήποτε ἄλλως, διότι καὶ εἰς τὸ στράτευμα καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν εἶναι ἐπιβλαβὴς ἡ ἐξακολούθησις τῆς σημερινῆς καταστάσεως.
§52ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραπονώμεθα κατὰ τῶν ἀστυνόμων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡρισμένως κατὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ τῆς συγκεκριμένης ταύτης ὑποθέσεως δείκνυται, εἶναι ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως αὐτῆς, τῶν παρεκτροπῶν τοῦ καταγγελλομένου ἀστυνόμου, ἀφοῦ ἀφέθησαν νὰ παρέλθωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπαντήσεως καὶ ἄνευ προσοχῆς παράπονα καὶ ζωηρόταται παραστάσεις ἐντίμου συναδέλφου, γινόμεναι ἐπὶ τρεῖς ἤδη Συνόδους, καὶ δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέτασιν τῶν παραπόνων αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπέδειξε διὰ τῆς ἀδιαφορίας του ταύτης εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὅτι δύναται νὰ διαπράττῃ ὄργια. Διότι ἀποδεικνύει διὰ τῆς ἀδιαφορίας του ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι αἱ παραστάσεις Βουλευτοῦ, ὁπωσδήποτε διατυπούμεναι, δὲν ἔχουσιν ἀξίαν, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς δὲν ἀποτελῇ μέρος τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ τοῦτο πᾶσαι αἱ παραστάσεις τοῦ κ. ἐκ Βόλου συναδέλφου συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐνθαρρύνωσι τὸν ἀστυνόμον, ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐκτελῶν τὰ καθήκοντά του καθ’ ὃν τρόπον ἐκθέτουσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, καὶ εἰς τὸ νὰ ἀπομένῃ ἡ τιμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διατηρεῖ τοιούτους ἀστυνόμους, παρὰ τὰς παραστάσεις τῶν ἀποδεικνυόντων τὰ κατ’ αὐτούς.
§53Π. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, προκειμένου νὰ ἐκθέσω τινά, ἀφορῶντα τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν. Ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία τῆς νήσου Κεφαλληνίας, καὶ πρὸ παντὸς τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι μεγάλη. Νομίζω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, περιγράφων τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ ἄλλοτε ἀκμάζουσα καὶ εὐημεροῦσα, ἀλλὰ νῦν καταμαστιζομένη ὑπὸ πείνης καὶ δυστυχίας ἐπαρχία ἐκείνη. Ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς ἄνδρας γενναίους καὶ φιλοπάτριδας, προσῆλθεν ἀρωγός, καὶ διὰ γενναίων προσφορῶν ἀνεκούφισεν ἐπ’ ὀλίγον τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, καὶ ἐπλήρωσε τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω καθῆκόν μου, ὅπως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐκφράσω πρὸς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους τὴν εὐγνωμοσύνην μου, συστήσω δὲ συγχρόνως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη, μὴ παρορῶσα τὴν πολύτιμον ὑπηρεσίαν, ἣν πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας προσέφεραν οὗτοι, σπεύσῃ νὰ ἀμείψῃ αὐτοὺς ἠθικῶς διὰ τῶν νενομισμένων διακριτικῶν τιμῶν, δι’ ὧν ἡ Πολιτεία τιμᾷ καὶ ἀμείβει τοὺς εἰς τοιαύτας φιλανθρώπους καὶ εὐγενεῖς πράξεις πρωτοστατοῦντας. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ κυβερνητικὴ μέριμνα, ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνεργοῦσα, ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἀρωγός, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, τοὐλάχιστον εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδὲν μέτρον εἶδον ληφθέν. Τὸ παρακράτημα τοῦ σταφιδοκάρπου, ἡ μόνη ἀπομένουσα ἐλπὶς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διατεθὲν ὡς διετέθη, εἰς οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει, ἐνῷ ἠδύνατο, καταλλήλως διατιθέμενον, νὰ πληρώσῃ πάσας τὰς ἀνάγκας τῶν ἐκ τῆς θεομηνίας καταστραφεισῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἄπειρος ὢν περὶ τὰ τοιαῦτα, ἐθεώρησα καλὸν νὰ ζητήσω τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνδρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πάντες δὲ ὁμοφώνως μοὶ ὑπέδειξαν, ὅτι μέρος τοῦ παρακρατήματος, διατιθέμενον ἐν τῇ ἀγορᾷ πρὸς ἐλευθέραν ἐμπορίαν, ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ πάσας τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Ἴσως δὲ ἡ ἐνέργεια αὕτη, θέτουσα φραγμὸν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, καὶ παγιοῦσα τὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἤθελον ὑποστηρίξει καὶ τὴν παραγωγήν. Ἀπετάθην ἀμέσως καὶ ἐζήτησα, ὅπως τὸ Κράτος ἔλθῃ ἀρωγόν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι οἱ πόροι αὐτοῦ δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς τοῦτο, ἐνῷ ἑκατομμύρια διετέθησαν δι’ ἄλλας, οὐχὶ πρώτης ἀνάγκης, χρήσεις, ἴσως δέ, δύναταί τις εἰπεῖν, καὶ κατεσπαταλήθησαν. Κατόπιν ἐζήτησα, ὅπως τὸ Κράτος ἔλθῃ ἐμμέσως ἀρωγὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου διὰ τῆς ἐκτελέσεως ἔργων ἐκ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου, ἔργων, ὧν τὴν μελέτην πρὸ πολλοῦ εἶχεν ἀποφασίσει· καίτοι δὲ ἀπὸ τῆς 23 Αὐγούστου 1899 εἶχε διαταχθῆ ἡ μελέτη τῶν ἔργων τούτων, ὁ νομομηχανικὸς τῆς ἐπαρχίας οὐδεμίαν ἔδωκεν ἀπάντησιν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλοίας ἔχων περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἰδέας, εἴτε ἰδίας, εἴτε ἐξ ὑποβολῆς, τὰ δὲ ἔργα ἔμειναν ἀνεκτέλεστα. Ἐξετελέσθησαν μόνον ἔργα τινὰ δημοτικὰ ἀσήμαντα, ἀλλὰ ταῦτα, ὡς ἐξετελέσθησαν, δὲν χρησιμεύουσιν εἰς ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐνίσχυσιν τοπικῶν ἐπιρροῶν, ἐνεργούσης πρὸς τοῦτο καὶ τῆς Νομαρχίας, διευθυνομένης παρ’ ἀνθρώπου ἀνικάνου καὶ μηδεμίαν τοῦ καθήκοντος ἔχοντος συναίσθησιν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω γραπτὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Δὲν κρίνω ὅμως ἄσκοπον νὰ ὑποδείξω αὐτῷ, —καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ θεωρήσῃ τοῦτο ὡς ἀπειλὴν, ἀλλ’ ὡς ὑπόδειξιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας μου, —ὅτι ἡ ἐπαρχία μου, ἐγκαταλειφθεῖσα, ὡς ἐγκατελείφθη, καὶ στερουμένη τῶν πάντων, δὲν γνωρίζω, ἐὰν, μεθ’ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου προσπαθείας, θὰ δυνηθῇ νὰ κρατήσῃ ἑαυτὴν καὶ δὲν λησμονήσῃ, ὅτι ὀφείλει ὑποταγὴν εἰς τοὺς νόμους, ἐξ ὧν ἀπορρέει ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν.
§54Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκτιμῶν τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, θέλω προσπαθήσει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἦμαι σύντομος εἰς ὀφειλομένην ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εὐαρεστηθέντα νὰ καταθέσῃ χθὲς τὰ ζητηθέντα παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας βουλευτοῦ κ. Πετρίδου ἔγγραφα περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκμάθησιν τῆς παιδαγωγικῆς. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων τούτων ἐπείσθην ἔτι μᾶλλον, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι παρ’ ἐμοῦ, εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὸν νόμον. Καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ὑποβληθεισῶν γραπτῶν ἀσκήσεων τῶν διαγωνισθέντων πράγματι ἡ διαφορὰ εἶναι τοσοῦτον μικρὰ μεταξὺ τῶν διαγωνισθέντων, ὥστε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνωμολόγησεν, ὅτι πάντες θεωροῦνται ἐπιτυχόντες, ἀλλ’ ἐπροτιμήθησαν δύο ἐξ αὐτῶν, ὡς λαβόντες ἀνώτερον βαθμόν. Παραδόξως ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν μελλόντων ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Εὐρώπην ἀνεβιβάσθη, καὶ ἐκτὸς τοῦ διαγωνισμοῦ πρὸς ἐκμάθησιν τῆς παιδαγωγικῆς διηνεργήθη καὶ διαγωνισμὸς πρὸς ἐκμάθησιν τεχνικῶν ἔργων. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἐξετάσεων πρὸς ἐκμάθησιν τῶν τεχνικῶν ἔργων δὲν ἦτο ἐπιτυχής, καὶ οἱ ἐξετασθέντες διὰ τὴν σπουδὴν τῆς παιδαγωγικῆς παραπονοῦνται δι’ ἀναφορῶν των πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἃς οὗτος εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐτηρήθησαν αἱ ὀφειλόμεναι διατυπώσεις εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐξετάσεων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀμερολήπτου κρίσεως περὶ τῶν διαγωνισθέντων, ἀλλὰ καὶ ὅτι παρέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ὡρίζετο ἡ ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ Ἐπιτροπή. Καὶ ὁμολογῶ μὲν, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελέσαντα τὴν Ἐπιτροπὴν εἶναι ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας, ἀλλὰ δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὀφειλόμενοι τύποι τοῦ σφραγιστοῦ τῶν ἐγγράφων, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν διαγωνιζομένων ἦσαν γνωστὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, φυσικὸν δ’ ἦτο, πνεῦμα συμπαθείας νὰ διαπνεύσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὲρ τῶν μὲν, οὓς ἐγνώριζε, καὶ κατὰ τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ ἄλλαι ἀτέλειαι παρετηρήθησαν, ὅτι, ἐν ᾧ ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῶσιν ἐν γένει εἰς τὰ παιδαγωγικὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ εἰς τὰ συμπαρομαρτοῦντα, ἐξητάσθησαν καὶ εἰς τὰ τεχνικά. Οὗτοι εἶναι δύο οὐσιώδεις λόγοι, καθιστῶντες τὸν ἀγῶνα ἄνισον. Ἀλλ’ ἀφίνω ταῦτα, καὶ ἐξετάζω τὸν οὐσιώδη λόγον τῆς παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Διατάγματος. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔδει ἡ Ἐπιτροπή ν’ ἀποτελῆται ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν πρὸς ἐξέτασιν τῶν μελλόντων νὰ προσέλθωσιν, ἵνα λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν διὰ τὴν παιδαγωγικὴν καὶ τὰ τεχνικὰ μαθήματα. Παραδόξως ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἕνεκα σπουδῆς, ἴσως καὶ ἐκ πνεύματος οἰκονομίας, συνέπτυξε τὰς δύο Ἐπιτροπὰς εἰς μίαν, ἀποτελουμένην ἐξ ἑνὸς καθηγητοῦ τῆς ἱστορίας, ἑνὸς τῆς παιδαγωγικῆς καὶ ἑνὸς τῆς χειροτεχνίας. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἂν ἦτο δυνατὸν τοιαύτη Ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τεχνικῶν μαθημάτων, ἢ ἐπὶ μαθημάτων τῆς παιδαγωγικῆς, ἀφοῦ δύο ἦσαν τὰ μέλη, ὁ κ. Λάμπρος καὶ ὁ κ. Παπαμάρκος, διότι τὸ τρίτον μέλος, ὁ κ. Κάλφιος, ἦτο τῶν τεχνικῶν μαθημάτων. Φαντασθῆτε, τοιαῦτα μέλη Ἐπιτροπῆς ν’ ἀποφασίσωσι περὶ νέων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Εὐρώπην, ὅπως σπουδάσωσι παιδαγωγικὴν καὶ τεχνικὰ μαθήματα! Διὰ τοὺς λόγους τούτους, νομίζω, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, καὶ χάριν αὐτοῦ τούτου, καὶ χάριν τῶν διαγωνιζομένων, καὶ χάριν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Διάταγμα, καὶ χάριν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, νὰ ἀκυρώσῃ τὸν διαγωνισμόν. Προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἐκλέξῃ δύο ἢ τρεῖς νέους, οὓς αὐτὸς ἐθεώρει καταλλήλους, παρὰ νὰ διατάξῃ διαγωνισμὸν, οὗτινος τ’ ἀποτελέσματα ἀντίκεινται εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Διατάγματος.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνωμεν ἀπόψε τὰς ἐργασίας μας ἐπὶ πολὺ, μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διότι εἴμεθα καταπεπονημένοι.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· μόνον μέχρι τῆς δεκάτης, ἵνα ψηφίσωμέν τινα νομοσχέδια.
§57Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μετὰ τὰ λεχθέντα εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἔσπευδε νὰ ἀκυρώσῃ διαγωνισμόν, ὅστις ἠδίκησε τοὺς εἰς αὐτὸν προσελθόντας· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς οὐ μόνον τοῦτο δὲν ἔπραξεν, ἀλλ’ οὐδ’ ἀπήντησεν εἰς τὰς αἰτιάσεις, ἃς ἀπηυθύναμεν. Ὁ διαγωνισμὸς ἐνηργήθη ἐντελῶς ἐκνόμως. Τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ προεκηρύχθη ὁ διαγωνισμὸς, διαγράφει, ὅτι οὗτος θέλει ἐνεργηθῆ ἐνώπιον τριῶν καθηγητῶν εἰδικῶν· ἀλλ’ ἔλαβον μέρος δύο μόνον καθηγηταί, ὁ κ. Σπυρίδων Λάμπρος καὶ ὁ κ. Χαρίσης Παπαμάρκου, ὁ δὲ Κάλφιος ἦτο μόνον διὰ τὰ χειροτεχνικὰ μαθήματα, ξένος δ’ ὅλως καὶ τῆς παιδαγωγικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φιλολογίας. Παρέλιπε δ’ ἄλλως ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ καθηγητὰς εἰδικούς. Ὁ κ. Λάμπρος δὲν εἶναι εἰδικός· εἶναι ἀξιόλογος καθηγητὴς τῆς ἱστορίας, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸ μάθημα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης· καὶ ὁ κ. Παπαμάρκος, πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι εἶναι παιδαγωγικὸς ἀνωτέρας παιδεύσεως, οἷα ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ἦναί τις μέλος Ἐπιτροπῆς διαγωνισμοῦ. Ἐγὼ γνωρίζω καθηγητὴν τῆς παιδαγωγικῆς τὸν κύριον Ζαγγογιάννην, καθηγητὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· ἐπίσης τὸν καθηγητὴν κ. Παπαδόπουλον, διδάσκοντα εὐδοκίμως ἀπὸ ἐτῶν τὴν παιδαγωγικήν· τούτους δὲ καὶ ἡ Πολιτεία ἔχει ἀναγνωρίσει, καὶ ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς διαγωνισμὸν τοιαύτης σπουδαιότητος. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ διορισθῇ καὶ εἰδικὸς διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν Γερμανικῶν καὶ Γαλλικῶν, μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξήτασαν οἱ κύριοι Λάμπρος καὶ Παπαμάρκος. Ἀλλὰ μήπως οὗτοι εἶναι καθηγηταὶ τῆς Γαλλικῆς ἢ Γερμανικῆς; Εἰς τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπάρχουσι διαμαρτυρίαι ἐντονώταται πλείστων λαβόντων μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, οἵτινες περιγράφουσι τὰ ἔκτροπα, τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ διαγωνισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἐνηργήθη μεροληπτικῶς· ἀλλὰ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέδωκε, δὲν τὸ ἐφήρμοσεν, ὡς ὤφειλε, διότι οὔτε οἱ διορισθέντες ἦσαν εἰδικοί, οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπετελέσθη ἐκ τριῶν τοὐλάχιστον ἐξεταστῶν. Τοιοῦτοι διαγωνισμοὶ πάντοτε διεξήχθησαν μετὰ προσοχῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ σταλῶσι δύο νέοι, ἵνα σπουδάσωσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλληνικὴν φιλολογίαν, διενηργήθη διαγωνισμὸς ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, διότι οὕτω μόνον ἐκπληροῦνται αἱ ἐγγυήσεις καὶ αἱ ἀσφάλειαι· ἦτο Ὑπουργὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ τότε ἐστάλησαν οἱ κράτιστοι, οἱ κύριοι Σπυρίδων Βάσης καὶ Γ. Χατζηδάκης, οἵτινες ηὐδοκίμησαν καὶ ἐδικαίωσαν τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς Εὐρώπην. Ἀλλ’ ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς ἐσχημάτισεν Ἐπιτροπὴν ὅλως ἀκατάλληλον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀσφαλίσῃ τελείως τοὺς ὅρους τῆς ἀμεροληψίας καὶ τῆς ὀρθῆς κρίσεως τῶν γνώσεων τῶν διαγωνιζομένων. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ σπεύσῃ νὰ ἀκυρώσῃ τὸν διαγωνισμὸν καὶ δώσῃ ἱκανοποίησιν εἰς τοὺς ἀδικηθέντας, ἵνα μὴ μαραίνηται ὁ ζῆλος φιλοτίμων νέων.
§58ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αἱ αἰτιάσεις, ἃς ἤκουσα κατά τε τοῦ Διατάγματος καὶ κατὰ τῶν παραβιάσεων αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσωσι τὸ Διάταγμα, ὅπερ ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι οἱ διαγωνισθησόμενοι θέλουσιν ἐξετασθῆ ὑπὸ Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν. Ἑπομένως εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέμενε νὰ ὁρίσῃ, τίνες ἦσαν οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες. Κατ’ ἐμὲ, εἰδικοὶ εἶναι ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σπυρίδων Π. Λάμπρος, ὅστις ὑπῆρξε γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου, ὁ κύριος Χαρίσιος Παπαμάρκου, Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν, καὶ ὁ κύριος Κάλφιος, οἵτινες ἀπήρτισαν τὴν Ἐπιτροπήν...
§59Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ Κάλφιος τί εἶναι; Καθηγητής; Ἔχει εἰδικότητα;
§60ΣΤΑΗΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀπαντήσω. Ἐπρόκειτο ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν τέσσαρες διδάκτορες τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ἐξ ὧν οἱ δύο νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰδικῶς εἰς τὰ παιδαγωγικὰ, οἱ δύο δ’ ἕτεροι εἰς τὴν χειροτεχνίαν καὶ τὰ βιοτεχνικά. Ὁ κ. Κάλφιος ἐστάλη εἰς Παρισίους ὑπὸ τοῦ κ. Ρετσίνα, δαπάναις τοῦ δήμου Πειραιῶς, ὅπως ἀσχοληθῇ ἰδίως εἰς τὴν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διδασκομένην χειροτεχνίαν καὶ βιοτεχνίαν, καὶ τούτου ἕνεκα περιελήφθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἤκουσά τινας λέγοντας, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐμερολήπτησε. Τὰ γραπτὰ τῶν ἐξετασθέντων ἀποδεικνύουσι τοὐναντίον. Εἰς τὸν διαγωνισμὸν προσῆλθον 7, οὓς ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν πάντας ἱκανούς· ὑπέδειξε δὲ ἐκ τούτων δύο ὡς προτιμητέους. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν δικαίαν τὴν κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς μομφήν.
§61ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς εἶναι ἄκυρος, διότι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Διατάγματος.
§62ΣΤΑΗΣ. Τὸ Διάταγμα ἀναθέτει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰς λεπτομερείας τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἑπομένως οὐδεμία διάταξις αὐτοῦ παρεβάθη. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπηρτίζετο ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν ἢ μή, εἶπον ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ εἰδικοὶ καὶ ἀκέραιοι καὶ ἱκανώτατοι ἄνδρες εἶναι οἱ τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπαρτίσαντες.
§63Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ θέσεις ἦσαν τέσσαρες. Δύο ἀπεστείλατε;
§64ΣΤΑΗΣ. Ὁ διαγωνισμὸς ἦτο διπλοῦς, ὡς εἶπον· ἐπρόκειτο ν’ ἀποστείλωμεν δύο εἰς Γερμανίαν πρὸς ἐκμάθησιν τῆς παιδαγωγικῆς, καὶ δύο εἰς τὴν Σουηδίαν πρὸς ἐκμάθησιν τῆς χειροτεχνίας καὶ τῶν βιοτεχνικῶν ἐν γένει. Ὁ τελευταῖος οὗτος διαγωνισμὸς ἀπέτυχε, διότι οἱ προσελθόντες δὲν ἐγίνωσκον οὔτε Γερμανικὰ οὔτε Γαλλικά.
§65ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Περὶ αὐτῶν δὲν ἐγένετο λόγος.
§66ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ διαγωνισμῷ μεταξὺ τῶν προσελθόντων ὑπεδείχθησαν δύο ἀριστοῦχοι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀληθῶς ὑποδεικνύει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι πάντες οἱ προσελθόντες εἰς τὸν διαγωνισμὸν εἶναι ἱκανοὶ, καὶ προτείνει, ὅπως ἀντὶ δύο ἀποσταλῶσι τέσσαρες πρὸς σπουδὴν τῶν παιδαγωγικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ἔλαβεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν.
§67ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§68ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ λεχθέντα εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα πρέπει ν’ ἀπολήξωσιν· νὰ συστηθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν ἐκδώσῃ τὰ κανονιστικὰ τοιούτων διαγωνισμῶν Διατάγματα, νὰ ἐξαλείψῃ τὴν φράσιν «εἰδικῶν ἀνδρῶν» καὶ πᾶσαν ἄλλην οὕτως ἀόριστον φράσιν, καὶ νὰ ἀναγράψῃ χαρακτηρισμὸν ὡρισμένον, προκειμένων διαγωνισμῶν, ὧν κριταὶ εἶναι οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες, οἵτινες χαρακτηρίζονται, καθ’ ὃν τρόπον λίαν εὐφυῶς ἐδήλωσεν ὁ προαγορεύσας Βουλευτής, ὑπὸ τῶν διπλωμάτων, ἅτινα καθιστῶσιν αὐτοὺς εἰδικοὺς εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ὁρίζηται ἐν τοῖς Διατάγμασιν, ὅτι οἱ κριταὶ λαμβάνονται ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἀνεγνωρισμένην ἐπισήμως τὴν εἰδικότητα αὐτῶν· νὰ ἀναφέρηται ἄρα εἰς τὰ Διατάγματα ῥητῶς ὁ καθηγητὴς τῆς παιδαγωγικῆς, ὁ καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς, ὁ καθηγητὴς τῆς ἱστορίας, ὁ καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων. Ταῦτα ἀσφαλίζουσι καὶ τὸν Ὑπουργὸν κατὰ πάσης ἐπικρίσεως καὶ τοὺς ὑποψηφίους κατὰ πάσης προπαρασκευῆς τῆς Ἐπιτροπῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου ἢ ἐκείνου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν ἄγαμον θυγατέρα τοῦ Σπυρίδωνος Γ. Καραϊσκάκη.
§70Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐτυπώθη, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι (Παρατεθείσης μιᾶς ψηφοδόχου κάλπης ἐπὶ τραπέζης πρὸ τοῦ βήματος, γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Ν. Χατζίσκου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή)
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 125, καὶ εἷς ἠρνήθη ψήφων. Ἐκ τούτων 113 ἐψήφισαν εἰς τὸ Ναὶ, καὶ 12 εἰς τὸ Ὄχι Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Σκουζὲς ὑποβάλλει τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνει, ὅπως τὸ ἄρθρον μόνον τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὴν Μαρίαν χήραν τοῦ ἀντιστρατήγου Σπυρίδωνος Γ. Καραϊσκάκη καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ, Ἰουλίαν ἔγγαμον καὶ Σοφίαν ἄγαμον, χορηγεῖται ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχμῶν μὲν τριακοσίων πεντήκοντα διὰ τὴν χήραν, ἐκ δραχμῶν δὲ ἑβδομήκοντα πέντε δι’ ἑκατέραν τῶν εἰρημένων θυγατέρων αὐτοῦ. Ἡ χήρα καὶ ἡ ἄγαμος θυγάτηρ αὐτοῦ θέλουσι λαμβάνει τὴν προσδιοριζομένην δι’ αὐτὰς σύνταξιν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ βίου τῆς χήρας, μετὰ τὸν θάνατον δ’ αὐτῆς ἡ σύνταξις ἀποδίδεται εἰς τὴν ἄγαμον θυγατέρα ἰσοβίως, περιοριζομένη ὅμως εἰς δραχμὰς διακοσίας κατὰ μῆνα, καὶ ἐλαττουμένη εἰς δραχμὰς ἑβδομήκοντα πέντε μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ γάμου αὐτῆς, ἐὰν αὕτη ἔλθῃ εἰς γάμον. Ἰσοβίως δ’ ὡσαύτως καὶ ἡ ἔγγαμος θυγάτηρ θέλει λαμβάνει τὴν προσδιοριζομένην δι’ αὐτὴν σύνταξιν. Ἡ διὰ τοῦ παρόντος νόμου χορηγουμένη σύνταξις ἀποκλείει πᾶσαν ἄλλην τοιαύτην, ἀνήκουσαν τῇ εἰρημένῃ χήρᾳ καὶ τῇ ἀγάμῳ θυγατρὶ αὐτῆς.»
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδεχόμεθα τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς τρίτην συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼϠΟʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῶν κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900 καὶ περὶ προσδιορισμοῦ νέων τελῶν διὰ τὴν μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν)
§77Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, δι’ ἧς ζητῶ νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 3 καὶ 4 περιπτώσεις, καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ προστεθῶσιν, ὡς τρίτη περίπτωσις, τὰ ἑξῆς: «½% ἐπὶ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τοῦ λιμενικοῦ Ταμείου Βόλου». Ἡ τροπολογία μου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι βασιμωτάτη, καὶ στηρίζεται ἐπὶ δεδομένων καὶ ἀνεγνωρισμένων μέχρι τοῦδε, καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀκόμη. Προχθὲς ἔτι ἐπεψηφίσθη νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν ἀνέγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν τῇ παραλίᾳ Καλαμῶν καὶ περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος τούτου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ Δημόσιον συνεβλήθη μετὰ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Καλαμῶν, καὶ ἐδανείσθη παρ’ αὐτοῦ δραχ. 200,000, ἃς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ ἐπὶ ἀποδόσει 5% τόκου καὶ ½% ὡς χρεωλυσίου, ἵνα ἀνεγερθῇ τελωνειακὸν κατάστημα ἐν Καλάμαις. Ἔχομεν δεύτερον νομοσχέδιον, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον, διὰ τοῦ ὁποίου πρὸς συντήρησιν τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης ἐπιτρέπεται νὰ χορηγῶνται ἐκ τῶν πόρων τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου τοῦ αὐτοῦ δήμου αἱ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου ἀπαιτούμεναι δαπάναι. Ἔχομεν ἄλλο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγοῦνται ἐτησίως 15,000 δραχμαὶ ὑπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Φιλιατρῶν πρὸς συντήρησιν Γυμνασίου καὶ Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Συνάδελφοι ἐδῶ μοὶ λέγουν, ὅτι ὑπάρχει νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ποσόν τι ἐκ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Ληξουρίου πρὸς συντήρησιν Γυμνασίου ἐν Ληξουρίῳ. Ἀλλ’ ἔχω ὑπὲρ πάντα ταῦτα τὸ γενόμενον ἐδῶ, ἐν Ἀττικῇ, προκειμένου περὶ ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, ὅτι τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Πειραιῶς ἔχει ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Ἀττικῆς. Ἐγὼ εὑρίσκω ἀδικαιολόγητον τὴν παροχὴν εἰσφορῶν ὑπὸ Λιμενικῶν Ταμείων πρὸς συντήρησιν σχολείων, δὲν εὑρίσκω ὅμως ἀδικαιολόγητον τὴν συνδρομὴν τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πειραιῶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἐν Ἀττικῇ, καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα διατίθενται ἀπὸ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Πειραιῶς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων τοῦ Κηφισοῦ καὶ Ἰλισσοῦ, δὲν εἶναι ὀλίγα. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, εἰς ὅπερ ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τί πρόκειται δι’ αὐτοῦ; Πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους πρὸς μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται μόνον περὶ μελέτης πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐπιβαρύνηται ἡ τάξις ἐκείνη, ἥτις θέλει ὠφεληθῆ ἀπὸ τὰ ἔργα ταῦτα. Ποία ἡ τάξις αὕτη; Ἡ γεωργική. Ἀλλὰ πῶς θέλει δικαιολογηθῆ τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμενον, νὰ ἐπιβαρύνωνται οἱ κτηνοτρόφοι πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, δι’ ὧν θὰ ὠφεληθῶσιν οἱ γεωργοί; Καὶ ὁμιλῶ οὕτω, διότι δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἄγνωστον ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Θεσσαλία διαιρεῖται εἰς ὀρεινὴν καὶ πεδινήν, καὶ ὅτι μόνη ἡ πεδινὴ θὰ ὠφελῆται ἐκ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἀλλ’ οἱ ὀρεινοί, οἱ καταγινόμενοι εἰς τὴν κτηνοτροφίαν πρὸ παντός, δὲν εἶναι ἀνάξιοι προσοχῆς, διότι ἐξ αὐτῶν ἀποτελοῦνται 7 δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, 3 δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων καὶ 7 δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, εἰς οὓς δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λοιπὴ ὀρεινὴ Θεσσαλία. Τί πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία εἰς τοὺς κτηνοτρόφους τοὺς ὀρεινοὺς τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἤθελε δικαιολογηθῆ π. χ. ἐπιβολὴ φορολογίας ἐπὶ τῶν ζῴων τῆς κτηνοτροφίας τῆς Κερκύρας πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἄλλο τόσον δικαιολογεῖται τοιαύτη ἐπιβολὴ φορολογίας εἰς τοὺς κτηνοτρόφους τῆς Θεσσαλίας διὰ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις, ὅστις θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν ὑδραυλικῶν τούτων ἔργων, εἶναι τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Βόλου, διότι διὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων σκοπεῖται ἡ βελτίωσις τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἡ αὔξησις αὐτῆς· ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι γεγονὸς, ὅτι τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Βόλου τροφοδοτεῖται διὰ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἐκ Θεσσαλίας σιτηρῶν πρὸ παντὸς καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ πόροι τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου πρόκειται ν’ αὐξηθῶσι διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς, εἰς ἣν σκοποῦσι τὰ ἔργα ταῦτα, ἐπὶ τοσοῦτον ὀφείλει τοῦτο νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν τούτων ἔργων τῆς Θεσσαλίας. Δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι οἱ εἰσηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνέβαλον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἰδέαν νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σιτηρῶν τοῦ ¼, καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν τελῶν εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων εἰς Θεσσαλίαν, ἢ νὰ περιορίσῃ τὸν φόρον εἰς τὸν ἐκ φύλλων καπνὸν, καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς κτηνοτρόφους τῆς Θεσσαλίας διὰ τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ φορολογίας. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἂν γείνωσι δεκταὶ αἱ τροπολογίαι αὗται, θὰ ἐπέλθῃ τόση ἐλάττωσις, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἴσως ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέλει ἐπιβληθῆ ἄδικος φορολογία. Ἀλλ’ ἴσως ἤθελέ τις ἰσχυρισθῆ, ὅτι ὁ κατὰ ποσὸν ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν κτηνοτροφίαν φόρος εἶναι τοσοῦτον ἀνεπαίσθητος, ὥστε δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ διατάραξίν τινα ἢ αἴσθησιν εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται ἰδίως περὶ τῆς κακῆς ἀρχῆς, ἥτις τίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἥτις δὲν γνωρίζομεν ποῖον τέλος δύναται νὰ ἔχῃ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία μου εἶναι βασιμωτάτη καὶ δικαιοτάτη, ἀφοῦ μάλιστα ἡ δι’ αὐτῆς ζητουμένη εἰσφορὰ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου δὲν πρόκειται νὰ ὑπερβῇ τὰς 15 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως. Ἀφοῦ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον τοῦ Πειραιῶς συνεισφέρει κολοσσιαῖα ποσὰ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν ἐν Ἀττικῇ, ἀφοῦ ἄλλα ποσὰ συνεισφέρουσιν ἄλλα Λιμενικὰ Ταμεῖα διὰ σκοποὺς ἄλλους, παρὰ δι’ ἐκείνους, δι’ οὓς συνέστησαν, διατὶ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Βόλου, ὅπερ τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν, νὰ μὴ συνεισφέρῃ ποσὸν ἐλάχιστον, κατ’ οὐδὲν δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ; Διὰ ποῖον λόγον τὸ ποσοστὸν τοῦτο νὰ μὴ συνεισφέρῃ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον πρὸς ἐκτέλεσιν σκοποῦ, ὁ ὁποῖος θέλει ἰδίως βελτιώσει τὴν κατάστασιν αὐτοῦ; Παρακαλῶ ἵνα ἡ τροπολογία μου γένηται δεκτὴ, ὡς λίαν δεδικαιολογημένη, διότι δι’ αὐτῆς ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀσφαλίζονται τὰ ἔργα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας τάξεις, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν, ἐξ ἧς οὐδὲν θέλουσιν ἔχει ἀντίδοτον ἄμεσον.
§78ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ποία ἡ τροπολογία σας;
§79ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νὰ ἐπιβληθῶσι ⅗% ἐτησίως ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Βόλου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κριεμάδη...
§81ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὸ ζητήσωσι 15.
§83ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἵνα μὴ σᾶς ἀναγκάσω δι’ ἄλλου τρόπου ν’ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί ἀπειλαὶ εἶναι αὐταί;
§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει συμφέρον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μείνῃ ὁ παλαιὸς νόμος. Ἐδῶ εἶναι συζήτησις περὶ ἀρχῆς, διότι πρόκειται περὶ ἐλαχίστου φόρου ἐπιβαλλομένου.
§86ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Θ. Κριεμάδη καὶ Κ. Χατζηπέτρου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 128.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι προφανές, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ μόλις συγκρατεῖται, καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων αὔριον διὰ τῆς πρώτης ἁμαξοστοιχίας ἀναχωροῦσι. Καλὸν εἶναι, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν μέχρι τοῦδε ἔργων τῆς Βουλῆς, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά, καὶ ἔπειτα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι. Νὰ προχωρήσωμεν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κριεμάδη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου Κυρᾶς Λαγκάδι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνάψεως δανείου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατὰ τὴν Βοιωτίαν Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καὶ πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτοῦ, ἀγούσης εἰς τὴν Μονὴν ταύτην».
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν ἢ μόνον τὴν ἑξῆς πρότασιν· νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 6, ἔνθα γίνεται λόγος περὶ δανείου, καὶ ἐπειδὴ θὰ διαγραφῇ αὐτό, νὰ διαγραφῇ καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 ἡ περίοδος, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ δανείου.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσι).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ποσὰ καταβάλλονται ὑπὸ τῶν ἐν αὐτῷ ἱδρυμάτων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901, συμπεριλαμβανομένου, μέχρις ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς ἔχουσι).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 διαγράφεται. Ἑπομένως τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 λαμβάνουσι τὴν θέσιν ἄρθρων 6 καὶ 7. Ἄρθρον 6, κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον τοῦτο τροποποιεῖται ἐν ἀρχῇ ὡς ἑξῆς. Ἀντὶ «Τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὰς κατὰ τὰ ἄρθρα 2, 5 καὶ 6 εἰσπράξεις» τίθεται: «Τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὰς κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 5 εἰσπράξεις». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης. 2) Περὶ ἐτησίας ἐπιχορηγήσεως δραχμῶν 15,000 ὑπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Φιλιατρῶν πρὸς συντήρησιν ἐν Φιλιατροῖς Γυμνασίου, ἢ Ἐμπορικῆς Σχολῆς. 3) Περὶ ἀδείας διαθέσεως εἰς ἔργα δημωφελῆ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων Ναυπλιέων καὶ Μινώας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας χρημάτων).
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἀμέσως ἑπομένων ὑπ’ ἀριθ. 10, 11 καὶ 12 ναυτικῶν νομοσχεδίων ἔχω ἀντίρρησιν, κύριε Πρόεδρε.
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναβληθῶσι.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: α) Περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν τοιχοκολλήσεων καὶ διαφημίσεων. β) Περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς Μεζέϊκα τοῦ δήμου Κλειτορίας διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τοῦ δήμου τούτου. γ) Περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ἡραίας ὀφειλομένου ποσοῦ διὰ τὴν διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου τούτου).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀρδεύσεως τῶν πεδίων τῶν δήμων Κορινθίας, Σικυῶνος καὶ Νεμέας».
§103ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπιμένω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐντελῶς μὲν περιττεύει, καθόσον πρόκειται περὶ ἀρδεύσεως τῆς Κορινθίας καὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Φενεοῦ· ἀλλ’ ὑπάρχοντος νόμου περὶ ἑλῶν καὶ τελμάτων, ὅστις παρέχει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα νὰ χορηγήσῃ δικαιώματα ἀρδεύσεως εἰς τὸν ἐνεργοῦντα τὴν ἀποξήρανσιν, δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Αἱ ἄλλαι δὲ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι τοιαῦται, ὥστε ζημίαν θέλει φέρει τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς κατοίκους· μεταξὺ δὲ ἄλλων δὲν διατυποῦται καλῶς τὸ ζήτημα τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους κατὰ τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων διὰ τῶν σηράγγων Σοῦρι καὶ Πράθι· δεύτερον, τὰ δικαιώματα, ὅσα ἐκτήθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, καταστρέφονται ἐντελῶς, καὶ τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει εὐθύνας ἀπέναντι τῶν δικαιούχων· τρίτον, τὸ πεδίον Σκοτεινή, τὸ ὁποῖον ἔχει σήμερον ὅλα τὰ ὕδατα φυσικῶς φθάσαντα ἐκεῖ, ἀποστερεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πάντων τῶν δικαιωμάτων του. Ἔπειτα καὶ πολλὰ ἄλλα ζητήματα, καὶ πολλὰς ἄλλας ζημίας θὰ γεννήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ εἶπον. Ἄς κάμωσι τώρα ὅ,τι θέλουσιν. Ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ μελετήσωσι κάλλιον οἱ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσαγαγόντες τὰ κατὰ τὰς λίμνας, ἀφ’ ὧν τὰ ὕδατα λαμβάνονται, τὴν ἄλλην χρησιμότητα αὐτῶν τῆς κινητηρίου δυνάμεως, μεγίστης, τὰ κατὰ τὰ ὑδραγωγεῖα, καὶ τὰ δικαιώματα ἄλλων. Ἂς μελετήσωσι ταῦτα, καὶ θὰ πεισθῶσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ, μάλιστα ὅπως εἰσάγεται.
§104Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη.
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὐχαρίστως ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐξησφαλίζετο τὸ ζήτημα, ὅτι ποσῶς δὲν θίγεται τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποσῶς δὲν θίγεται.
§108Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐξησφαλίσθη διὰ τῆς τροπολογίας.
§109Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἐπιδιώκει σπουδαῖον ἀντικείμενον, ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη, ἵνα ψηφισθῇ ἐσπευσμένως τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ καὶ καταστρέφει τελείως δύο δήμους τῆς ἐπαρχίας μου, ἀπὸ τῶν ὁποίων παρανόμως καὶ ἀπανθρώπως ἀφαιρεῖ κεκτημένα καὶ ἀπόλυτα αὐτῶν δίκαια, ὧν ἄνευ θὰ ἐπέλθῃ ἡ φθίσις αὐτῶν. Κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Κωτσᾶκος, ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, διὰ μακρῶν ἐποιήσατο λόγον ἐνταῦθα περὶ τοῦ ποταμοῦ Ἐρασίνου, ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν εὐτυχίαν εἰς τὴν Ἀργολίδα, καὶ ἀπέδειξε διὰ πειστικωτάτων ἐπιχειρημάτων καὶ διὰ κειμένων ἀρχαίων συγγραφέων, μαρτυρούντων αὐθεντικῶς, ὅτι ὁ ποταμὸς οὗτος λαμβάνει τὰ ὕδατα καὶ τροφοδοτεῖται ἀπὸ τῆς Στυμφαλίας λίμνης· συνεπῶς, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐ μόνον τὸ Ἀργολικὸν πεδίον, τὸ εὔφορον καὶ παραγωγικόν, θέλει καταντήσει εἰς πεδιάδα νεκρὰν καὶ ἄγονον, ἀλλὰ καὶ ὁ ὀρεινὸς δῆμος τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, ὁ τῆς Ἀλέας, θὰ ὑποστῇ παντελῆ καταστροφὴν, οἱ δὲ κάτοικοι τούτου κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐκπατρισθῶσι, διότι ὅλαι αἱ γαῖαι τοῦ δήμου Ἀλέας, ἐπειδὴ κατακλύζονται τὸν χειμῶνα ὑπὸ τῶν ὑδάτων, εἰς οὐδὲν ἄλλο εἶναι χρήσιμοι καὶ κατάλληλοι ἢ μόνον διὰ νὰ σπείρωνται καὶ παράγωσιν ἀραβόσιτον· ἄνευ ὅμως ὑδάτων πολλῶν, καὶ πλημμύρας μάλιστα ἐκ τούτων, οὐδὲ νὰ εὐδοκιμήσωσιν, οὐδὲ νὰ καρποφορήσωσι δύνανται, ἀλλὰ καταστρέφονται. Σημειώσατε δὲ, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑδρεύωνται καὶ ποτίζωσι τὰς γαίας των, δικαίωμα ἀνεγνωρισμένον ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς παναρχαιοτάτης ἐποχῆς καὶ ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων, ὄχι μόνον ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ, τοῦ ὁποίου ἔργα κολοσσιαῖα καὶ τεχνητὰ καὶ ἐν χρήσει σήμερον διατελοῦντα ὑπάρχουσι, μαρτυροῦντα τὰ δίκαια ἡμῶν ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν Κορινθίων, οἵτινες πλειστάκις τὰ ἀνεγνώρισαν καὶ πάντοτε ἐπλήρωσαν εἰς τοὺς Ἀλεάτας κατ’ ἔτος ἀρκετὰ ποσὰ χρημάτων, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ παρ’ αὐτῶν νὰ ποτίσωσι τὰ κτήματά των, ὁσάκις ταῦτα ἔχωσιν ἀνάγκην ὑδάτων, ἀλλ’ οἵτινες ἔρχονται σήμερον νὰ μᾶς τὰ ἀφαιρέσωσι, χωρὶς νὰ σκεφθῶσιν, ὁποίων κακῶν πρόξενοι δύνανται νὰ γείνωσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς ἐπιζημίου καὶ λίαν ἀπροσφόρου (θόρυβος)... Θ’ ἀναβληθῇ; (θόρυβος).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν; Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἀπερρίφθη τοιαύτη πρότασις.
§111ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἐρωτῶ, θὰ ἀναβληθῇ;
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§114ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ κάμνω μίαν ἄλλην πρότασιν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μᾶλλον κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ, ἐδήλωσεν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἐνταῦθα, ὅτι, ὁσάκις παρουσιάζωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα ἐπιβλαβῆ, τὰ ὁποῖα ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἵνα ψηφισθῶσιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βουλευτὴν ἡ ἄμυνα δι’ οἱουδήποτε μέσου. Τὴν ἄμυναν ταύτην θὰ μεταχειρισθῶ ἤδη ἐγὼ, ἵνα δυνηθῶ νὰ περισώσω τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαρχίας μου, τῶν ὁποίων ἐτάχθην φρουρός.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο ἀνέφερα ἐπὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων παρουσιάζεται κίνδυνος δημοσίων συμφερόντων.
§116ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Τοιοῦτος κίνδυνος παρουσιάζεται, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§118ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κύριος Λιμπρίτης εἶναι μηχανικὸς, καὶ δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου (Θόρυβος).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Κροκιδᾶς, ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων του ἐκ Κορινθίας, προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐν στίχῳ ἐνάτῳ. Ἀντὶ «Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς» νὰ τεθῇ «Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων».
§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§121ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε... (Θόρυβος). Ὑποβάλλω ἔνστασιν... (Θόρυβος). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται) Ὁ κύριος Κροκιδᾶς προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου. Ἀντὶ «ἐπὶ ἀποζημιώσει τῆς ἐχούσης εἰς τοῦτο δικαίωμα Ἑταιρείας», νὰ τεθῇ: «ἐπὶ ἀποζημιώσει τῆς τυχὸν ἐχούσης εἰς τοῦτο δικαίωμα Ἑταιρείας». Μετὰ τοῦτο δὲ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Ὀφείλει δὲ νὰ δεχθῇ ἐπὶ ἀποζημιώσει, ὁριστέᾳ μονομερῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ἐπὶ τῶν ἔργων τούτων τοποθέτησιν σωλήνων διὰ τὴν ὕδρευσιν Πειραιῶς, Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων, εἴποτε αὕτη λάβῃ χώραν.»
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7, ὡς ἔχουσι).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κροκιδᾶ, προτείνοντος ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «πλὴν τῶν ἐν ἄρθρῳ 10 ἐξαιρέσεων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Κροκιδᾶς προτείνει ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου λέξεις: «Ὁ ἀνάδοχος ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ πάντα τὰ πρὸς τὴν τελείαν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Στυμφαλίδος ἀπαιτούμενα ἀναγκαῖα ἔργα» διὰ τῶν λέξεων: «Εἰς τὸν ἀνάδοχον ἐπιτρέπεται ν’ ἀνατεθῇ διὰ τῆς συμβάσεως ἡ ἐκτέλεσις πάντων τῶν πρὸς τὴν τελείαν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Στυμφαλίδος ἀπαιτουμένων ἀναγκαίων ἔργων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κροκιδᾶ, προτείνοντος νὰ προστεθῶσιν ἐν στίχῳ ἐνάτῳ, μετὰ τὰς λέξεις «ἀρδευτικῶν τελῶν» αἱ λέξεις «προτιμώμενοι ἐν ἀνεπαρκείᾳ ὕδατος πάντων τῶν μὴ ἐχόντων δουλείαν». Ἐπίσης ὁ κ. Πλατούτσας προτείνει νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν ἐν στίχῳ δεκάτῳ τρίτῳ λέξιν «Κορινθίων» αἱ λέξεις «καὶ πεδιάδος Σκοτεινῆς καὶ τοῦ δήμου Ἀλέας». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κροκιδᾶς προτείνει, ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ τῶν λέξεων: «Τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀρδεύσεως καὶ καταβολῆς τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 6 καὶ 7 ἀρδευτικῶν τελῶν ἐξαιροῦνται», νὰ τεθῇ: «Τῆς ὑποχρεωτικῆς καταβολῆς τῶν ἐν ἄρθρῳ 6 ἀρδευτικῶν τελῶν ἐξαιροῦνται». Ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ περιόδῳ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Ἀλλ’ ἀρδευόμενα τυχὸν τὰ κτήματα ταῦτα τῇ αἰτήσει τῶν ἰδιοκτητῶν, καλλιεργητῶν ἢ νομέων, τὰ μὲν τοῦ ἐδαφίου αʹ εἰς οὐδὲν ὑποβάλλονται τέλος, τὰ δὲ τῶν βʹ καὶ γʹ ὑποβάλλονται εἰς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ὁριζόμενα τέλη, μειουμένου τοῦ καταβλητέου ἀρδευτικοῦ τέλους κατὰ λόγον τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύο ἐτησίων ἀρδεύσεων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 ἕως 23, ὡς ἔχουσι). Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κροκιδᾶς προτείνει, ἀντὶ «μέχρις 6 δραχμῶν», ἐν στίχῳ ἑβδόμῳ, νὰ τεθῇ «μέχρι 5 δραχμῶν». Μετὰ δὲ τὴν ἐν στίχῳ ἐνάτῳ λέξιν «κειμένων» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ καλλιεργουμένων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡς ἄρθρον 25 ὁ κ. Κροκιδᾶς προτείνει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἑξῆς: «Διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ οἰκείου δήμου, ἐπιτρέπεται 1) ν’ αὐξηθῶσι τὰ ἀρδευτικὰ τέλη τῶν κτημάτων τοῦ δήμου τούτου καὶ 2) νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὰ ἀπαλλασσόμενα τοιούτων κτήματα μέχρι δραχμῆς μιᾶς κατὰ στρέμμα καὶ ἄρδευσιν ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιστάσεσιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν νέον ἄρθρον 25 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὰ ἄρθρα 25 καὶ 26 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνουσιν οὕτω τὴν θέσιν ἄρθρων 26 καὶ 27. (Ἀναγινώσκονται τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρα 26 καὶ 27 καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§126Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε (θόρυβος) ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας (θόρυβος).
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Γραμματεὺς ἐτελείωσε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρδεύσεως τῆς Κορινθίας, καὶ μεταβαίνει εἰς ἄλλο. Ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3... (θόρυβος).
§128Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Σύνοδος αὕτη ὁμαλῶς κατὰ τὸ πλεῖστον εἰργάσθη...
§129Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους προέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§130ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Ὄχι! ὄχι! (θόρυβος).
§131ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Καθ’ ἑκάστην κοπτόμεθα ἐνταῦθα περὶ τῶν θεσμῶν. Ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ οὐδεὶς δίδει προσοχήν! Δὲν θ’ ἀκουσθῇ; (θόρυβος).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§133Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καρατζᾶς ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καρατζᾶ, ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος).
§136Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὴν ὑπέβαλε κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἀντελήφθην.
§138ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἐπανειλημμένως ὑπέβαλον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Α. Κασσαβέτη καὶ Δ. Καρατζᾶ Ἀποσυρθέντος δὲ τοῦ κ. Καρατζᾶ, ἐξακολουθεῖ καὶ περατοῦται ἡ ἀνάγνωσις ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Α. Κασσαβέτη καὶ Α. Βιτάλη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 124. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Λεωνίδας). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς δεξαμενῆς εἰς τὸ χωρίον Σπαρτοχῶρι τοῦ δήμου Ταφίων τῆς νήσου Λευκάδος διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῆς νήσου ταύτης». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως γεωπονικοῦ χημείου παρὰ τῷ ἐν Ἀθήναις Γεωργικῷ Σταθμῷ». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ὑπὸ διαφόρων κυρίων Βουλευτῶν. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ παραγράφῳ ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἀπόφοιτος τῶν ἐν Ἑλλάδι Γεωργικῶν Σχολῶν, λαβὼν πτυχίον γεωπόνου μὲ βαθμὸν καλῶς καὶ διαγωγὴν τοὐλάχιστον καλήν, ἀσκηθεὶς δὲ ἐπὶ ἑξάμηνον ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις καὶ τοῖς πειραματικοῖς ἀγροῖς τοῦ Γεωπονικοῦ Χημείου Ἀθηνῶν καὶ εὐδοκιμήσας δύναται νὰ διορισθῇ, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην, εἰς τὰς Γεωργικὰς Σχολάς, τοὺς σταθμοὺς καὶ τὰ πρότυπα ἀγροκήπια ἐργοδηγὸς γʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 120 κατὰ μῆνα, δύναται δὲ νὰ προαχθῇ μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν εἰς ἐργοδηγὸν βʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 150, καὶ μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ εἰς ἐργοδηγὸν αʹ τάξεως, ἐπὶ μισθῷ δραχ. 175 κατὰ μῆνα.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐργοδηγὸς αʹ τάξεως, ὁ διακριθεὶς ἐπὶ τριετίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπὶ χρηστότητι, ἱκανότητι καὶ ζήλῳ, προάγεται εἰς τὸν βαθμὸν ἐπιμελητοῦ προτύπου ἀγροκηπίου, ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 200 κατὰ μῆνα, μετ’ αὐστηρὰν δοκιμασίαν ἢ μετὰ διαγωνισμὸν ἐνώπιον πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας, ὡς Προέδρου, καὶ τεσσάρων διευθυντῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν καὶ Σχολῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Προάγεται ὁμοίως εἰς ἐπιμελητὴν προτύπου ἀγροκηπίου καὶ ὁ δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΑʹ σπουδάσας εἰδικὸν κλάδον τῆς γεωργίας ἢ τῆς γεωργικῆς βιομηχανίας ἐν πρακτικῇ Σχολῇ τῆς Ἑσπερίας. Ἐπίσης δύναται νὰ διορισθῇ ἐπιμελητὴς ἀγροκηπίου καὶ ὁ ἀπόφοιτος Γεωργικῆς ἐν Ἑλλάδι Σχολῆς, σπουδάσας ἰδίαις δαπάναις ἐπὶ ἓν ἔτος τοὐλάχιστον εἰδικὸν κλάδον τῆς γεωργίας ἢ τῆς γεωργικῆς βιομηχανίας ἐν πρακτικῇ Σχολῇ τῆς Ἑσπερίας, φέρων δ’ ἀποδεικτικὸν αὐτῆς περὶ τῶν σπουδῶν του, μετὰ δοκιμασίαν ἐνώπιον τῆς ὑπὸ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου ὁριζομένης ἐπιτροπῆς.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 4. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Ὁ διοριζόμενος ἐν μιᾷ τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ θέσεων λαμβάνει μισθὸν δραχμῶν 300 κατὰ μῆνα, αὐξάνεται δὲ ὁ μισθός του μετὰ πενταετίαν εἰς δραχμὰς τριακοσίας πεντήκοντα.» Ὁ μισθὸς τῶν ὑπηρετούντων νῦν ἐν τοῖς Γεωργικοῖς Σταθμοῖς καὶ τῇ Γεωργικῇ Σχολῇ ὁρίζεται εἰς δραχμὰς τριακοσίας, ὁ δὲ μέχρι τοῦδε χρόνος τῆς ὑπηρεσίας των ὑπολογίζεται πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν μέχρι δραχμῶν 350. Ὁμοίως δύναται ν’ αὐξηθῇ κατὰ δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ὁ μισθὸς τῶν ἐπιμελητῶν προτύπων ἀγροκηπίων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται) Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῇ πρακτικῇ Σχολῇ Ἀϊδινίου διορίζονται εἷς ἰατρὸς ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ, λαμβάνων μηνιαῖον μισθὸν δραχμῶν 90 κατὰ μῆνα, καὶ μία οἰκονόμος, ἐκτελοῦσα καὶ χρέη νοσοκόμου, μονίμως διαμένουσα ἐν τῇ Σχολῇ, ἐπὶ μισθῷ 60 δραχμῶν κατὰ μῆνα.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προστίθεται δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Δύνανται προσέτι νὰ διορισθῶσι λογισταὶ καὶ γραφεῖς ἐν τοῖς Γεωργικοῖς Σταθμοῖς ἐπὶ μισθῷ καὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραφέως βʹ τάξεως οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ὡς καὶ οἱ ἤδη ὑπηρετοῦντες ὡς γραφεῖς ἐν τοῖς Γεωργ. Σταθμοῖς, προαγόμενοι μέχρι τοῦ βαθμοῦ ὑπουργικοῦ γραφέως αʹ τάξεως.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 9 διαγράφεται. Οὕτω δὲ τὰ ἄρθρα 10, 11 καὶ 12 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνουσι τὴν θέσιν ἄρθρων 9, 10 καὶ 11. Τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 9 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Μέχρις οὗ καταστῇ δυνατὸν νὰ διορίζωνται προϊστάμενοι προτύπων ἀγροκηπίων μὲ βαθμὸν ἐπιμελητοῦ, δύνανται νὰ διορίζωνται προϊστάμενοι ἐργοδηγοὶ γʹ, βʹ ἢ αʹ τάξεως ἐκ τῶν διακρινομένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Οἱ προϊστάμενοι τῶν προτύπων ἀγροκηπίων λαμβάνουσι 5% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου αὐτῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 10 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ ἢ τῆς ἐξετάσεως πρὸς προαγωγὴν ἐργοδηγοῦ αʹ τάξεως εἰς ἐπιμελητὴν προτύπου ἀγροκηπίου, τὰ τῆς δοκιμασίας πρὸς διορισμὸν ἐν τῇ θέσει ταύτῃ τῶν ἰδίαις δαπάναις σπουδασάντων εἰδικὸν κλάδον τῆς γεωργίας ἢ τῆς γεωργικῆς βιομηχανίας ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, τὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐργοδηγῶν μετὰ τὴν ἄσκησιν αὐτῶν ἐν τῷ Γεωργικῷ Χημείῳ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ λογιστοῦ τῶν Σταθμῶν ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 11).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε.
§145ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας αὑτῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον διὰ τὴν μετὰ δεξιότητος καὶ ἀμεροληψίας ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ ἐν τῇ διευθύνσει τῶν ἐργασιῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος.
§146ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, περιμείνατε μίαν στιγμὴν νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μετὰ μεσημβρίαν).
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΕʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Μαρτίου 1901.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ.